1901.01.24
3,504 rows · 27,217 words · 253 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
τῆς 24 Ἰανουαρίου 1901.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκοντα καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀντώνιος Γκέδριχ ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐκδόσεως κανονισμοῦ περὶ ποδηλασίας. Οἱ Γεώργιος Γιαννακόπουλος καὶ Εὐάγγελος Παπαχρήστου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἀτελείας εἰδῶν σαπωνοποιΐας εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ τὴν διαβιβάσητε πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως συμπεριλάβῃ καὶ τὰ τῆς αἰτήσεως ταύτης εἰς τὸ εὐεργετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ὑπέβαλε, διότι τοῦτο θὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας τῆς σαπωνοποιΐας. Πρόκειται περὶ τῶν ἀρωματικῶν σαπώνων, καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ συναγωνίζεται πρὸς τὰ εὐρωπαϊκά.
§3Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφοράν. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς ἐν Λεβαδείᾳ Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ διὰ ψηφίσματός του εὐχαριστεῖ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ περὶ τῆς Μονῆς ταύτης νομοσχεδίου, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§5Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς κάμνετε τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύητε...
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲ εἰς τὴν Μονήν.
§7Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλ’ ἔχω τόσον ἐνδιαφέρον, ὅσον, ἐλπίζω, ὅλοι ἔχουσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχιολογίας. Πρόκειται δὲ περὶ ἀρχιολογίας διπλασίας ἢ μᾶλλον τριπλασίας ἀξίας ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, καὶ ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἀρχιτεκτονικῆς καὶ εἰκαστικῆς. Εἰς τὴν Μονὴν ἐκείνην, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὁμιλῶν πρὸς γνωρίζοντας τὰ πράγματα κάλλιον ἐμοῦ, ἐξωδεύθησαν παρὰ τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων ἑκατομμύρια ὅλα, ἐξωδεύθησαν ποσὰ, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτε τὰ χρήματα εἶναι ἀφθονώτερα καὶ περισσότερα ἐν τῷ κόσμῳ, θὰ ἐφαίνοντο μυθώδη. Ἐὰν πρόκηται διὰ τοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶδον ὅτι καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον,—τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, νομίζω, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν,—ἵνα κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ ἀρχαιολογικὸς κόσμος, ἐκπροσωπούμενος παρὰ τῶν Ἀρχαιολογικῶν Σχολῶν ἐνταῦθα, ἐνδιαφέρεται τὰ μέγιστα, νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα καὶ κατατεθῶσιν εἰς Ἑταιρείαν ἐκ μέρους Μονῶν τινων, αὐτῆς τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ καὶ ἄλλων Μονῶν, νὰ ἐξευρεθῇ ποσὸν, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ ἐν ἀνάγκῃ τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδένα θὰ δείξῃ δισταγμόν, ἀλλὰ θὰ δείξῃ προθυμίαν ἀκριβῶς κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ τόσα ἄλλα νομοσχέδια ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν, χαρακτηρίζοντες αὐτὰ ὡς ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει νομοσχέδιον μεγαλειτέρου ἐνδιαφέροντος. Θὰ μᾶς ὑψώσῃ ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ναοῦ ἐκείνου εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, κύριε Πρόεδρε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος,—ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε εἰς ἐμέ.
§9Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων μνημείων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ δείξῃ ὁλόκληρος ἡ Ἀνατολή. Παρακαλῶ λοιπόν,—διότι κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγείρονται περισσότεραι φωναί, καὶ δὲν θὰ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκουσθῶ, ὅπως ἔχω τώρα τὴν τιμὴν νὰ ἀκούωμαι παρὰ τῆς Βουλῆς—παρακαλῶ, ἀπὸ τοῦδε νὰ δοθῇ ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς, καὶ συνιστῶ τοῦτο ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διότι δὲν βλέπω τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα συστήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ μέριμναν.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀναγραφῇ αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων.
§11Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀφοῦ μάλιστα θὰ γείνωσι καὶ δημόσια ἔργα, ἐξ ὧν θὰ ὠφεληθῶσιν ὅλοι οἱ πέριξ πληθυσμοί.
§12Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ.
§13Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐπὶ τέλους, ἄν πρόκηται νὰ τὰ τρώγουν τὰ χρήματα οἱ καλόγηροι, καλλίτερον νὰ ἐξοδευθῶσιν εἰς τὸ ἔργον, περὶ οὗ πρόκειται.
§14Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ καλόγηροι μετὰ μεγάλης προθυμίας προσφέρουσι.
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης παρεκάλεσε νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, ἐμφαίνων τὰς κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσπράξεις καὶ δαπάνας τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου γενικῶς, εἰδικῶς δὲ τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν καὶ τῆς γραμμῆς Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων καὶ τῆς γραμμῆς Πύργου–Ὀλυμπίας. Καταθέτω πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται ὅλαι αἱ εἰσπράξεις καὶ δαπάναι τοῦ 1900, ἀφαιρέσει τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου. Αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 4,670,197.95, αἱ δὲ δαπάναι ἐκμεταλλεύσεως εἰς δραχμὰς 3,323,213.60. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐνταῦθα δὲν σημειοῦνται οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων· σημειοῦνται αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Αἱ εἰσπράξεις τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἀφαιρέσει τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου, ἀνῆλθον εἰς 963,304 δραχμὰς καὶ 5 λεπτά, αἱ δὲ δαπάναι εἰς δραχμὰς 885,384 καὶ 43 λεπτά. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ὑπάρχει χιλιομετρικὴ ἀποζημίωσις 4,000 δραχμῶν, ἔχομεν barème κατὰ χιλιόμετρον, καὶ ἑπομένως αἱ δαπάναι, δυνάμει τῆς χιλιομετρικῆς ἀποζημιώσεως, ἔπρεπε ν’ ἀνέλθωσι μόνον εἰς 738,439 δραχμὰς καὶ 80 λεπτά, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθῇ τὸ ὑπόλοιπον μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ Κράτους. Ὥστε, ὡς βλέπετε, μεταξὺ τῆς πραγματικῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 885,384, καὶ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει δυνάμει τῆς χιλιομετρικῆς ἀποζημιώσεως, τῆς ἀνερχομένης εἰς δραχ. 738,439, ὑπάρχει διαφορὰ δραχ. 146,945 εἰς βάρος τῆς Ἑταιρείας, ἤτοι ζημία τῆς Ἑταιρείας· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν δραχ. 738,439 καὶ ἀφαιρέσωμεν ταύτας ἀπὸ τὰς ἐκ δραχμῶν 963,304 εἰσπράξεις τοῦ Σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἔχομεν ὑπόλοιπον 224,865, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ διανεμηθῶσι μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ Δημοσίου. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν ἡ Ἑταιρεία θὰ ἔχῃ δικαίωμα λαμβάνειν 112,432.50, ἄλλας τόσας δὲ τὸ Δημόσιον. Ἀλλά, καθὼς γινώσκετε, δυνάμει συμβάσεως, ἡ Ἑταιρεία ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῶν 4/10 τοῦ κέρδους τοῦ καθαροῦ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 2,600,000 δραχμῶν, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἤρκουν τὰ 4/10 τοῦ μεριδίου αὐτῆς, ἐκ τοῦ μεριδίου τοῦ Κράτους ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσόν. Ἑπομένως τόκος καὶ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 2,600,000 δραχμῶν εἶναι 136,400. Ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ τούτων θὰ δώσῃ τὰ 4/10 τῶν 112,432 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως συνεισφέρει δραχμὰς 44,972, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 91,428 βαρύνει τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰς δραχ. 112,432, τὰς ἀνηκούσας εἰς τὸ Κράτος. Ὥστε καθαρὸν ὑπόλοιπον δὲν ἔμεινε κατὰ τὸ ἔτος 1900, παρὰ μόνον δραχ. 21,004. Ἑπομένως ἔχομεν ὑπόλοιπον διὰ τὸ Κράτος δραχ. 21,004, ἔχομεν δὲ βάρος τῆς Ἑταιρείας διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν δραχ. 146,000, διότι, ὅπως ἐξήγησα, ἐκεῖ ὑπάρχει barème, αἱ δὲ δαπάναι ὑπερβαίνουσι τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν, τὴν διὰ τῆς συμβάσεως ὁρισθεῖσαν. Ἐζητήθη καὶ ἡ ἀξία τοῦ ὑλικοῦ...
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ ἀπὸ τοῦ 1898.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα... Τὸ ὑλικὸν εἶναι: 3 μηχαναί, ἀξίας φράγκων 160,092, πρὸς 1,70 τὸν φράγκον, δρ. 272,000· βαγόνια 20, ἀξίας φράγκων 70,000, δραχ. 119,000. Τὸ ὅλον δραχ. 391,000.
§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀγορὰ ἢ ἡ σημερινὴ ἀξία;
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀγορά. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ θέλετε εὕρει καὶ τὰς εἰσπράξεις τῆς γραμμῆς Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 61,084, αἱ δὲ δαπάναι εἰς δραχ. 72, 039, ἑπομένως ἔχετε ζημίαν εἰς βάρος τῆς Ἑταιρείας 10,955 δρ. κατ’ ἔτος. Τοῦ Σιδηροδρόμου Πύργου–Ὀλυμπίας ἔχομεν εἰσπράξεις, ἀφαιρέσει τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου, δραχ. 59,730, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὰς δαπάνας, διότι δὲν τὰς κρατοῦσι χωριστά. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὔριον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 254).
§21Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, καταθέτω ἀναφορὰν τῶν κηπουρῶν Σεπολίων καὶ Κολοκυνθοῦς, τὴν ὁποίαν ἐκράτουν πρὸ ἡμερῶν, ἐλπίζων ὅτι θὰ ἤρχετο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλω ταύτην παρόντος αὐτοῦ, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς πληροφοροῦμαι, ἀτυχῶς θὰ λήξῃ ἡ Βουλή, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωμεν αὐτὸν ἐνταῦθα, καταθέτω ταύτην σήμερον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς. Ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, οἱ κηπουροὶ οὗτοι παραπονοῦνται, ὅτι ζητεῖται ἀπὸ αὐτοὺς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν τοῖς κήποις αὐτῶν χάριν τῶν μαγγανοπηγαδίων καὶ χάριν τῆς μεταφορᾶς τῶν λαχανικῶν αὐτῶν εἰς τὴν πόλιν. Ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐνόμισαν, κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὰ ζῷα αὐτῶν, διότι τὰ μεταχειρίζονται τὸ πλεῖστον εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ σπανιώτατα, ὅπως ἀροτριῶσι μέρος τοῦ κήπου των, ἤδη καταδιώκονται νὰ πληρώσωσι φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συνενοηθῇ μετὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ἀττικῆς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀδικίας ταύτης, διότι, ὡς γνωστόν, τὰ Δικαστήρια πολλοὺς ἤδη ἀπήλλαξαν τῆς καταδιώξεως ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι, καὶ εἶναι ἄδικον νὰ ἀναγκάζωνται οἱ πολῖται ἄνευ λόγου νὰ προφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα, δι’ ὃ ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Σήμερον, κύριοι Βουλευταί, διενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν «περὶ ἐπιτηρήσεως τῶν μεταλλείων καὶ προστασίας ἐν γένει τῶν ἐργατῶν». Τὴν πρότασιν ταύτην ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, διότι ὁσάκις ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν εἴδησις, ὅτι ἔπαθον ἐργάται ἐν τοῖς μεταλλείοις, ἅπασα ἀμέσως συνταράσσεται, καὶ ζητεῖ ἐπιμόνως, ὄχι μόνον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν παθόντων, ἀλλ’ ἰδίως νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις συντονώτερον τῆς προστασίας τῶν ἐργατῶν, καὶ ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν πᾶν μέτρον, συντεῖνον εἰς τὴν πρόληψιν τῶν δυστυχημάτων. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, ἤτοι τὴν περίθαλψιν τῶν παθόντων, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω πρότασιν νόμου, ἥτις ἤδη εὑρίσκεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· εὔχομαι δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει ψηφισθῆ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Καὶ ἐλέχθη μέν, ὅτι ἡ τρίτη συζήτησις ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως. Ὄχι διότι νομίζω τὸν προταθέντα παρ’ ἐμοῦ νόμον τέλειον, —πολλοῦ γε καὶ δὴ—ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ πρὸ παντὸς θέλει ὑποδείξει τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, καὶ τότε ταῦτα δύνανται νὰ διορθωθῶσιν εἰς ἑτέραν Σύνοδον. Ἐὰν τοὐναντίον ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου τούτου, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς ἀδικώτατον, ὅτι ἅπαντες οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι θὰ πάθωσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἤθελον στερηθῆ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νέου νόμου. Ἀφοῦ δὲ παραδεχόμεθα, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ἀπαραίτητον νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τοὺς ἐργάτας τὰ πλεονεκτήματα τοῦ προτεινομένου νόμου, σήμερον, μὴ ψηφίζοντες αὐτόν, ἀποστεροῦμεν τοὺς ἐργάτας τούτους τοῦ δικαίου των, τοῦ ἀναγνωριζομένου αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ἰδίου νόμου. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν πρώτην πρότασιν νόμου περὶ Ταμείου μεταλλευτῶν. Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν μελετῶν μου, καὶ τοῦ σταδίου, τὸ ὁποῖον διέτρεξα μέχρι τοῦδε ἐν τῷ βίῳ μου, μοὶ ἐπεβάλλετο ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ μελετήσω καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ τῆς προλήψεως τῶν δυστυχημάτων. Τὴν μελέτην ταύτην ὑπέβαλον προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ βεβαίως μὲν αἱ ὀλίγαι ἡμέραι, αἵτινες μένουσιν εἰσέτι, δὲν θὰ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως ἡ νέα αὕτη πρότασις νόμου συζητηθῇ πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ἐνόμισα ὅμως καθῆκόν μου νὰ καταθέσω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις δυνηθῶσι νὰ μελετήσωσιν αὐτὴν ἐπισταμένως κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, ἐπιληφθῶμεν δὲ τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, καὶ οὕτω παράσχωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας τὴν προστασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πᾶσα Βουλὴ καὶ πᾶν ἔθνος ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς αὐτούς. Τὸ σπουδαιότατον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει σήμερον ἡ περὶ μεταλλείων νομοθεσία ἡμῶν, εἶναι ἡ ἔλλειψις προσωπικοῦ ἐπιτηρήσεως. Γνωρίζομεν, ὅτι εἷς καὶ μόνος ὑπάρχει ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, ἀλλὰ, δυστυχῶς, εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦτον ἀνατίθενται τόσα ἄλλα ἔργα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμνῃ ἐπιθεωρήσεις τακτικάς. Ἐκ τούτου ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον νὰ κάμνῃ τοιαύτας, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἄλλην ἐργασίαν, πολὺ δὲ περισσότερον ἤδη, ὅτε τῷ ἀνατίθενται καὶ ἄλλαι πολλαὶ ἐργασίαι. Κατὰ τὸν προτεινόμενον νόμον, τὸ Κράτος διαιρεῖται εἰς τρεῖς ἐπιθεωρήσεις· μίαν ἐν Ἀθήναις, μὲ δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν νομῶν Ἀττικῆς, Βοιωτίας καὶ Κορινθίας· δευτέρα ἐπιθεώρησις συνιστᾶται ἐν Σύρῳ, μὲ δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν νομῶν Κυκλάδων καὶ Ἀργολίδος, καὶ τρίτη ἐν Βόλῳ, μὲ δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν νομῶν ὅλης τῆς Θεσσαλίας, τῆς Φθιώτιδος καὶ Εὐβοίας. Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ ἐπιθεωρήσεις αὗται δὲν περιλαμβάνουν ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἴς τινα τῶν τριῶν ἐπιθεωρητῶν νὰ ἐπιτηρῇ καὶ ἄλλα τινὰ μεταλλεῖα, ἐκτὸς τῆς περιφερείας αὐτοῦ, εἴτε προσωρινῶς, εἴτε διαρκῶς. Παρ’ ἑκάστῳ ἐπιθεωρητῇ τοποθετεῖται εἷς βοηθός. Καὶ οἱ μὲν ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι βαθμὸν καὶ μισθὸν ἐπιθεωρητῶν δημοσίων ἔργων, οἱ δὲ βοηθοὶ μισθὸν καὶ βαθμὸν μηχανικοῦ αʹ τάξεως ἐπίσης δημοσίων ἔργων. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν δίπλωμα μηχανικοῦ, (ingénieur), κατὰ τὴν ἐν Γαλλίᾳ ἐν χρήσει σημασίαν, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι τὸ δίπλωμα τοῦτο, ὀφείλει νὰ παραδίδῃ, ὡς κύριον μάθημα, τὸ μάθημα τῆς μεταλλευτικῆς (exploitation des mines). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βοηθοὺς, προβλέπω ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι τοιοῦτοι, ἐὰν ἔχωσιν ὅμοιον δίπλωμα μὲ τὸν ἐπιθεωρητήν· ἐπειδὴ ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ μὴ παρουσιασθῶσι τοιοῦτοι διπλωματοῦχοι ξένων Σχολῶν, προβλέπω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν πρὸς διορισμὸν βοηθοῦ μεταξὺ τῶν τελειοφοίτων μαθητῶν τῆς ἐν Ἀθήναις Σχολῆς τῶν Τεχνῶν. Δύναται δὲ ὁ βοηθὸς μετὰ δεκαετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν νὰ προαχθῇ καὶ εἰς βαθμὸν ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ὁφείλει οὗτος νὰ φροντίζῃ: αʹ) περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας τῶν ἐργατῶν· βʹ) περὶ προστασίας τῶν συμφερόντων αὐτῶν εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἐπιχειρήσεως· γʹ) περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐν σχέσει μὲ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς ἐπιχειρήσεως· δʹ) περὶ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ κανονισμῶν τῶν μεταλλείων, καὶ ταμείων ἀλληλοβοηθείας. Ἐνῷ δὲ σήμερον ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβλέπῃ τακτικῶς τὸ μεταλλεῖον, διὰ τοῦ προτεινομένου νόμου ὁρίζεται, ὅτι τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι καθ’ ἑκάστην τριμηνίαν, ὀφείλει ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐπισκέπτηται ἕκαστον μεταλλεῖον· ὀφείλει ἐπίσης νὰ ἐγγράφῃ ἐν βιβλίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ ἐν ἑκάστῳ μεταλλείῳ, ὅλας τὰς ἐλλείψεις, ὅσας θέλει παρατηρήσει, καὶ ἐν τῇ ἑπομένῃ ἐπισκέψει αὑτοῦ θέλει ἐξετάζει, ἐὰν αἱ ἐλλείψεις αὗται ἔχουσι διορθωθῇ· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον ἀπὸ 50 μέχρι 200 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρουσιάζεται πρόσκομμα, ὅτι εἴμεθα ἔθνος νέον, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀρκετοὺς ἐπιθεωρητὰς πεπειραμένους, ὅτι πολλάκις οἱ ἐπιθεωρηταὶ θέλουσιν εὑρεθῆ ἀπέναντι μηχανικῶν ξένων μορφώσεως ἀνωτέρας. Ἤθελε λοιπὸν εἶσθαι ἄτοπον νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησιν αὑτοῦ εἰς μηχανικὸν ἀνώτερον αὑτοῦ καὶ κατὰ τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν πεῖραν. Προβλέπω λοιπὸν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι, ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ μεταλλείου, δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐκκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀποφασίζει ἀνεκκλήτως. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου ἀπαιτήσῃ διαιτησίαν, ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ τοιαύτην, ὁρίζων αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸν διαιτητὴν, ἢ διαιτητὰς, μεταξὺ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων μηχανικῶν μεταλλευτῶν ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἡμεδαπῶν, εἴτε ἀλλοδαπῶν, ἀρκεῖ νὰ ἔχωσι δίπλωμα Σχολῆς, οἵαν ὥρισα προηγουμένως, καὶ νὰ ἔχωσιν ἐργασθῆ ἐν Ἑλλάδι ὡς διευθυνταὶ μεταλλευτικῆς ἑταιρείας ἐπὶ διετίαν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ διαιτητοῦ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου· ἐὰν δὲ οὗτος παραβῇ αὐτὴν, θέλει πληρώνει 50 δραχμὰς ἑκάστην ἡμέραν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐπανορθώσει ὅσα ἤθελε διαταχθῆ παρὰ τῆς διαιτησίας. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσάγω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν εἶναι νέον, εἶναι ἐν χρήσει ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐνταῦθα θὰ φέρῃ εὐχάριστα ἀποτελέσματα, θέλει δ’ ἐπιτρέψει εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν ν’ ἀποφαίνηται θαρραλεώτερον. Τὴν σήμερον οὗτος πολλάκις, εὑρισκόμενος ἀπέναντι μηχανικοῦ ξένου, ἀνωτέρου ἴσως τὴν μόρφωσιν, καίτοι ἔχει ἐναντίαν γνώμην, δὲν τολμᾷ ν’ ἀποφανθῇ, μὴ τυχὸν ἀποφασίσῃ τι ἄδικον κατὰ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιχειρήσεως. Ὅταν ὅμως γνωρίζῃ ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὑτοῦ δὲν εἶναι ἀνέκκλητος, τότε εὐκολώτερον θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην αὑτοῦ, προκαλῶν ἐν ἀνάγκῃ διαιτησίαν, ὥστε νὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα, ὄχι μόνον ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ ἄλλου μηχανικοῦ, ἀξίας ἴσης, ἢ καὶ ἀνωτέρας. Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν ἐπίβλεψιν τῶν μεταλλείων. Εἶναι ὅμως ὑποχρεωμένος ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ κάμνῃ καὶ ἐκτάκτους ἐπιθεωρήσεις· ἰδίως ὁσάκις συμβῇ δυστύχημα, εἶναι ὑπόχρεως ἀμέσως διὰ τῆς πρώτης εὐκαιρίας νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸν τόπον τοῦ δυστυχήματος, νὰ ἐξετάζῃ τὰ κατ’ αὐτὸ, καὶ ὑποβάλλῃ τὴν ἔκθεσίν του εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ τρεῖς δ’ ἐπιθεωρηταὶ, προσκαλούμενοι εἰς Ἀθήνας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ αʹ τάξεως, θέλουσι συντάξει κανονισμοὺς τῆς ἐργασίας ἐν τοῖς μεταλλείοις, καὶ θέλουσιν ἀποστείλει αὐτοὺς εἰς πάντα τὰ μεταλλεῖα, ὅπου θὰ τοιχοκολλῶνται εἰς τὰ κεντρικώτερα μέρη. Ἔχει δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου νὰ κάμνῃ γνωστοὺς τοὺς κανονισμοὺς εἰς τοὺς ἐργάτας, τοὺς ἐργολάβους καὶ λοιπὰ ὑπ’ αὐτοὺς πρόσωπα. Καὶ ταῦτα, ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλὰ πρέπει καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν μεταλλείων νὰ ἔχῃ προσόντα. Διὰ τοῦ ἄρθρου 14 ὁρίζεται, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ μηχανικὸς μεταλλείου, ἐὰν δὲν ἔχῃ δίπλωμα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἢ τοὐλάχιστον ἐὰν δὲν ἀποδείξῃ καταλλήλως, ὅτι ἔχει ὑπηρετήσει ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς προϊστάμενος μεταλλευτικῆς ἐργασίας ὑπὸ ἄλλον μηχανικόν. Ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐπιβάλλεται, ὅπως οὐδεὶς προσλαμβάνηται ὡς ἐπιστάτης, ἢ ἐπὶ κεφαλῆς ἐν τοῖς μεταλλείοις, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπηρετήσει δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς ὀρύκτης (mineur), ἢ ὡς ξυλοδέτης (boiseur) ἐντὸς τῶν ὑπογείων ἐργασιῶν, καὶ τοῦτο, ὅπως οἱ ἐπιβλέποντες τὴν ἐργασίαν ὦσι πρόσωπα πεπειραμένα. Ὡς γνωστὸν δὲ, ἐν τῇ σημερινῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ οὐδὲν τοιοῦτον προβλέπεται. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ προΐδω καὶ ἄλλας διατάξεις, ἀφορώσας τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν, ἰδίως ἀφορώσας εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν γυναικῶν καὶ παίδων, ὅπως τηρῶνται τὰ κελεύσματα τῆς τε ὑγιεινῆς καὶ τῆς ἠθικῆς. Οὕτω διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπαγορεύεται ἡ πρόσληψις γυναικῶν ἐν ταῖς ὑπογείοις ἐργασίαις, ἀπαγορεύεται ἐπίσης ἡ πρόσληψις παίδων ἡλικίας κάτω τῶν δώδεκα ἐτῶν ἐν ταῖς αὐταῖς ἐργασίαις. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπερβάντας δὲ τὸ δωδέκατον ἔτος, ἀπαγορεύεται, ὅπως οὗτοι μέχρι τοῦ 14 ἔτους φορτώνωνται ἐπ’ ὤμου μὲ βάρος ἀνώτερον τῶν δέκα χιλιογράμμων, μεταξὺ δὲ ἡλικίας 14 ἕως 16 ἐτῶν ἀπαγορεύεται νὰ φορτώνωνται μὲ βάρος ἄνω τῶν 15 χιλιογράμμων· ὁρίζονται δὲ καὶ ὧραι ἐργασίας δι’ αὐτούς. Τέλος, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν, ἐπειδὴ πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ὑποχρεώσεων ἰδιοκτητῶν τῶν μεταλλείων, νὰ κανονίσω τὰ τῶν Ταμείων ἀλληλοβοηθείας. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Ταμεῖον μεταλλευτῶν, περὶ οὗ ἡ Βουλὴ θέλει ἀσχοληθῆ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀφορᾷ εἰς τὰ παθήματα, τὰ συμβαίνοντα ἐκ βιαίων δυστυχημάτων, διότι τὰ δυστυχήματα ταῦτα χρήζουσιν ἰδιαιτέρας νομοθεσίας, ὅπως, συμφώνως πρὸς τὰ καθιερωμένα ἤδη ἐν Γερμανίᾳ, Γαλλίᾳ, Αὐστρίᾳ, ἐπιβαρύνωσιν αἱ περιθάλψεις τὴν ἐπιχείρησιν καὶ μόνην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ πάθημα ἐκ βιαίου συμβάντος, εἰς ὃ ὑπόκειται ὁ ἐργάτης. Τουναντίον αἱ πλεῖσται παθήσεις προέρχονται εἴτε ἐξ ἀσθενειῶν φυσικῶν, εἴτε ἐξ ἐπιτηδευματικῆς ἐπιδράσεως, affection professionnelle, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, καὶ περὶ τούτου ἐν Εὐρώπῃ προβλέπουν ἰδιαίτεροι νόμοι, ἀφορῶντες εἰς τὰ λεγόμενα Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας, διότι εἰς τὰ Ταμεῖα ταῦτα συνεισφέρουσιν ἰδίως οἱ ἐργαζόμενοι. Καὶ ναὶ μὲν αἱ διάφοροι Ἑταιρεῖαι ἐν Ἑλλάδι ἔχουν ἤδη ἐκ πρωτοβουλίας ἰδιωτικῆς συστήσει τοιαῦτα Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας, καὶ καταβάλλονται 2% ὑπὸ τοῦ προσωπικοῦ ἐπὶ τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα αἱ περιθάλψεις εἶναι γλίσχραι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι ἀφ’ ἑαυτῶν ἔρχονται εἰς βοήθειαν πολλάκις εἰς τὰ Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας, ἀλλὰ, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ αἱ ἐπιχειρήσεις εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ καταβάλλωσι ποσὰ γενναιότερα, ἤτοι τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῶν ὅσα καταβάλλουσιν οἱ ἐργάται, ἐνόμισα, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ νομοθετήσωμεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἐνταῦθα· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἐδικαιούμην νὰ νομίσω τοῦτο, καθόσον ἐγνώριζον, ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοὺς περισσοτέρους ἐνταῦθα ἐργάτας, εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ξένων, οἵτινες τοσαύτας ἔχουν ὑποχρεώσεις ἐν τῇ πατρίδι αὑτῶν πρὸς τοὺς ἐργάτας. Οἱ πλεῖστοι μέτοχοι τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων εἶναι Γάλλοι, αἱ μετοχαὶ τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας τῶν Μεταλλείων Λαυρίου εὑρίσκονται ἐν Γαλλίᾳ, αἱ μετοχαὶ τῆς Σερίφου ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ἐργολάβος τῶν μεταλλείων Μαραθῶνος εἶναι Γάλλος. Ταῦτα εἶναι τὰ σπουδαιότερα μεταλλεῖα, ταῦτα περιλαμβάνουν ἴσως τὰ 9/10 τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων ἐν Ἑλλάδι. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ μέτοχοι οὗτοι, γνωρίζοντες κάλλιστα τὴν νομοθεσίαν τοῦ τόπου αὐτῶν, οὐδόλως θέλουσιν εὕρει ἄτοπον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Ἑταιρείας αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι ὅ,τι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἤδη ἐν Εὐρώπῃ. (Ἴδε νόμον 29 Ἰουνίου 1894 ἐν Γαλλίᾳ, «περὶ Ταμείου ἀλληλοβοηθείας μεταλλευτῶν», καὶ τῆς 24 Ἰουνίου 1895 περὶ μεταλλείων ἐν Γερμανίᾳ). Καὶ οὕτω προβλέπω, ὅτι, ἐκτὸς τῶν 2%, τὰ ὁποῖα καταβάλλουν οἱ ἐργάται ἐκ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, θέλει ἕκαστος κύριος μεταλλείου καταβάλλει 1% ἐπὶ τοῦ ἰδίου ποσοῦ. Οὕτως αὐξάνουν τὰ εἰσοδήματα τῶν Ταμείων ἀλληλοβοηθείας κατὰ 50%, καὶ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις σπουδαία τῶν ὅρων τῆς περιθάλψεως, βελτίωσις, ἥτις ἐπεβάλλετο, διότι τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα δίδονται μέχρι τοῦδε, εἶναι ὅλως ἀνεπαρκῆ. Ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ προσθέσω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος, ὁσάκις τὸ Συμβούλιον Ταμείου τινὸς ἀλληλοβοηθείας ζητήσῃ τοῦτο, νὰ αὐξήσῃ ἡ καταβολὴ τῶν ἐργατῶν ἀπὸ 2% εἰς 2½%. Ἀλλ’ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὸν προτεινόμενον νόμον, ὑποδεικνύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἕτερον πόρον· καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐξηγῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν μεταλλείων, τὸ ὁποῖον σήμερον δίδεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας, νὰ καταργηθῇ· καὶ στηρίζομαι πρὸς τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἅπασαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ἔχουσιν ἀπαλλάξει τὸν κύριον τῶν μεταλλείων τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δίδῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἐπιφανείας, ὡς αἱ τῆς Πρωσσίας, Ἰταλίας, Αὐστρίας, Σαξωνίας, Ἱσπανίας, Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης. Ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τοῦτο ἀποτελεῖ ἡ Ἀγγλία· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἐκεῖ ἀνήκουν ἀνέκαθεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἐπιφανείας, οἱ ὁποῖοι καὶ διαθέτουν αὐτά. Ἐπίσης ἐν Γαλλίᾳ ὁ νόμος τοῦ 1810, ὃν ἠκολούθησε καὶ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν προηγούμενον καθεστώς, ἐξ οὗ ἤντλουν δικαιώματα οἱ ἰδιοκτῆται τῆς ἐπιφανείας, καὶ ὡς ἐκ τούτου περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ τῷ Γαλλικῷ ἡ διάταξις, νὰ λαμβάνουν πόσοστόν τι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς ἐπιφανείας. Ἀλλ’ εἰς ποίαν θέσιν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, εὑρισκόμεθα ἐν Ἑλλάδι; Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο διεπραγματεύθη, δύναμαι νὰ εἴπω αὐθεντικῶς, ὁ κάλαμος τοῦ ἀειμνήστου Ἐπ. Δεληγεώργη, ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων. Ἐν ἐκθέσει αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῇ 26 Αὐγούστου 1872 ἀποδεικνύει δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων, ὅτι οἱ Βαυαροὶ διὰ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τοῦ 1833 τοῦ ἀρτισυστάτου ἡμῶν Κράτους, καθιέρωσαν, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουν ἐν Ἑλλάδι εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅτι οὐδὲν ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας. Προσθέτει δὲ, ὅτι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλα τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα τοῦ Σουλτάνου ἐκληρονόμησε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, (ἀποδεικνύει δὲ, ὅτι μεταξὺ τούτων περιλαμβάνονται καὶ τὰ μεταλλεῖα) πείθεται ἔτι περισσότερον, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῆς ἐπιφανείας. Ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, καὶ ἀφοῦ ἡ Πρωσσία, ἡ Αὐστρία, ἡ Σαξωνία, ἡ Ἱσπανία, ἡ Ἰταλία, ἡ Βοσνία καὶ Ἑρζεγοβίνη οὐδὲν δικαίωμα δίδουσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας, διατὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα; Ἔχομεν δὲ καὶ ἕτερον σπουδαῖον λόγον πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ κυρίου τοῦ μεταλλείου τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀποτίσεως τοιούτου φόρου πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς ἐπιφανείας, ἢ ἐλάχιστοι ἀπολαμβάνουσι τὸ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἐκτὸς τοῦ Δημοσίου, διότι συνήθως ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας μεταλλείου τινὸς εὑρίσκονται πολλοὶ ἰδιοκτῆται, καὶ εἶναι εἰς αὐτοὺς ἀδύνατον ν’ ἀποδείξωσι ποῖον καὶ πόσον μετάλλευμα ἐξήχθη κάτωθεν τῆς ἀνηκούσης αὐτοῖς ἐπιφανείας. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς, ἢ ἐλάχιστοι ζητοῦσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐπιφανείας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας δὲν παρουσιάζεται, ἔρχεται τὸ Δημόσιον ὡς ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας καὶ λαμβάνει αὐτὸ τὸ 5% ὅλως αὐθαιρέτως, ὡς π. χ. ἐπὶ τοῦ ἀνθρακωρυχείου Κύμης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ἀνθρακωρυχεῖον τοῦτο εὑρίσκεται κάτωθεν ἀμπελώνων, ἀνηκόντων εἰς ἰδιώτας, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο οὐδεὶς ἰδιοκτήτης εἰσέπραξε ποτὲ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία, ἡ ἔχουσα τὸ μεταλλεῖον, ἐπλήρωσε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον...
§22Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§23Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν θὰ δυνηθῶσιν ὅμως νὰ λάβωσι τίποτε, διότι δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀποδείξωσι τίποτε. Ἄν λοιπὸν τὰ πράγματα οὕτως ἔχωσι, ποία ἡ δυσκολία, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ εἰσπραττόμενον αὐθαιρέτως ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δώσωμεν εἰς τὰ Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας καὶ ἐν μέρει εἰς τὸ Ταμεῖον μεταλλευτῶν; Πρόκειται δὲ περὶ ποσοῦ ἀξίου λόγου, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1898 τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐκ δικαιώματος ἰδιοκτήτου 128,000 δραχμὰς, τὸ 1899 δραχ. 129,000, καὶ βεβαίως τὸ μεγαλείτερον μέρος προέρχεται ἐκ μεταλλείων, ὧν ἡ ἐπιφάνεια εἶναι κτῆμα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μέγα μέρος ἀνήκει καὶ εἰς ἰδιώτας. Ἄς ἀποφασίσῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ στερηθῇ τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς νέας νομοθεσίας, δὲν πρέπει νὰ εἰσπράττῃ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει εἰσπράττει τὸ Δημόσιον αὐθαιρέτως, καὶ ἂς τὸ παραχωρήσῃ εἰς τὰ Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας καὶ μεταλλευτῶν, καὶ θέλει εὐεργετήσει τάξιν ὁλόκληρον παραγωγῶν, οἵτινες θὰ εὐγνωμονῶσιν αὐτῇ. Τὸ μέτρον τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περιέλαβον αὐτὸ, φοβούμενος μήπως προσκρούσω εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῆς, καὶ προκαλέσω οὕτω τὴν δυσμένειαν αὐτῆς πρὸς τὸν προτεινόμενον νόμον. Δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρῇ τοῦτο ὀρθὸν, νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον σχετικὴν διάταξιν. Προσέτι ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου νὰ ἐξασφαλίσω καὶ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν. Ταῦτα, ἐν περιπτώσει πλειστηριασμοῦ, κατατάσσονται ὡς χρέος προνομιοῦχον, συγχρόνως δὲ ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις τῶν ¾ τοῦ ἡμερομισθίου, καὶ ὄχι ὁλοκλήρου τοῦ ἡμερομισθίου, ὡς ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως». Διὰ τοῦ ἀκατασχέτου ὁλοκλήρου τοῦ ἡμερομισθίου ὁ ἐργάτης ἀπόλλυσι πᾶσαν πίστιν πρὸς προμήθειαν τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, καὶ διὰ τοῦτο περιώρισα τὸ ἀκατάσχετον ἐπὶ τῶν ¾ τοῦ ἡμερομισθίου. Ὅμοιόν τι προτείνω καὶ διὰ τὰς ἀπολαυὰς τῶν ἐργολάβων, διότι ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι ἐργολάβοι τινὲς, δολίως φερόμενοι, συνεννοοῦνται μετὰ τρίτου, ὅστις φροντίζει νὰ κατάσχῃ ὅσα ἔχει νὰ λάβῃ ὁ ἐργολάβος, ἵνα ἐξαναγκασθῶσιν οὕτως οἱ ἐργάται τοῦ ἐργολάβου νὰ συμβιβασθῶσι μετ’ αὐτοῦ πρὸς ζημίαν των. Λοιπὸν προτείνω, ὅπως αἱ ἀπολαυαὶ τῶν ἐργολάβων μένωσιν ἀκατάσχετοι μέχρι τῶν 8/10 αὐτῶν. Τέλος ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπιβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὔξησιν δαπανῶν, ἣν θέλει ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως, χωρὶς νὰ ἀνεύρω ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πόρους ἀναλόγους, καὶ ἐθεώρησα, ὅτι ἠδύνατο πρὸς τοῦτο νὰ αὐξηθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῶν μεταλλείων, ἥτις εἶναι σήμερον ἐν Ἑλλάδι 3 λεπτὰ κατὰ στρέμμα, ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη εἶναι μεγαλειτέρα, οἷον 22 λεπτὰ ἐν Βαυαρίᾳ, 31½ ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ. Ἀναφέρω δὲ τὴν τελευταίαν χώραν, διότι ἔχει τὴν νεωτέραν ἴσως καὶ τελειοτέραν νομοθεσίαν περὶ μεταλλείων, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οἱ Αὐστριακοὶ κατέλαβον αὐτήν. Ἐν Ἱσπανίᾳ ἀνέρχεται ἡ στρεμματικὴ φορολογία μέχρις ἑνὸς φράγκου, ἐξαιρέσει τῶν μεταλλείων σιδηρολίθου, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται πρὸς 40 λεπτὰ κατὰ στρέμμα. Εἰς τὰς χώρας ταύτας ὑπάρχει καὶ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ἀνερχόμενος μέχρι 8%, ἐν Ἱσπανίᾳ δὲ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἀξίας τοῦ μεταλλεύματος 3%, ἀντιστοιχῶν εἰς ἀξίαν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος πολλάκις σημαντικήν. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ποσὸν 9–10 χιλιάδων δραχμῶν, ἡ αὔξησις ἀπὸ 3–15 λεπτῶν θὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν 36,000 δραχμῶν, ἥτις δύναται νὰ ἦναι καὶ μεγαλειτέρα, ἂν ἐπιδιωχθῇ αὐστηρότερον ἡ εἴσπραξις τοῦ στρεμματικοῦ φόρου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου, ἣν ὑπέβαλον. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ εὐαρεστηθοῦν νὰ μελετήσωσιν αὐτὴν μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου, ὅτε ἐλπίζω, ἀφοῦ ἡ πρότασις αὕτη ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς συζητήσεως, νὰ ψηφισθῇ, πρὸς μέγιστον ὄφελος τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων.
§24Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤθελον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἀπουσιάζοντος τούτου, ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοί του θέλουσι μεταδώσει αὐτῷ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν προχθὲς ἔφερα, περὶ τῆς ἀπολύσεως ὑπαλλήλου τινὸς ἐν τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ τῆς Σμύρνης, ἔλαβον τηλεγράφημα νέον—καὶ τοιοῦτον ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς ἑτέρους συναδέλφους.— Πρόκειται περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπογραμματέως, τοῦ ἐκτελοῦντος χρέη γραμματέως ἐν τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ Σμύρνης, ὅστις, ἔχων, ὡς εἶπον προχθές, ὑπηρεσίαν 32 ἐτῶν, κέκτηται τοιαύτην πεῖραν, ὥστε, εὐθὺς ὡς ἀπηλλάγη τῆς ὑπηρεσίας, ἐξηγέρθη ὁλόκληρον τὸ δικηγορικὸν σῶμα τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου Σμύρνης, καὶ ἐξακολουθεῖ ἐν ἐξεγέρσει μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Χθὲς ἔλαβον δύο τοιαῦτα τηλεγραφήματα, δι’ ὧν μὲ παρεκάλουν νὰ ἐπιστήσω ἐκ νέου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως σπεύσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀπολυθέντα ὑπάλληλον ἐν τῷ Προξενείῳ Σμύρνης, διότι οὗτος, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης αὐτοῦ πείρας, θεωρεῖται ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐκείνῳ, παρέχων ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς δικηγόρους. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον οὗτοι, καὶ αἱ ἀποφάσεις, εἰς ἃς προέβησαν, ἕνεκα τῆς ἀπολύσεως τοῦ εἰρημένου προξενικοῦ ὑπαλλήλου, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προερχόμεναι ἐκ πείσματος, ἢ προσωπικῆς φιλοτιμίας· προέρχονται ἐξ ἀνάγκης, διότι ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ ἐγένετο διὰ πρωτοπείρου, μὴ παρέχοντος τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν παρεῖχεν ὁ ἀπολυθείς. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν τῶν δικηγόρων Σμύρνης, ἥτις προέρχεται ἐξ ἀνάγκης, καὶ θέλει λάβει πρόνοιαν, ὅπως μεταθέσῃ ἐκεῖθεν ἄλλον τινὰ ὑπάλληλον, καὶ τοποθετήσῃ ἐκ νέου τὸν ἀπολυθέντα εἰς ἣν εἶχε πρότερον θέσιν.
§25Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐστάλη τοιοῦτον τηλεγράφημα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ παύειν καὶ διορίζειν τοὺς ὑπαλλήλους ἀνήκει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοί τινες, οἱ ὁποῖοι χρήζουσι τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης καὶ προσοχῆς τῶν Ὑπουργῶν. Τοιοῦτος ὑπάλληλος εἶναι καὶ ὁ ἀπολυθεὶς κ. Σέμσης. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος τῷ ὄντι εἶναι ἀναντικατάστατος, κατὰ τὴν ἰδίαν μου ἀντίληψιν, διότι ἔτυχε νὰ ἔχω ὑπάλληλον αὐτὸν ἐπὶ ἑξαετίαν κατὰ τὴν ἐν τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ Σμύρνης ὑπηρεσίαν μου, καὶ ἐξετίμησα τὴν ἱκανότητα καὶ ἐντιμότητα αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐν Προξενικῷ Δικαστηρίῳ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νὰ μορφωθῶσιν ἐκ τοῦ προχείρου τοιοῦτοι ὑπάλληλοι. Διὰ τοῦτο ἡ αἴτησις τῶν παρὰ τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ Σμύρνης δικηγόρων δὲν προέρχεται ἐκ πείσματος, ὡς ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης ἀπολύτου τοῦ τοιούτου ὑπαλλήλου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει καὶ συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχε.
§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπειδὴ τῇ παρελθούσῃ Πέμπτῃ ὡρίσαμεν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ τὰς περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων ἰδέας τοῦ Ὑπουργείου, εἶτα δὲ ἀνεβλήθη ἡ ἀνακοίνωσις διὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, καὶ εἶτα διὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐσκόπει νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· ἀλλὰ βλέπω, ὅτι προκαλοῦμαι νὰ δώσω πληροφορίας. Ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ διατυπώσῃ ὁριστικώτερον τὸ θέμα, καὶ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίας πληροφορίας ζητεῖ, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω.
§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, τῇ 17 Νοεμβρίου εἶχον ἀποτείνει ἐπερώτησιν πρὸς αὐτὸν, διαλαμβάνουσαν πολλὰ κεφάλαια περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος. Ἡ ἐπερώτησις ἐτυπώθη ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθεσε φάκελον, περιέχοντα πληροφορίας. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλου δὲν εἶναι ἀρκοῦσα πρὸς ἔναρξιν συζητήσεως, καθόσον ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ σοβαρώτατα ἔγγραφα, οὐδεμίαν φέροντα ὑπογραφὴν, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς εὐθύνεται ἐπὶ τοῖς γραφομένοις ἐν αὐτοῖς. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ τάξις εἶναι ἡ ἀκόλουθος· ὁ Βουλευτὴς ἐπερωτᾷ ἐπὶ ὡρισμένου θέματος, καὶ ἡ Κυβέρνησις καταθέτει πληροφορίας καὶ ἔγγραφα. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ἀπαντήσῃ προφορικῶς εἰς ἑκάστην τῶν ἐρωτήσεων, καὶ τότε, ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ ἀπαντήσεις, ἢ δέονται ἀντιρρήσεων, βεβαίως θέλομεν προβῆ εἰς ταύτας. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἐπερωτῶντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀναμένομεν τὴν ἀπάντησιν, καὶ ἂν αὕτη δὲν ἦναι ἐπαρκής, ἢ ἂν διαφωνοῦμεν, ἢ ἀρνούμεθα τὰς ἐλπίδας, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει, τότε βεβαίως θέλομεν ἀπαντήσει. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγκαῖον, δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν καὶ αὔριον.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀκολουθήσω τὰ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἐπιφυλάσσομαι δὲ αὔριον νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξάγονται ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, καὶ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§30Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν, ἢ μᾶλλον μίαν ἐρώτησιν, πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν τῶν τηλεφωνικῶν τελῶν; Ὁ νόμος, ὃν πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, εἶχεν ἐπιφέρει (καὶ ἐγένετο τοῦτο κατ’ ἰδικήν μου παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) ἐλάττωσιν τῶν τελῶν, ἐτίθετο δὲ, κατὰ τὴν ἀκροτελεύτιον αὐτοῦ διάταξιν, κατὰ μέρη εἰς ἐφαρμογὴν, καὶ ἐτέθη ὅλος εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τὰ ἄλλα μέρη, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῶν θέσεων κλπ. —καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος, ὅτι καλῶς ἐγένετο, —ἐκτὸς τοῦ μέρους περὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν τηλεφωνικῶν τελῶν, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς γενικὴν ὠφέλειαν τῆς κοινωνίας. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία δυσκολία θὰ ὑπάρχῃ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς διαδόσεως ἐπὶ μᾶλλον τοῦ τηλεφώνου ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ, Κηφισιᾷ, Φαλήρῳ καὶ ἀλλαχοῦ τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον δὲν ζημιοῦται, ἀλλὰ καὶ θὰ ὠφελῆται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δυσκολία, —ἂν ἐγὼ καὶ ὑπάρχουσαν δὲν γνωρίζω— νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου, διότι πολὺς κόσμος ἀναμένει νὰ ἐγγραφῇ συνδρομητὴς, ἐὰν ὑποβιβασθῶσι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὅτι εἶναι ὑπέρογκα. Θὰ ἦναι δὲ τότε πραγματικὴ ὠφέλεια ἡ χρησιμοποίησις τοῦ τηλεφώνου, διότι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μεταξὺ ὀλίγων, εἶναι ἄχρηστον. Ὅταν θὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ εἰς γραφεῖα δικηγόρων, ἰατρῶν, φαρμακοποιῶν, ἐμπόρων, βιομηχάνων, τότε θ’ ἀποδειχθῇ ἡ χρησιμότης αὐτοῦ. Ἐγὼ ἔχω τηλέφωνον, καὶ δὲν παραπονοῦμαι διότι ἐνεγράφην ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ἀρχικοὺς, διότι εἶμαι εὐχαριστημένος. Τὸ λέγω ὅμως ἐκπροσωπῶν γενικὴν ἐπιθυμίαν τῆς κοινωνίας.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Ἐὰν ἀνεβλήθη, ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν συνῄνεσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλατώσῃ τὴν ἐτησίαν συνδρομὴν, εἶναι ὁ πολλαπλασιασμὸς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνδρομητῶν. Δυστυχῶς δὲν ὑπῆρχε δύναμις πρὸς τοῦτο. Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραγγείλωμεν ἓν τηλεφωνικὸν μηχάνημα, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποβαλλομένας αἰτήσεις. Τὸ μηχάνημα τοῦτο θέλει φθάσει ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου, καὶ τότε θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρωσιν αὔξησιν συνδρομητῶν, καὶ ἀμέσως θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελῶν.
§32Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως», περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος ἐγένετο λόγος μέχρι τοῦδε, δὲν εἶδεν ἀκόμη τὸ φῶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔσπευσε νὰ παραγγείλῃ νὰ ἐκτυπωθῇ. Εἶναι πρᾶγμα ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ κόπου σωματικοῦ. Ἁπλῶς ἐὰν ἔδιδε διαταγὴν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀμέσως ἤθελεν ἐκτελεσθῇ αὕτη. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, ἐκοπίασε, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι μετά τινας ἡμέρας τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦτο ἕτοιμον, θὰ κατετίθετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θ’ ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἴσως ἐψηφίζετο. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον πρὸ ἡμερῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκεῖνο δυστυχῶς ἐπῆλθε· παρεπέμφθη εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Καὶ λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἀποκλειστικῶς τῆς ἀδρανείας (θόρυβος). Λυποῦμαι δ’ ἔτι μᾶλλον, διότι ἡ καταγγελία μου περὶ τῆς ἀδρανείας αὐτοῦ ἐπιφέρει διαμαρτυρήσεις, ἀλλ’ ἡ φράσις μου οὐδὲν ἔχει τὸ προσβλητικόν. «Honny soit qui mal y pence...
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀδίκως ἀπευθύνεσθε πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Εἰς ἐμὲ πρέπει ν’ ἀπευθυνθῆτε, διότι ἐγὼ εἶμαι ὑπαίτιος, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπαίτιος.
§34Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἦσθε ὑπαίτιος, θὰ στραφῶμεν καὶ καθ’ ὑμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ τοσοῦτον ζῆλον ἐπιδείξας, ἐν λόγοις δυστυχῶς, δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἑαυτὸν, διότι, ἐὰν ἔχηται μετὰ στοργῆς τοῦ χαρτοφυλακίου, καὶ φρονῇ, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐνδέχεται νὰ ταράξῃ τὴν γαλήνην του, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ μείνῃ ἀψήφιστον τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχῃ θέλγητρόν τι, τὸ θέλγητρον τοῦτο περιβάλλεται καὶ μὲ πολλὰς ἀκάνθας, καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπόκειται νὰ τὸ ἀπολαμβάνῃ ἐπὶ μακρὸν, χωρὶς νὰ ὑφίσταται καὶ τὸ νύγμα τῶν ἀκανθῶν. Τότε δὲ μόνον ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἄξιος τοῦ χαρτοφυλακίου, ὅταν δὲν ἀφίνῃ τοῦτο κενὸν, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ πληροῖ αὐτὸ διὰ τῶν νομοθετικῶν ἐκείνων ἔργων, τῶν τεινόντων εἰς μεταρρύθμισιν καὶ βελτίωσιν τοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον τῷ ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία, ὅπως διευθύνῃ. Ὁ κλάδος δὲ, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ κ. Καράπαυλος νὰ διευθύνῃ, εἶναι καὶ ὁ ἔχων ἀνάγκην τῶν πλειοτέρων καὶ σπουδαιοτέρων μεταρρυθμίσεων, διότι ἡ Δικαιοσύνη ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ὑπάρξεως τῆς Πολιτείας, καὶ ἀποτελεῖ συγχρόνως τὸ βαρόμετρον τοῦ πολιτισμοῦ τῆς χώρας. Ἡ βελτίωσις ὅθεν τῆς κειμένης νομοθεσίας ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐποιήσατο ἤδη ἀρχὴν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἔργον τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν ἀρχικὴν προθυμίαν, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ εἶχεν εἰσαχθῆ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἦτο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἔκθετον τὸ παρέδωσεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, φιλοτίμως καὶ φιλοπόνως ἐργασθεῖσα, συνετέλεσε πάντα τὰ προαπαιτούμενα διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν ἑνὸς νόμου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς τὸ βιβλιοδετεῖον, καὶ αὔριον θὰ διανεμηθῇ.
§36Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ σπουδαιότατον αὐτὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἐγκατέλειψεν ἀτυχῶς εἰς τὴν τύχην του. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διατάξῃ τὴν διανομὴν αὐτοῦ, διότι εἶναι σπουδαιότερον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τοὺς ὀδοντοϊατροὺς, ὅπερ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου περὶ τῆς αἰτήσεως θεραπείας Παναγάκου τινός. Ὅταν μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐὰν ἔχῃ πληροφορίας ἄλλας νὰ ζητήσῃ, δύναται νὰ τὰς ζητήσῃ. Ἐκ σημειώσεώς τινος βλέπω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι παλαιά· πρόκειται περὶ καταγγελίας, τὴν ὁποίαν ὁ Παναγάκος ὑπέβαλε τὴν 15 Σεπτεμβρίου 1898, καὶ περὶ ἄλλης τοιαύτης, ἣν ὑπέβαλε τῇ 22 Σεπτεμβρίου 1898, ἡ δὲ αἴτησις θεραπείας ἔχει ἡμερομηνίαν 23 Σεπτεμβρίου 1898. Θὰ ἴδητε ἐκ τῶν ἐγγράφων τὴν ἐκτύλιξιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, εἶδεν ὅτι ὁ Παναγάκος οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ζητήσῃ μέρος τῶν προστίμων. Καταθέτει τὸν φάκελον.
§38Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σπουδαιότερον νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ «περὶ ἐκτελέσεως», καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον· πρέπει νὰ δώσωμεν κἄτι τι εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σκοπεῖ νὰ ἀνορθώσῃ. Πρὸς τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποταθῶ οὔτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον νὰ θελήσῃ νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα, ἵνα ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐπὶ ἑβδομάδας.
§40Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν παρεπέμφθη, ἔλαβον μέρος πολλοὶ τῶν ἐγκρίτων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν φώτων των καὶ τῆς πείρας συνετέλεσαν εἰς τὸν καλὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου.
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι τῶν δικολάβων καὶ τῶν δικαστικῶν κλητήρων.
§42Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, τότε παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§43Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι πρέπει ἤδη νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιοῦντος τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας «περὶ ἐκτελέσεως», λέγω, ὅτι σοβαρῶς ὁμιλοῦμεν, ὑποστηρίζοντες ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι βεβαίως σοβαρὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπέστη πρὸ χρόνων βάσανον, ἐστάλη εἰς ὅλους τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους, εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Ἐφετῶν, ἀκόμη καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐγνωμοδότησε περὶ αὐτοῦ, καὶ τέλος καὶ μεγάλη ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς τὸ ἐπεξειργάσθη, καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κ. συνάδελφος θέλει νὰ ἴδῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν δικαστικῶν κλητήρων καὶ τῶν δικολάβων. Ἀλλὰ πῶς θὰ ληφθῇ αὕτη; Ἐὰν ἤθελον νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, τὸ νομοσχέδιον συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ἠδύναντο νὰ προσθέσωσί τι, ἐὰν εἶχον. Ἄλλως, τέλειον ἐντελῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀνθρώπινον ἔργον θὰ ἦναι, καὶ ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἡ ἐφαρμογή του ἀποδείξῃ ἐλλείψεις, αὗται διορθοῦνται κατόπιν. Πάντως ὅμως θὰ ἦναι νόμος ἁπλούστερος τῶν ἰσχυουσῶν περὶ ἐκτελέσεως διατάξεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἐπὶ ἔτη μακρὰ παράτασις τῆς ἐκτελέσεως καὶ τὸν δανειστὴν ἀπελπίζει, ἀλλὰ καὶ τὸν ὀφειλέτην ἐπὶ τέλους καταστρέφει. Δὲν εἶναι δίκαιον, Κύριοι, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρουσιάσῃ ἐπὶ τέλους καὶ ἓν ἔργον γενικωτέρου καὶ κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην μόνον φορολογικῶν καὶ προσωπικῶν νομοσχεδίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐζήτησε.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, συμβαίνει νὰ ἦμαι εἷς τῶν σχόντων τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶσι μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φρονεῖ, ὅτι τὸ ἔργον της εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν τέλειον. Πρόκειται περὶ μεταβολῆς ὁλοκλήρων κεφαλαίων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀποτελούντων ἓν σύστημα ὁλόκληρον· καὶ ἐρωτῶ τοὺς σπεύδοντας εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀνέγνωσαν ἐν παραβολῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸς ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; ἢ θὰ ψηφίσωσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε; Βεβαίως θὰ τὸ μελετήσωσι. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀπαιτεῖται χρόνος. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἀπὸ 140 ἄρθρα, καὶ δὲν ἐπαρκεῖ μία ἑβδομὰς πρὸς ἀνάγνωσιν. Μὴ σπεύδωμεν, διότι ἡ πρώτη ἐκτέλεσις, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ, θ’ ἀνοίξῃ δίκης. Προσέξατε, ἵνα μὴ ἐκ τῆς σπουδῆς γεννήσωμεν τέρας νομοθετικόν.
§47Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δύο εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολήν...
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί συζητεῖτε; Δὲν ὑπάρχει νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ νὰ συζητήσωμεν.
§49Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρέπει νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ 10 καὶ 15 ἡμέρας. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι χρειάζεται μελέτη, ὅτι ἐπὶ ἑβδομήκοντα ἔτη τὸ ζήτημα συζητεῖται, καὶ ὑπάρχει ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος.
§50Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Πλειστάκις ἔντονοι φωναὶ ἠγέρθησαν ἐνταῦθα παρὰ πολλῶν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καὶ πρὸ τῶν ἑορτῶν εὐρυτάτη διεξήγετο ἐνταῦθα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἥτις κατέληξεν εἰς τὸ ὅτι δέον νὰ ὁρισθῇ ῥητὴ ἡμέρα, καὶ μάλιστα πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται τοῦ ζητήματος τούτου ἀποτελεσματικῶς. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος κ. Ἀναστασόπουλος καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ἐξέφεραν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως ζητημάτων μεγίστης σπουδαιότητος, ὡς ἐπίσης τοῦ ζητήματος περὶ Δικαιοσύνης, ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς εὐημερίας τῶν ἐθνῶν, ὡς ἅπαντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες παρήλασαν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ὡμίλησαν περὶ αὐτῆς, ὡμολόγησαν. Ἐπ’ αὐτοῦ φρονῶ, ὅτι δέον νὰ ἐπιστήσωμεν ἅπασαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ σπουδή, ἡ ὁποῖα παρουσιάζεται ἑκάστοτε ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν διαφόρων νόμων, τινὲς τῶν ὁποίων ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν ἐφαρμογήν, ἐν τῇ πράξει, καταδεικνύονται οὐ μόνον ἀλυσιτελεῖς, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ λίαν ἐπιζήμιοι. Ἐφ’ ὅσον, κατ’ ἐμέ, δὲν δοθῶσιν εἰς ἡμᾶς ἐπισήμως τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ βασισθῶμεν, πᾶσα σκέψις περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς Δικαιοσύνης οὐ μόνον πρόωρος εἶναι, ἀλλὰ δύναται ν’ ἀποβῇ καὶ λίαν ἐπιζήμιος, διότι ἀπαιτεῖται μεγάλη προπαρασκευαστικὴ ἐργασία διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, τοιαύτη δὲ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία οὔτε ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ὡμίλησαν περὶ αὐτῆς, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως παρεσκευάσθη, οὐδὲ παρουσιάσθη ἐνταῦθα. Εἴδομεν, ὅτι πλεῖστοι πεπειραμένοι συνάδελφοι καὶ διακεκριμένοι νομομαθεῖς ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐνταῦθα καὶ ὡμίλησαν διὰ μακρῶν καὶ μετὰ πόνου, ὅστις εἶναι κοινὸς εἰς ἅπαντας· πάντες ὡμίλησαν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπωσι, ποῦ ἡ Δικαιοσύνη σφάλλεται, χωρὶς νὰ καταδείξωσι, ποῦ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὅπως εὕρωμεν τὸ φάρμακον τῆς θεραπείας. Τινὲς μάλιστα εἶπον, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης ἐξαρτᾶται καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καλῆς ἢ κακῆς διοικήσεως τῶν δικαστικῶν ἐν γένει πραγμάτων. Ἡ γνώμη αὕτη, καίτοι ὀρθή, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνεπαρκής, διότι προϋποτίθησι διοίκησιν καθαρῶς ἀνεξάρτητον, καὶ οὐ μόνον κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον· ἡ γενικὴ ὅμως γνώμη μέχρι σήμερον οὐδέποτε δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὑπῆρξε ποτέ ἐν Ἑλλάδι ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἀμερόληπτος διεύθυνσις τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἕτεροι εἶπον, ὅτι ἀφορμὴ τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων κατά τε ποιὸν καὶ ποσόν, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, οἵτινες δὲν ἐργάζονται, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι τὴν σαβούραν· πάντες δὲ, ὅσοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς γενικὸν λόγον τῆς τοιαύτης καχεξίας διετύπωσαν τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μισθοδοσιῶν. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη, καίπερ δυναμένη νὰ ᾖναι ὀρθὴ, μοὶ φαίνεται οὐχ ἧττον λίαν ἀόριστος, διότι δὲν μᾶς δίδει καὶ αὐτὴ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, δυνάμει τῶν ὁποίων νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τοιαύτην ἀνεπάρκειαν, καθόσον τοὐλάχιστον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν μή τι ἄλλο ἔπραξεν ὑπὲρ αὐτῆς, οὐχ ἧττον προσεκόμισεν ἐνταῦθα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν στοιχεῖα, μαρτυροῦντα τὴν ἐπάρκειαν τῶν Δικαστηρίων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, χωρὶς νὰ ἔχω σπουδαίας ἀποδείξεις, ὅτι Ὑπουργὸς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, θὰ ἀνεχθῇ νὰ διαπράττηται ἓν μέγα ἀνοσιούργημα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ κατέχωσι θέσεις δικαστικὰς οὐχὶ δικασταὶ, ἀλλὰ σαβούρα τοιούτων. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται συζήτησις περὶ Δικαιοσύνης, διότι τάχα διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης καταρρίπτεται. Μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας· τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τῆς Θρησκείας, εὑρίσκεται δυστυχῶς ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει, καὶ, κατ’ ἐμὲ, πολὺ ἀδίκως. Διὰ μόνης τῆς ἀληθείας δυνάμεθα ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐργασθῶμεν· τοὐναντίον δὲ, διὰ τῆς ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας κρατύνεται ἡ κοινὴ πεποίθησις ἐν τῇ περὶ αὐτῆς ἰδέᾳ. Διότι, ὅταν πάντες παρερχώμεθα τὸ βῆμα καὶ λέγωμεν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐξέκλινε τοῦ προορισμοῦ της, χωρὶς καὶ ν’ ἀποδεικνύωμεν ποῦ αὕτη ἡμάρτησε, τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ καταρρίπτει τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὸ δὲ ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δέον νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ, ὅπως ἐπιτροχάδην καὶ ἄνευ προμελέτης ἔλθωμεν εἰς ἀποτελεσματικὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν περὶ αὐτῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μᾶς δοθῶσι πρὸ πάσης συζητήσεως τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ἐπίσημα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται· καὶ τοιαῦτα ἐπίσημα στοιχεῖα, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εὐτυχῶς ὑπάρχουσιν. Ὁ ἀείμνηστος Σωτηρόπουλος, ὅτε κατὰ τὸ 1893 ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν τῆς Πολιτείας πραγμάτων, εὑρέθη καὶ αὐτὸς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον καὶ ἡμεῖς· ἤκουσε καὶ αὐτὸς πολλὰ περὶ Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ὁ σοφὸς ὄντως ἐκεῖνος ἀνήρ; Ἐσκέφθη ὅτι ὤφειλε ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ἥτις, μετ’ εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μελέτην καὶ ἐπιτόπιον τῶν πραγμάτων ἔρευναν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλει τὴν ἀνωτάτην δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων. Τὸ δὲ ἔργον ἐκεῖνο, τὸ ὄντως μέγα, τὸ ὄντως βαρὺ, ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ ἐν ὅλῳ τῷ μεγέθει τῆς εὐθύνης αὑτοῦ ὁ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντεισαγγελεὺς κ. Μανιάκης, ὁ διακεκριμμένος καὶ ἔξοχος οὗτος νομομαθὴς καὶ συγγραφεύς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ὁ κ. Μανιάκης εἰργάσθη ἐν Ναυπλίῳ, ὅπως δι’ ᾐτιολογημένης ἐκθέσεως ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Δικαστήρια τοῦ Ναυπλίου, ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ διὰ τὰ Δικαστήρια τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν Πατρῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἐματαιώθη ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς μεταβολῆς καὶ τῆς διαδοχῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ κ. Στεφάνου· ἄλλως, φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἐλύετο ἔκτοτε. Νομίζω ὅθεν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι τοῦ κυρίου ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ τυπωθῶσι καὶ μελετηθῶσι πρὸ πάσης συζητήσεως, διότι ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς ἀνωτάτης δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ τόπου καὶ ἐκ προσώπου τὰ μάλιστα ἱκανοῦ καὶ καταλλήλου διὰ τοιοῦτον ἔργον. Διότι ἡ κοινωνία, ἥτις οὐδεμίαν δυστυχῶς ἔχει σήμερον ἐμπιστοσύνην —καὶ, ὡς εἶπον, πολὺ ἀδίκως—εἰς τὴν ἀμεροληψίαν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν αὐτὴν ἐπίσης δυσπιστίαν ἔχει καὶ πρὸς τὰς γνώμας τῶν πολιτευομένων καὶ Ὑπουργῶν, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ἀπροκαλύπτως, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ἢ Ὑπουργὸς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐλαττώματα βλέπει μόνον εἰς τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, μεθ’ ὧν δὲν συνδέεται διὰ προσωπικῆς φιλίας, ἢ συγγενείας, τὴν ὑπόληψιν ὅμως τῶν φίλων αὐτοῦ δικαστῶν τὴν ὑπερασπίζεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, οἱαιδήποτε μομφαὶ καὶ ἂν ἐπιρριφθῶσι κατ’ αὐτῶν, οὐ μόνον νὰ μὴ γίνωνται παντάπασιν ἀποδεκταὶ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγείρωσι θύελλαν διαμαρτυριῶν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παρεκίνησε πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸν ἀείμνηστον Σωτηρόπουλον νὰ ἀπευθύνῃ τὸ σπουδαῖον ἐκεῖνο ἐρώτημα εἰς τὴν ἀνωτάτην δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ τόπου, ὅπως ἡ γνώμη αὐτῆς μὴ δίδῃ ἔστω καὶ πόρρωθεν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν μεροληψίας οἱασδήποτε. Λοιπὸν καὶ αὖθις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως πρὸ πάσης συζητήσεως διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἡμῖν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον.
§51Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§52Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Καὶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, ὅπως ὅμοιον ἔγγραφον ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα συνεχίσῃ τὸ ἔργον τοῦτο, ἢ ἐπαναρχίσῃ αὐτὸ, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα, κατ’ ἐμὲ, δέον νὰ ἦναι ἡ βάσις πάσης τῆς περὶ Δικαιοσύνης νομοθετικῆς ἡμῶν ἐργασίας.
§53Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκπληρῶν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συναινέσωσιν, ἵνα ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο περίπου μηνῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, προταχθῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοὐλάχιστον τῆς αὔριον...
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§55Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραβιάζω τὸν Κανονισμόν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως τὸν παραβιάζετε.
§57Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε. Ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ ἐξομοιωθῶσι καὶ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν συντάξεων, ἀφοῦ προηγουμένως καὶ αὐτοὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις διὰ τὴν ἀνάλογον ἐκ τοῦ μισθοῦ των εἰσφοράν. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἐργαζόμενοι νυκτὸς καὶ ἡμέρας, δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑποστήριξιν, δὲν ἔχουσι καμμίαν ἐλπίδα. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι δικαιοτάτη, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως αὔριον προτάξωσιν αὐτὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§58Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§59ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καὶ χάριν τῶν ἱερῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρυστίας συναδέλφου, θὰ προσπαθήσω, ὅση μοι δύναμις, νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμίαν του.
§60Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ὑμῶν, κατὰ τοὺς νόμους.
§61Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ σύστασις τοῦ κ. συναδέλφου.
§62Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας ὑποδίκων καὶ καταδίκων, παραπονουμένων διὰ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῶν φυλακῶν τούτων, καὶ αἰτουμένων θεραπείαν. Δὲν ἀναπτύσσω ταύτην, διότι ὁ χρόνος εἶναι ὀλίγος. Θὰ παρακαλέσω ὅμως ὑμᾶς νὰ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐν αὐτῇ ἀναφερομένων, καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§63ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἀπεβλήθησαν ἐκ τῶν ἐργασιῶν των 400 περίπου ἐργάται συμπολῖταί μου, ἐργαζόμενοι εἰς τὰ μεταλλεῖα Λαυρίου. Ἡ Μεταλλευτικὴ Ἑταιρεία διατείνεται, ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο προέβη λόγῳ οἰκονομίας. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῇ ἡ Ἑταιρεία εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, εἰς τὴν ἐλάττωσιν δηλ. τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, ὤφειλε νὰ προβῇ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, καὶ οὐχὶ ἀθρόως καὶ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, εἰς δὲ τοὺς ἀπομακρυνομένους ἐκ τῶν ἐργασιῶν της ἐργάτας νὰ χορηγήσῃ τοὐλάχιστον τὰ μέσα τῆς εἰς τὰς ἑστίας των ἐπανόδου, εὐθὺς δ’ ὡς ἤθελον ἐκλείψει οἱ λόγοι τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, νὰ προτιμῶνται αὐτοὶ εἰς τὴν πρόσληψιν παρὰ τῆς Ἑταιρείας εἰς τὰς ἐργασίας της. Διότι, ὡς γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐργάται ἐγκαταλείπουσι τὰς ἑστίας των κατὰ τὰ μέσα Αὐγούστου, καὶ τρέχουσι νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν, κανονίζουσι δὲ τὰς οἰκογενειακάς των ὑποθέσεις οὕτως, ὥστε ἢ νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν ἀνάγκῃ κατὰ τὸ θέρος, ἢ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας των. Οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐργάται ἀπεβλήθησαν ἐν μέσῳ χειμῶνι, καὶ ἀπεβλήθησαν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἡ τάξις μικροῦ δεῖν νὰ διασαλευθῇ, δὲν διεσαλεύθη δὲ χάρις εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ Λαυρίου. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὤφειλε νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τὴν ἀπόφασιν, εἰς ἣν προέβη ἡ Ἑταιρεία, ἀπολύσασα τετρακοσίους περίπου ἐργάτας διὰ μιᾶς. Φαντάσθητε τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς, ῥιπτομένους αἴφνης εἰς τοὺς δρόμους καὶ μὴ ἔχοντας οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου εἰς τὰς ἑστίας των, ἐνῷ ἀναχωροῦντες ἐκεῖθεν εἶχον κανονίσει οὕτω τὰ πράγματά των, ὥστε ἐπανερχόμενοι κατὰ τὸ θέρος εἰς τὰς οἰκογενείας των νὰ δυνηθῶσι νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὰς ὀλίγον ἄρτον. Φρονῶ, ὅτι τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ἡ Ἑταιρεία, εἶναι πολὺ σκληρὸν καὶ ἀδικαιολόγητον, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε αἱ Μεταλλευτικαὶ Ἑταιρεῖαι τοῦ Λαυρίου νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποβάλλωσιν ἀριθμὸν τοσοῦτον ἐργατῶν ἄνευ ἠτιολογημένης ἀφορμῆς καὶ ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τοιαῦτα μέτρα δύνανται νὰ ἔχωσι σοβαρὰς συνεπείας διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἄν δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν διεσαλεύθη ἡ τάξις, τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλεται εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς ἐν Λαυρίῳ ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ταφέντων ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῶν μεταλλείων ἐργατῶν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, διότι οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐγκατέλιπον τὰς ἑστίας των, ἵνα εὕρωσι πόρον ζωῆς, καὶ ἀντὶ τούτου εὗρον τὸν θάνατον, αἱ δὲ οἰκογένειαι αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν καὶ ἀπορίαν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν καὶ ἔργον φιλανθρωπίας νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα τύχωσιν αἱ δυστυχεῖς αὗται οἰκογένειαι τῆς προσηκούσης συντάξεως ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§65Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ἀγάμους θυγατέρας τοῦ Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Παρατεθείσης μιᾶς ψηφοδόχου κάλπης ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος, γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ν. Γουναράκη καὶ Ἡρ. Καλαμπάκα, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 145, ἐξ ὧν 122 εἰς τὸ Ναὶ, 23 εἰς τὸ Ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς δευτέραν συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου τούτου).
§68Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου ὑποβάλλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν «εἰς τὴν Μαρίαν χήραν τοῦ ἀντιστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη καὶ εἰς τὴν ἄγαμον αὐτοῦ θυγατέρα Σοφίαν χορηγεῖται ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου μηνιαία σύνταξις δραχμῶν διακοσίων πεντήκοντα εἰς ἑκατέραν καθ’ ὅλον αὐτῶν τὸν βίον. Ἡ σύνταξις αὕτη ἀποκλείει πᾶσαν ἄλλην τοιαύτην, ἀνήκουσαν τῇ εἰρημένῃ χήρᾳ καὶ τῇ θυγατρὶ αὐτῆς». Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 255). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδων μεταξὺ τῶν ὁδῶν Σίνα καὶ Διδότου πρὸς ἀνέγερσιν ἐκπαιδευτικοῦ παραρτήματος ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§70Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐζήτησα, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη, ὅπως γραφῇ, ὅτι τὰ οἰκόπεδα ταῦτα παραχωροῦνται τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει καὶ ὄχι τῇ Γαλλικῇ Σχολῇ, καθόσον δὲν γνωρίζομεν, ἂν ἡ Γαλλικὴ Σχολὴ εἶναι νομικὸν πρόσωπον, λαβὸν τὸ δικαίωμα, κατὰ τοὺς Γαλλικοὺς νόμους, νὰ δέχηται δωρεὰς καὶ κληροδοτήματα.
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 1 λέξεις «εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν λέξεων «τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1884 μετὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας συμβάσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Γενικῆς Ἰταλικῆς Ἀτμοπλοΐας ἡνωμένων Ἑταιρειῶν «Florio-Rubattino» συνομολογηθείσης συμβάσεως».
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει: «Τὰ ἀτμόπλοια τῆς εἰρημένης Ἑταιρείας ἔχουσι τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβιβάζωσιν εἰς τοὺς ῥηθέντας Ἑλληνικοὺς λιμένας χρήματα καὶ εἴδη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἐμπορεύματα πάσης φύσεως, ὡς καὶ ἐπιβάτας παντὸς ἔθνους μετὰ τῶν ἐνδυμάτων καὶ πραγμάτων αὐτῶν, καθ’ ὅσον ἥ τε εἰσαγωγὴ ἢ εἴσοδος καὶ ἐξαγωγὴ ἢ ἔξοδος εἶναι συγκεχωρημένη ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα οἱ πλοίαρχοι αὐτῶν ὑποβάλλωνται ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὰς ὑγειονομικὰς διατάξεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἔξοδον ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων». Σήμερον βεβαίως εὑρισκόμεθα μετὰ τῆς Ἰταλίας ὑπὸ τὸ κράτος συμβάσεως, ἐπιτρεπούσης ἐλευθέραν τὴν ἀκτοπλοΐαν ἀμοιβαίως. Ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελε λείψει ἡ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν σύμβασις αὕτη, ἥτις εἶναι προσωρινὴ, εἶναι ὀρθὸν, τὸ ἄρθρον τῆς προκειμένης ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ταχυδρομικῆς συμβάσεως νὰ περιλαμβάνῃ ὅ,τι περιλαμβάνεται συνήθως, μετὰ τὰς λέξεις «τῶν Ἑλληνικῶν νόμων» καὶ τὴν γενικὴν φράσιν «καὶ τῶν ἐν ἰσχύϊ συμβάσεων», ἥτις ἐνταῦθα παρελείφθη. Διότι, ἐὰν αἱ ἐν ἰσχύϊ συμβάσεις δὲν ἐπιτρέπωσι τὴν ἀκτοπλοΐαν, πάντα ταῦτα, τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῶσι.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐγενόμην ἀντιληπτὸς, ὥστε νὰ προκαλέσω τὴν τοιαύτην ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διότι ἐγὼ δὲν κατέκρινα τὴν σύμβασιν ταύτην. Φρονῶ, ὅτι καλῶς ἐγένετο καὶ ἡ παραχώρησις τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ αἱ ἐλαττώσεις τῶν τελῶν, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς αὐτήν. Ὑπάρχει κατάστασις ἀμοιβαιότητος ἐν τῇ παραχωρήσει τῆς ἀκτοπλοΐας μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, καὶ, ὁμολογῶ, ἐπὶ γραμμῆς ἀγόνου δι’ ἡμᾶς, χρησίμου δὲ εἰς τὴν Ἰταλίαν, διότι εἶναι γραμμὴ ἀπολήγουσα εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἂν δὲ ἡμεῖς ἦτο δυνατὸν ἐκ Βρενδησίου διὰ Πατρῶν νὰ μεταβῶμεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔχοντες κατάλληλα ἀτμόπλοια, βεβαίως ἤθελον ἀναλάβει Ἑλληνικαὶ Ἑταιρεῖαι τοῦτο, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες ναῦται δύνανται ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς μεγαλειτέρων Κρατῶν τὸ ναυτικὸν ἐν παντὶ προσοδοφόρῳ ἐδάφει. Ἀλλὰ συγκοινωνίαν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Βρενδησίου Ἑλληνικαὶ Ἑταιρεῖαι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν ἐπικερδῶς. Ἀλλὰ παρατηρῶ τοῦτο, ὅτι, ὡς ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι συντεταγμένη, ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι ὑπάρχει ἀμοιβαιότης ἐν τῇ ἀκτοπλοΐᾳ (καὶ ὑπάρχει, κατὰ τὴν κειμένην συνθήκην τὴν προσωρινὴν μετὰ τῆς Ἰταλίας, διότι ἐξακολουθεῖ κρατοῦν ὡς πρὸς τὴν ναυτιλίαν τῆς παλαιᾶς συνθήκης τὸ σύστημα), ἐν ᾗ περιπτώσει αὔριον διὰ καταγγελίας τῆς συμβάσεως τῆς προσωρινῆς παύσῃ ἡ ἀμοιβαιότης τῆς ἀκτοπλοΐας, ἐκ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως δύναται νὰ ἀρυσθῇ ἡ Ἑταιρεία Florio-Rubattino τὸ δικαίωμα νὰ προσεγγίζῃ εἰς τοὺς λιμένας, οὐχὶ μόνον μεταξὺ Πατρῶν καὶ Βρενδησίου, ἀλλὰ καὶ εἰς οἱουσδήποτε λιμένας τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ ἐν ἄρθρῳ 5 ἀναγνωρίζεται αὐτῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, ἥτις νὰ ἀναφέρηται εἰς τὰς ἐν ἰσχύϊ συμβάσεις, καὶ ἐὰν μὲν αὗται παρέχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, τότε θέλει ἔχει αὐτὸ καὶ ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ἐὰν δὲ δὲν παρέχωσιν αὐτὸ, τότε, ἐπειδὴ κακῶς ἡ Ἑταιρεία θέλει προσεγγίζει καὶ παραλαμβάνει ἀπὸ διαφόρων λιμένων τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορεύματα καὶ ἐπιβάτας, θέλει παρεμποδισθῆ. «Τὰ ἀτμόπλοια τῆς εἰρημένης Ἑταιρείας ἔχουσι τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβιβάζωσιν εἰς τοὺς ῥηθέντας Ἑλληνικοὺς λιμένας.... ὡς καὶ ἐπιβάτας παντὸς ἔθνους μετὰ τῶν ἐνδυμάτων καὶ πραγμάτων αὐτῶν, καθ’ ὅσον ἥ τε εἰσαγωγὴ ἢ εἴσοδος καὶ ἐξαγωγὴ ἢ ἔξοδος εἶναι συγκεχωρημένη ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων καὶ τῶν ἐν ἰσχύϊ συμβάσεων». Ταύτην τὴν τελευταίαν φράσιν ἤθελον νὰ παρεμβάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἄρθρον 5, ὅπως ᾖ ἀσφαλὴς, ὅταν λήξῃ ἡ συμβατικὴ κατάστασις τῆς σήμερον καὶ εὑρεθῇ ἀπέναντι τῆς Ἰταλίας ἄνευ ἀκτοπλοϊκοῦ δικαιώματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤθελε μὲν ἔχει ἡ Ἑταιρεία τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ τοὺς πλοῦς μεταξὺ Βρενδησίου, Κερκύρας, Πατρῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐκτελεῖ αὐτοὺς, καὶ ἤθελεν εἶναι ὀρθὴ ἡ παραχώρησις νὰ παραλαμβάνῃ ἐπιβάτας ἐκ Κερκύρας μέχρι Πατρῶν, ἀλλ’ ἤθελε στερηθῆ τοῦ δικαιώματος νὰ προσορμίζηται εἰς ἄλλους Ἑλληνικοὺς λιμένας, ἐκτὸς τῆς Κερκύρας καὶ τῶν Πατρῶν.
§78Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος καὶ αὐτῆς καὶ τῆς ἑπομένης συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας Λόϋδ, διότι διὰ τῶν παραχωρήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς αὐτὰς, προβλέπω, ὅτι θέλει κατενεχθῆ ὀλέθριον κτύπημα κατὰ τῶν ὑπαρχουσῶν Ἑλληνικῶν Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται ὑπὸ περιστάσεις, αἵτινες οὐ μόνον κέρδη δὲν καταλείπουσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως καλύπτουσιν. Ἤκουσα, ὅτι κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἡ παλαιὰ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία τῆς Σύρου δὲν ἠδυνήθη νὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα αὐτῆς, καὶ εὑρέθη ἐν ἐλλείμματι 60,000 δραχμῶν. Ἡ κατάστασις αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ γνωστοῦ ἀνοήτου διαγωνισμοῦ, ὅστις διεξάγεται ἀπό τινων ἐτῶν μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, καὶ ὅστις κατηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν πολλάκις. Εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἠλάττωσαν αὗται τοὺς ναύλους αὐτῶν, ὥστε δὲν ἐργάζονται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἢ μόνον ὅπως συντηρῶνται, ἀλλὰ συντηροῦνται ἐν ἀθλιεστάτῃ καταστάσει, διότι οὔτε περὶ ἀσφαλείας τῶν μηχανῶν, οὔτε περὶ καθαριότητος τῶν ἀτμοπλοίων λαμβάνεται καμμία πρόνοια. Ὥστε τὸ κακὸν δὲν εἶναι μόνον τῶν Ἑταιρειῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ κακὸν τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἵνα λάβῃ μέτρα πρὸς περιορισμὸν τοῦ μεγάλου διαγωνισμοῦ, ἐξ οὗ ἐκινδύνευον νὰ καταστραφῶσιν αἱ Ἑταιρεῖαι, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία νὰ πάθῃ, ἐλλείψει ἀσφαλείας, ἀπήντησεν, ὅτι τὸ κακὸν, ὅπερ κατηγγέλλετο, ἀπετέλει τόσον μέγα καλὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε κατ’ οὐδένα λόγον συμφέρει αὐτῷ νὰ περιορίσωμεν τὸν διαγωνισμόν. Καὶ εἶχε δίκαιον. Διότι οὐχὶ ἕνεκα τῶν κανονικῶν ναύλων, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν προχείρων συμφωνιῶν, αἵτινες ἑκάστοτε γίνονται μετὰ τῶν Ἑταιρειῶν, εἴτε διὰ τὰ ἐμπορεύματα, εἴτε διὰ τοὺς ἐπιβάτας, αἱ τιμαὶ καταβιβάζονται εἰς ἀπίστευτα ποσὰ καὶ διὰ τὰ ἀπώτατα ἄκρα τοῦ Κράτους. Οὕτω συχνὰ ἐκ Βόλου μεταφέρονται πρόβατα ἀντὶ 10 λεπτῶν ἕκαστον, καὶ ἐπιβάται ἀντὶ 2 δραχμῶν μέχρι Πειραιῶς. Δι’ 75 ἐργάτας, θέλοντας νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ Βόλου εἰς Πειραιᾶ, διεξήχθη ἀγὼν μειοδοσίας μεταξὺ δύο πρακτόρων Ἑταιρειῶν, τίς νὰ παραλάβῃ αὐτοὺς, καὶ ἐπὶ τέλους παρέλαβεν αὐτοὺς ἡ Ἑταιρεία τοῦ Γουδῆ ἀντὶ 75 λεπτῶν ἕκαστον. Ἕνεκα δὲ τοῦ διαγωνισμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν ναύλων, ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησεν ἡ συγκοινωνία ἀπό τινος, ἐνῷ οὔτε ὁ πληθυσμός, οὔτε τὸ ἐμπόριον, οὔτε ἡ ἄλλη κίνησις ἀναλόγως ηὔξησαν, ὥστε καταντᾷ ἀπίστευτος. Ἀλλ’ αἱ Ἑταιρεῖαι αὗται ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ τὸ καλὸν, ἔχουσιν ἀνάγκην κυβερνητικῆς ὑποστηρίξεως, καὶ ὅταν λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ταράξῃ τὰ κείμενα, πρὸς βλάβην τῆς συγκοινωνίας, πρέπει νὰ ᾖναι συνεπὴς, καὶ ἂν δὲν θέλῃ ἄλλο τι, πρέπει νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τουλάχιστον νὰ καταφέρωνται κατ’ αὐτῶν κτυπήματα, ἅτινα ἐξασθενίζουσιν ἔτι μᾶλλον αὐτὰς, ὡς πράττει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως, ἣν συζητοῦμεν. Ἀλλὰ μέτρα βεβαίως ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ βλάβης τῆς συγκοινωνίας, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Ἑταιρειῶν καὶ ἐξακολούθησιν τῆς εὐθηνῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν, μετὰ μείζονος μάλιστα ἀσφαλείας καὶ τῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῶν ἐπιβατῶν· ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς μὲ τὸ θέμα τοῦτο σήμερον. Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Λόϋδ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ περιορίσῃ τὴν κίνησιν καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων διὰ τῶν Ἑταιρειῶν τῶν ὑπαρχουσῶν, ὥστε θέλει ἐλαττώσει τὸ σημερινὸν εἰσόδημα αὐτῶν, δι’ οὗ καλύπτουσι τοὐλάχιστον τὰς δαπάνας αὐτῶν. Διότι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Λόϋδ θὰ συγκοινωνῇ καὶ μετὰ τῆς Ἑπτανήσου, Πατρῶν, Καλαμῶν, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς, τῶν σπουδαιοτέρων δηλαδὴ λιμένων, ἀφ’ ὧν γίνεται ἐξαγωγὴ καὶ κίνησις ἐπιβατῶν, καὶ θέλει ἐλευθέρως παραλαμβάνει, ἐπιβιβάζει καὶ ἀποβιβάζει τοιούτους. Ποῖον ἔσται τὸ ἀποτέλεσμα; Αἱ Ἑταιρεῖαι αὗται ἔχουσι μεγάλας, ὡς γνωστὸν, ἐπιχορηγήσεις καὶ ὑποστηρίξεις, καὶ θέλουσιν ὑπερτερήσει ἐν τῷ διαγωνισμῷ ἡμᾶς. Αἱ ἡμέτεραι Ἑταιρεῖαι δὲν ἔχουσι τοιαύτας ἐπιχορηγήσεις τοῦ Κράτους, τὰς συγκρατεῖ δὲ μόνον ἡ οἰκονομία· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔχουσι φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἓν μικρὸν λάκτισμα δύναται νὰ τὰς καταποντίσῃ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἡ παλαιὰ τῆς Σύρου, εἰς ἣν εἶχεν ἀναθέσει ἀντὶ ἐπιχορηγήσεως 60,000 δραχ. νὰ ἐκτελῇ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Βρίνδιζι, δὲν ἀνταπεκρίθη, διότι δὲν εἶχεν ἀτμόπλοια ταχέα, οὔτε τοιαῦτα, ὥστε νὰ δέχωνται Εὐρωπαίους ἢ Ἕλληνας ἐπιβάτας καλῆς τάξεως καὶ νὰ τοὺς εὐχαριστῇ. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τῆς συμβάσεως αὐτῆς μετὰ τῆς παλαιᾶς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας ἐπὶ παραχωρήσει ἐπιχορηγήματος δὲν ἦτο σκοπὸς ἡ ἐξασφάλισις ταχείας καὶ εὐμαροῦς συγκοινωνίας δι’ Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων, μεταφερόντων ἐπιβάτας Εὐρωπαίους ἢ Ἕλληνας ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Βρίνδιζι καὶ τἀνάπαλιν, ἀλλὰ κυρίως μίαν τοὐλάχιστον ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος ἡ μεταφορὰ τῶν ταχυδρομείων τῆς Εὐρώπης καὶ δι’ Ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου. Ἀλλ’ ἂν τὸ Ἑλληνικὸν ἀτμόπλοιον διήνυε 10–11 μίλια τὴν ὥραν μόνον, ἀπέναντι τῶν μεγαλειτέρων ἀτμοπλοίων τῆς Ἑταιρείας Λόϋδ, ἢ τῆς Florio-Rubattino, τὰ ὁποῖα διήνυον 11–13 μίλια, ἦτο τοῦτο λόγος νὰ θεωρήσωμεν ἀποτυχοῦσαν τὴν ἐπιχορήγησιν; Καὶ ἂν δὲν μετέφερεν οὐδόλως ἐπιβάτας, ὅπερ ἀδύνατον, νομίζω, ὅτι ἔπεπε νὰ θεωρήσωμεν ἐκπληρούμενον τὸν σκοπὸν, διότι ἐγίνετο μίαν περιπλέον καθ’ ἑβδομάδα φορὰν μεταφορὰ τῆς μετὰ τῆς Εὐρώπης ἀλληλογραφίας δι’ Ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου. Διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ ἡ παλαιὰ Ἑταιρεία ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Ἀλλ’ ἐζήτησεν ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 60,000 δραχμῶν μεγαλείτερον ἡ Ἑταιρεία αὕτη ποσὸν, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄνθρακος καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ. Τοῦτο ὅμως θεωρῶ εὔλογον, καὶ ἀφοῦ δεχόμεθα ἐπὶ ἄλλων Ἑταιρειῶν, λόγῳ τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ ἄνθρακος, νὰ κάμνωμεν συγκαταβάσεις, διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸ αὐτὸ ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, ἀλλὰ λέγομεν εἰς αὐτὰς, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν μεγαλεῖτερα ποσὰ, ῥιπτόμεθα εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἰταλικῆς καὶ Αὐστριακῆς ἀτμοπλοΐας, καὶ ἀνατρέπομεν τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν σύστημα, καὶ ἐπαναφέρομεν εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν ἡμῶν τοὺς ξένους; Καὶ δὲν γνωρίζομεν ποῦ θὰ φθάσῃ τὸ κακὸν μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα· διότι, ἐὰν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς δὲν δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ Ἑταιρεῖαι, βεβαίως θὰ ἐπεκτείνωμεν ἔτι περισσότερον τὰς γραμμὰς καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ξένων Ἑταιρειῶν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθωσιν αἱ ζημίαι αὗται καὶ αἱ παραχωρήσεις, ἀφοῦ δὲν ἐκανονίσαμεν τὰ τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας ἡμῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ζημιῶνται αἱ Ἑταιρεῖαι; Σήμερον ἓν μικρὸν ἀτμόπλοιον, 150–200 τόννων πολλάκις, ἀρχίζει ἐργαζόμενον τὰς πλέον προσοδοφόρους γραμμὰς ἐπὶ εὐθηνοτάτῳ ναύλῳ, διότι εὑρίσκει, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς συγκοινωνίας ἐργαζόμενον ὠφελεῖται. Λάβετε τὴν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Βόλου γραμμὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἐκ τῶν γονιμωτέρων. Δεκαπέντε ἀτμόπλοια ἀναχωροῦσι καὶ δεκαπέντε ἐπανέρχονται καθ’ ἑβδομάδα. Εἶναι δυνατὸν, δύο πόλεις, ἔστω καὶ σπουδαιόταται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν, νὰ συγκοινωνῶσι διὰ 15 ἀτμοπλοίων ἑβδομαδιαίως; Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀναχωρήσεις αὐτῶν πολλάκις γίνονται συγχρόνως, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ ὑποχρεωθῶσι ν’ ἀναχωρῶσιν ἀζημίως εἰς διαφόρους ὥρας. Τοσοῦτον δὲ μῖσος ἀνεπτύχθη, ὥστε πολλάκις τὰ συγχρόνως ἀναχωροῦντα ἀτμόπλοια δὲν ἀψηφοῦν νὰ συγκρουσθῶσι καὶ ν’ ἀνατιναχθῶσιν εἰς τὸν ἀέρα ἐκ μικροφιλοτιμίας τῶν πλοιάρχων, τίς νὰ ὑπερβῇ τὸν ἄλλον. Ἐγένετο πολλάκις ἐξέτασις τῶν ἀτμοπλοίων, ἀλλὰ, φαίνεται, ἀνωφελῶς, καὶ ἐξακολουθεῖ τῶν πλοίων ἡ κατάστασις ἀνεπιτήρητος, ὥστε ἀπορεῖ τις, πῶς μέχρι τοῦδε δὲν συνέβησαν δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εὐθύνωσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Λέγεται, ὅτι ὑπάρχουν λέβητες ἀτμοπλοίων, ἐκ τῶν καθ’ ἡμέραν ταξειδευόντων, εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε περιμένεται ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν ν’ ἀνατιναχθῶσιν εἰς τὸν ἀέρα. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ τοιαύτη συγκοινωνία, τὰ ὑπερσυμψηφίζει τὸ κέρδος τῆς ταχείας καὶ εὐθηνῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς τῶν ἐπιβατῶν. Τότε μόνον τὸ κέρδος εἶναι εὐκταῖον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου τῆς παλαιᾶς Ἑταιρείας τῆς Σύρου ἦτο ὑποχρεωμένη αὕτη ὑπὸ τῆς συμβάσεως νὰ ἐκτελῇ πλόας κατὰ δεκαπενθημερίαν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας. Τοσοῦτον ὅμως ἐζημιοῦτο ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ταξειδίου, ὥστε ἐζήτει ἀδιακόπως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ ἐπιχορηγήματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν. Ἐν τούτοις, ἀφ’ ὅτου ἤρξαντο σχηματιζόμενοι καὶ ἄλλαι ἀτμοπλοϊκαὶ Ἑταιρεῖαι μὲ εὐθηνοὺς ναύλους, τοσοῦτον ἐπολλαπλασιάσθησαν οἱ ἐπιβάται τοῦ ἄλλοτε ἑνὸς καὶ μόνου ταξειδίου κατὰ δεκαπενθημερίαν, ὥστε τὰ ταξείδια ἐγένοντο 8 κατὰ 15 ἡμέρας διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ ὄχι μόνον ἐκαλύπτοντο αἱ δαπάναι, ἀλλ’ ἀπεδίδετο καὶ κέρδος ἐξ αὐτῶν. Ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς φέρει τὴν εὐθηνίαν, καὶ ὑπηρετεῖ θαυμασίως τὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλ’ ὁποία συγκοινωνία δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠσθάνθησαν καὶ θέλουν ἐν παντὶ εὐχάριστον τὸν βίον; Ἂν ξένα ἀτμόπλοια ὑπεισέλθουν εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ μὲ ἀκριβοὺς ναύλους θὰ προσελκύσουν μέγα μέρος τῆς σημερινῆς πελατείας τῶν Ἑλληνικῶν Ἑταιρειῶν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι ἐταξείδευσαν μεταξὺ Βρενδησίου καὶ Ἑπτανήσου, παρετήρησαν βεβαίως, ὅτι εἰς πολλὰ τῶν ἡμετέρων ἀτμοπλοίων δὲν ὑπάρχει πάντοτε εὐμάρεια, καὶ καθαριότης καὶ τάξις. Ἀλλὰ πολὺ χειρότερα εἶναι τὰ πράγματα ἐν τῇ ἐσωτερικῇ συγκοινωνίᾳ. Μοὶ συνέβη νὰ ταξειδεύσω ἀπὸ Βόλου εἰς Πειραιᾶ μὲ φορτίον 500 προβάτων, τὰ ὁποῖα πολλαχῶς ἦσαν δυσάρεστα εἰς τοὺς ἐπιβάτας, καὶ τὰ ὁποῖα ἔφθανον μέχρι τῆς πρώτης θέσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπικρίνομεν καὶ ἀποδοκιμάζομεν ταῦτα, αἰσθανόμεθα οὐχ ἧττον, ὅτι ὁπωσδήποτε ἐξυπηρετεῖται ἡ συγκοινωνία καὶ τὸ ἐμπόριον. Πλὴν, διότι δυσαρεστούμεθα νὰ ταξειδεύωμεν μὲ ἀτμόπλοια βραδέα καὶ ἀκάθαρτα, δὲν θεωρῶ τοῦτο λόγον δικαιολογοῦντα τοιοῦτο μέτρον, οἷον περιέχουσιν αἱ συμβάσεις, ἃς συζητοῦμεν. Αἱ συμβάσεις αὗται θὰ φέρουν καίριον πλῆγμα εἰς τὴν ἡμετέραν ἀτμοπλοΐαν, καὶ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ.
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν συγχρόνως καὶ ἐπὶ τῶν δύο συμβάσεων. Ἡ μία τῶν συμβάσεων εἶναι ἡ μετὰ τῆς Ἑταιρείας Florio-Rubattino, ἡ ἑτέρα μετὰ τοῦ Αὐστριακοῦ Λόϋδ, ἄλλαι δὲ περιστάσεις συνοδεύουσι τὴν μίαν, καὶ ἄλλαι τὴν ἄλλην· διὰ τοῦτο περιορίζω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης μετὰ τῆς Ἑταιρείας Florio-Rubattino, καὶ ἤθελον συμφωνήσει μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ συμβάσει τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον παρέχει εὐρύτατα δικαιώματα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι λέγει, ὅτι «ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία κέκτηται μόνη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ τροπολογῇ καὶ ἐνεργῇ οἱανδήποτε ἐπὶ τοῦ ὡς ἀνωτέρω ἐκτελουμένου διὰ τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς δρομολογίου ἤθελε νομίσει κατάλληλον μεταβολὴν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπιχειρήσεώς της...» κλπ. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ πλοῦ μεταξὺ Πατρῶν–Κερκύρας–Βρενδησίου, διότι ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχει δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ τὸ δρομολόγιόν της, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ὑποχρεώσεως ἢ εἰδοποιοῦσα μόνον τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, τότε παρέχομεν σχεδὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ διατηρῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας πλειότερον ἢ τὰ ἄλλα ἔθνη, διότι ἡμεῖς ἔχομεν χώραν περιβρεχομένην ὑπὸ Θαλάσσης, ἔχομεν δὲ καὶ ναύτας, καὶ ἑπομένως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἤμεθα φειδωλότεροι εἰς τὰς παραχωρήσεις. Κατὰ τὸ 1878, ὅτε συνωμολογήθη ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικὴ σύμβασις, μετὰ διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ ἐννέα περίπου ἔτη, ἔστερξεν ἡ Ἰταλία νὰ συνομολογήσῃ αὐτὴν διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκτοπλοΐας, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, ἐγώ, μέλος τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀντέστην καὶ ἐμειονοψήφησα ἐν αὐτῷ. Τοσοῦτον ἔκρινα πολύτιμον τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἂν δὲ κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ ὁ προσωρινὸς κανονισμὸς τῶν ἀμοιβαίων ἐμπορικῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν, στερούμεθα ὅμως συμβάσεως ἐμπορικῆς, καὶ τὸ μόνον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραχωρηθῇ πρὸς συνομολόγησιν ὁριστικῆς συμβάσεως, εἶναι ἡ ἀκτοπλοΐα· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ περὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, προκειμένου περὶ ἁπλῆς συμβάσεως μετὰ Ἑταιρείας ἀτμοπλοϊκῆς. Ἂν πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν 100,000 δρ. ἢ 150,000, ἵνα ἔχωμεν συγκοινωνίαν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Βρενδησίου, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ στέρξω, ἵνα δοθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο· ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἀκτοπλοΐας, ἀντιλέγω, καὶ δὲν συναινῶ, εἰμὴ νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ εἰς μόνους τοὺς λιμένας, περὶ ὧν πρόκειται, διότι ἄλλως διαθέτομεν τὸ μόνον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Διὰ τοῦτο δὲν ἀντιλέγω νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ περιορισθῇ ἡ εὐρύτης τοῦ δικαιώματος τοῦ κανονισμοῦ τοῦ δρομολογίου μόνον μεταξὺ τῶν τριῶν λιμένων.
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν μίαν περίπτωσιν ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀδύνατος, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡμεῖς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας, ἐφ’ ἣν ἰσχύει ἡ σύμβασις, ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς ὁμοίαν κατάστασιν τῆς σημερινῆς, καὶ τὸ ἡμέτερον συμφέρον μᾶς ἐπιβάλλει ν’ ἀνανεώσωμεν τὴν σύμβασιν· θέλομεν καὶ τότε διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ταύτης συμβάσεως παραχωρήσει ἐκ νέου ἐπὶ μίαν τριετίαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, καὶ οὕτως ἐνδέχεται νὰ ἐξακολουθῶμεν ἀνανεώνοντες τὴν σύμβασιν. Οὕτω δὲ ἐν Ἰταλίᾳ δὲν θέλει ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκτοπλοΐας. Ὑποθέσατε ὅτι ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι δὲ, προβαίνων εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑλλάδος πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἐγίνωσκεν, ὅτι Ἑταιρεία Ἰταλικὴ ἔχει ἤδη τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας ἐν Ἑλλάδι δυνάμει συμβάσεως ἀτμοπλοϊκῆς, προσωρινῆς μὲν, ἀλλ’ ἀνανεουμένης· ἤθελε πλέον αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, ὡς εἰς ἀντάλλαγμα ἐπαρκές, ἵνα συνομολογήσῃ ἐμπορικὴν σύμβασιν; Διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἐγίγνετο ἀφειδὴς παραχώρησις τοῦ δικαιώματος χάριν ἁπλῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ἀληθῶς ζήτημα λεπτότατον, καὶ ἂν ἔτι προέκειτο περὶ ἀντιμετώπων Κρατῶν τῆς αὐτῆς, καὶ οὐχὶ περὶ Κρατῶν ἀνίσου ὑλικῆς δυνάμεως, καὶ τοῦ ἑτέρου τούτων εἴτε σήμερον ἐκ περιστάσεων εὑρισκομένου, εἴτε ἔπειτα μέλλοντος νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς παραχωρήσεις, ἀποβλέπον εἰς ἐλπίδα ἀποκτήσεως κέρδους τινὸς ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, τί ἐπιθυμεῖ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ναυτιλιακῶς ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις· γνωρίζομεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ, ὄχι μόνον ἀκτοπλοΐαν, ἣν μέχρι τοῦδε εἶχεν, ἀλλὰ καὶ ἁλιείαν, ἣν μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει. Ὅτε διαπραγματευόμενοι, οὐχὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς ἐξαρτήματα τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς Ἑταιρείαν ἐπιχορηγουμένην, πρὸς Ἑταιρείαν ὑπηρετοῦσαν ταχυδρομικῶς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτε, λέγω, διαπραγματευόμενοι πρὸς τοιαύτην Ἑταιρείαν ἐπίσημον, παραχωροῦμεν πρὸς αὐτὴν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν διαπραγματεύσει ἐμπορικῇ θέλει πάντως ζητήσει παρ’ ἡμῶν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, δὲν νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐξασθενοῦμεν πρὸ αὐτῆς κατ’ ἴσον λόγον, καὶ ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς ἀκτοπλοΐας, ἣν θέλομεν τότε συζητήσει, θ’ ἀφαιρεθῇ μέγα μέρος ἐνδιαφέροντος, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι θέλομεν ἔχει ἤδη παραδεδομένον ἀπὸ τῆς σήμερον σπουδαῖον τμῆμα τῆς ἀκτοπλοΐας ἐν Ἑλλάδι; Βεβαίως τότε ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει ἄλλα καὶ περισσότερα· ἐὰν δ’ ἐπιμείνῃ ἡ ξένη Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιτύχῃ παραχωρήσεις ἐπὶ τῆς ἁλιείας, θ’ ἀναγκασθῶμεν μεγαλείτερα ἀνταλλάγματα νὰ δώσωμεν ὑπέρ τε τῆς ἀκτοπλοΐας καὶ τῆς ἁλιείας τῆς Ἰταλικῆς. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον τοιαύτης προσοχῆς, ὥστε νὰ μὴ στηριχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τριετίας, τὸ ζήτημα, ἐὰν τυχὸν φέρῃ βλάβην τινὰ, δὲν εἶναι μεγάλης σημασίας. Αἱ προβλέψεις περὶ τῶν τοιούτων δὲν εἶναι διόλου ἀσφαλεῖς, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος προσωπικῶς αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπαναπαυθῇ· διότι ἐκεῖνα, ἅτινα ἀντέταξεν ἐπὶ ἄλλης συζητήσεως προπέρυσιν, ἀπεδείχθησαν ἔπειτα, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἑλλάδος, τελείως ἐπισφαλῆ· ὑπέδειξε προπέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ πόλεμος ἐν Τρανσβαὰλ ἤθελε περατωθῆ ἐντὸς ἓξ μηνῶν, εἰπὼν, ὅτι οἱ νέοι πόλεμοι συνήθως τελειώνουσιν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν· καὶ ὁ πόλεμος τοῦ Τρανσβαὰλ, ἀντὶ νὰ τελειώσῃ ἐντὸς ἓξ μηνῶν, ἀκούω λέγοντα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ σήμερον· ἀλλὰ, καθὼς αἱ προβλέψεις δὲν ὑπῆρξαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου ἀσφαλεῖς, οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐπὶ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ἐδάφους ἐπισφαλεῖς. Λοιπὸν ἡ πρόβλεψις, ὅτι πιθανῶς τὸ ζήτημα νὰ ἦναι ζήτημα ἑνὸς, ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταγγελίας ἐπέρχεται μετὰ ἓν ἔτος, δὲν εἶναι παντελῶς καθησυχαστική· δὲν εἶναι δὲ καὶ παντελῶς ἀσφαλὲς, προκειμένου περὶ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις γνωρίζομεν εἰς ὁποίαν λεπτὴν θέσιν, κατὰ τοῦτον μάλιστα τὸν χρόνον, εὑρίσκεται ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, νὰ προλέγωμεν, ὅτι θέλομεν καταγγείλει, ἂν τυχὸν ζημιωθῶμεν, τὴν τοιαύτην σύμβασιν. Ἔρχονται στιγμαὶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἃς, ζυγίζοντες τὰ πράγματα, καὶ βλέποντες τὰς ζημίας, ἔχετε ὅμως ἄλλους λόγους, δι’ οὓς δὲν τολμᾶτε, οὐχὶ διότι ὑπάρχουσιν ἐμπόδια ἐκ τοῦ δικαίου, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, νὰ καταγγείλητε· καὶ τὰς στιγμὰς ταύτας πολλάκις οἱ κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα εὗρον πρὸ τῶν ποδῶν αὑτῶν καὶ ἐξετίμησαν καθ’ ὃν τρόπον λέγω. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ, κατὰ σύμπτωσιν, ὡς ὑποθέτω, ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῆς συμβάσεως, συνδυαζομένῳ καὶ μετὰ τοῦ ἄλλου ἄρθρου, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἐπιφύλαξις τοῦ ὅρου ὑπάρξεως ἐν ἰσχύϊ συμβάσεως ἀκτοπλοϊκῆς, ὅπως ἰσχύῃ ἐλευθέρα ἀκτοπλοΐα διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην ἐν παντὶ τῷ Κράτει, φρονῶ, λέγω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην — μὴ ὄντος δυνατοῦ νὰ περιλάβωμεν αὐτὴν ἐν τῇ συμβάσει — ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου, καὶ πρὸς τοῦτο συνέταξα τροπολογίαν, ἥτις προτείνω νὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἄνω σύμβασις θέλει ἰσχύει ὑπὸ τοὺς ἐν αὐτῇ ὅρους, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται δυνάμει συμβάσεων δικαίωμα ἀμοιβαίας ἀκτοπλοΐας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας.» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξε πρὸ ὀλίγου, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι, ἐὰν τυχὸν τοιοῦτόν τι ἀποφασισθῇ, θὰ παύσῃ ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἡ διὰ τῆς Ἑταιρείας Φλόριο–Ρουμπατίνο τελουμένη, διότι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὰ αὐτὰ συμφέροντα ἡ Ἑταιρεία αὕτη. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν θὰ παύσῃ, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἀποδείξω τοῦτο. Πρῶτον ἡ συγκοινωνία αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φλόριο– Ρουμπατίνο, ἀπαραίτητος δὲ καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι τμῆμα τῆς συγκοινωνίας τῆς μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ συγκοινωνία αὕτη γίνεται δαπάναις ἁδραῖς τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐπιχορηγήσεως εἰδικῆς ὑπὲρ τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Βρενδησίου καὶ Κερκύρας πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν ἔχει ἀνάγκην παραλαβῆς ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἵνα συντηρηθῇ, διότι τὰ ἐμπορεύματα εἶναι μηδαμινὰ μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης, οἱ δὲ ἐπιβάται δὲν εἶναι, ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῶσι κινούμενοι μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κερκύρας, δὲν εἶναι τόσοι, ὥστε νὰ βαρύνωσι σπουδαίως εἰς τὴν πλάστιγγα. Δὲν θέλει βεβαίως, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐπιβατῶν μεταξὺ Πατρῶν καὶ Κερκύρας, στενοχωρηθῆ ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ἵνα διακόψῃ τοὺς πλοῦς αὐτῆς. Ἐκείνη ἀποβλέπει εἰς τὴν μεταξὺ Βρενδησίου καὶ Πατρῶν κυρίως κίνησιν, ἥτις εἶναι ἡ μεγάλη διεθνὴς κίνησις, ἡ μετάγουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐντεῦθεν τἀνάπαλιν εἰς τὴν Εὐρώπην, πάντας τοὺς ἐπισκεπτομένους τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς Ἑσπερίας καὶ τοῦ κέντρου, διότι εἶναι ἡ συντομωτέρα καὶ εὐκολωτέρα γραμμή. Ὥστε, καὶ ἂν τυχὸν εὑρεθῇ ἔξω συμβάσεως ἡ Ἑταιρεία, διότι δὲν θέλει ὑπάρχει σύμβασις ἀμοιβαιότητος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἡ γραμμὴ οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καταργηθῇ, ὅπως δὲν ὑπῆρξε κίνδυνος νὰ καταργηθῇ, οὐδὲ κατηργήθη ποτέ, ἡ γραμμὴ ἡ Αὐστριακή, ἡ ἀπὸ Βρενδησίου εἰς Κέρκυραν, καὶ ἀπὸ Κερκύρας εἰς Πάτρας, καὶ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάμας καὶ περαιτέρω· ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ γιγνομένη, καίτοι ἡ Αὐστριακὴ Ἑταιρεία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραλαμβάνῃ ἐπιβάτας ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ ἄλλη κίνησις εἶναι ἡ σπουδαία, δευτερεύουσα δι’ ὅλως διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ὡς καὶ διὰ τὴν Ἰταλικὴν, εἶναι ἡ κίνησις μεταξὺ τῶν δύο πόλεων Πατρῶν καὶ Κερκύρας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ περιλάβῃ ἐν τῇ συμβάσει, καὶ τούτου μὴ ὄντος δυνατοῦ ταύτην τὴν ὥραν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὴν διάταξιν τὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν ὕπαρξιν συμβάσεως μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἦναι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ ἐμφυτευθῇ ἡ σύμβασις αὕτη καὶ νὰ μείνῃ ἐμφυτευμένη, διαρκοῦσα μὲν ἐν ὅσῳ ἔχομεν ἀμοιβαίαν ἀκτοπλοΐαν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, παύουσα δὲ εὐθὺς ὡς ἡ ἀμοιβαιότης αὕτη διακοπῇ, διότι τὰ δύο Κράτη δὲν θὰ συμφωνήσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἄλλην σύμβασιν, διότι τώρα θὰ διακόψωμεν.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῆς συμβάσεως παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «ἐπιβιβάζωσιν» αἱ ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας παραλειφθεῖσαι λέξεις «καὶ ἀποβιβάζωσι».
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θέλουσι προστεθῆ. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε, περὶ προσθήκης ἄρθρου 2.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Δραγούμη, προτείνοντος νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 2 τὸ ἑξῆς: «Ἡ ἄνω σύμβασις θέλει ἰσχύει ὑπὸ τοὺς ἐν αὐτῇ ὅρους, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται δυνάμει συμβάσεων δικαίωμα ἀμοιβαίας ἀκτοπλοΐας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τοῦ Αὐστριακοῦ Λόϋδ συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως».
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς ἐπαναλήψεις.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἐμοῦ οὐδεμία ἀντίρρησις.
§96ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν· ἀλλ’ ἂν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν χρειασθῇ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ μίαν συνεδρίασιν, πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῆτε.
§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ δραχμῶν 130,000».
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων ἤθελον προβάλει παρατήρησιν. Ἡ παρατήρησίς μου βεβαίως δὲν ἔχει ἀντικείμενον πρόσωπα, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θέλω παρεξηγηθῆ. Ὁ Γενικὸς Ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων δίδει γνώμην ὀρθὴν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἀγορὰ τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν οἰκοπέδων, καὶ ἐκτελοῦντες τὴν γνώμην ταύτην αὐτοῦ, θέλομεν ἀποφύγει τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Δημόσιον καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις γαιῶν κειμένων παρὰ τὸ Στάδιον; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀγορὰ θέλει γείνῃ δι’ ἀμοιβαίας συμφωνίας, διὰ συναινέσεως τῶν πωλητῶν, αἱ ἐργασίαι αἱ πρὸς ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἀποβαίνουσι πλέον εἰκονικαί, οὐδ’ εἶναι ἀναγκαῖαι. Ἀληθῶς δὲν παριστῶμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅταν, ἀφοῦ συνεφωνήσαμεν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἐκποιουμένου γηπέδου, ἀκολουθῶμεν μετὰ τοῦτο διατυπώσεις εἰκονικὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι λόγον. Διὰ τοῦτο, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤρκει, νομίζω, ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις ἡ ἀναγκαία. Οὕτω πως ἐγένετο μέχρι τοῦδε, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ 1896, ὁσάκις ἐπρόκειτο ἀγορὰ οἰκιῶν λόγῳ ἀνασκαφῶν ἀρχαιολογικῶν ἐνεγράφοντο μόνον αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν τοῦ συμπεφωνημένου τιμήματος. Οὕτως ἐνασκεῖται καὶ ἔλεγχος, ἁπλοῦς μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἔλεγχος ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§100ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφομένη τῶν 30 χιλιάδων δὲν εἶναι ὁριστικὸν ὅτι θὰ δαπανηθῇ. Ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς πιστώσεως.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ φέρω παρατήρησιν ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου».
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω, κατόπιν τῆς χθεσινῆς συζητήσεως, ὡς δεύτερον ἄρθρον, τὸ ἑξῆς: «Τὰ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων, τὰ τῆς εἰς τὸν στρατὸν κατατάξεως, καὶ ἐν γένει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου κανονισθήσονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.» Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θέλει μείνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐλευθερία νὰ κανονίσῃ πάντα τὰ πρὸς τὴν πολιτογράφησιν συμφώνως πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου γίνεται ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη προταθέν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ «ἐθνικὸς» ἔχει μεγάλην σημασίαν· ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Δύναταί τις νὰ ὀνομασθῇ ἐθνικὸς, ἐὰν ἀγωνισθῇ καὶ ἐξυπηρετήσῃ τὴν φυλὴν ὅλην. Φρονῶ δὲ, ὅτι δέον ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ τῷ ἑβδόμῳ λέξεις «ἐθνικοῦ εὐεργέτου» διὰ τῶν λέξεων «μεγάλου εὐεργέτου.»
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ᾖναι δύσπιστος πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ πρέπει νὰ ᾖναι δύσπιστος πρὸς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὰ μέτρα αὐτῆς. Ἐκ τοιούτου πνεύματος ὁρμώμενος, ἤθελον ἀκολουθήσει ἄλλην τακτικὴν καὶ οὐχὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ νομοσχέδιον· ἤθελον προτιμήσει νὰ συνταχθῇ εἷς τύπος δικαστηρίων Πρωτοδικείου καὶ τύπος ὡσαύτως δικαστηρίων Ἐφετείου, οἱ τύποι δὲ οὗτοι νὰ χρησιμεύσωσι δι’ ὅλα τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα, καὶ ἑπομένως εἷς προϋπολογισμὸς δαπάνης, ὁ ὁποῖος θέλει διαφέρει κατὰ τοσοῦτον μόνον, καθ’ ὅσον θέλουσι διαφέρει τὰ κατὰ τόπους καὶ πόλεις ὑλικὰ, τὰ πρὸς ἀνέγερσιν χρησιμεύοντα· δὲν ἤθελον δὲ ἀκολουθήσει τὸ σύστημα, καθ’ ὃ διαγράφονται γενικαὶ γραμμαὶ μόνον, ἀφίνεται δὲ ἐλευθερία περὶ τὴν ἐκτέλεσιν. Οὕτω πῶς δὲν ἤθελον στέρξει νὰ ἀναγράψω τοὺς ἀνωτάτους ὅρους τῆς δαπάνης, δραχ. 200,000 δι’ ἕκαστον Ἐφετεῖον, καὶ 120,000 δι’ ἕκαστον Πρωτοδικεῖον. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει φροντίσει νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα πλήρη, καὶ μάλιστα διὰ δαπάνης ὀλιγωτέρας, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ᾠκοδομήσαμεν τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας δαπανήσαντες πολλῷ ὀλιγώτερα τῶν 100,000 δραχμῶν, ἐνῷ, ἐὰν ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ποσὸν δαπάνης μέχρις 120,000 δραχμῶν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρασυρθῶσιν οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἔργα ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἴτε οἱ ἐργολάβοι κλπ., νὰ προβῶσιν εἰς δαπάνας ἀνωτέρας τῶν ἀναγκαιουσῶν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει ἄλλην τακτικήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§112Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπ’ αὐτοῦ δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅστις ἐζήτησεν, ὅπως ἡ ἀνέγερσις τῶν δημοσίων καταστημάτων γείνῃ ὄχι μόνον ἐπὶ τῇ σκέψει καὶ ἀποφάσει τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης συνεπείᾳ διαγωνισμοῦ. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον 5 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 5. Ἡ ἀνέγερσις τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω 3 καὶ 4 ἄρθρα δικαστικῶν καταστημάτων γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίων ἐγκριθησομένων κατόπιν διαγωνισμοῦ καὶ μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὰ περὶ δημοσίων ἔργων κεκανονισμένα.» Δηλαδὴ δὲν θὰ γείνῃ σχέδιον δι’ ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα ὁμοιόμορφον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ γείνωσι τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως ὅλα, οὔτε τῆς αὐτῆς δαπάνης, διότι π. χ. τὰ τῆς Ἄρτης, Καρδίτσης κλπ. θ’ ἀπαιτήσωσιν ὀλιγωτέραν δαπάνην.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§114Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐδῶ δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου, καθ’ ἣν ἡ ἀνέγερσις τῶν κτιρίων θὰ γίνηται τῇ ἐπιστασίᾳ τῶν ἁρμοδίων Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων, ὅπως τηρῆται τὸ σχέδιον.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ σχέδιον θὰ ἦναι σύμφωνον μὲ τὰς προδιαγεγραμμένας ἀνάγκας τοῦ Δικαστηρίου.
§116Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 6 λοιπὸν τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐπὶ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ἀνεγέρσεως καὶ τῆς παραλαβῆς τῶν ἔργων κεκανονισμένη ἐπιτροπὴ δι’ ἕκαστον τῶν καταστημάτων συμπληροῦται διὰ τῶν ἁρμοδίων Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, προκειμένου περὶ καταστήματος περιλαμβάνοντος καὶ Ἐφετεῖον, ἢ τῶν ἁρμοδίων Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν διὰ τὰ ἄλλα καταστήματα.»
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§118Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐνταῦθα δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς λέξεως «ἐθνικοῦ» διὰ τῆς λέξεως «μεγάλου».
§119Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι εἰμὶ ἠναγκασμένος ἐκ πεποιθήσεως νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Νομίζω, ὅτι ὀρθότατα ἐτέθη «ἐθνικοῦ εὐεργέτου»· ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι, ἐκτὸς κοινωνικῶν τινων σχέσεων, οὐδεὶς πολιτικὸς δεσμὸς μὲ συνέδεσε ποτὲ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Συγγρόν. Οὐδέποτε ἐν ἐκλογαῖς συνέπραξα αὐτῷ, οὔτε εἰς τὰ πολιτικὰ φρονήματα ὑπήρξαμεν ποτὲ σύμφωνοι. Καὶ ἐν ζωῇ ὅμως εὐηργέτησε τὸ ἔθνος, καὶ ἐὰν μετὰ θάνατον ὁ Ἀνδρέας Συγγρὸς δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ «ἐθνικὸς εὐεργέτης», τότε οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ἀξιώσῃ τὸν τίτλον τοῦτον. Διότι διέθεσε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ οὐ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ὅτε ἐπυρπολήθησαν π. χ. τὰ ἐθνικὰ καταστήματα τῆς Θεσσαλονίκης, αὐτὸς ἐδαπάνησε 400,000 δραχμάς...
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ καταφεύγετε εἰς λεπτομερείας, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς.
§121Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πιθανόν... Ὅτε πάλιν τὰ φιλανθρωπικὰ Ταμεῖα καὶ αἱ φιλανθρωπικαὶ Ἑταιρεῖαι ἐκινδύνευον νὰ πέσωσιν, αὐτὸς ἔσωσεν αὐτὰς διὰ τῆς διαθήκης αὐτοῦ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀμφισβητῶμεν τὸν τίτλον τοῦ «ἐθνικοῦ εὐεργέτου». Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πολιτικῶν φρονημάτων, καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς, τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅμως, ὅτι τόσον ἡ διαθήκη, ὅσον καὶ ὁ μετὰ ταῦτα ἐπακολουθήσας κωδίκελλος αὐτοῦ, ἀπέδειξαν, ὅτι δικαίως ἡ Κυβέρνησις ἀπένειμεν αὐτῷ τὸν τίτλον τοῦ «ἐθνικοῦ εὐεργέτου». Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὤφειλε νὰ ὑποχωρήσῃ τόσον εὐκόλως εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ.
§122Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ παρατηρῶ πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὀνομασθῇ ὁ Ἀνδρέας Συγγρὸς ἐθνικὸς εὐεργέτης, οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ὀνομασθῇ· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι εἰς παρῳχημένους χρόνους γνωστοὶ ἄνδρες παρ’ ἡμῖν ἐθυσίασαν ἑκατομμυρίων περιουσίαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διακρίνομεν τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ ἔθνος. Ἄν καὶ τώρα καὶ πάντοτε θέλομεν ὀνομάζει εὐεργέτιδας τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις, τὸ ὀφείλομεν διότι αὗται συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ πολέμου καὶ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς χώρας, τῆς ἀπαρτισάσης τὸ Βασίλειον. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρέπον νὰ δίδωμεν τὸν τίτλον τοῦ ἐθνικοῦ εὐεργέτου διὰ τὰς δωρεὰς, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλο ἵδρυμα ἐν Ἑλλάδι. Πρέπει δὲ νὰ ὀνομάζωμεν ἐθνικοὺς εὐεργέτας ἐκείνους, ὧν αἱ ὑπηρεσίαι συνδέονται μετὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ εὐημερίας τοῦ ἔθνους.
§124ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. συνάδελφον ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, ὄχι διότι ὅσα λέγει δὲν εἶναι ὀρθὰ, ἀλλὰ διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ μακαρίτης Συγγρὸς, πρὸς ὃν μάλιστα ζῶντα ἦλθον εἰς διαφωνίας πολιτικὰς, καὶ ἴσως πολλοὶ ἐνθυμοῦνται, ὅτι κατ’ αὐτοῦ, ὡς Βουλευτοῦ, ὁμιλήσαντος ἄλλοτε διὰ τὰ ἀτμοπλοϊκὰ, ἀπήντησα ἀρκετὰ δριμέως, προσέφερεν εἰς ἀνάγκας ἐθνικὰς καὶ εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ λειτουργίᾳ δὲν ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τὴν ἐθνικὴν, τόσον μεγάλα ποσὰ, θὰ ἦναι ὀρθὸν νὰ μὴ γείνῃ τόση συζήτησις.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἀντὶ παντὸς ἄλλου ὀνόματος ἐθνικοῦ ἤ ἄλλου εὐεργέτου, ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἐγράφετο «δαπάναις Ἀνδρέου Συγγροῦ».
§126Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἂς τεθῇ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν τῇ παραλίᾳ Καλαμῶν, καὶ περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τούτου». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΒʹ τοῦ 1897 «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». 2) Περὶ τῆς δι’ ἐνοικιάσεως διαθέσεως τοῦ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΒʹ τοῦ 1892 δημοσίου ἐσόδου).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ παρεχομένου σιγαροχάρτου». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Βʹ μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας συμβάσεως, καὶ κατασκευῆς ἄλσους ἐν Κηφισιᾷ».
§131Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς ἐδήλωσα καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς παράδοξον πρᾶγμα, προκειμένου περὶ καλλωπισμοῦ κωμοπόλεως λίαν προσφιλοῦς τοῖς τε κατοίκοις τοῦ ἄστεως καὶ ἐμοὶ μάλιστα, ν’ ἀντιταχθῶ, ζητουμένης τῆς βελτιώσεως αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένω συζητῶν τὸ νομοσχέδιον, τοῦτο προέρχεται ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ φανῶ χρησιμώτερος πρὸς αὐτὴν, παρ’ ὅσον φρονεῖ, ὅτι πράττει τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως, καθιεροῦσα καθαρῶς τὸ μονοπώλιον τῆς συγκοινωνίας ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν, οὐδαμῶς συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς κωμοπόλεως ταύτης. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὰ τῆς συγκοινωνίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέον ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθερα. Ποτὲ δὲ δὲν ἠκούσθη, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας προκαλεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα σήμερον νὰ φανῇ ὠφέλιμος καὶ τῇ Κηφισιᾷ καὶ τῷ ἄστει, ἔσπευσεν ὑπὲρ τὸ δέον, οὐχὶ ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, οὔτε ὑπὲρ τῆς Κηφισιᾶς, ἀλλ’ ὑπὲρ ὡρισμένης Ἑταιρείας. Διατὶ ἔπραξε τοῦτο, οὐδόλως εἰμὶ ἁρμόδιος νὰ εὕρω. Βεβαίως ὅμως ἐκ κακῆς σκέψεως καὶ πολλοῦ ζήλου. Τὸ pas trop de zéle ἐλησμονήθη ἐντελῶς κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Πρέπει νὰ ἦναί τις Ἀθηναῖος, καὶ νὰ ἐνθυμῆται τὴν κατάστασιν τῆς Κηφισιᾶς οὐχὶ πρὸ ἀμνημονεύτου χρόνου, ἀλλὰ πρὸ πέντε καὶ εἴκοσιν ἐτῶν, ἵνα ἴδῃ τὴν κολοσσιαίαν πρόοδον αὐτῆς. Ἐὰν ἀνέλθῃ εἰς ὀλίγῳ παλαιοτέραν ἐποχὴν, πράγματι ἔκπληκτος θέλει μείνει ἐπὶ τῇ προόδῳ τοῦ χωρίου ἐκείνου. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ὡραίαν ἐκείνην ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὀλίγοι προύχοντες τῶν Ἀθηνῶν, ἔχοντες ἐκεῖ μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, ἀπετέλουν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν παρεπίδημον ἀριστοκρατίαν ἐν τῷ χωρίῳ. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα Ὄθωνα παραθερίζοντα ἐν Κηφισιᾷ, ἐπισκεπτόμενον τὸν Πλάτανον, καὶ συνομιλοῦντα μετὰ τῶν προυχόντων τῆς τε κωμοπόλεως καὶ τῶν Ἀθηνῶν, οἵτινες ὀλίγοι μετέβαινον ἐκεῖ κατὰ τὸ θέρος. Ἦτο ποιητικὴ ἀληθῶς ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ χωρίου. Τρεῖς ἢ τέσσαρες μεγάλαι ἐπαύλεις ἀπετέλουν τὸ ἐκλεκτὸν μέρος τοῦ χωρίου, καὶ ἐχρησίμευον ὡς ξενῶνες τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, τῶν ἐλάχιστα ἐπισκεπτομένων τὴν κωμόπολιν τότε. Δὲν παρῆλθον πολλὰ ἔτη, καὶ ἡ πρόοδος τοῦ χωρίου ἐγένετο καταφανής. Ὅτε δὲ ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς ἔσχε τὴν εὐγενῆ πρωτοβουλίαν, ἐφ’ ᾗ μεγάλην εὐγνωμοσύνην ὀφείλουσιν αὐτῷ οἵ τε κάτοικοι τοῦ χωρίου καὶ οἱ τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα διὰ ζωηροτέρας δράσεως δώσῃ ὤθησιν μεγάλην εἰς τὴν κωμόπολιν, καὶ ὅταν ἀναμιμνήσκωμαι τοῦ παρελθόντος χρόνου σήμερον, ἐκπλήττομαι ἀληθῶς πρὸ τῆς προόδου τοῦ τόπου ἐκείνου. Ἡ πρόοδος τῆς κωμοπόλεως δὲν βαίνει κανονικῶς καὶ ὁμαλῶς, βαίνει γιγαντιαίοις τοῖς βήμασι, καὶ θέλει οὕτως ἐξακολουθεῖ, ἐφ’ ὅσον ἀτυχῶς τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῶν Ἀθηνῶν μένει ἐκκρεμὲς, ὡς δ’ ἐργαζόμεθα, θέλει μείνει ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον ἐκκρεμὲς, καθάπερ φοβοῦμαι, ὡς θέλω ἀποδείξει, ὅταν τὰ περὶ τούτου συζητηθῶσιν. Ἡ κωμόπολις τῆς Κηφισιᾶς εἶναι λοιπὸν καὶ ἔσεται τὸ ἄσυλον τῶν κατοίκων τοῦ ἄστεως καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἡ πρόοδος αὐτῆς ἔσεται καταπληκτική. Τὰ πράγματα ὁμιλοῦσιν ἀντὶ τῶν λόγων. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ μεταβῆτε κατὰ τὸ θέρος δι’ οἱουδήποτε τῶν συρμῶν τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐπιστρέψητε ἐκ Κηφισιᾶς, καὶ θέλετε ἴδει τὴν σπουδὴν καὶ τὴν ἔξαλλον προθυμίαν τῶν κατοίκων τῶν τε Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ὅπως μεταβαίνωσιν εἰς Κηφισιάν. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῇ νὰ μετρήσῃ πόσα μέγαρα καὶ ἐπαύλεις κατηρτίσθησαν καὶ ᾠκοδομήθησαν ἐν ὀλιγίστῳ χρόνου διαστήματι ἐν Κηφισιᾷ, θέλει θαυμάσει. Ἀνέλθετε εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ χωρίου, καὶ ἐπισκοπήσατε, καὶ θέλετε νομίσει, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν μεγάλῃ ὁπωσοῦν, βεβαίως ὅμως ἀπεράντῳ πόλει. Ἔκτασις ἄπειρος φυτειῶν πολλαπλῶν, πανταχοῦ ὡραῖαι καὶ καλλιμάρμαροι οἰκοδομαί, ἡ μία πρωτοτυπωτέρα τῆς ἄλλης, καὶ ἐπὶ κάλλει πρὸς ἀλλήλας ἁμιλλώμεναι καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς, ἀπέναντι τοιαύτης πασιδήλου καὶ οὕτως εἰπεῖν ὑψουμένης προόδου, ἐρχόμεθα τί νὰ πράξωμεν; Νὰ καταστείλωμεν τὴν πρόοδον αὐτὴν, νὰ κωλύσωμεν τὴν μετάβασιν τῶν κατοίκων, διὰ τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως καθιεροῦντες τὴν μονοπωλίαν τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ταῦτα πάντα πρὸς τίνα σκοπόν; Ἐνῷ, Κύριοι, πρὸ τοῦ 1882 ἔτους δὲν ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ μονοπωλία τῆς ἐκεῖ συγκοινωνίας, ἐνῷ κατὰ τὸ 1882 ἔτος δὲν ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ περιστείλωμεν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας διὰ τὴν Κηφισιὰν, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀναχρονισμὸς, μετὰ εἴκοσιν ὅλα ἔτη νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ εἰκοσαετίας δὲν ἀπετολμήσαμεν κατὰ τῆς συγκοινωνίας; Καὶ μετὰ τὴν τεραστίαν ἔκτοτε αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ; Καὶ νὰ καθιερώσωμεν μονοπώλιον συγκοινωνίας δι’ εἴκοσιν ἀπὸ τοῦδε ἔτη, καθ’ ἃ ὁ πληθυσμὸς καταπληκτικώτερον ἔτι θέλει αὐξήσει; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις κατὰ τὰς Συνόδους ταύτας ἀξιόζηλον πολιτικὴν ἱκανότητα ἐπεδείξατο, ὅστις δὲν ἀντέταξε τὴν παράδοξον ἐκείνην ἐπιμονὴν παρωχημένων χρόνων, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἰδέας αὐτὰς, εἰς ἃς ὑποθέτω, ὅτι, ὡς ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς, παρεσύρθη. Διότι ποσῶς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλλεν ἀντιρρήσεις πρὶν ἢ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ ὑπὸ τὴν προκειμένην σύμβασιν, βεβαίως ἤθελον ἐξευρεθῆ τρόποι, καθ’ οὓς τὰ συμφέροντα τοῦ Σιδηροδρόμου Λαυρίου νὰ μὴ ζημιωθῶσιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ μὴ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ ἄστεως, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων, καὶ ταῦτα ἐπὶ εἴκοσιν ὁλόκληρα ἔτη. Διότι εἶναι παρατηρημένον, ὅτι πανταχοῦ, ὅπου κῶμαι ἢ πόλεις ἔδειξαν τὰ σημεῖα τῆς γιγαντιαίας αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ὁ πληθυσμὸς προώδευσε κατὰ γεωμετρικὴν ἀναλογίαν. Διατὶ λοιπὸν, παρακαλῶ, αὐτὴ ἡ στοργὴ ὑπὲρ τοῦ Σιδηροδρόμου Λαυρίου; Διότι ὑποθέτω, ὅτι, ζητοῦντες νὰ καθιερώσητε μονοπώλιον συγκοινωνίας, δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν μακαρίαν ἐκείνην ἐποχὴν, καθ’ ἣν τμηματάρχαι τῶν Ὑπουργείων, φέροντες πάντες τότε πάντοτε ὑψηλοὺς πίλους, συνεκεντροῦντο εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Μακρυγιάννη, καὶ μὲ τοὺς ὑψηλοὺς αὐτοὺς πίλους ἐπὶ ὄνων κατήρχοντο καὶ ἐλούοντο εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον, ὡς μοὶ ἔλεγεν ὁ πατήρ μου, ὡς δὲ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐνθυμοῦμαι (γέλωτες). Ἀλλ’ ἐδοκιμάσατε νὰ ἐκδώσητε διὰ δημοπρασίας ἀνεξαρτήτως τὸ ἔργον; Ἐμελετήσατε, μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσητε τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ἐπικαρπίαν τοῦ ἄλσους διὰ δημοπρασίας, ἀνεξαρτήτως τῶν διαφόρων σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν; Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν διὰ νόμου ἐζητεῖτε καὶ ἐλαμβάνετε ἄδειαν τοιαύτην, πολλοὶ ἐπιχειρηματικοὶ ἄνδρες ἤθελον προσέλθει, ἵνα συναγωνισθῶσιν εἰς τοιούτου εἴδους ἀναμφισβητήτως ἐπικερδῆ ἐπιχείρησιν. Προκηρύξατε, ἔχοντες εἰς χεῖρας ὑμῶν τοιοῦτον νόμον, διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοιαύτην δημοπρασίαν, καθ’ ἣν ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη θέλει ἐπιτραπῆ ἡ κάρπωσις τοιούτου ἄλσους, —καὶ ὅταν λέγωμεν ἄλσος, δύο ἢ τρία μόνον ἔτη ἀπαιτοῦνται, ἵνα τοιοῦτον ἀποκατασταθῇ, διότι τὸ ἔδαφος ἐκεῖ καὶ ὑδροφόρον καὶ γόνιμον εἶναι—ἐπιτρέψατε τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν κερδοσκοπίαν νὰ κατασκευάσῃ τὸ ἄλσος, νὰ ἐγείρῃ ἐν αὐτῷ ξενοδοχεῖα, νὰ κτίσῃ καφενεῖα, νὰ πήξῃ θέατρον, παραχωρήσατε αὐτῇ μονοπωλιακῶς τὸν δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς φωτισμὸν τῆς Κηφισιᾶς, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι θέλετε ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τῶν ὑπερφιάλων ἀπαιτήσεων, τολμῶ νὰ εἴπω, τῶν αὐθαδῶν ἀπαιτήσεων τῆς «Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς». Διότι αὔθαδες εἶναι, ἐν τοιαύτῃ πόλει, ἐχούσῃ πληθυσμὸν 150,000 κατοίκων, ὅστις θέλει φθάσει μετὰ εἴκοσιν ἔτη εἰς 250,000, ἢ καὶ 300,000 ἴσως, πόλει συνδεομένῃ, ἄνευ διακοπῆς σχεδὸν, πρὸς ἑτέραν μεγάλην πόλιν, τὸν Πειραιᾶ, ὅστις μετὰ εἴκοσιν ἔτη βεβαίως θέλει ἔχει 150,000 κατοίκους, αὔθαδες εἶναι νὰ ἀξιῶμεν, ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη νὰ καταπιέζωμεν τοὺς πληθυσμοὺς τῶν δύο τούτων πόλεων, νὰ συνωθῶμεν δίκην ζῴων τοὺς κατοίκους εἰς τὰς γραμμὰς τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, καὶ νὰ λέγωμεν: «Δὲν ἐπιτρέπομεν συναγωνισμόν. Θέλετε ἀναχωρεῖ οἱ παρὰ τὸ Ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου κατοικοῦντες, οἱ παρὰ τὴν λεωφόρον Κηφισιᾶς, ἢ ἐν τῷ Κολωνακίῳ, οἱ παρὰ τὴν συνοικίαν Μακρυγιάννη, ἢ ἐν Πλάκᾳ, θέλετε μεταβαίνει εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Λαυρίου, θέλετε ἐπιβιβάζεσθαι ἐκεῖ ἀναμὶξ ἐν βαγονίοις αʹ καὶ γʹ θέσεως, συνωστισμένοι ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, καὶ θέλετε δουλεύει ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη εἰς τὸν σιδηρόδρομον αὐτόν.» Διὰ ποίαν αἰτίαν; Ποίας ὑπηρεσίας, τόσῳ μεγάλας, προσέφερε; Ἐγὼ βεβαίως οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ᾖμαι κατὰ τῆς Ἑταιρείας ταύτης· φίλοι καὶ συγγενεῖς μού εἰσιν ὑπάλληλοι αὐτῆς· τὸ προσωπικὸν πάντοτε καθ’ ὅλας τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὅτε ἤμην φίλος τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ ὅτε δὲν ἤμην, συνέρρεεν εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ μὲ ἐψήφιζε, καὶ θέλει μὲ ψηφίζει· τοιαύτην ἔχω πεποίθησιν, διότι λέγω τὴν ἀλήθειαν. Μὲ ἔστειλαν οἱ συμπολῖταί μου ἐδῶ, ἵνα προστατεύσω τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· οὔτε εἶμαι μέτοχος τῆς «Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων», οὔτε εἶμαι μέτοχος ἄλλης τινὸς Ἑταιρείας ἐν Ἑλλάδι, οὐδὲ συμφέρον ἔχω ἐξ αὐτῶν· φίλοι μου καὶ συγγενεῖς μου μᾶλλον συνδέονται πρὸς τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς»· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐξεγερθῶ κατὰ τοιαύτης ὑπερφιάλου ἀναχρονιστικῆς ἀπαιτήσεως, ἀπαιτήσεως ἐχθρικῆς πρὸς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τὸν Πειραιᾶ, ἀλλ’ ἐχθρικῆς καὶ πρὸς τὸ Ἀμαρούσιον, καὶ πρὸς τὴν Κηφισιὰν, καὶ ἰδιαίτατα πρὸς τὸ Χαλάνδριον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας ὅπως εὐαρεστούμενος δεχθῇ νὰ ἀποσύρῃ τὴν σύμβασιν ταύτην· θέλει εἶσθαι μία ἔτι ἀπόδειξις τῆς εἰλικρινείας τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ἐφ’ ᾗ καὶ πάλιν οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ συγχαρῶ αὐτῷ, καίτοι πολὺ ἀπέχω τοῦ νὰ παραδέχωμαι τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σταδίους ὅλους ἀπέχω ἀπὸ τῶν φρονημάτων καὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐμελετήθη μετὰ τῆς «Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων» τὸ ζήτημα τῆς ἀνανεώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἑνώσῃ τὰς Ἀθήνας τῇ Κηφισιᾷ διὰ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου; Παντάπασιν. Ἐγὼ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, γνωρίζων τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα, τὸ διακρίνον τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Ἱπποσιδηροδρόμων», ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προκαλέσει συνεννόησιν περὶ παραχωρήσεως αὐτῇ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἑνῶσαι τὰς Ἀθήνας τῇ Κηφισιᾷ διὰ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου, ἡ Ἑταιρεία ἤθελε δεχθῆ τὴν ἕνωσιν ταύτην. Ἂν μάλιστα, ὡς προτείνω, ἡ ἐπιχείρησις τοῦ ἄλσους κατασταθῇ ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοτελής, ἂν ἡ Ἑταιρεία τοῦ ἄλσους συνδυάσῃ τὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης καὶ πρὸς τὸν δι’ ἠλεκτρισμοῦ φωτισμὸν τῆς κωμοπόλεως Κηφισιᾶς, ἐνισχύεται ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ «Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων» εὐχαρίστως ἤθελε δεχθῆ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἑνῶσαι τὰς Ἀθήνας τῇ Κηφισιᾷ διὰ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου. Διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Σιδηρόδρομος Λαυρίου δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν μονοπωλιακὴν ἐργασίαν τῆς συγκοινωνίας Ἀθηνῶν, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, βεβαίως ἡ συρροὴ εἰς τὴν Κηφισιὰν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔσεται εὐθὺς ἀμέσως μεγίστη, πολὺ μείζων τῆς σήμερον, καὶ οὕτω ἄπειρος κόσμος εὐχαρίστως ἤθελε μεταβαίνει εἰς Κηφισιὰν διὰ τοῦ Τροχιοδρόμου, διερχομένου μάλιστα διὰ Χαλανδρίου καὶ Ἀμαρουσίου. Ἐγὼ μάλιστα σφόδρα ὑπολήπτομαι τὴν καλαισθησίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν ἐρωτήσητε αὐτόν, τίνα ὁδὸν ἤθελε προτιμήσει, ἵνα μεταβῇ εἰς Κηφισιάν, τὴν τοῦ Σιδηροδρόμου Λαυρίου, ἢ τὴν τοῦ Τροχιοδρόμου, ἐπὶ τοῦ ὑψηλοτέρου ἐδάφους, ἤθελεν ἀπαντήσει τὴν δευτέραν, τὴν ἀρχαίαν ἐκείνην ὁδὸν, τὴν ἀναμφιλέκτως ὡραιοτέραν καὶ τερπνοτέραν. Ἀλλὰ καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, οἱ κατοικοῦντες τὰ ἀνατολικομεσημβρινὰ τῆς πόλεως μέρη, ἤθελον ἀνέρχεσθαι εἰς Κηφισιὰν διὰ τοῦ Τροχιοδρόμου, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ Σιδηροδρόμου Λαυρίου. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, θέλομεν ἔχει καὶ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι παρέχομεν συγκοινωνίαν καὶ εἰς τὸ ἀνατολικομεσημβρινὸν μέρος τοῦ Ἀμαρουσίου, οὗτινος οἱ κάτοικοι διὰ τοῦ Ἱπποσιδηροδρόμου θέλουσιν εὐκολώτερον καὶ ἀμέσως συγκοινωνεῖ πρὸς τὰς Ἀθήνας, θέλομεν δὲ παράσχει καὶ πλήρη συγκοινωνίαν εἰς τοὺς Κηφισιεῖς, τοὺς πέραν τοῦ Πλατάνου πρὸς τὰ Ἁλώνια καὶ τὸ Κεφαλάρι οἰκοῦντας, οἵτινες σήμερον ὁδεύουσι μακρὰν ὁδὸν, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὸν ἐν Κηφισιᾷ Σταθμὸν τοῦ Σιδηροδρόμου Λαυρίου. Ἄλλο ἐπιχείρημα, ἵνα ὑποστηρίξωμεν τὴν διὰ παντὸς μέσου, καὶ οὐχὶ τὴν διὰ τῆς μονοπωλίας, συγκοινωνίαν τῆς Κηφισιᾶς, εἶναι, ὅτι, ἐὰν ὁ Ἱπποσιδηρόδρομος, διερχόμενος διὰ Χαλανδρίου, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, φθάνῃ εἰς θέσιν Κεφαλάρι, θέλομεν ἴδει ἐκεῖ ἐπίσης ἱδρυόμενα μεγάλα καὶ ὡραιότατα ἄλση, πολὺ μεγαλείτερα καὶ τερπνότερα ἐκείνου, ὅπερ φαντάζεσθε ὅτι θέλετε ἱδρύσει ἐν τῷ στενῷ ἐκείνῳ χώρῳ τῆς συμβάσεως. Καὶ ἀφοῦ πολλάκις ἰδίᾳ ἐμνημόνευσα τῶν δύο χωρίων, Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισιᾶς, πῶς νὰ μὴ ἐγείρω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ Χαλανδρίου, οὗτινος ὁ πληθυσμὸς ὁσημέραι αὐξάνει, χωρίου δὲ τερπνοτάτου καὶ ὑγιεινοτάτου ἅμα; Πῶς νὰ μὴ ὑψώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ Χαλανδρίου, ὅπερ ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν καταδικάζετε εἰς ἔλλειψιν πάσης συγκοινωνίας, εἰς στασιμότητα, οὗτινος δὲ τὴν ἐξέγερσιν βεβαίως θὰ ἀντελήφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεσκέφθη αὐτόν;... Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ συνετέλεσα νὰ ἐπισκεφθῶσιν ὑμᾶς ὀλίγοι χωρικοὶ δι’ ἐπιτροπῆς, διότι ἄλλως καὶ αἱ γραῖαι αὐταὶ τοῦ χωρίου ἤθελον ἐπισκεφθῆ ὑμᾶς, ἵνα καθ’ ὑμῶν διαμαρτυρηθῶσιν, ἐπὶ τῇ παραλείψει δὲ τῆς ἐπισκέψεως ταύτης μοὶ ὀφείλετε χάριν. Καὶ νῦν μάλιστα, Κύριοι, ὅτε διαπραγματεύσεις διεξάγει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἱπποσιδηροδρόμων περὶ τῆς δι’ ἠλεκτρισμοῦ ἕλξεως τῶν συρμῶν αὐτῆς, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι περίστασις νὰ μελετηθῇ ἐπακριβέστερον τὸ θέμα τοῦτο; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὅσοι ἔχουσι ζωντανὴν τὴν εἰκόνα τοῦ μέρους, ἐν ᾧ ἡ σύμβασις προτίθεται νὰ φυτεύσῃ τὸ ἄλσος, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἐνθουσιασμένοι λίαν μὲ τὸ ἄλσος αὐτό. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὄντος—ἵνα ὁμιλήσω μαθηματικῶς—κατὰ τὰ 9/10 Κηφισιέως, τὸ μέρος, ἐν ᾧ πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἄλσος, εἶναι τὸ χείριστον τῆς Κηφισιᾶς. Ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν πάππων μου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐθεωρεῖτο τὸ θερμότερον. Καὶ εὐθὺς, ὡς θέλει ἐξέρχεσθαι ὁ κόσμος τοῦ συρμοῦ, θέλει ὁδηγεῖσθαι καὶ συνωθεῖσθαι, καθ’ ὃν τρόπον συνωθοῦνται οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι κατὰ τὸ θέρος εἰσιτήρια τοῦ Σιδηροδρόμου Κηφισιᾶς, ἢ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου Σιδηροδρόμου τοῦ κόσμου. Εἶναι ἓν μακρυνάρι αὐτὸς ὁ χῶρος· αὐτὸ τὸ μακρυνάρι, τὸ στενὸν (δεικνύει τὸ σχέδιον) θὰ λέγηται «τὸ ἄλσος»! εἰς ὃ δίκην προβάτων, δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν ὠθοῦντες τὸν κόσμον, θέλουσιν ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ εἰσερχώμεθα. Ἄλσος!—μὲ συγχωρεῖτε ἐπὶ τῇ ἐκφράσει, —ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω αὐτήν...
§132Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία μάνδρα!
§133Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἄλσος! Εἴπετε μᾶλλον: «Κολοκύνθια μὲ τὴν ῥήγανην»! Ἀλλὰ συνηθίσαμεν νὰ διαφημίζωμεν ὅλα τὰ πράγματα: «Τὰ γραφεῖα» (!) τῆς ἐφημερίδος τάδε! Τὸ «ἄλσος τῆς Κηφισιᾶς!» Ἄλλοτε ἐλέγομεν: «Τὸ γραφεῖον τῆς ἐφημερίδος», «ἡ αἴθουσα». Τώρα «αἱ αἴθουσαι»! Καὶ εἰσερχόμεθα μετὰ ταῦτα εἰς δωμάτιον δύο τετραγωνικῶν μέτρων ἐμβαδοῦ. Αὐτὸ εἶναι «τὸ ἄλσος»!
§134Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μία στροῦγκα!
§135Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ μὴ κατασκευασθῇ τὸ ἄλσος αὐτό. Ἂς γείνῃ. Ἀλλ’ ἀφήσατε νὰ ἱδρυθῇ καὶ ἄλλο, περὶ τὸ Κεφαλάρι, διὰ τοῦ Ἱπποσιδηροδρόμου. Ὁμιλῶ οὕτω, καίτοι αἱ περὶ τὸ Κεφαλάρι γαῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι κτῆσις ἰδιωτικὴ, διότι ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον τῇ Μονῇ τῶν Ἀσωμάτων. Ἐγὼ δὲ ἐν Κηφισιᾷ οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς ἔχω, Κύριοι, ἔχω ὅμως ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν μου,— καὶ ὁ Θεὸς ἄλλως μ’ ἐβοήθησε νὰ διαγινώσκω τὰ βουλεύματα αὐτῶν — οἵτινες πάντες εἰσὶν ἐναντίον αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ὡς ὑποβάλλεται. Ἀφήσατε λοιπὸν ἐλεύθερον τὸν συναγωνισμὸν, ἀφήσατε ἐλεύθερον τὸ πνεῦμα τῆς κερδοσκοπίας, ἀφήσατε ἐλευθερίαν εἰς ὅλας τὰς Ἑταιρείας τῆς συγκοινωνίας, καὶ τότε μόνον θέλετε καταστήσει τὰ μέρη ἐκεῖνα εὐάρεστα ἐνδιαιτήματα οὐ μόνον κατὰ τὸ θέρος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα ἀκόμη. Διατὶ, πρὸς Θεοῦ, τὰ προνόμια αὐτὰ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς; Οὐδένα λόγον βλέπω συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, ὡς ὑποβάλλεται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, 600,000 δραχμαὶ ὑπὲρ τῆς Κηφισιᾶς. Διατὶ τάχα νὰ μὴ δαπανηθῇ ποσόν τι ἐκ τοῦ μεγάλου τούτου κεφαλαίου καὶ ὑπὲρ τοῦ Ἀμαρουσίου;
§136Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§137Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε καὶ 500,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξωδεύθησαν κατὰ τὸ 1891 ὑπὲρ τῆς Κηφισιᾶς;
§138Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἵτινες ἐκ διαφόρων λόγων, εἴτε ὀρέξεως, εἴτε ἰδιοσυγκρασίας, προτιμῶσι τὸ Ἀμαρούσιον. Διατὶ τάχα αὐτὰ τὰ προνόμια μόνον ὑπὲρ τῆς Κηφισιᾶς;
§139Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν πλουτοκρατίας!
§140Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, δίδομεν προνόμιον εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην ἐπὶ εἰκοσαετίαν. Ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ κανονισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων; Οὐχί! Μονοπώλιον, καὶ ἐλευθερία περὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κανονισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων! Ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ βελτιώσεως τῆς γραμμῆς; Βεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, — τοῦθ’ ὅπερ ἄλλως καὶ γνωρίζετε — ὅτι, ὅσην ὥραν δαπανᾶτε, ἵνα μεταβῆτε εἰς Κηφισιὰν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, τόσην ἀκριβῶς δαπανᾶτε καὶ δι’ ἁμάξης! Καὶ αὐτὸ καλεῖται Σιδηρόδρομος! Ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς ταχύτητος; Τίποτε! Ἡ κοινὴ ὁμιλία ἐν τοῖς βαγονίοις κατὰ τὸ θέρος εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπελπιστικὴ βραδύτης. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, καίτοι δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου ὅμως νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ ὡς ἔχει, ὑπὸ τοὺς ἐπαχθεστάτους αὐτοὺς ὅρους διά τε τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ διὰ τοὺς κατοίκους τῶν τριῶν χωρίων, πολὺ θέλω σκεφθῆ, ἐὰν δύναμαι νὰ δώσω λευκὴν ψῆφον, καὶ μᾶλλον θέλω καταψηφίσει.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν; Τὴν γνώμην μου ἐπιφυλάσσω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλὰ διελεύκανε δι’ ὅσων ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐξέθηκε, καὶ ὅτι τινὰ τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἔχουσιν ὀρθῶς. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξαλείψῃ ἐντελῶς τὰς ἰδέας τὰς ἀντιτιθεμένας εἰς τὴν τοιαύτην λύσιν τοῦ ζητήματος, ζητήματος, ὅπερ πάντως, ἐκεῖ ὅπου ἔχουσι φθάσει τὰ πράγματα, ἔπρεπε νὰ λυθῇ. Ἤθελεν εἶναι συντελεστικὸν εἰς τὴν ὁριστικὴν μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἐκδήλωσιν γνώμης ἐπ’ αὐτοῦ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου συνοπτικῶς ἀνέφερεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συναγάγωμεν τὰ ἐξ αὐτῶν πορίσματα. Ἀλλὰ θέλω πρὸς τούτοις παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, εἴτε διὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, εἴτε διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑταιρείας, νὰ πορισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὑπολογισμὸς τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, δι’ ἧς θέλει ἐντὸς εἴκοσιν ἐτῶν ἐξαλειφθῆ τὸ χρέος τῶν 600,000 δραχμῶν· διότι βλέπω ἐν ἄρθρῳ 6 τῆς συμβάσεως, ὅτι (ἀναγινώσκει) «διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τυχὸν τόκων καὶ πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δαπανηθησομένου ποσοῦ τῶν 600,000 δραχμῶν ἐπιτρέπεται τῇ Ἑταιρείᾳ νὰ κρατῇ ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων αὐτῆς δραχμὰς 30,000 κατ’ ἔτος ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη.» Θέλω νὰ ἴδω, ἐὰν ἡ προθεσμία δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 1%, ὅπερ παραδέχεται ἡ Κυβέρνησις ὡς βάσιν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν 600,000 δραχμῶν καὶ τῶν τόκων αὐτῶν.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἦναι ἐλάχιστον.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐζήτησε τόκον.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία δαπανᾷ 600,000 δραχμάς. 600,000 πρὸς 5% εἶναι 30,000.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μόνον τὸ χρεωλύσιον. Τότε βεβαίως εἶναι περιττὴ ἡ πληροφορία. Ἐν τούτοις ἐπιφυλάσσομαι, μετὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
§149Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ τροπολογηθῇ τὸ δεύτερον ἄρθρον τῆς συμβάσεως. Ἂν ἀναγνώσω τὸ κείμενον τῆς τροπολογίας, θέλει κατανοηθῆ ὁ σκοπὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος συμπίπτει καὶ μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς (ἀναγινώσκει): «Δύναται καὶ ἄλλο μέρος νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἵδρυσιν ἄλσους, ἂν ἤθελε κριθῆ καταλληλότερον τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ὁριζομένου.» Ἤθελεν ὄντως εὐκολύνει τὴν ἐξαγορὰν τοιαύτη εὐκολία, διδομένη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, διότι ἐνδέχεται ἡ ἐξαγορὰ τῆς ὁριζομένης ἐν τῇ συμβάσει ἐκτάσεως νὰ ἀπαιτήσῃ τόσον ποσὸν, ὥστε ν’ ἀπορροφήσῃ τὸ ὅλον τοῦ προσδιοριζομένου, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ ποσὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἄλσους.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπόκτησις τοῦ ἐδάφους θὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνδέχεται νὰ παραγάγῃ τοῦτο δικαστικοὺς ἀγῶνας.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ, ἀφοῦ ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως;
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί κωλύει νὰ ἔχητε καὶ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν;
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φοβοῦμαι ὅτι θ’ ἀρχίσωσι μεγάλαι ἐνέργειαι, καὶ θὰ εὕρωμεν ἐξ αὐτῶν μεγάλα προσκόμματα. Ἄλλως τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ἐν τῇ συμβάσει προσδιοριζομένου χώρου, δὲν εἶναι ἄλλο μέρος κατάλληλον. Ὑπῆρχε τὸ Στροφύλι, ἀλλ’ ἐκεῖ οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ συγκεντρωθῇ κόσμος.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 τῆς συμβάσεως ὑπάρχει τυπογραφικὸν λάθος. Ἀντὶ «ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6 ὁριζομένων προθεσμιῶν», νὰ τεθῇ «ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῶν ἄρθρων 4 καὶ 7 ὁριζομένων προθεσμιῶν».
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ διορθωθῇ. Ὁ κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως. Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 256). (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐλαχίστων ὅρων τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ διαστάσεων τῶν ἐν Κηφισιᾷ οἰκοπέδων».
§160Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀποκρούσω αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Διὰ τοῦτο δὲν δυσκολεύομαι νὰ προβῶ καὶ ἐκ δευτέρου εἰς ἀπόκρουσιν αὐτοῦ, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι προσφέρω ὑπηρεσίαν τοῖς συμπολίταις μου. Καὶ κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν ἀρχικῶς καὶ ἱστορικῶς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν Κηφισιᾷ, ὁποία τις ἦτο καὶ πῶς συναπετελεῖτο. Ἡ Κηφισιὰ ἀνέκαθεν, καὶ πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως ἀκόμη, ἦτο τὸ ἐλαιοφόρον χωρίον τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ εὔγευστον ἔλαιον, τὸ ἀρίστης ποιότητος ἔλαιον τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἐκείνους χρόνους προήρχετο ἐκ τῆς Κηφισιᾶς. Ἡ κυρία καλλιέργεια τῆς Κηφισιᾶς ἦτο ἡ τῆς ἐλαίας. Διὰ τοῦτο οἱ ἐκ τῶν πρεσβυτέρων θὰ ἐνθυμοῦνται, ὅτι τὰ μεγαλείτερα τῶν ἐκεῖ κτημάτων ἀπετελοῦντο ἐξ ἐλαιοτεμαχίων. Διατὶ λέγω ταῦτα; Βεβαίως ὑπάρχει τις σκοπός. Πᾶς κάτοικος τῆς Κηφισιᾶς, ἐκ τῶν γηγενῶν, ἔχων τέκνα, καὶ θέλων νὰ διανείμῃ τὴν περιουσίαν αὑτοῦ, νὰ προικίσῃ τὰ τέκνα αὑτοῦ, παρεχώρει λοιπὸν αὐτοῖς ἐλαιοτεμάχια. Εἶναι δὲ παρατηρημένον, Κύριοι, ἐξ ἀρχαίων χρόνων τὸ ἑξῆς, ὅπερ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος συμβαίνει. Πλουσιώτατοι χωρικοὶ ἐν Κηφισιᾷ οὐδέποτε συνέστησαν προῖκα ὑπὲρ τέκνου αὑτῶν ἐξ ἑνὸς μεγάλου ἐλαιοτεμαχίου, ἀλλὰ πάντοτε ἐκ μικρῶν καὶ ἐν περιφερείαις διαφόροις. Πεντήκοντα ἐλαιόδενδρα π.χ. εἰς τὸ Συναρὶ, 30 ἐλαιόδενδρα εἰς τὸ Κεφαλάρι, ἄλλα 30 ἐλαιόδενδρα εἰς τὰ Ἐπάνω Ἀμπέλια, 50 εἰς τὸ Στροφύλλι, κλπ. Λόγον δὲ ἔχει τοῦτο τὸν ἑξῆς· εἶναι παρατηρημένον, ὅτι, καὶ ὁσάκις ἀκόμη ὑπάρχῃ ἐλαιοκαρπία, συμβαίνει ἔν τινι τῶν θέσεων νὰ μὴ παραγάγωσι τὰ δένδρα καρπόν. Διὰ τοῦτο, προνοητικώτατοι αὐτοὶ οἱ ἀρχαῖοι Κηφισιεῖς, ὡς καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, ἐφρόντιζον, ὅπως τὴν προῖκα πρὸς τὰ τέκνα αὑτῶν, τὴν διανεμομένην περιουσίαν πρὸς τὰ τέκνα αὑτῶν, τεμαχίζωσι κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον, ὥστε πολλαχοῦ ἕκαστον τῶν τέκνων νὰ κέκτηται ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, καὶ δὴ ἐν Κηφισιᾷ ἐλαιοτεμάχια. Καὶ διατὶ λέγω ταῦτα; Ἵνα καταρρίψω ἐκ θεμελίων τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι σήμερον, Κύριοι, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐλαιοφόροι ἐκτάσεις περιέχονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς κωμοπόλεως Κηφισιᾶς, καὶ μετεβλήθησαν εἰς οἰκόπεδα. Ἡ κωμόπολις ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Κεφαλαρίου, ἀπὸ τοῦ Νεκροταφείου, πρὸς τὰ Ἁλώνια, δηλ. ἀπὸ τῶν προπόδων σχεδὸν τοῦ Πεντελικοῦ, καὶ προχωρεῖ διὰ τοῦ Σταθμοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου πρὸς τὰ κάτω εἰς μακρὰν ἀπόστασιν. Ἐκτείνεται ἀφ’ ἑτέρου εἰς μεγίστην ἀπόστασιν πρὸς τὴν ὁδὸν Κηφισιᾶς, φθάνουσα σχεδὸν μέχρι τῶν προθύρων τῆς κωμοπόλεως Ἀμαρουσίου, καὶ διὰ τῶν ὁδῶν Μαραθῶνος καὶ Τατοΐου εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν. Ὅλη λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἔκτασις ἀποτελεῖται ἐξ ἐλαιοτεμαχίων. Ἑπομένως ὅλα τὰ τέκνα αὐτὰ τῶν ἀρχαίων χωρικῶν, ὅλαι αἱ νέαι οἰκογένειαι τῶν χωρικῶν σήμερον, Κύριοι, εἶναι ἰδιοκτῆται ἐλαιοτεμαχίων, τουτέστιν οἰκοπέδων, ἀλλ’ οἰκοπέδων μικρᾶς ἐκτάσεως. Ἐν ᾧ ἄρα καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ηὐτύχησαν, ἐκποιοῦντες τὰ ἄλλοτε μὲν ἐλαιοτεμάχια, σήμερον δὲ οἰκόπεδα αὑτῶν, ν’ ἀποκτήσωσι καὶ αὐτοὶ μικράν τινα περιουσίαν, ἐρχόμεθα διὰ τῆς πλουτοκρατικῆς αὐτῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, τῆς ὁριζούσης τὴν ἔκτασιν τὴν ἐλαχίστην τῶν οἰκοπέδων εἰς 2,667 πήχεις, ἐρχόμεθα, Κύριοι, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, νὰ δημεύσωμεν τὴν περιουσίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἐξώσωμεν καὶ ἐκπατρίσωμεν αὐτοὺς, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀρχαῖον Μπάρμπα–Λάμπρον καὶ τὸν ἀρχαῖον Μπάρμπα–Κόλιαν ὁ νεώτερος π.χ. κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν...
§161ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ἔχῃ κτήματα.
§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχετε. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δύνασθε νὰ κατορθώσητε ν’ ἀποκτήσητε πολλὰ κτήματα, ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκπατρίσωμεν τοὺς ἀρχαίους κατοίκους ἐκ τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ἠρξάμην ἀπὸ τῆς ἐξιστορήσεως κατὰ τίνα τρόπον τὰ κτήματα ἐδίδοντο ὡς προὶξ, ἢ διενέμοντο εἰς τοὺς υἱοὺς, ἢ τὰς θυγατέρας τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης. Ἔτυχε τέλος πάντων νὰ εὐτυχήσωσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ἐπέλθῃ εἰς τὴν ὄρεξιν τῶν Ἀθηναίων, ἵνα γένωνται καὶ αὐτοὶ ἰδιοκτῆται κτημάτων ἐν Κηφισιᾷ. Πιστεύω, ὅτι ἕως ἐδῶ εἶναι ὀρθὸν νὰ σταματήσωμεν. Εἶναι ἄδικον νὰ ξεκληρίσωμεν,—μάλιστα, αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις,—νὰ ξεκληρίσωμεν ἐντελῶς ἓν χωρίον, νὰ σπείρωμεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκεῖ τὴν πανώλην καὶ τὸν θάνατον κατὰ τῶν ἀρχαίων χωρικῶν, διατί; Ἵνα γείνωμεν ἡμεῖς κύριοι τῶν κτημάτων αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ἀναλυομένη εἰς τοὺς πραγματικοὺς αὐτῆς ὅρους. Καὶ φαίνεται, ὅτι αὐταὶ αἱ ὀρέξεις εἶναι καὶ ὀλίγον κολλητικαί, διότι Βουλευτής τις ἐκ τῶν συμπολιτῶν, ὑπουργικὸς, ἐμπνευσθεὶς ἐκ τῶν πλουτοκρατικῶν καὶ ἀριστοκρατικῶν αὐτῶν διατάξεων, καίτοι καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ πολὺ ἀπέχομεν τοῦ νὰ ἀνήκωμεν εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, ὁ κ. Σταυρόπουλος, ἐζήτησεν, ἵνα αἱ ὡραῖαι αὐταὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Κηφισιᾶς ἐφαρμοσθῶσι καὶ εἰς τὸ Ἀμαρούσιον! Ἀλλὰ, Κύριοι, παρακαλῶ, εἶναι κατάστασις αὐτὴ πραγμάτων, νὰ ἐγειρώμεθα διῶκται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν; Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδέποτε συνήθισα νὰ δημοκοπῶ ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος, οὐδὲ ἔχω ἀνάγκην τοιαύτης πολιτικῆς, ἵνα ἑλκύω τὴν συμπάθειαν τῶν συμπολιτῶν μου, πρὸς οὓς καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου ἐπὶ τῇ τιμῇ, δι’ ἧς μὲ περιβάλλουσι. Πάντοτε δὲ ἀπέφυγα, καθήμενος ἐκεῖ ἐπάνω, νὰ μετάσχω συζητήσεων, τεινουσῶν εἰς ἐπαιτείαν ψήφων. Βεβαίως ὅμως διὰ τῆς ψήφου μου ποτὲ δὲν θέλω δεχθῆ τοιαῦτα νομοθετήματα, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἄνθρωπος, ἐξελθὼν τῆς καλύβης τῆς πατρίδος αὑτοῦ Τριπόλεως, ἐντιμότατος, ὁ ἐμὸς συμπολίτης καὶ φίλος κ. Σταυρόπουλος ἐνόμισε, δὲν ἠξεύρω πῶς πλανηθεὶς, ὅτι γίνεται καὶ αὐτὸς ἀριστοκρατικὸς, ἐὰν τὰς διατάξεις περὶ οἰκοπέδων Κηφισιᾶς ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τὸ Ἀμαρούσιον, ὅπερ ἄλλος συνάδελφος παρέστησε προστυχότερον δῆθεν τῆς Κηφισιᾶς.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δημοτικώτερον.
§164Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τοῦτο γένηται νόμος τοῦ Κράτους. Κατὰ πρῶτον, — δι’ ὅπερ βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ καταλογίσω εὐθύνην τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸ εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν τερτιπίων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων γραφείων, — κατὰ πρῶτον, ἀντὶ μέτρων, τὸ νομοσχέδιον θέτει δύο κεφαλαῖα γράμματα Β. Π. (Βασιλικοὶ πήχεις). Ἀλλὰ βεβαίως ὅλοι γνωρίζουσιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρον...
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐδήλωσα ἐγώ.
§166Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑμεῖς βεβαίως... Ἀφίνω, ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα δὲν εἶναι αὐτή. Λοιπὸν 1500 μέτρα πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ οἰκόπεδον τετραγωνικά. Πολλαπλασιάσατε ἐπὶ τὸ 16, καὶ διαιρέσατε διὰ τοῦ 9, ἵνα εὕρητε τοὺς πήχεις. Πήχεις ἄρα 2667. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὁ χωρικὸς ἐν Κηφισιᾷ, ἢ καὶ ἐν Ἀμαρουσίῳ, κατὰ τὴν τροπολογίαν, οἰκόπεδον 2667 τετραγωνικῶν πήχεων, ἡ περιουσία αὐτοῦ αὕτη δημεύεται! Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς ἑκάστου πήχεως ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ σχεδίῳ τῆς Κηφισιᾶς; Κατ’ ἀκριβέστατον ὑπολογισμὸν, ὁ πῆχυς ἐκεῖ τιμᾶται δραχμὰς 2, 3 καὶ 4. Ἄρα δραχμαὶ 3 ὁ μέσος ὅρος. Λοιπὸν, ἵνα ἀποκτήσῃ τις κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν οἰκόπεδον ἐν Κηφισιᾷ, (διότι λαμβάνω τὸ ζήτημα ὑπ’ αὐτὴν τώρα τὴν πλευρὰν, ὡς πρὸς τὸ συμφέρον ἐκείνων, οἵτινες θὰ θελήσωσι ν’ ἀγοράσωσιν οἰκόπεδον ἐν Κηφισιᾷ, ἀφοῦ ὡμίλησα περὶ τῶν ἐχόντων οἰκόπεδα ἐκεῖ χωρικῶν, οἵτινες θέλουσι μείνει ἀνέστιοι,) λοιπὸν θέλετε νὰ ἀγοράσητε οἰκόπεδον ἐν Κηφισιᾷ· πρὸς 3 δραχμὰς ἕκαστος πῆχυς, δραχμαὶ 8,001· ἀλλ’ οἰκόπεδον 2,667 πήχ. ἀπαιτεῖ δαπάνην διὰ περιτοίχισμα δραχμῶν 2,500, δι’ ἀνόρυξιν φρέατος δραχ. 1,500. Ἀλλ’ ὅταν τοιουτοτρόπως δώσητε 12,000 δραχμὰς διὰ τὴν γῆν καὶ διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν, εἰμὴ νὰ οἰκοδομήσητε οἰκοδομὴν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀξίας 30,000 δραχμῶν. Διότι, ἐὰν οἰκοδομήσητε μικροτέραν, βεβαίως διὰ τοῦ μισθώματος δὲν θέλετε ἔχει, ἀναλόγως τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου, τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου ὑμῶν. Λοιπὸν τὸ σύνολον τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας, ἣν θὰ θελήσητε ν’ ἀποκτήσητε ἐν Κηφισιᾷ, ἔσεται 42,000 δραχμῶν. Ἐὰν μάλιστα γένηται δεκτὴ καὶ ἄλλη τις τροπολογία, ἣν ἀπορῶ, πῶς ὁ τόσον φιλόλαος καὶ τόσον ἀγαπῶν τὴν Κηφισιὰν κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ, καθ’ ἣν δὲ τὸ ἐμβαδὸν τῶν ἐκεῖ οἰκοπέδων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πρέπει νὰ ᾖναι 3,000 πήχεων τεκτονικῶν, τότε πρέπει νὰ αὐξήσητε τὸ διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰκοπέδου καὶ διὰ τὸ περιτοίχισμα ποσὸν ἀναλόγως εἰς δραχμὰς 43,312. Ἐὰν δὲ γένηται δεκτὴ καὶ ἡ προσθήκη περὶ ὑπονόμων καὶ πεζοδρομίων, τότε, Κύριοι, ἵνα ἀποκτήσῃ τις οἰκόπεδον τοσαύτης ἐκτάσεως ἐν Κηφισιᾷ, θέλει ἔχει ἀνάγκην 44,000 δραχμῶν περίπου. Πρὸς 6½%, δραχμαὶ 2860 ὁ ἐτήσιος τόκος. Ἐρωτῶ, ἀναγκάζοντες τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἵνα γένωνται ἰδιοκτῆται ἐν Κηφισιᾷ, ἢ ἀναγκάζοντες τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα μισθώνωσιν οἰκήματα ἐν Κηφισιᾷ, εἰς δαπάνην 2860 δραχμῶν διὰ τρεῖς μῆνας τοῦ θέρους, συντελεῖτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ καταστήσητε τὴν Κηφισιὰν εὐάρεστον ἐνδιαίτημα τοῖς κατοίκοις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς; Πολλοὶ ὀλίγοι ἔσονται αὐτοὶ οἱ εὐτυχεῖς ἡμίθεοι, ἡμεῖς δὲ, οἱ κοινοὶ τῶν βροτῶν, θέλομεν ἀναλάβει τὴν ὁδοιπορικὴν ἡμῶν ῥάβδον καὶ τὸν πτωχὸν ἡμῶν σάκκον, καὶ θέλομεν ἀναχωρήσει μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα εὕρωμεν, ἂν δυνηθῶμεν, ἀλλαχοῦ, κατὰ τοὺς καύσωνας τοῦ θέρους, καταφύγιον. Εἴτε λοιπόν, Κύριοι, ἐξετάσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῆς Κηφισιᾶς, τῶν χωρικῶν,—διότι περὶ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τούτων καὶ εἰς τὸ Ἀμαρούσιον βεβαίως σοβαρὸς λόγος δὲν δύναται νὰ γένηται,—εἴτε ἐξετάσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὡς πρὸς τὸ δυνατὸν τῆς μεταβάσεως αὐτῶν, λόγῳ ἀλλαγῆς κλίματος, εἰς Κηφισιὰν, βεβαίως διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου συντελεῖτε ἀκριβῶς εἰς τὸ ἀντίθετον. Καὶ καταστήσατε διὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου περὶ τῆς συμβάσεως ὅσα δήποτε θέλετε ἄλση, καὶ καταστήσατε τὴν ἀναπήδησιν ὅσων θέλετε πιδάκων· εἶναι ἀδύνατον, τοιαῦτα πράττοντες, νὰ προσελκύσητε τὸ μέγα μέρος τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατὰ τὸ θέρος εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο. Οὐδένα, Κύριοι, βλέπω λόγον πρακτικόν, συντελοῦντα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον περιωρίζετο εἰς ταῦτα μόνον, ἴσως τις ἐδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ ὑποχωρήσῃ· ἀλλὰ δὲν περιορίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ νὰ καθορίσῃ τὴν ἔκτασιν τῶν οἰκοπέδων, τὸ ἐμβαδὸν αὐτῶν, ἀλλὰ διαγράφει καὶ τὸ μῆκος ἑκάστης τῶν πλευρῶν. Ὥστε, καὶ ἂν πτωχός τις Κηφισιεὺς ἔτυχε νὰ ἔχῃ οἰκόπεδον 3,000 πήχεων ἐμβαδοῦ, ὅπερ ὅμως δὲν ἔχει πρόσωπον πήχεων βασιλικῶν, δηλαδὴ μέτρων, 10, καὶ βάθος πήχεων βασιλικῶν, δηλαδὴ μέτρων, 12, ἐὰν πρόκηται περὶ τοῦ ἀρχαίου χωρίου, ἢ πρόσωπον μέτρων 24, καὶ βάθος μέτρων 30, ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν νέων μερῶν τῆς Κηφισιᾶς, ἐὰν, λέγω, τὸ οἰκόπεδον τοῦ πτωχοῦ Κηφισιέως δὲν ἔχῃ αὐτὰς τὰς ἰδιότητας, χαρακτηρίζεται, Κύριοι, τεμάχιον, καὶ ἐκποιεῖται, αὐτὸ τοῦτο, ἀναγκαστικῶς· διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ χωρικὸς αὐτὸς, οὗτινος τὸ κτῆμα θεωρεῖται τεμάχιον μὴ οἰκοδομήσιμον, δὲν θέλει περιορίζεσθαι πλέον εἰς τὸ φυτεύειν γεώμηλα ἢ κολοκυθάκια, ἀλλ’ ἑκὼν ἄκων θέλει ἐκποιήσει αὐτό. Καὶ ἐὰν γένηται ἐπιτόπιος μελέτη ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ ἐπισκεφθῆτε ἓν πρὸς ἓν τὰ κτήματα τῶν χωρικῶν, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν θέλει μείνει χωρικὸς ἔχων πλέον ἰδιοκτησίαν ἐν Κηφισιᾷ· θέλουσιν ἁρπάσει αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπέδραμον εἰς Κηφισιὰν,—διότι αὐτὴν τὴν λέξιν πρέπει νὰ εἴπω, ὅταν θέλητε ὡς κτήνη νὰ μεταχειρισθῆτε τοὺς χωρικούς.—Ἀπόδειξις δὲ τούτων εἶναι ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη, ἥτις κατὰ τὰς πλείστας αὐτῆς ὑπογραφὰς εἶναι γεγραμμένη μὲ ἐρυθρᾶν μελάνην. Ἤκουσα γερόντων χωρικῶν, ἐπισκεφθέντων με κατ’ οἶκον, καὶ βεβαιούντων με, ὅτι θέλουσι τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν χωρικῶν, καὶ θέλουσι πυρπολήσει τὰς οἰκίας τῶν πλουσίων ἐν Κηφισιᾷ...
§167ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!
§168Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα! Θέλετε γεννήσει ζήτημα ἐκεῖ θέλετε γεννήσει βεβαίως ζήτημα τοιοῦτον, ὅταν ἐννοῆτε δι’ ὀλίγων διατάξεων οὕτω νὰ ἐκπατρίσητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐγεννήθησαν, ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἔχουσι τοὺς τάφους τῶν πατέρων αὑτῶν...
§169Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι ἄξιοι τῆς τύχης των, ἐὰν δὲν τὸ κάμουν. Ἐδῶ δὲν ἔχομεν ἀριστοκρατίαν.
§170Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ τὸ κάμουν, καὶ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου ὑπῆρξεν ἀπειλὴ τῆς πράξεως ταύτης. Τοὺς ἀναρχικοὺς γεννῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, γεννῶσιν αἱ ἄπληστοι, αἱ ἄγριαι ἀξιώσεις τοῦ πλούτου. Ἐγείρεται πράγματι ἐκεῖ ζήτημα μεταξὺ πλουσίων καὶ πτωχῶν, καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ οἱ φίλοι ὑμῶν καὶ οἱ φίλοι μου εὔποροι τῶν ἐκεῖ παρεπιδημούντων πολὺ κακὰ θὰ τὴν ἔχωσι μὲ ἐκείνους, οὓς ἐξωθεῖτε πρὸς τὸ ἔγκλημα. Θέλετε ἴδει, ὅτι εὐθὺς ὡς προχωρήσητε, ἵνα ἁρπάσητε, οὐχὶ ὑμεῖς βεβαίως, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι ν’ ἁρπάσωσι τὰς ἰδιοκτησίας τῶν χωρικῶν, θέλετε ἴδει νὰ γεννηθῇ ζήτημα οὐχὶ ἐργατικόν, ἀλλὰ κοινωνικόν, ζήτημα ὑπὲρ τοῦ ἐδάφους καὶ τῶν ἑστιῶν, διότι καὶ ταύτας θέλουσιν ἀναγκασθῆ οἱ χωρικοὶ νὰ ἐγκαταλείψωσιν, ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ἄδικον, ἁρπάζητε τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν, ἵνα κολλήσητε αὐτὴν εἰς τοὺς σταύλους καὶ τὰ μαγειρεῖα τῶν νεοπλούτων, ὧν αἱ ἰδέαι ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Καὶ πρὸς τί τοῦτο; Ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν μετέβαινον εἰς Κηφισιὰν καὶ ἔζων ὡς ἀδελφοὶ καὶ ἰσότιμοι μετὰ τῶν χωρικῶν, καὶ δὲν ὑπῆρχον αἱ διακρίσεις αὗται. Μετάβηθι, κύριε Πρωθυπουργέ, εἰς Κηφισιὰν, κάλεσον τοὺς χωρικοὺς ὑπὸ τὴν Πλάτανον, ἐρώτησον αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ βεβαιῶ σε, ὅτι θέλεις ἐπιστρέψει μὲ ἐντελῶς μεταβεβλημένας ἰδέας. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ποῖος λόγος; Ὑγείας; Λύσεως ὑδραυλικοῦ ζητήματος; Ἰδιοτροπίας; Τίς ὁ ὁδηγὸς λόγος τοῦ νομοσχεδίου; Οὐδὲν τῶν ζητημάτων τούτων λύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου...
§171Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ ὑδραυλικόν.
§172Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὕτω αὐτό· καὶ ἰδοὺ διατί. Πρῶτον ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τὰ πεντήκοντα μέγαρα ἐν Κηφισιᾷ, ἔχοντα ἐμβαδὸν μικρότερον τῶν 3,000 πήχεων. Οἱ βόθροι τῶν μεγάρων αὐτῶν τί θέλουσι γείνῃ; Τὰ ὕδατα, τὰ διερχόμενα ἐκ τῶν μεγάρων καὶ ἐκ τῶν κτημάτων αὐτῶν, πῶς θέλουσι προστατευθῆ ἀπὸ τοῦ μολύσματος; Ἐὰν τὸ ὑδροφόρον στρῶμα τῆς Κηφισιᾶς ἦτο εἰς βάθος 50 μέτρων ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, ἐδύνατό τις νὰ δεχθῇ, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπροστατεύετο ἴσως ἡ καθαρότης καὶ τὸ ἀμόλυντον τοῦ ὕδατος. Ἀλλὰ τὸ ὑδροφόρον στρῶμα τῆς Κηφισιᾶς εὑρίσκεται εἰς βάθος ποῦ μὲν 8, ποῦ δὲ 6, ποῦ δὲ καὶ 4 μέτρων. Ἑπομένως οὐδὲν κατορθοῦτε διὰ τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῶν οἰκοπέδων. Ὅταν τὸ ὑδροφόρον στρῶμα εὑρίσκηται σχεδὸν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, ὑπάγετε νὰ ὁρίσητε εἰς 10,000 μέτρα τὸ ἐμβαδὸν ἑκάστου οἰκοπέδου, τὸ ὕδωρ θέλει πάντοτε μολύνεσθαι. Ἀντὶ ἄρα τῶν ἀχρήστων τούτων διατάξεων, μελετήσατε τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῆς Κηφισιᾶς, ἀλλὰ σπουδαίως, οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον γίνονται μελέται τοῦ Θριασίου πεδίου, περὶ ὧν αὔριον θέλομεν ἔχει τὸν λόγον. Διὰ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῆς Κηφισιᾶς, σπουδαίως μελετωμένου, θέλετε παρέχει ὕδωρ τοῖς κατοίκοις τῆς Κηφισιᾶς διαυγὲς καὶ ὑγιεινόν, οὐ μὴν ἀλλὰ κατὰ πολὺ θέλετε συντελέσει καὶ εἰς τὴν προσωρινὴν λύσιν τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτων οὐδέποτε ἐγένετο σοβαρὰ μελέτη. Τρέχομεν πρὸς τὸ ἄγνωστον, ἐνῷ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ γνωστόν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ὑπερβολῶν, ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ ἤθελον δεχθῆ βάσιν ὅλως ἐναντίαν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἴσως ἤθελον κατηγορηθῆ ὡς ἔχων ἰδέας σοσιαλιστικὰς, ἀλλ’ ἀδιάφορον. Ἐὰν ὅμως ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ προτιμήσω τὴν ἑτέραν τῶν δύο γνωμῶν, τὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐκείνην, ἣν θέλω ἀμέσως ἐκφέρει, τυφλοῖς ὄμμασιν ἤθελον ἀσπασθῆ τὴν δευτέραν. Ἐὰν θέλητε νὰ προστατεύσητε τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς Πειραιεῖς, νὰ προσελκύσητε αὐτοὺς εἰς τὴν Κηφισιὰν, ἴσως ἔπρεπε νὰ περιορίσητε τὰς μεγάλας ἐκτάσεις ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ σχεδίου τῆς Κηφισιᾶς. Διατὶ ὑμεῖς νὰ ἔχητε 40 χιλιάδας πήχεις ἐντὸς τοῦ σχεδίου, καὶ ἐγὼ οὔτε τρεῖς; Ἐὰν λοιπὸν προέκειτο περὶ ὑπερβολῆς, ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει τὸν νόμον τοῦ Λυκούργου, περιορίζων τὰς ἐντὸς τοῦ σχεδίου μεγάλας ἰδιοκτησίας ἐν Κηφισιᾷ. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἔχῃ τσιφλίκι, ἂς ἐξέλθῃ ἀπωτέρω, ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τοῦ χωρίου. Δὲν λέγω, ὅτι ὑποστηρίζω τοιαύτην γνώμην σοσιαλιστικὴν σπουδαίως. Ἀλλ’ ἐὰν ἤμην ἠναγκασμένος νὰ προτιμήσω, ἤθελον προτιμήσει αὐτὴν, διότι αὕτη ἤθελεν ἀδικήσει τοὺς ὀλίγους, τὴν ἰδιοτροπίαν τῶν πλουσίων, ἀλλ’ ἤθελε προστατεύσει τοὺς πολλοὺς, ὑπὲρ ὧν ἀμυνόμενος, πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας.
§173Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ σήμερον ἐπανέλαβε περίπου τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, τουτέστιν, ὅτι ἐπέδραμον οἱ πλουτοκράται εἰς Κηφισιὰν, οὐδένα δ’ ἔχουσιν ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ ἐκδιώξωσι τοὺς πολλοὺς γηγενεῖς κατοίκους τῆς Κηφισιᾶς καὶ καταλάβωσι τὰ κτήματα αὐτῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς ταύτης οἱ πλειότερον ὠφεληθέντες ἀναμφισβητήτως εἶναι οἱ γηγενεῖς τῆς Κηφισιᾶς, ὧν τὴν τύχην θρηνεῖ ὁ φίλος μου κύριος Λεβίδης. Διότι ἐκεῖνα τὰ κτήματα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ κύριος συνάδελφος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδίδοντο ὡς προικοδοσίαι εἰς τὰ τέκνα τῶν γηραιῶν Μπαρμπαλάμπρων καὶ Μπαρμπακόλιδων, ἐστοίχιζον ἐλάχιστα κατὰ στρέμμα, διότι ἦσαν ἀγροτικὰ κτήματα, ὧν ἡ ἀξία πάντοτε ἦτο καὶ εἶναι ἐλαχίστη. Σήμερον δὲ, μετὰ τὴν «ἀγρίαν» αὐτὴν ἐπιδρομὴν, τὰ γήπεδα ταῦτα μετεβλήθησαν εἰς οἰκόπεδα, καὶ ἠκούσατε, ὅτι ἡ ἀξία ἑκάστου πήχεως ἀνέρχεται ἀπὸ δύο μέχρι τεσσάρων καὶ 6 καὶ 12 πολλάκις δραχμῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀγανάκτησιν οὔτε τῶν γηραιῶν Κηφισιωτῶν, οὔτε τοῦ κυρίου συναδέλφου, ὥστε νὰ ἴδωμεν αὐτοὺς ἐπαναστάτας, πυρπολοῦντας ἡμέραν τινὰ τὰ μέγαρα, τὰ καλλύνοντα τὴν ὡραίαν κώμην. Πιστεύω, ὅτι εἶναι λογικώτεροι οἱ κάτοικοι τῆς Κηφισιᾶς, καὶ δὲν θὰ προβῶσιν εἰς τοιαῦτα μέσα, ὅπως ἐπιδείξωσι τὸ μῖσος αὐτῶν πρὸς τοὺς νέους κατοίκους, οἵτινες ἔφεραν μὲν τὴν πολυτέλειαν εἰς τὴν Κηφισιὰν, ἀλλὰ καὶ ἀφθονίαν ταλλήρων εἰς τὰ θυλάκια τῶν πάλαι ἀγροτῶν. Περὶ τούτου εἶμαι βέβαιος. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, ὅπερ ὑπεστήριξεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ἡ Κηφισιὰ προωρίσθη διὰ τὴν πλουτοκρατικὴν τάξιν, δὲν βλέπω τί τὸ τραγικὸν περιέχει αὕτη. Βεβαίως, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὀφείλομεν ἐνταῦθα νὰ ὑπερασπιζώμεθα τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἰς τὴν τάξιν τοῦ λαοῦ ἀνήκουσιν ἐπίσης καὶ οἱ εὔποροι, οἱ ἔχοντες τὰ μέσα καὶ τὰ δικαιώματα ν’ ἀποκτήσωσι μέγαρα, ὡς ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία στερεῖται προαστείων καὶ ἐξοχικῶν κέντρων, ν’ ἀποκτήσῃ κέντρον, ὡς ἡ Κηφισιά. Μία πόλις μεγαλυνομένη πάντοτε προκαλεῖ τὴν ἀνάπτυξιν κέντρων ἐξοχικῶν, καὶ τοῦτο θὰ ἴδητε εἰς πάσας τὰς εὐρωπαϊκὰς πόλεις. Θὰ ἴδητε εἰς τὴν Βιέννην, ὁποῖα μέτρα ἐλήφθησαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν Πετρούπολιν καὶ εἰς τὸ Βερολῖνον, καὶ ποῖοι περιορισμοὶ ἐτέθησαν, ποῖα σχέδια ἐκανονίσθησαν, ὅπως γείνωσι τὰ κέντρα ταῦτα μᾶλλον εὐάρεστα κατὰ τὸ θέρος. Ὅ,τι ἐγένετο ἀλλαχοῦ, ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ ἐνταῦθα, καὶ ἡ Κηφισιὰ ἀπὸ πολλοῦ ἤρξατο γινομένη κέντρον θερινὸν εὐαρεστότατον, τὸ ὁποῖον κατήντησεν ὄντως βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον κέντρον τῶν εὐπορωτέρων τάξεων τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ τὸ ὑποστηριζόμενον, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς κλπ. δὲν θὰ δύνανται πλέον νὰ οἰκοδομῶσιν οἰκίας ἐν Κηφισιᾷ, δὲν ἔχει λόγον, ἂν οὗτοι ἔχωσι χρήματα πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς τοιαύτης ἐπιθυμίας των· δὲν ἀποκλείει τὴν μετάβασιν τῶν ἀπορωτέρων τάξεων ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἄλλας ἐξοχάς. Ἡ Κηφισιὰ δὲν ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἐξοχὴν τῶν Ἀθηνῶν. Πέριξ αὐτῶν ὑπάρχουσι πλῆθος ἄλλων ἐξοχῶν, ὡς τὸ Ἀμαρούσιον, τὸ Χαλάνδριον, εὐθηναὶ καὶ εὐάρεστοι διατριβαὶ κατὰ τὸ θέρος, ὅπου δύνανται νὰ κατοικήσωσιν οἱ ὀλιγώτερον εὔποροι. Δὲν βλέπω, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλοι ἐν Κηφισιᾷ. Ἐγὼ, ὑποστηρίζων ταῦτα, δὲν ἀνήκω βεβαίως εἰς τὴν πλουτοκρατικὴν τάξιν, οὔτε μέλλω νὰ οἰκοδομήσω μέγαρον ἐκεῖ, ὥστε ν’ ἀμύνωμαι ἤδη pro domo mea, ἀλλ’ οὕτω νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσω, προκειμένου περὶ κέντρου ἀπαραιτήτου διὰ τὴν πόλιν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ προσελκύσῃ οὐ μόνον τοὺς μέλλοντας νὰ κατοικήσωσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεταβαίνοντας χάριν διασκεδάσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὑπερβολικὰ εἶναι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Λεβίδου, ἰδίως δὲ τὰ λεχθέντα περὶ ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ ἐξέλθωσι τῆς αἰθούσης ταύτης, ἢ, ἐξερχόμενα, δὲν θ’ ἀκουσθῶσι παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοιαύτην στοργὴν τρέφουσι πρὸς τὴν Κηφισιὰν, καὶ τὴν θέλουν δημοκρατικὴν μὲν καὶ ἡσυχωτάτην, ὡς τὴν ἐγνώρισαν πάντοτε, ἀλλ’ ἀπηλλαγμένην τῶν ἀρχαίων τσαρουχίων της, καὶ εὐτρεπισμένην ἐπὶ τὸ εὐρωπαϊκώτερον.
§174ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπολύτως κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ σκοπεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τῆς κωμοπόλεως, καὶ εἰς τὴν διευθέτησιν τοῦ οἰκοδομικοῦ σχεδίου αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναί τις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ ἐργασίᾳ καὶ τῇ προνοίᾳ τῇ κυβερνητικῇ τοιοῦτος ὑπῆρχε σκοπός, παρατηρεῖται ὅμως ἔνθεν μὲν ὑπερβολὴ, ἔνθεν δὲ ἀτέλεια προβλέψεως ἔκτακτος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ οὕτω κατηρτισμένον εἰς ὑπερβολὴν καὶ ἀτέλειαν, εἶναι ἀνάξιον τῆς λευκῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἡ ὑπερβολὴ ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι εἰς ἓν νέον χωρίον, πλησίον τῶν Ἀθηνῶν κείμενον, ζητοῦμεν νὰ ὁρίσωμεν ὅρους ἐμβαδοῦ τοιούτους, οὓς ἀμφιβάλλω, καίτοι πολλὰ μέρη τῆς Ἑσπερίας καὶ τοῦ Βορρᾶ διῆλθον, ὅτι θέλετε εὕρει εἰς συνοικισμούς ἀγροτικοὺς, κειμένους παρὰ τὰς πόλεις, καὶ χρησιμεύοντας εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, ὅπως διέρχωνται ἐκεῖ τὸ θέρος. Ἀξίωσιν ἐπιβλητικὴν ὑπάρξεως περιοχῆς 1500 μέτρων ἀμφιβάλλω ἂν θέλετε εὕρει εἰς πολλὰ μέρη ἔξω τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτῳ ἡ ὑπερβολὴ μεγάλη, ἀναβαίνουσα ἀπὸ κτήματος 100 μέτρων, ὅπερ δύναταί τις νῦν νὰ ἔχῃ, εἰς κτῆμα 1500 μέτρων. Ἀλλ’ ἡ ἀτέλεια ὑπερβαίνει τὴν ὑπερβολήν. Διότι καὶ ἄλλοτε ἠρώτησα, τί σημαίνει, ὅτι ὁρίζεται εἰς τὸ ἔδαφος ἐμβαδὸν 1500 μέτρων, ὅτε οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ὁ ἔχων ταῦτα μὴ κτίσῃ πυκνῶς ἐπὶ τοῦ ἐμβαδοῦ τούτου, καὶ ἀπάντησις δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ δοθῇ. Καὶ φέρω παραδείγματα, εἰς τοὺς γνωρίζοντας τὴν Κηφισιὰν γνωστὰ, τὰ οἰκοδομήματα Τριανταφυλλίδου καὶ Πεσματζόγλου. Αἱ ἐπαύλεις Πεσματζόγλου δύνανται νὰ φθάσωσι, πυκνουμένων τῶν οἰκοδομῶν, νὰ μὴ ἔχωσι μία ἑκάστη τὸ προσῆκον ἐμβαδόν. Τοῦ Τριανταφυλλίδου μάλιστα δὲν ἔχουσι τοῦτο τὸ ἐμβαδόν, ἀλλ’ αὗται σώζονται ἕνεκα τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς κατεδάφισιν ἄνευ μεγάλης ἀποζημιώσεως. Αἱ οἰκοδομαὶ αὗται καταλαμβάνουσι χῶρον τόσον ἐν ἐμβαδῷ μείζονι τῶν 3000 πήχεων, ὥστε κατατεμνόμεναι εἰς ἰδιαιτέρας περιοχάς, δὲν ἔχουσιν ἴσως οὐδὲ χιλίων μέτρων περιοχήν. Ἂν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν λαμβάνηται πρόνοια, ὅπως περιορισθῇ ὁ κάτοχος τῶν 1500 μέτρων εἰς τὸ νὰ μὴ κτίσῃ ἢ μόνον τὴν οἰκίαν αὐτοῦ καὶ τὰ παραρτήματα, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀντὶ τῆς ὠφελείας, ἣν ἐπαγγέλλεται, θέλει φέρει βλάβην. Διότι τοῦ χωρικοῦ ἡ οἰκοδομὴ, ὡς ἐκ τῶν ὀλίγων ἀξιώσεων τοῦ βίου αὐτοῦ, δὲν ἐπιδρᾷ εἰς τὴν ὑγείαν ἐπιζημίως, ἐνῷ τῶν κατοίκων τῶν πόλεων αἱ μεγάλαι οἰκοδομαὶ κατ’ ἀνάγκην ἔχουσιν ὀρύγματα καὶ διοχετεύσεις, αἵτινες τὰ πάντα μολύνουσι· περὶ τούτων δὲ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν ἐπὶ γηπέδου 1500 πήχεων οἰκοδομήσῃ ὁ κεφαλαιοῦχος, ὁ κερδοσκόπος, ὁ ἀποβλέπων εἰς τὸ νὰ κτίσῃ καὶ ἐνοικιάσῃ, θέλει ἀναμφιβόλως ἀνεγείρει ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον ἀριθμὸν οἰκημάτων πρὸς ἐκμίσθωσιν· ἀλλ’ αἱ οἰκίαι αὗται ἔχουσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ παρακολουθήματα, ἅτινα ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, καὶ ὧν ἐλάχιστα εὑρίσκονται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐν ὑπαίθρῳ διαιτωμένου χωρικοῦ. Πρόνοια περὶ τούτων οὐδεμία λαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· καίτοι δὲ τὸ ἐλάττωμα ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐγένετο τροπολογία τις.
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα, ὅτι δέχομαι τροπολογίας πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς οἰκοπέδου δι’ ἑκάστην οἰκίαν. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀσαφὲς, ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ δεχθῇ τὴν διόρθωσιν.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγω, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως παρῆλθον δύο μῆνες, καὶ κατ’ αὐτοὺς, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶδεν, ὅτι ἐφθάσαμεν νὰ ἐπισπεύδωμεν τὴν ψήφισιν εἰς τοιαύτην ὥραν, οὐδεμίαν τροπολογίαν προσήγαγε τοιαύτην, ἥτις νὰ σαφηνίζῃ, ὅτι ἕκαστον οἰκόπεδον θέλει περιλαμβάνει μίαν οἰκίαν.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο τὸ ἐδήλωσα.
§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἑτοίμη ταύτην τὴν ἑσπέραν.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰπέτε τὴν ἰδέαν σας.
§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ παρασκευάζῃ τὰς προσθήκας· ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συντάσσῃ μεμελετημένως τὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι μεμελετημένον· συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ἀποβλέπον εἰς μόνον τὸ ἐμβαδόν, καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον. Ἀλλ’ οὕτως εἶναι ἀτελές· οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνων τῶν καλῶν ὅρων, οἵτινες ἐν πυκνῷ συνοικισμῷ εἶναι ἀπαραίτητοι νὰ τίθηνται. Οὕτω δὲ, ὅσον καὶ ἂν ἐκτείνηται εἰς 1500 πήχεις τὸ ἐμβαδὸν, πάλιν ὁ συνοικισμὸς γίνεται πυκνὸς δι’ ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν πολυτελῶν. Οὐδὲν λέγεται ἐπίσης περὶ βόθρων καὶ περὶ ὀχετῶν...
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει περὶ τούτου τροπολογία.
§184ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ δέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστῇ τὸ νομοσχέδιον αὑτῆς ῥάκος ὑπὸ τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου; Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ἐργάζηται οὕτως, ὥστε ν’ ἀναμένῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέραν συνδρομὴν ἀπὸ τούτου ἢ ἐκείνου. Αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον καὶ συμφέρον, ὅτε προσέρχονται ἐνταῦθα, νὰ ἔρχωνται μεμελετημέναι· κακῶς δὲ κατηγοροῦνται οἱ κυβερνῆται, ὅτι μετὰ πολλῆς δυσκολίας ὑποχωροῦσιν εἰς τὰς γνώμας τῶν ἄλλων. Ὁ κυβερνήτης ὁ καλῶς μελετήσας τὸ ἔργον αὑτοῦ καθίσταται ἀνένδοτος, καὶ τότε μόνον ὑποχωρεῖ, ὅταν αἱ γενόμεναι πρὸς αὐτὸν παραστάσεις ἦναι τοιαῦται, ὥστε πείθεται, ὅτι εἶναι ὀρθότεραι τῆς ἰδίας αὑτοῦ γνώμης. Ὅτε ὅμως βλέπομεν ἐρχόμενα ἐνταῦθα νομοσχέδια, ἅτινα ὑφίστανται τὸν ἔλεγχον οὕτως, ὥστε αἱ πανταχόθεν ἐρχόμεναι τροπολογίαι νὰ γίνωνται δεκταὶ, δικαιούμεθα ἡμεῖς, οἱ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ ἀξιώματος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν νὰ συζητῶνται ταῦτα τοιουτοτρόπως, ὁσάκις μάλιστα θίγωσι σπουδαιότατα δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Τρίτη κολοσσιαία ἀτέλεια τοῦ νομοσχεδίου, ἣν ἐπεχείρησα νὰ διορθώσω διὰ μιᾶς τροπολογίας, ἵνα καὶ ἐγὼ προσφέρω τὸν ὀβολόν μου, οὗ βεβαίως ἀνάγκην ἔχει διὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θίγεται ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν, καθίσταται νεκρὰ ἡ ἰδιοκτησία ἡ μικροτέρα τῶν 1500 βασιλικῶν πήχεων. Οὐδὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ἐξαναγκάζον τὸν γείτονα, ὅστις ὠφελεῖται ἐκ τῆς τοιαύτης νεκρώσεως τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πλησίον, νὰ ἀποκτήσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ νόμος διαθέτει, τὸ ὑποχρεοῦν αὐτὸν ν’ ἀποζημιώσῃ ἀμέσως τὸν κάτοχον, καὶ ἀποζημιώσῃ πρεπόντως. Διότι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ κτῆμα τοῦ Α κατασταθῇ τεμάχιον, ἀπωλέσθη ἡ ἀξία αὐτοῦ ἡ ἐμπορεύσιμος, καὶ εἶναι ἄδικον νὰ βλέπῃ παρερχόμενα καὶ 10 καὶ 15 ἔτη, καθ’ ἃ ὁ δύστροπος γείτων νὰ λέγῃ πρὸς αὐτόν: «δὲν ἀγοράζω τὸ κτῆμά σου, ἂν δὲν ὑπαχθῇς εἰς τὴν θέλησίν μου». Ὅτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὁρίζει, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία περιορίζεται δι’ ἀνωτέρους λόγους γενικοῦ συμφέροντος, ὀφείλει καὶ νὰ δώσῃ εὐκολίας, ὅπως ὁ ἀποστερούμενος τῆς περιουσίας αὑτοῦ λάβῃ τὸ νόμιμον ἀντάλλαγμα, τὴν ἀξίαν αὐτῆς. Ἐφρόντισα καὶ περὶ τούτου νὰ φέρω τροπολογίαν. Διὰ τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ, ἀφοῦ τοσοῦτον χρόνον ἀνεμείναμεν, νὰ παραλάβῃ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ 24 ὥρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ μελετήσῃ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας, καὶ ἀφοῦ παραδεχθῇ ὅσας αὐτὴ ἐγκρίνει, νὰ προσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον ὅσον εἶναι δυνατὸν τελειότερον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως οὕτω τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ὑποβληθὲν, ὡς ἔχει, ἐπαναλέγω, εἶναι ἄξιον νὰ καταδικασθῇ ὑπὸ τῆς παμψηφίας τῶν Βουλευτῶν.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δι’ ὅσα ἠθέλησε νὰ μὲ διδάξῃ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ χρησιμοποιήσω αὐτὰ, ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι, ὅταν ἡ εὐκαιρία παραστῇ, θέλω φροντίσει ν’ ἀποφύγω τὴν ἐκτέλεσιν ἐκείνων, ἅτινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνιστᾷ. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ ἔργα τὰ κυβερνητικὰ δὲν πρέπει νὰ διέρχωνται τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τῷ ἐλέγχῳ τούτῳ νὰ λαμβάνωσι τὸν ὁριστικὸν τύπον, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἑκατέρωθεν ἰδεῶν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἰσχυρίσθην, εἶναι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον, πᾶν ἔργον, προσαγόμενον ἐνταῦθα, νὰ προσάγωσι μετ’ ἀληθῶς σπουδαίαν μελέτην, τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ καταπίπτῃ εἰς τὸ πρῶτον κτύπημα, ὅπερ δίδεται ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, νὰ ἀκούηται δὲ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις λέγουσα: «δέχομαι καὶ τοῦτο, δέχομαι καὶ ἐκεῖνο»· — καὶ πρὸ ὀλίγου παρέστημεν εἰς τοιοῦτο θέαμα, ἰδόντες τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐδέχθη τροπολογίας τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καλῶς πράξας, καίτοι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας ἔδει νὰ ἀπορριφθῇ. — Αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον οὕτω νὰ πολιτεύωνται, διότι αὐταὶ ἔχουσι καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νόμων, οὓς ψηφίζει ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάζῃ αὐτὴ τοὺς νόμους, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ καλῶς μεμελετημένων προτάσεων νόμων ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, καθ’ ὃ καὶ ἔχει δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐπὶ νόμων κακῶς διατετυπωμένων εἶναι χείριστος σύμβουλος, διότι, ὅ,τι προτείνει εἰς ἐπιδιόρθωσιν τοῦ κακῶς συνταχθέντος νόμου, συχνὰ ἀποβαίνει εἰς προσθήκην κακοῦ. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ νὰ παρατηρήσω οὐχὶ προσωπικῶς, ἀλλ’ ὡς πρὸς κυβερνήτην ὁμιλῶν περὶ κυβερνητικοῦ ἔργου. Ὅτε δὲ ὡς Βουλευτὴς ὁμιλῶ περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω ν’ ἀκούσῃ εὐλαβῶς καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ πολλὴν τὴν ἀνοχὴν καὶ εὐρὺν τὸν στόμαχον, νὰ ἀξιώσω, λέγω, ὅπως ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως τὰ ζητήματα μὴ μετατρέπῃ εἰς προσωπικά, διότι, τοῦτο πράττων, δεικνύει καὶ ὅτι ἀκριβῆ συναίσθησιν τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, δὲν ἔχει, καὶ ὅτι ἐλλείπουσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἐπιχειρήματα. Ὅπου ἀκούει τις προσωπικά, εἶναι βεβαία ἡ ἔνδειξις, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει, ὅπως ἀντιταχθῇ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ηὐτύχησα νὰ ἀκουσθῶσι ποτὲ αἱ συμβουλαί μου, ὅσαι ἐδόθησαν εἰς ἐκεῖνον, ὃν ἠκολουθοῦμεν ζῶντα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἐγὼ πολὺ πρότερον, διότι καὶ παιδιόθεν συνεδεόμην μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκεῖνος, περὶ οὗ ὡμίλησα, πάντοτε μεμελετημένος ἦλθεν ἐνταῦθα, καίτοι εἶχεν ἔξοχον τὴν διάνοιαν, καὶ ἠδύνατο καλλίτερον παντὸς ἄλλου ν’ αὐτοσχεδιάσῃ, ὢν εἰς τοῦτο ἱκανώτερος καὶ ἐκ παρασκευῆς πολὺ τελειότερος ἢ πάντες ἡμεῖς οἱ ἄλλοι καὶ ὡς ἐκ μακρᾶς μελέτης καὶ ὡς ἐκ συνθηκῶν βίου ἰδιαζουσῶν ἐκεῖνος, λέγω, ἤρχετο πρὸς τὴν Βουλὴν πάντοτε μεμελετημένος, πάντοτε γινώσκων ὅ,τι ἤθελε καὶ ποῦ ἤθελε νὰ φθάσῃ, πάντοτε προγινώσκων, τί ἔμελλε ν’ ἀντιλεχθῇ ἐν τῇ συζητήσει, διότι ὁ μελετῶν προβλέπει τὰς ἀντιρρήσεις, καὶ προλαμβάνει τὸ ἀντιπῖπτον, ὅπως ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι ῥήτορες. Καὶ βεβαίως, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν πεπερασμένον, μάλιστα ὁ ἔχων πολλὰς ἀσχολίας καὶ ἀναγκαζόμενος νὰ ὑποβάλλῃ ἔργα προπαρεσκευασμένα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας θὰ πλανηθῇ ἐνίοτε, καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἕνεκα πταισμάτων τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ὅτε ἐν συνόλῳ εἶναι μεμελετημένος καὶ ἐπιμελῶς παρεσκευασμένος, σπανίως αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ δι’ αὐτὸ σπανίως ὑποχωρεῖ. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον νὰ μελετῶσι καλῶς, ὅπως ὑποχωρῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον. Τούτου τὸ παράδειγμα θὰ λάβητε ὄχι μόνον ἐκεῖ, ὅπου ἐζήτησεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ λάβητε αὐτὸ παρὰ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ ἀνωτάτῃ θέσει πολιτευομένοις τῆς Ἑλλάδος. Πάντοτε εἰς τοῦτο ἐπέστησαν πάντες τὴν προσοχήν, ὅτε εἰσῆγον προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν· νὰ ἦναι αὗται ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον παρεσκευασμέναι, ὅπως καὶ αὐτοὶ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐκτεθειμένοι εἰς ὑποχωρήσεις. Βεβαίως ὑποχωρήσεις τινὲς πρέπει νὰ ἐπέλθωσι, — πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν ὅταν ὁ ὀρθὸς λόγος πείσῃ, ὅτι τὸ κατὰ ἄλλα καλὸν ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως, — καὶ τὰς ὑποχωρήσεις οὔτε ἐκεῖνος, ὃν ὑπῃνίξατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος ποτὲ ἠρνήθη ν’ ἀναγνωρίσῃ. Ἐκεῖνος, ὃν ὑπῃνίξατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο δύσκολον νὰ πεισθῇ, διότι συνέπιπτεν ἑκάστοτε νὰ ἦναι καλλίτερον ἐν τῷ θέματι μεμελετημένος τῶν μετ’ ἐκείνου συζητούντων, ἀντὶ δὲ νὰ πείθηται, ἔπειθεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, περὶ οὗ ὡμίλησα, δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὑπαγορεύσεων ἄνωθεν ἢ κάτωθεν, ὅπως κανονίσῃ τὴν πολιτείαν αὑτοῦ. Ἐκεῖνος, περὶ οὗ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐπείθετο, ἐπείθετο καὶ ὡμολόγει ὅτι ἐπείσθη, καὶ παρεδέχετο τὴν ἐναντίαν γνώμην ἀπεριστρόφως, διότι ὁ ἄνθρωπος ὁ καλῶς μελετῶν, ὁ ἀληθῶς ἐπιστάμενος, δὲν ἐντρέπεται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ πλησίον αὐτοῦ εἶναι καλλιτέρα, ἂν ἀληθῶς ἀποδειχθῇ κρείττων. Οὐδ’ ἐφαντάσθην ἐγὼ ποτὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὑποχωρήσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον καθαρὰ τοῦτο μόνον, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι σπάνιαι, διότι ὁ καλῶς παρεσκευασμένος σπανίως ὑποχωρεῖ ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα ἐμελέτησεν. Ἀλλὰ ταῦτα εἶπον, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ἔχουσαν σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ μετ’ αὐστηρότητος καὶ ἐγὼ ὡμίλησα, διότι ἐνόμισα αὐτὸ ἄξιον αὐστηρᾶς γλώσσης, εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἀνέμιξεν ἀσχέτους πρὸς τὸ νομοσχέδιον λόγους. Ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ ἐφελκύω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀτελὲς, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ ὁπωσδήποτε ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ψηφισθῇ, βεβαίως δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐμποδίσω τὴν πλειονοψηφίαν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως νὰ φέρῃ ἐνταῦθα νομοσχέδιον πλῆρες, ὅπως δυνηθῶμεν, ἔχοντες αὐτὸ ἄρτιον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, νὰ ψηφίσωμεν ἐν γνώσει τοῦ τί πράττομεν. Διότι ἰδίως ὀφείλομεν νὰ προσέχωμεν ἐπὶ νομοσχεδίων τοιούτων, ὑφ’ ὧν θίγεται ἡ ἰδιωτικὴ περιουσία τῶν μικρῶν μάλιστα καὶ τῶν πτωχῶν, ὧν πάντες ἡμεῖς εἴμεθα ἐνταῦθα κατὰ καθῆκον κηδεμόνες.
§187Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι τῆς σημερινῆς εὐκαιρίας ἡ κομματικὴ ἀντίδρασις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον μετὰ λύπης ἤκουσα τὴν αὐστηρὰν γλῶσσαν πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ζητούντων διὰ τῆς γλώσσης ταύτης νὰ ἐπιφέρωσι βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως χρήζει βελτιώσεως. Τοὐναντίον μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλοῦντος ὅτι δέχεται τοιαύτας βελτιώσεις, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπί τινας στιγμάς. Ὁμολογουμένως, Κύριοι, πλεῖστοι ἐκ τῶν χωρικῶν τὴν σήμερον θὰ ἴδωσι τὰ κτήματα αὑτῶν χάνοντα τὴν ἀξίαν αὑτῶν, ἐὰν δὲν ἔχωσι τὰ ἐμβαδὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ τὰ χρησιμοποιήσωσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον, διὰ νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ περιουσία αὐτῶν, νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῶν γειτόνων ν’ ἀγοράσωσι τὰ οἰκόπεδα ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην θ’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν τροποποίησιν ταύτην εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἄνευ τῆς ὁποίας νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι δημευτικόν, καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἐπιδιώκει.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι διατελῶ εἰσέτι ὑπὸ τὴν πίεσιν ἐκπλήξεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησαν ὅσα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἤκουσα λεχθέντα. Δὲν δύναμαι νὰ μετρήσω εἰς μονάδας τὸ μέγεθος ἢ τὸ ὕψος τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ὁ πρῶτος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσας ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν. Ὑπέλαβεν, ὅτι ἀγὼν συνάπτεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μεταξὺ διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων, ὅτι κινδυνεύουσι τὰ δικαιώματα, αἱ περιουσίαι, αἱ κτήσεις τῶν λαϊκῶν τάξεων, ὅτι ἀριστοκρατία ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἠξεύρω ποῦ ὑπάρχουσα, ἐπέρχεται κατ’ αὐτῶν, ὅτι ἀπειλεῖται σύγκρουσις αἱματηρὰ, καὶ παρέστησε μάλιστα, ὅτι ἡ ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν ἐκόμισεν, ἦτο γεγραμμένη διὰ μελάνης ἐρυθρᾶς. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μόνον ὅταν ἀναγινώσκῃ τις τὴν Ἱστορίαν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως δύναται νὰ ἴδῃ τοιαύτας ἐννοίας ἐκφερομένας. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι οὐδὲ πλουτοκρατικόν, οὐδὲ λαϊκόν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν κανονίζει, οὐδὲ μεταβάλλει τὰς σχέσεις τῶν κατοικούντων ἐν Κηφισιᾷ, ἀλλὰ κανονίζει τὴν τύχην ἐξοχικοῦ συνοικισμοῦ, ὅπως διατηρήσῃ τὴν ὑγιεινότητα τοῦ κλίματος, ὅπως μὴ κατασταθῇ τοῦτο νοσηρόν, ἀφοῦ ὁ συνοικισμὸς οὗτος ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος, ὅτι τυγχάνει συμπλήρωμα χρησιμώτατον τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τῆς πρωτευούσης ἐκείνης, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοικοῦσι καὶ πτωχοὶ καὶ πλούσιοι, καὶ ἡμεδαποὶ καὶ ἀλλοδαποί. Ἐὰν ἤθελε λεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ δευτέρου ἀγορεύσαντος κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ τρίτου ἀγορεύσαντος κυρίου ἐξ Ἀτικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θίγει κατά τι τὴν ἰδιοκτησίαν, τοῦτο οὐδεὶς ἤθελεν ἀρνηθῆ. Ἀλλὰ δὲν θίγουσι τὴν ἰδιοκτησίαν συμφέροντα πλουτοκρατικά, συμφέροντα μιᾶς τάξεως, καταπιεζούσης τὸν λαόν, ἀμφισβητούσης τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ζητούσης νὰ ὑποτάξῃ αὐτόν, νὰ τὸν ἐκνευρίσῃ, τάξεως, ἡ ὁποία θέλει νὰ σπείρῃ τὴν πανώλην καὶ τὴν χολέραν εἰς τὸν συνοικισμὸν τῆς Κηφισιᾶς, ὡς ἔλεγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἐνῷ ἐξ ἐναντίας τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν κοιλιακὸν τύφον νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῷ. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐκπλαγῇ τις, ἀκούων ταῦτα λεγόμενα ἀπὸ συνάδελφον σοβαρόν, τόσον φιλόπονον καὶ πεπειραμένον ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ σταδίῳ, τόσον πεφωτισμένον; Βεβαίως ἐξεπλάγην, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ διατελῶ εἰσέτι ὑπὸ τὴν ἔκπληξιν ταύτην, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα παραστήσω τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Ἡ Κηφισιὰ εἶναι χωρίον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸ χρόνων, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ὑπάρχει. Τὸ χωρίον τοῦτο οὐδεὶς ἤγγισεν. Οἱ κάτοικοι αὐτοῦ εἰσι κύριοι τῶν ἰδιοκτησιῶν των, κύριοι τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, κύριοι τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, κύριοι τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον βιοῦσι, καὶ βιοῦσιν, ὡς βιοῦσιν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων, ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἐγγυῶνται τὴν ὑγείαν τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῷ. Τοὺς ὅρους τούτους δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν νὰ στέρξωσιν, ἵνα βιῶσι κατ’ αὐτούς· διὰ τοῦτο προετίμησαν νὰ κατοικήσωσιν ἐκτὸς τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς καὶ ὀλίγον μακρὰν αὐτοῦ, πρὸς τὸ βόρειον μέρος. Ἐκεῖ ἠγόρασαν ἀγροὺς μεγάλης ἐκτάσεως ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς καὶ ἀπὸ ἄλλους, ἔχοντας ἐκεῖ ἰδιοκτησίας, καὶ ἠγόρασαν αὐτοὺς πρὸς 30, 40 ἢ 50 λεπτὰ τὸν πῆχυν, ἐνῷ πρότερον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πωληθῶσιν οὐδὲ πρὸς 50 δραχμὰς τὸ στρέμμα. Οἱ πρῶτοι οἰκισταὶ τοῦ νέου συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς ἦσαν ὁ Εὐάγγελος Βαλτατζῆς, ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς, ὁ Ἀλέξανδρος Θεοδωρίδης, ὁ Ραγκαβῆς, ὁ Κόνιαρης, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίς ἄλλος. Οὕτως οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς εὗρον εὐκαιρίαν καὶ ἐπώλησαν τοὺς ἀγροὺς, ὅσους τότε ἐπώλησαν, εἰς τιμὰς, τὰς ὁποίας δὲν ἐφαντάζοντο, ἐνῷ, ἂν δὲν ἤρχοντο οἱ εἰρημένοι νὰ συνοικισθῶσιν ἐν Κηφισιᾷ, δὲν ἤθελον πωλήσει τότε οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς τοὺς ἀγρούς των εἰς τοιαύτας τιμὰς, ἤθελον δ’ ἐξακολουθεῖ νὰ σπείρωσιν αὐτοὺς κριθὴν ἢ σανὸν, ὡς ἐκαλλιέργουν αὐτοὺς πρότερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη βάσις τοῦ ἐξοχικοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, ὅσον προέβαινεν ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν, τόσον καθίστατο αἰσθητὴ ἡ ἀνάγκη ἐξοχῆς διὰ τοὺς κατοίκους αὐτῶν. Ἂν ἄλλοτε ἐχρησίμευεν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν ὡς ἐξοχὴ ἡ Καισαριανή, — ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι πολλάκις μετέβην εἰς τὴν Καισαριανὴν εἴτε ἐπὶ ὄνου, εἴτε πεζῇ, καὶ ἐπεσκεπτόμην συγγενεῖς μου, οἱ ὁποῖοι κατῴκουν ἐκεῖ, — τώρα καὶ τὰ πενιχρὰ ἐκεῖνα δωμάτια κατηρειπώθησαν, καὶ οἱ ὅροι τῆς ἐν Καισαριανῇ διατριβῆς δὲν κρίνονται πλέον ὑγιεινοί, διότι αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας καὶ τότε ἔζων, δὲν ἦσαν βεβαίως συνθῆκαι ὑγιειναί. Ἡ Καισαριανὴ πλέον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐξοχὴ τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν: διὰ τοῦτο ὁ ἀρξάμενος πρὸς βορρᾶν τοῦ χωρίου Κηφισιᾶς ἐξοχικὸς συνοικισμὸς ἐκρίθη οὐ μόνον ὡς ὑγιεινὸς, ἀλλ’ ὡς ἔχων καὶ πάντα τὰ προσόντα τερπνῆς ἐξοχῆς. Οὕτως ἤρξαντο νὰ ἀγοράζωσιν οἰκόπεδα, καὶ νὰ οἰκοδομῶσιν ἐν ἀρχῇ οἰκίσκους, κατόπιν δὲ μέγαρα, καὶ κατηρτίσθη πλήρης ὁ συνοικισμὸς οὗτος. Ἀλλὰ τοῦ συνοικισμοῦ τούτου ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος ἤγειρε τὴν κερδοσκοπίαν, ζητοῦσαν ν’ αὐξήσῃ τὰ κεφάλαιά της, νὰ κερδίσῃ χρήματα. Καὶ εἴδομεν ἀγοραζόμενα γήπεδα, οἰκοδομουμένας οἰκίας, οὐχὶ ἵνα κατοικήσωσιν ἐν αὐταῖς οἱ οἰκοδομοῦντες, ἀλλ’ ἵνα ἐνοικιάζωσιν αὐτάς, διότι τὰ ἐνοίκια, τὰ ὁποῖα ἐπληρώνοντο, ἦσαν μεγάλα, καὶ οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τῶν καταβαλλομένων ἦσαν ἑπομένως μεγάλοι, τὸ κέρδος δ’ ἦτο καταφανές. Ἀλλ’ ἡ ῥοπὴ αὕτη θέλει καταστήσει τὴν ἐξοχὴν τῆς Κηφισιᾶς ἀντικείμενον κερδοσκοπίας, καὶ αὕτη θέλει παύσει πλέον νὰ ἦναι ἄθροισμα ἐπαύλεων, θέλει δὲ καταστῆ ἄθροισμα οἰκιῶν, ἐπὶ τέλους δὲ θέλει καταντήσει ὁ συνοικισμὸς τῆς Κηφισιᾶς ἕν χωρίον μὲ καλὰς οἰκίας, ἀλλὰ μὴ παρέχον πλέον ἐγγύησιν ὑγιεινότητος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταφεύγουσιν ἐξ Ἀθηνῶν. Ἡ Κηφισιὰ, ὡς ἄθροισμα ἐπαύλεων, θέλει διατηρήσει ἀμειώτους τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους τοῦ ὡραίου αὐτῆς κλίματος, ἐνῷ, ἐὰν μεταβληθῇ εἰς ἄθροισμα οἰκιῶν, θέλει καὶ ἐν αὐτῇ συμβῆ ὅ,τι συμβαίνει πανταχοῦ, ἔνθα οἱ κάτοικοι κατοικοῦσιν εἰς οἰκίας παρακειμένας ἀλλήλαις, ὅ,τι συμβαίνει ἐν ταῖς κατοικίαις ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τοῦ Ἑρμοῦ, ἢ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀθηνᾶς, ἢ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τοῦ Αἰόλου. Τὰ κλίματα μεταβάλλονται, καὶ τὰ ὑγιεινότατα μεταποιοῦνται εἰς νοσηρὰ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι κατοικοῦσιν ἐν τοῖς τόποις. Ἡ Κηφισιὰ βεβαίως εἶναι κλῖμα ὑγιεινόν, ἀλλ’ ἡ ὑγιεινότης αὐτῆς βεβαίως θέλει μεταβληθῆ εἰς κλῖμα νοσηρόν, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια, ἵνα διατηρηθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι ὑγιειναὶ συνθῆκαι τοῦ συνοικισμοῦ. Τὸ Ἀμαρούσιον ἔχει ἄριστον κλῖμα καὶ εἶναι ὑγιεινότατος τόπος, μεταβαίνουσι δὲ πολλοὶ ἐκεῖ καὶ παραθερίζουσιν· ἀλλ’ ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ οὐχὶ ἐν ἐξοχῇ, αἱ οἰκίαι παράκεινται ἡ μία τῆς ἄλλης, αἱ συνθῆκαι καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κατοικοῦσιν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, δὲν εἶναι ὑγιεινοί, πρέπει δὲ νὰ λαμβάνηται πρόνοια πρὸς ἀπολύμανσιν τῶν οἰκιῶν, ἐν αἷς κατῴκησαν νοσοῦντες ἐκ νόσων μεταδοτικῶν, ἵνα μὴ μειωθῶσι καὶ ἕνεκα τούτου οἱ ὅροι οἱ ὑγιεινοὶ τοῦ κλίματος. Διὰ τοῦτο πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ σπεύσῃ νὰ φροντίσῃ, ἵνα γένηται σχέδιον τῆς ἀπέναντι τοῦ ἐν Ἀμαρουσίῳ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου ὄχθης, ὅπου ἤρχισαν νὰ οἰκοδομῶσιν ἐξοχικὰς οἰκίας πολλοί, διὰ νὰ μὴ χειροτερεύσωσιν αἱ συνθῆκαι τῆς ὑγιεινότητος τοῦ κλίματος. Ἡ ἀπέναντι τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ ὄχθη ἐνδέχεται νὰ μὴ ἔχῃ τοσαύτην ἔκτασιν, ὥστε νὰ ἀρκέσῃ εἰς ἐξοχικὸν συνοικισμόν, ἐὰν μάλιστα ἤθελε προσδιορισθῆ καὶ ἐκεῖ ἐμβαδόν, ὡς πρέπει νὰ προσδιορισθῇ· διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸς κατοίκους τοῦ Ἀμαρουσίου, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡ μεσημβρινὴ πλευρὰ τοῦ Ἀμαρουσίου, ἢ τέλος ἡ ἀρκτικὴ πλευρὰ, παραλλήλως τῆς ἄλλης ὄχθης, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν σκοπεῖ νὰ συμβιβάσῃ τῆς κερδοσκοπίας τὰς ἐπιχειρήσεις μὲ τὴν ὑγιεινότητα τοῦ συνοικισμοῦ Κηφισιᾶς. Ἡ κερδοσκοπία ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνασκῆται, ἵνα πορισθῇ κέρδη, ἀλλ’ ἡ ἐνάσκησις αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ ζημιοῖ τοὺς ἄλλους· ζημιοῖ δὲ τοὺς ἄλλους, διότι θέλει μειώσει τὴν ὑγιεινότητα τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς, ἐὰν ἤθελεν ἀφεθῇ ἐλευθέρα, μόνον τὸ ἴδιον κέρδος θηρεύουσα· πρέπει δὲ νὰ περιορισθῇ τόσον, ὥστε νὰ μὴ ζημιοῖ τοὺς ἄλλους, νὰ μὴ ἐλαττώνῃ τὴν ὑγιεινότητα τοῦ συνοικισμοῦ, καὶ τοῦτο ἐπάγει τὴν ἀνάγκην νὰ θίξωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μελλόντων οἰκοπέδων. Τὰ ὑπάρχοντα οἰκόπεδα, τὰ ἀδιάθετα, τὰ μήπω οἰκοδομηθέντα, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Κηφισιᾶς; ἀνήκουσιν εἰς κατοίκους τῆς πόλεως Ἀθηνῶν; Πολλοὶ κάτοικοι Ἀθηνῶν ἔχουσι πληθὺν οἰκοπέδων. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι οἱ κύριοι Καμπάδες ἔχουσιν ἔκτασιν οἰκοπέδων, ὅτι οἱ κύριοι Σκουζὲ ἔχουσιν ὡσαύτως οἰκόπεδα. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς ἐλάχιστα ἔχουσι πάντως ἀδιάθετα οἰκόπεδα· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ κατοικήσωσιν αὐτοί, πρέπει νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει. Ἄλλως οἱ ἔχοντες αὐτὰ θέλουσι πωλήσει αὐτά, καὶ θὰ δύνανται νὰ τὰ πωλήσωσι, διότι δὲν εἶναι ἀμφίβολον, ὅτι θέλουσι νὰ τὰ πωλήσωσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουσι κατοικίας ἐν τῷ χωρίῳ, οὐδὲ σκοποῦσι νὰ μετοικήσωσιν ἐν τῷ συνοικισμῷ τῷ ἐξοχικῷ, ἐγκαταλιμπάνοντες τὰς οἰκίας των ἐν τῷ χωρίῳ. Εἰσὶ δὲ προσηλωμένοι καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Κηφισιᾶς καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀμαρουσίου εἰς τὰς κατοικίας των, διότι ἐγὼ αὐτὸς, ὅτε ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, μετέβην μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὸ χωρίον Ἀμαρούσιον, ἵνα φροντίσω νὰ συνταχθῇ σχέδιον, ὅπως καὶ ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ ἐφαρμοσθῇ σχέδιον, καὶ νὰ διαρρυθμίσω τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῶν οἰκιῶν, καὶ νὰ εὐρύνω τὰς ὁδοὺς, καὶ μάλιστα τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὸν ἐν τῷ χωρίῳ ναὸν, νὰ δενδροφυτεύσω δὲ τὴν ὁδὸν ταύτην καὶ τὰς ἄλλας· ἐζήτησα δὲ νὰ φροντίσω, ἵνα φυτευθῇ ἡ πλατεῖα, εἰς τὸ ἄκρον τῆς ὁποίας ἦτο μία κρήνη, καὶ νὰ μεταφέρωμεν τὴν κρήνην ἐν τῷ μέσῳ τῆς πλατείας, καὶ νὰ καταστήσωμεν ἐκεῖ πίδακα· ἐζήτησα ἐπίσης νὰ εὐρύνω ἄλλας τινὰς ὁδοὺς, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ στέρξωσι, καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην μόνον νὰ διατάξω νὰ ἀποξηρανθῇ ἓν τέλμα, τὸ ὁποῖον ἦτο παρὰ τὴν κρήνην, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὸ ἄκρον τῆς πλατείας, καὶ νὰ ἀνοιχθῇ εὐρεῖα ὁδὸς πρὸς μεσημβρίαν, καὶ ἄλλη ὁδὸς ἄγουσα πρὸς τὸν Σταθμόν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κηφισιᾶς ὅμως δυσηρεστήθησαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ κατά τινα ἐκλογὴν βουλευτικὴν οἱ φίλοι μου ἔλαβον ἐν τῷ τμήματι Ἀμαρουσίου ἐλαχίστας ψήφους, διότι οἱ ἀντίθετοι εἶχον μεταβῆ ἐκεῖ, καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτοὺς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε λεχθέντα πρὸ μικροῦ ἐντεῦθεν...
§189Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα δὲν θὰ πάρετε.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκόν μας, ἀδιαφοροῦντες, ἂν λαμβάνωμεν ἢ ὄχι ψήφους. Ἀφοῦ δὲν φροντίζω πολὺ ἐν τῇ πατρίδι μου, κατὰ ἥσσονα λόγον φροντίζω ἐνταῦθα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἄνευ ἐξοχῆς θὰ ἦναι δυστυχὴς πόλις, οὔτε θέλει αὐξήσει ὁ πληθυσμός της, οὔτε θέλει δυνηθῆ νὰ εὐημερήσῃ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐξοχὴ διὰ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης, ἐὰν οἱ εὔποροι κάτοικοι τῆς πρωτευούσης δὲν εὑρίσκωσιν ἐξοχὴν πλησίον αὐτῆς, θέλουσιν ἀναγκάζεσθαι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν. Οἱ λέγοντες, ὅτι οἱ καλλωπισμοὶ τοῦ ἐξοχικοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς ἠφάνισαν τοὺς χωρικούς, διότι δὲν ὁρίζουν τὰ ᾠὰ τῶν ὀρνίθων των, τὰς ὄρνιθάς των, μετέρχονται χυδαῖα μέσα ταπεινοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Δὲν ὁρίζουσι τὰ ᾠά των διότι τὰ πωλοῦν, παρεσχέθη δ’ αὐτοῖς τὸ μέσον νὰ πωλῶσιν εἰς καλὰς τιμὰς τὰ ζῷά των, καὶ τὰ προϊόντα τῶν ζῴων των, καὶ τὰ προϊόντα τῶν κήπων των καὶ τῶν ἀμπέλων των. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς ὀφείλουσι νὰ εὐλογῶσι τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, διότι κατέστησαν ἐκεῖ συνοικισμόν· ἂν ἦτο καὶ περὶ τὸ Ἀμαρούσιον τοιοῦτος συνοικισμὸς, οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀμαρουσίου ἤθελον εὐλογεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον συστήσει τὸν συνοικισμὸν αὐτόν. Ἄν ὁ περιορισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας ἤθελε περιαγάγει εἰς ἀμηχανίαν ἐκείνους, τῶν ὁποίων οἱ ἀγροὶ δὲν εἶναι τόσης ἐκτάσεως, ὅσην ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὦσιν οἰκοδομήσιμοι, ἂς τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποχρεοῦσα τὸν γείτονα νὰ ἀγοράζῃ τὸ οἰκόπεδον, ὅπερ δὲν εἶναι οἰκοδομήσιμον, ἐπὶ τῇ συνήθει τιμῇ.
§191Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ὑποχρεῶνται νὰ ἀγοράζουν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔχοντες οἰκόπεδα ἀνεπαρκῆ νὰ μὴ ὑποχρεῶνται νὰ τὰ πωλήσουν.
§192ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ γίνηται προσκύρωσις. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πώλησις.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνανται νὰ τὰ κρατήσωσι καὶ νὰ καλλιεργῶσιν ἐν αὐτοῖς φράουλαν. Ἀλλὰ πρὸς τίνα ἄλλον σκοπὸν διατηροῦσι τὰ οἰκόπεδα ταῦτα ἢ διὰ νὰ τὰ πωλήσωσιν; Ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ οἰκοδομήσωσιν οἰκίας, στεροῦνται δ’ οὕτω κέρδους, δὲν ἕπεται ὅτι, διὰ νὰ μὴ στερῶνται τοῦ κέρδους, πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ζημιώσωσι τοὺς ἄλλους· οὐδὲ δύνανται νὰ παραπονῶνται εὐλόγως κατὰ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ οἰκοδομῶσιν οἰκίας, ὡς δὲν δύναται νὰ παραπονῆται ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ἐνεργῇ ἐμπόριον εὐρὺ καὶ νὰ κερδαίνῃ ἐξ αὐτοῦ κατὰ τοῦ δυναμένου νὰ ἐνεργῇ τοιοῦτον καὶ νὰ πραγματοποιῇ κέρδη. Ἀπειλεῖται ἀληθὴς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος θέλει καταστήσει ἄχρηστον τὸν συνοικισμὸν τῆς Κηφισιᾶς! Ὁ ἀληθὴς κίνδυνος ἀπειλεῖται ἀπὸ τὸν συνωστισμὸν τῶν κατοίκων καὶ τὴν οἰκοδομὴν οἰκιῶν τῆς μιᾶς παρὰ τὴν ἄλλην, ἀπὸ τὸν ἕνεκα τούτου ἐπερχόμενον μολυσμὸν τῶν ὑδάτων πρὸς πόσιν· δυστυχῶς δ’ ὑπῆρξαν κρούσματα κοιλιακοῦ τύφου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν Κηφισιᾷ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ τὰ τῶν βόθρων νὰ κανονισθῶσι, καὶ μολονότι περὶ αὐτῶν ὑπάρχει Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προσδιώρισε τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν βόθρων, κρίνω ὅμως καλὸν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ περὶ κατασκευῆς αὐτῶν διάταξις, ἵνα ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς ἦναι ὑποχρεωτική, μὴ τεθῇ δὲ ποτὲ ἐν ἀμφιβόλῳ. Ὡσαύτως νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν καὶ δενδροστοιχιῶν, πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ περιζωμάτων πρὸ τῶν πεζοδρομίων· καὶ θέλει μὲν ἡ δαπάνη αὕτη ἐπιβαρύνει τοὺς ἰδιοκτήτας, μεταξὺ δὲ τούτων εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποστῶμεν τὴν δαπάνην, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὰς δενδροστοιχίας ἐν Κηφισιᾷ καὶ τοῖς πέριξ. Ἐφυτεύθησαν χιλιάδες δένδρων ἐν Κηφισιᾷ, ἐβελτιώθη δ’ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἄλλως ὑγιεινὸν κλῖμα τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ ἐκαλλωπίσθη ὁ συνοικισμὸς, ὅσον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ. Ὁ κ. Λεβίδης ὅμως ἐλυπεῖτο πρὸ μικροῦ, διότι μετεβλήθη ἡ κατάστασις ἐκείνη τῆς Κηφισιᾶς, ὅτε κατῴκουν ἐκεῖ μόνοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς, καὶ ὀλίγιστοι ἐξ Ἀθηνῶν, ὅσοι εἶχον οἰκοδομήσει τότε ἐν τῷ χωρίῳ οἰκίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχον οἰκοδομήσει ὁ μακαρίτης Ἰωάννης Παπαρρηγόπουλος, ὁ μακαρίτης Βοῦρος καὶ ὁ μακαρίτης Κοζάκης. Ἡ Κηφισιὰ εἶχε πωληθῆ ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ πλεῖστον μέρος εἰς τὴν οἰκογένειαν Γεωργαντᾶ, καὶ μικραὶ ἐκτάσεις εἰς τὴν οἰκογένειαν Κόνιαρη. Τὰ γήπεδα, ἐφ’ ὧν συνεστήθη ὁ συνοικισμὸς, τὰ πλεῖστα ἐπώλησεν ἡ οἰκογένεια Γεωργαντᾶ καί τινα ἡ οἰκογένεια Κόνιαρη, ἐπ’ αὐτῶν δ’ ᾠκοδομήθησαν αἱ πλεῖσται οἰκοδομαὶ καὶ αἱ πλεῖσται ἐπαύλεις. Ὅτε ἐπεχείρησα τὰς βελτιώσεις τῆς Κηφισιᾶς, καὶ ἐπρότεινα τὴν σύμβασιν κατὰ τὸ 1890, ἤκουσα αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἤκουσε καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, προβάλλουσα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Καὶ τότε παρέστησαν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη ἠπείλει μεγίστην ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ ὅτι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου ἤθελε προστατευθῆ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου Θησαυροῦ. Ἀλλὰ παρῆλθον δέκα ἔτη, ἐλάχιστον δ’ ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τῆς Ἑταιρείας, οὐδ’ ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀνθέξῃ, ἂν δὲν ἐφήρμοζε μεγίστας οἰκονομίας κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἂν ἡ γραμμὴ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς δαπανᾷ 50,000 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, ὁ σιδηρόδρομος Λαυρίου δὲν δαπανᾷ, εἰμὴ μόνον πέντε χιλιάδας δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, δαπανᾷ σχεδὸν τόσα, ὅσα ὁ σιδηρόδρομος τῆς Πελοποννήσου, ὁ ὁποῖος κινεῖται δὶς τῆς ἡμέρας, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος Κηφισιᾶς κινεῖται κατὰ πᾶσαν ὥραν μετὰ δαπάνης μόνον πέντε χιλιάδων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1890 ἐπρόκειτο νὰ φυτευθῇ ἄλσος περὶ τὸ Κεφαλάριον, καὶ ἐφυτεύθησαν ἐκεῖ πολλαὶ πεῦκαι καὶ ἄλλα δένδρα. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ γαῖαι ἀνῆκον εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἀσωμάτων, αὕτη ἐκίνησεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐζήτει τεσσαράκοντα καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1895, ὅτε ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἠναγκάσθην νὰ μεσολαβήσω, καὶ ἡ Μονὴ παρῃτήθη τῆς ἀγωγῆς, δωρήσασα τὰς φυτευθείσας γαίας. Τὸ ἄλσος ἐκεῖνο διέσχισαν τώρα δι’ ὁδῶν, καὶ διὰ τοῦτο φθείρεται καὶ ἀραιοῦται ἐπαισθητῶς. Ἀλλὰ τὸ ἄλσος ἐκεῖνο δὲν ἀρκεῖ, οὐδὲ δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ κενόν. Κενὸν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑπάρχει κέντρον τι τοιοῦτον θέλει πάντως κατασταθῆ τὸ ἄλσος, ὅπερ δύναται νὰ φυτευθῇ ἀπὸ τῆς ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ μέχρι τῆς πλατείας τοῦ Πλατάνου ἐκτάσεως. Κατὰ τὴν παλαιὰν ἐποχὴν, διὰ νὰ μεταβῇ τις εἰς τὴν Κηφισιὰν, ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τεσσαράκοντα δραχμὰς, ἵνα μισθώσῃ ὄχημα· δὲν ὑπῆρχε συγκοινωνία οὐδ’ ἐν τῷ συνοικισμῷ, διὰ νὰ μεταβῇ δέ τις ἀπὸ τῆς μιᾶς οἰκίας εἰς τὴν ἄλλην ἐν Κηφισιᾷ, ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ πέσῃ εἰς βόρβορον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἕν λεωφορεῖον, τὸ ὁποῖον ἐτέλει τὴν μετὰ τῶν Ἀθηνῶν συγκοινωνίαν· εἰς αὐτὸ ἐπέβην ποτὲ, ὅτε δ’ ἔφθασα εἰς Ἀθήνας, ἠναγκάσθην, διὰ νὰ ἀποβάλω τὴν κόνιν, ἡ ὁποία μὲ εἶχε καλύψει, νὰ βυθίσω τὸ σῶμά μου εἰς λουτρόν. Τοιοῦτόν τι ἤθελε συμβαίνει, ἐὰν ἡ «Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων» ἤθελε κατασκευάσει γραμμὴν μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κηφισιᾶς. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τάξιν τινὰ πλουτοκρατικὴν, εἰμὶ δὲ συνήθης βροτὸς, φρονῶ δ’ ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ προταθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα συντηρηθῇ ἐξοχικὸς πληθυσμὸς ἐν Κηφισιᾷ, καὶ δυνηθῇ νὰ προαχθῇ, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος θέλει κατ’ ἔτος αὐξάνει. Ἂν ἐντὸς 20 ἐτῶν αὐξήσῃ ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν εἰς 200,000 ψυχὰς, καὶ ὁ τοῦ Πειραιῶς εἰς 100,000, τῶν δύο τούτων πόλεων οἱ κάτοικοι θέλουσι κατοικεῖ εὐαρέστως ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐὰν παρὰ τὰς Ἀθήνας ὑπάρχῃ ἐξοχικὸς συνοικισμὸς, ἐπαρκῶν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...
§195Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅταν ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§197Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ θάρρος νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, καίτοι ἡ ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ δὲν εἶναι τόσον κοινοβουλευτικὴ, νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ παντὸς τρόπου. Πράττω δὲ τοῦτο, διότι εἶναι καὶ ἡ πεποίθησίς μου ἡ ἀτομική. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον, καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ παρακάτω.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως πρὸς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντας ἐργάτας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§200Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 1, ἂν ἐγκρίνητε, νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς ἐργάτας τῶν ὀρυχείων καὶ λατομείων, συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, ἣν ἔχω ὑποβάλει.
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§202Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὑπόχρεως ὁ ἐργοδότης, ὁ κύριος τοῦ ἔργου, ἡ Ἑταιρεία, νὰ ἀποζημιῶσι τὸν ἐργάτην, ἂν ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ ἀνικανότης, ἥτις ἐπέρχεται εἰς τὸν ἐργάτην, δὲν τὸν κρατήσῃ τοὐλάχιστον ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐργασίαν. Τὸ νὰ θέλωμεν ἐξ ἀτυχήματος ἀνικανότης μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν πρὸς ἐργασίαν νὰ συνεπάγηται ἀποζημίωσιν, θεωρῶ ὑπερβολικόν. Δὲν ὑπάρχει νομοθεσία, ἡ ὁποία νὰ μὴ ὥρισε προθεσμίαν τοὐλάχιστον τεσσάρων ἡμερῶν. Ἡ Ἀγγλικὴ νομοθεσία μάλιστα τάσσει δύο ἑβδομάδας, ἀλλ’ ἡμεῖς ἂς παραδεχθῶμεν ἀπὸ τῆς πέμπτης ἡμέρας, δηλ. ἀφ’ ὅτου ἐπῆλθε τὸ ἀτύχημα μόνον μετὰ τέσσαρας ἡμέρας νὰ γεννᾶται ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δηλ. μὲ τὸν ὅρον σύνταξις, δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι καὶ τὸ ἴδιον νομοσχέδιον δὲν ἐννοεῖ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σύνταξιν, ἀλλ’ ἀποζημίωσιν. Ὥστε δέον νὰ προστεθῇ. Ἄτοπον νὰ λέγωμεν, ὅτι δι’ οἱονδήποτε τυχὸν ἀτύχημα, συνεπαγόμενον ἀνικανότητα τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ἔστω καὶ δέκα ἡμερῶν, δίδεται σύνταξις· εἶναι ἀποζημίωσις.
§203ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Νομίζω, ὅτι δέχεσθε τὴν τροπολογίαν ταύτην, κύριε Πρωθυπουργέ.
§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§205Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀμελείας, ἐκ τῆς παραβάσεως τῶν κανονισμῶν μιᾶς Ἑταιρείας παθαίνουν ἐν τῇ ἐργασίᾳ. Καὶ αὐτοὶ θὰ ἔχουν σύνταξιν;
§206ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν Γερμανίᾳ λαμβάνουν.
§207Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχουν πειθαρχοῦντες ἐργάται, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἐργάται εἶναι ἀντιπειθαρχικοί. Τὸ νὰ παρέχωνται συντάξεις εἰς ἀντιπειθαρχικούς, αὐτὸ εἶναι ἄνω ποταμῶν.
§208Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει ἀτέλεια, ὄχι διότι καθ’ ἑαυτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελές, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἀπορρέουσαν σύνταξιν ἢ ἀποζημίωσιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ ἐργασίαν μὴ τεταγμένην.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις ἐργάται ἢ ὑπάλληλοι, οἱ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἐργασίας ἢ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐργασίας ὑποστάντες δυστύχημα ἐκ βιαίου συμβάντος, δικαιοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν ἢ σύνταξιν, ἂν ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀνικανότης διήρκεσε πλέον τῶν τεσσάρων ἡμερῶν, πλὴν τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἐκ προθέσεως προὐκάλεσαν τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα. Εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους τῶν μεταλλείων συγκαταλέγονται καὶ οἱ ἐργάται τῶν ὀρυχείων καὶ λατομείων, ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ὁποίων εἰσπράττει τὸ Δημόσιον 10% κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΟΕʹ τῆς 5 Αὐγούστου 1892. Οἱ ἐργολάβοι θεωροῦνται ὡς ἐργάται ἀπολαμβάνοντες ἡμερομίσθιον δραχ. 5. Εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν μεταλλείων καὶ μεταλλουργείων συγκαταλέγεται καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ἐργαζόμενον εἰς ἁπάσας τὰς συναφεῖς μὲ αὐτὰ ἐργασίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§210Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 ὑπάρχει τροπολογία, καθ’ ἣν αἱ ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου λέξεις «καὶ μόνα τὰ ἐκ τῆς συζύγου αὐτῆς γεννηθέντα τέκνα» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν λέξεων «καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ἢ προηγουμένης συζύγου τέκνα».
§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§212Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ σύνταξις μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἐργάτου, ἐν ἐλλείψει συζύγου καὶ τέκνων, μεταβαίνει εἰς τοὺς γονεῖς. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεταβαίνῃ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἐργάτου τὸ δικαίωμα συντάξεως εἰς τοὺς γονεῖς, ἐκτὸς ἂν συνετηροῦντο παρ’ αὐτοῦ, διότι, ἂν συνετηροῦντο παρ’ αὐτοῦ, εἶναι δίκαιον νὰ μεταβαίνῃ ἡ σύνταξις καὶ εἰς τοὺς αὐτούς.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς κληρονομίας τῶν γονέων.
§214ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ οὕτως ἀδιακρίτως δεχόμενοι αὐτὸ, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν φορτώνομεν τὸ Ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν ἐργατῶν μὲ ὄχι μικρὰς χορηγήσεις συντάξεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10, ὡς ἔχουσι).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§216Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ μίαν τροπολογίαν, νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ παθόντες κατὰ τὸ 1900. Τὴν τροπολογίαν ταύτην νομίζω δικαιοτάτην.
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἔχητε συμφέρον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀφήσατε τὰς τροπολογίας ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, διότι ἄλλως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸ ἀποσύρωμεν.
§218Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀφήσατε αὐτὰς τὰς τροπολογίας.
§219Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Κύριε Δούνη, ἀφήσατέ τας.
§220ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν.
§221Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κάμνομεν ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ διευκολύνωμεν τοὺς ἐργάτας. Διατὶ θέλετε νὰ τὸν κάμωμεν ἀτελῆ; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§223Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι καλῶς μὲν καθιεροῦται, ὅτι, ἀφοῦ ἀπολαμβάνει τὰς ἐκ τοῦ νόμου ἀμοιβὰς ὁ ἐργάτης, δὲν πρέπει νὰ ἐνασκήσῃ κατ’ οὐδενὸς ἄλλου ἀγωγὴν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου, χάριν τῶν κυρίων τοῦ μεταλλείου ἢ μεταλλουργείου, πρέπει νὰ ἐκχωρηθῶσιν αἱ ἀγωγαὶ αὗται πρὸς αὐτοὺς, ἵνα τὰς ἐνασκήσωσιν αὐτοὶ κατὰ τῶν ὑπευθύνων. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα οὕτω: «Μόνον ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ μεταλλουργείου δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰς ἀγωγὰς τοῦ παθόντος κατὰ τῶν ὑπαιτίων τοῦ δυστυχήματος ἄλλων παρὰ τοὺς ἐργάτας, ἢ τοὺς προστηθέντας ὑπ’ αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ κοινὸν δίκαιον.»
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεχόμεθα τὴν προσθήκην ταύτην.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου Βʹ τὰ ἑξῆς: «καὶ 1% τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ὀρυχείων καὶ λατομείων, ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ὁποίων εἰσπράττει τὸ Δημόσιον 10% κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΟΕʹ. «Τὸ 1% τοῦτο ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ αὐξηθῇ εἰς 1½%, ἂν ἔτος τι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Ταμείου μεταλλευτῶν δὲν ἐπαρκέσουν εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ.»
§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 16–18, ὡς ἔχουσι).
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Πέρρου, προτείνοντος ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «Γενικοῦ Λογιστηρίου» διὰ τῶν λέξεων «Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20–33, ὡς ἔχουσι).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§229Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, οἱ ἐργοδόται δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐφέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Μόνον οἱ ἐργάται ἔχουσι. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι ὑπάρχει ἀνισότης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35–38 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Νέγρη, προτείνοντος νὰ προστεθῶσι πρὸ τῆς ἐν τῷ ὀγδόῳ στίχῳ λέξεως «συντάξεις» αἱ λέξεις «βοηθήματα ἢ».
§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 40 καὶ 41, ὡς ἔχουσι).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Νέγρη, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου τὰ ἑξῆς: «Ἐξαιρετικῶς διὰ τὰ 7 πρῶτα ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου θέλουσι συνεισφέρει τὰ Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας μόνον τὰ ἑξῆς ποσοστὰ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν: τὸ πρῶτον ἔτος 1/12, τὸ δεύτερον ἔτος 1/11, τὸ τρίτον ἔτος ⅒, τὸ τέταρτον ἔτος ⅑, τὸ πέμπτον ἔτος ⅛, τὸ ἕκτον ἔτος ⅐, τὸ ἕβδομον ἔτος ⅙.»
§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 42, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἔχει).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται).
§236Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 44, καθὼς καὶ τὰ ἑπόμενα σχετικὰ ἄρθρα 45, 46 καὶ 47, τὸ δὲ τελευταῖον 48 νὰ λάβῃ τὴν θέσιν ἄρθρου 44.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφονται λοιπὸν τὰ ἄρθρα 44, 45, 46 καὶ 47. Ἄρθρον 48, λαμβάνον τὴν θέσιν ἄρθρου 44 (ἀναγινώσκεται).
§239Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐνταῦθα ἐθέσαμεν, ὅτι «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901», νομίζοντες ὅτι τὸ δυστύχημα ἐν Γραμματικῷ συνέβη τὸν Ἰανουάριον, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι βέβαιον, ὅτι συνέβη τὴν 28 Δεκεμβρίου 1900, παρακαλοῦμεν νὰ τεθῇ «ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1900», διὰ νὰ περιληφθῇ καὶ τοῦτο.
§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§241ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μᾶλλον δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν γενναιοδωρίαν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ὁποίας συνέβη τὸ δυστύχημα, τὴν φροντίδα περὶ τῶν θυμάτων, παρὰ νὰ περιλάβωμεν διάταξιν περὶ τῶν δυστυχημάτων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦμεν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν ταύτην περὶ τοῦ συμβάντος ἐν Γραμματικῷ δυστυχήματος κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ περιλάβωμεν καὶ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἔτος, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 44 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1900. Τὰ δὲ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία τοῦ κυρίου Νέγρη, περὶ προσθήκης ἄρθρου 49, τὸ ὁποῖον ἤδη θὰ φέρῃ τὸν ἀριθμὸν 45.
§243ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου τούτου τὸ νομοσχέδιον καθίσταται ἀπειλὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τοῦτο. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂς ἔχουν τὴν εὐθύνην.
§244Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παραιτοῦμαι τῆς τροπολογίας ταύτης.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου... (Θόρυβος).
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Θὰ φύγωμεν πλέον, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι 2 ἡ ὥρα.
§247Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχουσι τέσσαρα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακά. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§248ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὔριον.
§249Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, ἂς μείνωμεν ὀλίγον νὰ ψηφίσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια.
§250ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν λύσητε τὴν συνεδρίασιν, θὰ φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας (θόρυβος).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε. Ἀναμείνατε ὀλίγον ἀκόμη.
§252ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Ἀλεξ. Κασσαβέτη. Ἀλλὰ προτοῦ περατωθῇ αὕτη ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν, ὥρᾳ 1 καὶ 45′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).