1901.01.19
1,959 rows · 15,119 words · 144 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
τῆς 19 Ἰανουαρίου 1901.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σωματεῖον τῶν ὀδοντοϊατρῶν δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὀδοντοϊατρῶν.
§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι εὐεργετικὸν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τοὺς ὀδοντοϊατρούς. Παρακαλῶ πολύ, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις, νὰ προταχθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Χρῆστος Στέφας δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται, ὅτι ὑπὸ τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιρειῶν «Νικία» καὶ «Σουνίου» κατεπατήθησαν γαῖαι περιέχουσαι μεταλλεῖα, καὶ ἀνήκουσαι εἰς αὐτόν, καὶ ἐξαιτεῖται νὰ ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα.
§4Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἀναφερόμενος καταγγέλλει, ὅτι δύο μεταλλευτικαὶ Ἑταιρεῖαι, ἡ τοῦ Δεσποζίτου καὶ ἡ τῶν «Μεταλλουργείων Λαυρίου», ἐξορύττουσι μεταλλεύματα ἀπὸ μεταλλοῦχον ἔκτασιν, ἡ ὁποία ἐδηλώθη παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχει παραχωρηθῆ οὔτε εἰς αὐτόν, οὔτε εἰς τὰς Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦσι τὴν ἐξόρυξιν μεταλλευμάτων ἀργύρου καὶ σιδήρου. Καταγγέλλει κατάχρησιν, ἡ ὁποία γίνεται, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐπιθεωρητὴς, σοβαρῶς μεριμνῶν πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, τοιαύτη κατάχρησις δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐπιθεώρησις τῶν μεταλλείων γίνεται καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζομεν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως σταματήσωσιν αἱ ἐργασίαι αὗται τῶν εἰρημένων δύο Ἑταιρειῶν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ δηλώσεις, ἃς ἔχει κάμει ὁ ἀναφερόμενος, νὰ φέρωσι τὴν εἰς αὐτὸν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων, ὅταν δὲ γείνῃ ἡ παραχώρησις, θὰ ἔχωσιν ἐξαντληθῆ τὰ μεταλλεύματα, ἅπερ περιέχουσιν αἱ ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔχει δηλώσει.
§5Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου περὶ τῆς λειτουργίας τῶν μεταλλείων, ὅτι πρέπει νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν ἐπὶ τῶν μεταλλείων νὰ καταρτίσῃ κτηματολογικὸν χάρτην τῶν ὑφισταμένων παραχωρήσεων. Διότι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ ἐξόρυξις, ἀπὸ τριετίας καὶ πλέον εἰς οὐδένα ἀνήκει. Ἡ θέσις αὕτη εὑρίσκεται ἐσφηνωμένη, ἀποτελοῦσα ἔκτασιν 300 περίπου στρεμμάτων, μεταξὺ τῆς ἐκτάσεως τῆς παραχωρηθείσης εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Νικίας», τῆς ὁποίας τὰ δικαιώματα ἠγόρασεν ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου, καὶ τῆς ἄλλης, τῆς παραχωρηθείσης εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Σούνιον», καὶ τὴν ἔκτασιν ταύτην ἐκμεταλλεύεται ὁ κύριος, περὶ οὗ ἀναφέρει ἡ ἀναφορὰ τοῦ παραπονουμένου. Ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης πρὸ τριετίας ἐξήχθησαν χιλιάδες τόννοι σιδήρου καὶ ἀργυρούχου μολύβδου, οἱ ὁποῖοι ἐπωλήθησαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνῷ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις δημοσίου πλούτου ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ὤφειλε περισσότερον νὰ μεριμνήσῃ διὰ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ, ἵνα μὴ γίνωνται τοιαῦται καταχρήσεις εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο, ὡς καὶ ἀρχόμενος ἐσύστησα, πρέπει νὰ καταρτισθῇ, ἰδίως διὰ τὴν Λαυρεωτικήν, κτηματολογικὸς χάρτης τῶν διαφόρων παραχωρήσεων.
§6Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ μεταλλείων καὶ μεταλλευμάτων, ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, — διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀπών, — ὅτι πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ μεταλλευμάτων βαρυτίνης, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἔχει μεγάλην ἀξίαν καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κοινὸν μετάλλευμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ παραχωρούμενα μεταλλεῖα. Ἐννοῶ τὰ δημοσιευθέντα περὶ βαρυτίνης ἐν Μυκόνῳ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν, καὶ νὰ δώσῃ, ἂν ἦναι εἰς θέσιν, πληροφορίας.
§7Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐκμεταλλεύονται αἱ Ἑταιρεῖαι αὗται μεταλλεῖον μὴ παραχωρηθὲν αὐταῖς, καὶ ὅτι ἐζήτησαν ἐξ αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής, 30,000 τόννοι;
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, οὐδεμία ἐξαγωγὴ βαρυτίνης ἐγένετο.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐχὶ βαρυτίνης, ἀλλὰ σιδήρου καὶ ἀργυρούχου μολύβδου.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεμία ἐξαγωγὴ ἐγένετο ἢ μόνον ἐκ μεταλλείων παρακεχωρημένων, διότι οὐδεμίαν παραχώρησιν ἔκαμον ἐγώ. Ἔχουν γείνῃ αἰτήσεις, ὅπως δώσω ἀδείας πρὸς δοκιμαστικὰς ἐργασίας, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι πάντοτε σχεδόν. Τὸ πολὺ δίδω ἄδειαν διὰ 20 ἕως 25 τόννους. Ποτὲ πέραν.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν· πρόκειται περὶ ἐκμεταλλεύσεως μέρους τινὸς ὡς παραχωρηθέντος.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ προγενεστέρα παραχώρησις, δὲν γνωρίζω· παρ’ ἐμοῦ ὅμως δὲν ἐγένετο τοιαύτη.
§13Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ ἴδητε, ἅμα λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν.
§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγένετο ἐπέκτασις τοπικὴ τῆς παραχωρήσεως ἀπὸ τριετίας.
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Διότι ἀπησχόλησε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ζήτημα, ἐὰν παρεξετάθησαν οὗτοι πέραν τῶν ὁρίων τῆς παραχωρήσεως, καὶ ἐδόθη διαταγὴ νὰ μεταβῇ μηχανικὸς καὶ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ὅμως, τῆς ὑποβληθείσης, ἀποδεικνύεται, ὅτι τοιαύτη ἐξαγωγὴ δὲν ἐγένετο.
§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς. Ὁ ἀναφερόμενος καταγγέλλει, ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι, τὰς ὁποίας ἀναφέρει, ἐπεξέτειναν τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ἐξορύττουσαι μεταλλεύματα ἐξ ἐκτάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παραχωρηθῆ.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς δύο παρατηρήσεις γενομένας. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτήν, ὅτι ἐξαγωγὴ βαρυτίνης οὐδεμία ἐγένετο, ἀφ’ ἧς διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀπήντησα ἐπίσης εἰς τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ ἐξαγωγῆς. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, περὶ τῆς ἐξορύξεως πέραν τῶν ὁρίων τοῦ μεταλλείου, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι πολλὰ τοιαῦτα παράπονα γίνονται· διότι, ὅταν ὑπάρχωσι δύο παραχωρήσεις, ὁ εἷς παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἕτερος ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς παραχωρήσεως. Ἐπὶ τῶν τοιούτων παραπόνων διατάσσεται μηχανικός, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει καὶ ἐξετάζει τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀναφέρει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη μέχρι τοῦδε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευασθῆ παρ’ ἐπιτροπῆς, ἣν εἶχον πρὸ πολλοῦ παρακαλέσει νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, αἰτία εἶναι, ὅτι εἶχεν ἐλλείψεις τινάς Ἤδη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐμελετήθη ἐκ νέου· εὑρέθησαν δὲ ἐλλείψεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ βελτιωθῶσιν. Καλὸν δὲ θὰ ἦτο νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, ἢ τῆς ἑπομένης, νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔδωκα ποτὲ ἄδειαν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν πέραν ποσοῦ λίαν μικροῦ. Τὸ λεχθὲν δὲ παρ’ αὐτοῦ, ὅτι πρόκειται δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου νὰ ἐπιτύχωσιν ὅ,τι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι διὰ τῆς παραχωρήσεως, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι τὸ ποσὸν τῶν εἰκοσιπέντε τόννων ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαχθῇ ἐντὸς προθεσμίας ἕξ μηνῶν, ἢ ἑνὸς ἔτους. Ὥστε βλέπετε, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντικαταστήσωσι τὴν παραχώρησιν, διότι δὲν ὑποθέτω ποτὲ, ὅτι θέλει τις ζητήσει νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα ἐξαγωγῆς γαιανθράκων τόσου ποσοῦ, διότι τὰ κέρδη αὐτοῦ θὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ θελήσῃ νὰ προβῇ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ἄξιος ἐπικρίσεως.
§20Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν δύναται ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐξακολουθῇ, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον ψηφίσωμεν νόμον, διότι ἄνευ νόμου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν. Ἐγὼ ἐνέμεινα εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ μεταλλείων· εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἕτερος νόμος, διότι δὲν εἶναι καλὸν νὰ μείνῃ ἀνεκμετάλλευτος ὁ πλοῦτος τῆς χώρας ὁ μεταλλικός.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς καταχρήσεως ἐπὶ τῶν προσωρινῶν ἐκμεταλλεύσεων γίνεται συνήθως ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀρχῶν. Καὶ ἔχομεν παράδειγμα τοιαύτης καταχρήσεως πέραν τῆς δοθείσης ἀδείας ἐπὶ τῆς βαρυτίνης. Τότε, ἀντὶ διακοσίων περίπου τόννων ἐξήχθησαν ἄνευ ἐγκαταστάσεως δαπανηρᾶς δεκάδες χιλιάδων τόννων, καὶ ἠμφισβητήθη τότε ὁ ὑποβληθεὶς λογαριασμός· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀφῆκεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο. Χρειάζεται ἑπομένως ῥητὸς ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἐν τῇ ἀδείᾳ, καὶ ἐπίβλεψις, διότι ἐντὸς ἔτους δύναται νὰ ἐξαχθῇ μέγα ποσὸν μεταλλεύματος, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ μεταλλεύματος πολυτίμου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ὁ ἀπευθύνας τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐξαγωγῆς βαρυτίνης Μυκόνου, ἔχει πληροφορίας ἀκριβεῖς, ἂν τὸ μετάλλευμα, τὸ ἐξαγόμενον ἐν Μυκόνῳ, εἶναι βαρυτίνη, διότι βαρυτίνην, ἀνεγνωρισμένην ὡς τοιαύτην, δὲν ἔχομεν, εἰμὴ τὴν ἐν Μήλῳ καὶ ἐν ταῖς πέριξ αὐτῆς μικραῖς νήσοις. Ἐν Μυκόνῳ ὑπάρχει μετάλλευμά τι, τὸ ὁποῖον, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ ἐξ ὅσων ἔμαθον, δὲν ἠδυνήθην καὶ ἐγὼ νὰ πληροφορηθῶ, τίνος εἴδους μετάλλευμα εἶναι· θεωρεῖται ὅμως ὡς πλούσιον μετάλλευμα, περιέχον καὶ ἄργυρον ἐν σπουδαίᾳ ἀναλογίᾳ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει γνῶσιν ἀκριβῆ τοῦ μεταλλεύματος τούτου, καὶ ἂν ἐδόθη ἄδεια ἐξορύξεως ἔστω καὶ περιωρισμένου ποσοῦ...
§23Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶναι παρακεχωρημένον.
§24Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι παρακεχωρημένον; Δὲν ὑπάρχει ζήτημα λοιπόν. Ἐὰν ἦναι παρακεχωρημένον, ἐὰν ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν ἦναι ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου τούτου κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ μεταλλείων, δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος συζητήσεως. Τὸ μετάλλευμα, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται, χαρακτηρίζεται ὡς πολύτιμον, καὶ εἶναι καλὸν νὰ ἔχῃ γνῶσιν τούτου καὶ ἡ Βουλή.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Δύναμαι νὰ εἴπω ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐπὶ προσωρινῇ παραχωρήσει, δοθείσῃ παρ’ ἐμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται τοιαύτη συζήτησις.
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἁπλῶς πληροφορίας ἐζήτησα.
§27Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ μεταλλεῖον τῆς Μυκόνου, δύναμαι νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Τὸ μεταλλεῖον τῆς Μυκόνου πρὸ τριετίας παρεχωρήθη εἰς τὸν Σπυρίδωνα Δεσπόζιτον. Ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους· ἐκμεταλλεύεται δὲ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων. Ἠγέρθη ἀμφισβήτησις, ὅτι περιέχει ἄργυρον περιεκτικότητος ἀνωτέρας ἀξίας, καὶ περὶ τούτου ἐγένοντο ἐν Λαυρίῳ αἱ δέουσαι χημικαὶ ἀναλύσεις, αἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι πλήρης, καθαρὸς ἀργυροῦχος μόλυβδος. Μέταλλον βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει τὰ πάντα.
§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἔδωκε προσωρινὴν ἄδειαν διὰ τὸ μεταλλεῖον τῆς Μυκόνου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τὴν παραχώρησιν τὴν ἔχουσι πρὸ ἐτῶν τρεῖς μηχανικοί. Ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ μεταλλείου τούτου ἤρχισε πρὸ ἕξ ἢ ἑπτὰ μηνῶν, μετὰ τὴν ἐκσκαφὴν δὲ παρετηρήθη, ὅτι περιεῖχε καὶ ἄργυρον. Ἀπετάθησαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ὅσον οὔπω, πιστεύω, θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συκοφαντῆται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι παρεχώρησε προσωρινῶς.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά! Δὲν συκοφαντεῖται.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πολὺς λόγος ἐγένετο, Κύριοι, ἀληθῶς περὶ τοῦ μεταλλείου Μυκόνου. Ἐγένετο λόγος διότι τελευταίως εὑρέθη μετάλλευμα, ἐμπεριέχον περὶ τὰ 50 ἢ 70% μόλυβδον, ἐμπεριέχον δὲ καὶ κατὰ τόννον μολύβδου περὶ τὰς 2000 γραμμάρια ἄργυρον. Εἶναι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἐν Ἑλλάδι ἴσως τὸ πλουσιώτερον μετάλλευμα. Ὡς ἐκ τούτου δὲ τὰ κέρδη, τὰ παραχθέντα ὑπὲρ τῶν ἐχόντων τὴν παραχώρησιν, ἐκίνησαν τὸν φθόνον, καὶ οὕτω προεκλήθη ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ ὅτι τὸ μετάλλευμα τοῦτο ἐμπεριεῖχε βαρυτίνην. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ βαρυτίνη, ἢ μᾶλλον ἡ θειοῦχος βαρυτίνη, εἶναι ἕν ἐκ τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦσι τὸν μόλυβδον σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ κοιτάσματα αὐτοῦ. Τὰ μεταλλεύματα τοῦ Λαυρίου, τὰ ἐκμεταλλευόμενα παρὰ τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας, ἐμπεριέχουσιν ὁμοῦ μόλυβδον καὶ βαρυτίνην. Ἡ παρουσία δὲ τῆς θειούχου αὐτῆς βαρυτίνης οὐδεμίαν δίδει ἀξίαν εἰς τὸ μετάλλευμα, διότι δὲν ἐμπεριέχει ἄργυρον, ἀλλ’ εὑρίσκεται ἄργυρος ἐν τῷ μολύβδῳ· δύναται δὲ πολλάκις νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐπιζήμιος. Ἐὰν λάβητε τὴν θειοῦχον ταύτην βαρυτίνην, τὴν ἐμπεριέχουσαν τὸ μετάλλευμα, καὶ ἀναλύσητε αὐτὴν, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν περιέχει οὐδὲ γραμμάριον ἀργύρου. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ βαρυτίνη τῆς Μήλου τῆς βαρυτίνης τῆς Μυκόνου. Ἡ βαρυτίνη τῆς Μήλου ἐμπεριέχει πάντοτε ἄργυρον. Ἐν Μυκόνῳ καὶ Λαυρίῳ ὁ ἄργυρος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ βαρυτίνῃ, ἀλλ’ ἡ βαρυτίνη συνοδεύει τὸν μόλυβδον. Ἐλέχθη παρά τινων, καὶ ὁμολογουμένως παρὰ προσώπων ἐχόντων σημασίαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι ἔπρεπε τὰ μεταλλεῖα ταῦτα νὰ μὴ παραχωρηθῶσι, διότι ἦσαν μεταλλεῖα ἀργύρου, διότι ἐμπεριεῖχον ἄργυρον 3,000 γραμμαρίων, ὥστε ἡ ἀξία, ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ ἀργύρου, νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῆς ἀξίας, τῆς προερχομένης ἐκ τοῦ μολύβδου, ἐν τῷ μεταλλεύματι. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη, Κύριοι, εἶναι ὅλως ἀβάσιμος. Ὡς προεῖπον ὑμῖν, ἅπαντα τὰ μεταλλεύματα μολύβδου, τὰ ἐξορυττόμενα σήμερον ἐν Λαυρίῳ, σχεδὸν ἅπαντα, ἔχουσι τὴν περιεκτικότητα ταύτην τοῦ ἀργύρου ἐν τῷ τόννῳ μολύβδου· καὶ ναὶ μὲν, καθ’ ὅσον αἱ τιμαὶ ἀργύρου καὶ μολύβδου ἀλλάσσουσιν, ὁσάκις δ’ ὁ ἄργυρος ἔχῃ μεγάλην τιμὴν, δύναται ἡ περιεκτικότης ἀργύρου νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ ὁ ἄργυρος ἴσην ἀξίαν μὲ τὸν μόλυβδον, τὸν ἐμπεριεχόμενον, ἀλλ’ ἂν λάβωμεν τὰς τιμὰς, καθ’ ἃς ὁ μόλυβδος εἶναι ὑπερτιμημένος, ὁ δὲ ἄργυρος εἰς χαμηλὴν τιμὴν, ὡς σήμερον, θέλομεν ἴδει, ὅτι μὲ τὴν περιεκτικότητα τῶν 3,000 ὁ ἄργυρος ὁ ἐμπεριεχόμενος ἐν τοῖς μεταλλεύμασι τούτοις ἔχει πολὺ μικροτέραν ἀξίαν τοῦ μολύβδου. Ὥστε καὶ ἐκ τῆς γνώμης ταύτης οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν συμπέρασμα κατὰ τῆς παραχωρήσεως. Ἀλλ’ οὐδεὶς οὐδέποτε θέλει ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι γαληνίτης περιεκτικότητος 50 καὶ 60% μολύβδου, περιέχων 2,000 ἢ καὶ 3,000 γραμμάρια, ἢ καὶ περιπλέον, κατὰ τόννον μολύβδου, δὲν εἶναι ἀργυροῦχος μόλυβδος· ἡ δὲ γνώμη, τὴν ὁποίαν δῆθεν αὐθεντικῶς ἐξέφρασάν τινες, ὅτι ἀργυροῦχα μεταλλεύματα ὀφείλουσι νὰ ὀνομασθῶσιν ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀξία τοῦ ἀργύρου εἶναι ἀνωτέρα τῆς τοῦ μολύβδου, εἶναι γνώμη αὐθαίρετος, καὶ οὐδαμοῦ ἐμφαίνεται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, οὔτε ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ νομοθεσίᾳ. Ἀφοῦ λοιπὸν παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἀργυροῦχος μόλυβδος, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τι οὔτε ἐναντίον τῆς παραχωρήσεως, ὅτι κακῶς δηλ. ἐγένετο, οὔτε ἐναντίον τῶν ἐκμεταλλευομένων τὰ μεταλλεύματα ταῦτα.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρρήθη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καταχρήσεις πολλαὶ γίνονται ἐκ τῶν ἀδειῶν, δι’ ὧν ἐπιτρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβωσι δοκιμαστικῶς μεταλλεύματα ἐν μεταλλείοις μὴ παραχωρηθεῖσιν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεβεβαίωσεν, ὅτι αὐτὸς τηρεῖ ἀπαρεγκλίτως τὸν κανόνα, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τοιαύτας ἀδείας ἢ σπανίως καὶ διὰ μικρότατον ποσὸν, 20–30 τόννων. Ταῦτα πιθανὸν νὰ συμβαίνωσιν ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐπιθεωρήσεως τῶν μεταλλείων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπιβλέψεως πραγματικῆς τῶν μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ βεβαίως ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἡ ἄρνησις πάσης δοκιμῆς· διότι, πῶς θέλετε νὰ ζητῶνται μεταλλεῖα, νὰ συνιστῶνται Ἑταιρεῖαι, νὰ προσφέρωνται κεφάλαια, ὅταν δὲν δίδηται ἡ ἄδεια πρὶν τῆς παραχωρήσεως, ὅπως δοκιμασθῇ, ἂν πραγματικῶς θέσις τις, ἥτις δίδει ποσόν τι μεταλλεύματος ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ ἄνευ τινὸς ἐργασίας, δύναται πραγματικῶς μετά τινας ἐργασίας, ἔστω προχείρους, νὰ δώσῃ ποσὸν, ὅπερ, ἐξαγόμενον, ἢ καμινευόμενον, νὰ καλύπτῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ νὰ καταλείπῃ καί τι κέρδος; Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ θεωρήσῃ, ὅτι εἶναι προστασία τῶν συμφερόντων τῶν γενικῶν, τῶν δημοσίων, ὅπως ἀρνώμεθα εἰς πάντα νὰ ἐκμεταλλευθῇ μεταλλεῖόν τι προσωρινῶς δοκιμαστικῶς, ἢ ἔστω καὶ νὰ ἐξαγάγῃ καὶ 2000 ἢ περισσοτέρους πρὸς τοῦτο τόννους. Δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι χίλιοι καὶ δύο χιλιάδες τόννοι, οἱ ὁποῖοι πάντως θὰ πληρώσωσι τὸν νενομισμένον φόρον, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐξαντλήσωσι τὸ μεταλλεῖον, ἢ θὰ ἀποτελέσωσιν ἔργον τόσον ἐπικερδὲς καὶ σπουδαῖον, ὥστε νὰ τὸ παρεμποδίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω, ὅτι, ἂν γίνηται ἐπίβλεψις τῶν δοκιμαστικῶν ἔργων, πρέπει νὰ ἐπιτρέπωνται μετὰ θάρρους τοιαῦται δοκιμαὶ, καὶ πρέπει, ὁσάκις ζητῶνται, καὶ σχηματίζῃ ἡ Κυβέρνησις βεβαιότητα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κερδοσκοπικῆς τινος ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἔργων εἰλικρινῶς δοκιμαστικῶν καὶ σοβαρῶν, νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας.
§33Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Βεβαίως οὔτε προτίθεμαι, οὔτε εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἀποκρούσω τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ἀττικῆς συναδέλφου, προκειμένου περὶ μεταλλείων, βεβαίως δὲ, ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, δύναται νὰ ἔχῃ δίκαιον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ κείμενον ἑνὸς νόμου, τοῦ νόμου τοῦ 1896. Ὁ νόμος τοῦ 1896 ἐγένετο ἀκριβῶς, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ βαρυτίνη καὶ τὰ μεταλλεύματα ταῦτα τῆς βαρυτίνης, τὰ ἐν Μήλῳ, Κιμώλῳ, Πολυαίγῳ, ἦσαν μεταλλεύματα πολύτιμα, ἐγένετο δὲ, διότι ἐδυσπίστει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρὸς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἱδρύσει ὁ νόμος τοῦ 1861 διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων καὶ εἶπεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ νεαροῦ νόμου, ὅτι, «ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν ὡρισμένων μεταλλείων, ἔχω ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὸ τὸ Συμβούλιον νὰ κάμῃ τὰς παραχωρήσεις, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν μεταλλείων ἐκ πολυτίμων μετάλλων καὶ ἄλλων τινῶν, (τὰ ὁποῖα ὀνομαστικῶς ἀναφέρει) δι’ αὐτὰ θέλω νόμον εἰδικόν». Ἰδοὺ τί λέγει ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1896 (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς μεταλλεύσεως τῶν ὀρυκτῶν ἀργύρου (ἐν οἷς καὶ τὰ ἀργυρομεταλλεύματα τῆς Μήλου, τῆς Κιμώλου καὶ τῆς Πολυαίγου) καὶ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου, τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων, τῆς σμύριδος, τῶν μυλοπετρῶν, τοῦ κοινοῦ ὀρυκτοῦ ἅλατος μετὰ τῶν ἐν τῇ αὐτῇ κοίτῃ ἑτέρων ἁλάτων κλπ. παραχωρεῖται μόνον διὰ νόμου.» Ἐθεωρήθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ὅτι τὰ ὀρυκτὰ αὐτὰ, τὰ ἀργυρομεταλλεύματα, ἦσαν πολύτιμα μέταλλα, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠθέλησε νὰ φανῇ φειδωλὴ περὶ τὴν παραχώρησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοιούτων μεταλλείων. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ περιεκτικότης τοῦ ἀργύρου εἰς τὰ μεταλλεύματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατετάχθησαν μεταξὺ τῶν πολυτίμων; Ἐὰν ἀναγνώσητε, Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν δοκιμωτάτου ἐπιστήμονος, μετακληθέντος τὸ πάλαι ἐξ Οὐγγαρίας, τοῦ Οὕφνερ, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ περιεκτικότης τῶν μεταλλευμάτων αὐτῶν ποικίλλει ἀπὸ 225 γραμμαρίων μέχρι 1050 γραμμαρίων εἰς ἕκαστον τόννον μεταλλεύματος,—ὄχι μετάλλου, ἀλλὰ τοῦ φυσικῶς ἐξορυσσομένου, τοῦ ἀκαθαρίστου.— Αὐτὰ λοιπὸν τὰ μεταλλεύματα οὕτω πως, ἐν τοιαύτῃ περιεκτικότητι, ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὡς ἀργυρομετάλλευμα, ὡς πολύτιμον μέταλλον, τοῦ ὁποίου ἡ παραχώρησις δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ, εἰμὴ διὰ νόμου. Τώρα τίθεται τὸ ἐρώτημα: ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου ͵ΒΥΟʹ τοῦ 1896, ὅταν ἔχωμεν μεταλλεύματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν ἄργυρον τοσοῦτον, ὥστε ἡ περιεκτικότης τοῦ ἀργύρου δι’ ἕκαστον τόννον μεταλλεύματος νὰ προσδίδῃ εἰς αὐτὸ πολὺ περισσοτέραν ἀξίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ μεταλλεύματος μέταλλον, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ μόλυβδος, αὐτὸ τὸ μετάλλευμα εἶναι ἀργυρομετάλλευμα; ναὶ ἢ οὔ; Εὑρισκόμεθα λοιπὸν πρὸ μιᾶς παραχωρήσεως ἀργυρούχου μολύβδου, γενομένης ὑπὸ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1861, μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1896, κατὰ τὸ ἔτος 1898. Ἐρωτῶμεν λοιπόν: ἐγένετο καλῶς ἡ παραχώρησις αὕτη; Οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα. Ἀδιαφορῶ, ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν μεταλλευτῶν. Βεβαίως σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ εἰδικώτατος πάντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσωμεν, ὑπὸ ἔποψιν νομικήν: ἰσχύοντος τοῦ νόμου αὐτοῦ, εὑρισκόμεθα πρὸ παραχωρήσεως ἀργυρομεταλλεύματος, ναὶ ἢ οὔ; Τοῦτο καλεῖται νὰ λύσῃ ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην,—βεβαίως ὄχι ὡς εἰδήμονος, ἀλλ’ ὡς ἐρωτήσαντος καὶ μαθόντος παρ’ εἰδήμονος ἀνδρός, τοῦ τεταγμένου εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τοῦ καὶ Πρυτάνεως, — τὸ μετάλλευμα, ὅταν ἔχῃ περιεκτικότητα ἀργύρου τοιαύτην, ὥστε ἡ ἀξία ἑνὸς τόννου μεταλλεύματος, περιέχοντος, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, 60% μολύβδου καὶ 2050–3000 γραμμάρια ἀργύρου, νὰ περιέχῃ ἀνωτέρας ἀξίας ἄργυρον, ἢ μόλυβδον, τὸ μετάλλευμα αὐτὸ δέον νὰ καταταχθῇ εἰς τὰ ἀργυρομεταλλεύματα, τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1896 οὔσης ἐνδεικτικῆς καὶ οὐχὶ περιοριστικῆς. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνώπιον παραχωρήσεως μεταλλεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολύτιμον, διότι, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, περιέχει 2000 ἕως 3000 γραμμάρια ἀργύρου κατὰ τόννον.
§34Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κλίνει πρὸς τὴν γνώμην τῶν μεταλλευτῶν. Ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀργυροῦχος μόλυβδος δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τῆς δευτέρας παραγράφου· ὁ ἀργυροῦχος μόλυβδος δὲν εἶναι ὀρυκτὸν ἀργύρου· ὁ νόμος ἐνόησε τὸν λεγόμενον ἀργυρίτην.» Νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁ νομοθέτης λέγῃ ταῦτα, πρέπει καὶ ὁ μεταλλευτὴς νὰ σιωπήσῃ, καὶ πᾶς ἕτερος, ἔστω καὶ Πρύτανις ἂν ὀνομάζηται, ἢ ἄλλο κατέχῃ ὑψηλὸν ἀξίωμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ θεωρῶ τὸ ζήτημα λελυμένον οὐ μόνον κατὰ τύπους, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς· διότι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ὅτι ἡ ἀξία τῶν 3,000 γραμμαρίων, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τοσοῦτον περιέχει ἄργυρον τὸ μετάλλευμα κατὰ τόννον μολύβδου, δίδει εἰς τὸ μετάλλευμα ἀξίαν μεγαλειτέραν τῆς τοῦ περιεχομένου μολύβδου. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου ἐν Εὐρώπῃ εἶναι 16 λίραι κατὰ τόννον, ἤτοι, πρὸς 25 φράγκα τὴν λίραν, 400 φράγκα ὁ τόννος, ἀλλὰ 1000 γραμμάρια ἀργύρου ἔχουσιν ἀξίαν 100 φράγκων, ἤτοι 3,000 γραμμάρια 300 φράγκων· ἄρα ὁ περιεχόμενος ἄργυρος ἔχει ὀλιγωτέραν ἀξίαν τοῦ περιεχομένου μολύβδου. Ὥστε, εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, εἰς τὸ αὐτὸ καταλήγομεν.
§35Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, κ. Τσᾶτσος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον, τὸν ἀναγόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν οἰκοπέδου ἐν Ναυπάκτῳ πρὸς οἰκοδόμησιν ἐπ’ αὐτοῦ διδακτηρίου τῶν ἀρρένων τῆς πόλεως ταύτης.» Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Θ. Λιμπρίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων.» Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 239–240). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ δραχμῶν 60,000». Καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 241).
§37ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν χθές, τῶν βλαχοφώνων, ἀλβανοφώνων καὶ λοιπῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου Τρικκαίων.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον καὶ χθές, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀνακοινώσω, διότι περιέχει ὕβρεις κατ’ ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὁ δὲ Κανονισμὸς ἀναγράφει νὰ μὴ ἀνακοινῶνται ἔγγραφα λοίδορα. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑπάρχουσιν ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις μου. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του· ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, χωρὶς νὰ παραβιάσω τὸν Κανονισμόν.
§39Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἐκ Τρικκάλων ἀξιοτίμου συναδέλφου προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τρικκαίων, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδόλως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἀνατρέπει ὑφιστάμενα δικαιώματα, ἀποκτηθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Οἱ ἀναφερόμενοι εἰσι πολῖται Ἕλληνες, ἀλλ’ ἀμφισβητεῖται ἡ ἰδιότης αὐτῶν, διότι ἴσως, κατὰ τὰς θεωρίας τὰς ἐθνολογικάς, δὲν εἶναι τελείως ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Πελασγῶν, καθόσον ὁμιλοῦσιν ἰδίαν γλῶσσαν, τὴν Βλαχικήν, ἐν τῷ οἴκῳ αὐτῶν, μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς· τὸ ἐπιχείρημα δὲ τοῦτο μετεχειρίσθησάν τινες, ἵνα θεωρήσωσι τούτους ὡς μὴ ἔχοντας ἐκλογικὰ δικαιώματα, τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, ὅτι εἰκονικῶς ἐνεγράφησαν, ἢ ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτοι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Τρικκάλων κ. Ζάππαν νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἀναφοράν, διότι δὲν εἶναι πρέπον, διὰ τῆς πορείας ἡμῶν, διὰ τῆς προτάσεως νόμου, ἥτις ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Τρικκάλων, νὰ γεννᾶται ὁ δισταγμὸς εἰς τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἐκείνους Ἑλληνοβλάχους, τοὺς ἑλληνικωτάτους ἄλλως, ὅτι ἡμεῖς ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθημεν ψηφίζοντες παρόμοιον νομοσχέδιον, νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, δι’ ἃ εἰσιν ὑπερήφανοι.
§40Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοὶ ἐπετρέψατε νὰ λάβω χθὲς τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος ἀπεπειράθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καίτοι προκειμένου νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς, ἐπεθύμουν κυρίως νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὅλως ἀδίκως καὶ παραλόγως προὐκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τινῶν ἐν Τρικκάλοις, οἵτινες εἶναι ἀρκούντως γνωστοὶ καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν, ἥτις μ’ ἐτίμησε διὰ τῆς ψήφου της, ὥστε νὰ μὴ ἀνησυχῶ διὰ τὰς ὕβρεις των. Ἡ καθ’ ἡμῶν χαμερπὴς συκοφαντία ἐχαλκεύθη εἰς τὴν οἰκίαν πολιτικῶν ἀντιθέτων μας, οἵτινες, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἱερώτερα καὶ πολυτιμότερα δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν παρέδωκαν τοῖς κυσί, καταγγέλλουσιν ἤδη ἡμᾶς, διὰ τοιούτων ὑβρίζοντες ὕβρεων. Ἐγὼ τοὺς ὑβρίζοντας περιφρονῶ. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ μὴ εἴπω σήμερον, κύριε Πρόεδρε, ἐλάχιστά τινα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ, ὡς προέφην, ὅλως ἀδίκως προὐκάλεσε καθ’ ἡμῶν τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἐνδιαφερομένων.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τότε ὁμιλεῖτε.
§42Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τρικκαίων φέρεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ...
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὸ θέμα. Πρὸς τί ἡ συζήτησις; (Θόρυβος).
§44Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. .. Καὶ ἄλλοτέ ποτε, κατὰ Φεβρουάριον, νομίζω, τοῦ 1894, πολὺς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ μας καταλόγου. Ὑπῆρξαν καὶ τότε συνάδελφοι, οἵτινες διεμαρτυρήθησαν ἐνώπιον τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους κατὰ τῆς αὐθαιρέτου καὶ παρανόμου διὰ νομαρχιακῶν ἀποφάσεων νοθεύσεως τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ τότε δυστυχῶς τινες, οἵτινες, εἴτε διότι δὲν ἐμελέτησαν ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα, εἴτε διότι ἐπιέζοντο ὑπὸ πολιτικῶν φίλων των, λησμονήσαντες πρὸς στιγμὴν τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον τῆς ψήφου, ἀντεπεξῆλθον κατὰ τῶν ἀληθειῶν ἐκείνων, καὶ ἵνα κερδίσωσι τὸ ζήτημα, ἀνήγαγον τοῦτο εἰς ἐθνικὴν περιωπήν. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐθνικοῦ τινος ζητήματος, ὡς καὶ σήμερον θέλουσι νὰ παραστήσωσι τοῦτο οἱ ἐνδιαφερόμενοι, προσπαθοῦντες διὰ τοῦ χρυσοϋφάντου πέπλου τοῦ πατριωτισμοῦ νὰ καλύψωσι τὸν βόρβορον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμόλυναν τὸν ἐκλογικόν μας κατάλογον...
§45ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Τὸ Δικαστήριον ἀπεφάσισε περὶ τούτου.
§46Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. .. Δὲν πρόκειται νὰ διαγραφῶσιν ἐξ αὐτοῦ Μακεδόνες καὶ Ἀλβανοὶ καὶ Ἠπειρῶται, καὶ δὲν γνωρίζω τίνες ἄλλοι πατριῶται, οἵτινες, ἐγκαταλιπόντες τὸ πάτριον ἔδαφος, ὅπερ στενάζει εἰσέτι ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ τυράννου, ἦλθον νὰ ζήσωσι καὶ ἐγκατασταθῶσιν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πατρίδι, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν θεσμῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ οὐδὲ πρόκειται περὶ οἱασδήποτε ἄλλης διαγραφῆς πολιτῶν, ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Πρόκειται ἁπλούστατα περὶ περιφρουρήσεως καὶ προστασίας τῶν πολυτιμοτέρων δικαιωμάτων τῶν Μακεδόνων καὶ Ἠπειρωτῶν καὶ Ἀλβανῶν, κύριε Ζάππα, καὶ τῶν λοιπῶν πολιτῶν, οἵτινες, ἐργαζόμενοι νυχθημερόν, ὅπως πληρώνωσι τοὺς φόρους αὑτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι παρ’ αὐτῆς, ὡς ἀντάλλαγμα, ἢ ἀκεραίαν τὴν δύναμιν καὶ ἀμείωτον τὴν ἀξίαν τῆς ψήφου αὐτῶν, τοῦ σφαιριδίου αὐτοῦ τοῦ χρυσοῦ, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ φίλος μου κ. Γ. Κυριαζῆς, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Σύνταγμα ἐξαγοράζει τοὺς σταλακτίτας τοῦ ἱδρῶτός των. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐπιθυμῇ νὰ ψηφίζωσι δὶς καὶ τρὶς καὶ πεντάκις καὶ δεκάκις τὰ αὐτὰ πρόσωπα, μεταμφιεζόμενα, ἐὰν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐπιθυμῇ νὰ ἀνίστανται ἐκ νεκρῶν, οὐχὶ οἱ πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ὡς ὁ Λάζαρος, ἀποθανόντες, ἀλλ’ οἱ πρὸ δεκαετίας, καὶ νὰ ψηφίζωσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχηται νὰ παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐχὶ γνήσια τέκνα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ νόθα, ἀλλ’ ἀντιπρόσωποι τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης καὶ τοῦ ἐκβιασμοῦ, ἂς δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἐπέμεινε νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀγαπητός μοι συνάδελφος, ὁ ἀξιῶν νὰ πονῇ περισσότερον ἡμῶν τὸν τόπον ἐκεῖνον, διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ καυχηθῶσιν οἱ πατέρες ἡμῶν, ὅτι συνετέλεσαν τὸ κατὰ δύναμιν, διακινδυνεύσαντες παρὰ τοὺς ἱεροὺς τῆς Καλαμπάκας βράχους τὴν ζωήν των, καὶ σύμπασαν τὴν μικράν των περιουσίαν ἀπολέσαντες, ὁ ἀξιῶν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γνωρίζῃ καλλίτερον ἡμῶν τὰ πράγματα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας πρώτην ταύτην φορὰν ἔρχεται εἰς ἐπικοινωνίαν. Ἐὰν καὶ ὅταν, κύριε Πρόεδρε, ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνασυντάξεως τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τρικκαίων, θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ καταδείξωμεν πρὸς ὑμᾶς δι’ ἀποδείξεων ἀναμφισβητήτων, τί ἐστὶν ἐκλογικὸς κατάλογος τοῦ δήμου Τρικκαίων, πόσοι εἶναι οἱ ἀληθεῖς καὶ γνήσιοι ἐν αὐτῷ ψηφοφόροι, καὶ πόσοι οἱ ψευδεῖς καὶ ἀνύπαρκτοι, πῶς οὗτοι ἐνεγράφησαν, καὶ τί ἐπὶ τέλους ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§47ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Τὸ Δικαστήριον ἀπεφάνθη. (Θορυβώδεις διάλογοι).
§48Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Θὰ ἐξηγήσωμεν συγχρόνως, κύριε Ρικάκη, —ἵνα μὴ ἀνησυχῆτε καὶ διακόπτητε—διατὶ ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ παρὰ τῶν Δικαστηρίων τῆς πατρίδος μας, ἀλλ’ ἐπικαλούμεθα τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς. Θὰ σᾶς ἀναγνώσωμεν ἀποφάσεις Δικαστηρίων τραγελαφικὰς, καὶ ἀποφάσεις, δι’ ὧν τὰ Δικαστήρια κηρύττουσιν ἑαυτὰ ἀνίκανα νὰ καθαρίσωσι τὴν κόπρον ταύτην τοῦ Αὐγείου. Καὶ θὰ ζητήσωμεν τότε παρ’ ὑμῶν νὰ μᾶς εἴπητε, τίς ἐστὶν ὁ ὁρισμὸς τῆς κατ’ ἔτος ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ τίς ὁ τῆς ἀνασυντάξεως, τίς δὲ ἡ μεταξὺ αὐτῶν οὐσιαστικὴ διαφορά. Ταῦτα εἶχον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ εἴπω. Περαίνων δὲ, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω πικρὸν παράπονον κατὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ζάππα, τὸν ὁποῖον πολὺ τιμῶ καὶ σέβομαι, ἀλλ’ ὅστις κατ’ οὐδένα λόγον ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἀναφορὰν, περιέχουσαν τηλικαύτας ὕβρεις κατὰ συναδέλφων του, καὶ δὴ ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μόλις πρὸ ὀλιγίστου χρόνου εἶχε τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς γνώμην.
§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν νόμον, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ὀφείλει ν’ ἀποκαλύπτηται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ὁ παραπονούμενος κατὰ τῆς καταρτίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τρικκαίων. Ὁ νόμος ἀναγράφει, τί γίνεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πρὸς καθαρισμὸν τοῦ βορβόρου, ὡς εἶπεν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν τῷ καταλόγῳ ἐκείνῳ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτατον, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος προβλέπει ὅλας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς χρῄζει διορθώσεως ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος. Δὲν εἶναι δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι οἱ κείμενοι νόμοι προέβλεψαν. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος φρονῇ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία συνώμοσε κατ’ αὐτοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ περὶ τούτου νὰ ἀμφιβάλλω, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι μόνιμος ἐν Τρικκάλοις, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ συνώμοσε κατὰ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τοῦ κ. συναδέλφου, ὅστις κατὰ τὴν Βουλευτικὴν ταύτην Περίοδον τὸ πρῶτον ἐξελέγη Βουλευτής.
§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν θέλει φθάσει μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ γείνῃ ὄργανον ἐκλογικῶν διαφορῶν, οὐδὲ θέλει γείνῃ ὁ ὑποστηρικτὴς ὁ πολιτικὸς τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ ἐνδιαφερομένου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας. Ἔχομεν νόμον, καθ’ ὃν δύνανται νὰ διορθωθῶσιν οἱ κατάλογοι. Ἂς ζητήσουν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἀναφορὰν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες ζητοῦσι νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τριακκίων οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν ἢ ν’ ἀποκλείσῃ αὐτοὺς τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ἐνῷ οὗτοι εἶναι πολῖται Ἕλληνες. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, οὐδὲ ἤθελον ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπ’ ἐλάχιστον, ἀλλ’ οἱ ἀναφερόμενοι λέγουσιν, ὅτι προέρχονται ἔξωθεν, καὶ ἦλθον ἐδῶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἐγένοντο Ἕλληνες πολῖται, καὶ ὄχι πάροικοι. Διότι εἰς τὴν ἀναφοράν των, ἡ ὁποία ἐπίτηδες δὲν ἀναγινώσκεται...
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ λέγετε ἐπίτηδες;
§52Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἦτο δυνατὸν νὰ παραλείψητε ὅ,τι ἐγράφη ἐκ μέρους τοῦ συντάκτου τῆς ἀναφορᾶς κατὰ Βουλευτῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραλείπω ὅ,τι θέλω, καὶ νὰ παρουσιάζω ὅ,τι θέλω.
§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠδύνασθε νὰ παραλείψητε τὰς ὕβρεις, καὶ ν’ ἀναγνώσητε τὸ ὑπόλοιπον μέρος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς μοὶ ἐπιβάλλει ν’ ἀπορρίπτω ἔγγραφα λοίδορα καὶ ὑβριστικά. Ἐγὼ ἀμύνομαι ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
§56Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ὅστις τὴν ἀνέγνωσε, μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑβρίζει αὐτόν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων, ἐγὼ εἶμαι ἁρμόδιος ν’ ἀποφασίσω. Ἂν οἱ Κύριοι δὲν εὐχαριστοῦνται, δύνανται νὰ τὴν ἀναγνώσουν.
§58Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ δὲν περιέχει ὕβρεις. Τέσσαρας λέξεις μόνον περιέχει, αἵτινες καταγγέλλουσι τὸν κ. Βουλευτήν. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ οἱ ἀναφερόμενοι ἀνακοινοῦσιν, ὅτι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, προερχόμενοι ἐκ τῶν ὑποδούλων χωρῶν, καὶ ὅτι θέλουν οἱ ἀντίθετοι νὰ τοὺς ἀποκλείσουν· λέγουσι δὲ οἱ ἀναφερόμενοι, ὅτι, ἂν τοῦτο γείνῃ γνωστὸν εἰς τὰς οἰκογενείας των, τὰς ὑπὸ τὸν ζυγὸν, θὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντά των. Διὰ τοῦτο ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Τρικκαίων. Ἂν δὲ παρ’ ἐλπίδα φέρῃ τοῦτο, ἡμεῖς θὰ μεταχειρισθῶμεν ὅλα τὰ μέσα, ἵνα μὴ ψηφισθῇ. Ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν δυνάμεθα νὰ γείνωμεν ὄργανα ἐκλογικῶν παθῶν, καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ νομοθετικῆς πράξεως τοιούτους σκοπούς. Ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ζητήσῃ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς θὰ ζητήσῃ τὴν διαγραφὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§59Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐξετράπημεν τοῦ θέματος καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι νῦν δὲν πρόκειται νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ ἡ ἀναφορὰ, ἀλλ’ ἂν πρέπει ν’ ἀνακοινωθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἰς τὴν Βουλήν, ἢ ἂν δὲν πρέπει ν’ ἀνακοινωθῇ, ὅπερ εἶναι ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος, χωρὶς ν’ ἀνακοινώσῃ κατὰ τί εἶναι ὑβριστικὸν ἐναντίον τῶν κ. συναδέλφων τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς, λέγει ὅτι εἶναι ὑβριστικὸν, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ. Περὶ τίνος λοιπὸν περιεχομένου ἡ συζήτησις; Ἐγεννήθη ἡ συζήτησις περὶ περιεχομένου ἀγνώστου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐξετράπημεν εἰς τοῦτο ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐκ Τυρνάβου κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἴσως γνωρίζει τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς, καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν εἰς ζήτημα περὶ δικαιωμάτων πολιτικῶν. Καὶ ἀπεδόθη ἡ μομφὴ εἰς συναδέλφους ἐνταῦθα, ὡς βυσσοδομοῦντας ἐναντίον πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ δὴ ὑποδούλων, ἀποκτησάντων τὸ εὐεργέτημα τῆς ἐλευθερίας. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν μομφὴν ταύτην καὶ πρὸς τιμὴν τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς, εἰς τῆς ὁποίας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀνεγράφη τὸ νομοσχέδιον· διότι δὲν πρόκειται δι’ αὐτοῦ περὶ διαγραφῆς τῶν ἀναφερομένων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι καὶ ὁσοιδήποτε, εἴτε χίλιοι, εἴτε δύο ἢ τρεῖς χιλιάδες. Διότι αὐτοὶ εἶναι ὑπαρκτοὶ, εἶναι ἐλεύθεροι πολῖται, ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ δημοτολόγια, ἀποκτήσαντες νομίμως τὰ δικαιώματα αὑτῶν τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ δημοτικὰ καὶ τὰ ἐκλογικὰ, καὶ ἐνασκοῦντες αὐτὰ μέχρι σήμερον. Ἑπομένως οὐδένα διατρέχουσι κίνδυνον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται ἐν τούτῳ; Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ὅταν ἔλθῃ, καὶ ἂν ἔλθῃ, ἡ συζήτησις αὐτοῦ, τότε νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει οἱ ἀγορεύσαντες κ. Βουλευταὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκφράσωσι τὰς γνώμας των, διότι ἴσως τότε κρίνωσιν, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μὴ στηριζόμενα εἰς τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, ἐστηρίχθη. Διότι βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐνταῦθα ἄνευ ἀναιρέσεως ἡ κατὰ τῶν κυρίων συναδέλφων μομφὴ, καθόσον οὐδεὶς εἶναι ἐνταῦθα, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ διανοηθῇ κἄν, ὅτι θὰ κλείσῃ τὴν θύραν εἰς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς, ἢ ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτοὺς νὰ μετάσχωσι τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τοσούτων θυσιῶν καὶ αἱμάτων ἀπεκτήθησαν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ταύτῃ γωνίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἀφοῦ ὄχι μόνον διὰ τὴν γωνίαν ταύτην, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπεκτήθησαν ταῦτα. Δὲν πρέπει λοιπὸν τοιαύτη μομφὴ νὰ ῥιφθῇ καθ’ οἱουδήποτε ἐνταῦθα, οὔτε διότι ἀνεγράφη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, οὔτε διότι φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κυρίων συναδέλφων ἡμῶν, οἵτινες εἶναι συμπολῖται ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διὰ τῆς ἀναφορᾶς, ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ γεννηθέντες καὶ ἀνατραφέντες, καὶ συζῶντες μετ’ αὐτῶν. Καὶ λυποῦμαι καὶ ἀπορῶ, διὰ ποῖον λόγον ἐξανίστανται οὗτοι, καὶ παριστῶσι τὸ ζήτημα ὡς ἀφορῶν εἰς αὐτούς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην ὑμῶν, ἂν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὸ νὰ μὴ ἀνακοινωθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς. Ἐν τούτοις ἐγὼ νομίζω, ὅτι δέον νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἐκτραπῇ αὕτη εἰς συζητήσεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν ἐναντίας γνώμας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει ἐπακολουθήσει συζήτησις ἐπὶ ἀντικειμένου, περὶ οὗ δὲν πρόκειται. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ εἴπω καὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς ἐκ Τρικκάλων, καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς θέμα συζητήσεως δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου Τρικκαίων, ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἵνα δηλώσω, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἀναφοράν.
§60Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα καθίσταται περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀναφορᾶς, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐμάθομεν ἤδη τί λέγει αὕτη, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνησυχοῦν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἦλθεν ἐδῶ, ἵνα ἐξομαλύνῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων. Ἄν ἔχουν μεταξὺ των λογαριασμοὺς, ἂς ἀποταθοῦν εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον δι’ ἀναφορᾶς των.
§61Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐνόμισα, ὅτι διατρέχουν τὸν κίνδυνον οἱ ἐκλογεῖς Τρικκάλων νὰ διαγραφῶσι διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ συνάδελφοι. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτε ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς καθαρῶς ἐφώτισε τὸ ζήτημα. Ἄς προσφύγωσιν οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ Δικαστήρια, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἀνησυχήσουν οἱ καθ’ ὧν στρέφεται τὸ νομοσχέδιον, οἵτινες, μακρὰν εὑρισκόμενοι, ἐπλανήθησαν καὶ κατελήφθησαν ὑπὸ ἀνησυχίας. Καθισταμένου γνωστοῦ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀναφορᾶς, θέλει γείνῃ φανερὸν, ὅτι εἶναι ὅλως ἀβάσιμοι οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἔχουσι, καὶ ὅτι οἱ κύριοι ἐκ Τρικκάλων συνάδελφοι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε προσέφυγον ματαίως, διότι τὰ Δικαστήρια, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται καὶ γράφωνται, εἶναι ἡ ἄγκυρα τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.
§62Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρηκολούθησα, Κύριοι, μετὰ προσοχῆς τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν (ὤ! ὤ! ὤ!). Δὲν εὑρίσκω, σᾶς βεβαιῶ, ὀρθὸν νὰ διαμφισβητηθῇ, ἂν εἶναι ὑπήκοοι Ἕλληνες οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Μακεδόνες, οὔτε πρέπει νὰ τίθηται ὑπὸ συζήτησιν τοιοῦτον ζήτημα ἐνταῦθα. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὄχι διὰ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ διότι καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι ὑπὸ τὰς ἰδίας συνθήκας ἐν τῷ δήμῳ Σύρου, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ, ὅπως ἐξακριβωθῇ, διατὶ δὲν διεγράφησαν οἱ ἀποθανόντες ἐκλογεῖς τόσον κατὰ παρελθόντα ἔτη, ὅσον καὶ ἐφέτος.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξήλθετε τοῦ θέματος. Ἐπιτροπὴ τῶν πρακτικῶν φαρμακοποιῶν δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων».
§64Β. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὕτη.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 242). Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἴπητε πολλὰ ἀκόμη;
§68Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τότε νὰ διακόψωμεν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τοῦ Αὐστριακοῦ Λόϋδ». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἀγορᾶς οἰκίας ἐν Βόλῳ, χρησιμοποιηθησομένης ὡς κατάστημα Γυμνασίου καὶ Ἑλληνικοῦ Σχολείου». Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 243 καὶ 244). Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§72Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, βλέπω, ὅτι δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν;
§75Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλθετε ὡς ψηφολέκτης. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφαλεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Α. Βιτάλη καὶ Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες βουλευταὶ 126. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύο λέξεις. Ἡ ὥρα ἡ προκεχωρημένη τῆς συνεδριάσεως ταύτης δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ σπουδαιοτάτου θέματος, ὅπερ ἀπροόπτως ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐκίνησε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, καὶ λυποῦμαι ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἐγινώσκομεν τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ πρότερον, διότι δὲν συνέπεσε νὰ κατασταθῇ αὕτη γνωστή, ὅπως σκεφθῶμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον συνάδελφον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν εἰς ὥραν καταλληλοτέραν. Ἡ ὥρα, λέγω, αὕτη τῆς προκεχωρημένης νυκτὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἡ κατάστασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐτέθη ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι σπουδαιότατον, οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς λόγους, οὓς ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐξέθηκε διὰ μακρῶν ἐνταῦθα, καίτοι περικόψας πολλά, ἅτινα ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀναγομένους εἰς τὴν παράβασιν θετικοῦ νόμου, παράβασιν μάλιστα γεννῶσαν εὐθύνας, ὧν ἂν ἐπελαμβανόμεθα, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν οὔτε αὔριον νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις. Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι, τὸ κατ’ ἐμέ, ἔχω τὴν πρόθεσιν, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου ὑπεδείχθη, τῆς καταλλήλου ὥρας ἐπιστάσης, νὰ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως, ὄχι βεβαίως ἐν ταύτῃ τῇ Συνόδῳ, ἧς τὰ ἔργα εὑρίσκονται περὶ τὸ τέλος, ἀλλὰ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, σὺν Θεῷ, ὅτε θέλω ἐκθέσει τὰ τῆς ὑποθέσεως, καθ’ ὃν τρόπον νομίζω ὅτι ἐπιπροσθέτως πρὸς τὰ λεχθέντα πρέπει νὰ πραχθῇ, καὶ θέλω τότε ἐπιμείνει, ὅπως ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῆς πολιτικῆς, ἣν ἀποκομίζει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις νόμον κείμενον δὲν φροντίζει νὰ ἐφαρμόσῃ, ἐν ὅσῳ ἰσχύει.
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὅτι, οὐχὶ μόνον ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τοῦ σταδίου τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν, ἵνα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνδιατρίψωμεν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐδήλωσεν, ὅτι σκοπεύει κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ ἀναλάβῃ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα οὐχὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξήτασε τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ἀλλὰ κυρίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν παρέβη ῥητὰς διατάξεις τῶν νόμων. Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ τελευταῖαι λέξεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καθιστῶσι δι’ ἐμὲ εὔκολον τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον...
§81Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ ὄχι.
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Διότι, προκειμένου περὶ εὐθυνῶν, ἐννοεῖται, ὅτι αἱ εὐθῦναι παρακολουθοῦσι τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ὅταν δὲν ἦναι ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον δὲν θὰ ἤμεθα πλέον εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, θὰ δύναται ὅμως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς εὐθύνας ταύτας, καὶ θὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν λόγον τῶν παρ’ ἡμῶν πεπραγμένων, καὶ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὄχι μόνον οὐδεμία διάταξις νόμου παρ’ ἡμῶν παρεβιάσθη, ἀλλ’ ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον τὸ πρώτιστον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος εἰς αὐτοὺς δὲν ἀναγνωρίζει, καὶ νομίζουσιν, ὅτι δύνανται, συνεννοούμενοι μεταξύ των, ν’ ἀντικαταστήσωσι τὴν θέλησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία οὐδέποτε, ἐν ὅσῳ τοὐλάχιστον ἡμεῖς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ καθήμεθα εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, θέλει ὑποταχθῆ εἰς τὰς αὐθαιρέτους θελήσεις οἱουδήποτε.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ, ὅτι πρῶτον, γενομένου λόγου περὶ εὐθυνῶν, ἐφρόντισα νὰ σημειώσω, ὅτι ἐννοῶ πολιτικὰς εὐθύνας, καὶ ἐννοῶ πολιτικὰς εὐθύνας τὰς συνήθεις, ἀποβλέπων εἰς τὴν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον παρουσίαν τῶν Ὑπουργῶν ἐν ᾗ θέσει κατέχουσι σήμερον, διότι ὁ νοῦς μου δὲν ἐστράφη πρὸς τὰς ἄλλας εὐθύνας, ἃς μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ ταύτας. Μετὰ τὴν πτῶσιν ἄρα τῆς Κυβερνήσεως αἱ πολιτικαὶ εὐθύναι θὰ ἦναι δεδομέναι, καὶ πᾶσα συζήτησις περὶ αὐτῶν δὲν θὰ ἦναι πλέον δυνατὴ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἄλλοι θέλουσιν εὑρίσκεσθαι κατέχοντες τὰ ἑδώλια τὰ κυβερνητικά. Τοιοῦτόν τι δὲν εἶχον κατὰ νοῦν, καὶ παρενόησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ὄντως ἐνόμισεν, ὅτι ὡμιλοῦμεν περὶ ἄλλων εὐθυνῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ἔπειτα καλὸν νὰ περάνῃ τὸν λόγον, δηλῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ προεδρευομένη, οὐδέποτε θέλει εὑρεθῆ πρόθυμος νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐπιβολὴν θελήσεων, ἐρχομένων κάτωθεν, ἐναντίον τῶν προσταγμάτων τοῦ νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅστις τοιαύτας ἀρχὰς ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις — βεβαίως δ’ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐγὼ — οὐδέποτε δέχεται, ὅτι κάτωθεν πρέπει εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ἀντίθετος πρὸς ἡμᾶς, ἐναντίον τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ νόμου, κανεὶς νὰ ἐπιβληθῇ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐγνώρισεν ἐν τῇ καταλλήλῳ ὥρᾳ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κείμενον νόμον, καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον καὶ τὰς εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ· καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ παντὸς θέλει ἐξετασθῆ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα νόμον κείμενον, καὶ ἰσχύοντα ἀπὸ τῆς 11 Ἀπριλίου, ἐφρόντισε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν καθ’ ὃν χρόνον ἐζήτησε τὰς εὐθύνας. Εἶναι δυνατὸν αἱ εὐθῦναι, ἃς ἐζήτησε, καλῶς νὰ ἐζητήθησαν κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐζήτησεν αὐτὰς τελείως ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, κατὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐξήνεγκον, καὶ ἐφ’ ἧς δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιμείνω, ἵνα δώσω περισσοτέρας ἐξηγήσεις, διότι, ὅτε ταῦτα ἐγένοντο γνωστά, καὶ ἐνυπογράφως δημοσίᾳ ἐξήνεγκον ἣν εἶχον γνώμην περὶ τούτου. Ἐκεῖ κεῖται τὸ θέμα δι’ ἐμέ, καὶ ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ἐδάφους, ὅπερ διέγραψα ἐνυπογράφως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τότε, ἐπεφυλάχθην νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα. Οὔτε εὐθύνας, ὁποίας ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησα νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἦτο καὶ δυνατὸν νὰ ζητήσω, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐφαντάσθην ποτὲ ἐνταῦθα, μηδεμία λέξις νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειλέων μου, ἥτις νὰ ἀποτελῇ ἐνθάρρυνσιν πρὸς ἀντιπειθαρχικὰς διαδηλώσεις. (Εὖγε! εὖγε!).
§84Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἔχω τὸν λόγον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§86Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ δηλώσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες αὐστηρότατα κατέκριναν καὶ κατεδίκασαν τὸ γνωστὸν ἀντιπειθαρχικὸν διάβημα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι παρόμοια διαβήματα ἀποτελοῦσιν ὀλέθριον σύμπτωμα διὰ τὴν πειθαρχίαν, ἧς ἄνευ στρατὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὀφείλω ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν διετέλουν ἐν γνώσει τῶν γεγονότων, ἅτινα ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, καὶ ἅτινα στηρίζονται ἐπὶ δημοσίων ἐγγράφων. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων τούτων καὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τροποποιήσω τὴν ἀρχικήν μου γνώμην, οὐχὶ ὡς πρὸς τοὺς μετασχόντας τῶν γευμάτων ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς ἐννέα λοχαγούς, οἵτινες καὶ ἐτιμωρήθησαν αὐστηρότερον τῶν ἄλλων. Τί ἔπραξαν οἱ λοχαγοὶ οὗτοι; Ἠκούσατε ὅλας τὰς καταθέσεις αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι — σημειώσατε καλῶς — δὲν ἐξητάσθησαν ὡς κατηγορούμενοι, ἀλλὰ ὡς μάρτυρες. Διεβεβαίωσαν οὗτοι, ἐνόρκως ἐξετασθέντες, ὅτι ἀπροφύλακτοι ὅλως καὶ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ συνῆλθον ἔν τινι οἰκίᾳ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα διασκεφθῶσι, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον πειθαρχικώτερον καὶ νομοταγέστερον θὰ ἠδύναντο νὰ καταπραΰνωσι μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὸν μεταξὺ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν παρατηρούμενον τότε ἐρεθισμόν, νὰ ἀποτρέψωσι δ’ ἀφ’ ἑτέρου μελετώμενον κατὰ τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ ἀδίκημα, προκειμένου περὶ τῶν λεγομένων γενικῶν θέσεων. Ἕως ἐδῶ μόνον ἐχώρησαν τὰ πράγματα, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἡ διάσκεψις ἐματαιώθη, μὴ προσελθόντων καὶ ἄλλων τινῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶχον εἰδοποιηθῆ. Ποῦ εὗρε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὰ στοιχεῖα βαρέος πειθαρχικοῦ παραπτώματος, ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἐννέα λοχαγοὺς τὴν βαρυτέραν τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, ἤτοι τὴν ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως: «Καὶ πιστεύετε σεῖς, ὅτι ἔχουν ἀκριβῶς τὰ πράγματα ὅπως τὰ ἐξέθηκαν οἱ τιμωρηθέντες οὗτοι ἀξιωματικοί;» Ἡ ἀπόκρισις εἰς τοιαύτην ἐνδεχομένην ἐρώτησιν εἶναι εὔκολος. Καὶ πιστεύω, καὶ ὀφείλω νὰ πιστεύσω ὡς ἀληθῆ τὰ ἐκτεθέντα, ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζονται ἄλλοι μάρτυρες, ἵνα βεβαιώσουν τὰ ἐναντία. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀνάγνωσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων, ὅσα ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἀναφέρει περὶ τῶν ἐννέα λοχαγῶν τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόρκως οὗτοι κατέθηκαν. Οὔτε ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, καὶ μάλιστα τόσον αὐστηρῶς, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἦσαν συνεννοημένοι μετὰ τῶν ἄλλων, οἵτινες μετέσχον τῶν γευμάτων. Μὲ ὑποθέσεις, ὅσον καὶ ἂν παρίστανται αὗται βάσιμοι, δὲν ῥίπτουν ἀξιωματικοὺς εἰς τοὺς δρόμους. Ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχουν γεγονότα ἀφιλονίκητα, πράττει ἔργον ἱεροξεταστοῦ ἐκεῖνος, ὅστις ἀπὸ τῆς σκέψεως καὶ τῆς διανοίας τοῦ κατηγορουμένου ζητεῖ νὰ ἀρυσθῇ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ ἀξιοποίνου πράξεως. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν γεγονότα μαρτυροῦντα συνεννόησιν μεταξὺ τῶν ἐννέα λοχαγῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν ὡς ὀργανώσαντες τὰ γεύματα, ἀλλ’ ἔχομεν ἐξ ἐναντίας τὸ ὑπὲρ τῶν ἐννέα λοχαγῶν ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι οὗτοι δὲν μετέσχον τοῦ ἐν Φαλήρῳ γενομένου γεύματος. Τίς, μεθ’ ὅλα ταῦτα, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι νομίμως καὶ δικαίως ἐτιμωρήθησαν διὰ τόσον βαρείας ποινῆς οἱ ἐννέα λοχαγοί; Καὶ τίς δύναται νὰ μὴ ἐκφράσῃ εὔλογον ἀπορίαν ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ἀνεκάλεσεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις εἰς κατάστασιν ἐνεργείας τοὺς λοχαγοὺς τούτους, ἵνα ἐπανορθώσῃ τὸ πρὸς αὐτοὺς γενόμενον ἄδικον; Ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξε μέχρι σήμερον, θὰ σπεύσῃ νὰ τὸ πράξῃ νῦν, ὁπότε ἡ λεπτομερὴς ἀνάπτυξις τῆς ὑποθέσεως μεγάλην δύναται νὰ τῇ παράσχῃ πρὸς τοῦτο ἐνθάρρυνσιν, ἂν ἐξακολουθῇ ἀκόμη νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν ἐπλανήθη περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν γεγονότων, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτήν, χάριν τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, νὰ δειχθῇ κατ’ ἐξαίρεσιν τόσον πολὺ αὐστηρὰ διὰ τοὺς ἐννέα μόνον λοχαγούς. Δὲν πρέπει ἄλλως νὰ λησμονήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ὑπέρμετρος αὐστηρότης ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἶναι δι’ αὐτὴν ἐπαρκῶς δεδικαιολογημένη. Πολὺ καλῶς ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων ἀπὸ χρόνου μακροῦ κρατεῖ τὸν στρατὸν ἐν διαιρέσει καὶ διχονοία, ὑποσκαπτούσῃ τὰ θεμέλια τῆς πειθαρχίας εἰς βαθμὸν ἀπειλοῦντα τελείαν παράλυσιν. Καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως θέσῃ ἐκποδὼν τὸ κακὸν τοῦτο; Ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα νομοθετικῶς, ἀλλὰ περιωρίσθη δυστυχῶς εἰς ἁπλῆν ἀπόπειραν, τοῦθ’ ὅπερ, ἀντὶ βελτιώσεως, ἐπήνεγκε χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐξέθηκα, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετακλήσεως ξένου ὀργανωτοῦ τοῦ στρατοῦ. Εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον νομοσχέδιον περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγκατελείφθη. Καὶ διατὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ; Διότι ἡ Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἀντίδρασιν τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἔχω εἰς χεῖρας. Καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσχε τότε τὸ προσῆκον ἠθικὸν σθένος νὰ πατάξῃ τὴν ἀντίδρασιν, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἔρχεται τώρα καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι καλῶς ἔπραξε, δείξασα ὑπέρμετρον αὐστηρότητα κατὰ τῶν ἐννέα λοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ! Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων οἱ ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ δὲν περιωρίσθησαν εἰς ἁπλῆν ἔκφρασιν παραπόνων, ἀλλὰ καὶ ἔλεγον ἀπροκαλύπτως, ὅτι, ἂν ἤθελε ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐγίνετο πρόξενον βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας, καὶ ὅτι συμπτώματα δυσάρεστα παρετηρήθησαν ἕνεκα μόνης τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐν σώματι προσῆλθον ἐνώπιον ἑνὸς τῶν συνταγματαρχῶν, καὶ ὁ κ. συνταγματάρχης ἐδέχθη τὰς ὑποβληθείσας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου γνώμας, καὶ τὰς διεβίβασεν ἐγγράφως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν, ὁ ὁποῖος δι’ ἐγγράφου ἐπίσης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐχαρακτήρισε τὰ διαβήματα ταῦτα ὡς φέροντα ὅλα τὰ στοιχεῖα συστάσεως. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐτιμωρήθησαν τότε οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ οὔτε δι’ ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως, οὔτε δι’ ἀπολύσεως, ἀλλ’ ἐτιμωρήθησαν μόνον οἱ σωματάρχαι διὰ διμήνου φυλακίσεως.
§87Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ τοῖς ἐχαρίσθη καὶ αὐτή.
§88Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι διεπράξετε τότε μέγα σφάλμα, μὴ θελήσαντες νὰ καταστήσητε σεβαστὸν καὶ ἀλώβητον τὸ κῦρος τῆς ἐξουσίας ἀπέναντι ἀντιπειθαρχικῶν διαβημάτων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, οἵτινες ἐπεδίωξαν καὶ ἐπέτυχον τὴν ματαίωσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων. Διατὶ νὰ μὴ τηρήσητε τότε τὴν αὐτὴν αὐστηρὰν καὶ ἄκαμπτον στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε ἀπέναντι τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ;
§89Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἤμην Ὑπουργὸς ἐγώ.
§90Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρτιωτικῶν μόνον.
§91Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρετήρησα, ὅτι ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμέ.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἦσθε σεῖς Ὑπουργὸς, ἦτο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἐξεδήλωσεν ἐναντίαν γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐγώ.
§93Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Κ. Α. Κουμουνδοῦρον). Δὲν ἦτο καὶ ἀνάγκη νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐματαιώθη ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς θελήσεως τῆς ἰδικῆς σας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κάκιστα ἔπραξε τότε ἡ Κυβέρνησις, μὴ θελήσασα νὰ σταθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς της. Ἄν τότε ἔπραττε τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις, τὰ πράγματα δὲν θὰ ἐσπρώχνοντο κατόπιν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ παριστάμεθα θεαταὶ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξέγερσις αὕτη θὰ προελαμβάνετο, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀθορύβως καὶ διὰ δεξιᾶς καὶ ταχείας ἐνεργείας ἔσπευδε νὰ καταπνίξῃ πᾶν κίνημα, πρὶν ἢ προφθάσῃ τοῦτο νὰ ἐκδηλωθῇ κατὰ τρόπον ἀνησυχητικόν. Θὰ περιῆλθε βεβαίως καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ψιθυρισμοὶ καὶ συζητήσεις ὕποπτοι ἐγίνοντο μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀπεκλείοντο ἐντελῶς τῶν λεγομένων γενικῶν θέσεων, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων. Τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ τότε ἡ Κυβέρνησις; Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἐξετάσῃ ἀμέσως, τίνα ἦσαν τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, νὰ σπεύσῃ εἰς ἐπανόρθωσιν ἀνακριβῶν καὶ ἀνυποστάτων διαδόσεων, ἀφ’ ὧν ἐπήγαζον τὰ παράπονα ταῦτα, καὶ νὰ λάβῃ μετ’ ἀστραπιαίας ταχύτητος πάντα τ’ ἀπαιτούμενα διοικητικὰ μέτρα, ὅπως μὴ προφθάσουν νὰ ἐξωτερικευθοῦν οἱαδήποτε ἀντιπειθαρχικὰ διαβήματα. Προκειμένου περὶ πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, ἡ αὐστηρότης ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀποφασιστικότητος καὶ θάρρους ἀπέναντι τῆς ἐξεγέρσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ ἐξώθησε τὰ πράγματα εἰς τὴν ἄλλην ἐκείνην ἐξέγερσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσητε τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ κατὰ τῶν τελευταίων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους ἐνόμιζον, ὅτι ἐνήσκουν δικαίωμα ἀμύνης δι’ ὧν ἔπραττον. Ἐὰν πρὶν προβῆτε εἰς καταδιώξεις ἐσπεύδετε νὰ διαψεύσητε τὰς γνωστὰς περὶ τῶν στρατολογικῶν γραφείων διαδόσεις, αἵτινες ἦσαν ἀνυπόστατοι, δὲν θὰ ἐγίνοντο ὅσα συνέβησαν.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα λέγετε εἶναι ἀνακριβῆ. Περὶ τούτων ἐγὼ θὰ συζητήσω εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον. Ἀπορῶ, πῶς λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ καλέσῃ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι συνῆλθον, ἵνα ἐνεργήσωσιν ἐναντίον πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, πῶς λέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς καλέσῃ, ἵνα συζητήσῃ μαζὺ των.
§95Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι μόλις περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐθορυβήθησαν ἐκ τῶν περὶ τῶν στρατολογικῶν γραφείων καὶ ἄλλων διαδόσεων, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, καὶ ὅτι ἐρεθισμός τις παρετηρεῖτο εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἔπρεπεν οὐχὶ νὰ καλέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ συζητήσῃ μαζύ των, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ ἀμέσως, ποῖα ἦσαν καὶ πόθεν ἐπήγαζον τὰ παράπονά των, νὰ διαψεύσῃ δὲ τὰς διαδόσεις, ἀφοῦ αὗται ἦσαν πράγματι ψευδεῖς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ προφθάσῃ νὰ γείνῃ ἡ ἐκδήλωσις παραπόνων, καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀνακριβῆ! Πῶς! Εἶναι ἀνακριβῆ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, καὶ τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ δημοσίων ἐγγράφων; Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἀντιπειθαρχικὴ στάσις, ἣν ἔλαβον οἱ ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων; Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἕνεκα τῶν διαβημάτων τούτων ἐγκατελείφθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίζετο, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἐπακολουθήσασαν ἐξέγερσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ; Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι κατόπιν ὅλων αὐτῶν δὲν εἶναι ἐπαρκῶς δεδικαιολογημένη ἡ κυβερνητικὴ ὀργὴ καὶ αὐστηρότης, αἵτινες ἐξέσπασαν κατὰ τῶν ἐννέα λοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑπεστήριξα, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ τηρήσῃ ἐφεκτικωτέραν καὶ ἠπιωτέραν στάσιν ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραπόνων ὀφειλομένων εἰς ἀνυποστάτους διαδόσεις, καὶ ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν ἡ τάξις.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τάξεως, ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου συνεπληροῦντο αἱ κεναὶ θέσεις ἐν τοῖς Σώμασι. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος τούτου ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι, μὴ συμπληρουμένων τῶν κενῶν θέσεων ἐν τοῖς Στρατολογικοῖς Γραφείοις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διενοεῖτο νὰ συμπληρώσῃ αὐτὰς δι’ ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων, καὶ συνησπίσθησαν οἱ κύριοι λοχαγοὶ, καὶ ἤρχισαν νὰ συνεννοῶνται, καὶ ἡ συνεννόησις αὐτῶν ἀπεδείχθη, ὁμολογηθεῖσα καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐν τῇ ἀνακρίσει. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀπέδειξε καὶ τὴν σύσκεψιν. Ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συνεννοήσεως, τὰ λεχθέντα, ὅτι συνῆλθον οἱ λοχαγοί, ὅπως κατευνάσωσι τοὺς κατωτέρους, δὲν ἔχουσιν ἀληθείας. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, εἶχον τὰ μέσα οἱ ἀνώτεροι νὰ τιμωρήσωσι τοὺς κατωτέρους· ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσωσι κατ’ αὐτῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἣν εἶχον, ὡς ἀνώτεροι. Περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο. Συνῆλθον λοχαγοί τινες· ἐπειδὴ δὲ δὲν συνῆλθον ὅλοι οἱ λοχαγοί, ἀνεβλήθη ἡ συνεδρίασις δι’ ἄλλην ἡμέραν. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις. Δευτέρα πρᾶξις, γεῦμα τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Φάληρον. Τρίτη πρᾶξις, γεύματα τῶν φρουρῶν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἐκεῖ δὲν συναντῶμεν τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔδειξαν οἱ λοχαγοί. Ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰ γεύματα, δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν. «Εἰς τὸν Βόλον συνήλθομεν», λέγουσιν οἱ ἀξιωματικοί, «διότι μᾶς ἐκάλεσεν ὁ κ. Βλαχώνης». Ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι τὴν αὐτὴν ἑσπέραν ἐκαλοῦντο εἰς γεῦμα οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν Χαλκίδι, τὴν αὐτὴν ἑσπέραν γεῦμα εἰς Λάρισαν, εἰς Πάτρας, εἰς Κέρκυραν. Καὶ νομίζετε, ὅτι μετὰ τὸ σύγχρονον τῶν γευμάτων ἐπιτρέπεται νὰ χάνῃ τις τὸν καιρόν του, ἀναγινώσκων τὰ κατατεθέντα εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὸ γεῦμα τοῦ Βόλου ἐδόθη διότι ὁ Βλαχώνης ἐκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς γεῦμα; Μὲ συγχωρεῖτε, ἄν σᾶς διέκοψα. Λέγω, ὅτι ἡ συνεδρίασις τῶν λοχαγῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν προσκεκλημένοι ὅλοι οἱ λοχαγοὶ τῶν Ἀθηνῶν, ἐματαιώθη, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, διότι κατὰ τὴν προσδιορισθεῖσαν ἡμέραν δὲν συνῆλθον ὅλοι οἱ λοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατός, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀξιωματικοὶ συνέρχονται, ὅπως λάβωσι μέτρα ἐναντίον τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν τοιοῦτον στρατὸν θέλητε, κάλλιον νὰ μὴ ὑπάρχῃ στρατός.
§97Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογεῖ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκ πλάνης οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐθορυβήθησαν, φοβηθέντες μήπως διενοεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων δι’ ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων. Καὶ τώρα ἐρωτῶ: ἂν διεσκεδάζετο ἀμέσως ἡ πλάνη αὕτη δι’ ἀνακοινώσεως τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἐπρολαμβάνετο τὸ ἀντιπειθαρχικὸν διάβημα τῶν γευμάτων; Ἐκ τοῦ ὅτι ὅμως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ προελαμβάνοντο, δὲν ἕπεται, ὅτι δικαιολογῶ τὰ γεύματα ταῦτα, ἢ ὅτι τὰ θεωρῶ τυχαῖα καὶ ἄνευ προσυνεννοήσεως γενόμενα. Ἐξ ἐναντίας ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ταῦτα ὠργανώθησαν πανταχοῦ ἐκ συνεννοήσεως, καὶ φέρουν χαρακτῆρα προδήλως ἀντιπειθαρχικὸν, καὶ δικαίως, ἴσως δὲ καὶ πολὺ ἐπιεικῶς, ἐτιμωρήθησαν οἱ μετασχόντες αὐτῶν ἀξιωματικοὶ, διότι, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν πρόκηται νὰ ἔχωμεν στρατὸν, τοῦ ὁποίου οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐκτρέπωνται κάθε τόσον εἰς προνουντσιαμέντα, καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχῃ τοιοῦτος στρατός. Ὡς πρὸς τοῦτο λοιπὸν διαφωνῶ πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, ὅστις προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ γεύματα ἦσαν τυχαῖα καὶ ἐγένοντο ἄνευ ὑπολογισμοῦ τινος ἀντιπειθαρχικοῦ.
§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον. Τὰ γεύματα δὲν ἐγένοντο ἐκ προθέσεως. Πιστεύω εἰς ὅ,τι λέγουσιν οἱ σωματάρχαι, οἵτινες πρὶν λάβωσι διαταγὰς ἔλεγον, ὅτι οὐδεμία πρόθεσις ὑπῆρχεν. Ἐὰν τὰ γεύματα ἦσαν ἐκ προθέσεως ἀποφασισμένα, δὲν φαίνεται ἐκ τοῦ ἐν Βόλῳ, διότι ἐκεῖ ἐγένοντο ἀπὸ ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος συνηθίζει νὰ δίδῃ γεύματα, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ γεῦμα ἐκεῖνο εἶχε ὁρισθῇ πρὸ 20 ἡμερῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε φθάσει ἐγκαίρως ὁ ἀντικαταστάτης τοῦ ἀξιωματικοῦ, μετατεθέντος, ἐδόθη ἐκείνην τὴν ἑσπέραν. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν Βόλῳ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἔνδειξις, ὅτι τὸ γεῦμα ἔλαβε χώραν ἐκ προθέσεως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ γεῦμα τὸ ἐν Πάτραις, αὐτὸς ὁ στρατηγὸς—τὸ τηλεγράφημα σᾶς τὸ ἀνέγνωσα—ἀνομολογεῖ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ ν’ ἀνησυχῇ, καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο καμμία ἀντιπειθαρχικὴ πρᾶξις. Καὶ διὰ τὸ τῆς Κερκύρας δὲ τὰ αὐτὰ λέγει. Καὶ ἐνῷ λέγει ταῦτα ὁ στρατηγὸς, καλεῖται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ συντάσσει ἀκολούθως ἔκθεσιν ἀντίθετον, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα!
§99Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν, προκειμένου περὶ τοῦ στρατηγοῦ· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου θέλει νὰ καταδείξῃ τὸν στρατηγὸν ἀντιφάσκοντα...
§100Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸν καταδεικνύω ἐγὼ, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφά του.
§101Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. καὶ θέλει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν Πάτραις εὑρισκόμενος ὁ στρατηγὸς τυχαίως κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, εἶπε διάφορα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατόπιν ἐξέθηκεν ἐν τῇ ἐκθέσει του. Λοιπὸν βεβαιῶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ στρατηγὸς ἤρχετο εἰς Ἀθήνας, ζητήσας ἄδειαν πρὸ τῶν γευμάτων. Ὅτε ἔφθασεν εἰς Πάτρας, συνέπεσε νὰ εἶχε δοθῇ ἤδη τὸ γεῦμα, τὸ ὁποῖον ὁ στρατηγὸς ἠγνόει τελείως. Ἐκάλεσα λοιπὸν ἐγὼ τὸν στρατηγὸν, καθ’ ὁδὸν ὄντα, νὰ μοὶ παράσχῃ πληροφορίας περὶ τοῦ τελεσθέντος γεύματος ἐν Πάτραις, ὁ δὲ στρατηγὸς ἐξέθηκεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβε παρὰ τοῦ ταγματάρχου διοικητοῦ τοῦ τάγματος, καὶ τοῦ ταγματάρχου διοικητοῦ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου. Τότε δ’ ἐγὼ, ἰδὼν, ὅτι ὁ στρατηγὸς εὑρίσκετο ἐν ἀγνοίᾳ τῶν διατρεξάντων, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁδὸν του μέχρις Ἀθηνῶν, ὅπου ἔλαβε γνῶσιν ὅλων τῶν διατρεξάντων, καὶ διετάχθη νὰ μεταβῇ πρῶτον εἰς Πάτρας, καὶ εἶτα εἰς Κέρκυραν, καὶ ἐκεῖθεν νὰ στείλῃ τὴν ἔκθεσίν του, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὁριστικὴ καὶ ἀποφασιστικὴ, καὶ χαρακτηρίζει τὰ πράγματα, ὡς ταῦτα ἔλαβον χώραν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ στρατηγὸς ἐπηρεάσθη ἀπὸ ἐμὲ, διότι ἐγὼ δὲν εἶδον τὸν στρατηγὸν ἰδιαιτέρως· τὸν εἶδον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τῷ ἔδωκα τὴν ἐντολὴν νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας καὶ Κέρκυραν, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα. Λοιπὸν ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ ἐπηρεάσω τὸν στρατηγὸν, καὶ νὰ τῷ εἴπω νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ἐὰν εἶχεν ἀντίθετον, καὶ νὰ προτείνῃ τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν τοῦ δεῖνα ἢ τοῦ δεῖνα; Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἅτινα δικαιολογοῦσι καὶ τὸν στρατηγὸν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του.
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Παπαγιαννακόπουλε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἐσταμάτησε τὸν στρατηγὸν εἰς Πάτρας, καὶ ἐζήτησε πληροφορίας. Ὁ δὲ στρατηγὸς, καθὼς ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπληροφόρησε τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδὼν, ὅτι ὁ στρατηγὸς ἦτο ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, ἠδύνατο νὰ τὸν διατάξῃ, μένοντα ἐκεῖ ἀκόμη, νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, καὶ νὰ τῷ στείλῃ τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, χωρὶς νὰ τὸν προσκαλέσῃ εἰς Ἀθήνας καὶ λάβῃ μετ’ αὐτοῦ συνέντευξιν. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ πραγματικὸν, καὶ ἄλλη ἡ διαταγὴ, τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς ἔλαβε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαγιαννακόπουλε.
§104Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι δικαίως ἐτιμωρήθησαν οἱ μετασχόντες τῶν γευμάτων ἀξιωματικοί. Ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐννέα λοχαγῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κυρίως ὁ λόγος, συνηγόρησε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰπὼν, ὅτι εἶπον τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἀπέκρυψαν τίποτε...Αὐτὸ δὲν εἴπετε;
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἶπον, ὅτι ἦλθον μετὰ θάρρους ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας διενοοῦντο νὰ πράξωσι.
§106Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶπον λοιπὸν οἱ ἐννέα οὗτοι λοχαγοί; Εἶπον, ὅτι, μαθόντες, ὅτι ἐθορυβήθησαν οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ διασαλευθῇ ἡ τάξις, συνῆλθον, ἵνα διασκεφθῶσι, πῶς ἦτο δυνατὸν, νομοταγέστερον καὶ πειθαρχικώτερον νὰ κατευνάσωσι τὸν ἐρεθισμὸν, καὶ προλάβωσι πάντα κίνδυνον διασαλεύσεως τῆς τάξεως.
§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦσαν νομοταγέστεροι καὶ πειθαρχικώτεροι, ἐὰν δὲν συνήρχοντο.
§108Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνῆλθον πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κατὰ τῆς τάξεως κινδύνου.
§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως αὐτοὶ εἶχον σκοπὸν ν’ ἀποτρέψωσι τὸν κίνδυνον; Ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς λοχαγοὺς νὰ συνέρχωνται;
§110Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἐτιμωρήθησαν μόνον διότι συνῆλθον, τότε πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ ποινὴ ὄχι μόνον βαρεῖα, ἀλλὰ καὶ ἄδικος εἶναι, διότι, ὡς ἠκούσατε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τιμωρεῖται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μόνον ὁ ἀνώτερος τῶν συνελθόντων, καὶ ὄχι ὅλοι. Ἀλλὰ ἡ τιμωρία ὑπῆρξεν αὐστηρὰ καὶ γενικὴ, διότι ὑπετέθη, ὅτι ἠπειλήθη διασάλευσις τῆς τάξεως.
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον περὶ διασαλεύσεως τῆς τάξεως.
§112ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν ἠκούσατε, τί λέγει ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις ἀνώτερος ἀξιωματικός; Ἐχαρακτήρισε τὸ διάβημα τῶν ἐννέα ἀξιωματικῶν ὡς σύστασιν ἐν τῇ συστάσει δὲ τῶν ἀξιωματικῶν ἀναγκαίως ὑπάρχει κίνδυνος διασαλεύσεως τῆς τάξεως. Ἐδῶ κυρίως ἔχει τὸν λόγον της ἡ αὐστηρὰ τιμωρία· ἀφοῦ δὲ ὑμεῖς ὡμολογήσατε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶπον τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἐπεβουλεύθησαν τὴν τάξιν, ὀφείλετε κατ’ ἀνάγκην νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἀδίκως ἐτιμωρήθησαν, καὶ ἔχετε διὰ τοῦτο τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανορθώσητε τὸ προσγενόμενον εἰς αὐτοὺς ἀδίκημα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἐτηρήσατε τὸ αὐτὸ μέτρον ἀπέναντι τῆς ἀντιδράσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑπεχωρήσατε τότε, καὶ δὲν ἐνεμείνατε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων, τοῦθ’ ὅπερ ἐπήνεγκε τὰ κατόπιν δυσάρεστα ἀποτελέσματα.
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω, διατὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγκατελείφθη. Ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, παρέστημεν δυστυχῶς πρὸ θεάματος δυσαρέστου, διότι οὐδεὶς λησμονεῖ, ὅτι εἰς τὸ προαύλιον τῆς Βουλῆς ἦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ ὅτι εἴχομεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καθ’ ἑκάστην ἐπιζητοῦντας τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐπρόκειτο λοιπὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε συζητηθῆ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ τὸ ὁποῖον διηρμήνευε τὰς γνώμας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· γινώσκουσι δὲ πάντες, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων. Ἐγεννήθη δὲ τότε τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦτο προτιμότερον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποσπάσωμεν τὸ μέρος τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὰς γενικὰς θέσεις ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ἐγκατελείφθη τὸ νομοσχέδιον, κύριε Βουλευτά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων, δὲν εἴχομεν διόλου διάθεσιν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰς ἀπειλὰς τῶν σωματαρχῶν τοῦ πυροβολικοῦ. Οὐδεμία δὲ σύγκρισις ἐπιτρέπεται μεταξὺ τῶν δύο περιστάσεων. Ἐκεῖ ἔχετε ἀντιπειθαρχικὴν πρᾶξιν σωματαρχῶν πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Οἱ σωματάρχαι τοῦ πυροβολικοῦ, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς,—διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμῶμαι ἔκτοτε τὰ καθέκαστα— ὑπέβαλον ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, τὴν ὁποίαν οὗτος εὗρεν ἀντιπειθαρχικὴν, καὶ προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς πράξεως καὶ τῆς ἄλλης.
§114Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως μεγάλη διαφορά. Βεβαιῶ δὲ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δὲν ἠπείλουν, ἐρχόμενοι ἐδῶ, ἀλλ’ ἐκ περιεργείας ἤρχοντο, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἦτο φλέγον, καὶ ἤθελον νὰ ἀκούσωσι.
§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς ὁ ἴδιος ἀνεγνωρίζετε, ὅτι τοῦτο ἦτο ἄτοπον.
§116Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δεικνύωσιν αὐτὴν τὴν περιέργειαν· ὄχι ὅτι ἤρχοντο, ἐδῶ, ἵνα ἀπειλήσωσι.
§117Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μόνον οἱ σωματάρχαι τοῦ πυροβολικοῦ ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἀντιπειθαρχικήν. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ κυρίου Βάσου, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν σωματαρχῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀθρόας προσελεύσεως ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ ἐνώπιον ἑνὸς τῶν σωματαρχῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον διετύπωσαν προφορικῶς παραστάσεις καὶ παράπονα κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐζήτησαν νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ διάβημα τοῦτο τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀρχηγὸς κ. Βάσος ὡς φέρον τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων ἐγκατελείφθη, τὸ μὲν διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐφαίνοντο θέλοντες, τρόπον τινὰ, νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, τὸ δὲ διότι σκέψις ἐγένετο τότε, μήπως ἦτο προτιμότερον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν πρῶτον λόγον, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὸν εὑρίσκω πολὺ σπουδαῖον· διότι, ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐξεδήλουν τότε διὰ τρόπου μὴ προσήκοντος αὐτοῖς τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν των περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τοὺς θέσῃ εἰς τὴν θέσιν των, καὶ νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ διόλου ὡς πρὸς τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πορείαν της. Ὡς πρὸς δὲ τὸν δεύτερον λόγον, νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλύετο καὶ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων; Ἐγκατελείφθη καὶ αὐτός. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω περισσότερα, ἀφοῦ ἄλλως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν τρίτην πρωϊνὴν ὥραν. Ἀπέδειξε καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου μακρὰ συζήτησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἐξ ἀρχῆς σαφεῖς καὶ ὡρισμένας γνώμας, καὶ δὲν προέβη εἰς γενναῖόν τι καὶ ῥιζικὸν μέτρον πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ προβάλλει τότε κατ’ ἀνάγκην τὸ ἐρώτημα: συμφέρει νὰ δαπανῶμεν εἴκοσιν ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος διὰ στρατὸν, καὶ στρατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν; Οὕτω πρέπει νὰ τεθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι καιρός.
§118Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπεθύμουν νὰ ἀγορεύσω διὰ μακρῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, καὶ ἡ Βουλὴ κουρασμένη, ἀναβάλλω τὸν λόγον μου εἰς ἄλλην περίστασιν, ὅταν θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης. Ἐπειδὴ ὅμως εἶδον νὰ γίνηται λόγος ἀπόψε περὶ Στρατολογικῶν Γραφείων, περὶ τῶν ὁποίων, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε δηλώσει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἴπῃ, ἂν ὄντως συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα εἰς τὰς γενικὰς θέσεις. Διότι, κατόπιν τῆς δηλώσεώς σας ἐκείνης, κ. Ὑπουργέ, πῶς σήμερον ἐγείρεται τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις αὗται δι’ ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων; Τὴν ἀπορίαν ταύτην, κύριε Ὑπουργὲ, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μᾶς λύσητε.
§119Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐγὼ ἐδήλωσα τὴν γνώμην μου περὶ τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ περιλαμβάνει τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα μεταξὺ τῶν γενικῶν θέσεων· οὐχ ἧττον ἐγὼ ἐδήλωσα καὶ ἄλλοτε, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ὅτι ἀφ’ ἧς ὁ νόμος ἐφηρμόσθη οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων εἶναι πάντοτε τοῦ πεζικοῦ. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω. Ἀπὸ τοῦ 1900 δὲ μέχρι σήμερον, ὁσάκις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πάντοτε ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ διώρισα εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, καὶ οὐδέποτε θὰ διορίσω ἄλλους ἀξιωματικούς, ἐκτὸς τῶν τοῦ πεζικοῦ.
§120Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ συζήτησις ἐρρίφθη ἐνταῦθα ἐξαίφνης, καὶ εὗρεν ἐμὲ ὁπωσδήποτε ἀπαράσκευον. Ἀπεφάσισα ὅμως νὰ ὁμιλήσω, ὄχι διότι συνέλεξα σήμερον ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως πάνθ’ ὅσα μοὶ ἦσαν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ὅπως εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ διότι μὲ ἠνάγκασαν νὰ μὴ σιγήσω τινὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντήσας εἰς τοὺς πρὸ αὐτοῦ λαλήσαντας, εἶπε, καὶ τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ ὁμιλήσω, καὶ νὰ ἐκθέσω τὰ γεγονότα καθὼς ἀκριβῶς συνέβησαν, ὅπως οὕτως ἀναιρέσω ἀνακριβείας τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, καὶ τῶν ὁποίων ἐπανορθουμένων, εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησίν τινα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἰπόντα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ναὶ μὲν ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων νομοσχέδιον κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, φρονοῦσα, βεβαίως, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων εἶναι ὁ κακὸς δαίμων τοῦ στρατεύματος, ὁ ὁποῖος φέρει τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν διαφόρων ὅπλων εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν, νὰ ἐπιτίθηνται κατ’ ἀλλήλων, ἀλλ’ ἐνῷ τὸ ἔφερε, τὸ ἀπέσυρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐχὶ φοβηθεὶς τὰς ἀπειλὰς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, τὰς γνωσθείσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἀντιπειθαρχικῆς ἐκείνης ἀναφορᾶς ἑνὸς διοικητοῦ συντάγματος τοῦ πυροβολικοῦ, ἀλλὰ θυμωθεὶς ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἡμέραν τινὰ ἦλθον ἔξωθεν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ κροτοῦντες ἴσως τὰς σπάθας αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καλντιριμίου, ἔκαμαν τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου τινὸς στρατοῦ...
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (ἐγειρόμενος καὶ ἀποσυρόμενος τῆς αἰθούσης). Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ οὔτε περὶ σπαθῶν, οὔτε περὶ καλντιριμίων.
§122Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας, καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀρνηθῆτε. Πρὸ δύο λεπτῶν τῆς ὥρας εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς: «ὀφείλετε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἤρκει τὸ γεγονὸς τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς.» Ἀλλὰ τί ἔκαμον μὲ τὴν συγκέντρωσιν ἔξωθεν τῆς Βουλῆς; Ἐπεχείρησαν ποτὲ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἠναγκάσθη αὕτη νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο; Ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ μόνον συνήχθησαν τότε ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, ἢ ἀξιωματικοὶ ὅλων τῶν ὅπλων καὶ κλάδων, ἐκτὸς τοῦ πυροβολικοῦ; Καὶ διατὶ τάχα νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφοβήθη τὴν συγκέντρωσιν ἐκείνην τῶν ἀξιωματικῶν ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ πιστεύσῃ, ὅτι ἐφοβήθη τὸ ἀντιπειθαρχικὸν ἀληθῶς κίνημα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ ἐπισημοποιηθὲν διὰ τῆς ἀναφορᾶς ἑνὸς συνταγματάρχου των, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, τὴν ὁποίαν ἀναφορὰν καὶ αὐτὸς ὁ στρατηγὸς κ. Βάσος, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἣν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε, χαρακτηρίζει ἀντιπειθαρχικὴν, συνιστῶν τὴν τιμωρίαν καὶ αὐτοῦ καὶ ἐκείνων; Ἀλλὰ τίς ν’ ἀπαντήσῃ; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐν τοιούτοις ζητήμασι καὶ παρόντα ἀκόμη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναπληρῶν, ἀπεχώρησε, προσποιηθεὶς ἀπαρέσκειαν εἰς τὰ λεγόμενά μου, ἴσως δὲ καὶ περιφρόνησιν...
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ διατὶ λέγετε τοιαῦτα πράγματα; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδένα περιφρονεῖ.
§124Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον, ὅτι μὲ περιφρονεῖ, θὰ ἀπήντων καὶ ἐγὼ ἄλλως· εἶπον ὅμως, ὅτι, ἐννοήσας, ὅτι θὰ ἐδυσκολεύετο ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα θὰ ἔλεγον, ἀπεχώρησε, προσποιηθεὶς ἀπαρέσκειαν καὶ περιφρόνησιν, ὅπερ πολὺ διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεθέσατε. Εἰς τὴν ἀποχώρησίν του οὐδεμίαν προσοχὴν δίδω, διότι ἐγὼ τὸν λόγον ἀπευθύνω οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ εἶναι νομοταγεῖς καὶ πειθαρχικώτατοι, καὶ ὅτι, ὡς τοιοῦτοι, οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ ἐπιβάλωσι τὰς γνώμας των εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Ταῦτα ἀρκοῦσιν ὡς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ. Καὶ νῦν ἐπὶ τὸ κύριον θέμα. Ἰδού, Κύριοι, πῶς ἔχει ἀκριβῶς ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται. Ἐπρόκειτο τότε νὰ γείνουν προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, πάντοτε γεννῶσι ζήτημα μέγα, ἐνῷ, ἂν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεδέχετο μετὰ τῶν τότε συνυπουργῶν του ὅσα ἐγὼ προέτεινα πρὸ ἑπταετίας, θὰ ἐγίνοντο τακτικῶς καὶ ἀθορύβως ὅλως, ὡς γίνονται οἱ προβιβασμοὶ καὶ εἰς ἄλλους κλάδους, χωρὶς νὰ ἐμποιῶσι τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐμποιοῦσιν οἱ στρατιωτικοὶ προβιβασμοί. Ἐπὶ τοῖς ἀναμενομένοις λοιπὸν τότε προβιβασμοῖς ἀξιωματικῶν πολλαὶ φῆμαι ἐκυκλοφόρουν, μεταξὺ δὲ τῶν πολλῶν καί τις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀναγραφεῖσαν μάλιστα καὶ εἰς ἐφημερίδας, ὧν αἱ σχέσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησίν εἰσι γνωσταὶ, ἐπρόκειτο καὶ κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς αὐτοὺς νὰ γείνῃ τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδίκει ὅπλον τι τοῦ στρατοῦ, τὸ ὅπλον τοῦ πεζικοῦ· διότι μία τῶν ἐφημερίδων ἐκείνων ἔλεγε, — καὶ τοῦτο μάλιστα ὡς ἀνακοινωθὲν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν — ὅτι ναὶ μὲν αἱ θέσεις τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων κατέχονται ἀνέκαθεν ὑπὸ ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, εἰσὶν ὅμως θέσεις γενικαὶ, καὶ διὰ τοῦτο ταύτας πρέπον εἶναι νὰ διανείμῃ ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, διότι ἄλλως ἀναιρεῖ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων.
§125Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ τὰ ἐπιστεύσατε σεῖς; Διατὶ τὰ ἐπαναλαμβάνετε;
§126Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ἐνταῦθα ὅσα ἐπίστευσα τότε· λέγω μόνον ὅσα τότε συνέβησαν. Τί ἐγὼ πιστεύω, τὸ γνωρίζετε ὑμεῖς ἐκ τῆς πρὸ ἑπταετίας συζητήσεως ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴπετέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἀναγραφέντα. Αἱ τοιαῦται λοιπὸν φῆμαι, διασταυρούμεναι τότε, ἔπεισαν τοὺς ὑπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπολοχαγοὺς τοῦ πεζικοῦ, ὅτι ἐμελετᾶτό τι εἰς βάρος αὐτῶν. Λέγω δὲ ὑπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπολοχαγοὺς μόνον, διότι τότε ἐπρόκειτο περὶ συμπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων μέχρι τοῦ βαθμοῦ λοχαγοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δεικνύει, ὅτι δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον τὸ ζήτημα ἦτο ἐνδιαφέρον ἀμέσως. Οἱ ὑπολοχαγοὶ λοιπὸν καὶ οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ, ἀκούοντες ὅσα τότε ἐλέγοντο καὶ ἐπανελαμβάνοντο καὶ ἐπεβεβαιοῦντο, ἐπίστευσαν, ὅτι τεκταίνεταί τι. Ἐπειδὴ δὲ διήνυον τὸ ἔνατον ἢ καὶ τὸ δέκατον ἔτος εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, καὶ ἔκρινον, ὅτι ἄδικον δι’ αὐτοὺς θὰ ἦτο, θέσεις ἀνηκούσας εἰς αὐτοὺς νὰ καταλάβωσιν ἀξιωματικοὶ ἄλλων ὅπλων, ἤρχισαν νὰ συζητῶσι τὰ διαδιδόμενα μεταξύ των, προσπαθοῦντες διὰ τῶν συζητήσεων νὰ εὕρωσι τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐδύναντο νὰ διατυπώσωσι τὰ παράπονά των εἰς τοὺς ἁρμοδίους. Πολλὰ εἶπον, ἀλλ’ ἐννοήσαντες, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὡς ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, ἐνεργοῦντες περὶ τῶν δικαιωμάτων των, πολὺ πιθανὸν ἦτο νὰ ὑποπέσωσι καὶ εἴς τι σφάλμα, τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ἐξέθετεν, ἔκριναν καλὸν νὰ ζητήσωσι τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμην τῶν ἀνωτέρων των συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι, ὡς μὴ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, ἠδύναντο νὰ σκεφθῶσι ψυχραιμότερον καὶ μετριοπαθέστερον. Πρὶν ἢ δὲ πραγματοποιήσωσι τοῦτο, συνέβη εἰς αὐτοὺς κἄτι ἄλλο, εἰς τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ προσέξητε, κύριοι Βουλευταὶ, διότι τοῦτο κυρίως ἀποτελεῖ τὴν αἰτίαν ὅλων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἀκόμη οἱ ἀξιωματικοί. Ὅτε τὰ τοιαῦτα διεδίδοντο καὶ ἐσχολιάζοντο ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων, ὡς εἶπον, ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ, δύο ἐκ τούτων εὑρίσκει ἡμέραν τινὰ εἷς γνωστὸς τοῖς πᾶσιν ὡς ἔμπιστος ὑπάλληλος καὶ φίλος ἑνὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ τοὺς ἐρωτᾷ, ἂν ἔχονται ἀληθείας τὰ διαδιδόμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐπρόκειτο ν’ ἀδικηθῶσιν εἰς τὴν ἀπάντησιν δὲ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἤκουσαν τὰς διαδόσεις, καὶ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς λύπης των ἐπὶ τῇ θρυλουμένῃ πραγματοποιήσει τῶν διαδόσεων, ἡ ὁποία καιρίως ἐπρόκειτο νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματά των, ὁ ἔμπιστος ἐκεῖνος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργοῦ, στενῶς γνωρίζων ἀπὸ πολλοῦ τοὺς δύο ἐκείνους ἀξιωματικούς, προσέθεσεν, ὅτι ὁ προστάτης του Ὑπουργὸς, μαθὼν τὰ διαδιδόμενα, καὶ συμμεριζόμενος τὴν δικαίαν λύπην τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διακαῶς ἐπιθυμεῖ νὰ φανῇ εἰς αὐτοὺς χρήσιμος, ὑπερασπιζόμενος αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ συνήρχετο κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἀνάγκην εἶχεν ἑνὸς ὑπομνήματος, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἐξετίθεντο τὰ παράπονα αὐτῶν. — «Ὅλα αὐτὰ», εἶπον οἱ ἀξιωματικοί, εἶναι δι’ ἡμᾶς καλὰ καὶ παρήγορα· δύσκολον ὅμως εἶναι ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὃν δὲν ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν».— «Τίς ἡ δυσκολία», εἶπεν ὁ ὑπάλληλος, «ἐνῷ ὅ,τι σᾶς λέγω, τὸ λέγω ἐξ ὀνόματός του καὶ κατὰ ῥητὴν ἐντολήν του;» Ταῦτα, Κύριοι, ἤρκεσαν νὰ πείσωσι τοὺς δύο ἐκείνους ἀξιωματικούς, ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωσι τὸν κίνδυνον, ὃν διέτρεχον, καὶ μετὰ πολλὰς συζητήσεις, ἃς οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ διεξήγαγον περὶ τοῦ φλέγοντος δι’ αὐτοὺς τούτου ζητήματος, ἀπεφάσισαν, τὰς συστάσεις τοῦ φίλου ἐκείνου ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς ἀνωτέρους των, καὶ νὰ παρακαλέσωσιν αὐτοὺς νὰ συντάξωσιν τὸ ζητούμενον ὑπόμνημα, διότι οἱ ἀνώτεροι οὗτοι, μὴ ἔχοντες ἄμεσον ἐνδιαφέρον, καὶ συνεπῶς μὴ ὄντες, ὡς οἱ ὑπολοχαγοί, τεθλιμμένοι καὶ τεταραγμένοι, θὰ ἠδύναντο νὰ παραστήσωσι τὰ πράγματα, ὡς ἔπρεπε νὰ τὰ παραστήσωσιν, ἀποφεύγοντες πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ συμβῇ εἰς τοὺς ὑπολοχαγούς, οἱ ὁποῖοι, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των καὶ τῇ ἀπογοητεύσει των, ἦτο πιθανὸν νὰ παρίστων τὰ πράγματα ὁπωσδήποτε συγκεχυμένα. Ἀνεκοίνωσαν λοιπὸν τὰ συμβαίνοντα εἴς τινας λοχαγοὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους, ὑπολοχαγοὺς καὶ τούτους ὄντας μέχρι πρὸ ὀλίγου, συνεδέοντο ὁπωσδήποτε στενώτερον, καὶ οὗτοι, ἀκούσαντες τοὺς συναδέλφους των ἐκείνους, καὶ πεπεισμένοι ὄντες, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐκνόμου τινὸς καὶ ἀντιπειθαρχικῆς πράξεως, καθησύχασαν τοὺς συναδέλφους των, συστήσαντες αὐτοῖς ὑπομονὴν, καὶ διαβεβαιώσαντες αὐτοὺς, ὅτι θ’ ἀνεκοίνουν τὴν παράκλησίν των καὶ εἰς τοὺς ἄλλους λοχαγούς, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι σκεφθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τόσον ἀνησύχει τοὺς συναδέλφους των. Καὶ οἱ λοχαγοὶ, ὁ εἷς διὰ τοῦ ἄλλου εἰδοποιηθέντες, ὥρισαν ὡς μέρος συνεντεύξεως τὴν οἰκίαν ἑνὸς τῶν συναδέλφων των, τοῦ ὑπολοχαγοῦ κ. Πανᾶ, ὅπου μόνον ἐννέα προσῆλθον, τῶν ἄλλων, τίς οἶδε πῶς, μὴ δυνηθέντων νὰ παρευρεθῶσιν. Ἀνέμενον οἱ ἐννέα αὐτοὶ καὶ τοὺς ἄλλους, ἀνερχομένους εἰς 30 περίπου, καὶ τούτων μὴ προσελθόντων, ἔκριναν οἱ παρόντες καλὸν ν’ ἀποχωρήσωσι καὶ αὐτοὶ, ἀναβάλλοντες τὴν σύσκεψιν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ὅπως ταύτης συμμετάσχωσι πλειότεροι. Ἐξερχομένους ὅμως κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ ὑπολοχαγοῦ κ. Πανᾶ τοὺς λοχαγοὺς, ὁ φρούραρχος κύριος Ψαροδῆμος, ἢ ὑπάλληλός τις τοῦ Φρουραρχείου, μετημφιεσμένος, ἢ κεκρυμμένος εἴς τι πλησίον τῆς οἰκίας μέρος, κατέγραφε, καὶ μετὰ τοῦτο διέταξε τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ φρικῶδες ἔγκλημα τῶν ἐννέα λοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ, τὸ ὁποῖον κατεθορύβησε τὴν δημοσιογραφίαν καὶ τοὺς νομιμόφρονας Ὑπουργοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων ἴσως καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, τὸν καὶ ἠθικὸν αὐτουργὸν τῆς πράξεως ταύτης, τὸν μόνον μὴ τιμωρηθέντα...
§127Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Μὰ ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Ὑπουργός;
§128Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν ὀνομάζω· ἂς τὸν ὀνομάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔμαθε τὰ καθέκαστα. Προεφυλακίσθησαν λοιπὸν οἱ ἐννέα λοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἡ προφυλάκισις αὐτῶν ἐνεποίησε τοιαύτην ἐντύπωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε οὗτος, ἐννοήσας τὸ ὑπερβολικὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ τότε φρουράρχου, οὐ μόνον διέταξε τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν λοχαγῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν φρούραρχον ἀπεμάκρυνεν ἀμέσως τῆς θέσεώς του διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀδείας, καὶ ἐνεπιστεύθη αὐτὴν εἰς ἄλλον, τὸν συνταγματάρχην κ. Ἀμπάτην, ὃν καὶ διέταξε νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα ἔβαινον κανονικῶς, τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καλῶς ἐκτιμήσαντος τὴν κακῶς ὑπό τε τοῦ κυρίου φρουράρχου καὶ τῆς δημοσιογραφίας μεγαλοποιηθεῖσαν ὑπόθεσιν, καὶ ἐνεργήσαντος πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ εἷς Ὑπουργός. Ἐπελήφθη τέλος πάντων διοικητικῶν ἀνακρίσεων ὁ νέος φρούραρχος κ. Ἀμπάτης, καὶ τὰς καταθέσεις ὅλων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀνακριθέντων ἠκούσατε, ἀναγνωσθείσας πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἐσχηματίσατε πάντες, ὡς καὶ ἐγὼ, τὴν πεποίθησιν, ὅτι δικαίως ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶχε διατάξει τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν λοχαγῶν, διότι οὗτοι δὲν προετίθεντο συνωμοσίαν κατά τινος, ἀλλὰ μόνον ἀνταλλαγὴν σκέψεων πρὸς εὕρεσιν καταλλήλου καὶ νομίμου τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνεχαιτίζετο ὁ ἀπειλῶν, κατὰ τὰς τότε φήμας, τοὺς ὑπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπολοχαγοὺς τοῦ πεζικοῦ κίνδυνος. Ὁ ἐνεργήσας ὅμως τὰς ἀνακρίσεις φρούραρχος κύριος Ἀμπάτης ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὄχι μόνον τὰς καταθέσεις τῶν ἀνακριθέντων, ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἠδύνατο νὰ μορφώσῃ ἀσφαλῆ γνώμην, ἀλλὰ καὶ μακρὰν καὶ κακογραμμένην—ἂν κρίνωμεν ἐκ τῆς δυσκολίας, ἣν ἐδοκίμασεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ αὐτὴν—ἔκθεσιν, ἡ ὁποία, ἐπιπολαίως, φαίνεται, ἀναγνωσθεῖσα, καὶ κακῶς ἴσως ἐννοηθεῖσα ὑπὸ τῶν περὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὤθησεν αὐτοὺς εἰς ἐνεργείας, ὡς πρὸς τοὺς ἐννέα ἐκείνους λοχαγοὺς, οὐδόλως συμβιβαζομένας πρὸς τὰς καταθέσεις, τὰς ἀποτελούσας τὴν βάσιν πάσης ἐνεργείας. Ὑπέβαλε, λέγω, ὁ κ. φρούραρχος καὶ μακρὰν ἔκθεσιν, δι’ ἧς, ὡς ἐλέγετο τότε, χωρὶς τὸ λεχθὲν νὰ διαψευσθῇ, οὗτος δὲν περιώριζε τὰς σκέψεις του εἰς τὸ ζήτημα, ἡ ἐξέτασις τοῦ ὁποίου τῷ ἀνετέθη, ἀλλὰ προέβαινε καὶ εἰς κρίσεις καὶ ὑπαινιγμοὺς, εἷς ἐκ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, ὡς πάντοτε, οὕτω καὶ τότε, δὲν διετέλουν μεταξὺ των ἐν ὁμονοίᾳ καὶ συμπνοίᾳ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διαδοθὲν ἠνάγκασε τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ κυρίου φρουράρχου βεβαιωθὲν δὲν ἔχεται ἀληθείας, καὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο ἐν Φαλήρῳ δοθὲν συναδελφικὸν γεῦμα, τὸ ὁποῖον ἄρδην ἀνέτρεψε τὴν γνώμην τοῦ φρουράρχου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ διαπράξαντες αὐτὸ ἀξιωματικοὶ τὸ ἀπεφάσισαν ἐν στιγμῇ παραφορᾶς, προελθούσης ἐκ τῆς ἐκφρασθείσης—κατ’ ἐμὲ ὅλως ἀδικαιολογήτως καὶ οὐχὶ ἐπικαίρως—γνώμης τοῦ κυρίου φρουράρχου, εἶναί τι ἀντιπειθαρχικὸν, καὶ τόσον, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ οὐ μόνον τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς αὐτοὺς ποινὴν τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ πολὺ ἀνωτέραν αὐτῆς ποινήν. Δικαίως λοιπὸν ἐτιμωρήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ γεύματος τοῦ Φαλήρου· δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν ἐπίσης δικαίως ἐτιμωρήθησαν καὶ οἱ τῶν ἄλλων φρουρῶν, οἱ παρακαθήσαντες εἰς γεύματα. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον. Οὗτοι, καλῶς ἢ κακῶς, αὐστηρῶς ἢ ἐπιεικῶς, ἐτιμωρήθησαν, καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτοὺς τιμωρία ἔληξεν ἤδη, ἐκδοθέντος πρό τινος Βασιλικοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ τιμωρηθέντες ἀνεκλήθησαν εἰς ἐνέργειαν. Πρόκειται περὶ τῶν ἐννέα λοχαγῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν οὐχὶ διὰ προσκαίρου παύσεως, ἀλλὰ δι’ ἀπολύσεως, περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι διατελοῦντες ἐν τῇ καταστάσει τῆς ἀργίας, — τῆς φρικώδεις συνεπείας διὰ τὸν ἀξιωματικὸν ἐχούσης,—διὰ τὸν λόγον καὶ μόνον, ὅτι οὗτοι συνῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς συναδέλφου, ὅπως σκεφθῶσι περὶ τῶν συναδέλφων των. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν λοχαγῶν τούτων, εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πολλά, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ἐξάρῃ τὸν στρατιωτικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα, ἐπὶ τῷ ὅτι οὗτοι, ὑποβληθέντες εἰς ἀνάκρισιν, μετὰ θάρρους, τιμῶντος αὐτοὺς, ὡμολόγησαν τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι οἱ λοχαγοὶ αὐτοὶ συνῆλθον, ἵνα σκεφθῶσι καὶ εὕρωσι τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου, μὴ ἀντικειμένου εἰς τὴν πειθαρχίαν, οἱ συνάδελφοί των θὰ ὑπερήσπιζον νομίμως τὰ δίκαιά των, ἀναχαιτίζοντες τὸ κατ’ αὐτῶν μελετώμενον κακόν. Ἠκούσατε πάντες ὅ,τι οἱ λοχαγοὶ αὐτοὶ ἀνακριθέντες κατέθεσαν, διότι τὰς καταθέσεις αὐτῶν ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Δὲν λησμονεῖτε δὲ βεβαίως ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, βεβαιώσας, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ λοχαγοὶ κατέθεσαν, ἦσαν τὰ ἀληθῆ, καὶ ὅτι ἡ ἀλήθεια αὕτη τιμᾷ τοὺς ἀνακριθέντας λοχαγούς. Συγκρίνατε νῦν, Κύριοι, ταῦτα πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι πρὸς τὴν τιμωρίαν τῶν ἐννέα αὐτῶν λοχαγῶν, καὶ ἐξαγάγετε, ἂν δύνασθε, συμπέρασμα δικαιολογοῦν τὴν τόσον αὐστηρὰν μάλιστα τιμωρίαν τῶν ἀξίων πάσης τιμῆς διὰ τὴν φιλαλήθειάν των, κατὰ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἐννέα αὐτῶν λοχαγῶν. Εἶπον τὴν ἀλήθειαν. Καὶ τίς ἦτο ἡ ἀλήθεια αὕτη; Ὅτι ἀληθῶς συνῆλθον, ἵνα εὕρωσι τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ συνάδελφοί των θὰ ἠδύναντο, χωρὶς νὰ προσκρούσωσιν εἰς τοὺς κανονισμοὺς καὶ τὴν πειθαρχίαν, νὰ ἐκθέσωσι τὰ παράπονά των. Εἶναι, βλέπετε, τοῦτο μέγα παράπτωμα, εἶναι στρατιωτικὸν παράπτωμα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι περίεργον, πῶς οἱ διαπράξαντες αὐτὸ δὲν παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ὅπως τοῦτο ἀποφανθῇ, ἂν οἱ δράσται ἦσαν ἄξιοι τουφεκισμοῦ. Καὶ ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τοῦτο θὰ ἐγίνετο, ἂν πρὸς τοῦτο ὑπῆρχεν οὐχὶ ἀφορμὴ, ἀλλ’ ἴχνος μόνον ἀφορμῆς. Πρᾶξις ὅμως ποινικὴ δὲν ὑπῆρξεν, οὔτε κἂν πειθαρχικὸν παράπτωμα, διότι καὶ τοιοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν, ἀλλ’ ἐπλάσθη μόνον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἐκζήτησιν ἀφορμῆς, ἡ ὁποία εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἀγνοούντων τὰ πράγματα θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας καταδίωξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προεγράφησαν, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ μόνον διότι, ἐννοήσαντες ὅ,τι ἐκείνη ἐβυσσοδόμει, ἐτόλμησαν νὰ σκεφθῶσι, πῶς ἠδύναντο ν’ ἀναχαιτίσωσι τὸ ἀπειλοῦν αὐτοὺς, ἢ μᾶλλον τοὺς συναδέλφους των, κακὸν, ἐνεργοῦντες οὐχὶ ὅπως ἐκείνη, ἐν κρυπτῷ, ἀλλὰ φανερὰ καὶ πάντοτε ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς τάξεως, τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς πειθαρχίας. Δὲν ὑπῆρξε λοιπὸν ἔγκλημα, καὶ τοῦτο καλῶς ἐγίνωσκε τὸ Ὑπουργεῖον· καὶ διότι ἐγίνωσκε τοῦτο, καὶ διότι ἦτο βέβαιον, ὅτι, ἂν ἐνηργοῦντο τακτικαὶ ἀνακρίσεις, αὗται θὰ ἀπεδείκνυον ἀθῴους τοὺς λοχαγούς, καὶ διότι ἐγίνωσκεν, ὅτι μία τοιαύτη ἀθώωσις τῶν λοχαγῶν θὰ ἀπεκάλυπτε τοὺς σκοπούς του, προετίμησε τὴν ὁδὸν τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν συνεδριάζοντος, οὔτε ὁ κατηγορούμενος, ὡς μὴ γινώσκων μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὴν κατηγορίαν του, δύναται ν’ ἀπολογηθῇ, οὔτε μάρτυρες καλοῦνται, οὔτε συνήγοροι παρίστανται. Καὶ εἴδετε, Κύριοι, πῶς συνεκροτήθη τὸ Ἀνακριτικὸν αὐτὸ Συμβούλιον· συνεκροτήθη ἐξ ἀξιωματικῶν, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτό· εἴδετε δὲ καὶ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς ἔφθασεν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ τέλος της, δηλαδὴ εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν λοχαγῶν, ἡ ὁποία ταχύτης καὶ μόνη εἶναι ἱκανὴ νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι οἱ λοχαγοὶ ἐτιμωρήθησαν διότι αὐτὸ ἐσύμφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς τιμωρίας αὐτῆς ἀπέδειξεν, ὅτι ἀπεχθάνεται τὴν ἀλήθειαν, καίτοι ταύτην τόσον ἐξῆρε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐτιμωρήθησαν. Ἀλλ’ ἂν ἀπέκρυπτον αὐτὴν, τί θὰ ἐγίνετο; Ἂν οἱ λοχαγοὶ ἀνακρινόμενοι ἔλεγον ὄχι ὅ,τι ἀκριβῶς συνέβη, ἀλλ’ ὅτι π. χ. συνῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πανᾶ διὰ νὰ ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν ξιφασκίαν, ἢ ὅτι ἐκλήθησαν ἐκεῖ διὰ νὰ φάγουν ἕνα χαλβᾶ, τὸν ὁποῖον ἡ οἰκογένεια τοῦ κ. Πανᾶ ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς καὶ παρεσκεύασεν, ἢ ἐπὶ τέλους, ὅπως λάβωσι μαθήματα ἑνὸς ἐκ τῶν ἐσχάτων εἰσαχθέντων ἐνταῦθα χορῶν, τί θὰ ἔλεγεν εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπηρεσία; Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι καὶ ψευδομένους οὕτω δὲν θὰ τοὺς ἐτιμώρει, ἐνῷ τοὺς ἐτιμώρησε καταθέσαντες τὴν ἀλήθειαν· νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι καὶ τότε θὰ τοὺς ἐτιμώρει, διότι τοῦτο εἶχεν ἀποφασίσει πρὶν ἢ ἀκόμη τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν· καὶ τὸ εἶχεν ἀποφασίσει, διότι ἐπίστευσεν, ὅτι μία τοιαύτη τιμωρία ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τοὺς σκοπούς της, καὶ νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ παντὸς ἐπὶ τοῖς σκοποῖς της τούτοις σχολίου. Ἐφήρμοσε δηλαδὴ τὴν κοινὴν παροιμίαν «φωνάζει ὁ κλέφτης γιὰ νὰ φύγῃ ὁ νοικοκύρης!» Οὕτως ἔχει, Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις· οὕτω δ’ ἐχούσης αὐτῆς, δὲν ἀπομένει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ λοχαγοὶ ἐκεῖνοι ἀδίκως ἐτέθησαν εἰς ἀγρίαν δι’ ἀπολύσεως, καὶ ἔτι ἀδικώτερον ἡ τιμωρία αὐτῶν ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὴν ἀνάκλησιν εἰς ἐνέργειαν τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, ἀναγνωρίζουσα τὸ λάθος της, νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς λοχαγοὺς εἰς τὴν θέσιν των.
§129Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπιμένω νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος στρατιωτικοῦ ζητήματος, καίτοι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ἐν τοιαύτῃ μεταμεσονυκτίῳ ὥρᾳ κατεπόνησε τὴν Βουλὴν, διότι τοιοῦτο ζήτημα δὲν μοὶ φαίνεται ἀνάξιον τῆς τόσης καταπονήσεως. Θὰ προσπαθήσω ὅμως νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος. Αἰτία τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τῆς τιμωρίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, εἶναι πασίγνωστον, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἠγέρθη τὸ πρῶτον οὔτε ὅτε ἐτιμωρήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οὔτε ὅτε κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς οἱ διοικηταὶ τῶν τριῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ προέβησαν εἰς τὰς γνωστὰς ἀντιπειθαρχικὰς ἀναφορὰς πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῶν γενικῶν θέσεων, τὸ ὁποῖον οὗτος, κηδόμενος τοῦ στρατοῦ, εἰσηγήσατο τότε εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ ἀρχαιότερον, καὶ ἀπορῶ, πῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πάντες οἱ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ κηρυχθέντες ἐλησμόνησαν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1896 τὸ ζήτημα αὐτὸ ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ἀπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔκτοτε διαιρεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ εἰς χαϊδεμένα παιδιὰ καὶ εἰς ἀπόπαιδα. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀποδίδεται καὶ αὐτοῦ τοῦ πολέμου ἡ αἰτία, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτὴν τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ αὐτὴν τὴν φιλοπόλεμον στάσιν τοῦ Βασιλέως ἀποδίδουσιν εἰς τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ ἀπὸ τῆς Λέσχης ἕνεκα τῶν γενικῶν θέσεων. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἰλικρινῶς θέλῃ νὰ ἐργασθῇ πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς αἰτίας αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς τιμωρίας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξωθεῖ εἰς ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα αὐτὴ ἡ ἄδικος καὶ μεροληπτικὴ διαγωγὴ τῶν ἰθυνόντων τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἡ διαιροῦσα τὰ διάφορα σώματα αὐτοῦ εἰς εὐνοούμενα καὶ μή. Παρηκολούθησα ἐπιμελῶς ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὰς διαφόρους φάσεις τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων ἐν τῷ στρατεύματι, θεωρῶν αὐτὸ ὡς ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικόν, διότι ἐγένετο ἀφορμὴ διαταράξεως τῆς ἁρμονίας καὶ τῆς ὁμονοίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἧς ἄνευ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στράτευμα ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰσηγήσατο τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, ἦλθον πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἦλθον ὅμως, ἵνα ἀπειλήσωσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἡσύχως καὶ ἄνευ ἐπιδείξεως, ἵνα παρακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν εὐνοουμένων σωμάτων οὐ μόνον ἐν ἰδιαιτέρας συζητήσεσιν, ἀλλὰ καὶ ἀντιπειθαρχικώτατα, ἐν σώματι προσελθόντες εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων των, ἀνηνέχθησαν πρὸς αὐτοὺς, καὶ δι’ αὐτῶν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ἐπικρίνοντες τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀπειλοῦντες νὰ παραιτηθῶσιν, ἂν ἐπιψηφισθῇ. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιχυθῇ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἣν ἐκ προθέσεως διέστρεψαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ πολλοὶ τῶν δημοσιογράφων, καὶ μάθωσι καὶ οἱ τυχὸν ἀγνοοῦντες, τίνες εἶναι οἱ ἐξ ἰδιοτελείας καὶ χάριν γαλονίων προβαίνοντες εἰς ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα καὶ εἰς ἀπειλάς· οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, ἢ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν μηχανικῶν ὅπλων καὶ ἰδίως τοῦ πυροβολικοῦ; Ἀκούσατε τὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἀναφορὰν τοῦ κ. Σοφιανοῦ, ἀντισυνταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Μετ’ αὐτὴν ἀκούσατε ἑτέραν ἀναφορὰν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου διοικητοῦ τοῦ Αʹ πυροβολικοῦ συντάγματος κ. Βούλτσου, ὅστις μὲ τὸν αὐτὸν τύπον, μὲ τὸ αὐτὸ ὕφος γράφει. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Διὰ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν οἱ διοικηταὶ τῶν δύο συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ ἀναφέρουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγήσατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀντὶ νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα οὗτος ἀναφέρει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ἤτοι τὴν ὁμόνοιαν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, ἔφερεν ὅλως τὰ ἐναντία ἀποτελέσματα, ἤτοι τὴν διαίρεσιν αὐτῶν, διότι οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων θέλουσι δι’ ἑαυτοὺς τὰς γενικὰς θέσεις. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τρίτην ἀναφοράν, τὴν τοῦ κ. Γιαννάρου, ἀντισυνταγματάρχου καὶ διοικητοῦ ἄλλου πυροβολικοῦ συντάγματος, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτενεστέρα καὶ ἀπειλητικωτέρα...
§130Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀναγνώσθη καὶ αὕτη· τὴν ἀνέγνωσεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος.
§131Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν ἀνεγνώσθη· ἀνεγνώσθη μόνον ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Βάσου, προτείνοντος τὴν τιμωρίαν τοῦ κ. Γιαννάρου διὰ τὸ ἀντιπειθαρχικὸν τῆς ἀναφορᾶς αὐτοῦ, ἐχούσης οὕτω. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Τοιαῦτα διὰ τῶν διοικητῶν των ἀνέφερον τότε οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, ἀπειλοῦντες, ὅτι δὲν δύνανται νὰ μένωσιν εἰς τὸ στράτευμα, καὶ θὰ παραιτηθῶσι, διότι δὲν ἔχουσι μέλλον ἄνευ τῶν γενικῶν θέσεων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχωσι μέλλον εἰς τὰ σώματα τῶν τεχνικῶν ὅπλων, διατί, ὁσάκις Ὑπουργός τις τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ κατατάξῃ αὐτοὺς, ἐξερχομένους τῆς Σχολῆς, εἰς τὸ πεζικόν, διεμαρτύροντο καὶ ἔθετον εἰς ἐνέργειαν πάντα τὰ δυνατὰ πλάγια μέσα, — οὐχὶ βεβαίως τῆς ἀνισχύρου ἐν τοιούτοις ζητήμασι πολιτικῆς — ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸ πυροβολικὸν ἢ μηχανικόν, ἀποστρέφοντες τὸ πρόσωπον ἀπὸ τοῦ πεζικοῦ; Καὶ ἐν τούτοις τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, τοὺς ἐν σώματι τολμήσαντας νὰ παραπονεθῶσιν εἰς τοὺς διοικητάς των, καὶ δι’ αὐτῶν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀπειλητικῶς μάλιστα, κατὰ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ τιμωρήσῃ, ἀλλ’ ἠρκέσθη ὁ τότε Ὑπουργὸς νὰ τιμωρήσῃ μόνον τοὺς διοικητὰς τοῦ πυροβολικοῦ, δύο εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνός, καὶ τὸν τρίτον εἰς φυλάκισιν τριῶν μηνῶν, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἐχάρισε καὶ αὐτὰς τὰς ποινάς! Μετὰ τόσον ἐλαφρὰς τιμωρίας τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐμπράκτως ἐκδηλωσάντων ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα καὶ ἀναμιχθέντων εἰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἀνέμενε νὰ ἐπιβάλῃ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τὴν βαρυτέραν τῶν ποινῶν κατὰ τῶν λοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ, οἵτινες εἰς οὐδὲν ἀντιπειθαρχικὸν προέβησαν ἢ μόνον συνῆλθον, ὅπως συσκεφθῶσι, πῶς δύνανται νὰ προλάβωσιν ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπώπτευσαν ὅτι ἠδύναντο νὰ προβῶσιν οἱ κατώτεροι αὐτῶν; Τοῦτο δὲν μαρτυρεῖ, ὅτι ἀνίσως κρίνονται αἱ πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶς ἄλλος, ὅτι ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ τρόμου, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ ἐμβάλῃ διὰ τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἐμπνέεται διὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Δικαιοσύνην ἐν παντὶ πρέπει ν’ ἀπονέμητε, διὰ νὰ ἐμπνεύσητε πειθαρχίαν· ἄλλως, μὴ ἀναμένετε ποτὲ τοιαύτην, διότι διὰ τῶν αὐστηρῶν καὶ ἀνίσων ποινῶν ἡ πειθαρχία ἐπιβάλλεται μὲν πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ δὲν ῥιζοβολεῖ ἐν ταῖς καρδίαις τῶν στρατιωτῶν, δὲν ἀγαπᾶται ὑπ’ αὐτῶν. Εὐτυχῶς οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἀπέδειξαν πολὺν πατριωτισμὸν καὶ φρόνησιν, καὶ δὲν προέβησαν εἰς ἄλλα διαβήματα.
§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τί ἠδύναντο νὰ κάμωσιν: Εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγητε τοιαῦτα πράγματα;
§133ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅστις ἀποφασίζει, πολλὰ δύναται νὰ πράξῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτοὶ ἐδείχθησαν πατριωτικώτεροι καὶ συνετώτεροι· ἠγανάκτησαν μὲν διὰ τὴν ἄδικον καὶ μὴ νόμιμον τιμωρίαν των, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν παρανομίαν προέβησαν. Ὅθεν, καίτοι βραδέως, σπεύσατε νὰ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς ἐπιλέκτους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους σκληρῶς ἠδικήσατε· ἄλλως ἀποδεικνύετε, ὅτι οὐδόλως μεριμνᾶτε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς πειθαρχίας αὐτοῦ, διαιροῦντες τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ τῆς διακρίσεως τῶν σωμάτων εἰς εὐνοούμενα καὶ μή.
§134Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ σεῖς οὐδὲν ἄλλο πράττετε τώρα παρὰ νὰ διαιρῆτε.
§135Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αἱ πράξεις σας διαιροῦν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελειώσατε, κύριε Φικιώρη;
§137Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα.
§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι μερικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν προκαλοῦσι συζήτησιν, μεταξὺ δὲ τούτων καὶ τὸ περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὅπερ ἐπεθύμουν νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἵνα ἔχῃ λόγον δικαιολογίας ἡ Κυβέρνησις, μὴ προβαίνουσα εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ ψηφισθῶσι τὰ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 6 νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐκεῖ νὰ σταματήσωμεν.
§139Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον τῶν ὀδοντοϊατρῶν (ἱλαρότης)
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἔργων ἐκ δραχμῶν 441,097.92». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΡΝΗʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν μεταπεποιημένων εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν δηλωθεισῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, τῶν κειμένων ἐντὸς ὁρίων δάσους». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμων. 2) Περὶ διοριῶν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων διὰ τὸ ἔτος 1900 δόσεων τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ ἔτους 1899).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 10′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).