1901.01.15
3,660 rows · 28,122 words · 339 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 15 Ἰανουαρίου 1901.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, εἰς ἀπάντησιν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, ἀπέστειλε πρός με τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Πρόεδρον Βουλῆς. Ἀθήνας. «Ἐντολῇ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, διαβιβάζω Ὑμῖν τὰς εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας αὐτῆς ἐπὶ τῷ Ὑμετέρῳ εὐμενεῖ καὶ μεστῷ συμπαθείας τηλεγραφήματι. W. C. GULLY Πρόεδρος.»
§2ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἑστία» ἀναγινώσκω τὸ τηλεγράφημα αὐτό. Πῶς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν «Ἑστίαν» προτοῦ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§4ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὄχι σεῖς, ἀλλ’ ἡ Διεύθυνσις τῶν τηλεγράφων γνωρίζει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 225,000». Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199). Οἱ Πρόεδροι τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ συντεχνιῶν ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὡς πρὸς τὸ μέρος τῆς προκαταβολῆς τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι καλὸν νὰ ἀναμείνωμεν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι πολὺ σπουδαία ἡ ἀναφορὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν συντεχνιῶν, οἵτινες ζητοῦσι νὰ κατανεμηθῇ κατά τινα ἄλλον τρόπον ὁ φόρος.
§7ΣΚΟΥΖΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρος ἡ ἀναφορὰ, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος λίαν σοβαροῦ.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμοίαν πρότασιν εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος. Ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι ἰδίως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προπληρώνηται ὁ φόρος, καὶ τοῦτο εἶναι ἀξίωσις λογικὴ, διότι οἱ πολῖται ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσιν ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ ὑπάρξωσι τὰ προϊόντα τῆς παραγωγῆς, δὲν ὀφείλουσι δὲ νὰ συνεισφέρωσιν ἐπὶ προϊόντων, τὰ ὁποῖα δὲν παρήγαγον ἔτι, ἀλλ’ ἐλπίζεται, ὅτι θέλουσι παραγάγει, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθωσι δυστυχήματα, κωλύοντα τὴν παραγωγὴν, θάνατος, πτώχευσις, πυρκαϊὰ κλπ. Πιστεύω δὲ, ὅτι εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τυχὸν προταθησόμενον μέτρον πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λόγῳ τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀναφορᾶς· ἀλλὰ μανθάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀσθενεῖ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω ἐν τῇ συνεδριάσει ταύτῃ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκθέσωμεν, ὅσα δύναταί τις νὰ ἐκθέσῃ, καὶ ὄχι ὀλίγα, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναφορᾶς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐλπίζω, ὅτι αὔριον...
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ἂς μείνῃ ἡ ἀναφορὰ δι’ αὔριον.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ νὰ ἀνακοινωθῇ αὔριον, συμφώνως τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§12Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν, παραπονουμένων, ὅτι κατετάχθησαν εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ νὰ τοὺς κατατάξῃ εἰς τὴν πρώτην. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζει, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰ τῆς ἀναφορᾶς αὔριον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μομφερρᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§14Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως». Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, πόσην σπουδαιότητα ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· εἶναι τὸ σπουδαιότερον βεβαίως δικαστικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ νῦν Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀρθῶς ἔπραξε, παραπέμψας αὐτὸ καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς διαφόρους νομομαθεῖς, διότι τῷ ὄντι πολλαὶ κριτικαὶ ἐκθέσεις οὐκ ὀλίγον συνέδραμον τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Πρὸ πάντων δὲ ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὑτοῦ εἰργάσθη μετ’ ἐπιμελείας, πολλὰς πρακτικὰς γνώμας ἐξενεγκὼν, ὧν πλείστας ἡ Ἐπιτροπὴ υἱοθέτησε. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως. Καὶ κατὰ τὸ 1892 εἰργάσθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Σιμόπουλος, ἔλαβον δὲ τότε τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ, καὶ κατηρτίσθη νομοσχέδιον, καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, μεταρρυθμίζον τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑποβάλλεται εἶναι προϊόν βαθείας μελέτης. Ὑπῆρξεν εὐτυχὴς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι συνεργάτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔσχε τὸν διασημότερον τῶν παρ’ ἡμῖν δικονομολόγων κ. Ξενοφῶντα Ψαρρᾶν. Εἶναι καιρὸς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ τροποποιηθῇ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ἐν τῷ τμήματι περὶ ἐκτελέσεως. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί σήμερον γίνεται διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ἐκτελέσεως, θέλομεν ἀναμφιβόλως πεισθῆ, ὅτι οἱ γογγυσμοὶ τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι ἀδιαλείπτως ἀκούονται κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, τελείως δικαιολογοῦνται, καὶ ὅτι ἡ ἀδιαφορία τῆς νομοθετικῆς ἀρχῆς ἀποβαίνει πλέον ἀνυπόφορος. Διότι τί συμβαίνει, Κύριοι, σήμερον ἐπὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως; Ἄν τις ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα αὐτοῦ εἰς ἀγορὰν κτήματος ἐπὶ πλειστηριασμῷ, ἂν θελήσῃ νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα αὐτοῦ εἰς ὑποθήκην, ἡ ἀπαίτησις ἀποβαίνει προβληματικὴ, διότι εὑρίσκεται ἀπέναντι τελειοτάτου κακῆς πίστεως ὁπλισμοῦ, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ πλουσία ὁπλοθήκη τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Προβαίνει εἰς ἐπιταγὴν, καὶ ἀμέσως κατὰ τῆς ἐπιταγῆς ἀπευθύνεται ἀνακοπή. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, μετὰ πόσης εὐκολίας παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς ὑπό τινων Προέδρων. Πολλάκις ἐν τῇ πράξει ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις μέχρις ἐκδικάσεως τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τῆς ἐπιταγῆς. Ὁ δανειστὴς τότε ῥίπτεται εἰς δικαστικὸν ἀγῶνα, καὶ μετὰ πολὺν χρόνον, ἀφοῦ ταλαιπωρηθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐπιτυγχάνει τέλος πάντων τὴν ἀπόφασιν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατάσχεσιν. Ἀλλὰ μήπως τὰ μαρτύρια τοῦ δανειστοῦ, τοῦ ἐπισπεύδοντος, τερματίζονται μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου; Τότε ἀκριβῶς ἀρχίζουν τὰ βάσανα αὐτοῦ, διότι ἐπὶ ἑκάστης πράξεως, ἀνὰ ἕκαστον βῆμα, ἀπὸ τῆς ἐκθέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος μέχρι τῆς ὥρας τοῦ πλειστηριασμοῦ, σφηκιὰ δικῶν ἐπακολουθεῖ. Προσβάλλεται ἡ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, διότι δὲν περιέγραψεν ἀκριβῶς τὸ κτῆμα, διότι ἐλησμόνησε νὰ σημειώσῃ ἓν φρέαρ ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ κτήματος, διότι δὲν περιέγραψεν ἓν παράθυρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀξίαν διὰ τὸν ὀφειλέτην, ἢ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν μίαν μυστικὴν κλίμακα. Γνωρίζομεν δὲ, κατόπιν τοιούτων δικαστικῶν ἐκθέσεων, πόσας ἀποφάσεις προδικαστικὰς ἀναγκάζονται τὰ Δικαστήρια νὰ ἐκδίδωσι, μέχρις οὗ διαταχθῇ ἡ πρόοδος τῆς ἐκτελέσεως. Ἀσθμαίνων ὁ δανειστὴς, ἀφοῦ πολλάκις ἐβλασφήμησε τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἔδωσε τὰ χρήματά του, φθάνει τέλος πάντων εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις δὲν εἶναι μακράν. Ἐπίκειται ὁ πλειστηριασμός. Ματαία ἐλπίς! Τρίτος, ἀναπηδῶν εἰς τὸ μέσον, παρεμβαίνει, καὶ διεκδικεῖ τὸ κτῆμα, εἴτε ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν πρόοδον τοῦ πλειστηριασμοῦ, εἴτε ὅπως πτοήσῃ τοὺς ὑπερθεματιστάς. Νέοι ἀγῶνες τότε, καὶ πολυχρόνιοι δίκαι καὶ πολυδάπανοι ἀνοίγονται, καὶ ἂν δὲν καταλήξωσιν εἰς συνθηκολογίαν, πρὸς βλάβην τοῦ δανειστοῦ, καταπονοῦσιν αὐτόν, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἀφορήτως, μέχρις οὗ ἐπιτύχῃ τὴν πρόοδον τοῦ πλειστηριασμοῦ. Τέλος πάντων ὁ δανειστὴς ὑπέστη ἀνδρείως τοὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας, καὶ ὁ πλειστηριασμός ἐκτελεῖται. Αἴ! νομίζετε, ὅτι ἔληξαν αἱ δίκαι; νομίζετε, ὅτι ὁ ὀφειλέτης ἀφοπλίζεται καὶ ἀποχωρεῖ; Πολλοῦ γε καὶ δή! Ἓν ἐκ τῶν δύο συμβαίνει· ἢ τρίτος τις παρουσιάζεται ὡς ἀγοραστὴς, ἢ ὁ ἴδιος ἐπισπεύδων ἀγοράζει. Ἀλλ’ ὁ ἀγοραστὴς τοῦ κτήματος ἀναλαμβάνει βεβαίως τὴν ἐξακολούθησιν ἄλλου δικαστικοῦ ἀγῶνος. Ἔχει ἀνάγκην νὰ παραλάβῃ τὸ κτῆμα. Δυστυχῶς ὅμως, Κύριοι, ἐνῷ ὑπάρχει διάταξις ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἅμα τῇ κατακυρώσει τοῦ κτήματος, ὁ ὀφειλέτης ὀφείλει νὰ παραιτήσῃ τὴν κατοχὴν, ἀπολείπεται ἓν μέγα κενὸν, πῶς δηλαδὴ ἀναγκάζεται ὁ ὀφειλέτης νὰ παραιτήσῃ τὴν κατοχήν. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ὑπάρχει ἀνάγκη δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὁ ταλαίπωρος ἀγοραστὴς, ἀπαιτεῖται ἀγωγή· ἀνάγκη νέας δίκης! Τοιουτοτρόπως καταθέτει τὸ τίμημα, καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ τὴν κατοχὴν, ἀναλαμβάνει νέους ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι παρατείνονται πολλάκις ἐπὶ 10 καὶ 15 ἔτη, διότι ὁ μακαρίως κατέχων τὸ κτῆμα ὀφειλέτης νέας δυνάμεις ἀντλεῖ ἐκ τῆς ἀνεξαντλήτου τῆς Δικονομίας πηγῆς. Ἔχομεν ἐν τῇ Δικονομίᾳ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τοιαῦται κατὰ τοῦ ἀθώου ἀγοραστοῦ ἐνστάσεις, ὥστε ἀναγκάζεται ὁ δυστυχὴς νὰ συνθηκολογήσῃ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κοινωνία ἐναντίον αὐτῆς τῆς καταστάσεως δικαίως διαμαρτύρεται. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν προστατεύεται ἡ κτηματικὴ πίστις, ἡ ὁποία ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς τοσοῦτον εἶναι τετραυματισμένη. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην κατεπείγουσαν νὰ βελτιώσωμεν τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι δὲ ἡ ἀνάγκη αὕτη οὐ μόνον κοινωνική, ἀλλὰ καὶ πολιτική, διότι ἡ περιουσία τῶν ἰδιωτῶν ἐνδιαφέρει ἀμέσως τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἕνεκα τοῦ ἀθλίου οἰκονομικοῦ συστήματος βλέπομεν ἑκατομμύρια κατατεθειμένα ἐν ταῖς Τραπέζαις ἐπὶ μικρῷ τόκῳ, διότι τὰ κεφάλαιά εἰσι δειλότερα κονίκλου, καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι προτιμῶσι νὰ καταθέτωσι τὰ χρήματά των εἰς τὰς κρύπτας τῶν Τραπεζῶν, ἐπὶ μικροτέρῳ μὲν τόκῳ, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, παρὰ νὰ διαθέτωσιν αὐτὰ εἰς ἀγορὰν κτημάτων ἐπὶ πλειστηριασμῷ, ἢ εἰς ὑποθήκας ἐπὶ μείζονι τόκῳ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ περιπέσωσιν εἰς τὰ δίκτυα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ δὲν βλάπτονται μόνον οἱ δανεισταί, διότι λαμβάνουσι μικρὸν τόκον, ἀλλὰ ζημιοῦνται πρὸ πάντων οἱ τίμιοι ὀφειλέται, διότι δυσκόλως εὑρίσκουσι δάνεια ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ, καὶ μένουσι κύριοι τοῦ πεδίου τῆς συναλλαγῆς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἀσυνείδητοι τοκογλύφοι. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐπαγγέλλεται νὰ βελτιώσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, καὶ νὰ ἄρῃ ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε συμβαίνουσιν. Ἐγὼ βεβαίως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ προσπαθήσω ἐν γενικαῖς μόνον γραμμαῖς νὰ σημειώσω τοὺς νεωτερισμοὺς, διὰ τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον βελτιοῖ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν. Τὸ νομοσχέδιον σύγκειται ἐκ πέντε κεφαλαίων. Ἐν τῷ πρώτῳ κεφαλαίῳ κατατάσσονται οἱ γενικοὶ ὁρισμοὶ τῆς ἐκτελέσεως. Σπουδαιότατον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ λύεται ζήτημα, τὸ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀλλοδαπῶν Δικαστηρίων. Ἡ ὑπάρχουσα Δικονομία, ὡς εἶναι γνωστὸν, κατ’ ἀρχὴν δέχεται τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀλλοδαπῶν ἀποφάσεων, ἀλλὰ προβαίνει εἰς διάκρισιν ἀλλοδαπῶν καὶ ἡμεδαπῶν διαδίκων. Ἂν δηλ. πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐξεδόθη ὑπὸ ἀλλοδαποῦ Δικαστηρίου μεταξὺ ἀλλοδαπῶν, τότε ὁ Πρόεδρος διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν, χωρὶς νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἀποφάσεως, ἥτις ἐξεδόθη μεταξὺ ἀλλοδαποῦ καὶ ἡμεδαποῦ, τότε τὸ Δικαστήριον ἐρευνᾷ ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν κατ’ οὐσίαν, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις κατέχει ἀπόφασιν ἀλλοδαποῦ Δικαστηρίου, οὐδὲν ἔχει, διότι εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου. Ἡ ἀπόφασις δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Σήμερον, Κύριοι, ἄλλαι κρατοῦσιν ἰδέαι καὶ ἀρχαὶ ἐν τῷ εὐρωπαϊκῷ κόσμῳ· ἄλλως σκέπτονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διεθνῶν συμφερόντων καὶ τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ μοχλὸς τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ νόμος ἔχει βεβαίως τοπικὰ ὅρια· πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἐπικρατείας παύει τὸ κράτος καὶ ἡ ἰσχύς του. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι μία. Καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ἕνα σκοπὸν ἔχει ἡ Δικαιοσύνη, τὴν προστασίαν τῆς δημοσίας τάξεως, τὴν καταπολέμησιν τοῦ δόλου, τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐμπορικῆς καὶ τῆς κτηματικῆς πίστεως. Διὰ τοῦτο αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐκδιδόμεναι ὑπὸ ἀλλοδαπῶν Δικαστηρίων, πρέπει νὰ ᾖναι σεβασταὶ καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Διὰ τοῦτο δὲ αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι προσπαθοῦσι νὰ εἰσαγάγωσι συστήματα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι τὰς διεθνεῖς συναλλαγὰς, καὶ ἐκμηδενίζουσι τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἀλλοδαποῦ καὶ ἡμεδαποῦ. Ὁ νομοθέτης ἑκάστου Κράτους πεπολιτισμένου σήμερον αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ συμφέρον νὰ περιποιῆται τοὺς ξένους· εὐτυχεῖς δὲ εἶναι αἱ χῶραι, εἰς ἃς εἰσρέουσι ξένα κεφάλαια, καὶ αἱ διεθνεῖς ἐμπορικαὶ σχέσεις ἐν μεγάλη κλίμακι διεξάγονται. Τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων ἰδεῶν, ἀναγράφει τὸ δόγμα τῆς ἐξομοιώσεως ἡμεδαπῶν καὶ ξένων, καὶ καταστρώνει διαδικασίαν φιλελευθέραν περὶ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀλλοδαπῶν ἀποφάσεων. Ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐμιμήθη τελείως τὴν τυπικὴν διαδικασίαν νεωτέρων εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν, αἵτινες περιορίζουσι τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν τύπων, διότι ἐδέχθη, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δικαστὴς εὕρῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀλλοδαποῦ Δικαστηρίου ἀντιτίθεται εἰς ἀποδεδειγμένα γεγονότα, δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ὁπωσδήποτε ἀρχὰς στηριζομένας ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπομακρυνθῇ τῶν κειμένων νόμων, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν πλειονοψηφίᾳ διακρίνει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως μεταξὺ ἀλλοδαπῶν καὶ ἀποφάσεως μεταξὺ ἀλλοδαποῦ καὶ ἡμεδαποῦ, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ἐπιβάλλει τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως. Κατὰ τοῦτο δὲ μόνον ἐνεωτέρισεν, ὅτι ἐδανείσθη διατάξεις τινὰς ἐκ τῆς Ρουμανικῆς νομοθεσίας. Ἔχω ὑπ’ ὄψει συγγραφήν τινα τοῦ Δημητρίου Ἀλεξανδριὲφ (ἐν Dictionnaire du droit comparé), ἐν τῇ ὁποίᾳ μεταφράζεται ἐν τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς Ρουμανικῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀλλοδαπῶν Δικαστηρίων δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἐὰν ἐπιτρέπωσι τοῦτο συνθῆκαι μεταξὺ τῆς Ρουμανίας καὶ τοῦ Κράτους, ἔνθα ἐξεδόθη ἡ ἐκτελεστέα ἀπόφασις. Ἐκ πρώτης ὄψεως, Κύριοι, ἡ ἀρχὴ αὕτη φαίνεται ὅτι εἶναι πρακτικὴ καὶ ὠφέλιμος, καὶ ὅτι προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν ἀλλοδαπῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιοῦτο σύστημα δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς δικαστικὸν κλητῆρα, ἀφοῦ ἀνεξετάστως ἡ ἐκτέλεσις ἠδύνατο νὰ προβαίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει συνθηκῶν, πρὸς Κράτη μάλιστα, ἅτινα δὲν διακρίνονται ἐπὶ ἀσφαλεῖ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ, Κύριοι, προτιμῶ τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν. Κατὰ τὴν Ἰταλικὴν Δικονομίαν, τὸ Ἐφετεῖον ἐπιλαμβάνεται ἀμέσως τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ αἰτήσει τοῦ κατέχοντος τὴν πρὸς ἐκτέλεσιν ἀπόφασιν. Τὸ Ἐφετεῖον, εἴτε πρόκειται περὶ ἀλλοδαπῶν, εἴτε πρόκειται περὶ ἡμεδαπῶν, δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐξετάζει μόνον τοὺς τύπους, ἐὰν δηλ. κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀλλοδαπῆς ἀποφάσεως ἐγένετο κλήτευσις, ἐὰν ἠκούσθησαν οἱ διάδικοι, ἐὰν ἡ διάταξις τῆς ἀποφάσεως δὲν ἀντιβαίνῃ εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, εἴτε εἰς ἀπαγορευτικοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εὕρῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τυπικὸν κώλυμα, διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν. Τοιουτοτρόπως ἡ Ἰταλία παραδέχεται σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνισχύει τὴν πίστιν, διότι οἱ ἀλλοδαποὶ ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων αὐτῶν εὐκόλως ἐκτελοῦνται, καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν τελείως καὶ ταχέως προστατεύονται. Ἐν Ἰταλίᾳ μάλιστα προέβησαν καὶ περαιτέρω, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ μιμηθῶμεν αὐτούς. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀλλοδαπὸς νὰ μεταβῇ εἰς Ἰταλίαν καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεώς του, ἢ νὰ διορίσῃ πληρεξουσίους δικηγόρους· δύναται καὶ διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ νὰ ἐπιδιώξῃ τοῦτο, ἀποστέλλων ἁπλῶς τὴν ἀπόφασιν, ὅτε ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὸ Ἐφετεῖον, διοριζομένου πληρεξουσίου ἐξ ἐπαγγέλματος. Βλέπετε, Κύριοι, πόσας εὐκολίας παρέχουσιν αἱ νεώτεραι Δικονομίαι, ἵνα προσελκύσωσι τὰ ξένα κεφάλαια καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδιωτικὴν πίστιν. Διὰ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἐκτελέσεως ἀλλοδαπῶν ἀποφάσεων εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν· ἤθελον δ’ εὐχηθῆ νὰ μεταφυτευθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ γράμμα αἱ διατάξεις τῆς Ἰταλικῆς Δικονομίας.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑπάρξωσι διαφωνίαι, δὲν θὰ κατορθώσωμεν ποτὲ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§16Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς αὐτῆς ἰδέας.
§17ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν τοῖς γενικοῖς ὁρισμοῖς τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν δύο ἔτι ἀξίους λόγου νεωτερισμοὺς, ὅτι ἡ ἐπιταγὴ καὶ ἡ ἀναγγελία διακόπτουσι τὴν παραγραφήν. Μέχρι σήμερον ὁ ἀντίθετος ὑπάρχει κανὼν, ὅτι ἡ ἀγωγὴ διακόπτει τὴν παραγραφὴν, διότι διὰ τῆς ἀγωγῆς ἀποδεικνύεται ὄχλησις. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι διακοπὴ τῆς σιωπῆς (interruptio silentiae) ὅταν ὁ δανειστὴς ἐπιτάσσῃ, ὅταν ἀναγγέλληται εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ πλειστηριασμοῦ; Δὲν εἶναι ὄχλησις; Ἀναμφισβητήτως ναί. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὴν ἐπιταγὴν δὲν ἐπακολουθήσῃ ἐκτέλεσις, τί μέλλει γενέσθαι; Τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τοῦτο, παρηκολούθησε τὰς ἀρχὰς τῶν νεωτέρων Δικονομιῶν. Παρεδέχθη, καὶ δὴ ὀρθῶς, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἐνιαυτοῦ, ἐὰν δὲν ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐκτέλεσις, ἀνατρέπεται ἡ ἐπιταγὴ, ἥτις εἶναι ἡ προϋπόθεσις τῆς ἐκτελέσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνατρέπηται ἡ ἐπιταγὴ, τίς εἶναι ἡ τύχη τῶν ἐννόμων αὐτῆς ἀποτελεσμάτων; Ἡ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς ἐξακολουθεῖ; Βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἀνατρέπονται, διότι ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἐπιταγῆς καθίστησιν ἀνίσχυρον αὐτὴν, ὡς προκαταρκτικὴν πρᾶξιν ἐκτελέσεως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὡς ὄχλησιν. Ἐν τοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις τὸ νομοσχέδιον περιέχει τὰς εἰδικὰς διατάξεις. Πολλάκις, Κύριοι, διατάσσεται ἡ ἐγκατάστασις εἰς κτῆμά τι, καὶ ὁ κλητὴρ εὑρίσκει κινητὰ ἐντὸς αὐτοῦ. Σήμερον ἡ νομοθεσία οὐδὲν διατάσσει περὶ τῆς τύχης τῶν κινητῶν αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον προέβλεψε περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ συμπληροῦσα διετύπωσε τὴν ἀναγκαίαν διαδικασίαν περὶ τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἴτε ὁ ὀφειλέτης ἢ ἄλλος ἁρμόδιος δὲν παραλαμβάνει τὰ πράγματα. Σπουδαιότατον ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ὑποκειμένων εἰς κατάσχεσιν πραγμάτων. Ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπήνεγκον πρακτικωτάτας τῳόντι τροποποιήσεις. Καὶ ἐν τῇ ἰσχυούσῃ Δικονομίᾳ ὁρίζονται τὰ πράγματα, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ κατασχεθῶσιν. Ἀλλ’ ἐνῶ, Κύριοι, δι’ εἰδικοῦ νόμου ὁ νομοθέτης ἐκήρυξεν ἀκατασχέτους τοὺς μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοὺς μισθοὺς τῶν στρατιωτικῶν, τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν, ἐγκατέλιπεν ἄλλα πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ προστασία ἐπιβάλλεται ὑπὸ ὑψίστων κοινωνικῶν συμφερόντων. Διὰ ποῖον ἆρά γε λόγον πρέπει νὰ ὑπόκηνται εἰς κατάσχεσιν καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν, οἱ γλίσχροι μισθοὶ τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ μισθοὶ τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἢ ἄλλων ὑπηρετῶν; Περὶ τούτου ἔσπευσαν νὰ φροντίσωσιν αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι, καὶ εἰσήγαγον εὐεργετικὰς διατάξεις. Ταύτας ἐμελέτησε καὶ υἱοθέτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ κατέστρωσεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τοιουτοτρόπως κηρύσσονται ἀπολύτως ἀκατάσχετοι οἱ μισθοὶ τῶν ἐργατῶν καὶ τὸ ἥμισυ τῶν μισθῶν τῶν δημοτικῶν καὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Νομίζει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι κατεπείγουσα ἀνάγκη ἐπιβάλλει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν διατάξεων τούτων, διότι ἡ κατάσχεσις, Κύριοι, τῶν μισθῶν τῶν πτωχῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων οἵτινες ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου καὶ τοῦ μισθαρίου αὐτῶν πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλειαν τῆς θέσεώς των. Διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι ἐν Ἑλλάδι, ὅταν γίνηται κατάσχεσις ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων ἢ ἐργατῶν, ἀποβάλλουσιν αὐτούς. Μία κατάσχεσις ὅμως, ἐπιφέρουσα τὴν ἀπώλειαν τῆς θέσεως τοῦ ἐργάτου, ἢ τοῦ ὑπαλλήλου, πλήττει καιρίως τὴν οἰκογένειαν, ἀφαιρεῖ δὲ συγχρόνως τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας. Ἐνδιαφέρεται ὅμως ἡ Πολιτεία πρωτίστως περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν, καὶ κατόπιν περὶ τοῦ συμφέροντος ἀδυσωπήτων δανειστῶν, ἢ σκληρῶν τοκογλύφων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταγγείλω ἐγωϊσμόν τινα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεταξὺ τῶν πραγμάτων, ἅτινα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κηρύσονται ἀκατάσχετα, κατατάσσονται καὶ τὰ παράσημα (γέλωτες).
§18ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ κατάσχωνται.
§19ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἡ διάταξις εἶναι εἰλημμένη ἐκ τῆς Γερμανικῆς Δικονομίας. Καὶ ἐκεῖ τὰ παράσημα δὲν κατάσχονται, διότι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ διασώσῃ μετὰ τῆς στολῆς τοῦ πολεμιστοῦ, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις, καὶ τὰ σημεῖα τῆς τιμῆς, τὰ ὁποῖα προϋποθέτουσι τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. Ἴσως ὅμως ἐσκέφθη καὶ ἄλλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐσυλλογίσθη ἴσως, ὅτι τὰ πράγματα εἰς τὸν μάταιον τοῦτον κόσμον μεταβάλλονται. Ὁ χρόνος εἶναι ῥευστὸς, καὶ ἡ σφαῖρα γυρίζει. Ἐὰν ποτὲ λοιπὸν — ὅπερ εἰλικρινῶς ἀπεύχομαι — ὁ φίλος μου κ. Καράπαυλος περιπέσῃ εἰς χρέη, βεβαίως τὰ παράσημα αὐτοῦ καὶ ὁ Μεγαλόσταυρος τῆς Ἁγίας Ἄννης διασώζονται ἀπὸ πάσης κατασχέσεως.
§20Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐτέθη ἡ διάταξις, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον τῆς δημοπρασίας τῶν ἐνσήμων διαφόρων Κρατῶν.
§21ΣΚΟΥΖΕΣ. Διατὶ ἐξαιρεῖτε τὰ διάσημα τοῦ τόπου;
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις τὰ παράσημα αὐτὰ ἐπιστρέφονται.
§23Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπιστρέφονται, ὅταν ἐλλείψῃ τὸ πρόσωπον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μομφερρᾶτος ἀστειεύεται.
§25ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων θεμάτων, ἅτινα συνεζητήθησαν, Κύριοι, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἦτο καὶ τοῦτο, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν προσέλευσιν τοῦ ἐπισπεύδοντος δανειστοῦ κατὰ τὴν κατάσχεσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, μετὰ πολλὴν συζήτησιν, τὴν ἀρχὴν, ἣν τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ, δηλαδὴ ἀπηγόρευσε τὴν προσέλευσιν αὐτοῦ, καὶ μάλιστα ἐπὶ προστίμῳ, διότι ὁ δανειστὴς, προσερχόμενος ὡς σήμερον, εἰς τὸν τόπον τῆς κατασχέσεως, δὲν ἔχει βεβαίως φιλικὰς διαθέσεις. Τιθέμενος συνήθως ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κλητῆρος καὶ τῶν μαρτύρων, εἰσέρχεται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὀφειλέτου ὡς ἐχθρὸς, ἐρευνᾷ τὰ κιβώτια τοῦ ὀφειλέτου, πολλάκις δὲ τὸ χρηματικὸν συμφέρον ἐξωθεῖ αὐτὸν καὶ μέχρι τοῦ δωματίου τῆς λεχοῦς πρὸς ἀνακάλυψιν περιουσίας. Ἀλλὰ τοῦτο δίδει πολλάκις ἀφορμὴν εἰς διαπληκτισμοὺς, καὶ προκαλεῖ ῥήξεις. Ἑπομένως ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν, ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον ἀποκρούει τὴν παρουσίαν τοῦ δανειστοῦ ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκτελέσεως. Τοῦτο παραδέχονται σχεδὸν πᾶσαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι, ὡς ἡ Γαλλικὴ, ἡ Ὁλλανδικὴ, ἡ τῆς Γενεύης, πλὴν τῆς Ἰταλικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέκριναν μάλιστα διὰ τοῦτο. Μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐνέκυψεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ πλειστηριασμοῦ. Ἐν τῇ ἰσχυούσῃ Δικονομίᾳ ὑπάρχει διάκρισις τῆς ἀξίας τῶν κινητῶν κτημάτων. Ἡ διάκρισις δὲ αὕτη ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν διαφορὰν τῶν προθεσμιῶν πρὸς ἐνέργειαν τοῦ πλειστηριασμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ τὰς διακρίσεις ταύτας, καὶ συντέμνει ὁμοιομόρφως τὰς προθεσμίας, ἤτοι τάσσει προθεσμίαν δέκα ἡμερῶν ὡς πρὸς τὰ κινητὰ, καὶ εἴκοσιν ἡμερῶν ὡς πρὸς τὰ ἀκίνητα. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς ὀρθὴν, διότι οὐδεμίαν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν ἡ διάκρισις τῆς ἀξίας. Ζήτημα, ὅπερ ἐν τῇ πράξει ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς δίκαια παράπονα καὶ διαμαρτυρίας τῆς κοινωνίας, εἶναι καὶ ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 908 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀναγραφομένη ἀρχή. Κατάσχεσις ἐπὶ κατασχέσεως δὲν ἐπιτρέπεται. Τί συμβαίνει λοιπὸν σήμερον; Συνεννοεῖται ὁ ὀφειλέτης μετὰ δανειστοῦ τινος εἰκονικοῦ, καὶ προβαίνουσιν εἰς κατάσχεσιν τῆς κινητῆς ἢ ἀκινήτου αὐτοῦ περιουσίας, ὅταν δ’ ὁ ἀληθὴς δανειστὴς ἀποπειρᾶται νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν, εὑρίσκει φραγμὸν ἀνυπέρβλητον τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς ὀπισθοχωρεῖ, εἶναι δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν περὶ ἐπιδείξεως τῶν ἐγγράφων· ἀλλ’ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, πόσοι ἀγῶνες καὶ πόσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται ἵνα κατορθώσῃ ὁ δυστυχὴς δανειστὴς νὰ λάβῃ εἰς χεῖράς του τὰ ἔγγραφα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ κατασχεθέντα, δὲν δύναται νὰ πλειστηριάσῃ. Αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ διάφορα εἰσήγαγον συστήματα. Ἐν τῇ Ἰταλικῇ Δικονομίᾳ, ἐὰν συμπέσῃ ὁ κλητὴρ νὰ εὕρῃ ἄλλην, ἀρξαμένην ἤδη, κατάσχεσιν, τότε αἱ δύο κατασχέσεις ἑνοῦνται. Ἀλλὰ πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κινδύνων τετελεσμένης κατασχέσεως ἡ Ἰταλικὴ Δικονομία εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τῆς ἀνατροπῆς τῆς κατασχέσεως. Ἐὰν δηλ. εἰκονικὸς δανειστὴς προβῇ εἰς κατάσχεσιν πρὸς καταδολίευσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀληθῶν δανειστῶν, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς διαδικασίαν τοῦ πλειστηριασμοῦ· ἐὰν δ’ ἐντὸς 90 ἡμερῶν, ἐξαιρέσει νομίμου τινὸς ἐμποδίου, δὲν προβῇ εἰς αὐτὸν, ἡ κατάσχεσις ἀνατρέπεται. Ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύει ἄλλο σύστημα, ἡ διαδικασία τῆς ὑποκαταστάσεως (demande en substitution). Ὁ δανειστὴς ἐνάγει τὸν κατασχόντα καὶ ἀμελοῦντα δανειστὴν, τὸ δὲ Δικαστήριον ἐπιτρέπει τὴν ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος ἐξακολούθησιν τῆς ἐκτελέσεως. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προετίμησε σύστημα λίαν πρακτικὸν, ὅπερ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη. Ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὴν κατασχετήριον ἔκθεσιν καὶ τὴν ἐπιταγὴν παρὰ τῷ Εἰρηνοδίκῃ. Τοιουτοτρόπως δὲ ὁ δανειστὴς, ὅστις ἀδυνατεῖ νὰ προχωρήσῃ ἕνεκα τοῦ δόγματος, ὅτι κατάσχεσις ἐπὶ κατασχέσεως δὲν ἐπιτρέπεται, δύναται, λαμβάνων ἀντίγραφον τῶν παρὰ τῷ Εἰρηνοδίκῃ κατατεθειμένων ἐγγράφων, νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν καὶ πλειστηριασμόν. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐξασφαλίζονται οἱ ἀληθεῖς δανεισταὶ κατὰ τοῦ δόλου καὶ τῆς συμπαιγνίας ψευδῶν δανειστῶν καὶ ὀφειλετῶν δολίων. Ἓν ἀληθὲς ὅμως σκάνδαλον, ὅπερ καθ’ ἑκάστην παρίσταται ἐν τῇ πράξει τῶν Δικαστηρίων, εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατολῆς τοῦ Προέδρου. Δυστυχῶς, ἀδύνατοι χαρακτῆρες, ἴσως δὲ καὶ φιλάνθρωποι Πρόεδροι, ἀλλὰ πρὸ πάντων προεδρεύοντες, εἰς οὓς ὁ νόμος ἐνεπιστεύθη σπουδαιότατα καθήκοντα ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν ἰδιωτῶν, ἔχοντες ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως ἐν οἱῳδήποτε σημείῳ τῆς διαδικασίας, πολλάκις ποιοῦνται κατάχρησιν αὐτοῦ, καί, κατὰ γενικὸν σχεδὸν κανόνα, δὲν ὑπάρχει διαδικασία ἐκτελέσεως, ἥτις νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς ἀναστολήν. Ἐγὼ γνωρίζω, οὐχὶ βεβαίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀλλ’ ἄλλοτε, εἰς παρῳχημένους χρόνους, ὅτι ἀνεστάλησαν ἐκτελέσεις καὶ πλειστηριασμοὶ μέχρις ἐκδικάσεως τῆς ἀνακοπῆς...
§26ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς γενησομένης.
§27ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. καὶ παρῆλθον πολλὰ ἔτη, μέχρις οὗ κατορθώσῃ ὁ δανειστὴς νὰ προβῇ εἰς τὸ πρῶτον βῆμα τῆς ἐκτελέσεως...
§28ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς ἐπαρχιακὸν Δικαστήριον συνέβη τοῦτο;
§29ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν Ἀθήναις. Νομίζω δέ, ὅτι καὶ ἐν ἐπαρχίαις θὰ ὑπάρχωσι παραδείγματα. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι, τοιουτοτρόπως ἀσκούμενον τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ἀποβαίνει ἐπιζήμιον εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν...
§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ἄρτι εἰσελθὼν εἰς τὴν αἴθουσαν). Εἶναι νέαι ἐπερωτήσεις; νέαι προτάσεις; Ἢ ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐξακολουθεῖ. Διότι προχθές, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διεκόπη.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διεκόπη δι’ ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον προχθὲς δὲν τὸν ἔχουν σήμερον;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Διότι, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, δὲν θὰ τελειώνωμεν ποτέ, μολονότι καὶ μὲ τὸ ἄλλο δὲν τελειώνομεν· ἀλλὰ μὲ τὸ ἰδικόν σας βεβαίως ποτὲ δὲν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε χάνεται τὸ δικαίωμά μας!
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ καθεὶς τηρεῖ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, τὸ ὁποῖον διέκοψεν ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων, τοιοῦτον δικαίωμα, ἅμα λήξῃ ἡ συνεδρίασις, δὲν ὑπάρχει. Εἶναι εὐκολώτατον νὰ τὸ ἔχητε τὴν ἑπομένην. Τότε ζητεῖτε τὸν λόγον, καὶ ὁμιλεῖτε.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπελήφθη ἑνὸς ζητήματος ἡ Βουλή, πρέπει νὰ τὸ ἀποπερατώσῃ. Αὐτὸ εἶναι καθιερωμένον εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Οὐδέποτε ὑπεστήριξέ τις, ὅτι, διότι διεκόπη ἡ συζήτησις δι’ ἐνστάσεως ἀπαρτίας, παρεγράφη ἓν δικαίωμα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρακτικὴν ἔννοιαν δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι δύνασθε νὰ ζητήσητε σήμερον τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσητε. Οὕτως ἐφηρμόσθησαν πάντοτε τὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει ἄλλως νὰ γείνῃ, δὲν ἔχει παρὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὕστερον ἀπὸ δέκα ἄλλους!
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ χάσουν τὸ δικαίωμά των αὐτοὶ οἱ ἄλλοι;
§43Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Διεκόπη ἡ συνεδρίασις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεκόπη δι’ ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Ἔληξεν ἡ συνεδρίασις. Ἐτελείωσαν ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα πλέον, καὶ ἔρχονται, ἐννοεῖται, τὴν ἑπομένην. Ἀλλά, παρακαλῶ, ἂς τελειώσῃ ὁ ῥήτωρ, καὶ μετὰ τοῦτο γίνεται ἡ συζήτησις. Ἂς τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων. (Πρὸς τὸν κ. Καραπᾶνον). Θέλετε τὸν λόγον, νὰ σᾶς ἐγγράψω;
§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγώ; Τί νὰ τὸν κάμω;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Μομφερρᾶτε.
§47ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἄτοπα ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψει, περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου. Δὲν ἀφαιρεῖται αὐτό· ἀλλὰ τοῦ λοιποῦ δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ προβαίνῃ εἰς ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ, εἰμὴ ἅπαξ καὶ μέχρις ἐκδόσεως τῆς πρώτης ἀποφάσεως. Πᾶσα ἄλλη ἀναστολὴ κηρύσσεται αὐτοδικαίως ἄκυρος. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου νομίζομεν, ὅτι τὰ ἔκτροπα ἀποτελέσματα τῶν συχνῶν ἀναστολῶν περιορίζονται. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἐπιτροπὴν, ἦτο τὸ περὶ τῆς κατασχέσεως τῶν ἠρτημένων καρπῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαγορεύει τὴν κατάσχεσιν ἠρτημένων καρπῶν. Ἡ κατάσχεσις ἠρτημένων καρπῶν ἔχει τὴν καταγωγὴν ἐκ παλαιοῦ Γαλλικοῦ θεσμοῦ. Πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἐκτελέσεως ὁ ὀφειλέτης συνεννοεῖτο μετὰ τοῦ δανειστοῦ, καὶ παρεχώρει τοὺς καρποὺς τοῦ κτήματος μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους. Σήμερον ὅμως νεώτεραι νομοθεσίαι, καὶ ἰδίως ἡ τῆς Γενεύης, τὴν ὁποίαν παρακολουθεῖ τὸ νομοσχέδιον, θεωροῦσιν, ὅτι ἡ κατάσχεσις καρπῶν ἀσυγκομίστων ἀδικεῖ καὶ τὸν ὀφειλέτην καὶ τὸν δανειστὴν, διότι, ὅταν κατάσχωνται οὐχὶ ὥριμοι καρποὶ, ὁ ὀφειλέτης ἀπογοητεύεται, καὶ δὲν φροντίζει περὶ τῆς συλλογῆς αὐτῶν, καὶ ἡ συγκομιδὴ παραβλάπτεται, ἕνεκα ἐλλιποῦς περιποιήσεως, ὁ δὲ δανειστὴς ζημιοῦται βεβαίως ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον προξενεῖ ἡ ἔλλειψις τοῦ συμφέροντος τοῦ ὀφειλέτου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου,—καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν διαφόροις ἐπαρχίαις, καὶ ἰδίως τῆς Πελοποννήσου,—πολλάκις ἡ κατάσχεσις ἠρτημένων καρπῶν γίνεται ἀφορμὴ ὑφαιρέσεων καὶ ποινικῶν καταδιώξεων, διότι ὁ ὀφειλέτης, ὁ ὁποῖος ἐλπίζει διὰ τῶν καρπῶν τοῦ κτήματος νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας του, νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δανειστάς του, εὑρίσκεται αἰφνιδίως ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ, λόγῳ τῶν κατασχέσεων, καὶ ἐξωθεῖται εἰς τὸν δόλον καὶ τὸ ἔγκλημα.
§48ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σχετικόν. Διότι καὶ μετὰ τὴν ἀποκοπὴν τοῦ καρποῦ ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις.
§49ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἐνοήσατε τὸ ἐπιχείρημα. Σπουδαιοτάτους ὅμως νεωτερισμοὺς εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς κατασχέσεως εἰς χεῖρας τρίτου. Ὑπάρχει περιουσία κατεχομένη ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ περιουσία εὑρισκομένη εἰς χεῖρας τρίτου, κινητή. Ἐρωτᾶται λοιπὸν, τίς εἶναι ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάσχεσιν περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου εἰς χεῖρας τρίτου; Ἡ ἰσχύουσα Δικονομία, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, περιέρχεται εἰς ἀντιφάσεις, διότι, ἐνῷ π.χ. προκειμένου περὶ κατασχέσεως εἰς χεῖρας τοῦ ἰδίου ὀφειλέτου, ἀπαιτοῦμεν τίτλον ἐκτελεστὸν, ὅταν πρόκηται περὶ κατασχέσεως εἰς χεῖρας τρίτου, ἐπιτρέπομεν αὐτὴν καὶ δι’ ἁπλῆς ἰδιωτικῆς ἀποδείξεως, ἐνῷ συγχρόνως, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1035 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, ἀπαγορεύεται πᾶσα συντηρητικὴ κατάσχεσις εἰς χεῖρας τρίτου ἄνευ πράξεως τοῦ Προέδρου. Ἴσως ὁ Μάουρερ, ὅτε διετύπου τὰς διατάξεις περὶ κατασχέσεως εἰς χεῖρας τρίτου, ἀπέβλεπεν εἰς ἀναγκαστικὴν μᾶλλον ἐκτέλεσιν. Αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι, καὶ ἰδίως ἡ Ἰταλικὴ, ὅταν πρόκηται περὶ κατασχέσεως εἰς χεῖρας τρίτου δυνάμει τίτλου, ἐφαρμόζει τὰς ἀρχὰς τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο λίαν ὀρθῶς εἰσάγει καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ἀπεδέχθη δὲ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ παμψηφεί. Ὅτι δὲ εἶναι προτιμότερον καὶ πρακτικώτερον τὸ σύστημα τοῦτο, αἱ ἀποδείξεις εἰσὶ πρόχειροι. Τί γίνεται σήμερον; Ὁ δανειστὴς προβαίνει εἰς κοινοποίησιν τοῦ κατασχετηρίου ἐγγράφου πρὸς τὸν τρίτον· ὁ τρίτος ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς δήλωσιν, εἴτε παρὰ τῷ Γραμματεῖ τοῦ Πρωτοδικείου, εἴτε παρὰ τῷ Εἰρηνοδίκῃ· ἡ δήλωσις αὕτη ἀνακόπτεται ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ. Τοιουτοτρόπως ὅμως πολλαὶ δίκαι ἐπακολουθοῦσι· διότι ἔχομεν μίαν δίκην μεταξὺ δανειστοῦ καὶ ὀφειλέτου περὶ κύρους τῆς κατασχέσεως, δευτέραν δίκην μεταξὺ τοῦ δανειστοῦ καὶ τοῦ τρίτου, ἐπὶ τῇ ἀνακοπῇ τῆς δηλώσεως· ἐὰν δ’ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἐπιταγὴ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κυρίας ὑποθέσεως, πρὸς τὸν τρίτον, ἔχομεν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιταγῆς τρίτην δίκην ἐπ’ ἀνακοπῇ. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο καὶ πολύπλοκον εἶναι, διότι πολλαπλασιάζει τὰς δίκας, καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ὁ τρίτος, ἠναγκασμένος ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ ἐπιχειρῇ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, ὑπὸ πολλῶν διατυπώσεων περιβαλλομένην, καθίσταται πολλάκις ὀφειλέτης, ἐνῷ τοιοῦτος δὲν εἶναι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μία μόνον δίκη γίνεται. Ὁ δανειστὴς κοινοποιεῖ πρόσκλησιν ἔγγραφον πρὸς τὸν τρίτον, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν δίκην, καὶ ἐκεῖ νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν αὐτοῦ...
§50ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῖος πληρώνει τὰ ἔξοδα;
§51ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐκεῖνος, ὅστις καὶ τώρα πληρώνει.
§52ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τώρα πηγαίνει εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην.
§53ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε πρῶτον νὰ ἴδητε τὸ νομοσχέδιον.
§54ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ περὶ δαπανῶν ζήτημα ἀνάγεται εἰς ἐπουσιώδη λεπτομέρειαν. Διότι καὶ σήμερον ὁ τρίτος δαπανᾷ. Ἄλλως δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἐρωτήσω: μήπως ὁ τρίτος δὲν ὑποβάλλεται καὶ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν Δικονομίαν εἰς ἔξοδα;
§55ΚΡΟΚΙΔΑΣ. 50 λεπτά.
§56ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι 50 λεπτά. Διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ Γραμματέως δαπανᾷ πολὺ περισσότερον. Εἶναι δὲ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τελειότερον, καὶ προστατεύει τὸν τρίτον ἀσφαλέστερον, διότι ὁ τρίτος προβαίνει εἰς τὴν δήλωσιν αὐτοῦ οὐχὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἀντιμολίαν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ οὐχὶ μόνον ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, ὡς καὶ ἡ Ἰταλικὴ Δικονομία παραδέχεται. Μία ἀπόφασις ἐκδίδεται μεταξὺ τοῦ τρίτου καὶ τοῦ δανειστοῦ καὶ τοῦ ὀφειλέτου· περιφρουροῦνται δὲ καὶ τοῦ δανειστοῦ καὶ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τοῦ τρίτου τὰ συμφέροντα διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἔκθεσις θέλει ἀναγνωσθῆ, ἐνῷ αὐτὰ θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ πρακτικὰ μετὰ ἓν ἔτος.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§59ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρέπει νὰ γείνῃ εἰσήγησις, διότι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ ἀγόρευσις διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§60ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐχὶ μόνον ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων, τὰ ὁποῖα ἐγνωμοδότησαν, ὅλα αὐτὰ πρέπει ν’ ἀποτελέσωσιν ἓν τεῦχος.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλα αὐτά.
§62ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι τῶν Ἐφετείων ὅλων.
§63ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅσαι ὑπάρχουσι, τέλος πάντων.
§64ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσαι ὑπάρχουσι.
§65ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Προβαίνων, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν κυριωτέρων σημείων τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀκινήτων τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ τὴν κατασχετήριον ἔκθεσιν τοῦ κλητῆρος. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κλητῆρος, ἧς ἡ φλυαρία καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς, χρησιμεύει μᾶλλον ὡς παραγέμισμα τῶν δηλοποιήσεων καὶ τῶν προγραμμάτων, πρὸς ἐξόγκωσιν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνίοτε ἰσοδυναμοῦσι πρὸς αὐτὴν τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κλητῆρος ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κτημάτων ἐθεωρήθη ἐντελῶς περιττή. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν δικαιολογίαν αὐτῆς, εὑρίσκομεν, ὅτι προέρχεται ἐκ παλαιοῦ τινος δόγματος τῆς παραδόσεως τοῦ κτήματος, διότι ἡ μεταβίβασις τοῦ κτήματος, ὡς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ ἀναφέρει, ἀπῄτει παράδοσιν, ἥτις ἔπρεπεν ἐπὶ τόπου νὰ γίγνηται καὶ νὰ βεβαιῶται. Ἀλλ’ ὅταν διὰ τῆς ἐπιταγῆς γνωστοποιῇ ὁ δανειστὴς τὴν πρόθεσιν τῆς κατασχέσεως, ὅταν ἐν τῇ ἐπιταγῇ ὑπάρχῃ ἡ περιγραφὴ τοῦ κτήματος ἐν τοῖς κυριωτέροις στοιχείοις, νομίζω, ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτά εἰσιν ἀποχρῶντα καὶ καθιστῶσι τὴν ἔκθεσιν περιττὴν, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ἐν τῇ κατόπιν δηλοποιήσει, ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον συντεταγμένῃ καὶ ἅπαξ διὰ μιᾶς ἐφημερίδος δημοσιευομένῃ, πληροῦται τέλεον ὁ σκοπὸς τῆς δημοσιότητος. Διότι ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἄν τις σήμερον, προτιθέμενος ν’ ἀγοράσῃ κτῆμα ἐπὶ πλειστηριασμῷ, καταφεύγει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, ὅπως αὕτη συντάσσεται, ἂν καταφεύγῃ εἰς τὰ πολυσέλιδα προγράμματα, τὰ ὁποῖα διακρίνει μόνον ἀηδὴς καὶ ἀκατανόητος σκυθικὴ ἀπεραντολογία. Τὸ σύστημα ἄλλως, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ἐνέκρινε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον καὶ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐφαρμοζόμενον ἀπεδείχθη τῳόντι χρήσιμον, καὶ δὲν ἐπαρουσίασε ζητήματα ἐν τῇ πράξει. Τὸ νομοσχέδιον ἐπίσης καταργεῖ τὰς τοιχοκολλήσεις. Διότι οὐδεὶς, ὑποθέτω, ὑπάρχει, ὅστις συμβουλεύεται τὰ προγράμματα, ἅτινα οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες τοιχοκολλοῦσιν εἴτε εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, εἴτε εἰς τὰ Συμβολαιογραφεῖα, διὰ νὰ φωτισθῇ ἐκεῖθεν περὶ τῶν πλειστηριαζομένων κτημάτων, καὶ, ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναφέρεται, τὰ τοιχοκολλήματα ταῦτα ὁμοιάζουσι πρὸς τοὺς πίνακας τοῦ Καλλιγούλα, οἵτινες ἀνηρτῶντο ὑψηλὰ, ἵνα μὴ ἀναγινώσκωνται. Διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τοιχοκολλήσεων τούτων ἐπέρχεται καὶ σπουδαιοτάτη ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τῆς ἐκτελέσεως. Μεταξὺ τῶν ἄλλων θεμάτων, ὧν ἅπτεται ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καὶ τὸ τοῦ μεσεγγυούχου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι μεσεγγυοῦχος ἐπὶ τῆς κατασχέσεως τῶν κινητῶν πραγμάτων εἶναι πάντοτε ὁ ὀφειλέτης. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἐκθέσεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐπὶ κατασχέσεως χρεωγράφων, ἢ τιμαλφῶν πραγμάτων, δὲν ὑπάρχει ἀποχρῶσα ἀσφάλεια εἰς χεῖρας τοῦ ὀφειλέτου. Ὑπῆρξεν ὅμως διαφωνία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπὲρ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχῆς, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ κίνδυνοι τῆς παρὰ τρίτῳ παραδόσεως τῶν κατασχομένων δὲν ἐλαττοῦνται, καὶ διότι ἀσφαλέστερος μεσεγγυοῦχος δύναται νὰ ἦναι ὁ ὀφειλέτης, ὡς ἐνδιαφερόμενος. Ἐξυπηρετοῦνται δὲ καὶ τῶν δανειστῶν τὰ συμφέροντα, ὅταν ὁ ὀφειλέτης κατέχῃ τὰ πράγματα, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ κατασχέσεως ζῴων, ὧν ἡ διατήρησις ἀπαιτεῖ ἀπαραιτήτους καὶ καθημερινὰς δαπάνας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὑρέθη ποτὲ εἰς τὴν ἀνάγκην δανειστὴς ἐπισπεύδων, ἀκυρωθείσης κατασχέσεως ἵππων, νὰ πληρώσῃ εἰς μεσεγγυοῦχον συμβολαιογράφον τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ. Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν τοιούτων ἀτόπων τὸ νομοσχέδιον ἐθεώρησεν ὡς τὸν καταλληλότερον μεσεγγυοῦχον μόνον τὸν ὀφειλέτην. Εἰς τὴν γνώμην τοῦ νομοσχεδίου ἔκλινα καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὀρθότερον ὅτι ὡς μεσεγγυοῦχοι δύνανται νὰ ἦναι καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης, ἢ ὁ Συμβολαιογράφος, καὶ ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ Δημαρχικὸς Πάρεδρος, κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δανειστοῦ· προσέθηκεν ὅμως καὶ διάταξιν πρακτικὴν, ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης ἐπὶ αἰτήσει δύναται νὰ ὁρίσῃ μεσεγγυοῦχον μεταξὺ τῶν προσώπων αὐτῶν καὶ τοῦ ὀφειλέτου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ εἰδικαί τινες κατὰ τόπους διαδικασίαι, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπιτροπή. Ἐν Κερκύρᾳ δὲ ἰδίως, ἕνεκα τῶν τιμαρίων, ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κατασχομένων ἀγροτικῶν κτημάτων, ὑπάρχουσι περιοριστικαὶ διατάξεις, τὸ λεγόμενον quarto meno. Ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ θέσῃ γενικοὺς κανόνας ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κατασχομένων πραγμάτων, καὶ ἐσκέφθη, ἂν δὲν ἔπρεπεν, ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν τουλάχιστον κτημάτων, νὰ περιορίσῃ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ δανειστοῦ εἰς τὴν τιμὴν τῆς πρώτης προσφορᾶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ διάκρισις καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δανειστοῦ, νὰ ὁρίζῃ τὴν πρώτην προσφορὰν μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ τῆς ἀκριβοῦς ἀξίας τοῦ πράγματος, δύναται νὰ ἐγείρῃ ἀμφιβολίας καὶ νὰ προκαλέσῃ δίκας, ἡ Ἐπιτροπὴ προετίμησε τὸ κρατοῦν μέχρι τοῦδε σύστημα τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐνῷ καταργεῖται πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ νομοσχέδιον, διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ οἱ νόμοι τοῦ 1868 καὶ 1894, οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν καταργοῦνται καὶ ἕτεροι εἰδικοὶ νόμοι, ὡς π. χ. ὁ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἕτερον σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἐπιτροπὴν, ἦτο, ἂν ὁ ὀφειλέτης ἐκ τῶν προτέρων ἐγκύρως παραιτῆται τῶν διατυπώσεων τῆς διαδικασίας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος. Εἶναι ἡ λεγομένη clause de voie parée. Ἐν τῇ Βελγικῇ νομοθεσίᾳ ἐδέχθησαν τοῦτο, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγράψῃ ῥητὴν τοιαύτην ἀρχὴν, διότι ὁ ὀφειλέτης, εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀνάγκης, ἐκ τῶν προτέρων εὐκόλως παραιτεῖται τῶν νομίμων διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀξιοῖ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον κατέλιπε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, δυναμένου ἑκάστοτε νὰ κρίνῃ, ἂν παραίτησις τοιαύτη εἶναι νόμιμος. Ὀφείλω ἐν τέλει νὰ σημειώσω, ὅτι τὸ σπουδαιότερον μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ἀπεδέχθη δὲ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, εἶναι τὸ ἐκτελεστὸν τῆς κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως. Σήμερον, ὅταν ἀγοράζῃ τις κτῆμα ἐπὶ πλειστηριασμῷ καὶ λαμβάνῃ τὴν περίληψιν τῆς κατακυρώσεως, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, ὡς προεῖπον, νὰ ῥίπτηται εἰς πολυδαπάνους καὶ μακροὺς ἀγῶνας, ὅπως ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν, ἵνα ἐγκατασταθῇ ἐν τῷ κτήματι, καὶ ἀποβάλῃ ἐξ αὐτοῦ τὸν ὀφειλέτην. Τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν περίληψιν τῆς κατακυρώσεως παρέχει δύναμιν ἐκτελέσεως. Ὁ ὑπερθεματιστής, καταβάλλων τὸ τίμημα, δύναται νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἐκτέλεσιν. Ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, μήπως ὑπερακοντίζομεν τὰ ὅρια τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ δανειστοῦ, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι οὐδὲν συμφέρον παραβλάπτεται, διότι ἐκτελεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀτελῶς ὁρίζει σήμερον ἡ Δικονομία, ὅτι ὁ ὀφειλέτης μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς κατακυρώσεως ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν κατοχήν. Ἂν ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις, αὗται δύνανται νὰ λυθῶσι παρὰ τοῦ Προέδρου, ὡς γίνεται καὶ ἐπὶ πάσης ἐκτελέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἐν γένει ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐπέρχεται βεβαίως οἰκονομία εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν, καὶ προστατεύεται ἀρκούντως καὶ ὁ ὀφειλέτης. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς προβαλλόμενον. Ἐγὼ εὔχομαι, ὅσον τάχιστα νὰ κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους, διότι δι’ αὐτοῦ οὐ μόνον θὰ ὑποστηριχθῇ ἡ κτηματικὴ πίστις, οὐ μόνον θὰ ὠφεληθῇ ἡ χώρα, ἀλλὰ διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ σπουδαιοτάτου κεφαλαίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως θ’ ἀναγκασθῶμεν ἴσως νὰ βελτιώσωμεν καὶ ἄλλα κεφάλαια αὐτῆς, ὅπως προστατεύσωμεν μεγάλα κοινωνικὰ συμφέροντα. Διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ ἀποδείξωμεν, Κύριοι, ὅτι προχωροῦμεν τῳόντι ἓν γενναῖον βῆμα εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμόν.
§66Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ τύπωσις τῆς τε ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν· νὰ λάβῃ δὲ τὸν κόπον ὁ κύριος εἰσηγητὴς, Βουλευτὴς Κραναίας, νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς διορθώσεις τῶν δοκιμίων.
§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ συμφώνως μὲ τὰς παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη μετὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 200).
§69Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριοι, εὐελπίζομαι ἐκ τῆς σπουδῆς, ἣν ἔδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει τεθῆ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ἡ ψήφισις αὐτοῦ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θέλει πράξει. Πάντες παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἔργον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Πρέπει νὰ λάβωμεν σύντονον μέριμναν ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἥτις διατρέχει κίνδυνον.
§70ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι βεβαίως σπουδαιότατον, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως παρ’ ἡμῖν ἦτο ἀπὸ πολλοῦ καταφανής. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν δεικνύει πολλὴν ἐκτίμησιν, οὐδὲ συντηρητικότητα, διὰ τὴν ἀκίνητον κτῆσιν· ταῦτα δὲ δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν μετὰ σπουδῆς καὶ ἄνευ συζητήσεως, διότι ἡ πάλη μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἰδιοκτησίας εἶναι συνήθως ἄνισος. Ἴσως ὁ νομοθέτης τῆς ἡμετέρας Δικονομίας, ὅτε κατὰ πρῶτον ἦλθεν ἐδῶ, ἐζήτησε διὰ τῶν διατυπώσεων τῆς ἐκτελέσεως νὰ παρεμβάλῃ ἐμπόδια, ἵνα προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὰς ἐναντίον αὐτῆς ἐφόδους τοῦ ἀπλήστου κεφαλαίου· ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ ἀντίθετον, ὡς πράττει τὸ νομοσχέδιον ἐν πολλοῖς, καὶ διὰ ταῦτο ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δεικνύῃ σπουδὴν, ἀλλὰ μετὰ βραδύτητος καὶ μελέτης δέον νὰ προβῇ, διότι ἡ μεγάλη σπουδὴ καὶ ἡ ἀποκλειστικὴ κλίσις, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ κ. εἰσηγητὴς πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ κεφαλαίου, δεικνύει, ὅτι δὲν ἐτράπη μέσην ὁδὸν, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ἡ πίστις ἡ κτηματικὴ παρὰ τῇ Τραπέζῃ εὗρε πλήρη ἱκανοποίησιν· τῆς Τραπέζης ἡ διαδικασία τῆς ἐκτελέσεως ἐξησφάλισε καὶ τὸν ἰδιοκτήτην, διότι καὶ περιγραφὴν κάμνει καὶ διατυπώσεις ἄλλας ἀποφεύγει. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι τὰ 9/10 τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι βεβαρημένα μὲ ὑποθήκας, καὶ ἂν ἐπιτρέψωμεν τὴν ταχίστην καὶ ἄνευ μέτρων λογικῶν ἐκποίησιν ὅλων τῶν ἐνυποθήκων κτημάτων, ταῦτα θὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων κεφαλαιούχων, καὶ θὰ πάθωσιν οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ, καὶ θὰ πάθῃ καὶ ἡ παραγωγὴ, διότι τὰ ἀγροτικὰ κτήματα εἰς χεῖρας κεφαλαιούχων δὲν εἶναι παραγωγὰ, ὅσον εἶναι ἐν χερσὶν ἀγροτῶν γεωργῶν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§72Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ὁ περὶ ἐκτελέσεως νόμος δεῖται διορθώσεως, διότι ἔχει πλημμελῶς. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ δώσῃ πρὸς ἐκτύπωσιν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκθέσεων καὶ τὰς σχετικὰς παρατηρήσεις τοῦ νομικοῦ τμήματος τοῦ Συλλόγου «Παρνασσοῦ», τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν πρόεδρον αὐτοῦ κ. Δαμασκηνὸν καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη ἔγκριτα, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν μετὰ προσοχῆς, καὶ ἔστειλαν τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν ἐπεξεργασθεῖσαν τὸ «περὶ ἐκτελέσεως» νομοσχέδιον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δοθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις αὐτῶν πρὸς τύπωσιν, ἵνα μελετηθῇ· διότι αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τοῦ εἰρημένου τμήματος τοῦ «Παρνασσοῦ» παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄξιαι προσοχῆς. Πᾶσαι δὲ αἱ γνῶμαι πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσι, προκειμένου νὰ καταρτίσωμεν τέλειον νομοθέτημα, ἀφορῶν εἰς σπουδαῖον μέρος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομικοῦ τμήματος τοῦ Συλλόγου «Παρνασσοῦ», ὡς καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἡ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201, σελ. 336–344 καὶ 394–414).
§74Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ γενόμεναι συζητήσεις, αἱ προηγηθεῖσαι, μὲ ἀποθαρρύνουν, ὅτι θέλει ταχέως ἐπιψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἀνέπτυξεν, ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κινδυνεύει ἡ δημοσία πίστις, κινδυνεύει ἡ κτηματικὴ πίστις, ὥστε πρέπει, κατ’ αὐτὸν, νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα, τὰ ὁποῖα καταδικάζει ὁλόκληρος ὁ νομικὸς κόσμος. Ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐργασθῇ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄρτιον καὶ σπουδαιότατον, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαγνίσῃ πολλὰς ἁμαρτίας τῆς παρούσης Συνόδου (θόρυβος), πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ αὐτὸ, καὶ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιψήφισις δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἴσως δικαιολογήσῃ καὶ τὸ χιλιόδραχμον γέρας, τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη εἰς ἡμᾶς τελευταῖον. Ἄν τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς ἀτελείας, καὶ δὲν προνοῇ περὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ μέρος «περὶ ἐκτελέσεως», ἂν, λέγω, τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ καὶ πλημμελήματά τινα, ταῦτα δύνανται νὰ διορθωθῶσιν εἰς ἑπομένην Σύνοδον· δὲν εἶναι δὲ λόγος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι τοῦτο εἶναι σοβαρώτατον, καὶ χρήζει δῆθεν πολλῆς μελέτης καὶ προσοχῆς, ὅπερ πρῶτοι ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν· διότι ἐγένετο ἤδη ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι ἐπεξειργάσθησαν αὐτὸ ἄνδρες εἰδήμονες, καὶ πολλαπλῶς ἐβασανίσθη τοῦτο, καὶ πολυτρόπως ἐξητάσθη καὶ παρὰ τῶν κατεχόντων τὰ πρῶτα ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφήνατο γνώμην, καὶ συνέστησε νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπ’ αὑτοῦ συζήτησις ὅσον οἷόν τε τάχιον. Ἂν ὑπάρχωσι συνάδελφοι, ἔχοντες γνώμην διάφορον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἂς ὑποβάλωσι τροπολογίας· ἂν ὅμως ὑπάρχωσι θεμελιώδεις διαφωνίαι, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ψηφισθῇ οὔτε κατὰ τὴν παροῦσαν, οὔτε κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἦναι λυπηρὸν, νομοθέτημα τοιοῦτον νὰ μείνῃ παρερριμμένον, καὶ νὰ προτάσσωνται ἄλλα, μικρᾶς ἢ οὐδεμιᾶς σπουδαιότητος.
§75Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὴν διακοπὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν δύναται νὰ προηγηθῇ ἄλλη ἐπερώτησις, πλὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία ἤρξατο ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως καὶ διεκόπη ἕνεκα ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐξάγω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, τί ὑποστηρίζετε; Ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ εὑρέθημεν ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, ἀπωλέσαμεν πᾶν δικαίωμα πρὸς ἐξακολούθησιν;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ὑποστηρίζω οὕτω μεμονωμένως, ὅπως διατυποῦτε τὴν γνώμην μου.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ὅτι, ἐπειδὴ διεκόπη λόγῳ τῆς ἐνστάσεως, δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἂν ἦναι αὐτὸ ὀρθὸν, τότε θὰ συμβῇ, καὶ ὅταν διακόπτωμεν διότι λήγει ἡ ὥρα, νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν, οὔτε καὶ μὲ τὴν λογικὴν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῇ εἰς τὰς συζητήσεις. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἀπώλεια δικαιωμάτων ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Βουλὴ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις ὅπου διεκόπη, ἢ ἂν πρέπει νὰ θεωρηθῇ νέα ὅλως συνεδρίασις ἡ μετὰ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας καὶ ἄσχετος, ἀπολλυμένων ὅλων τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἀρξαμένων νὰ ὁμιλῶσι κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως καὶ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ πίνακι, ὅστις ἐν τῷ Προεδρείῳ κρατεῖται. Διότι, διὰ ποῖον λόγον μᾶς ζητεῖτε νὰ ἐγγραφώμεθα καὶ νὰ ἀκολουθῶμεν τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἢ διότι ἔχομεν δικαίωμα, ὅπερ ὁ Κανονισμὸς ἀναγνωρίζει, καὶ ὅπερ μόνον ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ οὐχὶ ἄλλος δικαιοῦται νὰ ἀφαιρέσῃ; Ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζετε, δι’ ὅσων καθ’ ἡμέραν πράττετε, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν σειρὰν τῶν συζητήσεων δικαίωμα προτεραιότητος. Ἀλλ’ ἡ προτεραιότης αὕτη πρέπει νὰ τηρῆται οὐ μόνον ὅταν ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐλλείψει ἀπαρτίας διακοπῇ. Ὅ,τι κατὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ πρὸ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐγένετο, ὑποτίθεται, ὅτι ἐγκύρως ἐγένετο. Ἐγκύρως πρὸ αὐτῆς ἐζητήσαμεν τὸν λόγον, καὶ ἐγκύρως συνεζητοῦμεν. Ἀνάγκη ἑπομένως καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Πρέπει νὰ ἀκουσθῶ καὶ ἐγὼ, διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἡ Βουλὴ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε, θὰ ἦτο ὀρθὸν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι συζήτησις ἀρχομένη ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ διακοπτομένη δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἐξακολουθεῖ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον διεκόπη.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατ’ ἀναλογίαν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὴ ἐφαρμογὴ κατ’ ἀναλογίαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἰδοὺ τί λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 21. Ἀρχομένης τῆς συνεδρίας, ὁ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ἐν περιλήψει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα καὶ λοιπὰ ἔγγραφα...» Οὐδεμίαν συζήτησιν ἀναγνωρίζει ὁ Κανονισμὸς ἐπὶ ἀντικειμένου ἢ θέματος οἱουδήποτε μὴ ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὡς ἐνοήθη παρ’ ἡμῖν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἐπιτρέπεται εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ οἱουδήποτε θέλει ἀντικειμένου· ἀλλὰ βεβαίως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀγορεύει ὁ Βουλευτὴς, δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς· διότι κατόπιν, ἀμέσως μετὰ τὸ ἄρθρον 21, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 22, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος μετὰ ταῦτα ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειράν.» Λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς τοῦτο διατάσσει, ὅτι μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῶν προτάσεων, τῶν διαγγελμάτων καὶ τῶν ὑπομνημάτων ὁ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὕτη εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τότε ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων, ἢ νομοθετημάτων, ἢ ἐπερωτήσεων. Ἀλλ’ ὅταν γίνεται ἀγόρευσις, δυνάμει, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ ἀναγνωρισθέντος δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἕκαστος ἀγορεύει ὅπως θέλει καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, ἐὰν ἡ ἀγόρευσις αὕτη συμπέσῃ νὰ διακοπῇ εἴτε λόγῳ ἐνστάσεως ἀπαρτίας, εἴτε διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα καὶ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον διεκόπη, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Βουλευτὴς ἠγόρευε τυχόν, δὲν ἦτο ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον. Ἑπομένως τὴν ἑπομένην ἡμέραν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οἱ ζητήσαντες παρὰ τοῦ Προέδρου τὸν λόγον τὸν λαμβάνουσι πάλιν κατὰ σειράν, ἵνα ἀνακοινώσωσιν ὅ,τι ἔχουσι ν’ ἀνακοινώσωσι, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ὁ Πρόεδρος. Κατὰ τὰς διατάξεις λοιπὸν ταύτας τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε, στερεῖται ἐντελῶς ὀρθότητος, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἢ μόνον ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξα, μὴ θεωρήσας συνέχειαν συζητήσεως ἀνύπαρκτον, διότι δὲν ὑπῆρχε θέμα ἢ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ γίνεται συζήτησις, καὶ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἔδωκα τὸν λόγον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐζήτησαν τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν θέλητε, ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, διότι ἐγὼ θέλω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διακοπεῖσα συζήτησις ἐξ ἄλλων λόγων· ἁπλῶς θέλω, ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ παύσῃ, ὡς ἀδικαιολόγητος, αὐτὴ ἡ καινοτομία, διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον χρόνον παρίσταμαι ἐν τῇ Βουλῇ, πρώτην φορὰν παρατηρῶ νὰ εἰσάγηται ἡ διάκρισις μεταξὺ συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐπὶ θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐπὶ ἐπερωτήσεων. Δὲν θὰ διαμφισβητήσω τὴν σπουδαιότητα τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως· νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ θέματα ἐπερωτήσεων καὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως, δικαιολογοῦντα ἐπειγούσας συζητήσεις, καὶ ἐπιβάλλοντα προτεραιότητα πολλάκις ἐν ταῖς συζητήσεσι τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα. Δὲν πρέπει νὰ θυσιάζωνται τὰ ἄλλα δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπε τὸ ἐναντίον.
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διάκρισις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν εἰσάγετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ, λέγον, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀνακοινώσεις ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειρὰν, πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, προκειμένου μόνον περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ διάκρισις, λέγω, αὕτη οὐδὲ ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται, οὐδὲ ἐξ ἄλλων ἄρθρων αὐτοῦ, ἢ ἐκ τῆς ὅλης οἰκονομίας, τὸ παράπαν ἐξάγεται. Τοιαύτην προτίμησιν δὲν ἀναγνωρίζει ὁ Κανονισμὸς εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας μόνον διατάξεως, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἐπιτρέπει νὰ γίνωνται θέματα συζητήσεων τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπίσης δύνανται νὰ ἦναι σπουδαιότατα καὶ τὰ ὁποῖα πάντοτε ἡ Βουλὴ διὰ μακρᾶς πράξεως ἐνόησε νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα, ὁσάκις δι’ οἱονδήποτε λόγον διεκόπη ἡ συνεδρίασις. Λοιπόν, μολονότι πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἐν ἀρχῇ, ἅμα εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ν’ ἀνακοινῶτε εὐθὺς, ὅσα ἔχετε ν’ ἀνακοινώσητε εἰς αὐτὴν, διότι ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσιν, ἀκριβῶς εἰπεῖν, μέρος τῶν συζητήσεων, καὶ πρέπει νὰ προηγῶνται, καὶ ἐὰν προκαλῶσι συζήτησιν, καλῶς αὕτη δύναται νὰ προηγηθῇ, ὡς ἡ ἀναφορὰ, ἣν ἀνεκοινώσατε, τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἥτις ζητεῖ μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἂν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πιθανώτατα θὰ προεκαλεῖτο συζήτησις, ἐν τούτοις τοῦτο δὲν συνεπάγεται ἀπώλειαν ἄλλων δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῶν συζητήσεων, ἀφοῦ ὁ Κανονισμὸς σιωπᾷ. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο παραβίασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ λόγου. Διὰ τοῦτο, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ Προέδρου, κατ’ ἀνέκαθεν καθιερωμένην συνήθειαν, ἄρχονται αἱ ἐπερωτήσεις. Ἀλλ’ ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἄρξωνται νέαι ἐπερωτήσεις, καὶ ν’ ἀπολέσωσι πᾶν δικαίωμα αἱ ἀρξάμεναι κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ μὴ περατωθεῖσαι ἐλλείψει ἀπαρτίας; Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς καινοτομίας ταύτης.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι θ’ ἀπολέσωσι πᾶν δικαίωμα, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νά ζητήσωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσωσι. Δὲν πρόκειται νὰ χαθῇ κανὲν δικαίωμα οὐσιαστικῶς.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς προτεραιότητος τὸ δικαίωμα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ εἶπον, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ζήτημα τάξεως θεωρῶ τοῦτο, ὅτι συζήτησις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διακοπτομένη παρὰ ὅταν ἡ συζήτησις αὕτη ἀφορᾷ εἰς ὡρισμένην πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ συζήτησις, ἢ εἰς ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· καὶ ἡ ἐπερώτησις δὲ δύναται νὰ ἦναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· τότε δὲ, ἐὰν διακοπῇ ἡ συζήτησις, κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἐπαναληφθῇ τὴν ἑπομένην ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον διεκόπη. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι συζήτησις τοιαύτη, οἷον ἐννοεῖ ὁ Κανονισμὸς, ὅταν ὁ χρώμενος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου Βουλευτὴς ἐκφράζῃ ἐπὶ ὡρισμένου θέματος τὰς ἰδέας του, καὶ προκαλῇ τὰς σκέψεις εἴτε τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ὁ Κανονισμὸς ἐπιτάσσει νὰ γίνηται ἡ συζήτησις, προσβάλλεται κανὲν δικαίωμα· διότι δὲν ἔχει ὁ Βουλευτὴς ἢ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, καὶ θὰ τὸν λάβῃ, καὶ θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ οἱουδήποτε ἤθελε θέματος. Πρακτικὴν ἀξίαν λοιπὸν δὲν ἔχει τὸ ζήτημα· τυπικῶς ὅμως καὶ ὡς ζήτημα τάξεως ἐὰν θέλητε νὰ συζητήσητε τὸ πρᾶγμα, ἀναμφισβητήτως θεωρῶ, ὅτι ἐγὼ ἔχω δίκαιον.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ τάξις αὕτη, θὰ δύναται νὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐνδιαφέρεταί τις, καθ’ ὑπόθεσιν, ἐν τῇ Βουλῇ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη ἐπί τινος ἐπερωτήσεως· δύναται νὰ φέρῃ ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, βλέπων ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ, καίπερ ἐπιθυμοῦσα νὰ συζητήσῃ, δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ οὕτω θὰ διακόπτηται ἡ συζήτησις. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν παρέλθωσι μία ἢ δύο ἡμέραι ἕως οὗ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἄλλοι προλαμβάνουσι καὶ ζητοῦσι τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, προκαλούντων συζητήσεις, καὶ παρέρχεται ὁ κατάλληλος χρόνος διὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ἐπερώτησις ἐματαιώθη πλέον, καὶ ἡ συζήτησις δὲν ὠφελεῖ. Τοιοῦτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὁ σκοπὸς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι αἱ συζητήσεις καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐπερωτώντων ἀφίνονται ἕρμαιον τῆς ἰδιοτροπίας ἢ τοῦ κομματισμοῦ. Ἐὰν ἡ συζήτησις ἦναι ἐπὶ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύναται νὰ μὴ ἔχῃ ἐπιβλαβὲς ἀποτέλεσμα τοιαύτη διακοπή· ἀλλ’ ἐπὶ ἐπερωτήσεων, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζεται ἡ σπουδαιότης, διότι προηγοῦνται τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀποσβέννυται οὐ μόνον τὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ καὶ ἡ ὠφέλεια, διότι δὲν ἐξηκολούθησεν ὅτε ἔπρεπεν ἡ συζήτησις, καὶ δὲν ἔφερεν ἓν ἀποτέλεσμα, ὡς προσεδοκᾶτο. Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ δεχθῇ τὴν ὑμετέραν ἑρμηνείαν, ἂς ἀποφανθῇ.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἁπλᾶ. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀπολύτως ὀρθή. Ἡ συζήτησις ἐπερωτήσεως εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν, ἓν ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιλαμβάνηται καὶ ἐξετάζῃ αὐτά. Ὡς λοιπὸν τὰ νομοσχέδια ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, οὕτως ἀναγράφονται καὶ πρέπει νὰ ἀναγράφωνται καὶ αἱ ἐπερωτήσεις. Εἷς Βουλευτὴς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἀπάντησιν. Ἐὰν ὁ ἐπερωτήσας δὲν ἔχῃ νὰ φέρῃ παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδεμία γίνεται συζήτησις, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν, ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ζήτημα ἀναγραπτέον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἄν δὲν ἀνεγράφη χθὲς καὶ προχθὲς, τοῦτο εἶναι ἔλλειψις τοῦ Γραφείου· ἀλλ’ αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡς ἀναγράφονται καὶ αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὅταν ἁπλῶς ἀναπτύσσωνται θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἀντικείμενον τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ σκοποῦσι μόνον νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν, ἢ τέλος πάντων νὰ ὁδηγήσωσι τοὺς Ὑπουργοὺς, αὐταὶ δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἀνταγωνισμοῦ καὶ διαφωνίας. Ἕκαστος λέγει τὴν γνώμην του, ἡ Βουλὴ δὲ τότε ὁμοιάζει πρὸς Σύλλογον, ὅμοιον μὲ τὸν «Παρνασσόν.» Ταῦτα βεβαίως δὲν εἶναι ἄξια, ὅπως ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλ’ ἐάν τις ἠγόρευσε προχθὲς, καὶ δὲν ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ συζητήσεως προκληθείσης ἐξ ἐπερωτήσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ σήμερον τὸν λόγον.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι προχθὲς διετυπώθη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως διττὴ παράβασις διατάξεων τοῦ νόμου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ θέμα ἑπομένως ἦτο ἐνδιαφέρον. Ἐνδιέφερε καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τὴν Συμπολίτευσιν καὶ τὸν τόπον, νὰ βεβαιωθῇ, ἂν πράγματι τοιαύτη παράβασις νόμου ἐγένετο. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο, ὅτι εἶναι μία κοινὴ συζήτησις, συζήτησις ἀδιάφορος, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ παντοῦ ἀλλοῦ, τότε εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐὰν ὅμως ἀποτελῇ, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, θέμα σπουδαιότατον, ἄξιον νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Δὲν ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ, ὅταν ἀντικείμενον ἐπερωτήσεων ἦναι ἁπλαῖ πληροφορίαι, ἢ ἁπλαῖ γνῶμαι ἢ ἰδέαι. Τὸ πρᾶγμα ὅμως εἶναι διάφορον, ὅταν πρόκηται περὶ παραβάσεων Ὑπουργοῦ.
§92ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἦτο ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἑρμηνεύει ἄλλως τὸν νόμον περὶ ὑποτρόφων. Τὸ θέμα τοῦτο προὐτάθη ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ, καθ’ ἣν ὑπεστηρίχθη, ὡς πρὸς μὲν τοὺς ὑποτρόφους, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κακῶς ἑρμηνεύει τὸ δικαίωμα αὑτοῦ, προκειμένου περὶ κληροδοτημάτων γενικῶν, προκειμένου δὲ περὶ τῶν διδακτηρίων τῶν δήμων τρίτης τάξεως, ὅτι κακὴν δίδει τὸ Ὑπουργεῖον ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον. Ἡ συζήτησις ἦτο μακρὰ, καὶ θὰ κατέληγεν εἰς μίαν τινὰ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς ἀμφότερα. Ἡ συζήτησις δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε, διότι διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας διεκόπη, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ πλέον, ἀφοῦ δὲν εἶχε καταλήξει εἰς ἓν συμπέρασμα. Δὲν λέγω τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως συνεχίσω ἐγὼ τὴν ὁμιλίαν, ἀλλ’ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐγένοντο παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐδείκνυον δυσπιστίαν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἔστω καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως καταλήξῃ εἰς ἓν συμπέρασμα.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπρότεινα, ὁμολογῶ, ὅτι ὑπέλαβον, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως εἶχε τελειώσει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν· καὶ ὑπέλαβον, ὅτι εἶχε τελειώσει, διότι ἐγὼ δὲν κατέληξα εἰς πρότασίν τινα· ἠρκέσθην νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησε τὸν νόμον περὶ διορισμοῦ ὑποτρόφων. Ἀλλ’ ὑπέλαβον, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη ἤρκει νὰ φωτίσῃ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν περὶ τῆς πορείας αὐτῆς ἐν τῷ μέλλοντι. Πρότασιν ῥητὴν δὲν προέτεινα. Αἱ ἐπερωτήσεις συνήθως ἀπολήγουσιν εἰς προτάσεις, καὶ ἢ προτείνεται πρότασις ἁπλῆ, ὑπὸ τοιοῦτον σχεδὸν κείμενον: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», τὸ ὁποῖον δηλοῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀφορμήν, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην, ἢ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις εἶναι σύνθετος, ἠτιολογημένη, καὶ περιέχει γνώμην περὶ τῶν συζητηθεισῶν πράξεων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν καταλήγουσιν εἰς πρότασιν, διότι δὲν κρίνεται, ὅτι πρέπει νὰ φθάσωσι μέχρι ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἴτε διότι ἐβεβαιώθη ἤδη ἐξ ἄλλης ψηφοφορίας μεγάλη ἀνισότης μεταξὺ τῶν δυνάμεων τῶν ἀνταγωνιζομένων κομμάτων, εἴτε διότι εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως δὲν ἀποδίδεται τοσαύτη σπουδαιότης, ὅπως προκληθῇ ἔκφρασις τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ὑπέλαβον λοιπὸν χθὲς, ὅτι εἶχε τελειώσει ἡ συζήτησις. Ἐὰν ὅμως ἡ συζήτησις δὲν ἐτελείωσεν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, κύριε Πρόεδρε· πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μὴ περατωθεῖσα συζήτησις. Ὁ κ. Πρόεδρος νομίζει, ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι σήμερον ἐν τῷ φύλλῳ, τὸ ὁποῖον κρατεῖ, πρέπει νὰ προηγηθῶσι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ νομίζω ἐγώ· καὶ ἐξήγησα τὸν λόγον. Λέγω δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν ἦσθε ἐδῶ ἐνωρίτερον, θὰ ἦσθε ἐγγεγραμμένος.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἀναγράφεται.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγώ, ὡς πολιτευόμενος ἀπὸ ἀρχαιοτάτου χρόνου, ἀπὸ τοῦ 1875, ἐπὶ 26 ἔτη, δὲν εἶδον ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον ὁ Κανονισμός. Εἶναι ἀληθές, ὅτι παρορῶνταί τινες αὐστηραὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ βεβαίως, ὡς πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο θέμα, οὐδέποτε ἄλλοτε ἐφηρμόσθη οὕτω πως ὁ Κανονισμός. Ὅταν τελειώσῃ ἡ συνεδρίασις, κλείει πᾶν δικαίωμα ἐπερωτήσεως, καὶ τὴν ἑπομένην ἀρχίζει νέον δικαίωμα εἰς τοὺς ζητοῦντας τὸν λόγον. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν. Ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον, καὶ νὰ ὁμιλήσητε.
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πῶς θέλετε, ὁ Βουλευτὴς ὅστις ἤρξατο νὰ ὁμιλῇ, καὶ διακόπτει τὴν ὁμιλίαν του, οὐχὶ διότι ἐπεράτωσεν αὐτὴν, ἢ διότι ἠθέλησε νὰ διακόψῃ αὐτὴν, ἀλλὰ διότι ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, πῶς θέλετε, αὐτὸς νὰ ζητήσῃ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν καὶ πάλιν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ νὰ προτιμῶνται ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται οὐδὲ διαρκούσης τῆς συζητήσεως, ὁσάκις αὕτη ἐξακολουθῇ, νὰ παρέμβωσι καὶ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου, ἢ ἐπὶ ἄλλου θέματος;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐὰν μοὶ εὕρητε μίαν ἔστω συνεδρίασιν ἀπὸ τριακονταετίας, ἡ ὁποία νὰ λύῃ ὑπὲρ ὑμῶν τὸ ζήτημα, καθ’ ἣν νὰ ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς θέματος κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, τότε ἔχετε δίκαιον.
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεμίαν συνεδρίασιν θὰ εὕρητε τοιαύτην.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, καθὼς διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως δὲν δύναται Βουλευτὴς νὰ διακόψῃ τὸν ὁμιλοῦντα, ἵνα φέρῃ αὐτὸς τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου θέματος, ἐπίσης δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ ἂν ἐπῆλθε διακοπὴ λόγῳ ἐντάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θέλετε ν’ ἀκολουθήσητε ἄλλην ἤδη ὁδὸν, καὶ νὰ καθιερώσητε, ὅτι, ὁσάκις παρεμπέσῃ, λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, διακοπὴ τοῦ λόγου τοῦ Βουλευτοῦ, μεταβάλλονται τὰ πράγματα καὶ τὰ δικαιώματα, καὶ δὲν δύναται νὰ τὸν ἐξακολουθήσῃ εὐθὺς ἀμέσως τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν; πράξατέ το.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφαρμόζω ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἀπὸ παλαιοτάτων ἐτῶν· διότι δὲν θὰ εὕρητε καμμίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐφαρμόζηται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε.
§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§105Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνθυμεῖται ἀκριβῶς τὰ χθὲς συμβάντα, καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δύνανται νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα ἀσφαλέστερον. Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ πρακτικά: «Ὑπεστήριξεν εἶτα ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς τε κατασκευῆς διδακτηρίων δημοτικῶν σχολείων καὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τῶν κληροδοτημάτων προσόδων, ὡς καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐφήρμοσε τοὺς κειμένους νόμους. Τοῦτο προεκάλεσε συζήτησιν, ἧς μετέσχον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ βουλευταὶ Θ. Π. Δηλιγιάννης καὶ Α. Παναγιωτόπουλος ... Μετὰ τοῦτο τὸν λόγον ἔφερεν ἐπὶ τῶν διδακτηρίων καὶ ἐν γένει τῆς ἐκπαιδεύσεως ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Δεληγεώργης, ἀγορεύοντος τοῦ ὁποίου ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαδιαμαντόπουλος προέβαλεν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ὁ δὲ Πρόεδρος, συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.» Ἐπομένως δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ἀμφιβολία τις, ὅτι τὸ θέμα συνεζητεῖτο. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν λήξασαν τὴν συζήτησιν.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι βέβαιον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς χθεσινῆς συζητήσεως ἦτο ἡ περὶ κληροδοτημάτων ἐπερώτησις. Ἐπειδὴ ὅμως, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ θέμα του δι’ εὐρέων, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔθιξε καὶ ἄλλα τινὰ θέματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἅτινα προηγουμένως εἶχον συζητηθῆ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπαντῶν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσῃ εὐρύτερον ἢ ὅσον ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ἁπάντων ἠρέμα καὶ ἀνεπαισθήτως ἡ συζήτησις ἐξωλίσθησεν ἔξω τῶν ἀρχικῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως. Τοῦτο εἶναι βέβαιον. Ἀλλ’ εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν πάντες συνετέλεσαν· ἠνέχθη αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς, καὶ συνετέλεσε καὶ αὐτὸς ἀγορεύσας· ἠνέχθη αὐτὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις ἠδύνατο νὰ ὑπομνήσῃ ἐκείνην τὴν ὥραν, ἐκτελῶν τὸν Κανονισμὸν, ὅτι ἐκτρεπόμεθα τῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρατηρήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι δυστυχῶς βαθμηδὸν κατωρθώσαμεν νὰ εὐρύνωμεν οὕτω τὰ ὅρια τῶν συζητήσεων τῶν ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι κατέστη δυσχερεστάτη ἡ θέσις τοῦ Προέδρου. Οὐχ ἧττον ὅμως ἴσως ἔπρεπε νὰ μνημονεύσῃ τοὐλάχιστον, ὅτι ἐξήλθομεν τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως...
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τί νὰ κάμῃ; Τὸν ἀκούετε;
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Οὐχ ἧττον ἐπλάσθη τὸ θέμα· περὶ τὸ θέμα ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσογγίου, ὅστις ἠθέλησε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ, εἰπὼν, ὅτι ἐπεξετάθη πέραν τοῦ δέοντος ἡ συζήτησις, ἐπειδὴ ἄλλοι ἐπέμενον, ἔλαβε τὸν λόγον. Τοῦτο ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἂν ὀρθῶς ἢ ὄχι εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς συζητήσεως. Τὸ ἔδαφος ὅμως ἐπλάσθη καὶ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, καὶ ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους ἐγένετό τι, ὅπερ διέκοψε τὴν παραδεδεγμένην πλέον συζήτησιν, ὅτε ἐγένετο ἔνστασις περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, καὶ μετὰ τὴν ἔνστασιν ταύτην, σήμερον μόνον ἐρχόμεθα εἰς νέαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν λύουσι τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῆς συζητήσεως, τῆς ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν ἔχω μὲν ἀκριβῆ ἀνάμνησιν τῶν γενομένων ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὰ πράγματα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπράχθησαν ὡς καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν. Τοῦτο ὅμως, ἐνῷ τὸν Πρόεδρον δικαιολογεῖ, οὕτω κανονίσαντα τὰ πράγματα, πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὰς ἡμετέρας σκέψεις, διότι ὁμολογουμένως ἐνταῦθα ὑπάρχει μέγα κενὸν ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅπερ θίγει ἀκριβῶς τὰ θέματα τὰ καθ’ ἡμέραν παρουσιαζόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ θέματα τοῦ ἐλέγχου. Διότι τί λέγει ὁ Κανονισμός; «Ἄρθρον 21. Ἀρχομένης τῆς συνεδρίας, ὁ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ἐν περιλήψει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα καὶ λοιπὰ ἔγγραφα.» «Ἄρθρον 22. Ὁ Πρόεδρος μετὰ τοῦτο ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειράν.» Καὶ μεταξὺ τῶν ἀνακοινώσεων καὶ τῶν ἀπαγγελλομένων ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως δὲν ὑπάρχει ἄλλο τι; Ὑπάρχει ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγγυᾶται ἐλευθερίαν ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐπερωτήσεων...
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δὲν ὑπάρχει ὅπως τὸ κάμνομεν, ὑπάρχει κατ’ ἄλλον τρόπον.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν εἴχετε ὑπομονὴν, θὰ ἔφθανον ἐκεῖ. Λέγω ὅτι εἶναι κενὸν καὶ ὄχι ἔλλειψις οὐσιαστικὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι ὁ Κανονισμὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν τάξιν τὴν κοινοβουλευτικὴν, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐβάδιζε· δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν καταχρηστικὴν ἐπέκτασιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λόγου, ἥτις εἰς ἅπαντα τὰ Κοινοβούλια καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ ἐπικρατεῖ. Καὶ ἐνταῦθα κεῖται τὸ κακὸν, ὅπερ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ζητοῦμεν νὰ διορθώσωμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ κατορθοῦμεν, διότι ἴσως δὲν τολμῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων, ἅτινα, θιγόμενα οὕτως ἢ ἄλλως, δύνανται τὰς Ἀντιπολιτεύσεις νὰ τὰς καταστήσωσιν εὐκολωτέρας πρὸς ἀποδοχὴν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅτι εἶναι ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις, αἵτινες προτείνονται κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶναι ὑπερβολικαὶ, καὶ διὰ τοῦτο καθίσταται δύσκολον οἱανδήποτε Ἀντιπολίτευσιν νὰ εὕρωσι συναινοῦσαν, τοῦτο εἶναι βέβαιον. Ἐν τούτοις, ἔχων ὁδηγὸν τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν, τὸν ἀτελῆ τοῦτον Κανονισμὸν, νομίζω ὅτι, ὅταν ἡ συζήτησις, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτὴν, καὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς αὐτὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἀποκτᾷ χαρακτῆρα διακοπείσης συζητήσεως, ἡ διακοπὴ αὕτη, ἡ ἐπελθοῦσα ἕνεκεν ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἔχει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ὡσεὶ ἐγίνετο διακοπὴ ἐπὶ ψηφοφορίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρώτη συνεδρίασις μετὰ τὴν διακοπὴν ταύτην εὑρίσκει τὴν συζήτησιν ταύτην ἔχουσαν σειρὰν ἐξακολουθήσεως. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα, πότε θέλει ἐξακολουθήσει, ἂν θέλῃ ἐξακολουθήσει ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐπερωτήσεων, ἢ θέλῃ καταταχθῇ τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ ἡ συζήτησις, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὥστε ἐκείνου πρώτου νὰ ἔλθῃ ἡ ἐξακολούθησις, τοῦτο βεβαίως κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον τρόπον, ὡς τὰ πράγματα καθιερώθησαν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ λυθῇ. Ἀλλὰ τοιαύτη λύσις θ’ ἀπέβαινεν ὀλεθρία εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἦτο εὔκολον νὰ μεταπηδῶσιν οἱ συζητοῦντες ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σταδίου εἰς τὸ ἄλλο, καὶ θὰ παρενεβάλλομεν πρόσθετον πρόσκομμα εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῆς κυρίως ἡμερησίας διατάξεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπιμένῃ, πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν, ἐγὼ δ’ ὑποχωρῶ πρῶτος, ὅπως λάβῃ τὸν λόγον· εἰ δ’ ἄλλως, νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ διακοπεῖσα θέλει ἐξακολουθήσει αὔριον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὥστε, ἀναγραφομένης ταύτης πρώτης πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐν ταῖς σημειώσεσι τοῦ κ. Προέδρου, νὰ συμβιβασθῶσι πᾶσαι αἱ ἀξιώσεις· διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι δικαία, κατὰ τὸ ὑπάρχον καθεστὼς, ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ, μόνον ἂν ἔχω δικαίωμα, ἀξιῶ νὰ ὁμιλήσω· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ φρονῇ τὸ ἐναντίον, δὲν ἐπιμένω. Θὰ ζητήσω τότε μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ λάβω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συμφέρον μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμπίπτει μὲ τὸ συμφέρον τοῦ κ. Προέδρου, καὶ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ κ. Προέδρου, ἀμυνόμενος συγχρόνως καὶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεστάθη ὡς ἀνεχθεὶς παρέκβασιν ἐκ τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι προχθὲς συνεζητοῦντο ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἐγένοντο πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Προέβαλον ἐγὼ τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν διδακτηρίων, τὰ ὁποῖα ᾠκοδόμησεν ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως, καὶ τῶν διδακτηρίων τῶν δήμων δευτέρας τάξεως. Παρεκάλεσα ἄλλην ἡμέραν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πληροφορίας περὶ τῶν κληροδοτημάτων, ἵνα ἐξετασθῇ, μήπως τυχὸν τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖά εἰσι γενικὰ, διατίθενται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ αὐθαιρέτως. Παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι δικαιώματι προεκάλεσε Διάταγμα διαγωνισμοῦ πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων, ἀποσταλησομένων εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς εἰδικὰς σπουδάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔδωκε πληροφορίας καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν θεμάτων. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς οἰκοδομῆς δημοτικῶν διδακτηρίων ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ᾠκοδόμησε τριάκοντα ἐννέα διδακτήρια ἐν δήμοις τρίτης τάξεως, ἑξήκοντα δὲ καὶ ἐννέα ἐν δήμοις δευτέρας τάξεως· ὅτε δ’ ἐζητήθη λόγος ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν παράβασιν ταύτην, αὐτὸς ἀπεκρίθη, ὅτι, ἂν ἀπετέλει τοῦτο παράβασιν, δὲν περιέπεσεν αὐτὸς πρῶτος εἰς αὐτὴν, διότι καὶ ὁ προκάτοχός του κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας τὸ αὐτὸ εἶχε πράξει. Ἐπὶ δὲ τῆς διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων τῶν γενικῶν, τῶν μὴ προορισθέντων εἰδικῶς εἰς ἐκπαίδευσιν μαθητῶν, ἐγένετο αὐτῷ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν οἱ τόκοι αὐτῶν εἰς ὑποτροφίας, εἰμὴ ἂν διὰ νόμου ῥητῶς τοῦτο ἐπιτραπῇ· ἐγένετο δ’ αὐτῷ καὶ ἄλλη παρατήρησις, ὅτι, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς παραβάσεως, εἰς ἣν περιέπεσε, προβὰς εἰς διάθεσιν κληροδοτημάτων πρὸς ὑποτροφίας, ἐνῷ ταῦτα δὲν εἶχον πρὸς τοῦτο προορισθῆ, καὶ εἰς ἄλλην περιέπεσε παράβασιν, προκαλέσας διαγωνισμοὺς πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων διὰ Διαταγμάτων καὶ πρὶν ἢ νόμος κανονίσῃ τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑποτρόφων. Μετὰ ταῦτα ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας...
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Λεβίδης μετὰ ταῦτα. Ἐγὼ πρὶν λάβω τὸν λόγον εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδον, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀπήντησε καὶ ἄλλοι ἔλαβον τὸν λόγον, μετὰ ταῦτα ἠθέλησα νὰ ἐξακολουθήσω, ἀλλὰ μόλις εἶχον ἀρχίση, διεκόπη ἡ συνεδρίασις ἕνεκα ἐνστάσεως περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε λοιπὸν διεκόπη ἡ συνεδρίασις, ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις· ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ὅμως Βουλευτὴς ἐπεθύμησε νὰ ὁμιλήσῃ κατ’ ἐξακολούθησιν, ἵνα ἀνασκευάσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ λεχθέντα· εἶχε δὲ δικαίωμα. Λοιπὸν οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεξετράπη, οὔτε ἐγὼ, περιορισθεὶς νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἀπευθύνει τὰς ἐπερωτήσεις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δεληγεώργη.
§116Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν διδακτηρίων ἠρξάμην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν· εἶπον δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἦτο ἐν τῷ νομίμῳ καὶ δικαίῳ· ὅτι ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον νὰ ἐξαντληθῇ πρότερον ἡ κατασκευὴ διδακτηρίων ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ τοιούτων εἰς τοὺς τῆς δευτέρας τάξεως. Τοῦτο δ’ εἶναι τόσον σαφὲς, ὥστε οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ. Ῥητῶς ὁ νόμος λέγει ἐν ἄρθρῳ 76, ὅτι θὰ προηγηθῶσι τὰ ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως διδακτήρια, καὶ ἀφοῦ ἐκτελεσθῶσιν ἐν πάσαις ταύταις, θέλουσιν οἰκοδομηθῆ τοιαῦτα ἐν τοῖς δήμοις δευτέρας τάξεως καὶ πρώτης τάξεως. Δικαιολογούμενος ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ διδακτήρια καὶ διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, καὶ ἐπειδὴ ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις τὰ διδακτήρια θὰ ἦναι μᾶλλον διδακτήρια γραμματοδιδασκαλείων, δὲν ὑποχρεοῦται ἐκ τοῦ νόμου νὰ προβῇ εἰς οἰκοδόμησιν ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις πάντων τῶν διδακτηρίων, δηλαδὴ καὶ ὅπου ὑπάρχουσι γραμματοδιδασκαλεῖα. Ἀλλὰ τῷ ὑπενθύμισα καὶ ἄλλοτε καὶ τῷ ὑπενθυμίζω καὶ σήμερον, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, διότι δύο τύποι διδακτηρίων ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ· εἷς τύπος διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ εἷς τύπος διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Ὅταν ὁ νόμος ῥητῶς λέγῃ, ὅτι εἷς τύπος διὰ τὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ὑπάρχει, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει τύπος διὰ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα; Ὥστε ἔχομεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 68, τὴν ῥητὴν, ἡ ὁποία τὸν ὑποχρεοῖ, ἵνα κατὰ προτίμησιν εἰς τοὺς τρίτης τάξεως δήμους κατασκευάσῃ διδακτήρια καὶ διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἔχομεν δὲ καὶ τὸν τύπον αὐτῶν τῶν κτιρίων τῶν γραμματοδιδασκαλείων. Δὲν εἰσέρχομαι, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου, διατάσσοντος νὰ προηγηθῶσι τὰ εἰς τρίτης τάξεως δήμους διδακτήρια· δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ μὴ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ προτίμησις αὕτη, διότι ἐν τοῖς δήμοις καὶ κώμαις, ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἐλάχιστος, ὡς ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν οἰκοδομήματα, ἅτινα νὰ προσφέρωσι μίαν στέγην τοὐλάχιστον διὰ διδακτήρια. Ὁ νόμος, προβλέπων τοῦτο, τὴν ἀδυναμίαν δηλ. πρὸς ἐγκατάστασιν σχολείων, ἠθέλησε νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνέγερσις διδακτηρίων ἐν τοῖς τρίτης τάξεως δήμοις. Ἡ προτίμησις ἦτο πρακτικὴ, καὶ καλῶς ἔπραξεν ὁ νόμος νὰ μὴ προσέξῃ κατὰ τοῦτο εἰς ἄλλους λόγους, δηλ. τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ μεγαλειτέρου πληθυσμοῦ τῶν ἀνωτέρας τάξεως δήμων καὶ τὸν ἀνώτερον ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν ἐν αὐτοῖς. Ἐκτὸς τούτου, τρίτης τάξεως δῆμοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέτωσι τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους διαθέτουσιν οἱ δευτέρας καὶ πρώτης τάξεως δῆμοι. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ἀφορῶν τὰ κληροδοτήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διὰ Διατάγματος ἔλαβε ποσόν τι, ὅπερ ὁ ἴδιος ἀναφέρει ὡς ἀνερχόμενον μέχρι 230,000 καὶ 240,000 δραχμῶν, καὶ ὅπερ, ὡς προερχόμενον ἐκ κληροδοτημάτων, περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησεν εἰδικῶς ὁ νόμος, ἐθεώρησεν, ὅτι δικαιοῦται νὰ διαθέσῃ καὶ διέθεσεν εἰς συντήρησιν ὑποτροφιῶν πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν ἐν Εὐρώπῃ. Ἐγείρεται ἤδη τὸ ζήτημα: ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ διαθέσῃ ὑπὲρ τοιούτων διὰ διαγωνισμῶν ὑποτροφιῶν; Ἐρρήθη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἐναντίον νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι βεβαίως δὲν δύναται. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει καθιερωμένη ἡ διάκρισις τῶν κληροδοτημάτων εἰς γενικὰ καὶ εἰδικά. Κληροδοτήματα εἰδικὰ θεωροῦνται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ διαθέται ῥητῶς ὥρισαν πρὸς τίνας σκοποὺς νὰ διατεθῶσι, γενικὰ δὲ ἐκεῖνα, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει οὔτε διὰ τῆς διαθήκης τοιοῦτος καθορισμὸς, οὔτε διὰ νόμου. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἀξίζει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ὡρίσθη διὰ τῆς διαθήκης, ὅτι τῶν τελευταίων κληροδοτημάτων τούτων εἶναι διαχειριστὴς ὁ Ὑπουργὸς, εἴτε γενικὰ εἶναι ταῦτα, εἴτε καὶ ἀμφίβολα; Τότε πιθανῶς ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὐδεμιᾶς νομοθετικῆς διατάξεως, οὐδενὸς νόμου, ὅπως τὰ διαχειρισθῇ καὶ τὰ διαθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἤθελεν ἐγκρίνει. Προκειμένου ὅμως περὶ κληροδοτήματος, εἴτε γενικοῦ, εἴτε εἰδικοῦ, περὶ οὗ οὔτε ὁ διαθέτης ὥρισεν, οὔτε ὁ νόμος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διαχειρίζεται τοῦτο καὶ κανονίζει, βεβαίως δὲν δύναται οὗτος, κατ’ οὐδεμίαν λογικὴν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τοιοῦτον δικαίωμα νὰ ἔχῃ. Λοιπὸν, ἵνα κρίνωμεν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ κληροδότημά τι κατ’ οἰκείαν βούλησιν, δὲν πρέπει νὰ προσέξωμεν μόνον, ἂν εἶναι γενικὸν ἢ εἰδικὸν, ἀλλὰ κυρίως, ἂν ἐν τῇ διαθήκῃ ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ διαθέτου, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Ὑπουργός. Διότι δὲν ἐννοῶ, διὰ τίνα λόγον, ἂν ὁ διαθέτης ὥρισεν, ὅτι θέλει νὰ διατίθηται τὸ κληροδότημα ὑπὲρ τῶν ὡραίων τεχνῶν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ κανονίζῃ αὐτοβούλως τοῦτο. Πρέπει διὰ νόμου νὰ ὁρισθῇ, ἐκτὸς ἐὰν ὡρίσθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα τοιοῦτο. Τοιαῦτα κληροδοτήματα, δίδοντα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ διαθέτῃ κατ’ ἰδίαν προαίρεσιν, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν. Εἴτε γενικὰ, εἴτε εἰδικὰ εἶναι ταῦτα, πρέπει διὰ νόμου νὰ κανονίζηται ἡ διάθεσις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφίνω τὴν ἔποψιν ταύτην, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην, τὴν καθιερουμένην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰσάγουσαν τὴν διάκρισιν εἰς γενικὰ καὶ εἰδικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακληθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, ὑπέβαλε σημείωσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πάντα τὰ κληροδοτήματα θεωρεῖ ὡς γενικὰ, ἑπομένως ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν αὐτοῦ δικαιοδοσίαν· τρία δὲ μόνον κληροδοτήματα, ἢ μᾶλλον δύο, εὐτελεστάτων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κεφάλαιον ἐννεακοσίων δραχμῶν, νομίζω, ὥρισεν ὡς εἰδικά· αὐτὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν ἄρθρῳ 60, ὥρισεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Ταμεῖον, ὅπερ θὰ ἔρχηται ἀρωγὸν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους. Ἐὰν προσέξῃ τις εἰς τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐποιήσατο, τῶν κληροδοτημάτων εἰς γενικὰ καὶ εἰδικὰ, ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, βλέπει, ὅτι γενικὰ κληροδοτήματα θεωρεῖ ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα ἀφίνονται ὑπὲρ τοῦ ἔθνους· καὶ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους δύο μόνον διαθέται, ὁ μὲν 586 δραχ., ὁ δ’ ἕτερος 237 ὥρισαν, ὅτι πρέπει νὰ διατεθῶσιν· ὅλοι οἱ ἄλλοι ὁρίζουσιν εἴτε γενικοὺς ἐκπαιδευτικοὺς σκοποὺς, εἴτε εἰδικούς· ἀλλὰ καὶ τοὺς γενικοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς εἰδικοὺς, ἐπειδὴ εἶναι ἐκπαιδευτικοὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τοὺς θεωρεῖ γενικοὺς σκοποὺς, καὶ ἀξιοῖ ἑπομένως, ὅτι ὑπάγονται τὰ κληροδοτήματα ταῦτα πάντα ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον αὐτοῦ δικαιοδοσίαν. Ἀλλὰ Κύριοι, ὅταν λέγωμεν ὅρον τινὰ, γενικὸν ἢ εἰδικὸν, εἴτε κατὰ τὴν παλαιὰν ἑρμηνείαν, εἴτε κατὰ τὴν διάκρισιν, ἣν ἐποιήσατο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, πρέπει αὐτὸν νὰ ἀκολουθῶμεν. Τὸ νὰ θέλωμεν νῦν, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν ἄλλην διάθεσιν, ἥτις ἤδη γίνεται οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, νὰ φέρωμεν εἰς τὸ μέσον διάκρισιν ἄλλην νέαν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Εἰς αὐτὸ, δυστυχῶς, κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τότε δὲν δικαιολογεῖ τὴν τήρησιν τοῦ νόμου, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν θεωροῦνται γενικὰ κληροδοτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι κληροδοτήματα ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατελείφθησαν ὑπὸ τῶν διαθετῶν εἰς τὸ ἔθνος. Ταῦτα προφανῶς εἶναι κληροδοτήματα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἔθνος ἐν γένει δὲν παριστᾷ, δὲν περιλαμβάνει τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐζήτησε νὰ τὰ λάβῃ αὐτός. Ἴσως διότι εἶναι μικρὰ, διότι δὲν ὑπερβαίνουν ἀμφότερα τὰς ὀκτακοσίας δραχμάς. Ἀλλ’ ὁ νόμος, διακρίνων εἰς γενικὰ καὶ εἰδικὰ, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἐν γένει κληροδοτήματα ὑπαγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργείου. Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ εἰσαγάγῃ νῦν ἄλλην διάκρισιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ νὰ θεωρῇ γενικὰ μόνον τὰ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Γενικὰ καὶ εἰδικὰ κληροδοτήματα ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι τὰ κληροδοτήματα τὰ ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως· καὶ γενικὰ μὲν εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὡρίσθησαν διὰ τῆς διαθήκης ἢ διὰ νόμων εἰδικοὶ ἐκπαιδευτικοὶ σκοποὶ, εἰδικὰ ἐκπαιδευτικὰ θέματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀνωτάτην, τὴν μέσην ἢ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἴτε εἰς τὴν εἰδικὴν, τὴν ἐπαγγελματικὴν, ἢ τὰς ὡραίας τέχνας καὶ ἄλλας, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος· εἰδικὰ δὲ εἶναι ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ὥρισεν ὁ διαθέτης ἢ ὁ νόμος ὡρισμένως τοὺς σκοπούς. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κανόνος τούτου εὔκολος ἡ κατάταξις τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τί εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Βαρβάκη, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει: «θέλω, ἐκ τῶν χρημάτων μου αὐτῶν νὰ ἱδρυθῇ Λύκειον πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ὅ,τι δὲ περισσεύσῃ νὰ διατεθῇ πρὸς ἀπελευθέρωσιν αἰχμαλώτων Ἑλλήνων»; Ποία ἡ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ διαθέτου; ὅτι, ἀφοῦ δαπανηθῇ πρὸς ἐκπαίδευσιν γενικῶς τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, τὰ ἄλλα τυχόν, ὅσα περισσεύουσι, δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὲρ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν. Ταῦτα ὁρίζεται νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως αἰχμαλώτων· ἐπειδὴ ὅμως αἰχμάλωτοι Ἕλληνες δὲν ὑπάρχουσι πλέον, ἢ, ἐὰν σώζωνται, εἶναι ἄγνωστοι, ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου, ὁρίζοντος ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει περίσσευμα, τοῦτο θὰ διατίθηται ὑπὲρ τοιούτου ἢ τοιούτου σκοποῦ, ὃν ἤθελεν ἐγκρίνει ὁ νομοθέτης. Κατ’ οὐδένα λόγον δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ διαθέσῃ ὑπὲρ σκοπῶν ἐκπαιδευτικῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν κληροδότημα μικτὸν, ἐκπαιδευτικὸν καὶ μὴ τοιοῦτον. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μέρος, εὐθὺς ὡς ὑπῆρξε περίσσευμα, δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ νόμος, ὅστις νὰ διαθέσῃ πρὸς ἄλλον σκοπόν. Ἔχομεν τὸ κληροδότημα τοῦ Ἰωάννου Μπόζου. Τίνα σκοπὸν ἔχει τοῦτο; τὴν ἐκπαίδευσιν πτωχῶν καὶ ἠθικῶν καὶ χρηστοήθων μαθητῶν. Δύνασθε περὶ αὐτοῦ νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι εἰδικὸν, καὶ ὅτι τὸ κρατεῖτε, ἵνα τὸ διαθέσητε ὡς θέλετε, καὶ οὐχὶ ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 60 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι γενικὸν καταφανῶς, καὶ ἵνα διατεθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, μὴ γενικὸν, πρέπει νὰ ἔλθῃ νόμος, ἵνα διατάξῃ τοῦτο, καὶ ὄχι νὰ ἔρχηται ὁ Ὑπουργὸς δι’ ἁπλῆς διαταγῆς του νὰ ὁρίζῃ ἄλλον προορισμὸν ἢ τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 60 τοῦ νόμου. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα καὶ τοῦ Μπόζου τὸ κληροδότημα νὰ θεωρήσωμεν, ὡς θέλει ὁ Ὑπουργὸς, εἰδικόν. Ἔχομεν τὸ κληροδότημα τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ. Τὸ κληροδότημα τῶν ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ, ὅπως ἐκ τῆς διαθήκης σαφῶς ἐξάγεται, ἀφέθη νὰ δαπανᾶται ὑπὸ τῆς Πολιτείας πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων. Σαφὲς, ὡς εἶναι τὸ ἄρθρον τῆς διαθήκης, δὲν ἐννοεῖ μόνον τὰ τέκνα τῶν ἐν τῷ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνι πεσόντων, ἀλλὰ πάντα, ὧν οἱ γονεῖς ἔπεσαν καὶ εἰς μεταγενεστέρους ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνας. Ὁ προορισμὸς εἶναι εἰδικός, ἀλλὰ περιοριστικός. Ἂν τυχὸν τοιαῦτα ὀρφανὰ γονέων πεσόντων εἰς ἀγῶνας ὑπὲρ πατρίδος δὲν ὑπάρχωσι, νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὰ χρήματα καὶ τὰ διαθέσῃ ἄλλως; Οὐχὶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ νόμος, ὅστις νὰ διατάξῃ, ὅτι, ὁσάκις τοιαῦτα ὀρφανὰ τυχὸν δὲν ὑπάρχωσι, τὸ κληροδότημα θέλει χρησιμεύει ἢ πρὸς σύστασιν Ταμείου ὑπὲρ τοιούτων διὰ τὸ μέλλον, ἢ πρὸς ἄλλους προσωρινῶς σκοπούς. Τοῦτο εἶναι συμφωνότερον πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ἥτις εἶναι καὶ ἐθνικωτέρα. Ἐὰν μίαν ἡμέραν νέος ὑπὲρ πατρίδος ἐπέλθῃ πόλεμος, καὶ ὑπάρξωσιν ὀρφανὰ, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τὰ χρήματα, ἵνα διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀνατροφῆς αὐτῶν. Τὸ κληροδότημα τοῦ Χριστοφ. Σαλόνσκη τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἡ περιουσία μου, παρακαλῶ τοὺς ἐπιτρόπους μου, νὰ μοιρασθῇ ὡς ἀκολούθως: 2,000 εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν, μὲ διαταγήν των νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Πάγκαν, καὶ ὁ τόκος αὐτῶν νὰ δίδεται δι’ ἔξοδα σχολείων καὶ πτωχῶν μαθητῶν, ἤτοι φλωρία δύο χιλιάδες ὁλλανδικά.» Δὲν εἶναι γενικὸν κληροδότημα αὐτό; Πρέπει ν’ ἀστειευώμεθα, διὰ νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἀφοῦ ἀορίστως προωρίσθη διὰ σχολεῖα καὶ πτωχοὺς μαθητάς. Τί τούτου γενικώτερον; Δὲν εἶναι σοβαραὶ αἱ ἐναντίαι προτάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἰδικὸν βεβαίως εἶναι τὸ κληροδότημα τῆς Ῥεγγίνας Ῥογκότη, διότι λέγει νὰ χρησιμεύουν οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος πρὸς ἐκπαίδευσιν δύο νέων Ἑλλήνων εἰς τὰς ὡραίας τέχνας. Ἀλλὰ τὸ φυλλάδιον, ὅπερ ἐδημοσίευσεν εἷς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, ἐντριβὴς εἰς τὰ κληροδοτήματα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ ἀναφέρει τὰ καθ’ ἕκαστον κληροδοτήματα, ἔρχεται ἔπειτα εἰς τὸ κληροδότημα τῶν «διαφόρων», τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει 14 κληροδοτήματα. Ἀκούσατε τὰ κληροδοτήματα αὐτὰ, διὰ νὰ ἴδητε πόσα ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι γενικὰ ἢ εἰδικὰ, ἢ ἀνήκοντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ κληροδότημα τοῦ Σωτηρίου Ἀντωνίου, πρὸς ἀνέγερσιν Νοσοκομείου καὶ Σχολείου εἰς τὴν πρωτεύουσαν· αὐτὸ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀνήκῃ ἅπαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ κληροδότημα τοῦ Κωνσταντίνου Φλέβα, πρὸς ἐκπαίδευσιν γενικῶς μαθητῶν πτωχῶν καὶ ἀπόρων. Τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀθ. Σταγειρίτου. Τοῦτο ἐπίσης δὲν εἶναι ἐκπαιδευτικὸν, διότι ἐδόθη πρὸς ὄφελος τοῦ Ὀρφανοτροφείου, πιθανῶς τοῦ Ἄργους. Τὸ κληροδότημα τοῦ Στεφάνου Κομητᾶ πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Τί τούτου γενικώτερον; Τὸ κληροδότημα τοῦ Κωνσταντίνου Τσιροπούλου, ἀποθανόντος ἐν Ταϊγανίῳ τῆς Ῥωσσίας, τὸ ὁποῖον ἐξῄρεσε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τί εἶναι; Ὑπὲρ τῶν σχολείων ἁπλῶς· ἄρα γενικόν. Τὸ κληροδότημα τοῦ Σ. Ξανθοπούλου εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἔθνους· ὥστε οὔτε κἄν ἐκπαιδευτικὸν δύναται νὰ θεωρηθῇ. Τὸ τοῦ Ἰωάννου Ποντίκη εἶναι ὑπὲρ Ὀρφανοτροφείου. Τὸ τοῦ Σταματίου Μπουντούρη ὑπὲρ Ὀρφανοτροφείου Ναυπλίου. Τὸ τοῦ Γεωργίου Καρτσιώτου εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Τὸ τοῦ Κωνσταντίνου Ι. Ἰωαννοπούλου εἶναι πρὸς ἐκπαίδευσιν ἐνδεῶν ὀρφανῶν Ἑλληνοπαίδων, ἑπομένως γενικόν. Ἔπειτα ἔρχονται αἱ τέσσαρες προσφοραί: τῶν Κοσσίβα, Τσακούλη, Πράκη καὶ Τσολάκη, αἱ ὁποῖαι καὶ αἱ τέσσαρες εἶναι γενικαὶ, διότι εἶναι διὰ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν. Ἔπειτα τὸ τοῦ Ἰωάννου Ῥώμα, τὸ ὁποῖον εἶναι χάριν ἐπιστημονικῶν, ἀρχαιολογικῶν καὶ φιλολογικῶν ἀντικειμένων, ἑπομένως εἰδικόν. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται τὸ κληροδότημα τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν Νεοφύτου Ἀρχιμανδρίτου. Τὸ κληροδότημα τοῦτο εἶναι εἰδικὸν, διότι ὡρίσθη πρὸς ἐκπαίδευσιν τεσσάρων μαθητῶν ἐκ τῶν συγγενῶν του. Τοῦτο ὅμως γίνεται κατὰ τὴν διαθήκην γενικὸν, διότι θὰ δίδεται εἰς πτωχοὺς μαθητὰς, καθ’ ἣν στιγμὴν βεβαιωθῇ, ὅτι ἔπαυσαν ὑπάρχοντες συγγενεῖς τοῦ Νεοφύτου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ βεβαιώσῃ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχουσι συγγενεῖς τοῦ Νεοφύτου τούτου, ἔχοντες δικαίωμα καὶ συντηρούμενοι ἐκ τοῦ κληροδοτήματος. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα καταχωρίζονται ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀποτελοῦσι σπουδαίαν περιουσίαν, τῆς ὁποίας δὲν λέγεται, τίς ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως. Ἐὰν λάβητε μόνον τοῦ κληροδοτήματος τῶν «διαφόρων», ὅπερ πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα, τὰς 84 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἱ ὁποῖαι ὑπελείποντο τὸ 1893, καὶ πολλαπλασιάσητε ἐπὶ 3800 δραχμὰς, ὅσαι περίπου ἡ τιμὴ τῆς μετοχῆς, θὰ εὕρητε, ὅτι ἀποτελοῦσι κεφάλαιον περὶ τὰς 320,000 δραχμὰς, καὶ φέρουν εἰσόδημα ἄνω τῶν 20,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τὰ κληροδοτήματα αὐτὰ εἶναι μεταξὺ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐχόντων σκοπὸν, τὴν συντήρησιν καὶ ὑποστήριξιν μαθητῶν καὶ σχολείων; Τοῦτο δὲν λέγεται. Ἀλλ’ ἀπορίας ἄξιον, ὅτι παρενεβλήθησαν μεταξὺ τῶν κληροδοτημάτων αὐτῶν καὶ κληροδοτήματα ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τούτοις κρατοῦνται καὶ αὐτὰ ὑπ’ αὐτοῦ. Ἂν δὲ θέλητε νὰ μάθητε τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα παρεκρατήθησαν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ταῦτα ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ἀρκετὰ σπουδαῖον. Τούτων ἡ πρόσοδος ἀπὸ τοῦ 1870 ἕως τοῦ 1893 ἀνῆλθε, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Φανδρίδου, εἰς δραχ. 848,665 καὶ λεπτὰ 68, αἵτινες δὲν σημειοῦνται, ἂν καὶ ποῦ ἀδαπανήθησαν. Ἐν τῇ σημειώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας φέρεται μόνον, ὅτι τὸ σημερινὸν κεφάλαιον τῆς μερίδος «Διαφόρων» ἀνέρχεται εἰς δραχ. 336,000, ἤτοι 84 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ διασαφήσῃ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ταῦτα. Ἡ δαπάνη τῶν ἐσόδων τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας σχετίζεται μὲ τὴν κατάταξιν αὐτῶν, ἂν δηλ. ἀνήκουν νομίμως εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, καὶ ἂν εἶναι εἰδικὰ ἢ γενικά. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας κατέτασσεν ἄλλοτε εἰς γενικὰ καὶ εἰδικὰ τὰ κληροδοτήματα, θεωροῦν ὡς εἰδικὰ πάντα, ὅσα πρὶν σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ εἶναι τοιαῦτα πράγματι, ὡς τὰ τοῦ Βελλίου, Κρήτσκη, Σακελαρίου, Νεοφύτου καὶ Σοφίας Κβοστόβας, διότι εἶναι προσωπικά. Περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Βαρβάκη δὲν λέγεται τίποτε· ὡμίλησα ὅμως πρὸ μικροῦ. Ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐξηγήσῃ σπουδαιοτέρους λόγους, δι’ οὓς δὲν ἠκολούθησε τὴν κατάταξιν, ἣν ἐποιήσατο ἄλλοτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ τὴν ὁποίαν εὑρὼν ὁ νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1895 ἐδέχθη πρὸς κανονισμὸν τοῦ πόρου, ὅστις ἐκ κληροδοτημάτων ἤθελεν εἰσάγεσθαι εἰς τὸ Ταμεῖον πρὸς βοήθειαν ἀπόρων δήμων. Διότι, ἂν τὰ κληροδοτήματα ταῦτα ἦσαν μεταξὺ τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, κατὰ τὸν νόμον δὲν ἠδύνατο πλέον ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὰ διαθέσῃ ἄλλως. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας περιωρίζετο ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1895, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄνευ νέου νόμου νὰ μεταβάλῃ τὸν παλαιόν. Δὲν ἐξετάζω νῦν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς τὰ εἰσήγαγεν ὁ νόμος τοῦ 1895 εἰς τὸ Ταμεῖον ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι μᾶλλον ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν, ἐφ’ ὅσον ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, πρὸς βοήθειαν νέων ἐπὶ διαγωνισμῷ ἀποστελλομένων εἰς Εὐρώπην, ὅπου ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν εἰς ὡρισμένους ἐκπαιδευτικοὺς κλάδους ἐπιστήμονας καθηγητὰς, ἀντὶ νὰ διατίθηνται ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων. Ἀλλὰ σήμερον, ὡς ἔχει ὁ νόμος, πρέπει νὰ τὸν τηρῶμεν καὶ σεβώμεθα, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἰσχύει, τὰ κληροδοτήματα δὲν δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσι τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ νόμος ὥρισε. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἰδίως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἔχοντα τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ κληροδοτήματα ταῦτα εἶναι γενικὰ, νὰ δαπανᾷ ἐντὸς δύο ἐτῶν 800,000 δραχμάς. Ἐννοῶ, ὅτι ὁ νομοθέτης, ὅστις ἐνομοθέτει ταῦτα, ἐγνώριζε τὸ πρᾶγμα καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτον σολοικισμόν, νὰ ἀναγράψῃ δηλαδὴ εἰς τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου — ὅπερ καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς πόρους δὲν καθίσταται ἱκανὸν νὰ βοηθῇ τοὺς δήμους — ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἀνάξιον λόγου. Καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ καθορίσῃ πρὸς ἄλλους σκοπούς. Ἔλαβεν ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας αὐθαιρέτως τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, καὶ προέβη ἄνευ δικιώματος εἰς τὸν διακανονισμὸν ἀποστολῆς διὰ διαγωνισμοῦ ὑποτρόφων εἰς τὴν Ἑσπερίαν διὰ Διατάγματος. Ἐν τῷ Διατάγματι αὐτῷ προσέτι παρατηρῶ καί τινας ἄλλας ἐλλείψεις. Δὲν εὑρίσκω ἐπιτυχῆ, οὐχὶ τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Ἐκτελεῖ ἀποστολὴν ὑποτρόφων εἰς τὴν Ἑσπερίαν, πρῶτον πρὸς ἐκμάθησιν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καὶ φιλολογίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν μεθόδων ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ Σχολῇ τῶν Παρισίων, καὶ δεύτερον πρὸς ἐκπαίδευσιν καὶ πρακτικὴν ἐξάσκησιν εἰς τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ μαθήματα. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σκοποὺς, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅτι εἶναι σκοποὶ ἐπιβαλλόμενοι ἐκ τῶν ἀναγκῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις καὶ ἡ εἰδικὴ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν. Στερούμεθα καθηγητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως μεμορφωμένων ἐν τῇ σημερινῇ παιδαγωγικῇ καὶ κατόχων εἰδικῶν διὰ τὰς εἰδικὰς Σχολὰς, ἃς ἱδρύομεν, γνώσεων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν ὑποτρόφων αὐτῶν εἰς τὴν Ἀνωτάτην Σχολὴν, τὴν ἐκπαιδεύουσαν καθηγητὰς ἐν Γαλλίᾳ, δὲν θὰ φέρῃ τοὺς καρποὺς, οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπιδιώκει. Ὡς ἐὰν προῃσθάνθη, ὅτι αὐτοί, οὓς ἀποστέλλει, δὲν γνωρίζουσι τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, ὅπερ εἶναι ἀναπόφευκτον, ἀνέγραψεν ἐν τῷ Διατάγματι τοῦτο ὡς σκοπὸν ἐκπαιδεύσεως τῶν νέων, ἐνῷ πᾶν ἄλλο ἢ τοιοῦτος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ σκοπὸς, προκειμένου περὶ νέων, οἵτινες στέλλονται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Σχολὴν, τὴν μορφοῦσαν καθηγητὰς ἐν Παρισίοις, ὅπως μορφωθῶσι τοιοῦτοι, διότι ἐν τῇ École Normale Supérieure δὲν ἐκπαιδεύονται βεβαίως πρὸς ἐκμάθησιν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης. Τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν πρόδηλον, ὅτι τὴν κατέχουσιν ἐκ τῆς κατωτάτης καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, δι’ ὧν διῆλθον, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἀκόπως νὰ παρακολουθῶσι τὰ μαθήματα ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ εὐχερῶς νὰ παρασκευάζωνται εἰς καθηγητὰς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει μὲ τοὺς ἡμετέρους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐπιτυχὴς ἡ ἐκλογὴ τῆς Σχολῆς ταύτης τῶν Παρισίων, οὐχὶ διότι δὲν παρήγαγεν ἐξόχους πολλοὺς καθηγητὰς καὶ ἐπιστήμονας, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκεῖ μορφοῦνται σήμερον οἱ θέλοντες νὰ ἐξασκήσωσι τοῦ καθηγητοῦ τὸ ἔργον ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει. Ἡ Σχολὴ αὕτη ἱδρύθη πραγματικῶς, ὅπως μορφώνῃ καθηγητὰς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· ἀλλ’ ὡς πάντες ὁμολογοῦσιν, ἐγκατέλιπε πλέον τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ ἐνῷ ἐξέρχονται ἄριστοι ἐπιστήμονες ἐκ τῆς Σχολῆς, δὲν ἐξέρχονται ὅμως καθηγηταὶ, κατέχοντες τὰς εἰδικὰς γνώσεις καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἄσκησιν διὰ τὸ ἔργον τοῦ καθηγητοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Περὶ τούτου αὐτὴ ἡ Γαλλία ἀπεφάνθη γνώμην ἐν τῇ τελευταίᾳ κοινοβουλευτικῇ ἀνακρίσει, ἣν διεξήγαγε περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δι’ ἐπιτροπῆς, ἣν ἐμνημόνευσε πρό τινων ἡμερῶν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας. Ἐν αὐτῇ σχεδὸν πάντες οἱ ἐξετασθέντες εἰδικοὶ ἄνδρες ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ δὲν διδάσκονται καὶ ἐφαρμόζονται αἱ μέθοδοι καὶ αἱ ἐργασίαι, δι’ ὧν καταρτίζονται καλοὶ καθηγηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· καταρτίζονται δόκιμοι ἐπιστήμονες, ἀλλὰ δὲν κατέχουσι τοὺς τρόπους τῆς διδασκαλίας, οὓς ἀπαιτεῖ ἡ παιδαγωγικὴ, ἡ ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τῆς μέσης ἐπαιδεύσεως. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ζητῶν νὰ μάθῃ, ποῦ ἔπρεπε ν’ ἀποστείλῃ νέους Ἕλληνας, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, οἵα πρέπει νὰ γίνεται ἐπὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐν τῇ École Normale Supérieure δὲν διδάσκεται, οὐδ’ ἐφαρμόζεται ἡ παιδαγωγική. Ἀληθὲς, ὅτι τοῦτο ἐζήτησαν πάντες σχεδὸν, ὅσοι ἀνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, ἐν Γαλλίᾳ· ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τοιαύτη διδασκαλία δὲν γίνεται ἐκεῖ. Πρὸς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἀναγνώσω περικοπὰς τῶν καταθέσεων αὐτῶν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ περισσότερον νὰ σᾶς ἀπασχολῶ. Ὅταν βλέπητε αὐτοὺς τοὺς Γάλλους ζητοῦντας ἐν τῇ πατρίδι των νὰ ἱδρυθῇ τοιοῦτον ἵδρυμα, πρὸς μόρφωσιν καθηγητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τί περισσότερον θέλετε; Ὅταν ἔχωμεν γνώμας αὐτῶν τῶν Γάλλων, οἵτινες θεωροῦσι τὴν Σχολὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐπιστεύσαμεν, ὅτι μορφοῦνται καθηγηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀνεπαρκῆ, καὶ ζητοῦσι νὰ μεταβληθῶσι τὰ τῆς Σχολῆς, ὅτι πρέπει ἰδίως νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἄσκησις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διδασκαλίας ἐν τοῖς Λυκείοις, διότι αὕτη σήμερον γίνεται μόνον ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν, ὅτι ἡ École Normale Supérieure εἶναι ἡ καταλληλοτέρα Σχολὴ, καὶ ὅτι καλῶς τὴν ἐξελέξαμεν. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ ὑπότροφοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔπρεπε νὰ κατέχωσιν ἐντελῶς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἀνωτέραν αὐτὴν Σχολὴν τῶν Παρισίων, τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἀπαιτεῖται, ἀλλὰ θεωρεῖται καὶ περιττὸν ἐν τῷ διαγωνισμῷ, διότι τὸ Διάταγμα ῥητῶς λέγει, ὅτι στέλλονται κυρίως διὰ νὰ σπουδάσωσι τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ αὐτῷ Διδασκαλείῳ. Πῶς λοιπὸν οὐ μόνον θὰ παρακολουθήσωσι λυσιτελῶς τὰ μαθήματα, ἀλλὰ πῶς πρὸ πάντων θὰ δύνανται νὰ μετέχωσι τῶν ἀσκήσεων καὶ νὰ διδάξωσιν εἰς Λύκεια, ἀγνοοῦντες τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν; Δὲν πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς θέλει ἐπιτύχει ὅσον δεῖ· ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι νέοι μεμορφωμένοι, στελλόμενοι ἐκεῖ, καὶ μένοντες ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν γνωρίζωσι τὰ Γαλλικὰ, θ’ ἀποκομίσωσι χρησιμότητά τινα. Ἀλλὰ μήπως ἐρχόμενοι εἶναι ἐξησφαλισμένον ἐκ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι θέλουσι χρησιμοποιήσει εἰς τὰ ἡμέτερα σχολεῖα τὰς σπουδὰς αὐτῶν καὶ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας μετὰ μακρὰς σπουδὰς ὁπωσδήποτε ἀπεκόμισαν; Οὐδαμῶς. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ μαθητὴς, ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὰς Σχολὰς αὐτὰς, καὶ συνήθως ὡς οἰκότροφος, ὑποχρεοῦται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπαιδεύσει ἐπὶ δεκαετίαν. Τὸ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἀπαιτήσῃ τις καὶ ἐπὶ τῶν ὑποτρόφων, οὓς ἀποστέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι καὶ οὗτοι συντηροῦνται καὶ ἐκπαιδεύονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δαπάναις τοῦ Κράτους, καὶ ὤφειλον ἐπανερχόμενοι νὰ ὑπηρετῶσιν ἔτη τινὰ ὑποχρεωτικῶς, ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπαιδεύσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀγνοῶ διατὶ, περιώρισε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τρία ἔτη, δηλαδὴ τόσον, ὅσος εἶναι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐν Εὐρώπῃ. Οὐδὲ ἀπῄτησε τοὐλάχιστον, ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὕτη προσφέρηται ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπαιδεύσει, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Οὕτω τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἐπανερχόμενοι οἱ κύριοι οὗτοι, ἀντὶ ὑποχρεωτικῶς νὰ διδάξωσιν ἐν τοῖς ἱδρύμασι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐν ᾗ ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ δι’ ἣν ἐπέμψαμεν αὐτοὺς εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ μὴ διδάξωσι. Δύνανται νὰ εὕρωσιν Ὑπουργὸν φίλον, ὅστις νὰ δεχθῇ, ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς δημοσίαν τινὰ ἄλλην ὑπηρεσίαν, νὰ γείνωσι π. χ. Νομάρχαι, ἢ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ θὰ ἔλθωσι μάλιστα μὲ τὸν ἀέρα ἀνθρώπων ἀνωτέρας μορφώσεως, ὀρεγομένων, ἀντὶ τῶν Γυμνασίων, τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἄξιοι ὡς καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ σκοπὸς τῆς ὑποτροφίας των ἀπέτυχε. Καὶ ἂν δὲν ὑπωπτεύθη τοιοῦτόν τι ὁ Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐὰν ἐκτελέσωσι, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ θεωρήσῃ αὐτοὺς παραβάτας τῶν συντεθειμένων. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε σαφῶς νὰ ὁρίσῃ ὡς ὑποχρεωτικὴν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπαιδεύσει μετὰ τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἔλλειψιν παρατηρῶ ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ. Λέγει ἐν ἄρθρῳ 11, ἐν τέλει: «Οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὀφείλουσι ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν κληροδοτημάτων τὰ χάριν αὐτῶν δαπανηθέντα. Τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἀπαλλάσσονται οἱ μὴ διοριζόμενοι ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπανόδου αὐτῶν». Ἑπομένως, ἐὰν οἱ ὑπότροφοι αὐτοὶ ἐπανέλθωσι, καὶ ἐντὸς τριῶν μηνῶν δὲν τοποθετηθῶσιν εἰς τινα θέσιν, οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ὑποχρέωσιν. Ἐξεπαιδεύθησαν μὲν δαπάναις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος! Ἀλλ’ ἀφοῦ τοὺς ἐξεπαιδεύσαμεν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς καθηγηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἔπρεπε διὰ παντὸς τρόπου νὰ τοὺς κρατῶμεν ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂν δὲν διορισθῶσιν ἐντὸς τριῶν μηνῶν, ἀπαλλάσσονται πάσης ὑποχρεώσεως, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εὗρον ἄλλην θέσιν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν τηρήσωσι τὰς ὑποσχέσεις των, ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως ἐπιστραφῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος; Ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν περὶ τούτου ἔλαβε πρόνοιαν, ἐνῷ συνήθως ἐν ὁμοίαις περιπτώσεσι λαμβάνεται. Ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ν’ ἀποδώσωσιν αὐτά; Ὑπέγραψαν συμβόλαιον, ἢ αὐτοὶ, ἂν ἦναι ἐνήλικοι, ἢ οἱ γονεῖς ἢ ἄλλοι, οἵτινες ὑπὲρ αὐτῶν ἐγγυῶνται, ὥστε μίαν ἡμέραν νὰ δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ἐπιστροφῆς τῶν δαπανηθέντων, ἀπαιτοῦντες παρὰ τῶν ἐγγυητῶν τοὐλάχιστον νὰ ἐπιστρέψωσι τὰ χρήματα; Πολλάκις ἀνέγνωσα εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ὅτι ὑπεχρεώθη ἢ αὐτὸς ὁ ὑπότροφος, ἢ οἱ συγγενεῖς αὐτοῦ, νὰ ὑπογράψωσι συμβόλαιον, ἐν ᾧ ῥητῶς ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ, ὅτι, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τῶν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν κληροδοτημάτων καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνέλαβε καὶ ὑπέχει βαρείας εὐθύνας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς παραβὰς τοὺς νόμους καὶ τὰς διατάξεις τῶν διαθηκῶν.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.)
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§120Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῆς τάξεως. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ διακόπτῃ τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν 8ην, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ αὐτὴν κατὰ τὴν 9ην. Ἐγὼ προθύμως θέλω ἀκολουθήσει τὴν τάξιν ταύτην· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θέσω ἕνα ὅρον, ὃν θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ ὅστις ἀποβλέπει εἰς τὸν πραγματικὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ἡ Βουλὴ, ἀποφασίσασα καὶ ἐν νυκτὶ νὰ συνεδριάζῃ. Ἀπὸ πολλοῦ ἐξακολουθοῦμεν ἐργαζόμενοι, ἐν τούτοις ἡ ἡμερησία διάταξις ἀδιακόπως αὐξάνει, καὶ δὲν ἐξαντλεῖται. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤκουσα, ἡ ἡμερησία διάταξις ἀνάγεται καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Ἤθελον παρακαλέσει, ἐπειδὴ διῃρέσαμεν τὴν συνεδρίασιν εἰς δύο τμήματα, νὰ διαιρέσωμεν καὶ τὰς ἐργασίας. Προτείνω δὲ, μέχρι μὲν τῆς 8ης ὥρας νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, μετὰ δὲ τὴν 9ην νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐὰν μείνωσιν ἐκκρεμεῖς ἐπερωτήσεις, ἂς ἐπαναλαμβάνωνται τὴν ἑπομένην. Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἔρχωμαι, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν πρόκηται ν’ ἀκούω ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ μὴ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, μὴ συντελῶν εἰς ψήφισιν νόμων, δὲν ἐννοῶ νὰ ἔλθω. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ γνώμη μου δὲν γείνῃ δεκτή, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά· διότι ἄλλως οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν.
§121Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν.
§122Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι, νὰ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις ποῖα νομοσχέδια θεωρεῖ προτιμητέα.
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα, ὅτι σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως τινὰ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ψηφισθῶσιν. Ἐκ τῶν προτέρων ὅμως προσδιορισμὸς εἶναι ἀδύνατος, διότι θὰ γείνῃ συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζομεν ποίας διαστάσεις θέλει λάβει. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ ἑξῆς· νὰ προβῶμεν εἰς τὰ νομοσχέδια, καὶ ἂν γεννηθῇ σπουδαία ἀντίρρησις κατά τινος τούτων, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ κατόπιν. Νομίζω, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ν’ ἀρχίσωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἡ Βουλὴ παριστᾷ ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν θέαμα ἥκιστα κοινοβουλευτικόν· αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων παρατείνονται μέχρι τῆς 10ης, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι δυνατὸν ἐνίοτε νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεων ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ νὰ καθιερωθῇ τοῦτο ὡς ἀρχή, ὡς γίνεται κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, δέν μοι φαίνεται ὀρθόν. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἡ παραμονὴ τῶν Βουλευτῶν ἐν Ἀθήναις ἐπὶ πολύ, διότι ἔχουσι καὶ οἰκογενειακὰ ἢ ἀτομικὰ συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ σκεφθῶσι. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, καίτοι διανύομεν ἤδη τὸν τρίτον μῆνα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, καίτοι εἰργάσθημεν ἐπὶ τοσαύτας ὥρας καθ’ ἑκάστην, ὅσας οὐδεμία ἴσως Βουλή, ἐλαχίστην ἐργασίαν νομοθετικὴν διεξηγάγομεν. Ἄλλως δὲ, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἀναγκαῖα καὶ ἐπωφελῆ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅσοι σκοποῦσιν ἀκόμη νὰ ἐξακολουθήσωσι συζητοῦντες ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ν’ ἀναβάλωσι δι’ αὔριον, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς ἐρωτήσεις, ἃς προετιθέμην νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον αἱ πλεῖσται ἀναφέρονται πρὸς τὸν ἀπόντα Ὑπουργόν· ἀλλὰ ὀφείλω, πρὶν ἢ καταθέσω ἔγγραφά τινα ἐνταῦθα, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ παρουσιάζει τοὺς καρπούς, οὓς ἠθέλησεν ἡ πλειονοψηφία νὰ παρουσιάσῃ. Ἂν ἐκαρποφόρησεν ἐπαρκῶς ἡ ἐργασία τῆς Συνόδου ταύτης, ἐγὼ ἀγνοῶ βεβαίως. Λόγος τῆς ἀνεπαρκείας, ἐὰν ὑπάρχῃ, εἶναι, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν ἤθελε νὰ καρποφορήσῃ περισσότερον. Ἡ πλειονοψηφία ἐπέμεινεν εἰς ὡρισμένας ἀξιώσεις, εἰς ἀξιώσεις προτάσεων ψηφιστέων πρὸ τῶν ἑορτῶν, καὶ εἰς ὅ,τι ἐπέμεινε, τοῦτο ἐψηφίσθη, καὶ ἐψηφίσθη μάλιστα κατὰ τρόπον περίεργον, τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ ἔτους, διότι διήρκεσε μία συνεδρίασις δύο ὁλοκλήρους ἡμέρας, μεταβαλλομένου καὶ αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν· κατωρθώσαμεν δὲ, ἵνα ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μεταξὺ τὰς ἐπερωτήσεις, νὰ συνεχίσωμεν τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 καὶ τῆς 30 Δεκεμβρίου μέχρι βαθείας νυκτός. Ὅ,τι ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶν ὅ,τι μετ’ ἐπιμονῆς ἐζήτησεν, ὅσον καὶ ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠγωνίσθη, ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε. Διὰ τὶ δὲ παραπονεῖται; Παραπονεῖται διότι δὲν προβαίνουσιν αἱ ἐργασίαι. Καὶ τίς πταίει; Ποία ἡ πρᾶξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἐπέφερε βραδύτητα; Αἱ συζητήσεις κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς Βουλῆς παρατείνονται, παρατείνονται δὲ μάλιστα ἐπὶ θεμάτων, ἅτινα λαμβάνουσι καὶ ἀκαδημαϊκὸν χαρακτῆρα. Ἀλλ’ εἰς τὴν παράτασιν συντελοῦσι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας. Ὥστε βεβαίως, ἂν προσκόπτῃ ἡ ἐργασία, ἂν προβαίνῃ βραδέως, βεβαίως τὸ ἔλασσον τμῆμα τῆς Βουλῆς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι παραίτιος. Τούτου ἅπαξ ἐξηγηθέντος, ἐγὼ προσωπικῶς οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ μὴ ἐπιμείνω, καὶ νὰ ἀναβάλω εἰς αὔριον ὅ,τι ἤθελον σήμερον νὰ εἴπω. Ἀλλὰ βεβαίως δέν μοι φαίνεται ἡ ὥρα κατάλληλος νὰ κανονίσωμεν ἀπόψε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἔργα, ὡς προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν· ἀλλ’ αὔριον, ὅταν ἔλθωμεν, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποδείξῃ, τί κατὰ προτίμησιν θέλει νὰ ψηφισθῇ, καὶ νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς, ποίαν συνδρομὴν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καταθέτω, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐρωτήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ σχολεῖα, ἅτινα ἐζήτησε νὰ διατυπώσω ὡρισμένως, καὶ ἅτινα, ἵνα μὴ παρέρχηται ἡ ὥρα, δὲν ἀναγινώσκω. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, μετὰ τῆς ἀναφορᾶς τῶν συντεχνιῶν νὰ κατατάξῃ καὶ ταῦτα δι’ αὔριον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τινὰς πληροφορίας περὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς παραφυάδας τῶν τιμαρίων, περὶ οὗ ὡμίλησα, καὶ παρεκάλεσα νὰ ἐξετασθῇ ἐνδελεχέστερον.
§125Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Περὶ τοῦ τελευταίου θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ.
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νόμου πάντοτε θὰ διορθωθῇ. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι τὸ μόνον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον περιέχει αὐτὸς ὁ νόμος, εἶναι, ὅτι παρελείφθη ἴσως ἡ διάταξις, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον εἶναι ἁρμόδιον, ἵνα δικάσῃ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς, διότι δύναται νὰ θέσῃ τοὺς ἔχοντας παραφυάδας εἰς καλλιτέραν θέσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ τιμάριον. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ τιμάριον, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶσι τὴν ἐκτίμησιν τὴν γενομένην παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ τίμημα αὐτὸ δὲν θεωρεῖται παρ’ αὐτῶν ἐπαρκές, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνεκκλήτως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ. Διὰ τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως ταύτης ὑπάρχει ἀνάγκη ὑποβολῆς νομοσχεδίου.
§127Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πόθεν θ’ ἀποζημιωθῶσι;
§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι εὐκολώτερον. Διότι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ μεριδίου τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπήν, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Ἐφετεῖον ἀποφασίσῃ, ὅτι χρεωστεῖται ἀνώτερον ποσόν...
§129Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θέλετε μεριμνήσει περὶ τούτου, κ. Πρόεδρε, καταλλήλως. Ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§130ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀντωνιάδου, δι’ ὅσα κατήγγειλα προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ ὅσα γνωρίζει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§131Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διετάχθη ἡ προφυλάκισις τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἀνάκρισις, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἀναγγείλω εὐθὺς ὡς λάβω αὐτό.
§132Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ, εὐθὺς ὡς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, προσεκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἐζήτησα πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν προχθὲς προφορικῶς τε καὶ ἐγγράφως, εἶναι, ὅτι, γενομένης συμπλοκῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος, ὁ ἀρχιφύλαξ τῷ ὄντι παρέβη τὸ καθῆκόν του, διότι παρεξετράπη εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τῷ ἐπετρέποντο, καθ’ ἑνὸς ὑποδίκου, ὁ ὁποῖος ἀνεμίχθη εἰς τὴν συμπλοκήν. Τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς θὰ τιμωρηθῇ.
§133ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπληροφορήθητε βεβαίως, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πράγματι ὁ πολίτης ἐκεῖνος ἐδεσμεύθη ἐπὶ δένδρου, καὶ ἐδάρη ἀνηλεῶς.
§134Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα· προσεκάλεσε τὸν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωσε τὰς αἰκίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ ὑπόδικος αὐτός, καὶ πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀνάγκη νὰ βεβαιώσῃ καὶ πιστοποιήσῃ τὴν πρᾶξιν, ἐξετέλεσεν ὁ Εἰσαγγελεύς.
§135ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§136ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κατὰ Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν, ἐν εἴδει διαμαρτυρίας, τοῦ Σωματείου «Ἀδελφότης Μαρμαρογλύφων». Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τότε τὴν καλωσύνην, ἐπὶ τῇ συστάσει μου ἐκείνῃ, νὰ εἴπῃ, ὅτι «τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ σπουδαιότατον, διότι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ συμφέροντα τῶν Μονῶν Πεντέλης καὶ Ἀσωμάτων ὑπὲρ τῆς πολυετοῦς ἐκμισθώσεως τῶν λατομείων μαρμάρων, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄλλα ἐπικρατέστερα συμφέροντα»· ἐδήλωσε δ’ ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν διαμαρτυρίαν καὶ τὰς εὐλόγους παραστάσεις μου, καὶ θὰ ἐρευνήσῃ μετὰ προσοχῆς τὸ ζήτημα. Κατόπιν, τὸν Ἰούλιον, τὸ Σωματεῖον τῶν μαρμαρογλύφων ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, μετὰ πολλῆς φιλοφροσύνης δεχθεὶς αὐτοὺς, τοῖς ἐπανέλαβε καὶ πάλιν, ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα σπουδαιότατον, καὶ ὅτι θὰ φροντίσῃ, ἵνα τὰ παράπονά των σὺν τῇ ἐξετάσει τύχωσι δικαίας ἱκανοποιήσεως. Ἔκτοτε παρῆλθον ἕξ ὅλοι μῆνες, καὶ τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς, καὶ ὡς σπάθη τοῦ Δημοκλέους κρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν μαρμαρογλύφων, δηλαδὴ ὅλων τῶν ἐργαζομένων τὰ μάρμαρα, ἡ πολυετὴς αὕτη μίσθωσις, ἡ ὁποία τείνει νὰ γείνῃ ἓν εἶδος μονοπωλίου. Ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ συναγωνισμοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ κοινὸν ἀντελήφθησαν ἐσχάτως, ὅτε ἐγένετο ἡ δημοπρασία διὰ τὴν ἀναμαρμάρωσιν τοῦ Σταδίου. Τὰ 7% περίπου, τὰ ὁποῖα εἶχον προσενεχθῆ τὸ πρῶτον ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ, ἔφθασεν εἰς τὰ 21%· τοῦτο δὲ, ἐννοεῖται, ἔγεινε, διότι ὑπῆρχε συναγωνισμός. Ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε κατὰ τὸν Μάρτιον, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ δώσῃ ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι τὸ Σωματεῖον αὐτὸ φοβεῖται, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν ἐνώπιον νέας, οὐχὶ πλέον μονομεροῦς, ἀλλὰ γενικῆς, πολυετοῦς ἐνοικιάσεως καὶ τῶν ὑπολοίπων λατομείων, ὥστε νὰ καταντήσῃ τὸ ζήτημα μονοπώλιον.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι, ὅτε ἀπηυθύνθη εἰς ἐμὲ ἡ ἐρώτησις, ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἡ πολυετὴς μίσθωσις τῶν λατομείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον μισθωθῆ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ περὶ αὐτῆς ἐγὼ ὡμίλησα, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ ἡ πολυετὴς μίσθωσις, καὶ πράγματι δὲν ἐγένετο πολυετὴς μίσθωσις τῶν μαρμάρων ἐκείνων. Ἑπομένως δὲν ἠξεύρω ποία ἐνέργεια τώρα εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἐκείνης τοῦ νὰ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἔγκρισιν πολυετοῦς μισθώσεως τῶν μαρμάρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παλαιὰν μίσθωσιν, τὴν πολυετῆ, τὴν γενομένην πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γείνῃ τίποτε, διότι τὸ συμβόλαιον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀνάκλησις τῆς δοθείσης ἐγκρίσεως. Ἑπομένως δὲν βλέπω ποῖα μέτρα δύναται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ οὐδεμίαν βλέπει ἀπειλὴν ἐκ μέρους τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς Μονῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν σκέπτωνται, ἵνα τοιοῦτο μέτρον μετέλθωσι, τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς.
§138ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν θέλω, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον, ἕνεκα τῆς ὥρας. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μόνον τὸ ἑξῆς. Νομίζω, ὅτι ἐπεδόθη ὑμῖν κατὰ τὸν Ἰούλιον ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ Σωματείου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκτίθενται λεπτομερῶς τὰ τοῦ ζητήματος. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον μέρος, τὸ τῆς ἀνακλήσεως τῆς πρώτης ἐνοικιάσεως, δὲν θέλω νὰ ἐπηρεάσω τὴν γνώμην σας· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος, δύνασθε νὰ κάμητέ τι, διότι τὸ Σωματεῖον αὐτὸ ζητεῖ νὰ ἐκτεθῇ εἰς τμηματικὴν ἐνοικίασιν, κατὰ μέρη, τὸ λατομεῖον, ὥστε πλείονες τοῦ ἑνὸς νὰ δύνανται, ὅπως καὶ ἄλλοτε, νὰ ἐνοικιάσωσι.
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἡ αἴτησις αὐτῶν τότε ἦτο, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ μίσθωσις ἡ πολυετὴς, καὶ πράγματι δὲν ἐπετράπη. Τώρα λέγετε, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα γείνωσι τμηματικαὶ δημοπρασίαι. Θὰ ἐξετάσω καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§140Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μεταβὰς ἐσχάτως εἰς Σῦρον καὶ Μύκονον, παρεκλήθην παρὰ πολλῶν χωρικῶν τῶν δήμων Ἑρμουπόλεως, Σύρου καὶ Μυκόνου νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀμπέλων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ θέσῃ μεταξὺ τῶν πρώτων τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§141ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Γνωρίζομεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἔπαυσαν τὰ μαρτύρια τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκων, καὶ κατηργήθησαν αἱ ποιναὶ τῆς μαστιγώσεως καὶ τοῦ κνούτου. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη τοιαῦται βάρβαροι ποιναὶ ἐφαρμοζόμεναι, παρὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος. Μοὶ γράφουσιν ἐκ τῶν φυλακῶν Ρίου, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, ἡμέραν γενικῆς χαρᾶς, οἱ κατάδικοι ηὐθύμησαν καὶ ἐθορύβουν. Τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὰ δωμάτια τῶν φυλακῶν ὁ φρούραρχος λοχαγὸς κ. Κίτσος, καὶ νὰ ἐπετεθῇ ἀγρίως κατὰ τῶν φυλακισμένων, τοὺς ὁποίους ἐξύλισεν ἀνηλεῶς, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν ἠσθένησαν. Καταγγέλλων τὴν ἔκτροπον ταύτην πρᾶξιν τοῦ κ. φρουράρχου τῶν φυλακῶν Ρίου, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξωσιν αὐστηρὰς ἀνακρίσεις περὶ τῆς ἐκτρόπου ταύτης πράξεως, καὶ νὰ τιμωρήσωσι τὸν δράστην αὐτῆς· νὰ συστήσωσι δὲ εἰς πάσας τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, τὰς φρουρούσας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, νὰ φέρωνται ἀνθρωπινώτερον πρὸς τοὺς φυλακισμένους, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι.
§142Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαικαιοσύνης). Μάλιστα. Ἀμέσως αὔριον τηλεγραφικῶς θὰ διατάξω ἀνακρίσεις.
§143Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκε τῇ αἰτήσει μου τὴν ἔκθεσιν ἐξελέγξεως τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἣν εἶχεν ἐνεργήσει, ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργείου, ὁ τότε ἐλεγκτὴς Λεωνίδας Σταυράκης. Ἀλλ’ ἐκ τῆς κατατεθείσης ἐκθέσεως ἀπεσπάσθησαν μερικοὶ πίνακες, οἱ ὁποῖοι δι’ ἐμὲ εἶναι πολὺ ἐνδιαφέροντες. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσι καὶ οἱ πίνακες οὗτοι.
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας γίνεται λόγος μόνον περὶ ἐκθέσεως, κατέθεσα τὴν ἔκθεσιν. Τώρα λέγετε, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πίνακες. Θὰ ζητήσω καὶ τοὺς πίνακας, καὶ θὰ καταθέσω αὐτούς.
§145Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι συνημμένως ὑποβάλλονται καὶ πίνακες.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐκθέσει γίνεται ἀνακεφαλαίωσις τῶν πινάκων, ἐνόμισα ὅτι δὲν εἴχετε ἀνάγκην αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ φέρω τοὺς πίνακας.
§147Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1894 ὅμως ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἔκθεσις, προηγουμένη, ἡ ὁποία, ὡς λέγει ὁ κ. Σταυράκης, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
§148ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθην κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, περὶ τῶν κληροδοτημάτων, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 203). Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§150Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ ἐγγράφως ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀπευθύνω. Προσθέτω ὅμως τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον νὰ προσκομίσῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄλλως πολὺ εὔκολοι.
§151ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πολὺ εὐχαρίστως.
§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§153Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἱεροδιακόνων τῆς ἐν Σαλαμῖνι ἱερᾶς Μονῆς τῆς Φανερωμένης Κοσμᾶ Κοζῆ καὶ Μελετίου Χρυσοχοΐδου καὶ περὶ τοῦ μοναχοῦ Λεοντίου Δημητρίου, ὧν διετάχθη ἡ διαγραφὴ καὶ ἀποβολὴ ἐκ τῆς Μονῆς, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, παρὰ τίνος διετάχθη, καὶ ἕνεκα τίνος λόγου καὶ δυνάμει τίνος κανόνος, νόμου ἢ Β. Διατάγματος ἐγένετο αὕτη.
§154Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἐκ Σμύρνης ἐπιστολὴν παρὰ φίλων μου δικηγόρων, ὡς καὶ δύο ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐκεῖ γραμματέως τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου. Φαίνεται ὅτι ἡ ἀπόλυσις αὕτη, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 32 ἔτη ὑπηρέτησε καὶ ἐθεωρεῖτο, εἶναι δὲ καὶ πράγματι, ἐντιμότατος καὶ χρηστότατος καὶ λίαν πεπειραμένος ὑπάλληλος, τοιαύτην ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν ἐν Σμύρνῃ, ὥστε ἐξηγέρθη ὁλόκληρον τὸ δικηγορικὸν Σῶμα τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προξενικοῦ Δικαστηρίου ἐναντίον τῆς τοιαύτης ἀπολύσεως, προέβη δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς ἐνέργειαν, ὅπως ἐπαναφέρῃ τοῦτον εἰς τὴν θέσιν, καὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Γενικὸν Πρόξενον, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ αὐτὸν νὰ διαβιβάσῃ τὴν παράκλησιν τῶν δικηγόρων ἐν Σμύρνῃ, ὅπως ἀναδιορισθῇ ὁ ὑπάλληλος οὗτος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, φαίνεται, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι εὐχερές, δὲν εἶναι δηλ. δυνατὸν νὰ διορισθῇ ἀμέσως ὁ δικαστικὸς οὗτος ὑπάλληλος, οἱ δικηγόροι προέβησαν εἰς σύνταξιν πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «αʹ) Νὰ μὴ συμπράξωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου, μηδὲ νὰ παραστῶμεν ἐν δημοσίᾳ αὐτοῦ συνεδρίᾳ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα πληρεξουσίου τῶν διαδίκων, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἀπαιτεῖται, ἵνα ἡ Σεβ. Κυβέρνησις, λαβοῦσα γνῶσιν τῶν πρὸς αὐτὴν παρακλήσεων ἡμῶν πρὸς ἀναδιορισμὸν τοῦ Δημητρίου Σέμση, ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἐπ’ αὐτῶν. βʹ) Νὰ ἐπιδοθῇ ὑπὸ τοῦ καταρτισθέντος Προεδρείου, συγκειμένου ἐκ τῶν κ.κ. Ι. Μητροπούλου, Φ. Πολυδώρου καὶ Ἀνδρέου Σιμητοπούλου, γραμματεύοντος τοῦ κ. Π. Φωτιάδου, ἡ αὐθωρεὶ ἐνταῦθα συνταχθεῖσα ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν ἀναφορὰ πρὸς τὸν Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος. γʹ) Ν’ ἀποσταλῇ τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, παρακαλούμενον νὰ συνηγορήσῃ παρὰ τῷ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργῷ διὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα. δʹ) Τὸ ἐκλεχθὲν Προεδρεῖον ν’ ἀναθέσῃ τῷ ἐν Ἀθήναις Προέδρῳ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου κ. Ἔσλιν νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν ἀνωτέρω εὐχῶν ἐν ἀνάγκῃ. εʹ) Πᾶσα κατεπείγουσα ὑπηρεσία, ἐκτὸς τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου, τῶν κ.κ. δικηγόρων θέλει κανονίζεσθαι μεταξὺ τῶν διαφερομένων δικηγόρων, οἵτινες ἐν ἀσυμφωνίᾳ ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προεδρείου.» Ἕπονται δὲ 45 ὑπογραφαὶ τῶν δικηγόρων· ἤτοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι πάντες οἱ δικηγόροι Σμύρνης, οἵτινες καὶ κατήρτισαν ἓν Προεδρεῖον ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων δικηγόρων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέθεσαν νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ συστήσῃ τὸν ἐκ νέου διορισμὸν τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου. Ἐκ τούτων ὅλων κατανοεῖτε, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, καὶ ὁποίας ἐμπιστοσύνης ἀπολαμβάνει οὗτος παρὰ τῷ δικηγορικῷ κόσμῳ τῆς μεγάλης ἐκείνης καὶ Ἑλληνικωτάτης πόλεως.
§155Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον βαθμὸν εἶχε;
§156Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἦτο ὑπογραμματεύς.
§157Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ ἕνα ὑπογραμματέα χαλᾷ ἐκεῖ ὁ κόσμος!
§158Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν ὁ βαθμὸς, ἀλλὰ ἡ χρησιμότης αὐτοῦ. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀπελάμβανε τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἐν Σμύρνῃ· καθ’ ἃ δὲ μοὶ γράφουν, δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀναπληρωθῇ παρ’ ἄλλου εὐχερῶς ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου, καὶ διὰ τοῦτο διετυπώθη καὶ ἡ παράκλησις, ἵνα διορισθῇ ἐκ νέου ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος. Βεβαίως δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὡς αὔθαδες, ἀπευθυνόμενον ἐν εἴδει τελεσιγράφου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ἡ δὲ ἀπειλὴ, ὅτι δὲν θὰ παρασταθῶσιν οὗτοι εἰς τὸ Δικαστήριον, ὡς δικηγόροι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπαναδιορισθῇ ὁ εἰρημένος ὑπάλληλος, ἠδύνατο καὶ νὰ λείψῃ, χωρὶς παντάπασι νὰ ζημιωθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἣν ὑποστηρίζουν. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅτι, διὰ ν’ ἀπευθύνωνται χάριν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ τοιαῦτα ἔγγραφα, σημαίνει, ὅτι ἦτο χρησιμώτατος, ὑπῆρχε δὲ πλήρης πεποίθησις περὶ τῆς ἐντιμότητος καὶ ἱκανότητος αὐτοῦ.
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὀνομάζεται;
§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δημήτριος Σέμσης. Μοὶ ἐγνώσθη, ὅτι ἐπαύθη οὗτος διότι κατηργεῖτο μία θέσις ὑπογραμματέως· προετιμήθη δὲ εἰς τὴν ἀπόλυσιν οὗτος, διότι εἶχε συμπεπληρωμένην τὴν σύνταξίν του, καὶ ἐκρίθη ὡς ἄδικον νὰ παυθῇ ἕτερος, μὴ ἔχων ἐξησφαλισμένην σύνταξιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρὰ δικαιολόγησις, διότι ἠμποροῦσεν ἄλλος νὰ μὴ ἔχῃ μὲν συμπεπληρωμένην τὴν σύνταξιν, νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ ὅμως καὶ πλήρους τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Δικηγορικοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ν’ ἀπολυθῇ ὑπάλληλος οὕτως ἀνεγνωρισμένης ἐμπιστοσύνης καὶ πείρας, τοῦτο δεικνύει, ὅτι δὲν ἐδόθη ἀπὸ μέρους τοῦ Γενικοῦ Προξένου ἡ δέουσα προσοχή. Θεωρῶ δὲ καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις τῶν δικηγόρων τῆς Σμύρνης, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν προσήκει νὰ προσκρούωμεν εἰς τὰς ἀξιώσεις εἴτε Σωμάτων, εἴτε κοινοτήτων, παύοντες ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουσι τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης καὶ ὑπολήψεως αὐτῶν, διότι τότε θὰ ἔχωμεν τὰ τοιαῦτα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, καὶ τὰ ὁποῖα παντὶ τρόπῳ δέον ν’ ἀποφεύγωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅπου ἄλλους ἔχομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν σκοποὺς, καὶ ὅπου δέον νὰ μὴ φύηται οὐδεμία δυσαρέσκεια μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν.
§161Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παξῶν, ὅστις μετὰ πολλῆς φιλοτιμίας εἰργάσθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸν νέον προξενικὸν νόμον, γινώσκει, ὅτι ἐν Σμύρνῃ, ἔνθα δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου ὑπῆρχον τέσσαρες γραφεῖς, ἤδη δυνάμει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου, ὑπάρχουσι μόνον τρεῖς θέσεις γραφέων. Ὅπως συμμορφωθῇ ὁ Πρόξενος πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν, ἠναγκάσθη νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν ἑνὸς τῶν τεσσάρων γραφέων, καὶ προέτεινε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ γραφέως Σέμση. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, εἰμὴ νὰ ἀπολύσῃ τὸν γραφέα, κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ Προξένου. Ἤδη, διὰ νὰ ἐπαναδιορισθῇ ὁ γραφεὺς αὐτὸς, πρέπει νὰ νομοθετηθῇ θέσις γραφέως. Ἐν ὅσῳ δὲ τοῦτο δὲν γίνεται, κατ’ ἀνάγκην ὁ ἀπολυθεὶς γραφεὺς θὰ μένῃ ἄνευ θέσεως.
§162Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶν αὐτὸν «νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ πίνακα τῶν κληροδοτημάτων τῶν ὑπὸ τῶν διαθετῶν εἰς ὡρισμένους ἐκπαιδευτικοὺς σκοποὺς καθωρισμένων, τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος ἑκάστου αὐτῶν, καὶ τῆς δαπάνης, ἥτις ἐτησίως γίνεται ἐξ αὐτοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων τῶν διαθετῶν».
§163ΣΠ. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατέθεσα πρὸ ὀλίγου τοιοῦτον πίνακα.
§164Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§165ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω πληροφορίας, ζητηθείσας παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Νέγρη, περὶ τῶν δαπανηθέντων εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Ὡσαύτως πληροφορίας, ζητηθείσας παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Πετρίδου, περὶ τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Ὡσαύτως πληροφορίας, ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τυρνάβου κ. Λιμπρίτου, περὶ τῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Ψαρῶν. Τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν ταύτην Ιʹ. τμῆμα τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ Ψαρῶν τοῦ κ. Κωνσταντίνου Μιλτ. Κανάρη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§168ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἤθελον παρακαλέσει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρὸ ἡμερῶν εἶναι ἐκκρεμὴς πρότασις νόμου, ἣν ὑπέβαλον, «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου».
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐγγραφῇ, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις αὕτη, διότι εἶναι καλὸν νὰ συζητηθῇ.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτ. Κ. Κανάρη καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη ἀναβάλλονται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς ἢ συμπληρωματικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας ἐκ δραχμῶν 2,073,172.38».
§171Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ, σὺν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 45. Πρόκειται περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης ἕλους «Λεσίνι». Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι πολὺ σχετικὸν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι δὲ καὶ πολὺ σύντομον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποθέτω, ὅτι ἔλαβεν ἀναφορὰν τοῦ μεθ’ οὗ συνεβλήθη κ. Βαλτινοῦ, διὰ τῆς ὁποίας δηλοῖ οὗτος, ὅτι δέχεται ὅρους ἐπιεικεστέρους, διότι παραιτεῖται δικαιωμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα προσεπόριζεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀρχικὴ σύμβασις.
§172Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὰ πράγματα.
§173ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς, αἱ ὁποῖαι ἐνεχειρίσθησαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι χωρία ὁλόκληρα ὑποφέρουν ἀπὸ πυρετοὺς, καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Ἂν ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως ταύτης ἀντίκηται εἰς τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα συναδέλφου τινὸς, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ν’ ἀνασταλῇ ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἔχει τοσαύτην σοβαρότητα, ὥστε νὰ φέρῃ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε τελευταῖον, ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ.
§175ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδικαιολογήθην εἰς τὸν διακόψαντά με καὶ εἰπόντα ὅτι δὲν γνωρίζω τὰ πράγματα.
§176Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Μπακοπούλου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἶναι ἀπολύτου ἀνάγκης διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, καθόσον πρόκειται περὶ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, ἥτις ἀπειλεῖται ἐκ τοῦ ἕλους ἐκείνου.
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔνστασις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη κατὰ τῆς συμβάσεως, ὅτι ὑπάρχουσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ ἕλους, τὰ ὁποῖα παραγνωρίζονται ὑπὸ τῆς συμβάσεως, εἶναι ἡ μόνη δυσκολία. Ἄλλως τε, προκειμένου περὶ τροποποιήσεως ὅρου συμβάσεως, ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀπὸ κοινοῦ τῶν συμβαλλομένων συμφωνία, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις τροποποιημένη. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο, νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ συμβληθεὶς μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ σύμβασις, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θὰ μεταβάλῃ ὅρους ὁ συμβληθεὶς, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ τώρα ψηφίζουσα θεωρεῖ καλούς. Καλὸν λοιπὸν εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ ἕλους Λεσίνι, ἀφοῦ ἐπέλθῃ συνεννόησις τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τοῦ κ. Βαλτινοῦ, νὰ ὑποβληθῇ τροποποιημένη ἡ σύμβασις αὕτη.
§178Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἀμφοτεροβαροῦς συμβάσεως, καὶ πρέπει καὶ τὰ δύο μέρη νὰ συναινέσωσι πρὸς μετατροπὴν τῶν ὅρων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἤδη ἔχετε τὴν γνώμην τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων, τοῦ κ. Βαλτινοῦ, ὁ ὁποῖος δηλοῖ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι παραιτεῖται ὡρισμένων δικαιωμάτων του. Ὥστε δὲν λείπει παρὰ ἡ ὑμετέρα ἀποδοχὴ, καὶ οὕτως οἱ ὅροι μεταβάλλονται ἀμοιβαίᾳ συναινέσει.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ συνεννοηθῶ αὔριον μετὰ τοῦ κ. Βαλτινοῦ.
§180Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Διαμείνας ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν Ἀκαρνανίᾳ, γνωρίζω, ὅτι εἶναι νοσωδεστάτη ἡ παρὰ τὸ Λεσίνι περιοχὴ, καὶ πρέπει ὡς οἷόν τε τάχιον ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους. Γνωρίζω ὅτι μεγάλα κακὰ γεννῶνται ἀπὸ τοὺς πυρετοὺς εἰς τοὺς πέριξ δήμους. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρὸ πολλοῦ ἔλαβε τηλεγραφήματα ἀπὸ τοὺς δήμους Ἐχίνου, Ἀστακοῦ κλπ., παριστῶντα τὴν φοβερὰν κατάστασιν τῶν κατοίκων. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σκοπέλου συνταγματάρχης κ. Δουμπιώτης ἠξεύρει τίνα κακὰ γεννῶνται ἐκεῖ.
§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὁ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, τελμάτων καὶ λιμνῶν;
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποξηρανθῶσιν, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀναγνωσθὲν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὰ νομοσχέδια «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας ἐκ δρ. 160,000» καὶ «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχ. 289,300».
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,450,544.71 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δρ. 506,426.87 ἐκ τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγραφομένων».
§185ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐνταῦθα πίστωσίς τις, ἀναγομένη εἰς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, παραλείπεται· εἶναι δ’ αὕτη ἡ πίστωσις, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τοὺς τόκους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ. Οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου, οἱ λήξαντες κατὰ Μάϊον τοῦ 1900 καὶ Νοέμβριον τοῦ 1900, ὅτε ἐγένοντο αἱ δύο καταβολαὶ τῶν δύο πρώτων δόσεων, ἐκρατήθησαν παρὰ τῆς Τραπέζης· ἡ πληρωμὴ δ’ αὐτῶν πρέπει νὰ τακτοποιηθῇ διὰ πιστώσεων, αἵτινες πρέπει νὰ περιληφθῶσι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τακτοποιηθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 3,000. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 2,357.80. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 962.20. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 6,450. Περὶ προσθήκης δραχ. 10,000 εἰς τὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΦΙΘʹ νόμου τοῦ 1898 ὁριζόμενα ἐτήσια ἔξοδα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης ἐκ δρ. 48,500 διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν ἐξαρτισμοῦ τῶν πλοίων ἐν τῷ Β. Ναυστάθμῳ. Περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης φράγκων χρυσῶν 9,000 πρὸς ἀπόκτησιν ἀτμήρους βυθοκόρου πρὸ ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων ἐν Ναυστάθμῳ. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 451,016.65. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 3,000. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 55,000). (Ὠσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχμῶν 56,329,560, καὶ περὶ χορηγίας νέας τοιαύτης ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 58,769,695»): Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὰ νομοσχέδια «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 65,400» καὶ «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 5,800»).
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 22 νομοσχέδιον «περὶ ἐτησίας ἐπιχορηγήσεως δραχ. 15,000 ὑπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Φιλιατρῶν πρὸς συντήρησιν ἐν Φιλιατροῖς Γυμνασίου ἢ Ἐμπορικῆς Σχολῆς», ὡς καὶ τὸ ἀμέσως μετ’ αὐτὸ «περὶ συνάψεως δανείου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατὰ τὴν Βοιωτίαν Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ καὶ πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτοῦ, ἀγούσης εἰς τὴν Μονὴν ταύτην», διότι μοὶ ἐζητήθησαν πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23 περὶ τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ;
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Περὶ αὐτοῦ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης εἶναι πολὺ ἐλάσσων τοῦ τῆς ἀπαιτηθησομένης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ δύο ἀναβάλλονται, καὶ προβαίνομεν εἰς τὸ ἀμέσως κατωτέρω. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως πρὸς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντας ἐργάτας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Νέγρης.
§191Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Πρῶτον ἐλησμονήθη νὰ γραφῇ, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καταβάλλῃ τὴν δαπάνην τῶν φαρμάκων καὶ τοῦ ἰατροῦ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας; δεύτερον ἐλησμονήσαμεν καὶ ἕτερον, πολὺ σπουδαῖον, ὅτι, ἐὰν πάθῃ παῖς τις δέκα ἢ δώδεκα ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἡμερομίσθιον πολὺ μικρόν, ὅταν μεγαλώσῃ καὶ ἀνδρωθῇ, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ μὲ αὐτὴν τὴν σύνταξιν, τὴν ἀνάλογον πρὸς τὸ ἡμερομίσθιόν του. Λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ, ὅτι τῶν δοκίμων ἢ παίδων, τῶν λαμβανόντων ἡμερομίσθιον ἔλαττον τῶν δρ. 2,50, λογίζεται ἡ σύνταξις ἐπὶ τῇ βάσει ἡμερομισθίου δρ. 2,50. Ἐπίσης ἐλησμονήθη νὰ τεθῇ, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ παθόντος ἐργάτου, ἐρχομένη εἰς δεύτερον γάμον, παύει νὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξιν.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§193ΝΕΓΡΗΣ. Καταθέτω τὰς τροπολογίας ταύτας γραπτάς, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται, ὅπως τὰς ἔχωμεν αὔριον.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 205). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πολυετοῦς ἐργολαβίας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους».
§197ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ.
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, καθὼς καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον «περὶ μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας ἐνίων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων».
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται λοιπὸν αὐτὰ τὰ δύο. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς εἰς τὸ χωρίον Βαθὺ τοῦ δήμου Ταφίων τῆς νήσου Λευκάδος διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῆς νήσου ταύτης».
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ λέξις «Βαθὺ» ἕν τε τῷ τίτλῳ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ μόνῳ τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «Σπαρτοχῶρι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 29, 30 καὶ 31 νομοσχέδια παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσι.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.
§203ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ἑπόμενον, ὑπ’ ἀριθ. 32, «περὶ ἀρδεύσεως τῶν πεδίων τῶν δήμων Κορινθίας, Σικυῶνος καὶ Νεμέας», παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἔχω πολλὰς πληροφορίας νὰ ζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρδεύσεως τῶν πεδίων τῶν δήμων Κορινθίας, Σικυῶνος καὶ Νεμέας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§207ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5, κύριε Πρόεδρε, λέγει, ὅτι «ὁ ἀνάδοχος δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν περιμετρικὴν διώρυγα τῆς Στυμφαλίας λίμνης, τὰς σήραγγας Σοῦρι καὶ Πράθι, τὴν διώρυγα Σκοτεινῆς...» Θέλει νὰ εἴπῃ τὴν ὑδρογέφυραν, ὄχι τὴν διώρυγα, διότι διῶρυξ Σκοτεινῆς δὲν ὑπάρχει καὶ κατ’ ἀκολουθίαν περὶ διώρυγος δὲν πρόκειται. Παρατηρῶ, ὅτι ὑπὸ ἔποψιν συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου οὔτε τοπικῶς δὲν γνωρίζουσιν οἱ συντάξαντες αὐτὸ τὸν τόπον.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Κορίνθιοι!
§209ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, αὐτοὶ οἱ κύριοι νὰ πεισθῶσι.
§210ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι περὶ ἡμῶν.
§211ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ μοὶ κανονίσητε τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας· τοὺς Κορινθίους δὲ ἐπεκαλέσθη ὁ Πρωθυπουργός. Παρατηρῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ εἰσηγησάμενοι αὐτὸ εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ συντάξαντες αὐτὸ καὶ τοὺς συνεπαρχιώτας των θὰ βλάψωσι, καὶ τὸν τόπον των θὰ ζημιώσωσι, καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου ἀσωτεύουσι καὶ δεσμεύουσι κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα ἐν τῷ μέλλοντι τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς δύο θύρας Σοῦρι καὶ Πράθι καὶ τὴν συνδέουσαν τὰς δύο σήραγγας ὑδρογέφυραν. Λέγουσι δὲ καὶ τὴν διώρυγα Σκοτεινήν· ἀλλὰ, ὡς εἶπον, διῶρυξ Σκοτεινὴ δὲν ὑπάρχει. Λέγοντες δὲ τὴν διώρυγα Σκοτεινὴν, δὲν λέγουσι τίποτε, λέγουσί τι ἀκατανόητον· καὶ ἐνῷ ὁμιλοῦσι περὶ ἀνυπάρκτου διώρυγος, τὴν ὑδρογέφυραν δὲν τὴν ἀναφέρουσιν. Ἀλλ’ ὅταν δίδετε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς σήραγγας Σοῦρι καὶ Πράθι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὰ ὕδατα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι πόσιμα, ὡς καὶ τὰ ἄλλα ὕδατα, τὰ εἰσρέοντα εἰς τὴν Στυμφαλίαν, εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον πόσιμα. Διότι ὁ μόνος τόπος, δι’ οὗ δύνανται νὰ διέλθωσι τὰ ὕδατα ταῦτα, εἶναι ἡ σῆραγξ αὕτη, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθωσι καὶ τὰ δύο συγχρόνως. Ἑπομένως ἀποκλείετε τὴν μόνην ὁδὸν, δι’ ἧς δύνανται νὰ διέλθωσι ταῦτα, τουτέστι τὰς εἰρημένας διώρυγας, καὶ καθιστᾶτε ἐν τῷ μέλλοντι ἀδύνατον τὴν διέλευσιν αὐτῶν. Λέγετε δὲ, ὅτι δὲν θὰ ζημιωθῇ ἡ Ἑταιρεία. Ἀλλ’ αὕτη διελύθη. Ἡ Πιστωτικὴ δ’ ἐπίσης ἔπαυσεν ὑπάρχουσα. Διατὶ λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 900,000 νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐγὼ ἤμην μέτοχος τῆς διαλυθείσης Ἑταιρείας, ἀλλ’ αὕτη εἰργάσθη διὰ χρημάτων τῆς Πιστωτικῆς. Τὸ ποσὸν δὲ εἶναι ὀρθὸν νὰ λάδωσιν οἱ μέτοχοι τῆς διαλυθείσης Πιστωτικῆς, ἢ ἄλλως νὰ δοθῇ εἰς τὸ Δημόσιον. Διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ δώσητε τὰ ὕδατα πρὸς ἄρδευσιν, ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν καὶ ἑλῶν, ὁ νόμος δὲ οὗτος ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νέου νόμου, διότι ἐκεῖνος προβλέπει περὶ ὅλων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου τροποποιεῖτε ἢ θέτετε κατὰ μέρος τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ θὰ γεννηθῶσι δυσχέρειαι, αἵτινες πολλαπλῶς θὰ στενοχωρήσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων παρέχεται καὶ τὸ ἔδαφος τῆς Στυμφαλίας. Ἀλλὰ γνωρίζει τὰς γαίας αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον; Ἔχετε πίνακας; ἔχετε σχεδιαγράμματα αὐτῶν; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν προβλέπεται τίποτε. Ἀλλὰ θὰ συμβῇ καὶ ἄλλο τι· οἱ κάτοικοι τῆς Νεμέας θὰ ἐρίσωσι πρὸς τοὺς Κορινθίους, οὗτοι δὲ πρὸς τοὺς Σικυωνίους, ἐνῷ οἱ Στυμφάλιοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσι, διότι πρέπει πρῶτοι αὐτοὶ νὰ ὠφελῶνται.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑποβάλωμεν αὔριον πληροφορίας.
§213ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε μάλιστα.
§214ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις, ἡ ἑξῆς: Ἐὰν τὰ ὕδατα τῶν Κιονίων τῆς Στυμφαλίας εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῶσιν εἰς Ἀθήνας ἄλλοθεν, ἐν ᾗ περιπτώσει παραχωρηθῇ ἡ σῆραγξ πρὸς ἄρδευσιν, ἔστω. Διότι ἄλλως καταδικάζετε τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ μὴ ἀποκτήσουν ποτὲ ὕδατα.
§215ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς τὸν νόμον τῆς 28 Μαρτίου 1894 ἡ διάταξις εἶναι αὐτολεξεί.
§216ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν καὶ διάταξις περὶ προσθήκης σωλήνων.
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός μας, καὶ τοῦτο ἐμελέτησεν ἡ ὑπηρεσία.
§218ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἐμελέτησε κακῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἡ Ἑταιρεία τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν ἐκείνων εἶχε φέρει Ἄγγλον καὶ Ἰταλὸν ὑδραυλικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν καὶ ἔδωκαν τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς ἀποξηράνσεως. Μάλιστα ὁ Ἰταλός, ὁ μελετήσας τὴν ἀποξήρανσιν ταύτην, εἶναι ὁ ἀποξηράνας τὰ δρακόντεια τέλματα τῆς Ρώμης. Δυστυχῶς ὅμως τὸ σχέδιον αὐτοῦ δὲν ἐξετελέσθη. Τὰ δύο νερὰ, τὸ πρὸς ἄρδευσιν καὶ τὸ πρὸς πόσιν, δὲν δύνανται νὰ διέλθωσι συγχρόνως.
§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἥτις δὲν θὰ γείνῃ παρὰ μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν πληροφοριῶν.
§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας εὑρίσκονται εἰς ὕψος ἐν τῷ πυθμένι αὐτῶν 500 μέτρων ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης. Ὑπολογίζουσι δὲ, ὅτι ἐν τῇ καταβάσει των δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ δύναμις τῆς πτώσεώς των εἰς πολλὰ σημεῖα, καὶ νὰ χρησιμεύσουν ὡς κινητήριος δύναμις διὰ βιομηχανικὰ καὶ ἄλλα ἱδρύματα. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας, δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι, ἂν τὸ νομοσχέδιόν σας πραγματοποιηθῇ.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§223ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 9 δίδεται δικαίωμα νὰ εἰσπράττηται τέλος ἀρδευτικὸν παρὰ τῶν Σικυωνίων, καὶ ὅταν δὲν ἀρδεύωσιν οὗτοι τὰς γαίας των. Διότι τὰ ὕδατα τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος παραλαμβάνει καὶ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας εἰς τὴν θέσιν Μιρμιγγολόγγον, φθάνουσιν εἰς τὴν Κόρινθον, ἀρδεύοντα ἐν μέρει καὶ τὴν Σικυῶνα. Ἐὰν δίδεται τοιοῦτον δικαίωμα τέλους ἀρδευτικοῦ ἐπὶ τῶν μὴ ἀρδευομένων Σικυωνίων, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦναι ἄδικον.
§224ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ κύριος συνάδελφος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, μετὰ παραλογισμῶν νὰ συζητῇ, εἶναι ἀνεύθυνος, διότι δὲν ἀνέγνωσε προηγουμένως τὸ νομοσχέδιον...
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, πρέπει ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§226ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον μὲ πρόθεσιν νὰ ἐξυβρίσω.
§227Α. ΒΙΤΑΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν τὸ εἶπε μὲ πρόθεσιν νὰ ἐξυβρίσῃ.
§229ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ὑποστηρίζεται ἀκριβῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 9. Ἡμεῖς γνωρίζομεν καλλίτερον τὸν τόπον καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ὡς καὶ τὸν δῆμον Σικυῶνος, τὸν ὁποῖον ἐγνώρισεν ὁ συνάδελφος μίαν μόνον φορὰν, ὅτε ἐπεσκέφθη τὴν πρωτεύουσαν αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς εὐρείας περιφερείας. Ἡμεῖς ἔχομεν καθ’ ἑκάστην πληροφορίας. Ὁ κ. Ποταμιᾶνος ἦλθε νὰ μᾶς ὑπερασπίσῃ, ἐνῷ ἀκριβῶς διὰ τὸ ἄρθρον 9 γίνεται τὸ νομοσχέδιον, ὡς θὰ λάβω τὴν τιμὴν κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρὸς, νὰ σᾶς ἀναπτύξω, καὶ ἐὰν μὲ ἀφήσῃ ὁ κ. Ποταμιᾶνος. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντίγραφον τοῦ νόμου τοῦ 1894, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πάλιν μὲ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Ποταμιάνου, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον καὶ τότε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νῦν Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ δὲ ἡ δυσχέρεια, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθημεν, καὶ τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὀφείλω νὰ ἀναφέρω. Αἱ Ἑταιρεῖαι, πρὸς ἃς ἀπηυθύνθημεν, ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον, διότι πιθανὸν νὰ μὴ θέλωσιν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κορινθίων, οἱ ἢ τῆς Σικυῶνος, τὸ μὲν διότι τινὰ τῶν κτημάτων εἶχον δουλείας, τὸ δὲ διότι ἠδύναντο νὰ ἀρδευθῶσι καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιήσωσι τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑταιρεία θὰ διοχέτευεν εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Κορινθίας καὶ τῆς Σικυῶνος. Ἠθέλησαν καὶ ἀπήτησαν λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ ὁ ὅρος, ὅτι ἡ ἄρδευσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἀρκεῖ νὰ δύναται ἡ Ἑταιρεία νὰ παράσχῃ ὕδατα. Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ὕδωρ, ἀρδευτικὰ τέλη δὲν ὀφείλονται. Παρέλειψεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 11. Ἡμεῖς, ἐπειδὴ ἦτο πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι ἰδιοκτητῶν δυστρόπων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἔχουσι δουλείαν, ἠθελήσαμεν νὰ ἄρωμεν πᾶν κώλυμα, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἔχοντας δουλείαν νὰ πληρώνωσι τὸ τέταρτον, ἢ τὸ ἥμισυ, ἢ τὰ ⅔. Ἐδέχθημεν τὸ τέταρτον διὰ τὴν χειμερινὴν περίοδον, καὶ τὸ ἥμισυ διὰ τὴν θερινήν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ὑποχρεωτικὸν, τὸ ἀνεγράψαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 10. Ἐὰν δὲ συνδυάσητε τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11, ἐννοεῖτε τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὰ εἶναι τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τύπον νέου νομοσχεδίου, καὶ ἡ διόρθωσις δευτερευουσῶν τινων διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1894. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἔρχηται ὁ συνάδελφος καὶ νὰ ἐκθέτῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ Στυμφαλίας καὶ τῶν ὑδάτων αὐτῆς, καὶ ὅτι τὰ ὕδατα διέρχονται διὰ τῶν... ἀγνοῶ πόθεν, καὶ ἀντὶ νὰ παρεμβάλλῃ ὅλας τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας συνηθίζει εἰς ἕκαστον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Κορινθίαν, καθ’ ἧς, ὑποθέτω, δὲν ἔχει παράπονον...
§230ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχω παράπονον.
§231ΚΡΟΚΙΔΑΣ. .. εἶχε στάδιον νὰ μᾶς βοηθήσῃ. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀρκούντως εὐφυής, καὶ ἀρκούντως γνωρίζει τὰ τῆς Στυμφαλίας· ἀλλὰ δὲν εἶναι βοήθεια, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐκ προκαταλήψεως νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅσα ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ 1894 ἐπανέλαβεν ἀκάρπως· διότι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται ἢ νὰ εὕρωμεν Ἑταιρείαν, ἥτις νὰ διοχετεύσῃ τὸ ὕδωρ, τὸ χυνόμενον εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐὰν οἱ δῆμοι Σικυῶνος καὶ Κορινθίων ἔχωσι δουλείας, ταύτας διατηροῦμεν· θὰ ἦτο δὲ εὐτύχημα, ἐὰν τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται κατὰ μὲν τὴν χειμερινὴν περίοδον εἰς 7 κυβικὰ μέτρα κατὰ δευτερόλεπτον, κατὰ δὲ τὴν θερινὴν εἰς 4, ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν καθ’ ὁλοκληρίαν· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, πρέπει νὰ προπαρασκευάσωμεν τὰ μέσα, ὅπως τοὐλάχιστον χρησιμοποιηθῇ, κατὰ τὸ δυνατόν, τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χύνεται ἀδίκως εἰς τὴν θάλασσαν, διαμαρτυρόμενον κατὰ τῆς ἀβελτηρίας ἡμῶν.
§232ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ γνωσθῇ καλῶς τὸ πρᾶγμα. Εἰς τὴν Στυμφαλίαν εἰσρέουσι τὰ ὕδατα ἐκ τῶν πηγῶν Κιονίων, Δούσιας, τοῦ χειμάρρου Λαύκας· τὰ ὕδατα τῆς Δούσιας διέρχονται διὰ τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἔχουσι δικαίωμα ἀρδεύσεως δι’ αὐτῶν οἱ παρὰ τὴν κοίτην αὐτῆς κτηματίαι· τὰ ὕδατα δὲ τῶν Κιονίων ἀναβλύζουσι πλησίον τῆς κοίτης τῆς Στυμφαλίας. Δεύτερον εἰσρέουσι τὰ ὕδατα τῶν Κιονίων, ὡς εἶπον, καὶ ταῦτα καὶ μόνον παρέλαβεν ὁ Ἀδριανός, καὶ διωχέτευσεν εἰς Κόρινθον· εἰσρέουσι τέλος τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ τὰ τοῦ χειμάρρου τῆς Λαύκας, δεχομένης τὰ ἐκ τῶν ὄμβρων τῶν πέριξ ὀρέων καταφερόμενα ὕδατα κατὰ τὸν χειμῶνα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ διατηρῇ δικαίωμα νὰ διοχετεύῃ ἢ χρησιμοποιῇ τὰ ὕδατα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον πόσιμα, τότε τὸ ζήτημα οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι τὰ ὑπόλοιπα ὕδατα δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Νεμέας. Πρέπει λοιπὸν τὰ διάφορα ταῦτα ὕδατα νὰ διοχετευθῶσιν ἢ καταχωθῶσιν εἰς τὴν Νεμέαν διὰ τῶν δύο σηράγγων, αἵτινες εἶναι συνδεδεμέναι διὰ τῆς ὑδρογεφύρας τῆς Σκοτεινῆς. Ἐὰν τὰς δύο σήραγγας θέλῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ Δημόσιον δι’ ἑαυτὸ ἀποκλειστικῶς, πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος ποσίμου, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ τοῦτο εἰς τὸ πεδίον τῆς Νεμέας. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 9, προκειμένου περὶ ἀρδεύσεως, ὑποθέτει τὸ ἐναντίον, καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν προβλέπει, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὁ μέλλων νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν κατασκευάσῃ διοχετευτικὸν χάνδακα μέχρι τῶν κτημάτων τῆς Σικυῶνος, ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τέλος, καὶ ἐὰν δὲν ἀρδεύωνται τὰ κτήματα αὐτῆς. Λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον αὐτό, ὅτι «ἡ πληρωμὴ τῶν ἀρδευτικῶν τελῶν ἔσται ὑποχρεωτική, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἰδιοκτῆται, καλλιεργηταί, ἢ νομεῖς, δὲν ἤθελον ἀρδεύσει, ἀρκεῖ ὁ ἀνάδοχος νὰ παροχετεύσῃ καὶ νὰ δύναται νὰ παροχετεύῃ τὸ πρὸς ἄρδευσιν ὕδωρ...» κλπ.
§233ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε καὶ τὸ ἄρθρον 15, κύριε συνάδελφε;
§234ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτό).
§235ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε τὸ νομοσχέδιον (θόρυβος).
§236ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω. Κάμετε σεῖς τὸν ἀναγνώστην. Ἀρκοῦσιν ὅσα εἶπον, ἂν θέλητε νὰ φωτισθῆτε.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§238Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ρικάκης.
§240Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς σπουδαίου δημοσίου ἔργου. Προκειμένου περὶ σπουδαίου δημοσίου ἔργου, — καὶ τεχνικοῦ ἔργου μάλιστα — νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ συνοδεύηται μὲ μίαν ἔκθεσιν...
§241Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸν προηγούμενον νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον παραπέμπει.
§242ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Διότι, κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ἐνταῦθα ἔρχεται τὸ ζήτημα, ὅτι πρόκειται περὶ ὑδάτων Στυμφαλίας. Γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε, πῶς καὶ ὑπὸ ποίας ἐπόψεις ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ποίαν ἀξίαν ἔδωκαν οἱ μὲν, ποίαν τροπὴν ἔδωκαν οἱ ἄλλοι εἰς τὰ ὕδατα αὐτὰ, καὶ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀκόμη φέρεται ὑπὸ συζήτησιν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιούτου δημοσίου ἔργου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τεχνικὴν ἔποψιν θὰ μᾶς φωτίσουν, ἵνα ἐν γνώσει δώσωμεν ψῆφον· διότι ἔχω ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέξω εἰς τοιαῦτα ἔργα. Ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς λίμνης τοῦ Φενεοῦ. Ἄλλοτε ἔγεινε σύμβασις, ἵνα ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη αὕτη. Μετὰ ταῦτα ἀπεδείχθη ἡ ἀνάγκη νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ μετοχέτευσις τῶν ὑδάτων, καὶ ἡ Ἑταιρεία ἀπεζημιώθη, λαβοῦσα 150 χιλιάδας δραχμὰς μετρητὰς, καὶ λαμβάνει κατ’ ἔτος...
§243ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ὕδατα τῆς Κυλλήνης.
§244ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ἔχωμεν μίαν πληγὴν διαρκῆ. Λοιπὸν διὰ τοιαῦτα ἔργα πρέπει νὰ προσέχωμεν. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν αὐτοῦ.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 33 νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34.
§248Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν, κύριε Πρόεδρε; Νομίζω, ὅτι ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ ψηφισθῇ, εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης». Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 36 (θόρυβος).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ φθάσωμεν καὶ εἰς αὐτό. Παρακαλῶ, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας, Κύριοι. Μὴ θορυβεῖτε, διὰ νὰ ἀκούητε. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ τῆς Θεσσαλίας».
§250Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ οὐδεὶς ἔχει μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ γείνωσι παρατηρήσεις καὶ συζητήσεις, πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§251Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε, ἂς τὸ ἀναβάλωμεν.
§252Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλω νὰ φέρω μερικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συντελέσουν εἰς τὴν καλλιτέραν λειτουργίαν αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ νομίζω καλὸν νὰ ἀναβληθῇ.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34 ἀναβάλλεται.
§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 35 ν’ ἀναβληθῇ.
§255Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μολονότι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 35 ἀναβάλλεται, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαθήκην Μανιάρη.
§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 36. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης».
§258Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος. Θὰ προτείνω προσθήκην ἑνὸς ἄρθρου.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)
§260ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τὸ περὶ ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης;
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§262ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Αὐτὸ εἶναι πολὺ σπουδαῖον νομοσχέδιον. Νὰ ἀναβληθῇ.
§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὐτὸ δι’ αὔριον.
§264Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν ἐγκρίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος, θὰ προτείνω μίαν τροπολογίαν.
§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἀνεβλήθη, δύνασθε νὰ τὴν καταθέσητε, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὔριον.
§266ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, τὴν καταθέτω.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 204).
§268Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 37 νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 38. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900 καὶ περὶ προσδιορισμοῦ νέων τελῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων».
§270Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§272ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§274Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Καὶ ὅτε εἰσήχθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέστη νόμος, ὁ ΒΨΜΖʹ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν τέλη διὰ τὴν μελέτην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, καίτοι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἐγένετο τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ περὶ τὴν πρωίαν, ἐν τούτοις ἐγὼ ἀντέστην εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου κατ’ ἀρχήν, ἰσχυρισθείς, ὅτι, προκειμένου περὶ μελέτης πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, δίκαιον ἐθεώρουν, τὰς δαπάνας τῆς μελέτης ταύτης νὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο βεβαίως ἀδικαιολόγητος, ἂν κατόπιν δὲν ὑπεβάλλετο εἰς φορολογίαν, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ψηφίσῃ. Τὸ ἐψήφισε λοιπὸν, καὶ ἐπεβλήθη ἡ φορολογία. Δὲν πρόκειται λοιπὸν τώρα νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἀπ’ ἐναντίας δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπέρχεται μείωσις κατὰ τὰ δύο κεφάλαια, κατάργησις δὲ κατὰ τὸ τρίτον τῆς τότε ἐπιβληθείσης φορολογίας, ἕπεται, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλὰ παραδόξως, Κύριοι, βλέπω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται φορολογία πρόσθετος, καὶ ἐπιβάλλεται ἐπὶ εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν γεωργίαν. Εἶναι βεβαίως γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κτηνοτροφική· ἂν θέλετε μάλιστα, ἴσως ἡ ἀνάπτυξις τῆς κτηνοτροφίας πρὸς τὴν τῆς γεωργίας εἶναι ἴση. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκοπεῖται, εἶναι ἡ βοήθεια καὶ ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας. Διὰ τοῦτο, καὶ ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων, ἐπεβλήθησαν φορολογίαι τοιαῦται, βαρύνουσαι πάντοτε τὴν γεωργίαν, οὐδέποτε ὅμως τὴν κτηνοτροφίαν. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον νὰ ἐπιβαρύνηται ἡ κτηνοτροφία, καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται τὰ ἐπιτηδεύματα, νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται αἱ οἰκοδομαί, νὰ μὴ τίθηνται ἄλλαι φορολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ ἦσαν μᾶλλον δεδικαιολογημέναι, ἢ ἡ φορολογία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἐπιβάλλεται φορολογία «πέντε λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων διὰ τῶν αὐτῶν λιμένων μικρῶν ζῴων», καὶ «εἴκοσι λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων διὰ τῶν αὐτῶν ἐπίσης λιμένων μεγάλων ζῴων.» Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τὴν φορολογίαν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται καθόλου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διότι ἀναγκάζονται εἰς πληρωμὴν φόρου τάξεις ἀνθρώπων δι’ ἔργον, πρὸς τὸ ὁποῖον αὗται οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχουσι σχέσιν, ὥστε νὰ φορολογηθῶσι. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ «1% ἐπὶ τῶν τελῶν πάντων τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς διὰ τῶν τελωνείων καὶ ὑποτελωνείων τῆς Θεσσαλίας εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων», καὶ εἰς τὸ «1 λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου διὰ τῶν λιμένων τῆς Θεσσαλίας εἰς φύλλα καπνοῦ», διότι φρονῶ, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἀρκοῦσα, ὥστε νὰ συμποσωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 40,000 δραχμῶν, αἵτινες πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸ δάνειον τῶν 500,000, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ νόμος ΒΨΜΖʹ, καὶ νὰ διαγράψῃ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν φορολογίαν τῶν πέντε καὶ τῶν εἴκοσι λεπτῶν, τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα ζῷα, διότι τὴν θεωρῶ καὶ ἀδικαιολόγητον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον, προκειμένου δι’ αὐτῆς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ κτηνοτροφία τῆς Θεσσαλίας.
§275Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προτείνει, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω τοὺς ἀπαιτουμένους ὑπολογισμοὺς, ὅπως ἴδω, ἂν πράγματι τὰ ποσὰ τὰ ἐκ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μείνει μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ προταθέντων, θὰ ἦναι ἐπαρκῆ, ἵνα καλύψωσι τὰς δαπάνας, τὰ ὁποίας θὰ ἔχωμεν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μελετῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι δὶς ἤδη ἔχει ψηφισθῆ νόμος, ἐπιβάλλων φορολογίαν πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Καθὼς γινώσκει, ὑπῆρχεν ὁ παλαιὸς νόμος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη δεύτερος νόμος πρὸς τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν σκοπεῖ τὴν μείωσιν τῆς ἐπιβληθείσης διὰ τοῦ τελευταίου νόμου φορολογίας, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ προκῦπτον ποσὸν ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης τότε φορολογίας ἦτο ὑπερβολικὸν, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιβολῆς τοσαύτης φορολογίας. Θέλω ἐξετάσει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἂν εὕρω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν ἑτέρων δύο φόρων, θὰ ἦναι ἐπαρκὲς πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν μελετῶν, θέλω ἀποδεχθῆ αὐτήν.
§276Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τῶν μικρῶν ζώων, εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις τοῦ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, διότι οὐδεμία πραγματικῶς ὠφέλεια ὑπάρχει, οὔτε νῦν, οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι, ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ μεγάλα ζῷα, δύναται μίαν ἡμέραν νὰ ὑπάρξῃ ὠφέλειά τις. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὰ μικρὰ ζῷα ἐπεβλήθη βαρεῖα φορολογία διὰ τοῦ φόρου τῆς ἐνοικιάσεως, εἰς δὲ τὰ μεγάλα ἀφ’ ἑτέρου ἠλαττώθη, θὰ ἦτο δικαία καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ διάκρισις αὕτη.
§277Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§279Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχω νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα, ἵνα ὑπομνήσω αὐτῷ ἐπερώτησίν τινα, σχετικὴν πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν, κατόπιν τηλεγραφήματος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου. Ὡς γνωστόν, ὁ νόμος οὗτος, περὶ φορολογίας χάριν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἐδημοσιεύθη τὴν 11 Ἀπριλίου 1900, ἀλλ’ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν τὴν 26 Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Παρεπονέθησαν λοιπὸν πρὸ ἡμερῶν οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου, ὅτι τοῖς ζητεῖται καὶ ἡ φορολογία καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ τετράμηνον ἐκ μέρους τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, καὶ τοῖς ζητεῖται ὅλον τὸ ποσὸν διὰ μιᾶς νῦν, ὅτε ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὗτοι ἔκαμαν τοὺς ὑπολογισμούς των ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸν φόρον αὐτόν, ὅστις δὲν τοῖς ἐζητήθη, μὴ δημοσιευθέντος τοῦ νόμου ἀμέσως, διὰ τοῦτο ἐζήτησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς φορολογίας κατὰ τὸ τετράμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος· τὸ τετράμηνον δὲ αὐτό, ὡς προεῖπον, εἶναι ἀπὸ τῆς 11 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 26 Ἰουλίου 1900. Ἑπομένως νομίζω ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ οὐχὶ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1900, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου, ἢ τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς 26 Ἰουλίου 1900.
§280Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν. Θὰ μελετήσω καὶ αὐτό, καὶ ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν) Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται)
§282Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 θὰ φέρω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ νόμος ͵ΒΨΜΖʹ ἰσχύει ἐπὶ πέντε ἔτη. Ἀλλὰ προστίθεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 αὐτοῦ, τῷ προβλέποντι περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται τὸ δάνειον τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ μέρους τοῦ Σωματείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνομολογήσει τοῦτο, θέλει ἐξακολουθεῖ καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰ δυνατόν, νὰ τεθῇ ὡρισμένως ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπὶ πέντε ἔτη· καὶ ἂν μὲν ἐκτελεσθῶσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν τῷ μεταξύ, τότε καὶ τὸ δάνειον διὰ τὴν μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ δανείῳ, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνομολογηθῆ βεβαίως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων· ἂν δὲ κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας ταύτης δὲν ἤθελον ἐκτελεσθῆ τὰ ἔργα ταῦτα, τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς συμπέρασμα τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐκτελέσεως καὶ τὸ μάταιον τῆς μελέτης τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τῆς ὁποίας αἱ δαπάναι ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου πέραν τῆς πενταετίας θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ βαρύνωσι πλέον τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ μὴ παραταθῇ ἡ φορολογία αὕτη πέραν τῆς πενταετίας, ἑπομένως οὔτε ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου πέραν τῆς πενταετίας· καὶ ἐὰν μέν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτελεσθῶσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα συνεπείᾳ τῶν γενησομένων μελετῶν, τότε τὸ δάνειον τοῦτο τῶν μελετῶν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ δανείῳ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων· ἐὰν δὲ δὲν ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ἐντὸς τῆς πενταετίας ταύτης, τότε τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι ἄτοπον νὰ ἐξυπηρετῆται ὑπὸ φορολογίας εἰδικῆς, ἐπιβληθησομένης ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, καὶ εἴτε ὁ προϋπολογισμὸς ὅλου τοῦ Κράτους πρέπει νὰ προβλέψῃ περὶ τοῦ δανείου τούτου, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη οἰκονομία, προβλεπομένη ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§283Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἀπαντήσω. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα παρουσιάζει δυσκολίας τινάς, διότι, ὡς ἐννοεῖτε, θέλει ἀποβῇ πολὺ δύσκολος ἡ σύναψις δανείου ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ὅρων, διότι σύναψις δανείου δὲν θὰ ἦναι δυνατὴ παρὰ μὲ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους, ἐγγύησιν δὲ τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἄνευ νόμου. Ὀρθῶς δ’ ἐποιήσατε τὴν διάκρισιν, ὅτι, ἐὰν μὲν πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, εἶναι εὔκολον, διότι τότε εἰς τὴν ὁλικὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀπαιτήσει ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν διὰ δανείου, θέλει περιληφθῆ καὶ τὸ δάνειον τῶν μελετῶν, καὶ ἔχει καλῶς· ἀλλ’ ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, ὁ δανείζων ποίαν ἐγγύησιν ἔχει; Θ’ ἀπαιτήσῃ βεβαίως τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους, διότι τὸ δάνειον δὲν θέλει ἐξοφληθῆ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς πενταετοῦς φορολογίας. Ἐν τούτοις ἐπιφυλάσσομαι νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τοπάλη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 207).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ Σωφρονείου μετὰ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων Κεφαλληνίας».
§286Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ἡ διαθήκη τοῦ ἱδρυτοῦ Σωφρονίου Μακρῆ.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου θὰ λάβω τὸν λόγον, ὡς ἐνδιαφερόμενος· δι’ ὃ πρέπει νὰ ἐγκαταλίπω τὴν θέσιν μου, καὶ παρακαλῶ ἕνα τῶν ἀντιπροέδρων νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ.
§288Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναβληθῇ.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως γεωπονικοῦ χημείου παρὰ τῷ ἐν Ἀθήναις Γεωργικῷ σταθμῷ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους»).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων».
§291ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§292ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι· νὰ ψηφισθῇ.
§293Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἄν ὑπάρχωσι τροπολογίαι, νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἀναβληθῇ.
§294Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς ὁ πόλεμος εἶναι ὅλως διόλου περιττός. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἐκ πόλεων, ἀλλ’ ἔχει καὶ χωρία, ἔχοντα ἀνάγκην φαρμακευτικῶν εἰδῶν. Ἄν ὑπάρχωσι διατάξεις κακῶς ἔχουσαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δύνανται νὰ διορθωθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἄς γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη συζήτησις, καὶ αὔριον λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας, καὶ κανονίζομεν τὰ διάφορα συμφέροντα.
§295Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἡμεῖς παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ, διότι δὲν ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελεν ἔλθει ἀπόψε εἰς συζήτησιν, ἵνα φέρωμεν τὰς τροπολογίας. (Θόρυβος).
§296ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφ’ ἧς τὸ Ἰατροσυνέδριον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον προσεπάθησαν νὰ κανονίσωσι τὰ τῶν φαρμακείων, πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη αὐξάνει τὰς δυσχερείας. Πρέπει πάντως νὰ προνοήσωμεν ὁριστικῶς πρὸς κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῶν φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων. Αἱ πόλεις ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐνδιαφέρωνταί τινες διὰ τὰ χωρία ὑπὲρ ἀναβολῆς, ἂς ὑποβάλωσι παρατηρήσεις· ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος λόγος νὰ ἀναβάλλωμεν καὶ παρεμβάλλωμεν ἐμπόδια.
§297Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ συνηθίζω νὰ προσέχω εἰς ὅσα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅταν μάλιστα βλέπω αὐτὸν ἔχοντα συμβιβαστικὰς τάσεις, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν, νὰ ὑποβληθῶσι δὲ ἀπόψε αἱ τροπολογίαι, ἵνα τὰς ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ὑποβάλω εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον πρὸς μελέτην. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7)
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§299Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα ἐν Σύρῳ καὶ Τήνῳ διατηροῦσι μικρὰ φαρμακεῖα καὶ μικρὰ νοσοκομεῖα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι καὶ διευθυντὴν φαρμακοποιὸν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσωσιν αὐτὰ τὰ μικρὰ φαρμακεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ πτωχοὶ λαμβάνουσι πρόχειρά τινα φάρμακα. Οἱ καθολικοὶ εἰς αὐτὰ τὰ μέρη χωρικοὶ ἐκ τούτων προμηθεύονται, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ πτωχοὶ ὀρθόδοξοι. Εἰς τὴν Μονὴν τῶν καλογραιῶν ἐν Θήρᾳ εἶναι φαρμακοποιὸς μία συγγενής μου, καὶ γνωρίζω ποῖα μέσα μεταχειρίζεται, ἵνα προμηθευθῇ τὰ ὀλίγα φάρμακα. Ἔχω περὶ τούτου μακροσκελὲς τηλεγράφημα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10.)
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§301ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον μεγάλη μερὶς ἐμπόρων ἐκ Πειραιῶς ὑπέβαλεν, ἵνα μὴ παραβλαφθῶσι συμφέροντα τοῦ κοινοῦ· διότι, ἂν τὸ ἄρθρον 11 ψηφισθῇ ὡς ἔχει, τότε κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν ἀποκλειόμενα ἀπὸ τῆς πωλήσεως ὑπὸ ἐμπόρων ἀντικείμενα οὐχὶ πλέον χρήσεως φαρμακευτικῆς, ἀλλὰ κοινῆς χρήσεως. Μάλιστα δὲ, μὲ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβον ἀπό τινος διάφοροι κλάδοι τῆς βιομηχανίας παρ’ ἡμῖν, πολλὰ χημικὰ προϊόντα, χρήσιμα εἰς τὰ διάφορα ἐργοστάσια, κομίζονται ὑπὸ ἐμπόρων χονδρικῶς, καὶ πωλοῦνται παρ’ αὐτῶν εἰς τοὺς βιομηχάνους· θὰ ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ἀπὸ τοὺς φαρμακοποιοὺς προμήθειαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τῶν ἐμπόρων, νομίζω, ὅτι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κοινοῦ ἐν γένει, ὅπερ εὐκολώτερον καὶ εὐθηνότερον προμηθεύεται τὸ εἶδος τοῦτο τῶν προϊόντων, δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν φαρμακείων.
§302Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἠθέλομεν προχωρήσει, παρὰ τὴν συνήθειαν ἡμῶν, μέχρι τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἑπομένως ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένος, ἵνα ὁμιλήσω γενικῶς περὶ αὐτοῦ, οὗτινος τὴν ἀρχὴν ἀποδέχομαι. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς εὐχερές, οὐδὲ δίκαιον, νὰ ἀποκρούσῃ τις ἀμέσως παραστάσεις τινὰς, ἃς μεγάλη ὁμὰς τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐμπόρων καὶ παντοπωλῶν, ὡς καὶ ἄλλοι ἐξ ἄλλων πόλεων, ὑπέβαλον περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ ἑνδεκάτου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφοράν, ἀποσταλεῖσαν πρὸς αὐτὴν ὑπὸ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐμπόρων, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 πρέπει πολὺ νὰ μελετήσῃ, διότι αὗται φέρουσιν εἰς ἀντίθεσιν δύο μεγάλας κοινωνικὰς τάξεις, τοὺς φαρμακοποιοὺς πρὸς τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς παντοπώλας. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ῥίψῃ βλέμμα εἰς τὸ συνήθως γινόμενον ἐν ταῖς μικραῖς πόλεσι καὶ ἐν τοῖς χωρίοις τῆς Ἑλλάδος, θέλει ἴδει, ὅτι, ἂν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, ὡς αὕτη ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς, καὶ θέλει μεταβάλει αὐτὴν, ἐπανερχομένη εἰς τὸ καθεστώς. Οὐ μόνον δὲ αἱ μικραὶ πόλεις καὶ τὰ χωρία, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ μεγάλαι πόλεις διὰ τῶν βιομηχάνων αὐτῶν θέλουσιν ἐξεγερθῆ κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11. Διότι, ἂν γένηται δεκτὸν, ὅτι «ἀπαγορεύεται ἡ ὑπὸ παντοπωλῶν, ἢ ὑκλοπωλῶν, ἢ καὶ ἄλλων ἐμπόρων, ἢ παραγγελιοδόχων, κατὰ μικρὰς ἢ μεγάλας ποσότητας πώλησις φαρμάκων καὶ δηλητηριωδῶν οὐσιῶν, οὐδ’ αὐτῶν τῶν εἰς τὰς τέχνας χρησίμων ἐξαιρουμένων», μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλετε ἴδει βιομηχανίας πολλὰς ἐντελῶς νὰ ἀργήσωσιν. Ὑποθέσατε, ὅτι βιομήχανός τις, ἢ ἀμπελοκτήμων, ἔχει ἀνάγκην πολλῶν σάκκων θείου. Ἐκ τίνος φαρμακείου δυνηθήσεται νὰ προμηθευθῇ τὴν μεγάλην αὐτὴν ποσότητα; Πρῶτον, κατὰ τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, δὲν ἐπιτρέπεται ἐντὸς τῶν φαρμακείων νὰ ἀποθηκεύωνται εἰς μεγάλας ποσότητας τοιαῦται ὗλαι εὔφλεκτοι. Πόθεν λοιπὸν δυνηθήσονται οἱ ἀμπελοκτήμονες οὗτοι, ἢ οἱ βιομήχανοι, νὰ προμηθευθῶσιν αὐτάς; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 πρέπει νὰ γένηται τροποποίησίς τις.
§303Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἀόριστος ἡ διάταξις.
§304ΛΕΒΙΔΗΣ. Προχθὲς μεγάλη ἐπιτροπὴ ἐμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ εἰς τὸ γραφεῖόν μου, καὶ νὰ μοὶ ἐκθέσῃ τὰς παρατηρήσεις αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, ἃς εὗρον λογικὰς καὶ δικαίας. Παρεκάλεσα δὲ αὐτοὺς, ὅπως μὲ βοηθήσωσι πρὸς διατύπωσιν ἄλλης τινὸς διατάξεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 11, ἣν παρακαλῶ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω. Ἰδοὺ πῶς νομίζουσιν οἱ κύριοι αὐτοί, ὅτι, διαρρυθμιζομένου τοῦ ἄρθρου, δὲν ἐπέρχεται οὐδ’ εἰς αὐτοὺς ζημία, οὐδ’ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «οὐδ’ αὐτῶν τῶν εἰς τὰς τέχνας χρησίμων ἐξαιρουμένων», καὶ νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς: «πλὴν τῶν εἰς τὰς τέχνας, τὴν βιομηχανίαν, καὶ τὴν γεωργίαν χρησίμων». Ἐνταῦθα δὲ ὑποβάλλουσι κατάλογον, ποῖα εἶναι τὰ εἴδη αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «οἷον θείου, θεϊκοῦ χαλκοῦ (γαλαζόπετρας), θεϊκοῦ σιδήρου (βιτριολίου), στυπτηρίας, βόρακος, σόδας ἐν γένει, τρυγικοῦ ὀξέος, ἀμμωνιακοῦ ἅλατος (νισαντῆρι) κλπ.»
§305ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καταστρέφομεν τοὺς φαρμακοποιοὺς τότε.
§306ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλω ἐξηγήσει διατὶ οἱ ἔμποροι προτείνουσι ταῦτα. Λοιπὸν ἐνῷ ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τῆς προτάσεως αὐτῶν ἀναφέρουσι, ποῖαι ἐκ τῶν δηλητηριωδῶν οὐσιῶν δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι, διότι εἰσὶ χρήσιμοι εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἐν τῷ δευτέρῳ προσθέτουσι καὶ ποῖα φάρμακα πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς παντοπώλας καὶ λοιποὺς ἐπιτηδευματίας νὰ πωλῶσιν. Ὡς τοιαῦτα δὲ ἀναφέρουσι τὴν κινίνην (θόρυβος), ἀναφέρουσιν (ἀναγινώσκει): «τὴν κινίνην ἐν δοχείοις ἐσφραγισμένοις τῇ σφραγῖδι ἀνεγνωρισμένων ἐργοστασίων, ῥητινέλαιον, κίναν, σιναπόσπορον καὶ λιναρόσπορον».
§307ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖα αὐτά.
§308ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅστις, Κύριοι, μεταβῇ εἰς τὰ χωρία, θέλει ἴδει, ὅτι πολλάκις ἀναγκάζεται, καίπερ ἐξαίφνης δικηγόρος ὤν, νὰ δίδῃ καὶ ἰατρικὰς συμβουλάς· διότι οἱ χωρικοὶ εἰσιν ἀποκεκλεισμένοι, λόγῳ ἐλλείψεως συγκοινωνίας, καὶ φαρμακεῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. Παρακαλῶ νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ χωρίον Μάζι τοῦ Μαραθῶνος π. χ., ἢ εἰς τὸ χωρίον Μποῦγα τοῦ Ὠρωποῦ. Λέγω χωρία γνωστά. Ἂν ἐπιμένητε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τότε πρέπει νὰ σπεύσητε νὰ ἱδρύσητε φαρμακεῖα καὶ ἐκεῖ, ἵνα εὑρίσκωσι κινίνην οἱ χωρικοί. Εἶναι ὅμως ἐκεῖ εἷς παντοπώλης, ὅστις πωλεῖ καὶ κινίνην. Ὅταν τὸ φάρμακον τοῦτο ἦναι ἐσφραγισμένον διὰ τῆς σφραγῖδος τοῦ βιομηχανικοῦ καταστήματος, τοῦ κατασκευάζοντος αὐτὸ, οἱ κίνδυνοι οἱ ἄλλοι, οὓς βεβαίως θέλει ν’ ἀποφύγῃ ὁ νομοθέτης, προλαμβάνονται. Ὑποβάλλω ἄρα τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἣν θέλω καταθέσει καὶ ἐγγράφως.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κυρίου Τοπάλη, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 207 (α)—208).
§310Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον φαίνεται. Νομίζω, ὅτι θὰ καταλήξωμεν εὐκόλως εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ πρώτου μέρους τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, διότι ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ οὐσιῶν χρησίμων εἰς τὰς τέχνας, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν πώλησιν αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δεύτερον μέρος, νομίζω, ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ πόλεων καὶ χωρίων μὴ ἐχόντων φαρμακεῖα. Καὶ λέγω, ὅτι τὸ παράπονον τῶν ἐμπόρων εἶναι γενικόν. Ἔμποροι πολλοὶ παρεπονέθησαν, ζητοῦντες νὰ ἔχωσι τὴν πώλησιν τῶν φαρμάκων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τότε ὅλοι οἱ φαρμακοποιοὶ καταστρέφονται. Διότι ποῦ βασίζεται ὁ νόμος αὐτός; Εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν, πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν προνόμια εἰς τὰ φαρμακεῖα, ἵνα ἔχωμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀπαιτεῖ. Ἐὰν ὅμως ἀπὸ τὰ φαρμακεῖα ἀφαιρέσητε τὰ φάρμακα τῆς μεγάλης χρήσεως, τότε ἐννοεῖται, ὅτι οὐδὲν ἄλλο μένει εἰς αὐτὰ παρὰ τὰ φάρμακα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀγορὰ στοιχίζει πολὺ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ κέρδη εἶναι περιωρισμένα. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πώλησις, γινομένη παρὰ ἐμπόρων, τῆς κινίνης καὶ τῶν ἑτέρων φαρμάκων δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τιμήματι ἥσσονι ἐκείνου, εἰς ὃ πωλεῖ ὁ φαρμακοποιὸς, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην ἔχει περισσότερα ἔξοδα, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ φαρμακοποιὸν διευθυντὴν, καὶ ἐνοίκια μεγάλα κλπ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν, ἐὰν διακρίνωμεν μίαν γενικὴν διάκρισιν· δηλ. ἐὰν ἐπιτρέψωμεν τὴν πώλησιν τῶν οὐσιῶν, τῶν χρησίμων εἰς τὴν βιομηχανίαν· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ φάρμακα, ἐὰν περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῶν παντοπωλῶν εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι φαρμακεῖα.
§311ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§312ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅπου ὑπάρχουσιν ἰατροὶ ἐπιστήμονες καὶ δυνάμενοι νὰ χορηγῶσι τὰ φάρμακα, διὰ τίνα λόγον νὰ ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς παντοπώλας; Ὁ ἰατρὸς ὑποβάλλεται εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ὁ φαρμακοποιὸς, οὐχὶ ὅμως καὶ ὁ παντοπώλης.
§313Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνεται τοῦτο. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ περιορισθῇ ὅσον εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῶν ἰατρῶν, διότι πολλοὶ τούτων, ἴσως ἐπειδὴ πωλοῦσι φάρμακα, δίδουσι πάρα πολλὰ φάρμακα (ἱλαρότης). Νομίζω, ὅτι ἡ λύσις ἡ ὀρθὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα.
§314ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§315Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ἔχω μακροσκελέστατον τηλεγράφημα, μὲ ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν, ἐξ Ἑρμουπόλεως, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§316Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη μὲν μίαν σύστασιν τῶν ἐμπόρων, προκειμένου περὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς βιομηχανίας, ἀπέκρουσε δὲ τὴν ἄλλην...
§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιώρισα τὴν ἄλλην.
§318ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιώρισε τὴν ἄλλην εἰς μόνα τὰ χωρία τὰ μὴ ἔχοντα φαρμακεῖα. Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, οἱ ἐν τοῖς χωρίοις πόθεν θὰ προμηθευθῶσι τὰ φάρμακα αὑτῶν;
§319ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χονδρικῶς.
§320ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοὺς φαρμακοποιοὺς τῶν πόλεων; Οἱ ἔμποροι τόσον τῶν Πατρῶν, ὅσον καὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἰσχυρίζονται, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κινίνην, αὕτη κατέστη ἀντικείμενον ἐμπορίας, καὶ ἄν τις θελήσῃ νὰ περιορίσῃ αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου. Σήμερον ἡ κινίνη, ὡς γνωρίζετε, κατέστη πάγκοινος. Ἐὰν λοιπὸν περιορίσητε τὴν πώλησιν αὐτῆς εἰς μόνα τὰ φαρμακεῖα καὶ τὰ φαρμακεμπορεῖα, θὰ τὴν ἀγοράζωσι κατὰ 6 λεπτὰ ἀκριβότερον.
§321ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἦναι ἁγνότερα.
§322ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δύνανται ν’ ἀγοράζωσι 10 κόκκους μὲ 15 λεπτά.
§323Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν, διότι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν εἰς τὰ φαρμακεῖα καὶ τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ πωλῶσι. Δὲν ἀποφαίνομαι ὁριστικῶς περὶ τούτου ἀπὸ σήμερον, διότι τὸ πρᾶγμα ἀπαιτεῖ μελέτην, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἴσως δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον αὐτόν. Μὴ λησμονῶμεν ὅμως, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν δίδωμεν δικαιώματά τινα εἰς τὰ φαρμακεῖα, τὰ δικαιώματα ταῦτα δίδομεν διότι ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσι τὰ φαρμακεῖα, ὑφ’ οὓς ὅρους ἡ μεγάλη πληθὺς τῶν φαρμακείων περιήγαγεν αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν πρόκηται νὰ δώσωμεν ἀφ’ ἑνὸς δικαιώματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ τ’ ἀφαιρέσωμεν, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὰ φαρμακεῖα τὴν πώλησιν τῶν φαρμάκων τῆς μεγάλης καταναλώσεως, τότε δὲν κάμνομεν τίποτε. Ἑπομένως, ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων ἐμπνεόμενοι, πρέπει νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν, ἡ ὁποία δύναται καλλίτερον νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας καὶ ὅλα τὰ συμφέροντα.
§324ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσιν ὀρθῶς, οὐδεμία δὲ βλάβη ἢ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων γενήσεται ἐν τοῖς χωρίοις, διότι καὶ σήμερον οἱ ἐν τοῖς χωρίοις ἐκ κεντρικῶν καταστημάτων ἀγοράζουσι καὶ προμηθεύονται τὴν κινίνην, εἴτε τὰ κεντρικὰ ταῦτα καταστήματα εἶναι ἐμπορικὰ καταστήματα ἐν ταῖς πόλεσιν, εἴτε εἶναι φαρμακεῖα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδιάφορον, καθόσον οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἀνταποκριτὰς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὥστε ἀπὸ τῆς πηγῆς νὰ προμηθευθῶσι τὸ ἐμπόρευμα· προμηθεύονται λοιπὸν αὐτὸ εἰς δοχεῖα, καὶ ἐκ τῶν δοχείων, ἀνοίγοντες αὐτὰ, διασπείρουσι τὴν κινίνην, πωλοῦντες δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, ἐν τῇ πωλήσει δὲ ταύτῃ, τῇ λιανικῇ, ἀπολαμβάνουσι τοιαῦτα κέρδη, ὥστε δὲν ἀνησυχοῦσι ποτὲ περὶ τῆς ἀρχικῆς τιμῆς, ἥτις κανονίζεται ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν φαρμακείων τῶν πόλεων νὰ μὴ πωλῶσιν ὑπερτιμημένως. Ὥστε, καὶ ἂν ἔτι δὲν θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διατηρηθῶσι τὰ φαρμακεῖα, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τοῖς χωρίοις, πάντως ὁ ἐν τῷ χωρίῳ παντοπώλης, ἢ οἷος δήποτε ἄλλος ἔμπορος, θὰ παραλάβῃ ἄνευ ζημίας ἐντεῦθεν τὰ φάρμακα, καὶ ἐκεῖ, διανέμων αὐτὰ κατὰ δόσεις, κατὰ τὰς συνταγὰς τοῦ ἰατροῦ ἢ τὰς συνηθείας τοῦ τόπου, προκειμένου περὶ κινίνης, πάντως ἐπὶ τῶν κόκκων τῆς κινίνης θὰ κερδήσῃ τόσα, ὥστε νὰ ἔχῃ πάντοτε ἀφορμὴν ὁ χωρικὸς νὰ διαμαρτύρηται διὰ τὴν τιμὴν, ὅσην ἐπλήρωσε.
§325Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει τιμολόγιον ἐν τοῖς φαρμακείοις, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ φαρμακέμποροι καὶ οἱ φαρμακοποιοὶ νὰ πωλῶσι τὰ φάρμακα. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ τοιοῦτον τιμολόγιον, δὲν δύνανται νὰ τὸ παραβιάσωσιν οἱ φαρμακοποιοί. Ἂν δὲ ζητήσωσι νὰ τὸ παραβιάσωσι, θὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου.
§326Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ τιμολόγιον τοῦτο ἐφαρμόζεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συνταγῶν. Οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ προμηθευθῶσι φάρμακα, καὶ ἰδίως τὴν κινίνην, πρέπει νὰ τὰ προμηθευθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθηνότερον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἵνα οἱ παντοπῶλαι ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ πωλῶσι τὴν κινίνην καὶ ἄλλα τινὰ φάρμακα, φέροντα τὴν σφραγῖδα τοῦ καταστήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου παρήχθησαν, ἀλλ’ οὐχὶ λιανικῶς, ἀλλ’ εἰς βάζα, εἶναι δικαία, διότι νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν παραβλάπτει τοὺς φαρμακοποιοὺς, ἀλλὰ διευκολύνει καὶ τοὺς πτωχοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι εὐθηνότερον θ’ ἀγοράζωσι τὸ φάρμακον ἐν τοῖς χωρίοις. Διότι, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐὰν ὁ παντοπώλης, ὁ ἐμπορευόμενος ἔν τινι χωρίῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ὑπάρχει φαρμακεῖον, δύναται, κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν, ὡς εἴπετε, θέλετε δεχθῆ, νὰ πωλῇ κινίνην λιανικῶς, πόθεν θὰ προμηθευθῇ τὴν κινίνην αὐτήν; Ἐὰν προστρέξῃ εἰς τὸν φαρμακοποιὸν, βεβαίως ὁ φαρμακοποιὸς θὰ δώσῃ κινίνην ὄχι μόνον εἰς μεγαλειτέραν τιμὴν, ἀλλὰ καὶ νοθευμένην, διότι θὰ λείπῃ ὁ συναγωνισμὸς τοῦ ἐμπορίου.
§327Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ κανονίσωμεν τὰς τιμάς.
§328ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Πρόεδρε, τὰς Ἀθήνας, ὅπου τῷ ὄντι ὑπάρχουσι πολλὰ φαρμακεῖα, καὶ ὁ συναγωνισμὸς εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἐπωφελὴς διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε μίαν μικρὰν πόλιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουσιν ἓν ἢ δύο φαρμακεῖα. Οἱ φαρμακοποιοὶ ἐκεῖνοι θὰ συνεννοηθῶσι, καὶ ἡ κινίνη, τὴν ὁποίαν θὰ μεταπωλῶσιν εἰς τοὺς παντοπώλας, καὶ οὗτοι εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἐν τοῖς χωρίοις, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι καλῆς ποιότητος. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφήσητε ἐλευθέραν τὴν ἐμπορίαν τῆς κινίνης, οὐχὶ τῶν δόσεων τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν συνταγῶν, ἀλλὰ μεγάλης ποσότητος, ἐὰν ὁρίσητε, ἡ ἐλαχίστη ποσότης κινίνης πρὸς πώλησιν ἐκ μέρους ἑκάστου ἐμπόρου νὰ ἀνέρχηται εἰς πέντε π. χ. βάζα, τότε καὶ ἡ τιμὴ αὐτῆς θὰ ἦναι συμφερωτέρα. Σκεφθῆτε δέ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς φαρμάκου, τὸ ὁποῖον κατέστη ἐν Ἑλλάδι γενική, οὕτως εἰπεῖν, τροφὴ εἰς ὅλας τὰς οἰκογενείας, διότι ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα μαστίζουσιν οἱ ἑλειογενεῖς πυρετοί. Πῶς θὰ ὑποχρεώσητε λοιπὸν τὸν χωρικὸν νὰ προστρέχῃ εἰς τὰ φαρμακεῖα; Καὶ πάλιν σᾶς λέγω, μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ· λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ Λεβίδι τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ, ὅπου εἶναι ἓν μόνον φαρμακεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ καταδολιεύηται καὶ τὸ τιμολόγιον καὶ τὴν ποιότητα.
§329Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κινίνης, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξε, πράγματι νομίζω, ὅτι τοιαύτη τις λύσις θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς κινίνης ἐκ τῆς νοθείας· διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ καὶ χονδρικὴ κατανάλωσις τῆς κινίνης ἔφερεν ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα, καθόσον, γενομένης ἐξελέγξεως τῶν ἐμπόρων Πειραιῶς, οἵτινες εἶχον εἰσαγάγει κινίνην, εὑρέθη, ὅτι πλείονα τῶν χιλίων δοχεῖα περιεῖχον κινίνην ἐντελῶς νοθευμένην, ἄλλα δὲ οὔτε κἄν κινίνην, ἀλλὰ ἁπλῆν μαγνέζιαν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου κατωρθώθη, ὥστε νὰ ὑποβάλλωνται εἰς δυσβαστάκτους δαπάνας οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσβάλλονται ἐξ ἑλειογενῶν πυρετῶν. Ὡς γνωρίζετε δέ, κύριε Πρόεδρε, τὰ 9/10 τῆς Ἑλλάδος προσβάλλονται ὑπὸ ἑλειογενῶν πυρετῶν, καὶ ἑπομένως ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων τρέφονται, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τῆς κινίνης. Ἐνθυμεῖσθε δέ, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἰδέα περὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς κινίνης, ὥστε καὶ μονοπώλιον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ, καὶ δὲν ἠξεύρω πόσα ἑκατομμύρια ὑπελογίζετο, ὅτι θὰ εἰσεπράττοντο ἐκ τῆς φορολογίας τῆς κινίνης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου δέον νὰ λάβῃ σπουδαιοτάτην πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐξασφαλίσῃ πρωτίστως τὴν γνησιότητα τῶν φαρμάκων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ λεγόμενον περὶ ἐλευθέρας ἐμπορίας τῆς κινίνης, τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασιν ὀρθόν, ἀκριβῶς ἐκ τοῦ φόβου τῆς νοθεύσεως αὐτῆς. Εἶναι ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τῆς κινίνης σήμερον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐλευθέρα καὶ ἡ ἀσυνειδησία, διότι πᾶσα εἰσαγομένη κινίνη εἶναι νοθευμένη· ὅλοι δὲ γνωρίζετε, κατὰ ποῖον τρόπον. Καὶ διὰ τοῦτο καταντᾷ, ἵνα θεραπευθῇ πάσχων τις ἐκ πυρετῶν, νὰ δαπανήσῃ τριπλάσια καὶ τετραπλάσια, παρ’ ὅ,τι θὰ ἐδαπάνα, ἂν ἡ κινίνη ἦτο γνησία. Τὸ νομοσχέδιον δὲ περὶ τούτου μᾶλλον ἔδει νὰ προΐδῃ.
§330Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξωμεν πάντοτε εἰς τὸ μονοπώλιον. Ὑπάρχουσι πολλὰ μέρη εἰς διαφόρους ἐπαρχίας, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν φαρμακεῖον. Πόθεν θὰ προμηθεύωνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὴν κινίνην; Θὰ προστρέχωσιν εἰς τὰ φαρμακεῖα τῶν πόλεων; Ἀλλ’ ἀλλοίμονον, ἐὰν πρόκηται νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰς πόλεις, διὰ νὰ προμηθεύωνται τὴν κινίνην καὶ τὸ ἔλαιον τῆς ῥητίνης! Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην διάταξιν.
§331Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς πωλήσεως τῆς κινίνης εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε, καὶ ἂν ἐπαναλαμβάνωνται τὰ αὐτὰ δὶς καὶ τρὶς, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἀκούσῃ. Ὁμολογουμένως, Κύριοι, ἡ κινίνη τὴν σήμερον ἐν Ἑλλάδι εἶναι φάρμακον τῆς πρώτης ἀνάγκης. Καθὼς, ὁσάκις πρόκηται νὰ φορολογηθῇ ὁ σῖτος, ἢ τὰ ἄλευρα, ἀμέσως ἐξανιστάμεθα ὅλοι, οὕτως ἑπόμενον εἶναι νὰ συμβῇ, προκειμένου νὰ νομοθετηθῇ τι, τὸ ὁποῖον θ’ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τῆς κινίνης. Τὴν σήμερον ὁμολογουμένως ἡ κινίνη εὑρίσκεται εὐκόλως εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἴσως εὑρίσκεται παρά τισι νοθευμένη, ἀλλὰ βεβαίως παρὰ τοῖς πλείστοις εὑρίσκεται καθαρά. Ἐὰν διὰ τοῦ νέου νομοθετήματος ἐννοοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν πώλησιν εἰς ὀλίγους τινὰς, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι θὰ αὐξήσῃ ἡ τιμή, καὶ ὡς ἐκ τούτου θ’ αὐξήσουν καὶ τὰ βάρη τοῦ λαοῦ δι’ εἶδος, τοῦ ὁποίου ὁμολογουμένως ὁ λαὸς ἔχει καθ’ ἑκάστην ἀνάγκην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιβλέπῃ μὲν τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα πωλοῦσι τὴν κινίνην, μὴ περιορίσῃ δὲ σήμερον τὸ ἐμπόριον αὐτῆς, ὅπως μὴ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ὥστε καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω τὴν φωνήν μου εἰς τὴν φωνὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§332ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οἱ ὁμιλήσαντες, νομίζω, ὅτι δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῶν φαρμακείων, καὶ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία ἔχει ἐκ τῶν φαρμακείων καὶ τῶν φαρμακοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς τιμωρίαν, ὅταν πωλῶσι φάρμακα νοθευμένα. Ἅμα παραδώσητε ἄνευ ἐγγυήσεως τὴν πώλησιν φαρμάκων εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸ ἐμπόριον οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ πωλήσῃ καὶ νοθευμένην κινίνην. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐξελέγχῃ τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα τακτικῶς. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν εὕρῃ νοθευμένην κινίνην, ἠμπορεῖ μὲν νὰ τὴν κατάσχῃ, ἀλλὰ χωρὶς νὰ δύναται νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἔμπορον, μὴ ὑπάρχοντος κατ’ αὐτοῦ νόμου, ἐνῷ ὁ φαρμακοποιὸς τιμωρεῖται, ἂν πωλῇ νοθευμένην κινίνην. Ἅμα ἀφήσητε τὸ ἐμπόριον ἐλεύθερον, ἐπειδὴ δὲν ἔχει χαλινὸν εἰς τὸ νὰ πωλῇ ὅ,τι θέλει, θὰ προξενήσητε πολλὰς ζημίας. Ζητοῦντες δῆθεν τὴν εὐκολίαν τῶν ἀσθενούντων, ζητεῖτε τὸ κακὸν αὐτῶν, διότι ἐκεῖ εὑρίσκουν τὸ φάρμακον, ἀλλ’ ἄχρηστον, ἢ ἐπιβλαβές. Ἐν Πειραιεῖ, γενομένου ἐλέγχου, εἰς οὐδὲν ἐμπορικὸν κατάστημα εὑρέθη καθαρὰ κινίνη, καὶ κατεσχέθησαν 700 βάζα κινίνης, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔμπορος ἐτιμωρήθη. Νὰ πωλῇ τὸ ἐμπόριον χημικὰς ὕλας, χρησίμους εἰς τὴν βιομηχανίαν, δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπηται, ἀλλὰ νὰ πωλῇ φάρμακα, ἐν ᾧ χρόνῳ τὸ Κράτος ζητεῖ καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ποιότητος τοῦ πωλουμένου φαρμάκου, εἶναί τι ἀκατανόητον· ὅσον δὲ περισσότερον εἶναι διαδεδομένοι οἱ πυρετοὶ ἐν Ἑλλάδι, τόσον περισσότερον πρέπει νὰ φροντίσητε, ὥστε ἡ κινίνη νὰ ἦναι καλῆς ποιότητος καὶ ἀνόθευτος. Ἡ παρατήρησις, ὅτι οἱ παντοπῶλαι τῶν χωρίων πρέπει νὰ τὴν εὑρίσκουν εὐθηνὴν, διὰ νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ ἓν κέρδος, μεταπωλοῦντες ταύτην, εἶναι ἄνευ ἐννοίας· διότι, ἂν δαπανήσῃ ὁ ἀσθενὴς εἴκοσι κόκκους κινίνης καλῆς, θὰ θεραπευθῇ, ἐνῷ, ἐὰν δαπανήσῃ διακοσίους κόκκους νοθευμένης, θὰ πληρώσῃ περισσότερα, καὶ δὲν θὰ θεραπευθῇ· οἱ χωρικοὶ μάλιστα ἀγοράζουν ἓν βάζον κινίνης, καὶ τὸ ἔχουν εἰς τὴν οἰκίαν των. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ, εἰ δυνατόν, εἰς τὸ ἐμπόριον ἡ πώλησις φαρμάκων κοινῆς χρήσεως. Τώρα, ποίων φαρμάκων δύναται νὰ ἐπιτραπῇ νὰ γείνῃ χρῆσις εἰς τὸ ἐμπόριον, τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Ἰατροσυνεδρίου.
§333Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ νὰ μὴ μὲ λιθοβολήσουν οἱ ἐκλογεῖς μου. Ἐκεῖ ἔχομεν δύο φαρμακεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι δέκα ὥρας τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο. Πρέπει νὰ μεταβῇ τις εἰς Ἀταλάντην, διὰ νὰ λάβῃ κινίνην ἀπὸ τὸν φαρμακοποιόν. Ἡ κινίνη εἶναι κοινῆς χρήσεως, καὶ τὸ ἐμπόριον τὴν πωλεῖ πολὺ καλλίτερον ἀπὸ τοὺς φαρμακοποιοὺς, καὶ ὁ χωρικὸς ἀπὸ τὸν ἔμπορον δύναται νὰ τὴν λάβῃ καὶ ἐπὶ πιστώσει, ὄχι ὅμως καὶ ἀπὸ τὸν φαρμακοποιόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀπαγορεύετε καὶ εἰς τοὺς παραγγελιοδόχους νὰ πωλῶσι κινίνην. Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ φαρμακοποιὸς νὰ πάρῃ κινίνην ἀπὸ τὸν φαρμακέμπορον Κάτσαρην, ἢ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Φράγκ; Εἶμαι ἀπεράσκευος ἀπόψε. Αὔριον θὰ σᾶς ὁμιλήσω ἐκτενέστερον.
§334Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν πόλεων εἶναι κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, οἱ δ’ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχουν φαρμακεῖα, εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω καλὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀντιπροσώπων πόλεων καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἐξ ἀντιπροσώπων μερῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι φαρμακεῖα.
§335Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἴδωμεν τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις, καὶ θὰ ἤμεθα εἰς καιρὸν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν τροποποιημένον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τῆς 21 Μαρτίου 1898 περὶ διαθέσεως πιστώσεως ἐκ δρ. 7,500,000 διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλιννοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§337ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τελειώσωμεν πλέον.
§338ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 15′ τῆς νυκτός).