1901.01.04
2.729 στίχοι · 21.388 λέξεις · 219 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 4 Ἰανουαρίου 1901.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ, καταλάβετε τὰς θέσεις σας.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καλὸν εἶναι νὰ πληρωθῇ ἡ αἴθουσα, διὰ νὰ ἤμεθα διαρκῶς βέβαιοι περὶ τῆς ἀπαρτίας. Προειδοποιῶ, διότι πρόκειται, ἐννοεῖται, περὶ σπουδαιοτάτων θεμάτων, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι βεβαιότατον, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐὰν ἀμφιβάλλητε, δύναται νὰ γείνῃ ἔλεγχος περὶ τούτου.
§4Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κάμνω καὶ ἐγὼ τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας, ὁσάκις ἀμφιβάλλῃ. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ δήλωσις, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ κ. Βουλευτής.
§6Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπαινιγμοὺς νὰ μὴ ῥίπτητε, παρακαλῶ.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ, ὅτι πολλάκις δύναται νὰ γείνῃ ἀπαρτία χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξελεγχθῇ ἀμέσως. Νὰ ἔλθῃ εἷς ὡς ψηφολέκτης.
§10Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος’ μάλιστα.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Γ. Ἀναστασοπούλου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 134 Βουλευταί. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Πλατῆς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλουργείων Λαυρίου, παραπονουμένων κατὰ τῶν αὐτόθι ἐργολάβων, μηχανικῶν κλπ.
§14Α. ΠΛΑΤΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, πολλὰ δυστυχήματα καὶ θάνατοι συμβαίνουσι κατ’ ἔτος εἰς τὰς ὑπογείους στοὰς τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἐργασίας μηχανικῶν, ἐργολάβων, ἐπιστατῶν κλπ. Οἱ ἐργάται τῶν μεταλλουργείων ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται κατὰ τῶν εἰρημένων μηχανικῶν, ἐργολάβων κλπ., καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ μηχανικὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβλέπῃ τὰ ἔργα καὶ προλαμβάνῃ τὰ ἑκάστοτε συμβαίνοντα δυστυχήματα. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα φροντὶς πρὸς ἀσφάλειαν τῆς πολυαρίθμου τάξεως τῶν ἐργατῶν. Συνάμα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ὅπως συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις. Καταθέτω δὲ καὶ σημείωμα, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «1) Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογος τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ ὀρυχείοις φονευθέντων ἐργατῶν ἢ ὁπωσδήποτε παθόντων κατὰ τὰ διάφορα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας αὐτῶν μέχρι σήμερον. 2) Ἐπίσης νὰ κατατεθῇ κατάλογος τῶν τυχὸν παρασχεθέντων βοηθημάτων ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν πρὸς τοὺς παθόντας ἢ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. 3) Ἐπίσης κατάλογος τῶν ἀποβιωσάντων ἐργατῶν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐκ διαφόρων νοσημάτων. 4) Ἐπίσης νὰ κατατεθῇ κατάλογος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, τῶν ἀνὰ πᾶν ἔτος ἐργαζομένων εἰς ἕκαστον μεταλλεῖον.»
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§16Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐγένετο ἐπερώτησις σχετική, ἔδωκα τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, καὶ τὴν πρωΐαν σήμερον, ὅτε ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ νέον δυστύχημα καὶ πρὶν ἢ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, παρήγγειλα νὰ μεταβῇ αὔριον εἰς Γραμματικὸν ἀνακριτής, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ πληροφορηθῇ, ἂν ἐξ ἀμελείας ἐγένετο τὸ δυστύχημα, ἢ ἐκ τυχαίου συμβεβηκότος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Π. Δ. Πετρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιπτώσεων μεταθέσεως καὶ παύσεως δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀγαμ. Μεταξᾶς καὶ Σπ. Γκεντιλίνης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἑνώσεως τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν Κραναίας, Πάλλης καὶ Σάμης». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133). Ὁ Διονύσιος Λυκούρης, χορηγητὴς τῆς εἰς τὰ κτήνη τοῦ Δημοσίου τροφῆς, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῷ, ὅπως κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον χορηγῇ, ἀντὶ σανοῦ, χόρτον, ἐπὶ ἐλαττώσει τῆς συμπεφωνημένης τιμῆς κατὰ 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θέλει διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§18ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καταθέτω σημείωσιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς αὐτόν.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§20ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα, σχετικὰ πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀποστρατευθέντος λοχαγοῦ Διαμαντῆ Διαμαντοπούλου. 1) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 100935 ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1899 ἐντολὴν πρὸς τὸν νομικὸν σύμβουλον κ. Α. Γλαράκην. 2) Ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 394 τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ε. Παπαλεξανδρῆ. 3) Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19531 ἀπὸ 21 Μαρτίου 1900 Β. Διάταγμα περὶ συντάξεως τοῦ Δ. Διαμαντοπούλου. 4) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 39 τῆς 21 Μαρτίου ἐ. ἔ. συμπληρωματικὴν γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Γλαράκη. 5) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 32162 ἀπὸ 17 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. διαταγήν του πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ὡς καὶ τὸ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, εἰς ὃ ἀπήντησε τὸ Ὑπουργεῖον. 6) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 101159 παρελθόντος ἔτους διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, περὶ καταθέσεως ὑπὸ τοῦ Διαμαντοπούλου τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ διὰ δευτέραν μετοχήν. 7) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 16201 ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα.»
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Χθές, συζητουμένης τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἐζητήθησαν πληροφορίαι τινές, τὰς ὁποίας καταθέτω. Καταθέτω πίνακας τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ὁ πρῶτος πίναξ περιλαμβάνει τὸ ἀποτέλεσμα δι’ ὅλας τὰς γραμμάς, ὁ δεύτερος διὰ τὰς ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας κατασκευαζομένας, ὁ τρίτος διὰ τὴν γραμμὴν Μύλων–Καλαμῶν, ὁ τέταρτος διὰ τὴν γραμμὴν Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ ὁ πέμπτος διὰ τὴν γραμμὴν Πύργου καὶ Ὀλυμπίας.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ πίνακες αὐτοὶ πρέπει νὰ τυπωθῶσι.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπαιτεῖται καιρός· ἄλλως δέ, εἶναι καὶ τυπωμένοι. Θὰ ζητήσω δ’ ἐκ τοῦ γραφείου, ἂν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα ἀντίτυπα, νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διανεμηθῶσιν. Ἐπίσης ἐζητήθη νὰ κατατεθῇ πίναξ τῶν δανείων τῆς Ἑταιρείας. Καταθέτω τοῦτον. Ἐξ αὐτοῦ θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ Ἑταιρεία—ὅπως ἄλλως ἐμνημόνευσα καὶ κατὰ τὴν εἰσηγητήριον ἀγόρευσίν μου, καθ’ ἣν ὑπέβαλον καὶ σημείωσιν,— ἔχει ἓν πρῶτον δάνειον 286,000 λιρῶν στερλινῶν, δεύτερον δάνειον 240,000 λιρῶν, τρίτον δάνειον 120,000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον περιωρίσθη εἰς 12,000 λίρας· ἐπίσης ἓν δάνειον ἐσωτερικὸν 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ τελευταῖον δάνειον 2,600,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους. Εἰς τοὺς πίνακας αὐτοὺς ἀναφέρεται καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων, τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ὑπάρχουσι δὲ καὶ τὰ ἀθροίσματα τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου.
§24Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡς προεῖπον, ἀπαιτεῖται καιρὸς πρὸς τοῦτο· πρέπει δὲ νὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κατετέθη πρὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι αἱ πληροφορίαι ἔπρεπε νὰ ζητηθῶσι πρὸ πολλοῦ, καὶ νὰ μὴ περιμένωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ κατακρίνω τινά. Καταθέτω καὶ πίνακα τῶν κυμαινομένων χρεῶν. Τὰ χρέη ταῦτα εἶναι ὑπόλοιπον χρέους συναφθέντος κατὰ τὸ 1894. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ πίνακος). Ὥστε βλέπετε, κύριε Δούνη, ὅτι τὰ κυμαινόμενα χρέη εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἀνέρχονται μόλις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 395,000 δραχμῶν.
§26Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν νὰ βεβαιωθῇ.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγω τοῦτο, διότι χθὲς παρεστάθη ὡς εἰ ἐπρόκειτο τὰ τρία ἑκατομμύρια νὰ δοθῶσιν εἰς δανειστὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἐζητήθη νὰ ὑποβάλω καὶ κατάστασιν τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου. Καταθέτω πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τούτου τῶν ἐτῶν 1892–1899. Καταθέτω καὶ ἕτερον πίνακα τῆς ἐτησίας δαπάνης δι’ ἔμμισθον καὶ ἡμερομίσθιον προσωπικόν, καὶ τῶν χιλιομέτρων τῶν ἐν ἐκμεταλλεύσει, δηλ. ποία ἀναλογία ὑπάρχει μεταξὺ χιλιομέτρων ἐν ἐκμεταλλεύσει καὶ δαπάνης. Καταθέτω ἐπίσης τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐξελεγκτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν ἰσολογισμῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν ἐτῶν 1890 μέχρι τῆς 30 Μαρτίου 1900. Καὶ οὕτω νομίζω, ὅτι ἀπήντησα εἰς ὅλας τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν χθές, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως. Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀδαμοπούλου, περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ἀπὸ Καρδίτσης εἰς Κατσαρὶ ὁδοῦ. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Νάξου κ. Μυκωνίου περὶ τῶν πρὸς ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Νάξου ἐργασιῶν. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας κ. Δούνη περὶ τοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος τῆς Παναγιοῦς χήρας Κοντογεώργου. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου κ. Κ. Κουμουνδούρου περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ τηλεγραφητοῦ Χόλτσμαν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ Ἀντιβασιλείας», καὶ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς εἰς τὸ χωρίον Βαθὺ τῆς Λευκάδος διὰ χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας Λευκάδος».
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 134–135).
§29ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προκαλέσῃ τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατέθηκεν. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου νὰ ἐμποδισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ προχωρήσῃ, ἂς προχωρήσῃ· ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι μέχρι τῆς τρίτης συζητήσεως θέλομεν ἔχει τοὺς πίνακας, καὶ τοῦτο δι’ ἡμᾶς εἶναι ἐπαρκές.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ δώσω ἀμέσως διαταγὴν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, ὅπως ἀφήσῃ ἄλλην ἐργασίαν, καὶ προβῇ εἰς τὴν τύπωσιν τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136, σελ. 383–393).
§31Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἔκθεσιν εἴχετε ζητήσει, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσω.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Τσᾶτσος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας ἐνίων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 137).
§34ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν δαπανηθέντων ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 μέχρι 1 Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους, ἐμφαίνουσαν ἰδιαιτέρως τὰ δαπανηθέντα καθ’ ἕκαστον ἔτος.
§35Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἐμφαίνηται, πόσα ὀφείλονται ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας εἰς τοὺς δήμους Τρικκάλων, Σικυῶνος, Πελλήνης, Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας.
§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ δώσητε σημείωσιν, διότι, ὡς γνωρίζετε, πρέπει νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ὅταν λάβω τὴν ἀπάντησιν, θὰ τὴν προσκομίσω.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὑποβάλλονται νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἵνα δαπανηθῶσιν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας πρὸς κατασκευὴν ἔργων, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζωμεν τὰ ποσά, ἅτινα δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἐκ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἕκαστος δῆμος.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ὑπὲρ δήμου τινὸς πρὶν ἢ ἐξακριβώσωμεν ἐπισήμως, ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει καὶ κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ὀφειλομένου εἰς αὐτὸν ποσοῦ συντάσσεται τὸ νομοσχέδιον.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν πληροφορίαν αὐτὴν δυνατὸν νὰ ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς περὶ τούτου γίνεται λόγος.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως ἐκ παραδρομῆς. Διαβεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ὅτι πάντοτε λαμβάνεται ἡ πληροφορία αὕτη. Βεβαίως δὲ εἶναι ὀρθόν, ὅπως πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβληθῇ ἡ πληροφορία.
§41ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐζητήθη ἡ κατὰ τοῦ Δημάρχου Τραγαίας δικογραφία διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν δύο κληρωτῶν, περὶ τῆς ὁποίας πολὺς λόγος ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ ἐζήτησε νὰ προσκομισθῇ ἡ δικογραφία αὕτη.
§42Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐζητήθη εὐθὺς ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν ἡ δικογραφία, ἡ ἀφορῶσα τὸν Δήμαρχον Τραγαίας, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον προσεκομίσθη ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι περατωμένη, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ πέμψῃ τὴν δικογραφίαν. Διὰ μακρᾶς ἐκθέσεώς του ὅμως ἐξηγεῖ καὶ τὸ σκεπτικὸν καὶ τὸ διατακτικὸν τοῦ βουλεύματος, πληροφορεῖ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ ἐκδοθέντος βουλεύματος εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ κατηγορητηρίου, τοὺς δύο κληρωτούς, οἱ ὁποῖοι, ἐξαπατήσαντες τὸν Δήμαρχον Τραγαίας, προεκάλεσαν τὰ πιστοποιητικά, περὶ ὧν πρόκειται, εἰσήγαγε δὲ εἰς δίκην καὶ αὐτὸν τὸν Δήμαρχον Τραγαίας...
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν Δήμαρχον διὰ τίνα λόγον εἰσήγαγε;
§44Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι συνήργησεν εἰς τὴν πρᾶξιν... Πληροφορεῖ δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας πράξεως, τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον ἐχαρακτήρισεν ὡς ἠκούσατε. Τὸ Συμβούλιον λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει δόλος, ἀλλ’ ὑπάρχει κακοήθης πρᾶξις. Συνεπείᾳ δὲ τῶν σκέψεων τούτων τοῦ Συμβουλίου, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήγγειλε κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον, ἂν θέλητε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
§45ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν χρονολογίαν τοῦ κατηγορητηρίου παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε.
§46Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. 1 Δεκεμβρίου 1900. Βλέπετε, ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ πρὶν ἢ γείνῃ συζήτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐνταῦθα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶχεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του, Πληροφορεῖ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι κυρίως τὸ λάθος εἶναι τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἕτερος Βουλευτὴς Νάξου, τὰ πιστοποιητικὰ αὐτὰ ἦσαν πράγματι ἀτελῆ· ἦσαν δ’ ἀτελῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ κληρωτοὶ δὲν ἐξηροῦντο, κατὰ τὸν νόμον· διότι ἁπλῶς ὁ Δήμαρχος ἐπιστοποίει, ὅτι οἱ κληρωτοὶ αὐτοὶ εἶναι τέκνα τοῦ δεῖνα καὶ τῆς δεῖνα, χωρὶς νὰ ἀναφέρει, ὅτι ἦσαν τέκνα ἐκ νομίμου γάμου τοῦ πατρὸς μετὰ τῆς μητρὸς αὐτῶν, ἀποδεικνύεται δὲ ἤδη, ἢ ὑπάρχουσιν ἐνδείξεις, ὅτι ὄντως δὲν εἶναι τέκνα ἐκ νομίμου γάμου, ὅτι οἱ πατέρες αὐτῶν τῶν νέων συνέζων μετὰ γυναικῶν, καὶ ἐκ τῆς συνοικίσεως αὐτῆς ἐγεννήθησαν τὰ τέκνα. Ἐὰν τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἐπρόσεχεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ βεβαίωσις τοῦ νομίμου γάμου, δὲν ἤθελε τοὺς ἐξαιρέσει. Ταῦτα λέγει ὁ Εἰσαγγελεύς. Εἶναι δὲ ἡ ἔκθεσίς του μακρὰ καὶ ἠτιολογημένη, καὶ ἐξ αὐτῆς θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Εἰσαγγελίας ὑπῆρξεν οἵα ἔπρεπε νὰ ἦναι. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι τὰ κατηγορητήρια ἐξεδόθησαν πρὶν ἢ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐνταῦθα.
§47ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Μοὶ ἐξηγεῖτε μίαν ἀπορίαν; Πῶς εἰσήχθη εἰς δίκην ὁ Δήμαρχος, ἀφοῦ τὸ βούλευμα παύει πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ;
§48Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παύει πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν, διότι εἶχε καταδιωχθῆ ὁ Δήμαρχος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ.
§49ΧΟΙΔΑΣ. Ὥστε δι’ ἄλλην πρᾶξιν εἰσήχθη, καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ σκεπτικῷ λόγους.
§50Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ βούλευμα λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ ἀπάτης, ἀλλὰ περὶ πράξεως κακοήθους, συνεπείᾳ τῶν σκέψεων τούτων παραπέμπεται κλπ.
§51ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῶν μηχανικῶν κ. κ. Μπαλάνου καὶ Τρούμ περὶ ἀνακαινίσεως καὶ συντηρήσεως τῶν ναῶν τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἐπίσης καταθέτω σχέδιον νόμου «περὶ πλουτισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου καὶ βελτιώσεως τῆς ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίας».
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 138). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Πετρίδης.
§53Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀκούονται παρεκτροπαὶ καὶ ὑπερβασίαι τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, οὐδὲ τὸ πρῶτον πλῆγμα πρόκειται νὰ δώσω ἐγὼ εἰς τὸν θεσμὸν, τὸν κρατοῦντα, τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲ, δυστυχῶς, τὸ τελευταῖον, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν καταδίκην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποστῆ ὁ θεσμὸς οὗτος ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν τὴν γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, ὁ θεσμὸς οὗτος ἐξακολουθεῖ νὰ ἵσταται εἰς τοὺς πόδας του, μεθ’ ὅλας, ἐπαναλαμβάνω, τὰς διαμαρτυρίας τῶν Βουλευτῶν. Ταῦτα ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, διότι πρό τινων ἡμερῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Περαχώρας παρεκτροπαὶ τοῦ ἐκεῖ ἀστυνομεύοντος ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ διασαλευθῇ τελείως ἡ δημοσία τάξις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι σοβαρὰ, ἡ πρᾶξις δὲ, ἡ καταγγελλομένη, διετάραξε τὴν φιλήσυχον ἐκεῖ κοινωνίαν.
§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Προσέχω. Δύναμαι μάλιστα νὰ ἐπαναλάβω καὶ τὰς λέξεις σας.
§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, ὅτε ὁ λαὸς ἑώρταζε τὴν γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, ὁ ἐκεῖ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, ὑπενωμοτάρχης Μουντζουρίδης, ἐν κραιπάλῃ διατελῶν, συνέλαβε πολίτην τινὰ, τοῦ ὁποίου ὁ πατὴρ μόνον ὤφειλε μικράν τινα ὀφειλὴν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ οὐχὶ ὁ συλληφθείς. Τὸ γεγονὸς ἕως ἐδῶ δὲν ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, διότι ἠδύνατο ὁ συλληφθεὶς νὰ ἀποδείξῃ κατόπιν τὴν μὴ ὀφειλήν του, καὶ ν’ ἀπολυθῇ, ὡς ἀδίκως συλληφθείς· ἀλλ’ εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐκεῖ δημοδιδάσκαλος ἀπηύθυνε τῷ εἰρημένῳ ἀστυνομικῷ σταθμάρχῃ, παρατηρήσεις δικαιοτάτας, διότι καὶ ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἦτο ἡμέρα ἐξαιρέσιμος διὰ συλλήψεις, καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ συλληφθῇ πολίτης οὐδὲν ὀφείλων εἰς τὸ Δημόσιον, ὁ ὑπενωμοτάρχης αὐτὸς Μουντζουρίδης—ἐπαναλαμβάνω τὸ ὄνομα—ἀπήντησεν ὑβρίζων καὶ τὸν δημοδιδάσκαλον καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τῆς Περαχώρας. Οἱ χωρικοί, ὡς ἐκ τῆς ἡμέρας, εὑρίσκοντο συνηθροισμένοι ἐν τῇ Ἀγορᾷ, ὅπου ὑπάρχει καὶ τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγκλεισθῆ ὁ παρανόμως συλληφθεὶς ὀφειλέτης δῆθεν τοῦ Δημοσίου. Ὁ ὑπενωμοτάρχης, ὑποπτευθείς, ὡς ἐκ τῆς μέθης του, ὅτι κακόν τι ἠδύνατο νὰ πάθῃ, διατάσσει τοὺς ὑπ’ αὐτὸν χωροφύλακας, καὶ μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχην ἐπιτίθενται κατὰ τῶν χωρικῶν, καὶ τραυματίζουσί τινας· ῥίψαντες δὲ περὶ τοὺς 20 ἢ 30 πυροβολισμούς, πληγώνουσι καιριώτατα καὶ ῥίπτουσιν ἡμιθανῆ ἕνα φιλήσυχον καὶ ἔντιμον συμπολίτην μου, διατρήσαντες τὸ στῆθος αὐτοῦ. Τηλεγραφήματα τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν διεβιβάσθησαν περὶ τούτου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Δὲν θὰ ἔκαμνα δὲ λόγον, καὶ θὰ ἄφινα νὰ διαλευκάνῃ τὴν ὑπόθεσιν ἡ Δικαιοσύνη, πρὸς τὴν ὁποίαν κατέφυγον οἱ παθόντες, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευδε καὶ μετέθετεν ἐκεῖθεν τὸν ταραξίαν αὐτὸν ὑπενωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος διεσάλευσε τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἡ παραμονὴ ἐκεῖ τοιούτου ὀργάνου φέρει μέγαν ἀναβρασμὸν εἰς τοὺς κατοίκους, ἐπίκεινται δὲ ταραχαί. Βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἠναγκάσθην νὰ γράψω, παρακαλῶν τοὺς πολίτας νὰ τηρήσωσι τὴν τάξιν, καὶ ὑποσχόμενος, ὅτι θὰ ληφθῇ μέτρον τι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εὐελπιστῶ, ὅτι, ταῦτα λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ σπεύσῃ νὰ μεταθέσῃ τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν τιμᾷ ποσῶς τὴν ὑπηρεσίαν, παρὰ τῆς ὁποίας ἐτάχθη φρουρὸς τῆς τάξεως καὶ τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας τῶν κατοίκων.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἐξετάσω περὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἂν ὅσα ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἦναι ἀληθῆ, θὰ παυθῇ ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Λιμπρίτης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς πληροφορίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκτελοῦνται αἱ ὑδραυλικαὶ ἐργασίαι ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, καὶ ἐὰν τηροῦνται αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου· ἐὰν δὲ μή, πῶς ἠσφαλίσθη ὁ ἔλεγχος τῶν δαπανῶν, καὶ ποῖα τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα;»
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπεδείχθη ἀκριβῶς, ἐκεῖνο, ὅπερ ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀπεδείχθη καὶ πιστοποιεῖται ὑπὸ τῶν ἐγγράφων τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι ἐγένετο κακοήθης ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας. Δὲν εἶναι, ὅπως ἐλέγετο τότε ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων, κακοήθης ἀπόκρυψις πρὸς τὸν Δήμαρχον, ἀλλὰ κακοήθης ἀπόκρυψις τοῦ Δημάρχου. Ἀποδεικνύεται τοῦτο ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ῥητῶς λέγοντος, ὅτι «ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς μάρτυρας καὶ εἰς τὸν Δήμαρχον ἀνάγεται ἡ κατηγορία αὕτη τοῦ βουλεύματος». (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως). Διὰ τοῦ πρώτου πιστοποιητικοῦ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ὑπῆρχε κώλυμα μὴ ὑπάρχον, καὶ διὰ τοῦ ἄλλου, ὅτι ὑπῆρχε λόγος ἀπαλλαγῆς μὴ ὑπάρχων. Καὶ οἱ δύο λόγοι ἀπαλλαγῆς, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι δὲν ὑπῆρχον...
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γράφει ὁ Εἰσαγγελεύς;
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἐν τέλει δὲ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐπιμένων εἰς τὴν ἰδέαν, λέγει, ὅτι «τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα ἦσαν τεχνηέντως κατεσκευασμένα...» κλπ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἡ δικάσιμος ἡμέρα, ἀντὶ τῆς πρώτης Δεκεμβρίου, ὁρίζεται τὴν 15 Μαρτίου. Ὑποθέτω, ὅτι λόγος τούτου εἶναι ἡ πληθώρα ἐργασίας· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιούτων πράξεων, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ πληθώρα ἐργασίας.
§61Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς πληθώρας. Λέγει, νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κυριώτερος μάρτυς εἶναι ὁ κ. Μυκώνιος, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε, καὶ ἐπειδὴ ὑπέθετεν ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας της, προσδιώρισε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ ὁ κ. Μυκώνιος παρών.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τούτων ἐδείχθη, ὅτι καλῶς τὴν πρώτην ἑσπέραν ἐβεβαίωσα, ὅτι ἡ κακοήθης ἀπόκρυψις ἀπευθύνεται κατὰ τοῦ Δημάρχου, καὶ ὄχι κατὰ τῶν ἐνδιαφερομένων μόνον. Ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν σήμερον προσαγομένων ἐγγράφων προκύπτει σπουδαιότατον γεγονός· ὅτι ὄχι μόνον ὁ Δήμαρχος ἀπεσιώπησε κακοήθως γεγονὸς γνωστὸν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ δύο στρατευσίμων, καὶ ἀντ’ αὐτῶν σταλῶσιν ἄλλοι, ἀλλ’ ὅτι καὶ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον παρέβη ἀσυγγνώστως τὸ καθῆκον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν πιστοποιητικὰ, ἅτινα ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀπαλλάξωσι, διότι οἱ τύποι τῶν πιστοποιητικῶν μετὰ τῶν ὅρων τῶν ἀπαραιτήτων, ὅπως ἀποτελῶσι στήριγμα ἀπαλλαγῆς, εἶναι τόσον ἀπὸ ἐτῶν σταθεροὶ, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο εἰς Στρατολογικὸν Συμβούλιον, στηριζόμενον ἐπὶ τοιούτων πιστοποιητικῶν, προφανῶς μὴ παρεχόντων λόγον ἀπαλλαγῆς, νὰ ἀπαλλάξῃ στρατεύσιμον, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, κατὰ τίνα τρόπον τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τῶν Κυκλάδων ἐστηρίχθη ἐπὶ πιστοποιητικῶν προφανῶς παρατύπων, καὶ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀπήλλαξε δύο κληρωτοὺς, ἐξ οὗ καὶ προῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ ὑποχρεωθῶσι δύο ἄλλοι, μὴ ἔχοντες ὑποχρέωσιν, εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
§63Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ἐκείνης εἶχε πεισθῆ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ Δήμαρχος Τραγαίας ἐκ κακοηθείας παρέλειψε...
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι τὸ βούλευμα λέγει τοῦτο.
§65Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. .. Ἐγὼ ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἑσπέρας εἶπον, ὅτι ὁ Δήμαρχος Τραγαίας ἐν γνώσει παρέλειψε τὸ «ἐκ νομίμου γάμου», διότι ὁ γάμος τοῦ ἑνὸς εἶναι ἄγνωστον, ἂν ἐγένετο ἐν Νάξῳ ἢ ἐν Βρυούλοις, ὁ δὲ τοῦ ἑτέρου εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐγένετο ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι ἡ καταγγελία ἐγένετο οὐχὶ ὑπὸ τοῦ κ. Μυκωνίου, ἀλλ’ ὑπὸ ἑνὸς ἀγνώστου, Λούρου καλουμένου. Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομισθῇ ἡ δικογραφία, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὑπάρχει ἀναφορὰ ἐπὶ χαρτοσήμου, ὑπογεγραμμένη ὑπό τινος Λούρου, ἀνυπάρκτου προσώπου, τὴν ὁποίαν εἶδε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἴσως αὔριον τὴν ἴδῃ καὶ ἡ Βουλή, διότι ἐν τῇ δικογραφίᾳ ὑπάρχει ἡ ἀναφορὰ αὕτη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀναφέρει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν τὸ ἀπέκρυψεν ὁ Δήμαρχος, διότι οὗτος ἀπολογηθεὶς εἶπεν, ὅτι, ἀγνοῶν, ἂν ἔγεινε νόμιμος γάμος, δὲν ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ ψευδῶς τοῦτο· πιεζόμενος δὲ ὑπὸ τῶν κληρωτῶν,— διότι, ὅπως κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, τὴν τελευταίαν ἡμέραν ζητοῦσι νὰ ἐγγραφῶσιν οἱ χωρικοί, οὕτω καὶ οἱ κληρωτοὶ πολλάκις ἀναχωροῦσιν ἐξ Ἀθηνῶν τὴν τελευταίαν ὥραν, καὶ προσέρχονται εἰς Νάξον, καὶ ἀξιοῦσι νὰ λάβωσι πιστοποιητικά, — ὁ Δήμαρχος, λέγω, ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ τὰ πιστοποιητικά. Εἶπον δὲ καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν κληρωτῶν, ὁ Β. Ναυπλιώτης, εἶχε νόμιμον λόγον ἐξαιρέσεως, καὶ νομίμως τὸν ἐξήρεσε τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐγένετο γάμος· ἐξητάσθησαν δὲ καὶ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν τοῦτο. Ὁ δὲ καταγγείλας τὴν δῆθεν παρανομίαν τοῦ Δημάρχου Τραγαίας ἔφερε μάρτυρας τοὺς ἀσπονδοτέρους προσωπικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἐχθροὺς τοῦ Δημάρχου, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ βεβαιώσουν, ὅτι εἴτε ἐξ ἀγνοίας εἴτε ἐκ δόλου ἐξέδωκε πλαστὰ πιστοποιητικά, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς δύο κληρωτούς, καὶ ὅτι εἶχε συμφέρον τι. Ὁ δὲ κ. Μυκώνιος πρόκειται νὰ προσκληθῇ ὡς μάρτυς, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τί;
§66Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐπιστοποίει ὁ Δήμαρχος;
§67Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐπιστοποίει μόνον, ὅτι εἶναι τέκνα τοῦ τάδε καὶ τῆς τάδε, παραλείψας τὸ «ἐκ νομίμου γάμου». Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔλαβε μέρος αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ἐνηργήθη αὕτη ἐν Τραγαίᾳ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ, ὅστις κατόπιν τῆς ἀνακρίσεως βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ Δημάρχου, καὶ μήτε ἔνταλμα ἐξέδωκε κατ’ αὐτοῦ. Τὸ δὲ Συμβούλιον τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν εἶναι αὐστηρότατον, ἀποτελούμενον ἀπὸ ἐντίμους καὶ ἀκεραίους δικαστάς, καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀφορμὴ νὰ ἐλέγξῃ τοῦτο ὁ κ. Μυκώνιος. Ἀλλά, μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητά του, τὸ Συμβούλιον δὲν ἠδυνήθη νὰ παραπέμψῃ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τὸν Δήμαρχον, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐμπαθεῖς μάρτυρες τῆς κατηγορίας οὐδὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταθέσωσι κατὰ τοῦ Δημάρχου. Ἀλλὰ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀγνοούντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ τίνος πρόκειται, ἦλθεν ὁ κύριος Μυκώνιος καὶ εἶπεν ὅ,τι ἤθελε, νομίζων, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, διὰ ὁποίου αὐτὸς ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦδε κατεσκεύαζε τὰς ἀπαλλαγὰς καὶ ἐξαιρέσεις...
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριε Βουλευτά, νὰ ὁμιλῆτε οὕτω περὶ τοῦ συναδέλφου σας, ὅτι κατασκευάζει τὰς ἀπαλλαγάς.
§69Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς γενομένας ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1900 ὑπὸ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὀνομαστὶ δὲ θὰ σᾶς δώσω σημείωσιν τῶν ὀνομάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξῃρέθησαν, καίτοι ἦσαν καὶ εἶναι ὑγιέστατοι. Ὑπάρχει δὲ ὑπάλληλος ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ Ταχυδρομείῳ, Ἀντώνιος Λάσκαρης ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξαιρεθῆ ὡς φρενοβλαβής.
§70Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐξυβρίζετε οὕτω τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν!
§71Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὥστε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν πρέπει νὰ ἀπορῇ, ἂν τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἢ μᾶλλον αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς, δι’ ἀναφορᾶς τοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργόν, θέλων νὰ συγχύσῃ τὸ πρᾶγμα, λέγῃ, ὅτι κακοήθης ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας περιέχεται ἐν τοῖς πιστοποιητικοῖς, — τοῦτο ἀναφέρεται ἱστορικῶς ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ βουλεύματι, — διότι ὁ Δήμαρχος εἶπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτι ἔκαμε τὴν παράλειψιν αὐτήν, καθόσαν ὤφειλε νὰ δώσῃ πιστοποιητικόν, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν οὐδεὶς ἠδικήθη, οὔτε ἔρχεταί τις σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀδικεῖται, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ ὅτι ὑπηρετεῖ διότι ἀπηλλάγησαν ἐκεῖνοι.
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀγνοεῖ παντελῶς τὰ πρόσωπα, διότι εἶναι καὶ ἐντελῶς ξένος πρὸς αὐτά· εἶναι ἐκ Νάξου καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς στρατεύσεως καὶ οἱ ὑποχρεωθέντες νὰ στρατευθῶσιν. Ἀλλὰ εἰς τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς τὰ γενόμενα, ὡς ἐξετέθησαν τότε, ἐγέννησαν ἰδιαιτέραν ἀγανάκτησιν, διότι καὶ τότε παρετήρησεν, ὅτι εἶναι οἰκτρόν, διὰ τοιούτων πράξεων νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς στρατεύσεως οἱ κατὰ νόμον ἔχοντες ὑποχρέωσιν νὰ στρατευθῶσι, καὶ τὸ βάρος, τὸ ἐπικείμενον εἰς αὐτοὺς, νὰ μετατίθηται εἰς ἄλλους, τὸ βαρύτατον τῶν βαρῶν. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτο δυνατόν, οὕτω καταγγελλομένη, νὰ μὴ κινήσῃ ἁπάντων τῶν Βουλευτῶν τὴν ἀγανάκτησιν, καὶ βεβαίως ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐξεγειρώμεθα κατὰ τοιούτων πράξεων, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν κοινωνίαν, ἂν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα μένωσιν ἀτιμώρητα! Δυστυχῶς δέ, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐκ τοῦ βουλεύματος, ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἰδίως, ἥτις ἐκτίθησι διὰ μακρῶν τὰ πράγματα, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπῆρξε κακοήθης συμπαιγνία, παρασκευασθεῖσα μεταξὺ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν ἐπιζητησάντων τὴν ἀπαλλαγὴν, ὅτι πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου, ἐπίτηδες φιλοτεχνηθέν, ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Κυκλάδων, ὅπως τοῦτο παρανομοῦν ἀπαλλάξῃ δύο στρατευσίμους. Ἐκ δὲ τῆς πράξεως ταύτης ἐπῆλθε τὸ μέγα ἀδίκημα, δύο ἄλλοι, μὴ ἔχοντες ὑποχρέωσιν στρατιωτικὴν, νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν ἐκείνων. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Εἰσαγγελέως, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα, ἀποφυγὼν νὰ εἴπω λεπτομερείας, περιλαμβάνεται βεβαίωσις τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι ἀμφότερα τὰ πιστοποιητικὰ ἐβεβαίουν περὶ γάμου, τοῦ μὲν ἑνὸς παντελῶς ἀνυπάρκτου, τοῦ δὲ ἄλλου μὴ ἀποδεικνυομένου ὅτι ἐγένετο ἐν Ἀθήναις, ὡς ἐλέγετε κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀδείας τοῦ Μητροπολίτου, διότι ῥητῶς λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἐξετασθεὶς ὁ Μητροπολίτης, ἠρνήθη ὅτι ἔδωκε τοιαύτην ἄδειαν. Ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀρκεῖ εἰς τὸν ἐχέφρονα, ὅπως πεισθῇ, εὐθὺς ὡς ἀναγνώσῃ τὸ πιστοποιητικόν· διότι τὸ πιστοποιητικόν, ἂν τὰ πράγματα εἶχον ἄλλως, ἤθελεν εἶναι πλῆρες· τὸ πιστοποιητικὸν δὲν ἦτο πλῆρες, διότι πλῆρες δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ, ἄνευ ἀμέσου παραπομπῆς τοῦ πιστοποιοῦντος εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον· ἐδόθη συγκεκαλυμμένον, ὅπως ἐπιτευχθῇ μὲν ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαλλαγῆς, διαφύγῃ δὲ καὶ ὁ ἐκδοὺς τὸ πιστοποιητικὸν τὴν καταδίωξιν. Ταῦτα προέκυψαν, καὶ ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γεννᾶται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ κατάταξις τῶν ἄλλων δύο στρατευσίμων, ὧν δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις.
§73ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ κ. Ναυπλιώτης ὡμίλησε, καὶ δὲν μᾶς εἶπε τίποτε. Ὁ κ. Ναυπλιώτης ἐπαρουσίασεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τὸν θετόν του Ἰωάννην Ναυπλιώτην, ὡς ἐντελῶς ἀνίκανον διὰ πᾶσαν ἐργασίαν, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἐξῄρεσε τὸν γέροντα αὐτὸν, διότι πράγματι ἦτο ἀνίκανος· συνεπῶς ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῇ, ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος τοῦ πατρὸς, ὁ πρεσβύτερος υἱός. Ἐπιστοποίησε λοιπὸν ὁ Δήμαρχος, ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς τοῦ ἐξαιρεθέντος πατρὸς εἶναι νυμφευμένος, ἐνῷ δὲν ἦτο νυμφευμένος νομίμως, καὶ συνεπῶς ἐξῃρέθη ὁ δεύτερος υἱὸς—εἶναι ἡ πρώτη ἐξαίρεσις. —Διὰ δὲ τὸν δεύτερον, οὗτος δὲν ἐπῆγε διόλου εἰς τὴν κλήρωσιν, διότι κατὰ τὸν νόμον οἱ ἔχοντες λόγον ἀπαλλαγῆς δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ παρίστανται· ὑποβάλλουν μόνον τὰ πιστοποιητικὰ, καὶ ἀποφαίνεται τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον. Ὑπεβλήθη λοιπὸν πιστοποιητικὸν, ὅτι ὁ Βασίλειος Γρατζίας τοῦ Λορέντζου εἶναι φυσικὸν ἐκ νομίμου γάμου τέκνον τοῦ Λορέντζου Γρατζία, ἐνῷ ἦτο νόθος. Ἐνδιαφερόμενός τις ἔκαμεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπαλλαγήν των, καὶ ἠκύρωσε ταύτην, διατάξαν τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον νὰ καταλογίσῃ αὐτοὺς διὰ διετῆ ὑποχρέωσιν, δύο δὲ ἐκ τῶν κληρωτῶν τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως νὰ καταλογισθῶσιν ὡς διαθέσιμοι. Μετὰ τὴν διαταγήν του ταύτην τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Νομάρχην, τὰ διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τότε ἐγὼ, ὑποπτευθεὶς μήπως, κρατούμενα τὰ πιστοποιητικὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, λάβουν ἄλλην μορφὴν, ἔκαμα μήνυσιν τακτικὴν, ὑπέγραψα ἐγὼ αὐτὴν καὶ τὴν ἀπέστειλα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, προέβη εἰς ἀνακρίσεις, καὶ εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τῆς Σύρου, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἴδετε. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὴν πρώτην ἀπόφασίν του, φαίνεται ὅτι, ἐπιμένον νὰ καταδιωχθῶσι καὶ οἱ δύο ἀπαλλαγέντες, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 139 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ὁ ὁποῖος ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ τοὺς κατατάξῃ, διότι προηγουμένως πρέπει νὰ ἐπέμβῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ τοὺς ἐγγράψῃ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰς τὸ δεξιὸν τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος. Ὡς ἐκ τούτου διέταξεν ἐκ νέου τὴν ἀκύρωσιν τῆς πρώτης του διαταγῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δύο ἀπαλλαγέντας, ἀλλὰ δὲν διέταξε καὶ ἂν οἱ ἐκ τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως μετατεθέντες εἰς τοὺς διαθεσίμους ἕτεροι δύο πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα καὶ ὑπηρετήσουν, διότι αὐτοὶ κατέβαλον πλέον τὰς 160 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος προβλέπει, καὶ ἔχουν ἀπαλλαγῆ. Αὐτὸ ἐπερίμενα νὰ μάθω· τί θὰ γείνῃ ὁ Δήμαρχος, ἢ τί θὰ γείνουν οἱ δύο κληρωτοί; Αὐτὴ ἦτο ὅλη μου ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἔγεινεν ἀφορμὴ νὰ ζητηθῇ ἡ δικογραφία, διὰ νὰ ἴδωμεν, πῶς ἀπηλλάγη ὁ Δήμαρχος. Τώρα ὁ κ. Ναυπλιώτης ζητεῖ νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς ἐμὲ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1875, ὅτε ἐξετέθην τὸ πρῶτον Βουλευτὴς, διὰ τοιούτων μέσων, διὰ τῶν ἀπαλλαγῶν, κατώρθωσα ν’ ἀποκτήσω ἐπιρροὴν ἐν Νάξῳ...
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀνεκάλεσεν αὐτό· μὴ κάμνετε λόγον περὶ αὐτοῦ.
§75ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ τὸν πειράξω. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰατρὸς δὲν εἶμαι, οὔτε μέλος τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐξαιρῶ τὸν ἕνα κληρωτὸν, ἢ τὸν ἄλλον. Ἐγὼ ἀνοίγω τὸν νόμον, καὶ ἂν ἴδω εἰς τοὺς λόγους ἀπαλλαγῆς ἀναφερόμενον τὸ νόσημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχει ὁ προσερχόμενος κληρωτὸς, τῷ λέγω: «ἔννοια σου, θὰ φροντίσω», καὶ μεταβαίνω νὰ ὁμιλήσω, διὰ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ παραπομπή του εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν, ἐνῷ ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζω, ὅτι ἡ Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ, εἴτε ὁμιλήσω, εἴτε δὲν ὁμιλήσω, ἐὰν ἔχῃ ὁ κληρωτὸς λόγον ἐξαιρέσεως, θὰ ἐξαιρεθῇ (ἱλαρότης). Ἡ μόνη ἐνέργεια εἶναι, ὡς προεῖπον, νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ παρουσίασις τοῦ κληρωτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχουν καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, μεταβαίνω, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπαρουσιάσθην εἰς αὐτήν (ἱλαρότης). Καὶ ἐγὼ πάντοτε, κύριε Ναυπλιώτη, θὰ τρέχω κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον· ἀλλὰ σεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπαρουσιάσθητε ποτὲ, ἵνα ὑπερασπισθῆτε κανένα στρατιώτην ἐν τῷ δικαίῳ του, πῶς ἔχετε ἀξιώσεις ἐπιρροῆς παρὰ τῷ λαῷ; Καὶ βλέπετε, ὅτι δι’ αὐτό μου τὸ τρέξιμον ὁ κόσμος μὲ ἀγαπᾷ, καὶ μὲ ἐκλέγει πάντοτε Βουλευτήν· καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον θὰ μὲ εἶχεν ἐκλέξει, ἐὰν ὑμεῖς δὲν ἐπράττετε ὅ,τι ἐπράξατε.
§76Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Παρέλειψα πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας τοῦ ἀγνώστου Λούρου κατὰ Ναυπλιώτου, διέταξε τὸν Νομάρχην Κυκλάδων νὰ προσκαλέσῃ τὸν Δήμαρχον Τραγαίας τηλεγραφικῶς νὰ πιστοποιήσῃ, ὑπ’ εὐθύνην του καὶ ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ψευδοῦς πιστοποιήσεως, ἐὰν ὑπάρχει γάμος νόμιμος τῶν γονέων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κληρωτῶν. Ὁ Δήμαρχος αὐτοστιγμεὶ τηλεγραφικῶς ἀπαντᾷ εἰς τὸν Νομάρχην, ὅτι, ὡς πληροφορεῖται νῦν, ὁ γάμος τοῦ Γρατζία εἶναι παράνομος, μὴ νομίμως τελεσθεὶς, περὶ δὲ τοῦ ἑτέρου, ὅτι δὲν δύναται νὰ πιστοποιήσῃ, ἐὰν ἐτελέσθη νόμιμος γάμος ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ. Ἐγὼ δὲ, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, γνωρίζω, ὅτι ὁ γάμος τοῦ Ναυπλιώτου ἐτελέσθη ἐνταῦθα, εἰς τὴν συνοικίαν Ἁγίου Φιλίππου, καὶ παράνυμφος ἦτο εἷς κουμπάρος τοῦ κ. Μυκωνίου.
§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκτὸς τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις πράγματι ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἔχομεν ἤδη τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ἐκτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ τίνα τρόπον ἐξηπατήθη καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαπατηθῇ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὸν Νομάρχην, ἢ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, πῶς περιέπεσεν εἰς τὸ λάθος τοῦτο· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιπέσῃ εἰς τοιαύτην πλάνην τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ εἶναι, τί γίνονται οἱ δύο ἄλλοι οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν, συνεπείᾳ τῆς πλάνης ταύτης, εἰς τὸν στρατόν.
§78ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν κατετάχθησαν· μετεφέρθησαν εἰς τοὺς διαθεσίμους.
§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πῶς δὲν κατετάχθησαν;
§80Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτοὶ δὲν κατετάχθησαν, διότι ἀπηλλάγησαν, καταβαλόντες τὸ ἀντισήκωμα· εἶναι διαθέσιμοι.
§81Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ στρατολογικὸς νόμος ὁρίζει, ὅτι ὤφειλον νὰ καταταχθῶσι, διότι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἀπολύσῃ δύο ἄνδρας, οἵτινες ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἐὰν δὲ τοιαύτη ἦναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑπηρετήσει οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, θὰ κληθῶσιν ὅμως καὶ θὰ ὑπηρετήσουν ἄλλοι, καὶ δὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὤφειλον νὰ ὑπηρετήσουν· θὰ πληρώσουν ἑπομένως τὸν φόρον τοῦ αἵματος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὤφειλον νὰ πληρώσουν αὐτὸν, θὰ ἐξαιρεθῶσι δὲ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποχρεοῦνται εἰς ὑπηρεσίαν.
§82Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐφυέστατος συνάδελφος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπεκάλεσε τὰς ἐπερωτήσεις hors d’ oeuvres, διότι ἀνοίγουσι τὴν ὄρεξιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τρώγωμεν πολὺ ἀπ’ αὐτὰς τὰς hors d’ oeuvres, διότι δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Δὲν ἐνόησα, οὔτε δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, τίνα λόγον εἶχεν ἡ παροῦσα συζήτησις, ποία εἶναι ἡ παροῦσα συζήτησις. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ εἶχε νὰ κάμῃ, ἦτο νὰ πληροφορηθῇ, τί συμβαίνει εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς προέβη καὶ ἔκαμε τὸ καθῆκόν του, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ μάθῃ, εἶναι, ἐὰν αἱ ἀρχαὶ αἱ ἐπιτετραμμέναι τιμωρῶσι τοὺς ἐγκληματίας, καὶ καθιστῶσι σεβαστοὺς τοὺς νόμους. Αἱ ἀρχαὶ ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, καὶ πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτρεπώμεθα τόσον πολὺ μὲ ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ ἀγώμεθα τόσον μακρὰν, ὥστε νὰ διηγώμεθα ἐνταῦθα παραμύθια.
§83Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὶν λάβω τὸν λόγον, ἵνα φέρω ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων, προοιμιαζόμενος παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι τὸ θέμα δὲν ἦτο ἀνάξιον συζητήσεως. Ἡ στρατολογία, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὑποχρέωσις οὐσιωδεστάτη καὶ σπουδαιοτάτη· ἑπομένως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται σχετικῶς μὲ τὴν στρατολογίαν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξια σπουδαίας συζητήσεως καὶ ἐρεύνης τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς, ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν, ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προκύπτει, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων δὲν ἀφίεται ἀνεπηρέαστος, ἀλλὰ γεννῶνται ὅλαι αἱ ἀσχημίαι, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, καὶ διὰ τὰς ὁποίας προεκλήθη ἡ εἰρωνεία καὶ ὁ γέλως τῶν ἀκροατῶν τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, παρουσιαζομένων τοιούτων ζητημάτων, νὰ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τὴν ἰδικήν μας καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ λάβωσιν οἱ ἁρμόδιοι γνῶσιν, καὶ νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Ἀπορῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀκούων πρὸ πολλοῦ, ὅτι ὁ Δήμαρχος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν ὑπῆρξε νόμιμος γάμος, ναὶ ἢ ὄχι· ἐὰν ὁ στρατεύσιμος ἦτο νόμιμον τέκνον ἢ νόθον. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ ὁ Δήμαρχος τὸ γεγονὸς τοῦτο; Ὑπάρχουσι ληξιαρχικὰ βιβλία, ἢ ὄχι; Ἐκδίδονται ἄδειαι γάμου, ἢ ὄχι; Διὰ μαρτύρων βεβαιοῦνται οἱ γάμοι; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ γάμος ἄνευ ἀδείας ἐπισκόπου; Ἐὰν δὲ ἦναι ἄκυρος ὁ γάμος, θεωρεῖται τότε ὁ γεννηθεὶς ἐκ τοιούτου γάμου νόμιμον τέκνον; Ποίαν ἀνάγκην ἔχει ὁ Δήμαρχος νὰ προσφύγῃ εἰς μάρτυρας, ἵνα ἐξακριβώσῃ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ τοῦ γάμου; Τὸ ἁπλούστερον ἦτο νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ γάμου, ἢ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία τῶν γάμων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντοτε γίνονται δυνάμει τῆς δυστυχισμένης πολιτικῆς καὶ τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων καθ’ ἡμέραν γίνεται. Λοιπὸν νὰ συμβουλεύσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, καὶ νὰ παύσωμεν ἀπ’ αὐτὰ, ὅπως μὴ γίνωνται αἱ ἀσχημίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται.
§84Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐν πρώτοις, κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως καταστήσητε προσεκτικοὺς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἵνα, ὁσάκις τις ἐξ ἡμῶν ζητῇ καὶ λαμβάνῃ τὸν λόγον, μὴ ἀκούωνται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀκούονται, δηλαδὴ τὰ «ἆ! ἆ! ἆ!», ἢ «ἄλλος πάλιν!» καὶ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια τῆς θέσεώς μας...
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ παρετηρήσατε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι αὐτὸ κάμνω διαρκῶς.
§86Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Σᾶς τὸ ὑπέμνησα, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἐπιβληθῆτε περισσότερον. Ὅσα ἀπόψε ἐλέχθησαν, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ Γρατζία– Ναυπλιώτου ἀποδεικνύουν τὸ δίκαιον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πολλάκις εἶπον, καταλήξας εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς, ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς λάβῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων τακτοποιῶν καὶ σαφέστερον καθιστῶν τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἤθελε καταστήσει αὐτὸν τοιοῦτον, ὥστε οἱ καλούμενοι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ νὰ μὴ ὑποπίπτωσιν εἰς παρεννοήσεις αὐτοῦ καὶ λάθη, ἐκ τῶν ὁποίων συμβαίνουσι συνηθέστατα, ὅσα πάντες γνωρίζομεν. Κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ταύτην συζήτησιν ἠκούσαμεν πολλά, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη συστηματικῆς μελέτης τοῦ πράγματος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐξαλειφθῶσι καὶ οἱ παρατηρούμενοι δισταγμοὶ καὶ αἱ λαμβάνουσαι χώραν καταστρατηγήσεις τοῦ νόμου. Θὰ ἠκούσατε βεβαίως ὅ,τι εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐκ Νάξου συνάδελφος κ. Ναυπλιώτης. «Ἐπὶ τέλους, εἶπε, τί φωνάζετε; Εἴδετε κανένα νὰ ὑπηρετῇ ἀντ’ ἄλλου, καὶ τόσον δεικνύετε ἐνδιαφέρον κατὰ τοῦ Γρατζία;» Ἠκούσατε δὲ καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διακόψας τὸν ἐκ Παξῶν κ. συνάδελφον, καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτος ἔλεγε — καὶ πολὺ δικαίως — ὅτι ἄδικον εἶναι νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ δύο νέοι, ἀντὶ ἄλλων δύο, κακῶς καὶ παρὰ τὸν νόμον ἀπαλλαγέντων. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν κ. Βελλιανίτην: «Ἡσυχάσατε. Θεωρηθέντες καὶ αὐτοὶ διαθέσιμοι, καὶ καταθέσαντες τὸ ἀντισήκωμα, δὲν ὑπηρετοῦσι πλέον.» Τὰ τοιαῦτα, Κύριοι, λεγόμενα ἀπὸ Βουλευτὴν καὶ ἀπὸ Ὑπουργόν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, εἶναι τόσον περίεργα, ὥστε νὰ προκαλῶσι τὴν ἀγανάκτησιν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς διετῆ θητείαν ὑποχρέων τοῦ δήμου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶχεν ὁρισθῇ· ὅτε μετὰ τὴν κλήρωσιν ἐπῆλθεν ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Γρατζία καὶ τοῦ Ναυπλιώτου καὶ δὲν γνωρίζω τίνος ἄλλου, ἀναμφισβητήτως προέκυψαν κενά· κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, τὰ κενὰ ταῦτα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι, καλουμένων τῶν δύο πρώτων ἐκ τῶν ὑπολειπομένων στρατευσίμων τοῦ αὐτοῦ δήμου, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν, καὶ ἐκλήθησαν καλῶς, ἂν ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν δύο ἐκείνων ἐγένετο καλῶς· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς λέγει σήμερον: «ἡσυχάσατε· καὶ αὐτοὶ δὲν ὑπηρετοῦσι πλέον». Ἀλλὰ πῶς δὲν ὑπηρετοῦσι; Τίς ἐπλήρωσε τὰ κενὰ, τὰ προκύψαντα ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν δύο πρώτων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ναυπλιώτης; Ὁ Γρατζίας καὶ ὁ ἄλλος ἀπηλλάγησαν, τὰ κενὰ δ’ αὐτῶν ἐπληρώθησαν διὰ δύο ἄλλων, οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι ἀπελύθησαν· ἀπολυθέντων ὅμως καὶ τούτων, τὰ κενὰ μένουσι καὶ πάλιν κενά· ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ὑποκρύπτει τι τὸ σκανδαλῶδες, καὶ ὅτι οἱ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν καταταγέντες ἀπελύθησαν, ὄχι διότι ἔπρεπεν, ἀλλ’ ἵνα φιμωθῶσι τὰ στόματα αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἔκστασις τοῦ κυρίου Ναυπλιώτου ἐπὶ ταῖς διαμαρτυρίαις τῶν ἄλλων Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, χωρὶς κανεὶς τῶν κληρωτῶν νὰ παραπονῆται, ὅτι ὑπηρετεῖ ἀντὶ ἄλλου τινός. Ἡ ὑπόθεσις λοιπόν, κατ’ ἐμέ, δὲν ἐλύθη, καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξακριβώσεως αὐτῆς· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, ἂν δὲν ἐπιθυμῇ νὰ ἴδῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἄλλας τοιαύτας παρεκτροπὰς, νὰ σπεύσῃ νὰ ἁπλοποιήσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὸν ἐν ἰσχύϊ καὶ τραγέλαφων δυστυχῶς καταστάντα νόμον περὶ στρατολογίας.
§87Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι συμπέρασμα τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, πόρισμα σαφὲς ἐπέρχεται, ὅτι, κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ γνώμην, ἡ ἐνεργηθεῖσα πρᾶξις τῆς ἀποκρύψεως δὲν ἦτο τελεία ὡς ἀπόκρυψις, ὥστε ν’ ἀποπλανήσῃ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον· καὶ ἐπειδὴ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δὲν σύγκειται μόνον ἀπὸ στρατιωτικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἕνα δικαστὴν καὶ ἀπὸ ἕνα διοικητικὸν ὑπάλληλον, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσωσι, ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τ’ ἀποτελέσαντα τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Κυκλάδων, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταγγελίας νὰ καταδιωχθῶσι πάντες ἀμειλίκτως, διότι ἁδρότατα ἀποζημιοῦνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ὑπηρέτουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μέγα ῥουσφέτι εἶναι, ποῖος θὰ διορισθῇ μέλος εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, διὰ νὰ λάβῃ τὰς ὀκτὼ δραχμὰς τὴν ἡμέραν, καὶ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, πόσαι προτάσεις γίνονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἴχομεν δι’ ἑκάστην θέσιν 5 ἢ 6 μνηστῆρας. Καὶ ἀφοῦ τόσοι καὶ τόσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν ταύτην, διατὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των; Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσωσι καὶ εὕρωσι ποῖα μέλη ἀπετέλουν τὸ Στρατολογικὸν τοῦτο Συμβούλιον, καὶ προβῶσιν εἰς τὴν αὐστηρὰν αὐτῶν τιμωρίαν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὑπάρχουσιν 9 τῶν κ. Βουλευτῶν ἐγγεγραμμένοι, ἵνα ὁμιλήσωσιν. Ἐὰν ὅλοι ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμά των, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν νομοθετικῶς. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον τὰς ἐπερωτήσεις, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§89Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπανειλημμένως λαμβάνει χώραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, λησμονοῦμεν τὴν ἀφετηρίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἔπρεπε πάντοτε νὰ ὁρμώμεθα, καὶ ἡ ἀφετηρία αὕτη, κατ’ ἐμέ, πρέπει νὰ ᾖναι ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἱδρύθη χάριν τῶν καταστημάτων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν· ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἱδρύθη διὰ παρακρατήσεως προϊόντος ἀνήκοντος εἰς σταφιδοκτήμονας, οἱ ὁποῖοι παρήγαγον αὐτό· ἱδρύθη, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν παραγωγῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν κόπων καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῶν παρήγαγον τὸν καρπὸν τοῦτον. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦτο πολὺ ἀναγκαία, διότι ἀτυχῶς σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ γεγονότος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδωμεν, ἀπέναντι γεγονότος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλει μεγάλας θυσίας ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου, καὶ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι ἐν χερσὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑπάρχει ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δύναται, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἔλθῃ ἡ Τράπεζα ἀρωγὸς εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Τώρα ὅμως ζητοῦμεν, ἵνα τὸ κεφάλαιον τοῦτο καταστρέψωμεν. Καὶ ἦλθεν ἡ πρώτη διακήρυξις, καὶ κατ’ αὐτῆς ἐξηγέρθη ἡ Βουλή, λόγῳ ὅτι, ὅπως ἦσαν τὰ πράγματα ἐν αὐτῇ κεκανονισμένα, ἀπηγορεύετο ἐντελῶς ὁ συναγωνισμός. Ἐλέχθη τότε, — καὶ ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ ἐλέχθη, — ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς πωλήσεως τοῦ ὅλου σταφιδοκάρπου. Ὁμιλεῖτε περὶ πωλήσεως τμηματικῆς τοῦ σταφιδοκάρπου· ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι τμηματικὴ πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀφαιρεῖ ἐκ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὰ μέσα, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται αὐτῇ, δὲν δύναται καὶ νὰ φέρῃ εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὐδὲν ἐργοστάσιον ἤθελε προβῆ εἰς ἀγορὰν μεγάλου ποσοῦ, χωρὶς ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑποχρεωθῇ νὰ μὴ πωλήσῃ εἰς τὸ μέλλον σταφιδόκαρπον εἰς κατωτέραν τιμὴν, διότι ἄλλως τὸ ἐργοστάσιον αὐτὸ τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράσῃ ἀργότερον σταφιδόκαρπον εἰς κατωτέραν τιμήν. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον ἡ Τράπεζα, ἢ ἄλλως οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ θέλουσι προβῆ εἰς μικρὰς προμηθείας, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐκθέσωσιν αὐτοὺς εἰς κινδύνους ἐν τῷ μέλλοντι, διὰ τῶν μικρῶν δὲ αὐτῶν πωλήσεων ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ πορισθῇ τὰ κεφάλαια τὰ ἀναγκαῖα, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς δύο ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἅπασα ἀπεδέχθη· πρῶτον εἰς τὴν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὅπως γείνωσιν αἱ ῥαντίσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θ’ ἀρχίσωσι περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου ἢ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου, καὶ δεύτερον, ὅπως δώσῃ μικρά τινα δάνεια εἰς ἐκείνους τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, οἱ ὁποῖοι πάσχουσι τὰ πάνδεινα ὡς ἐκ τῆς παντελοῦς καταστροφῆς τοῦ προϊόντος αὐτῶν. Μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς πρώτης διακηρύξεως ἐπῆλθε γενικωτέρα τις συμφωνία μεταξὺ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν...
§91Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πέντε τοιούτων.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ... Ἐπῆλθε γενικωτέρα τις συμφωνία, ἡ ὁποία οὐδένα ἀπέκλειεν. Ἀλλὰ τώρα, ἀφοῦ ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ συμφωνία, ἔρχονται δύο ἢ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν τριῶν ζητεῖτε νὰ ἀκυρωθῇ καὶ ἡ δευτέρα αὕτη διακήρυξις, χωρὶς νὰ ἐννοῆτε, ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῆς δευτέρας ταύτης διακηρύξεως θέλει ἐπιφέρει πλήρη καταστροφήν· διότι ὁ χρόνος παρέρχεται, οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ πένονται, καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει τὰ μέσα, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας αὐτῶν. Μὴ λησμονῶμεν λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κύριον καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν ἐγκατεστάθη, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν — οἰνοπνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἠδύναντο ν’ ἀγοράσωσι σταφιδόκαρπον, προὐτίμησαν νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως προσεπάθησαν, ἵνα διὰ παντὸς τρόπου ἀγοράσωσι τὸ παρακρατηθὲν ποσὸν εἰς τιμὴν τόσον μικρὰν, ὥστε δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. — Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀντιπροσωπεύει τοὺς κυρίους τοῦ παρακρατήματος, οὗτοι δὲ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ διαθέσωσι τὸ παρακράτημα τοῦτο κατὰ βούλησιν. Ἓν μόνον δικαίωμα ἔχομεν, νὰ ἐμποδίσωμεν μήπως ὑπάρχῃ, ὅπως ὑπετέθη ἄλλοτε, συμπαιγνία τις, ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ βλάψῃ τινὰς πρὸς ὠφέλειαν ἄλλων· τούτου μὴ ὑπάρχοντος, δὲν βλέπω ποῖον δικαίωμα ἔχομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ βαλάντιον τοῦ κυρίου τοῦ πράγματος, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὸν νὰ πωλήσῃ τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον, καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς θέλομεν. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀντιπροσωπεύει τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, τὸ δὲ παρακράτημα εἶναι ἰδιοκτησία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν πρέπει νὰ διατεθῇ. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρίδωμεν τὸ συμφέρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ συμφέρον τῆς χώρας. Ἐὰν ὁ συνήθης ψεκασμὸς τῶν σταφιδαμπέλων δὲν γείνῃ τακτικῶς ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν καταστρεφόμενον τὸ σπουδαιότερον προϊόν τῆς χώρας· καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακινδυνεύσωμεν τὸ συμφέρον τῆς χώρας χάριν τριῶν ἢ τεσσάρων ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα προετίμησαν νὰ παύσωσι τὰς ἐργασίας των. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὕψιστον συμφέρον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ πώλησις τοῦ παρακρατήματος, διότι πᾶσα ἀναβολὴ δύναται νὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ.
§93Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὅπως ἐκ τῆς ταχείας πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος ἐξασφαλισθῶσι χρηματικὰ ποσά, πρὸς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ κατὰ τοῦ περονοσπόρου καὶ παροχὴν μικρῶν δανείων χάριν τῆς καλλιεργείας, ἀναγνωρίζω, καὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ταχέως ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα νὰ πωληθῇ, ὅπως εὑρεθῶσι κεφάλαια. Εἶμαι ἐπίσης ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἐργοστάσια ἄνευ σπουδαιότητος, τῶν ὁποίων οἱ κύριοι ἐπροτίμησαν νὰ κλείσωσι τὰς θύρας, οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν ἡμεῖς, ὅπως τὰ ἀνοίξωμεν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἄκρων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔθεσεν ὡς βάσιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ μέσῳ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια πάσης προσοχῆς. Ἐν πρώτοις ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν ὑπέρογκα ποσά, καὶ τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι, καὶ διὰ τοῦ συνασπισμοῦ τεσσάρων ἢ πέντε Κυρίων πρόκειται νὰ καταδικασθῶσιν εἰς θάνατον...
§94ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε, ἂν ἀπεκλείσθησαν ἐργοστάσιά τινα, ἢ ἂν προσεκλήθησαν ὅλα τὰ ἐργοστάσια, καὶ ἂν ἐπρότειναν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὑπὸ ποίους ὅρους πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκποίησις;
§95Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, εὐχαρίστως ἀπαντῶ. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ διὰ τὰ δύο σπουδαιότερα καταστήματα τῆς Χαλκίδος, τὸ κατάστημα τῶν Ἡνωμένων Οἰνοπνευματοποιείων, καὶ τὸ κατάστημα τοῦ Χατζηπαναγιώτου, θὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς πληροφορίας μου. Ἐγένετο σύσκεψις κατ’ ἀρχὰς νὰ παρασταθῶσιν ἅπαντες εἰς τὴν δημοπρασίαν, καὶ ἐγένετο ἡ πρώτη διακήρυξις, ἥτις ἠκυρώθη. Κατόπιν συνεννοήθησαν τέσσαρα ἢ πέντε πρόσωπα, ἵνα ἀγοράσωσι μόνα αὐτὰ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ παρακρατήματος, ἐπὶ ἀποκλεισμῷ πάντων τῶν ἄλλων...
§96ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλοι.
§97Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε εἰς πλάνην, διότι ἀπεκλείσθησαν τὰ ἐργοστάσια τῆς Χαλκίδος, ἐργοστάσια σπουδαῖα, ἀπαύστως λειτουργοῦντα καὶ καταναλώσαντα μέχρι τοῦδε μεγάλας ποσότητας σταφίδος. Προσῆλθον οἱ ἐργοστασιάρχαι τῆς Χαλκίδος μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς πρώτης διακηρύξεως, καὶ παρεκάλεσαν νὰ μετάσχωσι τῆς ἐπιχειρήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις· ἀλλ’ οἱ ἀποτελέσαντες ἓν εἶδος Συνδικάτου διὰ τὴν σταφίδα αὐτὴν ἔδωκαν τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θὰ φροντίσωσι νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσι καὶ αὐτοί, καὶ εἶτα ἀπέφυγον πᾶσαν ὁριστικὴν συνεννόησιν· ὡς ἐκ τούτου δὲ οἱ συμπολῖταί μου ἐργοστασιάρχαι ἀνεφέρθησαν εἰς ἐμέ, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ παρέμβω παρὰ τῇ Κυβερνήσει· εἶχον δὲ καθῆκον νὰ παρέμβω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Χαλκίδος, καὶ ἀμέσως παρενέβην, τυχὼν ἀκροάσεως παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἤδη ἀπουσιάζει, καὶ παρέστησα τὰ συμβαίνοντα, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι οἱ ἐργοστασιάρχαι εἶναι ἕτοιμοι νὰ μετάσχωσι τῆς ἐπιχειρήσεως μετὰ τῶν ἄλλων ἐπὶ ἴσοις ὅροις, παρέχοντες πᾶσαν ἐγγύησιν, ἵνα μὴ καταδικασθῶσιν εἰς ἀπραξίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν παραστάσεών μου, καὶ προσηνέχθη προθύμως νὰ μεριμνήσῃ· ἐγὼ δὲ τὸν ηὐχαρίστησα ἐπὶ τούτῳ, καὶ ἀνέμενον, ὅπως καὶ τὰ ἐργοστάσια τῆς Χαλκίδος μὴ ἀποκλεισθῶσιν. Ὅτε ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκάλεσέ τινα τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ Συνδικάτον, ἐκεῖνος ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν τοὺς καταβάλλουν τὰ χρήματα· ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀνεκοίνωσε τοῦτο, ἀλλὰ τῷ εἶπον, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι οἱ συμπολῖταί μου εἶναι πρόθυμοι νὰ καταβάλωσι τὸ ἐπιβάλλον αὐτοῖς· ἐτηλεγράφησα δὲ εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐργοστασίων νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας μετὰ τῶν ἀναγκαίων χρημάτων, καὶ ἦλθον οὗτοι ἀμέσως, καὶ παραμένουσιν ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 31 τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, μὲ τὰ χρήματα εἰς χεῖρας, παντὶ σθένει παρακαλοῦντες νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ ἐργοστάσιά των. Τὴν 1 Ἰανουαρίου δὲν ἠδυνήθην νὰ ἴδω τὸν κ. Ὑπουργὸν, δὲν ἐγνώριζα δὲ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὸν συνασπισμόν, καὶ τὴν Τράπεζαν, ἥτις παρεῖχεν ὑπὲρ αὐτῶν τὰ χρήματα. Ἐζήτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 2 Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἦτο ἀσθενὴς, καθὼς καὶ χθὲς καὶ προχθές. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὴν οἰκίαν του, ἵνα ἀνακοινώσω αὐτῷ τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἐμήνυσα εἰς αὐτὸν, ὅτι οἱ ἐργοστασιάρχαι τῆς Χαλκίδος εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις μὲ τὰ χρήματα εἰς χεῖρας, καὶ περιέμενον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐξησφαλίζετο ἡ ἐντελὴς πώλησις τοῦ παρακρατήματος, καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐλάμβανεν ἀμέσως τὰ χρήματα, τὰ χρησιμεύοντα εἰς αὐτὴν, ἵνα προμηθεύσῃ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν καὶ τὰ δάνεια εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ἄλλων ἐργοστασιαρχῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι κυρία τοῦ παρακρατήματος, οὐδὲ δύναται κατὰ βούλησιν αὐτῆς ἰδίαν νὰ διαθέτῃ πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸ παρακράτημα. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἠδύνατο διὰ συνδυασμοῦ διασώζοντος ἅπαντα τὰ συμφέροντα νὰ πορισθῇ τὰ κεφάλαια, ἅτινα χρειάζονται αὐτῇ, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν λειτουργούντων ἐργοστασίων, ἐνασκοῦσα ἅπασαν τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις ὑφίσταται καὶ εὑρίσκει κεφάλαια δυνάμει πράξεως νομοθετικῆς, παρεχούσης αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ παραλαμβάνῃ τὸ προϊὸν φόρου· οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ ἐνέργεια τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τείνουσα εἰς τὸ νὰ προστατεύσῃ ἓν μέρος βιομηχάνων πρὸς βλάβην ἄλλων. Ἐγὼ πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶχε καὶ ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὅλην βιομηχανίαν τοῦ τόπου, ὅταν δὲν πρόκηται τὸ παράπαν αὐτὴ νὰ ζημιωθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔδωκεν ἀρκοῦσαν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια λειτουργοῦντα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ προκηρυχθέντος τρόπου τῆς ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατήματος θὰ κλεισθῶσι. Πρακτικῶς ἐσκέφθη νὰ πωλήσῃ ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα εἰς τιμὴν, ἣν θὰ ὁρίσῃ ἡ δημοπρασία· ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ, ὅπως τὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι καὶ προσφέρουσι τὰ ἀναλογοῦντα αὐτοῖς χρήματα, γείνωσι δεκτὰ εἰς τὸν ἀπαρτισθέντα συνεταιρισμόν, καὶ ἀναλόγως τῶν κεφαλαίων των λάβωσιν ὅσον ποσὸν σταφίδος θέλωσιν. Ἂν δὲν γείνωσι δεκτὰ, δέον νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ποσὸν ἐπαρκὲς, ἐξασφαλίζον τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, καὶ νὰ ἦναι ὑπόχρεως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ πωλήσῃ τὸ ἐπιφυλαχθὲν ποσὸν εἰς τὰ λειτουργοῦντα ἐργοστάσια εἰς τὴν τιμήν, ἣν θὰ ὁρίσῃ ἡ δημοπρασία τοῦ ὅλου παρακρατήματος, σὺν τῇ προσθήκῃ προμηθείας 1 ἢ 2 τοῖς ἑκατόν. Παρατηρῶ ὡσαύτως, ὅτι διὰ τῆς νέας διακηρύξεως ἡ Χαλκὶς δὲν δύναται νὰ κατασκευάσῃ μιστέλιον. Ἀλλὰ μήπως τὰ ἐργοστάσια αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ παράγωσι μιστέλιον; Ἔχομεν τὸν Πειραιᾶ, τὰς Πάτρας καὶ τὰς Καλάμας προνομιούχους! Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο, ὅταν ὑπάρχωσιν ἐργοστάσια, ἔχοντα ὅλα τὰ μηχανήματα, ἀνώτερα τῶν ἐργοστασίων τῶν Καλαμῶν καὶ τῶν Πατρῶν; Λυποῦμαι, ἀναγκαζόμενος νὰ διαμαρτυρηθῶ· ἦτο ὅμως ἀνάγκη νὰ ἀκουσθῇ μία διαμαρτυρία ἐντεῦθεν. Δὲν θέλω νὰ νομίσῃ ὁ κύριος Ρικάκης, ὅτι ἀνθίσταμαι νὰ πορισθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὰ κεφάλαια, ἅτινα τῇ χρειάζονται. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Τράπεζα ἱκανοποιηθῇ ὡς πρὸς τὴν λῆψιν τῶν κεφαλαίων της, ἂς ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἡμᾶς, ἀμυνομένους, νὰ ζητήσωμεν προστασίαν καὶ ἰσότητα ὑπὲρ κεφαλαίων ἑλληνικῶν. Ὡς δὲ τὸ ζήτημα διεχειρίσθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, πᾶσα διαμαρτυρία κατ’ αὐτῆς ἐπιτρέπεται. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οὓς ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀναπτύξω, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μελετῶσα τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ μὴ ἔχουσα λόγον νὰ καταπατήσῃ δίκαια καὶ νόμιμα συμφέροντα, θὰ προκαλέσῃ τὴν ταχεῖαν μέριμναν καὶ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ συμβιβάσωσιν ἅπαντα τὰ συμφέροντα.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, διαφεύγουσι τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀνεμίχθη, ἂν ἐξήτασε τὴν προκήρυξιν τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀποτεταμιευμένου σταφιδοκάρπου, ἔπραξε τοῦτο, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἡ καταστρατήγησις ἐγίγνετο διὰ τῶν μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης γενομένων συνεννοήσεων πρὸς ἀγορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἡ γενομένη ἐπίκρισις ἐν τῇ Βουλῇ πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθείσης προκηρύξεως, ἐγένετο, ἵνα προλάβῃ πρᾶξιν, ἥτις ἀντέβαινεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, καὶ καθίστα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου εἰκονικήν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τί ἔχομεν νὰ πράξωμεν; Νὰ ἀναστείλωμεν τὴν πρόοδον τῆς δημοπρασίας; Νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀκύρωσιν τῆς διακηρύξεως; Δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο σήμερον; Κατέλαβεν ἡμᾶς ἡ πέμπτη Ἰανουαρίου, ὅπως δὲ καὶ ἂν ὦσι τὰ πράγματα, καὶ ἂν πλημμελῶς διεξήχθησαν καὶ κατὰ τρόπον ἄξιον ἐπικρίσεως, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σιωπήσωμεν, ἵνα μὴ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀφοῦ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα προβάλλει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα προμηθευθῇ θεϊκὸν χαλκόν, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐκποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου, νὰ ἐμποδίσωμεν οὕτω τὴν προμήθειαν τοῦ ἀντιτίμου, τὴν εἴσπραξιν τοῦ χρήματος, ἀφοῦ πρόκειται ἐκ τῶν χρημάτων τούτων νὰ δώσῃ χρήματα εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἵνα ἀρχίσωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των; Περιήλθομεν εἰς τὰς παραμονὰς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἀναστείλωμεν; Τὴν στιγμὴν ταύτην ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἡμέτερον πολιτικὸν κόμμα, δὲν στέργομεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην, συντελοῦντες εἰς ματαίωσιν τῆς ἐκποιήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν στέργωμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν δημοσίᾳ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι εὑρίσκομεν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀποτεταμιευμένου ποσοῦ τῆς σταφίδος ἐγένετο πλημμελῶς· διότι, πῶς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐνεθυμήθη, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τοῦ θεϊκοῦ χαλκοῦ μόλις τελευταῖον, καὶ ζητεῖ νὰ ἐκποιήσῃ τοσαῦτα ἑκατομμύρια σταφίδος σήμερον, κατὰ Ἰανουάριον, ἐνῷ ὁ περονόσπορος ἀνεφάνη ἀπὸ τοῦ Μαΐου καὶ Ἰουνίου, καὶ ἔκτοτε ἐγένετο κατάδηλον, ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμηθῇ ἡ νόσος; Πῶς ἀνέβαλε μέχρι τοῦ νῦν, τοῦ Δεκεμβρίου καὶ Ἰανουαρίου, ὅπως ζητήσῃ τὰ χρήματα; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγωνίσθη νὰ σώσῃ τὰ συμφέροντα τῆς γεωργικῆς τάξεως σήμερον. Ἀλλὰ διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετήρει τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, καὶ δὲν ὑπεμίμνησκεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην προμηθείας θεϊκοῦ χαλκοῦ; Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι ἀνεξάρτητον ἵδρυμα, ἀντιπροσωπεῦον τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουσι τὰ κεφάλαια, τὴν σταφίδα· ἀλλ’ εἶναι καὶ ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ παρήγαγεν αὐτὸ, ἵνα διαχειρισθῇ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Κράτος ἐκ χορηγίας ποσοστοῦ τοῦ παραχθέντος προϊόντος, ὡς ἐκ φόρων. Ἑπομένως ἡ ἐπιτήρησις τῆς Κυβερνήσεως διετηρεῖτο ἀκεραία. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ συμβουλεύσῃ, νὰ παροτρύνῃ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἵνα προβῇ εἰς ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη ἐπέκειτο, ἐν ὅσῳ ἦτο καιρὸς, πρὶν ἢ οὗτος προβῇ μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου, εἰς ὃν εἰσήλθομεν. Δὲν παραγνωρίζω βεβαίως τὰ συμβαίνοντα, καὶ τὰ ἐκ τούτων παραχθησόμενα ἀποτελέσματα. Βεβαίως μία τάξις παραγωγῶν δὲν πρέπει νὰ ἀξιοῖ παραχωρήσεις, αἵτινες καταστρέφουσιν ἄλλην τάξιν παραγωγῶν· ζημιοῦται δὲ ἡ βιομηχανία, ἥτις εἶναι τάξις ὡσαύτως παραγωγῆς, ὅταν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς ἐργασίας δὲν παρέχωνται εἰς πάντα τὰ μέλη αὐτῆς, ἀλλ’ εἰς τινας μόνον βιομηχάνους, πρὸς τοὺς ὁποίους καθίσταται ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῶσιν οἱ ὁμότεχνοι, ἀφοῦ εἰς αὐτοὺς δὲν ἐγένετο ὁμοία παραχώρησις. Ἐὰν εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ Κράτος ἀντὶ ποσοῦ τινος τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἀφῆκε τὸ Κράτος εἰς τοὺς παραγωγοὺς, ἐὰν ἡ συζήτησις αὕτη ἐγίγνετο τότε, οὐδεὶς εἶχεν ὑποχρέωσίν τινα, ἕκαστος δὲ τῶν βιομηχάνων ἦτο ἐλεύθερος νὰ προμηθευθῇ τὴν πρώτην ὕλην, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ βιομηχανία του καθ’ οἷον ἐκεῖνος ἔκρινε τρόπον· ἀλλὰ τώρα, ὅτε ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοποιΐας τρέφεται ἀπὸ τὴν ἀποτεταμιευμένην σταφίδα, ὅτε προωρίσθη προϊόν τόσον ἄφθονον εἰς τὴν βιομηχανικὴν κατεργασίαν, ἀφαιρεῖται δὲ πλέον ἀπὸ ἕκαστον τῶν βιομηχάνων ἡ δύναμις νὰ προμηθευθῇ τὴν πρώτην ταύτην ὕλην· τώρα, λέγω, ὅτε τὸ ποσὸν τοῦτο ἔμελλε νὰ πωληθῇ ὁλόκληρον ἀθρόον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠναγκάζοντο νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν τοῦτο, ἠδύναντο πάντως νὰ τὸ πωλήσωσιν, ἀλλ’ ὤφειλε βεβαίως νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα προστατεύσῃ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὴν βιομηχανίαν ταύτην, — ἀφοῦ ἡ βιομηχανία αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ λειτουργήσῃ ἢ διὰ τοῦ σταφιδοκάρπου, — ὅπως μὴ ἡ πρώτη αὕτη ὕλη πωληθῇ εἴς τινα μόνον μέλη αὐτῆς. Ἡ προστασία τῆς βιομηχανίας εἶναι ἐπίσης μέλημα τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως εἶναι καὶ ἡ προστασία τῆς γεωπονίας. Ἀλλὰ τώρα πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμέν τι πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐὰν παρέλιπεν ἢ δὲν παρέλιπε τὴν περὶ τῆς βιομηχανίας πρόνοιαν, ἥτις ἐπεβάλλετο αὐτῷ, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ, ἵνα ἀναμιχθῇ εἰς οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις. Τὸ κακὸν, ἐὰν ἐγένετο, ἐγένετο, καὶ θέλει ἔχει βεβαίως συνεπείας. Ὅταν ὅμως ἐπέλθωσιν αἱ συνέπειαι, ὅταν περατωθῇ πᾶσα αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία διαιρεῖται εἰς διάφορα στάδια, τότε βεβαίως θέλομεν ζητήσει λόγον διὰ τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον. Ἡμεῖς, τινὲς μάλιστα ἐξ ἡμῶν, νομίζομεν, ὅτι ἡ τοιαύτη πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου, ποσοῦ τόσον μεγάλου, ἀνερχομένου εἰς 48 ἢ 50 ἑκατομμύρια, θέλει ἔχει καὶ ἄλλας δυσαρέστους συνεπείας, συνεπείας ἐπηρεαζούσας αὐτὴν τὴν παραγωγὴν, συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπηρεάσει τὴν ἐμπορίαν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τοῦ παραχθησομένου σταφιδοκάρπου, τότε δὲ οἱ παράγοντες τὸν σταφιδόκαρπον θέλουσι πάντως αἰσθανθῇ τὰς συνεπείας ταύτας.
§99Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἀναμιγνυόμενοι οἱ Βουλευταὶ, ὅσοι θεωροῦμεν, ὅτι κακῶς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐκανόνισε τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου διὰ τῆς τελευταίας προκηρύξεως τῆς δημοπρασίας αὐτοῦ, ὅτι ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀναμιγνυόμεθα εἰς ὑπόθεσιν ἐντελῶς ἰδιωτικὴν, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητῶμεν νὰ κανονίσωμεν ἀλλοτρίας ὑποθέσεις. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀληθὲς, ἂν οἱ σταφιδοκτήμονες εἶχον συνέλθει ἰδιωτικῶς ὅλως, καὶ ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους εἶχον ἀποφασίσει τὰ τῆς παρακρατήσεως καὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Πλὴν τοῦτο δὲν ἐγένετο οὕτω, καὶ δὲν ἐγένετο, ὄχι διότι δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ τὸ πράξωσιν, ἀλλὰ διότι δὲν συνεφώνουν. Ἕνεκα τῆς διαφωνίας αὐτῆς, καὶ λόγῳ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ὅπερ ἀφορᾷ ἡ σταφὶς, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ παρέμβῃ τὸ Κράτος, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ ἐπιβάλῃ καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες τυχὸν διεφώνουν ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν καὶ τὴν σύστασιν Τραπέζης, διὰ νόμου τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Λοιπὸν ὀφείλει ὁ Βουλευτὴς νὰ θεωρῇ τὰ τῆς παρακρατήσεως καὶ τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς ζητήματα δημόσια, θίγοντα μὲν κυρίως ὑποθέσεις ἰδιωτικὰς, ἀλλὰ καταστάσας δημόσιον συμφέρον. Ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, αἱ ζημίαι καὶ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ Δημοσίου, θὰ ἦσαν μεγάλαι, ἐκ τῆς ἐλλείψεως μέτρων ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Παρεμβᾶσα ἡ Βουλὴ, οὐ μόνον ἐκανόνισε τὰ τῆς παρακρατήσεως, δηλ. μέτρου, ὅπερ ἔχει τι τὸ ξενίζον καὶ ἔκτροπον, ἀλλ’ ἠθέλησε συγχρόνως νὰ προστατεύσῃ καὶ πάντα τὰ συμφέροντα, ἅτινα διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις καὶ διὰ τοῦ νομοθετηθέντος μέτρου προσεβάλλοντο. Καὶ πρῶτον καὶ κύριον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἠγείρετο, εἶναι τὸ τῆς χρησιμοποιήσεως μεγάλου ποσοῦ σταφίδος εἰς μικρὰν τιμὴν — λόγῳ τῆς μεγάλης παραγωγῆς — ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου οἰνοπνευματοποιΐας, ἢ τῆς οἰνοποιΐας. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἂν μὴ παρενέπιπτεν ἡ παρακράτησις, καὶ ἂν μὴ εἰς τιμὰς τόσον εὐτελεῖς ἤθελε περιέλθει ἡ σταφὶς, οὔτε ἡ οἰνοποιΐα, οὔτε ἡ οἰνοπνευματοποιΐα καὶ ἡ μιστελοποιΐα τῆς σταφίδος καὶ αἱ παραγωγοὶ αὐτῶν βιομηχανίαι θὰ ὑπῆρχον, αἱ ὁποῖαι ὅμως συντελοῦν εἰς τὴν κατανάλωσιν τῶν κατωτέρας ποιότητος σταφίδων καὶ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν; Παρεμβὰν τὸ Κράτος, καὶ ἀφαιροῦν κατ’ ἔτος ὅλον τὸ ποσὸν σταφίδος, ὅπερ ἑκάστοτε κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δύναται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν, βεβαίως ἠδίκει τὴν ὑπάρχουσαν βιομηχανίαν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας διὰ τῆς εὐθηνίας τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ τὴν ἀδικήσῃ, ῥητῶς ὥρισεν, ὅτι ναὶ μὲν ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, ἀλλὰ, χορηγοῦν τὴν προστασίαν, ἣν ἰδιωτικὸς ὑπὲρ τῆς σταφίδος συνεταιρισμὸς δὲν θὰ ἐχορήγει, ἀπηγόρευε τὴν χρῆσιν τῶν ἀμυλωδῶν οὐσιῶν πρὸς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, — καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ τόπου, — ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ συντελέσῃ μὲν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος διὰ τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀδικήσῃ τὰς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι ὑφίσταντο ἄνευ τῆς σταφίδος, καὶ αἱ ὁποῖαι εἰργάζοντο, παράγουσαι οἰνοπνεύματα ἐξ ἄλλων οὐσιῶν. Ἐν τούτοις τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τῆς προκηρύξεως, τὴν ὁποίαν δημοσιεύει, περὶ δημοπρασίας τοῦ παρακρατήματος, παραβαίνει τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Διότι ναὶ μὲν δὲν ἀρνεῖται νὰ διαθέσῃ σπουδαῖον ποσὸν ὑπὲρ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἀλλὰ τὸ διαθέτει κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ μεσαία καὶ ἡ μικρὰ οἰνοπνευματοποιΐα, — ἥτις μετὰ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει, ὡς καὶ ἡ μεγάλη, — οὐδόλως ἢ ἀνίσως πρὸς τοὺς μεγάλους οἰνοπνευματοποιοὺς ὠφελεῖται τῆς σταφίδος, ἣν τῇ παρεμβάσει τοῦ Κράτους παρακρατοῦμεν, καὶ ἣν τοῦτο κατέστησε τὴν μόνην πηγὴν ἀποστάξεως οἰνοπνευμάτων, χάριν ὅλων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἀδιακρίτως. Συμφέρον ἔχομεν καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα οἱ Βουλευταὶ νὰ ζητῶμεν νὰ ἐκτελῆται εἰλικρινῶς καὶ αὐστηρῶς ὁ νόμος, καὶ νὰ μὴ ἀνεχώμεθα νὰ παρακάμπτηται, δι’ ὧν μέσων ζητεῖ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ τὸν παρακάμψῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ παρέμβωμεν· εὑρισκόμεθα καὶ ἀπέναντι συστάσεως κεφαλαιούχων καὶ βιομηχάνων πλεονεκτῶν, ζητούντων, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ διὰ τῆς ἀσθενείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ν’ ἀπορροφήσουν ὅλον τὸ παρακράτημα, καὶ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς ἄλλους βιομηχάνους οἰνοπνευμάτων. Ζητοῦσι μάλιστα τοῦτο διὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλή, ἐλέγχουσα τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μή, καὶ δεχομένη τὴν διάθεσιν, ὅπως τὴν προκηρύττει τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, βεβαίως συμμετέχει καὶ ἐπιδοκιμάζει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος. Δυστυχῶς, ὅλα παρεσκευάσθησαν, ὅπως περιέλθῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐσπούδασαν τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἐκίνησαν ὅλα τὰ ἐλατήρια, ὅπως ἐξ ἀνάγκης καταλήξῃ εἰς αὐτοὺς, διὰ τοῦ δῆθεν νομίμου κατ’ ἐπιφάνειαν τρόπου, ὅλον τὸ παρακράτημα, συνδυάσαντες ἐπὶ τούτῳ τὴν δημοπρασίαν μετὰ πράξεων ξένων ὅλως πρὸς τὴν ἀκριβῶς ἐννοουμένην διάθεσιν τοῦ παρακρατήματος. Διότι, ὡς θὰ παρετηρήσατε, συνηνώθη αὕτη καὶ μετὰ δανείου, δανείου, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κερδοσκοπικὴ πρᾶξις ἐκ τῶν ἀναιδεστέρων. Ἐν πρώτοις ὁ ὅρος τοῦ νὰ διατεθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν διὰ μιᾶς, ποσὸν παμμέγιστον, χωρὶς πρὶν νὰ γείνῃ ἀπόπειρα διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος μερικὴ ποσῶν τινων, ἀναγκαιούντων εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἀποδεικνύει τὸν σκοπὸν τῆς συνωμοσίας. Διότι, ἂν ἤθελε προκηρυχθῆ ἐγκαίρως ἡ διάθεσις μερίδων ἐπὶ τῶν 48,000,000 λιτρῶν, ὅσαι ἀναγκαιοῦσι διὰ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν διετίθετο τὸ ποσὸν τοῦτο, ἢ διετίθετο μέρος μόνον αὐτοῦ, ἴσως θὰ ἦτο εὐλογοφανὴς ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, νὰ διαθέσῃ, καθ’ ὃν τρόπον διατίθεται, τὸ ὅλον ποσόν. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοιαύτη ἀπόπειρα δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ἔρχεται τὸ Συμβούλιον εὐθὺς διὰ μιᾶς καὶ διαθέτει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 48,000,000, ἀφοῦ ἀφῆκε διὰ διαφόρων ἀναβολῶν ἀδικαιολογήτων νὰ φθάσωσι τὰ ἐργοστάσια εἰς τὰ πρόθυρα τῶν ἀναγκῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς προμηθείας· διὰ νὰ καταστήσῃ δ’ αὐτὰ ἔτι μᾶλλον ἀνίκανα νὰ διαγωνισθῶσιν, ὥρισεν ὅτι, ὅστις θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν τῶν 48,000,000 λιτρῶν, πρέπει νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν 500,000 δραχμῶν! Σημειωτέον δέ, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ἀντίτιμον τῶν 48,000,000 λιτρῶν, εἶναι 2,600,000 δραχμαί.
§100Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. 4,000,000.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί; Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 500,000 δραχμῶν ἐγγυήσεως, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐν οὐδεμιᾷ ἐπιχειρήσει δημοσίου ἔργου, καὶ σιδηροδρόμου ἀκόμη, νὰ ζητηθῇ ποτὲ παρ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἐνδεικνύει καθαρῶς, ὅτι σκοπὸς ὑπῆρχε νὰ διευκολυνθῇ διὰ τῶν ὅρων αὐτῶν ἡ διάθεσις τοῦ παρακρατήματος ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπὲρ ἑνός, ὅστις εἶχε δῆθεν εὕρει, ὅπως καταθέσῃ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν ἐγγυήσεως. Οὕτω κατωρθώθη ν’ ἀποκλεισθῇ ὁ διαγωνισμός, καὶ διὰ τοῦ ὅρου τῶν 500,000 δραχμῶν ἐγγυήσεως νὰ δοθῇ ἡ σταφὶς εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Τραπέζης νὰ τὴν λάβουν. Κατὰ τὴν διακήρυξιν, ὑποχρεοῦται ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ἀγορὰν κατὰ τὴν πλειοδοσίαν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν 48,000,000, «νὰ παρακαταθέτῃ πρὸ τῆς παραλαβῆς τοῦ ἐν λόγῳ ποσοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν δραχμὰς 61 κατὰ ἑνετικὸν χιλιόλιτρον, λόγῳ ἐγγυήσεως, ἐκτὸς τῆς τιμῆς τῆς κατακυρώσεως». Λοιπὸν ἔχομεν 500,000 δραχμὰς ὡς ἐγγύησιν. Ἔχομεν ἔπειτα τίμημα, τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ τι μὲν ποσὸν σταφίδος δραχμαὶ 109, δι’ ἄλλο δὲ ποσὸν δραχμαὶ 48. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ἀντιτίμου αὐτοῦ κατὰ χιλιόλιτρον, πρέπει νὰ καταβάλῃ ὁ ἀγοραστὴς δι’ ἑκάστην χιλιάδα λιτρῶν σταφίδος καὶ 61 δραχμὰς λόγῳ ἐγγυήσεως. Ἀπομένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ τραπεζικῆς μᾶλλον ὁμάδος, ἥτις, διαθέτουσα—βεβαίως ἄνευ κινδύνου—τὰ κεφάλαια, παρέχει ὅλας τὰς εὐκολίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασαν τοιούτους, ὥστε ἄλλος, μὴ ἔχων Τράπεζαν συμμέτοχον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ; Καταφανῶς ἔχομεν ἐκ τῶν προτέρων ἀποφασισμένην μεταξὺ Τραπέζης καὶ τῆς ὁμάδος τὴν παραχώρησιν εἰς αὐτὴν ὡρισμένως. Ἡ δημοπρασία εἶναι φενάκη, ὁ διαγωνισμὸς ἀδύνατος, διότι ἐπίτηδες κατέστη ἀδύνατος...
§102Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δημοπρασίας.
§103Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδὲ περὶ διαθέσεως σταφίδος ὑπὲρ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν· διότι, ἐὰν ἡ ὁμὰς τῶν βιομηχάνων λάβῃ ἅπαν τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος πρὸς μετατροπὴν εἰς οἰνόπνευμα διὰ τὸ ἐξωτερικόν, εἰς μιστέλιον ἢ οἶνον, τὰ ἄλλα ἐργοστάσια ἀποστάξεως ἐν τῷ τόπῳ θὰ μείνωσιν ἐντελῶς ἄνευ ὑλικοῦ, ὅπως ἐργασθῶσι, διότι δὲν θὰ ὑπολείπηται πλέον ἢ ὁ κακὸς οἶνος καὶ τὰ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἐκ Κρήτης εἰσάγονται. Οὐδεμία ἄλλη ὕλη πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος θὰ ὑπολειφθῇ· ἡ ὑπάρχουσα εἶναι ἀνεπαρκής. Διὰ τῆς καταστροφῆς οὕτω τῶν ἄλλων ἐργοστασίων οἰνοπνευματοποιΐας ἐξασφαλίζεται καὶ εἰς τὴν ὁμάδα ἄδικον κέρδος καὶ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ τίμημα τοῦ παρακρατήματος. Τοιοῦτος δὲν ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, οὔτε ὅτε ἀπεφάσιζε τὴν παρακράτησιν καὶ ἵδρυε τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, οὔτε ὅτε ἀπηγόρευεν ἀπόσταξιν τῶν ἀμυλωδῶν οὐσιῶν χάριν τῆς σταφίδος. Σημειωτέον δέ, ὅτι αὐτοὶ μένουσι κύριοι νὰ ὁρίσωσι τὰς τιμὰς, ἢ μᾶλλον τὰς ὥρισαν ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Τραπέζης ἐν τῇ διακηρύξει. Πιθανὸν νὰ δώσωσι λεπτά τινα περιπλέον, διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ τύπος τῆς δημοπρασίας, ἀλλὰ πράγματι θὰ μείνῃ εἰς αὐτοὺς ἡ σταφὶς εἰς τὰς συμπεφωνημένας τιμὰς μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καταργηθέντος τοῦ διαγωνισμοῦ, προφανὴς εἶναι ἡ ζημία τῶν σταφιδοκτημόνων ἐκ τῆς δημοπρασίας ταύτης. Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε, κύριε Πρόεδρε, τὸ κέρδος τοῦτο, τὸ ἐκ τῶν ὅρων αὐτῶν, ὑπὲρ τῆς ὁμάδος. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως μεγαλείτερον ποσὸν χρημάτων διατεθῇ ἐφέτος ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδοκτημόνων, τίθεται ἐν τῇ διακηρύξει ὁ ὅρος, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς τοῦ παρακρατήματος ὑποχρεοῦται μέχρι τῆς 1 Ἀπριλίου 1901, μετὰ προειδοποίησιν ἑνὸς μηνὸς, γενομένην ὑπὸ τῆς Τραπέζης, νὰ τῇ παράσχῃ, ἢ ἀπ’ εὐθείας αὐτὸς, ἢ δι’ ἄλλου, δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, μὲ προθεσμίαν τεσσάρων μηνῶν καὶ τόκον 5%, ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ συμψηφισμῷ ἴσου ποσοῦ ἐκ τῶν μήπω ληξασῶν δόσεων τοῦ τιμήματος. Ἀφίνω ὅτι εἶναι ἄτοπον καὶ ἀσύμφορον, αἱ δημοπρασίαι πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος νὰ συνδέωνται μὲ δάνειον. Ἀλλὰ καὶ τὸ δάνειον δυστυχῶς τοῦτο παρεσκευάσθη μεταξὺ ὁμάδος καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως παρεμβληθῇ σκοπίμως μεταξὺ τῶν ὅρων τῆς πωλήσεως, ἐνῷ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν εἰλικρινῶς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἤθελε τὸ δάνειον αὐτὸ, ἠδύνατο νὰ τὸ εὕρῃ πρὸ πολλοῦ· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς, καὶ τοῦτο, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς ὅρος δυσκολεύων τὸν διαγωνισμὸν, καὶ οὕτως ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα τῶν 48 ἑκατομμυρίων λιτρῶν ἀσφαλισθῇ καὶ μετὰ τὴν δημοπρασίαν εἰς τὴν ὁμάδα.
§104Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πόθεν θὰ εὕρῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὸ δάνειον αὐτό; Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠρνήθη.
§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν δὲν παρενέβαινον αἱ ἰσχυραὶ δυνάμεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰργάζοντο ὑπὲρ τῆς ὁμάδος, καὶ κατὰ πρῶτον, ὅπως παρεμποδίσωσι πᾶσαν συνομολόγησιν ἰδιαιτέρου δανείου, τὸ δάνειον θὰ εὑρίσκετο. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων εἰς 4 μῆνας, εἶναι δὲ ἄπορον νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μὲ τόσον βεβαίας καὶ θετικὰς προσόδους νὰ μὴ εὕρῃ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δάνειον. Βεβαίως ὅμως ἦσαν ὅλα μηχανορραφημένα, ὅπως μὴ εὑρεθῇ τὸ δάνειον, καὶ ἀναγκασθῇ τὸ Συμβούλιον νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς ὅρους τῆς ὁμάδος...
§106ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου νομίζετε ὅτι συνέβησαν αὐτά;
§107Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ ζητεῖτε νὰ βεβαιώσω τοιοῦτόν τι. Ἔχω μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ μὴ ἦναι ἀκριβής. Ἐγὼ μόνον τοῦτο βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν ποτέ, τοιοῦτον ἵδρυμα, οἷον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δυνάμει νόμου ἐπὶ δέκα ἔτη δυναμένη νὰ λαμβάνῃ καὶ διαθέτῃ ἀπὸ 5 μέχρι 15% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ ἐπὶ 4 μῆνας ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ὑποθέτω διὰ τοῦτο, ὅτι μᾶλλον κατεβλήθησαν προσπάθειαι, ὅπως μὴ εὑρεθῇ τὸ δάνειον.
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι κατεβλήθησαν προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως συνομολογηθῇ δάνειον, ἀλλὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ἀδύνατον.
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος εἰς ὅ,τι λέγετε.
§110Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπῆρξεν ἀδύνατον διὰ τὸν λόγον, ὅτι αἱ Τράπεζαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀπετάθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐζήτουν ὡς ὅρον παντὸς δανείου προνόμιον ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐζήτουν ὅπως ἔχωσι τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐκ τῆς πρώτης πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου ἀναλάβωσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδάνειζον. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν ἠδύνατο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, διότι ἐκ τῶν πρώτων πωλήσεων τοῦ παρακρατήματος ἔπρεπε νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον.
§111Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἴδιον ὅμως θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως· διότι λέγει «ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ συμψηφισμῷ ἴσου ποσοῦ ἐκ τῶν μήπω ληξασῶν δόσεων τοῦ τιμήματος»· ἑπομένως, ἂν δὲν ἔχῃ καταβληθῇ τὸ τίμημα κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν θὰ δοθῇ τὸ δάνειον, θὰ ἠμπορῇ νὰ συμψηφίσῃ αὐτὸ πρὸς μέρος τοῦ τιμήματος τῆς σταφίδος.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι ἐκ τοῦ πρώτου πωληθησομένου σταφιδοκάρπου. Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορά.
§113Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύνανται καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως τὰ πράγματα νὰ συμβῶσιν οὕτως, ὥστε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, νὰ τὸ συμψηφίσῃ πρὸς τὸ μέρος τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον θὰ καταβληθῇ ἐν ἀρχῇ. Αὐτό, ὑποθέτω, ἐζήτει καὶ ἡ Τράπεζα.
§114Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἐζήτει νὰ λάβῃ πᾶν ποσὸν προελευσόμενον ἐκ πωλήσεως σταφιδοκάρπου, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου της.
§115Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἐχορήγει ἓν ἑκατομμύριον. Ἂν ἐτίθετο προθεσμία ἑνὸς ἔτους, τοῦτο θὰ ἦτο μὲν ἐπιζήμιον διὰ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διότι θὰ ἐπλήρωνεν ἐπὶ ἓν ἔτος τόκον ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ἐν τούτοις θὰ ἠδύνατο κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρακρατήματος νὰ πληρώσῃ.
§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐδέχετο νὰ κάμῃ δάνειον ἀνώτερον τῶν 600 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι πᾶν ποσὸν προερχόμενον ἐκ πωλήσεως σταφιδοκάρπου ἤθελε χρησιμεύσει πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου.
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ θὰ προετίμων καὶ αὐτὸ, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται ἤδη διὰ τῆς διακηρύξεως· διότι αὕτη λέγει: «Πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἀγοραστοῦ τοῦ ὅλου παρακρατήματος καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου του, καθὼς καὶ τῆς παροχῆς τοῦ δανείου, ἡ Τράπεζα θέλει ἐκπέσει ἐκ τοῦ τιμήματος δραχ. 5 κατὰ χιλιόλιτρον ὁλοκλήρου τοῦ παρακρατήματος, ἡ ἔκπτωσις δ’ αὕτη θὰ μείνῃ πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγοραστοῦ.» Ἐὰν ὑπολογίσητε 5 δραχμὰς ἐπὶ λιτρῶν 48,000,0000, ἔχομεν 240,000 δραχ. κέρδος, τὸ ὁποῖον ἄνευ λόγου θέτει εἰς τὸ θυλάκιόν του ὁ ἀγοραστὴς, ἐνῷ ὄχι μὲ 240,000, ἀλλὰ μὲ πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν θὰ ἠδύνατο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Ἐθνικὴν διὰ τὸ δάνειον τῶν 600,000 δραχμῶν. Ἤδη πληρώνομεν 5% ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, καὶ διὰ τέσσαρας μῆνας μόνον, δηλ. ὅσον περίπου διαρκεῖ ἡ ἐμπορικὴ κίνησις τῶν κεφαλαίων μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία, προεξοφλοῦσα ἐμπορικὰ γραμμάτια, ἐξάγει τὰ χρήματά της, καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ καμμία διατάραξις. Ἐν τούτοις λαμβάνει διὰ τέσσαρας μῆνας ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν 240,000 δραχμὰς προμήθειαν. Δηλαδὴ δι’ ἓν ἔτος θὰ ἀντιστοίχει πρὸς δρ. 720,000. Νομίζω ὅτι ἀπέναντι τούτων ὅλων καὶ αὐτοὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες βεβαίως καὶ αὐτοὶ ἔχουν ἀνάγκην, ἀλλὰ ἀνάγκην θεραπευτέαν ὄχι διὰ προμηθείας 240,000 δραχμῶν καὶ 50,000 ἑτέρων, δηλ. δρ. 290,000, θὰ ἐπροτίμων νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδε δι’ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ πωλούμενον τὸ παρακράτημα ἢ διὰ τοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς, καὶ ὅστις, ναὶ μὲν ἐξασφαλίζει ἐκ τῶν προτέρων τὴν χορήγησιν ἀντιτίμου καὶ δανείου ὡρισμένων, ἀλλ’ ἀντιτίμου, ὅπερ εἶναι πολὺ κατώτερον ἐκείνου, ὅπερ θὰ ἠδύνατο δι’ ἄλλων τρόπων ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Εἶπον, ὅτι τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δύναται νὰ συμψηφισθῇ πρὸς τὰς ὑπολειπομένας δόσεις τοῦ ἀντιτίμου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος ὅρος ἀκόμη, ὁ ὁποῖος δεικνύει τὰς διαθέσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεφώνησαν ἐκ τῶν προτέρων μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως ἀγοράσωσι τὸ παρακράτημα· διότι λέγει ἡ διακήρυξις: «Ἡ παράδοσις ἐνεργηθήσεται ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἐν αἷς εὑρίσκεται ὁ σταφιδόκαρπος, ὑπὸ τῶν οἰκείων διαχειριστῶν αὐτῶν. Ὁ ἀγοραστὴς ὑποχρεοῦται νὰ παραλάβῃ μέχρι τέλους Ἰουλίου 1901 δέκα ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν Καλαμῶν, Νησίου καὶ Μελιγαλᾶ, ἀναλόγως ἐξ ἑκάστης τῶν ἀποθηκῶν τούτων, καὶ ἕτερα πέντε ἑκατομμύρια καθ’ ὑπόδειξιν τῆς Τραπέζης.» Πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐκεῖ ἐργοστάσιον τῆς ὁμάδος, ὅπερ θὰ μετατρέψῃ τὸν σταφιδόκαρπον εἰς οἶνον, ἢ εἰς ὅ,τι ἄλλο ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου, ὡρίσθησαν αὐταὶ αἱ ἀποθῆκαι, καὶ οὐχὶ ἄλλαι, ὅπερ καὶ αὐτὸ εἶναι ἐνδεικτικὸν τῶν συνεννοήσεων μεθ’ ὡρισμένων προσώπων τῆς Τραπέζης τῆς Σταφιδικῆς. Τοιοῦτος ὅρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὅρος δημοπρασίας ἀμερολήπτου. Ἄλλην, κατ’ ἐμὲ ἀκατανόητον, αἵρεσιν ἀναγράφει ἡ διακήρυξις, τὴν ἑξῆς: «Ἐὰν ὁ ἐν ταῖς ἀποθήκαις σταφιδόκαρπος ἤθελεν εὑρεθῆ ἐλάσσων τῶν 48,000,000 λιτρῶν μέχρι 10%, ὁ ἀγοραστὴς οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἐκ τούτου ἀξίωσιν κατὰ τῆς Τραπέζης κλπ.» Ἂν ὅμως ἤθελεν εὑρεθῆ τυχὸν πέραν τῶν 10%, θὰ ἔχῃ ἀξίωσιν; Τοῦτο ἀφίνει μίαν θύραν ἀνοικτὴν εἰς ζημίας ἐνδεχομένας πολὺ σοβαράς. Διατὶ δὲν λέγετε, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐλάττωσις, ἥτις ἤθελε παρουσιασθῆ, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν ὁ ἀγοραστής;
§118ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν εἰς τὰ στραβά; Ἀλλ’ ἐὰν λείπῃ τὸ ἥμισυ, ἢ ὅλον τὸ πρᾶγμα;
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτής, θὰ εἶχεν ἀξίαν, ἂν ὁ ἀγοραστὴς ὑπεχρεοῦτο νὰ προπληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν 48 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἐνῷ ὁ ἀγοραστὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ ἐντὸς τῆς ἀποθήκης. Λοιπὸν μένει διὰ τοῦ ὅρου τῆς διακηρύξεως ἀνοικτὴ ἡ θύρα πρὸς ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως, ἂν τυχὸν τὸ ποσὸν τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἤθελεν εὑρεθῇ πλέον τῶν 10% ἔλασσον τῶν 48 ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Ἄλλος ὅρος, κατ’ ἐμὲ ἐπίσης ἀκατανόητος, εἶναι καὶ οὗτος (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ πρὸς ὃν θὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις θὰ ὑποκαθίσταται, ὡς πρὸς τὸ εἰς αὐτὸν παραχωρηθὲν ποσὸν σταφιδοκάρπου, εἰς ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀρχικοῦ ἀγοραστοῦ, παραμένοντος οὐχ ἧττον καὶ τούτου ἀτομικῶς ὑποχρέου εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος κτλ.» Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ἂν περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε; — διότι, ὡς σᾶς εἶπον, καταβάλλει 61 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον· αὐταὶ εἶναι αἱ ἐγγυήσεις αἱ πραγματικαί. — Ἄν νοηθῇ, ὅτι εἶναι αὐτὸς μόνον ἀτομικῶς ὑπόχρεως, καὶ αἴφνης εἶναί τις, ὅστις δὲν ἔχει ἰδίαν περιουσίαν, θὰ ἐκλείπουν δι’ αὐτὸν αἱ ἐγγυήσεις τῆς καταβολῆς τῆς ἐγγυήσεως τῶν 61 δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον; Τελευταῖος ὅρος εἶναι ὁ ἑξῆς: «Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ μὴ πωλήσῃ ἄλλον σταφιδόκαρπον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους 1901». Νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς διακηρύξεως εἶναι, ὄχι νὰ μὴ πωλήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ χρησιμοποιηθῇ. Διότι διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ δύναται νὰ πωλήσῃ ἄλλον σταφιδόκαρπον μέχρι τέλους Δεκεμβρίου; Νὰ δύναται νὰ πωλήσῃ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ὥρισεν, ὅτι θὰ διατίθηται μετὰ τὸ τέλος τοῦ 1901. Λοιπὸν καὶ αὐτὴ ἡ ἔκφρασις πρέπει νὰ διακριθῇ, διότι δύναται νὰ φέρῃ ζημίας, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς ἄλλας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπικαλούμενος τὸν χρόνον, εἰς ὃν ἐφθάσαμεν, καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδοκτημόνων, λέγει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαράδεκτα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀναβολὴ δέκα ἡμερῶν, ἢ δεκαπέντε, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ ὅλως ἀχρήστους τοὺς νέους ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τεθῆ, συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδειχθείσας τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις τοῦτο ἐπικαλεσθῇ, ἐπειδὴ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπεδείχθη, ὅτι εἰσήχθησαν ὅροι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἄδικοι καὶ ἐπιζήμιοι εἶναι, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς ἔχῃ, ἀλλὰ τὰς εἶχε καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν τῇ ὑπεβάλλοντο οἱ ὅροι πρὸς ἔγκρισιν, ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τροποποιήσεις· νομίζω δ’ ὅτι φέρει τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν ζημιῶν ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ διακήρυξις τῆς δημοπρασίας.
§120Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅτε ἀπεφασίσθη νὰ συστηθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὅλαι αἱ προβλέψεις ἐγένοντο, πῶς νὰ σωθῇ τὸ προϊὸν τὸ πολύτιμον τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὁ νόμος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οἱ πάντες συνεπάθουν τότε ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων, καὶ οἱ πάντες ἐπεκαλοῦντο παραχωρήσεις ὑπὲρ αὐτῶν...
§121ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι πάντες.
§122Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. .. ἵνα μὴ καταστραφῇ ἡ σπουδαιοτάτη γεωργικὴ τάξις τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὰ πράγματα, καὶ θὰ ἰδῆτε, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συζητῶσι καὶ νὰ παρεμποδίζωσι τὴν ἐνέργειαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἐντὸς τοῦ νόμου ἐνεργεῖ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν μετόχων αὐτῆς. Ὁ νόμος ἀφῆκεν ἐλεύθερον τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης νὰ διαχειρίζηται καὶ διαθέτῃ τὸ παρακράτημα, ὡς αὐτὸ νομίζει καλλίτερον, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διατί, νομίζετε, ἐτέθη «τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ»; Διότι τὸ Δημόσιον ἔχει μέρος τοῦ παρακρατήματος, καὶ ἑπομένως, ὡς συνέταιρος, τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσίν του περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ παρακράτημα, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀνήκει εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Λοιπὸν δυνάμει τοῦ δικαιώματός του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνέκρινε τὴν προκειμένην ἀπαλλοτρίωσιν. Ποῖον δικαίωμα ἔχει σήμερον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπανέλθῃ; Εἴμεθα ἐντὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος μᾶς ἔδωκεν, ὅπως θέλομεν, νὰ κρίνωμεν, ἀφοῦ ἐλάβομεν τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως...
§123ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἀλλὰ τὴν ὅπως πρέπει ἔγκρισιν.
§124Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ὅπως πρέπει θὰ τὸ ἐξετάσω ἐγὼ καλλίτερον, ὁ ὁποῖος εἶμαι μέτοχος.
§125ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἀκούσιος.
§126Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἔχει ἀνάγκην χρημάτων· τὸ κυριώτερον ζήτημα εἶναι αὐτό. Τὸ παρακράτημα ἐπὶ τρία ἔτη ἔμενεν εἰς τὰς ἀποθήκας ἀζήτητον, καὶ οἱ βιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται σήμερον, καὶ διαμαρτύρονται, καὶ φωνάζουν, ὅτι θὰ ζημιωθοῦν, τὸ ἄφιναν νὰ καταστραφῇ, προσφέροντες δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐχρειάζετο μόνον, 15 ἕως 20 δραχμὰς τὴν χιλιάδα! Ὅτε ἔμενε καὶ κατεστρέφετο τὸ παρακράτημα εἰς τὰς ἀποθήκας, ποῦ ἦσαν οἱ κύριοι βιομήχανοι; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκποιήσῃ τὸ ὅλον, καὶ νὰ προλάβῃ τὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία ἐπίκειται. Μήπως εἶναι παρακράτημα ἑνὸς μόνου ἔτους; Ποῦ ἦσαν τότε οἱ ἀγορασταὶ αὐτοί; Διατὶ ἄφησαν καὶ συνεκεντρώθη τὸ ποσὸν τῶν 48 ἑκατομμυρίων λιτρῶν εἰς τὰς ἀποθήκας; Πῶς δὲν τὸ κατηνάλισκον τότε; Σήμερον, ὅτε βλέπουν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ, καὶ προβλέπουν, ὅτι συνεπείᾳ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῶσι, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ περονόσπορος, καὶ θὰ ἦναι μέγα τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, θέλουν αὐτοὶ νὰ καταστραφοῦν οἱ ἰδιοκτῆται, νὰ τὸ πωλήσουν πρὸς 10 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ τὰς τέσσαρας, καὶ ἑπομένως ἡ βιομηχανία νὰ δύναται ἡσύχως καὶ ἐπικερδῶς νὰ ἐξασκῇ τὴν δουλιά της. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐρωτῶ: εἶναί τις ἀγοραστὴς διὰ τὸ ποσὸν αὐτό; Οὐδεὶς τὸν ἐμποδίζει νὰ προσέλθῃ. Δὲν ἠμπόδισε κανένα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ προσέλθῃ. Ἂν δὲν ἔχωσι τόσα πολλὰ χρήματα νὰ ἀγοράσωσι τόσον ποσὸν, ὀφείλω ἐγὼ, μὲ θυσίαν τῶν συμφερόντων μου, νὰ διευκολύνω τὴν ἐπιχείρησιν τὴν ἰδικήν των; Ἀφοῦ εἶμαι κύριος τῆς περιουσίας μου, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν διαθέσω ὅπως θέλω; Τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι ἀναγκαῖον τώρα, διότι τώρα εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῶν γεωκτημόνων, τώρα θὰ γείνῃ ἡ προμήθεια τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, τώρα θὰ καταβληθοῦν τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Ἑπομένως τὸ δάνειον ἐτέθη ὡς μία ἐκπλήρωσις ἀνάγκης, ὄχι ἐπὶ σκοπῷ κερδοσκοπικῷ, ἀλλὰ πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀνάγκης. Νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προὐτάθησαν, ὑπεκφεύγουσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δύνανται νὰ προσβάλωσιν ἰδιωτικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νόμος δὲν τὰ περιώρισεν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τοὺς Κυρίους ν’ ἀφήσωσιν ἥσυχον τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις οὐδεμίαν πλέον ἔχει ἁρμοδιότητα, καὶ νὰ ἦναι πεπεισμένοι, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ φροντίζει, πῶς νὰ σώσῃ τὸ προϊὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§128ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει ἀκολούθως τὸν λόγον.
§130Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης εἶναι κατόπιν ἐγγεγραμμένος.
§132Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἓν τῶν ἰσχυροτέρων ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντων, ὅσοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐσπευσμένης καὶ ὑπὸ τοὺς ἐν τῇ διακηρύξει ὅρους πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος, εἶναι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, προσφέρεται δὲ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες συνεφωνήθη ν’ ἀγοράσωσι τὸ παρακράτημα, δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, ἀποδίδουσα τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, νὰ χορηγήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ, ἴσως καὶ πλέον τούτου, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην, μὴ λαμβάνουσα ὅλον τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898 προέκυψε, καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου, μέρος μὲν ληφθὲν ὡς ἔσοδον αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν τεσσάρων δραχμῶν τοῦ παρακρατήματος, μέρος δὲ κρατούμενον ἐν τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους, καίτοι ἀνῆκον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Διότι, ἂν ἐπωλήθη ἅπαν τὸ παρακράτημα τοῦ 1898, τὸ παρακράτημα αὐτὸ βεβαίως θ’ ἀπέδωκεν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Τὸ ἓν ἑκατομμύριον αὐτὸ τί γίνεται; διατὶ δὲν ἀποδίδεται εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἀναγκάζεται αὕτη νὰ προσφεύγῃ εἰς τοκογλύφους, καὶ νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς ὄχι μόνον 5%, ὄχι μόνον τοὺς ἑτέρους βαρεῖς ὅρους τῆς διακηρύξεως, ἀλλὰ καὶ δῶρον 240,000 δραχμῶν; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ὅπερ ἄλλως τε δὲν εἶναι εὐθὺς τώρα ἀναγκαῖον, ἀλλὰ μετά τινα καιρόν. Διατὶ νὰ μὴ ἀποδίδωνται τὰ χρήματα αὐτὰ, ἀφοῦ ἀναγκαιοῦσιν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν; Βεβαίως αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου αἱ χρηματικαὶ εἶναι ἄξιαι σεβασμοῦ, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τὸ Κράτος στενοχωρούμενον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως ἀδικῇ τοὺς σταφιδοκτήμονας ἡ Κυβέρνησις, καθυστεροῦσα τὸ ποσὸν τοῦτο· καὶ ἀδικεῖ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὄχι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ μὴ ζημιοῖ αὐτούς. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως, ἔχων ἀκόμη καιρὸν, μελετήσῃ πάντα, ὅσα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ φροντίσῃ νὰ θεραπεύσῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, τὸ κακὸν, διότι, ὅ,τι ἀπειλεῖται νὰ γείνῃ, καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς εὐπρεπείας προσκρούει, καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Λοιπὸν προτείνετε νὰ δανείσῃ τὸ Κράτος;
§135Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι· νὰ δώσῃ ὅ,τι ὀφείλει.
§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν ὀφείλει.
§137Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ δημοπρασία γίνεται, ὅπως προμηθευθῶμεν τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ὄχι. Δὲν μᾶς ἀρκοῦσι τὰ χρήματα τῆς παρακρατήσεως, τὰ ὁποῖα θὰ φθάσουν εἰς τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ ζητοῦμεν καὶ δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἂς προτείνωσιν ἄλλον τρόπον πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸν δεχθῶμεν. Οἱ ἀγορασταὶ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ παρουσιασθῶσι μὲ τὰ χρήματα καὶ ν’ ἀγοράσωσι.
§138Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι προσγίνονται εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν οἰνοπνευμάτων. Τὴν προσοχήν μου ἐφείλκυσεν ἐκ τῆς διακηρύξεως ταύτης ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16, κατὰ τὴν ὁποίαν «πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἀγοραστοῦ τοῦ ὅλου παρακρατήματος καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου του, καθὼς καὶ τῆς παροχῆς τοῦ δανείου, ἡ Τράπεζα θέλει ἐκπέσει ἐκ τοῦ τιμήματος δραχμὰς 5 κατὰ χιλιόλιτρον ὁλοκλήρου τοῦ παρακρατήματος, ἡ ἔκπτωσις δ’ αὕτη θὰ μένῃ πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγοραστοῦ. Αἱ πέντε δραχμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον θὰ ἐκπεσθῶσι τῷ ἀγοραστῇ καὶ δι’ ὃ ποσὸν ἤθελε διαθέσει ἡ Τράπεζα τμηματικῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς παρούσης.» Δὲν εἶμαι εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη νομίζω, ὅτι εἶναι πλέον ἢ σαφὴς, ὥστε καὶ μὴ εἰδικοὶ νὰ ἐννοήσωσι, τί συμβαίνει. Κρατεῖται ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ παρακρατήματος ὑπὲρ τοῦ ἀγοραστοῦ 5 οὐχὶ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὡς εἶπον οἱ ἀγορεύσαντες, ἀλλ’ ἐπὶ τοῖς 48. Διὰ ποῖον λόγον; Διὰ προμήθειαν; Ἀλλ’ ἡ προμήθεια ἐν τῷ ἐμπορίῳ, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι εἶναι ἀπὸ 2½–5%, κατ’ ἀνώτατον ὅρον· ὥστε, καὶ ἂν ὡς προμηθευτὰς ὑπολάβωμεν αὐτοὺς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ἔκπτωσις αὕτη ἀπὸ τῆς τιμῆς, πάλιν δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ λάβωσι 5 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, τιμώμενον δραχ. 48, ἀλλὰ μόνον 2½. Ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ προμήθεια αὕτη. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ παραγγελιοδόχου πωλήσεως, διὰ νὰ λάβῃ τοιαύτην προμήθειαν. Πρόκειται περὶ πωλήσεως διὰ δημοπρασίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ἔχουσι θέσιν παραγγελιοδόχοι καὶ προμηθευταί. Διατὶ λοιπὸν νὰ δοθῇ προμήθεια; — Πράγματι ὅμως αἱ διδόμεναι 5 δραχμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον δὲν εἶναι προμήθεια, ἀλλὰ κεκρυμμένη ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῶν 48 δραχμῶν, ἐλαχίστου ὅρου διὰ τὰ 22 ἑκατομμύρια λιτρῶν, καὶ τῶν 109, ἐλαχίστου ὅρου διὰ τὰ ἄλλα 26 ἑκατομμύρια. Διατὶ ἡ κεκρυμμένη αὐτὴ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς; Διατὶ δὲν λέγουσι φανερὰ, ὅτι εἰς τόσον ὁρίζουσι τὴν τιμὴν, ἀλλὰ πράττουσι τοῦτο πλαγίως, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐκπτώσεως δραχμῶν 5 ἐκ τῆς τιμῆς, λόγῳ προμηθείας δῆθεν ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἀγοραστῶν; Ἀλλὰ προμήθεια, ὡς προεῖπον, δίδεται εἰς τὸν παρεμβαίνοντα μεταξὺ πωλητοῦ καὶ ἀγοραστοῦ τρίτον διὰ τὴν περάτωσιν τῆς ἀγοραπωλησίας, τοῦθ’ ὅπερ δὲν συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὰ διὰ τῆς μεθόδου ταύτης διδόμενα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 240,000 δραχμῶν, ἐπὶ 48,000,000 λιτρῶν, πρὸς 5 δρ. κατὰ χιλιόλιτρον. Καὶ ἀπὸ τίνας ἀφαιρεῖται τὸ ποσὸν τοῦτο; καὶ ἐν ποίᾳ ἐποχῇ; Ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ὑπὲρ ὧν κοπτόμεθα ὅτι φροντίζομεν, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς πλέον τῶν δέκα δραχμῶν κατὰ στρέμμα διὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των, ἐνῷ ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλλιέργειαν ταύτην ἑξήκοντα δραχμαὶ κατὰ στρέμμα, εἰς τὰς ὁποίας ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαιότατος διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου, τὰ ἔξοδα καλλιεργείας ἑκάστου στρέμματος ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τῶν 70 δραχμῶν. Ἐνῷ λοιπὸν τοῖς παρέχουσιν ἀπέναντι τόσης ἀπαιτουμένης διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ σωτηρίαν τῶν κτημάτων των δαπάνης δέκα ἢ καὶ εἴκοσι δραχμὰς ἐκ τῶν ἰδίων των κεφαλαίων, — διότι ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ ἰδίου εἰσοδήματος ἀπετελέσθησαν τὰ κεφάλαια αὐτὰ, — ἀφ’ ἑτέρου τοῖς ἀφαιροῦσι 240,000 δραχμάς! Ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, δίδουσιν ὑπονοίας περὶ σκανδάλων, πρὸς ἄρσιν τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ...
§139ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§140Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. Καὶ καθῆκον καὶ εὐθύνην καὶ ἐξουσίαν ἔχει νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν, διότι, ὡς εἶπον καὶ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς τινος Τραπέζης, σχηματισθείσης ἐξ ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, συνεταιρισθέντων κατὰ βούλησιν· πρόκειται περὶ Τραπέζης, ἡ ὁποία ἱδρύθη διὰ νόμου, δι’ οὗ ἐπεβλήθη εἰσφορὰ ποσοστοῦ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος ἑκάστου σταφιδοπαραγωγοῦ πρὸς σχηματισμὸν τῶν κεφαλαίων αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ Πολιτεία, ἥτις ἐπέβαλε τὴν εἰσφορὰν αὐτὴν, αὐτὴ ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς διαφυλάξεως καὶ τῆς καλῆς καὶ τιμίας διαχειρίσεως τῶν οὕτω συγκεντρωθέντων κεφαλαίων. Καὶ ἑτέρα διάταξις τῆς διακηρύξεως ταύτης ἐπίσης μοὶ δίδει ὑπονοίας, ἡ διάταξις, δι’ ἧς οἱ ἀγορασταὶ ὑποχρεοῦνται νὰ ἐξάγωσι τὸ προϊὸν τοῦ παρακρατήματος τούτου,—τὸ οἰνόπνευμα ἢ μιστέλιον, ἢ ὅπως ἄλλως λέγεται,—εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀορίστως. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως· διότι, ἐὰν τὸ προϊὸν τοῦ παρακρατήματος, ἤτοι τὸ οἰνόπνευμα ἢ μιστέλιον ἢ σιρόπιον, ἐξαχθῇ καὶ πωληθῇ εἰς τὰς ἀγορὰς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν εἰσάγεται καὶ ἡ σταφὶς, ὁ περιορισμὸς τῆς προσφορᾶς τῆς σταφίδος, εἰς ὃν κυρίως ἀπέβλεψεν ὁ νόμος οὗτος διὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς αὐτῆς, δὲν ἐπιτυγχάνεται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀμφότεραι αἱ διατάξεις αὗται, ἀλλὰ κυρίως ἡ πρώτη, ἡ περὶ τῆς ἐκπτώσεως τῶν πέντε δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον, εἶναι λίαν σκανδαλώδεις, καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως προλάβῃ ζημίας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὑποστῶσιν ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων λέγομεν ὅτι φροντίζομεν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος.
§142Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐπὶ ἄλλου θέματος τὸν λόγον. Ἐὰν ἦναι ἄλλος, ἔχων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, ἂς ὁμιλήσῃ.
§143Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐγώ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§145Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῶν ἐργοστασίων — δὲν γνωρίζω τίνων — καὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ὑπὲρ οὐδενὸς τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρομαι, ἐγνώριζον τὴν πενίαν, ἡ ὁποία μαστίζει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἡ Τράπεζα νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς, ἵνα καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των, καὶ τὸ ἐπαρκὲς ποσὸν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ διὰ τὴν ῥάντισιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, δὲν θὰ ἐξευρεθῶσιν ἢ διὰ τῆς πωλήσεως ἐν συνόλῳ τοῦ παρακρατήματος, ἐὰν ἐγνώριζον, λέγω, τοῦτο, δὲν θὰ ἤρχοντο σήμερον, ἵνα ὑπερασπίσωσιν ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι ὑπέλαβον τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὡς συσσίτιον οἰκονομικὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο ἀντὶ ἑνὸς δεκαλέπτου νὰ φάγωσι τὸ παρακράτημα (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν).
§146Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§147ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχω ἀρκοῦσαν ἀντίληψιν, διὰ ν’ ἀντιλαμβάνωμαι κάλλιον ὑμῶν τῶν θεμάτων.
§148ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ὁμιλία περιεστράφη εἰς ἄλλο θέμα.
§149ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἐνταῦθα, καὶ κατέθετε τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Τράπεζα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἐβλέπετε τὰ πράγματα. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα λέγει, ὅτι εἶδεν, ὅτι ἀπέναντι αὑτῆς εἶχεν ἓν Συνδικᾶτον, εἶχεν ἕνα ἀποκλεισμὸν ἐκ μέρους τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα τὸ παρακράτημα ἀποκτήσωσιν ἀντὶ ἐλαχίστου τιμήματος, ἐπὶ βλάβῃ καιριωτάτῃ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ αὐτῆς· ἰδοῦσα δὲ τοῦτο, ὑπέβαλε τὸ ὑπόμνημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε τὸ ὑπόμνημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν κατετίθετο τοῦτο, θὰ ἔβλεπον οἱ Κύριοι, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς πράξεως, τὴν ὁποίαν τιμωρεῖ ὁ Ποινικὸς Νόμος, διότι ἠθέλησαν νὰ λῃστεύσωσι τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς! Ἐὰν λοιπὸν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα σήμερον προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος ἐν ὅλῳ, καὶ δὲν προβαίνῃ εἰς τὴν πώλησιν αὐτοῦ τμηματικῶς, πράττει τοῦτο, διότι τὸ προϊὸν καταστρέφεται, διότι ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη εἶναι κεκλεισμένον ἐν ταῖς ἀποθήκαις καὶ ἀπειλεῖται ἡ καταστροφή του, καθόσον ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι, τὰς ὁποίας περιετείχισαν, διὰ νὰ μὴ καταρρέῃ τὸ μιστέλιον, διότι δυστυχῶς ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι, ἐν ταῖς ὁποίαις τὸ παρακράτημα μετεβλήθη εἰς ἀσβόλην, μετεβλήθη εἰς καπνόν. Λοιπὸν πῶς ἔρχονται οἱ Κύριοι καὶ ἀξιοῦσι νὰ ἐξαιρέσωσιν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας, τὸ ποσὸν τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ ἐκπλειστηριασθησομένου ποσοῦ, ἀφοῦ προῆλθεν εἰς σύμβασιν ἀναγκαστικὴν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μετὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὸ Συνδικᾶτον; Καὶ ἂν σήμερον οἱ Κύριοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἦλθεν εἰς σύμβασιν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν ἤθελον νὰ δεχθῶσι τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων λιτρῶν, περὶ τῆς ἧς ὡμίλησεν ὁ κύριος ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς, τί θὰ ἐγίνετο; Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, — καὶ εὐτυχῶς δι’ αὐτὸν δὲν τὸ γνωρίζει — ὅτι σήμερον, διὰ νὰ καλλιεργήσωσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοί, ἔχουσιν ἄμεσον καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς παροχῆς τῶν δανείων· δὲν γνωρίζει, ὅτι πρὸ μηνὸς παρεσχέθη εἰς αὐτοὺς ποσὸν δέκα δραχμῶν ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος σταφίδος, καὶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου νὰ δοθῶσιν ἕτεραι δεκαπέντε δραχμαὶ ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος, ὅπως πράγματι ἀπεφασίσθη νὰ δοθῶσι· καὶ δὲν γνωρίζει, ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον τῆς παροχῆς τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι ταῦτα; Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν, ὅτι πρέπει τὸ προϊὸν τοῦ παρακρατήματος νὰ μὴ πωληθῇ ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπόσχωσιν οἱ σήμερον παρουσιαζόμενοι ὡς πλειοδόται, τί θὰ γείνῃ; Πῶς θέλομεν χορηγήσει εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς, τοὺς πενομένους, τοὺς λιμώττοντας, τὰ δάνεια, τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν καλλιέργειαν; Θὰ ἔλθωσι τότε οἱ ἐργοστασιάρχαι τῆς Χαλκίδος καὶ τοῦ Βόλου νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας; Λυποῦμαι, διότι ὁμιλοῦσι τοιουτοτρόπως ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὄχι μόνον τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς τῆς χώρας, καὶ λυποῦμαι, διότι παίζουσιν οἱ Κύριοι οὗτοι ἐν οὐ παικτοῖς.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§151Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα, θὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ πολὺ ἀκόμη, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἓν δεινόν, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὁ λαὸς ἐκ τῆς λεγομένης βιβλιοκαπηλείας. Τοῦ δεινοῦ τούτου τὰς συνεπείας εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὴν νῦν Κυβέρνησιν, προτοῦ ἀκόμη γείνωσιν αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ, ἐνῷ δὲ διεξετραγῴδησε τὰς συνεπείας αὐτὰς διὰ τοῦ προγράμματος αὑτοῦ, τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ καὶ τοῦ ἀναμορφωτικοῦ, δυστυχῶς οὔτε κατὰ τὴν πρώτην, οὔτε κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ἔφερε νομοσχέδιον πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ νόμου περὶ βιβλίων διδακτικῶν, ὁ ὁποῖος κατέστη ἀληθῶς, ὅπως ἐκφράζεται ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἡ ἐσχάτη λύμη καὶ μάστιξ τῆς κοινωνίας. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, πόσα ὑφίστανται οἱ γονεῖς καὶ οἱ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν λύμην. Καθὼς σᾶς εἶπον, τὸ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ θὰ τὴν παρακαλέσω, πρὶν λήξῃ ἡ Σύνοδος, καὶ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος τῆς προσεχοῦς, νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίσῃ τὰ κατὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν διδακτικῶν βιβλίων· διότι, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο μείνῃ πάλιν ἐκκρεμὲς, νομίζω, ὅτι πολὺ ἄδικον θὰ ἦναι καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὡς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, καὶ εἰς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος πάσχει τὰ πάνδεινα. Δὲν ἔχω καιρὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπιστολὰς γονέων, οἱ ὁποῖοι παριστῶσιν, ὅτι δι’ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μάθημα δέκα βιβλία κυκλοφοροῦσι, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἐκφράζεται τὸ μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀναμορφωτικὸν πρόγραμμα τοῦ κόμματος τοῦ πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον διέπει τὰ κοινὰ, συνέταξεν ἡ ἡμιμάθεια, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν αἰσχροκέρδειαν, τὰ δὲ χειρότερα τῶν βιβλίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα διαφθείρουσι καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τῶν μαθητῶν, αὐτὰ ἔχουσι μεγαλειτέραν διάδοσιν, διότι οἱ ἐκδόται τούτων ἔρχονται εἰς συμφωνίας μὲ τοὺς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι κατὰ προτίμησιν τὰ ἐπιβάλλουσι! Μαθητὴς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε βιβλίον δι’ ἓν μάθημα, εἶναι ὑποχρεωμένος τὸν πρῶτον μῆνα νὰ τὸ ἀλλάξῃ! Λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ δεινὸν ἱκανὸς λόγος, ἵνα προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰσαγάγῃ αὕτη— εἰ δυνατὸν, ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος — τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁποίου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουλευτῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι συνέδεσε τὸ ζήτημα τοῦτο ἀρρήκτως μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν Συμβουλίων· τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι ἐλπὶς νὰ συζητηθῇ. Διὰ τοῦτο, ὅπως ὑπεστήριξε καὶ τὸ κυβερνῶν ἤδη κόμμα, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ αὐτοτελὲς καὶ ἴδιον νομοσχέδιον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος· εἰδεμὴ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσητε ὑμεῖς μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα συντάξῃ ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ εἰσαχθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ. Νομίζω, ὅτι δικαιότερον πρᾶγμα ἀπ’ αὐτὸ δὲν γίνεται.
§152Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Συνενῶ τὰς συστάσεις μου πρὸς τὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ταχείας ὑποβολῆς νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ὑφισταμένου νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Κατὰ τὰς προηγουμένας δύο Συνόδους τῆς Βουλῆς ἐπανειλημμένως ἔκαμα λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔδειξεν ἐνδιαφέρον, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε. Βέβαιον εἶναι οὐχ ἧττον, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας συμπεριέλαβεν εἰς τὰ πολυσέλιδα νομοσχέδιά του διάταξιν, καταργοῦσαν τὰ περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἰσχύοντα, ἀλλὰ περιετύλιξε ταύτην ὑπὸ τὸν βαρὺν ὄγκον τῶν πολλῶν ἄρθρων τοσοῦτον ἐπαχθῶς, ὥστε ἀπεπνίγη. Καὶ ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νομίζω, ὅτι εἰσάγει ὁμοίαν τινὰ διάταξιν εἰς τὰ νομοσχέδιά του· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἄδηλον εἶναι, ἂν τὰ νέα νομοσχέδια θὰ ψηφισθῶσι, πιθανὸν δὲ μάλιστα φαίνεται, ὅτι εἶναι προωρισμένα νὰ λάβωσι τὴν αὐτὴν τύχην ἐκείνων τοῦ προκατόχου του, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ εἰσαχθῇ αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, ὅπως ὑπάρξῃ πιθανότης νὰ ψηφισθῇ, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τὴν λύμην τῆς βιβλιοκαπηλείας, τὴν ὁποίαν καθίδρυσε τὸ ἰσχῦον ἀτυχὲς νομοθέτημα, πρὸς βλάβην μεγίστην τῶν μαθητῶν τῆς δημοτικῆς ἰδίᾳ ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλαχοῦ σοβαρὰ μέριμνα καταβάλλεται πρὸς βελτίωσιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν· παρ’ ἡμῖν, τοὐναντίον, ψηφίζονται νόμοι παρεμποδίζοντες τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πολιτῶν, διότι ἀναγκάζουσι τοὺς πτωχοὺς παῖδας νὰ μὴ φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι τὸ μέσον νὰ ἀγοράζωσι τὰς ψευτοφυλλάδας τῶν βιβλιοκαπήλων. Ἵνα δὲ πεισθῆτε, ὅτι τὰ βιβλία τῶν πολυειδῶν ξυγγραφέων γίνονται πρόσκομμα εἰς τὴν φοίτησιν ἐν τοῖς σχολείοις τῶν πτωχῶν παιδίων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω πράγματα καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ μάθω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καὶ τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦνται ὑπὸ τῶν καταστατικῶν πινάκων, τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὑρισκομένων. Ἀφοῦ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ Ἐπιθεωρητῶν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠλαττοῦτο ὁ μισθὸς αὐτῶν, παρῃτήθη ὁ κ. Μπουκουβάλας, παρεκάλεσα τὸν πρώην Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν νέου Ἐπιθεωρητοῦ ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας, τοῦ ὁποίου τότε ἀπετέλει ἐπαρχίαν ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς Ἰθάκη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐξ ἄλλων ἰδεῶν ἐμφορούμενος, οὔτε τὰς παρακλήσεις μου, οὔτε τὰς συστάσεις τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ἀφῆκε δὲ ἐγκαταλελειμμένα ἐπὶ μακρὸν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις πολὺ ἐχαλαρώθη, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Εὐτυχῶς ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἄλλας ἔχει σκέψεις, καὶ εὐθὺς, ὡς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του, προέβη εἰς τὸν διορισμὸν Ἐπιθεωρητῶν. Ὁ ἐν Κεφαλληνίᾳ διορισθεὶς, συμμεριζόμενος τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ σωρηδὸν εἰσαγωγὴ τῶν ψευτοφυλλάδων ἀποβαίνει ἐπιζήμιος εἰς τοὺς μαθητὰς, ὡς πρῶτον ἔργον του ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τὴν προφορικὴν διδασκαλίαν, ἀπαγορεύσας δι’ ἐγκυκλίου τὴν ἀποπομπὴν ἐκ τοῦ σχολείου τῶν μαθητῶν, οἵτινες δὲν ἤθελον ἔχει βιβλία ἢ φυλλάδας. Γνωρίζετε δὲ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας ταύτης; Πλειότεροι τῶν 150 μαθηταὶ φοιτῶσιν ἐφέτος εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Κεφαλληνίας, οἵτινες ἄλλοτε ἐστεροῦντο ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ προμηθευθῶσι τὰ βιβλία. Ἐὰν λοιπὸν ἐν μόνῳ τῷ νομῷ Κεφαλληνίας 150 παιδία δὲν ἐφοίτων εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, φαντάζομαι, τί θὰ συμβαίνῃ εἰς τὸ ἄλλο Κράτος! Εἰς χιλιάδας πρέπει νὰ ἀνέρχωνται οἱ πτωχοὶ παῖδες, οἵτινες πλέουσιν ἐν τῇ ἀμαθείᾳ ὡς ἐκ τῶν προσκομμάτων τοῦ κακοήθους νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Ἔργον ὅθεν ἀληθῶς εὐεργετικὸν θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ, καταργοῦσα τὸν νόμον τοῦτον, ὅστις ὀλεθρίως ἐπιδρᾷ εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως θὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ ταχέως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφιζόμενον θ’ ἀπαλλάξῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τὴν μάστιγα τῆς αἰσχρᾶς βιβλιοκαπηλείας.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πιπινόπουλος.
§154ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις; Ὑποβάλλω πρότασιν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ.
§156ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πιπινόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§158ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος... Ἀπών.
§160ΔΑΟΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ παραιτηθῶσι τοῦ λόγου δι’ αὔριον πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον προηγουμένως. Ἀλλ’ ἐὰν παραιτοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρέπει νὰ τὸ δηλώσουν. Ὁ κ. Βελλιανίτης... Ἀπών. Ὁ κύριος Βιτάλης (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Δὲν ἀφίνετε δι’ αὔριον, κύριε Βιτάλη;
§163Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀφοῦ οἱ συμπολιτευόμενοι καταναλίσκουσι τόσην ὥραν μὲ τὰς ἐπερωτήσεις, ἡμεῖς τί θὰ κάμωμεν; (γέλωτες).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά!
§165Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§166Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν φέρεται τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ πλέον ἢ πεντάκις ἐσύστησα εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ὅ,τι σήμερον ἐσύστησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος πολὺ δικαίως. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι, ὅτε τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διηύθυνεν ὁ συνταγματάρχης κ. Ν. Σμόλενιτς, ἐδόθη διαβεβαίωσις, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις θὰ ἐμελέτα τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἔφερε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξέλειπεν, ἢ τοὐλάχιστον θὰ ἐμειοῦτο ὁπωσδήποτε ἡ ἀθλιότης τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διατελοῦσι σήμερον οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, στερούμενοι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν καὶ τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς διατροφὴν αὐτῶν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν, ὡς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, δίδει εἰς αὐτοὺς, παρ’ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις των, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν ὑστεροῦσι τῶν ὑποχρεώσεων τῶν μονίμων συναδέλφων των, διατὶ, λέγω, δίδει εἰς αὐτοὺς μόνον τὰ τεσσαράκοντα καὶ πέντε λεπτὰ ἡμερησίως καὶ τὴν μερίδα τοῦ ἄρτου. Ἄν ἦναι ἀνάγκη νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοῦ, πρέπει καὶ τὸν μισθὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ λαμβάνωσιν· ἂν πάλιν δὲν ἔχωμεν ἀνάγκην αὐτῶν, ὡς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τότε ἂς ὑπηρετῶσιν ὡς στρατιῶται, ὅπερ καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι προτιμῶσι. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου τοὺς ἐν μαχίμῳ ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ στερούμενοι εἰσοδημάτων δύνανται ἐπὶ τέλους νὰ συμμετέχωσι τοῦ συσσιτίου τῶν στρατιωτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ πληρῶσι τοὐλάχιστον τοὺς στομάχους των, ὅπερ κάκιστον καὶ λίαν ἀναξιοπρεπὲς οὐχὶ δι’ αὐτοὺς, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἔχομεν ὅμως ἰατροὺς καὶ φαρμακοποιοὺς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐφέδρους, ὑπηρετοῦντας ἐν νοσοκομείοις καὶ φαρμακείοις στρατιωτικοῖς. Τίνος συσσιτίου θὰ συμμετάσχωσιν οὗτοι; πῶς θὰ τραφῶσι; πῶς θὰ ζήσωσι; Λάβετε τέλος ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὰς προσφερομένας ὑπ’ αὐτῶν ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τὰς ζημίας, ἃς οὗτοι, ἀπομακρυνόμενοι τῶν ἐργασιῶν των, ὑφίστανται, καὶ κανονίσατε ἕνα μισθὸν, ἔστω καὶ κατά τι μικρότερον ἐκείνου, ὃν λαμβάνουσιν οἱ ὁμόβαθμοί των, καὶ μὴ ἀφίνετε αὐτοὺς νὰ ἐκλαμβάνωσι τὴν θητείαν των ὡς ποινήν.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Κεφαλληνίας, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τῶν κυρίων Ἰγγλέση καὶ Ματσούκα, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτοι καταγγέλλουσιν ὄργανόν τι τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀστυνομίας, ὅτι ἀναιτίως ἐπετέθη κατ’ αὐτῶν, καὶ ἐκακοποίησεν αὐτούς. Παρακαλεῖται ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ λαβόντα χώραν, καὶ τιμωρήσῃ πᾶσαν παρεκτροπήν.
§168Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς Αʹ Συνόδου ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας περὶ προφυλακίσεως, καὶ διωρίσθη Ἐπιτροπὴ, ἥτις συνέταξε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἀνέρχηται εἰς αὐτήν, κατέρχεται. Προχθὲς ἦτο ἀναγεγραμμένον 13ον, καὶ ἐνῷ ἐψηφίσθησαν δύο νομοσχέδια εἰς τρίτην συζήτησιν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ αὐτὸ 11ον σήμερον, ἀναγράφεται 14ον. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι στενάζοντες εἰς τὰς φυλακάς...
§169ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§170Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ ὅτι θὰ γείνῃ συζήτησις δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ προτιμηθῇ. Χθὲς εἶχον ἐπιστολὴν, ὅτι πέντε ἄνθρωποι κρατοῦνται ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας προφυλακισμένοι, καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, καίτοι ἐξεδόθη βούλευμα, δὲν θέλει νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν τῆς δίκης. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§171Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς αἴτησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δεικνύοντα τὸ ποσόν, ὅπερ ἐξεκαθάρισεν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ ἔτους 1898–1899, καὶ πῶς τοῦτο διετέθη.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας ἐν Βουκουρεστίῳ τῇ 19 Δεκεμβρίου 1900 (ἔ. π.) ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἐμπορίου».
§173ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν εἰς αὔριον ἀναβολὴν τῆς συμβάσεως. Ἐν ταυτῷ δὲ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ἃς δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν ἄλλοθεν νὰ πορισθῶ. Ἔπρεπε δὲ καὶ ἄνευ αἰτήσεώς τινος νὰ ὑπῆρχον ἐνώπιον ἡμῶν: Ποῖον ποσὸν δημητριακῶν καρπῶν, ὀσπρίων καὶ ζώων εἰσήγετο ἐκ Ρουμανίας εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ δασμολογίου τοῦ 1890. Τὸ δασμολόγιον τοῦτο ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἐψηφίσθη ὡς ἔχει, μὴ οὔσης δυνατῆς τότε διαπραγματεύσεως, διὰ τὴν δυσχέρειαν, ἣν παρενέβαλεν ἡ Ρουμανία, λόγῳ ὅτι δὲν εἴχομεν ἀντάλλαγμα νὰ δώσωμεν. Τότε, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἐδιπλασιάσθη ὁ δασμὸς τῶν δημητριακῶν, ὀσπρίων καὶ ζώων, προερχομένων ἐκ παντὸς τόπου μὴ συνδεομένου πρὸς τὴν Ἑλλάδα διὰ συμβάσεως· τὸ δὲ γενικὸν δασμολόγιον, οὕτω καταρτισθέν, ἀποτελεῖ κέντρον σπουδαῖον τῆς ἀπέναντι ἡμῶν εὑρισκομένης Δυνάμεως, μεθ’ ἧς εἶναι δύσκολον νὰ ἔλθωμεν εἰς συμφωνίαν. Καίτοι δὲ τὸ κέντρον ἦτο σπουδαῖον, παρῆλθον 10 ἔτη, καὶ μόνον σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῆς. Εἶναι ἄξιον νὰ ἐξετασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ τί δίδομεν καὶ τί λαμβάνομεν, ἵνα ἡ Βουλὴ κρίνῃ περὶ τῆς συμβάσεως. Πρὸς τοῦτο δ’ ἔχω ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησα. Κατ’ ἀρχὴν δὲν θέλω ἀντιταχθῆ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, καίτοι δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄψογος· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἐκθέσω τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμας μου, διότι πρόκειται περὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἧς μόνον παρακολούθημα εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν εἰς αὔριον, ὅτε θέλω ὁμιλήσει ἐκτενῶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἀναβολῆς, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀνάγκης, ἵνα δοθῇ καιρὸς, ὅπως ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὀφέλη καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συμβάσεως προκύπτουσι.
§175Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, ἐκτίθενται αἱ ὠφέλειαι, ἃς θέλει προσκομίσει εἰς τὴν Ρουμανίαν ἡ σύμβασις αὕτη. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν ἐννοῶ κατὰ πόσον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ μετὰ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι καὶ διὰ τὴν Ρουμανίαν θὰ προκύψωσιν ὠφέλειαι ἐκ τῆς συνθήκης, ἀφοῦ μέρος τῶν σιτηρῶν αὐτῆς θὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡς μόνον ἄψογον σημεῖον τῆς συμβάσεως εὗρε τὴν ἀναγνώρισιν τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τοῦδε ἦτο τὸ μόνον, εἰς ὃ προσέκρουον αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Ἑλλάδος. Ἀπέναντι δὲ τῆς ὠφελείας, ἀπέναντι τῆς ἱκανοποιήσεως ταύτης, καθ’ ἣν ἡ Ρουμανία ἀπεδέχθη τὴν ἀναγνώρισιν τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, τί δίδομεν; Ἐπὶ τρία ἔτη μόνον τὸ συμβατικόν μας δασμολόγιον διὰ τὰ σιτηρά. Δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τριετίας ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὰ πράγματα, θὰ εὕρῃ τρόπον, ὅπως συνάψῃ ἐμπορικὴν συνθήκην, καὶ τότε πάλιν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐκ τούτων θὰ ὁδηγηθῇ ὡς πρὸς τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως. Τὸ ἀντάλλαγμα, ὅπερ ἡ Ρουμανία δίδει σήμερον ἀπέναντι τοῦ τριετοῦς συμβατικοῦ δασμολογίου διὰ τὰ σιτηρά της, εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποτιμῶ τὰ γενόμενα· ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην προσηρτήθη πρωτόκολλον, κανονίζον θέμα ἀνῆκον εἰς ἑτέρου εἴδους σύμβασιν, τὸ περὶ κοινοτήτων, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τεκμήριον, ὅτι προεξοφλοῦμεν διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως ταύτης τὰ πάντα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φρονεῖ, ὅτι τὸ μόνον ἐμπόδιον ἦτο ἡ ἀναγνώρισις τῶν κοινοτήτων· ἐγὼ λέγω, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ τελευταῖον. Καθὼς γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν διαπραγματεύσεις ἀλλεπάλληλοι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου, οὗτινος ἐγενόμην συντάκτης. Ἐπειδὴ μετὰ μελέτην μακρὰν ἔφθασα νὰ καθορίσω τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν αἰτημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔκρινα ὀρθόν, τὰ συμπεράσματα τῆς μελέτης ταύτης νὰ διατυπώσω ἐν σχεδίῳ συνθήκης προξενικῆς καὶ ἐγκαταστάσεως, ὅπερ καὶ καταρτισθέν, μετ’ ἀκρόασιν καὶ τῆς γνώμης εἰδικῶν ἀνδρῶν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἀπετέλεσε τὸν διανεκῆ ὁδηγὸν τῶν ἐντεταλμένων κατὰ καιροὺς νὰ ἐπιληφθῶσι διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον, διότι τὸ ζήτητα εἶναι τοσούτῳ περίπλοκον, ὥστε εἶναι δύσκολον ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε διαχειριζόντων τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μελετᾶται κατὰ βάθος. Ἡ προξενικὴ ἐκείνη ἐν σχεδίῳ σύμβασις περιεῖχε τὸν ὅρον τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν κοινοτήτων, βλέπω δέ, ὅτι ἐξ ἐκείνης τοῦτο μόνον τὸ κεφάλαιον παρελήφθη ἐν τῇ προκειμένῃ συμβάσει, καὶ ἐρωτῶ: διατὶ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη; Χαίρω μὲν διότι αὕτη ἀποτελεῖ ἀγαθόν τι ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων· ἀλλὰ διατὶ ἡ διάταξις αὕτη, καθ’ ἣν ὥραν οὐδὲ λόγος κἂν περὶ Προξενείων γίνεται ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ;—καὶ ὀρθῶς, διότι αὕτη εἶναι ἐμπορικὴ σύμβασις.—Διὰ τοῦτο ἐμνημόνευσα τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἀποτελεῖ ἰδιάζον τι ἐν τῇ συμβάσει. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἶναι ἐπωφελὴς ἡ σύμβασις, ἣν συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἡ ὠφέλεια τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐκ τῶν διατάξεων τῶν δασμολογικῶν, αἵτινες περιλαμβάνονται ἐν τῇ συμβάσει, λαμβάνουσαι ἰσχὺν ἀπέναντι τῆς Ρουμανίας εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἢ ὅ,τι εἶναι ἡ τῆς Ρουμανίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ταύτην τὴν βεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ταύτης τῆς ὁμολογίας, ἐνῷ δὲν δύναται, δι’ ἔλλειψιν στοιχείων, νὰ ζυγίσῃ τὴν διαφοράν, καὶ νὰ κρίνῃ, ἂν διαφορὰ κέρδους ἀληθῶς ὑπάρχει, καί, τυχὸν ὑπάρχουσα, πόση εἶναι; εἶναι τόσα πρὸς τόσα; εἶναι 5 πρὸς 4; εἶναι 10 πρὸς 1; εἶναι 20 πρὸς 1; εἶναι 30; εἶναι 50; Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐν γνώσει, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει τὰς πληροφορίας ταύτας; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι, θέλομεν ἴδει μεγάλην διαφοράν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι, προκειμένου περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Ρουμανίας, ἐγὼ αὐτὸς ἤθελον συμβουλεύσει ὡς συμφέρον νὰ παραβλέψωμεν μέρος τῆς διαφορᾶς, ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον οὕτω παραβλέποντες δὲν ἐξοφλοῦμεν, παραχωροῦντες ἡμεῖς τὸ πᾶν. Ἐγὼ δὲ βλέπω, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχουσι διατάξεις περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει ἀπόψε, ἐὰν δὲν συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀναβολήν· ὑπάρχουσι διατάξεις, αἵτινες ἐμφανίζονται ὡς ὕλη ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἐνῷ δὲν ἔχουσι χαρακτῆρα ἐμπορικόν, ἀλλ’ ἀναφέρονται εἰς θέματα συναφῆ πρὸς τὰ ἐν ταῖς προξενικαῖς συνθήκαις καὶ ταῖς συνθήκαις ἐγκαταστάσεως παραλαμβανόμενα, αἱ δὲ διατάξεις αὗται οὐχὶ ἐκ τοῦ γράμματος αὐτῶν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ παρασιωπωμένου, δυνατὸν νὰ παραγάγωσι βλαπτικὸν ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν δὲν νομίζει ὀρθὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ καιρὸν μέχρι τῆς αὔριον, ὅπως συλλεχθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, ληφθῶσι δὲ καὶ αὗται ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν συζήτησιν, καί, ἂν μὴ εἰς ἄλλο τι, ἡ ἐξέτασις αὐτῶν χρησιμεύσῃ τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, καὶ μετὰ τρία ἔτη, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν κατὰ τρόπον ἐπωφελέστερον εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς νέαν συνεννόησιν μετὰ τῆς Ρουμανίας;
§177Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ σύμβασις αὕτη, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐψηφίσθη ἤδη ὑπὸ τῆς Ρουμανικῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι δὲ πρέπον νὰ ἀναβάλωμεν ἡμεῖς τὴν ἐπιψήφισιν ἐπὶ περισσότερον χρόνον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξέφρασε, διατὶ δὲν συμπεριέλαβε καὶ προξενικὴν σύμβασιν, ἐὰν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη χθὲς μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Σκουζὲ καὶ ἐμοῦ, ἤθελε μάθει, ὅτι ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν τῷ ὄντι καὶ ἐζητήσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν προξενικὴν σύμβασιν καὶ ἐμπορικὴν σύμβασιν ἐν ταυτῷ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις, ἥτις πρὸς τὸ παρὸν μόνον μετὰ τῆς Ἰταλίας ἔχει συνωμολογημένην προξενικὴν σύμβασιν, προετίμησε νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινα χρόνον τὴν συζήτησιν καὶ συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως. Ἡ σύμβασις ἡ προξενικὴ μετὰ τῆς Ρουμανίας ἀναμφιβόλως θὰ συνομολογηθῇ· ὅλα δὲ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε μελετήσει Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτε διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν, μελετήσας καὶ τὸν σχετικὸν φάκελον, ὅλα τὰ ζητήματα ἐκεῖνα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ διαρρυθμισθῶσιν, ὅτε θὰ συνομολογηθῇ ἡ προξενικὴ σύμβασις. Πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀναβολήν, ἀλλὰ θὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§178Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολήν, ὡς παρέστησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη ἡ σύμβασις, ἄλλο δὲν ἀκούομεν ἢ τοῦτο, ὅτι χάριν τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν κοινοτήτων τῶν Ἑλληνικῶν ἐν Ρουμανίᾳ πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅλον αὐτὸ τὸ ἑτεροβαρὲς συνάλλαγμα, ὅπερ συνωμολογήθη μεταξὺ Ρουμανίας καὶ Ἑλλάδος. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῶν κοινοτήτων τῶν Ἑλληνικῶν ἐν Ρουμανίᾳ εἶναι σπουδαῖον ἀπόκτημα· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο θεωρήσωμεν ὡς ἀπολύτως βαρῦνον εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς σταθμίσεως τῶν συμφερόντων ἡμῶν, δύναται νὰ συμβῇ, ἐὰν ἀποδειχθῇ αὔριον, ὅτι ἡ συνθήκη εἶναι ἐπιβλαβὴς, ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικὴν, εἰς τὰ συμφέροντα ἡμῶν, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς καταγγελίας, ὅπερ χορηγεῖται διὰ τῆς συμβάσεως· διότι, ἐὰν τὸ καλὸν ἐκεῖνο ἦναι τοσοῦτον μέγα, ὥστε πᾶν ἄλλο κακὸν, πᾶσα ἄλλη ζημία πρέπει νὰ τίθηται κατὰ μέρος, βεβαίως δὲν ψηφίζομεν σύμβασιν, προσφέρουσαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα, ὅσον συγκαταβατικὸς καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἦναί τις διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, δὲν πρέπει νὰ παρορῶνται. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὴν σύμβασιν, ποῖα εἶναι τὰ συμφέροντα τὰ ἐμπορικὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρουμανίας ἐξασφαλισθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ποῖα τὰ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ρουμανίαν. Οὕτω, ἔχων τις ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ, θὰ δύναται νὰ σχηματίσῃ περὶ τῶν πλεονεκτημάτων καὶ μειονεκτημάτων τῆς συμβάσεως μίαν ἰδέαν. Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων εἶναι πράγματι τοιοῦτον ἀπόκτημα, ὥστε ἀπέναντι ὡρισμένων ὠφελειῶν, ἃς παραχωροῦμεν, ἢ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑφιστάμεθα, πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἐκείνη, καὶ νὰ τεθῶσιν αὗται κατὰ μέρος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ ἐν προφορικαῖς ἐξηγήσεσι γενικῶς εἶπεν, ὅτι μᾶλλον θεωρεῖ συμφέρουσαν ἐμπορικῶς εἰς τὴν Ρουμανίαν τὴν σύμβασιν, παρὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα συγκεκριμένα διδόμενα, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, δεχομένη τὴν παραχώρησιν αὐτὴν, τὴν ἀναγνώρισιν δηλαδὴ τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, ἣν ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, νὰ ἔχῃ ἀφ’ ἑτέρου ὑπ’ ὄψιν, ποῖα ἀνταλλάγματα δίδομεν εἰς τὴν Ρουμανίαν. Ἐὰν συζητήσωμεν σήμερον καὶ ψηφίσωμεν, ὡς εἶναι βέβαιον, τὴν σύμβασιν, θὰ πράξωμεν τοῦτο χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τῶν ἀμοιβαίων ἀποκτημάτων καὶ τῶν πιθανῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἔλλειψις ἁβρότητος, ἂν ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ ἠθέλομεν ἀναβάλει ἐπὶ μίαν συνεδρίασιν τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ καὶ ἐν τῇ Ρουμανικῇ Βουλῇ ἐγένετο συζήτησις, καὶ βεβαίως ἐπροτάθησαν πολλὰ, μὴ δικαιολογοῦντα τὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ποιούμεθα. Ἡ σύμβασις θὰ ψηφισθῇ· δὲν πρόκειται νὰ μᾶς δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίζωμεν, τί ἐπράξαμεν. Πράττομέν τι, ὅπερ δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα βραδύτερον, ποιούμενοι χρῆσιν τῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως, νὰ μεταβάλωμεν; Ἢ πρόκειται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοιαύτης φύσεως, καὶ δι’ ἃ ἀφίεται πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ μέλλοντι;
§179Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ χθὲς ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, καὶ πάλιν θὰ ὁμιλήσω. Βεβαίως ἔχομεν μέγιστα συμφέροντα ἐν Ρουμανίᾳ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιζήμιος ἡ σύμβασις εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐγὼ ὅμως διαφωνῶ, διότι δὲν εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐπιζήμιος μόνον εἰς τὰς σιτοπαραγωγοὺς ἐπαρχίας. Π. χ. εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἶναι ἐπιζήμιος, εἶναι ἐπωφελεστάτη, διότι ἡ Ἑπτάνησος ἐξάγει οἴνους, ἐξάγει ἔλαια, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν Ρουμανίαν, καὶ θὰ ὠφελῆται. Εἶναι λοιπὸν ἐπιζήμιος μόνον εἰς τὰς σιτοπαραγωγοὺς ἐπαρχίας, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἶναι ἱκανῶς ξεπεσμένη ἤδη, μέγα δὲ τραῦμα δίδεται εἰς τὴν Θεσσαλίαν διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μάθωμεν, πόση ἀκριβῶς ζημία προσγίνεται εἰς τὰς σιτοπαραγωγούς ἐπαρχίας, πρέπει νὰ προσκομισθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ καλῶς ἐπρότειναν οἱ προαγορεύσαντες νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον.
§180Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ ψηφισθῇ, δὲν ὑπάρχει λόγος ἀποχρῶν νὰ μὴ ψηφισθῇ σήμερον, καὶ βραδύτερον κατατίθενται αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀφοῦ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων δὲν πρόκειται νὰ κριθῇ ἡ τύχη τῆς προκειμένης συμβάσεως. Δύναμαι ἐν τούτοις νὰ δώσω ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, εἶναι ἀνακριβὲς, καὶ ὅτι καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα παρέχει πλείστας ὠφελείας ἐμπορικὰς ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως ταύτης· διότι κατὰ τὸ 1895 εἰσήχθησαν ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὴν Ρουμανίαν ἑσπεριδοειδῆ ἀξίας 270,000 φράγκων, τὸ 1896 ἀξίας 103,000 φράγκων, τὸ 1897 ἀξίας 171,000 φράγκων, καὶ τὸ 1898 ἀξίας 83,000 φράγκων.
§181ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐτυχῶς θὰ εἶναι περισσότερα, διότι οἱ πίνακες τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ἀναγράφουσι πολὺ ὀλιγώτερα.
§182Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὰ σῦκα καὶ τὰς σταφίδας, εἰσήχθησαν εἰς Ρουμανίαν ἐξ Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1895 προϊόντα τοιαῦτα ἀξίας φράγκων 176,385, τὸ 1896 φρ. 160,152, τὸ 1897 φρ. 130,438, καὶ τὸ 1898 φρ. 242,205. Ὡς πρὸς τὰς ἐλαίας, ἔχομεν εἰσαγωγὴν ἐξ Ἑλλάδος εἰς Ρουμανίαν: κατὰ τὸ ἔτος 1895 φρ. 270,000, τὸ 1896 φρ. 180,000, τὸ 1897 φρ. 163,000, τὸ 1898 φρ. 151,398. Καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐλαιόλαδα, τὸ ἔτος 1895 φράγκων 722,000, τὸ 1896 φρ. 952,000, τὸ 1897 φρ. 1,018,000, καὶ τὸ 1898 φράγκων 407,000. Ἡ Βουλὴ βλέπει, ὅτι ἱκανὴ ποσότης ἑλληνικῶν προϊόντων εἰσάγεται εἰς τὴν Ρουμανίαν. Ὥστε δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν ἁπλῶς εἰς τὴν Ρουμανίαν ὠφελήματα, καὶ νὰ μὴ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς ὠφελείας ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης. Τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δύναμαι νὰ καταθέσω αὔριον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς συνθήκης μετὰ τριετίαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα λόγον, ὅπως ἀναβάλωμεν.
§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι περίεργος ἀληθῶς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνονται αἱ συζητήσεις ἐνταῦθα ἐπὶ τοσούτῳ σπουδαίων ζητημάτων. Ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ θυλακίου αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας, καὶ ἀνέγνωσεν αὐτάς...
§184Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὰς ἐζητήσατε.
§185ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὰς ζητήσωμεν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως προσαχθῶσι. Δὲν ὑπάρχει μέρος τοῦ κόσμου, εἰς ὃ νὰ προσάγηται πρὸς ψήφισιν σύμβασις ἐμπορικὴ, μὴ παρακολουθουμένη ὑπὸ σπουδαίων πινάκων, ἱκανῶν νὰ πείσωσι τὰς Βουλὰς, ἂν πρέπει νὰ ψηφίσωσιν ἢ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωσιν αὐτήν. Οὐδαμοῦ γίνεται τοῦτο, ὅπερ βλέπομεν σήμερον ἐνταῦθα. Καὶ ἐὰν ἐξετάσητε, τί ἐγένετο ἐν Ρουμανίᾳ, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁλόκληρος σωρεία ἐγγράφων ὑπεβλήθη ἐκεῖ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως. Διότι ἐν Ρουμανίᾳ προσέχουσιν εἰς ταῦτα πολὺ, καὶ εἰσάγουσι πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὰς Βουλὰς, ὅτε ζητοῦσι τὴν ψῆφον αὐτῶν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν πληροφορίας, καὶ ἐνῷ μέχρι πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἠπόρει ὁ κ. Ὑπουργὸς, πῶς ἐπιμένομεν ζητοῦντες αὐτὰς, αἴφνης ἐγείρεται καὶ λέγει, ὡς πρὸς τὰ ἐντεῦθεν ἐξαγόμενα εἰς Ρουμανίαν: «Ἰδοὺ, ὅτι ἔχω πίνακας, οὓς ἐκράτουν μέχρι τοῦδε εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν μου, τὰ δὲ ἄλλα τί τὰ θέλετε, ἀφοῦ ὅπως δήποτε θὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις; Ἂς ψηφίσωμεν αὐτὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἀπόψε, καὶ αὔριον προσάγω αὐτά»! Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε εἶχον ἀκούσει τοιαῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, προκειμένης συζητήσεως νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Προκειμένης συζητήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἤκουσα πολλάκις τοὺς Ὑπουργοὺς λέγοντας: «ἂς προχωρήσωμεν, καὶ αὔριον φέρομεν τὰς πληροφορίας»...
§186Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἴπετε, ὅτι θὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν.
§187ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου δι’ ὀλίγων λέξεων, πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν σήμερον τὴν σύμβασιν, καὶ νὰ φέρητε ὑμεῖς αὔριον τὰς πληροφορίας; Ὑμεῖς δὲ μὲ διακόπτετε, ἀρυόμενος ἐπιχείρημα ἐκ τούτου, ὅτι εἶπον ἐγὼ, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν. Εἶπον ἐγὼ, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν; Ἐὰν ἐμὲ ἐρωτήσητε, ὅπως εἴπω γνώμην, ἢ ἂν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐγὼ προσωπικῶς θὰ καταψηφίσω τὴν σύμβασιν, διότι φρονῶ, ὅτι ἀντὶ πινακίου φακῆς ἐπωλήσαμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὴ μὲ ἀναγκάσητε νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ, ἂν τὸ ὑπ’ αὐτῆς πραττόμενον εἶναι ὀρθόν. Ταύτην τὴν ὥραν ζητεῖ νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, μὴ παρασχοῦσα ἡμῖν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἀγανακτεῖ καὶ διαμαρτύρεται, καὶ προσφέρεται οὐχὶ προσηκόντως πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας, διότι ζητοῦσι παρ’ αὐτῆς ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας, ὅπως δυνηθῶσι νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐν πλήρει κατοχῇ πάντων τῶν στοιχείων, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν. Ἡ Κυβέρνησις ταῦτα ἀρνεῖται. Ἡ Κυβέρνησις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠρνήθη εἰς τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς, τὸν ἀγορεύοντα, ἀναβολὴν τὴν 4ην μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ζητήσαντα νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ ὁμιλήσῃ τὴν ἐπιοῦσαν. Καίτοι δὲ ἦτο ἀσθενὴς, ὡμίλησεν ὁ οὕτω πιεζόμενος Βουλευτής. Καὶ ἀπόψε, ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀναγκασθῇ ὅπως δήποτε νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν ταῦτα εἶναι προσήκοντα.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ σύμβασις, εἶναι ἡ ἐπιθυμία, ὅπως ἐκδηλωθῇ ἡ ὀφειλομένη προσοχὴ πρὸς τὴν Δύναμιν, μετὰ τῆς ὁποίας συνηλλάχθημεν, νομίζω, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖται ὁ σκοπὸς οὗτος, ὅταν ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτῶν γένηται γνωστὸν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐδηλώθη ἡ ἐπιθυμία διασαφήσεων καὶ πληροφοριῶν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, ὅτι αἱ διασαφήσεις δὲν ἐδόθησαν, ὑπῆρξαν δὲ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς συμβάσεως. Ἡ προσοχὴ, τὴν ὁποίαν δίδομεν, εἶναι, ὅπως καὶ ἐν γνώσει τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐστέρξαμεν νὰ ὑποβληθῶμεν, ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν. Καὶ ἐγὼ βεβαίως θέλω πράξει τοῦτο. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ζημιωθῇ παντάπασιν, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ σύμβασις διὰ τὴν αὔριον.
§189Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πολὺ καλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1901».
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ προσδιορισμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἔχω καθῆκον νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προτεινομένου ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται εἰς ἄνδρας, ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας 21,079. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1900 ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 25,180 ἄνδρας. Ἑπομένως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἠλαττώθη ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ κατὰ 4101 ἄνδρας. Ἐν τούτοις ἓν μέρος τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατὰ μὲν τὸ 1900 ἀπετελεῖτο ἀπὸ 144 ἀξιωματικούς, 718 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 3374 ἄνδρας, τὸ ὅλον 4236, κατὰ τὸν νόμον ὅμως, τὸν ψηφισθέντα, περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς θ’ ἀπετελεῖτο ἐξ ἀξιωματικῶν 170, ὑπαξιωματικῶν 817, καὶ 4680 χωροφυλάκων, ἤτοι τὸ ὅλον 5667 ἀνδρῶν. Ἤτοι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἐκτελουμένου τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ ὁ ὁποῖος ἐκυρώθη ἤδη, θ’ ἀποτελεσθῇ ἐκ 5667 ἀνδρῶν, ἐνῷ πρὸ τοῦ νόμου τούτου ἀπετελεῖτο ἐκ 4236· ἑπομένως θέλουν προστεθῆ 1431 ἄνδρες εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, διὰ Διατάγματος νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς κατὰ τὸ 1901, τότε ἐλαττοῦμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον κατὰ 4101 ἄνδρας, ὅση εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1900 καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1901, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ κατὰ τοὺς 1431 ἄνδρας, καθ’ οὓς θέλει αὐξήσει ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις ἀποτελεῖ μέλος τοῦ στρατοῦ, ἤτοι κατὰ 5532 ἄνδρας ἐν ὅλῳ. Δὲν ἠξεύρω ποῖαι ἰδέαι κρατοῦσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδ’ ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, ποῖαι ἰδέαι κρατοῦσι καὶ ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἐλάττωσις θέλει ἀποβῆ αἰσθητὴ εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὴν ἐξάσκησιν καὶ ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ.
§192Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἐνιαυσίῳ εἶχε σημειωθῆ ἀνωτέρα τῆς σημερινῆς, ἤτοι εἰς 25,180 ἄνδρας· ἀλλὰ ἡ δύναμις αὕτη οὐδέποτε ὑπῆρξε πραγματική· δὲν ὑπῆρξε δὲ πραγματικὴ, ὄχι ἐκ προθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀπορρέει ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δύο ὑπηρετουσῶν ἡλικιῶν ἐν τῷ στρατεύματι· ἔχω δὲ τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ προσαγάγω αὔριον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, αἵτινες θὰ πείσωσιν αὐτήν, ὅτι ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους οὐδέποτε ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ὑπερέβη τὰς 21,000. Ἑπομένως ἐθεώρησα καλόν, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνας μὴ ἀληθεῖς, καὶ ἀντὶ νὰ ἀναγράφωμεν ἐν τῇ ἐτησίᾳ δυνάμει τοῦ στρατοῦ δύναμιν οὐδέποτε πραγματοποιουμένην, νὰ ἀναγράφωμεν τὴν πραγματικήν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ σημερινὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ περιορίζεται εἰς 21,079, διότι εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμις, καὶ ἑπομένως ταύτην ἔκρινα καλὸν νὰ ἀναγράψω καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὡς πρὸς τὴν χωροφυλακὴν, περὶ ἧς ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ αὐτὴ εἶναι ἐν τῇ πραγματικῇ αὐτῆς δυνάμει. Συμφώνως οὐχὶ πρὸς τὸν νέον νόμον, ἀλλὰ πρὸς τὸν παλαιὸν, τὸν ἰσχύοντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ ἄνδρας πλείονας τῶν τεσσάρων χιλιάδων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοσούτους εἶπον καὶ ἐγώ· 4236.
§194Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμις.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὅμως θελήσητε νὰ ἐκτελέσητε τὸν νόμον;
§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει πρόβλεψιν· ἔχει πρόβλεψιν δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§197Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ κατατάξωμεν ἐθελοντὰς χωροφύλακας, διὰ τοῦτο ἐφαρμόζομεν τὸν νόμον, τὸν νῦν ἰσχύοντα, καθ’ ὃν 2940 πεζοὶ, διανύοντες τὸ δεύτερον ἔτος τῆς θητείας των, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ 1901 δὲν σκέπτεσθε νὰ προκαλέσητε Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου.
§199Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐξήγησε τὸν λόγον, δι’ ὃν, ἀντὶ 25,180 ἀνδρῶν, ὅσους ἀνέγραψεν ὁ νόμος τοῦ 1900 περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, εὑρέθησαν πράγματι ὑπηρετοῦντες μόνον 21,000. Πῶς ἡ δύναμις αὕτη, ἀπὸ 25,180, ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1900 μόνον 21,000; Δὲν προσῆλθον κατὰ τὴν κλήρωσιν; Ἐγένοντο ἀπαλλαγαὶ καὶ ἐξαιρέσεις περισσότεραι; Ἠλαττώθη ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας ἡ δύναμις, ἡ ἀναγραφεῖσα, κατὰ τέσσαρας χιλιάδας; Διότι, ἂν δὲν γνωρίζωμεν αὐτὸ, πιθανὸν νὰ κάμωμεν τὴν σκέψιν, ὅτι, καὶ ἂν ὁρισθῶσιν ὀλιγώτεροι, ἡ ἐλάττωσις θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐπὶ τοῦ μικροτέρου ἀριθμοῦ. Τί συντελεῖ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῇ πραγματικότητι ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀναγραφόμενος ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ; Εἶναι οἱ ἀσθενεῖς; εἶναι ἄλλοι; Τί συμβαίνει ἐπὶ τέλους;
§200Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν αἱ πληροφορίαι αὗται δίδονται εἰς Βουλευτήν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ καλούμενοι ἕνδεκα χιλιάδες ἄνδρες, ὡς τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει σήμερον, δὲν προσέρχονται πάντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Μέχρι τινὸς, μέχρι τοῦ 1895, ἐκαλοῦντο μόνον 10,000· ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ ἐντεῦθεν καλοῦνται 11,000, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἕνδεκα τούτων χιλιάδων κατὰ μέσον ὅρον ἀπουσιάζουσι περὶ τὰς 4 χιλιάδες, —3500 ἕως 4000—ὄχι σήμερον μόνον, ἀλλ’ ἀνέκαθεν, ἀφ’ ὅτου ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τῆς καθολικῆς στρατολογίας.
§201Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν εἶναι ἄγνωστοι οἱ λόγοι τῆς καθυστερήσεως ταύτης;
§202Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· εἶναι γνωστοί· διότι ἐκ τῶν 3500 ἢ 4000 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν περὶ τὰς 2500 ἀνύπαρκτα πρόσωπα, διπλᾶ, ἐγγεγραμμένα εἰς δύο διαφορετικοὺς δήμους ὑπὸ πλαστὸν ὄνομα, καὶ τὰ παρόμοια, οἱ ὁποῖοι πάντες διαγράφονται ἐκ τῶν ἐλέγχων καὶ τῶν μητρώων, καὶ ἀπομένουσι καθαροὶ ἀνυπότακτοι οἱ ἑπόμενοι 1500. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις οὐδέποτε δύναται νὰ φθάσῃ τὸν ὑπολογιζόμενον ἀριθμὸν, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἐπλανῶντο οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ προσέθετον εἰς τὴν δύναμιν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ πλείονας τῶν πραγματικῶν, διότι ὑπέθετον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ 3500 νὰ καθυστερῶσι, καὶ ὑπελόγιζον μέχρις 25,000 τὴν ὅλην δύναμιν· ἀλλ’ εἶναι θετικώτατον, ὅτι οὐδέποτε συνεπληρώθη ὁ ἀριθμὸς ὁ προϋπολογιζόμενος.
§203Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε ὁ πραγματικὸς ἀριθμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 21,079, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀπαλλασσομένων καὶ τῶν φυγοστράτων;
§204Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι ἑπτὰ χιλιάδες, οἱ διετεῖς καλούμενοι, οἱ ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ εἰς τούτους προστίθενται καὶ 500 ἔτι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσφέρουν τὰ ἀντισηκώματα. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον αὐτοὶ, εὐθὺς ὡς καταβάλουν τὰ ἀντισηκώματα, ἀμέσως ἀπολύονται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἄφινεν ἄλλοτε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ δύναμις, ἡ ὁποία ὡρίζετο εἰς 25,000.
§205Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ δύναμις τῶν ἀπαλλασσομένων πόση εἶναι;
§206Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ τούτων δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§207ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ χαίρω πολὺ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπόψε ἔδωκεν ἐπισήμως τὴν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου τῆς ἐλλείψεως χιλιάδων κληρωτῶν. Λέγω ὅτι χαίρω, ὅτι ἐδόθη ἐπισήμως, καίτοι ἐγίνωσκον, ὅτι τοιοῦτος εἶναι ὁ κύριος λόγος, δι’ ὃν τόσαι ἀπουσίαι ἐμφανίζονται κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐγίνετο εὐθὺς ἀμέσως, ὅτε ἐμφανίζονται αἱ ἀπουσίαι, διότι ἡ μὴ προσέλευσις χιλιάδων πάντοτε παρεξηγήθη, πάντοτε ἀπετέλεσεν ἀφορμὴν σχετλιασμῶν καὶ συζητήσεων λίαν δυσμενῶν πρὸς τὸν τόπον· αἱ δὲ τοιαῦται γνῶμαι, μεταγγιζόμεναι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, διεσπάρησαν πάντοτε ἐπὶ βλάβῃ τοῦ τόπου. Ἐθεωρήθη, ὅτι αἱ ἐλλείψεις προέρχονται ἐκ καταχρήσεων καὶ βουλευτικῶν προστασιῶν, καὶ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοῦ κακοῦ τὸ αἴτιον, ἐνῷ ἀληθῶς ἡ ἀναλογία τῶν πραγματικῶν αἰτιῶν εἶναι κατωτέρα, παραβαλλομένη πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα. Διότι ἀλλαχοῦ τὰ τῶν μητρῴων εἶναι κάλλιον ὠργανωμένα. Ἐνταῦθα δυστυχῶς ὑπάρχει μεγάλη δυσαναλογία δὶς ἐγγεγραμμένων, μεγάλη δυσχέρεια ἕνεκα τῶν κακῶς ἐγγεγραμμένων καὶ τῶν ἀνυπάρκτων, καὶ ἰδιαίτεροι λόγοι, κυρίως εἰς τὰς νήσους, συντελοῦσιν εἰς τὸ συμβαῖνον· διότι ἐκεῖ πλεῖστοι εἶναι οἱ ἀπόντες, οἱ ἐν τούτοις μένοντες ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα, ἐνῷ εἶναι διεσπαρμένοι εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, διαμονῆς ἀγνώστου ἐντελῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τοῦτο λέγω, ἵνα ἀπολήξω εἰς ἔκφρασιν ἀπορίας, πῶς ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν δὲν ἐκτελεῖται διάταξις ῥητὴ τοῦ νόμου, καθ’ ἣν κατ’ ἔτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῆς λειτουργίας τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894 οὐδένα τοιοῦτον πίνακα εἴδομεν προσαγόμενον, ἐνῷ ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 176 ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ καταρτίζῃ καὶ ὑποβάλλῃ κατὰ πᾶσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Εἶναι δὲ εὔκολος ἡ κατάρτισις τῶν πινάκων, διότι οἱ ἀριθμοὶ τηροῦνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φροντίσῃ, ὥστε ὄχι μόνον νὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ δημοσιευθῶσιν, ὡς πρότερον ἐπράττετο, διότι αὐτοὶ ἀποτελοῦσι στοιχεῖα στατιστικὰ μεγάλης σημασίας καὶ δι’ ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος κρίνουσιν ἀφώτιστοι περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος. Ἔχομεν δὲ καθῆκον νὰ ἐμποδίζωμεν τὰς φήμας ἐκείνας, αἵτινες πολὺ συχνότερον τοῦ δέοντος ἀναγράφονται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, περὶ παραλυσίας τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, ἕνεκα κακοήθων λόγων, φήμας, αἵτινες ἀποτέλεσμα ἔχουσι νὰ θεωρῆται ὑπό τινων ὁ τόπος ἡμῶν ἀκυβέρνητος.
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ συμβαίνοντα εἶναι ἀναπόφευκτος συνέπεια τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου· ἂν δὲ ἄνθρωποι, μὴ γνωρίζοντες τὸν τόπον, παρεξηγοῦσι τὰ πράγματα, καὶ οὕτως ἑρμηνεύουσι τὰ συμβαίνοντα, ἐνόμιζον ὅτι ἠθέλετε ἀνησυχήσει ὀλιγώτερον. Ἡ Ἑλλὰς, εἶναι γνωστὸν ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων, ὅτι ἔχει πληθυσμοὺς, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται, διότι πολλάκις τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα κατοικοῦσι, δὲν παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς εὐκόλως τὰ μέσα τοῦ ζῇν. Λοιπὸν συνήθως χιλιάδες ἀποδημοῦσι κατ’ ἔτος, καὶ ἐκ τῶν ὑποχρέων τοῦ ἔτους 1901 θέλετε εὑρεῖ 1500 ἀποδημοῦντας τοῦ Κράτους, πρέπει δὲ νὰ προσθέσητε καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγράφησαν δὶς, ἕνεκα λαθῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν μητρῴων, συμβαινόντων πάντοτε, ἀναλόγως τῆς ἀνικανότητος τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν σύνταξιν τῶν μητρώων. Ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς ὁ ἐλλείπων εἶναι συνέπεια αὐτῶν τῶν αἰτιῶν. Τώρα, ἂν εἰς τὸ Τουρνομαγουρέλι, φέρ’ εἰπεῖν, φρονοῦσιν ἄλλως, ἀφήσατέ τους νὰ τὸ φρονῶσιν. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον νομίζω ἀνησυχοῦν, εἶναι, ἐπειδὴ μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπόντων, ἢ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνυπάρκτων, ἢ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κυρίως θεωρουμένων ἀνικάνων, ὑπάρχει ἓν περιθώριον, μήπως τὸ περιθώριον τοῦτο ὑπάρχει καὶ ὀγκοῦται ἕνεκα ἀτελειῶν ἢ ἁμαρτημάτων τῆς Διοικήσεως. Εἰς τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀσχοληθῇ. Πλὴν τούτου, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καλῇ 21,079 ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι προσέλθει πάντες, ἑπομένως δὲν θὰ παρασταθῇ πλήρης ὁ ἀριθμὸς ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἂν ὑμεῖς νομίζητε, ὅτι αὐτοὶ ἀρκοῦσιν, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν κανονίζουσαν τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, δὲν καλούμεθα δ’ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν αὐτὴν σήμερον.
§209Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀφήρεσα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσέρχονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ὥρισα τὴν ἐτησίαν δύναμιν εἰς 21,079 ἄνδρας, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ πραγματικοί· ἔχω δὲ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον δύναμαι νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλήν, τῆς 1 Ἰανουαρίου, ἡ ὁποία φέρει ἀκριβῶς 21,079 ἄνδρας. Ἑπομένως αὐτοὶ εἶναι οἱ παρόντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ὄχι ὀλιγώτεροι, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει· διότι ἀφήρεσα τοὺς ἀνυπάρκτους, καὶ ἐσημείωσα τοὺς πραγματικοὺς καὶ νῦν ὑπηρετοῦντας ὑπὸ τὰς σημαίας 21,079 ἄνδρας.
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ ἀριθμοῦ ὀλιγωτέρου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 21,079 μόνον, ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 21,079 ὡς ὀλιγωτέρων τῶν 25,180, οἱ ὁποῖοι εἶχον κληθῆ κατὰ τὸ 1900.
§211Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ σήμερον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦντες ἄνδρες τῶν διαφόρων κατηγοριῶν ἀνέρχονται εἰς 21,079, καὶ περὶ τούτου δύναμαι νὰ προσαγάγω τὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία δὲν συντάσσεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ συντάσσεται εἰς τὰ διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταστάσεις ἐν γένει τὰς στρατολογικὰς, δύναμαι νὰ προσαγάγω καὶ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐλάχισται εἶναι ἀκριβεῖς, αἱ πλεῖσται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ ἰδίως αἱ ἀφορῶσαι εἰς τοὺς ἐφέδρους, διότι οἱ Δήμαρχοι τῶν διαφόρων δήμων οὐδέποτε ἀνεκοίνωσαν, ὡς εἶχον καθῆκον, τὰς διαφόρους μεταβολὰς τῶν ἐν τοῖς δήμοις αὐτῶν διαμενόντων ἐφέδρων, καὶ ἑπομένως σημειοῦται εἷς ἀριθμὸς ἐφέδρων παμμέγιστος, ἐνῷ δὲν εἶναι οὔτε κατὰ τὸ ἥμισυ ἀκριβής.
§212ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀνεγράψατε, κύριε Ὑπουργέ, τὴν πραγματικὴν δύναμιν τὴν σημερινὴν ὡς δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοῦ 1901. Ἀλλὰ τὸ 1901 δὲν θὰ ἦναι ἡ δύναμις, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον. Ὅπως ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν 25,000 εἰς 21,000 κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἕνεκα τῆς μὴ προσελεύσεως ὅλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κληρωτῶν, τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὸ 1901. Θὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τοῦ 1901, θὰ ἔλθωσιν οἱ κληρωτοί, καὶ δὲν θὰ ἦναι 21,079, εἰς ὅσους ὁρίζεται ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ 1901. Διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δέον ν’ ἀφήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν 25,000· ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ προσέλθωσιν ὅλοι, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς 21,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1901». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπὲρ τοῦ λιμένος Βόλου λιμενικῆς φορολογίας καὶ ἐπὶ τοῦ δήμου Νηλείας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν).
§215ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι δέκα ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐκάμαμεν τίποτε ἕως τώρα. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων».
§217ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ἔχει πολλὴν συζήτησιν.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 25′ μ.μ.)