Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Β› Sitting 39

1900.12.29

10,936 rows · 82,600 words · 4 tables · 587 turns

Date
1900.12.29
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39

τῆς 29 Δεκεμβρίου 1900

(Παρασκευή).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας «Ἁγίου Παντελεήμονος» δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπονομασθῇ ἡ συνοικία αὕτη «Συνοικία Συγγροῦ». Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἡ πρότασις αὕτη. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 126). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως ναυτικῆς λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ». Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 127). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει δήλωσιν γενικὴν «περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1901 ὑποβεβλημένῳ γενικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ περὶ προσθήκης ἐν αὐτῷ πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 735,651.72». Καὶ ἡ δήλωσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 128.) Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα.)

§3ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Σύρου ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, τοῦ θέματος τῆς ἀπονομῆς παρασήμου εἰς τὸν κ. Χίλλερ, ὡς ἀρχαιολόγον ἀνακαλύψαντα τὴν ἀρχαίαν πόλιν τῆς Θήρας. Ὄτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, σπεύσασα νὰ ἀπονείμῃ τὸ παράσημον εἰς τὸν ἐν λόγῳ ἀρχαιολόγον, εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλ’ ἤκουσα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ ὀλίγου, διακόψαντος τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ εἰπόντος, ὅτι ἐβράδυνε τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἀπορῶ, κατὰ τίνα τρόπον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐνασκήσῃ τὸ Βασιλικὸν προνόμιον τῆς ἀπονομῆς παρασήμων, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀδείας τοῦ ξένου Κράτους. Ἠξεύρω, τί θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ὅτι παρεκλήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀπονέμῃ παράσημα εἰς Γερμανοὺς καὶ Πρώσσους ὑπηκόους, πρὶν ἢ συμβουλεύηται αὐτὴν καὶ λαμβάνῃ τὴν συναίνεσιν αὐτῆς, ἁρμοδίας νὰ κρίνῃ, ἐὰν, κατὰ τὰς ἐν τῇ Γερμανικῇ χώρᾳ κρατούσας συνθήκας, τὸ παράσημον τὸ ἀπονεμόμενον προσήκει εἰς ὃν ἀπονέμεται, εἴτε γενικῶς, εἴτε καὶ κατὰ βαθμόν. Εἶναι ἀξίωσις παλαιὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν εὗρεν ἀποδοχὴν ἄλλοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν νὰ ὑποβάλλῃ τις τὴν περὶ παρασημοφορίας κρίσιν εἰς ἄλλης Κυβερνήσεως τὴν ἔγκρισιν, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιστείλωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παραχωρῶμεν παράσημα, ὅπου ἀπονεμόμενα ὠφελοῦσι τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀκριβῶς διὰ μόνων τῶν παρασήμων ἔχομεν τὴν μόνην εὐκολίαν νὰ ἀποδίδωμεν τιμὴν, καὶ πολλάκις νὰ ἐκδηλῶμεν εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς ἐργαζομένους καὶ συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἐνθυμοῦμαι περίστασιν, καθ’ ἣν ὁμοία ἀξίωσις ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ, εὑρισκόμενον τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀπέκρουσα αὐτήν. Προέκειτο περὶ ἀνδρὸς Γερμανοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐμπορικὴν τάξιν, ἀλλ’ ἀσχολουμένου καὶ εἰς τὰ τῆς φιλολογίας, ἐν ἔργῳ δέ τινι, ὅπερ ἐξέδωκε καὶ ἀφιέρωσεν εἰς τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, δείξαντος πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ἀξίαν τὴν φιλολογικήν, καίτοι ἦτο ἔμπορος, ἐν ταυτῷ δὲ καὶ τὴν φιλελληνικὴν αὐτοῦ διάθεσιν. Εἰς τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπένειμε παράσημον, ἀπενεμήθη δὲ παράσημον ἀνώτερον, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τὸ παράσημον ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐν Γερμανίᾳ θέσιν τοῦ ἐμπόρου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἰδιαιτέρα παράστασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς, μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐσωτερικὴν ἐν Γερμανίᾳ τάξιν, ἀπένειμεν ἀνώτερον παράσημον εἰς ἁπλοῦν ἔμπορον. Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν, ὅτι εἶναι ἐλευθέρα ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἔμπορον νὰ φέρῃ τὸ παράσημον,—ὡς ὑπεδεικνύετο, ὅτι ἤθελε πράξει,—ἀλλ’ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς ἀπονομῆς τῶν παρασήμων κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ἐπικρατούσας ἐν Γερμανίᾳ. Ἐὰν ὑπεβαλλόμεθα εἰς τοιαύτην ὑποχρέωσιν, πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν φιλελλήνων μετὰ δυσκολίας ἤθελε παρασημοφορηθῆ, ὅπως πρέπει· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ δώσῃ τις ἁπλῶς παράσημον, ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσῃ καὶ τὸ κατ’ ἀξίαν ἀνῆκον παράσημον. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐδείχθη ὅτι φρονεῖ, βεβαίως, ἐνῷ ἀπαλλατριοῦται ἐν μέρει προνομίου Βασιλικοῦ, οὗτινος ὀφείλει νὰ κήδηται ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἡ Κυβέρνησις, ἀποβάλλει ἀφ’ ἑτέρου ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν δύναμιν νὰ διαθέσῃ τὸ μόνον ἴσως δῶρον, ὅπερ δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀποδώσωμεν, πτωχὸν καὶ μικρὸν καὶ ἀδύνατον Κράτος, εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀπαραίτητοι συνεργάται καὶ σύντροφοι ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν.

§4Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδόλως πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου τῆς ἀπονομῆς παρασήμων. Ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, προηγούμεναι Κυβερνήσεις εἶχον ἤδη ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως εἰδοποιῶσι τὴν Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀπονομῆς παρασήμων εἰς ὑπηκόους αὐτῆς· ἐπειδὴ δὲ εὗρον τὸ προηγούμενον τοῦτο, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῇ τὸ παράσημον εἰς τὸν ἀρχαιολόγον Hiller, εἰδοποίησα τὴν Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου. Τὸ αὐτὸ πράττουσι καὶ ἄλλα Κράτη· καὶ αὐτὴ δὲ ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις, ὁσάκις ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἀπονείμῃ παράσημα πρὸς Ἕλληνας ὑπηκόους, εἰδοποιεῖ ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ζητεῖ πάντοτε τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.

§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν διόλου νὰ ψέξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπραξεν ὡς ἔπραξεν. Ἀκούω, ὅτι καὶ πρὸ αὐτοῦ ἄλλοι οὕτως ἔπραξαν. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ βεβαιώσω, ὅτι μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς τοῦτο τὸ ἠρνεῖτο ἡ Κυβέρνησις, φρονῶ δὲ, ὅτι θέλει πράξει καλῶς ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀρνῆται. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπερ καὶ ἐγνώριζον, ὅτι ἁπλῶς ἀνήγγειλε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀνήγγειλε καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ παρασήμου, ὃν ἐσκόπει ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀπονείμῃ, ὅπερ καὶ ἦτο ἐπιθυμητὸν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ μὴ ἀναγγελθῇ· διότι, ἂν ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Χρυσοῦς Σταυρὸς εἰς τὸν Α εἶναι ὑπέρμετρος ἀμοιβὴ, ἤθελε βεβαίως εἴπει μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν: «Παρακαλῶ νὰ μὴ δοθῇ τὸ παράσημον αὐτό.»

§6Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος.

§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νὰ λεχθῇ τοῦτο, πρέπει βεβαίως νὰ ἔχῃ λόγον· ὁ λόγος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις εἰς ἐμὲ ἀνεκοινώθη, ἀλλὰ δὲν ἔχει παρ’ ἡμῖν καμμίαν ἀξίαν, ὅτι ταράσσει τὴν ἐν Πρωσσίᾳ ὑπάρχουσαν τάξιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τοιαύτας ἀξιώσεις τῶν ξένων Κυβερνήσεων. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἄλλων ἐθνῶν Κυβερνήσεις παρεδέχθησαν τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ βεβαιοῖ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀγνοῶ δὲ, καὶ ἐὰν ἄλλοι ἔπραξαν τοῦτο, ὅπερ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ Ἑλλάδος, λέγω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν παρασήμων, ἐὰν ἔχῃ ἀξίαν τινὰ, ταύτην ἔχει ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἰς τὰ παράσημα ἐγὼ προσωπικῶς οὐδεμίαν ἀποδίδω ἀξίαν. Ἀλλὰ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν κρίνω αὐτὰ ἀπαραίτητα, οὐ μόνον διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντας τοὺς ξένους ἐκείνους, οἵτινες μετ’ ἀληθοῦς στοργῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν ἐργάζονται ἑκάστοτε...

§8ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ φέρῃ τὸ παράσημον, πρὸς τί ἀπονέμεται;

§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδιάφορον· ἡ ἀμοιβὴ, ἣν ἐδέχθη παρὰ τῆς Ἑλλάδος, αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ ἐπὶ ταύτῃ εὐγνωμονεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀνεγνώρισε τὰς ὑπηρεσίας αὑτοῦ. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς γινώσκει, ὅτι ὑπάρχουσι διακεκριμένοι ἄνδρες, ἀνήκοντες εἰς ξένα Κράτη, μὴ ἐπιτρέποντα εἰς τοὺς πολίτας αὑτῶν νὰ φέρωσι παράσημα, ἀλλ’ οἵτινες, ὅταν ἀπονεμηθῶσιν εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, εὐγνωμόνως ἀποδέχονται αὐτά.

§10ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι εὗρε τὸ προηγούμενον αὐτὸ, καθιερωθὲν ἀπὸ προηγουμένας Κυβερνήσεις...

§11Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐννοῶ, ὅτι καθιερώθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.

§12ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἴχετε κάμει διάκρισιν... Πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν, ὅτι, ὅτε ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας ἐποιήσατο καὶ παρ’ ἐμοὶ τὰς αὐτὰς παραστάσεις, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διαφυλάξω ἀμείωτον τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Βασιλέως, διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος συνάδελφος, ἐὰν οἱαδήποτε ξένη Κυβέρνησις δὲν θέλῃ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ὑπηκόους αὑτῆς νὰ δεχθῶσι τὸ παράσημον, εἶναι ἁπλούστατον εἰς αὐτὴν, νὰ μὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ Κράτη, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς ὑπηκόους των νὰ δέχωνται ξένα παράσημα, καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει ἴσως, ὅτι πολλάκις ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπρότεινε τὴν ἀπονομὴν, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπένειμε παράσημα εἰς Ἄγγλους καὶ Ἀμερικανοὺς ὑπηκόους, καὶ ὅμως δὲν ἐδέησε νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ προηγούμενον αὐτὸ δὲν καθιερώθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος.

§13ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ἀναλάβει, ὅπως ζητῇ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἐν περιπτώσει ἀπονομῆς παρασήμου εἰς Πρώσσους ὑπηκόους. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προεκάλεσα τὴν ἀπονομὴν παρασήμων εἰς φιλέλληνας Πρώσσους, καὶ τότε ἔλαβον ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἔλεγον ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπενεμήθησαν τὰ παράσημα, ὅτι ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔδιδε πρὸς αὐτοὺς τὴν ἄδειαν νὰ τὰ φέρωσι, διότι δὲν ἐζητήθη προηγουμένως ἡ συγκατάθεσις αὐτῆς παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω, ὥστε ἡ ἐπιθυμία τῶν λαβόντων τὰ παράσημα νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἰδοποίησα τὴν Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπενεμήθησαν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ παράσημα, καὶ ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔφερε δυσκολίαν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρέωσίν τινα ἀπέναντι τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεμίαν ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν. Δυνάμεθα ὅθεν νὰ ἀπονέμωμεν παράσημα πρὸς Πρώσσους ὑπηκόους, λαμβάνοντες προηγουμένως τὴν συγκατάθεσιν τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ὡς δυνάμεθα καὶ νὰ ἀπονέμωμεν παράσημα πρὸς Πρώσσους ὑπηκόους, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπενείμαμεν παράσημα, θὰ δύνανται νὰ φέρωσιν αὐτὰ, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ δὲν θὰ δύνανται νὰ τὰ φέρωσιν.

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συμβεβηκὸς εἶναι ἐντελῶς καινοφανές. Ἐγὼ διετέλεσα πολλάκις Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε δ’ ἐνθυμοῦμαι ἀξίωσιν οὐδεμιᾶς ξένης Κυβερνήσεως, γενομένην μοι, ἵνα προειδοποιῶ αὐτὴν, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσω τὴν ἀπονομὴν παρασήμων εἰς ὑπηκόους αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1864, ὅτε μετετέθη ἐντεῦθεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας κ. Σκάρλετ, ὅστις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε συντελέσει πολὺ ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Μεσοβασιλείας, ἐνισχύων τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐμενεῖς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεώς του, ἰδίως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος ἐν Δανίᾳ, ἐδήλωσα αὐτῷ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διετίθετο νὰ ἐκδηλώσῃ εἰς αὐτὸν διὰ τῆς ἀπονομῆς τοῦ Μεγαλοσταύρου τὴν εὐαρέσκειαν αὐτῆς. Ὁ κ. Σκάρλετ, ἀναχωρῶν, μοὶ εἶπεν, ὅτι μετ’ εὐγνωμοσύνης θέλει δεχθῆ τὸ δεῖγμα τοῦτο τῆς εὐαρεσκείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς νὰ δέχωνται ξένα παράσημα. Διὰ τοῦτο, ἐπὶ τῇ ἐμῇ παρακλήσει, ὁ Ἡγεμὼν ἐνέκρινε καὶ ἀπένειμε τὸ παράσημον εἰς αὐτόν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, καὶ συνεπείᾳ τῶν λόγων αὐτοῦ ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ἐμὸς φίλος κ. Σκουζὲς, ἐστηρίχθησαν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε, καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο, πρὶν ἢ προκαλέσῃ τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου εἰς τὸν βαρῶνον Χίλλερ, νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ ἡ συναίνεσις αὐτῆς. Ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτω, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρῶτος ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστερξε νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς τὴν τοιαύτην αἵρεσιν· ἀλλ’ ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἐξέθηκε, τὸ πρᾶγμα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἔκρυθμον, ἐπιβαρύνει τὸν στέρξαντα Ὑπουργὸν, δὲν ἐπιβαρύνει ὅμως τὸ Κράτος, διότι δὲν ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀκολουθῶμεν τὸ ἔκρυθμον προηγούμενον τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ. Τὰ Κράτη ἔχουσι παράσημα, ὅπως δι’ αὐτῶν βραβεύωσι τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες προσφέρονται εἰς αὐτά· συμφωνῶ δὲ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὅτι δὲν μειοῦται, ἀλλ’ ἀπόλλυται ἡ ἀξία, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν παράσημον, ἀπονεμόμενον εἰς πολίτας Ἕλληνας, ἢ εἰς ξένους, ὅταν ἡ ἀπονομὴ αὐτοῦ δὲν ἦναι συνέπεια τῶν προσενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ πρὸς ὃν ἀπονέμεται ὑπηρεσιῶν, δὲν εἶναι αὐτόβουλος ἐκτίμησις τοῦ ἡμετέρου Κράτους, τοῦ ἀπονέμοντος, τῶν προσενεχθεισῶν ὑπηρεσιῶν, δὲν εἶναι αὐτοπροαίρετος ἐκδήλωσις χάριτος ἢ εὐγνωμοσύνης τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἡ ἐκδήλωσις αὕτη ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται τὸ παράσημον, καὶ γίγνεται μόνον ὅταν αὕτη τὸ ἐπιτρέψῃ. Τοιαύτη αἵρεσις εἶναι περιοριστικὴ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπονέμῃ εἰς ἀλλοδαποὺς παράσημα· διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀλλοδαποῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ παράσημον, τοῦτο ὅμως εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ βραβεύσωμεν τὰς προσενεχθείσας ὑπηρεσίας, ἀπονέμοντες τὸ παράσημον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμωμεν. Διὰ τοῦτο πᾶσα τοιαύτη προβαλλομένη ἀξίωσις εἶναι περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος ἀπονέμει τὰ παράσημα, κατὰ τὸ Σύνταγμα· τοιαύτην δ’ ἀξίωσιν οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ στέρξῃ. Ὅθεν εὐχαρίστως ἤκουσα, ὅτι δὲν ἐπροτάθη τοιοῦτόν τι ὡς ἀξίωσις, ὅπως ζητῆται ἡ συγκατάθεσις τῶν ξένων Κυβερνήσεων πρὸ τῆς ἀπονομῆς παρασήμου εἰς ὑπηκόους αὐτῶν, οὐδὲ ἔστερξε τοιοῦτόν τι καὶ ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργός.

§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι οὐδέποτε ἀνελήφθη ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ζητῇ προηγουμένως τὴν συγκατάθεσιν τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ἀπονείμῃ παράσημον εἰς Πρῶσσον ὑπήκοον. Ἤκουσα, ὅτι πολλάκις ἐζητήθη νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔμαθον, ὅτι τοιαύτη ἀξίωσις διετυπώθη, πάντοτε ἐπολέμησα αὐτήν· κατὰ συνέπειαν οὐδεμία ὑποχρέωσις ἀνελήφθη τοιαύτη. Συμφωνῶ δὲ πληρέστατα μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, ὅτι θὰ ἦτο περιορισμὸς τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου τῆς ἀπονομῆς παρασήμων ἡ ἀποδοχὴ τοιαύτης ὑποχρεώσεως, θὰ ἦτο δὲ καὶ μείωσις τῆς ἀξίας τοῦ παρασήμου, ἐὰν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἤθελεν ἀναλάβει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Τὸ ζήτημα παρουσιάσθη, ὡς διετύπωσε τοῦτο ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δηλαδὴ παρεσχέθη διὰ τῆς ἀνακοινώσεως εὐκολία πρὸς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἀπονομὴ παρασήμου, ὅτε ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐπαρουσίαζε δυσκολίαν, ὅπως τοῖς ἐπιτρέψῃ νὰ φέρωσι τὸ παράσημον. Ἀλλ’ οὐδέποτε, ἐπαναλαμβάνω, ὑποχρέωσις ἀνελήφθη, διότι οὐδεμίαν τοιαύτην ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι, ὡς εἶπον, ἡ ἀποδοχὴ τοιαύτης ὑποχρεώσεως θὰ εἶχε τὰ ἐλαττώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ὑπέδειξαν. Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἀπονομὴν παρασήμων, καὶ νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ καὶ εἰς τὴν παροχὴν τῆς εὐκολίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ παρασχεθῇ εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους δίδεται τὸ παράσημον.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι λίαν εὐχάριστον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκαμε δήλωσιν τοιαύτην· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν πρὸς ἄλληλα ἡ ἐλαχίστη παραχώρησις, ἔστω καὶ κατὰ τύπον διδομένη, ἀποτελεῖ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον πολλάκις χρησιμεύει πρὸς ἀπόκτησιν δικαιωμάτων, καὶ γεννᾷ ἀξιώσεις σεβασμοῦ τῶν τοιούτων δικαιωμάτων. Διὰ τοῦτο συνιστῶ οὐ μόνον μεγάλην φειδωλίαν, ἀλλὰ καὶ ἄρνησιν εἰς πᾶσαν ἀξίωσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ παρασημοφορηθῇ, ἀξίωσιν αὐτοῦ, ἵνα εἰδοποιηθῇ ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ, ὅτι τῷ ἀπενεμήθη παράσημον.

§17ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ νομίζω ἐμαυτὸν ἁρμόδιον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου περὶ δικαιώματος ἀπονομῆς παρασήμων, ἐκφράζω τὴν γνώμην μου, ὅτι δικαίως ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἀμείψασα τὰς μεγίστας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ διαπρεπὴς ἀρχαιολόγος προσέφερεν εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀρχαιολογίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ ἀπονομὴ τοῦ παρασήμου πρὸς τὸν διαπρεπῆ Γερμανὸν ἀρχαιολόγον. Μετὰ δὲ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Βαρῶνος Χίλλερ προσέφερεν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ ἐκφράσω καὶ πανδήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ἡ Θήρα ἀνομολογεῖ πρὸς τὸν ἐπίσημον Γερμανὸν διὰ τὰς προσενεχθείσας αὐτῇ ὑπηρεσίας.

§18Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ἃς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης εἶχε ζητήσει, καὶ αἵτινες ἐβράδυνον ἕνεκα τῆς πολλῆς ἐργασίας, ἥτις ἀπῃτεῖτο. Εἶναι ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ποῖα πλοῖα ἐπεσκευάσθησαν, καὶ ποία ἡ δαπάνη ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν.

§19Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Τοπάλης ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Βόλῳ Πλημμελειοδικῶν, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τοῦ Δημάρχου Σπαλάθρων κ. Ν. Παρρησιάδου. Τὸ βούλευμα τοῦτο καταθέτω.

§20ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ὑποβαλὼν ἀναφορὰν τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ δημοτικοῦ καὶ λιμενικοῦ φόρου Ἀστακοῦ, εἶχον ἐπιφέρει συνάμα παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, σχετιζομένας πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Εἶχον δ’ ἐπιφέρει τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ἐπρόκειτο οὐ μόνον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἀστακοῦ, ὡς καὶ περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ τούτου τοῦ Δημοσίου. Δι’ ὃ καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ ἔγγραφα σχετικὰ καὶ δώσῃ πληροφορίας τινάς. Καὶ ἔσπευσε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφά τινα, ταῦτα ὅμως οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ἤτοι πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 13, ἀλλ’ ἀφορῶσιν ἁπλῶς εἰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀστυνομικὸς σταθμὸς συστηθῇ εἰς τὸ Πλατυγιάλι, καὶ ἐμποδίζῃ τὸ κοινὸν τοῦ δήμου τούτου νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν ἀγοραπωλησίαν τῶν τροφίμων, τῶν προωρισμένων διὰ τὸν ἀγγλικὸν στόλον. Τὸ ζήτημα ἑπομένως μένει ἀκέραιον, καὶ, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ, δέον κατὰ τὰς γιγνομένας παραχωρήσεις νὰ προσέχωμεν πολὺ, ἵνα μὴ καθιερῶται κακὸν προηγούμενον, ὅταν μάλιστα τοῦτο συνδέηται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου «ἀπαλλάσσονται τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τὰ πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πολεμικῶν πλοίων προωρισμένα εἴδη, εἴτε ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον παραλαμβανόμενα, εἴτε ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Τελωνείου ἢ τῆς Διαμετακομίσεως, καὶ ἐπὶ ἐγγράφῳ ἀποδείξει τοῦ Διοικητοῦ τῆς Μοίρας, ἢ τοῦ πλοιάρχου, ὅτι πρόκειται περὶ εἰδῶν, πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου, ἢ τοῦ πλοίου.» Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, τό τε γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἰσὶ σαφῆ. Ἀπαλλάσσονται δηλ. τοῦ τελωνειακοῦ τέλους τὰ πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πλοίων καταναλισκόμενα ἐντὸς αὐτῶν, εἴτε μεταβιβάζονται ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον, εἴτε μετακομίζονται ἀπὸ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Τελωνείου. Ἐν τούτοις ἀδικαιολόγητος ἑρμηνεία ἐδόθη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπὸ τῶν τροφοδοτῶν τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου, ἣν παρεδέχθη, δυστυχῶς, καὶ τὸ Τελωνειακὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, «πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πλοίων θεωροῦνται καὶ τὰ καταναλισκόμενα ὑπὸ τῶν πληρωμάτων τοῦ ξένου στόλου εἰς τὴν ξηράν». Τὸ ἄτοπον τῆς ἑρμηνείας ταύτης θὰ κατανοήσητε ἔτι μᾶλλον, ἐὰν φαντασθῆτε ξένον μέγαν στόλον, προσορμιζόμενον ἐπὶ μακρὸν εἰς τὸ Φάληρον ἢ εἰς τὸν Πειραιᾶ, τοὺς δὲ τροφοδότας τοῦ στόλου τούτου ἀνοίγοντας μαγαζεῖα ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Φαλήρῳ, καὶ ζητοῦντας νὰ θεωρηθῇ, ὅτι καταναλίσκεται — ἀτελῶς ἑπομένως — πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου τούτου πᾶν ὅ,τι καταναλίσκεται καὶ εἰς τὴν ξηρὰν, ἐντὸς τῶν ῥηθέντων ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Φαλήρῳ μαγαζείων! Ἔτι δὲ μᾶλλον ἠθέλετε κατανοήσει τὸ ἄτοπον καὶ ἀδικαιολόγητον τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας, ἐὰν π.χ. τὸ ἐνταῦθα Διπλωματικὸν Σῶμα ἤθελεν ἱδρύσει Λέσχην ἰδιαιτέραν, καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν, ἵνα πᾶν τὸ ἐν αὐτῇ εἰσαγόμενον εἰσάγηται ἀτελῶς, ὡς πρὸς χρῆσιν δῆθεν τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος! Μεταξὺ τῶν προσκομισθέντων ἐγγράφων ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον τοῦ τελώνου Ἀστακοῦ, ὅπερ χαρακτηρίζει ἀρκούντως τὴν τοιαύτην κατάστασιν, εἰ καὶ φαίνεται ἐστενοχωρημένος ὁ τελώνης οὗτος ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων ἴσως ἐπιδράσεων...

§21Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφόν τι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;

§22ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ μεταγενέστερον καὶ ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα. Ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία εἶναι πάντη ἀδικαιολόγητος. Οὐχ ἧττον, ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας, τὸ Πλατυγιάλι κατήντησε κέντρον, ὄχι πλέον καταναλώσεως εἰδῶν τῶν ξένων πλοίων, ἀλλὰ λαθρεμπορίας, ἐξ οὗ καὶ ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Τελωνείου Ἀστακοῦ. Οὕτω τὸ μὲν 1897 εἰσεπράχθησαν 9,392 δραχμαὶ, τὸ 1898 δραχμαὶ 22,049, τὸ δὲ 1899, ὅτε ἤρξατο ἡ τοιούτου εἴδους ἑρμηνεία, δραχ. 8,933, καὶ τὸ 1900 περὶ τὰς 3,000 μόνον δραχμαί!

§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπῆρξε ποτὲ διάφορος ἑρμηνεία; Ἐδόθη πάντοτε ἡ ἑρμηνεία, ὅτι, ὁσάκις προσήγετο ἀπόδειξις πλοιάρχου ξένου πλοίου, ὅτι τὰ δεῖνα πράγματα θὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς κατανάλωσιν τοῦ πληρώματος τοῦ πλοίου, πάντοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέτρεπεν ἀτέλειαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐζητήθη καὶ προσήχθη ἀπόδειξις τοῦ πλοιάρχου, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ζῦθος ἀπεστέλλετο ἐκ τοῦ ἐν Μελίτῃ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου εἰς Ἀστακὸν πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου.

§24ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰσαγόμενον πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πλοίων ὅ,τι καταναλίσκεται ἐκτὸς αὐτῶν, καὶ ἂν πρὸς τοῦτο ἀρκοῦσιν αἱ τοιαῦται διασαφήσεις τοῦ πλοιάρχου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἑρμηνείας ταύτης εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1900 μέχρι τῆς 10 Δεκεμβρίου ὑπὸ τοῦ Τελωνείου Ἀστακοῦ 3,000 δραχμαὶ μόνον.

§25Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλος λόγος.

§26ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οὐδόλως. Ἤδη μεταβαίνω εἰς ἕτερον θέμα. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ὑποπλοιάρχου Τυπάλδου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν ἔκτοτε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπελήφθην μέχρι τοῦδε τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ διότι παρενέπεσαν ἄλλα ζητήματα, καὶ διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ καθυστερεῖ εἰσέτι πληροφορίας τινὰς, ἃς, ἀφοῦ μάτην μέχρι τοῦδε ἀνέμεινα, ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὑποθέσεως. Τὸ γενόμενον σκάνδαλον — διὰ νὰ μὴ χαρακτηρίσω αὐτὸ ἄλλως — ἐν Κραβασαρᾷ καὶ ἡ ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου διεξαχθεῖσα δίκη, ὡς διεξήχθη αὕτη, εἶχε τοσοῦτον συνταράξει τὴν ἐνταῦθα κοινὴν γνώμην, ὥστε, παρὰ τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ αὕτη διατελεῖ, παρὰ τὰ μέσα, ἅτινα κατεβλήθησαν, ὅπως καταπνιγῇ καὶ διαστραφῇ τὸ ζήτημα, καὶ παρὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ ἐπὶ τούτου δίκη, ἐφημερίδες λίαν φιλίως διακείμεναι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον σφοδρῶς ἤλεγξαν τόν τε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν ἀνοχὴν καὶ τὴν πολιτείαν των ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ ἐξηγείρετο δ’ ἔτι μᾶλλον ἡ κοινὴ γνώμη, ἐὰν ἐγίνωσκε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἡ δίκη δὲν διεξήγετο ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ, ὡς διεξήχθη. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχεν εἰκότως λίαν συνταράξει τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ἥτις, ἀφοῦ ἐθαύμασε τὴν δρᾶσιν τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, ἔλαβεν ἀφορμὴν, δυστυχῶς, νὰ θαυμάσῃ καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἐν εἰρήνῃ. Εἶχον μεταβῆ εἰς Κραβασαρᾶν μετὰ 40 ἡμέρας ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, καὶ τὸ ἐκεῖ κοινὸν διετέλει εἰσέτι κατάπληκτον, καὶ ἀνέμενεν ἀνυπομόνως τὴν τιμωρίαν τοῦ προσώπου, ὅπερ τοιαῦτα διέπραξεν. Ἀντιληφθεὶς ἐκεῖ πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ τοσοῦτον παραμορφωθέντος ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου γεγονότος τούτου, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἐκεῖ σχεδὸν συμπολίτας μου νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἐκτελῶ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ διεξάγεται ἀπὸ πολλοῦ μέγα λαθρεμπόριον, οὗ ὁρμητήριον εἶναι ἡ Πρέβεζα, καὶ ὅπερ τροφοδοτεῖ μέγα μέρος τῆς Ἑλλάδος. Μέχρις ἐσχάτων εἶχε ταχθῆ ἐκεῖ πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου τούτου ἀτμοτελωνὶς, ὑπὸ κελευστήν. Ἀλλ’ οἱ κελευσταὶ οὗτοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐχρησίμευον ὡς συνέταιροι τῶν λαθρεμπόρων. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὑπήρξατε μέλη τῆς Βουλῆς τοῦ 1895, θὰ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι διὰ μακρῶν διέλαβον τότε περὶ κελευστοῦ τινος, ὃν εἶχεν ἀποστείλει ἐκεῖ τὸ τότε Βασ. Ὑπουργεῖον, παρὰ τὰς παραστάσεις μου, πρὸς καταπολέμησιν τῆς συναλλαγῆς, ἀλλ’ ὅστις, συνεταιρισθεὶς φανερὰ μετὰ τῶν λαθρεμπόρων, κατώρθωσεν, ὥστε πᾶν εἰσόδημα νὰ ἐκλείψῃ ἐπὶ μῆνας ἐκ τοῦ Τελωνείου Βονίτσης καὶ Κραβασαρᾶ. Μόλις δὲ ἐπ’ ἐσχάτων, ὀρθῶς ποιοῦσα ἡ Κυβέρνησις, ἀνέθεσε τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου εἰς κανονιοφόρον, ὑπὸ ἀνθυποπλοίαρχον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξελέξατο τὸν κ. Τυπάλδον. Ὁ ἀνθυποπλοίαρχος οὗτος, δέον νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ, δὲν ἦτο ἄσχετος πρὸς τὸν τόπον, διότι συνεδέετο διὰ συγγενείας μεθ’ ἁπασῶν τῶν πρώτων οἰκογενειῶν τοῦ Βάλτου, ὡς τῶν κ. κ. Στράτου, Καραγιάννη, Ἴσκου κλπ. Ἰδοὺ δὲ ποῖον παράδοξον στρατηγικὸν σχέδιον κατέστρωσε πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου ὁ κύριος οὗτος. Πρὸ παντὸς ἐξελέξατο ὡς ὁρμητήριον τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου τὸν Κραβασαρᾶν, τὸ ἀπώτατον δηλαδὴ σημεῖον ἀπὸ τῆς Πρεβέζης, τοῦ ὁρμητηρίου τούτου παντὸς λαθρεμπορίου. Ἀπέχων ἑπομένως οὕτω περὶ τὰ 20 μίλια τῆς Πρεβέζης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ καταδίωξιν ἀποτελεσματικήν. Ἀντὶ δὲ νὰ διαμένῃ διαρκῶς ἐν τῷ πλοίῳ του, ἐθεώρησε συντελεστικώτερον, ὡς φαίνεται, πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, νὰ ἐνοικιάσῃ οἰκίαν, συγκατοικῶν μετὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ κ. Κολοκοτρώνη. Τίνες δὲ ἦσαν οἱ τηλεγραφηταὶ, καθ’ ὧν ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο; Ἐνῷ ὁ Τυπάλδος ἦτο γνωστότατον πρόσωπον, καὶ πολυειδῶς συνεδέετο μετὰ τοῦ τόπου, ὁ τηλεγραφητὴς Μιχαλόπουλος (ὃν οὐδ’ ἐξ ὄψεως γινώσκω), ἐκ τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν τοῦ Ναυπλίου, χρηστότατος ὑπάλληλος, ἐν τῷ γραφείῳ του διατρίβων πάντοτε, μετριόφρων μέχρι ταπεινοφροσύνης, καὶ ἕνεκα τοῦ γραφειοκρατικοῦ καὶ ἀκοινωνήτου χαρακτῆρός του, καὶ ὡς πρὸ ὀλίγου τοποθετηθεὶς εἰς Κραβασαρᾶν, δὲν ἦτο καὶ λίαν συμπαθὴς εἰς τὴν ἐκεῖ κοινωνίαν. Πρὸς δὲ, εἰ καὶ τὸ Τηλεγραφεῖον τοῦ Κραβασαρᾶ εἶναι λίαν πολυάσχολον, οὐχ ἧττον δὲν ὑπῆρχε τότε ἐκεῖ καὶ βοηθὸς τηλεγραφητής. Κατ’ ἐκείνην δ’ ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν, ἕνεκα λόγων ὑγείας, κατῆλθεν εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ὁ ἐν Κατούνῃ τηλεγραφητὴς κ. Σταλήμερος, τύπος χρηστοῦ καὶ ἱκανοῦ ὑπαλλήλου, τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς, ἐκ καλλίστης οἰκογενείας, καὶ τελείας ἀγωγῆς καὶ μορφώσεως. Καὶ ἀγνοῶ μὲν τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου Τυπάλδου, εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ, προκειμένου νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ποιότητος τοῦ τηλεγραφητοῦ κ. Σταλημέρου. Ἡ Ὑποδιεύθυνσις Μεσολλογγίου, διευθυνομένη ὑπὸ ἱκανωτάτου καὶ χρηστοτάτου ὑπαλλήλου, λίαν δὲ αὐστηροῦ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, προκειμένου νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπολογίαν τοῦ παθόντος Σταλημέρου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔγραφε περὶ αὐτοῦ, ὅτι «ὁ τηλεγραφητὴς οὗτος, ἀμέμπτου διαγωγῆς, οὐδέποτε παρέσχεν ἀφορμὴν παραπόνου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν...» κλπ. Τὰ αὐτὰ δὲ, καὶ ἔτι πλείονα, ἐπανελάμβανεν ἡ Διεύθυνσις περὶ τοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου, δι’ ἑτέρου ἐγγράφου αὐτῆς. Ἔχομεν ἑπομένως, ἀφ’ ἑνὸς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τυπάλδον, γνωστότατον, ὡς εἶπον, ἐν τῷ τόπῳ, ἀπολαύοντα συμπαθειῶν καὶ ἐν συγγενικαῖς σχέσεσι διατελοῦντα μεθ’ ὅλων τῶν πρώτων οἰκογενειῶν τοῦ Βάλτου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δύο ἐντελῶς ξένους πρὸς τὸν τόπον, ἀλλ’ ἀμέμπτου διαγωγῆς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους. Οὕτω δ’ ἐχόντων κατὰ τὰς τοπικὰς σχέσεις κλπ. τῶν προσώπων τούτων, ἂς ἴδωμεν, πῶς ἐπῆλθε τὸ γενόμενον σκάνδαλον. Τὴν 23 Αὐγούστου ἀπεστάλη τηλεγράφημα τοῦ Προξένου Πρεβέζης πρὸς τὸν κ. Τυπάλδον, δι’ οὗ εἰδοποιεῖτο οὗτος, ὅτι εἶχεν ἐκπλεύσει ἐκεῖθεν λέμβος, περιέχουσα εἴδη λαθρεμπορίου. Ἀντὶ ὁ κύριος ἀνθυποπλοίαρχος, μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ τηλεγραφήματος, νὰ πλεύσῃ ἀμέσως πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἠθέλησε διὰ τηλεγραφήματός του νὰ διατάξῃ τὸν διευθύνοντα τὴν ἀτμοτελωνίδα κελευστὴν, ν’ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀκτίου, ἔνθα διέμενε, πρὸς καταδίωξιν, καίτοι, ὡς ἰσχυρίσθη κατόπιν, ἀπέστειλε μὲν τὴν ῥηθεῖσαν διαταγὴν εἰς τὴν ἀτμοτελωνίδα τοῦ Ἀκτίου, διέταξεν ὅμως συνάμα, ἵνα παρασκευάσωσι τὴν κανονιοφόρον του πρὸς ἔκπλουν. Ἀλλὰ, ὡς εἶναι ὑμῖν γνωστὸν, Κύριοι, Τηλεγραφεῖα, ὡς τὸ τοῦ Ἀκτίου, ἀλλὰ καὶ ἕτερα σπουδαιότερα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν ἐργάζονται μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Ὅτε ἐστάλη τὸ ῥηθὲν τηλεγράφημα εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον Κραβασαρᾶ, πρὸς διαβίβασιν εἰς Ἄκτιον, εὑρίσκετο ἐν τῷ γραφείῳ καὶ ὁ Σταλήμερος, ὅστις, μεταβὰς, ὡς ἐρρήθη, ἕνεκεν ἀσθενείας του εἰς Κραβασαρᾶν, ἀντὶ νὰ περιέρχηται τὴν πόλιν μέχρι τῆς ὥρας τῆς ἀναχωρήσεώς του, παρέμενε παρὰ τῷ συναδέλφῳ του, βοηθῶν αὐτὸν εἰς τὴν ἐργασίαν του. Παραλαβὼν ὁ Μιχαλόπουλος τὸ τηλεγράφημα, καὶ εὑρὼν, ἀφοῦ ἀπεπειράθη νὰ μεταβιβάσῃ αὐτό, ὅτι τὸ Ἄκτιον ἦτο κλειστὸν, εἶπεν εἰς τὸν ναύτην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποστολὴ τοῦ τηλεγραφήματος κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Μεταβάντος κατόπιν καὶ αὖθις τοῦ ναύτου, καὶ ἐπιμένοντος, ὅπως μεταβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἐκράτησαν μὲν, ἀλλὰ, τῆς μόνης διὰ Βονίτσης πρὸς τὸ Ἄκτιον ὁδοῦ μὴ λειτουργούσης κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, διότι ὁ τηλεγραφητὴς Βονίτσης δὲν εὑρίσκετο ἐν τῷ γραφείῳ, εἰδοποιήθη περὶ τούτου ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος. Θυμωθεὶς τότε οὗτος, ἔγραψεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Τηλεγραφείου Κραβασαρᾶ, ἤτοι εἰς ἀρχὴν ἀνεξάρτητον καὶ ὁμοιόβαθμον, (διότι ὁ τηλεγραφητὴς Μιχαλόπουλος, ὑπουργικὸς γραμματεὺς βʹ τάξεως, ἦτο ὁμοιόβαθμος πρὸς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον) τὸ ἑξῆς ὑβριστικὸν ἔγγραφον. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τηλεγραφείου Κραβασαρᾶ, δικαίως προσβληθεὶς ἐκ τοιούτου ἀνοικείου ἐγγράφου, ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπάντησιν). Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Τυπάλδου, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς προσβλητική, καὶ ἐπήνεγκεν, ὅσα κατωτέρω θέλομεν ἴδει ἀποτελέσματα. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ποῖον τῶν δύο ἐγγράφων εἶναι προσβλητικώτερον. Ὅπως δήποτε μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ῥηθέντων ἐγγράφων καὶ ἀφοῦ οἱ τηλεγραφηταὶ εἰργάσθησαν μέχρι τῆς 9ης μ. μ., ἐξελθόντες κατόπιν, εἶδον μακρόθεν τὸν κ. Τυπάλδον, συνομιλοῦντα μετά τινος, ὅτε ὁ Μιχαλόπουλος εἶπεν: «Ἰδοὺ ὁ ἀνθυποπλοίαρχος κ. Τυπάλδος· ἂς τῷ ἐξηγήσωμεν καὶ προφορικῶς, διατὶ δὲν μετεβιβάσθη τὸ τηλεγράφημα.» Ὁ Σταλήμερος, ὀλιγώτερον μετριόφρων τοῦ Μιχαλοπούλου, παρετήρησεν αὐτῷ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν εἰς προφορικὰς ἐξηγήσεις μετὰ τὰ πρὸ ὀλίγου ἀνταλλαγέντα πειρακτικὰ ἔγγραφα. Ἐπιμείναντος δὲ τοῦ Μιχαλοπούλου καὶ πλησιάσαντος τὸν Τυπάλδον, οὗτος, στραφεὶς πρὸς τὸν συνομιλοῦντα μετ’ αὐτοῦ τελώνην, τὸν ἠρώτησε: «Ποῖος εἶναι αὐτός;» Ὁ τελώνης ἀπαντᾷ: «Ὁ κ. τηλεγραφητής». — «Ἄ! λέγει ὁ κ. Τυπάλδος, τὸ ἔγγραφόν σας ἦτο εἰρωνικόν.» Τοῦ Μιχαλοπούλου ἀπαντήσαντος «οὐδόλως», «τότε δὲν γνωρίζετε τὸ καθῆκόν σας», λέγει ὁ Τυπάλδος. Ὁ Σταλήμερος, βλέπων ὅτι ἡ ὁμιλία ὀξύνεται, παρεμβαίνει, ἐπιθυμῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. «Ποῖος εἶσαι σύ;» τῷ λέγει ὁ Τυπάλδος, καὶ συγχρόνως λαμβάνει στάσιν πυγμάχου, ὑψοῖ τοὺς βραχίονας, ὑβρίζει καὶ κτυπᾷ τὸν Σταλήμερον! Τὰ λεχθέντα πρὸς δικαιολογίαν τοῦ κ. Τυπάλδου, ὅτι πρῶτος ὁ κ. Σταλήμερος ἐκτύπησεν αὐτόν, ἀντίκεινται καὶ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας τῶν καταθέσεων καὶ εἰς τὰ πράγματα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογικήν, διότι ἀδύνατον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Σταλήμερος, ὁ οὐδέποτε δοὺς ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, χρηστὸς καὶ εὐάγωγος ὑπάλληλος καὶ ἐντελῶς ξένος εἰς τὸν τόπον, ἤθελέ ποτε τολμήσει νὰ ἐπιτεθῇ πρῶτος κατὰ τοῦ Τυπάλδου, ἀξιωματικοῦ μάλιστα καὶ ἔχοντος τόσας σχέσεις ἐν Κραβασαρᾷ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ὅτε ἐκτυπήθη ὑπὸ τοῦ Τυπάλδου, ἀνταπέδωκε τὸ ῥάπισμα μετὰ τόκου· ἀλλὰ παρενέβησαν τότε ἄλλοι, καὶ τοὺς ἐχώρισαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ αὖθις ὁ Τυπάλδος, λαβὼν ῥάβδον, ἐκτύπησε τὸν Σταλήμερον ἐκ τῶν ὄπισθεν εἰς τὴν κεφαλήν· οὕτω δὲ καὶ αὖθις συνεπλάκησαν, ἀλλ’ ἕτεροι παρεμβάντες τοὺς ἐχώρισαν καὶ πάλιν· ἐνῷ δὲ ὁ κ. ἀνθυποπλοίαρχος ἐφώναζεν: «ἀφήσατέ με νὰ τὸν τσακίσω», ὁ Σταλήμερος ἀπεκρίνατο: «ἄφησε αὔριον νὰ μὲ τσακίσῃς ἱπποτικῶς», ὑποδεικνύων τὴν μονομαχίαν, εἰς ἣν τὴν ἐπαύριον καὶ τὸν προσεκάλει, ἀλλ’ ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος ἔκρινε καλὸν νὰ ἀρνηθῇ. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἀλληλεκτυπήθησαν, δόντος ἀφορμὴν πρώτου τοῦ Τυπάλδου, εἶχεν οὗτος τὴν ἀξίωσιν, ἵνα οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι συλλάβωσι τὸν Σταλήμερον, τοῦθ’ ὅπερ ὁ ἀστυνομεύων ἠρνήθη νὰ πράξῃ, ἀναγνωρίζων, ὅτι οὐδόλως εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην σύλληψιν, ἀφοῦ μάλιστα περὶ πταίσματος ἐπρόκειτο, ὁ δὲ Σταλήμερος καὶ ὑπάλληλος ἦτο, καὶ δὲν ἦτο ὁ πταίσας. Τότε εἰσέρχεται ὁ Τυπάλδος εἰς τὸ πλοῖόν του, λαμβάνει ἄγημα ναυτῶν, καὶ ἐξέρχεται μὲ τὸ ῥεβόλβερ εἰς τὴν χεῖρα, διέρχεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀγήματος τὴν κεντρικὴν ὁδὸν, μεταβαίνει εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, συλλαμβάνει, ἐξερχόμενον τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὸν Μιχαλόπουλον, καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ τὸν Σταλήμερον. Τούτου μὴ εὑρεθέντος ἐκεῖ, ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος συλλαμβάνει τότε τὸν Μιχαλόπουλον ἐκ τοῦ τραχήλου, καὶ σύρει αὐτὸν διὰ τῆς κεντρικῆς ὁδοῦ, δίκην κτήνους, ὡς λέγει ὁ ἴδιος, μέχρι τῆς παραλίας, ὅτε τὸν ἀφῆκεν, εἰπὼν αὐτῷ: «πήγαινε ἀπ’ ἐδῶ, παληάνθρωπε!» Σημειώσατε, ὅτι, ὅτε μετέβαινε τὸ ἄγημα εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, παρηκολουθεῖτο ὑπὸ πολιτῶν καὶ ἀξιωματικῶν, οἵτινες προσεπάθουν νὰ ἀποτρέψωσι τοῦ σκοποῦ του τὸν ἀνθυποπλοίαρχον, μεταξὺ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν εὑρίσκετο καὶ ὁ λοχαγὸς Στάϊκος, συγγενὴς τοῦ Τυπάλδου, ὅστις προσεκάλεσεν αὐτὸν ν’ ἀφήσῃ τὸν τηλεγραφητήν. Ἀλλ’ ὁ Τυπάλδος διέταξε τότε νὰ γεμίσωσι τὰ ὅπλα, καὶ εἶπεν εἰς τὸν κ. Στάϊκον: «Εἶσαι ἐν ἀδείᾳ: δὲν δικαιοῦσαι ν’ ἀναμιχθῇς». Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρᾶξις, ἥτις εἰκότως ἀνεστάτωσε τὸν Κραβασαρᾶν, καὶ τῆς ὁποίας ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων. Ἀπὸ τοῦδε δὲ ἄρχεται ἡ ἐνέργεια τῆς Ναυτικῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ πρῶτον ἐστάλη ὁ ὑποπλοίαρχος Βλαχόπουλος, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Δὲν γνωρίζω τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν· ἀκούω, ὅτι εἶναι ἔντιμος ἀξιωματικός· αἱ διεξαχθεῖσαι ὅμως ὑπ’ αὐτοῦ ἀνακρίσεις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδόλως ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του...

§27Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ὑποπλοίαρχος Βλαχόπουλος εἶναι ἀξιωματικὸς ἐντιμότατος καὶ ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας.

§28ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὅπως δήποτε ὁ κ. Βλαχόπουλος, εἴτε ἐκ πνεύματος συναδελφότητος, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν ἐνήργησεν ἀνακρίσεις ὡς ἀνακριτὴς, ἀλλ’ ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ἵνα ἀπαλλάξῃ τῆς ἐνοχῆς τὸν συνάδελφόν του, παρέστησε δὲ ὡς πταίσαντας τοὺς τηλεγραφητάς!

§29ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ὑποπλοίαρχος Βλαχόπουλος ἐκπληροῖ πάντοτε τὸ καθῆκόν του, καὶ δὲν δύναται ἐξ οὐδενὸς λόγου νὰ παραλίπῃ αὐτό.

§30ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Φαντάζομαι, τί θὰ ἦναι οἱ χείρονες τοῦ Βλαχοπούλου! Ἴσως οὗτος ἐκ πνεύματος συναδελφότητος προσηνέχθη ὡς προσηνέχθη εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ ἔθεσε τὰ ζητήματα κατὰ τρόπον, ὥστε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν Τυπάλδον, καὶ νὰ ἐνοχοποιήσῃ τοὺς τηλεγραφητάς. Γινώσκω οὐχ ἧττον, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν Μιχαλόπουλον, ἄνθρωπον φύσει ταπεινὸν τὸ φρόνημα, γλίσχρον, καὶ τρέμοντα μετὰ τὰς ἐπελθούσας αὐτῷ περιστάσεις, ἔλεγεν, ὅπως τὸν πτοήσῃ: «Διὰ τοῦ τρόπου σου συνετέλεσες νὰ διαφύγῃ τὸ λαθρεμπόριον, καὶ τρέχεις τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσῃς σὺ 15,000 δραχμάς»· τὸ ποσὸν δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον. Οὐχ ἧττον, παρὰ τὴν ἐπίδρασιν, ἣν ἐνήσκησεν ὁ ἀνακριτὴς Βλαχόπουλος, ἅπαντες οἱ ἐξετασθέντες ἐπιτοπίως καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν ἀμερόληπτοι ὑπάλληλοι, οἱ ἔχοντες λόγους νὰ μεροληπτῶσι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου, καταθέτουσι τὰ γεγονότα γυμνὰ, ὡς ἐγὼ ἐξέθηκα αὐτὰ ἐνταῦθα, ἰδίως τὸ κυριώτερον γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Τυπάλδος, λαβὼν τὸ ἄγημα, εἰσέβαλε, καθ’ ὃν περιέγραψα τρόπον, εἰς Κραβασαρᾶν, ἥρπασε τὸν τηλεγραφητὴν Μιχαλόπουλον ἐκ τοῦ τραχήλου, καὶ σύρας αὐτὸν ὡς κτῆνος, τὸν ἔφερε μέχρι τῆς παραλίας! Τὸ γεγονὸς τοῦτο καταθέτουσιν ἅπαντες οἱ μάρτυρες. Ἀμφιβολία δέ τις ἐγείρεται μόνον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα οὗ ξυλοκοπήματος· διότι οἱ μὲν μάρτυρες τοῦ Τυπάλδου λέγουσιν, ὅτι ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων ὁ Σταλήμερος, ἀλλ’ οἱ πολλοὶ, ἡ πληθὺς τῶν ἄλλων μαρτύρων, ἐκθέτουσι καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ, ὡς ἐγὼ αὐτὸς ἐξέθηκα αὐτό. Οὕτω π. χ. ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα αἱ καταθέσεις τῶν παθόντων τηλεγραφητῶν, οἵτινες βεβαιοῦσιν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἦτο ἀδύνατον νὰ μεταβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα. Ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν τοῦ λοχαγοῦ Σταΐκου, συνδεομένου πρὸς τὸν τόπον, καὶ συγγενοῦς τοῦ Τυπάλδου, ὅστις βεβαιοῖ τὰς καταθέσεις τῶν παθόντων. Ἔρχονται κατόπιν οἱ μάρτυρες Εὐάγγελος Κωτούλας καὶ Μιχαὴλ Κωτούλας, ἀξιωματικοὶ, ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, οἵτινες βεβαιοῦσιν ἐπίσης τὰς καταθέσεις ταύτας. Ἔρχεται μετ’ αὐτοὺς ὁ μάρτυς Γεώργιος Μπελέκης, ἐκ τῶν πρώτων ἐμπόρων τοῦ Κραβασαρᾶ, ὁ ὁποῖος καταθέτει τὰ ἀφορῶντα τὴν συμπλοκὴν Σταλημέρου καὶ Τυπάλδου, καὶ ὁ ὁποῖος καταθέτει, ὅτι οὐ μόνον ἤρξατο τῆς πρώτης ἐπιθέσεως ὁ Τυπάλδος, ἀλλὰ προσθέτει καὶ τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς καταθέσεως Γεωργ. Μπελέκη). Ἕπονται αἱ καταθέσεις τῶν Γεωργίου Πιερρέα, Γεωργ. Καποδίστρια, Ν. Δεπάστα, ἀξιωματικῶν, καὶ Ἰωάννου Καραπάνου, ἐκ τῶν πρώτων ἐπίσης προσώπων τοῦ τόπου, καὶ διαφόρων ἄλλων, οἵτινες ἐπίσης μαρτυροῦσι τὰ γεγονότα, ὅπως ἐγὼ ἐξέθηκα αὐτά. Ἐπέρχονται κατόπιν διάφοροι καταθέσεις προσώπων, ἅτινα οὐδὲν ἀπολύτως καταθέτουσι, καὶ κατόπιν ἐπέρχονταί τινες καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσι μὲν ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου, ὄχι ὅμως καὶ ἀρνούμεναι τὸ γεγονός, ὅτι μετέβη μετὰ τοῦ ἀγήματος, καὶ συνέλαβε τὸν τηλεγραφητήν, καὶ ἔσυρεν, ὡς ἔσυρεν αὐτόν, ἀλλὰ δικαιολογοῦσαι αὐτὸν ἐν μέρει, ὅτι δὲν τὸν ἐκακοποίησε, καὶ ὅτι πρῶτος ἐκτυπήθη ὁ Τυπάλδος ὑπὸ τοῦ Σταλημέρου. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν τοιούτων καταθέσεων αἱ ὀκτὼ εἰσι καταθέσεις ναυτῶν τοῦ πλοίου, δηλ. τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἐξελθόντος μετὰ τοῦ Τυπάλδου ἀγήματος, οἵτινες καταθέτουσιν ὡς ἐπὶ παραγγελίᾳ, ἄλλαι δ’ εἶναι καταθέσεις πολιτευομένων τοῦ τόπου, διατελούντων ἐν στενῇ συγγενείᾳ μετὰ τοῦ Τυπάλδου καὶ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Κολοκοτρώνη, συνοίκου αὐτοῦ. Ἐξ ἁπασῶν ἑπομένων τῶν καταθέσεων προκύπτουσι τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθηκα. Ἐν τούτοις, παρὰ τὰς καταθέσεις ταύτας, παρὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τις περὶ τοῦ κ. Βλαχοπούλου, ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι αὕτη εἶναι συνηγορία διαρκὴς ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου, καὶ ἀπόπειρα, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι κύριος αἴτιος τῶν λαβόντων χώραν ἦτο ὁ Σταλήμερος, ὁ ὁποῖος δῆθεν ἐπετέθη κατὰ τοῦ Τυπάλδου! Ἐνῷ δὲ αἱ μαρτυρίαι ἀποδεικνύουσι τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθηκα, ἐνῷ μαρτυρίαι ὡρισμέναι ἐπιβαρύνουσι τὴν θέσιν τοῦ Τυπάλδου, ὁ κ. Βλαχόπουλος, στηριζόμενος εἰς τὰς ὡρισμένας ἐκείνας μαρτυρίας, καταλήγει εἰς τοιοῦτον ἀντίθετον συμπέρασμα! Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Βλαχοπούλου εἶναι μακρά· ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε τὴν περιέργειαν νὰ τὴν ἀναγνώσητε μετὰ προσοχῆς, δὲν θέλετε συμμερισθῆ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος ἔχουσι περὶ τοῦ κ. Βλαχοπούλου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ καλῶς τὴν δικογραφίαν, διότι εἰς πολλὰ συμπεράσματα θέλει καταλήξει περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ναυτικῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ...

§31Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καταλήγει εἰς συμπέρασμα ἡ ἔκθεσις;

§32ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καταλήγει εἰς μίαν ἐλαφράν...

§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὶ λέγει τὸ συμπέρασμα; Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀκούσωμεν τουλάχιστον;

§34ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως Βλαχοπούλου). Δικαιολογεῖ δηλαδὴ τὸν Τυπάλδον, καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔπρεπε νὰ συλληφθῇ καὶ φυλακισθῇ ὁ Σταλήμερος! Ἐξάγει συμπεράσματα ὅλως ἀντίθετα ἐκείνων, ἅτινα ἐξάγονται ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μαρτυρικῶν ἀποδείξεων· παραδέχεται γεγονότα, ἅτινα οὐδόλως ἀπεδείχθησαν. Ἐν γένει ἡ ἔκθεσίς του εἶναι μία διαρκὴς καὶ ἀδικαιολόγητος καὶ ἀκατονόμαστος συνηγορία ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου Τυπάλδου! Διαστρέφονται τὰ πάντα, ὅπως ἀποδειχθῶσιν ἔνοχοι ὁ χρηστὸς τηλεγραφητὴς Σταλήμερος καὶ ὁ οὐδόλως πταίσας, ἀλλὰ δίκην κτήνους συρθεὶς διὰ τῶν ἀγυιῶν τοῦ Κραβασαρᾶ ἕτερος τηλεγραφητὴς Μιχαλόπουλος! Διὰ τοιαύτης προδικασίας καὶ τοιαύτης ἐκθέσεως εἰσήχθη ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ἔνθα διεξήχθη οὐχὶ δίκη, μετὰ κατηγορουμένου τοῦ κ. Τυπάλδου, ἀλλὰ θεατρικὴ παράστασις πρὸς ἀθώωσιν αὐτοῦ! Τὸ Δικαστήριον, προκατειλημμένον ἐντελῶς ὑπὲρ τοῦ κ. Τυπάλδου, ἐθεώρει ὡς κατηγορουμένους μᾶλλον τοὺς μηνυτὰς Μιχαλόπουλον καὶ Σταλήμερον, καὶ προσεπάθει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐμπερδεύσῃ τοὺς μάρτυρας, καὶ νὰ περιπλέξῃ καὶ τὸν εὐχερῶς ἐμπερδευόμενον ἀθῷον Μιχαλόπουλον, προσφεύγοντα πάντοτε εἰς τὴν κατάθεσίν του. Ἐχαριτολόγουν δὲ συνάμα οἱ κύριοι ναυτοδίκαι, εἰς βάρος τοῦ παθόντος, εἰς ὅν, ἐρωτηθέντα, πῶς τὸν ἔπιασεν ὁ Τυπάλδος, καὶ ἀπαντήσαντα «μ’ ἔπιασεν ἀπ’ ἐδῶ, ἔτσι» (δηλ. ἀπὸ τὸν γιακᾶν), ὁ ναυτοδίκης Λάμπρος (ὁ κατηγορηθεὶς κατὰ τὸν πόλεμον ἐπὶ ἀνανδρίᾳ, καθ’ οὗ ἐγένετο καὶ δίκη) λέγει: «Μὲ ἄλλας λέξεις, σοῦ ἐτίναξε τὸν γιακᾶ!» (γέλωτες).

§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διὰ τίνα πρᾶξιν ὁ πράξας κατηγγέλθη; Πῶς ἐχαρακτηρίσθη αὐτὴ ἡ πρᾶξις;

§36ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἄδικος ἐπίθεσις!

§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τί ἔγειναν; Ἐδῶ εἶναι μία ἱστορία ὁλόκληρος.

§38ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τίποτε! Ἄδικος ἐπίθεσις! Τώρα ἀκούσατε καὶ τὴν περίφημον ἀγόρευσιν τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. (Ἀναγινώσκει ἐξ αὐτῆς).

§39ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος;

§40ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Γούδας. Ὅτε δὲ προσῆλθεν ὁ παθὼν Σταλήμερος, διὰ νὰ καταθέσῃ ὡς μάρτυς, καὶ διηγεῖτο τὸ συμβὰν, ἤτοι εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθη, ὄχι διὰ νὰ ῥαπίσῃ, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀντιρραπίσῃ, ἀμυνόμενος, τὸν ἀξιωματικὸν Τυπάλδον, καὶ ἐξέθετε τὴν στάσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, στάσιν δηλαδὴ ἀληθοῦς πυγμάχου, ἠγέρθησαν τότε θεατρικῶς ὅλοι οἱ ναυτοδίκαι, λέγοντες: «Βεβαιοῦμεν, ὅτι ὁ κύριος Τυπάλδος ἔχει τὴν συνήθειαν, ὁσάκις παροργίζεται, νὰ λαμβάνῃ αὐτὴν τὴν στάσιν, νὰ ἀνασῃκώνῃ τὰ μανίκια του!» (Καὶ παρίστων διὰ σχημάτων τὴν σκηνὴν ταύτην). Ὅτε δὲ ὁ Σταλήμερος ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ, πῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ τὸ περίφημον ἐκεῖνο τηλεγράφημα εἰς τὸ Ἄκτιον, τοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα: «Μὰ δὲν ἠδύνατο νὰ συγκοινωνήσῃ ὁ Κραβασαρᾶς μὲ τὸ Ἄκτιον δι’ ἄλλης ὁδοῦ;» Ὁ Σταλήμερος ἀπήντησε: «Μάλιστα, ἠδύνατο...» Ἀλλὰ τὸν σταματῶσιν ἐδῶ, καὶ τὸν ἐμποδίζουσι νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀπάντησίν του, διότι ἡ μονομερὴς ἐκείνη ἀπάντησις συνέφερεν αὐτοῖς, ἐνῷ ὁ Σταλήμερος θὰ προσέθετεν, ὅτι «ἠδύνατο μὲν νὰ συγκοινωνήσῃ, ἀλλὰ θὰ συνεκοινώνει πάντοτε διὰ Βονίτσης, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ὑπῆρχεν ὁ τηλεγραφητὴς εἰς τὴν Βόνιτσαν, ἵνα ἀνοίξῃ τὸ κομβίον, δὲν ἠδύνατο νὰ συγκοινωνήσῃ.» Ὑπὸ τοιαύτην ἀτμόσφαιραν, ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν, ὑπὸ τοιαύτην πλήρη ἔλλειψιν παντὸς συναισθήματος τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι, καὶ οἱ μὲν παθόντες ἐγένοντο κατηγορούμενοι, ὁ δὲ κατηγορούμενος, ὁ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα διαπράξας ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος, ἐκηρύχθη παμψηφεὶ ἀθῷος!! Περίεργον δὲ εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ Β. Ἐπίτροπος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ναυτοδικείου ἀπηύθυναν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐκθέτοντες τὰ τῆς προκειμένης δίκης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ — εἶναι δὲ καὶ λίαν σύντομον — νὰ ἀναγνώσω τὸ περίφημον τοῦτο ἔγγραφον.

§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν.

§42ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὐχὶ μόνον ἀγγέλλεται διὰ τοῦ τοιούτου ἐγγράφου ἡ ἀθώωσις τοῦ Τυπάλδου, ἀλλὰ ζητεῖται καὶ ἡ καταδίωξις τοῦ Σταΐκου, τοῦ μόνου, ὁ ὁποῖος ἔπραξε τὸ καθῆκόν του ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ, καὶ τοῦ Σταλημέρου, τοῦ χρηστοῦ τούτου καὶ ἀξίου πάσης συμπαθείας καὶ ἐκτιμήσεως ὑπαλλήλου! Οὕτω, κύριοι Βουλευταὶ, διεξήχθησαν τὰ κατὰ τὴν σκανδαλώδη ταύτην δίκην. Νομίζω, ὡς καὶ ἐν περιλήψει εἶπον, ὅτε ἐζήτησα τὸν φάκελον τῆς δικογραφίας, ὅτι εἴπερ ποτὲ ἄλλοτε εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβωσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς Δικαιοσύνης. Πανταχοῦ σήμερον ἐπικρατεῖ ἡ τάσις, ὅπως ὑπαχθῶσι τὰ ὑπὸ στρατιωτικῶν κατὰ πολιτῶν διαπραττόμενα ἐγκλήματα εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ τάσις αὕτη ἀλλαχοῦ, ἔπρεπε νὰ θεσμοθετηθῇ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην βλέπετε, ὅτι παντελὴς ὑπάρχει ἔλλειψις τοῦ αἰσθητηρίου τοῦ νομίμου καὶ τοῦ δικαίου παρὰ τοῖς ἡμετέροις ναυτοδίκαις καὶ στρατοδίκαις. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδει νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος κ. Ροδόπουλος ὑπέβαλε πρὸ πολλοῦ, περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων κατὰ πολιτῶν ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων. Εὑρίσκομαι προσέτι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, νὰ μεμφθῶ καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ τε κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ ἀκούομεν συχνάκις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὁμιλοῦντος περὶ καθήκοντος, καὶ περὶ τῆς αὐστηρότητος αὐτοῦ, ἐνῷ ὄντως ἐτιμώρησεν αὐστηρῶς, καὶ ὑπὲρ τὸ δέον αὐστηρῶς ἴσως εἴς τινας περιστάσεις, ἄλλους ἀξιωματικούς, εἰς ἐλαφρότατα παραπτώματα περιπεσόντας, ἐν τῇ προκειμένῃ βαρυτάτῃ περιστάσει οὐ μόνον οὐδόλως ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι ὡρμήθη εἰς τὴν τοιαύτην πολιτείαν του ἐξ ἰδεῶν συναλλαγῆς τοῦ χειρίστου εἴδους· ἤτοι διότι ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει ἀδελφὸν Βουλευτὴν, καὶ ἰδίως διότι ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει γαμβρὸν ἐκ τῶν ἰσχυόντων προσώπων τῆς Χαλκίδος...

§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διόλου.

§44ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. .. Ἕνεκα τούτου καὶ μόνου παρέβλεψε τὸ καθῆκόν του ἐντελῶς, καὶ ἐγένοντο τὰ γενόμενα σκάνδαλα· ἀντὶ δὲ νὰ καταδιώξῃ καὶ τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τυπάλδον διοικητικῶς, καὶ τὸν εἰσηγητὴν καὶ τὸν Βασ. Ἐπίτροπον καὶ τοὺς ναυτοδίκας, ἀποδείξαντας σκανδαλωδῶς, τίνα ἰδέαν ἔχουσι περὶ νόμων καὶ δικαιοσύνης, ἀφῆκεν ἐντελῶς τὸ πρᾶγμα καὶ παρῆλθεν, ἂν μὴ προεκάλεσεν αὐτὸς οὗτος τὴν τοιαύτην κατάστασιν! Πρὸς δὲ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδόλως ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἰ καὶ διὰ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεώς μου ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν ὑπῆρξεν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διὰ μεταγενεστέρας ἐπερωτήσεώς μου ὑπέμνησα τὴν προλαβοῦσαν, οὐδὲν ἀπεκρίθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ τοῦτο, διότι οὐδὲν εἶχε νὰ ἀπαντήσῃ, ἀφήσας χρηστοτάτους καὶ ἀμέμπτους καὶ διακεκριμένους ὑπαλλήλους τῆς δικαιοδοσίας του νὰ ἐξευτελισθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μόνον καὶ μόνον ἕνεκα συναλλαγῆς τοῦ χειρίστου εἴδους, ἤτοι τῆς συναλλαγῆς ἐκείνης, δι’ ἣν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀφῆκεν ἀτιμωρήτους τοὺς δράστας τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος.

§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν θέσις εὐχερεστέρα τῆς ἰδικῆς μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἀκούσητε, τί ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐνήργησα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, τί ἠθέλετε ἐνεργήσει ὑμεῖς, ἂν ἦσθε εἰς τὴν θέσιν μου. Εἰς τὸν Κραβασαρᾶν συνήθως ἐστάθμευε μία κανονιοφόρος πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Εἶχεν ἐπικρατήσει τὸ σύστημα, ἐπὶ τῶν κανονιοφόρων αὐτῶν νὰ διορίζωνται κυβερνῆται ὑπαξιωματικοί· ἀλλὰ ὑπόνοιαι ὑπῆρξαν, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι δὲν ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐσύστησεν, ὅπως ἐπὶ τῶν πλοίων αὐτῶν τοποθετήσωμεν ἀξιωματικούς, διότι ἡ παρουσία ἀξιωματικοῦ βεβαίως παρεῖχε περισσοτέρας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας. Ἐτοποθέτησα εἰς τὴν κανονιοφόρον, τὴν σταθμεύουσαν εἰς τὸν Κραβασαρᾶν, τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τυπάλδον...

§46ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον· εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ὄχι. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σταθμεύῃ ἐκεῖ.

§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔστω... Εἰς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τυπάλδον ἔδωκα βεβαίως ἐλευθερίαν κινήσεων, διότι δὲν ἦτο πρέπον νὰ τῷ ὁρίσω, ποῦ θὰ διαμένῃ, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία του ἦτο νὰ καταδιώκῃ τὸ λαθρεμπόριον. Μίαν πρωΐαν τηλεγραφικῶς μοὶ κατηγγέλθη, ὅτι ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος ὑπέπεσεν εἰς τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε. Ἔπραξα ὅ,τι ἤθελε πράξει οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς καὶ ἂν ἦτο. Τὸν ἀνεκάλεσα τηλεγραφικῶς εἰς Ἀθήνας αὐτοστιγμεί· τὸν διέταξα νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἀρχαιότερον ὑπαξιωματικὸν, καὶ ν’ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως εἰς Ἀθήνας. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν διώρισα ἀντικαταστάτην αὐτοῦ τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Ἀθανασίου, τὸν ὁποῖον καὶ διέταξα, μὲ τὴν πρώτην ἁμαξοστοιχίαν τῆς ἑπομένης ἡμέρας ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς Κραβασαρᾶν καὶ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ πλοίου. Αὐθημερὸν δ’ ἐκάλεσα τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Ναυτοδικείου κ. Βλαχόπουλον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ ἔχω ὑπόληψιν μεγίστην, διότι τὸν θεωρῶ ἐντιμότατον ἀξιωματικὸν, καὶ τὸν διέταξα νὰ μεταβῇ εἰς Κραβασαρᾶν καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἕως ἐδῶ ἔπραξα ὅ,τι ἤθελε πράξει πᾶς Ὑπουργός. Ὁ Τύπος τότε ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος· ἤρξαντο ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν ἐλάμβανε μέτρα πρὸς αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου Τυπάλδου. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι Ὑπουργὸς συνταγματικοῦ Κράτους· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πάρῃ τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν στείλῃ εἰς τὰ κάτεργα ἄνευ ἀνακρίσεως καὶ ἄνευ ἀποδείξεως, ἂν τὰ καταγγελλόμενα ἦναι ἀκριβῆ. Ὁ Τύπος ἐπετέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, γράφων, ὅτι, ἵνα σώσῃ τὸν Τυπάλδον, ἠτοιμάζετο νὰ τὸν τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς· μία δ’ ἐφημερὶς μοὶ ἐπετέθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ὀνομάσῃ καὶ αὐθαίρετον Βούλγαρην! Ποία ἦτο ἡ αὐθαιρεσία μου; Διέταξα ἀνακρίσεις, καὶ ἐπερίμενα τὸ πόρισμα, ἵνα ἐνεργήσω ὅ,τι ἐνήργησα. Ἐὰν τὸν ἐτιμώρουν πειθαρχικῶς, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν στείλω εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον· αἱ πράξεις αὐτοῦ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν τὸ Ναυτοδικεῖον. Τί συνέβη εἰς τὸν Κραβασαρᾶν; Ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος ἐζήτησε νὰ μεταβιβάσῃ ἓν τηλεγράφημα· ἡ ὑπηρεσία τοῦ Τηλεγραφείου τοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἀποστείλῃ, διότι τὸ Τηλεγραφεῖον Ἀκτίου δὲν εἰργάζετο. Ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπάρχουσι Τηλεγραφεῖα γʹ τάξεως, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται εἰς ὡρισμένας ὥρας, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι ἦτο ἄτοπον νὰ ζητῇ νὰ σταλῇ τηλεγράφημα εἰς ὥραν, καθ’ ἣν τὸ Τηλεγραφεῖον δὲν εἰργάζετο. Ὁ Τυπάλδος ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ ὁ τηλεγραφητὴς τὴν ἀποστολὴν, καὶ ἔστειλε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος, εἰς τὸν τηλεγραφητὴν Μιχαλόπουλον, καὶ εἴδετε καὶ τὴν ἀπάντησιν τούτου. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἦτο ἀτύχημα νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ὁ τηλεγραφητὴς Σταλήμερος· διότι, ἐὰν οὗτος δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ, οὐδὲν ἤθελε συμβῆ, καθόσον ὁ τηλεγραφητὴς Μιχαλόπουλος ἦτο γέρων ἄνθρωπος καὶ συμβιβαστικοῦ χαρακτῆρος. Ἀπήντησεν ὁ Σταλήμερος, συντάξας ἔγγραφον δριμύτατον. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ συνάντησις ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου μὲ τὸν Μιχαλόπουλον, συνέπεσε δὲ νὰ ἦναι καὶ ὁ Σταλήμερος μαζὺ, καὶ ἤρχισαν οἱ διαπληκτισμοὶ καὶ τὰ ἄλλα λυπηρά. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Γουναράκης, ὁ ὁποῖος παρέστη εἰς τὴν δίκην, ἵνα σᾶς βεβαιώσῃ, κύριε Μαυρομμάτη, καὶ πρέπει νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὁ Σταλήμερος ἐρράπισε πρῶτος τὸν ἀξιωματικόν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Καποδίστριας, μάρτυς, βεβαιοῖ, ὅτι ἐρράπισε πρῶτος ὁ Σταλήμερος τὸν ἀξιωματικόν...»

§48ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν τὸ λέγει εἰς τὴν ἄλλην κατάθεσίν του. Κατόπιν παρεπείσθησαν καὶ ἄλλοι μάρτυρες, ἵνα καταθέσουν οὕτω.

§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ μόνον βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Σταλήμερος ζωηρῶς διεπληκτίσθη πρὸς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον, καὶ ὅτι ἐρράπισε τοῦτον· ἀλλ’ ἐγὼ, πρὸς χάριν σας, παραδέχομαι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν ἐκτύπησεν ὁ Σταλήμερος πρῶτος. Ἐρωτῶ, τί ἠθέλετε πράξει ὑμεῖς, ἐὰν ἦσθε εἰς τὴν θέσιν μου; Διέταξα ἀνακρίσεις, καὶ παρέπεμψα τὸν ἀνθυποπλοίαρχον εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον τὸν ἠθώωσεν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί πταίει ὁ Ὑπουργός; Ὁ Ὑπουργὸς καὶ εἰς ἑτέραν περίστασιν, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, συλλαβὼν ἀξιωματικὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐν τῷ Ναυτικῷ καταχραστὴν καὶ πλαστογράφον, τὸν ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὸν παρέπεμψεν εἰς δίκην· κατεδικάσθη δὲ δὶς ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἀπὸ τὸ Ναυτοδικεῖον, ἀλλὰ καὶ δὶς ἠθωώθη ἀπὸ τὸ Ἀναθεωρητικόν, καὶ εἶναι ἤδη ἐλεύθερος!

§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖα μέτρα ἐλάβετε διὰ τοὺς ναυτοδίκας;

§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖα μέτρα νὰ λάβω;

§52ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ δίκη ἐγένετο σκανδαλώδης, καὶ ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὴν δικογραφίαν, καὶ νὰ ἐξητάσητε, ἂν εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος νὰ μεταβάλληται εἰς συνήγορον τοιούτου κατηγορουμένου.

§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτησις, ποῖα μέτρα ἔλαβον κατὰ τῶν ναυτοδικῶν. Κύριε Βουλευτὰ, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον) ὑπήρξατε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι οἱ ναυτοδίκαι δὲν διορίζονται μόνιμοι· εἰς ἑκάστην δίκην ὁρίζονται ναυτοδίκαι ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐλλιμενισμένων πολεμικῶν πλοίων. Ἐὰν προέβαινον κατὰ τῶν ναυτοδικῶν, δὲν θὰ ἦτο δριμυτέρα κατ’ ἐμοῦ ἡ ἐπίθεσις, ὅτι ἐπεμβαίνω εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαιοσύνης;

§54Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οὔτε ἔπρεπε νὰ παρεμβῆτε.

§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔπραξα ὅ,τι μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον. Τὸ Ναυτοδικεῖον τὸν ἠθώωσεν. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἔχω τὰ δικαιώματά μου· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρήσω πάντα παρεκτραπέντα ἀξιωματικόν, ἐὰν νομίσω, ὅτι εἶναι ἄξιος τιμωρίας, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀθωώσεώς του ὑπὸ τοῦ Ναυτοδικείου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τιμωρήσω τοὺς δικαστὰς, διότι ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ἀθωωτικήν.

§56Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§57Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον! Βλέπω γεννώμενα ζητήματα ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Δεδικασμένη ὑπόθεσις πρὸ μηνῶν καὶ ἀθῷος ὁ κατηγορούμενος, στηριχθέντος τοῦ Ναυτοδικείου εἰς τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, τὰ ὁποῖα ἐνόρκως ἐβεβαίωσαν 5 ἢ 10 μάρτυρες, εἰπόντες, ὅτι διὰ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγγέλθη, δὲν ἦτο ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος. Καὶ δαπανῶμεν τώρα δύο ὥρας, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀθῶος, ἀλλ’ ἦτο ἔνοχος ὁ ἀθωωθείς! Τότε, Κύριοι, ἂς ἀνατρέψωμεν ὅλους τοὺς νόμους, ἂς ἀνατρέψωμεν τὰ Δικαστήρια, καὶ ἂς ἔλθωμεν ἡμεῖς ἐδῶ νὰ γείνωμεν καὶ ναυτοδίκαι καὶ στρατοδίκαι καὶ ἀρεοπαγῖται! Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι παραδεχόμεθα μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐξητάσθησαν 5 ἢ 10 μάρτυρες· ὁ κ. Γουναράκης ἦτο παρών. Τί διάβολο! ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συνεννοήθησαν καὶ ἐψευδόρκησαν; Εἶναι ἀπελπισία!

§58Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τὸ δάσος τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι, προκειμένου νὰ συζητήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἵνα ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὁλόκληρον ὥραν, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἀγγείλῃ, ὅτι πρόκειται νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς προκληθεὶς κατέθεσα τὰ ἔγγραφα· καὶ ἂν δ’ ὑποτεθῇ, ὅτι τότε τὰ εἶχον ἴδει, ἐμεσολάβησαν πολλαὶ ἡμέραι, ὥστε ἠδυνάμην νὰ λησμονήσω. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. συνάδελφος ἀποδίδει τοσαύτην σπουδαιότητα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τὴν ἐξῆρεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπολάβωσιν οἱ ἀκροαταὶ, ὅτι συνδέεται τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους μετ’ αὐτῆς, ἔπρεπεν ἀπὸ προχθὲς νὰ ἀναγγείλῃ τὴν πρόθεσιν, ἣν εἶχε, νὰ συζητήσῃ, ὥστε νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν εἰς χεῖράς του πολλὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐν τῇ συναρμολογήσει, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν παρέλιπέ τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν του. Διότι ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, δὲν ὑπάρχει εὐλάβεια πρὸς τοὺς νόμους, τοῦτο δὲ, διότι, κατ’ αὐτὸν, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ δάσους, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμὴς, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀναμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Τοὐναντίον ὅμως συμβαίνει· ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἀπέρριψε τὴν ἀγωγήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε μὲν ταῦτα, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγὴ λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχεν ὑπογραφῆ παρὰ δικηγόρου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ παρίστασθαι ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Δικαστηρίων. Οὐχ ἧττον ὑπῆρχε μία δίκη, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Καὶ πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη, τὸ Δημόσιον, ὡς φαίνεται, ἠρνεῖτο ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰδιόκτητον τὸ δάσος αὐτὸ, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπέτρεψε νὰ χορηγῶνται ἄδειαι· ἡ ἀξιοῦσα δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπέμενεν, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια ὑλοτομίας ἐν τῷ δάσει αὐτῷ, ἠπείλησε δὲ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν διεκδικητικήν. Τὰ τῆς ὑλοτομίας τῶν δασῶν εἶχον ἀνωμάλως, διότι, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδίδετο ἄδεια ὑλοτομίας ἐπί τινων δασῶν, ἐπὶ ἄλλων δὲ ἠρνεῖτο τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἄδειαν. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο πρᾶξις, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς κ. Τσαπάλου, ἐπετράπη δὲ μόνον εἰς αὐτὴν νὰ διορίσῃ δασοφύλακας. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι, κατὰ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ἐπέχον ἰσχὺν νόμου, προσεκλήθησαν πάντες οἱ ἀξιοῦντες δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν δασῶν νὰ προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των πρὸς ἐξέλεγξιν, ἐτάχθη δὲ ἑνὸς ἔτους προθεσμία· ταύτης δ’ ἐκπνευσάσης ματαίως, πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τῶν δασῶν θεωρεῖται ἄκυρον. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους τὰ τῆς ἀναγνωρίσεως δάσους τινὸς ἐκανονίζοντο ἀνωμάλως. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ δάση δὲν ἐπιτρέπεται ὑλοτομία, ἂν μὴ προηγουμένως ἤθελον ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ πίνακες, οἱ κανονίζοντες τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῆς ὑλοτομητέας ξυλείας. Οἱ πίνακες οὗτοι ὑποβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ δικαιοῦται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ ἐγκρίνῃ τοὺς πίνακας τούτους· ἐγκρῖνον δὲ τοὺς πίνακας, ὅταν ὑποβάλλωνται ὑπὸ ἰδιοκτήτου ἀξιοῦντος ἰδιοκτησίαν, ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ὑπεβλήθησαν παράπονα ὑπό τινων, οἱ ὁποῖοι νέμονται δάση τινά, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον νὰ ὑποβάλωσι τίτλους ἰδιοκτησίας, εἶχον δὲ μόνον κατοχὴν ἐπ’ αὐτῶν· προσήχθησαν ὑπό τινων τίτλοι ἰδιοκτησίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδοθῆ παρὰ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου· περὶ αὐτῶν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κρατεῖ τακτικὰ βιβλία ἢ μητρῷα. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῆς δυστυχῶς ἀπεδείχθη, ὡς πρός τινας τῶν τίτλων τούτων, ὅτι ἦσαν πλαστοί. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρόκειτο νὰ ἐγκρίνῃ τὸν πίνακα, ἀναγνωρίζων τὴν κυρίαν Τσαπάλου ὡς ἰδιοκτήτριαν. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὑπῆρχε δίκη ἐκκρεμής· δὲν ἀφήρεσε τότε οὔτε τὴν κατοχήν, οὔτε τὴν ἰδιοκτησίαν· παρετήρησε δὲ μόνον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ὑπαρχούσης δίκης ἐκκρεμοῦς, νὰ ἐκδίδωνται ἄδειαι ὑλοτομίας. Ἐὰν ἡ κυρία Τσαπάλου νομίζῃ, ὅτι ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ὅτι παραβλάπτονται τὰ δικαιώματά της, δύναται νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν ἀδείας ὑλοτομίας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει βραδύτερον τὸ Δικαστήριον ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ἀφερέγγυον, ὥστε νὰ μὴ ἀποζημιωθῇ αὕτη. Καὶ ὡς πρὸς ἑτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τίτλους, ἀλλὰ παρουσιάζουσιν ἀποδείξεις, ὅτι ἐπὶ 60 ἔτη εἶχον τὴν κατοχὴν τοῦ δάσους, ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως γένηται ὑλοτομία τοῦ δάσους. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεβλήθη ἡ ἔγκρισις τῶν πινάκων ὑλοτομίας, τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς κυρίας Τσαπάλου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐπειδὴ ἐγένετο τοσοῦτος λόγος, θὰ φροντίσω νὰ δοθῇ ἐνεργητικωτέρα ὤθησις εἰς τὴν δικαστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Πέποιθα ὅμως, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς δίκη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν τεταγμένον ὑπὸ τοῦ νόμου φρουρὸν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐγκρίνῃ πίνακα, τὸν ὁποῖον ἡ κυρία Τσαπάλου θὰ φέρῃ βραδύτερον ὡς τίτλον τῆς ἰδιοκτησίας της. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔδωκε σημασίαν ἀνωτέραν τῆς προσηκούσης, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ζητήσω ὁλόκληρον τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως, ὅπως μελετήσω καὶ ἐντοπισθῶ λεπτομερέστερον εἰς τὸ θέμα, ἐν καιρῷ δὲ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ἤδη τὴν συνεδρίασιν.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἐπερωτήσεις δι’ αὔριον καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τότε μάλιστα.

§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν συναινῇ καὶ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι θὰ περατώσωμεν τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς 12ης, τότε βεβαίως.

§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)

§65Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Χθὲς δύο ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ κύριοι Ι. Λάππας καὶ Π. Ζαΐμης, ἔφεραν ἐνταῦθα τὸν λόγον, καταγγείλαντες πράξεις τινὰς ἀγρίας δύο κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὧν τὰ ὀνόματα δὲν ἐνθυμοῦμαι, πράξεις, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν ὁποίων πολλοὶ Βουλευταὶ ἐξεπλάγησαν, καίτοι δι’ αὐτοὺς τὰ καταγγελθέντα δὲν ἦσαν πρωτάκουστα. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα τὰ λεχθέντα χωρὶς νὰ ἐκπλαγῶ, καὶ τοῦτο, ὄχι διότι θεωρῶ, ὅτι κατὰ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δύνανται νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας πράξεις, ἀλλὰ διότι ἔχω πάντοτε τὸ συναίσθημα, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἀστυνομικὸν σῶμα στρατολογοῦνται οὐχὶ μεταξὺ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ἡ πλειονότης τῶν ὁποίων, ὡς δὲν δύναταί τις νὰ ἀγνοῇ, ἀποτελεῖ περιβάλλον οὐχὶ τόσον ὑγιὲς, ὅσον ἀπαιτητικοί τινες ἐξ ἡμῶν θέλουσι νὰ τὸ παραστήσωσιν. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐνωμοτάρχαι ἢ ὑπενωμοτάρχαι ἀστυνομικοὶ ὑπέπεσαν, ὡς ἄτομα, καὶ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῆς ἀνατεθείσης αὐτοῖς ὑπηρεσίας, εἰς πράξεις κολασίμους, ὡς βεβαιοῦσι δύο συνάδελφοι, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐπιλάβηται τῆς ὑποθέσεως ἁρμοδίως, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ταῦτα, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, πιστοποιηθῶσι, νὰ προβῇ εἰς τὸν κολασμὸν τῶν πράξεων αὐτῶν, διδάσκουσα οὕτω τοὺς παρεκτραπέντας καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτῶν, ὅτι αὐτοὶ ἐτάχθησαν φρουροί, καὶ οὐχὶ διῶκται τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Ὅτε ὅμως αἱ ἔκνομοι τῶν δύο τούτων ἀστυνομικῶν ὀργάνων πράξεις κατηγγέλθησαν, εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐκφράσας τὴν ἀπορίαν του ἐπὶ τῇ ἀναισθησίᾳ τῶν κακοποιουμένων οὕτω πολιτῶν, ἔσπευσε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀπεριφράστως τὴν συμβουλὴν, νὰ λάβωσιν ἀνὰ χεῖρας τὰ ὅπλα, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ τιμωρήσωσι τοὺς παρεκτρεπομένους ἀστυνομικούς, καὶ νὰ μὴ ἀρκῶνται εἰς τὰς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς προσφυγὰς, αἱ ὁποῖαι, κατ’ αὐτόν, ἀποδεικνύουσι τοὺς πολίτας αὐτοὺς ἀφιλοτίμους καὶ ἀναξίους τῶν ἐλευθεριῶν των. Ἐζήτησα ἀμέσως τὸν λόγον, ἵνα δώσω κατάλληλόν τινα ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον· ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μου ὅμως αἰτήσει ἐξηγέρθησαν οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν συνάδελφοι, οἱ πάντοτε προθυμοποιούμενοι νὰ χαρακτηρίζωσι πάντα ἀντιπολιτευόμενον κωλυσιεργόν, καὶ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι πράγματι ἐσκόπουν νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, παρῃτήθην τοῦ λόγου, δηλώσας, ὅτι θὰ ὁμιλήσω σήμερον, ὅτε εὐχαρίστως βλέπω, ὅτι μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος. Πάντες, Κύριοι, γινώσκομεν τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Γινώσκομεν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην Κυβέρνησις, τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1892, τὸ ὁποῖον, βελτιωθὲν κατὰ τὸ 1893, ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894, καὶ ἐλειτούργει ἔκτοτε κατὰ τρόπον ἀνταποκριθέντα εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τοῦ ἀπαιτητικωτέρου πολίτου. Ἀλλὰ μετά τινα χρόνον τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ κατὰ τὸ 1895 ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής, ἡ Κυβέρνησις τοῦ ὁποίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Εἰς μάτην τότε πολλοὶ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα παρεκαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου, λέγοντες πρὸς ἐκείνην, ὅτι, καταργουμένου τοῦ Ἀρχηγείου, ἡ ἀστυνομία θ’ ἀπεκεφαλίζετο, καὶ ἀκέφαλος θὰ παρεδίδετο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος κόμματος. Ἡ τότε Κυβέρνησις, μὴ ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τῶν ὑπολογισμῶν της καὶ τῶν μετὰ τούτους γνωμῶν της, ἐπέμεινε, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, μετὰ μακρὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διεξαχθεῖσαν πάλην, ἧς συμμετέσχον τότε πολλοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ὁποίου δύναται σήμερον, ἀναγινωσκομένη ἐνταῦθα, νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἀπορῶμεν, πῶς ἐν διαστήματι ὀλίγων ἐτῶν τόσον μετέβαλε γνώμην, ἢ ἐλησμόνησεν ὅ,τι τότε ὁ ἴδιος ἔλεγεν. Ὡς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις βιάζεται νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὕτω καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐβιάζετο νὰ καταστήσῃ νόμον τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς νομοσχέδιόν της, καὶ τὴν βίαν ταύτην βλέπων τότε ὁ νῦν κύριος Πρωθυπουργός, ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεώς του διὰ τῶν ἐρωτημάτων: «Διατὶ τοσοῦτον ἀνυπομονεῖτε πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Πρὸς τί τοσαύτη σπουδή; Τί ἐπιδιώκετε δι’ αὐτῆς;» Καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χαρακτηρίσωσιν ἡμᾶς ὡς κωλυσιεργούς, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιάν), καίτοι κάπως δὲν συμπίπτουσι τὰ πράγματα: διατὶ τόσον ἀνυπομονεῖτε διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; πρὸς τί ἡ σπουδὴ αὕτη;

§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον.

§67Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ εἶπον πρὸ ὑμῶν. Ἀλλὰ προβαίνων ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ἔλεγε τότε καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἄσχετα: «Καὶ ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Τὰ ἐγκλήματα περιωρίσθησαν, ὁ τραμπουκισμὸς ἐξέλιπε, τὰ ταραχοποιὰ στοιχεῖα ᾐσθάνθησαν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς, ὡς πρότερον, ἐλευθερία, τὸ λαθρεμπόριον περιωρίσθη, ἡ τάξις ἠδραιώθη, καὶ ἡ ἡσυχία τῶν πολιτῶν ἐξησφαλίσθη. Καὶ ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, τί παρατηρεῖται, Κύριοι; Ὅτι βεβαίως ἐξακολουθεῖ ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ οἱ οἰκοκυραῖοι, αἱ συντηρητικαὶ τῆς κοινωνίας τάξεις, κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας...» Εἶπε, λέγω, ταῦτα τότε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἔργου του, ἤτοι τῆς καταργήσεως τοῦ τόσον τότε ἐνθουσιάζοντος αὐτὸν θεσμοῦ, ἀποδεικνύεται ἀπαρνούμενος καὶ ἐγκαταλείπων τοὺς οἰκοκυραίους καὶ τὰ συντηρητικὰ τοῦ τόπου στοιχεῖα. Ἀλλὰ σὺν τούτοις ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν τότε τοιοῦτον, τὸν ὀλίγον πρὸ τῆς συζητήσεως ἐκείνης δηλώσαντα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προετίθετο νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ κατήργει τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἔλεγε ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ προσέξωσιν, ὅσοι θέλουσι νὰ μάθωσι τὸ αἴτιον τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς ἣν ἀπό τινος περιῆλθον τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας: «Μετὰ τὰς δηλώσεις ὑμῶν περὶ προσεχοῦς καταργάσεως, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἀπώλεσε πᾶν γόητρον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἠθικὴν δύναμιν ἡ ἀστυνομία, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ὅλη γινώσκῃ, ὅτι ἡ ζωὴ τῆς ἀστυνομίας ταύτης παύει τὴν 31 Δεκεμβρίου; Ποῖον ζῆλον δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται σήμερον, ὅτε γνωρίζουσιν, ὅτι μετά τινας μῆνας ἡ λειτουργία αὐτῶν παύει; Διατηρεῖτε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀφοῦ ἐστερήσατε αὐτὴν διὰ τῶν δηλώσεών σας πάσης ἠθικῆς δυνάμεως, παντὸς γοήτρου, καὶ τὴν καθιστᾶτε ὑποχείριον τῆς πολιτικῆς.» Ἀλλ’ ἄν, κατὰ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργόν, μία ἁπλῆ δήλωσις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ περὶ καταργήσεως τῆς ἀστυνομίας ἐστέρησεν αὐτὴν παντὸς γοήτρου καὶ πάσης ἠθικῆς δυνάμεως, νῦν, ὅτε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς προέβη, οὐχὶ εἰς δήλωσιν, ἀλλ’ εἰς ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν καὶ δημοσίευσιν νόμου περὶ καταργήσεως αὐτῆς, δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ σῶμα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας περιῆλθεν εἰς ἔτι χείρονα κατάστασιν; Ταῦτα, Κύριοι, ἀρκοῦσι, νομίζω, ἵνα πεισθῇ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπε χθὲς, ἠδίκησε μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀστυνομίαν, κακὴν δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔδωσε συμβουλὴν εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς ὑποβαλόντας τὰ κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων παράπονά των, καθ’ ὃν τρόπον πολλάκις οἱ συμπολῖταί του δι’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑπέβαλον· καὶ τούτου οὕτως ἔχοντος, καλῶς, νομίζω, θὰ ἔπραττεν, ἂν ἐφρόντιζε νὰ καταδείξῃ εἰς τοὺς πολίτας τοὺς ἀληθεῖς αἰτίους τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ νὰ συμβουλεύσῃ αὐτοὺς νὰ ἐπιτεθῶσιν, οὐχὶ κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τῶν θυμάτων τῆς κυβερνητικῆς ἀτασθαλίας, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν τοιαύτην τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος κατάστασιν. (Θόρυβος).

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Κύριοι Βουλευταὶ, παρακαλῶ, εἰς τὰς θέσεις σας.

§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§71Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπὸ διπλῆν ἔποψιν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐξεταστέος ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἢ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ· ἡ μία εἶναι, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἔβλαψε τὸν στρατόν· ἡ ἄλλη, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐπέτυχεν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ πολιτικῇ. Διὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς τὸν στρατὸν, ἔχομεν, πλὴν τῆς ὁμοφώνου γνώμης ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, τοῦ ἀξιοτίμου ἤδη Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, φέρων ὡς σοβαρώτερον ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατόν, χάριν τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω νὰ ἐξετάσω, εἶναι ἡ δρᾶσις τῆς ἀστυνομίας τῆς στρατιωτικῆς ἐν τῇ καθαρῶς ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ· ἐπειδὴ δὲ ἤχθη ἀπόψε τὸ ζήτημα, καὶ ἐλέχθη, ὅτι αἰτία τῆς ἀποτυχίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἦτο ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσω καὶ τὴν ἰδικήν μου ψῆφον, διότι εἶμαι ἐκ τῶν καταψηφισάντων τότε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐκ τῶν ἐργασθέντων ὁπωσδήποτε εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἀνῆκον τότε εἰς τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ ἔντιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐψήφισα. Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐφηρμόσθη ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1894, καὶ τὸ Κράτος καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου εὑρέθησαν ὑπὸ στρατιωτικὸν νόμον. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐστάλησαν, ἐξ οἱουδήποτε ὅπλου καὶ ἂν ἐξελέγησαν, μίαν εἶχον συμπεριφορὰν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχον διδαχθῆ ἐν τῷ στρατῷ, καὶ μίαν εἶχον ἀνατροφὴν, τὴν στρατιωτικὴν ἀνατροφήν. Βεβαίως οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἄνθρωποι οὕτω μεμορφωμένοι ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσιν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο δύναται νὰ ἦναι παρὰ συγγενὲς πρὸς τὸ στάδιον τὸ στρατιωτικόν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι ἠγνόουν καὶ αὐτὰ τὰ στοιχειώδη καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου· ἐνῷ δὲν ἠδύναντο νὰ συμμορφωθῶσι οὐδὲ πρὸς τὴν συμπεριφοράν, τὴν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀστυνομικῶν στοιχείων ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν ἀστυνόμον, δὲν ἐνόουν, ὅτι εἶχον καὶ εἰρηνοποιὸν ἀποστολήν· ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μεταχειρισθῶσι τοὺς πολίτας αὐστηρότερον παρ’ ὅσον μετεχειρίζοντο τοὺς στρατιώτας ἐν τοῖς στρατῶσιν· ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ διδάξωσι τοὺς πολίτας πειθαρχίαν. Καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον ταῦτα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συμπεριφορᾶς πρὸς τοὺς πολίτας, ἀφ’ ἑτέρου κατήντησαν μάστιγες δι’ ἄλλων νόμων, συντελούντων καὶ εἰς κατάθλιψιν τῶν πολιτῶν καὶ εἰς διαφθορὰν αὐτῶν τῶν ἀστυνόμων. Ἕν αἴτιον—τὸ καὶ μεγαλείτερον, κατ’ ἐμέ, — πρὸς κατάθλιψιν τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς διαφθορὰν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, εἶναι ὁ νόμος τῆς ποιμνιοβοσκῆς. Εὐθὺς ὡς εἰσέβαλον εἰς τὴν ἀστυνομίαν οἱ στρατιωτικοί, ἓν εἶχον μέλημα οἱ πλεῖστοι τούτων, πῶς νὰ πλουτίσωσιν, ἐκμεταλλευόμενοι τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς· καὶ ἐνεθαρρύνοντο εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, διότι ταῦτα, ἐξ ἄλλου λόγου ὁρμώμενα, καὶ νομίζοντα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσωσι τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας χάριν τῆς τάξεως, ἐφέροντο μεθ’ ὅσης δὲν ἔπρεπεν ἐπιεικείας πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἀπεθρασύνθησαν, καὶ κατέθλιβον τοὺς πολίτας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατεστάλησαν—ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω—τὰ κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλήματα ἐν ταῖς ἀγοραῖς, ἀλλ’ ηὔξησαν ταῦτα ἐν τοῖς ἀγροῖς, κατὰ τὰς ἐφόδους καὶ τὰς μάχας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο μεταξὺ στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν διὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπ’ αὐτῶν τῶν ποιμνίων. Ἐπὶ τοσοῦτον κατεπιέσθη ὁ λαός, ὥστε, ὅτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1895 ἐζητοῦμεν τὰς ψήφους τοῦ λαοῦ, ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς, μίαν προέβαλλον εἰς ἡμᾶς ἀξίωσιν οἱ ἐκλογεῖς, νὰ σπεύσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ ὅτε ἀνεχώρουν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου διὰ τὰς Ἀθήνας, μὲ μίαν μὲ προέπεμπον εὐχὴν καὶ παράκλησιν, νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἐπὶ τοσοῦτον εἶχον καταθλιβῆ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου! Ἐγνώριζον δὲ τοῦτο ἐγὼ καλλίτερον καὶ αὐτῶν τῶν ἐκλογέων μου, διότι, ὡς δικηγόρος ἐν Τριπόλει, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶχον ὑπερασπίσει εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, ναὶ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, 15 στρατιωτικοὺς ἐπὶ ἀναιρέσεσι καὶ ἐπὶ τραύμασι θανατηφόροις, τὰ ὁποῖα ἐτέλουν πῶς; διὰ μίαν αἰτίαν· καταγινόμενοι νὰ συλλάβωσι τὰ ποίμνια τοῦ λαοῦ, ὡς βόσκοντα παρανόμως, διὰ νὰ λάβωσι τὰ σύλληπτρα. Καὶ εἶχον ἀκόμη τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὡς λειτουργεῖ ὁ νόμος, ὑπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, διότι καὶ τοῦτο, τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐνεθάρρυνε τοὺς ἀστυνόμους ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν καὶ τὴν παράβασιν τῶν καθηκόντων, τοὺς ἐνεθάρρυνε δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔκαμνε τοὺς πολίτας νὰ πιστεύωσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνεύρωσι δικαιοσύνην, καὶ ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν τυράννων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεκάθισαν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ! Ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ ἀστυνόμον, καταγγελθέντα διὰ 35 παρανόμους πράξεις, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὐδὲν ἐνηργεῖτο κατ’ αὐτοῦ! Ἐστάλη ἀναφορά, ὑπογεγραμμένη παρ’ ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ δήμου, καὶ ἐστάλη, εἰς πενταπλᾶ ἀντίτυπα, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν Νομάρχην καὶ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μόλις μετὰ μῆνας πέντε διετάχθη εἷς ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις! Ὁ ἐπιθεωρητὴς μετέβη εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐγκαθιδρύθη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ἐκεῖ ἐκάλει τοὺς μάρτυρας πολίτας νὰ μεταβῶσιν, ἵνα καταθέσωσι κατὰ τοῦ ἀστυνόμου! Ἀλλ’ ὡδηγοῦντο εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀφοῦ πρῶτον διήρχοντο ἐκ τοῦ δωματίου τοῦ κατηγορουμένου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐκ τῶν ἑκατὸν ὑπογεγραμμένων μόνον πέντε προσῆλθον, οἱ ἄλλοι ἐτράπησαν εἰς φυγήν· ἐπετεύχθη δὲ τότε ἡ μετάθεσις ἐκείνου τοῦ ἀστυνόμου, μόνον διότι καὶ ἡ δημοσιογραφία ἐξεμάνη. Καὶ ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1895, συνεζητοῦντο δὲ τότε τὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐζητεῖτο λόγος τῶν πεπραγμένων, καὶ ἐπεχειρήθη νὰ ζητηθῶσι καὶ εὐθῦναι· ἀλλὰ τίς ἦτο ὑπεύθυνος; Πολὺ δικαίως δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε τότε, ὅτι οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιρροὴν καὶ ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς· τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἦτο δοσίλογον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, διὰ τὰς πράξεις δὲ ἐκείνας οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ νόμος! Ἐνθυμοῦμαι δὲ τοῦτο τὸ χαρακτηριστικώτατον, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἦμαι μανιώδης κατὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι, ὅτε ἐζητήσαμεν νὰ στείλῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν καταγγελθεισῶν παραβάσεων ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ εἰδικῶς κατάστασιν τῶν ἀναιρέσεων, τῶν διαπραχθεισῶν ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐν ᾧ ἐγὼ ἐγνώριζον, ὅτι εἶχον ὑπερασπισθῆ 15 ἐπὶ ἀναιρέσεσι καταγγελθέντας, ἐλάβομεν κατάστασιν ἀπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη κατηγγέλθη παράβασις! Καὶ ἐψηφίσαμεν, Κύριοι, τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἀνέπνευσεν ὁ λαός, καὶ ἐμακάρισε τοὺς καταργήσαντας τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς. Ἐφ’ ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήσκει ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, καὶ ἐνήσκει ὡς ἔδει τὸ δικαίωμα τοῦ μεταθέτειν ἢ παύειν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους, ἐφ’ ὅσον οὕτως ἐφέρετο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεὶς ὑπῆρχεν, ὁ ὁποῖος νὰ δικαιολογῇ ἐκείνους, ὅσοι ὑπεστήριζον, ὅτι καθίσταται ἀκέφαλος ἡ ἀστυνομία, καὶ ὡς τοιαύτη θὰ ἀποτύχῃ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, πάντες δὲ ἐφρόνουν, ὅτι ἐπιτυχῶς ἐνηργήθη ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου. Σήμερον ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος παρουσιάζει ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς λόγον τῆς ἀποτυχίας τῆς σημερινῆς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς!...

§72Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ ἐγώ. Ἐγὼ ἀπέδωσα τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν τῆς ἀστυνομίας εἰς τὴν ἀπρονοησίαν καὶ ἀμέλειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰ τῆς ἀστυνομίας.

§73ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ κρίνω τοῦτο ἐξεταστέον, καὶ νὰ ἀνεύρω τοὺς ὑπευθύνους καὶ τὰ διορθωτέα. Συντελεῖ εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομίας, τὴν οἰκτράν, ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἀλλὰ συντελεῖ, ὡς συνετέλεσεν ἀπὸ ἐτῶν, ἰδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπροκαλύπτως ὑπονομεύει τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁσάκις πρόκηται νὰ δώσῃ ἀξιωματικὸν εἰς συμπλήρωσιν θέσεως ἀστυνομικῆς κενῆς, γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου, ποίους στέλλει ἀξιωματικούς· καὶ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατόν, εὗρε τὴν μέθοδον τοῦ προβιβάζειν εἰς ἀξιωματικοὺς τοὺς μὴ κριθέντας ἀξίους νὰ μαθητεύσωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν! εὗρε τὴν μέθοδον νὰ στέλλῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς νὰ ἐκτελοῦν καθήκοντα ἀστυνόμου· καὶ ὅταν ἔρχωνται νὰ διευθύνουν οἱ χθεσινοὶ ὑπαξιωματικοὶ ἢ ἀνθυπασπισταὶ, δύνασθε νὰ συμπεράνητε, πῶς διοικεῖται ὁ τόπος, καὶ πῶς ἐφαρμόζονται οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι. Ἄλλοτε τοὐλάχιστον, ὑπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ ἀξιωματικοὺς ἀπείρους μὲν καὶ ἀνικάνους πρὸς τὸ ἀστυνομεύειν, ἀλλ’ ἔχοντας συναίσθησιν τοῦ βαθμοῦ των καὶ τῆς προσωπικότητός των. Δὲν παρετηρήθη τότε ἀστυνόμος συρόμενος εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, καὶ ἐμπαιζόμενος ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἢ δὲν ξεύρω τί ἄλλο πάσχων, πρὸς ἐξευτελισμὸν καὶ τοῦ βαθμοῦ του τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀξιώματός του, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ του! Συνέβη τοῦτο—εἶμαι μάρτυς.—Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀστυνομίας σήμερον, καὶ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῶν ἀστυνόμων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους στέλλουν τὰ Ὑπουργεῖα, εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν πολὺ χειροτέραν τῆς προτέρας. Διπλοῦς εἶναι ὁ λόγος, οὗ ἕνεκα τοιαύτην οἰκτρὰν ἀποτυχίαν ὑπέστη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· τὸ μὲν, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν στέλλομεν κατάλληλα πρόσωπα, τὸ δὲ ἡ θέσις τῆς πολιτικῆς ἐν τῷ θεσμῷ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οἱ ἀστυνόμοι ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης φατρίας· ἐκλέγονται δὲ οἱ ζητοῦντες νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξύμνησεν ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐθεωρεῖτο ὄχι εὐπρεπὲς τὸ νὰ διορισθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος· ἐπιδιώκουν σήμερον οἱ ἀνθυπασπισταὶ κυρίως νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι, καὶ ὑπακούουσιν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν προστατῶν των πολιτευομένων· διὰ ποῖον, νομίζετε, λόγον; Διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνανται νὰ συμπληρώνωσι τὸν γλίσχρον μισθόν των ἐκ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ τῶν ἄλλων προσόδων τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας...

§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν λέγετε λεπτομερείας;

§75ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε λεπτομερείας, ἐνθυμοῦμαι μίαν περίπτωσιν ἀστυνόμου μὲ διακόσια κεφάλια τυροῦ μέσα εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα! Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρωμεν τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν βλέπομεν καὶ καμαρώνομεν! Διεκτραγῳδοῦνται εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν, ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, τὰ ὄργια, τὰ διαπραχθέντα ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι τῆς Χαλκίδος, καὶ μονονουχὶ ζητοῦσι τὴν ἀπονομὴν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος οἱ διαπράξαντες τὰ τοιαῦτα ὄργια ἀστυνομικοὶ, καὶ δὲν βλέπω ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν οὕτω παραβιασάντων τοὺς νόμους! Καὶ σιωπῶμεν, ὅταν βλέπωμεν (ὡς εἰς τὰς ἐφημερίδας χθὲς ἀνεγίνωσκον), ὅτι κατ’ ἀντιμολίαν κατεδικάσθησαν ἀστυνόμοι ἀξιωματικοὶ ἐπὶ ζωοκλοπῇ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Μεσολογγίου, καίτοι γνωρίζομεν, ὅτι ἐπέρχονται αἱ καταδίκαι αὗται, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιείκειαν τῶν Δικαστηρίων, προσπαθούντων ἀκόμη νὰ συγκρατήσωσι τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι νομίζουσι καὶ τὰ Δικαστήρια, ὅτι δύνανται νὰ ἐκτελῶσι καθήκοντα ὁπωσδήποτε νομοθετικὰ, καὶ νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν συγκράτησιν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει κατέπεσεν!...

§76Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς σκοτώνουν λοιπὸν, ἢ ὄχι;

§77ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμος συνάδελφος: «νὰ τοὺς σκοτώνωμεν λοιπὸν, ἢ νὰ μὴ τοὺς σκοτώνωμεν;» Ὅταν οὕτω φέρωνται τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅταν ἔργον αὐτῶν ἦναι, ὄχι νὰ προστατεύωσι τοὺς πολίτας καὶ νὰ διατηρῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ πῶς νὰ κλέπτωσι καὶ νὰ καταπιέζωσι τοὺς πολίτας, τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ πολίτης; Εἶναι δόγμα πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ἐὰν δύναται ὁ πολίτης νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῆς ἀρχῆς παρανομούσης· ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ δόγμα κατέρριψαν τὰ Δικαστήρια ἡμῶν, ὠθούμενα ἀπὸ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα πρότερον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν ἡ ἀρχὴ παρανομῇ, δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς πολίτας νὰ ἀνθίστανται. Καὶ λέγουσι μὲν οἱ πολῖται, ὅτι ὁ παρανομῶν στρατιωτικὸς, εὐθὺς ὡς ὑπερβῇ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ καὶ πράττῃ ὅ,τι ὁ νόμος τῷ ἀπαγορεύει, ἀποβάλλει τὰς ἐπωμίδας τοῦ στρατιώτου, τὸν μανδύαν τοῦ δημοσίου ὑπηρέτου, καὶ εἶναι ἁπλοῦς παραβάτης τῶν νόμων, καὶ δύνανται νὰ ἀμυνθῶσι κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια, κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφε, δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἰδέαν, καὶ τσακίζουσι τοὺς πολίτας! Καὶ ἔχω ἓν παράδειγμα προχθεσινόν· παρέπεμψαν μὲν ἕνα ἐνωμοτάρχην, ἀστυνομεύοντα ἐν Λεωνιδίῳ, διότι εἶχε μεθύσει καὶ ἐβγῆκε μὲ τὸ πιστόλι, ὅποιον εὕρῃ, νὰ σκοτώσῃ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐπετάχθησαν, ἵνα σταματήσουν αὐτὸν, ὄχι ἵνα ἀντιστῶσι, τοὺς παρέπεμψαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ ἀντιστάσει· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διέταξαν καὶ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν! (ἀλλὰ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸν κύκλον τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ)· διέταξαν τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν, διότι ὑπῆρχε φόβος, μήπως ἀπομακρυνθῶσι τῆς ἀνακρίσεως· τίνες; ὁ Δήμαρχος, δύο δικηγόροι, δύο ἰατροί, εἷς φαρμακοποιὸς καὶ τέσσαρες ἔμποροι! Καὶ τοὺς κατέστησαν φυγοδίκους τοὺς ἀνθρώπους, ἵνα ἐνισχύσωσι τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας! Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμος συνάδελφος, περὶ τοῦ ἀνθίστασθαι κατὰ τῶν παρανομούντων ὑπαλλήλων· δὲν τολμῶ ὅμως νὰ τὴν συμβουλεύσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω Δικαστήρια θέλοντα νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἰδίαν των κρίσιν. Ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ θέσῃ πλέον εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νέον νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας;—ἐὰν ὄχι διότι ἐλπίζω, ὅτι ὁ νέος νόμος περὶ ἀστυνομίας θέλει ἐπιφέρει πλήρη τὴν διόρθωσιν, ἀλλὰ διότι ἐλπίζω, ὅτι θὰ λείψῃ τοὐλάχιστον τὸ κακὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.—Ζητῶ τὴν ἐφαρμογήν του, μόνον διὰ νὰ μὴ βλέπω τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους, ζητῶ τὴν ἐφαρμογήν του, μὲ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν πρόκηται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος δαπάνην, διότι νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, διότι, ἐπὶ πλέον, ὁσαδήποτε καὶ ἂν δαπανήσωμεν, ταῦτα θὰ ἦναι ὀλιγώτερα τῶν ὅσα πληρώνει ἤδη ὁ λαὸς πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀστυνόμους ὡς χαράτσι! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§78Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀρξάμενος τοῦ λόγου του, ἔκρινε καλὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἀστυνομίας. Δὲν ἀξιῶ, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰς γνώμας μου νὰ ἔχω ὀπαδοὺς ἢ συντρόφους, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἀξιῶ νὰ ἔχω ὀπαδὸν εἰς τὰς γνώμας μου τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον — εἰλικρινῶς δηλῶ ἐνταῦθα — θεωρῶ κατὰ πάντα ἀνώτερόν μου. Ἐνῷ ὅμως ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ἐπάναγκες διὰ τῶν πρώτων αὑτοῦ λέξεων νὰ δηλώσῃ τὴν διαφωνίαν του πρὸς ἐμέ, εἶδον μετ’ εὐχαριστήσεως ἅμα καὶ ἐκπλήξεως, ὅτι εἰς πολλὰ σημεῖα τοῦ ζητήματος τούτου εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἀρξάμενος τῆς πραγματείας τοῦ ζητήματος, ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τὸν λόγον κυρίως, ὅτι ὁ διορισμὸς ἀξιωματικῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ ἀστυνομικῇ παρέλυσε τὸν στρατόν, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ μόνῳ πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐργάζωνται, διδάσκοντες καὶ διδασκόμενοι τὰ τοῦ κυρίως στρατοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ εἶπόν ποτε τὸ ἐναντίον; Ἐγὼ ἤμην καὶ θὰ ἦμαι ἴσως ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπω ἰσχύοντα νόμον περὶ ἀστυνομίας, νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους, θὰ ἦμαι, λέγω, ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὄχι διότι αὕτη δὲν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ διότι ἀκραδάντως πιστεύω, ἐκ τῆς μακρᾶς ἤδη πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἡ Ἑλλὰς εὗρε σχετικήν τινα ἡσυχίαν καὶ τάξιν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκ Κυνουρίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ λεχθέντα πρὸ ὀλίγου, δὲν ἀξιῶ νὰ νομίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἄνθρωποι ἀναμάρτητοι καὶ, ὡς εἶπον προηγουμένως, ὡς στρατολογηθέντες μεταξὺ τῶν ἁγίων. Εἶπον καὶ λέγω καὶ θὰ λέγω, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι Ἕλληνες, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι πολὺ διάφοροι τοῦ περιβάλλοντος. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὶ καθ’ ἑκάστην σφάλλονται, ἐνῷ αὐτοὶ καθ’ ἑκάστην, ὡς πάντες ἐνταῦθα λέγομεν, καταπατοῦσι τοὺς νόμους, ποῦ εἶναι τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ νόμοι τιμωροῦσι τοὺς παρεκτρεπομένους, διὰ τῶν ὁποίων οἱ νόμοι ἐπαναφέρουσιν εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τοὺς παρεκτρεπομένους καὶ παρανομοῦντας, καὶ δὲν τὰ ἐφαρμόζομεν; Ἐθεσπίσαμεν ποτὲ ἐνταῦθα, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι δὲν δίδουσιν εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις των; Ὅτε ἐγένετο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, δὲν ἐγένετο, ὅπως διαφθαρῇ ὁ στρατὸς, ὑπηρετούντων ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν μελῶν αὐτοῦ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα. Γνωρίζω, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐσκέφθη τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐσκέφθη καὶ κατέφυγε τὸ πρῶτον καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ στρατοῦ τὰ πρόσωπα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, διὰ τὸν λόγον μόνον, ὅτι ἐκεῖ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἀνθρώπους ἔχοντας σύμπνοιαν, ἀγαπωμένους ὁπωσδήποτε μεταξύ των, καὶ πονοῦντας ὁ εἷς διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἄλλου, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία καθ’ ὅλας τὰς ἀστυνομικὰς περιφερείας νὰ γίνεται ἐν συνοχῇ, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρώτιστον ἐχέγγυον τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ὅτε ἀπεφάσισαν νὰ συστήσωσι τὸ σῶμα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἐσκέφθησαν τοῦτο, βεβαίως δὲν ἤγοντο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ κρατήσωσιν ἀπεσπασμένους ἐν τῷ σώματι τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικούς, καὶ νὰ στερήσωσιν αὐτῶν τὸ σῶμα τὸ κύριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν, ἀλλ’ ἐσκέπτοντο νὰ καταρτίσωσι σὺν τῷ χρόνῳ ἀστυνομικὸν σῶμα ἴδιον, ἀστυνομικὸν σῶμα εἰδικὸν, λαμβάνοντες καὶ ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὡς πυρῆνα τοῦ σώματος τούτου, ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κριθῇ ἱκανοὶ εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῶσιν ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος ἐκ τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο πράττοντες θὰ ἠκρωτηρίαζον αὐτὸν, βεβαίως εἶχον καὶ τὴν σκέψιν, ὅτι τὰ κενὰ, τὰ προκύψοντα, ἠδύναντο νὰ συμπληρώσωσι, προσλαμβάνοντες καὶ ἀνθρώπους γνώστας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, τῶν νόμων, τουτέστι νομικοὺς, οἱ ὁποῖοι προθύμως βεβαίως θὰ ἐδέχοντο νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ, στρατιωτικῶς πλέον ὠργανωμένῃ, ἀφοῦ προθυμότατα πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔσπευσαν καὶ ὑπέστησαν δοκιμασίαν, ὅπως γένωνται τελωνοφύλακες. Ἐνῷ οἱ δικηγόροι,—περὶ τῶν ὁποίων, ὡς καὶ περὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν γένει, πολλὰ ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ἐδῶ,—μὴ ἔχοντες, τί νὰ κάμωσιν, ἔσπευσαν νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ τελωνοφύλακος, ἡ ὁποία πολὺ χείρων εἶναι, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τῆς θέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀστυνόμου, δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν θὰ προσήρχοντο νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν σῶμα, ὑφιστάμενοι τὴν πρὸς τοῦτο δοκιμασίαν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐκάκισε τοὺς δύο Βουλευτὰς, ἐμὲ καὶ τὸν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐπὶ τῷ ὅτι συνεβουλεύσαμεν εἰς τοὺς πολίτας νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα, καὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν ἀστυνόμων...

§79Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεβούλευσα αὐτό. Εἶπον νὰ φονεύωσι τὰ κακοήθη ἐκεῖνα ὄργανα, τὰ ὁποῖα, παρὰ τοὺς νόμους, ἀτιμάζουν καὶ φονεύουν τοὺς πολίτας. Ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐσκέφθην νὰ συμβουλεύσω τοιοῦτόν τι εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἐξ ἀτομικῆς διαθέσεως καὶ ἐκ πατρικῆς κληροδοσίας.

§80Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ὡς τοιοῦτον σᾶς ἐγνώρισα πάντοτε, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι χθές, ὡς ἐκ τῶν καταγγελθέντων ὀργίων ἀστυνομικῶν τινων ὀργάνων, εἴχετε καταληφθῆ ὑπὸ θυμοῦ, ὅστις σᾶς ὑπηγόρευσε τοὺς λόγους ἐκείνους.

§81Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον χθές, ὅτι οἱ πολῖται πρέπει νὰ ἀμύνωνται κατὰ τῶν τοιούτων κακοηθεστάτων ὀργάνων.

§82Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Χθὲς ἐξεφράσατε ἁπλούστατα τὴν λύπην σας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι ἄνδρες μὴ συναισθανόμενοι τὴν ἐλευθερίαν των καὶ ἀνάξιοι αὐτῆς, καὶ τοὺς ὠνομάσατε μάλιστα ἀφιλοτίμους.

§83Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑπόχρεως, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ δίδετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι θεωρῶ τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἵτινες ὑφίστανται ἀτιμώσεις, κακώσεις, ἀδικίας, παρὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους ἐν τῷ Κράτει, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, παρὰ τοιούτων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὅτι θεωρῶ, λέγω, τοὺς πολίτας ἐκείνους ἀφιλοτίμους, ἂν δέχωνται νὰ ὑφίστανται τὰ τοιαῦτα.

§84Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔλεγον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου ἐκάκισεν ἐμὲ καὶ τὸν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφον ἐπὶ τῷ ὅτι ἀμφότεροι συνεβουλεύσαμεν τοὺς πολίτας νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐπὶ τούτῳ τὸν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν μὲ ἐνόησε καλῶς. Ἐγὼ δὲν συνεβούλευσα ἐπίθεσιν τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἀπαντήσας μόνον εἰς τὴν τοιαύτην συμβουλὴν τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, καὶ ἀναπτύξας τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν θεωρῶ ταύτην ὀρθὴν καὶ δικαίαν, εἶπον, ὅτι, ἀντὶ νὰ συμβουλεύσῃ τοῦτο, καλῶς θὰ ἔπραττε νὰ συνεβούλευεν εἰς τοὺς πολίτας νὰ ἐπιτεθῶσιν οὐχὶ κατὰ τῶν ἀστυνόμων, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τοιαύτην τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομικῆς, ὡς καὶ πάσης ἄλλης ἐν τῷ Κράτει τούτῳ ὑπηρεσίας. Καὶ λέγω πάσης ὑπηρεσίας, διότι ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι διεφθάρησαν ὅλοι οἱ κλάδοι, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαστικοῦ, περὶ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ὁποίου εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν θέλω ὁμιλήσει, ὁπόταν δοθῇ ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο ἀφορμή. Τοῦτο εἶπον ἐγώ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα καλῶς ἐνοήθησαν ἀπὸ ὅλους, διότι ὅλοι ἡμεῖς, κατὰ τὴν γνώμην μου, γινώσκομεν καλῶς τὴν κατάστασίν μας, ὡς καὶ τοὺς πρωταιτίους τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, καίτοι ἕλκει τὸ γένος ἐκ τοῦ διαμερίσματος τῆς Ἑλλάδος ἐκείνου, οἱ κάτοικοι τοῦ ὁποίου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων εἰσὶ λακωνικώτατοι περὶ τὰς ἐκφράσεις, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ «Ἔρρει τὰ καλά· Μίνδαρος δ’ ἀπεσσούα. Πεινῶντι τὤνδρες. Ἀπορίομες τί χρὴ δρῆν», καὶ μὲ ἐκάκισε, διότι, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα, ἔρριψα ὑπαινιγμοὺς, καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἦμαι σαφέστερος. Ἐφρόνουν, ὅτι τὰ εὐκόλως ἐννοούμενα πρέπει ἐνταῦθα νὰ παραλείπωνται, διότι ὁμιλοῦμεν πρὸς ἀλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ὑποτίθεται τοὐλάχιστον, ὅτι ἐν τοῖς ὀλίγοις, τὰ ὁποῖα λέγομεν καὶ ἀκούομεν, πολλὰ ἐννοοῦμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου θέλει νὰ εἴπω συγκεκριμένως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἐπέρριψα τὴν εὐθύνην ὄχι εἰς τοὺς ἀστυνόμους, ἀλλ’ εἰς ἄλλους, τοὺς ὁποίους δὲν ὠνόμασα, δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἀναφέρω καί τινα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι οἱ ἀστυνόμοι οἱ ὑπόλογοι, ἀλλ’ ἄλλοι. Καὶ πῶς νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ σημερινοὶ ἀστυνόμοι μόνον εἶναι οἱ παραίτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τὴν ὁποίαν δύο ἔντιμα μέλη τῆς Βουλῆς χθὲς διεξετραγώδησαν, ὅταν καλῶς γινώσκω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διορίζει τοὺς ἀστυνόμους ἐκείνους, ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ αὐτοὺς εἰς τὴν θέσιν των, καίτοι πλειστάκις τὰ ὄργανα ταῦτα ἐπὶ διαφόροις παραβάσεσι κατηγγέλθησαν; Εἴχομεν πρὸ ἔτους καὶ πλέον ἀστυνόμον ἐν Λαμίᾳ λοχαγόν τινα, Ἀνδρέαν Μπαΐραν καλούμενον, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ἡ Λαμία ἠσθάνθη ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, ἠσθάνθη τάξιν, ἀσφάλειαν καὶ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ τῆς ἀστυνομίας. Ὑπῆρξαν ὅμως τινὲς τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρέσκοντο εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ ἄγρυπνος τοῦ Μπαΐρα ὀφθαλμός, καὶ δὲν γνωρίζω διὰ τίνων παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος δὲν φύγῃ ἐκ Λαμίας, δὲν γνωρίζουν καὶ αὐτοί, τί ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. Εἰς μάτην ἀφ’ ἑτέρου ὁ λοχαγὸς Μπαΐρας ἀνέφερε καθ’ ἑκάστην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἓν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας του ἦτο κακοηθέστατον, καὶ ὅτι ἦτο τόσον ἐπικίνδυνον, ὥστε, ἐὰν ἐξηκολούθει μένον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας, θὰ προεκάλει σκηνάς, πρὸ τῶν ὁποίων θὰ ἀνετριχίαζον καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπίστευον εἰς τοὺς λόγους τοῦ λοχαγοῦ ἐκείνου. Τί ἐγένετο, νομίζετε; Κατωρθώθη μόλις μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρων μηνῶν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πεισθῇ καὶ ἀποπέμψῃ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τὸ ὄργανον ἐκεῖνο τῆς ἀστυνομίας, τὸν ἀστυφύλακα Κατραματζῆν. Τί δὲ συνέβη κατόπιν; Μόλις ἀπελύθη ὁ ἀστυφύλαξ ἐκεῖνος, δὲν παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι καὶ συνέβη ἐξ αἰτίας αὐτοῦ φόνος ἐν μέσῃ ἀγορᾷ τῆς Λαμίας, δὲν παρῆλθε δὲ μὴν καὶ λαμβάνει χώραν τὸ στυγερὸν ἔγκλημα τῆς δολοφονίας τοῦ Ντινοπούλου, τοῦ ὁποίου ἐγκλήματος ἠθικὸς αὐτουργὸς ἀπεδείχθη ὁ ἴδιος πρώην ἀστυφύλαξ Κατραματζῆς, ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος πρό τινων ἡμερῶν ἐδικάσθη ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Ἀθηνῶν καὶ κατεδικάσθη εἰς θάνατον μετὰ δύο ἄλλων συνενόχων, τοῦ ἑνὸς ἐκ Σύρου καὶ τοῦ ἑτέρου ἐκ Λαμίας. Τί δὲ ἐγένετο ὁ Μπαΐρας; Τὸν Μπαΐραν ἡ Κυβέρνησις ἀπήλλαξε, πρὶν ἢ ἀκόμη πάντα ταῦτα συμβῶσιν, ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, πεισθεῖσα εἰς τὰς παραστάσεις τίς οἶδε τίνος, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Μπαΐρας ἦτο ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ἴσως καὶ διώκτης τῶν ἐλευθεριῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κοπτόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὁσάκις μόνον θέλωμεν νὰ φαινώμεθα πρόθυμοι εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίζωμεν δῆθεν τὰ δίκαια τῶν συμπολιτῶν μας. Διατὶ ἀπηλλάγη ὁ Μπαΐρας; Ὡς ἀνίκανος; Ὄχι βεβαίως· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἐναργέστατα τὸ γεγονός, ὅτι, κατὰ παράκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Μπαΐρας ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἕνα μόνον μῆνα ἐν Ἀργοστολίῳ, ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ, ὅπως διεξαχθῶσιν ἐκεῖ αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐν τάξει. Ἂν ἦτο ὁ κ. Μπαΐρας ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ δεκαπενθήμερον μόλις ἀπὸ τῆς ἀπαλλαγῆς του, ἀνέθεσεν αὐτῷ ὁμοίαν ὑπηρεσίαν ἐν Ἀργοστολίῳ; Ἂν πάλιν τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπραξεν οὐχὶ ἐξ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν κ. Μπαΐραν, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου του, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὸν λοχαγὸν αὐτὸν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας του, δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν: διατὶ κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιμόνως ἐζήτησε τὸν λοχαγὸν Μπαΐραν; Διὰ νὰ τῷ παράσχῃ ἐκλογικὰς ὑπηρεσίας, παραβαίνων τοὺς νόμους; Ὄχι βεβαίως, διότι οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου. Ἄρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε νὰ διορισθῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀστυνόμος ἐν Ἀργοστολίῳ ὁ κ. Μπαΐρας διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι οὗτος ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν θέσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι συνάδελφοί του, ὅτι ὁ Μπαΐρας ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀστυνόμου, διατὶ ὀλίγας ἡμέρας πρότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήλλαξεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐν Λαμίᾳ θέσεώς του; Ἀλλὰ τοῦτο μόνον μὲ πείθει, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πταίουν; Ἀκούσατε καὶ ἄλλα. Ἐν Μαυρολιθαρίῳ, πρωτευούσῃ δήμου, ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διωρίσθη ἀστυνόμος εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, οὗ τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι. Μεταβὰς εἰς τὴν θέσιν του ταύτην, εὗρεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας του ἕνα λοχίαν καὶ ἕνα ὑπενωμοτάρχην· πεισθεὶς δὲ, ὅτι οὗτοι συνῆψαν σχέσεις μετὰ ἰσχυόντων ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ προσώπων, καὶ βλέπων, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι τῷ παρενέβαλλον προσκόμματα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, δι’ ἀναφορῶν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπανειλημμένων ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἐκείνης περιφερείας. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκώφευεν εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, μόνοι δὲ ἀπαντῶντες εἰς αὐτάς, ποῖοι, νομίζετε, ἦσαν; Οἱ ἰσχύοντες ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ σήμερον, οἱ καὶ φίλοι τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν θὰ μετατεθῶσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν θέλουσι! Τί ἐγένετο; Οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ ἀπεθρασύνθησαν, καὶ ἡμέραν τινὰ ἐπετέθησαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ προϊσταμένου των, ὃν, θελήσαντες πολῖταί τινες νὰ προφυλάξωσιν, ἐτραυματίσθησαν, εἷς μάλιστα καιρίως! Καὶ ταῦτα, Κύριοι, δὲν τὰ λέγω ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστολῆς τινος φίλου μου καὶ πολεμίου ἴσως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὰ ἤκουσα κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν δίκης τινὸς, διεξαχθείσης πρὸ ὀλίγου ἐν τῷ Στρατοδικείῳ, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἦτο ἡ εἰς θάνατον καταδίκη τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν, ἡ ὁποία, ὅσον αὐστηρὰ καὶ δυσανάλογος καὶ ἂν ὑποτεθῇ, δίδει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ὑπέπεσαν εἰς βαρὺ παράπτωμα, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο ὤθησεν αὐτοὺς ἡ ἀσύγγνωστος σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν κατ’ ἐπανάληψιν ὑποβληθεισῶν εἰς αὐτὴν ἀναφορῶν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, τοῦ διευθύνοντος τὴν ἀστυνομίαν Καλλιέων τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος. Πλειστάκις ἐπίσης κατηγγέλθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πολλαὶ παρεκτροπαὶ ἑνὸς ἀστυνομικοῦ ὀργάνου τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν τῆς Φθιώτιδος, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον σιωπᾷ, ὁ δὲ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ μένων ἐκεῖ, ὁλονὲν παρεκτρεπόμενος καὶ ἀποθρασυνόμενος. Ἀλλ’ ἔχομεν μόνον παρεκτροπὰς τῶν ἀστυνόμων, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέχεται, συντελοῦν οὕτως εἰς τὴν ἀποθράσυνσιν αὐτῶν; Ἔχομεν ἄλλα κακὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι χειρότερα. Ἔχομεν ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι ἀποσιωπῶσιν ἢ καλύπτουσιν ἐγκλήματα, χαριζόμενοι εἰς ἀνθρώπους, ἔχοντας τὴν κυβερνητικὴν ὑποστήριξιν, ὡς ὁ νῦν ἀστυνόμος Λαμίας ὑπολοχαγὸς Ἀδ. Ἀργυρόπουλος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ δέχηται καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τῶν ἐν Λαμίᾳ ἰσχυόντων. Τοῦτον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν μεταθέτει· μετέθεσεν ὅμως τηλεγραφικῶς τὸν βοηθόν του ἀνθυπολοχαγὸν κ. Κύπριον, εὐθὺς ὡς οἱ ἰσχύοντες ἐπείσθησαν, ὅτι τοῦτον δὲν ἠδύναντο νὰ τὸν διευθύνωσι. Συνεπλάκησαν ἔξωθεν τῆς Λαμίας κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον κτηνοτρόφοι τινὲς πρός τινα ἐπιστάτην· ὁ ἐπιστάτης οὗτος ἐκένωσεν ἄνευ αἰτίας τὰς πέντε βολὰς τοῦ περιστρόφου του κατὰ τῶν ἀόπλων κτηνοτρόφων, καὶ τὴν ἕκτην ἐκένωσε κατὰ τοῦ ἵππου του, οὗ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπέβαινεν, ἐπίτηδες, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἐπυροβόλησε κατ’ ἐκείνων, ἀφοῦ πρῶτον ἐφόνευσαν αὐτοὶ τὸν ἵππον του! Ἐνήργησε προχείρους ἐξετάσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ὁ ὑπαστυνόμος Β. Κύπριος, καὶ ἐσύστησεν εἰς τὸν προϊστάμενόν του ὑπολοχαγὸν Ἀργυρόπουλον νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν, ὡς λίαν σοβαρὰν, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Τί ἐγένετο ὅμως; Ὁ κ. Κύπριος τηλεγραφικῶς μετετέθη, ὁ δὲ Ἀργυρόπουλος ἀφῆκεν ὅλους ἐλευθέρους, ὑποβαλὼν, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Κυπρίου, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἔκθεσιν, παριστῶσαν τὸ πρᾶγμα ὡς ἐκ τῶν συνήθων καὶ μηδεμίαν σπουδαιότητα ἔχον! Ἐγένοντο ὅλα γνωστὰ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ οὗτος ξηρότατα ἀπήντα, ὅτι ἐκ τῆς δικογραφίας οὐδὲν τοιοῦτον προέκυπτε, καὶ συνεβούλευε νὰ ὑποβάλωσιν οἱ γινώσκοντες τὰ πράγματα μήνυσιν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ὡς ἀποκρύψαντος τὸ ἔγκλημα. Ἀλλὰ τίς νὰ τολμήσῃ νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν κατὰ ὀργάνου ἀπολαύοντος τῆς εὐνοίας τῶν ἰσχυόντων; Καὶ ἐγὼ κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς διὰ τηλεγραφήματός μου κατήγγειλα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λοχαγόν τινα ἀστυνόμον, Μπάρμπανον, σκανδαλωδέστατα συμπεριφερόμενον κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, καὶ ἀπροκαλύπτως ἐνεργοῦντα ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων, τῶν ἐκλεγέντων καὶ ἀνηκόντων τῶν πλείστων ἤδη εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἀχθῇ εἰς δίκην ὁ λοχαγὸς ἐκεῖνος ἐπὶ παραβάσεσιν, ἤχθην ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἵνα ἀπολογηθῶ ἐπὶ τῆς ἀπαγγελθείσης μοι κατηγορίας ἐπὶ ἐξυβρίσει, ἴσως μάλιστα καὶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ, κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου! Ταῦτά εἰσι, νομίζω, ἀρκετὰ, ἵνα πεισθῆτε πάντες, ὅτι δικαίως ἐγὼ δὲν ἐπιρρίπτω τὸ ὅλον τῆς εὐθύνης εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἐπιρρίπτω αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι, θέλουσαι νὰ διοικῶσι τὸν τόπον, ὡς διοικοῦσιν αὐτὸν μέχρι σήμερον, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διατηρῶνται ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐδημιούργησαν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς θὰ ἔχῃ δίκαιον ἡμέραν τινὰ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ. Αἱ Κυβερνήσεις λοιπὸν—τὰ λέγω νῦν καθαρὰ, ἵνα ἐννοήσῃ καλῶς ὅ,τι λέγω ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς—πταίουσι, καὶ διὰ τοῦτο διὰ πᾶν τὸ γινόμενον, οὐχὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ εἰς αὐτὰς πρέπει ν’ ἀποτεινώμεθα, διότι αὗται εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρωσιν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του.

§85Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάντα τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πρὸ μικροῦ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ μαρτυρολόγιον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο καὶ θὰ ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμενος. Δυστυχῶς τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κοινή τις τέχνη, ἣν δύναταί τις νὰ ἐκλέγῃ εὐχερῶς, ἢ εἰς τὸ ὁποῖον δύναταί τις, λαμβάνων ἀπὸ τοῦ στρατῶνος ἢ ἄλλοθεν πολίτας νὰ καθιστᾷ, μεταβάλλων αὐτοὺς εἰς ἀστυνόμους, οὐδέποτε ἐμελετήθη παρ’ ἡμῖν· δι’ ὃ ἐνομίσαμεν, ὅτι, λαμβάνοντες ἐκ τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀξιωματικοὺς, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν ἀστυνομίαν ἀξίαν ὅπως δήποτε τοῦ ὀνόματος αὐτῆς. Τί συνέβη ὅμως μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν; Ἀπεφασίσθη νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἄνευ προηγουμένης μελέτης καὶ χωρὶς πολλὴν προσοχήν. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέθεσεν ἡ Πολιτεία τὴν ἐνάσκησιν ἑνὸς ἐκ τῶν ὑψίστων καθηκόντων τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως; Οἱ στρατιωτικοὶ βεβαίως, ὅσον ἀγαθοὶ καὶ ἂν ἦναι, καὶ ἂν δὲ ἐξετρέποντο εἰς τὰ παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτρέπονται σήμερον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν κατηγγέλθησαν τοσάκις, εἶναι πάντοτε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν νὰ ἔχωσιν ἀνθρώπους, οὓς νὰ διατάσσουν, καὶ ἐκεῖνοι νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτοὺς ἄνευ ἀντιρρήσεως· ὅτε δὲ γίνωνται ἀστυνόμοι, παρακολουθοῦνται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ταύτας, καὶ δυσανασχετοῦσι, μὴ βλέποντες προθύμους εἰς ὑποταγὴν τοὺς πολίτας. Δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὐτῶν αὕτη ἐπιφέρει μείωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου· ὡς ἐκ τούτου οὐδέποτε δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐν δικαιοσύνῃ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἐκτρέπονται εἰς αὐθαιρεσίας, καὶ οὐχὶ σπανίως μεταβάλλονται εἰς τυράννους, διαπράττοντες ἀσυναισθήτως πράξεις, αἵτινες ἐν χώρᾳ, ἔνθα οἱ νόμοι θὰ ἐλειτούργουν κανονικῶς, ἤθελον ἀνοίξει αὐτοῖς τὰς θύρας τῶν εἱρκτῶν. Διὰ νὰ ἦναι τις ἀστυνόμος, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πολλὰς ἀρετὰς, πολλὰς γνώσεις, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀντλουμένων ἐκ τῶν βιβλίων μόνον, ἀλλ’ ἐκ μελέτης τῶν ἀνθρώπων· δέον νὰ ἔχῃ πεῖραν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς νομοθεσίας, ἀπαιτεῖται πρὸ πάντων νὰ γινώσκῃ τὰ πρόσωπα τῆς περιφερείας τῶν ἀστυνομιῶν, τὰς ὁποίας διοικεῖ, νὰ γνωρίζῃ τὰ ἤθη, νὰ γνωρίζῃ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, νὰ γνωρίζῃ τὰς ἰδιαζούσας σχέσεις τῶν κατοίκων του, καὶ νὰ ἦναι παρατηρητικός.

§87Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ψυχολόγος.

§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως δέον νὰ ἦναι καὶ ψυχολόγος. Ἐὰν λάβῃ τις, Κύριοι, γνῶσιν, κατὰ τίνα τρόπον διορίζονται, καὶ κατὰ τίνα τρόπον παρασκευάζονται εἰς ἄλλα Κράτη οἱ ἀστυνόμοι, τότε μόνον θέλει πεισθῆ, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους περισυνελέξαμεν ἐκ τῶν στρατώνων, βεβαίως οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι πρὸς ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται νὰ ἐνασκήσωσιν ἓν τῶν ὑψίστων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει ἡ Πολιτεία εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς διοικήσεως, ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ὁποίων τοσαῦτα ἐξαρτῶνται συμφέροντα. Ἔτυχε, Κύριοι, πρὸ τριῶν ἐτῶν νὰ εὑρίσκωμαι ἐν Βιέννῃ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ Ἰωβιλαίου τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωσὴφ, εἶχε παρασκευασθῆ ἔκθεσις, ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ ὑπῆρχεν ἰδιαίτερον περίπτερον τῆς ἀστυνομίας, εἰς τὸ ὁποῖον κατεφαίνοντο αἱ ἀστυνομικαὶ πρόοδοι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξατο βασιλεύων ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωσὴφ μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑώρταζε τὸ Ἰωβιλαῖον αὐτοῦ. Ἐξεπλάγην ἀληθῶς, παρακολουθῶν ὅλας ἐκείνας τὰς λεπτομερείας τοῦ ποικίλου συστήματος τῆς ἀστυνομίας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας τοσαῦτα τμήματα τῆς διοικήσεως ὑπάγονται, ὅπως ἐξεπλησσόμην βλέπων τὴν συντελεσθεῖσαν πρόοδον κατὰ τὰ πεντήκοντα ταῦτα ἔτη. Εἶδον ἐκεῖ, ὁποία μεταμόρφωσις ἐπῆλθε, καὶ ὁποία ἐπιστημονικὴ ἀληθῶς κατάρτισις ἀπαιτεῖται, οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνώτερα ὄργανα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ κατώτερα ἀκόμη, ὅπως καταρτισθῇ ὁ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος· ὁποῖαι ἀνθρωπομετρικαὶ καὶ ψυχολογικαὶ γνώσεις ἀπαιτοῦνται παρ’ ἐκείνων, παρ’ ὧν ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν μόνον ἕνα καλὸν βούρδουλαν καὶ πόδας γεροὺς διὰ λακτίσματα. Ἐξεπλησσόμην ἔτι μᾶλλον, ὅτε ἔβλεπον, ὁποία προσοχὴ δίδεται εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἐγκληματιῶν, καὶ ἔβλεπον ἐκτεθειμένας φωτογραφίας, ἃς βλέπων τις, θὰ ὡρκίζετο, ὅτι ἀνῆκον εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, καὶ ὅμως ἡ ἀνθρωπομέτρησις ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν ἦτο ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον· οὐδεὶς δὲ ἀστυνομικὸς θὰ ἐτόλμα ἐκεῖ νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ζεστὰ ὠὰ καὶ τὴν δίψαν, ἵνα ἐξακριβώσῃ τὸν ἐγκληματίαν. Ἐκεῖ, βλέπετε, δὲν ἐσκέφθησαν νὰ μεταβάλωσι τὸ σύστημα, ἐσκέφθησαν τίνι τρόπῳ νὰ παρασκευάσωσιν ὄργανα, ἄξια νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διὰ τὰς χεῖρας καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ πρώτου τυχόντος σπαθοφόρου. Οὐδέποτε βεβαίως ἐφαντάσθην, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τοιαύτην ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ἐδικαιούμην νὰ πιστεύω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἐξαπολύσωμεν κατὰ τῶν πολιτῶν τὰς ὀρδὰς αὐτὰς τῶν Ἑλλήνων Κάφρων. Ἐνταῦθα ὅμως ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα. Λαμβάνομεν ἕνα ἀνθυπασπιστήν, ἢ ἕνα ἀνθυπολοχαγόν, ἢ ἕνα ἐνωμοτάρχην, καὶ τὸν καθιστῶμεν ἀστυνόμον. Ὑπάρχουσι βεβαίως πολλοὶ ἱκανοὶ καὶ φιλότιμοι τοιοῦτοι, οἱ πλεῖστοι ὅμως ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄξεστοι, οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν βεβαίως δὲν ἔχουσι καμμίαν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, οὐδεμίαν συναίσθησιν τῆς ἐκπληρώσεως αὐτοῦ, ἀγνοοῦσιν ἐντελῶς τοὺς νόμους, καὶ ἑρμηνεύουσιν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἰδίαν σοφίαν. Καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ, πῶς θέλετε νὰ ᾖναι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀστυνόμος; Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν ὅμως δὲν δίδεται ἡ παραμικρὰ προσοχή. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ὡς ἀστυνόμος, ἀνθυπολοχαγός τις, περὶ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος κατορθώματά τινα, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἔσπευσε νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν ἐκεῖθεν, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν ἐπαρχίαν μου ἀπ’ αὐτοῦ. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν εἰς τὴν ῥάχιν τίνος συναδέλφου ἐξέσπασεν ἡ μετάθεσις ἐκείνη, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἔδερεν ἀνηλεῶς τοὺς φιλησυχωτέρους τῶν κατοίκων, μερικοὺς ἀπροστατεύτους γέροντας, (διότι ἐλάμβανε πρόνοιαν πάντοτε νὰ μὴ θίγῃ ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο εὐχερῶς νὰ τῷ μετρήσωσι τὰς πλευρὰς) ἦτο δὲ εἰς ἄκρον διεφθαρμένος, — ἐγὼ δὲ αὐτὸς συνέλαβον αὐτὸν ἐν τῷ ἀστυνομικῷ τμήματι ἐξαγοράζοντα τοὺς ἐκλογεῖς κατὰ τὰς ἐκλογὰς — καὶ ἄλλας ἀχρειότητας διέπραττε. Τὸν ἀστυνόμον τοῦτον κατήγγειλα, ἐνθαρρυνθέντες δὲ καὶ ἕτεροι πολῖται, ἀδίκως παρ’ αὐτοῦ συλληφθέντες καὶ προφυλακισθέντες, κατήγγειλαν ἐπίσης αὐτόν· ἀλλὰ μὲ Δικαιοσύνην, οἵα ἡ ἡμετέρα, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀθῳωθῇ ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν καταγγελιῶν. Μοὶ συνέβη τότε, καταγγέλλοντι ταῦτα πάντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου, τί ἔλεγεν ὁ Κράχερ, ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ φόνου ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσαν Ἄγγλοι πολῖται, διότι εἶδον αὐτὸν συλλαβόντα καὶ δέροντα Ἀγγλίδα τινὰ εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ Λονδίνου· δηλαδὴ ἔπραξαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνίστα ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος, ὅτι ὀφείλουν νὰ πράξωσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πολῖται, οἵτινες προφυλακίζονται, οἵτινες κακοποιοῦνται, οἵτινες δερόμενοι συλλαμβάνονται καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακὰς ἀδίκως. Βεβαίως προτιμότερον εἶναι, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ πολίτου, ἂν αὐτοὶ ἁρπάσωσι τὰ ὅπλα καὶ φονεύωσιν ἐκείνους, οἵτινες σύρουσιν αὐτοὺς ὡς κτήνη εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ κρεουργοῦσι τὰς ῥάχεις αὐτῶν, διαπομπεύουσι τὰς γυναῖκάς των, καὶ λαφυραγωγοῦσι τὰς περιουσίας των· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, δὲν θὰ εὑρεθῇ ὁρκωτὸν Δικαστήριον, ὅπερ θὰ καταδικάσῃ αὐτοὺς ποτέ...

§89Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡραῖα!

§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Θὰ συμβῇ καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἅμα ὡς κατηγγέλθησαν οἱ φονεῖς, — διότι ἦσαν τρεῖς — παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ τὸ Δικαστήριον παμψηφεὶ ἠθῴωσεν αὐτούς. Τοιουτοτρόπως ἐννοοῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τοιουτοτρόπως δικαιοῦσι τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἵτινες ηὐτοδίκησαν, ὅπως ὑπερασπίσωσι τοὺς νόμους, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδει τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα εἰς τοὺς Ἄγγλους πολίτας. Ἀλλὰ ἐνταῦθα, μόλις συλληφθῇ τις, οὐχὶ ὡς κακοποιήσας, ἀλλὰ ὡς ποιησάμενος παρατηρήσεις εἰς ἀστυνόμον τινά, παραπέμπεται εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀποστέλλεται εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς τοὐλάχιστον. Διὰ τοὺς καταγγελλομένους ὅμως ἀστυνομικοὺς ἀδρανεῖ αὕτη! Καὶ ἐκτραγῳδοῦνται ἐντεῦθεν καὶ λέγονται πλεῖστα, καὶ καταγγέλλονται ἄπειρα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Σαρσέντης ἔφερεν ἐνταῦθα σωρείαν ὁλόκληρον ἐπερωτήσεων διὰ κακώσεις, διὰ στρεβλώσεις, διὰ κρεμάσματα, καὶ ὅμως δὲν ἐπέμεινεν, ὅπως ἀχθῶσιν ἐνταῦθα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, οὐδ’ ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα εἰκονίσῃ ἡμῖν τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν καὶ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Εὐτυχῶς εὗρον τὴν στιγμὴν ταύτην τὰς ἐπερωτήσεις του. Καὶ τί ἀναγινώσκω; Ζητεῖ ὁ κ. Σαρσέντης νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους πληροφορίας, καὶ ἰδίᾳ «τὰ ἀπὸ 25 καὶ 26 Ἰανουαρίου 1896 τηλεγραφήματα τοῦ Εἰσαγγελέως Κυπαρισσίας πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ὡς καὶ τὰς ποινικὰς δικογραφίας κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου Λιγουδίστης Ἀλεξ. Κορμούλη, συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ Ν. Γρηγοροπούλου καὶ τῆς συζύγου του κατὰ Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1896 πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Κυπαρισσίας, καὶ τὸ ἀπὸ 23 Φεβρουαρίου 1896 τηλεγράφημα τοῦ Ἀθ. Γρηγοροπούλου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐπὶ κρεμάσματι κάτω κεφαλῆς τῆς συζύγου του, ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου αὐτῆς διὰ πυρπολήσεως ζώσης καὶ κρεμαμένης, ἀποπείρᾳ κατὰ τῆς τιμῆς της, ἐπὶ κρεμάσματι κάτω κεφαλῆς τοῦ ἱερέως Λιγουδίστης Γρηγοροπούλου, παρανόμῳ κατακρατήσει τῆς οἰκογενείας Γρηγοροπούλου ἐπὶ ἑβδομάδας, φθορᾷ ἰδιοκτησίας του, ξυλοκοπήματι μέχρι θανάτου...» καὶ τὰ λοιπὰ καὶ τὰ λοιπά. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀναλαμβάνω καμμίαν εὐθύνην διὰ τὸ ὕφος τῶν γραφομένων, τὰ ὁποῖα παρέλαβον ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σαρσέντης ἔφερε τὴν ἐπερώτησιν,—καὶ ἦτο ἡ 4 Δεκεμβρίου— τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλὴ ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων, οὐδ’ ἔμαθέ τις, ἂν ἐπεβλήθη τιμωρία εἰς τοὺς οὕτω παρανομήσαντας· καὶ βλέπω ἤδη τὸν κύριον συνάδελφον νὰ μειδιᾷ ἐκεῖθεν εὐαρέστως, ἀλλ’ οὐδέποτε τὸν εἶδον νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἐζήτησε τοσαύτας πληροφορίας ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν.

§91Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Θὰ ἀναπτύξω τὰ θέματα λίαν προσεχῶς, ὅταν τελειώσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν πρῶτον ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὸν λαόν, ὅτε καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μὲ ὑποστηρίξωσι.

§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε, σᾶς βεβαιῶ, οὔτε κοῦκος δὲν θὰ ἦναι ἐδῶ μέσα νὰ σᾶς ἀκούσῃ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον, ἀφοῦ γνωρίζει ὅλα ταῦτα, ἀφοῦ πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἐζήτησε τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἔγγραφα, ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ ἔλθῃ ἐντεῦθεν καὶ ἐκθέτῃ τὰ γεγονότα νὰ ζητήσῃ νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρενόμησαν, οἵτινες ἠκρωτηρίασαν, οἵτινες ἐκρέμασαν ἀθῴους πολίτας μὲ κάτω τὴν κεφαλὴν, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου.

§93Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Θὰ τὸ πράξω. Ἀλλὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, ἔγειναν εἰς ἄλλην ἐποχήν.

§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδιάφορον. Εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν ἐγένοντο. Ἡμεῖς δὲν κατηγοροῦμεν ἐνταῦθα τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς δὲν κατηγοροῦμεν ἐνταῦθα τοὺς κυρίους Ὑπουργούς· ἡμεῖς κατηγοροῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος πανταχόθεν τῆς Βουλῆς κατεδικάσθη κατὰ τρόπον τόσον πανηγυρικόν, καταδείξαντα τὴν κρατοῦσαν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Ἐνῷ διὰ βοῆς κατηργήθη ὁ θεσμὸς αὐτὸς, ἄλλος δ’ ἐψηφίσθη νόμος, ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφηρμόσθη, οὔτε θὰ ἐφαρμοσθῇ, παρ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ τόπου δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν πολυτελέστατον καὶ πολυδαπανώτατον ἐκεῖνον νόμον. Ἐνῷ δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο δεικνύει, τίς εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς ἡμετέρας χώρας, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσωμεν νόμους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐμένομεν νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν συζητοῦντες ἐνταῦθα, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἔκλεισεν ἡ χρῆσις τοῦ 1899 μὲ περίσσευμα πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Καὶ ἀφοῦ ἔχετε τοσαῦτα περισσεύματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀφοῦ ὑπολογίζετε περισσεύματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀφοῦ ἔχετε βεβαιότητα, ὅτι θὰ ἔχητε περισσεύματα καὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, διατὶ δὲν ἔρχεσθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅστις ἀντικαθιστᾷ τὸ ὑπάρχον ἀστυνομικὸν σύστημα, τὸ καταδικασθέν, κατὰ τοῦ ὁποίου, ὁσάκις ἔγεινε λόγος ἐνταῦθα, ἔρχονται εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ ῥίπτουσι λίθον ἀναθέματος; Βεβαίως οὐδὲν ἐκ τούτων συμβαίνει· βεβαίως δὲν εἴχομεν περισσεύματα κατὰ τὸ 1899, βεβαίως δὲν εἴχομεν περισσεύματα κατὰ τὸ 1900, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ κατὰ τὸ 1901. Θὰ ἔχωμεν καὶ πάλιν ἐλλείμματα, μικρὰ ἢ μεγάλα, ἀδιάφορον, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἐλλείμματα. Ἀπὸ πολλοῦ, Κύριοι, αὐταὶ αἱ Προσωριναὶ Καταστάσεις οὐδεμίαν μοὶ ἐμπνέουσιν ἐμπιστοσύνην· θεωρῶ ταύτας εἰκονικὰς, ὡς εἰκονικαὶ ἦσαν καὶ αἱ Καταστάσεις ἐκεῖναι, αἱ κομιζόμεναι πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ἐνταῦθα, καὶ ψευδεῖς οἱ πίνακες, οἱ παρουσιάζοντες περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἤρχετο κατόπιν ὁ Ἄγγλος οἰκονομολόγος, ὁ κύριος Λόου, καὶ ἀπεδείκνυε πλαστά. Ποῖον εἶναι τὸ κέρδος, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ πλαστὴ αὕτη παράστασις τῶν ἡμετέρων οἰκονομικῶν, ἡ ψευδὴς αὕτη βάσις πάσης ἐνεργείας, ἐξ ἧς θὰ ἐξαρτηθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς μεταρρυθμιστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας; Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ κέρδος, νὰ εἰσάγωμεν νομοσχέδια, νὰ συζητῶμεν αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ψηφίζωμεν, διανυκτερεύοντες ἐνταῦθα, ἀφοῦ οὐδέποτε πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτά...

§95ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι;

§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀστυνομίας, εἶναι ὁ νόμος τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, δηλαδὴ ὁ περὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ τόσοι ἄλλοι. Ἀπεκτήσαμεν λοιπὸν ἀπείρους νόμους ἀνεφαρμόστους, νεκρὰ γράμματα, κεκλεισμένα τεύχη! Καὶ τοῦτο εἶναι ἄλλο εἶδος νομοθετικῆς ταραχῆς! Κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν εἰσάγομεν νομοσχέδια, καταρτίζομεν νόμους ἀλληλοαναιρουμένους καὶ ἀνεφαρμόστους, εἴτε ἐλλείψει μέσων, εἴτε καὶ ἕνεκα τοῦ ἀμελετήτου αὐτῶν. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ψηφισθέντες νόμοι, καὶ ἂν ἀκόμη εἴχομεν τὰ διατυμπανιζόμενα περισσεύματα· διότι οἱ νόμοι οὗτοί εἰσιν ἀμελέτητοι, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων εἰσὶν ἀποκυήματα τῆς στιγμῆς, καὶ περιλαμβάνουσι τὰ μεταφραστικὰ φῶτα τοῦ πρώτου τυχόντος δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐνῷ δὲ οὕτω συντάσσονται οἱ νόμοι, τί συμβαίνει ἐνταῦθα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων, ὅτε ἐλπίζεται ἡ διόρθωσις αὐτῶν; Στρέψατε καὶ ἴδετε· ἔχετε Ὑπουργοὺς καὶ Βουλευτὰς νυσταλέους ἀπὸ τῆς πρώτης μετὰ τὸ μεσονύκτιον! Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι νυσταλέοι καὶ κεκοπιακότες. Ἀναγινώσκονται τὰ νομοσχέδια παρὰ τοῦ Γραμματέως, ὅστις καταπίνει τὰ τρία τέταρτα αὐτῶν, οἱ δὲ Βουλευταὶ ψηφίζουσι!

§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ψηφίζουσι. Κοιμῶνται!

§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ψηφίζουσι κοιμώμενοι, ψηφίζουσι χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν αὐτά, ψηφίζουσιν ὅτε ἡ διάνοια ἔχει ἀμβλυνθῆ ἐντελῶς, ψηφίζουσιν ὅτε ὑπάρχει πλῆρες σκότος ἐν τῇ διανοίᾳ, καὶ τὴν ἑπομένην κυροῦνται καὶ δημοσιεύονται οἱ νόμοι, ὅταν δὲ ἔρχηται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι!

§99Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τοὺς τροποποιοῦμεν.

§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὴ ἡ ἱστορία γίνεται ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ· παρουσιάζομεν νομοσχέδια, τὰ ψηφίζομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν· ἐρχόμεθα κατόπιν καὶ τροποποιοῦμεν τοὺς νόμους, καὶ ἔχομεν οὕτω δευτέραν, τρίτην, τετάρτην τροποποίησιν τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ ἐπὶ τέλους ἔχει καταντήσει ἡ νομοθεσία μας εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ μακαρίτης Βασίλειος Οἰκονομίδης, ἔλεγεν: «Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ἄλλος νόμος, ἀναιρέσας τὸν πρῶτον»!! Οὕτω λοιπὸν συζητοῦμεν τοὺς νόμους, καὶ ψηφίζομεν αὐτοὺς, καὶ παρέχομεν τὸ οἰκτρὸν θέαμα νομοθεσίας παρασκευαζούσης πᾶσαν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν ἀναίρεσιν τῶν πολυτιμοτέρων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου! Ἡμεῖς δὲ ἐπὶ ἔτη διεκτραγῳδοῦμεν τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομίας, τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ λαὸς παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τὰς κακώσεις καὶ τὰς λαφυραγωγίας, αἵτινες ὑπερεπλήρωσαν τὸ κύπελλον τῶν συμφορῶν τοῦ λαοῦ τούτου! Καὶ βεβαίως θὰ ὑφίσταται τὰς κακώσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται μέτρον, οὐχὶ ὅπως μεταβληθῇ μόνον ὁ εἷς νόμος καὶ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου, οὐχὶ ὅπως ἀφαιρέσωσι τὸ ἀστυνομεῖν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων καὶ θέσωσιν εἰς χεῖρας ἄλλων, τίς οἶδε, χειροτέρων τούτων. Ἐὰν πρόκειται νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος, μέτρον, ὅπερ νὰ δύναται νὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς πολυσυνθέτου καὶ πολυποικίλου ταύτης ὑπηρεσίας ἀνθρωπινῶς, δέον προηγουμένως νὰ μορφώσωμεν καταλλήλως τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι διοίκησιν ἀγαθὴν ἐν τῷ τόπῳ, τότε δὲ θὰ ἴδωμεν εὐημεροῦσαν τὴν χώραν ἡμῶν, τότε θὰ ἴδωμεν αὐξανόμενα τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, τότε θὰ ἴδωμεν ἐλαττούμενα τὰ λαθρεμπόρια, — διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι οἱ κυρίως διαπράττοντες τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, ἐν συμπράξει μετὰ τῶν τελωνειακῶν· ὑπάρχουσι δὲ ἐπαρχίαι, ἔνθα οὐδὲν λαθρεμπόριον διαπράττεται, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι ἀναμεμιγμένη ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή. Τοῦτο συνέβαινεν ἄλλοτε ἐν αὐτῇ τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετέβαινον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐν παρῳχημένῃ τινὶ ἐποχῇ, ὅτε ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Εἶχον παραμείνει εἰς τὴν Λευκίμμην, ὅπως εὕρω πλοιάριον καὶ διαπορθμευθῶ εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ἐκεῖ δὲ συνήντησα ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος ἔξαλλος ἐκραύγαζε καὶ ὠρύετο ἐντὸς τοῦ καφενείου, διότι διεπράχθη λαθρεμπόριον, διότι εἶχον εἰσαχθῆ ζῷα ἀπὸ τὴν Ἤπειρον κρύφα, ὁπότε ἐπαρουσιάσθη ὁ εἰσαγαγὼν τὰ ζῷα, ἤνοιξε τὸ χαρτοφυλάκιόν του, λέγων ὅτι ἔχει τὰ διπλότυπα, τοῦ δίδει ὀλίγα χαρτονομίσματα, — αὐτὰ ἦσαν τὰ διπλότυπα! — καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ ἀστυνόμου κατέπαυσε, καὶ οὐδὲ λόγος ἐγένετο πλέον περὶ τῶν διελθόντων ζώων· καὶ οὕτω καθησύχασαν καὶ τὰ νεῦρα καὶ ἡ συνείδησις τοῦ ἀστυνόμου! Τοιαῦτα, Κύριοι, συνέβησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερα, ὅμοια τῶν ὁποίων συνέβησαν πιθανῶς καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν πλείστων συναδέλφων. Ἀναμφισβητήτως κυρίαν ἀφορμὴν καὶ κύριον ἔνοχον τοῦ ἐγκλήματος τούτου ἔχουσι ταῦτα αὐτὴν τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν τελωνοφυλακήν. Αὐτὰ ὅλα ἀποτελοῦσι τὸν διοικητικὸν ἐκτροχιασμὸν, τὴν γενικὴν αὐτὴν ἐξάρθρωσιν, ἥτις ἐνοπτρίζεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν! Ὅταν δὲ τοιαύτην ἔχωμεν ἀστυνομίαν, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, ἀσφάλεια οὐχὶ ἀπὸ τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τῶν ἐκ φύσεως κακούργων, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, τῶν ἐντεταλμένων τὴν φρούρησιν αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Βεβαίως θὰ παριστάμεθα μάρτυρες ὅλων αὐτῶν τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν βασιβουζουκισμῶν, ἡ δὲ μεταβολὴ τοῦ συστήματος δὲν θέλει μεταβάλει πολὺ τὰ πράγματα, διότι ἡ ποιότης τῶν ὀργάνων δὲν θὰ διαφέρῃ τῆς τῶν προηγουμένων. Φρικτὸν εἶναι νὰ ἀναλογίζηταί τις, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐντεῦθεν χαρακτηρίζονται ὡς ἅρπαγες, ὡς κλέπται, ὡς λαφυραγωγοὶ, εἶναι οἱ ἐντεταλμένοι νὰ ὑπερασπίζωσι τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν!

§101ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παράπονα, κύριε Πρόεδρε, μοὶ διεβιβάσθησαν διαφόρων καταδίκων κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἀπένειμε κατὰ ἑκατοστύας τὰς βασιλικὰς χάριτας, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ τοὺς παραπονουμένους τούτους οὐδεμίαν μέριμναν ἔλαβε, καίτοι ὑπὲρ αὐτῶν ἔχουσι γείνῃ συστάσεις ἀπὸ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων. Καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα τοῦτο, τὸ περὶ χαρίτων, ὡς ἰδίως αὗται ἐγένοντο κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, θεωρῶ ὡς θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, — ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ, οὐχὶ μόνον νὰ ὑποσχεθῇ...

§102Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν σᾶς ὀφείλω καμμίαν ἀπάντησιν.

§103ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. Οὐχὶ μόνον, λέγω, νὰ ὑποσχεθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποβάλῃ — διότι τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σημασίας — πίνακα ὀνομαστικὸν τῶν καταδίκων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπενεμήθη χάρις, ἀφ’ ἧς ἐγένετο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σημειῶν ἐν τῷ πίνακι τὴν κατοικίαν ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ἂν πλήρης ὑπῆρξεν ἡ χάρις, ἢ μόνον ἐμετριάσθη ἡ ποινὴ αὐτῶν· δεύτερον, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προεκάλεσε τὰ Διατάγματα τῶν χαρίτων, καὶ τρίτον, νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχουν συστάσεις τῶν Δικαστηρίων τῶν Συνέδρων ἢ τῶν Δικαστηρίων τῶν Πλημμελειοδικῶν ὑπὲρ τῶν παραπονουμένων, περὶ ὧν ἐν ἀρχῇ εἶπον, καὶ διατὶ διὰ τούτους δὲν ἔλαβε μέριμναν ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῶν συστάσεων, τῶν γινομένων ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων τῶν Συνέδρων, κατὰ τεκμήριον ἢ ἀπόδειξιν πλήρη, ἀναγνωρίζουσι τὰ Δικαστήρια ταῦτα πλάνην κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ, τῆς ἀπονομῆς χάριτος, τὸ μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανορθοῦται ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν Ὑπουργόν. Καὶ ἐνῷ ἔσπευσε νὰ δώσῃ χάριτας ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ ἁπλῇ συστάσει ἑνὸς Εἰσαγγελέως, νομίζω, ὅτι ἔχει πολλαπλασίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνᾷ καὶ νὰ δίδῃ χάριτας ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους συνιστᾷ ὁλόκληρον τὸ Δικαστήριον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, διακόψας με πρότερον, εἶπεν, ὅτι δὲν ὀφείλει εἰς ἐμὲ καμμίαν ἀπάντησιν· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρὸ μηνὸς ἀκόμη ἐπηρώτησα αὐτὸν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ καταθέσῃ ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς πατρίδος τοῦ συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσαν τὴν μετάθεσιν τοῦ Γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ, διατὶ μετέθεσεν αὐτόν, καὶ διατὶ κατόπιν, μετὰ πάροδον δύο μηνῶν, τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Διότι αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι σκάνδαλον ἐγένετο ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μεριμνᾷ διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἀφίνει ἐκτεθειμένον ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἕνα Νομάρχην, ὁ ὁποῖος ὑβρίσθη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἐκείνου!

§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν καὶ ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεώς μου εἶδον, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δέον νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον, ὅπως χαρισθῇ τὸ ἓν ὄγδοον τῆς ποινῆς τῶν διανυσάντων πλέον τῶν 15 ἐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν χαρίτων νὰ γίνηται ἀφορμὴ νὰ διαπληκτίζωνται καὶ φονεύωνται μεταξύ των οἱ φυλακισμένοι. Δὲν εἶναι μικρὸν τὸ ζήτημα αὐτό· πάντες γνωρίζομεν εἰς ποῖα μέσα καταφεύγουσιν οἱ φυλακισμένοι, οἱ ἐπιτυγχάνοντες χάριν, καὶ πῶς ἐγκαταλείπονται εἰς τὴν τύχην των οἱ μὴ ἔχοντες τὰ μέσα.

§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν εἰς ἐφημερίδας, ὅτι ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας πρὸς ἀποστολὴν ἀτμοπλοίου μετὰ σκαφάνδρων, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἀνέλκυσις τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ πυθμένι τῆς θαλάσσης, παρὰ τὰ Κύθηρα, διατρέχομεν ἴσως τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἑτέρους δύτας, ἢ ἀρχαιοκαπήλους, ἀνελκύοντας ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ὅ,τι ἀπομένει ἐντὸς αὐτῆς ἐκ τῶν εὑρημάτων τούτων. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐὰν πράγματι τὰ λεγόμενα περὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν τούτων εὑρημάτων εἰσὶν ἀληθῆ, καὶ ἂν ἔχουσι τὴν ἀρχαιολογικὴν καὶ καλλιτεχνικὴν ἀξίαν, ἥτις ἀποδίδεται εἰς αὐτά. Γνωρίζω βεβαίως καὶ ἐγὼ, ἐκ τῶν ὀλίγων ἀρχαιολογικῶν μελετῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠσχολήθην, ὅτι τὰ χάλκινα ἀγάλματα δὲν εἶναι τόσον κοινὰ ἐν τοῖς ἡμετέροις Μουσείοις. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Ὁμὼλ ἀνεκάλυψε χαλκοῦν ἄγαλμα μετρίου μεγέθους εἰς τοὺς Δελφοὺς, ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις αὕτη τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας εἰς ἅπαντα τὸν ἀρχαιολογικὸν ἢ ἀρχαιόφιλον κόσμον ἐν Εὐρώπῃ· ἐὰν πραγματικῶς δὲ, ὡς λέγεται, τὰ ἀγάλματα αὐτὰ, τὰ χάλκινα, εἶναι ὑπερφυσικοῦ μεγέθους, ἀναμφισβητήτως ἡ ἀξία αὐτῶν, ἥ τε ἀρχαιολογικὴ καὶ ἡ καλλιτεχνική, ἔσται ἀνυπολόγιστος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀξία αὐτῶν, ἡ ἀρχαιολογικὴ καὶ ἡ καλλιτεχνική, εἶναι ὄντως μεγάλη, ὡς διαδίδεται, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει ἓν μέτρον, ὅπως ταχέως ἀνελκυσθῶσιν ἀπὸ τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, καὶ ἴδωσι μετὰ τοσούτους αἰῶνας τὸ φῶς, καὶ στηθῇ εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον πᾶν ὅ,τι ἔκρυψεν αὕτη εἰς τὰς ἀγκάλας της; Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι γνωρίζει περὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων· θέλει δὲ προσφέρει καὶ εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέραν χάριν, παρέχων τὰς πληροφορίας ταύτας.

§106Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸ λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διαιρεῖται εἰς κεφάλαια, ὧν τινα εἶναι ἀμετάβλητα, τινὰ δὲ μεταβλητά. Τὰ κεφάλαια τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἤτοι εἰς τὰ πρὸς τὰς τρεῖς ναυτικὰς νήσους ἀποδιδόμενα κατ’ ἔτος καὶ εἰς ἐξόφλησιν πιστωτικῶν γραμματίων, ὅσα εὑρίσκονται ἔτι ἐν κυκλοφορίᾳ, εἰς ἐλαχίστας ὑπόκεινται μεταβολάς· ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν χορηγημάτων περιλαμβάνει δαπάνας σταθερὰς καὶ ἀμεταβλήτους, καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν συντάξεων εἰς ἐλαχίστας ὑπόκειται μεταβολάς, καὶ τὸ τῆς Βασιλικῆς χορηγίας ἀναγράφει δαπάνας σταθερὰς, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, καὶ ταῦτα μικρὰς ἐπιδέχονται μεταβολάς. Εἰς μικρὰς ὡσαύτως ὑπόκεινται μεταβολὰς καὶ τὰ ἐννέα κεφάλαια τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συμβιβασμοῦ ἀναγραφόμενα. Τὰ κεφάλαια ὅμως τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ὑπόκεινται εἰς διηνεκεῖς μεταβολάς, κατὰ τὴν τριετίαν δὲ ταύτην αἱ πιστώσεις αὐτῶν ὑπερηύξησαν. Τοῦτο δ’ ὑπέλαβον, ὅτι ἤθελον καταδείξει, ὅτι ἤθελον κατασταθῆ καταληπτότερος εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐποιούμην παραβολὴν τῶν ἐξόδων τῆς γενικῆς διοικήσεως κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη πρὸς τὸ τελευταῖον πρὸ τοῦ πολέμου· προσεδόκων δὲ, ὅτι ἡ παραβολὴ αὕτη θέλει ὁδηγήσει εἰς πορίσματα, τὰ ὁποῖα καὶ προχθὲς ἀγορεύων προσεπάθησα νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1896, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,195,572.95, ὧν αἱ 125,735.55 εἰς ἔξοδα διατροφῆς τῶν γυναικῶν καὶ παίδων, τῶν προσφυγόντων εἰς τὸ ἐν Χανίοις Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου δρ. 2,069.837.40. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 2,245,830.93, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 175,993.53· κατὰ τὸ 1900 ἐψηφίσθησαν δραχμαὶ 2,424,122.58, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 354,285.18, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχμαὶ 178,291.65· κατὰ δὲ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δραχ. 2,613,978.36, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 544,140.96, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχ. 368,147.43, καὶ ὑπὲρ τὰ ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1900 κατὰ δραχμὰς 189,855.78. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἤτοι τῶν κεφαλαίων 6–14 τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 δραχμαὶ 1,377,156.44· κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχ. 1,816,062.36, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 438,905.92· κατὰ τὸ 1900 ἐψηφίσθησαν δραχμαὶ 2,157,220.19, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 780,063.75, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχ. 341,157.83· καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,008,925.91, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 631,769.47, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχμαὶ 192,863.55. Ὡσαύτως δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, ἤτοι τῶν κεφαλαίων 15–30 συμπεριλαμβανομένου, ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 δραχ. 8,025,776.12· κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 8,383,564.67, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 357,788.55· κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν δραχ. 10,511,391.62, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 2,485,615.50· καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δραχ. 9,118,235.85, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 1,092,459.46, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχ. 734,670.91. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 5,144,039.92· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 5,464,624.19, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχμαὶ 320,584.27· κατὰ τὸ 1900 προυπελογίσθησαν δραχ. 6,363,678.95, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 1,219,639.03, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχ. 899,054.76· κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δραχ. 6,181,445.54, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ 1896 δραχ. 1,037,405.62, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899 δραχ. 716,821.35. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 12,390,150.11. Καὶ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐν τοῖς δαπανηθεῖσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1896 ὑπάρχουσι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν παριστῶσιν ἔξοδα τακτικὰ διοικήσεως, ἀλλ’ ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον ἔκτακτοι περιστάσεις, ὡς π. χ. δραχ. 607,500 πρὸς ἀπόδοσιν ὀφειλομένων εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, δραχ. 292,800.36 εἰς διατροφὴν καὶ περίθαλψιν γυναικῶν καὶ παίδων ἐκ Κρήτης· τούτων δ’ ἀφαιρουμένων, τὰ τακτικὰ ἔξοδα συνίσταντο εἰς 11,489,849.75.

§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τὸ 1899 εἶχεν ἔκτακτα ἔξοδα.

§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν τακτικὰ ἔξοδα δραχ. 11,489,849.75, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δρ. 11,654,695.59, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 κατὰ δρ. 164,845.84· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν δρ. 1,429,511.70, ἤτοι ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1899 κατὰ δρ. 909,511.70· κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου δραχμαὶ 15,862,561, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 4,372,711.25, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899 δραχ. 4,207,865.41· καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δρ. 14,544,644, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 3,054,794.25, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899 δρ. 2,889,948.41, ἐλάσσονα δὲ τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1900 κατὰ δραχ. 1,317,917. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δρ. 3,744,457.67, κατὰ δὲ τὸ 1999 ἐδαπανήθησαν δρ. 4,780,355.24, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δρ. 1,005,897.57· κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν δραχ. 5,211,447.41, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 1,439,589.74, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 κατὰ δρ. 433,692.17· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1901 προϋπελογίσθησαν δρ. 5,075,248, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχμαὶ 1,330,790.33, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχμαὶ 294,892.76, καὶ ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων τὸ ἔτος 1900 κατὰ δρ. 138,799.41. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 16,662,888.12, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δρ. 21,404,952.38, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 4,742,064.26· δὲν ἐκπλήσσομαι δὲ διὰ τὴν διαφοράν, διότι ἐξηκολούθει ὁ κυματισμὸς τῆς ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπέσκηψε κατὰ τὰ προηγούμενα τοῦ 1899 ἔτη. Κατὰ τὸ 1900 αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνῆλθον εἰς δρ. 18,086,911.72, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,424,023.60· κατὰ δὲ τὸ 1901 εἰς δρ. 17,103,441.58, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 440,553.46. Ἀλλ’ αἱ μὲν πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1901 εἰσὶ πιστώσεις τακτικῶν δαπανῶν πρὸς πλήρωσιν τακτικῶν ἀναγκῶν, ἐν ταῖς δαπάναις ὅμως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1896, ταῖς ἀνελθούσαις εἰς δρ. 16,662,888.12, πολλὰ ἔξοδα ἦσαν ὄντως ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις εἶχον ἐπιβάλει. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 6,683,623.62, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχ. 7,801,841.21, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,118,217.59· κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν δραχμαὶ 7,823,072.80, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 1,139,449.18, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχ. 21,231.59· κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δραχ. 7,024,947.80, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 341,324.18. Σημειωτέον δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἦσαν οὐκ ὀλίγα ἔξοδα ἔκτακτα.

§111Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ τὸ 1899 εἶχεν ἐπίσης ἔκτακτα ἔξοδα.

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1899 ἐμνημόνευσα ἤδη, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ 1901. Καθ’ ἃ δὲ ἀνωτέρω ἐξέθηκα, τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ἐπιστασίαν τῶν φόρων ἀνέρχονται εἰς δρ. 56,253,664.95, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τοῦ 1896, ἀνελθόντων εἰς δρ. 5,077,185.66, περιορίζονται εἰς δραχ. 51,176,479.29· ἐὰν δ’ ὑποθέσω, ὅτι τόσον ποσὸν ἤθελε δαπανηθῆ καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, ἤθελον δαπανηθῆ κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην δραχ. 153,529,433.87, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καὶ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1900 καὶ τὸ 1901 ἀνέρχονται εἰς δραχ. 195,018,659.49. Ἂν ἀπὸ τὰ 195,683,199.88, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν ὡς ἔξοδα τῆς τριετίας ταύτης τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, ἀφαιρέσητε τὰ 153,529,433.87, ἅτινα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 ἤθελε κυβερνηθῆ τὸ Κράτος ὡς ἐκυβερνήθη κατὰ τὸ 1896, θέλετε δι’ ἀριθμῶν πεισθῆ, ὅτι κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη δαπανῶνται δραχμαὶ 42,153,766.01 περισσότερα, ἢ ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐκυβερνᾶτο τὸ Κράτος ὡς ἐκυβερνήθη κατὰ τὸ 1896. Καὶ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ 1900 δὲν περιελήφθησαν τὰ δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων προστεθέντα ἔξοδα, ὡς δὲν περιελήφθησαν ταῦτα καὶ μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ 1901, τὰ ὁποῖα ἀνεγράψαμεν ἀνωτέρω ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πρὶν ἢ γείνῃ ἡ ἔναρξις τῆς χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων διὰ τὸ 1901...

§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;

§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρῶτον βάσις τοῦ συλλογισμοῦ σας εἶναι ἡ παραβολὴ μεταξὺ ἀπολογισμοῦ καὶ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο, κατ’ ἐμέ, εἶναι τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ παραβολή σας...

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω ἀπὸ τοῦδε τοὺς ἀπολογισμούς, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη βάσις ἢ ἡ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις εἶναι μᾶλλον εὐνοϊκὴ εἰς ὑμᾶς, διότι δὲν περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις.

§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τὸ 1899 τὸν εἴχετε. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, δὲν λαμβάνετε μόνον ὡς βάσιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, ἀλλὰ προβαίνετε καὶ εἰς ἄλλην πρᾶξιν· ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ἀποδεικνυόμενα διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ποσὸν 5,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζετε ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, οὐδεμίαν δὲ ποιεῖσθε ἀφαίρεσιν εἰς τοὺς τρεῖς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 ἕνεκα ἐκτάκτων δαπανῶν, ὡσανεὶ τὰ τρία ταῦτα ἔτη δὲν περιεῖχον καμμίαν ἔκτακτον δαπάνην. Ἑπομένως, διὰ νὰ ἦσθε ἀκριβής, καὶ λαμβάνων τὴν ἐσφαλμένην, κατ’ ἐμέ, βάσιν τῆς συγκρίσεως προϋπολογισμῶν πρὸς ἀπολογισμούς, ἡ ὁποία, καίτοι ἐπεβάλλετο, ὡς λέγετε, διότι δὲν ἔχετε ἀπολογισμούς, ἀλλ’ ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἐσφαλμένη, διὰ νὰ ἦσθε, λέγω, ἀκριβής, δέον ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ ἑκάστην χρῆσιν τὰ 5,000,000, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέσατε ὡς ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, καὶ τότε, κατ’ ἀνάγκην, θὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ 42,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξατε, 15,000,000. Ἐὰν δέ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην, ποιήσητε καὶ δευτέραν ἀφαίρεσιν διὰ τὴν ἀστυνομίαν, τὴν μὴ εἰσέτι πραγματοποιηθεῖσαν, καὶ τῆς ὁποίας τὴν δαπάνην κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε, τότε ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 42,000,000 θὰ κατέλθωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20,000,000 περίπου, τὸ ὁποῖον, διαιρούμενον διὰ τοῦ 3, μᾶς δίδει 6,700,000 δρ. κατ’ ἔτος αὔξησιν ἐξόδων. Καὶ ταῦτα, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἰδικούς σας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρ’ ὑμῶν γενομένης συγκρίσεως, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἔχῃ πάντοτε τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς παραβολῆς ἀπολογισμοῦ πρὸς προϋπολογισμὸν, καὶ τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δὲν καταλογίζετε ὑπὲρ ἡμῶν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, ἐνῷ ὑμεῖς ὠφελήθητε ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων.

§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ στέργω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δείξητε ἀναγραφὴν ὄχι πλήρη, ἀλλὰ μίαν τινὰ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ 1899, 1900 καὶ 1901 ἀνεγράψατε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς.

§119Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξήτασα ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀνεγράψατε διὰ κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν, διότι ταύτας ὀφείλω νὰ θεωρήσω ὡς δαπάνας μὴ συνήθεις, διότι συνήθεις εἶναι αἱ διὰ συντήρησιν τῶν ὁδῶν δαπάναι. Δύναμαι ὡσαύτως νὰ μνημονεύσω τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἔκτακτον συνδρομὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καίτοι αὗται δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἔκτακτοι, διότι αὗται ἀνέκαθεν καταβάλλονται ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ὑπὸ διάφορον ἑκάστοτε τύπον. Δύναμαι δὲ νὰ κατέλθω καὶ εἰς λεπτομερείας, ἵνα ἀποδείξω εἰς ποίας δαπάνας ἐκτάκτους προέβητε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ.

§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω ἔκτακτον δαπάνην.

§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Μόνον ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δύναμαι προχείρως νὰ ἀπαντήσω, καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀπαντήσῃ διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀρκοῦμαι εἰς τοῦτο: Εἴπετε, ὅτι ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν εἶναι τακτικὴ δαπάνη· καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι τακτικωτάτη δαπάνη. Ὅταν ὅμως ἡ συντήρησις ἐπιβαρύνηται μὲ 1,300,000 δραχμὰς πρὸς ἀποπληρωμὴν συντηρήσεων ἄλλων χρήσεων, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δαπάνη τακτικὴ τῆς χρήσεως. Ὅταν αἱ ἀνακαινίσεις ὁδῶν ἐπιβαρύνωνται μὲ 700,000 δραχμὰς, πρὸς ἀποπληρωμὴν πάλιν ἀνακαινίσεων ἄλλων χρήσεων, λέγω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ δαπάνη δὲν δύναται νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἔχομεν τὴν ἔκτακτον δαπάνην τῆς Ἐκθέσεως τῶν Παρισίων. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἔκτακτος δαπάνη, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τακτικὴ, διότι δὲν ἔχομεν κατ’ ἔτος Παγκοσμίους Ἐκθέσεις.

§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἡ δαπάνη αὕτη βαρύνει κατὰ σπουδαῖον ποσὸν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐκτὸς τούτου, δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς ἡμᾶς, ὡς ἐκ τῆς πανώλους, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 200,000 δραχμὰς, εἶναι ἔξοδα ἔκτακτα, διότι δὲν ἀναφέρονται ἐν ἑκάστῳ Προϋπολογισμῷ. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι αἱ 300,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν διὰ τὰ ἔργα τοῦ Θριασίου πεδίου, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τακτικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους. Καὶ ἰδοὺ σᾶς ἀνέφερα εὐθὺς εἰς μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 2,650,000 δραχμάς. Ἰδοὺ ἔκτακτοι δαπάναι ἀναμφισβήτητοι.

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοσίας ὑγείας ποιοῦμαι εἰς ὑμᾶς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τοῦ Κράτους κατ’ ἔτος ἐπιβάλλει δαπάνας ἐκτάκτους, διότι ἀπειλεῖται ἑκάστοτε ὑπὸ νόσων ἐνδημουσῶν καὶ ὑπὸ νόσων ἐπιδημικῶν, ἀπειλουσῶν νὰ ἐπιδράμωσιν ἐπὶ τὴν χώραν. Κατὰ τὸ 1896 δὲν εἴχομεν Λοιμοκαθαρτήρια εἰς τὴν Δῆλον καὶ εἰς τὸν Κάνθαρον; Δὲν εἶχεν ἐπισκήψει ἡ εὐφλογία; Δὲν εἶχον ληφθῆ μέτρα κατ’ αὐτῆς;

§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡμεῖς εἴχομεν καὶ εὐφλογίαν καὶ πανώλην, καὶ ἑπομένως εἴχομεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς εὐφλογίας, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι μέχρι τινὸς ὡς τακτικὰ, διότι ταῦτα ἐπανέρχονται κατ’ ἔτος.

§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ζητήσητε νὰ εὕρητε τὰ δαπανηθέντα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς ὀγκώδη ποσά. Δὲν ἀνέφερα αὐτὰ ὡς ἔκτακτα, διότι θέλετε εὑρεῖ ταῦτα ἐν πᾶσι τοῖς ἀπολογισμοῖς. Θέλετε εὑρεῖ δαπανηθέντα 150,240 δρ. δι’ ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑγείας κατὰ τὸ 1895, θέλετε εὑρεῖ δαπανηθέντα δραχμὰς 100,440 κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν.

§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐθεώρησα ὡς ἔκτακτον μόνον τὴν δαπάνην τῶν Λοιμοκαθαρτηρίων. Βεβαίως τὸ Νοσοκομεῖον τῶν εὐφλογιώντων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔκτακτος δαπάνη, διότι, δυστυχῶς, κατ’ ἔτος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον Νοσοκομεῖον. Ἀλλ’ ἡ τοῦ Λοιμοκαθαρτηρίου βεβαίως εἶναι ἔκτακτος δαπάνη. Ἐὰν εἴχετε λοιπὸν Λοιμοκαθαρτήρια λειτουργοῦντα κατὰ τὸ 1896, δικαιοῦσθε ν’ ἀφαιρέσητε τὴν δαπάνην αὐτὴν ὡς ἔκτακτον.

§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀφήρεσα αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν δαπάνην ταύτην εὑρίσκω καὶ κατὰ τὸ 1893 καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ κατὰ τὸ 1896 καὶ κατὰ τὸ 1897 καὶ κατὰ τὸ 1899.

§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε νὰ διακόψω ὑμᾶς, ὅπως παράσχω ἀναγκαίας τινὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν; Εἰς τὴν διακοπὴν μὲ ἐνθαρρύνει ἡ ὑμετέρα πρόκλησις.

§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ 1896. Καταλέγετε ὡς ἔκτακτον δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὸ ποσὸν δρ. 667,800 δι’ ἐπισκευὰς καὶ κατασκευὰς ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν. Καταλέγετε ἐπίσης ὡς ἔκτακτον δαπάνην τὸ ποσὸν δρ. 219,226 λόγῳ ἐπὶ πλέον δαπανῶν ὑλικοῦ, καὶ τὸ ποσὸν δρ. 446,250 λόγῳ ἐπὶ πλέον δαπανῶν διὰ τὸν ὁπλισμόν. Ταῦτα ἀνεφέρατε ὡς ἐκτάκτους δαπάνας διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω τὸν ἀπολογισμόν.

§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀπολογισμὸν βεβαίως ἀναγράφονται. Ἐσημείωσα ἰδιαιτέρως τὰ ποσὰ ταῦτα, διότι, κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις ὑμῶν, ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτοῦ 5,000,000 λόγῳ ἐκτάκτων δαπανῶν.

§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν 5,000,000 ὑπάρχουσι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπάρχουσι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.

§137Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τούτου αἱ δαπάναι κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἀνῆλθον εἰς δρ. 7,691,567, ἀπέναντι 6,683,623 τοῦ 1896, ἑπομένως ὑπάρχει τὸ 1896 ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ 1,007,944 δραχμῶν. Ἀλλὰ πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται; Ἀναφέρω μόνον ἓν γεγονός, ὅτι κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν ἐκτάκτους δαπάνας διὰ λέβητας καὶ μηχανὰς ποσοῦ δραχ. 498,586, καὶ δι’ ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν 324,395, τὸ ὅλον 822,981. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, ὡς γινώσκετε, μέχρι τοῦ 1898 ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἀνεγράφετο ὁλόκληρος ἐν τῷ εἰδικῷ δι’ ἕκαστον ἔξοδον κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1898 ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ ν’ ἀναγράφηται ἰδιαιτέρως τὸ ποσὸν τὸ πληρωνόμενον λόγῳ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ὡς ἐκ τούτου δὲ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατελογίσθη, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐν ἑκάστῃ κατηγορίᾳ ἀναγραφομένων ἐξόδων, καὶ τὸ πληρωθὲν λόγῳ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ποσὸν δραχ. 493,788. Κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ποσὸν ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ 1899 καὶ τὸ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν πληρωθὲν ποσόν, ὅπερ ἀναβιβάζει τὴν ἔκτακτον δαπάνην τοῦ 1899 εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 1,316,769.

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1899, ἐπειδὴ εἶναι προσωρινός, ἀναγράφει ἐν συνόλῳ τὰ ἔξοδα ἑκάστου Ὑπουργείου, ὡς ἔξοδα δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀναγράφει ὅσα εἴπετε, ἤτοι 7,691,567, ἀλλ’ 7,801,841.21, ἤτοι δρ. 110,274.21 περισσοτέρας. Ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀναγράφει δι’ ἐπισκευὴν πλοίων δραχμὰς 305,363 μόνον, δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν πόσα ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐδαπανήθησαν.

§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πρόκλησιν ὑμῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Καραπάνου, κατέθηκα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀπολογισμοὺς ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ τὴν Κατάστασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐξ αὐτῶν καταφαίνεται λεπτομερῶς ἡ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον δαπάνη ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων.

§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἔτους 1900 ἀναγράφει δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων πίστωσιν δραχ. 278,748 μόνον· ἀλλ’ ἡ δι’ ἐπισκευὴν πλοίων δαπάνη δὲν εἶναι ἔκτακτος, εἶναι συνήθης, κατ’ ἔτος γιγνομένη. Κατὰ τὸ 1891 δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων τοῦ στόλου ἐκ δραχμῶν 600,000, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν ἐξ αὐτῆς 599,878.67; Κατὰ τὸ 1892 δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δραχ. 1,378,000, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν ἐξ αὐτῆς δρ. 722,895.54; Κατὰ τὸ 1893 δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δρ. 950,000, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν ἐξ αὐτῆς δρ. 948,444.05; Κατὰ τὸ 1894 δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δρ. 950,000, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν 965,877.13; Κατὰ τὸ 1895 δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δρ. 1,122,380, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν δρ. 1,175,945.31; Τί μᾶς ἀναφέρετε ὡς ἔκτακτον δαπάνην τοῦ 1899 τὰς 324,395 δραχμάς, τὰς ὁποίας λέγετε, ὅτι ἐδαπανήσατε κατ’ αὐτό;

§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι μικρά. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἑτέρα ἔκτακτος δαπάνη διὰ λέβητας καὶ μηχανὰς 498,586 δραχμῶν.

§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖον μέρος εἶναι;

§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ΚΑʹ.

§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ὡς δαπανηθὲν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν συνόλῳ εἶναι 7,801,841.21. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν σελίδα 16 τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται τὸ ποσὸν τῶν 498,586.

§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1899 δὲν ἀναγράφεται ἡ εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα ὑποδιαίρεσις τῶν δαπανῶν· ἀναγράφονται μόνον ἐν τῇ τελευταίᾳ σελίδι οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ τούτων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐν τῇ τελευταίᾳ σελίδι ἀναγραφὴ τῶν νόμων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, δὲν ἔχει ἀξίαν τινὰ, οὐδ’ ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγένετο δαπάνη τις ἐκ τῶν οὕτως ἀναγραφομένων ποσῶν.

§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀνέφερα, ἀναγράφονται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰς τὴν Κατάστασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Βεβαίως ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς δεικνύει ἐν λεπτομερείᾳ τὰς δαπάνας κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον· ὁ προσωρινὸς δὲ ἀπολογισμὸς δὲν δεικνύει ἀναλυτικῶς τὰς δαπάνας, ἀλλὰ μόνον κατὰ Ὑπουργεῖον.

§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸν ἔχω ἐδῶ. Ἐπικαλεῖσθε ἀπολογισμούς, οἵτινες δὲν ἐδημοσιεύθησαν, καὶ Καταστάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰς ὁποίας δὲν κατεθήκατε εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν μᾶς ἐδώκατε, οὐδὲ κἂν μᾶς ἐδείξατε.

§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἴχετε ζητήσει τὴν λεπτομέρειαν τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899, κατέθηκα δὲ πρὸς τοῦτο τὸν ἀπολογισμὸν ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων μετὰ Καταστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως ἴδητε τὴν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὑποδιαίρεσιν τῶν δαπανῶν. Ὅτε δὲ κατέθηκα τοῦτον, μὲ ἠρωτήσατε, ἂν ἀναγράφονται ἐν λεπτομερείᾳ αἱ δαπάναι. Ἀπήντησα καταφατικῶς, προσθέσας, ὅτι δύνασθε καὶ κατ’ οἶκον νὰ παραλάβητε τοὺς πίνακας, ὅπως μελετήσητε τούτους.

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τοὺς ἔλαβον, ἀλλὰ δὲν εὗρον ὅσα μᾶς λέγετε· ἐσημείωσα ὅσα σᾶς εἶπον, καὶ τοὺς ἔδωκα ἔπειτα εἰς τὸν κ. Καραπάνον.

§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὺς κατέθηκα, κατ’ αἴτησιν ὑμῶν καὶ πρὸς χρῆσιν ὑμῶν· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος προσέθηκα, ὅτι δύνασθε καὶ κατ’ οἶκον νὰ λάβητε καὶ μελετήσητε αὐτούς.

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ εἴπητε, πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ πληρώματα πλοίων κατὰ τὸ ἔτος 1899;

§153Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2,273,006.

§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ δὲ τὸ 1896;

§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1,817,389· ἤτοι διαφορὰ ἐπὶ πλέον τὸ 1899 ἐκ δραχ. 455,615.

§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη;

§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκρατήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ ἔφεδροι τοῦ 1897, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὸν στρατὸν, διότι δὲν εἶχε κηρυχθῆ ἡ λῆξις τῆς ἐπιστρατείας.

§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δικαιολογεῖσθε, διότι δὲν ἀπελύσατε τοὺς ἐφέδρους τοῦ Ναυτικοῦ τοῦ 1897, διότι δὲν εἶχον ἀπολυθῆ καὶ οἱ ἔφεδροι τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς;

§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτακτος δαπάνη τοῦ 1896 εἶναι ἡ ὑπὸ τὸ Κεφάλ. ΙΑʹ ἐκ δραχμῶν 667,800, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν νομισματικὴν διαφοράν. Ἡ ἔκτακτος δαπάνη τοῦ 1899 εἶναι ἡ διὰ λέβητας καὶ μηχανάς, ἥτις μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 1,316,769. Κατὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε, νὰ χαρακτηρίσητε ὡς ἔκτακτον δαπάνην τοῦ 1896 τὸ ποσόν, τὸ δαπανηθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν λεβήτων καὶ μηχανῶν, πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτος δαπάνη τοῦ 1899 τὸ δαπανηθὲν διὰ λέβητας καὶ μηχανάς, ὡς καὶ δι’ ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν.

§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τί ἐδαπανήθη εἰς τὰ 1899 δι’ ὁπλισμόν;

§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδαπανήθησαν δραχ. 380,569, ἐνῷ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 826,819, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 446,250. Ἐπίσης καὶ διὰ τὸ ὑλικὸν ἐδαπανήθησαν τὸ 1899 δραχ. 1,989,865 καὶ τὸ 1896 δραχ. 2,209,091. Ἐνταῦθα ὅμως δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀναγράφεται ἐν τῷ οἰκείῳ ἄρθρῳ ὁλόκληρον τὸ δαπανηθὲν ποσόν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἐνῷ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἀναγράφεται κεχωρισμένως. Ὅπως δὲ γένηται ἀκριβὴς ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν δύο ἀπολογισμῶν, πρέπει εἰς τὰς κατ’ ἄρθρον δαπάνας τοῦ 1899 νὰ προστεθῇ καὶ ἡ νομισματικὴ διαφορά. Οὕτως ἔχομεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὸ 1896 δι’ ὑλικὸν 2,209,091, διὰ τὸν ὁπλισμὸν 826,819, δι’ ἐπισκευὰς καὶ κατασκευὰς ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν 667,800, τὸ ὅλον 3,703,710. Τὸ 1899 δι’ ὑλικὸν 1,989,865, δι’ ὁπλισμὸν 380,569, τὸ ὅλον δρ. 2,370,434. Ἄν εἰς τὴν δαπάνην τοῦ 1899 προστεθῇ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἐπὶ τιμῇ φράγκου 1 καὶ 60, αἱ δαπάναι τοῦ 1899 διὰ μόνον τὸ ὑλικὸν καὶ τὸν ὁπλισμὸν ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 3,792,694. Ὥστε αἱ δαπάναι τοῦ 1899 ἀποδεικνύονται ὑπέρτεραι τῶν τοῦ 1896 κατὰ δρ. 88,984. Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἵνα συμπληρώσητε τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000, ὡς ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ 1896, στηρίζεσθε εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸ 1894, καὶ τὸ πλέον τούτου κατὰ τὸ 1896 δαπανηθὲν καταλογίζετε ὡς ἔκτακτον δαπάνην τοῦ τελευταίου τούτου ἔτους. Κατὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, δέον νὰ γένηται ἀποδεκτὴ καὶ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1899, καὶ νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔκτακτος δαπάνη τοῦ 1899 τὸ ἐπὶ πλέον τοῦ 1896 δαπανηθὲν ποσόν. Ἑπομένως, ἐπειδὴ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 16,662,888, τὸ δὲ 1899 δραχ. 21,152,671, ἤτοι ἐπὶ πλέον 4,489,783, κατὰ τοσοῦτον εἶναι ὑπέρτεραι αἱ δαπάναι τοῦ 1899 ἀπὸ τὰς δαπάνας τοῦ 1896. Ἐξεταστέαι νῦν αἱ καθ’ ὑμᾶς ἔκτακτοι δαπάναι τῶν ἄλλων Ὑπουργείων...

§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894, διότι κατὰ τὸ 1896 ἠναγκαζόμεθα νὰ διατηρῶμεν στρατὸν περισσότερον τοῦ συνήθους, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων· διὰ τοῦτο εἴχομεν ἀνάγκην καὶ ὁπλισμοῦ καὶ ἱματισμοῦ περισσοτέραν, ἀφοῦ δ’ ἔκτακτοι περιστάσεις καὶ οὐχὶ συνήθεις μοὶ ἐπέβαλλον τὰς δαπάνας ταύτας, εὐλόγως ἀνεγράψαμεν αὐτὰς ἐκτάκτους.

§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν αὐτῶν λόγων προέρχονται αἱ ἐπὶ πλέον διαφοραὶ τοῦ 1899, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1896.

§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ ποία ἀνάγκη ὑπεχρέωσεν ὑμᾶς τὸ 1899 νὰ τηρῆτε περισσοτέρους στρατιώτας ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ;

§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμεθα ὑποχρεωμένοι, διότι κατὰ τὸ 1899 διετηρήθη εἰς τὰ ὅπλα ἀσυγκρίτως μείζων ἀριθμὸς τῶν διατηρηθέντων κατὰ τὸ 1896.

§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖοι λόγοι πολιτικοί, ποῖοι λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας ἢ τάξεως σᾶς ἠνάγκασαν πρὸς τοῦτο:

§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πόλεμος ἐκληρονόμησεν ἐφ’ ἡμᾶς τοιαύτην κατάστασιν δημοσίας ἀσφαλείας, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπολύσωμεν ἐνωρίτερον τοὺς ἐφέδρους, ἄνευ κινδύνου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐξετάζοντες τὸ θέμα τοῦτο ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν, κατελήξατε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως συνδέεται πρὸς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ πρὸς διαφόρους χορηγίας, ἀναγομένας εἰς τὴν συναλλαγήν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις μετὰ λόγου, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὸν στρατὸν κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1896 δραχμαὶ 4,490,000 ἐκ λόγων σπατάλης, ἢ συναλλαγῆς; Ὑπῆρξε λόγος παρεμφερής, ἵνα κατὰ μὲν τὸ 1896 ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων δαπανηθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 25,000, κατὰ δὲ τὸ 1899 νὰ δαπανηθῶσι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν δρ. 1,902,760; Τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐκληροδοτήθησαν ἐκ τοῦ πολέμου, ἦσαν δὲ ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος, καὶ ἰδίως τοῦ ἔτους 1897, ἐνῷ τὸ 1896 δὲν ἐκληρονόμησε τίποτε ἀπὸ προηγουμένας χρήσεις. Τὸ 1897 ἐκληρονόμησεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν πολλὰς ὑποχρεώσεις. Ἐπλήρωσε διὰ τὴν χωροφυλακὴν ἐπὶ πλέον τοῦ 1896 δραχμὰς 247,933, ἐπλήρωσε διὰ τὸ πυροβολικὸν 124,237, ἐπλήρωσε διὰ τὸ ἱππικὸν 75,219, ἐπλήρωσε καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀναγόμενα εἰς ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος. Ἐκ τούτου ἡ διαφορὰ τῶν χρήσεων τοῦ 1896 καὶ 1899 κατὰ 4,490,000.

§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ 1897 δὲν πρόκειται, ἀλλὰ περὶ τοῦ 1899. Διατὶ δὲ ἀναμιγνύετε τὸ 1897 μετὰ τοῦ 1899; Τὸ 1897 ἦτο πόλεμος, ἑπομένως μεγάλαι καὶ ἔκτακτοι ἀνάγκαι· τὸ 1899 δὲν ἦτο πόλεμος, ἑπομένως ὠφείλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν ἀμέσως μετὰ τὴν κατὰ τὸ 1898 συνομολογηθεῖσαν εἰρήνην· ἡ δὲ τάξις δὲν ἐπιτρέπει, ἀλλ’ ἀποκρούει τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ποῖαι ἀνάγκαι ἔκτακτοι ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατηρήσῃ στρατὸν περισσότερον; Ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἔκτακτος νὰ διατηρηθῶσιν οἱ διαθέσιμοι, ἡ ἀνάγκη αὕτη θὰ ἦτο γνωστή, ἀλλὰ γνωστὴ εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν διετηρήθησαν οἱ διαθέσιμοι πλέον τοῦ ὡρισμένου χρόνου. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ 1899 ἦσαν ἔκτακτοι, ποῖαι ἔκτακτοι ἀνάγκαι ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ τὸ 1900, κατὰ τὸ 1901, καθ’ ἃ ἐξακολουθεῖτε νὰ σπαταλᾶτε ἐν ὀνόματι τοῦ πολέμου καὶ ἐν ὀνόματι τῶν μεταρρυθμίσεων;

§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον δύο ἀπολογισμούς, τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1899, διότι αἱ δύο αὗται χρήσεις ἔχουσι καθωρισμένον ὅρον συγκρίσεως. Ὅταν συζητήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, θέλω ἐξηγήσει καὶ τοὺς λόγους, ἐξ ὧν προέρχονται αἱ διαφοραὶ εἰς τὸ 1900 καὶ εἰς τὸ 1901. Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, δι’ ἣν ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον τοῦ 1896 ἀπὸ τοῦ 1899 κατὰ 184,000 δρ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Τὸ 1899 εἶχε καὶ μίαν ὑποχρέωσιν ἔκτακτον, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων· εἶχε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν τὸ 1899 πλέον τοῦ 1896 δραχ. 389,393· ἐπίσης διὰ τὴν γεωργίαν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει ὑμῶν, ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1896 δρ. 121,481. Εἶχεν ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων πλέον τῶν τοῦ 1896 δρ. 281,039. Διὰ νομισματικὴν διαφορὰν τὸ 1899 ἐδαπάνησε περισσότερα τοῦ 1896 δραχ. 175,365. Διὰ τὴν Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων ἐδαπανήθησαν τὸ 1899 δραχ. 100,000. Διὰ μελέτας ὑδραυλικὰς πρὸς ὕδρευσιν Ἀθηνῶν 53,000. Διὰ συνδρομὴν σεισμοπαθῶν Πελοποννήσου 52,429. Διὰ συνδρομὴν σεισμοπαθῶν Μικρᾶς Ἀσίας 20,000. Δι’ ἔξοδα ἐσωτερικῆς ἀκτοπλοΐας ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1896 δρ. 100,000. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον τὸ 1899 ἐκ δραχ. 1,403,219, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν προέρχεται ἐκ παροχῶν κυβερνητικῶν, οὐδ’ ἐκ σπατάλης.

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σπεύδετε πολύ, καὶ ἐπιλαμβάνεσθε θεμάτων...

§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἕνα κυρίως σκοπὸν ἀποβλέπω, νὰ πείσω, εἰ δυνατόν, ὑμᾶς, ὅπως ἀποδεχθῆτε ἐν τῷ συνόλῳ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1896 καὶ 1899, καὶ μὴ ἐπιμένητε μειοῦντες τὰς δαπάνας τοῦ 1896 κατὰ 5,000,000, διὰ νὰ παραστήσητε τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν τοῦ 1899 ἀνωτέραν τῆς πραγματικῆς.

§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ διὰ τὴν γεωργίαν δαπάναι δὲν εἶναι ἔκτακτοι, εἰσὶ τακτικαί, ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προεκαλέσαμεν· δαπάναι δὲ ὑπὸ νόμων ἐπιτραπεῖσαι δὲν εἶναι ἔκτακτοι. Ἀνεφέρατε, ὅτι ἐδαπανήσατε 280,000 δραχ. δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων· ἀλλὰ πότε ἡμεῖς παρεστήσαμεν ὡς ἐκτάκτους δαπάνας τὰ πληρωνόμενα εἰς κεκλεισμένας χρήσεις; Κατὰ τὸ 1895 ἐδαπανήσαμεν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις δρ. 2,449,795, διὰ νὰ πληρώσωμεν ὅσα ἡμεῖς ἀφήκατε τὸ 1893 καὶ 1894 ἀπλήρωτα, ὅπως παρουσιάσητε περισσεύματα. Εἴπομεν ποτὲ ἡμεῖς περὶ κεκλεισμένων χρήσεων; Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ 44 ἑκατομμυρίων μεταξὺ τῆς διαχειρίσεως ὑμῶν, κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, καὶ τῆς ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν ἐπροβάλομεν, ἂν κατὰ τὰ τρία ἔτη ἐκυβερνᾶτο ἡ χώρα ὡς ἐκυβερνήθη τὸ 1896;

§173Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὕτω συγκρίνετε τὰς τοῦ 1896 δαπάνας, μειοῦντες αὐτὰς κατὰ 5,000,000, πρὸς τὰς δαπάνας τῶν τριῶν ἐτῶν, ἐνῷ πρέπει νὰ καταλογίσητε εἰς ἑκάστην χρῆσιν τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ νὰ διακόπτω, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ προεκαλέσατε νὰ ἀναφέρω τὰς τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐκτάκτους δαπάνας, διὰ τοῦτο παρέσχον τὰς ἐξηγήσεις ταύτας προχείρως, ἐπιφυλασσόμενος πάντοτε ν’ ἀποδείξω ἐν καιρῷ, ὅτι αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῶν 44,000,000 δὲν ὑφίσταται, οὐδὲ ἀνάγεται εἰς λόγους σπατάλης ἢ συναλλαγῆς. Ὅταν λάβω τὸν λόγον, θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ δαπανῶν μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 καὶ τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, αὕτη ἐπεβλήθη ἐξ αἰτίων ἀνεξαρτήτων τῆς βουλήσεως ἢ τῆς καθυστερήσεως τῶν σήμερον διαχειριζομένων τὰ κοινά.

§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δεκτικὸν ἀντιρρήσεων εἶναι αὐτοφανές. Ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε ν’ ἀποδείξητε, ἤτοι, ὅτι οὐδεμίαν αὔξησιν ἡ διοίκησις ὑμῶν ἐπήνεγκεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, εἰμὴ μόνον τὴν ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπελθοῦσαν τῶν πληρωνομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων.

§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο ἀπολογισμοὶ τοῦ 1899 καὶ 1896 παρουσιάζουσι τὰς ἑξῆς διαφοράς: δρ. 104,635,493 ὁ τοῦ 1899, δρ. 90,870,607 ὁ τοῦ 1896, διαφορὰ 13,746,886. Κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν πλέον τοῦ 1896 τὰ ἑπόμενα: 1) δρ. 878,000 διὰ συντάξεις, 2) 179,000 διὰ τὴν Βουλήν, 3) δρ. 6,492,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, 4) 2,981,000 ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων, 5) 697,000 διὰ ἔξοδα στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, 6) 390,000 δι’ ἔξοδα ἐκλογῶν, 7) 373,000 διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, 8) 1,581,000 διὰ τροφάς, 9) 257,000 διὰ τὴν χωροφυλακήν, 10) 450,000 διὰ πληρώματα πολεμικῶν πλοίων καὶ 11) 320,000 δι’ ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 14,598,000. Παρατηρῶ πρὸς τούτοις, ὅτι, ἂν συγκρίνητε τὰς δαπάνας τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων ἐν λεπτομερείᾳ, θ’ ἀνεύρητε διαφορὰς ἐπὶ ἔλαττον τοῦ 1899 ἐξ οἰκονομιῶν πραγματικῶν προελθούσας. Οὐδαμοῦ δὲ θ’ ἀνεύρητε σπατάλην ἢ δαπάνας λόγῳ συναλλαγῆς.

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς παραβάλωμεν λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, καὶ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐπιστασίας τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ἑκάστου τῶν τριῶν ἐτῶν τῆς ὑμετέρας διοικήσεως, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Ἐν αὐτοῖς δὲν περιλαμβάνονται οὔτε τὰ πληρωνόμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἵνα μᾶς προβάλητε τὰς αὐξήσεις, αἵτινες μετὰ τὸν πόλεμον ἐπῆλθον διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωνόμενα, οὔτε τὰ πληρωνόμενα εἰς συντάξεις, διὰ νὰ μᾶς ἀναφέρητε, ὅτι ταῦτα ηὐξήθησαν μετὰ τὸν πόλεμον ἕνεκα τῆς ἀποστρατεύσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἕνεκα τῆς ἀναστατώσεως, ἣν ὑμεῖς ἀνεκινήσατε, παύσαντες ἑκατοστύας ἢ χιλιάδας ὑπαλλήλων. Ἀπὸ τὰ ποσὰ ταῦτα μάλιστα δὲν ἀφῃρέσαμεν οὔτε τὰ 5,077,185.26, ἤτοι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθημεν κατὰ τὸ 1896 ἕνεκα τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας ὑμεῖς εἴχετε ὑποκινήσει τότε, διὰ νὰ μὴ μᾶς προβάλητε, ὅτι καὶ ὑμεῖς εἴχετε ἔκτακτα ἔξοδα τὸ 1899, καίτοι τὸ ἔτος τοῦτο ἦτο ἔτος εἰρήνης, δὲν ἦτο δ’ ἔτος στρατιωτικῶν προπαρασκευῶν, οἷον ἦτο τὸ ἔτος 1896, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον νὰ ἑτοιμάσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. Λοιπὸν εἰς ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ ἔτος 1896 δραχμὰς 56,253,664.95· ἀλλ’ ὑμεῖς ἐπληρώσατε κατὰ τὸ 1899 εἰς ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ εἰς ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων 63,551,926.57, ἤτοι περισσότερα 7,298,261.62, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ὃν ὑμεῖς μᾶς ὑπεβάλετε, καὶ κατὰ τὸ 1900 ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ μᾶς ἐζητήσατε καὶ ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων δραχμὰς 70,184,319.19, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 13,930,654.24 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἀνεγράψατε ὡσαύτως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις δραχμῶν 69,160,055.27 διὰ τὰ αὐτὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων, ἤτοι 12,906,390.32 περισσότερα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896. Προσθέσατε τὰ τρία ταῦτα ποσά, τὰ 7,298,261.32 τοῦ 1899, τὰ 13,930,650.94 τοῦ 1900 καὶ τὰ 12,906,390.02 τοῦ 1901. Δὲν ἀποτελοῦσι ταῦτα ποσὸν 34,135,206.18, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐδαπανήσατε καὶ θέλετε δαπανήσει περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη, ἂν ἡ χώρα ἤθελε κατ’ αὐτὰ διοικηθῆ ὡς διῳκήθη κατὰ τὸ ἔτος 1896; Καὶ δὲν περιελάβομεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλετε βεβαίως ζητήσει δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1901. Καὶ δὲν ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1896, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 5,077,185.66, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ὡς τακτικὰ ἔξοδα· δὲν ἐζητήσαμεν ν’ ἀφαιρεθῶσιν οὐδὲ τὰ πρὸς διατροφὴν τῶν προσφύγων Κρητικῶν οἰκογενειῶν δαπανηθέντα ἐκ δραχ. 418,535.91, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν καὶ ταῦτα ὡς τακτικὰ ἔξοδα· δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν οὐδὲ αἱ 322,882.22 δραχμαί, τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν διὰ τόκους καθυστερήσαντας κατὰ τὰ πρὸ τῆς διοικήσεως ἡμῶν ἔτη ἐντόκου γραμματίου τοῦ Ρολέν· δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν οὐδὲ αἱ δρ. 607,500, τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ 1896 πρὸς ἐξόφλησιν χρέους τοῦ Κράτους, διότι τὰ πρὸ ἡμῶν Ὑπουργεῖα εἶχον λάβει καὶ δαπανήσει τὰ ποσὰ ταῦτα, ἅπερ ὠφείλοντο εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Πάντα ταῦτα ὑπελάβομεν, ὅτι ἦσαν τακτικὰ ἔξοδα. Τί ἔχετε πλέον νὰ προβάλητε; Τὰ συνήθη, τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς ὑμετέρας τριετίας δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ 34,135,206.18 δραχ. τὰ συνήθη καὶ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἣν ἡμεῖς εἴχομεν ἐγκαταστήσει; Ἀλλὰ δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ μόνα τὰ εἰρημένα 34 ἑκατομμύρια τὰ ἔξοδα τῆς τριετίας ταύτης, ὑπερβαίνουσι κατὰ 43,495,290.71, ὅσα ἠριθμήσαμεν χθές, διότι ὅσα ἡμεῖς ἐσημειώσαμεν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1896 ἦσαν ὄντως ἔκτακτα. Καὶ αὐτὰ τὰ 43,495,290.71, ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξήσατε κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἡ μόνη αὔξησις τῶν ἐξόδων· θέλετε καὶ ἄλλην αὔξησιν προσθέσει εἰς τὰ ἔξοδα, ὅταν ἐκτελέσητε πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ἐκτελέσητε πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ὅταν θέσητε ἐν ἐκτελέσει τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοῦτο ἔχω δικαίωμα, καὶ εὐλόγως ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἐγένοντο τὰ 43,495,290.71; Ἐδαπανήσατε αὐτὰ εἰς μεταρρυθμίσεις; Ποῖαι εἶναι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται; Ποίας ἀνάγκας πολιτικὰς ἢ κυβερνητικὰς ἐθεραπεύσατε δι’ αὐτῶν; ποίαν ἐνίσχυσιν ἐδώκατε εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν διὰ τοσαύτης δαπάνης; Ὁ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νόμος, ἢ ὁ νόμος περὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ἢ ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, ἢ οἱ νόμοι περὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἢ ὁ νόμος περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἢ ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως τῶν προξενικῶν μισθῶν, αὐταί εἰσιν αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας εἴχετε ὑποσχεθῆ διὰ τοῦ προγράμματος ὑμῶν, δι’ ἃς ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐπὶ τὴν τριετίαν κατὰ δρ. 43,495,290.71, ἢ κατὰ 14,498,430.23 κατ’ ἔτος, ἂν διαιρέσητε εἰς τὰ τρία ἔτη τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὔξησαν κατὰ 43,495,290.71 τὰ ἔξοδα τῆς τριετίας; Ἐὰν ἀπὸ τὰς μεταρρυθμίσεις ταύτας ἀφαιρέσητε τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος εἰσέτι δὲν ἐξετελέσθη, τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως δὲν ἐξετελέσθη, τὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως δὲν ἐξετελέσθη, τί ἀπέμεινεν ἀπὸ τὰς μεταρρυθμίσεις ὑμῶν, τὰς τοσοῦτον διαφημισθείσας; Λοιπὸν τὸν νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸν νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, τὴν ἄφρονα πολυτέλειαν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, αὐτὰς τὰς μεταρρυθμίσεις ἐπροικοδοτήσατε εἰς τὸ Κράτος ὡς ἀντάλλαγμα τοσαύτης δαπάνης, ἤ, ὀρθότερον εἰπεῖν, τοσαύτης σπατάλης; Τὰς μεταρρυθμίσεις ταύτας ἐπενοήσατε, ἵνα ἄρητε τὰς αἰτίας, αἵτινες παρήγαγον τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐπέσκηψαν ἐπὶ τὴν δυστυχῆ χώραν, ἵνα ἐπανορθώσητε τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν αἱ ἀποτυχίαι τοῦ πολέμου, ἵνα παραμυθήσητε τὴν χώραν καὶ τὸ ἔθνος διὰ τὰς συμφορὰς, αἵτινες ἐπέσκηψαν ἐπ’ αὐτῶν; Ἢ μήπως μᾶς προβάλητε τὴν ἄλλην μεταρρύθμισιν, τὴν μεταρρύθμισιν τῶν πραγμάτων τῶν στρατιωτικῶν; Δύο μᾶς ὑπεσχέθητε μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τοῦ στρατοῦ· τὴν μεταρρύθμισιν, ἣν εἴπετε, ὅτι προσδοκᾶτε ἀπὸ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπεδείξατε, ὅτι ζητεῖτε νὰ ἐπιφέρητε διὰ τῶν ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ ναυτικοῦ, τοὺς ὁποίους ἠθέλετε καλέσει πρὸ πολλοῦ ἐκ ξένων στρατῶν, ἂν εἴχετε τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Δὲν ἤλθετε ἐσπευσμένως, καὶ δὲν μᾶς ἐζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα τὴν πίστωσιν ταύτην, ἵνα μὴ βραδύνῃ ἡ ὑπόθεσις, ὅπως ἔλθωσιν ὡς τάχιστα οἱ ὀργανωταὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ; Καὶ δὲν ἐζητεῖτε μόνον πίστωσιν, ἐζητήσατε παρ’ ἡμῶν, καὶ συνηνέσαμεν νὰ δώσητε εἰς τοὺς ξένους ὀργανωτὰς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ὁ εἷς τούτων ἀνώτερος ἐπιτελάρχης τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ ὁ ἕτερος τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης· ἐζητήσατε παρ’ ἡμῶν, καὶ ἡ Βουλὴ συνῄνεσε, νὰ ἀπονείμητε εἰς τοὺς ξένους ὀργανωτὰς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι καὶ γενικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στρατοῦ· μᾶς ἐζητήσατε νὰ στέρξωμεν, καὶ δυστυχῶς ἐστέρξαμεν, νὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν ν’ ἀνακηρύξητε αὐτοὺς καὶ πολίτας Ἕλληνας. Καὶ διετυμπανίσθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅτι ἔρχεται ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ, ἀνώτατος καὶ διάσημος ἀξιωματικός, πότε ἐκ Γερμανίας καὶ ἄλλοτε ἐξ Αὐστρίας· ἠκούσθη μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ Γαλλία συνηγωνίζετο, ἵνα ἀποστείλῃ τοιοῦτον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐμνημονεύθη καὶ τῆς Ἀγγλίας τὸ ὄνομα, ὅτι ἐπερίμενον καὶ ἐν Λονδίνῳ νὰ ἀπευθύνωμεν καὶ ἐκεῖ τοιαύτην αἴτησιν! Τοσαῦτα δὲ διετυμπανίζοντο, ὥστε μετὰ μεγάλης ἐλαφρότητος, ἀλλὰ καὶ ἀσεβείας μὴ ἐπιτετραμμένης, ἀνεμίγνυον τὰς εἰρημένας εἰδήσεις των μετὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ἀνωτάτην θέσιν ἐν τῷ Κράτει. Ἔκτοτε παρῆλθον δέκα καὶ ἐννέα μῆνες, οὐδεὶς δ’ ὀργανωτὴς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀπεβιβάσθη εἰς Πειραιᾶ, ἢ ἦλθεν εἰς Ἀθήνας. Ὅτε εἰσήγετο ὁ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχε παρασκευασθῆ πᾶσα ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅτι εἶχον γενῆ συνεννοήσεις μετὰ τινος ξένης Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο βεβαία ἡ συναίνεσις αὐτῆς, ὅτι εἶχον κανονισθῆ τὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ μᾶς δώσῃ ἡ ξένη Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο γνωστὸν εἰς ποῖον ὅπλον αὐτὸς ἀνῆκεν, ὅτι εἶχον συμφωνηθῆ ποῖαι ἀποδοχαὶ καὶ ποῖα δικαιώματα ἤθελον ἀπονεμηθῆ εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχον συμφωνηθῆ πάντες οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ ξένος ὀργανωτὴς, καὶ ὅτι ἓν μόνον ἔλειπε, τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ κυρωθῶσιν οἱ συμπεφωνημένοι ὅροι, καὶ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ καταβληθῶσιν. Οὐδέποτε μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξε συνεννόησις μετὰ οὐδεμιᾶς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμία παρασκευὴ εἶχε γενῆ, ἐνῷ τοιαῦτα διεδίδοντο ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι δέκα καὶ ἐννέα μῆνας ἡ Κυβέρνησις θὰ περιέμενε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, πότε νὰ φανῇ ἀπὸ κανὲν μέρος ἀξιωματικός τις ἐρχόμενος ἐνταῦθα, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὀργανωτής. Πῶς, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι στέργει Κράτος τι νὰ δώσῃ ἄδειαν εἰς ἀξιωματικὸν αὑτοῦ ἀνώτερον, ἵνα ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν, κατὰ τοιοῦτον κατάδηλον καὶ ἀπροκάλυπτον τρόπον ἐξεθέσατε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλείας; Πῶς παρεστήσατε τὴν Ἑλλάδα περιερχομένην τὰ Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, κρούουσαν τὰς θύρας πάντων αὐτῶν, καὶ μὴ εὑρίσκουσαν οὐδαμοῦ θύραν ἀνοικτήν, ἵνα εἰσέλθῃ καὶ ζητήσῃ ἀξιωματικόν, διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος; Τὸ πρᾶγμα εἶναι σοβαρόν, διότι δὲν πρόκειται περὶ εὑρέσεως ἢ μὴ εὑρέσεως ἀξιωματικοῦ ὀργανωτοῦ, δὲν πρόκειται περὶ ζημίας, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸν στρατὸν, διότι δὲν εὑρέθη ὀργανωτὴς ξένος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλης μεγάλης ζημίας, ζημίας ἠθικῆς, ζημίας πολιτικῆς. Διότι, ἐὰν αἱ διαδόσεις, αἱ πομπώδεις, αἱ ὀγκώδεις, αἱ ὁποῖαι, ἐκπεμπόμεναι ἐξ Ἀθηνῶν, διετυμπανίζοντο πανταχοῦ, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμά τι, πῶς τάχα θέλει τοῦτο ἑρμηνευθῆ καὶ ἐξηγηθῆ καὶ ἐν τῷ Κράτει καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, εἰς πάντας τοὺς ἁπανταχοῦ Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς; Ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσι, δημοσιευομέναις καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐκεῖ ἔνθα πολλοὶ δὲν γνωρίζουσι παντάπασι τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, δὲν κρίνουν ὡς ἡμεῖς, ὅτι ἐξελάμβανον τὸ μέτρον τοῦτο τῆς μετακλήσεως ἀξιωματικῶν ξένων, πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ὡς τὸ μόνον μέτρον, ὅπερ ἔμελλε νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ παρασκευάσῃ αὐτὴν στρατιωτικὸν Κράτος. Πάντες οὗτοι οἱ πληθυσμοὶ, οἱ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, μανθάνοντες, ὅτι οὐδεὶς ἦλθε, καὶ οὐ μόνον μανθάνοντες, ὅτι δὲν ἦλθεν ὁ περιμενόμενος ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἑρμηνεύοντες τὸ ὅτι δὲν ἦλθε τοιοῦτος, οὐχὶ διότι δὲν ἐζητήσαμεν, ἀλλὰ διότι δὲν μᾶς ἐδόθη, δὲν θέλουσιν ἑρμηνεύσει τὸ συμβεβηκὸς ὡς ἔλλειψιν προσοχῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ αὐτῆς, ὡς ἔλλειψιν εὐμενῶν διαθέσεων πρὸς τὴν ἡμετέραν πατρίδα τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠρνήθησαν εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωσιν ἕνα ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ; Δὲν θέλουσιν ὑπολάβει αὐτοὶ οἱ ὁμόφυλοι πληθυσμοὶ, ὅτι ἡμεῖς ἀπεμονώθημεν ἐντελῶς, ὅτι ἐμείναμεν ἔρημοι, ὅτι ἐστερήθημεν πλέον πάσης εὐνοίας, πάσης προστασίας; Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ποίαν παρεσκευάσαμεν ἀποθάρρυνσιν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς τούτους πληθυσμούς; Καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν, ἐκ τίνος λόγου διεσκευάσθησαν καὶ διεδόθησαν τοιαῦται εἰδήσεις, ἐνῷ οἱ κυβερνῶντες δὲν ἦσαν βέβαιοι, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ διὰ τὸν στρατὸν ξένοι ἀξιωματικοὶ, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ; Ἡ μωρὰ ἐπιθυμία νὰ ἐγείρωσιν εὐαρέστους ἐλπίδας ἐν ταῖς ὁμηγύρεσι τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἡ χυδαία δημοκοπία, ἵνα οἱ κυβερνῶντες ἐπιδειχθῶσιν, ὅτι αὐτοὶ κάτι κατώρθωσαν, ὅτι κάτι προενόησαν, καὶ ὅτι κάτι παρεσκεύασαν, τοιαύτη τάχα φιλαυτία παρέσυρεν αὐτοὺς εἰς δημιουργίαν τοιούτων εἰδήσεων, εἰς τὴν διάδοσιν τοιούτων φημῶν; Ἡ πρόσκλησις ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἦτο ἐπινόημα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἄλλων κυβερνητῶν, οἵτινες καὶ οὗτοι εἶχον τότε παρασταθῆ ὡς ἀναμορφωταὶ, καὶ πλὴν αὐτῶν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὀργανωταὶ προσκληθέντες κατέπλευσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα παντοῖοι καὶ ποικίλοι. Κατὰ τὸ 1886 ἐπῆλθεν εἰς τὸ Κράτος ἀτυχία, ὄχι ἐκ βουλήσεως αὐτοῦ, οὐδ’ ἐκ παραλείψεως αὐτοῦ, οὐδὲ ἐκ πράξεως κακῶς μελετηθείσης, ἢ κακῶς διαπραχθείσης, ἀλλὰ διότι μεγάλα ἐν τῇ Εὐρώπῃ Κράτη ἐνέκριναν νὰ μεταβάλωσι πολιτικὰς γνώμας, καὶ ἑπομένως τὴν πολιτικὴν στάσιν αὐτῶν ἀπέναντι Κρατῶν τινων ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου σχηματισθέντων· ἐνῷ δ’ ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἡ δημιουργία τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ὡς αὐτονόμου ἐπαρχίας, ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν, εἶχε δημιουργηθῆ, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν μεγάλων τινῶν Δυνάμεων, ὡς πρόχωμα, ὡς ὀχύρωμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀμυνθῆ ὁ Ἑλληνισμὸς κατὰ ἐπιδρομῶν ἑτεροφύλων, τὰ εἰσηγησάμενα τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον Κράτη μετέβαλον γνώμην, καὶ ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο ἄσκοπος καὶ ἀνωφελὴς ἡ γενομένη τροποποίησις τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν Ἡγεμονίαν ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, καὶ ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε ζημία, ἂν ταῦτα ἤθελον ἀνεχθῆ τὴν Βουλγαρίαν νὰ καταλάβῃ αὐτοβούλως καὶ ἐναντίον τῶν διατάξεων τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν. Οὕτως ἡρπάγη πράγματι ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, ἡμεῖς δὲ εἴδομεν κατεδαφιζόμενον τὸ πρόχωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἀνεγείρει ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ἐθνικότητος, καὶ εἴδομεν αὐτὸ κατεδαφιζόμενον οὐχὶ συνεπείᾳ νέας ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης, οὐχὶ διὰ ῥήτρας νέας τινὸς διεθνοῦς πράξεως, ἀλλὰ διὰ παραβάσεως τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν αἱ Μ. Δυνάμεις εἶχον ὑπογράψει. Δὲν εἴχομεν καθῆκον, πρὸ τοιούτου συμβεβηκότος, πρὸ τοιαύτης παραβάσεως τῶν συνθηκῶν, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, οὐ μόνον διότι ἐστερήθημεν τοῦ μόνου ὀχυρώματος, τοῦ μόνου μέσου τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη μᾶς παρεχώρησε μετὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ διότι παρεστάθημεν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ὡς Κράτος, καὶ ἠκούσθη παρ’ αὐτοῦ ἡ φωνὴ ἡμῶν, καὶ πρὸς προστασίαν τῶν ἡμετέρων συμφερόντων εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῇ συνθήκῃ ἡ διάταξις ἐκείνη; Ὁ νόμος ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, τὰ δὲ γενόμενα ἐτολμήθησαν κατὰ παράβασιν συνθήκης διεθνοῦς τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν ἐπεστρατεύθη, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρατευθῇ, ἡ δὲ ἐπιστράτευσις αὕτη βεβαίως ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ὁποίου εἶχεν ὑπαχθῆ ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, τὴν ὁποίαν ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ Κράτος τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἐνεθαρρύνθη ἵνα ἀξιώσῃ ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὑπεχώρησεν. Οὕτως ἡ Εὐρώπη σύμπασα ἠνέχθη τὴν παραβίασιν τῆς συνθήκης, ἡ κυρίαρχος τῆς ἁρπαγείσης Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας ἐσιώπησεν, ἐμείναμεν δ’ ἡμεῖς μόνοι, διαμαρτυρόμενοι ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ προσέτι ὑπὲρ τοῦ διεθνοῦς νομίμου. Ἑπομένως οἱ ἐπίστρατοι ἀπελύθησαν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἡμεῖς διαμαρτυρόμενοι ἀπεχωρήσαμεν τῆς ἀρχῆς· ὡς εἵπετο δέ, ὑπέστη τὸ Κράτος δαπάνας τινάς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται δὲν ἀπέβησαν μάταιαι, διότι ἠγοράσθησαν δι’ αὐτῶν ὑλικὰ πολέμου, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Ὑπέστημεν ἀποτυχίαν, ἀλλ’ ἀποτυχίαν πολιτικήν, εἰς ἣν πάντες ὠφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν ἐκ καθήκοντος πρὸς τὸ ἔθνος, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν μετηρχόμεθα, ἣν μετήλθομεν πολιτικὴν, ἠθέλομεν βεβαίως περιφρονηθῆ οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ὁμοφύλων, ὡς ἐγωϊσταί, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, ὡς ἀνάξιοι ἐπιμεληταὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία αὕτη τῆς ἐπιστρατεύσεως παρήγαγε δυσφορίαν ἐν τῷ τόπῳ, ὅστις δὲν ἔτυχεν ἔτι ἀνατροφῆς οἵας ἔτυχεν ὁ Ἀγγλικὸς λαός, ὅστις μετ’ ἀξιοθαυμάστου ἀρετῆς γνωρίζει νὰ ἀντέχῃ καὶ εἰς αὑτὰς τῶν πολεμικῶν πράξεων τὰς περιπετείας, μὴ συγκινούμενος οὐδὲ ἀπὸ τὴν χύσιν αἱμάτων, οὐδὲ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην δαπανῶν μεγάλων. Ὅθεν, παραιτηθέντων ἡμῶν, ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἕως ἂν κληθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, εἰργάσθη, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν κλῆσιν αὐτῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, μετὰ τοσούτου ὅμως πόθου, ὥστε εἶχε λησμονήσει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο, ἀνελθοῦσα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, προσεπάθησε νὰ ἐγείρῃ ἐν τῷ κοινῷ ἐλπίδας, ἵνα κατασιγάσῃ τὰ ἐγερθέντα ἐν τῇ χώρᾳ αἰσθήματα. Λοιπὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μετὰ προγράμματος, ὄχι μεταρρυθμίσεων, ἀλλ’ ἀναμορφώσεως. Καὶ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην εἴχομεν ἑκατοστύας νόμων ἀναμορφωτικῶν καὶ ὀργανωτὰς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ποικίλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὀργανωτὰς τοῦ ναυτικοῦ καὶ ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Τὴν ἀντιγραφὴν ταύτην, κακογραφοῦντες ὅμως, διέπραξαν καὶ οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί. Ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκεῖνοι ἐπηγγέλθησαν, διατυμπανίσαντες τὰς ἐπαγγελίας των, ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατώρθωσε νὰ εὕρῃ τοὺς ὀργανωτὰς, διότι ἡ Γαλλία ἔστερξεν, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὸν στρατηγὸν Βοσσὲρ καὶ εἰς τὸν ναύαρχον Λεζὲν, οἵτινες ἦλθον καὶ ἠσχολήθησαν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· ἀλλαχόθεν δ’ ἐπορίσθημεν καὶ ὀργανωτὴν τῶν Ταχυδρομείων. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ὠργανώθη ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἂν ὠργανώθη τὸ ναυτικόν, ἢ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία· δὲν ἐξετάζω οὐδὲ πόσα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ τοὺς ὀργανωτὰς τούτους, πόσον δ’ ἕνεκα τῶν μέτρων τούτων ἐπεβαρύνθη ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ἂν ἐπεβάρυναν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, δὲν ἐζημίωσαν ὅμως τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, διότι ἦλθον ἐνταῦθα οἱ ξένοι, καὶ εἰργάσθησαν, ὅσον ἠδύναντο, οὐδ’ ἠλάττωσαν τὰς ἐλπίδας τῶν ὁμοφύλων. Τίς δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι δυσεκτέλεστον τὸ σύστημα τὸ στρατολογικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει νενομοθετημένον; Διότι ὁ στρατὸς ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα δὲν εἶναι στρατὸς μόνιμος, εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας, τὸν ἐφεδρικὸν δὲ τοῦτον στρατὸν ὀφείλετε νὰ ἀσκῆτε καὶ νὰ παρασκευάζητε ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἵνα ἔχητε στρατὸν πλήρη ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν· τὴν ἔλλειψιν δὲ ταύτην, καὶ ἂν ἤρχετο ὀργανωτὴς τῆς ξηρᾶς καὶ ὀργανωτὴς τῆς θαλάσσης, οὐδαμῶς ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἄρωσι. Διὰ τοῦτο πρὸ τῶν ὀργανωτῶν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν περὶ χρημάτων, ἂν δ’ ἠδυνάμεθα δι’ οἰκονομιῶν νὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα, ὧν εἴχομεν ἀνάγκην, τὸ νενομοθετημένον σύστημα δυνατὸν ἦτο νὰ λειτουργήσῃ καλῶς καὶ ἀκριβῶς καὶ ἄνευ τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα πρὸ μικροῦ, τί ἐγένοντο τὰ 44 ἑκατομμύρια; Ὑλικὰ δὲν ἠγοράσθησαν, παρασκευή τις δὲν ἐγένετο, οὐδὲ στρατῶνας κἂν εἴδομεν οἰκοδομουμένους κατὰ τὰς διαφόρους στρατιωτικὰς περιφερείας, ἐν αἷς νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ στρατωνισθῶσιν οἱ πρὸς ἀσκήσεις συγκληθησόμενοι ἔφεδροι. Δὲν ἔχομεν δὲ χρήματα, διὰ νὰ οἰκοδομήσωμεν στρατῶνας, τοὐλάχιστον ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, διὰ νὰ οἰκοδομήσωμεν ἀποθήκας ἱματισμοῦ ἢ ὁπλισμοῦ, διότι τὰ χρήματα ἐδαπανήσαμεν καὶ προωρίσαμεν εἰς δαπάνας μισθοδοσιῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους προσέθηκαν διὰ τῶν νόμων των οἱ Ὑπουργοὶ, διότι ἐδαπανήσαμεν καὶ προωρίσαμεν εἰς δαπάνας, ἵνα ἀνεγείρωμεν τὴν πολυτελῆ οἰκοδομὴν τῆς Διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνεγείρομεν. Ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι αὔξησις, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὸ Κράτος, εἶναι μία τῶν συνεπειῶν καὶ τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἀνυπόμονος περιέμενεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, εἴχομεν διαπραγματεύσεις ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἐπισήμους, ἤτοι φανερὰς, ἀφοῦ δ’ αὗται ἐναυάγησαν, ἕνεκα τῆς ἐπιμόνου ἀπαιτήσεως τῶν δανειστῶν, ἵνα ἐγκαταστήσωσι τὸν ἔλεγχον, εἴχομεν διαπραγματεύσεις καὶ μὴ ἐπισήμους, τὰς ὁποίας διεξήγομεν διὰ μέσου μεγάλου τραπεζικοῦ καταστήματος, λειτουργοῦντος ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἄλλου τραπεζικοῦ καταστήματος ἀλλοδαποῦ, λειτουργοῦντος ἐν Λονδίνῳ. Ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἐπικήρυξις τοῦ πολέμου, ἠθέλομεν πάντως καταλήξει εἰς συμβιβασμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελεν ἐπιβάλει ἔλεγχον, οἷος ἐπεβλήθη, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναθέσει τὴν παραλαβὴν τοῦ χρήματος καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε προστεθῆ εἰς τὸ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου πληρωνόμενον ποσοστὸν τῶν 30%, θὰ ἦτο πολλῷ ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη ἡμῖν τώρα διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Δυστυχῶς, ἀφοῦ ὁ πόλεμος ἐπεκηρύχθη πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἀφοῦ κατέληξεν ὡς κατέληξεν, ἦτο πλέον ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν αὔξησιν. Δυστυχὲς ἀποτέλεσμα μακρᾶς συνεχείας ἀτασθαλιῶν· διότι ὀλεθρίαν ἐνήσκησαν ἐπιρροὴν καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἐπὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὰς Μ. Δυνάμεις, καὶ, τοῦ πολέμου ἐπικηρυχθέντος, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὴν ἔκβασιν αὐτοῦ, καὶ, μετὰ τὴν τοιαύτην ἔκβασιν αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς σχέσεων ἡμῶν, ὀλεθρίαν, λέγω, ἐνήσκησαν ἐπιρροὴν καὶ αἱ δυσμενεῖς πρὸς ἡμᾶς διαθέσεις τῶν Κυβερνήσεων τῶν Κρατῶν, ἐν οἷς εἶχον τοποθετηθῆ τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικά. Αἱ δὲ κατὰ τὸν πόλεμον ἀποτυχίαι, αἵτινες ἴσως καὶ αὗται δὲν ἤθελον ἐπέλθει, ἂν ἄλλως εἶχον τὰ πράγματα, ἀνεμίχθησαν μετὰ τοῦ τρόπου τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Ἐλέγχου. Τοιαύτη ἡ ἱστορία τῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀναπόφευκτον τὴν μίαν τῶν δύο ἐπιβληθεισῶν εἰς τὸ Κράτος ἀναγκαστικῶς αὐξήσεων τῶν ἐξόδων αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη αὔξησις, ἥτις καὶ αὕτη κατέστη ἀναπόφευκτος καὶ ἐπεβλήθη ἡμῖν, καὶ αὕτη ἔχει ἰδίαν ἱστορίαν. Μετὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὸν πόλεμον ἐπεκηρύχθη ὑπὸ τῶν κυβερνώντων τότε, καὶ ἐπεκροτήθη ὑπὸ τοῦ πλήθους, ὅπερ συνήθως κρίνει μετ’ ἐπιπολαιότητος, ἐπεκροτήθη, λέγω, ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ στρατοῦ. Ἦτο πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τοῦ μέλλοντος; ἦτο τιμωρία τῶν μὴ ἐκπληρωσάντων τὸ ἑαυτῶν καθῆκον; ἦτο αἴσθημα ἐκδικήσεως κατὰ τῶν ὑπαιτίων τῆς διακυβευθείσης τιμῆς τοῦ στρατοῦ; Πᾶσαι αἱ γνῶμαι αὗται συνέπιπτον εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις, ὡς ἐγένετο, ἀπεστάλησαν ὅμως εἰς ἀποστρατείαν — τινὲς μάλιστα καὶ μετὰ προβιβασμοῦ — πολλοί, οὕτω δ’ ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων κατὰ τὸ 1898 κατὰ δρ. 426,298.93, κατὰ τὸ 1899 ἐπῆλθε νέα προσθήκη δραχ. 400,707.03, καὶ κατὰ τὸ 1900 ἑτέρα νέα προσθήκη δρ. 139,340, δηλ. κατὰ τὰ τρία ἔτη, 1898, 1899 καὶ 1900, αὔξησις τῶν διὰ συντάξεις πιστώσεων κατὰ δραχ. 966,345.96. Μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου ἀνάγεται καὶ εἰς αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διότι καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ἐκαθαρίσθη κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς καὶ τρὶς, ἀνενεώθη δὲ πάντως κατὰ τὰ 90%· ἀλλ’ ἡ μεγάλη αὔξησις τῶν διὰ συντάξεις δαπανωμένων ἐπῆλθεν ἕνεκεν τῆς εἰς ἀποστρατείαν μεταθέσεως πληθύος ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐκαθαρίσθη, ὡς ἔλεγον, ὁ στρατός; Ποίας κατωρθώσαμεν βελτιώσεις ἐν αὐτῷ, διὰ τὰς ὁποίας κατὰ ἑκατομμύριον σχεδὸν ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; Τὰ μέτρα πρὸς καθαρισμὸν τοῦ στρατοῦ δὲν εἰσήχθησαν τὸ πρῶτον νῦν καὶ παρ’ ἡμῖν· δὲν γνωρίζω ὅμως, ποῖα παρήγαγον ἀποτελέσματα. Μετὰ πάροδον χρόνου ἑκάστη γενεὰ, σπεύδουσα πρὸς τὰ πρόσω, ζητεῖ νὰ ἐκδιώξῃ τὴν πρὸ αὐτῆς, ὅπως διαδεχθῇ αὐτήν. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἴσως κατὰ περισσοτέραν ἀναλογίαν, διότι οἱ ἐν αὐτῷ ἀριθμοὶ εἶναι περιωρισμένοι· ἀλλὰ τοῦτο ἐσκόπουν αἱ πρὸς καθαρισμὸν τοῦ στρατοῦ διαπραχθεῖσαι κατὰ τὸ 1898 καὶ 1899 ἐπαγγελίαι: Ἂν τοῦτο ἐσκόπει ὁ διαφημισθεὶς οὗτος καθαρισμὸς τοῦ στρατοῦ, τοὐλάχιστον ἔπρεπε τὸ μέτρον νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ φειδοῦς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν συνεδυάσθη καὶ μετὰ τῆς βραβεύσεως τῶν διακριθέντων, ἂν τοιοῦτοι ὑπῆρξαν, πάντως ὅμως μετὰ τῆς τιμωρίας τῶν τιμωρητέων, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπῆρξαν καὶ μέλη τοῦ στρατοῦ ἀνδραγαθήσαντα, ὑπῆρξαν ὅμως πολλὰ μέλη τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, ἀκολουθοῦμεν πολιτικὴν ἀντίθετον ἐντελῶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῶν μεταρρυθμίσεων, εἰμὴ ὑπὲρ ἐκείνων, αἵτινες σκοποῦσι νὰ βελτιώσωσι τὴν διοίκησιν, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Πρωτίστως μάλιστα ζητοῦμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ σύστημα τὸ μεταρρυθμιστικὸν τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς ἐφαρμογὴν δῆθεν μεταρρυθμίσεων, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ δημιουργῇ θέσεις καὶ νὰ αὐξάνῃ τὰ ἔξοδα. Καθ’ ἃ ἐξέθηκα ὑμῖν, ἐὰν εἰσπραχθῶσι τὰ ἔσοδα, τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1899, 1900 καὶ 1901, ἡ χώρα θέλει πληρώσει τεσσαράκοντα καὶ τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελεν ἡ χώρα πληρώσει, ἐὰν δὲν μετεβάλλοντο οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896. Λοιπὸν ἀφῃρέσατε καὶ θέλετε ἀφαιρέσει 43 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια ἀπὸ τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται ἐπάγγελμα ἢ ἐπιτήδευμα, ἢ ἔχουσιν οἰκίας, καλλιεργοῦσι τὴν γῆν, ἢ τρέφουσι ποίμνια, καλλιεργοῦσι τὴν ἄμπελον ἢ τὴν ἐλαίαν καὶ τὴν συκῆν, καὶ ἀπὸ πάντας, ὅσοι ὑπόκεινται εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τοῦ τόπου δὲν ἦτο ἐν ἀκμῇ οὐδὲ πρὸ τοῦ πολέμου, διότι εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς φορολογικὰς αὐξήσεις ἐπανειλημμένας, οὐ μόνον κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893, ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς χώρας εἶχε περιέλθει εἰς κάματον, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ εἰς νέαν φορολογικὴν ἔντασιν, εἰς νέαν φορολογικὴν αὔξησιν. Προσεπαθήσαμεν ἡμεῖς κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 νὰ ἐλαττώσωμεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, τὰ βάρη, νὰ καταστήσωμεν εὐωνότερον τὸν βίον τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ τῶν ἀγροτῶν, οἵτινες δὲν ἐτύγχανον ἐν εὐπορίᾳ, ὅπως δώσωμεν αὐτοῖς καιρὸν νὰ αὐξήσωσι τὰς ἐργασίας των, νὰ ἐντείνωσι τὰς παραγωγικὰς ἐπιχειρήσεις των, νὰ δυνηθῶσι νὰ παρασκευάσωσιν ἀποθέματα, ἵνα δυνηθῶσί ποτε νὰ εἰσενέγκωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον περισσότερα. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἠσχολήθητε νὰ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν, οὕτω δὲ, ὅσοι μὲν δὲν ἔχουσιν ἀποθέματα θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς ἀμηχανίαν, ὅσοι δ’ ἔχουσιν ἀποθέματα θέλουσιν ἐξαντλήσει αὐτὰ, δὲν θέλουσι δὲ δύνασθαι νὰ ἐντείνωσι τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο θέλει ἐντείνει τὴν ἀπορίαν ἐν τῇ χώρᾳ, διότι τοὺς μὲν τῶν παραγωγῶν θέλει καταστήσει ἀνικάνους νὰ ἐντείνωσι τὰς ἐργασίας των, τοὺς δὲ θέλει ἀναγκάσει νὰ περιορίσωσι καὶ τὰς ἐργασίας, εἰς τὰς ὁποίας ἕως τώρα ἀσχολοῦνται. Ἀλλὰ οὕτως οὐ μόνον δὲν ἀναπτύσσεται εὐπορία, ἀλλὰ καὶ ἀληθὴς ἀπορία παρασκευάζεται ἐν τῷ τόπῳ. Δὲν ἀφαιρεῖτε οὕτω τὰς εὐκολίας, ἵνα ἐπὶ τὸ μέλλον δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν, ἢ νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι; Καὶ ὑπάρχουσι κενὰ καὶ ἐν ἄλλοις καὶ ἐν τῇ συγκοινωνίᾳ. Παραλείπων τὰ τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας, ἥτις ἐγκατελείφθη εἰς τὴν διάκρισιν τῶν συναγωνιζομένων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ὀφείλω νὰ καταστήσω ὑμᾶς γνώστας τῶν γιγνομένων ἐργασιῶν ἐπὶ τῆς διὰ ξηρᾶς συγκοινωνίας, καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, ἵνα ἴδητε, ὅτι μεγάλα ὑπάρχουσι κενὰ, κατανοήσητε δὲ προσέτι, ὅτι οὐδὲν ἐκτελοῦμεν, καὶ ὅτι ἐγκατελείψαμεν τὴν ὁδοποιΐαν ἐντελῶς. Ἐκ τῶν 104,629,743.56, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1899, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπερέβησαν τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 18,816,321.47, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δι’ ἐξακολούθησιν μὲν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων δραχ. 400,000, διὰ κατασκευὴν καὶ συμπλήρωσιν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν δραχ. 100,000, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμαὶ 500,000, καίτοι δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1899 ὅλαι αἱ 500,000 δραχμαί. Κατὰ τὸ 1896 ὅμως, κατὰ τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐδαπανήθησαν διὰ κατασκευὴν ὁδῶν δραχ. 1,429,511.70, δι’ ἐπισκευὴν δὲ καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν δραχμαὶ 1,688,374.68. Κατὰ δὲ τὸ 1900 ἐκ τῶν 114 καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰς χορηγηθείσας ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, ἀνῆλθον τὰ ἔξοδα, προϋπελογίσθησαν διὰ κατασκευὴν ὁδῶν δραχ. 250,000 καὶ δι’ ἐξακολούθησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων δραχ. 400,000, τὸ ὅλον 650,000, ἀντὶ τῶν 1,429,511.70, τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896. Καὶ κατὰ τὸ 1901 ἐκ τῶν 111,678,882.07, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1901, καὶ τὰ ὁποῖα, ἄγνωστον εἶναι, εἰς πόσα θέλουσιν ἀναβιβασθῆ, προβαίνοντος τοῦ ἔτους, διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἵτινες θέλουσι χορηγηθῆ, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ κατασκευὴν ὁδῶν δραχ. 300,000 καὶ 500,000 δι’ ἐξακολούθησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 800,000, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντος διὰ κατασκευὴν ὁδῶν διπλασίου ποσοῦ. Ἀνευρίσκω δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 καὶ ἀναγραφὴν ποσοῦ δρ. 1,700,000 διὰ συντήρησιν ὁδῶν καὶ δενδροστοιχιῶν, καὶ δι’ ἔξοδα διὰ τὰς μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγκριθείσας συντηρήσεις· ἀλλὰ τοῦτο, ἂν αἱ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγκριθεῖσαι συντηρήσεις περιλαμβάνωσιν ἐργασίας πρὸ τοῦ 1901 ἐκτελεσθείσας, ἀντιβαίνει εἰς τὸν Λογιστικὸν Νόμον, διότι αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀναγραφόμεναι πιστώσεις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῶσιν εἰς δαπάνας ἀνηκούσας εἰς χρῆσιν, ἡ ὁποία ἔκλεισεν ἤδη, ἔπρεπε δὲ ἢ νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἢ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ὡσαύτως ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 πίστωσις δραχ. 150,000 «εἰς ἀποπληρωμὴν ἀναληφθεισῶν δι’ ἀνακαινίσεις ὑποχρεώσεων πρὸ τοῦ 1899» πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ, ἀφοῦ ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἔκλεισε τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1900; Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις δι’ ἀνακαινίσεις ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα;

§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τοῦ 1899.

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ τοῦ 1897, ἢ 1898,

§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον δὲν ἀναγράφονται πλέον ἀνακαινίσεις. Ἀνακαίνισις οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ὑπεκφυγὴ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι οὐδὲν νέον ἔργον γίνεται ἄνευ νόμου.

§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνακαίνισις ὁδοῦ εἶναι ἐργασία γενομένη ἐπὶ ὁδοῦ κατασκευασθείσης ἤδη.

§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπόδειξις τῆς κατασκευῆς τῆς ἄλλοτε γενομένης. Οὐδένα θέλω νὰ ἐπικρίνω· ἔχομεν ὅμως παραδείγματα ἀνακαινίσεως ὁδῶν οὐδέποτε κατασκευασθεισῶν· ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι ἐδαπανήθησαν μέχρις 100,000 δραχμῶν δι’ ἀνακαινίσεις μηδέποτε κατασκευασθεισῶν ὁδῶν. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ παύσῃ, καὶ διὰ τοῦτο διήρεσα τὸ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν κεφάλαιον εἰς συντήρησιν καὶ κατασκευήν.

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ προσδιορίσητε τοῦτο, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, ὅτε ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ. Γνωστὸν εἶναι, τί λέγεται κατασκευὴ ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ ἀνακαίνισιν κρίνω τὰς ἐργασίας τὰς γενομένας ἐπὶ ὁδοῦ κατασκευασθείσης ἤδη, ἥτις ἐφθάρη τοσοῦτον, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἀνακαινισθῇ.

§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑμεῖς δὲν διηυθύνατε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὡς Πρωθυπουργὸς εἴχετε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν θέλω, ἐπαναλαμβάνω, ν’ ἀναφέρω παραδείγματα· εἶπον μόνον, ὅτι παραδείγματα ὑπάρχουν δαπάνης ἀνακαινίσεως ὁδοῦ οὐδέποτε ὑπαρξάσης, ἀνερχομένης εἰς τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχ.

§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὁδὸς συνδέουσα χωρίον μὲ χωρίον, ἢ πόλιν μὲ πόλιν, ἢ διάφορα μέρη τῆς αὐτῆς πόλεως;

§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πόλιν μὲ πόλιν.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὁδὸν μεγάλην, ἥτις ἀποτελεῖ ἀρτηρίαν. Ἡ Τρίπολις, ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, εἶναι τὸ μεσογειότερον μέρος τῆς Πελοποννήσου, διὰ τοῦτο δὲ καὶ θεωρεῖται ἡ κεντρικωτέρα πόλις αὐτῆς· ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ δι’ ὁδῶν μετὰ τῶν διαφόρων κόλπων τῆς Πελοποννήσου, τοῦ Ἀργολικοῦ, τοῦ Μεσσηνιακοῦ, τοῦ Λακωνικοῦ, τοῦ Ἀχαϊκοῦ· ἑπομένως διὰ τεσσάρων ἢ πέντε ὁδῶν εἰς Μύλους καὶ Ἄργος, εἰς Σπάρτην καὶ Γύθειον, εἰς Μεγαλόπολιν καὶ Καλάμας, εἰς Πύργον καὶ Κατάκωλον, εἰς Πάτρας. Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη 1847, 1848 καὶ ἑπόμενα, Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ μακαρίτου Παλαμίδου, ἤρξατο ἡ κατασκευὴ μιᾶς μόνης ὁδοῦ, τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Μύλους, Ἄργος καὶ Ναύπλιον, ἀλλὰ τότε φόροι ὁδικοὶ δὲν εἶχον ἔτι ἐπιβληθῆ, τὰ ἔσοδα δὲ τοῦ Κράτους συνίσταντο μόνον εἰς 15 ἢ 20 ἑκατομμύρια, ἐλάχιστον δὲ ποσὸν ἠδύνατό τις νὰ διαθέσῃ εἰς ὁδοποιΐαν, οὕτω δὲ καὶ ἐλάχιστα κατ’ ἔτος ἐδαπανῶντο εἰς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἧς ἡ κατασκευὴ διήρκεσεν ἐπὶ 15 ἔτη. Ἄλλη ὁδὸς ἦτο ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης, ἧς ἡ κατασκευὴ ἔβη ὡσαύτως βραδυτάτη, διαρκέσασα 12 ἔτη, καίτοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον εἶχε συσταθῆ τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας καὶ εἶχε συνομολογηθῆ καὶ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἄλλη ὁδὸς ἦτο ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Μεγαλοπόλεως, ἥτις καὶ αὕτη ἤρξατο κατασκευαζομένη· ἀλλ’ ἦσαν καὶ δύο ἄλλαι ὁδοί, ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι τῶν Ὀλυμπίων πρὸς τὸν Πύργον, καὶ ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα. Τῶν δύο τούτων ὁδῶν ἡ κατασκευὴ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1885, καὶ εἰσέτι οὐδὲ ἡ μία οὐδὲ ἡ ἑτέρα ἐτελείωσε· καὶ ἐργάζονται μὲν εἰς κατασκευὴν αὐτῶν, ὅταν ἐγὼ ἀνέρχωμαι εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ κατασκευάζονται χιλιόμετρά τινα, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς καταλίπω τὴν ἀρχὴν, ἀμέσως πᾶσα αὕτη ἡ ἐργασία σταματᾷ. Αὐτὸ συνέβη διὰ τὴν ὁδὸν αὐτήν. Ὅτε ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ὀλύμπια ὁδὸς ἐχαράχθη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ δι’ ἄλλης θέσεως, εἰμὴ μόνον διὰ τῆς πόλεως τῶν Λαγκαδίων· οὐδὲ δεξιόθεν αὐτῆς, οὐδ’ ἀριστερόθεν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ, διότι δύσβατα καὶ κεκλεισμένα ὑπὸ ὀρέων εἶναι τὰ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐδάφη· ἀλλ’ ἡ διὰ τῆς πόλεως τῶν Λαγκαδίων διαχάραξις τῆς ὁδοῦ διέκοψε τὴν ἐντὸς τῆς πόλεως συγκοινωνίαν, γνωστὸν δ’ εἶναι, πόσον κεκλιμένον ἐπὶ τῆς κλιτύος τοῦ ὄρους εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως ἐκείνης· ἑπομένως ἐπῆλθεν, ὡς ἀναπόφευκτος συνέπεια τῆς ἐκεῖθεν διαβάσεως τῆς ὁδοῦ, ἡ κατασκευὴ διακλαδώσεων τῆς ὁδοῦ ἐν τῇ πόλει. Οὕτως ἤρξατο ἡ κατασκευὴ αὐτῆς, καὶ ἐξηκολούθει ἐφ’ ὅσον ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ, κατέπαυσε δὲ πᾶσα ἡ ἐργασία, ὅτε ἐγὼ ἀπεμακρύνθην τῆς ἀρχῆς, καὶ τῆς πόλεως ἐκείνης οἱ κάτοικοι συγκοινωνίαν ἀπὸ τῶν οἰκιῶν των εἰς τὰς ἄλλας οἰκίας δὲν ἔχουν, τυραννούμενοι ἰδίως τὸν χειμῶνα. Κατὰ τὸ 1885 ὡσαύτως ἔδωκα ὤθησιν καὶ εἰς τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα ὁδοῦ, καὶ αὕτη προεχώρησε μέχρι τοῦ δήμου Μαντινείας καὶ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ· ἀλλὰ καὶ ταύτης αἱ ἐργασίαι κατέπαυσαν ἤδη. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ ἐμὲ δι’ εὐθύνης διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν γενόμενα ἔργα ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀναλαμβάνω μετὰ πεποιθήσεως πᾶσαν εὐθύνην διὰ πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διαπραχθέντα τότε, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, διότι καὶ κατ’ οὐσίαν, ὁσάκις ἐζητεῖτο καὶ ἡ ἐμὴ γνώμη τότε ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν ὁδοποιητικῶν, ἔδιδον αὐτὴν ἐπισταμένως, καὶ πολλάκις καὶ ἐγὼ ἀνεμίχθην εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ Ταμεῖα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν διέθετον προθύμως, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ εἰς δραχμὰς 166,637.25 ἀνῆλθον, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, τὰ διὰ κατασκευὴν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο.

§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι, ἐὰν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει συντηρήσεως τακτικῶς γενομένης, δύναται νὰ γένηται λόγος περὶ ἀνακαινίσεως. Ὑποθέτω, ὅτι γίνεται τακτικὴ συντήρησις τῶν ὁδῶν· τότε πρὸς τί ἡ ἀνακαίνισις; Τώρα ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω, πῶς ὑπάρχουσι τὰ ὀφειλόμενα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901. Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν δὲν εἶχον κανονικῶς. Ὅπως ἔχωμεν κανονικὴν διαχείρισιν τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἡ χορηγουμένη πίστωσις πρέπει νὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλα τὰ ἔργα συντηρήσεως, τὰ ὁποῖα γίνονται καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν.

§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔργα τὰ γενόμενα ἐντὸς τοῦ ἔτους.

§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πληρωνόμενα ὅμως καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν. Τί συνέβη ὅμως; Οἱ προϋπολογισμοὶ ὑποβάλλονται, κατὰ τὸν νόμον, μέχρι τοῦ Ἀπριλίου, πρέπει δὲ νὰ ἐγκρίνωνται μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου· ἀλλὰ πολλάκις αἱ δημοπρασίαι γίνονται, ἀλλ’ αἱ προσφοραὶ ἐπαναλαμβάνονται τρὶς ἢ καὶ τετράκις, καὶ καταντᾷ τις νὰ ἔχῃ τὴν ὁριστικὴν δημοπρασίαν περὶ τὰ τέλη Δεκεμβρίου· ἀρχίζει ἡ ἐργασία, καὶ μέρος μὲν τῆς ἐργασίας γίνεται ἐντὸς τοῦ ἔτους, τὸ δὲ ὑπόλοιπον γίνεται κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος.

§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔργα τὰ γενόμενα ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους.

§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου νὰ πληρωθῇ καὶ τὸ μέρος τῆς ἐργασίας τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὅταν ὑποβάλληται ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχετε παρὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου, ἢ Νοεμβρίου, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ γινώσκητε τὰς δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ ἐπιόντος ἔτους, καὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τοὺς 4 ἢ 5 μῆνας ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου. Ἐκ τούτου προέρχεται, ὅτι πολλάκις γίνονται δημοπρασίαι, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ κεφάλαιον τῆς ἐγγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως· συνέβη δὲ πολλάκις — ὡς συνέβη τοῦτο καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουνίου — νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε λεπτὸν πρὸς πληρωμὴν, διότι ἡ πίστωσις εἶχεν ἐξαντληθῆ.

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ἐργασίας τοῦ παρελθόντος ἔτους;

§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀφῆκε περισσεύματα τὸ παρελθὸν ἔτος.

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνεπαρκὴς πίστωσις.

§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, τί παρέλαβον παρὰ τῶν προκατόχων μου.

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἔλλειψις τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων.

§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσκολίας ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ διαιρέσω τὸ ποσόν, καὶ νὰ ζητήσω πίστωσιν 1,700,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγκριθείσας συντηρήσεις, καὶ 500,000 διὰ τὰς κατὰ τὸ 1901 ἐγκριθησομένας καὶ διὰ τὰ ἔργα τὰ ἐπὶ τούτων ἐκτελεσθησόμενα ἐντὸς τοῦ 1901. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα συντηρήσεως, θέλει ἐπαρκέσει, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον νὰ μὴ προβῇ τις διὰ τῶν πιστώσεων τῆς συντηρήσεως εἰς κατασκευὴν ὁδῶν. Δυστυχῶς, εἰς τὰ δημόσια ἔργα ἐπεκράτησε πολλάκις σύστημα ὄχι καλόν· πολλάκις ἐχαρακτηρίσθη ἡ κατασκευὴ ὡς ἀνακαίνισις, πολλάκις ἡ συντήρησις ὡς ἀνακαίνισις καὶ κατασκευή. Ἐὰν ἐπεκράτει τὸ σύστημα, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, καὶ αἱ πιστώσεις τῆς συντηρήσεως ἀφιερωθῶσι διὰ τὴν συντήρησιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, μετὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ παρελθόντος, μὲ δαπάνην 1,700,000 δραχμῶν, προωρισμένην ν’ αὐξήσῃ καθ’ ὅσον κατασκευάζονται ἄλλαι ὁδοὶ, δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως, καὶ ἑπομένως κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος δυνατὸν ν’ ἀφιερώσωμεν εἰς κατασκευὴν μεγαλείτερον ποσόν.

§198Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ ἔτος ἀπαιτοῦνται 1,700,000 διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν χιλιομέτρων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον;

§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Νομίζω τοῦτο ἐπαρκὲς τώρα, ὅτε ἡ ὁδοποιΐα εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν.

§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν ὁδῶν δὲν εἶναι μόνη αὕτη, ἧς ἔχομεν ἀνάγκην. Ἔχομεν ἀνάγκην κατασκευῆς ὁδῶν. Ἐὰν δὲ διὰ τὴν συντήρησιν δαπανῶμεν δρ. 2,350,000, καὶ 150,000 διὰ τὴν ἀνακαίνισιν, ἤτοι δρ. 2,500,000, διὰ τὴν κατασκευὴν δὲν εὗρον ἀναγεγραμμένην πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, εἰμὴ μόνον δρ. 250,000, καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 μόνον δραχ. 270,000.

§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν κατασκευὴν ὁδῶν πρῶτον: «ἔξοδα κατασκευῆς καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τοῖς συναπτομένοις προϋπολογισμοῖς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν». Ὑπέβαλον πίνακα τούτων εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν μέρους τῶν ἔργων, τῶν ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφομένων, ἀνέγραψα πίστωσιν 300,000, καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἤδη ἐγκεκριμένων ἔργων ἑτέραν πίστωσιν 500,000. Ἔχομεν λοιπὸν 800 χιλιάδας δραχμὰς πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν. Εἶπον δὲ, ὅτι κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀφιερώσωμεν διὰ τὴν κατασκευὴν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ συζητουμένῳ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ἀναληφθεισῶν ἄλλοτε ὑποχρεώσεων διὰ συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν κατασκευὴν νέων ὁδῶν ποσὸν 1,450,000 δραχμῶν, χωρὶς ν’ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας.

§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν. Ἔχω ὅμως ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμαι παρατήρησιν διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ προοριζόμενα διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν· διότι, ἐὰν 3 ἢ 2 ἢ καὶ ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον κρίνητε, ὅτι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, πρέπει νὰ δαπανῶμεν 3 ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, διότι τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀνέρχονται εἰς 5,500,000· καὶ κατὰ τὸ 1896 δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα ἀπὸ τρία καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια, ὅσα ἐδαπανήθησαν, διότι διετελοῦμεν ἐν μέσῳ μεγάλων ἀνωμαλιῶν, οὐ μόνον τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ὁ συμβιβασμὸς μετὰ τῶν δανειστῶν δὲν εἶχε συντελεσθῆ, ἔπρεπε δὲ νὰ μετέλθωμεν μεγάλην φειδὼ, οὐ μόνον ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν ἐδαπανῶμεν εἰς ἀνάγκας διοικήσεως περισσότερα, ἠθέλομεν ἔχει καὶ τὴν ἀκράτειαν τῆς γλώσσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς τε ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῆς ἐκτὸς ταύτης, ἥτις ἤθελεν ἐν ἐπιγνώσει σπεύσει νὰ καταγγείλῃ ἡμᾶς, ἵνα ἐγείρῃ τὴν δυσπιστίαν τῶν δανειστῶν καθ’ ἡμῶν καὶ παρακωλύσῃ τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις ἡμῶν. Ἑπομένως ἀπείχομεν νὰ δίδωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλαχίστην ἀφορμήν. Ἀλλὰ νῦν τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι πλέον οὕτω, δυνάμεθα δὲ νὰ πράξωμεν ὅ,τι πρέπει· πρέπει δ’ ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται, κατὰ πρῶτον λόγον νὰ προσδιορίζωνται αἱ δαπάναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὰ ἄλλα μέσα τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐγὼ ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα τὰ 15,297,278.11, κατὰ τὰ ὁποῖα, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν μετὰ τὸ 1896 ἐπιβληθεισῶν ἀναποφεύκτων αὐξήσεων, διαφέρει ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1901, παραβαλλόμενος πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἤθελον, λέγω, εὐχηθῆ, ἵνα πάντα ταῦτα ἐδαπανῶντο εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, νὰ ἠρκούμεθα δὲ κατὰ τὰ ἄλλα εἰς τὴν πτωχὴν καὶ ἀπέριττον διοίκησιν, ἣν εἴχομεν ἐγκαταστήσει τότε. Διότι, ἐὰν ἐλαμβάνομεν τὰ ταχυδρομικὰ δέματα ἄλλοτε βραδύτερον, λαμβάνομεν δὲ ταῦτα νῦν ταχύτερον, κομιζόμενα εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν δι’ εὐπρεπῶν ἢ πολυτελῶν ἁμαξῶν, ἐὰν δὲν παρείχετο ἡ νῦν παρασχεθεῖσα διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων εὐκολία, νὰ δυνάμεθα νὰ μεταβιβάζωμεν χρήματα διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ εἰς τοὺς ἀπωτέρους καὶ μικροτέρους συνοικισμούς, ἡ ὠφέλεια τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας εἶναι μικροτέρα ἀνυπολογίστως τῆς ὠφελείας, ἥτις ἤθελε παραχθῆ διὰ τῆς βελτιώσεως καὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, θὰ ἐνισχύετο δὲ ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία δυναμένη νὰ κριθῇ ὡς μία τῶν βάσεων τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὰ μέτρα ταῦτα ἤθελον προτιμήσει τῶν μεταρρυθμίσεων τῆς διοικήσεως, αἵτινες, ἐὰν ἦσαν μεταρρυθμίσεις βελτιώνουσαι τὴν διοίκησιν, προσῆκε νὰ μὴ προηγηθῶσι τῶν δαπανῶν, αἵτινες σκοποῦσι τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τότε ἤθελον ἐπικροτήσει πᾶσαν ἀναγκαίαν μεταρρύθμισιν, οὐδ’ ἤθελον διστάσει νὰ στέρξω πᾶσαν αὔξησιν δαπανῶν διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ νῦν πρώτιστον καθῆκον, ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν ἔχομεν, νὰ διαρρυθμίσωμεν μετὰ πάσης φειδοῦς καὶ οἰκονομίας τὰ ἔξοδα ἡμῶν, διὰ νὰ πορισθῶμεν ὅσα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ὀφείλομεν νὰ δαπανῶμεν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα εἰσρέουσι μετὰ τὸ 1893 εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον μετὰ τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ συμφύρονται μετ’ αὐτῶν, πρέπει νὰ ἀναγράφωνται κεχωρισμένως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἀναγράφονται κεχωρισμένως τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀναγράφονται κεχωρισμένως τὰ ἔσοδα τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ διατεθειμένα διὰ τὴν οἰκοδομὴν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τότε δὲ θέλει κατασταθῆ εὐχερεστέρα ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τόσας διὰ τὴν ὁδοποιΐαν κατ’ ἔτος δαπάνας, ὅσας τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα ἐπιτρέπουσι. Καὶ δὲν ἠθέλομεν μὲν οὕτως εἰδικεύσει τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας, ὡς εἶχον εἰδικευθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867 εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ἔσοδα ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, εἰς ἔσοδα ἐπαρχιακῆς καὶ εἰς ἔσοδα δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἠθέλομεν ὅμως χωρίσει καὶ ἑπομένως εἰδικεύσει αὐτὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ ἠθέλομεν καταστήσει δύσκολον νὰ διατίθενται ταῦτα εἰς ἔξοδα τῆς ἄλλης διοικήσεως, ἤθελον δὲ διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς μόνον εἰς ἔξοδα ὁδοποιΐας. Πρέπει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1892 εἶχεν ἀναγράψει, διότι ὁ νόμος τοῦ 1892 ἦτο ὑπαγόρευμα ἀνάγκης, ἐκλιπούσης ἤδη. Τότε ἐπέκειτο καταφανῶς ἡ πτώχευσις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πτώχευσις παρεσκευάζετο διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν οἱ κυβερνῶντες τότε ἠσπάσθησαν καὶ ἤρξαντο ἐφαρμόζοντες ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ 1883· ὅτε δὲ ἀνελάβομεν ἡμεῖς κατὰ τὸ 1890 τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδειχθέντες εἰς τὸ Στέμμα ὑπὸ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, τῶν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 γενομένων, ἡ πτώχευσις ἐπεφαίνετο καταδήλως πλέον ἐπερχομένη. Τότε μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ διστάσωμεν νὰ κηρύξωμεν τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πρόωρον, ἑπομένως δὲν ἤθελε κριθῆ ὡς εὐσυνείδητον, διότι ὑπῆρχον ἔτι πιθανότητες νὰ σωθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν πτώχευσιν. Καὶ ἦσαν μὲν ὀλίγαι αἱ πιθανότητες αὗται, ἴσως ἀναλογοῦσαι πρὸς δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὑπῆρχον ὅμως πιθανότητες, ἔστω καὶ ὀλίγισται, ἐνδεικνύουσαι, ὅτι δὲν ἦτο ὅλως ἀδύνατον νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ πτώχευσις, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔπρεπε νὰ μὴ κηρύξωμεν ἔτι τὴν πτώχευσιν, ἀλλὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας ταύτας ὀλίγας πιθανότητας. Εἰς τὸ καθῆκον τοῦτο ὑπετάχθησαν καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι, καὶ ἐρρίφθημεν πάντες εἰς τὸν ἐπίμοχθον καὶ ἄπελπιν τοῦτον ἀγῶνα, ὡς οἱ ναυαγοί, οἵτινες ἀφέθησαν ἐν τῷ ὠκεανῷ, πλέοντες χερσί τε ποσὶ, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας πιθανότητας πρὸς ἀποσόβησιν τῆς πτωχεύσεως, καὶ προσβλέψωμεν εἰς τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Ὁ βίος ἡμῶν, κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς διαμονῆς ἡμῶν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἦτο βίος ἀβίωτος. Εὐτυχῶς δὲ εἶχεν ἀναφανῆ τοιαύτη ἐλπίς, διότι χάρις εἰς τὴν εὐτυχῆ ἐσοδείαν τοῦ 1891, εἰς τὴν φειδὼ δὲ περὶ τὰς δαπάνας καὶ τὴν εὔστοχον διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, εἴδομεν αὐξηθείσας τὰς πιθανότητας τῆς ἀποσοβήσεως τῆς πτωχεύσεως, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν, ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ τετραπλασιάσωμεν αὐτὰς ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 1892· ἀλλὰ τότε ὁ Ἡγεμὼν μᾶς ἀπήλλαξε τῆς ἀγωνιώδους ταύτης ἐργασίας ἡμῶν διὰ τῆς παύσεως τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἀνεπνεύσαμεν ἀληθῶς, τὴν ἡμέραν ὅμως ἐκείνην ἡ πτώχευσις καθίστατο πλέον βεβαία καὶ ἀναπόφευκτος. Διὰ τῆς μεταβολῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία παρήγαγε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας τότε Βουλευτοῦ, ἐπήρχετο ἀναγκαίως τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων ἡ ἀναστολὴ, καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἡ αὔξησις. Ἐκλήθη μετὰ τὰς ἐκλογὰς τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις, ἀφοῦ ἀπέτυχε νὰ εὕρῃ δάνειον, ἐκήρυξε τὴν πτώχευσιν. Τότε κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ εἰδικοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιίας, ὅπως προσθέσῃ εἰς τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ πέντε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ὡς ἔσοδα τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιίας. Δὲν πρόκειται νῦν νὰ κρίνωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ τότε ληφθέν. Δὲν εἶναι προσῆκον, οὐδ’ ἀσφαλὲς, νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς πρᾶξιν πρὸ δέκα ἐτῶν συντελεσθεῖσαν, καὶ νὰ ἐπικρίνῃ αὐτήν. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὑπαγορεύσασαι τὸ μέτρον, παρῆλθον ἤδη, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, τὰ ἑκατομμύρια ἠρχίσαμεν νὰ δαπανῶμεν ἀπερισκέπτως. Τίς πλέον λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἡμᾶς, κατακρατοῦντας τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιίας, καὶ ἐξακολουθοῦντας νὰ ἀφαιρῶμεν αὐτὰ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ πληρώνονται παρ’ αὐτοῦ; Τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867 αἱ διατάξεις ἦσαν ῥηταί. Οὐ μόνον ὁ τίτλος «περὶ σχηματισμοῦ πόρων ὁδοποιίας», ἀλλὰ καὶ αἱ πρῶται διατάξεις αὐτοῦ εἰσι σαφεῖς (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται ἰδιαίτερον Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ὁδοποιίας ...Τὰ ἐκ τῶν ἀνωτέρω πόρων εἰσπραττόμενα ποσὰ κατατίθενται ἐν Τραπέζῃ τινὶ τοῦ Κράτους, ἐντόκως ἢ ἀτόκως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, καὶ δαπανῶνται δι’ ἐπιταγῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ἐθνικῶν καὶ πρὸς συντήρησιν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν.» Ἐκ τῶν πόρων τοῦ σχηματισθέντος Ταμείου τῆς Ὁδοποιίας εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 δραχ. 4,117,073.83, κατὰ τὸ 1888 δραχ. 5.402.652.33, κατὰ τὸ 1889 δραχ. 4,453,141.55, κατὰ τὸ 1890 δραχ. 4,135,456.84, κατὰ τὸ 1891 δραχ. 4,448,221.07, καὶ κατὰ τὸ 1892 δραχμαὶ 5,670,226. Ὡς μέσον ὅρον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰ 5,000,000, ἢ ἴσως καὶ τὰ 6,000,000, ἐφ’ ὅσον οἱ νῦν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ εἰσπραττόμενοι φόροι εἰσὶν ἀνώτεροι τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι εἰσεπράττοντο τότε, ὅτε ἐξεδόθη ὁ ἀνωτέρω μνημονευθεὶς νόμος. Ἐκ τοῦ Ταμείου τούτου τῆς Ὁδοποιίας, ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι τοῦ 1883, ὅτε συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη εἰς βάρος αὐτοῦ δάνειον 20 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, εἶχον δαπανηθῆ εἰς ἔργα ὁδοποιίας δραχ. 11,488,796.44· ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως δὲ κατὰ τὸ 1883 τοῦ εἰρημένου δανείου μέχρι τοῦ 1890 ἐδαπανήθησαν δι’ ὁδοποιίαν δραχ. 31,714,870.82· ἑπομένως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου μέχρι τοῦ 1890 εἶχον δαπανηθῆ δι’ ὁδοποιίαν ἐκ τοῦ εἰρημένου Ταμείου δρ. 43,203,667.26. Κατὰ τὸ 1890 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 4,135,456.84, καὶ κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 4,444,483.06· τὸ ὅλον τὰ δύο ἔτη εἶχον εἰσπραχθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, μὴ ἀποδοθέντα εἰς τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιίας, δραχ. 8,579,939.90. Ὤφειλε δὲ τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας εἰς ὑποχρεώσεις, ἃς εἶχεν ἀναλάβει, δραχμὰς 6,413,352. Τότε ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, καὶ ἐπροτάθη ὡς λόγος τῆς καταργήσεως αὐτοῦ ἡ πτώχευσις αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ χρήματα, ἵνα ἐξοφλήσῃ τὰς εἰρημένας ὀφειλὰς, ἃς εἶχεν, ἐκ δραχμῶν 6,413,352, ἐνῷ εἶχεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰς λογαριασμὸν αὐτοῦ τὰ ἔσοδα τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891 ἐκ δραχ. 8,579,939.90, τὰ ὁποῖα εἶχε δαπανήσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας, δὲν ἀπέδιδε δ’ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας. Ψευδεῖς ἐπροτάθησαν τότε λόγοι πρὸς δικαιολογίαν τῆς καταργήσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, διότι εἶχε κεφάλαια, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια εἶχε διαθέσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας τὸ Ὑπουργεῖον, ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ μνημονευθέντος νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867, καθ’ ἣν τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας δαπανῶνται ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ἐθνικῶν ὁδῶν· τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε δαπανήσει αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ δαπανᾷ αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, προὐκάλεσε τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, διετήρησεν ὅμως τοὺς πόρους αὐτοῦ, καὶ συνεχώνευσεν αὐτὸ μετὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, προβαλὸν τὸν ψευδῆ λόγον, ὅτι τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας εἶχε κατασταθῆ ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Οὕτω κατέπαυσε πλέον πᾶσα ὁδοποιητικὴ ἐργασία· ἐπειδὴ δ’ εἶχον ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας ἀναληφθῆ διὰ δημοπρασιῶν ὑποχρεώσεις, εἶχε δὲ καὶ ἔν τισι περιφερείαις γενῆ ἔναρξις κατασκευῆς ὁδῶν, ἐγένετο ἐνέργεια, ποῦ μὲν νὰ παραιτηθῶσιν οἱ ἀναλαβόντες τὰ ἔργα κατασκευῆς ὁδῶν ἐργολάβοι, ποῦ δὲ οἱ ἀρξάμενοι ἔργων κατασκευῆς ὁδῶν νὰ συμβιβασθῶσι διὰ πληρωμῆς ποσῶν τινων πρὸς ἀποζημίωσιν. Ἐτύγχανον καὶ τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀφοῦ ἐν αὐτῇ ἠναγκαζόμην νὰ ὑπηρετῶ, προσεπάθησα δὲ, ὅσον ἠδυνάμην, ἵνα μὴ στέρξωσιν οἱ ἐργολάβοι νὰ παραιτηθῶσι τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν οὐδὲ διὰ συμβιβασμοῦ, διότι τὸ μέτρον τοῦτο βεβαίως ἐζημίωνε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δι’ ἀποζημιώσεων, ἤθελε δὲ πάντως ζημιώσει αὐτὸ καὶ διὰ τῆς καταστροφῆς, εἰς ἣν ἤθελον ἐγκαταλειφθῆ τὰ ἀρξάμενα μὲν, διακοπέντα δὲ καὶ ἐγκαταλιμπανόμενα ἔργα. Καὶ οὕτω διάφοροι ἐργολάβοι ἠρνήθησαν νὰ συμβιβασθῶσιν· ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1895 ἐκλήθην εἰς τὴν ἀρχὴν, ἔσπευσα, μετὰ τῶν πρώτων νομοθετικῶν ἔργων, νὰ προκαλέσω τὸν τότε ἐκδοθέντα νόμον, δι’ οὗ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον διακοπῆ, ὅπως περατώσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων. Βεβαίως δὲν βελτιοῦνται, ἀλλὰ διαφθείρονται τὰ ἤθη τῶν λαῶν ἐν ταῖς χώραις, ἐν αἷς τὸ ψεῦδος ποιεῖται τηλικαύτας κατακτήσεις. Καὶ δύναται τὸ ψεῦδος νὰ ποιήσηται μεγαλειτέραν κατάκτησιν, ὅταν δὲν περιορισθῇ νὰ καταλάβῃ τὰ χείλη καὶ τὴν γλῶσσαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καταλάβῃ καὶ τὴν γραφῖδα αὐτῶν, καὶ ἀναπηδήσῃ ἐμφανιζόμενον ἐν ταῖς γραπταῖς διαταγαῖς των, ἀναπηδῶν εἶτα ἐν τοῖς Διατάγμασι καὶ ὑποκρυπτόμενον καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν Βασιλικὴν ὑπογραφὴν, εἰσβάλλον δὲ μετὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἐκπορθοῦν καὶ αὐτὰ τῶν νόμων τὰ κείμενα; Καὶ δύνασθε πλέον νὰ ἐλπίσητε νὰ προοδεύσωσιν αἱ χῶραι, αἵτινες ἤθελον ἁλωθῆ ὑπὸ τοιούτου μυσαροῦ κατακτητοῦ; νὰ ἀκμάσωσι τὰ Κράτη, ἐν οἷς ἐπετράπησαν τοιαῦται κατακτήσεις τοῦ ψεύδους; Ὁ νόμος τοῦ 1895 ἐδημοσιεύθη, καὶ ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ· ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ, δὲν κατήργησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐκτελοῦσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἐπανήχθημεν εἰς ἣν διατελοῦμεν πρὸ τοῦ 1895 κατάστασιν. Πρέπει λοιπὸν, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει, διακοπέντα κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893, καὶ τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν αὖθις ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ τὸ 1895, διεκόπησαν δὲ πάλιν κατὰ τὸ 1897, πρέπει ταῦτα νὰ ἐξακολουθήσωσιν, ἵνα περατωθῶσιν αἱ ὁδοί. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι πολλὰ ἐδαπανήθησαν χρήματα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα κακῶς, εἴτε διότι πολλαὶ διεπράχθησαν καταχρήσεις, εἴτε διότι αἱ ὁδοὶ, εἰς κατασκευὴν τῶν ὁποίων ἐδαπανήθησαν, δὲν ἦσαν ὁδοὶ πρώτης ἀνάγκης. Ἡ ἔντασις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν ὁδοποιητικὴν ἐργασίαν, μετὰ τὴν κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883 συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, ἦτο ἀληθῶς μεγαλειτέρα, ἀφοῦ περισσότερα κεφάλαια προωρίσθησαν δι’ αὐτὴν, ἀλλὰ, κατὰ τὰς καταστάσεις, ἃς ἔχω περὶ πάντων τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, τῶν τε συντελεσθέντων, τῶν τε ἀρξαμένων καὶ μήπω συντελεσθέντων καὶ τῶν ἀρξαμένων, πολλὰ τῶν ἔργων τούτων προετάχθησαν ἄλλων, ὧν ἡ χρησιμότης καὶ ἡ ἀνάγκη ἦτο μεγίστη, πολλὰ δ’ αὐτῶν ἀρξάμενα ἐγκατελείφθησαν καὶ ἐφθάρησαν, ἐπὶ ἀπωλείᾳ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, πολλῶν δ’ ἡ ἐκτέλεσις συνεδέθη μετὰ καταχρήσεων καὶ μετ’ ἀσυγγνώστου σπατάλης. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἔτι πολλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀρξάμενα δὲν ἐπερατώθησαν, πολλὰ δὲ, τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἤρξαντο ἔτι· ἡ ἀναστολὴ ὅμως τῆς προόδου τῆς κατασκευῆς τῶν ἀρξαμένων ἔργων ἐπάγει ζημίαν εἰς τὰ κατασκευασθέντα τμήματα, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἐκτεθειμένα εἰς τὰς ἀτμοσφαιρικὰς ἐπιρροάς.

§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὅμως καὶ τὴν πολυτέλειαν εἰς τὴν κατασκευὴν, καὶ τὸ πλάτος τῶν ὁδῶν πρέπει νὰ περιορισθῇ, καὶ ἐκεῖνο τῶν τεχνικῶν ἔργων.

§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν τῇ συγκοινωνίᾳ ἀρτηρίαι, οἵαι ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος εἰσὶν αἱ ἀρτηρίαι, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅπερ ἀπεδόθη αὐταῖς πλάτος, ὅπως διέρχωνται ἀκωλύτως δύο ἅμαξαι. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ μέρη, ἔνθα ἀρκεῖ νὰ κατασκευασθῶσι βαταὶ ὁδοί. Παραδείγματος χάριν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας εἶχον διατάξει καὶ διὰ μικρᾶς δαπάνης εἶχε κατασκευασθῆ τμῆμα βατῆς ὁδοῦ κατὰ τὴν ἀπὸ τῶν κορυφῶν τοῦ Ἑλικῶνος εἰς Λεβάδειαν κατάβασιν...

§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλά.

§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλ’ ὅτε ἐπαύθην ἀπὸ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1897, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν δεόμενον, καὶ τοῦτο ἐσταμάτησεν· ὅτε δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔαρ μετέβην νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἀπερχόμενος δὲ ἀπὸ τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ ἀνῆλθον εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἑλικῶνος καὶ κατῆλθον διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Λεβάδειαν, μέγα μέρος τῆς ἀπὸ τοῦ Ἑλικῶνος κατωφεροῦς ὁδοῦ εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Λεβαδείας εὗρον ἐγκαταλελειμμένον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ μεγάλης δυσκολίας κατήλθομεν ἔφιπποι, ἐν ᾧ εἶχε κατασκευασθῆ διὰ 3,000 μόνον δραχμῶν τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς κατωφεροῦς ταύτης ὁδοῦ.

§207Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Βατὴ ὁδός.

§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐδαπανῶντο ἔτι 3,000 δρ., ἤθελεν ὑπάρχει ἀπὸ κορυφῆς τοῦ Ἑλικῶνος μέχρι Λεβαδείας βατὴ ὁδὸς, ἐφ’ ἧς ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ κατέρχηταί τις ἀκινδύνως. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ κοινῶν ὁδῶν, αἵτινες δὲν εἶναι ἀρτηριακαὶ, ἀλλὰ συνδέουσι μετ’ ἀλλήλων χωρία ὀλιγοπληθῆ, ἐν οἷς πρωτίστη ἀνάγκη εἶναι νὰ μεταφέρωσιν ἐφ’ ἁμάξης τὰ προϊόντα αὑτῶν οἱ κάτοικοι, βεβαίως ἀρκεῖ τὸ πλάτος αὐτῶν νὰ ἦναι μικρότερον τοῦ τῶν ἀρτηριακῶν ὁδῶν, διότι ἀρκεῖ νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύνανται νὰ διέρχωνται κατὰ μέτωπον δύο ἅμαξαι.

§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ πλείστας ὁδοὺς τέσσαρα μέτρα ἀρκοῦσιν. Ἔχομεν ὅμως ὁδοὺς δέκα μέτρων! Φαντασθῆτε πολυτέλειαν!

§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι ὁδὸς, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὁποία προορίζεται, ἵνα μεταποιηθῇ, καιροῦ προϊόντος, εἰς σιδηροδρομικὴν ὁδὸν καὶ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ σιδηρόδρομον, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ πλάτος αὐτό.

§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἆ! μάλιστα.

§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραλίπω νὰ πραγματευθῶ καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων· πολλάκις δὲ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐλέγξω ἐπὶ ταύτης κυβερνητικὰς πράξεις. Παραδείγματος χάριν, τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων, ἐν ὅσῳ ταῦτα δὲν ἐξεδόθησαν δυνάμει νόμου καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, δὲν εἶναι νόμιμα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, ἂν αἱ ὑποτροφίαι, δηλαδὴ τὰ χρήματα τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν τοιούτων σπουδαστῶν διδόμενα, πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ἐκ κληροδοτημάτων, τῶν ὁποίων σκοπὸς δὲν προσδιωρίσθη ὑπὸ τοῦ διαθέτου, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα μόνη ν’ ἀναπληρώνῃ τὸν διαθέτην, καὶ νὰ προσδιορίζῃ τὸν σκοπὸν τῶν τοιούτων κληροδοτημάτων. Προσδιορίζει δὲ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, ὅταν διὰ Διατάγματος διατάσσῃ, ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων μὴ εἰδικῶν κληροδοτημάτων θέλουσι πληρωθῆ οἱ ὑπότροφοι, οὓς διορίζει. Περὶ τούτου μάλιστα ἔγεινε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν συζήτησις μακρά. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμεῖσθε ὑμεῖς, βεβαίως ὅμως ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Πρὸ τοῦ 1880 διωρίζοντο διὰ Β. Διαταγμάτων ὑπότροφοι ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων· ἀλλὰ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τὴν 8ην Μαΐου 1880, κατήργησε πάσας ταύτας τὰς μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου διατεταγμένας ὑποτροφίας. Καὶ ἦτο μὲν τὸ μέτρον βίαιον, διότι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ καταργήσῃ τις διὰ Β. Διατάγματος ἀπονεμημένας ὑποτροφίας, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἡ διὰ τοῦ περὶ ὑποτροφίας Β. Διατάγματος ὁρισθεῖσα προθεσμία, μόνον δὲ προσῆκε ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀπονομὴν εἰς τὸ μέλλον ὑποτροφιῶν. Ἐχαρακτήρισα δὲ τὸ μέτρον ὡς βίαιον, διότι πάντες οἱ γονεῖς τῶν ὑποτρόφων, τῶν ὁποίων αἱ ὑποτροφίαι κατηργήθησαν διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, ἤγειραν ἀγωγὰς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ταῦτα δὲ κατεδίκασαν τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν αὐτοὺς δι’ ὅλην τὴν χρονικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν εἶχον προσδιορίσει τὰ περὶ διορισμοῦ τῶν ὑποτρόφων Β. Διατάγματα. Ὁ ἀποθανὼν φίλος μου καὶ ἐμὸς συνάδελφος κατὰ τὸ 1895 Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 15 Μαρτίου 1890 (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὑπάρχῃ πρόσκομμα, καθ’ οὗ προσκρούει ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις, τοῦτο εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐν μὲν τῇ μέσῃ καὶ κατωτέρᾳ ἐκπαιδεύσει εὐμεθόδων διδασκάλων, ἐν δὲ τῇ ἀνωτάτῃ ἐκπαιδεύσει ἐπιμελείας καὶ φώτων ἐπιστημονικῶν εὐρυτέρων τῶν μελλόντων νὰ καταλάβωσι τὰς πανεπιστημιακὰς ἕδρας... Εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον σχέδιον νόμου, καὶ παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς τὸν κλειδοκράτορα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὡς τὸν κλειδοκράτορα τῆς θελήσεως τῶν συναδέλφων του, ὡς τὸν μέγαν κλειδοκράτορα τῶν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν, αἵτινες ψηφίζουσι καὶ κυροῦσι τοὺς νόμους, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐψηφίζετο, ἠθέλομεν ἔχει 18 ὑποτρόφους διὰ διαγωνισμοῦ εἰς τὴν δυσμικὴν Εὐρώπην, ἵνα, σπουδάζοντες τὴν παιδαγωγικὴν ἓν ἢ δύο ἔτη, μᾶς δώσωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ συστήσωμεν ὀλίγα Διδασκαλεῖα πρὸς ἐπέκτασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως...» Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ μακαρίτου Πετρίδου, ἔπρεπε νὰ ἀποστέλλωνται διὰ διαγωνισμοῦ κατ’ ἔτος δέκα ὑπότροφοι, δαπάναις τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλβετίαν καὶ Γερμανίαν, ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα συνεχῆ ἔτη· κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἄρθρον αὐτοῦ, οὗτοι ἤθελον ἀσχοληθῆ πρὸς σπουδὴν τῆς παιδαγωγικῆς καὶ τῶν συναφῶν αὐτῇ ἐπιστημῶν, ἤθελον δέ τινες αὐτῶν παρασκευασθῆ, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἐν μέλλοντι καὶ ὡς καθηγηταὶ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Νόμον ἐπιτρέποντα διορισμὸν ὑποτρόφων εἰσήγαγον ἐγὼ ὡσαύτως, ἐπιψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ διορισθῶσιν ὑπότροφοι ἐκ τῶν ἐχόντων ἀπολυτήριον τοῦ Πολυτεχνείου διὰ διαγωνισμοῦ, καὶ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ σπουδάσωσι τὴν δασολογίαν καὶ τὴν δασοκομίαν καὶ τὰς συναφεῖς γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν δασονομίαν καὶ δασοκομίαν...

§213ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δαπάναις τοῦ Κράτους.

§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δαπάναις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ διορισμοῦ ὑποτρόφων δαπάναις κληροδοτήματος, τὸ ὁποῖον δὲν προσδιωρίσθη ὑπὸ τοῦ διαθέτου ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων, εἴτε γενικῶς, ἵνα σπουδάσωσιν, εἴτε εἰδικῶς, ἵνα ἀσχοληθῶσιν εἰς ὡρισμένας εἰδικὰς σπουδὰς, ἀλλ’ ὡρίσθη νὰ χρησιμεύσῃ διὰ γενικοὺς σκοποὺς, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν θέλει διατεθῆ τὸ κληροδότημα, εἰμὴ τὸ Κράτος, τὸ δὲ Κράτος ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καθ’ ὃν ἔχω κατάλογον τῶν κληροδοτημάτων, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ τοιαῦτα μὴ εἰδικὰ κληροδοτήματα. Οὕτω τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1877 εἰς 1,764,462 δραχμὰς, οἱ δὲ ἐτήσιοι τόκοι κατὰ τὸ 1893 εἰς δραχ. 105,940, προσδιωρίσθη πρὸς ἀνέγερσιν Λυκείου πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, καὶ τὸ περισσεῦον ποσὸν πρὸς ἀπολύτρωσιν αἰχμαλώτων. Τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Μπόζου, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1877 εἰς δραχμὰς 305,900, τὸ δὲ ἔσοδον αὐτοῦ συνίστατο κατὰ τὸ 1893 εἰς δραχ. 8,100, προωρίσθη ὑπὸ τοῦ διαθέτου εἰς ἐκπαίδευσιν πτωχῶν, ἠθικῶν καὶ χρηστοήθων μαθητῶν. Ὡσαύτως τὸ κληροδότημα Ζικλόνσκη, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον ἔμενεν ἄτοκον, συνίστατο δὲ ἐκ δραχμῶν 4,450, εἶχεν ὁρισθῆ πρὸς ἐκπαίδευσιν ὀρφανῶν. Τὸ κληροδότημα ὅμως τοῦ ἀοιδίμου Ζωσιμᾶ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτοῦ πρὸς τὸν Κυβερνήτην Καποδίστριαν, συνίστατο κατὰ τὸ 1829 εἰς 100,000 ῥούβλια, εἶχε προσδιορισθῆ διὰ τῆς εἰρημένης ἐπιστολῆς του, ἵνα οἱ τόκοι αὐτοῦ χρησιμεύωσι πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ἐν ταῖς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος μάχαις πεσόντων Ἑλλήνων. Νῦν δὲ, ὅτε παρῆλθε πᾶσα ἐκείνη ἡ γενεὰ, δὲν ὑπάρχουσι δὲ παῖδες τῶν πεσόντων ἐν ταῖς μάχαις τοῦ μεγάλου ἀγῶνος ἡμῶν, πῶς δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν νὰ προσδιορίσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν πρέπει νὰ διατίθενται οἱ τόκοι αὐτοῦ, ὁ κ. Στάης, ἢ πᾶς ἄλλος διάδοχος αὐτοῦ; Μὴ ὑπάρχοντος πλέον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει ὁ διαθέτης, μόνη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἁρμοδία, ἵνα προσδιορίσῃ τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διατίθενται. Ὡσαύτως τὸ κληροδότημα τῆς Ρεγγίνας Ρογκότη, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1877 ἀνήρχετο εἰς δραχ. 30,000, εἶναι μὲν ὡρισμένον πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων, ἀλλ’ εἰδικῶς πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς ὡραίας τέχνας δύο νέων, οὐδὲ δύνασθε νὰ διαθέσητε τοὺς τόκους αὐτοῦ πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων εἰς ἄλλα εἴδη μαθήσεως. Τὸ κληροδότημα τοῦ Νεοφύτου ἀρχιμανδρίτου, συνιστάμενον εἰς δέκα μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τυγχάνει ὡρισμένον πρὸς ἐκπαίδευσιν μαθητῶν συγγενῶν του. Τὸ τοῦ Κ. Τσιροπούλου, ἐκ δραχμῶν παλαιῶν 17,959.46, εἶναι ὡρισμένον οὐχὶ ὑπὲρ μαθητῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ σχολείων. Τὸ τοῦ Μητροπολίτου Φθιώτιδος Ἰακώβου, ἐκ δραχ. 3,615.15, ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου Λαμίας. Τὸ τοῦ Κλήμεντος Διαμαντίδου, ἐκ δραχ. 35,023.84, ὑπὲρ τοῦ ἐν Βαμβακοῦ τοῦ δήμου Οἰνοῦντος, τῆς Λακεδαίμονος, σχολείου. Τὸ τοῦ Ἰωάννου Νεγρεπόντη, ἐκ δρ. 12,996.85, ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων. Τὸ τοῦ Δωρίδου, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον ἀνήρχετο εἰς δρ. 478,312.25, οἱ δὲ τόκοι ἀνήρχοντο κατὰ τὸ 1893 εἰς δρ. 11,880, προωρίσθη, ἵνα οἱ τόκοι αὐτοῦ διανέμωνται εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις δημόσια καταστήματα, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Κατὰ ὑπολογισμὸν γενόμενον, οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων, τῶν προωρισμένων ὑπὲρ μαθητῶν, ἀνέρχονται εἰς δρ. 38,000 περίπου. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ διαθέτητε πάντων τῶν κληροδοτημάτων τοὺς τόκους εἰς ὑποτροφίας· ἐκείνων δὲ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ διαθέται προώρισαν πρὸς γενικοὺς σκοποὺς, ἢ δὲν ὥρισαν σκοπόν τινα, τούτων τοὺς τόκους δὲν δύνασθε νὰ διαθέτητε, εἰμὴ διὰ νόμου, δι’ οὗ πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὁ σκοπὸς αὐτῶν. Ἀνέγνων προσέτι Β. Διάταγμα, δημοσιευθὲν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φέρον ἡμερομηνίαν τῆς 10 Αὐγούστου 1900, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη «ἵνα, μέχρις οὗ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀνάλογος πίστωσις δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῆς ἐν Ἀθήναις Καλλιτεχνικῆς Πινακοθήκης καὶ ἀποζημίωσιν τοῦ ἐκπληροῦντος παρ’ αὐτῇ χρέη Γραμματέως, καταβάλληται ἡ δι’ ἀμφότερα ταῦτα δαπάνη ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τοῦ κληροδοτήματος Δημητρίου Δωρίδου». Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι νόμιμον, διότι ἀποζημίωσις διδομένη εἰς ἐκπληροῦντα χρέη δημόσια δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ μισθός· οὐδ’ ἐπιτρέπεται δι’ ἀλλαγῆς λέξεων νὰ δώσῃ τις ἄλλην ἑρμηνείαν. Ὁ μισθὸς εἶναι ἀποζημίωσις διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσφέρει τις ἐπὶ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διανύει ὑπηρετῶν τὸ Δημόσιον. Ἐὰν τὸν μισθὸν ὀνομάσητε ἀποζημίωσιν, δὲν μεταβάλλετε τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ὃν οἱ νόμοι ἀναγράφουσι μισθόν. Τὸ Διάταγμα λοιπὸν εἶναι παράνομον, διότι δι’ αὐτοῦ προσδιορίζετε μισθὸν, τὸν ὁποῖον μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ προσδιορίσητε. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐὰν διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας δὲν ἀνεγράφησαν τόσαι πιστώσεις, ὅσαι ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901· ἐὰν δὲν ἀνεγράφησαν πιστώσεις ἱκαναὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας καὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· ἐὰν δὲν ἀνεγράφησαν πιστώσεις διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τελμάτων καὶ λιμνῶν· ἐὰν καὶ οἱ δύο σιδηρόδρομοι, περὶ ὧν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπεψηφίσθησαν νομοσχέδια, ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῶσι καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ διὰ δανείου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπεψηφίσθη συγχρόνως ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, δὲν πρέπει τάχα νὰ γένηται προσπάθεια, ἵνα πλὴν τῶν δύο τούτων σιδηροδρόμων προβῆτε εἰς κατασκευὴν διὰ τῶν περισσευόντων ἐσόδων μικρῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ὅπου τοιαῦται δύνανται νὰ εὐκολύνωσι τὴν συγκοινωνίαν καὶ καταστήσωσιν αὐτὴν ταχυτέραν καὶ εὐθηνοτέραν; Ἀφοῦ δὲ τὰ προϋπολογιζόμενα κατὰ τὸ 1901 ἔσοδα ὑπερβαίνουσι κατὰ δέκα ἑπτὰ καὶ πλέον ἑκατομμύρια τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896, δὲν ὠφείλετε νὰ διαθέσητε ὅλον τοῦτο τὸ ποσόν, ἢ μέγα κἄν μέρος αὐτοῦ, εἰς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας; Καθίσταται ἀληθῶς ἀδικαιολόγητος ἡ Κυβέρνησις, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν προγράμματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κριθῇ εἴτε ἄσκοπον καὶ ἐπιπόλαιον, εἴτε, ἂν ἐκληφθῇ ὡς ἔχον σκοπὸν, ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἐφαρμογὴν πολιτικῆς ὑπηρετούσης μόνον τὴν φιλαρχίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ διαφθειρούσης τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ νοθευούσης τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Τοιαῦται μελέται εἰσὶν ἔκθεσμοι, ἀπαγορευόμεναι ὑπὸ τῆς πολιτικῆς χρηστότητος καὶ ἐπάγουσαι ἀνυπολογίστους πολιτικὰς καὶ ἐθνικὰς ζημίας, ὧν ἡ μικροτέρα εἶναι ἡ ἀνωφελὴς καὶ ματαία δαπάνη τοῦ σπανίζοντος δημοσίου ἀργυρίου. Σπανίζει δ’ ὄντως τὸ ἀργύριον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοσούτων πιέζεται ἀναγκῶν, μάλιστα μετὰ τὸν πόλεμον, ὅστις ἐξήντλησε καὶ οἰκονομικῶς καὶ ὑλικῶς τὴν χώραν. Θλίβομαι δὲ, διότι τὰ συμβαίνοντα μὲ πείθουσιν, ὅτι πρέπει νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν μείζονα προσοχὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν οἱ νόμοι δὲν ἐκτελοῦνται πιστῶς, ἀλλὰ καταδολιεύονται, καὶ καταστρατηγοῦνται, καὶ ὑπονομεύονται, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ θρασέως ἀθετοῦνται καὶ παραβαίνονται. Πόσα δὲν ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδακτηρίων, εἴτε ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, εἴτε ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν φορολογικῶν νόμων! Πόσα δὲ δὲν κατηγγέλθησαν περὶ τῆς ἀναιρέσεως ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων αὐτῶν τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναγεγραμμένων ἀπολύτων δικαίων τῶν πολιτῶν, τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας των, τῆς τοῦ ἀσύλου τῶν οἰκιῶν των, τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὰς κτήσεις αὐτῶν, καὶ πρὸς τὴν οἰκογενειακὴν ἄνεσιν αὐτῶν! Ὁ κυβερνῶν λαοὺς ὀφείλει νὰ ὑψώνῃ ἑαυτὸν ὑπεράνω τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὑπεράνω τῶν στενῶν κύκλων, ἐν οἷς βιοῖ, ὑπεράνω τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ ἀτελειῶν του. Παρ’ αὐτῷ εἷς νόμος πρέπει νὰ κρατῇ, τὸ καθῆκον καὶ ἡ ἐπιμονὴ πρὸς ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἀλλὰ συνιστῶ προσέτι καὶ ἄλλο, — ὅπερ πλέον ἢ ἅπαξ διεπράχθη, ἐπὶ ἐκπλήξει πάντων, — τὴν εὐλαβῆ τήρησιν τῆς ὑπὸ τῶν νόμων χαραχθείσης ἁρμοδιότητος τῶν διαφόρων ἀρχῶν καὶ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν. Σύγχυσις ἁρμοδιότητος, κατάχρησις ἐξουσίας καὶ δυνάμεως ὑπῆρξεν, ὅτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προεκλήθη νὰ ἀναστείλῃ τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὅτε νόμος προετάθη καὶ ἐπεψηφίσθη, τροποποιῶν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διάταξιν ἰσχύουσαν, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης Βουλευτὰς παραβάντας τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἔσωσεν ἀπὸ τῆς ποινῆς τοὺς φίλους αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, κατεδείχθη ὅμως ποιουμένη ἀξιοθρήνητον κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὑτῆς. Σύγχυσις ἁρμοδιότητος ἀρχῶν ἢ ἐξουσιῶν συντελεῖται, ὅταν δίδωνται ἑρμηνεῖαι, μὴ οὖσαι ἀναντιρρήτως ὀρθαὶ, αἱ ὁποῖαι ὅμως καταστρέφουσιν ἀποφάσεις, αἵτινες εἶχον κατασταθῆ τελεσίδικοι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τελεσίδικος ἀπόφασις τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἡ ἀπόφασις, ἡ καθιστῶσα ὁριστικοὺς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, πρᾶξις δὲ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μεταβάλλουσα τὰ ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων ἀποφάσεων, ἀναιρεῖ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ὁριστικὰς καὶ ἀμετακλήτους τὰς ἀποφάσεις. Ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν μεσολάβησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα μεταβάλλῃ τὴν ὁριστικότητα τῶν καταλόγων, ἐννοεῖται ποῦ θέλομεν φθάσει; Ἐν Γαλλίᾳ θεωρεῖται τοσοῦτον ἀσάλευτος ἡ ὁριστικότης τῶν καταλόγων, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ περιληφθέντες ἐν αὐτοῖς ἐκλογεῖς, οἵτινες εἶχον ἀπολέσει τὰ πολιτικά των δικαιώματα, καὶ αὐτοὶ δὲν ἐμποδίζονται νὰ ἐνασκήσωσι τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμά των, εἰμὴ μόνον, ἐὰν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐπιδειχθῇ ἡ ἀπόφασις, δι’ ἧς εἶχον καταδικασθῆ εἰς τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων. Ἤθελον δώσει γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ πάντων νὰ κανονίσῃ ὀρθότερον καὶ χρηστότερον τὰς πολιτικὰς σχέσεις αὐτῆς, ὡς κόμματος, ἵνα μὴ παρακωλύηται ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἀκριβεῖ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων της. Ἐγὼ, ὅστις χαρακτηρίζω ὡς μωρολογίας τὰς ἐγκλήσεις καὶ τὰς κατηγορίας ἐπὶ συναλλαγῇ, καὶ ὡς χυδαῖα κατασκευάσματα τῆς φιλαρχίας, τὰ ὁποῖα οἱ φιλαρχοῦντες μεταχειρίζονται ὡς ὅπλον, ἵνα ὑπονομεύσωσιν ἐν ταῖς πεποιθήσεσι τοῦ λαοῦ ἐκείνους, πρὸς οὓς ἀνταγωνίζονται, ἔχω ὡρισμένας ἰδέας περὶ τῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν συμμετοχῆς καὶ συμπράξεως τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου· δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἡ σύμπραξις αὕτη πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ κεχαραγμένα ὅρια. Οἱ Βουλευταὶ, κατοικοῦντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰσὶν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἁρμοδιώτεροι νὰ πληροφορῶσι τοὺς φίλους των Ὑπουργοὺς περὶ τῶν παρανομιῶν ἢ ἀδικημάτων, τῶν διαπραττομένων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, καὶ νὰ καταγγέλλωσι ταῦτα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ φωτίζωσιν αὐτοὺς περὶ τῆς ἀληθείας, ὁσάκις μάλιστα αὕτη διαστρέφεται ἢ περικαλύπτηται ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους τῶν παρανομησάντων ἢ ἀδικησάντων, καὶ ν’ ἀποκαλύπτωσι τοὺς ἀξίους τιμωρίας, ἢ τοὺς ἀκαταλλήλους ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ διατελοῦσιν. Ἀλλὰ δὲν κρίνω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κυβερνῶντας νὰ ὑποτάσσωσι τὴν διοίκησιν εἰς τοὺς φίλους των Βουλευτὰς, καὶ νὰ καθιστῶσιν αὐτὴν δούλην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν φίλων των. Καὶ ἂν δὲν ἀδικῶ τοὺς ζητοῦντας, συμβουλεύω ὅμως τοὺς διαχειριζομένους τὴν διοίκησιν νὰ μὴ ἔχωσι τὰς χεῖρας ἑτοίμους εἰς παροχὰς, διότι οὕτω παραλύουσι τὴν διοίκησιν· ὅταν δ’ ἡ διοίκησις παραλύῃ, διαφθείρονται τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, ἐξαφανίζεται πᾶσα ἡ ἐπὶ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ ἐπὶ τὸ κράτος τῆς ἀληθείας ἐμπιστοσύνη καὶ πεποίθησις αὐτοῦ, ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων προσκόπτει, ἡ δημοσία ἀσφάλεια κλονίζεται, καὶ τὸ ἔγκλημα ἐγείρει κεφαλήν. Ἰδίως δὲ ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ περιφραχθῇ διὰ σιδηρῶν κιγκλίδων, ἥ τε ποινικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ, ἵνα μή ποτε δυνηθῇ τις νὰ ἐγγίσῃ αὐτήν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προεκήρυξε τακτικὴν, ἥτις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἀφαιρεῖ δὲ καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς εὐρείας ἐρεύνης οὐ μόνον τῶν κεφαλαιωδῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ παράγει, ἀλλὰ καὶ τῶν λεπτομερειῶν κατὰ μέρος, καὶ αὐτῶν τῶν δαπανῶν ἑκάστου κλάδου τῆς Διοικήσεως. Πάντως δὲ οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειονοψηφίας ἔχουσι κοινὴν τὴν εὐθύνην μὲ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἂν καθῆκον ἔχωσι ν’ ἀλληλοβοηθῶνται, ἵνα συγκρατῶσιν ἀλλήλους ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ προσήκοντος καὶ τῆς εὐπρεπείας, εὐθύνονται ὅμως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ διὰ τὰς παρεκτροπὰς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ τὰ μέλη τῶν πλειονοψηφιῶν διὰ τὰς παρεκτροπὰς τῶν Ὑπουργῶν. Τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ, ἀφοῦ αἱ πλειονοψηφίαι εἰσὶν ἡ Βουλὴ, αὗται δὲ συγκροτοῦσι τὴν δύναμιν καὶ διερμηνεύουσι τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων. Ἀλλὰ καὶ αἱ μειονοψηφίαι ἔχουσι δικαιώματα, ἰδίως δὲ καὶ πρὸ πάντων τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσιν, ἵνα παρέχηται αὐταῖς πᾶσα εὐκολία, ὅπως συζητῶσι τοὺς νόμους ἐν εὐρύτητι, ὅπως ἐρευνῶσι καὶ διϋλίζωσι τοὺς Προϋπολογισμούς, ὅπως ἐλέγχωσι καὶ ἐπιτηρῶσι τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ὅπως φωτίζωσι τοὺς προϊσταμένους αὐτῆς, ὅπως καταγγέλλωσι τὰς παραβάσεις αὐτῶν καὶ ζητῶσι λόγον ἐπὶ ταύταις. Ἀλλ’ ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι δὲν ἀφίνωσιν εἰς τὰς μειονοψηφίας τὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων προσήκοντα χρόνον, ὅταν δὲν παρέχωσιν αὐταῖς τὰς εὐκολίας, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ὅπως δύνωνται νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ ἀσκῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, αἱ μειονοψηφίαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀμύνωνται, ἵνα ἀναγκάσωσι τὰς πλειονοψηφίας νὰ σεβασθῶσι τὰ δικαιώματά των, καὶ νὰ παρακωλύωσιν αὐτὰς νὰ καταχρῶνται τῆς δυνάμεως, δι’ ἧς αἱ πλειονοψηφίαι περιβάλλονται, καθιστῶσι τυπικὴν καὶ εἰκονικὴν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἀσθενῆ δὲ, ἢ καὶ ἀδύνατον, τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν Κυβερνήσεων. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον δὲν μὲ ἀνησυχοῦσι τὸ παράπαν οἱ χαρακτηρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ ἀμάθεια, ἢ ἡ κομματικὴ ἰδιοτέλεια, ἡ διαστροφὴ τῶν πραγμάτων, ἢ ἡ κακὴ πίστις ἀποδίδουσιν εἰς τὰς μειονοψηφίας, ὁσάκις ἀναγκάζονται ὑπὸ τῶν πλειονοψηφιῶν νὰ ἐνασκῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ἔλεγον ὑμῖν, οὐ μόνον, λέγω, δὲν ἀνησυχῶ, ἀλλὰ καὶ οἰκτείρω τοὺς καταγγέλλοντας τὰς μειονοψηφίας ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ἂν ἐξ ἀμαθείας πράττωσι τοῦτο· καταφρονῶ ὅμως αὐτοὺς, ἂν οὐχὶ ἡ ἀμάθεια, ἀλλ’ ἡ κακοπιστία, ἢ ἡ φαυλότης, προάγῃ αὐτοὺς εἰς τοιαύτας μωρολογίας. Καὶ ἐγὼ δὲ καὶ οἱ φίλοι μου κανόνα ἔχομεν τῶν πράξεων ἡμῶν τὴν συνείδησιν ἡμῶν· αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον κρατοῦμεν ἐν χερσὶν, ὁσάκις παρουσιαζώμεθα πρὸ τῶν ἐκλογέων, οἵτινες μᾶς ἐνεπιστεύθησαν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸ ἔθνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὁσάκις ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα οἱ φίλοι μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συνεργάζωνται μεθ’ ἡμῶν κατὰ τοὺς εἰρημένους ὅρους· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι εὗρον εἰλικρινῆ καὶ πρόθυμον τὴν συνδρομὴν αὐτῶν, καὶ τοιαύτην συνδρομὴν, οἵα περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν χώραν, διότι αὕτη ἦτο ἱκανὴ νὰ καθάρῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀπὸ ἐλαττωμάτων ἢ ἀτελειῶν. Καὶ παρέσχον εἰς ἡμᾶς οἱ ἡμέτεροι φίλοι τοιαύτην συνδρομὴν οὐ μόνον ἐν ὁμαλοῖς χρόνοις, ἀλλὰ καὶ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ ῥαδιουργία καὶ ἡ συκοφαντία εἶχον κατορθώσει ν’ ἀποπλανήσωσι τὴν δημοσίαν γνώμην, καὶ καθ’ ὃν οὐ μόνον οἱ φαῦλοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀσυνειδήτως μετὰ τῶν φαύλων ἐκ φιλαρχίας συμπράττοντες μύρια ἐξύφαινον ψεύδη, μυρίας ἔπλεκον καθ’ ἡμῶν συκοφαντίας, ἀλλὰ προσέτι, καθ’ ὃν ἀνείχοντο ἢ ἠρέσκοντο ἢ καὶ ἐνέκρινον καὶ ἐνεθάρρυναν τοὺς παριστῶντας εἰς τὸ κοινὸν τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, ὡς ὑπαίτιον πάντων τῶν ἐπισκηψάντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δυστυχημάτων, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἦναι οἱ πρώτιστοι μάρτυρες τῶν ἀγώνων καὶ τῆς εὐσυνειδησίας ἡμῶν, οἱ πρώτιστοι κήρυκες τῆς φιλοπατρίας πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησεν ἑαυτὸ καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἑαυτοῦ, οὐδ’ ἐδίστασε νὰ προτάξῃ τὰ στήθη αὐτοῦ ἐν κρισίμοις στιγμαῖς, ἵνα σώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ ἀπωθήσῃ βεβαίους κινδύνους, ἀπειλοῦντας τότε καὶ αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς καὶ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἡ ἐνάσκησις τῆς Βασιλικῆς προνομίας, διὰ τῆς ὁποίας ἡμεῖς ἐξεδιώχθημεν τῆς ἀρχῆς, ἐκρίθη ἴσως ὑπό τινων ὡς πρᾶξις δηλοῦσα ἀποδοκιμασίαν τῆς πολιτείας ἡμῶν, ἡ κρίσις αὕτη οὐδεμίαν ἔφερε μεταβολὴν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἐξηκολούθησε νὰ συνεργάζηται μετ’ ἐμοῦ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου, μετὰ τῆς αὐτῆς εἰλικρινείας, διότι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀναντίρρητον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐπράξαμεν ὅ,τι μόνον πολῖται ἔντιμοι καὶ κυβερνῆται πλήρεις αὐταπαρνήσεως ὤφειλον νὰ πράξωσιν. Οὐδεμία γνώμη οἱουδήποτε ἦτο ἱκανὴ νὰ κλονίσῃ τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἡμετέρου κόμματος· ὅτε μάλιστα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπῄτησαν νὰ ἀνεχθῶμεν ὡς πλειονοψηφία τὴν κλῆσιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας, οὐδ’ ἦσαν ἐνδεδειγμένοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἡμεῖς, ὡς πλειονοψηφία, δὲν ἐδιστάσαμεν καὶ εἰς ταύτην νὰ προσχωρήσωμεν τὴν θυσίαν, καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν ἡμεῖς τὸ συσταθὲν τότε ἀντικοινοβουλευτικῶς Ὑπουργεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἀφῃρέσαμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν, εἰμὴ ὅταν τοῦτο ἐφωράθη πειρώμενον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν ἐθνικὴν συμφορὰν πρὸς κερδοσκοπίαν χυδαίαν καὶ ἀξιοδάκρυτον. Ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προχθές, ὅτι καὶ δικαίωμα δὲν εἶχε, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὐδ’ ἀφορμὴν ἵνα ἐγκαλέσῃ τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, ὅτι δὲν ἔδειξαν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἣν ὤφειλον νὰ δείξωσι πρός με προσοχήν. Οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἡμέτερον κόμμα πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι πίστιν πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κόμματος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουσιν ἀφοσίωσιν πρὸς αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Τί ἀπέδειξεν ἡ στάσις καὶ ἡ πολιτεία τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Ὑπάρχουσι συνήθη τοιαῦτα φιλοπατρίας καὶ εὐσταθείας παραδείγματα; Αἱ μεταβολαί εἰσι συναφεῖς μὲ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὡς ἂν αὗται ἦσαν ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, ὡς ἂν προσῆκε νὰ μὴ διατηρῶνται μονίμως οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἀρχὴν, ὡς ἂν τὸ πολίτευμα ἐνεδείκνυε τῶν μεταβολῶν τὴν ἀνάγκην, διότι αὗται ἐπάγουσι καὶ ἐνισχύουσι τὴν ἅμιλλαν τῶν πολιτικῶν κομμάτων πρὸς τὴν διάπραξιν τῶν ἀναγκαίων καὶ τῶν ὠφελίμων. Ἀλλ’ ὅταν αἱ τάξεις τῶν ἀποτελούντων τὰ κόμματα δὲν ἀραιώνονται, ἀλλ’ ἐξακολουθῶσι νὰ ἦναι πυκναὶ καὶ ἐν χρόνοις, κατὰ τοὺς ὁποίους περιπέτειαι πολιτικαὶ περιάγουσι τὰ κόμματα ἐν ἥσσονι θέσει, ἕνεκα περιπετειῶν ἢ ἀποτυχιῶν, εἰ καὶ οὐδεμίαν ὑπεῖχον ἐπὶ ταύταις εὐθύνην· ὅταν οὐδεμίαν εἰς τὰ μέλη τῶν κομμάτων τὰ συμβεβηκότα ταῦτα ἐνήσκησαν ἐπίδρασιν, διότι δὲν ἐκλονίσθη οὐδ’ ἐμειώθη τὸ παράπαν ἡ ἐπὶ τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας πεποίθησις αὐτῶν, ἡ ἐπὶ τὴν πορείαν αὐτῶν πεποίθησίς των· ὅταν οὐδ’ αἱ προσπεποιημέναι κραυγαὶ τῆς συκοφαντίας, οὐδ’ αἱ ἐπινοηθεῖσαι αἰτιάσεις τῆς φαυλότητος, οὐδ’ αὐτὴ ἡ πανταχόθεν ἐπισειομένη ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, οὐδ’ αὐτὴ ἀποδεικνύεται ἱκανὴ νὰ τρέψῃ αὐτὰ εἰς φυγήν, εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῇ πλέον ἡ χρηστότης καὶ ἡ εὐγένεια τοῦ δεσμοῦ, ὅστις συνδέει πρὸς ἀλλήλους τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ πολιτικὸν κόμμα πολιτικοὺς ἄνδρας; Τῶν πολιτικῶν κομμάτων ὁ πρὸς ἄλληλα ἀνταγωνισμὸς παράγει τὴν ἅμιλλαν αὐτῶν, αὕτη δὲ προκαλεῖ τὴν προαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· τῶν ἐλευθέρων δὲ θεσμῶν ἡ τοιαύτη ἀνάπτυξις συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς κοινωνίας, εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἐξυγίανσιν καὶ τὸν ἐξευγενισμὸν τῆς Πολιτείας. Μόνον δὲ διὰ τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἡ ἔννομος τάξις διατηρεῖται ἀσφαλὴς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ τὸ θάρρος νὰ ἐπιθυμήσῃ ἀνατροπὴν αὐτῆς τῆς ἐννόμου τάξεως ἔν τε ταῖς ἀνωτέραις καὶ ἐν ταῖς κατωτέραις σφαίραις, καὶ μόνον διὰ τῶν πολιτικῶν κομμάτων προάγονται τὰ Κράτη· ἀνάξιαι δὲ προσοχῆς εἰσιν αἱ κατ’ αὐτῶν ἐγκλήσεις, καὶ ὅπου τυχὸν τοιαῦται ἠκούσθησαν, τάσεις ἐγωϊστικαὶ ἢ προαιρέσεις πονηραὶ τὰς ἐγκλήσεις ταύτας ἀπηύθυναν. Ἀλλὰ τῶν κομμάτων ὁ πολλαπλασιασμός, ἡ κατανομὴ αὐτῶν εἰς πολλά, βεβαίως καθιστᾷ ἀσθενεστέραν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ νοθεύει αὐτήν. Οὐδεὶς πάντως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ἀποσπωμένους ἀπὸ τῶν κομμάτων, καὶ προσπαθοῦντας νὰ συμπυκνώσωσιν ἰδίας ὁμάδας, ἐὰν ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων κομμάτων ἕνεκα διαφορᾶς ἰδεῶν καὶ γνωμῶν εἴτε περὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε περὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, ὅταν ὑπάρχῃ ἐρημία φρονήματος, κρίσεως περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὅταν μόνον φιλοπρωτία, μόνον φιλαρχία ὑπαγορεύῃ τὰς τοιαύτας ἀποσπάσεις ἀπὸ τῶν κομμάτων, αὗται ἀποβαίνουσιν ἀδικαιολόγητοι, διότι τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, ἡ φιλοδοξία, ἢ ἡ φιλαρχία, ἢ ἡ ζηλοτυπία ἐπήνεγκον τὸν καταμελισμὸν τῶν κομμάτων. Ἐγὼ οὐδὲ τότε ἔχω διάθεσιν νὰ ἐγκαλέσω τινὰ, ἂν τὴν ἀπόσπασιν ἢ τὸν σχηματισμὸν ὁμάδων ἢ κομμάτων πλειοτέρων τῶν δύο δὲν παρεσκεύασε δρᾶσις ἐξωτικὴ, ἐπιρροὴ ἐνασκηθεῖσα ἔξωθεν τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι τοιοῦτον συμβεβηκὸς θέλει δηλώσει προαίρεσιν πρὸς περικοπὴν τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἥτις περικοπὴ παράγει τὴν νόθευσιν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1846 ἐν Γαλλίᾳ εἶχον ἐκλείψει πᾶσαι αἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κρατοῦσαι ἕως τότε κομματικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ πᾶσαι αἱ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου λαμβάνουσαι χώραν ἀνωμαλίαι κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, τὰς ὁποίας ἀπέδιδον τότε εἰς ἐνεργείας τῆς δυναστείας τοῦ Βασιλέως Λουδοβίκου Φιλίππου. Ἀλλὰ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1846 ἐπῆλθε συνεννόησις τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀποχρώσεων, αἵτινες πρότερον διΐσταντο, κεχωρισμέναι εἰς ὁμάδας, καὶ κατηρτίσθη ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας. Οὕτω κατηρτίσθη ἓν κόμμα, τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου εἶχεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ὁ Γκυζὼ, καὶ ἓν κόμμα ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ Θιέρσος καὶ ὁ Ὀδιλὸν Μπαρρώ. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἐχαιρετίσθη ὑπὸ πάντων, ἡ δὲ ἐφημερὶς, ἡ ὁποία τότε εἶχε μέγα κῦρος, «Le Journal des Débats», ἔγραφε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1846 (ἀναγινώσκει): «Εἴδομεν τέλος πάντων τὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθέρμως ηὐχόμεθα νὰ ἴδωμεν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἰμὴ δύο μεγάλα κόμματα. Ἀπὸ τριάκοντα ἤδη ἐτῶν, ἴσως πρώτην φορὰν ταύτην παρίσταται ἀληθὴς πλειοψηφία ἐν ταῖς Βουλαῖς ἡμῶν· οὐδέποτε κατὰ τὰ προηγηθέντα ἔτη εἴδομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν παραιτουμένην ἀπὸ τῆς ἐλπίδος νὰ διαρρήξῃ τὴν πλειοψηφίαν. Ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου θέλει χρονολογηθῆ τὸ τέλος τῆς πολιτικῆς τῶν ῥαδιουργιῶν (de la politique d’ intrigue).» Εἶπον ταῦτα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πολυπραγμονοῦντες ἀσχολοῦνται εἰς τὴν κατάτμησιν τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οἱ ὁποῖοι στέργουσι τὴν ἀσχολίαν ταύτην, διότι δι’ αὐτῆς νομίζουσιν, ὅτι θέλουσιν ἐξασθενήσει τὸ κῦρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμιν αὐτῆς, καὶ ὅτι θέλουσι προσδώσει εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τὰ νῦν συμβαίνοντα δὲν λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος πρώτην φοράν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη τοιαύτη ἐτύγχανεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος θέλει γράψει τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, θέλει ἀναζητήσει τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας τῶν γενομένων, καὶ θέλει εὑρεῖ αὐτὰς, καὶ θέλει πατάξει αὐτάς. Εἰς ἡμᾶς, τοὺς ζῶντας ἤδη, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦμεν ἀνταγωνιζόμενοι κοινοβουλευτικῶς, προσήκει νὰ ἀναβάλωμεν νὰ καταγγείλωμεν αὐτὰς, ἀλλὰ προσήκει νὰ κηρύξωμεν καὶ σήμερον, ὅτι μέγα ἤθελον εἶσθαι εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν δὲν ἐτίθετο διὰ τοιούτων μέσων ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ εἰλικρινὴς λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἐὰν ἕκαστος ἦτο πεπεισμένος, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς θέλει ζήσει, διότι τότε θέλει στρέψει τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς φροντίδας του ἐπὶ ἄλλας μερίμνας, οὐχὶ ἐπὶ τὴν μέριμναν, πῶς νὰ νοθευθῇ τὸ πολίτευμα, ἵνα ἐπέλθῃ εὐχερὴς ἡ ἀντικατάστασίς του, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν μέριμναν, πῶς νὰ συντελέσῃ εἰς χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, καὶ πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ συντελέσῃ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς πατρίδος του. Ἐγὼ, ὡς εἶπον, καὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ ἐκ μελέτης καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι φίλος τοῦ Ὑπουργείου, διότι τοῦτο εἶναι ὁμογενὲς κόμματος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀντηγωνίσθην ἀγῶνα μακρὸν καὶ, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ, εὐγενῆ. Καὶ οὐ μόνον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εἶναι τὸ ἀντίθετον τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, ὡς πολιτικὸν κόμμα, ἔχομεν ἀποδεχθῆ. Ἐνῷ τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου ἦτο αἱ μεταρρυθμίσεις, ἤτοι νόμοι εἰσάγοντες καινοτομίας εἰς τὴν χώραν, τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος ἡμῶν εἶναι ἐκτέλεσις ἀκριβὴς τῶν νόμων. Δὲν ἀποκρούομεν βεβαίως τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων, ὅσοι εἶναι κακοί, δὲν ἀποκρούομεν, οὐδὲ παρακωλύομεν, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς νόμοις ἀτέλειαι, ἵνα συμπληρωθῶσιν αὗται, ἀλλὰ δὲν νομίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νόμων, καὶ ὅτι πρέπει κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν νὰ ἀλλάσσωμεν αὐτούς. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως καὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Ἔχει ἀνάγκην νὰ διδαχθῇ ὁ λαὸς, ὅτι πρέπει νὰ σέβηται τὸν νόμον, νὰ ἠθικοποιηθῇ ἡ κοινωνία, διὰ νὰ μὴ στέργῃ, ἀλλὰ νὰ κατακρίνῃ τὰ ἐγκλήματα, ν’ ἀποκατασταθῇ δικαιοσύνη, ὅσον τὸ δυνατὸν ἄμωμος καὶ ἀνεπίληπτος, ν’ ἀποκατασταθῇ ἀσφάλεια πλήρης, καὶ οὕτω νὰ μεταδοθῇ ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι οὐδενὸς ἔχουσιν ἀνάγκην διὰ νὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των, ἐὰν ἔχωσι τοιοῦτον, ὅτι, εἰς οἵαν δήποτε ἀρχὴν καὶ ἂν ἀποταθῶσιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεσολαβήσεως θέλουσιν εὑρεῖ προστασίαν τῶν δικαιωμάτων των, διότι ἑκάστη τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἕκαστος τῶν δημοσίων λειτουργῶν, δὲν ἔχει ἄλλο καθῆκον, εἰμὴ νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν ἔχει ὁ πολίτης δίκαιον, καὶ ν’ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὸν τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Ἡ πολυνομία, ἰδίως τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη, καὶ προαναγγέλλει ὅτι θέλει ἐφαρμόσει καὶ κατὰ τὸ ἀρχόμενον, οὐδόλως διαφέρει ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας τῶν ἀνηλίκων ἢ τῶν ἀπηγορευμένων, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται ἄστοργοι κηδεμόνες καὶ ἐπίτροποι αὐτῶν, οἵτινες δὲν πονοῦσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπιτροπεύουσιν ἢ κηδεμονεύουσιν, ἀλλ’ ἄστοργοι ζητοῦσι νὰ πορισθῶσιν ἀνόμως ἴδια κέρδη καὶ ἐγκληματικὰς ὠφελείας. Ποῖον εὑρίσκετε ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τῶν κυβερνώντων, ἀφοῦ αὐτοὶ πολλὰς ζητοῦσι παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ εἰσπράττουσι δεκάδας ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τὰ συνήθως διδόμενα, καὶ σπαταλῶσιν αὐτὰς εἰς σπατάλας, εἰς δαπάνας ἀχρήστους, εἰς δημιουργίας ἥκιστα ἐπωφελεῖς ἀξιωμάτων καὶ θέσεων περιττῶν, ἢ εἰς ἀνάγκας ἀμφιβόλους, ἢ εἰς ἀνάγκας δευτερευούσας καὶ τριτευούσας; Ἡμεῖς πάντες ἔχομεν τὸν αὐτὸν κριτὴν, καὶ ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ παρατείνωμεν τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν, ὅσον καὶ ἂν προσπαθῶμεν νὰ ἀναβάλωμεν νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ κριτοῦ, τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις νὰ παρατείνῃ· ἑπομένως θέλομεν καὶ ἡμεῖς παρασταθῆ ὡς μειονοψηφία ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ κριτοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου καὶ σεῖς θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ προσέλθητε ὡς πλειονοψηφία. Ἐὰν συζητῶμεν καὶ ἀγορεύωμεν, ἔλεγον προχθὲς ἐξηγῶν εἴς τινα τῶν τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἀπορίαν τὴν ὁποίαν εἶχε, τὸ πράττομεν διὰ ν’ ἀποκαλύψωμεν τὰ πράγματα εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ καταστήσωμεν εἰς αὐτὸν γνωστόν, ποία ἡ κατάστασις τοῦ τόπου. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πεισθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς παραστάσεις ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι πράττομεν καὶ ἐργαζόμεθα εὐσυνειδήτως, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος. Ἀγνοῶ, ἂν σεῖς θέλετε εὑρεῖ τοὺς κριτὰς οὕτω διατεθειμένους· ἡμεῖς μάλιστα προσδοκῶμεν, ὅτι, ἂν γνωσθῇ εἰς τὸν λαὸν ἡ πολιτεία ὑμῶν, οἱ κριταί, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θέλομεν παρουσιασθῇ, θέλουσι μᾶς δώσει λευκὴν ψῆφον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§216ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπών.

§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης.

§218ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ὑπερφίαλος ἡ ἀξίωσίς μου, ἐὰν παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, καὶ τὰς δυνάμεις τὰς ἀνεπαρκεῖς, ἃς πᾶς τις ἔχει τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἂν ἡ πλειονοψηφία ἐπιμένῃ, καὶ πεισθῶ, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὴν παράκλησίς μου δὲν δύναται νὰ τελεσφορήσῃ, θέλω βεβαίως ὑποκύψει.

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀρχίσητε.

§220ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν πλέον.

§221ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, ἂν ἀναγκασθῶ, θὰ ὑποκύψω, ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐνταῦθα, ὅτι καὶ οἱ νόμοι τοῦ ἀνθρωπισμοῦ παραβλέπονται. Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ ἀπαλλαχθῶ τοῦ νὰ ὁμιλήσω· ζητῶ μόνον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἐπί τινας ὥρας. Θέλω φθάσει μάλιστα νὰ προτείνω, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, νὰ συνέλθωμεν ἐνωρίτερον αὔριον, εἰς τὰς 2 μετὰ μεσημβρίαν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μάλιστα δὲ καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, ἐν ταυτῷ ἀποτείνομαι καὶ εἰς τὴν δεξιάν, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον, τοιαύτην ὥραν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν, ἥτις θέλει πολλὰς ὥρας, ἡ δὲ κατανάλωσις τῶν δυνάμεων οὐδόλως συμβάλλει εἰς τὴν πεφωτισμένην συζήτησιν.

§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§224ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι προετάθη ἡ ἀναβολή. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται αὐτήν.

§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς περαιτέρω συζητήσεως λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈνδρέας Καρατζᾶς
Γεώργιος Κυριαζῆς Κωνστ. Πλατούτσκας Ο
Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Μιχαὴλ Κωτσᾶκος
Λεων. Μελετόπουλος Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟΚωνστ. Κοττίκας Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟἸωάννης Καραπᾶνος
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο
Εὐκλείδης Μπίστης ΟΣτέφανος Δραγούμης Ν
Δημοσθ. Καΐρης Νικόλαος Λεβίδης Ν
Θεόδωρος Ρετσίνας ΟΘεόδ. Ζαΐμης
Φωκίων Νέγρης ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης
Νικ. Γιαννηκώστας ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ο
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ο
Νικ. Γουναράκης Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ο
Κωνστ. Σπυρόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΤιμολέων Ἀδαμόπουλος Ο
Ἀνδρέας Στρᾶτος Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης Ο
Ἀντώνιος Καρτάλης ΟἸωάν. Καζαμπάκας
Κωνστ. Τοπάλης Σπυρ. Παπαποστόλου
Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΟΞενοφῶν Τσαμαγκίδης
Ἀργύριος Φιλιππίδης ΟΚωνστ. Σαραφιανὸς Ο
Νικόλαος Παπακώναννου ΟΓ. Χατζηνικολῆς Ο
Δημήτριος Γίδας ΟΠαναγ. Λεβέντης
Νικόλαος Τσόγκας ΟΚ. Δούνης
Νικόλαος Γουλιμῆς Γεώργ. Μέρμηγκας Ο
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ο
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
Χαρίλαος Διγενόπουλος ΟΣπυρίδων Χυτήρης Ο
Ἀρ. Πετροπουλάκης ΟΓουλ. Σκάρπας Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΒασίλ. Σαμοΐλης Ο
Μιχαὴλ Φωτιάδης ΟΣπ. Ἀγάθος Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΝικόλ. Καλογοῦρος Ο
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΚ. Χρηστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ο
Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝΣπ. Νοταρᾶς Ο
Γεώργιος Λύρας ΟΠερ. Μεντζελόπουλος Ο
Ἐμμ. Ρέπουλης ΟΔημ. Δημητριάδης Ο
Δημήτριος Τσᾶτσος ΟἌθως Ρωμᾶνος Ο
Δημήτριος Τσιτσάρας ΝἈγαμ. Μεταξᾶς Ο
Κωνστ. Ζῶτος ΟἈντ. Μομφερρᾶτος
Γεώργιος Χατζόπουλος Θεόδ. Μαρκέτος
Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΔιον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
Γεώργ. Ρώμας ΟΝικ. Τσούχλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης
Χρ. Στεφανόπουλος ΟΘεόδ. Πέρρος Ο
Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓεώργ. Φικιώρης
Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο
Χρῆστος Δαραλέξης Βρασίδας Λεώπουλος Ν
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης
Ἀθαν. Ἀθανασιάδης ΟἸωάννης Γιαννακίτσας Ο
Νικόλαος Δαούτης ΝΝ. Καραστέργιος
Παναγ. Παπαχατζῆς ΟΔημ. Πιπινόπουλος Ν
Σπ. Ι. Μήλιος ΟἸωάν. Γ. Λάππας
Βασ. Μαρκεζίνης ΟΝικ. Μπουφίδης Ο
Νικήτας Συνοδινὸς ΟΠερ. Βαλαωρίτης Ο
Χριστόφορος Ἀσιμῆς ΝΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Τηλέμαχος Δενδρινὸς ΟΓεράσιμος Φίλιππας Ο
Παναγ. Μαυροκέφαλος ΟΞενοφ. Κυριαζῆς Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΝΒασ. Βασιλειάδης
Ἀθαν. Εὐταξίας Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΝικ. Μισυρλῆς
Παν. Μανέτας Ν. Καράπαυλος Ο
Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΓ. Ράλλης
Ἠλ. Ζέγγελης ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
Φίλ. Βάρβογλης ΟΓερ. Ζερβὸς Ο
Ἀθ. Κατριβᾶνος ΟΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Νικόλαος Λεωνίδας Ο
Γ. Ἀναστασόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
Γ. Νικολαΐδης Α. Μαυρογορδᾶτος
Κ. Τρικούπης ΟΑ. Λαδόπουλος
Λεων. Δεληγεώργης ΝΝ. Βαφειαδάκης
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Α. Βιτάλης Ν
Δ. Λυμπερόπουλος ΟΔ. Βοκοτόπουλος Ο
Γ. Λυμπερόπουλος ΟΙ. Γκιὼν Ο
Περ. Μποῦτος ΟΚάρολος Βιτάλης
Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΟΚωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
Ἀντ. Μάτσας ΟΓ. Κανούτας Ο
Νικ. Κρίσπης ΟΝικ. Ταρμπάζης Ο
Ι. Ναυπλιώτης ΟΘεόδ. Κριεμάδης
Ἐλευθ. Μυχώνιος Γ. Ραδινὸς Ο
Γεώργ. Σισμάνης Ἀπ. Ζάππας
Δ. Φαρμάκης ΟΘ. Σαρσέντης Ο
Γεώργ. Πλατανιώτης Α. Πονηρόπουλος Ο
Ἠλίας Ποταμιᾶνος Δ. Ἀναστασόπουλος
Μιχ. Λαμπρυνίδης Δ. Παπατσώρης Ο
Ι. Βοῦρτσος ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
Ἀθ. Πετσάλης Α. Σκαλτσοδῆμος
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος Ν
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Γ. Ροδόπουλος
Γ. Καπετανάκης ΝΘεόδ. Λιμπρίτης
Φώτιος Μοσχούλας ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ο
Χαράλ. Κανελλόπουλος Παντελῆς Γκίκας
Θᾶνος Μπασιᾶς Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
Παναγῆς Τυπάλδος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Θεόδ. Βελλιανίτης ΝΙ. Τσιριμῶκος Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΟΔημ. Κρίτσας Ν
Ἀθ. Παπαθανασίου ΟΑ. Πλατῆς Ο
Πέτρος Μόρης ΟΝικ. Χατζῖσκος Ν
Ἰωάν. Γ. Ροῦφος ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος Β. Βουδούρης Ο
Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Γ. Ἀβέρωφ
Ἀντ. Ρικάκης Δ. Κριεζώτης
Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 145. Ἐκ τούτων 119 κατὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ 26 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.

§228Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νόσημα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκράτεια τῶν δαπανῶν, νόσημα ἐμφανισθὲν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀναβάσεως αὐτῆς, εὐθὺς ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἔτι πρὶν ἢ παραλάβῃ ὅλα τὰ πράγματα καὶ προβῇ εἰς μελέτας ἐν αὐτοῖς τοῖς πράγμασιν, ἡ Κυβέρνησις, κατὰ προδιαγεγραμμένον πρόγραμμα, ἀποτελούμενον ἐκ ῥακῶν συλλεγέντων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ καὶ συρραφέντων ἀδεξίως, ἀπεφάσισε νὰ εἰσαγάγῃ μεταρρυθμίσεις. Ἀφοῦ διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ διὰ φυλλαδίων, δι’ ἐκκλήσεων αὑτῆς — δηλαδὴ τοῦ κόμματος τοῦ διευθυνομένου ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Προέδρου αὐτῆς—ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο σχοινοτενῶς, ἠθέλησε καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ διὰ μιᾶς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Ἔσπευσε λοιπὸν εἰς τὰς καινοτομίας, καὶ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς διεξήγαγε τὸ ἔργον, ὥστε εὐθὺς ἀπὸ τῆς Αʹ Συνόδου ἐξηνάγκασεν ἡμᾶς εἰς μακρὰν νυκτερινὴν ἐργασίαν, σπεύδουσα καὶ λέγουσα, ὅτι δὲν ὑπάρχει καιρὸς πρὸς ἀπώλειαν. Ἐνόμιζέ τις τότε, ὅτι ἐνεφανίζετο ὁ Κατιλίνας πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Ἀκράτεια γενικὴ καὶ εἰς τὰς δαπάνας, ἀκράτεια ἐν τῇ προτάσει νομοθετικῶν ὀργανισμῶν νέων, μετὰ περισσείας καὶ πολυτελείας θέσεων, ἀκράτεια περὶ τὴν διαίρεσιν τὴν διοικητικὴν, ἥτις δὲν ἐπήρκει πλέον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως — διότι δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν φίλων αὐτῆς. — Ἀφειδία ἔκτακτος εἰς τὰς δαπάνας καὶ, εὐθὺς τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐπισφραγισάσης αὐτὸν εἰρήνης, πρόνοια περὶ αὐξήσεως θέσεων καὶ μισθῶν, εὐθὺς ὡς εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἔτος 1899 κοινοβουλευτικῶς, — διότι μὴ κοινοβουλευτικῶς ἤμεθα ἤδη εἰσηγμένοι ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ προηγουμένου ἔτους, καθ’ ὃ ἐσιώπα ἀναγκαστικῶς ἡ Βουλὴ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899, τοιαύτην βάσιν ἔχων, τὴν ῥοπὴν πρὸς δαπάνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἀκράτειαν περὶ αὐτὰς, ὁ Προϋπολογισμὸς, λέγω, τοῦ ἔτους τούτου, κατ’ ἀκολουθίαν, ἀποτελεῖ πληρεστάτην εἰκόνα σπατάλου Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε ἐπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἐὰν θελήσητε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι τὰ νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ἤδη ἐξ ἀρχῆς συμπεπληρωμένα καὶ ἕτοιμα, καὶ θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὰ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1899, θέλετε ἴδει, ὅτι, παρ’ ὅλας τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκτάκτους, αἵτινες διεδέχθησαν τὰς ἐκτάκτους εἰσπράξεις τοῦ 1898, ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἤθελεν ἀπολήξει εἰς βέβαιον ἔλλειμμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1899 ἔδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἔχει περίσσευμα 2,834,000 δραχμῶν. Ἓν μόνον τῶν νομοθετημάτων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ψηφισθέντων κατ’ ἐκείνην τὴν Σύνοδον, ἐν ἔτει 1899, ἐὰν ἐφαρμόσητε ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἐξηφανίσθη ὅλον τὸ περίσσευμα, καὶ προσηγγίσατε εἰς τὸ ἔλλειμμα· δύο, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ νομοθέτημα περὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ τὸ περὶ τῆς χωροφυλακῆς, ψηφισθέντα ἀμφότερα κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην, εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἔλλειμμα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων, περὶ ὧν ἔσται ὁ λόγος κατωτέρω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπήρθησαν ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι τοῦ ἔτους 1899, λέγοντες: «Ποῦ τὰ ἐλλείμματα, ἅτινα προεβλέπετε; Ἰδοὺ, ἀπεδείχθη τὸ ἔτος 1899 ἔτος περισσεύματος». Καὶ ἔψεξαν τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ἐπικρίναντα τὴν Κυβέρνησιν καὶ προειπόντα ἐλλείμματα. Ἂν τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ἀγορεύσαντα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, προέλεγον ἐλλείμματα, μὴ λαμβάνοντα παντελῶς ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ψηφισθέντας νόμους, θὰ ἦσαν βεβαίως ἄξια τῆς μομφῆς τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰσηγητοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἅπασαι αἱ προρρήσεις, αἱ γενόμεναι πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς περὶ ἐλλειμμάτων, βάσιν εἶχον τὴν πολιτικὴν τῶν μεταρρυθμίσεων ὀργανισμῶν καὶ φόρων. Ἐγὼ αὐτὸς, ἀγορεύσας τότε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον ἀνεγνώρισα, ὅτι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ ὑπερεθεμάτισα, εἰπὼν ῥητῶς ὅτι καὶ περισσότεραι τῶν ὑπολογισθεισῶν θέλουσιν εἰσπραχθῆ· ὅτε δὲ ὡμίλουν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1899, τὸν νοῦν εἶχον προσηλωμένον ἀκριβῶς εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν μεταρρυθμίσεων καὶ τῶν ἀναδιοργανώσεων, ἣν μετήρχετο ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐξ ἧς, ἀναγκαίως, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτῆς ταύτης καὶ τοὺς πίνακας, ἔδει νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἂν τὰ ἑκατομμύρια δὲν ἐδαπανήθησαν, ἂν δὲν ἐδαπανήθησαν ἢ περιωρισμένως κατὰ τὸ ἔτος 1899, ἂν δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς τοὺς σκοπούς, δι’ οὓς ἐπίεζεν ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσωμεν καὶ κατὰ τὸ 1900, ἂν τὰ ἐλλείμματα τὰ προρρηθέντα δὲν ἐνεφανίσθησαν, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ἀνακρίβειαν τῶν λεγομένων ἔκτοτε ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀποδεικνύει, ὅτι ἠνοίχθησαν τέλος οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἔβλεπον ἄφθονα πρὸς δαπάνην τὰ ἑκατομμύρια, ἀναγνωρίσαντες τὸν κρημνόν, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναστρέψωσι πορείαν, καὶ ἐσταμάτησαν. Περὶ τοῦ ἔτους 1899 ἐγώ, προσωπικῶς, ὁμιλήσας, ὡς εἶπον, πέρυσιν, ἀνεγνώρισα τὴν περίσσειαν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ προεῖπον ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ὁσάκις ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἶχον ὑπ’ ὄψει πάντοτε τὸν σταθερὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, μὴ περιορισθεὶς εἰς τὴν τυπικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἔτους 1899. Εἶπον πέρυσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μεταχειρισθεὶς ἐπιχείρημα ἁπλοῦν, τυπικὸν, ὡς ἔνδειξιν ἁπλῆν τοῦ ἐπικινδύνου τῆς ὁδοῦ, ἣν ἠκολούθει, ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν 12 πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους 1899 ἐνδεικνύουσιν ὁπωσδήποτε ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν 7 Ὑπουργείων τοιαύτην ὑπέρβασιν, ὥστε ἐκ τῶν μηνῶν τούτων τῆς πρώτης διαχειρίσεως δείκνυται ἄφευκτος κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὑπέρβασις εἰς τὰς δαπάνας τῆς γενικῆς διοικήσεως. Καὶ εἶχον τότε ὑπ’ ὄψιν τεσσάρων Ὑπουργείων δαπάνας γενικῆς ὑπηρεσίας, τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγον δὲ, ὅτι ἐκ τῶν ποσῶν τῶν τεσσάρων τούτων Ὑπουργείων ἐπιφαίνεται ἤδη κατὰ τοὺς δώδεκα πρώτους μῆνας αὔξησις δαπανῶν τοιαύτη, ὥστε, ἂν τηρηθῇ ἡ ἀναλογία, θέλετε καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἀναγνωρίσει ὑπέρβασιν δαπανῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε τότε, διακόψας, ὅτι ἀπορεῖ, πῶς μεταχειρίζομαι τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἠναγκάσθην δὲ ν’ ἀπαντήσω, — καὶ διέκοψε τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἰπὼν πρὸς αὐτόν: «δὲν δύνασθε ἢ ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὑπάρχει πάντως τις ἀναλογία» —ὅτι, ὅτε τις κατὰ τοὺς 12 μῆνας εὑρίσκει αὔξησιν δαπανῶν ἐν τῇ γενικῇ ὑπηρεσίᾳ, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ εὕρῃ ταύτην καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως· ἠναγκάσθην τότε νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μεταχειρισθῇ τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ τότε μετεχειρίζετο, αὐτολεξεὶ ταῦτα: «Μὴ λησμονεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1900, καὶ ὅτι ὀλίγοι μῆνες χωρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου· τὴν 31 Ὀκτωβρίου δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὑπὲρ ὑμῶν, διότι τὴν 31 Ὀκτωβρίου κλείεται ἡ χρῆσις, τότε δὲ θέλετε εὑρεθῆ, ὡς σήμερον, ἀπέναντι ἀναλόγου διαφορᾶς μεταξὺ 1898 καὶ 1899.» Ἰδοὺ νῦν, τί δεικνύουσιν οἱ ἀριθμοὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν, Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν: δαπάνη κατὰ τὸ 1898 δραχ. 9,301,667· δαπάνη κατὰ τὸ 1899 δραχ. 14,438,616· διαφορὰ δρ. 5,136,949. Ἀνάγκη πάντως ν’ ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δραχ. 5,136,949 ἀδιαθέτους τινὰς πιστώσεις τοῦ ἔτους 1898, ἵνα μειώσητε τὰς διαφοράς, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1898 ἡ Θεσσαλία εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν τουρκικὴν κατοχὴν, καὶ τὰς ἀδιαθέτους ταύτας πιστώσεις στρογγύλως ἀναβιβάζω εἰς τὸ ποσὸν 4,000,000· μένει λοιπὸν ἡ διαφορὰ ἑκατομμυρίου καὶ πλέον, ἡ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἑκατομμυρίων τούτων. Ἕτερον Ὑπουργεῖον, ὅπερ κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἠδύνατο ν’ ἀντιπαραβληθῇ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ ἀκινδύνως καὶ ἄνευ ἀδικίας πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1898, εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1898 δραχμαὶ 5,246,000, διότι οὐδὲν ἔκτακτον εἰς τὸ Ναυτικὸν ὑπῆρχε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο· κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἐδαπανήθησαν 7,601,676. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἦτο συμπεπληρωμένη ἡ διαχείρισις τῶν πρώτων δώδεκα μηνῶν, προανήγγελλε τὴν παρατηρουμένην σήμερον ἐπὶ πλέον διαφοράν...

§229Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸ 1898 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶχεν 1,000,000 δραχ. νέον ὁπλισμόν.

§230ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τόσῳ χειρότερον διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ἐκ τῶν πέντε τούτων Ὑπουργείων ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899 δραχ. 7,691,553. Εἶπον ἤδη, ὅτι ἀφαιρῶ 4,000,000, ἢ κάλλιον 4,500,000 δραχμάς, λόγῳ τῆς μὴ ὑπάρξεως τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τὴν διοίκησιν τὴν Ἑλληνικὴν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1898, καὶ οὕτω μένει ὑπόλοιπον ἐπὶ πλέον διαφορᾶς δραχ. 3,191,553. Δὲν ἐμνημόνευσα, ὅτε οὕτως ὑπελόγιζον, τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δείξας διατὶ δὲν ἀναφέρω αὐτά, διότι ἐν τοῖς δυσὶν ἐκείνοις Ὑπουργείοις τὸ ἔτος 1898 ἔφερε βάρη ὅλως ἔκτακτα, οἷα κατὰ μικρὸν μόνον μέρος ἔφερεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899, καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ δὲν ἤθελεν εἶναι ὀρθή. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησαν δραχμὰς 33,747,000. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν ἐκ τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων 32,815,956. Κατὰ ταῦτα ἀποβαίνει φανερὸν, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις εἰς βάρος τοῦ ἔτους 1898 κατὰ δραχ. 931,000. Ἴσως λόγοι δικαιοσύνης ὑπαγορεύουσι τὴν προσθήκην εἰς τὸ ἔτος 1898 δαπανῶν τινων, αἵτινες ἐπεβάρυναν τὸ 1899, διότι ἀνάγονται προφανῶς εἰς τὸ 1898. Ἀλλὰ, παραβάλλων τὰ δύο ταῦτα ποσὰ τῶν δύο ἐτῶν, οὔτε ἐπέφερα οὔτε ἐπιφέρω μομφήν· ἁπλῶς ἐνταῦθα ἀναφέρω πορίσματα ἀπολογισμοῦ. Οὕτω λοιπὸν ἐν ἔτει 1899 ἐμφανίζεται εἰς τὰ τέσσαρα Ὑπουργεῖα, ἅτινα προωνόμασα, διαφορὰ δαπάνης ἐπὶ πλέον 3,191,553 δραχμῶν. Ἐν δὲ τῷ ἔτει τούτῳ, 1899, δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ ἐννέα δέκατα τῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν, καὶ αἱ ἐφαρμοσθεῖσαι μεταρρυθμίσεις ἐφηρμόσθησαν μόνον κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ἢ ὀλίγον πρότερον, καὶ ἑξῆς. Εἶναι βέβαιον— καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτινος ἡ πεῖρα εἶναι μεγάλη καὶ ἀνεγνωρισμένη, ἐπέμεινεν— εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τηροῦσιν ἀναλογίαν ἀκριβεστάτην κατὰ τὴν ὅλην κίνησιν, ἣν καὶ κατὰ τοὺς 10 ἢ 8 πρώτους μῆνας. Ἐξετάζων τὰ γενόμενα κατὰ τὸ παρελθόν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἑκάστοτε ὑπόλοιπον χρῆσιν, δύναταί τις νὰ ὁρίσῃ ἀναλογίαν τινὰ, ἥτις, κατὰ κανόνα, δὲν θέλει ἀπατήσει αὐτὸν, ἀναλογίαν, καθ’ ἣν ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τοὺς 8 ἢ 10 ἢ 12 μῆνας κρίνει περὶ τῶν γενησομένων κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας δαπανῶν τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας. Διότι τὸ πᾶν κινεῖται κατὰ τρόπον κανονικὸν καὶ ἐρρυθμισμένον ὑπό τε τῶν νόμων καὶ τῆς συνηθείας. Πάντες οἱ ὑπηρετοῦντες ἐμφανίζονται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, ἵνα λάβωσι τοὺς μισθοὺς αὑτῶν. Πάντες οἱ ἔχοντες ληψοδοσίας μετὰ τοῦ Ταμείου τοῦ Κράτους ἐμφανίζονται ἐγκαίρως πάντοτε, — διότι ὁ ἔχων λαμβάνειν φροντίζει ἐγκαίρως νὰ λαμβάνῃ ὅ,τι ὀφείλεται εἰς αὑτόν. — Ἡ βραδύτης, ἡ μείζων ἢ ἡ ἐλάσσων, ἔχει τι τὸ κανονικὸν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καθόσον ἡ διαχείρισις τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ ἀνθρώπων τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ ἐπιμελείας γίνεται. Καὶ ἂν δ’ ὑπάρξῃ διαφορά τις, αὕτη συμψηφίζεται πρὸς ἄλλην ἀντίθετον, μένει δὲ τὸ γεγονός, ὅτι, καθ’ ἣν ἀναλογίαν προβαίνει ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων κατὰ τοὺς δέκα μῆνας, κατ’ αὐτὴν περίπου τὴν ἀναλογίαν προβαίνει καὶ κατὰ τοὺς ἑπομένους ὑπολοίπους μῆνας. Πᾶς, ὅστις δοκιμάσει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐρεύνης ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν, θέλει φθάσει εἰς βεβαίαν γενικὴν πρόβλεψιν τῆς δαπάνης, ἥτις θέλει συντελεσθῆ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἐφήρμοσα τὴν μέθοδον ἐπὶ διαφόρων Προϋπολογισμῶν, καὶ εἶδον, ὅτι προκύπτει ἀναλογία ἀσφαλής. Θέλομεν δὲ ἴδει ἐφαρμοζόμενον ἐπωφελῶς τὸν αὐτὸν κανόνα καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Καθὼς πέρυσιν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀνωμολόγουν, ὅτι, οὐχὶ μόνον ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραφεν, ἀλλὰ καὶ πλείονα ἤθελεν εἰσπράξει, οὕτω μετὰ παρρησίας ἔρχομαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ προϋπολογιζόμενα θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Οὐ μόνον δὲν ἀμφισβητῶ, ἀλλά, τοὐναντίον μάλιστα, ἡ ἐξέτασις, ἣν ἐπεχείρησα, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγω, ὅτι μοὶ παρέσχε τεκμήριον, ὅτι δὲν ἀπομακρύνεται πολὺ τῆς ἀκριβείας ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 εἶχε δραχμὰς 112,206,849· ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβίβασε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 107,196,779· ἐγὼ δὲ πέρυσιν, ἐκτιμήσας τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἰδίᾳ, εὕρισκον ὡς βεβαίαν εἴσπραξιν 108,000,000 δραχ. περίπου, περιλαμβάνων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος τοῦ 1898, διότι δὲν ἐπίστευον τότε, ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἤθελεν εἰσπραχθῆ ὁ φόρος οὗτος, ὡς εἰσεπράχθη, — εἰσαχθεὶς ὅμως εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900, — εἶχον δὲ δηλώσει, ὅτι θεωρῶ δίκαιον, ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐλειτούργει ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τοῦ εἰς εἶδος, νὰ ἀνεγνωρίζετο εἰς τὸ ἔτος τὸ ἀποδίδον τὸ ἀντίτιμον εἰς χρῆμα, νὰ ἀνεγνωρίζετο δικαίωμα ἐπὶ τοῦ εἰσπραττομένου φόρου τοῦ προηγουμένου ἔτους. Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν 75,675,505 δραχμαί, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν ἐν ἔτει 1899 εἰσπραχθέντων 6,497,000. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1901, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τῶν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1900 εἰσπράξεων ἐκτιμήσεις αὑτοῦ, κατὰ δὲ τὰς ἐκτιμήσεις ταύτας, ἐπέρχεται συμψηφισμὸς μειώσεων καὶ αὐξήσεων, ἤτοι μείωσις κατὰ δρ. 7,325,477, αὔξησις κατὰ δρ. 7,086,000, συμψηφισμὸς περίπου, κατέληξε δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἦτο ἀσφαλὴς ἡ ἀρχικὴ πρόβλεψις αὑτοῦ περὶ εἰσπράξεως 112,206,849 δραχμῶν. Ἐφαρμόζω τὸν κανόνα, ὃν ἀνωτέρω προκειμένου περὶ ἐξόδων ἀνέφερα, καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τοῦ τεκμηρίου αὐτοῦ δικαιολογεῖται ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐσόδων κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας παρατηρεῖται, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἀνέβησαν ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1899 κατὰ δραχ. 7,290,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ κατὰ 5,045,000, ὑπάρχει δὲ διαφορὰ ὁριστικὴ ἐπὶ πλέον 2,245,000...

§231ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως ἤλλαξε.

§232ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἁπλοῦν τεκμήριον, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως μόνον δὲν ἀρκεῖ, ἵνα σχηματίσῃ τις γνώμην. Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1898 αἱ εἰσπράξεις ἀνέβησαν εἰς δραχμὰς 61,895,000, ἐπὶ συνόλου εἰσπράξεων πραγματοποιηθεισῶν 104,935,904. Κατὰ τὸ 1899, κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας, αἱ εἰσπράξεις ἀνέβησαν εἰς 69,178,145 δραχμάς, ἐπὶ συνόλου εἰσπράξεων δρ. 111,318,372. Ἔχομεν ἐνταῦθα ἀναλογίαν, ἐν μὲν τῷ ἔτει 1898, κατὰ τὴν πρώτην διαχείρισιν, 62 πρὸς 43 περίπου, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἀναλογίαν 69 πρὸς 42. Ἀναλογίαν τινὰ παραπλησίαν ἐὰν ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τοῦ 1900, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐπὶ εἰσπράξεων, γενομένων ἤδη, 75,675,505 δραχμῶν, ἐὰν δεχθῶμεν 75 πρὸς 38, θέλομεν ἔχει μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰσπράξεις ἔτι 38,000,000, αἵτινες θέλουσιν ἀναβιβάσει τὸ ὅλον ποσὸν τῶν εἰσπράξεων εἰς 113 ἑκατομμύρια...

§233Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως;

§234ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιλαμβάνεται ἐν τῇ κρίσει μου καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνατρέπεται κατά τι ἡ ἀναλογία. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀποτελέσματος ἐπὶ ἑκάστου ἐσόδου ἰδίᾳ μὲ ἄγει νὰ πιστεύσω καὶ δεχθῶ, ὅτι τὸ πόρισμα τῆς τυπικῆς ταύτης, τῆς μηχανικῆς ἐκτιμήσεως, δύναταί τις νὰ ἀποκομίσῃ, ἐξετάζων καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ οὐχὶ μόνον τυπικῶς τὸν πίνακα, ὃν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν πίνακα τῶν δημοσίων ἐσόδων, τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 τοὺς δέκα πρώτους μῆνας εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν κυριωτέρων φόρων, ἤτοι τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐλαίου, ἐλαίου Ἑπτανήσου, σταφίδος, σταφίδος Ἑπτανήσου, ζώων, ἐπιτηδευμάτων, οἰκοδομῶν, Τελωνείων, καπνοῦ, χαρτοσήμου, μονοπωλίων κλπ. Ἔχομεν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα, ὡς εἶπον ἤδη, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τὸ 1900, δρ. 7,290,130, ἐπὶ ἔλαττον δρ. 5,045,128· ἐπὶ πλέον ἐν ὅλῳ δρ. 2,245,000 περίπου. Καὶ ἡ ἀναλογία δέ, περὶ ἧς ἀνωτέρω ὡμίλησα, καὶ ἡ κρίσις ἐξ ὅλων τῶν δεδομένων τοῦ τε παρόντος καὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐφ’ ὧν, ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, δὲν ἐνδιατρίβω, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως εἰς ἔσοδα δραχ. 112,400,000, μετ’ ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου εἰς εἶδος τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1898, καθόσον ὁ φόρος οὗτος οὐδεὶς ἔτι ὑπάρχει λόγος νὰ καταταχθῇ ὡς τακτικὸν ἔσοδον εἰς τὸ 1900, ἀφοῦ εἰσπράττεται νῦν ἐντὸς τῆς χρήσεως τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου εἰς εἶδος ἀμέσως μετὰ τὴν παρακράτησιν. Ἀλλά, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, ὅπως καὶ ὁ τῶν ἐξόδων, περιέχουσι παράλειψιν, ἥτις πρέπει πάντως νὰ ἐπανορθωθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράξαμεν ἤδη ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ 5,287,500 δραχμάς. Ταῦτα ἀποτελοῦσι μὲν ἔκτακτον ἔσοδον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς εἰσπραχθέντα, διότι, μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν δύο πρώτων δόσεων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους. Ἡ καταβολὴ ἐγένετο ἤδη, καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ὡς ἔκτακτον ἔσοδον ἐκ δανείου. Εἶναι ἀπαραίτητον δὲ ἀντιστοίχως νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τὸ ποσὸν τῶν τόκων τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ εἰσεπράξαμεν ἐκ τῶν δόσεων τούτων, μετὰ τὰς κρατήσεις αὐτῶν, ἃς αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἐποιήσατο, νὰ ἀναγραφῇ, λέγω, τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, τοῦ κρατηθέντος ὑπὸ τῆς Τραπέζης, εἰς τὰ ἔξοδα, οὐχὶ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἀλλ’ εἰς τὰ τακτικὰ, διότι τῶν τόκων ἡ καταβολὴ ἀποτελεῖ τακτικὸν ἔξοδον, γενικῶς εἰπεῖν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τόκων, ὅπερ ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 363,509, κατὰ τὸ Βασ. Διάταγμα, ὅπερ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, προστεθῇ εἰς τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, φθάνομεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἀποτέλεσμα: Προϋπολογισμὸς δαπανῶν δραχμαὶ 112,049,279, πιστώσεις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,039,189· ἐν ὅλῳ δαπάναι 114,088,468 δραχ. Πίστωσις 23,163, ψηφισθεῖσα ἐσχάτως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ ὅλον δραχ. 114,111,631. Πιστώσεις 2,000,000, ἃς προανήγγειλεν ὁ Ὑπουργός· τὸ ὅλον 116,111,631 δραχ. Πίστωσις διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας– Μελιγαλᾶ δραχ. 363,509· ἐν ὅλῳ δρ. 116,475,140. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τούτου 6,420,000 δραχμὰς, ὅσας ἐδήλωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλουσιν ἀποτελέσει αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις,—διότι δὲν θέλω νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐξελέγχων ἀνακριβεῖς τὰς δηλώσεις αὐτοῦ ταύτας, — φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι θέλομεν ἔχει πραγματοποίησιν δαπανῶν δρ. 110,055,140. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπέδειξε δαπάνην 107,648,000, προϋπεδήλωσε δὲ, ὅτι θέλουσι προστεθῇ πιστώσεις δρ. 2,000,000 περίπου, καὶ ἀνεβίβασεν οὕτω τὸ ποσὸν εἰς δρ. 109,648,000. Κατὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑπολογισμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ μου ἄνω τῶν 600,000 καὶ μέχρις 1,000,000 δραχμῶν περίπου. Κατ’ ἐμὲ, αἱ δαπάναι θέλουσιν ἀνέλθει ὑπὲρ τὰ 110 ἑκατομμύρια, αἱ δὲ ἀδιάθετοι πιστώσεις μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν ὀλίγον τι μετριώτεραι ἢ ὅσον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει. Νομίζω, ὅτι τὰ προηγούμενα καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ πρὸς αὐτὰ πείθουσι περὶ τούτου, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ 2,000,000 δρ. ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ κεφαλαίου τῶν δαπανῶν, ἃς ὀνομάζω σταθεράς. Κατὰ τὸ 1899 αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀνέβησαν εἰς 1,899,401 δραχμὰς, —ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους 335,039, ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους 531,828, ἐπὶ τῶν ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως δρ. 877,940, ἐπὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν δρ. 154,594. Οὕτω ἐν ὅλῳ δρ. 1,899,401.—Κατ’ ἀναλογίαν νομίζω, ὅτι ἐν ἔτει 1900 αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ ἐπὶ τοῦ πρώτου κεφαλαίου, τοῦ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς 300,000 δραχμὰς, ἐπὶ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, τοῦ δημοσίου χρέους, τὰς 500,000 δραχμὰς, ἐπὶ τοῦ τρίτου, τῶν ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως, τὰς 900,000, καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν τὰς 300,000· ἐν ὅλῳ δύο ἑκατομμύρια. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων νὰ ὑπερβῶσι — καὶ μόλις θέλουσι φθάσει — τὰ 4,000,000. Κατὰ ταῦτα προσεγγίζω εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν φθάνω ἀκριβῶς εἰς τὸ ποσὸν αὐτοῦ. Ὑπάρχει διαφορὰ περίπου ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Οὕτω λοιπὸν ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, πραγματοποιηθησομένων κατὰ τὸ ἔτος 1900, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπέρχεται ἰσοζύγησις. Ἀλλ’ ἡ ἰσοζύγησις καὶ ἐνταῦθα ἐπέρχεται διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, μόνην τὴν ἀστυνομικὴν δαπάνην ἐὰν θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ποσὰ τῶν δαπανῶν, ἅτινα πρὸ ὀλίγου ἀπήγγειλα, καὶ τὴν τῆς χωροφυλακῆς, θέλομεν ἀμέσως ἔχει ἐπὶ πλέον 4,300,000 δραχμὰς, αἵτινες, ἀντὶ ἰσοζυγίου, ἀποτελοῦσιν ἔλλειμμα ἴσου ποσοῦ. Καὶ ἐκτὸς τῶν νόμων τούτων δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐντὸς τοῦ ἔτους καὶ ἄλλων πολλῶν νόμων ἡ ἐφαρμογὴ, νόμων ἐπαγομένων παντοίας δαπάνας. Ἐνῷ δὲ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, εἶναι καταφανὲς εἰς τὸν ἐξετάζοντα τὴν πρώτην διαχείρισιν, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, ὧν ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα, ὅτι ἡ αὐτὴ ῥοπὴ πρὸς τὰς ἀσυλλογίστους δαπάνας ἐξακολουθεῖ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις. Κατὰ τὸ 1899, ἔδειξα ποία εἶναι ἡ ὑπεροχὴ εἰς δαπάνας τοῦ ἔτους τούτου πρὸς τὸ 1898. Τὸ 1900, ἐξεταζόμενον κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, θέλει δείξει ποία εἶναι ἡ ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν τοῦ 1900 πρὸς τὸ 1899, ὅπερ ἤδη φέρει εἰς βάρος αὐτοῦ ὑπέρβασιν, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ 1898. Οὕτως, ἐκ τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων — Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἐκκλησιαστικῶν, Οἰκονομικῶν — ἔχομεν ἤδη, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, ὑπέρβασιν δαπανῶν δραχ. 738,615. Μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν ἐπιπροσθέτως ὑπέρβασιν δαπανῶν 96,843. Ἐὰν δὲ προσθέσητε καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἅτινα ἐνταῦθα δύνασθε νὰ παραβάλητε κατὰ τὰ δύο ἔτη, — διότι καὶ τὸ ἔτος 1899 καὶ τὸ 1900 ἦσαν ἔτη ὁμαλὰ, μετὰ μικρᾶς τινος διαφορᾶς εἰς βάρος τοῦ 1899, — θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας εἶναι δρ. 1,944,257. Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1899 ἐδαπανήθησαν ἐν συνόλῳ δραχμαὶ 55,481,312, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 ἐδαπανήθησαν δραχ. ἐν συνόλῳ 58,648,660. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα μεταθετέον χρονικῶς ποσόν τι δαπάνης ἑκατομμυρίων εἰς τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1899 λόγῳ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε διὰ νομοσχεδίου ἰδιαιτέρου ζητήσει κατὰ τὸν χρόνον τῆς κρίσεως, ἥτις ἀπεμάκρυνε τοῦ Ὑπουργείου τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτήν, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸ ἔτος 1899. Κατὰ ταῦτα, γίνεται καταφανές, ὅτι, ὅπως κατὰ τὸ 1899 αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι κατὰ τοὺς δέκα μῆνας ἀποτελοῦσι τὰ ⅗ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν δαπανῶν τῶν προβλεφθεισῶν, ἀπαραλλάκτως αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ πιστώσεων δραχ. 58,648,660, ἀποτελοῦσι τὰ ⅗ τοῦ ὅλου τῶν πιστώσεων τούτων. Ἐκ τούτου τεκμήριον ἀσφαλές, ὅτι καὶ τὸ 1900 θέλει κλεισθῆ μετὰ ὑπερβάσεως τῶν δαπανῶν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1899, ἥτις πρέπει νὰ προστεθῇ ἐν τῷ σταθερῷ Προϋπολογισμῷ εἰς τὴν ὑπέρβασιν, τὴν γενομένην ἤδη κατὰ τὸ 1899 πρὸς τὸ 1898. Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἂν ἐφηρμόζετο τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ τοῦ ἰσοζυγίου, ὅπερ ὑπισχνεῖται εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅπερ, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντα εἰς ἡμᾶς, δὲν θεωρῶ ἀπίθανον, ἀντὶ τοῦ ἰσοζυγίου ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα, — καὶ σπουδαῖον ἔλλειμμα — ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα μεῖζον ἐκείνου, ὅπερ προελέγομεν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1900, ὅτε ἠγορεύομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι τότε τὸ ἔλλειμμα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους τῶν ὀργανισμῶν τῶν νέων τῆς Κυβερνήσεως, προέλεγον, ὅτι θέλει φθάσει ἴσως εἰς τὰ 4,500,000. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, προερχομένη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος αὐτῆς, κατεῖδεν ἀληθῶς τὸ βάραθρον, ὅπερ δὲν ἔβλεπεν, ὅτε κατηγγέλλετο εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ φρονίμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόντισε νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τῶν πλείστων συναδέλφων αὐτοῦ, καὶ ἀναστείλῃ τὴν πρὸς τὰ κάτω πορείαν, ἥτις ἤθελε βεβαίως φέρει σύντριψιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μάλιστα — ὀφείλω νὰ ἀνομολογήσω τοῦτο — ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔδειξε πρῶτος τὸ παράδειγμα τῶν οἰκονομιῶν, — ἐν τῇ διαχειρίσει τῇ ἰδιαιτέρᾳ, τῶν δύο ἑκατομμυρίων τόσων χιλιάδων, τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, — καὶ δὲν εἶναι παντελῶς παράδοξον, ἂν ἐξ αὐτοῦ ἔχωμεν οἰκονομίαν τινά. Βλέπω δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1901 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐμφανίζεται εὐτυχῶς σήμερον οἰκονομικώτερος. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς, διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τὸ ἔλλειμμα, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐξόγκωσις τῶν ἐξόδων, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα, ἐξηκολούθησε μεγάλη. Ἔχομεν ἐπηρεάζοντας τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1900 τοὺς μισθοὺς, οὓς ηὐξήσαμεν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἔχομεν ἐπηρεάζοντας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἔχομεν ἐπηρεάζοντας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ βάρους, ὅπερ οἱ μισθοὶ οὗτοι, οἱ ηὐξημένοι, φέρουσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, θέλει γείνῃ κατωτέρω, ὅτε θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, πρὸς ἔνδειξιν τῶν τοιούτων ζημιῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν, οὐχὶ σπάταλον, ἀλλ’ ἄσωτον προϋπολογισμὸν τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἔχομεν ἄσωτον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ οὗ θέλω εἰδικῶς ποιήσει μνείαν μετ’ ὀλίγον, διότι εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ δαπανῶν ἀναλόγως περισσότερα, καὶ τὸ αὐξάνον τὸν προϋπολογισμὸν αὑτοῦ ὅσον οὐδὲν ἄλλο Ὑπουργεῖον, ὄχι μόνον ἀπὸ τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν. Ἔρχομαι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ὅστις καὶ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς εἰδικῶς. Ἀποφεύγω πᾶσαν μακρολογίαν, Κύριοι, διότι ὑποθέτω, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν δὲν εἶναι εὐάρεστα πολλὰ λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεβίβασεν εἰς δρ. 114,684,159. Διστάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλει εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τοῦτο τὸ ποσόν. Ἀλλ’ αἱ ἐξετάσεις, εἰς ἃς ἐγὼ προβαίνω, μὲ φέρουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, μετὰ διπλῆν ἔρευναν τοῦ θέματος, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1901 εἶναι δυνατόν, ἄνευ ὑπερβολῆς, νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς δραχμὰς 112,500,000, δηλαδὴ περίπου εἰς ὅσα καὶ τὰ τοῦ 1900. Κατὰ τὸ 1898 τὰ πραγματοποιηθέντα ἔξοδα ἀναβαίνουσιν εἰς δρ. 104,935,900, τὸ 1899 εἰς δρ. 111,318,372. Κατὰ τὸν χρόνον τὸν πρὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου τὸ 1900 εἶχεν εἰσπεπραγμένα δραχ. 75,675,505, τὸ 1899 δρ. 65,178,475, τὸ 1898 δρ. 61,895,484· εἰσπράξιμα δὲ, τὸ μὲν 1900 δραχ. 12,379,396, τὸ 1899 δραχ. 12,801,308, τὸ 1898 δραχ. 15,056,475. Ἐφαρμόζων τὸν τύπον, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου, πραγματευόμενος περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, εἶπον, φθάνω καὶ εὑρίσκω διὰ τοῦ τύπου τούτου πιθανὴν τὴν εἴσπραξιν, ἣν προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἐξετάζων δὲ δι’ ἄλλου ὑπολογισμοῦ τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, φθάνω εἰς εὕρεσιν ποσοῦ κυμαίνοντος μεταξὺ 110 καὶ 112 ἑκατομμυρίων. Προτιμῶ δὲ, ἵνα μὴ φανῶ ἀπαισιόδοξος, νὰ δεχθῶ τὰ 112,000,000. Εἶναι περιττὸν, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, λεπτολογῶν, νὰ ἐκθέσω τὸν τρόπον τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ συμπεράσματος. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ ἐκ δραχ. 2,643,750 δύο δόσεις τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, αἱ εἰσπραχθεῖσαι τὸ 1900. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, εἰς τὸ 1901 εἶναι ἀπαραίτητον, εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα νὰ ἀναγραφῇ τὸ προϊόν τοῦ αὐτοῦ δανείου, ὅπερ κατὰ τὸ 1901 ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 5,287,500. Οὕτως ὁ Προϋπολογισμός, κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς δρ. 119,971,659, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς τοὺς ἐμοὺς, πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς ποσὸν κατὰ δύο ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας κατώτερον. Περιττὸν δὲ νὰ εἴπω ἢ μόνον πρὸς ὀφειλομένην μνείαν, ὅτι ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν ἐσόδων εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τοῖς πλείστοις συνεφώνησα μετ’ αὐτῆς, ἀλλὰ κατὰ τὴν μεταβολὴν τῶν ποσῶν ἔν τισιν ὑπῆρξα ὀλιγώτερον φειδωλὸς ἢ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει εἰς δρ. 111,678,882. Ἡ ἐμὴ ἔρευνα ἀναβιβάζει τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 112,200,000 περίπου, δι’ οὓς λόγους θέλω ἐκθέσει. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἔδειξεν, ὅτι εἶναι εὐχαριστημένος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅτι δὲν ταράσσεται παντελῶς ὑπὸ τοῦ φάσματος τῶν ἐλλειμμάτων καὶ φόβου συνταράξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι εἶναι αἰσιόδοξος. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐν τῷ ἔτει τούτῳ ἡ αἰσιοδοξία τότε μόνον ἐπιτρέπεται, ὅταν παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐκτελέσει κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἔχομεν δηλαδὴ καὶ ἐνταῦθα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν θέλει ἐκτελέσει μέγα μέρος τοῦ προγράμματος αὐτῆς, καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπιτρέπεται καὶ ἡ ὑπόνοια, ὅτι καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δεικνύει ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ 1901, δὲν εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἔπειτα ἄλλως, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ, ὅπως ἔπραξε καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Μοὶ φαίνεται, ὅτι περιέχει ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἔνδειξιν τρανὴν τῆς διαθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναποδίσῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σκάφος καὶ νὰ στήσῃ τὰς δαπάνας μέχρις οὗ πεισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ εὐρύτερον περιθώριον. Πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐλέγετο εἰς αὐτὴν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 θὰ εἶχεν ἔλλειμμα περίπου τεσσάρων ἑκατομμυρίων καὶ ἡμίσεος, διέκοπτε, παρατηρῶν, ὅτι, ἐνῷ ταῦτα ἐλέγοντο, κατηγόρουν ἐν ταυτῷ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐγκαταλιπούσης τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, καὶ ἠρώτα: «Ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, — δὲν λέγω ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ· θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, — ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ, πιστεύετε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα;» Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν αὕτη: «Ἐὰν δὲν ἐφαρμόσητε τοὺς δύο τούτους ὀργανισμούς, βεβαίως θὰ ἔχητε οἰκονομίαν, καὶ πιθανὸν τότε, ὅτι δὲν θέλετε ἔχει ἔλλειμμα.» Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἔχομεν τὴν ἔνδειξιν, ὅτι ἐγκατελείφθη παντελῶς ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ διατύπωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς χωροφυλακῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ παραβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον πρὸς τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους βλέπει τὴν ἐγκατάλειψιν πλήρη, καὶ ἂν ἔτι δὲν ἀναδράμῃ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι μένουσιν ἀμετάβλητοι, ὡς εἶχον προτοῦ, οἱ μισθοὶ τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες καὶ φαίνονται νῦν ἀναγεγραμμένοι κατὰ ἡμέρας καὶ λεπτὰ, ἐνῷ πέρυσιν ἦσαν κατὰ μῆνας καὶ 50 δραχμὰς ἡ ἀντιμισθία. Ταῦτα δὲ, διότι πέρυσι, κατὰ πρόθεσιν, ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ἐνῷ ἐφέτος ἀπεφασίσθη νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Ἐφηρμόσθη μόνον τὸ τμῆμα τοῦ νόμου, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, ἀγνοῶ διατί, — γινώσκω τόσον, ὅσον καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ ἐκφράζω τὴν αὐτὴν ἀπορίαν: πρὸς τί τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς; πρὸς τί ἡ κεφαλὴ ἄνευ τοῦ σώματος; Διεγράφη ὡσαύτως πᾶσα πρόνοια περὶ ὀργανωτῶν, οὐχὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὀργανωτοῦ τῆς Γυμναστικῆς, περὶ ἧς θέλω ὁμιλήσει, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπετεύχθη καί τι ἄλλο, ὅπερ, ἀντιπαραβαλλόμενον πρὸς ὅσα πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα, δεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀτάραχον περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀπεφασίσθη νὰ συστηθῶσι τὰ τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα, ἅπερ εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς χώρας, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ συνεστημένα ταῦτα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, προσεγγίζουσα οὕτως εὐεργετικῶς τὴν δικαιοσύνην πρὸς τοὺς δικαζομένους, ὡς ἠγωνίζετο ν’ ἀποδείξῃ ὁ ἡμέτερος Πρόεδρος ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶχε καθῆκον νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἐζήτησαν τῆς δικαιοσύνης τὸν ἄρτον, ἀφοῦ παρέσχεν ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸν τρόπον, ὅπως ὁ ἄρτος οὗτος παρασχεθῇ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ πέρυσι δὲν ἐφήρμοσε τὰ τῶν Πρωτοδικείων, ἀπεφάσισεν ἐφέτος νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτά. Πλὴν καὶ ἐφέτος δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀμέσως εἰς τοὺς νομοὺς, τοὺς δικαιουμένους νὰ ἔχωσι τὰ Δικαστήρια ταῦτα, τοὺς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἔχοντας δικαίας ἀξιώσεις, τοὺς λέγοντας ὅτι ἡ δικαιοσύνη κακῶς ἄνευ αὐτῶν ἀπονέμεται, ἀλλὰ παρέπεμψεν εἰς τὸν μῆνα Σεπτέμβριον τοῦ ἑπομένου ἔτους. Διατί; Ἆρά γε ταῦτα ἔπραξεν, ἀποβλέπουσα εἰς τοὺς ἰδίους αὐτῆς φίλους, οἵτινες κατὰ τὸν Σεπτέμβριον πιθανῶς ἔσονται ὀλιγώτεροι ἢ σήμερον; ἢ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ μέχρι τινὸς ἀπίθανον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐντελῶς ἀπίθανον, ὅτι ἄλλοι θὰ εὑρίσκωνται τότε κατέχοντες τὴν ἐξουσίαν; Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὴν διοικητικὴν ὀργάνωσιν, ἐν ᾗ περιελαμβάνοντο καὶ τὰ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, Κυβέρνησις, ἥτις λαμβάνει ἀφειδῶς παρὰ τῆς Βουλῆς τοὺς πόρους, οὓς παρ’ αὐτῆς ζητεῖ, ἐπανειλημμένως δὲ καθ’ ἡμέραν ἀνακηρύττει, ὅτι ἔχει ἄφθονα τὰ ἔσοδα καὶ εὐρὺ τὸ περιθώριον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραπέμπῃ τοιαύτας ὀργανικὰς διατάξεις ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ ὅτε φθάνει εἰς τὸ ἔτος, καθ’ ὃ, πιεζομένη εἰς τὸν τοῖχον, ἀναγκάζεται ἐπὶ τέλους νὰ συστήσῃ τὰ Πρωτοδικεῖα, εἶναι ἀδικαιολόγητος, παραπέμπουσα αὐτὰ εἰς τὸ τελευταῖον τέταρτον τοῦ ἔτους. Ἔδειξα πρὸ ὀλίγου, ποῖαι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898 καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ἐφαρμοσθέντος τοῦ προγράμματος τῶν ἀκράτων δαπανῶν, καὶ ἐν μικρῷ τοῦ προγράμματος τῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899, ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 11,500,000· καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης πολλαπλασιάσεως κρίνων τις, ἀσφαλῶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐξακολουθούσης μάλιστα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ, νὰ ὑπάρξῃ σταθερῶς πέραν τοῦ ἰσοζυγίου ποσόν τι πλεονάζον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι εἰς αὐτὸν φαίνεται συμφέρουσα ἡ εὐρυτέρα διατύπωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τοιαύτη συμφέρει εἰς τὸ Κράτος. Βεβαίως συμφέρει νὰ ὑπάρχῃ εὐρύτης περὶ τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἂν αὕτη μὴ παράγηται ἐξ αὐθαιρέτου ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐξ ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Συμφέρον δὲ εἶναι, ἐπὶ τοιαύτης εὐρείας ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων τὰ ἔξοδα νὰ ἐκτιμῶνται στενῶς, διότι, ὅσῳ μεῖζον τὸ διάγραμμα καὶ ἀνεπτυγμένη ἡ κλῖμαξ τῶν ἐξόδων, τόσῳ καὶ ἡ πραγματικὴ ἀνάλωσις εἶναι μείζων. Ὅταν τὸ περιθώριον τῶν ἐξόδων δὲν ὁρίζηται ἀρκούντως εὐρὺ, ὥστε νὰ χωρῇ δαπάνας ἐπὶ εὐρείας κλίμακος γινομένας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχῃ τότε τὸ εὐτύχημα νὰ ἴδῃ τὸ περίσσευμα τῶν ἐσόδων τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ τὸ μεταρρυθμιστικόν. Δὲν γνωρίζω Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, ὅπερ εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων μεταβαλλόμενον κατ’ ἔτος ἐξ ἐπιδράσεως λόγων καιρικῶν, ἢ φυσικῶν, καὶ ἐκ λόγων ἐκτάκτων. Ἡ θεομηνία, προκειμένου περὶ ἀμέσων φόρων, ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ λαμβάνηται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ στενωτέρᾳ ἐννοίᾳ ἐτησίας ἀτυχίας εἰς τὰ τῶν καρπῶν, ἣν δὲν δύναταί τις νὰ μὴ περιμένῃ κατὰ κανόνα γενικῶς ἢ μερικῶς· ἀλλὰ καλὸν νὰ ὑπάρχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ, διότι αἱ τοιαῦται θεομηνίαι φέρουσιν οὐχὶ σπανίως μεγάλας καταστροφὰς, — δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ τελευταῖα ἔτη, — καὶ ἐπηρεάζουσι τῶν φόρων τὰς ἀποδόσεις. Ἀλλὰ καὶ ἄλλου εἴδους θεομηνίαι, ἀναγκάζουσαι εἰς δαπάνας, ἢ ἐπηρεάζουσαι τὰ ἔσοδα, κρίσεις περὶ τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων ἡμῶν καὶ ἀνωμαλίαι πολιτικῶν περιστάσεων, κατὰ πᾶν ἔτος παρουσιάζονται. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ ἔτος 1901 δεικνύει ἐλάττωσιν δαπανῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῷ ὑγειονομικῷ· ἀλλὰ, καθ’ ἣν ὥραν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ, ὑπάρχει ἤδη ἀνάγκη νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα, διότι ἀνεμφανίζονται αἱ ἐπιδημίαι, καὶ ἡ σύστασις τῶν Λοιμοκαθαρτηρίων πάλιν ἐπιβάλλεται. Ὅπως λαμβάνωνται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν αὗται αἱ τυχαῖαι περιστάσεις, συνέστησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν διεμαρτυρήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ πρὸς τοὺς ξένους, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ φέρωσι γνώμας ἐπὶ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων, ἀποκρούων τὴν συμβουλήν. Τὴν συμβουλὴν ταύτην ἔδιδε πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ πρώτη ἐξετάσασα τὰ ἡμέτερα οἰκονομικὰ, ἡ Συντακτικὴ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον ὑπὸ τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου. Ὑπ’ αὐτῆς ῥητῶς ἐλέγετο, ὅτι ἐν Προϋπολογισμῷ, οἷος ὁ Ἑλληνικὸς, εὐκολώτερον ἐκτιμῶνται αἱ δαπάναι ἢ τὰ ἔσοδα. Τὴν ἰδέαν δὲ περιέχει καὶ ὑπόμνημα τοῦ παρ’ αὐτῇ Ἄγγλου ἀντιπροσώπου, τοῦ κυρίου Λόου, οὕτως: «Αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἐν χώραις, οἷα ἡ Ἑλλὰς, εὐκολώτερον προεκτιμῶνται ἢ τὰ μέλλοντα ἔσοδα· διότι, ἂν οἱ ὑπολογισμοὶ δὲν διαταραχθῶσιν ὑπὸ περιστάσεων ἀνωτέρας βίας, ὡς ὁ πόλεμος, ἡ ἐπιδημία, ἡ φυλλοξήρα, εἶναι σχετικῶς εὐχερὲς νὰ ὑπολογίσῃ τις τὰ ὅρια, ὧν ἐντεῦθεν αἱ δαπάναι αὗται δυνατὸν μετὰ τῆς προσηκούσης φρονήσεως νὰ περιορισθῶσι.» Ταύτην τὴν ἰδέαν ἐπανέλαβε τελευταῖον ἡ δευτέρα ἔκθεσις τοῦ νῦν ἐνταῦθα Ἄγγλου οἰκονομικοῦ ἀντιπροσώπου, ἧς τὸ περιεχόμενον δὲν ὑπῆρξεν εὐάρεστον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καταναλώσαντα ὁλοκλήρους περιόδους, ἵνα ἀντικρούσῃ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κόρμπετ. Καὶ οὗτος, ἐκτιμήσας τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπὸ τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς οὕτως ὑπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι δὲν διεῖδε καλῶς τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας, καὶ θέλων νὰ δώσῃ ἐξήγησιν, διατὶ οἱ ἄμεσοι φόροι οὕτως ὑποτετιμημένως ὡρίσθησαν, ἀναφέρεται καὶ αὐτὸς εἰς τὴν θεομηνίαν καὶ τὰ ἄλλα ἀνώτερα αἴτια. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος καθιστᾷ τὸν Ἑλληνικὸν Προϋπολογισμὸν ἰδιόρρυθμον· ἡ δυσκολία περὶ τὴν εἴσπραξιν. Δὲν ὑπάρχει Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, ἐν ᾧ ἀπαντᾶται τοιαύτη περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων ἀνωμαλία καὶ τοιαύτη σωρεία καθυστερήσεων. Κυβέρνησις ἄρα φρόνιμος, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν τοιαύτην ἰδιορρυθμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει πάντοτε μετὰ περισκέψεως νὰ προχωρῇ εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ περιθωρίου τῶν ἐσόδων, καὶ μετὰ μεγάλης φροντίδος νὰ προσέχῃ νὰ μὴ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια τῶν ἐξόδων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συζητούμενος ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἔχει τι τὸ ἀληθῶς ἄξιον ἐπαίνου, ὅτι ἐπετεύχθη νὰ διατυπωθῶσιν ἐν αὐτῷ τὰ τῶν ἐξόδων μεθοδικώτερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ διατυπώσει δὲν ἐπράχθη πᾶν τὸ ὀφειλόμενον, ἀλλ’ ἔχομεν ὅπως δήποτε ἐν αὐτῷ τὰ πράγματα οὕτως ὡρισμένα καὶ διακεκριμένα, ὥστε εὐκολώτερον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω, ἐξετάζων τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ εἴπω, ὅτι σφαλερὰ μοὶ φαίνεται ἡ διατύπωσις ἡ νέα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔν τινι τῶν πρώτων κεφαλαίων τῶν σταθερῶν δαπανῶν, ἐν ᾧ παρίσταται ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ πρὸς ἀπόδοσιν εἰσπραττόμενον, ὡς ποσὸν μὴ ἀνῆκον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ μηχανικῶς—αὕτη εἶναι ἡ λέξις, ἣν μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργός,—διερχόμενον τῶν χειρῶν τῶν διαχειριστῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐξέλθῃ ἀμέσως καὶ παραδοθῇ εἰς ἑτέρας καὶ ξένας πρὸς αὐτὸν χρήσεις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη πολλῆς ἐξετάσεως, ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ τοιαύτη βεβαίωσις. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῷ ἀναγομένῳ εἰς τὰς ἀποδόσεις ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ἀποδόσεων τὸ ποσὸν ἐν ἔτει 1901 ἀναβιβάζεται εἰς δραχ. 6,135,628, ἀπέναντι δρ. 2,106,000 ἐν ἔτει 1900, ποσοῦ, ὅπερ συνέλεξα ἐκ τοῦ περυσινοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν ἐφετεινὴν διάταξιν, καὶ ἤθροισα πρὸς ἀντιπαραβολήν. Τοῦ κεφαλαίου τούτου τὸ μέγα μέρος, τὰ 5,005,928, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι μετὰ τοῦ ὑπολοίπου 1,129,700 δρ. μηχανικῶς διέρχεται διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι τὸ ποσὸν τὸ μεῖζον δαπανᾶται ὅλον εἰς πλήρωσιν ἢ κανονικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἢ ἐκτάκτων. Εὐθὺς δὲ, ὡς τὸ Κράτος αὐτὸ, εἴτε ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ εἰδικῶν Ταμείων, μεταχειρίζεται τὰ ποσὰ ταῦτα ὑπὲρ ἀναγκῶν κανονικῶν αὐτοῦ, ἢ καὶ ἐκτάκτων, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὰ χρήματα διέρχονται μηχανικῶς διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς εἰδικὰ Ταμεῖα. Ἂν τὰ Ταμεῖα δὲν ἐλειτούργουν, αἱ ἀνάγκαι, ἃς πληροῦσιν αὐτὰ, θὰ ἐπληροῦντο κατ’ ἀνάγκην ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἵνα ἔχῃ ἀσφαλεστέραν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐθνωφελῶν σκοπῶν, ἥτις προσκρούει εἰς τὰς δυσχερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προενόησεν, ὅπως τὸ χρῆμα ἐκεῖνο, τὸ ἐν χερσὶ τοῦ Δημοσίου κινδυνεῦον πολλάκις ἕνεκα πιεστικῆς ἀνάγκης νὰ δαπανηθῇ εἰς ἄλλα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, προαφαιρεθῇ καὶ φυλαχθῇ ὑπὲρ τῶν σκοπῶν τούτων, οὓς τάσσονται, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα. Οὕτως ἔχομεν ἐνταῦθα — μετὰ τὸν ἀποχωρισμὸν τῶν δραχ. 100,000 τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὧν ἡ ἀπόδοσις λειτουργεῖ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ πληροῖ ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐχαρακτηρίσθη ἐν κεφαλαίῳ ἰδίῳ ὡς ἀπόδοσις ὀφειλῆς, — ἔχομεν τὰς ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης–Συνόρων ἀποταμιευομένας ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεις ἐκ δρ. 2,677,928. Βεβαίως ταῦτα τὰ 2,677,928 διέρχονται διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μετὰ βιβασθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἵνα κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσης. Εἶναι ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου; Βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο παρὰ τοῦ Κράτους ἐλήφθησαν ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ τὰ χρήματα ταῦτα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Δὲν θὰ ἐξετάσωμεν, ἂν, μηχανικῶς εἰσπραττόμενα, μεταβαίνουσιν εἰς ἄλλα Ταμεῖα· θὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ταῦτα οὕτω γίνονται· καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι αὐτὸς, περὶ οὗ εἶπον. Κακῶς ἄρα ἐλέχθη περὶ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι συνάφειαν πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐκπαιδευτικὰ τέλη δραχμαὶ 863,000. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς ἀνέγερσιν σχολείων. Ἂν δὲν ἐχρησιμοποιοῦντο ταῦτα εἰς ἀνέγερσιν σχολείων εἰδικῶς, ἤθελε ζητεῖσθαι τὸ χρῆμα εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων, διότι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἡ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἵδρυσις τῶν προσηκόντων διδακτηρίων. Καὶ τὸ κονδύλιον ἄρα τοῦτο διαγραπτέον ἀπὸ τοῦ κεφαλαίου τούτου, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι δὲν ἀνήκει ἐκεῖ, ὅπου ἐτάχθη ἡ εἰσφορὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ὑπὲρ τῶν δήμων. Τὰ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ δραχ. 925,000, καὶ δραχ. 400,000 ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων. Τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων ἔχει προϋπολογισμὸν εἰδικὸν, ὅπως θέλει ἔχει νῦν καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, παράρτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δι’ αὐτοῦ δὲ πληροῖ ἀνάγκας εἰδικὰς τοῦ Κράτους, οὗτινος ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ πρὸς αὐτὸ καὶ πρὸς τοὺς ἰδίους ναυτιλλομένους καὶ πρὸς τοὺς ξένους ναυτιλλομένους ὑποχρέωσιν καταρτίσεως καὶ συντηρήσεως συστήματος φάρων ἐπαρκοῦς καὶ καταλλήλου. Καὶ ταῦτα ἄρα τὰ ποσὰ ἀνήκουσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ἀποτελοῦσι μέρος παρεπόμενον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ μηχανικὴν εἴσπραξιν πρὸς ἀπόδοσιν εἰς ἄλλους. Ὡσαύτως τὸ ποσὸν τὸ ὑπὲρ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 ἐψηφίσθη, ἵνα εἰσάγηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ φυλάσσηται παρ’ αὐτῇ, καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, πληρωτέας ἐν καιρῷ, πρέπει δὲ διὰ τοῦτο νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἅτινα προεμνημόνευσα, ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ, οὗτινος, κατὰ ταῦτα, τὸ ἄθροισμα ἀνέρχεται εἰς δραχ. 5,005,928, τὸ δὲ ὑπόλοιπον, ἐκ δρ. 1,129,700, μόνον τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ διερχόμενον διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Κράτους, μηδὲ λεπτοῦ καταλειπομένου εἰς χεῖρας αὐτοῦ πρὸς πλήρωσιν οἵας δήποτε κυβερνητικῆς ἀνάγκης. Κατὰ τὴν διαίρεσιν οὕτω τροποποιουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν εἰς ἔξοδα σταθερὰ προοριζόμενον ποσὸν δρ. 52,629,243, ὧν 32,344,624 ὁρίζονται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ προσθέσῃ καὶ 508,921 δραχμὰς διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, οἵτινες μόνοι θὰ εἰσπραχθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, κατὰ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ἐντὸς τοῦ ἔτους 1901, διότι ἡ χρεωλυσία ἄρχεται κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1902. Οἱ τόκοι, ὡς εἶπον, κρατοῦνται ὑπὸ τῆς Τραπέζης κατὰ τὴν καταβολὴν τῶν δόσεων τοῦ δανείου. Ἀντὶ λοιπὸν 32,344,624, θέλομεν ἔχει 32,853,545. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους 8,752,763 δραχμαί. Τὸ ὅλον 41,606,308 δραχμαί, πρῶτον τμῆμα τῶν ἀμεταβλήτων τούτων δαπανῶν. Δεύτερον τμῆμα ἀποτελοῦσι τὰ ἔξοδα, ἅτινα δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ παραγωγὰ προσόδων καὶ κανονικὰς ἀποδόσεις· δηλαδὴ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας δρ. 9,118,235, καὶ αἱ διάφοροι πληρωμαὶ δραχ. 1,904,700, ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 11,022,935, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ 41,606,308, συναποτελοῦσιν ἐν ὅλῳ ποσὸν δρ. 52,629,243, προαφαιρετέον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, καὶ τῇ προσθήκῃ καὶ τῶν ἄνω 5,005,928 διατηρητέον ἄθικτον ὑπὲρ τῶν σκοπῶν, εἰς οὓς ἀποβλέπει, σκοπῶν ἀναγκαίως ἐπιβαλλομένων. Ἐπὶ τούτοις παρατηρῶ, ὅτι, ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1901 ἐν τῷ μέρει τούτῳ, εἶναι κατὰ 3½ περίπου ἑκατομμύρια δραχ. μᾶλλον βεβαρημένος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, διότι κατὰ τὸ 1900 εἴχομεν ὑποχρεώσεις δραχ. 54,120,664, καὶ ἐφέτος ἔχομεν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ὑποχρεώσεις δρ. 57,635,171. Νομίζω δὲ ἄξιον νὰ ἐπιστήσω εἰδικῶς τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τοῦ ἐκ τῶν εἰρημένων κεφαλαίων ἀποτελουμένου πρώτου μέρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος βαίνει σπουδαίως αὐξανομένη· βαίνει δὲ σπουδαίως αὐξανομένη, ὄχι τόσον ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, ὅσον ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν διὰ τὰς συντάξεις. Ποιοῦμαι μνείαν τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγκαίων καθισταμένων ἕνεκα τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ὀρθὸν καὶ ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσω, ποῖον τὸ βάρος, ὅπερ παράγει ἡ Βουλή, ἡ τόσας ὑπηρεσίας παρέχουσα εἰς τὸ Κράτος, ὅπως λειτουργήσῃ, ἐξετάσας δ’ ἐπείσθην, ὅτι αἱ Περίοδοι αἱ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ μὲν τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1891 δεικνύουσιν ἥσσονα δαπάνην, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε ἀπετελεῖτο ὑπὸ πολὺ μικροτέρου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ 1892 καὶ 1896 ὁ μέσος ὅρος, ὃν εἶχεν ἤδη ὑπολελογισμένον ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ἀνέβαινεν εἰς δραχ. 686,478, ὁ μέσος ὅρος μεταξὺ 1887–1891 ἀνέβαινεν εἰς δραχμὰς 491,127, ὁ δὲ μέσος ὅρος μεταξὺ 1897–1901 ἀναβαίνει εἰς δραχ. 681,894. Δηλαδὴ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἔχομεν περίπου κατὰ 4,000 δραχμὰς μικρότερον τὸ ποσὸν τῶν διὰ τὴν Βουλὴν δαπανῶν ἐκείνου, ὅπερ ἔθετο ὡς μέσον ὅρον ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή, ἡ ἐξετάσασα τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ ὁ Ἔλεγχος. Ἀλλ’ αἱ συντάξεις, καθ’ ὃν τρόπον βαίνουσιν αὐξανόμεναι, γεννῶσι κίνδυνον ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Ἤδη, κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἔχομεν, κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, 340 συνταξιούχους ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὸ ἔτος 1900...

§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολιτικοὺς ἢ στρατιωτικούς;

§236ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Στρατιωτικούς, ναυτικοὺς καὶ πολιτικούς. Αἱ συντάξεις, αἵτινες κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἀπῄτησαν δραχ. 6,254,000, ἀπαιτοῦσι κατὰ τὸ ἔτος 1901 δραχ. 6,560,000, καὶ κατὰ τὸν ἑξῆς λόγον· αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις ηὐξήθησαν κατὰ δρ. 102,000, αἱ ναυτικαὶ συντάξεις κατὰ δραχ. 31,000, καὶ αἱ πολιτικαὶ συντάξεις κατὰ δραχ. 176,881. ἐν ὅλῳ δραχ. 309,881. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, εἶναι δὲ καὶ δύσλυτον, ὅπως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ ἡ Βουλή· ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται εἰδική τις μνεία αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὥραν ἀκούομεν, ὅτι γίνεται σκέψις περὶ μεταβολῆς ὁρίου ἡλικίας τῶν στρατιωτικῶν, ἐξ ἧς μεταβολῆς, ἐὰν ἐπικρατήσωσιν αἱ ἰδέαι, περὶ ὧν ἀκούομεν γινόμενον λόγον, θέλει ἐπέλθει ἐπιβάρυνσις σπουδαία εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Τοῦτο, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ δυσανασχετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπομνήσω αὐτὸν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ ἁρμοδιώτατος πάντων, ὅπως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπιφέρῃ γνώμην...

§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ συντάξεων ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου.

§238ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη.

§239ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ τίθησι φραγμὸν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, χωρὶς νὰ ἀδικῇ τινα.

§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπαιτεῖται μεγάλη περίσκεψις, προκειμένου περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰδικῶς εἰς ἡμᾶς ἡ τοιαύτη περίσκεψις. Ἀλλὰ παρέλιπον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ Ἑλληνικὸς παρακολουθεῖται σταθερῶς καὶ ὑπὸ δύο ἀφανῶν κινδύνων· ὑπὸ τοῦ κινδύνου τοῦ προερχομένου ἐκ τῶν προκαταβολῶν, ἃς τὸ Κράτος καταβάλλει κανονικῶς κατ’ ἔτος, μὴ κατορθοῦν νὰ ἀπολάβῃ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον τῶν προκαταβολῶν, ἀπ’ ἐναντίας δὲ μάλιστα μικρὸν μέρος τοῦ προκαταβαλλομένου ἀναλαμβάνον, καὶ ὑπὸ ἑτέρου κινδύνου, τοῦ ἀφανοῦς δανεισμοῦ ἐκ κεφαλαίων, ἅτινα εὑρίσκονται ἐμπεπιστευμένα εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ἐξ ὧν τὸ Κράτος ἀρύεται πάντα ἐκεῖνα τὰ ποσά, δι’ ὧν ἐκάλυψε μέχρι τοῦδε τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπὸ τοῦ 1833 ἀπολογισμῶν αὑτοῦ. Ἐξετάζων τοὺς πίνακας τοῦ Κράτους, — καὶ τὴν ἀφορμὴν εἰς τοῦτο εἰδικῶς ἔδωκαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Νέγρη, καὶ πρὸς ταύταις παρατηρήσεις τινὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι αἱ περὶ τῶν προκαταβολῶν γνῶμαι τοῦ κ. Νέγρη εἶναι ὀρθαί, καὶ δικαίως, διότι ὁ κ. Νέγρης, ἐξετάσας εἰδικῶς τὸ ζήτημα, εἶχεν ἀντιληφθῆ ἀσφαλέστερον ἢ ἐγὼ τὴν ἔννοιαν τῶν ἀριθμῶν τῶν πινάκων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, — ἐξ ἀφορμῆς, λέγω, τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων ἐξετάσας τὰ τῶν προκαταβολῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 καὶ ἐντεῦθεν δι’ ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εὗρον πρῶτον, ὅτι πολὺ συχνότερον τοῦ προσήκοντος εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους ὑπάρχουσι σφάλματα δεόμενα διορθώσεως. — Ἐποιήσατο περὶ τούτου λόγον χθὲς αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. — Παραδείγματος χάριν, εὗρον ὅτι ὁ Ἰσολογισμὸς τοῦ 1898 ἀναγράφει κατὰ τὴν 13 Δεκεμβρίου ὑπόλοιπον δρ. 2,153,179, καὶ ὁ ἀμέσως ἑπόμενος πίναξ τοῦ 1899, ὁ πρῶτος, ὁ τοῦ Ἰανουαρίου, ἀναγράφει τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο περιωρισμένον εἰς 2,037,202.57. Ἐξέλιπον δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πίνακος εἰς τὸν ἄλλον πλέον τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν ἄνευ ἐξηγήσεώς τινος.

§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....

§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ τακτοποίησις τῶν λογαριασμῶν τούτων ἦναι ἀναγκαία, καὶ ἐκ τούτου ἡ ἐπανόρθωσις, εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλῶται ἐν ταῖς παρατηρήσεσι καὶ ὁ λόγος καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνεται ἡ τακτοποίησις. Ὁ μεταχειριζόμενος τοὺς πίνακας τούτους, ὅτε βλέπει εἰς τὸν πίνακα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898 δραχμὰς 2,153,179, καὶ λαμβάνει τὸν ἑπόμενον μῆνα τὸν πίνακα, καὶ ἀντὶ τούτου βλέπει δραχ. 2,037,202, ἐρωτᾷ, πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη. Καὶ εἶναι εὔλογοι διὰ τοῦτο αἱ ἀπορίαι, ἃς διετύπωσεν ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Νέγρης ...

§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μεθοδικωτέραν λογιστικὴν διαρρύθμισιν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους θὰ διορθωθῶσιν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1901, ὥστε νὰ ἦναι εὐκολωτέρα ἡ μελέτη αὐτῶν.

§244ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὔχομαι τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, διότι καὶ νὰ διαγραφῶσί τινες περιτταὶ ἀναγραφαὶ εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ νὰ τακτοποιηθῶσιν αἱ ἄλλαι... Ταῦτα ἐν παρόδῳ. Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1897 ὑπελείφθη ὑπόλοιπον ἐκ προκαταβολῶν 1,202,667. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 τὸ ποσὸν τοῦτο, παρ’ ὅλας τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀποδόσεις 786 χιλιάδων δραχμῶν, ἀνεβιβάσθη εἰς 2,153,179 δραχμὰς, ἢ, ὡς διωρθώθη ἔπειτα, 2,037,202. Δὲν ἀναφέρω, ὡς μὴ συμπεριλαμβανόμενον, τὸ ποσὸν τὸ προκαταβληθὲν εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς δήμους καὶ δωρηθὲν εἰς αὐτούς. Κατὰ τὸ 1899 τὸ ὑπόλοιπον τῶν 2,037,202 δρ. ηὐξήθη εἰς 4,189,560 δραχμὰς, καὶ μετὰ καταβολὴν 810,932 δραχμῶν, εἰς τὸ τέλος ὁ πίναξ τοῦ ἔτους 1899 παρουσιάζει προκαταβολὰς ὀφειλομένας εἰς τὸ Κράτος 3,378,628 δραχ. Ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900 τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς 5,786,856 καὶ μετ’ ἀπόδοσιν 769,101 δραχμῶν εὑρίσκομεν σήμερον, κατὰ τὸν τελευταῖον πίνακα,—τοῦ Ὀκτωβρίου, νομίζω,—ἐκ προκαταβολῶν ὀφειλόμενα ὑπὸ τῶν δήμων πρὸς τὸ Κράτος 5,017,755 δραχμάς. Ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1900 ἔχομεν αὔξησιν δραχμῶν 3,815,087, ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1900 ἔχομεν αὔξησιν 2,864,575 δραχμῶν. Ἔχομεν δὲ ἀπέναντι ἡμῶν ὀφειλέτας τοὺς δήμους ποσοῦ, ὅπερ εἶναι λίαν ἀπίθανον, ὅτι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποδώσωσιν ἀκέραιον εἰς τὸ Κράτος. Ταῦτα παράγουσι κίνδυνον διηνεκῆ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθόσον δὲν πρόκειται καὶ νὰ σταθῇ ἐνταῦθα τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς ἑπομένους Προϋπολογισμούς, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐπαρκέσωμεν ἄλλως εἰς τὰ τῶν δήμων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ ἐξακολουθήσῃ. Γενομένου λόγου περὶ τοῦ ἀφανοῦς δανεισμοῦ, κατ’ ἀνάγκην ἐμνήσθην τῶν ἀπολογισμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις λίαν εὐγενῶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατέθηκε πληροφορίας περὶ ἁπασῶν τῶν ἐπερωτήσεων, ἃς ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν, ἀπήντησε προφορικῶς περὶ τούτων τῶν ἀπολογισμῶν, ἐνῷ εἶχον εἰδικῶς παρακαλέσει αὐτόν, ἀφοῦ σήμερον ὅλα, ὡς πιστεύω, εἶναι ἐκκαθαρισμένα, νὰ ὑποβάλῃ ἑνιαῖον πίνακα, δεικνύοντα τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἀπολογισμῶν. Πέρυσι, διακόψας με ἀγορεύοντα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε ἔλεγον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα, κατὰ τοὺς πίνακας, ἀναβαίνουσιν εἰς 70 ἑκατομμύρια περίπου, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα, καὶ τὸ ποσὸν αὐτῶν (ἀναγινώσκει) «μειωθήσεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὡς ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἐδημιούργησε τὸ προϊὸν τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἠγγυημένου δανείου, καθόσον, ὡς γνωστόν, τὸ πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1897 προορισθὲν μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου εἰσήχθη ὡς ἔσοδον εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899». Ὁ κ. Καραπάνος τότε ἠρώτησε: «πόσον ὁριστικῶς;», καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε: «57,169,000. Ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ 11 ἑκατομμύρια, ὑπολείπονται 46,000,000 περίπου». Τρεῖς ἡμέρας μετὰ ταῦτα, κατὰ τὴν 1 Ἀπριλίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς προσήγαγεν ἐνταῦθα δήλωσιν, ὑπὸ χρονολογίαν 1 Ἀπριλίου 1900, δι’ ἧς προσέθηκεν εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ ποσὸν δραχμῶν 9,676,591, κατ’ ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων λογαριασμῶν. Τὴν 6 Μαΐου — εἶχεν ἤδη λήξει ἡ Βουλή — ὁ δημοσιευθεὶς Ἰσολογισμὸς τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους (31 Μαρτίου) ἀνέφερε 53,720,601 δραχ. Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου ὁ πίναξ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς 63,397,092, καὶ οὕτω τὸ ποσὸν ἔφθασεν ηὐξημένον κατὰ 200,000 δραχμὰς περίπου εἰς τὸν τελευταῖον πίνακα, ὃν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ἐν τῷ Ἰσολογισμῷ τῆς 31 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., εἰς δραχ. 63,400,503.89, ποσὸν ἀποτελοῦν τὸ ἔλλειμμα τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον. Ἐνταῦθα, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἔρχεται καλῶς ἡ παρεισαγωγὴ θέματος, ὅπερ ἀνεκίνησα δι’ ἐπερωτήσεώς μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν πρὸ τριῶν ἡμερῶν, διότι ἀκριβῶς πρόκειται περὶ ποσῶν, ἅτινα εἰς τὸ Δημόσιον παρεδόθησαν, καὶ τοῦτο κατέθετο, λόγῳ εἰδικῆς ἐντολῆς. Ἠρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ· ἠρώτησα, ἂν τὸ Κράτος παρέλαβε τὸ κληροδότημα τοῦτο, τὸ ὑπὲρ ἀνεγέρσεως σχολείων καὶ φυλακῶν, καὶ ἂν περιεῖχε χρεώγραφα Ἑλληνικῶν δανείων εἰς χρυσόν, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπῆρξε σαφής. Ἐδήλωσεν, ὅτι παρέλαβεν, ἐκτὸς μετρητῶν, περὶ ὧν θέλω εἴπει, χρεώγραφα ἀξίας ἀγγλικῶν λιρῶν 76,530 εἰς τίτλους τοῦ κεφαλαιοποιημένου δανείου, τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τοῦ δανείου τοῦ 1881 καὶ τοῦ δανείου τοῦ 1884. Ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκτελέσεως τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου ἐπέμεινε,—καὶ ἐπέμεινε καλῶς—ἵνα λάβῃ παρὰ τῆς κληρονομίας οὐ μόνον τὰ χρεώγραφα ἐν τῇ ἀξίᾳ τῇ σημερινῇ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν διαφορὰν, καὶ ὅτι οὕτω κατώρθωσε νὰ κερδήσῃ καὶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἀγοραίας καὶ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας, ἀναβαίνουσαν εἰς δραχ. 1,770,360 (διότι 1,299,976 δραχ. ἦτο ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν χρεωγράφων). Ἐδήλωσεν ὁ Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ὅτι, ἅμα παραλαβὼν τὰ χρήματα καὶ τὰ χρεώγραφα, τὰ μὲν χρήματα κατέθηκεν ἐπὶ τόκῳ εἰς τὴν Τράπεζαν, τὰ δὲ χρεώγραφα ἐζήτησε νὰ ἐκποιήσῃ, ὅτι προέβη μάλιστα εἰς ἐκποίησίν τινων αὐτῶν, ἐξ ὧν ἐπορίσθη 310,305 δραχμὰς, ὅτι ὅμως, κατιδὼν, ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς ἣν ἐπωλοῦντο, δὲν ἦτο συμφέρουσα εἰς τὸν σκοπὸν, ἔπαυσε τὴν πώλησιν, ἀναβαλὼν νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν βραδύτερον. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω, —καὶ ταῦτα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πράξεως ἐπιδρῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ,—ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, τὰ χρεώγραφα, τὰ παραληφθέντα ἐκ τῆς κληρονομίας Συγγροῦ, νὰ πωλήσῃ, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος περιῆλθον ταῦτα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ὀφειλέτου, τὸ πρόσωπον τοῦ δανειστοῦ καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ ὀφειλέτου συνέπεσαν, ἐπῆλθε σύγχυσις, καὶ τὸ χρέος ἠφανίσθη. Τοῦτο νομικῶς δὲν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν, ὁ δὲ ὀφειλέτης, εἰς ὃν ἐκληροδοτήθησαν τὰ ὁμόλογα, ἅτινα ἐξέδωκεν ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς ἐκληροδοτήθησαν αὐτῷ τὰ ὁμόλογα, διὰ συγχύσεως ἔπαυσε νὰ ὀφείλῃ τὸ ποσόν. Ἐκ τοῦ νόμου λοιπὸν ὑποχρέωσις ὑπῆρχε νὰ μένωσιν ἐκεῖ νεκρὰ, ὡς μὴ ἔχοντα πλέον διὰ τὸ Κράτος ἀξίαν. Τὸ Κράτος ἔκτοτε δὲν ὤφειλε τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ὁμολογιῶν· ὤφειλε τὸ Κράτος, λόγῳ τῆς ἐντολῆς τοῦ διαθέτου, νὰ δαπανήσῃ χρῆμα πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι παρέλαβε τὸ κληροδότημα, ἐξ οὗ ἐπορίσθη τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους, καὶ ἀντὶ τῆς ὠφελείας ταύτης ἐπιβάλλεται αὐτῷ τὸ βάρος τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἔχει οὕτω, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὠφελείας τοῦ Κράτους συμφέρει πολύ· διότι, καθ’ ὃν χρόνον τὰ χρεώγραφα ταῦτα εἶχον διαφορὰν τιμῆς δραχμὰς 1,770,000, τὸ Κράτος, ἂν διέγραφεν αὐτὰ, καὶ ἀνεκοίνου τὴν διαγραφήν των εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ὅπως κανονισθῶσι κατὰ λόγον τῆς διαγραφῆς τὰ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἤθελε κερδήσει αὐτὴν ἐκείνην τὴν ὥραν 1,770,000, ἤθελεν ἀποσβέσει χρέος αὐτοῦ πρὸς 41%, ὀφεῖλον 100, ἤθελεν ἀπελευθερωθῇ διὰ 41. Τοῦτο εἶναι προφανές· καὶ ἐνῷ ἤθελεν οὕτως ἀπελευθερωθῇ βάρους 59%, ἤθελε μείνει ὀφειλέτης πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀντεπροσώπευον αἱ ὁμολογίαι αὗται. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἔδειξε δισταγμὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν παράκλησίν μου, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ὑπομνήσω, ὅτι θέλει ἔχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἂν προβῇ εἰς τὴν πώλησιν τῶν χρεωγράφων, μὴ ἀναφέρουσα τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλην λύσιν ἢ ἐκείνην, ἣν ὑποδεικνύω. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ἂν, προκειμένου περὶ δανείων, ὧν τὸ κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς 500,000,000 φράγκα καὶ πλέον, τὸ ποσὸν ἑνὸς ἢ 2 ἑκατομμυρίων δὲν ἔχῃ μεγάλην σημασίαν, πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι οὔτε πρῶτον οὔτε τελευταῖον τοῦτο τὸ ποσὸν εἰσέρχεται εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἢ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ Ταμεῖα, ἐφ’ ὧν τὸ Κράτος ἔχει ἐποπτείαν καὶ δύναμιν ἐπιδράσεως, καὶ ὅτι, ἂν κατορθωθῇ, οὕτω συγκεντρουμένους ἐν Ἑλλάδι ὑπὲρ δημοσίων σκοπῶν τίτλους ν’ ἀντικαθιστῶμεν, ἐξαφανίζοντες, διὰ δραχμῶν, ἐνῷ θέλομεν ἔχει ἄμεσον ὄφελος τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῆς πραγματικῆς πρὸς τὴν τιμὴν τὴν ὀνομαστικὴν, θέλομεν κατὰ τι ἐπισπεύσει τὴν λύσιν τῶν χρεῶν ἡμῶν, ἥτις εἰς πάντα Ἕλληνα εἶναι εὐκταία.

§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ τελευταία εὐχὴ τοῦ ἀγορεύοντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι εὐχὴ παντὸς Ἕλληνος. Κατ’ ἀκολουθίαν τὴν συμμερίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ θέματος ἀφορῶντος εἰς τὰς εἰς χρυσὸν ὁμολογίας, αἵτινες διετέθησαν διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἵνα τὸ τίμημα αὐτῶν χρησιμοποιηθῇ πρὸς ὡρισμένον σκοπόν. Εἴπετε προηγουμένως, ὅτι νομικῶς τὸ ζήτημα οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ὅμως πάντες οἱ νομικοί, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην, καὶ οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι καί τινες ἄλλοι, ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην. Μοὶ παρέστησαν, ὅτι ἡ σύγχυσις αὕτη (confusio) δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἀξιῶν, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ὀνομαστικῶν. Πλὴν ὅμως τούτου, ἐνταῦθα πρόκειται περὶ κληροδοτήματος ὑπὸ τρόπον (sub modo), τουτέστι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι κληροδόχον, ὡς ἤθελεν εἶναι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ κληροδότημα ἀνῆκεν εἰς αὐτό. Ὁ διαθέτης ἐνταῦθα ἐθεώρησε τὸ Δημόσιον ὡς τὸ καταλληλότερον πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένου σκοποῦ· ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὴν ἐντολὴν ταύτην εἰς ἕτερόν τινα, οἷον εἰς τὴν σύζυγόν του, ἵνα ἐκ τοῦ χρήματος αὐτοῦ ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοποὺς, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ διαθήκῃ του. Τὸ Δημόσιον τὸ ἐθεώρησε προσφορώτερον, διότι πρόκειται περὶ φυλακῶν, περὶ δικαστικῶν καταστημάτων καὶ σχολείων, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ οἰκοδομῶν δημοσίας χρήσεως, ἔκρινε τὸ Δημόσιον ὡς καταλληλότερον πρὸς τὴν κρείσσονα καὶ σκοπιμωτέραν τοῦ χρήματος διάθεσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τοῦ κληροδοτήματος. Τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἁπλοῦς ἐντολοδόχος, ὡς ἔχον ῥητὴν ἐντολὴν νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ταῦτα καὶ τὰ διαθέσῃ πρὸς ὡρισμένους σκοπούς. Ἡ σύμπτωσις, ὅτι ἐν τῷ κληροδοτήματι τούτῳ ἀπεδόθησαν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ χρεώγραφα, δὲν μεταβάλλει τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου. Ἐξεταστέον ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἔποψιν πρακτικωτέραν. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ Κράτος ἔπραττεν ὡς ὑμεῖς φρονεῖτε. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ἐν τῇ διαθήκῃ ἀναγραφομένους σκοποὺς, πρέπει νὰ καταβάλῃ τὸ χρῆμα· γνωστοῦ δὲ ὄντος, ὅτι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἄμεσον καταβολὴν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, θὰ ἠναγκαζόμεθα, μέχρις οὗ διὰ τῆς χρεωλυσίας καὶ τῶν τόκων εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν 1,200,000, νὰ περιμένωμεν 75 ἔτη, ἵνα δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς σκοποὺς τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς ὑποθέτω, δὲν ἐπεθύμει ὁ κ. Βουλευτής. Ἐντεῦθεν, εἴτε χρήματα ἐλαμβάνομεν, εἴτε χρεώγραφα, ἔχομεν μίαν ἐντολὴν, νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς τοὺς ὁρισθέντας σκοπούς. Σημειωτέον, ὅτι πολλὰ τοιαῦτα κληροδοτήματα, περιλαμβάνοντα καὶ ὁμολογίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφίνονται εἰς αὐτὴν, ὅπως χρησιμοποιηθῶσι πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, ἡ δὲ Τράπεζα ἐκποιεῖ τὰς ὁμολογίας της, καὶ τὸ προϊόν αὐτῶν διαθέτει συμφώνως τῇ διαθήκῃ. Οὐδέποτε δὲ ἠγέρθη ὑπόνοιά τις, ὅτι λαμβάνει χώραν σύγχυσις.

§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ μὴ ἀμφισβητήσω τὴν λύσιν τῶν νομοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί ὑπεχρεώθη τὸ Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τοῦ κληροδοτήματος; Νὰ ἱδρύσῃ σχολεῖα κλπ. Ὅπως ἱδρύσῃ σχολεῖα, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων μετρητῶν, καὶ ὄχι τίτλων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε καὶ ἐξεποίησε μέρος τῶν τίτλων. Ἀλλ’ ἐὰν, ἀντὶ νὰ πωλήσητε εἰς τὴν ἀγορὰν τοὺς τίτλους, ἐκρατεῖτε αὐτοὺς, διαγράφοντες αὐτοὺς, οὕτω δὲ συντελοῦντες καὶ εἰς ὄφελος τῶν δανειστῶν, — διότι ἐκ τῆς διαγραφῆς ἤθελεν αὐξήσει τὸ ποσοστὸν τῶν τόκων, τῶν πληρωνομένων πρὸς αὐτοὺς, — δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον ἤθελεν εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς ἀδυναμίαν, πρὶν ἢ παρέλθωσιν 75 ἔτη, νὰ καταβάλῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου τὸ χρῆμα. Διότι νομίζω, ὅτι, προκειμένου κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸ Κράτος νὰ ἀπαλλαγῇ ἀμέσως βάρους δραχ. 1,770,000, τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς σήμερον, εἶναι πολὺ εὔκολον εἰς αὐτό, ὅπερ ἔχει ἤδη κατατεθειμένον ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ τόσων χιλιάδων δραχμῶν, πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ἐν τῇ διαθήκῃ ὡρισμένους, εἰς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τόκῳ, νὰ ἀναγράφῃ εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους ἐπὶ 5 ἢ 6 ἔτη πίστωσιν, ἐξ ἧς θέλει παραλαμβάνει κατὰ ἐτησίας δόσεις τὸ ποσὸν τοῦτο μετὰ τοῦ τόκου, καὶ ἢ καταβάλλῃ εἰς πληρωμὰς, ἢ καταθέτῃ αὐτὸ εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὡρισμένους. Οὕτως ἐντὸς 5 ἢ 6 ἐτῶν, ἄνευ σπουδαίου βάρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε κατορθώσει νὰ ἐπαρκέσητε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου, ἐξαλείφοντες ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦδε μέρος τοῦ δημοσίου χρέους.

§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ φυλακὰς ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους, διαθέτουσα πρὸς τοῦτο τὸ ἐκ δραχ. 1,500,000 κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διετέλουν ἐν καταστάσει ἐπιτρεπούσῃ τὴν ἄμεσον καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἠθέλομεν ἔχει δυσκολίαν νὰ κρατήσωμεν τὰ χρεώγραφα, περὶ ὧν πρόκειται.

§248ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσέρχομαι νῦν, Κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἅτινα θέλω ἐξετάσει, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν ὅλῳ ὡρισμένου ὑπὲρ τῶν σταθερῶν ἐξόδων, τοῦ ποσοῦ δραχ. 57,635,171...

§249ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀναπαυθῆτε ὀλίγον διὰ διακοπῆς ὀλίγων λεπτῶν;

§250ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, τί θέλουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐγὼ διακοπὴν δὲν θὰ ζητήσω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας μηδὲ διακοπὴν ἑνὸς λεπτοῦ νὰ δεχθῶ· ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἀκεραία ἡ εὐθύνη τῆς πιεστικῆς συμπεριφορᾶς πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα ὁρίζονται καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἰς 54,043,711 δραχμὰς, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δρ. 5,005,928, αἵτινες εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ καταταχθῶσιν εἰδικῶς ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀναγόμεναι εἰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Τὰ 54 ταῦτα ἑκατομμύρια κατανέμονται ὡς ἑξῆς εἰς τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν Δρ. 2,008,925.91
Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν » 2,613,978.36
Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης » 6,181,445.54
Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν » 14,544,644.—
Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως » 5,075,248.—
Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν » 17,103,441.58
καὶ Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν » 7,024,947.80

Δηλαδὴ τὸ ἔτος 1901 εἰς τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας εἶναι οἰκονομικώτερον τοῦ ἔτους 1900 κατὰ δραχμὰς 3,343,883. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ προηγουμένου ἔτους ἦτο ἐν τούτῳ κατὰ 3,825,028 δραχμὰς βαρύτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἦτο κατὰ 791,947 δραχμὰς βαρύτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898. Ὥστε τὸ ἔτος 1901 φέρει τὸ βάρος τῶν αὐξήσεων τοῦ ἔτους 1899 καὶ τοῦ ἔτους 1900, μεῖον τῶν ἐλαττώσεων, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα. Ἐν τῇ κατανομῇ τῶν ἐξόδων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μοὶ φαίνεται ἄξιον παρατηρήσεώς τινος σπουδαίας. Παρατηρῶ, ὅτι ἦτο δυνατὴ οἰκονομία τις εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ὅπερ ἴσως εἶναι καὶ καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν, ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον ἢ ἄν, ἱδρυομένων μικρῶν τυπογραφείων εἰς δύο ἢ τρία Ὑπουργεῖα, δὲν συμφέρει μᾶλλον νὰ διαλυθῇ. Ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιθεωρήσεως βλέπω ἐλάττωσιν 18,600 δρ. Διὰ τίνα λόγον, δὲν λέγει ἡ ἔκθεσις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέμενε πολλὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν ἐπιθεωρήσεων, δὲν γινώσκω δέ, διὰ τίνα λόγον σήμερον μετέβαλε γνώμην, ἐλαττώσας τὴν δαπάνην ταύτην.

§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἰταλοῦ ὀργανωτοῦ τῆς τελωνοφυλακῆς ἔληξεν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900.

§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ἣν ὥραν ἡ Κυβέρνησις πρῶτον συνωμολόγησε σύμβασιν μετὰ τῆς Ρουμανίας, ἔπειτα ἔχει ἐλπίδας, ὅτι ταχέως θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Τουρκίας περὶ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, τρίτον ἐφρόντισεν, ὡς ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅπως εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὰ ἑλληνικὰ κονιὰκ εἰσάγωνται ἄνευ τῶν δυσχερειῶν, ἃς τελευταῖον παρενέβαλλεν ἡ Βουλγαρία, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἠλαττώθη τὸ ποσόν, τὸ ἀποδιδόμενον ἀντὶ ἀμοιβῆς κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν κονιὰκ, ἀπὸ 44,000 δρ. εἰς 24,000. Φοβοῦμαι μήπως ἡ ἐλάττωσις δὲν εἶναι πραγματική. Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων βλέπω ἐλάττωσιν κατὰ δραχ. 27,000, ἥτις μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιολογεῖται ἐκ τῶν πινάκων τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ὅ,τι μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν, δὲν εἶναι τὸ ποσόν, ὅπερ εἰσπράττομεν, ἀλλ’ ὅ,τι δαπανῶμεν· διότι ἐν τῷ γενομένῳ ὑπολογισμῷ εὗρον, ὅτι τὸ ἓν τρίτον τῶν εἰσπραττομένων δαπανᾶται πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς εἰσπράξεως. Μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι, προκειμένου περὶ εἰσπράξεως πόρων τοῦ Κράτους, ἡ δαπάνη τοῦ ἑνὸς τρίτου εἶναί τι ὑπερβολικὸν καὶ ἄξιον νὰ κινήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ εἶπον ἤδη καὶ πρότερον, ὅτι εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι κατώρθωσε νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίαν δραχ. 150,000 περίπου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1901. Τὸν αὐτὸν ἔπαινον δὲν ἔχω νὰ ἀπονείμω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἰδοὺ τί παρατηρῶ. Τὸ 1899 ἡ δαπάνη ἦτο δραχμαὶ 2,198,373, ηὐξημένη κατὰ 80 περίπου χιλιάδας δραχμῶν ὑπὲρ τὴν τοῦ ἔτους 1898. Κατὰ τὸ 1900 ἡ δαπάνη ἀνεβιβάσθη εἰς 2,424,122 δραχμάς, δηλαδὴ κατὰ 226,000 περίπου δραχμάς. Κατὰ τὸ 1901 ἡ δαπάνη ἀναβιβάζεται εἰς 2,613,978 δραχμάς· ἤτοι, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος, ὑπάρχει αὔξησις 189,856 δραχμῶν. Δηλαδὴ ἐντὸς διετίας, παραλειπομένης τῆς διαφορᾶς δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, μεταξὺ 1898 καὶ 1899, ἐντὸς διετίας, ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν,— ἐνδεικτικοὶ δὲ μόνον εἶναι οἱ ἀριθμοί, οἵτινες δὲν παριστῶσι τὸ ὅλον τῆς αὐξήσεως, διότι, ὅσον προχωρεῖ ὁ χρόνος, θέλομεν ἔχει καὶ ἄλλας προσθήκας, μὴ ἐφαρμοσθέντος ἐντελῶς τοῦ διαγράμματος ἐκείνου τοῦ πολυτελοῦς, τῆς ἀνοργανώσεως τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας,—ηὐξήθησαν, λέγω, αἱ δαπάναι ἐντὸς διετίας διὰ προσθήκης 415,605 δραχμῶν, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 2,198,373 δραχμῶν κατὰ τὸ 1899· ἔχομεν δηλαδὴ αὔξησιν κατὰ 20%.

§253Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἔτους 1900 πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὕτη προέρχεται καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς πιστώσεως διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν καὶ ἐκ τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων δύο πρέσβεων, πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἔκ τινος αὐξήσεως τοῦ κονδυλίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν παρατηρεῖτε μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου· διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ὅμως τοῦ προξενικοῦ νόμου ἔχομεν καὶ σπουδαίαν αὔξησιν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν. Ἡ αὔξησις δὲ αὕτη, ὡς πρὸς τοὺς 7 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἤδη ἰσχύει ὁ νέος προξενικὸς νόμος, ἀνέρχεται εἰς 81,000 φράγκα χρυσᾶ, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἐκ τῶν τελῶν τούτων εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1899. (Διάλογοι).

§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι, ὡς ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὰ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων, ἡ ἀναγραφὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς καὶ συναγωγὴν συμπερασμάτων. Διότι ἐν ταῖς προξενικαῖς εἰσπράξεσι περιλαμβάνονται — καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ — καὶ τὰ κληρονομικὰ τέλη. Δὲν γνωρίζομεν, ποῖον ποσὸν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀντιπροσωπεύουσι τὰ κληρονομικὰ τέλη ἐν τῷ πίνακι τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν...

§255ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰ κληρονομικὰ τέλη δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν προξενικῶν τελῶν.

§256ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξετάσητε, διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἔχει οὕτω. Ὅπως δήποτε, τὸ πρᾶγμα θεωρῶ ἄξιον ἐξετάσεως... Ἰδοὺ λοιπὸν τί δεικνύουσιν οἱ ἐτήσιοι πίνακες τῶν προηγουμένων ἐτῶν: κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἰσεπράχθησαν δρ. 606,249, κατὰ τὸ 1884 δρ. 586,690, κατὰ τὸ 1885 δρ. 595,639, κατὰ τὸ 1886 δρ. 687,922, κατὰ τὸ 1887 δρ. 615,740, κατὰ τὸ 1888 δρ. 559,854, κατὰ τὸ 1889 δρ. 551,645, κατὰ τὸ 1890 δρ. 532,442, κατὰ τὸ 1891 δρ. 571,620.

§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....

§258ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀριθμοί, οὓς ἀνέγνων, ἀναφέρονται εἰς νόμισμα μεταλλικόν, καὶ ἐκ τῶν ἐτῶν τούτων μόνον τὸ ἔτος 1886 εἶναι εἰς δραχμὰς χαρτίνους, ὡς ἐμφαίνεται ἐν τῇ κάτω τοῦ πίνακος σημειώσει, ἥτις διακρίνει τὸ ἔτος τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Τὸ ὑπὸ τὸ ἔτος 1886 σημειούμενον ποσὸν εἰσπράξεων ἔχει ὑπολογισθῆ εἰς χαρτονόμισμα, περιληφθείσης τουτέστιν ἐν αὐτῷ καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς 20%». Εἶναι πίναξ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατατεθεὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐγένετο ἡ διάκρισις αὕτη. Κατέθηκε δὲ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς προχθὲς πίνακα, ὅστις ἀνάλογα ποσὰ δεικνύει (ἀναγινώσκει): «Τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν δραχ. 549,437, τὸ 1895 δρ. 550,115, τὸ 1896 δρ. 554,610, τὸ 1897 (ἔτος τοῦ πολέμου) δραχ. 281,866, τὸ 1898 δρ. 477,553, τὸ 1899 δρ. 503,807, καὶ τὸ 1900 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου δρ. 451,227».

§259Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ 1898 ἀνεγράφη κεχωρισμένως ἡ νομισματικὴ διαφορά.

§260Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πίναξ, ὃν προσάγετε, δὲν περιλαμβάνει ὅλα τὰ Προξενεῖα.

§261ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τόσῳ καλλίτερον. Ὅπως δήποτε λίαν ἀμφιβάλλω, ἂν τὰ ποσὰ, ὅσα ἐκ τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργός, θέλει καὶ εἰσπράξει. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησα ἄλλοτε περὶ αὐτῶν, εἶναι δὲ προκεχωρημένη ἡ ὥρα, δὲν θὰ ἐπιμείνω. Γνωρίζω τοῦτο μόνον, ὅτι, ὅτε ἐπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι αἱ πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Ἐλέγχου, καὶ ἱδρύθη τὸ σήμερον ὑφιστάμενον δυστυχὲς καθεστὼς, ἐλάβομεν μεταξὺ ἄλλων συμβουλῶν καὶ ταύτην, νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν ἐπὶ ἕξ ἔτη πέραν τῶν 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἕκαστον, 300,000, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ½%, ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων τότε ἐξόδων. Ἀντὶ τοῦ ½%, ὅπερ συνεβούλευσαν ἡμῖν οἱ ξένοι, οἱ ἔχοντες κοινὰ κατὰ τοῦτο τὰ συμφέροντα πρὸς ἡμᾶς, ἀντὶ τοῦ ½%, ὅπερ ἀπετέλουν αἱ 300,000 δραχμαὶ, μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει ηὐξημένα κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη τὰ ἔξοδα αὑτοῦ κατὰ δραχ. 415,605, κατὰ 20% τοῦ ἰδίου αὑτοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ θέλετε νὰ ἴδητε, ποῦ δαπανῶνται πολλὰ τῶν χρημάτων τούτων; Δύο Πρεσβεῖαι — εὐτυχῶς δύο, διότι ἡ τρίτη δὲν εἶναι πλήρης — λαμβάνουσιν ἐπιχορήγησιν παράνομον, διότι ὁ νόμος, ὅστις ἔδιδεν εἰς αὐτὰς ἐπιχορήγησιν, εἶχε προσωρινὸν σκοπόν. Καὶ ἐπεστήθη πέρυσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ προσοχὴ ἐπὶ τούτων, — οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι κατέστη ἀδύνατον ἐνταῦθα ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄρθρου βαθέως ψηφιζομένου, — ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Πληρώνονται λοιπὸν ἕνεκα τοῦ νόμου ἐκείνου εἰς ἑκάστην τῶν Πρεσβειῶν τούτων 18,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τοῦ μισθοῦ τοῦ πρέσβεως, οὕτως ηὐξημένου κατὰ 36,000 δραχμὰς εἰς τὰς δύο Πρεσβείας, δι’ οὐδένα λόγον, διότι δὲν ὑφίσταται νῦν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐδόθησαν ἐν ἔτει 1896, ὁ δεδικαιολογημένος τότε, διότι ἐν Γαλλίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, ἕνεκα τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀνετίθεντο βάρη πρόσθετα εἰς τοὺς πρέσβεις, βάρη καὶ ἐργασίας καὶ δαπάνης, ὧν ἕνεκα ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ προσθήκης εἰς τὸν μισθὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ τότε δὲν ἥδρευον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ εἰς ἁπάσας τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφετο ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τότε. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον αὐτοῦ: «Εἰς τοὺς κλπ. θέλουσι πληρώνεσθαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ δραχμαὶ 1500 κατὰ μῆνα πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποβληθῆ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν», τῶν καθηκόντων τῶν εἰδικῶν, ἅτινα ἀνετίθεντο εἰς αὐτούς.

§262Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀναγράφεται εἰς τὸν νόμον ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτά;

§263ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τῶν συνήθων τῶν ἐν Γαλλίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ Πρεσβειῶν ἀπῄτει 18,000 δραχμῶν ἐπιχορήγησιν ἰδιαιτέραν, ἐρωτῶ, διὰ τίνα λόγον εἰς τὸν ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ πρέσβυν δὲν παρείχετο ἡ αὐτὴ ἐπιχορήγησις;

§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Πετρουπόλει δὲν ὑπάρχει Πρεσβεία.

§265ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἰς τὰς ἄλλας Πρεσβείας, λόγῳ ὅτι ἐν ταῖς ἄλλαις χώραις δὲν ἀντεπροσωπεύοντο δανεισταὶ διαπραγματευόμενοι περὶ συμβιβασμοῦ, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ δοθῇ ἀμοιβὴ ἕνεκα ἐκτελέσεως νέων καθηκόντων. Ὁ νόμος, ἂν δὲν εἶχε τὸν λόγον τοῦτον, δὲν ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἡ αὔξησις γίνεται πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα «θέλουσιν ὑποβληθῆ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των», ἀλλὰ θὰ ἔλεγεν ἁπλῶς, ὅτι αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, ὡς ἐγένετο διὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει θέσιν.

§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμῶν ὑπῆρχε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ἀνακαλέσει τοὺς πρέσβεις, ἡμεῖς δὲ ἕνεκα τούτου δὲν εὕρομεν ἐν Εὐρώπῃ τοιούτους, ἀλλὰ καὶ δὲν ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ διορίσωμεν πρέσβεις, διότι δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον ἠσχολούμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸν συμβιβασμόν. Διωρίσαμεν λοιπὸν πρέσβεις ἐν Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις, διότι εἰς τὰς τρεῖς ταύτας πόλεις ὑπῆρχον τὰ κομιτᾶτα τῶν δανειστῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ διορισθεὶς πρέσβυς ἐν Λονδίνῳ κ. Μαυροκορδᾶτος δὲν μετέβη, ἀφέθη ἐκεῖ μόνος ὁ Γραμματεύς, διευθύνων τὴν Πρεσβείαν. Ἂν ἤδη ἐξέλιπεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον διωρίσθησαν τότε οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι πρέσβεις, ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ πληρώσωμεν τὰς Πρεσβείας διὰ πρέσβεων· δὲν πρέπει δὲ τὸ ζήτημα τῆς χορηγίας τῶν πρέσβεων νὰ ἀμφισβητηθῇ, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀντιπροσωπευώμεθα παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν, ἕνεκα τῶν μεγάλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα τυγχάνουσιν ἐκκρεμῆ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην τῆς προστασίας αὐτῶν.

§267ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι νὰ ἐξισώσωμεν τὰς θέσεις.

§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρέπει πάντως νὰ γένηται ὅ,τι γίνεται τώρα διὰ τὸν ἐν Βερολίνῳ καὶ τὸν ἐν Παρισίοις.

§269ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, ἐν τῷ εἰδικῷ τούτῳ θέματι, φρονῶ, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν αὔξησιν ταύτην· ἐγὼ δὲν ἤθελον ἐξισώσει τοὺς μισθοὺς πασῶν τούτων τῶν Πρεσβειῶν, νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἐπαρκεῖς οἱ μισθοὶ οἱ παρεχόμενοι ἐν τῷ ὀργανικῷ νόμῳ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι παραστάσεως, αἵτινες καταβάλλονται ὑπὸ τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος, δυστυχῶς. Διότι τὰ χρήματα ταῦτα δίδονται, ὅπως ἀντιπροσωπεύηται τὸ Κράτος εὐπρεπῶς, ἀναλόγως τῆς διδομένης δόσεως, καὶ ὑποτιθεμένου πάντοτε, ὅτι ὁ ἀντιπροσωπεύων εἶναι πρόθυμος νὰ διαθέσῃ καί τι ἐκ τῶν ἰδίων· ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι πολλάκις καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσί τινες, δὲν δαπανῶσι, καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα λαμβάνουσι, δὲν χρησιμοποιοῦσιν εἰς ἔξοδα παραστάσεως, δι’ ἃ καὶ παρέχονται. Περιττὴν δαπάνην, δαπάνην πολυτελείας ἐννοῶ σήμερον τὴν δαπάνην, ἥτις ἀνεγράφετο καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, —ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπραγματοποιεῖτο—τὴν δαπάνην πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀκολούθων καὶ ἀποστολὴν ἀκολούθων εἰς τὰς Πρεσβείας, ἐκ δρ. 8,200. Θεωρῶ ἐπίσης ἀσύγγνωστον νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ λογιστὴς καὶ τμηματάρχης...

§270Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἔχετε λάθος. Ὑπάρχει μόνον εἷς λογιστὴς τμηματάρχης.

§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ διαφορά τις, ὅτι τὸ Λογιστικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο γραφεῖον, καὶ οὐχὶ τμῆμα, προΐστατο δ’ ἄλλοτε αὐτοῦ ὁ κ. Κομπότης, μετὰ ταῦτα δ’ ἐτάχθη ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γρηγοριάδης· ὁ προβιβασμὸς ὅμως τοῦ γραφείου αὐτοῦ εἰς τμῆμα καὶ τοῦ διευθύνοντος αὐτὸ εἰς τμηματάρχην ἦτο ὑπερβολή.

§272ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἦτο ἔργον ἐμὸν ἐν τῷ νέῳ Ὀργανισμῷ τοῦ Ὑπουργείου. Ὑπάρχει ἀπὸ πέρυσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πίστωσις, ἥτις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἥτις καὶ ἐπραγματοποιήθη κατὰ 3,000 δραχμὰς πέρυσι, πίστωσις φέρουσα τὴν ἐπιγραφὴν «ἐπίπλωσις προξενικῶν γραφείων». Ἡ πίστωσις αὕτη, ὄχι μόνον δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν αὐτοῦ. Διότι τὸ ἄρθρον 105 τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὅπερ ὑφίσταται ἔτι ἐν ἰσχύϊ, λέγει ὅτι «ἐκ τοῦ διὰ γραφικὰ ὡρισμένου ποσοῦ πληρώνονται τὰ χρήσιμα ἔπιπλα, ἡ ἐπιδιόρθωσις καὶ ἡ συντήρησις αὐτῶν».

§273Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πέρυσιν εἰς τὴν ἔκθεσιν ἀνέφερα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθην νὰ προσθέσω τὴν πίστωσιν ταύτην. Οἱ λόγοι εἶναι οἱ ἑξῆς. Ἐν Ἀλβανίᾳ καὶ Μακεδονίᾳ οἱ ἡμέτεροι πρόξενοι σπανίως ἠδύναντο ἐξ ἰδίων των νὰ εὕρωσι τὰ ἀπαιτούμενα μέσα, ὅπως ἐπιπλώσωσι τὰ προξενικὰ γραφεῖα, ἐνῷ καὶ οἱ Σέρβοι καὶ οἱ Ρωμοῦνοι καὶ οἱ Βούλγαροι ἔχουσι πολυτελῆ γραφεῖα· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν, ἐκ γραφικῶν ἐξόδων 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἢ 50, οἱ πρόξενοι νὰ ἐπιπλώσωσι πρεπόντως τὰ γραφεῖά των. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ ποσόν τι ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη εἰς τὰ Προξενεῖα Θεσσαλονίκης, Σκοπίων, Σερρῶν καὶ Ἰωαννίνων, ἵνα ἐπιπλώσωσι τὰ γραφεῖά των.

§274ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι, ἂν ὑπῆρχεν ἀληθῶς ἀνάγκη 5,000 δραχμῶν δι’ ἔπιπλα προξενικῶν γραφείων, ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ περὶ τούτου νόμον, ὄχι μόνον διότι οὐδεμία πίστωσις δύναται νὰ δοθῇ ἄνευ νόμου, — καὶ ἂν ὑπῆρχεν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ χρῆσις τῆς πιστώσεως ταύτης, — ἀλλὰ καὶ διότι ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον· ὁ νόμος λέγει, πόθεν γίνεται ἡ ἐπίπλωσις. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐξόδων ὑπάρχει διάταξις, ἥτις κατὰ πρότασίν μου εἶχε διαγραφῆ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1899, ἥτις ὅμως παρεισήχθη πάλιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, παρέμεινεν. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δαπάναι, αἵτινες διὰ ῥητοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1892, ἀπαγορεύεται ν’ αὐξηθῶσι δι’ εἰδικῆς πιστώσεως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀκριβῶς διότι πρόκειται περὶ δαπάνης τοιούτων ἐξόδων μυστικῶν, ἐν οἷς ἀπαιτεῖται πολλὴ προσοχή, μήπως ἐξολισθήσωμεν πέραν τοῦ μέτρου καὶ δαπανῶμεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει, ὁ ὑποβαλὼν τὸν νόμον τοῦτον — καὶ ἔτυχεν ὑποβαλὼν νὰ ἦναι αὐτὸς ὁ ἀγορεύων ταύτην τὴν στιγμὴν — εἰσήγαγε τὸν περιορισμόν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφεται κατ’ ἔτος εἰδικὴ πίστωσις εἰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ πίστωσις αὕτη διατίθεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν δι’ ὃν ἀναγράφεται σκοπὸν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰδικὸν προϋπολογισμόν, προεψηφισμένον ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἀνεπίδεκτον αὐξήσεως διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων πέραν τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένης». Τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ 1899 ἀπηύθυνα παρατήρησιν πρὸς ὑμᾶς, διεγράφη ἀπὸ τοῦ νόμου τῶν ἐξόδων τοῦ 1899, ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 εἰσήχθη ἐκ νέου. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ διαγράψῃ τὴν διάταξιν ταύτην.

§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπέχω νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ τοῦ προορισμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον διατίθενται αἱ πιστώσεις αὗται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι μετὰ τὸ 1897 καὶ 1898 αἱ πιστώσεις εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς. Δὲν εἶναι ὄντως μόνον αἱ ἀνάγκαι, διὰ τὰς ὁποίας διατίθεται μέχρι τοῦδε ἡ πίστωσις αὕτη, ἀλλ’ ἀνεφύησαν καὶ ἐδημιουργήθησαν καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, πολλαί· ἀφοῦ δὲ ἡ προσωπικὴ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἄμυνα τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Ἑλλάδα δὲν δύναται νὰ ἦναι πλήρης, πρέπει τὰ χορηγούμενα αὐτοῖς μέσα νὰ συμπληρώνωσιν αὐτήν.

§276ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω τι περὶ τούτου, διότι ἐπειθόμην, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὁμοφώνως σύμπασα συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελον ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὐτῶν.

§277Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Προβλέπων, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι ἐπαρκὴς, ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως. Ἀφοῦ ὅμως δὲν γίνεται τοῦτο, θὰ ἐγγράψω πίστωσιν.

§278Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι προσῆκον εἶναι νὰ ὀργανωθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως καλῶς.

§279Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι καλῶς διωργανωμένα, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅστις ἔλαβε τὴν φροντίδα νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου ἐπὶ τὰ βελτίω.

§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δαπάνην πολυτελείας ὡσαύτως ἐγὼ κρίνω καὶ τὴν ὑπὲρ στρατιωτικοῦ ἀκολούθου ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐξ ὅσων ἐδείχθησαν, βλέπετε, ὅτι δὲν εἶπον ὑπερβολὴν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει τάσις πρὸς ὑπερβολικὰς δαπάνας· καλῶς δὲ ἐλέχθη χθὲς, ὅτι, δαπανῶντες, ὅσον καὶ ἂν ἦναι εὐλόγως ἀρεστὰ τὰ κρείττονα, πρέπει νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ ἐκτείνωμεν τοὺς πόδας ἡμῶν τόσον, ὅσον δὲν ἐπαρκεῖ νὰ καλύψῃ αὐτοὺς τὸ σκέπασμα.

§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πολυτέλεια δὲν εἶναι ἁρμόζουσα εἰς μικρὰ Κράτη, ἀφοῦ μάλιστα μεγάλα Κράτη δὲν ἔχουσι τοιαύτην πολυτέλειαν. Ἐπεσκέφθην τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ βαρῶνος Ὄρτσεϋ εἰργάζετο ἐν Βιέννῃ εἰς δωμάτια ὀλιγώτερον πολυτελῶς διεσκευασμένα ἢ ὅσον τὰ δωμάτια τῶν γραφέων τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου ἢ τῶν ἐν Ἀθήναις διοικητικῶν ἢ οἰκονομικῶν ἀρχῶν.

§282ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντὶ τούτων, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τάσις πρὸς δαπάνας εἶναι μεγάλη.

§283Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδὲν ἐδαπανήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη περισσότερον διὰ γραφικὰ ἔξοδα.

§284ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς. Ἡ τάσις πρὸς τὴν πολυτέλειαν φέρει ὑμᾶς ὄχι μόνον εἰς πλείστας περιττὰς δαπάνας, ἀλλὰ καὶ γεννᾷ ζητήματα διεθνῆ. Ἐτάξατε δύο Γενικὰ Προξενεῖα ἐν Αἰγύπτῳ· ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη αὐτῶν; τίς ἡ ἀνάγκη τῶν δύο Γενικῶν Προξενείων; Μετεθέσατε τὴν ἕδραν τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου ἐξ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊρον, ὅπερ ἀπέχει ἓξ ὥρας σιδηροδρομικῶς ἀπ’ αὐτῆς, διὰ λόγους, ὧν τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ ὠφέλιμον ἠμφισβήτησα πέρυσιν, ὅτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω τινὰ περὶ τοῦ θέματος. Ἀλλὰ, τοῦτο πράξαντες, μετεθέσατε ἐκ τοῦ Καΐρου εἰς Ἀλεξάνδρειαν τὸ Προξενεῖον, προαγαγόντες αὐτὸ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, καὶ οὕτω, πρὸς τῇ ματαίᾳ δαπάνῃ, δωρεὰν ἐγεννήσατε καὶ διεθνεῖς δυσχερείας. Ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἔχομεν πλήρη τὴν ἀντιπροσωπείαν ἡμῶν τὴν διπλωματικὴν, τὴν πολιτικὴν, ἐν Καΐρῳ, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ βραδύνῃ ἡ ἐκεῖ μετάβασις τοῦ πολιτικοῦ πράκτορος, διότι ὑπάρχει ἤδη ἐγκατεστημένος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενικὸς πρόξενος, γνωρίζω δὲ, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ δύο γενικοὺς προξένους ἐν τῇ χώρᾳ...

§285Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποθέτω, ὅτι θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ.

§286ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι πλανᾶσθε. Εὑρίσκετο ἄλλοτε Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ ἀπὸ πολλοῦ, ἀλλ’ ἦλθε στιγμὴ, καθ’ ἣν, προκειμένου νὰ σταλῇ νέος γενικὸς πρόξενος, ἠξίωσεν ἡ Πύλη, ἀφοῦ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις δὲν εἶχον γενικοὺς προξένους, νὰ μὴ ἔχωμεν μηδὲ ἡμεῖς.

§287Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὕτη ἡ αἰτία εἶναι καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐν Αἰγύπτῳ.

§288ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τότε διαρρήδην τὴν ἀξίωσιν ταύτην, καὶ ἐπειδὴ καὶ τὸ δίκαιον ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τὸ ζήτημα ἠγείρετο ἐν χώρᾳ, οἵα ἡ Κρήτη, ἡ Πύλη ὑπεχώρησε, καὶ ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸς ὁ πρόξενος ὁ γενικὸς ἐν Χανίοις, ὅπου πᾶσαι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις εἶχον ἁπλοῦς προξένους· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐξ ὑποβολῆς τινος αὐτῶν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα. Ἀφοῦ δὲ ἡ Πύλη ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Γρυπάρην ἐν Κρήτῃ ὡς γενικὸν πρόξενον, τότε καὶ αἱ ἀντιλέγουσαι τῶν Δυνάμεων, ὅπως μὴ ἔχῃ πάντοτε τὴν πρυτανείαν τῆς Ἑλλάδος ὁ γενικὸς πρόξενος, προεβίβασαν τοὺς προξένους αὐτῶν εἰς γενικοὺς προξένους.

§289Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι γενικοὶ πρόξενοι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ.

§290ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλος ὁ τίτλος καὶ ἄλλος ὁ βαθμὸς καὶ ἡ τάξις τοῦ Προξενείου.

§291ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι προσωπικὸν βεβαίως αὐτό. Εἰς τὸ Κάϊρον οἱ περισσότεροι ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων εἶχον τίτλον πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ.

§292Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ γενικοῦ προξένου. Ὑπάρχουσιν ἐν Καΐρῳ γενικοὶ πρόξενοι πασῶν τῶν Δυνάμεων, καὶ οἱ πρόξενοι οὗτοι ἔχουσι πρόσθετον ἐπίτιμον βαθμόν. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑπάρχουσι πρόξενοι καὶ γενικοὶ πρόξενοι.

§293ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἄλλο τοῦτο, καὶ ἄλλο τίτλος τῆς ἀρχῆς.

§294Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως δὲν πρέπει νὰ προβῇ τις εἰς συζήτησιν ἄλλην. Ἐὰν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἀρνῆται νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐν Αἰγύπτῳ ὕπαρξιν δύο γενικῶν προξένων, δὲν ἔχω πολλοὺς λόγους, ἵνα ἐπικρίνω αὐτήν, ἥτις, ὡς Κυβέρνησις, θέλει νὰ διατηρήσῃ ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἐν τῷ κέντρῳ, ὅπου ἑδρεύει ὁ Ἡγεμών.

§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς τοιαύτας συγκρούσεις. Ἐν δὲ τῷ θέματι τούτῳ εὑρισκόμεθα πιθανῶς εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς διαθέσεις πλειόνων τοῦ ἑνός. Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ 1899 εἶχε προϋπολογισμὸν ἐξόδων δραχ. 5,758,200, καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 κατὰ δρ. 330,000 περίπου. Κατὰ τὸ 1900 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 6,363,678· διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ. 605,478, ἥτις, ἀφαιρουμένης τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἐλαττώσεως κατὰ 182,233 δραχμάς, περιορίζεται κατά τι. Διότι κατὰ τὸ 1901 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εὐτυχῶς ἐλαττοῦται κατὰ τὸ ἄνω ποσὸν, καὶ οὕτως ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἀπὸ τοῦ 1899 ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 423,245...

§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι θέλω ἐλαττώσει τὴν εὐχαρίστησιν, ἣν ἔχετε διὰ τὴν μείωσιν ταύτην. Ἐὰν παραβάλητε τὰς δαπάνας κατὰ μέρος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, θέλετε κατανοήσει, ὅτι ἡ οἰκονομία δὲν εἶναι πραγματική, διότι θέλουσιν ἐξαφανίσει αὐτὴν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις.

§297ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠλαττώθη καὶ πολὺ ἡ εὐχαρίστησίς μου, διότι ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ εἶχον σκοπὸν νὰ παρατηρήσω ταῦτα. Ἀποδεικνύουσι δὲ τὰ λεχθέντα, ὅτι, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ δρ. 5,758,200, ἐντὸς διετίας κατὰ 8% ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα, καὶ ἡ τοιαύτη αὔξησις ἔχει προορισμὸν νὰ ἐπιτείνηται κατ’ ἔτος. Ἡ αὔξησις τῶν τε μισθῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀποτελεῖ βεβαίως σταθερὰν προσθήκην εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν. Αἱ δὲ δαπάναι αἱ περικοπτόμεναι καὶ μικρότεραι εἶναι καὶ ἔχουσι χαρακτῆρα οἰκονομίας προσωρινῆς καὶ ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπαναφέρονται. Ἡ δαπάνη ἡ διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα ὑπελογίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ θέμα τοῦτο, εἰς δραχ. 169,000, προκειμένου περὶ πέντε Πρωτοδικείων· τὸ ποσὸν ἄρα, ὅπερ ἀναγράφεται διὰ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα ἐπὶ τέσσαρας μῆνας τοῦ 1901, εἶναι δραχ. 45,466. Ἡ ἐκ δρ. 89,870 οἰκονομία, περὶ ἧς γίνεται λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ, καλύπτει βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι προσωρινὴ οἰκονομία, ἀπέναντι σταθερᾶς αὐξήσεως, καὶ δὲν ἐπαρκεῖ εἰς κάλυψιν τοῦ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους ποσοῦ δραχ. 91,332, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα· εἶναι δὲ διὰ τοῦτο καὶ ἀπατηλή. Ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν εἶχε κινήσει τὴν προσοχὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρέστησα τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ αὔξησις ἤθελε ταχέως ἐπιταθῆ, διότι ταχέως προβαίνει καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν δικαστῶν. Ὑπελογίζετο τότε ἡ αὔξησις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει εἰς δραχ. 209,840. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Ἰουνίου 1899, ῥητῶς ἐλέχθη ὑπ’ ἐμοῦ τοῦτο: «209,000 δραχμαὶ ἐμφανίζονται ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’ ἡ προσθήκη ἀληθῶς δὲν εἶναι 209,000 μόνον, διότι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν θέλει προβαίνει πολὺ ταχύτερον ἢ ὅσον ἀναγράφεται, καὶ ταχέως θέλει φθάσει εἰς 220 καὶ 230 χιλιάδας καὶ πλέον». Πέρυσιν εἴχομεν 213,200 δραχμάς· καὶ ἰδοὺ ἡ αὔξησις ἡ ἐκ τῶν μισθῶν ἐφέτος ἔφθασεν εἰς δρ. 225,820. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν φέρει εὐτυχῶς ἐφέτος ἐλάττωσιν κατὰ δραχ. 1,317,937. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ἀληθῶς εἰπεῖν, δὲν εἶναι ἐλάττωσις, ἀλλὰ παραμένει αὔξησις· διότι μεταξὺ τοῦ 1899 καὶ 1900 εἴχομεν αὔξησιν δραχ. 2,377,356· ἀφαιρουμένης δὲ τῆς ἐφετεινῆς ἐλαττώσεως, παραμένει αὔξησις ἐντὸς δύο ἐτῶν 1,059,519 δραχμῶν· ἤτοι καὶ ἐνταῦθα πάλιν, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 13,500,000 δρ. τοῦ 1899, ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν κατὰ 8% περίπου. Διὰ τὴν ἀστυνομίαν κατὰ τὸ 1899 ἀνεγράφετο δαπάνη δραχ. 2,807,292, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 500,000 λόγῳ κενῶν θέσεων, πρὸς μερικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ. Ἡ ἀστυνομία κατὰ τὸ 1901 θέλει καταναλώσει δραχ. 4,471,860 περίπου· ἐπὶ πλέον διαφορὰ δρ. 1,664,568. Ἀλλὰ, κατὰ τὸν νέον νόμον, ἡ ὀργανικὴ δαπάνη τῆς ἀστυνομίας εἶναι δραχ. 4,971,860, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 500,000 δραχ. λόγῳ κενῶν θέσεων φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐσημείωσα. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι μόνον αὕτη, ἀλλ’ ἔχομεν ἐπὶ πλέον καὶ τὰς ἀντιστοίχους δαπάνας, τὰς γινομένας μέχρι τοῦδε ἐν αὐτῷ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐπανερχομένους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ δαπάνη διὰ τὰ ταχυδρομικὰ τοῦ 1899 εἶναι δραχμαὶ 2,650,588, τὸ 1900 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 2,906,480, τὸ 1901 εἰς δρ. 3,298,390. Δηλαδὴ ἔχομεν ἐν δυσὶν ἔτεσιν ἐν μόνοις τοῖς ταχυδρομείοις αὔξησιν δραχ. 647,302. Ὑπολογίσατε, πόσον τοῖς ἑκατὸν ἔρχεται.

§298Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει διαφορὰ, ἣν πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε. Ὅταν ἐξετάσητε τοὺς ἀπολογισμοὺς, θὰ ἴδητε τὸ πρᾶγμα.

§299ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἔχομεν διὰ τὸ 1901 ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ 138,799 δραχμάς. Ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ ἐνταῦθά τινα. Παραβάλλω πρὸς τὸ ἔτος 1900, καὶ βλέπω, ὅτι παραμένει ἡ αὔξησις, ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως· βλέπω δὲ, ὅτι, καίτοι διατηρουμένου ἐν ἰσχύϊ τοῦ ψηφισθέντος εἰδικοῦ νόμου, ἐξαλείφεται ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς Γυμναστικῆς, καὶ περιορίζεται κατὰ τοῦτο—καλῶς κατὰ τοῦτο—ἡ πίστωσις, λόγῳ ἀργίας τῆς θέσεως. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν κατηργεῖτο αὐτὴ ἡ θέσις νομοθετικῶς. Βαρύτατα εἶναι τὰ καταβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀσκόπως ὑπὲρ τῆς γυμναστικῆς. Ἂν προεβλέπομεν τελεσφόρως, δὲν θὰ ὡρίζομεν ποσὸν πλούσιον διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου, εἰς ὃ δαπανῶνται, νομίζω, 28,000 δραχμαί, ἐνῷ δὲν ἔχει τοῦτο ἢ τέσσαρας μόνον τοὺς φοιτῶντας σήμερον. Τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον ἀπεδείχθη ἄχρηστον ἵδρυμα ἐντελῶς. Οὐδεὶς σχεδὸν φοιτᾷ ἐφέτος εἰς αὐτό. Ἐφοίτησαν εἰς τὸ Γυμναστήριον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως πέρυσί τινες, οἵτινες ἀπεφοίτησαν, λαβόντες πτυχίον γυμναστοῦ καὶ εἰσαχθέντες, ὡς νομίζω, εἰς διαφόρους θέσεις οὕτως ἀμέσως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης προπαρασκευῆς. Ἀλλὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὸ νὰ τρέφωνται πρόσωπα οὐδεμίαν ἔχοντα ἐργασίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχει ἄλλην γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τὴν γνώμην αὐτοῦ...

§300ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν στιγμήν.

§301ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὅλον νομοθέτημα εἶναι οὐχὶ μόνον ἐπιζήμιον χρηματικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀνατρεπτικὸν πάσης ὀρθῆς ἰδέας παιδεύσεως γυμναστικῆς ἐν τῷ Κράτει, διότι ἡ γυμναστικὴ θεμελιωδῶς πρέπει νὰ ἦναι ἀποτεθειμένη εἰς χεῖρας τῶν δημοδιδασκάλων, ἐκεῖθεν δὲ νὰ ἀναβαίνωσι γυμναστικῶς προπαρεσκευασμένοι οἱ νέοι εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἀνωτέραν, ὅπου δι’ ἄλλου ἴσως τρόπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρέχηται εἰς αὐτοὺς εὐκολία πρὸς περαιτέρω ἐξάσκησιν, πολὺ οἰκονομικώτερον. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν...

§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχουσι κεφάλαια «βοηθήματα εἰς Συλλόγους».

§303ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί· ἀλλὰ περιεκόπησάν τινα. Περιεκόπησαν τὰ εἰς γυμναστικοὺς Συλλόγους.

§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ Συλλόγου «Παρνασσοῦ» ἱδρυθεῖσα «Σχολὴ τῶν ἀπόρων παίδων» εἶναι ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον παράγει καὶ παρήγαγε καρποὺς ἀγλαούς. Εἶχον προτείνει πέρυσι καὶ ἀνεγράφη ποσὸν χιλίων δραχμῶν. Ἤθελον προτείνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ σήμερον νὰ χορηγήσῃ καὶ ἕτερον κατὰ προσθήκην ποσὸν χιλίων δραχμῶν, προοριζόμενον νὰ διατεθῇ διὰ τὰ ὑπνωτήρια τῆς Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων, ὡς ἐπίσης ἤθελον προτείνει νὰ ἀναγράψῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν δύο ἢ τριῶν χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν Ἐπαγγελματικὴν Σχολὴν τῶν γυναικῶν. Ὁ σκοπὸς τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι ἄξιος πάσης ἐνισχύσεως, τὸ δὲ ἵδρυμα αὐτῆς χρησιμώτατον εἰς τὴν κοινωνίαν.

§305ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλομεν προτείνει τοιοῦτόν τι σχετικόν.

§306Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ διὰ τὸν Σύλλογον τοῦ «Ἑλληνισμοῦ» εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀνάλογος πίστωσις.

§307Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα! Ἀφοῦ περιεκόπη ἡ τῆς Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας!

§308ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιέχει καὶ τοῦτο ἐλάττωσιν δραχμῶν 1,295,000 περίπου ἀπὸ τοῦ περυσινοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ προηγουμένως εἶπον, ὅτι διαγράφεται ἐντελῶς τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ περὶ τῆς χωροφυλακῆς, παραμένοντος μόνου τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀρχηγοῦ. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν νέον τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δαπάνη ἔμελλε νὰ ἦναι δραχ. 4,000,000...

§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρχηγοῦ 290 χωροφυλάκων!

§310ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§311Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....

§312ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναὶ, κύριε Ὑπουργὲ, εἴπετε τοῦτο καὶ προχθές. Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε, ὅτι πέρυσιν ἐπεμένετε, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἐλησμονήσατε δὲ καὶ ἕτερόν τι, ποίους λόγους προσηγάγετε ὑμεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγκαταλιπὼν τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, ἣν κατεῖχε τότε, καὶ καταβὰς ἐνταῦθα, ὅπως παράσχῃ τὴν ἐπικουρίαν τῶν γνώσεων αὑτοῦ ἐν τῷ εἰδικῷ τούτῳ θέματι. Ἐλέγετε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι κακῶς ὑπελογίζομεν τότε, ὅτι κατὰ τὸ νέον σύστημα θὰ ἔλειπον 2,000 περίπου ἄνδρες ἐκ τῶν 13,000, οἵτινες εἶναι προωρισμένοι ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, καὶ ἐλέγετε, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης 4,000 ἀνδρῶν ἐκ τῆς χωροφυλακῆς εἰς τοὺς 4,000 ἄνδρας τῆς νέας ἀστυνομίας καὶ τοῦ κρείττονος ποιοῦ καὶ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φυλακῶν, ὅπως προσδιώριζεν αὐτὰς ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ σήμερον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἠθέλετε φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν τῶν οὐχὶ δύο χιλιάδων, διότι ἐλέγετε αὐτοὺς ὀλιγωτέρους, ἀλλὰ τῶν 1500 περίπου ἀνδρῶν, εἰς ὅσους συνεφωνήσατε. — Ἐγὼ νομίζω πάντοτε, ὅτι οἱ ἐλλείποντες ἦσαν ἄνω τῶν 2 χιλιάδων. — Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐφρονεῖτε πρὸ δύο ἐτῶν, σήμερον φρονεῖτε, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, καὶ μετὰ μόνου τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀστυνομίας ἠλαττωμένου, καὶ μετὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μετὰ ποιοῦ χωροφυλακῆς ὁμοίου πρὸς τὸ μέχρι τοῦδε, αὐτοῦ τοῦ μέχρι τοῦδε, θὰ ἐπιτύχητε τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, ὃν δὲν ἐφαρμόζετε. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη, ἡ τοῦ 1899, ἢ ἡ τοῦ 1900, ἢ ἡ νέα, εἰς ἣν ἐπιμένετε σήμερον.

§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ οἱ δύο νόμοι συνάμα νὰ ἐφαρμοσθῶσι· διότι, ἐὰν ζητήσητε ἐθελοντὰς διὰ τὴν ἀστυφυλακὴν καὶ συνάμα διὰ τὴν χωροφυλακὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχητε, ὅταν ὁμολογούμενον ἦναι, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ ἀστυφύλακος εἶναι ἀνώτεραι. Κατ’ ἀκολουθίαν, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀστυνομικὸς νόμος, καὶ μετὰ τοῦτον θὰ ἔλθῃ ἡ ἐφαρμογή τοῦ νόμου τῆς χωροφυλακῆς.

§314ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε, κατὰ ταῦτα, ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸν προσεχῆ Προϋπολογισμὸν, ὃν θέλομεν συζητήσει, ἂν ἤμεθα ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ζωῇ, θέλομεν ἴδει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπαγγελιῶν τούτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἄξιον περιεργίας εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, ὁ νέος ὀργανισμὸς, ὁ ψηφισθεὶς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν ἀφαιροῦνται δραχ. 60,389, διότι, κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν, μέχρι τοῦδε ἀνεγράφοντο δραχμαὶ 2,499,389, καὶ ἐφέτος ἀναγράφονται μόνον 2,439,000.

§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀπὸ ποῦ ἀφαιροῦνται;

§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τώρα.

§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι αὐθαίρετος ἐλάττωσις. Ἐλαττώνονται ἀπὸ τὴν νοσηλείαν πιστώσεις, ἀπὸ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαιότατα.

§318ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφαὶ ἐπιζήμιοι καὶ χρηματικῶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐπιζήμιοι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας τῆς ναυτικῆς, ἀναγραφαὶ, αἵτινες στηρίζονται εἰς ἐπαγγελίαν προσαγωγῆς νομοσχεδίων, ἅτινα δὲν εἶδον μέχρι τοῦδε προσαχθέντα, εὐτυχῶς, διότι αἱ ἀναγραφαὶ αὗται λόγον ἔχουσι τὴν ἐξομοίωσιν τῶν μισθῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ἄν ὑπάρχῃ τι ὀλέθριον ἐν τῷ ναυτικῷ, οὗτινος οἱ ἄνδρες ἔχουσιν ἀνάγκην πολλῆς παρορμήσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος κατὰ θάλασσαν, τοῦτο φέρει ἡ ἐξομοίωσις τῶν μισθῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Εὐθὺς ὡς τελεσθῇ ἡ ἐξομοίωσις αὕτη, ὁ ὀλίγος ζῆλος πρὸς τὴν θαλασσίαν ὑπηρεσίαν θέλει καὶ οὗτος μαρανθῇ, καὶ θέλομεν ἴδει τὰς πλατείας καὶ τὰς ἀγυιὰς τῶν δύο πόλεων πλήρεις τῶν ἀποφευγόντων νὰ μεταβαίνωσι συχνὰ, ἵνα ἐκπληρῶσιν ὑπηρεσίαν κατὰ θάλασσαν.

§319Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ νόμος; Καθόσον ἄνευ νόμου αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι.

§320ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο τὸ γνωρίζω. Βεβαίως, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος, δὲν δύνασθε νὰ πληρώσητε. Τοῦτο γαλλιστὶ ὀνομάζεται Vérité de Mr de la Palice (γέλωτες).

§321Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου τῆς συζητήσεως. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἔχητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσητε τὰ τοῦ θέματος.

§322ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριος οἶδεν! Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως ὀρθότερον, ἂν ἦτο ἑτοίμη ἡ Κυβέρνησις νῦν, ὅτε συζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ εἴπῃ, ἂν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸ σχέδιον τοῦτο, ἢ καὶ τοῦτο παρῄτησεν. Ἀλλ’ οὐδὲν βλέπω. Δὲν εἶναι ἑτοίμη.

§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πιστώσεις ἀναγράφονται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν νόμων. Ἐνῷ δὲ δὲν ἔγεινε νόμος, ἦτο περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις.

§324ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος καὶ αὐτὸς περιέχει ἐλάττωσιν δραχ. 800,000. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι εἰκονική. Διότι ἀντὶ τῶν 800,000 τούτων εἰσάγονται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου 925,000. Εἶπον, ὅτι εἰσάγονται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ταῦτα δὲν θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τοὺς σκοποὺς, οὓς ἐπιδιώκει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὅπως ἐπιτύχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν ἐξομοίωσιν τῶν μισθῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς ἀφαίρεσιν τινὰ, εἰς χύσιν, καὶ ἐξέλεξεν ὡς κατάλληλον σκεῦος πρὸς τὴν τοιαύτην χύσιν τοὺς ἄνδρας τῶν πληρωμάτων, καὶ ἐλαττώνει τὸν ἀριθμὸν τῶν πληρωμάτων. Ὅσον ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἐξομοίωσις τῶν μισθῶν, ἄλλο τόσον ἐπιζήμιος ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς ναυτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀριθμοῦ, ὅστις εἶναι πάντως ἀναγκαῖος. Ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δαπάνην τινὰ, ἥτις ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἀναγράφηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν δαπάνην τῶν ἀτμοτελωνίδων. Θὰ ἦτο δὲ καλὸν νὰ ἐγίνετο ὅπερ λέγω, διότι οὕτω θὰ ἐχωρίζετο καὶ ἡ δαπάνη τῶν γαιανθράκων, τῶν ἀναγκαίων αὐταῖς, ἀπὸ τῆς δαπάνης τῶν γαιανθράκων τοῦ στόλου. Ἀρκετὰ συγκεχυμένον καὶ ἐκτεταμένον εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς δαπάνης τῶν ἀνθράκων, τῶν ἀγοραζομένων ὑπὲρ τοῦ στόλου, ὥστε νὰ ἦναι ὠφέλιμον νὰ παραμερισθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο, λαμβάνον τὴν προμήθειαν ἄλλοθεν, καὶ μὴ συγχέον τὰς προμηθείας αὐτοῦ μετὰ τῶν προμηθειῶν τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν ἄλλων πλοίων, τῶν πλοίων τοῦ στόλου. Παρατηρῶ, ὅτι, ὁσάκις λαμβάνεται ἀνάγκη ἀνθράκων καὶ ὑπάρχουσιν ἄνθρακες εἰς τὰς ἀτμοτελωνίδας, μετατίθενται οἱ ἄνθρακες τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἢ ὅπου ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἀνάγκη. Πρᾶγμα ἀτοπώτατον καὶ ἐν γένει νὰ γίνεται, ἀλλὰ λόγον ἔχον τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἀποθήκης. Προκειμένου περὶ τῶν γαιανθράκων, Κύριοι, δι’ οὓς δαπανῶμεν πολλὰ, εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ γινώσκωμεν, πόσοι τούτων δαπανῶνται ὑπὲρ σκοπῶν ἀληθῶς ἐκπαιδευτικῶν, σκοπῶν συντελούντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, τοῦ στόλου ἡμῶν. Οἱ πίνακες, οὓς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι λεπτομερεῖς. Ἐν αὐτοῖς δὲν περιέχονται μόνα τὰ δαπανώμενα ἐν Πόρῳ, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προφορικῶς, κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἐκεῖ οὐδεμία ὑπάρχει κίνησις πλοίων, καὶ ἡ εἰς γαιάνθρακας δαπάνη, ἐπειδὴ εἶναι δαπάνη μαγειρείου, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δὲν ὑπερβαίνει τοὺς 80–100 τόννους. Ἀλλ’ ἔχω ἐνταῦθα τοὺς πίνακες τῆς δαπάνης τῆς γενομένης εἰς τὸν Ναύσταθμον—καὶ παραμερίζω τούτους—καὶ τοὺς πίνακες τῆς δαπάνης τῆς γενομένης εἰς τὰ πλοῖα. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχουσιν οἱ πίνακες οὗτοι. Κατὰ τὸ 1900 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου ἐδαπανήθησαν τόννοι γαιανθράκων εἰς πάντα τὰ πλοῖα, ἐκτὸς τοῦ «Μιαούλη», 3,587 567/800. Ἀκούσατε νῦν, πῶς κατανέμονται οἱ γαιάνθρακες οὗτοι (ἀναγινώσκει πίνακα). Τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ»: ἐννέα πλοῖ, 1806 μίλια, 661 τόννοι 200/800. «Ὕδρα»: οὐδεὶς πλοῦς, οὐδὲν μίλιον, 74 τόννοι 148/800, δηλαδὴ δαπάνη μαγειρείου καὶ τὰ τοιαῦτα. «Σπέτσαι» τρεῖς πλοῖ, 452 μίλια, 336 τόννοι καὶ 598/800, ὀκάδες δηλαδή τινες. «Μυκάλη»: δέκα πλοῖ, 1515 μίλια, 190 τόννοι 15/800. «Κρήτη»: 36 πλοῖ, 3186 μίλια, 320 τόννοι 740/800. «Ἀμφιτρίτη»: 19 πλοῖ, 9600 μίλια, 1265 τόννοι. «Πηνειὸς»: 5 πλοῖ, 131 μίλια, 11 τόννοι 500/800. «Ἀχελῷος»: 20 πλοῖ, 4213 μίλια, 88 τόννοι. «Ἀλφειός»: δύο πλοῖ, 78 μίλια, τρεῖς τόννοι 750/800. «Εὐρώτας»: 27 πλοῖ, 4026 μίλια, 70 τόννοι 1/800. Καὶ ἔρχονται ἔπειτα τὰ τορπιλλοφόρα μετ’ ἀσημάντων ποσῶν: τρεῖς πλοῖ, 14 μίλια, 2 τόννοι καὶ τὰ λοιπά. «Ἀφρόεσσα»: 2475 μίλια, 138 τόννοι 48/800, καὶ «Πάραλος»: 5750 μίλια, 410 τόννοι. Ἐνταῦθα ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι πρὸς ἀκριβεῖς ἐκπαιδευτικοὺς σκοποὺς, ἐὰν ἐξετάσητε, ἀμφιβάλλω, ἂν θέλετε εὕρει, ὅτι ἐδαπανήθησαν ἑκατὸν—ἂς θέσωμεν διακοσίους— τόννοι, διότι καὶ τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσι σκοπὸν πολεμικὸν ἐκπαιδευτικόν, οἷον ὁ «Ἀχελῷος» καὶ ὁ «Εὐρώτας», ἅτινα ἔπλευσαν ἕκαστον ὀλίγον ὑπὲρ τὰ 4,000 μίλια, τὰ πλεῖστα τῶν μιλίων τούτων δὲν ἐξετέλεσαν ἀποτελοῦντα μέρος τῆς μοίρας τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐν ἑλιγμοῖς, ἀλλ’ ἐξετέλεσαν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Λοιπὸν ἐξετέλεσαν μὲν αὐτὰ, ἀλλ’ ὄχι δι’ ἐκπαιδευτικοὺς σκοπούς. Ὥστε ἐκ τοῦ πίνακα τούτου προκύπτει, ὅτι ἐδαπανήσαμεν μὲν εἰς τοὺς γαιάνθρακας πρὸς κίνησιν τῶν πλοίων, ἀλλ’ οἱ γαιάνθρακες οὗτοι καταναλίσκονται εἰς σκοποὺς ὑπηρεσίας παντοίας, ἐλάχιστοι δὲ εἰς σκοποὺς ἐκπαιδεύσεως τῶν πληρωμάτων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στόλου. Εἷς πλοῦς ἐν ἔτει 1900 ἔφερε τὸν χαρακτῆρα ἐκπαιδευτικοῦ πλοῦ, ὁ πλοῦς τοῦ πλοίου «Μιαούλη». Ὁ «Μιαούλης», κατὰ τὸν πλοῦν τοῦτον, διήνυσεν ἐν ἔτει 1900 μίλια 13,120, καὶ ἐδαπάνησε 1020 τόννους γαιανθράκων...

§325Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δύο ταξείδια;

§326ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι ἐφέτος. Πέρυσι διήνυσεν 8740 μίλια, καὶ ἐδαπάνησε 1500 τόννους. Καὶ βλέπομεν ἐνταῦθα, ὅτι ἐμφανίζεται πρόνοια ἀξιέπαινος, ὥστε νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ δεύτερος πλοῦς ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγοδαπανώτερος, γινομένης καὶ χρήσεως συχνοτέρας τῶν ἱστίων. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν εἶναι ἀξιέπαινοι οἱ διενεργήσαντες τὰ τοῦ πλοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἀμφισβητῶ, ὅτι οἱ δύο οὗτοι πλοῖ τοῦ «Μιαούλη» εἶχον χαρακτῆρα ἀκριβῶς ἐκπαιδευτικόν. Βεβαίως οἱ ναῦται παντὸς βαθμοῦ, οἱ παραμένοντες ἡμέρας καὶ νύκτας ἐν πελάγει καὶ συγχρωτιζόμενοι πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ ἐξοικειούμενοι πρὸς τὸ στοιχεῖον τοῦτο, βεβαίως ἀποκομίζουσιν ὠφέλειάν τινα, ἀλλ’ αὕτη εἶναι ὠφέλεια ἁπλῶς ναυτικὴ, οὐχὶ ὠφέλεια ἐκπαιδευτικὴ πληρωμάτων καὶ ἀξιωματικῶν.

§327Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἔσχον ὅμως εὐκαιρίαν νὰ σπουδάσωσι τὰ πράγματα.

§328ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ δαπανᾷ ὅσα δαπανῶσιν ἄλλα Κράτη, καὶ οὗτοι οἱ πλοῖ ἔδει νὰ γίνωνται. Ἀλλ’ ὅτε ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ, ὅπως γίνωνται αἱ τακτικαὶ ἀσκήσεις, ὅτε βλέπομεν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος σχεδὸν δὲν ἐμφανίζονται γενόμεναι τακτικαὶ ἀσκήσεις, ἀμφισβητῶ παντελῶς τὴν σκοπιμότητα τῶν τοιούτων ἁπλῶν ἀποδημήσεων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει πολὺν ζῆλον εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει, καὶ τὸν ζῆλον προβάλλει πράγματι αὐστηρὸν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Βλέπω δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διαγράφει καὶ τὸ πρόγραμμα, ὅπερ θέλει ἐφαρμόσει κατὰ τὸ 1901, προκειμένου περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ναυτικοῦ. Ἴσως πρὸ τούτου ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν πρόσκλησιν τοῦ ὀργανωτοῦ, ὅστις καὶ οὗτος ἐν ἔτει 1899 ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος, ἀλλ’ ἐξηφανίσθη νῦν ἀπὸ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος. Δὲν φρονῶ, ὅτι πρόσκλησις τοιαύτη ἤθελεν εἶναι χρήσιμος· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελεν εἶναι χρήσιμος, ἂν ἐξακολουθῶμεν νὰ ἐκτελῶμεν τὰς ὁδηγίας τῶν ὀργανωτῶν, ὅπως ἐξετελέσαμεν τὰς μέχρι τοῦδε, εἶναι ἡ δαπάνη ἄσκοπος. Διότι τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ ᾖναι καλὸν, — βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω περὶ αὐτοῦ, — ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τὰ τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ ὠργανώθησαν ὡς ἄριστα ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου Lejeune, ὅστις, ὅτε ἀνεχώρησεν, ἔλεγε: «Νῦν ἔχετε στόλον· ἐργασθῆτε, ὅπως κατασταθῆτε ἄξιοι νὰ ἀναβιβάσητε αὐτὸν εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ἐκ τῆς καταγωγῆς ὑμῶν ἔχετε καθῆκον νὰ ἀνέλθητε». Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲν πράττομεν ἄλλο ἢ νὰ καταργῶμεν ἐκεῖνα, ἅτινα ἐκεῖνος ὠργάνωσεν. Ἔχω ἀντίγραφον τοῦ «Ὀργανισμοῦ τῆς Μοίρας», ὡς προέβλεπεν αὐτὸν οἰκονομικώτατον ὁ ναύαρχος Lejeune, καὶ ἀντιπαραβάλλων πρὸς τὸν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, βλέπω, ὅτι διαφέρει οὐσιωδῶς ὁ εἷς τοῦ ἄλλου. Καὶ ἐρωτῶ: ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ κῦρος τοῦ ναυάρχου, ὅπως τροποποιήσῃ αὐτὸν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐκμηδενίζηται πᾶσα ἐξ αὐτοῦ ὠφέλεια; Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις συνειργάσθη μετὰ τοῦ ναυάρχου Lejeune, πῶς ἐλησμόνησεν ἔργον ὠφελιμώτατον, μετὰ τόσας δαπάνας καὶ τόσην ἐργασίαν συντελεσθὲν, καὶ σήμερον, προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, δέχεται τὴν τελείαν ἀνατροπὴν αὐτοῦ; Νομίζω, ὅτι ἐξώφλησα τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Ὑπουργείων. Ὁ διελθὼν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀποκομίζει ταύτην τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, τὴν μὴ ἐπιδεχομένην μεταβολὴν, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν ὑπὲρ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει διαθέσεις συστηματικὰς πρὸς δαπάνας, καὶ ὅτι, ἂν αὗται ἐμφανίζωνται κάπως μέτριαι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, λόγος τούτου εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἀντελήφθη, ὅτι αἱ ἰδέαι αἱ μεταρρυθμιστικαὶ, τὰ σχέδια τὰ πολυτελῆ, ἂν ἐφηρμόζοντο καθ’ ὁλοκληρίαν, ἤθελον φέρει εἰς μεγάλα ἐλλείμματα. Ἀλλὰ, τοιοῦτος ὢν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἆρά γε δεικνύει ἀπέναντι αὐτοῦ πρὸς παρηγορίαν ὠφελείας, ὥστε νὰ ἀνεχθῶμεν τοιαύτας δαπάνας; Ἀποκομίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξ αὐτῶν ὄφελός τι ἀνάλογον; Οὔτε ἡ τάξις, οὔτε ἡ ἀσφάλεια ἐβελτιώθησαν διὰ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως· οὔτε ἡ Δικαιοσύνη ὑπέστη τὴν ἐλαχίστην ἀλλοίωσιν ἐπὶ τὰ κρείττω ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1900. Περὶ τῆς παιδείας δὲν βλέπω τί ἔχομεν νὰ εἴπωμεν. Ἐν τῇ γυμναστικῇ εἴδομεν τοὺς καρποὺς τοῦ μεγάλου ἐκείνου σχεδίου τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου· τέσσαρες φοιτηταί! Περὶ δὲ τῆς Ἐκκλησίας; παρήλθομεν αὐτὴν ἐν σιγῇ. Καθ’ ὅλον τοῦτον τὸν χρόνον ἐφροντίσαμεν μόνον νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ἀρχιερεῖς ἐπὶ τοῦ χάρτου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ; Ὁ ὀργανωτὴς ἐν ἀμφοτέροις ἐκρίθη ἐπὶ τέλους περιττός. Ἦτο ἀναγκαῖος μέχρις οὗ ψηφίσωμεν τὰς μεταρρυθμιστικὰς ἰδέας ἐν τῷ στρατῷ, τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Δι’ αὐτοῦ ἀπεκτήσαμεν τὸ πᾶν, καὶ θὰ ἔχωμεν μόνον νομοσχέδια συντελεστικὰ εἰς ἐφαρμογὴν τῶν προβλέψεων τοῦ νόμου ἐκείνου! Ἤθελον νὰ ἠδυνάμην νὰ ἀποφύγω νὰ θίξω τοὺς καρποὺς τῶν δαπανῶν, προκειμένου περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ὑποθέσεων. Ἀλλά, καθὼς δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, οὕτω καὶ εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ θίξω τὸ ζήτημα. Οὐδὲν θέλω εἴπει, ὅπερ νὰ θίγῃ τὰ ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν ἐκκρεμῆ ζητήματα. Θὰ εἴπω μόνον ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπαιτεῖται νὰ λεχθῇ ταύτην τὴν ὥραν. Καὶ θέλω ὑποβάλει τὴν ἐρώτησιν: Διὰ τίνα λόγον ὑπεβλήθησαν πάντα τὰ ἄλλα ζητήματα ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν, τὸ δὲ ζήτημα τῆς συνθήκης τῆς ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς ἐξῃρέθη ἀπὸ τῆς κρίσεως τῶν διαιτητῶν, καὶ ἔμεινεν ἐν διαπραγματεύσει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας; Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐχὶ διότι ἀντίκειται ἡ ἀπάντησις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἰδιαίτατα δὲ ταύτης τῆς εἰδικῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ἐμπορίαν ἡμῶν καὶ τὴν ναυτιλίαν, δὲν ὑπάρχει σφάλμα, ὅπερ δὲν διεπράχθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων κυβερνητῶν. Ὅτε διεπραγματεύοντο οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁριστικὴν συνθήκην ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε, ὅτι παρῄτησαν τὴν τρίμηνον προθεσμίαν, ἥτις ἦτο δεδομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῆς προκαταρκτικῆς, ὅπως περατώσωμεν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῶν προξενικῶν συμβάσεων. Ὅτε ἐγίνετο ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη, εἴχομεν κεκτημένα δικαιώματα ἐκ τῆς συνθήκης τῆς προκαταρκτικῆς ἄνευ προθεσμίας ὑποχρεούσης ἡμᾶς τακτῶς εἰς συνομολόγησιν συμβάσεως ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Τουρκίας, ἧς ἄνευ δὲν θὰ ἐνεμόμεθα τὸ πρῴην καθεστὼς, δηλαδὴ τὰ προνόμια τὰ πρὸ τοῦ πολέμου. Τὴν τρίμηνον προθεσμίαν ἐθυσιάσαμεν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, καὶ ἐλάβομεν ἑτέραν τρίμηνον ἐν τῇ ὁριστικῇ. Ταύτην τὴν δευτέραν ἀφήκαμεν καὶ παρῆλθε πολλαπλασίως μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ἀνηνέχθημεν εἰς τὰς Δυνάμεις, οὐδὲ βῆμα ἐν τῷ μεταξὺ προβάντες, ἀλλ’ εὐαρέστως ἐνασχολούμενοι εἰς συζητήσεις μετὰ τῶν Τούρκων πληρεξουσίων, οἵτινες οὐδὲ ἓν βῆμα ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ ἐκτελέσῃ. Ἐν ᾧ δὲ παρήρχετο καὶ ἡ δευτέρα τριμηνία ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας, ἀφήκαμεν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν κατηναλίσκετο καὶ ἡ διετία, ἥν, καίτοι μὴ ἔχοντες τεταγμένην προθεσμίαν ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, ἐθέσαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν. Ἀφήκαμεν, λέγω, καὶ κατηναλώθη ὁλόκληρος ἡ διετὴς προθεσμία ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, προθεσμία, ἧς ὄπισθεν εὑρίσκετο ἡ ῥήτρα τοῦ Πρωτοκόλλου, τοῦ παρηρτημένου εἰς τὴν ὁριστικὴν συνθήκην, καθ’ ὃ, παρελθούσης τῆς διετίας, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ πρώην καθεστὼς, τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καθεστὼς ἄλλο, οὗτινος ὁρισμὸς εἶναι «ἡ αὐθαίρετος θέλησις τῆς Τουρκίας». Ὅτε προέκειτο νὰ λήξῃ ἡ προθεσμία, μεταξὺ ἄλλων θωπειῶν εὐμενῶς παρεχωρήθη καὶ ἓξ ἔτι μηνῶν παράτασις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μήπως νομίζητε, ὅτι καὶ αὕτη ἐχρησίμευσεν; Ὄτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀνενεχθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις ἡ Κυβέρνησις, ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος, ὑπεμνήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπίκειται ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας, καὶ ὅτι μετὰ ταύτην τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ναυτιλιακὰ συμφέροντα ἡμῶν μένουσιν εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς Τουρκίας ἐμπεπιστευμένα. Δὲν πιστεύω, ὅτι οἱ τοῖχοι συνεκινήθησαν ὀλιγώτερον τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἔληγεν ἡ προθεσμία τὴν 1 Ἰουνίου τοῦ ἔτους τούτου, κατὰ Μάρτιον δὲ μῆνα προσεφύγομεν πρὸς διαιτησίαν ἐνώπιον τῶν Δυνάμεων. Διατὶ δὲν ἀνηνέχθη εἰς αὐτὰς καὶ τὸ ζήτημα τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας; Εἴχομεν δικαίωμα· διότι πάντα τὰ θέματα ἐν συναφείᾳ διετυπώθησαν ἐν τῇ ὁριστικῇ συνθήκῃ, καὶ, ὡς ἔχουσι τὰ ἄρθρα ἐν αὐτῇ, τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνωτάτου εὐρωπαϊκοῦ κριτηρίου καὶ διὰ τὰ προξενικὰ καὶ διὰ τὴν ναυτιλίαν καὶ ἐμπορίαν εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἂν δὲ προσεφύγομεν ἐγκαίρως εἰς τὴν διαιτησίαν καὶ διὰ τὴν ἐμπορίαν καὶ ναυτιλίαν, δὲν θὰ ἐπέβαλλεν ἔπειτα ἡ Τουρκία αὐθαιρέτως τὸ γενικὸν αὐτῆς δασμολόγιον· διότι, ἂν ἐτόλμα νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι καθ’ ἡμῶν, ἡ ἐξουσία τῶν Δυνάμεων ἤθελε σταματήσει τὴν αὐθαίρετον τῆς Τουρκίας τόλμην πρὸς τοιοῦτον ἐγχείρημα, λέγουσα πρὸς αὐτήν: «Ἐν ὅσῳ μένει ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, δὲν σοὶ ἐπιτρέπομεν τοιοῦτον διάβημα.» Ἐβασανίσθην νὰ εὕρω, πῶς τὸ πρᾶγμα τοῦτο κατωρθώθη, καὶ εὗρον λόγον τινά, ὅστις εἰς ἐμὲ δὲν ἤθελε βεβαίως φανῆ ἀρκετός, ἵνα παραιτήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν διαιτησίαν. Εὗρον τὸν λόγον ἐν ἐκθέσει τοῦ Ἄγγλου ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τὸν λόρδον τῆς Σαλισβουρίας, ἥτις περιέχει ἔγκλειστα διάφορα ἔγγραφα, ἐν οἷς καὶ ὑπόμνημα τοῦ ἡμετέρου ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ, ὅπερ πραγματεύεται περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀποκλειστικῶς. Ἐν τούτῳ ἀναφέρονται τὰ ἄρθρα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ θέματα, δι’ ἃ παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς τῆς προσφυγῆς εἰς διαιτησίαν· ἐξεταζομένων δὲ τῶν ἀξιώσεων τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων, ὅπως τὰ τῆς ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας τεθῶσιν ἔξω τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστῶτος, τὸ ὑπόμνημα περιέχει πολλοὺς ἰσχυρισμούς, ὑποστηρίζοντας, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο ἀνεγνωρίσθη ἡμῖν ὑπὸ τῆς προκαταρκτικῆς, καὶ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Δυνάμεων, λέγει, ὅτι αὕτη εἶναι ἀναγκαία, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὸ σκοπούμενον, διότι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ὁριστικῆς δὲν δυνάμεθα ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀνενεχθῶμεν εἰς τοὺς διαιτητάς. Τοῦ ὑπομνήματος τὸ τέλος ἔχει οὕτω: «Τοιοῦτοι εἶναι οἱ πρώτιστοι λόγοι, οἱ κωλύοντες τοὺς Ἕλληνας πληρεξουσίους νὰ μονογραφήσωσι τὸ ἄρθρον ΧΙ, ὡς εἶναι συντεταγμένον. Μετὰ τὰς ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων γενομένας δηλώσεις, ἀναγκάζονται νὰ ζητήσωσιν ἑρμηνείαν ἀκριβῆ, ἣν νομίζουσιν ἀπολύτως ἀναγκαίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἂν ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη, δὲν θέλουσι δυνηθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ θέσωσι δι’ ὠφελείας τὸ πλεονέκτημα, ὅπερ παρέχει αὐτοῖς τὸ ἄρθρον ΙΧ τῆς προκαταρκτικῆς, καὶ προσφύγωσιν εἰς τὴν διαιτησίαν.»

§329ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει;

§330ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τῆς 15 Νοεμβρίου 1897.

§331Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁμιλεῖτε χωρὶς νὰ φέρητε εὐθύνην δι’ ὅσα λέγετε. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιτρέψῃ ἡμῖν νὰ μὴ σᾶς ἀπαντήσωμεν.

§332ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ μετεχειρίσθην ἔγγραφον δημόσιον, ὑπάρχον εἰς χεῖρας πάντων, δεδημοσιευμένον ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ κατατεθειμένον εἰς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλάς. Θὰ εἴπω δὲ ἐπιπροσθέτως, καὶ εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ ἐνταῦθα ὡς ἐπιχείρημα λεγόμενον δὲν ἀρκεῖ, ἵνα στερήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν. Ἀλλὰ θέλω νὰ δείξω εἰς ποῖον σκόπελον ἡ ἀπρόσεκτος διαπραγμάτευσις ὤθησε τὰ πράγματα τὰ Ἑλληνικά...

§333Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε;

§334ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§335Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττετε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πράττητε· ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παρ’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους νὰ λέγηται, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν γραμμῶν δύναται ἡ Πύλη νὰ πορισθῇ ἐπιχειρήματα.

§336ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπ’ ἐναντίας. Τὸ ἐναντίον εἶπον...

§337Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἢ οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἢ ἔχει αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω, καὶ διὰ τοῦτο καθιστῶ ὑμᾶς προσεκτικόν, χωρὶς νὰ ἔχω κανὲν δικαίωμα, ἵνα κανονίσω τὰ τῆς συζητήσεως ὑμῶν.

§338ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ὑπόχρεως ἐγὼ νὰ κανονίσω τὰ τῆς συζητήσεως ταύτης κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐπαναδηλώσω τὸ τρίτον, — διότι τρίτην φορὰν ἐπαναλαμβάνω ταῦτα, — ὅτι τοῦτο, τὸ κακῶς ἐν τῷ ὑπομνήματι λεχθὲν, οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἐλαττοῖ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος.

§339Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἡμεῖς ἐφαντάσθημεν, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν.

§340ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν προσεφύγετε εἰς τὴν διαιτησίαν...

§341Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἴχομεν λόγους.

§342ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Καὶ διότι δὲν προσεφύγετε εἰς τὴν διαιτησίαν, θεωρῶ ὑμᾶς ὑπευθύνους, ὅτι ἀπὸ τοῦ τέλους Μαΐου τοῦ 1900 ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος τὸ δασμολόγιον τὸ γενικὸν τῆς Τουρκίας, καὶ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου τοῦ 1900 ἡ ναυτιλία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι εἰς χεῖρας τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τῆς Τουρκίας.

§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν μόνον παρατήρησιν ἐγὼ θὰ κάμω, ὅτι δυστυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ἡμεῖς σήμερον, ἵνα ἐκθέσωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ὑπηγάγομεν εἰς τὴν διαιτησίαν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. Βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντα ταῦτα θὰ συζητηθῶσι, καὶ τότε θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσέφυγον εἰς τὴν διαιτησίαν, ὅταν ὑμεῖς νομίζητε, ὅτι ὤφειλον νὰ προσφύγωσιν, ἐξυπηρέτησαν δεόντως τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.

§344ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναμείνω τὴν στιγμὴν αὐτήν.

§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης.

§346ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν.

§347Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην χθές, εἶναι αὐτὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Χρεωστοῦμεν ὅμως νὰ σημειώσωμεν τὴν γνώμην μας ταύτην, διότι βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐξετασθῆ ὄχι μόνον τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς βραδείας προσφυγῆς εἰς τὴν διαιτησίαν καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων διὰ μίαν μόνην σύμβασιν, τὴν προξενικὴν, ἀλλὰ προσέτι καὶ δι’ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θίγομεν, διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ θίξωμεν σήμερον.

§348ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ σιγήσω ἐπὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀνωτέρας, τῆς γενικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Δύο ἔτη ἤρκεσαν, ἵνα πείσωσι πάντα τὸν μὴ ἀμβλυωποῦντα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν τόπον διὰ τῆς Βουλῆς, ἧς τὴν πλειονοψηφίαν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ ἀκόλουθον, εἰσήγαγε τὸν τόπον εἰς νέον στάδιον συνταγματικῆς πολιτικῆς, ὅπερ δὲν κεῖται εἰς τοῦ καθαροῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὸ ἔδαφος. Ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν ψήφισιν νόμων, οἵτινες, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀποκεντρώσεως, συνεκέντρωσαν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων τούτων, ἐφρόντισε νὰ ἐκτελέσῃ, ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ, καὶ νὰ τροποποιήσῃ αὐτοὺς δι’ ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων, — ἅτινα μόνην τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἦτο δυνατόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ σκοπῶσιν, — οὕτως ὥστε ἐκεῖνα, ἅτινα μόνον διὰ τῆς Βουλῆς ἠδύναντο νὰ πραχθῶσι, καὶ ἅτινα συνετέλουν περισσότερον εἰς τὴν τοιαύτην ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς τῶν Ὑπουργῶν ἀποκεντρωτικὴν συγκέντρωσιν, κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἡ τοιαύτη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἴσως εἶναι ἀξία, ὥστε οἱ φίλοι αὐτῆς νὰ δώσωσι ψῆφον ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἐγὼ βεβαίως θέλω καταψηφίσει. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§350ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἀντέχομεν πλέον, κύριε Πρόεδρε. Κατεπονήθημεν.

§351Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.

§352Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη...

§353ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§354Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ αἴσθημα τῆς καταπονήσεως ἐξεδηλώθη ἐν αὐτῇ. Προκειμένου περὶ συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συζητήσεως δηλαδὴ ἀφορώσης τὸν ἔλεγχον τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν αὐτήν. Ἀφοῦ ἐπὶ 17 ἤδη ὥρας συζητοῦμεν, ἐν ὀνόματι τῶν θεσμῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν τῆς χώρας, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, καὶ τὸ ἑσπέρας νὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα ἐπαναλάβωμεν αὐτήν. Εἶναι πρότασις περὶ λήξεως τῆς συνεδριάσεως· διότι δὲν βλέπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀπαισιώτερος ἐχθρὸς κατὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν τῆς χώρας ἢ ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος ἐπὶ 24 ὥρας καὶ 30 ὥρας παράτασις τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν συζητοῦμεν καὶ δὲν σκεπτόμεθα νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, ὅταν οὕτω συζητῶμεν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν περὶ λήξεως τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπαναλήψεως τὴν 4ην ὥραν μ. μ., καθ’ ἣν νὰ συνεχίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν.

§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;

§356Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως.

§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν.

§358ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.

§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολήν...

§360Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.

§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.

§362Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.

§363ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§364Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§365Ι. ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Νὰ διακόψωμεν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 2 μετὰ μεσημβρίαν.

§366ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ζητεῖτε τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως μέχρι τοῦ ἀπογεύματος. Αὐτὸ εἶναι γνώμη καὶ πρότασις ἰδική σας, δὲν εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρακαλοῦμεν νὰ δηλώσωσι τοῦτο οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μερίδων αὐτῆς.

§367ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.

§368Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐζητήθη παρὰ πολλῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπαναλάβωμεν ταύτην μετὰ μεσημβρίαν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 3ην ὥραν μ. μ. Διότι, καθὼς ὡμολογήθη παρ’ ἁπάντων, ὀλίγοι εἶναι ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαίως θὰ ἔχωσιν οὗτοι τὸν καιρὸν νὰ περατώσωσι τὰς ἀγορεύσεις των κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, ἡ ὁποία θ’ ἀρχίσῃ τὴν 3ην ὥραν μ. μ. καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρις οὗ ὁμιλήσωσι πάντες, ὅσοι ἔχουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§369Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι σκοπὸς τοῦ διαλείμματος αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄλλος ἢ ν’ ἀναλάβωσι τὰς δυνάμεις των οἱ Βουλευταὶ, ὅπως ἐπανέλθωσι καὶ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐργασίαν.

§370Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναλάβωσι τὰς δυνάμεις των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγορεύσωσι.

§371Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀκούωσιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ χρόνος οὗτος τῆς διακοπῆς.

§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διακοπὴν μέχρι τῆς 3ης μετὰ μεσημβρίαν;

§373ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 3ης μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 π. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 45′ μ. μ.)

§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1901 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 289,300. 2) Περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900, καὶ περὶ προσδιορισμοῦ νέων τελῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων. 3) Περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἔργων ἐκ δραχ. 441,097.92. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129–131). Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§376Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§377Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὴν Βουλὴν, τὶς ὁ σκοπὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταδηλοῦται ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατάστασις, διότι δι’ αὐτοῦ ἐμφαίνεται τίνα τὰ ἔσοδα καὶ τίνα τὰ ἔξοδα, ὑπ’ αὐτοῦ τίθεται ἀνυπέρβλητον ὅριον ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἄρα εἶναι ἡ μᾶλλον σπουδαία κυβερνητικὴ πρᾶξις. Αἱ δημόσιαι ἀνάγκαι καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ αἱ παραγωγικαὶ πηγαὶ τῶν δημοσίων προσόδων ἀπαύστως μεταβάλλονται. Μεταβλητέος κατ’ ἀκολουθίαν ἑκάστοτε ὁ Προϋπολογισμός· ἀλλ’ οὐδέποτε οὐδαμῶς ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται πλειότερα τῶν ἀληθῶς ἀναγκαιούντων ἔξοδα, νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι ὑπὲρ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ μοναρχικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἠκολούθουν τὸν κανόνα τοῦτον, ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸν ἀγγλικὸν λαὸν νὰ δημιουργήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εὐθὺς ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἔλαβε τὸ πολίτευμα τοῦτο τὸν τύπον κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἁπλῶς πολιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ· βαθμηδὸν δέ, ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, παρήχθη τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν, ὁποῖον τανῦν παρίσταται ἔν τε τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις συνταγματικαῖς Ἐπικρατείαις. Τὸ συνταγματικὸν ἐν τούτοις πολίτευμα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ ὁρίζωσιν οἱ φορολογούμενοι δι’ ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ἐμορφώθη, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἐστὶν ἀπολύτως ἀναγκαῖον, οὐδεμία ἐπιβολὴ φόρων, οὐδεμία εἴσπραξις φόρων, οὐδεμία δαπάνη χρημάτων νὰ γίνεται ἄνευ τῆς ῥητῆς συναινέσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κοινοτήτων. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἡ πρότερον ἐπικρατοῦσα ἐν Ἀγγλίᾳ, εἶχε καταστῆ βαθμηδὸν ὑπερόγκως δαπανηρὰ καὶ ὑπερόγκως καταπιεστική. Ἐξέλιπε δὲ ἡ βαρεῖα φορολογία καὶ αἱ μεγάλαι δαπάναι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἰσήχθη τὸ πολίτευμα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν, καὶ πρὶν ἢ ἔτι λάβῃ τὴν μορφήν, ἣν ἀκολούθως ἔλαβεν. Ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ὑπῆρξεν ἱκανὸν νὰ παραγάγῃ ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα, ἅπερ παρήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ, τῶν ὁποίων ἡ ἐπέλευσις ἦν ἀκριβῶς ἡ ἀφορμὴ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Ἀγγλίαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὸ παρελθόν, οὐδὲ νομίζω, ὅτι παρέχει ὠφέλειάν τινα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μέλλον ἡ κατὰ τοῦ παρελθόντος δικαία ἐπίθεσις. Ἀλλ’ ἐάν τις διεξέλθῃ τοὺς Ἑλληνικοὺς Προϋπολογισμούς, ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὑπὸ τὴν καθιερωθεῖσαν αὐτοῦ λειτουργίαν μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862, θέλει παρατηρήσει καταφανῶς, ὅτι οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη πρὸς μετρίασιν τῶν δαπανῶν. Τί λέγω; Ἀδιακόπως ἔκτοτε ἐξογκοῦνται κατὰ πᾶν σχεδὸν ἔτος αἱ δαπάναι, ἄνευ τινὸς κοινωνικῆς ὠφελείας, ἄνευ τινὸς ἐξυπηρετήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἴσως ὑπῆρξαν μικρά τινα διαλείμματα, καθ’ ἃ ἐξεδηλώθησαν τάσεις τινὲς ὑπό τινων Κυβερνήσεων πρὸς περιορισμὸν τῆς σπατάλης, ἀλλ’ ἀληθέστατον εἶναι, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἄρχεται μετὰ μείζονος ὁρμῆς ἡ σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου, ἡ κατάχρησις τῶν φόρων, ἡ κατανάλωσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πίστεως, ἡ βαθμηδὸν ὠθήσασα τὰ πράγματα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐπεσωρεύθησαν δάνεια ἐπὶ δανείων, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐπάρατος χρεωκοπία. Ὅτε ἐγὼ διετέλεσα Βουλευτὴς ἐν ἔτει 1879, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι κρούομεν τὰς πύλας τῆς χρεωκοπίας, οὐχὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι αὕτη ἦτο ἀμέσως προσεχής, οἱονεὶ αὐτοστιγμεὶ ἐπικειμένη, ἀλλὰ διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν χρεωκοποῦσι μόνον τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἅπερ εὑρίσκονται εἰς τοιούτου εἴδους σημεῖον ἐλλείμματος, ὥστε νὰ ἐπίκηται ἀφεύκτως μετὰ ἕξ μῆνας, ἢ μετὰ ἓν ἔτος, ἡ χρεωκοπία, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, ὅσα ἔχουσι μικρὰ μόνον περισσεύματα, καὶ ἐπερχόμεναι Θεομηνίαι, πλημμύραι, σεισμοὶ ἢ ἄλλα ἀπροσδόκητα περιστατικά, ἐπιφέρουσι τὸν οἰκονομικὸν ἐκτροχιασμὸν τῆς Πολιτείας. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θεωρῶ καταδικαστέον ἐξ ὁλοκλήρου ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἐγὼ οὐδεμίαν ἐπὶ τούτῳ ἔχω εὐθύνην, διότι, ὁσάκις διετέλεσα Βουλευτὴς ἐπὶ διαφόρων Κυβερνήσεων, οὐδέποτε ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ νομοσχεδίου ἐπιβάλλοντος ἔστω καὶ ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνην, οὐδέποτε ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ Προϋπολογισμοῦ· ἐθεώρουν τοῦτο ὡς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε τέλος πάντων ἐλπίς τις, δυσάρεστος βεβαίως καὶ θλιβερὰ ἐλπίς, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ σωθῶμεν ἀπὸ οἰκονομικῆς καταστροφῆς, προσφεύγοντες εἰς δάνεια, ἐν ὅσῳ εὑρίσκομεν δάνεια, τότε εἴχομεν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἀπωλέσαμεν, πολιτευθέντες ἀσυνέτως καὶ ἰδιοτελῶς. Τὰ Κράτη παρασκευάζουσι μόνα διὰ τῆς ἀσυνέτου αὐτῶν πολιτικῆς τὴν ἔλλειψιν πίστεως· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις πίστεως ἀκριβῶς εἶναι τὸ σημεῖον τῆς οἰκονομικῆς ἐκβαρθρώσεως, τῆς ἐπικειμένης χρεωκοπίας, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ πολιτεία σώφρων καὶ περιεσκεμμένη. Τοῦτο εἶναι δόγμα οὐ μόνον τῶν νεωτέρων οἰκονομολόγων, ἀλλὰ δόγμα ἀρχαῖον, ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ μεγάλου τῆς ἀρχαιότητος ῥήτορος Δημοσθένους, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἡ καταστροφὴ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἡ ἔνδεια χρημάτων, ἀλλ’ ἡ ἔνδεια πίστεως, ἣν ἀποκαλεῖ χρηστὴν δόξαν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ δεινὸς τῶν Ἀθηναίων ῥήτωρ, ὅτε ἤλπιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν ψυχορραγοῦσαν Δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν, παρέχων εἰς αὐτὴν συμβουλάς, καὶ προβάλλων τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων προπατόρων τῶν τότε Ἀθηναίων, οἵτινες ἀκριβῶς εἶχον περιστέψει τὴν κεφαλὴν αὐτῶν διὰ τῶν ἀειθαλῶν δαφνῶν τῶν μεγάλων νικῶν τοῦ Μαραθῶνος, τῆς Σαλαμῖνος καὶ τῶν Πλαταιῶν, ἐν αἷς οὐ μόνον κατίσχυσαν τῶν βαρβάρων οἱ Ἕλληνες, ἐπὶ σωτηρίᾳ τῆς ἰδίας αὐτῶν αὐτονομίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ἀλλ’ ἔσωσαν καὶ τὸν ἀνθρώπινον πολιτισμὸν ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης ἄλλως καταστροφῆς. Τίς οἶδεν ἀληθῶς, ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος, ἐὰν οἱ Πέρσαι, καταβάλλοντες πολεμικῶς τοὺς πάλαι πατέρας ἡμῶν, ἐξηφάνιζον τὰ γράμματα, τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς καλὰς τέχνας. Θὰ ἐκολύμβα ἴσως σήμερον ἡ ἀνθρωπότης εἰς τὴν κτηνωδίαν καὶ βαρβαρότητα! Ὁ Δημοσθένης λοιπὸν ἔλεγε: «Χωρὶς δὲ τούτων νυνὶ τῇ πόλει δυοῖν ἀγαθοῖν ὄντοιν, πλούτου καὶ τοῦ πρὸς ἅπαντας πιστεύεσθαι, μεῖζόν ἐστι τὸ τῆς πίστεως ὑπάρχον ἡμῖν· εἰ δέ τις οἴεται δεῖν ὅτι χρήματ’ οὐκ ἔχομεν, μηδὲ δόξαν ἔχειν ἡμᾶς χρηστήν, οὐ καλῶς φρονεῖ. Ἐγὼ μὲν γὰρ εὔχομαι τοῖς θεοῖς μάλιστα μὲν ἡμῖν καὶ χρήματα πολλὰ γενέσθαι, εἰδεμή, τό γε πιστοῖς εἶναι καὶ βεβαίοις δοκεῖν διαμεῖναι». Ὁ Δημοσθένης εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν εἶχε χρῆμα ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς, οὗ ἠδύνατο νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἐπιτυχῆ πρὸς σωτηρίαν τῶν Ἀθηνῶν, συγχρόνως εἶχε καὶ πίστιν, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ προσεπάθησε νὰ ἐπιθαρρύνῃ εἰς τὰς προσηκούσας κατ’ αὐτὸν πολεμικὰς ἐνεργείας τὴν Δημοκρατίαν τῶν Ἀθηνῶν. Σήμερον ὅμως δυστυχῶς τὰ ἡμέτερα πράγματα εὑρίσκονται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, ὥστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲν πολιτευθῶμεν οἰκονομικῶς. Βέβαιον ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἀπελπιστικὴ χρεωκοπία, διότι ἀδύνατον νὰ προσπορισθῶμεν ὅθεν δήποτε δάνειον. Ὅ,τι προβάλλεται εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι πολυδάπανος, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀσφαλίζει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον ταχίστης χρεωκοπίας. Δεδόσθω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι τοιοῦτον, οἷον παρέστησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, δεδόσθω, ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἰσοζύγιον, εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ ὁ τόπος; εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἔτους ἢ διετίας θὰ ἔχωμεν τοιαύτας προσόδους, ὥστε νὰ μὴ διατρέχωμεν κίνδυνον χρεωκοπίας; Τὸ κατ’ ἐμὲ, φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας, τῆς ἀφεύκτως ἐπικειμένης, ἂν δὲν κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν οὕτως, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλομεν εὑρεθῆ μετ’ ὀλίγον εἰς σημεῖον οἰκονομικῆς ἀμηχανίας. Ἐγὼ ἐφρόνουν ἀνέκαθεν, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἦσαν ἐλαττωματικοὶ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, οὐδέποτε, ὡς Βουλευτὴς, ἐψήφισα ὑπὲρ Προϋπολογισμοῦ· ὑπέδειξα μάλιστα κατὰ τὸ ἔτος 1882 δι’ ἐκτενοῦς ἐκθέσεώς μου, ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁμιλιῶν μου ἀλλεπαλλήλων, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθωσι πολλαὶ οἰκονομίαι καὶ αὐστηραὶ οἰκονομίαι, διότι ἄλλως ἐπέκειτο μετά τινα καιρὸν ἡ χρεωκοπία. Δυστυχῶς ἡ φωνή μου ὑπῆρξε φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἡ χρεωκοπία ἐπῆλθεν. Ἐπῆλθε βεβαίως μετὰ 10 ἢ 11 ἔτη, ἀλλ’ ἔκτοτε εἶχον τεθῆ τὰ θεμέλια τῆς χρεωκοπίας. Τότε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπεστήριξα, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσι μεταξὺ ἄλλων τὰ Ἐπαρχεῖα, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Ἕλλην, ἐξέχων ἄλλως ἐπὶ ποικιλομαθείᾳ καὶ ἐπὶ καταπληκτικῇ εὐφυΐᾳ, ὁ μακαρίτης Καλλιγᾶς, ἀντέστη κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, παραστήσας οἱονεὶ, ὅτι ἦτο κωμική. Καὶ ναὶ μὲν ἐγένετο αὕτη παραδεκτὴ μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τινων, κατὰ τὸ ἔτος 1887, υἱοθετηθεῖσα ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτε ἐγὼ δὲν διετέλουν Βουλευτὴς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον εἰς τοιοῦτον τρόπον καταπέσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ διὰ μερικῶν οἰκονομιῶν ἡ σωτηρία κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἐπίσης ὑπέδειξα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑνωθῇ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία μετὰ τῆς τηλεγραφικῆς, ἐξ ἧς θὰ ἐπήρχετο οὐ σμικρὸς περιορισμὸς τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εὗρε πόλεμον παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλὰ κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1887 ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἡ ἰδέα μου αὕτη, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις τῆς τηλεγραφικῆς μετὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου ἐκείνης, τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1882, καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων ἔπειτα ἀγορεύσεων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατόπιν, ὑπέδειξα καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας οἰκονομίας, αἵτινες ὅμως βεβαίως δὲν ἐγένοντο δεκταὶ, ὡς, δυστυχῶς, κατὰ τὰ ἐπικρατήσαντα παρ’ ἡμῖν οἰκτρὰ ἔθιμα, δὲν γίνεται δεκτὴ οἱαδήποτε σχεδὸν πρότασις, ἀπορρέουσα ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς πρωτοβουλίας. Ἀλλ’ ἐνόμιζον τότε καὶ νομίζω καὶ νῦν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνωσι μεγάλαι οἰκονομίαι, πολλῷ δὲ μᾶλλον νῦν, ὅτε προσετέθησαν καὶ πλεῖσται ὅσαι ἄλλαι περιττεύουσαι δαπάναι. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζω καὶ ἤδη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνωσι μεγάλαι οἰκονομίαι εἰς πλείστους ὅσους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, κυρίως ὅμως καὶ πρὸ πάντων νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν. Τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν εἶναι σπουδαιότερον ζήτημα παρὰ οἱονδήποτε ἄλλο, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν· διότι δὲν πρόκειται περὶ δύο, τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἅτινα δύνανται ἀκριβῶς νὰ οἰκονομηθῶσιν ἐκ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει μου ἐκείνῃ, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ ὡμίλουν, ἔλεγον μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1882 ἀνεγράφετο πίστωσις 388 χιλιάδων δραχμῶν εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων τοῦ ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν πραγματοποιηθησομένου μέρους χρεωλυτικοῦ δανείου δραχ. 40,000,000 χάριν πολεμικῶν παρασκευῶν. Τότε πάντα σχεδὸν δυστυχῶς τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἀπεδέξαντο τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀντετάχθην, προβαλὼν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κυριωτάτη τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας παρασκευή, ἧς ἄνευ οὐ μόνον ἀδύνατον ἀποβαίνει νὰ μεγαλουργήσῃ αὕτη στρατιωτικῶς, ἀλλ’ ἄφευκτος καὶ οἱονεὶ καλπάζουσα μέλλει νὰ ἐπέλθῃ ἡ παντελὴς παράλυσις καὶ αὐτῶν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς. Ὑπηρεσίαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ τόπου καὶ τὴν πολεμικὴν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν παρέχει οὐχὶ ὁ διὰ δανείων ἐξαντλῶν καὶ τὴν ἐσχάτην ἰκμάδα τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, ἀλλ’ ὁ εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας πρὸ πάντων ἀσχολούμενος διὰ τῆς ἐξευρέσεως πόρων πρὸς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι δημιουργίαν καὶ συντήρησιν τῶν ἀναγκαιουσῶν πολεμικῶν δυνάμεων». Τῆς ἰδέας ταύτης ὑπῆρξα, ὡς γνωστὸν, ἀπὸ τῆς νεωτάτης μου ἡλικίας ὀπαδὸς, καὶ διὰ τοῦτο κατεπολέμησα πάντοτε πᾶσαν γνώμην, ἥτις ἠδύνατο ἀκριβῶς νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διασκόρπισιν δημοσίων χρημάτων εἰς πολεμικὰς παρασκευάς. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ· τοὐναντίον, φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ μὴ ἐπάγοντος τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπάγει τὸ παρ’ ἡμῖν καθιερωθὲν στρατιωτικὸν καὶ στρατολογικὸν σύστημα. Ἔκτοτε ἀκριβῶς διετάθην, ὅτι μόνον διὰ τῆς καθιερώσεως συστήματος παρεμφεροῦς πρὸς τὸ Ἑλβετικὸν στρατιωτικὸν καὶ στρατολογικὸν σύστημα εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ καὶ ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ διατήρησις στρατοῦ μαχίμου διὰ πολὺ ὀλιγωτέρων χρημάτων παρὰ διὰ τῶν νῦν δαπανωμένων. Ὡς παρετήρησα καὶ πρὸ εἰκοσαετίας, ἀλλ’ ὡς παρετήρησα καὶ πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μόνον διὰ 10,000,000 ἢ τὸ πολὺ 12,000,000 δραχμῶν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα νὰ διατηρήσωμεν στρατὸν, ὅστις εἶναι δυνατὸν πολὺ πλέον τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, ἢ λέγομεν ὅτι ἔχομεν, ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, ἐὰν τυχὸν διευθυνθῇ προσηκόντως· δυστυχῶς δὲ, ἐν τῷ σημερινῷ Προϋπολογισμῷ οὐδὲν βλέπω συστηματικὸν σχέδιον περὶ τοῦ κατ’ ἐμὲ κεφαλαιωδεστάτου καὶ θεμελιωδεστάτου τούτου ζητήματος. Ἡ Ἑλλὰς, εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονίσῃ ἀσφαλῶς, νὰ κανονίσῃ ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς σύστημα στρατολογικὸν καὶ στρατιωτικόν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνο, ὅπερ νομίζω, ὅτι δύναται ἀκριβῶς νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ διατηρηθῇ, διότι τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ σήμερον καθιερωμένον παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ εἶναι ἀδύνατον νὰ παραγάγῃ ἀληθῆ στρατὸν, ἐὰν δὲν προστεθῶσι καὶ ἄλλων 4,000,000 ἢ 5,000,000 δραχμῶν ἐτήσιαι δαπάναι, ἀναγκαιόταται διὰ τὴν ἐκγύμνασιν, διὰ τὴν κατασκήνωσιν, διὰ τὴν στρατοπέδευσιν, ἐν τούτοις παρασκευάζει ἄφευκτον τὸν ὄλεθρον ἡμῶν μετά τινα καιρὸν, ὅσον μεγάλαι οἰκονομίαι καὶ ἂν γείνωσιν ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις. Εἶναι πλάνη, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἓν ἔθνος, ὅσον μεγάλην ἀποστολὴν καὶ ἂν ἔχῃ, ὅσον εὐκλεὴς καὶ ἂν ἦναι ἡ καταγωγὴ αὐτοῦ, ὅτι δύναται ἓν ἔθνος νὰ διαθέτῃ τὸ χρῆμα αὑτοῦ εἰς παρασκευὴν στρατοῦ μεγάλου, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι οὗτος χρησιμεύει εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐτονομίαν τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, στρατοῦ κατὰ τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ δὲν ἐπιτρέπει καὶ τοῦτο, βεβαίως ἤθελον διατεθῇ κατὰ πάσης ἰδέας ὑπάρξεως στρατοῦ. Κατὰ πάντα ἐπεδοκίμασα κατὰ τοῦτο τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παξῶν, ὅστις ἀκριβῶς ἐν ὅλῃ τῇ παρρησίᾳ εἶπεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ στρατοῦ. Νομίζω δὲ ἀκριβῶς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας ἐξόχων ἐπὶ οἰκονομικαῖς γνώσεσιν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ πολεμικωτάτων ἀνδρῶν, οἵτινες ὥρισαν, τίνι τρόπῳ καὶ πότε πρέπει νὰ γίνωνται στρατιωτικαὶ δαπάναι. Ὁ Νέκερ, ὁ μέγας οἰκονομολόγος τῆς Γαλλίας, ὅστις, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἔσωσε τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τῆς ἐπικρεμαμένης τότε καταστροφῆς, κατὰ τὰ τέλη τοῦ ΙΗʹ αἰῶνος, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Θεμελιῶδες δόγμα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης εἶναι, ὅτι δὲν συγχωρεῖται ἡ ἐπιβολὴ νέου φόρου, ἢ ἡ συνομολόγησις δανείου, πρὶν ἢ τακτοποιηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀποδειχθῇ ἀνέφικτος ἡ εὕρεσις τῶν ζητουμένων πόρων. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει καὶ ἑνὸς λεπτοῦ περιττὴ ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαία δαπάνη, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις δανείων, ἢ ἐπιβολὴ νέου φόρου... Σπανίως δὲ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι πολεμικαὶ παρασκευαί. Ταύτας πρέπει ν’ ἀποφεύγῃ, ὅσον δύναται, Κράτος τι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐπιβάλλει αὐτὰς ἀπόλυτος ἀνάγκη.» Ταὐτὰ περίπου ἀποφαίνονται ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, ὁ Sismondi, ὁ Μίλλ, ὁ Rossi καὶ ὅλοι οἱ οἰκονομολόγοι, τοὺς ὁποίους ἔτυχε νὰ μελετήσω, πραγματευόμενοι περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἐν σχέσει πρὸς τὰς πολεμικὰς παρασκευάς. Ἐμποιεῖ ὅμως ἐντύπωσιν μείζονα ὅ,τι περὶ τούτου εἶπεν ἔξοχος ἀνήρ, καθήμενος ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Θρόνου τῆς Πρωσσίας κατὰ τὸν ΙΗʹ αἰῶνα, ἀνήρ, ὅστις δὲν διεκρίθη μόνον ἐπὶ βασιλικαῖς ἀρεταῖς, ἀλλὰ διεκρίθη συγχρόνως καὶ ἐπὶ πολεμικαῖς ἀρεταῖς, ὅστις δὲν διεκρίθη μόνον ἐπὶ βασιλικαῖς καὶ πολεμικαῖς ἀρεταῖς, ἀλλὰ διεκρίθη καὶ ἐπὶ συγγραφικαῖς ἀρεταῖς, ἐπὶ τῇ λατρείᾳ, τὴν ὁποίαν ἀπένεμεν εἰς τοὺς λάτρεις τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν γραμμάτων. Περιττὸν νομίζω νὰ εἴπω, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Μεγάλου Φρειδερίκου, τοῦ ἐν τῷ ΙΗʹ αἰῶνι Βασιλέως τῆς Πρωσσίας, ὅστις ἠγάπα κατ’ ἐξοχὴν τὰ γράμματα καὶ προσῳκειοῦτο πάντας τοὺς ἐξόχους ἐπὶ ἐπιστημονικῇ μεγαλονοίᾳ ἄνδρας, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἐφιλοξένησεν εἰς τὰ βασιλικὰ αὐτοῦ ἀνάκτορα, καλέσας ἐπανειλημμένως ἐκεῖ, δύο τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ αἰῶνος ἐκείνου, τὸν περιώνυμον Βολταῖρον καὶ τὸν ἡμέτερον Εὐγένιον Βούλγαριν, τὸν μέγαν φιλόλογον, ἱστορικόν, φιλόσοφον καὶ θεολόγον. Ὁ Βασιλεὺς οὗτος ἔλεγεν ἀκριβῶς, ὅτι πᾶν ἔθνος τότε μόνον πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς οἵαν δήποτε στρατιωτικὴν δαπάνην, ὅταν ὑπάρχῃ ἀκριβῶς ἀσφάλεια περὶ τοῦ ὅτι διὰ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ μεγαλουργήσῃ τὸ ἔθνος, ἐνῷ συγχρόνως δὲν διατρέχει κίνδυνον οἰκονομικῆς πτώσεως· ἔλεγε μάλιστα, ὅτι τὰ πτωχὰ Κράτη, κατερχόμενα εἰς ἕνα ἀγῶνα ἄνισον ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν αὐτονομίας καὶ ἀνεξαρτησίας, οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ ἀπολέσωσι πολὺ ταχύτερον τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παραθέσω τέλος τὰς γνώμας περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἠγωνίσατο ἐκ συστήματος μετὰ θερμότητος καὶ δυνάμεως λόγου ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἀγωνιζομένης τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ὅστις ὑπὸ ἀρχιερατικὴν μίτραν ἔφερε κεφαλὴν τόσον ἰσχυρὰν καὶ τόσον πεφωτισμένην, ὥστε ἠδύνατο ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὁ διπλωματικώτερος τῶν ἀνδρῶν, ἢ τοὐλάχιστον ὁ διπλωματικώτερος τῶν συγγραφέων τοῦ κόσμου. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τὸν Ἑλληνικὸν ἦτο Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Παρισίων ὁ Δεπράδ, ἱεράρχης διαπρεπὴς ἐπὶ πολυμαθείᾳ, ἀλλὰ διαπρεπὴς καὶ ἐπὶ εὐγενεστάτοις αἰσθήμασιν, ἀλλὰ διαπρεπὴς καὶ ἐπὶ διπλωματικῇ περινοίᾳ. Ὁ Δεπρὰδ ἔγραψεν ἀλλεπάλληλα συγγράμματα περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν πρώτων ἀναφέρω προχείρως τινά: «De la Grèce dans ses rapports avec l'Europe», «Revue politique de l'Europe en 1825», «L'Europe par rapport à la Grèce». Ὁ Δεπρὰδ προσεπάθει νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ χάριν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ χάριν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὅτε ἀκριβῶς εἶδεν ἐπιστεφομένην τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ διὰ τοῦ θριαμβευτικοῦ τέλους τοῦ ἀγῶνος, ἐξεστράτευσε πάλιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, παρέχων ἐν ταυτῷ συμβουλὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα πλαγίως καὶ ἐμμέσως, ἀλλὰ καὶ διαφωτίζων τὴν Εὐρώπην περὶ τοῦ συμφέροντος αὐτῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὅ,τι εἶπεν ὁ Δεπράδ, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι οὐχὶ μόνον εἶναι διδακτικώτατα ὅσα γράφει, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ὁλόψυχον ἡμῶν εὐγνωμοσύνην πρὸς ἱεράρχην, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία καὶ ὁ νοῦς εἶχον ἀπορροφηθῆ ἐντελῶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας (ἀναγινώσκει): «Ἰδού», λέγει ὁ Δεπράδ, «διὰ τὴν Εὐρώπην τὸ ζήτημα, καὶ οὐδεὶς βεβαίως θέλει διστάσει περὶ τῆς λύσεως. Πρόκειται μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Τίς ἤθελε ταλαντευθῆ μεταξὺ αὐτῶν, μεταξὺ τῆς νεότητος λαοῦ ἀναζωογονηθέντος καὶ τῆς γεροντικῆς παρακμῆς τοῦ ἄλλου; Ἡ Εὐρώπη θέλει συνεννοηθῆ πολλῷ ἀποτελεσματικώτερον μετὰ λαοῦ ὁμοθρήσκου καὶ πεπολιτισμένου ἢ μετὰ τῶν Τούρκων, διατεθειμένων ὑπόπτως πρὸς ὅ,τι χριστιανικὸν, κεχωρισμένων δὲ τῆς Εὐρώπης διὰ τῆς γλώσσης, τῶν ἠθῶν, τῶν ἕξεων, τῶν συναισθημάτων, ἅπερ εἶναι παντελῶς ξένα πρὸς τὴν Εὐρώπην... Οἱ Ἕλληνές εἰσιν Εὐρωπαῖοι, τέκνα τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκογενείας, ὧν τὸ πνεῦμα, τὰ ἤθη, τὰ συναισθήματα ἀνταποκρίνονται εἰς ὅ,τι ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ, καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ τμήματα. Ἐξ ἑνός, τὸ πᾶν ἀντίθεσις, ἀπώθησις· ἐξ ἄλλου, τὸ πᾶν ὁμοιότης, ἕλκυσις. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως ταλάντευσις ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν σχετικῶν πλεονεκτημάτων, ἅπερ ἡ Ἑλλὰς ἢ ἡ Τουρκία δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Εὐρώπην ἐν τῇ ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ, ἣν αἰσθάνεται, νὰ ἐγείρῃ φραγμὸν στερεὸν κατὰ τῆς Ρωσσίας ἐν τῇ ἀνατολικῇ αὐτῆς μεσημβρίᾳ». Καὶ μετά τινας σελίδας: «Ναὶ, ἡ Ἑλλὰς θέλει ζήσει, θέλει θριαμβεύσει, ὁ πολιτισμὸς κατισχύσει τῆς βαρβαρότητος, ἡ ἐλευθερία κατισχύσει τῆς κτηνώδους δουλείας, καὶ ἡ Εὐρώπη θέλει λάβει, παρὰ τὴν θέλησιν ἴσως αὐτῆς, εὐεργέτημα, οὗ τὴν σημασίαν θέλει κατανοήσει διὰ μόνης τῆς μακρᾶς συνεχείας τῶν εὐεργετημάτων, ὧν περιλαμβάνει τὴν ἀρχήν...» Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον μέρος εὑρίσκεται ἀκριβῶς περὶ τὸ τέλος τοῦ βιβλίου, τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς, διατρέφουσα λαὸν εὐγενῆ καὶ νοήμονα, θέλει δυνηθῆ, δι’ ἔμφρονος καὶ πεφωτισμένης διοικήσεως, νὰ καταρτίσῃ Κράτος, ἔχον ἰσχὺν καὶ βιωσιμότητα, ἐγγυώμενον εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἀσφάλειαν ἐκείνην, ἣν παρέχει ἡ εὐρωπαϊκὴ πολιτικὴ ἰσορροπία. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐν βραχυτέρῳ ἢ μακροτέρῳ χρονικῷ διαστήματι θέλει ἀσφαλίσει τὴν Εὐρώπην ἀπὸ πολέμων καὶ ἀνησυχιῶν, ὑπηρετοῦσα διὰ τῆς εἰρήνης τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θᾶσσον ἢ βράδιον, πρὸς ἀσφάλειαν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἡσυχίας καὶ εἰρήνης, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ λάβῃ καὶ θέλει παρακληθῆ ὑπὸ τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ὁμοψήφως νὰ λάβῃ εἰς χεῖρας αὐτῆς τὰς κλεῖδας τοῦ Βυζαντίου.» Ἐθεώρησα καλὸν νὰ μεταφράσω καὶ ἀναγνώσω ὑμῖν τοῦτο τὸ μέρος, ἓν ἐκ τῶν πολλῶν μερῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐκδηλοῦται τὸ φιλελεύθερον καὶ γενναιόψυχον τοῦ ἀνδρὸς, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ ἡ ἐμβρίθεια συγχρόνως, ὅπως παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπῆρχον ἔκτοτε ἄνδρες σοφοὶ καὶ πεπαιδευμένοι, οἵτινες ἔκτοτε διεῖδον, ὅτι τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος εἶναι μέγα, οὐχὶ διὰ τῆς ἐξαντλήσεως αὐτῆς εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἀλλὰ διὰ μόνης τῆς ἔμφρονος καὶ πεφωτισμένης διοικήσεως. Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι δήποτε διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὅπλων, ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν γείνῃ. Ἀναμφισβητήτως ὅμως θέλει κατορθώσει μεγάλα, ἐμπνέουσα τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι δύναται νὰ στήσῃ ἀνυπέρβλητον φραγμὸν ὑπὲρ τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἰσορροπίας καὶ κατορθώσῃ νὰ μένῃ ἀσάλευτος ἡ ἰσορροπία αὕτη. Ἂν περὶ τούτου πεισθῇ ἡ Εὐρώπη, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀπελευθερώσει τῶν δούλων Ἑλλήνων θέλει εἶσθαι προσέτι χρήσιμον εἰς τὰ γενικὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα. Λέγων ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ παντελῶς τῆς ἰδέας τῆς καταρτίσεως καὶ διατηρήσεως στρατοῦ, ἱκανοῦ μὲν νὰ πολεμήσῃ ἐν ἀνάγκῃ, μὴ προκαλοῦντος ὅμως τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας προκαλεῖ μέχρι τοῦδε, ἐνῷ συγχρόνως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα. Φρονῶν ὅ,τι φρονῶ περὶ τοῦ ἐλαττωματικοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅτι δὲν προβάλλεται στρατιωτικὸν σύστημα, ὁποῖον πρέπει νὰ προβάλληται, ἕπεται, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ καταψηφίσω τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος στηρίζεται, ὡς οἱ ἄλλοι τῶν παρελθόντων ἐτῶν Προϋπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους κατεψήφισα, εἰς ἐλαττωματικὰς βάσεις. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἔχει καὶ τοῦτο τὸ κακὸν, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ αὐτῶν τῶν βάσεων ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπετρέπετο τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ θέλω καταψηφίσει τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι, ὡς γνωστὸν, ὁ Προϋπολογισμὸς, κατὰ τὰ καθιερωθέντα ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, εἶναι τὸ κύριον πολιτικὸν ζήτημα, ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ὑπὲρ Κυβερνήσεως ἐν οἱῳδήποτε πολιτικῷ ζητήματι, ἐμφαίνοντι ἀποδοχὴν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, ὑπὲρ Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἔχει πρόγραμμα, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὀργανικὴ νομοθεσία σύμφωνος πρὸς τὸ πολίτευμα. Διότι, ἐν ὅσῳ ἔχομεν νομοθεσίαν μοναρχικὴν, συμβαδίζουσαν μετὰ πολιτεύματος ἐλευθέρου, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ὅ,τι βλέπομεν. Θὰ ἦναι δηλονότι κακὴ διοίκησις ἐν τῇ στενωτέρᾳ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, θὰ ἦναι κακὴ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, θὰ ἦναι κακὴ ἐκπαίδευσις, θὰ ἦναι κακὴ δικαιοσύνη, θὰ ἦναι ἐπὶ τέλους τοῦτο τὸ φοβερώτερον καὶ σπουδαιότερον, θὰ ἦναι κακὴ Βουλὴ καὶ κακὴ Κυβέρνησις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ, ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς τὴν πρέπουσαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν καλὴν, ἐν ὅσῳ μετὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν συμβιοῖ τοιούτου εἴδους νομοθεσία. Τοσάκις ὡμίλησα περὶ τούτου, κατὰ διάστημα μακρῶν ἐτῶν, τοσάκις ὡμίλησα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, καὶ πέρυσιν ἔτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ σήμερον, ἐκθέτων καὶ πάλιν ὅσα κατὰ διαλείμματα ἀλλεπαλλήλως εἶπον, καὶ ὅσα διὰ νομοσχεδίων ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν λεπτομερείᾳ πρὸ 20 καὶ 22 ἐτῶν. Τοῦτο καὶ μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ὅλοι οἱ πολιτικοὶ συγγραφεῖς, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, οἱ κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσιπενταετίαν τοῦ λήγοντος ἤδη αἰῶνος, Ἰταλοὶ, Γάλλοι, Ἄγγλοι, Γερμανοὶ, ἀποφαίνονται μιᾷ φωνῇ περὶ τοῦ ἀδυνάτου νὰ κατορθωθῇ, πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, ἐν ὅσῳ δὲν συμβιοῖ μετ’ αὐτοῦ ἡ ἀπαιτουμένη σύμφωνος πρὸς τὸ τοιοῦτον πολίτευμα νομοθεσία. Πρό τινων δὲ ἡμερῶν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου καὶ ἕτερον βιβλίον, ἐκδοθὲν ἐσχάτως, Γαλλικόν, συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ Maurice Haurion, νέου καθηγητοῦ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Νομικῇ σχολῇ τῆς Τουλούζης. Καὶ οὗτος, πραγματευόμενος οὐχὶ περὶ πολιτικῆς, ἀλλὰ περὶ διοικήσεως, καὶ ἀποβλέπων μόνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, λέγει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταφυτευθῶσιν εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ νόμοι οἱ Γερμανικοὶ καὶ οἱ Πρωσσικοί, ἰδίως περὶ τῆς τύχης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ εὐσυνείδητος δημόσιος ὑπάλληλος, ἂν ὁ δημόσιος οὗτος ὑπάλληλος ἦναι ἐξηρτημένος ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως. «Σπεύσατε», λέγει εἰς τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ, «νὰ μεταφέρητε εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τοὺς νόμους τοὺς Γερμανικοὺς καὶ τοὺς Πρωσσικούς.» Προτίθεμαι λοιπὸν νὰ καταψηφίσω τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὡς Προϋπολογισμόν, ὑπὸ τὴν μᾶλλον περιωρισμένην ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικὸν ζήτημα, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην πρέπει νὰ ἔχῃ Ἕλλην Βουλευτὴς εἰς Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας πρόγραμμα δὲν εἶναι ἡ συμμόρφωσις τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ πολίτευμα. (Φωναί!).

§378Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§379Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν σκοπῆτε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ μακρόν, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.

§380Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέχομαι τὴν διακοπήν, διότι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολύ.

§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§383Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν ν’ ἀπευθύνω ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ συνεδρίασις θὰ λυθῇ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἢ ὑπάρχει σκέψις νὰ διανυκτερεύωμεν πάλιν ἐνταῦθα.

§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κανονίσωμεν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀγορεύει.

§386Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξακολουθήσῃ ἀγορεύων, ἡ συνεδρίασις θὰ παραταθῇ μέχρις οὗ τελειώσῃ τὸν λόγον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος;

§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θέλῃ...

§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.

§390Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ συνεδρίασις. Ἄλλως τε, ἐὰν ἀρνῆσθε νὰ μᾶς δηλώσητε πότε θὰ διακοπῇ, τότε ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.

§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν πρωΐαν ἀπεφασίσθη νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἄνευ προτάσεων ἀναβολῆς.

§392Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη ποτὲ ν’ αὐτοκτονήσωμεν· ἀπεφασίσθη νὰ συζητήσωμεν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα. Ἀπόδειξις δέ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς πτέρυγος τῆς πλειονοψηφίας.

§393Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγένετο ἡ διακοπή; ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ λήξῃ ἡ συνεδρίασις, ἢ ἀφοῦ λήξῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐλέχθη.

§395Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς δὲν γνωρίζετε τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Ἂς ἐρωτηθῇ αὕτη, καὶ ἂς ἀπαντήσῃ.

§396Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.

§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§398Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ 30 ἤδη ὥρας συνεδριάζει ἡ Βουλή, συζητοῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν λίαν σοβαρῶς, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 30 ὡρῶν τὴν συζήτησιν αὐτὴν διεξάγουν ἄνδρες ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι σοβαρωτάτη, εἶναι ὄχι μόνον ἡ περιωπὴ, εἰς ἣν ἀνήκουσιν, οἱ ἄνδρες οἱ συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ χθὲς, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ προσοχὴ, μεθ’ ἧς πάντες ἀκροώμεθα τῶν διαφόρων ῥητόρων. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν διάθεσιν νὰ μένωμεν κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐπὶ πλέον· δὲν ἔχομεν διάθεσιν, ἀφοῦ ἐπὶ 30 ὥρας συνεδριάζομεν ἐδῶ ἀπὸ τῆς χθὲς, νὰ μένωμεν μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν μας, ἐνῷ εἴμεθα καὶ χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες οἰκογενειάρχαι, πάντες δὲ γνωρίζετε τὸ ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἀποδεικνῦον τὴν Ἑλληνικὴν ἡμῶν καταγωγήν· τοῦτο δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας οὐδεὶς Ἕλλην πρέπει νὰ μένῃ μακρὰν τῆς οἰκογενείας του, ἡμεῖς δὲ μένομεν ἐδῶ κατ’ αὐτὰς, συζητοῦντες σπασμωδικῶς ἐπὶ σοβαρωτάτου ἔργου τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δι’ οὗ ζητοῦμεν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν 114 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐνῷ, ὡς δὲν ἔπρεπε, διεξάγεται ἡ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μας συζήτησις τόσον σπασμωδικῶς, οἱ πρώτιστοι ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἀσθενεῖς ὄντες, δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὁσάκις δ’ ἡμεῖς θέλωμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντοτε ἐγκαλούμεθα, ὅτι τοῦτο πράττομεν, ὅπως παρεμβάλωμεν προσκόμματα εἰς τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, πάντοτε ἐγκαλούμεθα ὡς κωλυσιεργοὶ, ἀντὶ εὐγνωμοσύνην νὰ ὀφείλωσιν εἰς ἡμᾶς οἱ διέποντες τὰ τῆς πλειονοψηφίας, εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τῆς ὁποίας τὰ μέλη, ἢ ὡς ἀποτελοῦντα μέρος διαφόρων ἐπιτροπῶν, ἢ καὶ ὡς διεξάγοντα συζητήσεις ἐν δημοσίαις συνεδριάσεσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀείποτε ἀπέδειξαν ὥριμον καὶ ἐνδελεχῆ μελέτην ἐφ’ ὅλων τῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ ὧν ἐκλήθησαν ν’ ἀποφανθῶσι. Πολλάκις ἐν ἐπιτροπαῖς ἀνετέθη καὶ εἰς αὐτὰ νὰ ἐπεξεργασθῶσι νομοθετικὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐρωτήσατε τὰ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ταύταις μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὁποίαν ἐπιμέλειαν εἶχον τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας. Καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι δὲ ταύταις εἶναι κατάδηλον, ὅτι ἔχομεν πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων μας, δὲν ἕπεται ὅμως καὶ ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πρέπει νὰ παρατείνωμεν οὕτω τὰς συνεδριάσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία μᾶς ἐπέβαλεν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου μέχρι σήμερον, ὁποῖα νομοθετικὰ ἔργα, προταθέντα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, μένουσιν ἐκκρεμῆ μέχρι σήμερον; Πάντα ἐψηφίσθησαν, καὶ μόνον ἐφημερίδες τινὲς ἀναβοῶσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἄλλον ἔχει ἔργον ἢ νὰ κωλυσιεργῇ. Φέρω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς 17 Νοεμβρίου, ἤτοι τῆς 17ης ἡμέρας ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀκούσατε τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Εἶναι ἐν ὅλῳ 6. Πρῶτον «συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου». Ἐψηφίσθη ἢ ὄχι; (γέλωτες). Τὰ ἐλάβομεν καὶ τὰ ἐδαπανήσαμεν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο θὰ φέρῃ τις ἀντίρρησιν...

§399Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει ἀπὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου, δ’ ὅτι μετὰ τὴν πρώτην διεκόπησαν ἐπὶ ἡμέρας αἱ συνεδριάσεις.

§400Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ὁ αἴτιος τῆς διακοπῆς; Κατέγεινεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς διορισμοὺς ἐπιτροπῶν κλπ., ὅπερ ἔπρεπε νὰ κάμῃ εἰς μίαν ἡμέραν ἡ πλειονοψηφία. Δὲν πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία παρίστατο καὶ ἐψήφιζε. Δεύτερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ ταύτῃ διατάξει εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Πάντες ἐνθυμούμεθα τὴν σοβαρότητα, ἣν ἔδωκε πᾶσα ἡ Βουλή, Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὸ ἐθνοσωτήριον τοῦτο ἔργον. Τῇ ὑποδείξει μάλιστα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πολλὰς διορθώσεις ἐπέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πᾶσα ἡ Βουλὴ θέλει ἀνομολογήσει, ὅτι κατηρτίσθη ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελέστερον. Ἐγὼ μάλιστα ἀπετέλουν ἰδιαίτερον κόμμα μετὰ τοῦ ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Καπετανάκη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὑπερθεματίζοντες εἰς τοὺς πόρους, οἵτινες καθωρίζοντο πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, καὶ πᾶσαν πρότασιν, δι’ ἧς ἐπροτείνετο νὰ ψηφισθῇ νέος πόρος πρὸς δημιουργίαν στόλου, ὁ κύριος Καπετανάκης καὶ ἐγὼ τὴν ἐψηφίζομεν, ἀνυψώνοντες καὶ τὰς δύο χεῖρας, ὄχι τὴν μίαν. Τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς 17 Νοεμβρίου εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁπλοφορίας». Εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1891 πάντα τὰ Ὑπουργεῖα διαδοχικῶς ἔφερον εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἡ Βουλὴ τὸ ἀπέρριπτε, διότι νόμον περὶ ὁπλοφορίας ἔχομεν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐφαρμόζομεν. Καὶ ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἔφερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—διότι δὲν εἶναι μόνος ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ὅστις ἔφερε νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι,—πάντοτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμπετο εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, διότι ἀνεγνωρίζετο πάντοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ὁπλοφορίας δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νέων νόμων, ἔχομεν ἀνάγκην ἐφαρμογῆς τοῦ ὑφισταμένου νόμου, καὶ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἔχομεν ἀνάγκην πρωτίστως ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὁποία ἡ κατάστασις τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος, τὴν ἀντελήφθητε χθές, ὅτε διάφοροι συνάδελφοι διεξετραγῴδησαν τὴν κατάστασιν τῆς ὑφισταμένης ἀστυνομίας, ἡ ὁποία κατεδικάσθη δὶς μέχρι τοῦδε εἰς θάνατον, καὶ ἐν τούτοις ὑφίσταται, ἀλλ’ ὑφίσταται κατὰ τρόπον ὅλως ἔκρυθμον. Καὶ ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν σοφώτατον ἐκεῖνον νόμον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ὁπλοφορίας, μᾶς πταίει ὁ νόμος, καὶ δημιουργοῦμεν νέους καθ’ ἑκάστην νόμους, τοὺς ὁποίους οὔτε ἡμεῖς οἱ ψηφίσαντες ἐνθυμούμεθα, οὔτε γνωρίζομεν! Διατὶ δὲ δὲν γνωρίζομεν; Διότι, ὅταν ψηφίζωμεν αὐτοὺς, κοιμώμεθα! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν προκαλῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀπαγγέλλει τὸ τυπικὸν ἐρώτημα: «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν». Εἷς ἐκ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ εἷς ἐκ τῆς ἄλλης μόλις καὶ μετὰ βίας κατορθώνουσι νὰ ὑψώσωσι τὸν ἕνα δάκτυλον, καὶ ὁ Πρόεδρος λέγει «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», ἐνῷ οὔτε εἴδησιν ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται! Τοῦτο γίνεται...

§401Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σεῖς δὲν παρακολουθεῖτε τὰς ἐργασίας;

§402Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακολουθῶ ἐπιμελέστατα· καὶ ἐπιμαρτύρομαι ὑμᾶς αὐτοὺς, ἂν παρακολουθῶ τὰς ἐργασίας. Ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξω; Ποῖον εἶναι τὸ ἄλλο ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐκείνης; (ἀναγινώσκει): «Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ προθεσμίας πρὸς συζήτησιν τῶν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων Ἀθηνῶν εἰσαγομένων προσωπικῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἀγωγῶν». Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ τὸ συντάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἅμα τῇ ἐμφανίσει του ἐν τῇ Βουλῇ, ἐδήλωσα, ὅτι θέλω συζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀπέσυρεν ἔκτοτε.

§403Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ ἀπέσυρα.

§404Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ πολλὰς βαθμίδας.

§405Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἄλλα κατεπείγοντα.

§406Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὄχι. Δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας εἶναι νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισίν του ἐθεωρήθη ὡς λίαν κατεπεῖγον, ὅτε ἐδήλωσα, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐγὼ ὅμως τότε ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, διότι τοιοῦτος νόμος ὑπάρχει. Ὑπάρχει νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ καμμία ὑπόθεσις συνοπτικῆς φύσεως, ἂν δὲν παρέλθωσι 18 ἡμέραι ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως, ἂν οἱ διάδικοι κατοικῶσιν εἰς διάφορον κατοικίαν, ἢ πέραν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου... (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ὁρίζων τὰς προθεσμίας αὐτάς;... Τὸ ἤδη προτεινόμενον νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι θὰ συνέταξέ τις τῶν νομικῶν συμβούλων, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του μόνον τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, καὶ οὐχὶ τοὺς νεωτέρους νόμους, ἢ τμηματάρχης τις ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συντάσσουν συνήθως τὰ νομοσχέδια, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς προκαλεῖ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ του δικαστικοῦ συμβούλου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὃν αὐτὸς συνέταξεν...

§407Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν νομοσχέδιον, συντεταγμένον παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου.

§408Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, τοιοῦτος νόμος. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Μπουφίδην. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης... Δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συζητήσητε ἀγωγὴν οἱανδήποτε κατὰ τὸν νέον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, ὅτε, νομίζω, ὁ κ. Σιμόπουλος ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;... (Ἀνυπομονησία ἐκ δεξιῶν Φωναί: «Κωλυσιεργία! κωλυσιεργία!»). Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἴπῃ τις, σεῖς τὸ ὀνομάζετε κωλυσιεργίαν! Ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν τροπαρίων τῆς Κασσιανῆς! (ἱλαρότης) Πῶς μᾶς βλέπετε κωλυσιεργοῦντας; Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐγὼ θὰ εἴπω, ὅτι ὅλα, ὅσα ἐπροτείνατε ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου, ὅλα ἐψηφίσθησαν. Πλὴν τούτων, εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ πολυετοῦς ἐργολαβίας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους» καὶ τὸ «περὶ τελωνειακῆς ἀστυνομίας». Κατῆλθον ταῦτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ πολλὰς βαθμίδας. Διὰ ποῖον λόγον; Εἴτε ἐκ τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων.

§409Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι δὲν ἀφήσατε διὰ τῶν ἐπερωτήσεών σας.

§410Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτων ἐπροτάθησαν νόμοι ἄλλοι, καὶ πάντες ἐψηφίσθησαν. Καὶ ἂν ἠθέλετε πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ φέροντα κατεπείγοντα χαρακτῆρα, θὰ ἐψηφίζοντο. Ἀλλ’ ὄχι! Νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, νὰ πᾶτε στὸ καλό! (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§411ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Πῶς ἀποφαίνεσθε; Ποῦ τὸ ἠξεύρετε;

§412Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο γίνεται πάντοτε. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ μετὰ δυσκολίας ἐπανέρχονται εἰς τὰς Ἀθήνας. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τοῦ 1844... (κραυγαὶ ἀποδοκιμαστικαὶ δεξιόθεν, θόρυβος ἀριστερόθεν· ἀντεγκλήσεις).

§413Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ μίαν πλάνην κύριε συνάδελφε. Νομίζετε, ὅτι αἱ δύο ἢ τρεῖς διακοπαὶ θ’ ἀναγκάσωσι τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀπέλθωσι, καὶ θὰ παραλύσῃ ἡ πλειονοψηφία; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλανᾶσθε. Δὲν θὰ γείνῃ αὐτό.

§414Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, ἐνδιαφέρει σᾶς.

§415Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὔτε ἡμᾶς.

§416Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἀδιακρισία μου νὰ κανονίσω καὶ τὰς οἰκογενειακὰς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Τοῦτο μόνον γνωρίζω ἐγὼ, προκειμένου περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, ὅτι μόλις ἔλθῃ πέντε ἡ ὥρα θὰ εὑρεθῶ εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου. Περὶ τούτου μὴ ἀμφιβάλλετε.

§417ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Καλὸ ταξεῖδι! καλὸ ταξεῖδι!

§418Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸν Νοέμβριον, ὅσα νομοθετήματα προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις, πάντα ἐψηφίσθησαν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀνεγνωρίσθησαν ὡς νομοθετήματα κοινοῦ συμφέροντος, καὶ ἐψηφίσθησαν πάντα. Τόσα νομοθετήματα περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐψηφίσθησαν καὶ ταῦτα, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε, ἂν ὑπολογίσητε, ὅτι αὗται ἤρχισαν τὴν 1 Νοεμβρίου, δὲν παρῆλθον οὔτε δύο μῆνες, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, δὲν ἐγένετο ἄλλοτε εἰς Συνόδους διαρκεσάσας ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Καὶ μετὰ τοιαύτην ἐργασίαν, Κύριοι, — τινῶν μάλιστα ἐξ ἡμῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως», οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐργάζονται...

§419ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἄ! ἄ!

§420Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βαλαωρίτης, ὁ ὁποῖος εἶπε τὸ «ἄ!», ἂς ἐρωτήσῃ τὸν παρακαθήμενόν του κ. Στεφάνου, ὁ ὁποῖος κοιμᾶται αὐτὴν τὴν στιγμήν, (γέλωτες) διὰ νὰ μάθῃ, ὁποίους κόπους καταβάλλουσι τὰ μέλη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην.

§421Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς ἀκούω καλῶς.

§422Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς δεκάτης τῆς πρωΐας μέχρι τῆς μιᾶς μετὰ μεσημβρίαν εὑρίσκονται ἐν διαρκεῖ διανοητικῇ ἐργασίᾳ, καὶ ἀπὸ τῆς τρίτης μ. μ. εὑρίσκονται εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Θεωρεῖτε μικρὰν ἐργασίαν αὐτήν; Ἂν θεωρῆτε αὐτὴν μικρὰν ἐργασίαν, ἐγὼ θεωρῶ (πρὸς τὸν κ. Βαλαωρίτην) μηδαμινὴν ἐργασίαν τὸ μέτρημα τῶν ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον καταγίνεσθε σεῖς. Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν ἐργασίαν, Κύριοι, διαρκοῦσαν ἐπὶ δύο μῆνας, μετὰ διαρκῆ συνεδρίασιν ἐπὶ 30 ὥρας καὶ ἡμίσειαν, ἐπιμένετε νὰ προβῆτε τὴν νύκτα ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ τόσα ἀξιότιμα μέλη ἀγορεύουσι;

§423ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Θὰ προβῶμεν. Μάλιστα.

§424Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὸν πάρητε! Θὰ μείνωμεν ἐδῶ ἀπὸ ὀκτὼ ὥρας καθένας, ἵνα ὁμιλήσῃ.

§425ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἄ! ἄ! ἄ!

§426Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Σᾶς συγχαίρω!

§427Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἢ ἐπιβάλλετε ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε, ἢ ἄλλως δὲν θὰ προχωρήσωμεν.

§428Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἀλαλάζωσι, προκειμένου νὰ δικαιολογήσω πρότασιν ἀναβολῆς, τί θέλετε νὰ εἴπω κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἀλαλαγμῶν αὐτῶν; Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τῆς ὑγείας τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ φειδώμεθα, νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, συνεδριάσεως διαρκοῦσης ἐπὶ τριάκοντα ἤδη ὥρας, πρᾶγμα πρωτοφανές!

§429ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τριάκοντα τρεῖς εἶναι, κύριε συνάδελφε.

§430ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶσθε ἀκριβής.

§431Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς γνωρίζω, ὅτι ἔχει σῶμα ἀντοχῆς, διότι ἄλλοτε ἀνεγίνωσκεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ὅλα τὰ τροπάρια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἑσπερινοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου!...

§432ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ δὲν εἶσθε ἀκριβής.

§433Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἡμεῖς ὅμως δὲν θέλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτά. Συζητοῦσι, βλέπετε, τὰ σοβαρώτερα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἐξέκλινεν οὔτε κατὰ κεραίαν τοῦ θέματος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν διεξάγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μετὰ προσοχῆς ἀκροᾶται αὐτοῦ, πλειστάκις τὸν διέκοψεν, ὅπως διαφωτίσῃ αὐτὸν ἐπί τινων σημείων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, οὐχὶ ἀκριβῶς διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής. Πότε ἄλλοτε, σᾶς παρακαλῶ, ἡ πλειονοψηφία, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ οὕτω πως τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τοσοῦτον σοβαρῶς συζητοῦσαν ἐπὶ σοβαρωτάτου θέματος;

§434ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα!

§435Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν «μάλιστα!» Καὶ θὰ μὲ κατακρίνῃ ἴσως πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἀπαντήσω, ὅπως καὶ προηγουμένως. Δὲν ἦτο σοβαρὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ; Δὲν ἦτο σοβαρὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Δραγούμη; ... (διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν καὶ θόρυβος).

§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§437Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι, ἐὰν δὲν παύσῃ νὰ θορυβῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θέλομεν ἀντιταχθῆ εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§438Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὄχι μόνον παραμονὴ τοῦ νέου ἔτους, εἶναι καὶ παραμονὴ εἰσόδου τοῦ νέου αἰῶνος, καὶ ἂν θορυβωδῶς εἰς ἄλλα ἔτη ἀπεδιώξαμεν τὸ ἀποχαιρετῶν ἡμᾶς ἔτος, πρέπει διὰ μεγαλειτέρου θορύβου ν’ ἀποδιώξωμεν τὸν ἀποχαιρετῶντα ἡμᾶς αἰῶνα! Διὰ τοῦτο λοιπὸν οἱ θόρυβοι δὲν πρέπει νὰ κάμωσιν ἐντύπωσιν εἰς κανένα. (Θόρυβος δεξιόθεν).

§439ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλετε ἡσυχίαν.

§440ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, Κύριοι.

§441Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ οἱανδήποτε ὥραν θελήσῃ, καὶ ἐὰν νομίσῃ, ὅτι καὶ σήμερον πρέπει νὰ συνεχισθῇ, μετά τινας ὥρας, ἡ συνεδρίασις, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι πρὸς χάριν του θὰ μείνω· δὲν θ’ ἀναχωρήσω.

§442ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν...

§443Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Κινδυνεύω νὰ χαρακτηρισθῶ ἄλαλος ἀπὸ πέντε ἡμερῶν, διότι, ἀφορῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν σπουδὴν, δεδικαιολογημένην ἢ ἀδικαιολόγητον, εἶχον ἀποφασίσει — καὶ ἡ ἀπόφασίς μου ἐξακολουθεῖ ἀμετάβλητος — νὰ μὴ ἀντικρούσω ποσῶς τὴν γνώμην τῆς σπουδῆς, καὶ νὰ μὴ συμβάλω εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ καὶ ἡμιεπισήμως καὶ δι’ ἀνάρθρων κραυγῶν πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώθη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν θὰ ἐννοήσῃ ὡς λῆξαν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς μετὰ την ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ζητῶν τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἀνέφερε γεγονότα, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνόησε νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, δὲν ἐνόησε νὰ κωλυσιεργήσῃ, ἢ δὲν μετῆλθε μέσα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐχαρακτήριζον τὴν συζήτησιν ὡς κωλυσιεργίαν, ἤκουσα φωνὰς διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, ἤκουσα ἀπειλὰς, ἤκουσα ὅτι θὰ ὑπάρξωσι Βουλευταὶ ἢ ὑπῆρξαν Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, οἵτινες εἶπον: «Θὰ πέσῃ καὶ ξύλο, διὰ νὰ πάρωμεν τὸν Προϋπολογισμόν!» (διαμαρτυρίαι ἐξ δεξιῶν).

§444ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κανεὶς δὲν τὸ εἶπε.

§445Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σέβομαι, Κύριοι, περισσότερον πάντων ὑμῶν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν μέλη, ἀλλὰ πεισθῆτε, ὅτι πείθομαι συνάμα εἰς τὴν ἀκοήν μου. Καὶ ἤκουσα ἐγὼ ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ ἄλλος, καὶ χωρὶς νὰ προσέξω εἰς καμμίαν διάψευσιν, ἤκουσα Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος εἶπε τοιοῦτόν τι. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§446Γ. ΡΩΜΑΣ. Ποῖος εἶναι;

§447Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.

§448Γ. ΡΩΜΑΣ. Πῶς λέγετε λοιπὸν τοιοῦτόν τι;

§449ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Κανεὶς δὲν τὸ εἶπε.

§450Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἐργαζώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νὰ διαφύγῃ τοιαύτη ἀπειλή, τοιαύτη ἔκφρασις ἀπὸ ἕνα Βουλευτήν, Τοῦτο ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι ἀποτελεῖ πραγματικὴν ἀπόφασιν, ἢ πραγματικὴν ἀπειλὴν, εἴτε πρὸς τὰ πρόσωπα, εἴτε πρὸς τὸν Κανονισμόν, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ κατονομασθῇ ὁ ἀσεβήσας οὕτω Βουλευτής. Ἡ περίστασις αὕτη δὲν μὲ κάμνει νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ μετάσχω ὅμως—καὶ ἡσυχάσατε, Κύριοι τῆς πλειονοψηφίας—διὰ βραχέων εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ὅπως διακόψωμεν. Διότι, ἂν διαμαρτυρηθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, λέγοντες, ὅτι ὄχι μόνον εἰς λόγους δὲν θὰ ἔλθωμεν, ἀλλ’ οὔτε εἰς χεῖρας ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, νομίζω, ὅτι τὰ γεγονότα θὰ διαψεύσωσι καὶ σᾶς καὶ ἡμᾶς, καθὼς βαδίζομεν, διότι ἀγνοῶ, ποῖον πνεῦμα ἀπό τινων ἡμερῶν ἔχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐπινεύσει, ὥστε ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἐρεθισμοῦ νὰ ἦναι τοσοῦτον συμπεπυκνωμένη. Βλέπω δὲ, ὅτι σεῖς μὲν πεισμόνως ἔχετε προσηλωθῆ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀμέσου ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄλλοι δὲ εἰς τὸ νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοιαύτης ἐπιψηφίσεως. Ἀλλὰ τίς εὑρίσκεται ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ἀληθείας; σεῖς, ἢ ἡμεῖς; Τοῦτο εἶναι ἄξιον συζητήσεως, καὶ τοῦτο συζητούμενον δέον νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ἂν πρέπει νὰ χωρήσητε, ὡς χωρεῖτε, εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀνακόψωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς συζητήσεως, ὅπως δοθῇ ἓν πέρας. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πρὸ ἡμερῶν καθωρίσθησαν τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τύπους, οἵτινες δὲν προοιωνίζον τὴν τοιαύτην πρόοδον καὶ τὴν τοιαύτην τροπὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Συνέπεσαν γεγονότα, ἢ δὲν συνέπεσαν, ὥστε νὰ μεταβληθῶσι τὰ ὅρκια ταῦτα, καὶ νὰ μεταβληθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς; Τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ συζητήσω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι, ὅτι ἐδόθη τύπος τις εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐδόθη μορφὴ, καὶ ἐρρίφθη κατηγορία, ἥτις ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀφορᾷ καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν χαρακτηρίζει. Ὅταν τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως ἐν τῷ προκειμένῳ θέματι ἀποβλέπῃ εἰς κωλυσιεργίαν, ἀπέναντι αὐτῆς εἶναι δεδικαιολογημένη νὰ ἀντιταχθῇ ἡ πλειονοψηφία διὰ τῆς συμπυκνώσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς σιωπῆς. Ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν ἐγένετο, δικαιολογοῦσα τοὺς δοθέντας χαρακτηρισμοὺς, οὔτε ἦτο πρέπον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τοιαύτη, συζήτησις μάλιστα ἀφορῶσα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ὅστις μετὰ 20 ἔτη οἰκονομικοῦ ἀγῶνος παρουσιάζεται ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ πρώτην φορὰν τοσοῦτον εὔελπις, ὥστε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ πρόβλημα τὸ οἰκονομικὸν ἐλύθη. Τίνες δὲ συνεζήτησαν μέχρι τοῦδε; Τρεῖς ἢ τέσσαρες, καὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως μόνος ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἠκούσθη ποτε, Προϋπολογισμὸς οἱουδήποτε Κράτους, καὶ δὴ τοιοῦτος, μετὰ τὰς οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, νὰ μὴ φωτισθῇ δι’ ἀγορεύσεως τοῦ ὑπερόχου ἱκανότητος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἴσως εἴπητε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ εἶχε χωρήσει, καὶ θὰ ἠριθμοῦντο πλειότεροι ῥήτορες, ἀλλ’ ἀνεκόπη διὰ τῶν ἀθρόως ἐπελθουσῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας ἂν προῆλθον οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ ἀποδίδετε τὴν εὐθύνην εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ εἰς τὰ πείσματα, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν κακῶς· διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθορίζει τὴν ὥραν τῶν ἐργασιῶν, καὶ παραδέχεται, ἵνα ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ δευτέρου τμήματος τῶν συνεδριάσεων, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 9½ μετὰ μεσημβρίαν· ἀλλ’ εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας τῶν ἐπερωτήσεων ὅριον δὲν δύναται νὰ τεθῇ, διότι οἱ ἀντιφρονοῦντες θὰ ἀντικρούσωσι δι’ οἱουδήποτε νομίμου μέσου τοὺς τοιούτους περιορισμούς. Εἶδον καὶ ἄλλην ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ πεῖσμα τῶν κυβερνώντων ἀντετάσσετο πλέον ἰσχυρὸν, καὶ εἶδον πλειονοψηφίας πλέον συμπαγεῖς, ἀλλ’ εἶδον καὶ τὴν σημαίαν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐν τῷ μέσῳ ὑψουμένην, ὅτε ἠπειλεῖτο σύρραξις. Τὸ πεῖσμα ὑπεστέλλετο. Ἀλλ’ οὐδὲν βλέπω τὴν ἑσπέραν ταύτην· καὶ ἂν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, τὴν σημαίαν ταύτην τοῦ συμβιβασμοῦ ἐγὼ νὰ ὑψώσω, καὶ νὰ ποιήσωμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, προτείνων νὰ διακόψωμεν ἤδη τὰς ἐργασίας, καὶ ἐπανερχόμενοι τὴν Τετάρτην νὰ φανῶμεν ἄλλοι ἄνθρωποι, νὰ φανῶμεν καὶ νέοι πολῖται, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ τόπου. Διότι διασταυροῦνται ὕβρεις καὶ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐναντίον τῶν πολιτευομένων, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρέχωμεν διὰ τῆς πολιτείας μας εἰκόνα δίδουσαν ἀφορμὴν εἰς αὐτάς. Σεῖς λέγετε, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι θέλομεν νὰ γείνῃ συζήτησις εὐρεῖα, ἀξία τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θὰ ἐποιούμην καὶ ἑτέραν ἔκκλησιν, παρ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις καὶ τὰς κραυγὰς, ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα συνεχίσωμεν τὸ ἔργον· θὰ ἐποιούμην τὴν ἔκκλησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν σπουδαῖα νομοσχέδια, περὶ τῆς Θεσσαλίας, περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου—εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιταχθῶ, διότι εἶναι θέμα, εἰς ὃ πρέπει νὰ χωρήσῃ ἐλευθέρα συζήτησις, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καθιερώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρχὴν τοιούτων ἀφαιμάξεων τοῦ Δημοσίου Ταμείου. — Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν καὶ τὴν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐπανάληψιν αὐτῶν καὶ λόγος ἕτερος, ὁ τῆς εὐπρεπείας τῆς συζητήσεως, ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίγνεται ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι οἰκοδομητικὸς τῆς συμπνοίας. Ἐψηφίσθη τὸ ἔσοδον φόρου ἀροτριώντων, χωρὶς φωνὴ διαμαρτυρίας νὰ ἀκουσθῇ, οὐδὲ ἁπλῆ συζήτησις νὰ γείνῃ! Καὶ ὅμως τὸ ἔσοδον τοῦτο ἔδει νὰ γείνῃ θέμα εὐρείας συζητήσεως. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων καὶ παρεπονέθη, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Παΐων, ἔν τινι χωρίῳ, ἔλειπον οἱ χωρικοί, καὶ προσῆλθον αἱ γυναῖκες νὰ δηλώσωσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος δὲν παρεδέχθη τὴν δήλωσιν ταύτην, κατὰ πνεῦμα αὐστηρὸν τοῦ νόμου, καὶ συνετάχθησαν πρωτόκολλα, καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν ἄρθρων 95–116 τοῦ νόμου ΒΠʹ, ἤτοι κατὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ κτηνοτρόφος δὲν δηλώσῃ, εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου, οἱ κτηνοτρόφοι, καὶ κατεδικάσθησαν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποκαλύπτω γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα διορθώσῃ τὸ κενόν. Τὰ ἄρθρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν, ἔχουσι καταργηθῆ· ἀλλ’ ἐν ὁλοκλήρῳ τῷ Κράτει, πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἐπαρχιῶν, ὅπου ἡ πρόνοια τῶν ἀντιπροσώπων εἶχε σπεύσει νὰ ἀνακόψῃ τὸ παράνομον ἔργον τοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἐβεβαιώθησαν φόροι καὶ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου παρανόμως, ἀναληπτέα δὲ ὑπὸ τῶν ἀδικηθέντων πολιτῶν. Καὶ θέλετε νὰ πάρητε τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν ἀπόψε διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς σιωπῆς σας! Τὰ ἄρθρα 95–126 ἀναγράφουσι τὰς λεπτομερείας διὰ τοὺς μὴ δηλώσαντας τὰ ἀροτριῶντα κτήνη. Ἀλλ’ ὁ νόμος ͵ΒΦΟΘʹ, ὃν πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, κατήργησε τὴν διαδικασίαν τῶν ἄρθρων 95–126 τοῦ ΒΠʹ Νόμου. Καὶ συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι οἱ γνωρίζοντες τὰς διατάξεις ταύτας, δι’ ὧν κατηργήθησαν τὰ ἄρθρα τὰ ὁρίζοντα τὸν τρόπον τῆς δηλώσεως, δὲν ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσι, καὶ οὕτω δὲν εἶδον ἑαυτοὺς ἀναγραφομένους εἰς τοὺς πίνακας τοὺς φορολογικούς. Ἂν δ’ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις καθορίσασαι τὰ τοῦ φόρου καὶ πρόστιμα, εἶναι ἄκυροι, καὶ οὐδόλως θὰ ἰσχύσωσι νὰ εἰσαχθῇ οὐδ’ ὀβολὸς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ ὅμως τὰ 2,400,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐνεγράφησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἐψηφίσθησαν ἀσυζητητί! Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην ἀνατροπὴν ἐκ νόμου νεωτέρου, ἐρωτῶ, εἶναι νόμιμος ἢ δυνατὴ ἡ τοιαύτη εἴσπραξις; εἶναι λογικὴ ἡ ψήφισις τοιούτων ποσῶν ἄνευ συζητήσεως, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ διαμαρτυρία, ἵνα ἀνανήψωμεν καὶ συζητήσωμεν οὐχὶ ὑπὸ τοιαύτην μέθην κομματικήν; Πῶς ταῦτα δυνάμεθα νὰ ῥυθμίσωμεν; Ἀλλ’ ἵνα μὴ ταῦτα συζητῶν φανῶ κωλυσιεργῶν, παύω, καὶ δὲν θίγω ἕτερον ζήτημα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπαναλάβωμεν τὸ ἔργον τὴν Τετάρτην.

§451ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖος λόγος ἀνέπτυξε τὸ πεῖσμα τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν μιᾷ νυκτί. Δὲν βλέπω ποῖον συμφέρον μέγα ἀπόλλυται, ἂν ὁ Προϋπολογισμός, χωρὶς νὰ παρεξηγήσῃ ἡ μία μερὶς τὴν ἄλλην, ψηφισθῇ τὴν Τετάρτην. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιρρίπτει τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ψηφίσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καταγγέλλει δ’ αὐτήν, ὅτι παρακωλύει τὸ ἔργον της. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ποῦ ἀνέγνωσα, ὅτι εἰς τὰ νομοθετήματα ἐν Γαλλίᾳ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρουσιάζῃ περισσοτέραν ἀντίστασιν, ἵνα μὴ καθίσταται τόσον εὔκολος ἡ νομοθετικὴ ἐργασία· καὶ τοῦτο ἐλέχθη ἐν Κράτει, ὅπου λειτουργεῖ καὶ Γερουσία. Παρ’ ἡμῖν τὴν κατάστασιν τὴν νομοθετικὴν τὴν βλέπετε εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ θεωρῆται ὡς κατηγορία ἡ ἐπιβράδυνσις, πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ἔπαινος, ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως ἀναπήρων νομοσχεδίων. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατηγορῆται ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς παρεμποδίζουσα τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ πολλοὶ πολλὰς ἐζήτησαν πληροφορίας οὐσιώδεις, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἀπήντησαν. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν προσαγωγὴν σημειώματος, περὶ τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ ἐκ συμβιβασμῶν ἢ ἐκ τελεσιδίκων ἀποφάσεων, καὶ ἀκόμη ἀναμένω! Καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ πίστωσις περὶ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι ὀφείλονται πλέον τῶν 400,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο διὰ τὸ ἔτος 1901 ζητοῦνται πάλιν μόνον 400,000. Ἴσως ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἡ εὐρυτέρα συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι μετριάζει τὴν εὐθύνην αὐτῆς ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως, ἐνῷ διὰ τῆς ἐσπευσμένης ψηφίσεως καθίσταται ὕποπτος, ὅτι θέλει νὰ καλύψῃ ἐλλείμματα καὶ προσθέτους δαπάνας. Βλέπω προσθήκας εἰς τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων, καὶ συγχρόνως βλέπω ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες διήνυσαν τὸν πρὸς σύνταξιν χρόνον, θὰ λάβωσιν οὕτως ηὐξημένην τὴν σύνταξιν, καὶ οὕτω βαδίζομεν εἰς νέαν χρεωκοπίαν. Ταῦτα πάντα πρέπει νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακόψῃ αὐτὴν τὴν βίαν καὶ τὴν ὁρμητικὴν καταφορὰν ἡμῶν εἰς νέαν χρεωκοπίαν. Νομίζω, ὅτι ἀντιτάσσουσα τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ εἰς τὴν φωνὴν τῆς λογικῆς, ἀδικεῖ ἑαυτὴν καὶ τὸν τόπον, διότι φαίνεται, ὅτι φοβεῖται, μὴ οἱ πλείονες κλονισθῶσιν, ὅταν ἀκούσωσι τοὺς ὀλίγους, ἢ καὶ τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν. Ὅταν ᾖναι συμπαγὴς ἡ πλειονοψηφία, τότε διατὶ νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὴν Τετάρτην, ὥστε νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἑτέρας παρατηρήσεις; Ἀπατῶνται αἱ Κυβερνήσεις, ὅσαι νομίζουσιν, ὅτι μόνον των ἔρεισμα εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων. Ἂς πιστεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ὅταν χάσῃ τὴν ἠθικὴν αὑτῆς ὑπόστασιν, τὴν πεποίθησιν τοῦ τόπου ἐπ’ αὐτήν, ὅσας καὶ ἂν ἔχῃ ψήφους, δὲν θὰ ἐμποδίζουν αὗται τὸ νὰ συναντᾷ διαρκῶς εἰς τὴν διοίκησιν ἀπείρους δυσχερείας, καὶ ἀντὶ νὰ ὠφελῇ, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει, ὅπως καλῶς διοικήσῃ, ἀντὶ νὰ ὠφελῇ διοικοῦσα, ἀφοῦ κλονισθῇ τὸ ἠθικὸν αὐτῆς, θὰ βλάπτῃ διὰ τῆς διοικήσεώς της. Κλονίζεται δὲ τὸ ἠθικὸν αὐτῆς, ὅταν ἐμπεδῶται ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι τοιοῦτος, οἷος ἔπρεπε νὰ ᾖναι, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ αὐτὴ νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναπτύξῃ κατὰ πασῶν τῶν ἀντιδράσεων τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὅπως πείσῃ τὸν κόσμον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός της εἶναι ἄρτιος. Ἀλλ’ ἐπιμένει εἰς τὸ ἐναντίον σύστημα. Βεβαίως, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν διὰ τῆς βίας τοῦ ἀριθμοῦ νίκην, θὰ ἔχῃ τὴν τοιαύτην νίκην, θὰ ἦναι ὅμως καδμεία νίκη διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ εὔχομαι νὰ συναινέσῃ, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τὴν Τετάρτην. Νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ, ἀντὶ νὰ βλάψῃ.

§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§453ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈνδρέας Παναγιωτόπουλος
Γεώργιος Κυριαζῆς ΟΛεων. Μελετόπουλος Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΠέτρος Αὐγερινός
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Χρῆστος Δαραλέξης
Εὐκλείδης Μπίστης ΟἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
Δημοσθ. Καΐρης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΝΝικόλαος Δαούτης
Κωνστ. Πλατούτσας ΟΠαναγ. Παπαχατζῆς Ο
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Σπ. Ι. Μήλιος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Βασ. Μαρκεζίνης Ο
Κωνστ. Κοττίκας ΟΝικήτας Συνοδινός Ο
Ἰωάννης Καραπᾶνος Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλλιᾶς ΟΤηλέμαχος Δενδρινός Ο
Στέφανος Δραγούμης Παναγ. Μαυροκέφαλος Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Θεόδωρος Ρετσίνας ΟΘεόδ. Ζαΐμης Ν
Φωκίων Νέγρης ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης
Νικ. Γιαννηκώστας ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ο
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς Ν
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ο
Νικ. Γουναράκης ΝΓεώργ. Οἰκονομόπουλος Ο
Κωνστ. Σταυρόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΝΤιμολέων Ἀδαμόπουλος
Ἀνδρέας Στρᾶτος Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης Ο
Ἀντώνιος Καρτάλης ΟἸωάν. Καζαμπάκας Ν
Κωνστ. Τοπάλης Σπυρ. Παπαποστόλου Ο
Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΟΞενοφῶν Τσαμαγκίδης
Ἀργύριος Φιλιππίδης ΟΚωνστ. Σκραφιανός Ο
Νικόλαος Παπαϊωάννου ΟΓ. Χατζηνικολῆς Ο
Δημήτριος Γίδας ΟΠαναγ. Λεβέντης
Νικόλαος Τσόγκας ΟΚ. Δούνης Ν
Νικόλαος Γουλιμῆς Γεώργ. Μέρμηγκας Ο
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ο
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβός Ο
Χαρίλαος Διγενόπουλος ΟΣπυρίδων Χυτήρης Ο
Ἀρ. Πετροπουλάκης ΟΓουλ. Σκάρπας Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΒασίλ. Σαμοΐλης Ο
Μιχαὴλ Φωτιάδης ΟΣπ. Ἀγάθος Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΝικόλ. Καλοσγοῦρος Ο
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΚ. Χρηστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης ΝΣωτήρ. Κροκιδᾶς Ο
Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Σπ. Νοταρᾶς Ο
Γεώργιος Λύρας ΟΠερ. Μεντζελόπουλος Ο
Ἐμμ. Ρέπουλης ΟΔημ. Δημητριάδης Ο
Δημήτριος Τσάττος ΟἌθως Ρωμᾶνος Ο
Δημήτριος Τσιτσάρας ΝἈγαμ. Μεταξᾶς Ο
Κωνστ. Ζῶτος ΟἈντ. Μομφερρᾶτος Ν
Γεώργιος Χατζόπουλος Θεόδ. Μηρκέτος
Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΔιον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
Γεώργ. Ρώμας ΟΝικ. Τσοῦχλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης
Χρ. Στεφανόπουλος ΟΘεόδ. Πέρρος Ο
Χαρίλ. Σπηλιώτης ΝΣτέφ. Κοπανίτσας
Γεώργ. Φικιώρης ΝΠέτρος Μόρης Ο
Μελέτιος Ρουσόπουλος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ο
Βρασίδας Λεώπουλος ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης
Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΟἈντ. Ρικάκης
Ν. Καραστέργιος Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
Δημ. Πιπινόπουλος ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Ἰωάν. Γ. Λάππας ΝΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
Νικ. Μπουφίδης ΟΝικ. Μισυρλῆς
Περ. Βλαχωρίτης ΟΝ. Καράπαυλος Ο
Εὐάγγ. Τσοχολαμπᾶς Γ. Ράλλης
Γεράσιμος Φίλιππας ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
Ξενοφ. Κυριαζῆς ΟΓερ. Ζερβὸς Ο
Βασ. Βασιλειάδης Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας Νικόλαος Λεωνίδας Ο
Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΔιομήδης Κυριακός
Παν. Μανέτας ΝΑ. Μαυρογορδᾶτος
Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΑ. Λαδόπουλος
Ἠλ. Ζέγγελης ΟΝ. Βαφειδάκης
Φίλ. Βάρβογλης ΟΑ. Βιτάλης Ν
Ἀθ. Κατριβᾶνος ΟΔ. Βοκοτόπουλος Ο
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Ι. Γκιὼν Ο
Γ. Ἀναστασόπουλος ΝΚάρολος Βιτάλης
Γ. Νικολαΐδης Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
Κ. Τρικούπης ΟΓ. Κανούτας Ο
Λεων. Δεληγεώργης ΝΝικ. Ταρμπάζης Ο
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
Δ. Λυμπερόπουλος ΟΓ. Ραδινὸς Ο
Γ. Λυμπερόπουλος ΟἈπ. Ζάππας Ν
Περ. Μποῦτος ΟΘ. Σαρσέντης Ο
Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΟΑ. Πονηρόπουλος Ο
Ἀντ. Μάτσας ΟΔ. Ἀναστασόπουλος
Νικ. Κρίσπης ΟΔ. Παπατσώρης Ο
Ι. Ναυπλιώτης ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΑ. Σκαλτσοδῆμος
Γεώργ. Σισμάνης Ν. Τζανετόπουλος
Δ. Φαρμάκης ΟΓ. Ροδόπουλος
Γεώργ. Πλατανιώτης Θεόδ. Λιμπρίτης
Ἠλίας Ποταμιάνος ΝΙ. Κουντουριώτης Ο
Μιχ. Λαμπρυνίδης Νικ. Τσαμαδὸς Ο
Ι. Βοῦρτσος ΟΠαντελῆς Γκίκας Ν
Ἀθ. Πετσάλης ΝἸωσὴφ Γρηγοριάδης
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ι. Τσιριμῶκος Ν
Γ. Καπετανάκης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Φώτιος Μοσχούλας ΟΑ. Πλατῆς Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝικ. Χατζῖσκος
Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν. Καλογερόπουλος Ο
Θᾶνος Μπασιᾶς Β. Βουδούρης Ο
Παναγῆς Τυπάλδος Γ. Ἀβέρωφ
Θεόδ. Βελλιανίτης ΝΔ. Κριεζώτης
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Ἀθ. Παπαθανασίου ΟἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο

§455ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 166. Ἐκ τούτων 120 κατὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ 46 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§456Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§457Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἔχω τὴν πιθανότητα, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις δὲν θὰ ἠπειλεῖτο νὰ λήξῃ ἀποτόμως, ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἤθελον σᾶς ἀπασχολήσει εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν. Δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ ἐκ ψύξεως ἐπελθόντος μοι βρογχικοῦ κατάρρου, δὲν ἠδυνάμην μήτε τὰς σπουδαίας ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσεις νὰ παρακολουθήσω, εἰμὴ μόνον καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ λάβω γνῶσιν αὐτῶν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, μήτε τὸν λόγον νὰ ζητήσω, διὰ νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖα. Ὁσάκις ὡμίλησα εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων), ὁσάκις δηλαδὴ ἔγραψα ἐν τῷ Τύπῳ,—διότι διετέλεσα καὶ δημοσιογράφος, καίτοι μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος,—καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ—ἐπὶ τούτῳ δὲ σεμνύνομαι— καὶ ὁσάκις ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ἔκαμα, διότι ἐνόμιζα ἀναγκαῖον νὰ τὸ κάμω. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ γνωρίζει ἀρκετὰ, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλει, πιστεύω, περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν προθέσεών μου καὶ τῶν λόγων μου. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ παραταθῇ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐὰν, ὡς σᾶς εἶπον, ἠδυνάμην νὰ ἐλπίσω, ὅτι, μὴ περατουμένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς εἴπω αὐτὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, καὶ εἶμαι εἰς τοῦτο ἠναγκασμένος ἐκ δύο λόγων, καὶ ἐκ τῆς βρογχικῆς παθήσεως, ἥτις ἐσαεὶ μὲ ἐνοχλεῖ, καὶ ἐκ τῆς ὑπονοίας, μὴ ἐκληφθῶ καὶ ἐγὼ ὡς συντελῶν εἰς κωλυσιεργίαν. Ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἄτοπόν τι, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Ἀλλ’ ἡ κωλυσιεργία εἶναι σύστημα —καὶ τότε εἶναι ἄτοπον, —καὶ σύμπτωμα—καὶ τότε διαφέρει. —Σύστημα ἦτο ἡ κωλυσιεργία ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ πρὸ ἐτῶν, ὅτε μετήρχοντο καὶ ἐξήσκουν αὐτὴν οἱ Ἰρλανδοὶ Βουλευταί. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ Γλάδστων κατὰ τὸ 1882 ἐπέμεινε, καίτοι ἄγαν φιλελεύθερος, εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, καὶ ἐπέτυχε νὰ ψηφισθῇ παρ’ αὐτῆς ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιορίζῃ τὴν συζήτησιν, κηρύττων αὐτὴν λήξασαν. Καὶ αὐτὸ ὠνόμασαν οἱ Ἄγγλοι διὰ τῆς γαλλικῆς λέξεως clôture, ἥτις κατὰ λέξιν σημαίνει κλείσιμον, ἤτοι λῆξιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι τοιαῦτα εἶναι τὰ ἤθη ἐν Ἀγγλίᾳ, τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπιρροὴ, ἣν ὁ σεβασμὸς τοῦ νόμου ἐξασκεῖ ἐφ’ ὅλων τῶν πνευμάτων, ὥστε δὲν ἠκούσθη κανὲν παράπονον μέχρι τοῦδε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἀξιοκατάκριτος· ἡ κωλυσιεργία ὡς σύστημα. Ἀλλ’ ἡ κωλυσιεργία ὡς σύμπτωμα δὲν μοὶ φαίνεται ἐπίσης ἀξιοκατάκριτος. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐπιμένουσιν ἥ τε Κυβέρνησις καὶ οἱ μετ’ αὐτῆς νὰ ὀνομάζωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν κωλυσιεργοῦσαν, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε καὶ ἐπιμένει νὰ συζητῇ εἰς τοιαύτην ὥραν, ἕνεκα τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ, ἕνεκα τῆς ψυχολογικῆς βίας, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀνακοινῶν πρό τινων ἡμερῶν δι’ ἐπιστολῆς μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι πλέον πολιτικὸς φίλος του, ἐξέφραζα τὴν λύπην μου διὰ τοῦτο, διότι πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην τρέφω αἰσθήματα ἐξιδιασμένης ἐκτιμήσεως καὶ μεγάλης συμπαθείας διὰ τὰ προσόντα αὐτοῦ, καὶ ὡς ἰδιώτου καὶ ὡς πολιτικοῦ ἀνδρός. Τῳόντι ἡ περίστασις αὕτη μὲ ἔθλιψε, διότι συγχρόνως ἔλεγον ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου, ὅτι θεωρῶ τιμήν μου νὰ ἐξακολουθῶ διατελῶν φίλος του προσωπικός. Ἔλεγον λοιπὸν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς διαστάσεώς μου εἶναι, ὅτι ἀπεδοκίμαζον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε καλὸν νὰ μετέλθῃ, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, διὰ πιέσεως δηλαδὴ ψυχολογικῆς καὶ καταναγκασμοῦ ψυχολογικοῦ ἐπὶ τῶν ἐχόντων ἀντιθέτους ἰδέας. Κύριοι, οὔτε θαυμαστὴς τοῦ ὑπάρχοντος συνταγματικοῦ χάρτου εἶμαι, οὔτε θιασώτης τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἔν τινι συνεδριάσει κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς πρώτης Συνόδου. Νομίζω, ὅτι ὁ συνταγματικὸς χάρτης μας ἐπαλαιώθη, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἐν πολλοῖς μεταρρυθμίσεως καὶ τροποποιήσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι πατριῶται, οἱ συντάξαντες αὐτὸν, περιέβαλον τὴν τροποποίησιν διὰ τοιούτων περιορισμῶν, ὥστε καθίσταται δυσκολωτάτη, ἂν μὴ ἀδύνατος. Μὴ νομίσητε ὅμως, ὅτι, λέγων ὅτι δὲν εἶμαι θιασώτης τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶμαι καὶ θιασώτης τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ὅτι εἶμαι ἀπολυτόφρων τις καὶ δεσποτικός. Πολλοῦ γε καὶ δή! Ἐκ τῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν καὶ τὰ πολιτεύματα, παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχουν συνταγματικὰ πολιτεύματα, καὶ δὴ δημοκρατικά, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι κατὰ τὸ φαινόμενον οἱονεὶ ἀπολυταρχικῶς. Ἐν τῇ μεγάλῃ Δημοκρατίᾳ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν δὲν ἰσχύει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Συμπολιτείας, ἐκλεγόμενος ἐπὶ τετραετίαν, συντάσσει τὸν κατάλογον τῶν διοριστέων Ὑπουργῶν, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς Γερουσίας. Ἡ μόνη συμμετοχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸν διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἡ ἔγκρισις τῆς Γερουσίας, διότι ἄνευ τῆς τοιαύτης ἐγκρίσεως ὁ διορισμὸς δὲν ἰσχύει. Ὑποθέτω, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἐνταῦθα ἐφιεμένων τὸ Ὑπουργικὸν χαρτοφυλάκιον θὰ ἦσαν πολὺ εὐχαριστημένοι ἐκ τοιούτου συστήματος, διότι ἐπὶ τέσσαρα ἔτη δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κλονισθῶσιν ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Διότι ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς, ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ ἦναι μέλος μήτε τῆς μιᾶς μήτε τῆς ἄλλης Βουλῆς, τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῶν. Καὶ ὅμως διεξάγονται ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς συζητήσεις σπουδαιόταται μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ Βουλῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, εἰς ἃ ἐνδιαφέρεται ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλλομένων διά τινος Βουλευτοῦ ἢ Γερουσιαστοῦ εἰς τὴν οἰκείαν Βουλήν. Ἐννοεῖτε, ὅτι μὲ τοιοῦτον σύστημα οὔτε ζητήματα ἐμπιστοσύνης ὑπάρχουν, οὔτε φόβος κλονισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι τοιοῦτον πολίτευμα ἀπαιτεῖ ἀνάλογον ὀργανισμὸν, πολιτειακόν τε καὶ δημοτικὸν καὶ κοινωνικὸν, ὀργανισμὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἔχω καὶ ἄλλην Δημοκρατίαν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅπου δὲν λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὴν Ἑλβετίαν. Ἐκεῖ ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Συνέλευσις ἐκλέγει διὰ τρία ἔτη τὰ μέλη τοῦ Ὁμοσπονδιακοῦ Συμβουλίου, ἤτοι τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος τῆς Συμπολιτείας. Τὰ αὐτὰ περίπου συμβαίνουν καὶ ἐκεῖ σχετικῶς πρὸς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία διαφορά, ὅτι οἱ νόμοι πολλάκις πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσι καὶ παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ δημοψηφίσματος (plébiscite). Τὰ ῥηθέντα εἶναι μία παρέκβασις, εἰς ἣν προῆλθον, ἵνα σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ ἀλλαχοῦ κρατούντων συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ ἠθῶν, συνάμα δὲ καὶ μαρτυρίαν περὶ τῶν φιλελευθέρων αἰσθημάτων μου. Διότι ἔχει πολλὰς ἀρετὰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι συμβιβασμός τις μεταξὺ τῶν μοναρχικῶν ἰδεῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν, προῆλθε δ’ ἐξ Ἀγγλίας, καθὼς ἠξεύρετε, ἀλλ’ ἔχει καὶ πολλὰ ἐλαττώματα· καὶ ἀπόδειξις τούτου τὰ συμβαίνοντα παρ’ ἡμῖν σήμερον. Ἀλλ’ ἀφοῦ διατελοῦμεν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὀφείλομεν οἱ πάντες, καὶ Κυβέρνησις καὶ Ἀντιπολίτευσις, σεβασμὸν πρὸς τοὺς κανόνας αὐτοῦ καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου Συντάγματος· ἐπὶ τούτου δὲ βλέπω ἡμαρτημένην τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς πιεστικῆς σπουδῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Νῦν δὲ ἔρχομαι εἰς τὸ κυρίως ἀπασχολοῦν ἡμᾶς σήμερον, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν. Ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν τῷ Τύπῳ, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν εἰσηγητῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἦμαι ἐπίσης αἰσιόδοξος, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀσπάζεται τὰς γνώμας αὐτοῦ. Διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 δὲν εἶδον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ ἴδω· δὲν τὸ εἶδον δὲ οὔτε ἐν αὐτῷ, οὔτε ἐν τῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τί ἐπεθύμουν; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπόσπασμα τῆς ἀγορεύσεως, ἣν ἔκαμα ἐνώπιόν σας κατὰ τὴν 20 Ἀπριλίου 1899 (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ὑπάρχει, καθὼς καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει, καὶ ἄλλο θέμα, ἐφ’ οὗ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ μεγαλειτέρα ἀνάπτυξις. Εἶναι δὲ τοῦτο τὸ τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν, ἢ μᾶλλον τῆς ἄκρας περὶ τὰς δαπάνας οἰκονομίας, τῆς ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τοῦ Κράτους, καὶ τῆς λύσεως τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλει ὁ Βασιλικὸς λόγος, διότι οὗτος περιέχει πολλὰ καὶ διάφορα περὶ διαφόρων τῆς ὑπηρεσίας κλάδων, περὶ ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, περὶ δημοσίων ἔργων κλπ. Οὐδεὶς περισσότερον ἐμοῦ εἶναι θιασώτης τῆς τοιαύτης βελτιώσεως, ἰδίως δὲ τῆς συγκροτήσεως ἀξιομάχου στρατοῦ καὶ στόλου. Δι’ ὃ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἵνα καταρτίσωμεν στρατὸν καὶ στόλον, ἱκανοὺς καὶ πρὸς ἄμυναν τῆς χώρας ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ τὰς δαπάνας ταύτας δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἐκεῖ, ὅπου ἄλλοτε τὰς ἐζητοῦμεν, εἰς τὰ δάνεια καὶ τοὺς φόρους. Ἡ πηγὴ τῶν δανείων ἐστείρευσε, καθὼς καὶ ἡ πηγὴ τῶν φόρων, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ μεγαλειτέρους φόρους, καὶ ἑπομένως οὗτοι δὲν πρέπει, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῶσιν, ἀλλὰ μόνον νὰ τροποποιηθῶσιν. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἔπρεπε μὲν νὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ παρακωλύωσι τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἀλλὰ νὰ ἦναι οὐχ ἧττον μεγάλαι καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν γενναῖαι εἰς πάντας τοὺς κλάδους, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ· διότι, ἐὰν πρέπῃ νὰ δαπανηθῶσι πολλὰ πρὸς ἀνασύνταξιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ παραλειφθῇ ἡ φειδὼ καὶ οἰκονομία ἐκεῖ, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσι.» Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι καὶ ἐπιθυμίαι μου. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἐν διαστήματι 35 ἐτῶν, δύο μόνον Ὑπουργεῖα γινώσκω καὶ ἐνθυμοῦμαι, τὰ ὁποῖα ἐβάδισαν κατὰ τὰς ἰδέας ταύτας· τὸ Ὑπουργεῖον Βούλγαρη–Δεληγεώργη, κατὰ τὸ 1866, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη κατὰ τὸ 1885. Τὸ μὲν πρῶτον περιέστειλεν οὐσιωδῶς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, —κατὰ τρία περίπου, νομίζω, ἑκατομμύρια, —τὸ δὲ δεύτερον περισσότερον, κατὰ πέντε περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ τοῦ δευτέρου τούτου ἡ ἐργασία διεκόπη, ἕνεκα τῶν ἀναφυεισῶν διεθνῶν περιπλοκῶν. Ἐπιμένω πάντοτε εἰς αὐτάς μου τὰς ἰδέας, διότι αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἡ βάσις πάσης ἀγαθῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν. Πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος καὶ ἐπέκεινα, διακεκριμένος τις Γάλλος οἰκονομολόγος, ὁ Baron Louis, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου, —καὶ τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζει ἴσως τὸ ὄνομα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ γνωρίζει πάντως ὁ κύριος Πρωθυπουργός, τὸ γνωρίζουν δ’ ἐπίσης πιθανῶς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, — εἶπε τὸ γνωστὸν λόγιον: «donnez moi de bonnes finances, je vous donnerai un bon gouvernement» ἤτοι: «δότε μοι καλὰ οἰκονομικὰ, νὰ σᾶς δώσω καλὴν Κυβέρνησιν». Ἐκ δὲ τῶν συγχρόνων ἕτερος διακεκριμένος πολιτικὸς ἀνὴρ Γάλλος, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς Brisson, εἶπεν: «Il faut de bonnes finances pour compter dans le monde», ἤτοι: «Ἓν Κράτος, διὰ νὰ ἔχῃ σημασίαν ἐν τῷ Κόσμῳ, πρέπει νὰ ἔχῃ καλὰ οἰκονομικά.» Αὐτὰ ἔχουν καταντήσει πλέον ἀξιώματα. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τὰ καλὰ οἰκονομικὰ πρέπει νὰ ἔχωσι βάσιν τὰς οἰκονομίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἔχει τοῦτο τὸ μέγα ἐλάττωμα, τὸ μὴ ἔχειν οἰκονομίας. Καὶ τώρα μεταβαίνω εἰς ἄλλην ἔποψιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας Βουλευτὴς Καρυστίας ἤλεγξε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ὡς μὴ δεικνύοντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρακτικὴν μέριμναν περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν Θράκῃ, Μακεδονίᾳ καὶ Ἀλβανίᾳ. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἄξιος ἐλέγχου καὶ δι’ ἄλλα μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν συνδέεται μετὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀκολουθῇ; Ἐπὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω ἐκ προοιμίων τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Εἶναι δύσκολον τὸ πραγματεύεσθαι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διὰ τοῦτο πάντες οἱ φιλοῦντες τὴν πατρίδα καὶ οἱ πεπειραμένοι πρέπει νὰ ἦναι φυλακτικοί. Ἀλλ’ ὅ,τι μέλλω νὰ σᾶς εἴπω, δὲν δίδει ἀφορμὴν εἴς τινα κίνδυνον. Τὴν σήμερον πάντες, καὶ μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν γένει ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον τὸ διατηρεῖν ἀγαθὰς σχέσεις μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας· καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἠγόρευεν ὁ ἐκ Καρυστίας συνάδελφος καὶ μετεχειρίζετο τὰς λέξεις «βάρβαρον Κράτος», παρ’ ὀλίγον νὰ τὸν διακόψω, καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν αἱ λέξεις αὗται νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ περὶ Κράτους, μεθ’ οὗ διατηροῦμεν φιλίας σχέσεις καὶ θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν τοιαύτας. Νομίζω δέ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὅ,τι δὲ σᾶς λέγω νῦν, ὡς Βουλευτὴς, τὸ εἶπα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων), μὲ τὴν ὑπογραφήν μου, ἐν Παρισίοις. Καὶ τοιαῦται μὲν εἶναι αἱ ἰδέαι μου, σήμερον δ’ εὐτυχῶς αἱ ἰδέαι πάντων, περὶ τῶν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας σχέσεών μας. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ γείτονές μας δὲν ἐνόησαν πάντοτε τὴν ἀνάγκην τῶν τοιούτων φιλικῶν σχέσεων. Ἐπῆλθε δ’ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, τὸ ὁποῖον μοιραίως ἐξετράχυνεν αὐτάς, διότι δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ μᾶς ἐξαναγκάσῃ εἰς τὴν πορείαν, ἣν ἠκολουθήσαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἢ ὅπως ἐλύθη. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ὑπάρξῃ ἀμφοτέρωθεν ἡ αὐτὴ συναίσθησις τῆς ἀνάγκης φιλίων σχέσεων, καὶ ὅτι θὰ χωρήσουν τὰ πράγματα εἰς τροπὴν εὐχαριστοτέραν. Λυποῦμαι, ὅτι πέρυσι, παθὼν τὴν ἐπιδημικὴν νόσον τῆς ἐποχῆς, δὲν ἠδυνήθην νὰ παρασταθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ νέος προξενικὸς νόμος ἔχει τινὰ ἀγαθά, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι τροποποιήσεως, δὲν ἔχει δὲ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῆς τότε συζητήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ἐπέκρινα τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ καὶ ἕνεκα ἄλλων σπουδαίων λόγων. Πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ, Ἀλβανίᾳ καὶ Μακεδονίᾳ Προξενείων. Ἐκεῖ δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ τυπικὰ προσόντα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νόμῳ περὶ τῶν καταλλήλων νὰ γείνωσι δεκτοὶ εἰς δοκιμασίαν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ῥητὴ διάταξις περὶ προτιμήσεως τῶν Ἀλβανομαθῶν. Τοῦτο λέγω ἐκ πείρας, ἣν ἔσχον, ὡς Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι ἐνθυμοῦμαι, πόσον χρήσιμοι ἀπεδείχθησαν οἱ πρόξενοι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τὰ ἄλλα προσόντα προσέθετον καὶ τὴν γνῶσιν τῆς Ἀλβανικῆς, ὡς ὁ μακαρίτης Βατικιώτης ἐν Ἰωαννίνοις, ὁ μακαρίτης Πέτρος Λογοθέτης ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὁ νῦν ἐπιζῶν Ἀλέξανδρος Λογοθέτης. Κατὰ τὴν γνώμην μου δέ, ἔπρεπεν ἔπειτα νὰ τεθῇ καὶ ἄλλη ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ἡ περὶ ἐπιμισθίου εἰς τὰς θέσεις ταύτας διὰ τοὺς ἔχοντας αὐτὸ τὸ προσόν, διότι παρετήρησα, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ μέρη ταῦτα δὲν παρέχουσι ψυχαγωγίαν τινά, πάντες σχεδὸν οἱ ἐκεῖσε διοριζόμενοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀπέλθωσι μετά τινα χρόνον, μετατιθέμενοι ἀλλαχόσε. Περὶ τούτου ἔγραψα τότε ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τὰ περὶ τούτου. Περὶ τοῦ θέματος δὲ τούτου ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ εἷς τῶν συναδέλφων, ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Ζάππας, ἔκαμε λόγον, καὶ ὑπέβαλε τροπολογίαν.

§458ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Μάλιστα· εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν.

§459Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ ἄλλας ἀτελείας ὁ προξενικὸς νόμος. Παρετήρησα, ὅτι ἐν Δαμασκῷ δὲν ὑπάρχει προξενικὴ ἀρχή. Ἐν Δαμασκῷ ὑπάρχει ἡ ἕδρα τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας, καὶ ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ φροντίσητε νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ προξενικὴ τῆς Ἑλλάδος ἀρχή. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ Προξενικὸν Πρακτορεῖον, ἀλλ’ ἀφοῦ κατηργήθησαν διὰ τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου πάντα τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα, ἐξέλιπε καὶ ὁ πράκτωρ ἐκεῖνος. Ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὅμως διατρέχουσι κίνδυναν, ἕνεκα τοῦ γνωστοῦ ἀνταγωνισμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου κρίνω περιττὸν νὰ διαλάβω. Ἀλλὰ τώρα ἔρχεται ἄλλο θέμα. Δὲν βλέπω καὶ ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ τὴν δέουσαν πρόνοιαν περὶ προστασίας ἐπαρκοῦς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξακολουθοῦντας σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα πάντοτε ἐπιζημιώτατον. Τὸ ἠκολούθησαν καὶ ἄλλοι προκάτοχοί των, ἀλλ’ εἶχον τὸ θάρρος νὰ καταδείξω καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην τὸ ἐπιζήμιον τοῦ συστήματος τούτου. Εἶναι κακὸν νὰ μένωσιν ἐπ’ ἄπειρον κεναὶ αἱ θέσεις τῶν πρέσβεων. Σήμερον μένουσι κεναὶ δύο ἢ τρεῖς θέσεις. Ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔλαβον, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βραδύνῃ ἡ συμπλήρωσις τῶν θέσεων τούτων. Οἱ Γραμματεῖς, ὡς ἐπιτετραμμένοι, εἶναι μία ἀνάγκη, ἀλλ’ ἀνάγκη προσωρινή. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ γείνωσι καὶ πρέσβεις, ἀλλὰ τοῦτο θὰ γίνηται μετὰ χρόνον. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἕνεκα τοῦ πολιτεύματος οἱ πολιτευόμενοι δὲν δύνανται νὰ καταλάβωσι τοιαύτας θέσεις, ὡς συμβαίνει ἐν ἄλλαις χώραις. Παρετήρησα, ὅτι ἡ Ἱσπανία εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ αὑτῆς ἀποστέλλει συνήθως πρώην Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ καὶ πρώην Πρωθυπουργοὺς, ἐκ τῶν πλέον διακεκριμένων ἀνδρῶν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς ἡμᾶς δὲν χωρεῖ τοιοῦτόν τι ἕνεκα τοῦ καθιερωθέντος συστήματος, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ μένωσι κεναὶ αἱ θέσεις τῶν πρέσβεων ἐπ’ ἄπειρον. Ὁ λόγος, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ κατάλληλοι ἄνδρες, ἢ εἶναι δυσεύρετοι, εἶναι πρόφασις. Δὲν εἶναι βεβαίως πολλοὶ οἱ τοιοῦτοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τοσοῦτον δυσεύρετοι, ὅσον λέγεται. Καὶ τώρα ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω: εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεων; Ἡ περὶ τούτων διαπραγμάτευσις παρετάθη πλέον τοῦ δέοντος. Δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως σφάλμα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, — διότι ὑποθέτω ὅτι οὗτος κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, — ἀλλ’ εἶναι σφόδρα λυπηρὰ ἡ τοιαύτη ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ἡ ἔκτακτος ἀποστολὴ τοῦ ἀγαπητοῦ ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου κ. Διονυσίου Στεφάνου καταντήσῃ διαρκής τις πρέσβευσις, ἴσως μέχρι συμπληρώσεως τῆς βουλευτικῆς τετραετίας. Πολὺ τὸ φοβοῦμαι. Συνεπληρώθη ἤδη, νομίζω, τὸ δεύτερον ἔτος. Ὅτε πέρυσιν ἀπενεμήθη τὸ ἀνώτερον Ὀθωμανικὸν παράσημον, καὶ μάλιστα ἀδαμαντοκόλλητον, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐχάρην. Ἐχάρην ἰδίως, διότι ἐθεώρησα, ὅτι ἡ τιμητικὴ αὕτη διάκρισις ἐκ μέρους τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως εἶχε καὶ σημασίαν τινὰ φιλικῶν διαθέσεων. Ἀλλὰ δὲν βλέπω σήμερον νὰ προωδεύσαμεν πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἤμεθα πρὸ τῆς ἀπονομῆς ταύτης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀξιῶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως ὅσα δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ, πρὸς φωτισμὸν αὐτῆς, διότι θὰ εἶναι καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ δημοσίᾳ. Τῳόντι ὁ περιώνυμος συγγραφεὺς τοῦ Δικαίου τῶν ἐθνῶν Klüber λέγει που τῶν συγγραμμάτων του, ὅτι πολλάκις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν συνταγματικῷ Κράτει πρέπει νὰ προτιμᾷ νὰ ἐλέγχηται ἢ νὰ λέγῃ πέραν τοῦ δέοντος. Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐσύστησα εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, τῆς τοποθετήσεως δηλ. καταλλήλων ἀνδρῶν, ὡς προξένων, ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ καὶ Ἀλβανίᾳ. Ἐπίσης περὶ συστάσεως Προξενείου ἐν Δαμασκῷ. Ἐρωτῶ, ποῦ εἶναι ὁ θρόνος τῆς Δαμασκοῦ σήμερον; — Ἐννοῶ τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον. Οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπηρέται τοῦ Κράτους· κατέχουσι θέσιν ἔξοχον, ἀλλὰ κυρίως εἶναι ὑπηρέται τοῦ ἔθνους. Καὶ αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχει ἡ λέξις Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ. Πρέπει λοιπὸν μετ’ ἄκρας προσοχῆς καὶ μετὰ συνειδήσεως νὰ προβαίνωμεν εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν τε προξένων καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων κλάδων, ἀλλ’ ἰδίως τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν πρέπει νὰ παρασύρωνται ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας ἢ συμπαθείας πρὸς πρόσωπα. Βεβαίως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προτιμῶσι τοὺς οἰκείους, τοὺς φίλους των. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι ἐγένετό ποτε κατὰ τοῦ Θεμιστοκλέους ἡ κατηγορία παρὰ τῶν ἐχθρῶν του, ὅτε ἦτο ἄρχων, ὅτι προετίμα τοὺς οἰκείους του εἰς τὰ ἀξιώματα τῆς πόλεως, καὶ αὐτὸς ἀπήντησε: «Μὴ γένοιτο νὰ προτιμήσω τοὺς ἐχθρούς μου τῶν οἰκείων μου, ὅταν οἱ οἰκεῖοί μου τυγχάνωσιν ὄντες οἱ ἄριστοι!» Τοιοῦτόν τι εἶπε καὶ ὁ λόρδος Τζὼν Ρῶσσελ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ συμπίπτουν ἡ προτίμησίς των καὶ ἡ φιλία των μὲ τὴν ἰδίαν αὐτῶν καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν· πρέπει ἡ κοινὴ συνείδησις νὰ θεωρῇ, ὅτι οἱ διοριζόμενοι κατέχουσιν ἐπαξίως τὰς θέσεις, καὶ ἐδικαιοῦντο νὰ κατέχωσιν αὐτάς. Σᾶς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν διορίζει Ὑπουργοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει, τοὺς φίλους του, καὶ μόνον δικαίωμα ἔχει ἡ Γερουσία νὰ ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τοὺς διορισμούς. Ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει παράδειγμα μέχρι τῆς σήμερον, ὅτι ἡ Γερουσία εἶπε ποτέ, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλοι αὐτοί, τοὺς ὁποίους ὁ Πρόεδρος διώρισεν ὡς Ὑπουργούς. Τοιαῦτα ἤθη καὶ ἔθιμα εὔχομαι νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ παρ’ ἡμῖν. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ συμβαῖνον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας παρ’ ἡμῖν σκάνδαλον, διότι αὐτὸ ὁπωσδήποτε εἶναι ἀσχημία κοινοβουλευτική. Ἀσχημία καὶ ἄτοπόν τι εἶναι ἡ κωλυσιεργία, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐξωθῆται εἰς τοῦτο ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς παρὰ τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἐννοῶ, τῇ ἀληθείᾳ, διατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις σήμερον κανονικῶς, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ τὴν Τετάρτην. Δὲν ἐννοῶ, ποῖον κίνδυνον τρέχει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην ὅλων τῶν ὀπαδῶν του. Ἀξιόλογα λοιπὸν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν παράκλησιν τῆς μειονοψηφίας περὶ ἀναβολῆς. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ἀρχαῖος Βουλευτὴς — ἤμην καὶ πρὸ εἰκοσαετίας. — Τὰ συμβαίνοντα τώρα δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνέβησαν ἄλλοτε. Μόνον μίαν φοράν, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐδέησεν ἡ πλειονοψηφία νὰ κάμῃ ὁλονυκτίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Σπάρταλη. Μίαν φοράν μόνον...

§460ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πλειστάκις.

§461Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλειστάκις; Κατὰ συνέχειαν;

§462ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§463Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι, —μὲ συγχωρεῖτε. — Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου–Δηλιγιάννη, ὅτε ἤμην Βουλευτὴς, ὅτι ἐπὶ ἕνα σχεδὸν μῆνα ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεζήτει τὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ τὰ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶχε σταλῆ εἰς τὸ Βερολίνειον Συνέδριον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ ἕνα σχεδὸν μῆνα συνεζήτει τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδεμία ἀπόπειρα πιέσεως ἢ ἐκβιάσεως· καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς συνῄνεσαν εἰς τὸ νὰ χωρήσῃ κανονικῶς ἡ συζήτησις. Διατὶ, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ μὴ συγκαλέσητε τὴν Βουλήν, ἀντὶ τῆς 28 Ὀκτωβρίου, τὴν 28 Σεπτεμβρίου; Τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ κωλυσιεργία. Λοιπὸν διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε τὴν μειονοψηφίαν, ἐπιμένουσαν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι σεῖς ὑπέχετε τὴν εὐθύνην. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§464Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν πράττω τοῦτο, ὅπως ἐλέγξω αὐτὸν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον, ὡς Βουλευτὴς μὴ ἀνήκων εἴς τι τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ δικαιολογήσω τὴν στάσιν, ἣν ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ τηρήσω ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι πράγματι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς εἰσηγουμένης αὐτὴν Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ βλέπομεν παρερχομένους πάντας τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας ἴδια πολιτικὰ προγράμματα, ὅπως ἐκθέσωσι τὰς γνώμας των ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀκολουθῇ. Πάντες γινώσκομεν, ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ ἐν γένει ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Πολιτείας πρὸ τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἔκτοτε ἐβαίνομεν ὁλοταχῶς εἰς βάραθρον οὐχὶ μόνον οἰκονομικόν, ἀλλὰ καὶ διοικητικὸν καὶ κοινωνικόν, διότι καὶ ἡ κοινωνία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καλῶς, ὅταν ἡ Πολιτεία βαίνῃ κατὰ κρημνῶν. Τότε οἱ ἐξετάζοντες τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀνεγνώριζον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσωμεν πρὸ τοῦ βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁλοταχῶς, ὡς προεῖπον, ἐβαίνομεν, εἰμὴ μόνον διὰ βιαίας ῥιζικῆς μεταβολῆς, διότι οὐδεὶς — ἂς τὸ εἴπωμεν μετὰ παρρησίας — ἐκ τῶν τὰ κοινὰ πραττόντων ἠθέλησε πράγματι νὰ ἐργασθῇ μετ’ αὐταπαρνήσεως πρὸς διόρθωσιν τῆς ὀλεθρίας αὐτῆς καταστάσεως, ἀλλὰ πάντες κατειργάζοντο τὴν καταστροφὴν, οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἀφιλοπατρίας, ἀλλὰ πάντως ἐκ φιλαρχίας, φιλαρχίας ὅμως κακῶς ἐννοουμένης, διότι δὲν βλέπω, ὁποῖα θέλγητρα καὶ ὁποίαν δόξαν φέρει ἡ ἀρχή, ὅταν ὁ κατέχων αὐτὴν βλάπτῃ καὶ δὲν ὠφελῇ τὴν πατρίδα του. Τοιαύτης βιαίας μεταβολῆς ἐξετάζων τ’ ἀποτελέσματα, ὡς πολίτης Ἕλλην, πονῶν τὴν πατρίδα μου, ὡς πονεῖτε καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα περὶ πολέμου, ἐκηρύχθην εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον φιλοπολέμων, οὐχὶ τόσον ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν πράγματι εἶχον, ὅτι δύναται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, εὑρισκομένου τότε ἐν οἵᾳ πάντες ἐγινώσκομεν καταστάσει, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τοιοῦτον ἐχθρόν, προτιμοτέρα ἀπὸ τὴν νάρκην, ἐν ᾗ ἔφθινεν ὁσημέραι τὸ ἔθνος, ἦτο ἡ ἐν πολέμῳ ἧττα, ἐξ ἧς τοὐλάχιστον θὰ ἠδυνάμεθα, ὡς πάντες ἠλπίζομεν τότε, νὰ λάβωμεν διδάγματα πρὸς σωτηρίαν διὰ τὸ μέλλον. Δυστυχῶς, ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, καὶ διεψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες μας, οὐχὶ μόνον περὶ ἐπιτυχίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅπερ χείριστον, καὶ περὶ τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠλπίζομεν νὰ ἀντλήσωμεν ἐκ τῆς ἥττης. Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐν πεποιθήσει ἀμφισβητῶν, ὅτι, ἂν ὁ πόλεμος διεξήγετο καλῶς, ἔστω καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν καὶ στόλον, τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ὁποῖα πάντες ἐποθοῦμεν καὶ προσεδοκῶμεν. Οἱ λέγοντες σήμερον, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ, δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπέδειξεν ἐν τῷ πολέμῳ αὐτῷ, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις του, ἠδύνατο νικηφόρως ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν Τουρκικόν, ἂν διωκεῖτο ὡς ἔπρεπε νὰ διοικηθῇ, καὶ ἂν ὁ πόλεμος διεξήγετο ὡς ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἀπεφασίσθη καὶ πῶς διεξήχθη ὁ ἀτυχὴς πόλεμος ἡμῶν· θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἐξετάσω, ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι μετ’ αὐτὸν ἡ πορεία τοῦ ἐλευθέρου τούτου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ὁποία εἶναι. Μετὰ τὴν ἐκ τοῦ πολέμου καταστροφὴν, κύριοι Βουλευταί, ἐπῆλθε καὶ εἰς ἐμὲ ἡ ἰδέα νὰ ζητήσω νὰ ἐκλεχθῶ Βουλευτής, φλεγόμενος οὐχὶ ἐκ τῆς ματαιοδοξίας νὰ γραφῇ καὶ ἐμοῦ τὸ ὄνομα ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς πραγματικῆς φιλοδοξίας νὰ μετάσχω μιᾶς Βουλῆς, ἥτις, μετὰ τόσῳ καταστρεπτικὸν πόλεμον συγκαλουμένη, ἐπίστευον, ὅτι ἔμελλε νὰ ἐργασθῇ εἰλικρινῶς πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ πεπτωκότος τούτου Κράτους, καὶ νὰ εὐτυχήσω νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων. Ἐκ τῶν ἀμέσως μετὰ τὰς πολεμικὰς ἀποτυχίας ἐκδηλώσεων τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ κατεδείχθη, ὅτι οὗτος κατενόησε, ποῦ ἔγκειται τὸ κακὸν, καὶ ὅτι θέλει καὶ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ θεραπεύσῃ τοῦτο. Δυστυχῶς ἐπῆλθον τοιαῦτα γεγονότα, ἅτινα ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ πνίξῃ τὸ φρόνημά του καὶ τὴν ἀγανάκτησίν του. Καὶ πρῶτον ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παράτασις τῶν περὶ εἰρήνης διαπραγματεύσεων καὶ συνεπῶς καὶ τῆς ἀμφιβόλου καταστάσεως, ὡσεὶ αὕτη ἦτο προπαρεσκευασμένη ἀπὸ σκοποῦ, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ λησμονηθῶσι πολλὰ τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ὑπέστη τὸ ἔθνος καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατ’ αὐτόν. Ἕτερον δὲ σοβαρώτατον γεγονός, ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον ἐπελθὸν, ἔπεισε τὸν λαὸν, ὅτι ὤφειλε νὰ δείξῃ, ὅτι μετέβαλε τὴν πρώτην κρίσιν του περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους καὶ περὶ τῶν ὑπαιτίων τῶν πολεμικῶν ἀτυχημάτων αὐτοῦ. Οὐδεὶς δύναται εἰλικρινῶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ πρώτη καὶ ἄμεσος ἀντίληψις καὶ κρίσις τοῦ λαοῦ περὶ αὐτῶν ἦτον ἡ ἀσφαλεστέρα. Ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ τότε ἀμέσως ἔπεσεν οὐ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἡγητόρων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πάντων ἐκείνων, οἵτινες, δὲν ἀγνοεῖ οὗτος, ὅτι ἀνευθύνως διῴκουν τότε τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ ὑπεκίνησαν τὸν πόλεμον, καὶ αὐτοὶ καθ’ ὁλοκληρίαν διηύθυνον καὶ διεξήγαγον αὐτὸν κακῶς διὰ τῶν ἀρχηγῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, οὓς αὐτοὶ ἐξελέξαντο. Πιστεύω ὅμως, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς πρώτης κρίσεως τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι πραγματική, ἀλλὰ φαινομενική, ὀφειλομένη εἰς τὴν σύνεσιν καὶ φιλοπατρίαν αὐτοῦ, κατανοήσαντος πάντοτε, μάλιστα δὲ μετὰ τὸ ἀποτυχὸν ἀνοσιούργημα τῶν Καρδίτση καὶ Κυριακοῦ, ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην ἰσχυρᾶς Βασιλείας, στηριζομένης ἐπὶ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν αὐτὸ τῆς ἀποπείρας τῆς βασιλοκτονίας εὐλόγως συνετέλεσεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης, ἥτις ἐπεκράτησε τότε παρὰ τῷ λαῷ ἐκ τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου, καὶ ἥτις, ἂν δὲν μετεβάλλετο, καὶ ἐξηκολούθει ἐπικρατοῦσα φανερά, βεβαίως ἤθελε φέρει τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματά της ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων...

§465Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ σφάλλεις.

§466Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Ἂν φρονῆτε τὰ ἐναντία, δύνασθε νὰ ἔλθητε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἐγὼ ὅμως ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην, καὶ τὴν λέγω μετὰ θάρρους. Ὁμιλῶ περὶ τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη τότε ἀμέσως περὶ τῆς καταστάσεως καὶ περὶ τῶν ὑπαιτίων αὐτῆς, καὶ ἡ ὁποία, ἂν ἐξηκολούθει φανερὰ, ἤθελε φέρει τὰ ἀποτελέσματά της, ἂν ὄχι ἐπὶ ἄλλων, τοὐλάχιστον ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιστοιχίζουσι τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς κλίκας, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἠναγκάζετο ὁ λαὸς, ἕνεκα τοῦ εἰρημένου λόγου, νὰ σιγήσῃ, θὰ εἶχε περιορισθῆ, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἔφερε καὶ σήμερον εἰς χείρονα τῆς προτέρας κατάστασιν.

§467ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Προϋπολογισμός! προϋπολογισμός!

§468Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οὗτοι, μετὰ τὴν μυσαρὰν πράγματι ἀπόπειραν τῆς βασιλοκτονίας, θρασυνθέντες ἐκ τῆς ἐπιβεβλημένης ὑπὸ τῆς φιλοπατρίας κατασιγήσεως τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ὀργῆς τοῦ λαοῦ, ἤρχισαν νὰ μεταθέτωσι τὴν εὐθύνην ἀπὸ τῶν πραγματικῶν ὑπαιτίων τῆς ἐν τῷ πολέμῳ φυγῆς εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸν λαὸν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ὑπῆρξαν τὰ θύματα τῆς κακοδιοικήσεως, καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἔτι καὶ νῦν νὰ ὑφίστανται τὰ ἐκ ταύτης κακά. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κατὰ τί ἔπταισεν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀγογγύστως πάντοτε προσέφερε πᾶσαν θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἐκάλεσεν αὐτόν. Τί πταίει ὁ στρατός, ἂν οἱ ἁρμόδιοι καὶ ἐν εἰρήνη δὲν ἐμερίμνησαν περὶ τῆς καλῆς συντάξεως αὐτοῦ, καὶ ἐν πολέμῳ κακῶς διῴκησαν αὐτόν; Τίς ποτε ἐζήτησε νὰ ἐργασθῇ εἰλικρινῶς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὸς ἢ ὁ λαὸς ἠρνήθη τὴν συνδρομήν του; Μὴ, ἄν ποτε ὁ Βασιλεὺς ἐζήτησεν ἢ ἔδειξεν, ὅτι θέλει νὰ πράξῃ τι καλὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἠρνήθησαν αὐτῷ τὰ μέσα οἱ πολιτευόμενοι, εἰς οὓς καὶ μόνους τόσον χαιρεκάκως θέλουσι νὰ ἐπιρρίπτωσι τὴν εὐθύνην παντὸς κακοῦ; Καὶ ἐλησμονήθη, ὅτι κατὰ τὸ 1896 ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔσπευσε νὰ μεταβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μετὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, προσέθεσεν εἰς τὰ ἔξοδα τὸ ποσόν, ὅπερ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατοπέδου καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν διὰ τοῦ γνωστοῦ διαγγέλματος ἐκφρασθεῖσαν τότε ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως; Διατὶ λοιπὸν θέλετε τὴν εὐθύνην τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπιρρίπτωμεν μόνον εἰς ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους, τοὺς μικροὺς ἁμαρτωλοὺς, οἱ ὁποῖοι φέρομεν τὰ βάρη καὶ τὰς μεγάλας ἁμαρτίας τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν; Ἀλλὰ δὲν θέλω ἐπιμείνει ἐπὶ πλέον εἰς ταῦτα, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου ἡ περὶ αὐτῶν συζήτησις. Θὰ ἐξετάσω ὅμως, τί ἐγένετο μετὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ αὕτη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πάντες σχεδὸν κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ προγράμματα ἀνεξαρτησίας, οὐχὶ βεβαίως ἀνεξαρτησίας ἀπὸ κομμάτων ἀπολύτως, ἀλλ’ ἀνεξαρτησίας ἀπὸ προσωπικῶν κομμάτων, διότι τὰ πολιτικὰ κόμματα ἀρχῶν ἐπιβάλλονται ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ μόνον τὰ προσωπικὰ εἶναι ὀλέθρια. Πάντες, ὡς ὑποψήφιοι, ὑπεσχόμεθα, ὅτι, ἀπαρνούμενοι τὸ πολιτικὸν παρελθὸν, θὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ νέων ὅλως βάσεων καὶ ἀρχῶν, ὅπως ἀνεγείρωμεν καὶ σώσωμεν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον, μεθ’ ὅλην τὴν ἐσωτερικὴν κακοδιοίκησιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν τοῦ Κράτους, ὡς ἔθνος ἐκράτει πολὺ ὑψηλὰ καὶ ὑπερήφανον τὸ μέτωπον, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει δὲν ἐσέβοντο πάντες τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι, φεῦ! μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ῥαπίζονται, περιϋβρίζονται, χλευάζονται, δολοφονοῦνται ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες περιδεεῖς πρότερον προσέβλεπον αὐτούς. Μὲ τοιαῦτα πολιτικὰ προγράμματα κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τοὐλάχιστον τὰ τρία τέταρτα τῶν ὑποψηφίων, καὶ ὁ λαὸς διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἐξελέξατο τοὺς πλείστους τῶν τοιούτων ὑποψηφίων, πάντες δ’ ἐχάρημεν, ὅτε εἴδομεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, πιστεύσαντες, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν ἦσαν εἰλικρινῶς ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, καὶ ὅτι μετὰ ζήλου καὶ αὐταπαρνήσεως ἤθελον ἐργασθῆ ὑπὲρ ἀνορθώσεως τοῦ πεπτωκότος τούτου ἔθνους. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, μόλις ἤλθομεν ἐνταῦθα, δὲν ἠξεύρω ὁποῖος ἀὴρ ἔπνευσε, καὶ οἱ πλείονες αὐτῶν ἐτράπησαν τὴν τετριμμένην καὶ ἐθνοφθόρον ὁδὸν, καὶ μάλιστα τὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄγουσαν, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον μόνιμον Κυβέρνησιν. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ἀνάγκην μονίμου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ Κυβερνήσεως ἠθικῆς, Κυβερνήσεως, ἥτις νὰ θέτῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ ὑπεράνω τῶν κομματικῶν καὶ τῶν προσωπικῶν συμφερόντων τῶν φίλων της. Δυστυχῶς ὅμως, δὲν ἀπεδείχθη τοιαύτη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ διὰ τῆς συναλλαγῆς προσηλυτίσασα τοὺς πλείστους τῶν Βουλευτῶν. Ὅτε ἐσχηματίσθη αὕτη, καὶ εἶδον τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν αὐτῆς, ἐπίστευσα ὅτι, ἔχουσα συνείδησιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ λαὸς, ἤθελε κάμει χρῆσιν ὅλης τῆς ἐν τῇ Βουλῇ δυνάμεώς της πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς αὐτῆς, ἧς πρῶτον κεφάλαιον θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἡ δι’ ἐπισταμένης ἐξετάσεως ἐξεύρεσις καὶ ἐπίσημος ἀποκάλυψις τῶν ὑπαιτίων τοῦ πολέμου καὶ τῆς κακῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, καὶ ἡ νόμιμος τιμωρία αὐτῶν, ἂν ἦναι ἐκ τῶν συνταγματικῶς ὑπευθύνων. Καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτὸν καὶ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν πολλὰ εἰς βάρος καὶ ἀνευθύνων καὶ ὑπευθύνων περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δημοσίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ δι’ αὐτούς, ἂν ἦναι ἀθῶοι, καὶ διὰ τὸ ἔθνος συμφέρον θὰ ἦναι νὰ διαλευκανθῇ ἡ ἀλήθεια δι’ εὐρείας συζητήσεως ἐπὶ τῶν πεπραγμένων ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἤλπιζον, ὅτι τῆς συζητήσεως ταύτης τὴν πρωτοβουλίαν ἤθελεν ἀναλάβει ἡ πλειονοψηφοῦσα Κυβέρνησις, ἧς τὰ ὄργανα καὶ οἱ φίλοι δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐπιρρίπτωσι, πότε φανερῶς, καὶ πότε ὑπούλως, τὴν εὐθύνην πρότερον μὲν καὶ ἐπὶ ἀνευθύνων καὶ ἐπὶ ὑπευθύνων, ἀπὸ δὲ τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναρρήσεώς της ἐπὶ μόνης τῆς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐπιμελῶς ἀποφεύγει τὸν ἐπίσημον ἔλεγχον τῶν πολεμικῶν, δίδουσα οὕτω τὸ δικαίωμα εἰς ἐκεῖνον, ὃν ἔτι καὶ νῦν τολμῶσιν οἱ φίλοι της νὰ ἀποκαλῶσιν ὑπαίτιον τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, νὰ προκαλῇ μετὰ θαυμαστοῦ θάρρους καὶ αὐτὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν της εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Διατί λοιπόν, ἐνῷ ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν νὰ διεξαγάγῃ ἐπιτυχῶς τοιαύτην συζήτησιν, ἀποφεύγει αὐτήν; Εὑρέθησαν ἀνεξάρτητοί τινες Βουλευταί, ἔχοντες συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των, καὶ ἐπρότειναν τὴν σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἀπέτυχεν ἡ πρώτη, ἡ ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς συσταθεῖσα, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ αὐτῶν ἔκθεσίν της, ἀλλὰ σύμπασα σχεδὸν ἡ Βουλὴ παρεκώλυσε τὴν ἐπιτυχίαν τοιαύτης ἐπιτροπῆς...

§469Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σύμπασα, διότι ἡ Βουλὴ τῆς προηγουμένης Περιόδου διώρισεν ἐπιτροπὴν ἐξεταστικήν, ἥτις εἰργάσθη ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις παρεῖχε τὰ μέσα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, συνεπὴς πρὸς ἑαυτήν, ἔστερξεν εἰς τὸν ἀναδιορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀπώλεσε καὶ τὸν Πρόεδρόν της, καὶ οὔτε συνῆλθε κἄν.

§470Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀληθῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔστερξεν εἰς τὴν σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ σκοποῦ κατήρτισεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐργασθῇ, καὶ νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπός, ὡς καὶ ἐγένετο. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν εἰς πέρας τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολήν, διότι, ὡς λέγει, δὲν τῇ παρεσχέθησαν τὰ μέσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ὤφειλεν ὅμως, ἀφοῦ, διαλυθείσης τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν διάδοχον Βουλὴν τὴν γενομένην ἐργασίαν, διότι αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, ἐντολῇ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ὁποίου ἐγένετο, καὶ δὲν εἶναι κτῆμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀποκρύψῃ, ἢ νὰ διαθέσῃ κατὰ βούλησιν. Δυστυχῶς, καὶ αὐτὴ δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκον τοῦτο. Τὸ ἔθνος θέλει νὰ γνωσθῇ ἡ ἀλήθεια ἐπισήμως ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, οὐχὶ διὰ νὰ πεισθῇ αὐτό, — διότι αὐτὸ γινώσκει αὐτήν, καὶ εἶναι πεπεισμένον περὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς καταστροφῆς του, — ἀλλὰ διὰ νὰ φιμώσῃ τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες τολμῶσι νὰ παρίστανται ὡς σωτῆρες, ἀντὶ ὀλετήρων, παρεξηγοῦντες, ὡς εἶπον, τὴν κατ’ ἀνάγκην σιωπὴν τοῦ λαοῦ. Ἂν ὁ ἐπίσημος ἔλεγχος ἐγίνετο ἐν τῇ Βουλῇ, πολλὰ κακά, τὰ ὁποῖα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐγένοντο καὶ ἐξακολουθοῦσι γινόμενα, δὲν θὰ ἀπετολμῶντο, ἀλλ’ ἕκαστος θὰ ἐλάμβανε τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῷ θέσιν, καὶ δὲν θὰ ἐψηφίζομεν νόμους, ὡς τὸν περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλους, χάριν ὑψηλῶν εὐνοουμένων, οὐδὲ θὰ ἐβλέπομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διορίζῃ ἐν εἰρήνῃ ἐπιτελάρχας πρὸς διόρθωσιν τοῦ στρατοῦ ἐκείνου, οὓς ἐν πολέμῳ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔπαυσεν ὡς ἀνικάνους, ἐκφράσας μάλιστα καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους πρὸς τὸν Διάδοχον, συγκατατεθέντα εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπιτελάρχου, οὗτινος σύσσωμον τὸ ἔθνος οὐ μόνον τὴν παῦσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμωρίαν ἀπῄτει τότε. Μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν αἰτίων τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ, δευτέραν ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περιστέλλοντες τὰς δαπάνας μέχρι τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ διοικηθῇ τοῦτο, καὶ ἐνισχύοντες τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων διὰ νέας φορολογίας καὶ διὰ τῆς αὐθαιρέτου καὶ λίαν καταθλιπτικῆς ἐνεργείας τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ χωροφυλάκων περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων οὐ μόνον τῆς ἐνεστώσης χρήσεως, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων παρελθουσῶν χρήσεων συγχρόνως παρὰ φορολογουμένων πενομένων καὶ δυστυχούντων ἕνεκα ἀφορίας καὶ θεομηνιῶν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν αὐτῶν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, στίπτων, οὕτως εἰπεῖν, τὸν Προϋπολογισμὸν μέχρι τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου αὐτοῦ, καὶ ἂν εἶχε περισσεύματα, ταῦτα νὰ διαθέσῃ οὐχὶ εἰς θεραπείαν τῶν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν ἀπαιτήσεων, ἀλλὰ πρωτίστως εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, ἃς ἐγέννησεν ὁ πόλεμος· ἂν δὲ καὶ μετὰ τὴν περιστολὴν αὐτὴν δὲν ἐπήρκουν τὰ ἔσοδα, τότε καὶ μόνον τότε τῷ ἐπετρέπετο νὰ ἐπιβάλῃ νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἀγογγύστως ἤθελεν ὑποταχθῇ καὶ εἰς αὐτὰ, ἤρκει μόνον νὰ βλέπῃ, ὅτι οἱ φόροι του δαπανῶνται ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ ἔθνους, πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἤτοι τῆς γεωργίας, κτηνοτροφίας, ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας, καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ, κατὰ τὸν μέγαν τῆς ἀρχαιότητος ῥήτορα, «οὐκ ἔστι, δι’ ὧν τὰ τῆς πόλεως ἐκ χρηστῶν φαῦλα γέγονε, διὰ τῶν αὐτῶν τούτων ἐκ φαύλων χρηστὰ γενήσεσθαι». Μέχρι τοῦδε ἐψηφίσαμεν δύο Προϋπολογισμοὺς, καὶ πρόκειται ἤδη νὰ ψηφίσωμεν καὶ τρίτον, χωρὶς νὰ ἴδωμεν ἐν αὐτοῖς περιορισμὸν τῶν δαπανῶν καὶ κατάργησιν θέσεώς τινος ὡς περιττῆς, ἐνῷ πάντες γινώσκομεν, ὅτι πλεῖστα τῶν δημοσίων γραφείων δύνανται καὶ μὲ τοὺς ἡμίσεις τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπαλλήλων νὰ ἦναι ἐνημερώτατα, ἀρκεῖ μόνον οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ ἐργάζωνται τακτικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν προϊσταμένου εὐόρκως ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης, ἵνα ἴδωμεν, τί κάμνει ἐκεῖ ὁ μισθοδοτούμενος Διευθυντὴς αὐτοῦ. Ἐδέησε νὰ ἐπαναλάβω τρὶς τὴν αἴτησίν μου αὐτὴν, μέχρις οὗ πεισθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐξ ἧς εἶδεν ἔκπληκτος ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη οὐδὲ δράμιον καπνοῦ ἐκόπη ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ αὐτῷ. Ἤλπιζον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἐν τῇ Βουλῇ ἤθελε σπεύσει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταργήσῃ αὐτὸ, ὡς καὶ ὁ προκάτοχός του, καὶ νὰ παύσῃ μισθοδοτῶν ὑπαλλήλους καὶ πληρώνων ἐνοίκια ἄνευ ἐργασίας· δυστυχῶς ὅμως δὲν ἔπραξε τοῦτο τότε, ἀλλὰ μετὰ πολλοὺς μῆνας, συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ Γάλλου ἀντιπροσώπου τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος, ἐξελθὼν εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οἰκονομικῶν γραφείων, ἦλθε καὶ εἰς Σπάρτην, ὅπου εὗρε Καπνοκοπτήριον ἄνευ ἐργασίας καὶ μὲ Διευθυντὴν ῥιπτόμενον εἰς τοὺς πόδας του καὶ μετὰ δακρύων ἱκετεύοντα αὐτὸν νὰ μὴ ἀναφέρῃ περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ προκληθῇ ἡ παῦσίς του. Τοιαῦται θέσεις ἀργομίσθων ὑπάρχουσι πολλαὶ, ἐξογκοῦσαι τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε τυφλῶς ὑμεῖς οἱ μικροὶ ἁμαρτωλοὶ, ἵνα παχύνωνται ἐξ αὐτοῦ οἱ μεγάλοι ἁμαρτωλοὶ μετὰ τῶν εὐνοουμένων αὐτῶν, ἔχοντες μάλιστα τὸ θράσος νὰ ἐπιρρίπτωσι τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἐνῷ εἰς τούτους ψιχία μόνον τινὰ ῥίπτουσιν ἐκ τῆς πλουσίας τραπέζης τῶν Προϋπολογισμῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας αὐτοὶ κραιπαλοῦσιν! Ἀλλ’ ἐὰν δὲν περιεστείλαμεν τὰς δαπάνας, μὴ εἴχομεν τοὐλάχιστον τὴν εὐσυνειδησίαν νὰ μὴ αὐξήσωμεν αὐτάς; Τοὐναντίον, καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν, καὶ μάλιστα εἰς μέγαν βαθμὸν, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ χάριν προσώπων, δημιουργήσαντες θέσεις καὶ αὐξήσαντες μισθοὺς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νόμων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, τοὺς νόμους αὐτούς; Ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν διαβεβαίου, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως διὰ τῆς προσεγγίσεως τῶν διαφόρων ἀρχῶν πρὸς τοὺς πολίτας καὶ τῆς ἀμεσωτέρας ἐπιβλέψεως τῆς διοικήσεως, πάντοτε ὅμως ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ ἑτέρου νόμου περὶ νομῶν καὶ διοικήσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ κυρίως εὕρισκε τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐψηφίσθησαν καὶ ἐκυρώθησαν ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι, τὸν μὲν ἕνα, ὁ ὁποῖος ηὔξησε τὰς θέσεις, καὶ συνεπῶς καὶ τὰ κυβερνητικὰ ῥουσφέτια, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Νομαρχιῶν, ἔσπευσε νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν δ’ ἕτερον, τὸν περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ὁ ὁποῖος δὲν παρέχει ῥουσφέτια, ἐγκατέλιπεν, ἐνῷ κατὰ τὴν ψήφισιν διεβεβαίου, ὅτι ἐξ αὐτοῦ κυρίως προσδοκᾷ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Νομαρχιῶν ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, εἴδετε βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις σας; ἢ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εὗρον τοιαύτην ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν οἰκείων Ὑπουργείων; Νομίζω, ὅτι εἶναι φανερὸν, ὅτι μία μόνον βελτίωσις ἐπῆλθεν, ἡ αὔξησις τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων καὶ τῶν μισθοδοτικῶν ἐνταλμάτων. Εἰς ἐπίμετρον δ’ ἐπῆλθε καὶ ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων, ἡ ὁποία μέχρι τινὸς ἐπιστεύομεν, ὅτι ἤθελεν ἀποσοβηθῇ, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ μάλιστα οἱ ἁρμοδιώτεροι τῶν ἄλλων, ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ἐκφρασθῆ κατ’ αὐτῆς δριμύτερον πάντων ἡμῶν καὶ μάλιστα δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων. Ἐν τούτοις διὰ τὴν συγκράτησιν τῆς πλειονοψηφίας ἐπέπρωτο νὰ ὑποστῶσι καὶ αὐτὸ τὸ τραῦμα ἡ δικαιοσύνη καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσι ταῦτα. Δι’ αὐτοὺς κύριον μέλημα εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ἐξουσίας διὰ πάσης θυσίας καὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Κράτους. Ἐψηφίσαμεν ἕτερον νόμον κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλ’ ὑπεκλάπη, χωρὶς νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, κατὰ τὴν διάσημον ἐκείνην νύκτα τῆς ψηφίσεως τῶν 45 νομοσχεδίων. Μόνον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καθ’ ἧς ἠγόρευσάν τινες, ἐπεφυλάχθησαν δὲ πολλοὶ νὰ συζητήσωσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ κατ’ ἄρθρον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ νὰ ἐπιφέρωσι τὰς κατ’ αὐτοὺς ἀναγκαίας τροποποιήσεις καὶ βελτιώσεις· ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ὑπεκλάπη ἡ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψήφισις, καὶ εἴδομεν νομοσχέδιον ὑψίστου ἐνδιαφέροντος νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὡς κατηρτίσθη ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς γραφείοις, ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως! Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἔτη, δὲν κατωρθώθη εἰσέτι ἡ ἐφαρμογή του, οὐδὲ θὰ κατορθωθῇ, ἂν μὴ μεταρρυθμισθῇ, βελτιούμενον διὰ νέου νόμου. Καὶ τούτου δὲ τοῦ νόμου ἡ ἐν τόσῃ σπουδῇ ψήφισις ἐπεδιώχθη, ἀληθῶς εἰπεῖν, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρὸς δημιουργίαν ῥουσφετίων καὶ αὔξησιν δαπανῶν. Ὡσαύτως ὁ περὶ Προξενείων νόμος καὶ ὁ περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, καὶ αὐτοὶ ἐψηφίσθησαν ἐν μεγάλῃ σπουδῇ, ἐπὶ τῷ προσχήματι μὲν τῆς βελτιώσεως τῶν κλάδων αὐτῶν, πράγματι ὅμως πρὸς ὠφέλειαν τῶν γνωστῶν εὐνοουμένων τάξεων, τὰς ὁποίας λίαν εὐθαρσῶς ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει κατωνόμασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος, ὁ ἀτυχῶς ὅμως ἐξακολουθῶν νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς τοιαῦτα κακὰ εἰς τὸ ἔθνος κατεργαζομένους. Ἐν τῷ ταχυδρομικῷ καὶ τηλεγραφικῷ κλάδῳ ἐγένοντο πολλαὶ μεταβολαὶ διὰ τῶν νόμων αὐτῶν, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν δημιουργίαν τῶν νέων θέσεων καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἀφειδῶς γενομένας αὐξήσεις τῶν μισθῶν, οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου βελτίωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ κλάδου αὐτοῦ βλέπω. Χθὲς ἔλαβον ἐνταῦθα συγχρόνως δύο ἐπιστολὰς ἐξ Ἀλεξανδρείας, ἐξ ὧν ἡ μία χρονολογεῖται ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου. Αἱ ἐπὶ τῶν φακέλων σφραγῖδες τοῦ Ταχυδρομείου Ἀθηνῶν ἐμφαίνουσιν, ὅτι ἐλήφθησαν εἰς αὐτὸ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκεῖ παραδόσεως. Ἐν τούτοις εἰς ἐμὲ περιῆλθον μετὰ τρεῖς μῆνας, τὴν 30 Δεκεμβρίου! Ἐσκέφθην νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην βραδύτητα, ἀλλὰ πρὸς ποῖον; Παρεπονέθη εἰς τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν πρό τινων ἡμερῶν καὶ εἷς νέος ἐκ Καλαβρύτων, τοῦ ὁποίου ἀπωλέσθη ἐπιστολὴ συστημένη, περιέχουσα χρήματα· ἔλαβε δ’ ἀπάντησιν, ὅτι θὰ φροντίσωσι νὰ εὑρεθῇ ἡ ἐπιστολὴ, ἀλλ’ οὐδεμία φροντὶς ἐγένετο, καὶ ὅτε μετά τινας ἡμέρας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, καὶ ἐζήτει πάλιν πληροφορίας, ἐξεδιώχθη ἐκεῖθεν κακὴν κακῶς! Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι τοῦτο ἔχεται ἀληθείας, νὰ πράξῃ ὅ,τι τῷ ἐπιβάλλεται. Ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἐπιστολῆς καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ ἀδικηθέντος καὶ ὑβρισθέντος πολίτου. Τοιαύτη ἡ βελτίωσις, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἀπεριορίστου ἐξουσίας, ἣν ἐδώκαμεν εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ! Τοιοῦτοι δὲ δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πάντες σχεδὸν οἱ κατὰ τὰς τρεῖς Συνόδους τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου ψηφισθέντες νόμοι, ἐξαιρέσει τῶν καθαρῶς ὑπηρεσιακῶν καί τινων φορολογικῶν. Καὶ ἂν εἴδομεν εἰσηγηθέντα καὶ ἀναγραφέντα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καί τινα νομοσχέδια ἐθνικοῦ ἢ γενικωτέρου συμφέροντος, δὲν μᾶς ἐπετράπη ὅμως καὶ ἡ εὐχαρίστησις νὰ ἴδωμεν αὐτὰ μεταβαλλόμενα εἰς νόμους τοῦ Κράτους, ἐκτὸς ὀλίγων ἐπιβεβλημένων ἄνωθεν, — ὡς ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ — ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀγαθῶν. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν διὰ μακρῶν, καὶ μᾶς λέγει καθαρῶς καὶ ἀπεριφράστως, ὅτι ἀποσύρει αὐτὰ, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταναλώσῃ χρόνον χρήσιμον διὰ συζήτησιν καὶ ψήφισιν τόσων ἄλλων νομοσχεδίων, ἀναγκαίων πρὸς θεραπείαν κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων, χάριν τῶν ὁποίων καὶ εἰς παννυχίδας κρατεῖ ἡμᾶς ἐνταῦθα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, παρατηρεῖται ἐλάττωσίς τις αὐτῶν, ἀλλὰ, θελήσας νὰ ἴδω, ἐὰν ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται ἐκ καταργήσεως περιττῶν θέσεων, ἢ ἄλλων προσωπικῶν καὶ ἀνωφελῶν κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὗρον, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ τοῦτο ἐγένετο· ἀπηλείφθησαν δαπάναι ἀφορῶσαι εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὸν στόλον, εἰς κοινωφελῆ ἔργα, εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα, εἰς συνδρομὰς Συλλόγων καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ τέλος πάντων διατὶ ἡ ἀσύστολος αὕτη σπατάλη τῶν φόρων τοῦ λαοῦ πρὸς πᾶν ὅ,τι κομματικὸν ἢ προσωπικόν, καὶ ἡ τόση φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ; Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, κύριοι Βουλευταί, ὁ ὁποῖος μὲ ἔπεισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζωμεν Κυβερνήσεις τοιαύτας, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν μόνιμον Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, διότι φρονῶ, ὅτι μὲ τοιαύτην μόνιμον Κυβέρνησιν ἀγόμεθα εἰς βέβαιον ὄλεθρον, καὶ τοῦ βεβαίου ὀλέθρου προτιμότερον θεωρῶ καὶ αὐτὸ τὸ χάος, διότι ἐκ τοῦ χάους δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ καὶ καλόν τι ἐπὶ τέλους. Ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, βεβαίως θὰ εὑρεθῶμεν ταχέως οὐ μόνον πρὸ δευτέρας χρεωκοπίας, ἀλλὰ καὶ πρὸ ἐπαναστάσεως. Βεβαίως θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν οἱ ἐν τῷ συστήματι αὐτῷ ἐμμένοντες θὰ αἰσθανθῆτε τύψιν συνειδότος, ἀλλὰ τότε ἴσως θὰ ἦναι ἀργὰ, καὶ κατ’ οὐδὲν τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὑμᾶς ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους, ἵνα μεριμνήσητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ ὑμῶν καὶ τῶν φίλων ὑμῶν. Δὲν ἠκολούθησα δὲ οὐδ’ ἄλλο τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, δυσπιστῶν εἰς προγράμματα καὶ ὑποσχέσεις πολιτευομένων, διότι δυστυχῶς βλέπομεν συχνότατα, ὅτι οὗτοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, λησμονοῦσιν ὅσα ἐκτὸς αὐτῆς ὑπέσχοντο, καὶ ἀκολουθοῦσιν ἄλλας ἀρχάς. Θέλω νὰ εὕρω ἀρχηγὸν πολιτικοῦ κόμματος ἐφαρμόζοντα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πράγματι ἐθνικὸν πρόγραμμα, πρόγραμμα περιστολῆς τῶν δαπανῶν, πρόγραμμα ἀληθοῦς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, τοῦ στόλου, τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῶν οἰκονομικῶν, τῆς παιδείας, τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, οὐχὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων καὶ τῶν μισθῶν, ἀλλὰ διὰ νόμων, περιοριζόντων τὰς παρανομίας καὶ τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐξασφαλιζόντων τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς τιμίους καὶ ἱκανοὺς καὶ φιλοπόνους καὶ χρηστοὺς ὑπαλλήλους. Τοιούτων νόμων τὴν ψήφισιν καὶ ἐφαρμογὴν μετ’ ἀληθοῦς αὐταπαρνήσεως θέλω ὑποστηρίξει. Βεβαίως πλανῶνται, ἂν μὴ, προσποιούμενοι, θέλωσι ν’ ἀποπλανήσωσιν ἡμᾶς, οἱ λέγοντες, ὅτι θὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως αὐτοῦ, τὰ τῆς Διοικήσεως διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Νομαρχιῶν, καὶ τὰ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Πρωτοδικείων καὶ διὰ τῆς μικρᾶς αὐξήσεως τῶν μισθῶν δικαστικῶν τινων ὑπαλλήλων, εἰς ἣν καὶ μόνην ἠρκέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐχώλαινε διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, καὶ ὅτι ἐκ μόνης τῆς πεντηκονταδράχμου αὐξήσεως αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἡ βελτίωσις αὐτῆς, ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ ν’ ἀπελπισθῶμεν τελείως ἀπὸ τοιαύτην Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές, καὶ δὲν ἁρμόζει τοιαύτη ὕβρις εἰς τοὺς δικαστάς, — διότι ὕβριν θεωρῶ, ὅτι ἐπιστήμονες ἄνδρες, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν περιουσίαν, τὴν τιμὴν καὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν τῶν μελῶν της, παραμελοῦσι τὰ καθήκοντά των, ἢ προδίδουσι τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ μισθοῦ, καὶ ὅτι θὰ γείνωσιν ἐπιμελεῖς καὶ δίκαιοι καὶ ἱκανοί, ἐὰν λαμβάνωσιν ἐπὶ πλέον δραχμὰς πεντήκοντα κατὰ μῆνα.— Ὑπάρχουσι βεβαίως δικασταὶ ἀμελεῖς, δικασταὶ φυγόπονοι, δικασταὶ ἄδικοι,—εὐτυχῶς καὶ οὗτοι ὀλίγοι—ἀλλ’ ἐξ ἄλλων λόγων καὶ αἰτιῶν, ἐλάχιστοι ὅμως οἱ διὰ πενίαν αἰσχροκερδεῖς καὶ διὰ χρημάτων διαφθειρόμενοι. Διὰ τούτων βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ δικαστικοὶ μισθοὶ εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσι· τοὐναντίον μάλιστα, καὶ μείζων αὔξησις ἦτο δικαία, ἀλλ’ ὄχι ἐν τῇ παρούσῃ οἰκονομικῇ καχεξίᾳ τοῦ Κράτους. Δι’ ἄλλων λοιπὸν νόμων ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ὅσα εἶπον δὲν εἶναι λόγοι κενοὶ, ἀλλ’ ἀλήθειαι, ἐξηγμέναι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὰς ὁποίας ἐπιτρέψατε νὰ ἀξιώσω παρ’ ὑμῶν, ὡς ἀνδρῶν βουληφόρων, νὰ σταθμίσητε καλῶς ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, καὶ ἐν τῇ διακρινούσῃ ὑμᾶς φιλοπατρίᾳ ἀποφασίσητε νὰ ἐργασθῶμεν εἰλικρινῶς πρὸς σωτηρίαν ἀπὸ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ ἔθνος. Πρὸς τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν συνείδησιν ἡμῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπευθύνονται οἱ λόγοι μου οὗτοι. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν Κυβέρνησιν οἱ φίλοι αὐτῆς, ἔχετε ὅμως τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ τὸ καλόν. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ὑμεῖς ἀξιώσητε παρ’ αὐτῆς, ὅτι ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ὠφέλιμα εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸν λαὸν, καὶ νὰ προτάξῃ αὐτὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸς συζήτησιν, νὰ ἐργασθῇ δὲ εἰλικρινῶς ὑπὲρ τοῦ τόπου καὶ ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων, προθύμως θέλει πράξει πάντα ταῦτα, ἀρκεῖ νὰ μὴ θέσητε τὰ προσωπικὰ καὶ κομματικὰ συμφέροντα ὑμῶν ἐν ἀνωτέρᾳ τῶν γενικῶν μοίρᾳ· διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὀλιγωτέραν φιλοπατρίαν ἡμῶν, ὥστε καὶ τότε ἀκόμη νὰ μὴ θέλῃ νὰ πράξῃ τὸ γενικὸν καλὸν, καὶ νὰ ἴδῃ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῆς βελτιουμένην τὴν κατάστασιν, ἀφοῦ δὲν θὰ φοβῆται νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἀρχὴν δι’ ἄρνησιν παροχῆς ῥουσφετίων προσωπικῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ ἄλλους ἀντεθνικοὺς σκοποὺς, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ νὰ ὑποθέσωμεν κἄν. Ἤκουσα πολλῶν ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὑποστηρίζετε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι φρονεῖτε, ὅτι, ἂν πέσῃ αὕτη, δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ κατατετμημένη Ἀντιπολίτευσις νὰ δώσῃ ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, καὶ φοβεῖσθε μὴ μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ Κυβερνήσεως. Καὶ ἐγὼ δὲν θέλω ἀναρχίαν, καὶ συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσχυρὰ καὶ μόνιμος Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τάχα δὲν δυνάμεθα ἄνευ ἀξιώσεως προσωπικῶν καὶ κομματικῶν παροχῶν νὰ ὑποστηρίξωμεν μίαν ἠθικὴν Κυβέρνησιν, καθιστῶντες αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ μόνιμον, ὥστε τῇ εἰλικρινεῖ καὶ ἀφιλοκερδεῖ βοηθείᾳ ἡμῶν νὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τὸ καλόν; Νομίζω, ὅτι καλὴ θέλησις καὶ ἀπόφασις ἀπαιτεῖται. Εἰς συνεργασίαν πρὸς ὑποστήριξιν τοιαύτης Κυβερνήσεως, καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, λίαν προθύμως προσέρχομαι. Ἀλλὰ Κυβέρνησιν μὲ Προϋπολογισμὸν, οἷος ὁ ὑπὸ συζήτησιν, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα ὑπεραυξάνονται, πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν ἀπαιτήσεων, καὶ οὐχὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀπολύτων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, τῆς διοικήσεως ἐν γένει, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, Κυβέρνησιν τοιαύτην βεβαίως δὲν θὰ ὑποστηρίξω, καὶ θὰ καταψηφίσω τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Πάντες σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ οἱ ἄλλοι διαπρεπεῖς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἄνδρες, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, φαίνονται ἀποδεχόμενοι, ὅτι διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις καὶ θεραπεία ἀπὸ τῆς κακοδιοικήσεως. Τὴν ἀρχὴν ταύτην προφασιζομένη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς νόμους, οἷος ὁ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἂν οὕτως ἐννοῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευχηθῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοιαύτης ἀποκεντρώσεως, ὡς ἀπαίσια προοιωνιζούσης διὰ τὸ Κράτος. Ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς τῆς ἐξουσίας τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν διὰ τῆς μεταθέσεως αὐτῆς εἰς ἀνευθύνους, ἢ εἰς Ἐπιτροπὰς καὶ Συμβούλια ἐξ ὑπαλλήλων καὶ τμηματαρχῶν, ἐξαρτωμένων ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν, πρὸς κάλυψιν μόνον τῆς εὐθύνης τούτων. Διὰ τοιούτων Συμβουλίων καὶ Ἐπιτροπῶν οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἡ ἐξασφάλισις τῆς συναλλαγῆς μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῶν, τῆς κλίκας τῆς Αὐλῆς καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ μιᾶς ἄλλης τάξεως εὐνοουμένων τούτων, ἣν ἀποφεύγω νὰ κατονομάσω, ἀλλ’ ἣν πάντες γινώσκετε, ὡς παίζουσαν τὸν μεγαλείτερον ῥόλον ἐν τοῖς τοιούτοις, συναλλαγῆς ἥτις εἶναι πολλῷ ἐπικινδυνοτέρα καὶ ἐλεθριωτέρα τῆς μικρᾶς συναλλαγῆς τῶν ἐν τοῖς ψιχίοις ἀρκουμένων Βουλευτῶν. Ἐκείνων ἡ συναλλαγὴ διαθέτει τὰς ἀνωτέρας καὶ προσοδοφορωτέρας θέσεις, τοὺς κατόχους τῶν ὁποίων βλέπομεν κατόχους καὶ μεγάρων καὶ μεγάλων περιουσιῶν, αἵτινες δὲν σχηματίζονται βεβαίως ἐκ τῶν διακοσιοδράχμων καὶ τετρακοσιοδράχμων μισθῶν. Ἐκείνων ἡ συναλλαγὴ καλύπτει καὶ σώζει ἀπὸ τῆς τιμωρίας τοὺς μεγάλους καταχραστάς, τοὺς μεγάλους ἐγκληματίας. Μακρὰν λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτης ἀποκεντρώσεως! Θέλετε εἰλικρινῶς τὴν ἀποκέντρωσιν; Φέρετε ὁλόκληρον ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, ἀρχόμενοι ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχικῆς μονάδος τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τῆς κοινότητος καὶ τῆς ἐνορίας, καὶ οὐχὶ μεμονωμένους νόμους πρὸς τοιαύτην ἀποκέντρωσιν ὑπηρεσιῶν τινῶν. Τότε μόνον θὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖτε τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς συναλλαγῆς· ἄλλως, ἐπιδιώκετε τὴν ἐξασφάλισιν καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτῆς ἐν τῷ εἰρημένῳ κύκλῳ.

§471Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).

§472Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχετε σκοπὸν νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;

§473Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Θὰ ὁμιλήσω...

§474Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἤκουσα τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἁγυιᾶς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τέσσαρας ὥρας καὶ ἓν τέταρτον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, διότι ἔχω νὰ κάμω μίαν πρότασιν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν βλέπετε, πᾶν ἄλλο παρέχει ἢ τὸ ἐχέγγυον, ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν γίνεται συζήτησις, καὶ μάλιστα συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πιθανὸν νὰ γίνηται ἔκθεσις ἰδεῶν, συζήτησις ὅμως ὄχι...

§475ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;

§476Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα. Θὰ τὴν ἀναπτύξω.

§477ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἡ πρότασις ὑπὸ δέκα ἄλλων.

§478ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὑποστηρίζεται. Εἴμεθα δέκα.

§479ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύξατε τώρα τὴν πρότασίν σας.

§480Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὅταν προβάλλω μίαν πρότασιν, ἐννοῶ νὰ φέρω καὶ τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεως ταύτης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαρωτάτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται ἐπὶ τεσσαράκοντα ἤδη ὥρας ἡ Βουλή, πρόκειται περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δι’ 114 ἑκατομμυρίων...

§481ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὤ! ὤ! ὤ!

§482Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἀμέριστον ἐννοῶ νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεώς μου ταύτης, ἐννοῶ νὰ ἀναπτύξω τὰ κατ’ αὐτὴν, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ θίξω ὁπωσδήποτε τινὰ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν, τῶν συνεδριαζόντων τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξεγείρωνται οἱ συνάδελφοι πρὶν ἀκούσωσι τῶν λόγων μου, διότι ἴσως ἀποδεχθῶσι τὴν πρότασίν μου. Ἔλεγον λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διεξάγεται ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι συζήτησις, ἀλλ’ ἔκθεσις ἰδεῶν· διότι, ὅταν ἀπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ σειρὰν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ὁμιλῶσιν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, ἀπὸ δὲ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ εἰσηγήτρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδεμία φωνὴ ἀκούεται, τότε βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἐνταῦθα γίνεται ἔκθεσις ἰδεῶν. Καὶ πιθανὸν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, ὡς Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀναπτύξωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν· ἔχομεν ὅμως ἑτέραν ἐντολὴν, ὑπερτάτην, παρὰ τοῦ λαοῦ, νὰ ἀκούωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν περὶ ὅλων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἐντεταλμένοι νὰ ἀκούωμεν, καὶ ἐν τούτοις ἀκούομεν τὰ μονομερῶς ἤδη ἐπὶ τεσσαράκοντα ὥρας λεγόμενα ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἀκούωμεν καὶ τὰς ἀντιθέτους γνώμας, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τοῦ τίς ἔχει τὸ δίκαιον ἐνταῦθα, καὶ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν κατὰ συνείδησιν, καὶ ἢ νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῶν γνωμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὑποστηρίζουσιν αὐτόν. Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σιγᾷ ἡ Κυβέρνησις; Ἀποδέχεται ἆρα τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας; Ἂν δὲν ἀποδέχηται τὰς γνώμας ταύτας, ποῖαί τινες εἶναι αἱ γνῶμαι αὐτῆς; Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τοῦτο· ἔχω τὸ δικαίωμα, διότι, ὅταν ζητῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ φόρους 114 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν λαὸν, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῦ σκέπτεται νὰ δαπανήσῃ ταῦτα· διότι, ἂν μόνον ἐκ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόκηται νὰ ἐξαγάγῃ τις τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν εἶναι ἀρκετή. Ἀποδίδουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἀποδίδουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τῆς συγκοινωνίας, ὅτι οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε διὰ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν παραγωγὴν· ἀποδίδουσιν αὐτῇ μυρίας ἄλλας ἐλλείψεις. Οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἐπὶ τεσσαράκοντα ἤδη ὥρας ὁμιλήσαντες λέγουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Ζητεῖς παρὰ τοῦ λαοῦ 114 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σου οὐδὲ περὶ τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ, οὐδὲ περὶ τῆς συγκοινωνίας, οὐδὲ περὶ τῆς δικαιοσύνης ἢ τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ, οὐδὲ περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐξ ἐκείνων, δι’ ὧν θὰ εὐημερήσῃ τὸ Κράτος, ἐμερίμνησες». Τί ἀπαντᾷ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις εἰς ταῦτα πάντα; Μὴ ἄρά γε νομίζῃ, ὅτι τοσοῦτον ἀσήμαντα εἶναι τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα; μὴ ἄρά γε νομίζῃ, ὅτι τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα δὲν εἶναι ἑρμηνεία ἀκριβὴς τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ καμμίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν διεξαγομένην ἐνταῦθα ἐπὶ τεσσαράκοντα ὅλας ὥρας; Ἀλλὰ μήτοι ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐπὶ τοσοῦτον ἀκαταπόνητοι, μὴ ἡμεῖς εἴμεθα ἐντεταλμένοι ἐνταῦθα νὰ κατασταθῶμεν σιδηροῖ καὶ ἄκαμπτοι, καὶ νὰ ἤμεθα ἐπὶ 40 καὶ 50 ὥρας καθηλωμένοι καὶ ἀναμένοντες τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ταύτης; καὶ μὴ ὑπείκωμεν ἐνταῦθα εἰς τὰ νεύματα ἐξουσίας τινὸς, ἀγνώστου ἡμῖν, εἰς τὴν θέλησιν τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑπαχθῶμεν, καὶ νὰ εἴπωμεν ναὶ ἢ ὄχι ἀσυνειδήτως; Διότι εἶναι τὸ ἴδιον, κύριε Πρόεδρε, ὅταν καταλήξωμεν μετὰ 60 ὥρας νὰ μὴ ἔχωμεν πλέον τὴν λειτουργίαν τῆς ἀντιλήψεως, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ ὑποτασσώμεθα εἰς ξένην δύναμιν ἄκοντες. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἀποδίδουσιν εἰς αὐτήν, ἢ ἐπὶ τέλους ν’ ἀφήσῃ τὸν πρέποντα χρόνον, ἵνα ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ψυχρότητι, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους, κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ ὑψίστου τούτου ἔργου, τοῦ κατόπτρου τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, τοῦ κατόπτρου τούτου τῆς ἀπαισίας μορφῆς, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ ἔθνος μετὰ τὰ ὀδυνηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρὸ δύο ἐτῶν ἐστιγμάτισαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς; Ζητοῦμεν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Πῶς; τίνι τρόπῳ; Ζητοῦμέν τι, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ φέρωμεν ἀντίδρασιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως; Ἡμεῖς συζητοῦμεν ἁπλῶς, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐπὶ τέλους λαμβάνομεν ἀπάντησιν· ἐγὼ δὲ ἐξαιρετικῶς, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχω ταπεινὴν γνώμην ἐπὶ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διεξαγομένων ζητημάτων, ὡς προερχόμενος ἀπὸ τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἀπὸ τοῦ 1881, ἀφ’ ἧς προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφέθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν τύχην του, νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω λόγον, καὶ νὰ ἐρωτήσω: τί ἐπράξατε διὰ τὴν Θεσσαλίαν μέχρι τοῦδε; ἢ τί σκέπτεσθε νὰ πράξητε, ἢ τί ἐπαγγέλλεσθε νὰ πράξητε δι’ αὐτήν; Ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἔντιμος συνάδελφος ὡμίλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸς αἴτησιν ἀναβολῆς, καὶ ἔλεγε συγχρόνως, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι τοιαῦτα καὶ τοιαῦτα νομοσχέδια ἐγγεγραμμένα καὶ περὶ Θεσσαλίας ἀκόμη, ἠπόρουν, πῶς ὁ εὐφυὴς συνάδελφος ἡμῶν ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον σφάλμα· διότι βεβαίως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει οὐδὲν ζήτημα ἐκ τῶν Θεσσαλικῶν εἶναι ἐγγεγραμμένον. Ἐρωτῶ λοιπόν, τί ἐγένετο καὶ ὁποία τις μέριμνα λαμβάνεται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ; Καὶ εἶναι ἡ γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ εἷς τῶν σπουδαιοτέρων πόρων, ὁ ὁποῖος ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Τί ἐσκέφθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ καὶ ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐν Θεσσαλίᾳ; Διότι ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι τοσοῦτον ἀνώμαλος ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ, ὥστε παρουσιάζει χαρακτῆρα καὶ μορφὴν ὅλως διόλου ἀλλοίαν τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι· καθόσον εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκεῖ αἱ γαῖαι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ δὲ γεωργοὶ καλλιεργοῦσιν ὑπὸ ὅρους, ὅσον ἀφορᾷ μὲν εἰς τὸν νομόν τῆς Λαρίσης, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διανομῆς τοῦ ἡμίσεος μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ προϊόντος, ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων, ἐπὶ μορτῇ, τουτέστιν ἐπὶ ἀποδόσει τοῦ ἑνὸς τρίτου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τῶν δύο τρίτων ἀνηκόντων εἰς τὸν γεωργόν...

§483ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶσθε ὀλίγον ἐκτὸς τοῦ θέματος;

§484ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δικαιολογεῖ τὴν πρότασίν του.

§485ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος, ἐξακολουθήσατε· ἀλλ’ ἐγὼ οὕτως ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα.

§486Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δίκαιον ἔχετε, διότι προεδρεύετε ἐπὶ 40 ὥρας.

§487Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἤθελον εἶμαι καταληπτότερος, ἰδίως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει κατεγινόμην λεπτομερέστερον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δώσει καμμίαν προσοχὴν αὕτη μέχρι τοῦδε. Ἐν ἑνὶ λοιπὸν λόγῳ, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διαμένοντες καὶ λαμβάνοντες ἐν μὲν Λαρίσῃ τὸ ἥμισυ, ἐν δὲ Τρικκάλοις τὸ τρίτον, ἐξήγαγον μέχρι τοῦδε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀφοῦ παρῆλθε περίπου εἰκοσαετία ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξήγαγον τὴν ἀξίαν 20–25 ἑκατομμυρίων κοιλῶν διαφόρων καρπῶν, παραγομένων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπολογίζεται δὲ ἡ ἀξία τῶν καρπῶν τούτων εἰς πλείονα τῶν 200–250 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἡ δὲ ἐξαγωγὴ αὕτη τοσούτου χρήματος ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας, ὄχι μόνον τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν ἐπεβάρυνεν, ἀλλὰ καὶ σπουδαιοτάτην ἐπίδρασιν εἶχε καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀγορᾷ ἐν γένει καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Τί λοιπὸν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ θεραπευθῇ μία τῶν σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἵνα συντελέσῃ οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους; Ἐν μὲν τῷ Προϋπολογισμῷ οὐδὲν βλέπομεν μέτρον θεραπείας τοιαύτης, διὰ δὲ τῶν ἄλλων ἐπαγγελιῶν, ἃς ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδόλως θίγει τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τί τέλος πάντων, ἐξ ὅσων ἀποδίδονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ ἡμῖν; Ἀπό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἔδαφος ἐν Θεσσαλίᾳ ἐσκεπάσθη ὑπὸ χιόνος, ἔχομεν δὲ πληροφορίας, ὅτι ἡ κτηνοτροφία διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον...

§488ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα;

§489Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχουν σχέσιν, διότι θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ χειμὼν ὁ βαρύς, ὁ ὁποῖος ἐνέσκηψεν ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς κτηνοτροφίας, ἑνὸς κλάδου σπουδαιοτάτου καὶ παραγωγοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς προϋπολογίζει, ὅτι θέλει εἰσπράξει μεγάλα ἔσοδα. Δὲν νομίζετε λοιπόν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ὑφισταμένη ἀπό τινων ἡμερῶν, ἕνεκα θεομηνίας, ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐπισπεύδῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ νὰ παρέλθωσιν ὀλίγαι ἡμέραι, ἵνα ἴδῃ, ποῦ θὰ καταλήξωσιν αἱ προβλέψεις αὐτῆς, προκειμένου περὶ τῆς καταστροφῆς ἑνὸς σπουδαιοτάτου πόρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος, ὅταν ὁμιλῶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὅπως ἐνομισάν τινες τῶν συναδέλφων; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τί ἐγένετο ἡ γέφυρα τοῦ Κουτσοχείρου, διὰ τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἐδώσαμεν πίστωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δραχ. 140,000, καὶ διὰ τίνα λόγον τὸ ἔργον τοῦτο ἐγκαταλείπεται; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τί γίνεται διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας τοῦ Πηνειοῦ, τῆς ὁποίας τὰ βάθρα ἀπὸ τοῦ 1896 κατεσκευάσθησαν, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οὐδεμία λαμβάνεται μέριμνα περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας ταύτης; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Κυβέρνησις ἔθετο χεῖρα ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, καὶ ἀφαιρεῖ τὰ ἰδιωτικὰ δάση, μεταβάλλουσα αὐτὰ εἰς ἐθνικά; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τίνι δικαιώματι οἱ δασοχωροφύλακες σύρουσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τοὺς πολίτας ἄνευ λόγου; Καὶ ἔχω ἤδη τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωσε, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, συνεπείᾳ πρωτοκόλλων τῶν δασοχωροφυλάκων, φορολογούμενοι πολῖται 438, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν 7122 δραχμὰς δικαστικὰ ἔξοδα. Καὶ ἐρωτῶ, οἱ φορολογούμενοι αὐτοὶ πολῖται δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωσι δι’ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων των τὴν Κυβέρνησιν, τί ἀπαντᾷ ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀτασθαλιῶν καὶ καταχρήσεων τῶν δασοχωροφυλάκων; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γένηται ὅσον τὸ δυνατὸν ἠρεμωτέρα καὶ ψυχροτέρα καὶ εὐρυτέρα, ὅταν ἔχω, πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, κατάστασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐναντίον 124 ἀκόμη πολιτῶν, κατηγορουμένων, ὅτι ὑλοτόμησαν 25,000 δένδρα ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος; Δὲν θὰ συρθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι αὔριον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ δὲν θὰ καταβάλωσι καὶ ἐκεῖνοι ἄλλας 7000 δραχμὰς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ κατόπιν θὰ ζητῶνται νὰ πληρώσωσι καὶ τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τοὺς φόρους τοὺς ποικίλους καὶ πολυμόρφους, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμός, ἵνα ἔχωμεν τὰ πολυθρύλητα ἰσοζύγια, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν νὰ διασπείρουν τὴν χαρὰν εἰς τὸ ἔθνος; Καὶ ἤκουσα προχθὲς νὰ γίνεται λόγος ἐδῶ περὶ ἀνεγέρσεως κτιρίων ἐκπαιδευτικῶν, καὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τί ὀφείλει ἡ Θεσσαλία, πληρώνουσα μέχρι σήμερον, νὰ μὴ ἔχῃ οὔτε ἓν κἄν διδακτήριον ἀνεγερθὲν ἐν αὐτῇ; Καὶ πῶς λοιπόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν δίδετε εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ, ἵνα κρίνωμεν περὶ τοῦ ἔργου αὐτῆς; Δὲν εἴμεθα μὲν πάντες ἱκανοὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνομολογῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι βεβαίως εἶμαι ἱκανὸς νὰ κρίνω περὶ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐνταῦθα. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν ἔχω, κύριε Πρόεδρε, καὶ ζητῶ νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀπέφυγε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, — δὲν εἶμαι δὲ ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ εἰσδύσω εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, — ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀκόμη εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ. — Ἴσως ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀκόμη ἑτοίμη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς αὐτήν, — δίκαιον ἦτο νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον περάτωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ, υἱοθετοῦσα τὴν πρότασίν μου, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν πρώτην ἀμέσως ἐρχομένην συνεδρίασιν, ἵνα οὕτως ὦμεν εἰς θέσιν νὰ παραχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ἀκριβὲς καὶ ἄρτιον ἔργον...

§490ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ τὰ λοιπά!

§491Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι σπεύδοντες, ὡς ὁ συνάδελφος, ὅστις διακόπτει, λέγων «καὶ τὰ λοιπά», — διότι καὶ ὁ λαὸς οὕτω θὰ ἀπαντήσῃ μεθαύριον αὐτῷ, — ἀλλ’ ἵνα ἔχωμεν ἔργον ἄρτιον καὶ πεῖθον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἀληθῶς ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὰ 114 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τοῦ ζητοῦνται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τούτῳ, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§492ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§493ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§494ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟΓεώργ. Ρώμας Ο
Γεώργιος Κυριαζῆς ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ο
Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος. Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Λεων. Μελετόπουλος Χαρίλ. Σπηλιώτης
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΠέτρος Αὐγερινός
Ἐπαμ. Ὑμπερῖκος Χρῆστος Δρακλέξης
Εὐκλείδης Μπίστης ΟἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
Δημοσθ. Κτίρης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Νικόλαος Δαούτης
Κωνστ. Πλαπούτας ΟΠαναγ. Παπαχατζῆς Ο
Μιχαὴλ Κωτσάκος Σπ. Ι. Μήλιος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Βασ. Μαρκεζίνης Ο
Κωνστ. Κοττίκας ΟΝικήτας Συνοδινός Ο
Ἰωάννης Καραπᾶνος Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν
Εὐάγγελος Γκρουφκλιᾶς ΟΤηλέμαχος Δενδρινός Ο
Στέφανος Δραγούμης Παναγ. Μαυροκέφαλος Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Θεόδωρος Ρετσίνης ΟΘεόδ. Ζαΐμης
Φωκίων Νέγρης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης
Νικ. Γιαννηκώστας ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ο
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ.
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαχρυσάνθου Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς Ν
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ο
Νικ. Γουναράκης ΝΓεώργ. Οἰκονομόπουλος Ο
Κωνστ. Σταυρόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΝΤιμολέων Ἀδαμόπουλος.
Ἀνδρέας Στράτος Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης Ο
Ἀντώνιος Καρτάλης ΟἸωάν. Καζιμπάκας Ν
Κωνστ. Τοπάλης Σπυρ. Παππαστόλου Ο
Ἀλεξ. Κασσαβέτης ΟΞενοφῶν Τσαμαγκίδης
Ἀργύριος Φιλιππίδης ΟΚωνστ. Σαχαριανὸς Ο
Νικόλαος Παπαϊωάννου. ΟΓ. Χατζηνικολῆς Ο
Δημήτριος Γίδας ΟΠαναγ. Λεβέντης
Νικόλαος Τσόγκας Κ. Δούνης
Νικόλαος Γουλιμῆς Γεώργ. Μέρμηγκας Ο
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ο
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
Χαρίλαος Διγενόπουλος ΟΣπυρίδων Χυτήρης Ο
Ἀρ. Πετροπουλάκης ΟΓουλ. Σκάρπας Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΒασίλ. Σαμούλης Ο
Μιχαὴλ Φωτιάδης ΟΣπ. Ἀγάθος Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΝικόλ. Καλογοῦρας Ο
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΚ. Χρηστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης ΝΣωτήρ. Κροκιδᾶς Ο
Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Σπ. Νοταρᾶς Ο
Γεώργιος Λύρας ΟΠερ. Μεντζελόπουλος Ο
Ἐμμ. Ρέπουλης ΟΔημ. Δημητριάδης Ο
Δημήτριος Τσάτσος ΟἌθως Ρωμᾶνος Ο
Δημήτριος Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο
Κωνστ. Ζῶτος ΟἈντ. Μομφερρᾶτος
Γεώργιος Χατζόπουλος. Θεόδ. Μαρκέτος
Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀρχαγάρης Λουμβάρδος.ΟΔιον. Καλλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
Νικ. Τσοῦχλος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Χαρ. Κ. Βοζίκης ΝἈθ. Παπαθανασίου Ο
Θεόδ. Πέρρος ΟΠέτρος Μόρης Ο
Στέφ. Κοπανίτσας Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ο
Γεώργ. Φικιώρης ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος
Μελέτιος Ρουσόπουλος ΟἈσημάκης Θρ. Ζαΐμης
Βρασίδας Λεώπουλος Ἀντ. Ρικάκης
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος
Ν. Καραστέργιος Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
Δημ. Πιπινόπουλος ΝΝικ. Μισυρλῆς
Ἰωάν. Γ. Λάππας ΝΝ. Καράπαυλος Ο
Νικ. Μπουφίδης ΟΓ. Ράλλης
Περ. Βαλαωρίτης ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Γερ. Ζερβός Ο
Γεράσιμος Φίλιππας ΟΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Ξενοφ. Κυριαζῆς ΟΝικόλαος Λεωνίδας Ο
Βασ. Βασιλειάδης Διομήδης Κυριακός
Ἀθαν. Εὐταξίας Α. Μαυρογορδᾶτος
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Α. Λαδόπουλος
Παν. Μανέτας Ν. Βαφειαδάκης
Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΑ. Βιτάλης Ν
Ἡλ. Ζέγγελης ΟΔ. Βοκοτόπουλος Ο
Φίλ. Βάρβογλης ΟΙ. Γκιὼν Ο
Ἀθ. Κατριβᾶνος ΟΚάρολος Βιτάλης
Ἡλίας Κοσσονᾶκος Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
Γ. Ἀναστασόπουλος Γ. Κανούτας Ο
Γ. Νικολαΐδης Νιχ. Ταρμπάζης Ο
Κ. Τρικούπης ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ν
Λεων. Δεληγεώργης ΝΓ. Ραδινός Ο
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝἈπ. Ζάππας Ν
Δ. Λυμπερόπουλος ΟΘ. Σαρσέντης Ο
Γ. Λυμπερόπουλος ΟΑ. Πονηρόπουλος Ο
Περ. Μποῦτος ΟΔ. Ἀναστασόπουλος
Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΟΔ. Παπατσώρης Ο
Ἀντ. Μάτσας ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
Νιχ. Κρίσπης ΟΑ. Σκαλτσοδῆμος
Ι. Ναυπλιώτης ΟΝ. Τζανετόπουλος
Ἐλευθ. Μυχώνιος Γ. Ροδόπουλος
Γεώργ. Σισμάνης Θεόδ. Λιμπρίτης
Δ. Φαρμάκης ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
Γεώργ. Πλατανιώτης Νιχ. Τσαμαδός Ο
Ἡλίας Ποταμιάνος Παντελῆς Γκίκας Ν
Μιχ. Λαμπρυνίδης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
Ι. Βοῦρτσος ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ἀθ. Πετσάλης Ι. Τσιριμῶκος Ν
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Α. Πλατῆς Ο
Γ. Καπετανάκης ΝΝικ. Χατζῖσκος
Φώτιος Μοσχούλας ΟΝ. Καλυγερόπουλος Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΒ. Βουδούρης Ο
Χαράλ. Κανελλόπουλος Γ. Ἀβέρωφ
Θᾶνος Μπασιᾶς Δ. Κριεζώτης
Παναγῆς Τυπάλδος
Θεόδ. Βελλιανίτης ΝἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο

§495ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Ἐκ τούτων 120 κατὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ 30 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.

§496Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνιαρόν, Κύριοι, εἶναι νὰ ἀνέρχηταί τις εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ συνεδρίασεν ἐπὶ 40 σχεδὸν ὥρας, μὲ μικρὰς μόνον διακοπάς. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιμένῃ συζητοῦσα τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἴσως ἐλπίζουσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐνδώσει εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν προσεχῆ Τετάρτην. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο χθὲς ἐντεῦθεν εἴτε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἴτε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν ἄλλαις Βουλαῖς ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαρκεῖ ὀλίγας μόνον ἡμέρας, εἶναι ἀκριβῆ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Γουναράκης διέκοψε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ὑπὲρ τὰς 50 συνεδριάσεις καταναλίσκονται ἑκάστοτε διὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐγὼ δὲ ἀνεμνήσθην, ὅτι εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ Στοὺρμ, τὸ ἐπιγραφόμενον «Ὁ Προϋπολογισμὸς», ἀνέγνωσα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, καὶ εἶδον, ὅτι 50 καὶ πλέον συνεδριάσεις καταναλίσκονται διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνίοτε δὲ συμβαίνει, καὶ τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας νὰ διαρκέσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, χωρὶς νὰ περιλαμβάνηται, ἐννοεῖται, ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἥτις ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της μετὰ μακρὸν ἔλεγχον αὐτοῦ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαρκεῖ ἐπὶ μακρὸν μόνον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Βλέπετε, ὅτι 50 ὅλαι ἡμέραι καταναλίσκονται ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ πρῶτον ἐξελέγχεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ ἐξελέγχεται καθ’ ὃν τρόπον τοῦτο γίνεται ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη θεωρεῖται ὡσαύτως δύσκολον καὶ πολλάκις ἀδύνατον, νὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο πολλὰ Κράτη, ὅπως τὸ Ἀγγλικόν, ἐν παραδείγματι, ὡς ἔναρξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους δὲν ἔχει τὴν 1 Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἔχει τὴν 1 Ἀπριλίου, καὶ τοῦτο γίνεται, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς τὰς Βουλὰς νὰ ψηφίσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν μέχρις Ἀπριλίου. Ὡς βλέπετε λοιπὸν, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ πρᾶγμα, οὐδ’ ἡ ἀξίωσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι παράλογος, ζητούσης, ἵνα ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνετώτερον καὶ ἀκοπώτερον συζητηθῇ. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἀναπτύσσονται τὰ πείσματα, καὶ ἡ Συμπολίτευσις, ἡ ὁποία, ὡς φαίνεται, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιμείνῃ, διότι εἰς πᾶσαν ἀνάγνωσιν καταλόγου παρατάσσει τοὺς 120 φίλους της, ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, μολονότι ἐδηλώθη κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν θὰ διακοπῶσιν, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν βλέπω λοιπόν, τίνα λόγον ἔχει ἡ μὴ ὑποχώρησις τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἐρχομένην Τετάρτην. Ἐν τούτοις ἐπιμένει, ὅπως ἡ συζήτησις ἐξακολουθήσῃ, καὶ ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ὅταν γλυκοχαράζῃ ἡ Αὐγὴ καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα!

§497ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε διὰ τρίτην φορὰν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§498Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κἄποιος συνάδελφος μὲ διακόπτει, καὶ λέγει, ὅτι ὁμιλῶ ἤδη τὸ τρίτον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον τὴν πρώτην ἡμέραν, ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν, ἀλλὰ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Γουναράκη διέκοψα τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅπως συνεχίσω αὐτὴν σήμερον καὶ ἐγενόμεθα μάλιστα δύο διακοπέντες κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐγώ.

§499Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐπὶ πόσας ὥρας ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§500Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὡρισμένος ὁ χρόνος, καθ’ ὃν δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλῶ.

§501Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δικαίωμά σας εἶναι νὰ ὁμιλῆτε ὅσον θέλετε. Κάμνετε ὅμως κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ τῆς εὐγλωττίας σας.

§502Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εὐτυχῶς τὰ νεώτερα πολιτεύματα δὲν παρεδέχθησαν τὴν ἀρχαίαν κλεψύδραν· ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν ἐδέχοντο, βεβαίως οὐχὶ ἐν τῷ ἐμῷ ὕδατι ἤθελε καταλογισθῆ ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἤθελε καταλογισθῆ εἰς βάρος τῶν διακοπτόντων με. Εἶχον διακόψει τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐξετάζων τὸ κονδύλιον «δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καπνοῦ». Εἶχον εἴπει, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἤθελον περιορισθῆ εἰς ξηρὰν ἀνάλυσιν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἤθελον κυρίως ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἰδίως τῆς καλλιεργείας τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσουν εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, εἰς πλουτισμὸν τῆς κοινωνίας, καὶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατ’ ἀκολουθίαν. Εἶπον, ὅτι ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη εἶχε γείνῃ ἐνέργεια, ὅπως βελτιωθῇ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐνῷ, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν ἤλλαξεν ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας τοῦ εἴδους τούτου, ἐν τούτοις διὰ τῆς ψηφισθείσης ἐμπορικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως κατωρθώθη, ὅπως μέγα ποσὸν τῆς παραγωγῆς τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ εἰσάγηται καὶ καταναλίσκηται εἰς Αἴγυπτον. Οὕτως, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν οὐχὶ ἐκ τῆς στατιστικῆς τῆς Ἑλλάδος,—διότι ἐξ αὐτῆς εἶναι δύσκολον νὰ ἔχῃ τις ἀσφαλεῖς καὶ βεβαίας πληροφορίας,—ἀλλ’ ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας ἐν Αἰγύπτῳ, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὸ 1889, ὅτε ἔληξεν ἡ σύμβασις ἡ πρώτη, εἶχον εἰσαχθῆ 118,730 ὀκάδες καπνοῦ τοῦ Ἀγρινίου καὶ μικρὸν ἔτι ποσὸν ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, κατὰ δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰσήχθησαν 1,156,994 ὀκάδες, καὶ κατὰ τὸ μεθεπόμενον 1,650,468 ὀκάδες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 1,780,000 δραχμάς. Ὁ εἰσαγόμενος καπνὸς ἐκ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ἐκ τῆς Ἀσίας, ὡς καὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, εἰσάγεται εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ καταναλίσκεται ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, διότι ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη· ἀνέρχεται δὲ εἰς 4,000,000 περίπου ὀκάδας καπνοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων 1,600,000 εἶναι ἑλληνικὸς καὶ ὁ λοιπὸς τουρκικός. Τώρα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ τὸ εἶδος τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον παράγουσιν αἱ καπνοφόροι Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι θὰ κατώρθου ἡ Ἑλλὰς νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ ἐμπορευόμενοι τοὺς καπνοὺς ἐν Αἰγύπτῳ εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ οἱ κατασκευασταὶ καὶ ἐκμεταλλευταὶ τῶν σιγαρέτων εἰσὶν ἐπίσης Ἕλληνες. Ἀλλὰ δέον νὰ γνωρίζητε, ὅτι, ἐνῷ ὁ εἰσαγόμενος ἑλληνικὸς καπνὸς ἐν Αἰγύπτῳ δὲν στοιχίζει πλειότερον τῶν 1,650,000 δραχμῶν, ὁ εἰσαγόμενος τουρκικὸς καπνὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι διπλάσιος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποσότητα, στοιχίζει, ἕνεκα τῆς ἀξίας αὐτοῦ, 35,250,000. Καταλαμβάνετε λοιπὸν, ὅτι ἐὰν ἡ τοιαύτη βελτίωσις τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ ἦτο δυνατὴ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἠδυνάμεθα, ἐπὶ μεγάλῳ τιμήματι τῆς ἀξίας τοῦ καπνοῦ τούτου, νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μέγα ποσὸν χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγίνετο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον χθὲς, ἐὰν ἐγίνετο σύμβασις μετὰ τῆς καπνεμπορικῆς ἑταιρείας, ἥτις παρουσιάζεται, ζητοῦσα νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς βιομηχανίας ταύτης ἐν Ἑλλάδι, — καταθέτουσι δὲ οἱ συμβεβλημένοι ποσὸν 7,000,000 δραχμῶν, ὅπως ἀποτελέσωσι τὴν ἑταιρείαν ταύτην, — ἐὰν ἠδύνατο, λέγω, νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, καὶ νὰ χορηγηθῶσιν αἱ εὐκολίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οὗτοι, βεβαίως οὐ μόνον τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ θὰ εἴχομεν, — διότι αὐτοὶ προτίθενται, ὡς ἀναφέρουσιν εἰς τὸ καταστατικὸν αὐτῶν καὶ εἰς τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ βελτιώσωσι τὴν παραγωγὴν, δίδοντες μικρὰ δάνεια εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, καὶ παρέχοντες εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα καὶ τὴν διδασκαλίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύναντο νὰ βελτιώσωσι καὶ ἐξευγενίσωσι τὸν καπνὸν, — ἀλλὰ καὶ θὰ ἠδυνάμεθα, ἐξάγοντες τὸν ἑλληνικὸν καπνὸν βελτιωμένον περισσότερον τοῦ ἐξαγομένου τουρκικοῦ καπνοῦ, νὰ ἔχωμεν εἰσαγωγὴν χρήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον 20,000,000 φράγκων χρυσῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουσιν οἱ Κύριοι οὗτοι εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτῶν. Τὸ πρᾶγμα δὲ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἀκατόρθωτον, διότι, ὡς γνωρίζετε, σήμερον τὰ Αἰγυπτιακὰ σιγαρέτα, ὡς λέγονται, — τὰ ὁποῖα ὅμως, καθὼς εἶπον, οὐδὲν ἔχουν τὸ Αἰγυπτιακὸν, πλὴν μόνης τῆς κατεργασίας τῶν σιγαρέτων, τῶν περιεχόντων μόνον ἑλληνικὸν καὶ τουρκικὸν καπνὸν, — τὰ σιγαρέτα ταῦτα εὐκόλως ἠδύναντο νὰ παρασκευασθῶσιν ἐνταῦθα, καὶ ν’ ἀποστέλλωνται εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὰς Ἰνδίας, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ κατακλύσωσιν ἁπάσας τὰς ἀγορὰς, καὶ ἑπομένως τὸ χρῆμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται μέχρι τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων λιρῶν κατ’ ἔτος, ἐὰν ὄχι ὁλόκληρον, μέγα μέρος αὐτοῦ, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν ἐπαρουσιάσθη. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, καὶ δὲν θέλω ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ, ἐνῷ τοιαύτη πρότασις ἐγένετο εἰς αὐτὴν, δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον τοιοῦτον, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ εἴδους, πρὸ πάντων δὲ, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοσούτου χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου ἀπόλυτον ἀνάγκην ἔχομεν χάριν τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ἰσοζυγίου. Ἐὰν βλέπητε, Κύριοι, νὰ ὁμιλῶ ἐνίοτε μετὰ στοργῆς ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, ἰδίως δὲ εἰς τὴν καλλιέργειαν τὴν συνδεομένην μετὰ τῆς βιομηχανίας, τοῦτο προέρχεται, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖ δέον νὰ ζητήσῃ τὴν τόνωσιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς μέσων, θὰ τὴν ζητήσῃ δὲ καὶ ὡς Κράτος καὶ ὡς κοινωνία, διότι παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τῆς καλλιεργείας οὐδεμία, ὡς βλέπετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, λαμβάνεται πρόνοια. Ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας· καὶ πράγματι εἴδομεν τὴν Πελοπόννησον μεταβληθεῖσαν εἰς ἀπέραντον κῆπον, εἰς ἀπεράντους ἀμπελῶνας καὶ σταφιδῶνας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν προσοχήν μας δὲν πρέπει νὰ στρέψωμεν μόνον εἰς τοὺς ἀμπελῶνας καὶ σταφιδῶνας τῆς Πελοποννήσου, διότι τὰ εἴδη ταῦτα εἰς ποικίλας εὑρίσκονται κρίσεις, καὶ πολλάκις ἐξαρτῶνται, ὡς ὅλα τὰ προϊόντα ἐκ τῶν καιρικῶν περιστάσεων. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ εἰς ἄλλα εἴδη, εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν γεωργίαν, τουτέστιν εἰς τὴν καλλιέργειαν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν γεωργίαν ταύτην ἐστράφη ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὴν γεωργίαν τὴν συνδεομένην μετὰ τῆς βιομηχανίας, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἔτη θὰ παρέλθωσι πολλὰ, καὶ ἐνῷ θὰ ἐλπίζωμεν πάντοτε, ὅτι ἡ Θεσσαλία θὰ δύναται νὰ παράσχῃ τὴν σιτάρκειαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἐλπίζωμεν ἐπὶ ματαίῳ, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνονται τὰ μέτρα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύων ἔθιξα ἄλλοτε. Ἐλέχθη ἄλλοτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φέρει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιζομένη, θὰ ἠδύνατο νὰ συνάψῃ ἓν δάνειον μέγα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπικρατοῦν ἀκόμη αἱ σκέψεις αὗται εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Κυβερνήσεως· ἐν τούτοις ὅμως, ἐὰν ἡ αὐτὴ ἰδέα δὲν ἐπικρατῇ, καὶ ἐὰν ἦναι εὐχερὴς ἡ παροχὴ τῶν ζητουμένων εὐκολιῶν εἰς τὴν εἰρημένην καπνεμπορικὴν ἑταιρείαν, θὰ ἦτο βεβαίως καλὸν νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐλαχίστην ἀντίρρησιν θὰ εὕρῃ, καὶ πολὺ εὐκόλως θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τὴν παραγωγικὴν τῆς χώρας. Ἀλλὰ τοιαῦτα νομοσχέδια ἀτυχῶς δὲν μᾶς συνήθισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ βλέπωμεν εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν. Παρατηρῶ ἐπίσης, Κύριοι, ἓν ἄλλο κονδύλιον εἰς τοὺς ἐμμέσους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόρους, τὸ «δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐπὶ τοῦ ζύθου». Ἡ οἰνοπνευματοποιΐα εἶναι μία τῶν βιομηχανιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχουσι λάβει σπουδαίαν ἀνάπτυξιν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, ἰδίως δὲ ἐν ἔτει 1900, ὅτε εὑρίσκετο ἐν πλήρει ἀκμῇ αὕτη, καὶ μέγα ποσὸν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν εἰσήγετο καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν. Ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξ ἄλλων, τὰς ὁποίας ἤντλησα ἐκ τῶν πινάκων τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς Αἰγύπτου, εἶδον, ὅτι ἑλληνικὰ κονιὰκ εἰσήχθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς Αἴγυπτον ἀξίας 1,600,000 χρυσῶν φράγκων. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ κατανάλωσις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, καὶ ἰδίως τοῦ κονιάκ, ἐν Αἰγύπτῳ, Βουλγαρία, Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ, ἀνέπτυξε τοὺς πόθους καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, εἰσαγάγωσι πλειότερα τῶν εἰσαγομένων, καὶ οὕτως ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν μέγα ποσὸν ἐξήχθη ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ἀτυχῶς ὅμως, ἀνέπτυξε τὴν ἐπιθυμίαν καὶ εἰς ἄλλους μικροβιομηχάνους, οἵτινες ἵδρυσαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα μικρὰ ἐργοστάσια· τούτου δ’ ἕνεκα παρήγετο μέγα ποσὸν κονιὰκ καὶ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο κατάλληλον διὰ τὰς ἀγορὰς τῆς Ἀνατολῆς, ἔνθα κατηναλίσκετο μέχρι τοῦδε τὸ εἶδος τοῦτο. Κατωρθώθη δηλαδὴ νὰ εἰσάγωνται ἐκεῖ οἰνοπνεύματα κεχρωματισμένα, καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ κατανάλωσις τοῦ κονιὰκ καὶ ἄλλων οἰνοπνευμάτων ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἀνατολῆς περιωρίσθη σπουδαιότατα, βαθμηδὸν δὲ ἐκλείπει οὐσιωδέστατος πόρος, προερχόμενος ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο μεγάλως νὰ ἀναπτυχθῇ, ἐὰν ἐλαμβάνετο καταλλήλως πρόνοια, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεδεικνύοντο τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἡ παραποίησις τοῦ ἑλληνικοῦ κονιάκ, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιδεξίως εἶχε διαφημισθῇ κατ’ ἀρχάς. Ἐπίσης συνετέλεσεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς καταναλώσεως, τῆς γιγνομένης εἰς τὰς ἠπειρωτικὰς πόλεις, ὅπως καὶ εἰς τὰς Μικρασιατικάς, ἡ φορολογία τοῦ 1899, περὶ ἧς σᾶς ἀνέφερα. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡς εἶπε τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν καταπολέμησιν νόσου, ἡ ὁποία ἐπαρουσιάζετο εἰς ὅλας τὰς Εὐρωπαϊκὰς κοινωνίας, τοῦ ἀλκοολισμοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ νόσημα τοῦτο καταβιβρώσκει μεγάλας μερίδας τῆς Εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας. Τελευταῖον συνέπεσε νὰ ἴδω στατιστικὴν τῆς Πρωσσίας, ἐν ᾗ ἀνεφέρετο πόσοι ἐξ ἀλκοολισμοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὰ φρενοκομεῖα, καὶ πόσοι ὡς ἐγκληματίαι ἐκλείσθησαν εἰς σωφρονιστήρια. Παρετήρησα δὲ, ὅτι τὰ ⅔ καὶ τῶν ἐγκληματιῶν καὶ τῶν φρενοβλαβῶν εἶχον ὡς αἰτίαν τὸ νόσημα τοῦ ἀλκοολισμοῦ. Εὐτυχῶς, παρ’ ἡμῖν ἡ νόσος αὕτη δὲν ἔλαβε τὰς διαστάσεις, ἃς βλέπομεν εἰς τὰς γερμανικὰς καὶ τὰς ἀγγλικὰς πόλεις, ἢ δὲν ἐπαρουσιάσθη κἂν ἀκόμη εἰς τὰς ἑλληνικὰς πόλεις ὑφ’ ὃν χαρακτῆρα εἰς ἄλλας κοινωνίας. Ἐν τούτοις ὅμως ὁ διερχόμενος τὴν Θεσσαλίαν, ἢ καὶ πολλὰς μικρὰς πολίχνας τῆς Ἑλλάδος, εὑρίσκει, ὅτι πολὺ ἀποτόμως τὸ νόσημα τοῦτο θέλει εἰσχωρήσει καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα περιοριστικά, τὰ ὁποῖα θὰ δυνηθῶσι νὰ περιστείλωσι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ ἁπλώνῃ τοὺς πλοκάμους του καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλ’ ἡ καταπολέμησις τοῦ ἀλκοολισμοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦτο ἐντελῶς ἄσκοπος, καθόσον, ὡς παρετήρησαν πάντες οἱ ἐξετάσαντες τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ ἀλκοολισμὸς ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ κονιάκ, ἀλλ’ ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ οὔζου καὶ τῶν ἄλλων οἰνοπνευμάτων, τὰ ὁποῖα προχείρως καὶ εὐκολώτατα εὑρίσκουσιν οἱ Ἕλληνες ἀγρόται καὶ οἱ ἄλλοι κάτοικοι τῶν μικρῶν πολιχνῶν ἡμῶν εἰς τὰ ἀπειράριθμα καπηλεῖα. Ἔχω στατιστικὰς πληροφορίας, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται πόσα ἐργοστάσια καὶ πόσαι ἀτμομηχαναὶ οἰνοπνευμάτων εἰργάζοντο προτοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος, καὶ πόσοι ἐργοστασιάρχαι ἠναγκάσθησαν νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσιά των καὶ ἀφήσωσι τὰς ἐργασίας των ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη. Ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἶχεν ἱδρυθῇ ἓν ἐργοστάσιον οἰνοπνευματοποιΐας, καὶ τὸ ἐργοστάσιον ἐκεῖνο, μὴ δυνάμενον πλέον νὰ ἔχῃ εἰσπράξεις ἐκ καταναλώσεως οὔτε διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπιβληθέντος φόρου ἐπαρκεῖς, περιῆλθεν εἰς κρίσιμον κατάστασιν, ἥτις ἠνάγκασε τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτοῦ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι παύουσι τὰς ἐργασίας. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὑπὸ μίαν ἔποψιν ὡς ἀσήμαντον, εἶναι σημαντικώτατον, ἔχει σπουδαιότητα μεγάλην, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος, παρ’ ὅλα, ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις διετείνετο, ὅτι ἔπραττε τοῦτο, ὅπως προφυλάξῃ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ὁ νόμος, λέγω, ἐκεῖνος, Κύριοι, σκοπὸν εἶχεν ἄλλον, τὴν προλείανσιν τοῦ δρόμου πρὸς τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Ἴσως δὲν γνωρίζω, οὔτε θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, ἂν τὸ μονοπώλιον εἰσαγόμενον θέλῃ ὠφελήσει τὴν Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν. Ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ σκοπός, ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἦτο, ὅπως κλείσωσι πραγματικῶς καὶ παύσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν τὰ μικρὰ ἐκεῖνα βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀπερρόφησαν κεφάλαια παραγωγικὰ ἀνθρώπων φιλοπόνων καὶ ἐργατικωτάτων, ὅπως τὰ καταστήματα ἐκεῖνα εὑρεθῶσι κεκλεισμένα κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἤθελε ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Ἀτυχῶς, Κύριοι, ἀντὶ νὰ ἴδωμεν νομοσχέδια εἰσαγόμενα, τὰ ὁποῖα θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ἐκείνης, ἡ ὁποία κατεργάζεται τὰ Ἑλληνικὰ καθαρῶς προϊόντα, βλέπομεν ἀπηνῶς φορολογουμένην ἀκριβῶς τὴν ἐθνικὴν ταύτην βιομηχανίαν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εἰσάγουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καθίστανται νόμοι, δι’ ὧν προστατεύεται ἡ ὀθνεία, ἡ ξένη βιομηχανία. Διότι δὲν δύναται βεβαίως νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ βιομηχανία ἡ βιομηχανία ἐκείνη, ἥτις τὴν πρώτην ὕλην δὲν ἔχει ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ. Ὅταν δὲ δὲν ἔχῃ τὴν πρώτην ὕλην ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ὅταν παρέχωνται ἀτέλειαι καταπληκτικαὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν, ὅπως παύσῃ ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς, τότε τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ὑποστήριξις οὐχὶ τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ ὀλίγων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα κερδίζουν πρὸς βλάβην τῶν πολλῶν· διότι δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ ἀγορὰ τῶν βιομηχανικῶν ἐκείνων προϊόντων ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν, ἀναγκάζεται δὲ ὁ λαὸς νὰ ἀγοράζῃ τὰ εἴδη ταῦτα ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ἀγορῶν, ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία οὐδὲν ἔχει Ἑλληνικὸν, καὶ ἡ ὁποία εἰσάγει τὴν πρώτην ὕλην, ἐνίοτε μάλιστα κατειργασμένην, καὶ ἡ ὁποία πωλεῖ τὸ εἶδος τοῦτο τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων εἰς ἣν ἀξίαν θὰ τὸ ἐπώλει καὶ ὁ Εὐρωπαῖος βιομήχανος, τοῦ ὁποίου τὰ προϊόντα, ἕνεκα τοῦ προστατευτικοῦ νόμου, φορολογοῦνται καταπληκτικῶς. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἡ βιομηχανία ἐκείνη, ὑποστηριζομένη ὑπὸ προστατευτικῶν δασμῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ εἰς οἷον δήποτε συναγωνισμὸν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ νομισματικὴ αὕτη διαφορὰ, ἡ ὑφισταμένη σήμερον. Ἡ νομισματικὴ διαφορὰ σῴζει τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν· τὴν στιγμὴν δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς βιομηχανικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φέρῃ τὴν βιομηχανικωτέραν πόλιν τῆς Ἑλλάδος, τὸν Πειραιᾶ. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἀσχοληθῆ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης διὰ μακρῶν ἀνέπτυξαν, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῶν νόμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἕτερον κεφάλαιον, εἰς τὰ «τέλη ἀγκυροβολίας καὶ φαρικά». Ἀνέκαθεν, Κύριοι, τὸ Κράτος μέγα μέρος τῶν φαρικῶν εἰσέπραττεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Σήμερον τὰ εἰσπραττόμενα διατίθενται, κατὰ τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος, ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐδόθη ἐθνικὴ καὶ εἰς αὐτὸ χροιὰ, οὕτως ὥστε πάντες, ὅσοι εἶχον ἀντίθετον γνώμην ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μετὰ δειλίας εἶπον τὴν γνώμην των, ἐγὼ δὲ, καίτοι εἶχον νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, καίπερ ἐγγραφεὶς νὰ ὁμιλήσω, παρῃτήθην τοῦ λόγου, διότι δὲν ἤθελον νὰ προσκρούσω εἰς τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα κατέκλυζον τὰς ψυχὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐν τούτοις ὁ τρόπος, καθ’ ὃν καὶ τὸ Δημόσιον ἐλάμβανε καὶ κατηνάλισκε διὰ διαφόρους ἄλλους σκοποὺς τὰ χρήματα τὰ προωρισμένα διὰ τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, ὅπως καὶ τὰ χρήματα τὰ διατιθέμενα σήμερον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, εἶναι ὀλίγον ἔκτροπος, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε σήμερον νὰ εἴπω τοῦτο. Ἡ σύστασις τοῦ Ταμείου τούτου εἶχεν ἕνα σκοπὸν, νὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν χρηματικῶν τούτων μέσων νὰ κατασκευάσῃ ὁλόκληρον τὸ σύμπλεγμα τῶν φάρων καὶ φανῶν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἶχε συντελεσθῇ. Τί συμβαίνει ὅμως ἐκ τούτου; Ἀφ’ ἧς ἤρξατο τὸ Δημόσιον λαμβάνον τὸ πλεῖστον μέρος τῶν εἰσπράξεων τούτων, καὶ ἀφ’ ἧς θέλει ἐξακολουθεῖ λαμβάνον τοῦτο καὶ διαθέτον αὐτὸ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, περιορίζεται καὶ θὰ καταπαύσῃ ἡ κατασκευὴ τῶν ἀπαραιτήτων ἐκείνων φάρων καὶ φανῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῶσιν αἱ ἀκταὶ ἡμῶν ὡς ἀκταὶ παρέχουσαι ἀσφάλειαν εἰς τοὺς ναυτιλλομένους, παρέχουσι ἀσφάλειαν εἰς τὴν διεθνῆ ναυτιλίαν. Ἀναμφισβητήτως, ἀφοῦ ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ὀργάνωσις ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ναυτικὴ τῆς χώρας, καὶ ἀφοῦ τοιούτους πόθους ἔχει καὶ τοιαύτην φιλοδοξίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀφοῦ παρετήρησα καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις, ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως τοιαύτην ἔχει γνώμην, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀποφασισθῇ ἓν μέτρον, ὅπως ἐξευρεθῶσι πόροι, καὶ ὅπως διατεθῶσιν οὗτοι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ οὔτε τότε, ὅτε ἐλήφθη παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ πλεῖστον μέρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, οὔτε τώρα, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ κατεστάθη νόμος, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ἵνα τὸ διαθέσῃ πρὸς ἄλλους σκοποὺς, παρὰ τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχε προορισθῆ, τουτέστι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν φάρων καὶ φανῶν, διὰ τὸν φωτισμὸν τῶν ἀκτῶν τῶν ἑλληνικῶν παραλίων...

§503Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν τὸ ἀφήρεσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν.

§504Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀφήρει αὐτὸ πρὸ πολλοῦ.

§505Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφ’ ἧς συνεστήθη τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τὸ ποσὸν αὐτὸ διετίθετο εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν δὲ σήμερον διετέθη ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, νομίζω, ὅτι καλῶς διετέθη.

§506Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠδύνασθε νὰ εὕρητε ἄλλους πόρους, καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ λαμβάνουσαι ἑκάστοτε τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ προωρισμένον διὰ τὸν φωτισμὸν τῶν ἑλληνικῶν παραλίων καὶ διατιθέμενον εἰς ἄλλους σκοποὺς, κακῶς ἔπραξαν, καὶ κακῶς γίνεται καὶ σήμερον, καίτοι διατίθεται ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι πόροι, ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ οἵα δήποτε ἄλλη φορολογία, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο νὰ διατεθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ σκοπὸν, τὸν φωτισμὸν τῶν ἑλληνικῶν παραλίων. Ἕν ἕτερον θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω, εἶναι τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας, ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων. Ἐξ αὐτοῦ τὸ Δημόσιον ἔχει πρόσοδον ἀρκετὰ μεγάλην, 1,300,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χαροποιήσῃ πάντα, ὅστις ῥίπτει τὸ βλέμμα αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τούτου, ὅτι δηλαδὴ τὸ Δημόσιον δύναται νὰ εἰσπράττῃ 1,300,000 δραχμὰς, εἶναι λυπηρόν...

§507ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ἡ Βουλὴ, ὡς παρατηρεῖτε, κ. Πρόεδρε, κατεβλήθη, καὶ παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§508ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε σεῖς.

§509Ι. ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§510ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν ἀπαρτίας;

§511ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Μάλιστα.

§512ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ὡς ψηφολέκτης, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§513ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Κύριε Καζαμπάκα, μὴ ἐπιμένετε. Κύριε Πρόεδρε, ἀποσύρεται ἡ ἔνστασις.

§514Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Καζαμπάκα, μὴ ἐπιμένετε. Δὲν πειράζει.

§515Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§516ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§517ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι. Ἀπεσύρθη ἡ ἔνστασις.

§518ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάμετε καὶ σεῖς ἀνάγνωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριε Βελλιανίτη, ὅπως οἱ Κύριοι ἐν τῇ ὑπουργικῇ πτέρυγι ἀναγινώσκουν ἐφημερίδας.

§519Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ κάμνω.

§520Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν διακόπτετε μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;

§521ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.

§522Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον, ὅτι ὑπὸ μίαν ἔποψιν εἶναι εὐχάριστον, διότι ἀνέρχεται εἰς 1,300,000 δραχμὰς, κατ’ οὐσίαν εἶναι λίαν θλιβερόν, διότι καταδεικνύει, ὁποία καταστροφὴ ἐπέρχεται εἰς τὰ ἡμέτερα δάση διὰ τῆς τοιαύτης ὑλοτομίας καὶ διὰ τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία παρέχεται, ὅπως κατασκευάζωνται ἡ ἄσβεστος καὶ οἱ ἄνθρακες. Ἐὰν ἦναι πρᾶγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὰ ἡμέτερα δάση καὶ τὰ ἀποψιλώνει, εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀνεπιστήμων ὑλοτομία, καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς ἀσβέστου καὶ τῶν ἀνθράκων. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μελετῶν ποικίλα, μοὶ ἔτυχε νὰ ἀναγνώσω σχέδια νόμων περὶ δασῶν καὶ ἄλλας μελέτας, ἑκατοντάδας ὁλοκλήρους. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἄλλο γίνεται, προκειμένου περὶ τοῦ κλάδου τούτου, ἢ μία διαρκὴς σύνταξις νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ γείνωσι νόμοι, καὶ οὕτω πως οὐδέποτε ἐγένετο δυνατὴ ἡ περιφρούρησις τῆς περιουσίας αὐτῆς τοῦ Δημοσίου, οἵα εἶναι ἡ δασικὴ περιουσία τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐν τῷ μεταρρυθμιστικῷ προγράμματι τῆς Κυβερνήσεως — διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἤδη τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ — ὑπῆρχε καὶ τὸ μέτρον τῆς βελτιώσεως τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς περιφρουρήσεως τῶν δασῶν. Ἐν τούτοις, ἂν ἐν τῷ προγράμματι ἐκείνῳ ὑπάρχῃ, ἢ ἂν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε μεριμνήσει ἡ Κυβέρνησις, εὐάρεστον θὰ ἦτο, ἵνα πράγματι καταστῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια νόμοι, καὶ οὕτω πως δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν καὶ νομοθεσίαν δασικὴν κατάλληλον, ὥστε καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ παράσχῃ ποικίλας ὠφελείας, καὶ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων καὶ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν νὰ ἦναι ὠφέλιμος. Ἐὰν, Κύριοι, ἐβελτιοῦτο ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας, ἐὰν ἐπροστατεύετο ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία, ἡ συνδεομένη μετὰ τῆς γεωργίας, θὰ ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ ἐλπίσῃ εἰς μεγάλην ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἓν τῶν μέτρων τούτων, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι βεβαίως ἡ ἀνάπτυξις τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν βλέπω νὰ δίδηται μεγάλη φροντὶς καὶ εἰς τὸν παρόντα Προϋπολογισμόν, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Οὔτε διὰ τὰ ἕλη ἀναγράφεται ποσὸν μέγα. Καὶ ἤκουσα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶπεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τῶν εὐτελῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως οὐδὲν σπουδαῖον καὶ γενναῖον ἔργον ἀποξηράνσεως ἑλῶν νὰ γένηται. Ἐν τούτοις ὅμως πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, πάντοτε γνωρίζει — καὶ γνωρίζει διότι εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον ψηλαφητὸν καὶ τόσον καταφανὲς, — ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν, οὐ μόνον, ὅπως πορισθῶσιν οἱ περίοικοι, ἢ καὶ τὸ Δημόσιον, γαίας ἐκτεταμένας καὶ γονίμους, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ δημοσία ὑγεία· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εὑρίσκονται ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν ὑπὸ μελέτην πάντοτε, καὶ οὐδέποτε κατορθοῦται νὰ προσαχθῇ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης, καὶ ψηφισθῇ μέτρον τι ἄξιον σημασίας. Ἀλλὰ συγχρόνως μετὰ τῆς ἀναπτύξεως ὅλων αὐτῶν τῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα, μετὰ τῆς προστασίας τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ἔδει νὰ παρακολουθῇ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἀλλὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον περιέγραφον χθὲς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτε ἐδόθη ἀφορμὴ ἔκ τινος κρεμάσματος πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἀπεπειράθη ν’ ἀπαγχονίσῃ, δὲν γνωρίζω ποῖος ἀστυνόμος ποίου χωρίου πλησίον τῆς Ἀττικῆς. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἰδέα ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι οἵα καὶ ἡ γενικὴ τῆς κοινωνίας περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δέον νὰ ἀναγνώσῃ τις εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἑκάστοτε γράφουσιν αὗται, πῶς εἰκονίζουσι τὴν ἀθλιότητα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς ποῖον δυσθεώρητον ὕψος ἔχει ὑψωθῆ ἡ ζωοκλοπή, ἥτις ἀποστερεῖ τοὺς κτηνοτρόφους χιλιάδων ζώων κατ’ ἔτος, ποῖαι ἀπαγωγαὶ γίνονται, ποῖαι κλοπαί, καὶ ποῦ ἔχει φθάσει ἐν γένει ἡ ἐγκληματικότης, ἵνα σχηματίσῃ ἰδέαν περὶ τῆς ἀθλιότητος, εἰς ἣν περιέστημεν. Καὶ ἀνέκαθεν μὲν δὲν εὑρίσκετο αὕτη εἰς εὐάρεστον σημεῖον, ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχει περιέλθει εἰς ἀθλίαν ὄντως κατάστασιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας καὶ ὁ περὶ χωροφυλακῆς· ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ εἶχεν ἀναμφισβητήτως τὴν ἰδέαν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τὰ νομοσχέδια ὅμως ταῦτα, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἡ κατάστασις δὲ αὕτη παρεμποδίζει σπουδαίως τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν συστήματος. Περὶ στρατοῦ εὐρέως ὡμίλησα κατὰ παρελθοῦσάν τινα συνεδρίασιν, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω. Εἶχον νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἃς καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔφερα, ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς ἀνέγραψεν αὐτὰς ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἀλλ’ εἶδον, ὅτι φρονεῖ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐκεῖναι ἤθελον ἐπαυξήσει τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐγὼ ὅμως ἔφερα ταύτας διὰ λόγους καθαρᾶς οἰκονομίας, διότι ὅλα τὰ μέτρα, ἅτινα ἐπρότεινα, ἔτεινον εἰς ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Εἶναι ἡ ὥρα προκεχωρημένη, εἶναι ἤδη πρωΐα, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθήσω ἀγορεύων· διὰ τοῦτο θὰ ἦμαι σύντομος, θὰ τελειώσω μετ’ ὀλίγον, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂς λάβῃ τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἂς ἡσυχάσῃ. Ἔλεγον λοιπόν, ἀναφερόμενος εἰς τὰς προτάσεις μου, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν πλοῖα διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐθνικοῦ στόλου, ὅτι δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν ταῦτα, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν πραγματικὸν ναυτικόν, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνομεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως συντηρῆται ὁ στόλος οὗτος. Οὕτως, ἂν ἐξετάσῃ τις τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ πλεῖστα τούτων, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ὦσιν ἡ ψυχὴ τοῦ Ναυτικοῦ, εἰς οὐδὲν ἀπολύτως ὠφελοῦσιν. Οὕτως ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τμῆμα Πυροβολικοῦ, ἀλλὰ δέον νὰ γνωρίζητε, τί εἶναι αὐτὸ τὸ τμῆμα· εἶναι τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγουσιν ὅσοι εἰργάσθησαν ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ ζητοῦσιν ἀνάπαυσιν ἐν τῇ ξηρᾷ. Πολλάκις δὲ παρετηρήθη παρὰ πολλῶν συναδέλφων καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Λεβίδου μία τῶν οὐσιωδεστάτων ἐλλείψεων τοῦ Ναυτικοῦ, ἡ ἔλλειψις Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις κυρίως κατεφάνη κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ὅτε δὲν ἐγνώριζον, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στόλου, καὶ ἀνέμενον τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ μάθωσιν αὐτήν· θὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ἡ κατάστασις αὕτη ἐφ’ ὅσον δὲν ἱδρύεται τμῆμα Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ὅσα καὶ ἂν εἰσπράξῃ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ ὅσα πλοῖα καὶ ἂν ναυπηγηθῶσιν, οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον θὰ γνωρίζῃ, ποῖα εἴδη εἰσέρχονται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ.

§523Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐπιτελικοῦ Γραφείου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ τὸ ψηφίσῃ. Θὰ ζητήσω τὴν ἐκ νέου ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὸ ὑποστηρίξητε.

§524Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ τὸ ὑποστηρίξω μετὰ πάσης χαρᾶς. Ἐπίσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχομεν χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἴσως εἴμεθα τὸ μόνον ναυτικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον στερεῖται τοιαύτης, ἐνῷ ἔχομεν ἀξιωματικοὺς ἄριστα κατηρτισμένους καὶ δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν κλάδον τοῦτον. Ἀλλ’ ἂν ἔλθω εἰς τὸν Ναύσταθμον, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδὲν ἐπράξαμεν καὶ ἐν αὐτῷ, ἐνῷ οὗτος εἶναι ἡ καρδία τοῦ Ναυτικοῦ. Πρὸ δεκαπενταετίας κατεσκευάσαμεν τὰ ἡμέτερα πλοῖα, δὲν ἐφροντίσαμεν ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἔχωμεν Δεξαμενὴν, ὅπως καθαρίζωνται ταῦτα ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δ’ ἐγνωρίζετε, ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν πλοίων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν Δεξαμενῆς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ ἦτο ἐλαχίστη, ἀπέναντι τῶν δαπανωμένων καθ’ ἑκάστην πρὸς καθαρισμὸν τῶν πλοίων ἐν τοῖς εὐρωπαϊκοῖς Ναυστάθμοις. Δὲν θέλω ν’ ἀπαριθμήσω τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὁ Ναύσταθμος, διότι θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει στέγασμα διὰ τὰ πληρώματα, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ νεώρια, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὰ τορπιλλοβόλα, ἀφίνουσιν ἐκτεθειμένα εἰς ὅλας τὰς μεταβολὰς τοῦ καιροῦ, καὶ κατήντησεν ἄχρηστος ὁ ἡμέτερος τορπιλλικὸς στόλος.

§525Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι ἐγήρασαν τὰ τορπιλλοβόλα.

§526Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐφθάρησαν τὰ σκάφη ταῦτα, διότι ἐξετέλεσαν ὑπηρεσίας μακρὰς,—καθόσον, ὡς γνωστὸν, δὲν ἐξετέλεσαν πλόας,—ἀλλὰ κατεστράφησαν εὑρισκόμενα ἐν αὐτῷ τῷ Ναυστάθμῳ ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας. Ἐπίσης ἐν τῷ Ναυστάθμῳ δὲν ὑπάρχει ἐργοστάσιον πρὸς κατασκευὴν πλινθανθράκων· τοῦτο δὲ καὶ ἀνεγράφη παρ’ ἐμοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη οἰκονομία εἰς τὴν καύσιμον ὕλην. Ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀγοράζωμεν διὰ τὸν στόλον ἄνθρακας εἰς χῦμα, ἀλλ’ ὅταν παραλαμβάνωμεν αὐτοὺς, εὑρίσκομεν, ὅτι ὑπάρχει ἐλάττωσις 10% ἐκ τῆς προστριβῆς. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἐργοστάσιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία δὲν ὑπερβαίνει τὰς 60,000 δραχμὰς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ οἰκονομία εἰς τὴν καύσιμον ὕλην τοῦ στόλου, διότι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀναμιχθῶσιν οἱ ἄνθρακες οἱ ἑλληνικοὶ μετὰ τῶν γαιανθράκων τοῦ Κάρδιφ, καὶ θ’ ἀπετελεῖτο οὕτω μίγμα ἐκτάκτως καλὸν, καὶ οἰκονομικὸν ἀφ’ ἑτέρου. Ἀπαραίτητον ἐπίσης εἶναι νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀνθρακαποθήκη, ἥτις δὲν ὑφίσταται. Δὲν δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ναύσταθμος, διὰ τὸν ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 7,000,000 δραχμὰς, στερούμενος ἀνθρακαποθήκης, καὶ ὅτι ἀναγκάζεται ἑκάστοτε ὁ στόλος νὰ προμηθεύηται τοὺς γαιάνθρακας ἐκ Πειραιῶς. Περὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως δὲν θέλω ὁμιλήσει, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· θὰ ἔλθωσιν οἱ νόμοι περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ θὰ λάβω ἀφορμὴν ἐκ τούτου νὰ ὁμιλήσω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶδεν μέχρι τοῦδε οὔτε νὰ σκεφθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Νομοσχέδιον ὑπὲρ αὐτῆς οὐδὲν εἰσήχθη. Ἠκούσατε προχθὲς ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀγορεύοντος καὶ λέγοντος, ὅτι κατέκλυσε τὴν Ἐκκλησίαν ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ κακοήθεια. Τοιαύτην παριστῶσιν εἰκόνα οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀλλαχοῦ συντελοῦσιν εἰς τὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν αὐτοῦ ἐν τῇ πάλῃ τοῦ βίου, εἰς τὴν παρηγορίαν τῶν θλιβομένων ψυχῶν! Εἶχον παρατηρήσει ἔν τινι στατιστικῇ τῆς Πρωσσίας, ὅτι ἐπὶ 1297 κατοίκων ἀναλογεῖ εἷς ἱερεύς, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἡ διαφορὰ τῶν κατοίκων πρὸς τοὺς ἱερεῖς εἶναι καταπληκτική· ἀναλογεῖ εἷς ἱερεὺς ἐπὶ 283 κατοίκων· καὶ δύνανται μὲν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ἡ Γερμανία εἶναι πυκνότερον κατῳκημένη ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἑπομένως δύναται εἷς ἱερεὺς νὰ ἐπαρκῇ εἰς 1297 κατοίκους, ἀλλ’ ἐὰν ἔλθωμεν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας αὐτῆς, εἰς τὴν πτωχὴν Πομμερανίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν πυκνότητα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔκτασιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὴν ἔκτασιν τοῦ ἡμετέρου Κράτους, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ αὐταὶ ἀναλογίαι ὑπάρχουσι. Παρ’ ἡμῖν κατωρθώθη, ὥστε πολλοὶ ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, ἢ οὐδεμίαν ἀπολύτως μόρφωσιν ἔχοντες, νὰ χειροτονῶνται ἱερεῖς, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας, καὶ νὰ συντελῶσι— δῆθεν συντελῶσιν—εἰς τὴν διάπλασιν καὶ ἐξημέρωσιν τῆς κοινωνίας! Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία παρ’ ἡμῖν δὲν μεταβάλλεται, ἐφ’ ὅσον ὁ Κλῆρος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀθλίαν κατάστασιν, περιφρονούμενος παρὰ τῶν μεμορφωμένων, χλευαζόμενος παρὰ τῶν ἁπλοϊκῶν, δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἡ πίστις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξαρτᾷ καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, καὶ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι, ὅτι ἡ πίστις ἐκείνη δύναται νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ ὅσον ὁ Κλῆρος ἀποτελῇ τὴν ὑποστάθμην τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀλλαχοῦ πράγματι ἡ Θρησκεία ἐγένετο μέσον ἐκπολιτιστικόν, καὶ οὐ μόνον συνετέλεσεν εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν κοινωνιῶν, ἀλλὰ συνετέλεσε καὶ ὡς πολιτικὴ δύναμις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξηρτήθησαν αἱ λύσεις μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δουλείας ὁ Κλῆρος εἶχε τὴν ἐπίσημον καὶ ἐπιβλητικὴν αὐτοῦ θέσιν, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐγενόμεθα Κράτος ἐλεύθερον, ὁ Κλῆρος ἐξεφαυλίσθη, τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐξέπεσε, καὶ δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο τὴν βάσιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως μείζονα ἐπιστήσῃ προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ λάβῃ μέριμναν· διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχωμεν θρησκευτικὸν αἴσθημα, οὐδόλως θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς χώρας ἡμῶν καὶ τῆς χώρας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐξαρτᾷ τὰς ἐλπίδας της ἀφ’ ἡμῶν.

§527Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§528ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Βʹ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων, «Ἔμμεσοι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόροι». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, μετὰ τῶν ἐν τοῖς κεφαλαίοις Βʹ καὶ ΙΖʹ ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τροποποιήσεων).

§529ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 δραχμαὶ 115,734,159.20. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ὡς ἐτροποποιήθη).

§530ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. (Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 1–4). Κεφάλαιον 5. «Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§531Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 2 παρακαλῶ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἄρθρα: «Ἄρθρον 2. Μισθοὶ προσωπικοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς καὶ ἔξοδα ἐν γένει δραχ. 109,160», καὶ «ἄρθρον 3. Μισθοὶ προσωπικοῦ καὶ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης δραχ. 42,600». Πρὸς τούτοις ἡ ἐν ἄρθρῳ 3, λαμβάνοντι τὴν τάξιν ἄρθρου 4, πίστωσις νὰ αὐξήσῃ κατὰ 6,000 δραχμὰς «δι’ ἀντιμισθίαν ἐκτάκτου προσωπικοῦ πρὸς ἔγκαιρον ἐκτύπωσιν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5, ὡς ἐτροποποιήθη Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 6–12).

§532ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§533Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν μου, νὰ τροποποιηθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 544,362.78, «Ἄρθρον 2. Ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων 30,351.52. «Τὸ ὅλον δραχ. 574,714.30.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 14–22).

§534ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 23. «Ἐκτέλεσις νόμων περὶ πετρελαίου δραχ. 1,254,658.35».

§535Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ πετρελαίου πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχ. 200,000 εἰς χρυσὸν, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ κεφαλαίου τούτου «προμήθεια πετρελαίου καὶ ναῦλος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 23, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 24–28).

§536ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 29. «Νομισματικὴ διαφορὰ διὰ τὰς εἰς χρυσὸν πληρωμὰς δραχ. 787,560.60.»

§537Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πίστωσις τοῦ κεφαλαίου τούτου παρακαλῶ ν’ αὐξήσῃ κατὰ 120,000 δραχμὰς, συνεπείᾳ τῆς ἐν κεφαλαίῳ 23 γενομένης μεταβολῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 29, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν).

§538ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. 27,156,098.88. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. (Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§539ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δραχ. 32,344,624.30. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον Α «Κεντρικὴ ὑπηρεσία», καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Κεφάλαιον Βʹ. «Διπλωματικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§540Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν μου, παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «μισθοὶ προσωπικοῦ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, Παρισίοις κλπ. Πρεσβειῶν» πίστωσις κατὰ δραχ. 14,040. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Βʹ, ὡς ἐτροποποιήθη).

§541ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Προξενικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐξάνει ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «μισθοὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐπιχορηγήσεις» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 5,640, ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «γραφικὰ ἔξοδα ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν» κατὰ δραχμὰς 360, ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ἐνοίκια γραφείων ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν» κατὰ δραχ. 5,000, καὶ ἡ ἐν ἄρθρῳ 5 «ἔξοδα κινήσεως προξενικῶν ὑπαλλήλων» κατὰ δραχ. 7,000. Οὕτω τὸ κεφάλαιον Γʹ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 946,800. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον Δʹ. «Ἐξωτερικαὶ δαπάναι». Ἄρθρον 1. «Διάφοροι ἐξωτερικαὶ δαπάναι, μὴ εἰδικῶς προβλεπόμεναι, ὁριζόμεναι δὲ διὰ Β. Διαταγμάτων κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΚΔʹ τοῦ 1892, δραχ. 450.000».

§542Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Συμφώνως πρὸς τὴν ὁμόθυμον εὐχὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν παραδέχεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, παρακαλῶ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τούτου εἰς δραχμὰς 650,000.

§543Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ νὰ καταργηθῇ ἡ πίστωσις τῶν Πρεσβειῶν. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὐχήθημεν, ὅπως ἡ πλειονοψηφία δεχθῇ νὰ καταργηθῶσι δύο Πρεσβεῖαι, καὶ παρακαλοῦμεν νὰ καταργηθῶσιν αὗται.

§544ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πίστωσις διὰ τὰς Πρεσβείας ἐψηφίσθη ἤδη. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον Δʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. 2,846,018.36. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα ὑπηρεσίας Ὑπουργείου» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 1000. Οὕτω τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 1 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 67,940. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον τὰ κεφάλαια 2–4, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§545ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. «Εἰσαγγελίαι Ἐφετῶν». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «μισθοὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 1200. Οὕτω τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 5 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 69,960. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 6, «ἔξοδα ὑπηρεσίας Εἰσαγγελιῶν Ἐφετῶν», ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§546ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7. «Πρωτοδικεῖα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του προτείνει, ὅπως ἡ ἐν ἄρθρῳ 18 πίστωσις αὐξηθῇ κατὰ δραχμὰς 720, ἐπὶ τῇ προσθήκῃ ἑνὸς ἔτι γραφέως ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Κεφαλληνίας. Οὕτω τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 7 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 973,320. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 8, 9 καὶ 10, ὡς ἔχουσι).

§547ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει νὰ προστεθῶσιν: ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν Εἰρηνοδικείων» δραχ. 4,560, ἐν ἄρθρῳ 2 «προσωπικὸν Πταισματοδικείων» δραχ. 9,840, ἐν ἄρθρῳ 3 «διὰ γραφικὴν ὕλην Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων» δραχ. 648, καὶ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐνοίκια Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων» δραχ. 15,000, διότι προστίθενται ἓν Εἰρηνοδικεῖον αʹ τάξεως καὶ δύο Πταισματοδικεῖα, προάγεται δὲ ἓν Εἰρηνοδικεῖον βʹ τάξεως εἰς Εἰρηνοδικεῖον αʹ τάξεως. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 11 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 1,037,013.60. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 12. «Φυλακαὶ σωφρονιστικαί». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς, συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν του, προτείνει νὰ προστεθῶσιν: ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν φυλακῶν Συγγροῦ» δραχ. 1680, ἐν ἄρθρῳ 3 «προσωπικὸν φυλακῶν Κεφαλληνίας» δραχ. 960, ἐν ἄρθρῳ 6 «προσωπικὸν φυλακῶν Ἀβέρωφ» δραχ. 6,720. Νὰ προστεθῇ δὲ καὶ ἄρθρον 7 «Προσωπικὸν κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν δραχ. 14,160». Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 12 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 108,732. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 12, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 13. «Φυλακαὶ ἐξεταστικαὶ καὶ ποινικαί». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του προτείνει νὰ προστεθῶσιν: ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν φυλακῶν» δραχ. 360, ἐν ἄρθρῳ 3 «φύλακες» δραχ. 4,440, καὶ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐνοίκια φυλακῶν ἐν γένει» δραχ. 840. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 207,135. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἔχουσι).

§548ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. 6,243,573.54. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Κεφάλαιον 2. «Διοίκησις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον) Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 πίστωσις «ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Νομαρχείων» κατὰ δραχ. 5,000. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 2 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 485,450. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον 3 «δημοσία ἀσφάλεια», καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει)

§549ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4. «Δημοσία ὑγεία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§550Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος δεχθῇ νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 15 «Λεπροκομεῖον ἐν Θήρᾳ» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 1200, διότι τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν δὲν ἐπαρκεῖ.

§551Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§552ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 315,190, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 5–10, ὡς ἔχουσι.) Κεφάλαιον 11. «Συνδρομαὶ εἰς Συλλόγους». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον.)

§553Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἐν ἄρθρῳ 3 «Συνδρομὴ εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Τριπόλεως» ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν κατὰ δραχμὰς 300· ἐν ἄρθρῳ 7 «εἰς Ἑλληνικὴν Βιομηχανικὴν Ἑταιρείαν» κατὰ δραχμὰς 1000· ἐν ἄρθρῳ 9 «εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Φιλοτέχνων» κατὰ δραχμὰς 500· ἐν ἄρθρῳ 12 «εἰς τὴν Μουσικὴν Ἑταιρείαν Ἀθηνῶν» κατὰ δραχ. 500· ἐν ἄρθρῳ 13 «εἰς τὰς Φιλαρμονικὰς Ἀργοστολίου, Θήρας, Καλαμῶν, Κορίνθου, Λαρίσης, Λευκάδος, Μεσολογγίου καὶ Πύργου» κατὰ δραχμὰς 100 δι’ ἑκάστην. Ν’ ἀναγραφῶσι δὲ πιστώσεις: ὑπὲρ τῶν Φιλαρμονικῶν Αἰγίου, Ἀγρινίου, Ἄρτης, Ληξουρίου, Τήνου καὶ Σπάρτης ἀνὰ δραχ. 200 δι’ ἑκάστην, ὑπὲρ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου ἐκ δραχμῶν 1500, ὑπὲρ τοῦ Συλλόγου τῶν Φιλομούσων ἐν Σύρῳ ἐκ δραχμῶν 400, καὶ ὑπὲρ τοῦ Γεωπονικοῦ Συλλόγου ἐν Ξυλοκάστρῳ τῆς Κορινθίας ἐκ δραχμῶν 1000, προστιθεμένων ἄρθρων 14, 15, 16 καὶ 17.

§554ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 11 μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προτεινομένων προσθηκῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 12. «Γεωργία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Κεφάλαιον 13. «Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἄρθρον 13 «Προσωπικὸν Ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου δρ. 15,480» τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Προσωπικὸν ἠλεκτρικῆς ὑπηρεσίας δραχ. 28,315». Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 3,311,225. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 14 καὶ 15, ὡς ἔχουσι). Κεφάλαιον 16. «Καλλωπισμὸς τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν πέριξ». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει ν’ αὐξήσῃ ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «Συνδρομὴ εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ζαππείου» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 20,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 16 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 77,000. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12 «Σχέδια πόλεων». Ἄρθρον 1. «Ἔξοδα μελέτης καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ σχεδίων δραχ. 3,000»):

§555ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 18. «Ὑδραυλικὰ ἔργα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει νὰ αὐξήσῃ ἡ ἐν ἄρθρῳ 7 «Διευθέτησις Βουραϊκοῦ ποταμοῦ» πίστωσις κατὰ δρ. 20,000· νὰ προστεθῶσι δὲ τὰ ἑξῆς ἄρθρα: «Ἄρθρον 9. Ἀποξήρανσις ἕλους Μουστοῦ ἐν Κυνουρίᾳ δραχ. 20,000». «Ἄρθρον 10. Ὁμοίως ἕλους Λεχαινῶν δραχμαὶ 20,000». «Ἄρθρον 11. Ὁμοίως χειμάρρου Πήγαδος εἰς χωρίον Χασάμπασα Ἰθώμης δραχ. 4,000». Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 18 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 110,500. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 18, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ κεφάλαιον 19. «Κατασκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν»).

§556ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 20. «Κατασκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ἐπισκευὴ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν» πίστωσις ἐκ δραχμῶν 10,000 αὐξάνει κατὰ δρ. 95,300· προστίθενται δὲ ἄρθρα 6 καὶ 7, ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 6. Ἀνέγερσις κτιρίου Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, αἰθούσης ἀποσκευῶν καὶ γραφείου δρ. 150,000». «Ἄρθρον 7. Ἀνέγερσις αἰθούσης ἀποσκευῶν καὶ γραφείου ταχυδρομικῶν δεμάτων ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς δραχ. 30,000.» Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 20 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 357,800. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 20, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 21 καὶ 22).

§557ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 23. «Ἀνέγερσις ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν του, προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἀνέγερσις ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κλπ. Ἄρθρον 1. Δι’ ἀνέγερσιν ναῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βόλου, Δομοκοῦ κλπ. δραχ. 83,900. Ἄρθρον 2. Δι’ ἐπισκευὴν ναῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Δομοκοῦ καὶ Λαρίσης δραχ. 69,386.96. Ἄρθρον 3. Διὰ πληρωμὴν καταληφθεισῶν ἐκτάσεων πρὸς σύστασιν Ὀθωμανικοῦ Νεκροταφείου δραχ. 1250. Ἐν ὅλῳ δραχ. 154,536.96». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 23, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ κεφάλαιον 24 «Ὁδοποιΐα»).

§558ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 25...

§559Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς κεφάλαιον 25 παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἐκτέλεσις ἔργων εἰς βάρος τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας». Ἄρθρον 1. «Συμπλήρωσις καὶ ἀποπεράτωσις τοῦ ὑδραγωγείου Πύργου δραχ. 50,000.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νέον κεφάλαιον 25, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν κεφάλαια 26, 27 καὶ 28, ὡς ἔχουσι).

§560ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29, κατὰ τὴν νέαν τάξιν. «Νομισματικὴ διαφορά». Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀναγεγραμμένη πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 7,701. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 246,645. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 29, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δρ.15,140,566.96. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Κεφάλαιον 2. «Διοίκησις Ἐκκλησίας». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα Ἱερᾶς Συνόδου» πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 2463. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 2 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 280,619. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 3. «Ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§561ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα Πρυτανείας» πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 1520, ἐξ ὧν 480 δι’ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἀρχιτέκτονος κατὰ δραχ. 40 μηνιαίως. Ἐπίσης ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ὑπηρετικὸν προσωπικὸν πίστωσις κατὰ δραχ. 3,600, καὶ ἡ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐπιμεληταὶ καὶ βοηθοὶ» κατὰ δραχμὰς 9,480, ἐξ ὧν δρ. 360 δι’ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ βοηθοῦ τῆς κλινικῆς τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων κατὰ δραχμὰς 30 μηνιαίως.

§562ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προτεινομένας αὐξήσεις τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 3 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 554,980. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 4. «Ἀστυκλινική». Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν Ἀστυκλινικῆς» δραχ. 7,320. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 5. «Βιβλιοθῆκαι». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, προστίθεται ἄρθρον 9. «Ἔξοδα μετακομίσεως καὶ ἐγκαταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης δραχ. 1000». Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 5 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 36,970. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 6, 7 καὶ 8). Κεφάλαιον 9. «Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§563ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἀμοιβὴ ἐπιτηρητῶν καὶ ἐπιστατῶν ἀνασκαφῶν» πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχ. 480, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 10 «δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων κλπ.» ἄρθρον πίστωσις ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς δρ. 30,000. Νὰ προστεθῇ δὲ ἄρθρον 11 «Δι’ ἀποζημίωσιν ἕνεκα ἀρχαιολογικῆς ἀνάγκης τῶν ἐντὸς καὶ πέριξ τοῦ ἐν Ἀθήναις Σταδίου ἰδιωτικῶν γηπέδων δραχ. 100,000». Οὕτω δὲ τὰ ἄρθρα 11 ἕως 13 τοῦ κεφαλαίου τούτου λαμβάνουσι τὴν θέσιν ἄρθρων 12, 13 καὶ 14.

§564ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 9, συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 245,600. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 10. «Νομισματικὸν Μουσεῖον». (Ἀναγινώσκεται καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Κεφάλαιον 11. «Μέση ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§565ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Καρδίτσης πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,000, παρακαλῶ ν’ αὐξήσῃ εἰς δραχμὰς 12,000. Ν’ ἀναγραφῇ δὲ καὶ ἑτέρα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,000 πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν Λευκάδι Γυμνασίου. Ἐπίσης ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν Γυμνασίων» πίστωσις ν’ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 2,880 διὰ τὸν ἐτήσιον μισθὸν ἑνὸς ἔτι καθηγητοῦ Γυμνασίου.

§566ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 11 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 779,700. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 12. «Γυμναστική». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§567ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἀμφότεραι αἱ μερίδες ὡμίλησαν καὶ ὁμιλοῦσιν ὑπὲρ τῆς Γυμναστικῆς· ὁ προϋπολογισμός σας ὅμως ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν Γυμναστικήν. Πέρυσιν εἴχετε βοήθημα ὑπὲρ τῆς Γυμναστικῆς, ἐφέτος τὸ διεγράψατε. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν Γυμναστικῶν Συλλόγων τοῦ Κράτους ἐκ δραχ. 10,000.

§568ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πολὺ καλά. Ν’ ἀναγραφῇ. Ἐπίσης παρακαλῶ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ὑπότροφοι πρὸς σπουδὴν τῆς γυμναστικῆς ἐν Ἑσπερίᾳ» πίστωσις ν’ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 5,000.

§569ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς δύο ταύτας τροποποιήσεις τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 12 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 130,520. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 12, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 13 «Ἑλληνικὰ Σχολεῖα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων» πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχ. 38,400, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 2 «μισθοὶ ἐπιστατῶν κλπ.» κατὰ δραχ. 10,800. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 1,794,736. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 14. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§570ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «Συνδρομαὶ» πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 63,000.

§571ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ πίστωσις αὕτη παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς ἔτι 18,500, ἐν ὅλῳ δραχ. 81,500, κατανεμομένη ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον δραχ. 60,000. Εἰς τὴν ἐν Πάτραις Σχολὴν τῶν ἀπόρων παίδων δραχμαὶ ἐν ὅλῳ 1500. Εἰς τὴν Λαϊκὴν Σχολὴν Ζακύνθου δραχ. 500. Εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν δραχ. ἐν ὅλῳ 20,000. Εἰς τὴν Ἐπιστημονικὴν Ἑταιρείαν δραχ. 2,000. Εἰς τὴν Ἐθνολογικὴν Ἑταιρείαν δραχ. 2,000. Εἰς τὸν Ζωολογικὸν Σταθμὸν δραχ. 1000. Εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπαγγελματικὴν Σχολὴν δραχ. 1500. Εἰς τὴν Χριστιανὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν δραχ. 1000. Εἰς τὸν Κ. Σάθαν «πρὸς εὕρεσιν καὶ συλλογὴν ἀρχαίων χειρογράφων» δραχ. 3,000.

§572ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 14 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 97,460. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 14, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 15. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).

§573ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν μου, παρακαλῶ, ὅπως ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα ὑπηρεσίας» πίστωσις αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 600, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 18 «Ἰσραηλιτικὸν ἐκπαιδευτήριον ἐν Λαρίσῃ» πίστωσις αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 1200. Προσέτι παρακαλῶ, ὅπως ἐν ἄρθρῳ 3 «ἔξοδα Ἐποπτικῶν Συμβουλίων κλπ.» προστεθῇ πίστωσις δραχ. 1200 «δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων ὑπὸ ἐπιθεωρητριῶν». Νὰ προστεθῇ δὲ καὶ ἄρθρον 20 «Ἰσραηλητικὸν Ἐκπαιδευτήριον ἐν Κερκύρᾳ δραχ. 1200».

§574ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 15 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 1,299,280. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 15, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 16. «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 7,739, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων» κατὰ δραχμὰς 3,507. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 16 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 22,252. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δρ. 5,392,457. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. (Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 1–12, ὡς ἔχουσι).

§575ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «κεκλεισμέναι χρήσεις» πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 26,173.37, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 2 «διαγεγραμμέναι χρήσεις» κατὰ δραχ. 14,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 351,884.95 Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 14 καὶ 15).

§576ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 16. (Ἀναγινώσκεται). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 5 πίστωσις, ἀφορῶσα εἰς ἔργα, ὧν ἑκάστου ὁ προϋπολογισμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμάς, αὐξάνει κατὰ δραχ. 193,000· προστίθεται δὲ καὶ ἄρθρον 6 διὰ τὰς οἰκοδομάς, ἑκάστης τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμάς, ἐκ δραχ. 12,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 16 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 892,500. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 17–25, ὡς ἔχουσι). Κεφάλαιον 26. (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει, ὅπως ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «μισθὸς ἀξιωματικῶν» πίστωσις αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 43,920. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 26 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 2,482,920. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 26, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 17,393,014.95. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. (Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια Α ΙΔʹ).

§577ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΕʹ. Ἄρθρον μόνον. «Ὁπλισμὸς δρ. 216,680». Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 60,000, ἀνερχομένης οὕτω τῆς ὅλης πιστώσεως εἰς δραχ. 276,680. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΙΕʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον ΙϚʹ ἄρθρον μόνον «Ἡμερομίσθια δραχ. 24,409»).

§578ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΖʹ. «Δημόσια ναυτικὰ κτίρια καὶ ἔργα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 πίστωσις διὰ τὰ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ Σαλαμῖνος διάφορα κτίρια καὶ ἔργα αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 4,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου ΙΖʹ ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 194,385. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΙΖʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ κεφάλαιον ΙΗʹ ἄρθρον μόνον «Συγγράμματα δραχ. 17,000»).

§579ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΘʹ. «Διάφορα ἔξοδα» (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον). Συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 πίστωσις «ἔξοδα γραφείων» αὐξάνει κατὰ δραχ. 5,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου ΙΘʹ ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 126,186. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΙΘʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουσι, τὰ κεφάλαια Κʹ καὶ ΚΑʹ). Κεφάλαιον ΚΒʹ. Ἄρθρον μόνον. «Νομισματικὴ διαφορὰ δραχ. 737.595». Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ πίστωσις αὕτη αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 36,000, ἀνερχομένης οὕτω τῆς ὅλης πιστώσεως εἰς δραχμὰς 773,595. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΚΒʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ κεφάλαιον ΚΓʹ «ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων»)

§580ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχμαὶ 7,129,947.80. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχμαὶ 113,646,301.79. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν).

§581Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ποσὸν τῆς ἐκ Λιμενικῶν Ταμείων εἰσπράξεως παρακαλῶ ν’ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 10,000.

§582ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προστεθῇ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν δραχ. 660,000. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν. (Ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον).

§583Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἐν τῷ τρίτῳ κεφαλαίῳ ἄρθρῳ 1 «Μισθοὶ προσωπικοῦ μηχανικῶν, ἐργοδηγῶν κλπ.» πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 10,000.

§584ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ προστεθῇ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν δρ. 660,000. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, ὡς ἐτροποποιήθη συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας μεταβολὰς ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1901 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 113,646,301.79.)

§585ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὰ πρακτικὰ, τὰ πρακτικά.

§586ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.)

§587ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 50′ π. μ. τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
2τῆς 29 Δεκεμβρίου 1900
3(Παρασκευή).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ
6ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
7δριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας «Ἁγίου Παν-
9τελεήμονος» δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ
10ἐπονομασθῇ ἡ συνοικία αὕτη «Συνοικία Συγγροῦ».
11Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρό-
12τασιν «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ
13Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἡ
14πρότασις αὕτη. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 126).
15Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τροπολο-
16γίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλ-
17λεύσεως ναυτικῆς λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ». Ἡ τρο-
18πολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα,
19ἀριθ. 127).
20Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει δήλωσιν γε-
21νικὴν «περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1901
22ὑποβεβλημένῳ γενικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ περὶ
23προσθήκης ἐν αὐτῷ πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 735,651.72».
24Καὶ ἡ δήλωσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα
25Παράρτημα, ἀριθ. 128.)
26Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
27τάξεως.
28§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα.)
29§3ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ
30τοῦ πρώτου θέματος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Σύρου ἀξιοτίμου
31προαγορεύσαντος, τοῦ θέματος τῆς ἀπονομῆς παρασήμου εἰς
32τὸν κ. Χίλλερ, ὡς ἀρχαιολόγον ἀνακαλύψαντα τὴν ἀρχαίαν
33πόλιν τῆς Θήρας. Ὄτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, σπεύσασα
34νὰ ἀπονείμῃ τὸ παράσημον εἰς τὸν ἐν λόγῳ ἀρχαιολόγον,
35εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλ’ ἤκουσα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν
36Ἐξωτερικῶν πρὸ ὀλίγου, διακόψαντος τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ
37εἰπόντος, ὅτι ἐβράδυνε τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου διὰ τὸν
38λόγον, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνή-
39σεως· καὶ ἀπορῶ, κατὰ τίνα τρόπον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις,
40ὅπως ἐνασκήσῃ τὸ Βασιλικὸν προνόμιον τῆς ἀπονομῆς παρασή-
41μων, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀδείας τοῦ ξένου Κράτους. Ἠξεύρω,
42τί θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ὅτι παρε-
43κλήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερ-
44νήσεως νὰ μὴ ἀπονέμῃ παράσημα εἰς Γερμανοὺς καὶ Πρώσ-
45σους ὑπηκόους, πρὶν ἢ συμβουλεύηται αὐτὴν καὶ λαμβάνῃ τὴν
46συναίνεσιν αὐτῆς, ἁρμοδίας νὰ κρίνῃ, ἐὰν, κατὰ τὰς ἐν τῇ
47Γερμανικῇ χώρᾳ κρατούσας συνθήκας, τὸ παράσημον τὸ ἀπο-
48νεμόμενον προσήκει εἰς ὃν ἀπονέμεται, εἴτε γενικῶς, εἴτε καὶ
49κατὰ βαθμόν. Εἶναι ἀξίωσις παλαιὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερ-
50νήσεως, ἥτις δὲν εὗρεν ἀποδοχὴν ἄλλοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
51τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ
52ὅτι δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν νὰ ὑποβάλλῃ τις τὴν περὶ
53παρασημοφορίας κρίσιν εἰς ἄλλης Κυβερνήσεως τὴν ἔγκρισιν,
54ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιστείλωμεν τὸ δικαίωμα
55τοῦ νὰ παραχωρῶμεν παράσημα, ὅπου ἀπονεμόμενα ὠφελοῦσι
56τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀκριβῶς διὰ μόνων τῶν παρασήμων ἔχο-
57μεν τὴν μόνην εὐκολίαν νὰ ἀποδίδωμεν τιμὴν, καὶ πολλάκις
58νὰ ἐκδηλῶμεν εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς ἐργαζομένους καὶ συνη-
59γοροῦντας ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἐνθυμοῦμαι
60περίστασιν, καθ’ ἣν ὁμοία ἀξίωσις ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ, εὑρι-
61σκόμενον τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀπέ-
62κρουσα αὐτήν. Προέκειτο περὶ ἀνδρὸς Γερμανοῦ, ἀνήκοντος
63εἰς τὴν ἐμπορικὴν τάξιν, ἀλλ’ ἀσχολουμένου καὶ εἰς τὰ τῆς
64φιλολογίας, ἐν ἔργῳ δέ τινι, ὅπερ ἐξέδωκε καὶ ἀφιέρωσεν εἰς
65τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, δείξαντος πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ἀξίαν
66τὴν φιλολογικήν, καίτοι ἦτο ἔμπορος, ἐν ταυτῷ δὲ καὶ τὴν
67φιλελληνικὴν αὐτοῦ διάθεσιν. Εἰς τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον ἡ Ἑλ-
68ληνικὴ Κυβέρνησις ἀπένειμε παράσημον, ἀπενεμήθη δὲ παρά-
69σημον ἀνώτερον, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
70σεως· ἀλλὰ τὸ παράσημον ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἀνάλογον πρὸς τὴν
71ἐν Γερμανίᾳ θέσιν τοῦ ἐμπόρου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἰδιαι-
72τέρα παράστασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς, μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν
73τὴν ἐσωτερικὴν ἐν Γερμανίᾳ τάξιν, ἀπένειμεν ἀνώτερον παρά-
74σημον εἰς ἁπλοῦν ἔμπορον. Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν, ὅτι εἶναι
75ἐλευθέρα ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς
76τὸν ἔμπορον νὰ φέρῃ τὸ παράσημον,—ὡς ὑπεδεικνύετο, ὅτι
77ἤθελε πράξει,—ἀλλ’ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν,
78ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς ἀπονομῆς τῶν παρασήμων κατὰ
79τὰς ἰδέας, τὰς ἐπικρατούσας ἐν Γερμανίᾳ. Ἐὰν ὑπεβαλλό-
80μεθα εἰς τοιαύτην ὑποχρέωσιν, πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι
81τὸ πλεῖστον τῶν φιλελλήνων μετὰ δυσκολίας ἤθελε παρα-
82σημοφορηθῆ, ὅπως πρέπει· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ δώσῃ τις ἁπλῶς
83παράσημον, ἀλλὰ πρέπει νὰ δώσῃ καὶ τὸ κατ’ ἀξίαν ἀνῆκον
84παράσημον. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐδεί-
85χθη ὅτι φρονεῖ, βεβαίως, ἐνῷ ἀπαλλατριοῦται ἐν μέρει προ-
86νομίου Βασιλικοῦ, οὗτινος ὀφείλει νὰ κήδηται ὑπὲρ πάντα
87ἄλλον ἡ Κυβέρνησις, ἀποβάλλει ἀφ’ ἑτέρου ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν
88δύναμιν νὰ διαθέσῃ τὸ μόνον ἴσως δῶρον, ὅπερ δυνάμεθα
89ἡμεῖς νὰ ἀποδώσωμεν, πτωχὸν καὶ μικρὸν καὶ ἀδύνατον Κρά-
90τος, εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀπαραίτητοι συνερ-
91γάται καὶ σύντροφοι ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν.
92§4Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδό-
93λως πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου τῆς
94ἀπονομῆς παρασήμων. Ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ
95Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, προηγούμεναι Κυβερνήσεις
96εἶχον ἤδη ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως εἰδοποιῶσι τὴν
97Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀπονομῆς παρασήμων εἰς
98ὑπηκόους αὐτῆς· ἐπειδὴ δὲ εὗρον τὸ προηγούμενον τοῦτο, ὅτε
99ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῇ τὸ παράσημον εἰς τὸν ἀρχαιολόγον
100Hiller, εἰδοποίησα τὴν Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου.
101Τὸ αὐτὸ πράττουσι καὶ ἄλλα Κράτη· καὶ αὐτὴ δὲ ἡ Πρωσ-
102σικὴ Κυβέρνησις, ὁσάκις ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἀπονείμῃ παράσημα
103πρὸς Ἕλληνας ὑπηκόους, εἰδοποιεῖ ἐκ τῶν προτέρων, καὶ
104ζητεῖ πάντοτε τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
105§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν διόλου νὰ ψέξω τὸν κ.
106Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπραξεν ὡς ἔπραξεν. Ἀκούω,
107ὅτι καὶ πρὸ αὐτοῦ ἄλλοι οὕτως ἔπραξαν. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ
108βεβαιώσω, ὅτι μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς τοῦτο τὸ ἠρνεῖτο ἡ
109Κυβέρνησις, φρονῶ δὲ, ὅτι θέλει πράξει καλῶς ἡ Κυβέρνησις,
110νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀρνῆται. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπερ καὶ
111ἐγνώριζον, ὅτι ἁπλῶς ἀνήγγειλε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Πρωσ-
112σικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀνήγγειλε καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ παρα-
113σήμου, ὃν ἐσκόπει ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀπονείμῃ, ὅπερ καὶ ἦτο
114ἐπιθυμητὸν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ μὴ ἀναγγελθῇ· διότι,
115ἂν ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Χρυσοῦς Σταυρὸς
116εἰς τὸν Α εἶναι ὑπέρμετρος ἀμοιβὴ, ἤθελε βεβαίως εἴπει μετὰ
117τὴν ἀνακοίνωσιν: «Παρακαλῶ νὰ μὴ δοθῇ τὸ παράσημον
118αὐτό.»
119§6Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος.
120§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νὰ λεχθῇ τοῦτο, πρέπει βεβαίως νὰ
121ἔχῃ λόγον· ὁ λόγος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις εἰς ἐμὲ ἀνεκοι-
122νώθη, ἀλλὰ δὲν ἔχει παρ’ ἡμῖν καμμίαν ἀξίαν, ὅτι ταράσσει
123τὴν ἐν Πρωσσίᾳ ὑπάρχουσαν τάξιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα
124ὑπόχρεοι νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τοιαύτας ἀξιώσεις τῶν ξέ-
125νων Κυβερνήσεων. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἄλλων ἐθνῶν Κυβερνήσεις
126παρεδέχθησαν τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ βεβαιοῖ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουρ-
127γὸς, ἀγνοῶ δὲ, καὶ ἐὰν ἄλλοι ἔπραξαν τοῦτο, ὅπερ λέγει ὁ
128κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ Ἑλλάδος, λέγω καὶ
129πάλιν, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν παρασήμων, ἐὰν ἔχῃ ἀξίαν τινὰ,
130ταύτην ἔχει ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἰς τὰ παρά-
131σημα ἐγὼ προσωπικῶς οὐδεμίαν ἀποδίδω ἀξίαν. Ἀλλὰ διὰ
132τὸ ἐξωτερικὸν κρίνω αὐτὰ ἀπαραίτητα, οὐ μόνον διὰ τοὺς ἐν
133τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντας τοὺς ξένους
134ἐκείνους, οἵτινες μετ’ ἀληθοῦς στοργῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν
135ἰδέαν ἐργάζονται ἑκάστοτε...
136§8ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν δώσῃ τὴν
137ἄδειαν νὰ φέρῃ τὸ παράσημον, πρὸς τί ἀπονέμεται;
138§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδιάφορον· ἡ ἀμοιβὴ, ἣν ἐδέχθη
139παρὰ τῆς Ἑλλάδος, αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ ἐπὶ ταύτῃ
140εὐγνωμονεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀνεγνώρισε τὰς ὑπηρεσίας
141αὑτοῦ. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς γινώσκει, ὅτι ὑπάρχουσι διακε-
142κριμένοι ἄνδρες, ἀνήκοντες εἰς ξένα Κράτη, μὴ ἐπιτρέποντα
143εἰς τοὺς πολίτας αὑτῶν νὰ φέρωσι παράσημα, ἀλλ’ οἵτινες,
144ὅταν ἀπονεμηθῶσιν εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, εὐγνωμό-
145νως ἀποδέχονται αὐτά.
146§10ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν
147Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι εὗρε τὸ προηγούμενον αὐτὸ, καθιερω-
148θὲν ἀπὸ προηγουμένας Κυβερνήσεις...
149§11Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν
150ἐννοῶ, ὅτι καθιερώθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
151§12ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἴχετε κάμει διάκρισιν... Πρέπει νὰ
152καταστήσω γνωστὸν, ὅτι, ὅτε ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευ-
153θύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ πρέσβυς τῆς Γερ-
154μανίας ἐποιήσατο καὶ παρ’ ἐμοὶ τὰς αὐτὰς παραστάσεις,
155ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διαφυλάξω ἀμείω-
156τον τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Βασιλέως, διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν
157ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος συνάδελφος, ἐὰν οἱαδήποτε ξένη Κυ-
158βέρνησις δὲν θέλῃ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ὑπηκόους αὑτῆς νὰ
159δεχθῶσι τὸ παράσημον, εἶναι ἁπλούστατον εἰς αὐτὴν, νὰ μὴ
160δώσῃ τὴν ἄδειαν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ Κράτη, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρ-
161χὴν δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς ὑπηκόους των νὰ δέχωνται ξένα
162παράσημα, καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
163γνωρίζει ἴσως, ὅτι πολλάκις ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπρό-
164τεινε τὴν ἀπονομὴν, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπένειμε παράσημα εἰς
165Ἄγγλους καὶ Ἀμερικανοὺς ὑπηκόους, καὶ ὅμως δὲν ἐδέησε
166νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν. Λέγω λοιπὸν,
167ὅτι τὸ προηγούμενον αὐτὸ δὲν καθιερώθη ἐπὶ τῆς Κυβερ-
168νήσεως, τῆς ὁποίας ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος.
169§13ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν
170ὑποχρέωσιν ἔχει ἀναλάβει, ὅπως ζητῇ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς
171Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἐν περιπτώσει ἀπονομῆς παρασήμου
172εἰς Πρώσσους ὑπηκόους. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε διετέλουν
173Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προεκάλεσα τὴν ἀπονομὴν παρα-
174σήμων εἰς φιλέλληνας Πρώσσους, καὶ τότε ἔλαβον ἐπιστολὰς,
175διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἔλεγον ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπε-
176νεμήθησαν τὰ παράσημα, ὅτι ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν
177ἔδιδε πρὸς αὐτοὺς τὴν ἄδειαν νὰ τὰ φέρωσι, διότι δὲν ἐζη-
178τήθη προηγουμένως ἡ συγκατάθεσις αὐτῆς παρὰ τῆς Ἑλλη-
179νικῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐνόμι-
180σα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω, ὥστε ἡ ἐπιθυμία τῶν λα-
181βόντων τὰ παράσημα νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο
182εἰδοποίησα τὴν Πρωσσικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπενεμήθησαν
183εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ παράσημα, καὶ ἡ Πρωσσικὴ Κυ-
184βέρνησις οὐδεμίαν ἔφερε δυσκολίαν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπε-
185ται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρέωσίν τινα
186ἀπέναντι τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεμίαν ἀνέλαβεν
187ὑποχρέωσιν. Δυνάμεθα ὅθεν νὰ ἀπονέμωμεν παράσημα πρὸς
188Πρώσσους ὑπηκόους, λαμβάνοντες προηγουμένως τὴν συγ-
189κατάθεσιν τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ὡς δυνάμεθα καὶ νὰ
190ἀπονέμωμεν παράσημα πρὸς Πρώσσους ὑπηκόους, χωρὶς νὰ
191ζητήσωμεν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως·
192ἀλλ’ ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους
193ἀπενείμαμεν παράσημα, θὰ δύνανται νὰ φέρωσιν αὐτὰ, ἐν δὲ
194τῇ δευτέρᾳ δὲν θὰ δύνανται νὰ τὰ φέρωσιν.
195§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συμβεβηκὸς εἶναι ἐντελῶς και-
196νοφανές. Ἐγὼ διετέλεσα πολλάκις Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξω-
197τερικῶν, οὐδέποτε δ’ ἐνθυμοῦμαι ἀξίωσιν οὐδεμιᾶς ξένης
198Κυβερνήσεως, γενομένην μοι, ἵνα προειδοποιῶ αὐτὴν, ὁσάκις
199ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσω τὴν ἀπονομὴν παρασήμων εἰς ὑπη-
200κόους αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1864, ὅτε
201μετετέθη ἐντεῦθεν ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας κ. Σκάρλετ, ὅστις
202κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε συντελέσει πολὺ ὑπὲρ τῶν
203Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Μεσοβασι-
204λείας, ἐνισχύων τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐμενεῖς διαθέσεις τῆς
205Κυβερνήσεώς του, ἰδίως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγ-
206ματεύσεων πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος ἐν
207Δανίᾳ, ἐδήλωσα αὐτῷ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διετίθετο
208νὰ ἐκδηλώσῃ εἰς αὐτὸν διὰ τῆς ἀπονομῆς τοῦ Μεγαλοσταύ-
209ρου τὴν εὐαρέσκειαν αὐτῆς. Ὁ κ. Σκάρλετ, ἀναχωρῶν, μοὶ
210εἶπεν, ὅτι μετ’ εὐγνωμοσύνης θέλει δεχθῆ τὸ δεῖγμα τοῦτο
211τῆς εὐαρεσκείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἐγνώρι-
212ζεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς λει-
213τουργοὺς αὐτῆς νὰ δέχωνται ξένα παράσημα. Διὰ τοῦτο, ἐπὶ
214τῇ ἐμῇ παρακλήσει, ὁ Ἡγεμὼν ἐνέκρινε καὶ ἀπένειμε τὸ πα-
215ράσημον εἰς αὐτόν.
216Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, καὶ συνεπείᾳ
217τῶν λόγων αὐτοῦ ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ἐμὸς
218φίλος κ. Σκουζὲς, ἐστηρίχθησαν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς
219ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκε, καὶ κατὰ τὰς
220ὁποίας ἐπρόκειτο, πρὶν ἢ προκαλέσῃ τὴν ἀπονομὴν τοῦ πα-
221ρασήμου εἰς τὸν βαρῶνον Χίλλερ, νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Γερμα-
222νικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ ἡ συναίνεσις αὐτῆς. Ἐὰν τὰ
223πράγματα ἔχωσιν οὕτω, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρῶτος ὁ ἐνεστὼς
224Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστερξε νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν
225εἰς τὴν τοιαύτην αἵρεσιν· ἀλλ’ ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς
226ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἐξέθηκε, τὸ πρᾶγμα, ὅσον καὶ
227ἂν ἦναι ἔκρυθμον, ἐπιβαρύνει τὸν στέρξαντα Ὑπουργὸν, δὲν
228ἐπιβαρύνει ὅμως τὸ Κράτος, διότι δὲν ἀνελάβομεν ὑποχρέω-
229σιν, ἵνα ἀκολουθῶμεν τὸ ἔκρυθμον προηγούμενον τοῦ ἐνεστῶ-
230τος Ὑπουργοῦ. Τὰ Κράτη ἔχουσι παράσημα, ὅπως δι’ αὐ-
231τῶν βραβεύωσι τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες προσφέρονται εἰς αὐτά·
232συμφωνῶ δὲ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
233βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὅτι δὲν μειοῦται, ἀλλ’ ἀπόλλυται ἡ
234ἀξία, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν παράσημον, ἀπονεμόμε-
235νον εἰς πολίτας Ἕλληνας, ἢ εἰς ξένους, ὅταν ἡ ἀπονομὴ αὐτοῦ
236δὲν ἦναι συνέπεια τῶν προσενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ πρὸς ὃν ἀπο-
237νέμεται ὑπηρεσιῶν, δὲν εἶναι αὐτόβουλος ἐκτίμησις τοῦ ἡμε-
238τέρου Κράτους, τοῦ ἀπονέμοντος, τῶν προσενεχθεισῶν ὑπη-
239ρεσιῶν, δὲν εἶναι αὐτοπροαίρετος ἐκδήλωσις χάριτος ἢ εὐγνω-
240μοσύνης τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον
241τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἡ ἐκδήλωσις αὕτη ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν
242Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται
243τὸ παράσημον, καὶ γίγνεται μόνον ὅταν αὕτη τὸ ἐπιτρέψῃ.
244Τοιαύτη αἵρεσις εἶναι περιοριστικὴ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλ-
245ληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπονέμῃ εἰς ἀλλοδαποὺς παράση-
246μα· διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀλλοδαποῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
247ἐπιτρέψῃ ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ πα-
248ράσημον, τοῦτο ὅμως εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἡμεῖς
249καθῆκον ἔχομεν νὰ βραβεύσωμεν τὰς προσενεχθείσας ὑπη-
250ρεσίας, ἀπονέμοντες τὸ παράσημον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς
251ἡμετέρους νόμους, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμωμεν. Διὰ
252τοῦτο πᾶσα τοιαύτη προβαλλομένη ἀξίωσις εἶναι περιορι-
253σμὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ
254Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος ἀπονέμει τὰ παράσημα, κατὰ τὸ Σύνταγ-
255μα· τοιαύτην δ’ ἀξίωσιν οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ στέρξῃ.
256Ὅθεν εὐχαρίστως ἤκουσα, ὅτι δὲν ἐπροτάθη τοιοῦτόν τι ὡς
257ἀξίωσις, ὅπως ζητῆται ἡ συγκατάθεσις τῶν ξένων Κυβερνή-
258σεων πρὸ τῆς ἀπονομῆς παρασήμου εἰς ὑπηκόους αὐτῶν, οὐδὲ
259ἔστερξε τοιοῦτόν τι καὶ ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργός.
260§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει καμμία
261ἀμφιβολία, ὅτι οὐδέποτε ἀνελήφθη ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς
262Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ζητῇ προηγουμένως τὴν συγ-
263κατάθεσιν τῆς Πρωσσικῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ἀπο-
264νείμῃ παράσημον εἰς Πρῶσσον ὑπήκοον. Ἤκουσα, ὅτι πολ-
265λάκις ἐζητήθη νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ ὁμολογῶ,
266ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔμαθον, ὅτι τοιαύτη
267ἀξίωσις διετυπώθη, πάντοτε ἐπολέμησα αὐτήν· κατὰ συν-
268έπειαν οὐδεμία ὑποχρέωσις ἀνελήφθη τοιαύτη. Συμφωνῶ δὲ
269πληρέστατα μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, ὅτι θὰ ἦτο
270περιορισμὸς τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου τῆς ἀπονομῆς παρασή-
271μων ἡ ἀποδοχὴ τοιαύτης ὑποχρεώσεως, θὰ ἦτο δὲ καὶ μείω-
272σις τῆς ἀξίας τοῦ παρασήμου, ἐὰν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἤθε-
273λεν ἀναλάβει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Τὸ ζήτημα παρου-
274σιάσθη, ὡς διετύπωσε τοῦτο ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος
275Βουλευτὴς, δηλαδὴ παρεσχέθη διὰ τῆς ἀνακοινώσεως εὐκο-
276λία πρὸς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἀπονομὴ παρα-
277σήμου, ὅτε ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐπαρουσίαζε δυσκολίαν,
278ὅπως τοῖς ἐπιτρέψῃ νὰ φέρωσι τὸ παράσημον. Ἀλλ’ οὐδέποτε,
279ἐπαναλαμβάνω, ὑποχρέωσις ἀνελήφθη, διότι οὐδεμίαν τοιαύ-
280την ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι, ὡς
281εἶπον, ἡ ἀποδοχὴ τοιαύτης ὑποχρεώσεως θὰ εἶχε τὰ ἐλατ-
282τώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ὑπέδειξαν.
283Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν
284εἰς τὴν ἀπονομὴν παρασήμων, καὶ νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ καὶ
285εἰς τὴν παροχὴν τῆς εὐκολίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ παρα-
286σχεθῇ εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους δίδεται τὸ παράσημον.
287§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι λίαν εὐχάριστον, ὅτι ὁ κ.
288Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκαμε δήλωσιν τοιαύ-
289την· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν πρὸς
290ἄλληλα ἡ ἐλαχίστη παραχώρησις, ἔστω καὶ κατὰ τύπον δι-
291δομένη, ἀποτελεῖ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον πολλάκις χρησι-
292μεύει πρὸς ἀπόκτησιν δικαιωμάτων, καὶ γεννᾷ ἀξιώσεις σε-
293βασμοῦ τῶν τοιούτων δικαιωμάτων. Διὰ τοῦτο συνιστῶ οὐ
294μόνον μεγάλην φειδωλίαν, ἀλλὰ καὶ ἄρνησιν εἰς πᾶσαν ἀξίω-
295σιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ παρασημοφορηθῇ, ἀξίωσιν
296αὐτοῦ, ἵνα εἰδοποιηθῇ ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ, ὅτι τῷ ἀπενε-
297μήθη παράσημον.
298§17ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ νομίζω ἐμαυτὸν ἁρμόδιον
299νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου περὶ δι-
300καιώματος ἀπονομῆς παρασήμων, ἐκφράζω τὴν γνώμην μου,
301ὅτι δικαίως ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἀμείψασα
302τὰς μεγίστας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ διαπρεπὴς ἀρχαιολό-
303γος προσέφερεν εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν
304Ἑλληνικὴν ἀρχαιολογίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καλῶς ἐγέ-
305νετο ἡ ἀπονομὴ τοῦ παρασήμου πρὸς τὸν διαπρεπῆ Γερμα-
306νὸν ἀρχαιολόγον. Μετὰ δὲ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς ὁμολογῶ, ὅτι ὁ
307Βαρῶνος Χίλλερ προσέφερεν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν,
308ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπι-
309βεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ ἐκφράσω καὶ πανδήμως ἀπὸ τῆς θέ-
310σεως ταύτης τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ἡ Θήρα ἀνομολογεῖ πρὸς
311τὸν ἐπίσημον Γερμανὸν διὰ τὰς προσενεχθείσας αὐτῇ ὑπη-
312ρεσίας.
313§18Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑπο-
314βάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ἃς ὁ ἀξιότιμος ἐξ
315Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης εἶχε ζητήσει, καὶ αἵτινες
316ἐβράδυνον ἕνεκα τῆς πολλῆς ἐργασίας, ἥτις ἀπῃτεῖτο. Εἶναι
317ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ποῖα πλοῖα ἐπεσκευάσθησαν,
318καὶ ποία ἡ δαπάνη ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν.
319§19Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
320Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Τοπάλης ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὸ
321βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Βόλῳ Πλημμελειοδικῶν,
322τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τοῦ Δημάρχου Σπαλάθρων κ. Ν. Παρρησιά-
323δου. Τὸ βούλευμα τοῦτο καταθέτω.
324§20ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ὑποβαλὼν ἀνα-
325φορὰν τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ δημοτικοῦ καὶ λιμενικοῦ φόρου
326Ἀστακοῦ, εἶχον ἐπιφέρει συνάμα παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ
327τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, σχετιζομένας πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρ-
328μηνείαν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Εἶ-
329χον δ’ ἐπιφέρει τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ἐπρόκειτο οὐ
330μόνον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ
331τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου
332Ἀστακοῦ, ὡς καὶ περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ τούτου τοῦ
333Δημοσίου. Δι’ ὃ καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
334κονομικῶν νὰ προσκομίσῃ ἔγγραφα σχετικὰ καὶ δώσῃ πλη-
335ροφορίας τινάς. Καὶ ἔσπευσε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ
336ἔγγραφά τινα, ταῦτα ὅμως οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ
337ζήτημα, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ἤτοι πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρμη-
338νείαν τοῦ ἄρθρου 13, ἀλλ’ ἀφορῶσιν ἁπλῶς εἰς διαταγὰς, τὰς
339ὁποίας ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀστυνομικὸς σταθμὸς συ-
340στηθῇ εἰς τὸ Πλατυγιάλι, καὶ ἐμποδίζῃ τὸ κοινὸν τοῦ δή-
341μου τούτου νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν ἀγοραπωλησίαν τῶν
342τροφίμων, τῶν προωρισμένων διὰ τὸν ἀγγλικὸν στόλον. Τὸ
343ζήτημα ἑπομένως μένει ἀκέραιον, καὶ, ὡς ὀρθῶς παρετήρη-
344σεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ, δέον κατὰ
345τὰς γιγνομένας παραχωρήσεις νὰ προσέχωμεν πολὺ, ἵνα μὴ
346καθιερῶται κακὸν προηγούμενον, ὅταν μάλιστα τοῦτο συνδέ-
347ηται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρ-
348θρον 13 τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου «ἀπαλλάσσονται τοῦ
349»εἰσαγωγικοῦ τέλους τὰ πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πολεμικῶν
350»πλοίων προωρισμένα εἴδη, εἴτε ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον παρα-
351»λαμβανόμενα, εἴτε ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Τελωνείου ἢ τῆς
352»Διαμετακομίσεως, καὶ ἐπὶ ἐγγράφῳ ἀποδείξει τοῦ Διοικη-
353»τοῦ τῆς Μοίρας, ἢ τοῦ πλοιάρχου, ὅτι πρόκειται περὶ εἰ-
354»δῶν, πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου, ἢ τοῦ πλοίου.»
355Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, τό τε γράμμα καὶ τὸ
356πνεῦμα τοῦ νόμου εἰσὶ σαφῆ. Ἀπαλλάσσονται δηλ. τοῦ τε-
357λωνειακοῦ τέλους τὰ πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πλοίων κατα-
358ναλισκόμενα ἐντὸς αὐτῶν, εἴτε μεταβιβάζονται ἀπὸ πλοίου
359εἰς πλοῖον, εἴτε μετακομίζονται ἀπὸ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Τε-
360λωνείου. Ἐν τούτοις ἀδικαιολόγητος ἑρμηνεία ἐδόθη εἰς τὸ
361ἄρθρον τοῦτο ὑπὸ τῶν τροφοδοτῶν τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου,
362ἣν παρεδέχθη, δυστυχῶς, καὶ τὸ Τελωνειακὸν Τμῆμα τοῦ
363Ὑπουργείου. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, «πρὸς χρῆσιν τῶν
364ξένων πλοίων θεωροῦνται καὶ τὰ καταναλισκόμενα ὑπὸ τῶν
365πληρωμάτων τοῦ ξένου στόλου εἰς τὴν ξηράν». Τὸ ἄτοπον
366τῆς ἑρμηνείας ταύτης θὰ κατανοήσητε ἔτι μᾶλλον, ἐὰν φαν-
367τασθῆτε ξένον μέγαν στόλον, προσορμιζόμενον ἐπὶ μακρὸν εἰς
368τὸ Φάληρον ἢ εἰς τὸν Πειραιᾶ, τοὺς δὲ τροφοδότας τοῦ στό-
369λου τούτου ἀνοίγοντας μαγαζεῖα ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Φαλήρῳ,
370καὶ ζητοῦντας νὰ θεωρηθῇ, ὅτι καταναλίσκεται — ἀτελῶς
371ἑπομένως — πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου τούτου πᾶν ὅ,τι κατανα-
372λίσκεται καὶ εἰς τὴν ξηρὰν, ἐντὸς τῶν ῥηθέντων ἐν Πειραιεῖ
373ἢ ἐν Φαλήρῳ μαγαζείων! Ἔτι δὲ μᾶλλον ἠθέλετε κατα-
374νοήσει τὸ ἄτοπον καὶ ἀδικαιολόγητον τῆς τοιαύτης ἑρμη-
375νείας, ἐὰν π.χ. τὸ ἐνταῦθα Διπλωματικὸν Σῶμα ἤθελεν ἱδρύ-
376σει Λέσχην ἰδιαιτέραν, καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν, ἵνα πᾶν τὸ ἐν
377αὐτῇ εἰσαγόμενον εἰσάγηται ἀτελῶς, ὡς πρὸς χρῆσιν δῆθεν
378τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος!
379Μεταξὺ τῶν προσκομισθέντων ἐγγράφων ὑπάρχει καὶ ἔγ-
380γραφον τοῦ τελώνου Ἀστακοῦ, ὅπερ χαρακτηρίζει ἀρκούν-
381τως τὴν τοιαύτην κατάστασιν, εἰ καὶ φαίνεται ἐστενοχωρη-
382μένος ὁ τελώνης οὗτος ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ
383ἄλλων ἴσως ἐπιδράσεων...
384§21Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
385Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφόν τι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
386§22ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ μεταγενέστερον καὶ
387ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα.
388Ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία εἶναι πάντη ἀδι-
389καιολόγητος. Οὐχ ἧττον, ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας, τὸ
390Πλατυγιάλι κατήντησε κέντρον, ὄχι πλέον καταναλώσεως
391εἰδῶν τῶν ξένων πλοίων, ἀλλὰ λαθρεμπορίας, ἐξ οὗ καὶ
392ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Τελωνείου
393Ἀστακοῦ. Οὕτω τὸ μὲν 1897 εἰσεπράχθησαν 9,392 δραχ-
394μαὶ, τὸ 1898 δραχμαὶ 22,049, τὸ δὲ 1899, ὅτε ἤρξατο ἡ
395τοιούτου εἴδους ἑρμηνεία, δραχ. 8,933, καὶ τὸ 1900 περὶ
396τὰς 3,000 μόνον δραχμαί!
397§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
398Ὑπῆρξε ποτὲ διάφορος ἑρμηνεία; Ἐδόθη πάντοτε ἡ ἑρ-
399μηνεία, ὅτι, ὁσάκις προσήγετο ἀπόδειξις πλοιάρχου ξένου
400πλοίου, ὅτι τὰ δεῖνα πράγματα θὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς
401κατανάλωσιν τοῦ πληρώματος τοῦ πλοίου, πάντοτε τὸ Ὑπουρ-
402γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέτρεπεν ἀτέλειαν. Ἐπὶ τοῦ προ-
403κειμένου ἐζητήθη καὶ προσήχθη ἀπόδειξις τοῦ πλοιάρχου,
404ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ζῦθος ἀπεστέλλετο ἐκ τοῦ ἐν Με-
405λίτῃ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου εἰς Ἀστακὸν πρὸς χρῆσιν τοῦ
406στόλου.
407§24ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν δύναται νὰ
408θεωρηθῇ ὡς εἰσαγόμενον πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πλοίων ὅ,τι
409καταναλίσκεται ἐκτὸς αὐτῶν, καὶ ἂν πρὸς τοῦτο ἀρκοῦσιν
410αἱ τοιαῦται διασαφήσεις τοῦ πλοιάρχου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ,
411ὅτι ἕνεκα τῆς ἑρμηνείας ταύτης εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ
4121900 μέχρι τῆς 10 Δεκεμβρίου ὑπὸ τοῦ Τελωνείου Ἀστα-
413κοῦ 3,000 δραχμαὶ μόνον.
414§25Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλος λόγος.
415§26ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οὐδόλως.
416Ἤδη μεταβαίνω εἰς ἕτερον θέμα. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶ-
417χον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὴν κατά-
418θεσιν τοῦ φακέλου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ὑπο-
419πλοιάρχου Τυπάλδου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν ἔκτοτε τὰ
420σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπελήφθην μέχρι τοῦδε τῆς
421συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἕνεκα τῆς ἀσθενείας
422τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ διότι παρενέπεσαν
423ἄλλα ζητήματα, καὶ διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ καθυστε-
424ρεῖ εἰσέτι πληροφορίας τινὰς, ἃς, ἀφοῦ μάτην μέχρι τοῦδε
425ἀνέμεινα, ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὑποθέσεως.
426Τὸ γενόμενον σκάνδαλον — διὰ νὰ μὴ χαρακτηρίσω αὐτὸ
427ἄλλως — ἐν Κραβασαρᾷ καὶ ἡ ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου δι-
428εξαχθεῖσα δίκη, ὡς διεξήχθη αὕτη, εἶχε τοσοῦτον συνταρά-
429ξει τὴν ἐνταῦθα κοινὴν γνώμην, ὥστε, παρὰ τὴν ψυχολογι-
430κὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ αὕτη διατελεῖ, παρὰ τὰ μέσα, ἅτινα
431κατεβλήθησαν, ὅπως καταπνιγῇ καὶ διαστραφῇ τὸ ζήτη-
432μα, καὶ παρὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ ἐπὶ τούτου
433δίκη, ἐφημερίδες λίαν φιλίως διακείμεναι πρὸς τὸ Ὑπουρ-
434γεῖον σφοδρῶς ἤλεγξαν τόν τε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ
435τὸν Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν ἀνοχὴν καὶ τὴν πολιτείαν των
436ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ ἐξηγείρετο δ’ ἔτι μᾶλλον ἡ
437κοινὴ γνώμη, ἐὰν ἐγίνωσκε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἡ δίκη
438δὲν διεξήγετο ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ, ὡς διεξήχθη.
439Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχεν εἰκότως λίαν συνταράξει τὴν κοι-
440νωνίαν τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ἥτις, ἀφοῦ ἐθαύμασε τὴν
441δρᾶσιν τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, ἔλαβεν
442ἀφορμὴν, δυστυχῶς, νὰ θαυμάσῃ καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιω-
443ματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἐν εἰρήνῃ. Εἶχον μεταβῆ εἰς Κραβα-
444σαρᾶν μετὰ 40 ἡμέρας ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, καὶ τὸ
445ἐκεῖ κοινὸν διετέλει εἰσέτι κατάπληκτον, καὶ ἀνέμενεν ἀν-
446υπομόνως τὴν τιμωρίαν τοῦ προσώπου, ὅπερ τοιαῦτα διέπρα-
447ξεν. Ἀντιληφθεὶς ἐκεῖ πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ τοσοῦ-
448τον παραμορφωθέντος ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου γεγονότος
449τούτου, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἐκεῖ σχεδὸν συμ-
450πολίτας μου νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ
451τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἐκτελῶ τὴν στιγμὴν ταύτην.
452Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ διεξά-
453γεται ἀπὸ πολλοῦ μέγα λαθρεμπόριον, οὗ ὁρμητήριον εἶναι
454ἡ Πρέβεζα, καὶ ὅπερ τροφοδοτεῖ μέγα μέρος τῆς Ἑλλάδος.
455Μέχρις ἐσχάτων εἶχε ταχθῆ ἐκεῖ πρὸς καταδίωξιν τοῦ λα-
456θρεμπορίου τούτου ἀτμοτελωνὶς, ὑπὸ κελευστήν. Ἀλλ’ οἱ κε-
457λευσταὶ οὗτοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐχρησίμευον ὡς συνέ-
458ταιροι τῶν λαθρεμπόρων. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὑπήρξατε μέλη τῆς
459Βουλῆς τοῦ 1895, θὰ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι διὰ μακρῶν
460διέλαβον τότε περὶ κελευστοῦ τινος, ὃν εἶχεν ἀποστείλει
461ἐκεῖ τὸ τότε Βασ. Ὑπουργεῖον, παρὰ τὰς παραστάσεις μου,
462πρὸς καταπολέμησιν τῆς συναλλαγῆς, ἀλλ’ ὅστις, συνεται-
463ρισθεὶς φανερὰ μετὰ τῶν λαθρεμπόρων, κατώρθωσεν, ὥστε
464πᾶν εἰσόδημα νὰ ἐκλείψῃ ἐπὶ μῆνας ἐκ τοῦ Τελωνείου Βο-
465νίτσης καὶ Κραβασαρᾶ. Μόλις δὲ ἐπ’ ἐσχάτων, ὀρθῶς ποιοῦσα
466ἡ Κυβέρνησις, ἀνέθεσε τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου εἰς
467κανονιοφόρον, ὑπὸ ἀνθυποπλοίαρχον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξελέξατο
468τὸν κ. Τυπάλδον.
469Ὁ ἀνθυποπλοίαρχος οὗτος, δέον νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ,
470δὲν ἦτο ἄσχετος πρὸς τὸν τόπον, διότι συνεδέετο διὰ συγγε-
471νείας μεθ’ ἁπασῶν τῶν πρώτων οἰκογενειῶν τοῦ Βάλτου, ὡς
472τῶν κ. κ. Στράτου, Καραγιάννη, Ἴσκου κλπ. Ἰδοὺ δὲ ποῖον
473παράδοξον στρατηγικὸν σχέδιον κατέστρωσε πρὸς καταδίω-
474ξιν τοῦ λαθρεμπορίου ὁ κύριος οὗτος. Πρὸ παντὸς ἐξελέξατο
475ὡς ὁρμητήριον τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου τὸν Κρα-
476βασαρᾶν, τὸ ἀπώτατον δηλαδὴ σημεῖον ἀπὸ τῆς Πρεβέζης,
477τοῦ ὁρμητηρίου τούτου παντὸς λαθρεμπορίου. Ἀπέχων ἑπο-
478μένως οὕτω περὶ τὰ 20 μίλια τῆς Πρεβέζης, δὲν ἦτο δυνα-
479τὸν νὰ ἐνεργήσῃ καταδίωξιν ἀποτελεσματικήν. Ἀντὶ δὲ νὰ
480διαμένῃ διαρκῶς ἐν τῷ πλοίῳ του, ἐθεώρησε συντελεστικώ-
481τερον, ὡς φαίνεται, πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, νὰ
482ἐνοικιάσῃ οἰκίαν, συγκατοικῶν μετὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ κ. Κο-
483λοκοτρώνη.
484Τίνες δὲ ἦσαν οἱ τηλεγραφηταὶ, καθ’ ὧν ἐγένοντο ὅσα
485ἐγένοντο; Ἐνῷ ὁ Τυπάλδος ἦτο γνωστότατον πρόσωπον,
486καὶ πολυειδῶς συνεδέετο μετὰ τοῦ τόπου, ὁ τηλεγραφητὴς
487Μιχαλόπουλος (ὃν οὐδ’ ἐξ ὄψεως γινώσκω), ἐκ τῶν καλλιτέ-
488ρων οἰκογενειῶν τοῦ Ναυπλίου, χρηστότατος ὑπάλληλος, ἐν
489τῷ γραφείῳ του διατρίβων πάντοτε, μετριόφρων μέχρι τα-
490πεινοφροσύνης, καὶ ἕνεκα τοῦ γραφειοκρατικοῦ καὶ ἀκοινω-
491νήτου χαρακτῆρός του, καὶ ὡς πρὸ ὀλίγου τοποθετηθεὶς εἰς
492Κραβασαρᾶν, δὲν ἦτο καὶ λίαν συμπαθὴς εἰς τὴν ἐκεῖ κοινω-
493νίαν. Πρὸς δὲ, εἰ καὶ τὸ Τηλεγραφεῖον τοῦ Κραβασαρᾶ εἶναι
494λίαν πολυάσχολον, οὐχ ἧττον δὲν ὑπῆρχε τότε ἐκεῖ καὶ
495βοηθὸς τηλεγραφητής. Κατ’ ἐκείνην δ’ ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν,
496ἕνεκα λόγων ὑγείας, κατῆλθεν εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ὁ ἐν
497Κατούνῃ τηλεγραφητὴς κ. Σταλήμερος, τύπος χρηστοῦ καὶ
498ἱκανοῦ ὑπαλλήλου, τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς, ἐκ καλλίστης
499οἰκογενείας, καὶ τελείας ἀγωγῆς καὶ μορφώσεως.
500Καὶ ἀγνοῶ μὲν τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου
501Τυπάλδου, εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ, προ-
502κειμένου νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὸ προκείμενον ζήτημα,
503καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ποιότητος τοῦ τηλεγραφητοῦ κ.
504Σταλημέρου. Ἡ Ὑποδιεύθυνσις Μεσολλογγίου, διευθυνομένη
505ὑπὸ ἱκανωτάτου καὶ χρηστοτάτου ὑπαλλήλου, λίαν δὲ αὐ-
506στηροῦ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, προκειμέ-
507νου νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπολογίαν τοῦ παθόντος Σταλημέρου
508πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔγραφε περὶ αὐτοῦ, ὅτι «ὁ τηλεγρα-
509φητὴς οὗτος, ἀμέμπτου διαγωγῆς, οὐδέποτε παρέσχεν ἀφορ-
510μὴν παραπόνου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν...» κλπ. Τὰ αὐτὰ δὲ,
511καὶ ἔτι πλείονα, ἐπανελάμβανεν ἡ Διεύθυνσις περὶ τοῦ αὐτοῦ
512ὑπαλλήλου, δι’ ἑτέρου ἐγγράφου αὐτῆς. Ἔχομεν ἑπομένως,
513ἀφ’ ἑνὸς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τυπάλδον, γνωστότατον, ὡς
514εἶπον, ἐν τῷ τόπῳ, ἀπολαύοντα συμπαθειῶν καὶ ἐν συγγε-
515νικαῖς σχέσεσι διατελοῦντα μεθ’ ὅλων τῶν πρώτων οἰκογε-
516νειῶν τοῦ Βάλτου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δύο ἐντελῶς ξένους πρὸς
517τὸν τόπον, ἀλλ’ ἀμέμπτου διαγωγῆς τηλεγραφικοὺς ὑπαλ-
518λήλους. Οὕτω δ’ ἐχόντων κατὰ τὰς τοπικὰς σχέσεις κλπ.
519τῶν προσώπων τούτων, ἂς ἴδωμεν, πῶς ἐπῆλθε τὸ γενόμε-
520νον σκάνδαλον.
521Τὴν 23 Αὐγούστου ἀπεστάλη τηλεγράφημα τοῦ Προξέ-
522νου Πρεβέζης πρὸς τὸν κ. Τυπάλδον, δι’ οὗ εἰδοποιεῖτο οὗ-
523τος, ὅτι εἶχεν ἐκπλεύσει ἐκεῖθεν λέμβος, περιέχουσα εἴδη λα-
524θρεμπορίου. Ἀντὶ ὁ κύριος ἀνθυποπλοίαρχος, μετὰ τὴν λῆψιν
525τοῦ τηλεγραφήματος, νὰ πλεύσῃ ἀμέσως πρὸς καταδίωξιν
526τοῦ λαθρεμπορίου, ἠθέλησε διὰ τηλεγραφήματός του νὰ δια-
527τάξῃ τὸν διευθύνοντα τὴν ἀτμοτελωνίδα κελευστὴν, ν’ ἀνα-
528χωρήσῃ ἐξ Ἀκτίου, ἔνθα διέμενε, πρὸς καταδίωξιν, καίτοι,
529ὡς ἰσχυρίσθη κατόπιν, ἀπέστειλε μὲν τὴν ῥηθεῖσαν διαταγὴν
530εἰς τὴν ἀτμοτελωνίδα τοῦ Ἀκτίου, διέταξεν ὅμως συνάμα,
531ἵνα παρασκευάσωσι τὴν κανονιοφόρον του πρὸς ἔκπλουν. Ἀλλὰ,
532ὡς εἶναι ὑμῖν γνωστὸν, Κύριοι, Τηλεγραφεῖα, ὡς τὸ τοῦ Ἀκτίου,
533ἀλλὰ καὶ ἕτερα σπουδαιότερα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν ἐργά-
534ζονται μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Ὅτε ἐστάλη τὸ ῥηθὲν τη-
535λεγράφημα εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον Κραβασαρᾶ, πρὸς διαβίβασιν
536εἰς Ἄκτιον, εὑρίσκετο ἐν τῷ γραφείῳ καὶ ὁ Σταλήμερος,
537ὅστις, μεταβὰς, ὡς ἐρρήθη, ἕνεκεν ἀσθενείας του εἰς Κρα-
538βασαρᾶν, ἀντὶ νὰ περιέρχηται τὴν πόλιν μέχρι τῆς ὥρας
539τῆς ἀναχωρήσεώς του, παρέμενε παρὰ τῷ συναδέλφῳ του,
540βοηθῶν αὐτὸν εἰς τὴν ἐργασίαν του. Παραλαβὼν ὁ Μιχα-
541λόπουλος τὸ τηλεγράφημα, καὶ εὑρὼν, ἀφοῦ ἀπεπειράθη νὰ
542μεταβιβάσῃ αὐτό, ὅτι τὸ Ἄκτιον ἦτο κλειστὸν, εἶπεν εἰς
543τὸν ναύτην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποστολὴ τοῦ τηλε-
544γραφήματος κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Μεταβάντος κατόπιν
545καὶ αὖθις τοῦ ναύτου, καὶ ἐπιμένοντος, ὅπως μεταβιβασθῇ
546τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἐκράτησαν μὲν, ἀλλὰ, τῆς μόνης διὰ
547Βονίτσης πρὸς τὸ Ἄκτιον ὁδοῦ μὴ λειτουργούσης κατὰ τὴν
548ὥραν ἐκείνην, διότι ὁ τηλεγραφητὴς Βονίτσης δὲν εὑρίσκετο
549ἐν τῷ γραφείῳ, εἰδοποιήθη περὶ τούτου ὁ ἀνθυποπλοίαρχος
550Τυπάλδος. Θυμωθεὶς τότε οὗτος, ἔγραψεν εἰς τὸν Διευθυν-
551τὴν τοῦ Τηλεγραφείου Κραβασαρᾶ, ἤτοι εἰς ἀρχὴν ἀνεξάρ-
552τητον καὶ ὁμοιόβαθμον, (διότι ὁ τηλεγραφητὴς Μιχαλόπου-
553λος, ὑπουργικὸς γραμματεὺς βʹ τάξεως, ἦτο ὁμοιόβαθμος πρὸς
554τὸν ἀνθυποπλοίαρχον) τὸ ἑξῆς ὑβριστικὸν ἔγγραφον. (Ἀνα-
555γινώσκει αὐτό).
556Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τηλεγραφείου Κραβασαρᾶ, δικαίως
557προσβληθεὶς ἐκ τοιούτου ἀνοικείου ἐγγράφου, ἀπήντησεν ὡς
558ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπάντησιν).
559Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Τυπάλ-
560δου, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς προσβλητική, καὶ ἐπήνεγκεν, ὅσα
561κατωτέρω θέλομεν ἴδει ἀποτελέσματα. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν
562Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ποῖον τῶν δύο ἐγγράφων εἶναι προσβλητι-
563κώτερον. Ὅπως δήποτε μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ῥηθέν-
564των ἐγγράφων καὶ ἀφοῦ οἱ τηλεγραφηταὶ εἰργάσθησαν μέ-
565χρι τῆς 9ης μ. μ., ἐξελθόντες κατόπιν, εἶδον μακρόθεν τὸν
566κ. Τυπάλδον, συνομιλοῦντα μετά τινος, ὅτε ὁ Μιχαλόπουλος
567εἶπεν: «Ἰδοὺ ὁ ἀνθυποπλοίαρχος κ. Τυπάλδος· ἂς τῷ ἐξη-
568γήσωμεν καὶ προφορικῶς, διατὶ δὲν μετεβιβάσθη τὸ τηλε-
569γράφημα.» Ὁ Σταλήμερος, ὀλιγώτερον μετριόφρων τοῦ Μι-
570χαλοπούλου, παρετήρησεν αὐτῷ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν
571εἰς προφορικὰς ἐξηγήσεις μετὰ τὰ πρὸ ὀλίγου ἀνταλλαγέντα
572πειρακτικὰ ἔγγραφα. Ἐπιμείναντος δὲ τοῦ Μιχαλοπούλου καὶ
573πλησιάσαντος τὸν Τυπάλδον, οὗτος, στραφεὶς πρὸς τὸν συν-
574ομιλοῦντα μετ’ αὐτοῦ τελώνην, τὸν ἠρώτησε: «Ποῖος εἶναι
575αὐτός;» Ὁ τελώνης ἀπαντᾷ: «Ὁ κ. τηλεγραφητής». — «Ἄ!
576λέγει ὁ κ. Τυπάλδος, τὸ ἔγγραφόν σας ἦτο εἰρωνικόν.» Τοῦ
577Μιχαλοπούλου ἀπαντήσαντος «οὐδόλως», «τότε δὲν γνωρί-
578ζετε τὸ καθῆκόν σας», λέγει ὁ Τυπάλδος. Ὁ Σταλήμερος,
579βλέπων ὅτι ἡ ὁμιλία ὀξύνεται, παρεμβαίνει, ἐπιθυμῶν νὰ δώσῃ
580ἐξηγήσεις. «Ποῖος εἶσαι σύ;» τῷ λέγει ὁ Τυπάλδος, καὶ
581συγχρόνως λαμβάνει στάσιν πυγμάχου, ὑψοῖ τοὺς βραχίονας,
582ὑβρίζει καὶ κτυπᾷ τὸν Σταλήμερον! Τὰ λεχθέντα πρὸς δι-
583καιολογίαν τοῦ κ. Τυπάλδου, ὅτι πρῶτος ὁ κ. Σταλήμερος
584ἐκτύπησεν αὐτόν, ἀντίκεινται καὶ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας τῶν
585καταθέσεων καὶ εἰς τὰ πράγματα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογι-
586κήν, διότι ἀδύνατον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Σταλήμερος, ὁ οὐδέ-
587ποτε δοὺς ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, χρηστὸς καὶ εὐάγω-
588γος ὑπάλληλος καὶ ἐντελῶς ξένος εἰς τὸν τόπον, ἤθελέ ποτε
589τολμήσει νὰ ἐπιτεθῇ πρῶτος κατὰ τοῦ Τυπάλδου, ἀξιωμα-
590τικοῦ μάλιστα καὶ ἔχοντος τόσας σχέσεις ἐν Κραβασαρᾷ.
591Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ὅτε ἐκτυπήθη ὑπὸ τοῦ Τυπάλδου, ἀν-
592ταπέδωκε τὸ ῥάπισμα μετὰ τόκου· ἀλλὰ παρενέβησαν τότε
593ἄλλοι, καὶ τοὺς ἐχώρισαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ αὖθις ὁ
594Τυπάλδος, λαβὼν ῥάβδον, ἐκτύπησε τὸν Σταλήμερον ἐκ τῶν
595ὄπισθεν εἰς τὴν κεφαλήν· οὕτω δὲ καὶ αὖθις συνεπλάκησαν,
596ἀλλ’ ἕτεροι παρεμβάντες τοὺς ἐχώρισαν καὶ πάλιν· ἐνῷ δὲ
597ὁ κ. ἀνθυποπλοίαρχος ἐφώναζεν: «ἀφήσατέ με νὰ τὸν τσα-
598κίσω», ὁ Σταλήμερος ἀπεκρίνατο: «ἄφησε αὔριον νὰ μὲ τσα-
599κίσῃς ἱπποτικῶς», ὑποδεικνύων τὴν μονομαχίαν, εἰς ἣν τὴν
600ἐπαύριον καὶ τὸν προσεκάλει, ἀλλ’ ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυ-
601πάλδος ἔκρινε καλὸν νὰ ἀρνηθῇ. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἀλληλε-
602κτυπήθησαν, δόντος ἀφορμὴν πρώτου τοῦ Τυπάλδου, εἶχεν
603οὗτος τὴν ἀξίωσιν, ἵνα οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι συλλά-
604βωσι τὸν Σταλήμερον, τοῦθ’ ὅπερ ὁ ἀστυνομεύων ἠρνήθη νὰ
605πράξῃ, ἀναγνωρίζων, ὅτι οὐδόλως εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ
606εἰς τοιαύτην σύλληψιν, ἀφοῦ μάλιστα περὶ πταίσματος ἐπρό-
607κειτο, ὁ δὲ Σταλήμερος καὶ ὑπάλληλος ἦτο, καὶ δὲν ἦτο ὁ
608πταίσας. Τότε εἰσέρχεται ὁ Τυπάλδος εἰς τὸ πλοῖόν του,
609λαμβάνει ἄγημα ναυτῶν, καὶ ἐξέρχεται μὲ τὸ ῥεβόλβερ εἰς
610τὴν χεῖρα, διέρχεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀγήματος τὴν κεν-
611τρικὴν ὁδὸν, μεταβαίνει εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, συλλαμβάνει,
612ἐξερχόμενον τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὸν Μιχαλόπουλον, καὶ ζη-
613τεῖ παρ’ αὐτοῦ τὸν Σταλήμερον. Τούτου μὴ εὑρεθέντος ἐκεῖ,
614ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος συλλαμβάνει τότε τὸν Μιχα-
615λόπουλον ἐκ τοῦ τραχήλου, καὶ σύρει αὐτὸν διὰ τῆς κεντρι-
616κῆς ὁδοῦ, δίκην κτήνους, ὡς λέγει ὁ ἴδιος, μέχρι τῆς παρα-
617λίας, ὅτε τὸν ἀφῆκεν, εἰπὼν αὐτῷ: «πήγαινε ἀπ’ ἐδῶ, πα-
618ληάνθρωπε!» Σημειώσατε, ὅτι, ὅτε μετέβαινε τὸ ἄγημα εἰς
619τὸ Τηλεγραφεῖον, παρηκολουθεῖτο ὑπὸ πολιτῶν καὶ ἀξιωμα-
620τικῶν, οἵτινες προσεπάθουν νὰ ἀποτρέψωσι τοῦ σκοποῦ του
621τὸν ἀνθυποπλοίαρχον, μεταξὺ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν εὑρίσκετο
622καὶ ὁ λοχαγὸς Στάϊκος, συγγενὴς τοῦ Τυπάλδου, ὅστις προσ-
623εκάλεσεν αὐτὸν ν’ ἀφήσῃ τὸν τηλεγραφητήν. Ἀλλ’ ὁ Τυπάλ-
624δος διέταξε τότε νὰ γεμίσωσι τὰ ὅπλα, καὶ εἶπεν εἰς τὸν
625κ. Στάϊκον: «Εἶσαι ἐν ἀδείᾳ: δὲν δικαιοῦσαι ν’ ἀναμιχθῇς».
626Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρᾶξις, ἥτις εἰκότως ἀνεστάτωσε τὸν
627Κραβασαρᾶν, καὶ τῆς ὁποίας ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν ἐκ
628τῶν τηλεγραφημάτων.
629Ἀπὸ τοῦδε δὲ ἄρχεται ἡ ἐνέργεια τῆς Ναυτικῆς Δικαιο-
630σύνης καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ πρῶτον ἐστάλη ὁ ὑποπλοί-
631αρχος Βλαχόπουλος, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Δὲν γνωρίζω
632τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν· ἀκούω, ὅτι εἶναι ἔντιμος ἀξιωματι-
633κός· αἱ διεξαχθεῖσαι ὅμως ὑπ’ αὐτοῦ ἀνακρίσεις ἀποδεικνύου-
634σιν, ὅτι οὐδόλως ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του...
635§27Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ
636ὑποπλοίαρχος Βλαχόπουλος εἶναι ἀξιωματικὸς ἐντιμότατος
637καὶ ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας.
638§28ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὅπως δήποτε ὁ κ. Βλαχόπουλος,
639εἴτε ἐκ πνεύματος συναδελφότητος, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων,
640δὲν ἐνήργησεν ἀνακρίσεις ὡς ἀνακριτὴς, ἀλλ’ ἔπραξε πᾶν
641ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ἵνα ἀπαλλάξῃ τῆς ἐνοχῆς τὸν συνάδελφόν
642του, παρέστησε δὲ ὡς πταίσαντας τοὺς τηλεγραφητάς!
643§29ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ὑποπλοίαρ-
644χος Βλαχόπουλος ἐκπληροῖ πάντοτε τὸ καθῆκόν του, καὶ
645δὲν δύναται ἐξ οὐδενὸς λόγου νὰ παραλίπῃ αὐτό.
646§30ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Φαντάζομαι, τί θὰ ἦναι οἱ χείρονες
647τοῦ Βλαχοπούλου! Ἴσως οὗτος ἐκ πνεύματος συναδελφότη-
648τος προσηνέχθη ὡς προσηνέχθη εἰς τὴν περίστασιν ταύτην,
649καὶ ἔθεσε τὰ ζητήματα κατὰ τρόπον, ὥστε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν
650Τυπάλδον, καὶ νὰ ἐνοχοποιήσῃ τοὺς τηλεγραφητάς. Γινώ-
651σκω οὐχ ἧττον, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν Μιχαλόπουλον, ἄνθρωπον
652φύσει ταπεινὸν τὸ φρόνημα, γλίσχρον, καὶ τρέμοντα μετὰ τὰς
653ἐπελθούσας αὐτῷ περιστάσεις, ἔλεγεν, ὅπως τὸν πτοήσῃ:
654«Διὰ τοῦ τρόπου σου συνετέλεσες νὰ διαφύγῃ τὸ λαθρεμπό-
655ριον, καὶ τρέχεις τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσῃς σὺ 15,000 δραχ-
656μάς»· τὸ ποσὸν δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον.
657Οὐχ ἧττον, παρὰ τὴν ἐπίδρασιν, ἣν ἐνήσκησεν ὁ ἀνακρι-
658τὴς Βλαχόπουλος, ἅπαντες οἱ ἐξετασθέντες ἐπιτοπίως καὶ
659ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν ἀμερόληπτοι ὑπάλληλοι, οἱ ἔχοντες
660λόγους νὰ μεροληπτῶσι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου, κατα-
661θέτουσι τὰ γεγονότα γυμνὰ, ὡς ἐγὼ ἐξέθηκα αὐτὰ ἐνταῦθα,
662ἰδίως τὸ κυριώτερον γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Τυπάλδος, λαβὼν τὸ
663ἄγημα, εἰσέβαλε, καθ’ ὃν περιέγραψα τρόπον, εἰς Κραβασα-
664ρᾶν, ἥρπασε τὸν τηλεγραφητὴν Μιχαλόπουλον ἐκ τοῦ τρα-
665χήλου, καὶ σύρας αὐτὸν ὡς κτῆνος, τὸν ἔφερε μέχρι τῆς παρα-
666λίας! Τὸ γεγονὸς τοῦτο καταθέτουσιν ἅπαντες οἱ μάρτυρες.
667Ἀμφιβολία δέ τις ἐγείρεται μόνον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα οὗ ξυ-
668λοκοπήματος· διότι οἱ μὲν μάρτυρες τοῦ Τυπάλδου λέγουσιν,
669ὅτι ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων ὁ Σταλήμερος, ἀλλ’ οἱ πολλοὶ, ἡ
670πληθὺς τῶν ἄλλων μαρτύρων, ἐκθέτουσι καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο
671ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ, ὡς ἐγὼ αὐτὸς ἐξέθηκα αὐτό. Οὕτω π. χ.
672ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα αἱ καταθέσεις τῶν παθόντων τηλεγρα-
673φητῶν, οἵτινες βεβαιοῦσιν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἦτο
674ἀδύνατον νὰ μεταβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα. Ἔχομεν τὴν
675μαρτυρίαν τοῦ λοχαγοῦ Σταΐκου, συνδεομένου πρὸς τὸν τό-
676πον, καὶ συγγενοῦς τοῦ Τυπάλδου, ὅστις βεβαιοῖ τὰς κατα-
677θέσεις τῶν παθόντων. Ἔρχονται κατόπιν οἱ μάρτυρες Εὐάγ-
678γελος Κωτούλας καὶ Μιχαὴλ Κωτούλας, ἀξιωματικοὶ, ἀνώ-
679τερος πάσης ὑπονοίας, οἵτινες βεβαιοῦσιν ἐπίσης τὰς καταθέ-
680σεις ταύτας. Ἔρχεται μετ’ αὐτοὺς ὁ μάρτυς Γεώργιος Μπε-
681λέκης, ἐκ τῶν πρώτων ἐμπόρων τοῦ Κραβασαρᾶ, ὁ ὁποῖος
682καταθέτει τὰ ἀφορῶντα τὴν συμπλοκὴν Σταλημέρου καὶ
683Τυπάλδου, καὶ ὁ ὁποῖος καταθέτει, ὅτι οὐ μόνον ἤρξατο τῆς
684πρώτης ἐπιθέσεως ὁ Τυπάλδος, ἀλλὰ προσθέτει καὶ τὰ ἑξῆς
685(Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς καταθέσεως Γεωργ. Μπελέκη). Ἕπον-
686ται αἱ καταθέσεις τῶν Γεωργίου Πιερρέα, Γεωργ. Καποδί-
687στρια, Ν. Δεπάστα, ἀξιωματικῶν, καὶ Ἰωάννου Καραπά-
688νου, ἐκ τῶν πρώτων ἐπίσης προσώπων τοῦ τόπου, καὶ δια-
689φόρων ἄλλων, οἵτινες ἐπίσης μαρτυροῦσι τὰ γεγονότα, ὅπως
690ἐγὼ ἐξέθηκα αὐτά. Ἐπέρχονται κατόπιν διάφοροι καταθέ-
691σεις προσώπων, ἅτινα οὐδὲν ἀπολύτως καταθέτουσι, καὶ κα-
692τόπιν ἐπέρχονταί τινες καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσι μὲν
693ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου, ὄχι ὅμως καὶ ἀρνούμεναι τὸ γεγονός,
694ὅτι μετέβη μετὰ τοῦ ἀγήματος, καὶ συνέλαβε τὸν τηλεγρα-
695φητήν, καὶ ἔσυρεν, ὡς ἔσυρεν αὐτόν, ἀλλὰ δικαιολογοῦσαι αὐ-
696τὸν ἐν μέρει, ὅτι δὲν τὸν ἐκακοποίησε, καὶ ὅτι πρῶτος ἐκτυ-
697πήθη ὁ Τυπάλδος ὑπὸ τοῦ Σταλημέρου. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν
698τοιούτων καταθέσεων αἱ ὀκτὼ εἰσι καταθέσεις ναυτῶν τοῦ
699πλοίου, δηλ. τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἐξελθόντος μετὰ τοῦ Τυπάλ-
700δου ἀγήματος, οἵτινες καταθέτουσιν ὡς ἐπὶ παραγγελίᾳ,
701ἄλλαι δ’ εἶναι καταθέσεις πολιτευομένων τοῦ τόπου, διατε-
702λούντων ἐν στενῇ συγγενείᾳ μετὰ τοῦ Τυπάλδου καὶ τοῦ
703ὑπολοχαγοῦ Κολοκοτρώνη, συνοίκου αὐτοῦ. Ἐξ ἁπασῶν ἑπο-
704μένων τῶν καταθέσεων προκύπτουσι τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέ-
705θηκα.
706Ἐν τούτοις, παρὰ τὰς καταθέσεις ταύτας, παρὰ τὴν
707ἰδέαν, τὴν ὁποίαν λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τις περὶ τοῦ
708κ. Βλαχοπούλου, ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, θέλετε
709ἴδει, ὅτι αὕτη εἶναι συνηγορία διαρκὴς ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου,
710καὶ ἀπόπειρα, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι κύριος αἴτιος τῶν λα-
711βόντων χώραν ἦτο ὁ Σταλήμερος, ὁ ὁποῖος δῆθεν ἐπετέθη
712κατὰ τοῦ Τυπάλδου! Ἐνῷ δὲ αἱ μαρτυρίαι ἀποδεικνύ-
713ουσι τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθηκα, ἐνῷ μαρτυρίαι ὡρισμέναι
714ἐπιβαρύνουσι τὴν θέσιν τοῦ Τυπάλδου, ὁ κ. Βλαχόπουλος,
715στηριζόμενος εἰς τὰς ὡρισμένας ἐκείνας μαρτυρίας, καταλή-
716γει εἰς τοιοῦτον ἀντίθετον συμπέρασμα!
717Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ἔκθεσις
718τοῦ κ. Βλαχοπούλου εἶναι μακρά· ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε τὴν περι-
719έργειαν νὰ τὴν ἀναγνώσητε μετὰ προσοχῆς, δὲν θέλετε συμ-
720μερισθῆ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐκ
721Ψαρῶν συνάδελφος ἔχουσι περὶ τοῦ κ. Βλαχοπούλου. Παρα-
722καλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ κα-
723λῶς τὴν δικογραφίαν, διότι εἰς πολλὰ συμπεράσματα θέλει
724καταλήξει περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ναυτικῆς Δικαιοσύ-
725νης καὶ τῆς ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ...
726§31Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καταλήγει εἰς
727συμπέρασμα ἡ ἔκθεσις;
728§32ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καταλήγει εἰς μίαν ἐλαφράν...
729§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὶ λέγει τὸ συμπέρασμα; Δὲν δυνάμεθα
730νὰ τὸ ἀκούσωμεν τουλάχιστον;
731§34ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκ-
732θέσεως Βλαχοπούλου).
733Δικαιολογεῖ δηλαδὴ τὸν Τυπάλδον, καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι
734ἔπρεπε νὰ συλληφθῇ καὶ φυλακισθῇ ὁ Σταλήμερος! Ἐξά-
735γει συμπεράσματα ὅλως ἀντίθετα ἐκείνων, ἅτινα ἐξάγονται
736ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μαρτυρικῶν ἀποδείξεων· παραδέχε-
737ται γεγονότα, ἅτινα οὐδόλως ἀπεδείχθησαν. Ἐν γένει ἡ ἔκ-
738θεσίς του εἶναι μία διαρκὴς καὶ ἀδικαιολόγητος καὶ ἀκατο-
739νόμαστος συνηγορία ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος τοῦ ἀνθυποπλοιάρ-
740χου Τυπάλδου! Διαστρέφονται τὰ πάντα, ὅπως ἀποδειχθῶ-
741σιν ἔνοχοι ὁ χρηστὸς τηλεγραφητὴς Σταλήμερος καὶ ὁ οὐ-
742δόλως πταίσας, ἀλλὰ δίκην κτήνους συρθεὶς διὰ τῶν ἀγυιῶν
743τοῦ Κραβασαρᾶ ἕτερος τηλεγραφητὴς Μιχαλόπουλος!
744Διὰ τοιαύτης προδικασίας καὶ τοιαύτης ἐκθέσεως εἰσήχθη
745ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ἔνθα δι-
746εξήχθη οὐχὶ δίκη, μετὰ κατηγορουμένου τοῦ κ. Τυπάλδου,
747ἀλλὰ θεατρικὴ παράστασις πρὸς ἀθώωσιν αὐτοῦ! Τὸ Δικα-
748στήριον, προκατειλημμένον ἐντελῶς ὑπὲρ τοῦ κ. Τυπάλδου,
749ἐθεώρει ὡς κατηγορουμένους μᾶλλον τοὺς μηνυτὰς Μιχαλό-
750πουλον καὶ Σταλήμερον, καὶ προσεπάθει διὰ παντὸς τρόπου
751νὰ ἐμπερδεύσῃ τοὺς μάρτυρας, καὶ νὰ περιπλέξῃ καὶ τὸν εὐ-
752χερῶς ἐμπερδευόμενον ἀθῷον Μιχαλόπουλον, προσφεύγοντα
753πάντοτε εἰς τὴν κατάθεσίν του. Ἐχαριτολόγουν δὲ συνάμα
754οἱ κύριοι ναυτοδίκαι, εἰς βάρος τοῦ παθόντος, εἰς ὅν, ἐρω-
755τηθέντα, πῶς τὸν ἔπιασεν ὁ Τυπάλδος, καὶ ἀπαντήσαντα
756«μ’ ἔπιασεν ἀπ’ ἐδῶ, ἔτσι» (δηλ. ἀπὸ τὸν γιακᾶν), ὁ ναυτο-
757δίκης Λάμπρος (ὁ κατηγορηθεὶς κατὰ τὸν πόλεμον ἐπὶ ἀναν-
758δρίᾳ, καθ’ οὗ ἐγένετο καὶ δίκη) λέγει: «Μὲ ἄλλας λέξεις,
759σοῦ ἐτίναξε τὸν γιακᾶ!» (γέλωτες).
760§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διὰ τίνα πρᾶξιν ὁ πρά-
761ξας κατηγγέλθη; Πῶς ἐχαρακτηρίσθη αὐτὴ ἡ πρᾶξις;
762§36ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἄδικος ἐπίθεσις!
763§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τί ἔγειναν; Ἐδῶ εἶναι μία
764ἱστορία ὁλόκληρος.
765§38ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τίποτε! Ἄδικος ἐπίθεσις!
766Τώρα ἀκούσατε καὶ τὴν περίφημον ἀγόρευσιν τοῦ Βασιλι-
767κοῦ Ἐπιτρόπου. (Ἀναγινώσκει ἐξ αὐτῆς).
768§39ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος;
769§40ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Γούδας.
770Ὅτε δὲ προσῆλθεν ὁ παθὼν Σταλήμερος, διὰ νὰ κατα-
771θέσῃ ὡς μάρτυς, καὶ διηγεῖτο τὸ συμβὰν, ἤτοι εἰς ποίαν θέ-
772σιν εὑρέθη, ὄχι διὰ νὰ ῥαπίσῃ, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀντιρραπίσῃ, ἀμυ-
773νόμενος, τὸν ἀξιωματικὸν Τυπάλδον, καὶ ἐξέθετε τὴν στά-
774σιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, στάσιν δηλαδὴ ἀληθοῦς πυγμάχου,
775ἠγέρθησαν τότε θεατρικῶς ὅλοι οἱ ναυτοδίκαι, λέγοντες: «Βε-
776»βαιοῦμεν, ὅτι ὁ κύριος Τυπάλδος ἔχει τὴν συνήθειαν, ὁσάκις
777»παροργίζεται, νὰ λαμβάνῃ αὐτὴν τὴν στάσιν, νὰ ἀνασῃ-
778»κώνῃ τὰ μανίκια του!» (Καὶ παρίστων διὰ σχημάτων τὴν
779σκηνὴν ταύτην).
780Ὅτε δὲ ὁ Σταλήμερος ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ, πῶς δὲν ἦτο
781δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ τὸ περίφημον ἐκεῖνο τηλεγράφημα
782εἰς τὸ Ἄκτιον, τοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα: «Μὰ δὲν ἠδύνατο νὰ
783συγκοινωνήσῃ ὁ Κραβασαρᾶς μὲ τὸ Ἄκτιον δι’ ἄλλης ὁδοῦ;»
784Ὁ Σταλήμερος ἀπήντησε: «Μάλιστα, ἠδύνατο...» Ἀλλὰ
785τὸν σταματῶσιν ἐδῶ, καὶ τὸν ἐμποδίζουσι νὰ συνεχίσῃ τὴν
786ἀπάντησίν του, διότι ἡ μονομερὴς ἐκείνη ἀπάντησις συνέφε-
787ρεν αὐτοῖς, ἐνῷ ὁ Σταλήμερος θὰ προσέθετεν, ὅτι «ἠδύνατο
788»μὲν νὰ συγκοινωνήσῃ, ἀλλὰ θὰ συνεκοινώνει πάντοτε διὰ
789»Βονίτσης, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ὑπῆρχεν ὁ τηλεγραφητὴς εἰς τὴν
790»Βόνιτσαν, ἵνα ἀνοίξῃ τὸ κομβίον, δὲν ἠδύνατο νὰ συγκοι-
791»νωνήσῃ.»
792Ὑπὸ τοιαύτην ἀτμόσφαιραν, ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν, ὑπὸ
793τοιαύτην πλήρη ἔλλειψιν παντὸς συναισθήματος τοῦ δικαίου
794καὶ τοῦ νομίμου, ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι, καὶ οἱ μὲν παθόντες
795ἐγένοντο κατηγορούμενοι, ὁ δὲ κατηγορούμενος, ὁ τοιαῦτα
796καὶ τοσαῦτα διαπράξας ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος, ἐκηρύ-
797χθη παμψηφεὶ ἀθῷος!!
798Περίεργον δὲ εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ Β. Ἐπίτρο-
799πος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ναυτοδικείου ἀπηύθυναν πρὸς τὸ
800Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐκθέτοντες τὰ τῆς προκειμένης
801δίκης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ — εἶναι δὲ καὶ λίαν σύντο-
802μον — νὰ ἀναγνώσω τὸ περίφημον τοῦτο ἔγγραφον.
803§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν.
804§42ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ἀναγινώσκει αὐτό).
805Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὐχὶ μόνον ἀγγέλλεται διὰ τοῦ τοι-
806ούτου ἐγγράφου ἡ ἀθώωσις τοῦ Τυπάλδου, ἀλλὰ ζητεῖται
807καὶ ἡ καταδίωξις τοῦ Σταΐκου, τοῦ μόνου, ὁ ὁποῖος ἔπραξε
808τὸ καθῆκόν του ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ, καὶ τοῦ Σταλημέ-
809ρου, τοῦ χρηστοῦ τούτου καὶ ἀξίου πάσης συμπαθείας καὶ
810ἐκτιμήσεως ὑπαλλήλου!
811Οὕτω, κύριοι Βουλευταὶ, διεξήχθησαν τὰ κατὰ τὴν σκαν-
812δαλώδη ταύτην δίκην. Νομίζω, ὡς καὶ ἐν περιλήψει εἶπον,
813ὅτε ἐζήτησα τὸν φάκελον τῆς δικογραφίας, ὅτι εἴπερ ποτὲ
814ἄλλοτε εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβωσιν
815ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς στρα-
816τιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς Δικαιοσύνης. Πανταχοῦ σήμερον
817ἐπικρατεῖ ἡ τάσις, ὅπως ὑπαχθῶσι τὰ ὑπὸ στρατιωτικῶν
818κατὰ πολιτῶν διαπραττόμενα ἐγκλήματα εἰς τὰ τακτικὰ
819Δικαστήρια· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ τάσις αὕτη ἀλ-
820λαχοῦ, ἔπρεπε νὰ θεσμοθετηθῇ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ καθ’ ἑ-
821κάστην βλέπετε, ὅτι παντελὴς ὑπάρχει ἔλλειψις τοῦ αἰ-
822σθητηρίου τοῦ νομίμου καὶ τοῦ δικαίου παρὰ τοῖς ἡμετέ-
823ροις ναυτοδίκαις καὶ στρατοδίκαις. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ
824Κυβέρνησις ἔδει νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου, ἣν ὁ
825ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος κ. Ροδόπουλος ὑπέβαλε
826πρὸ πολλοῦ, περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ
827ναυτικῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων κατὰ πολιτῶν ἐνώ-
828πιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων.
829Εὑρίσκομαι προσέτι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐν τῇ περιστάσει
830ταύτῃ, νὰ μεμφθῶ καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ τε κ. Ὑπουργοῦ
831τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ
832ἀκούομεν συχνάκις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὁμιλοῦν-
833τος περὶ καθήκοντος, καὶ περὶ τῆς αὐστηρότητος αὐτοῦ, ἐνῷ
834ὄντως ἐτιμώρησεν αὐστηρῶς, καὶ ὑπὲρ τὸ δέον αὐστηρῶς ἴσως
835εἴς τινας περιστάσεις, ἄλλους ἀξιωματικούς, εἰς ἐλαφρότατα
836παραπτώματα περιπεσόντας, ἐν τῇ προκειμένῃ βαρυτάτῃ
837περιστάσει οὐ μόνον οὐδόλως ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του,
838ἀλλ’ ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι ὡρμήθη εἰς τὴν τοιαύτην
839πολιτείαν του ἐξ ἰδεῶν συναλλαγῆς τοῦ χειρίστου εἴδους·
840ἤτοι διότι ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει ἀδελφὸν Βουλευτὴν, καὶ ἰδίως
841διότι ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει γαμβρὸν ἐκ τῶν ἰσχυόντων προσώ-
842πων τῆς Χαλκίδος...
843§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διόλου.
844§44ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ... Ἕνεκα τούτου καὶ μόνου παρέ-
845βλεψε τὸ καθῆκόν του ἐντελῶς, καὶ ἐγένοντο τὰ γενόμενα
846σκάνδαλα· ἀντὶ δὲ νὰ καταδιώξῃ καὶ τὸν ἀνθυποπλοίαρ-
847χον Τυπάλδον διοικητικῶς, καὶ τὸν εἰσηγητὴν καὶ τὸν Βασ.
848Ἐπίτροπον καὶ τοὺς ναυτοδίκας, ἀποδείξαντας σκανδαλω-
849δῶς, τίνα ἰδέαν ἔχουσι περὶ νόμων καὶ δικαιοσύνης, ἀφῆκεν
850ἐντελῶς τὸ πρᾶγμα καὶ παρῆλθεν, ἂν μὴ προεκάλεσεν αὐτὸς
851οὗτος τὴν τοιαύτην κατάστασιν!
852Πρὸς δὲ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
853τερικῶν, οὐδόλως ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ προκει-
854μένου. Εἰ καὶ διὰ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεώς μου ἐζήτησα νὰ
855μάθω, ἂν ὑπῆρξεν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
856κῶν πρὸς τὸ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ
857διὰ μεταγενεστέρας ἐπερωτήσεώς μου ὑπέμνησα τὴν προλα-
858βοῦσαν, οὐδὲν ἀπεκρίθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ τοῦτο, διότι
859οὐδὲν εἶχε νὰ ἀπαντήσῃ, ἀφήσας χρηστοτάτους καὶ ἀμέμ-
860πτους καὶ διακεκριμένους ὑπαλλήλους τῆς δικαιοδοσίας του
861νὰ ἐξευτελισθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μόνον καὶ μόνον
862ἕνεκα συναλλαγῆς τοῦ χειρίστου εἴδους, ἤτοι τῆς συναλλα-
863γῆς ἐκείνης, δι’ ἣν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀφῆ-
864κεν ἀτιμωρήτους τοὺς δράστας τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος.
865§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
866γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν θέσις εὐχερεστέρα τῆς ἰδικῆς
867μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ. Παρακαλῶ,
868Κύριοι, νὰ ἀκούσητε, τί ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐνήργησα ἐπὶ
869τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, τί ἠθέλετε ἐνερ-
870γήσει ὑμεῖς, ἂν ἦσθε εἰς τὴν θέσιν μου.
871Εἰς τὸν Κραβασαρᾶν συνήθως ἐστάθμευε μία κανονιοφόρος
872πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Εἶχεν ἐπικρατήσει τὸ
873σύστημα, ἐπὶ τῶν κανονιοφόρων αὐτῶν νὰ διορίζωνται κυβερ-
874νῆται ὑπαξιωματικοί· ἀλλὰ ὑπόνοιαι ὑπῆρξαν, ὅτι οἱ ὑπα-
875ξιωματικοὶ οὗτοι δὲν ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των, καὶ κατὰ
876συνέπειαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
877κονομικῶν μοὶ ἐσύστησεν, ὅπως ἐπὶ τῶν πλοίων αὐτῶν το-
878ποθετήσωμεν ἀξιωματικούς, διότι ἡ παρουσία ἀξιωματικοῦ
879βεβαίως παρεῖχε περισσοτέρας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀκριβοῦς
880ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας. Ἐτοποθέτησα εἰς τὴν κανονιο-
881φόρον, τὴν σταθμεύουσαν εἰς τὸν Κραβασαρᾶν, τὸν ἀνθυπο-
882πλοίαρχον Τυπάλδον...
883§46ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον·
884εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ὄχι. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σταθμεύῃ ἐκεῖ.
885§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔστω... Εἰς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Τυ-
886πάλδον ἔδωκα βεβαίως ἐλευθερίαν κινήσεων, διότι δὲν ἦτο
887πρέπον νὰ τῷ ὁρίσω, ποῦ θὰ διαμένῃ, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία του
888ἦτο νὰ καταδιώκῃ τὸ λαθρεμπόριον. Μίαν πρωΐαν τηλεγρα-
889φικῶς μοὶ κατηγγέλθη, ὅτι ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλδος
890ὑπέπεσεν εἰς τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἠκού-
891σατε. Ἔπραξα ὅ,τι ἤθελε πράξει οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς
892καὶ ἂν ἦτο. Τὸν ἀνεκάλεσα τηλεγραφικῶς εἰς Ἀθήνας αὐτο-
893στιγμεί· τὸν διέταξα νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν
894ἀρχαιότερον ὑπαξιωματικὸν, καὶ ν’ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως εἰς
895Ἀθήνας. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν διώρισα ἀντικαταστάτην αὐτοῦ
896τὸν ἀνθυποπλοίαρχον Ἀθανασίου, τὸν ὁποῖον καὶ διέταξα, μὲ
897τὴν πρώτην ἁμαξοστοιχίαν τῆς ἑπομένης ἡμέρας ν’ ἀνα-
898χωρήσῃ εἰς Κραβασαρᾶν καὶ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ
899πλοίου. Αὐθημερὸν δ’ ἐκάλεσα τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Ναυτο-
900δικείου κ. Βλαχόπουλον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ ἔχω ὑπό-
901ληψιν μεγίστην, διότι τὸν θεωρῶ ἐντιμότατον ἀξιωματικὸν,
902καὶ τὸν διέταξα νὰ μεταβῇ εἰς Κραβασαρᾶν καὶ ἐνεργήσῃ
903ἀνακρίσεις. Ἕως ἐδῶ ἔπραξα ὅ,τι ἤθελε πράξει πᾶς Ὑπουρ-
904γός. Ὁ Τύπος τότε ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος· ἤρξαντο ἐπι-
905θέσεις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν ἐλάμ-
906βανε μέτρα πρὸς αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου
907Τυπάλδου. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι Ὑπουργὸς συνταγματι-
908κοῦ Κράτους· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πάρῃ τὸν ἀξιωματι-
909κὸν καὶ τὸν στείλῃ εἰς τὰ κάτεργα ἄνευ ἀνακρίσεως καὶ
910ἄνευ ἀποδείξεως, ἂν τὰ καταγγελλόμενα ἦναι ἀκριβῆ. Ὁ
911Τύπος ἐπετέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, γράφων, ὅτι, ἵνα σώσῃ
912τὸν Τυπάλδον, ἠτοιμάζετο νὰ τὸν τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς·
913μία δ’ ἐφημερὶς μοὶ ἐπετέθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε μοὶ ἔκαμε
914τὴν τιμὴν νὰ μὲ ὀνομάσῃ καὶ αὐθαίρετον Βούλγαρην! Ποία
915ἦτο ἡ αὐθαιρεσία μου; Διέταξα ἀνακρίσεις, καὶ ἐπερίμενα
916τὸ πόρισμα, ἵνα ἐνεργήσω ὅ,τι ἐνήργησα. Ἐὰν τὸν ἐτιμώρουν
917πειθαρχικῶς, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν στείλω εἰς τὸ Ναυτοδι-
918κεῖον· αἱ πράξεις αὐτοῦ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἐπι-
919ληφθῇ αὐτῶν τὸ Ναυτοδικεῖον.
920Τί συνέβη εἰς τὸν Κραβασαρᾶν; Ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Τυπάλ-
921δος ἐζήτησε νὰ μεταβιβάσῃ ἓν τηλεγράφημα· ἡ ὑπηρεσία τοῦ
922Τηλεγραφείου τοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἀπο-
923στείλῃ, διότι τὸ Τηλεγραφεῖον Ἀκτίου δὲν εἰργάζετο. Ἐὰν
924ὁ ἀξιωματικὸς ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπάρχουσι Τηλεγραφεῖα γʹ τά-
925ξεως, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται εἰς ὡρισμένας ὥρας, ἤθελεν ἐν-
926νοήσει, ὅτι ἦτο ἄτοπον νὰ ζητῇ νὰ σταλῇ τηλεγράφημα εἰς
927ὥραν, καθ’ ἣν τὸ Τηλεγραφεῖον δὲν εἰργάζετο. Ὁ Τυπάλδος
928ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ ὁ τηλεγραφητὴς τὴν ἀποστο-
929λὴν, καὶ ἔστειλε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ.
930συνάδελφος, εἰς τὸν τηλεγραφητὴν Μιχαλόπουλον, καὶ εἴδετε
931καὶ τὴν ἀπάντησιν τούτου. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἦτο ἀτύ-
932χημα νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ὁ τηλεγραφητὴς Στα-
933λήμερος· διότι, ἐὰν οὗτος δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ, οὐδὲν ἤθελε
934συμβῆ, καθόσον ὁ τηλεγραφητὴς Μιχαλόπουλος ἦτο γέρων
935ἄνθρωπος καὶ συμβιβαστικοῦ χαρακτῆρος. Ἀπήντησεν ὁ Στα-
936λήμερος, συντάξας ἔγγραφον δριμύτατον. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ
937συνάντησις ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου μὲ τὸν Μιχαλό-
938πουλον, συνέπεσε δὲ νὰ ἦναι καὶ ὁ Σταλήμερος μαζὺ, καὶ ἤρ-
939χισαν οἱ διαπληκτισμοὶ καὶ τὰ ἄλλα λυπηρά. Λυποῦμαι δὲ,
940διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Γουναράκης, ὁ ὁποῖος παρέστη εἰς
941τὴν δίκην, ἵνα σᾶς βεβαιώσῃ, κύριε Μαυρομμάτη, καὶ πρέπει
942νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὁ Σταλήμερος ἐρράπισε πρῶτος τὸν ἀξιω-
943ματικόν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Καποδίστριας,
944μάρτυς, βεβαιοῖ, ὅτι ἐρράπισε πρῶτος ὁ Σταλήμερος τὸν ἀξιω-
945ματικόν...»
946§48ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν τὸ λέγει εἰς τὴν ἄλλην κατάθε-
947σίν του. Κατόπιν παρεπείσθησαν καὶ ἄλλοι μάρτυρες, ἵνα
948καταθέσουν οὕτω.
949§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ μόνον βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Σταλή-
950μερος ζωηρῶς διεπληκτίσθη πρὸς τὸν ἀνθυποπλοίαρχον, καὶ
951ὅτι ἐρράπισε τοῦτον· ἀλλ’ ἐγὼ, πρὸς χάριν σας, παραδέχο-
952μαι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν ἐκτύπησεν ὁ Στα-
953λήμερος πρῶτος. Ἐρωτῶ, τί ἠθέλετε πράξει ὑμεῖς, ἐὰν ἦσθε
954εἰς τὴν θέσιν μου; Διέταξα ἀνακρίσεις, καὶ παρέπεμψα τὸν
955ἀνθυποπλοίαρχον εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον τὸν ἠθώω-
956σεν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί πταίει ὁ Ὑπουργός; Ὁ Ὑπουρ-
957γὸς καὶ εἰς ἑτέραν περίστασιν, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, συλλαβὼν
958ἀξιωματικὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐν τῷ Ναυτικῷ καταχραστὴν
959καὶ πλαστογράφον, τὸν ἔστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὸν
960παρέπεμψεν εἰς δίκην· κατεδικάσθη δὲ δὶς ὁ ἀξιωματικὸς αὐ-
961τὸς ἀπὸ τὸ Ναυτοδικεῖον, ἀλλὰ καὶ δὶς ἠθωώθη ἀπὸ τὸ Ἀνα-
962θεωρητικόν, καὶ εἶναι ἤδη ἐλεύθερος!
963§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖα μέτρα ἐλάβετε διὰ
964τοὺς ναυτοδίκας;
965§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖα μέτρα νὰ λάβω;
966§52ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ δίκη ἐγένετο σκανδαλώδης, καὶ ἔ-
967πρεπε νὰ ζητήσητε τὴν δικογραφίαν, καὶ νὰ ἐξητάσητε, ἂν
968εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος νὰ μεταβάλληται εἰς
969συνήγορον τοιούτου κατηγορουμένου.
970§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτησις, ποῖα μέ-
971τρα ἔλαβον κατὰ τῶν ναυτοδικῶν. Κύριε Βουλευτὰ, (ἀποτεί-
972νεται πρὸς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον) ὑπήρξατε Ὑπουργὸς τῶν
973Ναυτικῶν, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι οἱ ναυτοδίκαι δὲν
974διορίζονται μόνιμοι· εἰς ἑκάστην δίκην ὁρίζονται ναυτοδίκαι
975ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐλλιμενισμένων πολεμικῶν
976πλοίων. Ἐὰν προέβαινον κατὰ τῶν ναυτοδικῶν, δὲν θὰ ἦτο
977δριμυτέρα κατ’ ἐμοῦ ἡ ἐπίθεσις, ὅτι ἐπεμβαίνω εἰς τὰ ἔργα
978τῆς Δικαιοσύνης;
979§54Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οὔτε ἔπρεπε νὰ παρεμβῆτε.
980§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔπραξα ὅ,τι μοὶ ἐπέβαλλε
981τὸ καθῆκον. Τὸ Ναυτοδικεῖον τὸν ἠθώωσεν. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουρ-
982γὸς, ἔχω τὰ δικαιώματά μου· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τιμω-
983ρήσω πάντα παρεκτραπέντα ἀξιωματικόν, ἐὰν νομίσω, ὅτι εἶ-
984ναι ἄξιος τιμωρίας, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀθωώσεώς του ὑπὸ τοῦ
985Ναυτοδικείου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τιμωρήσω τοὺς δικα-
986στὰς, διότι ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ἀθωωτικήν.
987§56Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
988§57Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀπρο-
989χώρητον! Βλέπω γεννώμενα ζητήματα ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ
990ἀνάγκης. Δεδικασμένη ὑπόθεσις πρὸ μηνῶν καὶ ἀθῷος ὁ κα-
991τηγορούμενος, στηριχθέντος τοῦ Ναυτοδικείου εἰς τὰ μέσα
992τῆς ἀποδείξεως, τὰ ὁποῖα ἐνόρκως ἐβεβαίωσαν 5 ἢ 10 μάρ-
993τυρες, εἰπόντες, ὅτι διὰ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγ-
994γέλθη, δὲν ἦτο ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος. Καὶ δαπανῶμεν
995τώρα δύο ὥρας, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀθῶος, ἀλλ’
996ἦτο ἔνοχος ὁ ἀθωωθείς! Τότε, Κύριοι, ἂς ἀνατρέψωμεν ὅλους
997τοὺς νόμους, ἂς ἀνατρέψωμεν τὰ Δικαστήρια, καὶ ἂς ἔλθω-
998μεν ἡμεῖς ἐδῶ νὰ γείνωμεν καὶ ναυτοδίκαι καὶ στρατοδίκαι
999καὶ ἀρεοπαγῖται! Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι παραδεχόμεθα μίαν
1000ἀρχὴν, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐξητάσθησαν
10015 ἢ 10 μάρτυρες· ὁ κ. Γουναράκης ἦτο παρών. Τί διάβολο!
1002ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συνεννοήθησαν καὶ ἐψευδόρκησαν; Εἶ-
1003ναι ἀπελπισία!
1004§58Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1005§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1006Παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τὸ δάσος τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι,
1007προκειμένου νὰ συζητήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἵνα ἀπα-
1008σχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὁλόκληρον ὥραν, ἔπρεπε προηγου-
1009μένως νὰ ἀγγείλῃ, ὅτι πρόκειται νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ταύ-
1010την, διότι εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς προκληθεὶς κατέθεσα
1011τὰ ἔγγραφα· καὶ ἂν δ’ ὑποτεθῇ, ὅτι τότε τὰ εἶχον ἴδει, ἐμε-
1012σολάβησαν πολλαὶ ἡμέραι, ὥστε ἠδυνάμην νὰ λησμονήσω.
1013Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. συνάδελφος ἀποδίδει τοσαύτην σπουδαιό-
1014τητα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τὴν ἐξῆρεν ἐπὶ τοσοῦτον,
1015ὥστε νὰ ὑπολάβωσιν οἱ ἀκροαταὶ, ὅτι συνδέεται τὸ μέλλον
1016τοῦ ἔθνους μετ’ αὐτῆς, ἔπρεπεν ἀπὸ προχθὲς νὰ ἀναγγείλῃ
1017τὴν πρόθεσιν, ἣν εἶχε, νὰ συζητήσῃ, ὥστε νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ
1018τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα.
1019Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν εἰς χεῖράς του πολλὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ
1020δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐν τῇ συναρμολογήσει, τὴν ὁποίαν ἐποιή-
1021σατο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν παρέλιπέ τι, τὸ ὁποῖον
1022ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν του.
1023Διότι ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιο-
1024σύνη, δὲν ὑπάρχει εὐλάβεια πρὸς τοὺς νόμους, τοῦτο δὲ,
1025διότι, κατ’ αὐτὸν, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ
1026δικαιώματα ἐπὶ τοῦ δάσους, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμὴς,
1027ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀναμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου.
1028Τοὐναντίον ὅμως συμβαίνει· ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Δικαστη-
1029ρίου, ἡ ὁποία ἀπέρριψε τὴν ἀγωγήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέ-
1030φερε μὲν ταῦτα, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἀπερρίφθη ἡ ἀγωγὴ λόγῳ
1031τοῦ ὅτι εἶχεν ὑπογραφῆ παρὰ δικηγόρου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε
1032τὸ δικαίωμα τοῦ παρίστασθαι ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Δι-
1033καστηρίων. Οὐχ ἧττον ὑπῆρχε μία δίκη, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ἀπό-
1034φασις τοῦ Δικαστηρίου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Καὶ πρὶν ἢ ἐκ-
1035δοθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη, τὸ Δημόσιον, ὡς φαίνεται, ἠρνεῖτο
1036ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰδιόκτητον τὸ δάσος αὐτὸ, καὶ ἑπομένως
1037δὲν ἐπέτρεψε νὰ χορηγῶνται ἄδειαι· ἡ ἀξιοῦσα δικαιώματα
1038ἰδιοκτησίας ἐπέμενεν, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια ὑλοτομίας ἐν τῷ
1039δάσει αὐτῷ, ἠπείλησε δὲ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν διεκδικητικήν.
1040Τὰ τῆς ὑλοτομίας τῶν δασῶν εἶχον ἀνωμάλως, διότι, κατὰ
1041τὰς πληροφορίας τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου καὶ τοῦ Ὑπουρ-
1042γείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδίδετο ἄδεια ὑλοτομίας ἐπί τινων
1043δασῶν, ἐπὶ ἄλλων δὲ ἠρνεῖτο τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἄδειαν.
1044Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς,
1045ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο πρᾶξις, ἀναγνωρίζουσα
1046τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς κ. Τσαπάλου, ἐπετράπη δὲ μόνον εἰς
1047αὐτὴν νὰ διορίσῃ δασοφύλακας. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι, κατὰ τὸ
1048Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ἐπέχον ἰσχὺν νόμου,
1049προσεκλήθησαν πάντες οἱ ἀξιοῦντες δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ
1050τῶν δασῶν νὰ προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των πρὸς ἐξέλεγ-
1051ξιν, ἐτάχθη δὲ ἑνὸς ἔτους προθεσμία· ταύτης δ’ ἐκπνευσάσης
1052ματαίως, πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τῶν δασῶν θεωρεῖται ἄκυρον.
1053Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μέχρι τοῦ παρελθόντος
1054ἔτους τὰ τῆς ἀναγνωρίσεως δάσους τινὸς ἐκανονίζοντο ἀνω-
1055μάλως. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον,
1056κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ δάση δὲν ἐπιτρέπεται
1057ὑλοτομία, ἂν μὴ προηγουμένως ἤθελον ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ κ.
1058Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ πίνακες, οἱ κανονίζοντες τὸ
1059εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῆς ὑλοτομητέας ξυλείας. Οἱ πίνακες οὗ-
1060τοι ὑποβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ
1061δικαιοῦται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ ἐγκρίνῃ τοὺς πίνακας τούτους· ἐγ-
1062κρῖνον δὲ τοὺς πίνακας, ὅταν ὑποβάλλωνται ὑπὸ ἰδιοκτήτου
1063ἀξιοῦντος ἰδιοκτησίαν, ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ.
1064Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ὑπεβλήθησαν
1065παράπονα ὑπό τινων, οἱ ὁποῖοι νέμονται δάση τινά, ἀλλ’ οἱ
1066ὁποῖοι δὲν εἶχον νὰ ὑποβάλωσι τίτλους ἰδιοκτησίας, εἶχον δὲ
1067μόνον κατοχὴν ἐπ’ αὐτῶν· προσήχθησαν ὑπό τινων τίτλοι
1068ἰδιοκτησίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδοθῆ παρὰ τοῦ Ὀθωμανικοῦ
1069Δημοσίου· περὶ αὐτῶν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι πλη-
1070ροφορίαι παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κρα-
1071τεῖ τακτικὰ βιβλία ἢ μητρῷα. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῆς
1072δυστυχῶς ἀπεδείχθη, ὡς πρός τινας τῶν τίτλων τούτων, ὅτι
1073ἦσαν πλαστοί. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐγένετο
1074ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς
1075τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρόκειτο νὰ ἐγκρίνῃ τὸν πίνακα, ἀναγνωρί-
1076ζων τὴν κυρίαν Τσαπάλου ὡς ἰδιοκτήτριαν. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν
1077τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὑπῆρχε δίκη ἐκκρε-
1078μής· δὲν ἀφήρεσε τότε οὔτε τὴν κατοχήν, οὔτε τὴν ἰδιοκτη-
1079σίαν· παρετήρησε δὲ μόνον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ὑπαρχούσης
1080δίκης ἐκκρεμοῦς, νὰ ἐκδίδωνται ἄδειαι ὑλοτομίας. Ἐὰν ἡ κυρία
1081Τσαπάλου νομίζῃ, ὅτι ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ὅτι
1082παραβλάπτονται τὰ δικαιώματά της, δύναται νὰ ὑποβάλῃ
1083αἴτησιν ἀδείας ὑλοτομίας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει βραδύτερον τὸ
1084Δικαστήριον ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, τὸ Δημόσιον
1085δὲν εἶναι ἀφερέγγυον, ὥστε νὰ μὴ ἀποζημιωθῇ αὕτη. Καὶ ὡς
1086πρὸς ἑτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τίτλους, ἀλλὰ παρουσιά-
1087ζουσιν ἀποδείξεις, ὅτι ἐπὶ 60 ἔτη εἶχον τὴν κατοχὴν τοῦ
1088δάσους, ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως γένηται
1089ὑλοτομία τοῦ δάσους. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον
1090ἀνεβλήθη ἡ ἔγκρισις τῶν πινάκων ὑλοτομίας, τῶν ὑποβλη-
1091θέντων ὑπὸ τῆς κυρίας Τσαπάλου.
1092Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐπειδὴ ἐγένετο τοσοῦτος λόγος, θὰ φροντίσω
1093νὰ δοθῇ ἐνεργητικωτέρα ὤθησις εἰς τὴν δικαστικὴν λύσιν τοῦ
1094ζητήματος. Πέποιθα ὅμως, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς
1095δίκη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς
1096τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν τεταγμένον ὑπὸ τοῦ
1097νόμου φρουρὸν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐγκρίνῃ
1098πίνακα, τὸν ὁποῖον ἡ κυρία Τσαπάλου θὰ φέρῃ βραδύτερον
1099ὡς τίτλον τῆς ἰδιοκτησίας της.
1100Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔδωκε
1101σημασίαν ἀνωτέραν τῆς προσηκούσης, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ
1102ζητήσω ὁλόκληρον τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως, ὅπως μελε-
1103τήσω καὶ ἐντοπισθῶ λεπτομερέστερον εἰς τὸ θέμα, ἐν καιρῷ
1104δὲ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1105§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ἤδη τὴν συνε-
1106δρίασιν.
1107§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν τὰς
1108ἐπερωτήσεις δι’ αὔριον καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1109ταξιν, τότε μάλιστα.
1110§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν συναινῇ καὶ ἡ πλειονοψηφία,
1111ὅτι θὰ περατώσωμεν τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς 12ης, τότε βε-
1112βαίως.
1113§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
1114§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
1115§65Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Χθὲς δύο ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ κύριοι
1116Ι. Λάππας καὶ Π. Ζαΐμης, ἔφεραν ἐνταῦθα τὸν λόγον, καταγ-
1117γείλαντες πράξεις τινὰς ἀγρίας δύο κατωτέρων ἀστυνομικῶν
1118ὀργάνων, ὧν τὰ ὀνόματα δὲν ἐνθυμοῦμαι, πράξεις, ἐπὶ τῷ
1119ἀκούσματι τῶν ὁποίων πολλοὶ Βουλευταὶ ἐξεπλάγησαν, καί-
1120τοι δι’ αὐτοὺς τὰ καταγγελθέντα δὲν ἦσαν πρωτάκουστα.
1121Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα τὰ λεχθέντα
1122χωρὶς νὰ ἐκπλαγῶ, καὶ τοῦτο, ὄχι διότι θεωρῶ, ὅτι κατὰ
1123καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δύνανται
1124νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας πράξεις, ἀλλὰ διότι ἔχω πάν-
1125τοτε τὸ συναίσθημα, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἀστυνομικὸν
1126σῶμα στρατολογοῦνται οὐχὶ μεταξὺ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ μετα-
1127ξὺ τῶν Ἑλλήνων, ἡ πλειονότης τῶν ὁποίων, ὡς δὲν δύνα-
1128ταί τις νὰ ἀγνοῇ, ἀποτελεῖ περιβάλλον οὐχὶ τόσον ὑγιὲς,
1129ὅσον ἀπαιτητικοί τινες ἐξ ἡμῶν θέλουσι νὰ τὸ παραστήσω-
1130σιν. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐνωμοτάρχαι ἢ ὑπενωμοτάρχαι ἀστυ-
1131νομικοὶ ὑπέπεσαν, ὡς ἄτομα, καὶ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῆς ἀνα-
1132τεθείσης αὐτοῖς ὑπηρεσίας, εἰς πράξεις κολασίμους, ὡς βε-
1133βαιοῦσι δύο συνάδελφοι, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις
1134ἐπιλάβηται τῆς ὑποθέσεως ἁρμοδίως, καὶ ἐν περιπτώσει,
1135καθ’ ἣν ταῦτα, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, πιστοποιηθῶσι, νὰ προβῇ
1136εἰς τὸν κολασμὸν τῶν πράξεων αὐτῶν, διδάσκουσα οὕτω τοὺς
1137παρεκτραπέντας καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτῶν, ὅτι αὐτοὶ ἐτά-
1138χθησαν φρουροί, καὶ οὐχὶ διῶκται τῶν δικαιωμάτων τῶν πο-
1139λιτῶν.
1140Ὅτε ὅμως αἱ ἔκνομοι τῶν δύο τούτων ἀστυνομικῶν ὀργά-
1141νων πράξεις κατηγγέλθησαν, εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ ἐξ
1142Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐκφράσας τὴν
1143ἀπορίαν του ἐπὶ τῇ ἀναισθησίᾳ τῶν κακοποιουμένων οὕτω
1144πολιτῶν, ἔσπευσε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀπεριφράστως τὴν συμ-
1145βουλὴν, νὰ λάβωσιν ἀνὰ χεῖρας τὰ ὅπλα, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ
1146τιμωρήσωσι τοὺς παρεκτρεπομένους ἀστυνομικούς, καὶ νὰ
1147μὴ ἀρκῶνται εἰς τὰς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς προσφυγὰς, αἱ
1148ὁποῖαι, κατ’ αὐτόν, ἀποδεικνύουσι τοὺς πολίτας αὐτοὺς ἀφι-
1149λοτίμους καὶ ἀναξίους τῶν ἐλευθεριῶν των. Ἐζήτησα ἀμέ-
1150σως τὸν λόγον, ἵνα δώσω κατάλληλόν τινα ἀπάντησιν εἰς
1151τὸν κ. συνάδελφον· ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μου ὅμως αἰτήσει ἐξη-
1152γέρθησαν οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν συνάδελφοι, οἱ πάντοτε
1153προθυμοποιούμενοι νὰ χαρακτηρίζωσι πάντα ἀντιπολιτευό-
1154μενον κωλυσιεργόν, καὶ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι πράγματι ἐσκό-
1155πουν νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βου-
1156λῆς, παρῃτήθην τοῦ λόγου, δηλώσας, ὅτι θὰ ὁμιλήσω σήμε-
1157ρον, ὅτε εὐχαρίστως βλέπω, ὅτι μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος.
1158Πάντες, Κύριοι, γινώσκομεν τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς
1159στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Γινώσκομεν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν ἀεί-
1160μνηστον Τρικούπην Κυβέρνησις, τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ διευ-
1161θύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔφερεν εἰς τὴν
1162Βουλὴν τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1892, τὸ ὁποῖον,
1163βελτιωθὲν κατὰ τὸ 1893, ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894,
1164καὶ ἐλειτούργει ἔκτοτε κατὰ τρόπον ἀνταποκριθέντα εἰς τὰς
1165προσδοκίας καὶ τοῦ ἀπαιτητικωτέρου πολίτου. Ἀλλὰ μετά
1166τινα χρόνον τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ κατὰ τὸ 1895
1167ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής, ἡ Κυ-
1168βέρνησις τοῦ ὁποίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέ-
1169διον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρ-
1170χηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Εἰς μάτην τότε πολλοὶ τῶν παρα-
1171καθημένων ἐνταῦθα παρεκαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ
1172προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου, λέγοντες πρὸς
1173ἐκείνην, ὅτι, καταργουμένου τοῦ Ἀρχηγείου, ἡ ἀστυνομία
1174θ’ ἀπεκεφαλίζετο, καὶ ἀκέφαλος θὰ παρεδίδετο εἰς τὴν διά-
1175θεσιν τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος κόμματος. Ἡ τότε Κυβέρνη-
1176σις, μὴ ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τῶν ὑπολογισμῶν της καὶ τῶν
1177μετὰ τούτους γνωμῶν της, ἐπέμεινε, καὶ τὸ νομοσχέδιον
1178ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, μετὰ μακρὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διεξα-
1179χθεῖσαν πάλην, ἧς συμμετέσχον τότε πολλοί, μεταξὺ τῶν
1180ὁποίων καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ
1181ἀγόρευσις τοῦ ὁποίου δύναται σήμερον, ἀναγινωσκομένη ἐν-
1182ταῦθα, νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἀπορῶμεν, πῶς ἐν διαστήματι ὀλί-
1183γων ἐτῶν τόσον μετέβαλε γνώμην, ἢ ἐλησμόνησεν ὅ,τι τότε
1184ὁ ἴδιος ἔλεγεν.
1185Ὡς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις βιάζεται νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον
1186τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὕτω καὶ ἡ τότε Κυ-
1187βέρνησις ἐβιάζετο νὰ καταστήσῃ νόμον τὸ περὶ καταργήσεως
1188τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς νομοσχέδιόν της, καὶ τὴν
1189βίαν ταύτην βλέπων τότε ὁ νῦν κύριος Πρωθυπουργός, ἤρ-
1190ξατο τῆς ἀγορεύσεώς του διὰ τῶν ἐρωτημάτων: «Διατὶ το-
1191σοῦτον ἀνυπομονεῖτε πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου;
1192Πρὸς τί τοσαύτη σπουδή; Τί ἐπιδιώκετε δι’ αὐτῆς;» Καὶ
1193ἐν σχέσει πρὸς τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέ-
1194λησαν οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χαρακτηρίσωσιν ἡμᾶς ὡς
1195κωλυσιεργούς, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πτέρυ-
1196γος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιάν), καίτοι κάπως δὲν συμπί-
1197πτουσι τὰ πράγματα: διατὶ τόσον ἀνυπομονεῖτε διὰ τὴν ψή-
1198φισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; πρὸς τί ἡ σπουδὴ αὕτη;
1199§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον.
1200§67Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ εἶπον πρὸ ὑμῶν.
1201Ἀλλὰ προβαίνων ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ἔλεγε τότε καὶ
1202ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἄσχετα: «Καὶ ποῖα ἦσαν
1203τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτι-
1204κῆς ἀστυνομίας; Τὰ ἐγκλήματα περιωρίσθησαν, ὁ τραμπου-
1205κισμὸς ἐξέλιπε, τὰ ταραχοποιὰ στοιχεῖα ᾐσθάνθησαν, ὅτι δὲν
1206ἐπιτρέπεται αὐτοῖς, ὡς πρότερον, ἐλευθερία, τὸ λαθρεμπό-
1207ριον περιωρίσθη, ἡ τάξις ἠδραιώθη, καὶ ἡ ἡσυχία τῶν πολι-
1208τῶν ἐξησφαλίσθη. Καὶ ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων τού-
1209των, τί παρατηρεῖται, Κύριοι; Ὅτι βεβαίως ἐξακολουθεῖ
1210ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, κατὰ
1211τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ οἱ οἰκοκυραῖοι, αἱ συντηρητικαὶ τῆς κοινω-
1212νίας τάξεις, κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ
1213τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας...»
1214Εἶπε, λέγω, ταῦτα τότε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος
1215διὰ τοῦ ἔργου του, ἤτοι τῆς καταργήσεως τοῦ τόσον τότε
1216ἐνθουσιάζοντος αὐτὸν θεσμοῦ, ἀποδεικνύεται ἀπαρνούμενος
1217καὶ ἐγκαταλείπων τοὺς οἰκοκυραίους καὶ τὰ συντηρητικὰ
1218τοῦ τόπου στοιχεῖα. Ἀλλὰ σὺν τούτοις ὁ νῦν κ. Πρωθυπουρ-
1219γός, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν τότε τοιοῦτον, τὸν ὀλίγον πρὸ
1220τῆς συζητήσεως ἐκείνης δηλώσαντα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προ-
1221ετίθετο νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ
1222κατήργει τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἔλεγε ταῦτα, εἰς τὰ
1223ὁποῖα παρακαλῶ νὰ προσέξωσιν, ὅσοι θέλουσι νὰ μάθωσι τὸ
1224αἴτιον τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς ἣν ἀπό τινος περιῆλθον
1225τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας:
1226«Μετὰ τὰς δηλώσεις ὑμῶν περὶ προσεχοῦς καταργάσεως,
1227ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἀπώλεσε πᾶν γόητρον. Πῶς εἶ-
1228ναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἠθικὴν δύναμιν ἡ ἀστυνομία, ὅταν ἡ
1229Ἑλλὰς ὅλη γινώσκῃ, ὅτι ἡ ζωὴ τῆς ἀστυνομίας ταύτης
1230παύει τὴν 31 Δεκεμβρίου; Ποῖον ζῆλον δύνανται νὰ ἔχωσιν
1231οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται σήμερον, ὅτε γνωρίζουσιν, ὅτι
1232μετά τινας μῆνας ἡ λειτουργία αὐτῶν παύει; Διατηρεῖτε
1233τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀφοῦ ἐστερήσατε αὐτὴν διὰ
1234τῶν δηλώσεών σας πάσης ἠθικῆς δυνάμεως, παντὸς γοήτρου,
1235καὶ τὴν καθιστᾶτε ὑποχείριον τῆς πολιτικῆς.»
1236Ἀλλ’ ἄν, κατὰ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργόν, μία ἁπλῆ δή-
1237λωσις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ περὶ καταργήσεως τῆς ἀστυ-
1238νομίας ἐστέρησεν αὐτὴν παντὸς γοήτρου καὶ πάσης ἠθικῆς
1239δυνάμεως, νῦν, ὅτε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς προέβη, οὐχὶ εἰς
1240δήλωσιν, ἀλλ’ εἰς ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν καὶ δημοσίευσιν νό-
1241μου περὶ καταργήσεως αὐτῆς, δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1242ὅτι τὸ σῶμα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας περιῆλθεν εἰς ἔτι
1243χείρονα κατάστασιν;
1244Ταῦτα, Κύριοι, ἀρκοῦσι, νομίζω, ἵνα πεισθῇ ὁ κ. συνά-
1245δελφος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπε
1246χθὲς, ἠδίκησε μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀστυνομίαν, κακὴν δ’ ἀφ’ ἑ-
1247τέρου ἔδωσε συμβουλὴν εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς ὑποβαλόντας
1248τὰ κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων παράπονά των, καθ’ ὃν
1249τρόπον πολλάκις οἱ συμπολῖταί του δι’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὑπέ-
1250βαλον· καὶ τούτου οὕτως ἔχοντος, καλῶς, νομίζω, θὰ ἔπρατ-
1251τεν, ἂν ἐφρόντιζε νὰ καταδείξῃ εἰς τοὺς πολίτας τοὺς ἀλη-
1252θεῖς αἰτίους τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ νὰ συμβουλεύ-
1253σῃ αὐτοὺς νὰ ἐπιτεθῶσιν, οὐχὶ κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀρ-
1254γάνων, τῶν θυμάτων τῆς κυβερνητικῆς ἀτασθαλίας, ἀλλὰ
1255κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν τοιαύτην τοῦ
1256ἀστυνομικοῦ σώματος κατάστασιν. (Θόρυβος).
1257§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½.
1258(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
1259δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
1260§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
1261Κύριοι Βουλευταὶ, παρακαλῶ, εἰς τὰς θέσεις σας.
1262§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1263§71Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπὸ διπλῆν ἔποψιν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐξε-
1264ταστέος ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἢ τ’ ἀποτε-
1265λέσματα αὐτοῦ· ἡ μία εἶναι, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἔβλαψε τὸν
1266στρατόν· ἡ ἄλλη, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐπέτυχεν ἐν τῇ ἀστυ-
1267νομικῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ πολιτικῇ. Διὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν,
1268περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυ-
1269νομίας εἰς τὸν στρατὸν, ἔχομεν, πλὴν τῆς ὁμοφώνου γνώμης
1270ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου,
1271τοῦ ἀξιοτίμου ἤδη Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς
1272τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, φέ-
1273ρων ὡς σοβαρώτερον ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανα-
1274φέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατόν, χάριν τοῦ στρατοῦ.
1275Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω νὰ ἐξετάσω, εἶναι ἡ δρᾶσις
1276τῆς ἀστυνομίας τῆς στρατιωτικῆς ἐν τῇ καθαρῶς ἀστυνο-
1277μικῇ ὑπηρεσίᾳ· ἐπειδὴ δὲ ἤχθη ἀπόψε τὸ ζήτημα, καὶ ἐλέ-
1278χθη, ὅτι αἰτία τῆς ἀποτυχίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας
1279ἦτο ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἠναγ-
1280κάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσω καὶ τὴν ἰδι-
1281κήν μου ψῆφον, διότι εἶμαι ἐκ τῶν καταψηφισάντων τότε
1282τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ
1283τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χω-
1284ροφυλακῆς, καὶ ἐκ τῶν ἐργασθέντων ὁπωσδήποτε εἰς τὴν
1285κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἀνῆκον
1286τότε εἰς τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ ἔντιμος καὶ σε-
1287βαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας
1288ἐψήφισα.
1289Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐφηρμό-
1290σθη ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1894, καὶ τὸ Κράτος καὶ αἱ
1291ἐπαρχίαι ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου εὑρέθησαν ὑπὸ στρα-
1292τιωτικὸν νόμον. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι, ὁπουδήποτε καὶ
1293ἂν ἐστάλησαν, ἐξ οἱουδήποτε ὅπλου καὶ ἂν ἐξελέγησαν, μίαν
1294εἶχον συμπεριφορὰν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχον διδαχθῆ ἐν
1295τῷ στρατῷ, καὶ μίαν εἶχον ἀνατροφὴν, τὴν στρατιωτικὴν
1296ἀνατροφήν. Βεβαίως οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἄνθρω-
1297ποι οὕτω μεμορφωμένοι ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσιν ἐν τῷ στα-
1298δίῳ τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο δύναται νὰ ἦναι
1299παρὰ συγγενὲς πρὸς τὸ στάδιον τὸ στρατιωτικόν. Οἱ ἀξιω-
1300ματικοὶ ἀστυνόμοι ἠγνόουν καὶ αὐτὰ τὰ στοιχειώδη καθή-
1301κοντα τοῦ ἀστυνόμου· ἐνῷ δὲν ἠδύναντο νὰ συμμορφωθῶσι
1302οὐδὲ πρὸς τὴν συμπεριφοράν, τὴν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀστυνομικῶν
1303στοιχείων ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν ἀστυνόμον, δὲν ἐνόουν, ὅτι
1304εἶχον καὶ εἰρηνοποιὸν ἀποστολήν· ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ
1305μεταχειρισθῶσι τοὺς πολίτας αὐστηρότερον παρ’ ὅσον μετε-
1306χειρίζοντο τοὺς στρατιώτας ἐν τοῖς στρατῶσιν· ἐνόμιζον, ὅτι
1307ἠδύναντο νὰ διδάξωσι τοὺς πολίτας πειθαρχίαν. Καὶ ἐνῷ
1308ἐνόμιζον ταῦτα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συμπεριφορᾶς πρὸς τοὺς
1309πολίτας, ἀφ’ ἑτέρου κατήντησαν μάστιγες δι’ ἄλλων νόμων,
1310συντελούντων καὶ εἰς κατάθλιψιν τῶν πολιτῶν καὶ εἰς δια-
1311φθορὰν αὐτῶν τῶν ἀστυνόμων. Ἕν αἴτιον—τὸ καὶ μεγα-
1312λείτερον, κατ’ ἐμέ, — πρὸς κατάθλιψιν τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ
1313καὶ πρὸς διαφθορὰν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, εἶ-
1314ναι ὁ νόμος τῆς ποιμνιοβοσκῆς. Εὐθὺς ὡς εἰσέβαλον εἰς τὴν
1315ἀστυνομίαν οἱ στρατιωτικοί, ἓν εἶχον μέλημα οἱ πλεῖστοι
1316τούτων, πῶς νὰ πλουτίσωσιν, ἐκμεταλλευόμενοι τὸν νόμον
1317περὶ ποιμνιοβοσκῆς· καὶ ἐνεθαρρύνοντο εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν Δι-
1318καστηρίων, διότι ταῦτα, ἐξ ἄλλου λόγου ὁρμώμενα, καὶ νο-
1319μίζοντα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσωσι τὸν θεσμὸν τῆς στρατιω-
1320τικῆς ἀστυνομίας χάριν τῆς τάξεως, ἐφέροντο μεθ’ ὅσης δὲν
1321ἔπρεπεν ἐπιεικείας πρὸς τοὺς κατηγορουμένους ἀξιωματι-
1322κούς, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἀπεθρασύνθησαν, καὶ κατέθλιβον τοὺς
1323πολίτας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατεστάλησαν—ὀφείλω
1324νὰ τὸ ὁμολογήσω—τὰ κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλήματα ἐν ταῖς
1325ἀγοραῖς, ἀλλ’ ηὔξησαν ταῦτα ἐν τοῖς ἀγροῖς, κατὰ τὰς ἐφό-
1326δους καὶ τὰς μάχας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο μεταξὺ στρατιωτῶν
1327καὶ πολιτῶν διὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπ’ αὐτῶν τῶν ποιμνίων. Ἐπὶ
1328τοσοῦτον κατεπιέσθη ὁ λαός, ὥστε, ὅτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ
13291895 ἐζητοῦμεν τὰς ψήφους τοῦ λαοῦ, ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς
1330βουλευτικὰς ἐκλογάς, μίαν προέβαλλον εἰς ἡμᾶς ἀξίωσιν οἱ
1331ἐκλογεῖς, νὰ σπεύσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν στρατιωτι-
1332κὴν ἀστυνομίαν, καὶ ὅτε ἀνεχώρουν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου διὰ
1333τὰς Ἀθήνας, μὲ μίαν μὲ προέπεμπον εὐχὴν καὶ παράκλη-
1334σιν, νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
1335νομία. Ἐπὶ τοσοῦτον εἶχον καταθλιβῆ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου!
1336Ἐγνώριζον δὲ τοῦτο ἐγὼ καλλίτερον καὶ αὐτῶν τῶν ἐκλο-
1337γέων μου, διότι, ὡς δικηγόρος ἐν Τριπόλει, κατὰ τοὺς τελευ-
1338ταίους μῆνας τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου
1339περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶχον ὑπερασπίσει εἰς τὸ Κα-
1340κουργοδικεῖον, ναὶ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, 15 στρατιωτικοὺς
1341ἐπὶ ἀναιρέσεσι καὶ ἐπὶ τραύμασι θανατηφόροις, τὰ ὁποῖα ἐτέ-
1342λουν πῶς; διὰ μίαν αἰτίαν· καταγινόμενοι νὰ συλλάβωσι τὰ
1343ποίμνια τοῦ λαοῦ, ὡς βόσκοντα παρανόμως, διὰ νὰ λάβωσι
1344τὰ σύλληπτρα. Καὶ εἶχον ἀκόμη τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὡς λειτουρ-
1345γεῖ ὁ νόμος, ὑπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἠδύ-
1346νατο παρὰ νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, διότι καὶ τοῦτο,
1347τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐνεθάρρυνε τοὺς ἀστυνόμους ἀξιωματικοὺς εἰς
1348τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν καὶ τὴν παράβασιν τῶν καθη-
1349κόντων, τοὺς ἐνεθάρρυνε δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔκαμνε
1350τοὺς πολίτας νὰ πιστεύωσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνεύρωσι
1351δικαιοσύνην, καὶ ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν τυράννων αὐτῶν, τοὺς
1352ὁποίους ἐπεκάθισαν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ! Ἐνθυμοῦ-
1353μαι ἐγὼ ἀστυνόμον, καταγγελθέντα διὰ 35 παρανόμους πρά-
1354ξεις, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὐδὲν ἐνηργεῖτο κατ’ αὐτοῦ! Ἐστά-
1355λη ἀναφορά, ὑπογεγραμμένη παρ’ ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ
1356δήμου, καὶ ἐστάλη, εἰς πενταπλᾶ ἀντίτυπα, εἰς τὸ Ὑπουρ-
1357γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
1358κῶν, εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν Νομάρχην καὶ εἰς τὸ
1359Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μόλις μετὰ μῆνας πέντε
1360διετάχθη εἷς ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις! Ὁ ἐπι-
1361θεωρητὴς μετέβη εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐγκαθι-
1362δρύθη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ἐκεῖ ἐκάλει τοὺς
1363μάρτυρας πολίτας νὰ μεταβῶσιν, ἵνα καταθέσωσι κατὰ τοῦ
1364ἀστυνόμου! Ἀλλ’ ὡδηγοῦντο εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ ἀνακρι-
1365τοῦ, ἀφοῦ πρῶτον διήρχοντο ἐκ τοῦ δωματίου τοῦ κατηγο-
1366ρουμένου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐκ τῶν ἑκατὸν ὑπογεγραμμένων
1367μόνον πέντε προσῆλθον, οἱ ἄλλοι ἐτράπησαν εἰς φυγήν· ἐπε-
1368τεύχθη δὲ τότε ἡ μετάθεσις ἐκείνου τοῦ ἀστυνόμου, μόνον
1369διότι καὶ ἡ δημοσιογραφία ἐξεμάνη.
1370Καὶ ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1895, συνεζητοῦντο
1371δὲ τότε τὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ
1372ἐζητεῖτο λόγος τῶν πεπραγμένων, καὶ ἐπεχειρήθη νὰ ζητη-
1373θῶσι καὶ εὐθῦναι· ἀλλὰ τίς ἦτο ὑπεύθυνος; Πολὺ δικαίως δὲ
1374ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε τότε, ὅτι οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἐνα-
1375σκήσῃ ἐπιρροὴν καὶ ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωρο-
1376φυλακῆς· τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἦτο δοσίλο-
1377γον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, διὰ τὰς πράξεις δὲ ἐκείνας οὐδεὶς
1378ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ νόμος!
1379Ἐνθυμοῦμαι δὲ τοῦτο τὸ χαρακτηριστικώτατον, τὸ ὁποῖον
1380μὲ ἠνάγκασε νὰ ἦμαι μανιώδης κατὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς
1381χωροφυλακῆς, ὅτι, ὅτε ἐζητήσαμεν νὰ στείλῃ τοῦτο εἰς τὴν
1382Βουλὴν κατάστασιν τῶν καταγγελθεισῶν παραβάσεων ὑπὸ
1383τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ εἰδικῶς κατάστασιν τῶν ἀναι-
1384ρέσεων, τῶν διαπραχθεισῶν ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων,
1385ἐν ᾧ ἐγὼ ἐγνώριζον, ὅτι εἶχον ὑπερασπισθῆ 15 ἐπὶ ἀναιρέ-
1386σεσι καταγγελθέντας, ἐλάβομεν κατάστασιν ἀπὸ τὸ Ἀρχη-
1387γεῖον τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι οὐδεμία τοι-
1388αύτη κατηγγέλθη παράβασις!
1389Καὶ ἐψηφίσαμεν, Κύριοι, τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου
1390τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἀνέπνευσεν ὁ λαός, καὶ ἐμακάρισε
1391τοὺς καταργήσαντας τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς.
1392Ἐφ’ ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήσκει ἐντὸς
1393τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, καὶ ἐνήσκει ὡς ἔδει τὸ δικαίωμα τοῦ
1394μεταθέτειν ἢ παύειν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους, ἐφ’ ὅσον
1395οὕτως ἐφέρετο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεὶς ὑπῆρ-
1396χεν, ὁ ὁποῖος νὰ δικαιολογῇ ἐκείνους, ὅσοι ὑπεστήριζον, ὅτι
1397καθίσταται ἀκέφαλος ἡ ἀστυνομία, καὶ ὡς τοιαύτη θὰ ἀπο-
1398τύχῃ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλα-
1399κῆς, πάντες δὲ ἐφρόνουν, ὅτι ἐπιτυχῶς ἐνηργήθη ἡ κατάρ-
1400γησις τοῦ Ἀρχηγείου. Σήμερον ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος συν-
1401άδελφος παρουσιάζει ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς λόγον τῆς ἀποτυ-
1402χίας τῆς σημερινῆς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χω-
1403ροφυλακῆς!...
1404§72Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ ἐγώ. Ἐγὼ ἀπέδωσα τὴν
1405κατάστασιν τὴν σημερινὴν τῆς ἀστυνομίας εἰς τὴν ἀπρονοη-
1406σίαν καὶ ἀμέλειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰ τῆς ἀστυ-
1407νομίας.
1408§73ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε εἶμαι σύμφωνος.
1409Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔπο-
1410ψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ κρίνω τοῦτο ἐξεταστέον, καὶ νὰ
1411ἀνεύρω τοὺς ὑπευθύνους καὶ τὰ διορθωτέα.
1412Συντελεῖ εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομίας,
1413τὴν οἰκτράν, ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἀλλὰ συντελεῖ, ὡς συνε-
1414τέλεσεν ἀπὸ ἐτῶν, ἰδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν,
1415τὸ ὁποῖον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπροκαλύπτως ὑπονομεύει τὸν
1416θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1417Στρατιωτικῶν, ὁσάκις πρόκηται νὰ δώσῃ ἀξιωματικὸν εἰς
1418συμπλήρωσιν θέσεως ἀστυνομικῆς κενῆς, γνωρίζει ὁ κ. συνά-
1419δελφος ἐξ Οἰτύλου, ποίους στέλλει ἀξιωματικούς· καὶ διὰ
1420νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατόν, εὗρε τὴν
1421μέθοδον τοῦ προβιβάζειν εἰς ἀξιωματικοὺς τοὺς μὴ κριθέντας
1422ἀξίους νὰ μαθητεύσωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματι-
1423κῶν! εὗρε τὴν μέθοδον νὰ στέλλῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς νὰ
1424ἐκτελοῦν καθήκοντα ἀστυνόμου· καὶ ὅταν ἔρχωνται νὰ διευ-
1425θύνουν οἱ χθεσινοὶ ὑπαξιωματικοὶ ἢ ἀνθυπασπισταὶ, δύνασθε
1426νὰ συμπεράνητε, πῶς διοικεῖται ὁ τόπος, καὶ πῶς ἐφαρμό-
1427ζονται οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι. Ἄλλοτε τοὐλάχιστον, ὑπὸ τὸ
1428Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ ἀξιω-
1429ματικοὺς ἀπείρους μὲν καὶ ἀνικάνους πρὸς τὸ ἀστυνομεύειν,
1430ἀλλ’ ἔχοντας συναίσθησιν τοῦ βαθμοῦ των καὶ τῆς προσωπι-
1431κότητός των. Δὲν παρετηρήθη τότε ἀστυνόμος συρόμενος εἰς
1432τὰ οἰνοπωλεῖα, καὶ ἐμπαιζόμενος ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἢ δὲν
1433ξεύρω τί ἄλλο πάσχων, πρὸς ἐξευτελισμὸν καὶ τοῦ βαθμοῦ
1434του τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀξιώματός του,
1435ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ του! Συνέβη τοῦτο—εἶμαι μάρ-
1436τυς.—Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀστυνομίας σήμερον, καὶ ὑπὸ τὴν
1437διοίκησιν τῶν ἀστυνόμων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους στέλλουν τὰ
1438Ὑπουργεῖα, εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν πολὺ χειροτέραν τῆς
1439προτέρας. Διπλοῦς εἶναι ὁ λόγος, οὗ ἕνεκα τοιαύτην οἰκτρὰν
1440ἀποτυχίαν ὑπέστη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ὁ θεσμὸς
1441τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· τὸ μὲν, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν στέλ-
1442λομεν κατάλληλα πρόσωπα, τὸ δὲ ἡ θέσις τῆς πολιτικῆς ἐν
1443τῷ θεσμῷ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οἱ ἀστυνόμοι ἐκ-
1444λέγονται ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης φατρίας· ἐκλέγονται δὲ οἱ ζη-
1445τοῦντες νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη,
1446τὴν ὁποίαν ἐξύμνησεν ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ
1447ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐθεωρεῖτο ὄχι εὐπρεπὲς τὸ νὰ διορισθῇ ὁ ἀξιω-
1448ματικὸς ἀστυνόμος· ἐπιδιώκουν σήμερον οἱ ἀνθυπασπισταὶ
1449κυρίως νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι, καὶ ὑπακούουσιν εἰς τὰς
1450διαταγὰς τῶν προστατῶν των πολιτευομένων· διὰ ποῖον, νο-
1451μίζετε, λόγον; Διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνανται
1452νὰ συμπληρώνωσι τὸν γλίσχρον μισθόν των ἐκ τοῦ νόμου
1453περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ τῶν ἄλλων προσόδων τῆς ἀστυνο-
1454μικῆς ὑπηρεσίας...
1455§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν λέγετε λεπτομερείας;
1456§75ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε λεπτομερείας, ἐνθυμοῦμαι μίαν
1457περίπτωσιν ἀστυνόμου μὲ διακόσια κεφάλια τυροῦ μέσα εἰς
1458τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα! Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνα-
1459φέρωμεν τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους.
1460Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν βλέ-
1461πομεν καὶ καμαρώνομεν! Διεκτραγῳδοῦνται εἰς τὸ Δικαστή-
1462ριον τῶν Ἀθηνῶν, ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, τὰ ὄργια, τὰ δια-
1463πραχθέντα ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι τῆς Χαλκίδος,
1464καὶ μονονουχὶ ζητοῦσι τὴν ἀπονομὴν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σω-
1465τῆρος οἱ διαπράξαντες τὰ τοιαῦτα ὄργια ἀστυνομικοὶ, καὶ
1466δὲν βλέπω ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν οὕτω παραβια-
1467σάντων τοὺς νόμους! Καὶ σιωπῶμεν, ὅταν βλέπωμεν (ὡς εἰς
1468τὰς ἐφημερίδας χθὲς ἀνεγίνωσκον), ὅτι κατ’ ἀντιμολίαν κατε-
1469δικάσθησαν ἀστυνόμοι ἀξιωματικοὶ ἐπὶ ζωοκλοπῇ ἐν τῷ Δι-
1470καστηρίῳ Μεσολογγίου, καίτοι γνωρίζομεν, ὅτι ἐπέρχονται αἱ
1471καταδίκαι αὗται, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιείκειαν τῶν Δικαστηρίων,
1472προσπαθούντων ἀκόμη νὰ συγκρατήσωσι τὸν θεσμὸν τῆς στρα-
1473τιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι νομίζουσι καὶ τὰ Δικαστήρια, ὅτι
1474δύνανται νὰ ἐκτελῶσι καθήκοντα ὁπωσδήποτε νομοθετικὰ,
1475καὶ νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν συγκράτησιν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ
1476ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει κατέπεσεν!...
1477§76Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς σκοτώνουν
1478λοιπὸν, ἢ ὄχι;
1479§77ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότι-
1480μος συνάδελφος: «νὰ τοὺς σκοτώνωμεν λοιπὸν, ἢ νὰ μὴ τοὺς
1481σκοτώνωμεν;» Ὅταν οὕτω φέρωνται τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα,
1482ὅταν ἔργον αὐτῶν ἦναι, ὄχι νὰ προστατεύωσι τοὺς πολί-
1483τας καὶ νὰ διατηρῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ πῶς νὰ κλέ-
1484πτωσι καὶ νὰ καταπιέζωσι τοὺς πολίτας, τί θέλετε νὰ κάμῃ
1485ὁ πολίτης; Εἶναι δόγμα πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον συζητεῖται,
1486ἐὰν δύναται ὁ πολίτης νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῆς ἀρχῆς παρανο-
1487μούσης· ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ δόγμα κατέρριψαν τὰ Δικαστή-
1488ρια ἡμῶν, ὠθούμενα ἀπὸ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα
1489πρότερον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν ἡ ἀρχὴ παρανομῇ,
1490δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς πολίτας νὰ ἀνθίστανται. Καὶ λέ-
1491γουσι μὲν οἱ πολῖται, ὅτι ὁ παρανομῶν στρατιωτικὸς, εὐθὺς
1492ὡς ὑπερβῇ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ καὶ πράττῃ ὅ,τι ὁ νόμος τῷ
1493ἀπαγορεύει, ἀποβάλλει τὰς ἐπωμίδας τοῦ στρατιώτου, τὸν
1494μανδύαν τοῦ δημοσίου ὑπηρέτου, καὶ εἶναι ἁπλοῦς παραβά-
1495της τῶν νόμων, καὶ δύνανται νὰ ἀμυνθῶσι κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ
1496τὰ Δικαστήρια, κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφε, δὲν
1497ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἰδέαν, καὶ τσακίζουσι τοὺς πολίτας! Καὶ ἔχω
1498ἓν παράδειγμα προχθεσινόν· παρέπεμψαν μὲν ἕνα ἐνωμοτάρ-
1499χην, ἀστυνομεύοντα ἐν Λεωνιδίῳ, διότι εἶχε μεθύσει καὶ ἐβγῆκε
1500μὲ τὸ πιστόλι, ὅποιον εὕρῃ, νὰ σκοτώσῃ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ
1501τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐπετάχθησαν, ἵνα σταματήσουν αὐ-
1502τὸν, ὄχι ἵνα ἀντιστῶσι, τοὺς παρέπεμψαν εἰς τὸ Πλημμελειο-
1503δικεῖον ἐπὶ ἀντιστάσει· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διέταξαν
1504καὶ τὴν σύλληψιν καὶ τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν! (ἀλλὰ τοῦτο
1505ἀνάγεται εἰς τὸν κύκλον τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουρ-
1506γοῦ)· διέταξαν τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν, διότι ὑπῆρχε φόβος,
1507μήπως ἀπομακρυνθῶσι τῆς ἀνακρίσεως· τίνες; ὁ Δήμαρχος,
1508δύο δικηγόροι, δύο ἰατροί, εἷς φαρμακοποιὸς καὶ τέσσαρες
1509ἔμποροι! Καὶ τοὺς κατέστησαν φυγοδίκους τοὺς ἀνθρώπους,
1510ἵνα ἐνισχύσωσι τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας!
1511Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου
1512Λιμηρᾶς ἀξιότιμος συνάδελφος, περὶ τοῦ ἀνθίστασθαι κατὰ
1513τῶν παρανομούντων ὑπαλλήλων· δὲν τολμῶ ὅμως νὰ τὴν
1514συμβουλεύσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω Δι-
1515καστήρια θέλοντα νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους κατὰ τοὺς νό-
1516μους, καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἰδίαν των κρίσιν.
1517Ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν νομίζει ἡ Κυ-
1518βέρνησις, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ θέσῃ πλέον εἰς ἐφαρμογὴν τὸν
1519νέον νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας;—ἐὰν ὄχι διότι ἐλ-
1520πίζω, ὅτι ὁ νέος νόμος περὶ ἀστυνομίας θέλει ἐπιφέρει πλήρη
1521τὴν διόρθωσιν, ἀλλὰ διότι ἐλπίζω, ὅτι θὰ λείψῃ τοὐλάχι-
1522στον τὸ κακὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.—Ζητῶ τὴν
1523ἐφαρμογήν του, μόνον διὰ νὰ μὴ βλέπω τοὺς στρατιωτικοὺς
1524ἀστυνόμους, ζητῶ τὴν ἐφαρμογήν του, μὲ ὁσηνδήποτε καὶ
1525ἂν πρόκηται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος δαπάνην, διότι νομίζω,
1526ὅτι ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν πολι-
1527τῶν καὶ τὴν συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, διότι, ἐπὶ
1528πλέον, ὁσαδήποτε καὶ ἂν δαπανήσωμεν, ταῦτα θὰ ἦναι ὀλι-
1529γώτερα τῶν ὅσα πληρώνει ἤδη ὁ λαὸς πρὸς αὐτοὺς τοὺς
1530ἀστυνόμους ὡς χαράτσι! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1531§78Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀρ-
1532ξάμενος τοῦ λόγου του, ἔκρινε καλὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βου-
1533λὴν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς
1534ἀστυνομίας. Δὲν ἀξιῶ, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰς γνώμας μου
1535νὰ ἔχω ὀπαδοὺς ἢ συντρόφους, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἀξιῶ
1536νὰ ἔχω ὀπαδὸν εἰς τὰς γνώμας μου τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου
1537Βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον — εἰλικρινῶς δηλῶ ἐνταῦθα — θεωρῶ
1538κατὰ πάντα ἀνώτερόν μου. Ἐνῷ ὅμως ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότι-
1539μος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν ἐπάναγκες διὰ τῶν πρώτων αὑτοῦ
1540λέξεων νὰ δηλώσῃ τὴν διαφωνίαν του πρὸς ἐμέ, εἶδον μετ’
1541εὐχαριστήσεως ἅμα καὶ ἐκπλήξεως, ὅτι εἰς πολλὰ σημεῖα τοῦ
1542ζητήματος τούτου εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι. Καὶ ὁ κ.
1543Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἀρξάμενος τῆς πραγματείας τοῦ ζη-
1544τήματος, ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιω-
1545τικῆς ἀστυνομίας, διὰ τὸν λόγον κυρίως, ὅτι ὁ διορισμὸς ἀξιω-
1546ματικῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ ἀστυνομικῇ παρέλυσε τὸν στρα-
1547τόν, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ μόνῳ πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐργά-
1548ζωνται, διδάσκοντες καὶ διδασκόμενοι τὰ τοῦ κυρίως στρα-
1549τοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ εἶπόν ποτε τὸ ἐναντίον; Ἐγὼ ἤμην
1550καὶ θὰ ἦμαι ἴσως ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπω ἰσχύοντα νό-
1551μον περὶ ἀστυνομίας, νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς
1552τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους, θὰ ἦμαι, λέγω, ὑπὲρ τῆς στρα-
1553τιωτικῆς ἀστυνομίας, ὄχι διότι αὕτη δὲν παραβλάπτει τὰ
1554συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ διότι ἀκραδάντως πιστεύω,
1555ἐκ τῆς μακρᾶς ἤδη πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῆς ἐφαρ-
1556μογῆς τοῦ νόμου τούτου, ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς στρα-
1557τιωτικῆς ἀστυνομίας ἡ Ἑλλὰς εὗρε σχετικήν τινα ἡσυχίαν
1558καὶ τάξιν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκ Κυνουρίας ἀξιοτί-
1559μου Βουλευτοῦ λεχθέντα πρὸ ὀλίγου, δὲν ἀξιῶ νὰ νομίζωνται
1560οἱ ἀξιωματικοὶ ἄνθρωποι ἀναμάρτητοι καὶ, ὡς εἶπον προη-
1561γουμένως, ὡς στρατολογηθέντες μεταξὺ τῶν ἁγίων. Εἶπον
1562καὶ λέγω καὶ θὰ λέγω, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι Ἕλληνες, καὶ ὅτι
1563δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι πολὺ διάφοροι τοῦ περιβάλλοντος.
1564Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὶ καθ’ ἑκάστην σφάλλονται, ἐνῷ αὐτοὶ καθ’
1565ἑκάστην, ὡς πάντες ἐνταῦθα λέγομεν, καταπατοῦσι τοὺς νό-
1566μους, ποῦ εἶναι τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ νόμοι τι-
1567μωροῦσι τοὺς παρεκτρεπομένους, διὰ τῶν ὁποίων οἱ νόμοι
1568ἐπαναφέρουσιν εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τοὺς παρεκτρεπομένους
1569καὶ παρανομοῦντας, καὶ δὲν τὰ ἐφαρμόζομεν; Ἐθεσπίσαμεν
1570ποτὲ ἐνταῦθα, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι δὲν δίδουσιν εὐθύνας διὰ τὰς
1571πράξεις των;
1572Ὅτε ἐγένετο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, δὲν ἐγένετο, ὅπως
1573διαφθαρῇ ὁ στρατὸς, ὑπηρετούντων ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπη-
1574ρεσίᾳ τῶν μελῶν αὐτοῦ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα. Γνωρίζω, ὅτι ἐκεῖ-
1575νος, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐσκέφθη τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς
1576ἀστυνομίας, ἐσκέφθη καὶ κατέφυγε τὸ πρῶτον καὶ ἐζήτησε
1577παρὰ τοῦ στρατοῦ τὰ πρόσωπα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυ-
1578νομίας, διὰ τὸν λόγον μόνον, ὅτι ἐκεῖ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἀν-
1579θρώπους ἔχοντας σύμπνοιαν, ἀγαπωμένους ὁπωσδήποτε με-
1580ταξύ των, καὶ πονοῦντας ὁ εἷς διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἄλλου, εἰς
1581τρόπον ὥστε ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία καθ’ ὅλας τὰς ἀστυνο-
1582μικὰς περιφερείας νὰ γίνεται ἐν συνοχῇ, ἡ ὁποία εἶναι τὸ
1583πρώτιστον ἐχέγγυον τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς ἀστυνομικῆς
1584ὑπηρεσίας. Καὶ ὅτε ἀπεφάσισαν νὰ συστήσωσι τὸ σῶμα τῆς
1585στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἐσκέ-
1586φθησαν τοῦτο, βεβαίως δὲν ἤγοντο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ κρα-
1587τήσωσιν ἀπεσπασμένους ἐν τῷ σώματι τῆς ἀστυνομίας ἀξιω-
1588ματικούς, καὶ νὰ στερήσωσιν αὐτῶν τὸ σῶμα τὸ κύριον, εἰς τὸ
1589ὁποῖον ἀνήκουσιν, ἀλλ’ ἐσκέπτοντο νὰ καταρτίσωσι σὺν τῷ
1590χρόνῳ ἀστυνομικὸν σῶμα ἴδιον, ἀστυνομικὸν σῶμα εἰδικὸν,
1591λαμβάνοντες καὶ ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὡς πυρῆνα τοῦ σώματος
1592τούτου, ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κριθῇ ἱκανοὶ εἰς ἐκ-
1593τέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει
1594δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῶσιν ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἀστυνομι-
1595κοῦ σώματος ἐκ τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο πράττοντες θὰ
1596ἠκρωτηρίαζον αὐτὸν, βεβαίως εἶχον καὶ τὴν σκέψιν, ὅτι τὰ
1597κενὰ, τὰ προκύψοντα, ἠδύναντο νὰ συμπληρώσωσι, προσλαμ-
1598βάνοντες καὶ ἀνθρώπους γνώστας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς
1599ἐξ Οἰτύλου, τῶν νόμων, τουτέστι νομικοὺς, οἱ ὁποῖοι προθύ-
1600μως βεβαίως θὰ ἐδέχοντο νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν παρὰ τῇ
1601ἀστυνομίᾳ, στρατιωτικῶς πλέον ὠργανωμένῃ, ἀφοῦ προθυμό-
1602τατα πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔσπευσαν καὶ ὑπέστησαν δοκιμα-
1603σίαν, ὅπως γένωνται τελωνοφύλακες. Ἐνῷ οἱ δικηγόροι,—περὶ
1604τῶν ὁποίων, ὡς καὶ περὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν γένει, πολλὰ
1605ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ἐδῶ,—μὴ ἔχοντες, τί νὰ κάμωσιν, ἔσπευ-
1606σαν νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ τελωνοφύλακος, ἡ
1607ὁποία πολὺ χείρων εἶναι, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τῆς θέσεως
1608τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀστυνόμου, δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε,
1609ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν θὰ προσήρχοντο
1610νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν σῶμα, ὑφιστάμενοι τὴν
1611πρὸς τοῦτο δοκιμασίαν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων.
1612Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐκάκισε τοὺς δύο Βου-
1613λευτὰς, ἐμὲ καὶ τὸν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμον συνά-
1614δελφον, ἐπὶ τῷ ὅτι συνεβουλεύσαμεν εἰς τοὺς πολίτας νὰ λά-
1615βωσι τὰ ὅπλα, καὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν ἀστυνόμων...
1616§79Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεβούλευσα
1617αὐτό. Εἶπον νὰ φονεύωσι τὰ κακοήθη ἐκεῖνα ὄργανα, τὰ ὁποῖα,
1618παρὰ τοὺς νόμους, ἀτιμάζουν καὶ φονεύουν τοὺς πολίτας. Ἐγὼ
1619ποτὲ δὲν ἐσκέφθην νὰ συμβουλεύσω τοιοῦτόν τι εἰς τοὺς πο-
1620λίτας, καὶ ἐξ ἀτομικῆς διαθέσεως καὶ ἐκ πατρικῆς κληρο-
1621δοσίας.
1622§80Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ὡς τοιοῦτον σᾶς ἐγνώρισα πάντοτε,
1623ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι χθές, ὡς ἐκ τῶν καταγγελ-
1624θέντων ὀργίων ἀστυνομικῶν τινων ὀργάνων, εἴχετε καταλη-
1625φθῆ ὑπὸ θυμοῦ, ὅστις σᾶς ὑπηγόρευσε τοὺς λόγους ἐκείνους.
1626§81Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι
1627εἶπον χθές, ὅτι οἱ πολῖται πρέπει νὰ ἀμύνωνται κατὰ τῶν
1628τοιούτων κακοηθεστάτων ὀργάνων.
1629§82Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Χθὲς ἐξεφράσατε ἁπλούστατα τὴν λύπην
1630σας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι ἄνδρες μὴ συναισθανόμενοι
1631τὴν ἐλευθερίαν των καὶ ἀνάξιοι αὐτῆς, καὶ τοὺς ὠνομάσατε
1632μάλιστα ἀφιλοτίμους.
1633§83Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὑμᾶς, κύριε συνά-
1634δελφε, εἶμαι ὑπόχρεως, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ δίδετε
1635τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι θεωρῶ τοὺς πολίτας ἐκεί-
1636νους, οἵτινες ὑφίστανται ἀτιμώσεις, κακώσεις, ἀδικίας, παρὰ
1637τοὺς νόμους τοὺς κειμένους ἐν τῷ Κράτει, παρὰ τὰς διατά-
1638ξεις τοῦ Συντάγματος, παρὰ τοιούτων ἀστυνομικῶν ὀργάνων,
1639ὅτι θεωρῶ, λέγω, τοὺς πολίτας ἐκείνους ἀφιλοτίμους, ἂν δέ-
1640χωνται νὰ ὑφίστανται τὰ τοιαῦτα.
1641§84Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔλεγον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου
1642ἐκάκισεν ἐμὲ καὶ τὸν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφον ἐπὶ
1643τῷ ὅτι ἀμφότεροι συνεβουλεύσαμεν τοὺς πολίτας νὰ ἐπιτε-
1644θῶσι κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐπὶ τούτῳ τὸν παρα-
1645καλῶ νὰ δεχθῇ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν μὲ ἐνόησε καλῶς.
1646Ἐγὼ δὲν συνεβούλευσα ἐπίθεσιν τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ἀστυ-
1647νομικῶν ὀργάνων. Ἀπαντήσας μόνον εἰς τὴν τοιαύτην συμ-
1648βουλὴν τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, καὶ ἀνα-
1649πτύξας τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν θεωρῶ ταύ-
1650την ὀρθὴν καὶ δικαίαν, εἶπον, ὅτι, ἀντὶ νὰ συμβουλεύσῃ τοῦτο,
1651καλῶς θὰ ἔπραττε νὰ συνεβούλευεν εἰς τοὺς πολίτας νὰ ἐπι-
1652τεθῶσιν οὐχὶ κατὰ τῶν ἀστυνόμων, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἱ
1653ὁποῖοι κατέστησαν τοιαύτην τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομι-
1654κῆς, ὡς καὶ πάσης ἄλλης ἐν τῷ Κράτει τούτῳ ὑπηρεσίας. Καὶ
1655λέγω πάσης ὑπηρεσίας, διότι ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἐν Ἑλ-
1656λάδι διεφθάρησαν ὅλοι οἱ κλάδοι, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ
1657τοῦ δικαστικοῦ, περὶ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ὁποίου εἰς τὴν ἐν
1658γένει διοίκησιν θέλω ὁμιλήσει, ὁπόταν δοθῇ ἡ κατάλληλος
1659πρὸς τοῦτο ἀφορμή. Τοῦτο εἶπον ἐγώ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὰ
1660ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα καλῶς ἐνοήθησαν ἀπὸ ὅλους, διότι ὅλοι
1661ἡμεῖς, κατὰ τὴν γνώμην μου, γινώσκομεν καλῶς τὴν κατά-
1662στασίν μας, ὡς καὶ τοὺς πρωταιτίους τῆς καταστάσεως ταύ-
1663της. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, καίτοι ἕλκει τὸ γέ-
1664νος ἐκ τοῦ διαμερίσματος τῆς Ἑλλάδος ἐκείνου, οἱ κάτοικοι
1665τοῦ ὁποίου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων εἰσὶ λακωνικώτα-
1666τοι περὶ τὰς ἐκφράσεις, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ «Ἔρρει
1667τὰ καλά· Μίνδαρος δ’ ἀπεσσούα. Πεινῶντι τὤνδρες. Ἀπορίομες
1668τί χρὴ δρῆν», καὶ μὲ ἐκάκισε, διότι, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου
1669ἐνταῦθα, ἔρριψα ὑπαινιγμοὺς, καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ὅπως εἰς
1670τὸ μέλλον ἦμαι σαφέστερος. Ἐφρόνουν, ὅτι τὰ εὐκόλως ἐν-
1671νοούμενα πρέπει ἐνταῦθα νὰ παραλείπωνται, διότι ὁμιλοῦμεν
1672πρὸς ἀλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ὑποτίθεται τοὐλάχιστον, ὅτι ἐν
1673τοῖς ὀλίγοις, τὰ ὁποῖα λέγομεν καὶ ἀκούομεν, πολλὰ ἐννοοῦ-
1674μεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου θέλει νὰ εἴπω
1675συγκεκριμένως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἐπέρριψα
1676τὴν εὐθύνην ὄχι εἰς τοὺς ἀστυνόμους, ἀλλ’ εἰς ἄλλους, τοὺς
1677ὁποίους δὲν ὠνόμασα, δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἀναφέρω καί τινα,
1678διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι οἱ ἀστυνόμοι οἱ
1679ὑπόλογοι, ἀλλ’ ἄλλοι. Καὶ πῶς νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ σημε-
1680ρινοὶ ἀστυνόμοι μόνον εἶναι οἱ παραίτιοι τῆς τοιαύτης κατα-
1681στάσεως, τὴν ὁποίαν δύο ἔντιμα μέλη τῆς Βουλῆς χθὲς δι-
1682εξετραγώδησαν, ὅταν καλῶς γινώσκω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διο-
1683ρίζει τοὺς ἀστυνόμους ἐκείνους, ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ αὐτοὺς
1684εἰς τὴν θέσιν των, καίτοι πλειστάκις τὰ ὄργανα ταῦτα ἐπὶ
1685διαφόροις παραβάσεσι κατηγγέλθησαν;
1686Εἴχομεν πρὸ ἔτους καὶ πλέον ἀστυνόμον ἐν Λαμίᾳ λοχα-
1687γόν τινα, Ἀνδρέαν Μπαΐραν καλούμενον, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμο-
1688λογήσω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐν τῇ
1689ἀστυνομίᾳ ἡ Λαμία ἠσθάνθη ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, ἠσθάνθη τά-
1690ξιν, ἀσφάλειαν καὶ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ
1691τῆς ἀστυνομίας. Ὑπῆρξαν ὅμως τινὲς τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ
1692ὁποῖοι δὲν ἠρέσκοντο εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδη-
1693μιούργησεν ὁ ἄγρυπνος τοῦ Μπαΐρα ὀφθαλμός, καὶ δὲν γνω-
1694ρίζω διὰ τίνων παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν ὁ
1695ἀστυνόμος ἐκεῖνος δὲν φύγῃ ἐκ Λαμίας, δὲν γνωρίζουν καὶ
1696αὐτοί, τί ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. Εἰς μάτην
1697ἀφ’ ἑτέρου ὁ λοχαγὸς Μπαΐρας ἀνέφερε καθ’ ἑκάστην πρὸς τὸ
1698Ὑπουργεῖον, ὅτι ἓν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας του ἦτο κακοη-
1699θέστατον, καὶ ὅτι ἦτο τόσον ἐπικίνδυνον, ὥστε, ἐὰν ἐξηκο-
1700λούθει μένον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας, θὰ προεκάλει
1701σκηνάς, πρὸ τῶν ὁποίων θὰ ἀνετριχίαζον καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουρ-
1702γοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπίστευον εἰς τοὺς λόγους τοῦ λοχαγοῦ
1703ἐκείνου. Τί ἐγένετο, νομίζετε; Κατωρθώθη μόλις μετὰ παρέ-
1704λευσιν ὁλοκλήρων μηνῶν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πεισθῇ καὶ ἀπο-
1705πέμψῃ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τὸ ὄργανον ἐκεῖνο τῆς
1706ἀστυνομίας, τὸν ἀστυφύλακα Κατραματζῆν. Τί δὲ συνέβη
1707κατόπιν; Μόλις ἀπελύθη ὁ ἀστυφύλαξ ἐκεῖνος, δὲν παρῆλ-
1708θον ὀλίγαι ἡμέραι καὶ συνέβη ἐξ αἰτίας αὐτοῦ φόνος ἐν μέσῃ
1709ἀγορᾷ τῆς Λαμίας, δὲν παρῆλθε δὲ μὴν καὶ λαμβάνει χώ-
1710ραν τὸ στυγερὸν ἔγκλημα τῆς δολοφονίας τοῦ Ντινοπούλου,
1711τοῦ ὁποίου ἐγκλήματος ἠθικὸς αὐτουργὸς ἀπεδείχθη ὁ ἴδιος
1712πρώην ἀστυφύλαξ Κατραματζῆς, ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος
1713πρό τινων ἡμερῶν ἐδικάσθη ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου
1714Ἀθηνῶν καὶ κατεδικάσθη εἰς θάνατον μετὰ δύο ἄλλων συν-
1715ενόχων, τοῦ ἑνὸς ἐκ Σύρου καὶ τοῦ ἑτέρου ἐκ Λαμίας. Τί δὲ
1716ἐγένετο ὁ Μπαΐρας; Τὸν Μπαΐραν ἡ Κυβέρνησις ἀπήλλαξε,
1717πρὶν ἢ ἀκόμη πάντα ταῦτα συμβῶσιν, ἀπὸ τῆς ἀστυνομι-
1718κῆς ὑπηρεσίας, πεισθεῖσα εἰς τὰς παραστάσεις τίς οἶδε τίνος,
1719κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Μπαΐρας ἦτο ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἀστυ-
1720νομικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ἴσως καὶ διώκτης τῶν ἐλευθεριῶν, ὑπὲρ
1721τῶν ὁποίων κοπτόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὁσάκις μόνον θέλω-
1722μεν νὰ φαινώμεθα πρόθυμοι εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίζωμεν δῆθεν
1723τὰ δίκαια τῶν συμπολιτῶν μας. Διατὶ ἀπηλλάγη ὁ Μπαΐ-
1724ρας; Ὡς ἀνίκανος; Ὄχι βεβαίως· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει
1725ἐναργέστατα τὸ γεγονός, ὅτι, κατὰ παράκλησιν τοῦ Ὑπουρ-
1726γοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Μπαΐρας ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν ἐπὶ
1727ἕνα μόνον μῆνα ἐν Ἀργοστολίῳ, ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ, ὅπως
1728διεξαχθῶσιν ἐκεῖ αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐν τάξει. Ἂν ἦτο ὁ
1729κ. Μπαΐρας ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν,
1730διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ δεκαπενθήμερον μόλις ἀπὸ τῆς
1731ἀπαλλαγῆς του, ἀνέθεσεν αὐτῷ ὁμοίαν ὑπηρεσίαν ἐν Ἀργο-
1732στολίῳ; Ἂν πάλιν τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1733ἔπραξεν οὐχὶ ἐξ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν κ. Μπαΐραν, ἀλλὰ χάριν
1734τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου του, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε
1735τὸν λοχαγὸν αὐτὸν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας του,
1736δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν: διατὶ κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλο-
1737γὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιμόνως ἐζήτησε
1738τὸν λοχαγὸν Μπαΐραν; Διὰ νὰ τῷ παράσχῃ ἐκλογικὰς ὑπη-
1739ρεσίας, παραβαίνων τοὺς νόμους; Ὄχι βεβαίως, διότι οὐδὲν
1740παράπονον ἠκούσθη κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου. Ἄρα ὁ
1741κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε νὰ διορισθῇ κατὰ
1742τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀστυνόμος ἐν Ἀργοστολίῳ ὁ κ. Μπαΐ-
1743ρας διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι οὗτος ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν
1744θέσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1745Ὑπουργὸς, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι συνάδελφοί του, ὅτι ὁ Μπαΐ-
1746ρας ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀστυνόμου, διατὶ
1747ὀλίγας ἡμέρας πρότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1748ἀπήλλαξεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐν Λαμίᾳ θέσεώς του;
1749Ἀλλὰ τοῦτο μόνον μὲ πείθει, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πταίουν;
1750Ἀκούσατε καὶ ἄλλα. Ἐν Μαυρολιθαρίῳ, πρωτευούσῃ δήμου,
1751ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1752μικῶν, διωρίσθη ἀστυνόμος εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, οὗ τὸ ὄνομα
1753δὲν ἐνθυμοῦμαι. Μεταβὰς εἰς τὴν θέσιν του ταύτην, εὗρεν ἐν
1754τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας του ἕνα λοχίαν καὶ ἕνα ὑπε-
1755νωμοτάρχην· πεισθεὶς δὲ, ὅτι οὗτοι συνῆψαν σχέσεις μετὰ
1756ἰσχυόντων ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ προσώπων, καὶ βλέπων, ὅτι οἱ
1757ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι τῷ παρενέβαλλον προσκόμματα εἰς τὴν
1758ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, δι’ ἀναφορῶν του πρὸς τὸ
1759Ὑπουργεῖον ἐπανειλημμένων ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν
1760ὑπαξιωματικῶν τούτων ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἐκείνης περι-
1761φερείας. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκώφευεν εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ
1762ἀστυνόμου αὐτοῦ, μόνοι δὲ ἀπαντῶντες εἰς αὐτάς, ποῖοι, νο-
1763μίζετε, ἦσαν; Οἱ ἰσχύοντες ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ σήμερον, οἱ
1764καὶ φίλοι τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὅτι οἱ ὑπα-
1765ξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν θὰ μετατεθῶσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν θέ-
1766λουσι! Τί ἐγένετο; Οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ ἀπεθρασύνθη-
1767σαν, καὶ ἡμέραν τινὰ ἐπετέθησαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ προϊστα-
1768μένου των, ὃν, θελήσαντες πολῖταί τινες νὰ προφυλάξωσιν,
1769ἐτραυματίσθησαν, εἷς μάλιστα καιρίως!
1770Καὶ ταῦτα, Κύριοι, δὲν τὰ λέγω ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστολῆς
1771τινος φίλου μου καὶ πολεμίου ἴσως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
1772τὰ ἤκουσα κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν δίκης τινὸς,
1773διεξαχθείσης πρὸ ὀλίγου ἐν τῷ Στρατοδικείῳ, τὸ ἀποτέλε-
1774σμα τῆς ὁποίας ἦτο ἡ εἰς θάνατον καταδίκη τῶν ὑπαξιωμα-
1775τικῶν αὐτῶν, ἡ ὁποία, ὅσον αὐστηρὰ καὶ δυσανάλογος καὶ ἂν
1776ὑποτεθῇ, δίδει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι οἱ ὑπαξιωματι-
1777κοὶ ἐκεῖνοι ὑπέπεσαν εἰς βαρὺ παράπτωμα, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο
1778ὤθησεν αὐτοὺς ἡ ἀσύγγνωστος σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ
1779τῶν κατ’ ἐπανάληψιν ὑποβληθεισῶν εἰς αὐτὴν ἀναφορῶν τοῦ
1780ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, τοῦ διευθύνοντος τὴν ἀστυνομίαν Καλ-
1781λιέων τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος.
1782Πλειστάκις ἐπίσης κατηγγέλθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1783πολλαὶ παρεκτροπαὶ ἑνὸς ἀστυνομικοῦ ὀργάνου τοῦ δήμου
1784Ἡρακλειωτῶν τῆς Φθιώτιδος, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον σιωπᾷ, ὁ
1785δὲ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ μένων ἐκεῖ, ὁλονὲν παρεκ-
1786τρεπόμενος καὶ ἀποθρασυνόμενος.
1787Ἀλλ’ ἔχομεν μόνον παρεκτροπὰς τῶν ἀστυνόμων, τὰς
1788ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέχεται, συντελοῦν οὕτως εἰς τὴν
1789ἀποθράσυνσιν αὐτῶν; Ἔχομεν ἄλλα κακὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι
1790χειρότερα. Ἔχομεν ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι ἀποσιωπῶσιν ἢ
1791καλύπτουσιν ἐγκλήματα, χαριζόμενοι εἰς ἀνθρώπους, ἔχοντας
1792τὴν κυβερνητικὴν ὑποστήριξιν, ὡς ὁ νῦν ἀστυνόμος Λαμίας
1793ὑπολοχαγὸς Ἀδ. Ἀργυρόπουλος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο πράτ-
1794τει ἢ νὰ δέχηται καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τῶν ἐν Λαμίᾳ
1795ἰσχυόντων. Τοῦτον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν μεταθέτει· μετέθεσεν
1796ὅμως τηλεγραφικῶς τὸν βοηθόν του ἀνθυπολοχαγὸν κ. Κύ-
1797πριον, εὐθὺς ὡς οἱ ἰσχύοντες ἐπείσθησαν, ὅτι τοῦτον δὲν ἠδύ-
1798ναντο νὰ τὸν διευθύνωσι. Συνεπλάκησαν ἔξωθεν τῆς Λαμίας
1799κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον κτηνοτρόφοι τινὲς πρός τι-
1800να ἐπιστάτην· ὁ ἐπιστάτης οὗτος ἐκένωσεν ἄνευ αἰτίας τὰς
1801πέντε βολὰς τοῦ περιστρόφου του κατὰ τῶν ἀόπλων κτηνο-
1802τρόφων, καὶ τὴν ἕκτην ἐκένωσε κατὰ τοῦ ἵππου του, οὗ κατὰ
1803τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπέβαινεν, ἐπίτηδες, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι
1804ἐπυροβόλησε κατ’ ἐκείνων, ἀφοῦ πρῶτον ἐφόνευσαν αὐτοὶ τὸν
1805ἵππον του! Ἐνήργησε προχείρους ἐξετάσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέ-
1806σεως ὁ ὑπαστυνόμος Β. Κύπριος, καὶ ἐσύστησεν εἰς τὸν προϊ-
1807στάμενόν του ὑπολοχαγὸν Ἀργυρόπουλον νὰ παραπέμψῃ τὴν
1808ὑπόθεσιν, ὡς λίαν σοβαρὰν, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Τί ἐγένετο
1809ὅμως; Ὁ κ. Κύπριος τηλεγραφικῶς μετετέθη, ὁ δὲ Ἀργυ-
1810ρόπουλος ἀφῆκεν ὅλους ἐλευθέρους, ὑποβαλὼν, μετὰ τὴν ἀνα-
1811χώρησιν τοῦ Κυπρίου, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἔκθεσιν, παριστῶ-
1812σαν τὸ πρᾶγμα ὡς ἐκ τῶν συνήθων καὶ μηδεμίαν σπουδαιό-
1813τητα ἔχον! Ἐγένοντο ὅλα γνωστὰ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ
1814οὗτος ξηρότατα ἀπήντα, ὅτι ἐκ τῆς δικογραφίας οὐδὲν τοι-
1815οῦτον προέκυπτε, καὶ συνεβούλευε νὰ ὑποβάλωσιν οἱ γινώ-
1816σκοντες τὰ πράγματα μήνυσιν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ὡς ἀπο-
1817κρύψαντος τὸ ἔγκλημα. Ἀλλὰ τίς νὰ τολμήσῃ νὰ ὑπο-
1818βάλῃ μήνυσιν κατὰ ὀργάνου ἀπολαύοντος τῆς εὐνοίας τῶν
1819ἰσχυόντων; Καὶ ἐγὼ κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκ-
1820λογὰς διὰ τηλεγραφήματός μου κατήγγειλα πρὸς τὸν τότε
1821Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λοχαγόν τινα ἀστυνόμον,
1822Μπάρμπανον, σκανδαλωδέστατα συμπεριφερόμενον κατὰ τὰς
1823ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, καὶ ἀπροκαλύπτως ἐνεργοῦντα
1824ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων, τῶν ἐκλεγέντων καὶ ἀνηκόντων τῶν
1825πλείστων ἤδη εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ
1826ἀχθῇ εἰς δίκην ὁ λοχαγὸς ἐκεῖνος ἐπὶ παραβάσεσιν, ἤχθην
1827ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἵνα ἀπολογηθῶ ἐπὶ τῆς ἀπαγ-
1828γελθείσης μοι κατηγορίας ἐπὶ ἐξυβρίσει, ἴσως μάλιστα καὶ
1829ἐπὶ συκοφαντίᾳ, κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου!
1830Ταῦτά εἰσι, νομίζω, ἀρκετὰ, ἵνα πεισθῆτε πάντες, ὅτι
1831δικαίως ἐγὼ δὲν ἐπιρρίπτω τὸ ὅλον τῆς εὐθύνης εἰς τοὺς ἀστυ-
1832νομικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἐπιρρίπτω αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Δι-
1833καιοσύνην, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι,
1834θέλουσαι νὰ διοικῶσι τὸν τόπον, ὡς διοικοῦσιν αὐτὸν μέχρι
1835σήμερον, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διατηρῶνται ἐν τῇ
1836ἀρχῇ, ἐδημιούργησαν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς θὰ
1837ἔχῃ δίκαιον ἡμέραν τινὰ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ.
1838Αἱ Κυβερνήσεις λοιπὸν—τὰ λέγω νῦν καθαρὰ, ἵνα ἐννοήσῃ
1839καλῶς ὅ,τι λέγω ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς—πταίουσι, καὶ
1840διὰ τοῦτο διὰ πᾶν τὸ γινόμενον, οὐχὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους,
1841ἀλλ’ εἰς αὐτὰς πρέπει ν’ ἀποτεινώμεθα, διότι αὗται εἶναι εἰς
1842θέσιν νὰ φέρωσιν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του.
1843§85Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1844§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάντα τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιο-
1845τίμων συναδέλφων πρὸ μικροῦ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1846νομίας ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ μαρτυρολόγιον τῶν
1847Ἑλλήνων πολιτῶν, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο καὶ θὰ ὑφίσταται,
1848ἐφ’ ὅσον ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐξακολουθεῖ
1849ἐφαρμοζόμενος. Δυστυχῶς τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶ-
1850ναι κοινή τις τέχνη, ἣν δύναταί τις νὰ ἐκλέγῃ εὐχερῶς, ἢ
1851εἰς τὸ ὁποῖον δύναταί τις, λαμβάνων ἀπὸ τοῦ στρατῶνος ἢ
1852ἄλλοθεν πολίτας νὰ καθιστᾷ, μεταβάλλων αὐτοὺς εἰς ἀστυ-
1853νόμους, οὐδέποτε ἐμελετήθη παρ’ ἡμῖν· δι’ ὃ ἐνομίσαμεν, ὅτι,
1854λαμβάνοντες ἐκ τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀξιωματικοὺς, θὰ ἠδυνά-
1855μεθα νὰ σχηματίσωμεν ἀστυνομίαν ἀξίαν ὅπως δήποτε τοῦ
1856ὀνόματος αὐτῆς.
1857Τί συνέβη ὅμως μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν; Ἀπε-
1858φασίσθη νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
1859μίας, καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς
1860ἀστυνομίας, ἄνευ προηγουμένης μελέτης καὶ χωρὶς πολλὴν
1861προσοχήν. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα
1862ἀνέθεσεν ἡ Πολιτεία τὴν ἐνάσκησιν ἑνὸς ἐκ τῶν ὑψίστων κα-
1863θηκόντων τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως; Οἱ στρατιωτικοὶ βε-
1864βαίως, ὅσον ἀγαθοὶ καὶ ἂν ἦναι, καὶ ἂν δὲ ἐξετρέποντο εἰς
1865τὰ παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτρέπονται σήμερον, καὶ
1866τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν κατηγγέλθησαν τοσάκις, εἶναι πάντοτε
1867ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρ-
1868χίαν, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν νὰ ἔχωσιν ἀνθρώπους, οὓς νὰ δια-
1869τάσσουν, καὶ ἐκεῖνοι νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτοὺς ἄνευ ἀντιρ-
1870ρήσεως· ὅτε δὲ γίνωνται ἀστυνόμοι, παρακολουθοῦνται ἀπὸ
1871τὰς ἀρχὰς ταύτας, καὶ δυσανασχετοῦσι, μὴ βλέποντες προ-
1872θύμους εἰς ὑποταγὴν τοὺς πολίτας. Δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσω-
1873σιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὐτῶν αὕτη ἐπιφέρει μείωσιν τῶν δι-
1874καιωμάτων καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου· ὡς ἐκ τούτου
1875οὐδέποτε δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐν δικαιοσύνῃ τὰ καθή-
1876κοντα αὐτῶν, ἐκτρέπονται εἰς αὐθαιρεσίας, καὶ οὐχὶ σπανίως
1877μεταβάλλονται εἰς τυράννους, διαπράττοντες ἀσυναισθήτως
1878πράξεις, αἵτινες ἐν χώρᾳ, ἔνθα οἱ νόμοι θὰ ἐλειτούργουν κα-
1879νονικῶς, ἤθελον ἀνοίξει αὐτοῖς τὰς θύρας τῶν εἱρκτῶν. Διὰ
1880νὰ ἦναι τις ἀστυνόμος, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πολλὰς ἀρετὰς,
1881πολλὰς γνώσεις, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀντλουμένων ἐκ τῶν βιβλίων
1882μόνον, ἀλλ’ ἐκ μελέτης τῶν ἀνθρώπων· δέον νὰ ἔχῃ πεῖραν,
1883ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς νομοθεσίας, ἀπαιτεῖται πρὸ
1884πάντων νὰ γινώσκῃ τὰ πρόσωπα τῆς περιφερείας τῶν ἀστυ-
1885νομιῶν, τὰς ὁποίας διοικεῖ, νὰ γνωρίζῃ τὰ ἤθη, νὰ γνωρίζῃ
1886τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, νὰ γνωρίζῃ τὰς ἰδιαζούσας σχέσεις τῶν
1887κατοίκων του, καὶ νὰ ἦναι παρατηρητικός.
1888§87Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ψυχολόγος.
1889§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως δέον νὰ ἦναι καὶ ψυχολόγος.
1890Ἐὰν λάβῃ τις, Κύριοι, γνῶσιν, κατὰ τίνα τρόπον διορί-
1891ζονται, καὶ κατὰ τίνα τρόπον παρασκευάζονται εἰς ἄλλα
1892Κράτη οἱ ἀστυνόμοι, τότε μόνον θέλει πεισθῆ, ὅτι ὅλοι ἐκεῖ-
1893νοι, τοὺς ὁποίους περισυνελέξαμεν ἐκ τῶν στρατώνων, βε-
1894βαίως οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι πρὸς ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται
1895νὰ ἐνασκήσωσιν ἓν τῶν ὑψίστων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνα-
1896θέτει ἡ Πολιτεία εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς διοικήσεως, ἐκ
1897τῆς ἐνεργείας τῶν ὁποίων τοσαῦτα ἐξαρτῶνται συμφέροντα.
1898Ἔτυχε, Κύριοι, πρὸ τριῶν ἐτῶν νὰ εὑρίσκωμαι ἐν Βιέννῃ.
1899Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ Ἰωβιλαίου
1900τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωσὴφ, εἶχε παρασκευασθῆ ἔκθεσις, ἐν
1901τῇ ἐκθέσει δὲ ὑπῆρχεν ἰδιαίτερον περίπτερον τῆς ἀστυνο-
1902μίας, εἰς τὸ ὁποῖον κατεφαίνοντο αἱ ἀστυνομικαὶ πρόοδοι,
1903ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξατο βασιλεύων ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωσὴφ μέ-
1904χρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑώρταζε τὸ Ἰωβιλαῖον αὐ-
1905τοῦ. Ἐξεπλάγην ἀληθῶς, παρακολουθῶν ὅλας ἐκείνας τὰς
1906λεπτομερείας τοῦ ποικίλου συστήματος τῆς ἀστυνομίας, εἰς
1907τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας τοσαῦτα τμήματα τῆς διοική-
1908σεως ὑπάγονται, ὅπως ἐξεπλησσόμην βλέπων τὴν συντελε-
1909σθεῖσαν πρόοδον κατὰ τὰ πεντήκοντα ταῦτα ἔτη. Εἶδον ἐκεῖ,
1910ὁποία μεταμόρφωσις ἐπῆλθε, καὶ ὁποία ἐπιστημονικὴ ἀλη-
1911θῶς κατάρτισις ἀπαιτεῖται, οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνώ-
1912τερα ὄργανα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ κατώτερα ἀκόμη, ὅπως κα-
1913ταρτισθῇ ὁ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος· ὁποῖαι ἀνθρωπομετρικαὶ
1914καὶ ψυχολογικαὶ γνώσεις ἀπαιτοῦνται παρ’ ἐκείνων, παρ’ ὧν
1915ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν μόνον ἕνα καλὸν βούρδουλαν καὶ πόδας
1916γεροὺς διὰ λακτίσματα. Ἐξεπλησσόμην ἔτι μᾶλλον, ὅτε
1917ἔβλεπον, ὁποία προσοχὴ δίδεται εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἐγ-
1918κληματιῶν, καὶ ἔβλεπον ἐκτεθειμένας φωτογραφίας, ἃς βλέ-
1919πων τις, θὰ ὡρκίζετο, ὅτι ἀνῆκον εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσω-
1920πον, καὶ ὅμως ἡ ἀνθρωπομέτρησις ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν ἦτο
1921ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον· οὐδεὶς δὲ ἀστυνομικὸς θὰ ἐτόλμα
1922ἐκεῖ νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ζεστὰ ὠὰ καὶ τὴν δίψαν, ἵνα ἐξα-
1923κριβώσῃ τὸν ἐγκληματίαν. Ἐκεῖ, βλέπετε, δὲν ἐσκέφθησαν
1924νὰ μεταβάλωσι τὸ σύστημα, ἐσκέφθησαν τίνι τρόπῳ νὰ παρα-
1925σκευάσωσιν ὄργανα, ἄξια νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἀστυνομικὰ κα-
1926θήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διὰ τὰς χεῖρας καὶ τὴν συνεί-
1927δησιν τοῦ πρώτου τυχόντος σπαθοφόρου. Οὐδέποτε βεβαίως
1928ἐφαντάσθην, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τοιαύτην ἀστυ-
1929νομίαν, ἀλλ’ ἐδικαιούμην νὰ πιστεύω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ μὴ
1930ἐξαπολύσωμεν κατὰ τῶν πολιτῶν τὰς ὀρδὰς αὐτὰς τῶν Ἑλ-
1931λήνων Κάφρων.
1932Ἐνταῦθα ὅμως ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα. Λαμβάνομεν
1933ἕνα ἀνθυπασπιστήν, ἢ ἕνα ἀνθυπολοχαγόν, ἢ ἕνα ἐνωμοτάρ-
1934χην, καὶ τὸν καθιστῶμεν ἀστυνόμον. Ὑπάρχουσι βεβαίως
1935πολλοὶ ἱκανοὶ καὶ φιλότιμοι τοιοῦτοι, οἱ πλεῖστοι ὅμως ἐξ
1936αὐτῶν εἶναι ἄξεστοι, οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν βεβαίως δὲν
1937ἔχουσι καμμίαν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, οὐδεμίαν συν-
1938αίσθησιν τῆς ἐκπληρώσεως αὐτοῦ, ἀγνοοῦσιν ἐντελῶς τοὺς
1939νόμους, καὶ ἑρμηνεύουσιν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἰδίαν σοφίαν. Καὶ
1940ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν
1941ἔννοιαν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ, πῶς
1942θέλετε νὰ ᾖναι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀστυνόμος;
1943Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν ὅμως δὲν δίδεται ἡ παραμικρὰ
1944προσοχή. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἀπε-
1945στάλη εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ὡς ἀστυνόμος, ἀνθυπολοχαγός
1946τις, περὶ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ
1947βήματος κατορθώματά τινα, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον
1948τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἔσπευσε νὰ μεταθέσῃ
1949αὐτὸν ἐκεῖθεν, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν ἐπαρχίαν μου ἀπ’ αὐτοῦ.
1950Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν εἰς τὴν ῥάχιν τίνος συναδέλφου ἐξέ-
1951σπασεν ἡ μετάθεσις ἐκείνη, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ὁ ἀστυ-
1952νόμος ἐκεῖνος ἔδερεν ἀνηλεῶς τοὺς φιλησυχωτέρους τῶν κα-
1953τοίκων, μερικοὺς ἀπροστατεύτους γέροντας, (διότι ἐλάμβανε
1954πρόνοιαν πάντοτε νὰ μὴ θίγῃ ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο εὐ-
1955χερῶς νὰ τῷ μετρήσωσι τὰς πλευρὰς) ἦτο δὲ εἰς ἄκρον διε-
1956φθαρμένος, — ἐγὼ δὲ αὐτὸς συνέλαβον αὐτὸν ἐν τῷ ἀστυνο-
1957μικῷ τμήματι ἐξαγοράζοντα τοὺς ἐκλογεῖς κατὰ τὰς ἐκλο-
1958γὰς — καὶ ἄλλας ἀχρειότητας διέπραττε. Τὸν ἀστυνόμον τοῦ-
1959τον κατήγγειλα, ἐνθαρρυνθέντες δὲ καὶ ἕτεροι πολῖται, ἀδί-
1960κως παρ’ αὐτοῦ συλληφθέντες καὶ προφυλακισθέντες, κατήγ-
1961γειλαν ἐπίσης αὐτόν· ἀλλὰ μὲ Δικαιοσύνην, οἵα ἡ ἡμετέρα,
1962ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀθῳωθῇ ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν καταγγελιῶν.
1963Μοὶ συνέβη τότε, καταγγέλλοντι ταῦτα πάντα ἀπὸ τοῦ βή-
1964ματος τούτου, νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου, τί ἔλε-
1965γεν ὁ Κράχερ, ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος,
1966περὶ τοῦ φόνου ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσαν
1967Ἄγγλοι πολῖται, διότι εἶδον αὐτὸν συλλαβόντα καὶ δέροντα
1968Ἀγγλίδα τινὰ εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ Λονδίνου· δηλαδὴ ἔπρα-
1969ξαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνίστα ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς
1970συνάδελφος, ὅτι ὀφείλουν νὰ πράξωσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πολῖ-
1971ται, οἵτινες προφυλακίζονται, οἵτινες κακοποιοῦνται, οἵτινες
1972δερόμενοι συλλαμβάνονται καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακὰς
1973ἀδίκως. Βεβαίως προτιμότερον εἶναι, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν
1974τοῦ πολίτου, ἂν αὐτοὶ ἁρπάσωσι τὰ ὅπλα καὶ φονεύωσιν
1975ἐκείνους, οἵτινες σύρουσιν αὐτοὺς ὡς κτήνη εἰς τὰς φυλακὰς,
1976καὶ κρεουργοῦσι τὰς ῥάχεις αὐτῶν, διαπομπεύουσι τὰς γυ-
1977ναῖκάς των, καὶ λαφυραγωγοῦσι τὰς περιουσίας των· ἔχω δὲ
1978τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη παραπέμψῃ
1979αὐτοὺς εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, δὲν θὰ εὑρεθῇ ὁρκωτὸν Δικα-
1980στήριον, ὅπερ θὰ καταδικάσῃ αὐτοὺς ποτέ...
1981§89Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡραῖα!
1982§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ... Θὰ συμβῇ καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι συν-
1983έβη ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἅμα ὡς κατηγγέλθησαν οἱ φονεῖς, — διότι
1984ἦσαν τρεῖς — παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ τὸ Δι-
1985καστήριον παμψηφεὶ ἠθῴωσεν αὐτούς. Τοιουτοτρόπως ἐννοοῦσι
1986τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τοιουτοτρόπως δικαιοῦσι τοὺς πο-
1987λίτας ἐκείνους, οἵτινες ηὐτοδίκησαν, ὅπως ὑπερασπίσωσι τοὺς
1988νόμους, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδει
1989τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα εἰς τοὺς Ἄγγλους πολίτας. Ἀλλὰ
1990ἐνταῦθα, μόλις συλληφθῇ τις, οὐχὶ ὡς κακοποιήσας, ἀλλὰ
1991ὡς ποιησάμενος παρατηρήσεις εἰς ἀστυνόμον τινά, παραπέμ-
1992πεται εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀποστέλ-
1993λεται εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ
1994ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς τοὐλάχιστον. Διὰ τοὺς καταγ-
1995γελλομένους ὅμως ἀστυνομικοὺς ἀδρανεῖ αὕτη! Καὶ ἐκτρα-
1996γῳδοῦνται ἐντεῦθεν καὶ λέγονται πλεῖστα, καὶ καταγγέλ-
1997λονται ἄπειρα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Σαρσέντης ἔφε-
1998ρεν ἐνταῦθα σωρείαν ὁλόκληρον ἐπερωτήσεων διὰ κακώσεις,
1999διὰ στρεβλώσεις, διὰ κρεμάσματα, καὶ ὅμως δὲν ἐπέμεινεν,
2000ὅπως ἀχθῶσιν ἐνταῦθα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, οὐδ’ ἔλαβε τὸν
2001λόγον, ἵνα εἰκονίσῃ ἡμῖν τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν καὶ
2002ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων.
2003Εὐτυχῶς εὗρον τὴν στιγμὴν ταύτην τὰς ἐπερωτήσεις του.
2004Καὶ τί ἀναγινώσκω; Ζητεῖ ὁ κ. Σαρσέντης νὰ καταθέσῃ ὁ
2005κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους
2006πληροφορίας, καὶ ἰδίᾳ «τὰ ἀπὸ 25 καὶ 26 Ἰανουαρίου 1896
2007τηλεγραφήματα τοῦ Εἰσαγγελέως Κυπαρισσίας πρὸς τὸ ἁρ-
2008μόδιον Ὑπουργεῖον, ὡς καὶ τὰς ποινικὰς δικογραφίας κατὰ
2009τοῦ ἀποσπασματάρχου Λιγουδίστης Ἀλεξ. Κορμούλη, συν-
2010επείᾳ μηνύσεως τοῦ Ν. Γρηγοροπούλου καὶ τῆς συζύγου του
2011κατὰ Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1896 πρὸς
2012τὸν Εἰσαγγελέα Κυπαρισσίας, καὶ τὸ ἀπὸ 23 Φεβρουαρίου
20131896 τηλεγράφημα τοῦ Ἀθ. Γρηγοροπούλου πρὸς τὸ Ὑπουρ-
2014γεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐπὶ
2015κρεμάσματι κάτω κεφαλῆς τῆς συζύγου του, ἐπὶ ἀποπείρᾳ
2016φόνου αὐτῆς διὰ πυρπολήσεως ζώσης καὶ κρεμαμένης, ἀπο-
2017πείρᾳ κατὰ τῆς τιμῆς της, ἐπὶ κρεμάσματι κάτω κεφαλῆς
2018τοῦ ἱερέως Λιγουδίστης Γρηγοροπούλου, παρανόμῳ κατα-
2019κρατήσει τῆς οἰκογενείας Γρηγοροπούλου ἐπὶ ἑβδομάδας,
2020φθορᾷ ἰδιοκτησίας του, ξυλοκοπήματι μέχρι θανάτου...»
2021καὶ τὰ λοιπὰ καὶ τὰ λοιπά.
2022Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀναλαμβάνω καμμίαν εὐθύνην διὰ τὸ
2023ὕφος τῶν γραφομένων, τὰ ὁποῖα παρέλαβον ἐκ τῶν ἐπισήμων
2024πρακτικῶν. Ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν
2025ὁποίαν ὁ κ. Σαρσέντης ἔφερε τὴν ἐπερώτησιν,—καὶ ἦτο ἡ 4
2026Δεκεμβρίου— τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν προσεκομίσθησαν εἰς
2027τὴν Βουλὴν, δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλὴ ὅλων αὐτῶν τῶν γε-
2028γονότων, οὐδ’ ἔμαθέ τις, ἂν ἐπεβλήθη τιμωρία εἰς τοὺς οὕτω
2029παρανομήσαντας· καὶ βλέπω ἤδη τὸν κύριον συνάδελφον νὰ
2030μειδιᾷ ἐκεῖθεν εὐαρέστως, ἀλλ’ οὐδέποτε τὸν εἶδον νὰ ἔλθῃ
2031νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἐζή-
2032τησε τοσαύτας πληροφορίας ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν.
2033§91Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Θὰ ἀναπτύξω τὰ θέματα λίαν προσε-
2034χῶς, ὅταν τελειώσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν
2035πρῶτον ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπα-
2036ραίτητα διὰ τὸν λαόν, ὅτε καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νο-
2037μίζω, ὅτι πρέπει νὰ μὲ ὑποστηρίξωσι.
2038§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε, σᾶς βεβαιῶ, οὔτε κοῦκος δὲν
2039θὰ ἦναι ἐδῶ μέσα νὰ σᾶς ἀκούσῃ.
2040Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὸν ἀξιότιμον συνά-
2041δελφον ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον, ἀφοῦ γνωρίζει ὅλα ταῦτα,
2042ἀφοῦ πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἐζήτησε τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἔγ-
2043γραφα, ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ ἔλθῃ ἐντεῦθεν καὶ ἐκθέτῃ τὰ
2044γεγονότα νὰ ζητήσῃ νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρε-
2045νόμησαν, οἵτινες ἠκρωτηρίασαν, οἵτινες ἐκρέμασαν ἀθῴους
2046πολίτας μὲ κάτω τὴν κεφαλὴν, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιο-
2047τίμου φίλου μου.
2048§93Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Θὰ τὸ πράξω. Ἀλλὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα
2049ἀνέφερα, ἔγειναν εἰς ἄλλην ἐποχήν.
2050§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀδιάφορον. Εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν
2051καὶ ἂν ἐγένοντο. Ἡμεῖς δὲν κατηγοροῦμεν ἐνταῦθα τὴν ση-
2052μερινὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς δὲν κατηγοροῦμεν ἐνταῦθα τοὺς
2053κυρίους Ὑπουργούς· ἡμεῖς κατηγοροῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς
2054στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος πανταχόθεν τῆς Βουλῆς
2055κατεδικάσθη κατὰ τρόπον τόσον πανηγυρικόν, καταδείξαντα
2056τὴν κρατοῦσαν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Ἐνῷ διὰ βοῆς κατηργήθη
2057ὁ θεσμὸς αὐτὸς, ἄλλος δ’ ἐψηφίσθη νόμος, ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφηρ-
2058μόσθη, οὔτε θὰ ἐφαρμοσθῇ, παρ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ.
2059Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ
2060ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ
2061τόπου δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν
2062τὸν πολυτελέστατον καὶ πολυδαπανώτατον ἐκεῖνον νόμον.
2063Ἐνῷ δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο δεικνύει, τίς εἶναι ἡ οἰκονομικὴ
2064κατάστασις τῆς ἡμετέρας χώρας, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν
2065νὰ ἐφαρμόσωμεν νόμους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐμένομεν νύκτωρ
2066καὶ μεθ’ ἡμέραν συζητοῦντες ἐνταῦθα, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέ-
2067γετε, ὅτι ἔκλεισεν ἡ χρῆσις τοῦ 1899 μὲ περίσσευμα πέντε
2068ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Καὶ ἀφοῦ ἔχετε τοσαῦτα περισσεύ-
2069ματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀφοῦ ὑπολογίζετε
2070περισσεύματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀφοῦ ἔχετε
2071βεβαιότητα, ὅτι θὰ ἔχητε περισσεύματα καὶ ἐκ τοῦ Προϋπο-
2072λογισμοῦ τοῦ 1901, διατὶ δὲν ἔρχεσθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν
2073νόμον ἐκεῖνον, ὅστις ἀντικαθιστᾷ τὸ ὑπάρχον ἀστυνομικὸν
2074σύστημα, τὸ καταδικασθέν, κατὰ τοῦ ὁποίου, ὁσάκις ἔγεινε
2075λόγος ἐνταῦθα, ἔρχονται εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ κύριοι συνά-
2076δελφοι, καὶ ῥίπτουσι λίθον ἀναθέματος; Βεβαίως οὐδὲν ἐκ
2077τούτων συμβαίνει· βεβαίως δὲν εἴχομεν περισσεύματα κατὰ
2078τὸ 1899, βεβαίως δὲν εἴχομεν περισσεύματα κατὰ τὸ 1900,
2079ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ κατὰ τὸ 1901. Θὰ ἔχω-
2080μεν καὶ πάλιν ἐλλείμματα, μικρὰ ἢ μεγάλα, ἀδιάφορον, ἀλλὰ
2081θὰ ἔχωμεν ἐλλείμματα.
2082Ἀπὸ πολλοῦ, Κύριοι, αὐταὶ αἱ Προσωριναὶ Καταστάσεις
2083οὐδεμίαν μοὶ ἐμπνέουσιν ἐμπιστοσύνην· θεωρῶ ταύτας εἰκο-
2084νικὰς, ὡς εἰκονικαὶ ἦσαν καὶ αἱ Καταστάσεις ἐκεῖναι, αἱ κο-
2085μιζόμεναι πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ἐνταῦθα, καὶ ψευδεῖς οἱ πίνακες,
2086οἱ παρουσιάζοντες περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἤρχετο κατόπιν
2087ὁ Ἄγγλος οἰκονομολόγος, ὁ κύριος Λόου, καὶ ἀπεδείκνυε
2088πλαστά. Ποῖον εἶναι τὸ κέρδος, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ πλαστὴ
2089αὕτη παράστασις τῶν ἡμετέρων οἰκονομικῶν, ἡ ψευδὴς αὕτη
2090βάσις πάσης ἐνεργείας, ἐξ ἧς θὰ ἐξαρτηθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς
2091μεταρρυθμιστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας; Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖον
2092εἶναι τὸ κέρδος, νὰ εἰσάγωμεν νομοσχέδια, νὰ συζητῶμεν
2093αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ψηφίζωμεν, διανυκτερεύοντες ἐνταῦθα, ἀφοῦ
2094οὐδέποτε πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτά...
2095§95ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι;
2096§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀστυνομίας, εἶναι
2097ὁ νόμος τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν
2098νομῶν, δηλαδὴ ὁ περὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ
2099τόσοι ἄλλοι.
2100Ἀπεκτήσαμεν λοιπὸν ἀπείρους νόμους ἀνεφαρμόστους, νε-
2101κρὰ γράμματα, κεκλεισμένα τεύχη! Καὶ τοῦτο εἶναι ἄλλο
2102εἶδος νομοθετικῆς ταραχῆς! Κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν εἰσάγο-
2103μεν νομοσχέδια, καταρτίζομεν νόμους ἀλληλοαναιρουμένους
2104καὶ ἀνεφαρμόστους, εἴτε ἐλλείψει μέσων, εἴτε καὶ ἕνεκα τοῦ
2105ἀμελετήτου αὐτῶν. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρ-
2106μοσθῶσιν οἱ ψηφισθέντες νόμοι, καὶ ἂν ἀκόμη εἴχομεν τὰ δια-
2107τυμπανιζόμενα περισσεύματα· διότι οἱ νόμοι οὗτοί εἰσιν ἀμε-
2108λέτητοι, διότι οἱ πλεῖστοι τούτων εἰσὶν ἀποκυήματα τῆς στιγ-
2109μῆς, καὶ περιλαμβάνουσι τὰ μεταφραστικὰ φῶτα τοῦ πρώ-
2110του τυχόντος δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐνῷ δὲ οὕτω συντάσ-
2111σονται οἱ νόμοι, τί συμβαίνει ἐνταῦθα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν
2112τῶν συζητήσεων, ὅτε ἐλπίζεται ἡ διόρθωσις αὐτῶν; Στρέ-
2113ψατε καὶ ἴδετε· ἔχετε Ὑπουργοὺς καὶ Βουλευτὰς νυστα-
2114λέους ἀπὸ τῆς πρώτης μετὰ τὸ μεσονύκτιον! Καὶ δὲν εἶναι
2115δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι νυσταλέοι καὶ κεκοπιακότες. Ἀνα-
2116γινώσκονται τὰ νομοσχέδια παρὰ τοῦ Γραμματέως, ὅστις
2117καταπίνει τὰ τρία τέταρτα αὐτῶν, οἱ δὲ Βουλευταὶ ψηφί-
2118ζουσι!
2119§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ψηφίζουσι. Κοιμῶνται!
2120§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ψηφίζουσι κοιμώμενοι, ψηφίζουσι
2121χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν αὐτά, ψηφίζουσιν ὅτε ἡ διάνοια ἔχει ἀμ-
2122βλυνθῆ ἐντελῶς, ψηφίζουσιν ὅτε ὑπάρχει πλῆρες σκότος ἐν
2123τῇ διανοίᾳ, καὶ τὴν ἑπομένην κυροῦνται καὶ δημοσιεύονται
2124οἱ νόμοι, ὅταν δὲ ἔρχηται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, δὲν εἶναι δυ-
2125νατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι!
2126§99Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τοὺς
2127τροποποιοῦμεν.
2128§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως.
2129Αὐτὴ ἡ ἱστορία γίνεται ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ· πα-
2130ρουσιάζομεν νομοσχέδια, τὰ ψηφίζομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2131ἐφαρμοσθῶσιν· ἐρχόμεθα κατόπιν καὶ τροποποιοῦμεν τοὺς νό-
2132μους, καὶ ἔχομεν οὕτω δευτέραν, τρίτην, τετάρτην τροπο-
2133ποίησιν τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ ἐπὶ τέλους ἔχει καταντήσει ἡ
2134νομοθεσία μας εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ὁσάκις ἐπρό-
2135κειτο νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ μακαρίτης Βασίλειος Οἰκονομίδης,
2136ἔλεγεν: «Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ἄλλος
2137νόμος, ἀναιρέσας τὸν πρῶτον»!!
2138Οὕτω λοιπὸν συζητοῦμεν τοὺς νόμους, καὶ ψηφίζομεν αὐ-
2139τοὺς, καὶ παρέχομεν τὸ οἰκτρὸν θέαμα νομοθεσίας παρασκευ-
2140αζούσης πᾶσαν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν ἀναίρεσιν τῶν πολυτι-
2141μοτέρων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου! Ἡμεῖς δὲ ἐπὶ ἔτη διεκ-
2142τραγῳδοῦμεν τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομίας, τὰς πιέσεις,
2143τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ λαὸς παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τὰς
2144κακώσεις καὶ τὰς λαφυραγωγίας, αἵτινες ὑπερεπλήρωσαν τὸ
2145κύπελλον τῶν συμφορῶν τοῦ λαοῦ τούτου! Καὶ βεβαίως θὰ
2146ὑφίσταται τὰς κακώσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται μέτρον,
2147οὐχὶ ὅπως μεταβληθῇ μόνον ὁ εἷς νόμος καὶ ἀντικατασταθῇ
2148δι’ ἄλλου, οὐχὶ ὅπως ἀφαιρέσωσι τὸ ἀστυνομεῖν ἀπὸ τὰς
2149χεῖρας τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων καὶ θέσωσιν εἰς χεῖρας
2150ἄλλων, τίς οἶδε, χειροτέρων τούτων. Ἐὰν πρόκειται νὰ λη-
2151φθῇ μέτρον περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος,
2152μέτρον, ὅπερ νὰ δύναται νὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς
2153πολυσυνθέτου καὶ πολυποικίλου ταύτης ὑπηρεσίας ἀνθρω-
2154πινῶς, δέον προηγουμένως νὰ μορφώσωμεν καταλλήλως τὰ
2155ὄργανα ἐκεῖνα, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν
2156ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι διοίκησιν ἀγα-
2157θὴν ἐν τῷ τόπῳ, τότε δὲ θὰ ἴδωμεν εὐημεροῦσαν τὴν χώ-
2158ραν ἡμῶν, τότε θὰ ἴδωμεν αὐξανόμενα τὰ ἔσοδα τοῦ Δημο-
2159σίου, τότε θὰ ἴδωμεν ἐλαττούμενα τὰ λαθρεμπόρια, — διότι
2160πρέπει νὰ γνωρίζητε μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι οἱ κυρίως δια-
2161πράττοντες τὸ ἔγκλημα τῆς λαθρεμπορίας εἶναι αὐτοὶ οἱ
2162ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, ἐν συμπράξει μετὰ τῶν τελωνειακῶν·
2163ὑπάρχουσι δὲ ἐπαρχίαι, ἔνθα οὐδὲν λαθρεμπόριον διαπράτ-
2164τεται, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι ἀναμεμιγμένη ἡ ἀστυνο-
2165μικὴ ἀρχή. Τοῦτο συνέβαινεν ἄλλοτε ἐν αὐτῇ τῇ ἐπαρχίᾳ
2166τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετέ-
2167βαινον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐν παρῳχημένῃ τινὶ ἐποχῇ, ὅτε
2168ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
2169Εἶχον παραμείνει εἰς τὴν Λευκίμμην, ὅπως εὕρω πλοιάριον
2170καὶ διαπορθμευθῶ εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, ἐκεῖ δὲ συνήντησα
2171ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος ἔξαλλος ἐκραύγαζε καὶ ὠρύετο ἐντὸς τοῦ
2172καφενείου, διότι διεπράχθη λαθρεμπόριον, διότι εἶχον εἰσαχθῆ
2173ζῷα ἀπὸ τὴν Ἤπειρον κρύφα, ὁπότε ἐπαρουσιάσθη ὁ εἰσα-
2174γαγὼν τὰ ζῷα, ἤνοιξε τὸ χαρτοφυλάκιόν του, λέγων ὅτι ἔχει
2175τὰ διπλότυπα, τοῦ δίδει ὀλίγα χαρτονομίσματα, — αὐτὰ ἦσαν
2176τὰ διπλότυπα! — καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ ἀστυνόμου κατέπαυσε, καὶ
2177οὐδὲ λόγος ἐγένετο πλέον περὶ τῶν διελθόντων ζώων· καὶ
2178οὕτω καθησύχασαν καὶ τὰ νεῦρα καὶ ἡ συνείδησις τοῦ ἀστυ-
2179νόμου!
2180Τοιαῦτα, Κύριοι, συνέβησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, περὶ
2181τῆς ὁποίας ἀνέφερα, ὅμοια τῶν ὁποίων συνέβησαν πιθανῶς
2182καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν πλείστων συναδέλφων. Ἀναμφι-
2183σβητήτως κυρίαν ἀφορμὴν καὶ κύριον ἔνοχον τοῦ ἐγκλήμα-
2184τος τούτου ἔχουσι ταῦτα αὐτὴν τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν τε-
2185λωνοφυλακήν. Αὐτὰ ὅλα ἀποτελοῦσι τὸν διοικητικὸν ἐκτρο-
2186χιασμὸν, τὴν γενικὴν αὐτὴν ἐξάρθρωσιν, ἥτις ἐνοπτρίζεται
2187εἰς τὴν ἀστυνομίαν! Ὅταν δὲ τοιαύτην ἔχωμεν ἀστυνομίαν,
2188νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου,
2189ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς
2190περιουσίας τοῦ πολίτου, ἀσφάλεια οὐχὶ ἀπὸ τῶν κακοποιῶν
2191στοιχείων, τῶν ἐκ φύσεως κακούργων, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτῶν τῶν
2192ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, τῶν ἐντεταλμένων τὴν φρούρησιν
2193αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Βεβαίως θὰ παριστάμεθα μάρτυρες ὅλων
2194αὐτῶν τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν βασιβουζουκισμῶν, ἡ δὲ
2195μεταβολὴ τοῦ συστήματος δὲν θέλει μεταβάλει πολὺ τὰ
2196πράγματα, διότι ἡ ποιότης τῶν ὀργάνων δὲν θὰ διαφέρῃ τῆς
2197τῶν προηγουμένων. Φρικτὸν εἶναι νὰ ἀναλογίζηταί τις, ὅτι
2198οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐντεῦθεν χαρακτηρίζονται ὡς ἅρπαγες,
2199ὡς κλέπται, ὡς λαφυραγωγοὶ, εἶναι οἱ ἐντεταλμένοι νὰ ὑπερ-
2200ασπίζωσι τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν Ἑλ-
2201λήνων πολιτῶν!
2202§101ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παράπονα, κύριε Πρόεδρε, μοὶ διε-
2203βιβάσθησαν διαφόρων καταδίκων κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
2204Δικαιοσύνης, ἐπὶ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἀπένειμε κατὰ ἑκατοστύας τὰς
2205βασιλικὰς χάριτας, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουρ-
2206γοῦ, διὰ τοὺς παραπονουμένους τούτους οὐδεμίαν μέριμναν
2207ἔλαβε, καίτοι ὑπὲρ αὐτῶν ἔχουσι γείνῃ συστάσεις ἀπὸ τὸ Δι-
2208καστήριον τῶν Συνέδρων. Καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα τοῦτο, τὸ περὶ
2209χαρίτων, ὡς ἰδίως αὗται ἐγένοντο κατὰ τοὺς τελευταίους χρό-
2210νους, θεωρῶ ὡς θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ
2211τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
2212σύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, — ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ, οὐχὶ
2213μόνον νὰ ὑποσχεθῇ...
2214§102Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν
2215σᾶς ὀφείλω καμμίαν ἀπάντησιν.
2216§103ΑΛΕΞΑΚΗΣ... Οὐχὶ μόνον, λέγω, νὰ ὑποσχεθῇ, ἀλλὰ καὶ
2217νὰ ὑποβάλῃ — διότι τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σημασίας —
2218πίνακα ὀνομαστικὸν τῶν καταδίκων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους
2219ἀπενεμήθη χάρις, ἀφ’ ἧς ἐγένετο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
2220σημειῶν ἐν τῷ πίνακι τὴν κατοικίαν ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ἂν
2221πλήρης ὑπῆρξεν ἡ χάρις, ἢ μόνον ἐμετριάσθη ἡ ποινὴ αὐτῶν·
2222δεύτερον, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρ-
2223μοδίων ἀρχῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προεκάλεσε τὰ Δια-
2224τάγματα τῶν χαρίτων, καὶ τρίτον, νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς
2225τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχουν συστάσεις τῶν Δικαστηρίων τῶν
2226Συνέδρων ἢ τῶν Δικαστηρίων τῶν Πλημμελειοδικῶν ὑπὲρ
2227τῶν παραπονουμένων, περὶ ὧν ἐν ἀρχῇ εἶπον, καὶ διατὶ διὰ
2228τούτους δὲν ἔλαβε μέριμναν ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι νομίζω,
2229ὅτι διὰ τῶν συστάσεων, τῶν γινομένων ὑπὸ τῶν Δικαστη-
2230ρίων τῶν Συνέδρων, κατὰ τεκμήριον ἢ ἀπόδειξιν πλήρη, ἀνα-
2231γνωρίζουσι τὰ Δικαστήρια ταῦτα πλάνην κατὰ τὴν ἀπονο-
2232μὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ, τῆς ἀπονομῆς χά-
2233ριτος, τὸ μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανορθοῦται ἡ ἀδικία, ἡ
2234ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ
2235τὸν Ὑπουργόν. Καὶ ἐνῷ ἔσπευσε νὰ δώσῃ χάριτας ὁ κύριος
2236Ὑπουργὸς ἐπὶ ἁπλῇ συστάσει ἑνὸς Εἰσαγγελέως, νομίζω, ὅτι
2237ἔχει πολλαπλασίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνᾷ καὶ νὰ δίδῃ
2238χάριτας ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους συνιστᾷ ὁλόκληρον τὸ
2239Δικαστήριον.
2240Ὁ κ. Ὑπουργὸς, διακόψας με πρότερον, εἶπεν, ὅτι δὲν
2241ὀφείλει εἰς ἐμὲ καμμίαν ἀπάντησιν· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ.
2242Ὑπουργός, ὅτι πρὸ μηνὸς ἀκόμη ἐπηρώτησα αὐτὸν, καὶ τὸν
2243παρεκάλεσα νὰ καταθέσῃ ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, τοῦ Δη-
2244μάρχου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς πατρίδος τοῦ συναδέλφου
2245του κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσαν τὴν μετάθε-
2246σιν τοῦ Γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ,
2247διατὶ μετέθεσεν αὐτόν, καὶ διατὶ κατόπιν, μετὰ πάροδον δύο
2248μηνῶν, τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Διότι αἱ ἐκθέσεις
2249ἐκεῖναι θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι σκάνδαλον ἐγένετο ἐν τῷ τόπῳ
2250ἐκείνῳ, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μεριμνᾷ διὰ τὴν δικαιοσύ-
2251νην, ἀλλ’ ἀφίνει ἐκτεθειμένον ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἕνα Νομάρχην,
2252ὁ ὁποῖος ὑβρίσθη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἐκείνου!
2253§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν καὶ ἐγὼ ὡμί-
2254λησα περὶ τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, καὶ μετ’ εὐχαριστή-
2255σεώς μου εἶδον, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ.
2256Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δέον νὰ λάβῃ γενικὸν
2257μέτρον, ὅπως χαρισθῇ τὸ ἓν ὄγδοον τῆς ποινῆς τῶν διανυσάν-
2258των πλέον τῶν 15 ἐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Δὲν βλέπω τὸν
2259λόγον, διατὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν χαρίτων νὰ γίνηται ἀφορμὴ
2260νὰ διαπληκτίζωνται καὶ φονεύωνται μεταξύ των οἱ φυλακι-
2261σμένοι. Δὲν εἶναι μικρὸν τὸ ζήτημα αὐτό· πάντες γνωρίζομεν
2262εἰς ποῖα μέσα καταφεύγουσιν οἱ φυλακισμένοι, οἱ ἐπιτυγχά-
2263νοντες χάριν, καὶ πῶς ἐγκαταλείπονται εἰς τὴν τύχην των
2264οἱ μὴ ἔχοντες τὰ μέσα.
2265§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν εἰς ἐφη-
2266μερίδας, ὅτι ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας πρὸς ἀποστολὴν ἀτμοπλοίου
2267μετὰ σκαφάνδρων, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἀνέλκυσις τῶν ἀρχαιο-
2268λογικῶν εὑρημάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ πυθμένι
2269τῆς θαλάσσης, παρὰ τὰ Κύθηρα, διατρέχομεν ἴσως τὸν κίν-
2270δυνον νὰ ἴδωμεν ἑτέρους δύτας, ἢ ἀρχαιοκαπήλους, ἀνελκύ-
2271οντας ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ὅ,τι ἀπομένει ἐντὸς αὐτῆς
2272ἐκ τῶν εὑρημάτων τούτων. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν
2273Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐὰν πράγματι τὰ
2274λεγόμενα περὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν τούτων εὑρημάτων εἰσὶν
2275ἀληθῆ, καὶ ἂν ἔχουσι τὴν ἀρχαιολογικὴν καὶ καλλιτεχνικὴν
2276ἀξίαν, ἥτις ἀποδίδεται εἰς αὐτά.
2277Γνωρίζω βεβαίως καὶ ἐγὼ, ἐκ τῶν ὀλίγων ἀρχαιολογικῶν
2278μελετῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠσχολήθην, ὅτι τὰ χάλκινα ἀγάλ-
2279ματα δὲν εἶναι τόσον κοινὰ ἐν τοῖς ἡμετέροις Μουσείοις. Ἐν-
2280θυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Ὁμὼλ ἀνεκάλυψε χαλκοῦν ἄγαλμα με-
2281τρίου μεγέθους εἰς τοὺς Δελφοὺς, ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις αὕτη
2282τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας εἰς ἅπαντα τὸν ἀρχαιολογικὸν ἢ ἀρ-
2283χαιόφιλον κόσμον ἐν Εὐρώπῃ· ἐὰν πραγματικῶς δὲ, ὡς λέ-
2284γεται, τὰ ἀγάλματα αὐτὰ, τὰ χάλκινα, εἶναι ὑπερφυσικοῦ
2285μεγέθους, ἀναμφισβητήτως ἡ ἀξία αὐτῶν, ἥ τε ἀρχαιολογικὴ
2286καὶ ἡ καλλιτεχνική, ἔσται ἀνυπολόγιστος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀξία
2287αὐτῶν, ἡ ἀρχαιολογικὴ καὶ ἡ καλλιτεχνική, εἶναι ὄντως με-
2288γάλη, ὡς διαδίδεται, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει ἓν
2289μέτρον, ὅπως ταχέως ἀνελκυσθῶσιν ἀπὸ τὸν βυθὸν τῆς θα-
2290λάσσης, καὶ ἴδωσι μετὰ τοσούτους αἰῶνας τὸ φῶς, καὶ στηθῇ
2291εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον πᾶν ὅ,τι ἔκρυψεν αὕτη εἰς
2292τὰς ἀγκάλας της;
2293Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γνω-
2294ρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι γνωρίζει περὶ τῶν ἀρχαιολο-
2295γικῶν εὑρημάτων· θέλει δὲ προσφέρει καὶ εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέραν
2296χάριν, παρέχων τὰς πληροφορίας ταύτας.
2297§106Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
2298§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2299ταξιν.
2300Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸ λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2301τοῦ Κράτους.
2302§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων
2303καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διαιρεῖται εἰς κεφάλαια, ὧν τινα
2304εἶναι ἀμετάβλητα, τινὰ δὲ μεταβλητά. Τὰ κεφάλαια τῶν ἐξό-
2305δων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους,
2306ἤτοι εἰς τὰ πρὸς τὰς τρεῖς ναυτικὰς νήσους ἀποδιδόμενα κατ’
2307ἔτος καὶ εἰς ἐξόφλησιν πιστωτικῶν γραμματίων, ὅσα εὑρίσκον-
2308ται ἔτι ἐν κυκλοφορίᾳ, εἰς ἐλαχίστας ὑπόκεινται μεταβολάς·
2309ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν χορηγημάτων περιλαμβάνει δα-
2310πάνας σταθερὰς καὶ ἀμεταβλήτους, καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν συν-
2311τάξεων εἰς ἐλαχίστας ὑπόκειται μεταβολάς, καὶ τὸ τῆς Βα-
2312σιλικῆς χορηγίας ἀναγράφει δαπάνας σταθερὰς, καὶ τὰ ἔξοδα
2313τῆς Βουλῆς, καὶ ταῦτα μικρὰς ἐπιδέχονται μεταβολάς. Εἰς
2314μικρὰς ὡσαύτως ὑπόκεινται μεταβολὰς καὶ τὰ ἐννέα κεφά-
2315λαια τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ ὑπὸ
2316τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συμβιβασμοῦ ἀναγραφόμενα.
2317Τὰ κεφάλαια ὅμως τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων
2318ὑπόκεινται εἰς διηνεκεῖς μεταβολάς, κατὰ τὴν τριετίαν δὲ
2319ταύτην αἱ πιστώσεις αὐτῶν ὑπερηύξησαν. Τοῦτο δ’ ὑπέλαβον,
2320ὅτι ἤθελον καταδείξει, ὅτι ἤθελον κατασταθῆ καταληπτότε-
2321ρος εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐποιούμην παραβολὴν τῶν ἐξόδων τῆς
2322γενικῆς διοικήσεως κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη πρὸς τὸ τε-
2323λευταῖον πρὸ τοῦ πολέμου· προσεδόκων δὲ, ὅτι ἡ παραβολὴ
2324αὕτη θέλει ὁδηγήσει εἰς πορίσματα, τὰ ὁποῖα καὶ προχθὲς
2325ἀγορεύων προσεπάθησα νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν.
2326Κατὰ τὸ 1896, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
2327ρικῶν Ὑπουργείου, ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,195,572.95, ὧν
2328αἱ 125,735.55 εἰς ἔξοδα διατροφῆς τῶν γυναικῶν καὶ παί-
2329δων, τῶν προσφυγόντων εἰς τὸ ἐν Χανίοις Γενικὸν Προξενεῖον
2330τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουρ-
2331γείου δρ. 2,069.837.40. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν
2332δραχμαὶ 2,245,830.93, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ
23331896 κατὰ δραχμὰς 175,993.53· κατὰ τὸ 1900 ἐψηφίσθη-
2334σαν δραχμαὶ 2,424,122.58, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ
23351896 δραχ. 354,285.18, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899
2336δραχμαὶ 178,291.65· κατὰ δὲ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν
2337δραχ. 2,613,978.36, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896
2338κατὰ δραχμὰς 544,140.96, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899
2339δραχ. 368,147.43, καὶ ὑπὲρ τὰ ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1900
2340κατὰ δραχμὰς 189,855.78.
2341Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου,
2342ἤτοι τῶν κεφαλαίων 6–14 τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐδαπανήθη-
2343σαν τὸ 1896 δραχμαὶ 1,377,156.44· κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδα-
2344πανήθησαν δραχ. 1,816,062.36, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα
2345τὸ 1896 κατὰ δραχ. 438,905.92· κατὰ τὸ 1900 ἐψηφίσθη-
2346σαν δραχμαὶ 2,157,220.19, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ
23471896 δραχ. 780,063.75, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899
2348δραχ. 341,157.83· καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δρ.
23492,008,925.91, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ.
2350631,769.47, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχμαὶ
2351192,863.55.
2352Ὡσαύτως δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, ἤτοι τῶν
2353κεφαλαίων 15–30 συμπεριλαμβανομένου, ἐδαπανήθησαν τὸ
23541896 δραχ. 8,025,776.12· κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθη-
2355σαν δραχμαὶ 8,383,564.67, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ
23561896 δραχ. 357,788.55· κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν
2357δραχ. 10,511,391.62, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896
2358δραχ. 2,485,615.50· καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν
2359δραχ. 9,118,235.85, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896
2360δραχ. 1,092,459.46, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899
2361δραχ. 734,670.91.
2362Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ
2363τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 5,144,039.92· ἀλλὰ κατὰ
2364τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 5,464,624.19, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπα-
2365νηθέντα τὸ 1896 δραχμαὶ 320,584.27· κατὰ τὸ 1900 προ-
2366υπελογίσθησαν δραχ. 6,363,678.95, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπα-
2367νηθέντα τὸ 1896 δραχ. 1,219,639.03, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπα-
2368νηθέντα τὸ 1899 δραχ. 899,054.76· κατὰ τὸ 1901 προϋ-
2369πελογίσθησαν δραχ. 6,181,445.54, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανη-
2370θέντα κατὰ 1896 δραχ. 1,037,405.62, καὶ ὑπὲρ τὰ δαπα-
2371νηθέντα κατὰ τὸ 1899 δραχ. 716,821.35.
2372Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδα-
2373πανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 12,390,150.11. Καὶ ἀπευ-
2374θύνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐν τοῖς δαπανηθεῖσι διὰ τὴν ὑπη-
2375ρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1896
2376ὑπάρχουσι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν παριστῶσιν ἔξοδα τα-
2377κτικὰ διοικήσεως, ἀλλ’ ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον ἔκτα-
2378κτοι περιστάσεις, ὡς π. χ. δραχ. 607,500 πρὸς ἀπόδοσιν
2379ὀφειλομένων εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Κα-
2380λαμῶν, δραχ. 292,800.36 εἰς διατροφὴν καὶ περίθαλψιν γυ-
2381ναικῶν καὶ παίδων ἐκ Κρήτης· τούτων δ’ ἀφαιρουμένων, τὰ
2382τακτικὰ ἔξοδα συνίσταντο εἰς 11,489,849.75.
2383§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τὸ 1899 εἶχεν ἔκτακτα ἔξοδα.
2384§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
2385γείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν τακτικὰ ἔξοδα
2386δραχ. 11,489,849.75, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δρ.
238711,654,695.59, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων τὸ
23881896 κατὰ δρ. 164,845.84· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθη-
2389σαν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν δρ. 1,429,511.70, ἤτοι ὑπὲρ
2390τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1899 κατὰ δρ. 909,511.70·
2391κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ
2392τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου δραχμαὶ 15,862,561, ἤτοι
2393ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 4,372,711.25,
2394ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899 δραχ. 4,207,865.41·
2395καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δρ. 14,544,644, ἤτοι
2396ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 3,054,794.25, ὑπὲρ
2397τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899 δρ. 2,889,948.41, ἐλάσ-
2398σονα δὲ τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1900 κατὰ δραχ.
23991,317,917.
2400Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
2401Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου ἐδαπανήθησαν κατὰ
2402τὸ 1896 δρ. 3,744,457.67, κατὰ δὲ τὸ 1999 ἐδαπανήθη-
2403σαν δρ. 4,780,355.24, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ
24041896 δρ. 1,005,897.57· κατὰ τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν
2405δραχ. 5,211,447.41, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896
2406δραχ. 1,439,589.74, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 κατὰ
2407δρ. 433,692.17· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1901 προϋπελογίσθησαν
2408δρ. 5,075,248, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ-
2409μαὶ 1,330,790.33, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχμαὶ
2410294,892.76, καὶ ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων τὸ ἔτος
24111900 κατὰ δρ. 138,799.41.
2412Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
2413γείου ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 16,662,888.12,
2414κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δρ. 21,404,952.38, ἤτοι
2415ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 4,742,064.26·
2416δὲν ἐκπλήσσομαι δὲ διὰ τὴν διαφοράν, διότι ἐξηκολούθει ὁ
2417κυματισμὸς τῆς ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία
2418ἐπέσκηψε κατὰ τὰ προηγούμενα τοῦ 1899 ἔτη. Κατὰ τὸ
24191900 αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνῆλ-
2420θον εἰς δρ. 18,086,911.72, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ
24211896 κατὰ δραχ. 1,424,023.60· κατὰ δὲ τὸ 1901 εἰς δρ.
242217,103,441.58, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896
2423κατὰ δραχ. 440,553.46. Ἀλλ’ αἱ μὲν πιστώσεις τοῦ προ-
2424ϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ
24251901 εἰσὶ πιστώσεις τακτικῶν δαπανῶν πρὸς πλήρωσιν τα-
2426κτικῶν ἀναγκῶν, ἐν ταῖς δαπάναις ὅμως τοῦ προϋπολογι-
2427σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1896,
2428ταῖς ἀνελθούσαις εἰς δρ. 16,662,888.12, πολλὰ ἔξοδα ἦσαν
2429ὄντως ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις εἶχον
2430ἐπιβάλει.
2431Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδα-
2432πανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 6,683,623.62, κατὰ δὲ
2433τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχ. 7,801,841.21, ἤτοι ὑπὲρ τὰ
2434δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,118,217.59· κατὰ τὸ
24351900 προϋπελογίσθησαν δραχμαὶ 7,823,072.80, ἤτοι ὑπὲρ
2436τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 1,139,449.18, ὑπὲρ
2437τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 δραχ. 21,231.59· κατὰ τὸ 1901
2438προϋπελογίσθησαν δραχ. 7,024,947.80, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δα-
2439πανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 341,324.18. Σημειωτέον
2440δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 ἐν τῇ ὑπηρε-
2441σίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἦσαν οὐκ ὀλίγα ἔξοδα
2442ἔκτακτα.
2443§111Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2444Καὶ τὸ 1899 εἶχεν ἐπίσης ἔκτακτα ἔξοδα.
2445§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1899 ἐμνημόνευσα ἤδη,
2446ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ 1901. Καθ’ ἃ δὲ ἀνωτέρω ἐξέθηκα, τὰ
2447δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ
2448Ὑπουργείων καὶ διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ἐπιστασίαν τῶν φό-
2449ρων ἀνέρχονται εἰς δρ. 56,253,664.95, μετὰ τὴν ἀφαίρε-
2450σιν δὲ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τοῦ 1896, ἀνελθόντων εἰς δρ.
24515,077,185.66, περιορίζονται εἰς δραχ. 51,176,479.29· ἐὰν
2452δ’ ὑποθέσω, ὅτι τόσον ποσὸν ἤθελε δαπανηθῆ καθ’ ἕκαστον
2453τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, ἤθελον δα-
2454πανηθῆ κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην δραχ. 153,529,433.87,
2455ἐνῷ τὰ κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 δαπα-
2456νηθέντα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καὶ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ
2457τὸ 1900 καὶ τὸ 1901 ἀνέρχονται εἰς δραχ. 195,018,659.49.
2458Ἂν ἀπὸ τὰ 195,683,199.88, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν ὡς
2459ἔξοδα τῆς τριετίας ταύτης τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901,
2460ἀφαιρέσητε τὰ 153,529,433.87, ἅτινα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν
2461καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 ἤθελε κυβερνηθῆ τὸ
2462Κράτος ὡς ἐκυβερνήθη κατὰ τὸ 1896, θέλετε δι’ ἀριθμῶν
2463πεισθῆ, ὅτι κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη δαπανῶνται δραχμαὶ
246442,153,766.01 περισσότερα, ἢ ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν
2465καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐκυβερνᾶτο τὸ Κράτος ὡς ἐκυβερνή-
2466θη κατὰ τὸ 1896. Καὶ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ 1900 δὲν
2467περιελήφθησαν τὰ δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πι-
2468στώσεων προστεθέντα ἔξοδα, ὡς δὲν περιελήφθησαν ταῦτα
2469καὶ μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ 1901, τὰ ὁποῖα ἀνεγράψαμεν ἀνω-
2470τέρω ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πρὶν ἢ γείνῃ ἡ ἔναρξις τῆς
2471χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων διὰ
2472τὸ 1901...
2473§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν
2474παρατήρησιν;
2475§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2476§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρῶτον βάσις τοῦ συλλογισμοῦ σας εἶναι
2477ἡ παραβολὴ μεταξὺ ἀπολογισμοῦ καὶ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο,
2478κατ’ ἐμέ, εἶναι τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ παρα-
2479βολή σας...
2480§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω
2481ἀπὸ τοῦδε τοὺς ἀπολογισμούς, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη βάσις ἢ ἡ
2482τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις εἶναι μᾶλλον εὐνοϊκὴ εἰς ὑμᾶς,
2483διότι δὲν περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτα-
2484κτοι πιστώσεις.
2485§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τὸ 1899 τὸν εἴχετε. Ἀλλ’ ἐκτὸς
2486τούτου, δὲν λαμβάνετε μόνον ὡς βάσιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
24871896, ἀλλὰ προβαίνετε καὶ εἰς ἄλλην πρᾶξιν· ἀφαιρεῖτε ἀπὸ
2488τὰ ποσὰ, τὰ ἀποδεικνυόμενα διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ποσὸν
24895,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζετε ὡς ἔκτακτα
2490ἔξοδα, οὐδεμίαν δὲ ποιεῖσθε ἀφαίρεσιν εἰς τοὺς τρεῖς Προϋπο-
2491λογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 ἕνεκα ἐκτάκτων
2492δαπανῶν, ὡσανεὶ τὰ τρία ταῦτα ἔτη δὲν περιεῖχον καμμίαν
2493ἔκτακτον δαπάνην. Ἑπομένως, διὰ νὰ ἦσθε ἀκριβής, καὶ
2494λαμβάνων τὴν ἐσφαλμένην, κατ’ ἐμέ, βάσιν τῆς συγκρίσεως
2495προϋπολογισμῶν πρὸς ἀπολογισμούς, ἡ ὁποία, καίτοι ἐπε-
2496βάλλετο, ὡς λέγετε, διότι δὲν ἔχετε ἀπολογισμούς, ἀλλ’ ἡ
2497ὁποία βεβαίως εἶναι ἐσφαλμένη, διὰ νὰ ἦσθε, λέγω, ἀκρι-
2498βής, δέον ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ ἑκάστην χρῆσιν τὰ 5,000,000,
2499τὰ ὁποῖα ἀφῃρέσατε ὡς ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ
2500τοῦ 1896, καὶ τότε, κατ’ ἀνάγκην, θὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ
250142,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξατε, 15,000,000. Ἐὰν
2502δέ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην, ποιήσητε καὶ δευτέραν ἀφαί-
2503ρεσιν διὰ τὴν ἀστυνομίαν, τὴν μὴ εἰσέτι πραγματοποιηθεῖ-
2504σαν, καὶ τῆς ὁποίας τὴν δαπάνην κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ
2505ἀφαιρέσητε, τότε ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 42,000,000 θὰ κατέλ-
2506θωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20,000,000 περίπου, τὸ ὁποῖον, διαι-
2507ρούμενον διὰ τοῦ 3, μᾶς δίδει 6,700,000 δρ. κατ’ ἔτος αὔξη-
2508σιν ἐξόδων. Καὶ ταῦτα, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἰδικούς
2509σας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρ’ ὑμῶν γενομένης συγκρίσεως,
2510ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἔχῃ πάντοτε τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον
2511προέρχεται ἐκ τῆς παραβολῆς ἀπολογισμοῦ πρὸς προϋπολο-
2512γισμὸν, καὶ τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δὲν καταλογί-
2513ζετε ὑπὲρ ἡμῶν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, ἐνῷ ὑμεῖς ὠφε-
2514λήθητε ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων.
2515§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ στέργω νὰ σᾶς παρακαλέ-
2516σω νὰ μοὶ δείξητε ἀναγραφὴν ὄχι πλήρη, ἀλλὰ μίαν τινὰ
2517τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ 1899, 1900
2518καὶ 1901 ἀνεγράψατε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς.
2519§119Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
2520§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξήτασα ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς
2521ὁποίας ἀνεγράψατε διὰ κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν,
2522διότι ταύτας ὀφείλω νὰ θεωρήσω ὡς δαπάνας μὴ συνήθεις,
2523διότι συνήθεις εἶναι αἱ διὰ συντήρησιν τῶν ὁδῶν δαπάναι.
2524Δύναμαι ὡσαύτως νὰ μνημονεύσω τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἔκτα-
2525κτον συνδρομὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καίτοι αὗται
2526δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἔκτακτοι, διότι αὗται ἀνέκαθεν
2527καταβάλλονται ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ὑπὸ διάφο-
2528ρον ἑκάστοτε τύπον. Δύναμαι δὲ νὰ κατέλθω καὶ εἰς λεπτο-
2529μερείας, ἵνα ἀποδείξω εἰς ποίας δαπάνας ἐκτάκτους προέ-
2530βητε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ.
2531§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
2532§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμίαν
2533εὑρίσκω ἔκτακτον δαπάνην.
2534§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Μόνον
2535ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δύναμαι προχεί-
2536ρως νὰ ἀπαντήσω, καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
2537μικῶν θὰ ἀπαντήσῃ διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Ὡς πρὸς τὸ
2538Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀρκοῦμαι εἰς τοῦτο: Εἴπετε,
2539ὅτι ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν εἶναι τακτικὴ δαπάνη· καὶ ἐγὼ
2540ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι τακτικωτάτη δαπάνη. Ὅταν ὅμως ἡ
2541συντήρησις ἐπιβαρύνηται μὲ 1,300,000 δραχμὰς πρὸς ἀπο-
2542πληρωμὴν συντηρήσεων ἄλλων χρήσεων, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ
2543δαπάνη αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δαπάνη τακτικὴ
2544τῆς χρήσεως. Ὅταν αἱ ἀνακαινίσεις ὁδῶν ἐπιβαρύνωνται μὲ
2545700,000 δραχμὰς, πρὸς ἀποπληρωμὴν πάλιν ἀνακαινίσεων
2546ἄλλων χρήσεων, λέγω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ δαπάνη δὲν δύναται
2547νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν δύνα-
2548σθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἔχομεν τὴν ἔκτακτον δαπάνην τῆς Ἐκ-
2549θέσεως τῶν Παρισίων. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἔκτακτος δαπά-
2550νη, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τακτικὴ, διότι δὲν ἔχο-
2551μεν κατ’ ἔτος Παγκοσμίους Ἐκθέσεις.
2552§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2553§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἡ δαπάνη αὕτη βαρύνει κατὰ σπου-
2554δαῖον ποσὸν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐκτὸς τούτου, δὲν δύνα-
2555σθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς ἡμᾶς, ὡς
2556ἐκ τῆς πανώλους, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 200,000
2557δραχμὰς, εἶναι ἔξοδα ἔκτακτα, διότι δὲν ἀναφέρονται ἐν ἑκά-
2558στῳ Προϋπολογισμῷ. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι αἱ 300,000 δραχμαὶ,
2559αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν διὰ τὰ ἔργα τοῦ Θριασίου πεδίου,
2560δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τακτικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους.
2561Καὶ ἰδοὺ σᾶς ἀνέφερα εὐθὺς εἰς μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2562Ἐσωτερικῶν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 2,650,000 δραχ-
2563μάς. Ἰδοὺ ἔκτακτοι δαπάναι ἀναμφισβήτητοι.
2564§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοσίας
2565ὑγείας ποιοῦμαι εἰς ὑμᾶς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ὑγιεινὴ
2566κατάστασις τοῦ Κράτους κατ’ ἔτος ἐπιβάλλει δαπάνας ἐκ-
2567τάκτους, διότι ἀπειλεῖται ἑκάστοτε ὑπὸ νόσων ἐνδημουσῶν
2568καὶ ὑπὸ νόσων ἐπιδημικῶν, ἀπειλουσῶν νὰ ἐπιδράμωσιν ἐπὶ
2569τὴν χώραν. Κατὰ τὸ 1896 δὲν εἴχομεν Λοιμοκαθαρτήρια εἰς
2570τὴν Δῆλον καὶ εἰς τὸν Κάνθαρον; Δὲν εἶχεν ἐπισκήψει ἡ
2571εὐφλογία; Δὲν εἶχον ληφθῆ μέτρα κατ’ αὐτῆς;
2572§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡμεῖς εἴχομεν καὶ εὐφλογίαν καὶ πα-
2573νώλην, καὶ ἑπομένως εἴχομεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς εὐφλογίας,
2574τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι μέχρι τινὸς ὡς τακτικὰ,
2575διότι ταῦτα ἐπανέρχονται κατ’ ἔτος.
2576§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ζητήσητε νὰ εὕρητε τὰ δα-
2577πανηθέντα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς ὀγκώδη ποσά.
2578Δὲν ἀνέφερα αὐτὰ ὡς ἔκτακτα, διότι θέλετε εὑρεῖ ταῦτα ἐν
2579πᾶσι τοῖς ἀπολογισμοῖς. Θέλετε εὑρεῖ δαπανηθέντα 150,240
2580δρ. δι’ ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑγείας κατὰ τὸ 1895, θέλετε
2581εὑρεῖ δαπανηθέντα δραχμὰς 100,440 κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν
2582δημοσίαν ὑγείαν.
2583§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐθεώρησα ὡς ἔκτακτον μόνον τὴν
2584δαπάνην τῶν Λοιμοκαθαρτηρίων. Βεβαίως τὸ Νοσοκομεῖον
2585τῶν εὐφλογιώντων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔκτακτος δα-
2586πάνη, διότι, δυστυχῶς, κατ’ ἔτος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
2587ἔχωμεν τοιοῦτον Νοσοκομεῖον. Ἀλλ’ ἡ τοῦ Λοιμοκαθαρτηρίου
2588βεβαίως εἶναι ἔκτακτος δαπάνη. Ἐὰν εἴχετε λοιπὸν Λοιμο-
2589καθαρτήρια λειτουργοῦντα κατὰ τὸ 1896, δικαιοῦσθε ν’ ἀ-
2590φαιρέσητε τὴν δαπάνην αὐτὴν ὡς ἔκτακτον.
2591§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀφήρεσα αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν
2592δαπάνην ταύτην εὑρίσκω καὶ κατὰ τὸ 1893 καὶ κατὰ τὸ
25931895 καὶ κατὰ τὸ 1896 καὶ κατὰ τὸ 1897 καὶ κατὰ τὸ
25941899.
2595§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2596Ἐπιτρέπετε νὰ διακόψω ὑμᾶς, ὅπως παράσχω ἀναγκαίας
2597τινὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῶν ἐκτάκτων δα-
2598πανῶν; Εἰς τὴν διακοπὴν μὲ ἐνθαρρύνει ἡ ὑμετέρα πρόκλησις.
2599§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2600§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ 1896. Καταλέ-
2601γετε ὡς ἔκτακτον δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
2602τὸ ποσὸν δρ. 667,800 δι’ ἐπισκευὰς καὶ κατασκευὰς ἀτμολε-
2603βήτων καὶ μηχανῶν. Καταλέγετε ἐπίσης ὡς ἔκτακτον δαπά-
2604νην τὸ ποσὸν δρ. 219,226 λόγῳ ἐπὶ πλέον δαπανῶν ὑλικοῦ,
2605καὶ τὸ ποσὸν δρ. 446,250 λόγῳ ἐπὶ πλέον δαπανῶν διὰ τὸν
2606ὁπλισμόν. Ταῦτα ἀνεφέρατε ὡς ἐκτάκτους δαπάνας διὰ τὸ
2607Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
2608§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω τὸν ἀπολογισμόν.
2609§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀπολογισμὸν βεβαίως ἀνα-
2610γράφονται. Ἐσημείωσα ἰδιαιτέρως τὰ ποσὰ ταῦτα, διότι,
2611κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις ὑμῶν, ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896
2612δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτοῦ 5,000,000 λόγῳ ἐκτάκτων
2613δαπανῶν.
2614§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν 5,000,000 ὑπάρ-
2615χουσι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
2616ὑπάρχουσι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
2617ρικῶν καὶ ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουρ-
2618γείου τῶν Στρατιωτικῶν.
2619§137Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουρ-
2620γείου τῶν Ναυτικῶν, τούτου αἱ δαπάναι κατὰ τὸ ἔτος 1899
2621ἀνῆλθον εἰς δρ. 7,691,567, ἀπέναντι 6,683,623 τοῦ 1896,
2622ἑπομένως ὑπάρχει τὸ 1896 ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ 1,007,944
2623δραχμῶν. Ἀλλὰ πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται; Ἀναφέ-
2624ρω μόνον ἓν γεγονός, ὅτι κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν ἐκτάκτους
2625δαπάνας διὰ λέβητας καὶ μηχανὰς ποσοῦ δραχ. 498,586,
2626καὶ δι’ ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν 324,395, τὸ ὅλον 822,981.
2627Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, ὡς γινώσκε-
2628τε, μέχρι τοῦ 1898 ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἀνεγράφετο
2629ὁλόκληρος ἐν τῷ εἰδικῷ δι’ ἕκαστον ἔξοδον κεφαλαίῳ καὶ
2630ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1898 ἐπεκράτη-
2631σεν ἡ ἀρχὴ ν’ ἀναγράφηται ἰδιαιτέρως τὸ ποσὸν τὸ πληρω-
2632νόμενον λόγῳ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ὡς ἐκ τούτου δὲ
2633εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2634τικῶν κατελογίσθη, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐν ἑκάστῃ κατηγορίᾳ
2635ἀναγραφομένων ἐξόδων, καὶ τὸ πληρωθὲν λόγῳ συναλλαγ-
2636ματικῆς διαφορᾶς ποσὸν δραχ. 493,788. Κατ’ ἀκολουθίαν
2637πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ποσὸν ἐκτάκτων
2638δαπανῶν τοῦ 1899 καὶ τὸ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν
2639πληρωθὲν ποσόν, ὅπερ ἀναβιβάζει τὴν ἔκτακτον δαπάνην
2640τοῦ 1899 εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 1,316,769.
2641§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ
26421899, ἐπειδὴ εἶναι προσωρινός, ἀναγράφει ἐν συνόλῳ τὰ
2643ἔξοδα ἑκάστου Ὑπουργείου, ὡς ἔξοδα δὲ τοῦ Ὑπουργείου
2644τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀναγράφει ὅσα εἴπετε, ἤτοι 7,691,567,
2645ἀλλ’ 7,801,841.21, ἤτοι δρ. 110,274.21 περισσοτέρας. Ὁ
2646δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀναγράφει δι’ ἐπισκευὴν πλοίων
2647δραχμὰς 305,363 μόνον, δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν πόσα ἐκ τῆς
2648πιστώσεως ταύτης ἐδαπανήθησαν.
2649§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πρόκλησιν ὑμῶν καὶ τοῦ ἀξιο-
2650τίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Καραπάνου, κατέθηκα πρὸ
2651πολλῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀπολογισμοὺς ὅλων τῶν
2652Ὑπουργείων καὶ τὴν Κατάστασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
2653Ἐξ αὐτῶν καταφαίνεται λεπτομερῶς ἡ κατὰ κεφάλαιον καὶ
2654ἄρθρον δαπάνη ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων.
2655§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουρ-
2656γείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἔτους 1900 ἀναγράφει δι’ ἐπισκευὴν
2657τῶν πλοίων πίστωσιν δραχ. 278,748 μόνον· ἀλλ’ ἡ δι’ ἐπι-
2658σκευὴν πλοίων δαπάνη δὲν εἶναι ἔκτακτος, εἶναι συνήθης,
2659κατ’ ἔτος γιγνομένη. Κατὰ τὸ 1891 δὲν περιέλαβεν ὁ Προ-
2660ϋπολογισμὸς πίστωσιν δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων τοῦ στό-
2661λου ἐκ δραχμῶν 600,000, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν ἐξ αὐτῆς
2662599,878.67; Κατὰ τὸ 1892 δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολο-
2663γισμὸς πίστωσιν δραχ. 1,378,000, καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν
2664ἐξ αὐτῆς δρ. 722,895.54; Κατὰ τὸ 1893 δὲν περιέλαβεν
2665ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δρ. 950,000, καὶ δὲν ἐδαπανή-
2666θησαν ἐξ αὐτῆς δρ. 948,444.05; Κατὰ τὸ 1894 δὲν περι-
2667έλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δρ. 950,000, καὶ δὲν
2668ἐδαπανήθησαν 965,877.13; Κατὰ τὸ 1895 δὲν περιέλαβεν
2669ὁ Προϋπολογισμὸς πίστωσιν δρ. 1,122,380, καὶ δὲν ἐδαπα-
2670νήθησαν δρ. 1,175,945.31; Τί μᾶς ἀναφέρετε ὡς ἔκτακτον
2671δαπάνην τοῦ 1899 τὰς 324,395 δραχμάς, τὰς ὁποίας λέ-
2672γετε, ὅτι ἐδαπανήσατε κατ’ αὐτό;
2673§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι μι-
2674κρά. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἑτέρα ἔκτακτος δαπάνη διὰ λέ-
2675βητας καὶ μηχανὰς 498,586 δραχμῶν.
2676§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖον μέρος εἶναι;
2677§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ὑπὸ
2678τὸ κεφάλαιον ΚΑʹ.
2679§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ὡς
2680δαπανηθὲν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
2681κῶν ἐν συνόλῳ εἶναι 7,801,841.21. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν
2682σελίδα 16 τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀναφέ-
2683ρεται τὸ ποσὸν τῶν 498,586.
2684§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ τοῦ
26851899 δὲν ἀναγράφεται ἡ εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα ὑποδιαί-
2686ρεσις τῶν δαπανῶν· ἀναγράφονται μόνον ἐν τῇ τελευταίᾳ
2687σελίδι οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι καὶ
2688ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ
2689τούτων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2690§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐν τῇ τελευταίᾳ σελίδι ἀνα-
2691γραφὴ τῶν νόμων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ
2692πιστώσεις, δὲν ἔχει ἀξίαν τινὰ, οὐδ’ ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγέ-
2693νετο δαπάνη τις ἐκ τῶν οὕτως ἀναγραφομένων ποσῶν.
2694§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀνέφερα, ἀναγρά-
2695φονται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
2696καὶ εἰς τὴν Κατάστασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Βεβαίως
2697ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς δεικνύει ἐν λεπτομερείᾳ τὰς δαπά-
2698νας κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον· ὁ προσωρινὸς δὲ ἀπολογι-
2699σμὸς δὲν δεικνύει ἀναλυτικῶς τὰς δαπάνας, ἀλλὰ μόνον κατὰ
2700Ὑπουργεῖον.
2701§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸν ἔχω ἐδῶ. Ἐπικαλεῖσθε
2702ἀπολογισμούς, οἵτινες δὲν ἐδημοσιεύθησαν, καὶ Καταστάσεις
2703τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰς ὁποίας δὲν κατεθήκατε εἰς
2704τὴν Βουλὴν, δὲν μᾶς ἐδώκατε, οὐδὲ κἂν μᾶς ἐδείξατε.
2705§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἴχετε ζητήσει
2706τὴν λεπτομέρειαν τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899,
2707κατέθηκα δὲ πρὸς τοῦτο τὸν ἀπολογισμὸν ἑκάστου τῶν
2708Ὑπουργείων μετὰ Καταστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
2709ὅπως ἴδητε τὴν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὑποδιαίρεσιν τῶν
2710δαπανῶν. Ὅτε δὲ κατέθηκα τοῦτον, μὲ ἠρωτήσατε, ἂν ἀνα-
2711γράφονται ἐν λεπτομερείᾳ αἱ δαπάναι. Ἀπήντησα κατα-
2712φατικῶς, προσθέσας, ὅτι δύνασθε καὶ κατ’ οἶκον νὰ παραλά-
2713βητε τοὺς πίνακας, ὅπως μελετήσητε τούτους.
2714§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τοὺς ἔλαβον, ἀλλὰ δὲν
2715εὗρον ὅσα μᾶς λέγετε· ἐσημείωσα ὅσα σᾶς εἶπον, καὶ τοὺς
2716ἔδωκα ἔπειτα εἰς τὸν κ. Καραπάνον.
2717§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὺς κατέθηκα, κατ’ αἴτησιν
2718ὑμῶν καὶ πρὸς χρῆσιν ὑμῶν· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἀπὸ τοῦ βή-
2719ματος προσέθηκα, ὅτι δύνασθε καὶ κατ’ οἶκον νὰ λάβητε καὶ
2720μελετήσητε αὐτούς.
2721§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ μοὶ
2722εἴπητε, πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
2723τικῶν διὰ πληρώματα πλοίων κατὰ τὸ ἔτος 1899;
2724§153Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2,273,006.
2725§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ δὲ τὸ 1896;
2726§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1,817,389· ἤτοι διαφορὰ ἐπὶ πλέον
2727τὸ 1899 ἐκ δραχ. 455,615.
2728§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη;
2729§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκρατήθησαν εἰς τὴν ὑπηρε-
2730σίαν οἱ ἔφεδροι τοῦ 1897, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὸν στρα-
2731τὸν, διότι δὲν εἶχε κηρυχθῆ ἡ λῆξις τῆς ἐπιστρατείας.
2732§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δικαιολογεῖ-
2733σθε, διότι δὲν ἀπελύσατε τοὺς ἐφέδρους τοῦ Ναυτικοῦ τοῦ
27341897, διότι δὲν εἶχον ἀπολυθῆ καὶ οἱ ἔφεδροι τοῦ στρατοῦ
2735τῆς ξηρᾶς;
2736§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτακτος δαπάνη τοῦ 1896 εἶναι
2737ἡ ὑπὸ τὸ Κεφάλ. ΙΑʹ ἐκ δραχμῶν 667,800, περιλαμβάνουσα
2738καὶ τὴν νομισματικὴν διαφοράν. Ἡ ἔκτακτος δαπάνη τοῦ
27391899 εἶναι ἡ διὰ λέβητας καὶ μηχανάς, ἥτις μετὰ τῆς νομι-
2740σματικῆς διαφορᾶς ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 1,316,769.
2741Κατὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε, νὰ χαρακτηρίσητε ὡς
2742ἔκτακτον δαπάνην τοῦ 1896 τὸ ποσόν, τὸ δαπανηθὲν διὰ
2743τὴν κατασκευὴν λεβήτων καὶ μηχανῶν, πρέπει νὰ χαρακτη-
2744ρισθῇ ὡς ἔκτακτος δαπάνη τοῦ 1899 τὸ δαπανηθὲν διὰ λέ-
2745βητας καὶ μηχανάς, ὡς καὶ δι’ ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν.
2746§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τί ἐδαπανήθη εἰς τὰ
27471899 δι’ ὁπλισμόν;
2748§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδαπανήθησαν δραχ. 380,569, ἐνῷ
2749τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 826,819, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ.
2750446,250. Ἐπίσης καὶ διὰ τὸ ὑλικὸν ἐδαπανήθησαν τὸ 1899
2751δραχ. 1,989,865 καὶ τὸ 1896 δραχ. 2,209,091. Ἐνταῦθα
2752ὅμως δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸν ἀπο-
2753λογισμὸν τοῦ 1896 ἀναγράφεται ἐν τῷ οἰκείῳ ἄρθρῳ ὁλό-
2754κληρον τὸ δαπανηθὲν ποσόν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς
2755νομισματικῆς διαφορᾶς, ἐνῷ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899
2756ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἀναγράφεται κεχωρισμένως. Ὅπως
2757δὲ γένηται ἀκριβὴς ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν δύο ἀπολογι-
2758σμῶν, πρέπει εἰς τὰς κατ’ ἄρθρον δαπάνας τοῦ 1899 νὰ
2759προστεθῇ καὶ ἡ νομισματικὴ διαφορά. Οὕτως ἔχομεν διὰ τὸ
2760Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὸ 1896 δι’ ὑλικὸν 2,209,091,
2761διὰ τὸν ὁπλισμὸν 826,819, δι’ ἐπισκευὰς καὶ κατασκευὰς
2762ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν 667,800, τὸ ὅλον 3,703,710.
2763Τὸ 1899 δι’ ὑλικὸν 1,989,865, δι’ ὁπλισμὸν 380,569, τὸ
2764ὅλον δρ. 2,370,434. Ἄν εἰς τὴν δαπάνην τοῦ 1899 προσ-
2765τεθῇ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἐπὶ τιμῇ φράγκου 1 καὶ 60,
2766αἱ δαπάναι τοῦ 1899 διὰ μόνον τὸ ὑλικὸν καὶ τὸν ὁπλισμὸν
2767ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 3,792,694. Ὥστε αἱ δαπάναι
2768τοῦ 1899 ἀποδεικνύονται ὑπέρτεραι τῶν τοῦ 1896 κατὰ δρ.
276988,984.
2770Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἵνα
2771συμπληρώσητε τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000, ὡς ἐκτάκτων δα-
2772πανῶν τοῦ 1896, στηρίζεσθε εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ ποσοῦ,
2773τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸ 1894, καὶ τὸ πλέον τούτου κατὰ
2774τὸ 1896 δαπανηθὲν καταλογίζετε ὡς ἔκτακτον δαπάνην
2775τοῦ τελευταίου τούτου ἔτους. Κατὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, δέον
2776νὰ γένηται ἀποδεκτὴ καὶ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἐτῶν
27771896 καὶ 1899, καὶ νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔκτακτος δαπάνη
2778τοῦ 1899 τὸ ἐπὶ πλέον τοῦ 1896 δαπανηθὲν ποσόν. Ἑπο-
2779μένως, ἐπειδὴ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον
2780τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 16,662,888, τὸ δὲ 1899 δραχ.
278121,152,671, ἤτοι ἐπὶ πλέον 4,489,783, κατὰ τοσοῦτον
2782εἶναι ὑπέρτεραι αἱ δαπάναι τοῦ 1899 ἀπὸ τὰς δαπάνας τοῦ
27831896. Ἐξεταστέαι νῦν αἱ καθ’ ὑμᾶς ἔκτακτοι δαπάναι τῶν
2784ἄλλων Ὑπουργείων...
2785§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν
2786περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1894, διότι κατὰ
2787τὸ 1896 ἠναγκαζόμεθα νὰ διατηρῶμεν στρατὸν περισσότε-
2788ρον τοῦ συνήθους, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων· διὰ
2789τοῦτο εἴχομεν ἀνάγκην καὶ ὁπλισμοῦ καὶ ἱματισμοῦ περισ-
2790σοτέραν, ἀφοῦ δ’ ἔκτακτοι περιστάσεις καὶ οὐχὶ συνήθεις μοὶ
2791ἐπέβαλλον τὰς δαπάνας ταύτας, εὐλόγως ἀνεγράψαμεν αὐ-
2792τὰς ἐκτάκτους.
2793§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν αὐτῶν λόγων προέρχονται
2794αἱ ἐπὶ πλέον διαφοραὶ τοῦ 1899, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ
27951896.
2796§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ ποία ἀνάγκη ὑπεχρέω-
2797σεν ὑμᾶς τὸ 1899 νὰ τηρῆτε περισσοτέρους στρατιώτας ἐν
2798ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ;
2799§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμεθα ὑποχρεωμένοι, διότι κατὰ
2800τὸ 1899 διετηρήθη εἰς τὰ ὅπλα ἀσυγκρίτως μείζων ἀριθ-
2801μὸς τῶν διατηρηθέντων κατὰ τὸ 1896.
2802§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖοι λόγοι πολιτικοί, ποῖοι
2803λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας ἢ τάξεως σᾶς ἠνάγκασαν πρὸς
2804τοῦτο:
2805§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πόλεμος ἐκληρονόμησεν ἐφ’ ἡμᾶς
2806τοιαύτην κατάστασιν δημοσίας ἀσφαλείας, ὥστε δὲν ἦτο δυ-
2807νατὸν νὰ ἀπολύσωμεν ἐνωρίτερον τοὺς ἐφέδρους, ἄνευ κινδύ-
2808νου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐξετάζοντες τὸ
2809θέμα τοῦτο ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν, κατελήξατε εἰς τὸ συμ-
2810πέρασμα, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως συν-
2811δέεται πρὸς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ πρὸς
2812διαφόρους χορηγίας, ἀναγομένας εἰς τὴν συναλλαγήν, ἐρωτῶ
2813ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις μετὰ λόγου, ὅτι ἐδα-
2814πανήθησαν διὰ τὸν στρατὸν κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἐπὶ πλέον
2815τῶν τοῦ 1896 δραχμαὶ 4,490,000 ἐκ λόγων σπατάλης, ἢ
2816συναλλαγῆς; Ὑπῆρξε λόγος παρεμφερής, ἵνα κατὰ μὲν τὸ
28171896 ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων δαπα-
2818νηθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 25,000,
2819κατὰ δὲ τὸ 1899 νὰ δαπανηθῶσι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν δρ.
28201,902,760; Τὰ δαπανηθέντα τὸ 1899 ὑπὸ τὸ κεφάλαιον
2821τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐκληροδο-
2822τήθησαν ἐκ τοῦ πολέμου, ἦσαν δὲ ὑποχρεώσεις τοῦ παρελ-
2823θόντος, καὶ ἰδίως τοῦ ἔτους 1897, ἐνῷ τὸ 1896 δὲν ἐκλη-
2824ρονόμησε τίποτε ἀπὸ προηγουμένας χρήσεις. Τὸ 1897 ἐκλη-
2825ρονόμησεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν πολλὰς ὑποχρεώσεις. Ἐπλή-
2826ρωσε διὰ τὴν χωροφυλακὴν ἐπὶ πλέον τοῦ 1896 δραχμὰς
2827247,933, ἐπλήρωσε διὰ τὸ πυροβολικὸν 124,237, ἐπλήρω-
2828σε διὰ τὸ ἱππικὸν 75,219, ἐπλήρωσε καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀνα-
2829γόμενα εἰς ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος. Ἐκ τούτου ἡ δια-
2830φορὰ τῶν χρήσεων τοῦ 1896 καὶ 1899 κατὰ 4,490,000.
2831§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ 1897 δὲν πρόκειται,
2832ἀλλὰ περὶ τοῦ 1899. Διατὶ δὲ ἀναμιγνύετε τὸ 1897 μετὰ
2833τοῦ 1899; Τὸ 1897 ἦτο πόλεμος, ἑπομένως μεγάλαι καὶ
2834ἔκτακτοι ἀνάγκαι· τὸ 1899 δὲν ἦτο πόλεμος, ἑπομένως
2835ὠφείλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν ἀμέσως μετὰ τὴν
2836κατὰ τὸ 1898 συνομολογηθεῖσαν εἰρήνην· ἡ δὲ τάξις δὲν
2837ἐπιτρέπει, ἀλλ’ ἀποκρούει τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ποῖαι
2838ἀνάγκαι ἔκτακτοι ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατηρή-
2839σῃ στρατὸν περισσότερον; Ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἔκτακτος
2840νὰ διατηρηθῶσιν οἱ διαθέσιμοι, ἡ ἀνάγκη αὕτη θὰ ἦτο γνω-
2841στή, ἀλλὰ γνωστὴ εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν
2842διετηρήθησαν οἱ διαθέσιμοι πλέον τοῦ ὡρισμένου χρόνου.
2843Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ 1899 ἦσαν ἔκ-
2844τακτοι, ποῖαι ἔκτακτοι ἀνάγκαι ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ τὸ
28451900, κατὰ τὸ 1901, καθ’ ἃ ἐξακολουθεῖτε νὰ σπαταλᾶτε
2846ἐν ὀνόματι τοῦ πολέμου καὶ ἐν ὀνόματι τῶν μεταρρυθμί-
2847σεων;
2848§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν
2849μόνον δύο ἀπολογισμούς, τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1899, διότι αἱ
2850δύο αὗται χρήσεις ἔχουσι καθωρισμένον ὅρον συγκρίσεως.
2851Ὅταν συζητήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, θέλω
2852ἐξηγήσει καὶ τοὺς λόγους, ἐξ ὧν προέρχονται αἱ διαφοραὶ
2853εἰς τὸ 1900 καὶ εἰς τὸ 1901. Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ
2854Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ
2855Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ἀναγομένην
2856εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, δι’ ἣν ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον
2857τοῦ 1896 ἀπὸ τοῦ 1899 κατὰ 184,000 δρ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
2858μόνον τοῦτο. Τὸ 1899 εἶχε καὶ μίαν ὑποχρέωσιν ἔκτακτον, ἡ
2859ὁποία δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων· εἶχε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
2860ἐκλογικοῦ νόμου, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν τὸ 1899
2861πλέον τοῦ 1896 δραχ. 389,393· ἐπίσης διὰ τὴν γεωργίαν,
2862πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει
2863ὑμῶν, ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1896 δρ. 121,481.
2864Εἶχεν ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων πλέον τῶν τοῦ 1896 δρ.
2865281,039. Διὰ νομισματικὴν διαφορὰν τὸ 1899 ἐδαπάνησε
2866περισσότερα τοῦ 1896 δραχ. 175,365. Διὰ τὴν Ἔκθεσιν τῶν
2867Παρισίων ἐδαπανήθησαν τὸ 1899 δραχ. 100,000. Διὰ με-
2868λέτας ὑδραυλικὰς πρὸς ὕδρευσιν Ἀθηνῶν 53,000. Διὰ συν-
2869δρομὴν σεισμοπαθῶν Πελοποννήσου 52,429. Διὰ συνδρομὴν
2870σεισμοπαθῶν Μικρᾶς Ἀσίας 20,000. Δι’ ἔξοδα ἐσωτερικῆς
2871ἀκτοπλοΐας ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1896 δρ. 100,000. Πάντα
2872ταῦτα ἀποτελοῦσι διαφορὰν ἐπὶ πλέον τὸ 1899 ἐκ δραχ.
28731,403,219, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν προέρχεται ἐκ παροχῶν
2874κυβερνητικῶν, οὐδ’ ἐκ σπατάλης.
2875§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σπεύδετε πολύ, καὶ ἐπιλαμβά-
2876νεσθε θεμάτων...
2877§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἕνα κυρίως σκοπὸν ἀποβλέπω,
2878νὰ πείσω, εἰ δυνατόν, ὑμᾶς, ὅπως ἀποδεχθῆτε ἐν τῷ συνόλῳ
2879τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1896 καὶ 1899, καὶ μὴ ἐπιμένητε
2880μειοῦντες τὰς δαπάνας τοῦ 1896 κατὰ 5,000,000, διὰ νὰ
2881παραστήσητε τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν τοῦ 1899 ἀνωτέ-
2882ραν τῆς πραγματικῆς.
2883§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ διὰ τὴν γεωργίαν δαπάναι
2884δὲν εἶναι ἔκτακτοι, εἰσὶ τακτικαί, ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ
2885νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προεκαλέσαμεν· δαπάναι δὲ ὑπὸ νό-
2886μων ἐπιτραπεῖσαι δὲν εἶναι ἔκτακτοι. Ἀνεφέρατε, ὅτι ἐδα-
2887πανήσατε 280,000 δραχ. δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων·
2888ἀλλὰ πότε ἡμεῖς παρεστήσαμεν ὡς ἐκτάκτους δαπάνας τὰ
2889πληρωνόμενα εἰς κεκλεισμένας χρήσεις; Κατὰ τὸ 1895 ἐδα-
2890πανήσαμεν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις δρ. 2,449,795, διὰ νὰ
2891πληρώσωμεν ὅσα ἡμεῖς ἀφήκατε τὸ 1893 καὶ 1894 ἀπλή-
2892ρωτα, ὅπως παρουσιάσητε περισσεύματα. Εἴπομεν ποτὲ ἡμεῖς
2893περὶ κεκλεισμένων χρήσεων; Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ 44 ἑκα-
2894τομμυρίων μεταξὺ τῆς διαχειρίσεως ὑμῶν, κατὰ τὴν τριε-
2895τίαν ταύτην, καὶ τῆς ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν ἐπροβάλομεν,
2896ἂν κατὰ τὰ τρία ἔτη ἐκυβερνᾶτο ἡ χώρα ὡς ἐκυβερνήθη τὸ
28971896;
2898§173Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὕτω συγκρίνετε τὰς τοῦ 1896
2899δαπάνας, μειοῦντες αὐτὰς κατὰ 5,000,000, πρὸς τὰς δα-
2900πάνας τῶν τριῶν ἐτῶν, ἐνῷ πρέπει νὰ καταλογίσητε εἰς
2901ἑκάστην χρῆσιν τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω
2902ποτὲ νὰ διακόπτω, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ προεκαλέσατε νὰ ἀνα-
2903φέρω τὰς τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐκτάκτους δαπάνας, διὰ
2904τοῦτο παρέσχον τὰς ἐξηγήσεις ταύτας προχείρως, ἐπιφυλασ-
2905σόμενος πάντοτε ν’ ἀποδείξω ἐν καιρῷ, ὅτι αὐτὴ ἡ διαφορὰ
2906τῶν 44,000,000 δὲν ὑφίσταται, οὐδὲ ἀνάγεται εἰς λόγους
2907σπατάλης ἢ συναλλαγῆς. Ὅταν λάβω τὸν λόγον, θέλω ἀπο-
2908δείξει δι’ ἀριθμῶν ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως, ὅτι, ἂν ὑπάρ-
2909χῃ διαφορὰ δαπανῶν μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 καὶ
2910τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, αὕτη ἐπεβλήθη
2911ἐξ αἰτίων ἀνεξαρτήτων τῆς βουλήσεως ἢ τῆς καθυστερή-
2912σεως τῶν σήμερον διαχειριζομένων τὰ κοινά.
2913§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι
2914δεκτικὸν ἀντιρρήσεων εἶναι αὐτοφανές. Ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε
2915πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε ν’ ἀποδείξητε, ἤτοι, ὅτι
2916οὐδεμίαν αὔξησιν ἡ διοίκησις ὑμῶν ἐπήνεγκεν εἰς τὰ ἔξοδα
2917τοῦ Κράτους, εἰμὴ μόνον τὴν ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπελθοῦσαν
2918τῶν πληρωνομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
2919καὶ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων.
2920§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο ἀπολογισμοὶ τοῦ 1899 καὶ
29211896 παρουσιάζουσι τὰς ἑξῆς διαφοράς: δρ. 104,635,493 ὁ
2922τοῦ 1899, δρ. 90,870,607 ὁ τοῦ 1896, διαφορὰ 13,746,886.
2923Κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν πλέον τοῦ 1896 τὰ ἑπόμενα:
29241) δρ. 878,000 διὰ συντάξεις, 2) 179,000 διὰ τὴν Βουλήν,
29253) δρ. 6,492,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους,
29264) 2,981,000 ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων, 5) 697,000 διὰ
2927ἔξοδα στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, 6) 390,000 δι’ ἔξοδα ἐκ-
2928λογῶν, 7) 373,000 διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν καὶ στρατιω-
2929τῶν, 8) 1,581,000 διὰ τροφάς, 9) 257,000 διὰ τὴν χωρο-
2930φυλακήν, 10) 450,000 διὰ πληρώματα πολεμικῶν πλοίων
2931καὶ 11) 320,000 δι’ ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ
293214,598,000. Παρατηρῶ πρὸς τούτοις, ὅτι, ἂν συγκρίνητε
2933τὰς δαπάνας τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων ἐν λεπτομε-
2934ρείᾳ, θ’ ἀνεύρητε διαφορὰς ἐπὶ ἔλαττον τοῦ 1899 ἐξ οἰκονο-
2935μιῶν πραγματικῶν προελθούσας. Οὐδαμοῦ δὲ θ’ ἀνεύρητε
2936σπατάλην ἢ δαπάνας λόγῳ συναλλαγῆς.
2937§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς παραβάλωμεν λοιπὸν τὸ πο-
2938σὸν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ
2939Ὑπουργείων, καὶ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐπι-
2940στασίας τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896,
2941πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τῶν ἑπτὰ Ὑπουρ-
2942γείων καὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ἑκάστου
2943τῶν τριῶν ἐτῶν τῆς ὑμετέρας διοικήσεως, ἤτοι τῶν ἐτῶν
29441899, 1900 καὶ 1901. Ἐν αὐτοῖς δὲν περιλαμβάνονται οὔτε
2945τὰ πληρωνόμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους,
2946ἵνα μᾶς προβάλητε τὰς αὐξήσεις, αἵτινες μετὰ τὸν πόλεμον
2947ἐπῆλθον διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2948δημοσίου χρέους πληρωνόμενα, οὔτε τὰ πληρωνόμενα εἰς συν-
2949τάξεις, διὰ νὰ μᾶς ἀναφέρητε, ὅτι ταῦτα ηὐξήθησαν μετὰ τὸν
2950πόλεμον ἕνεκα τῆς ἀποστρατεύσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν,
2951καὶ ἕνεκα τῆς ἀναστατώσεως, ἣν ὑμεῖς ἀνεκινήσατε, παύσαν-
2952τες ἑκατοστύας ἢ χιλιάδας ὑπαλλήλων. Ἀπὸ τὰ ποσὰ ταῦτα
2953μάλιστα δὲν ἀφῃρέσαμεν οὔτε τὰ 5,077,185.26, ἤτοι τὰ
2954ἔκτακτα ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθημεν κατὰ τὸ 1896
2955ἕνεκα τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας ὑμεῖς εἴχετε
2956ὑποκινήσει τότε, διὰ νὰ μὴ μᾶς προβάλητε, ὅτι καὶ ὑμεῖς
2957εἴχετε ἔκτακτα ἔξοδα τὸ 1899, καίτοι τὸ ἔτος τοῦτο ἦτο
2958ἔτος εἰρήνης, δὲν ἦτο δ’ ἔτος στρατιωτικῶν προπαρασκευῶν,
2959οἷον ἦτο τὸ ἔτος 1896, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον νὰ ἑτοιμά-
2960σωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. Λοιπὸν εἰς ἔξοδα
2961τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας
2962τῶν φόρων ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ ἔτος 1896 δραχμὰς
296356,253,664.95· ἀλλ’ ὑμεῖς ἐπληρώσατε κατὰ τὸ 1899 εἰς
2964ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ εἰς ἔξοδα τῆς διοικήσεως
2965καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων 63,551,926.57, ἤτοι περισσό-
2966τερα 7,298,261.62, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
29671899, ὃν ὑμεῖς μᾶς ὑπεβάλετε, καὶ κατὰ τὸ 1900 ἀνεγρά-
2968ψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ μᾶς ἐζητήσατε καὶ ἀναπλη-
2969ρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ
2970Ὑπουργείων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστα-
2971σίας τῶν φόρων δραχμὰς 70,184,319.19, ἤτοι περισσότερα
2972ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 13,930,654.24
2973καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἀνεγράψατε ὡσαύτως ἐν τῷ Προϋπο-
2974λογισμῷ πιστώσεις δραχμῶν 69,160,055.27 διὰ τὰ αὐτὰ
2975ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοική-
2976σεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων, ἤτοι 12,906,390.32 περισ-
2977σότερα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896. Προσθέσατε τὰ τρία
2978ταῦτα ποσά, τὰ 7,298,261.32 τοῦ 1899, τὰ 13,930,650.94
2979τοῦ 1900 καὶ τὰ 12,906,390.02 τοῦ 1901. Δὲν ἀποτελοῦσι
2980ταῦτα ποσὸν 34,135,206.18, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐδαπανήσατε
2981καὶ θέλετε δαπανήσει περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ
2982κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη, ἂν ἡ χώρα ἤθελε κατ’ αὐτὰ διοι-
2983κηθῆ ὡς διῳκήθη κατὰ τὸ ἔτος 1896; Καὶ δὲν περιελάβομεν
2984εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλετε βεβαίως
2985ζητήσει δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ
29861901. Καὶ δὲν ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα παρ’ ἡμῶν
2987κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1896, τὰ ὁποῖα ἀνήρ-
2988χοντο εἰς 5,077,185.66, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ὡς τα-
2989κτικὰ ἔξοδα· δὲν ἐζητήσαμεν ν’ ἀφαιρεθῶσιν οὐδὲ τὰ πρὸς
2990διατροφὴν τῶν προσφύγων Κρητικῶν οἰκογενειῶν δαπανη-
2991θέντα ἐκ δραχ. 418,535.91, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν καὶ ταῦτα
2992ὡς τακτικὰ ἔξοδα· δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν οὐδὲ αἱ
2993322,882.22 δραχμαί, τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν διὰ τόκους
2994καθυστερήσαντας κατὰ τὰ πρὸ τῆς διοικήσεως ἡμῶν ἔτη ἐν-
2995τόκου γραμματίου τοῦ Ρολέν· δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἀφαιρεθῶ-
2996σιν οὐδὲ αἱ δρ. 607,500, τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ
29971896 πρὸς ἐξόφλησιν χρέους τοῦ Κράτους, διότι τὰ πρὸ ἡμῶν
2998Ὑπουργεῖα εἶχον λάβει καὶ δαπανήσει τὰ ποσὰ ταῦτα, ἅπερ
2999ὠφείλοντο εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλα-
3000μῶν. Πάντα ταῦτα ὑπελάβομεν, ὅτι ἦσαν τακτικὰ ἔξοδα. Τί
3001ἔχετε πλέον νὰ προβάλητε; Τὰ συνήθη, τὰ τακτικὰ ἔξοδα
3002τῆς ὑμετέρας τριετίας δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ 34,135,206.18
3003δραχ. τὰ συνήθη καὶ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἣν ἡμεῖς
3004εἴχομεν ἐγκαταστήσει; Ἀλλὰ δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ μόνα
3005τὰ εἰρημένα 34 ἑκατομμύρια τὰ ἔξοδα τῆς τριετίας ταύτης,
3006ὑπερβαίνουσι κατὰ 43,495,290.71, ὅσα ἠριθμήσαμεν χθές,
3007διότι ὅσα ἡμεῖς ἐσημειώσαμεν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1896
3008ἦσαν ὄντως ἔκτακτα.
3009Καὶ αὐτὰ τὰ 43,495,290.71, ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξή-
3010σατε κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, δὲν
3011εἶναι ἡ μόνη αὔξησις τῶν ἐξόδων· θέλετε καὶ ἄλλην αὔξη-
3012σιν προσθέσει εἰς τὰ ἔξοδα, ὅταν ἐκτελέσητε πάσας τὰς δια-
3013τάξεις τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τη-
3014λεφωνικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ἐκτελέσητε πάσας τὰς διατάξεις
3015τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ὅταν θέσητε ἐν ἐκτελέσει τὸν
3016νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας.
3017Διὰ τοῦτο ἔχω δικαίωμα, καὶ εὐλόγως ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί
3018ἐγένοντο τὰ 43,495,290.71; Ἐδαπανήσατε αὐτὰ εἰς μεταρ-
3019ρυθμίσεις; Ποῖαι εἶναι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται; Ποίας ἀνάγ-
3020κας πολιτικὰς ἢ κυβερνητικὰς ἐθεραπεύσατε δι’ αὐτῶν; ποίαν
3021ἐνίσχυσιν ἐδώκατε εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν διὰ τοσαύτης
3022δαπάνης; Ὁ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νόμος, ἢ ὁ νόμος
3023περὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέ-
3024σεως τοῦ Κράτους, ἢ ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, ἢ
3025οἱ νόμοι περὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας,
3026ἢ ὁ νόμος περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν
3027ὑπαλλήλων, ἢ ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως τῶν προξενικῶν μισθῶν,
3028αὐταί εἰσιν αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας εἴχετε ὑποσχεθῆ
3029διὰ τοῦ προγράμματος ὑμῶν, δι’ ἃς ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ
3030Κράτους ἐπὶ τὴν τριετίαν κατὰ δρ. 43,495,290.71, ἢ κατὰ
303114,498,430.23 κατ’ ἔτος, ἂν διαιρέσητε εἰς τὰ τρία ἔτη τὸ
3032ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὔξησαν κατὰ 43,495,290.71 τὰ
3033ἔξοδα τῆς τριετίας;
3034Ἐὰν ἀπὸ τὰς μεταρρυθμίσεις ταύτας ἀφαιρέσητε τὸν νό-
3035μον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος εἰσέτι δὲν ἐξετε-
3036λέσθη, τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως δὲν
3037ἐξετελέσθη, τὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, ὁ ὁποῖος
3038ὡσαύτως δὲν ἐξετελέσθη, τί ἀπέμεινεν ἀπὸ τὰς μεταρρυθ-
3039μίσεις ὑμῶν, τὰς τοσοῦτον διαφημισθείσας; Λοιπὸν τὸν νόμον
3040περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ
3041τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸν
3042νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων,
3043τὴν ἄφρονα πολυτέλειαν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, αὐτὰς
3044τὰς μεταρρυθμίσεις ἐπροικοδοτήσατε εἰς τὸ Κράτος ὡς ἀντάλ-
3045λαγμα τοσαύτης δαπάνης, ἤ, ὀρθότερον εἰπεῖν, τοσαύτης σπα-
3046τάλης; Τὰς μεταρρυθμίσεις ταύτας ἐπενοήσατε, ἵνα ἄρητε
3047τὰς αἰτίας, αἵτινες παρήγαγον τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα
3048ἐπέσκηψαν ἐπὶ τὴν δυστυχῆ χώραν, ἵνα ἐπανορθώσητε τὰς
3049ζημίας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν αἱ ἀποτυχίαι τοῦ πολέ-
3050μου, ἵνα παραμυθήσητε τὴν χώραν καὶ τὸ ἔθνος διὰ τὰς συμ-
3051φορὰς, αἵτινες ἐπέσκηψαν ἐπ’ αὐτῶν; Ἢ μήπως μᾶς προ-
3052βάλητε τὴν ἄλλην μεταρρύθμισιν, τὴν μεταρρύθμισιν τῶν
3053πραγμάτων τῶν στρατιωτικῶν; Δύο μᾶς ὑπεσχέθητε μεταρ-
3054ρυθμίσεις ἐπὶ τοῦ στρατοῦ· τὴν μεταρρύθμισιν, ἣν εἴπετε,
3055ὅτι προσδοκᾶτε ἀπὸ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3056στρατοῦ, καὶ τὴν μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπεδείξατε,
3057ὅτι ζητεῖτε νὰ ἐπιφέρητε διὰ τῶν ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ
3058τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ ναυτικοῦ, τοὺς ὁποίους ἠθέλετε καλέ-
3059σει πρὸ πολλοῦ ἐκ ξένων στρατῶν, ἂν εἴχετε τὴν ἀναγκαίαν
3060πίστωσιν.
3061Δὲν ἤλθετε ἐσπευσμένως, καὶ δὲν μᾶς ἐζητεῖτε νὰ ψηφί-
3062σωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα τὴν πίστωσιν ταύτην, ἵνα μὴ
3063βραδύνῃ ἡ ὑπόθεσις, ὅπως ἔλθωσιν ὡς τάχιστα οἱ ὀργανωταὶ
3064τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ; Καὶ δὲν ἐζητεῖτε μόνον πί-
3065στωσιν, ἐζητήσατε παρ’ ἡμῶν, καὶ συνηνέσαμεν νὰ δώσητε
3066εἰς τοὺς ξένους ὀργανωτὰς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ὁ εἷς τού-
3067των ἀνώτερος ἐπιτελάρχης τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ ὁ
3068ἕτερος τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης· ἐζητήσατε παρ’ ἡμῶν, καὶ
3069ἡ Βουλὴ συνῄνεσε, νὰ ἀπονείμητε εἰς τοὺς ξένους ὀργανωτὰς
3070καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι καὶ γενικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στρα-
3071τοῦ· μᾶς ἐζητήσατε νὰ στέρξωμεν, καὶ δυστυχῶς ἐστέρξα-
3072μεν, νὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν ν’ ἀνακηρύξητε αὐτοὺς καὶ πολί-
3073τας Ἕλληνας. Καὶ διετυμπανίσθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅτι
3074ἔρχεται ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ, ἀνώτατος καὶ διάσημος
3075ἀξιωματικός, πότε ἐκ Γερμανίας καὶ ἄλλοτε ἐξ Αὐστρίας·
3076ἠκούσθη μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ Γαλλία συνηγωνίζετο, ἵνα ἀπο-
3077στείλῃ τοιοῦτον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐμνημονεύθη καὶ τῆς Ἀγ-
3078γλίας τὸ ὄνομα, ὅτι ἐπερίμενον καὶ ἐν Λονδίνῳ νὰ ἀπευθύ-
3079νωμεν καὶ ἐκεῖ τοιαύτην αἴτησιν! Τοσαῦτα δὲ διετυμπανί-
3080ζοντο, ὥστε μετὰ μεγάλης ἐλαφρότητος, ἀλλὰ καὶ ἀσεβείας
3081μὴ ἐπιτετραμμένης, ἀνεμίγνυον τὰς εἰρημένας εἰδήσεις των
3082μετὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ἀνωτάτην θέσιν ἐν
3083τῷ Κράτει. Ἔκτοτε παρῆλθον δέκα καὶ ἐννέα μῆνες, οὐδεὶς
3084δ’ ὀργανωτὴς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀπεβιβάσθη εἰς Πει-
3085ραιᾶ, ἢ ἦλθεν εἰς Ἀθήνας.
3086Ὅτε εἰσήγετο ὁ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι
3087εἶχε παρασκευασθῆ πᾶσα ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅτι εἶχον γενῆ
3088συνεννοήσεις μετὰ τινος ξένης Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο βεβαία
3089ἡ συναίνεσις αὐτῆς, ὅτι εἶχον κανονισθῆ τὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ
3090ξένου ὀργανωτοῦ, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ μᾶς δώσῃ ἡ ξένη
3091Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο γνωστὸν εἰς ποῖον ὅπλον αὐτὸς ἀνῆκεν,
3092ὅτι εἶχον συμφωνηθῆ ποῖαι ἀποδοχαὶ καὶ ποῖα δικαιώματα
3093ἤθελον ἀπονεμηθῆ εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχον συμφωνηθῆ πάντες
3094οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον
3095ἀνῆκεν ὁ ξένος ὀργανωτὴς, καὶ ὅτι ἓν μόνον ἔλειπε, τὸ νο-
3096μοσχέδιον, διὰ νὰ κυρωθῶσιν οἱ συμπεφωνημένοι ὅροι, καὶ
3097ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ
3098καταβληθῶσιν. Οὐδέποτε μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ὑποπτεύσω,
3099ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξε συνεννόησις μετὰ οὐδεμιᾶς ἐν τῇ ἀλλο-
3100δαπῇ Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμία παρασκευὴ εἶχε γενῆ, ἐνῷ
3101τοιαῦτα διεδίδοντο ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι δέκα καὶ ἐννέα μῆ-
3102νας ἡ Κυβέρνησις θὰ περιέμενε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας,
3103πότε νὰ φανῇ ἀπὸ κανὲν μέρος ἀξιωματικός τις ἐρχόμενος
3104ἐνταῦθα, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὀργανωτής. Πῶς, πρὶν ἢ βε-
3105βαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι στέργει Κράτος τι νὰ δώσῃ ἄδειαν
3106εἰς ἀξιωματικὸν αὑτοῦ ἀνώτερον, ἵνα ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα,
3107ὅπως ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν, κατὰ τοιοῦτον κατάδη-
3108λον καὶ ἀπροκάλυπτον τρόπον ἐξεθέσατε τὴν ἀξιοπρέπειαν
3109τοῦ Κράτους, τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλείας; Πῶς παρε-
3110στήσατε τὴν Ἑλλάδα περιερχομένην τὰ Κράτη ἐν Εὐρώπῃ,
3111κρούουσαν τὰς θύρας πάντων αὐτῶν, καὶ μὴ εὑρίσκουσαν οὐ-
3112δαμοῦ θύραν ἀνοικτήν, ἵνα εἰσέλθῃ καὶ ζητήσῃ ἀξιωματικόν,
3113διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος; Τὸ πρᾶγμα
3114εἶναι σοβαρόν, διότι δὲν πρόκειται περὶ εὑρέσεως ἢ μὴ εὑρέ-
3115σεως ἀξιωματικοῦ ὀργανωτοῦ, δὲν πρόκειται περὶ ζημίας,
3116ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸν στρατὸν, διότι δὲν εὑρέθη ὀργανωτὴς
3117ξένος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλης μεγάλης ζημίας, ζημίας
3118ἠθικῆς, ζημίας πολιτικῆς.
3119Διότι, ἐὰν αἱ διαδόσεις, αἱ πομπώδεις, αἱ ὀγκώδεις, αἱ
3120ὁποῖαι, ἐκπεμπόμεναι ἐξ Ἀθηνῶν, διετυμπανίζοντο παντα-
3121χοῦ, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέ-
3122λεσμά τι, πῶς τάχα θέλει τοῦτο ἑρμηνευθῆ καὶ ἐξηγηθῆ καὶ
3123ἐν τῷ Κράτει καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, εἰς πάντας τοὺς ἁπαν-
3124ταχοῦ Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς; Ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσι, δη-
3125μοσιευομέναις καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ,
3126ἐκεῖ ἔνθα πολλοὶ δὲν γνωρίζουσι παντάπασι τὰ Ἑλληνικὰ
3127πράγματα, δὲν κρίνουν ὡς ἡμεῖς, ὅτι ἐξελάμβανον τὸ μέτρον
3128τοῦτο τῆς μετακλήσεως ἀξιωματικῶν ξένων, πρὸς ὀργάνω-
3129σιν τοῦ στρατοῦ ὡς τὸ μόνον μέτρον, ὅπερ ἔμελλε νὰ σώσῃ
3130τὴν Ἑλλάδα καὶ παρασκευάσῃ αὐτὴν στρατιωτικὸν Κράτος.
3131Πάντες οὗτοι οἱ πληθυσμοὶ, οἱ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, μανθά-
3132νοντες, ὅτι οὐδεὶς ἦλθε, καὶ οὐ μόνον μανθάνοντες, ὅτι δὲν ἦλ-
3133θεν ὁ περιμενόμενος ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἑρμη-
3134νεύοντες τὸ ὅτι δὲν ἦλθε τοιοῦτος, οὐχὶ διότι δὲν ἐζητήσα-
3135μεν, ἀλλὰ διότι δὲν μᾶς ἐδόθη, δὲν θέλουσιν ἑρμηνεύσει τὸ
3136συμβεβηκὸς ὡς ἔλλειψιν προσοχῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἔλ-
3137λειψιν ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ αὐτῆς, ὡς ἔλλειψιν εὐμενῶν δια-
3138θέσεων πρὸς τὴν ἡμετέραν πατρίδα τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ
3139ὁποῖα ἠρνήθησαν εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωσιν ἕνα ὀργανωτὴν τοῦ
3140στρατοῦ; Δὲν θέλουσιν ὑπολάβει αὐτοὶ οἱ ὁμόφυλοι πληθυ-
3141σμοὶ, ὅτι ἡμεῖς ἀπεμονώθημεν ἐντελῶς, ὅτι ἐμείναμεν ἔρη-
3142μοι, ὅτι ἐστερήθημεν πλέον πάσης εὐνοίας, πάσης προστα-
3143σίας;
3144Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ποίαν παρεσκευάσαμεν ἀποθάρρυνσιν εἰς
3145τοὺς Ἑλληνικοὺς τούτους πληθυσμούς; Καὶ πρὸς τίνα σκο-
3146πὸν, ἐκ τίνος λόγου διεσκευάσθησαν καὶ διεδόθησαν τοιαῦ-
3147ται εἰδήσεις, ἐνῷ οἱ κυβερνῶντες δὲν ἦσαν βέβαιοι, ὅτι ἤθελον
3148εὑρεθῆ διὰ τὸν στρατὸν ξένοι ἀξιωματικοὶ, ἵνα ἀναλάβωσι
3149τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ; Ἡ μωρὰ ἐπιθυμία νὰ ἐγείρωσιν εὐα-
3150ρέστους ἐλπίδας ἐν ταῖς ὁμηγύρεσι τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν,
3151ἡ χυδαία δημοκοπία, ἵνα οἱ κυβερνῶντες ἐπιδειχθῶσιν, ὅτι
3152αὐτοὶ κάτι κατώρθωσαν, ὅτι κάτι προενόησαν, καὶ ὅτι κάτι
3153παρεσκεύασαν, τοιαύτη τάχα φιλαυτία παρέσυρεν αὐτοὺς εἰς
3154δημιουργίαν τοιούτων εἰδήσεων, εἰς τὴν διάδοσιν τοιούτων
3155φημῶν;
3156Ἡ πρόσκλησις ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ
3157τῆς θαλάσσης ἦτο ἐπινόημα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἄλλων
3158κυβερνητῶν, οἵτινες καὶ οὗτοι εἶχον τότε παρασταθῆ ὡς ἀνα-
3159μορφωταὶ, καὶ πλὴν αὐτῶν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὀργανωταὶ
3160προσκληθέντες κατέπλευσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα παντοῖοι καὶ
3161ποικίλοι. Κατὰ τὸ 1886 ἐπῆλθεν εἰς τὸ Κράτος ἀτυχία,
3162ὄχι ἐκ βουλήσεως αὐτοῦ, οὐδ’ ἐκ παραλείψεως αὐτοῦ, οὐδὲ
3163ἐκ πράξεως κακῶς μελετηθείσης, ἢ κακῶς διαπραχθείσης,
3164ἀλλὰ διότι μεγάλα ἐν τῇ Εὐρώπῃ Κράτη ἐνέκριναν νὰ μετα-
3165βάλωσι πολιτικὰς γνώμας, καὶ ἑπομένως τὴν πολιτικὴν στά-
3166σιν αὐτῶν ἀπέναντι Κρατῶν τινων ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς Ἑλλη-
3167νικῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου σχηματισθέντων· ἐνῷ δ’ ἐθεω-
3168ρεῖτο, ὅτι ἡ δημιουργία τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ὡς αὐ-
3169τονόμου ἐπαρχίας, ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν, εἶχε
3170δημιουργηθῆ, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν μεγάλων τινῶν Δυνάμεων,
3171ὡς πρόχωμα, ὡς ὀχύρωμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀμυνθῆ ὁ
3172Ἑλληνισμὸς κατὰ ἐπιδρομῶν ἑτεροφύλων, τὰ εἰσηγησάμενα
3173τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον Κράτη με-
3174τέβαλον γνώμην, καὶ ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο ἄσκοπος καὶ ἀνω-
3175φελὴς ἡ γενομένη τροποποίησις τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου
3176Στεφάνου, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν Βουλγα-
3177ρικὴν Ἡγεμονίαν ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, καὶ ὅτι οὐδεμία
3178ὑπῆρχε ζημία, ἂν ταῦτα ἤθελον ἀνεχθῆ τὴν Βουλγαρίαν νὰ
3179καταλάβῃ αὐτοβούλως καὶ ἐναντίον τῶν διατάξεων τῆς Συν-
3180θήκης τοῦ Βερολίνου τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν. Οὕτως
3181ἡρπάγη πράγματι ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, ἡμεῖς δὲ εἴδομεν
3182κατεδαφιζόμενον τὸ πρόχωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἀνε-
3183γείρει ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ἐθνικότητος, καὶ εἴδομεν αὐτὸ κα-
3184τεδαφιζόμενον οὐχὶ συνεπείᾳ νέας ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης,
3185οὐχὶ διὰ ῥήτρας νέας τινὸς διεθνοῦς πράξεως, ἀλλὰ διὰ παρα-
3186βάσεως τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν αἱ Μ. Δυνάμεις εἶχον ὑπο-
3187γράψει. Δὲν εἴχομεν καθῆκον, πρὸ τοιούτου συμβεβηκότος,
3188πρὸ τοιαύτης παραβάσεως τῶν συνθηκῶν, νὰ διαμαρτυρη-
3189θῶμεν, οὐ μόνον διότι ἐστερήθημεν τοῦ μόνου ὀχυρώματος,
3190τοῦ μόνου μέσου τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη μᾶς παρε-
3191χώρησε μετὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ διότι
3192παρεστάθημεν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ὡς Κρά-
3193τος, καὶ ἠκούσθη παρ’ αὐτοῦ ἡ φωνὴ ἡμῶν, καὶ πρὸς προστα-
3194σίαν τῶν ἡμετέρων συμφερόντων εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῇ συν-
3195θήκῃ ἡ διάταξις ἐκείνη; Ὁ νόμος ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, τὰ δὲ
3196γενόμενα ἐτολμήθησαν κατὰ παράβασιν συνθήκης διεθνοῦς
3197τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων.
3198Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν ἐπεστρατεύθη, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπι-
3199στρατευθῇ, ἡ δὲ ἐπιστράτευσις αὕτη βεβαίως ἤθελεν ἔχει
3200ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, ὑπὸ τὴν κυ-
3201ριαρχίαν τοῦ ὁποίου εἶχεν ὑπαχθῆ ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία,
3202τὴν ὁποίαν ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ Κράτος τοῦτο οὐ
3203μόνον δὲν ἐνεθαρρύνθη ἵνα ἀξιώσῃ ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς αὐτό, ἀλλὰ
3204καὶ ὑπεχώρησεν. Οὕτως ἡ Εὐρώπη σύμπασα ἠνέχθη τὴν
3205παραβίασιν τῆς συνθήκης, ἡ κυρίαρχος τῆς ἁρπαγείσης Ἀνα-
3206τολικῆς Ρωμυλίας ἐσιώπησεν, ἐμείναμεν δ’ ἡμεῖς μόνοι, δια-
3207μαρτυρόμενοι ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ
3208προσέτι ὑπὲρ τοῦ διεθνοῦς νομίμου. Ἑπομένως οἱ ἐπίστρα-
3209τοι ἀπελύθησαν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἡμεῖς δια-
3210μαρτυρόμενοι ἀπεχωρήσαμεν τῆς ἀρχῆς· ὡς εἵπετο δέ, ὑπέ-
3211στη τὸ Κράτος δαπάνας τινάς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται
3212δὲν ἀπέβησαν μάταιαι, διότι ἠγοράσθησαν δι’ αὐτῶν ὑλικὰ
3213πολέμου, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897.
3214Ὑπέστημεν ἀποτυχίαν, ἀλλ’ ἀποτυχίαν πολιτικήν, εἰς ἣν
3215πάντες ὠφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν ἐκ καθήκοντος πρὸς τὸ
3216ἔθνος, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος αὐτοῦ.
3217Ἐὰν δὲν μετηρχόμεθα, ἣν μετήλθομεν πολιτικὴν, ἠθέλο-
3218μεν βεβαίως περιφρονηθῆ οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ὁμοφύλων, ὡς
3219ἐγωϊσταί, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, ὡς ἀνάξιοι ἐπιμελη-
3220ταὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία αὕτη τῆς
3221ἐπιστρατεύσεως παρήγαγε δυσφορίαν ἐν τῷ τόπῳ, ὅστις δὲν
3222ἔτυχεν ἔτι ἀνατροφῆς οἵας ἔτυχεν ὁ Ἀγγλικὸς λαός, ὅστις
3223μετ’ ἀξιοθαυμάστου ἀρετῆς γνωρίζει νὰ ἀντέχῃ καὶ εἰς αὑ-
3224τὰς τῶν πολεμικῶν πράξεων τὰς περιπετείας, μὴ συγκινού-
3225μενος οὐδὲ ἀπὸ τὴν χύσιν αἱμάτων, οὐδὲ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην
3226δαπανῶν μεγάλων. Ὅθεν, παραιτηθέντων ἡμῶν, ἐσχηματί-
3227σθη Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἕως ἂν κληθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, εἰργάσθη,
3228ἵνα παρασκευάσῃ τὴν κλῆσιν αὐτῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, μετὰ
3229τοσούτου ὅμως πόθου, ὥστε εἶχε λησμονήσει, ὅτι ἐπρόκειτο
3230περὶ ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο, ἀνελθοῦσα ἐπὶ τὴν ἀρ-
3231χὴν, προσεπάθησε νὰ ἐγείρῃ ἐν τῷ κοινῷ ἐλπίδας, ἵνα κατα-
3232σιγάσῃ τὰ ἐγερθέντα ἐν τῇ χώρᾳ αἰσθήματα.
3233Λοιπὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν
3234μετὰ προγράμματος, ὄχι μεταρρυθμίσεων, ἀλλ’ ἀναμορφώ-
3235σεως. Καὶ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην εἴχομεν ἑκατοστύας
3236νόμων ἀναμορφωτικῶν καὶ ὀργανωτὰς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ποι-
3237κίλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὀργανωτὰς τοῦ ναυτικοῦ καὶ
3238ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Τὴν ἀντιγραφὴν ταύτην,
3239κακογραφοῦντες ὅμως, διέπραξαν καὶ οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουρ-
3240γοί. Ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκεῖνοι ἐπηγγέλθησαν,
3241διατυμπανίσαντες τὰς ἐπαγγελίας των, ὀργανωτὰς τοῦ στρα-
3242τοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης·
3243ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατώρθωσε νὰ εὕρῃ τοὺς ὀργανω-
3244τὰς, διότι ἡ Γαλλία ἔστερξεν, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὸν στρατη-
3245γὸν Βοσσὲρ καὶ εἰς τὸν ναύαρχον Λεζὲν, οἵτινες ἦλθον καὶ
3246ἠσχολήθησαν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσ-
3247σης· ἀλλαχόθεν δ’ ἐπορίσθημεν καὶ ὀργανωτὴν τῶν Ταχυ-
3248δρομείων. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ὠργανώθη ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἂν
3249ὠργανώθη τὸ ναυτικόν, ἢ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία· δὲν ἐξε-
3250τάζω οὐδὲ πόσα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ τοὺς ὀργανω-
3251τὰς τούτους, πόσον δ’ ἕνεκα τῶν μέτρων τούτων ἐπεβαρύνθη
3252ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ἂν ἐπεβάρυναν τὸν προϋ-
3253πολογισμὸν τῶν ἐξόδων, δὲν ἐζημίωσαν ὅμως τὴν ἀξιοπρέ-
3254πειαν τοῦ Κράτους, διότι ἦλθον ἐνταῦθα οἱ ξένοι, καὶ εἰργά-
3255σθησαν, ὅσον ἠδύναντο, οὐδ’ ἠλάττωσαν τὰς ἐλπίδας τῶν ὁμο-
3256φύλων.
3257Τίς δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι δυσεκτέλεστον τὸ σύστημα
3258τὸ στρατολογικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει νενομοθετημένον; Διότι
3259ὁ στρατὸς ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα δὲν εἶναι στρατὸς μόνιμος,
3260εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας, τὸν ἐφεδρικὸν δὲ τοῦτον στρατὸν
3261ὀφείλετε νὰ ἀσκῆτε καὶ νὰ παρασκευάζητε ἐν καιρῷ εἰρήνης,
3262ἵνα ἔχητε στρατὸν πλήρη ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλὰ τοῦτο
3263ἀπαιτεῖ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν· τὴν ἔλλειψιν δὲ
3264ταύτην, καὶ ἂν ἤρχετο ὀργανωτὴς τῆς ξηρᾶς καὶ ὀργανωτὴς
3265τῆς θαλάσσης, οὐδαμῶς ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἄρωσι. Διὰ τοῦτο
3266πρὸ τῶν ὀργανωτῶν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν περὶ χρημά-
3267των, ἂν δ’ ἠδυνάμεθα δι’ οἰκονομιῶν νὰ πορισθῶμεν τὰ χρή-
3268ματα, ὧν εἴχομεν ἀνάγκην, τὸ νενομοθετημένον σύστημα δυ-
3269νατὸν ἦτο νὰ λειτουργήσῃ καλῶς καὶ ἀκριβῶς καὶ ἄνευ τῶν
3270ξένων ὀργανωτῶν.
3271Διὰ τοῦτο ἠρώτησα πρὸ μικροῦ, τί ἐγένοντο τὰ 44 ἑκα-
3272τομμύρια; Ὑλικὰ δὲν ἠγοράσθησαν, παρασκευή τις δὲν ἐγέ-
3273νετο, οὐδὲ στρατῶνας κἂν εἴδομεν οἰκοδομουμένους κατὰ τὰς
3274διαφόρους στρατιωτικὰς περιφερείας, ἐν αἷς νὰ κατασταθῇ
3275δυνατὸν νὰ στρατωνισθῶσιν οἱ πρὸς ἀσκήσεις συγκληθησό-
3276μενοι ἔφεδροι. Δὲν ἔχομεν δὲ χρήματα, διὰ νὰ οἰκοδομήσω-
3277μεν στρατῶνας, τοὐλάχιστον ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νο-
3278μῶν, διὰ νὰ οἰκοδομήσωμεν ἀποθήκας ἱματισμοῦ ἢ ὁπλι-
3279σμοῦ, διότι τὰ χρήματα ἐδαπανήσαμεν καὶ προωρίσαμεν εἰς
3280δαπάνας μισθοδοσιῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους προσέθηκαν
3281διὰ τῶν νόμων των οἱ Ὑπουργοὶ, διότι ἐδαπανήσαμεν καὶ
3282προωρίσαμεν εἰς δαπάνας, ἵνα ἀνεγείρωμεν τὴν πολυτελῆ
3283οἰκοδομὴν τῆς Διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνεγείρομεν.
3284Ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν ὑπη-
3285ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι αὔξησις, ἡ ὁποία ἐπεβλή-
3286θη εἰς τὸ Κράτος, εἶναι μία τῶν συνεπειῶν καὶ τῶν ἀτυ-
3287χιῶν τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὸν πόλε-
3288μον, τὸν ὁποῖον ἀνυπόμονος περιέμενεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευ-
3289σις, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, εἴχομεν διαπραγματεύσεις ἐν ἐνερ-
3290γείᾳ, καὶ ἐπισήμους, ἤτοι φανερὰς, ἀφοῦ δ’ αὗται ἐναυάγη-
3291σαν, ἕνεκα τῆς ἐπιμόνου ἀπαιτήσεως τῶν δανειστῶν, ἵνα ἐγ-
3292καταστήσωσι τὸν ἔλεγχον, εἴχομεν διαπραγματεύσεις καὶ
3293μὴ ἐπισήμους, τὰς ὁποίας διεξήγομεν διὰ μέσου μεγάλου
3294τραπεζικοῦ καταστήματος, λειτουργοῦντος ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ
3295ἄλλου τραπεζικοῦ καταστήματος ἀλλοδαποῦ, λειτουργοῦντος
3296ἐν Λονδίνῳ. Ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἐπικήρυξις τοῦ πολέμου,
3297ἠθέλομεν πάντως καταλήξει εἰς συμβιβασμόν, ὁ ὁποῖος δὲν
3298ἤθελεν ἐπιβάλει ἔλεγχον, οἷος ἐπεβλήθη, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναθέ-
3299σει τὴν παραλαβὴν τοῦ χρήματος καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν τό-
3300κων καὶ χρεωλυσίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ ποσόν,
3301τὸ ὁποῖον ἤθελε προστεθῆ εἰς τὸ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου
3302πληρωνόμενον ποσοστὸν τῶν 30%, θὰ ἦτο πολλῷ ὀλιγώ-
3303τερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη ἡμῖν τώρα διὰ τοῦ συμ-
3304βιβασμοῦ. Δυστυχῶς, ἀφοῦ ὁ πόλεμος ἐπεκηρύχθη πρὸ τῆς
3305συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἀφοῦ κατέληξεν ὡς
3306κατέληξεν, ἦτο πλέον ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν αὔξη-
3307σιν. Δυστυχὲς ἀποτέλεσμα μακρᾶς συνεχείας ἀτασθαλιῶν·
3308διότι ὀλεθρίαν ἐνήσκησαν ἐπιρροὴν καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἐπὶ
3309τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὰς Μ. Δυνάμεις, καὶ, τοῦ πολέμου
3310ἐπικηρυχθέντος, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὴν ἔκβασιν αὐ-
3311τοῦ, καὶ, μετὰ τὴν τοιαύτην ἔκβασιν αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν πρὸς
3312τοὺς δανειστὰς σχέσεων ἡμῶν, ὀλεθρίαν, λέγω, ἐνήσκησαν
3313ἐπιρροὴν καὶ αἱ δυσμενεῖς πρὸς ἡμᾶς διαθέσεις τῶν Κυβερ-
3314νήσεων τῶν Κρατῶν, ἐν οἷς εἶχον τοποθετηθῆ τὰ χρεώγραφα
3315τὰ Ἑλληνικά. Αἱ δὲ κατὰ τὸν πόλεμον ἀποτυχίαι, αἵτινες
3316ἴσως καὶ αὗται δὲν ἤθελον ἐπέλθει, ἂν ἄλλως εἶχον τὰ πράγ-
3317ματα, ἀνεμίχθησαν μετὰ τοῦ τρόπου τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ
3318τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Ἐλέγχου.
3319Τοιαύτη ἡ ἱστορία τῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα κατέστη-
3320σαν ἀναπόφευκτον τὴν μίαν τῶν δύο ἐπιβληθεισῶν εἰς τὸ
3321Κράτος ἀναγκαστικῶς αὐξήσεων τῶν ἐξόδων αὐτοῦ. Ἀλλὰ
3322καὶ ἡ ἄλλη αὔξησις, ἥτις καὶ αὕτη κατέστη ἀναπόφευκτος
3323καὶ ἐπεβλήθη ἡμῖν, καὶ αὕτη ἔχει ἰδίαν ἱστορίαν. Μετὰ τὰ
3324συμβάντα κατὰ τὸν πόλεμον ἐπεκηρύχθη ὑπὸ τῶν κυβερ-
3325νώντων τότε, καὶ ἐπεκροτήθη ὑπὸ τοῦ πλήθους, ὅπερ συνή-
3326θως κρίνει μετ’ ἐπιπολαιότητος, ἐπεκροτήθη, λέγω, ἡ ἐκ-
3327καθάρισις τοῦ στρατοῦ. Ἦτο πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τοῦ
3328μέλλοντος; ἦτο τιμωρία τῶν μὴ ἐκπληρωσάντων τὸ ἑαυ-
3329τῶν καθῆκον; ἦτο αἴσθημα ἐκδικήσεως κατὰ τῶν ὑπαι-
3330τίων τῆς διακυβευθείσης τιμῆς τοῦ στρατοῦ; Πᾶσαι αἱ γνῶ-
3331μαι αὗται συνέπιπτον εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ
3332ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις, ὡς ἐγένετο, ἀπεστάλησαν ὅμως εἰς
3333ἀποστρατείαν — τινὲς μάλιστα καὶ μετὰ προβιβασμοῦ — πολ-
3334λοί, οὕτω δ’ ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων
3335κατὰ τὸ 1898 κατὰ δρ. 426,298.93, κατὰ τὸ 1899 ἐπῆλθε
3336νέα προσθήκη δραχ. 400,707.03, καὶ κατὰ τὸ 1900 ἑτέρα
3337νέα προσθήκη δρ. 139,340, δηλ. κατὰ τὰ τρία ἔτη, 1898,
33381899 καὶ 1900, αὔξησις τῶν διὰ συντάξεις πιστώσεων κατὰ
3339δραχ. 966,345.96. Μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου ἀνάγεται καὶ
3340εἰς αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διότι
3341καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν ἐκαθαρίσθη κατὰ τὴν τριετίαν
3342ταύτην οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς καὶ τρὶς, ἀνενεώθη δὲ πάντως
3343κατὰ τὰ 90%· ἀλλ’ ἡ μεγάλη αὔξησις τῶν διὰ συντάξεις
3344δαπανωμένων ἐπῆλθεν ἕνεκεν τῆς εἰς ἀποστρατείαν μετα-
3345θέσεως πληθύος ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐκαθαρίσθη, ὡς ἔλεγον,
3346ὁ στρατός; Ποίας κατωρθώσαμεν βελτιώσεις ἐν αὐτῷ, διὰ
3347τὰς ὁποίας κατὰ ἑκατομμύριον σχεδὸν ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα
3348τοῦ Κράτους; Τὰ μέτρα πρὸς καθαρισμὸν τοῦ στρατοῦ δὲν
3349εἰσήχθησαν τὸ πρῶτον νῦν καὶ παρ’ ἡμῖν· δὲν γνωρίζω ὅμως,
3350ποῖα παρήγαγον ἀποτελέσματα. Μετὰ πάροδον χρόνου ἑκά-
3351στη γενεὰ, σπεύδουσα πρὸς τὰ πρόσω, ζητεῖ νὰ ἐκδιώξῃ τὴν
3352πρὸ αὐτῆς, ὅπως διαδεχθῇ αὐτήν. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς
3353τὸν στρατὸν, καὶ ἴσως κατὰ περισσοτέραν ἀναλογίαν, διότι
3354οἱ ἐν αὐτῷ ἀριθμοὶ εἶναι περιωρισμένοι· ἀλλὰ τοῦτο ἐσκό-
3355πουν αἱ πρὸς καθαρισμὸν τοῦ στρατοῦ διαπραχθεῖσαι κατὰ
3356τὸ 1898 καὶ 1899 ἐπαγγελίαι: Ἂν τοῦτο ἐσκόπει ὁ δια-
3357φημισθεὶς οὗτος καθαρισμὸς τοῦ στρατοῦ, τοὐλάχιστον ἔπρε-
3358πε τὸ μέτρον νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ φειδοῦς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν
3359συνεδυάσθη καὶ μετὰ τῆς βραβεύσεως τῶν διακριθέντων, ἂν
3360τοιοῦτοι ὑπῆρξαν, πάντως ὅμως μετὰ τῆς τιμωρίας τῶν τι-
3361μωρητέων, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπῆρξαν καὶ μέλη τοῦ στρα-
3362τοῦ ἀνδραγαθήσαντα, ὑπῆρξαν ὅμως πολλὰ μέλη τοῦ στρα-
3363τοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των.
3364Ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου
3365διευθύνω τὰς ἐργασίας, ἀκολουθοῦμεν πολιτικὴν ἀντίθετον
3366ἐντελῶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη τὸ Ὑπουργεῖον.
3367Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῶν μεταρρυθμίσεων, εἰμὴ ὑπὲρ ἐκεί-
3368νων, αἵτινες σκοποῦσι νὰ βελτιώσωσι τὴν διοίκησιν, νὰ ἐξα-
3369σφαλίσωσι τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ νὰ
3370ἐνισχύσωσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Πρωτίστως μάλιστα ζη-
3371τοῦμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν παρα-
3372γωγήν. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ σύστημα
3373τὸ μεταρρυθμιστικὸν τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον,
3374πρὸς ἐφαρμογὴν δῆθεν μεταρρυθμίσεων, οὐδὲν ἄλλο πράττει
3375ἢ νὰ δημιουργῇ θέσεις καὶ νὰ αὐξάνῃ τὰ ἔξοδα. Καθ’ ἃ ἐξέ-
3376θηκα ὑμῖν, ἐὰν εἰσπραχθῶσι τὰ ἔσοδα, τὰ προϋπολογισθέντα
3377κατὰ τὸ 1899, 1900 καὶ 1901, ἡ χώρα θέλει πληρώσει τεσ-
3378σαράκοντα καὶ τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια περισσότερα ἢ
3379ὅσα ἤθελεν ἡ χώρα πληρώσει, ἐὰν δὲν μετεβάλλοντο οἱ νό-
3380μοι, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ
33811896. Λοιπὸν ἀφῃρέσατε καὶ θέλετε ἀφαιρέσει 43 καὶ ἥμισυ
3382ἑκατομμύρια ἀπὸ τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται ἐπάγ-
3383γελμα ἢ ἐπιτήδευμα, ἢ ἔχουσιν οἰκίας, καλλιεργοῦσι τὴν
3384γῆν, ἢ τρέφουσι ποίμνια, καλλιεργοῦσι τὴν ἄμπελον ἢ τὴν
3385ἐλαίαν καὶ τὴν συκῆν, καὶ ἀπὸ πάντας, ὅσοι ὑπόκεινται εἰς
3386τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τοῦ
3387τόπου δὲν ἦτο ἐν ἀκμῇ οὐδὲ πρὸ τοῦ πολέμου, διότι εἶχεν
3388ὑποβληθῆ εἰς φορολογικὰς αὐξήσεις ἐπανειλημμένας, οὐ μό-
3389νον κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1887 καὶ
3390κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893, ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς χώρας
3391εἶχε περιέλθει εἰς κάματον, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ εἰς νέαν
3392φορολογικὴν ἔντασιν, εἰς νέαν φορολογικὴν αὔξησιν. Προσε-
3393παθήσαμεν ἡμεῖς κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 νὰ ἐλαττώσω-
3394μεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, τὰ βάρη, νὰ καταστήσωμεν εὐωνότε-
3395ρον τὸν βίον τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ τῶν ἀγροτῶν, οἵτι-
3396νες δὲν ἐτύγχανον ἐν εὐπορίᾳ, ὅπως δώσωμεν αὐτοῖς καιρὸν
3397νὰ αὐξήσωσι τὰς ἐργασίας των, νὰ ἐντείνωσι τὰς παραγωγι-
3398κὰς ἐπιχειρήσεις των, νὰ δυνηθῶσι νὰ παρασκευάσωσιν ἀπο-
3399θέματα, ἵνα δυνηθῶσί ποτε νὰ εἰσενέγκωσιν εἰς τὸ Δημό-
3400σιον Ταμεῖον περισσότερα.
3401Ἀλλ’ ὑμεῖς ἠσχολήθητε νὰ αὐξήσητε τὴν φορολογίαν,
3402οὕτω δὲ, ὅσοι μὲν δὲν ἔχουσιν ἀποθέματα θέλουσιν εὑρεθῆ
3403εἰς ἀμηχανίαν, ὅσοι δ’ ἔχουσιν ἀποθέματα θέλουσιν ἐξαν-
3404τλήσει αὐτὰ, δὲν θέλουσι δὲ δύνασθαι νὰ ἐντείνωσι τὰς
3405παραγωγικὰς ἐργασίας αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο θέ-
3406λει ἐντείνει τὴν ἀπορίαν ἐν τῇ χώρᾳ, διότι τοὺς μὲν τῶν
3407παραγωγῶν θέλει καταστήσει ἀνικάνους νὰ ἐντείνωσι τὰς
3408ἐργασίας των, τοὺς δὲ θέλει ἀναγκάσει νὰ περιορίσωσι καὶ
3409τὰς ἐργασίας, εἰς τὰς ὁποίας ἕως τώρα ἀσχολοῦνται. Ἀλλὰ
3410οὕτως οὐ μόνον δὲν ἀναπτύσσεται εὐπορία, ἀλλὰ καὶ ἀληθὴς
3411ἀπορία παρασκευάζεται ἐν τῷ τόπῳ. Δὲν ἀφαιρεῖτε οὕτω
3412τὰς εὐκολίας, ἵνα ἐπὶ τὸ μέλλον δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσω-
3413μεν τὴν διοίκησιν, ἢ νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα
3414ὑπάρχουσι; Καὶ ὑπάρχουσι κενὰ καὶ ἐν ἄλλοις καὶ ἐν τῇ
3415συγκοινωνίᾳ. Παραλείπων τὰ τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας,
3416ἥτις ἐγκατελείφθη εἰς τὴν διάκρισιν τῶν συναγωνιζομένων
3417ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ὀφείλω νὰ καταστήσω ὑμᾶς γνώ-
3418στας τῶν γιγνομένων ἐργασιῶν ἐπὶ τῆς διὰ ξηρᾶς συγκοι-
3419νωνίας, καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, ἵνα ἴδητε, ὅτι μεγάλα
3420ὑπάρχουσι κενὰ, κατανοήσητε δὲ προσέτι, ὅτι οὐδὲν ἐκτε-
3421λοῦμεν, καὶ ὅτι ἐγκατελείψαμεν τὴν ὁδοποιΐαν ἐντελῶς.
3422Ἐκ τῶν 104,629,743.56, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ
3423τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1899, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα προσω-
3424ρινὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπερέβησαν τὰ δα-
3425πανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 18,816,321.47, διὰ
3426κατασκευὴν ὁδῶν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δι’
3427ἐξακολούθησιν μὲν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων δραχ. 400,000,
3428διὰ κατασκευὴν καὶ συμπλήρωσιν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν δραχ.
3429100,000, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμαὶ 500,000, καίτοι δὲν εἶναι
3430γνωστὸν, ἂν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1899 ὅλαι αἱ 500,000
3431δραχμαί. Κατὰ τὸ 1896 ὅμως, κατὰ τὸν ὁριστικὸν ἀπολογι-
3432σμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐδαπανήθησαν διὰ κατασκευὴν ὁδῶν
3433δραχ. 1,429,511.70, δι’ ἐπισκευὴν δὲ καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν
3434δραχμαὶ 1,688,374.68. Κατὰ δὲ τὸ 1900 ἐκ τῶν 114 καὶ
3435ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν Προϋπολογι-
3436σμὸν καὶ τὰς χορηγηθείσας ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους
3437πιστώσεις, ἀνῆλθον τὰ ἔξοδα, προϋπελογίσθησαν διὰ κατα-
3438σκευὴν ὁδῶν δραχ. 250,000 καὶ δι’ ἐξακολούθησιν τῶν ἐν
3439ἐνεργείᾳ ἔργων δραχ. 400,000, τὸ ὅλον 650,000, ἀντὶ τῶν
34401,429,511.70, τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896. Καὶ κατὰ
3441τὸ 1901 ἐκ τῶν 111,678,882.07, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν
3442ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1901, καὶ τὰ ὁποῖα,
3443ἄγνωστον εἶναι, εἰς πόσα θέλουσιν ἀναβιβασθῆ, προβαίνοντος
3444τοῦ ἔτους, διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώ-
3445σεων, αἵτινες θέλουσι χορηγηθῆ, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπο-
3446λογισμῷ διὰ κατασκευὴν ὁδῶν δραχ. 300,000 καὶ 500,000
3447δι’ ἐξακολούθησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἔργων, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ.
3448800,000, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντος διὰ κατα-
3449σκευὴν ὁδῶν διπλασίου ποσοῦ. Ἀνευρίσκω δὲ ἐν τῷ Προϋπο-
3450λογισμῷ τοῦ 1901 καὶ ἀναγραφὴν ποσοῦ δρ. 1,700,000 διὰ
3451συντήρησιν ὁδῶν καὶ δενδροστοιχιῶν, καὶ δι’ ἔξοδα διὰ τὰς
3452μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγκριθείσας συντηρήσεις· ἀλλὰ
3453τοῦτο, ἂν αἱ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγκριθεῖσαι συν-
3454τηρήσεις περιλαμβάνωσιν ἐργασίας πρὸ τοῦ 1901 ἐκτελε-
3455σθείσας, ἀντιβαίνει εἰς τὸν Λογιστικὸν Νόμον, διότι αἱ ἐν τῷ
3456Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀναγραφόμεναι πιστώσεις δὲν ἐπι-
3457τρέπεται νὰ διατεθῶσιν εἰς δαπάνας ἀνηκούσας εἰς χρῆσιν,
3458ἡ ὁποία ἔκλεισεν ἤδη, ἔπρεπε δὲ ἢ νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀνα-
3459πληρωματικὴ τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἢ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἀπαι-
3460τούμενον ποσὸν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
3461Ὡσαύτως ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901
3462πίστωσις δραχ. 150,000 «εἰς ἀποπληρωμὴν ἀναληφθεισῶν
3463δι’ ἀνακαινίσεις ὑποχρεώσεων πρὸ τοῦ 1899» πῶς εἶναι δυ-
3464νατὸν νὰ διατεθῇ, ἀφοῦ ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἔκλεισε τὴν 31
3465Ὀκτωβρίου 1900; Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑπο-
3466χρεώσεις δι’ ἀνακαινίσεις ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰ
3467ἔτη ἐκεῖνα;
3468§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τοῦ 1899.
3469§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ τοῦ 1897, ἢ 1898,
3470§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον δὲν ἀναγράφονται πλέον ἀνα-
3471καινίσεις. Ἀνακαίνισις οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, δὲν εἶναι τί-
3472ποτε ἄλλο ἢ ὑπεκφυγὴ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι οὐδὲν
3473νέον ἔργον γίνεται ἄνευ νόμου.
3474§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνακαίνισις ὁδοῦ εἶναι ἐργασία
3475γενομένη ἐπὶ ὁδοῦ κατασκευασθείσης ἤδη.
3476§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπόδειξις τῆς
3477κατασκευῆς τῆς ἄλλοτε γενομένης. Οὐδένα θέλω νὰ ἐπικρί-
3478νω· ἔχομεν ὅμως παραδείγματα ἀνακαινίσεως ὁδῶν οὐδέποτε
3479κατασκευασθεισῶν· ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι ἐδαπανήθησαν
3480μέχρις 100,000 δραχμῶν δι’ ἀνακαινίσεις μηδέποτε κατα-
3481σκευασθεισῶν ὁδῶν. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ
3482παύσῃ, καὶ διὰ τοῦτο διήρεσα τὸ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν κεφά-
3483λαιον εἰς συντήρησιν καὶ κατασκευήν.
3484§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ προσδιορίσητε
3485τοῦτο, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας περὶ ἐκείνων, τὰ
3486ὁποῖα ἐγένοντο, ὅτε ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ. Γνωστὸν εἶναι, τί λέ-
3487γεται κατασκευὴ ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ ἀνακαίνισιν κρίνω τὰς ἐρ-
3488γασίας τὰς γενομένας ἐπὶ ὁδοῦ κατασκευασθείσης ἤδη, ἥτις
3489ἐφθάρη τοσοῦτον, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἀνακαινισθῇ.
3490§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑμεῖς δὲν διηυθύνατε τὸ
3491Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὡς Πρωθυπουργὸς εἴχετε
3492τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν θέλω,
3493ἐπαναλαμβάνω, ν’ ἀναφέρω παραδείγματα· εἶπον μόνον, ὅτι
3494παραδείγματα ὑπάρχουν δαπάνης ἀνακαινίσεως ὁδοῦ οὐδέ-
3495ποτε ὑπαρξάσης, ἀνερχομένης εἰς τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχ.
3496§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὁδὸς συνδέουσα χωρίον μὲ
3497χωρίον, ἢ πόλιν μὲ πόλιν, ἢ διάφορα μέρη τῆς αὐτῆς πόλεως;
3498§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πόλιν μὲ πόλιν.
3499§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὁδὸν μεγάλην, ἥτις
3500ἀποτελεῖ ἀρτηρίαν. Ἡ Τρίπολις, ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ
3501Ἀρκαδίας, εἶναι τὸ μεσογειότερον μέρος τῆς Πελοποννήσου,
3502διὰ τοῦτο δὲ καὶ θεωρεῖται ἡ κεντρικωτέρα πόλις αὐτῆς· ἀπὸ
3503τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ
3504δι’ ὁδῶν μετὰ τῶν διαφόρων κόλπων τῆς Πελοποννήσου, τοῦ
3505Ἀργολικοῦ, τοῦ Μεσσηνιακοῦ, τοῦ Λακωνικοῦ, τοῦ Ἀχαϊ-
3506κοῦ· ἑπομένως διὰ τεσσάρων ἢ πέντε ὁδῶν εἰς Μύλους καὶ
3507Ἄργος, εἰς Σπάρτην καὶ Γύθειον, εἰς Μεγαλόπολιν καὶ Κα-
3508λάμας, εἰς Πύργον καὶ Κατάκωλον, εἰς Πάτρας. Κατὰ τὰ
3509πρῶτα ἔτη 1847, 1848 καὶ ἑπόμενα, Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν
3510Ἐσωτερικῶν τοῦ μακαρίτου Παλαμίδου, ἤρξατο ἡ κατα-
3511σκευὴ μιᾶς μόνης ὁδοῦ, τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Μύλους, Ἄργος
3512καὶ Ναύπλιον, ἀλλὰ τότε φόροι ὁδικοὶ δὲν εἶχον ἔτι ἐπι-
3513βληθῆ, τὰ ἔσοδα δὲ τοῦ Κράτους συνίσταντο μόνον εἰς 15 ἢ
351420 ἑκατομμύρια, ἐλάχιστον δὲ ποσὸν ἠδύνατό τις νὰ δια-
3515θέσῃ εἰς ὁδοποιΐαν, οὕτω δὲ καὶ ἐλάχιστα κατ’ ἔτος ἐδαπα-
3516νῶντο εἰς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἧς ἡ κατασκευὴ δι-
3517ήρκεσεν ἐπὶ 15 ἔτη. Ἄλλη ὁδὸς ἦτο ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι
3518Σπάρτης, ἧς ἡ κατασκευὴ ἔβη ὡσαύτως βραδυτάτη, διαρ-
3519κέσασα 12 ἔτη, καίτοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον εἶχε συσταθῆ
3520τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας καὶ εἶχε συνομολογηθῆ καὶ τὸ
3521δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
3522ζης. Ἄλλη ὁδὸς ἦτο ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Μεγαλοπό-
3523λεως, ἥτις καὶ αὕτη ἤρξατο κατασκευαζομένη· ἀλλ’ ἦσαν
3524καὶ δύο ἄλλαι ὁδοί, ἡ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι τῶν Ὀλυμ-
3525πίων πρὸς τὸν Πύργον, καὶ ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλά-
3526βρυτα. Τῶν δύο τούτων ὁδῶν ἡ κατασκευὴ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ
35271885, καὶ εἰσέτι οὐδὲ ἡ μία οὐδὲ ἡ ἑτέρα ἐτελείωσε· καὶ
3528ἐργάζονται μὲν εἰς κατασκευὴν αὐτῶν, ὅταν ἐγὼ ἀνέρχω-
3529μαι εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ κατασκευάζονται χιλιόμετρά τινα,
3530ἀλλ’ εὐθὺς ὡς καταλίπω τὴν ἀρχὴν, ἀμέσως πᾶσα αὕτη ἡ
3531ἐργασία σταματᾷ. Αὐτὸ συνέβη διὰ τὴν ὁδὸν αὐτήν. Ὅτε
3532ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ὀλύμπια ὁδὸς ἐχαράχθη, δὲν ἦτο δυ-
3533νατὸν νὰ διέλθῃ δι’ ἄλλης θέσεως, εἰμὴ μόνον διὰ τῆς πό-
3534λεως τῶν Λαγκαδίων· οὐδὲ δεξιόθεν αὐτῆς, οὐδ’ ἀριστερόθεν
3535ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ, διότι δύσβατα καὶ κεκλεισμένα ὑπὸ
3536ὀρέων εἶναι τὰ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐδάφη· ἀλλ’ ἡ διὰ τῆς πό-
3537λεως τῶν Λαγκαδίων διαχάραξις τῆς ὁδοῦ διέκοψε τὴν ἐντὸς
3538τῆς πόλεως συγκοινωνίαν, γνωστὸν δ’ εἶναι, πόσον κεκλιμέ-
3539νον ἐπὶ τῆς κλιτύος τοῦ ὄρους εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως
3540ἐκείνης· ἑπομένως ἐπῆλθεν, ὡς ἀναπόφευκτος συνέπεια τῆς
3541ἐκεῖθεν διαβάσεως τῆς ὁδοῦ, ἡ κατασκευὴ διακλαδώσεων
3542τῆς ὁδοῦ ἐν τῇ πόλει. Οὕτως ἤρξατο ἡ κατασκευὴ αὐτῆς,
3543καὶ ἐξηκολούθει ἐφ’ ὅσον ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ, κατέπαυσε
3544δὲ πᾶσα ἡ ἐργασία, ὅτε ἐγὼ ἀπεμακρύνθην τῆς ἀρχῆς, καὶ
3545τῆς πόλεως ἐκείνης οἱ κάτοικοι συγκοινωνίαν ἀπὸ τῶν οἰ-
3546κιῶν των εἰς τὰς ἄλλας οἰκίας δὲν ἔχουν, τυραννούμενοι ἰδίως
3547τὸν χειμῶνα. Κατὰ τὸ 1885 ὡσαύτως ἔδωκα ὤθησιν καὶ
3548εἰς τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλά-
3549βρυτα ὁδοῦ, καὶ αὕτη προεχώρησε μέχρι τοῦ δήμου Μαντι-
3550νείας καὶ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ· ἀλλὰ καὶ ταύτης αἱ ἐργα-
3551σίαι κατέπαυσαν ἤδη.
3552Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μὴ ἐπιβα-
3553ρύνῃ ἐμὲ δι’ εὐθύνης διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
3554τερικῶν γενόμενα ἔργα ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896,
3555σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀναλαμβάνω μετὰ πεποιθήσεως πᾶσαν
3556εὐθύνην διὰ πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν
3557διαπραχθέντα τότε, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
3558τερικῶν ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Κυριακού-
3559λης Μαυρομιχάλης, διότι καὶ κατ’ οὐσίαν, ὁσάκις ἐζητεῖτο
3560καὶ ἡ ἐμὴ γνώμη τότε ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν ὁδοποιητικῶν,
3561ἔδιδον αὐτὴν ἐπισταμένως, καὶ πολλάκις καὶ ἐγὼ ἀνεμίχθην
3562εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ Ταμεῖα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρ-
3563χιακῆς ὁδοποιΐας διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐπαρχιακῶν καὶ
3564δημοτικῶν διέθετον προθύμως, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κυρίου
3565Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν
3566δημοσίων ἔργων, καὶ εἰς δραχμὰς 166,637.25 ἀνῆλθον, κατὰ
3567τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, τὰ διὰ κατασκευὴν δημοτικῶν
3568καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο.
3569§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, περὶ οὗ πρό-
3570κειται, εἶναι, ἐὰν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει συντηρήσεως τακτικῶς
3571γενομένης, δύναται νὰ γένηται λόγος περὶ ἀνακαινίσεως.
3572Ὑποθέτω, ὅτι γίνεται τακτικὴ συντήρησις τῶν ὁδῶν· τότε
3573πρὸς τί ἡ ἀνακαίνισις; Τώρα ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω, πῶς ὑπάρ-
3574χουσι τὰ ὀφειλόμενα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν εἰς τοὺς Προ-
3575ϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901. Ἐξήγησα εἰς τὴν
3576Βουλὴν, ὅτι τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν δὲν εἶχον κανο-
3577νικῶς. Ὅπως ἔχωμεν κανονικὴν διαχείρισιν τοῦ κεφαλαίου
3578τούτου, ἡ χορηγουμένη πίστωσις πρέπει νὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλα
3579τὰ ἔργα συντηρήσεως, τὰ ὁποῖα γίνονται καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν.
3580§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔργα τὰ γενόμενα ἐντὸς τοῦ
3581ἔτους.
3582§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πληρωνόμενα ὅμως καθ’ ὅλην τὴν χρῆ-
3583σιν. Τί συνέβη ὅμως; Οἱ προϋπολογισμοὶ ὑποβάλλονται, κατὰ
3584τὸν νόμον, μέχρι τοῦ Ἀπριλίου, πρέπει δὲ νὰ ἐγκρίνωνται
3585μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου· ἀλλὰ πολλάκις αἱ δημοπρασίαι γί-
3586νονται, ἀλλ’ αἱ προσφοραὶ ἐπαναλαμβάνονται τρὶς ἢ καὶ τε-
3587τράκις, καὶ καταντᾷ τις νὰ ἔχῃ τὴν ὁριστικὴν δημοπρασίαν
3588περὶ τὰ τέλη Δεκεμβρίου· ἀρχίζει ἡ ἐργασία, καὶ μέρος μὲν
3589τῆς ἐργασίας γίνεται ἐντὸς τοῦ ἔτους, τὸ δὲ ὑπόλοιπον γίνε-
3590ται κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος.
3591§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔργα τὰ γενόμενα ἐντὸς τοῦ
3592ἐπιόντος πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
3593ἐπιόντος ἔτους.
3594§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3595ἐκείνου νὰ πληρωθῇ καὶ τὸ μέρος τῆς ἐργασίας τοῦ ἔτους
3596ἐκείνου. Ὅταν ὑποβάλληται ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βου-
3597λὴν, δὲν ἔχετε παρὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς δημο-
3598πρασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, Ὀκτω-
3599βρίου, ἢ Νοεμβρίου, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ γινώσκητε τὰς
3600δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι κατὰ τοὺς τελευταίους
3601μῆνας τοῦ ἐπιόντος ἔτους, καὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτε-
3602λεσθῶσι κατὰ τοὺς 4 ἢ 5 μῆνας ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι
3603τέλους Δεκεμβρίου. Ἐκ τούτου προέρχεται, ὅτι πολλάκις
3604γίνονται δημοπρασίαι, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ κεφάλαιον
3605τῆς ἐγγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως· συν-
3606έβη δὲ πολλάκις — ὡς συνέβη τοῦτο καὶ εἰς ἐμὲ, ὅτε ἀνέλαβον
3607τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουνίου
3608— νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε λεπτὸν πρὸς πληρωμὴν, διότι ἡ πίστω-
3609σις εἶχεν ἐξαντληθῆ.
3610§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ἐργασίας τοῦ παρελθόντος
3611ἔτους;
3612§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀφῆκε περισσεύματα τὸ παρελθὸν
3613ἔτος.
3614§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀν-
3615επαρκὴς πίστωσις.
3616§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, τί παρέλαβον παρὰ τῶν
3617προκατόχων μου.
3618§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἔλ-
3619λειψις τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων.
3620§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσκο-
3621λίας ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ διαιρέσω τὸ
3622ποσόν, καὶ νὰ ζητήσω πίστωσιν 1,700,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία
3623θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγ-
3624κριθείσας συντηρήσεις, καὶ 500,000 διὰ τὰς κατὰ τὸ 1901
3625ἐγκριθησομένας καὶ διὰ τὰ ἔργα τὰ ἐπὶ τούτων ἐκτελεσθη-
3626σόμενα ἐντὸς τοῦ 1901. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ ἀνα-
3627γραφὲν χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα συντηρήσεως,
3628θέλει ἐπαρκέσει, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον νὰ μὴ προβῇ
3629τις διὰ τῶν πιστώσεων τῆς συντηρήσεως εἰς κατασκευὴν ὁδῶν.
3630Δυστυχῶς, εἰς τὰ δημόσια ἔργα ἐπεκράτησε πολλάκις σύστη-
3631μα ὄχι καλόν· πολλάκις ἐχαρακτηρίσθη ἡ κατασκευὴ ὡς ἀνα-
3632καίνισις, πολλάκις ἡ συντήρησις ὡς ἀνακαίνισις καὶ κατα-
3633σκευή. Ἐὰν ἐπεκράτει τὸ σύστημα, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπικρατή-
3634σῃ, καὶ αἱ πιστώσεις τῆς συντηρήσεως ἀφιερωθῶσι διὰ τὴν συν-
3635τήρησιν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, μετὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ
3636παρελθόντος, μὲ δαπάνην 1,700,000 δραχμῶν, προωρισμένην
3637ν’ αὐξήσῃ καθ’ ὅσον κατασκευάζονται ἄλλαι ὁδοὶ, δυνάμεθα
3638νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως, καὶ ἑπομένως
3639κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος δυνατὸν ν’ ἀφιερώσωμεν εἰς κατασκευὴν
3640μεγαλείτερον ποσόν.
3641§198Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ ἔτος ἀπαιτοῦνται 1,700,000
3642διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν χιλιομέτρων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σή-
3643μερον;
3644§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Νομίζω τοῦτο ἐπαρκὲς τώρα,
3645ὅτε ἡ ὁδοποιΐα εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν.
3646§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν ὁδῶν
3647δὲν εἶναι μόνη αὕτη, ἧς ἔχομεν ἀνάγκην. Ἔχομεν ἀνάγκην
3648κατασκευῆς ὁδῶν. Ἐὰν δὲ διὰ τὴν συντήρησιν δαπανῶμεν
3649δρ. 2,350,000, καὶ 150,000 διὰ τὴν ἀνακαίνισιν, ἤτοι δρ.
36502,500,000, διὰ τὴν κατασκευὴν δὲν εὗρον ἀναγεγραμμένην
3651πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900, εἰμὴ μόνον δρ.
3652250,000, καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 μόνον δραχ.
3653270,000.
3654§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν κατασκευὴν ὁδῶν πρῶτον: «ἔξο-
3655δα κατασκευῆς καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τοῖς συναπτομένοις
3656προϋπολογισμοῖς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν». Ὑπέβαλον πίνακα τού-
3657των εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν μέρους τῶν ἔργων, τῶν
3658ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφομένων, ἀνέγραψα πίστωσιν 300,000,
3659καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἤδη ἐγκεκριμένων ἔργων ἑτέραν
3660πίστωσιν 500,000. Ἔχομεν λοιπὸν 800 χιλιάδας δραχμὰς
3661πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν. Εἶπον δὲ, ὅτι κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος θὰ
3662ἠδυνάμεθα ν’ ἀφιερώσωμεν διὰ τὴν κατασκευὴν τὰ ποσὰ
3663ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ συζητουμένῳ Προϋπολογισμῷ ἀνα-
3664γράφονται πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ἀναληφθεισῶν ἄλλοτε
3665ὑποχρεώσεων διὰ συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν, καὶ τότε θὰ
3666δυνηθῶμεν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν κατασκευὴν νέων ὁδῶν
3667ποσὸν 1,450,000 δραχμῶν, χωρὶς ν’ αὐξήσωμεν τὰς δαπά-
3668νας τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας.
3669§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ φέρω παρα-
3670τηρήσεις ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ Προϋπο-
3671λογισμῷ διὰ συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν. Ἔχω ὅμως
3672ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμαι παρατήρησιν διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ προ-
3673οριζόμενα διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν· διότι, ἐὰν 3 ἢ 2 ἢ καὶ
3674ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον κρίνητε, ὅτι ἀπαιτοῦν-
3675ται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, πρέπει νὰ δαπανῶμεν 3
3676ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, διότι τὰ ἔσοδα τῆς
3677ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀνέρ-
3678χονται εἰς 5,500,000· καὶ κατὰ τὸ 1896 δὲν ἠδυνάμεθα νὰ
3679δαπανήσωμεν περισσότερα ἀπὸ τρία καὶ ἥμισυ περίπου ἑκα-
3680τομμύρια, ὅσα ἐδαπανήθησαν, διότι διετελοῦμεν ἐν μέσῳ με-
3681γάλων ἀνωμαλιῶν, οὐ μόνον τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ
36821896, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ὁ συμβιβασμὸς μετὰ
3683τῶν δανειστῶν δὲν εἶχε συντελεσθῆ, ἔπρεπε δὲ νὰ μετέλ-
3684θωμεν μεγάλην φειδὼ, οὐ μόνον ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέ-
3685σωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἀλλὰ καὶ
3686διότι, ἐὰν ἐδαπανῶμεν εἰς ἀνάγκας διοικήσεως περισσότερα,
3687ἠθέλομεν ἔχει καὶ τὴν ἀκράτειαν τῆς γλώσσης τῆς Ἀντι-
3688πολιτεύσεως, τῆς τε ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῆς ἐκτὸς ταύτης,
3689ἥτις ἤθελεν ἐν ἐπιγνώσει σπεύσει νὰ καταγγείλῃ ἡμᾶς, ἵνα
3690ἐγείρῃ τὴν δυσπιστίαν τῶν δανειστῶν καθ’ ἡμῶν καὶ παρα-
3691κωλύσῃ τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις ἡμῶν. Ἑπο-
3692μένως ἀπείχομεν νὰ δίδωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλαχίστην ἀφορ-
3693μήν. Ἀλλὰ νῦν τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι πλέον οὕτω, δυ-
3694νάμεθα δὲ νὰ πράξωμεν ὅ,τι πρέπει· πρέπει δ’ ἐκ τῶν ἐσό-
3695δων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται, κατὰ πρῶτον λόγον νὰ προσ-
3696διορίζωνται αἱ δαπάναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὰ ἄλλα μέσα
3697τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παρα-
3698γωγῆς.
3699Ἐγὼ ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα τὰ 15,297,278.11, κατὰ τὰ
3700ὁποῖα, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν μετὰ τὸ 1896 ἐπιβλη-
3701θεισῶν ἀναποφεύκτων αὐξήσεων, διαφέρει ὁ προϋπολογισμὸς
3702τῶν ἐξόδων τοῦ 1901, παραβαλλόμενος πρὸς τὰ δαπανη-
3703θέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἤθελον, λέγω, εὐχηθῆ, ἵνα πάντα
3704ταῦτα ἐδαπανῶντο εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ εἰς κατασκευὴν
3705σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, νὰ ἠρκούμεθα δὲ κατὰ τὰ ἄλλα εἰς
3706τὴν πτωχὴν καὶ ἀπέριττον διοίκησιν, ἣν εἴχομεν ἐγκαταστή-
3707σει τότε. Διότι, ἐὰν ἐλαμβάνομεν τὰ ταχυδρομικὰ δέματα
3708ἄλλοτε βραδύτερον, λαμβάνομεν δὲ ταῦτα νῦν ταχύτερον,
3709κομιζόμενα εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν δι’ εὐπρεπῶν ἢ πολυτελῶν
3710ἁμαξῶν, ἐὰν δὲν παρείχετο ἡ νῦν παρασχεθεῖσα διὰ τῶν
3711νέων νομοσχεδίων εὐκολία, νὰ δυνάμεθα νὰ μεταβιβάζωμεν
3712χρήματα διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ εἰς τοὺς ἀπωτέ-
3713ρους καὶ μικροτέρους συνοικισμούς, ἡ ὠφέλεια τῆς κοινωνι-
3714κῆς οἰκονομίας εἶναι μικροτέρα ἀνυπολογίστως τῆς ὠφελείας,
3715ἥτις ἤθελε παραχθῆ διὰ τῆς βελτιώσεως καὶ τοῦ πολλαπλα-
3716σιασμοῦ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, θὰ ἐνισχύετο δὲ ἡ
3717γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία δυνα-
3718μένη νὰ κριθῇ ὡς μία τῶν βάσεων τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
3719Τὰ μέτρα ταῦτα ἤθελον προτιμήσει τῶν μεταρρυθμίσεων
3720τῆς διοικήσεως, αἵτινες, ἐὰν ἦσαν μεταρρυθμίσεις βελτιώνου-
3721σαι τὴν διοίκησιν, προσῆκε νὰ μὴ προηγηθῶσι τῶν δαπα-
3722νῶν, αἵτινες σκοποῦσι τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
3723Τότε ἤθελον ἐπικροτήσει πᾶσαν ἀναγκαίαν μεταρρύθμισιν,
3724οὐδ’ ἤθελον διστάσει νὰ στέρξω πᾶσαν αὔξησιν δαπανῶν διὰ
3725τὴν ὀργάνωσιν καὶ παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ νῦν
3726πρώτιστον καθῆκον, ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν ἔχομεν, νὰ διαρ-
3727ρυθμίσωμεν μετὰ πάσης φειδοῦς καὶ οἰκονομίας τὰ ἔξοδα
3728ἡμῶν, διὰ νὰ πορισθῶμεν ὅσα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς
3729παραγωγῆς ὀφείλομεν νὰ δαπανῶμεν.
3730Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδο-
3731ποιΐας, τὰ ὁποῖα εἰσρέουσι μετὰ τὸ 1893 εἰς τὸ Δημόσιον
3732Ταμεῖον μετὰ τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ συμφύ-
3733ρονται μετ’ αὐτῶν, πρέπει νὰ ἀναγράφωνται κεχωρισμένως
3734ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἀναγράφονται κεχωρισμένως τὰ
3735ἔσοδα τὰ ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα
3736προωρίσθησαν διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀναγρά-
3737φονται κεχωρισμένως τὰ ἔσοδα τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν,
3738τὰ διατεθειμένα διὰ τὴν οἰκοδομὴν διδακτηρίων τῆς δημο-
3739τικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τότε δὲ θέλει κατασταθῆ εὐχερεστέρα ἡ
3740ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ ἀναγρά-
3741ψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τόσας διὰ τὴν ὁδοποιΐαν κατ’
3742ἔτος δαπάνας, ὅσας τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα ἐπιτρέπουσι.
3743Καὶ δὲν ἠθέλομεν μὲν οὕτως εἰδικεύσει τὰ ἔσοδα τῆς ὁδο-
3744ποιΐας, ὡς εἶχον εἰδικευθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867 εἰς τρεῖς
3745κατηγορίας, εἰς ἔσοδα ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, εἰς ἔσοδα ἐπαρ-
3746χιακῆς καὶ εἰς ἔσοδα δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἠθέλομεν ὅμως
3747χωρίσει καὶ ἑπομένως εἰδικεύσει αὐτὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔσοδα
3748τοῦ Κράτους, καὶ ἠθέλομεν καταστήσει δύσκολον νὰ διατί-
3749θενται ταῦτα εἰς ἔξοδα τῆς ἄλλης διοικήσεως, ἤθελον δὲ
3750διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς μόνον εἰς ἔξοδα ὁδοποιΐας. Πρέ-
3751πει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὸ σύστημα, τὸ
3752ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1892 εἶχεν ἀναγράψει, διότι ὁ νόμος τοῦ
37531892 ἦτο ὑπαγόρευμα ἀνάγκης, ἐκλιπούσης ἤδη.
3754Τότε ἐπέκειτο καταφανῶς ἡ πτώχευσις τῆς Ἑλλάδος.
3755Ἡ πτώχευσις παρεσκευάζετο διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς,
3756ἣν οἱ κυβερνῶντες τότε ἠσπάσθησαν καὶ ἤρξαντο ἐφαρμόζον-
3757τες ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ 1883· ὅτε δὲ ἀνελάβομεν ἡμεῖς κατὰ
3758τὸ 1890 τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδειχθέντες εἰς τὸ Στέμμα ὑπὸ
3759τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, τῶν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 γε-
3760νομένων, ἡ πτώχευσις ἐπεφαίνετο καταδήλως πλέον ἐπερ-
3761χομένη. Τότε μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου ὑπῆρχον οἱ φρο-
3762νοῦντες, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ διστάσωμεν νὰ κηρύξωμεν τὴν
3763πτώχευσιν τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι τοῦτο ἤθελεν
3764εἶσθαι πρόωρον, ἑπομένως δὲν ἤθελε κριθῆ ὡς εὐσυνείδητον,
3765διότι ὑπῆρχον ἔτι πιθανότητες νὰ σωθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν
3766πτώχευσιν. Καὶ ἦσαν μὲν ὀλίγαι αἱ πιθανότητες αὗται, ἴσως
3767ἀναλογοῦσαι πρὸς δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὑπῆρχον ὅμως πι-
3768θανότητες, ἔστω καὶ ὀλίγισται, ἐνδεικνύουσαι, ὅτι δὲν ἦτο
3769ὅλως ἀδύνατον νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ πτώχευσις, καὶ ὅτι ἑπομέ-
3770νως ἔπρεπε νὰ μὴ κηρύξωμεν ἔτι τὴν πτώχευσιν, ἀλλὰ νὰ
3771ἀγωνισθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας ταύτας ὀλίγας
3772πιθανότητας. Εἰς τὸ καθῆκον τοῦτο ὑπετάχθησαν καὶ οἱ ἐμοὶ
3773συνάδελφοι, καὶ ἐρρίφθημεν πάντες εἰς τὸν ἐπίμοχθον καὶ
3774ἄπελπιν τοῦτον ἀγῶνα, ὡς οἱ ναυαγοί, οἵτινες ἀφέθησαν ἐν
3775τῷ ὠκεανῷ, πλέοντες χερσί τε ποσὶ, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ
3776αὐξήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας πιθανότητας πρὸς ἀποσόβησιν
3777τῆς πτωχεύσεως, καὶ προσβλέψωμεν εἰς τὴν ἐλπίδα τῆς σω-
3778τηρίας. Ὁ βίος ἡμῶν, κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς διαμο-
3779νῆς ἡμῶν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἦτο βίος ἀβίωτος. Εὐτυχῶς δὲ εἶχεν
3780ἀναφανῆ τοιαύτη ἐλπίς, διότι χάρις εἰς τὴν εὐτυχῆ ἐσοδείαν
3781τοῦ 1891, εἰς τὴν φειδὼ δὲ περὶ τὰς δαπάνας καὶ τὴν εὔ-
3782στοχον διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, εἴδομεν αὐξηθείσας
3783τὰς πιθανότητας τῆς ἀποσοβήσεως τῆς πτωχεύσεως, καὶ
3784ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν, ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ τετραπλασιά-
3785σωμεν αὐτὰς ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 μέχρι τῶν ἀρχῶν
3786τοῦ 1892· ἀλλὰ τότε ὁ Ἡγεμὼν μᾶς ἀπήλλαξε τῆς ἀγω-
3787νιώδους ταύτης ἐργασίας ἡμῶν διὰ τῆς παύσεως τοῦ Ὑπουρ-
3788γείου. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἀνεπνεύσαμεν ἀληθῶς, τὴν ἡμέραν ὅμως
3789ἐκείνην ἡ πτώχευσις καθίστατο πλέον βεβαία καὶ ἀναπό-
3790φευκτος. Διὰ τῆς μεταβολῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία παρήγαγε τὸ
3791Ὑπουργεῖον τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας τότε Βουλευτοῦ, ἐπήρ-
3792χετο ἀναγκαίως τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων ἡ ἀναστολὴ,
3793καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἡ αὔξησις. Ἐκλήθη μετὰ τὰς
3794ἐκλογὰς τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ
3795Μεσολογγίου, ὅστις, ἀφοῦ ἀπέτυχε νὰ εὕρῃ δάνειον, ἐκήρυξε
3796τὴν πτώχευσιν. Τότε κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον τῆς καταρ-
3797γήσεως τοῦ νόμου περὶ εἰδικοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιίας, ὅπως
3798προσθέσῃ εἰς τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ πέντε ἑκατομ-
3799μύρια, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου
3800ὡς ἔσοδα τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιίας. Δὲν πρόκειται
3801νῦν νὰ κρίνωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ τότε ληφθέν. Δὲν εἶναι
3802προσῆκον, οὐδ’ ἀσφαλὲς, νὰ ἀναδράμῃ τις εἰς πρᾶξιν πρὸ δέκα
3803ἐτῶν συντελεσθεῖσαν, καὶ νὰ ἐπικρίνῃ αὐτήν. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγ-
3804και, αἱ ὑπαγορεύσασαι τὸ μέτρον, παρῆλθον ἤδη, τὰ πράγ-
3805ματα μετεβλήθησαν, τὰ ἑκατομμύρια ἠρχίσαμεν νὰ δαπα-
3806νῶμεν ἀπερισκέπτως. Τίς πλέον λόγος δύναται νὰ δικαιολο-
3807γήσῃ ἡμᾶς, κατακρατοῦντας τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδο-
3808ποιίας, καὶ ἐξακολουθοῦντας νὰ ἀφαιρῶμεν αὐτὰ ἀπὸ τὸν σκο-
3809πὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ πλη-
3810ρώνονται παρ’ αὐτοῦ;
3811Τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867 αἱ διατάξεις ἦσαν ῥη-
3812ταί. Οὐ μόνον ὁ τίτλος «περὶ σχηματισμοῦ πόρων ὁδοποιίας»,
3813ἀλλὰ καὶ αἱ πρῶται διατάξεις αὐτοῦ εἰσι σαφεῖς (ἀναγινώ-
3814σκει): «Συνιστᾶται ἰδιαίτερον Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ὁδοποιίας
3815»...Τὰ ἐκ τῶν ἀνωτέρω πόρων εἰσπραττόμενα ποσὰ κατατί-
3816»θενται ἐν Τραπέζῃ τινὶ τοῦ Κράτους, ἐντόκως ἢ ἀτόκως,
3817»κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, καὶ δαπα-
3818»νῶνται δι’ ἐπιταγῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ
3819»ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ἐθνικῶν
3820»καὶ πρὸς συντήρησιν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν.»
3821Ἐκ τῶν πόρων τοῦ σχηματισθέντος Ταμείου τῆς Ὁδο-
3822ποιίας εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 δραχ. 4,117,073.83,
3823κατὰ τὸ 1888 δραχ. 5.402.652.33, κατὰ τὸ 1889 δραχ.
38244,453,141.55, κατὰ τὸ 1890 δραχ. 4,135,456.84, κατὰ
3825τὸ 1891 δραχ. 4,448,221.07, καὶ κατὰ τὸ 1892 δραχμαὶ
38265,670,226. Ὡς μέσον ὅρον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰ
38275,000,000, ἢ ἴσως καὶ τὰ 6,000,000, ἐφ’ ὅσον οἱ νῦν ἐν
3828ἐνεργείᾳ καὶ εἰσπραττόμενοι φόροι εἰσὶν ἀνώτεροι τῶν φό-
3829ρων, οἱ ὁποῖοι εἰσεπράττοντο τότε, ὅτε ἐξεδόθη ὁ ἀνωτέρω
3830μνημονευθεὶς νόμος. Ἐκ τοῦ Ταμείου τούτου τῆς Ὁδοποιίας,
3831ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι τοῦ 1883, ὅτε συνωμολο-
3832γήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη εἰς βάρος αὐτοῦ δάνειον
383320 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, εἶχον δαπανηθῆ εἰς
3834ἔργα ὁδοποιίας δραχ. 11,488,796.44· ἀπὸ τῆς συνομολο-
3835γήσεως δὲ κατὰ τὸ 1883 τοῦ εἰρημένου δανείου μέχρι τοῦ
38361890 ἐδαπανήθησαν δι’ ὁδοποιίαν δραχ. 31,714,870.82·
3837ἑπομένως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου μέχρι τοῦ 1890
3838εἶχον δαπανηθῆ δι’ ὁδοποιίαν ἐκ τοῦ εἰρημένου Ταμείου δρ.
383943,203,667.26. Κατὰ τὸ 1890 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ
38404,135,456.84, καὶ κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ
38414,444,483.06· τὸ ὅλον τὰ δύο ἔτη εἶχον εἰσπραχθῆ ὑπὸ τοῦ
3842Δημοσίου Ταμείου, μὴ ἀποδοθέντα εἰς τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον
3843τῆς Ὁδοποιίας, δραχ. 8,579,939.90. Ὤφειλε δὲ τὸ Ταμεῖον
3844τῆς Ὁδοποιΐας εἰς ὑποχρεώσεις, ἃς εἶχεν ἀναλάβει, δραχμὰς
38456,413,352. Τότε ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ Ταμείου τῆς
3846Ὁδοποιΐας, καὶ ἐπροτάθη ὡς λόγος τῆς καταργήσεως αὐτοῦ
3847ἡ πτώχευσις αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ χρήματα,
3848ἵνα ἐξοφλήσῃ τὰς εἰρημένας ὀφειλὰς, ἃς εἶχεν, ἐκ δραχμῶν
38496,413,352, ἐνῷ εἶχεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰς
3850λογαριασμὸν αὐτοῦ τὰ ἔσοδα τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891 ἐκ
3851δραχ. 8,579,939.90, τὰ ὁποῖα εἶχε δαπανήσει εἰς ἄλλας
3852ἀνάγκας, δὲν ἀπέδιδε δ’ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας.
3853Ψευδεῖς ἐπροτάθησαν τότε λόγοι πρὸς δικαιολογίαν τῆς
3854καταργήσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, διότι εἶχε κεφά-
3855λαια, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ κεφά-
3856λαια εἶχε διαθέσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας τὸ Ὑπουργεῖον, ἐναν-
3857τίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ μνημονευθέντος νόμου
3858τῆς 20 Ἀπριλίου 1867, καθ’ ἣν τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου
3859τῆς Ὁδοποιΐας δαπανῶνται ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν
3860καὶ συντήρησιν ἐθνικῶν ὁδῶν· τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε δαπανή-
3861σει αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην καὶ
3862εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ δαπανᾷ αὐτὰ εἰς ἄλλας
3863ἀνάγκας, προὐκάλεσε τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τοῦ Τα-
3864μείου τῆς Ὁδοποιΐας, διετήρησεν ὅμως τοὺς πόρους αὐτοῦ,
3865καὶ συνεχώνευσεν αὐτὸ μετὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, προβα-
3866λὸν τὸν ψευδῆ λόγον, ὅτι τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας εἶχε
3867κατασταθῆ ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ.
3868Οὕτω κατέπαυσε πλέον πᾶσα ὁδοποιητικὴ ἐργασία· ἐπειδὴ
3869δ’ εἶχον ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας ἀναληφθῆ διὰ δη-
3870μοπρασιῶν ὑποχρεώσεις, εἶχε δὲ καὶ ἔν τισι περιφερείαις
3871γενῆ ἔναρξις κατασκευῆς ὁδῶν, ἐγένετο ἐνέργεια, ποῦ μὲν νὰ
3872παραιτηθῶσιν οἱ ἀναλαβόντες τὰ ἔργα κατασκευῆς ὁδῶν ἐρ-
3873γολάβοι, ποῦ δὲ οἱ ἀρξάμενοι ἔργων κατασκευῆς ὁδῶν νὰ
3874συμβιβασθῶσι διὰ πληρωμῆς ποσῶν τινων πρὸς ἀποζημίω-
3875σιν. Ἐτύγχανον καὶ τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀφοῦ ἐν
3876αὐτῇ ἠναγκαζόμην νὰ ὑπηρετῶ, προσεπάθησα δὲ, ὅσον ἠδυ-
3877νάμην, ἵνα μὴ στέρξωσιν οἱ ἐργολάβοι νὰ παραιτηθῶσι τῶν
3878δικαιωμάτων αὐτῶν οὐδὲ διὰ συμβιβασμοῦ, διότι τὸ μέτρον
3879τοῦτο βεβαίως ἐζημίωνε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δι’ ἀποζημιώ-
3880σεων, ἤθελε δὲ πάντως ζημιώσει αὐτὸ καὶ διὰ τῆς καταστρο-
3881φῆς, εἰς ἣν ἤθελον ἐγκαταλειφθῆ τὰ ἀρξάμενα μὲν, διακο-
3882πέντα δὲ καὶ ἐγκαταλιμπανόμενα ἔργα. Καὶ οὕτω διάφοροι
3883ἐργολάβοι ἠρνήθησαν νὰ συμβιβασθῶσιν· ὅτε δὲ κατὰ τὸ
38841895 ἐκλήθην εἰς τὴν ἀρχὴν, ἔσπευσα, μετὰ τῶν πρώτων
3885νομοθετικῶν ἔργων, νὰ προκαλέσω τὸν τότε ἐκδοθέντα νόμον,
3886δι’ οὗ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐξακο-
3887λουθήσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον διακοπῆ, ὅπως περατώσῃ
3888τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων.
3889Βεβαίως δὲν βελτιοῦνται, ἀλλὰ διαφθείρονται τὰ ἤθη τῶν
3890λαῶν ἐν ταῖς χώραις, ἐν αἷς τὸ ψεῦδος ποιεῖται τηλικαύτας
3891κατακτήσεις. Καὶ δύναται τὸ ψεῦδος νὰ ποιήσηται μεγα-
3892λειτέραν κατάκτησιν, ὅταν δὲν περιορισθῇ νὰ καταλάβῃ τὰ
3893χείλη καὶ τὴν γλῶσσαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καταλάβῃ
3894καὶ τὴν γραφῖδα αὐτῶν, καὶ ἀναπηδήσῃ ἐμφανιζόμενον ἐν
3895ταῖς γραπταῖς διαταγαῖς των, ἀναπηδῶν εἶτα ἐν τοῖς Δια-
3896τάγμασι καὶ ὑποκρυπτόμενον καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν Βασιλικὴν
3897ὑπογραφὴν, εἰσβάλλον δὲ μετὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς
3898Βουλῆς καὶ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἐκπορθοῦν
3899καὶ αὐτὰ τῶν νόμων τὰ κείμενα; Καὶ δύνασθε πλέον νὰ
3900ἐλπίσητε νὰ προοδεύσωσιν αἱ χῶραι, αἵτινες ἤθελον ἁλωθῆ
3901ὑπὸ τοιούτου μυσαροῦ κατακτητοῦ; νὰ ἀκμάσωσι τὰ Κράτη,
3902ἐν οἷς ἐπετράπησαν τοιαῦται κατακτήσεις τοῦ ψεύδους;
3903Ὁ νόμος τοῦ 1895 ἐδημοσιεύθη, καὶ ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις
3904αὐτοῦ· ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ, δὲν κατήργησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐκ-
3905τελοῦσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἐπανήχθημεν εἰς ἣν
3906διατελοῦμεν πρὸ τοῦ 1895 κατάστασιν. Πρέπει λοιπὸν, τὰ
3907ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει, διακοπέντα κατὰ τὸ 1892 καὶ
39081893, καὶ τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν αὖθις ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ τὸ
39091895, διεκόπησαν δὲ πάλιν κατὰ τὸ 1897, πρέπει ταῦτα
3910νὰ ἐξακολουθήσωσιν, ἵνα περατωθῶσιν αἱ ὁδοί. Δὲν ἀμφι-
3911σβητῶ, ὅτι πολλὰ ἐδαπανήθησαν χρήματα διὰ τὴν ὁδο-
3912ποιΐαν, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα κακῶς, εἴτε διότι πολλαὶ διεπρά-
3913χθησαν καταχρήσεις, εἴτε διότι αἱ ὁδοὶ, εἰς κατασκευὴν τῶν
3914ὁποίων ἐδαπανήθησαν, δὲν ἦσαν ὁδοὶ πρώτης ἀνάγκης. Ἡ
3915ἔντασις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν ὁδοποιητικὴν ἐργασίαν, μετὰ
3916τὴν κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883 συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν
391720 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, ἦτο ἀληθῶς μεγαλει-
3918τέρα, ἀφοῦ περισσότερα κεφάλαια προωρίσθησαν δι’ αὐτὴν,
3919ἀλλὰ, κατὰ τὰς καταστάσεις, ἃς ἔχω περὶ πάντων τῶν ἔρ-
3920γων τῆς ὁδοποιΐας, τῶν τε συντελεσθέντων, τῶν τε ἀρξα-
3921μένων καὶ μήπω συντελεσθέντων καὶ τῶν ἀρξαμένων, πολλὰ
3922τῶν ἔργων τούτων προετάχθησαν ἄλλων, ὧν ἡ χρησιμότης
3923καὶ ἡ ἀνάγκη ἦτο μεγίστη, πολλὰ δ’ αὐτῶν ἀρξάμενα ἐγ-
3924κατελείφθησαν καὶ ἐφθάρησαν, ἐπὶ ἀπωλείᾳ ἑκατοντάδων
3925χιλιάδων δραχμῶν, πολλῶν δ’ ἡ ἐκτέλεσις συνεδέθη μετὰ
3926καταχρήσεων καὶ μετ’ ἀσυγγνώστου σπατάλης. Ἀλλ’ ὑπάρ-
3927χουσιν ἔτι πολλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀρξάμενα δὲν ἐπερατώθη-
3928σαν, πολλὰ δὲ, τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἤρξαντο ἔτι· ἡ ἀναστολὴ ὅμως
3929τῆς προόδου τῆς κατασκευῆς τῶν ἀρξαμένων ἔργων ἐπάγει
3930ζημίαν εἰς τὰ κατασκευασθέντα τμήματα, τὰ ὁποῖα μένου-
3931σιν ἐκτεθειμένα εἰς τὰς ἀτμοσφαιρικὰς ἐπιρροάς.
3932§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐγκατα-
3933λείψωμεν ὅμως καὶ τὴν πολυτέλειαν εἰς τὴν κατασκευὴν,
3934καὶ τὸ πλάτος τῶν ὁδῶν πρέπει νὰ περιορισθῇ, καὶ ἐκεῖνο
3935τῶν τεχνικῶν ἔργων.
3936§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν τῇ
3937συγκοινωνίᾳ ἀρτηρίαι, οἵαι ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ ἀνθρωπί-
3938νου σώματος εἰσὶν αἱ ἀρτηρίαι, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅπερ ἀπε-
3939δόθη αὐταῖς πλάτος, ὅπως διέρχωνται ἀκωλύτως δύο ἅμα-
3940ξαι. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ μέρη, ἔνθα ἀρκεῖ νὰ κατασκευασθῶσι
3941βαταὶ ὁδοί. Παραδείγματος χάριν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας
3942εἶχον διατάξει καὶ διὰ μικρᾶς δαπάνης εἶχε κατασκευασθῆ
3943τμῆμα βατῆς ὁδοῦ κατὰ τὴν ἀπὸ τῶν κορυφῶν τοῦ Ἑλικῶ-
3944νος εἰς Λεβάδειαν κατάβασιν...
3945§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλά.
3946§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἀλλ’ ὅτε ἐπαύθην ἀπὸ τὴν
3947ἀρχὴν κατὰ τὸ 1897, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὀλίγων χιλιά-
3948δων δραχμῶν δεόμενον, καὶ τοῦτο ἐσταμάτησεν· ὅτε δὲ κατὰ
3949τὸ παρελθὸν ἔαρ μετέβην νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν ἱερὰν Μονὴν τοῦ
3950Ὁσίου Λουκᾶ, ἀπερχόμενος δὲ ἀπὸ τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου
3951Λουκᾶ ἀνῆλθον εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἑλικῶνος καὶ κατῆλ-
3952θον διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Λεβάδειαν, μέγα μέρος τῆς ἀπὸ
3953τοῦ Ἑλικῶνος κατωφεροῦς ὁδοῦ εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Λεβα-
3954δείας εὗρον ἐγκαταλελειμμένον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ μεγάλης
3955δυσκολίας κατήλθομεν ἔφιπποι, ἐν ᾧ εἶχε κατασκευασθῆ διὰ
39563,000 μόνον δραχμῶν τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς κατωφεροῦς
3957ταύτης ὁδοῦ.
3958§207Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Βατὴ ὁδός.
3959§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐδαπανῶντο ἔτι 3,000 δρ.,
3960ἤθελεν ὑπάρχει ἀπὸ κορυφῆς τοῦ Ἑλικῶνος μέχρι Λεβαδείας
3961βατὴ ὁδὸς, ἐφ’ ἧς ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ κατέρχηταί
3962τις ἀκινδύνως. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ κοινῶν ὁδῶν, αἵτι-
3963νες δὲν εἶναι ἀρτηριακαὶ, ἀλλὰ συνδέουσι μετ’ ἀλλήλων χω-
3964ρία ὀλιγοπληθῆ, ἐν οἷς πρωτίστη ἀνάγκη εἶναι νὰ μεταφέ-
3965ρωσιν ἐφ’ ἁμάξης τὰ προϊόντα αὑτῶν οἱ κάτοικοι, βεβαίως
3966ἀρκεῖ τὸ πλάτος αὐτῶν νὰ ἦναι μικρότερον τοῦ τῶν ἀρτη-
3967ριακῶν ὁδῶν, διότι ἀρκεῖ νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναν-
3968ται νὰ διέρχωνται κατὰ μέτωπον δύο ἅμαξαι.
3969§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ πλείστας ὁδοὺς
3970τέσσαρα μέτρα ἀρκοῦσιν. Ἔχομεν ὅμως ὁδοὺς δέκα μέτρων!
3971Φαντασθῆτε πολυτέλειαν!
3972§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι ὁδὸς, κύριε Πρόεδρε,
3973ἡ ὁποία προορίζεται, ἵνα μεταποιηθῇ, καιροῦ προϊόντος, εἰς
3974σιδηροδρομικὴν ὁδὸν καὶ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ σιδηρόδρομον,
3975βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ πλάτος αὐτό.
3976§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἆ! μάλιστα.
3977§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραλίπω
3978νὰ πραγματευθῶ καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων· πολ-
3979λάκις δὲ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐλέγξω ἐπὶ ταύτης κυ-
3980βερνητικὰς πράξεις. Παραδείγματος χάριν, τὰ Διατάγματα,
3981τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων, ἐν ὅσῳ
3982ταῦτα δὲν ἐξεδόθησαν δυνάμει νόμου καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐ-
3983τοῦ, δὲν εἶναι νόμιμα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, ἂν αἱ ὑποτρο-
3984φίαι, δηλαδὴ τὰ χρήματα τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν τοιού-
3985των σπουδαστῶν διδόμενα, πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ἐκ κλη-
3986ροδοτημάτων, τῶν ὁποίων σκοπὸς δὲν προσδιωρίσθη ὑπὸ τοῦ
3987διαθέτου, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
3988μόνη ν’ ἀναπληρώνῃ τὸν διαθέτην, καὶ νὰ προσδιορίζῃ τὸν
3989σκοπὸν τῶν τοιούτων κληροδοτημάτων. Προσδιορίζει δὲ τὸν
3990σκοπὸν αὐτῶν, ὅταν διὰ Διατάγματος διατάσσῃ, ὅτι ἐκ τῶν
3991τοιούτων μὴ εἰδικῶν κληροδοτημάτων θέλουσι πληρωθῆ οἱ
3992ὑπότροφοι, οὓς διορίζει. Περὶ τούτου μάλιστα ἔγεινε καὶ
3993κατὰ τὸ παρελθὸν συζήτησις μακρά. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ προ-
3994ηγούμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμεῖσθε ὑμεῖς, βεβαίως
3995ὅμως ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Πρὸ
3996τοῦ 1880 διωρίζοντο διὰ Β. Διαταγμάτων ὑπότροφοι ἐκ τῶν
3997τόκων τῶν κληροδοτημάτων· ἀλλὰ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξε-
3998δόθη τὴν 8ην Μαΐου 1880, κατήργησε πάσας ταύτας τὰς
3999μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου διατεταγμένας ὑποτροφίας. Καὶ
4000ἦτο μὲν τὸ μέτρον βίαιον, διότι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ
4001καταργήσῃ τις διὰ Β. Διατάγματος ἀπονεμημένας ὑποτρο-
4002φίας, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἡ διὰ τοῦ περὶ ὑποτροφίας Β. Δια-
4003τάγματος ὁρισθεῖσα προθεσμία, μόνον δὲ προσῆκε ν’ ἀπα-
4004γορεύσῃ τὴν ἀπονομὴν εἰς τὸ μέλλον ὑποτροφιῶν. Ἐχαρα-
4005κτήρισα δὲ τὸ μέτρον ὡς βίαιον, διότι πάντες οἱ γονεῖς τῶν
4006ὑποτρόφων, τῶν ὁποίων αἱ ὑποτροφίαι κατηργήθησαν διὰ τοῦ
4007Διατάγματος ἐκείνου, ἤγειραν ἀγωγὰς ἐνώπιον τῶν Δικα-
4008στηρίων, ταῦτα δὲ κατεδίκασαν τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπλή-
4009ρωσεν αὐτοὺς δι’ ὅλην τὴν χρονικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν εἶ-
4010χον προσδιορίσει τὰ περὶ διορισμοῦ τῶν ὑποτρόφων Β. Δια-
4011τάγματα.
4012Ὁ ἀποθανὼν φίλος μου καὶ ἐμὸς συνάδελφος κατὰ τὸ
40131895 Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλεγε πρὸς τὴν Βου-
4014λὴν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 15 Μαρτίου 1890 (ἀναγινώσκει):
4015«Ἐὰν ὑπάρχῃ πρόσκομμα, καθ’ οὗ προσκρούει ἡ ἐθνικὴ
4016»ἡμῶν ἐκπαίδευσις, τοῦτο εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐν μὲν τῇ μέσῃ
4017»καὶ κατωτέρᾳ ἐκπαιδεύσει εὐμεθόδων διδασκάλων, ἐν δὲ
4018»τῇ ἀνωτάτῃ ἐκπαιδεύσει ἐπιμελείας καὶ φώτων ἐπιστη-
4019»μονικῶν εὐρυτέρων τῶν μελλόντων νὰ καταλάβωσι τὰς πα-
4020»νεπιστημιακὰς ἕδρας... Εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν παρελ-
4021»θοῦσαν Σύνοδον σχέδιον νόμου, καὶ παρεκάλεσα τότε τὸν
4022»κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς τὸν κλειδοκράτορα τοῦ δημοσίου θη-
4023»σαυροῦ, ὡς τὸν κλειδοκράτορα τῆς θελήσεως τῶν συναδέλ-
4024»φων του, ὡς τὸν μέγαν κλειδοκράτορα τῶν δύο μεγάλων
4025»ἐξουσιῶν, αἵτινες ψηφίζουσι καὶ κυροῦσι τοὺς νόμους, νὰ
4026»εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
4027»ἐὰν ἐψηφίζετο, ἠθέλομεν ἔχει 18 ὑποτρόφους διὰ διαγω-
4028»νισμοῦ εἰς τὴν δυσμικὴν Εὐρώπην, ἵνα, σπουδάζοντες τὴν
4029»παιδαγωγικὴν ἓν ἢ δύο ἔτη, μᾶς δώσωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ
4030»συστήσωμεν ὀλίγα Διδασκαλεῖα πρὸς ἐπέκτασιν τῆς δημο-
4031»τικῆς ἐκπαιδεύσεως...»
4032Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ μακαρίτου Πετρίδου,
4033ἔπρεπε νὰ ἀποστέλλωνται διὰ διαγωνισμοῦ κατ’ ἔτος δέκα
4034ὑπότροφοι, δαπάναις τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ
4035ἰδίως εἰς τὴν Ἑλβετίαν καὶ Γερμανίαν, ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα
4036συνεχῆ ἔτη· κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἄρθρον αὐτοῦ, οὗτοι ἤθελον
4037ἀσχοληθῆ πρὸς σπουδὴν τῆς παιδαγωγικῆς καὶ τῶν συνα-
4038φῶν αὐτῇ ἐπιστημῶν, ἤθελον δέ τινες αὐτῶν παρασκευασθῆ,
4039ἵνα χρησιμεύσωσιν ἐν μέλλοντι καὶ ὡς καθηγηταὶ τῆς Φι-
4040λοσοφικῆς Σχολῆς. Νόμον ἐπιτρέποντα διορισμὸν ὑποτρόφων
4041εἰσήγαγον ἐγὼ ὡσαύτως, ἐπιψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
4042διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ διορισθῶσιν ὑπότροφοι ἐκ τῶν
4043ἐχόντων ἀπολυτήριον τοῦ Πολυτεχνείου διὰ διαγωνισμοῦ,
4044καὶ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ σπουδάσωσι τὴν
4045δασολογίαν καὶ τὴν δασοκομίαν καὶ τὰς συναφεῖς γνώσεις,
4046αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν δασονομίαν καὶ δασοκομίαν...
4047§213ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
4048δεύσεως). Δαπάναις τοῦ Κράτους.
4049§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δαπάναις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅ-
4050ταν πρόκηται περὶ διορισμοῦ ὑποτρόφων δαπάναις κληρο-
4051δοτήματος, τὸ ὁποῖον δὲν προσδιωρίσθη ὑπὸ τοῦ διαθέτου
4052ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς διορισμὸν ὑποτρόφων, εἴτε γενικῶς, ἵνα
4053σπουδάσωσιν, εἴτε εἰδικῶς, ἵνα ἀσχοληθῶσιν εἰς ὡρισμένας
4054εἰδικὰς σπουδὰς, ἀλλ’ ὡρίσθη νὰ χρησιμεύσῃ διὰ γενικοὺς
4055σκοποὺς, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὸν σκο-
4056πὸν, πρὸς ὃν θέλει διατεθῆ τὸ κληροδότημα, εἰμὴ τὸ Κρά-
4057τος, τὸ δὲ Κράτος ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
4058σίας. Καθ’ ὃν ἔχω κατάλογον τῶν κληροδοτημάτων, δύνα-
4059μαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ τοιαῦτα μὴ εἰδικὰ κληροδοτήματα.
4060Οὕτω τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη, τοῦ ὁποίου
4061τὸ κεφάλαιον ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1877 εἰς 1,764,462 δραχ-
4062μὰς, οἱ δὲ ἐτήσιοι τόκοι κατὰ τὸ 1893 εἰς δραχ. 105,940,
4063προσδιωρίσθη πρὸς ἀνέγερσιν Λυκείου πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς
4064Ἑλληνικῆς νεολαίας, καὶ τὸ περισσεῦον ποσὸν πρὸς ἀπολύ-
4065τρωσιν αἰχμαλώτων. Τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Μπό-
4066ζου, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1877 εἰς
4067δραχμὰς 305,900, τὸ δὲ ἔσοδον αὐτοῦ συνίστατο κατὰ τὸ
40681893 εἰς δραχ. 8,100, προωρίσθη ὑπὸ τοῦ διαθέτου εἰς ἐκ-
4069παίδευσιν πτωχῶν, ἠθικῶν καὶ χρηστοήθων μαθητῶν. Ὡσαύ-
4070τως τὸ κληροδότημα Ζικλόνσκη, τοῦ ὁποίου τὸ κεφάλαιον
4071ἔμενεν ἄτοκον, συνίστατο δὲ ἐκ δραχμῶν 4,450, εἶχεν ὁρι-
4072σθῆ πρὸς ἐκπαίδευσιν ὀρφανῶν. Τὸ κληροδότημα ὅμως τοῦ
4073ἀοιδίμου Ζωσιμᾶ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτοῦ πρὸς
4074τὸν Κυβερνήτην Καποδίστριαν, συνίστατο κατὰ τὸ 1829 εἰς
4075100,000 ῥούβλια, εἶχε προσδιορισθῆ διὰ τῆς εἰρημένης ἐπι-
4076στολῆς του, ἵνα οἱ τόκοι αὐτοῦ χρησιμεύωσι πρὸς βοήθειαν
4077τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ἐν ταῖς ὑπὲρ πί-
4078στεως καὶ πατρίδος μάχαις πεσόντων Ἑλλήνων. Νῦν δὲ, ὅτε
4079παρῆλθε πᾶσα ἐκείνη ἡ γενεὰ, δὲν ὑπάρχουσι δὲ παῖδες τῶν
4080πεσόντων ἐν ταῖς μάχαις τοῦ μεγάλου ἀγῶνος ἡμῶν, πῶς
4081δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν νὰ προσδιορίσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν
4082πρέπει νὰ διατίθενται οἱ τόκοι αὐτοῦ, ὁ κ. Στάης, ἢ πᾶς
4083ἄλλος διάδοχος αὐτοῦ; Μὴ ὑπάρχοντος πλέον τοῦ σκοποῦ,
4084τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁρίσει ὁ διαθέτης, μόνη ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
4085σία εἶναι ἁρμοδία, ἵνα προσδιορίσῃ τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον
4086πρέπει νὰ διατίθενται.
4087Ὡσαύτως τὸ κληροδότημα τῆς Ρεγγίνας Ρογκότη, τὸ
4088ὁποῖον κατὰ τὸ 1877 ἀνήρχετο εἰς δραχ. 30,000, εἶναι μὲν
4089ὡρισμένον πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων, ἀλλ’ εἰδικῶς πρὸς ἐκπαί-
4090δευσιν εἰς τὰς ὡραίας τέχνας δύο νέων, οὐδὲ δύνασθε νὰ
4091διαθέσητε τοὺς τόκους αὐτοῦ πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων εἰς ἄλλα
4092εἴδη μαθήσεως. Τὸ κληροδότημα τοῦ Νεοφύτου ἀρχιμανδρί-
4093του, συνιστάμενον εἰς δέκα μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
4094τυγχάνει ὡρισμένον πρὸς ἐκπαίδευσιν μαθητῶν συγγενῶν του.
4095Τὸ τοῦ Κ. Τσιροπούλου, ἐκ δραχμῶν παλαιῶν 17,959.46,
4096εἶναι ὡρισμένον οὐχὶ ὑπὲρ μαθητῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ σχολείων. Τὸ
4097τοῦ Μητροπολίτου Φθιώτιδος Ἰακώβου, ἐκ δραχ. 3,615.15,
4098ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου Λαμίας. Τὸ τοῦ Κλήμεντος Διαμαντί-
4099δου, ἐκ δραχ. 35,023.84, ὑπὲρ τοῦ ἐν Βαμβακοῦ τοῦ δήμου
4100Οἰνοῦντος, τῆς Λακεδαίμονος, σχολείου. Τὸ τοῦ Ἰωάννου
4101Νεγρεπόντη, ἐκ δρ. 12,996.85, ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκπαι-
4102δευτικῶν καταστημάτων. Τὸ τοῦ Δωρίδου, τοῦ ὁποίου τὸ
4103κεφάλαιον ἀνήρχετο εἰς δρ. 478,312.25, οἱ δὲ τόκοι ἀνήρ-
4104χοντο κατὰ τὸ 1893 εἰς δρ. 11,880, προωρίσθη, ἵνα οἱ τόκοι
4105αὐτοῦ διανέμωνται εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις δημόσια καταστήματα,
4106συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης.
4107Κατὰ ὑπολογισμὸν γενόμενον, οἱ τόκοι τῶν κληροδοτη-
4108μάτων, τῶν προωρισμένων ὑπὲρ μαθητῶν, ἀνέρχονται εἰς δρ.
410938,000 περίπου. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ διαθέτητε πάν-
4110των τῶν κληροδοτημάτων τοὺς τόκους εἰς ὑποτροφίας· ἐκεί-
4111νων δὲ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ διαθέται προώρι-
4112σαν πρὸς γενικοὺς σκοποὺς, ἢ δὲν ὥρισαν σκοπόν τινα, τούτων
4113τοὺς τόκους δὲν δύνασθε νὰ διαθέτητε, εἰμὴ διὰ νόμου, δι’ οὗ
4114πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὁ σκοπὸς αὐτῶν.
4115Ἀνέγνων προσέτι Β. Διάταγμα, δημοσιευθὲν διὰ τῆς Ἐφη-
4116μερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ φέρον ἡμερομηνίαν τῆς 10
4117Αὐγούστου 1900, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη «ἵνα, μέχρις οὗ
4118»ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους
4119»ἀνάλογος πίστωσις δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῆς ἐν Ἀθήναις
4120»Καλλιτεχνικῆς Πινακοθήκης καὶ ἀποζημίωσιν τοῦ ἐκπλη-
4121»ροῦντος παρ’ αὐτῇ χρέη Γραμματέως, καταβάλληται ἡ δι’
4122»ἀμφότερα ταῦτα δαπάνη ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τοῦ
4123»κληροδοτήματος Δημητρίου Δωρίδου». Τοῦτο ὅμως δὲν εἶ-
4124ναι νόμιμον, διότι ἀποζημίωσις διδομένη εἰς ἐκπληροῦντα
4125χρέη δημόσια δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ μισθός· οὐδ’ ἐπιτρέπεται
4126δι’ ἀλλαγῆς λέξεων νὰ δώσῃ τις ἄλλην ἑρμηνείαν. Ὁ μι-
4127σθὸς εἶναι ἀποζημίωσις διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσφέρει τις
4128ἐπὶ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διανύει ὑπηρετῶν τὸ Δημόσιον.
4129Ἐὰν τὸν μισθὸν ὀνομάσητε ἀποζημίωσιν, δὲν μεταβάλλετε
4130τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ὃν οἱ νόμοι ἀναγράφουσι μισθόν. Τὸ
4131Διάταγμα λοιπὸν εἶναι παράνομον, διότι δι’ αὐτοῦ προσδιο-
4132ρίζετε μισθὸν, τὸν ὁποῖον μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ
4133προσδιορίσητε.
4134Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐὰν διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας
4135δὲν ἀνεγράφησαν τόσαι πιστώσεις, ὅσαι ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν
4136αὔξησιν τῶν ἐξόδων, τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογι-
4137σμῷ τοῦ 1901· ἐὰν δὲν ἀνεγράφησαν πιστώσεις ἱκαναὶ πρὸς
4138ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας καὶ τῶν ἄλλων
4139εἰδῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· ἐὰν δὲν ἀνεγράφησαν πιστώ-
4140σεις διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τελμάτων καὶ λιμνῶν· ἐὰν καὶ οἱ
4141δύο σιδηρόδρομοι, περὶ ὧν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
4142ἐπεψηφίσθησαν νομοσχέδια, ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῶσι
4143καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ διὰ δανείου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπεψηφί-
4144σθη συγχρόνως ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, δὲν πρέπει
4145τάχα νὰ γένηται προσπάθεια, ἵνα πλὴν τῶν δύο τούτων σι-
4146δηροδρόμων προβῆτε εἰς κατασκευὴν διὰ τῶν περισσευόντων
4147ἐσόδων μικρῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ὅπου τοιαῦται δύ-
4148νανται νὰ εὐκολύνωσι τὴν συγκοινωνίαν καὶ καταστήσωσιν
4149αὐτὴν ταχυτέραν καὶ εὐθηνοτέραν; Ἀφοῦ δὲ τὰ προϋπολο-
4150γιζόμενα κατὰ τὸ 1901 ἔσοδα ὑπερβαίνουσι κατὰ δέκα ἑπτὰ
4151καὶ πλέον ἑκατομμύρια τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896,
4152δὲν ὠφείλετε νὰ διαθέσητε ὅλον τοῦτο τὸ ποσόν, ἢ μέγα
4153κἄν μέρος αὐτοῦ, εἰς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας; Καθίσταται ἀλη-
4154θῶς ἀδικαιολόγητος ἡ Κυβέρνησις, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἐκτέ-
4155λεσιν προγράμματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κριθῇ εἴτε ἄσκοπον
4156καὶ ἐπιπόλαιον, εἴτε, ἂν ἐκληφθῇ ὡς ἔχον σκοπὸν, ὁ σκοπὸς
4157αὐτοῦ εἶναι νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἐφαρμογὴν πολιτικῆς ὑπη-
4158ρετούσης μόνον τὴν φιλαρχίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ δια-
4159φθειρούσης τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ νοθευούσης τὴν λειτουρ-
4160γίαν τοῦ πολιτεύματος.
4161Τοιαῦται μελέται εἰσὶν ἔκθεσμοι, ἀπαγορευόμεναι ὑπὸ τῆς
4162πολιτικῆς χρηστότητος καὶ ἐπάγουσαι ἀνυπολογίστους πο-
4163λιτικὰς καὶ ἐθνικὰς ζημίας, ὧν ἡ μικροτέρα εἶναι ἡ ἀνωφε-
4164λὴς καὶ ματαία δαπάνη τοῦ σπανίζοντος δημοσίου ἀργυρίου.
4165Σπανίζει δ’ ὄντως τὸ ἀργύριον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑπὸ
4166τοσούτων πιέζεται ἀναγκῶν, μάλιστα μετὰ τὸν πόλεμον,
4167ὅστις ἐξήντλησε καὶ οἰκονομικῶς καὶ ὑλικῶς τὴν χώραν.
4168Θλίβομαι δὲ, διότι τὰ συμβαίνοντα μὲ πείθουσιν, ὅτι πρέ-
4169πει νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν μείζονα προσοχὴν κατὰ
4170τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν τε-
4171τραετίαν οἱ νόμοι δὲν ἐκτελοῦνται πιστῶς, ἀλλὰ καταδο-
4172λιεύονται, καὶ καταστρατηγοῦνται, καὶ ὑπονομεύονται, οὐχὶ
4173δὲ σπανίως καὶ θρασέως ἀθετοῦνται καὶ παραβαίνονται.
4174Πόσα δὲν ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐπὶ τοῦ νομο-
4175σχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
4176δίου περὶ διδακτηρίων, εἴτε ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δη-
4177μοσίων χρημάτων, εἴτε ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν φορολογι-
4178κῶν νόμων! Πόσα δὲ δὲν κατηγγέλθησαν περὶ τῆς ἀναιρέ-
4179σεως ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων αὐτῶν τῶν ὑπὸ τοῦ
4180Συντάγματος ἀναγεγραμμένων ἀπολύτων δικαίων τῶν πο-
4181λιτῶν, τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας των, τῆς τοῦ ἀσύλου τῶν
4182οἰκιῶν των, τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας
4183πρὸς τὰς κτήσεις αὐτῶν, καὶ πρὸς τὴν οἰκογενειακὴν ἄνεσιν
4184αὐτῶν! Ὁ κυβερνῶν λαοὺς ὀφείλει νὰ ὑψώνῃ ἑαυτὸν ὑπερ-
4185άνω τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὑπεράνω τῶν στενῶν κύκλων, ἐν
4186οἷς βιοῖ, ὑπεράνω τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ ἀτελειῶν
4187του. Παρ’ αὐτῷ εἷς νόμος πρέπει νὰ κρατῇ, τὸ καθῆκον καὶ
4188ἡ ἐπιμονὴ πρὸς ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἀλλὰ συνιστῶ
4189προσέτι καὶ ἄλλο, — ὅπερ πλέον ἢ ἅπαξ διεπράχθη, ἐπὶ ἐκ-
4190πλήξει πάντων, — τὴν εὐλαβῆ τήρησιν τῆς ὑπὸ τῶν νόμων χα-
4191ραχθείσης ἁρμοδιότητος τῶν διαφόρων ἀρχῶν καὶ τῶν δια-
4192φόρων ἐξουσιῶν. Σύγχυσις ἁρμοδιότητος, κατάχρησις ἐξου-
4193σίας καὶ δυνάμεως ὑπῆρξεν, ὅτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προ-
4194εκλήθη νὰ ἀναστείλῃ τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς νομοθε-
4195σίας, ὅτε νόμος προετάθη καὶ ἐπεψηφίσθη, τροποποιῶν τοῦ
4196Ποινικοῦ Νόμου διάταξιν ἰσχύουσαν, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς
4197χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης Βουλευτὰς παραβάντας τὴν διάτα-
4198ξιν ταύτην τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἔσωσεν ἀπὸ τῆς ποινῆς τοὺς
4199φίλους αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, κατεδείχθη ὅμως ποιουμένη ἀξιο-
4200θρήνητον κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὑτῆς. Σύγχυσις ἁρμο-
4201διότητος ἀρχῶν ἢ ἐξουσιῶν συντελεῖται, ὅταν δίδωνται ἑρ-
4202μηνεῖαι, μὴ οὖσαι ἀναντιρρήτως ὀρθαὶ, αἱ ὁποῖαι ὅμως κατα-
4203στρέφουσιν ἀποφάσεις, αἵτινες εἶχον κατασταθῆ τελεσίδικοι
4204κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τελεσίδικος ἀπόφασις τῶν
4205Δικαστηρίων εἶναι ἡ ἀπόφασις, ἡ καθιστῶσα ὁριστικοὺς τοὺς
4206ἐκλογικοὺς καταλόγους, πρᾶξις δὲ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
4207σίας, μεταβάλλουσα τὰ ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων ἀπο-
4208φάσεων, ἀναιρεῖ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ὁριστι-
4209κὰς καὶ ἀμετακλήτους τὰς ἀποφάσεις. Ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ
4210ἐξουσία ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν μεσολάβησιν τῆς
4211νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα μεταβάλλῃ τὴν ὁριστικότητα τῶν
4212καταλόγων, ἐννοεῖται ποῦ θέλομεν φθάσει; Ἐν Γαλλίᾳ θεω-
4213ρεῖται τοσοῦτον ἀσάλευτος ἡ ὁριστικότης τῶν καταλόγων,
4214ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ περιληφθέντες ἐν αὐτοῖς ἐκλογεῖς, οἵτινες
4215εἶχον ἀπολέσει τὰ πολιτικά των δικαιώματα, καὶ αὐτοὶ δὲν
4216ἐμποδίζονται νὰ ἐνασκήσωσι τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμά των,
4217εἰμὴ μόνον, ἐὰν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐπιδειχθῇ ἡ ἀπό-
4218φασις, δι’ ἧς εἶχον καταδικασθῆ εἰς τὴν στέρησιν τῶν πο-
4219λιτικῶν των δικαιωμάτων.
4220Ἤθελον δώσει γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ πάντων
4221νὰ κανονίσῃ ὀρθότερον καὶ χρηστότερον τὰς πολιτικὰς σχέ-
4222σεις αὐτῆς, ὡς κόμματος, ἵνα μὴ παρακωλύηται ἡ Κυβέρνησις
4223ἐν τῇ ἀκριβεῖ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων της. Ἐγὼ, ὅστις
4224χαρακτηρίζω ὡς μωρολογίας τὰς ἐγκλήσεις καὶ τὰς κατη-
4225γορίας ἐπὶ συναλλαγῇ, καὶ ὡς χυδαῖα κατασκευάσματα τῆς
4226φιλαρχίας, τὰ ὁποῖα οἱ φιλαρχοῦντες μεταχειρίζονται ὡς
4227ὅπλον, ἵνα ὑπονομεύσωσιν ἐν ταῖς πεποιθήσεσι τοῦ λαοῦ ἐκεί-
4228νους, πρὸς οὓς ἀνταγωνίζονται, ἔχω ὡρισμένας ἰδέας περὶ τῆς
4229εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν συμμετοχῆς καὶ συμπράξεως
4230τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου· δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἡ σύμπραξις
4231αὕτη πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ κεχαραγμένα ὅρια. Οἱ Βουλευταὶ,
4232κατοικοῦντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰσὶν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἁρ-
4233μοδιώτεροι νὰ πληροφορῶσι τοὺς φίλους των Ὑπουργοὺς περὶ
4234τῶν παρανομιῶν ἢ ἀδικημάτων, τῶν διαπραττομένων ὑπὸ
4235τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, καὶ νὰ καταγγέλλωσι ταῦτα
4236εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ φωτίζωσιν αὐτοὺς περὶ τῆς ἀλη-
4237θείας, ὁσάκις μάλιστα αὕτη διαστρέφεται ἢ περικαλύπτηται
4238ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους τῶν παρανομησάντων ἢ ἀδικησάν-
4239των, καὶ ν’ ἀποκαλύπτωσι τοὺς ἀξίους τιμωρίας, ἢ τοὺς ἀκα-
4240ταλλήλους ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ διατελοῦσιν. Ἀλλὰ δὲν κρίνω,
4241ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κυβερνῶντας νὰ ὑποτάσσωσι τὴν
4242διοίκησιν εἰς τοὺς φίλους των Βουλευτὰς, καὶ νὰ καθιστῶ-
4243σιν αὐτὴν δούλην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν φίλων των. Καὶ ἂν
4244δὲν ἀδικῶ τοὺς ζητοῦντας, συμβουλεύω ὅμως τοὺς διαχειρι-
4245ζομένους τὴν διοίκησιν νὰ μὴ ἔχωσι τὰς χεῖρας ἑτοίμους εἰς
4246παροχὰς, διότι οὕτω παραλύουσι τὴν διοίκησιν· ὅταν δ’ ἡ
4247διοίκησις παραλύῃ, διαφθείρονται τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, ἐξαφα-
4248νίζεται πᾶσα ἡ ἐπὶ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ ἐπὶ τὸ κράτος
4249τῆς ἀληθείας ἐμπιστοσύνη καὶ πεποίθησις αὐτοῦ, ἡ ἐκτέλε-
4250σις τῶν νόμων προσκόπτει, ἡ δημοσία ἀσφάλεια κλονίζεται,
4251καὶ τὸ ἔγκλημα ἐγείρει κεφαλήν. Ἰδίως δὲ ἡ Δικαιοσύνη
4252πρέπει νὰ περιφραχθῇ διὰ σιδηρῶν κιγκλίδων, ἥ τε ποινικὴ
4253καὶ ἡ πολιτικὴ, ἵνα μή ποτε δυνηθῇ τις νὰ ἐγγίσῃ αὐτήν.
4254Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
4255λίου προεκήρυξε τακτικὴν, ἥτις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν
4256ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἀφαιρεῖ δὲ καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς
4257εὐρείας ἐρεύνης οὐ μόνον τῶν κεφαλαιωδῶν θεμάτων, τὰ
4258ὁποῖα ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ παράγει, ἀλλὰ καὶ
4259τῶν λεπτομερειῶν κατὰ μέρος, καὶ αὐτῶν τῶν δαπανῶν ἑκά-
4260στου κλάδου τῆς Διοικήσεως. Πάντως δὲ οἱ εἰσηγηταὶ τῆς
4261πλειονοψηφίας ἔχουσι κοινὴν τὴν εὐθύνην μὲ τὰ μέλη τῆς
4262πλειονοψηφίας, καὶ ἂν καθῆκον ἔχωσι ν’ ἀλληλοβοηθῶνται,
4263ἵνα συγκρατῶσιν ἀλλήλους ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ προσήκοντος καὶ
4264τῆς εὐπρεπείας, εὐθύνονται ὅμως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ διὰ τὰς
4265παρεκτροπὰς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ τὰ μέλη τῶν πλειονο-
4266ψηφιῶν διὰ τὰς παρεκτροπὰς τῶν Ὑπουργῶν. Τὰ δικαιώ-
4267ματα τῆς πλειονοψηφίας οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ,
4268ἀφοῦ αἱ πλειονοψηφίαι εἰσὶν ἡ Βουλὴ, αὗται δὲ συγκρο-
4269τοῦσι τὴν δύναμιν καὶ διερμηνεύουσι τὴν θέλησιν τῆς Βου-
4270λῆς, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων.
4271Ἀλλὰ καὶ αἱ μειονοψηφίαι ἔχουσι δικαιώματα, ἰδίως δὲ καὶ
4272πρὸ πάντων τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσιν, ἵνα παρέχηται αὐ-
4273ταῖς πᾶσα εὐκολία, ὅπως συζητῶσι τοὺς νόμους ἐν εὐρύ-
4274τητι, ὅπως ἐρευνῶσι καὶ διϋλίζωσι τοὺς Προϋπολογισμούς,
4275ὅπως ἐλέγχωσι καὶ ἐπιτηρῶσι τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως,
4276ὅπως φωτίζωσι τοὺς προϊσταμένους αὐτῆς, ὅπως καταγγέλ-
4277λωσι τὰς παραβάσεις αὐτῶν καὶ ζητῶσι λόγον ἐπὶ ταύταις.
4278Ἀλλ’ ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι δὲν ἀφίνωσιν εἰς τὰς μειονοψη-
4279φίας τὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων προσή-
4280κοντα χρόνον, ὅταν δὲν παρέχωσιν αὐταῖς τὰς εὐκολίας,
4281τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ὅπως δύνωνται νὰ ἐκτελῶσι τὰ
4282ἔργα αὐτῶν καὶ ἀσκῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, αἱ μειονο-
4283ψηφίαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀμύνωνται, ἵνα ἀναγκάσωσι
4284τὰς πλειονοψηφίας νὰ σεβασθῶσι τὰ δικαιώματά των, καὶ νὰ
4285παρακωλύωσιν αὐτὰς νὰ καταχρῶνται τῆς δυνάμεως, δι’ ἧς
4286αἱ πλειονοψηφίαι περιβάλλονται, καθιστῶσι τυπικὴν καὶ εἰ-
4287κονικὴν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἀσθενῆ δὲ, ἢ καὶ
4288ἀδύνατον, τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν Κυβερνήσεων. Διὰ
4289τοῦτο οὐ μόνον δὲν μὲ ἀνησυχοῦσι τὸ παράπαν οἱ χαρακτη-
4290ρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ ἀμάθεια, ἢ ἡ κομματικὴ ἰδιοτέλεια, ἡ
4291διαστροφὴ τῶν πραγμάτων, ἢ ἡ κακὴ πίστις ἀποδίδουσιν εἰς
4292τὰς μειονοψηφίας, ὁσάκις ἀναγκάζονται ὑπὸ τῶν πλειονοψη-
4293φιῶν νὰ ἐνασκῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ
4294ἔλεγον ὑμῖν, οὐ μόνον, λέγω, δὲν ἀνησυχῶ, ἀλλὰ καὶ οἰκτείρω
4295τοὺς καταγγέλλοντας τὰς μειονοψηφίας ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ἂν
4296ἐξ ἀμαθείας πράττωσι τοῦτο· καταφρονῶ ὅμως αὐτοὺς, ἂν
4297οὐχὶ ἡ ἀμάθεια, ἀλλ’ ἡ κακοπιστία, ἢ ἡ φαυλότης, προάγῃ
4298αὐτοὺς εἰς τοιαύτας μωρολογίας. Καὶ ἐγὼ δὲ καὶ οἱ φίλοι μου
4299κανόνα ἔχομεν τῶν πράξεων ἡμῶν τὴν συνείδησιν ἡμῶν· αὐ-
4300τὸς δὲ εἶναι ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον κρατοῦμεν ἐν χερσὶν, ὁσάκις
4301παρουσιαζώμεθα πρὸ τῶν ἐκλογέων, οἵτινες μᾶς ἐνεπιστεύ-
4302θησαν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸ ἔθνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
4303Ὁμολογῶ, ὅτι, ὁσάκις ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, κατέβα-
4304λον πᾶσαν προσπάθειαν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας,
4305ἵνα οἱ φίλοι μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συνεργάζωνται μεθ’ ἡμῶν
4306κατὰ τοὺς εἰρημένους ὅρους· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι εὗρον εἰλι-
4307κρινῆ καὶ πρόθυμον τὴν συνδρομὴν αὐτῶν, καὶ τοιαύτην συν-
4308δρομὴν, οἵα περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν χώραν, διότι αὕτη ἦτο
4309ἱκανὴ νὰ καθάρῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
4310τεύματος ἀπὸ ἐλαττωμάτων ἢ ἀτελειῶν. Καὶ παρέσχον εἰς
4311ἡμᾶς οἱ ἡμέτεροι φίλοι τοιαύτην συνδρομὴν οὐ μόνον ἐν ὁμα-
4312λοῖς χρόνοις, ἀλλὰ καὶ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἡ ῥαδιουργία καὶ
4313ἡ συκοφαντία εἶχον κατορθώσει ν’ ἀποπλανήσωσι τὴν δημο-
4314σίαν γνώμην, καὶ καθ’ ὃν οὐ μόνον οἱ φαῦλοι, ἀλλὰ καὶ οἱ
4315ἀσυνειδήτως μετὰ τῶν φαύλων ἐκ φιλαρχίας συμπράττον-
4316τες μύρια ἐξύφαινον ψεύδη, μυρίας ἔπλεκον καθ’ ἡμῶν συκο-
4317φαντίας, ἀλλὰ προσέτι, καθ’ ὃν ἀνείχοντο ἢ ἠρέσκοντο ἢ καὶ
4318ἐνέκρινον καὶ ἐνεθάρρυναν τοὺς παριστῶντας εἰς τὸ κοινὸν τὸ
4319πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, ὡς ὑπαί-
4320τιον πάντων τῶν ἐπισκηψάντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δυσ-
4321τυχημάτων, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἦναι οἱ
4322πρώτιστοι μάρτυρες τῶν ἀγώνων καὶ τῆς εὐσυνειδησίας ἡμῶν,
4323οἱ πρώτιστοι κήρυκες τῆς φιλοπατρίας πολιτικοῦ κόμματος,
4324τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησεν ἑαυτὸ καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα
4325ἑαυτοῦ, οὐδ’ ἐδίστασε νὰ προτάξῃ τὰ στήθη αὐτοῦ ἐν κρι-
4326σίμοις στιγμαῖς, ἵνα σώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ
4327ἀπωθήσῃ βεβαίους κινδύνους, ἀπειλοῦντας τότε καὶ αὐτοὺς
4328τοὺς θεσμοὺς καὶ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς
4329βάσεις τῆς Πολιτείας.
4330Ἐὰν ἡ ἐνάσκησις τῆς Βασιλικῆς προνομίας, διὰ τῆς ὁποίας
4331ἡμεῖς ἐξεδιώχθημεν τῆς ἀρχῆς, ἐκρίθη ἴσως ὑπό τινων ὡς
4332πρᾶξις δηλοῦσα ἀποδοκιμασίαν τῆς πολιτείας ἡμῶν, ἡ κρί-
4333σις αὕτη οὐδεμίαν ἔφερε μεταβολὴν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν,
4334ἥτις ἐξηκολούθησε νὰ συνεργάζηται μετ’ ἐμοῦ μετὰ τοῦ αὐ-
4335τοῦ ζήλου, μετὰ τῆς αὐτῆς εἰλικρινείας, διότι καὶ τὰ μέλη
4336τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀναντίρρητον τὴν συνεί-
4337δησιν, ὅτι ἐπράξαμεν ὅ,τι μόνον πολῖται ἔντιμοι καὶ κυβερ-
4338νῆται πλήρεις αὐταπαρνήσεως ὤφειλον νὰ πράξωσιν. Οὐδε-
4339μία γνώμη οἱουδήποτε ἦτο ἱκανὴ νὰ κλονίσῃ τὰς πεποιθή-
4340σεις τοῦ ἡμετέρου κόμματος· ὅτε μάλιστα τὰ συμφέροντα
4341τοῦ Κράτους ἀπῄτησαν νὰ ἀνεχθῶμεν ὡς πλειονοψηφία τὴν
4342κλῆσιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν ἐμπι-
4343στοσύνην τῆς πλειονοψηφίας, οὐδ’ ἦσαν ἐνδεδειγμένοι ὑπὸ
4344τοῦ λαοῦ, ἡμεῖς, ὡς πλειονοψηφία, δὲν ἐδιστάσαμεν καὶ εἰς
4345ταύτην νὰ προσχωρήσωμεν τὴν θυσίαν, καὶ νὰ ὑποστηρίξω-
4346μεν ἡμεῖς τὸ συσταθὲν τότε ἀντικοινοβουλευτικῶς Ὑπουρ-
4347γεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἀφῃρέσαμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν,
4348εἰμὴ ὅταν τοῦτο ἐφωράθη πειρώμενον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν
4349ἐθνικὴν συμφορὰν πρὸς κερδοσκοπίαν χυδαίαν καὶ ἀξιοδά-
4350κρυτον.
4351Ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προχθές, ὅτι καὶ δι-
4352καίωμα δὲν εἶχε, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὐδ’ ἀφορμὴν ἵνα ἐγκαλέσῃ
4353τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, ὅτι δὲν ἔδειξαν κατὰ τὴν συζή-
4354τησιν ἐκείνην, ἣν ὤφειλον νὰ δείξωσι πρός με προσοχήν. Οἱ
4355ἀποτελοῦντες τὸ ἡμέτερον κόμμα πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι
4356πίστιν πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κόμματος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχου-
4357σιν ἀφοσίωσιν πρὸς αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Τί
4358ἀπέδειξεν ἡ στάσις καὶ ἡ πολιτεία τοῦ κόμματος, εἰς τὸ
4359ὁποῖον ἀνῆκεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν
4360ἐκείνην; Ὑπάρχουσι συνήθη τοιαῦτα φιλοπατρίας καὶ εὐστα-
4361θείας παραδείγματα; Αἱ μεταβολαί εἰσι συναφεῖς μὲ τὸ κοι-
4362νοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὡς ἂν αὗται ἦσαν ὁ σκοπὸς αὐτοῦ,
4363ὡς ἂν προσῆκε νὰ μὴ διατηρῶνται μονίμως οἱ διαχειριζόμε-
4364νοι τὴν ἀρχὴν, ὡς ἂν τὸ πολίτευμα ἐνεδείκνυε τῶν μετα-
4365βολῶν τὴν ἀνάγκην, διότι αὗται ἐπάγουσι καὶ ἐνισχύουσι
4366τὴν ἅμιλλαν τῶν πολιτικῶν κομμάτων πρὸς τὴν διάπραξιν
4367τῶν ἀναγκαίων καὶ τῶν ὠφελίμων. Ἀλλ’ ὅταν αἱ τάξεις τῶν
4368ἀποτελούντων τὰ κόμματα δὲν ἀραιώνονται, ἀλλ’ ἐξακο-
4369λουθῶσι νὰ ἦναι πυκναὶ καὶ ἐν χρόνοις, κατὰ τοὺς ὁποίους
4370περιπέτειαι πολιτικαὶ περιάγουσι τὰ κόμματα ἐν ἥσσονι θέ-
4371σει, ἕνεκα περιπετειῶν ἢ ἀποτυχιῶν, εἰ καὶ οὐδεμίαν ὑπεῖ-
4372χον ἐπὶ ταύταις εὐθύνην· ὅταν οὐδεμίαν εἰς τὰ μέλη τῶν
4373κομμάτων τὰ συμβεβηκότα ταῦτα ἐνήσκησαν ἐπίδρασιν, διότι
4374δὲν ἐκλονίσθη οὐδ’ ἐμειώθη τὸ παράπαν ἡ ἐπὶ τὰς ἰδίας αὑ-
4375τῶν γνώμας πεποίθησις αὐτῶν, ἡ ἐπὶ τὴν πορείαν αὐτῶν πε-
4376ποίθησίς των· ὅταν οὐδ’ αἱ προσπεποιημέναι κραυγαὶ τῆς
4377συκοφαντίας, οὐδ’ αἱ ἐπινοηθεῖσαι αἰτιάσεις τῆς φαυλότητος,
4378οὐδ’ αὐτὴ ἡ πανταχόθεν ἐπισειομένη ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως
4379τῆς Βουλῆς, οὐδ’ αὐτὴ ἀποδεικνύεται ἱκανὴ νὰ τρέψῃ αὐτὰ
4380εἰς φυγήν, εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῇ πλέον ἡ χρηστό-
4381της καὶ ἡ εὐγένεια τοῦ δεσμοῦ, ὅστις συνδέει πρὸς ἀλλή-
4382λους τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ πολιτικὸν κόμμα πολιτικοὺς ἄν-
4383δρας;
4384Τῶν πολιτικῶν κομμάτων ὁ πρὸς ἄλληλα ἀνταγωνισμὸς
4385παράγει τὴν ἅμιλλαν αὐτῶν, αὕτη δὲ προκαλεῖ τὴν προα-
4386γωγὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· τῶν ἐλευθέρων δὲ θεσμῶν
4387ἡ τοιαύτη ἀνάπτυξις συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς κοι-
4388νωνίας, εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἐξυγίανσιν
4389καὶ τὸν ἐξευγενισμὸν τῆς Πολιτείας. Μόνον δὲ διὰ τῶν πο-
4390λιτικῶν κομμάτων ἡ ἔννομος τάξις διατηρεῖται ἀσφαλὴς,
4391διότι οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ τὸ θάρρος νὰ ἐπιθυμήσῃ ἀνα-
4392τροπὴν αὐτῆς τῆς ἐννόμου τάξεως ἔν τε ταῖς ἀνωτέραις καὶ
4393ἐν ταῖς κατωτέραις σφαίραις, καὶ μόνον διὰ τῶν πολιτικῶν
4394κομμάτων προάγονται τὰ Κράτη· ἀνάξιαι δὲ προσοχῆς εἰσιν
4395αἱ κατ’ αὐτῶν ἐγκλήσεις, καὶ ὅπου τυχὸν τοιαῦται ἠκούσθη-
4396σαν, τάσεις ἐγωϊστικαὶ ἢ προαιρέσεις πονηραὶ τὰς ἐγκλήσεις
4397ταύτας ἀπηύθυναν.
4398Ἀλλὰ τῶν κομμάτων ὁ πολλαπλασιασμός, ἡ κατανομὴ
4399αὐτῶν εἰς πολλά, βεβαίως καθιστᾷ ἀσθενεστέραν τὴν λει-
4400τουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ νοθεύει αὐτήν. Οὐδεὶς πάν-
4401τως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἐν τοῖς Κοινοβου-
4402λίοις ἀποσπωμένους ἀπὸ τῶν κομμάτων, καὶ προσπαθοῦντας
4403νὰ συμπυκνώσωσιν ἰδίας ὁμάδας, ἐὰν ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῶν
4404ὑπαρχόντων κομμάτων ἕνεκα διαφορᾶς ἰδεῶν καὶ γνωμῶν
4405εἴτε περὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε περὶ τῆς διοικήσεως τῆς
4406χώρας. Μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ ἰδεῶν καὶ γνωμῶν,
4407ὅταν ὑπάρχῃ ἐρημία φρονήματος, κρίσεως περὶ τῶν δημοσίων
4408συμφερόντων, ὅταν μόνον φιλοπρωτία, μόνον φιλαρχία ὑπα-
4409γορεύῃ τὰς τοιαύτας ἀποσπάσεις ἀπὸ τῶν κομμάτων, αὗται
4410ἀποβαίνουσιν ἀδικαιολόγητοι, διότι τὸ ἀτομικὸν συμφέρον,
4411ἡ φιλοδοξία, ἢ ἡ φιλαρχία, ἢ ἡ ζηλοτυπία ἐπήνεγκον τὸν
4412καταμελισμὸν τῶν κομμάτων. Ἐγὼ οὐδὲ τότε ἔχω διάθεσιν
4413νὰ ἐγκαλέσω τινὰ, ἂν τὴν ἀπόσπασιν ἢ τὸν σχηματισμὸν
4414ὁμάδων ἢ κομμάτων πλειοτέρων τῶν δύο δὲν παρεσκεύασε
4415δρᾶσις ἐξωτικὴ, ἐπιρροὴ ἐνασκηθεῖσα ἔξωθεν τῆς αἰθούσης
4416ταύτης, διότι τοιοῦτον συμβεβηκὸς θέλει δηλώσει προαίρεσιν
4417πρὸς περικοπὴν τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
4418τεύματος, ἥτις περικοπὴ παράγει τὴν νόθευσιν αὐτοῦ.
4419Κατὰ τὸ 1846 ἐν Γαλλίᾳ εἶχον ἐκλείψει πᾶσαι αἱ ἐν τῷ
4420Κοινοβουλίῳ κρατοῦσαι ἕως τότε κομματικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ
4421πᾶσαι αἱ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου λαμβάνουσαι χώραν ἀνω-
4422μαλίαι κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, τὰς ὁποίας
4423ἀπέδιδον τότε εἰς ἐνεργείας τῆς δυναστείας τοῦ Βασιλέως
4424Λουδοβίκου Φιλίππου. Ἀλλὰ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλο-
4425γῶν τοῦ 1846 ἐπῆλθε συνεννόησις τῶν ἀποτελούντων τὴν
4426Ἀντιπολίτευσιν ἀποχρώσεων, αἵτινες πρότερον διΐσταντο, κε-
4427χωρισμέναι εἰς ὁμάδας, καὶ κατηρτίσθη ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον
4428ἀπετέλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας.
4429Οὕτω κατηρτίσθη ἓν κόμμα, τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου εἶχεν
4430ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ὁ Γκυζὼ, καὶ ἓν κόμμα ὑπὸ
4431τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας προΐστατο
4432ὁ Θιέρσος καὶ ὁ Ὀδιλὸν Μπαρρώ. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἐχαι-
4433ρετίσθη ὑπὸ πάντων, ἡ δὲ ἐφημερὶς, ἡ ὁποία τότε εἶχε μέγα
4434κῦρος, «Le Journal des Débats», ἔγραφε κατὰ Ὀκτώ-
4435βριον τοῦ 1846 (ἀναγινώσκει): «Εἴδομεν τέλος πάντων τὴν
4436»ἡμέραν, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθέρμως ηὐχόμεθα νὰ ἴδωμεν,
4437»καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἰμὴ δύο μεγάλα κόμ-
4438»ματα. Ἀπὸ τριάκοντα ἤδη ἐτῶν, ἴσως πρώτην φορὰν ταύ-
4439»την παρίσταται ἀληθὴς πλειοψηφία ἐν ταῖς Βουλαῖς ἡμῶν·
4440»οὐδέποτε κατὰ τὰ προηγηθέντα ἔτη εἴδομεν τὴν Ἀντιπο-
4441»λίτευσιν παραιτουμένην ἀπὸ τῆς ἐλπίδος νὰ διαρρήξῃ τὴν
4442»πλειοψηφίαν. Ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου θέλει χρονολογηθῆ
4443»τὸ τέλος τῆς πολιτικῆς τῶν ῥαδιουργιῶν (de la politique
4444»d’ intrigue).»
4445Εἶπον ταῦτα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πολυπραγμονοῦντες
4446ἀσχολοῦνται εἰς τὴν κατάτμησιν τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπο-
4447λιτεύσεως, καὶ οἱ ὁποῖοι στέργουσι τὴν ἀσχολίαν ταύτην,
4448διότι δι’ αὐτῆς νομίζουσιν, ὅτι θέλουσιν ἐξασθενήσει τὸ κῦ-
4449ρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμιν αὐτῆς, καὶ
4450ὅτι θέλουσι προσδώσει εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκεῖ-
4451νο, τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τὰ νῦν
4452συμβαίνοντα δὲν λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλά-
4453δος πρώτην φοράν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη τοιαύτη ἐτύγχανεν ἡ
4454Ἀντιπολίτευσις, ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος θέλει γράψει τὴν σύγ-
4455χρονον ἱστορίαν, θέλει ἀναζητήσει τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰ-
4456τίας τῶν γενομένων, καὶ θέλει εὑρεῖ αὐτὰς, καὶ θέλει πα-
4457τάξει αὐτάς. Εἰς ἡμᾶς, τοὺς ζῶντας ἤδη, οἱ ὁποῖοι ἐξακο-
4458λουθοῦμεν ἀνταγωνιζόμενοι κοινοβουλευτικῶς, προσήκει νὰ
4459ἀναβάλωμεν νὰ καταγγείλωμεν αὐτὰς, ἀλλὰ προσήκει νὰ
4460κηρύξωμεν καὶ σήμερον, ὅτι μέγα ἤθελον εἶσθαι εὐτύχημα
4461διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν δὲν ἐτίθετο διὰ τοιούτων μέσων ἐν
4462ἀμφιβόλῳ ἡ εἰλικρινὴς λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἐὰν ἕκαστος
4463ἦτο πεπεισμένος, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον
4464ἡ Ἑλλὰς θέλει ζήσει, διότι τότε θέλει στρέψει τὰς ἐνεργείας
4465καὶ τὰς φροντίδας του ἐπὶ ἄλλας μερίμνας, οὐχὶ ἐπὶ τὴν μέ-
4466ριμναν, πῶς νὰ νοθευθῇ τὸ πολίτευμα, ἵνα ἐπέλθῃ εὐχερὴς ἡ
4467ἀντικατάστασίς του, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν μέριμναν, πῶς νὰ συντε-
4468λέσῃ εἰς χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, καὶ πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ συν-
4469τελέσῃ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς πατρίδος του.
4470Ἐγὼ, ὡς εἶπον, καὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ ἐκ μελέτης καὶ
4471ἐκ πεποιθήσεως, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι φίλος τοῦ Ὑπουρ-
4472γείου, διότι τοῦτο εἶναι ὁμογενὲς κόμματος, πρὸς τὸ ὁποῖον
4473ἀντηγωνίσθην ἀγῶνα μακρὸν καὶ, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ,
4474εὐγενῆ. Καὶ οὐ μόνον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα
4475τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, δὲν
4476ἠδυνάμην νὰ ἦμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ πρό-
4477γραμμα αὐτῆς εἶναι τὸ ἀντίθετον τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον
4478ἡμεῖς, ὡς πολιτικὸν κόμμα, ἔχομεν ἀποδεχθῆ. Ἐνῷ τὸ πρό-
4479γραμμα τοῦ Ὑπουργείου ἦτο αἱ μεταρρυθμίσεις, ἤτοι νόμοι
4480εἰσάγοντες καινοτομίας εἰς τὴν χώραν, τὸ πρόγραμμα τοῦ
4481κόμματος ἡμῶν εἶναι ἐκτέλεσις ἀκριβὴς τῶν νόμων. Δὲν ἀπο-
4482κρούομεν βεβαίως τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων, ὅσοι εἶναι κα-
4483κοί, δὲν ἀποκρούομεν, οὐδὲ παρακωλύομεν, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν
4484τοῖς νόμοις ἀτέλειαι, ἵνα συμπληρωθῶσιν αὗται, ἀλλὰ δὲν
4485νομίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νόμων, καὶ ὅτι πρέπει
4486κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν νὰ ἀλλάσσωμεν αὐτούς.
4487Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως καὶ ἐκτελέσεως τῶν
4488νόμων. Ἔχει ἀνάγκην νὰ διδαχθῇ ὁ λαὸς, ὅτι πρέπει νὰ σέβη-
4489ται τὸν νόμον, νὰ ἠθικοποιηθῇ ἡ κοινωνία, διὰ νὰ μὴ στέργῃ,
4490ἀλλὰ νὰ κατακρίνῃ τὰ ἐγκλήματα, ν’ ἀποκατασταθῇ δικαιο-
4491σύνη, ὅσον τὸ δυνατὸν ἄμωμος καὶ ἀνεπίληπτος, ν’ ἀποκατα-
4492σταθῇ ἀσφάλεια πλήρης, καὶ οὕτω νὰ μεταδοθῇ ἡ πεποίθησις
4493εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι οὐδενὸς ἔχουσιν ἀνάγκην διὰ νὰ εὕρωσι
4494τὸ δίκαιόν των, ἐὰν ἔχωσι τοιοῦτον, ὅτι, εἰς οἵαν δήποτε ἀρχὴν
4495καὶ ἂν ἀποταθῶσιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεσολαβήσεως θέλουσιν
4496εὑρεῖ προστασίαν τῶν δικαιωμάτων των, διότι ἑκάστη τῶν
4497δημοσίων ἀρχῶν, ἕκαστος τῶν δημοσίων λειτουργῶν, δὲν ἔχει
4498ἄλλο καθῆκον, εἰμὴ νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν ἔχει ὁ πολίτης δίκαιον,
4499καὶ ν’ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὸν τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Ἡ
4500πολυνομία, ἰδίως τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον
4501ἐφήρμοσε κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη, καὶ προαναγγέλλει
4502ὅτι θέλει ἐφαρμόσει καὶ κατὰ τὸ ἀρχόμενον, οὐδόλως διαφέ-
4503ρει ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας τῶν ἀνηλίκων ἢ τῶν
4504ἀπηγορευμένων, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται ἄστοργοι κηδε-
4505μόνες καὶ ἐπίτροποι αὐτῶν, οἵτινες δὲν πονοῦσιν ἐκείνους,
4506τοὺς ὁποίους ἐπιτροπεύουσιν ἢ κηδεμονεύουσιν, ἀλλ’ ἄστορ-
4507γοι ζητοῦσι νὰ πορισθῶσιν ἀνόμως ἴδια κέρδη καὶ ἐγκλημα-
4508τικὰς ὠφελείας. Ποῖον εὑρίσκετε ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ
4509τῶν κυβερνώντων, ἀφοῦ αὐτοὶ πολλὰς ζητοῦσι παρὰ τοῦ λαοῦ
4510καὶ εἰσπράττουσι δεκάδας ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τὰ συνήθως
4511διδόμενα, καὶ σπαταλῶσιν αὐτὰς εἰς σπατάλας, εἰς δαπάνας
4512ἀχρήστους, εἰς δημιουργίας ἥκιστα ἐπωφελεῖς ἀξιωμάτων καὶ
4513θέσεων περιττῶν, ἢ εἰς ἀνάγκας ἀμφιβόλους, ἢ εἰς ἀνάγκας
4514δευτερευούσας καὶ τριτευούσας;
4515Ἡμεῖς πάντες ἔχομεν τὸν αὐτὸν κριτὴν, καὶ ὅσον καὶ ἂν θέ-
4516λωμεν νὰ παρατείνωμεν τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν, ὅσον καὶ ἂν προσ-
4517παθῶμεν νὰ ἀναβάλωμεν νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον αὐτοῦ
4518τοῦ κριτοῦ, τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν
4519δὲν δύναταί τις νὰ παρατείνῃ· ἑπομένως θέλομεν καὶ ἡμεῖς
4520παρασταθῆ ὡς μειονοψηφία ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ κριτοῦ, ἐνώ-
4521πιον τοῦ ὁποίου καὶ σεῖς θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ προσέλθητε
4522ὡς πλειονοψηφία. Ἐὰν συζητῶμεν καὶ ἀγορεύωμεν, ἔλεγον
4523προχθὲς ἐξηγῶν εἴς τινα τῶν τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἀπορίαν
4524τὴν ὁποίαν εἶχε, τὸ πράττομεν διὰ ν’ ἀποκαλύψωμεν τὰ πράγ-
4525ματα εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ καταστή-
4526σωμεν εἰς αὐτὸν γνωστόν, ποία ἡ κατάστασις τοῦ τόπου.
4527Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πεισθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς παραστά-
4528σεις ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι πράττομεν καὶ ἐρ-
4529γαζόμεθα εὐσυνειδήτως, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ πρὸς
4530τιμὴν τῆς πατρίδος. Ἀγνοῶ, ἂν σεῖς θέλετε εὑρεῖ τοὺς κριτὰς
4531οὕτω διατεθειμένους· ἡμεῖς μάλιστα προσδοκῶμεν, ὅτι, ἂν
4532γνωσθῇ εἰς τὸν λαὸν ἡ πολιτεία ὑμῶν, οἱ κριταί, ἐνώπιον
4533τῶν ὁποίων θέλομεν παρουσιασθῇ, θέλουσι μᾶς δώσει λευκὴν
4534ψῆφον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
4535§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
4536§216ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπών.
4537§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης.
4538§218ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ
4539ὁμιλήσω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ὑπερφίαλος ἡ ἀξίω-
4540σίς μου, ἐὰν παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονο-
4541ψηφίαν νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, καὶ τὰς
4542δυνάμεις τὰς ἀνεπαρκεῖς, ἃς πᾶς τις ἔχει τὴν στιγμὴν ταύτην.
4543Ἂν ἡ πλειονοψηφία ἐπιμένῃ, καὶ πεισθῶ, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὴν
4544παράκλησίς μου δὲν δύναται νὰ τελεσφορήσῃ, θέλω βεβαίως
4545ὑποκύψει.
4546§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ θὰ σᾶς
4547παρακαλέσω νὰ ἀρχίσητε.
4548§220ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ
4549μείνωμεν πλέον.
4550§221ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, ἂν ἀναγκασθῶ, θὰ ὑποκύψω,
4551ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐνταῦθα, ὅτι καὶ οἱ νόμοι τοῦ ἀν-
4552θρωπισμοῦ παραβλέπονται. Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ ἀπαλλαχθῶ
4553τοῦ νὰ ὁμιλήσω· ζητῶ μόνον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς
4554ὑποχρεώσεως ταύτης ἐπί τινας ὥρας. Θέλω φθάσει μάλιστα
4555νὰ προτείνω, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, νὰ συνέλθωμεν ἐνωρίτερον
4556αὔριον, εἰς τὰς 2 μετὰ μεσημβρίαν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν
4557συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μάλιστα δὲ καὶ νὰ εἰσέλ-
4558θωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ
4559ταῦτα λέγων πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, ἐν ταυτῷ ἀπο-
4560τείνομαι καὶ εἰς τὴν δεξιάν, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον,
4561τοιαύτην ὥραν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν, ἥτις θέλει
4562πολλὰς ὥρας, ἡ δὲ κατανάλωσις τῶν δυνάμεων οὐδόλως συμ-
4563βάλλει εἰς τὴν πεφωτισμένην συζήτησιν.
4564§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρ-
4565τημα).
4566§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
4567§224ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι προετάθη ἡ ἀναβολή.
4568Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται αὐτήν.
4569§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστι-
4570κῆς κλήσεως.
4571§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς περαι-
4572τέρω συζητήσεως λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγου-
4573σιν Ὄχι.
4574(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
4575τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη
4576καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον
4577πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4578Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈνδρέας Καρατζᾶς
4579Γεώργιος Κυριαζῆς Κωνστ. Πλατούτσκας Ο
4580Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Μιχαὴλ Κωτσᾶκος
4581Λεων. Μελετόπουλος Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
4582Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟΚωνστ. Κοττίκας Ο
4583Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟἸωάννης Καραπᾶνος
4584Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο
4585Εὐκλείδης Μπίστης ΟΣτέφανος Δραγούμης Ν
4586Δημοσθ. Καΐρης Νικόλαος Λεβίδης Ν
4587Θεόδωρος Ρετσίνας ΟΘεόδ. Ζαΐμης
4588Φωκίων Νέγρης ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης
4589Νικ. Γιαννηκώστας ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ο
4590Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ
4591Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
4592Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου Ο
4593Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς
4594Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ο
4595Νικ. Γουναράκης Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ο
4596Κωνστ. Σπυρόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης Ο
4597Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΤιμολέων Ἀδαμόπουλος Ο
4598Ἀνδρέας Στρᾶτος Κωνστ. Ζωγλοπίτης
4599Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης Ο
4600Ἀντώνιος Καρτάλης ΟἸωάν. Καζαμπάκας
4601Κωνστ. Τοπάλης Σπυρ. Παπαποστόλου
4602Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΟΞενοφῶν Τσαμαγκίδης
4603Ἀργύριος Φιλιππίδης ΟΚωνστ. Σαραφιανὸς Ο
4604Νικόλαος Παπακώναννου ΟΓ. Χατζηνικολῆς Ο
4605Δημήτριος Γίδας ΟΠαναγ. Λεβέντης
4606Νικόλαος Τσόγκας ΟΚ. Δούνης
4607Νικόλαος Γουλιμῆς Γεώργ. Μέρμηγκας Ο
4608Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας
4609Περ. Ἀλεξάκης ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ο
4610Νικ. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Θεοτόκης Ο
4611Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ο
4612Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
4613Χαρίλαος Διγενόπουλος ΟΣπυρίδων Χυτήρης Ο
4614Ἀρ. Πετροπουλάκης ΟΓουλ. Σκάρπας Ο
4615Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΒασίλ. Σαμοΐλης Ο
4616Μιχαὴλ Φωτιάδης ΟΣπ. Ἀγάθος Ο
4617Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΝικόλ. Καλογοῦρος Ο
4618Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΚ. Χρηστόπουλος Ο
4619Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν
4620Μιχαὴλ Στελλάκης Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ο
4621Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝΣπ. Νοταρᾶς Ο
4622Γεώργιος Λύρας ΟΠερ. Μεντζελόπουλος Ο
4623Ἐμμ. Ρέπουλης ΟΔημ. Δημητριάδης Ο
4624Δημήτριος Τσᾶτσος ΟἌθως Ρωμᾶνος Ο
4625Δημήτριος Τσιτσάρας ΝἈγαμ. Μεταξᾶς Ο
4626Κωνστ. Ζῶτος ΟἈντ. Μομφερρᾶτος
4627Γεώργιος Χατζόπουλος Θεόδ. Μαρκέτος
4628Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
4629Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΔιον. Καλούτσης
4630Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
4631Γεώργ. Ρώμας ΟΝικ. Τσούχλος Ο
4632Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης
4633Χρ. Στεφανόπουλος ΟΘεόδ. Πέρρος Ο
4634Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας
4635Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓεώργ. Φικιώρης
4636Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο
4637Χρῆστος Δαραλέξης Βρασίδας Λεώπουλος Ν
4638Ἄγγελος Πετραλιᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης
4639Ἀθαν. Ἀθανασιάδης ΟἸωάννης Γιαννακίτσας Ο
4640Νικόλαος Δαούτης ΝΝ. Καραστέργιος
4641Παναγ. Παπαχατζῆς ΟΔημ. Πιπινόπουλος Ν
4642Σπ. Ι. Μήλιος ΟἸωάν. Γ. Λάππας
4643Βασ. Μαρκεζίνης ΟΝικ. Μπουφίδης Ο
4644Νικήτας Συνοδινὸς ΟΠερ. Βαλαωρίτης Ο
4645Χριστόφορος Ἀσιμῆς ΝΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
4646Τηλέμαχος Δενδρινὸς ΟΓεράσιμος Φίλιππας Ο
4647Παναγ. Μαυροκέφαλος ΟΞενοφ. Κυριαζῆς Ο
4648Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΝΒασ. Βασιλειάδης
4649Ἀθαν. Εὐταξίας Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
4650Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΝικ. Μισυρλῆς
4651Παν. Μανέτας Ν. Καράπαυλος Ο
4652Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΓ. Ράλλης
4653Ἠλ. Ζέγγελης ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
4654Φίλ. Βάρβογλης ΟΓερ. Ζερβὸς Ο
4655Ἀθ. Κατριβᾶνος ΟΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
4656Ἠλίας Κοσσονᾶκος Νικόλαος Λεωνίδας Ο
4657Γ. Ἀναστασόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
4658Γ. Νικολαΐδης Α. Μαυρογορδᾶτος
4659Κ. Τρικούπης ΟΑ. Λαδόπουλος
4660Λεων. Δεληγεώργης ΝΝ. Βαφειαδάκης
4661Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Α. Βιτάλης Ν
4662Δ. Λυμπερόπουλος ΟΔ. Βοκοτόπουλος Ο
4663Γ. Λυμπερόπουλος ΟΙ. Γκιὼν Ο
4664Περ. Μποῦτος ΟΚάρολος Βιτάλης
4665Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΟΚωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
4666Ἀντ. Μάτσας ΟΓ. Κανούτας Ο
4667Νικ. Κρίσπης ΟΝικ. Ταρμπάζης Ο
4668Ι. Ναυπλιώτης ΟΘεόδ. Κριεμάδης
4669Ἐλευθ. Μυχώνιος Γ. Ραδινὸς Ο
4670Γεώργ. Σισμάνης Ἀπ. Ζάππας
4671Δ. Φαρμάκης ΟΘ. Σαρσέντης Ο
4672Γεώργ. Πλατανιώτης Α. Πονηρόπουλος Ο
4673Ἠλίας Ποταμιᾶνος Δ. Ἀναστασόπουλος
4674Μιχ. Λαμπρυνίδης Δ. Παπατσώρης Ο
4675Ι. Βοῦρτσος ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
4676Ἀθ. Πετσάλης Α. Σκαλτσοδῆμος
4677Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος Ν
4678Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Γ. Ροδόπουλος
4679Γ. Καπετανάκης ΝΘεόδ. Λιμπρίτης
4680Φώτιος Μοσχούλας ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
4681Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ο
4682Χαράλ. Κανελλόπουλος Παντελῆς Γκίκας
4683Θᾶνος Μπασιᾶς Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
4684Παναγῆς Τυπάλδος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
4685Θεόδ. Βελλιανίτης ΝΙ. Τσιριμῶκος Ν
4686Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΟΔημ. Κρίτσας Ν
4687Ἀθ. Παπαθανασίου ΟΑ. Πλατῆς Ο
4688Πέτρος Μόρης ΟΝικ. Χατζῖσκος Ν
4689Ἰωάν. Γ. Ροῦφος ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
4690Α. Παπαγιαννακόπουλος Β. Βουδούρης Ο
4691Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Γ. Ἀβέρωφ
4692Ἀντ. Ρικάκης Δ. Κριεζώτης
4693Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
4694Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
4695§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 145. Ἐκ τούτων 119
4696κατὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ 26 ὑπὲρ τῆς προ-
4697τάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
4698Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
4699§228Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νόσημα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
4700τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκράτεια τῶν δαπανῶν, νόσημα ἐμφα-
4701νισθὲν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀναβάσεως αὐτῆς,
4702εὐθὺς ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέ-
4703ρας, ἔτι πρὶν ἢ παραλάβῃ ὅλα τὰ πράγματα καὶ προβῇ εἰς
4704μελέτας ἐν αὐτοῖς τοῖς πράγμασιν, ἡ Κυβέρνησις, κατὰ προ-
4705διαγεγραμμένον πρόγραμμα, ἀποτελούμενον ἐκ ῥακῶν συλ-
4706λεγέντων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ καὶ συρραφέντων ἀδεξίως, ἀπε-
4707φάσισε νὰ εἰσαγάγῃ μεταρρυθμίσεις. Ἀφοῦ διὰ τῆς δημοσιο-
4708γραφίας καὶ διὰ φυλλαδίων, δι’ ἐκκλήσεων αὑτῆς — δηλαδὴ
4709τοῦ κόμματος τοῦ διευθυνομένου ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Προέδρου
4710αὐτῆς—ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα ἐκεῖ-
4711νο σχοινοτενῶς, ἠθέλησε καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ διὰ μιᾶς ἀπὸ
4712τῆς πρώτης ἡμέρας. Ἔσπευσε λοιπὸν εἰς τὰς καινοτομίας, καὶ
4713μετὰ τοσαύτης σπουδῆς διεξήγαγε τὸ ἔργον, ὥστε εὐθὺς ἀπὸ
4714τῆς Αʹ Συνόδου ἐξηνάγκασεν ἡμᾶς εἰς μακρὰν νυκτερινὴν ἐρ-
4715γασίαν, σπεύδουσα καὶ λέγουσα, ὅτι δὲν ὑπάρχει καιρὸς πρὸς
4716ἀπώλειαν. Ἐνόμιζέ τις τότε, ὅτι ἐνεφανίζετο ὁ Κατιλίνας
4717πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως.
4718Ἀκράτεια γενικὴ καὶ εἰς τὰς δαπάνας, ἀκράτεια ἐν τῇ προ-
4719τάσει νομοθετικῶν ὀργανισμῶν νέων, μετὰ περισσείας καὶ πο-
4720λυτελείας θέσεων, ἀκράτεια περὶ τὴν διαίρεσιν τὴν διοικη-
4721τικὴν, ἥτις δὲν ἐπήρκει πλέον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας,
4722κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως — διότι δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς
4723ἀνάγκας τῶν φίλων αὐτῆς. — Ἀφειδία ἔκτακτος εἰς τὰς δαπά-
4724νας καὶ, εὐθὺς τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐπισφραγι-
4725σάσης αὐτὸν εἰρήνης, πρόνοια περὶ αὐξήσεως θέσεων καὶ μι-
4726σθῶν, εὐθὺς ὡς εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἔτος 1899 κοινοβουλευτι-
4727κῶς, — διότι μὴ κοινοβουλευτικῶς ἤμεθα ἤδη εἰσηγμένοι ἀπὸ
4728τοῦ τέλους τοῦ προηγουμένου ἔτους, καθ’ ὃ ἐσιώπα ἀναγκα-
4729στικῶς ἡ Βουλὴ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους.
4730Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899, τοιαύτην βάσιν ἔχων,
4731τὴν ῥοπὴν πρὸς δαπάνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἀκράτειαν
4732περὶ αὐτὰς, ὁ Προϋπολογισμὸς, λέγω, τοῦ ἔτους τούτου,
4733κατ’ ἀκολουθίαν, ἀποτελεῖ πληρεστάτην εἰκόνα σπατάλου
4734Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε ἐπ’ αὐτοῦ
4735κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἐὰν θελήσητε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι τὰ
4736νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ἤδη ἐξ ἀρχῆς συμπε-
4737πληρωμένα καὶ ἕτοιμα, καὶ θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὰ
4738ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1899, θέλετε ἴδει, ὅτι,
4739παρ’ ὅλας τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκτάκτους, αἵτινες διεδέχθη-
4740σαν τὰς ἐκτάκτους εἰσπράξεις τοῦ 1898, ὁ Προϋπολογισμὸς
4741ἐκεῖνος ἤθελεν ἀπολήξει εἰς βέβαιον ἔλλειμμα.
4742Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ προσωρινῷ
4743ἀπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1899 ἔδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἔχει περίσ-
4744σευμα 2,834,000 δραχμῶν. Ἓν μόνον τῶν νομοθετημάτων
4745τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ψηφισθέντων κατ’ ἐκείνην τὴν Σύνοδον,
4746ἐν ἔτει 1899, ἐὰν ἐφαρμόσητε ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ
4747Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἐξηφανίσθη ὅλον τὸ περίσσευμα,
4748καὶ προσηγγίσατε εἰς τὸ ἔλλειμμα· δύο, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρ-
4749μόσητε τὸ νομοθέτημα περὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ τὸ περὶ τῆς
4750χωροφυλακῆς, ψηφισθέντα ἀμφότερα κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκεί-
4751νην, εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἔλλειμμα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλ-
4752λων, περὶ ὧν ἔσται ὁ λόγος κατωτέρω.
4753Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ εἰσηγητὴς
4754τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
4755ἐπήρθησαν ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι τοῦ ἔτους 1899, λέγοντες:
4756«Ποῦ τὰ ἐλλείμματα, ἅτινα προεβλέπετε; Ἰδοὺ, ἀπεδείχθη
4757τὸ ἔτος 1899 ἔτος περισσεύματος». Καὶ ἔψεξαν τὰ μέλη τῆς
4758Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ἐπικρίναντα τὴν Κυβέρνησιν καὶ προει-
4759πόντα ἐλλείμματα. Ἂν τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ
4760ἀγορεύσαντα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, προέλεγον ἐλ-
4761λείμματα, μὴ λαμβάνοντα παντελῶς ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόγραμμα
4762τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ψηφισθέντας νόμους, θὰ ἦσαν βε-
4763βαίως ἄξια τῆς μομφῆς τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας
4764τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰσηγητοῦ τοῦ
4765Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἀλλ’ ἅπασαι αἱ προρρήσεις, αἱ γε-
4766νόμεναι πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς περὶ ἐλλειμμάτων, βάσιν εἶ-
4767χον τὴν πολιτικὴν τῶν μεταρρυθμίσεων ὀργανισμῶν καὶ φό-
4768ρων. Ἐγὼ αὐτὸς, ἀγορεύσας τότε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
4769οὐ μόνον ἀνεγνώρισα, ὅτι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ
4770Προϋπολογισμῷ, ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον,
4771ἀλλὰ καὶ ὑπερεθεμάτισα, εἰπὼν ῥητῶς ὅτι καὶ περισσότεραι
4772τῶν ὑπολογισθεισῶν θέλουσιν εἰσπραχθῆ· ὅτε δὲ ὡμίλουν περὶ
4773τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1899, τὸν νοῦν εἶχον προσηλωμένον
4774ἀκριβῶς εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν μεταρρυθμίσεων καὶ τῶν ἀνα-
4775διοργανώσεων, ἣν μετήρχετο ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐξ ἧς, ἀναγ-
4776καίως, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτῆς ταύτης καὶ τοὺς πίνα-
4777κας, ἔδει νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἂν τὰ ἑκατομ-
4778μύρια δὲν ἐδαπανήθησαν, ἂν δὲν ἐδαπανήθησαν ἢ περιωρι-
4779σμένως κατὰ τὸ ἔτος 1899, ἂν δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς τοὺς
4780σκοπούς, δι’ οὓς ἐπίεζεν ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσωμεν
4781καὶ κατὰ τὸ 1900, ἂν τὰ ἐλλείμματα τὰ προρρηθέντα δὲν
4782ἐνεφανίσθησαν, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ἀνακρίβειαν τῶν λεγο-
4783μένων ἔκτοτε ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀποδεικνύει,
4784ὅτι ἠνοίχθησαν τέλος οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐκεῖ,
4785ὅπου ἔβλεπον ἄφθονα πρὸς δαπάνην τὰ ἑκατομμύρια, ἀναγνω-
4786ρίσαντες τὸν κρημνόν, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναστρέψωσι πορείαν,
4787καὶ ἐσταμάτησαν. Περὶ τοῦ ἔτους 1899 ἐγώ, προσωπικῶς,
4788ὁμιλήσας, ὡς εἶπον, πέρυσιν, ἀνεγνώρισα τὴν περίσσειαν τῶν
4789ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ προεῖπον ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ὁσάκις ὡμίλησα
4790ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἶχον ὑπ’ ὄψει πάντοτε τὸν σταθερὸν
4791Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, μὴ περιορισθεὶς εἰς τὴν τυπικὴν
4792ἐκτίμησιν τοῦ ἔτους 1899. Εἶπον πέρυσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
4793ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μεταχειρισθεὶς ἐπιχείρημα ἁπλοῦν, τυ-
4794πικὸν, ὡς ἔνδειξιν ἁπλῆν τοῦ ἐπικινδύνου τῆς ὁδοῦ, ἣν ἠκο-
4795λούθει, ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν 12 πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους 1899
4796ἐνδεικνύουσιν ὁπωσδήποτε ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς γενικῆς ὑπη-
4797ρεσίας τῶν 7 Ὑπουργείων τοιαύτην ὑπέρβασιν, ὥστε ἐκ τῶν
4798μηνῶν τούτων τῆς πρώτης διαχειρίσεως δείκνυται ἄφευκτος
4799κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὑπέρβασις εἰς τὰς δαπάνας τῆς γε-
4800νικῆς διοικήσεως. Καὶ εἶχον τότε ὑπ’ ὄψιν τεσσάρων Ὑπουρ-
4801γείων δαπάνας γενικῆς ὑπηρεσίας, τῶν Ὑπουργείων τῶν
4802Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
4803τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγον δὲ, ὅτι ἐκ τῶν ποσῶν τῶν τεσ-
4804σάρων τούτων Ὑπουργείων ἐπιφαίνεται ἤδη κατὰ τοὺς δώ-
4805δεκα πρώτους μῆνας αὔξησις δαπανῶν τοιαύτη, ὥστε, ἂν τη-
4806ρηθῇ ἡ ἀναλογία, θέλετε καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως
4807ἀναγνωρίσει ὑπέρβασιν δαπανῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
4808Οἰκονομικῶν εἶπε τότε, διακόψας, ὅτι ἀπορεῖ, πῶς μεταχει-
4809ρίζομαι τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἠναγκάσθην δὲ ν’ ἀπαντήσω, —
4810καὶ διέκοψε τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἰπὼν
4811πρὸς αὐτόν: «δὲν δύνασθε ἢ ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὑπάρχει πάν-
4812τως τις ἀναλογία» —ὅτι, ὅτε τις κατὰ τοὺς 12 μῆνας εὑρί-
4813σκει αὔξησιν δαπανῶν ἐν τῇ γενικῇ ὑπηρεσίᾳ, εἶναι βέβαιον,
4814ὅτι θὰ εὕρῃ ταύτην καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως· ἠναγκά-
4815σθην τότε νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅτι κατὰ τὸν
4816Ὀκτώβριον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μεταχειρισθῇ τὸ ἐπιχείρημα,
4817ὅπερ τότε μετεχειρίζετο, αὐτολεξεὶ ταῦτα: «Μὴ λησμονεῖτε,
4818κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ
48191900, καὶ ὅτι ὀλίγοι μῆνες χωρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Ὀκτω-
4820βρίου· τὴν 31 Ὀκτωβρίου δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ ἐπικαλεσθῆτε
4821τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὑπὲρ ὑμῶν, διότι τὴν 31 Ὀκτωβρίου
4822κλείεται ἡ χρῆσις, τότε δὲ θέλετε εὑρεθῆ, ὡς σήμερον, ἀπέ-
4823ναντι ἀναλόγου διαφορᾶς μεταξὺ 1898 καὶ 1899.» Ἰδοὺ νῦν,
4824τί δεικνύουσιν οἱ ἀριθμοὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
4825ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, Ὑπουργεῖον
4826Δικαιοσύνης, Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν, Ὑπουργεῖον Οἰ-
4827κονομικῶν: δαπάνη κατὰ τὸ 1898 δραχ. 9,301,667· δαπάνη
4828κατὰ τὸ 1899 δραχ. 14,438,616· διαφορὰ δρ. 5,136,949.
4829Ἀνάγκη πάντως ν’ ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν
4830δραχ. 5,136,949 ἀδιαθέτους τινὰς πιστώσεις τοῦ ἔτους 1898,
4831ἵνα μειώσητε τὰς διαφοράς, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐκ τοῦ ὅτι
4832κατὰ τὸ ἔτος 1898 ἡ Θεσσαλία εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν τουρκι-
4833κὴν κατοχὴν, καὶ τὰς ἀδιαθέτους ταύτας πιστώσεις στρογ-
4834γύλως ἀναβιβάζω εἰς τὸ ποσὸν 4,000,000· μένει λοιπὸν ἡ
4835διαφορὰ ἑκατομμυρίου καὶ πλέον, ἡ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν
4836ἑκατομμυρίων τούτων. Ἕτερον Ὑπουργεῖον, ὅπερ κατὰ τὸ
4837ἔτος 1899 ἠδύνατο ν’ ἀντιπαραβληθῇ κατὰ τὸν προϋπολο-
4838γισμὸν αὐτοῦ ἀκινδύνως καὶ ἄνευ ἀδικίας πρὸς τὸν Προϋπο-
4839λογισμὸν τοῦ ἔτους 1898, εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτι-
4840κῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν εἶχον δαπανηθῆ κατὰ
4841τὸ 1898 δραχμαὶ 5,246,000, διότι οὐδὲν ἔκτακτον εἰς τὸ
4842Ναυτικὸν ὑπῆρχε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο· κατὰ τὸ ἔτος 1899
4843ἐδαπανήθησαν 7,601,676. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Ναυ-
4844τικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἦτο συμπεπληρωμένη ἡ διαχείρισις τῶν
4845πρώτων δώδεκα μηνῶν, προανήγγελλε τὴν παρατηρουμένην
4846σήμερον ἐπὶ πλέον διαφοράν...
4847§229Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸ 1898 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
4848τικῶν εἶχεν 1,000,000 δραχ. νέον ὁπλισμόν.
4849§230ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τόσῳ χειρότερον διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουρ-
4850γούς.
4851Ἐκ τῶν πέντε τούτων Ὑπουργείων ὑπάρχει διαφορὰ με-
4852ταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899 δραχ. 7,691,553. Εἶπον ἤδη,
4853ὅτι ἀφαιρῶ 4,000,000, ἢ κάλλιον 4,500,000 δραχμάς, λό-
4854γῳ τῆς μὴ ὑπάρξεως τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τὴν διοίκησιν τὴν
4855Ἑλληνικὴν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1898, καὶ οὕτω μένει ὑπό-
4856λοιπον ἐπὶ πλέον διαφορᾶς δραχ. 3,191,553. Δὲν ἐμνημό-
4857νευσα, ὅτε οὕτως ὑπελόγιζον, τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερι-
4858κῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δείξας διατὶ δὲν ἀναφέρω αὐτά,
4859διότι ἐν τοῖς δυσὶν ἐκείνοις Ὑπουργείοις τὸ ἔτος 1898 ἔφερε
4860βάρη ὅλως ἔκτακτα, οἷα κατὰ μικρὸν μόνον μέρος ἔφερεν ὁ
4861Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899, καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ δὲν
4862ἤθελεν εἶναι ὀρθή. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 τὰ Ὑπουργεῖα τῶν
4863Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησαν δραχμὰς
486433,747,000. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν ἐκ τῶν δύο τού-
4865των Ὑπουργείων 32,815,956. Κατὰ ταῦτα ἀποβαίνει φα-
4866νερὸν, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις εἰς βάρος τοῦ ἔτους 1898 κατὰ
4867δραχ. 931,000. Ἴσως λόγοι δικαιοσύνης ὑπαγορεύουσι τὴν
4868προσθήκην εἰς τὸ ἔτος 1898 δαπανῶν τινων, αἵτινες ἐπεβά-
4869ρυναν τὸ 1899, διότι ἀνάγονται προφανῶς εἰς τὸ 1898.
4870Ἀλλὰ, παραβάλλων τὰ δύο ταῦτα ποσὰ τῶν δύο ἐτῶν, οὔτε
4871ἐπέφερα οὔτε ἐπιφέρω μομφήν· ἁπλῶς ἐνταῦθα ἀναφέρω πο-
4872ρίσματα ἀπολογισμοῦ.
4873Οὕτω λοιπὸν ἐν ἔτει 1899 ἐμφανίζεται εἰς τὰ τέσσαρα
4874Ὑπουργεῖα, ἅτινα προωνόμασα, διαφορὰ δαπάνης ἐπὶ πλέον
48753,191,553 δραχμῶν. Ἐν δὲ τῷ ἔτει τούτῳ, 1899, δὲν ἐφηρ-
4876μόσθησαν τὰ ἐννέα δέκατα τῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς ἡ Κυ-
4877βέρνησις εἰσήγαγεν, καὶ αἱ ἐφαρμοσθεῖσαι μεταρρυθμίσεις
4878ἐφηρμόσθησαν μόνον κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ἀπὸ τοῦ
4879Σεπτεμβρίου, ἢ ὀλίγον πρότερον, καὶ ἑξῆς. Εἶναι βέβαιον—
4880καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
4881οὗτινος ἡ πεῖρα εἶναι μεγάλη καὶ ἀνεγνωρισμένη, ἐπέμεινεν—
4882εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τηροῦσιν
4883ἀναλογίαν ἀκριβεστάτην κατὰ τὴν ὅλην κίνησιν, ἣν καὶ κατὰ
4884τοὺς 10 ἢ 8 πρώτους μῆνας. Ἐξετάζων τὰ γενόμενα κατὰ
4885τὸ παρελθόν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἑκάστοτε ὑπόλοιπον χρῆ-
4886σιν, δύναταί τις νὰ ὁρίσῃ ἀναλογίαν τινὰ, ἥτις, κατὰ κα-
4887νόνα, δὲν θέλει ἀπατήσει αὐτὸν, ἀναλογίαν, καθ’ ἣν ἐκ τῶν
4888γενομένων κατὰ τοὺς 8 ἢ 10 ἢ 12 μῆνας κρίνει περὶ τῶν
4889γενησομένων κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας δαπανῶν τῆς γε-
4890νικῆς ὑπηρεσίας. Διότι τὸ πᾶν κινεῖται κατὰ τρόπον κανο-
4891νικὸν καὶ ἐρρυθμισμένον ὑπό τε τῶν νόμων καὶ τῆς συνηθείας.
4892Πάντες οἱ ὑπηρετοῦντες ἐμφανίζονται εἰς τὸ Δημόσιον Τα-
4893μεῖον κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, ἵνα λάβωσι τοὺς μισθοὺς αὑ-
4894τῶν. Πάντες οἱ ἔχοντες ληψοδοσίας μετὰ τοῦ Ταμείου τοῦ
4895Κράτους ἐμφανίζονται ἐγκαίρως πάντοτε, — διότι ὁ ἔχων λαμ-
4896βάνειν φροντίζει ἐγκαίρως νὰ λαμβάνῃ ὅ,τι ὀφείλεται εἰς αὑ-
4897τόν. — Ἡ βραδύτης, ἡ μείζων ἢ ἡ ἐλάσσων, ἔχει τι τὸ κανο-
4898νικὸν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καθόσον ἡ διαχείρισις τῆς ὑπηρε-
4899σίας ὑπὸ ἀνθρώπων τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ ἐπιμελείας γί-
4900νεται. Καὶ ἂν δ’ ὑπάρξῃ διαφορά τις, αὕτη συμψηφίζεται πρὸς
4901ἄλλην ἀντίθετον, μένει δὲ τὸ γεγονός, ὅτι, καθ’ ἣν ἀναλο-
4902γίαν προβαίνει ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων κατὰ τοὺς δέκα μῆ-
4903νας, κατ’ αὐτὴν περίπου τὴν ἀναλογίαν προβαίνει καὶ κατὰ
4904τοὺς ἑπομένους ὑπολοίπους μῆνας. Πᾶς, ὅστις δοκιμάσει νὰ
4905ἐφαρμόσῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐρεύνης ἐπὶ τῶν Προϋπο-
4906λογισμῶν, θέλει φθάσει εἰς βεβαίαν γενικὴν πρόβλεψιν τῆς
4907δαπάνης, ἥτις θέλει συντελεσθῆ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ τῆς
4908γενικῆς ὑπηρεσίας μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἐφήρμοσα τὴν
4909μέθοδον ἐπὶ διαφόρων Προϋπολογισμῶν, καὶ εἶδον, ὅτι προ-
4910κύπτει ἀναλογία ἀσφαλής. Θέλομεν δὲ ἴδει ἐφαρμοζόμενον
4911ἐπωφελῶς τὸν αὐτὸν κανόνα καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900.
4912Καθὼς πέρυσιν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
49131899, ἀνωμολόγουν, ὅτι, οὐχὶ μόνον ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν
4914Οἰκονομικῶν ἀνέγραφεν, ἀλλὰ καὶ πλείονα ἤθελεν εἰσπρά-
4915ξει, οὕτω μετὰ παρρησίας ἔρχομαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ
4916προϋπολογιζόμενα θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1900.
4917Οὐ μόνον δὲν ἀμφισβητῶ, ἀλλά, τοὐναντίον μάλιστα, ἡ ἐξέ-
4918τασις, ἣν ἐπεχείρησα, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγω, ὅτι μοὶ
4919παρέσχε τεκμήριον, ὅτι δὲν ἀπομακρύνεται πολὺ τῆς ἀκρι-
4920βείας ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν
4921Οἰκονομικῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 εἶχε δραχμὰς
4922112,206,849· ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπο-
4923λογισμοῦ ὑπεβίβασε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 107,196,779· ἐγὼ
4924δὲ πέρυσιν, ἐκτιμήσας τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἰδίᾳ, εὕρι-
4925σκον ὡς βεβαίαν εἴσπραξιν 108,000,000 δραχ. περίπου,
4926περιλαμβάνων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ
4927τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος τοῦ 1898, διότι δὲν ἐπί-
4928στευον τότε, ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἤθελεν εἰσπρα-
4929χθῆ ὁ φόρος οὗτος, ὡς εἰσεπράχθη, — εἰσαχθεὶς ὅμως εἰς τὰ
4930ἔσοδα τοῦ 1900, — εἶχον δὲ δηλώσει, ὅτι θεωρῶ δίκαιον,
4931ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐλειτούργει ἡ εἴσπραξις τοῦ φό-
4932ρου τοῦ εἰς εἶδος, νὰ ἀνεγνωρίζετο εἰς τὸ ἔτος τὸ ἀποδίδον
4933τὸ ἀντίτιμον εἰς χρῆμα, νὰ ἀνεγνωρίζετο δικαίωμα ἐπὶ τοῦ
4934εἰσπραττομένου φόρου τοῦ προηγουμένου ἔτους. Κατὰ τοὺς
4935δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν 75,675,505
4936δραχμαί, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν ἐν ἔτει 1899 εἰσπραχθέντων
49376,497,000. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν
4938εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1901, ὑπέβαλεν
4939εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τῶν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1900
4940εἰσπράξεων ἐκτιμήσεις αὑτοῦ, κατὰ δὲ τὰς ἐκτιμήσεις ταύ-
4941τας, ἐπέρχεται συμψηφισμὸς μειώσεων καὶ αὐξήσεων, ἤτοι
4942μείωσις κατὰ δρ. 7,325,477, αὔξησις κατὰ δρ. 7,086,000,
4943συμψηφισμὸς περίπου, κατέληξε δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι
4944ἦτο ἀσφαλὴς ἡ ἀρχικὴ πρόβλεψις αὑτοῦ περὶ εἰσπράξεως
4945112,206,849 δραχμῶν.
4946Ἐφαρμόζω τὸν κανόνα, ὃν ἀνωτέρω προκειμένου περὶ ἐξό-
4947δων ἀνέφερα, καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τοῦ
4948τεκμηρίου αὐτοῦ δικαιολογεῖται ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Ὑπουρ-
4949γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐσόδων κατὰ
4950τοὺς δέκα πρώτους μῆνας παρατηρεῖται, ὅτι αἱ εἰσπράξεις
4951ἀνέβησαν ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1899 κατὰ δραχ. 7,290,000,
4952ἐπὶ ἔλαττον δὲ κατὰ 5,045,000, ὑπάρχει δὲ διαφορὰ ὁρι-
4953στικὴ ἐπὶ πλέον 2,245,000...
4954§231ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως ἤλλαξε.
4955§232ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἁπλοῦν τεκμήριον, ἀλλὰ
4956τοῦτο βεβαίως μόνον δὲν ἀρκεῖ, ἵνα σχηματίσῃ τις γνώμην.
4957Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1898 αἱ εἰσπράξεις
4958ἀνέβησαν εἰς δραχμὰς 61,895,000, ἐπὶ συνόλου εἰσπράξεων
4959πραγματοποιηθεισῶν 104,935,904. Κατὰ τὸ 1899, κατὰ
4960τοὺς αὐτοὺς μῆνας, αἱ εἰσπράξεις ἀνέβησαν εἰς 69,178,145
4961δραχμάς, ἐπὶ συνόλου εἰσπράξεων δρ. 111,318,372. Ἔχομεν
4962ἐνταῦθα ἀναλογίαν, ἐν μὲν τῷ ἔτει 1898, κατὰ τὴν πρώτην
4963διαχείρισιν, 62 πρὸς 43 περίπου, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἀναλο-
4964γίαν 69 πρὸς 42. Ἀναλογίαν τινὰ παραπλησίαν ἐὰν ἐφαρ-
4965μόσωμεν ἐπὶ τοῦ 1900, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐπὶ εἰσπράξεων,
4966γενομένων ἤδη, 75,675,505 δραχμῶν, ἐὰν δεχθῶμεν 75 πρὸς
496738, θέλομεν ἔχει μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰσπράξεις ἔτι
496838,000,000, αἵτινες θέλουσιν ἀναβιβάσει τὸ ὅλον ποσὸν τῶν
4969εἰσπράξεων εἰς 113 ἑκατομμύρια...
4970§233Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως;
4971§234ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιλαμβάνεται ἐν τῇ κρίσει μου καὶ ὁ
4972τρόπος τῆς εἰσπράξεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνατρέπεται κατά
4973τι ἡ ἀναλογία.
4974Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀποτελέσματος ἐπὶ ἑκάστου
4975ἐσόδου ἰδίᾳ μὲ ἄγει νὰ πιστεύσω καὶ δεχθῶ, ὅτι τὸ πόρισμα
4976τῆς τυπικῆς ταύτης, τῆς μηχανικῆς ἐκτιμήσεως, δύναταί τις
4977νὰ ἀποκομίσῃ, ἐξετάζων καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ οὐχὶ μόνον τυ-
4978πικῶς τὸν πίνακα, ὃν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν πίνακα
4979τῶν δημοσίων ἐσόδων, τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 τοὺς
4980δέκα πρώτους μῆνας εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν κυριωτέρων φό-
4981ρων, ἤτοι τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐλαίου,
4982ἐλαίου Ἑπτανήσου, σταφίδος, σταφίδος Ἑπτανήσου, ζώων,
4983ἐπιτηδευμάτων, οἰκοδομῶν, Τελωνείων, καπνοῦ, χαρτοσή-
4984μου, μονοπωλίων κλπ. Ἔχομεν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα, ὡς
4985εἶπον ἤδη, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τὸ 1900, δρ. 7,290,130, ἐπὶ
4986ἔλαττον δρ. 5,045,128· ἐπὶ πλέον ἐν ὅλῳ δρ. 2,245,000
4987περίπου. Καὶ ἡ ἀναλογία δέ, περὶ ἧς ἀνωτέρω ὡμίλησα, καὶ
4988ἡ κρίσις ἐξ ὅλων τῶν δεδομένων τοῦ τε παρόντος καὶ τοῦ
4989παρελθόντος ἔτους, ἐφ’ ὧν, ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς
4990ὥρας, δὲν ἐνδιατρίβω, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυνάμεθα
4991νὰ φθάσωμεν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως εἰς ἔσοδα δραχ.
4992112,400,000, μετ’ ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου
4993εἰς εἶδος τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1898, καθόσον ὁ φόρος οὗ-
4994τος οὐδεὶς ἔτι ὑπάρχει λόγος νὰ καταταχθῇ ὡς τακτικὸν
4995ἔσοδον εἰς τὸ 1900, ἀφοῦ εἰσπράττεται νῦν ἐντὸς τῆς χρή-
4996σεως τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου εἰς εἶδος ἀμέ-
4997σως μετὰ τὴν παρακράτησιν.
4998Ἀλλά, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900, ἀνάγκη νὰ
4999παρατηρήσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, ὅπως καὶ ὁ
5000τῶν ἐξόδων, περιέχουσι παράλειψιν, ἥτις πρέπει πάντως νὰ
5001ἐπανορθωθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ
5002τὸ 1900 εἰσεπράξαμεν ἤδη ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρό-
5003μου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ 5,287,500 δραχμάς.
5004Ταῦτα ἀποτελοῦσι μὲν ἔκτακτον ἔσοδον, ἀλλὰ πρέπει νὰ
5005ἀναγράψωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς εἰσπραχθέντα, διότι,
5006μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν δύο πρώτων δόσεων ὑπὸ τῆς Ἐθνι-
5007κῆς Τραπέζης, ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον κατὰ τὸ ποσὸν
5008τοῦτο εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους. Ἡ καταβολὴ ἐγένετο ἤδη,
5009καὶ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν εἰς τὸν προ-
5010ϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ὡς ἔκτακτον ἔσοδον ἐκ δανείου.
5011Εἶναι ἀπαραίτητον δὲ ἀντιστοίχως νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔξο-
5012δα καὶ τὸ ποσὸν τῶν τόκων τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ εἰσεπρά-
5013ξαμεν ἐκ τῶν δόσεων τούτων, μετὰ τὰς κρατήσεις αὐτῶν,
5014ἃς αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἐποιήσατο, νὰ ἀναγραφῇ, λέγω, τὸ πο-
5015σὸν τοῦ τόκου, τοῦ κρατηθέντος ὑπὸ τῆς Τραπέζης, εἰς τὰ
5016ἔξοδα, οὐχὶ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἀλλ’ εἰς τὰ τακτικὰ, διότι
5017τῶν τόκων ἡ καταβολὴ ἀποτελεῖ τακτικὸν ἔξοδον, γενικῶς
5018εἰπεῖν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
5019Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τόκων, ὅπερ ἀνῆλθεν εἰς δραχ.
5020363,509, κατὰ τὸ Βασ. Διάταγμα, ὅπερ φέρει τὴν ὑπογρα-
5021φὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, προστεθῇ εἰς τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξό-
5022δων, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, φθάνο-
5023μεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἀποτέλεσμα: Προϋπολογισμὸς δαπανῶν
5024δραχμαὶ 112,049,279, πιστώσεις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου
50252,039,189· ἐν ὅλῳ δαπάναι 114,088,468 δραχ. Πίστωσις
502623,163, ψηφισθεῖσα ἐσχάτως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ ὅλον δραχ.
5027114,111,631. Πιστώσεις 2,000,000, ἃς προανήγγειλεν ὁ
5028Ὑπουργός· τὸ ὅλον 116,111,631 δραχ. Πίστωσις διὰ τοὺς
5029τόκους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–
5030Μελιγαλᾶ δραχ. 363,509· ἐν ὅλῳ δρ. 116,475,140. Ἐὰν δὲ
5031ἀφαιρέσωμεν ἐκ τούτου 6,420,000 δραχμὰς, ὅσας ἐδήλωσεν
5032ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλουσιν ἀποτελέσει αἱ
5033ἀδιάθετοι πιστώσεις,—διότι δὲν θέλω νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ.
5034Ὑπουργὸν, ἐξελέγχων ἀνακριβεῖς τὰς δηλώσεις αὐτοῦ ταύ-
5035τας, — φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι θέλομεν ἔχει πραγ-
5036ματοποίησιν δαπανῶν δρ. 110,055,140. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
5037Οἰκονομικῶν, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπέδειξε
5038δαπάνην 107,648,000, προϋπεδήλωσε δὲ, ὅτι θέλουσι προσ-
5039τεθῇ πιστώσεις δρ. 2,000,000 περίπου, καὶ ἀνεβίβασεν οὕτω
5040τὸ ποσὸν εἰς δρ. 109,648,000. Κατὰ τὰς δηλώσεις ταύτας,
5041ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑπολογισμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ
5042ὑπολογισμοῦ μου ἄνω τῶν 600,000 καὶ μέχρις 1,000,000
5043δραχμῶν περίπου.
5044Κατ’ ἐμὲ, αἱ δαπάναι θέλουσιν ἀνέλθει ὑπὲρ τὰ 110 ἑκα-
5045τομμύρια, αἱ δὲ ἀδιάθετοι πιστώσεις μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέ-
5046πει νὰ ὑπολογισθῶσιν ὀλίγον τι μετριώτεραι ἢ ὅσον ὁ κύριος
5047Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει. Νομίζω, ὅτι τὰ προ-
5048ηγούμενα καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ πρὸς αὐτὰ πείθουσι περὶ τού-
5049του, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι
5050τὰ 2,000,000 δρ. ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ κεφαλαίου τῶν δαπα-
5051νῶν, ἃς ὀνομάζω σταθεράς. Κατὰ τὸ 1899 αἱ ἀδιάθετοι πι-
5052στώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀνέβησαν εἰς 1,899,401
5053δραχμὰς, —ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους 335,039, ἐπὶ
5054τοῦ δημοσίου χρέους 531,828, ἐπὶ τῶν ἐξόδων διοικήσεως
5055καὶ εἰσπράξεως δρ. 877,940, ἐπὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν
5056δρ. 154,594. Οὕτω ἐν ὅλῳ δρ. 1,899,401.—Κατ’ ἀναλο-
5057γίαν νομίζω, ὅτι ἐν ἔτει 1900 αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις δὲν θέ-
5058λουσιν ὑπερβῆ ἐπὶ τοῦ πρώτου κεφαλαίου, τοῦ τῶν ὑποχρεώ-
5059σεων, τὰς 300,000 δραχμὰς, ἐπὶ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου,
5060τοῦ δημοσίου χρέους, τὰς 500,000 δραχμὰς, ἐπὶ τοῦ τρίτου,
5061τῶν ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως, τὰς 900,000, καὶ
5062ἐπὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν τὰς 300,000· ἐν ὅλῳ δύο ἑκα-
5063τομμύρια. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι
5064πιστώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ
5065Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων νὰ
5066ὑπερβῶσι — καὶ μόλις θέλουσι φθάσει — τὰ 4,000,000. Κατὰ
5067ταῦτα προσεγγίζω εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
5068τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν φθάνω ἀκριβῶς εἰς τὸ ποσὸν αὐ-
5069τοῦ. Ὑπάρχει διαφορὰ περίπου ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.
5070Οὕτω λοιπὸν ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, πραγ-
5071ματοποιηθησομένων κατὰ τὸ ἔτος 1900, εἶναι τοιαύτη, ὥστε
5072δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπέρχεται ἰσοζύγησις. Ἀλλ’ ἡ ἰσο-
5073ζύγησις καὶ ἐνταῦθα ἐπέρχεται διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ
5074προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, μόνην τὴν ἀστυνομι-
5075κὴν δαπάνην ἐὰν θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ποσὰ
5076τῶν δαπανῶν, ἅτινα πρὸ ὀλίγου ἀπήγγειλα, καὶ τὴν τῆς χω-
5077ροφυλακῆς, θέλομεν ἀμέσως ἔχει ἐπὶ πλέον 4,300,000 δραχ-
5078μὰς, αἵτινες, ἀντὶ ἰσοζυγίου, ἀποτελοῦσιν ἔλλειμμα ἴσου πο-
5079σοῦ. Καὶ ἐκτὸς τῶν νόμων τούτων δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐντὸς
5080τοῦ ἔτους καὶ ἄλλων πολλῶν νόμων ἡ ἐφαρμογὴ, νόμων ἐπα-
5081γομένων παντοίας δαπάνας.
5082Ἐνῷ δὲ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, εἶναι καταφανὲς εἰς τὸν
5083ἐξετάζοντα τὴν πρώτην διαχείρισιν, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους
5084μῆνας, ὧν ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα, ὅτι ἡ αὐτὴ ῥοπὴ πρὸς
5085τὰς ἀσυλλογίστους δαπάνας ἐξακολουθεῖ ἐν τοῖς Ὑπουρ-
5086γείοις. Κατὰ τὸ 1899, ἔδειξα ποία εἶναι ἡ ὑπεροχὴ εἰς δα-
5087πάνας τοῦ ἔτους τούτου πρὸς τὸ 1898. Τὸ 1900, ἐξεταζό-
5088μενον κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, θέλει δείξει ποία εἶναι
5089ἡ ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν τοῦ 1900 πρὸς τὸ 1899, ὅπερ ἤδη
5090φέρει εἰς βάρος αὐτοῦ ὑπέρβασιν, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ
50911898. Οὕτως, ἐκ τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων — Ἐξωτερικῶν,
5092Δικαιοσύνης, Ἐκκλησιαστικῶν, Οἰκονομικῶν — ἔχομεν ἤδη,
5093κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας, ὑπέρβασιν δαπανῶν δραχ.
5094738,615. Μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν ἐπι-
5095προσθέτως ὑπέρβασιν δαπανῶν 96,843. Ἐὰν δὲ προσθέσητε
5096καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,
5097ἅτινα ἐνταῦθα δύνασθε νὰ παραβάλητε κατὰ τὰ δύο ἔτη, —
5098διότι καὶ τὸ ἔτος 1899 καὶ τὸ 1900 ἦσαν ἔτη ὁμαλὰ, μετὰ
5099μικρᾶς τινος διαφορᾶς εἰς βάρος τοῦ 1899, — θέλετε ἴδει, ὅτι
5100τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων κατὰ τοὺς
5101δέκα πρώτους μῆνας εἶναι δρ. 1,944,257. Κατὰ τοὺς δέκα
5102πρώτους μῆνας τοῦ 1899 ἐδαπανήθησαν ἐν συνόλῳ δραχμαὶ
510355,481,312, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 ἐδα-
5104πανήθησαν δραχ. ἐν συνόλῳ 58,648,660. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦ-
5105θα μεταθετέον χρονικῶς ποσόν τι δαπάνης ἑκατομμυρίων εἰς
5106τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1899 λόγῳ τῶν πιστώσεων ἐκείνων,
5107ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε διὰ νομοσχεδίου
5108ἰδιαιτέρου ζητήσει κατὰ τὸν χρόνον τῆς κρίσεως, ἥτις ἀπε-
5109μάκρυνε τοῦ Ὑπουργείου τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευ-
5110τήν, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸ ἔτος 1899. Κατὰ ταῦτα, γίνεται
5111καταφανές, ὅτι, ὅπως κατὰ τὸ 1899 αἱ δαπάναι αἱ γενό-
5112μεναι κατὰ τοὺς δέκα μῆνας ἀποτελοῦσι τὰ ⅗ τοῦ ὅλου πο-
5113σοῦ τῶν δαπανῶν τῶν προβλεφθεισῶν, ἀπαραλλάκτως αἱ δα-
5114πάναι αἱ γενόμεναι κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900,
5115ἐπὶ προϋπολογισμοῦ πιστώσεων δραχ. 58,648,660, ἀποτε-
5116λοῦσι τὰ ⅗ τοῦ ὅλου τῶν πιστώσεων τούτων. Ἐκ τούτου
5117τεκμήριον ἀσφαλές, ὅτι καὶ τὸ 1900 θέλει κλεισθῆ μετὰ
5118ὑπερβάσεως τῶν δαπανῶν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἐν σχέσει
5119πρὸς τὸ 1899, ἥτις πρέπει νὰ προστεθῇ ἐν τῷ σταθερῷ Προ-
5120ϋπολογισμῷ εἰς τὴν ὑπέρβασιν, τὴν γενομένην ἤδη κατὰ τὸ
51211899 πρὸς τὸ 1898.
5122Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἂν ἐφηρμόζετο τὸ πρόγραμμα
5123τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ τοῦ ἰσοζυγίου, ὅπερ ὑπισχνεῖται εἰς
5124ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅπερ, κατὰ τὰ
5125ἀποτελέσματα, τὰ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντα εἰς ἡμᾶς, δὲν
5126θεωρῶ ἀπίθανον, ἀντὶ τοῦ ἰσοζυγίου ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα,
5127— καὶ σπουδαῖον ἔλλειμμα — ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα μεῖζον
5128ἐκείνου, ὅπερ προελέγομεν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1900, ὅτε ἠγο-
5129ρεύομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι τότε τὸ
5130ἔλλειμμα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν πλήρη ἐφαρ-
5131μογὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους τῶν ὀργανισμῶν τῶν νέων τῆς Κυβερ-
5132νήσεως, προέλεγον, ὅτι θέλει φθάσει ἴσως εἰς τὰ 4,500,000.
5133Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, προερχομένη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προ-
5134γράμματος αὐτῆς, κατεῖδεν ἀληθῶς τὸ βάραθρον, ὅπερ δὲν
5135ἔβλεπεν, ὅτε κατηγγέλλετο εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολι-
5136τεύσεως, καὶ φρονίμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5137ἐφρόντισε νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τῶν πλείστων συναδέλφων
5138αὐτοῦ, καὶ ἀναστείλῃ τὴν πρὸς τὰ κάτω πορείαν, ἥτις ἤθελε
5139βεβαίως φέρει σύντριψιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5140μάλιστα — ὀφείλω νὰ ἀνομολογήσω τοῦτο — ἐν τῇ διαχειρίσει
5141τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔδειξε πρῶτος τὸ παρά-
5142δειγμα τῶν οἰκονομιῶν, — ἐν τῇ διαχειρίσει τῇ ἰδιαιτέρᾳ,
5143τῶν δύο ἑκατομμυρίων τόσων χιλιάδων, τῆς γενικῆς ὑπηρε-
5144σίας, — καὶ δὲν εἶναι παντελῶς παράδοξον, ἂν ἐξ αὐτοῦ ἔχω-
5145μεν οἰκονομίαν τινά. Βλέπω δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι καὶ
5146κατὰ τὸ 1901 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
5147νομικῶν ἐμφανίζεται εὐτυχῶς σήμερον οἰκονομικώτερος.
5148Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς, διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς
5149ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυ-
5150νατὸν νὰ ἀποφύγῃ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τὸ
5151ἔλλειμμα, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐξόγκωσις τῶν ἐξόδων, ὡς καὶ
5152πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα, ἐξηκολούθησε μεγάλη. Ἔχομεν ἐπη-
5153ρεάζοντας τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1900 τοὺς
5154μισθοὺς, οὓς ηὐξήσαμεν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἔχομεν
5155ἐπηρεάζοντας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
5156καιοσύνης, ἔχομεν ἐπηρεάζοντας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
5157Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ βάρους,
5158ὅπερ οἱ μισθοὶ οὗτοι, οἱ ηὐξημένοι, φέρουσιν εἰς τὸν Προϋπο-
5159λογισμὸν τοῦ Κράτους, θέλει γείνῃ κατωτέρω, ὅτε θέλω ἐπι-
5160ληφθῆ τῆς ἐξετάσεως ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, πρὸς ἔνδει-
5161ξιν τῶν τοιούτων ζημιῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
5162Ἔχομεν, οὐχὶ σπάταλον, ἀλλ’ ἄσωτον προϋπολογισμὸν
5163τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἔχο-
5164μεν ἄσωτον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
5165ρικῶν, περὶ οὗ θέλω εἰδικῶς ποιήσει μνείαν μετ’ ὀλίγον, διότι
5166εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ δαπανῶν ἀναλόγως περισσότερα,
5167καὶ τὸ αὐξάνον τὸν προϋπολογισμὸν αὑτοῦ ὅσον οὐδὲν ἄλλο
5168Ὑπουργεῖον, ὄχι μόνον ἀπὸ τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ
51691898 καὶ ἐντεῦθεν.
5170Ἔρχομαι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ὅστις καὶ ἐν-
5171διαφέρει ἡμᾶς εἰδικῶς. Ἀποφεύγω πᾶσαν μακρολογίαν, Κύ-
5172ριοι, διότι ὑποθέτω, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν δὲν εἶναι εὐάρε-
5173στα πολλὰ λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸν προϋπολογι-
5174σμὸν τῶν ἐσόδων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεβίβα-
5175σεν εἰς δρ. 114,684,159. Διστάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θέλει
5176εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τοῦτο τὸ ποσόν. Ἀλλ’ αἱ ἐξετάσεις,
5177εἰς ἃς ἐγὼ προβαίνω, μὲ φέρουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, μετὰ
5178διπλῆν ἔρευναν τοῦ θέματος, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1901 εἶναι
5179δυνατόν, ἄνευ ὑπερβολῆς, νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς δραχμὰς
5180112,500,000, δηλαδὴ περίπου εἰς ὅσα καὶ τὰ τοῦ 1900.
5181Κατὰ τὸ 1898 τὰ πραγματοποιηθέντα ἔξοδα ἀναβαίνουσιν
5182εἰς δρ. 104,935,900, τὸ 1899 εἰς δρ. 111,318,372. Κατὰ
5183τὸν χρόνον τὸν πρὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου τὸ 1900 εἶχεν εἰσ-
5184πεπραγμένα δραχ. 75,675,505, τὸ 1899 δρ. 65,178,475, τὸ
51851898 δρ. 61,895,484· εἰσπράξιμα δὲ, τὸ μὲν 1900 δραχ.
518612,379,396, τὸ 1899 δραχ. 12,801,308, τὸ 1898 δραχ.
518715,056,475. Ἐφαρμόζων τὸν τύπον, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου,
5188πραγματευόμενος περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τῶν προ-
5189ηγουμένων ἐτῶν, εἶπον, φθάνω καὶ εὑρίσκω διὰ τοῦ τύπου
5190τούτου πιθανὴν τὴν εἴσπραξιν, ἣν προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
5191τῶν Οἰκονομικῶν· ἐξετάζων δὲ δι’ ἄλλου ὑπολογισμοῦ τὴν
5192οὐσίαν τῶν πραγμάτων, φθάνω εἰς εὕρεσιν ποσοῦ κυμαίνον-
5193τος μεταξὺ 110 καὶ 112 ἑκατομμυρίων. Προτιμῶ δὲ, ἵνα
5194μὴ φανῶ ἀπαισιόδοξος, νὰ δεχθῶ τὰ 112,000,000. Εἶναι
5195περιττὸν, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, λεπτολογῶν, νὰ ἐκθέσω τὸν τρό-
5196πον τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ συμπεράσματος.
5197Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 πρέπει νὰ
5198προστεθῶσιν αἱ ἐκ δραχ. 2,643,750 δύο δόσεις τοῦ δανείου
5199τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, αἱ εἰσ-
5200πραχθεῖσαι τὸ 1900. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, εἰς τὸ 1901 εἶ-
5201ναι ἀπαραίτητον, εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα νὰ ἀναγραφῇ τὸ
5202προϊόν τοῦ αὐτοῦ δανείου, ὅπερ κατὰ τὸ 1901 ἀναβαίνει
5203εἰς δραχμὰς 5,287,500. Οὕτως ὁ Προϋπολογισμός, κατὰ
5204τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ
5205ἀναβιβασθῇ εἰς δρ. 119,971,659, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς
5206τοὺς ἐμοὺς, πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς ποσὸν κατὰ δύο ἑκα-
5207τομμύρια καί τινας χιλιάδας κατώτερον. Περιττὸν δὲ νὰ εἴπω
5208ἢ μόνον πρὸς ὀφειλομένην μνείαν, ὅτι ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν
5209ἐσόδων εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς
5210Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τοῖς πλείστοις συνεφώνησα μετ’ αὐτῆς,
5211ἀλλὰ κατὰ τὴν μεταβολὴν τῶν ποσῶν ἔν τισιν ὑπῆρξα ὀλι-
5212γώτερον φειδωλὸς ἢ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς.
5213Τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπο-
5214λογίζει εἰς δρ. 111,678,882. Ἡ ἐμὴ ἔρευνα ἀναβιβάζει τὰ
5215ἔξοδα εἰς δραχ. 112,200,000 περίπου, δι’ οὓς λόγους θέλω
5216ἐκθέσει.
5217Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν
5218Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἔδειξεν, ὅτι εἶναι εὐχαριστημέ-
5219νος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅτι δὲν
5220ταράσσεται παντελῶς ὑπὸ τοῦ φάσματος τῶν ἐλλειμμάτων
5221καὶ φόβου συνταράξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι εἶναι
5222αἰσιόδοξος. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐν τῷ ἔτει τούτῳ ἡ αἰσιοδο-
5223ξία τότε μόνον ἐπιτρέπεται, ὅταν παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ Κυ-
5224βέρνησις δὲν θέλει ἐκτελέσει κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ πρόγραμ-
5225μα αὐτῆς. Ἔχομεν δηλαδὴ καὶ ἐνταῦθα ἐκ τοῦ Προϋπολο-
5226γισμοῦ ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν θέλει ἐκτελέσει μέγα μέρος
5227τοῦ προγράμματος αὐτῆς, καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπιτρέπεται καὶ ἡ
5228ὑπόνοια, ὅτι καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δει-
5229κνύει ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ 1901, δὲν εἶναι ἀδύνα-
5230τον καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἔπειτα ἄλλως, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ, ὅπως
5231ἔπραξε καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900. Μοὶ φαίνεται, ὅτι περιέχει
5232ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἔνδειξιν τρανὴν τῆς διαθέσεως τοῦ
5233κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναποδίσῃ τὸ οἰκονομικὸν
5234αὐτοῦ σκάφος καὶ νὰ στήσῃ τὰς δαπάνας μέχρις οὗ πεισθῇ,
5235ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ εὐρύτερον περιθώριον. Πέρυσιν
5236ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ
5237προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐλέγετο εἰς αὐτὴν, ὅτι
5238ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 θὰ εἶχεν ἔλλειμμα περίπου τεσ-
5239σάρων ἑκατομμυρίων καὶ ἡμίσεος, διέκοπτε, παρατηρῶν, ὅτι,
5240ἐνῷ ταῦτα ἐλέγοντο, κατηγόρουν ἐν ταυτῷ τῆς Κυβερνή-
5241σεως, ὡς ἐγκαταλιπούσης τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, καὶ ἠρώτα:
5242«Ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, ἐὰν δὲν ἐφαρ-
5243μοσθῇ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, — δὲν λέγω ὅτι δὲν θὰ
5244ἐφαρμοσθῇ· θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, θὰ ἐφαρ-
5245μοσθῇ καὶ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, — ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐφαρ-
5246μοσθῇ, πιστεύετε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα;» Ἡ ἀπάντη-
5247σις ὑπῆρξε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν αὕτη: «Ἐὰν δὲν ἐφαρ-
5248μόσητε τοὺς δύο τούτους ὀργανισμούς, βεβαίως θὰ ἔχητε οἰ-
5249κονομίαν, καὶ πιθανὸν τότε, ὅτι δὲν θέλετε ἔχει ἔλλειμμα.»
5250Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἔχομεν τὴν ἔνδειξιν,
5251ὅτι ἐγκατελείφθη παντελῶς ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς.
5252Ἡ διατύπωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
5253Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς χωροφυλακῆς εἶναι
5254τοιαύτη, ὥστε ὁ παραβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον
5255πρὸς τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου
5256ἔτους βλέπει τὴν ἐγκατάλειψιν πλήρη, καὶ ἂν ἔτι δὲν ἀνα-
5257δράμῃ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
5258Στρατιωτικῶν, διότι μένουσιν ἀμετάβλητοι, ὡς εἶχον προ-
5259τοῦ, οἱ μισθοὶ τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες καὶ φαίνονται νῦν
5260ἀναγεγραμμένοι κατὰ ἡμέρας καὶ λεπτὰ, ἐνῷ πέρυσιν ἦσαν
5261κατὰ μῆνας καὶ 50 δραχμὰς ἡ ἀντιμισθία. Ταῦτα δὲ, διότι
5262πέρυσι, κατὰ πρόθεσιν, ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ἐνῷ ἐφέτος ἀπε-
5263φασίσθη νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Ἐφηρμόσθη μόνον τὸ τμῆμα τοῦ
5264νόμου, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς,
5265ἀγνοῶ διατί, — γινώσκω τόσον, ὅσον καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος Βου-
5266λευτὴς, καὶ ἐκφράζω τὴν αὐτὴν ἀπορίαν: πρὸς τί τὸ Ἀρ-
5267χηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς; πρὸς τί ἡ κεφαλὴ ἄνευ τοῦ σώ-
5268ματος;
5269Διεγράφη ὡσαύτως πᾶσα πρόνοια περὶ ὀργανωτῶν, οὐχὶ
5270τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐ-
5271τοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὀργανωτοῦ τῆς Γυμναστικῆς, περὶ ἧς θέλω
5272ὁμιλήσει, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστι-
5273κῶν. Ἐπετεύχθη καί τι ἄλλο, ὅπερ, ἀντιπαραβαλλόμενον
5274πρὸς ὅσα πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα, δεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι καὶ τό-
5275σον ἀτάραχον περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀπεφα-
5276σίσθη νὰ συστηθῶσι τὰ τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα, ἅπερ εἶχε
5277καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ διοικη-
5278τικῆς διαιρέσεως, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν
5279καλὴν διοίκησιν τῆς χώρας, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ συνε-
5280στημένα ταῦτα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, προσεγγίζουσα
5281οὕτως εὐεργετικῶς τὴν δικαιοσύνην πρὸς τοὺς δικαζομένους,
5282ὡς ἠγωνίζετο ν’ ἀποδείξῃ ὁ ἡμέτερος Πρόεδρος ἀπὸ τοῦ βή-
5283ματος. Εἶχε καθῆκον νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἐζή-
5284τησαν τῆς δικαιοσύνης τὸν ἄρτον, ἀφοῦ παρέσχεν ἡ Βουλὴ
5285πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸν τρόπον, ὅπως ὁ ἄρτος οὗτος παρα-
5286σχεθῇ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ πέρυσι δὲν ἐφήρμοσε τὰ τῶν
5287Πρωτοδικείων, ἀπεφάσισεν ἐφέτος νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτά. Πλὴν
5288καὶ ἐφέτος δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀμέσως εἰς τοὺς νομοὺς, τοὺς
5289δικαιουμένους νὰ ἔχωσι τὰ Δικαστήρια ταῦτα, τοὺς μετὰ τὴν
5290ψήφισιν τοῦ νόμου ἔχοντας δικαίας ἀξιώσεις, τοὺς λέγοντας
5291ὅτι ἡ δικαιοσύνη κακῶς ἄνευ αὐτῶν ἀπονέμεται, ἀλλὰ παρέ-
5292πεμψεν εἰς τὸν μῆνα Σεπτέμβριον τοῦ ἑπομένου ἔτους. Διατί;
5293Ἆρά γε ταῦτα ἔπραξεν, ἀποβλέπουσα εἰς τοὺς ἰδίους αὐτῆς
5294φίλους, οἵτινες κατὰ τὸν Σεπτέμβριον πιθανῶς ἔσονται ὀλι-
5295γώτεροι ἢ σήμερον; ἢ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ μέχρι τινὸς ἀπί-
5296θανον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐντελῶς ἀπίθανον, ὅτι ἄλλοι θὰ εὑρί-
5297σκωνται τότε κατέχοντες τὴν ἐξουσίαν; Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον,
5298ὅτι Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐφαρ-
5299μόσῃ τὴν διοικητικὴν ὀργάνωσιν, ἐν ᾗ περιελαμβάνοντο καὶ
5300τὰ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, Κυβέρνησις, ἥτις λαμβάνει ἀφει-
5301δῶς παρὰ τῆς Βουλῆς τοὺς πόρους, οὓς παρ’ αὐτῆς ζητεῖ,
5302ἐπανειλημμένως δὲ καθ’ ἡμέραν ἀνακηρύττει, ὅτι ἔχει ἄφθονα
5303τὰ ἔσοδα καὶ εὐρὺ τὸ περιθώριον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρα-
5304πέμπῃ τοιαύτας ὀργανικὰς διατάξεις ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ
5305ὅτε φθάνει εἰς τὸ ἔτος, καθ’ ὃ, πιεζομένη εἰς τὸν τοῖχον, ἀναγ-
5306κάζεται ἐπὶ τέλους νὰ συστήσῃ τὰ Πρωτοδικεῖα, εἶναι ἀδι-
5307καιολόγητος, παραπέμπουσα αὐτὰ εἰς τὸ τελευταῖον τέταρ-
5308τον τοῦ ἔτους.
5309Ἔδειξα πρὸ ὀλίγου, ποῖαι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τοῦ ἀπο-
5310λογισμοῦ τοῦ 1898 καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ἐφαρ-
5311μοσθέντος τοῦ προγράμματος τῶν ἀκράτων δαπανῶν, καὶ ἐν
5312μικρῷ τοῦ προγράμματος τῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ διαφορὰ ἐπὶ
5313πλέον μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899, ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφα-
5314λαίου τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, μετὰ τὴν ἀφαί-
5315ρεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀνῆλθεν εἰς δραχ.
531611,500,000· καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης πολλαπλασιά-
5317σεως κρίνων τις, ἀσφαλῶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
5318νατὸν, ἐξακολουθούσης μάλιστα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν
5319καὶ τοῦ προσωπικοῦ, νὰ ὑπάρξῃ σταθερῶς πέραν τοῦ ἰσοζυ-
5320γίου ποσόν τι πλεονάζον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5321ἔλεγεν ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι εἰς αὐτὸν
5322φαίνεται συμφέρουσα ἡ εὐρυτέρα διατύπωσις τοῦ Προϋπολο-
5323γισμοῦ, ὅτι τοιαύτη συμφέρει εἰς τὸ Κράτος. Βεβαίως συμ-
5324φέρει νὰ ὑπάρχῃ εὐρύτης περὶ τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἂν αὕτη μὴ
5325παράγηται ἐξ αὐθαιρέτου ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐξ
5326ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Συμφέρον δὲ εἶναι,
5327ἐπὶ τοιαύτης εὐρείας ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων τὰ ἔξοδα νὰ
5328ἐκτιμῶνται στενῶς, διότι, ὅσῳ μεῖζον τὸ διάγραμμα καὶ ἀνε-
5329πτυγμένη ἡ κλῖμαξ τῶν ἐξόδων, τόσῳ καὶ ἡ πραγματικὴ
5330ἀνάλωσις εἶναι μείζων. Ὅταν τὸ περιθώριον τῶν ἐξόδων δὲν
5331ὁρίζηται ἀρκούντως εὐρὺ, ὥστε νὰ χωρῇ δαπάνας ἐπὶ εὐ-
5332ρείας κλίμακος γινομένας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5333θὰ ἔχῃ τότε τὸ εὐτύχημα νὰ ἴδῃ τὸ περίσσευμα τῶν ἐσό-
5334δων τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα
5335αὐτοῦ τὸ μεταρρυθμιστικόν.
5336Δὲν γνωρίζω Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, ὅπερ εἰς τὰ τοῦ Προϋπο-
5337λογισμοῦ δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχο-
5338μεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων μεταβαλλόμενον κατ’
5339ἔτος ἐξ ἐπιδράσεως λόγων καιρικῶν, ἢ φυσικῶν, καὶ ἐκ λό-
5340γων ἐκτάκτων. Ἡ θεομηνία, προκειμένου περὶ ἀμέσων φό-
5341ρων, ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ λαμβάνηται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἐν
5342τῇ στενωτέρᾳ ἐννοίᾳ ἐτησίας ἀτυχίας εἰς τὰ τῶν καρπῶν,
5343ἣν δὲν δύναταί τις νὰ μὴ περιμένῃ κατὰ κανόνα γενικῶς ἢ
5344μερικῶς· ἀλλὰ καλὸν νὰ ὑπάρχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τῇ
5345εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ, διότι αἱ τοιαῦται θεομηνίαι φέρουσιν οὐχὶ
5346σπανίως μεγάλας καταστροφὰς, — δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐνθυ-
5347μηθῶμεν τὰ τελευταῖα ἔτη, — καὶ ἐπηρεάζουσι τῶν φόρων
5348τὰς ἀποδόσεις. Ἀλλὰ καὶ ἄλλου εἴδους θεομηνίαι, ἀναγκά-
5349ζουσαι εἰς δαπάνας, ἢ ἐπηρεάζουσαι τὰ ἔσοδα, κρίσεις περὶ
5350τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων ἡμῶν καὶ ἀνωμαλίαι πολιτικῶν
5351περιστάσεων, κατὰ πᾶν ἔτος παρουσιάζονται. Ὁ προϋπολο-
5352γισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ ἔτος 1901
5353δεικνύει ἐλάττωσιν δαπανῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῷ ὑγειονο-
5354μικῷ· ἀλλὰ, καθ’ ἣν ὥραν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ, ὑπάρχει
5355ἤδη ἀνάγκη νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα, διότι ἀνεμφανίζονται αἱ
5356ἐπιδημίαι, καὶ ἡ σύστασις τῶν Λοιμοκαθαρτηρίων πάλιν ἐπι-
5357βάλλεται. Ὅπως λαμβάνωνται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν αὗται αἱ
5358τυχαῖαι περιστάσεις, συνέστησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὸν
5359κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν διε-
5360μαρτυρήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ πρὸς τοὺς ξένους, οἵτινες
5361ἐτόλμησαν νὰ φέρωσι γνώμας ἐπὶ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων,
5362ἀποκρούων τὴν συμβουλήν. Τὴν συμβουλὴν ταύτην ἔδιδε πρὸς
5363τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ πρώτη ἐξετάσασα τὰ ἡμέ-
5364τερα οἰκονομικὰ, ἡ Συντακτικὴ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς καταστά-
5365σεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον ὑπὸ τὸν νόμον περὶ Ἐλέγ-
5366χου. Ὑπ’ αὐτῆς ῥητῶς ἐλέγετο, ὅτι ἐν Προϋπολογισμῷ, οἷος
5367ὁ Ἑλληνικὸς, εὐκολώτερον ἐκτιμῶνται αἱ δαπάναι ἢ τὰ
5368ἔσοδα. Τὴν ἰδέαν δὲ περιέχει καὶ ὑπόμνημα τοῦ παρ’ αὐτῇ
5369Ἄγγλου ἀντιπροσώπου, τοῦ κυρίου Λόου, οὕτως: «Αἱ δα-
5370πάναι τοῦ Κράτους ἐν χώραις, οἷα ἡ Ἑλλὰς, εὐκολώτερον
5371προεκτιμῶνται ἢ τὰ μέλλοντα ἔσοδα· διότι, ἂν οἱ ὑπολογι-
5372σμοὶ δὲν διαταραχθῶσιν ὑπὸ περιστάσεων ἀνωτέρας βίας, ὡς
5373ὁ πόλεμος, ἡ ἐπιδημία, ἡ φυλλοξήρα, εἶναι σχετικῶς εὐχερὲς
5374νὰ ὑπολογίσῃ τις τὰ ὅρια, ὧν ἐντεῦθεν αἱ δαπάναι αὗται δυνα-
5375τὸν μετὰ τῆς προσηκούσης φρονήσεως νὰ περιορισθῶσι.» Ταύ-
5376την τὴν ἰδέαν ἐπανέλαβε τελευταῖον ἡ δευτέρα ἔκθεσις τοῦ
5377νῦν ἐνταῦθα Ἄγγλου οἰκονομικοῦ ἀντιπροσώπου, ἧς τὸ περιε-
5378χόμενον δὲν ὑπῆρξεν εὐάρεστον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
5379κονομικῶν, καταναλώσαντα ὁλοκλήρους περιόδους, ἵνα ἀντι-
5380κρούσῃ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κόρμπετ. Καὶ οὗτος, ἐκτιμήσας
5381τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπὸ τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς οὕτως ὑπε-
5382λογίσθησαν τὰ ἔσοδα τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλων νὰ δικαιο-
5383λογήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ κατη-
5384γορηθῇ, ὅτι δὲν διεῖδε καλῶς τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς
5385χώρας, καὶ θέλων νὰ δώσῃ ἐξήγησιν, διατὶ οἱ ἄμεσοι φόροι
5386οὕτως ὑποτετιμημένως ὡρίσθησαν, ἀναφέρεται καὶ αὐτὸς εἰς
5387τὴν θεομηνίαν καὶ τὰ ἄλλα ἀνώτερα αἴτια.
5388Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος καθιστᾷ τὸν Ἑλληνικὸν Προϋπο-
5389λογισμὸν ἰδιόρρυθμον· ἡ δυσκολία περὶ τὴν εἴσπραξιν. Δὲν
5390ὑπάρχει Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, ἐν ᾧ ἀπαντᾶται τοιαύτη περὶ
5391τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων ἀνωμαλία καὶ τοιαύτη σω-
5392ρεία καθυστερήσεων.
5393Κυβέρνησις ἄρα φρόνιμος, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν τοιαύτην
5394ἰδιορρυθμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει πάν-
5395τοτε μετὰ περισκέψεως νὰ προχωρῇ εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ περι-
5396θωρίου τῶν ἐσόδων, καὶ μετὰ μεγάλης φροντίδος νὰ προσέχῃ
5397νὰ μὴ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια τῶν ἐξόδων.
5398Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
5399συζητούμενος ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἔχει τι τὸ ἀληθῶς ἄξιον
5400ἐπαίνου, ὅτι ἐπετεύχθη νὰ διατυπωθῶσιν ἐν αὐτῷ τὰ τῶν
5401ἐξόδων μεθοδικώτερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ τοι-
5402αύτῃ διατυπώσει δὲν ἐπράχθη πᾶν τὸ ὀφειλόμενον, ἀλλ’ ἔχο-
5403μεν ὅπως δήποτε ἐν αὐτῷ τὰ πράγματα οὕτως ὡρισμένα καὶ
5404διακεκριμένα, ὥστε εὐκολώτερον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς
5405τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω, ἐξε-
5406τάζων τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ εἴπω, ὅτι σφαλερὰ μοὶ φαίνεται
5407ἡ διατύπωσις ἡ νέα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔν τινι τῶν πρώ-
5408των κεφαλαίων τῶν σταθερῶν δαπανῶν, ἐν ᾧ παρίσταται ὁλό-
5409κληρον τὸ ποσόν, τὸ πρὸς ἀπόδοσιν εἰσπραττόμενον, ὡς ποσὸν
5410μὴ ἀνῆκον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ μηχανικῶς—αὕτη
5411εἶναι ἡ λέξις, ἣν μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργός,—διερχόμενον
5412τῶν χειρῶν τῶν διαχειριστῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως
5413ἐξέλθῃ ἀμέσως καὶ παραδοθῇ εἰς ἑτέρας καὶ ξένας πρὸς αὐ-
5414τὸν χρήσεις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη πολλῆς ἐξετά-
5415σεως, ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ τοιαύτη βε-
5416βαίωσις.
5417Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῷ ἀναγομένῳ εἰς τὰς ἀποδόσεις ἐκ τῶν
5418ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ἀποδόσεων τὸ ποσὸν ἐν
5419ἔτει 1901 ἀναβιβάζεται εἰς δραχ. 6,135,628, ἀπέναντι δρ.
54202,106,000 ἐν ἔτει 1900, ποσοῦ, ὅπερ συνέλεξα ἐκ τοῦ πε-
5421ρυσινοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν ἐφετεινὴν
5422διάταξιν, καὶ ἤθροισα πρὸς ἀντιπαραβολήν. Τοῦ κεφαλαίου
5423τούτου τὸ μέγα μέρος, τὰ 5,005,928, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
5424εἴπῃ τις, ὅτι μετὰ τοῦ ὑπολοίπου 1,129,700 δρ. μηχανικῶς
5425διέρχεται διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
5426Διότι τὸ ποσὸν τὸ μεῖζον δαπανᾶται ὅλον εἰς πλήρωσιν ἢ
5427κανονικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἢ ἐκτάκτων. Εὐθὺς δὲ, ὡς
5428τὸ Κράτος αὐτὸ, εἴτε ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ εἰδικῶν
5429Ταμείων, μεταχειρίζεται τὰ ποσὰ ταῦτα ὑπὲρ ἀναγκῶν κα-
5430νονικῶν αὐτοῦ, ἢ καὶ ἐκτάκτων, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι
5431τὰ χρήματα διέρχονται μηχανικῶς διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
5432Οἰκονομικῶν, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς εἰδικὰ Ταμεῖα. Ἂν τὰ
5433Ταμεῖα δὲν ἐλειτούργουν, αἱ ἀνάγκαι, ἃς πληροῦσιν αὐτὰ,
5434θὰ ἐπληροῦντο κατ’ ἀνάγκην ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ Προϋπο-
5435λογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἵνα
5436ἔχῃ ἀσφαλεστέραν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐθνωφελῶν σκοπῶν,
5437ἥτις προσκρούει εἰς τὰς δυσχερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
5438προενόησεν, ὅπως τὸ χρῆμα ἐκεῖνο, τὸ ἐν χερσὶ τοῦ Δημο-
5439σίου κινδυνεῦον πολλάκις ἕνεκα πιεστικῆς ἀνάγκης νὰ δαπα-
5440νηθῇ εἰς ἄλλα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, προαφαιρεθῇ καὶ φυλα-
5441χθῇ ὑπὲρ τῶν σκοπῶν τούτων, οὓς τάσσονται, ὅπως ἐκπλη-
5442ρώσωσι τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα.
5443Οὕτως ἔχομεν ἐνταῦθα — μετὰ τὸν ἀποχωρισμὸν τῶν δραχ.
5444100,000 τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὧν ἡ ἀπό-
5445δοσις λειτουργεῖ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ πληροῖ ἀνάγ-
5446κας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐχαρακτηρίσθη ἐν κεφαλαίῳ ἰδίῳ ὡς
5447ἀπόδοσις ὀφειλῆς, — ἔχομεν τὰς ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
5448ραιῶς–Λαρίσης–Συνόρων ἀποταμιευομένας ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσ-
5449πράξεις ἐκ δρ. 2,677,928. Βεβαίως ταῦτα τὰ 2,677,928
5450διέρχονται διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μετὰ
5451βιβασθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου καὶ τὴν Ἐθνι-
5452κὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἵνα κατασκευα-
5453σθῇ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσης. Εἶναι ἀνάγκη τοῦ Κρά-
5454τους ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου; Βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο
5455παρὰ τοῦ Κράτους ἐλήφθησαν ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ τὰ χρή-
5456ματα ταῦτα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Δὲν θὰ
5457ἐξετάσωμεν, ἂν, μηχανικῶς εἰσπραττόμενα, μεταβαίνουσιν εἰς
5458ἄλλα Ταμεῖα· θὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν
5459ταῦτα οὕτω γίνονται· καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι αὐτὸς, περὶ οὗ εἶπον.
5460Κακῶς ἄρα ἐλέχθη περὶ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι συνάφειαν
5461πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κρά-
5462τους.
5463Ἐκπαιδευτικὰ τέλη δραχμαὶ 863,000. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ
5464τέλη χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς ἀνέγερσιν σχο-
5465λείων. Ἂν δὲν ἐχρησιμοποιοῦντο ταῦτα εἰς ἀνέγερσιν σχο-
5466λείων εἰδικῶς, ἤθελε ζητεῖσθαι τὸ χρῆμα εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ
5467Κράτους πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων, διότι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ
5468Κράτους ἡ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἵδρυσις τῶν προσηκόντων διδακτη-
5469ρίων. Καὶ τὸ κονδύλιον ἄρα τοῦτο διαγραπτέον ἀπὸ τοῦ κε-
5470φαλαίου τούτου, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι δὲν ἀνήκει ἐκεῖ,
5471ὅπου ἐτάχθη ἡ εἰσφορὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων
5472ζώων ὑπὲρ τῶν δήμων. Τὰ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ
5473Στόλου ἐκ δραχ. 925,000, καὶ δραχ. 400,000 ὑπὲρ τοῦ Τα-
5474μείου τῶν Φάρων. Τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων ἔχει προϋπολογι-
5475σμὸν εἰδικὸν, ὅπως θέλει ἔχει νῦν καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνι-
5476κοῦ Στόλου, παράρτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους,
5477δι’ αὐτοῦ δὲ πληροῖ ἀνάγκας εἰδικὰς τοῦ Κράτους, οὗτινος ἡ
5478Κυβέρνησις ἔχει καὶ πρὸς αὐτὸ καὶ πρὸς τοὺς ἰδίους ναυτιλ-
5479λομένους καὶ πρὸς τοὺς ξένους ναυτιλλομένους ὑποχρέωσιν
5480καταρτίσεως καὶ συντηρήσεως συστήματος φάρων ἐπαρκοῦς
5481καὶ καταλλήλου. Καὶ ταῦτα ἄρα τὰ ποσὰ ἀνήκουσιν εἰς τὰς
5482δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ἀποτελοῦσι μέρος παρεπόμενον τοῦ
5483Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ μηχανικὴν εἴσπραξιν
5484πρὸς ἀπόδοσιν εἰς ἄλλους. Ὡσαύτως τὸ ποσὸν τὸ ὑπὲρ ὁπλι-
5485σμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 ἐψηφίσθη, ἵνα
5486εἰσάγηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ φυλάσσηται παρ’
5487αὐτῇ, καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, πληρω-
5488τέας ἐν καιρῷ, πρέπει δὲ διὰ τοῦτο νὰ καταταχθῇ μεταξὺ
5489τῶν ἄλλων, ἅτινα προεμνημόνευσα, ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ, οὗτινος,
5490κατὰ ταῦτα, τὸ ἄθροισμα ἀνέρχεται εἰς δραχ. 5,005,928,
5491τὸ δὲ ὑπόλοιπον, ἐκ δρ. 1,129,700, μόνον τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς
5492τὸ διερχόμενον διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Κράτους, μηδὲ λεπτοῦ
5493καταλειπομένου εἰς χεῖρας αὐτοῦ πρὸς πλήρωσιν οἵας δήποτε
5494κυβερνητικῆς ἀνάγκης.
5495Κατὰ τὴν διαίρεσιν οὕτω τροποποιουμένου τοῦ Προϋπο-
5496λογισμοῦ, ἔχομεν εἰς ἔξοδα σταθερὰ προοριζόμενον ποσὸν δρ.
549752,629,243, ὧν 32,344,624 ὁρίζονται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου
5498χρέους. Ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐα-
5499ρεστηθῆ νὰ προσθέσῃ καὶ 508,921 δραχμὰς διὰ τοὺς τόκους
5500τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελι-
5501γαλᾶ, οἵτινες μόνοι θὰ εἰσπραχθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἐθν. Τραπέ-
5502ζης, κατὰ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου,
5503ἐντὸς τοῦ ἔτους 1901, διότι ἡ χρεωλυσία ἄρχεται κατὰ τὸ
5504τέλος τοῦ 1902. Οἱ τόκοι, ὡς εἶπον, κρατοῦνται ὑπὸ τῆς Τρα-
5505πέζης κατὰ τὴν καταβολὴν τῶν δόσεων τοῦ δανείου. Ἀντὶ
5506λοιπὸν 32,344,624, θέλομεν ἔχει 32,853,545. Ὑποχρεώ-
5507σεις τοῦ Κράτους 8,752,763 δραχμαί. Τὸ ὅλον 41,606,308
5508δραχμαί, πρῶτον τμῆμα τῶν ἀμεταβλήτων τούτων δαπανῶν.
5509Δεύτερον τμῆμα ἀποτελοῦσι τὰ ἔξοδα, ἅτινα δύναταί τις νὰ
5510ὀνομάσῃ παραγωγὰ προσόδων καὶ κανονικὰς ἀποδόσεις· δη-
5511λαδὴ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας δρ. 9,118,235,
5512καὶ αἱ διάφοροι πληρωμαὶ δραχ. 1,904,700, ἐν ὅλῳ δραχ-
5513μαὶ 11,022,935, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ 41,606,308,
5514συναποτελοῦσιν ἐν ὅλῳ ποσὸν δρ. 52,629,243, προαφαιρε-
5515τέον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, καὶ τῇ προσθήκῃ
5516καὶ τῶν ἄνω 5,005,928 διατηρητέον ἄθικτον ὑπὲρ τῶν σκο-
5517πῶν, εἰς οὓς ἀποβλέπει, σκοπῶν ἀναγκαίως ἐπιβαλλομένων.
5518Ἐπὶ τούτοις παρατηρῶ, ὅτι, ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς
5519τοῦ ἔτους 1901 ἐν τῷ μέρει τούτῳ, εἶναι κατὰ 3½ περίπου
5520ἑκατομμύρια δραχ. μᾶλλον βεβαρημένος τοῦ Προϋπολογισμοῦ
5521τοῦ 1900, διότι κατὰ τὸ 1900 εἴχομεν ὑποχρεώσεις δραχ.
552254,120,664, καὶ ἐφέτος ἔχομεν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν,
5523ὑποχρεώσεις δρ. 57,635,171. Νομίζω δὲ ἄξιον νὰ ἐπιστήσω
5524εἰδικῶς τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τοῦ ἐκ
5525τῶν εἰρημένων κεφαλαίων ἀποτελουμένου πρώτου μέρους τοῦ
5526Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ
5527Κράτους, ἐν ᾧ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος βαίνει
5528σπουδαίως αὐξανομένη· βαίνει δὲ σπουδαίως αὐξανομένη, ὄχι
5529τόσον ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, ὅσον ἐκ τῶν
5530δαπανῶν τῶν διὰ τὰς συντάξεις. Ποιοῦμαι μνείαν τῶν δα-
5531πανῶν, τῶν ἀναγκαίων καθισταμένων ἕνεκα τῆς λειτουργίας
5532τῆς Βουλῆς, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ὀρθὸν καὶ ἐπίκαιρον νὰ
5533ἐξετάσω, ποῖον τὸ βάρος, ὅπερ παράγει ἡ Βουλή, ἡ τόσας
5534ὑπηρεσίας παρέχουσα εἰς τὸ Κράτος, ὅπως λειτουργήσῃ, ἐξε-
5535τάσας δ’ ἐπείσθην, ὅτι αἱ Περίοδοι αἱ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐν-
5536τεῦθεν, ἀπὸ μὲν τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1891 δεικνύουσιν ἥσσονα
5537δαπάνην, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε ἀπετελεῖτο
5538ὑπὸ πολὺ μικροτέρου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ 1892
5539καὶ 1896 ὁ μέσος ὅρος, ὃν εἶχεν ἤδη ὑπολελογισμένον ἡ Διε-
5540θνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ἀνέβαινεν εἰς δραχ. 686,478,
5541ὁ μέσος ὅρος μεταξὺ 1887–1891 ἀνέβαινεν εἰς δραχμὰς
5542491,127, ὁ δὲ μέσος ὅρος μεταξὺ 1897–1901 ἀναβαίνει
5543εἰς δραχ. 681,894. Δηλαδὴ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταε-
5544τίαν ἔχομεν περίπου κατὰ 4,000 δραχμὰς μικρότερον τὸ πο-
5545σὸν τῶν διὰ τὴν Βουλὴν δαπανῶν ἐκείνου, ὅπερ ἔθετο ὡς
5546μέσον ὅρον ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή, ἡ ἐξετάσασα τοὺς Προϋπο-
5547λογισμοὺς τοῦ Κράτους πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ ὁ Ἔλεγχος.
5548Ἀλλ’ αἱ συντάξεις, καθ’ ὃν τρόπον βαίνουσιν αὐξανόμεναι,
5549γεννῶσι κίνδυνον ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Ἤδη, κατὰ τὸ ἐνε-
5550στὼς ἔτος, ἔχομεν, κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
5551340 συνταξιούχους ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὸ ἔτος 1900...
5552§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολιτικοὺς ἢ στρατιωτικούς;
5553§236ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Στρατιωτικούς, ναυτικοὺς καὶ πολιτικούς.
5554Αἱ συντάξεις, αἵτινες κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἀπῄτησαν δραχ.
55556,254,000, ἀπαιτοῦσι κατὰ τὸ ἔτος 1901 δραχ. 6,560,000,
5556καὶ κατὰ τὸν ἑξῆς λόγον· αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις ηὐξή-
5557θησαν κατὰ δρ. 102,000, αἱ ναυτικαὶ συντάξεις κατὰ δραχ.
555831,000, καὶ αἱ πολιτικαὶ συντάξεις κατὰ δραχ. 176,881.
5559ἐν ὅλῳ δραχ. 309,881. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσο-
5560χῆς, εἶναι δὲ καὶ δύσλυτον, ὅπως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ
5561παρ’ ἐμοῦ ἡ Βουλή· ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται
5562εἰδική τις μνεία αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὥραν ἀκούομεν, ὅτι γίνεται
5563σκέψις περὶ μεταβολῆς ὁρίου ἡλικίας τῶν στρατιωτικῶν, ἐξ
5564ἧς μεταβολῆς, ἐὰν ἐπικρατήσωσιν αἱ ἰδέαι, περὶ ὧν ἀκούομεν
5565γινόμενον λόγον, θέλει ἐπέλθει ἐπιβάρυνσις σπουδαία εἰς τὸν
5566Προϋπολογισμόν. Τοῦτο, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ δυσανασχετήσῃ
5567ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπομνήσω αὐτὸν, διότι
5568νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ ἁρμοδιώτατος πάντων, ὅπως ἐπὶ τοῦ θέ-
5569ματος τούτου ἐπιφέρῃ γνώμην...
5570§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5571Ἔχω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ συντάξεων ἀπὸ τῆς παρελ-
5572θούσης Συνόδου.
5573§238ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη.
5574§239ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέ-
5575διον τοῦτο, ὅπερ τίθησι φραγμὸν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντά-
5576ξεων, χωρὶς νὰ ἀδικῇ τινα.
5577§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπαιτεῖται μεγάλη
5578περίσκεψις, προκειμένου περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων
5579καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς
5580νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰδικῶς εἰς ἡμᾶς ἡ τοιαύτη περίσκε-
5581ψις. Ἀλλὰ παρέλιπον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ Ἑλ-
5582ληνικὸς παρακολουθεῖται σταθερῶς καὶ ὑπὸ δύο ἀφανῶν κιν-
5583δύνων· ὑπὸ τοῦ κινδύνου τοῦ προερχομένου ἐκ τῶν προκατα-
5584βολῶν, ἃς τὸ Κράτος καταβάλλει κανονικῶς κατ’ ἔτος, μὴ
5585κατορθοῦν νὰ ἀπολάβῃ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον τῶν προκαταβο-
5586λῶν, ἀπ’ ἐναντίας δὲ μάλιστα μικρὸν μέρος τοῦ προκαταβαλ-
5587λομένου ἀναλαμβάνον, καὶ ὑπὸ ἑτέρου κινδύνου, τοῦ ἀφανοῦς
5588δανεισμοῦ ἐκ κεφαλαίων, ἅτινα εὑρίσκονται ἐμπεπιστευμένα
5589εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ἐξ ὧν τὸ Κράτος ἀρύεται
5590πάντα ἐκεῖνα τὰ ποσά, δι’ ὧν ἐκάλυψε μέχρι τοῦδε τὰ ἐλ-
5591λείμματα τῶν ἀπὸ τοῦ 1833 ἀπολογισμῶν αὑτοῦ.
5592Ἐξετάζων τοὺς πίνακας τοῦ Κράτους, — καὶ τὴν ἀφορμὴν
5593εἰς τοῦτο εἰδικῶς ἔδωκαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ συναδέλφου
5594ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Νέγρη, καὶ πρὸς ταύταις παρατηρήσεις
5595τινὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις μοὶ ὑπέδειξεν,
5596ὅτι αἱ περὶ τῶν προκαταβολῶν γνῶμαι τοῦ κ. Νέγρη εἶναι
5597ὀρθαί, καὶ δικαίως, διότι ὁ κ. Νέγρης, ἐξετάσας εἰδικῶς τὸ
5598ζήτημα, εἶχεν ἀντιληφθῆ ἀσφαλέστερον ἢ ἐγὼ τὴν ἔννοιαν
5599τῶν ἀριθμῶν τῶν πινάκων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, — ἐξ
5600ἀφορμῆς, λέγω, τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων ἐξετάσας τὰ τῶν
5601προκαταβολῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 καὶ ἐντεῦθεν δι’ ἔξοδα
5602δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εὗρον πρῶτον, ὅτι πολὺ συχνότερον
5603τοῦ προσήκοντος εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους ὑπάρχουσι σφάλ-
5604ματα δεόμενα διορθώσεως. — Ἐποιήσατο περὶ τούτου λόγον
5605χθὲς αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. — Παραδείγμα-
5606τος χάριν, εὗρον ὅτι ὁ Ἰσολογισμὸς τοῦ 1898 ἀναγράφει κατὰ
5607τὴν 13 Δεκεμβρίου ὑπόλοιπον δρ. 2,153,179, καὶ ὁ ἀμέσως
5608ἑπόμενος πίναξ τοῦ 1899, ὁ πρῶτος, ὁ τοῦ Ἰανουαρίου, ἀνα-
5609γράφει τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο περιωρισμένον εἰς 2,037,202.57.
5610Ἐξέλιπον δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πίνακος εἰς τὸν ἄλλον πλέον
5611τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν ἄνευ ἐξηγήσεώς τινος.
5612§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....
5613§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ τακτοποίησις τῶν λογαρια-
5614σμῶν τούτων ἦναι ἀναγκαία, καὶ ἐκ τούτου ἡ ἐπανόρθωσις,
5615εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλῶται ἐν ταῖς παρατηρήσεσι καὶ ὁ λό-
5616γος καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνεται ἡ τακτοποίησις. Ὁ μετα-
5617χειριζόμενος τοὺς πίνακας τούτους, ὅτε βλέπει εἰς τὸν πίνακα
5618τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898 δραχμὰς 2,153,179, καὶ λαμβάνει
5619τὸν ἑπόμενον μῆνα τὸν πίνακα, καὶ ἀντὶ τούτου βλέπει δραχ.
56202,037,202, ἐρωτᾷ, πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη. Καὶ εἶναι εὔλο-
5621γοι διὰ τοῦτο αἱ ἀπορίαι, ἃς διετύπωσεν ὁ συνάδελφος ἡμῶν
5622κ. Νέγρης ...
5623§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μεθοδικωτέραν
5624λογιστικὴν διαρρύθμισιν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κρά-
5625τους θὰ διορθωθῶσιν ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1901, ὥστε νὰ ἦναι
5626εὐκολωτέρα ἡ μελέτη αὐτῶν.
5627§244ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὔχομαι τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, διότι καὶ
5628νὰ διαγραφῶσί τινες περιτταὶ ἀναγραφαὶ εἶναι ἀναγκαῖον,
5629καὶ νὰ τακτοποιηθῶσιν αἱ ἄλλαι... Ταῦτα ἐν παρόδῳ.
5630Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1897 ὑπελείφθη ὑπόλοιπον ἐκ προ-
5631καταβολῶν 1,202,667. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 τὸ
5632ποσὸν τοῦτο, παρ’ ὅλας τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀποδόσεις 786
5633χιλιάδων δραχμῶν, ἀνεβιβάσθη εἰς 2,153,179 δραχμὰς, ἢ,
5634ὡς διωρθώθη ἔπειτα, 2,037,202. Δὲν ἀναφέρω, ὡς μὴ συμ-
5635περιλαμβανόμενον, τὸ ποσὸν τὸ προκαταβληθὲν εἰς τοὺς Θεσ-
5636σαλικοὺς δήμους καὶ δωρηθὲν εἰς αὐτούς. Κατὰ τὸ 1899 τὸ
5637ὑπόλοιπον τῶν 2,037,202 δρ. ηὐξήθη εἰς 4,189,560 δραχ-
5638μὰς, καὶ μετὰ καταβολὴν 810,932 δραχμῶν, εἰς τὸ τέλος ὁ
5639πίναξ τοῦ ἔτους 1899 παρουσιάζει προκαταβολὰς ὀφειλομέ-
5640νας εἰς τὸ Κράτος 3,378,628 δραχ. Ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900
5641τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς 5,786,856 καὶ μετ’ ἀπόδο-
5642σιν 769,101 δραχμῶν εὑρίσκομεν σήμερον, κατὰ τὸν τελευ-
5643ταῖον πίνακα,—τοῦ Ὀκτωβρίου, νομίζω,—ἐκ προκαταβολῶν
5644ὀφειλόμενα ὑπὸ τῶν δήμων πρὸς τὸ Κράτος 5,017,755 δραχ-
5645μάς. Ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1900 ἔχομεν αὔξησιν δραχ-
5646μῶν 3,815,087, ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1900 ἔχομεν αὔ-
5647ξησιν 2,864,575 δραχμῶν. Ἔχομεν δὲ ἀπέναντι ἡμῶν ὀφει-
5648λέτας τοὺς δήμους ποσοῦ, ὅπερ εἶναι λίαν ἀπίθανον, ὅτι θὰ
5649δυνηθῶσι νὰ ἀποδώσωσιν ἀκέραιον εἰς τὸ Κράτος. Ταῦτα
5650παράγουσι κίνδυνον διηνεκῆ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθόσον
5651δὲν πρόκειται καὶ νὰ σταθῇ ἐνταῦθα τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ
5652κατὰ τοὺς ἑπομένους Προϋπολογισμούς, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ τρό-
5653πος νὰ ἐπαρκέσωμεν ἄλλως εἰς τὰ τῶν δήμων ἐν σχέσει πρὸς
5654τὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ ἐξακολουθήσῃ.
5655Γενομένου λόγου περὶ τοῦ ἀφανοῦς δανεισμοῦ, κατ’ ἀνάγ-
5656κην ἐμνήσθην τῶν ἀπολογισμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
5657νομικῶν, ὅστις λίαν εὐγενῶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατέθηκε
5658πληροφορίας περὶ ἁπασῶν τῶν ἐπερωτήσεων, ἃς ἀπηύθυνα
5659πρὸς αὐτὸν, ἀπήντησε προφορικῶς περὶ τούτων τῶν ἀπολο-
5660γισμῶν, ἐνῷ εἶχον εἰδικῶς παρακαλέσει αὐτόν, ἀφοῦ σήμερον
5661ὅλα, ὡς πιστεύω, εἶναι ἐκκαθαρισμένα, νὰ ὑποβάλῃ ἑνιαῖον
5662πίνακα, δεικνύοντα τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἀπο-
5663λογισμῶν. Πέρυσι, διακόψας με ἀγορεύοντα ὁ κ. Ὑπουργὸς,
5664ὅτε ἔλεγον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα, κατὰ τοὺς πίνακας, ἀναβαί-
5665νουσιν εἰς 70 ἑκατομμύρια περίπου, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν,
5666ὅτι τὰ ἐλλείμματα εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα, καὶ τὸ ποσὸν αὐ-
5667τῶν (ἀναγινώσκει) «μειωθήσεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρή-
5668σεως τοῦ 1899, ὡς ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἐδημιούργησε
5669τὸ προϊὸν τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἠγγυημένου δανείου, καθό-
5670σον, ὡς γνωστόν, τὸ πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρή-
5671σεως τοῦ 1897 προορισθὲν μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου
5672εἰσήχθη ὡς ἔσοδον εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899».
5673Ὁ κ. Καραπάνος τότε ἠρώτησε: «πόσον ὁριστικῶς;», καὶ ὁ
5674κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε: «57,169,000. Ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ
567511 ἑκατομμύρια, ὑπολείπονται 46,000,000 περίπου». Τρεῖς
5676ἡμέρας μετὰ ταῦτα, κατὰ τὴν 1 Ἀπριλίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς
5677προσήγαγεν ἐνταῦθα δήλωσιν, ὑπὸ χρονολογίαν 1 Ἀπριλίου
56781900, δι’ ἧς προσέθηκεν εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ ποσὸν δραχ-
5679μῶν 9,676,591, κατ’ ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων λογαρια-
5680σμῶν. Τὴν 6 Μαΐου — εἶχεν ἤδη λήξει ἡ Βουλή — ὁ δημοσιευ-
5681θεὶς Ἰσολογισμὸς τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους (31
5682Μαρτίου) ἀνέφερε 53,720,601 δραχ. Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ Ἀπρι-
5683λίου ὁ πίναξ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν
5684εἰς 63,397,092, καὶ οὕτω τὸ ποσὸν ἔφθασεν ηὐξημένον κατὰ
5685200,000 δραχμὰς περίπου εἰς τὸν τελευταῖον πίνακα, ὃν ἔχο-
5686μεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ἐν τῷ Ἰσολογισμῷ τῆς 31 Ὀκτωβρίου ἐ.
5687ἔ., εἰς δραχ. 63,400,503.89, ποσὸν ἀποτελοῦν τὸ ἔλλειμμα
5688τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βα-
5689σιλείου μέχρι σήμερον.
5690Ἐνταῦθα, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἔρχεται καλῶς ἡ παρεισα-
5691γωγὴ θέματος, ὅπερ ἀνεκίνησα δι’ ἐπερωτήσεώς μου πρὸς τὸν
5692Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν
5693πρὸ τριῶν ἡμερῶν, διότι ἀκριβῶς πρόκειται περὶ ποσῶν, ἅτινα
5694εἰς τὸ Δημόσιον παρεδόθησαν, καὶ τοῦτο κατέθετο, λόγῳ εἰ-
5695δικῆς ἐντολῆς. Ἠρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσ-
5696τις καὶ ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, περὶ τοῦ κληροδοτήματος
5697τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ· ἠρώτησα, ἂν τὸ Κράτος παρέλαβε
5698τὸ κληροδότημα τοῦτο, τὸ ὑπὲρ ἀνεγέρσεως σχολείων καὶ
5699φυλακῶν, καὶ ἂν περιεῖχε χρεώγραφα Ἑλληνικῶν δανείων
5700εἰς χρυσόν, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπῆρξε σαφής.
5701Ἐδήλωσεν, ὅτι παρέλαβεν, ἐκτὸς μετρητῶν, περὶ ὧν θέλω
5702εἴπει, χρεώγραφα ἀξίας ἀγγλικῶν λιρῶν 76,530 εἰς τίτλους
5703τοῦ κεφαλαιοποιημένου δανείου, τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρό-
5704μου Πειραιῶς–Λαρίσης, τοῦ δανείου τοῦ 1881 καὶ τοῦ δα-
5705νείου τοῦ 1884. Ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκτελέ-
5706σεως τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου ἐπέμεινε,—καὶ ἐπέμεινε κα-
5707λῶς—ἵνα λάβῃ παρὰ τῆς κληρονομίας οὐ μόνον τὰ χρεώγραφα
5708ἐν τῇ ἀξίᾳ τῇ σημερινῇ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν διαφορὰν, καὶ
5709ὅτι οὕτω κατώρθωσε νὰ κερδήσῃ καὶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς
5710ἀγοραίας καὶ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας, ἀναβαίνουσαν εἰς δραχ.
57111,770,360 (διότι 1,299,976 δραχ. ἦτο ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν
5712χρεωγράφων). Ἐδήλωσεν ὁ Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώ-
5713τησίν μου, ὅτι, ἅμα παραλαβὼν τὰ χρήματα καὶ τὰ χρεώ-
5714γραφα, τὰ μὲν χρήματα κατέθηκεν ἐπὶ τόκῳ εἰς τὴν Τράπε-
5715ζαν, τὰ δὲ χρεώγραφα ἐζήτησε νὰ ἐκποιήσῃ, ὅτι προέβη μά-
5716λιστα εἰς ἐκποίησίν τινων αὐτῶν, ἐξ ὧν ἐπορίσθη 310,305
5717δραχμὰς, ὅτι ὅμως, κατιδὼν, ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς ἣν ἐπωλοῦντο,
5718δὲν ἦτο συμφέρουσα εἰς τὸν σκοπὸν, ἔπαυσε τὴν πώλησιν,
5719ἀναβαλὼν νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν βραδύτερον. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον
5720καθῆκον νὰ εἴπω, —καὶ ταῦτα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν Προ-
5721ϋπολογισμὸν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πράξεως ἐπιδρῶ-
5722σιν ἐπ’ αὐτοῦ,—ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, τὰ
5723χρεώγραφα, τὰ παραληφθέντα ἐκ τῆς κληρονομίας Συγγροῦ,
5724νὰ πωλήσῃ, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος
5725περιῆλθον ταῦτα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ὀφειλέτου, τὸ πρόσ-
5726ωπον τοῦ δανειστοῦ καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ ὀφειλέτου συνέ-
5727πεσαν, ἐπῆλθε σύγχυσις, καὶ τὸ χρέος ἠφανίσθη. Τοῦτο νο-
5728μικῶς δὲν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν, ὁ δὲ ὀφειλέτης, εἰς ὃν
5729ἐκληροδοτήθησαν τὰ ὁμόλογα, ἅτινα ἐξέδωκεν ὑπὲρ τοῦ δα-
5730νειστοῦ αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς ἐκληροδοτήθησαν αὐτῷ τὰ ὁμό-
5731λογα, διὰ συγχύσεως ἔπαυσε νὰ ὀφείλῃ τὸ ποσόν. Ἐκ τοῦ
5732νόμου λοιπὸν ὑποχρέωσις ὑπῆρχε νὰ μένωσιν ἐκεῖ νεκρὰ, ὡς
5733μὴ ἔχοντα πλέον διὰ τὸ Κράτος ἀξίαν. Τὸ Κράτος ἔκτοτε
5734δὲν ὤφειλε τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ὁμολογιῶν· ὤφειλε τὸ Κρά-
5735τος, λόγῳ τῆς ἐντολῆς τοῦ διαθέτου, νὰ δαπανήσῃ χρῆμα
5736πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι παρέλαβε τὸ κληροδότημα, ἐξ οὗ
5737ἐπορίσθη τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους, καὶ ἀντὶ τῆς ὠφελείας
5738ταύτης ἐπιβάλλεται αὐτῷ τὸ βάρος τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ
5739σκοποῦ ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἔχει
5740οὕτω, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὠφελείας τοῦ Κράτους συμ-
5741φέρει πολύ· διότι, καθ’ ὃν χρόνον τὰ χρεώγραφα ταῦτα εἶ-
5742χον διαφορὰν τιμῆς δραχμὰς 1,770,000, τὸ Κράτος, ἂν διέ-
5743γραφεν αὐτὰ, καὶ ἀνεκοίνου τὴν διαγραφήν των εἰς τὴν Διε-
5744θνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ὅπως κανονισθῶσι κατὰ λόγον
5745τῆς διαγραφῆς τὰ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἤθελε κερδήσει
5746αὐτὴν ἐκείνην τὴν ὥραν 1,770,000, ἤθελεν ἀποσβέσει χρέος
5747αὐτοῦ πρὸς 41%, ὀφεῖλον 100, ἤθελεν ἀπελευθερωθῇ διὰ
574841. Τοῦτο εἶναι προφανές· καὶ ἐνῷ ἤθελεν οὕτως ἀπελευθε-
5749ρωθῇ βάρους 59%, ἤθελε μείνει ὀφειλέτης πρὸς τὸν σκοπὸν
5750τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀντεπροσ-
5751ώπευον αἱ ὁμολογίαι αὗται. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5752μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἔδειξε δισταγμὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν παρά-
5753κλησίν μου, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ὑπο-
5754μνήσω, ὅτι θέλει ἔχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἂν προβῇ εἰς τὴν
5755πώλησιν τῶν χρεωγράφων, μὴ ἀναφέρουσα τὸ ζήτημα εἰς τὴν
5756Βουλήν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
5757δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλην λύσιν ἢ ἐκείνην, ἣν ὑπο-
5758δεικνύω. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ἂν, προκειμένου περὶ δανείων,
5759ὧν τὸ κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς 500,000,000 φράγκα καὶ
5760πλέον, τὸ ποσὸν ἑνὸς ἢ 2 ἑκατομμυρίων δὲν ἔχῃ μεγάλην
5761σημασίαν, πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι οὔτε
5762πρῶτον οὔτε τελευταῖον τοῦτο τὸ ποσὸν εἰσέρχεται εἰς τὰ
5763Ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἢ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ Ταμεῖα,
5764ἐφ’ ὧν τὸ Κράτος ἔχει ἐποπτείαν καὶ δύναμιν ἐπιδράσεως,
5765καὶ ὅτι, ἂν κατορθωθῇ, οὕτω συγκεντρουμένους ἐν Ἑλλάδι
5766ὑπὲρ δημοσίων σκοπῶν τίτλους ν’ ἀντικαθιστῶμεν, ἐξαφα-
5767νίζοντες, διὰ δραχμῶν, ἐνῷ θέλομεν ἔχει ἄμεσον ὄφελος τὴν
5768διαφορὰν τῆς τιμῆς τῆς πραγματικῆς πρὸς τὴν τιμὴν τὴν
5769ὀνομαστικὴν, θέλομεν κατὰ τι ἐπισπεύσει τὴν λύσιν τῶν
5770χρεῶν ἡμῶν, ἥτις εἰς πάντα Ἕλληνα εἶναι εὐκταία.
5771§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5772Ἡ τελευταία εὐχὴ τοῦ ἀγορεύοντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
5773Βουλευτοῦ εἶναι εὐχὴ παντὸς Ἕλληνος. Κατ’ ἀκολουθίαν
5774τὴν συμμερίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται
5775περὶ θέματος ἀφορῶντος εἰς τὰς εἰς χρυσὸν ὁμολογίας, αἵτι-
5776νες διετέθησαν διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ
5777πρὸς τὸ Δημόσιον, ἵνα τὸ τίμημα αὐτῶν χρησιμοποιηθῇ πρὸς
5778ὡρισμένον σκοπόν. Εἴπετε προηγουμένως, ὅτι νομικῶς τὸ
5779ζήτημα οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ὅμως πάν-
5780τες οἱ νομικοί, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην, καὶ οἱ Νομικοὶ
5781Σύμβουλοι καί τινες ἄλλοι, ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην. Μοὶ
5782παρέστησαν, ὅτι ἡ σύγχυσις αὕτη (confusio) δὲν ἔχει ἐφαρ-
5783μογὴν ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἀξιῶν, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ὀνο-
5784μαστικῶν. Πλὴν ὅμως τούτου, ἐνταῦθα πρόκειται περὶ κλη-
5785ροδοτήματος ὑπὸ τρόπον (sub modo), τουτέστι τὸ Δημό-
5786σιον δὲν εἶναι κληροδόχον, ὡς ἤθελεν εἶναι ἐν περιπτώσει,
5787καθ’ ἣν τὸ κληροδότημα ἀνῆκεν εἰς αὐτό. Ὁ διαθέτης ἐν-
5788ταῦθα ἐθεώρησε τὸ Δημόσιον ὡς τὸ καταλληλότερον πρὸς
5789ἐκτέλεσιν ὡρισμένου σκοποῦ· ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὴν ἐντολὴν
5790ταύτην εἰς ἕτερόν τινα, οἷον εἰς τὴν σύζυγόν του, ἵνα ἐκ τοῦ
5791χρήματος αὐτοῦ ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοποὺς, οἱ ὁποῖοι ἀνεγρά-
5792φησαν ἐν τῇ διαθήκῃ του. Τὸ Δημόσιον τὸ ἐθεώρησε προσ-
5793φορώτερον, διότι πρόκειται περὶ φυλακῶν, περὶ δικαστικῶν
5794καταστημάτων καὶ σχολείων, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ
5795οἰκοδομῶν δημοσίας χρήσεως, ἔκρινε τὸ Δημόσιον ὡς καταλ-
5796ληλότερον πρὸς τὴν κρείσσονα καὶ σκοπιμωτέραν τοῦ χρή-
5797ματος διάθεσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆ-
5798ρα τοῦ κληροδοτήματος. Τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου
5799εἶναι ἁπλοῦς ἐντολοδόχος, ὡς ἔχον ῥητὴν ἐντολὴν νὰ λάβῃ
5800τὰ χρήματα ταῦτα καὶ τὰ διαθέσῃ πρὸς ὡρισμένους σκοπούς.
5801Ἡ σύμπτωσις, ὅτι ἐν τῷ κληροδοτήματι τούτῳ ἀπεδόθησαν
5802εἰς τὸ Δημόσιον καὶ χρεώγραφα, δὲν μεταβάλλει τὸν σκοπὸν
5803τοῦ διαθέτου. Ἐξεταστέον ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ
5804ἔποψιν πρακτικωτέραν. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ Κράτος ἔπραττεν
5805ὡς ὑμεῖς φρονεῖτε. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἐκπλη-
5806ρώσῃ τοὺς ἐν τῇ διαθήκῃ ἀναγραφομένους σκοποὺς, πρέπει
5807νὰ καταβάλῃ τὸ χρῆμα· γνωστοῦ δὲ ὄντος, ὅτι τὰ δημόσια
5808οἰκονομικὰ δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἄμεσον καταβολὴν τοῦ πο-
5809σοῦ αὐτοῦ, θὰ ἠναγκαζόμεθα, μέχρις οὗ διὰ τῆς χρεωλυσίας
5810καὶ τῶν τόκων εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν 1,200,000, νὰ περι-
5811μένωμεν 75 ἔτη, ἵνα δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς
5812σκοποὺς τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς ὑποθέτω, δὲν
5813ἐπεθύμει ὁ κ. Βουλευτής. Ἐντεῦθεν, εἴτε χρήματα ἐλαμβά-
5814νομεν, εἴτε χρεώγραφα, ἔχομεν μίαν ἐντολὴν, νὰ τὰ χρησι-
5815μοποιήσωμεν πρὸς τοὺς ὁρισθέντας σκοπούς. Σημειωτέον, ὅτι
5816πολλὰ τοιαῦτα κληροδοτήματα, περιλαμβάνοντα καὶ ὁμολο-
5817γίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφίνονται εἰς αὐτὴν, ὅπως χρη-
5818σιμοποιηθῶσι πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, ἡ δὲ Τράπεζα ἐκ-
5819ποιεῖ τὰς ὁμολογίας της, καὶ τὸ προϊόν αὐτῶν διαθέτει συμ-
5820φώνως τῇ διαθήκῃ. Οὐδέποτε δὲ ἠγέρθη ὑπόνοιά τις, ὅτι
5821λαμβάνει χώραν σύγχυσις.
5822§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ μὴ ἀμφισβητήσω
5823τὴν λύσιν τῶν νομοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί ὑπεχρεώθη
5824τὸ Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τοῦ κληροδοτήματος; Νὰ ἱδρύσῃ
5825σχολεῖα κλπ. Ὅπως ἱδρύσῃ σχολεῖα, ἔχει ἀνάγκην χρημά-
5826των μετρητῶν, καὶ ὄχι τίτλων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουρ-
5827γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε καὶ ἐξεποίησε μέρος τῶν
5828τίτλων. Ἀλλ’ ἐὰν, ἀντὶ νὰ πωλήσητε εἰς τὴν ἀγορὰν τοὺς
5829τίτλους, ἐκρατεῖτε αὐτοὺς, διαγράφοντες αὐτοὺς, οὕτω δὲ
5830συντελοῦντες καὶ εἰς ὄφελος τῶν δανειστῶν, — διότι ἐκ τῆς
5831διαγραφῆς ἤθελεν αὐξήσει τὸ ποσοστὸν τῶν τόκων, τῶν πλη-
5832ρωνομένων πρὸς αὐτοὺς, — δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον ἤθε-
5833λεν εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς ἀδυναμίαν, πρὶν ἢ παρέλθωσιν 75
5834ἔτη, νὰ καταβάλῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου τὸ χρῆμα.
5835Διότι νομίζω, ὅτι, προκειμένου κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸ
5836Κράτος νὰ ἀπαλλαγῇ ἀμέσως βάρους δραχ. 1,770,000, τῆς
5837διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς σήμερον, εἶναι πολὺ εὔκολον εἰς αὐτό,
5838ὅπερ ἔχει ἤδη κατατεθειμένον ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ
5839τόσων χιλιάδων δραχμῶν, πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ἐν τῇ δια-
5840θήκῃ ὡρισμένους, εἰς τὰς Τραπέζας ἐπὶ τόκῳ, νὰ ἀναγράφῃ
5841εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους ἐπὶ 5 ἢ 6 ἔτη πίστω-
5842σιν, ἐξ ἧς θέλει παραλαμβάνει κατὰ ἐτησίας δόσεις τὸ πο-
5843σὸν τοῦτο μετὰ τοῦ τόκου, καὶ ἢ καταβάλλῃ εἰς πληρωμὰς,
5844ἢ καταθέτῃ αὐτὸ εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς
5845ὡρισμένους. Οὕτως ἐντὸς 5 ἢ 6 ἐτῶν, ἄνευ σπουδαίου βά-
5846ρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε κατορθώσει νὰ ἐπαρκέ-
5847σητε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου, ἐξαλείφοντες ἐν τούτοις
5848ἀπὸ τοῦδε μέρος τοῦ δημοσίου χρέους.
5849§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
5850Ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ φυλακὰς ἐν-
5851τὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους, διαθέτουσα πρὸς τοῦτο τὸ ἐκ δραχ.
58521,500,000 κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Ἂν τὰ
5853οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διετέλουν ἐν καταστάσει ἐπιτρε-
5854πούσῃ τὴν ἄμεσον καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, οὐδεμίαν
5855ἠθέλομεν ἔχει δυσκολίαν νὰ κρατήσωμεν τὰ χρεώγραφα, περὶ
5856ὧν πρόκειται.
5857§248ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσέρχομαι νῦν, Κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς
5858διοικήσεως, ἅτινα θέλω ἐξετάσει, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ
5859ποσοῦ τοῦ ἐν ὅλῳ ὡρισμένου ὑπὲρ τῶν σταθερῶν ἐξόδων, τοῦ
5860ποσοῦ δραχ. 57,635,171...
5861§249ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀναπαυ-
5862θῆτε ὀλίγον διὰ διακοπῆς ὀλίγων λεπτῶν;
5863§250ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, τί θέλουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνά-
5864δελφοι, ἀλλ’ ἐγὼ διακοπὴν δὲν θὰ ζητήσω, διότι δὲν ἐπι-
5865θυμῶ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας μηδὲ διακοπὴν ἑνὸς λεπτοῦ
5866νὰ δεχθῶ· ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἀκε-
5867ραία ἡ εὐθύνη τῆς πιεστικῆς συμπεριφορᾶς πρὸς τὰ μέλη
5868τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
5869Εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων τῆς κα-
5870θαρᾶς διοικήσεως, τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα ὁρίζονται
5871καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἰς 54,043,711
5872δραχμὰς, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δρ. 5,005,928, αἵτινες εἶπον
5873πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ καταταχθῶσιν εἰδικῶς ἐν τῷ
5874πρώτῳ μέρει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀναγόμεναι εἰς ἀνάγ-
5875κας τῆς διοικήσεως. Τὰ 54 ταῦτα ἑκατομμύρια κατανέμον-
5876ται ὡς ἑξῆς εἰς τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
5877Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν Δρ. 2,008,925.91
5878Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν » 2,613,978.36
5879Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης » 6,181,445.54
5880Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν » 14,544,644.—
5881Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
5882Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως » 5,075,248.—
5883Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν » 17,103,441.58
5884καὶ Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν » 7,024,947.80
5885Δηλαδὴ τὸ ἔτος 1901 εἰς τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρε-
5886σίας εἶναι οἰκονομικώτερον τοῦ ἔτους 1900 κατὰ δραχμὰς
58873,343,883. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ προηγουμένου ἔ-
5888τους ἦτο ἐν τούτῳ κατὰ 3,825,028 δραχμὰς βαρύτερος τοῦ
5889Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899
5890ἦτο κατὰ 791,947 δραχμὰς βαρύτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ
5891τοῦ 1898. Ὥστε τὸ ἔτος 1901 φέρει τὸ βάρος τῶν αὐξή-
5892σεων τοῦ ἔτους 1899 καὶ τοῦ ἔτους 1900, μεῖον τῶν ἐλατ-
5893τώσεων, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα.
5894Ἐν τῇ κατανομῇ τῶν ἐξόδων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
5895νομικῶν δὲν μοὶ φαίνεται ἄξιον παρατηρήσεώς τινος σπου-
5896δαίας. Παρατηρῶ, ὅτι ἦτο δυνατὴ οἰκονομία τις εἰς τὸ Ἐθνι-
5897κὸν Τυπογραφεῖον, ὅπερ ἴσως εἶναι καὶ καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν,
5898ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον ἢ ἄν, ἱδρυομένων μι-
5899κρῶν τυπογραφείων εἰς δύο ἢ τρία Ὑπουργεῖα, δὲν συμφέ-
5900ρει μᾶλλον νὰ διαλυθῇ.
5901Ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιθεωρήσεως βλέπω
5902ἐλάττωσιν 18,600 δρ. Διὰ τίνα λόγον, δὲν λέγει ἡ ἔκθεσις.
5903Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέμενε πολλὰ ἀγαθὰ ἐκ
5904τῶν ἐπιθεωρήσεων, δὲν γινώσκω δέ, διὰ τίνα λόγον σήμερον
5905μετέβαλε γνώμην, ἐλαττώσας τὴν δαπάνην ταύτην.
5906§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἰταλοῦ ὀργα-
5907νωτοῦ τῆς τελωνοφυλακῆς ἔληξεν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900.
5908§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ἣν ὥραν ἡ Κυβέρνησις πρῶτον συνω-
5909μολόγησε σύμβασιν μετὰ τῆς Ρουμανίας, ἔπειτα ἔχει ἐλπί-
5910δας, ὅτι ταχέως θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύ-
5911σεων μετὰ τῆς Τουρκίας περὶ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, τρί-
5912τον ἐφρόντισεν, ὡς ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅπως εἰς τὴν Βουλγα-
5913ρίαν τὰ ἑλληνικὰ κονιὰκ εἰσάγωνται ἄνευ τῶν δυσχερειῶν,
5914ἃς τελευταῖον παρενέβαλλεν ἡ Βουλγαρία, δὲν βλέπω διὰ
5915τίνα λόγον ἠλαττώθη τὸ ποσόν, τὸ ἀποδιδόμενον ἀντὶ ἀμοι-
5916βῆς κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν κονιὰκ, ἀπὸ 44,000 δρ. εἰς 24,000.
5917Φοβοῦμαι μήπως ἡ ἐλάττωσις δὲν εἶναι πραγματική.
5918Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων βλέπω ἐλάττωσιν κατὰ δραχ.
591927,000, ἥτις μοὶ φαίνεται, ὅτι δικαιολογεῖται ἐκ τῶν πινά-
5920κων τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων μεταλλείων καὶ
5921ὀρυχείων, ὅ,τι μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν, δὲν εἶναι τὸ ποσόν,
5922ὅπερ εἰσπράττομεν, ἀλλ’ ὅ,τι δαπανῶμεν· διότι ἐν τῷ γε-
5923νομένῳ ὑπολογισμῷ εὗρον, ὅτι τὸ ἓν τρίτον τῶν εἰσπραττο-
5924μένων δαπανᾶται πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς εἰσπράξεως. Μοὶ φαί-
5925νεται δέ, ὅτι, προκειμένου περὶ εἰσπράξεως πόρων τοῦ Κρά-
5926τους, ἡ δαπάνη τοῦ ἑνὸς τρίτου εἶναί τι ὑπερβολικὸν καὶ
5927ἄξιον νὰ κινήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ εἶπον
5928ἤδη καὶ πρότερον, ὅτι εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
5929Οἰκονομικῶν, διότι κατώρθωσε νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίαν δραχ.
5930150,000 περίπου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1901.
5931Τὸν αὐτὸν ἔπαινον δὲν ἔχω νὰ ἀπονείμω εἰς τὸ Ὑπουρ-
5932γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερι-
5933κῶν ἰδοὺ τί παρατηρῶ. Τὸ 1899 ἡ δαπάνη ἦτο δραχμαὶ
59342,198,373, ηὐξημένη κατὰ 80 περίπου χιλιάδας δραχμῶν
5935ὑπὲρ τὴν τοῦ ἔτους 1898. Κατὰ τὸ 1900 ἡ δαπάνη ἀνεβι-
5936βάσθη εἰς 2,424,122 δραχμάς, δηλαδὴ κατὰ 226,000 περί-
5937που δραχμάς. Κατὰ τὸ 1901 ἡ δαπάνη ἀναβιβάζεται εἰς
59382,613,978 δραχμάς· ἤτοι, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ προη-
5939γούμενον ἔτος, ὑπάρχει αὔξησις 189,856 δραχμῶν. Δηλαδὴ
5940ἐντὸς διετίας, παραλειπομένης τῆς διαφορᾶς δεκάδων τινῶν
5941χιλιάδων δραχμῶν, μεταξὺ 1898 καὶ 1899, ἐντὸς διετίας,
5942ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν,—
5943ἐνδεικτικοὶ δὲ μόνον εἶναι οἱ ἀριθμοί, οἵτινες δὲν παριστῶσι
5944τὸ ὅλον τῆς αὐξήσεως, διότι, ὅσον προχωρεῖ ὁ χρόνος, θέλο-
5945μεν ἔχει καὶ ἄλλας προσθήκας, μὴ ἐφαρμοσθέντος ἐντελῶς
5946τοῦ διαγράμματος ἐκείνου τοῦ πολυτελοῦς, τῆς ἀνοργανώ-
5947σεως τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας,—ηὐξήθησαν, λέγω, αἱ δα-
5948πάναι ἐντὸς διετίας διὰ προσθήκης 415,605 δραχμῶν, ἐπὶ
5949προϋπολογισμοῦ 2,198,373 δραχμῶν κατὰ τὸ 1899· ἔχομεν
5950δηλαδὴ αὔξησιν κατὰ 20%.
5951§253Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς
5952τὴν αὔξησιν τοῦ ἔτους 1900 πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι
5953αὕτη προέρχεται καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς πιστώσεως διὰ
5954τὴν νομισματικὴν διαφορὰν καὶ ἐκ τῆς συμπληρώσεως τῶν
5955θέσεων δύο πρέσβεων, πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἔκ τινος αὐξήσεως
5956τοῦ κονδυλίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς
5957τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν παρατηρεῖτε μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ
5958τοῦ 1901, αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ
5959νόμου· διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ὅμως τοῦ προξενικοῦ νόμου ἔχομεν
5960καὶ σπουδαίαν αὔξησιν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν. Ἡ
5961αὔξησις δὲ αὕτη, ὡς πρὸς τοὺς 7 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους
5962ἤδη ἰσχύει ὁ νέος προξενικὸς νόμος, ἀνέρχεται εἰς 81,000
5963φράγκα χρυσᾶ, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἐκ τῶν τελῶν τούτων
5964εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1899. (Διάλογοι).
5965§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι, ὡς ἀναγράφον-
5966ται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὰ τῶν προξενι-
5967κῶν εἰσπράξεων, ἡ ἀναγραφὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς πληρο-
5968φορίαν τῆς Βουλῆς καὶ συναγωγὴν συμπερασμάτων. Διότι ἐν
5969ταῖς προξενικαῖς εἰσπράξεσι περιλαμβάνονται — καὶ εἰς τοῦτο
5970ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
5971λευτοῦ — καὶ τὰ κληρονομικὰ τέλη. Δὲν γνωρίζομεν, ποῖον
5972ποσὸν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀντιπροσωπεύουσι τὰ κληρονομικὰ
5973τέλη ἐν τῷ πίνακι τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
5974Ἐξωτερικῶν...
5975§255ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰ κληρονομικὰ τέλη δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν
5976προξενικῶν τελῶν.
5977§256ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξετάσητε, διότι πολὺ
5978φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἔχει οὕτω. Ὅπως δήποτε, τὸ πρᾶγμα θεω-
5979ρῶ ἄξιον ἐξετάσεως... Ἰδοὺ λοιπὸν τί δεικνύουσιν οἱ ἐτή-
5980σιοι πίνακες τῶν προηγουμένων ἐτῶν: κατὰ τὸ ἔτος 1883
5981εἰσεπράχθησαν δρ. 606,249, κατὰ τὸ 1884 δρ. 586,690,
5982κατὰ τὸ 1885 δρ. 595,639, κατὰ τὸ 1886 δρ. 687,922,
5983κατὰ τὸ 1887 δρ. 615,740, κατὰ τὸ 1888 δρ. 559,854,
5984κατὰ τὸ 1889 δρ. 551,645, κατὰ τὸ 1890 δρ. 532,442,
5985κατὰ τὸ 1891 δρ. 571,620.
5986§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....
5987§258ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀριθμοί, οὓς ἀνέγνων, ἀναφέρονται εἰς
5988νόμισμα μεταλλικόν, καὶ ἐκ τῶν ἐτῶν τούτων μόνον τὸ ἔτος
59891886 εἶναι εἰς δραχμὰς χαρτίνους, ὡς ἐμφαίνεται ἐν τῇ κάτω
5990τοῦ πίνακος σημειώσει, ἥτις διακρίνει τὸ ἔτος τοῦτο (ἀνα-
5991γινώσκει): «Τὸ ὑπὸ τὸ ἔτος 1886 σημειούμενον ποσὸν εἰσ-
5992πράξεων ἔχει ὑπολογισθῆ εἰς χαρτονόμισμα, περιληφθείσης
5993τουτέστιν ἐν αὐτῷ καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς 20%».
5994Εἶναι πίναξ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατατεθεὶς
5995ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐγένετο ἡ διάκρισις
5996αὕτη. Κατέθηκε δὲ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς προχθὲς πίνακα,
5997ὅστις ἀνάλογα ποσὰ δεικνύει (ἀναγινώσκει): «Τὸ 1894 εἰσ-
5998επράχθησαν δραχ. 549,437, τὸ 1895 δρ. 550,115, τὸ 1896
5999δρ. 554,610, τὸ 1897 (ἔτος τοῦ πολέμου) δραχ. 281,866,
6000τὸ 1898 δρ. 477,553, τὸ 1899 δρ. 503,807, καὶ τὸ 1900
6001μέχρι τοῦ Νοεμβρίου δρ. 451,227».
6002§259Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
6003Τὸ 1898 ἀνεγράφη κεχωρισμένως ἡ νομισματικὴ διαφορά.
6004§260Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ
6005πίναξ, ὃν προσάγετε, δὲν περιλαμβάνει ὅλα τὰ Προξενεῖα.
6006§261ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τόσῳ καλλίτερον. Ὅπως δήποτε λίαν
6007ἀμφιβάλλω, ἂν τὰ ποσὰ, ὅσα ἐκ τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου
6008ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργός, θέλει καὶ εἰσπράξει. Καὶ ἐπειδὴ
6009ὡμίλησα ἄλλοτε περὶ αὐτῶν, εἶναι δὲ προκεχωρημένη ἡ ὥρα,
6010δὲν θὰ ἐπιμείνω.
6011Γνωρίζω τοῦτο μόνον, ὅτι, ὅτε ἐπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι
6012αἱ πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Ἐλέγχου, καὶ ἱδρύθη τὸ σήμερον ὑφιστά-
6013μενον δυστυχὲς καθεστὼς, ἐλάβομεν μεταξὺ ἄλλων συμβου-
6014λῶν καὶ ταύτην, νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν ἐπὶ ἕξ ἔτη
6015πέραν τῶν 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἕκαστον, 300,000,
6016αἵτινες ἀποτελοῦσιν ½%, ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων τότε
6017ἐξόδων. Ἀντὶ τοῦ ½%, ὅπερ συνεβούλευσαν ἡμῖν
6018οἱ ξένοι, οἱ ἔχοντες κοινὰ κατὰ τοῦτο τὰ συμφέροντα πρὸς
6019ἡμᾶς, ἀντὶ τοῦ ½%, ὅπερ ἀπετέλουν αἱ 300,000
6020δραχμαὶ, μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει ηὐξη-
6021μένα κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη τὰ ἔξοδα αὑτοῦ κατὰ δραχ.
6022415,605, κατὰ 20% τοῦ ἰδίου αὑτοῦ προϋπολογισμοῦ.
6023Καὶ θέλετε νὰ ἴδητε, ποῦ δαπανῶνται πολλὰ τῶν χρημάτων
6024τούτων; Δύο Πρεσβεῖαι — εὐτυχῶς δύο, διότι ἡ τρίτη δὲν
6025εἶναι πλήρης — λαμβάνουσιν ἐπιχορήγησιν παράνομον, διότι
6026ὁ νόμος, ὅστις ἔδιδεν εἰς αὐτὰς ἐπιχορήγησιν, εἶχε προσωρινὸν
6027σκοπόν. Καὶ ἐπεστήθη πέρυσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ προσοχὴ
6028ἐπὶ τούτων, — οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι κατέστη ἀδύνατον ἐν-
6029ταῦθα ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολο-
6030γισμοῦ, ἄρθρου βαθέως ψηφιζομένου, — ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ
6031τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Πληρώνονται λοι-
6032πὸν ἕνεκα τοῦ νόμου ἐκείνου εἰς ἑκάστην τῶν Πρεσβειῶν τού-
6033των 18,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τοῦ μισθοῦ τοῦ πρέσβεως,
6034οὕτως ηὐξημένου κατὰ 36,000 δραχμὰς εἰς τὰς δύο Πρε-
6035σβείας, δι’ οὐδένα λόγον, διότι δὲν ὑφίσταται νῦν ὁ λόγος, δι’
6036ὃν ἐδόθησαν ἐν ἔτει 1896, ὁ δεδικαιολογημένος τότε, διότι
6037ἐν Γαλλίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, ἕνεκα τῶν διαπραγμα-
6038τεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀνετίθεντο βάρη πρόσθετα εἰς τοὺς
6039πρέσβεις, βάρη καὶ ἐργασίας καὶ δαπάνης, ὧν ἕνεκα ὁ τότε
6040Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
6041τερικῶν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ προσθήκης εἰς τὸν
6042μισθὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ τότε δὲν ἥδρευον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ
6043εἰς ἁπάσας τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφετο ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐψη-
6044φίσθη ὁ νόμος τότε. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον αὐτοῦ:
6045«Εἰς τοὺς κλπ. θέλουσι πληρώνεσθαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ
6046δραχμαὶ 1500 κατὰ μῆνα πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα,
6047εἰς τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποβληθῆ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθη-
6048κόντων αὑτῶν», τῶν καθηκόντων τῶν εἰδικῶν, ἅτινα ἀνετί-
6049θεντο εἰς αὐτούς.
6050§262Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀνα-
6051γράφεται εἰς τὸν νόμον ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτά;
6052§263ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τῶν
6053συνήθων τῶν ἐν Γαλλίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ Πρεσβειῶν
6054ἀπῄτει 18,000 δραχμῶν ἐπιχορήγησιν ἰδιαιτέραν, ἐρωτῶ, διὰ
6055τίνα λόγον εἰς τὸν ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ πρέσβυν δὲν πα-
6056ρείχετο ἡ αὐτὴ ἐπιχορήγησις;
6057§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Πετρουπόλει δὲν ὑπάρχει
6058Πρεσβεία.
6059§265ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἰς τὰς ἄλλας Πρεσβείας,
6060λόγῳ ὅτι ἐν ταῖς ἄλλαις χώραις δὲν ἀντεπροσωπεύοντο δα-
6061νεισταὶ διαπραγματευόμενοι περὶ συμβιβασμοῦ, δὲν ὑπῆρχε
6062λόγος νὰ δοθῇ ἀμοιβὴ ἕνεκα ἐκτελέσεως νέων καθηκόντων.
6063Ὁ νόμος, ἂν δὲν εἶχε τὸν λόγον τοῦτον, δὲν ἤθελεν εἴπει, ὅτι
6064ἡ αὔξησις γίνεται πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα
6065«θέλουσιν ὑποβληθῆ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των»,
6066ἀλλὰ θὰ ἔλεγεν ἁπλῶς, ὅτι αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία αὐτῶν,
6067ὡς ἐγένετο διὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει θέσιν.
6068§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμῶν ὑπῆρχε τὸ Ὑπουρ-
6069γεῖον τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχεν
6070ἀνακαλέσει τοὺς πρέσβεις, ἡμεῖς δὲ ἕνεκα τούτου δὲν εὕρομεν
6071ἐν Εὐρώπῃ τοιούτους, ἀλλὰ καὶ δὲν ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ
6072διορίσωμεν πρέσβεις, διότι δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ αὐξήσωμεν
6073τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον ἠσχολούμεθα νὰ πραγματο-
6074ποιήσωμεν τὸν συμβιβασμόν. Διωρίσαμεν λοιπὸν πρέσβεις ἐν
6075Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις, διότι εἰς τὰς τρεῖς
6076ταύτας πόλεις ὑπῆρχον τὰ κομιτᾶτα τῶν δανειστῶν. Ἐπειδὴ
6077δὲ ὁ διορισθεὶς πρέσβυς ἐν Λονδίνῳ κ. Μαυροκορδᾶτος δὲν με-
6078τέβη, ἀφέθη ἐκεῖ μόνος ὁ Γραμματεύς, διευθύνων τὴν Πρε-
6079σβείαν. Ἂν ἤδη ἐξέλιπεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον διωρίσθη-
6080σαν τότε οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι πρέσβεις, ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ πλη-
6081ρώσωμεν τὰς Πρεσβείας διὰ πρέσβεων· δὲν πρέπει δὲ τὸ ζή-
6082τημα τῆς χορηγίας τῶν πρέσβεων νὰ ἀμφισβητηθῇ, διότι ἔχο-
6083μεν ἀνάγκην νὰ ἀντιπροσωπευώμεθα παρὰ ταῖς Μεγάλαις
6084Δυνάμεσιν, ἕνεκα τῶν μεγάλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα τυγ-
6085χάνουσιν ἐκκρεμῆ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην τῆς
6086προστασίας αὐτῶν.
6087§267ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι, οἵτι-
6088νες ἐπιβάλλουσι νὰ ἐξισώσωμεν τὰς θέσεις.
6089§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρέ-
6090πει πάντως νὰ γένηται ὅ,τι γίνεται τώρα διὰ τὸν ἐν Βερο-
6091λίνῳ καὶ τὸν ἐν Παρισίοις.
6092§269ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, ἐν τῷ εἰδικῷ τούτῳ θέματι, φρονῶ,
6093ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν αὔξη-
6094σιν ταύτην· ἐγὼ δὲν ἤθελον ἐξισώσει τοὺς μισθοὺς πασῶν τού-
6095των τῶν Πρεσβειῶν, νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἐπαρκεῖς οἱ μι-
6096σθοὶ οἱ παρεχόμενοι ἐν τῷ ὀργανικῷ νόμῳ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ
6097ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι παραστάσεως, αἵτινες καταβάλλον-
6098ται ὑπὸ τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος, δυστυχῶς. Διότι τὰ
6099χρήματα ταῦτα δίδονται, ὅπως ἀντιπροσωπεύηται τὸ Κρά-
6100τος εὐπρεπῶς, ἀναλόγως τῆς διδομένης δόσεως, καὶ ὑποτιθε-
6101μένου πάντοτε, ὅτι ὁ ἀντιπροσωπεύων εἶναι πρόθυμος νὰ δια-
6102θέσῃ καί τι ἐκ τῶν ἰδίων· ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι πολλάκις
6103καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσί τινες, δὲν δαπανῶσι, καὶ ἐκεῖνα,
6104ἅτινα λαμβάνουσι, δὲν χρησιμοποιοῦσιν εἰς ἔξοδα παραστά-
6105σεως, δι’ ἃ καὶ παρέχονται.
6106Περιττὴν δαπάνην, δαπάνην πολυτελείας ἐννοῶ σήμερον
6107τὴν δαπάνην, ἥτις ἀνεγράφετο καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν Προϋπο-
6108λογισμὸν, —ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπραγματοποιεῖτο—τὴν δαπάνην
6109πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀκολούθων καὶ ἀποστολὴν ἀκο-
6110λούθων εἰς τὰς Πρεσβείας, ἐκ δρ. 8,200. Θεωρῶ ἐπίσης ἀσύγ-
6111γνωστον νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑ-
6112πουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ λογιστὴς καὶ τμηματάρχης...
6113§270Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ συγ-
6114χωρεῖτε. Ἔχετε λάθος. Ὑπάρχει μόνον εἷς λογιστὴς τμη-
6115ματάρχης.
6116§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ διαφορά τις,
6117ὅτι τὸ Λογιστικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο γρα-
6118φεῖον, καὶ οὐχὶ τμῆμα, προΐστατο δ’ ἄλλοτε αὐτοῦ ὁ κ. Κομ-
6119πότης, μετὰ ταῦτα δ’ ἐτάχθη ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γρηγοριάδης·
6120ὁ προβιβασμὸς ὅμως τοῦ γραφείου αὐτοῦ εἰς τμῆμα καὶ τοῦ
6121διευθύνοντος αὐτὸ εἰς τμηματάρχην ἦτο ὑπερβολή.
6122§272ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἦτο ἔργον ἐμὸν ἐν τῷ νέῳ Ὀργα-
6123νισμῷ τοῦ Ὑπουργείου.
6124Ὑπάρχει ἀπὸ πέρυσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
6125γείου τῶν Ἐξωτερικῶν πίστωσις, ἥτις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν
6126νόμον, ἥτις καὶ ἐπραγματοποιήθη κατὰ 3,000 δραχμὰς πέ-
6127ρυσι, πίστωσις φέρουσα τὴν ἐπιγραφὴν «ἐπίπλωσις προξενι-
6128κῶν γραφείων». Ἡ πίστωσις αὕτη, ὄχι μόνον δὲν στηρίζε-
6129ται εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν
6130αὐτοῦ. Διότι τὸ ἄρθρον 105 τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὅπερ ὑφί-
6131σταται ἔτι ἐν ἰσχύϊ, λέγει ὅτι «ἐκ τοῦ διὰ γραφικὰ ὡρισμέ-
6132νου ποσοῦ πληρώνονται τὰ χρήσιμα ἔπιπλα, ἡ ἐπιδιόρθωσις
6133καὶ ἡ συντήρησις αὐτῶν».
6134§273Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πέ-
6135ρυσιν εἰς τὴν ἔκθεσιν ἀνέφερα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους
6136ἠναγκάσθην νὰ προσθέσω τὴν πίστωσιν ταύτην. Οἱ λόγοι εἶ-
6137ναι οἱ ἑξῆς. Ἐν Ἀλβανίᾳ καὶ Μακεδονίᾳ οἱ ἡμέτεροι πρόξε-
6138νοι σπανίως ἠδύναντο ἐξ ἰδίων των νὰ εὕρωσι τὰ ἀπαιτούμενα
6139μέσα, ὅπως ἐπιπλώσωσι τὰ προξενικὰ γραφεῖα, ἐνῷ καὶ οἱ
6140Σέρβοι καὶ οἱ Ρωμοῦνοι καὶ οἱ Βούλγαροι ἔχουσι πολυτελῆ
6141γραφεῖα· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν, ἐκ
6142γραφικῶν ἐξόδων 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἢ 50, οἱ πρόξενοι νὰ
6143ἐπιπλώσωσι πρεπόντως τὰ γραφεῖά των. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη,
6144ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ ποσόν τι ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη εἰς
6145τὰ Προξενεῖα Θεσσαλονίκης, Σκοπίων, Σερρῶν καὶ Ἰωαννί-
6146νων, ἵνα ἐπιπλώσωσι τὰ γραφεῖά των.
6147§274ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι, ἂν ὑπῆρχεν ἀληθῶς
6148ἀνάγκη 5,000 δραχμῶν δι’ ἔπιπλα προξενικῶν γραφείων,
6149ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ περὶ τούτου νόμον, ὄχι
6150μόνον διότι οὐδεμία πίστωσις δύναται νὰ δοθῇ ἄνευ νόμου, —
6151καὶ ἂν ὑπῆρχεν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἤθε-
6152λεν ἐγκριθῆ ἡ χρῆσις τῆς πιστώσεως ταύτης, — ἀλλὰ καὶ
6153διότι ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον· ὁ νόμος λέγει, πόθεν γίνεται
6154ἡ ἐπίπλωσις.
6155Ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
6156Ἐξωτερικῶν, ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐξόδων ὑπάρχει διάταξις, ἥτις
6157κατὰ πρότασίν μου εἶχε διαγραφῆ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1899,
6158ἥτις ὅμως παρεισήχθη πάλιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
61591900, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομε-
6160ρειῶν, παρέμεινεν. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
6161Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δαπάναι, αἵτινες διὰ ῥητοῦ νό-
6162μου, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1892, ἀπαγορεύεται ν’ αὐξη-
6163θῶσι δι’ εἰδικῆς πιστώσεως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
6164Ἀκριβῶς διότι πρόκειται περὶ δαπάνης τοιούτων ἐξόδων μυ-
6165στικῶν, ἐν οἷς ἀπαιτεῖται πολλὴ προσοχή, μήπως ἐξολισθή-
6166σωμεν πέραν τοῦ μέτρου καὶ δαπανῶμεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέ-
6167πει, ὁ ὑποβαλὼν τὸν νόμον τοῦτον — καὶ ἔτυχεν ὑποβαλὼν
6168νὰ ἦναι αὐτὸς ὁ ἀγορεύων ταύτην τὴν στιγμὴν — εἰσήγαγε
6169τὸν περιορισμόν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει):
6170«Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
6171γείου ἀναγράφεται κατ’ ἔτος εἰδικὴ πίστωσις εἰς ἐξωτερικὰς
6172δαπάνας. Ἡ πίστωσις αὕτη διατίθεται ἀποκλειστικῶς εἰς
6173τὸν δι’ ὃν ἀναγράφεται σκοπὸν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων,
6174ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
6175καὶ εἰδικὸν προϋπολογισμόν, προεψηφισμένον ὑπ’ αὐτοῦ καὶ
6176ἀνεπίδεκτον αὐξήσεως διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων πέραν
6177τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου ἀνα-
6178γεγραμμένης». Τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ 1899 ἀπηύθυνα παρα-
6179τήρησιν πρὸς ὑμᾶς, διεγράφη ἀπὸ τοῦ νόμου τῶν ἐξόδων τοῦ
61801899, ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 εἰσήχθη ἐκ
6181νέου. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ διαγράψῃ
6182τὴν διάταξιν ταύτην.
6183§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπέχω νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῆς
6184διαχειρίσεως καὶ τοῦ προορισμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον διατίθενται
6185αἱ πιστώσεις αὗται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν· παρα-
6186τηρῶ ὅμως, ὅτι μετὰ τὸ 1897 καὶ 1898 αἱ πιστώσεις εἶναι
6187ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς. Δὲν εἶναι ὄντως μόνον αἱ ἀνάγκαι, διὰ
6188τὰς ὁποίας διατίθεται μέχρι τοῦδε ἡ πίστωσις αὕτη, ἀλλ’
6189ἀνεφύησαν καὶ ἐδημιουργήθησαν καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, πολλαί·
6190ἀφοῦ δὲ ἡ προσωπικὴ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἄμυνα
6191τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Ἑλλάδα δὲν δύναται νὰ ἦναι
6192πλήρης, πρέπει τὰ χορηγούμενα αὐτοῖς μέσα νὰ συμπληρώ-
6193νωσιν αὐτήν.
6194§276ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος. Ἐγὼ δὲν ἠθέ-
6195λησα νὰ εἴπω τι περὶ τούτου, διότι ἐπειθόμην, ὅτι, ἀφοῦ ἡ
6196Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὁμοφώνως σύμπασα συνέστησεν εἰς
6197τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ὁ Ὑπουρ-
6198γὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελον ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὐτῶν.
6199§277Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Προ-
6200βλέπων, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι ἐπαρ-
6201κὴς, ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διάταξιν ἐπιτρέπου-
6202σαν τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως. Ἀφοῦ ὅμως δὲν γίνεται τοῦτο,
6203θὰ ἐγγράψω πίστωσιν.
6204§278Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι προσῆκον εἶναι νὰ
6205ὀργανωθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως καλῶς.
6206§279Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι καλῶς διωργανωμένα, καὶ ἰδίως
6207ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἀξιότι-
6208μος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅστις ἔλαβε τὴν φροντίδα νὰ
6209κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου ἐπὶ τὰ βελτίω.
6210§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δαπάνην πολυτελείας ὡσαύτως ἐγὼ κρί-
6211νω καὶ τὴν ὑπὲρ στρατιωτικοῦ ἀκολούθου ἐν Κωνσταντι-
6212νουπόλει. Ἐξ ὅσων ἐδείχθησαν, βλέπετε, ὅτι δὲν εἶπον ὑπερ-
6213βολὴν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν
6214ὑπάρχει τάσις πρὸς ὑπερβολικὰς δαπάνας· καλῶς δὲ ἐλέχθη
6215χθὲς, ὅτι, δαπανῶντες, ὅσον καὶ ἂν ἦναι εὐλόγως ἀρεστὰ τὰ
6216κρείττονα, πρέπει νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ ἐκτείνωμεν τοὺς
6217πόδας ἡμῶν τόσον, ὅσον δὲν ἐπαρκεῖ νὰ καλύψῃ αὐτοὺς τὸ
6218σκέπασμα.
6219§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πολυτέλεια δὲν εἶναι ἁρμό-
6220ζουσα εἰς μικρὰ Κράτη, ἀφοῦ μάλιστα μεγάλα Κράτη δὲν
6221ἔχουσι τοιαύτην πολυτέλειαν. Ἐπεσκέφθην τὰ Ὑπουργεῖα
6222τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐνθυμοῦ-
6223μαι, ὅτι ὁ βαρῶνος Ὄρτσεϋ εἰργάζετο ἐν Βιέννῃ εἰς δωμάτια
6224ὀλιγώτερον πολυτελῶς διεσκευασμένα ἢ ὅσον τὰ δωμάτια
6225τῶν γραφέων τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου ἢ τῶν ἐν Ἀθήναις
6226διοικητικῶν ἢ οἰκονομικῶν ἀρχῶν.
6227§282ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντὶ τούτων, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐν τῷ
6228Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τάσις πρὸς δαπάνας εἶναι με-
6229γάλη.
6230§283Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδὲν ἐδαπανήθη κατὰ τὰ τελευταῖα
6231ἔτη περισσότερον διὰ γραφικὰ ἔξοδα.
6232§284ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς. Ἡ τάσις πρὸς
6233τὴν πολυτέλειαν φέρει ὑμᾶς ὄχι μόνον εἰς πλείστας περιττὰς
6234δαπάνας, ἀλλὰ καὶ γεννᾷ ζητήματα διεθνῆ. Ἐτάξατε δύο
6235Γενικὰ Προξενεῖα ἐν Αἰγύπτῳ· ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη αὐτῶν;
6236τίς ἡ ἀνάγκη τῶν δύο Γενικῶν Προξενείων; Μετεθέσατε τὴν
6237ἕδραν τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου ἐξ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊ-
6238ρον, ὅπερ ἀπέχει ἓξ ὥρας σιδηροδρομικῶς ἀπ’ αὐτῆς, διὰ λό-
6239γους, ὧν τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ ὠφέλιμον ἠμφισβήτησα πέρυ-
6240σιν, ὅτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω τινὰ περὶ τοῦ θέματος. Ἀλλὰ,
6241τοῦτο πράξαντες, μετεθέσατε ἐκ τοῦ Καΐρου εἰς Ἀλεξάν-
6242δρειαν τὸ Προξενεῖον, προαγαγόντες αὐτὸ εἰς Γενικὸν Προ-
6243ξενεῖον, καὶ οὕτω, πρὸς τῇ ματαίᾳ δαπάνῃ, δωρεὰν ἐγεννή-
6244σατε καὶ διεθνεῖς δυσχερείας. Ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἔχο-
6245μεν πλήρη τὴν ἀντιπροσωπείαν ἡμῶν τὴν διπλωματικὴν,
6246τὴν πολιτικὴν, ἐν Καΐρῳ, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ βρα-
6247δύνῃ ἡ ἐκεῖ μετάβασις τοῦ πολιτικοῦ πράκτορος, διότι ὑπάρ-
6248χει ἤδη ἐγκατεστημένος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενικὸς πρόξενος,
6249γνωρίζω δὲ, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ ἀνα-
6250γνωρίσῃ δύο γενικοὺς προξένους ἐν τῇ χώρᾳ...
6251§285Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπο-
6252θέτω, ὅτι θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ.
6253§286ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι πλανᾶσθε. Εὑρίσκετο ἄλ-
6254λοτε Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ ἀπὸ πολ-
6255λοῦ, ἀλλ’ ἦλθε στιγμὴ, καθ’ ἣν, προκειμένου νὰ σταλῇ νέος
6256γενικὸς πρόξενος, ἠξίωσεν ἡ Πύλη, ἀφοῦ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις
6257δὲν εἶχον γενικοὺς προξένους, νὰ μὴ ἔχωμεν μηδὲ ἡμεῖς.
6258§287Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὕτη ἡ αἰτία εἶναι καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐν
6259Αἰγύπτῳ.
6260§288ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τότε διαρρήδην τὴν
6261ἀξίωσιν ταύτην, καὶ ἐπειδὴ καὶ τὸ δίκαιον ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν
6262καὶ τὸ ζήτημα ἠγείρετο ἐν χώρᾳ, οἵα ἡ Κρήτη, ἡ Πύλη ὑπε-
6263χώρησε, καὶ ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸς ὁ πρόξενος ὁ
6264γενικὸς ἐν Χανίοις, ὅπου πᾶσαι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις εἶχον
6265ἁπλοῦς προξένους· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐξ ὑποβολῆς τινος αὐ-
6266τῶν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα. Ἀφοῦ δὲ ἡ Πύλη ἠναγκάσθη νὰ
6267ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Γρυπάρην ἐν Κρήτῃ ὡς γενικὸν πρόξενον,
6268τότε καὶ αἱ ἀντιλέγουσαι τῶν Δυνάμεων, ὅπως μὴ ἔχῃ πάν-
6269τοτε τὴν πρυτανείαν τῆς Ἑλλάδος ὁ γενικὸς πρόξενος, προε-
6270βίβασαν τοὺς προξένους αὐτῶν εἰς γενικοὺς προξένους.
6271§289Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι γενικοὶ πρόξενοι
6272ἐν Ἀλεξανδρείᾳ.
6273§290ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλος ὁ τίτλος καὶ ἄλλος ὁ βαθμὸς καὶ
6274ἡ τάξις τοῦ Προξενείου.
6275§291ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι προσωπικὸν βεβαίως αὐτό.
6276Εἰς τὸ Κάϊρον οἱ περισσότεροι ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων
6277εἶχον τίτλον πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ.
6278§292Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ γενικοῦ προξένου. Ὑπάρχου-
6279σιν ἐν Καΐρῳ γενικοὶ πρόξενοι πασῶν τῶν Δυνάμεων, καὶ οἱ
6280πρόξενοι οὗτοι ἔχουσι πρόσθετον ἐπίτιμον βαθμόν. Ἐν Ἀλε-
6281ξανδρείᾳ ὑπάρχουσι πρόξενοι καὶ γενικοὶ πρόξενοι.
6282§293ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἄλλο τοῦτο, καὶ ἄλλο τίτλος τῆς ἀρχῆς.
6283§294Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως δὲν πρέπει νὰ προβῇ τις
6284εἰς συζήτησιν ἄλλην. Ἐὰν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἀρνῆ-
6285ται νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐν Αἰγύπτῳ ὕπαρξιν δύο γενικῶν
6286προξένων, δὲν ἔχω πολλοὺς λόγους, ἵνα ἐπικρίνω αὐτήν,
6287ἥτις, ὡς Κυβέρνησις, θέλει νὰ διατηρήσῃ ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἐν
6288τῷ κέντρῳ, ὅπου ἑδρεύει ὁ Ἡγεμών.
6289§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς τοιαύτας
6290συγκρούσεις. Ἐν δὲ τῷ θέματι τούτῳ εὑρισκόμεθα πιθανῶς
6291εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς διαθέσεις πλειόνων τοῦ ἑνός.
6292Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ
62931899 εἶχε προϋπολογισμὸν ἐξόδων δραχ. 5,758,200, καθ’
6294ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 κατὰ δρ. 330,000
6295περίπου. Κατὰ τὸ 1900 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου
6296ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 6,363,678· διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ.
6297605,478, ἥτις, ἀφαιρουμένης τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἐλατ-
6298τώσεως κατὰ 182,233 δραχμάς, περιορίζεται κατά τι. Διότι
6299κατὰ τὸ 1901 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
6300καιοσύνης εὐτυχῶς ἐλαττοῦται κατὰ τὸ ἄνω ποσὸν, καὶ οὕ-
6301τως ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἀπὸ τοῦ 1899 ἀναβαίνει εἰς δραχ-
6302μὰς 423,245...
6303§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι θέλω ἐλαττώσει
6304τὴν εὐχαρίστησιν, ἣν ἔχετε διὰ τὴν μείωσιν ταύτην. Ἐὰν
6305παραβάλητε τὰς δαπάνας κατὰ μέρος τοῦ Ὑπουργείου τῆς
6306Δικαιοσύνης ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 πρὸς τὸν προ-
6307ϋπολογισμὸν τοῦ 1900, θέλετε κατανοήσει, ὅτι ἡ οἰκονομία
6308δὲν εἶναι πραγματική, διότι θέλουσιν ἐξαφανίσει αὐτὴν αἱ
6309ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις.
6310§297ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠλαττώθη καὶ πολὺ ἡ εὐχαρίστησίς
6311μου, διότι ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ εἶχον σκοπὸν νὰ παρατηρήσω
6312ταῦτα. Ἀποδεικνύουσι δὲ τὰ λεχθέντα, ὅτι, ἐπὶ προϋπολο-
6313γισμοῦ δρ. 5,758,200, ἐντὸς διετίας κατὰ 8% ηὐξή-
6314θησαν τὰ ἔξοδα, καὶ ἡ τοιαύτη αὔξησις ἔχει προορισμὸν νὰ
6315ἐπιτείνηται κατ’ ἔτος.
6316Ἡ αὔξησις τῶν τε μισθῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δι-
6317καστηρίων ἀποτελεῖ βεβαίως σταθερὰν προσθήκην εἰς τὸν
6318Προϋπολογισμὸν. Αἱ δὲ δαπάναι αἱ περικοπτόμεναι καὶ μι-
6319κρότεραι εἶναι καὶ ἔχουσι χαρακτῆρα οἰκονομίας προσωρινῆς
6320καὶ ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
6321ἐπαναφέρονται. Ἡ δαπάνη ἡ διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα ὑπε-
6322λογίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε συνεζη-
6323τεῖτο τὸ θέμα τοῦτο, εἰς δραχ. 169,000, προκειμένου περὶ
6324πέντε Πρωτοδικείων· τὸ ποσὸν ἄρα, ὅπερ ἀναγράφεται διὰ
6325τέσσαρα Πρωτοδικεῖα ἐπὶ τέσσαρας μῆνας τοῦ 1901, εἶναι
6326δραχ. 45,466. Ἡ ἐκ δρ. 89,870 οἰκονομία, περὶ ἧς γίνεται
6327λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ, καλύπτει βεβαίως τὸ
6328ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι προσωρινὴ οἰκονομία, ἀπέναντι στα-
6329θερᾶς αὐξήσεως, καὶ δὲν ἐπαρκεῖ εἰς κάλυψιν τοῦ διὰ τὸ ὑπό-
6330λοιπον ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους ποσοῦ δραχ. 91,332, ὅπερ εἶναι
6331ἀναγκαῖον διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα· εἶναι δὲ διὰ τοῦτο καὶ
6332ἀπατηλή. Ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν εἶχε κινήσει τὴν προσο-
6333χὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ αὐ-
6334ξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρέ-
6335στησα τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ αὔξησις ἤθελε ταχέως
6336ἐπιταθῆ, διότι ταχέως προβαίνει καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρε-
6337σίας τῶν δικαστῶν. Ὑπελογίζετο τότε ἡ αὔξησις ἐν τῇ αἰ-
6338τιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει εἰς δραχ. 209,840. Κατὰ
6339τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Ἰουνίου 1899, ῥητῶς ἐλέχθη ὑπ’ ἐ-
6340μοῦ τοῦτο: «209,000 δραχμαὶ ἐμφανίζονται ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’ ἡ
6341προσθήκη ἀληθῶς δὲν εἶναι 209,000 μόνον, διότι ἡ αὔξησις
6342τῶν μισθῶν θέλει προβαίνει πολὺ ταχύτερον ἢ ὅσον ἀναγρά-
6343φεται, καὶ ταχέως θέλει φθάσει εἰς 220 καὶ 230 χιλιάδας
6344καὶ πλέον». Πέρυσιν εἴχομεν 213,200 δραχμάς· καὶ ἰδοὺ ἡ
6345αὔξησις ἡ ἐκ τῶν μισθῶν ἐφέτος ἔφθασεν εἰς δρ. 225,820.
6346Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν φέρει εὐτυχῶς ἐφέτος
6347ἐλάττωσιν κατὰ δραχ. 1,317,937. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη,
6348ἀληθῶς εἰπεῖν, δὲν εἶναι ἐλάττωσις, ἀλλὰ παραμένει αὔξη-
6349σις· διότι μεταξὺ τοῦ 1899 καὶ 1900 εἴχομεν αὔξησιν δραχ.
63502,377,356· ἀφαιρουμένης δὲ τῆς ἐφετεινῆς ἐλαττώσεως,
6351παραμένει αὔξησις ἐντὸς δύο ἐτῶν 1,059,519 δραχμῶν· ἤτοι
6352καὶ ἐνταῦθα πάλιν, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 13,500,000 δρ. τοῦ
63531899, ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν κατὰ 8% περίπου. Διὰ
6354τὴν ἀστυνομίαν κατὰ τὸ 1899 ἀνεγράφετο δαπάνη δραχ.
63552,807,292, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 500,000 λόγῳ κενῶν θέ-
6356σεων, πρὸς μερικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ. Ἡ ἀστυ-
6357νομία κατὰ τὸ 1901 θέλει καταναλώσει δραχ. 4,471,860
6358περίπου· ἐπὶ πλέον διαφορὰ δρ. 1,664,568. Ἀλλὰ, κατὰ τὸν
6359νέον νόμον, ἡ ὀργανικὴ δαπάνη τῆς ἀστυνομίας εἶναι δραχ.
63604,971,860, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 500,000 δραχ.
6361λόγῳ κενῶν θέσεων φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ πρὸ ὀλίγου
6362ἐσημείωσα. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι μόνον αὕτη,
6363ἀλλ’ ἔχομεν ἐπὶ πλέον καὶ τὰς ἀντιστοίχους δαπάνας, τὰς
6364γινομένας μέχρι τοῦδε ἐν αὐτῷ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς
6365ἐπανερχομένους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
6366Ἡ δαπάνη διὰ τὰ ταχυδρομικὰ τοῦ 1899 εἶναι δραχμαὶ
63672,650,588, τὸ 1900 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 2,906,480, τὸ 1901
6368εἰς δρ. 3,298,390. Δηλαδὴ ἔχομεν ἐν δυσὶν ἔτεσιν ἐν μόνοις
6369τοῖς ταχυδρομείοις αὔξησιν δραχ. 647,302. Ὑπολογίσατε,
6370πόσον τοῖς ἑκατὸν ἔρχεται.
6371§298Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει διαφορὰ, ἣν
6372πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε. Ὅταν ἐξετάσητε τοὺς ἀπολογισμοὺς,
6373θὰ ἴδητε τὸ πρᾶγμα.
6374§299ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαι-
6375δεύσεως. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἔχομεν διὰ τὸ 1901
6376ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ 138,799 δραχμάς. Ἀλλ’ ἔχω νὰ
6377παρατηρήσω καὶ ἐνταῦθά τινα. Παραβάλλω πρὸς τὸ ἔτος
63781900, καὶ βλέπω, ὅτι παραμένει ἡ αὔξησις, ἡ προερχομένη
6379ἐκ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως· βλέπω δὲ, ὅτι,
6380καίτοι διατηρουμένου ἐν ἰσχύϊ τοῦ ψηφισθέντος εἰδικοῦ νό-
6381μου, ἐξαλείφεται ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῆς Γυμναστικῆς,
6382καὶ περιορίζεται κατὰ τοῦτο—καλῶς κατὰ τοῦτο—ἡ πί-
6383στωσις, λόγῳ ἀργίας τῆς θέσεως. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν
6384κατηργεῖτο αὐτὴ ἡ θέσις νομοθετικῶς. Βαρύτατα εἶναι τὰ
6385καταβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀσκόπως ὑπὲρ τῆς γυμνα-
6386στικῆς. Ἂν προεβλέπομεν τελεσφόρως, δὲν θὰ ὡρίζομεν πο-
6387σὸν πλούσιον διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμνα-
6388στηρίου, εἰς ὃ δαπανῶνται, νομίζω, 28,000 δραχμαί, ἐνῷ δὲν
6389ἔχει τοῦτο ἢ τέσσαρας μόνον τοὺς φοιτῶντας σήμερον. Τὸ
6390Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον ἀπεδείχθη ἄχρηστον ἵδρυμα ἐν-
6391τελῶς. Οὐδεὶς σχεδὸν φοιτᾷ ἐφέτος εἰς αὐτό. Ἐφοίτησαν εἰς
6392τὸ Γυμναστήριον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως πέρυσί τινες, οἵ-
6393τινες ἀπεφοίτησαν, λαβόντες πτυχίον γυμναστοῦ καὶ εἰσα-
6394χθέντες, ὡς νομίζω, εἰς διαφόρους θέσεις οὕτως ἀμέσως, ἄνευ
6395οὐδεμιᾶς ἄλλης προπαρασκευῆς. Ἀλλὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυ-
6396μναστήριον εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὸ νὰ τρέφωνται
6397πρόσωπα οὐδεμίαν ἔχοντα ἐργασίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχει
6398ἄλλην γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Θὰ ἐπεθύμουν
6399νὰ ἤκουον τὴν γνώμην αὐτοῦ...
6400§300ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
6401δεύσεως). Ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν στιγ-
6402μήν.
6403§301ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὅλον νομοθέτημα εἶναι οὐχὶ μόνον ἐπι-
6404ζήμιον χρηματικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀνατρεπτικὸν πάσης ὀρθῆς
6405ἰδέας παιδεύσεως γυμναστικῆς ἐν τῷ Κράτει, διότι ἡ γυ-
6406μναστικὴ θεμελιωδῶς πρέπει νὰ ἦναι ἀποτεθειμένη εἰς χεῖ-
6407ρας τῶν δημοδιδασκάλων, ἐκεῖθεν δὲ νὰ ἀναβαίνωσι γυμνα-
6408στικῶς προπαρεσκευασμένοι οἱ νέοι εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευ-
6409σιν καὶ τὴν ἀνωτέραν, ὅπου δι’ ἄλλου ἴσως τρόπου θὰ ἦτο
6410δυνατὸν νὰ παρέχηται εἰς αὐτοὺς εὐκολία πρὸς περαιτέρω
6411ἐξάσκησιν, πολὺ οἰκονομικώτερον.
6412Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν...
6413§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλη-
6414σιαστικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχουσι κεφάλαια «βοη-
6415θήματα εἰς Συλλόγους».
6416§303ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί· ἀλλὰ περιεκόπησάν τινα. Περιε-
6417κόπησαν τὰ εἰς γυμναστικοὺς Συλλόγους.
6418§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ Συλλόγου «Παρ-
6419νασσοῦ» ἱδρυθεῖσα «Σχολὴ τῶν ἀπόρων παίδων» εἶναι ἵδρυ-
6420μα, τὸ ὁποῖον παράγει καὶ παρήγαγε καρποὺς ἀγλαούς. Εἶχον
6421προτείνει πέρυσι καὶ ἀνεγράφη ποσὸν χιλίων δραχμῶν. Ἤθε-
6422λον προτείνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ σήμερον νὰ χορηγήσῃ
6423καὶ ἕτερον κατὰ προσθήκην ποσὸν χιλίων δραχμῶν, προορι-
6424ζόμενον νὰ διατεθῇ διὰ τὰ ὑπνωτήρια τῆς Σχολῆς τῶν ἀπό-
6425ρων παίδων, ὡς ἐπίσης ἤθελον προτείνει νὰ ἀναγράψῃ τὸ
6426Ὑπουργεῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν δύο ἢ τριῶν χιλιά-
6427δων δραχμῶν διὰ τὴν Ἐπαγγελματικὴν Σχολὴν τῶν γυναι-
6428κῶν. Ὁ σκοπὸς τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι ἄξιος πάσης ἐνι-
6429σχύσεως, τὸ δὲ ἵδρυμα αὐτῆς χρησιμώτατον εἰς τὴν κοινω-
6430νίαν.
6431§305ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
6432σεως). Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ ὅταν ἔλθωμεν
6433εἰς τὰ καθέκαστα, θέλομεν προτείνει τοιοῦτόν τι σχετικόν.
6434§306Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ διὰ τὸν Σύλλογον τοῦ «Ἑλληνι-
6435σμοῦ» εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀνάλογος πίστωσις.
6436§307Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα! Ἀφοῦ περι-
6437εκόπη ἡ τῆς Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας!
6438§308ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περι-
6439έχει καὶ τοῦτο ἐλάττωσιν δραχμῶν 1,295,000 περίπου ἀπὸ
6440τοῦ περυσινοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμο-
6441νῶμεν ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ προηγουμένως εἶπον, ὅτι διαγράφε-
6442ται ἐντελῶς τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ περὶ τῆς χω-
6443ροφυλακῆς, παραμένοντος μόνου τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀρχηγοῦ.
6444Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν νέον τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δαπάνη
6445ἔμελλε νὰ ἦναι δραχ. 4,000,000...
6446§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρχηγοῦ 290 χωροφυλάκων!
6447§310ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
6448§311Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....
6449§312ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναὶ, κύριε Ὑπουργὲ, εἴπετε τοῦτο καὶ
6450προχθές. Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε, ὅτι πέρυσιν ἐπεμένετε, ὅτι θὰ
6451ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἐλησμονήσατε δὲ καὶ ἕτερόν τι, ποίους
6452λόγους προσηγάγετε ὑμεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
6453κῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγκαταλιπὼν τὴν
6454ἕδραν τοῦ Προέδρου, ἣν κατεῖχε τότε, καὶ καταβὰς ἐνταῦθα,
6455ὅπως παράσχῃ τὴν ἐπικουρίαν τῶν γνώσεων αὑτοῦ ἐν τῷ εἰ-
6456δικῷ τούτῳ θέματι. Ἐλέγετε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι κακῶς ὑπελο-
6457γίζομεν τότε, ὅτι κατὰ τὸ νέον σύστημα θὰ ἔλειπον 2,000
6458περίπου ἄνδρες ἐκ τῶν 13,000, οἵτινες εἶναι προωρισμένοι
6459ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν,
6460καὶ ἐλέγετε, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης 4,000 ἀνδρῶν ἐκ τῆς
6461χωροφυλακῆς εἰς τοὺς 4,000 ἄνδρας τῆς νέας ἀστυνομίας καὶ
6462τοῦ κρείττονος ποιοῦ καὶ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φυλακῶν,
6463ὅπως προσδιώριζεν αὐτὰς ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ
6464σήμερον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἠθέλετε φθάσει
6465εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν τῶν οὐχὶ
6466δύο χιλιάδων, διότι ἐλέγετε αὐτοὺς ὀλιγωτέρους, ἀλλὰ τῶν
64671500 περίπου ἀνδρῶν, εἰς ὅσους συνεφωνήσατε. — Ἐγὼ νο-
6468μίζω πάντοτε, ὅτι οἱ ἐλλείποντες ἦσαν ἄνω τῶν 2 χιλιά-
6469δων. — Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐφρονεῖτε πρὸ δύο ἐτῶν, σήμερον φρο-
6470νεῖτε, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, καὶ μετὰ μόνου τοῦ
6471ἀριθμοῦ τῆς ἀστυνομίας ἠλαττωμένου, καὶ μετὰ τοῦ Ἀρχη-
6472γείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μετὰ ποιοῦ χωροφυλακῆς ὁμοίου
6473πρὸς τὸ μέχρι τοῦδε, αὐτοῦ τοῦ μέχρι τοῦδε, θὰ ἐπιτύχητε
6474τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, ὃν δὲν ἐφαρμόζετε. Δὲν γνω-
6475ρίζω ποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη, ἡ τοῦ 1899, ἢ ἡ τοῦ
64761900, ἢ ἡ νέα, εἰς ἣν ἐπιμένετε σήμερον.
6477§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
6478Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ οἱ δύο νόμοι συνάμα νὰ ἐφαρμοσθῶσι·
6479διότι, ἐὰν ζητήσητε ἐθελοντὰς διὰ τὴν ἀστυφυλακὴν καὶ συν-
6480άμα διὰ τὴν χωροφυλακὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχητε,
6481ὅταν ὁμολογούμενον ἦναι, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ ἀστυφύλα-
6482κος εἶναι ἀνώτεραι. Κατ’ ἀκολουθίαν, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ
6483ὁ ἀστυνομικὸς νόμος, καὶ μετὰ τοῦτον θὰ ἔλθῃ ἡ ἐφαρμογή
6484τοῦ νόμου τῆς χωροφυλακῆς.
6485§314ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε, κατὰ ταῦτα, ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸν
6486προσεχῆ Προϋπολογισμὸν, ὃν θέλομεν συζητήσει, ἂν ἤμεθα
6487ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ζωῇ, θέλομεν ἴδει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
6488ἐπαγγελιῶν τούτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
6489Ἀλλ’ ἄξιον περιεργίας εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι ὄχι μόνον δὲν
6490ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς, ὁ νέος ὀργανισμὸς, ὁ
6491ψηφισθεὶς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κατὰ τὸν
6492παλαιὸν ὀργανισμὸν ἀφαιροῦνται δραχ. 60,389, διότι, κατὰ
6493τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν, μέχρι τοῦδε ἀνεγράφοντο δραχμαὶ
64942,499,389, καὶ ἐφέτος ἀναγράφονται μόνον 2,439,000.
6495§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀπὸ ποῦ ἀφαιροῦνται;
6496§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τώρα.
6497§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι αὐθαίρετος ἐλάττωσις.
6498Ἐλαττώνονται ἀπὸ τὴν νοσηλείαν πιστώσεις, ἀπὸ κεφάλαια,
6499τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαιότατα.
6500§318ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρ-
6501χουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφαὶ ἐπιζήμιοι καὶ χρη-
6502ματικῶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐπιζήμιοι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ
6503συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας τῆς ναυτικῆς, ἀναγραφαὶ, αἵτι-
6504νες στηρίζονται εἰς ἐπαγγελίαν προσαγωγῆς νομοσχεδίων,
6505ἅτινα δὲν εἶδον μέχρι τοῦδε προσαχθέντα, εὐτυχῶς, διότι αἱ
6506ἀναγραφαὶ αὗται λόγον ἔχουσι τὴν ἐξομοίωσιν τῶν μισθῶν
6507ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ἄν ὑπάρχῃ τι ὀλέθριον ἐν τῷ ναυ-
6508τικῷ, οὗτινος οἱ ἄνδρες ἔχουσιν ἀνάγκην πολλῆς παρορμή-
6509σεως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος κατὰ θάλασσαν, τοῦτο
6510φέρει ἡ ἐξομοίωσις τῶν μισθῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Εὐθὺς
6511ὡς τελεσθῇ ἡ ἐξομοίωσις αὕτη, ὁ ὀλίγος ζῆλος πρὸς τὴν θα-
6512λασσίαν ὑπηρεσίαν θέλει καὶ οὗτος μαρανθῇ, καὶ θέλομεν ἴδει
6513τὰς πλατείας καὶ τὰς ἀγυιὰς τῶν δύο πόλεων πλήρεις τῶν
6514ἀποφευγόντων νὰ μεταβαίνωσι συχνὰ, ἵνα ἐκπληρῶσιν ὑπηρε-
6515σίαν κατὰ θάλασσαν.
6516§319Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ
6517νόμος; Καθόσον ἄνευ νόμου αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνα-
6518γραφεῖσαι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι.
6519§320ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο τὸ γνωρίζω. Βεβαίως, ἐὰν δὲν ψη-
6520φισθῇ ὁ νόμος, δὲν δύνασθε νὰ πληρώσητε. Τοῦτο γαλλιστὶ
6521ὀνομάζεται Vérité de Mr de la Palice (γέλωτες).
6522§321Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου
6523τῆς συζητήσεως. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἔχητε τὴν εὐκαι-
6524ρίαν νὰ συζητήσητε τὰ τοῦ θέματος.
6525§322ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριος οἶδεν! Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως ὀρθό-
6526τερον, ἂν ἦτο ἑτοίμη ἡ Κυβέρνησις νῦν, ὅτε συζητοῦμεν τὸν
6527Προϋπολογισμὸν, νὰ εἴπῃ, ἂν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸ σχέδιον
6528τοῦτο, ἢ καὶ τοῦτο παρῄτησεν. Ἀλλ’ οὐδὲν βλέπω. Δὲν εἶναι
6529ἑτοίμη.
6530§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πιστώσεις ἀναγράφονται διὰ
6531τὴν ἐκτέλεσιν νόμων. Ἐνῷ δὲ δὲν ἔγεινε νόμος, ἦτο περιτ-
6532τὸν νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις.
6533§324ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος καὶ αὐτὸς περι-
6534έχει ἐλάττωσιν δραχ. 800,000. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη
6535εἶναι εἰκονική. Διότι ἀντὶ τῶν 800,000 τούτων εἰσάγονται
6536εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου 925,000. Εἶπον, ὅτι εἰσάγονται
6537εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι
6538ταῦτα δὲν θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τοὺς σκοποὺς, οὓς ἐπιδιώ-
6539κει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
6540Ὅπως ἐπιτύχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν ἐξο-
6541μοίωσιν τῶν μισθῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ
6542εἰς ἀφαίρεσιν τινὰ, εἰς χύσιν, καὶ ἐξέλεξεν ὡς κατάλληλον
6543σκεῦος πρὸς τὴν τοιαύτην χύσιν τοὺς ἄνδρας τῶν πληρωμά-
6544των, καὶ ἐλαττώνει τὸν ἀριθμὸν τῶν πληρωμάτων. Ὅσον
6545ἐπιζήμιος εἶναι ἡ ἐξομοίωσις τῶν μισθῶν, ἄλλο τόσον ἐπι-
6546ζήμιος ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς ναυτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀριθμοῦ,
6547ὅστις εἶναι πάντως ἀναγκαῖος.
6548Ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δαπάνην τινὰ, ἥτις
6549ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἀναγράφηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
6550κονομικῶν, τὴν δαπάνην τῶν ἀτμοτελωνίδων. Θὰ ἦτο δὲ κα-
6551λὸν νὰ ἐγίνετο ὅπερ λέγω, διότι οὕτω θὰ ἐχωρίζετο καὶ ἡ
6552δαπάνη τῶν γαιανθράκων, τῶν ἀναγκαίων αὐταῖς, ἀπὸ τῆς
6553δαπάνης τῶν γαιανθράκων τοῦ στόλου. Ἀρκετὰ συγκεχυμέ-
6554νον καὶ ἐκτεταμένον εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς δαπάνης τῶν ἀν-
6555θράκων, τῶν ἀγοραζομένων ὑπὲρ τοῦ στόλου, ὥστε νὰ ἦναι
6556ὠφέλιμον νὰ παραμερισθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο, λαμβάνον τὴν
6557προμήθειαν ἄλλοθεν, καὶ μὴ συγχέον τὰς προμηθείας αὐτοῦ
6558μετὰ τῶν προμηθειῶν τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν ἄλλων πλοίων,
6559τῶν πλοίων τοῦ στόλου. Παρατηρῶ, ὅτι, ὁσάκις λαμβάνεται
6560ἀνάγκη ἀνθράκων καὶ ὑπάρχουσιν ἄνθρακες εἰς τὰς ἀτμοτε-
6561λωνίδας, μετατίθενται οἱ ἄνθρακες τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς
6562τὸν Ναύσταθμον, ἢ ὅπου ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἀνάγκη. Πρᾶγμα
6563ἀτοπώτατον καὶ ἐν γένει νὰ γίνεται, ἀλλὰ λόγον ἔχον τὴν
6564ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἀποθήκης.
6565Προκειμένου περὶ τῶν γαιανθράκων, Κύριοι, δι’ οὓς δα-
6566πανῶμεν πολλὰ, εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ γινώσκωμεν, πό-
6567σοι τούτων δαπανῶνται ὑπὲρ σκοπῶν ἀληθῶς ἐκπαιδευτι-
6568κῶν, σκοπῶν συντελούντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολεμι-
6569κοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, τοῦ στόλου ἡμῶν.
6570Οἱ πίνακες, οὓς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς
6571ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι λεπτομερεῖς. Ἐν αὐτοῖς δὲν περιέ-
6572χονται μόνα τὰ δαπανώμενα ἐν Πόρῳ, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὁ κ.
6573Ὑπουργὸς προφορικῶς, κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἐκεῖ οὐδεμία ὑπάρχει
6574κίνησις πλοίων, καὶ ἡ εἰς γαιάνθρακας δαπάνη, ἐπειδὴ εἶναι
6575δαπάνη μαγειρείου, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δὲν ὑπερβαίνει τοὺς
657680–100 τόννους. Ἀλλ’ ἔχω ἐνταῦθα τοὺς πίνακες τῆς δα-
6577πάνης τῆς γενομένης εἰς τὸν Ναύσταθμον—καὶ παραμερίζω
6578τούτους—καὶ τοὺς πίνακες τῆς δαπάνης τῆς γενομένης εἰς
6579τὰ πλοῖα. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχουσιν οἱ πίνακες οὗτοι. Κατὰ τὸ
65801900 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου ἐδαπανήθησαν τόννοι γαιανθρά-
6581κων εἰς πάντα τὰ πλοῖα, ἐκτὸς τοῦ «Μιαούλη», 3,587
6582567/800. Ἀκούσατε νῦν, πῶς κατανέμονται οἱ γαιάνθρακες οὗ-
6583τοι (ἀναγινώσκει πίνακα). Τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ»: ἐννέα πλοῖ,
65841806 μίλια, 661 τόννοι 200/800. «Ὕδρα»: οὐδεὶς πλοῦς, οὐδὲν
6585μίλιον, 74 τόννοι 148/800, δηλαδὴ δαπάνη μαγειρείου καὶ τὰ
6586τοιαῦτα. «Σπέτσαι» τρεῖς πλοῖ, 452 μίλια, 336 τόννοι καὶ
6587598/800, ὀκάδες δηλαδή τινες. «Μυκάλη»: δέκα πλοῖ, 1515
6588μίλια, 190 τόννοι 15/800. «Κρήτη»: 36 πλοῖ, 3186 μίλια,
6589320 τόννοι 740/800. «Ἀμφιτρίτη»: 19 πλοῖ, 9600 μίλια,
65901265 τόννοι. «Πηνειὸς»: 5 πλοῖ, 131 μίλια, 11 τόννοι
6591500/800. «Ἀχελῷος»: 20 πλοῖ, 4213 μίλια, 88 τόννοι. «Ἀλ-
6592φειός»: δύο πλοῖ, 78 μίλια, τρεῖς τόννοι 750/800. «Εὐρώτας»:
659327 πλοῖ, 4026 μίλια, 70 τόννοι 1/800. Καὶ ἔρχονται ἔπειτα
6594τὰ τορπιλλοφόρα μετ’ ἀσημάντων ποσῶν: τρεῖς πλοῖ, 14
6595μίλια, 2 τόννοι καὶ τὰ λοιπά. «Ἀφρόεσσα»: 2475 μίλια,
6596138 τόννοι 48/800, καὶ «Πάραλος»: 5750 μίλια, 410 τόννοι.
6597Ἐνταῦθα ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι πρὸς ἀκριβεῖς ἐκπαι-
6598δευτικοὺς σκοποὺς, ἐὰν ἐξετάσητε, ἀμφιβάλλω, ἂν θέλετε
6599εὕρει, ὅτι ἐδαπανήθησαν ἑκατὸν—ἂς θέσωμεν διακοσίους—
6600τόννοι, διότι καὶ τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσι σκοπὸν πολε-
6601μικὸν ἐκπαιδευτικόν, οἷον ὁ «Ἀχελῷος» καὶ ὁ «Εὐρώτας»,
6602ἅτινα ἔπλευσαν ἕκαστον ὀλίγον ὑπὲρ τὰ 4,000 μίλια, τὰ
6603πλεῖστα τῶν μιλίων τούτων δὲν ἐξετέλεσαν ἀποτελοῦντα μέ-
6604ρος τῆς μοίρας τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐν ἑλιγμοῖς, ἀλλ’ ἐξετέλε-
6605σαν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Λοιπὸν ἐξετέλεσαν μὲν αὐτὰ,
6606ἀλλ’ ὄχι δι’ ἐκπαιδευτικοὺς σκοπούς. Ὥστε ἐκ τοῦ πίνακα
6607τούτου προκύπτει, ὅτι ἐδαπανήσαμεν μὲν εἰς τοὺς γαιάνθρα-
6608κας πρὸς κίνησιν τῶν πλοίων, ἀλλ’ οἱ γαιάνθρακες οὗτοι
6609καταναλίσκονται εἰς σκοποὺς ὑπηρεσίας παντοίας, ἐλάχιστοι
6610δὲ εἰς σκοποὺς ἐκπαιδεύσεως τῶν πληρωμάτων καὶ τῶν ἀξιω-
6611ματικῶν τοῦ στόλου. Εἷς πλοῦς ἐν ἔτει 1900 ἔφερε τὸν χα-
6612ρακτῆρα ἐκπαιδευτικοῦ πλοῦ, ὁ πλοῦς τοῦ πλοίου «Μιαού-
6613λη». Ὁ «Μιαούλης», κατὰ τὸν πλοῦν τοῦτον, διήνυσεν ἐν
6614ἔτει 1900 μίλια 13,120, καὶ ἐδαπάνησε 1020 τόννους γαι-
6615ανθράκων...
6616§325Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δύο ταξείδια;
6617§326ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι ἐφέτος. Πέρυσι διήνυσεν 8740 μί-
6618λια, καὶ ἐδαπάνησε 1500 τόννους. Καὶ βλέπομεν ἐνταῦθα,
6619ὅτι ἐμφανίζεται πρόνοια ἀξιέπαινος, ὥστε νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ
6620δεύτερος πλοῦς ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγοδαπανώτερος, γινομέ-
6621νης καὶ χρήσεως συχνοτέρας τῶν ἱστίων. Ὑπὸ ταύτην τὴν
6622ἔποψιν εἶναι ἀξιέπαινοι οἱ διενεργήσαντες τὰ τοῦ πλοῦ τού-
6623του. Ἀλλ’ ἀμφισβητῶ, ὅτι οἱ δύο οὗτοι πλοῖ τοῦ «Μιαούλη»
6624εἶχον χαρακτῆρα ἀκριβῶς ἐκπαιδευτικόν. Βεβαίως οἱ ναῦται
6625παντὸς βαθμοῦ, οἱ παραμένοντες ἡμέρας καὶ νύκτας ἐν πε-
6626λάγει καὶ συγχρωτιζόμενοι πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ ἐξοικειού-
6627μενοι πρὸς τὸ στοιχεῖον τοῦτο, βεβαίως ἀποκομίζουσιν ὠφέ-
6628λειάν τινα, ἀλλ’ αὕτη εἶναι ὠφέλεια ἁπλῶς ναυτικὴ, οὐχὶ
6629ὠφέλεια ἐκπαιδευτικὴ πληρωμάτων καὶ ἀξιωματικῶν.
6630§327Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἔσχον
6631ὅμως εὐκαιρίαν νὰ σπουδάσωσι τὰ πράγματα.
6632§328ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ δα-
6633πανᾷ ὅσα δαπανῶσιν ἄλλα Κράτη, καὶ οὗτοι οἱ πλοῖ ἔδει νὰ
6634γίνωνται. Ἀλλ’ ὅτε ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ,
6635ὅπως γίνωνται αἱ τακτικαὶ ἀσκήσεις, ὅτε βλέπομεν, ὅτι καθ’
6636ὅλον τὸ ἔτος σχεδὸν δὲν ἐμφανίζονται γενόμεναι τακτικαὶ
6637ἀσκήσεις, ἀμφισβητῶ παντελῶς τὴν σκοπιμότητα τῶν τοιού-
6638των ἁπλῶν ἀποδημήσεων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
6639Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει πολὺν ζῆλον εἰς τὰ
6640τῆς ὀργανώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευ-
6641θύνει, καὶ τὸν ζῆλον προβάλλει πράγματι αὐστηρὸν ἐν τῇ
6642ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Βλέπω δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐκ-
6643θέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
6644διαγράφει καὶ τὸ πρόγραμμα, ὅπερ θέλει ἐφαρμόσει κατὰ τὸ
66451901, προκειμένου περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ναυτικοῦ.
6646Ἴσως πρὸ τούτου ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν πρόσκλησιν τοῦ
6647ὀργανωτοῦ, ὅστις καὶ οὗτος ἐν ἔτει 1899 ἐθεωρήθη ἀπαραί-
6648τητος, ἀλλ’ ἐξηφανίσθη νῦν ἀπὸ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμ-
6649ματος. Δὲν φρονῶ, ὅτι πρόσκλησις τοιαύτη ἤθελεν εἶναι χρή-
6650σιμος· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελεν εἶναι χρήσιμος,
6651ἂν ἐξακολουθῶμεν νὰ ἐκτελῶμεν τὰς ὁδηγίας τῶν ὀργανω-
6652τῶν, ὅπως ἐξετελέσαμεν τὰς μέχρι τοῦδε, εἶναι ἡ δαπάνη
6653ἄσκοπος. Διότι τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
6654δύναται νὰ ᾖναι καλὸν, — βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ
6655κρίνω περὶ αὐτοῦ, — ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τὰ τοῦ ἡμετέρου ναυ-
6656τικοῦ ὠργανώθησαν ὡς ἄριστα ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου
6657Lejeune, ὅστις, ὅτε ἀνεχώρησεν, ἔλεγε: «Νῦν ἔχετε στό-
6658λον· ἐργασθῆτε, ὅπως κατασταθῆτε ἄξιοι νὰ ἀναβιβάσητε αὐ-
6659τὸν εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ἐκ τῆς καταγωγῆς ὑμῶν ἔχετε
6660καθῆκον νὰ ἀνέλθητε». Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲν πράττομεν ἄλλο ἢ
6661νὰ καταργῶμεν ἐκεῖνα, ἅτινα ἐκεῖνος ὠργάνωσεν. Ἔχω ἀντί-
6662γραφον τοῦ «Ὀργανισμοῦ τῆς Μοίρας», ὡς προέβλεπεν αὐ-
6663τὸν οἰκονομικώτατον ὁ ναύαρχος Lejeune, καὶ ἀντιπαρα-
6664βάλλων πρὸς τὸν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν,
6665βλέπω, ὅτι διαφέρει οὐσιωδῶς ὁ εἷς τοῦ ἄλλου. Καὶ ἐρωτῶ:
6666ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ κῦρος
6667τοῦ ναυάρχου, ὅπως τροποποιήσῃ αὐτὸν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ
6668ἐκμηδενίζηται πᾶσα ἐξ αὐτοῦ ὠφέλεια; Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρω-
6669θυπουργὸν, ὅστις συνειργάσθη μετὰ τοῦ ναυάρχου Lejeune,
6670πῶς ἐλησμόνησεν ἔργον ὠφελιμώτατον, μετὰ τόσας δαπάνας
6671καὶ τόσην ἐργασίαν συντελεσθὲν, καὶ σήμερον, προϊστάμενος
6672τῆς Κυβερνήσεως, δέχεται τὴν τελείαν ἀνατροπὴν αὐτοῦ;
6673Νομίζω, ὅτι ἐξώφλησα τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Ὑπουρ-
6674γείων.
6675Ὁ διελθὼν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀποκομίζει
6676ταύτην τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, τὴν μὴ ἐπιδεχομένην
6677μεταβολὴν, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν ὑπὲρ τοῦ ἔργου τῆς
6678Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει διαθέσεις συστηματικὰς πρὸς δαπά-
6679νας, καὶ ὅτι, ἂν αὗται ἐμφανίζωνται κάπως μέτριαι κατὰ τὸ
6680ἐνεστὼς ἔτος, λόγος τούτου εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ
6681ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἀντελήφθη, ὅτι αἱ
6682ἰδέαι αἱ μεταρρυθμιστικαὶ, τὰ σχέδια τὰ πολυτελῆ, ἂν ἐφηρ-
6683μόζοντο καθ’ ὁλοκληρίαν, ἤθελον φέρει εἰς μεγάλα ἐλλείμ-
6684ματα.
6685Ἀλλὰ, τοιοῦτος ὢν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἆρά γε δεικνύει
6686ἀπέναντι αὐτοῦ πρὸς παρηγορίαν ὠφελείας, ὥστε νὰ ἀνεχθῶ-
6687μεν τοιαύτας δαπάνας; Ἀποκομίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξ
6688αὐτῶν ὄφελός τι ἀνάλογον; Οὔτε ἡ τάξις, οὔτε ἡ ἀσφάλεια
6689ἐβελτιώθησαν διὰ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως· οὔτε ἡ Δι-
6690καιοσύνη ὑπέστη τὴν ἐλαχίστην ἀλλοίωσιν ἐπὶ τὰ κρείττω
6691ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1900. Περὶ τῆς παι-
6692δείας δὲν βλέπω τί ἔχομεν νὰ εἴπωμεν. Ἐν τῇ γυμναστικῇ
6693εἴδομεν τοὺς καρποὺς τοῦ μεγάλου ἐκείνου σχεδίου τοῦ Ἀκα-
6694δημαϊκοῦ Γυμναστηρίου· τέσσαρες φοιτηταί! Περὶ δὲ τῆς
6695Ἐκκλησίας; παρήλθομεν αὐτὴν ἐν σιγῇ. Καθ’ ὅλον τοῦτον
6696τὸν χρόνον ἐφροντίσαμεν μόνον νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ἀρχιερεῖς
6697ἐπὶ τοῦ χάρτου.
6698Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρα-
6699τοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ; Ὁ ὀργανωτὴς ἐν ἀμφοτέροις ἐκρίθη
6700ἐπὶ τέλους περιττός. Ἦτο ἀναγκαῖος μέχρις οὗ ψηφίσωμεν
6701τὰς μεταρρυθμιστικὰς ἰδέας ἐν τῷ στρατῷ, τὸν νόμον περὶ
6702Γενικῆς Διοικήσεως. Δι’ αὐτοῦ ἀπεκτήσαμεν τὸ πᾶν, καὶ θὰ
6703ἔχωμεν μόνον νομοσχέδια συντελεστικὰ εἰς ἐφαρμογὴν τῶν
6704προβλέψεων τοῦ νόμου ἐκείνου!
6705Ἤθελον νὰ ἠδυνάμην νὰ ἀποφύγω νὰ θίξω τοὺς καρποὺς
6706τῶν δαπανῶν, προκειμένου περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ὑπο-
6707θέσεων. Ἀλλά, καθὼς δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο ὁ
6708κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, οὕτω καὶ εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται
6709νὰ μὴ θίξω τὸ ζήτημα. Οὐδὲν θέλω εἴπει, ὅπερ νὰ θίγῃ τὰ
6710ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν ἐκκρεμῆ ζητήματα. Θὰ εἴπω μόνον
6711ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπαιτεῖται νὰ λεχθῇ ταύτην τὴν ὥραν. Καὶ θέλω
6712ὑποβάλει τὴν ἐρώτησιν: Διὰ τίνα λόγον ὑπεβλήθησαν πάντα
6713τὰ ἄλλα ζητήματα ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν, τὸ δὲ ζήτημα
6714τῆς συνθήκης τῆς ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς ἐξῃρέθη ἀπὸ
6715τῆς κρίσεως τῶν διαιτητῶν, καὶ ἔμεινεν ἐν διαπραγματεύσει
6716μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας; Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν δύναται
6717νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐχὶ
6718διότι ἀντίκειται ἡ ἀπάντησις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
6719τους, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἰδι-
6720αίτατα δὲ ταύτης τῆς εἰδικῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς
6721τὴν ἐμπορίαν ἡμῶν καὶ τὴν ναυτιλίαν, δὲν ὑπάρχει σφάλμα,
6722ὅπερ δὲν διεπράχθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων κυβερνητῶν.
6723Ὅτε διεπραγματεύοντο οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Ἑλληνικῆς
6724Κυβερνήσεως τὴν ὁριστικὴν συνθήκην ἐν Κωνσταντινουπόλει,
6725ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε, ὅτι παρῄτησαν τὴν τρίμηνον προθεσμίαν,
6726ἥτις ἦτο δεδομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῆς προκαταρκτι-
6727κῆς, ὅπως περατώσωμεν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῶν προξενικῶν
6728συμβάσεων. Ὅτε ἐγίνετο ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη, εἴχομεν
6729κεκτημένα δικαιώματα ἐκ τῆς συνθήκης τῆς προκαταρκτι-
6730κῆς ἄνευ προθεσμίας ὑποχρεούσης ἡμᾶς τακτῶς εἰς συνομο-
6731λόγησιν συμβάσεως ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Τουρκίας, ἧς ἄνευ
6732δὲν θὰ ἐνεμόμεθα τὸ πρῴην καθεστὼς, δηλαδὴ τὰ προνόμια
6733τὰ πρὸ τοῦ πολέμου. Τὴν τρίμηνον προθεσμίαν ἐθυσιάσαμεν
6734κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, καὶ ἐλάβομεν ἑτέραν τρίμηνον ἐν
6735τῇ ὁριστικῇ. Ταύτην τὴν δευτέραν ἀφήκαμεν καὶ παρῆλθε
6736πολλαπλασίως μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ἀνηνέχθημεν εἰς τὰς
6737Δυνάμεις, οὐδὲ βῆμα ἐν τῷ μεταξὺ προβάντες, ἀλλ’ εὐαρέ-
6738στως ἐνασχολούμενοι εἰς συζητήσεις μετὰ τῶν Τούρκων πλη-
6739ρεξουσίων, οἵτινες οὐδὲ ἓν βῆμα ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Ἑλλάδα
6740ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ ἐκτελέσῃ. Ἐν ᾧ δὲ παρήρχετο καὶ
6741ἡ δευτέρα τριμηνία ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας, ἀφήκαμεν καὶ
6742ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν κατηναλίσκετο καὶ ἡ διετία, ἥν, καίτοι μὴ
6743ἔχοντες τεταγμένην προθεσμίαν ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς συν-
6744θήκης, ἐθέσαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν. Ἀφή-
6745καμεν, λέγω, καὶ κατηναλώθη ὁλόκληρος ἡ διετὴς προθε-
6746σμία ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, προθεσμία, ἧς ὄπισθεν εὑρίσκετο ἡ
6747ῥήτρα τοῦ Πρωτοκόλλου, τοῦ παρηρτημένου εἰς τὴν ὁριστι-
6748κὴν συνθήκην, καθ’ ὃ, παρελθούσης τῆς διετίας, δὲν ἐφαρμό-
6749ζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ πρώην καθεστὼς, τὸ καθεστὼς τὸ
6750πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καθεστὼς ἄλλο, οὗτινος ὁρισμὸς εἶναι
6751«ἡ αὐθαίρετος θέλησις τῆς Τουρκίας». Ὅτε προέκειτο νὰ λήξῃ
6752ἡ προθεσμία, μεταξὺ ἄλλων θωπειῶν εὐμενῶς παρεχωρήθη
6753καὶ ἓξ ἔτι μηνῶν παράτασις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μήπως νομί-
6754ζητε, ὅτι καὶ αὕτη ἐχρησίμευσεν; Ὄτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀνε-
6755νεχθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις ἡ Κυβέρνησις, ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βή-
6756ματος, ὑπεμνήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπίκειται ἡ λῆξις
6757τῆς προθεσμίας, καὶ ὅτι μετὰ ταύτην τὰ ἐμπορικὰ συμφέ-
6758ροντα καὶ τὰ ναυτιλιακὰ συμφέροντα ἡμῶν μένουσιν εἰς τὴν
6759αὐθαίρετον θέλησιν τῆς Τουρκίας ἐμπεπιστευμένα. Δὲν πι-
6760στεύω, ὅτι οἱ τοῖχοι συνεκινήθησαν ὀλιγώτερον τῶν κυρίων
6761Ὑπουργῶν. Ἔληγεν ἡ προθεσμία τὴν 1 Ἰουνίου τοῦ ἔτους
6762τούτου, κατὰ Μάρτιον δὲ μῆνα προσεφύγομεν πρὸς διαιτη-
6763σίαν ἐνώπιον τῶν Δυνάμεων. Διατὶ δὲν ἀνηνέχθη εἰς αὐτὰς
6764καὶ τὸ ζήτημα τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας;
6765Εἴχομεν δικαίωμα· διότι πάντα τὰ θέματα ἐν συναφείᾳ διε-
6766τυπώθησαν ἐν τῇ ὁριστικῇ συνθήκῃ, καὶ, ὡς ἔχουσι τὰ ἄρ-
6767θρα ἐν αὐτῇ, τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν
6768κρίσιν τοῦ ἀνωτάτου εὐρωπαϊκοῦ κριτηρίου καὶ διὰ τὰ προ-
6769ξενικὰ καὶ διὰ τὴν ναυτιλίαν καὶ ἐμπορίαν εἶναι ἀναμφισβή-
6770τητον· ἂν δὲ προσεφύγομεν ἐγκαίρως εἰς τὴν διαιτησίαν καὶ
6771διὰ τὴν ἐμπορίαν καὶ ναυτιλίαν, δὲν θὰ ἐπέβαλλεν ἔπειτα ἡ
6772Τουρκία αὐθαιρέτως τὸ γενικὸν αὐτῆς δασμολόγιον· διότι,
6773ἂν ἐτόλμα νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι καθ’ ἡμῶν, ἡ ἐξουσία τῶν
6774Δυνάμεων ἤθελε σταματήσει τὴν αὐθαίρετον τῆς Τουρκίας
6775τόλμην πρὸς τοιοῦτον ἐγχείρημα, λέγουσα πρὸς αὐτήν: «Ἐν
6776ὅσῳ μένει ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Δικα-
6777στηρίου, δὲν σοὶ ἐπιτρέπομεν τοιοῦτον διάβημα.» Ἐβασανί-
6778σθην νὰ εὕρω, πῶς τὸ πρᾶγμα τοῦτο κατωρθώθη, καὶ εὗρον
6779λόγον τινά, ὅστις εἰς ἐμὲ δὲν ἤθελε βεβαίως φανῆ ἀρκετός,
6780ἵνα παραιτήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τῆς
6781προσφυγῆς εἰς τὴν διαιτησίαν. Εὗρον τὸν λόγον ἐν ἐκθέσει
6782τοῦ Ἄγγλου ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ πρὸς τὸν
6783Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγά-
6784λης Βρεττανίας, τὸν λόρδον τῆς Σαλισβουρίας, ἥτις περιέχει
6785ἔγκλειστα διάφορα ἔγγραφα, ἐν οἷς καὶ ὑπόμνημα τοῦ ἡμε-
6786τέρου ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ, ὅπερ πραγματεύε-
6787ται περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀποκλειστικῶς. Ἐν τούτῳ ἀνα-
6788φέρονται τὰ ἄρθρα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ θέματα, δι’ ἃ παρέ-
6789χεται τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς τῆς προσφυγῆς εἰς διαιτησίαν·
6790ἐξεταζομένων δὲ τῶν ἀξιώσεων τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξου-
6791σίων, ὅπως τὰ τῆς ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας τεθῶσιν ἔξω τοῦ
6792πρὸ τοῦ πολέμου καθεστῶτος, τὸ ὑπόμνημα περιέχει πολ-
6793λοὺς ἰσχυρισμούς, ὑποστηρίζοντας, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο ἀνε-
6794γνωρίσθη ἡμῖν ὑπὸ τῆς προκαταρκτικῆς, καὶ ἀναφερόμενον
6795εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Δυνάμεων, λέγει, ὅτι αὕτη εἶναι ἀναγ-
6796καία, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὸ σκοπούμενον, διότι μετὰ τὴν ὑπο-
6797γραφὴν τῆς ὁριστικῆς δὲν δυνάμεθα ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀνενεχθῶ-
6798μεν εἰς τοὺς διαιτητάς. Τοῦ ὑπομνήματος τὸ τέλος ἔχει οὕτω:
6799«Τοιοῦτοι εἶναι οἱ πρώτιστοι λόγοι, οἱ κωλύοντες τοὺς Ἕλ-
6800ληνας πληρεξουσίους νὰ μονογραφήσωσι τὸ ἄρθρον ΧΙ, ὡς
6801εἶναι συντεταγμένον. Μετὰ τὰς ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν πληρε-
6802ξουσίων γενομένας δηλώσεις, ἀναγκάζονται νὰ ζητήσωσιν ἑρ-
6803μηνείαν ἀκριβῆ, ἣν νομίζουσιν ἀπολύτως ἀναγκαίαν, τοσούτῳ
6804μᾶλλον, καθόσον, ἂν ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη, δὲν θέλουσι δυ-
6805νηθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ θέσωσι δι’ ὠφελείας τὸ πλεο-
6806νέκτημα, ὅπερ παρέχει αὐτοῖς τὸ ἄρθρον ΙΧ τῆς προκαταρ-
6807κτικῆς, καὶ προσφύγωσιν εἰς τὴν διαιτησίαν.»
6808§329ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει;
6809§330ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τῆς 15 Νοεμβρίου 1897.
6810§331Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁμι-
6811λεῖτε χωρὶς νὰ φέρητε εὐθύνην δι’ ὅσα λέγετε. Ἡ Βουλὴ θὰ
6812ἐπιτρέψῃ ἡμῖν νὰ μὴ σᾶς ἀπαντήσωμεν.
6813§332ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ μετεχειρίσθην ἔγγραφον δημόσιον,
6814ὑπάρχον εἰς χεῖρας πάντων, δεδημοσιευμένον ἀπὸ τοῦ 1898
6815καὶ κατατεθειμένον εἰς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλάς. Θὰ εἴπω δὲ
6816ἐπιπροσθέτως, καὶ εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ ἐνταῦθα ὡς ἐπιχείρημα
6817λεγόμενον δὲν ἀρκεῖ, ἵνα στερήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνη-
6818σιν τοῦ δικαιώματος νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν. Ἀλλὰ
6819θέλω νὰ δείξω εἰς ποῖον σκόπελον ἡ ἀπρόσεκτος διαπραγμά-
6820τευσις ὤθησε τὰ πράγματα τὰ Ἑλληνικά...
6821§333Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε;
6822§334ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
6823§335Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε,
6824ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττετε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην,
6825εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πράττητε· ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἶναι
6826ὀρθὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παρ’ ἀντιπροσώπου τοῦ
6827ἔθνους νὰ λέγηται, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν γραμμῶν δύναται ἡ
6828Πύλη νὰ πορισθῇ ἐπιχειρήματα.
6829§336ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπ’ ἐναντίας. Τὸ ἐναντίον εἶπον...
6830§337Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἢ οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει ἐκεῖνο, τὸ
6831ὁποῖον λέγετε, ἢ ἔχει αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω, καὶ
6832διὰ τοῦτο καθιστῶ ὑμᾶς προσεκτικόν, χωρὶς νὰ ἔχω κανὲν
6833δικαίωμα, ἵνα κανονίσω τὰ τῆς συζητήσεως ὑμῶν.
6834§338ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ὑπόχρεως ἐγὼ νὰ κανονίσω τὰ τῆς
6835συζητήσεως ταύτης κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου
6836τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐπαναδηλώσω τὸ τρίτον,
6837— διότι τρίτην φορὰν ἐπαναλαμβάνω ταῦτα, — ὅτι τοῦτο, τὸ
6838κακῶς ἐν τῷ ὑπομνήματι λεχθὲν, οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἐλατ-
6839τοῖ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος.
6840§339Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς
6841βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἡμεῖς ἐφαντάσθημεν, ὅτι δὲν ἔχομεν
6842δικαίωμα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν.
6843§340ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν προσεφύγετε εἰς τὴν διαιτη-
6844σίαν...
6845§341Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἴχομεν λόγους.
6846§342ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Καὶ διότι δὲν προσεφύγετε εἰς τὴν διαι-
6847τησίαν, θεωρῶ ὑμᾶς ὑπευθύνους, ὅτι ἀπὸ τοῦ τέλους Μαΐου
6848τοῦ 1900 ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος τὸ δασμολόγιον τὸ
6849γενικὸν τῆς Τουρκίας, καὶ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου τοῦ 1900 ἡ
6850ναυτιλία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι εἰς χεῖρας τῆς αὐθαιρέτου θε-
6851λήσεως τῆς Τουρκίας.
6852§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν μόνον παρατή-
6853ρησιν ἐγὼ θὰ κάμω, ὅτι δυστυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ἡμεῖς
6854σήμερον, ἵνα ἐκθέσωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ὑπηγάγο-
6855μεν εἰς τὴν διαιτησίαν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως.
6856Βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντα ταῦτα θὰ
6857συζητηθῶσι, καὶ τότε θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
6858δὲν προσέφυγον εἰς τὴν διαιτησίαν, ὅταν ὑμεῖς νομίζητε, ὅτι
6859ὤφειλον νὰ προσφύγωσιν, ἐξυπηρέτησαν δεόντως τὰ συμφέ-
6860ροντα τοῦ ἔθνους.
6861§344ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναμείνω τὴν
6862στιγμὴν αὐτήν.
6863§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι ἀναγκαζόμεθα
6864νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης.
6865§346ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξωτερι-
6866κὴν πολιτικήν.
6867§347Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιη-
6868σάμην χθές, εἶναι αὐτὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβεν ὁ κ.
6869Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Χρεωστοῦμεν ὅμως νὰ σημειώσωμεν
6870τὴν γνώμην μας ταύτην, διότι βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ
6871τὴν ὁποίαν θέλει ἐξετασθῆ ὄχι μόνον τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς
6872βραδείας προσφυγῆς εἰς τὴν διαιτησίαν καὶ τοῦ περιορισμοῦ
6873τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων διὰ μίαν μόνην σύμβασιν,
6874τὴν προξενικὴν, ἀλλὰ προσέτι καὶ δι’ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ
6875ὁποῖον δὲν θίγομεν, διότι δὲν πρέπει νὰ τὸ θίξωμεν σήμερον.
6876§348ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω,
6877ὅτι δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ σιγήσω ἐπὶ τῆς ἄλλης πολιτι-
6878κῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀνωτέρας, τῆς γενικῆς αὐτῆς πο-
6879λιτικῆς.
6880Δύο ἔτη ἤρκεσαν, ἵνα πείσωσι πάντα τὸν μὴ ἀμβλυω-
6881ποῦντα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν τόπον διὰ τῆς Βου-
6882λῆς, ἧς τὴν πλειονοψηφίαν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ ἀκόλουθον,
6883εἰσήγαγε τὸν τόπον εἰς νέον στάδιον συνταγματικῆς πολι-
6884τικῆς, ὅπερ δὲν κεῖται εἰς τοῦ καθαροῦ κοινοβουλευτικοῦ πο-
6885λιτεύματος τὸ ἔδαφος.
6886Ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν ψήφισιν νόμων, οἵτινες, ὑπὸ
6887τὸ πρόσχημα τῆς ἀποκεντρώσεως, συνεκέντρωσαν κυβερνη-
6888τικὴν ἐξουσίαν ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ
6889Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων
6890τούτων, ἐφρόντισε νὰ ἐκτελέσῃ, ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ, καὶ νὰ
6891τροποποιήσῃ αὐτοὺς δι’ ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων, — ἅτινα
6892μόνην τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἦτο δυνατόν, κατὰ τὸ Σύν-
6893ταγμα, νὰ σκοπῶσιν, — οὕτως ὥστε ἐκεῖνα, ἅτινα μόνον διὰ
6894τῆς Βουλῆς ἠδύναντο νὰ πραχθῶσι, καὶ ἅτινα συνετέλουν
6895περισσότερον εἰς τὴν τοιαύτην ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς τῶν Ὑπουρ-
6896γῶν ἀποκεντρωτικὴν συγκέντρωσιν, κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ
6897διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἡ τοιαύτη πολιτικὴ τῆς Κυβερνή-
6898σεως ἴσως εἶναι ἀξία, ὥστε οἱ φίλοι αὐτῆς νὰ δώσωσι ψῆφον
6899ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἐγὼ βεβαίως θέλω κατα-
6900ψηφίσει. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
6901§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
6902§350ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἀντέχομεν
6903πλέον, κύριε Πρόεδρε. Κατεπονήθημεν.
6904§351Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
6905μικῶν.
6906§352Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονη-
6907μένη...
6908§353ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
6909§354Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ αἴσθημα τῆς καταπονήσεως ἐξεδηλώθη
6910ἐν αὐτῇ. Προκειμένου περὶ συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
6911συζητήσεως δηλαδὴ ἀφορώσης τὸν ἔλεγχον τῆς ὅλης πολι-
6912τικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ
6913ἔχῃ τὴν συναίσθησιν αὐτήν. Ἀφοῦ ἐπὶ 17 ἤδη ὥρας συζη-
6914τοῦμεν, ἐν ὀνόματι τῶν θεσμῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν τῆς
6915χώρας, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, καὶ
6916τὸ ἑσπέρας νὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα ἐπαναλάβωμεν αὐτήν. Εἶναι
6917πρότασις περὶ λήξεως τῆς συνεδριάσεως· διότι δὲν βλέπω,
6918ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀπαισιώτερος ἐχθρὸς κατὰ τῶν
6919κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν τῆς χώρας ἢ ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιά-
6920λειπτος ἐπὶ 24 ὥρας καὶ 30 ὥρας παράτασις τῶν συνεδριά-
6921σεων τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν συζητοῦμεν καὶ δὲν
6922σκεπτόμεθα νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, ὅταν
6923οὕτω συζητῶμεν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν περὶ λή-
6924ξεως τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπαναλήψεως τὴν 4ην ὥραν μ. μ.,
6925καθ’ ἣν νὰ συνεχίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
6926§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
6927§356Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως.
6928§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ δέκα ἄλλων
6929Βουλευτῶν.
6930§358ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μά-
6931λιστα.
6932§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολήν...
6933§360Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπο-
6934φανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
6935§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.
6936§362Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς
6937ἀναβολῆς.
6938§363ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τὸν λόγον,
6939κύριε Πρόεδρε.
6940§364Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
6941§365Ι. ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Νὰ διακόψωμεν, καὶ νὰ ἐπανέλθω-
6942μεν εἰς τὰς 2 μετὰ μεσημβρίαν.
6943§366ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ζητεῖτε τὴν διακοπὴν τῆς συνε-
6944δριάσεως μέχρι τοῦ ἀπογεύματος. Αὐτὸ εἶναι γνώμη καὶ πρό-
6945τασις ἰδική σας, δὲν εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολι-
6946τεύσεως. Ἐὰν εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
6947παρακαλοῦμεν νὰ δηλώσωσι τοῦτο οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μερίδων
6948αὐτῆς.
6949§367ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
6950§368Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπει-
6951δὴ ἐζητήθη παρὰ πολλῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ
6952διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπαναλάβωμεν ταύτην μετὰ
6953μεσημβρίαν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ
6954ἐπανέλθωμεν τὴν 3ην ὥραν μ. μ. Διότι, καθὼς ὡμολογήθη
6955παρ’ ἁπάντων, ὀλίγοι εἶναι ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμι-
6956λήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαίως θὰ ἔχωσιν
6957οὗτοι τὸν καιρὸν νὰ περατώσωσι τὰς ἀγορεύσεις των κατὰ
6958τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, ἡ ὁποία
6959θ’ ἀρχίσῃ τὴν 3ην ὥραν μ. μ. καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρις
6960οὗ ὁμιλήσωσι πάντες, ὅσοι ἔχουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ
6961Προϋπολογισμοῦ.
6962§369Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι σκοπὸς τοῦ δια-
6963λείμματος αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄλλος ἢ ν’ ἀναλάβωσι τὰς δυνά-
6964μεις των οἱ Βουλευταὶ, ὅπως ἐπανέλθωσι καὶ ἐξακολουθή-
6965σωσι τὴν ἐργασίαν.
6966§370Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναλάβωσι τὰς δυνάμεις των
6967ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγορεύσωσι.
6968§371Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀκούωσιν. Ἐγὼ
6969φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ χρόνος οὗτος τῆς διακοπῆς.
6970§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διακοπὴν μέχρι
6971τῆς 3ης μετὰ μεσημβρίαν;
6972§373ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
6973§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 3ης
6974μετὰ μεσημβρίαν.
6975(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 π. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνε-
6976δρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 45′ μ. μ.)
6977§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
6978Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς
6979νομοσχέδια:
69801) Περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτου-
6981μένης δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ
6982προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1901 τοῦ Ὑπουρ-
6983γείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 289,300.
69842) Περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου
6985͵ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900, καὶ περὶ προσδιορισμοῦ
6986νέων τελῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσα-
6987λίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων.
69883) Περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτου-
6989μένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἔργων
6990ἐκ δραχ. 441,097.92.
6991Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.
6992129–131).
6993Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
6994σμοῦ τοῦ Κράτους.
6995§376Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
6996§377Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὴν Βουλὴν, τὶς
6997ὁ σκοπὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
6998καταδηλοῦται ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατάστασις, διότι
6999δι’ αὐτοῦ ἐμφαίνεται τίνα τὰ ἔσοδα καὶ τίνα τὰ ἔξοδα, ὑπ’
7000αὐτοῦ τίθεται ἀνυπέρβλητον ὅριον ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ
7001τὰ ἔξοδα, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξου-
7002σία. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἄρα εἶναι ἡ μᾶλλον σπουδαία κυβερ-
7003νητικὴ πρᾶξις. Αἱ δημόσιαι ἀνάγκαι καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐθνι-
7004κοῦ πλούτου καὶ αἱ παραγωγικαὶ πηγαὶ τῶν δημοσίων προσ-
7005όδων ἀπαύστως μεταβάλλονται. Μεταβλητέος κατ’ ἀκολου-
7006θίαν ἑκάστοτε ὁ Προϋπολογισμός· ἀλλ’ οὐδέποτε οὐδαμῶς
7007ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται πλειότερα τῶν ἀληθῶς ἀναγ-
7008καιούντων ἔξοδα, νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι ὑπὲρ τὸ ἀναγκαῖον
7009ποσόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ μοναρχικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἠκολού-
7010θουν τὸν κανόνα τοῦτον, ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸν ἀγγλικὸν
7011λαὸν νὰ δημιουργήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶναι
7012ἀληθές, ὅτι εὐθὺς ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἔλαβε τὸ πολίτευμα τοῦτο
7013τὸν τύπον κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἁπλῶς πο-
7014λιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ· βαθμηδὸν δέ, ἐν τῇ ἐξελίξει
7015τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, παρήχθη τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβου-
7016λευτικόν, ὁποῖον τανῦν παρίσταται ἔν τε τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν
7017ταῖς ἄλλαις συνταγματικαῖς Ἐπικρατείαις. Τὸ συνταγματι-
7018κὸν ἐν τούτοις πολίτευμα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ
7019ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ ὁρίζωσιν οἱ φορολογούμενοι δι’
7020ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ἐμορφώθη, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἐστὶν
7021ἀπολύτως ἀναγκαῖον, οὐδεμία ἐπιβολὴ φόρων, οὐδεμία εἴσ-
7022πραξις φόρων, οὐδεμία δαπάνη χρημάτων νὰ γίνεται ἄνευ
7023τῆς ῥητῆς συναινέσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κοινοτήτων.
7024Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἡ πρότερον ἐπικρατοῦσα ἐν
7025Ἀγγλίᾳ, εἶχε καταστῆ βαθμηδὸν ὑπερόγκως δαπανηρὰ καὶ
7026ὑπερόγκως καταπιεστική. Ἐξέλιπε δὲ ἡ βαρεῖα φορολογία
7027καὶ αἱ μεγάλαι δαπάναι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἰσήχθη
7028τὸ πολίτευμα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν, καὶ πρὶν ἢ ἔτι λάβῃ
7029τὴν μορφήν, ἣν ἀκολούθως ἔλαβεν. Ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς τὸ
7030συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ὑπῆρξεν ἱκανὸν νὰ παραγάγῃ
7031ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα, ἅπερ παρήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ, τῶν
7032ὁποίων ἡ ἐπέλευσις ἦν ἀκριβῶς ἡ ἀφορμὴ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς
7033τὴν Ἀγγλίαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν θέλω
7034νὰ κατακρίνω τὸ παρελθόν, οὐδὲ νομίζω, ὅτι παρέχει ὠφέ-
7035λειάν τινα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μέλλον ἡ κατὰ τοῦ παρελθόν-
7036τος δικαία ἐπίθεσις. Ἀλλ’ ἐάν τις διεξέλθῃ τοὺς Ἑλληνικοὺς
7037Προϋπολογισμούς, ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη τὸ συνταγματικὸν πο-
7038λίτευμα, ὑπὸ τὴν καθιερωθεῖσαν αὐτοῦ λειτουργίαν μετὰ τὴν
7039Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862, θέλει παρατηρήσει καταφανῶς,
7040ὅτι οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη πρὸς μετρίασιν τῶν δαπανῶν.
7041Τί λέγω; Ἀδιακόπως ἔκτοτε ἐξογκοῦνται κατὰ πᾶν σχε-
7042δὸν ἔτος αἱ δαπάναι, ἄνευ τινὸς κοινωνικῆς ὠφελείας, ἄνευ
7043τινὸς ἐξυπηρετήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ τῶν δημο-
7044σίων συμφερόντων. Ἴσως ὑπῆρξαν μικρά τινα διαλείμματα,
7045καθ’ ἃ ἐξεδηλώθησαν τάσεις τινὲς ὑπό τινων Κυβερνήσεων
7046πρὸς περιορισμὸν τῆς σπατάλης, ἀλλ’ ἀληθέστατον εἶναι, ὅτι
7047ἐν τῷ συνόλῳ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
7048νης ἄρχεται μετὰ μείζονος ὁρμῆς ἡ σπατάλη τοῦ δημοσίου
7049πλούτου, ἡ κατάχρησις τῶν φόρων, ἡ κατανάλωσις τῆς ἐθνι-
7050κῆς ἡμῶν πίστεως, ἡ βαθμηδὸν ὠθήσασα τὰ πράγματα εἰς
7051τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐπεσωρεύθησαν δάνεια ἐπὶ δανείων,
7052καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐπάρατος χρεωκοπία.
7053Ὅτε ἐγὼ διετέλεσα Βουλευτὴς ἐν ἔτει 1879, εἶπον ἀπὸ
7054τοῦ βήματος τούτου, ὅτι κρούομεν τὰς πύλας τῆς χρεωκοπίας,
7055οὐχὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι αὕτη ἦτο ἀμέσως προσεχής, οἱονεὶ
7056αὐτοστιγμεὶ ἐπικειμένη, ἀλλὰ διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου,
7057δὲν χρεωκοποῦσι μόνον τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἅπερ εὑρίσκονται
7058εἰς τοιούτου εἴδους σημεῖον ἐλλείμματος, ὥστε νὰ ἐπίκηται
7059ἀφεύκτως μετὰ ἕξ μῆνας, ἢ μετὰ ἓν ἔτος, ἡ χρεωκοπία, ἀλλὰ
7060καὶ ἐκεῖνα, ὅσα ἔχουσι μικρὰ μόνον περισσεύματα, καὶ ἐπερ-
7061χόμεναι Θεομηνίαι, πλημμύραι, σεισμοὶ ἢ ἄλλα ἀπροσδόκητα
7062περιστατικά, ἐπιφέρουσι τὸν οἰκονομικὸν ἐκτροχιασμὸν τῆς
7063Πολιτείας. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θεωρῶ κατα-
7064δικαστέον ἐξ ὁλοκλήρου ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἐγὼ
7065οὐδεμίαν ἐπὶ τούτῳ ἔχω εὐθύνην, διότι, ὁσάκις διετέλεσα
7066Βουλευτὴς ἐπὶ διαφόρων Κυβερνήσεων, οὐδέποτε ἔδωκα τὴν
7067ψῆφόν μου ὑπὲρ νομοσχεδίου ἐπιβάλλοντος ἔστω καὶ ἑνὸς
7068λεπτοῦ δαπάνην, οὐδέποτε ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ Προ-
7069ϋπολογισμοῦ· ἐθεώρουν τοῦτο ὡς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν χρεωκο-
7070πίαν. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε τέλος πάντων ἐλπίς τις, δυσάρε-
7071στος βεβαίως καὶ θλιβερὰ ἐλπίς, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ σωθῶμεν
7072ἀπὸ οἰκονομικῆς καταστροφῆς, προσφεύγοντες εἰς δάνεια,
7073ἐν ὅσῳ εὑρίσκομεν δάνεια, τότε εἴχομεν πίστιν, τὴν ὁποίαν
7074ἀπωλέσαμεν, πολιτευθέντες ἀσυνέτως καὶ ἰδιοτελῶς.
7075Τὰ Κράτη παρασκευάζουσι μόνα διὰ τῆς ἀσυνέτου αὐτῶν
7076πολιτικῆς τὴν ἔλλειψιν πίστεως· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις πίστεως
7077ἀκριβῶς εἶναι τὸ σημεῖον τῆς οἰκονομικῆς ἐκβαρθρώσεως, τῆς
7078ἐπικειμένης χρεωκοπίας, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ πολιτεία σώφρων
7079καὶ περιεσκεμμένη. Τοῦτο εἶναι δόγμα οὐ μόνον τῶν νεω-
7080τέρων οἰκονομολόγων, ἀλλὰ δόγμα ἀρχαῖον, ἀπὸ τῶν χρόνων
7081τοῦ μεγάλου τῆς ἀρχαιότητος ῥήτορος Δημοσθένους, ὅστις
7082ἔλεγεν, ὅτι ἡ καταστροφὴ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἡ ἔνδεια
7083χρημάτων, ἀλλ’ ἡ ἔνδεια πίστεως, ἣν ἀποκαλεῖ χρηστὴν δό-
7084ξαν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ δεινὸς τῶν Ἀθηναίων ῥήτωρ, ὅτε
7085ἤλπιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν ψυχορραγοῦσαν Δημοκρα-
7086τίαν τῶν Ἀθηνῶν, παρέχων εἰς αὐτὴν συμβουλάς, καὶ προ-
7087βάλλων τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων προπατόρων τῶν τότε
7088Ἀθηναίων, οἵτινες ἀκριβῶς εἶχον περιστέψει τὴν κεφαλὴν
7089αὐτῶν διὰ τῶν ἀειθαλῶν δαφνῶν τῶν μεγάλων νικῶν τοῦ
7090Μαραθῶνος, τῆς Σαλαμῖνος καὶ τῶν Πλαταιῶν, ἐν αἷς οὐ
7091μόνον κατίσχυσαν τῶν βαρβάρων οἱ Ἕλληνες, ἐπὶ σωτηρίᾳ
7092τῆς ἰδίας αὐτῶν αὐτονομίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ἀλλ’ ἔσωσαν
7093καὶ τὸν ἀνθρώπινον πολιτισμὸν ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης ἄλλως
7094καταστροφῆς. Τίς οἶδεν ἀληθῶς, ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ μέλλον τῆς
7095ἀνθρωπότητος, ἐὰν οἱ Πέρσαι, καταβάλλοντες πολεμικῶς
7096τοὺς πάλαι πατέρας ἡμῶν, ἐξηφάνιζον τὰ γράμματα, τὰς
7097ἐπιστήμας καὶ τὰς καλὰς τέχνας. Θὰ ἐκολύμβα ἴσως σήμε-
7098ρον ἡ ἀνθρωπότης εἰς τὴν κτηνωδίαν καὶ βαρβαρότητα!
7099Ὁ Δημοσθένης λοιπὸν ἔλεγε: «Χωρὶς δὲ τούτων νυνὶ τῇ
7100πόλει δυοῖν ἀγαθοῖν ὄντοιν, πλούτου καὶ τοῦ πρὸς ἅπαντας
7101πιστεύεσθαι, μεῖζόν ἐστι τὸ τῆς πίστεως ὑπάρχον ἡμῖν· εἰ
7102δέ τις οἴεται δεῖν ὅτι χρήματ’ οὐκ ἔχομεν, μηδὲ δόξαν ἔχειν
7103ἡμᾶς χρηστήν, οὐ καλῶς φρονεῖ. Ἐγὼ μὲν γὰρ εὔχομαι τοῖς
7104θεοῖς μάλιστα μὲν ἡμῖν καὶ χρήματα πολλὰ γενέσθαι, εἰ-
7105δεμή, τό γε πιστοῖς εἶναι καὶ βεβαίοις δοκεῖν διαμεῖναι». Ὁ
7106Δημοσθένης εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν εἶχε χρῆμα ὁ Ἀθη-
7107ναϊκὸς λαὸς, οὗ ἠδύνατο νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἐπιτυχῆ πρὸς
7108σωτηρίαν τῶν Ἀθηνῶν, συγχρόνως εἶχε καὶ πίστιν, καὶ ἐν τῇ
7109πεποιθήσει ταύτῃ προσεπάθησε νὰ ἐπιθαρρύνῃ εἰς τὰς προσ-
7110ηκούσας κατ’ αὐτὸν πολεμικὰς ἐνεργείας τὴν Δημοκρατίαν
7111τῶν Ἀθηνῶν. Σήμερον ὅμως δυστυχῶς τὰ ἡμέτερα πράγ-
7112ματα εὑρίσκονται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονο-
7113μικὴν, ὥστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ σωτηρία τῆς Ἑλ-
7114λάδος, ἂν δὲν πολιτευθῶμεν οἰκονομικῶς.
7115Βέβαιον ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει
7116ἀπελπιστικὴ χρεωκοπία, διότι ἀδύνατον νὰ προσπορισθῶ-
7117μεν ὅθεν δήποτε δάνειον. Ὅ,τι προβάλλεται εἰς ὑποστήρι-
7118ξιν τοῦ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι πολυδάπανος, δὲν
7119μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀσφαλίζει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν διατρέχομεν
7120τὸν κίνδυνον ταχίστης χρεωκοπίας. Δεδόσθω, ὅτι τὸ ἔλλειμ-
7121μα δὲν εἶναι τοιοῦτον, οἷον παρέστησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις,
7122δεδόσθω, ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἰσο-
7123ζύγιον, εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ ὁ τόπος; εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω-
7124μεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἔτους ἢ διετίας θὰ
7125ἔχωμεν τοιαύτας προσόδους, ὥστε νὰ μὴ διατρέχωμεν κίν-
7126δυνον χρεωκοπίας; Τὸ κατ’ ἐμὲ, φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι ἀδύνα-
7127τον νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας, τῆς ἀφεύκτως ἐπικει-
7128μένης, ἂν δὲν κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν οὕτως, ὥστε
7129νὰ ἔχωμεν τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλομεν εὑ-
7130ρεθῆ μετ’ ὀλίγον εἰς σημεῖον οἰκονομικῆς ἀμηχανίας.
7131Ἐγὼ ἐφρόνουν ἀνέκαθεν, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν πα-
7132ρελθόντων ἐτῶν ἦσαν ἐλαττωματικοὶ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπανα-
7133λαμβάνω, οὐδέποτε, ὡς Βουλευτὴς, ἐψήφισα ὑπὲρ Προϋπολο-
7134γισμοῦ· ὑπέδειξα μάλιστα κατὰ τὸ ἔτος 1882 δι’ ἐκτενοῦς
7135ἐκθέσεώς μου, ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολο-
7136γισμοῦ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁμιλιῶν μου ἀλλεπαλλήλων, ὅτι εἶναι
7137ἀνάγκη νὰ ἐπέλθωσι πολλαὶ οἰκονομίαι καὶ αὐστηραὶ οἰκο-
7138νομίαι, διότι ἄλλως ἐπέκειτο μετά τινα καιρὸν ἡ χρεωκοπία.
7139Δυστυχῶς ἡ φωνή μου ὑπῆρξε φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ,
7140καὶ ἡ χρεωκοπία ἐπῆλθεν. Ἐπῆλθε βεβαίως μετὰ 10 ἢ 11
7141ἔτη, ἀλλ’ ἔκτοτε εἶχον τεθῆ τὰ θεμέλια τῆς χρεωκοπίας.
7142Τότε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπεστήριξα, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη
7143νὰ καταργηθῶσι μεταξὺ ἄλλων τὰ Ἐπαρχεῖα, καὶ ὁ τότε
7144Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Ἕλλην, ἐξέχων ἄλλως ἐπὶ ποι-
7145κιλομαθείᾳ καὶ ἐπὶ καταπληκτικῇ εὐφυΐᾳ, ὁ μακαρίτης Καλ-
7146λιγᾶς, ἀντέστη κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, παραστήσας οἱονεὶ,
7147ὅτι ἦτο κωμική. Καὶ ναὶ μὲν ἐγένετο αὕτη παραδεκτὴ μετὰ
7148παρέλευσιν ἐτῶν τινων, κατὰ τὸ ἔτος 1887, υἱοθετηθεῖσα
7149ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτε ἐγὼ δὲν διετέλουν Βουλευ-
7150τὴς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον εἰς τοιοῦτον τρό-
7151πον καταπέσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ὥστε δὲν
7152ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ διὰ μερικῶν οἰκονομιῶν ἡ σωτηρία
7153κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο.
7154Κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἐπίσης ὑπέδειξα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη
7155νὰ ἑνωθῇ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία μετὰ τῆς τηλεγραφικῆς,
7156ἐξ ἧς θὰ ἐπήρχετο οὐ σμικρὸς περιορισμὸς τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ
7157καὶ τοῦτο εὗρε πόλεμον παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλὰ κατὰ
7158τὸ αὐτὸ ἔτος 1887 ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἡ ἰδέα μου αὕτη, καὶ
7159ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις τῆς τηλεγραφικῆς μετὰ τῆς ταχυδρομικῆς
7160ὑπηρεσίας. Διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου ἐκείνης, τῆς γενομένης
7161κατὰ τὸ 1882, καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων ἔπειτα ἀγορεύσεων,
7162κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατόπιν, ὑπέ-
7163δειξα καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας οἰκονομίας, αἵτινες ὅμως βε-
7164βαίως δὲν ἐγένοντο δεκταὶ, ὡς, δυστυχῶς, κατὰ τὰ ἐπικρα-
7165τήσαντα παρ’ ἡμῖν οἰκτρὰ ἔθιμα, δὲν γίνεται δεκτὴ οἱαδή-
7166ποτε σχεδὸν πρότασις, ἀπορρέουσα ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς πρω-
7167τοβουλίας. Ἀλλ’ ἐνόμιζον τότε καὶ νομίζω καὶ νῦν, ὅτι ἦτο
7168ἀνάγκη νὰ γείνωσι μεγάλαι οἰκονομίαι, πολλῷ δὲ μᾶλλον νῦν,
7169ὅτε προσετέθησαν καὶ πλεῖσται ὅσαι ἄλλαι περιττεύουσαι
7170δαπάναι. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζω καὶ ἤδη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γεί-
7171νωσι μεγάλαι οἰκονομίαι εἰς πλείστους ὅσους κλάδους τῆς
7172δημοσίας ὑπηρεσίας, κυρίως ὅμως καὶ πρὸ πάντων νομίζω,
7173ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν.
7174Τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν εἶναι σπουδαιότερον ζήτημα
7175παρὰ οἱονδήποτε ἄλλο, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν· διότι
7176δὲν πρόκειται περὶ δύο, τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομ-
7177μυρίων δραχμῶν, ἅτινα δύνανται ἀκριβῶς νὰ οἰκονομηθῶσιν
7178ἐκ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρό-
7179κειται περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει
7180μου ἐκείνῃ, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ ὡμίλουν, ἔλεγον μεταξὺ τῶν
7181ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1882
7182ἀνεγράφετο πίστωσις 388 χιλιάδων δραχμῶν εἰς πληρωμὴν
7183τόκων καὶ χρεωλύτρων τοῦ ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν
7184πραγματοποιηθησομένου μέρους χρεωλυτικοῦ δανείου δραχ.
718540,000,000 χάριν πολεμικῶν παρασκευῶν. Τότε πάντα σχε-
7186δὸν δυστυχῶς τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
7187Ἐπιτροπῆς ἀπεδέξαντο τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀντετάχθην,
7188προβαλὼν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κυριωτάτη τῶν στρα-
7189τιωτικῶν παρασκευῶν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας παρα-
7190σκευή, ἧς ἄνευ οὐ μόνον ἀδύνατον ἀποβαίνει νὰ μεγαλουρ-
7191γήσῃ αὕτη στρατιωτικῶς, ἀλλ’ ἄφευκτος καὶ οἱονεὶ καλπά-
7192ζουσα μέλλει νὰ ἐπέλθῃ ἡ παντελὴς παράλυσις καὶ αὐτῶν
7193τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς. Ὑπηρεσίαν εἰς τὴν στρα-
7194τιωτικὴν σύνταξιν τοῦ τόπου καὶ τὴν πολεμικὴν αὐτοῦ ἀνά-
7195πτυξιν παρέχει οὐχὶ ὁ διὰ δανείων ἐξαντλῶν καὶ τὴν ἐσχά-
7196την ἰκμάδα τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, ἀλλ’ ὁ εἰς τὴν οἰκονομικὴν
7197διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας πρὸ πάντων
7198ἀσχολούμενος διὰ τῆς ἐξευρέσεως πόρων πρὸς τὴν ἐν τῷ μέλ-
7199λοντι δημιουργίαν καὶ συντήρησιν τῶν ἀναγκαιουσῶν πολε-
7200μικῶν δυνάμεων». Τῆς ἰδέας ταύτης ὑπῆρξα, ὡς γνωστὸν,
7201ἀπὸ τῆς νεωτάτης μου ἡλικίας ὀπαδὸς, καὶ διὰ τοῦτο κατε-
7202πολέμησα πάντοτε πᾶσαν γνώμην, ἥτις ἠδύνατο ἀκριβῶς νὰ
7203συντελέσῃ εἰς τὴν διασκόρπισιν δημοσίων χρημάτων εἰς πο-
7204λεμικὰς παρασκευάς.
7205Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ·
7206τοὐναντίον, φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη στρατοῦ,
7207ἀλλὰ στρατοῦ μὴ ἐπάγοντος τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπά-
7208γει τὸ παρ’ ἡμῖν καθιερωθὲν στρατιωτικὸν καὶ στρατολογι-
7209κὸν σύστημα. Ἔκτοτε ἀκριβῶς διετάθην, ὅτι μόνον διὰ τῆς
7210καθιερώσεως συστήματος παρεμφεροῦς πρὸς τὸ Ἑλβετικὸν
7211στρατιωτικὸν καὶ στρατολογικὸν σύστημα εἶναι δυνατὸν νὰ
7212καθιερωθῇ καὶ ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ διατήρησις στρατοῦ μαχίμου
7213διὰ πολὺ ὀλιγωτέρων χρημάτων παρὰ διὰ τῶν νῦν δαπα-
7214νωμένων. Ὡς παρετήρησα καὶ πρὸ εἰκοσαετίας, ἀλλ’ ὡς
7215παρετήρησα καὶ πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μόνον διὰ
721610,000,000 ἢ τὸ πολὺ 12,000,000 δραχμῶν εἶναι δυνα-
7217τὸν κατὰ τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα νὰ διατηρήσωμεν στρα-
7218τὸν, ὅστις εἶναι δυνατὸν πολὺ πλέον τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον
7219ἔχομεν, ἢ λέγομεν ὅτι ἔχομεν, ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀπο-
7220στολὴν αὐτοῦ, ἐὰν τυχὸν διευθυνθῇ προσηκόντως· δυστυχῶς
7221δὲ, ἐν τῷ σημερινῷ Προϋπολογισμῷ οὐδὲν βλέπω συστημα-
7222τικὸν σχέδιον περὶ τοῦ κατ’ ἐμὲ κεφαλαιωδεστάτου καὶ θε-
7223μελιωδεστάτου τούτου ζητήματος.
7224Ἡ Ἑλλὰς, εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονίσῃ ἀσφαλῶς, νὰ κα-
7225νονίσῃ ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς σύστημα στρατολογικὸν καὶ
7226στρατιωτικόν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνο, ὅπερ νομίζω, ὅτι δύναται
7227ἀκριβῶς νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ διατηρηθῇ, διότι τὸ σύστημα τοῦτο,
7228τὸ σήμερον καθιερωμένον παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ εἶναι ἀδύνατον νὰ
7229παραγάγῃ ἀληθῆ στρατὸν, ἐὰν δὲν προστεθῶσι καὶ ἄλλων
72304,000,000 ἢ 5,000,000 δραχμῶν ἐτήσιαι δαπάναι, ἀναγ-
7231καιόταται διὰ τὴν ἐκγύμνασιν, διὰ τὴν κατασκήνωσιν, διὰ
7232τὴν στρατοπέδευσιν, ἐν τούτοις παρασκευάζει ἄφευκτον τὸν
7233ὄλεθρον ἡμῶν μετά τινα καιρὸν, ὅσον μεγάλαι οἰκονομίαι καὶ
7234ἂν γείνωσιν ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις. Εἶναι πλάνη, ὅτι
7235ἐπιτρέπεται εἰς ἓν ἔθνος, ὅσον μεγάλην ἀποστολὴν καὶ ἂν
7236ἔχῃ, ὅσον εὐκλεὴς καὶ ἂν ἦναι ἡ καταγωγὴ αὐτοῦ, ὅτι δύ-
7237ναται ἓν ἔθνος νὰ διαθέτῃ τὸ χρῆμα αὑτοῦ εἰς παρασκευὴν
7238στρατοῦ μεγάλου, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι οὗτος χρησιμεύει
7239εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐτονομίαν τοῦ ἔθνους.
7240Ἐγὼ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ,
7241στρατοῦ κατὰ τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνα-
7242τὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ δὲν
7243ἐπιτρέπει καὶ τοῦτο, βεβαίως ἤθελον διατεθῇ κατὰ πάσης
7244ἰδέας ὑπάρξεως στρατοῦ. Κατὰ πάντα ἐπεδοκίμασα κατὰ
7245τοῦτο τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ
7246Παξῶν, ὅστις ἀκριβῶς ἐν ὅλῃ τῇ παρρησίᾳ εἶπεν ὅ,τι ἔπρεπε
7247νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ στρατοῦ. Νομίζω δὲ ἀκρι-
7248βῶς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
7249γνώμας ἐξόχων ἐπὶ οἰκονομικαῖς γνώσεσιν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ
7250πολεμικωτάτων ἀνδρῶν, οἵτινες ὥρισαν, τίνι τρόπῳ καὶ πότε
7251πρέπει νὰ γίνωνται στρατιωτικαὶ δαπάναι. Ὁ Νέκερ, ὁ μέ-
7252γας οἰκονομολόγος τῆς Γαλλίας, ὅστις, δύναται νὰ εἴπῃ τις,
7253ὅτι ἔσωσε τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τῆς ἐπικρεμαμένης τότε κατα-
7254στροφῆς, κατὰ τὰ τέλη τοῦ ΙΗʹ αἰῶνος, ἔλεγεν (ἀναγινώ-
7255σκει): «Θεμελιῶδες δόγμα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης εἶναι,
7256ὅτι δὲν συγχωρεῖται ἡ ἐπιβολὴ νέου φόρου, ἢ ἡ συνομολόγη-
7257σις δανείου, πρὶν ἢ τακτοποιηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀπο-
7258δειχθῇ ἀνέφικτος ἡ εὕρεσις τῶν ζητουμένων πόρων. Ἀλλ’
7259ἐν ὅσῳ ὑπάρχει καὶ ἑνὸς λεπτοῦ περιττὴ ἢ μὴ ἀπολύτως
7260ἀναγκαία δαπάνη, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις δα-
7261νείων, ἢ ἐπιβολὴ νέου φόρου... Σπανίως δὲ δύνανται νὰ θεω-
7262ρηθῶσιν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι πολεμικαὶ παρασκευαί. Ταύ-
7263τας πρέπει ν’ ἀποφεύγῃ, ὅσον δύναται, Κράτος τι, ἐν ὅσῳ
7264δὲν ἐπιβάλλει αὐτὰς ἀπόλυτος ἀνάγκη.»
7265Ταὐτὰ περίπου ἀποφαίνονται ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, ὁ Sismondi,
7266ὁ Μίλλ, ὁ Rossi καὶ ὅλοι οἱ οἰκονομολόγοι, τοὺς ὁποίους
7267ἔτυχε νὰ μελετήσω, πραγματευόμενοι περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ
7268ζητήματος ἐν σχέσει πρὸς τὰς πολεμικὰς παρασκευάς. Ἐμ-
7269ποιεῖ ὅμως ἐντύπωσιν μείζονα ὅ,τι περὶ τούτου εἶπεν ἔξοχος
7270ἀνήρ, καθήμενος ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Θρόνου τῆς Πρωσσίας
7271κατὰ τὸν ΙΗʹ αἰῶνα, ἀνήρ, ὅστις δὲν διεκρίθη μόνον ἐπὶ βα-
7272σιλικαῖς ἀρεταῖς, ἀλλὰ διεκρίθη συγχρόνως καὶ ἐπὶ πολε-
7273μικαῖς ἀρεταῖς, ὅστις δὲν διεκρίθη μόνον ἐπὶ βασιλικαῖς καὶ
7274πολεμικαῖς ἀρεταῖς, ἀλλὰ διεκρίθη καὶ ἐπὶ συγγραφικαῖς
7275ἀρεταῖς, ἐπὶ τῇ λατρείᾳ, τὴν ὁποίαν ἀπένεμεν εἰς τοὺς λά-
7276τρεις τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν γραμμάτων.
7277Περιττὸν νομίζω νὰ εἴπω, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Μεγά-
7278λου Φρειδερίκου, τοῦ ἐν τῷ ΙΗʹ αἰῶνι Βασιλέως τῆς Πρωσ-
7279σίας, ὅστις ἠγάπα κατ’ ἐξοχὴν τὰ γράμματα καὶ προσῳ-
7280κειοῦτο πάντας τοὺς ἐξόχους ἐπὶ ἐπιστημονικῇ μεγαλονοίᾳ
7281ἄνδρας, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἐφιλοξένησεν εἰς τὰ βα-
7282σιλικὰ αὐτοῦ ἀνάκτορα, καλέσας ἐπανειλημμένως ἐκεῖ, δύο
7283τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ αἰῶνος ἐκείνου, τὸν περιώνυμον
7284Βολταῖρον καὶ τὸν ἡμέτερον Εὐγένιον Βούλγαριν, τὸν μέγαν
7285φιλόλογον, ἱστορικόν, φιλόσοφον καὶ θεολόγον. Ὁ Βασιλεὺς
7286οὗτος ἔλεγεν ἀκριβῶς, ὅτι πᾶν ἔθνος τότε μόνον πρέπει νὰ
7287προβαίνῃ εἰς οἵαν δήποτε στρατιωτικὴν δαπάνην, ὅταν ὑπάρ-
7288χῃ ἀκριβῶς ἀσφάλεια περὶ τοῦ ὅτι διὰ τῶν στρατιωτικῶν
7289δαπανῶν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ μεγαλουργήσῃ τὸ
7290ἔθνος, ἐνῷ συγχρόνως δὲν διατρέχει κίνδυνον οἰκονομικῆς
7291πτώσεως· ἔλεγε μάλιστα, ὅτι τὰ πτωχὰ Κράτη, κατερχό-
7292μενα εἰς ἕνα ἀγῶνα ἄνισον ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν αὐτονομίας
7293καὶ ἀνεξαρτησίας, οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ ἀπολέσωσι
7294πολὺ ταχύτερον τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν αὐτῶν.
7295Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παραθέσω τέλος τὰς γνώμας περὶ
7296τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἠγωνίσατο ἐκ
7297συστήματος μετὰ θερμότητος καὶ δυνάμεως λόγου ὑπὲρ τῆς
7298Ἑλλάδος, ἀγωνιζομένης τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ὅστις ὑπὸ ἀρ-
7299χιερατικὴν μίτραν ἔφερε κεφαλὴν τόσον ἰσχυρὰν καὶ τόσον
7300πεφωτισμένην, ὥστε ἠδύνατο ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὁ διπλωμα-
7301τικώτερος τῶν ἀνδρῶν, ἢ τοὐλάχιστον ὁ διπλωματικώτε-
7302ρος τῶν συγγραφέων τοῦ κόσμου. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν ἱε-
7303ρὸν ἀγῶνα τὸν Ἑλληνικὸν ἦτο Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Παρι-
7304σίων ὁ Δεπράδ, ἱεράρχης διαπρεπὴς ἐπὶ πολυμαθείᾳ, ἀλλὰ
7305διαπρεπὴς καὶ ἐπὶ εὐγενεστάτοις αἰσθήμασιν, ἀλλὰ διαπρε-
7306πὴς καὶ ἐπὶ διπλωματικῇ περινοίᾳ. Ὁ Δεπρὰδ ἔγραψεν ἀλ-
7307λεπάλληλα συγγράμματα περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος ἀπὸ
7308τῆς ἐκρήξεως αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν πρώτων ἀναφέρω προχεί-
7309ρως τινά: «De la Grèce dans ses rapports avec l'Eu-
7310rope», «Revue politique de l'Europe en 1825»,
7311«L'Europe par rapport à la Grèce».
7312Ὁ Δεπρὰδ προσεπάθει νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἶναι
7313ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ χάριν
7314τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ χάριν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὅτε ἀκριβῶς
7315εἶδεν ἐπιστεφομένην τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ διὰ τοῦ θριαμβευ-
7316τικοῦ τέλους τοῦ ἀγῶνος, ἐξεστράτευσε πάλιν ὑπὲρ τῆς Ἑλ-
7317λάδος, παρέχων ἐν ταυτῷ συμβουλὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα πλα-
7318γίως καὶ ἐμμέσως, ἀλλὰ καὶ διαφωτίζων τὴν Εὐρώπην περὶ
7319τοῦ συμφέροντος αὐτῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὅ,τι
7320εἶπεν ὁ Δεπράδ, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι οὐχὶ μόνον εἶ-
7321ναι διδακτικώτατα ὅσα γράφει, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἐπι-
7322βάλλουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ὁλόψυχον ἡμῶν εὐ-
7323γνωμοσύνην πρὸς ἱεράρχην, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία καὶ ὁ νοῦς
7324εἶχον ἀπορροφηθῆ ἐντελῶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας (ἀνα-
7325γινώσκει): «Ἰδού», λέγει ὁ Δεπράδ, «διὰ τὴν Εὐρώπην
7326τὸ ζήτημα, καὶ οὐδεὶς βεβαίως θέλει διστάσει περὶ τῆς λύ-
7327σεως. Πρόκειται μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Τίς ἤθελε
7328ταλαντευθῆ μεταξὺ αὐτῶν, μεταξὺ τῆς νεότητος λαοῦ ἀνα-
7329ζωογονηθέντος καὶ τῆς γεροντικῆς παρακμῆς τοῦ ἄλλου; Ἡ
7330Εὐρώπη θέλει συνεννοηθῆ πολλῷ ἀποτελεσματικώτερον μετὰ
7331λαοῦ ὁμοθρήσκου καὶ πεπολιτισμένου ἢ μετὰ τῶν Τούρκων,
7332διατεθειμένων ὑπόπτως πρὸς ὅ,τι χριστιανικὸν, κεχωρισμέ-
7333νων δὲ τῆς Εὐρώπης διὰ τῆς γλώσσης, τῶν ἠθῶν, τῶν ἕξεων,
7334τῶν συναισθημάτων, ἅπερ εἶναι παντελῶς ξένα πρὸς τὴν
7335Εὐρώπην... Οἱ Ἕλληνές εἰσιν Εὐρωπαῖοι, τέκνα τῆς Εὐ-
7336ρωπαϊκῆς οἰκογενείας, ὧν τὸ πνεῦμα, τὰ ἤθη, τὰ συναισθή-
7337ματα ἀνταποκρίνονται εἰς ὅ,τι ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ, καθ’ ὅλα
7338αὐτῆς τὰ τμήματα. Ἐξ ἑνός, τὸ πᾶν ἀντίθεσις, ἀπώθησις·
7339ἐξ ἄλλου, τὸ πᾶν ὁμοιότης, ἕλκυσις. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπο-
7340μένως ταλάντευσις ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν σχετικῶν πλεονε-
7341κτημάτων, ἅπερ ἡ Ἑλλὰς ἢ ἡ Τουρκία δύναται νὰ προσ-
7342φέρῃ εἰς τὴν Εὐρώπην ἐν τῇ ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ, ἣν αἰσθά-
7343νεται, νὰ ἐγείρῃ φραγμὸν στερεὸν κατὰ τῆς Ρωσσίας ἐν τῇ
7344ἀνατολικῇ αὐτῆς μεσημβρίᾳ». Καὶ μετά τινας σελίδας: «Ναὶ,
7345ἡ Ἑλλὰς θέλει ζήσει, θέλει θριαμβεύσει, ὁ πολιτισμὸς κατι-
7346σχύσει τῆς βαρβαρότητος, ἡ ἐλευθερία κατισχύσει τῆς κτη-
7347νώδους δουλείας, καὶ ἡ Εὐρώπη θέλει λάβει, παρὰ τὴν θέ-
7348λησιν ἴσως αὐτῆς, εὐεργέτημα, οὗ τὴν σημασίαν θέλει κατα-
7349νοήσει διὰ μόνης τῆς μακρᾶς συνεχείας τῶν εὐεργετημάτων,
7350ὧν περιλαμβάνει τὴν ἀρχήν...» Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον
7351μέρος εὑρίσκεται ἀκριβῶς περὶ τὸ τέλος τοῦ βιβλίου, τοῦ
7352ἐκδοθέντος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλ-
7353λὰς, διατρέφουσα λαὸν εὐγενῆ καὶ νοήμονα, θέλει δυνηθῆ,
7354δι’ ἔμφρονος καὶ πεφωτισμένης διοικήσεως, νὰ καταρτίσῃ
7355Κράτος, ἔχον ἰσχὺν καὶ βιωσιμότητα, ἐγγυώμενον εἰς τὴν
7356Εὐρώπην τὴν ἀσφάλειαν ἐκείνην, ἣν παρέχει ἡ εὐρωπαϊκὴ
7357πολιτικὴ ἰσορροπία. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐν βραχυτέρῳ
7358ἢ μακροτέρῳ χρονικῷ διαστήματι θέλει ἀσφαλίσει τὴν Εὐ-
7359ρώπην ἀπὸ πολέμων καὶ ἀνησυχιῶν, ὑπηρετοῦσα διὰ τῆς
7360εἰρήνης τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι
7361θᾶσσον ἢ βράδιον, πρὸς ἀσφάλειαν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἡσυχίας
7362καὶ εἰρήνης, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ λάβῃ καὶ θέλει παρακληθῆ
7363ὑπὸ τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ὁμοψήφως νὰ λάβῃ εἰς χεῖ-
7364ρας αὐτῆς τὰς κλεῖδας τοῦ Βυζαντίου.»
7365Ἐθεώρησα καλὸν νὰ μεταφράσω καὶ ἀναγνώσω ὑμῖν
7366τοῦτο τὸ μέρος, ἓν ἐκ τῶν πολλῶν μερῶν, διὰ τῶν ὁποίων
7367ἐκδηλοῦται τὸ φιλελεύθερον καὶ γενναιόψυχον τοῦ ἀνδρὸς,
7368ἀλλ’ ἐν ταυτῷ ἡ ἐμβρίθεια συγχρόνως, ὅπως παραστήσω εἰς
7369τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπῆρχον ἔκτοτε ἄνδρες σοφοὶ καὶ πεπαιδευ-
7370μένοι, οἵτινες ἔκτοτε διεῖδον, ὅτι τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος εἶ-
7371ναι μέγα, οὐχὶ διὰ τῆς ἐξαντλήσεως αὐτῆς εἰς στρατιωτικὰς
7372παρασκευὰς, ἀλλὰ διὰ μόνης τῆς ἔμφρονος καὶ πεφωτισμέ-
7373νης διοικήσεως. Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ κατορ-
7374θώσῃ ὅ,τι δήποτε διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὅπλων, ὅσον ἰσχυρὰ
7375καὶ ἂν γείνῃ. Ἀναμφισβητήτως ὅμως θέλει κατορθώσει με-
7376γάλα, ἐμπνέουσα τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι δύ-
7377ναται νὰ στήσῃ ἀνυπέρβλητον φραγμὸν ὑπὲρ τῆς Εὐρωπαϊ-
7378κῆς ἰσορροπίας καὶ κατορθώσῃ νὰ μένῃ ἀσάλευτος ἡ ἰσορρο-
7379πία αὕτη.
7380Ἂν περὶ τούτου πεισθῇ ἡ Εὐρώπη, οὐδεμία ἀμφιβολία
7381ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀπελευθερώσει
7382τῶν δούλων Ἑλλήνων θέλει εἶσθαι προσέτι χρήσιμον εἰς τὰ
7383γενικὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα. Λέγων ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω,
7384ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ παντε-
7385λῶς τῆς ἰδέας τῆς καταρτίσεως καὶ διατηρήσεως στρατοῦ,
7386ἱκανοῦ μὲν νὰ πολεμήσῃ ἐν ἀνάγκῃ, μὴ προκαλοῦντος ὅμως
7387τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας προκαλεῖ μέχρι τοῦδε, ἐνῷ
7388συγχρόνως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς εὐ-
7389τυχὲς ἀποτέλεσμα. Φρονῶν ὅ,τι φρονῶ περὶ τοῦ ἐλαττωμα-
7390τικοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τὴν ἔποψιν
7391ὅτι δὲν προβάλλεται στρατιωτικὸν σύστημα, ὁποῖον πρέπει
7392νὰ προβάλληται, ἕπεται, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ κατα-
7393ψηφίσω τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗ-
7394τος στηρίζεται, ὡς οἱ ἄλλοι τῶν παρελθόντων ἐτῶν Προ-
7395ϋπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους κατεψήφισα, εἰς ἐλαττωματικὰς
7396βάσεις. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἔχει καὶ τοῦτο τὸ κα-
7397κὸν, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ αὐτῶν τῶν βάσεων ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν
7398ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπετρέπετο τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ θέλω κατα-
7399ψηφίσει τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι, ὡς γνωστὸν, ὁ Προϋπο-
7400λογισμὸς, κατὰ τὰ καθιερωθέντα ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν
7401ἐθίμων, εἶναι τὸ κύριον πολιτικὸν ζήτημα, ἐγὼ δὲ δὲν δύνα-
7402μαι ποτὲ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ὑπὲρ Κυβερνή-
7403σεως ἐν οἱῳδήποτε πολιτικῷ ζητήματι, ἐμφαίνοντι ἀποδοχὴν
7404τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, ὑπὲρ Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν
7405ἔχει πρόγραμμα, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὀργανικὴ νομοθεσία
7406σύμφωνος πρὸς τὸ πολίτευμα. Διότι, ἐν ὅσῳ ἔχομεν νομοθεσίαν
7407μοναρχικὴν, συμβαδίζουσαν μετὰ πολιτεύματος ἐλευθέρου, τὸ
7408ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ὅ,τι βλέπομεν. Θὰ ἦναι δηλονότι κακὴ
7409διοίκησις ἐν τῇ στενωτέρᾳ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, θὰ ἦναι κακὴ
7410οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, θὰ ἦναι κακὴ ἐκπαίδευσις, θὰ ἦναι κακὴ
7411δικαιοσύνη, θὰ ἦναι ἐπὶ τέλους τοῦτο τὸ φοβερώτερον καὶ σπου-
7412δαιότερον, θὰ ἦναι κακὴ Βουλὴ καὶ κακὴ Κυβέρνησις.
7413Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ, ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν
7414ἀποστολὴν αὑτῆς τὴν πρέπουσαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν
7415Κυβέρνησιν καλὴν, ἐν ὅσῳ μετὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν συμ-
7416βιοῖ τοιούτου εἴδους νομοθεσία. Τοσάκις ὡμίλησα περὶ τού-
7417του, κατὰ διάστημα μακρῶν ἐτῶν, τοσάκις ὡμίλησα καὶ ἐν
7418αὐτῇ τῇ Βουλῇ, καὶ πέρυσιν ἔτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
7419Προϋπολογισμοῦ, ὥστε θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν
7420Βουλὴν καὶ σήμερον, ἐκθέτων καὶ πάλιν ὅσα κατὰ διαλείμ-
7421ματα ἀλλεπαλλήλως εἶπον, καὶ ὅσα διὰ νομοσχεδίων ὑπέβα-
7422λον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν λεπτομερείᾳ πρὸ 20 καὶ 22 ἐτῶν.
7423Τοῦτο καὶ μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ὅλοι οἱ πολιτι-
7424κοὶ συγγραφεῖς, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, οἱ κατὰ τὴν τελευ-
7425ταίαν εἰκοσιπενταετίαν τοῦ λήγοντος ἤδη αἰῶνος, Ἰταλοὶ,
7426Γάλλοι, Ἄγγλοι, Γερμανοὶ, ἀποφαίνονται μιᾷ φωνῇ περὶ
7427τοῦ ἀδυνάτου νὰ κατορθωθῇ, πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν νὰ
7428ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, ἐν ὅσῳ δὲν συμβιοῖ μετ’ αὐ-
7429τοῦ ἡ ἀπαιτουμένη σύμφωνος πρὸς τὸ τοιοῦτον πολίτευμα
7430νομοθεσία. Πρό τινων δὲ ἡμερῶν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου
7431καὶ ἕτερον βιβλίον, ἐκδοθὲν ἐσχάτως, Γαλλικόν, συντεταγμέ-
7432νον ὑπὸ τοῦ Maurice Haurion, νέου καθηγητοῦ τοῦ Διοι-
7433κητικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Νομικῇ σχολῇ τῆς Τουλούζης. Καὶ
7434οὗτος, πραγματευόμενος οὐχὶ περὶ πολιτικῆς, ἀλλὰ περὶ διοι-
7435κήσεως, καὶ ἀποβλέπων μόνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοική-
7436σεως, λέγει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταφυτευθῶσιν εἰς τὴν
7437Γαλλίαν οἱ νόμοι οἱ Γερμανικοὶ καὶ οἱ Πρωσσικοί, ἰδίως περὶ
7438τῆς τύχης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ
7439εὐσυνείδητος δημόσιος ὑπάλληλος, ἂν ὁ δημόσιος οὗτος ὑπάλ-
7440ληλος ἦναι ἐξηρτημένος ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως. «Σπεύ-
7441σατε», λέγει εἰς τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ, «νὰ μεταφέρητε εἰς
7442τὴν χώραν ἡμῶν τοὺς νόμους τοὺς Γερμανικοὺς καὶ τοὺς Πρωσ-
7443σικούς.»
7444Προτίθεμαι λοιπὸν νὰ καταψηφίσω τὸν Προϋπολογισμὸν
7445καὶ ὡς Προϋπολογισμόν, ὑπὸ τὴν μᾶλλον περιωρισμένην ἔν-
7446νοιαν τῆς λέξεως, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικὸν ζήτημα, διὰ τὸν
7447λόγον, ὅτι οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην πρέπει νὰ ἔχῃ Ἕλλην Βου-
7448λευτὴς εἰς Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας πρόγραμμα δὲν εἶναι ἡ συμ-
7449μόρφωσις τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ πολίτευμα. (Φωναί!).
7450§378Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
7451§379Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν σκοπῆτε
7452νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ μακρόν, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.
7453§380Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέχομαι τὴν διακοπήν, διότι
7454θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολύ.
7455§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½
7456μ. μ.
7457(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
7458δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
7459§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
7460Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
7461§383Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
7462§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν ν’ ἀπευθύνω ἐρώτη-
7463σιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ συνεδρίασις θὰ
7464λυθῇ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἢ ὑπάρχει σκέψις νὰ διανυκτε-
7465ρεύωμεν πάλιν ἐνταῦθα.
7466§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κανονίσωμεν. Ὁ κ.
7467Κουμουνδοῦρος ἀγορεύει.
7468§386Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξακο-
7469λουθήσῃ ἀγορεύων, ἡ συνεδρίασις θὰ παραταθῇ μέχρις οὗ τε-
7470λειώσῃ τὸν λόγον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος;
7471§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θέλῃ...
7472§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
7473§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
7474§390Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπ’
7475ἄπειρον ἡ συνεδρίασις. Ἄλλως τε, ἐὰν ἀρνῆσθε νὰ μᾶς δηλώ-
7476σητε πότε θὰ διακοπῇ, τότε ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν
7477πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
7478§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν πρωΐαν ἀπεφασίσθη νὰ συ-
7479ζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἄνευ προτάσεων ἀναβολῆς.
7480§392Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη ποτὲ ν’ αὐτοκτο-
7481νήσωμεν· ἀπεφασίσθη νὰ συζητήσωμεν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα.
7482Ἀπόδειξις δέ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν, εἶναι
7483ἡ κατάστασις τῆς πτέρυγος τῆς πλειονοψηφίας.
7484§393Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ὑπὸ ποίους
7485ὅρους ἐγένετο ἡ διακοπή; ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς
7486Βουλῆς, ἵνα μὴ λήξῃ ἡ συνεδρίασις, ἢ ἀφοῦ λήξῃ ἡ συζήτη-
7487σις τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
7488§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐλέχθη.
7489§395Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς δὲν γνωρίζετε τὸ φρόνημα
7490τῆς Βουλῆς. Ἂς ἐρωτηθῇ αὕτη, καὶ ἂς ἀπαντήσῃ.
7491§396Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
7492ἀναβολῆς.
7493§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
7494§398Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ 30 ἤδη ὥρας συνεδριάζει ἡ
7495Βουλή, συζητοῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν λίαν σοβαρῶς, καὶ
7496κατὰ τὸ διάστημα τῶν 30 ὡρῶν τὴν συζήτησιν αὐτὴν διεξ-
7497άγουν ἄνδρες ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῷ Κοινοβου-
7498λίῳ τούτῳ. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι σοβαρωτάτη,
7499εἶναι ὄχι μόνον ἡ περιωπὴ, εἰς ἣν ἀνήκουσιν, οἱ ἄνδρες οἱ
7500συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ χθὲς, ἅμα τῇ ἐνάρ-
7501ξει τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ προσοχὴ, μεθ’ ἧς πάντες
7502ἀκροώμεθα τῶν διαφόρων ῥητόρων. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχο-
7503μεν διάθεσιν νὰ μένωμεν κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐπὶ πλέον·
7504δὲν ἔχομεν διάθεσιν, ἀφοῦ ἐπὶ 30 ὥρας συνεδριάζομεν ἐδῶ
7505ἀπὸ τῆς χθὲς, νὰ μένωμεν μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν μας, ἐνῷ
7506εἴμεθα καὶ χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες οἰκογενειάρχαι, πάν-
7507τες δὲ γνωρίζετε τὸ ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἀποδεικνῦον
7508τὴν Ἑλληνικὴν ἡμῶν καταγωγήν· τοῦτο δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ
7509τὰς ἡμέρας ταύτας οὐδεὶς Ἕλλην πρέπει νὰ μένῃ μακρὰν
7510τῆς οἰκογενείας του, ἡμεῖς δὲ μένομεν ἐδῶ κατ’ αὐτὰς, συ-
7511ζητοῦντες σπασμωδικῶς ἐπὶ σοβαρωτάτου ἔργου τοῦ Κοινο-
7512βουλίου, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δι’ οὗ ζη-
7513τοῦμεν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν 114 ἑκα-
7514τομμύρια. Καὶ ἐνῷ, ὡς δὲν ἔπρεπε, διεξάγεται ἡ περὶ τῶν
7515οἰκονομικῶν μας συζήτησις τόσον σπασμωδικῶς, οἱ πρώτιστοι
7516ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἀσθενεῖς ὄντες, δὲν δύνανται νὰ παρα-
7517κολουθήσωσι τὴν συζήτησιν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὁσά-
7518κις δ’ ἡμεῖς θέλωμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν
7519νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάν-
7520τοτε ἐγκαλούμεθα, ὅτι τοῦτο πράττομεν, ὅπως παρεμβάλω-
7521μεν προσκόμματα εἰς τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, πάντοτε ἐγ-
7522καλούμεθα ὡς κωλυσιεργοὶ, ἀντὶ εὐγνωμοσύνην νὰ ὀφείλωσιν
7523εἰς ἡμᾶς οἱ διέποντες τὰ τῆς πλειονοψηφίας, εὐγνωμοσύνην
7524εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τῆς ὁποίας τὰ μέλη, ἢ ὡς ἀποτε-
7525λοῦντα μέρος διαφόρων ἐπιτροπῶν, ἢ καὶ ὡς διεξάγοντα συ-
7526ζητήσεις ἐν δημοσίαις συνεδριάσεσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀεί-
7527ποτε ἀπέδειξαν ὥριμον καὶ ἐνδελεχῆ μελέτην ἐφ’ ὅλων τῶν
7528ὑποθέσεων, ἐφ’ ὧν ἐκλήθησαν ν’ ἀποφανθῶσι. Πολλάκις ἐν
7529ἐπιτροπαῖς ἀνετέθη καὶ εἰς αὐτὰ νὰ ἐπεξεργασθῶσι νομοθε-
7530τικὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
7531Ἐρωτήσατε τὰ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ταύταις μέλη τῆς πλειο-
7532νοψηφίας, ὁποίαν ἐπιμέλειαν εἶχον τὰ μέλη τῆς μειονοψη-
7533φίας. Καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι δὲ ταύταις εἶναι κατάδηλον,
7534ὅτι ἔχομεν πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων μας, δὲν ἕπε-
7535ται ὅμως καὶ ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πρέπει νὰ παρα-
7536τείνωμεν οὕτω τὰς συνεδριάσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθη-
7537κόντων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία μᾶς ἐπέβαλεν. Ἀλλ’ ἂς ἐξε-
7538τάσωμεν, κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ συνεδριάζει ἡ Βουλὴ,
7539ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου μέχρι σήμερον, ὁποῖα νομοθετικὰ ἔργα,
7540προταθέντα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, μένουσιν ἐκκρεμῆ
7541μέχρι σήμερον; Πάντα ἐψηφίσθησαν, καὶ μόνον ἐφημερίδες
7542τινὲς ἀναβοῶσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἄλλον ἔχει ἔρ-
7543γον ἢ νὰ κωλυσιεργῇ. Φέρω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς 17
7544Νοεμβρίου, ἤτοι τῆς 17ης ἡμέρας ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ ἔναρ-
7545ξις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀκούσατε τὰ νομοθε-
7546τικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
7547ξει τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Εἶναι ἐν ὅλῳ 6. Πρῶτον «συζήτησις
7548ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώ-
7549σης Συνόδου». Ἐψηφίσθη ἢ ὄχι; (γέλωτες). Τὰ ἐλάβομεν
7550καὶ τὰ ἐδαπανήσαμεν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο θὰ φέρῃ τις
7551ἀντίρρησιν...
7552§399Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει ἀπὸ
7553τῆς πρώτης Νοεμβρίου, δ’ ὅτι μετὰ τὴν πρώτην διεκόπησαν
7554ἐπὶ ἡμέρας αἱ συνεδριάσεις.
7555§400Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ὁ αἴτιος τῆς διακοπῆς; Κατέ-
7556γεινεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς διορισμοὺς ἐπιτροπῶν κλπ.,
7557ὅπερ ἔπρεπε νὰ κάμῃ εἰς μίαν ἡμέραν ἡ πλειονοψηφία. Δὲν
7558πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία παρίστατο καὶ ἐψήφιζε.
7559Δεύτερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ ταύτῃ διατάξει εἶναι ἡ συζήτησις
7560τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στό-
7561λου». Πάντες ἐνθυμούμεθα τὴν σοβαρότητα, ἣν ἔδωκε πᾶσα
7562ἡ Βουλή, Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὸ ἐθνο-
7563σωτήριον τοῦτο ἔργον. Τῇ ὑποδείξει μάλιστα τῆς Ἀντιπο-
7564λιτεύσεως πολλὰς διορθώσεις ἐπέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
7565ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πᾶσα
7566ἡ Βουλὴ θέλει ἀνομολογήσει, ὅτι κατηρτίσθη ὅσον τὸ δυνα-
7567τὸν ἐντελέστερον. Ἐγὼ μάλιστα ἀπετέλουν ἰδιαίτερον κόμ-
7568μα μετὰ τοῦ ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Καπετανάκη ἐπὶ τοῦ
7569νομοσχεδίου ἐκείνου, ὑπερθεματίζοντες εἰς τοὺς πόρους, οἵ-
7570τινες καθωρίζοντο πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, καὶ
7571πᾶσαν πρότασιν, δι’ ἧς ἐπροτείνετο νὰ ψηφισθῇ νέος πόρος
7572πρὸς δημιουργίαν στόλου, ὁ κύριος Καπετανάκης καὶ ἐγὼ
7573τὴν ἐψηφίζομεν, ἀνυψώνοντες καὶ τὰς δύο χεῖρας, ὄχι τὴν
7574μίαν.
7575Τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς 17
7576Νοεμβρίου εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁπλοφο-
7577ρίας». Εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1891
7578πάντα τὰ Ὑπουργεῖα διαδοχικῶς ἔφερον εἰς τὴν Βουλήν,
7579εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἡ Βουλὴ
7580τὸ ἀπέρριπτε, διότι νόμον περὶ ὁπλοφορίας ἔχομεν, ἀλλὰ δὲν
7581τὸν ἐφαρμόζομεν. Καὶ ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ ἔφερον τὸ νομο-
7582σχέδιον τοῦτο,—διότι δὲν εἶναι μόνος ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ὅστις
7583ἔφερε νομοσχέδιον περὶ ὁπλοφορίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι,—πάν-
7584τοτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμπετο εἰς τὰς Ἑλληνικὰς
7585καλένδας, διότι ἀνεγνωρίζετο πάντοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
7586ὅτι πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ὁπλοφορίας δὲν ἔχομεν ἀνάγκην
7587νέων νόμων, ἔχομεν ἀνάγκην ἐφαρμογῆς τοῦ ὑφισταμένου
7588νόμου, καὶ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἔχομεν ἀνάγ-
7589κην πρωτίστως ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὁποία ἡ κατάστα-
7590σις τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος, τὴν ἀντελήφθητε χθές, ὅτε
7591διάφοροι συνάδελφοι διεξετραγῴδησαν τὴν κατάστασιν τῆς
7592ὑφισταμένης ἀστυνομίας, ἡ ὁποία κατεδικάσθη δὶς μέχρι
7593τοῦδε εἰς θάνατον, καὶ ἐν τούτοις ὑφίσταται, ἀλλ’ ὑφίστα-
7594ται κατὰ τρόπον ὅλως ἔκρυθμον. Καὶ ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀστυ-
7595νομίαν, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν σοφώτατον ἐκεῖνον νόμον περὶ ἀπα-
7596γορεύσεως τῆς ὁπλοφορίας, μᾶς πταίει ὁ νόμος, καὶ δημιουρ-
7597γοῦμεν νέους καθ’ ἑκάστην νόμους, τοὺς ὁποίους οὔτε ἡμεῖς
7598οἱ ψηφίσαντες ἐνθυμούμεθα, οὔτε γνωρίζομεν! Διατὶ δὲ δὲν
7599γνωρίζομεν; Διότι, ὅταν ψηφίζωμεν αὐτοὺς, κοιμώμεθα! Ὁ
7600κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν προκαλῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς
7601Βουλῆς, ἀπαγγέλλει τὸ τυπικὸν ἐρώτημα: «Οἱ παραδεχόμε-
7602νοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
7603σιν». Εἷς ἐκ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ εἷς ἐκ τῆς ἄλλης μόλις
7604καὶ μετὰ βίας κατορθώνουσι νὰ ὑψώσωσι τὸν ἕνα δάκτυλον,
7605καὶ ὁ Πρόεδρος λέγει «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», ἐνῷ οὔτε εἴ-
7606δησιν ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται! Τοῦτο γίνεται...
7607§401Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σεῖς δὲν παρακολουθεῖτε τὰς
7608ἐργασίας;
7609§402Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακολουθῶ ἐπιμελέστατα· καὶ
7610ἐπιμαρτύρομαι ὑμᾶς αὐτοὺς, ἂν παρακολουθῶ τὰς ἐργασίας.
7611Ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξω;
7612Ποῖον εἶναι τὸ ἄλλο ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατά-
7613ξεως ἐκείνης; (ἀναγινώσκει): «Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
7614περὶ προσδιορισμοῦ προθεσμίας πρὸς συζήτησιν τῶν ἐνώπιον
7615τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων Ἀθηνῶν εἰσαγομέ-
7616νων προσωπικῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστι-
7617κοῦ Ταμείου ἀγωγῶν». Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε τὴν πρω-
7618τοβουλίαν νὰ τὸ συντάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
7619ἀλλ’ ἅμα τῇ ἐμφανίσει του ἐν τῇ Βουλῇ, ἐδήλωσα, ὅτι θέλω
7620συζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀπέσυρεν ἔκτοτε.
7621§403Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
7622Δὲν τὸ ἀπέσυρα.
7623§404Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
7624ταξιν κατὰ πολλὰς βαθμίδας.
7625§405Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἄλλα κατεπείγοντα.
7626§406Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὄχι. Δικαίωμα τῆς πλειο-
7627νοψηφίας εἶναι νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
7628Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνι-
7629σίν του ἐθεωρήθη ὡς λίαν κατεπεῖγον, ὅτε ἐδήλωσα, ὅτι ἐπε-
7630θύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
7631Οἰκονομικῶν μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω διὰ τὴν δευτέραν
7632συζήτησιν. Ἐγὼ ὅμως τότε ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον,
7633κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, διότι τοιοῦτος νόμος ὑπάρχει.
7634Ὑπάρχει νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ συζη-
7635τηθῇ καμμία ὑπόθεσις συνοπτικῆς φύσεως, ἂν δὲν παρέλθωσι
763618 ἡμέραι ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως, ἂν οἱ διάδικοι κατοικῶ-
7637σιν εἰς διάφορον κατοικίαν, ἢ πέραν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστη-
7638ρίου... (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς
7639Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ὁρίζων τὰς προθεσμίας
7640αὐτάς;... Τὸ ἤδη προτεινόμενον νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι
7641θὰ συνέταξέ τις τῶν νομικῶν συμβούλων, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του
7642μόνον τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, καὶ οὐχὶ τοὺς νεωτέρους
7643νόμους, ἢ τμηματάρχης τις ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συντάσσουν
7644συνήθως τὰ νομοσχέδια, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν ὁ ἁρ-
7645μόδιος Ὑπουργὸς προκαλεῖ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουρ-
7646γείῳ του δικαστικοῦ συμβούλου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου,
7647ὃν αὐτὸς συνέταξεν...
7648§407Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν νομοσχέ-
7649διον, συντεταγμένον παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουρ-
7650γείου.
7651§408Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, τοιοῦ-
7652τος νόμος. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Μπουφίδην. Ἐρωτήσατε τὸν
7653κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης... Δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ
7654τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συζητήσητε ἀγωγὴν οἱανδήποτε κατὰ
7655τὸν νέον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Τρι-
7656κούπη, ὅτε, νομίζω, ὁ κ. Σιμόπουλος ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δι-
7657καιοσύνης;... (Ἀνυπομονησία ἐκ δεξιῶν Φωναί: «Κωλυ-
7658σιεργία! κωλυσιεργία!»).
7659Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἴπῃ τις, σεῖς τὸ ὀνομάζετε κωλυσιερ-
7660γίαν! Ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν
7661τροπαρίων τῆς Κασσιανῆς! (ἱλαρότης) Πῶς μᾶς βλέπετε
7662κωλυσιεργοῦντας; Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
7663Ἐγὼ θὰ εἴπω, ὅτι ὅλα, ὅσα ἐπροτείνατε ἐντὸς τοῦ Νοεμ-
7664βρίου, ὅλα ἐψηφίσθησαν.
7665Πλὴν τούτων, εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ πολυετοῦς ἐρ-
7666γολαβίας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους» καὶ
7667τὸ «περὶ τελωνειακῆς ἀστυνομίας». Κατῆλθον ταῦτα εἰς τὴν
7668ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ πολλὰς βαθμίδας. Διὰ ποῖον λό-
7669γον; Εἴτε ἐκ τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
7670μικῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων.
7671§409Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
7672Διότι δὲν ἀφήσατε διὰ τῶν ἐπερωτήσεών σας.
7673§410Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτων ἐπροτάθησαν νόμοι
7674ἄλλοι, καὶ πάντες ἐψηφίσθησαν. Καὶ ἂν ἠθέλετε πρὸ τοῦ
7675Προϋπολογισμοῦ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ φέροντα
7676κατεπείγοντα χαρακτῆρα, θὰ ἐψηφίζοντο. Ἀλλ’ ὄχι! Νὰ ψη-
7677φισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, νὰ πᾶτε στὸ καλό! (διαμαρτυρίαι
7678ἐκ δεξιῶν).
7679§411ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Πῶς ἀποφαίνεσθε; Ποῦ τὸ ἠξεύ-
7680ρετε;
7681§412Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο γίνεται πάντοτε. Οἱ κύριοι
7682Βουλευταὶ μετὰ δυσκολίας ἐπανέρχονται εἰς τὰς Ἀθήνας.
7683Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τοῦ 1844... (κραυγαὶ ἀποδοκιμαστικαὶ δε-
7684ξιόθεν, θόρυβος ἀριστερόθεν· ἀντεγκλήσεις).
7685§413Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ μίαν πλά-
7686νην κύριε συνάδελφε. Νομίζετε, ὅτι αἱ δύο ἢ τρεῖς διακοπαὶ
7687θ’ ἀναγκάσωσι τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀπέλθωσι, καὶ θὰ παρα-
7688λύσῃ ἡ πλειονοψηφία; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλανᾶσθε. Δὲν θὰ
7689γείνῃ αὐτό.
7690§414Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, ἐνδια-
7691φέρει σᾶς.
7692§415Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὔτε ἡμᾶς.
7693§416Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἀδιακρισία μου νὰ κανο-
7694νίσω καὶ τὰς οἰκογενειακὰς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς πλειονο-
7695ψηφίας. Τοῦτο μόνον γνωρίζω ἐγὼ, προκειμένου περὶ τοῦ ἑαυ-
7696τοῦ μου, ὅτι μόλις ἔλθῃ πέντε ἡ ὥρα θὰ εὑρεθῶ εἰς τὸν σταθ-
7697μὸν τοῦ σιδηροδρόμου. Περὶ τούτου μὴ ἀμφιβάλλετε.
7698§417ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Καλὸ ταξεῖδι! καλὸ ταξεῖδι!
7699§418Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸν
7700Νοέμβριον, ὅσα νομοθετήματα προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις, πάν-
7701τα ἐψηφίσθησαν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ προτάσεις,
7702αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀνεγνω-
7703ρίσθησαν ὡς νομοθετήματα κοινοῦ συμφέροντος, καὶ ἐψηφί-
7704σθησαν πάντα. Τόσα νομοθετήματα περὶ κυρώσεως ἀναπλη-
7705ρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐψηφίσθησαν καὶ ταῦ-
7706τα, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς
7707μέχρι τοῦδε, ἂν ὑπολογίσητε, ὅτι αὗται ἤρχισαν τὴν 1 Νοεμ-
7708βρίου, δὲν παρῆλθον οὔτε δύο μῆνες, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ
7709ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, δὲν ἐγένετο ἄλλοτε
7710εἰς Συνόδους διαρκεσάσας ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Καὶ μετὰ
7711τοιαύτην ἐργασίαν, Κύριοι, — τινῶν μάλιστα ἐξ ἡμῶν, οἵτι-
7712νες ἀποτελοῦσι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας
7713τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως», οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλην τὴν
7714ἡμέραν ἐργάζονται...
7715§419ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἄ! ἄ!
7716§420Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βαλαωρίτης, ὁ ὁποῖος εἶπε
7717τὸ «ἄ!», ἂς ἐρωτήσῃ τὸν παρακαθήμενόν του κ. Στεφάνου,
7718ὁ ὁποῖος κοιμᾶται αὐτὴν τὴν στιγμήν, (γέλωτες) διὰ νὰ μά-
7719θῃ, ὁποίους κόπους καταβάλλουσι τὰ μέλη, τὰ ἀποτελοῦντα
7720τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην.
7721§421Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς ἀκούω καλῶς.
7722§422Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς δεκάτης τῆς πρωΐας μέ-
7723χρι τῆς μιᾶς μετὰ μεσημβρίαν εὑρίσκονται ἐν διαρκεῖ δια-
7724νοητικῇ ἐργασίᾳ, καὶ ἀπὸ τῆς τρίτης μ. μ. εὑρίσκονται εἰς
7725τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Θεωρεῖτε μικρὰν ἐργασίαν
7726αὐτήν; Ἂν θεωρῆτε αὐτὴν μικρὰν ἐργασίαν, ἐγὼ θεωρῶ
7727(πρὸς τὸν κ. Βαλαωρίτην) μηδαμινὴν ἐργασίαν τὸ μέτρημα
7728τῶν ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον καταγίνεσθε σεῖς.
7729Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν ἐργασίαν, Κύριοι, διαρκοῦσαν ἐπὶ
7730δύο μῆνας, μετὰ διαρκῆ συνεδρίασιν ἐπὶ 30 ὥρας καὶ ἡμί-
7731σειαν, ἐπιμένετε νὰ προβῆτε τὴν νύκτα ταύτην εἰς τὴν συζή-
7732τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ τόσα ἀξιότιμα μέλη ἀγο-
7733ρεύουσι;
7734§423ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Θὰ προβῶμεν. Μάλιστα.
7735§424Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὸν πάρητε! Θὰ μείνω-
7736μεν ἐδῶ ἀπὸ ὀκτὼ ὥρας καθένας, ἵνα ὁμιλήσῃ.
7737§425ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἄ! ἄ! ἄ!
7738§426Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα).
7739Σᾶς συγχαίρω!
7740§427Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἢ ἐπιβάλλετε ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε,
7741ἢ ἄλλως δὲν θὰ προχωρήσωμεν.
7742§428Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν τὰ μέλη τῆς πλειονο-
7743ψηφίας ἀλαλάζωσι, προκειμένου νὰ δικαιολογήσω πρότασιν
7744ἀναβολῆς, τί θέλετε νὰ εἴπω κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἀλα-
7745λαγμῶν αὐτῶν;
7746Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τῆς
7747ὑγείας τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ φειδώ-
7748μεθα, νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, συνε-
7749δριάσεως διαρκοῦσης ἐπὶ τριάκοντα ἤδη ὥρας, πρᾶγμα πρω-
7750τοφανές!
7751§429ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τριάκοντα τρεῖς εἶναι, κύ-
7752ριε συνάδελφε.
7753§430ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶσθε ἀκριβής.
7754§431Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουρ-
7755γὸς γνωρίζω, ὅτι ἔχει σῶμα ἀντοχῆς, διότι ἄλλοτε ἀνεγί-
7756νωσκεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ὅλα τὰ τροπάρια τῆς Ἀκολουθίας
7757τοῦ ἑσπερινοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου!...
7758§432ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ δὲν εἶσθε ἀκριβής.
7759§433Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ... Ἡμεῖς ὅμως δὲν θέλομεν νὰ
7760καταφύγωμεν εἰς αὐτά. Συζητοῦσι, βλέπετε, τὰ σοβαρώτερα
7761μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συζητή-
7762σωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐδεὶς, νομίζω, δύναται
7763νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἐξέκλινεν οὔτε κατὰ κεραίαν
7764τοῦ θέματος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν διεξ-
7765άγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἑσπέραν
7766ταύτην, δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι,
7767ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μετὰ προσο-
7768χῆς ἀκροᾶται αὐτοῦ, πλειστάκις τὸν διέκοψεν, ὅπως δια-
7769φωτίσῃ αὐτὸν ἐπί τινων σημείων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν κύριον
7770Ὑπουργὸν, οὐχὶ ἀκριβῶς διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου
7771Βουλευτής. Πότε ἄλλοτε, σᾶς παρακαλῶ, ἡ πλειονοψηφία,
7772ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν
7773Ἑλλάδι, ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ οὕτω πως τὴν Ἀντιπολίτευσιν,
7774τοσοῦτον σοβαρῶς συζητοῦσαν ἐπὶ σοβαρωτάτου θέματος;
7775§434ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα!
7776§435Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν «μάλιστα!» Καὶ θὰ μὲ
7777κατακρίνῃ ἴσως πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἀπαντήσω,
7778ὅπως καὶ προηγουμένως.
7779Δὲν ἦτο σοβαρὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
7780Βουλευτοῦ; Δὲν ἦτο σοβαρὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Δραγού-
7781μη; ... (διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν καὶ θόρυβος).
7782§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
7783§437Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ
7784νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι, ἐὰν δὲν παύσῃ
7785νὰ θορυβῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θέλομεν ἀντιταχθῆ εἰς
7786αὐτὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
7787§438Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὄχι μόνον παραμονὴ τοῦ νέου
7788ἔτους, εἶναι καὶ παραμονὴ εἰσόδου τοῦ νέου αἰῶνος, καὶ ἂν
7789θορυβωδῶς εἰς ἄλλα ἔτη ἀπεδιώξαμεν τὸ ἀποχαιρετῶν ἡμᾶς
7790ἔτος, πρέπει διὰ μεγαλειτέρου θορύβου ν’ ἀποδιώξωμεν τὸν
7791ἀποχαιρετῶντα ἡμᾶς αἰῶνα! Διὰ τοῦτο λοιπὸν οἱ θόρυβοι δὲν
7792πρέπει νὰ κάμωσιν ἐντύπωσιν εἰς κανένα. (Θόρυβος δεξιόθεν).
7793§439ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλετε ἡσυχίαν.
7794§440ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, Κύριοι.
7795§441Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν
7796κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐξακο-
7797λουθήσεως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ οἱανδή-
7798ποτε ὥραν θελήσῃ, καὶ ἐὰν νομίσῃ, ὅτι καὶ σήμερον πρέπει
7799νὰ συνεχισθῇ, μετά τινας ὥρας, ἡ συνεδρίασις, ἐγὼ δηλῶ,
7800ὅτι πρὸς χάριν του θὰ μείνω· δὲν θ’ ἀναχωρήσω.
7801§442ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν...
7802§443Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ
7803τῆς ἀναβολῆς.
7804Κινδυνεύω νὰ χαρακτηρισθῶ ἄλαλος ἀπὸ πέντε ἡμερῶν,
7805διότι, ἀφορῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν σπου-
7806δὴν, δεδικαιολογημένην ἢ ἀδικαιολόγητον, εἶχον ἀποφασίσει
7807— καὶ ἡ ἀπόφασίς μου ἐξακολουθεῖ ἀμετάβλητος — νὰ μὴ
7808ἀντικρούσω ποσῶς τὴν γνώμην τῆς σπουδῆς, καὶ νὰ μὴ συμ-
7809βάλω εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολο-
7810γισμοῦ, ἀφοῦ καὶ ἡμιεπισήμως καὶ δι’ ἀνάρθρων κραυγῶν πρὸ
7811ὀλίγου ἀνεκοινώθη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν θὰ ἐννοήσῃ ὡς
7812λῆξαν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς μετὰ την ἐπιψήφισιν τοῦ Προ-
7813ϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας
7814συνάδελφος, ζητῶν τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἀνέφερε
7815γεγονότα, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν
7816ἐνόησε νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔρ-
7817γον, δὲν ἐνόησε νὰ κωλυσιεργήσῃ, ἢ δὲν μετῆλθε μέσα, τὰ
7818ὁποῖα ἄλλοτε ἐχαρακτήριζον τὴν συζήτησιν ὡς κωλυσιερ-
7819γίαν, ἤκουσα φωνὰς διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῆς Συμπολι-
7820τεύσεως, ἤκουσα ἀπειλὰς, ἤκουσα ὅτι θὰ ὑπάρξωσι Βουλευ-
7821ταὶ ἢ ὑπῆρξαν Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, οἵτινες εἶπον:
7822«Θὰ πέσῃ καὶ ξύλο, διὰ νὰ πάρωμεν τὸν Προϋπολογισμόν!»
7823(διαμαρτυρίαι ἐξ δεξιῶν).
7824§444ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κανεὶς δὲν τὸ εἶπε.
7825§445Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σέβομαι, Κύριοι, περισσότε-
7826ρον πάντων ὑμῶν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὰ ἀποτελοῦντα
7827αὐτὴν μέλη, ἀλλὰ πεισθῆτε, ὅτι πείθομαι συνάμα εἰς τὴν
7828ἀκοήν μου. Καὶ ἤκουσα ἐγὼ ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ
7829ἄλλος, καὶ χωρὶς νὰ προσέξω εἰς καμμίαν διάψευσιν, ἤκουσα
7830Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος εἶπε τοιοῦτόν τι. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δε-
7831ξιῶν).
7832§446Γ. ΡΩΜΑΣ. Ποῖος εἶναι;
7833§447Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
7834§448Γ. ΡΩΜΑΣ. Πῶς λέγετε λοιπὸν τοιοῦτόν τι;
7835§449ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Κανεὶς δὲν τὸ εἶπε.
7836§450Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἐργαζώ-
7837μεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νὰ διαφύγῃ τοιαύτη ἀπειλή,
7838τοιαύτη ἔκφρασις ἀπὸ ἕνα Βουλευτήν, Τοῦτο ὅμως δὲν ἕπε-
7839ται, ὅτι ἀποτελεῖ πραγματικὴν ἀπόφασιν, ἢ πραγματικὴν
7840ἀπειλὴν, εἴτε πρὸς τὰ πρόσωπα, εἴτε πρὸς τὸν Κανονισμόν,
7841ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ κατονομασθῇ ὁ ἀσεβήσας οὕτω Βου-
7842λευτής.
7843Ἡ περίστασις αὕτη δὲν μὲ κάμνει νὰ μὴ μετάσχω τῆς
7844συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ μετάσχω ὅμως—καὶ
7845ἡσυχάσατε, Κύριοι τῆς πλειονοψηφίας—διὰ βραχέων εἰς τὸ
7846ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βου-
7847λευτής, ὅπως διακόψωμεν. Διότι, ἂν διαμαρτυρηθῆτε, κύριοι
7848Βουλευταὶ, λέγοντες, ὅτι ὄχι μόνον εἰς λόγους δὲν θὰ ἔλθω-
7849μεν, ἀλλ’ οὔτε εἰς χεῖρας ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, νομίζω, ὅτι
7850τὰ γεγονότα θὰ διαψεύσωσι καὶ σᾶς καὶ ἡμᾶς, καθὼς βαδί-
7851ζομεν, διότι ἀγνοῶ, ποῖον πνεῦμα ἀπό τινων ἡμερῶν ἔχει ἐν
7852τῇ αἰθούσῃ ἐπινεύσει, ὥστε ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἐρεθισμοῦ νὰ
7853ἦναι τοσοῦτον συμπεπυκνωμένη. Βλέπω δὲ, ὅτι σεῖς μὲν πει-
7854σμόνως ἔχετε προσηλωθῆ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀμέσου ἐπιψηφί-
7855σεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄλλοι δὲ εἰς τὸ νὰ ἀντιταχθῶσι
7856κατὰ τοιαύτης ἐπιψηφίσεως. Ἀλλὰ τίς εὑρίσκεται ἐν τῷ ἐδά-
7857φει τῆς ἀληθείας; σεῖς, ἢ ἡμεῖς; Τοῦτο εἶναι ἄξιον συζητή-
7858σεως, καὶ τοῦτο συζητούμενον δέον νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ἂν πρέπει
7859νὰ χωρήσητε, ὡς χωρεῖτε, εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
7860Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀνακόψωμεν τὴν ἐργα-
7861σίαν ταύτην τῆς συζητήσεως, ὅπως δοθῇ ἓν πέρας.
7862Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πρὸ ἡμερῶν καθωρί-
7863σθησαν τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τύπους, οἵτινες
7864δὲν προοιωνίζον τὴν τοιαύτην πρόοδον καὶ τὴν τοιαύτην τρο-
7865πὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Συνέπεσαν γεγο-
7866νότα, ἢ δὲν συνέπεσαν, ὥστε νὰ μεταβληθῶσι τὰ ὅρκια ταῦτα,
7867καὶ νὰ μεταβληθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς; Τοῦτο δὲν
7868μὲ ἐνδιαφέρει νὰ συζητήσω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει,
7869εἶναι, ὅτι ἐδόθη τύπος τις εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύ-
7870σεως, καὶ ἐδόθη μορφὴ, καὶ ἐρρίφθη κατηγορία, ἥτις ὁλό-
7871κληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀφορᾷ καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἀντι-
7872πολίτευσιν χαρακτηρίζει. Ὅταν τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως ἐν
7873τῷ προκειμένῳ θέματι ἀποβλέπῃ εἰς κωλυσιεργίαν, ἀπέ-
7874ναντι αὐτῆς εἶναι δεδικαιολογημένη νὰ ἀντιταχθῇ ἡ πλειο-
7875νοψηφία διὰ τῆς συμπυκνώσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς σιω-
7876πῆς. Ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτη-
7877σις κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν ἐγένετο, δικαιολογοῦσα τοὺς
7878δοθέντας χαρακτηρισμοὺς, οὔτε ἦτο πρέπον νὰ χαρακτηρισθῇ
7879ὡς τοιαύτη, συζήτησις μάλιστα ἀφορῶσα Προϋπολογισμὸν
7880τοῦ 1901, ὅστις μετὰ 20 ἔτη οἰκονομικοῦ ἀγῶνος παρου-
7881σιάζεται ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ πρώτην φορὰν τοσοῦτον εὔελπις,
7882ὥστε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ πρόβλημα τὸ οἰκονομικὸν ἐλύθη.
7883Τίνες δὲ συνεζήτησαν μέχρι τοῦδε; Τρεῖς ἢ τέσσαρες, καὶ
7884ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως μόνος ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς.
7885Ἀλλ’ ἠκούσθη ποτε, Προϋπολογισμὸς οἱουδήποτε Κράτους,
7886καὶ δὴ τοιοῦτος, μετὰ τὰς οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, νὰ μὴ
7887φωτισθῇ δι’ ἀγορεύσεως τοῦ ὑπερόχου ἱκανότητος Ὑπουργοῦ
7888τῶν Οἰκονομικῶν; Ἴσως εἴπητε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προ-
7889ϋπολογισμοῦ θὰ εἶχε χωρήσει, καὶ θὰ ἠριθμοῦντο πλειότεροι
7890ῥήτορες, ἀλλ’ ἀνεκόπη διὰ τῶν ἀθρόως ἐπελθουσῶν ἐπερω-
7891τήσεων. Ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας ἂν προῆλθον οἱ Βουλευταὶ τῆς
7892Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ ἀποδίδετε τὴν εὐθύνην εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’
7893εἰς τὰ πείσματα, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν κακῶς· διότι ὁ ἀξιότι-
7894μος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθορίζει τὴν ὥραν τῶν ἐρ-
7895γασιῶν, καὶ παραδέχεται, ἵνα ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογι-
7896σμοῦ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ δευτέρου τμήματος τῶν συνεδριά-
7897σεων, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 9½ μετὰ μεσημβρίαν· ἀλλ’ εἰς τὰς
7898συζητήσεις ταύτας τῶν ἐπερωτήσεων ὅριον δὲν δύναται νὰ
7899τεθῇ, διότι οἱ ἀντιφρονοῦντες θὰ ἀντικρούσωσι δι’ οἱουδήποτε
7900νομίμου μέσου τοὺς τοιούτους περιορισμούς. Εἶδον καὶ ἄλλην
7901ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ πεῖσμα τῶν κυβερνώντων ἀντετάσσετο
7902πλέον ἰσχυρὸν, καὶ εἶδον πλειονοψηφίας πλέον συμπαγεῖς,
7903ἀλλ’ εἶδον καὶ τὴν σημαίαν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐν τῷ μέσῳ
7904ὑψουμένην, ὅτε ἠπειλεῖτο σύρραξις. Τὸ πεῖσμα ὑπεστέλλετο.
7905Ἀλλ’ οὐδὲν βλέπω τὴν ἑσπέραν ταύτην· καὶ ἂν μοὶ ἦτο ἐπι-
7906τετραμμένον, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, τὴν σημαίαν
7907ταύτην τοῦ συμβιβασμοῦ ἐγὼ νὰ ὑψώσω, καὶ νὰ ποιήσωμαι
7908ἔκκλησιν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, προτείνων νὰ διακόψωμεν
7909ἤδη τὰς ἐργασίας, καὶ ἐπανερχόμενοι τὴν Τετάρτην νὰ φα-
7910νῶμεν ἄλλοι ἄνθρωποι, νὰ φανῶμεν καὶ νέοι πολῖται, ἐπ’ ἀ-
7911γαθῷ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ τόπου. Διότι διασταυροῦν-
7912ται ὕβρεις καὶ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐναντίον τῶν
7913πολιτευομένων, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρέχωμεν διὰ τῆς πο-
7914λιτείας μας εἰκόνα δίδουσαν ἀφορμὴν εἰς αὐτάς. Σεῖς λέγετε,
7915ὅτι κωλυσιεργοῦμεν· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι θέλομεν νὰ γείνῃ
7916συζήτησις εὐρεῖα, ἀξία τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θὰ ἐποιούμην καὶ
7917ἑτέραν ἔκκλησιν, παρ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις καὶ τὰς κραυ-
7918γὰς, ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα συνεχίσωμεν τὸ ἔργον· θὰ ἐποι-
7919ούμην τὴν ἔκκλησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα διὰ τῆς
7920συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν σπουδαῖα νομο-
7921σχέδια, περὶ τῆς Θεσσαλίας, περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηρο-
7922δρόμου Πελοποννήσου—εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιταχθῶ, διότι
7923εἶναι θέμα, εἰς ὃ πρέπει νὰ χωρήσῃ ἐλευθέρα συζήτησις, διότι
7924δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καθιερώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρχὴν τοιούτων
7925ἀφαιμάξεων τοῦ Δημοσίου Ταμείου. — Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπα-
7926γορεύσῃ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν καὶ τὴν μετὰ τρεῖς ἡμέ-
7927ρας ἐπανάληψιν αὐτῶν καὶ λόγος ἕτερος, ὁ τῆς εὐπρεπείας
7928τῆς συζητήσεως, ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τῆς Συμπολιτεύσεως.
7929Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίγνεται ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι οἰκοδομη-
7930τικὸς τῆς συμπνοίας. Ἐψηφίσθη τὸ ἔσοδον φόρου ἀροτριών-
7931των, χωρὶς φωνὴ διαμαρτυρίας νὰ ἀκουσθῇ, οὐδὲ ἁπλῆ συζή-
7932τησις νὰ γείνῃ! Καὶ ὅμως τὸ ἔσοδον τοῦτο ἔδει νὰ γείνῃ
7933θέμα εὐρείας συζητήσεως. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλα-
7934βρύτων καὶ παρεπονέθη, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Παΐων, ἔν τινι χω-
7935ρίῳ, ἔλειπον οἱ χωρικοί, καὶ προσῆλθον αἱ γυναῖκες νὰ δηλώ-
7936σωσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος δὲν
7937παρεδέχθη τὴν δήλωσιν ταύτην, κατὰ πνεῦμα αὐστηρὸν τοῦ
7938νόμου, καὶ συνετάχθησαν πρωτόκολλα, καὶ κατὰ τὴν διαδι-
7939κασίαν τῶν ἄρθρων 95–116 τοῦ νόμου ΒΠʹ, ἤτοι κατὰ τὴν
7940περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ κτηνοτρόφος δὲν δηλώσῃ, εἰσήχθησαν
7941εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου, οἱ κτη-
7942νοτρόφοι, καὶ κατεδικάσθησαν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην
7943ἀποκαλύπτω γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
7944νομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα διορθώσῃ τὸ κενόν. Τὰ ἄρθρα
7945ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν, ἔχουσι καταργηθῆ·
7946ἀλλ’ ἐν ὁλοκλήρῳ τῷ Κράτει, πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἐπαρχιῶν,
7947ὅπου ἡ πρόνοια τῶν ἀντιπροσώπων εἶχε σπεύσει νὰ ἀνακόψῃ
7948τὸ παράνομον ἔργον τοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἐβε-
7949βαιώθησαν φόροι καὶ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου παρανόμως, ἀνα-
7950ληπτέα δὲ ὑπὸ τῶν ἀδικηθέντων πολιτῶν. Καὶ θέλετε νὰ
7951πάρητε τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν ἀπόψε διὰ τῆς συνδρομῆς
7952τῆς σιωπῆς σας! Τὰ ἄρθρα 95–126 ἀναγράφουσι τὰς λε-
7953πτομερείας διὰ τοὺς μὴ δηλώσαντας τὰ ἀροτριῶντα κτήνη.
7954Ἀλλ’ ὁ νόμος ͵ΒΦΟΘʹ, ὃν πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, κατήργησε
7955τὴν διαδικασίαν τῶν ἄρθρων 95–126 τοῦ ΒΠʹ Νόμου. Καὶ
7956συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι οἱ γνωρίζοντες τὰς διατά-
7957ξεις ταύτας, δι’ ὧν κατηργήθησαν τὰ ἄρθρα τὰ ὁρίζοντα τὸν
7958τρόπον τῆς δηλώσεως, δὲν ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσι, καὶ οὕτω
7959δὲν εἶδον ἑαυτοὺς ἀναγραφομένους εἰς τοὺς πίνακας τοὺς φο-
7960ρολογικούς. Ἂν δ’ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις καθορίσασαι τὰ τοῦ
7961φόρου καὶ πρόστιμα, εἶναι ἄκυροι, καὶ οὐδόλως θὰ ἰσχύσωσι
7962νὰ εἰσαχθῇ οὐδ’ ὀβολὸς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ ὅμως
7963τὰ 2,400,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
7964ἐνεγράφησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἐψηφίσθησαν ἀσυ-
7965ζητητί! Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην ἀνατροπὴν ἐκ νόμου
7966νεωτέρου, ἐρωτῶ, εἶναι νόμιμος ἢ δυνατὴ ἡ τοιαύτη εἴσπρα-
7967ξις; εἶναι λογικὴ ἡ ψήφισις τοιούτων ποσῶν ἄνευ συζητή-
7968σεως, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ διαμαρτυρία, ἵνα ἀνα-
7969νήψωμεν καὶ συζητήσωμεν οὐχὶ ὑπὸ τοιαύτην μέθην κομμα-
7970τικήν; Πῶς ταῦτα δυνάμεθα νὰ ῥυθμίσωμεν; Ἀλλ’ ἵνα μὴ
7971ταῦτα συζητῶν φανῶ κωλυσιεργῶν, παύω, καὶ δὲν θίγω ἕτε-
7972ρον ζήτημα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας
7973καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ διακόψωμεν
7974τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπαναλάβωμεν τὸ ἔργον τὴν Τετάρτην.
7975§451ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖος
7976λόγος ἀνέπτυξε τὸ πεῖσμα τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογι-
7977σμοῦ ἐν μιᾷ νυκτί. Δὲν βλέπω ποῖον συμφέρον μέγα ἀπόλ-
7978λυται, ἂν ὁ Προϋπολογισμός, χωρὶς νὰ παρεξηγήσῃ ἡ μία
7979μερὶς τὴν ἄλλην, ψηφισθῇ τὴν Τετάρτην. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιρ-
7980ρίπτει τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ψηφίσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευ-
7981σιν, καταγγέλλει δ’ αὐτήν, ὅτι παρακωλύει τὸ ἔργον της.
7982Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ποῦ ἀνέγνωσα, ὅτι εἰς τὰ νομοθετήματα ἐν
7983Γαλλίᾳ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρουσιάζῃ περισσοτέραν ἀντί-
7984στασιν, ἵνα μὴ καθίσταται τόσον εὔκολος ἡ νομοθετικὴ ἐρ-
7985γασία· καὶ τοῦτο ἐλέχθη ἐν Κράτει, ὅπου λειτουργεῖ καὶ
7986Γερουσία. Παρ’ ἡμῖν τὴν κατάστασιν τὴν νομοθετικὴν τὴν
7987βλέπετε εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ θεωρῆται
7988ὡς κατηγορία ἡ ἐπιβράδυνσις, πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ἔπαι-
7989νος, ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως ἀναπήρων νομοσχεδίων.
7990Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατηγορῆται ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς πα-
7991ρεμποδίζουσα τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ πολ-
7992λοὶ πολλὰς ἐζήτησαν πληροφορίας οὐσιώδεις, καὶ οἱ κύριοι
7993Ὑπουργοὶ δὲν ἀπήντησαν. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ.
7994Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν προσαγωγὴν σημειώματος,
7995περὶ τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ ἐκ συμβιβασμῶν ἢ ἐκ τελεσιδί-
7996κων ἀποφάσεων, καὶ ἀκόμη ἀναμένω! Καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ πί-
7997στωσις περὶ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος
7998ἔτους ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι ὀφείλονται πλέον τῶν 400,000
7999δραχμῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο διὰ
8000τὸ ἔτος 1901 ζητοῦνται πάλιν μόνον 400,000. Ἴσως ἐν τῷ
8001συμφέροντι τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἡ εὐρυτέρα συζήτησις
8002τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι μετριάζει τὴν εὐθύνην αὐτῆς ἐκ
8003τῆς ἐν γένει καταστάσεως, ἐνῷ διὰ τῆς ἐσπευσμένης ψηφί-
8004σεως καθίσταται ὕποπτος, ὅτι θέλει νὰ καλύψῃ ἐλλείμματα
8005καὶ προσθέτους δαπάνας.
8006Βλέπω προσθήκας εἰς τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων, καὶ
8007συγχρόνως βλέπω ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν
8008μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι
8009ἐκεῖνοι, οἵτινες διήνυσαν τὸν πρὸς σύνταξιν χρόνον, θὰ λάβω-
8010σιν οὕτως ηὐξημένην τὴν σύνταξιν, καὶ οὕτω βαδίζομεν εἰς
8011νέαν χρεωκοπίαν.
8012Ταῦτα πάντα πρέπει νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνα-
8013κόψῃ αὐτὴν τὴν βίαν καὶ τὴν ὁρμητικὴν καταφορὰν ἡμῶν εἰς
8014νέαν χρεωκοπίαν. Νομίζω, ὅτι ἀντιτάσσουσα τὴν δύναμιν τοῦ
8015ἀριθμοῦ εἰς τὴν φωνὴν τῆς λογικῆς, ἀδικεῖ ἑαυτὴν καὶ τὸν
8016τόπον, διότι φαίνεται, ὅτι φοβεῖται, μὴ οἱ πλείονες κλονι-
8017σθῶσιν, ὅταν ἀκούσωσι τοὺς ὀλίγους, ἢ καὶ τὸν ἐξ Ἄρτης
8018Βουλευτήν. Ὅταν ᾖναι συμπαγὴς ἡ πλειονοψηφία, τότε διατὶ
8019νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὴν Τετάρτην, ὥστε νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἑτέ-
8020ρας παρατηρήσεις; Ἀπατῶνται αἱ Κυβερνήσεις, ὅσαι νομί-
8021ζουσιν, ὅτι μόνον των ἔρεισμα εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων. Ἂς
8022πιστεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ὅταν χάσῃ τὴν ἠθικὴν αὑτῆς
8023ὑπόστασιν, τὴν πεποίθησιν τοῦ τόπου ἐπ’ αὐτήν, ὅσας καὶ
8024ἂν ἔχῃ ψήφους, δὲν θὰ ἐμποδίζουν αὗται τὸ νὰ συναντᾷ διαρ-
8025κῶς εἰς τὴν διοίκησιν ἀπείρους δυσχερείας, καὶ ἀντὶ νὰ ὠφελῇ,
8026μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τὴν προσ-
8027πάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει, ὅπως καλῶς διοικήσῃ, ἀντὶ
8028νὰ ὠφελῇ διοικοῦσα, ἀφοῦ κλονισθῇ τὸ ἠθικὸν αὐτῆς, θὰ βλά-
8029πτῃ διὰ τῆς διοικήσεώς της. Κλονίζεται δὲ τὸ ἠθικὸν αὐ-
8030τῆς, ὅταν ἐμπεδῶται ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς
8031δὲν εἶναι τοιοῦτος, οἷος ἔπρεπε νὰ ᾖναι, καὶ πρέπει ἡ Κυ-
8032βέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ αὐτὴ νὰ ἔλθῃ
8033νὰ ἀναπτύξῃ κατὰ πασῶν τῶν ἀντιδράσεων τὰ ἐπιχειρή-
8034ματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὅπως πείσῃ τὸν κόσμον, ὅτι ὁ Προ-
8035ϋπολογισμός της εἶναι ἄρτιος. Ἀλλ’ ἐπιμένει εἰς τὸ ἐναντίον
8036σύστημα. Βεβαίως, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν διὰ τῆς βίας τοῦ
8037ἀριθμοῦ νίκην, θὰ ἔχῃ τὴν τοιαύτην νίκην, θὰ ἦναι ὅμως
8038καδμεία νίκη διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ εὔ-
8039χομαι νὰ συναινέσῃ, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τὴν
8040Τετάρτην. Νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ, ἀντὶ νὰ βλάψῃ.
8041§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀνα-
8042βολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
8043§453ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστι-
8044κῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
8045§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
8046Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
8047(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
8048τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη
8049καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον
8050πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
8051Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈνδρέας Παναγιωτόπουλος
8052Γεώργιος Κυριαζῆς ΟΛεων. Μελετόπουλος Ν
8053Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈνδρ. Στεφανόπουλος Ο
8054Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΠέτρος Αὐγερινός
8055Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Χρῆστος Δαραλέξης
8056Εὐκλείδης Μπίστης ΟἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
8057Δημοσθ. Καΐρης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ο
8058Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΝΝικόλαος Δαούτης
8059Κωνστ. Πλατούτσας ΟΠαναγ. Παπαχατζῆς Ο
8060Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Σπ. Ι. Μήλιος Ο
8061Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Βασ. Μαρκεζίνης Ο
8062Κωνστ. Κοττίκας ΟΝικήτας Συνοδινός Ο
8063Ἰωάννης Καραπᾶνος Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν
8064Εὐάγγελος Γαρουφαλλιᾶς ΟΤηλέμαχος Δενδρινός Ο
8065Στέφανος Δραγούμης Παναγ. Μαυροκέφαλος Ο
8066Νικόλαος Λεβίδης ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
8067Θεόδωρος Ρετσίνας ΟΘεόδ. Ζαΐμης Ν
8068Φωκίων Νέγρης ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης
8069Νικ. Γιαννηκώστας ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ο
8070Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ
8071Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
8072Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου Ο
8073Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς Ν
8074Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ο
8075Νικ. Γουναράκης ΝΓεώργ. Οἰκονομόπουλος Ο
8076Κωνστ. Σταυρόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης Ο
8077Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΝΤιμολέων Ἀδαμόπουλος
8078Ἀνδρέας Στρᾶτος Κωνστ. Ζωγλοπίτης
8079Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης Ο
8080Ἀντώνιος Καρτάλης ΟἸωάν. Καζαμπάκας Ν
8081Κωνστ. Τοπάλης Σπυρ. Παπαποστόλου Ο
8082Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΟΞενοφῶν Τσαμαγκίδης
8083Ἀργύριος Φιλιππίδης ΟΚωνστ. Σκραφιανός Ο
8084Νικόλαος Παπαϊωάννου ΟΓ. Χατζηνικολῆς Ο
8085Δημήτριος Γίδας ΟΠαναγ. Λεβέντης
8086Νικόλαος Τσόγκας ΟΚ. Δούνης Ν
8087Νικόλαος Γουλιμῆς Γεώργ. Μέρμηγκας Ο
8088Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας
8089Περ. Ἀλεξάκης ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ο
8090Νικ. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Θεοτόκης Ο
8091Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ο
8092Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβός Ο
8093Χαρίλαος Διγενόπουλος ΟΣπυρίδων Χυτήρης Ο
8094Ἀρ. Πετροπουλάκης ΟΓουλ. Σκάρπας Ο
8095Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΒασίλ. Σαμοΐλης Ο
8096Μιχαὴλ Φωτιάδης ΟΣπ. Ἀγάθος Ο
8097Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΝικόλ. Καλοσγοῦρος Ο
8098Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΚ. Χρηστόπουλος Ο
8099Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν
8100Μιχαὴλ Στελλάκης ΝΣωτήρ. Κροκιδᾶς Ο
8101Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Σπ. Νοταρᾶς Ο
8102Γεώργιος Λύρας ΟΠερ. Μεντζελόπουλος Ο
8103Ἐμμ. Ρέπουλης ΟΔημ. Δημητριάδης Ο
8104Δημήτριος Τσάττος ΟἌθως Ρωμᾶνος Ο
8105Δημήτριος Τσιτσάρας ΝἈγαμ. Μεταξᾶς Ο
8106Κωνστ. Ζῶτος ΟἈντ. Μομφερρᾶτος Ν
8107Γεώργιος Χατζόπουλος Θεόδ. Μηρκέτος
8108Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
8109Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΟΔιον. Καλούτσης
8110Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
8111Γεώργ. Ρώμας ΟΝικ. Τσοῦχλος Ο
8112Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης
8113Χρ. Στεφανόπουλος ΟΘεόδ. Πέρρος Ο
8114Χαρίλ. Σπηλιώτης ΝΣτέφ. Κοπανίτσας
8115Γεώργ. Φικιώρης ΝΠέτρος Μόρης Ο
8116Μελέτιος Ρουσόπουλος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ο
8117Βρασίδας Λεώπουλος ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ν
8118Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης
8119Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΟἈντ. Ρικάκης
8120Ν. Καραστέργιος Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
8121Δημ. Πιπινόπουλος ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
8122Ἰωάν. Γ. Λάππας ΝΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
8123Νικ. Μπουφίδης ΟΝικ. Μισυρλῆς
8124Περ. Βλαχωρίτης ΟΝ. Καράπαυλος Ο
8125Εὐάγγ. Τσοχολαμπᾶς Γ. Ράλλης
8126Γεράσιμος Φίλιππας ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
8127Ξενοφ. Κυριαζῆς ΟΓερ. Ζερβὸς Ο
8128Βασ. Βασιλειάδης Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
8129Ἀθαν. Εὐταξίας Νικόλαος Λεωνίδας Ο
8130Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΔιομήδης Κυριακός
8131Παν. Μανέτας ΝΑ. Μαυρογορδᾶτος
8132Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΑ. Λαδόπουλος
8133Ἠλ. Ζέγγελης ΟΝ. Βαφειδάκης
8134Φίλ. Βάρβογλης ΟΑ. Βιτάλης Ν
8135Ἀθ. Κατριβᾶνος ΟΔ. Βοκοτόπουλος Ο
8136Ἠλίας Κοσσονᾶκος Ι. Γκιὼν Ο
8137Γ. Ἀναστασόπουλος ΝΚάρολος Βιτάλης
8138Γ. Νικολαΐδης Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
8139Κ. Τρικούπης ΟΓ. Κανούτας Ο
8140Λεων. Δεληγεώργης ΝΝικ. Ταρμπάζης Ο
8141Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
8142Δ. Λυμπερόπουλος ΟΓ. Ραδινὸς Ο
8143Γ. Λυμπερόπουλος ΟἈπ. Ζάππας Ν
8144Περ. Μποῦτος ΟΘ. Σαρσέντης Ο
8145Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΟΑ. Πονηρόπουλος Ο
8146Ἀντ. Μάτσας ΟΔ. Ἀναστασόπουλος
8147Νικ. Κρίσπης ΟΔ. Παπατσώρης Ο
8148Ι. Ναυπλιώτης ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
8149Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΑ. Σκαλτσοδῆμος
8150Γεώργ. Σισμάνης Ν. Τζανετόπουλος
8151Δ. Φαρμάκης ΟΓ. Ροδόπουλος
8152Γεώργ. Πλατανιώτης Θεόδ. Λιμπρίτης
8153Ἠλίας Ποταμιάνος ΝΙ. Κουντουριώτης Ο
8154Μιχ. Λαμπρυνίδης Νικ. Τσαμαδὸς Ο
8155Ι. Βοῦρτσος ΟΠαντελῆς Γκίκας Ν
8156Ἀθ. Πετσάλης ΝἸωσὴφ Γρηγοριάδης
8157Κ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
8158Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ι. Τσιριμῶκος Ν
8159Γ. Καπετανάκης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
8160Φώτιος Μοσχούλας ΟΑ. Πλατῆς Ο
8161Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝικ. Χατζῖσκος
8162Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν. Καλογερόπουλος Ο
8163Θᾶνος Μπασιᾶς Β. Βουδούρης Ο
8164Παναγῆς Τυπάλδος Γ. Ἀβέρωφ
8165Θεόδ. Βελλιανίτης ΝΔ. Κριεζώτης
8166Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
8167Ἀθ. Παπαθανασίου ΟἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
8168§455ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 166. Ἐκ τούτων 120
8169κατὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ 46 ὑπὲρ τῆς προ-
8170τάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
8171Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
8172§456Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
8173§457Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἔχω τὴν πι-
8174θανότητα, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις δὲν θὰ ἠπειλεῖτο νὰ
8175λήξῃ ἀποτόμως, ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως, βε-
8176βαίως δὲν ἤθελον σᾶς ἀπασχολήσει εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν.
8177Δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ ἐκ ψύξεως ἐπελθόντος μοι βρογχικοῦ
8178κατάρρου, δὲν ἠδυνάμην μήτε τὰς σπουδαίας ἐν τῇ Βουλῇ
8179ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσεις νὰ παρακολουθήσω, εἰ-
8180μὴ μόνον καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ λάβω γνῶσιν αὐτῶν ἐκ τῶν
8181ἐφημερίδων, μήτε τὸν λόγον νὰ ζητήσω, διὰ νὰ εἴπω μερικὰ
8182πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖα.
8183Ὁσάκις ὡμίλησα εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἴτε ἀπὸ
8184τοῦ βήματος ἐκείνου (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογρά-
8185φων), ὁσάκις δηλαδὴ ἔγραψα ἐν τῷ Τύπῳ,—διότι διετέλεσα
8186καὶ δημοσιογράφος, καίτοι μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος,—καὶ ἐν
8187Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ—ἐπὶ τούτῳ δὲ σεμνύνομαι—
8188καὶ ὁσάκις ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω ἐν τῇ Βουλῇ,
8189τὸ ἔκαμα, διότι ἐνόμιζα ἀναγκαῖον νὰ τὸ κάμω. Αὐτὸ συμ-
8190βαίνει καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
8191Κυβερνήσεως μὲ γνωρίζει ἀρκετὰ, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλει, πι-
8192στεύω, περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν προθέσεών μου καὶ τῶν λό-
8193γων μου.
8194Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ παραταθῇ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου
8195ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐὰν, ὡς σᾶς εἶπον,
8196ἠδυνάμην νὰ ἐλπίσω, ὅτι, μὴ περατουμένης τῆς συζητήσεως
8197ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς εἴπω
8198αὐτὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω. Θὰ προσπα-
8199θήσω νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, καὶ εἶμαι εἰς τοῦτο
8200ἠναγκασμένος ἐκ δύο λόγων, καὶ ἐκ τῆς βρογχικῆς παθή-
8201σεως, ἥτις ἐσαεὶ μὲ ἐνοχλεῖ, καὶ ἐκ τῆς ὑπονοίας, μὴ ἐκλη-
8202φθῶ καὶ ἐγὼ ὡς συντελῶν εἰς κωλυσιεργίαν.
8203Ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἄτοπόν τι, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Ἀλλ’
8204ἡ κωλυσιεργία εἶναι σύστημα —καὶ τότε εἶναι ἄτοπον, —καὶ
8205σύμπτωμα—καὶ τότε διαφέρει. —Σύστημα ἦτο ἡ κωλυσιερ-
8206γία ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ πρὸ ἐτῶν, ὅτε μετήρχοντο
8207καὶ ἐξήσκουν αὐτὴν οἱ Ἰρλανδοὶ Βουλευταί. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ
8208Γλάδστων κατὰ τὸ 1882 ἐπέμεινε, καίτοι ἄγαν φιλελεύθε-
8209ρος, εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τῶν
8210Κοινοτήτων, καὶ ἐπέτυχε νὰ ψηφισθῇ παρ’ αὐτῆς ὁ νόμος,
8211διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
8212περιορίζῃ τὴν συζήτησιν, κηρύττων αὐτὴν λήξασαν. Καὶ αὐτὸ
8213ὠνόμασαν οἱ Ἄγγλοι διὰ τῆς γαλλικῆς λέξεως clôture, ἥτις
8214κατὰ λέξιν σημαίνει κλείσιμον, ἤτοι λῆξιν τῆς συζητήσεως.
8215Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρητε, ὅτι τοιαῦτα εἶναι τὰ ἤθη ἐν Ἀγ-
8216γλίᾳ, τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπιρροὴ, ἣν ὁ σεβασμὸς τοῦ νόμου ἐξ-
8217ασκεῖ ἐφ’ ὅλων τῶν πνευμάτων, ὥστε δὲν ἠκούσθη κανὲν
8218παράπονον μέχρι τοῦδε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοι-
8219νοτήτων ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ. Αὐτὴ λοι-
8220πὸν ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἀξιοκατάκριτος· ἡ κωλυσιεργία ὡς
8221σύστημα. Ἀλλ’ ἡ κωλυσιεργία ὡς σύμπτωμα δὲν μοὶ φαίνε-
8222ται ἐπίσης ἀξιοκατάκριτος.
8223Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐπιμένουσιν ἥ τε Κυβέρνησις καὶ οἱ μετ’
8224αὐτῆς νὰ ὀνομάζωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν κωλυσιεργοῦσαν,
8225διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε καὶ ἐπιμένει νὰ συζητῇ εἰς
8226τοιαύτην ὥραν, ἕνεκα τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ, ἕνεκα
8227τῆς ψυχολογικῆς βίας, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις
8228ἐπὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀνακοινῶν πρό τινων ἡμε-
8229ρῶν δι’ ἐπιστολῆς μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
8230ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι πλέον πολιτικὸς φίλος του, ἐξέ-
8231φραζα τὴν λύπην μου διὰ τοῦτο, διότι πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην
8232τρέφω αἰσθήματα ἐξιδιασμένης ἐκτιμήσεως καὶ μεγάλης
8233συμπαθείας διὰ τὰ προσόντα αὐτοῦ, καὶ ὡς ἰδιώτου καὶ ὡς
8234πολιτικοῦ ἀνδρός. Τῳόντι ἡ περίστασις αὕτη μὲ ἔθλιψε, διότι
8235συγχρόνως ἔλεγον ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου, ὅτι θεωρῶ τιμήν μου
8236νὰ ἐξακολουθῶ διατελῶν φίλος του προσωπικός. Ἔλεγον
8237λοιπὸν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς δια-
8238στάσεώς μου εἶναι, ὅτι ἀπεδοκίμαζον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
8239ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε καλὸν νὰ μετέλθῃ, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν
8240ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, διὰ πιέσεως
8241δηλαδὴ ψυχολογικῆς καὶ καταναγκασμοῦ ψυχολογικοῦ ἐπὶ
8242τῶν ἐχόντων ἀντιθέτους ἰδέας.
8243Κύριοι, οὔτε θαυμαστὴς τοῦ ὑπάρχοντος συνταγματικοῦ
8244χάρτου εἶμαι, οὔτε θιασώτης τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
8245ματος. Εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἔν τινι συνε-
8246δριάσει κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς πρώτης Συνόδου. Νομίζω, ὅτι
8247ὁ συνταγματικὸς χάρτης μας ἐπαλαιώθη, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγ-
8248κην ἐν πολλοῖς μεταρρυθμίσεως καὶ τροποποιήσεως. Ἀλλὰ
8249δυστυχῶς οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι πατριῶται, οἱ συντάξαντες αὐ-
8250τὸν, περιέβαλον τὴν τροποποίησιν διὰ τοιούτων περιορισμῶν,
8251ὥστε καθίσταται δυσκολωτάτη, ἂν μὴ ἀδύνατος. Μὴ νομί-
8252σητε ὅμως, ὅτι, λέγων ὅτι δὲν εἶμαι θιασώτης τοῦ κοινοβου-
8253λευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶμαι καὶ θιασώτης τῶν συν-
8254ταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ὅτι εἶμαι ἀπολυτόφρων τις καὶ δε-
8255σποτικός. Πολλοῦ γε καὶ δή! Ἐκ τῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν
8256ἔκαμα περὶ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν καὶ τὰ πολιτεύματα,
8257παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχουν συνταγματικὰ πολιτεύματα, καὶ
8258δὴ δημοκρατικά, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι κατὰ τὸ φαινόμε-
8259νον οἱονεὶ ἀπολυταρχικῶς. Ἐν τῇ μεγάλῃ Δημοκρατίᾳ τῶν
8260Ἡνωμένων Πολιτειῶν δὲν ἰσχύει τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
8261λίτευμα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Συμπολιτείας, ἐκλεγόμενος ἐπὶ
8262τετραετίαν, συντάσσει τὸν κατάλογον τῶν διοριστέων Ὑπουρ-
8263γῶν, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς Γερουσίας.
8264Ἡ μόνη συμμετοχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸν
8265διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἡ ἔγκρισις τῆς Γερουσίας,
8266διότι ἄνευ τῆς τοιαύτης ἐγκρίσεως ὁ διορισμὸς δὲν ἰσχύει.
8267Ὑποθέτω, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἐνταῦθα ἐφιεμένων τὸ Ὑπουρ-
8268γικὸν χαρτοφυλάκιον θὰ ἦσαν πολὺ εὐχαριστημένοι ἐκ τοι-
8269ούτου συστήματος, διότι ἐπὶ τέσσαρα ἔτη δὲν θὰ ἠδύναντο
8270νὰ κλονισθῶσιν ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Διότι ἐκεῖ
8271ὁ Ὑπουργὸς, ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ ἦναι μέλος μήτε τῆς
8272μιᾶς μήτε τῆς ἄλλης Βουλῆς, τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ δὲν δύ-
8273ναται καὶ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον αὐτῶν. Καὶ ὅμως διεξά-
8274γονται ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς συζητήσεις σπουδαιόταται μεταξὺ
8275Ὑπουργῶν καὶ Βουλῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, εἰς ἃ ἐνδιαφέ-
8276ρεται ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλλομένων διά τινος Βουλευτοῦ ἢ
8277Γερουσιαστοῦ εἰς τὴν οἰκείαν Βουλήν. Ἐννοεῖτε, ὅτι μὲ τοιοῦ-
8278τον σύστημα οὔτε ζητήματα ἐμπιστοσύνης ὑπάρχουν, οὔτε
8279φόβος κλονισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι τοιοῦ-
8280τον πολίτευμα ἀπαιτεῖ ἀνάλογον ὀργανισμὸν, πολιτειακόν
8281τε καὶ δημοτικὸν καὶ κοινωνικὸν, ὀργανισμὸν στηριζόμενον
8282ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως.
8283Ἔχω καὶ ἄλλην Δημοκρατίαν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅπου δὲν
8284λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὴν Ἑλβετίαν.
8285Ἐκεῖ ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Συνέλευσις ἐκλέγει διὰ τρία ἔτη τὰ
8286μέλη τοῦ Ὁμοσπονδιακοῦ Συμβουλίου, ἤτοι τοὺς Ὑπουρ-
8287γοὺς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μεταξὺ αὐ-
8288τῶν ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος τῆς Συμπολιτείας. Τὰ αὐτὰ περί-
8289που συμβαίνουν καὶ ἐκεῖ σχετικῶς πρὸς τὴν ψήφισιν τῶν νό-
8290μων. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία διαφορά, ὅτι οἱ νόμοι πολλάκις πρέ-
8291πει νὰ ἐπικυρωθῶσι καὶ παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ δημοψηφίσμα-
8292τος (plébiscite).
8293Τὰ ῥηθέντα εἶναι μία παρέκβασις, εἰς ἣν προῆλθον, ἵνα
8294σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ ἀλλαχοῦ κρατούντων συν-
8295ταγματικῶν θεσμῶν καὶ ἠθῶν, συνάμα δὲ καὶ μαρτυρίαν περὶ
8296τῶν φιλελευθέρων αἰσθημάτων μου. Διότι ἔχει πολλὰς ἀρε-
8297τὰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι συμβι-
8298βασμός τις μεταξὺ τῶν μοναρχικῶν ἰδεῶν καὶ τῶν δημοκρα-
8299τικῶν, προῆλθε δ’ ἐξ Ἀγγλίας, καθὼς ἠξεύρετε, ἀλλ’ ἔχει
8300καὶ πολλὰ ἐλαττώματα· καὶ ἀπόδειξις τούτου τὰ συμβαί-
8301νοντα παρ’ ἡμῖν σήμερον. Ἀλλ’ ἀφοῦ διατελοῦμεν ἐν κοι-
8302νοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὀφείλομεν οἱ πάντες, καὶ Κυ-
8303βέρνησις καὶ Ἀντιπολίτευσις, σεβασμὸν πρὸς τοὺς κανόνας
8304αὐτοῦ καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου Συντάγμα-
8305τος· ἐπὶ τούτου δὲ βλέπω ἡμαρτημένην τὴν πορείαν τῆς
8306Κυβερνήσεως διὰ τῆς πιεστικῆς σπουδῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ
8307Προϋπολογισμοῦ.
8308Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ πολιτειακὸν ζή-
8309τημα. Νῦν δὲ ἔρχομαι εἰς τὸ κυρίως ἀπασχολοῦν ἡμᾶς σή-
8310μερον, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν. Ἐξ
8311ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν τῷ
8312Τύπῳ, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειο-
8313νοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς Βου-
8314λῆς, ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν εἰσηγητῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων,
8315δὲν ἠδυνήθην νὰ ἦμαι ἐπίσης αἰσιόδοξος, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς
8316τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀσπά-
8317ζεται τὰς γνώμας αὐτοῦ. Διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
83181901 δὲν εἶδον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ ἴδω· δὲν τὸ
8319εἶδον δὲ οὔτε ἐν αὐτῷ, οὔτε ἐν τῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους.
8320Τί ἐπεθύμουν; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπό-
8321σπασμα τῆς ἀγορεύσεως, ἣν ἔκαμα ἐνώπιόν σας κατὰ τὴν
832220 Ἀπριλίου 1899 (ἀναγινώσκει):
8323«Ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ὑπάρχει, καθὼς καὶ ἐν τῇ ἀπαν-
8324τήσει, καὶ ἄλλο θέμα, ἐφ’ οὗ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ
8325μεγαλειτέρα ἀνάπτυξις. Εἶναι δὲ τοῦτο τὸ τῆς περιστολῆς
8326τῶν δαπανῶν, ἢ μᾶλλον τῆς ἄκρας περὶ τὰς δαπάνας οἰκο-
8327νομίας, τῆς ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τοῦ
8328Κράτους, καὶ τῆς λύσεως τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα
8329προβάλλει ὁ Βασιλικὸς λόγος, διότι οὗτος περιέχει πολλὰ
8330καὶ διάφορα περὶ διαφόρων τῆς ὑπηρεσίας κλάδων, περὶ ἀνα-
8331συντάξεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, περὶ δημοσίων ἔρ-
8332γων κλπ.
8333»Οὐδεὶς περισσότερον ἐμοῦ εἶναι θιασώτης τῆς τοιαύτης
8334βελτιώσεως, ἰδίως δὲ τῆς συγκροτήσεως ἀξιομάχου στρατοῦ
8335καὶ στόλου. Δι’ ὃ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς
8336πᾶσαν θυσίαν, ἵνα καταρτίσωμεν στρατὸν καὶ στόλον, ἱκα-
8337νοὺς καὶ πρὸς ἄμυναν τῆς χώρας ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ πρὸς
8338ὑπεράσπισιν τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων.
8339»Ἀλλὰ τὰς δαπάνας ταύτας δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν
8340ἐκεῖ, ὅπου ἄλλοτε τὰς ἐζητοῦμεν, εἰς τὰ δάνεια καὶ τοὺς
8341φόρους. Ἡ πηγὴ τῶν δανείων ἐστείρευσε, καθὼς καὶ ἡ πηγὴ
8342τῶν φόρων, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ
8343μεγαλειτέρους φόρους, καὶ ἑπομένως οὗτοι δὲν πρέπει, οὐδὲ
8344εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῶσιν, ἀλλὰ μόνον νὰ τροποποιηθῶσιν.
8345»Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον
8346νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἔπρεπε μὲν νὰ
8347ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ παρακωλύωσι τὴν διοίκησιν τῆς
8348χώρας, ἀλλὰ νὰ ἦναι οὐχ ἧττον μεγάλαι καὶ ὅσον τὸ δυνα-
8349τὸν γενναῖαι εἰς πάντας τοὺς κλάδους, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ
8350αὐτοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ· διότι, ἐὰν πρέπῃ νὰ δαπανηθῶσι
8351πολλὰ πρὸς ἀνασύνταξιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, δὲν
8352ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ παραλειφθῇ ἡ φειδὼ καὶ οἰκονομία
8353ἐκεῖ, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσι.»
8354Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι καὶ ἐπιθυμίαι μου. Κατὰ τοὺς ὑπο-
8355λογισμούς μου, ἐν διαστήματι 35 ἐτῶν, δύο μόνον Ὑπουρ-
8356γεῖα γινώσκω καὶ ἐνθυμοῦμαι, τὰ ὁποῖα ἐβάδισαν κατὰ τὰς
8357ἰδέας ταύτας· τὸ Ὑπουργεῖον Βούλγαρη–Δεληγεώργη, κατὰ
8358τὸ 1866, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη κατὰ
8359τὸ 1885. Τὸ μὲν πρῶτον περιέστειλεν οὐσιωδῶς τὰ ἔξοδα
8360τοῦ Προϋπολογισμοῦ, —κατὰ τρία περίπου, νομίζω, ἑκατομ-
8361μύρια, —τὸ δὲ δεύτερον περισσότερον, κατὰ πέντε περίπου
8362ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ τοῦ δευτέρου τούτου ἡ ἐργασία διε-
8363κόπη, ἕνεκα τῶν ἀναφυεισῶν διεθνῶν περιπλοκῶν. Ἐπιμένω
8364πάντοτε εἰς αὐτάς μου τὰς ἰδέας, διότι αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ
8365Προϋπολογισμῷ εἶναι ἡ βάσις πάσης ἀγαθῆς ἀνορθώσεως
8366τῶν οἰκονομικῶν. Πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος καὶ ἐπέκεινα, διακε-
8367κριμένος τις Γάλλος οἰκονομολόγος, ὁ Baron Louis, ὁ ὁποῖος
8368διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου,
8369—καὶ τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζει ἴσως τὸ ὄνομα ὁ κ. Ὑπουρ-
8370γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ γνωρίζει πάντως ὁ κύριος
8371Πρωθυπουργός, τὸ γνωρίζουν δ’ ἐπίσης πιθανῶς καὶ ἄλλοι
8372ἐκ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, — εἶπε τὸ γνωστὸν λόγιον:
8373«donnez moi de bonnes finances, je vous donnerai
8374un bon gouvernement» ἤτοι: «δότε μοι καλὰ οἰκονο-
8375μικὰ, νὰ σᾶς δώσω καλὴν Κυβέρνησιν». Ἐκ δὲ τῶν συγχρό-
8376νων ἕτερος διακεκριμένος πολιτικὸς ἀνὴρ Γάλλος, ὁ πρώην
8377Πρωθυπουργὸς Brisson, εἶπεν: «Il faut de bonnes fi-
8378nances pour compter dans le monde», ἤτοι: «Ἓν
8379Κράτος, διὰ νὰ ἔχῃ σημασίαν ἐν τῷ Κόσμῳ, πρέπει νὰ ἔχῃ
8380καλὰ οἰκονομικά.»
8381Αὐτὰ ἔχουν καταντήσει πλέον ἀξιώματα. Ἀλλ’ ἐπανα-
8382λαμβάνω, τὰ καλὰ οἰκονομικὰ πρέπει νὰ ἔχωσι βάσιν τὰς
8383οἰκονομίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τοῦ ὑποβληθέν-
8384τος Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἔχει τοῦτο τὸ μέγα ἐλάττωμα, τὸ
8385μὴ ἔχειν οἰκονομίας.
8386Καὶ τώρα μεταβαίνω εἰς ἄλλην ἔποψιν τοῦ Προϋπολογι-
8387σμοῦ, εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ πρὸ ὀλί-
8388γου ἀγορεύσας Βουλευτὴς Καρυστίας ἤλεγξε τὸν κ. ἐπὶ τῶν
8389Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν, ὡς μὴ δεικνύοντα ἐν τῷ Προϋπολο-
8390γισμῷ πρακτικὴν μέριμναν περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων
8391ἐν Θράκῃ, Μακεδονίᾳ καὶ Ἀλβανίᾳ. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ὁ
8392Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἄξιος ἐλέγχου καὶ δι’ ἄλλα
8393μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ Προ-
8394ϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν συνδέεται
8395μετὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἐξωτε-
8396ρικὴ πολιτική, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀκολουθῇ; Ἐπὶ τού-
8397του ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω ἐκ προοιμίων τὴν ἑξῆς
8398παρατήρησιν. Εἶναι δύσκολον τὸ πραγματεύεσθαι τὴν ἐξω-
8399τερικὴν πολιτικὴν δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διὰ
8400τοῦτο πάντες οἱ φιλοῦντες τὴν πατρίδα καὶ οἱ πεπειραμένοι
8401πρέπει νὰ ἦναι φυλακτικοί. Ἀλλ’ ὅ,τι μέλλω νὰ σᾶς εἴπω,
8402δὲν δίδει ἀφορμὴν εἴς τινα κίνδυνον. Τὴν σήμερον πάντες,
8403καὶ μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν γένει ἐν
8404τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον τὸ δια-
8405τηρεῖν ἀγαθὰς σχέσεις μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας· καὶ
8406διὰ τοῦτο, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἠγόρευεν ὁ ἐκ Καρυστίας συνά-
8407δελφος καὶ μετεχειρίζετο τὰς λέξεις «βάρβαρον Κράτος»,
8408παρ’ ὀλίγον νὰ τὸν διακόψω, καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἔπρε-
8409πεν αἱ λέξεις αὗται νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ περὶ Κρά-
8410τους, μεθ’ οὗ διατηροῦμεν φιλίας σχέσεις καὶ θέλομεν νὰ δια-
8411τηρήσωμεν τοιαύτας. Νομίζω δέ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
8412Ἐξωτερικῶν ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὅ,τι
8413δὲ σᾶς λέγω νῦν, ὡς Βουλευτὴς, τὸ εἶπα καὶ ἀπὸ τοῦ βήμα-
8414τος ἐκείνου (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων), μὲ
8415τὴν ὑπογραφήν μου, ἐν Παρισίοις.
8416Καὶ τοιαῦται μὲν εἶναι αἱ ἰδέαι μου, σήμερον δ’ εὐτυχῶς
8417αἱ ἰδέαι πάντων, περὶ τῶν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας
8418σχέσεών μας. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ γείτονές μας δὲν ἐνόησαν
8419πάντοτε τὴν ἀνάγκην τῶν τοιούτων φιλικῶν σχέσεων. Ἐπῆλ-
8420θε δ’ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, τὸ ὁποῖον
8421μοιραίως ἐξετράχυνεν αὐτάς, διότι δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ μᾶς ἐξ-
8422αναγκάσῃ εἰς τὴν πορείαν, ἣν ἠκολουθήσαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον
8423δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἢ ὅπως ἐλύθη. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι εἰς
8424τὸ ἑξῆς θὰ ὑπάρξῃ ἀμφοτέρωθεν ἡ αὐτὴ συναίσθησις τῆς
8425ἀνάγκης φιλίων σχέσεων, καὶ ὅτι θὰ χωρήσουν τὰ πράγματα
8426εἰς τροπὴν εὐχαριστοτέραν.
8427Λυποῦμαι, ὅτι πέρυσι, παθὼν τὴν ἐπιδημικὴν νόσον τῆς
8428ἐποχῆς, δὲν ἠδυνήθην νὰ παρασταθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
8429προξενικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ νέος προξενικὸς νόμος ἔχει τινὰ
8430ἀγαθά, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι τροποποιή-
8431σεως, δὲν ἔχει δὲ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Διὰ
8432τοῦτο ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῆς τότε συζητή-
8433σεως. Δὲν νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ἐπέκρινα τὴν αὔξησιν τῶν δα-
8434πανῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔπρεπεν
8435ὅμως νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ καὶ ἕνεκα ἄλλων σπου-
8436δαίων λόγων. Πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρό-
8437νοια περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ, Ἀλβανίᾳ καὶ Μακεδονίᾳ Προξε-
8438νείων. Ἐκεῖ δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ τυπικὰ προσ-
8439όντα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νόμῳ περὶ τῶν καταλλήλων
8440νὰ γείνωσι δεκτοὶ εἰς δοκιμασίαν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐν τῇ
8441ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ
8442ῥητὴ διάταξις περὶ προτιμήσεως τῶν Ἀλβανομαθῶν. Τοῦτο
8443λέγω ἐκ πείρας, ἣν ἔσχον, ὡς Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουρ-
8444γείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι ἐνθυμοῦμαι, πόσον χρήσιμοι
8445ἀπεδείχθησαν οἱ πρόξενοι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τὰ ἄλλα προσ-
8446όντα προσέθετον καὶ τὴν γνῶσιν τῆς Ἀλβανικῆς, ὡς ὁ μα-
8447καρίτης Βατικιώτης ἐν Ἰωαννίνοις, ὁ μακαρίτης Πέτρος Λο-
8448γοθέτης ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὁ νῦν ἐπιζῶν Ἀλέ-
8449ξανδρος Λογοθέτης. Κατὰ τὴν γνώμην μου δέ, ἔπρεπεν ἔπει-
8450τα νὰ τεθῇ καὶ ἄλλη ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ἡ
8451περὶ ἐπιμισθίου εἰς τὰς θέσεις ταύτας διὰ τοὺς ἔχοντας αὐτὸ
8452τὸ προσόν, διότι παρετήρησα, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ μέρη ταῦτα δὲν
8453παρέχουσι ψυχαγωγίαν τινά, πάντες σχεδὸν οἱ ἐκεῖσε διο-
8454ριζόμενοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀπέλθωσι μετά τινα χρόνον, μετα-
8455τιθέμενοι ἀλλαχόσε. Περὶ τούτου ἔγραψα τότε ἐπιστολὴν
8456πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν
8457νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τὰ περὶ
8458τούτου. Περὶ τοῦ θέματος δὲ τούτου ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ
8459εἷς τῶν συναδέλφων, ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Ζάππας,
8460ἔκαμε λόγον, καὶ ὑπέβαλε τροπολογίαν.
8461§458ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Μάλιστα· εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν.
8462§459Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ ἄλλας ἀτελείας ὁ προ-
8463ξενικὸς νόμος. Παρετήρησα, ὅτι ἐν Δαμασκῷ δὲν ὑπάρχει
8464προξενικὴ ἀρχή. Ἐν Δαμασκῷ ὑπάρχει ἡ ἕδρα τοῦ Πατρι-
8465άρχου Ἀντιοχείας, καὶ ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξω-
8466τερικῶν, νὰ φροντίσητε νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ προξενικὴ τῆς Ἑλ-
8467λάδος ἀρχή. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ Προξενικὸν Πρακτορεῖον, ἀλλ’
8468ἀφοῦ κατηργήθησαν διὰ τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου πάντα
8469τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα, ἐξέλιπε καὶ ὁ πράκτωρ ἐκεῖνος.
8470Ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα,
8471τὰ ὁποῖα ὅμως διατρέχουσι κίνδυναν, ἕνεκα τοῦ γνωστοῦ
8472ἀνταγωνισμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου κρίνω περιττὸν νὰ διαλάβω.
8473Ἀλλὰ τώρα ἔρχεται ἄλλο θέμα. Δὲν βλέπω καὶ ἐν τῇ
8474διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ τὴν δέουσαν πρόνοιαν περὶ προστα-
8475σίας ἐπαρκοῦς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Βλέπω τὸν κ.
8476Πρωθυπουργόν, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν,
8477ἐξακολουθοῦντας σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα πάντοτε ἐπι-
8478ζημιώτατον. Τὸ ἠκολούθησαν καὶ ἄλλοι προκάτοχοί των,
8479ἀλλ’ εἶχον τὸ θάρρος νὰ καταδείξω καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀεί-
8480μνηστον Τρικούπην τὸ ἐπιζήμιον τοῦ συστήματος τούτου.
8481Εἶναι κακὸν νὰ μένωσιν ἐπ’ ἄπειρον κεναὶ αἱ θέσεις τῶν
8482πρέσβεων. Σήμερον μένουσι κεναὶ δύο ἢ τρεῖς θέσεις. Ἐκ
8483τῆς πείρας, ἣν ἔλαβον, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βραδύνῃ
8484ἡ συμπλήρωσις τῶν θέσεων τούτων. Οἱ Γραμματεῖς, ὡς ἐπι-
8485τετραμμένοι, εἶναι μία ἀνάγκη, ἀλλ’ ἀνάγκη προσωρινή.
8486Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ γείνωσι καὶ πρέσβεις, ἀλλὰ
8487τοῦτο θὰ γίνηται μετὰ χρόνον. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἕνεκα
8488τοῦ πολιτεύματος οἱ πολιτευόμενοι δὲν δύνανται νὰ κατα-
8489λάβωσι τοιαύτας θέσεις, ὡς συμβαίνει ἐν ἄλλαις χώραις.
8490Παρετήρησα, ὅτι ἡ Ἱσπανία εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐν Παρισίοις
8491πρεσβευτοῦ αὑτῆς ἀποστέλλει συνήθως πρώην Ὑπουργοὺς
8492τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ καὶ πρώην Πρωθυπουργοὺς, ἐκ τῶν πλέον
8493διακεκριμένων ἀνδρῶν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς ἡμᾶς δὲν
8494χωρεῖ τοιοῦτόν τι ἕνεκα τοῦ καθιερωθέντος συστήματος,
8495πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ μένωσι κεναὶ αἱ θέσεις τῶν
8496πρέσβεων ἐπ’ ἄπειρον. Ὁ λόγος, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ κα-
8497τάλληλοι ἄνδρες, ἢ εἶναι δυσεύρετοι, εἶναι πρόφασις. Δὲν
8498εἶναι βεβαίως πολλοὶ οἱ τοιοῦτοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ το-
8499σοῦτον δυσεύρετοι, ὅσον λέγεται.
8500Καὶ τώρα ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω: εἰς ποῖον σημεῖον
8501εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας
8502συμβάσεων; Ἡ περὶ τούτων διαπραγμάτευσις παρετάθη
8503πλέον τοῦ δέοντος. Δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως
8504σφάλμα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, — διότι ὑπο-
8505θέτω ὅτι οὗτος κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, — ἀλλ’ εἶναι
8506σφόδρα λυπηρὰ ἡ τοιαύτη ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος, καὶ
8507πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ἡ ἔκτακτος ἀποστολὴ τοῦ ἀγαπη-
8508τοῦ ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου κ. Διονυσίου Στεφάνου καταν-
8509τήσῃ διαρκής τις πρέσβευσις, ἴσως μέχρι συμπληρώσεως τῆς
8510βουλευτικῆς τετραετίας. Πολὺ τὸ φοβοῦμαι. Συνεπληρώθη
8511ἤδη, νομίζω, τὸ δεύτερον ἔτος.
8512Ὅτε πέρυσιν ἀπενεμήθη τὸ ἀνώτερον Ὀθωμανικὸν παρά-
8513σημον, καὶ μάλιστα ἀδαμαντοκόλλητον, εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
8514γὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐχάρην. Ἐχάρην ἰδίως, διότι ἐθεώρησα,
8515ὅτι ἡ τιμητικὴ αὕτη διάκρισις ἐκ μέρους τῆς Ὀθωμανικῆς
8516Κυβερνήσεως εἶχε καὶ σημασίαν τινὰ φιλικῶν διαθέσεων.
8517Ἀλλὰ δὲν βλέπω σήμερον νὰ προωδεύσαμεν πολὺ περισσό-
8518τερον ἀφ’ ὅ,τι ἤμεθα πρὸ τῆς ἀπονομῆς ταύτης.
8519Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀξιῶ
8520νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως ὅσα δύναται νὰ ἀνα-
8521κοινώσῃ, πρὸς φωτισμὸν αὐτῆς, διότι θὰ εἶναι καὶ πράγματα,
8522τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ δημοσίᾳ.
8523Τῳόντι ὁ περιώνυμος συγγραφεὺς τοῦ Δικαίου τῶν ἐθνῶν
8524Klüber λέγει που τῶν συγγραμμάτων του, ὅτι πολλάκις ὁ
8525Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν συνταγματικῷ Κράτει πρέ-
8526πει νὰ προτιμᾷ νὰ ἐλέγχηται ἢ νὰ λέγῃ πέραν τοῦ δέοντος.
8527Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
8528Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ ζη-
8529τήματος, τὸ ὁποῖον ἐσύστησα εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοῦ παρελθόν-
8530τος ἔτους, τῆς τοποθετήσεως δηλ. καταλλήλων ἀνδρῶν, ὡς
8531προξένων, ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ καὶ Ἀλβανίᾳ. Ἐπίσης
8532περὶ συστάσεως Προξενείου ἐν Δαμασκῷ. Ἐρωτῶ, ποῦ εἶναι
8533ὁ θρόνος τῆς Δαμασκοῦ σήμερον; — Ἐννοῶ τὸν Πατριαρχικὸν
8534θρόνον.
8535Οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπηρέται τοῦ Κράτους· κατέχουσι θέσιν
8536ἔξοχον, ἀλλὰ κυρίως εἶναι ὑπηρέται τοῦ ἔθνους. Καὶ αὐτὴν
8537τὴν σημασίαν ἔχει ἡ λέξις Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλλη-
8538νικῇ γλώσσῃ. Πρέπει λοιπὸν μετ’ ἄκρας προσοχῆς καὶ μετὰ
8539συνειδήσεως νὰ προβαίνωμεν εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν τε προ-
8540ξένων καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων κλάδων,
8541ἀλλ’ ἰδίως τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν πρέπει νὰ παρασύρωνται ὑπὸ
8542τοῦ αἰσθήματος τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας ἢ συμπαθείας πρὸς
8543πρόσωπα. Βεβαίως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἱ
8544ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προτιμῶσι τοὺς οἰ-
8545κείους, τοὺς φίλους των. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι ἐγένετό ποτε
8546κατὰ τοῦ Θεμιστοκλέους ἡ κατηγορία παρὰ τῶν ἐχθρῶν του,
8547ὅτε ἦτο ἄρχων, ὅτι προετίμα τοὺς οἰκείους του εἰς τὰ ἀξιώ-
8548ματα τῆς πόλεως, καὶ αὐτὸς ἀπήντησε: «Μὴ γένοιτο νὰ
8549προτιμήσω τοὺς ἐχθρούς μου τῶν οἰκείων μου, ὅταν οἱ οἰ-
8550κεῖοί μου τυγχάνωσιν ὄντες οἱ ἄριστοι!» Τοιοῦτόν τι εἶπε
8551καὶ ὁ λόρδος Τζὼν Ρῶσσελ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμ-
8552βάνω, πρέπει νὰ συμπίπτουν ἡ προτίμησίς των καὶ ἡ φιλία
8553των μὲ τὴν ἰδίαν αὐτῶν καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν· πρέπει ἡ
8554κοινὴ συνείδησις νὰ θεωρῇ, ὅτι οἱ διοριζόμενοι κατέχουσιν
8555ἐπαξίως τὰς θέσεις, καὶ ἐδικαιοῦντο νὰ κατέχωσιν αὐτάς.
8556Σᾶς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων
8557Πολιτειῶν διορίζει Ὑπουργοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει,
8558τοὺς φίλους του, καὶ μόνον δικαίωμα ἔχει ἡ Γερουσία νὰ ἐπι-
8559κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τοὺς διορισμούς. Ἐν τούτοις δὲν
8560ὑπάρχει παράδειγμα μέχρι τῆς σήμερον, ὅτι ἡ Γερουσία εἶπε
8561ποτέ, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλοι αὐτοί, τοὺς ὁποίους ὁ Πρό-
8562εδρος διώρισεν ὡς Ὑπουργούς. Τοιαῦτα ἤθη καὶ ἔθιμα εὔ-
8563χομαι νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ παρ’ ἡμῖν. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ
8564ἐπαναληφθῇ τὸ συμβαῖνον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας παρ’ ἡμῖν
8565σκάνδαλον, διότι αὐτὸ ὁπωσδήποτε εἶναι ἀσχημία κοινοβου-
8566λευτική. Ἀσχημία καὶ ἄτοπόν τι εἶναι ἡ κωλυσιεργία, ἀλλὰ
8567δὲν πρέπει νὰ ἐξωθῆται εἰς τοῦτο ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς
8568παρὰ τῆς πλειονοψηφίας.
8569Δὲν ἐννοῶ, τῇ ἀληθείᾳ, διατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λήξῃ ἡ
8570συνεδρίασις σήμερον κανονικῶς, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ τὴν
8571Τετάρτην. Δὲν ἐννοῶ, ποῖον κίνδυνον τρέχει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ
8572Προϋπολογισμοῦ, ἢ τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέ-
8573δειξεν, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην ὅλων τῶν ὀπαδῶν του.
8574Ἀξιόλογα λοιπὸν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν παράκλησιν τῆς
8575μειονοψηφίας περὶ ἀναβολῆς.
8576Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ἀρχαῖος Βουλευτὴς — ἤμην καὶ πρὸ εἰκο-
8577σαετίας. — Τὰ συμβαίνοντα τώρα δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνέ-
8578βησαν ἄλλοτε. Μόνον μίαν φοράν, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρι-
8579κούπη, ἐδέησεν ἡ πλειονοψηφία νὰ κάμῃ ὁλονυκτίαν ἐπὶ τοῦ
8580ζητήματος τοῦ Σπάρταλη. Μίαν φοράν μόνον...
8581§460ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πλειστάκις.
8582§461Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλειστάκις; Κατὰ συνέχειαν;
8583§462ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
8584§463Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι, —μὲ
8585συγχωρεῖτε. — Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Τρι-
8586κούπη καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ ἐπὶ τοῦ
8587Ὑπουργείου Κουμουνδούρου–Δηλιγιάννη, ὅτε ἤμην Βουλευ-
8588τὴς, ὅτι ἐπὶ ἕνα σχεδὸν μῆνα ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεζήτει τὰ
8589τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ τὰ τῆς εὐθύνης
8590τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶχε σταλῆ εἰς τὸ Βερο-
8591λίνειον Συνέδριον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ ἕνα σχεδὸν μῆνα συν-
8592εζήτει τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδεμία ἀπόπειρα πιέσεως
8593ἢ ἐκβιάσεως· καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ὁ
8594Πρωθυπουργὸς συνῄνεσαν εἰς τὸ νὰ χωρήσῃ κανονικῶς ἡ συζή-
8595τησις. Διατὶ, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ μὴ συγκαλέσητε τὴν Βου-
8596λήν, ἀντὶ τῆς 28 Ὀκτωβρίου, τὴν 28 Σεπτεμβρίου; Τότε δὲν
8597θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ κωλυσιεργία. Λοιπὸν διὰ τοῦτο δὲν
8598πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε τὴν μειονοψηφίαν, ἐπιμένουσαν εἰς τὴν συ-
8599ζήτησιν, διότι σεῖς ὑπέχετε τὴν εὐθύνην. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ
8600ἀριστερῶν).
8601§464Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ,
8602ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν πράττω τοῦτο,
8603ὅπως ἐλέγξω αὐτὸν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι
8604ἔχω καθῆκον, ὡς Βουλευτὴς μὴ ἀνήκων εἴς τι τῶν ἐν τῇ
8605Βουλῇ κομμάτων, νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου περὶ
8606τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως,
8607καὶ νὰ δικαιολογήσω τὴν στάσιν, ἣν ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ
8608τηρήσω ἐν τῇ Βουλῇ.
8609Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι πράγματι τὸ πο-
8610λιτικὸν πρόγραμμα τῆς εἰσηγουμένης αὐτὴν Κυβερνήσεως, καὶ
8611διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ βλέπομεν παρερχομέ-
8612νους πάντας τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας ἴδια πολιτικὰ προγράμ-
8613ματα, ὅπως ἐκθέσωσι τὰς γνώμας των ἐπὶ τῆς πολιτικῆς,
8614τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀκολουθῇ. Πάντες γινώ-
8615σκομεν, ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ
8616ἐν γένει ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως εἰς ὅλους τοὺς κλά-
8617δους τῆς Πολιτείας πρὸ τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου. Πάντες
8618γινώσκομεν, ὅτι ἔκτοτε ἐβαίνομεν ὁλοταχῶς εἰς βάραθρον
8619οὐχὶ μόνον οἰκονομικόν, ἀλλὰ καὶ διοικητικὸν καὶ κοινωνι-
8620κόν, διότι καὶ ἡ κοινωνία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κα-
8621λῶς, ὅταν ἡ Πολιτεία βαίνῃ κατὰ κρημνῶν. Τότε οἱ ἐξετά-
8622ζοντες τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀνεγνώριζον, ὅτι δὲν ἦτο δυνα-
8623τὸν νὰ σταματήσωμεν πρὸ τοῦ βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁλο-
8624ταχῶς, ὡς προεῖπον, ἐβαίνομεν, εἰμὴ μόνον διὰ βιαίας ῥιζικῆς
8625μεταβολῆς, διότι οὐδεὶς — ἂς τὸ εἴπωμεν μετὰ παρρησίας —
8626ἐκ τῶν τὰ κοινὰ πραττόντων ἠθέλησε πράγματι νὰ ἐργασθῇ
8627μετ’ αὐταπαρνήσεως πρὸς διόρθωσιν τῆς ὀλεθρίας αὐτῆς κατα-
8628στάσεως, ἀλλὰ πάντες κατειργάζοντο τὴν καταστροφὴν, οὐχὶ
8629βεβαίως ἐξ ἀφιλοπατρίας, ἀλλὰ πάντως ἐκ φιλαρχίας, φιλαρ-
8630χίας ὅμως κακῶς ἐννοουμένης, διότι δὲν βλέπω, ὁποῖα θέλ-
8631γητρα καὶ ὁποίαν δόξαν φέρει ἡ ἀρχή, ὅταν ὁ κατέχων αὐ-
8632τὴν βλάπτῃ καὶ δὲν ὠφελῇ τὴν πατρίδα του. Τοιαύτης βι-
8633αίας μεταβολῆς ἐξετάζων τ’ ἀποτελέσματα, ὡς πολίτης Ἕλ-
8634λην, πονῶν τὴν πατρίδα μου, ὡς πονεῖτε καὶ πάντες ὑμεῖς,
8635ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα περὶ πολέμου, ἐκηρύχθην εἷς ἐκ τῶν
8636μᾶλλον φιλοπολέμων, οὐχὶ τόσον ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν
8637ὁποίαν πράγματι εἶχον, ὅτι δύναται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ
8638πολεμήσῃ κατὰ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, εὑρισκομένου τότε
8639ἐν οἵᾳ πάντες ἐγινώσκομεν καταστάσει, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πε-
8640ποιθήσεως, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν ν’ ἀντιμετω-
8641πίσωμεν τοιοῦτον ἐχθρόν, προτιμοτέρα ἀπὸ τὴν νάρκην, ἐν ᾗ
8642ἔφθινεν ὁσημέραι τὸ ἔθνος, ἦτο ἡ ἐν πολέμῳ ἧττα, ἐξ ἧς
8643τοὐλάχιστον θὰ ἠδυνάμεθα, ὡς πάντες ἠλπίζομεν τότε, νὰ
8644λάβωμεν διδάγματα πρὸς σωτηρίαν διὰ τὸ μέλλον. Δυστυ-
8645χῶς, ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, καὶ διεψεύσθησαν αἱ ἐλπί-
8646δες μας, οὐχὶ μόνον περὶ ἐπιτυχίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅπερ χείρι-
8647στον, καὶ περὶ τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠλπίζομεν νὰ ἀν-
8648τλήσωμεν ἐκ τῆς ἥττης. Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐν πε-
8649ποιθήσει ἀμφισβητῶν, ὅτι, ἂν ὁ πόλεμος διεξήγετο καλῶς,
8650ἔστω καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν καὶ στόλον, τ’ ἀποτελέ-
8651σματα θὰ ἦσαν ὁποῖα πάντες ἐποθοῦμεν καὶ προσεδοκῶμεν.
8652Οἱ λέγοντες σήμερον, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἦτο εἰς
8653κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ, δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, κατὰ
8654τὴν γνώμην μου, διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπέδειξεν ἐν τῷ
8655πολέμῳ αὐτῷ, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις του, ἠδύνατο
8656νικηφόρως ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν Τουρκικόν, ἂν διωκεῖτο ὡς
8657ἔπρεπε νὰ διοικηθῇ, καὶ ἂν ὁ πόλεμος διεξήγετο ὡς ἔπρεπε
8658καὶ ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ
8659ἐξετάσωμεν, πῶς ἀπεφασίσθη καὶ πῶς διεξήχθη ὁ ἀτυχὴς
8660πόλεμος ἡμῶν· θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἐξετάσω, ὁποία
8661ἔπρεπε νὰ ἦναι μετ’ αὐτὸν ἡ πορεία τοῦ ἐλευθέρου τούτου
8662Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ὁποία εἶναι.
8663Μετὰ τὴν ἐκ τοῦ πολέμου καταστροφὴν, κύριοι Βουλευ-
8664ταί, ἐπῆλθε καὶ εἰς ἐμὲ ἡ ἰδέα νὰ ζητήσω νὰ ἐκλεχθῶ Βου-
8665λευτής, φλεγόμενος οὐχὶ ἐκ τῆς ματαιοδοξίας νὰ γραφῇ καὶ
8666ἐμοῦ τὸ ὄνομα ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς
8667πραγματικῆς φιλοδοξίας νὰ μετάσχω μιᾶς Βουλῆς, ἥτις, μετὰ
8668τόσῳ καταστρεπτικὸν πόλεμον συγκαλουμένη, ἐπίστευον, ὅτι
8669ἔμελλε νὰ ἐργασθῇ εἰλικρινῶς πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ πεπτωκό-
8670τος τούτου Κράτους, καὶ νὰ εὐτυχήσω νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ
8671εἰς τοῦτο κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων.
8672Ἐκ τῶν ἀμέσως μετὰ τὰς πολεμικὰς ἀποτυχίας ἐκδηλώ-
8673σεων τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ κατεδείχθη, ὅτι οὗτος κατε-
8674νόησε, ποῦ ἔγκειται τὸ κακὸν, καὶ ὅτι θέλει καὶ ἔχει τὴν
8675δύναμιν νὰ θεραπεύσῃ τοῦτο. Δυστυχῶς ἐπῆλθον τοιαῦτα γε-
8676γονότα, ἅτινα ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ πνίξῃ τὸ φρόνημά του
8677καὶ τὴν ἀγανάκτησίν του. Καὶ πρῶτον ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρό-
8678νον παράτασις τῶν περὶ εἰρήνης διαπραγματεύσεων καὶ συνε-
8679πῶς καὶ τῆς ἀμφιβόλου καταστάσεως, ὡσεὶ αὕτη ἦτο προ-
8680παρεσκευασμένη ἀπὸ σκοποῦ, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ λησμο-
8681νηθῶσι πολλὰ τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ὑπέστη τὸ ἔθνος καὶ πρὸ
8682τοῦ πολέμου καὶ κατ’ αὐτόν. Ἕτερον δὲ σοβαρώτατον γεγο-
8683νός, ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον ἐπελθὸν, ἔπεισε τὸν λαὸν, ὅτι
8684ὤφειλε νὰ δείξῃ, ὅτι μετέβαλε τὴν πρώτην κρίσιν του περὶ
8685τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους καὶ περὶ τῶν ὑπαιτίων τῶν πο-
8686λεμικῶν ἀτυχημάτων αὐτοῦ. Οὐδεὶς δύναται εἰλικρινῶς νὰ
8687ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ πρώτη καὶ ἄμεσος ἀντίληψις καὶ κρίσις
8688τοῦ λαοῦ περὶ αὐτῶν ἦτον ἡ ἀσφαλεστέρα. Ἡ ἀγανάκτησις
8689τοῦ λαοῦ τότε ἀμέσως ἔπεσεν οὐ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν
8690ἡγητόρων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πάντων ἐκείνων, οἵτινες,
8691δὲν ἀγνοεῖ οὗτος, ὅτι ἀνευθύνως διῴκουν τότε τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν
8692πράγματα καὶ ὑπεκίνησαν τὸν πόλεμον, καὶ αὐτοὶ καθ’ ὁλο-
8693κληρίαν διηύθυνον καὶ διεξήγαγον αὐτὸν κακῶς διὰ τῶν ἀρ-
8694χηγῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, οὓς αὐ-
8695τοὶ ἐξελέξαντο. Πιστεύω ὅμως, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς
8696πρώτης κρίσεως τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι πραγματική, ἀλλὰ φαι-
8697νομενική, ὀφειλομένη εἰς τὴν σύνεσιν καὶ φιλοπατρίαν αὐ-
8698τοῦ, κατανοήσαντος πάντοτε, μάλιστα δὲ μετὰ τὸ ἀποτυ-
8699χὸν ἀνοσιούργημα τῶν Καρδίτση καὶ Κυριακοῦ, ὅτι τὸ ἔθνος
8700ἔχει ἀνάγκην ἰσχυρᾶς Βασιλείας, στηριζομένης ἐπὶ τῆς ἀγά-
8701πης αὐτοῦ.
8702Τὸ γεγονὸς λοιπὸν αὐτὸ τῆς ἀποπείρας τῆς βασιλοκτονίας
8703εὐλόγως συνετέλεσεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης, ἥτις
8704ἐπεκράτησε τότε παρὰ τῷ λαῷ ἐκ τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέ-
8705μου, καὶ ἥτις, ἂν δὲν μετεβάλλετο, καὶ ἐξηκολούθει ἐπικρα-
8706τοῦσα φανερά, βεβαίως ἤθελε φέρει τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματά
8707της ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων...
8708§465Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ σφάλλεις.
8709§466Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Ἂν φρονῆτε τὰ
8710ἐναντία, δύνασθε νὰ ἔλθητε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας ἀπὸ
8711τῆς θέσεως ταύτης. Ἐγὼ ὅμως ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω αὐτὴν
8712τὴν γνώμην, καὶ τὴν λέγω μετὰ θάρρους. Ὁμιλῶ περὶ τῆς
8713κρίσεως, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη τότε ἀμέσως περὶ τῆς κατα-
8714στάσεως καὶ περὶ τῶν ὑπαιτίων αὐτῆς, καὶ ἡ ὁποία, ἂν ἐξη-
8715κολούθει φανερὰ, ἤθελε φέρει τὰ ἀποτελέσματά της, ἂν ὄχι
8716ἐπὶ ἄλλων, τοὐλάχιστον ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιστοιχί-
8717ζουσι τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐ-
8718τοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς κλίκας, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἠναγκάζετο ὁ
8719λαὸς, ἕνεκα τοῦ εἰρημένου λόγου, νὰ σιγήσῃ, θὰ εἶχε περιο-
8720ρισθῆ, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἔφερε καὶ σήμερον εἰς χείρονα τῆς προ-
8721τέρας κατάστασιν.
8722§467ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Προϋπολογισμός! προϋπολογισμός!
8723§468Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οὗτοι, μετὰ τὴν μυσαρὰν πράγματι ἀπό-
8724πειραν τῆς βασιλοκτονίας, θρασυνθέντες ἐκ τῆς ἐπιβεβλημέ-
8725νης ὑπὸ τῆς φιλοπατρίας κατασιγήσεως τῆς ἀγανακτήσεως
8726καὶ ὀργῆς τοῦ λαοῦ, ἤρχισαν νὰ μεταθέτωσι τὴν εὐθύνην ἀπὸ
8727τῶν πραγματικῶν ὑπαιτίων τῆς ἐν τῷ πολέμῳ φυγῆς εἰς τὸν
8728στρατὸν καὶ εἰς τὸν λαὸν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ὑπῆρξαν τὰ θύ-
8729ματα τῆς κακοδιοικήσεως, καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἔτι καὶ νῦν νὰ
8730ὑφίστανται τὰ ἐκ ταύτης κακά. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω,
8731κατὰ τί ἔπταισεν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀγογγύστως πάντοτε
8732προσέφερε πᾶσαν θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἐκάλε-
8733σεν αὐτόν. Τί πταίει ὁ στρατός, ἂν οἱ ἁρμόδιοι καὶ ἐν εἰ-
8734ρήνη δὲν ἐμερίμνησαν περὶ τῆς καλῆς συντάξεως αὐτοῦ, καὶ
8735ἐν πολέμῳ κακῶς διῴκησαν αὐτόν; Τίς ποτε ἐζήτησε νὰ
8736ἐργασθῇ εἰλικρινῶς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὸς ἢ ὁ λαὸς
8737ἠρνήθη τὴν συνδρομήν του; Μὴ, ἄν ποτε ὁ Βασιλεὺς ἐζήτη-
8738σεν ἢ ἔδειξεν, ὅτι θέλει νὰ πράξῃ τι καλὸν ὑπὲρ τοῦ στρα-
8739τοῦ, ἠρνήθησαν αὐτῷ τὰ μέσα οἱ πολιτευόμενοι, εἰς οὓς καὶ
8740μόνους τόσον χαιρεκάκως θέλουσι νὰ ἐπιρρίπτωσι τὴν εὐθύ-
8741νην παντὸς κακοῦ; Καὶ ἐλησμονήθη, ὅτι κατὰ τὸ 1896 ὁ
8742ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
8743νήσεως, ἔσπευσε νὰ μεταβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
8744τους μετὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἀρ-
8745χίσῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, προσέθεσεν εἰς τὰ ἔξοδα τὸ πο-
8746σόν, ὅπερ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατοπέδου καὶ τὴν βελ-
8747τίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν διὰ τοῦ γνωστοῦ διαγ-
8748γέλματος ἐκφρασθεῖσαν τότε ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως; Δια-
8749τὶ λοιπὸν θέλετε τὴν εὐθύνην τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ
8750στρατοῦ νὰ ἐπιρρίπτωμεν μόνον εἰς ἡμᾶς τοὺς πολιτευομέ-
8751νους, τοὺς μικροὺς ἁμαρτωλοὺς, οἱ ὁποῖοι φέρομεν τὰ βάρη
8752καὶ τὰς μεγάλας ἁμαρτίας τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν;
8753Ἀλλὰ δὲν θέλω ἐπιμείνει ἐπὶ πλέον εἰς ταῦτα, διότι δὲν
8754εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου ἡ περὶ αὐτῶν συζήτησις. Θὰ ἐξε-
8755τάσω ὅμως, τί ἐγένετο μετὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ τί ὤφειλε νὰ
8756πράξῃ ἡ Βουλὴ αὕτη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πάντες σχεδὸν κα-
8757τήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ προγράμματα ἀνεξαρ-
8758τησίας, οὐχὶ βεβαίως ἀνεξαρτησίας ἀπὸ κομμάτων ἀπολύτως,
8759ἀλλ’ ἀνεξαρτησίας ἀπὸ προσωπικῶν κομμάτων, διότι τὰ
8760πολιτικὰ κόμματα ἀρχῶν ἐπιβάλλονται ἐν συνταγματικῷ
8761πολιτεύματι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ μόνον
8762τὰ προσωπικὰ εἶναι ὀλέθρια. Πάντες, ὡς ὑποψήφιοι, ὑπεσχό-
8763μεθα, ὅτι, ἀπαρνούμενοι τὸ πολιτικὸν παρελθὸν, θὰ ἐργα-
8764σθῶμεν ἐπὶ νέων ὅλως βάσεων καὶ ἀρχῶν, ὅπως ἀνεγείρωμεν
8765καὶ σώσωμεν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον, μεθ’
8766ὅλην τὴν ἐσωτερικὴν κακοδιοίκησιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κα-
8767χεξίαν τοῦ Κράτους, ὡς ἔθνος ἐκράτει πολὺ ὑψηλὰ καὶ ὑπερή-
8768φανον τὸ μέτωπον, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸ
8769τοῦ πολέμου ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει δὲν ἐσέβοντο πάντες
8770τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι, φεῦ! μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ῥα-
8771πίζονται, περιϋβρίζονται, χλευάζονται, δολοφονοῦνται ὑπ’ ἐ-
8772κείνων, οἵτινες περιδεεῖς πρότερον προσέβλεπον αὐτούς.
8773Μὲ τοιαῦτα πολιτικὰ προγράμματα κατήλθομεν εἰς τὸν
8774ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τοὐλάχιστον τὰ τρία τέταρτα τῶν ὑπο-
8775ψηφίων, καὶ ὁ λαὸς διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἐξελέξατο
8776τοὺς πλείστους τῶν τοιούτων ὑποψηφίων, πάντες δ’ ἐχά-
8777ρημεν, ὅτε εἴδομεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, πιστεύ-
8778σαντες, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν ἦσαν
8779εἰλικρινῶς ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, καὶ
8780ὅτι μετὰ ζήλου καὶ αὐταπαρνήσεως ἤθελον ἐργασθῆ ὑπὲρ
8781ἀνορθώσεως τοῦ πεπτωκότος τούτου ἔθνους. Ἀλλ’ ἀτυχῶς,
8782μόλις ἤλθομεν ἐνταῦθα, δὲν ἠξεύρω ὁποῖος ἀὴρ ἔπνευσε, καὶ
8783οἱ πλείονες αὐτῶν ἐτράπησαν τὴν τετριμμένην καὶ ἐθνοφθό-
8784ρον ὁδὸν, καὶ μάλιστα τὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄγουσαν, ἐπὶ
8785τῇ προφάσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον
8786μόνιμον Κυβέρνησιν. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ἀνάγκην μονίμου Κυ-
8787βερνήσεως, ἀλλὰ Κυβερνήσεως ἠθικῆς, Κυβερνήσεως, ἥτις
8788νὰ θέτῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ ὑπεράνω
8789τῶν κομματικῶν καὶ τῶν προσωπικῶν συμφερόντων τῶν φί-
8790λων της. Δυστυχῶς ὅμως, δὲν ἀπεδείχθη τοιαύτη ἡ παροῦσα
8791Κυβέρνησις, ἡ διὰ τῆς συναλλαγῆς προσηλυτίσασα τοὺς
8792πλείστους τῶν Βουλευτῶν. Ὅτε ἐσχηματίσθη αὕτη, καὶ εἶδον
8793τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν αὐτῆς, ἐπίστευσα ὅτι, ἔχουσα
8794συνείδησιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ λαὸς,
8795ἤθελε κάμει χρῆσιν ὅλης τῆς ἐν τῇ Βουλῇ δυνάμεώς της
8796πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς αὐτῆς, ἧς πρῶτον κεφάλαιον
8797θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἡ δι’ ἐπισταμένης ἐξετάσεως ἐξεύρεσις καὶ
8798ἐπίσημος ἀποκάλυψις τῶν ὑπαιτίων τοῦ πολέμου καὶ τῆς
8799κακῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, καὶ ἡ νόμιμος τιμωρία αὐτῶν, ἂν
8800ἦναι ἐκ τῶν συνταγματικῶς ὑπευθύνων. Καὶ κατὰ τὸν πό-
8801λεμον καὶ μετ’ αὐτὸν καὶ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν πολλὰ
8802εἰς βάρος καὶ ἀνευθύνων καὶ ὑπευθύνων περὶ τοῦ ζητήματος
8803τούτου δημοσίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ δι’ αὐτούς,
8804ἂν ἦναι ἀθῶοι, καὶ διὰ τὸ ἔθνος συμφέρον θὰ ἦναι νὰ δια-
8805λευκανθῇ ἡ ἀλήθεια δι’ εὐρείας συζητήσεως ἐπὶ τῶν πεπραγ-
8806μένων ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἤλπιζον, ὅτι τῆς συζητήσεως ταύ-
8807της τὴν πρωτοβουλίαν ἤθελεν ἀναλάβει ἡ πλειονοψηφοῦσα
8808Κυβέρνησις, ἧς τὰ ὄργανα καὶ οἱ φίλοι δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐπιρ-
8809ρίπτωσι, πότε φανερῶς, καὶ πότε ὑπούλως, τὴν εὐθύνην πρό-
8810τερον μὲν καὶ ἐπὶ ἀνευθύνων καὶ ἐπὶ ὑπευθύνων, ἀπὸ δὲ τῆς
8811εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναρρήσεώς της ἐπὶ μόνης τῆς κατὰ τὸν χρό-
8812νον ἐκεῖνον Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
8813λευτοῦ· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐπιμελῶς ἀποφεύγει τὸν ἐπί-
8814σημον ἔλεγχον τῶν πολεμικῶν, δίδουσα οὕτω τὸ δικαίωμα
8815εἰς ἐκεῖνον, ὃν ἔτι καὶ νῦν τολμῶσιν οἱ φίλοι της νὰ ἀπο-
8816καλῶσιν ὑπαίτιον τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, νὰ προκαλῇ
8817μετὰ θαυμαστοῦ θάρρους καὶ αὐτὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν
8818της εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Διατί λοιπόν, ἐνῷ ἔχει ὅλην τὴν
8819δύναμιν νὰ διεξαγάγῃ ἐπιτυχῶς τοιαύτην συζήτησιν, ἀπο-
8820φεύγει αὐτήν; Εὑρέθησαν ἀνεξάρτητοί τινες Βουλευταί,
8821ἔχοντες συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των, καὶ ἐπρότειναν τὴν
8822σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἀπέτυχεν ἡ πρώτη, ἡ ὑπὸ
8823τῆς διαλυθείσης Βουλῆς συσταθεῖσα, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ κατὰ
8824τὸν πόλεμον καὶ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ αὐτῶν ἔκθε-
8825σίν της, ἀλλὰ σύμπασα σχεδὸν ἡ Βουλὴ παρεκώλυσε τὴν
8826ἐπιτυχίαν τοιαύτης ἐπιτροπῆς...
8827§469Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σύμπασα, διότι ἡ Βουλὴ τῆς
8828προηγουμένης Περιόδου διώρισεν ἐπιτροπὴν ἐξεταστικήν,
8829ἥτις εἰργάσθη ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις παρεῖχε τὰ μέσα. Ἡ
8830Ἀντιπολίτευσις, συνεπὴς πρὸς ἑαυτήν, ἔστερξεν εἰς τὸν ἀνα-
8831διορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐξετα-
8832στικῆς ἐπιτροπῆς ἀπώλεσε καὶ τὸν Πρόεδρόν της, καὶ οὔτε
8833συνῆλθε κἄν.
8834§470Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀληθῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔστερξεν εἰς
8835τὴν σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Κυ-
8836βερνήσεως ἀπὸ σκοποῦ κατήρτισεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ
8837ἐργασθῇ, καὶ νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπός, ὡς καὶ ἐγένετο. Εἶναι
8838ἀληθές, ὅτι ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν
8839εἰς πέρας τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολήν, διότι, ὡς λέγει,
8840δὲν τῇ παρεσχέθησαν τὰ μέσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ὤφει-
8841λεν ὅμως, ἀφοῦ, διαλυθείσης τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ
8842ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν διάδοχον
8843Βουλὴν τὴν γενομένην ἐργασίαν, διότι αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ
8844ἔθνος, ἐντολῇ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ὁποίου ἐγένετο, καὶ
8845δὲν εἶναι κτῆμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀποκρύψῃ, ἢ
8846νὰ διαθέσῃ κατὰ βούλησιν. Δυστυχῶς, καὶ αὐτὴ δὲν ἔπραξε
8847τὸ καθῆκον τοῦτο. Τὸ ἔθνος θέλει νὰ γνωσθῇ ἡ ἀλήθεια ἐπι-
8848σήμως ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, οὐχὶ διὰ νὰ πεισθῇ αὐτό,
8849— διότι αὐτὸ γινώσκει αὐτήν, καὶ εἶναι πεπεισμένον περὶ τῶν
8850ὑπαιτίων τῆς καταστροφῆς του, — ἀλλὰ διὰ νὰ φιμώσῃ τὰ
8851στόματα ἐκείνων, οἵτινες τολμῶσι νὰ παρίστανται ὡς σω-
8852τῆρες, ἀντὶ ὀλετήρων, παρεξηγοῦντες, ὡς εἶπον, τὴν κατ’
8853ἀνάγκην σιωπὴν τοῦ λαοῦ. Ἂν ὁ ἐπίσημος ἔλεγχος ἐγίνετο
8854ἐν τῇ Βουλῇ, πολλὰ κακά, τὰ ὁποῖα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς
8855αὐτῆς ἐγένοντο καὶ ἐξακολουθοῦσι γινόμενα, δὲν θὰ ἀπε-
8856τολμῶντο, ἀλλ’ ἕκαστος θὰ ἐλάμβανε τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῷ
8857θέσιν, καὶ δὲν θὰ ἐψηφίζομεν νόμους, ὡς τὸν περὶ Γενικῆς
8858Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλους, χάριν ὑψηλῶν εὐνοου-
8859μένων, οὐδὲ θὰ ἐβλέπομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
8860τικῶν νὰ διορίζῃ ἐν εἰρήνῃ ἐπιτελάρχας πρὸς διόρθωσιν τοῦ
8861στρατοῦ ἐκείνου, οὓς ἐν πολέμῳ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔπαυσεν ὡς
8862ἀνικάνους, ἐκφράσας μάλιστα καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ
8863ἔθνους πρὸς τὸν Διάδοχον, συγκατατεθέντα εἰς τὴν ἀντι-
8864κατάστασιν τοῦ ἐπιτελάρχου, οὗτινος σύσσωμον τὸ ἔθνος
8865οὐ μόνον τὴν παῦσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμωρίαν ἀπῄτει τότε.
8866Μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν αἰτίων τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀπο-
8867τυχίας αὐτοῦ, δευτέραν ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ
8868νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περιστέλλοντες
8869τὰς δαπάνας μέχρι τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, διὰ τοῦ ὁποίου δύ-
8870ναται νὰ διοικηθῇ τοῦτο, καὶ ἐνισχύοντες τὴν ἐθνικὴν παρα-
8871γωγήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι
8872βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων διὰ
8873νέας φορολογίας καὶ διὰ τῆς αὐθαιρέτου καὶ λίαν καταθλι-
8874πτικῆς ἐνεργείας τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ
8875χωροφυλάκων περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων οὐ μόνον τῆς
8876ἐνεστώσης χρήσεως, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων παρελθουσῶν
8877χρήσεων συγχρόνως παρὰ φορολογουμένων πενομένων καὶ
8878δυστυχούντων ἕνεκα ἀφορίας καὶ θεομηνιῶν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ
8879ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν αὐτῶν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δα-
8880πανῶν, στίπτων, οὕτως εἰπεῖν, τὸν Προϋπολογισμὸν μέχρι
8881τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου αὐτοῦ, καὶ ἂν εἶχε περισσεύματα, ταῦτα
8882νὰ διαθέσῃ οὐχὶ εἰς θεραπείαν τῶν προσωπικῶν καὶ κομ-
8883ματικῶν ἀπαιτήσεων, ἀλλὰ πρωτίστως εἰς θεραπείαν τῶν
8884ἀναγκῶν, ἃς ἐγέννησεν ὁ πόλεμος· ἂν δὲ καὶ μετὰ τὴν περι-
8885στολὴν αὐτὴν δὲν ἐπήρκουν τὰ ἔσοδα, τότε καὶ μόνον τότε
8886τῷ ἐπετρέπετο νὰ ἐπιβάλῃ νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος
8887ἀγογγύστως ἤθελεν ὑποταχθῇ καὶ εἰς αὐτὰ, ἤρκει μόνον νὰ
8888βλέπῃ, ὅτι οἱ φόροι του δαπανῶνται ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ ἔθνους,
8889πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, πρὸς ἐνί-
8890σχυσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἤτοι τῆς
8891γεωργίας, κτηνοτροφίας, ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας, καὶ πρὸς
8892βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐκπαιδεύ-
8893σεως. Ἀλλὰ, κατὰ τὸν μέγαν τῆς ἀρχαιότητος ῥήτορα, «οὐκ
8894»ἔστι, δι’ ὧν τὰ τῆς πόλεως ἐκ χρηστῶν φαῦλα γέγονε, διὰ
8895τῶν αὐτῶν τούτων ἐκ φαύλων χρηστὰ γενήσεσθαι».
8896Μέχρι τοῦδε ἐψηφίσαμεν δύο Προϋπολογισμοὺς, καὶ πρό-
8897κειται ἤδη νὰ ψηφίσωμεν καὶ τρίτον, χωρὶς νὰ ἴδωμεν ἐν
8898αὐτοῖς περιορισμὸν τῶν δαπανῶν καὶ κατάργησιν θέσεώς
8899τινος ὡς περιττῆς, ἐνῷ πάντες γινώσκομεν, ὅτι πλεῖστα τῶν
8900δημοσίων γραφείων δύνανται καὶ μὲ τοὺς ἡμίσεις τῶν ἐν
8901αὐτοῖς ὑπαλλήλων νὰ ἦναι ἐνημερώτατα, ἀρκεῖ μόνον οἱ
8902ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ ἐργάζωνται τακτικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί-
8903βλεψιν προϊσταμένου εὐόρκως ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του.
8904Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουρ-
8905γὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν τῶν ἐργα-
8906σιῶν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης, ἵνα ἴδωμεν, τί κάμνει
8907ἐκεῖ ὁ μισθοδοτούμενος Διευθυντὴς αὐτοῦ. Ἐδέησε νὰ ἐπανα-
8908λάβω τρὶς τὴν αἴτησίν μου αὐτὴν, μέχρις οὗ πεισθῇ ὁ κύ-
8909ριος Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐξ ἧς
8910εἶδεν ἔκπληκτος ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη οὐδὲ δράμιον
8911καπνοῦ ἐκόπη ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ αὐτῷ. Ἤλπιζον, ὅτι
8912μετὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἐν
8913τῇ Βουλῇ ἤθελε σπεύσει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταργήσῃ αὐτὸ,
8914ὡς καὶ ὁ προκάτοχός του, καὶ νὰ παύσῃ μισθοδοτῶν ὑπαλ-
8915λήλους καὶ πληρώνων ἐνοίκια ἄνευ ἐργασίας· δυστυχῶς ὅμως
8916δὲν ἔπραξε τοῦτο τότε, ἀλλὰ μετὰ πολλοὺς μῆνας, συνε-
8917πείᾳ ἐκθέσεως τοῦ Γάλλου ἀντιπροσώπου τῆς Διεθνοῦς Ἐπι-
8918τροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος, ἐξελθὼν εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν
8919ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οἰκονομικῶν γραφείων, ἦλθε καὶ εἰς Σπάρ-
8920την, ὅπου εὗρε Καπνοκοπτήριον ἄνευ ἐργασίας καὶ μὲ Διευ-
8921θυντὴν ῥιπτόμενον εἰς τοὺς πόδας του καὶ μετὰ δακρύων
8922ἱκετεύοντα αὐτὸν νὰ μὴ ἀναφέρῃ περὶ τῆς καταστάσεως
8923αὐτῆς καὶ προκληθῇ ἡ παῦσίς του. Τοιαῦται θέσεις ἀργο-
8924μίσθων ὑπάρχουσι πολλαὶ, ἐξογκοῦσαι τὸν προϋπολογισμὸν
8925τῶν δαπανῶν, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε τυφλῶς ὑμεῖς οἱ μικροὶ
8926ἁμαρτωλοὶ, ἵνα παχύνωνται ἐξ αὐτοῦ οἱ μεγάλοι ἁμαρτω-
8927λοὶ μετὰ τῶν εὐνοουμένων αὐτῶν, ἔχοντες μάλιστα τὸ θρά-
8928σος νὰ ἐπιρρίπτωσι τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἐνῷ εἰς
8929τούτους ψιχία μόνον τινὰ ῥίπτουσιν ἐκ τῆς πλουσίας τρα-
8930πέζης τῶν Προϋπολογισμῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας αὐτοὶ κραιπα-
8931λοῦσιν!
8932Ἀλλ’ ἐὰν δὲν περιεστείλαμεν τὰς δαπάνας, μὴ εἴχομεν
8933τοὐλάχιστον τὴν εὐσυνειδησίαν νὰ μὴ αὐξήσωμεν αὐτάς;
8934Τοὐναντίον, καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν, καὶ μάλιστα εἰς μέγαν βαθ-
8935μὸν, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ χάριν προσώ-
8936πων, δημιουργήσαντες θέσεις καὶ αὐξήσαντες μισθοὺς διὰ τῆς
8937ἐπιψηφίσεως νόμων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς,
8938κύριοι Βουλευταὶ, τοὺς νόμους αὐτούς; Ἐψηφίσαμεν τὸν νό-
8939μον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς
8940κατὰ τὴν συζήτησιν διαβεβαίου, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ συν-
8941τελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως διὰ τῆς προσεγ-
8942γίσεως τῶν διαφόρων ἀρχῶν πρὸς τοὺς πολίτας καὶ τῆς ἀμε-
8943σωτέρας ἐπιβλέψεως τῆς διοικήσεως, πάντοτε ὅμως ἐν συν-
8944δυασμῷ μετὰ τοῦ ἑτέρου νόμου περὶ νομῶν καὶ διοικήσεως,
8945ἐν τῷ ὁποίῳ κυρίως εὕρισκε τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποκεντρώ-
8946σεως τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐψηφίσθησαν καὶ ἐκυρώ-
8947θησαν ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι, τὸν μὲν ἕνα, ὁ ὁποῖος ηὔ-
8948ξησε τὰς θέσεις, καὶ συνεπῶς καὶ τὰ κυβερνητικὰ ῥουσφέ-
8949τια, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Νομαρχιῶν, ἔσπευσε νὰ
8950ἐφαρμόσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν δ’ ἕτερον, τὸν περὶ νομῶν
8951καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ὁ ὁποῖος δὲν παρέχει ῥουσφέτια,
8952ἐγκατέλιπεν, ἐνῷ κατὰ τὴν ψήφισιν διεβεβαίου, ὅτι ἐξ αὐ-
8953τοῦ κυρίως προσδοκᾷ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦ
8954πολλαπλασιασμοῦ τῶν Νομαρχιῶν ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βου-
8955λευταὶ, εἴδετε βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις
8956σας; ἢ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εὗρον τοιαύτην ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
8957τῶν οἰκείων Ὑπουργείων; Νομίζω, ὅτι εἶναι φανερὸν, ὅτι
8958μία μόνον βελτίωσις ἐπῆλθεν, ἡ αὔξησις τῶν μισθοδοτικῶν
8959καταστάσεων καὶ τῶν μισθοδοτικῶν ἐνταλμάτων. Εἰς ἐπί-
8960μετρον δ’ ἐπῆλθε καὶ ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων, ἡ ὁποία
8961μέχρι τινὸς ἐπιστεύομεν, ὅτι ἤθελεν ἀποσοβηθῇ, διότι καὶ
8962αὐτοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ μάλιστα οἱ ἁρμοδιώτεροι
8963τῶν ἄλλων, ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
8964μικῶν, εἶχον ἐκφρασθῆ κατ’ αὐτῆς δριμύτερον πάντων ἡμῶν
8965καὶ μάλιστα δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων. Ἐν τούτοις
8966διὰ τὴν συγκράτησιν τῆς πλειονοψηφίας ἐπέπρωτο νὰ ὑπο-
8967στῶσι καὶ αὐτὸ τὸ τραῦμα ἡ δικαιοσύνη καὶ τὰ οἰκονομικὰ
8968τοῦ Κράτους. Διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς οὐδεμίαν σημα-
8969σίαν ἔχουσι ταῦτα. Δι’ αὐτοὺς κύριον μέλημα εἶναι ἡ διατή-
8970ρησις τῆς ἐξουσίας διὰ πάσης θυσίας καὶ τῶν οἰκονομικῶν
8971καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Κράτους. Ἐψη-
8972φίσαμεν ἕτερον νόμον κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον χάριν τῆς
8973δημοσίας ἀσφαλείας, τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνο-
8974μίας, ὁ ὁποῖος, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλ’ ὑπεκλά-
8975πη, χωρὶς νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνω-
8976σιν, κατὰ τὴν διάσημον ἐκείνην νύκτα τῆς ψηφίσεως τῶν
897745 νομοσχεδίων. Μόνον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐ-
8978τοῦ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καθ’ ἧς ἠγόρευσάν
8979τινες, ἐπεφυλάχθησαν δὲ πολλοὶ νὰ συζητήσωσιν ἐν ταῖς
8980λεπτομερείαις καὶ κατ’ ἄρθρον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνω-
8981σιν, καὶ νὰ ἐπιφέρωσι τὰς κατ’ αὐτοὺς ἀναγκαίας τροπο-
8982ποιήσεις καὶ βελτιώσεις· ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ὑπεκλάπη ἡ εἰς
8983τρίτην ἀνάγνωσιν ψήφισις, καὶ εἴδομεν νομοσχέδιον ὑψί-
8984στου ἐνδιαφέροντος νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὡς κατηρτί-
8985σθη ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς γραφείοις, ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιή-
8986σεως! Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἔτη, δὲν κα-
8987τωρθώθη εἰσέτι ἡ ἐφαρμογή του, οὐδὲ θὰ κατορθωθῇ, ἂν μὴ
8988μεταρρυθμισθῇ, βελτιούμενον διὰ νέου νόμου. Καὶ τούτου δὲ
8989τοῦ νόμου ἡ ἐν τόσῃ σπουδῇ ψήφισις ἐπεδιώχθη, ἀληθῶς εἰ-
8990πεῖν, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ
8991πρὸς δημιουργίαν ῥουσφετίων καὶ αὔξησιν δαπανῶν. Ὡσαύ-
8992τως ὁ περὶ Προξενείων νόμος καὶ ὁ περὶ ταχυδρομείων καὶ
8993τηλεγράφων, καὶ αὐτοὶ ἐψηφίσθησαν ἐν μεγάλῃ σπουδῇ, ἐπὶ
8994τῷ προσχήματι μὲν τῆς βελτιώσεως τῶν κλάδων αὐτῶν,
8995πράγματι ὅμως πρὸς ὠφέλειαν τῶν γνωστῶν εὐνοουμένων
8996τάξεων, τὰς ὁποίας λίαν εὐθαρσῶς ἐν προηγουμένῃ συνεδριά-
8997σει κατωνόμασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος, ὁ ἀτυ-
8998χῶς ὅμως ἐξακολουθῶν νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς τοιαῦτα κακὰ
8999εἰς τὸ ἔθνος κατεργαζομένους. Ἐν τῷ ταχυδρομικῷ καὶ τη-
9000λεγραφικῷ κλάδῳ ἐγένοντο πολλαὶ μεταβολαὶ διὰ τῶν νό-
9001μων αὐτῶν, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν δημιουργίαν τῶν νέων θέ-
9002σεων καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἀφειδῶς γενομένας αὐξήσεις τῶν μι-
9003σθῶν, οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου βελτίωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ
9004κλάδου αὐτοῦ βλέπω. Χθὲς ἔλαβον ἐνταῦθα συγχρόνως δύο
9005ἐπιστολὰς ἐξ Ἀλεξανδρείας, ἐξ ὧν ἡ μία χρονολογεῖται ἀπὸ
900627 Σεπτεμβρίου καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου. Αἱ ἐπὶ
9007τῶν φακέλων σφραγῖδες τοῦ Ταχυδρομείου Ἀθηνῶν ἐμφαί-
9008νουσιν, ὅτι ἐλήφθησαν εἰς αὐτὸ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκεῖ
9009παραδόσεως. Ἐν τούτοις εἰς ἐμὲ περιῆλθον μετὰ τρεῖς μῆ-
9010νας, τὴν 30 Δεκεμβρίου! Ἐσκέφθην νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν
9011ἀσύγγνωστον ταύτην βραδύτητα, ἀλλὰ πρὸς ποῖον; Παρε-
9012πονέθη εἰς τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν πρό τινων ἡμερῶν καὶ
9013εἷς νέος ἐκ Καλαβρύτων, τοῦ ὁποίου ἀπωλέσθη ἐπιστολὴ
9014συστημένη, περιέχουσα χρήματα· ἔλαβε δ’ ἀπάντησιν, ὅτι
9015θὰ φροντίσωσι νὰ εὑρεθῇ ἡ ἐπιστολὴ, ἀλλ’ οὐδεμία φροντὶς
9016ἐγένετο, καὶ ὅτε μετά τινας ἡμέρας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ γρα-
9017φεῖον τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, καὶ ἐζήτει πάλιν
9018πληροφορίας, ἐξεδιώχθη ἐκεῖθεν κακὴν κακῶς! Ἀνέφερα τὸ
9019γεγονὸς τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρω-
9020θυπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι τοῦτο ἔχεται ἀλη-
9021θείας, νὰ πράξῃ ὅ,τι τῷ ἐπιβάλλεται. Ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ
9022ἐξετάσῃ, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο πρὸς ἀνεύρεσιν
9023τῆς ἐπιστολῆς καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ ἀδικηθέντος καὶ
9024ὑβρισθέντος πολίτου. Τοιαύτη ἡ βελτίωσις, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς
9025τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ
9026καὶ τῆς ἀπεριορίστου ἐξουσίας, ἣν ἐδώκαμεν εἰς τὸν Γενικὸν
9027Διευθυντὴν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ! Τοιοῦτοι δὲ δύναταί τις
9028ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πάντες σχεδὸν οἱ κατὰ τὰς τρεῖς
9029Συνόδους τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου ψηφισθέντες
9030νόμοι, ἐξαιρέσει τῶν καθαρῶς ὑπηρεσιακῶν καί τινων φορο-
9031λογικῶν. Καὶ ἂν εἴδομεν εἰσηγηθέντα καὶ ἀναγραφέντα ἐν
9032τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καί τινα νομοσχέδια ἐθνικοῦ ἢ γενι-
9033κωτέρου συμφέροντος, δὲν μᾶς ἐπετράπη ὅμως καὶ ἡ εὐχα-
9034ρίστησις νὰ ἴδωμεν αὐτὰ μεταβαλλόμενα εἰς νόμους τοῦ
9035Κράτους, ἐκτὸς ὀλίγων ἐπιβεβλημένων ἄνωθεν, — ὡς ὁ νόμος
9036περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ — ἢ ἐξ ἄλλων λόγων,
9037κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀγαθῶν. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ.
9038Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς συζήτησιν καὶ ψήφι-
9039σιν τοιούτων νομοσχεδίων, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ συ-
9040ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν διὰ μακρῶν, καὶ μᾶς λέγει καθαρῶς καὶ
9041ἀπεριφράστως, ὅτι ἀποσύρει αὐτὰ, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ μα-
9042κρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταναλώσῃ χρόνον χρή-
9043σιμον διὰ συζήτησιν καὶ ψήφισιν τόσων ἄλλων νομοσχεδίων,
9044ἀναγκαίων πρὸς θεραπείαν κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμ-
9045φερόντων, χάριν τῶν ὁποίων καὶ εἰς παννυχίδας κρατεῖ ἡμᾶς
9046ἐνταῦθα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἐξόδων τοῦ
9047ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸν τοῦ πα-
9048ρελθόντος ἔτους, παρατηρεῖται ἐλάττωσίς τις αὐτῶν, ἀλλὰ,
9049θελήσας νὰ ἴδω, ἐὰν ἡ ἐλάττωσις αὕτη προέρχεται ἐκ κα-
9050ταργήσεως περιττῶν θέσεων, ἢ ἄλλων προσωπικῶν καὶ ἀνω-
9051φελῶν κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὗρον, ὅτι πᾶν ἄλλο
9052ἢ τοῦτο ἐγένετο· ἀπηλείφθησαν δαπάναι ἀφορῶσαι εἰς τὸν
9053στρατόν, εἰς τὸν στόλον, εἰς κοινωφελῆ ἔργα, εἰς τὴν ὁδο-
9054ποιΐαν, εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα, εἰς συνδρομὰς Συλλόγων καὶ τὰ
9055τοιαῦτα. Ἀλλὰ τέλος πάντων διατὶ ἡ ἀσύστολος αὕτη σπα-
9056τάλη τῶν φόρων τοῦ λαοῦ πρὸς πᾶν ὅ,τι κομματικὸν ἢ
9057προσωπικόν, καὶ ἡ τόση φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος εἰς
9058πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ;
9059Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, κύριοι Βουλευταί, ὁ ὁποῖος μὲ ἔπεισεν,
9060ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζωμεν Κυβερνήσεις τοιαύτας, ἐπὶ
9061τῇ προφάσει ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν μόνιμον Κυβέρνησιν εἰς
9062τὸν τόπον, διότι φρονῶ, ὅτι μὲ τοιαύτην μόνιμον Κυβέρνη-
9063σιν ἀγόμεθα εἰς βέβαιον ὄλεθρον, καὶ τοῦ βεβαίου ὀλέθρου προ-
9064τιμότερον θεωρῶ καὶ αὐτὸ τὸ χάος, διότι ἐκ τοῦ χάους δύνα-
9065ταί τις νὰ ἐλπίσῃ καὶ καλόν τι ἐπὶ τέλους. Ἐὰν ἐμμείνωμεν
9066εἰς τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, βεβαίως θὰ εὑρεθῶμεν ταχέως
9067οὐ μόνον πρὸ δευτέρας χρεωκοπίας, ἀλλὰ καὶ πρὸ ἐπαναστά-
9068σεως. Βεβαίως θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν οἱ ἐν τῷ συστήματι
9069αὐτῷ ἐμμένοντες θὰ αἰσθανθῆτε τύψιν συνειδότος, ἀλλὰ τότε
9070ἴσως θὰ ἦναι ἀργὰ, καὶ κατ’ οὐδὲν τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ τὸ ἔθνος,
9071τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὑμᾶς ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους, ἵνα με-
9072ριμνήσητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ ὑμῶν καὶ
9073τῶν φίλων ὑμῶν. Δὲν ἠκολούθησα δὲ οὐδ’ ἄλλο τῶν ἐν τῇ
9074Βουλῇ κομμάτων, δυσπιστῶν εἰς προγράμματα καὶ ὑποσχέ-
9075σεις πολιτευομένων, διότι δυστυχῶς βλέπομεν συχνότατα,
9076ὅτι οὗτοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, λησμονοῦσιν ὅσα ἐκτὸς
9077αὐτῆς ὑπέσχοντο, καὶ ἀκολουθοῦσιν ἄλλας ἀρχάς. Θέλω νὰ
9078εὕρω ἀρχηγὸν πολιτικοῦ κόμματος ἐφαρμόζοντα ἐν τῇ ἐξου-
9079σίᾳ πράγματι ἐθνικὸν πρόγραμμα, πρόγραμμα περιστολῆς τῶν
9080δαπανῶν, πρόγραμμα ἀληθοῦς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ,
9081τοῦ στόλου, τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῶν οἰκονομι-
9082κῶν, τῆς παιδείας, τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, οὐχὶ διὰ τῆς
9083αὐξήσεως τῶν θέσεων καὶ τῶν μισθῶν, ἀλλὰ διὰ νόμων, περι-
9084οριζόντων τὰς παρανομίας καὶ τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπαλ-
9085λήλων, καὶ ἐξασφαλιζόντων τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ
9086τοὺς τιμίους καὶ ἱκανοὺς καὶ φιλοπόνους καὶ χρηστοὺς ὑπαλ-
9087λήλους. Τοιούτων νόμων τὴν ψήφισιν καὶ ἐφαρμογὴν μετ’ ἀλη-
9088θοῦς αὐταπαρνήσεως θέλω ὑποστηρίξει.
9089Βεβαίως πλανῶνται, ἂν μὴ, προσποιούμενοι, θέλωσι ν’ ἀπο-
9090πλανήσωσιν ἡμᾶς, οἱ λέγοντες, ὅτι θὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ
9091στρατοῦ διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως αὐτοῦ, τὰ τῆς Διοική-
9092σεως διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Νομαρχιῶν, καὶ τὰ τῆς
9093Δικαιοσύνης διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Πρωτοδικείων
9094καὶ διὰ τῆς μικρᾶς αὐξήσεως τῶν μισθῶν δικαστικῶν τινων
9095ὑπαλλήλων, εἰς ἣν καὶ μόνην ἠρκέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
9096καιοσύνης. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐχώλαινε διὰ
9097τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, καὶ ὅτι ἐκ μό-
9098νης τῆς πεντηκονταδράχμου αὐξήσεως αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἡ
9099βελτίωσις αὐτῆς, ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ ν’ ἀπελπισθῶμεν τε-
9100λείως ἀπὸ τοιαύτην Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι
9101τοῦτο ἀληθές, καὶ δὲν ἁρμόζει τοιαύτη ὕβρις εἰς τοὺς δικα-
9102στάς, — διότι ὕβριν θεωρῶ, ὅτι ἐπιστήμονες ἄνδρες, εἰς τοὺς
9103ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν περιουσίαν, τὴν τιμὴν
9104καὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν τῶν μελῶν της, παραμελοῦσι τὰ καθή-
9105κοντά των, ἢ προδίδουσι τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, διὰ τὴν ἀνε-
9106πάρκειαν τοῦ μισθοῦ, καὶ ὅτι θὰ γείνωσιν ἐπιμελεῖς καὶ δί-
9107καιοι καὶ ἱκανοί, ἐὰν λαμβάνωσιν ἐπὶ πλέον δραχμὰς πεντή-
9108κοντα κατὰ μῆνα.— Ὑπάρχουσι βεβαίως δικασταὶ ἀμελεῖς,
9109δικασταὶ φυγόπονοι, δικασταὶ ἄδικοι,—εὐτυχῶς καὶ οὗτοι
9110ὀλίγοι—ἀλλ’ ἐξ ἄλλων λόγων καὶ αἰτιῶν, ἐλάχιστοι ὅμως οἱ
9111διὰ πενίαν αἰσχροκερδεῖς καὶ διὰ χρημάτων διαφθειρόμενοι.
9112Διὰ τούτων βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ δικαστικοὶ μισθοὶ
9113εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσι· τοὐναντίον μά-
9114λιστα, καὶ μείζων αὔξησις ἦτο δικαία, ἀλλ’ ὄχι ἐν τῇ πα-
9115ρούσῃ οἰκονομικῇ καχεξίᾳ τοῦ Κράτους. Δι’ ἄλλων λοιπὸν νό-
9116μων ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τῆς
9117Δικαιοσύνης.
9118Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ὅσα εἶπον δὲν εἶναι λόγοι
9119κενοὶ, ἀλλ’ ἀλήθειαι, ἐξηγμέναι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων,
9120τὰς ὁποίας ἐπιτρέψατε νὰ ἀξιώσω παρ’ ὑμῶν, ὡς ἀνδρῶν βου-
9121ληφόρων, νὰ σταθμίσητε καλῶς ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, καὶ
9122ἐν τῇ διακρινούσῃ ὑμᾶς φιλοπατρίᾳ ἀποφασίσητε νὰ ἐργα-
9123σθῶμεν εἰλικρινῶς πρὸς σωτηρίαν ἀπὸ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον γί-
9124νεται εἰς τὸ ἔθνος. Πρὸς τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν συν-
9125είδησιν ἡμῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπευθύνονται οἱ λόγοι μου οὗ-
9126τοι. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν Κυβέρνησιν οἱ
9127φίλοι αὐτῆς, ἔχετε ὅμως τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐ-
9128τὴν νὰ πράξῃ τὸ καλόν. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ὑμεῖς ἀξιώ-
9129σητε παρ’ αὐτῆς, ὅτι ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
9130σχέδια ὠφέλιμα εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸν λαὸν, καὶ νὰ προ-
9131τάξῃ αὐτὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸς συζήτησιν, νὰ ἐρ-
9132γασθῇ δὲ εἰλικρινῶς ὑπὲρ τοῦ τόπου καὶ ὑπὲρ τῶν γενικῶν
9133συμφερόντων, προθύμως θέλει πράξει πάντα ταῦτα, ἀρκεῖ νὰ
9134μὴ θέσητε τὰ προσωπικὰ καὶ κομματικὰ συμφέροντα ὑμῶν ἐν
9135ἀνωτέρᾳ τῶν γενικῶν μοίρᾳ· διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυ-
9136βέρνησις ἔχει ὀλιγωτέραν φιλοπατρίαν ἡμῶν, ὥστε καὶ τότε
9137ἀκόμη νὰ μὴ θέλῃ νὰ πράξῃ τὸ γενικὸν καλὸν, καὶ νὰ ἴδῃ ὑπὸ
9138τὴν διοίκησιν αὐτῆς βελτιουμένην τὴν κατάστασιν, ἀφοῦ δὲν
9139θὰ φοβῆται νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἀρχὴν δι’ ἄρνησιν παροχῆς ῥου-
9140σφετίων προσωπικῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ ἄλλους ἀντεθνικοὺς σκο-
9141ποὺς, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ νὰ ὑποθέσωμεν κἄν. Ἤκουσα
9142πολλῶν ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὑποστηρίζετε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν,
9143διότι φρονεῖτε, ὅτι, ἂν πέσῃ αὕτη, δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ κατατε-
9144τμημένη Ἀντιπολίτευσις νὰ δώσῃ ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, καὶ φο-
9145βεῖσθε μὴ μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ Κυβερνήσεως. Καὶ ἐγὼ δὲν
9146θέλω ἀναρχίαν, καὶ συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσχυρὰ
9147καὶ μόνιμος Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τάχα δὲν δυνάμεθα ἄνευ ἀξιώ-
9148σεως προσωπικῶν καὶ κομματικῶν παροχῶν νὰ ὑποστηρίξω-
9149μεν μίαν ἠθικὴν Κυβέρνησιν, καθιστῶντες αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ
9150μόνιμον, ὥστε τῇ εἰλικρινεῖ καὶ ἀφιλοκερδεῖ βοηθείᾳ ἡμῶν νὰ
9151δυνηθῇ νὰ πράξῃ τὸ καλόν; Νομίζω, ὅτι καλὴ θέλησις καὶ
9152ἀπόφασις ἀπαιτεῖται. Εἰς συνεργασίαν πρὸς ὑποστήριξιν τοι-
9153αύτης Κυβερνήσεως, καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, λίαν προθύμως
9154προσέρχομαι. Ἀλλὰ Κυβέρνησιν μὲ Προϋπολογισμὸν, οἷος ὁ
9155ὑπὸ συζήτησιν, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα ὑπεραυξάνονται, πρὸς
9156ἱκανοποίησιν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν ἀπαιτήσεων, καὶ
9157οὐχὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀπολύτων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ,
9158τῆς διοικήσεως ἐν γένει, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐθνικῆς παρα-
9159γωγῆς, Κυβέρνησιν τοιαύτην βεβαίως δὲν θὰ ὑποστηρίξω, καὶ
9160θὰ καταψηφίσω τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς.
9161Πάντες σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ
9162οἱ ἄλλοι διαπρεπεῖς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἄνδρες, ἂν δὲν ἀπα-
9163τῶμαι, φαίνονται ἀποδεχόμενοι, ὅτι διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως
9164δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις καὶ θεραπεία ἀπὸ τῆς κακο-
9165διοικήσεως. Τὴν ἀρχὴν ταύτην προφασιζομένη καὶ ἡ Κυβέρ-
9166νησις, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς νόμους, οἷος ὁ
9167περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἂν οὕτως ἐννοῇ
9168νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις
9169τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευχηθῶ τὴν
9170ἐφαρμογὴν τοιαύτης ἀποκεντρώσεως, ὡς ἀπαίσια προοιωνι-
9171ζούσης διὰ τὸ Κράτος. Ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς
9172τῆς ἐξουσίας τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν διὰ τῆς μεταθέσεως
9173αὐτῆς εἰς ἀνευθύνους, ἢ εἰς Ἐπιτροπὰς καὶ Συμβούλια ἐξ ὑπαλ-
9174λήλων καὶ τμηματαρχῶν, ἐξαρτωμένων ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν,
9175πρὸς κάλυψιν μόνον τῆς εὐθύνης τούτων. Διὰ τοιούτων Συμ-
9176βουλίων καὶ Ἐπιτροπῶν οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἡ ἐξα-
9177σφάλισις τῆς συναλλαγῆς μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῶν, τῆς κλί-
9178κας τῆς Αὐλῆς καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ μιᾶς ἄλλης τάξεως
9179εὐνοουμένων τούτων, ἣν ἀποφεύγω νὰ κατονομάσω, ἀλλ’ ἣν
9180πάντες γινώσκετε, ὡς παίζουσαν τὸν μεγαλείτερον ῥόλον ἐν
9181τοῖς τοιούτοις, συναλλαγῆς ἥτις εἶναι πολλῷ ἐπικινδυνο-
9182τέρα καὶ ἐλεθριωτέρα τῆς μικρᾶς συναλλαγῆς τῶν ἐν τοῖς
9183ψιχίοις ἀρκουμένων Βουλευτῶν. Ἐκείνων ἡ συναλλαγὴ δια-
9184θέτει τὰς ἀνωτέρας καὶ προσοδοφορωτέρας θέσεις, τοὺς κα-
9185τόχους τῶν ὁποίων βλέπομεν κατόχους καὶ μεγάρων καὶ με-
9186γάλων περιουσιῶν, αἵτινες δὲν σχηματίζονται βεβαίως ἐκ τῶν
9187διακοσιοδράχμων καὶ τετρακοσιοδράχμων μισθῶν. Ἐκείνων
9188ἡ συναλλαγὴ καλύπτει καὶ σώζει ἀπὸ τῆς τιμωρίας τοὺς με-
9189γάλους καταχραστάς, τοὺς μεγάλους ἐγκληματίας. Μακρὰν
9190λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτης ἀποκεντρώσεως! Θέλετε εἰλικρινῶς τὴν
9191ἀποκέντρωσιν; Φέρετε ὁλόκληρον ἀποκεντρωτικὸν σύστημα,
9192ἀρχόμενοι ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχικῆς μονάδος τῆς Πολιτείας,
9193ἀπὸ τῆς κοινότητος καὶ τῆς ἐνορίας, καὶ οὐχὶ μεμονωμένους
9194νόμους πρὸς τοιαύτην ἀποκέντρωσιν ὑπηρεσιῶν τινῶν. Τότε
9195μόνον θὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖτε τὴν ἀπαλ-
9196λαγὴν ἀπὸ τῆς συναλλαγῆς· ἄλλως, ἐπιδιώκετε τὴν ἐξασφά-
9197λισιν καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτῆς ἐν τῷ εἰρημένῳ κύκλῳ.
9198§471Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
9199§472Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχετε σκοπὸν νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;
9200§473Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Θὰ ὁμιλήσω...
9201§474Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἤκουσα τὸν κ. συνάδελφον ἐξ
9202Ἁγυιᾶς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τέσσαρας ὥρας
9203καὶ ἓν τέταρτον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, παρακαλῶ, κύ-
9204ριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, διότι ἔχω νὰ κάμω
9205μίαν πρότασιν.
9206Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν
9207βλέπετε, πᾶν ἄλλο παρέχει ἢ τὸ ἐχέγγυον, ὅτι ταύτην τὴν
9208ἑσπέραν γίνεται συζήτησις, καὶ μάλιστα συζήτησις ἐπὶ τοῦ
9209Προϋπολογισμοῦ. Πιθανὸν νὰ γίνηται ἔκθεσις ἰδεῶν, συζή-
9210τησις ὅμως ὄχι...
9211§475ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ
9212ἀναβολῆς;
9213§476Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα. Θὰ τὴν ἀναπτύξω.
9214§477ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἡ πρότασις ὑπὸ
9215δέκα ἄλλων.
9216§478ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὑποστηρίζεται.
9217Εἴμεθα δέκα.
9218§479ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύξατε τώρα τὴν πρότασίν σας.
9219§480Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὅταν προβάλλω μίαν πρότασιν, ἐν-
9220νοῶ νὰ φέρω καὶ τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεως ταύτης, το-
9221σούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαρω-
9222τάτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται ἐπὶ τεσσαράκοντα ἤδη
9223ὥρας ἡ Βουλή, πρόκειται περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου τὸ
9224ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Ἑλληνι-
9225κὸς λαὸς δι’ 114 ἑκατομμυρίων...
9226§481ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὤ! ὤ! ὤ!
9227§482Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος, τοῦ
9228ὁποίου ἀμέριστον ἐννοῶ νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ διὰ νὰ
9229ἔχω τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεώς μου ταύτης, ἐννοῶ νὰ ἀνα-
9230πτύξω τὰ κατ’ αὐτὴν, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ θίξω ὁπωσδή-
9231ποτε τινὰ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν, τῶν συνεδριαζόντων τὴν
9232ἑσπέραν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον παρακαλῶ νὰ
9233μὴ ἐξεγείρωνται οἱ συνάδελφοι πρὶν ἀκούσωσι τῶν λόγων μου,
9234διότι ἴσως ἀποδεχθῶσι τὴν πρότασίν μου.
9235Ἔλεγον λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διεξά-
9236γεται ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι συζήτησις, ἀλλ’ ἔκθεσις ἰδεῶν·
9237διότι, ὅταν ἀπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ σειρὰν ὁ εἷς κα-
9238τόπιν τοῦ ἄλλου ὁμιλῶσιν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, ἀπὸ δὲ τῆς
9239Συμπολιτεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ εἰσηγήτρια τοῦ Προϋπολο-
9240γισμοῦ, οὐδεμία φωνὴ ἀκούεται, τότε βεβαίως ἔχω τὸ δικαίω-
9241μα νὰ εἴπω, ὅτι ἐνταῦθα γίνεται ἔκθεσις ἰδεῶν. Καὶ πιθα-
9242νὸν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, ὡς Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἤμεθα εἰς θέσιν
9243νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνα-
9244πτύξωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν· ἔχομεν ὅμως ἑτέραν ἐντολὴν, ὑπερ-
9245τάτην, παρὰ τοῦ λαοῦ, νὰ ἀκούωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν περὶ
9246ὅλων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἐντεταλμένοι νὰ ἀκούωμεν, καὶ ἐν
9247τούτοις ἀκούομεν τὰ μονομερῶς ἤδη ἐπὶ τεσσαράκοντα ὥρας
9248λεγόμενα ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἀκούωμεν καὶ τὰς ἀντιθέτους γνώ-
9249μας, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τοῦ τίς ἔχει τὸ δίκαιον ἐνταῦθα, καὶ
9250φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ δώσω-
9251μεν τὴν ψῆφον ἡμῶν κατὰ συνείδησιν, καὶ ἢ νὰ ταχθῶμεν
9252ὑπὲρ τῶν γνωμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται κατὰ τοῦ
9253Προϋπολογισμοῦ, ἢ νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνων,
9254οἵτινες εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὑποστηρίζουσιν
9255αὐτόν. Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σιγᾷ ἡ Κυ-
9256βέρνησις; Ἀποδέχεται ἆρα τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας;
9257Ἂν δὲν ἀποδέχηται τὰς γνώμας ταύτας, ποῖαί τινες εἶναι αἱ
9258γνῶμαι αὐτῆς; Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τοῦτο· ἔχω
9259τὸ δικαίωμα, διότι, ὅταν ζητῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ φό-
9260ρους 114 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν λαὸν, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέω-
9261σιν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῦ σκέπτεται νὰ δαπανήσῃ ταῦτα· διότι,
9262ἂν μόνον ἐκ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόκηται νὰ
9263ἐξαγάγῃ τις τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐμὲ τοὐλά-
9264χιστον ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν εἶναι ἀρκετή. Ἀποδίδουσιν εἰς
9265τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς δημο-
9266σίας ἀσφαλείας· ἀποδίδουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδε-
9267μίαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τῆς συγκοινωνίας, ὅτι οὐδεμίαν πρό-
9268νοιαν ἔλαβε διὰ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν παραγωγὴν· ἀποδίδου-
9269σιν αὐτῇ μυρίας ἄλλας ἐλλείψεις. Οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης
9270ἐπὶ τεσσαράκοντα ἤδη ὥρας ὁμιλήσαντες λέγουσιν εἰς τὴν Κυ-
9271βέρνησιν: «Ζητεῖς παρὰ τοῦ λαοῦ 114 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ διὰ
9272τοῦ Προϋπολογισμοῦ σου οὐδὲ περὶ τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ, οὐδὲ
9273περὶ τῆς συγκοινωνίας, οὐδὲ περὶ τῆς δικαιοσύνης ἢ τῆς παρα-
9274γωγῆς αὐτοῦ, οὐδὲ περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐξ ἐκείνων, δι’ ὧν θὰ
9275εὐημερήσῃ τὸ Κράτος, ἐμερίμνησες». Τί ἀπαντᾷ λοιπὸν ἡ Κυ-
9276βέρνησις εἰς ταῦτα πάντα; Μὴ ἄρά γε νομίζῃ, ὅτι τοσοῦτον
9277ἀσήμαντα εἶναι τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα; μὴ ἄρά γε νομίζῃ, ὅτι
9278τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα δὲν εἶναι ἑρμηνεία ἀκριβὴς τῆς θελή-
9279σεως τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶναι
9280ὑπόχρεως νὰ δώσῃ καμμίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν
9281διεξαγομένην ἐνταῦθα ἐπὶ τεσσαράκοντα ὅλας ὥρας; Ἀλλὰ
9282μήτοι ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐπὶ τοσοῦτον ἀκαταπό-
9283νητοι, μὴ ἡμεῖς εἴμεθα ἐντεταλμένοι ἐνταῦθα νὰ καταστα-
9284θῶμεν σιδηροῖ καὶ ἄκαμπτοι, καὶ νὰ ἤμεθα ἐπὶ 40 καὶ 50
9285ὥρας καθηλωμένοι καὶ ἀναμένοντες τὸ πέρας τῆς συζητήσεως
9286ταύτης; καὶ μὴ ὑπείκωμεν ἐνταῦθα εἰς τὰ νεύματα ἐξουσίας
9287τινὸς, ἀγνώστου ἡμῖν, εἰς τὴν θέλησιν τῆς ὁποίας πρέπει
9288νὰ ὑπαχθῶμεν, καὶ νὰ εἴπωμεν ναὶ ἢ ὄχι ἀσυνειδήτως; Διότι
9289εἶναι τὸ ἴδιον, κύριε Πρόεδρε, ὅταν καταλήξωμεν μετὰ 60
9290ὥρας νὰ μὴ ἔχωμεν πλέον τὴν λειτουργίαν τῆς ἀντιλήψεως,
9291εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ ὑποτασσώμεθα εἰς ξένην δύναμιν ἄκοντες.
9292Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἀπο-
9293δίδουσιν εἰς αὐτήν, ἢ ἐπὶ τέλους ν’ ἀφήσῃ τὸν πρέποντα χρό-
9294νον, ἵνα ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ψυχρότητι, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς ση-
9295μερινὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους, κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν
9296περὶ τοῦ ὑψίστου τούτου ἔργου, τοῦ κατόπτρου τῆς καταστά-
9297σεως τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, τοῦ κατόπτρου τούτου τῆς
9298ἀπαισίας μορφῆς, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ ἔθνος μετὰ τὰ
9299ὀδυνηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρὸ δύο ἐτῶν ἐστιγμάτισαν τὸ
9300Ἑλληνικὸν ἔθνος. Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς; Ζητοῦμεν νὰ ἐπιβλη-
9301θῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Πῶς; τίνι τρόπῳ; Ζητοῦμέν τι,
9302διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ φέρωμεν ἀντίδρασιν εἰς τὸ ἔργον
9303τῆς Κυβερνήσεως; Ἡμεῖς συζητοῦμεν ἁπλῶς, ἀλλ’ οὐδεμίαν
9304ἐπὶ τέλους λαμβάνομεν ἀπάντησιν· ἐγὼ δὲ ἐξαιρετικῶς, κύριε
9305Πρόεδρε, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχω ταπεινὴν γνώμην ἐπὶ τῶν
9306ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διεξαγομένων ζητημάτων, ὡς προερχό-
9307μενος ἀπὸ τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν
9308ἐμὴν κρίσιν, ἀπὸ τοῦ 1881, ἀφ’ ἧς προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλ-
9309λάδα, ἀφέθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν τύχην του, νομίζω, ὅτι
9310ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω λόγον, καὶ νὰ ἐρωτήσω: τί ἐπρά-
9311ξατε διὰ τὴν Θεσσαλίαν μέχρι τοῦδε; ἢ τί σκέπτεσθε νὰ πρά-
9312ξητε, ἢ τί ἐπαγγέλλεσθε νὰ πράξητε δι’ αὐτήν; Ὅτε πρὸ ὀλί-
9313γου ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἔντιμος συνάδελφος ὡμίλει πρὸς τὴν Κυ-
9314βέρνησιν, ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸς αἴτησιν ἀναβολῆς, καὶ ἔλεγε
9315συγχρόνως, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι τοιαῦτα καὶ τοι-
9316αῦτα νομοσχέδια ἐγγεγραμμένα καὶ περὶ Θεσσαλίας ἀκόμη,
9317ἠπόρουν, πῶς ὁ εὐφυὴς συνάδελφος ἡμῶν ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦ-
9318τον σφάλμα· διότι βεβαίως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει οὐδὲν
9319ζήτημα ἐκ τῶν Θεσσαλικῶν εἶναι ἐγγεγραμμένον. Ἐρωτῶ
9320λοιπόν, τί ἐγένετο καὶ ὁποία τις μέριμνα λαμβάνεται διὰ τοῦ
9321Προϋπολογισμοῦ περὶ τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ; Καὶ εἶναι
9322ἡ γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ εἷς τῶν σπουδαιοτέρων πόρων, ὁ ὁποῖος
9323ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Τί ἐσκέφθη
9324λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ τοῦ διακα-
9325νονισμοῦ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ
9326καὶ ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας
9327ἐν Θεσσαλίᾳ; Διότι ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι τοσοῦ-
9328τον ἀνώμαλος ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ, ὥστε παρουσιάζει χαρακτῆρα
9329καὶ μορφὴν ὅλως διόλου ἀλλοίαν τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ὑφιστα-
9330μένης ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι· καθόσον εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκεῖ
9331αἱ γαῖαι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ δὲ γεωργοὶ καλ-
9332λιεργοῦσιν ὑπὸ ὅρους, ὅσον ἀφορᾷ μὲν εἰς τὸν νομόν τῆς Λα-
9333ρίσης, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διανομῆς τοῦ ἡμίσεος μετὰ τοῦ ἰδι-
9334οκτήτου τοῦ προϊόντος, ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν νομὸν Τρικκά-
9335λων, ἐπὶ μορτῇ, τουτέστιν ἐπὶ ἀποδόσει τοῦ ἑνὸς τρίτου εἰς
9336τὸν ἰδιοκτήτην, τῶν δύο τρίτων ἀνηκόντων εἰς τὸν γεωργόν...
9337§483ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶσθε ὀλίγον ἐκτὸς τοῦ
9338θέματος;
9339§484ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δικαιολογεῖ τὴν
9340πρότασίν του.
9341§485ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέμα-
9342τος, ἐξακολουθήσατε· ἀλλ’ ἐγὼ οὕτως ἀντιλαμβάνομαι τὸ
9343πρᾶγμα.
9344§486Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δίκαιον ἔχετε, διότι προεδρεύετε ἐπὶ 40
9345ὥρας.
9346§487Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἤθελον εἶμαι καταλη-
9347πτότερος, ἰδίως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει κατε-
9348γινόμην λεπτομερέστερον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ζητημά-
9349των, εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δώσει καμμίαν προσο-
9350χὴν αὕτη μέχρι τοῦδε.
9351Ἐν ἑνὶ λοιπὸν λόγῳ, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὡς
9352ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διαμένοντες καὶ λαμβά-
9353νοντες ἐν μὲν Λαρίσῃ τὸ ἥμισυ, ἐν δὲ Τρικκάλοις τὸ τρίτον,
9354ἐξήγαγον μέχρι τοῦδε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀφοῦ παρῆλθε περί-
9355που εἰκοσαετία ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς
9356τὴν Ἑλλάδα, ἐξήγαγον τὴν ἀξίαν 20–25 ἑκατομμυρίων
9357κοιλῶν διαφόρων καρπῶν, παραγομένων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπο-
9358λογίζεται δὲ ἡ ἀξία τῶν καρπῶν τούτων εἰς πλείονα τῶν
9359200–250 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἡ δὲ ἐξαγωγὴ αὕτη το-
9360σούτου χρήματος ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας, ὄχι μόνον τὸν Θεσσα-
9361λικὸν λαὸν ἐπεβάρυνεν, ἀλλὰ καὶ σπουδαιοτάτην ἐπίδρα-
9362σιν εἶχε καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀγορᾷ ἐν γένει καὶ εἰς τὰ οἰ-
9363κονομικὰ τοῦ Κράτους. Τί λοιπὸν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε
9364νὰ θεραπευθῇ μία τῶν σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τοῦ τόπου,
9365ἵνα συντελέσῃ οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ
9366τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους; Ἐν μὲν τῷ Προϋπολογισμῷ
9367οὐδὲν βλέπομεν μέτρον θεραπείας τοιαύτης, διὰ δὲ τῶν ἄλ-
9368λων ἐπαγγελιῶν, ἃς ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδόλως θίγει τὰ
9369ζητήματα ταῦτα. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω,
9370τί τέλος πάντων, ἐξ ὅσων ἀποδίδονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
9371ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ ἡμῖν;
9372Ἀπό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἔδαφος ἐν Θεσσα-
9373λίᾳ ἐσκεπάσθη ὑπὸ χιόνος, ἔχομεν δὲ πληροφορίας, ὅτι ἡ
9374κτηνοτροφία διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον...
9375§488ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα;
9376§489Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχουν σχέσιν, διότι θέλω νὰ εἴπω,
9377ὅτι ὁ χειμὼν ὁ βαρύς, ὁ ὁποῖος ἐνέσκηψεν ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ
9378ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς κτηνοτροφίας, ἑνὸς κλάδου
9379σπουδαιοτάτου καὶ παραγωγοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπο-
9380λογισμὸς προϋπολογίζει, ὅτι θέλει εἰσπράξει μεγάλα ἔσοδα.
9381Δὲν νομίζετε λοιπόν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ὑφιστα-
9382μένη ἀπό τινων ἡμερῶν, ἕνεκα θεομηνίας, ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι
9383τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως,
9384ἵνα μὴ ἐπισπεύδῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προ-
9385ϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ νὰ παρέλθωσιν ὀλίγαι ἡμέραι,
9386ἵνα ἴδῃ, ποῦ θὰ καταλήξωσιν αἱ προβλέψεις αὐτῆς, προ-
9387κειμένου περὶ τῆς καταστροφῆς ἑνὸς σπουδαιοτάτου πόρου
9388τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος, ὅταν
9389ὁμιλῶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως περὶ τοιούτων ζητημάτων,
9390ὅπως ἐνομισάν τινες τῶν συναδέλφων; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα
9391νὰ ἐρωτήσω, τί ἐγένετο ἡ γέφυρα τοῦ Κουτσοχείρου, διὰ τὴν
9392ὁποίαν πέρυσιν ἐδώσαμεν πίστωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δραχ.
9393140,000, καὶ διὰ τίνα λόγον τὸ ἔργον τοῦτο ἐγκαταλεί-
9394πεται; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τί γίνεται διὰ τὴν
9395κατασκευὴν τῆς γεφύρας τοῦ Πηνειοῦ, τῆς ὁποίας τὰ βάθρα
9396ἀπὸ τοῦ 1896 κατεσκευάσθησαν, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐν τῷ
9397Προϋπολογισμῷ οὐδεμία λαμβάνεται μέριμνα περὶ τῆς κατα-
9398σκευῆς τοῦ σιδηροῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας ταύτης;
9399Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Κυ-
9400βέρνησις ἔθετο χεῖρα ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, καὶ ἀφαι-
9401ρεῖ τὰ ἰδιωτικὰ δάση, μεταβάλλουσα αὐτὰ εἰς ἐθνικά; Δὲν
9402ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τίνι δι-
9403καιώματι οἱ δασοχωροφύλακες σύρουσιν εἰς τὰ Δικαστήρια
9404τοὺς πολίτας ἄνευ λόγου; Καὶ ἔχω ἤδη τὴν ἀπάντησιν τοῦ
9405κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωσε, καὶ
9406κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδι-
9407κείου, συνεπείᾳ πρωτοκόλλων τῶν δασοχωροφυλάκων, φορο-
9408λογούμενοι πολῖται 438, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν 7122 δραχ-
9409μὰς δικαστικὰ ἔξοδα. Καὶ ἐρωτῶ, οἱ φορολογούμενοι αὐτοὶ
9410πολῖται δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωσι δι’ ἡμῶν τῶν
9411ἀντιπροσώπων των τὴν Κυβέρνησιν, τί ἀπαντᾷ ἐπὶ τῶν
9412τοιούτων ἀτασθαλιῶν καὶ καταχρήσεων τῶν δασοχωροφυλά-
9413κων; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει ἡ συζήτη-
9414σις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γένηται ὅσον τὸ δυνατὸν
9415ἠρεμωτέρα καὶ ψυχροτέρα καὶ εὐρυτέρα, ὅταν ἔχω, πλὴν ἐκεί-
9416νων, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, κατά-
9417στασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδι-
9418κῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐναντίον 124
9419ἀκόμη πολιτῶν, κατηγορουμένων, ὅτι ὑλοτόμησαν 25,000
9420δένδρα ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος; Δὲν θὰ συρθῶσιν
9421αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι αὔριον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου,
9422καὶ δὲν θὰ καταβάλωσι καὶ ἐκεῖνοι ἄλλας 7000 δραχμὰς
9423εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ κατόπιν θὰ ζητῶνται νὰ πλη-
9424ρώσωσι καὶ τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τοὺς
9425φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τοὺς φόρους τοὺς ποικίλους
9426καὶ πολυμόρφους, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ὁ Προϋπολογι-
9427σμός, ἵνα ἔχωμεν τὰ πολυθρύλητα ἰσοζύγια, διὰ τῶν ὁποίων
9428ζητοῦν νὰ διασπείρουν τὴν χαρὰν εἰς τὸ ἔθνος;
9429Καὶ ἤκουσα προχθὲς νὰ γίνεται λόγος ἐδῶ περὶ ἀνεγέρ-
9430σεως κτιρίων ἐκπαιδευτικῶν, καὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ
9431ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τί ὀφεί-
9432λει ἡ Θεσσαλία, πληρώνουσα μέχρι σήμερον, νὰ μὴ ἔχῃ οὔτε
9433ἓν κἄν διδακτήριον ἀνεγερθὲν ἐν αὐτῇ; Καὶ πῶς λοιπόν, ἐν
9434τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν δίδετε εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ
9435ἀξιώσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ, ἵνα κρίνω-
9436μεν περὶ τοῦ ἔργου αὐτῆς; Δὲν εἴμεθα μὲν πάντες ἱκανοὶ νὰ
9437συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνομολογῶ, ἐγὼ
9438τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ Προ-
9439ϋπολογισμοῦ, ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι βεβαίως εἶμαι ἱκα-
9440νὸς νὰ κρίνω περὶ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν-
9441ταῦθα.
9442Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν ἔχω, κύριε Πρόεδρε, καὶ ζητῶ
9443νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ
9444βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀπέφυγε
9445νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, — δὲν εἶμαι δὲ ἐγὼ εἰς
9446θέσιν νὰ εἰσδύσω εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, — ἐπειδὴ
9447φρονῶ, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀκόμη εἶναι ὑπόχρεως ἡ
9448Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ. — Ἴσως ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶ-
9449ναι ἀκόμη ἑτοίμη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς αὐ-
9450τήν, — δίκαιον ἦτο νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, καὶ νὰ παρα-
9451καλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατὰ τοι-
9452οῦτον τρόπον περάτωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογι-
9453σμοῦ, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ, υἱοθετοῦσα τὴν πρότασίν μου, νὰ ἀνα-
9454βληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν πρώτην ἀμέ-
9455σως ἐρχομένην συνεδρίασιν, ἵνα οὕτως ὦμεν εἰς θέσιν νὰ
9456παραχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ἀκριβὲς καὶ ἄρτιον ἔργον...
9457§490ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ τὰ λοιπά!
9458§491Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι σπεύδοντες, ὡς ὁ συνάδελφος, ὅσ-
9459τις διακόπτει, λέγων «καὶ τὰ λοιπά», — διότι καὶ ὁ λαὸς
9460οὕτω θὰ ἀπαντήσῃ μεθαύριον αὐτῷ, — ἀλλ’ ἵνα ἔχωμεν ἔργον
9461ἄρτιον καὶ πεῖθον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἀληθῶς ὀφείλει
9462νὰ καταβάλῃ τὰ 114 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τοῦ ζητοῦν-
9463ται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
9464Ἐπὶ τούτῳ, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὴν πρότασιν τῆς
9465ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
9466§492ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀνα-
9467βολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
9468§493ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς
9469κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
9470§494ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν
9471λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
9472(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
9473τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη
9474καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον
9475πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
9476Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟΓεώργ. Ρώμας Ο
9477Γεώργιος Κυριαζῆς ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ο
9478Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος. Χρ. Στεφανόπουλος Ο
9479Λεων. Μελετόπουλος Χαρίλ. Σπηλιώτης
9480Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈνδρ. Στεφανόπουλος Ο
9481Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΠέτρος Αὐγερινός
9482Ἐπαμ. Ὑμπερῖκος Χρῆστος Δρακλέξης
9483Εὐκλείδης Μπίστης ΟἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
9484Δημοσθ. Κτίρης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ο
9485Ἀνδρέας Καρατζᾶς Νικόλαος Δαούτης
9486Κωνστ. Πλαπούτας ΟΠαναγ. Παπαχατζῆς Ο
9487Μιχαὴλ Κωτσάκος Σπ. Ι. Μήλιος Ο
9488Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Βασ. Μαρκεζίνης Ο
9489Κωνστ. Κοττίκας ΟΝικήτας Συνοδινός Ο
9490Ἰωάννης Καραπᾶνος Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν
9491Εὐάγγελος Γκρουφκλιᾶς ΟΤηλέμαχος Δενδρινός Ο
9492Στέφανος Δραγούμης Παναγ. Μαυροκέφαλος Ο
9493Νικόλαος Λεβίδης ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
9494Θεόδωρος Ρετσίνης ΟΘεόδ. Ζαΐμης
9495Φωκίων Νέγρης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης
9496Νικ. Γιαννηκώστας ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ο
9497Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ.
9498Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
9499Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαχρυσάνθου Ο
9500Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς Ν
9501Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ο
9502Νικ. Γουναράκης ΝΓεώργ. Οἰκονομόπουλος Ο
9503Κωνστ. Σταυρόπουλος ΟΔημ. Τερτίπης Ο
9504Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΝΤιμολέων Ἀδαμόπουλος.
9505Ἀνδρέας Στράτος Κωνστ. Ζωγλοπίτης
9506Δημ. Καραγιάννης Γεώργ. Φραγκίδης Ο
9507Ἀντώνιος Καρτάλης ΟἸωάν. Καζιμπάκας Ν
9508Κωνστ. Τοπάλης Σπυρ. Παππαστόλου Ο
9509Ἀλεξ. Κασσαβέτης ΟΞενοφῶν Τσαμαγκίδης
9510Ἀργύριος Φιλιππίδης ΟΚωνστ. Σαχαριανὸς Ο
9511Νικόλαος Παπαϊωάννου. ΟΓ. Χατζηνικολῆς Ο
9512Δημήτριος Γίδας ΟΠαναγ. Λεβέντης
9513Νικόλαος Τσόγκας Κ. Δούνης
9514Νικόλαος Γουλιμῆς Γεώργ. Μέρμηγκας Ο
9515Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας
9516Περ. Ἀλεξάκης ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ο
9517Νικ. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Θεοτόκης Ο
9518Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ο
9519Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
9520Χαρίλαος Διγενόπουλος ΟΣπυρίδων Χυτήρης Ο
9521Ἀρ. Πετροπουλάκης ΟΓουλ. Σκάρπας Ο
9522Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΒασίλ. Σαμούλης Ο
9523Μιχαὴλ Φωτιάδης ΟΣπ. Ἀγάθος Ο
9524Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΝικόλ. Καλογοῦρας Ο
9525Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΚ. Χρηστόπουλος Ο
9526Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν
9527Μιχαὴλ Στελλάκης ΝΣωτήρ. Κροκιδᾶς Ο
9528Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Σπ. Νοταρᾶς Ο
9529Γεώργιος Λύρας ΟΠερ. Μεντζελόπουλος Ο
9530Ἐμμ. Ρέπουλης ΟΔημ. Δημητριάδης Ο
9531Δημήτριος Τσάτσος ΟἌθως Ρωμᾶνος Ο
9532Δημήτριος Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο
9533Κωνστ. Ζῶτος ΟἈντ. Μομφερρᾶτος
9534Γεώργιος Χατζόπουλος. Θεόδ. Μαρκέτος
9535Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
9536Κ. Ἀρχαγάρης Λουμβάρδος.ΟΔιον. Καλλούτσης
9537Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
9538Νικ. Τσοῦχλος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
9539Χαρ. Κ. Βοζίκης ΝἈθ. Παπαθανασίου Ο
9540Θεόδ. Πέρρος ΟΠέτρος Μόρης Ο
9541Στέφ. Κοπανίτσας Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ο
9542Γεώργ. Φικιώρης ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος
9543Μελέτιος Ρουσόπουλος ΟἈσημάκης Θρ. Ζαΐμης
9544Βρασίδας Λεώπουλος Ἀντ. Ρικάκης
9545Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ἀχιλ. Χοϊδᾶς
9546Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος
9547Ν. Καραστέργιος Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
9548Δημ. Πιπινόπουλος ΝΝικ. Μισυρλῆς
9549Ἰωάν. Γ. Λάππας ΝΝ. Καράπαυλος Ο
9550Νικ. Μπουφίδης ΟΓ. Ράλλης
9551Περ. Βαλαωρίτης ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
9552Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Γερ. Ζερβός Ο
9553Γεράσιμος Φίλιππας ΟΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
9554Ξενοφ. Κυριαζῆς ΟΝικόλαος Λεωνίδας Ο
9555Βασ. Βασιλειάδης Διομήδης Κυριακός
9556Ἀθαν. Εὐταξίας Α. Μαυρογορδᾶτος
9557Ν. Τριανταφυλλᾶκος Α. Λαδόπουλος
9558Παν. Μανέτας Ν. Βαφειαδάκης
9559Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΑ. Βιτάλης Ν
9560Ἡλ. Ζέγγελης ΟΔ. Βοκοτόπουλος Ο
9561Φίλ. Βάρβογλης ΟΙ. Γκιὼν Ο
9562Ἀθ. Κατριβᾶνος ΟΚάρολος Βιτάλης
9563Ἡλίας Κοσσονᾶκος Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
9564Γ. Ἀναστασόπουλος Γ. Κανούτας Ο
9565Γ. Νικολαΐδης Νιχ. Ταρμπάζης Ο
9566Κ. Τρικούπης ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ν
9567Λεων. Δεληγεώργης ΝΓ. Ραδινός Ο
9568Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝἈπ. Ζάππας Ν
9569Δ. Λυμπερόπουλος ΟΘ. Σαρσέντης Ο
9570Γ. Λυμπερόπουλος ΟΑ. Πονηρόπουλος Ο
9571Περ. Μποῦτος ΟΔ. Ἀναστασόπουλος
9572Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΟΔ. Παπατσώρης Ο
9573Ἀντ. Μάτσας ΟΔ. Κατσᾶνος Ο
9574Νιχ. Κρίσπης ΟΑ. Σκαλτσοδῆμος
9575Ι. Ναυπλιώτης ΟΝ. Τζανετόπουλος
9576Ἐλευθ. Μυχώνιος Γ. Ροδόπουλος
9577Γεώργ. Σισμάνης Θεόδ. Λιμπρίτης
9578Δ. Φαρμάκης ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
9579Γεώργ. Πλατανιώτης Νιχ. Τσαμαδός Ο
9580Ἡλίας Ποταμιάνος Παντελῆς Γκίκας Ν
9581Μιχ. Λαμπρυνίδης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
9582Ι. Βοῦρτσος ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
9583Ἀθ. Πετσάλης Ι. Τσιριμῶκος Ν
9584Κ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΔημ. Κρίτσας Ν
9585Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Α. Πλατῆς Ο
9586Γ. Καπετανάκης ΝΝικ. Χατζῖσκος
9587Φώτιος Μοσχούλας ΟΝ. Καλυγερόπουλος Ο
9588Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΒ. Βουδούρης Ο
9589Χαράλ. Κανελλόπουλος Γ. Ἀβέρωφ
9590Θᾶνος Μπασιᾶς Δ. Κριεζώτης
9591Παναγῆς Τυπάλδος
9592Θεόδ. Βελλιανίτης ΝἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
9593§495ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Ἐκ τούτων 120
9594κατὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ 30 ὑπὲρ τῆς προ-
9595τάσεως. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
9596Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
9597Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
9598§496Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνιαρόν, Κύριοι, εἶναι νὰ ἀνέρχη-
9599ταί τις εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ
9600συνεδρίασεν ἐπὶ 40 σχεδὸν ὥρας, μὲ μικρὰς μόνον διακοπάς.
9601Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐπι-
9602μένῃ συζητοῦσα τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἴσως ἐλπίζουσα,
9603ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐνδώσει εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς, ὅπως
9604ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν προσε-
9605χῆ Τετάρτην. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέ-
9606γοντο χθὲς ἐντεῦθεν εἴτε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἴτε
9607παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν ἄλλαις
9608Βουλαῖς ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαρκεῖ ὀλί-
9609γας μόνον ἡμέρας, εἶναι ἀκριβῆ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου
9610κ. Γουναράκης διέκοψε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ εἶπεν αὐτῷ,
9611ὅτι ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ὑπὲρ τὰς 50 συνεδριάσεις κατανα-
9612λίσκονται ἑκάστοτε διὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπο-
9613λογισμοῦ, καὶ ἐγὼ δὲ ἀνεμνήσθην, ὅτι εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ
9614Στοὺρμ, τὸ ἐπιγραφόμενον «Ὁ Προϋπολογισμὸς», ἀνέγνωσα
9615τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ
9616Γαλλικῇ Βουλῇ, καὶ εἶδον, ὅτι 50 καὶ πλέον συνεδριάσεις
9617καταναλίσκονται διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπο-
9618λογισμοῦ, ἐνίοτε δὲ συμβαίνει, καὶ τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας
9619νὰ διαρκέσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, χωρὶς νὰ περιλαμβάνηται, ἐν-
9620νοεῖται, ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ,
9621ἥτις ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της μετὰ μακρὸν ἔλεγχον αὐτοῦ.
9622Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγε-
9623τε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαρκεῖ ἐπὶ μα-
9624κρὸν μόνον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Βλέπετε, ὅτι 50 ὅλαι
9625ἡμέραι καταναλίσκονται ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, κατ’ ἐλά-
9626χιστον ὅρον, διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ
9627πρῶτον ἐξελέγχεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ
9628ἐξελέγχεται καθ’ ὃν τρόπον τοῦτο γίνεται ἐν τῇ Γαλλικῇ
9629Βουλῇ. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη θεωρεῖται ὡσαύτως δύσ-
9630κολον καὶ πολλάκις ἀδύνατον, νὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολο-
9631γισμὸς πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ
9632ἔτους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο πολλὰ Κράτη, ὅπως
9633τὸ Ἀγγλικόν, ἐν παραδείγματι, ὡς ἔναρξιν τοῦ οἰκονομικοῦ
9634ἔτους δὲν ἔχει τὴν 1 Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἔχει τὴν 1 Ἀπρι-
9635λίου, καὶ τοῦτο γίνεται, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς τὰς Βουλὰς
9636νὰ ψηφίσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν μέχρις Ἀπριλίου. Ὡς
9637βλέπετε λοιπὸν, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ πρᾶγμα, οὐδ’ ἡ
9638ἀξίωσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι παράλογος, ζητούσης, ἵνα
9639ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνετώτερον καὶ ἀκοπώτερον συζητηθῇ.
9640Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἀναπτύσσονται τὰ πείσματα, καὶ ἡ
9641Συμπολίτευσις, ἡ ὁποία, ὡς φαίνεται, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ
9642ἐπιμείνῃ, διότι εἰς πᾶσαν ἀνάγνωσιν καταλόγου παρατάσσει
9643τοὺς 120 φίλους της, ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός,
9644μολονότι ἐδηλώθη κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς
9645Βουλῆς δὲν θὰ διακοπῶσιν, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ
9646μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν βλέπω λοιπόν,
9647τίνα λόγον ἔχει ἡ μὴ ὑποχώρησις τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς
9648τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἀναβληθῇ
9649ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἐρχομένην Τετάρ-
9650την. Ἐν τούτοις ἐπιμένει, ὅπως ἡ συζήτησις ἐξακολουθήσῃ,
9651καὶ ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον κατὰ τὴν
9652ὥραν ταύτην, ὅταν γλυκοχαράζῃ ἡ Αὐγὴ καὶ εἰσερχόμεθα εἰς
9653τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα!
9654§497ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε
9655διὰ τρίτην φορὰν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
9656§498Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κἄποιος συνάδελφος μὲ διακόπτει,
9657καὶ λέγει, ὅτι ὁμιλῶ ἤδη τὸ τρίτον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
9658Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον τὴν
9659πρώτην ἡμέραν, ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον καὶ τὴν δευτέραν ἡμέ-
9660ραν, ἀλλὰ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Γουναράκη διέκοψα τὴν ἀγό-
9661ρευσίν μου, ὅπως συνεχίσω αὐτὴν σήμερον καὶ ἐγενόμεθα μά-
9662λιστα δύο διακοπέντες κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ κ. Βου-
9663λευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐγώ.
9664§499Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐπὶ πόσας ὥρας
9665ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
9666§500Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὡρισμένος ὁ χρόνος, καθ’
9667ὃν δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλῶ.
9668§501Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δικαίωμά σας εἶναι νὰ ὁμι-
9669λῆτε ὅσον θέλετε. Κάμνετε ὅμως κατάχρησιν τοῦ δικαιώ-
9670ματος αὐτοῦ καὶ τῆς εὐγλωττίας σας.
9671§502Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εὐτυχῶς τὰ νεώτερα πολιτεύματα
9672δὲν παρεδέχθησαν τὴν ἀρχαίαν κλεψύδραν· ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν
9673ἐδέχοντο, βεβαίως οὐχὶ ἐν τῷ ἐμῷ ὕδατι ἤθελε καταλογι-
9674σθῆ ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἤθελε κατα-
9675λογισθῆ εἰς βάρος τῶν διακοπτόντων με.
9676Εἶχον διακόψει τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐξετάζων τὸ κονδύ-
9677λιον «δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καπνοῦ». Εἶχον εἴπει,
9678ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἤθελον
9679περιορισθῆ εἰς ξηρὰν ἀνάλυσιν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἤθελον κυ-
9680ρίως ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν
9681ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἰδίως τῆς καλλιεργείας τῶν
9682εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσουν εἰς τὴν με-
9683γαλειτέραν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, εἰς πλουτισμὸν τῆς
9684κοινωνίας, καὶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατ’ ἀκο-
9685λουθίαν. Εἶπον, ὅτι ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη εἶχε γείνῃ
9686ἐνέργεια, ὅπως βελτιωθῇ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς παραγωγῆς.
9687Καὶ ἐνῷ, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως
9688ἐκείνης, δὲν ἤλλαξεν ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας τοῦ εἴδους
9689τούτου, ἐν τούτοις διὰ τῆς ψηφισθείσης ἐμπορικῆς συμβάσεως
9690μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως
9691κατωρθώθη, ὅπως μέγα ποσὸν τῆς παραγωγῆς τοῦ ἑλλη-
9692νικοῦ καπνοῦ εἰσάγηται καὶ καταναλίσκηται εἰς Αἴγυπτον.
9693Οὕτως, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς στατιστικὰς πληροφορίας,
9694αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν οὐχὶ ἐκ τῆς στατιστικῆς τῆς Ἑλλά-
9695δος,—διότι ἐξ αὐτῆς εἶναι δύσκολον νὰ ἔχῃ τις ἀσφαλεῖς καὶ
9696βεβαίας πληροφορίας,—ἀλλ’ ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς κινήσεως
9697τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας ἐν Αἰγύπτῳ, θέλετε παρατη-
9698ρήσει, ὅτι κατὰ τὸ 1889, ὅτε ἔληξεν ἡ σύμβασις ἡ πρώτη,
9699εἶχον εἰσαχθῆ 118,730 ὀκάδες καπνοῦ τοῦ Ἀγρινίου καὶ
9700μικρὸν ἔτι ποσὸν ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, κατὰ δὲ τὸ ἑπόμενον
9701ἔτος εἰσήχθησαν 1,156,994 ὀκάδες, καὶ κατὰ τὸ μεθεπό-
9702μενον 1,650,468 ὀκάδες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς
97031,780,000 δραχμάς. Ὁ εἰσαγόμενος καπνὸς ἐκ τῆς Εὐρω-
9704παϊκῆς Τουρκίας, ἐκ τῆς Ἀσίας, ὡς καὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος,
9705εἰσάγεται εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ καταναλίσκεται ἐν τῇ χώρᾳ
9706ταύτῃ, διότι ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ δὲν
9707εἶναι ἐπιτετραμμένη· ἀνέρχεται δὲ εἰς 4,000,000 περίπου
9708ὀκάδας καπνοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων 1,600,000 εἶναι ἑλληνικὸς
9709καὶ ὁ λοιπὸς τουρκικός. Τώρα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιω-
9710θῇ τὸ εἶδος τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον παράγουσιν αἱ καπνο-
9711φόροι Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι θὰ
9712κατώρθου ἡ Ἑλλὰς νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον τὸ με-
9713γαλύτερον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθό-
9714σον οἱ ἐμπορευόμενοι τοὺς καπνοὺς ἐν Αἰγύπτῳ εἰσὶν Ἕλ-
9715ληνες, καὶ οἱ κατασκευασταὶ καὶ ἐκμεταλλευταὶ τῶν σιγα-
9716ρέτων εἰσὶν ἐπίσης Ἕλληνες. Ἀλλὰ δέον νὰ γνωρίζητε, ὅτι,
9717ἐνῷ ὁ εἰσαγόμενος ἑλληνικὸς καπνὸς ἐν Αἰγύπτῳ δὲν στοι-
9718χίζει πλειότερον τῶν 1,650,000 δραχμῶν, ὁ εἰσαγόμενος
9719τουρκικὸς καπνὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι διπλάσιος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
9720ποσότητα, στοιχίζει, ἕνεκα τῆς ἀξίας αὐτοῦ, 35,250,000.
9721Καταλαμβάνετε λοιπὸν, ὅτι ἐὰν ἡ τοιαύτη βελτίωσις τῆς
9722καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ ἦτο δυνατὴ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἠδυνά-
9723μεθα, ἐπὶ μεγάλῳ τιμήματι τῆς ἀξίας τοῦ καπνοῦ τούτου,
9724νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μέγα ποσὸν χρυσοῦ. Ἀλλ’
9725ἐὰν ἐγίνετο αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον χθὲς, ἐὰν ἐγίνετο σύμ-
9726βασις μετὰ τῆς καπνεμπορικῆς ἑταιρείας, ἥτις παρουσιάζε-
9727ται, ζητοῦσα νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς βιομηχανίας
9728ταύτης ἐν Ἑλλάδι, — καταθέτουσι δὲ οἱ συμβεβλημένοι ποσὸν
97297,000,000 δραχμῶν, ὅπως ἀποτελέσωσι τὴν ἑταιρείαν ταύ-
9730την, — ἐὰν ἠδύνατο, λέγω, νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, καὶ νὰ
9731χορηγηθῶσιν αἱ εὐκολίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οὗτοι, βε-
9732βαίως οὐ μόνον τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τοῦ κα-
9733πνοῦ θὰ εἴχομεν, — διότι αὐτοὶ προτίθενται, ὡς ἀναφέρουσιν
9734εἰς τὸ καταστατικὸν αὐτῶν καὶ εἰς τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὑπο-
9735βληθὲν ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ βελτιώσωσι τὴν
9736παραγωγὴν, δίδοντες μικρὰ δάνεια εἰς τοὺς καλλιεργητὰς,
9737καὶ παρέχοντες εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα καὶ τὴν διδασκαλίαν,
9738διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύναντο νὰ βελτιώσωσι καὶ ἐξευγενίσωσι
9739τὸν καπνὸν, — ἀλλὰ καὶ θὰ ἠδυνάμεθα, ἐξάγοντες τὸν ἑλ-
9740ληνικὸν καπνὸν βελτιωμένον περισσότερον τοῦ ἐξαγομένου
9741τουρκικοῦ καπνοῦ, νὰ ἔχωμεν εἰσαγωγὴν χρήματος εἰς τὴν
9742Ἑλλάδα τοὐλάχιστον 20,000,000 φράγκων χρυσῶν. Αὐτοὶ
9743εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουσιν οἱ Κύριοι οὗ-
9744τοι εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτῶν. Τὸ πρᾶγμα δὲ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο
9745ἀκατόρθωτον, διότι, ὡς γνωρίζετε, σήμερον τὰ Αἰγυπτιακὰ
9746σιγαρέτα, ὡς λέγονται, — τὰ ὁποῖα ὅμως, καθὼς εἶπον, οὐδὲν
9747ἔχουν τὸ Αἰγυπτιακὸν, πλὴν μόνης τῆς κατεργασίας τῶν σι-
9748γαρέτων, τῶν περιεχόντων μόνον ἑλληνικὸν καὶ τουρκικὸν
9749καπνὸν, — τὰ σιγαρέτα ταῦτα εὐκόλως ἠδύναντο νὰ παρα-
9750σκευασθῶσιν ἐνταῦθα, καὶ ν’ ἀποστέλλωνται εἰς ὅλην τὴν
9751Εὐρώπην, καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὰς Ἰνδίας, καὶ θὰ ἠδύ-
9752ναντο νὰ κατακλύσωσιν ἁπάσας τὰς ἀγορὰς, καὶ ἑπομένως τὸ
9753χρῆμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τὸ
9754ὁποῖον ἀνέρχεται μέχρι τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων λι-
9755ρῶν κατ’ ἔτος, ἐὰν ὄχι ὁλόκληρον, μέγα μέρος αὐτοῦ, θὰ ἠδύ-
9756νατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν
9757ἐπαρουσιάσθη. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, καὶ δὲν θέλω ἐρω-
9758τήσει τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ, ἐνῷ τοιαύτη πρότασις ἐγένετο
9759εἰς αὐτὴν, δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον τοιοῦτον, ὅπως ἐνισχύσῃ
9760τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίω-
9761σιν τοῦ εἴδους, πρὸ πάντων δὲ, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν εἰσ-
9762αγωγὴν τοσούτου χρυσοῦ, τοῦ ὁποίου ἀπόλυτον ἀνάγκην
9763ἔχομεν χάριν τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ἰσοζυγίου.
9764Ἐὰν βλέπητε, Κύριοι, νὰ ὁμιλῶ ἐνίοτε μετὰ στοργῆς ἐπὶ
9765ζητημάτων ἀφορώντων εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, ἰδίως
9766δὲ εἰς τὴν καλλιέργειαν τὴν συνδεομένην μετὰ τῆς βιομη-
9767χανίας, τοῦτο προέρχεται, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖ
9768δέον νὰ ζητήσῃ τὴν τόνωσιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονο-
9769μικῶν αὐτῆς μέσων, θὰ τὴν ζητήσῃ δὲ καὶ ὡς Κράτος καὶ
9770ὡς κοινωνία, διότι παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τῆς καλλιεργείας οὐδε-
9771μία, ὡς βλέπετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, λαμβάνεται πρόνοια.
9772Ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας· καὶ πράγ-
9773ματι εἴδομεν τὴν Πελοπόννησον μεταβληθεῖσαν εἰς ἀπέραν-
9774τον κῆπον, εἰς ἀπεράντους ἀμπελῶνας καὶ σταφιδῶνας. Ἀλλὰ
9775νομίζω, ὅτι τὴν προσοχήν μας δὲν πρέπει νὰ στρέψωμεν μό-
9776νον εἰς τοὺς ἀμπελῶνας καὶ σταφιδῶνας τῆς Πελοποννήσου,
9777διότι τὰ εἴδη ταῦτα εἰς ποικίλας εὑρίσκονται κρίσεις, καὶ πολ-
9778λάκις ἐξαρτῶνται, ὡς ὅλα τὰ προϊόντα ἐκ τῶν καιρικῶν περι-
9779στάσεων. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσο-
9780χήν μας καὶ εἰς ἄλλα εἴδη, εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν γεωργίαν,
9781τουτέστιν εἰς τὴν καλλιέργειαν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀλλ’
9782οὔτε εἰς τὴν γεωργίαν ταύτην ἐστράφη ἡ πρόνοια τῆς Κυβερ-
9783νήσεως, οὔτε εἰς τὴν γεωργίαν τὴν συνδεομένην μετὰ τῆς
9784βιομηχανίας, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἔτη θὰ παρέλθωσι πολλὰ,
9785καὶ ἐνῷ θὰ ἐλπίζωμεν πάντοτε, ὅτι ἡ Θεσσαλία θὰ δύναται
9786νὰ παράσχῃ τὴν σιτάρκειαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἐλπίζωμεν
9787ἐπὶ ματαίῳ, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνονται τὰ μέτρα αὐτά, τὰ
9788ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύων ἔθιξα ἄλλοτε.
9789Ἐλέχθη ἄλλοτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φέρει εἰς τὴν Βου-
9790λὴν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιζομένη,
9791θὰ ἠδύνατο νὰ συνάψῃ ἓν δάνειον μέγα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν
9792ἐπικρατοῦν ἀκόμη αἱ σκέψεις αὗται εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Κυ-
9793βερνήσεως· ἐν τούτοις ὅμως, ἐὰν ἡ αὐτὴ ἰδέα δὲν ἐπικρατῇ,
9794καὶ ἐὰν ἦναι εὐχερὴς ἡ παροχὴ τῶν ζητουμένων εὐκολιῶν
9795εἰς τὴν εἰρημένην καπνεμπορικὴν ἑταιρείαν, θὰ ἦτο βεβαίως
9796καλὸν νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐὰν νομίζῃ,
9797ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὴν
9798ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νο-
9799μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐλαχίστην
9800ἀντίρρησιν θὰ εὕρῃ, καὶ πολὺ εὐκόλως θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς
9801Βουλῆς, ἀφοῦ συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τὴν παραγωγικὴν τῆς
9802χώρας. Ἀλλὰ τοιαῦτα νομοσχέδια ἀτυχῶς δὲν μᾶς συνήθισεν
9803ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ βλέπωμεν εἰσαγόμενα εἰς τὴν
9804Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν.
9805Παρατηρῶ ἐπίσης, Κύριοι, ἓν ἄλλο κονδύλιον εἰς τοὺς ἐμ-
9806μέσους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόρους, τὸ «δικαίωμα κατα-
9807ναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐπὶ
9808τοῦ ζύθου». Ἡ οἰνοπνευματοποιΐα εἶναι μία τῶν βιομηχα-
9809νιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχουσι λά-
9810βει σπουδαίαν ἀνάπτυξιν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, ἰδίως δὲ ἐν ἔτει
98111900, ὅτε εὑρίσκετο ἐν πλήρει ἀκμῇ αὕτη, καὶ μέγα ποσὸν
9812οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν εἰσήγετο καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν.
9813Ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ζη-
9814τήσει παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξ ἄλλων,
9815τὰς ὁποίας ἤντλησα ἐκ τῶν πινάκων τῆς κινήσεως τοῦ ἐμ-
9816πορίου καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς Αἰγύπτου, εἶδον, ὅτι ἑλλη-
9817νικὰ κονιὰκ εἰσήχθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς Αἴγυ-
9818πτον ἀξίας 1,600,000 χρυσῶν φράγκων. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ
9819κατανάλωσις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, καὶ ἰδίως τοῦ
9820κονιάκ, ἐν Αἰγύπτῳ, Βουλγαρία, Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ Ρουμα-
9821νίᾳ, ἀνέπτυξε τοὺς πόθους καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν οἰνοπνευ-
9822ματοποιῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, εἰσαγάγωσι πλειότερα τῶν
9823εἰσαγομένων, καὶ οὕτως ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν
9824μέγα ποσὸν ἐξήχθη ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ἀτυχῶς ὅμως, ἀνέ-
9825πτυξε τὴν ἐπιθυμίαν καὶ εἰς ἄλλους μικροβιομηχάνους, οἵ-
9826τινες ἵδρυσαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα μικρὰ ἐργοστάσια·
9827τούτου δ’ ἕνεκα παρήγετο μέγα ποσὸν κονιὰκ καὶ οἰνοπνεύ-
9828ματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο κατάλληλον διὰ τὰς ἀγορὰς τῆς
9829Ἀνατολῆς, ἔνθα κατηναλίσκετο μέχρι τοῦδε τὸ εἶδος τοῦτο.
9830Κατωρθώθη δηλαδὴ νὰ εἰσάγωνται ἐκεῖ οἰνοπνεύματα κε-
9831χρωματισμένα, καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ κατανάλωσις τοῦ κονιὰκ
9832καὶ ἄλλων οἰνοπνευμάτων ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς
9833Ἀνατολῆς περιωρίσθη σπουδαιότατα, βαθμηδὸν δὲ ἐκλείπει
9834οὐσιωδέστατος πόρος, προερχόμενος ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς βιο-
9835μηχανίας τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο
9836μεγάλως νὰ ἀναπτυχθῇ, ἐὰν ἐλαμβάνετο καταλλήλως πρό-
9837νοια, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεδεικνύοντο τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν
9838θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἡ παραποίησις τοῦ ἑλληνικοῦ κο-
9839νιάκ, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιδεξίως εἶχε διαφημισθῇ κατ’ ἀρχάς.
9840Ἐπίσης συνετέλεσεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς καταναλώσεως,
9841τῆς γιγνομένης εἰς τὰς ἠπειρωτικὰς πόλεις, ὅπως καὶ εἰς τὰς
9842Μικρασιατικάς, ἡ φορολογία τοῦ 1899, περὶ ἧς σᾶς ἀνέφερα.
9843Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡς εἶπε τότε ὁ κύριος
9844Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν καταπο-
9845λέμησιν νόσου, ἡ ὁποία ἐπαρουσιάζετο εἰς ὅλας τὰς Εὐρωπαϊ-
9846κὰς κοινωνίας, τοῦ ἀλκοολισμοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ νόσημα
9847τοῦτο καταβιβρώσκει μεγάλας μερίδας τῆς Εὐρωπαϊκῆς κοι-
9848νωνίας. Τελευταῖον συνέπεσε νὰ ἴδω στατιστικὴν τῆς Πρωσ-
9849σίας, ἐν ᾗ ἀνεφέρετο πόσοι ἐξ ἀλκοολισμοῦ εἰσήχθησαν εἰς
9850τὰ φρενοκομεῖα, καὶ πόσοι ὡς ἐγκληματίαι ἐκλείσθησαν εἰς
9851σωφρονιστήρια. Παρετήρησα δὲ, ὅτι τὰ ⅔ καὶ τῶν ἐγκλη-
9852ματιῶν καὶ τῶν φρενοβλαβῶν εἶχον ὡς αἰτίαν τὸ νόσημα
9853τοῦ ἀλκοολισμοῦ. Εὐτυχῶς, παρ’ ἡμῖν ἡ νόσος αὕτη δὲν ἔλα-
9854βε τὰς διαστάσεις, ἃς βλέπομεν εἰς τὰς γερμανικὰς καὶ τὰς
9855ἀγγλικὰς πόλεις, ἢ δὲν ἐπαρουσιάσθη κἂν ἀκόμη εἰς τὰς
9856ἑλληνικὰς πόλεις ὑφ’ ὃν χαρακτῆρα εἰς ἄλλας κοινωνίας. Ἐν
9857τούτοις ὅμως ὁ διερχόμενος τὴν Θεσσαλίαν, ἢ καὶ πολλὰς
9858μικρὰς πολίχνας τῆς Ἑλλάδος, εὑρίσκει, ὅτι πολὺ ἀποτόμως
9859τὸ νόσημα τοῦτο θέλει εἰσχωρήσει καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοι-
9860νωνίαν, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα περιοριστικά, τὰ ὁποῖα θὰ
9861δυνηθῶσι νὰ περιστείλωσι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ
9862ἁπλώνῃ τοὺς πλοκάμους του καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ.
9863Ἀλλ’ ἡ καταπολέμησις τοῦ ἀλκοολισμοῦ διὰ τοῦ νομοσχε-
9864δίου ἐκείνου ἦτο ἐντελῶς ἄσκοπος, καθόσον, ὡς παρετήρη-
9865σαν πάντες οἱ ἐξετάσαντες τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ ἀλκοολισμὸς
9866ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ κο-
9867νιάκ, ἀλλ’ ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ οὔζου καὶ τῶν ἄλλων
9868οἰνοπνευμάτων, τὰ ὁποῖα προχείρως καὶ εὐκολώτατα εὑρί-
9869σκουσιν οἱ Ἕλληνες ἀγρόται καὶ οἱ ἄλλοι κάτοικοι τῶν μι-
9870κρῶν πολιχνῶν ἡμῶν εἰς τὰ ἀπειράριθμα καπηλεῖα. Ἔχω
9871στατιστικὰς πληροφορίας, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται πόσα ἐργοστά-
9872σια καὶ πόσαι ἀτμομηχαναὶ οἰνοπνευμάτων εἰργάζοντο προ-
9873τοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος, καὶ πόσοι ἐργοστασιάρχαι ἠναγκάσθη-
9874σαν νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσιά των καὶ ἀφήσωσι τὰς ἐργα-
9875σίας των ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη.
9876Ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἶχεν ἱδρυθῇ ἓν ἐρ-
9877γοστάσιον οἰνοπνευματοποιΐας, καὶ τὸ ἐργοστάσιον ἐκεῖνο, μὴ
9878δυνάμενον πλέον νὰ ἔχῃ εἰσπράξεις ἐκ καταναλώσεως οὔτε
9879διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπιβληθέντος φόρου ἐπαρκεῖς, περι-
9880ῆλθεν εἰς κρίσιμον κατάστασιν, ἥτις ἠνάγκασε τοὺς ἰδιοκτή-
9881τας αὐτοῦ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι παύουσι τὰς ἐργασίας.
9882Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὑπὸ μίαν ἔπο-
9883ψιν ὡς ἀσήμαντον, εἶναι σημαντικώτατον, ἔχει σπουδαιό-
9884τητα μεγάλην, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος, παρ’ ὅλα, ὅσα ἔλεγεν
9885ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις διετείνετο, ὅτι ἔπραττε τοῦτο, ὅπως
9886προφυλάξῃ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ὁ νόμος, λέγω, ἐκεῖνος, Κύ-
9887ριοι, σκοπὸν εἶχεν ἄλλον, τὴν προλείανσιν τοῦ δρόμου πρὸς τὸ
9888μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Ἴσως δὲν γνωρίζω,
9889οὔτε θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, ἂν
9890τὸ μονοπώλιον εἰσαγόμενον θέλῃ ὠφελήσει τὴν Ἑλληνικὴν
9891βιομηχανίαν. Ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ σκοπός, ὁ ἐπιδιωκό-
9892μενος διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἦτο, ὅπως κλείσωσι πραγμα-
9893τικῶς καὶ παύσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν τὰ μικρὰ ἐκεῖνα βιο-
9894μηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀπερρόφησαν κεφάλαια
9895παραγωγικὰ ἀνθρώπων φιλοπόνων καὶ ἐργατικωτάτων, ὅπως
9896τὰ καταστήματα ἐκεῖνα εὑρεθῶσι κεκλεισμένα κατὰ τὴν
9897ἡμέραν, καθ’ ἣν ἤθελε ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸ
9898μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν.
9899Ἀτυχῶς, Κύριοι, ἀντὶ νὰ ἴδωμεν νομοσχέδια εἰσαγόμενα,
9900τὰ ὁποῖα θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς,
9901εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ἐκείνης, ἡ ὁποία κατερ-
9902γάζεται τὰ Ἑλληνικὰ καθαρῶς προϊόντα, βλέπομεν ἀπηνῶς
9903φορολογουμένην ἀκριβῶς τὴν ἐθνικὴν ταύτην βιομηχανίαν,
9904ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εἰσάγουσι νομο-
9905σχέδια, τὰ ὁποῖα καθίστανται νόμοι, δι’ ὧν προστατεύεται
9906ἡ ὀθνεία, ἡ ξένη βιομηχανία. Διότι δὲν δύναται βεβαίως νὰ
9907λεχθῇ, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ βιομηχανία ἡ βιομηχανία ἐκείνη,
9908ἥτις τὴν πρώτην ὕλην δὲν ἔχει ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ. Ὅταν δὲ
9909δὲν ἔχῃ τὴν πρώτην ὕλην ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ὅταν παρέχωνται
9910ἀτέλειαι καταπληκτικαὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν, ὅπως
9911παύσῃ ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς, τότε τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι
9912ἡ ὑποστήριξις οὐχὶ τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ ὀλίγων ἀτόμων,
9913τὰ ὁποῖα κερδίζουν πρὸς βλάβην τῶν πολλῶν· διότι δὲν
9914εἶναι εὐχερὴς ἡ ἀγορὰ τῶν βιομηχανικῶν ἐκείνων προϊόντων
9915ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν, ἀναγκάζεται δὲ ὁ λαὸς νὰ
9916ἀγοράζῃ τὰ εἴδη ταῦτα ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ἀγορῶν, ἐκ τῆς
9917Ἑλληνικῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία οὐδὲν ἔχει Ἑλληνικὸν,
9918καὶ ἡ ὁποία εἰσάγει τὴν πρώτην ὕλην, ἐνίοτε μάλιστα κα-
9919τειργασμένην, καὶ ἡ ὁποία πωλεῖ τὸ εἶδος τοῦτο τῶν βιομη-
9920χανικῶν προϊόντων εἰς ἣν ἀξίαν θὰ τὸ ἐπώλει καὶ ὁ Εὐρω-
9921παῖος βιομήχανος, τοῦ ὁποίου τὰ προϊόντα, ἕνεκα τοῦ προ-
9922στατευτικοῦ νόμου, φορολογοῦνται καταπληκτικῶς. Ἀλλὰ
9923καὶ οὕτως ἡ βιομηχανία ἐκείνη, ὑποστηριζομένη ὑπὸ προστα-
9924τευτικῶν δασμῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ, δὲν ἦτο
9925δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ εἰς οἷον δήποτε συναγωνισμὸν, ἐὰν δὲν
9926ὑπῆρχεν ἡ νομισματικὴ αὕτη διαφορὰ, ἡ ὑφισταμένη σήμε-
9927ρον. Ἡ νομισματικὴ διαφορὰ σῴζει τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν·
9928τὴν στιγμὴν δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ
9929ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ
9930μιᾶς βιομηχανικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον
9931σημεῖον θὰ φέρῃ τὴν βιομηχανικωτέραν πόλιν τῆς Ἑλλά-
9932δος, τὸν Πειραιᾶ.
9933Δὲν θέλω, Κύριοι, ἀσχοληθῆ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν τη-
9934λεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυ-
9935νος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης διὰ
9936μακρῶν ἀνέπτυξαν, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς φορο-
9937λογίας ταύτης, καὶ ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσ-
9938πράξεων τῶν νόμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν τὸ
9939παρελθὸν ἔτος.
9940Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἕτερον κεφάλαιον, εἰς τὰ «τέλη ἀγκυ-
9941ροβολίας καὶ φαρικά». Ἀνέκαθεν, Κύριοι, τὸ Κράτος μέγα
9942μέρος τῶν φαρικῶν εἰσέπραττεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Σήμερον τὰ
9943εἰσπραττόμενα διατίθενται, κατὰ τὸ τελευταῖον νομοσχέ-
9944διον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος, ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου.
9945Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐδό-
9946θη ἐθνικὴ καὶ εἰς αὐτὸ χροιὰ, οὕτως ὥστε πάντες, ὅσοι εἶχον
9947ἀντίθετον γνώμην ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου
9948τούτου, μετὰ δειλίας εἶπον τὴν γνώμην των, ἐγὼ δὲ, καίτοι
9949εἶχον νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, καίπερ ἐγγραφεὶς νὰ
9950ὁμιλήσω, παρῃτήθην τοῦ λόγου, διότι δὲν ἤθελον νὰ προσ-
9951κρούσω εἰς τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα κατέκλυ-
9952ζον τὰς ψυχὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ τὰς ἡμέρας
9953ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
9954Ἐν τούτοις ὁ τρόπος, καθ’ ὃν καὶ τὸ Δημόσιον ἐλάμβανε καὶ
9955κατηνάλισκε διὰ διαφόρους ἄλλους σκοποὺς τὰ χρήματα τὰ
9956προωρισμένα διὰ τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, ὅπως
9957καὶ τὰ χρήματα τὰ διατιθέμενα σήμερον ἐκ τῶν εἰσπράξεων
9958τούτων ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, εἶναι ὀλίγον ἔκτροπος, καὶ
9959θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε σήμερον νὰ εἴπω τοῦτο. Ἡ σύστασις
9960τοῦ Ταμείου τούτου εἶχεν ἕνα σκοπὸν, νὰ κατορθώσῃ διὰ
9961τῶν χρηματικῶν τούτων μέσων νὰ κατασκευάσῃ ὁλόκληρον
9962τὸ σύμπλεγμα τῶν φάρων καὶ φανῶν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς
9963ὑπουργίας τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς
9964Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἶχε συντελεσθῇ. Τί συμβαίνει ὅμως ἐκ
9965τούτου; Ἀφ’ ἧς ἤρξατο τὸ Δημόσιον λαμβάνον τὸ πλεῖστον
9966μέρος τῶν εἰσπράξεων τούτων, καὶ ἀφ’ ἧς θέλει ἐξακολουθεῖ
9967λαμβάνον τοῦτο καὶ διαθέτον αὐτὸ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στό-
9968λου, περιορίζεται καὶ θὰ καταπαύσῃ ἡ κατασκευὴ τῶν ἀπα-
9969ραιτήτων ἐκείνων φάρων καὶ φανῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι
9970ἀδύνατον νὰ θεωρηθῶσιν αἱ ἀκταὶ ἡμῶν ὡς ἀκταὶ παρέχου-
9971σαι ἀσφάλειαν εἰς τοὺς ναυτιλλομένους, παρέχουσι ἀσφά-
9972λειαν εἰς τὴν διεθνῆ ναυτιλίαν.
9973Ἀναμφισβητήτως, ἀφοῦ ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ
9974ἐνισχυθῇ ἡ ὀργάνωσις ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ναυτικὴ τῆς
9975χώρας, καὶ ἀφοῦ τοιούτους πόθους ἔχει καὶ τοιαύτην φιλο-
9976δοξίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀφοῦ παρετή-
9977ρησα καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις, ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ ὁμοθύ-
9978μως τοιαύτην ἔχει γνώμην, βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀποφασισθῇ
9979ἓν μέτρον, ὅπως ἐξευρεθῶσι πόροι, καὶ ὅπως διατεθῶσιν οὗ-
9980τοι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
9981δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ οὔτε τότε, ὅτε ἐλήφθη παρὰ τοῦ Δη-
9982μοσίου τὸ πλεῖστον μέρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ταμείου τῶν
9983Φάρων καὶ Φανῶν, οὔτε τώρα, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον
9984ἐκεῖνο καὶ κατεστάθη νόμος, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει
9985τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ἵνα τὸ διαθέσῃ πρὸς ἄλλους σκοποὺς, παρὰ
9986τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχε προορισθῆ, τουτέστι διὰ
9987τὴν κατασκευὴν τῶν φάρων καὶ φανῶν, διὰ τὸν φωτισμὸν
9988τῶν ἀκτῶν τῶν ἑλληνικῶν παραλίων...
9989§503Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ
9990ἐπιτρέπετε; Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν τὸ ἀφήρεσεν ἡ Κυβέρνησις
9991ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν.
9992§504Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀφήρει αὐτὸ πρὸ
9993πολλοῦ.
9994§505Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφ’ ἧς συνεστήθη τὸ Ταμεῖον τῶν
9995Φάρων καὶ Φανῶν, τὸ ποσὸν αὐτὸ διετίθετο εἰς ἄλλας ἀνάγ-
9996κας τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν δὲ σήμερον διετέθη ὑπὲρ τοῦ Τα-
9997μείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, νομίζω, ὅτι καλῶς διετέθη.
9998§506Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠδύνασθε νὰ εὕρητε
9999ἄλλους πόρους, καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ λαμβάνουσαι ἑκάστοτε
10000τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ προωρισμένον διὰ τὸν φωτισμὸν τῶν
10001ἑλληνικῶν παραλίων καὶ διατιθέμενον εἰς ἄλλους σκοποὺς,
10002κακῶς ἔπραξαν, καὶ κακῶς γίνεται καὶ σήμερον, καίτοι δια-
10003τίθεται ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδύ-
10004ναντο νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι πόροι, ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ οἵα
10005δήποτε ἄλλη φορολογία, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο νὰ διατεθῇ
10006ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κύριον αὐτοῦ σκοπὸν, τὸν φωτισμὸν
10007τῶν ἑλληνικῶν παραλίων.
10008Ἕν ἕτερον θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
10009ἐξετάσω, εἶναι τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας,
10010ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων. Ἐξ αὐτοῦ τὸ Δημόσιον ἔχει πρόσο-
10011δον ἀρκετὰ μεγάλην, 1,300,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ
10012ὁποῖον δύναται νὰ χαροποιήσῃ πάντα, ὅστις ῥίπτει τὸ βλέμμα
10013αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τούτου, ὅτι δηλαδὴ τὸ Δημόσιον
10014δύναται νὰ εἰσπράττῃ 1,300,000 δραχμὰς, εἶναι λυπηρόν...
10015§507ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ἡ Βουλὴ, ὡς παρατηρεῖτε, κ. Πρόεδρε,
10016κατεβλήθη, καὶ παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον. (Θό-
10017ρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
10018§508ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ
10019ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε σεῖς.
10020§509Ι. ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! Θὰ μᾶς
10021ἀναγκάσητε νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. (Θόρυβος ἐν
10022τῇ δεξιᾷ). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
10023§510ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν ἀπαρτίας;
10024§511ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Μάλιστα.
10025§512ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ὡς ψηφολέκτης, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ
10026κατάλογος.
10027§513ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Κύριε Καζαμπάκα, μὴ ἐπιμέ-
10028νετε. Κύριε Πρόεδρε, ἀποσύρεται ἡ ἔνστασις.
10029§514Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Καζαμπάκα, μὴ ἐπιμένετε.
10030Δὲν πειράζει.
10031§515Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ
10032ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
10033§516ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, νὰ ἀνα-
10034γνωσθῇ ὁ κατάλογος.
10035§517ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι. Ἀπεσύρθη ἡ ἔνστασις.
10036§518ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάμετε καὶ σεῖς ἀνάγνωσιν τοῦ Προ-
10037ϋπολογισμοῦ, κύριε Βελλιανίτη, ὅπως οἱ Κύριοι ἐν τῇ ὑπουρ-
10038γικῇ πτέρυγι ἀναγινώσκουν ἐφημερίδας.
10039§519Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ κάμνω.
10040§520Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν διακόπτετε μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ κ.
10041Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
10042§521ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
10043§522Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ
10044ὁποῖον ἔλεγον, ὅτι ὑπὸ μίαν ἔποψιν εἶναι εὐχάριστον, διότι
10045ἀνέρχεται εἰς 1,300,000 δραχμὰς, κατ’ οὐσίαν εἶναι λίαν
10046θλιβερόν, διότι καταδεικνύει, ὁποία καταστροφὴ ἐπέρχεται
10047εἰς τὰ ἡμέτερα δάση διὰ τῆς τοιαύτης ὑλοτομίας καὶ διὰ τῆς
10048ἐλευθερίας, ἡ ὁποία παρέχεται, ὅπως κατασκευάζωνται ἡ
10049ἄσβεστος καὶ οἱ ἄνθρακες. Ἐὰν ἦναι πρᾶγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον
10050καταστρέφει τὰ ἡμέτερα δάση καὶ τὰ ἀποψιλώνει, εἶναι αὐτὴ
10051ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀνεπιστήμων ὑλοτομία, καὶ ἡ κατασκευὴ
10052τῆς ἀσβέστου καὶ τῶν ἀνθράκων. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μελε-
10053τῶν ποικίλα, μοὶ ἔτυχε νὰ ἀναγνώσω σχέδια νόμων περὶ δα-
10054σῶν καὶ ἄλλας μελέτας, ἑκατοντάδας ὁλοκλήρους. Ἀπὸ τῆς
10055ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἄλλο γίνεται,
10056προκειμένου περὶ τοῦ κλάδου τούτου, ἢ μία διαρκὴς σύνταξις
10057νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ γεί-
10058νωσι νόμοι, καὶ οὕτω πως οὐδέποτε ἐγένετο δυνατὴ ἡ περι-
10059φρούρησις τῆς περιουσίας αὐτῆς τοῦ Δημοσίου, οἵα εἶναι ἡ
10060δασικὴ περιουσία τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐν τῷ μεταρ-
10061ρυθμιστικῷ προγράμματι τῆς Κυβερνήσεως — διότι δὲν ἐνθυ-
10062μοῦμαι ἤδη τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ — ὑπῆρχε καὶ τὸ μέτρον
10063τῆς βελτιώσεως τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς περιφρουρήσεως τῶν
10064δασῶν. Ἐν τούτοις, ἂν ἐν τῷ προγράμματι ἐκείνῳ ὑπάρχῃ,
10065ἢ ἂν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε μεριμνήσει ἡ Κυβέρνησις,
10066εὐάρεστον θὰ ἦτο, ἵνα πράγματι καταστῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ
10067νομοσχέδια νόμοι, καὶ οὕτω πως δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν καὶ
10068νομοθεσίαν δασικὴν κατάλληλον, ὥστε καὶ εἰς τὸ Δημόσιον
10069νὰ παράσχῃ ποικίλας ὠφελείας, καὶ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν κα-
10070τοίκων καὶ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν νὰ ἦναι ὠφέλιμος.
10071Ἐὰν, Κύριοι, ἐβελτιοῦτο ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας, ἐὰν
10072ἐπροστατεύετο ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία, ἡ συνδεομένη
10073μετὰ τῆς γεωργίας, θὰ ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ ἐλπίσῃ εἰς
10074μεγάλην ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὴν
10075βελτίωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν.
10076Ἀλλ’ ἓν τῶν μέτρων τούτων, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λάβῃ
10077ἡ Κυβέρνησις, εἶναι βεβαίως ἡ ἀνάπτυξις τῶν δημοσίων ἔρ-
10078γων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν βλέπω νὰ δίδηται μεγάλη φροντὶς καὶ
10079εἰς τὸν παρόντα Προϋπολογισμόν, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.
10080Οὔτε διὰ τὰ ἕλη ἀναγράφεται ποσὸν μέγα. Καὶ ἤκουσα τὴν
10081γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶπεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
10082Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τῶν εὐτελῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε
10083ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν βε-
10084βαίως οὐδὲν σπουδαῖον καὶ γενναῖον ἔργον ἀποξηράνσεως ἑλῶν
10085νὰ γένηται. Ἐν τούτοις ὅμως πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέρ-
10086χεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, πάντοτε γνωρίζει — καὶ γνωρίζει διότι
10087εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον ψηλαφητὸν καὶ τόσον καταφανὲς, —
10088ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν, οὐ μό-
10089νον, ὅπως πορισθῶσιν οἱ περίοικοι, ἢ καὶ τὸ Δημόσιον, γαίας
10090ἐκτεταμένας καὶ γονίμους, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ
10091δημοσία ὑγεία· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εὑρίσκονται ἀπὸ δεκάδων
10092ἐτῶν ὑπὸ μελέτην πάντοτε, καὶ οὐδέποτε κατορθοῦται νὰ
10093προσαχθῇ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης, καὶ ψηφισθῇ μέτρον τι
10094ἄξιον σημασίας.
10095Ἀλλὰ συγχρόνως μετὰ τῆς ἀναπτύξεως ὅλων αὐτῶν τῶν
10096ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα, μετὰ τῆς προστασίας
10097τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ἔδει νὰ παρακολουθῇ ἡ
10098δημοσία ἀσφάλεια. Ἀλλὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἴδετε
10099κατὰ τίνα τρόπον περιέγραφον χθὲς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι,
10100ὅτε ἐδόθη ἀφορμὴ ἔκ τινος κρεμάσματος πολιτῶν, τοὺς ὁποί-
10101ους ἀπεπειράθη ν’ ἀπαγχονίσῃ, δὲν γνωρίζω ποῖος ἀστυνόμος
10102ποίου χωρίου πλησίον τῆς Ἀττικῆς. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἰδέα ἐν
10103τῇ Βουλῇ εἶναι οἵα καὶ ἡ γενικὴ τῆς κοινωνίας περὶ τῆς
10104καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δέον νὰ ἀναγνώσῃ τις
10105εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἑκάστοτε γράφουσιν αὗται, πῶς εἰκο-
10106νίζουσι τὴν ἀθλιότητα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς ποῖον δυσ-
10107θεώρητον ὕψος ἔχει ὑψωθῆ ἡ ζωοκλοπή, ἥτις ἀποστερεῖ τοὺς
10108κτηνοτρόφους χιλιάδων ζώων κατ’ ἔτος, ποῖαι ἀπαγωγαὶ γί-
10109νονται, ποῖαι κλοπαί, καὶ ποῦ ἔχει φθάσει ἐν γένει ἡ ἐγκλη-
10110ματικότης, ἵνα σχηματίσῃ ἰδέαν περὶ τῆς ἀθλιότητος, εἰς ἣν
10111περιέστημεν. Καὶ ἀνέκαθεν μὲν δὲν εὑρίσκετο αὕτη εἰς εὐά-
10112ρεστον σημεῖον, ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχει περιέλ-
10113θει εἰς ἀθλίαν ὄντως κατάστασιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ἐφαρ-
10114μοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας καὶ ὁ περὶ χωροφυλακῆς·
10115ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ εἶχεν
10116ἀναμφισβητήτως τὴν ἰδέαν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως
10117τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τὰ νομοσχέδια ὅμως ταῦτα, κατὰ
10118πᾶσαν πιθανότητα, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ἡ δημοσία ἀ-
10119σφάλεια θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον.
10120Ἡ κατάστασις δὲ αὕτη παρεμποδίζει σπουδαίως τὴν ἀνά-
10121πτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν
10122τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν συστήματος.
10123Περὶ στρατοῦ εὐρέως ὡμίλησα κατὰ παρελθοῦσάν τινα συν-
10124εδρίασιν, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω. Εἶχον νὰ φέρω παρα-
10125τηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἃς καὶ
10126ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔφερα, ὁ δὲ
10127ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς ἀνέγραψεν αὐτὰς ἐν τῇ ἐκθέσει του,
10128ἀλλ’ εἶδον, ὅτι φρονεῖ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐκεῖναι ἤθε-
10129λον ἐπαυξήσει τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐγὼ ὅμως ἔφερα
10130ταύτας διὰ λόγους καθαρᾶς οἰκονομίας, διότι ὅλα τὰ μέτρα,
10131ἅτινα ἐπρότεινα, ἔτεινον εἰς ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ
10132προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Εἶναι ἡ ὥρα προ-
10133κεχωρημένη, εἶναι ἤδη πρωΐα, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακο-
10134λουθήσω ἀγορεύων· διὰ τοῦτο θὰ ἦμαι σύντομος, θὰ τελειώ-
10135σω μετ’ ὀλίγον, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂς λάβῃ τὸν Προϋπολο-
10136γισμόν, καὶ ἂς ἡσυχάσῃ.
10137Ἔλεγον λοιπόν, ἀναφερόμενος εἰς τὰς προτάσεις μου, ὅτι
10138δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν πλοῖα διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐθνι-
10139κοῦ στόλου, ὅτι δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν ταῦτα, ἀλλ’ οὐδέ-
10140ποτε θὰ ἔχωμεν πραγματικὸν ναυτικόν, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβά-
10141νομεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως συντη-
10142ρῆται ὁ στόλος οὗτος. Οὕτως, ἂν ἐξετάσῃ τις τὰ τμήματα
10143τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ πλεῖστα τού-
10144των, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ὦσιν ἡ ψυχὴ τοῦ Ναυτικοῦ, εἰς οὐδὲν
10145ἀπολύτως ὠφελοῦσιν. Οὕτως ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
10146τῶν Ναυτικῶν τμῆμα Πυροβολικοῦ, ἀλλὰ δέον νὰ γνωρί-
10147ζητε, τί εἶναι αὐτὸ τὸ τμῆμα· εἶναι τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον
10148καταφεύγουσιν ὅσοι εἰργάσθησαν ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ ζητοῦ-
10149σιν ἀνάπαυσιν ἐν τῇ ξηρᾷ. Πολλάκις δὲ παρετηρήθη παρὰ
10150πολλῶν συναδέλφων καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Λεβίδου μία τῶν
10151οὐσιωδεστάτων ἐλλείψεων τοῦ Ναυτικοῦ, ἡ ἔλλειψις Ἐπιτε-
10152λικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις κυρίως κατεφάνη κατὰ τὸν τελευ-
10153ταῖον πόλεμον, ὅτε δὲν ἐγνώριζον, ποία ἦτο ἡ κατάστασις
10154τοῦ στόλου, καὶ ἀνέμενον τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ μά-
10155θωσιν αὐτήν· θὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ἡ κατάστασις αὕτη ἐφ’ ὅ-
10156σον δὲν ἱδρύεται τμῆμα Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ὅσα καὶ
10157ἂν εἰσπράξῃ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ ὅσα πλοῖα
10158καὶ ἂν ναυπηγηθῶσιν, οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον θὰ γνωρίζῃ,
10159ποῖα εἴδη εἰσέρχονται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ.
10160§523Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ
10161τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον νομοσχέ-
10162διον περὶ συστάσεως Ἐπιτελικοῦ Γραφείου, ἀλλὰ δυστυχῶς
10163ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ τὸ ψηφίσῃ.
10164Θὰ ζητήσω τὴν ἐκ νέου ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
10165διατάξει, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὸ ὑποστηρίξητε.
10166§524Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ τὸ ὑποστηρίξω μετὰ πάσης χαρᾶς.
10167Ἐπίσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχομεν χαρ-
10168τογραφικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἴσως εἴμεθα τὸ μόνον ναυτι-
10169κὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον στερεῖται τοιαύτης, ἐνῷ ἔχομεν ἀξιω-
10170ματικοὺς ἄριστα κατηρτισμένους καὶ δυναμένους νὰ ὑπηρε-
10171τήσωσιν εἰς τὸν κλάδον τοῦτον.
10172Ἀλλ’ ἂν ἔλθω εἰς τὸν Ναύσταθμον, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐ-
10173δὲν ἐπράξαμεν καὶ ἐν αὐτῷ, ἐνῷ οὗτος εἶναι ἡ καρδία τοῦ
10174Ναυτικοῦ. Πρὸ δεκαπενταετίας κατεσκευάσαμεν τὰ ἡμέτερα
10175πλοῖα, δὲν ἐφροντίσαμεν ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ
10176ἔχωμεν Δεξαμενὴν, ὅπως καθαρίζωνται ταῦτα ἐν Ἑλλάδι.
10177Ἐὰν δ’ ἐγνωρίζετε, ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ ἀπαιτούμε-
10178ναι διὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν πλοίων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, θὰ
10179ἐβλέπατε, ὅτι ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν Δεξαμενῆς ἀπὸ
10180τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ ἦτο ἐλαχίστη, ἀπέναντι τῶν δαπα-
10181νωμένων καθ’ ἑκάστην πρὸς καθαρισμὸν τῶν πλοίων ἐν τοῖς
10182εὐρωπαϊκοῖς Ναυστάθμοις. Δὲν θέλω ν’ ἀπαριθμήσω τὰς ἐλ-
10183λείψεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὁ Ναύσταθμος, διότι θὰ ἴδη-
10184τε, ὅτι δὲν ὑπάρχει στέγασμα διὰ τὰ πληρώματα, θὰ ἴδητε,
10185ὅτι τὰ νεώρια, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὰ τορπιλλοβόλα,
10186ἀφίνουσιν ἐκτεθειμένα εἰς ὅλας τὰς μεταβολὰς τοῦ καιροῦ,
10187καὶ κατήντησεν ἄχρηστος ὁ ἡμέτερος τορπιλλικὸς στόλος.
10188§525Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι ἐγήρασαν τὰ τορπιλλοβόλα.
10189§526Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐφθάρησαν τὰ σκάφη ταῦτα,
10190διότι ἐξετέλεσαν ὑπηρεσίας μακρὰς,—καθόσον, ὡς γνωστὸν,
10191δὲν ἐξετέλεσαν πλόας,—ἀλλὰ κατεστράφησαν εὑρισκόμενα
10192ἐν αὐτῷ τῷ Ναυστάθμῳ ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας.
10193Ἐπίσης ἐν τῷ Ναυστάθμῳ δὲν ὑπάρχει ἐργοστάσιον πρὸς
10194κατασκευὴν πλινθανθράκων· τοῦτο δὲ καὶ ἀνεγράφη παρ’ ἐ-
10195μοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ.
10196Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, διότι
10197δι’ αὐτοῦ θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη οἰκονομία εἰς τὴν καύσιμον
10198ὕλην. Ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀγοράζωμεν διὰ τὸν στόλον
10199ἄνθρακας εἰς χῦμα, ἀλλ’ ὅταν παραλαμβάνωμεν αὐτοὺς, εὑ-
10200ρίσκομεν, ὅτι ὑπάρχει ἐλάττωσις 10% ἐκ τῆς προστριβῆς.
10201Ἐὰν ὑπῆρχεν ἐργοστάσιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία δὲν ὑπερβαί-
10202νει τὰς 60,000 δραχμὰς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ οἰκονο-
10203μία εἰς τὴν καύσιμον ὕλην τοῦ στόλου, διότι θὰ ἠδύναντο
10204ν’ ἀναμιχθῶσιν οἱ ἄνθρακες οἱ ἑλληνικοὶ μετὰ τῶν γαιανθρά-
10205κων τοῦ Κάρδιφ, καὶ θ’ ἀπετελεῖτο οὕτω μίγμα ἐκτάκτως
10206καλὸν, καὶ οἰκονομικὸν ἀφ’ ἑτέρου. Ἀπαραίτητον ἐπίσης
10207εἶναι νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀνθρακαποθήκη, ἥτις δὲν ὑφίσταται. Δὲν
10208δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ναύσταθ-
10209μος, διὰ τὸν ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 7,000,000 δραχ-
10210μὰς, στερούμενος ἀνθρακαποθήκης, καὶ ὅτι ἀναγκάζεται ἑκά-
10211στοτε ὁ στόλος νὰ προμηθεύηται τοὺς γαιάνθρακας ἐκ Πει-
10212ραιῶς.
10213Περὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως δὲν θέλω ὁμιλήσει,
10214ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ συν-
10215εδριάσεις τῆς Βουλῆς· θὰ ἔλθωσιν οἱ νόμοι περὶ τῆς δημο-
10216τικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ θὰ λάβω ἀφορμὴν ἐκ τούτου νὰ ὁμι-
10217λήσω.
10218Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶδεν μέχρι τοῦδε οὔτε νὰ
10219σκεφθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
10220εἶναι τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Νομοσχέ-
10221διον ὑπὲρ αὐτῆς οὐδὲν εἰσήχθη. Ἠκούσατε προχθὲς ἀξιοτίμου
10222συναδέλφου, ἀγορεύοντος καὶ λέγοντος, ὅτι κατέκλυσε τὴν
10223Ἐκκλησίαν ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ κακοήθεια. Τοιαύτην παριστῶσιν
10224εἰκόνα οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀλλαχοῦ συντελοῦσιν εἰς
10225τὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν αὐτοῦ ἐν τῇ
10226πάλῃ τοῦ βίου, εἰς τὴν παρηγορίαν τῶν θλιβομένων ψυχῶν!
10227Εἶχον παρατηρήσει ἔν τινι στατιστικῇ τῆς Πρωσσίας, ὅτι
10228ἐπὶ 1297 κατοίκων ἀναλογεῖ εἷς ἱερεύς, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἡ
10229διαφορὰ τῶν κατοίκων πρὸς τοὺς ἱερεῖς εἶναι καταπληκτική·
10230ἀναλογεῖ εἷς ἱερεὺς ἐπὶ 283 κατοίκων· καὶ δύνανται μὲν νὰ
10231ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ἡ Γερμανία εἶναι πυκνότερον κατῳκη-
10232μένη ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἑπομένως δύναται εἷς ἱερεὺς νὰ ἐπαρκῇ
10233εἰς 1297 κατοίκους, ἀλλ’ ἐὰν ἔλθωμεν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας
10234αὐτῆς, εἰς τὴν πτωχὴν Πομμερανίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν πυ-
10235κνότητα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔκτασιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὴν
10236ἔκτασιν τοῦ ἡμετέρου Κράτους, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ αὐταὶ
10237ἀναλογίαι ὑπάρχουσι. Παρ’ ἡμῖν κατωρθώθη, ὥστε πολλοὶ
10238ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, ἢ οὐδεμίαν
10239ἀπολύτως μόρφωσιν ἔχοντες, νὰ χειροτονῶνται ἱερεῖς, νὰ εἰσ-
10240έρχωνται εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας, καὶ
10241νὰ συντελῶσι— δῆθεν συντελῶσιν—εἰς τὴν διάπλασιν καὶ
10242ἐξημέρωσιν τῆς κοινωνίας! Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία παρ’
10243ἡμῖν δὲν μεταβάλλεται, ἐφ’ ὅσον ὁ Κλῆρος εὑρίσκεται εἰς
10244τοιαύτην ἀθλίαν κατάστασιν, περιφρονούμενος παρὰ τῶν με-
10245μορφωμένων, χλευαζόμενος παρὰ τῶν ἁπλοϊκῶν, δὲν δύνα-
10246ται νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἡ πίστις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κύριος
10247εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τὴν
10248ὁποίαν ἐξαρτᾷ καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὴν
10249ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς
10250διοικήσεως, καὶ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα
10251ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι, ὅτι ἡ πίστις ἐκείνη
10252δύναται νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν κατοίκων τῆς Ἑλ-
10253λάδος, ἐφ’ ὅσον ὁ Κλῆρος ἀποτελῇ τὴν ὑποστάθμην τῆς Ἑλ-
10254ληνικῆς κοινωνίας. Ἀλλαχοῦ πράγματι ἡ Θρησκεία ἐγένετο
10255μέσον ἐκπολιτιστικόν, καὶ οὐ μόνον συνετέλεσεν εἰς τὴν δια-
10256μόρφωσιν τῶν κοινωνιῶν, ἀλλὰ συνετέλεσε καὶ ὡς πολιτικὴ
10257δύναμις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξηρτήθησαν αἱ λύσεις μεγάλων ἐθνι-
10258κῶν συμφερόντων. Παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δουλείας
10259ὁ Κλῆρος εἶχε τὴν ἐπίσημον καὶ ἐπιβλητικὴν αὐτοῦ θέσιν,
10260ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐγενόμεθα Κράτος ἐλεύθερον, ὁ Κλῆρος ἐξε-
10261φαυλίσθη, τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐξέπεσε, καὶ δὲν ἀπο-
10262τελεῖ τοῦτο τὴν βάσιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας.
10263Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως μείζονα
10264ἐπιστήσῃ προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ λάβῃ μέρι-
10265μναν· διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχωμεν θρησκευτικὸν αἴσθημα, οὐ-
10266δόλως θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς χώρας ἡμῶν
10267καὶ τῆς χώρας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐξαρτᾷ τὰς ἐλπίδας της ἀφ’
10268ἡμῶν.
10269§527Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
10270§528ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
10271Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
10272Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Βʹ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων,
10273«Ἔμμεσοι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόροι».
10274(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὡς
10275καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
10276ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, μετὰ τῶν ἐν τοῖς κε-
10277φαλαίοις Βʹ καὶ ΙΖʹ ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
10278Οἰκονομικῶν τροποποιήσεων).
10279§529ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
10280δων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 δραχμαὶ
10281115,734,159.20.
10282Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
10283σιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10284(Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρ-
10285χὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ
10286προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ
102871901, ὡς ἐτροποποιήθη).
10288§530ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους
10289τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.
10290Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
10291(Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κε-
10292φάλαια 1–4).
10293Κεφάλαιον 5. «Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων». (Ἀναγινώ-
10294σκεται κατ’ ἄρθρον).
10295§531Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
10296Τὸ ἄρθρον 2 παρακαλῶ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἄρθρα: «Ἄρθρον
102972. Μισθοὶ προσωπικοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς καὶ ἔξοδα
10298ἐν γένει δραχ. 109,160», καὶ «ἄρθρον 3. Μισθοὶ προσωπι-
10299κοῦ καὶ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης δραχ. 42,600». Πρὸς τούτοις
10300ἡ ἐν ἄρθρῳ 3, λαμβάνοντι τὴν τάξιν ἄρθρου 4, πίστωσις νὰ
10301αὐξήσῃ κατὰ 6,000 δραχμὰς «δι’ ἀντιμισθίαν ἐκτάκτου
10302προσωπικοῦ πρὸς ἔγκαιρον ἐκτύπωσιν τῆς Ἐφημερίδος τῶν
10303Συζητήσεων τῆς Βουλῆς».
10304(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5, ὡς ἐτροποποιήθη Μεθ’ ὃ
10305ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια
103066–12).
10307§532ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρή-
10308σεων». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10309§533Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
10310Παρακαλῶ, συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν μου, νὰ τρο-
10311ποποιηθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὡς ἑξῆς:
10312«Ἄρθρον 1. Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 544,362.78,
10313«Ἄρθρον 2. Ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων 30,351.52.
10314«Τὸ ὅλον δραχ. 574,714.30.»
10315(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ
10316ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφά-
10317λαια 14–22).
10318§534ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 23. «Ἐκτέλεσις νόμων περὶ πε-
10319τρελαίου δραχ. 1,254,658.35».
10320§535Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
10321Ἡ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ πετρελαίου πίστωσις παρα-
10322καλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχ. 200,000 εἰς χρυσὸν, καταλο-
10323γιζομένη ὑπὸ τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ κεφαλαίου τούτου «προμή-
10324θεια πετρελαίου καὶ ναῦλος».
10325(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 23, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ
10326ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφά-
10327λαια 24–28).
10328§536ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 29. «Νομισματικὴ διαφορὰ διὰ
10329τὰς εἰς χρυσὸν πληρωμὰς δραχ. 787,560.60.»
10330§537Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
10331Ἡ πίστωσις τοῦ κεφαλαίου τούτου παρακαλῶ ν’ αὐξήσῃ κατὰ
10332120,000 δραχμὰς, συνεπείᾳ τῆς ἐν κεφαλαίῳ 23 γενομένης
10333μεταβολῆς.
10334(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 29, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’
10335ὃ ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ
10336κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
10337τῶν Οἰκονομικῶν).
10338§538ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
10339τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ.
1034027,156,098.88.
10341Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10342ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10343Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δη-
10344μοσίου χρέους.
10345(Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπο-
10346λογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους,
10347καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως).
10348§539ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
10349τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δραχ. 32,344,624.30.
10350Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10351ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10352Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
10353(Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον Α «Κεντρικὴ
10354ὑπηρεσία», καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
10355Κεφάλαιον Βʹ. «Διπλωματικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκε-
10356ται κατ’ ἄρθρον).
10357§540Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Συμ-
10358φώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν μου, παρακαλῶ νὰ αὐ-
10359ξήσῃ ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «μισθοὶ προσωπικοῦ τῶν ἐν Κωνσταντι-
10360νουπόλει, Παρισίοις κλπ. Πρεσβειῶν» πίστωσις κατὰ δραχ.
1036114,040.
10362(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Βʹ, ὡς ἐτροποποιήθη).
10363§541ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Προξενικὴ ὑπηρεσία».
10364(Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10365Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10366τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐξάνει ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «μισθοὶ προξενικῶν
10367ὑπαλλήλων καὶ ἐπιχορηγήσεις» πίστωσις κατὰ δραχμὰς
103685,640, ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «γραφικὰ ἔξοδα ἐμμίσθων προξενικῶν
10369ἀρχῶν» κατὰ δραχμὰς 360, ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ἐνοίκια γραφείων
10370ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν» κατὰ δραχ. 5,000, καὶ ἡ ἐν
10371ἄρθρῳ 5 «ἔξοδα κινήσεως προξενικῶν ὑπαλλήλων» κατὰ
10372δραχ. 7,000. Οὕτω τὸ κεφάλαιον Γʹ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
10373946,800.
10374Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10375ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10376Κεφάλαιον Δʹ. «Ἐξωτερικαὶ δαπάναι». Ἄρθρον 1. «Διά-
10377φοροι ἐξωτερικαὶ δαπάναι, μὴ εἰδικῶς προβλεπόμεναι, ὁρι-
10378ζόμεναι δὲ διὰ Β. Διαταγμάτων κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΚΔʹ τοῦ
103791892, δραχ. 450.000».
10380§542Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Συμ-
10381φώνως πρὸς τὴν ὁμόθυμον εὐχὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προ-
10382ϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν παραδέχεται καὶ ἡ Κυβέρνησις,
10383παρακαλῶ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τούτου εἰς
10384δραχμὰς 650,000.
10385§543Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ νὰ καταργηθῇ ἡ πί-
10386στωσις τῶν Πρεσβειῶν.
10387Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
10388ηὐχήθημεν, ὅπως ἡ πλειονοψηφία δεχθῇ νὰ καταργηθῶσι δύο
10389Πρεσβεῖαι, καὶ παρακαλοῦμεν νὰ καταργηθῶσιν αὗται.
10390§544ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πίστωσις διὰ τὰς Πρεσβείας ἐψηφίσθη
10391ἤδη. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν.
10392Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον Δʹ, ὡς ἐτροποποιήθη,
10393παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10394Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10395Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
10396τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. 2,846,018.36.
10397Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10398ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10399Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
10400Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται
10401κατ’ ἄρθρον).
10402Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐγγράφου δηλώ-
10403σεώς του προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα ὑπηρε-
10404σίας Ὑπουργείου» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 1000. Οὕτω τὸ
10405ὅλον τοῦ κεφαλαίου 1 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 67,940.
10406Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 1, ὡς ἐτροποποιήθη,
10407παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10408Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10409(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον τὰ κεφάλαια 2–4, καὶ
10410γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως).
10411§545ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. «Εἰσαγγελίαι Ἐφετῶν».
10412(Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10413Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐγγράφου δη-
10414λώσεώς του προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «μισθοὶ βοη-
10415θητικοῦ προσωπικοῦ Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν» πίστωσις κατὰ
10416δραχμὰς 1200. Οὕτω τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 5 ἀνέρχεται
10417εἰς δραχμὰς 69,960.
10418Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 5, ὡς ἐτροποποιήθη,
10419παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10420Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10421(Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ
10422κεφάλαιον 6, «ἔξοδα ὑπηρεσίας Εἰσαγγελιῶν Ἐφετῶν», ἄνευ
10423ἀντιρρήσεως).
10424§546ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7. «Πρωτοδικεῖα». (Ἀναγινώ-
10425σκεται κατ’ ἄρθρον).
10426Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του προ-
10427τείνει, ὅπως ἡ ἐν ἄρθρῳ 18 πίστωσις αὐξηθῇ κατὰ δραχμὰς
10428720, ἐπὶ τῇ προσθήκῃ ἑνὸς ἔτι γραφέως ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ
10429Κεφαλληνίας. Οὕτω τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 7 ἀνέρχεται εἰς
10430δραχμὰς 973,320.
10431Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 7, ὡς ἐτροποποιήθη,
10432παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10433Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10434(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
10435κεφάλαια 8, 9 καὶ 10, ὡς ἔχουσι).
10436§547ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 11. «Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πται-
10437σματοδικεῖα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10438Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει νὰ προστεθῶ-
10439σιν: ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν Εἰρηνοδικείων» δραχ. 4,560,
10440ἐν ἄρθρῳ 2 «προσωπικὸν Πταισματοδικείων» δραχ. 9,840,
10441ἐν ἄρθρῳ 3 «διὰ γραφικὴν ὕλην Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισμα-
10442τοδικείων» δραχ. 648, καὶ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐνοίκια Εἰρηνοδι-
10443κείων καὶ Πταισματοδικείων» δραχ. 15,000, διότι προστί-
10444θενται ἓν Εἰρηνοδικεῖον αʹ τάξεως καὶ δύο Πταισματοδικεῖα,
10445προάγεται δὲ ἓν Εἰρηνοδικεῖον βʹ τάξεως εἰς Εἰρηνοδικεῖον
10446αʹ τάξεως. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 11 ἀνέρχονται ἐν
10447ὅλῳ εἰς δραχμὰς 1,037,013.60.
10448Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 11, ὡς ἐτροποποιήθη,
10449παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10450Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10451Κεφάλαιον 12. «Φυλακαὶ σωφρονιστικαί». (Ἀναγινώσκε-
10452ται κατ’ ἄρθρον).
10453Ὁ κ. Ὑπουργὸς, συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν
10454του, προτείνει νὰ προστεθῶσιν: ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν
10455φυλακῶν Συγγροῦ» δραχ. 1680, ἐν ἄρθρῳ 3 «προσωπικὸν
10456φυλακῶν Κεφαλληνίας» δραχ. 960, ἐν ἄρθρῳ 6 «προσωπι-
10457κὸν φυλακῶν Ἀβέρωφ» δραχ. 6,720. Νὰ προστεθῇ δὲ καὶ
10458ἄρθρον 7 «Προσωπικὸν κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν δραχ.
1045914,160». Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 12 ἀνέρχονται ἐν
10460ὅλῳ εἰς δραχμὰς 108,732.
10461Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 12, ὡς ἐτροποποιήθη,
10462παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10463Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10464Κεφάλαιον 13. «Φυλακαὶ ἐξεταστικαὶ καὶ ποινικαί».
10465(Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10466Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐγγράφου δη-
10467λώσεώς του προτείνει νὰ προστεθῶσιν: ἐν ἄρθρῳ 1 «προσω-
10468πικὸν φυλακῶν» δραχ. 360, ἐν ἄρθρῳ 3 «φύλακες» δραχ.
104694,440, καὶ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐνοίκια φυλακῶν ἐν γένει» δραχ.
10470840. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ
10471εἰς δραχμὰς 207,135.
10472Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη,
10473παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10474Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10475(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
10476λοιπὰ κεφάλαια τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύ-
10477νης, ὡς ἔχουσι).
10478§548ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
10479τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ.
104806,243,573.54.
10481Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10482ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10483Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
10484Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’
10485ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
10486Κεφάλαιον 2. «Διοίκησις τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν».
10487(Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον)
10488Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει νὰ αὐξηθῇ
10489ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 πίστωσις «ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Νομαρχείων»
10490κατὰ δραχ. 5,000. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ κεφαλαίου 2 ἀνέρ-
10491χονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 485,450.
10492Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 2, ὡς ἐτροποποιήθη,
10493παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10494Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10495(Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον 3 «δημο-
10496σία ἀσφάλεια», καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει)
10497§549ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4. «Δημοσία ὑγεία». (Ἀναγι-
10498νώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10499§550Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
10500βερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρε-
10501στούμενος δεχθῇ νὰ αὐξηθῇ ἡ ἐν ἄρθρῳ 15 «Λεπροκομεῖον
10502ἐν Θήρᾳ» πίστωσις κατὰ δραχμὰς 1200, διότι τὸ ἀναγρα-
10503φόμενον ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν δὲν ἐπαρκεῖ.
10504§551Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
10505§552ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 4, ὡς
10506ἐτροποποιήθη, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 315,190, παρακαλοῦν-
10507ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ
10508παρεδέχθη.
10509(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
10510κεφάλαια 5–10, ὡς ἔχουσι.)
10511Κεφάλαιον 11. «Συνδρομαὶ εἰς Συλλόγους». (Ἀναγινώ-
10512σκεται κατ’ ἄρθρον.)
10513§553Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
10514Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ παρακαλῶ νὰ γεί-
10515νωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἐν ἄρθρῳ 3 «Συνδρομὴ εἰς τὴν
10516Φιλαρμονικὴν Τριπόλεως» ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν κατὰ δραχ-
10517μὰς 300· ἐν ἄρθρῳ 7 «εἰς Ἑλληνικὴν Βιομηχανικὴν Ἑται-
10518ρείαν» κατὰ δραχμὰς 1000· ἐν ἄρθρῳ 9 «εἰς τὴν Ἑταιρείαν
10519τῶν Φιλοτέχνων» κατὰ δραχμὰς 500· ἐν ἄρθρῳ 12 «εἰς τὴν
10520Μουσικὴν Ἑταιρείαν Ἀθηνῶν» κατὰ δραχ. 500· ἐν ἄρθρῳ
1052113 «εἰς τὰς Φιλαρμονικὰς Ἀργοστολίου, Θήρας, Καλαμῶν,
10522Κορίνθου, Λαρίσης, Λευκάδος, Μεσολογγίου καὶ Πύργου»
10523κατὰ δραχμὰς 100 δι’ ἑκάστην. Ν’ ἀναγραφῶσι δὲ πιστώ-
10524σεις: ὑπὲρ τῶν Φιλαρμονικῶν Αἰγίου, Ἀγρινίου, Ἄρτης,
10525Ληξουρίου, Τήνου καὶ Σπάρτης ἀνὰ δραχ. 200 δι’ ἑκάστην,
10526ὑπὲρ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου ἐκ δραχμῶν 1500,
10527ὑπὲρ τοῦ Συλλόγου τῶν Φιλομούσων ἐν Σύρῳ ἐκ δραχμῶν
10528400, καὶ ὑπὲρ τοῦ Γεωπονικοῦ Συλλόγου ἐν Ξυλοκάστρῳ
10529τῆς Κορινθίας ἐκ δραχμῶν 1000, προστιθεμένων ἄρθρων 14,
1053015, 16 καὶ 17.
10531§554ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 11 μετὰ
10532τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προτεινομένων προσθηκῶν
10533παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10534Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10535Κεφάλαιον 12. «Γεωργία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον,
10536καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
10537Κεφάλαιον 13. «Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα». (Ἀνα-
10538γινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10539Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10540τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἄρθρον 13 «Προσωπικὸν Ἠλεκτρικοῦ
10541ἐργοστασίου δρ. 15,480» τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Προσω-
10542πικὸν ἠλεκτρικῆς ὑπηρεσίας δραχ. 28,315». Οὕτω τὸ πο-
10543σὸν τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 3,311,225.
10544Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη,
10545παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10546Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10547(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
10548κεφάλαια 14 καὶ 15, ὡς ἔχουσι).
10549Κεφάλαιον 16. «Καλλωπισμὸς τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν
10550πέριξ». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10551Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει ν’ αὐξήσῃ ἡ
10552ἐν ἄρθρῳ 3 «Συνδρομὴ εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ζαππείου» πίστω-
10553σις κατὰ δραχμὰς 20,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου
1055416 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 77,000.
10555Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 16, ὡς ἐτροποποιήθη,
10556παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10557Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10558(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12
10559«Σχέδια πόλεων». Ἄρθρον 1. «Ἔξοδα μελέτης καὶ ἐφαρ-
10560μογῆς τοῦ νόμου περὶ σχεδίων δραχ. 3,000»):
10561§555ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 18. «Ὑδραυλικὰ ἔργα». (Ἀνα-
10562γινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10563Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει νὰ αὐξήσῃ ἡ
10564ἐν ἄρθρῳ 7 «Διευθέτησις Βουραϊκοῦ ποταμοῦ» πίστωσις κατὰ
10565δρ. 20,000· νὰ προστεθῶσι δὲ τὰ ἑξῆς ἄρθρα: «Ἄρθρον 9.
10566Ἀποξήρανσις ἕλους Μουστοῦ ἐν Κυνουρίᾳ δραχ. 20,000».
10567«Ἄρθρον 10. Ὁμοίως ἕλους Λεχαινῶν δραχμαὶ 20,000».
10568«Ἄρθρον 11. Ὁμοίως χειμάρρου Πήγαδος εἰς χωρίον Χα-
10569σάμπασα Ἰθώμης δραχ. 4,000». Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφα-
10570λαίου 18 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 110,500.
10571Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 18, ὡς ἐτροποποιήθη,
10572παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10573Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10574(Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς
10575ἔχει, τὸ κεφάλαιον 19. «Κατασκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων
10576Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν»).
10577§556ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 20. «Κατασκευὴ καὶ συντήρη-
10578σις κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». (Ἀναγινώ-
10579σκεται κατ’ ἄρθρον).
10580Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10581τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ἐπισκευὴ Καπνοκοπτηρίου
10582Ἀθηνῶν» πίστωσις ἐκ δραχμῶν 10,000 αὐξάνει κατὰ δρ.
1058395,300· προστίθενται δὲ ἄρθρα 6 καὶ 7, ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον
105846. Ἀνέγερσις κτιρίου Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, αἰθούσης ἀπο-
10585σκευῶν καὶ γραφείου δρ. 150,000». «Ἄρθρον 7. Ἀνέγερσις
10586αἰθούσης ἀποσκευῶν καὶ γραφείου ταχυδρομικῶν δεμάτων
10587ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς δραχ. 30,000.» Οὕτω τὸ ποσὸν
10588τοῦ κεφαλαίου 20 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 357,800.
10589Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 20, ὡς ἐτροποποιήθη,
10590παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10591Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10592(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς
10593ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 21 καὶ 22).
10594§557ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 23. «Ἀνέγερσις ναῶν ἐν Θεσ-
10595σαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10596Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συμφώνως πρὸς τὴν
10597ἔγγραφον δήλωσίν του, προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ κεφά-
10598λαιον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἀνέγερσις ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κλπ.
10599Ἄρθρον 1. Δι’ ἀνέγερσιν ναῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βόλου, Δο-
10600μοκοῦ κλπ. δραχ. 83,900. Ἄρθρον 2. Δι’ ἐπισκευὴν ναῶν
10601ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Δομοκοῦ καὶ Λαρίσης δραχ. 69,386.96.
10602Ἄρθρον 3. Διὰ πληρωμὴν καταληφθεισῶν ἐκτάσεων πρὸς
10603σύστασιν Ὀθωμανικοῦ Νεκροταφείου δραχ. 1250. Ἐν ὅλῳ
10604δραχ. 154,536.96».
10605Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 23, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
10606καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
10607Βουλὴ παρεδέχθη.
10608(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς
10609ἔχει, τὸ κεφάλαιον 24 «Ὁδοποιΐα»).
10610§558ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 25...
10611§559Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
10612Ἐσωτερικῶν). Ὡς κεφάλαιον 25 παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς:
10613«Ἐκτέλεσις ἔργων εἰς βάρος τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας». Ἄρ-
10614θρον 1. «Συμπλήρωσις καὶ ἀποπεράτωσις τοῦ ὑδραγωγείου
10615Πύργου δραχ. 50,000.»
10616(Γίνεται δεκτὸν τὸ νέον κεφάλαιον 25, κατὰ τὴν πρότασιν
10617τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται
10618δεκτὰ κατ’ ἄρθρον τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν κεφάλαια 26, 27
10619καὶ 28, ὡς ἔχουσι).
10620§560ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29, κατὰ τὴν νέαν τάξιν. «Νομι-
10621σματικὴ διαφορά».
10622Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10623τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀναγεγραμμένη
10624πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 7,701. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν
10625ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 246,645.
10626Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 29, ὡς ἐτροποποιήθη,
10627παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10628Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10629Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
10630γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δρ.15,140,566.96.
10631Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
10632ται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10633Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
10634μοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
10635Κεφάλαιον 1. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκεται κατ’
10636ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
10637Κεφάλαιον 2. «Διοίκησις Ἐκκλησίας». (Ἀναγινώσκεται
10638κατ’ ἄρθρον).
10639Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10640ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα Ἱερᾶς Συνόδου» πίστωσις αὐξάνει κατὰ
10641δραχμὰς 2463. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 2 ἀνέρχεται
10642ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 280,619.
10643Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 2, ὡς ἐτροποποιήθη,
10644παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10645Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10646Κεφάλαιον 3. «Ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται
10647κατ’ ἄρθρον).
10648§561ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
10649καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα Πρυ-
10650τανείας» πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 1520,
10651ἐξ ὧν 480 δι’ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἀρχιτέκτονος κατὰ
10652δραχ. 40 μηνιαίως. Ἐπίσης ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ὑπηρετικὸν προσω-
10653πικὸν πίστωσις κατὰ δραχ. 3,600, καὶ ἡ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐπι-
10654μεληταὶ καὶ βοηθοὶ» κατὰ δραχμὰς 9,480, ἐξ ὧν δρ. 360
10655δι’ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ βοηθοῦ τῆς κλινικῆς τῶν
10656μεταδοτικῶν νοσημάτων κατὰ δραχμὰς 30 μηνιαίως.
10657§562ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10658προτεινομένας αὐξήσεις τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 3 ἀνέρχεται
10659ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 554,980.
10660Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
10661καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
10662Βουλὴ παρεδέχθη.
10663Κεφάλαιον 4. «Ἀστυκλινική». Ἄρθρον 1. «Προσωπικὸν
10664Ἀστυκλινικῆς» δραχ. 7,320.
10665Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
10666θῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10667Κεφάλαιον 5. «Βιβλιοθῆκαι». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρ-
10668θρον).
10669Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10670προστίθεται ἄρθρον 9. «Ἔξοδα μετακομίσεως καὶ ἐγκατα-
10671στάσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης δραχ. 1000». Οὕτω τὸ
10672ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 5 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 36,970.
10673Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
10674καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
10675Βουλὴ παρεδέχθη.
10676(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς
10677ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 6, 7 καὶ 8).
10678Κεφάλαιον 9. «Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκε-
10679ται κατ’ ἄρθρον).
10680§563ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
10681δεύσεως). Ἡ ἐν ἄρθρῳ 4 «ἀμοιβὴ ἐπιτηρητῶν καὶ ἐπιστα-
10682τῶν ἀνασκαφῶν» πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχ.
10683480, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 10 «δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων κλπ.»
10684ἄρθρον πίστωσις ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς δρ. 30,000. Νὰ προστεθῇ
10685δὲ ἄρθρον 11 «Δι’ ἀποζημίωσιν ἕνεκα ἀρχαιολογικῆς ἀνάγ-
10686κης τῶν ἐντὸς καὶ πέριξ τοῦ ἐν Ἀθήναις Σταδίου ἰδιωτικῶν
10687γηπέδων δραχ. 100,000». Οὕτω δὲ τὰ ἄρθρα 11 ἕως 13
10688τοῦ κεφαλαίου τούτου λαμβάνουσι τὴν θέσιν ἄρθρων 12, 13
10689καὶ 14.
10690§564ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 9, συμφώνως πρὸς
10691τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς
10692δραχμὰς 245,600.
10693Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 9, ὡς ἐτροποποιήθη,
10694παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10695Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10696Κεφάλαιον 10. «Νομισματικὸν Μουσεῖον». (Ἀναγινώ-
10697σκεται καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
10698Κεφάλαιον 11. «Μέση ἐκπαίδευσις». (Ἀναγινώσκεται
10699κατ’ ἄρθρον).
10700§565ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
10701δεύσεως). Ἡ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Καρδίτσης πί-
10702στωσις ἐκ δραχμῶν 6,000, παρακαλῶ ν’ αὐξήσῃ εἰς δραχμὰς
1070312,000. Ν’ ἀναγραφῇ δὲ καὶ ἑτέρα πίστωσις ἐκ δραχμῶν
107046,000 πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν Λευκάδι Γυμνασίου. Ἐπίσης
10705ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν Γυμνασίων» πίστωσις ν’ αὐξήσῃ
10706κατὰ δραχμὰς 2,880 διὰ τὸν ἐτήσιον μισθὸν ἑνὸς ἔτι καθη-
10707γητοῦ Γυμνασίου.
10708§566ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ.
10709Ὑπουργοῦ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 11 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς
10710δραχμὰς 779,700.
10711Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 11, ὡς ἐτροποποιήθη,
10712παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10713Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10714Κεφάλαιον 12. «Γυμναστική». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρ-
10715θρον).
10716§567ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἀμφότεραι αἱ μερίδες ὡμίλησαν
10717καὶ ὁμιλοῦσιν ὑπὲρ τῆς Γυμναστικῆς· ὁ προϋπολογισμός
10718σας ὅμως ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν Γυμνα-
10719στικήν. Πέρυσιν εἴχετε βοήθημα ὑπὲρ τῆς Γυμναστικῆς, ἐφέ-
10720τος τὸ διεγράψατε. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ συνδρομὴ ὑπὲρ
10721τῶν Γυμναστικῶν Συλλόγων τοῦ Κράτους ἐκ δραχ. 10,000.
10722§568ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
10723δεύσεως). Πολὺ καλά. Ν’ ἀναγραφῇ.
10724Ἐπίσης παρακαλῶ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 «ὑπότροφοι πρὸς σπου-
10725δὴν τῆς γυμναστικῆς ἐν Ἑσπερίᾳ» πίστωσις ν’ αὐξήσῃ κατὰ
10726δραχμὰς 5,000.
10727§569ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς δύο ταύτας τροπο-
10728ποιήσεις τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 12 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς
10729δραχμὰς 130,520.
10730Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 12, ὡς ἐτροποποιήθη,
10731παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10732Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10733Κεφάλαιον 13 «Ἑλληνικὰ Σχολεῖα». (Ἀναγινώσκεται
10734κατ’ ἄρθρον).
10735Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10736ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων» πίστωσις
10737αὐξάνει κατὰ δραχ. 38,400, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 2 «μισθοὶ ἐπι-
10738στατῶν κλπ.» κατὰ δραχ. 10,800. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ
10739κεφαλαίου 13 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 1,794,736.
10740Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη,
10741παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10742Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10743Κεφάλαιον 14. «Συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα». (Ἀναγινώ-
10744σκεται κατ’ ἄρθρον).
10745§570ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ
10746κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «Συνδρομαὶ» πίστωσις αὐξάνει
10747κατὰ δραχμὰς 63,000.
10748§571ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
10749δεύσεως). Ἡ πίστωσις αὕτη παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ κατὰ
10750δραχμὰς ἔτι 18,500, ἐν ὅλῳ δραχ. 81,500, κατανεμομένη
10751ὡς ἑξῆς:
10752Εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον δραχ. 60,000. Εἰς τὴν
10753ἐν Πάτραις Σχολὴν τῶν ἀπόρων παίδων δραχμαὶ ἐν ὅλῳ
107541500. Εἰς τὴν Λαϊκὴν Σχολὴν Ζακύνθου δραχ. 500. Εἰς τὴν
10755Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν δραχ. ἐν ὅλῳ 20,000. Εἰς τὴν
10756Ἐπιστημονικὴν Ἑταιρείαν δραχ. 2,000. Εἰς τὴν Ἐθνολο-
10757γικὴν Ἑταιρείαν δραχ. 2,000. Εἰς τὸν Ζωολογικὸν Σταθμὸν
10758δραχ. 1000. Εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπαγγελματικὴν Σχο-
10759λὴν δραχ. 1500. Εἰς τὴν Χριστιανὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑται-
10760ρείαν δραχ. 1000. Εἰς τὸν Κ. Σάθαν «πρὸς εὕρεσιν καὶ συλ-
10761λογὴν ἀρχαίων χειρογράφων» δραχ. 3,000.
10762§572ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις ταύτας
10763τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 14 ἀνέρχεται ἐν
10764ὅλῳ εἰς δραχμὰς 97,460.
10765Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 14, ὡς ἐτροποποιήθη,
10766παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10767Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10768Κεφάλαιον 15. «Στοιχειώδης ἢ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις».
10769(Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10770§573ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
10771δεύσεως). Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσίν μου, παρα-
10772καλῶ, ὅπως ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα ὑπηρεσίας» πίστωσις αὐ-
10773ξήσῃ κατὰ δραχμὰς 600, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 18 «Ἰσραηλιτικὸν
10774ἐκπαιδευτήριον ἐν Λαρίσῃ» πίστωσις αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς
107751200. Προσέτι παρακαλῶ, ὅπως ἐν ἄρθρῳ 3 «ἔξοδα Ἐπο-
10776πτικῶν Συμβουλίων κλπ.» προστεθῇ πίστωσις δραχ. 1200
10777«δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων ὑπὸ ἐπιθεωρητριῶν». Νὰ προστεθῇ
10778δὲ καὶ ἄρθρον 20 «Ἰσραηλητικὸν Ἐκπαιδευτήριον ἐν Κερ-
10779κύρᾳ δραχ. 1200».
10780§574ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ κ.
10781Ὑπουργοῦ, τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 15 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ
10782εἰς δραχμὰς 1,299,280.
10783Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 15, ὡς ἐτροποποιήθη,
10784παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10785Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10786Κεφάλαιον 16. «Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων». (Ἀνα-
10787γινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10788Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10789ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» πίστωσις αὐ-
10790ξάνει κατὰ δραχμὰς 7,739, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ 2 «ἔξοδα δια-
10791γεγραμμένων χρήσεων» κατὰ δραχμὰς 3,507. Οὕτω τὸ πο-
10792σὸν τοῦ κεφαλαίου 16 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 22,252.
10793Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 16, ὡς ἐτροποποιήθη,
10794παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10795Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10796Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
10797τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δρ.
107985,392,457.
10799Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10800ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10801Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
10802(Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κε-
10803φάλαια 1–12, ὡς ἔχουσι).
10804§575ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρ-
10805θρον).
10806Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10807τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «κεκλεισμέναι χρήσεις»
10808πίστωσις αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 26,173.37, ἡ δὲ ἐν ἄρθρῳ
108092 «διαγεγραμμέναι χρήσεις» κατὰ δραχ. 14,000. Οὕτω τὸ
10810ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 13 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 351,884.95
10811Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 13, ὡς ἐτροποποιήθη,
10812παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10813Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10814(Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς
10815ἔχουσι, τὰ κεφάλαια 14 καὶ 15).
10816§576ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 16. (Ἀναγινώσκεται).
10817Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10818ἡ ἐν ἄρθρῳ 5 πίστωσις, ἀφορῶσα εἰς ἔργα, ὧν ἑκάστου ὁ προ-
10819ϋπολογισμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμάς, αὐξάνει κατὰ
10820δραχ. 193,000· προστίθεται δὲ καὶ ἄρθρον 6 διὰ τὰς οἰκο-
10821δομάς, ἑκάστης τῶν ὁποίων ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπερβαίνει
10822τὰς 10,000 δραχμάς, ἐκ δραχ. 12,000. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ
10823κεφαλαίου 16 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 892,500.
10824Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 16, ὡς ἐτροποποιήθη,
10825παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10826Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10827(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
10828κεφάλαια 17–25, ὡς ἔχουσι).
10829Κεφάλαιον 26. (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10830Ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει, ὅπως ἡ ἐν ἄρθρῳ 1 «μισθὸς
10831ἀξιωματικῶν» πίστωσις αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 43,920. Οὕτω
10832τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου 26 ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς
108332,482,920.
10834Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 26, ὡς ἐτροποποιήθη,
10835παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
10836Βουλὴ παρεδέχθη.
10837Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
10838τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 17,393,014.95.
10839Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10840ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10841Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
10842(Ἀναγινώσκονται κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς
10843ἔχουσι, τὰ κεφάλαια Α ΙΔʹ).
10844§577ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΕʹ. Ἄρθρον μόνον. «Ὁπλι-
10845σμὸς δρ. 216,680».
10846Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
10847τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πίστωσις αὐξάνει κατὰ
10848δραχμὰς 60,000, ἀνερχομένης οὕτω τῆς ὅλης πιστώσεως εἰς
10849δραχ. 276,680.
10850Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΙΕʹ, ὡς ἐτροποποιήθη,
10851παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10852Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10853(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον ΙϚʹ
10854ἄρθρον μόνον «Ἡμερομίσθια δραχ. 24,409»).
10855§578ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΖʹ. «Δημόσια ναυτικὰ κτίρια
10856καὶ ἔργα». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10857Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10858ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 πίστωσις διὰ τὰ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ Σαλαμῖνος
10859διάφορα κτίρια καὶ ἔργα αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 4,000. Οὕτω
10860τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου ΙΖʹ ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς
10861194,385.
10862Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΙΖʹ, ὡς ἐτροποποιήθη,
10863παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10864Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10865(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ κεφά-
10866λαιον ΙΗʹ ἄρθρον μόνον «Συγγράμματα δραχ. 17,000»).
10867§579ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΘʹ. «Διάφορα ἔξοδα» (Ἀνα-
10868γινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
10869Συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐν ἄρθρῳ
108703 πίστωσις «ἔξοδα γραφείων» αὐξάνει κατὰ δραχ. 5,000.
10871Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου ΙΘʹ ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ.
10872126,186.
10873Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΙΘʹ, ὡς ἐτροποποιήθη,
10874παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10875Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10876(Ἀναγινώσκονται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς
10877ἔχουσι, τὰ κεφάλαια Κʹ καὶ ΚΑʹ).
10878Κεφάλαιον ΚΒʹ. Ἄρθρον μόνον. «Νομισματικὴ διαφορὰ
10879δραχ. 737.595».
10880Συμφώνως πρὸς τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
10881ἡ πίστωσις αὕτη αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 36,000, ἀνερχομέ-
10882νης οὕτω τῆς ὅλης πιστώσεως εἰς δραχμὰς 773,595.
10883Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον ΚΒʹ, ὡς ἐτροποποιήθη,
10884παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
10885Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10886(Ἀναγινώσκεται εἶτα κατ’ ἄρθρον, καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς
10887ἔχει, τὸ κεφάλαιον ΚΓʹ «ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων»)
10888§580ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
10889τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχμαὶ
108907,129,947.80.
10891Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10892ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10893Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους
10894τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχμαὶ
10895113,646,301.79.
10896Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
10897σιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10898(Ἀναγινώσκεται εἶτα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁ προ-
10899ϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φα-
10900νῶν).
10901§581Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ πο-
10902σὸν τῆς ἐκ Λιμενικῶν Ταμείων εἰσπράξεως παρακαλῶ ν’ αὐ-
10903ξήσῃ κατὰ δραχμὰς 10,000.
10904§582ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προστεθῇ.
10905Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν
10906Φάρων καὶ Φανῶν δραχ. 660,000.
10907Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10908ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10909Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φα-
10910νῶν. (Ἀναγινώσκεται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον).
10911§583Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ
10912ἐν τῷ τρίτῳ κεφαλαίῳ ἄρθρῳ 1 «Μισθοὶ προσωπικοῦ μηχα-
10913νικῶν, ἐργοδηγῶν κλπ.» πίστωσις παρακαλῶ νὰ αὐξήσῃ
10914κατὰ δραχμὰς 10,000.
10915§584ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ προστεθῇ.
10916Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου
10917Φάρων καὶ Φανῶν δρ. 660,000.
10918Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
10919ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
10920Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
10921ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, ὡς ἐτρο-
10922ποποιήθη συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας μεταβολὰς ἐν ταῖς
10923πιστώσεσι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τοῦ Ταμείου Φά-
10924ρων καὶ Φανῶν.
10925(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
10926σύνολον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους
10927διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1901 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχ-
10928μὰς 113,646,301.79.)
10929§585ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὰ πρακτικὰ, τὰ
10930πρακτικά.
10931§586ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς σημερι-
10932νῆς συνεδριάσεως.
10933(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ
10934τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.)
10935§587ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 50′ π.
10936μ. τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900.)