| 2847 | Ὑπόλοιπον 31 Δεκεμβρίου 1899 | κιβώτια | 72,559 | ||
| 2848 | προμήθεια τοῦ 1900 | » | 225,946 | ||
| 2849 | Ἐν ὅλῳ | κιβώτια | 298,306 | ||
| 2850 | Σύνολον χρήσεως ἀποθηκῶν 1900. | ||||
| 2851 | ἀπὸ 1 Ἰαν.—31 Ὀκτωβ. κιβ. | 151,914 | |||
| 2852 | Νοεμβρίου » | 25,150 | |||
| 2853 | Δεκεμβρίου » | 24,475 | » | 201,539 | |
| 2854 | Ὑπόλοιπον 31 Δεκεμβρίου 1900 | κιβώτια | 96,966 | ||
| 2855 | Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 | » | 213,000 | ||
| 2856 | Ὑπόλοιπον 31 Δεκ. 1900 | » | 96,966 | ||
| 2857 | προμηθευθησόμενα διὰ τὸ 1901 | » | 116,034 |
1900.12.23
2,950 rows · 22,824 words · 1 table · 245 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 23 Δεκεμβρίου 1900.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ., ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μιχαὴλ Ἀντωνιάδης, ἐξ Αἰγίου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ σύνταξις, χάριν τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσιῶν τῆς οἰκογενείας του. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§2Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη. Ἐνταῦθα ὑπάρχουσιν ἅπασαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, ἐκτὸς μιᾶς, ἐκείνης, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ μάθῃ, ποῖα πλοῖα ἐπεσκευάσθησαν, μικρὰς ἢ μεγάλας ἐπισκευάς, ἐν ἔτει 1900, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπισκευὰς ἑκάστου πλοίου. Αἱ πληροφορίαι αὗται, καθ’ ἃ μοὶ ἐτηλεφώνησαν σήμερον ἐκ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, θὰ μοὶ δοθῶσι ταχέως. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐδῶ, τὰ ὁποῖα καὶ καταθέτω.
§3Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας ἐν Βουκουρεστίῳ τῇ 19 Δεκεμβρίου 1900 ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἐμπορίου».
§4Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§5Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποδοθῇ ἡ φιλοφροσύνη, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ Ρουμανίας. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ γένηται ἀπόψε ἡ πρώτη ἀνάγνωσις;
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον, κύριε Πρόεδρε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ ἀμέσως καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116). Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§9Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§10Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς τιμωρηθέντας ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, θέλω καταθέσει τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ὡς ἐπίσης θέλω καταθέσει καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ᾐτήσατο ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Φικιώρης. Περὶ δὲ τῶν ὑπαξιωματικῶν, περὶ ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Βουλευτής, δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω, ὅτι ἡ εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ἡ συσταθεῖσα πρό τινων ἡμερῶν, ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἔρευναν περὶ τῶν ὄντως διαπρεψάντων ἐν πολέμῳ, ὅπως συνταχθῇ ὁ πίναξ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ προαχθῶσιν οἱ ἀληθῶς διαπρέψαντες καὶ συνεπῶς δικαιούμενοι νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν.
§11Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐζήτησα νὰ ἐξαντληθῇ ὁ πίναξ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, διότι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον, καὶ τοιουτοτρόπως διττῶς ἱκανοποιοῦμεν αὐτοὺς, καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ πολέμῳ, καὶ διὰ τὴν ἀρχαιότητά των ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ δοθῇ μία λύσις ὁπωσδήποτε.
§12ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅ,τι συνέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ἤθελον καὶ ἐγὼ, ἑνούμενος μὲ τὴν πρότασιν αὐτοῦ, συστήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Πολλοὶ τῶν ἐν τῷ πίνακι ἐγγεγραμμένων καὶ δικαιουμένων νὰ λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ἔχουσι τῷ ὄντι λάβει μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ὅλοι δὲ εἶναι πολὺ ἀρχαῖοι ὑπαξιωματικοὶ, καὶ δὴ ὑπαξιωματικοὶ, τῶν ὁποίων τὸ στάδιον πλησιάζει εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ. Ὥστε ζητοῦσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τὸ μὲν διὰ μικρὰν ἱκανοποίησιν αὑτῶν, τὸ δὲ διὰ τὴν ἀπολαυὴν τῆς συντάξεως πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εἰς τὸν πίνακα τοῦτον ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ, ἵνα οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι προαχθῶσιν ὡς οἷόν τε τάχιον.
§13Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Σύρου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ βεβαίως δὲν εἶναι ἄδικος, οὐδὲ παραβλάπτει τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι συγχίζομεν τὰ πράγματα. Πρόκειται περὶ δύο διακεκριμένων περιστάσεων· ἡ μὲν πρώτη εἶναι ὁ πίναξ τῶν ὑποψηφίων ὑπαξιωματικῶν πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, οἵτινες κατόπιν ἐξετάσεων ἐνεγράφησαν εἰς τὸν πίνακα τῶν προβιβασίμων, οἱ ὁποῖοι προβιβάζονται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἀποστρατευόμενοι μὲ τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, οἱ δὲ ἀνδραγαθήσαντες εἰς τὸν πόλεμον εὑρίσκονται εἰς ἄλλην κατηγορίαν, διότι οὗτοι, προβιβαζόμενοι ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, δύνανται νὰ προβιβάζωνται μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατηγοῦ, ἐὰν δὲν καταληφθῶσιν ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοὺς μὲν ἐν τῷ πίνακι ἐγγεγραμμένους νὰ προαγάγῃ κατὰ τὸν νόμον, τὸν ἄλλοτε ψηφισθέντα, ὁ ὁποῖος ὀνομάζει αὐτοὺς εὐεργετικοὺς, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς πραγματικῶς πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁριστικὸν καὶ δίκαιον.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ ἐλησμόνησε νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου τὰς περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1898 πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ.
§15Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχει μόνον τὸ σχέδιον τῆς διαταγῆς. Διέταξα ν’ ἀντιγραφῇ, καὶ θὰ τὸ προσαγάγω ἐντὸς ὀλίγου.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ζητῶ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1898 ἐξέδωκεν ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τοῦ ἐργολάβου τοῦ ἄρτου, ἀλλὰ ζητῶ νὰ μάθω, ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξετελέσθη, ἢ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐξετελέσθη, διατὶ δὲν ἐξετελέσθη. Ἐγένετο ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων;
§17Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ὁ ἐργολάβος δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ προσέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, περὶ τηλεγραφημάτων τινῶν, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, δὲν ἀποκρίνεται πρὸς τὴν ἐμὴν ἐπερώτησιν. Διότι ἡ ἐπερώτησις ἐμοῦ ἀφορμὴν εἶχε τὴν ἄρνησιν τηλεγραφικῶν γραφείων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις νὰ δεχθῶσι καὶ μεταβιβάσωσιν εἰς Ἀθήνας τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔστελλον πρός με συμπολῖται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ δὲ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἀναφέρει, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ Διεύθυνσις Ἀθηνῶν δὲν ἐβράδυνε νὰ μοὶ ἀποστείλῃ πάντα τὰ τηλεγραφήματα, ὅσα μετεβιβάσθησαν εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Τηλεγραφείων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, αὐτὴ δὲ δὲν ἐπέδωκεν εἰς ἐμέ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα τηλεγραφικὰ γραφεῖα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν ἐδέχθησαν νὰ μεταβιβάσουν εἰς Ἀθήνας.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ γνωρίζω, ἐκ τίνων ἐπαρχιῶν ἀπεστάλησαν.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἀπηύθυνε τὴν ἐπερώτησίν του, ἐγὼ δὲν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν, ἀλλ’ εἶπον ἐν παρόδῳ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ κατέθηκεν ἐν τῇ Βουλῇ. Τοῦτο ἀναφέρει, ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τῆς 11 Δεκεμβρίου ἀπεφασίσθη νὰ δοθῇ «ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.» Ἀλλ’ ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος δὲν ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, ἵνα αὕτη δώσῃ αὐτῷ ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι ὁ ὑπεύθυνος· οὗτος δέ, καὶ οὐχὶ ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις, ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτόν. Ἡ Τηλεγραφικὴ Διεύθυνσις Ἀθηνῶν δὲν ἔχει, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ σχέσεις μετὰ τῶν Βουλευτῶν, ἵνα ἀπαντᾷ εἰς ἐπερωτήσεις αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ Βουλευταὶ ζητοῦσι πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὗτος ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν, αὕτη δ’ ὀφείλει νὰ ἀπολογῆται πρὸς τὸν Ὑπουργόν, οὐχὶ δὲ νὰ ἀπαντᾷ εἰς Βουλευτήν, τὴν ἀπάντησίν της δὲ νὰ διαβιβάζῃ ὁ Ὑπουργός, ὡς εἰ οὗτος ἦτο ὄργανον διαβιβαστικόν.
§21Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὑπενθυμίζω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου διεβεβαίωσεν, ὅτι ἐτιμωρήθη, δὲν ἔλαβεν ἀκόμη εἴδησίν τινα περὶ τιμωρίας. Ὑποθέτω δέ, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων δὲν ἐκτελεῖ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§22ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν κλήρωσιν τῶν στρατευσίμων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Κυκλάδων δύο πλαστὰ πιστοποιητικά, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀπηλλάγησαν δύο κληρωτοί. Τοῦτο πληροφορηθέντες ἐνδιαφερόμενοι, ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα, καὶ διέταξε τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον νὰ ἀκυρώσῃ τὰς ἀπαλλαγὰς αὐτῶν, καὶ νὰ καταλογίσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας διὰ διετῆ ὑποχρέωσιν, δύο δὲ ἐκ τῶν τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως νὰ καταλογίσῃ εἰς τοὺς διαθεσίμους· ὅπερ καὶ ἔπραξε τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, κοινοποιηθείσης τῆς μεταβολῆς ταύτης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὴν διαταγὴν ταύτην, τὰ πιστοποιητικὰ διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ, ὑποπτευθεὶς μήπως τὰ πιστοποιητικὰ λάβουν ἄλλην ὁδὸν, ἢ ἄλλην μορφὴν, ἔκαμα μήνυσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ Εἰσαγγελεὺς προέβη εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν, μεθ’ ἣν ἐξεδόθη βούλευμα, τὸ ὁποῖον, σᾶς παρακαλῶ, ἀφοῦ ἀκούσητε σεῖς οἱ νομομαθεῖς, νὰ μοῦ ἐξηγήσητε, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. (Ἀναγινώσκει τὸ βούλευμα).
§23Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. «Παύει πρὸς καιρὸν» λέγει;
§24ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε, «κακοήθης ἀπόκρυψις» τί θὰ εἰπῇ; Παρὰ τίνος ἐγένετο ἡ κακοήθης ἀπόκρυψις; Παρὰ τοῦ Δημάρχου; ἢ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀπηλλάγησαν;
§25Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ καταγγελία ἔχει ἐπιδοθῆ κατὰ τοῦ Δημάρχου;
§26ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα.
§27ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖος ἐξέδωκε τὰ πιστοποιητικά;
§28ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ Δήμαρχος. Οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς, κατὰ τὸν νόμον, δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ παρευρίσκωνται κατὰ τὴν κλήρωσιν· ὑποβάλλουσι μόνον τὰ πιστοποιητικὰ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον διὰ τοῦ Δημάρχου. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀνάκρισις ἤθελεν ἐπιληφθῆ μετὰ περισσοτέρας ἐρεύνης καὶ προσοχῆς, ἤθελεν ἀνακαλύψει, ὅτι ὁ ἀποκρύψας τὴν ἀλήθειαν, ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῷ πιστοποιητικῷ τοῦ Βασιλείου Γρατζία ἀναφερομένους λόγους ἀπαλλαγῆς, ἦτο αὐτὸς ὁ Δήμαρχος Γρατζίας, συγγενὴς τοῦ ἀπαλλαγέντος καὶ κατοικῶν ἐν τῷ αὐτῷ χωρίῳ· διὰ δὲ τὸν ἕτερον ἀπαλλαγέντα Βασίλειον Ναυπλιώτην ἤθελεν ἐπίσης ἀνακαλύψει, ὅτι ὁ ἀποκρύψας τὴν ἀλήθειαν τῶν ἐν τῷ πιστοποιητικῷ λόγων ἀπαλλαγῆς ἦτο ὁ βουλευτὴς κ. Ναυπλιώτης, ὅστις, τυγχάνων στενὸς συγγενὴς τοῦ κληρωτοῦ, παρεστάθη καὶ ἐβεβαίωσε τοὺς λόγους τῆς ἀπαλλαγῆς ἐν τῷ Στρατολογικῷ Συμβουλίῳ· καὶ ἄνευ τῆς βεβαιώσεως τούτου βεβαίως ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὃν θεωρῶ αὐστηρὸν καὶ ἀκεραίου χαρακτῆρος, δὲν ἤθελε κάμει τοιαύτην πρότασιν, ὅπως ἀπαλλαγῇ προσκαίρως τῆς κατηγορίας ὁ Δήμαρχος. Ἤδη ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί θὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν Δικαστηρίων, ἥτις ἀπαλλάσσει μὲν πρὸς καιρὸν τὸν Δήμαρχον τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ θεωρεῖ ψευδῆ τὰ πιστοποιητικά; Παρέπεμψε τοὺς δύο ἀπαλλαγέντας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, συμφώνως μὲ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ὅπως, ἐὰν τιμωρηθῶσιν, ἐγγραφῶσι κατὰ τὸν νόμον, ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος; Τί θὰ γείνῃ δὲ διὰ τοὺς δύο ἑτέρους κληρωτοὺς, τοὺς κατόπιν ἐρχομένους, οἵτινες μετεφέρθησαν ἐκ τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως εἰς τοὺς διαθεσίμους, καὶ οἵτινες κατέβαλον τὰς 160 δραχμάς; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ, διότι, μετὰ τὴν περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἀπαλλαγῆς διαταγήν του, καὶ τὴν μεταφορὰν τῶν δύο ἑπομένων κληρωτῶν εἰς διαθεσιμότητα, ἠκύρωσε τὴν διαταγήν του ταύτην, καὶ συνεπῶς εὑρίσκονται ἀπηλλαγμένοι, ἀντὶ δύο, τέσσαρες κληρωτοί.
§29Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐφ’ ὅσον δὲν κηρυχθῶσι τὰ πιστοποιητικὰ πλαστά, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ θεωρῇ αὐτὰ ὡς γνήσια, καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς νομίμως ἀπαλλαγέντας κληρωτούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, ἀπαλλαγέντος τοῦ Δημάρχου τῆς κατηγορίας, ὅτι ἐξέδωκε πλαστὰ πιστοποιητικὰ, νὰ διατάξω ἐγὼ τὴν κατάταξιν τῶν εἰρημένων κληρωτῶν, μὴ δίδων προσοχὴν εἰς τὰ πιστοποιητικά. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ τοιαύτην παράνομον ἐνέργειαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πιστοποιητικὰ θεωροῦνται γνήσια, οἱ κληρωτοὶ δέον νὰ ὦσι μεταξὺ τῶν ἀπαλλαγέντων.
§30ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἀφοῦ εἴπετε, ὅτι εἶναι ἄκυρα τὰ πιστοποιητικὰ, διότι ἐξηπατήθη ὁ Δήμαρχος καὶ τὰ ἐξέδωκε...
§31ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ψευδῆ.
§32Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Δήμαρχος ἀπηλλάγη πρὸς καιρὸν τῆς κατηγορίας. Ἄρα ὁ Δήμαρχος θεωρεῖται ὡς ἐκδοὺς τὰ πιστοποιητικά.
§33ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπηλλάγη ὁ Δήμαρχος, διότι δὲν ἐδέχθη τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν, ὅτι ὑπῆρχε δολία προαίρεσις. Παραδέχεται ὅμως, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ εἶναι ψευδῆ.
§34Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δικαίως, κύριοι Βουλευταί, ἐσκανδαλίσθητε πάντες, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φρονῇ τις, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναται ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους νὰ ψεύδηται τόσον ἀναιδῶς... (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε. Τί εἶναι αὐτά!
§36ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§38ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὅταν ὁμιλήσω, θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἔχω δίκαιον. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§39ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ.
§40ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι ἀληθές.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεκάλεσε τὴν φράσιν του.
§42ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δύο κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Δημάρχου Τραγαίας πιστοποιητικὰ περὶ ἀπαλλαγῆς, ὁ μὲν ὡς πρῶτος ὀρφανὸς, ὁ δὲ ὡς ἀφομοιούμενος πρὸς πρῶτον ὀρφανὸν, διότι ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός του ἦτο ἔγγαμος. Ὁ Δήμαρχος ἐξέδοτο ἀμέσως τὰ πιστοποιητικὰ, διότι καὶ οἱ δύο εἶχον τοὺς αὐτοὺς λόγους, — ὄχι διότι εἶναι συνηθισμένος, ὡς ὁ κ. Μυκώνιος, ν’ ἀπαλλάσσῃ τοὺς φίλους, οὓς θὰ ἀναφέρω. — Ἐνεφανίσθησαν οἱ κληρωτοὶ οὗτοι ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἔσυραν μόνοι τὸν κλῆρον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα.
§43ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἔχετε λάθος. Ὁ εἷς ἦτο ἐδῶ.
§44ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι προσῆλθον ἀμφότεροι καὶ ἔλαβον τὸν κλῆρον, καὶ ὅτι τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀπήλλαξεν αὐτοὺς, ὡς ἔπρεπεν. Ὁ κ. Μυκώνιος, κατὰ τὸ σύνηθες, ἐπενόησε νὰ καταγγείλῃ τὸν Δήμαρχον, καὶ ὄχι μόνος του, ἀλλὰ διά τινος ἀνυπάρκτου προσώπου...
§45ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου.
§46ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Νὰ φέρητε τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἰς τὴν καταγγελίαν εἶναι ὑπογεγραμμένος ἄλλος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπέστειλε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, θεωρῶν ἑαυτὸν ἀναρμόδιον, διεβίβασε ταῦτα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὗτος πρὸς τὸν Νομάρχην Κυκλάδων. Διεξήχθη τακτικὴ ἀνάκρισις παρὰ τῶν ἀσπονδοτέρων πολιτικῶν ἐχθρῶν μου καὶ ὀπαδῶν τοῦ κ. Μυκωνίου, οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν νὰ βεβαιώσουν ἄλλο τι ἢ ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα δὲν εἶναι ψευδῆ, καὶ τὸ Δικαστήριον τῆς Σύρου, ὡς γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπήλλαξε τῆς κατηγορίας τὸν Δήμαρχον. Λυποῦμαι μάλιστα, διότι δὲν ἔχω μαζύ μου φιλικὴν πρός με ἐκ Σύρου ἐπιστολὴν, ἐν ᾗ ἀναφέρεται, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη ἐπιστολὴ τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ τὴν παρουσιάσω. Μετὰ δὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, δι’ ἧς τὸ Δικαστήριον τῆς Σύρου ἀπήλλαξε τὸν Δήμαρχον, διατάξαν νὰ παύσῃ πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις, ἔρχεται σήμερον ὁ Δήμαρχος, ἔχων συγγενῆ, καὶ παρουσιάζει τὸ πιστοποιητικὸν, ἕτερος δέ τις Ναυπλιώτης φαίνεται ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν. Ὁ Ναυπλιώτης οὗτος οὐδεμίαν ἔχει συγγένειαν μετ’ ἐμοῦ, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ Ναυπλιῶται, μεθ’ ὧν οὐδεμίαν ἔχω συγγένειαν, καὶ γνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Μυκώνιος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Ναυπλιώτης αὐτὸς τυγχάνει φίλος του, νομίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι διὰ τούτου δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν κάμνουν αὐτὰ ἐντύπωσιν, κύριε Μυκώνιε, εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀφοῦ τοῦτο ἐπείσθη, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου ταύτης κατορθώνετε νὰ εἰσέρχησθε εἰς αὐτό.
§47ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ, ἢ σεῖς; (Θόρυβος).
§48ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Μυκώνιος νὰ καταγγείλῃ τὸν Δήμαρχον Τραγαίας, ἄνθρωπον ἐντιμότατον, ὃν τιμᾷ ὁ τόπος καὶ ὅλη ἡ προϊσταμένη ὑπηρεσία! Ὁ Μυκώνιος, ὁ ξένος τοῦ τόπου, ὁ διὰ ψευδῶν ἐξαιρέσεων κατορθώνων νὰ ἐπιτυγχάνῃ τοὺς σκοπούς του, παρουσιάζεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ καταγγέλλει ἄνθρωπον, ὃν δὲν δύναται οὔτε νὰ ἀτενίσῃ! Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ εἶναι ἐπίνοια τοῦ κ. Μυκωνίου, ὅστις δὲν εἶχε τὸ θάρρος οὔτε τὴν καταγγελίαν νὰ ὑπογράψῃ.
§49Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν.
§50ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ τηλεγραφήσητε νὰ ἔλθωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐναντίον τοῦ Δημάρχου Γρατζία καταγγελίας.
§51ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῷ ὄντι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν ἐνταῦθα πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἰδίως τὰ πιστοποιητικὰ, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, ὄχι δι’ ὃν λόγον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐζήτησεν αὐτὰ, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐνδιαφέρεται εἰς τὸ ζήτημα ἡ Βουλή, διότι ἐνδιαφέρει εἰς πάντας τοὺς πολίτας, οἵτινες ἔχουσι τέκνα, ἀπαλλασσόμενα μὲν κατὰ τὸν νόμον, καὶ ἐν τούτοις εὑρισκόμενα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς μὴ ἀπαλλασσομένους. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἰσχυρίσθη παραδόξως, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἠθῳώθη ὁ Δήμαρχος, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν εὑρέθη, ὅτι ὑπῆρξεν ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις αὐτοῦ, τὸ ζήτημα ἐλύθη, καὶ ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ κατὰ τὸν νόμον μὴ ὑπόχρεοι, καὶ οἱ μὴ ὑπόχρεοι ν’ ἀναπληρῶσιν ἐν τῷ στρατῷ τοὺς ὑποχρέους...
§52Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴπετε, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἠθῳώθη ὁ Δήμαρχος, καὶ τὰ πιστοποιητικὰ αὐτοῦ θεωροῦνται γνήσια, καὶ ὅτι, κατ’ ἀκολουθίαν, θεωρεῖται παύουσα ἐκ μέρους αὐτοῦ ἐνέργεια. Λέγω, ὅτι βλασφημία μεγαλειτέρα ταύτης δὲν ὑπάρχει.
§54Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ ἀκυρώσω τὰ πιστοποιητικά;
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συνιστῶ εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου, διότι αὕτη ἀνεφέρθη εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι ταῦτα ἀγνοῶ· ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν παύει πᾶσα καταδίωξις ἀναιτιολογήτως, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας, κατὰ τοῦ Δημάρχου, τοῦ καταγγελθέντος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, εἶναι παράδοξος, τῶν πιστοποιητικῶν χαρακτηριζομένων ὄχι πλαστῶν, λεγομένου δὲ, ὅτι περιέχουσι κακοήθεις ἀναληθείας. Τὰ τοιαῦτα δὲν ἁρμόζουσιν εἰς Εἰσαγγελέα. Λέγω δὲ, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐκ τοῦ βουλεύματος τοῦ τοιούτου, τοῦ μὴ προκαλοῦντος ἔπαινον ὑπὲρ τῶν δικαστῶν, προκύπτει, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα δὲν περιέχουσιν ἀλήθειαν, ἐπιστοποιήθη δικαστικῶς, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ εἶναι ψευδῆ, καὶ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, καθ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν, διότι ἡ δικογραφία, ἣν δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα, ἴσως δεικνύει, ὅτι ἐκεῖνα, ἀνεγνωρίσθη μὲν, ὅτι περιέχουσιν ἀναληθείας πραγματικὰς, ἀλλ’ ὅτι ὁ Δήμαρχος δὲν ἦτο ἄξιος παραπομπῆς, καὶ οὕτως ἔπαυσεν ἡ καταδίωξις. Τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου εἶναι αὐτὸ τὸ αἰτιολογικὸν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἣν τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεδέχθη. (Ἀναγινώσκει τὸ αἰτιολογικόν). Δηλαδὴ πιστοποιεῖ ἡ σκέψις τοῦ Εἰσαγγελέως τὰς κακοήθεις ἀναληθείας, ἀλλὰ καὶ ὅτι τοῦ Δημάρχου ἡ ἐνέργεια δὲν ἦτο ἀξιόποινος...
§56Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πιθανὸν αἱ κακοήθειαι νὰ ἦναι κακοήθειαι τρίτων.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν προέκειτο περὶ κακοηθείας τρίτων, ἤθελε βεβαίως λεχθῆ τοῦτο. Εἶσθε δικαστικὸς, καὶ τὸ γνωρίζετε.
§58Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος κακοήθως ἀπέκρυψε τὴν ἀλήθειαν...
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος πρὶν ἢ ζητήσωμεν καὶ μελετήσωμεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ὡς εἶναι συντεταγμένη ἡ σκέψις, — καὶ τοῦτο γνωρίζουσι πάντες οἱ διελθόντες τοῦ δικαστικοῦ κλάδου — δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄλλο ἢ τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ σκέψις τῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἣν υἱοθέτησε τὸ Συμβούλιον, ἠρείδετο ἐπὶ κακοηθείας τοῦ ἐκδόντος τὸ πιστοποιητικόν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα, οὐδὲ θέλω νὰ ψέξω τοὺς ἀπαρτίσαντας τὸ Συμβούλιον, ἢ τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐγὼ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν εἰς τὰ πιστοποιούμενα γεγονότα. Βλέπω, ὅτι ἐν τῷ βουλεύματι γίνεται μνεία πιστοποιητικῶν, περὶ ὧν ἐγένετο ἡ κατηγορία, ὅτι περιέχουσι ψευδῆ γεγονότα καὶ κακοηθείας βεβαιουμένας· γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ βούλευμα λέγει, ὅτι ὑπάρχουσι ψευδῆ γεγονότα, καὶ ὅτι δι’ αὐτὰ δὲν κρίνεται, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις παραπομπῆς. Βεβαιωθέντος, ὅτι τὰ γεγονότα, ὧν ἕνεκεν ἀπηλλάγησαν οἱ περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι ψευδῆ, οἱ ἀπαλλαγέντες ἔχουσι δικαίωμα ἀπαλλαγῆς; Ἐὰν μετὰ τὴν πιστοποίησιν ἀποδεικνύεται — καὶ θὰ ἐρευνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς συλλογὴν ἀποδείξεων — ἐὰν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκεῖνοι, δι’ οὓς ἐγένετο ἡ κατηγορία, ὅτι ἀπηλλάγησαν δυνάμει ψευδοῦς πιστοποιήσεως προγενεστέρας τῆς κατηγορίας, δὲν ἔχουσι λόγον πρὸς ἀπαλλαγὴν, εἶναι ὑπόχρεως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ καταταχθῶσιν οὗτοι εἰς τὰς τάξεις, ἀντὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀνεπλήρωσαν αὐτοὺς, πληρώνοντες αὐτοὶ ἀντ’ ἐκείνων τὸν φόρον τοῦ αἵματος. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέξωσι διότι, ἐὰν τυχὸν καθιερωθῇ ἡ γνώμη, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀμελετήτως πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκε, δὲν θὰ ὑπάρξῃ οἰκογένεια, ἥτις δὲν θέλει ὑποστῆ τὴν ζημίαν, περὶ ἧς ἐνταῦθα γίνεται λόγος. Διότι οἱ πονηροὶ πάντως θέλουσιν εὕρει τρόπον νὰ διολισθήσωσιν, οἱ ἁπλοῖ δὲ θέλουσιν ἔλθει εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν πονηρῶν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν εἰς ἄλλους ἐπιβεβλημένων καθηκόντων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§60Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καθιεροῖ ἀρχὴν πολὺ ἐπικίνδυνον, διότι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πᾶν πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε κρίνει ὡς πλαστόν, νὰ τὸ ἀκυροῖ, καὶ νὰ διατάσσῃ τὴν κατάταξιν τοῦ κληρωτοῦ, ὑπὲρ οὗ ἐξεδόθη τὸ πιστοποιητικόν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι καὶ παρὰ τὸν νόμον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ὁπόταν νομίμως τὸ πιστοποιητικὸν κηρυχθῇ ἄκυρον. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς αὐθαιρέτως, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ καταγγελίᾳ κατὰ τοῦ Δημάρχου, τοῦ ἐκδόντος τοιαῦτα πιστοποιητικά, νὰ κηρύξῃ αὐτὰ ἄκυρα, καὶ καλέσῃ τοὺς περὶ ὧν ἐξεδόθησαν ταῦτα κληρωτοὺς, ὅπως, προσερχόμενοι εἰς τὸν στρατὸν, ἐκπληρώσωσι τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν, ἐναντίον τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου; Πῶς εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν κληρωτῶν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἐν ὅσῳ δὲν ἀκυροῦνται τὰ πιστοποιητικὰ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς οὐχὶ ὀρθὴν ἐξήνεγκε γνώμην, καὶ οὐχὶ καλῶς συνεβούλευσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§61ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρέπει νὰ προσαχθῇ πρῶτον ἡ δικογραφία, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον σημεῖον τῆς ὅλης ὑποθέσεως κεῖται ἡ κακοήθης ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ βούλευμα, καὶ ἂν ἡ ἀπόκρυψις αὕτη ἐπέρχεται εἰς ὅλα τῆς ὑποθέσεως τὰ σημεῖα. Διὰ τοῦτο εἶμαι πρῶτον ὑπὲρ τῆς προσαγωγῆς τῶν δικογράφων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος, τὸ προσαχθὲν, πρέπει νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ἵνα ἀμέσως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν ἡ ἐξουσία του, νὰ προκαλέσῃ δηλαδὴ ἐνεργείας, δυνάμει τῆς ἐξουσίας του ταύτης, ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, διὰ νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως ἀφορῶσι κακοήθη ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας, παρὰ τοῦ Δημάρχου ἢ ἄλλων διαπραχθεῖσαν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, διὰ νὰ ἐξετασθῇ, διατὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ παρέλειψαν τὰ καθήκοντά των. Διότι, ἐὰν ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἔγεινεν ἡ ψευδὴς πιστοποίησις, τὸ Συμβούλιον ἔπρεπε νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἐὰν δὲ ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας ἔγεινε παρὰ τῶν κληρωτῶν, ἢ συγγενῶν αὐτῶν, οἵτινες ἐξηνάγκασαν, ἢ μᾶλλον ἐξηπάτησαν τὸν Δήμαρχον νὰ ἐκδώσῃ ψευδῆ πιστοποιητικά, τότε ἔχομεν ἔγκλημα διαπραχθὲν ὑπὸ τῶν κληρωτῶν, ἢ τῶν συγγενῶν αὐτῶν, τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ διωκόμενον ἐξ ἐπαγγέλματος. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατὶ τὰ δικαστικὰ ὄργανα δὲν προέβησαν εἰς καταδίωξιν τούτων τῶν κληρωτῶν, ἢ τῶν συγγενῶν αὐτῶν, διαπραξάντων τὴν ἀπόκρυψιν; Ἐὰν δὲ τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχῃ, ἐὰν δηλ. ἀφορᾷ τὰ ἄλλα πρόσωπα ἡ ψευδὴς πιστοποίησις, δὲν νομίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε νὰ διαταχθῇ ἡ ποινικὴ καταδίωξις κατὰ τῶν προσώπων ἐκείνων, καὶ ἡ κατάταξις τοῦ κληρωτοῦ, ἐξ ἄλλου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας κατώρθωσεν οὕτω νὰ διαφύγῃ; Ταῦτα ζητοῦμεν· ταῦτα δὲ δύνανται νὰ γείνωσι σήμερον, ἀφοῦ προσήχθη τὸ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον περιγράφει τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ ἀναμένωμεν νὰ προσαχθῶσιν αἱ δικογραφίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ πότε θὰ προσαχθῶσι.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀκριβῶς ἐμόρφωσα τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ἀναφερομένων. Ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθησομένη εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέμνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, εἶναι ἡ παρ’ αὐτοῦ δοθεῖσα, καὶ δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀκριβὴς ἑρμηνεία τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἶναι, ὅτι ἄλλοι ἀπέκρυψαν τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν Δήμαρχον...
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ τότε ἔπαυσε πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις;
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. καὶ φρονῶ, ὅτι πληρέστατα δίκαιον ἔχει ὁ κ. Βουλευτής, ζητῶν τὴν ἐνέργειαν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι καὶ οἱ δύο δύνανται νὰ ἐνεργήσωσιν, ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος αὐτεπαγγέλτως ὀφείλει νὰ προβῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρυψαν τὴν ἀλήθειαν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα, ὅπως ἡ ἐνέργεια γείνῃ ταχέως.
§65Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Εἶχε συγχύσει τὸ πρᾶγμα ὁ κύριος Μυκώνιος. Δὲν εἶχεν ἀποκρυβῆ ἡ ἀλήθεια. Τὰ πιστοποιητικὰ περιλαμβάνουσιν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προσκομισθῇ ἡ δικογραφία ὁλόκληρος ἐνταῦθα, διὰ νὰ πεισθῆτε. Ὅλα τὰ πιστοποιητικὰ λέγουσι τὴν ἀλήθειαν. Μήτε τις ἄλλος, συγγενής, ἢ κληρωτὸς, ἢ ἄλλος, ἔκαμε τὸν Δήμαρχον νὰ πεισθῇ. Ἐὰν δὲ τὸ βούλευμα τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀπήλλαξε τοὺς κληρωτοὺς, ἢ ἂν τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀπήλλαξε μὲν τὸν κατηγορούμενον, εἶπε δὲ, ὅτι ἐκ κακοηθείας ἐξεδόθησαν τὰ πιστοποιητικὰ, καὶ ὄχι ἐκ πλαστότητος, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ, ἵνα προδικάσωμεν εἴτε τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἴτε τὸν Δήμαρχον. Πρέπει νὰ ἔχωμεν μικρὰν ὑπομονὴν, ἕως οὗ προσκομισθῇ ἡ δικογραφία. Διότι ἐγὼ εἶλον τὰ πιστοποιητικὰ...
§66Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§67Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§68Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ εἶσθε ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον, θὰ γνωρίζετε. Ποία ἐξήγησιν δίδετε εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὅτι «κακοήθης ἀπόκρυψις ἔλαβε χώραν;»
§69Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Ὁ Δήμαρχος παρέλειψε τὸ «ἐκ νομίμου γάμου», διότι ὁ μὲν εἷς γάμος, ὁ τοῦ Γρατζία, ἐγένετο ἐν Βρυούλοις, ὁ δὲ τοῦ Ναυπλιώτου ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ὑπὸ τοῦ ἱερέως τοῦ Ἁγίου Φιλίππου· καὶ ὑπάρχει ἐνταῦθα ὁ Ναυπλιώτης αὐτός· εἶναι οἰνοπώλης εἰς τὴν συνοικίαν τοῦ Ἁγίου Φιλίππου, καὶ εἶναι καὶ κουμπάρος τοῦ κ. Μυκωνίου. Λοιπὸν, ἐπειδὴ οἱ κληρωτοὶ συνήθως τὴν τελευταίαν στιγμὴν λαμβάνουσι τὰ πιστοποιητικὰ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προσκομίσωσιν, οἱ δὲ ἐναντίοι πιέζουσι τοὺς Δημάρχους, ὁ Δήμαρχος ἐν Τραγαίᾳ ἐξέδοτο πιστοποιητικὸν, καὶ παρέλειψεν ἐν γνώσει τὸ «ἂν προέρχεται ἐκ νομίμου ἢ μὴ γάμου», ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς Νάξου εἶπεν, ὅτι πιστοποιεῖ ὁ Δήμαρχος τὸ «ἐκ νομίμου γάμου», τὸ ὁποῖον ὅμως ὁ Δήμαρχος παρέλειψεν.
§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου;
§71Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Βεβαίως. Ὁ Δήμαρχος, ἀγνοῶν, ἂν πράγματι ἐτελέσθη γάμος ἐν Βρυούλοις ἢ ἐν Ἀθήναις, εἶπεν, ὅτι ὁ περὶ οὗ τὸ πιστοποιητικὸν εἶναι υἱὸς τοῦ δεῖνος, χωρὶς νὰ προσθέσῃ τὸ «ἐκ νομίμου γάμου».
§72ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἄκυρον τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικόν.
§73Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἠμπορεῖ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πλαστόν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κατηγορήσωμεν. Ἄλλως τε, Κύριοι, εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Σύρου, μὲ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω κανένα δεσμὸν καὶ οὐδεμίαν σχέσιν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ οἱ δικασταὶ εἶναι ἐκ τῶν αὐστηροτέρων δικαστῶν, εἶναι ἐντιμότατοι.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§75ΜΥΚΩΝΙΟΣ....
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§77ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δύο λέξεις.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος.
§79ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι σχετικὸν τὸ ἰδικόν μου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικὸν ἔχει καὶ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος.
§81Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, συναινῶ εἰς τὸ νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Μυκώνιος τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι, διότι, ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, μὲ ἀντιθέτους ἐντελῶς πληροφορίας ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν, ἤτοι τῶν κ.κ. Μυκωνίου καὶ Ναυπλιώτου, νομίζω, ὅτι πᾶσα νέα ἀνακοίνωσις πληροφοριῶν ὑπὸ τῶν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, πρὶν ἢ τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἡ προσκόμισις ἐζητήθη, κατατεθῶσιν ἐνταῦθα.
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§83Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν ἔρευναν ἡμῶν, εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, δι’ ὅσων εἶπε, δὲν ἀπέδειξε πολλὴν εὐλάβειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, ἀλλὰ περισσὴν τοιαύτην πρὸς τὰ πιστοποιητικὰ, τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τῶν κυρίων Δημάρχων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε: «Δὲν ἔχω δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἢ δικαστικὸν βούλευμα, χαρακτηρίζον τὸ πιστοποιητικὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγη εἷς ἢ πλείονες κληρωτοὶ, πλαστόν.» Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί ἐγένετο; Κατηγγέλθη ὑπό τινος — ὁ κ. Μυκώνιος εἶπεν, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ὁ μηνυτὴς — ὁ Δήμαρχος, ὡς ἐκδοὺς δύο πιστοποιητικὰ πλαστὰ, ψευδῆ. Εἶναι περίπτωσις, προνοουμένη ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, παραπέμποντος τὸν ἐκδότην εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον...
§84ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κακουργιοδικεῖον.
§85Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Πλημμελειοδικεῖον.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πλημμελειοδικεῖον. Εἶναι ἰδιαιτέρα διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 249, διὰ τὸν ἐκδίδοντα πλαστὰ πιστοποιητικά. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν: «Εἶναι κεκλημένοι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαίου». Ἀλλ’ εἶναι κεκλημένος καὶ ὁ μηνυτὴς — ἂν ἔχηται ἀληθείας, ὅτι μηνυτὴς εἶναι ὁ κ. Μυκώνιος — καὶ ἔχει δικαίωμα καὶ ὁ κ. Μυκώνιος νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν, ἐκ πλάνης βεβαίως, Δικαιοσύνην εἰς τὴν ἀκριβῆ ὁδὸν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, ὑποβάλλων αἴτησιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν περὶ περαιτέρω καταδιώξεως, συνεπείᾳ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἐκθέσει εἰς τὴν αἴτησίν του πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, λέγων, ὅτι δὲν παρεπέμφθη τις ἐπὶ πλαστότητι, καὶ ἑπομένως δὲν ἐκηρύχθη πλαστὸν τὸ πιστοποιητικόν; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι δικαιοῦται νὰ προβῇ καὶ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Τὸ ὅτι δὲν παρεπέμφθη ὁ Δήμαρχος, δὲν εἶναι λόγος ἐπαρκής. Εἶναι πολλοὶ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ εὕρῃ τινὰ μὴ ἐκτελέσαντα ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῇ ἀδιστάκτως, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἀληθὲς δὲν εἶναι τὸ πιστοποιητικόν, διότι εἶναι πλαστόν. Ἐν πρώτοις εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ, — ἢ νὰ ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἀποδεικτικῇ διαδικασίᾳ, ἐν τῇ ἀνακρίσει, — ὅτι παρεπλανήθη ὁ Δήμαρχος, ὅτι δὲν εὑρίσκετο ἐν δόλῳ, καὶ νὰ ἀπολύηται μὲν πάσης κατηγορίας, ἢ νὰ παύσῃ πρὸς καιρὸν ἡ κατηγορία, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐχ ἧττον ἐκ τῆς δικογραφίας καὶ τῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ν’ ἀποδεικνύηται ἡ πλαστότης τοῦ πιστοποιητικοῦ. Ἐν τῇ προκειμένῃ ταύτῃ περιπτώσει, οἱονδήποτε βούλευμα καὶ ἂν προσκομισθῇ, εἴτε μετὰ τὴν ἐκ νέου ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως, εἴτε παύσῃ πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις, εἴτε ἀπαλλαγῇ ὁ Δήμαρχος, δὲν αἴρεται ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀγνοίᾳ τούτου ὁ Δήμαρχος. Διατί; Διότι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνήνεγκε κατὰ πρῶτον ὁ κ. Μυκώνιος, δὲν διεψεύσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ναυπλιώτου, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ εἷς, ὁ Γρατζίας, ὡς εἴπετε, ὑπὲρ οὗ ἐξέδοτο τὸ πιστοποιητικόν, εἶναι συγγενής, τοῦ ὁποίου ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀγνοῇ τὴν κατάστασιν...
§87Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὅτε ἤρχισα ἀγορεύων, μὲ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἐνόμισα, ὅτι τὰ πάντα ἀνῄρεσα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπητε ἄλλο.
§88Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Γνωρίζω πολὺ καλῶς ὑμᾶς, γνωρίζω καὶ τὸν κ. Μυκώνιον. Ἀλλὰ γνωρίζω πολὺ περισσότερον, καὶ ἐκ τῆς περιπτώσεως ταύτης, πῶς ἐκδίδονται τὰ βουλεύματα, καὶ τίς εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, κύριε Πρόεδρε, μὴ γνωρίζων τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὅτι διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἐρευνηθῇ: ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ ὁ Δήμαρχος, ὅτε ἐξέδιδε τὸ πιστοποιητικόν, ἀφοῦ καταγγέλλει ὁ κ. Μυκώνιος, ὅτι εἶναι συγγενὴς τοῦ Δημάρχου ὁ περὶ οὗ τὸ πιστοποιητικόν; Ἀλλὰ τί ἐπέρχεται; Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀπαλλακτικῶν ἀποφάσεων, αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀποστέλλονται εἰς τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἕνα μῆνα τοιχοκολλεῖ ταύτας, διὰ νὰ περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τῶν δημοτῶν, καὶ τότε, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Δήμαρχος ἐξέδωκε πιστοποιητικόν, ἢ ἐν ὀνόματι τοῦ Δημάρχου ἐξεδόθη ὑπὸ παρέδρου, ἢ ἄλλου, πλαστὸν πιστοποιητικόν, ἀλλὰ δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν του τὸ ἀναληθὲς τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου, ὁ Δήμαρχος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τοὺς δημότας, βλέπει τίνες ἀπηλλάγησαν, καὶ δὲν βλέπει μόνον τίνες ἀπηλλάγησαν, ἀλλὰ βλέπει καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπηλλάγησαν· λαμβάνων δὲ γνῶσιν, ὅτι εἷς δημότης ἀπηλλάγη συνεπείᾳ πλαστοῦ πιστοποιητικοῦ, ἔχει ἐνώπιόν του τὸ στάδιον, τὸ ὑπὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καθοριζόμενον, καὶ ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τὰς ἐκνόμους πράξεις εἴτε τῶν ἀπαλλαγέντων, εἴτε τῶν συγγενῶν αὐτῶν, οἵτινες προσφέρουσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Τὸ βούλευμα, Κύριοι, ἀποφηνάμενον ὡς ἀπεφήνατο, ἂν αἴρῃ τὸ ἀξιόποινον προσωρινῶς, ἀλλὰ θέτει εἰς ἔδαφος ἀσφαλὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑπολάβῃ, ὡς ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ βουλεύματος, κακοήθη ψευδολογίαν καὶ κακοήθη ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας τὸ γεγονός. Τί δὲ ἀποτελεῖ τὴν πλαστότητα, παρὰ ἡ ἀπόκρυψις ἡ δολία τῆς ἀληθείας; Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς συνεδριάσεως, ἀπεδείχθη καί τι ἄλλο. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μυκώνιος, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὸ ἔδαφος νὰ εἴπωμεν τοιαῦτα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν: Ἐὰν δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὁ κ. Μυκώνιος, καὶ εὑρίσκετο ὁ κ. Ναυπλιώτης, τότε ἕτερον ἔδαφος ἐνεργείας ἀμέσου καὶ ἐπιτακτικῆς ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ποῖον; Ὁ κ. Ναυπλιώτης εἶπεν, ὅτι ἐν τῷ πιστοποιητικῷ τοῦ Δημάρχου παραλείπεται — εἴτε σκοπίμως, εἴτε ἀσκόπως, ἀδιάφορον — ἡ βεβαίωσις περὶ τοῦ τάχα ὅτι προέρχεται ὁ κληρωτὸς ἐκ νομίμου γάμου. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶναι ἀόριστος ἡ περικοπὴ αὕτη, ἥτις ὑπὸ τὸν ὅρον ἀκυρότητος τοῦ ἐγγράφου εἶναι διατεταγμένη εἰς τὰ πιστοποιητικά, ὁ Ὑπουργὸς δύναται πλέον διοικητικῶς, παρορῶν καὶ τὰ βουλεύματα καὶ τὰς γνώμας τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων, νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
§89Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν ἀπόφασιν;
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μεταχειρίζηταί τις πλαστὸν πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει τὰ στοιχεῖα τῆς νομίμου ἀποδείξεως, τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι ἀκέραιον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§91ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ φασαρία! (ἱλαρότης). Ἐντὸς τοῦ φακέλου, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑπάρχει τηλεγράφημα τοῦ Δημάρχου, ὁ ὁποῖος λέγει περὶ τῶν δύο εἰρημένων κληρωτῶν, ὅτι οὔτε ὁ εἷς εἶναι φυσικὸν τέκνον, ἐκ νομίμου γάμου, οὔτε ὁ ἕτερος νυμφευμένος. (Θόρυβος).
§92Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι φυσικόν. Φυσικὸν τέκνον εἶναι.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ. Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§94Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου. Ἴσως διὰ τοὺς νεωτέρους δὲν εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη ὑπὸ τὸν τύπον δικαστικοῦ βουλεύματος.
§95ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι· μάλιστα.
§96ΡΙΚΑΚΗΣ. Βούλευμα δικαστικὸν, μὴ ἔχον κανένα νομικὸν τύπον, μὴ παρέχον καμμίαν ἀπόδειξιν, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐξέδωκαν, τὸ ἐξέδωκαν ἀπὸ στενοχωρίαν τῆς συνειδήσεώς των, μὴ δυνάμενοι νὰ δώσωσι λόγον τῆς ἀποφάσεώς των...
§97ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Διόλου!
§98ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§100ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Ἔπρεπεν ἡ ἀπόφασις νὰ μᾶς δίδῃ τὸ φῶς πλῆρες. Ἡ ἀπόφασις ἡ δικαστικὴ, κατὰ τὸν νόμον, πρέπει νὰ ἦναι ᾐτιολογημένη πρὸ παντὸς ἄλλου. Ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, ἢ καὶ οἱ δικασταὶ, οἵτινες λέγουσιν αὐτὰς τὰς λέξεις, ὅτι: «ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουσιν αὐταὶ αἱ ἀποδείξεις» ἢ «ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρξε πλαστογραφία, ἀλλὰ κακοήθης πρᾶξις, ἀποφαινόμεθα...», ἀπατῶνται. Ἀλλὰ δὲν ἀπατῶνται, διότι ἀκούω, ὅτι εἶναι δικασταὶ διακεκριμένοι, περὶ δὲ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐπίσης ἀκούω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων. Ἄρα ἡ ἀπόφασις αὕτη, ὅπως ἐξεδόθη, — ἡ ὁποία δὲν εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἀπορῶ, πῶς διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔπρεπε νὰ τὴν στιγματίσῃ, καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν συζήτησιν, — δὲν εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις, εἶναι φετφᾶς! φετφᾶς ἀπολύτως ἐκλέγων καὶ ἀποφαινόμενος! Τὸ ἀποτέλεσμα ἔπρεπε νὰ εἴπῃ. Τί ἔπρεπε νὰ λέγῃ τὸ βούλευμα, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν νόμον καὶ τὰ κεκανονισμένα; Νὰ ἴδῃ, τί προκύπτει ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων νὰ ἐπιφέρῃ τὰς κρίσεις του. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο, ἠθέλομεν σήμερον εἶσθαι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν ἀμέσως, χωρὶς νὰ ζητῶμεν νὰ προσαχθῇ ἡ δικογραφία, καὶ νὰ καταστήσωμεν τὴν Βουλὴν Δικαστήριον, διότι ἐκεῖ, δυστυχῶς, πηγαίνει νὰ καταντήσῃ. Ἔρχεται μία ὑπόθεσις χθές· νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς δικογραφίας! Ἔρχεται ἄλλη σήμερον· νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς δικογραφίας!! Δὲν τὰ ἐνθυμοῦμαι ποτὲ αὐτά! Αὐτὸ δὲ τὸ βούλευμα ἔπρεπε νὰ ἦναι σαφὲς καὶ ἀκριβές· ἀλλὰ, δυστυχῶς, δὲν λέγει τίποτε. Δὲν εἶναι ἀπόφασις δικαστικὴ, οὔτε πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς—τὸν παρακαλῶ καὶ τοῦ συνιστῶ, καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ γνωρίζει—πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, εἰς τὰ Συμβούλια, τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, πῶς πρέπει μετὰ τὸ 1900—ἀφοῦ λειτουργεῖ ἡ νομοθεσία ἐπὶ ἑξήκοντα περίπου ἤδη ἔτη—νὰ συντάσσωνται αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ τὰ δικαστικὰ βουλεύματα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§102Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§103Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν μέχρι τοῦδε συζήτησιν τὸ ζήτημα δύναται νὰ τεθῇ καθαρὸν, ἀποψιλούμενον ἀπὸ ὅλων τῶν περιττῶν γεγονότων καὶ θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνεκεντρίσθησαν εἰς αὐτό. Ἔχομεν τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀποφαινόμενον ἐπὶ αἰτήσεων περὶ ἀπαλλαγῆς, ἢ ἐπὶ αἰτήσεων περὶ ἐξαιρέσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἐνιστάμενοι, εἴτε ζητοῦντες τὴν ἀπαλλαγὴν, εἴτε ζητοῦντες τὴν ἐξαίρεσιν, ὀφείλουσι ν’ ἀποδείξωσι τὸν λόγον τῆς ἀπαλλαγῆς, ἢ ἐξαιρέσεως. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς περὶ τίνος λόγου ἀπαλλαγῆς ἐνταῦθα πρόκειται, ἀλλὰ συνήθως οἱ λόγοι οὗτοι ἀποδεικνύονται διὰ πιστοποιητικῶν τῶν οἰκείων Δημάρχων, πλὴν τῆς περιπτώσεως ληξιαρχικῆς πράξεως, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἡλικίας καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἐνιστάμενος δύναται διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἡλικίαν του· ἀλλὰ συνήθως οἱ Δήμαρχοι ἐκδίδουσι καὶ τὰ τοιαῦτα πιστοποιητικά. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Κυκλάδων εὑρέθη ἐνώπιον ἑνὸς τοιούτου πιστοποιητικοῦ, βεβαιοῦντος τὸν λόγον τῆς ἀπαλλαγῆς, καὶ τὸν λόγον τοῦτον τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀπεδέχθη. Ποία ἡ ἰσχὺς τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου; Δημοτικὸς ὑπάλληλος, ἐν τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπισημότητα τῆς ἀρχῆς, βεβαιοῖ τὸ γεγονὸς ὡς ἀληθὲς, κατὰ τὸν νόμον δὲ, τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο θεωρεῖται ὡς ἀποδεικτικὸν ἔγγραφον δημόσιον, μέχρις ἀποδείξεως τῆς πλαστότητος αὐτοῦ, διότι εἶναι ἔγγραφον δημόσιον. Δὲν ἠδύνατο δὲ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ λόγου τῆς ἀπαλλαγῆς. Ἐν ὅσῳ λοιπόν—καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνοῦμεν ὅλοι, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἢ ἀντίρρησις—ἐν ὅσῳ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο δὲν κηρύσσεται πλαστὸν, ἀποδεικνύει περὶ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει πλῆρες δίκαιον, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐνώπιον πιστοποιητικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκηρύχθη πλαστὸν, ὤφειλε νὰ κύψῃ τὸν αὐχένα. Τώρα κατηγγέλθη ὁ Δήμαρχος ὡς ἐκδοὺς πιστοποιητικὸν ψευδὲς, καὶ ἔρχεται τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον παύει πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν. Δὲν ἐξετάζω ἐνταῦθα τὰς συνεπείας τοῦ βουλεύματος, ποῖαι πρέπει νὰ ἦναι σχετικῶς πρὸς τοὺς κατηγορουμένους· σχετικῶς ὅμως πρὸς τὸ ἐκδοθὲν πιστοποιητικὸν, οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἔχει, διότι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο ἐξακολουθεῖ μένον ὡς ἀποδεικτικὸν ἔγγραφον. Πρόκειται περὶ καταγγελίας κατὰ τοῦ Δημάρχου, ὡς ἐκδόντος πιστοποιητικὸν πλαστόν· ὁ Δήμαρχος ἀπαλλάσσεται· τὸ πιστοποιητικὸν μένει ἰσχυρὸν, διότι αἱ σκέψεις τοῦ βουλεύματος δὲν ἐπηρεάζουσι τὸ εἰρημένον πιστοποιητικὸν, καθόσον, ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέρχεται δικαστικὴ ἀπόφασις, κηρύττουσα τοῦτο πλαστὸν, ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ παραμένει ἀκεραία. Ἀλλὰ τοιοῦτον διατακτικὸν τοῦ βουλεύματος ἢ ἀποφάσεως δὲν ἔχομεν· ἄρα ματαιοπονοῦμεν, στηρίζοντες ἐπὶ τοῦ σκεπτικοῦ τοῦ βουλεύματος εὐθύνας ἀνυπάρκτους.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι, ἀντὶ τοῦ βουλεύματος, ἔχομεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἠθωώθη ὁ Δήμαρχος, διὰ λόγους ἀναλόγους πρὸς τὸ βούλευμα, ἢ ἀδικαιολογήτους ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, Δικαστήριον ἐνόρκων π. χ., ἐν τούτοις εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ἐν τῷ πιστοποιητικῷ εἶναι ἀναληθῆ ἀποδεδειγμένως — π. χ. ἐμφανίζεται ὁ πατὴρ, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ πιστοποιητικὸν λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει — ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τί θὰ γείνῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἕνεκα τοῦ πιστοποιητικοῦ αὐτοῦ, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ στρατῷ;
§105ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἰσχύει ὁ κανὼν, ὅτι τὸ «δεδικασμένον ἀντὶ ἀληθείας παραλαμβάνεται». Ἔχομεν νόμον, τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν καὶ ἐκτιμήσωμεν τὰ πράγματα· ὁ δὲ στρατολογικὸς νόμος ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Ἄρθρον 57. Ἀφοῦ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν ἐξαιρέσεων, ἀπαλλαγῶν καὶ ἀποκλεισμῶν, συντάσσεται ὁ στρατολογικὸς ἑκάστου δήμου ἔλεγχος, καὶ ὑπογραφόμενος ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου καθίσταται ὁριστικός. Ὁ ἔλεγχος οὗτος, διῃρημένος εἰς 5 μέρη, διαλαμβάνει... κλπ. Ἄρθρον 59. Ἅπασαι αἱ ἀποφάσεις τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 44 καὶ 56 Στρατολογικῶν Συμβουλίων δημοσιευθήσονται ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς των, διὰ τοιχοκολλήσεως ἐν τῷ Δημαρχείῳ τοῦ οἰκείου δήμου, ἐπιμελείᾳ τοῦ Νομάρχου. Ἄρθρ. 60. Κατὰ τῶν ἐν τῷ ἀμέσως προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀποφάσεων ἐπιτρέπεται ἔφεσις ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς τοιχοκολλήσεώς των· καὶ κατ’ ἐκείνων μὲν, δι’ ὧν ἀπερρίφθη ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς ἢ ἀναβολῆς κατατάξεως αἴτησις, τὸ πρὸς ἔφεσιν δικαίωμα ἔχει ὁ αἰτήσας τὴν ἀπαλλαγὴν ἢ τὴν ἀναβολὴν κατατάξεως, κατὰ δὲ τῶν ἄλλων πᾶς πολίτης...» Καὶ ἐδάφιον προτελευταῖον (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐφεσιβάλῃ εἰς τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω σχηματιζομένην ἐπιτροπὴν πᾶσαν ἀπόφασιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἐκ παρερμηνείας τοῦ νόμου ἐκδοθεῖσαν, ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς.» Τοῦτο καὶ μόνον τὸ δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, ὡς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Ἄλλως, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶχον χαρακτῆρα ὁριστικὸν, ὁποῖον εἰς αὐτὰς ἀποδίδει ὁ νόμος, ἀλλοίμονον εἰς τὴν στρατολογίαν! ὅλα θὰ ἐτίθεντο ἐν ἀμφιβόλῳ! Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ἀποφαινόμενον περὶ ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν, εἶναι Δικαστήριον Διοικητικόν, καὶ ἐκεῖνα μόνον τὰ μέσα ἐπιτρέπονται κατὰ τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει. Διὰ τοῦτο λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ φίλον μου, ὅτι τὸ δεδικασμένον ἀντὶ ἀληθείας παραλαμβάνεται. Ἐκδοθέντος βουλεύματος ἢ ἀποφάσεως, ὅτι ὁ Δήμαρχος δὲν ἐξετέλεσε πρᾶξιν ἀξιόποινον πλαστογραφίας, τὸ πιστοποιητικὸν μένει ἰσχυρόν, μὴ ἐφεσιβληθεῖσα δὲ ἡ ἀπόφασις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον, αὕτη μένει τελεσίδικος. Προετάθη, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν αὐτὸ δὲν εἶναι πλῆρες, διότι δὲν ἀναφέρει, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὅτι ὁ αἰτῶν ἀπαλλαγὴν ἐγεννήθη ἐκ γάμου νομίμου· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς του, τοῦτο ἀποβαίνει ἀδύνατον, διότι τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον διαλύεται ἅμα ὡς ἐκπληρώσῃ τὰ ἔργα του. Τὸ δὲ ἐκτάκτως κατὰ Ὀκτώβριον συνερχόμενον ἔχει περιωρισμένην δικαιοδοσίαν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἀπέναντι ἀδικίας, ἐκ τελεσιδικίας προκυπτούσης, ὅπως ἠθέλομεν εὑρεθῇ καὶ ἀπέναντι ἀδικίας, τὴν ὁποίαν τὸ Δικαστήριον ἤθελε διαπράξει, μὴ ἀπονέμον κατὰ τὸν νόμον τὸ δίκαιον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι πλέον δεκτικὴ προσβολῆς. Καὶ ποσάκις εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν εὑρέθησαν διάδικοι, ἐξαντλήσαντες ὅλα τὰ μέσα κατὰ τῆς ἀποφάσεως! Δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κακοδικία· ἀλλ’ ὁ νόμος ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον ἡ κακοδικία ἀνορθοῦται. Ἂν λοιπὸν τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον παρηνόμησεν, ἂν ἐδέχθη πιστοποιητικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν συνάγονται οἱ λόγοι, οἱ ἄγοντες εἰς τὴν ἀπαλλαγήν, ὑπόκειται εἰς ἀποζημίωσιν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τῆς πράξεως ταύτης ἐβλάβησαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι, οὐδὲ ὑπέχει εὐθύνας πρὸς τὴν Βουλήν, διότι δὲν συνετέλεσεν, ὥστε νὰ μεταβληθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἣν ὁ στρατολογικὸς νόμος κηρύσσει ἀμετάκλητον.
§106ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 139 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου.
§107Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 139. Οἱ νέοι, οἵτινες διὰ δόλου κατώρθωσαν νὰ παραλειφθῶσιν ἐκ τῶν στρατολογικῶν καταλόγων, τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος, ἢ τοῦ στρατολογικοῦ ἐλέγχου, ἢ νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἢ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἐπιφυλασσομένων τῶν διατάξεων τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐν περιπτώσει ἀξιοποίνου πράξεως, προβλεπομένης ὑπ’ αὐτοῦ. Οἵ τε αὐτουργοὶ καὶ οἱ συνεργοὶ τιμωροῦνται διὰ τῶν αὐτῶν ποινῶν. Ἐὰν ὁ παραλειφθεὶς ἢ ἐξαιρεθεὶς ἢ ἀπαλλαγεὶς, ὡς μὴ ἔδει, νέος κατεδικάσθη, ἀναγράφεται ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος, τοῦ συνταχθησομένου μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς παρανόμου παραλείψεως, ἐξαιρέσεως, ἢ ἀπαλλαγῆς.»
§108ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐκάματε μήνυσιν κατ’ αὐτῶν, ἵνα περάσουν ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον;
§109Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ποῖος θὰ κάμῃ τὴν μήνυσιν; Μὴ συγχέετε τὰς εὐθύνας καὶ τὰς ἐνεργείας. Ἐδῶ οἱ ὑποστάντες τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐκ πταίσματος ἢ δόλου αὐτῶν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς καταγγείλωσιν, ὅπως τιμωρηθῶσι.
§110ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ τοὺς καταγγείλῃ.
§111Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Παρακαλῶ. Ἔχω μίαν ἀπορίαν. Εἴπετε, ὅτι πρόκειται περὶ κακοδικίου. Διὰ πρᾶξιν διοικητικῆς ἀρχῆς ἰσχύει ἡ ἀγωγὴ κακοδικίου;
§112Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπειδὴ ἡ ἀγωγὴ τοῦ κακοδικίου ἀπορρέει ἐκ διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν αἱ διοικητικαὶ ἀρχαί, ἀποφαινόμεναι ὡς δικαστικαί, ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀγωγὴν τοῦ κακοδικίου· ἀλλ’ ἡ ἀγωγὴ τοῦ κακοδικίου εἶναι ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως.
§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑποθέσατε τώρα, ὅτι ὁ ἀδικηθεὶς ἐγείρει ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Ὑποθέσατε πρὸ τούτου, ὅτι εἶχε καταγγείλει ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης τοὺς αὐτουργοὺς τῆς πράξεως, ἢ τὸν Δήμαρχον, τὸν ἐκδόντα πλαστὸν πιστοποιητικὸν, καὶ ἐκδίδεται οὐχὶ βούλευμα, ἀλλ’ ἀπόφασις ποινική, ἀπαλλάττουσα τὸν Δήμαρχον. Θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἀγωγὴ ἀποζημιώσεως; Τί φρονεῖτε;
§114Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ ζητεῖτε νὰ κάμωμεν Δικηγορικὸν Συμβούλιον καὶ φέρωμεν γνώμας ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα. Μέχρι τοῦδε ἐξήτασα τὰ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐξήνεγκον τὴν γνώμην μου, τὴν ταπεινὴν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὐθύνεται διὰ τὰ γενόμενα. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔρχεται πλέον ἡ ἐξέτασις τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον ἀνακαλύπτεται, ὅτι Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς καταγγελίας κατὰ Δημάρχου, ὡς ἐκδόντος πλαστὸν πιστοποιητικὸν, ἐκδίδει βούλευμα, ὁποῖον τὸ ἐφ’ οὗ συζητοῦμεν. Ἐπὶ τούτου ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι, εἰ μὲν ἐννοεῖ τὸ βούλευμα τὸν Δήμαρχον, ὅτι ἀπέκρυψε τὴν ἀλήθειαν, τότε τὸ Συμβούλιον ἐλέγχεται μαχόμενον πρὸς τὴν λογικὴν καὶ τὸν νόμον· διότι, ὡς λέγουν οἱ Γάλλοι, blanc bonnet ἢ bonnet blanc εἶναι τὸ αὐτό· εἴτε κακοήθης ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας, εἴτε ἐκ προθέσεως βεβαίωσις μὴ ἀληθῶν γεγονότων, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ὑποθέσω τοιαύτην ἄνοιαν εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, τὸν ποιησάμενον τὴν πρότασιν, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς Σύρου εἶναι καὶ ἱκανώτατος καὶ ἀμερόληπτος, εὐόρκως ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του· δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι περιέπεσεν εἰς τοιαύτην ἀσύγγνωστον ἀβλεψίαν, ὥστε νὰ συγχίσῃ τὰ ἀσύγχιστα. Ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἐξηπατήθη ἐκ κακοήθων εἰσηγήσεων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Εἰσαγγελεὺς ὤφειλε νὰ προβῇ κατὰ τῶν κακοήθων εἰσηγητῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει εὐθύνην, ἐφ’ ὅσον διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς πράξεως. Σήμερον ὅτε καταγγέλλεται ἡ πρᾶξις καὶ γίνεται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ κάμῃ τὰς δεούσας ἐνεργείας, ὥστε νὰ καθαρισθῇ τὸ πρᾶγμα, ἵνα ἴδωμεν, ἂν πράγματι περιέπεσε τὸ Συμβούλιον εἰς τοιαύτην νομικὴν βλασφημίαν, ἡ ὁποία δίδει χώραν εἰς ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀναίρεσιν τοῦ βουλεύματος, ἢ ὑπάρχει παράλειψις ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός του.
§115Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐν ὀλίγοις. Δύο αἰτιάσεις ἐγένοντο, καὶ πρέπει νὰ χωρισθῶσιν· αἰτίασις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐνήργησεν ἐπιβαλλόμενον καθῆκον, νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ὡς στηριζομένην ἐπὶ πλαστῶν πιστοποιητικῶν, καὶ αἰτίασις κατὰ τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σύρου, ὅτι κακῶς ἢ ἐπιπολαίως ἀπεφάνθη. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καθαρὰ, ἡ ἐνέργειά του νομιμωτάτη. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως καὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κληρωτῶν ἔχουσιν ἀπολύτως τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα, ὡς Δικαστήρια τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἐκδίδουσιν ἀποφάσεις. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπάρχουσιν ἀντίδικοι· διότι, ὅταν τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀπολύσῃ τινὰ ὑπόχρεων, ὑποχρεοῖ τὸν ἕτερον· πρέπει λοιπὸν νὰ προστατεύσωμεν τὸ δίκαιον καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δικαίωμα ἀμετακλήτου ἀποφάσεως, καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ, ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι ἀπαλλακτέοι οἱ δύο κληρωτοί. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἄλλο εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ, παρὰ, ἐὰν τῳόντι ἀπεδεικνύετο πλαστογραφημένον τὸ ἔγγραφον, ἐφ’ οὗ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ἂν ὑπῆρχε δικαστικὴ ἀπόδειξις περὶ τούτου, νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μυκώνιος. Ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ἡ πλαστότης; Μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Καὶ διέκοψα τὸν κ. Δούνην, ἀγορεύοντα, καὶ τὸν ἠρώτησα: καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’ ἣν τὸ βούλευμα παραπέμπει τὸν Δήμαρχον, νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βουλεύματος ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ἀποφάσεως; Καὶ ἂν αὔριον ἤθελεν ἀθωωθῇ ὁ Δήμαρχος, καὶ ἀπεδεικνύετο, ὅτι πλαστογραφία δὲν ὑπῆρξε, τί ἤθελε συμβῆ; Δὲν θὰ εἶχον δικαίωμα οἱ παθόντες νὰ κινήσωσιν ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως; Ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ βούλευμα ὡς ἀποτελοῦν δεδικασμένον. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀγωγῆς κακοδικίου, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν πιστοποιητικὸν νόμιμον, μὴ ἀποδεικνῦον οὔτε δόλον, οὔτε ἀμέλειαν. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος: «Καὶ ἂν ἀθωωθῇ ὁ Δήμαρχος, καὶ ὅμως βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχει ψευδὲς πιστοποιητικόν, τί θὰ γείνῃ;» Οἱ νόμοι δίδουσι τὰ ἔνδικα μέσα τῶν ἀδικουμένων εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ πλαστὸν πιστοποιητικόν, καὶ νὰ μὴ προῆλθεν ἐκ δόλου, καὶ ὅμως νὰ προσεβλήθησαν δικαιώματα. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’ ἣν ἀποφανθῇ τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον, ὅτι ὁ Δήμαρχος εἶναι ἀθῶος, δι’ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου προσεβλήθη τὸ δίκαιον, ἂν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι πλαστὸν, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ δόλος, ὑπάρχει ἡ ἀγωγὴ ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, καὶ εἰς αὐτὰ θὰ προσφύγωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὅτι ἀδικοῦνται, ἵνα ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις διὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἔμενον ἐν τῷ στρατῷ ἀδίκως, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐξετασθῇ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ὡς πρὸς τὴν πλαστότητα, καὶ δύναται τὸ πολιτικὸν Δικαστήριον ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ὑπάρχει πλαστότης ἄνευ δόλου. Ὅταν πρόκηται περὶ ζητημάτων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται ἀντιθέτων δικαιωμάτων, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐπιφυλακτικοί, διότι τασσόμενοι ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς, βλάπτομεν τὸ ἕτερον. Ἡ ἐνέργεια λοιπὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρξεν ἔννομος. Ἔρχομαι εἰς τὸ βούλευμα. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὸ διασκεπτικὸν εἶναι σύντομον, καὶ ἀναφέρεται εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τῆς προτάσεώς του ἐννοεῖ, ὅτι τὴν κακοήθη πρᾶξιν διενήργησαν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέστησαν εἰς τὸν Δήμαρχον ψευδὲς πιστοποιητικόν· διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, εἷς τῶν καλλιτέρων, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν, νὰ δέχηται, ὅτι κακοήθως ἐνήργησεν ὁ Δήμαρχος, καὶ νὰ προτείνῃ τὴν πρόσκαιρον ἀπαλλαγήν του. Ἠδύνατο ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες παρεπλάνησαν τὸν Δήμαρχον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ παραπονούμενοι νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ζηλωταὶ τῶν δικαιωμάτων των, καὶ νὰ μὴ ζητῶσι τὰ πάντα ἐκ τῶν ἀρχῶν. Ἐρωτῶ: ἀφοῦ τὸ βούλευμα παύει τὴν ἀνάκρισιν πρὸς καιρὸν, καὶ ὑπάγεται εἰς ἀναθεώρησιν, διατὶ δὲν ἐζητήθη ἡ ἀναθεώρησις παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων; Τὸ Δικαστήριον ἤθελε τὴν ἐπιτρέψει. Διατὶ ἔρχονται καὶ παραπονοῦνται; Ἂν ἔχωσι πεποίθησιν, ὅτι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἀποδεικνύεται ὁ δόλος τοῦ Δημάρχου, διατὶ δὲν ζητοῦσιν ἀναθεώρησιν; Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ μόνον κακὸν, ὅπερ ὑπάρχει, εἶναι τὸ σύντομον τοῦ βουλεύματος, καὶ ἔχω καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ παραγγείλω τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταδίωξιν κατὰ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παρέπεισαν τὸν Δήμαρχον. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, καὶ οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιρροήν.
§116Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι πλαστὸν τὸ πιστοποιητικόν, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἔξοδον τῶν ἀδικηθέντων;
§117Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, κηρύττουσα αὐτὸ πλαστόν.
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ διάταξιν, ἥτις νὰ δύναται ἀπ’ εὐθείας νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς περίπτωσιν, οἵα ἡ προκειμένη, ἥτις δύναται νὰ παρουσιάζηται συχνὰ ἐπὶ χιλιάδων κληρωτῶν, μεταξὺ τῶν παμπόλλων πλεκτανῶν, αἵτινες ἁπλοῦνται ἀνὰ τοὺς δήμους, ὅταν γεννηθῶσιν ἐπιθυμίαι ν’ ἀπαλλάξωσί τινες ἴδια τέκνα. Ἀλλ’ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἐν τῇ σιωπῇ αὐτοῦ περὶ τοῦ εἰδικοῦ θέματος, ἄγει εἰς ἔρευναν λύσεως τοῦ ζητήματος. Ποῖος ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν; Ἐκεῖνος, εἰς ὃν ὑπεβλήθη ἡ ὑποχρέωσις ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἐκεῖνος δὲ, περὶ οὗ εἶπεν ὁ νόμος, ὅτι, «ἀφοῦ προσέλθωσιν εἴκοσι, σὲ θεωρῶ περιττὸν καὶ σὲ παραπέμπω εἰς διαθεσιμότητα», αὐτὸς δὲν ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ ἢ ἂν καὶ ὅταν ἐμφανισθῶσιν αἱ νόμιμοι περιπτώσεις, αἱ ἐπιτρέπουσαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ καὶ αὐτὸν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐν τούτοις κατορθοῖ τις διὰ δολίων τρόπων τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ, παραπλανῶν τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, καὶ, τούτου γενομένου, αὐτὸς μὲν ἐπανέρχεται εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, προσκαλεῖται δ’ ὁ ἑπόμενος, κατὰ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἵνα ἀπαλλαγῇ τις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἁπλῆ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου; ἢ καὶ νόμιμος περίπτωσις; Βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμιμος περίπτωσις, στηρίζουσα τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου. Τὸ Συμβούλιον, ἀποπλανηθὲν, ἀπήλλαξε τὸν ὑπόχρεων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ Ὑπουργὸς ἐκάλεσε τὸν ἑπόμενον. Ἀλλ’ ἔρχεται στιγμή, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα τῆς πλάνης τοῦ Συμβουλίου ἐγείρεται διὰ προσβολῆς τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη τὸ Συμβούλιον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν κληρωτόν· ἐγείρεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ Δικαστηρίου. Δύο εἶναι αἱ περιπτώσεις, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσι κατὰ τὴν ἐξέτασιν· ἢ θὰ κηρυχθῇ καλῶς ἔχον τὸ ἔγγραφον τοῦτο, καὶ θὰ ἀπαλλαχθῇ πάσης ὑποχρεώσεως ὁ ἤδη ἀπηλλαγμένος, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ μένῃ εἰς τὸν στρατὸν ὁ ἀναπληρωτὴς, ἢ θὰ κηρυχθῇ κακῶς ἔχον. Καὶ τῆς δευτέρας ταύτης περιπτώσεως ἔχομεν ὑποδιαίρεσιν: Θέλει ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου κηρυχθῆ κακῶς ἔχον τὸ ἔγγραφον τοῦτο, μετ’ εὐθύνης ποινικῆς ἐκείνων, οἵτινες συνέβαλον εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ; Θέλει κηρυχθῆ τὸ ἔγγραφον τοῦτο κακῶς ἔχον, ἄνευ εὐθύνης ποινικῆς ἐκείνων, οἵτινες συνέβαλον εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ; Τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν συχνὰ συμβαινόντων. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ὑπάρχῃ ἔγγραφον μὴ ἀκριβὲς, νὰ ὑπόκηται εἰς εὐθύνην καὶ οἱ καταρτίσαντες αὐτὸ, ἢ συμπράξαντες εἰς αὐτό. Καὶ ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν τῆς παραγραφῆς, ἵνα ἐννοήσῃ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ τὸ ψεῦδος καὶ τὸ ἔγκλημα, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἐπιβάλληται ἡ ποινή. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου αὕτη ἡ περίστασις ἐνεφανίσθη· ἐνεφανίσθη ἔγγραφον, περὶ οὗ τὸ Συμβούλιον βεβαιοῖ, ὅτι λέγει ἀνακριβῆ, ἀλλ’ ἀνακριβῆ, δι’ ἃ φρονεῖ τὸ Συμβούλιον, ὅτι δὲν φέρει εὐθύνην ποινικὴν ὁ συντάξας τὸ ἔγγραφον, ἀνακριβῆ εἴτε ὑπ’ αὐτοῦ τούτου κακοήθως βεβαιούμενα, εἴτε ὑπ’ ἄλλου δι’ αὐτοῦ, ἄνευ συνειδήσεως, ἀκαταλογίστως ἐνεργήσαντος, πιστοποιούμενα. Ἐβεβαιώθη ὅμως, (ἐὰν παραδεχθῶ πρὸς στιγμὴν τὸ πρᾶγμα ὡς ἀδιστάκτως βεβαιούμενον) ἐβεβαιώθη, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν δὲν λέγει τ’ ἀληθῆ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τί γενήσεται; Δυνάμει τούτου τοῦ πιστοποιητικοῦ, τοῦ μὴ λέγοντος τ’ ἀληθῆ, καίτοι μὴ συνεπαγομένου εὐθύνην εἰς βάρος τοῦ Δημάρχου, κατετάχθη ὁ κληρωτὸς, ὁ μὴ ἔχων ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν νὰ καταταχθῇ· δυνάμει τούτου τοῦ πιστοποιητικοῦ ἀπηλλάγη ὁ ἕτερος κληρωτὸς, ὁ ἔχων ὑποχρέωσιν νὰ καταταχθῇ. Καὶ ἐνταῦθα χρησιμεύει εἰς ἡμᾶς τὸ ἄρθρον 139 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διότι τὸ ἄρθρον 139 τοῦ νόμου τούτου δεικνύει καθαρῶς, ὅτι τὴν διάκρισιν ταύτην ἔχει ἐν νῷ ὁ νομοθέτης. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 139 τοῦ νόμου; Ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐνδιαφερόμενοι διὰ δολίου τρόπου ἐπεδίωξαν καὶ κατώρθωσαν τὴν ἀπαλλαγὴν αὑτῶν, οὗτοι, καταγγελλόμενοι, εἰσάγονται εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐὰν δὲ καὶ καταδικασθῶσιν, ὑποχρεοῦνται νὰ καταταχθῶσι καὶ ὑπηρετήσωσι. Δὲν λέγει ὅμως τί γενήσεται, ἂν δὲν καταδικασθῶσι. Βεβαίως, ἂν οἱ καταγγελθέντες δὲν καταδικασθῶσιν, ἢ παύσῃ πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις, δὲν ἔχει ἐξουσίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν κατάταξιν αὐτῶν εἰς τὸν στρατὸν διὰ τοῦ νομίμου τρόπου, ὃν ὁρίζει τὸ ἄρθρον. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, (καὶ λαμβάνω ὡς δεδομένον ὅτι ἐβεβαιώθη, ἵνα ἔχω τὸ παράδειγμά μου πλῆρες καὶ σαφές) ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, ὅτι, καίτοι μὴ καταδικασθέντος ἐκείνου, ὅστις ἦτο ὑπόχρεως, ὁ ἄλλος δὲν εἶναι παντάπασιν ὑπόχρεως, πῶς δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὸν ἄλλον, τὸν μὴ ὑπόχρεων, νὰ ὑπηρετήσῃ; Ἐν ὅσῳ εἶναι ἠρτημένον τὸ ζήτημα τῆς ἐξακριβώσεως, δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ παρεμβῶμεν καὶ νὰ καταλύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχοντος ἀνάγκην ὡρισμένου ἀριθμοῦ κληρωτῶν· εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐβεβαιώθη τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ ἀντ’ ἄλλου καταταχθεὶς δὲν εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὑπόχρεως εἰς ὑπηρεσίαν, διότι ὁ ἄλλος ὤφειλε τὴν ὑπηρεσίαν, καθ’ ὃν χρόνον οὗτος κατετάχθη, τότε βεβαίως, ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Οἱ νέοι, οἵτινες διὰ δόλου κατώρθωσαν νὰ παραλειφθῶσιν ἐκ τῶν στρατολογικῶν καταλόγων, τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος, ἢ τοῦ στρατολογικοῦ ἐλέγχου, ἢ νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἢ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, τιμωροῦνται κλπ. — Οἵ τε αὐτουργοὶ καὶ οἱ συνεργοὶ τιμωροῦνται διὰ τῶν αὐτῶν ποινῶν. — Ἐὰν ὁ παραλειφθεὶς ἢ ἐξαιρεθεὶς ἢ ἀπαλλαγείς, ὡς μὴ ἔδει, νέος κατεδικάσθη, ἀναγράφεται ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος, τοῦ συνταχθησομένου μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς παρανόμου παραλείψεως, ἐξαιρέσεως ἢ ἀπαλλαγῆς.» Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι κατεδικάσθη, καὶ ὅτι ἐγένετο ταχέως ἡ διαδικασία, καὶ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν ἐπερατώθη ἡ ὑπόθεσις, καὶ ἀνεγράφη ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος κληρωτὸς εἰς τὸν πίνακα, καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος κατετάχθη, τὸ ἑπόμενον δ’ ἔτος εὑρίσκεται ὁ ἕτερος κατατεταγμένος, ἆρά γε θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ μένῃ ὁ ἕτερος κατατεταγμένος; Ὄχι βεβαίως· διότι ἑνὸς στρατιώτου ἔχετε ἀνάγκην, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἕνα στρατιώτην δίδει εἰς ὑμᾶς ὁ νόμος. Εὐθὺς δὲ ὡς ὁ εἷς οὗτος στρατιώτης ἀναγνωρισθῇ, ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ὀφείλων τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, ἔχετε ἀμέσως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπολύσητε τὸν ἄλλον. Ἰδού, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Αὕτη εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς καταδίκης. Ἐν περιπτώσει ἀθῳώσεως, ἐὰν ὅμως κατ’ αὐτὴν πιστοποιῆται δικαστικῶς, καὶ παραδεχθῶμεν, καὶ πάλιν λέγω, πιστοποιημένον σήμερον δικαστικῶς, ὅτι ἐγένετο ἀπαλλαγὴ διὰ μὴ ἀληθοῦς πιστοποιητικοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ποινικὴ εὐθύνη, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐμφανίζεται τὸ αὐτὸ γεγονός; Ἔχομεν ἐνταῦθα βεβαιωμένον, ὅτι ὁ οὕτω φορολογούμενος τὸν φόρον τοῦ αἵματος δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπόχρεως εἰς τὸν φόρον καὶ τούτου ὄντος βεβαίου, πῶς θέλετε ἐξακολουθήσει νὰ κρατῆτε τὸν νέον εἰς τὸν στρατόν; Τοῦτο μόνον δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὀφείλει νὰ ἀξιώσῃ, νὰ ἔχῃ δικαστικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀπόφασιν· ταύτην δὲ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐνταῦθα θέλει ἐπιτύχει, ἀνατρέχων εἰς τὴν ἐπικουρίαν τοῦ ἰδίου συναδέλφου, καὶ ζητῶν δι’ αὐτοῦ νέαν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ὅπως φθάσωσι τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου...
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο λέγομεν.
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τί ἄλλο ἐλέχθη εἰς ὑμᾶς ἀπ’ ἀρχῆς;
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπατε, ὅτι αὐθαιρέτως...
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον, ὅτι εὐθὺς, ὡς τὸ ἔγγραφον τοῦτο βεβαιοῖ, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν ἐγένετο πλαστῶς ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ὁ κληρωτὸς εἶναι ὑπόχρεως εἰς στράτευσιν, καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀπαλλάξητε αὐτόν. Ἦλθε καὶ ἔδειξεν εἰς ὑμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας τὴν συμπληρωτικὴν ὁδόν· εἰς ταύτην τὴν ὁδὸν, ἐπιμένομεν νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχετε διέξοδον. Θὰ εἰσέλθητε βεβαίως εἰς αὐτὴν, ἀνατρέχοντες εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ ὑμετέρου συναδέλφου· ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἀναδράμητε εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ προκαλέσητε τὴν ταχίστην ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ὅπως ἀπαλλαχθῇ ὁ μὴ ἔχων ὑποχρέωσιν.
§123ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ὡς προεῖπον, δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἔχων λόγους ἀπαλλαγῆς νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν κλήρωσιν, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος λαμβάνει τὸ πιστοποιητικὸν καὶ τὸ ὑποβάλλει εἰς αὐτό. Ποῖος, ἐρωτῶ, θὰ καταγγείλῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι κακῶς ἐνήργησαν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς των, διὰ νὰ τιμωρηθῶσι καὶ μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ δεξιὸν τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατήγγειλεν αὐτούς;
§124ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θεωρῶ τὸ ζήτημα σχεδὸν ἐξηντλημένον, μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δυστυχῶς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωσί τινα, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη λύσις. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: Ἐὰν κληρωτός τις ἀπαλλαγῇ συνεπείᾳ πλαστοῦ πιστοποιητικοῦ, ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν; Νομίζω, ὅτι οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ πρῶτον, ἐὰν ἀπαλλαγῇ τις συνεπείᾳ πλαστοῦ πιστοποιητικοῦ, καὶ ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀπαλλάξασα τοῦτον, καταστῇ ὁριστικὴ, εἶναι δεκτικὴ μέτρου τινός, τακτικοῦ ἢ ἐκτάκτου, ὅπως ἀναιρεθῇ; Ὄχι. Τὸ ἄρθρον 57, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, εἶναι ῥητόν. Ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπέμβῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου; Οὔτε. Ὑποθέσατε τὸ ἐναντίον, ὅτι κληρωτός τις, ἔχων νομίμους λόγους ἀπαλλαγῆς, ὑποβάλλει τούτους ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν ἀπαλλάσσεται· ὑποθέσατε, ὅτι παρέλειψε νὰ ἐπικαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις κατέστη ὁριστική. Θὰ ὑπηρετήσῃ οὗτος; Βεβαίως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, ἐξεταζόμενον ὑπὸ τὴν τοιαύτην ἔποψιν, ὅτι ἡ ἐπὶ τῇ βάσει ψευδοῦς πιστοποιητικοῦ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀνέκκλητος, ἐὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκκαλεῖται, παρῆλθεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι ἑπομένως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κληρωτὸν, ὅστις ὑπηρετεῖ ἀδίκως, ἢ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις, εἰς ἃς τοῦτο δύναται νὰ δώσῃ χώραν; Αἱ ἑξῆς· ὁ μὲν δόλῳ ἀπαλλαγεὶς, κατὰ τὸ ἄρθρον 139, θὰ ὑπηρετήσῃ, λόγῳ ποινῆς, ἐγγραφόμενος ὡς ἀπαλλαγεὶς εἰς τὸν κληρωτικὸν πίνακα, μετὰ τοῦ ἄλλου, ὁ δὲ ἀδικηθεὶς καὶ ὑπηρετήσας θὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως εἴτε κατὰ τοῦ Δημάρχου, εἴτε κατὰ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κανεὶς λόγος, ὥστε ὁ παρανόμως ὑπηρετῶν νὰ μὴ ὑπηρετῇ· ἐκτὸς ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ δικαστικαὶ—καὶ εἶναι τοιαύτη ἡ ἀπόφασις—δὲν ἔχουσι κῦρος, μὴ ὑπάρχοντος ἐνδίκου μέσου. Δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἕνα κληρωτὸν, καὶ ὅτι ἤδη, μὴ προσβληθείσης τῆς ἀποφάσεως, λαμβάνει δύο. Τοιαύτας τοῦ δεδικασμένου ἀνακολουθίας εὑρίσκομεν πάντοτε. Ἐὰν δικασθῇ μεταξὺ ἡμῶν, ὅτι ὁ εἷς ἐξ ἡμῶν ἀπέθανεν, εἶνε ἀλήθεια μεταξὺ ἡμῶν. Εἶναι πρώτη φορὰ τάχα, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπομεν τοιαύτας τοῦ δεδικασμένου ἀσυνεπείας; Ὁ νόμος λοιπὸν ὥρισεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁριστική, ὑπόκειται δὲ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἰς ἔνδικα μέσα. Ταῦτα δὲν ἐξησκήθησαν.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων ὑπάρχουσι πρωτόδικοι ἀποφάσεις καὶ κατ’ ἔφεσιν. Ἀλλὰ τὰ Συμβούλια τὰ Στρατολογικὰ νὰ ἀποφαίνωνται, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ διέξοδος καμμία, δὲν τὸ ἐννοῶ.
§126ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἔχομεν ῥητὸν ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀπόφασις εἶναι ὁριστικὴ καὶ ἀνέκκλητος. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει εὐθύνην τινὰ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξετυλίχθη ἐνώπιον ἡμῶν, οὐδὲ ὁ ἀδικηθεὶς ἔχει δικαίωμα ἄλλο ἢ τὸ νὰ ζητήσῃ πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, οὐχὶ παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπως ὑπεστηρίχθη, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἀδικήσαντος. Ἐὰν δὲ ἐκεῖνος, ὅστις παρελείφθη, ἦναι ἐν δόλῳ, τότε θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 139, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου βεβαίως καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε, ἐὰν καταδικασθῇ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν, δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν στρατόν.
§128ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀρκετόν· νὰ καταδικασθῇ εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν, καὶ νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὸν στρατόν.
§129Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ ματαίῳ ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοσαύτην ὥραν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρουσιάζεται τὸ πρῶτον σήμερον. Τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάσθη πολλάκις, τουτέστιν ἀπηλλάγη κληρωτὸς ἐπὶ τῇ παρουσιάσει πιστοποιητικοῦ ψευδοῦς, κατηγγέλθη ὁ ἐκδοὺς τὸ πιστοποιητικὸν Δήμαρχος, ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἠκυρώθη τὸ πιστοποιητικόν, ὁ κληρωτὸς ὁ ἀπαλλαγεὶς ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στράτευμα, ὁ δὲ ἀντ’ αὐτοῦ κληθεὶς ἀπελύθη, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἑστίαν του. Τοῦτ’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον δύναται νὰ γείνῃ. Τί συνέβη σήμερον; Κληρωτὸς ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς μὲν θεωρεῖται πλαστὸν, κατ’ ἄλλους ὅμως ὄχι. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἶχε τὸ καθῆκον, ἅμα τῇ παρουσιάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κληρωτόν. Ἀπήλλαξε λοιπὸν τὸν κληρωτόν. Κατηγγέλθη τὸ πιστοποιητικόν. Ἁρμοδία ἀρχὴ, ἵνα κηρύξῃ ἄκυρον τὸ πιστοποιητικὸν, εἶναι βεβαίως ἡ πολιτικὴ Δικαιοσύνη. Δὲν γνωρίζω, οὐδὲ θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, τί συνέβη ἐν τῷ μεταξύ· ἀλλὰ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ καλέσῃ ἐκ νέου τὸν ἀπαλλαγέντα. Οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. Τίνα ὑποχρέωσιν ἔχει; Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν, νὰ ζητήσῃ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις δικαστικὴ, καὶ ἂν δι’ αὐτῆς ἀποδειχθῇ τὸ πιστοποιητικὸν ψευδές, νὰ διατάξῃ, ἵνα ὁ ἀπαλλαγεὶς κληρωτὸς ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατὸν, ὁ δὲ ἀντ’ αὐτοῦ κληθεὶς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τούτου.
§130Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὅλον τὸ κακὸν προῆλθεν ἕνεκα τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἀνεγίνωσκε καλῶς τὸ πιστοποιητικόν, καὶ ἔβλεπεν, ὅτι ἐλλείπει τὸ στοιχεῖον τοῦ νομίμου γάμου, ἔπρεπε νὰ τὸ κηρύξῃ ἀπαράδεκτον, καὶ ἂν τὸ ἐκήρυττεν ἀπαράδεκτον, ὁ κληρωτὸς δὲν θ’ ἀπηλλάσσετο, θὰ ἦτο εἰς τὸν στρατόν, καὶ δὲν θὰ ἤρχετο ὁ διαθέσιμος. Ἀλλὰ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δὲν ἀνέγνωσε τὸ πιστοποιητικόν· τὸ ἐδέχθη, καὶ ἀπηλλάγη ὁ κληρωτός. Κατόπιν καταγγέλλεται ὁ Δήμαρχος, ὅτι ἐξέδωκε ψευδὲς πιστοποιητικόν. Ἔρχεται ὁ κύριος Ναυπλιώτης καὶ μᾶς λέγει, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν εἶναι ἀληθές. Βεβαίως ὅσα λέγει τὸ πιστοποιητικὸν εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ λείπει κἄτι τι· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λείπει, εἶναι τὸ «ἐκ νομίμου γάμου». Ἐκεῖ εἶναι ὅλον τὸ κακόν· αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ κακοήθης ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς λέγει ἐν τῇ προτάσει του. Αὐτὸ τῷ ὄντι εἶχε παραλείψει ὁ Δήμαρχος Τραγαίας, ὅστις ἀπηλλάγη, διότι ἴσως ἦτο ἀκαταλόγιστος, ἴσως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβε, δὲν ἦσαν ἀληθεῖς. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα μένει πρᾶγμα. Τὸ Συμβούλιον δὲν ἐνήργησεν ἐπισταμένως. Ἔρχεται τώρα νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, πῶς θὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, τὸ ἐκ τῆς ἐν τῷ πιστοποιητικῷ ἐλλείψεως τῆς φράσεως «ἐκ νομίμου γάμου»... Μὲ συγχωρεῖτε, διότι τὰ λέγω ὀλίγον ἀσυναρτήτως.
§131ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλὰ τὰ λέγετε.
§132Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἔρχεται εἷς πολίτης σήμερον, καὶ λέγει: «ἀδικοῦμαι! προσκαλοῦμαι ὡς στρατιώτης, ἐνῷ δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν· διότι, ἐὰν αὐτὸς δὲν ἀπηλλάσσετο, ἐγὼ θὰ ἤμην διαθέσιμος· ὑπηρετῶ σήμερον, διότι ἀπηλλάγη αὐτός». Ἀδικεῖται λοιπὸν ὁ πολίτης, καὶ προσέρχεται ἐνώπιον τῆς Πολιτείας, ζητῶν τὸ δίκαιόν του. Πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνδιαφέρηται, ἐπίσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅλοι μας. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου αὐτό; «Δὲν ἔκαμεν ἔφεσιν, δὲν ἔκαμεν ἀνακοπὴν, ἄρα πρέπει νὰ τιμωρηθῇ»! Ἔρχεται ἡ Πολιτεία σήμερον καὶ λέγει εἰς τὸν πολίτην: «Δὲν ὑπάρχει μέσον νὰ σὲ ὑπερασπίσω. Ἔγειρε ἀγωγὴν κακοδικίου». Ὁ ἡμέτερος ἡγέτης εἶπε μίαν ἡμέραν, ὅτι θεωρεῖ ἀνικάνους τοὺς νομικοὺς συμβούλους νὰ σκέπτωνται περὶ πραγμάτων τοῦ δημοσίου δικαίου. Ὀρθῶς· διότι ἀσχολοῦνται μόνον εἰς ζητήματα ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἡμεῖς ἐδῶ ἐνδιαφερόμεθα ὅλοι. Αἱ διοικητικαὶ ἀποφάσεις δὲν εἶναι δικαστικαί, καὶ ὅταν λείψωσι τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατηρτίσθησαν, ἀνακαλοῦνται. Κανὼν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου εἶναι, ὅτι αἱ ἀποφάσεις μεταμορφοῦνται καὶ ἀνακαλοῦνται· δὲν εἶναι ἀποφάσεις τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Πολιτεία, ἐνδιαφερομένη ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ; Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ: «Κύριε Δήμαρχε, νὰ δηλώσητε, ἂν ὁ ἀπαλλαγεὶς κληρωτὸς ἐγεννήθη ἐκ νομίμου γάμου». Καὶ ἂν βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο, βεβαίως τότε δὲν θὰ περιμείνωμεν τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν, καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν πολιτικὴν νὰ κηρυχθῇ τὸ πιστοποιητικὸν πλαστόν, ἢ νὰ κάμῃ ὁ ἀδικηθεὶς δίκην περὶ ἀποζημιώσεως κτλ. Εἷς πτωχὸς πολίτης δὲν σκέπτεται περὶ ἀποζημιώσεως, ὡς ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Μυκώνιος εἶπεν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ μόνη θεραπεία, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ ὁ πολίτης, εἶναι, ἐὰν βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς αὐτὸ διοικητικῶς, ἐὰν πιστοποιηθῇ τὸ γεγονὸς, νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον καὶ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἄλλας κληρώσεις κατὰ τὸ ἄρθρον 139, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, ὅτι πρέπει νὰ γράφηται ὁ ἀδικήσας ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ ἑπομένου ἔτους, διότι αὐτὸς ἐκληρώθη ἤδη. Ἔχομεν τὸν ἐτήσιον νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἔχομεν ἀνάγκην π. χ. 10,000 στρατοῦ· ἀφαιροῦνται οἱ ἀπαλλαγέντες, καὶ ἐκ τῶν ὑπολοίπων παίρνομεν τὰς 10,000, καὶ ὅσοι περισσεύσουν εἶναι διαθέσιμοι». Ἐδῶ ὅμως, ἐὰν ὁ ἀπαλλαγεὶς καταδικασθῇ, καὶ καταταχθῇ κατόπιν εἰς τὸν στρατὸν, τότε θὰ περισσεύσῃ ἀπὸ τὴν ἐτησίαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἷς. Τοῦτον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸ σπῆτί του. Λοιπὸν πρόκειται τώρα, πῶς νὰ ἔλθῃ ὁ ἀπαλλαχθείς. Πῶς θὰ ἔλθῃ; Διὰ τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἀποφάσεως, συνεπείᾳ τῶν νέων γεγονότων, ἅτινα ἀναιροῦσι τὸ πιστοποιητικόν.
§133ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ποῖος εἶναι ἐνδιαφερόμενος;
§134Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιαφερόμενος δὲν ὑπάρχει· ἐνδιαφερόμενος εἶναι: ἡ Πολιτεία, οἱ Ὑπουργοί, ὁ Εἰσαγγελεύς. Ἡ Πολιτεία, ἡ ἐνδιαφερομένη περὶ τοῦ ἀτόμου, ὀφείλει νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ἀδικουμένου πολίτου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραγγείλῃ τὸν Νομάρχην, ἢ τὸν Δήμαρχον, νὰ βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς τῆς ψευδοῦς πιστοποιήσεως διοικητικῶς, μεθ’ ὃ νὰ κληθῇ ὁ ἀπαλλαγεὶς κληρωτὸς, καὶ νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα ὁ ἀντ’ αὐτοῦ ὑπηρετῶν.
§135Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι συμπληρῶν, ἀλλὰ διορθῶν τὰς προτάσεις τοῦ προλαλήσαντος, λέγω τὰ ἑξῆς. Ἵνα γείνῃ διοικητικὴ διόρθωσις διὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στρατολογικοῦ, πρέπει νὰ δύναταί τις νὰ παρουσιάσῃ βούλευμα, ἢ ἀπόφασιν δικαστικήν. Ἀλλοίμονον δὲ, ἂν ἐπιτραπῇ ἐξ ἄλλων λόγων νὰ ἀποδεικνύηται ἡ πλαστότης τοῦ ἐγγράφου! διότι τότε τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ πηγὴ μεγάλων καταχρήσεων. Τὴν αὐστηρότητα ταύτην ἐπιβάλλει ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε ἄκαμπτος· δυνάμεθα ἄνευ περὶ τούτου ἀναγραφῆς ἐν τῷ νόμῳ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι, ὁσάκις ἤθελεν ἀποδειχθῆ δι’ ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, ὅτι ἔγγραφόν τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, εἶναι ἄκυρον, τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ ἐπανέλθῃ· διότι τὸ ἄρθρον 55 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου λέγει, ὅτι «αἱ περὶ ἀπαλλαγῆς ἢ ἀναβολῆς κατατάξεως ἀποφάσεις καὶ αἱ περὶ ἀποκλεισμοῦ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας γίνονται ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ ἐγκύρων ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.» Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον δὲν προσβάλλεται ἔγγραφόν τι, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπήλλαξε, δὲν δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς αὐτὸ καὶ ζητήσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως· ἀλλ’ ὅταν ἤθελε παρουσιασθῇ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον βούλευμα π. χ., διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι ἄκυρον, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωρίζωμεν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέρχηται καὶ ἀπαλλάττῃ ἐκεῖνον, ὃν δὲν ἀπήλλαξεν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει. Βεβαίως, ἂν τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν προβαίνῃ ἀφ’ ἑνὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται δόλος τοῦ Δημάρχου, ἀφ’ ἑτέρου νὰ κηρύξῃ τὸ ἔγγραφον, ἐξ ὅλων τῶν ἀποδείξεων, αἵτινες προσήχθησαν, ὡς μὴ ἀληθὲς καὶ ἀκριβές, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ εἴπῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 55, τὸ ἔγγραφον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, εἶναι ἄκυρον, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἅπαξ ἀποφασισθέντα τὸ Συμβούλιον. Τοῦτο δὲν προσκρούει εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι αὐστηρὰ, διότι ἄλλως ἀδύνατον νὰ λειτουργῇ στρατιωτικὸς νόμος.
§136ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ νόμος, καίτοι ἀτελῶς συντεταγμένος, δίδει διέξοδον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, χωρὶς νὰ γείνῃ ἀνάγκη δικαστικῆς ἀποφάσεως, κηρυττούσης πλαστὸν τὸ ἔγγραφον, διότι ὁ ἀπαλλαγεὶς ἀπηλλάγη τῇ αἰτήσει αὐτοῦ, καὶ κατετάχθη ὁ ἄλλος. Ὁ ἤδη κατατεταγμένος δύναται νὰ ζητήσῃ πιστοποιητικὸν, ὅτι ὁ πρὸ αὐτοῦ δὲν εἶναι προϊὸν νομίμου γάμου· νὰ λάβῃ δηλ. πιστοποιητικὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν αὑτοῦ, καταβάλλων 150 δραχ., κατὰ τὸ ἄρθρον 56. Τοῦτο δὲ θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ἔκτακτον Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ καταταχθῇ ὁ ἄλλος. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τὴν τοιαύτην αἴτησιν ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν ὁ Δήμαρχος ἀρνηθῇ νὰ τῷ δώσῃ τοιοῦτο πιστοποιητικόν, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἀνωτέραν Διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Δήμαρχον. Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐπανορθώσεως τοῦ ἀδικήματος δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου· ἀφοῦ δὲ καὶ προηγούμενα ὑπάρχουν, καθιεροῦντα τὴν ἀναθεώρησιν τοιούτων ἀποφάσεων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει μέσον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ, ὅπως καταταχθῇ ὁ ἄλλος.
§137Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἐξέφυγε τῶν χειρῶν μου, κατόπιν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη μεταξὺ διαφόρων νομικῶν καὶ ἐπιφανῶν τοῦ Κοινοβουλίου μελῶν· ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ πιστοποιητικῶν, καὶ μέγας πάταγος γίνεται περὶ ἑνὸς πιστοποιητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος λάβῃ γνῶσιν, διότι δὲν θέλω νὰ κάμω χρῆσιν προσώπων. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς. Εἷς πρόξενος τῆς Βάρνης εἶχε πρὸ διετίας μετατεθῆ εἰς Τύνιδα, ἀλλὰ διὰ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ὤφειλε, κατὰ τὸν νόμον, νὰ γνωρίζῃ τὴν Γαλλικήν. Ἐν τούτοις κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἐξετάσεις εἰς τὴν Γαλλικὴν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν γλῶσσαν ταύτην, καὶ ἔλαβε τὸ σχετικὸν πιστοποιητικόν, μολονότι ὅλος ὁ προξενικὸς κόσμος διαμαρτύρεται, ὅτι ὁ πρόξενος αὐτὸς δὲν γνωρίζει τὴν Γαλλικήν! Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι γνωρίζει τὰ Γαλλικὰ τῆς κουζίνας...
§138Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πότε ἔδωσεν ἐξετάσεις;
§139Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρὸ δεκαεπτὰ μηνῶν.
§140Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸ εἴκοσιν ἑπτὰ μηνῶν.
§141Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ πρόξενος αὐτὸς λοιπὸν δὲν μετέβη εἰς τὴν Τύνιδα, ἀλλ’ ἐστάλη ἐκεῖ ὁ πρόξενος βʹ τάξεως κύριος Σπηλιωτάκης, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει εἰς τὸ Προξενεῖον τοῦ Βατούμ...
§142Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτό;
§143Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρὸ τριετίας. Δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ κατηγορήσω ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ... Ἐκ Τύνιδος μετετέθη ὁ ἀγνοῶν τὴν Γαλλικὴν πρόξενος εἰς Ταϊγάνιον, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Βιτώλια· εἰς οὐδεμίαν ὅμως θέσιν ἐξ ὅλων αὐτῶν μετέβη, ἀλλὰ παρέμεινεν ἐν Ἀθήναις, μέχρις οὗ κατωρθώθη καὶ ἔγεινε τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν! Ἐρωτῶ ὑμᾶς, διὰ ποίας μεθόδου προήχθη τόσον ἐνωρὶς, διὰ νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἐπάγγελμά του; (γέλως).
§144ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν Ἀμπελακίοις τῆς Θεσσαλίας Μανιαρείων ἐκπαιδευτηρίων. Ἐν Ἀμπελακίοις ὑπάρχει Σχολὴ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐκ δημοτικοῦ σχολείου τῶν ἀρρένων, δημοτικοῦ σχολείου τῶν θηλέων καὶ ἐξ ἑλληνικοῦ σχολείου πλήρους. Τὰ σχολεῖα ταῦτα συντηροῦνται δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Μανιάρη. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως οἱ ἐν τῇ Σχολῇ ὑπηρετοῦντες διδάσκαλοι ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων περὶ συντάξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἄνευ τοῦ εὐεργετήματος τούτου, λίαν εὐλόγως, δὲν εὑρίσκονται πρόθυμοι διδάσκαλοι, ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἐν τοῖς Μανιαρείοις ἐκπαιδευτηρίοις, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦτο κινδυνεύουν νὰ μὴ λειτουργήσουν. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Ἀθήναις», συντηρηθησομένης ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Δωρίδου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμας μου κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ συνάψεως δανείου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατὰ τὴν Βοιωτίαν Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτοῦ ἀγούσης εἰς τὴν Μονὴν ταύτην ἐκ τοῦ ἐπινείου Διστόμου». Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἓν τῶν ἀρίστων Βυζαντινῶν μνημείων, ἀνώτερον τῶν ἐν Ραβένῃ, Ρώμῃ καὶ Βενετίᾳ τοιούτων, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Νόβο, τοῦ στερεώσαντος τὰ μωσαϊκὰ τοῦ ναοῦ τοῦ Δαφνίου, εἶναι ἡ κατὰ τὴν Βοιωτίαν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἧς τὸ ἀρχιτεκτονικὸν κάλλος καὶ ὁ ἐσωτερικὸς διάκοσμος εἶναι ἀνώτερα πάσης περιγραφῆς. Τὸ Βυζαντινὸν τοῦτο καλλιτέχνημα δυστυχῶς κινδυνεύει, ἕνεκα διαφόρων ῥηγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔπαθε πρὸ πολλοῦ ὁ ναὸς ἐκ τῶν σεισμῶν. Ἐπείγουσα ἑπομένως ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἔργων, ἅτινα εἰδικὴ ἐπιτροπεία ὑπέδειξε, καὶ τῶν ὁποίων προϋπελογίσθη ἡ δαπάνη. Πολλαὶ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις προσεπάθησαν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν σχεδίων τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ κ. Ματὼν, νομίζω, καὶ τοῦ κ. Ν. Μπαλάνου, ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἐλλείψει τῶν ἀπαιτουμένων χρημάτων, οὐδὲν ἐγένετο. Διὰ συνδυασμοῦ τινος, μὴ ἐπιβαρύνοντος τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, οἰκονομοῦνται τὰ χρήματα, δι’ ὧν θέλει πρῶτον κατασκευασθῆ ἡ ὁδός, ἡ ἄγουσα ἀπὸ τῆς παραλίας τοῦ Διστόμου εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ κατόπιν ὑποστηριχθῆ τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἐκκλησίας. Ἡ κατασκευὴ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ πρέπει νὰ προηγηθῇ τῶν ἔργων τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ κτιρίου, διότι τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα ὑλικὰ, καὶ ἰδίᾳ αἱ σιδηραῖ δοκοὶ καὶ οἱ σιδηροῖ στέφανοι πρὸς στερέωσιν τοῦ θόλου τοῦ ναοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταφερθῶσι διὰ τῶν ἡμιόνων, δι’ ὧν σήμερον ἐξυπηρετεῖται ἡ ὅλη ἐμπορικὴ κίνησις τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Πρὸς ταχυτέραν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων δέον νὰ συνομολογηθῇ δάνειον, ὅπερ θὰ ἐξυπηρετῆται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῆς κατὰ τὸ 1887 διαλυθείσης Μονῆς ἐν τῷ δήμῳ Ὀρχομενοῦ τῆς Λεβαδείας, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ἐπιλεγομένης Σκριποῦς, καὶ συγχωνευθείσης μετὰ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ, τῆς ἐπιλεγομένης Δομποῦς, ὡς καὶ ἐξ εἰσφορῶν τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Τὰ ἐτήσια ἔσοδα τῆς Μονῆς Δομποῦς ἀνέρχονται σήμερον εἰς 45,000 δραχ. μέχρι 50,000, ἐνῷ πρὸ τῆς συγχωνεύσεως ἀνήρχοντο εἰς 15,000. Ἐντεῦθεν ἐξάγεται, ὅτι τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα τῆς Μονῆς Σκριποῦς, τῆς συγχωνευθείσης μετὰ τῆς Μονῆς Δομποῦς, εἶναι περίπου 35,000 δρ. Τοσοῦτον εἰσόδημα δαπανᾶται ἐτησίως ὅλως ἀσκόπως.
§145Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα χρήματα θὰ χρειασθῶσι;
§146ΣΤΑΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον ὁ Γάλλος μηχανικὸς καὶ ὁ κ. Μπαλᾶνος μετὰ τοῦ κ. Καββαδίου, ἀναβιβάζει τὴν ὁλικὴν δαπάνην εἰς 285,000 δραχμάς. Ἐκ τούτων 128,000 ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, 67,000 διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῶν ψηφιδωτῶν, καὶ 90,000 διὰ τὴν ἀπὸ Ἀντικύρας εἰς Ὅσιον Λουκᾶν ἁμαξιτόν.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ποῖον χρόνον ὑπέβαλε τὴν γνώμην του ὁ κ. Ματών;
§148ΣΤΑΗΣ. Νομίζω, κατὰ τὸ 1896. Ἐπαναλέγω, Κύριοι ὅτι ἐπείγει ἡ λῆψις τῶν μέτρων τούτων, διότι, ἐὰν καταρρεύσῃ ὁ ναὸς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, θὰ καταστραφῇ ἓν τῶν πολιτιμοτέρων Βυζαντινῶν κειμηλίων, ἅτινα κέκτηται ἡ Ἑλλάς.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 117–119).
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως θέλουσιν ἀναπτυχθῆ τὰ περὶ τούτου· ἐπειδὴ ὅμως στηρίζεσθε ἐπὶ προϋπολογισμοῦ δαπάνης, ὃν ἐγὼ ἀγνοῶ, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς, ἵνα χρησιμοποιήσητε αὐτὰς, ἂν θέλητε. Κατὰ τὸ 1896 συνεστήθη ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Γενικὸν Ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἀπὸ τοὺς διευθυντὰς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς τῆς Γερμανίας, ἀπὸ τοὺς ἀρχιτέκτονας Τροὺμ καὶ Τσίλλερ, ἀπὸ τὸν μηχανικὸν κ. Μπαλᾶνον καὶ ἄλλους μηχανικοὺς, ἥτις παρεκλήθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μονὴν Ὁσίου Λουκᾶ καὶ ἐξετάσῃ αὐτήν. Ἡ ἐπιτροπὴ μεταβᾶσα ἐξετέλεσε τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐπανῆλθεν ἐνταῦθα. Μετ’ ὀλίγον ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν ἔκθεσιν, ἣν καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογίσει, ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ ὅρμου Διστόμου εἰς τὸ χωρίον Δίστομον, ἐκεῖθεν δ’ εἰς τὴν Μονὴν Ὁσίου Λουκᾶ. Ὁ ἀποθανὼν συνάδελφός μου μοὶ εἶπε τότε, ὅτι προϋπολογίσθη δαπάνη δρ. 250,000· ἀλλ’ ὑμεῖς νῦν λέγετε, ὅτι προϋπολογίσθη ὑπὸ τῶν μηχανικῶν δαπάνη 400,000 δραχ. Ἐγὼ, μεταβὰς τελευταῖον μετὰ φίλων μου εἰς τὴν Μονὴν Ὁσίου Λουκᾶ, ἀπεβιβάσθην εἰς τὸν ὅρμον Διστόμου, πιθανῶς τὴν ἀρχαίαν Βούλιδα, μετέβην εἰς τὸ χωρίον Δίστομον, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν Μονήν. Ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν πάντες ἐλάβομεν διὰ τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην πρὸς συντήρησιν τοῦ οἰκοδομήματος καὶ συμπλήρωσιν τῶν μερῶν αὐτοῦ τῶν καταπεσόντων, καὶ πρὸς διαρρύθμισιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ διακόσμου τοῦ οἰκοδομήματος, ὡς καὶ πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ ὅρμου διὰ τοῦ χωρίου Διστόμου εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἡ ἀντίληψις, λέγω, ἡμῶν ἦτο, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀρκέσει οὔτε 400,000, οὔτε 500,000 δραχμαὶ, διότι ἡ ἀνάβασις ἀπὸ τῆς παραλίας εἰς τὸ ὄρος καὶ ἀπὸ τοῦ ὄρους εἰς Δίστομον εἶναι δυσχερὴς, διότι ὑπάρχουσι πετρώδη ἐδάφη, ἀπαιτοῦνται δὲ τεχνικὰ ἔργα πολλά. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς δαπάνης καλλίτερον, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον, καὶ ἔπειτα, ἐλλείψει χρημάτων, δὲν ἀποπερατωθῇ.
§151ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1896 συνταχθεῖσα ἔκθεσις τῆς κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1895 συστάσης ἐπιτροπῆς, ἧς ἐμνήσθη ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς, οὐδόλως δὲ ἐγὼ ἀφῆκα νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι παρ’ ἐμοῦ συνέστη ἢ ἐστάλη ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ πρὸς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τοῦ περικαλλοῦς χριστιανικοῦ μνημείου. Ἐγὼ ῥητῶς εἶπον, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἐγένετο κατὰ τὸ 1896· κατὰ λάθος μόνον ἀνέφερα τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ματὼν, ἀντὶ τοῦ κ. Τροὺμ, ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς τριμελοῦς ταύτης ἐπιτροπῆς. Ἐν τῷ ἕκτῳ ἄρθρῳ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἢ δανείων, μέχρι ποσοῦ 700,000 δραχμῶν, διότι δίκαιον εἶναι νὰ κατασκευασθῇ ἡ προέκτασις τῆς ὁδοῦ παραλίας Διστόμου–Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ μέχρι Λεβαδείας, χάριν τῆς ὁποίας ὁδοῦ ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς συνάψεως δανείου μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 700,000 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τὰ ἔργα, περὶ ὧν κυρίως πρόκειται, θὰ ἀπαιτηθῇ δαπάνη 300,000 δρ. περίπου. Πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων τούτων θὰ εἰσφέρῃ κατ’ ἔτος ἡ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ 5,000 δραχμὰς, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία 10 ἕως 15 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως, εἰς ταῦτα δὲ θὰ προστίθηνται καὶ τὰ ἐτήσια ἔσοδα τῆς διαλυθείσης Μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐν Σκριποῦ, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς δρ. 30,000 περίπου. Θὰ ἔχωμεν οὕτω ποσὸν 45–50 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων τούτων. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ δανείου θὰ ἦναι δυνατὸν διὰ τῶν ἐτησίων τούτων πόρων νὰ πραγματοποιηθῶσι μικρὸν κατὰ μικρὸν πάντα τὰ ἔργα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν ἀπὸ τῆς παραλίας Διστόμου εἰς Ὅσιον Λουκᾶν διὰ Διστόμου, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Λεβαδείαν. Εἶναι προτιμοτέρα ὅμως ἡ συνομολόγησις δανείου, διότι τότε θὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὰ ἔργα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ναοῦ καὶ τὴν ὁδοποιίαν καὶ τὴν ἀνακαίνισιν τῶν τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ.
§152Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰς δικογραφίας τῶν ὑποθέσεων Μιλτ. Ἰγγλέση, ταγματάρχου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ Λύτσικα, δικηγόρου. Ταύτας καταθέτω.
§153Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τοῦ κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ παρεχομένου σιγαροχάρτου». Αὐξάνουσι τὰ φύλλα τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ 80 ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς καπνοῦ.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120).
§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ᾐτήσατο νὰ χορηγηθῶσι πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, ἰδίᾳ δέ, ἂν πρὸς καταβολὴν αὐτοῦ ἔλαβε τὸ Δημόσιον ὁμολογίας τῶν εἰς χρυσὸν δανείων ἡμῶν, δι’ ἃ καθωρίσθησαν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι. Αἱ πληροφορίαι αὗται χορηγοῦνται δι’ ὧν κατατίθημι ἐγγράφων. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, καὶ ἰδίᾳ ἐκ τοῦ συμβολαίου, ἐμφαίνεται, ὅτι ἡ κληρονόμος, οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης καὶ τὰ Μετοχικὰ Ταμεῖα τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ ἦλθον εἰς συμβιβαστικὴν λύσιν μετὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ κληροδότημα τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ ἀνέρχεται, κατὰ τὴν διαθήκην καὶ τὸν κωδίκελλον, εἰς τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ ὧν τὸ ἥμισυ προώρισται διὰ διὰ τὴν κατασκευὴν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ δημοτικῶν σχολείων, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν. Ὅτε ἐζητήθη παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ κληροδότημα, οἱ ἐκτελεσταὶ προέβαλον τὴν ἀξίωσιν, ἵνα, ἀντὶ χρημάτων, δοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον χρεώγραφα ἐν τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ· ἐπεκαλοῦντο δὲ τὸ γράμμα τοῦ κωδικέλλου, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ἡ ῥήτρα, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τοῦ κληροδοτήματος δέον νὰ γένηται διὰ τοῦ συμψηφισμοῦ τῶν εἰς τὸν διαθέτην ἀνηκόντων ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐπὶ τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠμφισβήτησε τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, ἀξιῶν, ὅπως, καὶ ἂν πρόκηται εἰς χρεώγραφα νὰ κατατεθῇ τὸ κληροδότημα, τὰ χρεώγραφα ταῦτα ὑπολογισθῶσιν ἐπὶ τῇ ἀγοραίᾳ αὐτῶν τιμῇ, ὅπως διὰ τοῦ τιμήματος αὐτῶν, ἐκποιουμένων, πορισθῶμεν τὰ χρήματα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ διαθέτου. Ἐπειδὴ ἐπέμενον οἱ ἐκτελεσταί, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη μὲν νὰ λάβῃ τὰ χρεώγραφα ταῦτα, ὡς ἐζήτουν οἱ ἐκτελεσταί, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπὶ τούτῳ συνταχθεῖσαν συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν ἐπεφυλάξατο εἰς τὸ Δημόσιον πάντα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ ὑπολοίπου. Εὐθύς, ὡς τοιοῦτον συμβόλαιον ὑπεγράφη, ἤγειρεν ἀγωγὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τῆς κληρονόμου καὶ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης. Ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, τὸ ὁποῖον ἐδικαίωσε τὸ Δημόσιον, ἡ δὲ κληρονόμος καὶ τὰ Ταμεῖα, τὰ ἐνδιαφερόμενα, ἐξεκάλεσαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐκκρεμής, ὅτε ἐπετεύχθη συμβιβαστικὴ λύσις ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κληροδοτήματος. Διὰ τῆς συμβιβαστικῆς ταύτης λύσεως παρητήθησαν ἡ κληρονόμος καὶ τὰ Ταμεῖα τῆς ἐφέσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν κατεβλήθη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κληροδοτήματος. Ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων ποσὸν 1½ ἑκατομμυρίου δραχμῶν, προωρισμένον διὰ δικαστικὰ καταστήματα, κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὑπὸ τὸν τίτλον «Κληροδότημα Ἀνδρέου Συγγροῦ ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς δικαστικῶν καταστημάτων. Ἔντοκος κατάθεσις ἐπὶ τόκῳ 2½%». Εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόση εἶναι ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων;
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν χρεωγράφων τούτων ἡ ὀνομαστικὴ ἀξία ἦτο 3,000,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ, ἤτοι ἡ ἀγοραία ἀξία αὐτῶν, ἀνήρχετο μόνον εἰς 1,300,000 δραχμάς. Ὅτε συνετάχθη ἡ περὶ ἧς ἐποιησάμην μνείαν συμβιβαστικὴ πρᾶξις, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προέλθω εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν χρεωγράφων τούτων, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000 δραχμῶν, κατατεθῇ δὲ καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἐκ δραχμῶν 1,500,000 εἴς τινα Τράπεζαν ἐντόκως, ἵνα διατεθῇ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν. Ὅτε ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῆς ἐκποιήσεως, παρετηρήθη, ὅτι αἱ τιμαὶ ἦσαν ἔν τινι ἐκπτώσει, ὡς Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσκέφθην, ὅτι πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ περιμείνῃ προσεχῆ τινα ἐποχὴν, ἵνα ἐπιτύχῃ τιμὰς κρείσσονας, καὶ ἀνέστειλα τὴν πώλησιν αὐτῶν. Ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὸν προσεχῆ μῆνα θὰ γείνῃ ἡ ἐκποίησις καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν χρεωγράφων, καὶ τὸ ἕτερον κληροδότημα θὰ κατατεθῇ καὶ τοῦτο ὑπὸ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἡ διαθήκη ἀναγράφει: «Κληροδότημα Ἀνδρέου Συγγροῦ πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν», καὶ θέλει ὑποβληθῆ καὶ νομοσχέδιον εἰδικὸν περὶ διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος τούτου.
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ μόνον περὶ τῶν χρεωγράφων ἠρώτησα. Καὶ θέλω φέρει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἤκουσά τι πρὸ μικροῦ, ὅπερ προκαλεῖ ἄμεσον τὴν ἐξήγησιν. Τὸ κληροδότημα εἶναι πρὸς τὸ Κράτος, εἰς ὃ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις μόνον νὰ διαθέσῃ τὰ ἐξ αὐτοῦ χρήματα εἰς σκοποὺς ὡρισμένους. Εὐθὺς ὡς ἐδέχθη τὸ Κράτος τὸ κληροδότημα, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος ἐδέχθη καὶ ἔλαβεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ χρεώγραφα Ἑλληνικὰ οἱαδήποτε, ἐγένετο ἐν ταὐτῷ καὶ δανειστὴς καὶ ὀφειλέτης, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐπῆλθε σύγχυσις καὶ ἀπόσβεσις τοῦ χρέους. Δὲν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ πωλήσῃ τὰ χρεώγραφα ταῦτα, ἀλλ’ ὀφείλει, παραλαμβάνουσα ταῦτα, ἢ νὰ καταθέσῃ χρῆμα ἀντίστοιχον πρὸς τὴν σημερινὴν αὐτῶν ἀξίαν, ὅτε ἀπαλλάσσεται τῆς ἐκ τοῦ κληροδοτήματος ὑποχρεώσεως διὰ τὸ ὅλον, καὶ διαγράφεται τὸ μέρος τοῦτο τῆς δημοσίας ὀφειλῆς ἀπὸ τοῦ λοιποῦ χρέους, ἢ νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, —καθ’ ὃν τρόπον βεβαίως ἡ Βουλὴ θέλει κανονίσει διὰ νόμου—δι’ ὧν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ διαθέτου ἀναγραφέντα ἐν τῇ διαθήκῃ. Ἡ ἰδέα εἶναι αὕτη, ἣν ἐκθέτω, ἵνα μελετηθῇ, διότι βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ πραχθῇ ἀμέσως ὅ,τι ὑποδεικνύω· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὑφ’ ὑμῶν ἐξαγγελθεῖσαν, ν’ ἀπαλλοτριώσητε, — καὶ δυστυχῶς ἀπηλλοτριώσατέ τινα τῶν χρεωγράφων τούτων — ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τῆς συγχύσεως, ἥτις αὐτοδικαίως ἐπέρχεται κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ ὀφειλέτης ἐγένετο καὶ δανειστής. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐγενόμεθα κύριοι χρεωγράφων εἰς χρυσόν,—τὸ Κράτος καὶ ὄχι ἵδρυμα ἴδιον ἄλλο,—ἐπῆλθε τί; Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ Κράτος ὠφελήθη παραχρῆμα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τρεχούσης τιμῆς καὶ τῆς τιμῆς τῆς ὀνομαστικῆς, ἑπομένως ἐκέρδισε τὸ Κράτος ἄνω τῶν 50%, ἐκέρδισε δὲ τὴν διαφορὰν εἰς χρυσόν, καὶ ἐκέρδισεν αὐτὴν ἀπέναντι τῶν ξένων δανειστῶν, καὶ ἀπηλλάχθη κατ’ ἴσον λόγον τοῦ Ἐλέγχου. Τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἐξέτασιν. Ὀφείλει νὰ μὴ προβῇ εἰς περαιτέρω ἀπαλλοτρίωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ἢ λάβῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ τῆς καταλλήλου πρὸς αὐτὴν ἐρωτήσεως, νὰ κρατήσῃ δὲ τὰ χρεώγραφα ταῦτα, μέχρις οὗ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τότε θὰ ἀναπτύξω διεξοδικώτερον τὴν ἰδέαν μου ταύτην.
§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, βεβαίως θὰ συζητήσωμεν διεξοδικώτερον· ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τῆς γνώμης αὐτοῦ· διότι, ἐὰν ἤθελον τὴν παραδεχθῆ, ἤθελον καταλήξει εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Κράτος πρόσοδόν τινα μέχρις οὗ ὁριστικὸν ληφθῇ μέτρον πρὸς διάθεσιν τοῦ κληροδοτήματος πρὸς ὃν προώρισται σκοπόν. Τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσῃ ποσὸν 1,500,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, δὲν ἔχει διαθέσιμον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν γενικωτέραν ἐξέτασιν τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν ἐν προσεχεῖ εὐκαιρίᾳ συζητήσει.
§160ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἀπὸ τοῦδε τὴν παρατήρησίν μου, διότι, καὶ πάλιν λέγω, πρόκειται περὶ ζητήματος ἀξίου νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν. Τὸ ζήτημα συνδέεται μετὰ θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὸν Ἔλεγχον, καὶ εὐθὺς, ὡς ἦλθεν ἐνταῦθα, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ γείνῃ δέ τι ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς.
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι διὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει ν’ ἀποφύγῃ εὐθύνην τινά. Ὁ Ὑπουργὸς ὑπέχει πάντοτε εὐθύνην ἐπὶ ταῖς πράξεσι καὶ ταῖς παραλείψεσιν αὐτοῦ.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν δύνασθε ὑμεῖς νὰ λύσητε τὸ ζήτημα, ὡς εἴπετε, ἢ πρέπει νὰ ληφθῇ ἄδεια τῆς Βουλῆς.
§163ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα καὶ πρότερον, ὅτι, ἐπειδή, ὡς ὑμεῖς αὐτὸς εἴπετε, θὰ συζητήσωμεν διεξοδικώτερον τὸ θέμα, ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ τότε διεξοδικώτερον νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Ὁ αὐτὸς ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Καταθέτω ταύτας. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν ἁλυκῶν Κυθήρων. Αὗται χορηγοῦνται διὰ σημειώματος, τὸ ὁποῖον καταθέτω. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρατηρῶ, ὅτι, ὅτε τελευταῖον ἐπεχειρήθη ἡ συγχώνευσις τῶν ἁλυκῶν Κερκύρας εἰς τὸ Μονοπώλιον, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσι καὶ αἱ ἁλυκαὶ Κυθήρων, ἀλλ’ ἐπαρουσιάσθη δυσκολία τις, διότι κατὰ τρόπον ἰδιόρρυθμον μᾶλλον διετίθετο τὸ προϊὸν τῶν ἁλυκῶν Κυθήρων, διότι ἐκεῖ πρῶτον δὲν ὑπάρχουν ἁλυκαὶ κανονικαί, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἅλατα πηγνύμενα εἰς πολλὰ μέρη, τὰ ὁποῖα συλλέγονται εἰς ὄφελος τῶν δήμων, καὶ διατίθενται ὑπὲρ τῶν ἀπόρων. Κατέστη ὡς ἐκ τούτου δύσκολος ἡ μετὰ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς συνεννόησις. Τελευταίως ἐπανελήφθησαν πάλιν αἱ μετ’ αὐτῆς συνεννοήσεις, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλουσι καταλήξει εἰς συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον διὰ νομοσχεδίου θέλει ὑποβληθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποία εἶναι ἡ κατανάλωσις;
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παραγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 400,000 ὀκάδας, τὸ δὲ εἰσπραττόμενον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 15,000 περίπου δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι διατίθενται ὑπὲρ τῶν ἀπόρων. Ὁ αὐτὸς κύριος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἀπολογισμῶν, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ τοῦ πίνακος τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους· διότι, κατὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα καὶ τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 62 ἑκατομμύρια δραχ., πλὴν τοῦ ποσοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἐλαττωθῆ κατὰ 11,000,000 δρ., κατὰ δὲ τὸν ἰσολογισμόν, ἀνέρχεται εἰς 63,000,000. Ἐζήτησα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ἐπείσθην δὲ, ὅτι πράγματι ἡ διαφορὰ αὕτη ὑπάρχει, ὅπως ὑπῆρχε καὶ πρότερον ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐλέγχου τοῦ γενομένου καὶ τοῦ πίνακος τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας· διότι ὁ πίναξ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων τῶν Ταμιῶν, χωρὶς νὰ γίνηται ἡ προσήκουσα ἐξέλεγξις· ὅταν δὲ ἐξελεγχθῶσιν αἱ καταστάσεις αὗται καὶ τακτοποιῶνται αἱ κατὰ μέρος πιστοχρεώσεις, τότε διορθοῦνται καὶ αἱ ἐν τῇ Γενικῇ Ληψοδοσίᾳ ἀναγραφαὶ· πάντοτε ὅμως ἐν τῷ συνόλῳ αἱ μερίδες δὲν παραλλάσσουν, διότι τὸ σύνολον εἶναι τὸ αὐτὸ πάντοτε, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς Ταμείου ἐπέρχεται μεταβολὴ εἰς χρέωσιν μιᾶς μερίδος ποσοῦ τινος ἐσφαλμένως ἀναγραφέντος. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εἶναι ἐνήμερον. Πολλοί εἰσιν οἱ λόγοι, ὁ πρώτιστος δὲ εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ. Τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν ἐνησχολεῖτο μέχρι πρό τινος ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἀφορῶντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι πρωτίστως τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ τὴν κυρίαν ἐπασχόλησιν του. Τοῦτο δὲ, διότι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἐπεδείκνυον ἐνδιαφέρον, καὶ ἀπησχόλουν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Κατ’ ἀκολουθίαν, οἱ διάφοροι χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ παρέμενον ἀνεξέλεγκτοι. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ὅμως ἔτους ἐδόθη ὤθησις εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν, κατωρθώθη δὲ νὰ προχωρήσῃ ἡ τοιαύτη ἐργασία. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἐργασίας προέκυψε τὸ ἔλλειμμα τοῦ Ταμείου Πατρῶν, προέκυψε δὲ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε κατατεθῆ, πλὴν τῶν ὀφειλομένων, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου τοῦ Παμίσου. Ἐπειδὴ δὲ προχωρεῖ ἡ ἐργασία αὕτη, ὑποθέτω, ὅτι ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει κατορθωθῆ νὰ γείνῃ ἐνήμερον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν.
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ τοῦ Παμίσου;
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον εἶχε καταβάλει ποσὸν ἀνώτερον, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο παρέμενε παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, διότι τὸ ἐν Καλάμαις ὑποκατάστημα αὐτῆς κρατεῖ τὸν σχετικὸν λογαριασμόν, ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Ταμείου Παμίσου, καὶ δὲν ἦτο ἐνήμερος ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης. Ὅτε ὅμως ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν ἀνεκαλύφθη ἡ ἐπὶ πλέον τῶν ὀφειλομένων κατατεθεῖσα διαφορὰ, ἀνωμολογήθη ἡ διαφορὰ αὕτη, καὶ ἀπεδόθη εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Τσιτσάρας εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ δάσος Μπέσια. Εἶπον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι εἶχον παραγγείλει νὰ παρασκευασθῶσιν ἀντίγραφα τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σήμερον καταθέτω. Ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κρίτσας εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς τὰ ὕδατα Θερμοπυλῶν καὶ Πλατυστόμου. Καταθέτω καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας. Ὁ ἐκ Τρικκάλων ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κριεμάδης εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα τῶν γενομένων εἰσπράξεων δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νόμου περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Καταθέτω τὸ σημείωμα τοῦτο.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῆς προχείρου ἀναγνώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ ὁρμῶμαι, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ Matton καὶ τοῦ Μπαλάνου, περὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς ἐποιήσατο μνείαν. Ὡσαύτως παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιήσατο μνείαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν διατηρεῖται τὸ προσωπικὸν τὸ ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον εἶχε προσληφθῆ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐτησίων ἀπολογισμῶν, ἐὰν διατηρεῖται, ἀφοῦ ἡ σύνταξις τῶν ἀπολογισμῶν ἐπερατώθη, καὶ ἐγενόμεθα ἤδη ἐνήμεροι. Δεύτερον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ νὰ παρασκευασθῇ κατάλογος τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ καταθέσῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν.
§169Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας διὰ τὸ Κράτος ἐν γένει ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πρὸ πολλοῦ, τοῦτο δὲν εἶναι, νομίζω, ἀμφισβητήσιμον. Δὲν θέλω ὅμως πραγματευθῆ αὐτὸ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα μοὶ ὑπέβαλον πρὸ πολλοῦ καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μοὶ ὑποβάλλωσι συμπολῖταί μου ἐκ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου. Καὶ οἱ τέσσαρες δῆμοι, οἱ ἐξωτικοὶ, τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν ὑφίστανται ὅλα τὰ δεινὰ τῆς ἐλλείψεως τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἀλλὰ δύο ἐξ αὐτῶν, ὁ δῆμος Τριταίας καὶ ὁ δῆμος Ἐρινεῶν, πάσχουσι περισσότερον τῶν ἄλλων· ἕν δὲ χωρίον τοῦ δήμου Τριταίας διατελεῖ εἰς ἀπελπιστικὴν ἀληθῶς κατάστασιν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου αὐτοῦ καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφοράν, καὶ με παρακαλοῦσι νὰ ὑποβάλω ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ταύτης παριστῶσι τὴν κατάστασίν των ὡς οἰκτρὰν καὶ ἐκτὸς πάσης ἀντιλήψεως κυβερνητικῆς. Καὶ φαίνονται μὲν αἱ ἐν αὐτῇ φράσεις, κἄπως ὑπερβολικαὶ, ἀλλ’ εἶναι προδήλως ἐμφαντικαὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπελπισίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ ἀναφερόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ τὰς ἀναφέρω αὐτολεξεί. Ἀφοῦ ἐκτραγωδοῦσι τὴν ἀθλιότητα τῆς καταστάσεώς των, εἰς τὸ τέλος ἐπάγονται τὰ ἑξῆς: «Δὲν διατελοῦμεν οὔτε ὑπὸ Κυβέρνησιν, οὔτε ὑπὸ Βασιλέα, οὔτε ὑπὸ ἀρχήν τινα!» Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἐκ τοῦ χωρίου αὐτοῦ ἐκλάπησαν 20 μεγάλα ζῷα, ἐφονεύθησαν δὲ ἰσάριθμα. Περὶ μικρῶν, ἀφίνω νὰ φαντασθῆτε! Τὰ κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλήματα εἶναι ἐπίσης εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἣν ὑποβάλλω, καὶ νὰ τὴν ἀπευθύνῃ μετὰ ἐντόνων συστάσεων πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Πατρῶν.
§170ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν, τῶν συνδεουσῶν τὰ διάφορα χωρία καὶ τὰς κώμας τῆς πεδιάδος τῆς Ἀργολικῆς· διότι παραπονοῦνται ἐκεῖθεν, ὅτι αἱ ὁδοὶ αὗται εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε καὶ αἱ ἅμαξαι αἱ μεταφορικαὶ ἀκόμη ὑποφέρουσι παντοίας ζημίας εἰς τὰς ὁδοὺς αὐτάς. Ἴσως τὸ κακὸν προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἀπὸ πολλοῦ δὲν ὑπάρχει νομομηχανικὸς ἐκεῖ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ μίαν σύστασιν, ἣν ὑπέβαλον αὐτῷ τῇ 7 Δεκεμβρίου, ἐν τῇ συνεδριάσει 23ῃ, περὶ προσκομίσεως ἑνὸς πίνακος, δεικνύοντος τὰ ὀφειλόμενα δυνάμει τελεσιδίκων ἀποφάσεων, ἢ πινάκων τοῦ Προέδρου, ἢ συνεπείᾳ συμβιβασμοῦ καὶ λοιπά.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§172Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοί εἴπῃ: Θὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς τιμωρηθέντας, ἢ δὲν θὰ ὑποβάλῃ αὐτά; Θέλω νὰ γνωρίζω, διὰ νὰ κανονίσω τὴν πορείαν μου. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δηλώσῃ, ἂν θὰ ὑποβάλῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἢ ὄχι.
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου δὲν ἤργησε τόσον, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἐρώτησίν σας. Διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ συζήτησις διεξήχθη ἐπὶ τοῦ θέματος προχθές. Μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔδωσα διαταγὴν, ἵνα παρασκευασθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅπως τὰ ὑποβάλω. Ἀλλ’ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐὰν τυχὸν ἐλάβετε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ τὰ δώσητε, ἵνα ἴδω, ποῖα εἶναι τὰ ἐλλείποντα, καὶ συμπληρώσω ταῦτα.
§174Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδήλωσα ὅτι θὰ κατατεθῶσι τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§176Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Χθές, γενομένου λόγου περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ προτάξωμεν αὐτό.
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι «αὔριον θὰ ἴδωμεν, τί δύναται νὰ γείνῃ περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ».
§179Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀποδέχομαι τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων σας, ὅπως τὴν διετυπώσατε σήμερον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς γνωρίζετε, εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐπεξεργασθὲν δὲ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν, εἶναι ὡριμώτατον, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ προκαλέσῃ συζητήσεις.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα θὰ συζητήσωμεν αὐτό.
§181Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, βεβαιωθῆτε, κύριε Πρωθυπουργέ, θίγει σπουδαιότατα συμφέροντα, ἐπείσθητε δὲ, ὅτι τήκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς ἄνθρωποι, χωρὶς τίποτε νὰ διαπράξωσι, φυγοδικοῦσι δὲ ἄνθρωποι ἐπιστήμονες, διότι ἀπέσχον δῆθεν τῆς ἀνακρίσεως, χωρὶς νὰ ἀπόσχωσιν, ἀλλὰ μεταβάντες ἐπανειλημμένως δὲν εὗρον τὸν ἀνακριτὴν, ἵνα ἀνακριθῶσι. Δύο ἰατροὶ καὶ εἷς δικηγόρος ἦλθον πρός με καὶ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἀναγκάζονται νὰ φυγοδικῶσιν ἕνεκα τοιούτου λόγου.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΒΨΞΘʹ τῆς 30 Μαΐου 1900», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§183Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ διορθωθῇ ὁ ἀριθμὸς 2 εἰς 3 ἐν τῷ τίτλῳ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος, καὶ νὰ γείνῃ ἄρθρον 2 τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, δι’ οὗ τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι νέον;
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσετέθη μία διάταξις, ἀφορῶσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἔμεινεν ἡ πρώτη διάταξις τῆς προτάσεως νόμου, ἡ τροποποιοῦσα τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Προστίθενται δὲ εἰς τὰ ἐξαιρούμενα ἐκ τοῦ μονοπωλίου αἱ ἐφημερίδες, ὅπως δήποτε μεταφερόμεναι.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται νὰ ἀναβληθῇ.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§189Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ ἡ ἐκ ταύτης ἐπελθοῦσα ψηφοφορία μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἐπασχολήσω πάλιν τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ζητήματος τῆς Δεξαμενῆς Σύρου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέδωκεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, ὡς καὶ δύο ἕτερα νομοσχέδια, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ προταχθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Δεξαμενῆς· ὑπόσχομαι δὲ νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς γινώσκετε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα θέλομεν προβῆ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§191Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐὰν θὰ ἐπανέλθωμεν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
§193ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κάτοπτρον, ἐν ᾧ βλέπουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ τὸ φῶς, καὶ ἐν ᾧ φαίνεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως· διότι τὰ μὲν προγράμματα παντοῦ καὶ πάντοτε καλὰ εἶναι καὶ ὡραῖα, καὶ πολλὰ ὑπισχνοῦνται, πολλὰς ἐπαγγελίας δίδουσιν, ἀλλὰ μένει νὰ βεβαιωθῇ, τί ἐκ τούτων ἐκτελεῖται, καὶ πῶς ἐκτελεῖται. Ὅλοι ἐνθυμούμεθα τὸ πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ πρὶν ἔτι ἔλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ ἀφ’ ἧς ἦλθε, τὰς δηλώσεις καὶ ἐπαγγελίας της περὶ πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσῃ. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο μεταρρυθμίσεις ἀφ’ ἑνὸς, πόλεμος κατὰ τῆς συναλλαγῆς ἀφ’ ἑτέρου, ἥτις τῇ ἐφαίνετο, ὅτι ἦτο τὸ μέγιστον, ἂν μὴ τὸ μόνον, τῶν κακῶν, τῶν εἰς τὴν πρόοδον τῶν δημοσίων πραγμάτων ἐπιπροσθούντων. Καὶ ἐκ μὲν τῶν μεταρρυθμίσεων εἴδομεν τί ἐψηφίσθη, ἀλλ’ εἴδομεν καὶ τί συγχρόνως ἐξ αὐτῶν ἐφηρμόσθη. Σπουδαιότατοι νόμοι, ὁ τῆς ἀστυνομικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ὁ περὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἔμειναν ἀνεφάρμοστοι, καὶ πολὺ ἀπέχει ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν θὰ ἴδωμεν αὐτοὺς ἐφαρμοζομένους. Ἐφηρμόσθη ἡ μεταρρύθμισις μόνον ἐπὶ δύο νόμων, ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ ἐπὶ τοῦ περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου. Ἐπίσης ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐφαρμοσθέντων νόμων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, μετὰ τὰς τόσας ἐπαγγελίας καὶ δηλώσεις, ὅτι ἐπιστημονικὴ μεταρρύθμισις καὶ διαρρύθμισις ἐπήρχετο δι’ αὐτῶν, τί εἴδομεν; Ποία εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀρχή, ἡ πρυτανεύουσα ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν δύο αὐτῶν νόμων; Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀπὸ φόρου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἢ τοῦ κεφαλαίου μετεφέρθη εἰς τὴν κατανάλωσιν, ὁ δὲ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ τῆς καταναλώσεως μετεφέρθη εἰς τὴν παραγωγήν. Ὥστε βλέπετε, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ποία εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως οἱ νόμοι, οἵτινες ἐφηρμόσθησαν, ἀπέδωκαν τὰ ἀποτελέσματα, εἴτε ὑλικά, εἴτε καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο; Ὁ μὲν φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ἀπέδωκεν ἴσως ἀποτελέσματα ὑλικὰ περίπου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο· ἀλλ’ ἐὰν κρίνῃ τις ἀπὸ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, ἡ ὁποία δίδει τὸ μέγιστον μέρος, ἤτοι τὸ τέταρτον σχεδὸν τοῦ ὅλου φόρου, καὶ ἂν πιστεύσωμεν τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ὑποφέρουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου ἐν τῇ Ἀττικῇ, εὐλόγως δύναται νὰ ἐρωτήσῃ: ὁ φόρος οὗτος θέλει ἀποδώσει κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκε κατὰ τὸ λῆγον ἔτος, καὶ τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο διὰ τὸ ἐπιόν; Διὰ δὲ τὸν ἕτερον φόρον, τὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὅστις μετεφέρθη ἀπὸ τῆς καταναλώσεως εἰς τὴν παραγωγήν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πολλά· μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ τὸ μέτρον, ὅπερ ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου καταστραφέντων ἢ ζημιωθέντων ἰδιοκτητῶν ἀμπέλων, καὶ ἑπομένως ἀπεδείχθη καὶ αὐτὸς ὁ φόρος, ὡς διερρυθμίσθη, οὐχὶ πάντοτε ὑπισχνούμενος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο, ἐν ὅσῳ δὲν διαρρυθμισθῇ ἐπὶ ἄλλων, πρακτικωτέρων, βάσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος δὲν θ’ ἀποδώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶντο, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός. Μένει μόνος νόμος ἐφαρμοσθείς, ἐκ τῶν εἰσαχθέντων μεταρρυθμιστικῶν, ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, ὁ μόνος ἐφαρμοσθεὶς νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος δαπάνας μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑφίστατο προηγουμένως. Καὶ δὲν θέλω τώρα νὰ συζητήσω, ἐὰν ἦτο ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ὡς μεταρρυθμίσεως, ἀλλ’ ἀναμφισβήτητον τυγχάνει, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς νέας μεταρρυθμίσεως εἶναι μεγάλαι. Καὶ μήπως τοὐλάχιστον εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ τέρματος τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως θὰ ἐπιβάλῃ; Πιστεύω, ὅτι ὀλίγοι εἶναι οἱ νομίζοντες, ὅτι εἴδομεν τὸ τέρμα τῶν δαπανῶν· διότι ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλα αὑτοῦ τὰ μέρη. Ἔχομεν τὸ μέρος τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συστηθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως συνεπάγονται δαπάνας, καὶ δαπάνας ὄχι μόνον ἐκείνας, ἃς στενῶς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων θέλει ἐπιφέρει ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας· διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέρους αὐτοῦ, ἡ σύστασις τῶν ἐπὶ πλέον Δικαστηρίων, θὰ συνεπιφέρῃ καὶ ἄλλας προσθέτους δαπάνας. Καὶ ἂν ἡ αὔξησις τῶν Δικαστηρίων ὑπισχνεῖτο τόσα καλά, τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν καλλιτέραν ἀπονομὴν αὐτῆς, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν ἀπὸ τόσου χρόνου, ἀφ’ ὅτου ἐφήρμοσε τὸ πρῶτον μέρος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως; Ἐὰν πάλιν δὲν πιστεύῃ, ὅτι εἶναι τόσον ἀπόλυτος ἀνάγκη αὐτῶν καὶ τόσον καλὸν τὸ μέτρον τοῦτο, διατὶ ὑπόσχεται νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ; Ἐὰν πάλιν, ἀφοῦ, κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν, ἐπῆλθεν ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος τῶν νέων Δικαστηρίων κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Συνόδου, καὶ ἂν ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὴν σύγκλησιν τῆς Συνόδου, ἐὰν τὸ μέτρον εἶναι καλόν, διατὶ δὲν διατάσσεται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, τοὐλάχιστον ἀφ’ ὅτου τὸ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη, ἀλλὰ παρεπέμφθη εἰς τὴν 1 Σεπτεμβρίου προσεχοῦς ἔτους; Πιθανὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἐλλείψεως προσωπικοῦ· ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ τις, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν Δικαστηρίων θ’ αὐξήσουν αἱ δίκαι. Θὰ ἦναι ἀπελπισία νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν Δικαστηρίων θὰ αὐξήσουν αἱ διαφοραὶ καὶ τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦν τὰς ἐργασίας τῶν Δικαστηρίων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι τόσαι περίπου αἱ ὑποθέσεις, ὅσαι νῦν εἰσάγονται εἰς τὰ 22 ὑπάρχοντα Δικαστήρια, αὗται δὲ θὰ καταμερισθῶσιν εἰς τὰ 26 διὰ τῶν νῦν ἐπὶ πλέον συνιστωμένων τεσσάρων Δικαστηρίων. Καὶ ἐὰν εἶναι ὀλίγον τὸ προσωπικόν, μήπως δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου, δι’ οὗ εἰσήγαγε τὴν αὔξησιν τῶν Δικαστηρίων, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ἐπαισθητῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν δικῶν, νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τῆς μεταθέσεως ποῦ μὲν ἑνός, ποῦ δὲ δύο ἢ τριῶν δικαστῶν ἐκ τῶν Δικαστηρίων τῶν ἐχόντων πλείονας τοιούτους, νὰ ἐπαρκέσῃ, λέγω, εἰς τὰ 4 Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα συνιστῶνται κατὰ πρῶτον εἰς κέντρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσι πολλὰς δίκας;
§194ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίας εἶναι ἐνημερώτατον.
§195ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὥστε, κατ’ ἐμέ, δὲν εἶναι λόγος ἡ ἔλλειψις τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλ’ ἄλλος. Ἔχω δὲ πεποίθησιν εἰς τὴν εὐθυκρισίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία, συναισθανομένη ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῶσι τὰ 4 αὐτὰ νέα Δικαστήρια, δὲν θέλει συστήσει αὐτά, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέβαλε τὴν σύστασιν μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου. Εὑρεθεῖσα εἰς πολιτικὴν ἀνάγκην, ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα τῆς ὑποσχέσεως τῆς συστάσεως τῶν Πρωτοδικείων, ἀλλ’ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ὑπουργῶν καὶ φίλων μου ὑπάρχει, ὡς πιστεύω, ἡ πεποίθησις, ἡ σύμφωνος πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμον τὸ μέτρον.
§196ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἀφοῦ τὸ ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις...
§197ΣΚΟΥΖΕΣ. Πολλὰ ἀποφασίζει τις, ἀλλὰ πολλάκις δὲν τὰ ἐκτελεῖ. Ἴσως δὲ δὲν εἶναι τολμηρὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὑποσχεθεῖσα τὴν σύστασιν τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων κατὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου, ἐσκέφθη κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον... Ἐγὼ εἶμαι συνηθισμένος νὰ συναναστρέφωμαι μὲ τὸν λαόν, καὶ θὰ τὸ εἴπω, ὡς τὸ λέγει ἐκεῖνος: «Ἄνδρα μου, ἢ σὺ πεθαίνεις, ἢ ἐγὼ χηρεύω».
§198Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Θὰ γείνῃ μὲ τὰ Δικαστήρια, ὅ,τι ἐγένετο μὲ τὸ δικαιοστάσιον.
§199ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ νόμου τούτου, δι’ οὗ ἐπηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις μεταρρύθμισιν, μὴ ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς δὲν ἐβλέπομεν καὶ βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὥστε ὁ στρατὸς νὰ καταστῇ ἄξιος τοῦ ὀνόματός του, ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν προορισμόν του, νὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικά του ἔργα»; Καὶ ἐγένετο βεβαίως ἓν βῆμα πρὸς τοῦτο, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ ἐλέχθη, ὅτι ὁ στρατὸς θ’ ἀπεδίδετο εἰς τὰ ἔργα του καὶ εἰς τὸν προορισμόν του, καὶ θ’ ἀφιεροῦτο εἰς ἀσκήσεις καὶ γυμνάσια. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν, ὅτι ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ἠθέλομεν ἴδει τὸν στρατὸν ἀποσπώμενον ἀπὸ τὰς βαναύσους ὑπηρεσίας, ἀπὸ τοῦ νὰ συνοδεύῃ φυλακισμένους καὶ εἰσπράκτορας. Ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καθ’ ὃ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, πᾶς τις ἀνέμενε καὶ ἐπίστευεν, ὅτι ἤθελε γείνῃ τοῦτο δυνατὸν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἴδητε, ἐὰν ἐν τῷ προσεχεῖ ἔτει εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ τις ἐφαρμοζόμενον τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ τὸν στρατὸν ἐκγυμναζόμενον καὶ ἀφιερούμενον εἰς τὸ ἔργον του καὶ εἰς τὸν προορισμόν του; Ἐγὼ πολὺ ἐδίσταζον περὶ τούτου, ὄχι ἐκ προκαταλήψεως ἢ ἄλλων λόγων, ἀλλ’ ὅτε ἔρριψα ἓν βλέμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ κεφάλαιον 24, τὸ ἐπιγραφόμενον «ἔξοδα γενικῶν ἀσκήσεων στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας», ἐπεβεβαιώθησαν οἱ δισταγμοί μου. Πόσον ποσὸν νομίζετε, ὅτι εἶδον; Ἓν μέγα μηδέν! Πῶς νομίζετε λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ στρατιωτικά του ἔργα, νὰ ἐκγυμνασθῇ ὁ στρατὸς καὶ ἡ ἐφεδρεία, ὅταν περὶ τούτου λαμβάνηται πρόνοια δι’ ἑνὸς μηδενικοῦ; Διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ ἐκγύμνασις τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ δαπάνας· διότι δὲν εἶναι μόνον οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἢ τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες οὕτως ἢ ἄλλως μισθοδοτοῦνται, εἴτε μένουσιν ἐν στρατοπέδῳ, εἴτε εἰς τὰς φρουρὰς, ἢ ἄλλας ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόσπαστα μὲ τὴν μετακίνησιν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, καὶ ἡ περιπλέον δαπάνη τῆς τροφῆς, καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά. Ἐὰν ἄλλοτε εἰς διαφόρους Προϋπολογισμοὺς προεβλέπετο μικρὰ δαπάνη, ἴσως οὐχὶ ἱκανὴ πρὸς συγκέντρωσιν μεγάλων σωμάτων, ἀλλ’ ἱκανὴ ὅπως γένηται μία ἀπαρχὴ, ἔστω, ἐκγυμνάσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα, μία δαπάνη διὰ σύστασιν ἑνὸς στρατοπέδου πρὸς συγκέντρωσιν τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ πέντε χιλιάδων στρατοῦ, πρὸς ἐκγύμνασιν ἰδίως τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῇ διοικήσει μεγαλειτέρων μονάδων, ἤδη ἐπεβάλλετο μεγαλειτέρα δαπάνη. Ἀφοῦ λοιπὸν οὔτε διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, τὸ 1901, ἀνεγράφη ἡ ἐλαχίστη δαπάνη, νομίζετε πιθανὸν νὰ ἴδωμεν τὸν στρατὸν ἀφιερούμενον εἰς στρατιωτικὰ ἔργα καὶ εἰς ἐκγύμνασιν εἴτε τοῦ στρατοῦ, εἴτε τῆς ἐφεδρείας; Ὄχι, λέγει ἡ πιθανότης. Καὶ τὸ πιθανὸν, ἢ μᾶλλον τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ κατὰ τὸ 1901 θ’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ ἔργα, εἰς ἃ κατέγεινε μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴδομεν, ὅτι ἀπὸ τὰς ἐπαγγελθείσας μεταρρυθμίσεις ἐφηρμόσθη μόνον ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπέφερε δαπάνην, αἱ ἄλλαι δὲ δὲν ἐφηρμόσθησαν — περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς νὰ φέρῃ βελτίωσιν καὶ ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ, δὲν βλέπομεν, ὅτι εἶναι πιθανότης νὰ γείνῃ τι, — ἂς ἴδωμεν, ἂν τουλάχιστον ἐτράπη ἡ Κυβέρνησις εἰς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, δηλαδὴ εἰς πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν. Ἀφοῦ δὲν δαπανῶμεν διὰ στρατιωτικὰ ἔργα, μήπως ἐδαπανήσαμεν δι’ ἔργα δημόσια, ἢ ἔργα κοινῆς ὠφελείας; Μήπως ἠσχολήθημεν δι’ ἔργα συγκοινωνίας;
§200Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αὐτὰ ἔχουν τελειοποιηθῇ!
§201ΣΚΟΥΖΕΣ. Μήπως ἠσχολήθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἔργα ὑδραυλικά, εἰς ἔργα ἀποξηράνσεως ἑλῶν ἢ τελμάτων, τὰ ὁποῖα συμβάλλουσι καὶ εἰς τὴν κοινὴν ὑγείαν καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς; Καὶ περὶ τούτων, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλας λεπτομερείας, θὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι, ἀλλὰ γενικῶς, νομίζω, δὲν εἴδομεν τοιοῦτόν τι. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐπεχειρήσαμεν δαπάνας τεινούσας εἰς ἕνα σκοπὸν, οὐχὶ εἰρηνικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ πολεμικῆς δράσεως, πολεμικῆς πολιτικῆς, ὡς τὴν καλοῦσιν, ἀφοῦ, λέγω, δὲν ἐπράξαμεν τοιοῦτόν τι, ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις; Οἱ Προϋπολογισμοί μας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνουσι, καὶ ἐνῷ αὐξάνουσι τὰ ἔσοδα, καὶ τὰ ἔξοδα βεβαίως, οὐδέν, ὡς εἶπον, ἐπράξαμεν ἐκ τῶν δικαιολογούντων τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Καὶ ὅταν παρουσιασθῶμεν πρὸ τῶν συμπολιτῶν μας καὶ μᾶς ἐρωτήσωσιν, εἰς τί ἐχρησίμευσαν οἱ φόροι, οὓς κατέβαλον ἐπηυξημένους, τί θὰ ἔχωμεν νὰ δείξωμεν πρὸς δικαιολόγησιν; Δὲν θ’ ἀνατρέξω βεβαίως εἰς πολὺ ἀπέχον παρελθὸν, διότι οὔτε ἡ Ἱστορία εἶναι ἡ κυρία μου ἐνασχόλησις, οὔτε πρακτικὴν ὠφέλειαν θὰ ἔχω. Ἀνατρέχω μόνον εἰς 4–5 ἔτη, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ πρόσφατα, καὶ τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι, νομίζω, τὴν σύγκρισιν τῶν τότε πρὸς τὰ νῦν. Τὰ τελευταῖα ἔτη 1897 καὶ 1898 βεβαίως εἶναι ἔκτακτα, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900, καθὼς καὶ τὰ 1895 καὶ 1896, ἢ καὶ 1897, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἦτο ἡ τότε δαπάνη, καὶ ποία ἡ σημερινὴ, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ τί ἐγένετο ὑπὲρ χρησίμων καὶ κοινωφελῶν πραγμάτων, καὶ τί γίνεται σήμερον, νὰ ἴδωμεν, ἂν δικαιολογῆται ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη, διὰ τῆς ὁποίας βαρύνονται οἱ φορολογούμενοι. Δὲν θὰ σᾶς ὁμιλήσω οὔτε περὶ πλεονασμάτων, οὔτε περὶ περισσευμάτων, διότι τόσα ἐλέχθησαν, ὥστε, ὑποθέτω, ἔχετε κουρασθῆ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ὁμιλήσω μόνον γενικῶς, καὶ ἐπειδὴ ὅλων τῶν ἐτῶν, ἃ θὰ ἐξετάσω, δὲν ὑπάρχει ἀπολογισμὸς, θὰ λάβω τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τὰ μὲν καὶ διὰ τὰ δὲ ἔτη, διὰ νὰ ἴδωμεν μόνον τὰς διαθέσεις. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν Προϋπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι Προϋπολογισμοὶ διὰ τὸ μὲν καὶ Προϋπολογισμοὶ διὰ τὸ ἕτερον τῶν ἐτῶν. Καὶ δὴ, τὸ 1895 ὁ Προϋπολογισμὸς προέβλεπεν ἔσοδα δραχ. 99,987,160. Τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 89,342,724. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων αὐτῶν τὸ δημόσιον χρέος προϋπελογίζετο εἰς δραχ. 21,926,326. Γνωρίζω βεβαίως τὴν πρώτην ἀντίρρησιν, ἣν θὰ μοὶ ἐπρόβαλλέ τις, ὅτι τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν ἔκτοτε, ἕνεκα τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, καὶ, ἀντὶ τῶν 21,926,326 δραχμῶν, σήμερον τὸ βλέπομεν εἰς 32,000,000 περίπου. Ἀλλὰ, λέγω, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ δημοσίου χρέους, — πάντοτε προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμὸν — θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ηὔξησαν τὰ λοιπὰ ἔξοδα ἡμῶν, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς κρίσιν περὶ τοῦ ἂν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο εἶναι χρήσιμον ἢ ὠφέλιμον. Ἐπὶ προϋπολογισμοῦ λοιπὸν 99,987,160 δρ. ἐσόδων καὶ 89,342,724 δρ. ἐξόδων διὰ τὸ ἔτος 1895 τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφα 21,926,326· τὰ δὲ δημόσια ἔργα προεβλέποντο εἰς δρ. 2,494,500. Καὶ ὅταν λέγω δημόσια ἔργα, δὲν ἤθροισα ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, — ὑδραυλικὰ, κτίρια τῶν δημοσίων καταστημάτων κλπ. — ἀλλὰ μόνον τὴν ὁδοποιΐαν· ὅ ἐστὶ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν προεβλέπετο: συντήρησις ὁδῶν δρ. 374,500, προσωπικὸν ὁδοστατῶν δρ. 500,000, ἀνακαίνισις ὁδῶν δρ. 400,000, κατασκευὴ ὁδῶν (ἔργα τεχνικὰ) δρ. 500,000, καὶ ἐξακολούθησις ἔργων κατασκευαζομένων δρ. 720,000. Ὥστε δι’ ἔργα ὁδοποιΐας προεβλέποντο δρ. 2,494,500, καὶ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1895 ἀντὶ 2,494,500 δρ. ἐπληρώθησαν περισσότερα· διότι ἐπληρώθησαν: διὰ συντήρησιν ὁδῶν δραχ. 829,532, δι’ ὁδοστάτας δρ. 231,374, δι’ ἀνακαίνισιν ὁδῶν δραχ. 433,224, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν δραχ. 1,003,000, καὶ δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων δραχ. 97,236. Ὥστε ἐν ὅλῳ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ δημοσίων ἔργων ἐκ δραχ. 2,494,500 ἐπληρώθησαν δρ. 2,592,366, ὅ ἐστὶ κατὰ 100 χιλιάδας δρ. περισσότερον τῶν προϋπολογισθέντων...
§202Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκτὸς τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐχορηγήθησαν καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895;
§203ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐννοῶ τὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν μοῦ λέγετε. Οὐ μόνον δὲν μὲ πειράζει ἡ διακοπή σας, ἀλλὰ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διακόπτητε, καὶ νὰ ζητῆτε καὶ δίδητε πληροφορίας, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ἂν ἐνθυμῆσθε, ὅτι δὲν θὰ συγκρίνω προϋπολογισμὸν πρὸς ἀπολογισμόν, ἀλλὰ προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.
§204Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶχον ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ὑπέθετον, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ πιστώσεων μιᾶς χρήσεως, ἐννοεῖτε τὰς κεχορηγημένας πιστώσεις ἐν γένει. Ἑπομένως, προκειμένου νὰ κρίνητε, ἢ νὰ συγκρίνητε μᾶλλον, τὰς πιστώσεις τοῦ 1895 πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ 1896, τοῦ 1899, τοῦ 1900, τοῦ 1901 καὶ τῶν πρὸ τούτων ἐτῶν, ὀφείλετε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις τὰς χορηγηθείσας ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀπολογισμοῦ,—ἐκτὸς ἂν ἔχητε σκοπὸν, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 νὰ ὁμιλήσητε περὶ τῶν πιστώσεων, τῶν χορηγηθεισῶν μόνον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§205ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν θὰ κάμω σύγκρισιν προϋπολογισμοῦ πρὸς ἀπολογισμὸν, δηλαδὴ προϋπολογισμοῦ προβλέψεως καὶ ἀπολογισμοῦ ἐκτελέσεως. Ἀνέφερα τὸν ἀπολογισμὸν μόνον διὰ τὰ δημόσια ἔργα, διότι ἠθέλησα νὰ δείξω, ὅτι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 89 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐξόδων ἦτο πρόβλεψις 2,494,500, τὴν ὁποίαν πρόβλεψιν, σχετικῶς πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐξόδων, θὰ συγκρίνω πρὸς τὴν πρόβλεψιν τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Δι’ αὐτὸ θὰ ἴδητε, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἀντικείμενα δὲν θ’ ἀναφέρω τὸν ἀπολογισμόν. Διότι, ἄλλως τε, σημειώσατε, ὅτι ἀπολογισμὸν δὲν ἔχομεν· διότι, ναὶ μὲν ἐξεδόθη ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1899, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρυσθῶ, ὡς γνωρίζετε, ἐξ αὐτοῦ παρὰ γενικὰς μόνον γραμμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ μοὶ χρησιμεύσωσιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ 1896. Τὸ 1896, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 90,894,541 δραχ. ἐσόδων, εἴχομεν ἔξοδα (προϋπολογισμοῦ πάντοτε) 90,222,350. Τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφα περίπου τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὡς καὶ προηγουμένως, ὅ ἐστὶν 21,692,058. Εἰς τὰ δημόσια δὲ ἔργα ἔχομεν: «Ὁδοποιΐα. Συντήρησις ὁδῶν, 1 ἑκατομμύριον». Ἐδῶ δὲν ἔχομεν πλέον προσωπικὸν ὁδοστατῶν, διότι ἤλλαξε τὸ σύστημα, καὶ ἔχομεν τὴν αὔξησιν εἰς τὴν συντήρησιν. «Ἀνακαίνισις ὁδῶν, δραχ. 600,000· κατασκευὴ, δρ. 1,300,000. Τὸ ὅλον 2,900,000». Ὁ ἐστι, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 90,222,350 δραχμῶν εἴχομεν κατὰ 400,000 δραχμὰς ὑπέρτερον προϋπολογισμὸν ἔργων ὁδοποιΐας, ἀφ’ ὅ,τι ἦτο τὸ προηγούμενον ἔτος. Ἐπειδὴ δὲ ἀνέφερα τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895 διὰ τὰ δημόσια μόνον ἔργα, θὰ ἀναφέρω καὶ τὸν τοῦ 1896. Ἀντὶ τῶν 2,900,000 δραχ. δαπανῶν διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, πόσας ἔχομεν πραγματικὰς δαπάνας; 3,191,767, διανεμομένας ὡς ἑξῆς: Συντήρησις ὁδῶν δρ. 1,094,024· ἀνακαίνισις, 594,350· κατασκευὴ ὁδῶν, 1,429,511· ἀποζημίωσις κτημάτων, 73,882. Ὥστε ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 2,900,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα ὁδοποιΐας ἐπληρώθησαν πράγματι δραχ. 3,191,767, ὅ ἐστὶ σχεδὸν 300,000 δρ. ἐπὶ πλέον τῶν προβλεπομένων. Τὸ 1897, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 95,343,939 δραχ. ἐσόδων καὶ 93,752,569 δρ. ἐξόδων, ἔχομεν τὸ δημόσιον χρέος, τὴν αὐτὴν περίπου ποσότητα ἀπορροφοῦν, ὡς καὶ τὸ 1896, ὅ ἐστὶ δραχμὰς 21,690,985. Ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὰ ἔργα ὁδοποιΐας εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἰς συντήρησιν ὁδῶν δρ. 1,000,000· εἰς ἀνακαίνισιν ὁδῶν 700,000· εἰς κατασκευὴν 1,330,000· τὸ ὅλον δραχ. 3,030,000, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων τοῦ Κράτους δρ. 93,752,569 διὰ τὸ 1897. Τὸ 1897, ἐννοεῖται, ἦτο ἔτος ἀτυχές, ἦτο ἔτος ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν κανονικὴν πορείαν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ ὅμως, κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, ἐδαπανήθησαν δι’ ἔργα ὁδοποιΐας, ἀντὶ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν προβλεφθεισῶν, δρ. 2,806,093· ὅ ἐστὶ κατὰ 200,000 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον ἐπραγματοποιήθησαν αἱ προβλεπόμεναι δαπάναι τριῶν ἑκατομμυρίων. Αὐταὶ εἶναι, εἶπον, αἱ δαπάναι τῶν ἐξόδων, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἔργων ὁδοποιΐας, κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897. Τὸ 1898, ὡς εἶπον, εἶναι περιττὸν νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι ἦτο μία διαβατικὴ κατάστασις, ἡ ἐπαύριον τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. Ὥστε δὲν δύναται, δὲν εἶναι δὲ καὶ πρακτικόν, νομίζω, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ 1899, ὅτε τὸ Κράτος, μετὰ τὸν πόλεμον, ἤρχισε νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν κανονικὴν καὶ ὁμαλὴν αὑτοῦ πορείαν. Τὸ 1899 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 105,795,658, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχ. 99,347,623, τὸ δημόσιον χρέος εἰς 29,703,165. Διὰ δὲ τὴν ὁδοποιΐαν ἔχομεν: Διὰ συντήρησιν ὁδῶν δρ. 1,500,000, δι’ ἀνακαίνισιν 400,000, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν νέων δρ. 520,000· τὸ ὅλον δραχ. 2,420,000, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 99,347,623. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἔχομεν 74,000 δραχ. ὀλιγώτερον τῶν τοῦ ἔτους 1895, ὅτε τὰ ἔξοδα ἦσαν μόνον δρ. 89,500,000, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν τοῦ ἔτους 1896, καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 90 ἑκατομμύρια μόνον· εἴχομεν δὲ κατὰ τὸ 1896 προϋπολογισμὸν ὁδοποιΐας δρ. 2,900,000, τὸ δὲ ἔτος 1899 εἴχομεν προϋπολογισμὸν δραχ. 2,420,0000, ὅ ἐστι κατὰ 480,000 δραχ. ὀλιγώτερον, ἐνῷ αἱ δαπάναι ηὔξησαν, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν πάντοτε, ἀπὸ 89 εἰς 99 ἑκατομμύρια. Τὸ 1900 ἠρχίσαμεν ἔτι μᾶλλον νὰ βαδίζωμεν τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῶν πραγμάτων, καὶ δύναται νὰ ληφθῇ κἄπως περισσότερον ὑπ’ ὄψιν. Τὸ 1900 — κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν πάντοτε — προβλέπονται τὰ ἔσοδα εἰς δραχ. 111,315,528, τὰ ἔξοδα εἰς δρ. 110,240,731, καὶ τὸ δημόσιον χρέος εἰς δρ. 32,609,650· τὰ δὲ ἔργα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν προϋπελογίσθησαν εἰς 3,400,000 δρ. Ἐδῶ βεβαίως εἶναι μία αὔξησις κατὰ ἓν σχεδὸν ἑκατομμύριον, δηλαδὴ ἀντὶ 2,494,000 τοῦ 1895 ἔχομεν 3,400,000 δρ. Ἓν ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1896 ἔχομεν μόνον 500,000 δρ. ἐπὶ πλέον, διότι τὰ ἔργα τὰ δημόσια διὰ τὸ 1896 προεβλέποντο εἰς δρ. 2,900,000, ἐνῷ τὸ 1900 εἰς 3,400,000. Ἐδῶ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ψέξω τι, ἢ νὰ πειράξω τινά, ἔχομεν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔμειναν 3 ἑκατομμύρια δρ. ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἐξ ὧν 1 ἑκατομμύριον εἶναι ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων.
§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι!
§207Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴπομεν τοιοῦτόν τι.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον μόνον 2 ἑκατομμύρια δραχ. ἐκ τῆς ἀστυνομίας, 1,000,000 δὲ ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ δὲ ὑπεβλήθη πίναξ τῶν πιθανῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἐὰν ζητήσητε αὐτόν, θὰ ἴδητε πόθεν αὗται προέρχονται. Ἴσως ὑπάρχουσι καὶ 100 χιλιάδες, ἴσως καὶ πλέον, ἐκ τῶν δημοσίων ἔργων· ἀλλ’ ὄχι ἓν ἑκατομμύριον. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀδύνατον.
§209ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἴπατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι 3 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ὡς οἰκονομίαι ἐξ ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἐξ ὧν 2 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἀστυνομίαν;
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§211ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον;
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§213ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα καλῶς, καὶ δὲν ἀντελήφθην τὴν τελευταίαν διάκρισιν. Ὁπωσδήποτε τὸ 1900 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 110 ἑκατομμυρίων δραχμῶν προβλέπει 3,400,000, δηλαδὴ κατὰ 500,000 δραχ. μόνον ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ ἔτους 1896. Συγκρίνω προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ συγκρίνοντες πρέπει νὰ κάμητε τὰς ἀφαιρέσεις.
§215ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ μοὶ γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀφαιρέσεις, λέγω πάντοτε, ὅτι τὸ 1896, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 90,923,540 δραχμῶν, τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφησεν 23,216,425, καὶ ἔμειναν 67,707,115 διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας. Τὸ 1897, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 93,752,569 δραχμῶν, τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφησεν 21,690,895, καὶ ἔμειναν 72,061,654 δρ. Τὸ 1899, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 102,663,945, τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφησεν 29,703,165, καὶ ἔμειναν διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας δραχμαὶ 72,960,780. Τὸ 1900, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 110,240,731, τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφησε 32,609,650, καὶ ἔμειναν δαπάναι διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας ἐκ δραχμῶν 77,631,081. Διὰ τὸ 1901 ἔχομεν προϋπολογισμὸν δαπανῶν δρ. 111,678,882, διὰ τὸ δημόσιον χρέος 32,344,624, καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας δραχ. 79,334,258. Λοιπόν, ἂν συγκρίνωμεν τὸ 1901 πρὸς τὸ 1896, τὸ 1901 προβλέπει δαπάνας δρ. 79,334,258, ἐνῷ τὸ 1896 μόνον δρ. 67,707,115. Δηλαδὴ ἡ ὑπέρβασις δαπανῶν κατὰ τὸ 1901 ἐπὶ πλέον τοῦ 1896 εἶναι 11,637,143. Τὸ 1901, συγκρινόμενον πρὸς τὸ 1897, δεικνύει ὀλιγωτέραν αὔξησιν δαπανῶν, διότι αἱ προβλεπόμεναι δαπάναι τοῦ 1897 ἦσαν δραχμαὶ 72,061,654· ὥστε ἡ τοῦ 1901 ὑπέρβασις εἶναι 7,272,604. Ποῖος λοιπὸν ὁ συλλογισμός, τὸν ὁποῖον κάμνω; Ὁ συλλογισμός μου εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον, δηλ. ἐν διαστήματι τεσσάρων ἢ 5 ἐτῶν, ηὔξησαν τὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλομεν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων, κατὰ 11 ἑκατομμύρια, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ 7 ἑκατομμύρια. Καὶ ἀντὶ τούτων τί ἔγεινε; Τί ἔγεινεν εἰς ἔργα παραγωγικὰ καὶ δημοσίας ὠφελείας, εἰς ἔργα χρήσιμα καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖα; Δὲν θὰ εἴπω, πιστεύω, ὑπερβολὴν, ἂν εἴπω, ὅτι δὲν ἐγένετο τίποτε. Ἀλλὰ μήπως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 μετεβλήθη; Ἔχει τὴν αὐτὴν βάσιν, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας προβλέπει τὰ αὐτὰ ποσὰ, ὅσα ἀνέγραφον καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1896 καὶ 1897, πλὴν ἐλαχίστων διαφορῶν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθίχθη, τὸ ὑδραυλικόν. Κατὰ τὸ 1896, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 90 ἑκατομμυρίων, προεβλέποντο δι’ ὑδραυλικὰ δαπάναι, οὐχὶ ἐπαρκεῖς βεβαίως, δραχ. 42,000. Κατὰ τὸ 1897, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 72,061,654 δραχμῶν, προεβλέποντο δαπάναι δρ. 91,043. Κατὰ τὸ 1900, ἐπὶ δαπανῶν 110,240,731, δι’ ὑδραυλικὰ προεβλέποντο δραχ. 108,500. Κατὰ τὸ 1901 προβλέπονται μόνον 46,500 δραχμαί. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δύνανται νὰ γείνωσιν ἔργα ὑδραυλικά; Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο διετίθετο τοὐλάχιστον δι’ ἔναρξιν ἑνὸς ἔργου, εἴτε τοῦ ἕλους τοῦ Μουστοῦ, εἴτε τῶν ἑλῶν τοῦ Ἄργους, ἢ τοῦ Ναυπλίου, ἵνα φανῇ, ὅτι ἔχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ προβῶμεν εἰς δαπάνας, αἵτινες νὰ ὑπόσχωνται βελτίωσιν τῆς ὑγείας, καὶ νὰ αὐξήσωσι τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας, θὰ ἦτο καὶ τοῦτο καλόν. Ἢ τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς μελέτας πραγματικὰς διαφόρων ἔργων, ὡς τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ καὶ ἄλλων μερῶν. Διότι, ἂν σήμερον εὑρεθῇ ἄτομον, ἢ ἑταιρεία, ἥτις νὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ διὰ συνδυασμοῦ τινος τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων, δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναγκαία μελέτη ἐκ τῶν προτέρων, καὶ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ Ἄλφα. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι αἱ τοιαῦται μελέται δὲν γίνονται ταχέως καὶ ἐκ τοῦ προχείρου. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ὁ λόγος, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἄλλως σκεπτομένη, νὰ οἰκονομήσῃ ποσόν τι, καὶ διὰ συνδυασμοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τοιαῦτα; Δὲν θὰ σᾶς εἴπω τίποτε νέον, διότι πολλοὶ συνάδελφοι ἀνέγνωσαν βεβαίως περὶ τούτου, ἐγὼ δὲ τὰ εἶδον διὰ τῶν ὀφθαλμῶν μου. Εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἥτις εἶναι Κράτος οὐχὶ κατώτερον ἡμῶν κατὰ τὸν πολιτισμὸν, ἐκτελοῦνται ἔργα ἀναδασώσεως, διευθετήσεως χειμάρρων, καὶ ἄλλα παρόμοια, διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος τὸ Κράτος δὲν ἐπιβαρύνει μεγάλως. Μεταχειρίζονται τὴν ἐργασίαν τῶν φυλακισμένων. Καὶ ὅταν ὁ τρόπος οὗτος ἐφαρμόζηται ὑπὸ Κράτους, οἷον ἡ Αὐστρία, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς βάρβαρος, καὶ δύναται νὰ προταθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Καὶ μήπως εἰς τὴν Αὐστρίαν μόνον γίνεται τοῦτο; Γίνεται καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν. Εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Ρώμης ἐργάζονται οἱ κατάδικοι, ὅπου ἄλλως εἶναι καὶ πολλαὶ αἱ εὐκολίαι τῆς ἀποδράσεως. Ἐκεῖ εἶδον αὐτοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ ἔργα ἐξυγιάνσεως τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἀγροῦ, εἰς καλλιέργειαν ἀγρῶν, ἀμπέλων καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Διατὶ λοιπὸν τοῦτο νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, οἵτινες ἔχομεν πολὺ ὀλιγώτερα κεφάλαια τῶν Κρατῶν ἐκείνων, καὶ ὅμως μεγαλειτέρας ἀνάγκας; Νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγγράψῃ ποσὸν μεγαλείτερον, συνδυάζουσα αὐτὸ μὲ σύστημα, ὅπερ ἐφαρμόσθη ἀλλαχοῦ, ὡς εἶπον, δι’ οὗ ἐπέρχεται καὶ ἡ βελτίωσις τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ βελτίωσις τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Εἶπον, ὅτι ἡ πίστωσις διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας εἶναι μικρά. Ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καί τι ἄλλο. Εἰς τὰ κτίρια τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἐν μέρει εἶναι παραγωγικὰ, καὶ ἐπὶ τούτων ἠλαττώθησαν αἱ δαπάναι. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε, ὅτι μετὰ ἓν δύο ἔτη, ὅτε θὰ κατασταθῶσιν ἑτοιμόρροπα, θὰ δαπανήσητε περισσότερα διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν; Εἰς τὸ Κεφ. 20 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν «συντήρησις κτιρίων Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν» ἐπέρχεται ἐλάττωσις 88,600 δρ. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία, διότι κατόπιν θὰ δαπανήσητε περισσότερα. Τὸ περιεργότερον εἶναι τὸ ἑξῆς. Διὰ τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς εἶχον προβλεφθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δρ. 40,000· διὰ τὸ 1901 τὸ ποσὸν τοῦτο περιεστάλη εἰς 10,000 μόνον. Πάντες δὲ γνωρίζετε, ὅτι τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, ἐκ τῶν 30 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Κράτος ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν, ἀποφέρει πλέον τοῦ ἡμίσεος, ἤτοι 16 ἢ 17 ἑκατομμύρια. Μὲ δαπάνην λοιπὸν ἀναγραφομένην 10,000 δρ. τί θὰ κάμητε; Θὰ κάμητε ἔργα ὑπισχνούμενα καλλιτέραν τὴν ἐν αὐτῷ λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐπαρκῆ διὰ τὴν προφύλαξιν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐμπόρων, καὶ θὰ προλάβητε ζημίας, αἵτινες ἐπέρχονται εἰς τοὺς ἐμπορευομένους ἐκ τῶν ἀτμοσφαιρικῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν εἶναι ἐκτεθειμένα, μένοντα ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀποθηκῶν; Ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησα ἔτι, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα διαστέλλονται, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰ δὲ ἔξοδα συστέλλονται, ὅσον δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀλλὰ περιστέλλονται καὶ δαπάναι, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῶσι, καὶ θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ζητηθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησε χθὲς διὰ τὸ πετρέλαιον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: μήπως αἱ ζητούμεναι πιστώσεις δὲν θὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ δημόσια βιβλία, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ γείνωσιν αἱ δαπάναι; Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὅτε ὁ ἐμπειρότατος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμόν, αἱ ἐπακολουθήσασαι διαδόσεις καὶ δημοσιεύσεις περὶ περισσεύματος εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δίδουσι τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικόν. Ἐννοεῖτε δέ, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 22 μηνῶν, ἐφ’ οὕς διαρκεῖ ἡ χρῆσις τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, οἱ περισσότεροι οὐδὲ λαμβάνουσι γνῶσιν τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἡ ἐντύπωσις λοιπόν, ἡ ὁποία παρήχθη εἰς τὸν κόσμον, τὸν ἐντὸς καὶ τὸν ἐκτός, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 114,684,159, αἱ δὲ δαπάναι εἰς δραχ. 111,678,882, καὶ ἐπέρχεται οὕτω περίσσευμα 3,000,000. Διὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι πραγματικός, καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ συμβῇ, διότι τὰ μὲν ἔσοδα διεστάλησαν, αἱ δὲ δαπάναι συνεστάλησαν. Ἀλλ’ ἵνα σᾶς δώσω μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου δὲν εἶναι ἀβάσιμοι, θὰ σᾶς ἀναφέρω — δὲν θὰ σᾶς κουράσω διὰ πολλῶν λεπτομερειῶν — δύο ἢ τρία ἀντικείμενα, διὰ νὰ ἴδητε, ἂν ἔχω δίκαιον, λέγων, ὅτι αἱ δαπάναι συστέλλονται καὶ τὰ ἔσοδα διαστέλλονται. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (Κεφάλ. Ιʹ ἄρθρ. 2) προϋπολογίζεται ἔσοδον ἐκ παιγνιοχάρτων δραχ. 300,000, ὅσον δηλ. προϋπολογίζεται καὶ κατὰ τὸ 1900. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ἔσοδα μένουσι τὰ αὐτά, τὰ ἔξοδα περιστέλλονται· διότι τὸ 1900 προεβλέποντο ἔξοδα δραχ. 141,500, τὸ δὲ 1901 προϋπολογίζονται ἔξοδα δρ. μόνον 114,500. Τὰ παιγνιόχαρτα εἶναι πρᾶγμα, εἰς τὸ ὁποῖον, καθὼς καὶ εἰς τὰ πυρεῖα καὶ εἰς τὸ πετρέλαιον, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἓν εἶδος μεταπράτου· ἀγοράζει ἀπὸ τοὺς προμηθευτὰς εἰς ὡρισμένην τιμήν, καὶ πωλεῖ εἰς τιμὴν πολὺ ὑψηλήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἓν εἶδος φόρου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως δὲν καρποῦται παρὰ τὴν διαφορὰν μεταξὺ πωλήσεως καὶ ἀγορᾶς. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν, τὰ μὲν ἔξοδα νὰ περισταλῶσι κατὰ 27,000 δραχμάς, τὰ δὲ ἔσοδα νὰ μείνωσι τὰ αὐτά;
§216Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε; Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· διότι ὑπάρχει ἀπόθεμα.
§217ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἐπίσης εἰς τὰ πυρεῖα προβλέπονται ἔσοδα τὸ 1900 ἐκ δραχμῶν 1,200,000, ἐνῷ τὸ 1901 προβλέπονται ἔσοδα δρ. 1,300,000· ἄρα τὰ ἔσοδα τοῦ 1901 εἶναι κατὰ 100,000 δραχ. ἐπὶ πλέον. Τὰ δὲ ἔξοδα, ἀντὶ τῶν 321,680 δραχ. τοῦ 1900, ἀνέρχονται εἰς δρ. 326,200 τὸ 1901. Ἄρα ἐπὶ 4,520 δραχμῶν ἐπὶ πλέον ἐξόδων προβλέπονται ἔσοδα κατὰ δραχ. 100,000 περισσότερα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μεγαλείτερον ποσόν, καὶ ἡ διαφορὰ ἑπομένως φαίνεται μεγαλειτέρα. Ἐκ τοῦ πετρελαίου προβλέπεται διὰ τὸ 1901 ἔσοδον δραχ. 6,400,000, ἀπέναντι 5,490,000, προβλεπομένων τὸ 1900· ἄρα προβλέπεται αὔξησις ἐσόδων 910,000 δραχ. Τὰ δὲ ἔξοδα ποῖα εἶναι; Κατὰ τὸ 1900 ἦσαν 2,084,727, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 προβλέπονται εἰς 1,254,658 δραχμὰς. Ὥστε τὰ μὲν ἔσοδα αὐξάνονται κατὰ 910,000 δραχμὰς, τὰ δὲ ἔξοδα ἐλαττοῦνται κατὰ 830,069. Κάμνω καὶ ἐδῶ τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ πετρέλαιον εἶναι ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος δὲν εἶναι παρὰ μεταπράτης· ἀγοράζει ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν, τὴν Ρωσσίαν, ἢ ἄλλα μέρη, καὶ πωλεῖ, ἡ δὲ διαφορὰ ἀπὸ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πληρώνει, μέχρι τῶν 30 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας πωλεῖ τὸ κιβώτιον, εἶναι τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ἐνῷ τὰ ἔσοδα θὰ αὐξηθῶσι κατὰ 910,000 δραχμὰς, τὰ ἔξοδα θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 830,069 δραχμὰς; Καὶ τοῦτο μοὶ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν, καὶ κατήρτισα πίνακα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων τῆς καταναλώσεως, αἵτινες εἶναι ὁριστικαὶ, διότι εἶναι καταστάσεις δημοσιευθεῖσαι ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων, καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορολογίας. Βλέπομεν λοιπὸν, ὅτι τὸ 1885 ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου κατὰ κιβώτιον ἦτο δραχ. 19.20, κατὰ τὸ πλεῖστον, 25 δραχ. δὲ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, καὶ ἔχομεν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων 3,300,000 δραχ. (καὶ ἐννοῶ πάντοτε προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν) δαπανηθέντα 139,494 κιβώτια, ἅτινα ἀπέφεραν 2,822,419 δραχμάς. Βαθμηδὸν αὐξάνει βεβαίως ἡ κατανάλωσις. Τὸ 1886 ἡ κατανάλωσις ἦτο σχεδὸν ἡ αὐτὴ, μεῖον 80 κιβώτια. Τὸ 1887 ἀνῆλθεν εἰς 153,588 κιβώτια, ὅ ἐστὶν ἐπῆλθεν αὔξησις ἀπὸ τοῦ 1886 πρὸς τὸ 1887 κιβωτίων 9,83 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Κατὰ περίεργον ὅμως σύμπτωσιν, ὁσάκις ἐπέρχεται μία τόσον σημαντικὴ αὔξησις, ὡς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1886 πρὸς τὸ 1887, δηλ. 10%, σχεδὸν, πάντοτε ἐπακολουθεῖ μία ἐλάττωσις· διότι, ἐνῷ τὸ 1887 κατηναλώθησαν 153,588 κιβώτια, τὸ 1888 κατηναλώθησαν 156,752, ὅ ἐστὶν ἐπῆλθεν αὔξησις μόνον 2,05%· τὸ 1889 κατηναλώθησαν 159,915 κιβώτια, ἤτοι ἐπῆλθεν αὔξησις 1,95%· τὸ 1890 ἐπῆλθεν αὔξησις πάλιν 6%, διότι εἴχομεν κατανάλωσιν 169,506 κιβωτίων· τὸ δὲ 1891 ηὐξήθη ἡ κατανάλωσις εἰς 182,691 κιβώτια, ὅ ἐστὶν 8%· τὸ 1892 ἐξέπεσε πάλιν ἡ αὔξησις, περιορισθεῖσα εἰς 0,60%, καταναλωθέντων μόνον 183,807 κιβωτίων. Τὸ 1893 καὶ 1894 ὄχι μόνον δὲν ἐπῆλθεν αὔξησις, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐλάττωσις, διότι κατὰ τὸ 1893, ἀντὶ τῶν 183,807 τοῦ 1892, εἴχομεν κατανάλωσιν 171,656 κιβωτίων, τὸ δὲ 1894 εἴχομεν ἔτι μεγαλειτέραν μείωσιν, καταναλωθέντων 170,850 κιβωτίων. Μετὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ἄρχεται πάλιν ἡ κανονικὴ αὔξησις. Τὸ 1895 κατηναλώθησαν 179,302 κιβώτια, ἤτοι αὔξησις 4,90%. Τὸ 1896 κιβώτια 182,946, ἤτοι 4,20% αὔξησις. Τὸ 1897 δὲν τὸ ἀναφέρω, διότι ἔχομεν ἐλάττωσιν σημαντικήν· ἀλλ’ αὕτη εἶναι εἰς πάντας καταληπτή. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἔτος 1898, ὅτε εἴχομεν κατανάλωσιν 170,576 κιβωτίων, τὸ ὁποῖον δεικνύει αὔξησιν 5,20% πρὸς τὸ 1897. Τὸ 1899 ἔχομεν κατανάλωσιν 191,099 κιβωτίων, ὅ ἐστὶν αὔξησιν 12%. Καὶ ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Δύο ἢ τρεῖς φορὰς, κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν, ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως τοῦ πετρελαίου ὑπερέβη ἓν ὡρισμένον ποσὸν, 4 ἢ 5%, καὶ ἀνῆλθεν ἀποτόμως εἰς 8 ἢ 9 ἢ 10%· κατόπιν ἐπῆλθε μία σημαντικὴ ἐλάττωσις. Τὸ 1899 λοιπὸν ἐπῆλθεν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1898, μία αὔξησις 12%. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ 1900, κατὰ τὸ ὁποῖον —χθὲς εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ ἓν σημείωμα περὶ τῆς μέχρι τῆς σήμερον σχεδὸν καταναλώσεως πετρελαίου — ἐκπίπτει ἡ αὔξησις εἰς μόνον 5,40%. Ὥστε, ἐὰν τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ἡ πεῖρα τῶν 15 ἐτῶν, ἐξακολουθήσωσι καὶ κατὰ τὸ 1901, μᾶλλον πιθανὸν εἶναι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις· ἀντὶ αὐξήσεως δηλαδὴ 5,40%, δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις μόνον 2, 3 ἢ 4%, καὶ τότε δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ φθάσωμεν τὸ προϋπολογιζόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ποσὸν τῶν 213,333. Ἀλλ’ εἰς τὸ πετρέλαιον συμβαίνει καί τι ἄλλο. Πρῶτον ἔχομεν μερικὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζονται: αʹ) ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν κατατεθέντα, βʹ) ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν διὰ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900, καὶ γʹ) ἀπὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωσε χθὲς ἐν σημειώματι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπ’ ἀριθ. 10419 καὶ ἀπὸ 14 Σεπτεμβρίου 1900, λέγει (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ἀπέμενεν ὑπόλοιπον πετρελαίου εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου κιβώτια 50,740, εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἑταιρείας Διαχειρίσεως 21,819· ἐν ὅλῳ κιβώτια 72,559. Ἡ προϊοῦσα ὅμως αὔξησις τῆς καταναλώσεως, ἥτις ἐνδείκνυται ἐκ τῆς κατὰ τοὺς ἑπτὰ πρώτους μῆνας τοῦ τρέχοντος ἔτους εἰσπράξεως ἐξ ἀντιτίμου πετρελαίου ἐν ὅλῳ δραχμῶν 332,925, ἀπέναντι εἰσπραχθεισῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 311,385· ἤτοι ἐπὶ πλέον 21,540...!» Ἐδῶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὑποθέσω, ὅτι εἶναι λάθος· διότι, ἐὰν κατὰ τοὺς 7 πρώτους μῆνας τοῦ 1900 ἡ ὁλικὴ πώλησις πετρελαίου ἦναι μόνον δραχ. 332,925, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὰ 1901 θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχμὰς 6,400,000. Ὑποθέτω λοιπόν, ὅτι θὰ λείπῃ ἓν μηδενικόν. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸν Προϋπολογισμόν, λέγει ἐν σελίδι θʹ (ἀναγινώσκει): «Κεφ. Ιʹ, ἄρθρ. 1–5. Ἡ εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀναγραφομένη αὔξησις ἐκ δρ. 1,129,500, ἀναγομένη εἰς τὰ πυρεῖα, τὸ πετρέλαιον καὶ τὸ ἅλας, δικαιολογεῖται ἐκ τῶν πραγματοποιηθεισῶν εἰσπράξεων κατά τε τὸ 1899, καὶ κατὰ τοὺς 9 πρώτους μῆνας τοῦ λήγοντος ἔτους.» Ἔσχον τὴν περιέργειαν νὰ ἴδω, ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς βασίζεται εἰς αὐτὰς καὶ εἰς τὰς τῶν 9 πρώτων μηνῶν τοῦ 1900. Καὶ πρῶτον εἶναι τὰ πυρεῖα. Τὸ 1899, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 1,100,000 δραχμῶν, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 1,241,000· ὥστε ἔδωσαν αὔξησιν 141,000 δραχμῶν. Τὸ ἅλας. Τὸ 1899, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ δραχ. 2,452,500, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 2,481,557, ἄρα ἐπὶ πλέον 29,057 δραχμαί. Τὸ πετρέλαιον. Κατὰ τὸ 1899, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 5,400,000, εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον δραχμαὶ 332,970, διότι εἰσεπράχθησαν 5,732,970. Αἱ αὐξήσεις λοιπὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἔτους 1899 ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἦσαν 503,743. Καὶ ἐν τούτοις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 503,743 αὐτῶν, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν βλέπομεν, ὅτι ἡ ἀναγραφεῖσα αὔξησις 1,129,001 δραχμῶν δικαιολογεῖται ἐκ τῶν πραγματοποιηθεισῶν εἰσπράξεων τοῦ 1899 καὶ τῶν 7 μηνῶν τοῦ 1900. Πῶς εἶναι λοιπὸν εὔκολον νὰ ἀποδεχθῇ τις, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἔτος 1899 ἔδωκεν αὔξησιν δραχ. 503,743 ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ἀντικειμένων, τὸ 1901, οὐχὶ θὰ ὑπερβῇ ἁπλῶς, ἀλλὰ θὰ δώσῃ τὸ διπλάσιον καὶ πλέον; Γνωρίζω, ὅτι τὸ ἅλας καὶ τὸ πετρέλαιον καὶ τὰ πυρεῖα εἶναι ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ βεβαίως ἐπέρχεται μία αὔξησις, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη ἀκολουθεῖ καί τινας φυσικοὺς κανόνας, καί, ὡς σᾶς ἔδειξα διὰ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατήρτισα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων καταστάσεων τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων, ἡ αὔξησις εἶναι 4 ἢ 5%, ἐνῷ ἐδῶ δὲν ἔχομεν αὔξησιν 4 ἢ 5%, ἀλλὰ πολὺ μεγαλειτέραν. Εἰς τὸ πετρέλαιον ὅμως παρετήρησα καί τι ἄλλο· ἡ μὲν ποσότης τῶν ἐσόδων αὐξάνεται εἰς τὸ ἔπακρον σημεῖον, ἡ δὲ ποσότης τῶν ἐξόδων πάλιν περιστέλλεται. Καὶ ἵνα μὴ φανῶ ὑπερβολικὸς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε εἰς τὸ ἑξῆς. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 10419 ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις τῶν δραχμῶν 806,015 λέγει ἐν § 5 (ἀναγινώσκει): «Σημειωτέον, ὅτι τὴν 31 Ἰουλίου ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας τῆς Διαχειρίσεως ἐν συνόλῳ κιβώτια 116,627, ἅτινα μετὰ τῶν κατὰ Αὔγουστον κομισθέντων 74,731 ἀποτελοῦσι ποσὸν κιβωτίων 191,358, ἱκανὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως ἐπὶ ἓν περίπου, κατὰ μέσον ὅρον, ἔτος, ἤτοι μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1901.» Λαμβάνω ὡς βάσιν αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δεικνύει, ὅτι μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους θὰ ἔχωμεν προμήθειαν πετρελαίου χωρὶς νὰ γείνῃ πρόβλεψις. Τότε λοιπὸν τί μένει; Μένει διὰ τὸ ἐπίλοιπον μέρος τοῦ ἔτους 1901, ὅ ἐστὶ τοὺς 6 μῆνας, ἀπὸ Ἰουνίου μέχρι Δεκεμβρίου, ὅτι θὰ χρειασθῶμεν κιβώτια περίπου 100,000. Διὰ 100,000 κιβώτια εἰς τὴν πρόβλεψίν του περὶ τοῦ ἔτους 1901 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβλέπει μόνον 700,000 φρ. χρυσᾶ, διότι τὰ ὑπόλοιπα ποσὰ εἶναι σχεδὸν στερεότυπα· μόνον ὑπάρχει διαφορὰ πρὸς τὸ ἔτος 1899 καὶ 1900 ἐπὶ πλέον, εἰς ἀποζημίωσιν τῆς Ἑταιρείας. Λοιπὸν, ἂν λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ποσὸν πετρελαίου ἱκανὸν νὰ ἀρκέσῃ μέχρι τοῦ Ἰουνίου, διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας θὰ χρειασθῶμεν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 100,000 κιβώτια, καὶ 100,000 κιβώτια εἶναι περίπου αἱ 700,000 φράγκα.
§218Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 590,000 φράγκα ἀποτελοῦσι τὴν ἀξίαν 100,000 κιβωτίων.
§219ΣΚΟΥΖΕΣ. Τότε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ κατηγορήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ ἐπλήρωσε πρὸς φρ. 7 τὸ κιβώτιον. Διότι ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσίς σας...
§220ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γενομένη κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον προμήθεια ἀπῄτησεν ἀνώτερον τίμημα, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διετέλει ἡ νότιος Ἀφρικὴ καὶ ἡ Κίνα, ὧν ἕνεκεν οἱ ναῦλοι εἶχον ὑπερτιμηθῆ. Ἐδήλωσα ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ φορτίον, ὅπερ ἀφιχθήσεται κατὰ τὸν προσεχῆ Φεβρουάριον, θ’ ἀπαιτήσῃ μόνον φράγκα 5 καὶ 90/00 κατὰ κιβώτιον, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκα χθές, σημειῶ 5 καὶ 90/00.
§221ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρῶτον, αὐτὸ τὸ σημείωμα μοῦ τὸ ἐδώσατε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἐνῷ ἐγὼ ὑπελόγισα τὰ ἑξῆς...
§222ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδύνασθε τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν νὰ μεταβάλητε.
§223ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ τὸν μεταβάλω. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ μοὶ ὁμολογήσητε χάριτας, ὅτι ἐγὼ δὲν ἦλθον μὲ ὑπολογισμοὺς ὑποθετικοὺς ἰδικούς μου· ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ κείμενα τὰ ἐπίσημα, τὰ παρ’ ὑμῶν κατατεθέντα.
§224ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν κειμένων εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ σημείωμα.
§225ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν τὸ εἶχον αὐτό, ὅτε πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν συνεζητεῖτο ἡ πίστωσις. Ἔκαμα τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς μὲ τὸ μολυβδοκόνδυλον ἐδῶ, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ πίστωσις, καὶ εἶδον, ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσίν σας, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε, λέγετε: «Ἡ προϊοῦσα ὅμως αὔξησις τῆς καταναλώσεως... καὶ προσέτι ἡ ἐπιβαλλομένη ἡμῖν πρόνοια... ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐφεξῆς προμηθείας πετρελαίου ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους· ἤτοι: αʹ) 70,116 κιβωτίων πετρελαίου, διὰ τίμημα, ναῦλον κλπ. τῶν ὁποίων ἐδαπανήσαμεν φράγκα χρυσᾶ 491,325.95...» Διαιρῶ τὸ 491,325 διὰ τοῦ 70,116, καὶ εὑρίσκω τιμὴν ἑκάστου κιβωτίου ἑπτὰ φράγκα (ἀναγινώσκει): «βʹ) 81,020 κιβωτίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν φρ. χρ. 573,940.85...» Διαιρῶ τὸ 573,940 διὰ τοῦ 81,020, καὶ ἔχω ἑπτὰ φρ. τὸ κιβώτιον. «γʹ) 74,731 κιβωτίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν φρ. χρ. 484,049,21...» Διαιρῶ τὸ 484,049 διὰ τοῦ 74,731, καὶ ἔχω φρ. 6.47. Ἄν λοιπὸν οἱ ὑπολογισμοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐβασίσθην, εἶναι ὑπερβολικοί, δὲν πταίω ἐγώ.
§226ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι ὑμεῖς ἀπὸ περιωπῆς γινώσκετε τὴν ἐμπορικὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν ἐκ τῶν πλοίων μεταβολήν, τὴν τελευταίως ἐπελθοῦσαν, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν γινώσκετε κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι ἡ γενησομένη προμήθεια πετρελαίου θὰ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς ἐλάσσονα δαπάνην.
§227ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ὁμιλεῖτε περὶ ναύλων, νομίζετε, ὅτι οἱ ναῦλοι κατέβησαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἐκπέσῃ κατὰ φρ. χρ. 1,10 τὸ κιβώτιον, καὶ οὕτω νὰ κατέλθῃ τὸ κιβώτιον ἀπὸ 7 φρ. εἰς 5,90; Μήπως ἐξέπεσε καὶ ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου;
§228ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ συνωμολόγησα ἤδη συμφωνίαν ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ.
§229ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ λοιπὸν ἐβασίσθην εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας, ὅτι 700,000 φρ. μόλις θὰ ἐπαρκέσουν διὰ τὰ 100,000 κιβώτια. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης προμηθείας; Δὲν πιστεύω· διότι τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ὑμεῖς αὐτὸς μαρτυρεῖτε ἐν τῇ ἤδη μνημονευθείσῃ ἐκθέσει σας, λέγοντες (ἀναγινώσκει): «... καὶ προσέτι ἡ ἐπιβαλλομένη ἡμῖν πρόνοια, ὅπως ἔχωμεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου ἱκανὸν ἀπόθεμα πετρελαίου, πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως, ἵνα μὴ τυχὸν ἐκ δυστυχήματός τινος, ὅπερ ἠδύνατο νὰ συμβῇ εἰς τὰ ἐξ Ἀμερικῆς κομίζοντα τὰ πετρέλαιον ἀτμόπλοια,... εὑρεθῶμεν ἐντεῦθεν ἡμέραν τινὰ εἰς παντελῆ ἔλλειψιν τοιούτου, ὡς ἄλλοτέ ποτε συνέβη...»
§230ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένοντες εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πετρελαίου, μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπανέλθω. Παρατηρῶ, ὅτι, ὡς πρὸς τὸ φορτίον, τὸ ὁποῖον διὰ τὸ 1901 πρόκειται νὰ ἔλθῃ, ἡ συμφωνία ἐβασίσθη εἰς τὴν τιμὴν τῶν φρ. 5,90 κατὰ κιβώτιον. Προσέθηκα ὅμως χθές, ὅτι μοὶ ὑπεβλήθησαν προτάσεις περὶ χορηγίας πετρελαίου ἐκ Ρουμανίας καὶ Ρωσσίας ἐπὶ τιμῇ ἀσυγκρίτως ἐλάσσονι. Ἡ δὲ προμήθεια πετρελαίου ἐκ Ρουμανίας καὶ Ρωσσίας δὲν ἔχει μόνον τὸ πλεονέκτημα τῆς συμφερωτέρας τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἕτερον, ὅτι δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ποιώμεθα προώρως μεγάλας προμηθείας, ἐκ φόβου μήπως τὸ ἀτμόπλοιον καθυστερήσῃ, διότι τὸ ἀτμόπλοιον ἀπὸ τὴν Ρουμανίαν δύναται νὰ ἀφιχθῇ εἰς Ἑλλάδα ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, ἐνῷ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν θέλει μῆνας.
§231ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ὅτε συνετάσσετε τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὰς διαπραγματεύσεις αὐτάς;
§232ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπισήμῳ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀναγράψω τὰ ἐν συνεννοήσει εὑρισκόμενα.
§233ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὰς συνεννοήσεις σας, ἀλλ’ εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλήν, δι’ αὐτὸ ἐβασίσθην εἰς αὐτὰ μόνον.
§234ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραπονοῦμαι δι’ αὐτό, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπανορθώσητε τὸν ὑπολογισμὸν ὑμῶν, ἐὰν εὐαρεστῆσθε.
§235ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα, τὸν ἐπανορθῶ. Λοιπὸν θὰ κάμω τὴν ἑξῆς ἐπανόρθωσιν διὰ τὸ πετρέλαιον τοῦ ἔτους 1901 — δὲν ἐπικρίνω, ἀλλ’ ἀναφέρω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους προϋπολογίζετε εἰς τὸ χθὲς δοθὲν ἡμῖν συμπλήρωμα — (ἀναγινώσκει):
| Ὑπόλοιπον 31 Δεκεμβρίου 1899 | κιβώτια | 72,559 | |
| προμήθεια τοῦ 1900 | » | 225,946 | |
| Ἐν ὅλῳ | κιβώτια | 298,306 | |
| Σύνολον χρήσεως ἀποθηκῶν 1900. | |||
| ἀπὸ 1 Ἰαν.—31 Ὀκτωβ. κιβ. | 151,914 | ||
| Νοεμβρίου » | 25,150 | ||
| Δεκεμβρίου » | 24,475 | » | 201,539 |
| Ὑπόλοιπον 31 Δεκεμβρίου 1900 | κιβώτια | 96,966 | |
| Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 | » | 213,000 | |
| Ὑπόλοιπον 31 Δεκ. 1900 | » | 96,966 | |
| προμηθευθησόμενα διὰ τὸ 1901 | » | 116,034 |
Ἂν προϋπολογίζητε ἔσοδον δραχ. 6,400,000, σημαίνει ὅτι θὰ καταναλώσητε τόσον πετρέλαιον. Ἀλλ’ ἂν καταναλώσητε τόσον πετρέλαιον, δὲν θὰ πληρώσητε ἀμοιβὴν τῆς διαχειρίσεως ἐπὶ 6,400,000; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἁπλούστατον. Εἰς τὸ Κεφάλ. 23, ἐδάφ. εʹ, εἰς τὰ ἔξοδα, ἔχετε διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῆς Ἑταιρείας δρ. 511,498, ὅ ἐστὶν ἐπὶ 6,199,000· δηλ. κατὰ 200,000 δρ. ὀλιγώτερον ὑπολογίζετε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταναλώσῃ ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ πληρώσητε τὴν ἀμοιβὴν, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζετε ὅτι θὰ εἰσπράξητε. Τί περισσότερον ἄλλο θέλετε νὰ ἀποδείξω; Εἰς δύο ἢ τρία σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξα, τὰς μὲν δαπάνας τὰς περιστέλλετε ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, τὰ δὲ ἔσοδα τὰ διαστέλλετε ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον, διὰ νὰ φανῇ περίσσευμα ἐσόδων ὑπὲρ τὰς δαπάνας. Ὡς πρὸς δὲ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθητε νὰ μᾶς δώσητε χθές, παρατηρῶ ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ ἑξῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 προβλέπει 213,000 κιβώτια· ἀφαιρουμένου τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τὴν 31 Δεκεμβρίου 1900, ἤτοι κιβωτίων 96,966, μένουσι προμηθευθησόμενα διὰ τὸ 1901 κιβώτια 116,034, ἅτινα, πρὸς φράγκα χρ. 5,90, ἀπαιτοῦσι δαπάνην 684,600 φράγκων· ἀλλ’ ὑμεῖς γράφετε 784,000 φράγκα· δηλ. ἔχετε λάθος εἰς βάρος σας.
§236ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν τὸ ἔχετε ἀντιγράψει ἀκριβῶς.
§237ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχω πολλὰ ἐλαττώματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ νὰ ἦμαι ψύχραιμος. Ὥστε ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ λανθασθῶ εἰς τὴν ἀντιγραφήν.
§238ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ πρωτότυπον δὲν ὑπάρχει;
§239ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον. Ἔχετε δὲ προμήθειαν 35,000 κιβωτίων διὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1902· καὶ ἐδῶ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ προμήθεια αὕτη, διότι ὁ Ἰανουάριος καὶ ὁ Φεβρουάριος εἶναι ἐκ τῶν μηνῶν τῶν εὐνοϊκῶν διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ πετρελαίου, καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀρκέσῃ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «θὰ λάβω ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις». Τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ μόνον λέγω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἐσόδων διαστέλλεται πάντοτε, ὁ δὲ ὑπολογισμὸς τῶν δαπανῶν συστέλλεται. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ κοινὰ, καθὼς καὶ εἰς πᾶν ἄλλο, πρέπει νὰ ἦναί τις ὄχι ἀπαισιόδοξος, ἀλλ’ αἰσιόδοξος μᾶλλον ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τῆς αἰσιοδοξίας πρέπει νὰ ἔχῃ μέτρον τι, διότι, ὅταν ὑπερβῇ τὸ μέτρον, ἡ αἰσιοδοξία καταντᾷ φαντασία.
§240ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ αἰσθήματος. Μέτρον δὲν ὑπάρχει καθωρισμένον ὑπὸ κανόνος τινὸς (ἱλαρότης).
§241ΣΚΟΥΖΕΣ. Μὴ θέλων περιπλέον νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἓν μόνον λέγω. Χθὲς, ὅτε ἤκουσα τὸν κύριον ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴν, τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ λέγῃ: «Θέλετε οἰκονομίας; δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν περιπλέον», ἐνεθυμήθην, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ μακρὰν ἡ ἐποχὴ, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ φίλος μου ἤλεγχεν ἡμᾶς, ἐκεῖ καθημένους, ὅτε εἰσηγάγομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, καὶ ἔλεγεν, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 93,000,000 περίπου, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον Προϋπολογισμὸν, ἄλλως διασκευαζόμενον, ἠδύναντο νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι καὶ δέκα ἑκατομμυρίων δραχ. ἐν τοῖς τακτικοῖς ἐσόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα προικισθῶσι τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα. Ἐνεθυμήθην, ὅτι εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἤμην εἰς τὸ σχολεῖον, μετὰ τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς Ἀριθμητικῆς καὶ τὰ κλάσματα, μᾶς ἔμαθεν ὁ διδάσκαλος τὴν μέθοδον τῶν τριῶν, διὰ τῆς ὁποίας μᾶς ἔλεγεν, ὅτι, ἔχοντες δεδομένους τρεῖς ἀριθμοὺς, εὑρίσκομεν τὸν τέταρτον, τὸν ἄγνωστον. Ἔλεγον λοιπὸν καὶ ἐγὼ: «Ὁποίαν σχέσιν ἔχει τὸ 93 πρὸς τὸ 10, τὴν αὐτὴν λόγον δύναται νὰ ἔχῃ τὸ 111 πρὸς τὸν Χ.» Ὅτε λοιπὸν ἤκουσα τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς λέγοντα, ὅτι «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν οἰκονομίαι», — ἐξηγοῦντα ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, — εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: «Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς μεθόδου τῶν τριῶν νὰ ὁρισθοῦν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσιν ἐπὶ τῶν 111 ἑκατομμυρίων;»
§242Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ τότε ἦτο ἀντιπολιτευόμενος.
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Καθῆκον ὅμως ἔχετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τῶν περιστάσεων. Τότε ἤμεθα εἰς παραμονὰς γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον τὴν δι’ οἱωνδήποτε μέσων ταχυτέραν παρασκευὴν, καὶ ἀδίκως κατηγορεῖτε ἡμᾶς, διότι ἐπεστήσαμεν τὴν ἐπ’ αὐτῶν προσοχὴν ὑμῶν.
§244ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπόν, καταλήγων, νομίζω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ δείξῃ, ὅταν θὰ ἐφαρμοσθῇ, — ἐκτὸς πάλιν, ἂν ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ διάφορα ἄλλα — ὁ Προϋπολογισμὸς, λέγω, θὰ δείξῃ, ὅταν ἐφαρμοσθῇ, ὅτι αἱ μὲν δαπάναι ὑπερβολικῶς ηὔξησαν, ἐνῷ τὰ ἔσοδα ηὐξήθησαν κατὰ τὸ φαινόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἴσως δὲν εἶναι τόσα. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἀλλὰ μεταξὺ τῆς διαψεύσεως καὶ τῶν πιθανοτήτων αἱ πιθανότητες εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῶν ἐμῶν ὑπολογισμῶν.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἐπαναληφθῶσι τὴν προσεχῆ Τετάρτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.).