Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 35

1900.12.22

3.847 στίχοι · 29.193 λέξεις · 9 πίνακες · 319 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.12.22
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35

τῆς 22 Δεκεμβρίου 1900.

(Παρασκευή).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελείφθη ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἅπερ ἐζήτησα, δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐστάλησαν εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ἀπεκρίθη, συστήσας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ μάθῃ παρὰ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἔδωκεν αὐτῷ τὴν πληροφορίαν ταύτην, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς τίνα ἐστάλησαν τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἔγγραφα, καὶ πρὸς τίνα σκοπόν. Ἰδίως, ἂν ἐξετελέσθη, ἢ μή, ἡ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1898 ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἂν δὲν ἐξετελέσθη, διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἐξελέσθη· ἂν δ’ αἰτία εἶναι, ὅτι ἐγένετο κατ’ αὐτῆς προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, πότε ἐκινήθη ἡ περὶ τούτου δίκη, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται νῦν ἡ ἐγερθεῖσα δίκη;

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ ἡ προσθήκη αὕτη. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ ἐν Ρουμανίᾳ Ἕλληνες διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν συνομολόγησιν ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Ρουμανίας συμβάσεως. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενος κατάδικος Γ. Γκοντιλόπουλος, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, ζητεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ Βασιλικὴ χάρις.

§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀποστολὴν εἰς τὴν Ἑσπερίαν ὑποτρόφων ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων.

§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς κ. Τσάτσος ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὴν σύμβασιν καὶ τοὺς σχετικοὺς νόμους, τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Κυριαζῆ. Καταθέτω τὰς πληροφορίας ταύτας. Καταθέτω συμπληρωματικάς τινας πληροφορίας ἐπὶ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Φικιώρη περὶ τῶν εἰς Ἀμερικὴν μεταναστευόντων Λακεδαιμονίων. Καταθέτω ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας βουλευτὴς κ. Ποταμιᾶνος ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις ἐξ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ἢ ὁδῶν κλπ. Κατηρτίσθησαν πίνακες, συμφώνως τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοὺς ὁποίους καταθέτω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔκαμε παρατήρησίν τινα περὶ τηλεγραφημάτων ἔκ τινων ἐπαρχιῶν, μὴ ἐπιδοθέντων εἰς αὐτὸν ἐγκαίρως. Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων μοὶ ἔστειλε...

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Διευθύνσεως ὡς πρὸς τὰ ταχυδρομικὰ δέματα, διότι ταχυδρομικὰ δέματα ἐκ Γαλλίας καθυστέρησαν ἐπὶ δύο μῆνας.

§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω πληροφορίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατασκευὴν ναοῦ τινος ἐν Καζακλάρ. Καταθέτω τὰς πληροφορίας. Ἐν αὐταῖς θέλει εὕρει τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, περιέχοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν μεταλλείοις καὶ ὀρυχείοις φονευθέντων καὶ τραυματισθέντων. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον, τῶν ἐτῶν 1896, 1897, 1898 καὶ 1899, ὡς καὶ τὸν γενικὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Ταμείου πρὸς περίθαλψιν τῶν μεταλλευτῶν. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου· ἐζήτησε δηλ. νὰ καταθέσω πίνακα περὶ τῶν δαπανῶν εἰς μισθοὺς, ἐπιμίσθια καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑπηρεσίας. Καταθέτω πίνακα τῶν ἐτῶν 1890–1900. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα περὶ τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 γενομένων δαπανῶν πρὸς ἐκτύπωσιν ἐργασιῶν τοῦ Δημοσίου ἐν ἰδιωτικοῖς τυπογραφείοις. Καταθέτω αὐτόν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε πίνακα τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς κοιλάδος Παμίσου. Καταθέτω τὸν πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι τὸ ὑπάρχον διαθέσιμον κεφάλαιον διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἀνέρχεται εἰς 80,905 δραχμὰς, διότι ἀπέβη πάντοτε ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ τοῦ βαρύνοντος τοὺς δήμους. Οἱ δῆμοι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλωσι κατ’ ἔτος δραχ. 15,000, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου οὐδέν ποτε εἰσεπράχθη· καίτοι δὲ προέβημεν εἰς ἐνεργείας λίαν δραστηρίας, ἡ κατάστασις τῶν δήμων ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἀπέβη ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις. Νομίζω τώρα, ὅτι ἐξώφλησα τὰς ἐπερωτήσεις. Ἂν τυχὸν δὲν ἀπήντησα εἴς τινα ἐπερώτησιν, παρακαλῶ νὰ μοὶ γείνῃ μικρὰ ὑπόμνησις, ὅπως, ἂν ἐγένετο λάθος τι, φροντίσω νὰ τὸ ἐπανορθώσω.

§7Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ὑπόθεσις ἄγνωστος εἰς τοὺς πολλοὺς, διότι ἐπανειλημμένως ἡ δημοσιογραφία περὶ ταύτης ἠσχολήθη. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη. Θ’ ἀφηγηθῶ ξηρῶς τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖά τινα ἐν ταύτῃ, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι πρέπον ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ χωρίον Ἰμίρμπεη εἶναι χωρίον ἰδιόκτητον, κείμενον παρὰ τὴν Λαμίαν, καὶ ἔχον ὅριον πρὸς ἀνατολὰς τὴν θάλασσαν. Παρὰ τὸ χωρίον τοῦτο ἐκβάλλει ὁ Σπερχειὸς ποταμὸς, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ ἡ θάλασσα ἐπιχώννυται, μεταβαλλομένης τῆς ἀκτῆς εἰς γαίας, καθισταμένας διὰ τοῦ χρόνου καλλιεργησίμους. Ἐν ἔτει 1885 ἐγένετο μεγάλη ἐκχείλισις τοῦ ποταμοῦ Σπερχειοῦ, καὶ ἐπεχώσθη ἀρκετὸν μέρος τοῦ αἰγιαλοῦ. Τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀρχικῶς μὲν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλλιεργηθῇ, ἀλλὰ διὰ τοῦ χρόνου καθίσταται καλλιεργήσιμον. Πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου τὸ ἐπιχωσθὲν μέρος ἦτο ἰχθυοτροφεῖον, καὶ τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐνοικιάσει αὐτό. Ἀλλ’ ὅτε ἐπεχώσθη τὸ ἰχθυοτροφεῖον, οἱ ἐνοικιασταὶ, οἵτινες εἶχον πληρώσει ὁλόκληρον τὸ ἐνοίκιον, ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ζητοῦντες τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ...

§8Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πῶς ἔγεινεν ἰχθυοτροφεῖον ἐκ τῆς προσχώσεως;

§9Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἦτο προηγουμένως ἰχθυοτροφεῖον, καὶ ἐξεχώσθη. Ἤγειραν λοιπὸν ἀγωγὰς, καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 4117 τοῦ 1892 καὶ 5604 τοῦ 1899 ἀποφάσεών του, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἐπεκυρώθη δι’ ἀποφάσεων τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐδικαίωσεν αὐτοὺς, ἐπιδικάσαν, ὅπως λάβωσιν ἀρκετὸν ποσὸν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, περὶ τὰς 130,000 δραχμάς. Ἔλαβον δὲ τὸ ποσὸν 45,000 δραχμῶν, ὡς πρώτην δόσιν, διὰ τὸ ἐπιχωσθὲν τοῦτο ἰχθυοτροφεῖον. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου ἐκείνου φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ θελήσωσι ν’ ἀνακινήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὑπολαμβάνοντες, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν νὰ ἐκταθῇ μέχρι τῆς νέας ἀκτῆς. Σημειώσατε, ὅτι τὸ ἐπιχωσθὲν μέρος, καταμετρηθὲν πολὺ μετὰ ταῦτα ὑπὸ δημοσίων γεωμετρῶν, εὑρέθη, ὅτι εἶναι ἐκτάσεως 9,600 περίπου στρεμμάτων. Ἀλλὰ τὸ χωρίον Ἰμίρμπεη εἶναι ἰδιόκτητον, ὡς εἶπον, χωρίον. Ἔχει πολλὰς γαίας. Ἐν αὐταῖς καλλιεργοῦσιν, ὡς κολλῆγοι, πολλοὶ ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη· εὑρίσκοντο δὲ ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ οἱ κάτοικοι μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ χωρίου. Λέγω κάτοικοι, διότι, πλὴν τῶν κολλήγων, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ χωρίῳ καὶ πολλοί, πλεῖστοι ἄλλοι, κατοικοῦντες ἐν αὐτῷ καὶ μὴ καλλιεργοῦντες γαίας, ἀλλ’ ἐπαγγελλόμενοι τὸν κτηνοτρόφον, τὸν ἀγωγέα κλπ. Ὅτε ἐπεξετάθη ἡ περιφέρεια τοῦ χωρίου πρὸς τὴν θάλασσαν, ἠρέσκοντο νὰ βλέπωσι τοῦτο καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἐνέμοντο λοιπὸν τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, ἕκαστος δι’ ἑαυτόν, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ χωρίου, ἔχοντες πληθὺν μεγάλων καὶ μικρῶν ζώων, ἔβοσκον ταῦτα εἰς τὴν νέαν περιφέρειαν τοῦ χωρίου, τὴν ἐκ τῆς εἰρημένης ἐπιχώσεως σχηματισθεῖσαν. Παρήρχετο ὁ χρόνος, καὶ τὰς γαίας ἐνέμοντο, ὡς εἶπον, τόσον οἱ ἔχοντες ζῷα πολλὰ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη, ὅσον καὶ οἱ κολλῆγοι. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1894 ἀναφορὰ ἐπεδόθη ἀπὸ μέρους τινὸς τῶν κατοίκων, δι’ ἧς ἠρωτᾶτο τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς ἐπιχώσεως καὶ ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης, εἶναι γαῖαι, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ παρακειμένου χωρίου Ἰμίρμπεη, ἢ εἶναι γαῖαι ἐθνικαί. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι γαῖαι ἐθνικαί, δὲν πρέπει νὰ διατεθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζουσιν οἱ νόμοι; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, βραδέως μέν, ἀλλὰ λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διέταξε τὸν ἐκεῖ ὑπηρετοῦντα Οἰκονομικὸν Ἔφορον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν. Ἐν ἔτει 1898, κατόπιν διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, διετάχθη οὗτος νὰ παραλάβῃ δύο γεωμέτρας καὶ προβῇ εἰς σύνταξιν διαγράμματος τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἐκ τῆς ἐπιχώσεως, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ γνώμη τούτου ἦτο, ὅτι ἀναντιρρήτως αἱ γαῖαι αὗται εἶναι ἐθνικαί. Ὅτε ἐγένετο ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, οἱ ἰδιοκτῆται παρεπονέθησαν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶπον, ὅτι «δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐκ τῆς ἐπιχώσεως προελθουσῶν γαιῶν, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ συμβῇ λάθος, καὶ νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ διάγραμμα τοῦ Δημοσίου καὶ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν ἀναντιρρήτως εἰς ἡμᾶς, ἢ τοὐλάχιστον, εἶπον, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡμεῖς διὰ τῆς τριακονταετοῦς παραγραφῆς ἐγενόμεθα κύριοι αὐτῶν.» Καὶ διὰ τοῦτο τὸ συνταχθὲν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1898 διάγραμμα τοῦ Δημοσίου διαιρεῖται εἰς δύο ζώνας, ὧν ἡ μὲν περιλαμβάνει γαίας, ἃς ἀνεγνώρισαν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ὡς προελθούσας ἐκ τῶν ἐπιχώσεων καὶ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης, — ἀναμφισβητήτως ἐθνικὰς — ἡ δὲ γαίας, τῶν ὁποίων, ἰσχυρίσθησαν οὗτοι, ὅτι εἰσὶ κύριοι, λόγῳ μακρᾶς παραγραφῆς — ἀμφισβητουμένας ἐθνικάς...

§10Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀνεγνώρισαν αὐτὸ οἱ ἰδιοκτῆται;

§11Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶπον, ὅτι πέντε χιλιάδες στρεμμάτων πρὸς τὴν θάλασσαν προέρχονται ὄντως ἐξ ἐπιχώσεως, ἀλλὰ προσέθηκαν τὴν γνώμην, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, τοῦ καθ’ ἡμᾶς πολιτευομένου, οὗτοί εἰσι κύριοι.

§12Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι νομικὸν ζήτημα· τὸ πραγματικὸν ἡμεῖς ἐξετάζομεν ἂν ἀνεγνώρισαν.

§13Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα. Διῃρέθη λοιπόν, εἶπον, εἰς δύο· εἰς γαίας ἐκ πέντε χιλιάδων στρεμμάτων, προερχομένας ἀναμφισβητήτως ἐξ ἐπιχώσεως μετὰ τὸ 1885, καὶ εἰς γαίας ἐκ πέντε χιλιάδων στρεμμάτων, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἰδιοκτητῶν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προέρχωνται ἐξ ἐπιχώσεως, ἀλλὰ πρὸ τριακονταετίας, καὶ τὸ Δημόσιον ἐδέξατο τὴν διαίρεσιν ταύτην· γαίας ἀναμφισβητήτως ἐθνικάς, καὶ γαίας ἐθνικὰς ἀμφισβητουμένας. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα ἐν ἔτει 1898, ὅτε εἷς τῶν ἰδιοκτητῶν, ἢ μᾶλλον ἡ ἰδιοκτήτρια χήρα κυρία Ἀξελοῦ, ἐπεχείρησε καλλιέργειαν τμήματός τινος τῶν γαιῶν τούτων τοῦ Δημοσίου. Κατὰ διαταγὴν ὅμως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος κωλύει τὴν καλλιέργειαν διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως, διατεινόμενος, ὅτι τὴν νομὴν τούτων τῶν γαιῶν καὶ κυριότητα ἔχει τὸ Δημόσιον, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται τρίτος νὰ καλλιεργήσῃ ἄνευ ἀδείας τοῦ Δημοσίου. Κατόπιν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Δημοσίου, φυσικὸν ἦτο, ἡ κυρία Ἀξελοῦ, ἔχουσα ἀντίθετον γνώμην, καὶ διεκδικοῦσα δικαιώματα ἰδιοκτησίας, νὰ αἰτήσηται προσωρινὰ μέτρα, ὧν ὄντως ἐπελήφθη ὁ ἁρμόδιος Εἰρηνοδίκης, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάζετο ἡ νομὴ κατὰ τὸ πλεῖστον μὲν εἰς τὸ Δημόσιον, κατά τι δὲ μέρος εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν. Ἀλλ’ ἐγένετο ἔφεσις τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ κατ’ ἔφεσιν τὸ Δημόσιον ὑπέβαλεν ἰσχυρισμούς, ὅτι οὐδὲ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Εἰρηνοδίκης ἀνεγνώρισε νομὴν εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν, ἔχει τὴν νομὴν αὕτη. Καὶ ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν ὡς Ἐφετῶν...

§14ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγένετο ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως;

§15Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἐγένετο ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν, ὡς Ἐφετῶν. Ὅπως δὲ τηρήσω τὴν σειρὰν τῆς ἀφηγήσεως, δι’ αὐτὸ δὲν εἶπον τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε, λέγω, ὅτι ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 631 τοῦ 1900 ἀπόφασις τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν διατάσσουσα τὰ ἑξῆς: «Διὰ ταῦτα «Ἀπορρίπτει τὴν ἔφεσιν τῆς ἐκκαλούσης. Δέχεται τὴν διὰ τῶν προτάσεων ἀσκουμένην ἀντέφεσιν τοῦ Δημοσίου. Ἐξαφανίζει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1147 τοῦ 1898 ἐκκαλουμένην ἀπόφασιν. Ἀπορρίπτει τὴν περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀγωγὴν τῆς ἐναγούσης. Ἀναγνωρίζει προσωρινῶς ὡς νομέα τῶν ἐν τῷ ἱστορικῷ ὁριζομένων γαιῶν τὸ Δημόσιον, εἰς ὃ ἐπιτρέπει πᾶσαν πρᾶξιν διακατοχῆς. Ἀπαγορεύει τῇ ἐναγούσῃ (ἐκκαλούσῃ), ὡς προσωρινὸν μέτρον, πᾶσαν διατάραξιν τῆς νομῆς τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ ἀπειλῇ χρηματικῆς ποινῆς δραχ. 5,000, καὶ καταδικάζει ταύτην εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τὰ τέλη ἀμφοτέρων τῶν βαθμῶν, ὁριζόμενα εἰς δραχμὰς 120.» Τοιαύτη ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις. Ἀλλὰ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Αἱ σχέσεις αὐτῶν, αἱ φιλικαί, διεκόπησαν, καὶ οὐκ ὀλίγοι ἐκ τῶν κατοίκων ἐξεβλήθησαν τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν, ἃς ἐκαλλιέργουν ὡς κολλῆγοι. Οἱ χωρικοί, γινώσκοντες πλέον ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ Δημοσίου, ὅτι τοῦτο μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐθνικάς, ἃς ἠδύναντο νὰ δηλώσωσι, καὶ μάλιστα τὰς γαίας ἐκείνας, ἃς κατεῖχον, βόσκοντες διὰ τῶν ἰδίων των ζώων, ἐσκέφθησαν νὰ προβῶσι, καθ’ ὃν χρόνον ὁ νόμος ἐπιτρέπει, κατὰ Φεβρουάριον, εἰς δηλώσεις, ὡς κάτοχοι τμήματος τῶν γαιῶν τούτων, διὰ νὰ καλλιεργήσωσι καὶ ἀποζήσωσιν ἐξ αὐτῶν οἱ ἐκβληθέντες κολλῆγοι. Χωρὶς δὲ νὰ διαταράξωσι τὸ παράπαν τὴν πραγματικὴν ἰδιοκτησίαν προέβησαν εἰς τὰς εἰρημένας δηλώσεις. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ τότε Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐδίσταζε νὰ δεχθῇ δηλώσεις, χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἀνηνέχθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διέταξεν ἀμέσως, καθὰ ὁ ἴδιος μὲ διεβεβαίωσε, νὰ δεχθῇ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος τὰς δηλώσεις, προσθείς, ὅτι οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ. Καὶ ὄντως ὁ Ἔφορος ἐδέχθη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὰς δηλώσεις. Ἐδήλωσαν οἱ χωρικοί, ἐκαλλιέργησαν, καὶ ἔσπειραν, οὐδενὸς παρεμβαίνοντος καὶ οὐδενὸς παρακωλύοντος· ἔσπειραν δὲ βάμβακα. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ παρακειμένου χωρίου Ἰμίρμπεη ἐσκέφθησαν νὰ αἰτήσωνται προσωρινὰ μέτρα, ἀλλὰ δὲν συνεφώνησαν πρὸς ἀλλήλους, ἐκτὸς τῆς κυρίας Ἀξελοῦ, νομιμοφρονεστάτης καὶ λογικωτάτης, — ὁμολογῶ — ἥτις ᾐτήσατο, μόνη αὕτη, προσωρινὰ μέτρα κατὰ τῶν χωρικῶν, ὡς ᾐτήσατο πρότερον καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι ἐνόμισε, λίαν εὐλόγως, ὅτι ἡ ὁδὸς, ἡ εὐθεῖα καὶ νόμιμος, ἦτο αὕτη, πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων αὑτῆς, ἐὰν εἶχε τοιαῦτα. Δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν. Οἱ λοιποὶ δὲν ᾐτήσαντο προσωρινὰ μέτρα, ἀλλ’ ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνησυχήσῃ τοὺς χωρικούς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἤθελε παρέμβει ἐν τοιαύτῃ ὑποθέσει καὶ κρίνει περὶ κατοχῆς. Εἶναι ἐν τοσούτῳ ἀληθές, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἀνεφέρθησαν πρὸς τὸν κύριον Νομάρχην καὶ πρὸς τὸν κ. Οἰκονομικὸν Ἔφορον, οἵτινες, προσλαβόντες καὶ τὸν κ. Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητήν, εὑρισκόμενον ἐκεῖ, μετέβησαν ἐπὶ τόπου, καὶ ἀντελήφθησαν τῶν πραγμάτων, καὶ προφορικῶς συνέστησαν αὐτοῖς νὰ σταματήσωσι μέχρις οὗ σημείου εἶχον καλλιεργήσει, νὰ μὴ ἐνοχλήσωσι δὲ τοὺς χωρικοὺς μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ· ἐὰν δὲ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἕτερος ἐξ αὐτῶν ἠδικεῖτο, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὅπως δὲ μὴ ἐπέλθῃ ῥῆξις μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἢ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ τῶν καλλιεργητῶν, εἶπον αὐτοῖς νὰ μὴ προχωρήσωσι πέραν τοῦ σημείου τούτου, μέχρις οὗ τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς ὃ ἤθελον ἐκθέσει τὰ πράγματα, διατάξει. Οἱ τρεῖς οὗτοι, Νομάρχης, Ἔφορος καὶ Ἐπιθεωρητής, δι’ ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφεραν, ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν, αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὸ διάγραμμα τοῦ Δημοσίου, καὶ χαρακτηρίζονται ὡς ἐθνικαί. Ἀμφότερα τὰ Ὑπουργεῖα, τῶν τε Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρήγγειλαν πρὸς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς ὑπόθεσιν φέρουσαν χαρακτῆρα καθαρῶς δικαστικόν. Μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσέθηκεν εἰς τὸν κ. Νομάρχην, ὅτι καὶ ἡ μέχρι τότε μεσολάβησίς του δὲν ἦτο ὀρθή. Καὶ μέχρι τότε, εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀπέσχεν ἐπιμελῶς πάσης ἀναμίξεως, καὶ οὐδεμία περιπλοκὴ ἐπήρχετο, ἐφ’ ὅσον ἀπεῖχεν. Ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, μὴ προσφυγόντες εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, προσέφυγον ἐνώπιον τῶν ποινικῶν, καταγγέλλοντες τοὺς καλλιεργητὰς καὶ δηλωτάς, ὅτι ἐνήργησαν αὐτοδικίαν. Δὲν γνωρίζω, δὲ, πῶς παρεστάθησαν τὰ πράγματα εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς δίκην, ἀλλὰ βεβαίως παρεστάθησαν οὕτως, ὥστε ἐξηναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ αὐτοδικίᾳ. Τόση δὲ ἦτο ἡ σπουδὴ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, τοῦ Εἰσαγγελέως, ὥστε οὔτε τὴν τριήμερον προθεσμίαν δὲν ἐτήρησε, καὶ ὅτε εἰσήγαγεν αὐτοὺς, τὸ Δικαστήριον εὑρέθη πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀκυρώσῃ τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, καταγγέλλον τὴν σπουδὴν οἱονεὶ ἢ τὴν ἀμέλειαν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ, καίτοι ἠκυρώθη τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, δὲν παρῆλθον ἢ 5 ἡμέραι, καὶ ἐκ νέου εἰσήχθησαν εἰς δίκην ἐπὶ αὐτοδικίᾳ, καθ’ ὃ διάστημα δὲν εὑρισκόμην ἐν Λαμίᾳ, καὶ ἠγνόουν τὴν φάσιν ταύτην τῆς ὑποθέσεως. Μοὶ ἀνεκοινώθη μόνον, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς δίκην οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, ὡς δηλώσαντες καὶ καταλαβόντες ἐθνικὰς γαίας. Τότε καὶ πάλιν παρέστησα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖ ἐξηκριβωμένον, ἐὰν οἱ χωρικοί, δηλοῦντες καὶ καλλιεργοῦντες ἐθνικὰς γαίας, τυγχάνωσι τῆς προστασίας τοῦ Δημοσίου, διότι οὐδόλως οἱ ἄνθρωποι προτίθενται νὰ προσβάλωσι δικαιώματα ἀνεγνωρισμένα, οὐδὲ νὰ προβῶσιν εἰς κατάληψιν γαιῶν μὴ ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ τε Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων νομομαθῶν, μὲ συνεβούλευσε νὰ προβῶσιν οἱ χωρικοὶ εἰς δηλώσεις ὅλων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι οὐδένα ἀδικοῦσι, τοὐναντίον δὲ διασώζουσι τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Εἰσήχθησαν λοιπὸν καὶ ἐτιμωρήθησαν ἐρήμην διὰ πενθημέρου φυλακίσεως, ἐπὶ αὐτοδικίᾳ, τινὲς τῶν καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξέτιον τὴν πενθήμερον ποινήν, τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν εἰς δίκην, ἰδοὺ νέον κατηγορητήριον, ὅτι καὶ πάλιν ηὐτοδίκησαν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ὅπερ ἔσπειραν πλέον, ὅτι κατέλαβον αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ τινὸς δικαιώματος γαίας ἀνηκούσας εἰς τὸν Α, Β, Γ, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτῶν, ἡ δευτέρα, εἶναι, ὅτι τοὺς ἀποσταλέντας ἀνθρώπους ἵνα καλλιεργήσωσιν, εἰς ὃ μέρος κατεῖχον καὶ ἐκαλλιέργησαν οἱ χωρικοί, οὗτοι παρημπόδισαν, λέγοντες, ὅτι τὸ μέρος ἦτο ἐθνικόν. Ὅτε ἐκ νέου κατηγγέλθησαν, ἤγειραν οἱ χωρικοὶ ἀγωγὴν περὶ διαταράξεως τῆς κατοχῆς, δίδοντες τὸν καιρὸν εἰς τοὺς νομίσαντας, ὅτι προσεβλήθησαν τὰ δικαιώματά των, νὰ συζητήσωσι τὴν ἀγωγὴν ταύτην, καὶ εἰσέλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν νόμιμον ὁδόν. Εἰσαχθείσης ἐκ νέου τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ πάλιν ἐτιμωρήθησαν ἐρήμην εἰς τρίμηνον φυλάκισιν, ὡς καθ’ ὑποτροπὴν ἀδικήσαντες, καὶ — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τῆς ἀποφάσεως — διότι «μετῆλθον βίαν κατὰ τοῦ προσώπου ἑνὸς τῶν ἀνθρώπων τῶν ἰδιοκτητῶν». Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω διὰ τοῦτο τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν ταύτῃ σημειοῦται, ὅτι δηλ. ἐνηργήθη βία κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Α, ἀναιρεῖται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι οὗτος ὁρισθεὶς κατέθηκεν, ὅτι οὐδεὶς προσέβαλεν αὐτόν, οὔτε ἠπείλησεν, ἀλλὰ μόνον εἶπον αὐτῷ νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ καλλιέργειαν ἐπὶ τῶν γαιῶν, διότι ἦσαν δεδηλωμένα. Ὅτε ἐν ἀρχῇ ἐδήλωσαν καὶ προέβησαν εἰς καλλιέργειαν οἱ χωρικοί, συνάμα ἀπηυθύνθησαν δι’ ἀναφορᾶς πρός τε τὸν κ. ἀστυνόμον Λαμίας καὶ πρὸς τὸν κ. Νομάρχην, γνωρίζοντες αὐτοῖς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῶσιν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ζητοῦντες τὴν συνδρομὴν τῶν ἁρμοδίων...

§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν πότε ἐξεδόθη;

§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὕτη ἔπεται. Ἦτο ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἀκόμη.

§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδικάσθη ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως;

§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα. Ἐγένετο ἀνακοπὴ κατὰ τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως, τῆς καταδικασάσης αὐτοὺς εἰς τρίμηνον φυλάκισιν. Ἐπειδὴ δέ τινες ἐκ τῶν χωρικῶν ἠμφισβήτουν τὴν ἀπάθειαν μελῶν τινων τοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἐξέθετον τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσιν ἀμερόληπτοι καὶ ἀπαθεῖς, ᾐτήσαντο τὴν ἐξαίρεσιν δύο δικαστῶν. Διὰ τοῦτο ἀνεκόπη ἡ πρόοδος τῆς δίκης. Ἡ αἴτησις ὅμως περὶ ἐξαιρέσεως ἀπερρίφθη ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ἐκ νέου εἰσήχθησαν οὗτοι εἰς τὴν δίκην, ὅτε ἐγὼ παριστάμην ὡς συνήγορος τῶν κατηγορουμένων, κατὰ τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Διεξαχθείσης δὲ τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστῶν, ὧν ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις, ἐξεδόθη ἀπόφασις, κηρύξασα ἐκ τῶν 20 περίπου κατηγορουμένων ἀθώους μὲν τοὺς 17, ἐνόχους δὲ τρεῖς μόνον, οἵτινες καὶ κατεδικάσθησαν εἰς ἑξαήμερον φυλάκισιν! Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ τέρματος τῆς ὑποθέσεως ἐν τοῖς ποινικοῖς Δικαστηρίοις. Εἰς τὰς δηλωθείσας καὶ καλλιεργηθείσας ὑπὸ τῶν χωρικῶν γαίας ἐφύη βάμβαξ, καὶ ἡ συγκομιδὴ προὐμηνύετο εὐτυχής. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ γαῖαι καλλιεργηθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπό τινος τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη, καὶ τὰς ὁποίας συνεπῶς οἱ χωρικοὶ δὲν κατεῖχον, καὶ ἔδει νὰ δηλώσωσιν οὗτοι ταύτας, ὡς μὴ κάτοχοι. Αἱ γαῖαι αὗται, περὶ τὰ 1000 στρέμματα, ἦσαν ἐσπαρμέναι σῖτον. Συμφώνως τῷ νόμῳ, οἱ χωρικοί, ὡς μὴ κάτοχοι, ἐδήλωσαν ταύτας κατὰ μῆνα Μάϊον ἐ. ἔ., ἐπιφυλασσόμενοι, μετὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ καρποῦ, διότι τοῦτο διατάσσει ὁ νόμος, νὰ λάβωσι τὴν κατοχήν. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, οἱ χωρικοί, συγκομισθέντος τοῦ καρποῦ ὑπὸ τῆς κατόχου κυρίας Παπακώστα, ἐπεχείρησαν, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, νὰ λάβουν τὴν κατοχὴν τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, καί, οὐδενὸς παρακωλύοντος, ἔλαβον οὗτοι ταύτην. Ἐπὶ ἓξ δὲ ἡμέρας εὑρίσκοντο ἐν τῇ κατοχῇ τῶν γαιῶν τούτων. Προκειμένου περὶ δηλώσεων ὑπὸ μὴ κατόχων, ὁ νόμος ΦΞΖʹ τοῦ 1875 ἐν ἄρθρῳ 4 ὁρίζει: «Οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς γαίας, τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν κάτοχοι, δύνανται καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου νὰ λάβωσιν αὐτὰς εἰς τὴν κατοχήν των, ἐγείροντες κατὰ τρίτων πᾶσαν πρὸς τοῦτο ἁρμόζουσαν ἀγωγήν, μηδόλως ὁρῶντος τὸ Δημόσιον τοῦ ἐκ τῶν δικῶν τούτων δεδικασμένου. Ἐὰν αἱ γαῖαι τύχωσιν ἐσπαρμέναι, λαμβάνουσι τὴν κατοχὴν μετὰ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν.» Ὁ δὲ τὸν νόμον τοῦτον εἰσηγησάμενος τότε Ὑπουργός, ὅστις, νομίζω, ἦτο ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος, ἐξέδοτο, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου, ἐγκύκλιον ἑρμηνευτικὴν, ἐν ᾗ ἀναγράφει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἔλλειψις ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ ῥητῆς διατάξεως, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ δηλώσαντες γαίας, μὴ κατεχομένας παρ’ αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ τὰς λάβωσιν ἀμέσως εἰς τὴν κατοχήν των, παρετηρήθη, ὅτι ἀπεθάρρυνε σπουδαίως τοὺς μὴ κατόχους εἰς τὸ νὰ δηλώσωσι γαίας, εἴτε παρ’ ἄλλων κατεχομένας, εἴτε ἀκαλλιεργήτους. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ χορηγηθῇ πρὸς τούτους τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον νὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως τὰς δηλουμένας γαίας εἰς τὴν κατοχήν των, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγείρωσι τὰς ἀναγκαίας ἀγωγὰς κατὰ παντὸς τρίτου, ὅστις, εἴτε λόγῳ κατοχῆς, εἴτε λόγῳ κυριότητος, ἤθελε τοὺς ἐμποδίσει. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκλείπει πᾶς δισταγμὸς διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν δηλώσεων τῶν μὴ κατόχων, διότι καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ περιμένωσι τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων, ἀλλὰ δύνανται ἅμα τῇ παρουσιάσει τῶν δηλώσεων νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας, ἐκτὸς ἐὰν αὗται τύχωσιν ἐσπαρμέναι, ὅτε ἡ κατάληψις ἀναβάλλεται μετὰ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν.» Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οὐδεὶς ἠμπόδισε τοὺς χωρικούς, οὗτοι, συμμορφούμενοι τῷ νόμῳ καὶ τῇ καθοδηγούσῃ λεπτομερέστερον ἐγκυκλίῳ, κατέλαβον τὰς δηλωθείσας γαίας, καὶ κατεῖχον αὐτάς· ὅτε μίαν ἡμέραν αἰφνιδίως διαταγὴ — ἀλλὰ διαταγὴ γεγραμμένη δι’ ἐντονωτάτου ὕφους — τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Φθιώτιδος κατέφθασε, δι’ ἧς οὗτος ἐκαλεῖτο νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῶν καταληφθεισῶν γαιῶν καὶ διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως τοὺς χωρικούς! Ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη διαταγὴ ἐξεδόθη τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Καὶ ἐνῷ οἱ χωρικοὶ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, καὶ εἶχον τὰς συζύγους μόνον αὐτῶν ἀποστείλει, ἵνα προετοιμάσωσι τὰς δηλωθείσας καὶ καταληφθείσας γαίας πρὸς καλλιέργειαν, συνεπείᾳ τῆς ἀνωτέρω διαταγῆς ἀφίκετο εἰς τὸ χωρίον εἷς ἀνθυπομοίραρχος, ἐπὶ κεφαλῆς 70 ὁπλιτῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, — διότι πρὸς καταρτισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ταύτης δυνάμεως ἔλαβον μέρος ἀστυφύλακες, χωροφύλακες, πεζοὶ, κλπ. — ὅστις ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου ἔγγραφον πρόσκλησιν, ἔχουσαν ἐπὶ λέξει οὕτως: «Ὁ διοικῶν τὴν ἐνταῦθα στρατιωτικὴν δύναμιν ἀνθυπομοίραρχος * * * πρὸς τοὺς χωρικοὺς τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη. Κατόπιν τῆς ὑπὸ στοιχεῖα ΔΥ καὶ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. προσκλήσεώς μου, προσκαλῶ τοὺς χωρικοὺς τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη, ὅπως μέχρι τῆς μεσημβρίας μεταβῶσι καὶ παραλάβωσι τὰς ἐν τῇ θέσει «Καλυβάκια», πέραν τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ καὶ ἐν ταῖς γαίαις τῆς κυρίας Παπακώστα εὑρισκομένας συζύγους των· ἄλλως, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θέλω θεωρήσει αὐτοὺς, ὡς καὶ τὰς γυναῖκάς των, ὡς στασιαστὰς, καὶ θέλω συλλάβει ἀμφοτέρους (ἄνδρας καὶ γυναῖκας) καὶ ὁδηγήσει πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἵνα ὑποστῶσι τὰς τοῦ νόμου συνεπείας. Ἰμίρμπεη τῇ 4 Σεπτεμβρίου 1900.»

§20ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτά!

§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;

§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. ἀνθυπομοίραρχος εἶναι ἄριστος νέος καὶ λίαν μεμορφωμένος ἀξιωματικός. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως· διότι ἐξέδωκε τὸ μανιφέστο του ἐπὶ τῇ βάσει ῥητῶν διαταγῶν. Οὐδὲ ὁ κ. Νομάρχης ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλως, διότι ἠπειλεῖτο ἡ κεφαλή του!

§23ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οἱ κύριοι τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη ἐθεώρουν ἑαυτοὺς κυρίους καὶ κατόχους;

§24Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως· τοῦτο ἔλεγον.

§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἀκούομεν ὅ,τι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης μᾶς λέγετε, ὅτι ὄχι μόνον κάτοχοι ἦσαν οἱ χωρικοί, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἔσπειραν βάμβακα, καὶ συνεκόμισαν μέρος τῆς παραγωγῆς.

§26Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ βάμβαξ ἐσπάρη ὑπὸ τῶν χωρικῶν, ὁ σπόρος ἀνῆκεν εἰς αὐτοὺς, ἐκαλλιεργήθη ὑπ’ αὐτῶν, καὶ συνεκομίσθη ἐν καιρῷ, κατὰ τὸ ἥμισυ, ὑπ’ αὐτῶν.

§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ;

§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἠμποδίσθησαν νὰ συγκομίσωσιν ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, συνεπείᾳ διαταγῶν σας.

§29Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τίνι τίτλῳ ἐκαλλιέργησαν;

§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔσπειραν καὶ συνεκόμισαν ὡς κάτοχοι.

§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ αἱ γαῖαι ἐσπάρησαν ἄλλοτε;

§32Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μέρος αὐτῶν ναὶ, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον παρεκώλυσε, πληροφορηθὲν τοῦτο, ὡς εἴδετε.

§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδόθη μερίδιον τῶν καρπῶν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας;

§34Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται λέγουσιν, ὅτι ἔλαβον κάποτε, οἱ χωρικοὶ ὅμως ἀρνοῦνται τοῦτο.

§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα· τίς ἔχει τὴν κατοχήν.

§36Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν. Ἐὰν οὗτοι κατεῖχον ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἰδιοκτητῶν, διατὶ ἐκώλυσε τὸ Δημόσιον; διατὶ προεκλήθησαν προσωρινὰ μέτρα, καὶ διατὶ ἐπεδικάσθη ἡ κατοχὴ εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐὰν ἦσαν κάτοχοι οἱ ἰδιοκτῆται, διατὶ παρενέβη εἰς τὴν δίκην ὁ πληρεξούσιος τοῦ Δημοσίου, καὶ ἠξίωσεν, ὅτι τὴν νομὴν ἔχει τὸ Δημόσιον; Ὅταν λοιπὸν τὸ Δημόσιον δι’ ἑνὸς στόματος φωνάζῃ, ὅτι «ἐγὼ εἶμαι νομεὺς», καὶ παρακινῇ τοὺς πολίτας νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας ταύτας, πῶς παρεμβαίνει ἄλλη ἀρχὴ—ἡ ὁποία δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸν δημόσιον θησαυρὸν—καὶ διατάσσει, διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ ἐκβάλωσι τῆς κατοχῆς ἐκείνους, οὓς φέρει εἰς τὴν κατοχὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός;

§37Α. ΠΛΑΤΗΣ. Εἶχε πληρεξούσιον ὁ παραστὰς ὡς πληρεξούσιος;

§38Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω.

§39Α. ΠΛΑΤΗΣ. Ποῖος τὸν διώρισε;

§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς ὑποθέσεις τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ συνεπῶς τοιαύτας λεπτομερείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκω.

§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δηλώσαντες εἶχον πληρώσει δόσεις;

§42Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπλήρωσαν, κατέβαλον, ἐδέξατο τὸ Δημόσιον τὴν καταβολήν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀναγινώσκω ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς κ. κ. Νομάρχην, Εἰσαγγελέα καὶ Οἰκονομικὸν Ἔφορον Φθιώτιδος; (ἀναγινώσκει): «Προκειμένης τῆς ἐκδικάσεως τῶν γνωστῶν ὑμῖν ποινικῶν ὑποθέσεων ἐπὶ αὐτοδικίᾳ κατὰ διαφόρων κατοίκων τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη, διὰ τὴν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ χωρίου τούτου κατάληψιν ἐθνικῶν γαιῶν, σχηματισθεισῶν ἐκ προσχώσεως δι’ ἐκχειλίσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἀποσυρθείσης τῆς θαλάσσης, ἐφ’ ὧν ἀξιοῦσι δικαιώματα κατοχῆς καὶ κυριότητος οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη, Τσάλης, Ἀξελός, Παπακώστας κλπ., καὶ ἃς ὅμως ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ αὐθαιρέτως κατεχομένας παρ’ ἐκείνων, κρίνομεν ἀναγκαῖον, εἰσακούσαντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, ὅπως λάβητε γνῶσιν, ἐπὶ τόπου μεταβαίνοντες, τῆς ταυτότητος καὶ ποσότητος τῶν γαιῶν τούτων, ἐφ’ ὧν τὸ Δημόσιον ἀξιοῖ δικαιώματα κυριότητος. Πρὸς τοῦτο διετάχθη ὁ ἐνεργήσας τὴν καταμέτρησιν γεωμέτρης Ἡρακλῆς Κορδατζῆς, ὅπως, ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1890 διάγραμμα τῶν ἐκτάσεων τούτων, παρακολουθήσῃ ὑμᾶς, καὶ ἐπιδείξῃ ἐντοπίως τὸ ὅριον τῶν τελευταίων προσχώσεων καὶ τὴν, κατὰ τοὺς τίτλους τῶν Τσάλη, Παπακώστα κλπ. καὶ τὴν μεταξὺ αὐτῶν γενομένην διανομήν, γραμμὴν τοῦ ὁρίου τῆς ἰδιοκτησίας των, πέραν τῆς ὁποίας, πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἰδιοκτῆται ἀνεγνώρισαν, δηλώσαντες τοῖς γεωμέτραις Βέλλῳ καὶ Κορδατζῇ, καὶ τῷ πρώην Ἐφόρῳ Παπαζαφειροπούλῳ, καὶ δι’ ἀναφορᾶς των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐκτάσεις δὲν ἐμπεριέχονται μὲν ἐν τοῖς τίτλοις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐσχηματίσθησαν διὰ προσχώσεως ἐκ τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ Σπερχειοῦ, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἀξιοῦσι δικαιώματα κυριότητος, στηριζόμενοι εἰς διατάξεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου.» Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. «Τὴν γνώμην ὑμῶν νὰ σχηματίσητε», λέγει πρὸς τοὺς ἁρμοδίους, «ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν δίκην ἐπὶ αὐτοδικίᾳ, ἵνα μὴ τυχὸν ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκβάσεως τῆς δίκης γεννηθῶσι δικαιώματα κατὰ τοῦ Δημοσίου». Ἀπήντησαν δὲ οἱ ἁρμόδιοι εἰς τὴν τοιαύτην διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ὑπάρχει ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον σήμερον ἕκαστος ἐξ ὑμῶν νὰ κατανοήσῃ τὸ ζήτημα, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ λεπτομερῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶν πληροφοριῶν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θ’ ἀφηγηθῶ τὴν ὑπόθεσιν, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσωσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι τότε μόνον θὰ ἦναι εὔκολον νὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσήκουσαν γνώμην...

§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο καμμία πρᾶξις κατοχῆς ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι τοῦ 1890;

§44Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαρκῶς κατεῖχον, διότι ἔβοσκον τὰ ζῷά των.

§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔβοσκον ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι, ἢ ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἰδιοκτητῶν;

§46Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἔβοσκον ὡς κολλῆγοι;

§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχετε συγκεχυμένας ἰδέας περὶ τῶν κατοίκων καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη. Δὲν εἶναι ὅλοι κολλῆγοι· μόνον 40 ἦσαν τοιοῦτοι, τὸ δὲ χωρίον κατοικεῖται ἀπὸ 1500 κατοίκους, ὧν πλεῖστοι ἔχουσιν ἀγέλας μεγάλων ζῴων καὶ ποίμνια πολλά, τὰ ὁποῖα ἔβοσκον ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι εἰς τὰς γαίας ταύτας... Ἐξακολουθῶ. Τὸ ἓν τμῆμα τοῦ χωρίου εἶναι κατειλημμένον καὶ ἐσπαρμένον πάντοτε, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ τμήματος τοῦ μὴ κατειλημμένου, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθον οἱ χωρικοί, ἵνα καλλιεργήσωσι, καὶ ἐκωλύθησαν οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Οἱ χωρικοί, ἐκβληθέντες ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, βεβαίως ἐγκαίρως θὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην... Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων. Ὁ πρώην Νομάρχης κ. Ἱερομνήμων, ὅστις ἐνήργει, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, μετὰ πολλῆς συνέσεως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, καὶ προέλαβε πολλὰς σκηνὰς δυσαρέστους, ἐξεσφενδονίσθη, ἕνεκα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἐκ Λαμίας εἰς Σπάρτην, καὶ ἀπεστάλη ἀντ’ αὐτοῦ ὁ κ. Σπανίδης...

§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται;

§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἔντιμοι συμπολῖταί μου, οἵτινες πιθανὸν νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν, πιθανὸν νὰ μὴ θέλωσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, διότι πρόκειται περὶ ἐννέα χιλιάδων στρεμμάτων γαιῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον ἴσως δὲν ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀξίαν πλέον τοῦ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Τὸ ζήτημα δὲ εἶναι, διατὶ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία ἀνεγνώρισε τὸν Α ὡς κάτοχον, καὶ οὐχὶ τὸν Β. Ἐὰν δ’ ἐνηργήθη ποτὲ αὐθαιρεσία ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, γνωρίζω ὅτι αὕτη πάντοτε ἐνεργεῖται ὑπὲρ τῶν ἰδίων τοῦ Δημοσίου συμφερόντων· ἐάν που ἐξεβλήθησαν βίᾳ, ἐξεβλήθησαν οἱ κατέχοντες, διὰ νὰ ἐγκαταστῇ τὸ Δημόσιον. Καὶ ἴσως ἡ αὐθαιρεσία εἶναι συγγνωστή πως, ὅταν ἐνεργῆται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ὅταν ἐνεργῆται πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων καὶ πρὸς ἀναίρεσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἡ αὐθαιρεσία ἄγῃ νὰ ἐκβάλῃ ἐκείνους, οἵτινες οἱονεὶ ἐκτελοῦσι κατὰ παραγγελίαν τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐγκαταστήσῃ δὲ ἄλλους, ἀξιοῦντας δικαιώματα, τότε ἡ αὐθαιρεσία δὲν δικαιολογεῖται. Ὁ κ. Σπανίδης, ὅστις θεωρεῖται ἐκ τῶν καλῶν νομικῶν, ἐντιμότατος δὲ, ἐλθὼν εἰς Λαμίαν, καὶ ἀντιληφθεὶς τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, μὲ ἐκάλεσε παρ’ ἑαυτῷ, καὶ κατωρθώσαμεν ἀπὸ κοινοῦ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως. Διὰ τῆς παρόδου δὲ τοῦ χρόνου ἀπεκαλύφθη ἔτι μᾶλλον πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κ. Νομάρχου ἡ εἰκὼν ἡ πραγματικὴ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐν τέλει μὲ παρεκάλεσε νὰ ὑποβάλω ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν προτάσεις, ὅπως περιορισθῶσιν οἱ χωρικοὶ εἰς τὰς καθαρῶς ἐθνικὰς γαίας, διὰ δὲ τὰς λοιπὰς νὰ ἐπιδιώξωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν δικαστικῶς, καὶ οὐδεὶς τούτων νὰ ἐπιχειρήσῃ κατάληψιν ἑτέρων γαιῶν οἰκείᾳ δυνάμει. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ προβῶσι δικαστικῶς, διότι οἱ χωρικοὶ εἶναι πολλοί, καὶ ὁ ἀγὼν εἶναι δυσχερής, καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀσφαλισθῇ καὶ τὸ μέρος τοῦτο διὰ τῶν προτάσεων, εἰς ἃς μὲ προεκάλει νὰ προβῶ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω εἰς ποίας προτάσεις προέβησαν οἱ χωρικοί; Ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συμφωνίαν μὲ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνομολόγησιν ἀνακωχῆς· ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή, ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὑφ’ ὧν τὴν ἐπήρειαν εὑρίσκετο πᾶσα ἡ τοῦ Ὑπουργείου ἐνέργεια. Ἀκούσατε, τί ἐλέγομεν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην διὰ τῆς ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς μας: «1ον) Ἐὰν οἱ ἰδιοκτῆται ἀποδέχωνται, ἀποσυρόμεθα προσωρινῶς τῆς κατοχῆς ἐπὶ πασῶν τῶν ἀμφισβητουμένων γαιῶν (ἐκτὸς τοῦ ἐπιδικασθέντος μέρους τῆς κυρίας Ἀξελοῦ διὰ τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν), καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὰς καθαρὰς προσχώσεις, τὰς ἀναμφισβητήτως ἐθνικὰς γαίας, χωρίς, ἐννοεῖται, νὰ παραιτηθῶμεν οὐδενὸς δικαιώματος ἡμῶν ἐπὶ τῶν λοιπῶν γαιῶν, ἀλλ’ ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ἐνασκήσωμεν ταῦτα δικαστικῶς κατὰ παντός, ὅστις ἤθελε κατέχει παρανόμως τοιαύτας γαίας, καὶ χωρὶς ἐπίσης καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ν’ ἀποκλεισθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων διὰ τὰς ἀναμφισβητήτους ἐθνικὰς γαίας. 2ον) Ἐὰν φρονῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ὅτι ἀδικοῦνται ἐκ τοῦ σχεδιαγράμματος τοῦ Δημοσίου, ἡμεῖς ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἐξευρεθῇ τὸ ὅριον τῶν καθαρῶν προσχώσεων, ἐφ’ ὧν μάλιστα δὲν παρεγράφησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, ὑπὸ οἱονεὶ διαιτητῶν, διοριζομένου τοῦ ἡμίσεως ἀριθμοῦ ὑφ’ ἡμῶν καὶ τοῦ ἡμίσεως ὑπ’ αὐτῶν, καὶ ἑνὸς πέμπτου διοριζομένου ἀπὸ κοινοῦ, οἵτινες, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ἀμφότερα τὰ σχεδιαγράμματα, πᾶσαν μαρτυρίαν καὶ πληροφορίαν, καὶ μεταβαίνοντες ἐπὶ τόπου μετὰ μηχανικῶν τῆς ἐκλογῆς των, νὰ καθορίσωσι τὰ ὅρια τῶν τοιούτων προσχώσεων, εἰς ἃς νὰ περιορισθῶμεν, ἐπιφυλασσόμενοι πάντοτε πάντων τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐπὶ τῶν γαιῶν, αἵτινες χαρακτηρίζονται ὡς ἀμφισβητούμεναι. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν διαιτητῶν τούτων ἔσται ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας. 3ον) Ὅπως δὲ ἀρθῇ τὸ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν προβαλλόμενον πρόσχημα, ὅτι ἤθελον ἐκτεθῆ εἰς δαπάνας, προσφεύγοντες εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡμεῖς προσφερόμεθα νὰ δηλώσωμεν καὶ διὰ τῆς παρούσης, καὶ ἐνώπιον συμβολαιογράφου ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν κατ’ ἔφεσιν ἀπόφασιν ἐπὶ ἀγωγῆς οἱασδήποτε, ἣν ἤθελον ἕκαστος ἰδιοκτήτης ἐγείρει καθ’ ἑνὸς ἐκ τῶν δηλωτῶν γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ τεμάχιον, ἐφ’ οὗ διϊσχυρίζεται ὅτι ἔχει δικαιώματα, ν’ ἀποδεχθῶμεν πάντες οἱ λοιποὶ δηλωταὶ τοῦ τεμαχίου τούτου ὡς ὑποχρεωτικήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἰδίᾳ δὲ ἡ κυρία Παπακώστα, νὰ συνομολογήσωσιν, ὅτι τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐπὶ ἀγωγῆς ἑνὸς ἐξ ἡμῶν κατά τινος αὐτῶν θέλουσι θεωρήσει ὡς ἀποτελοῦσαν δεδικασμένον καὶ ἀπέναντι τῶν λοιπῶν δηλωτῶν τοῦ τεμαχίου, ἐφ’ οὗ ὁ ἰδιοκτήτης, καθ’ οὗ ἐγερθήσεται ἡ ἀγωγή, ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει δικαιώματα. 4ον) Δυνάμεθα νὰ συμβληθῶμεν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπισήμως καὶ ἐπὶ ἀπειλῇ χρηματικῆς ποινῆς, ὅπως μὴ, οὐδὲ ἡμεῖς, οὐδ’ αὐτοὶ προτείνωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἔνστασίν τινα τυπικὴν, ἢ πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης, ἀλλὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἤτοι, ἐὰν αἱ γαῖαι εἶναι ἐθνικαὶ, καὶ ἐὰν τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματα τοῦ Δημοσίου παρεγράφησαν. «Φρονοῦμεν, κύριε Νομάρχα, ὅτι αἱ προτάσεις ἡμῶν μαρτυροῦσι τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ὀφείλουσιν, ἐὰν καὶ αὐτοὶ εὑρίσκωνται ἐν καλῇ πίστει, ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτὰς, ἰδίᾳ δὲ τὴν ὑπὸ στοιχεῖα 1ον καὶ 2ον πρότασιν ἡμῶν, ὅπως δοθῇ προσωρινή τις λύσις. Ἄλλως, βεβαίως ἡ Διοίκησις, κρίνουσα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, θέλει κανονίσει ἐνέργειαν, μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸ προφανὲς δίκαιον.» Ἠδυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν περισσότερον; Ἠδυνάμεθα νὰ προβάλωμεν ἄλλας προτάσεις ἀπέναντι τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, καταδιωκούσης ἡμᾶς ἀγρίως, διότι ἠθελήσαμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου; Ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην, ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλο τι ἐπὶ πλέον; Καὶ ὁ κ. Νομάρχης ἔμεινεν ἔκπληκτος πρὸ τῆς ὑποχωρήσεως αὐτῆς. Ἐζήτησεν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο ἀρνητικὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι εἶχον πλέον ἐνθαρρυνθῆ οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκ τῶν διαταγῶν, ἃς οὗτος ἐξέδιδεν. Ὅτε δὲ ὁ κ. Νομάρχης ἔλαβεν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν, διεβίβασε τὰς προτάσεις καὶ τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐν τούτοις δὲν ἠθέλησε πλέον ν’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἀνηγγέλθη αὐτῷ, ὅτι ἡ δῆθεν διασαλευομένη δημοσία τάξις ἀποκατέστη, ἐνῷ οὐδέποτε διασαλεύθη, καὶ οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε νὰ διασαλευθῇ. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ἐπέμβασις τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας· πρὸς τοῦτο δ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ πρόφασις, καὶ ὡς τοιαύτη ἐχρησίμευσεν ὁ δῆθεν κίνδυνος τῆς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως! Τί ὅμως ἐγένετο περὶ τῆς συγκομιδῆς τοῦ βάμβακος, ἐπιστάσης τῆς ὥρας; Οἱ χωρικοὶ προέβησαν εἰς τὴν συγκομιδὴν αὐτοῦ, καὶ συνεκόμισαν τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς, ὡς εἴπομεν· ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται, ἄνευ τινὸς δικαιώματος, ᾐτήσαντο νὰ ἐπιτύχωσιν, ὅπως συγκομίσωσι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ καρποῦ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν λογχῶν τῶν στρατιωτῶν! Τοῦτο ὅμως ὁ κ. Νομάρχης ἠρνήθη, διστάσας νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην βαρεῖαν εὐθύνην, ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίζων βεβαίως, ὅτι ὁ βάμβαξ ἀνῆκεν εἰς τοὺς δυστυχεῖς χωρικοὺς, οἵτινες ἐδανείσθησαν τὸν σπόρον καὶ ἐκαλλιέργησαν. Ἠρνήθη λοιπὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ὁ κ. Νομάρχης νὰ συλλέξωσι τὸν βάμβακα, ἀλλ’ ἐπίσης ἠμπόδισε καὶ τοὺς χωρικούς. Τοῦτο δ’ ἐγένετο διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν ἕτερον τῶν συνιδιοκτητῶν τοῦ χωρίου νὰ αἰτήσηται προσωρινὰ μέτρα πρὶν ἢ συγκομισθῇ ὅλος ὁ καρπός. Καὶ ᾐτήσατο προσωρινὰ μέτρα. Ποία δὲ ἦτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδίκου; Ἀπαγορεύει εἰς ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη πᾶσαν διακατοχῆς πρᾶξιν, καὶ διατάσσει ἀποδείξεις. Διατὶ, ἐὰν τόσον φανερὰ ἦτο ἡ κατοχὴ τῶν ἰδιοκτητῶν, δὲν προέβαινε τὸ Δικαστήριον ν’ ἀπαγορεύσῃ μόνον εἰς ἡμᾶς τὰς διακατοχικὰς πράξεις; Καὶ διατὶ, ἐνῷ πάντες διετέλουν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν φοβερῶν διαταγῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἷς ἁπλοῦς Εἰρηνοδίκης, ἀντιλαμβανόμενος τὸ μέγεθος τῆς προσγινομένης τοῖς χωρικοῖς ἀδικίας, ἐσταμάτησε τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ, ἐκδοὺς ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀπαγορεύει εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη πᾶσαν διακατοχῆς πρᾶξιν, ἐξασφαλίζων καὶ τὴν συγκομιδὴν τοῦ καρποῦ; Διεξάγονται δὲ ἤδη αἱ ἀποδείξεις, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἀποδειχθῆ καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο, ποῖος ἔχει τὴν τελευταίαν ἀνεπίληπτον νομῆς πρᾶξιν. Ποία δὲ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄλλου τμήματος γαιῶν, περὶ ὧν ᾐτήσατο προσωρινὰ μέτρα ἡ ἰδιοκτήτρια κυρία Ἀξελοῦ; Ἡ αὐτή. Εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη ἀπηγορεύθη πᾶσα διακατοχῆς πρᾶξις. Καὶ ἀπέμεινε μόνον τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεδίωξαν τοὺς χωρικοὺς διὰ τῆς λόγχης. Ὅτε δὲ παρέστην ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησα νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὸ καθεστὼς, εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν πρὶν ἢ ἐπέμβῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ ἀποβάλῃ ἡμᾶς διὰ τῆς λόγχης. Εἶχον τὴν γνώμην πάντοτε, ὅτι οὐδέτερον τῶν μερῶν ἔπρεπε νὰ προστατευθῇ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐπέμβασις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς οὐδέποτε ἐζητήθη ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Τοὐναντίον μάλιστα ἐντονώτατα ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἀποχὴν τῶν ἀρχῶν, ἐκτὸς τῆς δικαστικῆς. Καὶ διὰ τοῦτο αἱ πρῶται διαταγαὶ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἦσαν, ν’ ἀπέχωσιν ἀναμίξεως αἱ ὑπ’ αὐτοὺς ἀρχαί. Ἀλλὰ μετέβαλον γνώμην κατὰ τὸ θέρος. Ἄλλη ἀντίληψις τοῦ ζητήματος ἐπῆλθε, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ ἐκείνη. Μέχρι τοῦ Ἰουνίου, ὅτε παρέστην ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἐκδόντος τὴν διαταγήν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνων, ἐκράτει ἡ γνώμη, ὅτι ἡ μόνη ἐνέργεια ἀπὸ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἡ πρέπουσα, ἦτο ἡ ἀποχή, ἵνα μὴ χρησιμεύσωσιν ὡς ὄργανα ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος τῆς κατοχῆς ὑπὲρ τοῦ Α ἢ τοῦ Β. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ μορφώσωμεν πάντες μίαν γνώμην ὀρθὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ πρὸ παντὸς νὰ μορφώσῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις, διότι, ἀτυχῶς, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον διακρίνει ἀντίληψις ὀξυτάτη, ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει δὲν ἀντελήφθη τοῦ ζητήματος, ὡς ἔδει ν’ ἀντιληφθῇ αὐτοῦ. Ἐὰν δ’ ἔχῃ σκοπόν τινα ἡ ἀφήγησις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι, ν’ ἀσχοληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος περισσότερον εἰς τὴν μελέτην αὐτῆς, διὰ νὰ ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο πρόξενος. Δὲν ζητοῦμεν καμμίαν διαταγὴν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Μόνον νὰ μὴ ἀναμιγνύηται ἡ ἐξουσία εἰς τὰ ζητήματα τῆς κατοχῆς. Νὰ παρακελεύσῃ δὲ διὰ τῶν ὀργάνων της πάντας νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅταν μάλιστα ἀπέναντι αὐτῶν ἔχωσιν ἀντιδίκους, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται ν’ ἀναλάβωσι διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ὑποβάλωσιν οὔτε ἔνστασίν τινα τυπικὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι ν’ ἀποδέχωνται τὸ ἀποτέλεσμα ἐναντίον ἑνὸς ἐξ αὐτῶν ὡς ἐναντίον ὅλων. Ἡ ἀνάμιξις τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συντελεῖ εἰς διατάραξιν πράγματι τῆς ἐννόμου τάξεως. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ μορφώσωμεν μίαν γνώμην, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, οἱ φάκελοι, οἱ ὑπάρχοντες ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι τῶν διεξαχθεισῶν δικῶν ἐπὶ αὐτοδικίᾳ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐτέθησαν ἔγγραφα χρήσιμα πρὸς κατανόησιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἐγένοντο γενικῶς, ὑπάρχει καὶ σημεῖόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ δώσῃ μείζονα προσοχήν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ μνημονευθεῖσα κατ’ ἔφεσιν ἀπόφασις, ὑπῆρχεν ἀγωγή, τὸ ἱστορικὸν τῆς ὁποίας περιέγραφε τὰ ὅρια τῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν δῆθεν διϊσχυρίζετο ἡ ἰδιοκτήτρια, ὅτι διεταράχθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον διέταξεν, ἐπὶ χρηματικῇ ποινῇ, νὰ ἐγκατασταθῇ τὸ Δημόσιον ἐκεῖ, διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ὁ ἀνεπίληπτος νομεύς. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, πῶς ἐπετεύχθη, καὶ διατὶ, νὰ δοθῇ διαταγὴ νὰ ἐγκαταστήσωσι τοὺς δηλωτὰς, ὡς ἐκδοχεῖς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπὶ ὡρισμένου τμήματος καὶ οὐχὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐν τῇ ἀγωγῇ περιγραφομένων γαιῶν· διότι, ἐνῷ τὸ τμῆμα τοῦτο εἶναι ἔκτασις 600 καὶ πλέον στρεμμάτων, ἐγκατεστάθησαν μόνον ἐπὶ 120. Καὶ κατὰ ποῖον τρόπον; Ἑκατὸν στρέμματα πρὸς τὴν θάλασσαν, εἴκοσι πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ χωρίου, καὶ τὸ μεταξὺ ἀφέθη ἀνῆκον εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν. Πῶς; Ἐὰν ἦτο ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν νομὴν τοῦ κτήματος τούτου ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ νὰ μὴ τὴν ἔχῃ τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἔχει ἄνωθεν τοῦ τμήματος τούτου ἐπὶ εἴκοσι στρεμμάτων νομὴν; Διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ὑπῆρχεν ἀπόφασις τοιαύτης ἐννοίας, διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἄλλος τις, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, μέχρις ὅτου δι’ ἄλλης ἀποφάσεως ἀναιρεθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως, τὸ ἀναγινώσκω, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δίκαιον, εὑρίσκων αὐτὸ μὴ ὀρθόν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι εἰσηγητὴς εἶναι δικαστὴς, περὶ οὗ ὑπάρχει ἀρίστη γνώμη.

§50Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος;

§51Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης.

§52Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπηρετήσας καὶ ἐν Τριπόλει καὶ ἀλλαχοῦ.

§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§54Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ ὁ αἰγιαλὸς χαρακτηρίζεται ὡς κτῆμα τοῦ Δημοσίου (ἄρθρ. 16 τοῦ περὶ διαιρέσεως κτημάτων νόμου) καὶ ἡ χρῆσις αὐτοῦ εἶναι τοῖς πᾶσι κοινὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲ διατελεῖ τοιοῦτος, εἶναι ἐκτὸς συναλλαγῆς, ἤτοι ἀνεπίδεκτος ἰδιωτικῆς κτήσεως· ἀλλ’ ἅμα παύσῃ ὁ αἰγιαλὸς ὢν τοιοῦτος, ἀποσυρθείσης τῆς θαλάσσης, ἢ προσχωσάσης νέον ἔδαφος, τότε τὸ ὁριστικῶς ἐγκαταλιμπανόμενον ὑπὸ τῆς θαλάσσης ἔδαφος ἀπὸ τῆς παλαιᾶς μέχρι τῆς νέας ἀκτῆς εἶναι κτῆμα ἀνῆκον εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μὴ προωρισμένον εἰς δημόσιον σκοπὸν, ὡς τοιοῦτον δὲ δεκτικὸν ἰδιωτικῆς κτήσεως, καὶ συνεπῶς δεκτικὸν νομῆς (Κατλ. § 106, 107,15. Παπαρρ. Ἐμπράγμ. § 3 19). Ἐπειδὴ, κατὰ ταῦτα, ἀφοῦ αἱ ἐπίδικοι γαῖαι, γεννηθεῖσαι ἐκ τῆς προσχώσεως τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰσὶ δεκτικαὶ νομῆς, καλῶς ἐγείρεται ἡ περὶ προσωρινῶν μέτρων κλῆσις, δι’ ἧς ἡ ἐνάγουσα, ἐπικαλουμένη ἀνεπίληπτον νομὴν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπιδιώκει τὴν προσωρινὴν τῆς νομῆς ῥύθμισιν, ὡς ἐπίσης νομίμως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 507 (1898) ἐκκαλουμένη ἀπόφασις διέταξεν ἀποδείξεις περὶ τῆς τοιαύτης νομῆς, ὑποχρεώσασα πρὸς τοῦτο καὶ τὸ ἐναγόμενον Δημόσιον, ἀφοῦ καὶ τοῦτο ἀντεποιεῖτο τὴν νομὴν, καὶ ἀφοῦ, τῆς τοιαύτης ὑπερασπίσεως ἐχούσης τύπον ἀνταγωγῆς καὶ τῆς δίκης καθισταμένης διπλῆς, ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν ἐκωλύετο ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐναγομένου, ἐπιδικάζων αὐτῷ τὴν νομὴν, κατὰ τὸ ἄρθρ. 631 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, ἔχον ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῆς διαδικασίας τῶν προσωρινῶν μέτρων (Οἰκονομίδ. Στοιχεῖα § 109 σημ. 10, § 112 σημ. 11, § 109 σημ. 17). Ἐπειδὴ βάσις τῆς περὶ προσωρινῶν μέτρων κλήσεως εἶναι ἡ ἀνεπίληπτος νομὴ τοῦ ἐνάγοντος, ἤτοι ἡ νομὴ αὐτοῦ νὰ ἀσκῆται οὔτε βίᾳ, οὔτε λάθρᾳ, οὔτε κατὰ παράκλησιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Δικαστήριον, ἐκτιμῶν τὰ κομισθέντα ἔγγραφα, ὡς καὶ τὰς κομισθείσας ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, (εἴτε λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἴτε μὴ, τὰς προταθείσας κατά τινων μαρτύρων ἐνστάσεις ἐξαιρέσεως) κρίνει, ὅτι ἡ ἐνάγουσα οὐδὲ ἀσθενῆ προσήγαγε τεκμήρια περὶ τῆς τοιαύτης νομῆς, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἀπέδειξεν ἐντελῶς, ὅτι ἤσκει ἀνεπίληπτον νομὴν ἐφ’ ὅλων τῶν ἐπιδίκων. Ἡ ἐνάγουσα ἀπέδειξε πράξεις τινὰς κατοχῆς, ἤτοι, ὅτι ἐκαλλιέργησεν ἔκτασίν τινα τῶν ἐπιδίκων, ὅτι ἐμίσθωσεν ἑτέραν ὡς λειβάδιον, καὶ ὅτι ἐξεχέρσωσεν ἑτέραν, ἀλλὰ τὰς πράξεις ταύτας, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐπεχείρησε λάθρᾳ, ἤτοι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Δημοσίου, ἔχοντος τὴν ἀναμφισβήτητον νομήν· ὥστε ἡ νομὴ τῆς ἐναγούσης, φέρουσα τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, εἶναι ἐπιλήψιμος.»

§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τοιαύτη ἀπόφασις, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ἀναγνώσητε; Ἐκαλλιέργησαν λάθρᾳ, καὶ ἐξεμίσθωσαν λάθρᾳ!

§56ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνα τὰ Δικαστήρια τὴν ἐξαφανίζουσι.

§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκαλλιέργησαν λάθρᾳ!

§58Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἐπαναλαμβάνει τὸ «λάθρᾳ». Ἀλλ’ εἶναι νομικὸς καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἀνεγνωρισμένος ὁ ὅρος οὗτος.

§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νομικὴ φράσις. Τί τὸ παράξενον;

§60Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς, ὁ ἀποφηνάμενος, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλας τὰς μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, τὰς ἐνεργηθείσας· ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ὁ ἀποφηνάμενος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ προσκομισθέντα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου· ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ὁ ἀποφηνάμενος εἶναι ὑπέρτερος πάσης ὑπονοίας...

§61Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα, ὑπέρτερος.

§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§63Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. .. Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ὁ ἀποφηνάμενος εἶναι διακεκριμένος ἐν τῷ Πολιτικῷ Δικαίῳ. Ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον τὸ ἀποφηνάμενον εἶναι ἀνεξάρτητος ἀρχή.

§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐντελῶς ἀνεξάρτητος.

§65Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἂν τὸ Δικαστήριον ἐξέδοτο ἀπόφασιν τοιαύτην, ὁ ψέγων τὴν ἀπόφασιν δύναται νὰ τὴν ψέγῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ κύπτῃ τὴν κεφαλὴν, καὶ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑψώνῃ αὐθαίρετον χεῖρα, καὶ νὰ κωλύῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.

§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περίεργον ὀλίγον!

§67Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιμονή σας εἶναι περίεργος. Ὅταν δὲ ἀπεστείλατε τοὺς ζαντάρμηδες καὶ ἐρράπιζον τὰς γυναῖκας, καὶ ἐξέβαλλον αὐτὰς ἀπὸ τῶν γαιῶν, ἃς δυνάμει τῶν νόμων κατέλαβον, ἐνεργήσατε πρᾶξιν αὐθαίρετον, καὶ τὴν αὐθαίρετον ταύτην πρᾶξιν καὶ μόνον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐκλήθη νὰ ἐγκρίνῃ τὰς ἀποφάσεις. Δὲν εἶναι Ἄρειος Πάγος ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ προώρισται νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν δὲ ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἦλθε μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον, νὰ ἐλέγξῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, νὰ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, οὐχὶ τῶν Δικαστηρίων. Ἐὰν δὲ δὲν προέβην εἰς ἔλεγχον εὐρύτερον, οὔτε θέλω προβῆ σήμερον, εἶναι διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι ἐν τῇ ὀρθότητι, προβαίνων ἄνευ τῆς προσκομίσεως ὅλων τῶν ἐγγράφων. Ὅταν προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ πάντων τῶν συναδέλφων, τῶν βουλομένων νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως, τότε θέλετε ἴδει, κατὰ πόσον δικαιολογεῖται ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐνέργεια ὑμῶν, τότε θέλετε ἴδει, ἂν ἐκεῖνος, ὅστις παρέστη ἐνώπιόν σας ὡς πολιτικὸς φίλος, καὶ ᾐτήσατο τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος, ἦτο ἄξιος μομφῆς, ὥστε οἱ παρ’ ὑμῶν ἐμπνεόμενοι νὰ γράφωσι καὶ νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἰμίρμπεη ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἐξώθησε τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος εἰς μετάστασιν. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα ἀπαντῶ: Καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦτο μία τῶν αἰτιῶν τῆς μεταστάσεώς μου, εἶναι ἀφορμὴ τιμῶσα ἐμὲ καὶ τὸν χαρακτῆρα ἐμοῦ, ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τοῦ δικαίου δυστυχῶν χωρικῶν καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. (Ἐπιδοκιμασίαι ἀριστερόθεν. Εὖγε! εὖγε!).

§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς κάμνει τιμὴν μάλιστα.

§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης θέλει γείνῃ συζήτησις, ὅταν προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καθῆκόν μου θεωρῶ, ἵνα εὐθὺς ἀπὸ σήμερον εἴπω, ὑπὸ τίνων ἰδεῶν κατειχόμην, ἐνεργῶν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἔλαβον τὰς ἀλλεπαλλήλους ἀναφορὰς τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ Ἰμίρμπεη, παραπονουμένων περὶ τῆς βίας, ἥτις κατ’ αὐτῶν ἐξησκήθη, ἠναγκάσθην νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐν ταύτη εὗρον σκοτεινά τινα σημεῖα. Καὶ πρῶτον σκοτεινὸν σημεῖον εὗρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ ἐπικρίνω ἀπόφασιν ἐκδοθεῖσαν, ἢ νὰ παρεμποδίσω ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως· ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα, ὅταν πρόκηται νὰ μορφώσω γνώμην περὶ ζητήματός τινος, νὰ ἐξετάσω τὰ ἔγγραφα· ὅτε δὲ εἶδον ἐν τῷ διασκεπτικῷ μιᾶς ἀποφάσεως δικαστικῆς, ὅτι, καίτοι ἀπέδειξεν ὁ ἐναγόμενος τὴν κατοχὴν, καίτοι ἀπέδειξε κατοχὴν πλήρη, ἐκχέρσωσιν, σπορὰν, θερισμόν, καὶ βλέπω τὰς πράξεις ταύτας χαρακτηριζομένας ὡς λαθραίας, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι σκοτεινόν τι ὑπάρχει ἐν τῇ ὑποθέσει· ἀλλ’ ὅτε ἔβλεπον καί τι πλέον, ὅτι, ἐνῷ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, ἔβλεπον διὰ μιᾶς καλούμενον τὸν Νομάρχην, καὶ μεταβαίνοντα ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα καὶ καμμίαν ἐνέργειαν νὰ καθαρίσῃ, καὶ ὅτε ἔβλεπον ἐνεργείας πολλὰς πρὸς μετάθεσιν δικαστῶν, πρὸς μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν μου· καὶ ἐπιστήσας, τί ἔβλεπον; ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἀλλὰ περὶ ἄλλων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναμφισβητήτως οἱ κάτοικοι εἶχον δικαίωμα, καὶ ἐξήσκησαν τοῦτο, καὶ τὸ ἐξήσκησαν διὰ τῆς ἀπονομῆς μερίδος τῶν καρπῶν· καὶ ἐνῷ τὸ ἐξήσκησαν, ἐφαντάσθησαν ἡμέραν τινὰ νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας ὡς ἐθνικάς. Καὶ βεβαίως ὑπῆρχε μέρος τι τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἔλαβον καὶ γαίας ἀναμφισβητήτως κατεχομένας ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν· καὶ ὅτε ἐγὼ εἶδον, ὅτι αὐτοὶ προσεπάθουν δολίως νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας ταύτας, ἐπικαλούμενοι καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου, τοῦ ὁποίου δῆθεν προησπίζοντο τὰ συμφέροντα, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, τότε εἶπον, ὅτι βεβαίως, κατὰ τὸν νόμον, δικαιοῦνται νὰ δηλώσωσι γαίας· ἀλλὰ ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν, καὶ ὅτι ὁ δηλῶν πρέπει νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τῶν κατόχων, ἐν ὅσῳ οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι ἦναι νεώτεροι κάτοχοι. Ἀλλ’ ὅταν θέλητε νὰ ἐκβιάσητε τοὺς ἰδιοκτήτας, ὅπως αὐτοὶ κινήσουν τὴν ἀγωγὴν, τότε πράττετέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι παράνομον. Τὸ Δημόσιον, τοῦ ὁποίου προησπίζεσθε, ὅπως λέγετε, τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχει ἄλλην ὑποχρέωσιν ἢ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς νὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως διὰ τῆς βίας ἐκδιωχθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῆς κατοχῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον. Καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον ἐξετέλεσε τὸ Δημόσιον.

§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔκρινε περὶ κατοχῆς;

§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔκρινε περὶ τούτου· ἦσαν εἰς τὴν κατοχὴν, καὶ ἠμπόδισε τὴν βίαν· διότι περὶ βίας ἐπρόκειτο. Καὶ ἠναγκάσθην νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἠδύνατο τοῦτο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ διεκδικῇ τὰ εἰς ἑαυτὸ ἀνήκοντα. Εἰς τὰ Δικαστήρια ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὴν κατοχὴν αὐτήν. Τοῦτο δὲ καὶ διέταξα τὸν Νομάρχην νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτε εἶδον τὸν Νομάρχην μεταβαίνοντα μετά τινος γραμματέως, ὅπως ἀναμιχθῇ εἰς τὴν κατοχήν· καὶ ὅτε εἶδον, ὅτι ὁ Νομάρχης εἶχε παρασυρθῆ, καὶ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀντικατέστησα αὐτὸν δι’ ἄλλου Νομάρχου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐντιμότης καὶ ἡ περὶ τὰ νομικὰ γνῶσις ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν, ὅτι θέλει πράξει τὸ καθῆκόν του. Θέλω ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις ὅλων τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸ ζήτημα, θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἡ ἀντίληψίς μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἦτο ὀρθὴ, ἢ ἐσφαλμένη, ἢ ἡ ἐνέργειά μου παράνομος.

§72Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω. Ἂν ὑπάρχωσι σκοτεινὰ σημεῖα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ διαφωτίσωμεν αὐτά. Θὰ ἰδῇ δὲ τότε ἡ Βουλή, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τίνος ἐνυπάρχουσι τὰ σκοτεινὰ ταῦτα σημεῖα. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως λέγω, ὅτι ταῦτά εἰσιν ὅλως διάφορα ἐκείνων, ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐζητήθησαν μεταθέσεις δικαστῶν, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ οἱ δικασταὶ οὗτοί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξέδωκαν τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἐψέξατε, καὶ καθ’ ἧς ἐξεγείρεσθε. Πρέπει νὰ ὦμεν πάντες ἐνταῦθα εἰλικρινεῖς. Ἐγὼ συνέστησα ὑμῖν νὰ μετατεθῇ ὁ πρωτοδίκης κ. Τρικκαῖος, διότι ἐμνηστεύθη ἐν Λαμίᾳ, καὶ ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι καλὸς δικαστής, — καὶ εἶναι ἄριστος — μνηστευθεὶς μετὰ κόρης, ἀνηκούσης εἰς πολιτευομένην οἰκογένειαν ἐν τῷ τόπῳ, δὲν ἠδύνατο νὰ παρέχῃ ὅλα τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀμεροληψίας. Καὶ ὅτε σᾶς ὡμίλησα περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἠγέρθητε ἐκ τῆς θέσεώς σας καὶ εἴπετε: «Πῶς! ἀκόμη δὲν μετετέθη;» Ἀμέσως δ’ ἐγράψατε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ Διάταγμα περὶ τῆς μεταθέσεώς του· ἐστείλατε δὲ τὴν ἐπιστολὴν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Φ. Μοσχούλα. Πρέπει νὰ ὦμεν προσεκτικοί, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Οὐδεὶς εἶναι ὁ ἔχων κεκρυμμένον τι καὶ ζητῶν νὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης προβολῆς τοῦ ζητήματος. Τοὐναντίον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ δικαστὴς, περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ὁποίου ὁ λόγος, εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ Δικαστήριον, ὅπερ ἐξέδοτο τὴν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν ἀπόφασιν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας, τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης, ἐπενέβη αὐθαιρέτως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, — ὡμολογήσατε δὲ καὶ ὑμεῖς, ὅτι ἐπενέβη — καὶ ἐζήτησε νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐνάγοντος καὶ τοῦ ἐναγομένου, καὶ ἵστασθε εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἑτέρου τῶν διαδίκων, ἵνα πιέσητε... (Θόρυβος).

§73Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐζητήσατε τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ Τρικκαίου, καὶ τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν, τῶν ὁποίων ἐζητήσατε τὴν ἐξαίρεσιν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου (Θόρυβος). Ἐζητήσατε καὶ τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως.

§74Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐνηργήσατε τὴν μετάθεσιν, τὸ δὲ Β. Διάταγμα ὑπεγράφη, καὶ τὸ ἔχετε εἰς τὸ συρτάριον τοῦ γραφείου σας· καὶ μοὶ τὸ ἐπεδείξατε (Θόρυβος). Ἐζήτησα τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ κ. Τρικκαίου διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν ἐζήτησα καὶ τὴν μετάθεσίν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ δηλαδή, ὅτι ἦτο μεμνηστευμένος ἐν Λαμίᾳ. Τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἐζήτησα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν συναδέλφων μου κ. κ. Ἀγαθοκλέους καὶ Πλατῆ, διότι ἐμόρφωσα τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν...

§75Α. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα δι’ ἄλλον λόγον.

§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπῆρχον πολλοὶ λόγοι, ἐπιβάλλοντες τὴν σύστασιν περὶ μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως... Καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει ὁ Βουλευτὴς νὰ ποιῆται συστάσεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐν ὅσῳ ἦναι φίλος αὐτῶν, περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως ὑπαλλήλων, ὅταν μορφώσῃ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων των ὑστεροῦσι (θόρυβος). Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν σύστασιν ἡμῶν περὶ μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν ἐκοινοποίησε δὲ τὸ ὑπογραφὲν Β. Διάταγμα, διότι ἔπαυσα παρέχων τῇ Κυβερνήσει τὴν συνδρομήν μου. Τίς εἶναι ὁ μᾶλλον ὑπεύθυνος, ἢ ὁ μόνος τοιοῦτος; Ὁ συστήσας τὴν μετάθεσιν, ἢ ὁ ἐκτελέσας Ὑπουργός;

§77ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὑπεύθυνος εἶναι μόνος ὁ Ὑπουργός.

§78Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι δὲν προβαίνω εἰς μεταθέσεις δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέων, ἐν ὅσῳ μένῃ ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, καὶ δὲν ἀκούω τὰς συστάσεις σας, διότι ὑμεῖς εἶσθε τὸ κύριον πρόσωπον τῆς ὑποθέσεως, διότι ὑμεῖς ἀντιπροσωπεύετε τοὺς χωρικούς. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποχωρήσῃ.

§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχετε μίαν καλωσύνην, κύριε Ὑπουργέ· νὰ μὴ ἀρνῆσθε ποτὲ, νὰ ὑπόσχησθε πάντοτε. Συνεπῶς οὐδὲ τοῦτο, ὅπερ λέγετε, εἶναι ἀκριβές. (Θόρυβος, γέλωτες).

§80Π. ΓΚΙΚΑΣ. Οὐδέποτε μετέσχον εἰς τὸν παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν γενόμενον ἔλεγχον τῶν ἐκνόμων πράξεων τῶν διαφόρων δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς καὶ οὐδέποτε ἡ ἐπαρχία μου εἶδεν ἀσθενεστέρους τὸ φρόνημα δημοσίους ὑπαλλήλους, περιδεεῖς καταστάντας πρὸ τῶν κελευσμάτων καὶ τοῦ μικροτέρου κομματαρχίσκου· οὐδέποτε εἶχεν ἰδεῖ ἡ Ὕδρα ὑπαλλήλους τιθεμένους ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς μερίδος καὶ διευθύνοντας τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἤλεγξα τὰς πράξεις αὐτῶν, οὐδέποτε παρεπονέθην διὰ τὰς ἀκόσμους ἐνεργείας αὐτῶν, τὸ μὲν διότι περιφρονῶ τὰς ἐνεργείας αὐτῶν, ὡς μὴ ἐπιδρώσας ἐπὶ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου πολιτικῆς μερίδος, τῆς φίλα πρὸς ἐμὲ φρονούσης, καὶ οὐδόλως θιγούσας τὴν ἰσχὺν αὐτῆς, τὸ δὲ διότι οὐδὲν ὄφελος καρποῦνται οἱ τὰς τοιαύτας ἐκνόμους πράξεις ἐπιτάσσοντες. Προκειμένου ὅμως περὶ ἀνωτάτου διοικητικοῦ λειτουργοῦ, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ μὴ σιγήσω ἐπὶ πλέον. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ εὑρίσκετο τοιοῦτος διοικητικὸς λειτουργὸς, εἷς Νομάρχης, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων, ἅτινα συνεπάγεται τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιέβαλεν αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ὥστε νὰ καταστῇ ταπεινὸς θεράπων τῶν ἀξιώσεων τῆς ἰσχυούσης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου πολιτικῆς μερίδος. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι Νομάρχης μετὰ τοσούτου δέους θὰ προσέβλεπε πρὸς τοὺς ἰθύνοντας τὴν ἰσχύουσαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου πολιτικὴν μερίδα, ὥστε οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἀφορῶσαν τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας μου, νὰ ἐνεργῇ πρὶν ἢ λάβῃ διαταγὰς παρὰ τούτων· οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ ἐλησμόνει ἐπὶ τοσοῦτον, οὐχὶ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ ὄνομά του, καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς του θὰ κατήρχετο εἰς τὴν τοῦ κομματαρχίσκου τῆς κρατούσης ἐν Ὕδρᾳ πολιτικῆς μερίδος. Οὐδέποτε τέλος ἐφανταζόμην, ὅτι Νομάρχης, ἐκ τοῦ νόμου ταχθεὶς εἰς τὴν εὔρρυθμον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως τοῦ νομοῦ, οὗτινος τὴν Διοίκησιν ἐνεπιστεύθη αὐτῷ ἡ Πολιτεία, καὶ εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του τεταγμένων δημοτικῶν ἀρχῶν, ἤθελε γείνῃ αὐτὸς οὗτος αἴτιος παραλύσεως πάσης φροντίδος, πάσης μερίμνης τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου. Ἀφ’ ὅτου ἐγκατεστάθησαν αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐν Ὕδρᾳ, οὐδὲν παρέλειψεν, ὅπως ματαιώσῃ πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς ἐν Ὕδρᾳ δημοτικῆς ἀρχῆς· ἐδέσμευσε δὲ εἰς τοιοῦτον τρόπον τὰς χεῖρας αὐτῆς, ὥστε εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ προβῇ αὕτη, κατὰ τὸ ἐνεστὼς δὲ ἔτος δὲν ἠδυνήθη νὰ συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν οὐδὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὑποθαλπομένης τῆς ματαιώσεως τῶν συνεδριάσεων παρ’ αὐτοῦ τοῦ Νομάρχου, διὰ τῆς ἐνθαρρύνσεως παρ’ αὐτοῦ τῆς μειονοψηφίας εἰς παρακώλυσιν τῶν συνεδριάσεων. Τετράκις ἐκλήθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν, ὅπως προβῇ εἰς τὸν νόμιμον αὐτοῦ καταρτισμὸν διὰ τῆς ἐκλογῆς Προέδρου, ἵνα δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τετράκις ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς μειονοψηφίας. Τετράκις κατηγγέλθησαν εἰς τὸν Νομάρχην οἱ ματαιοῦντες τὰς συνεδριάσεις δημοτικοὶ σύμβουλοι, ζητηθείσης τῆς κατὰ νόμον τιμωρίας αὐτῶν, ὁ δὲ Νομάρχης καὶ ἐπὶ τῶν τεσσάρων τούτων καταγγελιῶν ἐσιώπησεν· ἀλλὰ κυρίως δὲν ἐσιώπησεν, ἀλλὰ, μὴ ἀποδεχόμενος τὰς ποινὰς, ἃς οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐδημιούργησεν οὗτος ἰδίας ποινὰς, τὴν ποινὴν τῆς ἀποστολῆς συλλυπητηρίων εἰς τοὺς ἐπανειλημμένως ματαιοῦντας τὰς συνεδριάσεις! Καὶ ἰδοὺ, διὰ δύο ἐγγράφων του προσκαλεῖ τὸν Δήμαρχον Ὑδραίων νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήριά του εἰς τοὺς ματαιώσαντας τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. (Ἀναγινώσκει τὰ ἔγγραφα). Ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διότι ἐματαίωσαν τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Σεπτεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους, ἐπανέλαβε ταύτην διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς 29 Νοεμβρίου, ὡς καὶ διὰ τὴν τῆς 4 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ, βλέπων, ὅτι οἱ πρὸς οὓς ἀπηυθύνοντο τὰ συλλυπητήρια δὲν ἦσαν πολὺ εὐαίσθητοι, καὶ ὅτι δὲν ἐπήρχετο τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐπέμενε νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὸν νόμιμον καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἐνόμισεν, ὅτι ἐφεῦρε μέσον νὰ καταστήσῃ ὑπεύθυνον τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν θέλουσαν νὰ ἐργασθῇ, καὶ ὑπεισῆλθεν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κανονίσας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτὸς, ἀγνοῶ δυνάμει τίνος νόμου, καὶ διατάξας διὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου νὰ κληθῇ ὁ προεδρεύων νὰ θέσῃ πρῶτον ζήτημα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι μὴ νομίμως συγκεκροτημένου τοῦ Σώματος!...

§81Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τίς εἶναι ὁ Εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος;

§82ΓΚΙΚΑΣ. Εἶναι συμπολίτης σας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἀρχηγὸς τοῦ ἰσχύοντος σήμερον ἐν Ὕδρᾳ κόμματος... Διὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου λοιπὸν ἐπέβαλεν εἰς τὸν προεδρεύοντα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ συγκαλέσῃ τοῦτο, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὸν νόμιμον καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως, ὡς προεῖπον, στηριζομένη εἰς τὸν νόμον, ἐζήτησε νὰ συγκροτηθῇ πρῶτον νομίμως τὸ Σῶμα, διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, καὶ ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τούτοις ἡ μειονοψηφία, ἐνθαρρυνομένη ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας αὐτῆς, ἐπεχείρησε ματαίωσιν καὶ πέμπτην ἤδη φορὰν τῆς συνεδριάσεως, καὶ δὲν θὰ ἦναι παράδοξον, ἐκτὸς τῶν νέων συλλυπητηρίων, τὰ ὁποῖα θὰ στείλῃ ὁ Νομάρχης, νὰ προβῇ καὶ εἰς τιμωρίαν τῆς πλειονοψηφίας, διότι ζητεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της!

§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἀκόμη Πρόεδρος;

§84ΓΚΙΚΑΣ. Ὄχι.

§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων ἐξηγήσεων.

§86ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ παρέμβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κωμῳδίαν ταύτην, διατάσσων τὸν Νομάρχην νὰ σέβηται τοὺς νόμους, νὰ σέβηται ἑαυτὸν καὶ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτόν ἡ Πολιτεία. Παραδίδω εἰς τὸν ἴδιον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀντίγραφα τῶν διαφόρων δημοψηφισμάτων, ὡς καὶ τῶν συλλυπητηρίων ἐγγράφων τοῦ Νομάρχου, διότι ὁ χρόνος ἐπείγει πρὸς συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπεκδεχόμενος ταχεῖαν ἐνέργειαν, ὡς καὶ ταχεῖαν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον καὶ χαρακτηρισθῶ καὶ ἐγὼ κωλυσιεργός, ὅπως ἀσμενίζουσι ν’ ἀποκαλῶσι πάντας τοὺς ἀμυνομένους ὑπὲρ τῶν καταπατουμένων δικαίων τῶν συμπολιτῶν των.

§87Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐξεπλάγην, κ. Πρόεδρε, ἀκούσας τὸν κ. συνάδελφον. Ὁ σοβαρὸς συνάδελφός μου ἐξ Ὕδρας πολὺ σπανίως λαμβάνει τὸν λόγον, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι παρεσύρθη ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία τὸν περιβάλλει, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του εὐσυνειδήτως καὶ μετ’ ἀφοσιώσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ Στεφάνου Βάρβογλη, ὅστις γνωστός, γνωστότατος εἰς πάντας ἡμᾶς τυγχάνει, γνωστότερος δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν κ. Δηλιγιάννην, τοῦ ὁποίου ἦτο ἀρχαῖος φίλος καὶ ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Ἠπόρησα, λέγω, βλέπων τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ὕδρας φέροντα ζήτημα τόσον μικρὸν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον ἀπαντήσει εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, ἐὰν τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ἐναντίον τοῦ κ. Νομάρχου, δέν με ἠνάγκαζε νὰ ἔλθω νὰ δικαιολογήσω τὸν κ. Νομάρχην...

§88ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς δικηγόρος του;

§89Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα· διότι γνωρίζω, ὡς γνωρίζετε καὶ σεῖς, τὸν κ. Νομάρχην. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανορθώσω ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας, ἐξ ἀγνοίας ἴσως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Νομάρχης οὐδέποτε ὑπήκουσεν εἰς εἰσηγήσεις εἴτε ἐμοῦ, εἴτε τοῦ ἑτέρου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου...

§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάματε εἰσηγήσεις;

§91Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔκαμα πολλάς, κύριε Μπακόπουλε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι σεῖς ἔχετε κομμένην τὴν οὐράν σας, διότι, ὁσάκις ἦσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν, γνωρίζετε ὁποίου εἴδους εἰσηγήσεις κάμνετε, ὅπως ἐξυπηρετήσητε τὰς πολιτικάς σας ἀπαιτήσεις. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀκολουθῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ περὶ τῆς καλῶς ἐννοουμένης συναλλαγῆς, καὶ τὴν ἐννοῶ τὴν συναλλαγὴν αὐτὴν, καὶ εἶμαι σύμφωνος, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ, μετὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἀλλὰ σεῖς δὲν ἐμφορεῖσθε ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχάς· ἔχετε ἴδιον τρόπον ἀντιλήψεως.

§92Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔλα τότε μὲ τὸ κόμμα μας.

§93Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης πάντοτε πράττει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ καθῆκον καὶ ἡ ὑπηρεσία τῷ ὑποδεικνύει· καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε, ἐνῷ ὑπῆρχον ἔργα τινὰ, ἀνήκοντα εἰς τὴν Μονὴν τῆς Ὕδρας, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐγὼ ὁ ἴδιος, μεταβὰς εἰς Ναύπλιον, εἰργάσθην παρὰ τῷ κ. Νομάρχῃ, ἵνα ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δημοκοπήσωσιν οἱ φίλοι τοῦ ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Γκίκα, ἐὰν γείνωσι — καὶ θὰ γείνωσι τῇ ἐνεργείᾳ τῇ ἰδικῇ μας. — Ὁ Νομάρχης, ἀρτίως διορισθεὶς ἐν Ναυπλίῳ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε γνῶσιν τούτου· συνεπῶς διετάχθη ὁ Δήμαρχος Ὕδρας νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων αὐτῶν, ὅπως ὁ Νομάρχης ἐγκρίνῃ αὐτά. Ἀποτελεῖ τοῦτο εἰσήγησιν ἀντιπράξεως; Δὲν γνωρίζω δὲ, κύριε Γκίκα, ἐὰν ὑμεῖς ἦσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἠθέλατε πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα ἐγὼ, μεταβὰς εἰς Ναύπλιον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μὴ σύγκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, λέγων, ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ ἡμῶν ἀναβάλλεται ἡ σύγκλησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ κ. Δήμαρχος δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μὴ ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ἔχει συμφέρον νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι φοβεῖται, ὅτι θέλει εὕρει ἀντίπραξιν.

§94Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ὁ Νομάρχης.

§95Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Νομάρχης προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτῶν. Ἐγὼ θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἠναγκάσθην, διὰ ζήτημα τόσον μικρὸν, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, νὰ ὁμιλήσω καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν· ἀλλ’ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξω, ὅπως ἐπανορθώσω ἀνακριβείας, καὶ δικαιολογήσω ἀπόντα ἀνώτατον λειτουργὸν τῆς διοικήσεως.

§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐμνημόνευσε δὶς ἐμοῦ. Ὀφείλω νὰ δώσω εἰς αὐτὸν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Στέφανος Βάρβογλης ὑπῆρξε Νομάρχης καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ οὐδέποτε ἔλαβον ἀφορμὴν, ἵνα ἐπιτιμήσω αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἄλλο· ἐὰν δύναται νὰ ἐκβιασθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ τραπῇ εἰς ἄλλα ἔργα. Κατ’ ἐμὲ, καὶ κατὰ τὸν νόμον, ἡ πρώτη πρᾶξις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἶναι νὰ καταρτίζωσιν ἑαυτὰ, καὶ καταρτίζουσιν ἑαυτὰ μόνον ἀφοῦ ἐκλέξωσι τὸν Πρόεδρον αὐτῶν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῶν ἐργασιῶν του. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἤδη νὰ ἐκτελεσθῶσι τῇ συνδρομῇ καὶ τῇ ἐνεργείᾳ ὑμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετελοῦντο διότι ὁ Νομάρχης ἠγνόει, σεῖς δὲ ὡδηγήσατε αὐτὸν, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω· μόνος δ’ ὁ κύριος Νομάρχης δύναται νὰ προβάλῃ τὰς γνώμας του.

§97Π. ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης Ἀργολίδος, ἔχων φίλους ὡς τὸν ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφον, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐχθρῶν· διότι ῥητῶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅπερ ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι, ἐὰν δὲν μετέβαινεν ὁ ἴδιος εἰς Ναύπλιον, βεβαίως τὰ ἔργα, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον, δὲν θὰ ἐξετελοῦντο...

§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐστέλλοντο τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Νομάρχην, πῶς ἠθέλατε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Νομάρχης;

§99Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κουντουριώτης, ὅτι, ἐὰν δὲν μετέβαινεν αὐτὸς εἰς Ναύπλιον, τὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δημοκοπήσω ἐγώ, δὲν θὰ ἐξετελοῦντο.

§100Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἔμενον τὰ ἔγγραφα πάντοτε εἰς τὴν Δημαρχίαν.

§101Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐγὼ στηρίζομαι εἰς ἔγγραφα. Ἔφερα πέντε διασκέψεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι ἡ μειονοψηφία παραλύει τὰς ἐργασίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ Νομάρχης οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ ἐκφράζῃ τὰ συλλυπητήριά του. Ἐὰν πταίῃ ἡ πλειονοψηφία, ἂς τιμωρηθῇ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν παραλυόντων τὰς συνεδριάσεις.

§102Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σχετικὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Νομάρχου. Εἰς τὴν Πάρον, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὑπάρχει μία κοινότης, τῆς ὁποίας ὅλη ἡ περιφέρεια ἀποτελεῖται ἀπὸ σιδηροῦχα μεταλλεῖα. Τὸν χῶρον τοῦτον εἶχε δηλώσει εἷς Ἰταλός, ὅστις καὶ ἦτο, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τόσα τοῖς ἑκατόν. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τὰ πράγματα ἔβαινον κανονικῶς, ἐσχάτως ὅμως ἐδυστρόπησεν ὁ ἐξ Ἰταλίας δηλωτὴς, καὶ δὲν ἤθελε νὰ πληρώσῃ. Τοῦτο ἠνάγκασε τὴν κοινότητα ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν κ. Δήμαρχον Πάρου, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Νομάρχην, ἵνα προσκαλέσῃ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Ἰταλὸν, ὅπως συνέλθωσι καὶ κανονίσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ὁ Ἰταλὸς οὗτος νὰ δώσῃ πρὸς τὴν κοινότητα...

§103Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἀγνοεῖτε τὰ πράγματα, κ. Βιτάλη.

§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Νομάρχης Κυκλάδων ἐκάλεσε μόνον τὸν Ἰταλόν, χωρὶς νὰ καλέσῃ τὸν κ. Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβάλει τὴν αἴτησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν τῷ ἔκαμαν αἴσθησιν αἱ ἐνέργειαι αὗται τοῦ κ. Νομάρχου διὰ τὰ διάφορα ζητήματα, καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διοικητικῶς.

§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω.

§106Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολλοὶ τῶν ἐχόντων αἰτήσεις παραχωρήσεως μεταλλείων, κύριε Πρόεδρε, ἦλθον εἰς τὸν οἶκόν μου, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ δὲν προσκαλεῖ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ τῶν αἰτήσεων αὑτῶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν σκέπτεται νὰ καλέσῃ τὸ Συμβούλιον, ἢ τί σκέπτεται ἐπὶ τέλους ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ πράξῃ.

§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Φικιώρη κατέθηκα σήμερον, προκύπτει, ὅτι ὑπάρχουσιν αἰτήσεις μεταλλείων 404. Αἱ αἰτήσεις αὗται ἀνάγονται, ὡς βλέπετε, καὶ εἰς παρελθόντα ἔτη· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τόσος ἀριθμὸς αἰτήσεων ὑπεβλήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, τὸ ἰσχῦον σύστημα εἶναι λίαν ἐλαττωματικὸν, διότι παρατηρεῖται, δυστυχῶς, ὅτι ἐπὶ μεταλλείων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἔχοντα ἀξίαν τινὰ, πολλαὶ γίνονται πράξεις μεταβιβάσεως, πολλὰ συμφέροντα ἐν ταῖς πράξεσι ταύταις ἀναμιγνύονται, καὶ φρονῶ ἐκ τῶν λόγων τούτων, τοὺς ὁποίους θεωρῶ ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι ἐννοοῦσι τούτους, θεωρῶ, λέγω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον, ἵνα ὑποβάλω νομοσχέδιον, ὅπως κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα. Διότι δὲν μοι φαίνεται ὅτι εἶναι καλὸν, ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου νὰ λαμβάνωσι χώραν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν, δυστυχῶς, λαμβάνοντα χώραν.

§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς γνωρίζομεν, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἤδη ὑποβεβλημένον.

§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον πέρυσι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διεσκευάσθη ὑπὸ Ἐπιτροπῆς. Ἑτέρα Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ἐλπίζω, ὅτι θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὅλοι συμφέρον, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο κανονισθῇ διὰ νόμου, καὶ ἀποφύγωμεν ὅλα τὰ λαμβάνοντα χώραν ἄτοπα.

§110Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, ἂν θὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ταχέως, ἢ ὄχι.

§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐλπίζω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μέχρι τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς νὰ ἦναι ἐντελῶς ἕτοιμον, καὶ νὰ τὸ ὑποβάλω ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος.

§112Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε μέχρι τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ συγκαλέσητε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον.

§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἀναλάβω ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα μέχρι τοῦδε, ἀπαντᾷ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Δὲν συνεκάλεσα μέχρι τοῦδε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, καὶ δὲν θὰ συγκαλέσω τοῦτο κατὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.

§114Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐξαναγκάσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἠρώτησα ἁπλῶς, διὰ νὰ γνωρίζω, καὶ νὰ κανονίσω τὰ κατ’ ἐμέ.

§115ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πρῶτον, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἐπαναλάβω παράκλησιν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω αὐτῷ — ἡ ὁποία ὅμως τότε ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος — ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἤδη τὴν ἰδίαν τύχην. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας ἐν Πάτραις εἰς τὰ σχολεῖα τὰ δημοτικὰ ἀντὶ τῶν ἱερῶν ναῶν, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 46 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ ψηφοφορία ἐνεργεῖται ἐντὸς τοῦ καταστήματος τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τῶν ἀρρένων, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀνεγηγερμένα πρὸς χρῆσιν αὐτῶν δημοτικὰ οἰκοδομήματα, ἐν ἐλλείψει δὲ τοιούτων, ἐντὸς τοῦ εὐρυχωροτέρου ναοῦ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου». Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐν Πάτραις, ἡ ὁποία ἦτο ἁρμοδία, γνωμοδοτήσαντος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ σχολεῖα, διστάζει νὰ πράξῃ τοῦτο, ἑρμηνεύουσα τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὅτι ἐννοεῖ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὅταν ᾖναι ἰδιοκτησία τοῦ δήμου· τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου, ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσα.

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον;

§117ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 46.

§118Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τὰ σχολεῖα ᾖναι κατάλληλα.

§119ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον, εἰς τὰς Πάτρας ᾠκοδομήθησαν σχολεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καταλληλότατα, εὑρέθησαν δὲ ὡς τοιαῦτα καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις τὰ παρέλαβε, καὶ ἐνοικιάσθησαν πολυετῶς, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ συμφωνία μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, νὰ τὰ οἰκοδομήσωσι κατὰ τὸ σχέδιον, ὅπερ τοῖς ἐδόθη, καὶ νὰ ἐνοικιασθῶσι πολυετῶς διὰ σχολεῖα. Νομίζω, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει δίκαιον, προβάλλουσα τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.

§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθη ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου;

§121ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Βεβαίως. Καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, ἵνα μὴ διαφύγῃ τὴν μνήμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, τῇ παρακλήσει μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθεσε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Πρόκειται περὶ τῶν διαταγῶν του περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἐρινεῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὗτος διετέλει δικαστικὸς κλητὴρ, ὅτε ἐξελέχθη δημοτικὸς σύμβουλος. Ἡ ὑπόθεσις, Κύριοι, ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοτικὸς σύμβουλος, διατελῶν δικαστικὸς κλητὴρ ἀπὸ τοῦ 1871, ἐξετέθη κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1895, καὶ ἐπέτυχεν ὡς δημοτικὸς σύμβουλος. Ἡ ἐκλογή του προσεβλήθη τότε, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ τοιοῦτος· ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογήν του, σκεφθὲν, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ δημόσιος ὑπηρέτης. Κατὰ τὴν τελευταίαν δημοτικὴν ἐκλογὴν ἐπέτυχε καὶ πάλιν, ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ἐξελέγη καὶ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκτὸς δὲ τῆς νικώσης ψήφου, ἣν ἔχει αὐτὸς, καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κατηρτίσθη ἀντίθετος τοῦ Δημάρχου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος μεταβολῆς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὁ τρόπος ἐξευρέθη διὰ τῆς στρεβλώσεως τοῦ νόμου. Ἂς λάβῃ σημείωσιν, ἐὰν θέλῃ, ὁ φίλος κ. Κουντουριώτης, διότι θὰ τοῦ χρησιμεύσῃ, μεθ’ ὅσα πρὸ μικροῦ ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος ἐλέχθησαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γκίκα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι — καὶ τοιοῦτοι εἶναι βεβαίως καὶ οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες — δὲν δύνανται νὰ διατελῶσι καὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, διότι τοῦτο προκύπτει σαφῶς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἐν λόγῳ δημοτικοῦ συμβούλου ἐπεκυρώθη παρὰ τοῦ Δικαστηρίου, μετὰ δὲ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς παρὰ τοῦ Δικαστηρίου οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ κρίνῃ τὸ κῦρος αὐτῆς, ἐκτὸς, λέγω, τοῦ λόγου τούτου, ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐξελέχθη δημοτικὸς σύμβουλος ἐν ᾧ διετέλει κλητὴρ δικαστικός, καὶ ἀποδεχθεὶς τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, καὶ ἐνασκήσας τὰ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καθήκοντά του, αὐτοδικαίως ἔπαυσε νὰ διατελῇ δικαστικὸς κλητήρ· οὐδέποτε ὅμως ἠδύνατο νὰ χάσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἀφοῦ τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος δὲν ἀπέκτησε μετὰ τὴν ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἐκέκτητο ταύτην πρὸ αὐτῆς. Καὶ ἂν μὲν διωρίζετο μετὰ τὴν ἐκλογήν του, καὶ διότι ἐπεκυρώθη αὕτη, δικαστικὸς κλητὴρ, ἴσως ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐφαρμόζων κατ’ ἀναλογίαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς Βουλευτὰς, ὅταν διορίζωνται καὶ δέχωνται ἔμμισθον θέσιν, νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, εἰ καὶ τότε ἀκόμη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι αἱ διατάξεις αἱ στερητικαὶ δικαιωμάτων εἰσὶν ἐξαιρετικαὶ καὶ τοῦ στενοῦ δικαίου, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατ’ ἐπέκτασιν ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἰς ἀναλόγους περιστάσεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ἀφοῦ αὐτὸς ἦτο δικαστικὸς κλητὴρ, καὶ κατόπιν ἐξελέγη δημοτικὸς σύμβουλος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χάσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. Μάλιστα οὗτος ἔκαμε καί τι πλέον· ὅτε ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεώς του, ὑπέβαλε καὶ παραίτησιν. Ὥστε καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἤρθη τὸ ἀσυμβίβαστον. Ὅλα ὅμως ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἀπέναντι τῆς κομματικῆς ἀνάγκης· ἡ ἀπαίτησις ἦτο νὰ μεταβληθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰς τοιαύτην παράνομον ἀπαίτησιν ἐνέδωσεν ἀτυχῶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατυπώσας μάλιστα ἀμέσως τὴν γνώμην του εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Νομάρχην, ὑποβαλόντα τὴν αἴτησιν τοῦ περὶ τούτου ἀναφερομένου Οἰκονομοπούλου· κατόπιν δὲ, ἕνεκα δισταγμῶν τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς τὴν τοιαύτην διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, διετύπωσεν ἀπορίας πολλὰς καὶ ἐρωτήματα, καὶ ἐζήτησε μάλιστα, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7592 ἐγγράφου του, νὰ ἐκδώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ῥητὴν, ὁριστικὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἀπόφασιν, ἐπιδεκτικὴν ἀμέσου ἐκτελέσεως, ὡς λέγει τὸ ἔγγραφον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον — πρόθυμον πάντοτε, καθὼς γνωρίζετε, Κύριοι, εἰς τὸ νὰ καλύπτῃ διὰ γνωμοδοτήσεων τὰς παρανόμους εὐεργεσίας τῶν Ὑπουργῶν — ἐκδίδει μίαν γνωμοδότησιν, ὑπ’ ἀριθ. 153, μειονοψηφούντων δύο νομικῶν συμβούλων, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Χούγια, καὶ ἧς ἡ αἰτιολογία εἶναι ἡ ἑξῆς: «Διότι οὗτος διετέλει δικαστικὸς κλητὴρ, ὅτε ἐξελέγη δικαστικὸς σύμβουλος· δὲν ὠφελεῖ δὲ αὐτὸν ἡ παραίτησίς του ἐκ τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἐπελθοῦσα κατόπιν.» Δὲν ποιεῖται δὲ διόλου μνείαν ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, οὔτε ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, ὅτι οὗτος διετέλει ἤδη δικαστικὸς κλητὴρ, ὅτε ἐξελέγη δημοτικὸς σύμβουλος. Οὔτε ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Νομάρχης ὑπέβαλε, ῥητὴν ζητῶν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ τοιαύτην διαταγὴν, τί θὰ κάμῃ ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους, τοὺς ὄντας δημοτικοὺς συμβούλους εἰς τοὺς δήμους τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ του, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ῥητῶς τὸ ἄρθρον 276, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δημοτικοῦ συμβούλου, ἀναφέρει, ὅτι δὲν δύνανται οἱ δικηγόροι νὰ ἦναι εἰς οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν δημοτικήν. Ἀλλὰ εἰς ὅλα αὐτὰ οὐδεμίαν ἀκρόασιν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐρινεῶν, — αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα — καὶ μετεβλήθη, χάριν τῆς συναλλαγῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην, ἵνα, κατ’ ἐπίφασιν τοὐλάχιστον, καλύψῃ τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ διατάξῃ νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη ἐφ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν γνώμην του κατέχουσιν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν θέσιν τῶν ἀξιώματα δημοτικά.

§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἡ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ διαφορὰ ἦτο ἁπλῶς νομικὴ, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ ἔλεγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ μεταξὺ ἡμῶν διαφορὰ ἔχει καὶ ἕτερον λόγον· διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις ἐδόθη, ὅπως κατορθωθῇ, ἵνα ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου μεταβληθῇ, καὶ ψέγει τὴν Κυβέρνησιν, διότι τοιαῦτα μετέρχεται μέσα πρὸς ὑποστήριξιν δῆθεν τῶν φίλα πρὸς αὐτὴν φρονούντων. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐνεθυμεῖτο, ὅτι πέρυσι διὰ μακρῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεζητήθη τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπησχόλησε σήμερον τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι ἔκτοτε ἐξέφρασα ποίαν εἶχον γνώμην περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος μετὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, βεβαίως δὲν ἤθελε προστρέξει εἰς τὰ κατηγορητήρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ ἐπὶ ὁμοίου θέματος ἀκριβῶς, εἶπον, ὅτι τοιαύτην εἶχον γνώμην, ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀπήντων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐφήρμοσα τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐν περιπτώσει ἀφορώσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἄνδρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ καὶ πρὸ τετραετίας, ὅτε πάλιν ἤμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν θὰ ὑπεστήριζεν, ὅτι πρὸ τετραετίας ἐσχημάτισα αὐτὴν τὴν γνώμην, ἵνα κατορθώσω σήμερον νὰ μεταβάλω τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐρινεῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται. Ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, ὁ νόμος εἶναι ῥητός...

§123ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομικόν.

§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· τὸ νομικὸν εἶναι ἐδῶ καὶ οὐσιαστικόν. Τὸ νομικὸν ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν· τὸ λέγει ὁ νόμος ῥητῶς.

§125ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος.

§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἤμεθα σύμφωνοι, πρὸς τί συζητοῦμεν;

§127ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Διατὶ δὲν ἐπεξετάθη; Πῶς περιωρίσθη μόνον εἰς τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας;

§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τοὺς δικηγόρους δὲν ἐπεξετάθη, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ δικηγόρος δὲν εἶναι ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ δικηγόρος ἐξασκεῖ τὴν ἐπιστήμην του ἐλευθέρως, ὑποβάλλεται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος· τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ του δὲν δίδει τὸν χαρακτῆρα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἄλλως τὴν γνώμην μου ταύτην ὑποστηρίζουσι καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου Ἀργυρόπουλος καὶ Ἀγγελόπουλος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ θεωρία διὰ τοὺς δικηγόρους. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δικαστικοῦ κλητῆρος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι καὶ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καὶ ὁ νόμος θεωρεῖ αὐτὸν ὑπάλληλον, ὑπηρέτην δικαστικόν, ὁ δὲ νόμος περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ ἀξιώματος τῶν Δημάρχων, τῶν δημοτικῶν συμβούλων κλπ. εἶναι διάφορος πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Βουλευτὰς, δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, εἶναι εὐρυτάτη ἡ διάταξις, καὶ ἐν αὐτῇ περιλαμβάνεται ἀναντιρρήτως καὶ ὁ δικαστικὸς κλητήρ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαύτην γνώμην εἶχον καὶ πρὸ τετραετίας, ὅτε τὸ πρῶτον μοὶ ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα· τὴν αὐτὴν θεωρίαν ἐφήρμοσα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἐφήρμοσα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη, καὶ μέχρις οὗ πεισθῶ, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἐσφαλμένη, θέλω ἐξακολουθήσει ἐφαρμόζων αὐτὴν τὴν θεωρίαν.

§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω παντάπασι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ἢ θέλει ἐπιφέρει ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα, καὶ εἶμαι ἐντελῶς ἀλλότριος τῶν τοπικῶν περιστάσεων· ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι συμβαίνει δυσάρεστος σύμπτωσις νὰ μὴ ἦμαι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ καὶ φίλου μου κ. Χοϊδᾶ. Κατὰ τὸ 1895, ὅτε ἐνηργήθησαν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐξελέχθη ἐν τῷ δήμῳ Σύρου Δήμαρχός τις, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, φέρων τὸ ἐπώνυμον Ῥοῦσσος, ἀπέτυχε δὲ, παλαίων καὶ ἀνταγωνιζόμενος πρὸς αὐτὸν, ὁ κ. Μαραγκός, φίλος μου. Ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως· δὲν ἐπροτάθη ἔνστασίς τις περὶ τῆς μὴ ἑλληνικῆς ἰθαγενείας τοῦ Ῥούσσου. Τὸ Πρωτοδικεῖον ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, καὶ μετὰ τοῦτο ὁ κ. Μαραγκὸς, ἀπετάθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐζήτησε νὰ παυθῇ ὁ Ῥοῦσσος, ὡς μὴ ἔχων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, καὶ νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἐκλογή. Ἔλαβον λοιπὸν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐξετάσω συμπαθῶς διατεθειμένος ὑπὲρ τοῦ ἐνισταμένου, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται νὰ συμπαθῇ τις πρὸς πρόσωπον, ὅταν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἡ ἐξέτασις μὲ ἤγαγεν εἰς τὸν ἑξῆς συλλογισμόν· ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἀφηρέθη ἀπὸ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνστάσεων, καὶ ἀνετέθη εἰς τὴν δικαστικήν. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου κατὰ πρῶτον βαθμόν, καὶ τοῦ Ἐφετείου κατὰ δεύτερον, περιστρέφεται περὶ δύο θέματα· πρῶτον, ἂν ἐτηρήθησαν ἢ δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, αἱ κανονίζουσαι τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς· δεύτερον, ἂν οἱ ἐκλεχθέντες ἔχουσι τὰ νόμιμα προσόντα ἢ ὄχι. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ἀνέκκλητος· μόνον δ’ ὅταν τοῦτο ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἐπιτρέπεται ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Σύρου ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου ἦτο ἐπικυρωτική. Ἔγραψα εἰς τὸν φίλον μου κ. Μαραγκόν, νὰ παραιτηθῇ πάσης αἰτήσεως αὑτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι, ἂν ἤθελε δοθῆ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ ἢ ἀκυρώνῃ πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία περιέβαλε μὲ τὸ κῦρός της, τότε θέλομεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐνστάσεων κατὰ τῶν ἐκλογῶν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ νόμος ἐσκόπει ν’ ἀποξενώσῃ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὑποθέσατε, ὅτι συμβαίνει νὰ ἐκλεγῇ τις, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἄλλο τι προσόν, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δημότης τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐξελέγη. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι, ἢ ὄχι, δημότης τοῦ δήμου, καὶ νὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἀλλὰ περὶ τούτων πρέπει νὰ γείνῃ ἔνστασις ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου, καὶ ἂν ἀποφασίσῃ τὸ Δικαστήριον, ὅτι καλῶς ἐξελέγη, οὐδεὶς πλέον ἔχει τὸν λόγον. Ἡ ἐναντία γνώμη ἤθελεν ἐξασθενίσει τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, καὶ ἤθελεν ἀναιρέσει τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἄρθρον 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀναγράφει τὸ ἀσυμβίβαστον τάξεώς τινος δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν πρὸς τὰ δημοτικὰ ἀξιώματα. Λέγω τάξεώς τινος δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι ἡ ἰδιότης τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ δικηγόρου δὲν εἶναι κυρίως ἰδιότης δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ δικηγόρος λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι δημοτικὸς ἄρχων. Τὸ κῦρος ὅμως τῆς ἐκλογῆς οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ἐξετάσῃ, εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἐξετάσωσι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς. Ἂν δὲ τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν δύο ὑπηρεσιῶν τυγχάνῃ νενομοθετημένον, ἀπόκειται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ παύσῃ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, διότι μεταξὺ τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐκ διορισμοῦ καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ αἱρετοῦ ἐπικρατεῖ τὸ αἱρετόν. Ἑπομένως μόνη λύσις ἦτο ἡ παῦσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ ὄχι τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.

§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε παραιτηθῆ τότε ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος.

§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελεν εἶσθαι ἐν πλήρει ἀντιφάσει ἡ ὁριστικότης τῶν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων πρὸς τὴν διαταγήν, τὴν ὁποίαν ἐξέδοτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἐξέδωκε τοιαύτην διαταγήν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προϊστάμενος κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κληθεὶς νὰ ὑποτάξῃ τὰς πράξεις του εἰς τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπιβάλλουσιν, ἀπεφήνατο ἐν τῇ Βουλῇ γνώμην, καθ’ ἣν ὁ διορισμὸς πολίτου, ὁ ὁποῖος ἐστερήθη τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἀρκεῖ ἵνα καλύψῃ τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ πρὸς ἀποδοχὴν δημοσίας ὑπηρεσίας, ἣν ὁ Ποινικὸς Νόμος εἶχεν ἀναγράψει. Καὶ τί εἶναι ὁ διορισμός; Πρᾶξις Ὑπουργοῦ, ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως, ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως, κυρώσαντος τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον ἀνικανότης τοῦ ἀστοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον τὰ Δικαστήρια, ὑποχωρεῖ εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις, εἴτε ἐκ λάθους, εἴτε ἐκ κακῆς ἑρμηνείας, διώρισε τὸν ἀνίκανον πολίτην, τὸν περιπεσόντα εἰς τὴν ἀνικανότητα, εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος διώρισε τὸν πολίτην αὐτὸν, ἠνέχθη εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἄνθρωπον ἐστερημένον τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἤτοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Πολιτείας καὶ τῆς τιμῆς. Λοιπὸν ἀνικανότης τόσον μεγάλη καὶ θεμελιώδης, ἀνικανότης ἀποτελοῦσα τὴν βάσιν, — διότι τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἡ στέρησις εἶναι θεμελιώδης ἀνικανότης — ἐκαλύφθη διὰ τῆς πράξεως τοῦ διορισμοῦ, καὶ ἡ ἀνικανότης ἕνεκα ἀσυμβιβάστου τῶν καθηκόντων δὲν καλύπτεται διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων! Καὶ προβαίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀφαιρέσῃ ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης ἔλαβεν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχε λάβει ἄλλοτε διορισμὸν δικαστικοῦ κλητῆρος! Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναμιγνύωνται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς ὑποθέσεις ἀφαιρεθείσας ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν.

§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τελευταίου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδέποτε εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίζετό τις διατελῶν ἐν στερήσει τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα ἢ τὸ καθῆκον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο, ἐὰν ἡ ἀπόφασις, ἡ ἐκδοθεῖσα κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ εἰς διάρκειαν δύο ἐτῶν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· ὑπεστηρίχθη δὲ παρὰ πολλῶν, ὅτι τῆς ἀποφάσεως ὁρισάσης τὸν χρόνον τῆς στερήσεως, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου τούτου ἀνέκτησε καὶ τὰ δικαιώματά του ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ διορισθῇ. Ἐν τῇ συζητήσει, ἡ ὁποία τότε ἐγένετο, πιθανὸν νὰ ἐλέχθη παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος δὲν ἐγένετο παρανόμως, ἀλλὰ βεβαίως οὐδέποτε ὑπεστήριξα ὅ,τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τουτέστι διορισμὸς παράνομος ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενος, διὰ τὸν μόνον λόγον, ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, διορισμὸν γενόμενον παρανόμως, ὤφειλον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος καὶ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ παρανόμως διορισθέντος. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγένετο λόγος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν ἀνετέθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια ὑπὸ τοῦ νόμου, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, ἵνα διὰ πράξεώς της κηρύξῃ, ὅτι ἐκλεχθείς τις εἰς τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ ταύτην, διότι εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, κυρωσάσης τὴν ἐκλογὴν, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει πλέον ὁ Ὑπουργός. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ· διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑποστηρίζει, ὅτι, ἐάν τις κατεδικάσθη ἐπὶ κακουργήματι, καὶ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ, ἐκλεγέντος εἰς τι ἀξίωμα, ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, διότι δὲν ὑπεβλήθη κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς του ἡ ἔνστασις τῆς ἀνικανότητός του, ὅπως ἐκλεγῇ, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παυθῇ ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Διότι τὸ Δικαστήριον δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ, ποῖοι λόγοι ὑπάρχουσιν, ἵνα ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή του. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ γινώσκῃ, ἐὰν τις διατελεῖ δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ἔχει ἄλλον τινὰ λόγον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογή του πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἔχομεν καὶ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν δύναται δημόσιος τις ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης νὰ ἐκλεχθῇ πρὶν ἢ παραιτηθῇ πρὸ 40 ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς· ἀλλὰ λέγει καί τι πλέον ὅτι «δὲν δύναται νὰ διατελῇ». Ἄρα, ἐὰν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἦτο ἐντελῶς ἀκριβὴς, τότε θὰ ἐφθάνομεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῆς δευτέρας διατάξεως τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ διατελῇ· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, αὐτὸς δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ὢν δικαστικὸς κλητὴρ, καὶ ἂς εἴπω, δημόσιος ὑπάλληλος, ὅπου δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα· διότι, προκειμένου περὶ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὑπάρχουσί τινες ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο λέγω δημόσιος ὑπάλληλος. Ἐπικυρωθείσης λοιπὸν τῆς ἐκλογῆς του, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ἵνα ὦμεν συνεπεῖς πρὸς τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθῇ διατελῶν δημόσιος ὑπάλληλος, διότι δὲν ἐγένετο ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς του, μὴ ὑποβληθείσης ἐνστάσεως κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅταν ἐπικυρωθῇ ἐκλογή τις ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑπάρξεως τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον, ὁσάκις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ὁ λόγος οὗτος ὑπῆρχε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνηργήθη ἡ ἐκλογή, πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ δυσκολία, εἰς τὴν ὁποίαν προσκόπτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ δυσκολία ὅτι κατὰ τὸν νόμον ὄχι μόνον ἀπαγορεύεται νὰ ἐκλεχθῇ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατελῇ, ὅτι ἡ δυσκολία αὕτη αἴρεται κατά τινα τρόπον· ἐὰν εἰδοποιήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις γνωρίζει, ὅτι τὸ ἄρθρον 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας νὰ ἦναι δημοτικοὶ ἄρχοντες ἢ μέλη τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται δικαστικὸς κλητὴρ ἐξελέγη δημοτικὸς σύμβουλος, ἵνα παύσῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, καὶ τότε δὲν διατελεῖ πλέον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τῇ ἀσυμβιβάστῳ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη λογικὴ λύσις. Πρέπει δὲ νὰ ἀναμνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ οἱ Δήμαρχοι δὲν εἶναι ἐκ καταγωγῆς δημόσιοι ὑπάλληλοι· περιβάλλονται διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασιν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν ἀνάρρησιν αὐτῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν διάστημα τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1862 περίοδον, οἱ δήμαρχοι διωρίζοντο παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐκ τριῶν πολιτῶν, οἵτινες ἐξελέγοντο ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, τοῦ λεγομένου Δημαιρεσιακοῦ· τώρα ὅμως δὲν διορίζονται οἱ Δήμαρχοι. Ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ Δημάρχου, ὁ νόμος ἀνέγραψε περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ παῦσις αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος δὲν περιέπεσεν εἰς καμμίαν τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι ἀνεκτὴ ἢ ἐπιβάλλεται ἡ παῦσις αὐτοῦ, ἔχει ὅμως ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρότασιν περὶ παύσεως τοῦ Δημάρχου καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει, καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγκρίνῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, δύναται νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Βασιλέα σχέδιον Διατάγματος περὶ παύσεως τοῦ Δημάρχου. Ἀλλ’ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι δὲν παύονται, εἰμὴ κατὰ τὰς διατάξεις μόνον τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὁ δημοτικὸς σύμβουλος, κληθεὶς εἰς συνεδρίασιν, δὲν προσέλθῃ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τιμωρεῖται ἅπαξ διὰ προστίμου, ἐὰν δ’ ἐξακολουθῇ μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐκ δευτέρου διὰ προστίμου, ἀλλ’ ἐὰν καὶ τρίτην φορὰν δὲν ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, παύεται. Ὁ ἐκλεχθεῖς λοιπὸν δημοτικὸς σύμβουλος ἀπεκδύεται τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἢ ὅταν ἀπώλεσε τὰς ἰδιότητας τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐκλεχθῇ, ἢ ἂν περιπέσῃ εἰς τὰς περιπτώσεις, τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1836, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωσις, καθ’ ἣν παύεται ὁ δημοτικὸς σύμβουλος, ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐστερήθη τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐκλεχθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξελέγη δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ τὸ Δικαστήριον ἀπεφήνατο περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς του καὶ τῶν προσόντων αὐτοῦ, δὲν δύναται πλέον ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ νὰ στερήσῃ αὐτὸν τῆς ἀρχῆς.

§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ τελευταία θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, δὲν συνᾴδει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου· διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ὁ δημοτικὸς σύμβουλος δὲν παύεται, εἰμὴ εἰς τὴν ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου περίπτωσιν, δηλαδὴ ἀφοῦ καταδικασθῇ ἅπαξ εἰς πρόστιμον, ἀφοῦ καὶ ἐκ δευτέρου καταδικασθῇ, τότε, μετὰ τὸ δεύτερον πρόστιμον, κηρύσσεται ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος. Αὕτη, κατ’ αὐτὸν, εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν δύναται νὰ παυθῇ ὁ δημοτικὸς σύμβουλος. Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς διατάξεως, «δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ καὶ νὰ διατελῇ;» Διότι δὲν ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ δημοτικὸς σύμβουλος, ἀλλ’ ἔχομεν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «δημοτικὸς σύμβουλος δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ καὶ νὰ διατελῇ δημόσιος ὑπάλληλος.» Ἄρα τί ὑποθέτει ὁ νόμος; ὑποθέτει ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος δύναται νὰ παυθῇ...

§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι θεωρητική.

§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ὑπάλληλος πρέπει νὰ παυθῇ· ἀλλὰ τότε θὰ ἐξακολουθήσῃ διατελῶν δημοτικὸς σύμβουλος.

§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, ὁ νόμος τότε ἤθελεν εἶπει, ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἐκλεχθεὶς δημοτικὸς σύμβουλος, ἀπολύεται ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐνῷ ὁ νόμος λέγει, ὅτι «δὲν δύναται νὰ διατελῇ δημοτικὸς σύμβουλος». Ἄρα ὁ νόμος ὑποθέτει, ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος δύναται νὰ παυθῇ, διότι τὸ «διατελεῖ» ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου· δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου, ἐκ τῆς ὁποίας θέσεως παύεται διὰ Διατάγματος, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου, διότι λέγει, ὅτι εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου ὁ ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ διατελῇ. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ἁρμοδία νὰ κρίνῃ τοῦτο; Κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ δικαστικὴ, ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν ἐνστάσεις. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑποβάλλωνται ἐνστάσεις, νομίζετε, ὅτι τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ συμβούλου, καλύπτεται διὰ τῆς μὴ ὑποβολῆς ἐνστάσεως; Νομίζετε, ὅτι καλύπτεται; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὁ ἐπιβάλλων εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ παραιτηθῇ πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἀναντιρρήτως εἶναι, ἵνα μὴ μεταχειρισθῇ ὁ ὑπάλληλος τὴν ἐξουσίαν, ἣν κατέχει ἐκ τῆς θέσεώς του, ὅπως ἐπηρεάσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου κατορθώσῃ νὰ ἐκλεγῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν τῇ ἐκλογῇ ὑπάρχῃ ἐλάττωμα, τὸ ἐλάττωμα τοῦτο οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εὑρίσκω καλυπτόμενον διὰ τῆς μὴ ὑποβολῆς ἐνστάσεως καὶ ἑπομένως διὰ τῆς μὴ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Τῆς ἀποφάσεως δὲ τοῦ Δικαστηρίου μὴ δυναμένης πλέον νὰ ἐκδοθῇ, διότι τὸ Δικαστήριον ἀπεφάνθη ἤδη, βεβαίως ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τούτου, εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία.

§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῇ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπ’ ἀριθ. δεῖνα πρᾶξιν τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπαύθη ἐκ τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου ὁ δεῖνα, ἐπειδὴ αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἀνακαλοῦμεν αὐτήν.»

§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. Πολλάκις ἡμεῖς ἀνακαλοῦμεν πράξεις τῶν προκατόχων μας, καὶ πολλάκις οἱ διάδοχοί μας ἀνακαλοῦσι πράξεις ἰδικάς μας.

§141Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1872 ἔτους, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν τῶν δημοτικῶν ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης περιωρίσθη, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεμβάσεως ἐπὶ τοῦ κύρους ἢ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, περιωρίσθη λέγω, τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν ἐκδικάζουσαν τότε Ἐπιτροπὴν κατὰ πρῶτον, καὶ κατ’ ἔφεσιν βραδύτερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκηρύχθη ἐναντίον τῶν Δικαστηρίων, διότι ἐφρόνει, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς διαφθορᾶς, ὅπερ ὑπηγόρευσε τὸν νόμον τοῦ 1872, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἐκδικαζούσης Ἐπιτροπῆς ἡ ἐκδίκασις τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀρθῇ ἡ ἐγγύησις, ἡ ὀφειλομένη, καὶ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη δὲν ἐπεκράτησε τότε, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα συναγάγω, ὅτι μετὰ πολλῆς φειδοῦς ἀείποτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δέον νὰ προβαίνῃ εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου τοῦ 1872 ἀνετέθησαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἤδη, ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῶν πολιτικῶν, ἢ τῶν κομματικῶν, οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, καὶ οὓς δὲν ἀσπάζομαι, τὸ ζήτημα μένει ἀκέραιον, ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔννοιαν. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα προηγουμένως, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς: «Δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν ἢ νὰ διατελῶσι Δήμαρχοι μὲν, ἢ δημαρχικοὶ πάρεδροι, οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, μέλη δὲ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οὐ μόνον αὐτοὶ, ἀλλά...» κλπ. Ἐνταῦθα εἶναι σαφὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ δώσῃ· ὅταν ὁ νόμος λέγῃ «οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι», ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, καθ’ ἣν δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἔμμισθοι. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, θέλετε ἐξετάσει, ἂν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσίν του. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀκολουθεῖ ἐκ τῶν δύο γνωμῶν τὴν παλαιοτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν πλεῖστοι νομομαθεῖς εἶναι σύμφωνοι, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ἀπεφάνθη καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὴν γνώμην ὅμως τὴν ἀντίθετον παρεδέξατο ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία δὲν ἐθεώρησεν ἀντιβαίνουσαν τὴν θέσιν τοῦ δικηγόρου πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερε καὶ τὴν γνώμην τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου κ. Ἀγγελοπούλου. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου ἀντιτίθεται πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος διαιρεῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς κυρίως δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ εἰς δευτερευούσης σημασίας, μεταξὺ δὲ τῶν δευτέρων θέτει τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας. Ὥστε ἡ γνώμη τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ἀργυροπούλου εἶναι ἐπίσης ἀντίθετος. Ἐν τούτοις καὶ ἡ γνώμη τῶν συγγραψάντων περὶ τούτου, ὡς εἶναι ἡ τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Λυκούδη καὶ ἡ τοῦ μακαρίτου Φιλήμονος, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, δημόσιος ὑπάλληλος, π. χ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις βραδύτερον θὰ ἦναι Νομάρχης, νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ ἑπομένως νὰ ἐλέγχῃ καὶ νὰ ἐλέγχηται. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ Γαλλικὸς νόμος περιώρισε τὰ κωλύματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς μόνας τὰς τάξεις τῶν Νομαρχῶν, Ἐπάρχων, νομαρχιακῶν καὶ ἐπαρχιακῶν συμβούλων εἰς τὰ πρόσωπα τῶν μηχανικῶν καὶ ἐν γένει εἰς τὰ πρόσωπα τὰ συνδεόμενα μὲ τὰ δημόσια ἔργα. Δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ λύσῃ γενικῶς τὸ ζήτημα, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου πρὸς τὸ ἔργον τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν, ἂν δηλ. εἶναι δυνατὸν, ὁ δικηγόρος ἢ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ νὰ γείνῃ Δήμαρχος, ἢ δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ βραδύτερον νὰ δύναται νὰ ἐξακολουθῇ τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου ἢ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδέχθη, ὅτι δύναται. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑπάρχωσιν ἐπιχειρήματα καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἰδέας καὶ ὑπὲρ τῆς ἑτέρας, πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιληφθῇ, διότι διὰ τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου τοῦ δήμου Ἐρινεῶν γεννᾶται μέγα ζήτημα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ διακρίνητε μεταξὺ δικηγόρου καὶ δικαστικοῦ κλητῆρος· διότι, ἐὰν ἀποδέχησθε τὴν θεωρίαν τὴν νεωτέραν, προκειμένου περὶ δικηγόρου, πρέπει πολλῷ μᾶλλον ν’ ἀποφανθῆτε ἐξ ἴσου, προκειμένου περὶ δικαστικοῦ κλητῆρος. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀμφιρρέπουσι περὶ τοῦ ζητήματος, καταλήγουσιν εἰς τὴν ἀνάγκην λήψεως μέτρων νομοθετικῶν. Ἕνεκα τούτου ἡ παῦσις τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ, νομίζω, ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένη.

§142ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶπον, — καὶ νομίζω, ὅτι καταληπτῶς ὡμίλησα — ὅτι εἶμαι σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι αὐτὸς διετέλει δικαστικὸς κλητὴρ ὅτε ἐξελέχθη, καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος αὐτοδικαίως ἀπώλεσεν, ἢ ἠδύνατο νὰ ἀπολέσῃ, οὐδέποτε δὲ τὸ αἱρετὸν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου ἀξίωμα· καὶ περὶ τούτου οὐδὲν εἴπατε, παρελείψατε δὲ καὶ εἰς τὴν διαταγήν σας νὰ ποιήσητε λόγον, καὶ ἐννοεῖται, καὶ τὸ Σεβαστὸν Νομικὸν Συμβούλιον ἐτήρησε σιγὴν περὶ τούτου. Ἀλλὰ προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κακῶς ἀπέδωκα εἰς κομματικοὺς λόγους τὴν τοιαύτην παῦσιν. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ περὶ τούτου διαταγή σας συνέπεσε μὲ τὰ περὶ δυσαρεσκείας τῶν πολιτικῶν φίλων σας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν δημοσιεύματα, ἀλλὰ στηρίζετε αὐτὴν καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «τὰ ἔργα τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου, ἰδίως δὲ τὰ τοῦ γραμματέως, δικηγόρου, συμβολαιογράφου, ἢ κλητῆρος, δὲν συμβιβάζονται μὲ καμμίαν ἄλλην δικαστικὴν, διοικητικὴν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν». Πῶς λοιπὸν ἐφαρμόζετε τὸ ἄρθρ. 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων κατὰ τὸ ἥμισυ μόνον; Καὶ σᾶς ἐρωτᾷ ὁ Νομάρχης, τί νὰ κάμῃ διὰ τοὺς δικηγόρους, καὶ σιωπᾶτε, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μόνον περὶ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐρωτᾶται. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ αἰτήσεις ἀπευθύνονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, δι’ ὧν καταγγέλλεται, ὅτι διατελοῦσιν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια πολλοὶ δικηγόροι· οὐδεμίαν δὲ ἀπάντησιν δίδετε. Εὐλόγως λοιπὸν ὑποστηρίζω, ὅτι, ἐνδίδοντες εἰς ἀπαίτησιν κομματικὴν ἢ παράνομον, ἐξεδώκατε διαταγὴν, τὴν ὁποίαν μονομερῶς ἐφηρμόσατε.

§143ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὀρθὴν τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, ὅτι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς δικηγόρους· οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες εἶναι δημόσιοι ὑπηρέται, ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ ἔργου αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου· ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὑποχρεοῦται, διατασσόμενος ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ν’ ἀφήσῃ τὴν ἕδραν καὶ ἔλθῃ καὶ ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς Εἰσαγγελίας ἢ τοῦ ἀκροατηρίου· ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὑποχρεοῦται, διοριζόμενος εἴτε ὡς κλητὴρ τοῦ ἀκροατηρίου, εἴτε ὡς κλητὴρ τῆς Εἰσαγγελίας, νὰ ἀφήσῃ τὸν δῆμόν του, καὶ νὰ ἔλθῃ ὅπου διατάσσεται. Ἐκτὸς τούτου, ὁ κλητὴρ διορίζεται καὶ ἔμμισθος τοιοῦτος· οὐδεμία δὲ σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ τῆς θέσεως τοῦ δικηγόρου. Ὡς πρὸς τοῦτο λοιπὸν, ἡ ἐξομοίωσις, τὴν ὁποίαν ἀντλεῖ ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ ὀρθῶς ἐθεωρήθη ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὡς μὴ δυνάμενος νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δύναται, κυρωθείσης τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, νὰ ἐξετάσῃ κατόπιν κώλυμά τι, καθιστῶν ἀσυμβίβαστον τὸ ἔργον, νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀρθή· εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τοῦτο. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προβάλλονται εἰς τὸ Δικαστήριον, εἶναι δύο εἰδῶν· ἢ ἀφορῶσι γεγονότα σχετικὰ πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς, καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπέμβῃ κατόπιν, ἢ ἀφορῶσιν εἰς τὰ πρόσωπα. Ὡς πρὸς τοὺς λόγους τοὺς ἀναγομένους εἰς τὰ πρόσωπα, ἐὰν αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐνστάσεις ἀπορριφθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, βεβαίως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ πλέον· ἐὰν ὅμως ἦναι ἄγνωστοι, ἢ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Δικαστήριον, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ὅταν ἔχῃ διάταξιν ἀπαγορευτικὴν, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, οὔτε νὰ διατελῇ ἐν τῇ θέσει ὁ ἐκλεχθεὶς, τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο καὶ νὰ εἴπῃ, ἂν δύναται, ἢ μή, νὰ διατελῇ δημοτικὸς σύμβουλος. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ὀρθῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι δικαστικὸς κλητὴρ δὲν δύναται νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὴν παράβασιν τῆς τοιαύτης διατάξεως δὲν ἐδίκασε τὸ Δικαστήριον, καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις ἐναντία τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον.

§144ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐσφαλμένως, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, δὲν εἶναι δὲ τοιοῦτος ὁ δικηγόρος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ διατάσσεται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ προσλαμβάνεται καὶ ὡς ἔμμισθος καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὸ ἀκροατήριον· διότι καὶ ὁ δικηγόρος διορίζεται, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁρκίζεται τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας, συμπράττει μετὰ τῶν τακτικῶν δικαστῶν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀναπληρῶν αὐτοὺς, κωλυομένους, ὑπόκειται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου καὶ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, προσέτι δὲ καὶ ἐκσφενδονίζεται, ὡς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τιμωρεῖται, μὴ μεταβαίνων ὅπου ἐτοποθετήθη. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ ὁ δικηγόρος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὡς εἶπον, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἦτο νὰ μεταβληθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐρινεῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη δημόσιος ὑπάλληλος μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ λείψῃ ἐκ τοῦ μέσου, ἵνα ἐπιτευχθῇ τοῦτο.

§145ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν σύστασιν, ἣν πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη, καθ’ ὃν τρόπον ἀνεκινήθη, καὶ παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς ἐκτύλιξιν τῶν ἀντιρρήσεων, ἃς ἠκούσαμεν, καὶ ὧν ἑκάστη ἔχει βάσιν βεβαίαν· πρόκειται δὲ περὶ πολὺ σπουδαίου θέματος, οὗ μόνον νομοθετικὴ διάταξις δύναται νὰ φέρῃ τὴν λύσιν. Ἡ ἀπαγόρευσις προέρχεται ἐκ δύο πηγῶν· ὑπάρχει ἀπαγόρευσις ἐκ τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, καὶ ἀπαγόρευσις ἐκ τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Κατὰ τὸν Δικαστικὸν Ὀργανισμὸν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι οὐδεὶς δικαστικὸς ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης δύναται νὰ ἔχῃ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 276, καὶ διάκρισις μεταξὺ δικηγόρου, δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ συμβολαιογράφου δὲν ἐγένετο. Ἐγένετο λόγος ὅμως ἀλλαχοῦ περὶ διακρίσεως δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ δικαστικῶν ὑπηρετῶν· ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν τὸ ὅτι, ἐνῷ μία διάταξις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων τὸν συμβολαιογράφον ὀνομάζει ἀξιωματικὸν (officier de justice), ἔπειτα, ὅτε γίνεται λόγος περὶ δικαστικῶν ὑπηρετῶν, τοῦτον τὸν officier de justice κατατάσσει εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπηρέτας. Οὐδεμία ἀληθῶς ἐγένετο διάκρισις μεταξὺ συμβολαιογράφων καὶ κλητήρων καὶ δικηγόρων. Ἀλλὰ μόνον ὑποτετιμημένα εἶναι τὰ ἀξιώματα τὰ ἄλλα ἀπέναντι τοῦ δικηγόρου. Ἀλλ’ οὔτε τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἡ ὑπηρεσία εἶναι ὑπηρεσία ἄτιμος, οὔτε τοῦ συμβολαιογράφου ταπεινή· ἀμφότεραι εἶναι τετιμημέναι ὑπηρεσίαι, ἀρκεῖ νὰ ἐξασκῶνται τετιμημένως. Ἀμφότεραι εἶναι τετιμημέναι, ὅσον καὶ ἡ τοῦ δικηγόρου. Καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ γίνεται διάκρισις. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίθετον πολλάκις ἀπαντᾷ. Ἔχομεν οὕτως ἐνταῦθα δικαστικὸν ὑπηρέτην συνάδελφον, τὸν Βουλευτὴν Ἁλμυροῦ, ὅστις ἔχει καὶ διατηρεῖ ἀξίωμα δικαστικόν. Εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει κατωτέραν θέσιν ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πᾶς δικηγόρος, κατὰ τὸν Δικαστικὸν Ὀργανισμόν, ὡς καὶ πᾶς συμβολαιογράφος καὶ κλητὴρ δὲν δύναται νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος ἢ ἄρχων. Ὁ νόμος κεῖται. Ἂν ἐπεκράτησεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ διάκρισις, καὶ παραβλέπονται οἱ δικηγόροι, καίτοι καὶ οὗτοι ὑπάλληλοι, γινόμενοι ἀνεκτοὶ ὡς σύμβουλοι δημοτικοί, οἱ δὲ συμβολαιογράφοι καὶ κλητῆρες δὲν ἐγένοντο ἀποδεκτοί, τοῦτο οὐδὲν ἀποδεικνύει. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν νῦν, ὡς ἔχουσι, τὰ πράγματα, καὶ ν’ ἀναστατώσωμεν τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἐπειδὴ γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως οὐ μόνον τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν διορθωθῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους, οἵτινες κατέλαβον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέγωνται δημοτικοὶ ἄρχοντες, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι παύονται τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος εὐθὺς ὡς ἐκλεχθῶσι Δήμαρχοι, νὰ ἐπενεχθῇ δὲ βελτίωσις εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν, οὗ ἡ διάταξις εἶναι συντεταγμένη κατὰ τρόπον ἀμελῆ. Διότι ἐνταῦθα βλέπετε, ὅτι προσκρούομεν εἰς ἔλλειψιν θάρρους ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἐκλεχθεὶς δημοτικὸς σύμβουλος ἢ Δήμαρχος δύναται νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἐνεργῇ τὰ καθήκοντα δημοτικοῦ συμβούλου ἢ Δημάρχου, ὡς καλῶς ἐκλεχθεὶς, καίτοι εἶναι προκαταδεδικασμένος ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει καὶ ἐστερημένος τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, ἐξετάσαν τὴν ὑπόθεσιν τὸ Δικαστήριον, ἀπεφάνθη ἤδη, ὅτι καλῶς ἐξελέγη. Φέρω ὡς παράδειγμα τὴν χειρίστην τῶν ὑποθέσεων, διότι αὕτη ἄγει ἡμᾶς ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἄτοπον. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ τῆς ἑτέρας περιπτώσεως, ἴσως εἶναι δυνατὸν ἐκεῖ νὰ δεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως, ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχε προκαταδεδικασμένος τις εἰς στέρησιν δικαιωμάτων, δὲν ἠδύνατο, λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἀνικανότητος, νὰ ἦναι Δήμαρχος ἢ πάρεδρος. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη ἔχει πολὺ τὸ αὐθαίρετον, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἄλλως ἢ ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου, ὅπερ πρωτίστως ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διστάζῃ, θὰ προσπαθήσω νὰ ὑποβάλω ἐγὼ πρότασιν.

§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις.

§147Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀπολύτως λελυμένον οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἑτέρας γνώμης. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει εὐκόλως νὰ ἀφαιρῇ αἱρετὰ ἀξιώματα, ἀφοῦ μάλιστα ὁ παυθεὶς οὗτος δημοτικὸς σύμβουλος δὲν ἐξελέγη μόνον τοιοῦτος, ἀλλὰ καὶ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐν αὐτῷ ἦσαν ἡνωμένα δύο αἱρετὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα, ἀμφισβητουμένου ὄντος τοῦ ζητήματος, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσι διὰ τῆς παύσεως. Τὴν γνώμην ταύτην ὑποστηρίζω τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζω, ὅτι πρόκειται νὰ παυθῇ καὶ ὁ Δήμαρχος Καλλιφωνίας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.

§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται παρομοία περίπτωσις, τὸ ἴδιον θὰ πράξω.

§149Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ, προβαίνων εἰς τοιαύτην δήλωσιν· διότι νομίζω, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἐπιτακτικὴν διάταξιν, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει τοιαύτην διάταξιν, ἄτοπον πολὺ θὰ ἦναι νὰ παυθῇ εἷς Δήμαρχος.

§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αἱ ἐξενεχθεῖσαι γνῶμαι εἶναι σεβασταὶ, καθόσον προέρχονται ἀπὸ νομομαθεῖς πρώτης τάξεως. Ἀλλὰ συγκεκριμένως μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχομεν δικαστικὴν ἀπόφασιν, λύουσαν τὸ ζήτημα ἀντιστρόφως, παρὰ ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ ὁμοίου προσώπου. Τὸ αὐτὸ πρόσωπον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐξελέγη σύμβουλος κατὰ τὸ 1895, κατὰ τῆς ἐκλογῆς δ’ αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν ἐνστάσεις, ὅτι διετέλει δικαστικὸς κλητήρ· ἀλλὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν ἀπέρριψε τὰς ἐνστάσεις, διότι δὲν ἐθεώρησε τὸν κλητῆρα ὡς ὑπάλληλον. Κατὰ τὸ 1899 ἐξελέγη πάλιν δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ δὲν προετάθη ἡ αὐτὴ ἔνστασις, διότι ὑπῆρχε τὸ δεδικασμένον, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ὑπάρχουσι δύο δημαιρεσιακοὶ νόμοι, ὁ τοῦ 1864 καὶ ὁ τοῦ 1883, οἵτινες ὁρίζουσι, τίνες δὲν δύνανται ν’ ἀποτελῶσι μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὡς τοιούτους δέχονται τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐξεταστέον νῦν, ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἢ ὄχι; Ὄχι, λέγουσι τὰ Δικαστήρια καὶ δύο ἐκ τῶν νομικῶν συμβούλων. Εἶπε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, διότι ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ· ὅπως ὅμως ἐδικαιολόγησε τὴν γνώμην του ταύτην, ἐξάγεται, ὅτι πιστεύει τὸ ἐναντίον, ἀφοῦ δὲν προέβη καὶ εἰς τὴν παῦσιν τῶν δικηγόρων δημοτικῶν συμβούλων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ δικηγόρος πληρώνει ἐπιτήδευμα. Ἀλλὰ καὶ οἱ κλητῆρες ἐπλήρωναν ἐπιτήδευμα, καὶ τοὺς ἀπηλλάξαμεν πρὸ ὀλίγου. Ὥστε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ ἔπρεπε νὰ παυθῇ ἀπὸ τὸ αἱρετὸν ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, κατὰ πλείονα λόγον πρέπει νὰ παυθῶσιν ὅλοι οἱ δικηγόροι ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου· διότι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπηρέτης, καὶ μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ δημοσίων ὑπηρετῶν ὁ ἐκλογικὸς νόμος ποιεῖται διάκρισιν, διότι ἄλλας ποινὰς ἐπιβάλλει εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον καὶ ἄλλας εἰς τὸν τὸν δημόσιον ὑπηρέτην, τὸν ἐπεμβαίνοντα εἰς τὰς ἐκλογάς. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἴσως ἐγένετο, ὅπως προπαρασκευάσῃ τὴν παῦσιν Δημάρχου τινὸς, περὶ οὗ θρυλεῖται, ὅτι ἡ παῦσίς του ἐπίκειται.

§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν δὲν με ὑπεμίμνησκε καὶ τὸ θέμα, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω· διότι ἐσκόπουν ν’ ἀποφύγω τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ αὕτη ἔχει χαρακτῆρα μᾶλλον ἀκαδημαϊκόν. Νῦν, ὅτε παρουσιάζεται ζήτημα οὐσιαστικὸν, ἐπιπροσθέτως θὰ εἴπω δύο λέξεις. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις, καὶ δὲν συμφωνῶ, ὡς πρὸς τοῦτο, πρὸς τὸν ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφον. Ὁ νόμος οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν, καὶ ὅπου ὁ νόμος δὲν διακρίνει, δὲν ἐπιτρέπεται διάκρισις. Ὁ θέλων νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἀκριβοδικαίως ἀναγκάζεται νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, νὰ παύσῃ καὶ τοὺς δικηγόρους, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς κρατησάσας προλήψεις. Οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω περὶ δικηγόρων, ἀλλ’ εἰς τοῦτο μὲ ἔφερεν ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ζητῶ νὰ ὑποβληθῇ. Ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἔφθανον εἰς τὴν ἀπόφασιν, εἰς ἣν αὐτὸς ἔφθασε. Δὲν ἔχω ὅμως ἐν νῷ νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν, διότι σταθερῶς πρεσβεύει τὴν γνώμην ταύτην. Ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην εἰς θέσιν κριτοῦ ἐν τῷ θέματι, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, βεβαίως ἤθελον ἀποκλίνει εἰς λύσιν, ἥτις ἤθελεν ἀφήσει ἄθικτον τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ ἤθελε θίξει μόνον τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ κυβερνητικοῦ. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὁ κυβερνήτης οὕτω νὰ πράξῃ, καθόσον, ὅπως στηρίξῃ τὴν ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου, ὡς ἐν τῷ ζητήματι τοῦ περὶ οὗ πρόκειται κλητῆρος ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπικαλεῖται τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἡ ἐπίκλησις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἔχῃ λόγον μόνον ἵνα ἀνακληθῇ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, τιμωρούμενος πειθαρχικῶς, διότι κατὰ παράβασιν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ἀξίωμα ἀπηγορευμένον. Μεθ’ ὃ ἐπιμένων, ἤθελεν ἀπολέσει τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ. Τοῦτο ἤθελον πράξει ἐγώ. Ἀλλ’ ἀσυνειδήτως παρὰ τῇ κοινωνίᾳ ἐγεννήθη ἡ πεποίθησις, ἐξ ἧς ἐπήγασεν ἡ διάκρισις, ἣν παραδεχόμεθα γενικῶς. Δὲν ψέγω τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔφθασεν εἰς προτίμησιν τῆς ἄλλης λύσεως, διότι δὲν ἔχω στοιχεῖα, ἵνα παραδεχθῶ, ὅτι ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν ἐξ ἰδιαιτέρας συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας πρὸς τὸν εἰρημένον Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε περὶ τούτου ἀνέκαθεν σταθερὰν πεποίθησιν, δέχομαι, ὅτι ταῦτα ἔπραξεν ἀνεξαρτήτως συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι σήμερον τεθέντος τοῦ ζητήματος, καὶ περὶ μελλουσῶν τοιούτων ὑποθέσεων ἐπιβάλλεται τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρέωσις νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ περὶ λύσεως αὐτοῦ, μὴ θιγούσης τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ἥτις περιβάλλει τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον διὰ δημοτικοῦ ἀξιώματος. Προτιμότερον ν’ ἀπολυθῇ ὁ δικαστικὸς κλητήρ, ἂν δὲ τυχὸν παρῃτήθη, νὰ στηριχθῇ τις ἐπὶ τῆς παραιτήσεως, ὅπως κρίνῃ κατηργημένον πᾶν κώλυμα πρὸς κατοχὴν τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Δούνης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: «Κατὰ τὸ 1890 ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1890 χρηματικὸν ἔνταλμα πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως ὀφειλομένης εἰς τὴν Παναγιοῦν χήραν Κοντογεώργου διὰ τὴν κατάληψιν οἰκίας τινός. Τὸ ὁρισθὲν ποσὸν ἐκτιμήσεως ἡ δικαιοῦχος ἀπεδέχθη· ἀλλ’ ὅτε τῇ ἀπεστάλη τὸ ἔνταλμα, ἐπείσθη παρά τινος νὰ μὴ τὸ ἀποδεχθῇ, καὶ οὕτως ἐπεστράφη τὸ ἔνταλμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἤδη ἡ ἀπαίτησις μετεβιβάσθη εἰς τὸν παραπείσαντα τὴν δικαιοῦχον νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ἔνταλμα, κατώρθωσε δ’ οὗτος νὰ συνταχθῇ νέον πρωτόκολλον ἐκτιμήσεως, μὲ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον μετὰ τῆς δηλώσεως ἀποδοχῆς τῆς δικαιούχου, ὡς καὶ ἀμφότερα τὰ πρωτόκολλα ἐκτιμήσεως.» Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 114).

§153Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§154Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ σᾶς δώσω ἀπαντήσεις. Σᾶς λέγω ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὰ περισσότερα ἐξ ὅσων εἴπετε εἶναι ἀνακριβῆ.

§155ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς ἐξέτασιν.

§156Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν. Διότι νομίζω, ὅτι πρέπει ἀπὸ σήμερον νὰ διακόψωμεν.

§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔχωμεν καὶ αὔριον.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§160Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ δεύτερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον περὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ νομοσχέδιον.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς γείνῃ ἡ χάρις ἀμέσως.

§162Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον, τὸ περὶ τῶν ὠφελίμων βιβλίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει συζήτησιν.

§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§165Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα δύναται νὰ δίδῃ καὶ χρήματα ἐκτὸς τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ;

§166ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει χρήματα.

§167Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ χρήματα, δὲν θὰ πάρῃ οὔτε τὸν θειϊκὸν χαλκόν.

§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τελευταίως ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦσαν ἐδῶ, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωσι πράξεις ἐπὶ δανείῳ. Εἶναι εὔκολον, ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔκαμε, νὰ ἀγοράσῃ τις θειϊκὸν χαλκόν.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§170Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τρίτον τώρα.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τῆς 30 Μαΐου 1900».

§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου, ἐὰν ἤθελον εἰσακουσθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ γένηται δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν κατάχρησις τοῦ δικαιώματος.

§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐξασφαλίζεται τοῦτο διὰ τῶν τροποποιήσεων, ἃς προτείνω, ὡς ἑξῆς: Τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τῆς 30 Μαΐου 1900 περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «γʹ) Τὰ ἔντυπα, μετακομιζόμενα εἰς κιβώτια διὰ φορτωτικῆς, ὡς ἐμπόρευμα, καὶ αἱ ἐφημερίδες, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον μεταφερόμεναι.» Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου προστίθεται μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας παραγράφου ἡ ἀκόλουθος: «Ἐπίσης ἀπαλλάσσονται ταχυδρομικῶν τελῶν τὰ ὑπὸ τοῦ «Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων» ἐκδιδόμενα καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους ταχυδρομικῶς ἀποστελλόμενα βιβλία αὐτοῦ.» Αὐτὰς τὰς δύο τροποποιήσεις προτείνω, αἵτινες, νομίζω, εἶναι ἀρκεταί.

§174Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἀποστέλλονται τὰ βιβλία αὐτὰ — λέγω τοῦτο διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος προέβαλεν αὐτὴν τὴν παρακέλευσιν, — ἀρκεῖ. Εἶναι οὕτω πως διεσκευασμένα, οὕτω πως διπλωμένα τὰ βιβλία αὐτὰ, εἶναι τόσον ὁμοιόμορφα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσχωρήσῃ κατάχρησις.

§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν θὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα.

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτιμῶ, ἀντὶ τῶν τοιούτων ἀτελειῶν, νὰ δίδηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συνδρομή. Προτιμότερον νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ πληρώνωνται χίλιαι δραχμαὶ κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, παρὰ νὰ ἀνοιχθῇ θύρα ἀνυπολογίστων καταχρήσεων.

§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι πολλαί.

§178Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χιλιάδες τοιούτων βιβλίων κυκλοφοροῦσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἤθελεν ἀποφασισθῇ νὰ δοθῇ συνδρομὴ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, νὰ δοθῇ ποσὸν γενναιότερον, πολὺ ἀνώτερον τῶν χιλίων δραχμῶν.

§179Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συνδρομὴ ἡ πρέπουσα καὶ ἡ ἀξιοπρεπεστέρα εἶναι αὕτη. Ἡ Ἑταιρεία δὲν θέλει νὰ λάβῃ χρήματα, ὥστε νὰ θέλῃ νὰ ζήσῃ, καὶ νὰ φανῇ ὅτι θὰ ζήσῃ διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν καθ’ ἑαυτὰ, ἀλλὰ μόνον αὐτὴν τὴν συνδρομὴν ζητεῖ, τὴν ταχυδρομικὴν ἀτέλειαν τῶν βιβλίων.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115).

§181ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει.

§182ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.

§183ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Αὔριον, αὔριον.

§184ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, κύριε Πρόεδρε.

§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Αὔριον.

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.

§187Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀγορεύων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ὁ μελετῶν ἀμερολήπτως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πορείαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὕτη ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἠρέμα μὲν καὶ ἀθορύβως, ἀλλ’ ἀπαρεγκλίτως καὶ στερρῷ τῷ βήματι εἰσῆλθον εἰς ὁριστικὴν ἀνάρρωσιν.» Ἡ αὐθεντία τοῦ λέγοντος, Κύριοι, καὶ ἕνεκα τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τῆς ἀνεγνωρισμένης αὐτοῦ πείρας, καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ λεγόμενα παρ’ αὐτοῦ μὲ ἠνάγκασαν νὰ μελετήσω μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς τὴν κατάστασιν ἡμῶν τὴν οἰκονομικὴν, μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἔλθω ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγώ, εἰ δυνατόν, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τὴν μελέτην ταύτην, καίτοι λυπούμενος ὅτι δὲν ἔφθασεν εἰς ὃ ἐπεθύμουν ἀποτέλεσμα, ὑποβάλλω ὑμῖν σήμερον. Διὰ νὰ ἔχω ἀποτελέσματα βέβαια, ἔλαβον διὰ μὲν τὰ ἔσοδα ὡς δεδομένα μᾶλλον ἀσφαλῆ τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων 1898 καὶ 1899, ἤτοι χρήσεων ὁμαλῶν, καὶ εἰς ταῦτα ἐπέφερα τὰς αὐξομειώσεις, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀναγκαῖαι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Τοὐναντίον, διὰ τὰ ἔξοδα δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω ὡς βάσιν τὰ ἔτη ταῦτα, διότι εἶχον ἀμφότερα, ἰδίως τὸ 1898, δαπάνας ἐκτάκτους, πηγαζούσας ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, ἰδίως ἐκ τῆς συντηρήσεως ἐν τῷ στρατῷ τάξεών τινων τῶν ἐφέδρων. Εὐτυχῶς, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1900, αἱ προϋπολογισθεῖσαι εἰς 114,088,468.47, θέλουσιν ἀφήσει ἀδιαθέτους πιστώσεις περὶ τὰ 6,420,000. Παραδέχομαι ταύτην τὴν δήλωσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας αἱ δαπάναι ἔσονται τῷ 1900 δρ. 107,668,000. Θέλομεν λοιπὸν λάβει ὡς βάσιν διὰ τὰς δαπάνας τὸ ἔτος 1900, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαιρέσει τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ περὶ συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐσόδων. Ἡ χρῆσις τοῦ 1898 ἄφησεν ἔσοδα τακτικὰ 104,935,904, ἀλλ’ ἐλλείπουσιν ἐξ αὐτῆς 6,000,000 ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχον ἀφεθῆ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἅπαντες οἱ ἄμεσοι φόροι, ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν εἰσεπράχθησαν οἱ ἔμμεσοι φόροι καθ’ ὅλον τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1898· ἐν ἐν ἑτέρᾳ δὲ ἀγορεύσει εἶχον ἀποδείξει, ὅτι τὸ ἐκ τούτου ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἦτο 6,000,000, καὶ ὡς ἐκ τούτου νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα ὅσα ἐξέθεσα τότε. Ἀπὸ τοῦ 1898 εἶχεν ἐπίσης λείψει τὸ ἔσοδον, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἀπολαύῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ παρακρατήματος, αἱ τέσσαρες δραχμαί, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ παρακρατήματος δι’ ἕκαστον χιλιόλιτρον φορτωθέν. Ὡς γνωρίζετε, τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰσῆλθεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. ἀνῆλθε δὲ εἰς δραχ. 1,273,122. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς εἶπον, ἀνῆκεν εἰς τὸ 1898. Εἶχον ἐπίσης ἀφεθῆ ἐν μέρει καὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη εἰς τοὺς φοιτητὰς Θεσσαλούς. Προσθέτω δὲ καὶ ἐκεῖθεν ἄλλας 100,000 δρ. Ὥστε δύναμαι μετὰ βεβαιότητος νὰ εἴπω, ὅτι τὸ 1898 ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ 112,329,000 δραχμάς. Ἐὰν ἤδη ἐπισκοπήσωμεν τὸ 1899, βλέπομεν ἔσοδα τακτικὰ 111,244,296 δραχ. Ἐκ τούτων ἀφαιροῦμεν τὸ παρακράτημα, ὄχι τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ ἔτος αὐτὸ, διότι τοῦτο ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ ἔσοδον τῆς σταφίδος, ἀλλὰ τὸ παρακράτημα τὸ ἀνῆκον εἰς τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897, δηλ. δρ. 3,855,092.57. Μένουσι λοιπὸν ἔσοδα τακτικὰ, ἀληθῶς ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, δρ. 107,389,203.90. Καὶ πρῶτον δέον νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ αὕτη ἡ διαφορὰ ἐσόδων μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899, διαφορὰ ἀνερχομένη εἰς 5,000,000 δρ. ὡς ἔγγιστα. Προέρχεται τὸ πλεῖστον ἐκ τριῶν κονδυλίων. αʹ) Ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ, δρ. 1,617,358 69. βʹ) Ἐκ τοῦ φόρου ἐλαίου, δρ. 2,172,280. γʹ) Ἐκ τοῦ ἐσόδου ἐκ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων, δραχ. 1,348,027. Ἐπὶ τῶν δύο πρώτων κονδυλίων, ὡς ἀνεξαρτήτων τῆς κυβερνητικῆς προνοίας, οὐδεμίαν κάμνω παρατήρησιν. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ὅμως κονδυλίου, ἤτοι τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐσόδου, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ αὔξησις τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ τὸ 1898 δεικνύει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1898 ἐγένοντο ὄχι βεβαίως ὀλιγώτερον ἐπιμελῶς ἢ σήμερον, καίτοι ἡ εἴσπραξις τὸ 1898 ἦτο πανθομολογουμένως ὀλιγώτερον καταπιεστικὴ, διότι ἐγίνετο δικαιοτέρα, ἄνευ διακρίσεως κομμάτων...

§188Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ ἔτος 1898 ἦτο ἑπόμενον, αἱ εἰσπράξεις νὰ ὦσι περισσότεραι, διότι κατὰ τὸ 1897 εὑρισκόμεθα εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν. Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι ὑπολογίζετε πλέον τοῦ πραγματικοῦ τὰς εἰσπράξεις ἐκ Θεσσαλίας, αἵτινες καθυστέρησαν. Ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους ἀναστολὴ, ὡς πρὸς τοὺς ἐμμέσους ὅμως, μόνον κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν.

§189ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει πρῶτον, ὅτι αἱ ἐκ καθυστερουμένων εἰσπράξεις ἦσαν μεγαλείτεραι κατὰ τὸ 1898, ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, αἵτινες ἠμπόδισαν κατὰ τὸ 1897 τὴν εἴσπραξιν τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὠφέλησε τὴν χρῆσιν τοῦ 1898, διότι, συνεπείᾳ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου ΒΦΛΖʹ τῆς 17 Μαρτίου 1898 «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τούτων ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν», ἀπηλλάγησαν ἐντελῶς μὲν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897 οἱ φορολογούμενοι τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ τῆς πόλεως Ἄρτης καὶ τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ χωρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ὡς καὶ οἱ μεταναστεύσαντες ἐξ Ἠπείρου κτηνοτρόφοι καὶ γεωργοί, ἐγένετο δὲ ἀναστολὴ μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1898 τῶν ἐτησίων παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως, ὡς ἐπίσης ἀπαλλαγὴ δι’ ὅλους τοὺς δικηγόρους ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ 1897, ὡς καὶ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων τοῦ 1897 τῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν, ὡς ἐπίσης ἐγένετο ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν διὰ τοὺς νομοὺς Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ τῆς πόλεως Ἄρτης δι’ οἱανδήποτε ἄλλην ὀφειλήν, ἐκτὸς τῆς ἐξ ἀμέσων φόρων, πηγαζούσης ἐκ προγενεστέρων χρήσεων τῆς τοῦ 1897. Καὶ ταῦτα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899.

§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ἀνεστάλη ἡ εἴσπραξις· ὥστε καὶ κατὰ τὸ 1899 οὐδὲν εἰσεπράχθη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν δύο νομῶν Τρικκάλων καὶ Λαρίσης. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ καθυστερήσεων παρελθουσῶν χρήσεων, ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ὅλου Κράτους.

§191ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἤτοι διὰ τῆς διαλογικῆς συζητήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ τελειώσωμεν ποτέ.

§192ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή· ἀρκεῖ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀγόρευσιν ἀντ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἂς μὲ διακόπτῃ ὅσον θέλει. Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἰσέπραξεν, ἀλλὰ καὶ ἐπέστρεψε τὸ 1898 προγενεστέρας εἰσπράξεις εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ, πᾶν πρόστιμον, ὅπερ εἶχε τυχὸν εἰσπραχθῆ ἐξ ὑπερημερίας διὰ φόρον ἄμεσον, ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896· ὥστε οὕτως ἐγένετο ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν τῶν καθυστερουμένων ἀμέσων φόρων τοῦ 1896. Ἐννοεῖται, ὅτι ἅπασαι αὗται αἱ ἀναστολαὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐλαττώσουν σπουδαίως τὰς εἰσπράξεις ἐκ καθυστερουμένων· καὶ μ’ ὅλον τοῦτο αὗται ὑπῆρξαν κατὰ 1,348,000 δραχ. ἀνώτεραι τῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἐπίσης εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ἔλειψε κατὰ τὸ 1898 τὸ ἐκ Θεσσαλίας ποσὸν τῶν ἕξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ἐναντίου· διότι, καθ’ ἃς εἶχον ἀποκομίσει πληροφορίας, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶχον εἰσπραχθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1898, εἰμὴ μόνον 3,949,727 δραχμαί, ἐνῷ κατὰ μέσον ὅρον εἰσεπράττοντο τὰ προηγούμενα ἔτη 7,735,000. Εἶχον δὲ δωρηθῆ ἐκ τῆς δευτέρας περιόδου τῆς χρήσεως δρ. 2,200,000 ἐξ ἀμέσων φόρων, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰ 3,785,272 δραχμάς, τὰς ἐλλειπούσας ἐκ τῆς πρώτης περιόδου τῆς χρήσεως, δίδουν 5,985,272, ἤτοι 6,000,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα. Οὐδεμία περὶ τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Ἤδη, γνωρίζοντες τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1898 καὶ 1899, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς αὐξομειώσεις, τὰς ἐπελθούσας τὸ 1900, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ πόσων ἐσόδων δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν πρὸς καταρτισμὸν Προϋπολογισμοῦ ὁμαλοῦ, ἀπηλλαγμένου ἀπροβλέπτων δυστυχημάτων, ὡς τὰ τοῦ 1900, ἢ ἀπροβλέπτων ἐπίσης ἐσόδων. Καὶ τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν θέλω παρουσιάσει ὑμῖν. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις εἶναι ἤδη ἠλαττωμέναι μέχρι 30,000,000 δραχ., ἀπέναντι 32,839,874.25, εἰσπραχθεισῶν τὸ 1899· ὅθεν ἐκεῖθεν ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 κατὰ 2,800,000 δρ. τοὐλάχιστον. Ἐλαττοῦνται ἐπίσης κατὰ δρ. 945,103.60 ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν ἀστυνομίαν, διότι ἡ εἰσφορὰ αὕτη κατηργήθη διὰ νόμου. Οὕτως ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 ἀπὸ 107,389,000 εἰς 103,644,000. Ἐξ ἄλλου μέρους δέον νὰ αὐξηθῶσιν αὗται κατὰ τὰ ἑξῆς ποσά. Πρῶτον, ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ 1899, ἐπὶ βεβαιώσεως δραχ. 2,367,186.23, ἀπέδωκεν 1,487,592.61, ἤτοι 62,8%. Ἤδη ἡ βεβαίωσις ἀνέρχεται εἰς τὸ σταθερὸν ποσὸν τῶν 3,256,000 δραχμῶν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Παραδεχόμενος τὴν αὐτὴν ἀπόδοσιν, ἤτοι 62,8% ἐπὶ τοῦ βεβαιουμένου σήμερον, εὑρίσκω ἔσοδον δραχ. 2,044,768, ἤτοι κατὰ 557,176 ἀνώτερον ἢ τὸ 1899. Ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον, ἡ παραγωγὴ τοῦ 1898 ἦτο, περιλαμβανομένης καὶ τῆς Ἑπτανήσου, 3,051,921.57, ἡ παραγωγὴ τοῦ 1899 κατῆλθεν εἰς δραχ. 879,641.42. Θέλοντες δὲ νὰ εὕρωμεν τὸ ἀληθὲς μέσον ἔσοδον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου, δέον νὰ λάβωμεν ὡς τοιοῦτον τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο εἰρημένων ἀριθμῶν, ἤτοι 1,965,553.99. Ὁ μέσος ὅρος οὗτος εἶναι κατὰ 1,085,890 ἀνώτερος τῆς παραγωγῆς τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἄρα τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέτομεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899. Ὡς πρὸς τὰς οἰκοδομὰς, παρατηρῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1899 τὸ ἔσοδον ηὔξησε κατὰ 370,000 δραχμὰς ἐντὸς τετραετίας, ἤτοι κατὰ 92,500 κατ’ ἔτος. Παραδέχομαι λοιπὸν παραπλησίαν αὔξησιν καὶ διὰ τὸ 1900, ἤτοι ἐξ 100,000 δραχμῶν. Τὸ ἔσοδον ἐκ χαρτοσήμου φαίνεται ηὐξημένον κατὰ τὸ 1900 κατὰ 900,000 δραχμάς. Τὸ ἔσοδον ἐκ ταχυδρομικῶν κατὰ 200,000. Ὡς πρὸς τὰ προξενικὰ τέλη, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν καταστάσεων τοῦ 1899 αὔξησις 100,000 δραχμῶν. Ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 βλέπω προστιθεμένην αὔξησιν μόνον 30,000 δρ. Ὁμολογῶ, ὅτι προσεδόκων μεγαλειτέραν αὔξησιν, μετὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προξενικοῦ νόμου.

§193Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἔχομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 αὔξησιν 130,000 φρ. χρυσῶν. Ὄχι 30,000. Κάμνετε λάθος.

§194ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα, 130,000. Ἀλλὰ, κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἴχετε καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν, ἡ αὔξησις αὕτη ἀνεμένετο μεγαλειτέρα.

§195Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. 150,000 περίπου, ἂν θέλητε νὰ προσθέσωμεν εἴκοσι χιλιάδας.

§196ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Πολὺ μεγαλειτέρα, κύριε Ὑπουργέ· 200 ἢ 300 περίπου χιλιάδας.

§197Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δραχμὰς, ὄχι φράγκα χρυσᾶ.

§198ΝΕΓΡΗΣ. 130,000 φρ. δὲν κάμνουν 300,000 δραχμάς;

§199Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι· 205,000 δραχμάς.

§200ΝΕΓΡΗΣ. Παρουσιάζετε φράγκα χρυσᾶ 224,000 ἐν τῇ σημειώσει, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας.

§201Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο τὸ ἀρχικῶς ὑπολογισθέν. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τέλη τινὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐπρόκειτο νὰ αὐξηθῶσι, κατόπιν τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως δὲν ηὐξήθησαν, ὡς λόγου χάριν τὰ τέλη τῶν διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνέκρινεν ἡ Βουλή, καί τινα ἄλλα· ὥστε ἐκ τῶν ἀρχικῶς προϋπολογισθέντων ἀφῃρέθησαν περὶ τὰς 60,000 ἢ 70,000 φράγκα χρυσᾶ πρόσθετα τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα, κατόπιν τῆς συζητήσεως, δὲν ἐπεβλήθησαν διὰ τοῦ νέου νόμου.

§202ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἄνω τῶν 160,000 δρ. Ταῦτα ἀνέγραψα περιπλέον τῶν τοῦ 1899.

§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῶν εἰσπραχθέντων τὸ 1899. Τὸ 1900;

§204Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ 1900 προϋπελογίσθησαν 530,000. Προσετέθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ὡς ἔσοδα 130,000 φρ. χρυσᾶ. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 660,000 φρ. χρυσᾶ.

§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσπραχθέντων, ὄχι περὶ προϋπολογισθέντων...

§206Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι προϋπολογισθέντων.

§207ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχομεν ἐπίσης αὔξησιν ἐκ δικαιώματος στατῆρος κατὰ 45,000 δρ. (κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ), ἐκ πετρελαίου κατὰ 737,000, ἐξ ἅλατος κατὰ 437,000 (κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ), ἐκ πυρείων κατὰ 75,000, ἐκ σμύριδος κατὰ δρ. 250,000, καίτοι περὶ τούτου οὐδεμίαν μνείαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του...

§208Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε εἰσηγούμην τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σμύριδος ἤθελεν ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 6,000 τόννων. Ἤδη ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐπωλήθη ἐντὸς τοῦ 1900 σμύρις ἄνω τῶν 6,300 τόννων.

§209ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε, βλέπετε, προσθέτω 250,000 δραχμὰς ὑπεράνω τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1899.

§210Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δέον νὰ προσθέσητε περισσότερα, διότι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἔχω ἀναγράψει 600,000 φράγκα, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσι πρὸς ποσὸν σμύριδος κάτω τῶν 6,000 τόννων. Ὅταν ἔχητε 6,300 τόννους, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθη ποσὸν πολὺ κατώτερον τῶν 600,000 φράγκων, δέον νὰ ἀναγράψητε ποσὸν ἀνώτερον διὰ τὸ 1900. Τὸ 1900 θέλομεν προσεγγίσει τὰς 700,000 φράγκα.

§211ΝΕΓΡΗΣ. Ἂν φθάσητε τὰς 700,000, βεβαίως.

§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξήγησα ἤδη ὑμῖν τὰ τοῦ ἐσόδου τούτου· 600,000 φράγκα εἶχον ἀναγραφῆ· ἐπωλήθησαν ἕως τώρα 6,300 τόννοι, πρὸς φρ. 106.50 εἰς χρυσόν.

§213ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι 700,000, ἀλλ’ 636,000.

§214Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον 6,300 Χ 106,50, ἔχετε φράγκα 671,000.

§215ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν προσθέτω ἄλλας 100,000· ἤτοι τὸ ὅλον 350,000 δραχμάς. Ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων, παρατηρῶ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἀνέρχονται εἰς δραχ. 2,439,540.95. Ἂν εἰς ταύτας προσθέσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἔχομεν 2,818,984 δραχμὰς, αἵτινες ὀλίγον θ’ ἀπέχουν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1900. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι κατὰ 472,264 δραχμὰς ἀνώτερον τοῦ ἀντιστοίχου ἐσόδου τοῦ 1899. Δέον λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν δρ. 472,000 εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899. Τέλος προσθέτομεν ἐπίσης καὶ δραχ. 515,000, αὐτὰς ταύτας, ὅσων μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἀνεβλήθη ἡ πληρωμὴ κατὰ τὸ 1899 ἐν Θεσσαλίᾳ, δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ὃν ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν. Καὶ οὕτω, προσθέτοντες ἁπάσας ταύτας τὰς αὐξήσεις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 103,644,000 δραχμῶν, ὅπερ εἴχομεν ἀνεύρει προηγουμένως, ἔχομεν δραχ. 109,271,000 διὰ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ τὸ 1900, ἂν ἦτο ἔτος ὁμαλόν, ἄνευ ἐναντίων περιστάσεων, ὡς ἡ τοῦ περονοσπόρου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως τούτου, δέον νὰ ἀφαιρέσωμεν 387,269 δρ. ὡς ἐκ τοῦ καπνοῦ, διότι ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ μόνον 7,060,000 δραχμαὶ θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἔσοδον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὑπολοίπου ἐσόδου τοῦ καπνοῦ ἔχοντος ἄλλον προορισμόν, κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἐνῷ τὸ 1899 τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 7,447,269,46. Ὥστε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἀσφαλῶς, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἀνέρχονται τὴν σήμερον εἰς 108,883,000 δραχμάς. Ἐξ ἄλλου ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ ἐξ οἰκοδομῶν θ’ αὐξήσῃ τὸ 1901 κατὰ δραχμὰς 100,000, τὴν τακτικὴν αὐτοῦ ἐτησίαν αὔξησιν, τὰ δὲ ταχυδρομικὰ κατὰ δραχ. 200,000, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν πρόοδον τῶν εἰσπράξεων, τὰ δὲ προξενικὰ τέλη, κατὰ δραχμὰς 50,000. Δηλαδὴ τὰ ἔσοδα τοῦ 1901, ἂν αἱ περιστάσεις ἦναι ὁμαλαὶ, θὰ ὦσιν ηὐξημέναι κατὰ 350,000 δραχμάς· θὰ ἀνέρχωνται δηλαδὴ εἰς δρ. 109,233,000, ἀπέναντι τῶν 108,883,000 τοῦ 1900. Οὐδόλως ἔλαβον, ὡς βλέπετε, ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει ἡ χρῆσις τοῦ 1899 δύο ἑκατομμύρια δρ. περιπλέον, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ δυστυχεῖς περιστάσεις, αἵτινες κατέστρεψαν τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ σταφυλοπαραγωγήν. Τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τούτου, ὅτι ἔδωσεν αὐστηρὰς διαταγάς, ὅπως ἐν τῷ νομῷ Ἠλείας, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας, ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας, ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας μὴ πιέζωνται οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν, πόσα καθυστερούμενα ἔμειναν κατὰ τὸ 1899 ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις, καὶ πόσα τὸ 1898. Εἰς τὸν νομὸν Ἠλείας τὸ 1898 ἔμειναν καθυστερούμενα 632,524 δρ., ἀπέναντι 783,678 τοῦ 1899. Ἐνταῦθα ὑπερτερεῖ τὸ 1899. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν, τὸ 1898 ἔμειναν καθυστερούμενα 574,864 δραχμαὶ, καὶ τὸ 1899 δρ. 720,945. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν καθυστερήσεις περισσοτέρας τὸ 1899. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας, Κύριοι, τὸ 1898 ἔμειναν καθυστερούμενα δρ. 452,298, τὸ δὲ 1899 ἔμειναν μόνον δρ. 395,000. Ἠρχίσαμεν δηλ. ἤδη νὰ ἔχωμεν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας, τὸ 1898 ἔμειναν καθυστερούμενα 680,000, τὸ 1899 ἔμειναν 397,959. Εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλίας, τὸ 1898 ἔμειναν καθυστερούμενα δραχμαὶ 590,844, τὸ 1899 δραχ. 455,780. Ἐὰν ἀθροίσωμεν ἅπαντα ταῦτα τὰ ποσά, θέλομεν εὕρει, ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔμειναν καθυστερούμενα, τὸ 1898 δραχ. 2,938,574, τὸ δὲ 1899 δραχ. 2,754,347. Δηλαδὴ ἔμειναν 186,227 δραχμαὶ περισσότερα καθυστερούμενα τὸ 1898 ἢ τὸ 1899. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ εἴσπραξις ἐγένετο ἐπίσης κανονικὴ καὶ τακτικὴ τὸ 1899 καὶ τὸ 1898, καὶ μᾶλλον αὐστηροτέρα τὸ 1899. Ἂς μὴ διατείνηται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ εἰσέπραττε καὶ 2,000,000 περισσότερον, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι τὰ καθυστερούμενα εἰς τὰς παθούσας ἐπαρχίας εἶναι τὰ αὐτά, ἢ καὶ κατά τι ὀλιγώτερα ἢ τὸ 1898. Παρατηρεῖτε ἤδη, ὅτι οὐδὲν προσέθεσα εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν, ἐξ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 1,000,000 κατὰ τὸ 1900, καὶ 1,500,000 κατὰ τὸ 1901. Κύριοι, ὅμοιον νόμον, ὡς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσιν, εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὸ 1881, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—ἀγνοῶ ποῖος ἦτο—ἀνέγραφε κατὰ τὴν πρώτην χρῆσιν, καθ’ ἣν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ἓν ἑκατομμύριον καὶ 500,000, ἀλλ’ εἰσέπραξεν 130,000 μόνον. Ἀνέγραψε κατὰ τὴν δευτέραν χρῆσιν 1,350,000, εἰσέπραξε δὲ 114,000. Κατὰ τὴν τρίτην ὅμως χρῆσιν, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἀείμνηστος Καλλιγᾶς, ἐξέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄτοπον τῶν τοιούτων ἀναγραφῶν, καὶ πρῶτος ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δρ. 90,000, εἰσέπραξε δὲ δραχ. 138,049.12. Ἐν γένει δὲ αἱ εἰσπράξεις ἦσαν αἱ ἑξῆς μέχρι τοῦ 1890:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔτους 1881εἰσπράξειςδραχ.131,899.01
» 1882» » 114,916.30
» 1883» » 98,684.41
» 1884» » 118,901.89
» 1885» » 84,642.75
» 1886» » 44,150.66
» 1887» » 79,243.88
» 1888» » 75,591.39
» 1889» » 61,019.28
» 1890» » 70,713.49

Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα αἱ ἀναγραφαὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Καὶ δὲν θὰ εὕρισκον μὲν ἄτοπον νὰ ἀναγράψῃ τις ὡς ἔσοδα ἐξ αὐτοῦ 100,000 δραχμάς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὅταν οἱ δῆμοι ὀφείλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὁλόκληρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, χαρίζομεν δὲ ταῦτα αὐτοῖς διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, ὅταν, λέγω, δωρῶμεν τὰ ποσὰ ταῦτα, βεβαίως, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ δωρεὰ, συγχρόνως γίνεται καὶ δαπάνη ἴση μὲ τὴν δωρεάν. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἶναι πρόδηλον λοιπόν, ὅτι, καθ’ ὅσον εἰσπράττομεν ἐκ τῶν ὀφειλῶν τούτων, ἡ πρώτη μας φροντὶς πρέπει νὰ ἦναι, νὰ καλύψωμεν ἀκριβῶς τὰς χρεώσεις τῶν δήμων. Ἀληθῶς θὰ ἦτο ἄτοπον, ἵνα μὴ εἴπω τι βαρύτερον, νὰ βλέπῃ τις δανειστὴν, ὅστις ἔχων νὰ λάβῃ 2,000,000, συμβιβάζεται μὲ 1,000,000, καὶ ἀντὶ ν’ ἀναγράψῃ εἰς τὰ βιβλία του ζημίαν 1,000,000, γράφει κέρδος 1,000,000. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τοῦ κονδυλίου τούτου οὐδὲν ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν. Ἐὰν εὐτυχήσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἔστω καὶ 100,000 δραχμὰς, ἔστω καὶ 200,000, μὲ ταύτας ὀφείλομεν ν’ ἀποσβέσωμεν τὰ ἑκατομμύρια, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι χρεωμένοι οἱ δῆμοι, διότι ταῦτα δὲν δύνανται ν’ ἀποσβεσθῶσιν, εἰμὴ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλω ἐπανέλθει. Ὡς ἐκ τούτου λοιπόν, Κύριοι, οὐδὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἔσοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἀλλ’ οὐδὲν ἀνέγραψα ἐπίσης διὰ τὰ ἀπρόβλεπτα. Εἰς προηγουμένην ἀγόρευσίν μου εἶπον ὑμῖν, ὅτι εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα ἀναγράφονται 436,719 φράγκα χρυσᾶ ὡς ἐπιστροφὴ ἐκ τῶν 918,687.58 φρ. τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70% ὀφειλομένων τόκων εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1893–1898, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου. Εἶπον τότε ὑμῖν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 10, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλε κατὰ τὸ 1898 νὰ πληρωθῇ διὰ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου, ὅτι δὲν ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, καὶ ὅτι ἔμειναν φράγκα χρυσᾶ 436,719.33. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν αἱ 918,687.58 ἐκ τοῦ δανείου, τὸ μὴ πληρωθὲν ποσὸν ἀνήκει εἰς τὰ δάνεια, ἄρα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἔπρεπε τὰ 436,719 φράγκα ἤτοι δραχ. 698,750, ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνταῦθα θὰ ἐπιστήσω συντονωτέραν τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι βεβαίως ἐγένετο ἕτερον λάθος, λίαν σπουδαῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταστήσῃ ὑπεύθυνον τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐν τῇ καταστάσει, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέδωκε τὴν ἑσπέραν ταύτην, τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899, βλέπω, ὅτι ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τῶν 914,117 φράγκων εἰς τὰ πληρωτέα ποσὰ, διὰ τὸν αὐτόν, ὡς εἴρηται, σκοπὸν, ἀλλὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀλλ’ ὅτι ἐπληρώθησαν μόνον 565,558, καὶ ὅτι ἐπερίσσευσαν 348,558 φρ. χρυσᾶ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν μόνον 565,000, καὶ κλείει τὸ 1899 μὲ ἀδιάθετον πίστωσιν ἐκ 348,558 φρ. χρυσῶν. Δίδει τοῦτο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὴν ἀδιάθετον ταύτην πίστωσιν νὰ παρουσιάσῃ ὡς ἔσοδον τῆς ἑπομένης χρήσεως; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τοῦτο ἐγένετο· διότι, ἐκτὸς τῶν 436,719 φράγκων ἀπροβλέπτων, περὶ ὧν ὡμίλησα, βλέπομεν ἐπίσης ἀναγεγραμμένα ἔσοδα τῆς αὐτῆς φύσεως φράγκα 109,008.34, καὶ ἕτερα 40,999 φράγκα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ προέρχωνται, εἰμὴ ἀπὸ τὰ 348,588 φρ. τῆς ἀδιαθέτου πιστώσεως τοῦ 1899, ἅτινα οὕτω φέρονται ὡς ἔσοδα τοῦ 1900.

§216Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγράφεται τὸ ποσὸν 918,000 φράγκων πρὸς πληρωμὴν τῶν 5%. Τὰ χρέη ταῦτα ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἐξεδόθησαν δὲ καὶ ἐξωφλήθησαν τὰ σχετικὰ χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ ἐχρεώθη διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1898. Ἐννοεῖται, ὅτι ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐγίνωσκε, πόσαι εἶχον ἐκδοθῆ ἀποδείξεις, καὶ πόσον ποσὸν ἤθελε πληρωθῆ· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Κατὰ τὸ 1900 ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ ποσὸν 439,918 ἐπέστρεψε, διότι δὲν ἐπληρώθη, καὶ δι’ ἐγγράφου της, ὑπ’ ἀριθ. 469 τῆς 10 Μαΐου 1900, ἐδήλωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν φρ. 918,000, ὅπερ εἶχε λάβει, ὑπελείφθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε τοῦτο ὡς δημόσιον ἔσοδον, διότι ἦτο ἤδη πληρωμένον. Ποῦ ἠδύνατο νὰ καταλογίσῃ τοῦτο; Δὲν ὑπῆρχεν ἕτερον κεφάλαιον, εἰμὴ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων.

§217ΝΕΓΡΗΣ. Ἦτο ἔκτακτον ἔσοδον.

§218Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἔκτακτον, ἦτο ἀπρόβλεπτον. Ἔκτακτα εἶναι ὅσα προέρχονται ἐκ τῶν δανείων. Κατελογίσθη εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων. Κατὰ τὸ 1899 ὅμως εἶδα ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1898, ὅτι ὑπῆρχε μία πρόβλεψις, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὀλιγώτερον, καὶ οὕτω ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 διαφέρει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ 1899 εἶχε φῶς ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τὴν προηγουμένην χρῆσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβεν ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔσχε τὴν ἀπορίαν, ἢ μᾶλλον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγένετο λάθος.

§219ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄτοπον, δὲν ἐνόησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ποῦ εἶδον τὸ ἄτοπον· θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα τῶν 436,000, βεβαίως προέρχεται ἐξ ἐσόδου δανείου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰ ἔκτακτα, καὶ ὄχι εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι τὰ δάνεια εἶναι ἔκτακτα ἔσοδα.

§220Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους· εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὑποχρέωσις νὰ πληρώνῃ τὸ 5%. Τὸ ποσὸν τῶν 918,000 φρ. ἐκρατήθη ἀπὸ τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ὄχι ἐκ δανείου· ὥστε πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ ὡς προερχόμενον ἐκ δανείου;

§221ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δέν μοι ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἄτοπον. Τὸ ἄτοπον δὲν ἀφορᾷ τὸ 1898, ἀφορᾷ τὸ 1899. Ὡς σᾶς εἶπον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ 1899, ἀντὶ νὰ πληρώσῃ 914,000 φράγκα, ἐπλήρωσε 565,000. Λοιπὸν τὸ ὑπόλοιπον ἔμεινε περίσσευμα. Ἔκλεισε τὸ 1899· ἰδοὺ ὁ ἀπολογισμός του. Λοιπὸν παραδέχεσθε, ὅτι περισσεύματα χρήσεώς τινος, ἤτοι ἀδιαθέτους πιστώσεις, δύναταί τις νὰ θέσῃ ὡς ἔσοδον ἑπομένης χρήσεως; Τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον· διότι ἀκριβῶς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἴχετε περίσσευμα, ὅπερ μετεφέρατε εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα τοῦ 1900, ἐκ δραχμῶν 150 χιλιάδων.

§222Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα κατελόγισα ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων προέρχονται ἐκ τούτου, ὅτι εἶχον καταβληθῆ, καὶ ἐπεστράφησαν κατόπιν.

§223ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν φαίνεται ἀκριβὲς τοῦτο.

§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν πληρωμένα δυνάμει χρηματικῶν ἐνταλμάτων, καὶ ἐπεστράφησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἕτερα ποσά, μὴ ἔχων πρόχειρον τὴν κατάστασιν, τὴν ἐξηγοῦσαν τὰ τῶν γενομένων εἰσπράξεων, θὰ δώσω αὔριον τὴν ἐξήγησιν.

§225ΝΕΓΡΗΣ. Ἀναμένω εὐχαρίστως τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ περὶ τούτου αὔριον, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐγένετο τόσον ἀσύγγνωστον λάθος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἂς σταματήσωμεν ὀλίγον, καὶ ἂς ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως μελετήσωμεν, ὁποία ἦτο ἡ πρόοδος τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καὶ τὴν παραβολὴν θέλω κάμει πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895. Προτιμῶ δὲ νὰ παραβάλω πρὸς τὰ ἔτη ταῦτα, διότι πρῶτον ἔχομεν τοὺς μέσους ὅρους ἤδη ἑτοίμους ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, δεύτερον διότι διηύθυνον τὰ πράγματα κατὰ τὸ πλεῖστον τότε οἱ διευθύνοντες ταῦτα καὶ νῦν, καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεμία ἀντιζηλία δύναται νὰ ἐγερθῇ μεταξὺ τῶν τριῶν χρήσεων 1893, 1894 καὶ 1895 καὶ τῶν νῦν. Λοιπὸν ὁ μέσος ὅρος τῶν χρήσεων 1893, 1894 καὶ 1895, κατὰ τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, εἶναι 92,631,072 δραχμαί, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐκ 4,182,470 δρ. ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἡ περιελθοῦσα εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἀφοῦ προστεθῶσι 231,129 δραχ. ἐκ πωλήσεως ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον, εἶχεν ἀφαιρέσει ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ὥστε ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν τούτων εἶναι 92,631,072.01. Παραβάλλοντες δὲ ταῦτα πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχομεν ἀνεύρει, ἔχομεν διαφορὰν 16,602,659 δραχμῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα. Ἐπεθύμουν, τὴν αὐτὴν εὐχάριστον ἀντίληψιν νὰ εἴχομεν καὶ περὶ τῶν ἐξόδων. Δυστυχῶς, τὰ πράγματα ἐνταῦθα ἀλλάσσουσι μορφήν. Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ οὐδενός. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν, εἶναι, νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅλοι μας, πρῶτον ἡ Κυβέρνησις, δεύτερον ἡ Βουλή, ὁποία εἶναι ἡ θέσις μας, καὶ ἐπὶ τοιαύτης ἀκριβοῦς ἀντιλήψεως νὰ στηρίξωμεν τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1900, μετὰ τῶν μέχρι τοῦδε ζητηθεισῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀνέρχεται εἰς δρ. 114,088,468.47, ὑποδιαιρουμένας ὡς ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ δημοσίου
χρέους δρ. 41,029,583.20
Ἐκ δαπανῶν τῶν Ὑπουργείων » 58,648,663.65
Ἐκ δαπανῶν διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων» 10,511,391.62
Ἐκ διαφόρων πληρωμῶν » 3,898,830.—
Τὸ ὅλον δρ.114,088,468.47

Κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων θέλουσι μείνει ἀδιάθετοι 6,420,000 δραχμαὶ, ἀναγόμεναι βεβαίως εἰς τὰ διάφορα ὡς ἄνω τμήματα δαπανῶν. Ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, μένει ὡς δαπάνη τοῦ 1900 τὸ ποσὸν τῶν 107,668,468 δραχμῶν. Καὶ ταῦτα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρελείφθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αἱ ἑξῆς δαπάναι. Πρῶτον, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀπέδειξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παρελείφθη ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν δραχμῶν 1,262,000 ἐκ τῶν τοῖς δανεισταῖς ἀνηκόντων πλεονασμάτων τῶν ἐσόδων τοῦ 1899 καὶ 1898, ἅτινα, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει τῷ λογιστικῷ νόμῳ ὁ κ. Ὑπουργός, δέον νὰ ἐπιβαρύνουν ὄχι τὰς οἰκείας χρήσεις, ἀλλὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. Καὶ ναὶ μὲν διὰ τῆς βεβιασμένης ἐκείνης ἑρμηνείας ἀπήλλαξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ὁλοκλήρου ποσοῦ 2,790,172.85, χωρὶς νὰ προσέξῃ, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἀπαλλάσσει μὲν τὴν χρῆσιν ἐκείνην τοῦ σημαντικοῦ τούτου ἐξόδου, ἀλλὰ δὲν δύναται πλέον νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ 1900. Ἀλλ’ ἂν ἐπιτηδείῳ τῷ τρόπῳ ἠλάφρυνε τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ὡς δὲν ὤφειλε, δὲν δύναται πλέον νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἅτινα θὰ ἔχουν τὸ βάρος τῶν ἀληθῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἔστω καὶ ἀναγραφομένων καθ’ ἓν ἔτος βραδύτερον ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους. Οὕτως ἔμενον ἐκ μὲν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 δαπάναι ἐκ πλεονασμάτων ἀνηκόντων τοῖς δανεισταῖς, ὡς ἐμφαίνεται ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, δρ. 576,545.10. Ἔμενον ἐπίσης ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, 2,213,627.75. Τὸ ὅλον δρ. 2,790,172.85. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου διέθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν 1 Ἰουνίου 1900 ὑπὲρ τῶν δανειστῶν 2,629,861.19, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 δὲν προβλέπει, εἰμὴ 1,367,133 δραχμάς· ἄρα δέον νὰ ζητηθῇ νέα πίστωσις ἐκ δρ. 1,262,728.19. Καὶ περὶ ταύτης ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς περιέλαβεν αὐτὴν εἰς τὰ δύο ἑκατομμύρια, διὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ νέας πιστώσεις.

§226Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ δημοσίου χρέους· ἐκεῖ ὡμίλησα περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ 1900, ἀνεξαρτήτως τοῦ δημοσίου χρέους.

§227ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀναγκαία αὕτη πρόσθετος πίστωσις εἰς τὸ δημόσιον χρέος τοῦ 1900. Τῷ ὄντι ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὴν διαφορὰν συναλλαγῆς τῶν εἰς χρυσὸν δανείων κατὰ τὸ 1900 εἰς 60 ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου, ἐνῷ ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, σελ. 102, ἀναγράφεται ὡς μέση τιμὴ τοῦ φράγκου κατὰ τὸ 1900, πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν ἐκ τοῦ συναλλάγματος πλεονασμάτων τοῦ 1900, ἡ τιμὴ 1,64. Δέον λοιπὸν ταύτην τὴν τιμὴν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἂν ταύτην λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν 14,658.067 φρ. χρυσῶν, ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θέλει αὐξήσει ἀνὰ 4 λεπτὰ κατὰ φράγκον, ἤτοι ἐν συνόλῳ κατὰ δραχ. 586,322.68. Οὕτω τὸ δημόσιον χρέος ὀφείλει νὰ αὐξηθῇ κατὰ τὸ 1900 κατὰ τὸ ἄθροισμα τῶν δύο κονδυλίων δραχ. 1,262,728.19 καὶ 586,322.68, ἤτοι κατὰ 1,848,050.87. Καὶ οὕτως αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀνέρχονται ἀπὸ 41,029,583.20 εἰς 42,877,634.07. Καὶ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς συναλλάγματος 1,64, ὡς σημειοῦται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ὁ μέσος ὅρος τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900.

§228ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ὅμως δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν δήλωσιν.

§229ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνεῖ πρὸς τὸ ἐπίσημον τεῦχος τοῦ 1901.

§230ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδήλωσεν ἤδη ὁ Ὑπουργός, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους...

§231ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἐπίσημον τεῦχος· δὲν ἔχω ἀνάγκην ἄλλου τινός. Δὲν ἤμην δὲ καὶ ἐδῶ κατὰ τὴν δήλωσιν, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε· διότι, ἐὰν ἤμην ἐδῶ, θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον.

§232Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ 1899;

§233ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν πλεονασμάτων ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἰδικήν σας, ἀναγράφετε ὡς δαπάνας τοῦ ἑπομένου ἔτους.

§234Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι εὐεξήγητον τὸ πρᾶγμα. Ὡς γινώσκετε, ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξακριβώνει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὰ πλεονάσματα, μετὰ τὸ κλείσιμον τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ ἔτους, τότε δὲ τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπάρχον, ἢ μᾶλλον ἐκ τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπολοίπου ἀναλαμβάνει τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν πλεονασμάτων, καὶ τὸ μετατρέπει εἰς χρυσὸν, κατανέμουσα αὐτὸ εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ ἑπομένου ἔτους.

§235ΝΕΓΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρόκειται περὶ τῶν πλεονασμάτων ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα ἀναγράφετε ὡς δαπάνας τοῦ 1901.

§236ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον· διότι ὅ,τι εἶπον διὰ τὸ 1899 δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν τοῦ 1900. Ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ τοῦ 1900, ἤτοι ὁ μέσος ὅρος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας εἶναι κατά τι ἀνώτερος τοῦ μέσου ὅρου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Οὕτω δὲ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος τοῦ ἔτους ἀνέρχεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς λεπτὰ 162.

§238ΝΕΓΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, καὶ περὶ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1900, κατὰ τὴν ὑμετέραν ἑρμηνείαν.

§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι τοῦ 1899 τὰ πλεονάσματα πληρώνονται εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900· αὐτοὶ δὲ οἱ προϋπολογισμοὶ ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν μὲ τιμὴν συναλλάγματος 1,64.

§240ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Πρόκειται νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ πλεονάσματα τοῦ 1900, πρὸς ἀναγραφὴν εἰς τὸ τεῦχος τοῦ 1901. Λοιπόν, βλέπομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὡς μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγματος τοῦ ἔτους 1900 λεπτὰ 164.

§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὡς μέσον ὅρον λαμβάνω ἐν γένει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 τὴν τιμὴν 1,60.

§242ΝΕΓΡΗΣ. Ἐδῶ, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, ἔχετε ἀναγράψει 1,64 ὡς μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900.

§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὁμιλῶ περὶ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1899.

§244ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι! Προσέξατε! Τὰ πλεονάσματα τοῦ 1900 κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἰδικήν σας, θὰ πληρωθῶσιν εἰς τὰ 1901.

§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§246ΝΕΓΡΗΣ. Ταῦτα τὰ πλεονάσματα ὑπολογίζετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901. Ὑπολογίζετε λοιπὸν τὰ πλεονάσματα, τὰ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900, λαμβάνοντες ὡς μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900 τὸ 1,64.

§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ὅτε συνέταξα τὸν Προϋπολογισμόν, εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ γινώσκω τὸν μέσον ὅρον τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας.

§248ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸν ἐπίσημον χάρτην, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας.

§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐπανέρχεσθε εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπελόγισα, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου μόνον τὸν μέσον ὅρον τῆς αʹ ἑξαμηνίας. Διατὶ νὰ στηρίζησθε εἰς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τότε καθ’ ὑπολογισμοὺς ἐγένετο, νῦν δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐξηκριβωμένου μέσου ὅρου ὑπολογίζω;

§250ΝΕΓΡΗΣ. Ποῖον;

§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι 200,000 δραχ. περισσότεραι ἀφ’ ὅ,τι ὑπελογίσθη· δηλ. 1½ λεπτὸν, νομίζω. Ἀλλὰ μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως· ἐξ αὐτοῦ δὲ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ ποτὲ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ τὰς 200,000 δραχμάς.

§252ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τέλους δὲν δύναμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ν’ ἀλλάξω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔλαβον ἐκ τοῦ ἐπισήμου τεύχους, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τοὺς λογαριασμούς μου. Ὑμεῖς αὔριον δύνασθε νὰ δηλώσητε, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀνακριβεῖς. Τότε βεβαίως θὰ διορθωθῶσι καὶ οἱ ἰδικοί μου.

§253Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μοῦ ἐδώσατε τὴν ἄδειαν, σᾶς διέκοψα, προκειμένου περὶ ἀριθμῶν.

§254ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας δαπάνας ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις ηὔξησαν μὲν, ἀλλ’ ἔχουν τὸν ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὰ ἔξοδα· καὶ περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης οὐδεὶς ἐγένετο λόγος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παραβάλλων δέ τις τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς δαπάνας, ἃς παρουσιάζει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς τοῦ 1899, εὑρίσκει, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ αὐξήσουν κατὰ 600,000 δραχμάς· ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
180,000δρ. διὰ τὸ χαρτόσημον (ἔξοδα κατασκευῆς
καὶ μεταφορᾶς).
105,000» διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἐντεταλμένων
τὴν πώλησιν αὐτοῦ.
106,000» διὰ τὴν προμήθειαν ἅλατος Ἑταιρείας
διαχειρίσεως ὑπεγγύων προσόδων.
60,000» διὰ προμήθειαν πυρείων.
80,000» διὰ περιπλέον προμήθειαν τῆς Ἑται-
ρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων
προσόδων, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς κα-
ταναλώσεως τοῦ πετρελαίου.
75,000» περιπλέον ἔξοδα σμύριδος.
606,000δραχμαὶἐν ὅλῳ

Καὶ ταῦτα περὶ τῶν περιπλέον δαπανῶν τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα μόνον; Πρέπει νὰ αὐξήσουν τὰ ἔξοδα ἐξ ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτως εἰσπεπραγμένων κατὰ δραχ. 200,000. Διότι τὸ 1898 εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 250,000, ἐζητήθη δὲ νέα πίστωσις ἐκ 200,000 δραχ. Ἐπίσης τὸ 1899 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις 200,000 δραχμῶν, ἐζητήθη δὲ νέα ἐκ δραχ. 199,400, ὅπερ δεικνύει ἐπίσης, ὅτι ἐξωδεύθησαν κατ’ ἀμφότερα τὰ ἔτη 400,000 δραχμαὶ περιπλέον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ ἐξοδευθῶσι τὸ 1900 ὀλιγώτερα· τοὐναντίον, αἱ ἄδικοι καὶ παράνομοι εἰσπράξεις, αἱ τοσάκις καταγγελθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἀξιοτίμων καὶ διακεκριμένων συναδέλφων, πείθουσιν οἱονδήποτε, ὅτι αἱ ἐπιστροφαὶ δι’ ἀχρεωστήτως εἰσπεπραγμένα θέλουσιν εἶσθαι ἐφέτος μεγαλείτεραι· καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀναγράφω ὅσα ἐζητήθησαν καὶ κατὰ τὸ 1899, ἤτοι 200,000 δραχ. περιπλέον τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τοῦ ζητήματος τῶν προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο μέχρι τοῦδε λόγος. Εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἑρμιονίδος ὑπέδειξεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἀνάγκην τῆς διευθετήσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως μὴ ἐξογκῶνται κατ’ ἔτος τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ ὀξεῖα αὐτοῦ διάνοια διεῖδεν εὐκόλως τὸ ἄτοπον, τὸ παρουσιαζόμενον. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀνομολόγησις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἶναι ἀρκοῦσα νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἔχομεν καὶ ἑτέραν ὁμολογίαν, ἔτι αὐθεντικωτέραν, τὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἐν μελέτῃ σπουδαιοτάτῃ, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔκαμε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἐνόμισεν ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ καθῆκον, διὰ νὰ ἐμβαθύνῃ περισσότερον εἰς τὰ αἴτια τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καχεξίας, νὰ ἐρευνήσῃ τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους, περὶ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἡμῖν προχθὲς, ὅτι δὲν φροντίζει, οὐδ’ ἐννοεῖ νὰ φροντίσῃ. Ἰδοὺ, τί λέγει ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, προκειμένου περὶ τῶν προκαταβολῶν διὰ μισθοὺς δημοδιδασκάλων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους (ἀναγινώσκει): «Τὸ τοιοῦτον ἐνεργητικὸν τοῦ Δημοσίου Ταμείου δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὸ παθητικὸν αὐτοῦ· δὲν δύναται δ’ ἄλλως καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Δημοσίου, εἰμὴ διὰ τῆς μεταφορᾶς του διὰ πιστώσεων εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ εἰς αὔξησιν τοῦ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν ἐλλείμματος.» Μοὶ φαίνεται, ὅτι καθαρωτέρα διατύπωσις τοῦ ζητήματος δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, καὶ εἶναι ἀνταξία τοῦ ἐξόχου αὐτοῦ νοός. Προσθέτει δὲ κατωτέρω: «Ἔχων τις τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν, εὑρίσκει τὴν μεταξὺ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ διαφορὰν τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἔχων δὲ τὴν διαφορὰν ταύτην, εὑρίσκει τὰ περισσεύματα ἢ ἐλλείμματα τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ φέρωνται ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τῆς Ληψοδοσίας ἔξοδα, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.» Καὶ ἐνταῦθα ἐννοεῖ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος προκαταβολάς. Ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ταύτην θέλει παύσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, αἱ διδόμεναι ἀνεπιστρεπτὶ, δὲν εἶναι δαπάναι τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι καλῶς ἐγγράφονται ὡς ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 μὲ ὅλας τὰς τοιαύτας προκαταβολὰς, αἵτινες δυστυχῶς ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς μέγα ποσὸν, ἤτοι εἰς 12,126,264.91, ὡς ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ προκαταβολῶν πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκ-
παιδεύσεως δρ. 2,974,378.94
Ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως » 4,134,131.45
Ἐκ προκαταβολῶν, μετὰ τὴν κα-
τάργησιν τοῦ Ταμείου, μέχρι τέλους 1899 » 3,378,628.45
Ἐκ προκαταβολῶν ἀπὸ 1 Ἰουνίου
τρ. ἔτους μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου » 1,639,126.07
Τὸ ὅλον δρ.12,126,264.91

Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 μὲ τὰς προκαταβολὰς τὰς γενομένας ἐντὸς τῆς χρήσεως· καὶ οὕτω προσθέτω ἐκ τοῦ λόγου τούτου εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 δραχ. 1,500,000. Τέλος προσθέτω εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 καὶ ἓν ἑκατομμύριον δι’ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ δύο ἑκατομμύρια τοιαύτας, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰς ἀφορώσας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβον ἤδη ὑπ’ ὄψιν, παραδέχομαι, ὅτι δὲν θὰ ζητήσῃ, ἐκτὸς αὐτῶν, διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, εἰμὴ ἓν μόνον ἑκατομμύριον. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1900 θέλουσιν εἶσθαι 112,175,185.54, ὡς ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὡς διωρ-
θώθησαν δρ. 42,878,634.07
Ἔξοδα Ὑπουργείων, συμφώνως μὲ
τὰς ζητηθείσας πιστώσεις » 58,648,663.65
Ἔξοδα εἰσπράξεως φόρων, συμφώ-
νως μὲ τὰς ζητηθείσας πιστώσεις » 10,511,391.62
Διάφοροι πληρωμαί, συμφώνως μὲ
τὰς ζητηθείσας πιστώσεις καὶ μετὰ τὴν
ἀφαίρεσιν τῆς προικὸς τῆς πριγκηπίσ-
σης Μαρίας » 3,498,830.20
Αὔξησις δαπανῶν δι’ ὑπεγ. προσόδους » 600,000.—
Αὔξησις δαπανῶν δι’ ἐπιστροφὴν
ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων » 200,000.—
Προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους » 1,500,000.—
Ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις » 1,000,000.—
δρ.118,837,519.54
Ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἀφαιρούμεναι » 6,420.000.—
Τὸ ὅλον δρ.112,417,519.54

Κατὰ τὸ 1901 αὐξάνουν τὰ ἔξοδα ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν κατὰ δρ. 391,910, καὶ ἐκ προξενικῶν τελῶν κατὰ δρ. 239,517, ἤτοι κατὰ δραχ. 631,427, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους ἔσονται, ὡς ἔγγιστα, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1900, διότι τὰ πλεονάσματα τοῦ 1900 ἔσονται ὅσα καὶ τὰ τοῦ 1899. Ὥστε αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους 1901 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 112,417,519,54, καὶ 631,427, τὸ ὅλον δραχ. 113,048,946.54. Ἄς παραβάλωμεν καὶ τὰς δαπάνας ταύτας πρὸς τὴν μέσην δαπάνην τῶν ἐτῶν 1893, 1894 καὶ 1895. Εἶναι αὕτη 84,958,786.80, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἐκλογῶν, κατασκευῆς σιδηροδρόμων, βοηθημάτων εἰς παθόντας ἐκ σεισμῶν, καὶ δαπανῶν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, αἵτινες ἐπληρώνοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, ἣν ἀφῃρέσαμεν ἐπίσης ἐκ τῶν ἐσόδων. Ἡ αὔξησις λοιπὸν τῶν δαπανῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον ἀνέρχεται εἰς δραχ. 28,090,159.74, ὅτε ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων εἶναι 16,602,659, ὡς εἴδομεν. Ἐνώπιον τοῦ ἀπροσδοκήτου τούτου ἀποτελέσματος ἐζήτησα νὰ ἴδω, πόσαι εἶναι αἱ δαπάναι, αἵτινες ηὔξησαν ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἢ καὶ ἐκ τῆς προόδου αὐτῆς τῶν ἐσόδων, προκαλούσης καὶ ἀνάλογον αὔξησιν τῶν ἐξόδων, καὶ εὗρον τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ηὔξη-
σαν ἀπὸ 30,721,202 εἰς 42,878.634,
ἤτοι κατὰ δρ.12,157,432
2)Τὰ ἔξοδα εἰσπράξεως φόρων ἀπὸ
8,194,101 εἰς 10,511,391, ἤτοι κατὰ» 2,317,290
3)Αἱ διάφοροι πληρωμαὶ ἀπὸ δραχ.
1,677,597 εἰς δραχ. 3,498,830, ἤτοι
κατὰ » 1,381,233
4)Τὰ ἔξοδα ταχυδρομείων καὶ τηλεγρά-
φων ἀπὸ 2,287,797 εἰς 3,298,390, ἤ-
τοι κατὰ » 1,010,593
5)Αἱ προξενικαὶ δαπάναι ἀπὸ 729,315
εἰς 928,800, ἤτοι κατὰ » 199,485
Τὸ ὅλον » 17,506,033

Οὕτως ἐκ τῶν δρ. 28,090,159.74 περιπλέον δαπανῶν 17,506,033 εἶναι ἀπαραίτητοι, ἢ δικαιολογοῦνται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀντιστοίχων ἐσόδων, ἅτινα, ὄχι μόνον καλύπτουσι τὰς περιπλέον δαπάνας, ἀλλ’ ἀφίνουσι καὶ κέρδος σπουδαῖον. Π. χ. τὰ ἔσοδα ἐκ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ηὔξησαν ἀπὸ 2,336,604 εἰς 4,000,000, ὡς ἔγγιστα, δικαιολογοῦντα οὕτω πληρέστατα τὰς περιπλέον δαπάνας. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων ηὔξησε κατὰ δρ. 16,602,659, ὅτε τὰ ἔξοδα ηὔξησαν κατὰ δραχ. 28,090,159.74. Ἔχομεν λοιπὸν περιπλέον ἔξοδα ἐκ δραχ. 11,487,500, ἅτινα ἐν μέρει καλύπτονται ἀπὸ τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν αἱ χρήσεις τοῦ 1893,1894 καὶ 1895, ἦσαν δὲ ταῦτα ἐτησίως 7,073,285· ἂν δὲ ταῦτα ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰ 11,487,500, ἔχομεν διαφορὰν 4,414,225, ἥτις δὲν καλύπτεται, καὶ εἶναι ἔλλειμμα δυστυχῶς βέβαιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀφήσει ἡ χρῆσις τοῦ 1900, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχε καταστραφῆ ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος καὶ τῶν σταφυλῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου, εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀφήσῃ καὶ τὸ 1901, ἂν δὲν ἔχῃ καιρικὰς περιστάσεις δυσμενεῖς. Μάλιστα κατὰ τὸ 1901 τὸ ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει κατὰ 960,000 δραχ. ἕνεκα τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅπερ ἀφαιρεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ θέλει ἀνέλθει εἰς 5,374,225. Θέλει ἐπίσης αὐξήσει, ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς. Εἶπον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900 ἤθελεν ἀνέλθει εἰς δρ. 4,414,225, ἂν ἦτο ἔτος ὁμαλόν. Ἂς ἴδωμεν ἤδη, κατὰ πόσον αἱ καιρικαὶ δυσμενεῖς περιστάσεις ἐπηύξησαν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900. Κατὰ τὰς καταστάσεις, ἃς κατέθεσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, περὶ τῆς πιθανῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος κατὰ τὸ 1900, θὰ ἔχωμεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐξαγωγὴ σταφίδος, πλὴν Ἑπτανήσου (περιλαμβανομέ-
νου καὶ τοῦ φόρου τῶν 4 δρ. εἰς εἶδος) δρ.1,646,104.85
Ἐξαγωγὴ σταφίδος Ἑπτανήσου μέ-
χρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἄνευ τοῦ φόρου τούτου » 427,055.20
Ἐξαγωγὴ σταφίδος κατὰ μῆνα Νοέμβριον » 31,766.75
Ἐξαγωγὴ σταφίδος κατὰ μῆνα Δε-
κέμβριον (κατ’ εἰκασίαν τὸ αὐτὸ ποσὸν) » 31,766.75
Φόρος 4 δρ. εἰς εἶδος διὰ τὴν σταφίδα Ἑπτανήσου » 130,823.65
Τὸ ὅλον δρ.2,267,517.20

Κατὰ τὸ 1899 ἡ ἐξαγωγὴ εἶχεν ἀνέλθει:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐξ Ἑπτανήσου εἰς δρ.1,023,448.78
Ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος » 3,917,203.—
Τὸ ὅλον δρ.4,940,651.78
Ἀφαιρουμένης τῆς παραγωγῆς τοῦ 1900 ἐκ 2,267,517.20
μένει ὑπόλοιπον δρ.2,673,134.58

τὸ ὁποῖον δεικνύει κατὰ πόσον ὑστέρησε τὸ 1900 ὡς ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ὡς πρὸς τὰς ἀμπέλους δέ, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὴν ἑξῆς σκέψιν. Εἴδομεν προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἡ ἀπόδοσις τοῦ εἰσπραχθέντος φόρου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν βεβαιωθέντα, ἦτο 62,8%. Ἐξ ἄλλου μέρους ἔχομεν ὡς βεβαιωμένον τὸ 1900 τὸ ποσὸν δρ. 3,256,000, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἂν λοιπὸν αἱ περιστάσεις ἦσαν ὅμοιαι κατὰ τὸ 1900 μὲ τὰς τοῦ 1899, θὰ εἴχομεν ἀπόδοσιν 62,8% ἐπὶ 3,256,000, ἤτοι ἔσοδον δραχ. 2,044,768. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐνσκηψάσης ἀφορίας κατὰ τὸ 1900 δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἀπόδοσιν καλλιτέραν τῶν 50% ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων, ἤτοι εἴσπραξιν τὸ πολὺ δραχ. 1,628,000. Ἄρα θὰ ὑστερήσῃ τὸ 1900 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ δραχ. 416,768.

§255ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ὅρος εἶναι ἀνώτερος κατὰ τὸ 1900.

§256ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ βεβαιωμένα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις δίδει βεβαιωμένα 3,256,000. Ὁμιλῶ ὅμως ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως, καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τοῦ 1900 θέλει ἀποδώσει ἐκ τῶν βεβαιωμένων 50%.

§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀποδόσεως, ὁμιλεῖτε περὶ εἰσπραξίμου ποσοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ βεβαιούμενον. Λοιπὸν ὑπενθυμίζω ὑμῖν, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐβεβαιώθη κατὰ τὸν Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ 1900, ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν. Ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ 1899 συνέπεσε μὲ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ περονοσπόρου, καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Καὶ ὅλα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν, δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν φόρον τοῦ 1900, ἀλλ’ εἰς τὸν τοῦ 1899. Τώρα, ὡς πρὸς τὸ 1900, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῆτε τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1899, διότι, ἂν ὁ φόρος ἐκεῖνος ἐβεβαιοῦτο ἐγκαίρως, θὰ εἰσεπράττετο μετὰ καθυστερήσεως 10%, ἀλλὰ διὰ τὸ 1900 δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ προστρέξητε εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899, διότι ἔχομεν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ φόρος τοῦ 1900 εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου, δωρεῖται. Δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῆτέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοῦ 1900· διότι, ἐὰν ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τοῦ 1899 ἐπεχειρεῖτο ἐγκαίρως, δὲν θὰ εἴχομεν καθυστέρησιν.

§258ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ ἀκριβῶς τὰς σκέψεις μου. Λαμβάνω τὰ βεβαιωμένα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν λέγω, ὅτι ἡ εἴσπραξις εἶναι 62,8%, ἢ 50%, κατὰ τὰς καιρικὰς περιστάσεις. Ἔχετε βεβαιωμένα διπλάσια; Θὰ εἰσπράξητε διπλάσια, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι αἱ αὐταί, ἐὰν ἔχητε δηλαδὴ τὴν αὐτὴν ἀπόδοσιν. Ἀλλὰ τὸ 1899 αἱ περιστάσεις ἦσαν ἄλλαι, καὶ τὸ 1900 ἄλλαι, καὶ ἂν παραδεχθῆτε 62% περίπου τὸ 1899, βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε 50% ἀπόδοσιν ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τὸ 1901.

§259Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1899 εἶχε βεβαιωθῆ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων 2,900,000. Ἀλλὰ κατὰ τὴν κατάταξιν, ἥτις ἐγένετο, ὑπεχρεώθησαν ἄμπελοί τινες νὰ πληρώσωσι διὰ φόρον 6 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἕνεκα ὅμως παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν, ἐγένετο κατὰ τὸ 1900 νόμος, ὃν ἐγὼ ἐπολέμησα, καθ’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπραχθῇ φόρος πλέον τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Εἰσεπράχθη δὲ ὁ φόρος οὗτος μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου καὶ τῆς πρώτης κατατάξεως, ἥτις ἐγένετο. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τοῦ 1899 δὲν ἐβεβαιώθη ὁλόκληρος, ἀλλὰ βεβαιωθήσεται μετὰ τοῦ φόρου τοῦ 1900.

§260ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ ὅσα εἶπον. Οὕτω δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἄνω τῶν δραχ. 1,625,000. Διὰ τὸ 1901 ὑπολογίζω ἀπόδοσιν 62,8%, ὅσην εἴχομεν κατὰ τὸ 1899, ἤτοι ὑπολογίζω, ὅτι τὸ ἔσοδον θὰ ἀνέλθῃ εἰς 2,044,768. Καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτως ἔλλειμμα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ δραχ. 355,232.

§261Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ἄλλου φόρου 62% ἀπόδοσιν;

§262ΝΕΓΡΗΣ. Ἂν θεωρῆτε τὴν ἀπόδοσιν τοῦ 1899 εἰς δρ. 62,8%, μικρὰν, δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι ταύτην μᾶς ὑποδεικνύει ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ πρὶν ἡ πεῖρα μᾶς ὑποδείξῃ τὸ ἐναντίον, ταύτην ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν ὡς βάσιν. Ἄλλως πράττοντες, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ πάθωμεν ὅ,τι συνέβη μὲ τὸν κανονισμὸν τῶν παλαιῶν χρεῶν, δηλαδὴ νὰ προϋπολογίζωνται 1,500,000 δραχμαὶ, νὰ εἰσπράττωνται δὲ 100,000 ἢ 150,000.

§263ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχει διαφορά.

§264ΝΕΓΡΗΣ. Οὕτω, Κύριοι, ὁ περονόσπορος ἠλάττωσε τὰς μὲν εἰσπράξεις τῆς σταφίδος κατὰ δραχ. 2,673,134.58, τὰς δὲ τῶν ἀμπέλων κατὰ δραχ. 416,768, τὸ ὅλον κατὰ δραχ. 3,089,902.58· ἤτοι κατὰ 3,090,000 κατὰ προσέγγισιν. Ἐξ ἄλλου μέρους, ὅπως ἀνεύρωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν δραχ. 4,414,225, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπῆρχεν ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς, δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξ 1,273,122.31 εἴσπραξιν τοῦ 1900 ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, διότι τὸ ἔσοδον τοῦτο εἶναι εἰδικὸν τοῦ 1900, καὶ δὲν θέλει ἐπαναληφθῆ· ὑπολογίζοντες ὅμως τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ 1900, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀφαιροῦμεν αὐτὸ ἐκ τοῦ ὡς προαναφερθέντος καθυστερήματος τῆς σταφίδος καὶ ἀμπέλων, καὶ οὕτω τὸ καθυστέρημα περιορίζεται εἰς 1,816,780.27. Ἂν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προανέφερα ὡς ἔλλειμμα τακτικῶν καὶ ὁμαλῶν χρήσεων, ἐκ 4,414,225· ἂν ἐπίσης λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ σιγαρόχαρτον κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου περὶ καπνοῦ παρουσιάζει κατὰ τὸ 1900 δραχμῶν 250,000 ἐλάττωσιν, ἣν δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ φόρος ἐξ ἀνταλλάγματος ἀπαλλαγῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀφίνει ἐπίσης κατὰ τὸ 1900 ὑπὲρ τὰς 450,000 δραχ. ἐλάττωσιν, εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1900 ἀνέρχεται εἰς 6,931,005 δραχμάς. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα στηρίζω ἐπὶ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ 1900 θ’ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις 6,420,000 δρ. Ἂν ἀκριβεῖς ἦναι αἱ δηλώσεις, ἀκριβῆ εἶναι καὶ τὰ συμπεράσματα, ἅπερ ἐξήγαγον. Ἂν, τοὐναντίον, αὐξήσουν αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, — ἐλπίζω δὲ καὶ εὔχομαι, ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, νὰ αὐξήσῃ ταύτας — τότε δέον καὶ τὰ συμπεράσματα νὰ τροποποιηθοῦν ἀναλόγως. Εἴμεθα ἤδη μακρὰν τοῦ περισσεύματος τῶν 4,538,381 δραχμῶν, ὅπερ παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ὅσον καὶ ἂν τὸ περιώριζε μετὰ ταῦτα διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι θὰ ζητήσῃ νέας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐκ 2,000,000 δραχμῶν. Διαφωνοῦμεν δηλαδὴ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν κατὰ 8 ἕως 9 ἑκατομμύρια διὰ τὸ 1900. Ὡς πρὸς δὲ τὸ 1901, ὁ κ. Ὑπουργὸς παρουσιάζει τρία ἑκατομμύρια περίσσευμα, ὅτε εὕρισκον ἔλλειμμα 4,760,000. Ὥστε καὶ ἐνταῦθα διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν κατὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμύρια. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ σημεῖα τῆς διαφωνίας. Καὶ ἐνταῦθα λαμβάνω εἰς χεῖρας τὰς καταστάσεις περὶ ὑποθετικῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900, ἃς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἤδη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἑρμιονίδος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ συγχαρῶ αὐτὸν ἐπὶ τῇ ὡραίᾳ αὐτοῦ ἀγορεύσει, ἥτις κατατάσσει ἤδη αὐτὸν μεταξὺ τῶν καλλιτέρων ῥητόρων τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ κακίσω αὐτὸν, πῶς, τοσοῦτον ἔχων ὀξεῖαν τὴν διάνοιαν, ἐστηρίχθη ἐπὶ καταστάσεων, οὐδεμίαν ἐχουσῶν βάσιν στερεὰν, καὶ οὕτω προήχθη εἰς συμπεράσματα ὅλως ἐσφαλμένα ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Καὶ πρῶτον, ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἀμέσων φόρων, ποῖα στοιχεῖα μᾶς παρουσιάζουσιν, ὅπως δικαιολογήσωσι τὰς αὐξήσεις; Οὐδέν! Ἁπλῶς λέγουν: «ἐλπίζεται νὰ αὐξήσῃ ὁ φόρος κατὰ τοσοῦτον», ἢ «ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ αὐξήσῃ ὁ φόρος κατὰ τοσοῦτον». Εἶναι ταῦτα στοιχεῖα μελέτης; Ὅπου δὲ ζητοῦσι νὰ στηριχθῶσιν εἰς ἀποτελέσματα προγενέστερα, περιπίπτουν εἰς σφάλματα. Οὕτω λέγουσι περὶ τοῦ φόρου βοσκησίμων γαιῶν: «Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους 1899 κρίνοντες, ὑπολογίζομεν βεβαιωθησόμενα ἐν ὅλῳ δρ. 268,000, καὶ εἰσπραχθησόμενα 220,000.» Τί δὲ εἰσεπράχθη τὸ 1899; Εἰσεπράχθη ποσὸν 166,606. Πῶς λοιπὸν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος 220,000;

§265Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος οὗτος εἰσπράττεται τὸν Ἰανουάριον.

§266ΝΕΓΡΗΣ. Ἠκούσατε τὸν συλλογισμόν μου. Ἐὰν ηὕρατε αὐτὸν ἀνακριβῆ, ὑποδείξατε τὸ σφαλερὸν αὐτοῦ.

§267Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνεζήτησε περὶ τοῦ φόρου τούτου διὰ μακρῶν, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτοῦ ἄνω τῶν 200,000 δραχμῶν.

§268ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἰδέαν θέλῃ· ἐὰν ὅμως ἔχῃ ἰδέαν, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀνακριβῆ, ἂς μὲ διαψεύσῃ.

§269Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄντως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παρά τε τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας ὑπελογίσθη, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τούτου πλειότερα τῶν ὑπολογισθέντων. Διότι, ἐὰν ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐπιμελεστέρα εἴσπραξις, θὰ κατορθωθῇ εὐχερῶς τοῦτο.

§270ΝΕΓΡΗΣ. Λέγετε, παρατηρῶ, «ἐάν».

§271Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάντοτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ταύτην ὁμιλῶ· διότι ἡ ἐνοικίασις τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἠλπίσαμεν ὅτι θὰ γείνῃ ἐπιμελεστέρα, καθόσον μέχρι τοῦδε διέφευγον, κατὰ περίεργον τρόπον, ὃν ἀποφεύγω νὰ ἀναπτύξω, οἱ ἐνοικιασταὶ τὸ πραγματικὸν ποσὸν, τὸ εἰσπραττόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνοικιάσεων τῶν βοσκησίμων γαιῶν — διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβολαίων τῶν ἐνοικιάσεων εἰσπράττεται ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν. — Ἐὰν λοιπὸν καταβληθῇ μεγαλειτέρα ἐπιμέλεια, ὡς ἐλπίζω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν αὐτὴν, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ καὶ 100,000 δραχ. ἐπὶ πλέον.

§272ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅπως συμπεράνητε, λέγετε: «ἐὰν ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐπιμελεστέρα εἴσπραξις, θὰ κατορθωθῇ εὐχερῶς τοῦτο». Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν βλέπω τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιμελεστέρας εἰσπράξεως, δὲν πιστεύω εἰς αὐτήν. Ὥστε δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοιαύτην αὔξησιν οὐδὲ διὰ τὸ 1900, οὐδὲ διὰ τὸ 1901. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σύκων, παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1899 εἰσεπράχθησαν δραχ. 339,821.38, κατὰ τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν δραχ. 312,765.70, δηλαδὴ ὀλιγώτεραι· προϋπολογίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 112,000 δραχμὰς περιπλέον! Ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, εἶπον ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν μόνον 62,8%, καὶ ἤδη διὰ τὸ 1900, ἐν μέσῳ τῆς τοσαύτης δυστυχίας, ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσπράξῃ ὄχι μικρότερον ποσοστὸν, ἀλλὰ μεγαλύτερον, ἤτοι 70%, ἐνῷ ἐγὼ ὑπολογίζω, συμφώνως πρὸς ὅσα ἐξέθεσα προηγουμένως, τὰς ἐξ ἀμπέλων εἰσπράξεις πολὺ ὀλιγωτέρας. Τοὐναντίον, ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον ἐκ σταφίδος, παραδέχομαι σχεδὸν τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὸ ἔτος 1900, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὸ 1901. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς θὰ ἔχωμεν καλλίτερα ἀποτελέσματα τὸ 1901 ἀφ’ ὅσα εἴχομεν τὸ 1899. Παραδέχομαι νὰ ἀναγράψω καὶ τὸ 1901 ὅσα ἀποτελέσματα εἴχομεν διὰ τὸ 1899. Ὡς ἐκ τούτου βεβαίως πρῶτον θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς σταφίδος τοῦ 1900 τὰ ἀποτελέσματα τὰ γνωστὰ ἡμῖν, ὡς τὰ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός· διότι ἡ διαφορά μας εἶναι ἀσήμαντος. Διὰ δὲ τὸ 1901 ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ἐλαττώσω κατὰ δραχ. 178,000, ἀναγράφων ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ 1899.

§273Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῆς σταφίδος;

§274ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ἀναγράφω ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ 1899.

§275Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναγράφετε διὰ τὸ 1901;

§276ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸ 1900. Εἶναι τὰ πράγματα, ὅπως τὰ ἔχετε ὑμεῖς, μὲ μικρὰν διαφοράν, προερχομένην ἐξ ὅσων μοὶ ἐδώκατε τελευταίως νεωτέρων σημειωμάτων. Ἀνέγραψα ὅσα ἔχετε εἰς τὴν τελευταίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδώκατε. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου τὰ αὐτὰ ἔχω νὰ εἴπω, ὡς καὶ περὶ τῆς ἄλλης σταφίδος· παραδέχομαι διὰ τὸ 1901 ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ 1899, ἀλλ’ οὐδὲν περιπλέον. Ὡς ἐκ τούτου τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τὸ 1901 θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ δραχ. 50,000. Ἔρχομαι, Κύριοι, τώρα εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου. Τὸ 1900 ἀναγράφομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 880,000 δραχμάς. Ἔχομεν δὲ εἴσπραξιν: τοὺς δέκα πρώτους μῆνας 351,000, τὸν δὲ Νοέμβριον 201,000, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παραδέχομαι, ὅτι τὸν Δεκέμβριον θὰ εἰσπράξωμεν τὰ αὐτὰ, 201,000, ὅτι δηλαδὴ θὰ φθάσωμεν εἰς 753,000 ἐν ὅλῳ. Ὥστε ἔχομεν ἔλλειμμα δραχ. 123,000. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν 200,000 δὲν εἶναι μικρὸν διὰ τὸν Δεκέμβριον.

§277Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας, θὰ ἦναι τὸ διπλάσιον.

§278ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ 1901. Εἰς τὸ 1901 ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγράφει 1,738,000...

§279Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας τῆς Κερκύρας, ἥτις ὑπολογίζεται ἄφθονος. Βλέπετε, εἰς τὴν Κέρκυραν δὲν ὑπῆρχεν ἐσοδεία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διότι ὁ ἐλαιόκαρπος κατεστρέφετο· διὰ τῆς ἐφετεινῆς ὅμως ἐσοδείας τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ ἱκανὸν ποσόν· ὑπολογίζει βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ παραχθῶσιν ἴσως βαρέλαι 200,000. Τὸ ποσὸν βεβαίως εἶναι ὑπερβολικὸν κατὰ πολὺ, διότι, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκεῖθεν πληροφορίας, ὑπέστη βλάβην ὁ ἐλαιόκαρπος ἐν Κερκύρᾳ σπουδαίαν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολειφθέντος ποσοῦ θὰ εἰσπράξῃ ποσὸν πολὺ πλειότερον τοῦ ὅσον ὑπολογίζεται. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν βλέπετε, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κονδύλιον τοῦτο, ἀναγράφεται ποσὸν πολὺ ὑπέρτερον ἀπὸ τὸ τοῦ 1898.

§280ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Καὶ διὰ τοῦτο παραδέχομαι εἴσπραξιν 1,100,000 δραχμῶν.

§281Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ ἔρχεται ἡ τιμὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα, διότι ἡ τιμὴ τοῦ ἐλαίου ἀνῆλθε κατὰ βαρέλαν εἰς δραχ. 70, ἐνῷ ἄλλοτε ἦτο καὶ 50 καὶ 45.

§282Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι. Ὑπολογίζω, ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τὸ προϋπολογισθὲν, ἀλλὰ θὰ εἰσπραχθῇ πάντως τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.

§283Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑπτανήσῃ καθωρισμένος ὁ φόρος, ἀλλὰ κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς.

§284ΝΕΓΡΗΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ τις, ὅταν θέλῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὰ πράγματα. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα τελευταίων ἐτῶν. Δυστυχῶς, δὲν ἠδυνήθη νὰ μοὶ δώσῃ ἢ μόνον μέχρι τοῦ 1893. Τὰ ποσὰ εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔτος 1893δραχ. 861,867
» 1894» 784,346
» 1895» 501,112
» 1896» 643,559
» 1897» 713,156
» 1898» 1,099,921
» 1899» 544,000

Νομίζω, ὅτι, ἂν παραδεχθῇ τις τὸ ἀνώτατον ποσὸν δραχ. 1,100,000, εἶναι δίκαιον. Καὶ τοῦτο πράττω. Καὶ ἤδη ἐξετάζω τὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Τὸ 1899, ἀπέναντι βεβαιωθέντων 4,020,617, εἰσεπράχθησαν 3,478,815, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἶχον βεβαιωθῆ 3,151,000. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ βεβαιωθῶσιν ἀκόμη 754,209, δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν βεβαιωμένα 3,906,000 δρ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ τὸ 1899, ἐπὶ βεβαιωμένων δρ. 4,020,000, εἰσεπράχθησαν 3,478,815, δὲν βλέπω, πῶς δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐκ βεβαιωμένων ὀλιγωτέρων κατὰ 100,000 θὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα κατὰ 200,000; Ὥστε ἀφαιρῶ τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τὸ 1901 τὸ ἀφίνω ὅπως τὸ ἔχει. Διότι τόσον ὀλίγην πεποίθησιν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τούτου, ὥστε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους δὲν προσθέτει 200,000, ἀλλὰ 100,000!

§285Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων θὰ πέσῃ κάτω τὸ 1900.

§286ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπολογίζει αὔξησιν τὸ 1900 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1899 κατὰ δραχ. 224,000, ἐνῷ ἀπέδειξα προηγουμένως, ὅτι ἡ βαθμιαία καὶ κανονικὴ αὔξησις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 92,000 δραχμάς. Τὸ 1901 τὸ ἀφίνω ὅπως τὸ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τελωνειακὸν δασμὸν εἰσαγωγῆς, κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι 2½ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ 2,873,000.

§287Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899;

§288ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦ 1899.

§289ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1899 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 33,000,000· εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὅμως τοῦ 1900 ἀνεγράφησαν 32½ ἑκατομμύρια. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, εἶναι σύγκρισις πρὸς τὸ 1899.

§290ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.

§291Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.

§292ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιμένετε ἀπὸ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον νὰ εἰσπράξητε ὅσα καὶ τὸν Ὀκτώβριον; Διότι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσπράξητε ὀλιγώτερα, καὶ νὰ ἀνέλθῃ τὸ ὁλικὸν ποσὸν εἰς 31,000,000 μόνον.

§293Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ κατάστασις δεικνύει ἤδη τριάκοντα ἑκατομμύρια.

§294ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπόψε, πρὸ τῆς διακοπῆς, μοὶ ἐδώσατε τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔχω μαζύ μου αὐτὴν τὴν στιγμήν.

§295Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου εἴχομεν 24,900,372...

§296ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ Νοεμβρίου δὲν ἔχετε;

§297Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Νοέμβριον αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 2,820,375. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν εἰσπράξεων εἶχεν ἀνέλθει εἰς δρ. 27,720,747. Κατὰ τὰ δύο πρῶτα δεκαήμερα τοῦ Δεκεμβρίου, ἤτοι κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον τοῦ Δεκεμβρίου, εἰσεπράχθησαν 1,910,946. Ἑπομένως τὸ ὅλον ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 29,631,693 τὸ ἑσπέρας τῆς 20 Δεκεμβρίου. Ἐπειδὴ δὲ ὑπολογίζεται εἰς πολὺ ἄνω τῶν 600,000 ἡ εἴσπραξις τοῦ τρίτου δεκαημέρου, δι’ αὐτὸ ὑπολογίζω, ὅτι εἶναι κατά τι ἄνω τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων.

§298ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ἐκ σημειώματος). 32,500,000, λέγει.

§299Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1900 βεβαίως. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ὑπολογίζω τριάκοντα ἑκατομμύρια.

§300ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ χαρτόσημον, δὲν διαφωνῶ. Τοὐναντίον, προσθέτω καὶ ἐκεῖ, ὅπως ἔκαμε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς μειονοψηφίας, ὅσα ἀνήγγειλεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κύριος Ὑπουργός. Εἰς τὰ ὑπερβάλλοντα τέλη χαρτοσήμου οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Εἰς τὰ τέλη τὰ προξενικὰ παραδέχομαι τὴν αὔξησιν. Ὡς πρὸς τὰ τέλη τὰ ἐκπαιδευτικὰ, τὸ 1899 εἰσεπράξαμεν ἐξ αὐτῶν δραχ. 903,000· τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 δρ. 801,837, τοὺς δὲ δέκα μῆνας τοῦ 1900 δρ. 752,562, ἤτοι ὀλιγώτερα. Ὥστε δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ 1901 θὰ ἀποδώσῃ εἴσπραξιν ἀνωτέραν τῆς τοῦ 1899. Ἑπομένως ἐκεῖθεν θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 300,000 δραχμῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐκάματε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας λόγον. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη. Ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ δραχ. 1,861,308. Εἴχομεν τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 δραχμὰς 1,528,150, τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 δραχ. 1,597,000· ἔχομεν δὲ εἰσπράξει τὸν Νοέμβριον δρ. 192,574, τὰς ὁποίας προσθέτω· προσθέτω καὶ διὰ τὸν Δεκέμβριον δρ. 250,000, κ. Ὑπουργέ. Ὥστε ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦσθε εὐχαριστημένος. Καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς δρ. 2,039,574, ἐνῷ ἔχετε προϋπολογίσει 2,200,000. Ἄρα ἔχετε ἔλλειμμα. Ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ, εἴχομεν τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 δρ. 520,578, τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 δρ. 549,906. Μᾶς ἔδωκε τὸ 1899 ἐν ὅλῳ 756,338. Δὲν δύναμαι νὰ σημειώσω περιπλέον διὰ τὸ 1900. Μέχρι τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔχομεν ἔλλειμμα 200,000 δραχ. τοὐλάχιστον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐκάματε λόγον εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας. Εἰς τὰ ἐκ ποινῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ τέλη, καὶ εἰς τὰ πρόσθετα τέλη ὑπερημερίας συμφωνοῦμεν. Δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὸ ἔσοδον ἐξ ἀνταλλάγματος ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 εἴχομεν εἴσπραξιν δραχ. 1,698,526, τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 δραχ. 1,096,057, δηλαδὴ 602,469 δρ. ὀλιγώτερον. Ἀφοῦ δὲ παρουσιάζεται ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς τοὺς δέκα μῆνας, θὰ ἐξακολουθήσῃ λίαν πιθανῶς καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν. Διὰ τὸ 1900 προϋπολογίζετε τὸ ποσὸν δραχ. 1,400,000, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1899. Ὥστε ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1899 ἐκ δραχμῶν 1,698,526, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα δραχ. 298,526. Εἰς τὰς κρατήσεις λόγῳ συντάξεως συμφωνοῦμεν. Εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ μονοπωλίων, ἐπίσης συμφωνοῦμεν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καὶ νομημάτων. Καὶ ἐνταῦθα θὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, παρουσιάζουσαν μὲν διὰ τὸ ἔτος 1899 βεβαιωμένα ἔσοδα δραχμὰς 3,972,558, εἰσπεπραγμένα δὲ δρ. 1,961,549, παραπλεύρως δὲ σημειώνει διὰ τὸ 1900 βεβαιωμένα ἢ βεβαιωθησόμενα δρ. 3,471,158, εἰσπραχθησόμενα δὲ δρ. 3,471,158. Δηλαδή, ἐνῷ τὸ 1899, καθ’ ὃ αὐτὸς οὗτος ὁ νῦν Ὑπουργὸς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἄφησεν ἔλλειμμα δραχ. 2,011,000, τὸ 1900 δὲν προβλέπει οὐδὲ μίαν δραχμὴν ἔλλειμμα!

§301Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἔκθεσίς μου αὕτη. Ἐὰν ὅμως ἀναγνώσητε τὴν ἀγόρευσίν μου, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπολογίζω τόσον εὐοίωνα ἀποτελέσματα.

§302ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι αὗται αἱ καταστάσεις, ἃς ὑμεῖς κατεθέσατε. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει ὑμῶν ὑπολογίζετε, ὅτι θὰ ἀφήσῃ πάντοτε τὸ κεφάλαιον τοῦτο τετρακοσίας χιλιάδας δρ. πλεόνασμα, ἐνῷ θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα· διότι, ἐνῷ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1899 ἀνέρχονται εἰς 2,178,753.45, τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 ἀνέρχονται εἰς 200,000 ὀλιγώτερον. Ἐξ ἄλλου μέρους τὰ ὅλα εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1899 ἀνέρχονται εἰς 845,843.77, ἀπέναντι προϋπολογιζομένου τὸ 1900 ποσοῦ 1,051,600· ὥστε βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖθεν ὄχι πλεόνασμα 400,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔλλειμμα 200,000. Ὅμοιον ἔλλειμμα, ἢ καὶ μεγαλείτερον, θὰ παρουσιασθῇ καὶ κατὰ τὸ 1901, διότι προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1901 ἔσοδον ἐξ 1,116,300.

§303Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τώρα προέρχεται ἀπὸ τὰς ὁριστικὰς δόσεις, καὶ ὄχι ἀπὸ προσωρινὰς, εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων πάντοτε οἱ ὀφειλέται ἀντιτάσσουσι κωλύματα, λόγῳ ὅτι δὲν ὀφείλουσι.

§304ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ βλέπω τὰ βεβαιωμένα, καὶ λέγω, ὅτι τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 ἐβεβαιώθησαν 2,178,753.45. Τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 ἐβεβαιώθησαν 1,981,472.84, δηλαδὴ 197,000 ὀλιγώτερα. Πῶς θὰ παραδεχθῶ λοιπὸν, ὅτι θὰ δώσῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα τοῦ 1899 τὸ 1900 ἢ τὸ 1901; Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς κρατήσεις δι’ ἱματισμόν. Τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν δρ. 242,195 ἐκ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, καὶ 96 δραχμαὶ ἐκ τῶν ἀστυφυλάκων. Τὸ ὅλον δραχ. 242,291. Κατὰ τί, ἐρωτῶ, διαφέρει τὸ 1900 ἀπὸ τὸ 1899;

§305Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τοῦτο· διότι ἐπρόκειτο, κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, νὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν οὗτος.

§306ΝΕΓΡΗΣ. Τώρα πρόκειται περὶ ἀπολογισμοῦ, ὄχι Προϋπολογισμοῦ.

§307Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε «διατὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραψε τοσοῦτον ποσόν;» Διὰ τοῦτο λοιπόν.

§308ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν καλλίτερα ἀποτελέσματα τὸ 1900 ἀπὸ τὸ 1899, ἐνῷ τὸ 1899 δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ μόνον 242,000. Δὲν βλέπω, τίνα ἐλπίδα ἔχετε διὰ τὸ 1900. Ὅ,τι ἔγεινε τὸ 1899, θὰ γείνῃ καὶ τὸ 1900.

§309Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μία μόνον ὑπάρχει διαφορά, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ ἱματισμοῦ δὲν εἰσήγοντο πρότερον τακτικῶς. Κατὰ τὸν νέον νόμον, οὗτινος ὑπῆρξα εἰσηγητὴς κατὰ τὴν προηγουμένην ἔκτακτον Βουλευτικὴν Σύνοδον, θὰ εἰσάγωνται τακτικῶς.

§310ΝΕΓΡΗΣ. Ἕτερον ἔλλειμμα θὰ ὑπάρξῃ ἐκ τοῦ ἐσόδου τῶν καθυστερουμένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1900 δρ. 2,205,938.66, τὸν μῆνα Νοέμβριον 233,602,29. Ὑπολογίζω διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν ἀντίστοιχον μῆνα τοῦ 1899, ἤτοι δρ. 379,433.71, καὶ οὕτω, ἀθροίζων τὰ ποσὰ ταῦτα, φθάνω εἰς 2,818,974.66, ἀπέναντι προϋπολογισθέντων 3,500,000. Ἄρα τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀφίνει ἔλλειμμα δρ. 681,025.34, ἐνῷ οὐδὲν περὶ τούτου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Περὶ τῶν ἀπροβλέπτων ἐξήγησα ἤδη, ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ ἀναγραφόμενον δὲν εἶναι τακτικὸν ἔσοδον, δι’ ὃ ἐκπίπτω καὶ τοῦτο. Ἐπίσης εἶπον, ὅτι δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔσοδον ἐκ κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν· καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, αἱ διαφοραὶ αὗται ἀνέρχονται ἤδη εἰς πολὰ ἑκατομμύρια. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα.

§311Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε, κατὰ τὸ παρελθόν, συνεζητήσατε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὑπεστηρίξατε, ὅτι τὰ ἔσοδα ἤθελον ἀνέλθει εἰς 112 ἑκατομμύρια, καὶ οὐχὶ εἰς 107, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριζον ἐγώ. Τώρα πῶς μετεβάλετε γνώμην;

§312ΝΕΓΡΗΣ. Μετέβαλον γνώμην, ἀφοῦ καὶ ὑμεῖς ἠλλάξατε πορείαν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί μου σήμερον στηρίζονται εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ὑμετέρας διοικήσεως, οὐδὲ δύναμαι νὰ εὐθύνωμαι, ἂν τ’ ἀποτελέσματα δὲν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δικαίας ἐλπίδας, ἃς ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ, ἂν ἄλλως διῳκοῦντο τὰ πράγματα τῆς χώρας. Εἶπον, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ διαφοραὶ τῶν ἐσόδων τῶν ἀληθῶν πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Ἀλλ’ εἰς ταύτας προστίθενται καὶ αἱ περιπλέον δαπάναι τοῦ δημοσίου χρέους, τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τῶν προκαταβολῶν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τῆς ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτων εἰσπεπραγμένων, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον προηγουμένως. Δὲν ἠλάττωσα δὲ διὰ τὸ 1901 τὰς δαπάνας τοῦ πετρελαίου, ἐνῷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἠλάττωσε ταύτας κατὰ 1,238,000. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχει ἀποθέματα, ἅτινα θὰ τὸν ἀπαλλάξωσι τῆς ἀνάγκης νὰ ἀγοράσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν πετρελαίου κατὰ τὸ 1901. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ πάλιν, ὅτι ἀπόθεμα πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ὑπῆρχε τοιοῦτον πάντοτε, καὶ καθ’ ὅσον αὐξάνει ἡ κατανάλωσις, δέον καὶ τὸ ἀπόθεμα νὰ ἦναι μεγαλείτερον. Ἀλλ’ ἂς ὑπολογίσωμεν, ἂν τὸ ἀπόθεμα ηὔξησεν ὑπερόγκως κατὰ τὸ 1900. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ προμήθειαν πετρελαίου, τὸ Δημόσιον ἐπρομηθεύθη 225,867 κιβώτια. Κατὰ κατάστασιν, ἣν ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ κατανάλωσις τοῦ πετρελαίου κατὰ τὸ 1900 θὰ ἦναι ἡ ἑξῆς: Μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 161,814½ κιβώτια, τὸν μῆνα Νοέμβριον 26,882½ κιβώτια. Τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1900 καταναλωθήσονται, κατὰ τὴν αὐτὴν σημείωσιν, 27,255½ κιβώτια. Ἤτοι τὸ ὅλον 215,951½ κιβώτια. Ἄρα δὲν θέλουν περισσεύσει ἐκ τῶν 225,867 κιβωτίων, τῶν καταναλωθέντων τὸ 1900, εἰμὴ 9,915 κιβώτια· ἀξίας 135,000 δραχμῶν. Ἄρα, ἂν ὑποθέσωμεν, (ὅπερ βεβαίως φρόνιμον δὲν εἶναι) ὅτι θὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἀποθήκη τοῦ 1901 μέχρι τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ, πάλιν ἡ προμήθεια δὲν θέλει ἐλαττωθῆ, εἰμὴ κατὰ 20,000, τὸ πολὺ, κιβώτια· ἤτοι τὰ ἔξοδα δὲν θὰ ἐλαττωθῶσιν, εἰμὴ κατὰ 270,000 δραχμάς. Ὥστε πάλιν λείπει ἓν ἑκατομμύριον δραχ. ἐκ πετρελαίου ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901.

§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ὑπῆρχεν ἀπόθεμα πετρελαίου ἐκ κιβωτίων 72,439, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1900 θὰ ὑπάρχῃ ἀπόθεμα ἐκ κιβωτίων 97,000.

§314ΝΕΓΡΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβάλετε προχθὲς, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐφέρατε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 225,000 κιβώτια. Ἐκ τούτων, κατὰ τὴν σημείωσίν σας, θὰ καταναλώσητε 115,000· ἄρα θ’ αὐξήσῃ τὸ ἀπόθεμα κατὰ 10,000 τὸ πολύ. Ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ προσθέσω καὶ 200,000 δρ. διὰ τὴν τελωνειακὴν ἀστυνομίαν, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν.

§315Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ δαπάνη.

§316ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε, μ’ ὅλον τοῦτο, ἐλαττώσει τὸ ποσὸν διὰ τοὺς τελωνοφύλακας κατὰ δραχμὰς 100,000. Ἤδη, μετὰ τὰ ἐκτεθέντα, ἐξηγεῖται ἀρκούντως, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκει περισσεύματα ἐκεῖ, ὅπου ἐγὼ ἀνεῦρον ἐλλείμματα. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι τὸ μὲν πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1900 ἔσεται τοὐλάχιστον 6,332,000, τὸ δὲ τοῦ 1901 θὰ ἀνέλθῃ εἰς 4,715,000, ὡς εἶχον εὕρει ταῦτα προηγουμένως. Καὶ τοῦτο, ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων ἀστυνομικῶν νόμων. Πᾶσα πρόσθετος δαπάνη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν θέλει αὐξήσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1901. Ἤδη ἀποδεικνύεται, ὅτι δικαίως ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Πρέπει νὰ κατανοηθῇ, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὰ πράγματα τῆς ἡμετέρας πατρίδος ἀνθηρά· ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἵσταται ὑψηλὰ, τὴν ἀσφάλειαν ἄμεμπτον, τὴν παιδείαν προοδεύουσαν, τὸν στρατὸν ἐγγυμναζόμενον καὶ ὁπλιζόμενον κατὰ τὰ νέα συστήματα, τὰ θωρηκτά μας πληροῦντα τοὺς λιμένας ἡμῶν. Ἀλλὰ πῶς θὰ γείνουν ταῦτα; Διὰ τῆς προεξοφλήσεως μελλόντων περισσευμάτων; Οὐχί. Ἐν ὅσῳ τυφλώττομεν πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ κωφεύομεν πρὸς τὴν φωνὴν αὐτῆς, ἂς μὴ ἐλπίζωμεν οὐδέν. Ἂς τολμήσωμεν νὰ ἀτενίσωμεν αὐτὴν γυμνὴν, καὶ ἂς ἐρυθριάσωμεν εἰς τὴν ὄψιν αὐτῆς, καὶ τότε θὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς σωτηρίας. Εἴθισται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἔχῃ πρὸ παντὸς πολιτικὸν χαρακτῆρα, νὰ ἀφορᾷ ἰδίως τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέγχω λοιπὸν αὐτὴν, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεται τῆς ἀληθοῦς ἡμῶν καταστάσεως, καὶ μὴ ἀντιλαμβανομένη ταύτης ἄγει ἡμᾶς γοργῷ τῷ βήματι πρὸς τὸ ἀπροχώρητον, διὰ τῆς δῆθεν ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Διοικήσεως, τοῦ στρατοῦ, τοῦ ναυτικοῦ. Ἂς σταματήσῃ εἰς τὸν δρόμον αὐτὸν, τὸν ἄγοντα ἡμᾶς κατὰ κρημνῶν, ὧν τὸ βάθος ἄγνωστον. Θὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ἂν αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εὐτυχήσουν νὰ ἀνακόψουν, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον, τὴν ἀπερίσκεπτον ταύτην πορείαν.

§317ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§318ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἔχωμεν αὔριον τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα.

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
2τῆς 22 Δεκεμβρίου 1900.
3(Παρασκευή).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελείφθη ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς
8πρακτικοῖς, ὅτι εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
9τιωτικῶν, ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἅπερ ἐζήτησα, δὲν εὑρίσκονται
10ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐστάλησαν εἰς
11τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ἀπεκρίθη, συστήσας εἰς τὸν κ.
12Ὑπουργὸν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ μάθῃ παρὰ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις
13ἔδωκεν αὐτῷ τὴν πληροφορίαν ταύτην, καὶ πληροφορήσῃ τὴν
14Βουλήν, εἰς τίνα ἐστάλησαν τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἔγγραφα,
15καὶ πρὸς τίνα σκοπόν. Ἰδίως, ἂν ἐξετελέσθη, ἢ μή, ἡ κατὰ
16Ἰούλιον τοῦ 1898 ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουρ-
17γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἂν δὲν ἐξετελέσθη, διὰ ποίαν
18αἰτίαν δὲν ἐξελέσθη· ἂν δ’ αἰτία εἶναι, ὅτι ἐγένετο κατ’ αὐ-
19τῆς προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, πότε ἐκινήθη ἡ περὶ
20τούτου δίκη, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται νῦν ἡ ἐγερ-
21θεῖσα δίκη;
22§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ ἡ προσθήκη αὕτη.
23Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
24Οἱ ἐν Ρουμανίᾳ Ἕλληνες διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς
25τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὑ-
26τῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν συνομολόγησιν ἐμπορικῆς
27μετὰ τῆς Ρουμανίας συμβάσεως.
28Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενος κατάδικος
29Γ. Γκοντιλόπουλος, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, ζη-
30τεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ Βασιλικὴ χάρις.
31§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
32καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὰ Βασιλικὰ
33Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ
34Γόρτυνος, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀποστολὴν εἰς τὴν Ἑσπε-
35ρίαν ὑποτρόφων ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων.
36§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
37Ἐσωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς κ. Τσάτσος ἐζήτησε νὰ κατα-
38θέσω τὴν σύμβασιν καὶ τοὺς σχετικοὺς νόμους, τοὺς ἀφορῶν-
39τας εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Καταθέτω
40τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
41Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης
42ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ
43ἀοιδίμου Κυριαζῆ. Καταθέτω τὰς πληροφορίας ταύτας.
44Καταθέτω συμπληρωματικάς τινας πληροφορίας ἐπὶ ἐπε-
45ρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Φικιώρη περὶ τῶν εἰς
46Ἀμερικὴν μεταναστευόντων Λακεδαιμονίων.
47Καταθέτω ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ κ.
48Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
49Ἐσωτερικῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων περὶ παραχωρήσεως μεταλ-
50λείων.
51Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας βουλευτὴς κ. Ποταμιᾶνος ἐζή-
52τησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς ἐκκρεμεῖς ἀπαι-
53τήσεις ἐξ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ἢ ὁδῶν κλπ. Κατηρ-
54τίσθησαν πίνακες, συμφώνως τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
55τοὺς ὁποίους καταθέτω.
56Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔκαμε παρατήρησίν
57τινα περὶ τηλεγραφημάτων ἔκ τινων ἐπαρχιῶν, μὴ ἐπιδο-
58θέντων εἰς αὐτὸν ἐγκαίρως. Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν, τὴν
59ὁποίαν ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων
60μοὶ ἔστειλε...
61§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προ-
62σοχὴ τῆς Διευθύνσεως ὡς πρὸς τὰ ταχυδρομικὰ δέματα, διότι
63ταχυδρομικὰ δέματα ἐκ Γαλλίας καθυστέρησαν ἐπὶ δύο
64μῆνας.
65§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά.
66Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω πληροφορίας
67ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατασκευὴν ναοῦ τινος ἐν Καζακλάρ.
68Καταθέτω τὰς πληροφορίας. Ἐν αὐταῖς θέλει εὕρει τὴν ἐξή-
69γησιν τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος.
70Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, περιέχοντα τὸν
71ἀριθμὸν τῶν ἐν μεταλλείοις καὶ ὀρυχείοις φονευθέντων καὶ
72τραυματισθέντων. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον, τῶν ἐτῶν
731896, 1897, 1898 καὶ 1899, ὡς καὶ τὸν γενικὸν ἰσολογι-
74σμὸν τοῦ Ταμείου πρὸς περίθαλψιν τῶν μεταλλευτῶν.
75Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας, τὰς
76ὁποίας εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν ἔργων τοῦ
77Παμίσου· ἐζήτησε δηλ. νὰ καταθέσω πίνακα περὶ τῶν δα-
78πανῶν εἰς μισθοὺς, ἐπιμίσθια καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τοῦ προ-
79σωπικοῦ τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑπηρεσίας. Καταθέτω πίνακα
80τῶν ἐτῶν 1890–1900.
81Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ἐζήτησε νὰ κατα-
82θέσω πίνακα περὶ τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 γενο-
83μένων δαπανῶν πρὸς ἐκτύπωσιν ἐργασιῶν τοῦ Δημοσίου ἐν
84ἰδιωτικοῖς τυπογραφείοις. Καταθέτω αὐτόν.
85Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἐζή-
86τησε πίνακα τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων διὰ τὰ ὑδραυλικὰ
87ἔργα τῆς κοιλάδος Παμίσου. Καταθέτω τὸν πίνακα, ἐκ τοῦ
88ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι τὸ ὑπάρχον διαθέσιμον κεφάλαιον διὰ
89τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἀνέρχεται εἰς 80,905 δραχμὰς, διότι
90ἀπέβη πάντοτε ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ τοῦ βαρύ-
91νοντος τοὺς δήμους. Οἱ δῆμοι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κατα-
92βάλλωσι κατ’ ἔτος δραχ. 15,000, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου
93οὐδέν ποτε εἰσεπράχθη· καίτοι δὲ προέβημεν εἰς ἐνεργείας
94λίαν δραστηρίας, ἡ κατάστασις τῶν δήμων ὑπῆρξε τοιαύ-
95τη, ὥστε ἀπέβη ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις.
96Νομίζω τώρα, ὅτι ἐξώφλησα τὰς ἐπερωτήσεις. Ἂν τυχὸν
97δὲν ἀπήντησα εἴς τινα ἐπερώτησιν, παρακαλῶ νὰ μοὶ γείνῃ
98μικρὰ ὑπόμνησις, ὅπως, ἂν ἐγένετο λάθος τι, φροντίσω νὰ τὸ
99ἐπανορθώσω.
100§7Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας θ’ ἀπα-
101σχολήσω τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ὑπόθεσις ἄγνωστος εἰς τοὺς
102πολλοὺς, διότι ἐπανειλημμένως ἡ δημοσιογραφία περὶ ταύ-
103της ἠσχολήθη. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ χωρίου Ἰμίρ-
104μπεη. Θ’ ἀφηγηθῶ ξηρῶς τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι
105νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖά τινα ἐν ταύτῃ, περὶ τῶν
106ὁποίων εἶναι πρέπον ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ, ἐφ’ ὅσον πρό-
107κειται νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ πράξεων
108τῆς Κυβερνήσεως.
109Τὸ χωρίον Ἰμίρμπεη εἶναι χωρίον ἰδιόκτητον, κείμενον
110παρὰ τὴν Λαμίαν, καὶ ἔχον ὅριον πρὸς ἀνατολὰς τὴν θάλασ-
111σαν. Παρὰ τὸ χωρίον τοῦτο ἐκβάλλει ὁ Σπερχειὸς ποταμὸς,
112καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ ἡ θάλασσα ἐπι-
113χώννυται, μεταβαλλομένης τῆς ἀκτῆς εἰς γαίας, καθιστα-
114μένας διὰ τοῦ χρόνου καλλιεργησίμους. Ἐν ἔτει 1885 ἐγέ-
115νετο μεγάλη ἐκχείλισις τοῦ ποταμοῦ Σπερχειοῦ, καὶ ἐπε-
116χώσθη ἀρκετὸν μέρος τοῦ αἰγιαλοῦ. Τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀρχι-
117κῶς μὲν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλλιεργηθῇ, ἀλλὰ διὰ τοῦ
118χρόνου καθίσταται καλλιεργήσιμον. Πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου
119τὸ ἐπιχωσθὲν μέρος ἦτο ἰχθυοτροφεῖον, καὶ τὸ Δημόσιον εἶ-
120χεν ἐνοικιάσει αὐτό. Ἀλλ’ ὅτε ἐπεχώσθη τὸ ἰχθυοτροφεῖον,
121οἱ ἐνοικιασταὶ, οἵτινες εἶχον πληρώσει ὁλόκληρον τὸ ἐνοί-
122κιον, ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ζητοῦντες τὴν
123ἐπιστροφὴν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ...
124§8Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πῶς ἔγεινεν ἰχθυοτροφεῖον ἐκ τῆς
125προσχώσεως;
126§9Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἦτο προηγουμένως ἰχθυοτροφεῖον, καὶ
127ἐξεχώσθη.
128Ἤγειραν λοιπὸν ἀγωγὰς, καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν
129διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 4117 τοῦ 1892 καὶ 5604 τοῦ 1899
130ἀποφάσεών του, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἐπεκυρώθη δι’ ἀπο-
131φάσεων τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου,
132ἐδικαίωσεν αὐτοὺς, ἐπιδικάσαν, ὅπως λάβωσιν ἀρκετὸν πο-
133σὸν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, περὶ τὰς 130,000 δραχμάς. Ἔλα-
134βον δὲ τὸ ποσὸν 45,000 δραχμῶν, ὡς πρώτην δόσιν, διὰ τὸ
135ἐπιχωσθὲν τοῦτο ἰχθυοτροφεῖον. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου
136ἐκείνου φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ θελήσωσι ν’ ἀνακινήσωσι τὸ ζή-
137τημα τοῦτο, ὑπολαμβάνοντες, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ ἰδιοκτησία
138αὐτῶν νὰ ἐκταθῇ μέχρι τῆς νέας ἀκτῆς. Σημειώσατε, ὅτι
139τὸ ἐπιχωσθὲν μέρος, καταμετρηθὲν πολὺ μετὰ ταῦτα ὑπὸ
140δημοσίων γεωμετρῶν, εὑρέθη, ὅτι εἶναι ἐκτάσεως 9,600
141περίπου στρεμμάτων. Ἀλλὰ τὸ χωρίον Ἰμίρμπεη εἶναι ἰδιό-
142κτητον, ὡς εἶπον, χωρίον. Ἔχει πολλὰς γαίας. Ἐν αὐταῖς
143καλλιεργοῦσιν, ὡς κολλῆγοι, πολλοὶ ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ
144χωρίου Ἰμίρμπεη· εὑρίσκοντο δὲ ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ οἱ κά-
145τοικοι μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ χωρίου. Λέγω κάτοικοι,
146διότι, πλὴν τῶν κολλήγων, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ χωρίῳ καὶ
147πολλοί, πλεῖστοι ἄλλοι, κατοικοῦντες ἐν αὐτῷ καὶ μὴ καλ-
148λιεργοῦντες γαίας, ἀλλ’ ἐπαγγελλόμενοι τὸν κτηνοτρόφον,
149τὸν ἀγωγέα κλπ. Ὅτε ἐπεξετάθη ἡ περιφέρεια τοῦ χωρίου
150πρὸς τὴν θάλασσαν, ἠρέσκοντο νὰ βλέπωσι τοῦτο καὶ οἱ μὲν
151καὶ οἱ δέ. Ἐνέμοντο λοιπὸν τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, ἕκαστος δι’ ἑ-
152αυτόν, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ χωρίου, ἔχοντες πληθὺν μεγά-
153λων καὶ μικρῶν ζώων, ἔβοσκον ταῦτα εἰς τὴν νέαν περιφέ-
154ρειαν τοῦ χωρίου, τὴν ἐκ τῆς εἰρημένης ἐπιχώσεως σχημα-
155τισθεῖσαν. Παρήρχετο ὁ χρόνος, καὶ τὰς γαίας ἐνέμοντο, ὡς
156εἶπον, τόσον οἱ ἔχοντες ζῷα πολλὰ κάτοικοι τοῦ χωρίου
157Ἰμίρμπεη, ὅσον καὶ οἱ κολλῆγοι. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1894 ἀνα-
158φορὰ ἐπεδόθη ἀπὸ μέρους τινὸς τῶν κατοίκων, δι’ ἧς ἠρω-
159τᾶτο τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι προέρχονται
160ἐκ τῆς ἐπιχώσεως καὶ ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑδάτων
161τῆς θαλάσσης, εἶναι γαῖαι, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτή-
162τας τοῦ παρακειμένου χωρίου Ἰμίρμπεη, ἢ εἶναι γαῖαι ἐθνικαί.
163Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι γαῖαι ἐθνικαί, δὲν πρέπει νὰ
164διατεθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζουσιν οἱ νόμοι; Τὸ Ὑπουργεῖον
165τῶν Οἰκονομικῶν, βραδέως μέν, ἀλλὰ λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὴν
166ἀναφορὰν ταύτην, διέταξε τὸν ἐκεῖ ὑπηρετοῦντα Οἰκονομι-
167κὸν Ἔφορον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν. Ἐν
168ἔτει 1898, κατόπιν διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας μεταξὺ
169τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφό-
170ρου, διετάχθη οὗτος νὰ παραλάβῃ δύο γεωμέτρας καὶ προβῇ
171εἰς σύνταξιν διαγράμματος τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι
172προῆλθον ἐκ τῆς ἐπιχώσεως, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ὁ κ. Ὑπουργὸς
173ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμ-
174βουλίου, καὶ ἡ γνώμη τούτου ἦτο, ὅτι ἀναντιρρήτως αἱ γαῖαι
175αὗται εἶναι ἐθνικαί. Ὅτε ἐγένετο ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, οἱ
176ἰδιοκτῆται παρεπονέθησαν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουρ-
177γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶπον, ὅτι «δὲν πρόκειται μόνον
178περὶ τῶν ἐκ τῆς ἐπιχώσεως προελθουσῶν γαιῶν, ἀλλὰ δυνα-
179τὸν νὰ συμβῇ λάθος, καὶ νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ διάγραμμα
180τοῦ Δημοσίου καὶ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν ἀναντιρρήτως εἰς
181ἡμᾶς, ἢ τοὐλάχιστον, εἶπον, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡμεῖς διὰ τῆς
182τριακονταετοῦς παραγραφῆς ἐγενόμεθα κύριοι αὐτῶν.» Καὶ
183διὰ τοῦτο τὸ συνταχθὲν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1898 διάγραμμα
184τοῦ Δημοσίου διαιρεῖται εἰς δύο ζώνας, ὧν ἡ μὲν περιλαμ-
185βάνει γαίας, ἃς ἀνεγνώρισαν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ὡς προελθού-
186σας ἐκ τῶν ἐπιχώσεων καὶ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑδάτων
187τῆς θαλάσσης, — ἀναμφισβητήτως ἐθνικὰς — ἡ δὲ γαίας, τῶν
188ὁποίων, ἰσχυρίσθησαν οὗτοι, ὅτι εἰσὶ κύριοι, λόγῳ μακρᾶς
189παραγραφῆς — ἀμφισβητουμένας ἐθνικάς...
190§10Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀνεγνώρισαν αὐτὸ οἱ ἰδιοκτῆται;
191§11Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
192τῶν Οἰκονομικῶν εἶπον, ὅτι πέντε χιλιάδες στρεμμάτων πρὸς
193τὴν θάλασσαν προέρχονται ὄντως ἐξ ἐπιχώσεως, ἀλλὰ προσέ-
194θηκαν τὴν γνώμην, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δι-
195καίου, τοῦ καθ’ ἡμᾶς πολιτευομένου, οὗτοί εἰσι κύριοι.
196§12Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι νομικὸν ζήτημα· τὸ πραγ-
197ματικὸν ἡμεῖς ἐξετάζομεν ἂν ἀνεγνώρισαν.
198§13Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα.
199Διῃρέθη λοιπόν, εἶπον, εἰς δύο· εἰς γαίας ἐκ πέντε χιλιάδων
200στρεμμάτων, προερχομένας ἀναμφισβητήτως ἐξ ἐπιχώσεως
201μετὰ τὸ 1885, καὶ εἰς γαίας ἐκ πέντε χιλιάδων στρεμμά-
202των, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἰδιοκτητῶν, εἶναι
203ἐνδεχόμενον νὰ προέρχωνται ἐξ ἐπιχώσεως, ἀλλὰ πρὸ τρια-
204κονταετίας, καὶ τὸ Δημόσιον ἐδέξατο τὴν διαίρεσιν ταύτην·
205γαίας ἀναμφισβητήτως ἐθνικάς, καὶ γαίας ἐθνικὰς ἀμφισβη-
206τουμένας.
207Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα ἐν ἔτει 1898, ὅτε εἷς τῶν ἰδιο-
208κτητῶν, ἢ μᾶλλον ἡ ἰδιοκτήτρια χήρα κυρία Ἀξελοῦ, ἐπε-
209χείρησε καλλιέργειαν τμήματός τινος τῶν γαιῶν τούτων τοῦ
210Δημοσίου. Κατὰ διαταγὴν ὅμως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
211νομικῶν, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος κωλύει τὴν καλλιέργειαν
212διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως, διατεινόμενος, ὅτι τὴν νομὴν
213τούτων τῶν γαιῶν καὶ κυριότητα ἔχει τὸ Δημόσιον, καὶ ἑπο-
214μένως δὲν δύναται τρίτος νὰ καλλιεργήσῃ ἄνευ ἀδείας τοῦ
215Δημοσίου. Κατόπιν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Δημοσίου,
216φυσικὸν ἦτο, ἡ κυρία Ἀξελοῦ, ἔχουσα ἀντίθετον γνώμην,
217καὶ διεκδικοῦσα δικαιώματα ἰδιοκτησίας, νὰ αἰτήσηται
218προσωρινὰ μέτρα, ὧν ὄντως ἐπελήφθη ὁ ἁρμόδιος Εἰρηνοδίκης,
219καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάζετο ἡ νομὴ
220κατὰ τὸ πλεῖστον μὲν εἰς τὸ Δημόσιον, κατά τι δὲ μέρος εἰς
221τὴν ἰδιοκτήτριαν. Ἀλλ’ ἐγένετο ἔφεσις τῆς ἀποφάσεως ταύ-
222της τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ κατ’ ἔφεσιν τὸ Δημόσιον ὑπέβαλεν
223ἰσχυρισμούς, ὅτι οὐδὲ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ
224Εἰρηνοδίκης ἀνεγνώρισε νομὴν εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν, ἔχει τὴν
225νομὴν αὕτη. Καὶ ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐν
226Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν ὡς Ἐφετῶν...
227§14ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγένετο ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως;
228§15Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἐγένετο ἔφεσις κατὰ τῆς
229ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐκκρεμὴς
230ἐνώπιον τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν, ὡς Ἐφετῶν. Ὅπως δὲ
231τηρήσω τὴν σειρὰν τῆς ἀφηγήσεως, δι’ αὐτὸ δὲν εἶπον τὸ
232ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε, λέγω, ὅτι ἐξεδόθη
233ἡ ὑπ’ ἀριθ. 631 τοῦ 1900 ἀπόφασις τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρω-
234τοδικῶν διατάσσουσα τὰ ἑξῆς:
235«Διὰ ταῦτα
236«Ἀπορρίπτει τὴν ἔφεσιν τῆς ἐκκαλούσης. Δέχεται τὴν
237διὰ τῶν προτάσεων ἀσκουμένην ἀντέφεσιν τοῦ Δημοσίου.
238Ἐξαφανίζει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1147 τοῦ 1898 ἐκκαλουμένην
239ἀπόφασιν. Ἀπορρίπτει τὴν περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀγωγὴν
240τῆς ἐναγούσης. Ἀναγνωρίζει προσωρινῶς ὡς νομέα τῶν ἐν
241τῷ ἱστορικῷ ὁριζομένων γαιῶν τὸ Δημόσιον, εἰς ὃ ἐπιτρέπει
242πᾶσαν πρᾶξιν διακατοχῆς. Ἀπαγορεύει τῇ ἐναγούσῃ (ἐκκα-
243λούσῃ), ὡς προσωρινὸν μέτρον, πᾶσαν διατάραξιν τῆς νομῆς
244τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ ἀπειλῇ χρηματικῆς ποινῆς δραχ. 5,000,
245καὶ καταδικάζει ταύτην εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τὰ
246τέλη ἀμφοτέρων τῶν βαθμῶν, ὁριζόμενα εἰς δραχμὰς 120.»
247Τοιαύτη ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις. Ἀλλὰ κατὰ Φεβρουά-
248ριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ τῶν
249κατοίκων τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Αἱ
250σχέσεις αὐτῶν, αἱ φιλικαί, διεκόπησαν, καὶ οὐκ ὀλίγοι ἐκ
251τῶν κατοίκων ἐξεβλήθησαν τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν, ἃς ἐκαλ-
252λιέργουν ὡς κολλῆγοι. Οἱ χωρικοί, γινώσκοντες πλέον ἐκ τῆς
253ἐνεργείας τοῦ Δημοσίου, ὅτι τοῦτο μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν
254ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐθνικάς, ἃς ἠδύναντο νὰ δηλώσωσι, καὶ
255μάλιστα τὰς γαίας ἐκείνας, ἃς κατεῖχον, βόσκοντες διὰ τῶν
256ἰδίων των ζώων, ἐσκέφθησαν νὰ προβῶσι, καθ’ ὃν χρόνον ὁ
257νόμος ἐπιτρέπει, κατὰ Φεβρουάριον, εἰς δηλώσεις, ὡς κάτο-
258χοι τμήματος τῶν γαιῶν τούτων, διὰ νὰ καλλιεργήσωσι καὶ
259ἀποζήσωσιν ἐξ αὐτῶν οἱ ἐκβληθέντες κολλῆγοι. Χωρὶς δὲ νὰ
260διαταράξωσι τὸ παράπαν τὴν πραγματικὴν ἰδιοκτησίαν προέ-
261βησαν εἰς τὰς εἰρημένας δηλώσεις. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι
262ὁ τότε Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐδίσταζε νὰ δεχθῇ δηλώσεις,
263χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἀνη-
264νέχθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διέταξεν
265ἀμέσως, καθὰ ὁ ἴδιος μὲ διεβεβαίωσε, νὰ δεχθῇ ὁ Οἰκονομικὸς
266Ἔφορος τὰς δηλώσεις, προσθείς, ὅτι οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ
267ἀρνηθῇ. Καὶ ὄντως ὁ Ἔφορος ἐδέχθη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὰς
268δηλώσεις. Ἐδήλωσαν οἱ χωρικοί, ἐκαλλιέργησαν, καὶ ἔσπει-
269ραν, οὐδενὸς παρεμβαίνοντος καὶ οὐδενὸς παρακωλύοντος·
270ἔσπειραν δὲ βάμβακα. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ παρακειμένου χω-
271ρίου Ἰμίρμπεη ἐσκέφθησαν νὰ αἰτήσωνται προσωρινὰ μέτρα,
272ἀλλὰ δὲν συνεφώνησαν πρὸς ἀλλήλους, ἐκτὸς τῆς κυρίας
273Ἀξελοῦ, νομιμοφρονεστάτης καὶ λογικωτάτης, — ὁμολογῶ —
274ἥτις ᾐτήσατο, μόνη αὕτη, προσωρινὰ μέτρα κατὰ τῶν χω-
275ρικῶν, ὡς ᾐτήσατο πρότερον καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι
276ἐνόμισε, λίαν εὐλόγως, ὅτι ἡ ὁδὸς, ἡ εὐθεῖα καὶ νόμιμος, ἦτο
277αὕτη, πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων αὑτῆς, ἐὰν εἶχε τοιαῦ-
278τα. Δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρω-
279τοδικῶν. Οἱ λοιποὶ δὲν ᾐτήσαντο προσωρινὰ μέτρα, ἀλλ’ ἀ-
280πηυθύνθησαν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Τοῦτο ὅμως δὲν
281ἠδύνατο ν’ ἀνησυχήσῃ τοὺς χωρικούς, διότι δὲν ἦτο δυνα-
282τὸν νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἤθελε παρέμ-
283βει ἐν τοιαύτῃ ὑποθέσει καὶ κρίνει περὶ κατοχῆς. Εἶναι ἐν
284τοσούτῳ ἀληθές, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἀνεφέρθησαν πρὸς τὸν
285κύριον Νομάρχην καὶ πρὸς τὸν κ. Οἰκονομικὸν Ἔφορον, οἵ-
286τινες, προσλαβόντες καὶ τὸν κ. Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητήν,
287εὑρισκόμενον ἐκεῖ, μετέβησαν ἐπὶ τόπου, καὶ ἀντελήφθησαν
288τῶν πραγμάτων, καὶ προφορικῶς συνέστησαν αὐτοῖς νὰ στα-
289ματήσωσι μέχρις οὗ σημείου εἶχον καλλιεργήσει, νὰ μὴ ἐνο-
290χλήσωσι δὲ τοὺς χωρικοὺς μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ· ἐὰν δὲ
291ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἕτερος ἐξ αὐτῶν ἠδικεῖτο, νὰ προσφύγωσιν εἰς
292τὰ Δικαστήρια. Ὅπως δὲ μὴ ἐπέλθῃ ῥῆξις μεταξὺ τῶν ἰδιο-
293κτητῶν, ἢ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ τῶν καλλιεργητῶν, εἶπον
294αὐτοῖς νὰ μὴ προχωρήσωσι πέραν τοῦ σημείου τούτου, μέ-
295χρις οὗ τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς ὃ ἤθελον ἐκθέσει τὰ πράγματα,
296διατάξει. Οἱ τρεῖς οὗτοι, Νομάρχης, Ἔφορος καὶ Ἐπιθεωρητής,
297δι’ ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφεραν,
298ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν, αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὸ
299διάγραμμα τοῦ Δημοσίου, καὶ χαρακτηρίζονται ὡς ἐθνικαί.
300Ἀμφότερα τὰ Ὑπουργεῖα, τῶν τε Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν
301Οἰκονομικῶν, παρήγγειλαν πρὸς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς, ὅτι δὲν
302πρέπει ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς ὑπόθεσιν φέρουσαν χαρακτῆρα κα-
303θαρῶς δικαστικόν. Μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
304προσέθηκεν εἰς τὸν κ. Νομάρχην, ὅτι καὶ ἡ μέχρι τότε μεσο-
305λάβησίς του δὲν ἦτο ὀρθή. Καὶ μέχρι τότε, εἶναι πανθομο-
306λογούμενον, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀπέσχεν ἐπιμελῶς πά-
307σης ἀναμίξεως, καὶ οὐδεμία περιπλοκὴ ἐπήρχετο, ἐφ’ ὅσον
308ἀπεῖχεν. Ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, μὴ
309προσφυγόντες εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, προσέφυγον ἐνώ-
310πιον τῶν ποινικῶν, καταγγέλλοντες τοὺς καλλιεργητὰς καὶ
311δηλωτάς, ὅτι ἐνήργησαν αὐτοδικίαν. Δὲν γνωρίζω, δὲ, πῶς
312παρεστάθησαν τὰ πράγματα εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶχεν ἁρμο-
313διότητα νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς δίκην, ἀλλὰ βεβαίως πα-
314ρεστάθησαν οὕτως, ὥστε ἐξηναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς
315δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἐνώπιον τοῦ
316Πλημμελειοδικείου ἐπὶ αὐτοδικίᾳ. Τόση δὲ ἦτο ἡ σπουδὴ
317τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, τοῦ Εἰσαγγελέως, ὥστε οὔτε τὴν
318τριήμερον προθεσμίαν δὲν ἐτήρησε, καὶ ὅτε εἰσήγαγεν αὐ-
319τοὺς, τὸ Δικαστήριον εὑρέθη πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀκυρώσῃ
320τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, καταγγέλλον τὴν σπουδὴν οἱο-
321νεὶ ἢ τὴν ἀμέλειαν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ, καίτοι ἠκυ-
322ρώθη τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, δὲν παρῆλθον ἢ 5 ἡμέραι,
323καὶ ἐκ νέου εἰσήχθησαν εἰς δίκην ἐπὶ αὐτοδικίᾳ, καθ’ ὃ διά-
324στημα δὲν εὑρισκόμην ἐν Λαμίᾳ, καὶ ἠγνόουν τὴν φάσιν ταύ-
325την τῆς ὑποθέσεως. Μοὶ ἀνεκοινώθη μόνον, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς
326δίκην οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου, ὡς δηλώσαντες καὶ καταλα-
327βόντες ἐθνικὰς γαίας. Τότε καὶ πάλιν παρέστησα πρὸς τὸν
328κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖ ἐξηκριβω-
329μένον, ἐὰν οἱ χωρικοί, δηλοῦντες καὶ καλλιεργοῦντες ἐθνι-
330κὰς γαίας, τυγχάνωσι τῆς προστασίας τοῦ Δημοσίου, διότι
331οὐδόλως οἱ ἄνθρωποι προτίθενται νὰ προσβάλωσι δικαιώ-
332ματα ἀνεγνωρισμένα, οὐδὲ νὰ προβῶσιν εἰς κατάληψιν γαιῶν
333μὴ ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
334νομικῶν, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ τε Νο-
335μικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων νομομαθῶν, μὲ συνεβούλευσε
336νὰ προβῶσιν οἱ χωρικοὶ εἰς δηλώσεις ὅλων τῶν ἐθνικῶν
337γαιῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι οὐδένα ἀδικοῦσι, τοὐναντίον
338δὲ διασώζουσι τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου.
339Εἰσήχθησαν λοιπὸν καὶ ἐτιμωρήθησαν ἐρήμην διὰ πενθη-
340μέρου φυλακίσεως, ἐπὶ αὐτοδικίᾳ, τινὲς τῶν καλλιεργητῶν.
341Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξέτιον τὴν πενθήμερον ποινήν, τρεῖς ἡμέρας μετὰ
342τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν εἰς δίκην, ἰδοὺ νέον κατηγορητήριον,
343ὅτι καὶ πάλιν ηὐτοδίκησαν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ὅπερ ἔσπει-
344ραν πλέον, ὅτι κατέλαβον αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ τινὸς δικαιώ-
345ματος γαίας ἀνηκούσας εἰς τὸν Α, Β, Γ, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις
346αὐτῶν, ἡ δευτέρα, εἶναι, ὅτι τοὺς ἀποσταλέντας ἀνθρώπους
347ἵνα καλλιεργήσωσιν, εἰς ὃ μέρος κατεῖχον καὶ ἐκαλλιέργησαν
348οἱ χωρικοί, οὗτοι παρημπόδισαν, λέγοντες, ὅτι τὸ μέρος ἦτο
349ἐθνικόν. Ὅτε ἐκ νέου κατηγγέλθησαν, ἤγειραν οἱ χωρικοὶ
350ἀγωγὴν περὶ διαταράξεως τῆς κατοχῆς, δίδοντες τὸν καιρὸν
351εἰς τοὺς νομίσαντας, ὅτι προσεβλήθησαν τὰ δικαιώματά των,
352νὰ συζητήσωσι τὴν ἀγωγὴν ταύτην, καὶ εἰσέλθῃ ἡ ὑπόθεσις
353εἰς τὴν νόμιμον ὁδόν. Εἰσαχθείσης ἐκ νέου τῆς ὑποθέσεως
354ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ πάλιν
355ἐτιμωρήθησαν ἐρήμην εἰς τρίμηνον φυλάκισιν, ὡς καθ’ ὑπο-
356τροπὴν ἀδικήσαντες, καὶ — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν
357τῆς ἀποφάσεως — διότι «μετῆλθον βίαν κατὰ τοῦ προσώπου
358ἑνὸς τῶν ἀνθρώπων τῶν ἰδιοκτητῶν». Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγ-
359ξω διὰ τοῦτο τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου· ἀλλ’ ἐκεῖνο,
360τὸ ὁποῖον ἐν ταύτῃ σημειοῦται, ὅτι δηλ. ἐνηργήθη βία κατὰ
361τοῦ προσώπου τοῦ Α, ἀναιρεῖται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἐξ ὧν
362ἐμφαίνεται, ὅτι οὗτος ὁρισθεὶς κατέθηκεν, ὅτι οὐδεὶς προσέ-
363βαλεν αὐτόν, οὔτε ἠπείλησεν, ἀλλὰ μόνον εἶπον αὐτῷ νὰ μὴ
364ἐπιχειρήσῃ καλλιέργειαν ἐπὶ τῶν γαιῶν, διότι ἦσαν δεδη-
365λωμένα.
366Ὅτε ἐν ἀρχῇ ἐδήλωσαν καὶ προέβησαν εἰς καλλιέργειαν
367οἱ χωρικοί, συνάμα ἀπηυθύνθησαν δι’ ἀναφορᾶς πρός τε τὸν
368κ. ἀστυνόμον Λαμίας καὶ πρὸς τὸν κ. Νομάρχην, γνωρίζον-
369τες αὐτοῖς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῶσιν ὑπὸ τῶν ὀργάνων
370τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ζητοῦντες τὴν συνδρομὴν τῶν ἁρμο-
371δίων...
372§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρω-
373τοδικῶν πότε ἐξεδόθη;
374§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὕτη ἔπεται. Ἦτο ἐκκρεμὴς ἡ ὑπό-
375θεσις ἀκόμη.
376§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδικάσθη ἡ ἀνακοπὴ
377κατὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως;
378§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα. Ἐγένετο ἀνακοπὴ κατὰ
379τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως, τῆς καταδικασάσης αὐτοὺς εἰς τρί-
380μηνον φυλάκισιν. Ἐπειδὴ δέ τινες ἐκ τῶν χωρικῶν ἠμφι-
381σβήτουν τὴν ἀπάθειαν μελῶν τινων τοῦ Δικαστηρίου, καὶ
382ἐξέθετον τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
383ὦσιν ἀμερόληπτοι καὶ ἀπαθεῖς, ᾐτήσαντο τὴν ἐξαίρεσιν δύο
384δικαστῶν. Διὰ τοῦτο ἀνεκόπη ἡ πρόοδος τῆς δίκης. Ἡ αἴ-
385τησις ὅμως περὶ ἐξαιρέσεως ἀπερρίφθη ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πά-
386γον, καὶ ἐκ νέου εἰσήχθησαν οὗτοι εἰς τὴν δίκην, ὅτε ἐγὼ
387παριστάμην ὡς συνήγορος τῶν κατηγορουμένων, κατὰ τὴν 9
388Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Διεξαχθείσης δὲ τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον
389τῶν δικαστῶν, ὧν ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις, ἐξεδόθη ἀπόφασις,
390κηρύξασα ἐκ τῶν 20 περίπου κατηγορουμένων ἀθώους μὲν
391τοὺς 17, ἐνόχους δὲ τρεῖς μόνον, οἵτινες καὶ κατεδικάσθη-
392σαν εἰς ἑξαήμερον φυλάκισιν! Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ
393τέρματος τῆς ὑποθέσεως ἐν τοῖς ποινικοῖς Δικαστηρίοις.
394Εἰς τὰς δηλωθείσας καὶ καλλιεργηθείσας ὑπὸ τῶν χωρι-
395κῶν γαίας ἐφύη βάμβαξ, καὶ ἡ συγκομιδὴ προὐμηνύετο εὐ-
396τυχής. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ γαῖαι καλλιεργηθεῖσαι κατὰ τὸ
397παρελθὸν ἔτος ὑπό τινος τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ χωρίου Ἰμίρ-
398μπεη, καὶ τὰς ὁποίας συνεπῶς οἱ χωρικοὶ δὲν κατεῖχον, καὶ
399ἔδει νὰ δηλώσωσιν οὗτοι ταύτας, ὡς μὴ κάτοχοι. Αἱ γαῖαι
400αὗται, περὶ τὰ 1000 στρέμματα, ἦσαν ἐσπαρμέναι σῖτον.
401Συμφώνως τῷ νόμῳ, οἱ χωρικοί, ὡς μὴ κάτοχοι, ἐδήλωσαν
402ταύτας κατὰ μῆνα Μάϊον ἐ. ἔ., ἐπιφυλασσόμενοι, μετὰ τὴν
403συγκομιδὴν τοῦ καρποῦ, διότι τοῦτο διατάσσει ὁ νόμος, νὰ
404λάβωσι τὴν κατοχήν. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Αὐγούστου,
405οἱ χωρικοί, συγκομισθέντος τοῦ καρποῦ ὑπὸ τῆς κατόχου κυ-
406ρίας Παπακώστα, ἐπεχείρησαν, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, νὰ
407λάβουν τὴν κατοχὴν τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, καί, οὐδενὸς
408παρακωλύοντος, ἔλαβον οὗτοι ταύτην. Ἐπὶ ἓξ δὲ ἡμέρας
409εὑρίσκοντο ἐν τῇ κατοχῇ τῶν γαιῶν τούτων. Προκειμένου
410περὶ δηλώσεων ὑπὸ μὴ κατόχων, ὁ νόμος ΦΞΖʹ τοῦ 1875 ἐν
411ἄρθρῳ 4 ὁρίζει: «Οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς
412γαίας, τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν κάτοχοι, δύνανται καὶ πρὸ τῆς
413ἐκδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου νὰ λάβωσιν αὐτὰς εἰς τὴν
414κατοχήν των, ἐγείροντες κατὰ τρίτων πᾶσαν πρὸς τοῦτο
415ἁρμόζουσαν ἀγωγήν, μηδόλως ὁρῶντος τὸ Δημόσιον τοῦ ἐκ
416τῶν δικῶν τούτων δεδικασμένου. Ἐὰν αἱ γαῖαι τύχωσιν
417ἐσπαρμέναι, λαμβάνουσι τὴν κατοχὴν μετὰ τὴν συλλογὴν
418τῶν καρπῶν.» Ὁ δὲ τὸν νόμον τοῦτον εἰσηγησάμενος τότε
419Ὑπουργός, ὅστις, νομίζω, ἦτο ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος,
420ἐξέδοτο, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου, ἐγκύκλιον ἑρμηνευ-
421τικὴν, ἐν ᾗ ἀναγράφει τὰ ἑξῆς:
422«Ἡ ἔλλειψις ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ ῥητῆς διατάξεως, δυνά-
423μει τῆς ὁποίας οἱ δηλώσαντες γαίας, μὴ κατεχομένας παρ’
424αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ τὰς λάβωσιν ἀμέσως εἰς τὴν κατο-
425χήν των, παρετηρήθη, ὅτι ἀπεθάρρυνε σπουδαίως τοὺς μὴ
426κατόχους εἰς τὸ νὰ δηλώσωσι γαίας, εἴτε παρ’ ἄλλων κατε-
427χομένας, εἴτε ἀκαλλιεργήτους. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγ-
428καῖον νὰ χορηγηθῇ πρὸς τούτους τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον νὰ
429λαμβάνωσιν ἀμέσως τὰς δηλουμένας γαίας εἰς τὴν κατο-
430χήν των, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγείρωσι τὰς ἀναγκαίας ἀγωγὰς
431κατὰ παντὸς τρίτου, ὅστις, εἴτε λόγῳ κατοχῆς, εἴτε λόγῳ
432κυριότητος, ἤθελε τοὺς ἐμποδίσει. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον
433ἐκλείπει πᾶς δισταγμὸς διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν
434δηλώσεων τῶν μὴ κατόχων, διότι καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν
435ἀνάγκην νὰ περιμένωσι τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων,
436ἀλλὰ δύνανται ἅμα τῇ παρουσιάσει τῶν δηλώσεων νὰ
437καταλάβωσι τὰς γαίας, ἐκτὸς ἐὰν αὗται τύχωσιν ἐσπαρμέ-
438ναι, ὅτε ἡ κατάληψις ἀναβάλλεται μετὰ τὴν συλλογὴν τῶν
439καρπῶν.»
440Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οὐδεὶς ἠμπόδισε τοὺς χωρικούς, οὗτοι,
441συμμορφούμενοι τῷ νόμῳ καὶ τῇ καθοδηγούσῃ λεπτομερέστε-
442ρον ἐγκυκλίῳ, κατέλαβον τὰς δηλωθείσας γαίας, καὶ κατεῖ-
443χον αὐτάς· ὅτε μίαν ἡμέραν αἰφνιδίως διαταγὴ — ἀλλὰ δια-
444ταγὴ γεγραμμένη δι’ ἐντονωτάτου ὕφους — τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
445τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Φθιώτιδος κατέ-
446φθασε, δι’ ἧς οὗτος ἐκαλεῖτο νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῶν καταλη-
447φθεισῶν γαιῶν καὶ διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως τοὺς χωρι-
448κούς! Ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη διαταγὴ ἐξεδόθη τὰς πρώτας
449ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Καὶ ἐνῷ οἱ χωρικοὶ ἐνόμιζον,
450ὅτι δὲν διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, καὶ εἶχον τὰς συζύγους
451μόνον αὐτῶν ἀποστείλει, ἵνα προετοιμάσωσι τὰς δηλωθείσας
452καὶ καταληφθείσας γαίας πρὸς καλλιέργειαν, συνεπείᾳ τῆς
453ἀνωτέρω διαταγῆς ἀφίκετο εἰς τὸ χωρίον εἷς ἀνθυπομοίραρ-
454χος, ἐπὶ κεφαλῆς 70 ὁπλιτῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σω-
455μάτων, — διότι πρὸς καταρτισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ταύτης
456δυνάμεως ἔλαβον μέρος ἀστυφύλακες, χωροφύλακες, πεζοὶ,
457κλπ. — ὅστις ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου ἔγ-
458γραφον πρόσκλησιν, ἔχουσαν ἐπὶ λέξει οὕτως:
459«Ὁ διοικῶν τὴν ἐνταῦθα στρατιωτικὴν δύναμιν ἀνθυπο-
460μοίραρχος * * * πρὸς τοὺς χωρικοὺς τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη.
461»Κατόπιν τῆς ὑπὸ στοιχεῖα ΔΥ καὶ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου
462ἐ. ἔ. προσκλήσεώς μου, προσκαλῶ τοὺς χωρικοὺς τοῦ χωρίου
463Ἰμίρμπεη, ὅπως μέχρι τῆς μεσημβρίας μεταβῶσι καὶ παρα-
464λάβωσι τὰς ἐν τῇ θέσει «Καλυβάκια», πέραν τοῦ Σπερχειοῦ
465ποταμοῦ καὶ ἐν ταῖς γαίαις τῆς κυρίας Παπακώστα εὑρισκο-
466μένας συζύγους των· ἄλλως, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θέλω
467θεωρήσει αὐτοὺς, ὡς καὶ τὰς γυναῖκάς των, ὡς στασιαστὰς,
468καὶ θέλω συλλάβει ἀμφοτέρους (ἄνδρας καὶ γυναῖκας) καὶ
469ὁδηγήσει πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἵνα ὑποστῶσι τὰς τοῦ
470νόμου συνεπείας.
471»Ἰμίρμπεη τῇ 4 Σεπτεμβρίου 1900.»
472§20ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτά!
473§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
474§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. ἀνθυπομοίραρχος εἶναι ἄριστος
475νέος καὶ λίαν μεμορφωμένος ἀξιωματικός. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο
476νὰ πράξῃ ἄλλως· διότι ἐξέδωκε τὸ μανιφέστο του ἐπὶ τῇ
477βάσει ῥητῶν διαταγῶν. Οὐδὲ ὁ κ. Νομάρχης ἠδύνατο νὰ ἐνερ-
478γήσῃ ἄλλως, διότι ἠπειλεῖτο ἡ κεφαλή του!
479§23ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οἱ κύριοι τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη ἐθεώ-
480ρουν ἑαυτοὺς κυρίους καὶ κατόχους;
481§24Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως· τοῦτο ἔλεγον.
482§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἀκούομεν ὅ,τι μέχρι
483τῆς στιγμῆς ταύτης μᾶς λέγετε, ὅτι ὄχι μόνον κάτοχοι ἦσαν
484οἱ χωρικοί, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἔσπειραν βάμβακα, καὶ συνεκόμι-
485σαν μέρος τῆς παραγωγῆς.
486§26Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ βάμβαξ ἐσπάρη ὑπὸ τῶν χωρικῶν,
487ὁ σπόρος ἀνῆκεν εἰς αὐτοὺς, ἐκαλλιεργήθη ὑπ’ αὐτῶν, καὶ
488συνεκομίσθη ἐν καιρῷ, κατὰ τὸ ἥμισυ, ὑπ’ αὐτῶν.
489§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ;
490§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἠμποδίσθησαν νὰ συγκομίσωσιν ὑπὸ
491τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, συνεπείᾳ διαταγῶν σας.
492§29Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τίνι τίτλῳ ἐκαλλιέργησαν;
493§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔσπειραν καὶ συνεκόμισαν ὡς κάτοχοι.
494§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ αἱ γαῖαι ἐσπά-
495ρησαν ἄλλοτε;
496§32Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μέρος αὐτῶν ναὶ, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον
497παρεκώλυσε, πληροφορηθὲν τοῦτο, ὡς εἴδετε.
498§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδόθη μερίδιον τῶν καρπῶν εἰς τοὺς
499ἰδιοκτήτας;
500§34Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται λέγουσιν, ὅτι ἔλαβον
501κάποτε, οἱ χωρικοὶ ὅμως ἀρνοῦνται τοῦτο.
502§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα· τίς ἔχει τὴν κα-
503τοχήν.
504§36Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ζήτημα καθαρῶς δι-
505καστικόν. Ἐὰν οὗτοι κατεῖχον ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἰδιοκτητῶν,
506διατὶ ἐκώλυσε τὸ Δημόσιον; διατὶ προεκλήθησαν προσωρινὰ
507μέτρα, καὶ διατὶ ἐπεδικάσθη ἡ κατοχὴ εἰς τὸ Δημόσιον;
508Ἐὰν ἦσαν κάτοχοι οἱ ἰδιοκτῆται, διατὶ παρενέβη εἰς τὴν δί-
509κην ὁ πληρεξούσιος τοῦ Δημοσίου, καὶ ἠξίωσεν, ὅτι τὴν νο-
510μὴν ἔχει τὸ Δημόσιον; Ὅταν λοιπὸν τὸ Δημόσιον δι’ ἑνὸς
511στόματος φωνάζῃ, ὅτι «ἐγὼ εἶμαι νομεὺς», καὶ παρακινῇ
512τοὺς πολίτας νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας ταύτας, πῶς παρεμ-
513βαίνει ἄλλη ἀρχὴ—ἡ ὁποία δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸν δημόσιον
514θησαυρὸν—καὶ διατάσσει, διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ ἐκ-
515βάλωσι τῆς κατοχῆς ἐκείνους, οὓς φέρει εἰς τὴν κατοχὴν ὁ
516ἁρμόδιος Ὑπουργός;
517§37Α. ΠΛΑΤΗΣ. Εἶχε πληρεξούσιον ὁ παραστὰς ὡς πληρε-
518ξούσιος;
519§38Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
520§39Α. ΠΛΑΤΗΣ. Ποῖος τὸν διώρισε;
521§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς ὑποθέσεις τοῦ Εἰ-
522ρηνοδικείου, καὶ συνεπῶς τοιαύτας λεπτομερείας δὲν εἶναι
523δυνατὸν νὰ γινώσκω.
524§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δηλώσαντες εἶχον πλη-
525ρώσει δόσεις;
526§42Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπλήρωσαν, κατέβαλον, ἐδέξατο τὸ
527Δημόσιον τὴν καταβολήν.
528Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀναγινώσκω ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
529τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς κ. κ. Νομάρχην,
530Εἰσαγγελέα καὶ Οἰκονομικὸν Ἔφορον Φθιώτιδος; (ἀναγινώ-
531σκει):
532«Προκειμένης τῆς ἐκδικάσεως τῶν γνωστῶν ὑμῖν ποινι-
533κῶν ὑποθέσεων ἐπὶ αὐτοδικίᾳ κατὰ διαφόρων κατοίκων τοῦ
534χωρίου Ἰμίρμπεη, διὰ τὴν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ χωρίου τού-
535του κατάληψιν ἐθνικῶν γαιῶν, σχηματισθεισῶν ἐκ προσχώ-
536σεως δι’ ἐκχειλίσεως τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἀποσυρθείσης
537τῆς θαλάσσης, ἐφ’ ὧν ἀξιοῦσι δικαιώματα κατοχῆς καὶ κυ-
538ριότητος οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη, Τσάλης, Ἀξε-
539λός, Παπακώστας κλπ., καὶ ἃς ὅμως ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς
540ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ αὐθαιρέτως κατεχομένας παρ’
541ἐκείνων, κρίνομεν ἀναγκαῖον, εἰσακούσαντες καὶ τὴν γνώμην
542τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, ὅπως λάβητε
543γνῶσιν, ἐπὶ τόπου μεταβαίνοντες, τῆς ταυτότητος καὶ πο-
544σότητος τῶν γαιῶν τούτων, ἐφ’ ὧν τὸ Δημόσιον ἀξιοῖ δικαιώ-
545ματα κυριότητος. Πρὸς τοῦτο διετάχθη ὁ ἐνεργήσας τὴν
546καταμέτρησιν γεωμέτρης Ἡρακλῆς Κορδατζῆς, ὅπως, ἔχων
547μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1890 διάγραμμα τῶν ἐκτά-
548σεων τούτων, παρακολουθήσῃ ὑμᾶς, καὶ ἐπιδείξῃ ἐντοπίως
549τὸ ὅριον τῶν τελευταίων προσχώσεων καὶ τὴν, κατὰ τοὺς
550τίτλους τῶν Τσάλη, Παπακώστα κλπ. καὶ τὴν μεταξὺ αὐ-
551τῶν γενομένην διανομήν, γραμμὴν τοῦ ὁρίου τῆς ἰδιοκτησίας
552των, πέραν τῆς ὁποίας, πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ αὐτοὶ οὗ-
553τοι οἱ ἰδιοκτῆται ἀνεγνώρισαν, δηλώσαντες τοῖς γεωμέτραις
554Βέλλῳ καὶ Κορδατζῇ, καὶ τῷ πρώην Ἐφόρῳ Παπαζαφειρο-
555πούλῳ, καὶ δι’ ἀναφορᾶς των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αἱ περὶ
556ὧν πρόκειται ἐκτάσεις δὲν ἐμπεριέχονται μὲν ἐν τοῖς τίτλοις
557τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐσχηματίσθησαν διὰ προσχώ-
558σεως ἐκ τῆς ἐκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ Σπερχειοῦ, καὶ ὅτι
559ἐπ’ αὐτῶν ἀξιοῦσι δικαιώματα κυριότητος, στηριζόμενοι εἰς
560διατάξεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου.»
561Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. «Τὴν γνώ-
562μην ὑμῶν νὰ σχηματίσητε», λέγει πρὸς τοὺς ἁρμοδίους,
563«ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν δίκην ἐπὶ αὐτοδικίᾳ, ἵνα μὴ τυχὸν
564ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐκβάσεως τῆς δίκης γεννηθῶσι
565δικαιώματα κατὰ τοῦ Δημοσίου». Ἀπήντησαν δὲ οἱ ἁρμόδιοι
566εἰς τὴν τοιαύτην διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκο-
567νομικῶν· καὶ ὑπάρχει ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
568Δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον σήμερον ἕκαστος ἐξ ὑμῶν νὰ
569κατανοήσῃ τὸ ζήτημα, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ λε-
570πτομερῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶν πληροφοριῶν. Διὰ τοῦτο
571ἐγὼ θ’ ἀφηγηθῶ τὴν ὑπόθεσιν, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ.
572Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
573κονομικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κατα-
574θέσωσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι τότε μόνον θὰ ἦναι
575εὔκολον νὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσήκουσαν γνώμην...
576§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο καμμία πρᾶ-
577ξις κατοχῆς ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι
578τοῦ 1890;
579§44Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαρκῶς κατεῖχον, διότι ἔβοσκον τὰ
580ζῷά των.
581§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔβοσκον ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι, ἢ ἐπ’ ὀνό-
582ματι τῶν ἰδιοκτητῶν;
583§46Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἔβοσκον ὡς κολλῆγοι;
584§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχετε συγκεχυμένας ἰδέας περὶ τῶν
585κατοίκων καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ χωρίου Ἰμίρμπεη. Δὲν
586εἶναι ὅλοι κολλῆγοι· μόνον 40 ἦσαν τοιοῦτοι, τὸ δὲ χωρίον
587κατοικεῖται ἀπὸ 1500 κατοίκους, ὧν πλεῖστοι ἔχουσιν ἀγέ-
588λας μεγάλων ζῴων καὶ ποίμνια πολλά, τὰ ὁποῖα ἔβοσκον
589ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι εἰς τὰς γαίας ταύτας... Ἐξακολουθῶ.
590Τὸ ἓν τμῆμα τοῦ χωρίου εἶναι κατειλημμένον καὶ ἐσπαρ-
591μένον πάντοτε, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ τμήματος τοῦ
592μὴ κατειλημμένου, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθον οἱ χωρικοί, ἵνα
593καλλιεργήσωσι, καὶ ἐκωλύθησαν οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν,
594ἀλλ’ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Οἱ χωρικοί, ἐκβληθέν-
595τες ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, βεβαίως ἐγκαίρως θὰ ἐγείρωσιν
596ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος
597ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην... Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς
598τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων.
599Ὁ πρώην Νομάρχης κ. Ἱερομνήμων, ὅστις ἐνήργει, ὀφείλω
600νὰ τὸ ὁμολογήσω, μετὰ πολλῆς συνέσεως ἐν τῇ ὑποθέσει
601ταύτῃ, καὶ προέλαβε πολλὰς σκηνὰς δυσαρέστους, ἐξεσφεν-
602δονίσθη, ἕνεκα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἐκ Λαμίας εἰς Σπάρ-
603την, καὶ ἀπεστάλη ἀντ’ αὐτοῦ ὁ κ. Σπανίδης...
604§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται;
605§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἔντιμοι συμπολῖταί μου,
606οἵτινες πιθανὸν νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχουσι δικαιώ-
607ματα ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν, πιθανὸν νὰ μὴ θέλωσι ν’ ἀνα-
608γνωρίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, διότι πρόκειται
609περὶ ἐννέα χιλιάδων στρεμμάτων γαιῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον
610ἴσως δὲν ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον δυνατὸν
611νὰ ἔχωσιν ἀξίαν πλέον τοῦ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Τὸ ζή-
612τημα δὲ εἶναι, διατὶ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία ἀνεγνώρισε τὸν Α
613ὡς κάτοχον, καὶ οὐχὶ τὸν Β. Ἐὰν δ’ ἐνηργήθη ποτὲ αὐθαι-
614ρεσία ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, γνωρίζω ὅτι αὕτη πάντοτε
615ἐνεργεῖται ὑπὲρ τῶν ἰδίων τοῦ Δημοσίου συμφερόντων· ἐάν
616που ἐξεβλήθησαν βίᾳ, ἐξεβλήθησαν οἱ κατέχοντες, διὰ νὰ
617ἐγκαταστῇ τὸ Δημόσιον. Καὶ ἴσως ἡ αὐθαιρεσία εἶναι συγ-
618γνωστή πως, ὅταν ἐνεργῆται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δη-
619μοσίου· ἀλλ’ ὅταν ἐνεργῆται πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων
620καὶ πρὸς ἀναίρεσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἡ
621αὐθαιρεσία ἄγῃ νὰ ἐκβάλῃ ἐκείνους, οἵτινες οἱονεὶ ἐκτελοῦσι
622κατὰ παραγγελίαν τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐγκαταστήσῃ δὲ ἄλ-
623λους, ἀξιοῦντας δικαιώματα, τότε ἡ αὐθαιρεσία δὲν δικαιο-
624λογεῖται.
625Ὁ κ. Σπανίδης, ὅστις θεωρεῖται ἐκ τῶν καλῶν νομικῶν,
626ἐντιμότατος δὲ, ἐλθὼν εἰς Λαμίαν, καὶ ἀντιληφθεὶς τῆς θέ-
627σεως τοῦ ζητήματος, μὲ ἐκάλεσε παρ’ ἑαυτῷ, καὶ κατωρ-
628θώσαμεν ἀπὸ κοινοῦ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν διατάραξιν τῆς δη-
629μοσίας τάξεως. Διὰ τῆς παρόδου δὲ τοῦ χρόνου ἀπεκαλύφθη
630ἔτι μᾶλλον πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κ. Νομάρχου ἡ εἰκὼν ἡ
631πραγματικὴ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐν τέλει μὲ παρεκάλεσε νὰ
632ὑποβάλω ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν προτάσεις, ὅπως περιορι-
633σθῶσιν οἱ χωρικοὶ εἰς τὰς καθαρῶς ἐθνικὰς γαίας, διὰ δὲ τὰς
634λοιπὰς νὰ ἐπιδιώξωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν δικαστικῶς,
635καὶ οὐδεὶς τούτων νὰ ἐπιχειρήσῃ κατάληψιν ἑτέρων γαιῶν
636οἰκείᾳ δυνάμει. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι
637οἱ ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ προβῶσι δικαστικῶς, διότι οἱ
638χωρικοὶ εἶναι πολλοί, καὶ ὁ ἀγὼν εἶναι δυσχερής, καὶ ἑπο-
639μένως πρέπει ν’ ἀσφαλισθῇ καὶ τὸ μέρος τοῦτο διὰ τῶν
640προτάσεων, εἰς ἃς μὲ προεκάλει νὰ προβῶ.
641Μοὶ ἐπιτρέπετε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω εἰς ποίας προτάσεις
642προέβησαν οἱ χωρικοί; Ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συμ-
643φωνίαν μὲ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθω-
644μεν εἰς συνομολόγησιν ἀνακωχῆς· ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν ἐγέ-
645νετο ἀποδεκτή, ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὑφ’ ὧν
646τὴν ἐπήρειαν εὑρίσκετο πᾶσα ἡ τοῦ Ὑπουργείου ἐνέργεια.
647Ἀκούσατε, τί ἐλέγομεν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην διὰ τῆς ἀπὸ
64813 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς μας:
649«1ον) Ἐὰν οἱ ἰδιοκτῆται ἀποδέχωνται, ἀποσυρόμεθα
650προσωρινῶς τῆς κατοχῆς ἐπὶ πασῶν τῶν ἀμφισβητουμένων
651γαιῶν (ἐκτὸς τοῦ ἐπιδικασθέντος μέρους τῆς κυρίας Ἀξελοῦ
652διὰ τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν), καὶ
653περιοριζόμεθα εἰς τὰς καθαρὰς προσχώσεις, τὰς ἀναμφισβη-
654τήτως ἐθνικὰς γαίας, χωρίς, ἐννοεῖται, νὰ παραιτηθῶμεν
655οὐδενὸς δικαιώματος ἡμῶν ἐπὶ τῶν λοιπῶν γαιῶν, ἀλλ’ ἐπι-
656φυλασσόμενοι νὰ ἐνασκήσωμεν ταῦτα δικαστικῶς κατὰ παν-
657τός, ὅστις ἤθελε κατέχει παρανόμως τοιαύτας γαίας, καὶ
658χωρὶς ἐπίσης καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ν’ ἀποκλεισθῶσι τοῦ δικαιώ-
659ματος τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων διὰ τὰς
660ἀναμφισβητήτους ἐθνικὰς γαίας.
661»2ον) Ἐὰν φρονῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ὅτι ἀδικοῦνται ἐκ τοῦ
662σχεδιαγράμματος τοῦ Δημοσίου, ἡμεῖς ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ δε-
663χθῶμεν, ὅπως ἐξευρεθῇ τὸ ὅριον τῶν καθαρῶν προσχώσεων,
664ἐφ’ ὧν μάλιστα δὲν παρεγράφησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Δη-
665μοσίου, ὑπὸ οἱονεὶ διαιτητῶν, διοριζομένου τοῦ ἡμίσεως ἀριθ-
666μοῦ ὑφ’ ἡμῶν καὶ τοῦ ἡμίσεως ὑπ’ αὐτῶν, καὶ ἑνὸς πέμπτου
667διοριζομένου ἀπὸ κοινοῦ, οἵτινες, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ἀμφό-
668τερα τὰ σχεδιαγράμματα, πᾶσαν μαρτυρίαν καὶ πληροφο-
669ρίαν, καὶ μεταβαίνοντες ἐπὶ τόπου μετὰ μηχανικῶν τῆς ἐκλο-
670γῆς των, νὰ καθορίσωσι τὰ ὅρια τῶν τοιούτων προσχώσεων,
671εἰς ἃς νὰ περιορισθῶμεν, ἐπιφυλασσόμενοι πάντοτε πάντων
672τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐπὶ τῶν γαιῶν, αἵτινες χαρακτηρί-
673ζονται ὡς ἀμφισβητούμεναι. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν
674διαιτητῶν τούτων ἔσται ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς καὶ τοὺς
675ἰδιοκτήτας.
676»3ον) Ὅπως δὲ ἀρθῇ τὸ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν προβαλλό-
677μενον πρόσχημα, ὅτι ἤθελον ἐκτεθῆ εἰς δαπάνας, προσφεύγον-
678τες εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡμεῖς προσφερόμεθα νὰ δη-
679λώσωμεν καὶ διὰ τῆς παρούσης, καὶ ἐνώπιον συμβολαιογρά-
680φου ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν κατ’ ἔφεσιν ἀπόφα-
681σιν ἐπὶ ἀγωγῆς οἱασδήποτε, ἣν ἤθελον ἕκαστος ἰδιοκτήτης
682ἐγείρει καθ’ ἑνὸς ἐκ τῶν δηλωτῶν γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ
683τεμάχιον, ἐφ’ οὗ διϊσχυρίζεται ὅτι ἔχει δικαιώματα, ν’ ἀπο-
684δεχθῶμεν πάντες οἱ λοιποὶ δηλωταὶ τοῦ τεμαχίου τούτου
685ὡς ὑποχρεωτικήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἰδίᾳ
686δὲ ἡ κυρία Παπακώστα, νὰ συνομολογήσωσιν, ὅτι τὴν ἀπό-
687φασιν τὴν ἐπὶ ἀγωγῆς ἑνὸς ἐξ ἡμῶν κατά τινος αὐτῶν θέ-
688λουσι θεωρήσει ὡς ἀποτελοῦσαν δεδικασμένον καὶ ἀπέναντι
689τῶν λοιπῶν δηλωτῶν τοῦ τεμαχίου, ἐφ’ οὗ ὁ ἰδιοκτήτης, καθ’
690οὗ ἐγερθήσεται ἡ ἀγωγή, ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει δικαιώματα.
691»4ον) Δυνάμεθα νὰ συμβληθῶμεν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν
692ἐπισήμως καὶ ἐπὶ ἀπειλῇ χρηματικῆς ποινῆς, ὅπως μὴ, οὐδὲ
693ἡμεῖς, οὐδ’ αὐτοὶ προτείνωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἔν-
694στασίν τινα τυπικὴν, ἢ πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης, ἀλλὰ
695περιορισθῶμεν εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἤτοι,
696ἐὰν αἱ γαῖαι εἶναι ἐθνικαὶ, καὶ ἐὰν τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώ-
697ματα τοῦ Δημοσίου παρεγράφησαν.
698«Φρονοῦμεν, κύριε Νομάρχα, ὅτι αἱ προτάσεις ἡμῶν μαρ-
699τυροῦσι τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ὀφεί-
700λουσιν, ἐὰν καὶ αὐτοὶ εὑρίσκωνται ἐν καλῇ πίστει, ν’ ἀπο-
701δεχθῶσιν αὐτὰς, ἰδίᾳ δὲ τὴν ὑπὸ στοιχεῖα 1ον καὶ 2ον πρό-
702τασιν ἡμῶν, ὅπως δοθῇ προσωρινή τις λύσις. Ἄλλως, βε-
703βαίως ἡ Διοίκησις, κρίνουσα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἰδιοκτη-
704τῶν, θέλει κανονίσει ἐνέργειαν, μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸ προ-
705φανὲς δίκαιον.»
706Ἠδυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν περισσότερον; Ἠδυνάμεθα
707νὰ προβάλωμεν ἄλλας προτάσεις ἀπέναντι τῆς διοικητικῆς
708ἐξουσίας, καταδιωκούσης ἡμᾶς ἀγρίως, διότι ἠθελήσαμεν νὰ
709προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου; Ἠδυνάμεθα
710νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην, ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὸν
711κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλο τι ἐπὶ πλέον;
712Καὶ ὁ κ. Νομάρχης ἔμεινεν ἔκπληκτος πρὸ τῆς ὑποχωρή-
713σεως αὐτῆς. Ἐζήτησεν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν προτάσεων τού-
714των, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο ἀρνητικὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι
715εἶχον πλέον ἐνθαρρυνθῆ οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῆς ἀντιλήψεως,
716τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ
717τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκ τῶν διαταγῶν, ἃς οὗτος ἐξέδιδεν.
718Ὅτε δὲ ὁ κ. Νομάρχης ἔλαβεν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν, διε-
719βίβασε τὰς προτάσεις καὶ τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
720γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐν τούτοις δὲν ἠθέλησε πλέον
721ν’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἀνηγγέλθη
722αὐτῷ, ὅτι ἡ δῆθεν διασαλευομένη δημοσία τάξις ἀποκατέ-
723στη, ἐνῷ οὐδέποτε διασαλεύθη, καὶ οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε
724νὰ διασαλευθῇ. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ἐπέμβασις τῆς
725διοικητικῆς ἐξουσίας· πρὸς τοῦτο δ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ πρό-
726φασις, καὶ ὡς τοιαύτη ἐχρησίμευσεν ὁ δῆθεν κίνδυνος τῆς
727διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως!
728Τί ὅμως ἐγένετο περὶ τῆς συγκομιδῆς τοῦ βάμβακος, ἐπι-
729στάσης τῆς ὥρας; Οἱ χωρικοὶ προέβησαν εἰς τὴν συγκομι-
730δὴν αὐτοῦ, καὶ συνεκόμισαν τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς, ὡς εἴ-
731πομεν· ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται, ἄνευ τινὸς δικαιώματος, ᾐτήσαντο
732νὰ ἐπιτύχωσιν, ὅπως συγκομίσωσι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ καρποῦ
733ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν λογχῶν τῶν στρατιωτῶν! Τοῦτο
734ὅμως ὁ κ. Νομάρχης ἠρνήθη, διστάσας νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην
735βαρεῖαν εὐθύνην, ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίζων βεβαίως, ὅτι ὁ βάμ-
736βαξ ἀνῆκεν εἰς τοὺς δυστυχεῖς χωρικοὺς, οἵτινες ἐδανείσθη-
737σαν τὸν σπόρον καὶ ἐκαλλιέργησαν. Ἠρνήθη λοιπὸν νὰ ἐπι-
738τρέψῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ὁ κ. Νομάρχης νὰ συλλέξωσι
739τὸν βάμβακα, ἀλλ’ ἐπίσης ἠμπόδισε καὶ τοὺς χωρικούς.
740Τοῦτο δ’ ἐγένετο διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν ἕτερον τῶν συν-
741ιδιοκτητῶν τοῦ χωρίου νὰ αἰτήσηται προσωρινὰ μέτρα πρὶν
742ἢ συγκομισθῇ ὅλος ὁ καρπός. Καὶ ᾐτήσατο προσωρινὰ μέ-
743τρα. Ποία δὲ ἦτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδίκου; Ἀπαγο-
744ρεύει εἰς ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη πᾶσαν διακατοχῆς πρᾶ-
745ξιν, καὶ διατάσσει ἀποδείξεις. Διατὶ, ἐὰν τόσον φανερὰ ἦτο
746ἡ κατοχὴ τῶν ἰδιοκτητῶν, δὲν προέβαινε τὸ Δικαστήριον
747ν’ ἀπαγορεύσῃ μόνον εἰς ἡμᾶς τὰς διακατοχικὰς πράξεις;
748Καὶ διατὶ, ἐνῷ πάντες διετέλουν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν φο-
749βερῶν διαταγῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἷς ἁπλοῦς Εἰρηνο-
750δίκης, ἀντιλαμβανόμενος τὸ μέγεθος τῆς προσγινομένης τοῖς
751χωρικοῖς ἀδικίας, ἐσταμάτησε τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ, ἐκ-
752δοὺς ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀπαγορεύει εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη πᾶ-
753σαν διακατοχῆς πρᾶξιν, ἐξασφαλίζων καὶ τὴν συγκομιδὴν
754τοῦ καρποῦ; Διεξάγονται δὲ ἤδη αἱ ἀποδείξεις, καὶ θὰ
755ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἀποδειχθῆ καὶ εἰς τὸ
756μέρος τοῦτο, ποῖος ἔχει τὴν τελευταίαν ἀνεπίληπτον νομῆς
757πρᾶξιν.
758Ποία δὲ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄλλου τμήματος γαιῶν, περὶ
759ὧν ᾐτήσατο προσωρινὰ μέτρα ἡ ἰδιοκτήτρια κυρία Ἀξελοῦ;
760Ἡ αὐτή. Εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη ἀπηγορεύθη πᾶσα διακα-
761τοχῆς πρᾶξις. Καὶ ἀπέμεινε μόνον τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ
762ὁποῖον ἐξεδίωξαν τοὺς χωρικοὺς διὰ τῆς λόγχης. Ὅτε δὲ
763παρέστην ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐζή-
764τησα νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὸ καθεστὼς, εἰς τὸ
765ὁποῖον ἦσαν πρὶν ἢ ἐπέμβῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ ἀποβάλῃ
766ἡμᾶς διὰ τῆς λόγχης. Εἶχον τὴν γνώμην πάντοτε, ὅτι οὐ-
767δέτερον τῶν μερῶν ἔπρεπε νὰ προστατευθῇ ὑπὸ τῆς διοικη-
768τικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐπέμβασις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς οὐδέ-
769ποτε ἐζητήθη ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Τοὐναντίον μάλιστα ἐντο-
770νώτατα ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἀποχὴν τῶν ἀρχῶν, ἐκτὸς τῆς
771δικαστικῆς. Καὶ διὰ τοῦτο αἱ πρῶται διαταγαὶ τῶν κ. κ.
772Ὑπουργῶν ἦσαν, ν’ ἀπέχωσιν ἀναμίξεως αἱ ὑπ’ αὐτοὺς ἀρ-
773χαί. Ἀλλὰ μετέβαλον γνώμην κατὰ τὸ θέρος. Ἄλλη ἀντί-
774ληψις τοῦ ζητήματος ἐπῆλθε, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἐξεδόθη
775ἡ διαταγὴ ἐκείνη. Μέχρι τοῦ Ἰουνίου, ὅτε παρέστην ἐνώ-
776πιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἐκδόντος τὴν
777διαταγήν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνων, ἐκράτει ἡ γνώμη, ὅτι ἡ
778μόνη ἐνέργεια ἀπὸ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἡ πρέ-
779πουσα, ἦτο ἡ ἀποχή, ἵνα μὴ χρησιμεύσωσιν ὡς ὄργανα ἐπι-
780λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς κατοχῆς ὑπὲρ τοῦ Α ἢ τοῦ Β.
781Εἶπον, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ μορφώσωμεν πάντες μίαν
782γνώμην ὀρθὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ πρὸ παντὸς νὰ
783μορφώσῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις, διότι, ἀτυχῶς, ὁ κ. Πρόεδρος
784τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον διακρίνει ἀντίλη-
785ψις ὀξυτάτη, ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει δὲν ἀντελήφθη τοῦ
786ζητήματος, ὡς ἔδει ν’ ἀντιληφθῇ αὐτοῦ. Ἐὰν δ’ ἔχῃ σκοπόν
787τινα ἡ ἀφήγησις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶναι, ν’ ἀσχοληθῇ
788ὁ κ. Πρόεδρος περισσότερον εἰς τὴν μελέτην αὐτῆς, διὰ νὰ
789ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο πρόξενος. Δὲν ζητοῦμεν
790καμμίαν διαταγὴν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Μόνον νὰ μὴ ἀναμι-
791γνύηται ἡ ἐξουσία εἰς τὰ ζητήματα τῆς κατοχῆς. Νὰ παρα-
792κελεύσῃ δὲ διὰ τῶν ὀργάνων της πάντας νὰ προσφεύγωσιν
793εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅταν μάλιστα ἀπέναντι αὐτῶν ἔχωσιν
794ἀντιδίκους, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται ν’ ἀναλάβωσι διὰ συμβο-
795λαιογραφικῆς πράξεως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ὑποβάλωσιν
796οὔτε ἔνστασίν τινα τυπικὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι ν’ ἀποδέχωνται τὸ
797ἀποτέλεσμα ἐναντίον ἑνὸς ἐξ αὐτῶν ὡς ἐναντίον ὅλων. Ἡ
798ἀνάμιξις τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
799συντελεῖ εἰς διατάραξιν πράγματι τῆς ἐννόμου τάξεως. Ἀλλὰ
800πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ μορφώσωμεν μίαν γνώμην, εἶναι ἀναγ-
801καῖον νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, οἱ φάκελοι,
802οἱ ὑπάρχοντες ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν
803Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ αἱ σχετικαὶ δικο-
804γραφίαι τῶν διεξαχθεισῶν δικῶν ἐπὶ αὐτοδικίᾳ ἐνώπιον τοῦ
805Πλημμελειοδικείου Λαμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐτέθησαν ἔγ-
806γραφα χρήσιμα πρὸς κατανόησιν τοῦ ζητήματος.
807Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἐγένοντο γενικῶς, ὑπάρχει καὶ
808σημεῖόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
809πρέπει νὰ δώσῃ μείζονα προσοχήν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’
810ἧς ἐξεδόθη ἡ μνημονευθεῖσα κατ’ ἔφεσιν ἀπόφασις, ὑπῆρχεν
811ἀγωγή, τὸ ἱστορικὸν τῆς ὁποίας περιέγραφε τὰ ὅρια τῶν
812γαιῶν, ἐφ’ ὧν δῆθεν διϊσχυρίζετο ἡ ἰδιοκτήτρια, ὅτι διετα-
813ράχθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον διέταξεν, ἐπὶ
814χρηματικῇ ποινῇ, νὰ ἐγκατασταθῇ τὸ Δημόσιον ἐκεῖ, διότι
815τὸ Δημόσιον εἶναι ὁ ἀνεπίληπτος νομεύς. Δὲν ἠξεύρω ὅμως,
816πῶς ἐπετεύχθη, καὶ διατὶ, νὰ δοθῇ διαταγὴ νὰ ἐγκαταστή-
817σωσι τοὺς δηλωτὰς, ὡς ἐκδοχεῖς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δη-
818μοσίου, ἀλλ’ ἐπὶ ὡρισμένου τμήματος καὶ οὐχὶ ἐφ’ ὅλων τῶν
819ἐν τῇ ἀγωγῇ περιγραφομένων γαιῶν· διότι, ἐνῷ τὸ τμῆμα
820τοῦτο εἶναι ἔκτασις 600 καὶ πλέον στρεμμάτων, ἐγκατε-
821στάθησαν μόνον ἐπὶ 120. Καὶ κατὰ ποῖον τρόπον; Ἑκατὸν
822στρέμματα πρὸς τὴν θάλασσαν, εἴκοσι πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν
823τοῦ χωρίου, καὶ τὸ μεταξὺ ἀφέθη ἀνῆκον εἰς τὴν ἰδιοκτή-
824τριαν. Πῶς; Ἐὰν ἦτο ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑδάτων
825τῆς θαλάσσης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν νομὴν τοῦ κτή-
826ματος τούτου ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ νὰ μὴ τὴν ἔχῃ τὸ Δημόσιον,
827ἀφοῦ ἔχει ἄνωθεν τοῦ τμήματος τούτου ἐπὶ εἴκοσι στρεμμάτων
828νομὴν; Διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ὑπῆρχεν ἀπόφασις τοιαύτης
829ἐννοίας, διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
830τερικῶν ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως
831δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει οὔτε ὁ κ. Πρόε-
832δρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἄλλος τις, νὰ μὴ ἐκ-
833τελέσῃ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις
834πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, μέχρις ὅτου δι’ ἄλλης ἀποφάσεως ἀναι-
835ρεθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε
836νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως, τὸ ἀναγινώσκω,
837διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
838ἔχει δίκαιον, εὑρίσκων αὐτὸ μὴ ὀρθόν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι εἰσ-
839ηγητὴς εἶναι δικαστὴς, περὶ οὗ ὑπάρχει ἀρίστη γνώμη.
840§50Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος;
841§51Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης.
842§52Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπηρετήσας καὶ ἐν Τριπόλει καὶ ἀλ-
843λαχοῦ.
844§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
845§54Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (ἀναγινώσκει).
846«Ἐπειδὴ ὁ αἰγιαλὸς χαρακτηρίζεται ὡς κτῆμα τοῦ Δη-
847μοσίου (ἄρθρ. 16 τοῦ περὶ διαιρέσεως κτημάτων νόμου) καὶ ἡ
848χρῆσις αὐτοῦ εἶναι τοῖς πᾶσι κοινὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲ διατε-
849λεῖ τοιοῦτος, εἶναι ἐκτὸς συναλλαγῆς, ἤτοι ἀνεπίδεκτος ἰδιω-
850τικῆς κτήσεως· ἀλλ’ ἅμα παύσῃ ὁ αἰγιαλὸς ὢν τοιοῦτος,
851ἀποσυρθείσης τῆς θαλάσσης, ἢ προσχωσάσης νέον ἔδαφος,
852τότε τὸ ὁριστικῶς ἐγκαταλιμπανόμενον ὑπὸ τῆς θαλάσσης
853ἔδαφος ἀπὸ τῆς παλαιᾶς μέχρι τῆς νέας ἀκτῆς εἶναι κτῆμα
854ἀνῆκον εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μὴ προωρι-
855σμένον εἰς δημόσιον σκοπὸν, ὡς τοιοῦτον δὲ δεκτικὸν ἰδιω-
856τικῆς κτήσεως, καὶ συνεπῶς δεκτικὸν νομῆς (Κατλ. § 106,
857107,15. Παπαρρ. Ἐμπράγμ. § 3 19). Ἐπειδὴ, κατὰ ταῦτα,
858ἀφοῦ αἱ ἐπίδικοι γαῖαι, γεννηθεῖσαι ἐκ τῆς προσχώσεως
859τοῦ αἰγιαλοῦ, εἰσὶ δεκτικαὶ νομῆς, καλῶς ἐγείρεται ἡ περὶ
860προσωρινῶν μέτρων κλῆσις, δι’ ἧς ἡ ἐνάγουσα, ἐπικαλουμένη
861ἀνεπίληπτον νομὴν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπιδιώκει τὴν προσωρινὴν
862τῆς νομῆς ῥύθμισιν, ὡς ἐπίσης νομίμως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 507
863(1898) ἐκκαλουμένη ἀπόφασις διέταξεν ἀποδείξεις περὶ τῆς
864τοιαύτης νομῆς, ὑποχρεώσασα πρὸς τοῦτο καὶ τὸ ἐναγόμενον
865Δημόσιον, ἀφοῦ καὶ τοῦτο ἀντεποιεῖτο τὴν νομὴν, καὶ ἀφοῦ,
866τῆς τοιαύτης ὑπερασπίσεως ἐχούσης τύπον ἀνταγωγῆς καὶ
867τῆς δίκης καθισταμένης διπλῆς, ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν ἐκω-
868λύετο ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐναγομένου, ἐπιδικάζων αὐτῷ
869τὴν νομὴν, κατὰ τὸ ἄρθρ. 631 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, ἔχον
870ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῆς διαδικασίας τῶν προσωρινῶν μέτρων
871(Οἰκονομίδ. Στοιχεῖα § 109 σημ. 10, § 112 σημ. 11, § 109
872σημ. 17). Ἐπειδὴ βάσις τῆς περὶ προσωρινῶν μέτρων κλή-
873σεως εἶναι ἡ ἀνεπίληπτος νομὴ τοῦ ἐνάγοντος, ἤτοι ἡ νομὴ
874αὐτοῦ νὰ ἀσκῆται οὔτε βίᾳ, οὔτε λάθρᾳ, οὔτε κατὰ παρά-
875κλησιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Δικαστήριον, ἐκτιμῶν τὰ
876κομισθέντα ἔγγραφα, ὡς καὶ τὰς κομισθείσας ἐνώπιον τοῦ Εἰ-
877ρηνοδίκου μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, (εἴτε λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἴτε
878μὴ, τὰς προταθείσας κατά τινων μαρτύρων ἐνστάσεις ἐξαιρέ-
879σεως) κρίνει, ὅτι ἡ ἐνάγουσα οὐδὲ ἀσθενῆ προσήγαγε τεκ-
880μήρια περὶ τῆς τοιαύτης νομῆς, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἀπέδει-
881ξεν ἐντελῶς, ὅτι ἤσκει ἀνεπίληπτον νομὴν ἐφ’ ὅλων τῶν ἐπι-
882δίκων. Ἡ ἐνάγουσα ἀπέδειξε πράξεις τινὰς κατοχῆς, ἤτοι,
883ὅτι ἐκαλλιέργησεν ἔκτασίν τινα τῶν ἐπιδίκων, ὅτι ἐμίσθωσεν
884ἑτέραν ὡς λειβάδιον, καὶ ὅτι ἐξεχέρσωσεν ἑτέραν, ἀλλὰ τὰς
885πράξεις ταύτας, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐπεχείρησε
886λάθρᾳ, ἤτοι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Δημοσίου, ἔχοντος τὴν ἀναμφι-
887σβήτητον νομήν· ὥστε ἡ νομὴ τῆς ἐναγούσης, φέρουσα τὸ
888ἐλάττωμα τοῦτο, εἶναι ἐπιλήψιμος.»
889§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκ-
890δοθῇ τοιαύτη ἀπόφασις, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
891νὰ τὴν ἀναγνώσητε; Ἐκαλλιέργησαν λάθρᾳ, καὶ ἐξεμίσθω-
892σαν λάθρᾳ!
893§56ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνα τὰ Δικαστήρια τὴν ἐξαφανίζουσι.
894§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκαλλιέργησαν λάθρᾳ!
895§58Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἐπαναλαμβάνει τὸ
896«λάθρᾳ». Ἀλλ’ εἶναι νομικὸς καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ
897Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἀνεγνωρισμένος ὁ ὅρος οὗτος.
898§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νομικὴ φράσις. Τί τὸ παρά-
899ξενον;
900§60Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς, ὁ ἀποφηνάμενος,
901εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅλας τὰς μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, τὰς ἐνερ-
902γηθείσας· ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ὁ ἀποφηνάμενος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν
903του ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ προσκομισθέντα ἐνώπιον τοῦ Δικα-
904στηρίου· ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ὁ ἀποφηνάμενος εἶναι ὑπέρτερος
905πάσης ὑπονοίας...
906§61Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα, ὑπέρτερος.
907§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
908§63Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ... Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς ὁ ἀποφηνάμενος
909εἶναι διακεκριμένος ἐν τῷ Πολιτικῷ Δικαίῳ. Ἀλλὰ τὸ Δι-
910καστήριον τὸ ἀποφηνάμενον εἶναι ἀνεξάρτητος ἀρχή.
911§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐντελῶς ἀνεξάρτητος.
912§65Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἂν τὸ Δικαστήριον ἐξέδοτο ἀπό-
913φασιν τοιαύτην, ὁ ψέγων τὴν ἀπόφασιν δύναται νὰ τὴν ψέγῃ,
914ἀλλ’ ὀφείλει νὰ κύπτῃ τὴν κεφαλὴν, καὶ οὐδὲν ἔχει δι-
915καίωμα νὰ ὑψώνῃ αὐθαίρετον χεῖρα, καὶ νὰ κωλύῃ τὴν ἐκ-
916τέλεσιν αὐτῆς.
917§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περίεργον ὀλίγον!
918§67Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιμονή σας εἶναι περίεργος. Ὅταν
919δὲ ἀπεστείλατε τοὺς ζαντάρμηδες καὶ ἐρράπιζον τὰς γυναῖ-
920κας, καὶ ἐξέβαλλον αὐτὰς ἀπὸ τῶν γαιῶν, ἃς δυνάμει τῶν
921νόμων κατέλαβον, ἐνεργήσατε πρᾶξιν αὐθαίρετον, καὶ τὴν
922αὐθαίρετον ταύτην πρᾶξιν καὶ μόνον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ
923ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐκλήθη νὰ ἐγκρίνῃ τὰς ἀποφάσεις.
924Δὲν εἶναι Ἄρειος Πάγος ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ προώρισται νὰ
925ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν δὲ ἡ ὑπόθεσις ἦλ-
926θεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἦλθε μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον,
927νὰ ἐλέγξῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, νὰ ἐλέγξῃ τὰς πρά-
928ξεις τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, οὐχὶ τῶν Δικαστηρίων. Ἐὰν
929δὲ δὲν προέβην εἰς ἔλεγχον εὐρύτερον, οὔτε θέλω προβῆ σή-
930μερον, εἶναι διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι ἐν τῇ ὀρθότητι,
931προβαίνων ἄνευ τῆς προσκομίσεως ὅλων τῶν ἐγγράφων.
932Ὅταν προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ
933πάντων τῶν συναδέλφων, τῶν βουλομένων νὰ μετάσχωσι τῆς
934συζητήσεως, τότε θέλετε ἴδει, κατὰ πόσον δικαιολογεῖται ἡ
935τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐνέργεια ὑμῶν, τότε θέλετε ἴδει, ἂν ἐκεῖ-
936νος, ὅστις παρέστη ἐνώπιόν σας ὡς πολιτικὸς φίλος, καὶ ᾐτή-
937σατο τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος, ἦτο ἄξιος μομφῆς,
938ὥστε οἱ παρ’ ὑμῶν ἐμπνεόμενοι νὰ γράφωσι καὶ νὰ λέγω-
939σιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἰμίρμπεη ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἐξώθησε
940τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος εἰς μετάστασιν. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα
941ἀπαντῶ: Καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦτο μία τῶν
942αἰτιῶν τῆς μεταστάσεώς μου, εἶναι ἀφορμὴ τιμῶσα ἐμὲ καὶ
943τὸν χαρακτῆρα ἐμοῦ, ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τοῦ δικαίου δυστυ-
944χῶν χωρικῶν καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. (Ἐπι-
945δοκιμασίαι ἀριστερόθεν. Εὖγε! εὖγε!).
946§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς κάμνει τιμὴν μάλιστα.
947§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως
948ταύτης θέλει γείνῃ συζήτησις, ὅταν προσκομισθῶσιν εἰς τὴν
949Βουλὴν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καθῆκόν μου θεωρῶ, ἵνα εὐθὺς
950ἀπὸ σήμερον εἴπω, ὑπὸ τίνων ἰδεῶν κατειχόμην, ἐνεργῶν ἐν
951τῇ ὑποθέσει ταύτῃ.
952Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἔλαβον τὰς ἀλλε-
953παλλήλους ἀναφορὰς τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ Ἰμίρμπεη, παρα-
954πονουμένων περὶ τῆς βίας, ἥτις κατ’ αὐτῶν ἐξησκήθη, ἠναγ-
955κάσθην νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ
956ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐν ταύτη εὗρον σκοτεινά τινα σημεῖα.
957Καὶ πρῶτον σκοτεινὸν σημεῖον εὗρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προ-
958κύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα
959ἔχω νὰ ἐπικρίνω ἀπόφασιν ἐκδοθεῖσαν, ἢ νὰ παρεμποδίσω
960ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως· ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα, ὅταν πρόκηται
961νὰ μορφώσω γνώμην περὶ ζητήματός τινος, νὰ ἐξετάσω τὰ
962ἔγγραφα· ὅτε δὲ εἶδον ἐν τῷ διασκεπτικῷ μιᾶς ἀποφάσεως
963δικαστικῆς, ὅτι, καίτοι ἀπέδειξεν ὁ ἐναγόμενος τὴν κατοχὴν,
964καίτοι ἀπέδειξε κατοχὴν πλήρη, ἐκχέρσωσιν, σπορὰν, θερι-
965σμόν, καὶ βλέπω τὰς πράξεις ταύτας χαρακτηριζομένας ὡς
966λαθραίας, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι σκοτεινόν τι ὑπάρχει ἐν τῇ
967ὑποθέσει· ἀλλ’ ὅτε ἔβλεπον καί τι πλέον, ὅτι, ἐνῷ ἡ ὑπόθε-
968σις αὕτη ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, ἔβλεπον
969διὰ μιᾶς καλούμενον τὸν Νομάρχην, καὶ μεταβαίνοντα ἐκεῖ,
970ὅπου δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα καὶ καμμίαν ἐνέργειαν νὰ καθα-
971ρίσῃ, καὶ ὅτε ἔβλεπον ἐνεργείας πολλὰς πρὸς μετάθεσιν δικα-
972στῶν, πρὸς μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, εἶχον καθῆκον νὰ
973ἐπιστήσω τὴν προσοχήν μου· καὶ ἐπιστήσας, τί ἔβλεπον; ὅτι
974δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἀλλὰ περὶ ἄλλων, ἐπὶ
975τῶν ὁποίων ἀναμφισβητήτως οἱ κάτοικοι εἶχον δικαίωμα, καὶ
976ἐξήσκησαν τοῦτο, καὶ τὸ ἐξήσκησαν διὰ τῆς ἀπονομῆς μερίδος
977τῶν καρπῶν· καὶ ἐνῷ τὸ ἐξήσκησαν, ἐφαντάσθησαν ἡμέραν
978τινὰ νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας ὡς ἐθνικάς. Καὶ βεβαίως ὑπῆρχε
979μέρος τι τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ
980δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἔλαβον καὶ γαίας
981ἀναμφισβητήτως κατεχομένας ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν· καὶ ὅτε
982ἐγὼ εἶδον, ὅτι αὐτοὶ προσεπάθουν δολίως νὰ καταλάβωσι
983τὰς γαίας ταύτας, ἐπικαλούμενοι καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Δη-
984μοσίου, τοῦ ὁποίου δῆθεν προησπίζοντο τὰ συμφέροντα, ὅπως
985ἐξασφαλίσωσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, τότε εἶπον, ὅτι βε-
986βαίως, κατὰ τὸν νόμον, δικαιοῦνται νὰ δηλώσωσι γαίας· ἀλλὰ
987ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει ὑπο-
988χρέωσιν, καὶ ὅτι ὁ δηλῶν πρέπει νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ
989τῶν κατόχων, ἐν ὅσῳ οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι ἦναι νεώτεροι κά-
990τοχοι. Ἀλλ’ ὅταν θέλητε νὰ ἐκβιάσητε τοὺς ἰδιοκτήτας,
991ὅπως αὐτοὶ κινήσουν τὴν ἀγωγὴν, τότε πράττετέ τι, τὸ
992ὁποῖον εἶναι παράνομον. Τὸ Δημόσιον, τοῦ ὁποίου προησπί-
993ζεσθε, ὅπως λέγετε, τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχει ἄλλην ὑποχρέω-
994σιν ἢ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς νὰ ἐμπο-
995δίσῃ, ὅπως διὰ τῆς βίας ἐκδιωχθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῆς
996κατοχῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον. Καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον ἐξετέλεσε
997τὸ Δημόσιον.
998§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔκρινε περὶ κατοχῆς;
999§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔκρινε περὶ τούτου· ἦσαν εἰς τὴν
1000κατοχὴν, καὶ ἠμπόδισε τὴν βίαν· διότι περὶ βίας ἐπρόκειτο.
1001Καὶ ἠναγκάσθην νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἠδύνατο τοῦτο
1002νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ διεκδικῇ τὰ εἰς ἑαυτὸ
1003ἀνήκοντα. Εἰς τὰ Δικαστήρια ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ ἐκεῖνος,
1004ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὴν κατοχὴν αὐτήν. Τοῦτο δὲ καὶ διέταξα
1005τὸν Νομάρχην νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτε
1006εἶδον τὸν Νομάρχην μεταβαίνοντα μετά τινος γραμματέως,
1007ὅπως ἀναμιχθῇ εἰς τὴν κατοχήν· καὶ ὅτε εἶδον, ὅτι ὁ Νο-
1008μάρχης εἶχε παρασυρθῆ, καὶ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1009μείνῃ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀντικατέστησα αὐτὸν δι’ ἄλλου
1010Νομάρχου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐντιμότης καὶ ἡ περὶ τὰ νομικὰ
1011γνῶσις ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν, ὅτι θέλει πράξει τὸ καθῆ-
1012κόν του.
1013Θέλω ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις ὅλων τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ
1014τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν
1015θὰ λάβῃ τὸ ζήτημα, θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἡ ἀντίληψίς μου ἐπὶ
1016τῆς ὑποθέσεως ἦτο ὀρθὴ, ἢ ἐσφαλμένη, ἢ ἡ ἐνέργειά μου
1017παράνομος.
1018§72Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω.
1019Ἂν ὑπάρχωσι σκοτεινὰ σημεῖα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ὅταν
1020προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ διαφωτίσωμεν αὐτά. Θὰ ἰδῇ δὲ
1021τότε ἡ Βουλή, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τίνος ἐνυπάρχουσι τὰ σκοτεινὰ
1022ταῦτα σημεῖα. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως λέγω, ὅτι ταῦτά εἰσιν ὅλως
1023διάφορα ἐκείνων, ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1024γικοῦ Συμβουλίου.
1025Ἐζητήθησαν μεταθέσεις δικαστῶν, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1026γός. Ἀλλ’ οἱ δικασταὶ οὗτοί εἰσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξέδωκαν
1027τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἐψέξατε, καὶ καθ’ ἧς ἐξεγείρεσθε. Πρέπει
1028νὰ ὦμεν πάντες ἐνταῦθα εἰλικρινεῖς. Ἐγὼ συνέστησα ὑμῖν νὰ
1029μετατεθῇ ὁ πρωτοδίκης κ. Τρικκαῖος, διότι ἐμνηστεύθη ἐν
1030Λαμίᾳ, καὶ ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι καλὸς
1031δικαστής, — καὶ εἶναι ἄριστος — μνηστευθεὶς μετὰ κόρης, ἀνη-
1032κούσης εἰς πολιτευομένην οἰκογένειαν ἐν τῷ τόπῳ, δὲν ἠδύ-
1033νατο νὰ παρέχῃ ὅλα τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀμεροληψίας. Καὶ ὅτε
1034σᾶς ὡμίλησα περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως,
1035ἠγέρθητε ἐκ τῆς θέσεώς σας καὶ εἴπετε: «Πῶς! ἀκόμη δὲν
1036μετετέθη;» Ἀμέσως δ’ ἐγράψατε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
1037Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ Διάταγμα περὶ τῆς μεταθέσεώς του·
1038ἐστείλατε δὲ τὴν ἐπιστολὴν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
1039μου κ. Φ. Μοσχούλα.
1040Πρέπει νὰ ὦμεν προσεκτικοί, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν
1041ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Οὐδεὶς εἶναι ὁ ἔχων κεκρυμμένον τι
1042καὶ ζητῶν νὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης προβολῆς
1043τοῦ ζητήματος. Τοὐναντίον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ δικαστὴς,
1044περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ὁποίου ὁ λόγος, εἶναι εἷς ἐκ τῶν
1045ἀποτελούντων τὸ Δικαστήριον, ὅπερ ἐξέδοτο τὴν ὑπὲρ τῶν
1046χωρικῶν ἀπόφασιν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε.
1047Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας, τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου
1048ὁριζομένης, ἐπενέβη αὐθαιρέτως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, — ὡμο-
1049λογήσατε δὲ καὶ ὑμεῖς, ὅτι ἐπενέβη — καὶ ἐζήτησε νὰ καθο-
1050ρίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐνάγοντος καὶ τοῦ ἐναγομένου, καὶ ἵστα-
1051σθε εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἑτέρου τῶν διαδίκων, ἵνα πιέσητε...
1052(Θόρυβος).
1053§73Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1054Ἐζητήσατε τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ Τρικκαίου, καὶ τὴν
1055μετάθεσιν τῶν δικαστῶν, τῶν ὁποίων ἐζητήσατε τὴν ἐξαίρε-
1056σιν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου (Θόρυβος). Ἐζητήσατε καὶ τὴν
1057μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως.
1058§74Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐνηργήσατε τὴν μετάθεσιν, τὸ δὲ
1059Β. Διάταγμα ὑπεγράφη, καὶ τὸ ἔχετε εἰς τὸ συρτάριον τοῦ
1060γραφείου σας· καὶ μοὶ τὸ ἐπεδείξατε (Θόρυβος). Ἐζήτησα
1061τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ κ. Τρικκαίου διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν
1062ἐζήτησα καὶ τὴν μετάθεσίν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ δηλαδή, ὅτι
1063ἦτο μεμνηστευμένος ἐν Λαμίᾳ. Τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγε-
1064λέως ἐζήτησα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν συναδέλφων μου κ. κ.
1065Ἀγαθοκλέους καὶ Πλατῆ, διότι ἐμόρφωσα τὴν γνώμην, ὅτι
1066δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν...
1067§75Α. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα δι’ ἄλλον λόγον.
1068§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπῆρχον πολ-
1069λοὶ λόγοι, ἐπιβάλλοντες τὴν σύστασιν περὶ μεταθέσεως τοῦ
1070Εἰσαγγελέως... Καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει ὁ Βουλευ-
1071τὴς νὰ ποιῆται συστάσεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐν ὅσῳ ἦναι
1072φίλος αὐτῶν, περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως ὑπαλλήλων, ὅταν
1073μορφώσῃ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐν τῇ ἐκπλη-
1074ρώσει τῶν καθηκόντων των ὑστεροῦσι (θόρυβος). Ἀλλὰ καὶ
1075ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν σύστασιν ἡμῶν περὶ μεταθέ-
1076σεως τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν ἐκοινοποίησε δὲ τὸ ὑπογραφὲν
1077Β. Διάταγμα, διότι ἔπαυσα παρέχων τῇ Κυβερνήσει τὴν συν-
1078δρομήν μου. Τίς εἶναι ὁ μᾶλλον ὑπεύθυνος, ἢ ὁ μόνος τοιοῦ-
1079τος; Ὁ συστήσας τὴν μετάθεσιν, ἢ ὁ ἐκτελέσας Ὑπουργός;
1080§77ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὑπεύθυνος εἶναι μόνος ὁ Ὑπουρ-
1081γός.
1082§78Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1083Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι δὲν προβαίνω εἰς μεταθέσεις δικαστῶν
1084καὶ Εἰσαγγελέων, ἐν ὅσῳ μένῃ ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, καὶ δὲν
1085ἀκούω τὰς συστάσεις σας, διότι ὑμεῖς εἶσθε τὸ κύριον πρόσωπον
1086τῆς ὑποθέσεως, διότι ὑμεῖς ἀντιπροσωπεύετε τοὺς χωρικούς.
1087Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποχωρήσῃ.
1088§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχετε μίαν καλωσύνην, κύριε Ὑπουρ-
1089γέ· νὰ μὴ ἀρνῆσθε ποτὲ, νὰ ὑπόσχησθε πάντοτε. Συνεπῶς
1090οὐδὲ τοῦτο, ὅπερ λέγετε, εἶναι ἀκριβές. (Θόρυβος, γέλωτες).
1091§80Π. ΓΚΙΚΑΣ. Οὐδέποτε μετέσχον εἰς τὸν παρὰ πολλῶν
1092ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν γενόμενον ἔλεγχον τῶν ἐκνόμων
1093πράξεων τῶν διαφόρων δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς καὶ οὐδέ-
1094ποτε ἡ ἐπαρχία μου εἶδεν ἀσθενεστέρους τὸ φρόνημα δημο-
1095σίους ὑπαλλήλους, περιδεεῖς καταστάντας πρὸ τῶν κελευ-
1096σμάτων καὶ τοῦ μικροτέρου κομματαρχίσκου· οὐδέποτε εἶχεν
1097ἰδεῖ ἡ Ὕδρα ὑπαλλήλους τιθεμένους ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἰσχυ-
1098ούσης πολιτικῆς μερίδος καὶ διευθύνοντας τὰς ἐργασίας αὐ-
1099τῆς. Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἤλεγξα τὰς πράξεις αὐτῶν, οὐδέ-
1100ποτε παρεπονέθην διὰ τὰς ἀκόσμους ἐνεργείας αὐτῶν, τὸ
1101μὲν διότι περιφρονῶ τὰς ἐνεργείας αὐτῶν, ὡς μὴ ἐπιδρώσας
1102ἐπὶ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου πολιτικῆς μερίδος, τῆς φίλα
1103πρὸς ἐμὲ φρονούσης, καὶ οὐδόλως θιγούσας τὴν ἰσχὺν αὐτῆς,
1104τὸ δὲ διότι οὐδὲν ὄφελος καρποῦνται οἱ τὰς τοιαύτας ἐκ-
1105νόμους πράξεις ἐπιτάσσοντες.
1106Προκειμένου ὅμως περὶ ἀνωτάτου διοικητικοῦ λειτουρ-
1107γοῦ, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ μὴ σιγήσω ἐπὶ πλέον.
1108Οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ εὑρίσκετο τοιοῦτος διοικη-
1109τικὸς λειτουργὸς, εἷς Νομάρχης, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιλήσμων τῶν
1110καθηκόντων, ἅτινα συνεπάγεται τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, μὲ τὸ
1111ὁποῖον περιέβαλεν αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ὥστε νὰ καταστῇ τα-
1112πεινὸς θεράπων τῶν ἀξιώσεων τῆς ἰσχυούσης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
1113μου πολιτικῆς μερίδος. Οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι Νομάρ-
1114χης μετὰ τοσούτου δέους θὰ προσέβλεπε πρὸς τοὺς ἰθύνοντας
1115τὴν ἰσχύουσαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου πολιτικὴν μερίδα, ὥστε
1116οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἀφορῶσαν τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας μου,
1117νὰ ἐνεργῇ πρὶν ἢ λάβῃ διαταγὰς παρὰ τούτων· οὐδέποτε
1118ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ ἐλησμόνει ἐπὶ τοσοῦτον, οὐχὶ τὰ κα-
1119θήκοντά του, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ ὄνομά του, καὶ ἀπὸ τοῦ
1120ὕψους τῆς θέσεώς του θὰ κατήρχετο εἰς τὴν τοῦ κομματαρ-
1121χίσκου τῆς κρατούσης ἐν Ὕδρᾳ πολιτικῆς μερίδος. Οὐδέ-
1122ποτε τέλος ἐφανταζόμην, ὅτι Νομάρχης, ἐκ τοῦ νόμου τα-
1123χθεὶς εἰς τὴν εὔρρυθμον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως τοῦ νο-
1124μοῦ, οὗτινος τὴν Διοίκησιν ἐνεπιστεύθη αὐτῷ ἡ Πολιτεία,
1125καὶ εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ὑπὸ
1126τὴν δικαιοδοσίαν του τεταγμένων δημοτικῶν ἀρχῶν, ἤθελε
1127γείνῃ αὐτὸς οὗτος αἴτιος παραλύσεως πάσης φροντίδος, πά-
1128σης μερίμνης τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ὑπὲρ τῶν συμπολι-
1129τῶν μου.
1130Ἀφ’ ὅτου ἐγκατεστάθησαν αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐν
1131Ὕδρᾳ, οὐδὲν παρέλειψεν, ὅπως ματαιώσῃ πᾶσαν ἐνέργειαν
1132τῆς ἐν Ὕδρᾳ δημοτικῆς ἀρχῆς· ἐδέσμευσε δὲ εἰς τοιοῦτον
1133τρόπον τὰς χεῖρας αὐτῆς, ὥστε εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν ἠδυ-
1134νήθη μέχρι τοῦδε νὰ προβῇ αὕτη, κατὰ τὸ ἐνεστὼς δὲ ἔτος
1135δὲν ἠδυνήθη νὰ συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν οὐδὲ τὸ Δημοτικὸν
1136Συμβούλιον, ὑποθαλπομένης τῆς ματαιώσεως τῶν συνεδριά-
1137σεων παρ’ αὐτοῦ τοῦ Νομάρχου, διὰ τῆς ἐνθαρρύνσεως παρ’
1138αὐτοῦ τῆς μειονοψηφίας εἰς παρακώλυσιν τῶν συνεδριάσεων.
1139Τετράκις ἐκλήθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρία-
1140σιν, ὅπως προβῇ εἰς τὸν νόμιμον αὐτοῦ καταρτισμὸν διὰ τῆς
1141ἐκλογῆς Προέδρου, ἵνα δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν
1142τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τετράκις ἐματαιώθη ἡ συνεδρία-
1143σις διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς μειονοψηφίας. Τετράκις κα-
1144τηγγέλθησαν εἰς τὸν Νομάρχην οἱ ματαιοῦντες τὰς συνε-
1145δριάσεις δημοτικοὶ σύμβουλοι, ζητηθείσης τῆς κατὰ νόμον
1146τιμωρίας αὐτῶν, ὁ δὲ Νομάρχης καὶ ἐπὶ τῶν τεσσάρων τού-
1147των καταγγελιῶν ἐσιώπησεν· ἀλλὰ κυρίως δὲν ἐσιώπησεν,
1148ἀλλὰ, μὴ ἀποδεχόμενος τὰς ποινὰς, ἃς οἱ νόμοι ἐπιβάλλου-
1149σιν εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐδημιούργησεν οὗτος ἰδίας
1150ποινὰς, τὴν ποινὴν τῆς ἀποστολῆς συλλυπητηρίων εἰς τοὺς
1151ἐπανειλημμένως ματαιοῦντας τὰς συνεδριάσεις! Καὶ ἰδοὺ,
1152διὰ δύο ἐγγράφων του προσκαλεῖ τὸν Δήμαρχον Ὑδραίων
1153νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήριά του εἰς τοὺς ματαιώσαντας
1154τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. (Ἀναγινώσκει τὰ
1155ἔγγραφα). Ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διότι ἐματαίωσαν τὴν
1156συνεδρίασιν τῆς 2 Σεπτεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους, ἐπανέλαβε
1157ταύτην διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς 29 Νοεμβρίου, ὡς καὶ διὰ
1158τὴν τῆς 4 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ, βλέπων, ὅτι οἱ πρὸς οὓς ἀπηυ-
1159θύνοντο τὰ συλλυπητήρια δὲν ἦσαν πολὺ εὐαίσθητοι, καὶ
1160ὅτι δὲν ἐπήρχετο τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, διότι ἡ πλειο-
1161νοψηφία ἐπέμενε νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὸν νόμιμον
1162καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἐνόμισεν, ὅτι ἐφεῦρε μέσον νὰ
1163καταστήσῃ ὑπεύθυνον τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν θέλουσαν νὰ
1164ἐργασθῇ, καὶ ὑπεισῆλθεν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Δημοτικοῦ
1165Συμβουλίου, κανονίσας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτὸς, ἀγνοῶ
1166δυνάμει τίνος νόμου, καὶ διατάξας διὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου νὰ
1167κληθῇ ὁ προεδρεύων νὰ θέσῃ πρῶτον ζήτημα τὴν ἐπιψήφι-
1168σιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι μὴ νομίμως συγκεκροτημέ-
1169νου τοῦ Σώματος!...
1170§81Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τίς εἶναι ὁ Εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος;
1171§82ΓΚΙΚΑΣ. Εἶναι συμπολίτης σας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἀρ-
1172χηγὸς τοῦ ἰσχύοντος σήμερον ἐν Ὕδρᾳ κόμματος... Διὰ τοῦ
1173Εἰρηνοδίκου λοιπὸν ἐπέβαλεν εἰς τὸν προεδρεύοντα τοῦ Δημο-
1174τικοῦ Συμβουλίου νὰ συγκαλέσῃ τοῦτο, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ
1175τὸν νόμιμον καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς
1176τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως,
1177ὡς προεῖπον, στηριζομένη εἰς τὸν νόμον, ἐζήτησε νὰ συγκρο-
1178τηθῇ πρῶτον νομίμως τὸ Σῶμα, διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέ-
1179δρου, καὶ ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολο-
1180γισμοῦ. Ἐν τούτοις ἡ μειονοψηφία, ἐνθαρρυνομένη ἐκ τῆς ἀτι-
1181μωρησίας αὐτῆς, ἐπεχείρησε ματαίωσιν καὶ πέμπτην ἤδη
1182φορὰν τῆς συνεδριάσεως, καὶ δὲν θὰ ἦναι παράδοξον, ἐκτὸς
1183τῶν νέων συλλυπητηρίων, τὰ ὁποῖα θὰ στείλῃ ὁ Νομάρχης,
1184νὰ προβῇ καὶ εἰς τιμωρίαν τῆς πλειονοψηφίας, διότι ζητεῖ
1185νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της!
1186§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἀκόμη Πρόεδρος;
1187§84ΓΚΙΚΑΣ. Ὄχι.
1188§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων ἐξηγήσεων.
1189§86ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1190βουλίου, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ παρέμβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
1191σωτερικῶν, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κωμῳδίαν ταύτην, δια-
1192τάσσων τὸν Νομάρχην νὰ σέβηται τοὺς νόμους, νὰ σέβηται
1193ἑαυτὸν καὶ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη εἰς αὐ-
1194τόν ἡ Πολιτεία.
1195Παραδίδω εἰς τὸν ἴδιον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1196βουλίου ἀντίγραφα τῶν διαφόρων δημοψηφισμάτων, ὡς καὶ
1197τῶν συλλυπητηρίων ἐγγράφων τοῦ Νομάρχου, διότι ὁ χρό-
1198νος ἐπείγει πρὸς συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπεκδεχό-
1199μενος ταχεῖαν ἐνέργειαν, ὡς καὶ ταχεῖαν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν
1200Βουλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, ἵνα μὴ
1201ἀναγκασθῶ νὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον καὶ χαρακτηρι-
1202σθῶ καὶ ἐγὼ κωλυσιεργός, ὅπως ἀσμενίζουσι ν’ ἀποκαλῶσι
1203πάντας τοὺς ἀμυνομένους ὑπὲρ τῶν καταπατουμένων δικαίων
1204τῶν συμπολιτῶν των.
1205§87Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐξεπλάγην, κ. Πρόεδρε, ἀκού-
1206σας τὸν κ. συνάδελφον. Ὁ σοβαρὸς συνάδελφός μου ἐξ Ὕδρας
1207πολὺ σπανίως λαμβάνει τὸν λόγον, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι παρε-
1208σύρθη ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία τὸν περιβάλλει, καὶ ἠθέ-
1209λησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν Νομάρχην Ἀργολί-
1210δος, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του εὐσυνειδήτως καὶ
1211μετ’ ἀφοσιώσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ Στεφάνου Βάρβογλη,
1212ὅστις γνωστός, γνωστότατος εἰς πάντας ἡμᾶς τυγχάνει, γνω-
1213στότερος δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν κ. Δηλι-
1214γιάννην, τοῦ ὁποίου ἦτο ἀρχαῖος φίλος καὶ ὑπὸ τὸν ὁποῖον
1215ὑπηρέτησεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Ἠπόρησα, λέγω, βλέπων τὸν
1216κ. συνάδελφον ἐξ Ὕδρας φέροντα ζήτημα τόσον μικρὸν ἐνώ-
1217πιον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον ἀπαντήσει
1218εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ,
1219ἐὰν τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ἐναντίον τοῦ κ.
1220Νομάρχου, δέν με ἠνάγκαζε νὰ ἔλθω νὰ δικαιολογήσω τὸν
1221κ. Νομάρχην...
1222§88ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς δικηγόρος του;
1223§89Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα· διότι γνωρίζω, ὡς γνω-
1224ρίζετε καὶ σεῖς, τὸν κ. Νομάρχην. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐπα-
1225νορθώσω ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας, ἐξ ἀγνοίας ἴσως, ὁ κ. Βου-
1226λευτὴς ἐξ Ὕδρας ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1227Ὁ κ. Νομάρχης οὐδέποτε ὑπήκουσεν εἰς εἰσηγήσεις εἴτε
1228ἐμοῦ, εἴτε τοῦ ἑτέρου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου...
1229§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάματε εἰσηγήσεις;
1230§91Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔκαμα πολλάς, κύριε Μπακό-
1231πουλε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι σεῖς
1232ἔχετε κομμένην τὴν οὐράν σας, διότι, ὁσάκις ἦσθε εἰς τὴν
1233ἐξουσίαν, γνωρίζετε ὁποίου εἴδους εἰσηγήσεις κάμνετε, ὅπως
1234ἐξυπηρετήσητε τὰς πολιτικάς σας ἀπαιτήσεις. Ὁμολογῶ,
1235ὅτι καὶ ἐγὼ ἀκολουθῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
1236Βουλευτοῦ περὶ τῆς καλῶς ἐννοουμένης συναλλαγῆς, καὶ τὴν
1237ἐννοῶ τὴν συναλλαγὴν αὐτὴν, καὶ εἶμαι σύμφωνος, ὡς πρὸς
1238τὸ θέμα αὐτὸ, μετὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἀλλὰ
1239σεῖς δὲν ἐμφορεῖσθε ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχάς· ἔχετε ἴδιον τρόπον
1240ἀντιλήψεως.
1241§92Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔλα τότε μὲ τὸ κόμμα μας.
1242§93Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Νο-
1243μάρχης πάντοτε πράττει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ καθῆκον καὶ
1244ἡ ὑπηρεσία τῷ ὑποδεικνύει· καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο,
1245ὥστε, ἐνῷ ὑπῆρχον ἔργα τινὰ, ἀνήκοντα εἰς τὴν Μονὴν τῆς
1246Ὕδρας, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐγὼ ὁ
1247ἴδιος, μεταβὰς εἰς Ναύπλιον, εἰργάσθην παρὰ τῷ κ. Νομάρχῃ,
1248ἵνα ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δημοκο-
1249πήσωσιν οἱ φίλοι τοῦ ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Γκίκα, ἐὰν
1250γείνωσι — καὶ θὰ γείνωσι τῇ ἐνεργείᾳ τῇ ἰδικῇ μας. — Ὁ Νο-
1251μάρχης, ἀρτίως διορισθεὶς ἐν Ναυπλίῳ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1252εἶχε γνῶσιν τούτου· συνεπῶς διετάχθη ὁ Δήμαρχος Ὕδρας
1253νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔρ-
1254γων αὐτῶν, ὅπως ὁ Νομάρχης ἐγκρίνῃ αὐτά. Ἀποτελεῖ
1255τοῦτο εἰσήγησιν ἀντιπράξεως; Δὲν γνωρίζω δὲ, κύριε Γκίκα,
1256ἐὰν ὑμεῖς ἦσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἠθέλατε πράξει
1257ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα ἐγὼ, μεταβὰς εἰς Ναύπλιον.
1258Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μὴ σύγκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
1259βουλίου, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Βουλευ-
1260τὴς ἐξ Ὕδρας, λέγων, ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ ἡμῶν ἀναβάλλεται ἡ
1261σύγκλησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο γίνεται, διότι
1262ὁ κ. Δήμαρχος δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ
1263Συμβουλίου, καὶ μὴ ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ἔχει συμ-
1264φέρον νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι φοβεῖ-
1265ται, ὅτι θέλει εὕρει ἀντίπραξιν.
1266§94Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ὁ Νομάρχης.
1267§95Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Νομάρχης προέβη εἰς τὴν
1268τιμωρίαν αὐτῶν.
1269Ἐγὼ θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἠναγκάσθην, διὰ
1270ζήτημα τόσον μικρὸν, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευ-
1271τὴς ἐξ Ὕδρας, νὰ ὁμιλήσω καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν·
1272ἀλλ’ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξω, ὅπως ἐπανορθώσω ἀνα-
1273κριβείας, καὶ δικαιολογήσω ἀπόντα ἀνώτατον λειτουργὸν
1274τῆς διοικήσεως.
1275§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐμνη-
1276μόνευσε δὶς ἐμοῦ. Ὀφείλω νὰ δώσω εἰς αὐτὸν τὴν πληροφο-
1277ρίαν, ὅτι ὁ κ. Στέφανος Βάρβογλης ὑπῆρξε Νομάρχης καθ’
1278ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ οὐδέποτε ἔλαβον ἀφορ-
1279μὴν, ἵνα ἐπιτιμήσω αὐτόν. Ἀλλὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ.
1280Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἄλλο·
1281ἐὰν δύναται νὰ ἐκβιασθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ
1282Συμβουλίου νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου
1283αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ τραπῇ εἰς ἄλλα ἔργα. Κατ’ ἐμὲ, καὶ κατὰ
1284τὸν νόμον, ἡ πρώτη πρᾶξις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἶ-
1285ναι νὰ καταρτίζωσιν ἑαυτὰ, καὶ καταρτίζουσιν ἑαυτὰ μόνον
1286ἀφοῦ ἐκλέξωσι τὸν Πρόεδρον αὐτῶν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκλε-
1287χθῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετὰ τοῦτο
1288νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῶν ἐργασιῶν του.
1289Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἤδη νὰ ἐκ-
1290τελεσθῶσι τῇ συνδρομῇ καὶ τῇ ἐνεργείᾳ ὑμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα
1291δὲν ἐξετελοῦντο διότι ὁ Νομάρχης ἠγνόει, σεῖς δὲ ὡδηγή-
1292σατε αὐτὸν, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω· μόνος δ’ ὁ κύριος Νομάρχης
1293δύναται νὰ προβάλῃ τὰς γνώμας του.
1294§97Π. ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης Ἀργολίδος, ἔχων
1295φίλους ὡς τὸν ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφον, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐχ-
1296θρῶν· διότι ῥητῶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅπερ ἐγὼ ἰσχυ-
1297ρίσθην, ὅτι, ἐὰν δὲν μετέβαινεν ὁ ἴδιος εἰς Ναύπλιον, βεβαίως
1298τὰ ἔργα, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον, δὲν θὰ ἐξετελοῦντο...
1299§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐστέλλοντο τὰ ἔγγραφα εἰς
1300τὸν Νομάρχην, πῶς ἠθέλατε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Νομάρχης;
1301§99Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ
1302κ. Κουντουριώτης, ὅτι, ἐὰν δὲν μετέβαινεν αὐτὸς εἰς Ναύ-
1303πλιον, τὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δημοκοπήσω ἐγώ, δὲν θὰ
1304ἐξετελοῦντο.
1305§100Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἔμενον τὰ ἔγγραφα πάντοτε εἰς τὴν
1306Δημαρχίαν.
1307§101Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐγὼ
1308στηρίζομαι εἰς ἔγγραφα. Ἔφερα πέντε διασκέψεις τοῦ Δημο-
1309τικοῦ Συμβουλίου, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι ἡ μειονοψηφία παρα-
1310λύει τὰς ἐργασίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ Νομάρ-
1311χης οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ ἐκφράζῃ τὰ συλλυπητήριά
1312του. Ἐὰν πταίῃ ἡ πλειονοψηφία, ἂς τιμωρηθῇ. Ἡμεῖς ζη-
1313τοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν παραλυόντων τὰς συνεδριάσεις.
1314§102Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σχετικὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκει-
1315ται περὶ Νομάρχου.
1316Εἰς τὴν Πάρον, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον
1317τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὑπάρχει μία κοινότης, τῆς ὁποίας
1318ὅλη ἡ περιφέρεια ἀποτελεῖται ἀπὸ σιδηροῦχα μεταλλεῖα.
1319Τὸν χῶρον τοῦτον εἶχε δηλώσει εἷς Ἰταλός, ὅστις καὶ ἦτο,
1320κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ κατὰ τὴν
1321ἐκμετάλλευσιν τόσα τοῖς ἑκατόν. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τὰ
1322πράγματα ἔβαινον κανονικῶς, ἐσχάτως ὅμως ἐδυστρόπησεν
1323ὁ ἐξ Ἰταλίας δηλωτὴς, καὶ δὲν ἤθελε νὰ πληρώσῃ. Τοῦτο
1324ἠνάγκασε τὴν κοινότητα ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν κ. Δήμαρχον
1325Πάρου, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Νομάρχην, ἵνα
1326προσκαλέσῃ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Ἰταλὸν, ὅπως συνέλθωσι καὶ
1327κανονίσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ὁ Ἰταλὸς οὗ-
1328τος νὰ δώσῃ πρὸς τὴν κοινότητα...
1329§103Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἀγνοεῖτε τὰ πράγματα, κ. Βιτάλη.
1330§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ... Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Νο-
1331μάρχης Κυκλάδων ἐκάλεσε μόνον τὸν Ἰταλόν, χωρὶς νὰ κα-
1332λέσῃ τὸν κ. Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβάλει τὴν αἴτησιν,
1333θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ
1334δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν τῷ ἔκαμαν αἴσθησιν αἱ ἐνέρ-
1335γειαι αὗται τοῦ κ. Νομάρχου διὰ τὰ διάφορα ζητήματα, καὶ
1336ποῖα μέτρα ἔλαβεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διοικητικῶς.
1337§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω.
1338§106Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολλοὶ τῶν ἐχόντων αἰτή-
1339σεις παραχωρήσεως μεταλλείων, κύριε Πρόεδρε, ἦλθον εἰς
1340τὸν οἶκόν μου, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρό-
1341εδρον τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ δὲν προσκαλεῖ τὸ Μεταλλευ-
1342τικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ τῶν αἰτήσεων αὑ-
1343τῶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1344Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν σκέπτεται νὰ
1345καλέσῃ τὸ Συμβούλιον, ἢ τί σκέπτεται ἐπὶ τέλους ἐπὶ τοῦ
1346ζητήματος τούτου νὰ πράξῃ.
1347§107Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1348Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ ἐπερω-
1349τήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Φικιώρη κατέθηκα σήμε-
1350ρον, προκύπτει, ὅτι ὑπάρχουσιν αἰτήσεις μεταλλείων 404.
1351Αἱ αἰτήσεις αὗται ἀνάγονται, ὡς βλέπετε, καὶ εἰς παρελ-
1352θόντα ἔτη· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τόσος
1353ἀριθμὸς αἰτήσεων ὑπεβλήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατ’
1354ἐμὴν κρίσιν, τὸ ἰσχῦον σύστημα εἶναι λίαν ἐλαττωματικὸν,
1355διότι παρατηρεῖται, δυστυχῶς, ὅτι ἐπὶ μεταλλείων, τὰ ὁποῖα
1356θεωροῦνται ὡς ἔχοντα ἀξίαν τινὰ, πολλαὶ γίνονται πράξεις
1357μεταβιβάσεως, πολλὰ συμφέροντα ἐν ταῖς πράξεσι ταύταις
1358ἀναμιγνύονται, καὶ φρονῶ ἐκ τῶν λόγων τούτων, τοὺς ὁποίους
1359θεωρῶ ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι
1360ἐννοοῦσι τούτους, θεωρῶ, λέγω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ
1361καθῆκον, ἵνα ὑποβάλω νομοσχέδιον, ὅπως κανονισθῇ τὸ
1362πρᾶγμα. Διότι δὲν μοι φαίνεται ὅτι εἶναι καλὸν, ἐπὶ ζη-
1363τήματος τόσον σπουδαίου νὰ λαμβάνωσι χώραν ἐκεῖνα, τὰ
1364ὁποῖα βλέπομεν, δυστυχῶς, λαμβάνοντα χώραν.
1365§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς γνωρίζομεν, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἤδη
1366ὑποβεβλημένον.
1367§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον πέρυσι, τὸ νομοσχέδιον
1368τοῦτο διεσκευάσθη ὑπὸ Ἐπιτροπῆς. Ἑτέρα Ἐπιτροπὴ ἐρ-
1369γάζεται ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ἐλπίζω,
1370ὅτι θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὅλοι
1371συμφέρον, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο κανονισθῇ διὰ νόμου, καὶ
1372ἀποφύγωμεν ὅλα τὰ λαμβάνοντα χώραν ἄτοπα.
1373§110Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον
1374Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, ἂν θὰ ὑποβάλῃ τὸ
1375νομοσχέδιον τοῦτο ταχέως, ἢ ὄχι.
1376§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐλπίζω, τὸ νομοσχέδιον
1377τοῦτο μέχρι τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς νὰ ἦναι ἐντελῶς ἕτοι-
1378μον, καὶ νὰ τὸ ὑποβάλω ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος.
1379§112Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε μέχρι τῆς ὑποβολῆς
1380καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ συγκα-
1381λέσητε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον.
1382§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἀνα-
1383λάβω ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ
1384δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
1385ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα μέχρι τοῦδε, ἀπαντᾷ εἰς τὸν κ.
1386Βουλευτήν. Δὲν συνεκάλεσα μέχρι τοῦδε τὸ Μεταλλευτικὸν
1387Συμβούλιον, καὶ δὲν θὰ συγκαλέσω τοῦτο κατὰ τὴν προσε-
1388χῆ ἑβδομάδα.
1389§114Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ
1390ἐξαναγκάσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναλάβῃ
1391ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἠρώτησα ἁπλῶς, διὰ νὰ γνω-
1392ρίζω, καὶ νὰ κανονίσω τὰ κατ’ ἐμέ.
1393§115ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πρῶτον, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κ. Ὑπουρ-
1394γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἐπανα-
1395λάβω παράκλησιν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1396Σύνοδον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω αὐτῷ — ἡ ὁποία ὅμως
1397τότε ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος — ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δὲν
1398θὰ ἔχῃ ἤδη τὴν ἰδίαν τύχην. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνεργείας
1399τῆς ψηφοφορίας ἐν Πάτραις εἰς τὰ σχολεῖα τὰ δημοτικὰ
1400ἀντὶ τῶν ἱερῶν ναῶν, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 46 τοῦ
1401περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ ψηφοφο-
1402ρία ἐνεργεῖται ἐντὸς τοῦ καταστήματος τοῦ δημοτικοῦ σχο-
1403λείου τῶν ἀρρένων, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀνεγηγερμένα πρὸς
1404χρῆσιν αὐτῶν δημοτικὰ οἰκοδομήματα, ἐν ἐλλείψει δὲ τοι-
1405ούτων, ἐντὸς τοῦ εὐρυχωροτέρου ναοῦ τῆς πρωτευούσης τοῦ
1406δήμου». Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐν Πάτραις, ἡ ὁποία ἦτο ἁρ-
1407μοδία, γνωμοδοτήσαντος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ δια-
1408τάξῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ σχολεῖα, διστάζει
1409νὰ πράξῃ τοῦτο, ἑρμηνεύουσα τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὅτι
1410ἐννοεῖ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὅταν ᾖναι ἰδιοκτησία τοῦ δή-
1411μου· τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου, ὅπερ
1412σᾶς ἀνέγνωσα.
1413§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον;
1414§117ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 46.
1415§118Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τὰ σχολεῖα ᾖναι κατάλληλα.
1416§119ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον, εἰς τὰς Πά-
1417τρας ᾠκοδομήθησαν σχολεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου, τὸ ὁποῖον
1418ἔδωκεν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καταλληλότατα, εὑρέθησαν δὲ
1419ὡς τοιαῦτα καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις τὰ παρέλαβε, καὶ
1420ἐνοικιάσθησαν πολυετῶς, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ συμφωνία
1421μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, νὰ τὰ οἰκοδομήσωσι κατὰ τὸ σχέ-
1422διον, ὅπερ τοῖς ἐδόθη, καὶ νὰ ἐνοικιασθῶσι πολυετῶς διὰ σχο-
1423λεῖα. Νομίζω, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει δίκαιον, προ-
1424βάλλουσα τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον
1425Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
1426§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθη ἡ γνώμη τοῦ Δημοτι-
1427κοῦ Συμβουλίου;
1428§121ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Βεβαίως.
1429Καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου, ἵνα μὴ δια-
1430φύγῃ τὴν μνήμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
1431Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου θέματος, ἐπὶ
1432τοῦ ὁποίου, τῇ παρακλήσει μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1433τερικῶν κατέθεσε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Πρόκειται περὶ τῶν
1434διαταγῶν του περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ δη-
1435μοτικοῦ συμβούλου τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
1436λίου τοῦ δήμου Ἐρινεῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὗτος διετέλει
1437δικαστικὸς κλητὴρ, ὅτε ἐξελέχθη δημοτικὸς σύμβουλος. Ἡ
1438ὑπόθεσις, Κύριοι, ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοτι-
1439κὸς σύμβουλος, διατελῶν δικαστικὸς κλητὴρ ἀπὸ τοῦ 1871,
1440ἐξετέθη κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1895, καὶ ἐπέ-
1441τυχεν ὡς δημοτικὸς σύμβουλος. Ἡ ἐκλογή του προσεβλήθη
1442τότε, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος εἶναι
1443ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, καὶ
1444δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ τοιοῦτος· ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον ἐπε-
1445κύρωσε τὴν ἐκλογήν του, σκεφθὲν, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ
1446δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ δημόσιος ὑπηρέτης.
1447Κατὰ τὴν τελευταίαν δημοτικὴν ἐκλογὴν ἐπέτυχε καὶ πά-
1448λιν, ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ἐξελέγη καὶ Πρόεδρος τοῦ Δη-
1449μοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκτὸς δὲ τῆς νικώσης ψήφου, ἣν ἔχει
1450αὐτὸς, καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κα-
1451τηρτίσθη ἀντίθετος τοῦ Δημάρχου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξευ-
1452ρεθῇ τρόπος μεταβολῆς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὁ τρόπος ἐξευ-
1453ρέθη διὰ τῆς στρεβλώσεως τοῦ νόμου. Ἂς λάβῃ σημείωσιν,
1454ἐὰν θέλῃ, ὁ φίλος κ. Κουντουριώτης, διότι θὰ τοῦ χρησιμεύσῃ,
1455μεθ’ ὅσα πρὸ μικροῦ ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος ἐλέχθησαν με-
1456ταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γκίκα.
1457Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
1458τερικῶν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι — καὶ τοιοῦτοι εἶναι βε-
1459βαίως καὶ οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες — δὲν δύνανται νὰ διατελῶσι
1460καὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, διότι τοῦτο
1461προκύπτει σαφῶς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 276 τοῦ Ὀρ-
1462γανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ περὶ δημαι-
1463ρεσιῶν νόμου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ
1464ἐκλογὴ τοῦ ἐν λόγῳ δημοτικοῦ συμβούλου ἐπεκυρώθη παρὰ
1465τοῦ Δικαστηρίου, μετὰ δὲ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς παρὰ τοῦ
1466Δικαστηρίου οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ κρίνῃ
1467τὸ κῦρος αὐτῆς, ἐκτὸς, λέγω, τοῦ λόγου τούτου, ὁ περὶ οὗ
1468πρόκειται ἐξελέχθη δημοτικὸς σύμβουλος ἐν ᾧ διετέλει κλη-
1469τὴρ δικαστικός, καὶ ἀποδεχθεὶς τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμ-
1470βούλου, καὶ ἐνασκήσας τὰ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καθήκοντά
1471του, αὐτοδικαίως ἔπαυσε νὰ διατελῇ δικαστικὸς κλητήρ·
1472οὐδέποτε ὅμως ἠδύνατο νὰ χάσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ
1473συμβούλου, ἀφοῦ τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος δὲν
1474ἀπέκτησε μετὰ τὴν ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἐκέκτητο ταύτην πρὸ
1475αὐτῆς. Καὶ ἂν μὲν διωρίζετο μετὰ τὴν ἐκλογήν του, καὶ διότι
1476ἐπεκυρώθη αὕτη, δικαστικὸς κλητὴρ, ἴσως ἠδύνατο ὁ κύριος
1477Ὑπουργὸς, ἐφαρμόζων κατ’ ἀναλογίαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρ-
1478θρου 72 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς Βουλευτὰς,
1479ὅταν διορίζωνται καὶ δέχωνται ἔμμισθον θέσιν, νὰ κηρύξῃ
1480ἔκπτωτον τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου τὸν δι-
1481καστικὸν κλητῆρα, εἰ καὶ τότε ἀκόμη, κατ’ ἐμὴν γνώμην,
1482δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι αἱ διατάξεις αἱ στερητικαὶ
1483δικαιωμάτων εἰσὶν ἐξαιρετικαὶ καὶ τοῦ στενοῦ δικαίου, καὶ
1484δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατ’ ἐπέκτασιν ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἰς ἀνα-
1485λόγους περιστάσεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ἀφοῦ αὐτὸς
1486ἦτο δικαστικὸς κλητὴρ, καὶ κατόπιν ἐξελέγη δημοτικὸς σύμ-
1487βουλος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χάσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτι-
1488κοῦ συμβούλου. Μάλιστα οὗτος ἔκαμε καί τι πλέον· ὅτε ἀνε-
1489κινήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεώς του, ὑπέβαλε καὶ πα-
1490ραίτησιν. Ὥστε καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἤρθη τὸ ἀσυμβί-
1491βαστον.
1492Ὅλα ὅμως ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἀπέ-
1493ναντι τῆς κομματικῆς ἀνάγκης· ἡ ἀπαίτησις ἦτο νὰ μετα-
1494βληθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰς
1495τοιαύτην παράνομον ἀπαίτησιν ἐνέδωσεν ἀτυχῶς καὶ ὁ κ.
1496Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατυπώσας μάλιστα ἀμέ-
1497σως τὴν γνώμην του εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Νομάρχην,
1498ὑποβαλόντα τὴν αἴτησιν τοῦ περὶ τούτου ἀναφερομένου Οἰ-
1499κονομοπούλου· κατόπιν δὲ, ἕνεκα δισταγμῶν τοῦ Νομάρχου,
1500ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς τὴν τοιαύτην διαταγὴν τοῦ Ὑπουρ-
1501γείου, διετύπωσεν ἀπορίας πολλὰς καὶ ἐρωτήματα, καὶ ἐζή-
1502τησε μάλιστα, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7592 ἐγγράφου του, νὰ ἐκ-
1503δώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ῥητὴν, ὁριστικὴν καὶ κατηγορηματικὴν
1504ἀπόφασιν, ἐπιδεκτικὴν ἀμέσου ἐκτελέσεως, ὡς λέγει τὸ ἔγ-
1505γραφον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομι-
1506κοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον — πρόθυμον πάντοτε, καθὼς γνω-
1507ρίζετε, Κύριοι, εἰς τὸ νὰ καλύπτῃ διὰ γνωμοδοτήσεων τὰς
1508παρανόμους εὐεργεσίας τῶν Ὑπουργῶν — ἐκδίδει μίαν γνω-
1509μοδότησιν, ὑπ’ ἀριθ. 153, μειονοψηφούντων δύο νομικῶν συμ-
1510βούλων, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ
1511δημοτικοῦ συμβούλου Χούγια, καὶ ἧς ἡ αἰτιολογία εἶναι ἡ
1512ἑξῆς: «Διότι οὗτος διετέλει δικαστικὸς κλητὴρ, ὅτε ἐξελέγη
1513δικαστικὸς σύμβουλος· δὲν ὠφελεῖ δὲ αὐτὸν ἡ παραίτησίς του
1514ἐκ τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἐπελθοῦσα κατό-
1515πιν.» Δὲν ποιεῖται δὲ διόλου μνείαν ἡ γνωμοδότησις τοῦ
1516Νομικοῦ Συμβουλίου, οὔτε ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς περιπτώσεως,
1517ὅτι οὗτος διετέλει ἤδη δικαστικὸς κλητὴρ, ὅτε ἐξελέγη δη-
1518μοτικὸς σύμβουλος. Οὔτε ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἐρωτήματος, τὸ
1519ὁποῖον ὁ Νομάρχης ὑπέβαλε, ῥητὴν ζητῶν ἀπάντησιν ἀπὸ
1520τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ τοιαύτην διαταγὴν, τί θὰ κάμῃ ὡς πρὸς
1521τοὺς δικηγόρους, τοὺς ὄντας δημοτικοὺς συμβούλους εἰς τοὺς
1522δήμους τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ του, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι
1523δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ῥητῶς τὸ ἄρθρον
1524276, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ
1525πρόκειται δημοτικοῦ συμβούλου, ἀναφέρει, ὅτι δὲν δύνανται
1526οἱ δικηγόροι νὰ ἦναι εἰς οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν δημοτικήν.
1527Ἀλλὰ εἰς ὅλα αὐτὰ οὐδεμίαν ἀκρόασιν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1528γὸς, διότι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δη-
1529μοτικοῦ Συμβουλίου Ἐρινεῶν, — αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα — καὶ
1530μετεβλήθη, χάριν τῆς συναλλαγῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ.
1531Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην, ἵνα, κατ’ ἐπί-
1532φασιν τοὐλάχιστον, καλύψῃ τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἐφαρ-
1533μογῆς τοῦ νόμου, καὶ διατάξῃ νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη ἐφ’ ὅλων
1534ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν γνώμην του κατέχουσιν ἀσυμ-
1535βίβαστα πρὸς τὴν θέσιν τῶν ἀξιώματα δημοτικά.
1536§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν
1537ἡ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ δια-
1538φορὰ ἦτο ἁπλῶς νομικὴ, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ ἔλεγον ἐπὶ
1539τοῦ θέματος τούτου. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ μεταξὺ ἡμῶν δια-
1540φορὰ ἔχει καὶ ἕτερον λόγον· διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νο-
1541μίζει, ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις ἐδόθη, ὅπως κατορθωθῇ, ἵνα ἡ
1542πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου μεταβληθῇ,
1543καὶ ψέγει τὴν Κυβέρνησιν, διότι τοιαῦτα μετέρχεται μέσα
1544πρὸς ὑποστήριξιν δῆθεν τῶν φίλα πρὸς αὐτὴν φρονούντων.
1545Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐνεθυμεῖτο, ὅτι πέρυσι
1546διὰ μακρῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεζητήθη τὸ ζήτημα,
1547περὶ τοῦ ὁποίου ἀπησχόλησε σήμερον τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι
1548ἔκτοτε ἐξέφρασα ποίαν εἶχον γνώμην περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου
1549τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος μετὰ τοῦ ἀξιώματος
1550τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, βεβαίως δὲν ἤθελε προστρέξει εἰς
1551τὰ κατηγορητήρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς
1552τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
1553Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ.
1554ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ ἐπὶ ὁμοίου θέματος ἀκριβῶς, εἶπον, ὅτι
1555τοιαύτην εἶχον γνώμην, ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν
1556ἀπήντων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν
1557ἐφήρμοσα τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐν περιπτώσει ἀφορώσῃ τὸ Δη-
1558μοτικὸν Συμβούλιον Ἄνδρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ καὶ
1559πρὸ τετραετίας, ὅτε πάλιν ἤμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1560Ἐσωτερικῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν θὰ ὑπεστή-
1561ριζεν, ὅτι πρὸ τετραετίας ἐσχημάτισα αὐτὴν τὴν γνώμην, ἵνα
1562κατορθώσω σήμερον νὰ μεταβάλω τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δη-
1563μοτικοῦ Συμβουλίου Ἐρινεῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται.
1564Ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, ὁ νόμος εἶναι
1565ῥητός...
1566§123ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομικόν.
1567§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· τὸ νομικὸν εἶναι ἐδῶ καὶ οὐ-
1568σιαστικόν. Τὸ νομικὸν ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐπιδέχεται
1569ἀντίρρησιν· τὸ λέγει ὁ νόμος ῥητῶς.
1570§125ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
1571§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἤμεθα σύμφωνοι, πρὸς τί συζητοῦ-
1572μεν;
1573§127ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Διατὶ δὲν ἐπεξετάθη; Πῶς περιωρίσθη μό-
1574νον εἰς τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας;
1575§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τοὺς δικηγόρους δὲν ἐπεξετάθη, διὰ
1576τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ δικηγόρος δὲν εἶναι ὑπάλλη-
1577λος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ δικηγόρος ἐξασκεῖ τὴν ἐπιστή-
1578μην του ἐλευθέρως, ὑποβάλλεται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος·
1579τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ του δὲν δίδει τὸν χαρακτῆρα τοῦ
1580δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἄλλως τὴν γνώμην μου ταύτην ὑπο-
1581στηρίζουσι καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου Ἀρ-
1582γυρόπουλος καὶ Ἀγγελόπουλος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρ-
1583μοσθῇ αὐτὴ ἡ θεωρία διὰ τοὺς δικηγόρους. Ἀλλ’ ἐνταῦθα
1584πρόκειται περὶ δικαστικοῦ κλητῆρος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δικα-
1585στικὸν κλητῆρα, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία,
1586διότι καὶ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καὶ ὁ νόμος θεωρεῖ
1587αὐτὸν ὑπάλληλον, ὑπηρέτην δικαστικόν, ὁ δὲ νόμος περὶ
1588ἀσυμβιβάστου τοῦ ἀξιώματος τῶν Δημάρχων, τῶν δημοτι-
1589κῶν συμβούλων κλπ. εἶναι διάφορος πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκ-
1590λογῆς Βουλευτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Βουλευτὰς, δὲν ὑπάρχει
1591αὐτὴ ἡ διάταξις· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ δη-
1592μοτικοῦ συμβούλου, εἶναι εὐρυτάτη ἡ διάταξις, καὶ ἐν αὐτῇ
1593περιλαμβάνεται ἀναντιρρήτως καὶ ὁ δικαστικὸς κλητήρ.
1594Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαύτην γνώμην εἶχον καὶ πρὸ τε-
1595τραετίας, ὅτε τὸ πρῶτον μοὶ ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα· τὴν αὐ-
1596τὴν θεωρίαν ἐφήρμοσα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὴν αὐ-
1597τὴν ἀρχὴν ἐφήρμοσα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη,
1598καὶ μέχρις οὗ πεισθῶ, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἐσφαλμένη, θέλω
1599ἐξακολουθήσει ἐφαρμόζων αὐτὴν τὴν θεωρίαν.
1600§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω παντάπασι τ’ ἀπο-
1601τελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ἢ θέλει ἐπιφέρει ἡ ἐπὶ τοῦ
1602ζητήματος ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν
1603γνωρίζω τὰ πρόσωπα, καὶ εἶμαι ἐντελῶς ἀλλότριος τῶν το-
1604πικῶν περιστάσεων· ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι συμβαίνει
1605δυσάρεστος σύμπτωσις νὰ μὴ ἦμαι σύμφωνος οὔτε πρὸς τὴν
1606γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε πρὸς τὴν γνώ-
1607μην τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ καὶ φίλου μου κ. Χοϊδᾶ.
1608Κατὰ τὸ 1895, ὅτε ἐνηργήθησαν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐξε-
1609λέχθη ἐν τῷ δήμῳ Σύρου Δήμαρχός τις, τὸν ὁποῖον δὲν γνω-
1610ρίζω προσωπικῶς, φέρων τὸ ἐπώνυμον Ῥοῦσσος, ἀπέτυχε δὲ,
1611παλαίων καὶ ἀνταγωνιζόμενος πρὸς αὐτὸν, ὁ κ. Μαραγκός,
1612φίλος μου. Ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως· δὲν ἐπροτάθη ἔν-
1613στασίς τις περὶ τῆς μὴ ἑλληνικῆς ἰθαγενείας τοῦ Ῥούσσου.
1614Τὸ Πρωτοδικεῖον ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, καὶ μετὰ τοῦτο
1615ὁ κ. Μαραγκὸς, ἀπετάθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτε-
1616ρικῶν, καὶ ἐζήτησε νὰ παυθῇ ὁ Ῥοῦσσος, ὡς μὴ ἔχων τὴν
1617ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, καὶ νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἐκλογή. Ἔλα-
1618βον λοιπὸν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐξε-
1619τάσω συμπαθῶς διατεθειμένος ὑπὲρ τοῦ ἐνισταμένου, ἐφ’ ὅσον
1620ἐπιτρέπεται νὰ συμπαθῇ τις πρὸς πρόσωπον, ὅταν πρόκηται
1621νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἡ ἐξέτασις μὲ ἤγαγεν εἰς τὸν ἑξῆς
1622συλλογισμόν· ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἀφηρέθη ἀπὸ τὴν
1623νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς
1624ἐνστάσεων, καὶ ἀνετέθη εἰς τὴν δικαστικήν. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφα-
1625σις τοῦ Πρωτοδικείου κατὰ πρῶτον βαθμόν, καὶ τοῦ Ἐφε-
1626τείου κατὰ δεύτερον, περιστρέφεται περὶ δύο θέματα· πρῶ-
1627τον, ἂν ἐτηρήθησαν ἢ δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νό-
1628μου, αἱ κανονίζουσαι τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς· δεύτερον, ἂν
1629οἱ ἐκλεχθέντες ἔχουσι τὰ νόμιμα προσόντα ἢ ὄχι. Ἡ ἀπόφα-
1630σις τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ἀνέκκλητος· μόνον δ’ ὅταν τοῦτο
1631ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἐπιτρέπεται ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐφε-
1632τείου. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Σύρου ἡ ἀπόφασις τοῦ
1633Πρωτοδικείου ἦτο ἐπικυρωτική. Ἔγραψα εἰς τὸν φίλον μου
1634κ. Μαραγκόν, νὰ παραιτηθῇ πάσης αἰτήσεως αὑτοῦ πρὸς τὸ
1635Ὑπουργεῖον, διότι, ἂν ἤθελε δοθῆ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν
1636ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ ἢ ἀκυρώνῃ πράξεις,
1637τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία περιέβαλε μὲ τὸ κῦρός της,
1638τότε θέλομεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὸ δι-
1639καίωμα τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐνστάσεων κατὰ τῶν ἐκλογῶν,
1640ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ νόμος ἐσκόπει ν’ ἀποξενώσῃ τὴν νομοτε-
1641λεστικὴν ἐξουσίαν. Ὑποθέσατε, ὅτι συμβαίνει νὰ ἐκλεγῇ τις,
1642ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἄλλο τι προσόν, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δη-
1643μότης τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐξελέγη. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ
1644Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι, ἢ ὄχι, δη-
1645μότης τοῦ δήμου, καὶ νὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἀλλὰ
1646περὶ τούτων πρέπει νὰ γείνῃ ἔνστασις ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου
1647Δικαστηρίου, καὶ ἂν ἀποφασίσῃ τὸ Δικαστήριον, ὅτι καλῶς
1648ἐξελέγη, οὐδεὶς πλέον ἔχει τὸν λόγον. Ἡ ἐναντία γνώμη
1649ἤθελεν ἐξασθενίσει τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, καὶ ἤθελεν ἀναιρέ-
1650σει τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἄρθρον 276 τοῦ
1651Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀναγράφει τὸ ἀσυμβίβαστον
1652τάξεώς τινος δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν πρὸς τὰ
1653δημοτικὰ ἀξιώματα. Λέγω τάξεώς τινος δικαστικῶν ὑπαλλή-
1654λων, διότι ἡ ἰδιότης τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ δικη-
1655γόρου δὲν εἶναι κυρίως ἰδιότης δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ
1656δικηγόρος λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι δημοτικὸς ἄρχων. Τὸ
1657κῦρος ὅμως τῆς ἐκλογῆς οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ἐξετάσῃ,
1658εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἐξετά-
1659σωσι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς. Ἂν δὲ τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν δύο
1660ὑπηρεσιῶν τυγχάνῃ νενομοθετημένον, ἀπόκειται εἰς τὴν ἐξου-
1661σίαν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ παύσῃ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, διότι
1662μεταξὺ τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐκ διορισμοῦ καὶ τοῦ ἀξιώματος
1663τοῦ αἱρετοῦ ἐπικρατεῖ τὸ αἱρετόν. Ἑπομένως μόνη λύσις ἦτο
1664ἡ παῦσις τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ ὄχι τοῦ δημοτικοῦ
1665συμβούλου.
1666§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε παραιτηθῆ τότε
1667ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος.
1668§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελεν εἶσθαι ἐν πλήρει ἀντι-
1669φάσει ἡ ὁριστικότης τῶν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀπο-
1670φάσεων τῶν Δικαστηρίων πρὸς τὴν διαταγήν, τὴν ὁποίαν
1671ἐξέδοτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἐξέδωκε τοι-
1672αύτην διαταγήν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς
1673προϊστάμενος κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
1674κληθεὶς νὰ ὑποτάξῃ τὰς πράξεις του εἰς τὰς στερήσεις, τὰς
1675ὁποίας αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπιβάλλουσιν, ἀπε-
1676φήνατο ἐν τῇ Βουλῇ γνώμην, καθ’ ἣν ὁ διορισμὸς πολίτου,
1677ὁ ὁποῖος ἐστερήθη τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἀρκεῖ
1678ἵνα καλύψῃ τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ πρὸς ἀποδοχὴν δημοσίας
1679ὑπηρεσίας, ἣν ὁ Ποινικὸς Νόμος εἶχεν ἀναγράψει. Καὶ τί
1680εἶναι ὁ διορισμός; Πρᾶξις Ὑπουργοῦ, ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν
1681ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως, ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως, κυρώσαν-
1682τος τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουρ-
1683γοῦ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ κατὰ τὸν Ποινι-
1684κὸν Νόμον ἀνικανότης τοῦ ἀστοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον τὰ
1685Δικαστήρια, ὑποχωρεῖ εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις,
1686εἴτε ἐκ λάθους, εἴτε ἐκ κακῆς ἑρμηνείας, διώρισε τὸν ἀνίκα-
1687νον πολίτην, τὸν περιπεσόντα εἰς τὴν ἀνικανότητα, εἰς δη-
1688μοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ
1689ὁποῖος διώρισε τὸν πολίτην αὐτὸν, ἠνέχθη εἰς τὴν δημοσίαν
1690ὑπηρεσίαν ἄνθρωπον ἐστερημένον τῶν πολιτικῶν του δι-
1691καιωμάτων, ἤτοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Πολιτείας καὶ τῆς
1692τιμῆς. Λοιπὸν ἀνικανότης τόσον μεγάλη καὶ θεμελιώδης,
1693ἀνικανότης ἀποτελοῦσα τὴν βάσιν, — διότι τῶν πολιτικῶν
1694δικαιωμάτων ἡ στέρησις εἶναι θεμελιώδης ἀνικανότης — ἐκα-
1695λύφθη διὰ τῆς πράξεως τοῦ διορισμοῦ, καὶ ἡ ἀνικανότης
1696ἕνεκα ἀσυμβιβάστου τῶν καθηκόντων δὲν καλύπτεται διὰ
1697τῆς ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων! Καὶ προβαίνει ὁ κ. Ὑπουρ-
1698γὸς νὰ ἀφαιρέσῃ ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης ἔλαβεν
1699ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχε λάβει ἄλ-
1700λοτε διορισμὸν δικαστικοῦ κλητῆρος! Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν
1701ἐπιτρέπεται ν’ ἀναμιγνύωνται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς ὑποθέσεις
1702ἀφαιρεθείσας ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν.
1703§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ
1704τελευταίου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδέποτε εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ
1705εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίζετό τις δια-
1706τελῶν ἐν στερήσει τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, ἐνόμι-
1707ζον, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα ἢ τὸ καθῆκον νὰ προβῶ εἰς
1708τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1709συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο, ἐὰν ἡ ἀπόφασις, ἡ ἐκδοθεῖσα
1710κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, ἠδύ-
1711νατο νὰ περιορίσῃ εἰς διάρκειαν δύο ἐτῶν τὴν στέρησιν τῶν
1712πολιτικῶν δικαιωμάτων· ὑπεστηρίχθη δὲ παρὰ πολλῶν, ὅτι
1713τῆς ἀποφάσεως ὁρισάσης τὸν χρόνον τῆς στερήσεως, μετὰ τὴν
1714παρέλευσιν τοῦ χρόνου τούτου ἀνέκτησε καὶ τὰ δικαιώμα-
1715τά του ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος, καὶ ἑπομένως ἠδύ-
1716νατο νὰ διορισθῇ. Ἐν τῇ συζητήσει, ἡ ὁποία τότε ἐγένετο,
1717πιθανὸν νὰ ἐλέχθη παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος δὲν ἐγέ-
1718νετο παρανόμως, ἀλλὰ βεβαίως οὐδέποτε ὑπεστήριξα ὅ,τι
1719δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τουτέστι διορισμὸς
1720παράνομος ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενος, διὰ τὸν μό-
1721νον λόγον, ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα. Ἐὰν ὑποθέσωμεν,
1722διορισμὸν γενόμενον παρανόμως, ὤφειλον νὰ προβῶ εἰς τὴν
1723ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος καὶ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλ-
1724λήλου, τοῦ παρανόμως διορισθέντος.
1725Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου τὴν
1726ἑσπέραν ταύτην ἐγένετο λόγος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
1727Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν
1728ἐκλογῶν ἀνετέθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια ὑπὸ τοῦ νόμου, ἡ
1729ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, ἵνα διὰ πράξεώς
1730της κηρύξῃ, ὅτι ἐκλεχθείς τις εἰς τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ
1731συμβούλου δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ ταύτην, διότι εἶναι
1732δημόσιος ὑπάλληλος. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι κατὰ
1733τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, κυρωσάσης τὴν ἐκλογὴν,
1734οὐδὲν δικαίωμα ἔχει πλέον ὁ Ὑπουργός. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο
1735ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ· διότι δὲν πιστεύω,
1736ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑποστηρίζει, ὅτι, ἐάν τις
1737κατεδικάσθη ἐπὶ κακουργήματι, καὶ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ, ἐκλε-
1738γέντος εἰς τι ἀξίωμα, ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, διότι
1739δὲν ὑπεβλήθη κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς του ἡ ἔνστασις
1740τῆς ἀνικανότητός του, ὅπως ἐκλεγῇ, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ
1741παυθῇ ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Διότι τὸ Δικαστήριον δὲν δύνα-
1742ται νὰ γινώσκῃ, ποῖοι λόγοι ὑπάρχουσιν, ἵνα ἀκυρωθῇ ἡ ἐκ-
1743λογή του. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ γινώσκῃ,
1744ἐὰν τις διατελεῖ δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ἔχει ἄλλον τινὰ
1745λόγον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογή του πρέπει νὰ ἀκυ-
1746ρωθῇ; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἔχομεν καὶ ῥητὴν διά-
1747ταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν δύναται δημόσιος
1748τις ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης νὰ ἐκλεχθῇ πρὶν ἢ παραιτηθῇ
1749πρὸ 40 ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς· ἀλλὰ λέγει καί τι πλέον
1750ὅτι «δὲν δύναται νὰ διατελῇ». Ἄρα, ἐὰν ἡ θεωρία, τὴν
1751ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἦτο ἐντελῶς
1752ἀκριβὴς, τότε θὰ ἐφθάνομεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν μὴ ἐφαρ-
1753μογὴν τῆς δευτέρας διατάξεως τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει,
1754ὅτι δὲν δύναται νὰ διατελῇ· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι
1755ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, αὐτὸς δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ὢν δι-
1756καστικὸς κλητὴρ, καὶ ἂς εἴπω, δημόσιος ὑπάλληλος, ὅπου
1757δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα· διότι, προκειμένου περὶ δι-
1758καστικοῦ κλητῆρος, ὑπάρχουσί τινες ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὁ δι-
1759καστικὸς κλητὴρ δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νό-
1760μου, καὶ διὰ τοῦτο λέγω δημόσιος ὑπάλληλος. Ἐπικυρω-
1761θείσης λοιπὸν τῆς ἐκλογῆς του, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν,
1762ἵνα ὦμεν συνεπεῖς πρὸς τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν
1763ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθῇ
1764διατελῶν δημόσιος ὑπάλληλος, διότι δὲν ἐγένετο ἀκύρωσις
1765τῆς ἐκλογῆς του, μὴ ὑποβληθείσης ἐνστάσεως κατὰ τὴν ἐκ-
1766δίκασιν τῆς ἐκλογῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅταν ἐπικυρωθῇ
1767ἐκλογή τις ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑπάρξεως τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος κα-
1768θιστᾷ τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον, ὁσάκις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
1769λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ὁ λόγος οὗτος ὑπῆρχε καθ’ ἣν ἐποχὴν
1770ἐνηργήθη ἡ ἐκλογή, πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον.
1771Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξω
1772ὅ,τι ἔπραξα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
1773§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ δυσκο-
1774λία, εἰς τὴν ὁποίαν προσκόπτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
1775ρικῶν, ἡ δυσκολία ὅτι κατὰ τὸν νόμον ὄχι μόνον ἀπαγορεύε-
1776ται νὰ ἐκλεχθῇ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς τὴν δημοτικὴν
1777ἀρχὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατελῇ, ὅτι ἡ δυσκολία αὕτη αἴρεται
1778κατά τινα τρόπον· ἐὰν εἰδοποιήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
1779Δικαιοσύνης, ὅστις γνωρίζει, ὅτι τὸ ἄρθρον 276 τοῦ Ὀργα-
1780νισμοῦ τῶν Δικαστηρίων δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς δικαστικοὺς
1781κλητῆρας νὰ ἦναι δημοτικοὶ ἄρχοντες ἢ μέλη τῆς δημοτικῆς
1782ἀρχῆς, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται δικαστικὸς κλητὴρ ἐξελέγη
1783δημοτικὸς σύμβουλος, ἵνα παύσῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας
1784τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, καὶ τότε δὲν διατελεῖ πλέον ἐν
1785τῇ ὑπηρεσίᾳ, τῇ ἀσυμβιβάστῳ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτι-
1786κοῦ συμβούλου. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη λογικὴ λύσις. Πρέπει δὲ
1787νὰ ἀναμνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οἱ δημοτικοὶ σύμ-
1788βουλοι καὶ οἱ Δήμαρχοι δὲν εἶναι ἐκ καταγωγῆς δημόσιοι
1789ὑπάλληλοι· περιβάλλονται διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν
1790αὐτῶν, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντά-
1791πασιν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν ἀνάρρησιν αὐτῶν. Κατὰ τὸ
1792παρελθὸν διάστημα τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1862
1793περίοδον, οἱ δήμαρχοι διωρίζοντο παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐκ τριῶν
1794πολιτῶν, οἵτινες ἐξελέγοντο ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, τοῦ λεγο-
1795μένου Δημαιρεσιακοῦ· τώρα ὅμως δὲν διορίζονται οἱ Δήμαρ-
1796χοι. Ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ Δημάρχου, ὁ νόμος ἀνέγραψε
1797περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ παῦσις αὐτοῦ.
1798Ἐὰν ὁ Δήμαρχος δὲν περιέπεσεν εἰς καμμίαν τῶν περιπτώ-
1799σεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι ἀνεκτὴ
1800ἢ ἐπιβάλλεται ἡ παῦσις αὐτοῦ, ἔχει ὅμως ἀπόλυτον τὸ δι-
1801καίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ
1802Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρότασιν περὶ παύσεως τοῦ Δημάρ-
1803χου καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει, καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν
1804Συμβούλιον ἐγκρίνῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, δύναται νὰ προτεί-
1805νῃ εἰς τὸν Βασιλέα σχέδιον Διατάγματος περὶ παύσεως τοῦ
1806Δημάρχου. Ἀλλ’ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι δὲν παύονται, εἰμὴ
1807κατὰ τὰς διατάξεις μόνον τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ Ἰουνίου
1808τοῦ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὁ δημοτικὸς σύμβουλος, κλη-
1809θεὶς εἰς συνεδρίασιν, δὲν προσέλθῃ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβού-
1810λιον τιμωρεῖται ἅπαξ διὰ προστίμου, ἐὰν δ’ ἐξακολουθῇ μὴ
1811ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐκ δευτέρου διὰ προστίμου,
1812ἀλλ’ ἐὰν καὶ τρίτην φορὰν δὲν ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ,
1813παύεται. Ὁ ἐκλεχθεῖς λοιπὸν δημοτικὸς σύμβουλος ἀπεκδύε-
1814ται τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἢ ὅταν ἀπώλεσε
1815τὰς ἰδιότητας τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐκλεχθῇ, ἢ ἂν
1816περιπέσῃ εἰς τὰς περιπτώσεις, τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ
1817Β. Διάταγμα τοῦ 1836, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1818ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὑπάρχει
1819καὶ ἄλλη περίπτωσις, καθ’ ἣν παύεται ὁ δημοτικὸς σύμβου-
1820λος, ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐστερήθη τῶν προσόν-
1821των, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐκλεχθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξε-
1822λέγη δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ τὸ Δικαστήριον ἀπεφήνατο
1823περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς του καὶ τῶν προσόντων αὐτοῦ,
1824δὲν δύναται πλέον ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ νὰ στερήσῃ αὐτὸν τῆς
1825ἀρχῆς.
1826§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ τε-
1827λευταία θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρ-
1828τυνος Βουλευτὴς, δὲν συνᾴδει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου·
1829διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι
1830κατὰ τὸν νόμον ὁ δημοτικὸς σύμβουλος δὲν παύεται, εἰμὴ
1831εἰς τὴν ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου περίπτωσιν, δηλαδὴ ἀφοῦ
1832καταδικασθῇ ἅπαξ εἰς πρόστιμον, ἀφοῦ καὶ ἐκ δευτέρου
1833καταδικασθῇ, τότε, μετὰ τὸ δεύτερον πρόστιμον, κηρύσσεται
1834ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος. Αὕτη, κατ’ αὐτὸν, εἶναι ἡ μόνη
1835περίπτωσις, καθ’ ἣν δύναται νὰ παυθῇ ὁ δημοτικὸς σύμβου-
1836λος. Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς διατά-
1837ξεως, «δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ καὶ νὰ διατελῇ;» Διότι δὲν
1838ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος
1839δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ δημοτικὸς σύμβουλος, ἀλλ’ ἔχομεν
1840διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «δημοτικὸς σύμβουλος
1841δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ καὶ νὰ διατελῇ δημόσιος ὑπάλλη-
1842λος.» Ἄρα τί ὑποθέτει ὁ νόμος; ὑποθέτει ὅτι ὁ δημοτικὸς
1843σύμβουλος δύναται νὰ παυθῇ...
1844§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι θεωρητική.
1845§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ὑπάλ-
1846ληλος πρέπει νὰ παυθῇ· ἀλλὰ τότε θὰ ἐξακολουθήσῃ διατε-
1847λῶν δημοτικὸς σύμβουλος.
1848§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
1849§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, ὁ νόμος τότε ἤθε-
1850λεν εἶπει, ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἐκλεχθεὶς δημοτικὸς
1851σύμβουλος, ἀπολύεται ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐνῷ ὁ νόμος λέγει,
1852ὅτι «δὲν δύναται νὰ διατελῇ δημοτικὸς σύμβουλος». Ἄρα
1853ὁ νόμος ὑποθέτει, ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος δύναται νὰ
1854παυθῇ, διότι τὸ «διατελεῖ» ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβού-
1855λου· δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου, ἐκ τῆς ὁποίας
1856θέσεως παύεται διὰ Διατάγματος, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν
1857τοῦ συμβούλου, διότι λέγει, ὅτι εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου
1858ὁ ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ διατελῇ. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ,
1859ἡ ἁρμοδία νὰ κρίνῃ τοῦτο; Κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ δικαστικὴ,
1860ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν ἐνστάσεις. Ἀλλ’ ὅταν δὲν
1861ὑποβάλλωνται ἐνστάσεις, νομίζετε, ὅτι τὸ ἐλάττωμα, τὸ
1862ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ συμβούλου, καλύπτε-
1863ται διὰ τῆς μὴ ὑποβολῆς ἐνστάσεως; Νομίζετε, ὅτι καλύ-
1864πτεται; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Ὁ
1865σκοπὸς τοῦ νόμου, ὁ ἐπιβάλλων εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ παραι-
1866τηθῇ πρὸ τεσσαράκοντα ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἀναντιρ-
1867ρήτως εἶναι, ἵνα μὴ μεταχειρισθῇ ὁ ὑπάλληλος τὴν ἐξου-
1868σίαν, ἣν κατέχει ἐκ τῆς θέσεώς του, ὅπως ἐπηρεάσῃ τὸ φρό-
1869νημα τῶν ἐκλογέων καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου κατορθώσῃ
1870νὰ ἐκλεγῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν τῇ ἐκλογῇ ὑπάρχῃ ἐλάττωμα,
1871τὸ ἐλάττωμα τοῦτο οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εὑρίσκω καλυπτό-
1872μενον διὰ τῆς μὴ ὑποβολῆς ἐνστάσεως καὶ ἑπομένως διὰ τῆς
1873μὴ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Τῆς ἀποφάσεως δὲ τοῦ Δι-
1874καστηρίου μὴ δυναμένης πλέον νὰ ἐκδοθῇ, διότι τὸ Δικα-
1875στήριον ἀπεφάνθη ἤδη, βεβαίως ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ, ὅπως ἀπο-
1876φανθῇ περὶ τούτου, εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία.
1877§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε τρέχομεν τὸν κίνδυ-
1878νον νὰ εὑρεθῇ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος
1879νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὴν
1880ὑπ’ ἀριθ. δεῖνα πρᾶξιν τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
1881τερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπαύθη ἐκ τῆς θέσεως τοῦ συμβού-
1882λου ὁ δεῖνα, ἐπειδὴ αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ
1883νόμου, ἀνακαλοῦμεν αὐτήν.»
1884§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. Πολλάκις ἡμεῖς ἀνακαλοῦμεν
1885πράξεις τῶν προκατόχων μας, καὶ πολλάκις οἱ διάδοχοί μας
1886ἀνακαλοῦσι πράξεις ἰδικάς μας.
1887§141Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1872 ἔτους, καθ’ ὃ
1888ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν
1889τῶν δημοτικῶν ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἀπὸ τῆς
1890ἐποχῆς ἐκείνης περιωρίσθη, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δικαίωμα τῆς
1891ἐπεμβάσεως ἐπὶ τοῦ κύρους ἢ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς
1892τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων,
1893περιωρίσθη λέγω, τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
1894Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνε-
1895ζητεῖτο, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν δημοτικῶν
1896ἐκλογῶν εἰς τὴν ἐκδικάζουσαν τότε Ἐπιτροπὴν κατὰ πρῶ-
1897τον, καὶ κατ’ ἔφεσιν βραδύτερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκηρύ-
1898χθη ἐναντίον τῶν Δικαστηρίων, διότι ἐφρόνει, ὅτι τὸ πνεῦμα
1899τῆς διαφθορᾶς, ὅπερ ὑπηγόρευσε τὸν νόμον τοῦ 1872, ἵνα
1900ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἐκδικαζούσης Ἐπιτροπῆς ἡ ἐκδίκασις τοῦ
1901κύρους τῶν ἐκλογῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ
1902δικαστικὰ πρόσωπα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀρθῇ ἡ ἐγγύησις,
1903ἡ ὀφειλομένη, καὶ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἡ γνώμη τοῦ
1904κυρίου Δηλιγιάννη δὲν ἐπεκράτησε τότε, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νό-
1905μος. Ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα συναγάγω, ὅτι μετὰ πολλῆς φειδοῦς
1906ἀείποτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δέον νὰ προβαίνῃ εἰς
1907ἔργα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ γράμματος
1908τοῦ νόμου τοῦ 1872 ἀνετέθησαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν.
1909Ἤδη, ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῶν πολιτικῶν, ἢ τῶν κομ-
1910ματικῶν, οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, καὶ οὓς
1911δὲν ἀσπάζομαι, τὸ ζήτημα μένει ἀκέραιον, ὑπὸ ἐπιστημονι-
1912κὴν ἔννοιαν. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα προηγου-
1913μένως, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν, τὸ ὁποῖον
1914λέγει ῥητῶς: «Δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν ἢ νὰ διατελῶσι
1915Δήμαρχοι μὲν, ἢ δημαρχικοὶ πάρεδροι, οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρα-
1916τιωτικοὶ καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, μέλη δὲ τοῦ Δημοτικοῦ
1917Συμβουλίου, οὐ μόνον αὐτοὶ, ἀλλά...» κλπ. Ἐνταῦθα εἶναι
1918σαφὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ δώσῃ· ὅταν ὁ
1919νόμος λέγῃ «οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι», ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν
1920πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βου-
1921λευτῶν νόμου, καθ’ ἣν δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἔμμι-
1922σθοι. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε σήμερον ὁ
1923ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, θέλετε ἐξετάσει, ἂν ὁ
1924περὶ οὗ ὁ λόγος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος ἐξ ἐκείνων, τοὺς
1925ὁποίους ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν, καὶ
1926ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσίν
1927του. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀκολουθεῖ
1928ἐκ τῶν δύο γνωμῶν τὴν παλαιοτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν πλεῖ-
1929στοι νομομαθεῖς εἶναι σύμφωνοι, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ἀπεφάνθη
1930καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὴν γνώμην ὅμως
1931τὴν ἀντίθετον παρεδέξατο ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου,
1932ἡ ὁποία δὲν ἐθεώρησεν ἀντιβαίνουσαν τὴν θέσιν τοῦ δικηγό-
1933ρου πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ συμ-
1934βούλου, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ κλητῆ-
1935ρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερε καὶ τὴν γνώ-
1936μην τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου κ. Ἀγγελοπού-
1937λου. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου ἀντιτίθεται πρὸς τὴν
1938γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος διαιρεῖ τοὺς
1939δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς κυρίως δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ
1940εἰς δευτερευούσης σημασίας, μεταξὺ δὲ τῶν δευτέρων θέτει
1941τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας. Ὥστε ἡ
1942γνώμη τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώ-
1943μην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ.
1944Ἀργυροπούλου εἶναι ἐπίσης ἀντίθετος. Ἐν τούτοις καὶ ἡ
1945γνώμη τῶν συγγραψάντων περὶ τούτου, ὡς εἶναι ἡ τοῦ νομι-
1946κοῦ συμβούλου κ. Λυκούδη καὶ ἡ τοῦ μακαρίτου Φιλήμονος,
1947εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
1948νήσεως.
1949Τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν,
1950δημόσιος ὑπάλληλος, π. χ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
1951κῶν, ὅστις βραδύτερον θὰ ἦναι Νομάρχης, νὰ ἦναι δημοτικὸς
1952σύμβουλος, καὶ ἑπομένως νὰ ἐλέγχῃ καὶ νὰ ἐλέγχηται. Καὶ
1953διὰ τοῦτο ὁ Γαλλικὸς νόμος περιώρισε τὰ κωλύματα τῶν
1954δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς μόνας τὰς τάξεις τῶν Νομαρχῶν,
1955Ἐπάρχων, νομαρχιακῶν καὶ ἐπαρχιακῶν συμβούλων εἰς τὰ
1956πρόσωπα τῶν μηχανικῶν καὶ ἐν γένει εἰς τὰ πρόσωπα τὰ συν-
1957δεόμενα μὲ τὰ δημόσια ἔργα. Δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ λύσῃ
1958γενικῶς τὸ ζήτημα, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον
1959τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου πρὸς τὸ ἔργον τοῦ δημοτικοῦ συμβού-
1960λου. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν, ἂν δηλ. εἶναι
1961δυνατὸν, ὁ δικηγόρος ἢ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ νὰ γείνῃ Δήμαρ-
1962χος, ἢ δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ βραδύτερον νὰ δύναται νὰ
1963ἐξακολουθῇ τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου ἢ τοῦ δικαστικοῦ κλη-
1964τῆρος, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδέχθη, ὅτι δύναται. Ἀλλ’ ἵνα μὴ
1965ὑπάρχωσιν ἐπιχειρήματα καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἰδέας καὶ ὑπὲρ
1966τῆς ἑτέρας, πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιληφθῇ, διότι
1967διὰ τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου τοῦ δήμου
1968Ἐρινεῶν γεννᾶται μέγα ζήτημα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύ-
1969νασθε νὰ διακρίνητε μεταξὺ δικηγόρου καὶ δικαστικοῦ κλη-
1970τῆρος· διότι, ἐὰν ἀποδέχησθε τὴν θεωρίαν τὴν νεωτέραν,
1971προκειμένου περὶ δικηγόρου, πρέπει πολλῷ μᾶλλον ν’ ἀπο-
1972φανθῆτε ἐξ ἴσου, προκειμένου περὶ δικαστικοῦ κλητῆρος. Καὶ
1973ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀμφιρρέπουσι περὶ τοῦ ζητήματος, κατα-
1974λήγουσιν εἰς τὴν ἀνάγκην λήψεως μέτρων νομοθετικῶν.
1975Ἕνεκα τούτου ἡ παῦσις τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ
1976Συμβουλίου ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ, νομίζω, ὅτι εἶναι παρακε-
1977κινδυνευμένη.
1978§142ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶπον, — καὶ νομίζω, ὅτι καταληπτῶς
1979ὡμίλησα — ὅτι εἶμαι σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρι-
1980σμὸν, ὃν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν
1981ἰδιότητα τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου·
1982ἀλλ’ εἶπον, ὅτι αὐτὸς διετέλει δικαστικὸς κλητὴρ ὅτε ἐξε-
1983λέχθη, καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ κλη-
1984τῆρος αὐτοδικαίως ἀπώλεσεν, ἢ ἠδύνατο νὰ ἀπολέσῃ, οὐ-
1985δέποτε δὲ τὸ αἱρετὸν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου ἀξίωμα· καὶ
1986περὶ τούτου οὐδὲν εἴπατε, παρελείψατε δὲ καὶ εἰς τὴν δια-
1987ταγήν σας νὰ ποιήσητε λόγον, καὶ ἐννοεῖται, καὶ τὸ Σε-
1988βαστὸν Νομικὸν Συμβούλιον ἐτήρησε σιγὴν περὶ τούτου.
1989Ἀλλὰ προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κακῶς ἀπέδωκα εἰς
1990κομματικοὺς λόγους τὴν τοιαύτην παῦσιν. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ
1991περὶ τούτου διαταγή σας συνέπεσε μὲ τὰ περὶ δυσαρε-
1992σκείας τῶν πολιτικῶν φίλων σας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν δη-
1993μοσιεύματα, ἀλλὰ στηρίζετε αὐτὴν καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ
1994ἄρθρου 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον λέ-
1995γει ὅτι «τὰ ἔργα τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου,
1996ἰδίως δὲ τὰ τοῦ γραμματέως, δικηγόρου, συμβολαιογράφου,
1997ἢ κλητῆρος, δὲν συμβιβάζονται μὲ καμμίαν ἄλλην δικαστι-
1998κὴν, διοικητικὴν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν». Πῶς λοιπὸν ἐφαρ-
1999μόζετε τὸ ἄρθρ. 276 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων κατὰ
2000τὸ ἥμισυ μόνον; Καὶ σᾶς ἐρωτᾷ ὁ Νομάρχης, τί νὰ κάμῃ διὰ
2001τοὺς δικηγόρους, καὶ σιωπᾶτε, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον
2002μόνον περὶ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐρωτᾶται. Ἀλλὰ πλὴν
2003τούτου καὶ αἰτήσεις ἀπευθύνονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, δι’ ὧν
2004καταγγέλλεται, ὅτι διατελοῦσιν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια
2005πολλοὶ δικηγόροι· οὐδεμίαν δὲ ἀπάντησιν δίδετε. Εὐλόγως
2006λοιπὸν ὑποστηρίζω, ὅτι, ἐνδίδοντες εἰς ἀπαίτησιν κομματι-
2007κὴν ἢ παράνομον, ἐξεδώκατε διαταγὴν, τὴν ὁποίαν μονομε-
2008ρῶς ἐφηρμόσατε.
2009§143ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὀρθὴν τὴν δοθεῖσαν ἑρμη-
2010νείαν, ὅτι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς
2011δικηγόρους· οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες εἶναι δημόσιοι ὑπηρέται,
2012ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ ἔργου αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύ-
2013ναται νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμ-
2014βούλου· ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὑποχρεοῦται, διατασσόμενος ὑπὸ
2015τοῦ Εἰσαγγελέως, ν’ ἀφήσῃ τὴν ἕδραν καὶ ἔλθῃ καὶ ὑπηρε-
2016τήσῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς Εἰσαγγελίας ἢ τοῦ ἀκροατηρίου· ὁ
2017δικαστικὸς κλητὴρ ὑποχρεοῦται, διοριζόμενος εἴτε ὡς κλη-
2018τὴρ τοῦ ἀκροατηρίου, εἴτε ὡς κλητὴρ τῆς Εἰσαγγελίας, νὰ
2019ἀφήσῃ τὸν δῆμόν του, καὶ νὰ ἔλθῃ ὅπου διατάσσεται. Ἐκτὸς
2020τούτου, ὁ κλητὴρ διορίζεται καὶ ἔμμισθος τοιοῦτος· οὐδεμία
2021δὲ σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ τῆς θέσεως
2022τοῦ δικηγόρου. Ὡς πρὸς τοῦτο λοιπὸν, ἡ ἐξομοίωσις, τὴν
2023ὁποίαν ἀντλεῖ ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστη-
2024ρίων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ ὀρθῶς
2025ἐθεωρήθη ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὡς μὴ δυνάμενος νὰ ἦναι δη-
2026μοτικὸς σύμβουλος.
2027Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δύναται,
2028κυρωθείσης τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, νὰ ἐξετάσῃ
2029κατόπιν κώλυμά τι, καθιστῶν ἀσυμβίβαστον τὸ ἔργον, νο-
2030μίζω, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀρθή· εἶναι
2031ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τοῦτο. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προ-
2032βάλλονται εἰς τὸ Δικαστήριον, εἶναι δύο εἰδῶν· ἢ ἀφορῶσι
2033γεγονότα σχετικὰ πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς, καὶ οὐδὲν δι-
2034καίωμα ἔχει ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπέμβῃ κατόπιν, ἢ ἀφορῶ-
2035σιν εἰς τὰ πρόσωπα. Ὡς πρὸς τοὺς λόγους τοὺς ἀναγομένους
2036εἰς τὰ πρόσωπα, ἐὰν αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐνστάσεις ἀπορριφθῶ-
2037σιν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, βεβαίως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν δύ-
2038ναται νὰ ἐπέμβῃ πλέον· ἐὰν ὅμως ἦναι ἄγνωστοι, ἢ δὲν ὑπε-
2039βλήθησαν εἰς τὸ Δικαστήριον, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ὅταν ἔχῃ
2040διάταξιν ἀπαγορευτικὴν, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ,
2041οὔτε νὰ διατελῇ ἐν τῇ θέσει ὁ ἐκλεχθεὶς, τὸ Ὑπουργεῖον
2042ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο καὶ νὰ εἴπῃ, ἂν δύνα-
2043ται, ἢ μή, νὰ διατελῇ δημοτικὸς σύμβουλος.
2044Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ὀρθῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι δικα-
2045στικὸς κλητὴρ δὲν δύναται νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος.
2046Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὴν παράβασιν τῆς τοιαύτης διατά-
2047ξεως δὲν ἐδίκασε τὸ Δικαστήριον, καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις
2048ἐναντία τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς
2049αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον.
2050§144ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐσφαλμένως, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος ἐκ
2051Ναυπλίας συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλη-
2052τὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, δὲν εἶναι δὲ τοιοῦτος ὁ δικη-
2053γόρος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ διατάσσεται
2054ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν,
2055καὶ προσλαμβάνεται καὶ ὡς ἔμμισθος καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὸ
2056ἀκροατήριον· διότι καὶ ὁ δικηγόρος διορίζεται, προτάσει τοῦ
2057Ὑπουργοῦ, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁρκίζεται τὸν ὅρκον τῆς
2058ὑπηρεσίας, συμπράττει μετὰ τῶν τακτικῶν δικαστῶν εἰς τὴν
2059ἐνάσκησιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀναπληρῶν αὐτοὺς,
2060κωλυομένους, ὑπόκειται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ
2061Προέδρου καὶ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, προσέτι δὲ καὶ
2062ἐκσφενδονίζεται, ὡς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, εἰς ὅλα τὰ
2063σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τιμωρεῖται, μὴ μεταβαίνων ὅπου
2064ἐτοποθετήθη. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ ὁ δικηγόρος
2065εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλει
2066ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὡς εἶπον, ἀξιότιμε συνά-
2067δελφε, ἦτο νὰ μεταβληθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ
2068Συμβουλίου Ἐρινεῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη δημόσιος ὑπάλ-
2069ληλος μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ λείψῃ ἐκ τοῦ μέσου,
2070ἵνα ἐπιτευχθῇ τοῦτο.
2071§145ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ
2072ἀπολήξῃ εἰς τὴν σύστασιν, ἣν πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Με-
2073γαρίδος συνάδελφος ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν
2074κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη,
2075καθ’ ὃν τρόπον ἀνεκινήθη, καὶ παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς ἐκτύ-
2076λιξιν τῶν ἀντιρρήσεων, ἃς ἠκούσαμεν, καὶ ὧν ἑκάστη ἔχει
2077βάσιν βεβαίαν· πρόκειται δὲ περὶ πολὺ σπουδαίου θέματος,
2078οὗ μόνον νομοθετικὴ διάταξις δύναται νὰ φέρῃ τὴν λύσιν. Ἡ
2079ἀπαγόρευσις προέρχεται ἐκ δύο πηγῶν· ὑπάρχει ἀπαγόρευ-
2080σις ἐκ τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, καὶ ἀπαγόρευσις ἐκ τοῦ
2081νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Κατὰ τὸν Δικαστικὸν Ὀργανισμὸν,
2082δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι οὐδεὶς δικαστικὸς ὑπάλ-
2083ληλος ἢ ὑπηρέτης δύναται νὰ ἔχῃ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι
2084ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 276, καὶ διάκρισις μεταξὺ δικη-
2085γόρου, δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ συμβολαιογράφου δὲν ἐγέ-
2086νετο. Ἐγένετο λόγος ὅμως ἀλλαχοῦ περὶ διακρίσεως δικα-
2087στικῶν ὑπαλλήλων καὶ δικαστικῶν ὑπηρετῶν· ἀλλ’ οὐδε-
2088μίαν ἔχει σημασίαν τὸ ὅτι, ἐνῷ μία διάταξις τοῦ Ὀργανισμοῦ
2089τῶν Δικαστηρίων τὸν συμβολαιογράφον ὀνομάζει ἀξιωματι-
2090κὸν (officier de justice), ἔπειτα, ὅτε γίνεται λόγος περὶ δι-
2091καστικῶν ὑπηρετῶν, τοῦτον τὸν officier de justice κατα-
2092τάσσει εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπηρέτας. Οὐδεμία ἀληθῶς ἐγέ-
2093νετο διάκρισις μεταξὺ συμβολαιογράφων καὶ κλητήρων καὶ
2094δικηγόρων. Ἀλλὰ μόνον ὑποτετιμημένα εἶναι τὰ ἀξιώματα
2095τὰ ἄλλα ἀπέναντι τοῦ δικηγόρου. Ἀλλ’ οὔτε τοῦ δικαστικοῦ
2096κλητῆρος ἡ ὑπηρεσία εἶναι ὑπηρεσία ἄτιμος, οὔτε τοῦ συμ-
2097βολαιογράφου ταπεινή· ἀμφότεραι εἶναι τετιμημέναι ὑπηρε-
2098σίαι, ἀρκεῖ νὰ ἐξασκῶνται τετιμημένως. Ἀμφότεραι εἶναι
2099τετιμημέναι, ὅσον καὶ ἡ τοῦ δικηγόρου. Καὶ ἐν τούτοις βλέ-
2100πομεν, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ γίνεται διάκρισις. Ἀλλὰ καὶ τὸ
2101ἀντίθετον πολλάκις ἀπαντᾷ. Ἔχομεν οὕτως ἐνταῦθα δικα-
2102στικὸν ὑπηρέτην συνάδελφον, τὸν Βουλευτὴν Ἁλμυροῦ, ὅστις
2103ἔχει καὶ διατηρεῖ ἀξίωμα δικαστικόν. Εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν
2104ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει κατωτέραν θέσιν ἐν τῇ δικαστικῇ
2105ἱεραρχίᾳ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πᾶς δικηγόρος, κατὰ τὸν Δικα-
2106στικὸν Ὀργανισμόν, ὡς καὶ πᾶς συμβολαιογράφος καὶ κλητὴρ
2107δὲν δύναται νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος ἢ ἄρχων. Ὁ νό-
2108μος κεῖται. Ἂν ἐπεκράτησεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ διάκρισις, καὶ
2109παραβλέπονται οἱ δικηγόροι, καίτοι καὶ οὗτοι ὑπάλληλοι,
2110γινόμενοι ἀνεκτοὶ ὡς σύμβουλοι δημοτικοί, οἱ δὲ συμβολαιο-
2111γράφοι καὶ κλητῆρες δὲν ἐγένοντο ἀποδεκτοί, τοῦτο οὐδὲν
2112ἀποδεικνύει. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν νῦν, ὡς ἔχου-
2113σι, τὰ πράγματα, καὶ ν’ ἀναστατώσωμεν τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’
2114ἐπειδὴ γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν
2115ἡ Κυβέρνησις, ὅπως οὐ μόνον τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ δη-
2116μαιρεσιῶν διορθωθῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τοῦ Ὀρ-
2117γανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους, οἵτινες
2118κατέλαβον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἦναι
2119δυνατὸν ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέγωνται δημοτικοὶ
2120ἄρχοντες, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι παύονται τῆς ἐξασκή-
2121σεως τοῦ ἐπαγγέλματος εὐθὺς ὡς ἐκλεχθῶσι Δήμαρχοι, νὰ
2122ἐπενεχθῇ δὲ βελτίωσις εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ περὶ
2123δημαιρεσιῶν, οὗ ἡ διάταξις εἶναι συντεταγμένη κατὰ τρόπον
2124ἀμελῆ. Διότι ἐνταῦθα βλέπετε, ὅτι προσκρούομεν εἰς ἔλλει-
2125ψιν θάρρους ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ
2126ἐκλεχθεὶς δημοτικὸς σύμβουλος ἢ Δήμαρχος δύναται νὰ ἀξιώ-
2127σῃ νὰ ἐνεργῇ τὰ καθήκοντα δημοτικοῦ συμβούλου ἢ Δημάρ-
2128χου, ὡς καλῶς ἐκλεχθεὶς, καίτοι εἶναι προκαταδεδικασμένος
2129ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει καὶ ἐστερημένος τῶν πολιτικῶν δι-
2130καιωμάτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, ἐξετάσαν τὴν ὑπόθεσιν τὸ
2131Δικαστήριον, ἀπεφάνθη ἤδη, ὅτι καλῶς ἐξελέγη. Φέρω ὡς
2132παράδειγμα τὴν χειρίστην τῶν ὑποθέσεων, διότι αὕτη ἄγει
2133ἡμᾶς ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἄτοπον. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ
2134τῆς ἑτέρας περιπτώσεως, ἴσως εἶναι δυνατὸν ἐκεῖ νὰ δεχθῶμεν
2135τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Προκειμέ-
2136νου ὅμως περὶ τῆς ἄλλης περιπτώσεως, ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν,
2137ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχε προκαταδεδικασμένος τις εἰς στέρησιν δι-
2138καιωμάτων, δὲν ἠδύνατο, λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἀνικανότητος,
2139νὰ ἦναι Δήμαρχος ἢ πάρεδρος. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη ἔχει
2140πολὺ τὸ αὐθαίρετον, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
2141ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἄλλως ἢ ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου,
2142ὅπερ πρωτίστως ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ, καὶ
2143ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διστάζῃ, θὰ προσπαθήσω νὰ ὑποβάλω ἐγὼ
2144πρότασιν.
2145§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προσπαθήσῃ νὰ
2146ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις.
2147§147Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι
2148ἀπολύτως λελυμένον οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἑτέ-
2149ρας γνώμης. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυ-
2150βέρνησις δὲν πρέπει εὐκόλως νὰ ἀφαιρῇ αἱρετὰ ἀξιώματα,
2151ἀφοῦ μάλιστα ὁ παυθεὶς οὗτος δημοτικὸς σύμβουλος δὲν ἐξε-
2152λέγη μόνον τοιοῦτος, ἀλλὰ καὶ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
2153βουλίου. Ἐν αὐτῷ ἦσαν ἡνωμένα δύο αἱρετὰ ἀξιώματα, τὰ
2154ὁποῖα, ἀμφισβητουμένου ὄντος τοῦ ζητήματος, δὲν ἔπρεπε νὰ
2155ἀφαιρεθῶσι διὰ τῆς παύσεως. Τὴν γνώμην ταύτην ὑποστη-
2156ρίζω τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζω, ὅτι πρόκειται νὰ
2157παυθῇ καὶ ὁ Δήμαρχος Καλλιφωνίας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
2158§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται παρο-
2159μοία περίπτωσις, τὸ ἴδιον θὰ πράξω.
2160§149Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2161πρέπει νὰ σκεφθῇ, προβαίνων εἰς τοιαύτην δήλωσιν· διότι νο-
2162μίζω, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἐπιτακτικὴν διάταξιν, καὶ ἀφοῦ
2163δὲν ἔχει τοιαύτην διάταξιν, ἄτοπον πολὺ θὰ ἦναι νὰ παυθῇ
2164εἷς Δήμαρχος.
2165§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αἱ ἐξενεχθεῖσαι γνῶμαι
2166εἶναι σεβασταὶ, καθόσον προέρχονται ἀπὸ νομομαθεῖς πρώ-
2167της τάξεως. Ἀλλὰ συγκεκριμένως μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχο-
2168μεν δικαστικὴν ἀπόφασιν, λύουσαν τὸ ζήτημα ἀντιστρόφως,
2169παρὰ ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ ὁμοίου προσώπου.
2170Τὸ αὐτὸ πρόσωπον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐξελέγη σύμβουλος
2171κατὰ τὸ 1895, κατὰ τῆς ἐκλογῆς δ’ αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν ἐν-
2172στάσεις, ὅτι διετέλει δικαστικὸς κλητήρ· ἀλλὰ τὸ Πρωτοδι-
2173κεῖον Πατρῶν ἀπέρριψε τὰς ἐνστάσεις, διότι δὲν ἐθεώρησε
2174τὸν κλητῆρα ὡς ὑπάλληλον. Κατὰ τὸ 1899 ἐξελέγη πάλιν
2175δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ δὲν προετάθη ἡ αὐτὴ ἔνστασις,
2176διότι ὑπῆρχε τὸ δεδικασμένον, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ
2177ἀντικειμένου καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2178ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ὅστις ὁμι-
2179λεῖ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ὑπάρχουσι δύο δημαι-
2180ρεσιακοὶ νόμοι, ὁ τοῦ 1864 καὶ ὁ τοῦ 1883, οἵτινες ὁρί-
2181ζουσι, τίνες δὲν δύνανται ν’ ἀποτελῶσι μέλος τοῦ Δημοτι-
2182κοῦ Συμβουλίου, καὶ ὡς τοιούτους δέχονται τοὺς δημοσίους
2183ὑπαλλήλους. Ἐξεταστέον νῦν, ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι
2184δημόσιος ὑπάλληλος, ἢ ὄχι; Ὄχι, λέγουσι τὰ Δικαστήρια
2185καὶ δύο ἐκ τῶν νομικῶν συμβούλων. Εἶπε δὲ ὁ κ. Πρωθυ-
2186πουργὸς, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλλη-
2187λος, διότι ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ· ὅπως ὅμως ἐδικαιολό-
2188γησε τὴν γνώμην του ταύτην, ἐξάγεται, ὅτι πιστεύει τὸ
2189ἐναντίον, ἀφοῦ δὲν προέβη καὶ εἰς τὴν παῦσιν τῶν δικηγό-
2190ρων δημοτικῶν συμβούλων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ δικηγόρος
2191πληρώνει ἐπιτήδευμα. Ἀλλὰ καὶ οἱ κλητῆρες ἐπλήρωναν
2192ἐπιτήδευμα, καὶ τοὺς ἀπηλλάξαμεν πρὸ ὀλίγου. Ὥστε, ἐὰν
2193νομίζητε, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπάλλη-
2194λος, καὶ ἔπρεπε νὰ παυθῇ ἀπὸ τὸ αἱρετὸν ἀξίωμα τοῦ δη-
2195μοτικοῦ συμβούλου, κατὰ πλείονα λόγον πρέπει νὰ παυθῶ-
2196σιν ὅλοι οἱ δικηγόροι ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμ-
2197βούλου· διότι ὁ δικαστικὸς κλητὴρ εἶναι δημόσιος ὑπηρέτης,
2198καὶ μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ δημοσίων ὑπηρετῶν
2199ὁ ἐκλογικὸς νόμος ποιεῖται διάκρισιν, διότι ἄλλας ποινὰς
2200ἐπιβάλλει εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον καὶ ἄλλας εἰς τὸν
2201τὸν δημόσιον ὑπηρέτην, τὸν ἐπεμβαίνοντα εἰς τὰς ἐκλογάς.
2202Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐγένετο συμ-
2203φώνως πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἴσως ἐγένετο, ὅπως προπαρα-
2204σκευάσῃ τὴν παῦσιν Δημάρχου τινὸς, περὶ οὗ θρυλεῖται, ὅτι
2205ἡ παῦσίς του ἐπίκειται.
2206§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ὁ κ.
2207Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν δὲν με ὑπεμίμνησκε καὶ τὸ θέμα,
2208περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω· διότι ἐσκόπουν ν’ ἀποφύγω τὴν συζή-
2209τησιν, ἀφοῦ αὕτη ἔχει χαρακτῆρα μᾶλλον ἀκαδημαϊκόν.
2210Νῦν, ὅτε παρουσιάζεται ζήτημα οὐσιαστικὸν, ἐπιπροσθέτως
2211θὰ εἴπω δύο λέξεις.
2212Δὲν δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις, καὶ δὲν συμφωνῶ, ὡς πρὸς
2213τοῦτο, πρὸς τὸν ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφον. Ὁ νόμος οὐ-
2214δεμίαν ποιεῖται διάκρισιν, καὶ ὅπου ὁ νόμος δὲν διακρίνει,
2215δὲν ἐπιτρέπεται διάκρισις. Ὁ θέλων νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα
2216ἀκριβοδικαίως ἀναγκάζεται νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρα-
2217σμα, νὰ παύσῃ καὶ τοὺς δικηγόρους, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν
2218τὰς κρατησάσας προλήψεις. Οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω
2219περὶ δικηγόρων, ἀλλ’ εἰς τοῦτο μὲ ἔφερεν ἡ ἀνάγκη τοῦ νο-
2220μοσχεδίου, ὅπερ ζητῶ νὰ ὑποβληθῇ. Ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην
2221εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ
2222ἔφθανον εἰς τὴν ἀπόφασιν, εἰς ἣν αὐτὸς ἔφθασε. Δὲν ἔχω
2223ὅμως ἐν νῷ νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν, διότι σταθερῶς πρεσβεύει τὴν
2224γνώμην ταύτην. Ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην εἰς θέσιν κριτοῦ ἐν
2225τῷ θέματι, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ
2226ὑπὸ τὴν τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, βεβαίως ἤθελον ἀπο-
2227κλίνει εἰς λύσιν, ἥτις ἤθελεν ἀφήσει ἄθικτον τὴν ἰδιότητα
2228τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ ἤθελε θίξει μόνον τὴν ἰδιότητα
2229τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ κυβερνητικοῦ. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον
2230φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὁ κυβερνήτης οὕτω νὰ πράξῃ, κα-
2231θόσον, ὅπως στηρίξῃ τὴν ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ συμ-
2232βούλου, ὡς ἐν τῷ ζητήματι τοῦ περὶ οὗ πρόκειται κλητῆ-
2233ρος ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπικαλεῖται τὸν Ὀργανισμὸν
2234τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἡ ἐπίκλησις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
2235λόγον μόνον ἵνα ἀνακληθῇ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος εἰς τὴν
2236ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, τιμωρούμενος πειθαρχι-
2237κῶς, διότι κατὰ παράβασιν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ἀξίωμα ἀπηγο-
2238ρευμένον. Μεθ’ ὃ ἐπιμένων, ἤθελεν ἀπολέσει τὸ δικαίωμα
2239νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ. Τοῦτο ἤθελον
2240πράξει ἐγώ. Ἀλλ’ ἀσυνειδήτως παρὰ τῇ κοινωνίᾳ ἐγεν-
2241νήθη ἡ πεποίθησις, ἐξ ἧς ἐπήγασεν ἡ διάκρισις, ἣν παραδε-
2242χόμεθα γενικῶς. Δὲν ψέγω τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
2243διότι ἔφθασεν εἰς προτίμησιν τῆς ἄλλης λύσεως, διότι δὲν ἔχω
2244στοιχεῖα, ἵνα παραδεχθῶ, ὅτι ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν ἐξ ἰδιαι-
2245τέρας συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας πρὸς τὸν εἰρημένον Πρόεδρον
2246τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2247νήσεως εἶχε περὶ τούτου ἀνέκαθεν σταθερὰν πεποίθησιν, δέ-
2248χομαι, ὅτι ταῦτα ἔπραξεν ἀνεξαρτήτως συμπαθειῶν ἢ ἀντι-
2249παθειῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι σήμερον τεθέντος τοῦ ζητήμα-
2250τος, καὶ περὶ μελλουσῶν τοιούτων ὑποθέσεων ἐπιβάλλεται
2251τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρέωσις νὰ σκεφθῇ περὶ
2252τοῦ ζητήματος, καὶ περὶ λύσεως αὐτοῦ, μὴ θιγούσης τὴν
2253ψῆφον τοῦ λαοῦ, ἥτις περιβάλλει τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον
2254διὰ δημοτικοῦ ἀξιώματος. Προτιμότερον ν’ ἀπολυθῇ ὁ δι-
2255καστικὸς κλητήρ, ἂν δὲ τυχὸν παρῃτήθη, νὰ στηριχθῇ τις
2256ἐπὶ τῆς παραιτήσεως, ὅπως κρίνῃ κατηργημένον πᾶν κώ-
2257λυμα πρὸς κατοχὴν τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.
2258§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Δούνης ὑποβάλλει
2259τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2260τερικῶν:
2261«Κατὰ τὸ 1890 ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1890 χρηματικὸν
2262ἔνταλμα πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως ὀφειλομένης εἰς τὴν
2263Παναγιοῦν χήραν Κοντογεώργου διὰ τὴν κατάληψιν οἰκίας
2264τινός. Τὸ ὁρισθὲν ποσὸν ἐκτιμήσεως ἡ δικαιοῦχος ἀπεδέχθη·
2265ἀλλ’ ὅτε τῇ ἀπεστάλη τὸ ἔνταλμα, ἐπείσθη παρά τινος νὰ
2266μὴ τὸ ἀποδεχθῇ, καὶ οὕτως ἐπεστράφη τὸ ἔνταλμα εἰς τὸ
2267Ὑπουργεῖον. Ἤδη ἡ ἀπαίτησις μετεβιβάσθη εἰς τὸν παρα-
2268πείσαντα τὴν δικαιοῦχον νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ἔνταλμα, κατώρ-
2269θωσε δ’ οὗτος νὰ συνταχθῇ νέον πρωτόκολλον ἐκτιμήσεως,
2270μὲ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου.
2271»Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
2272γὸν νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον μετὰ τῆς δηλώ-
2273σεως ἀποδοχῆς τῆς δικαιούχου, ὡς καὶ ἀμφότερα τὰ πρω-
2274τόκολλα ἐκτιμήσεως.»
2275Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τροπολογίαν
2276ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών
2277τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ἡ τροπολογία θέλει τυ-
2278πωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 114).
2279§153Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2280§154Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ
2281σᾶς δώσω ἀπαντήσεις. Σᾶς λέγω ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὰ
2282περισσότερα ἐξ ὅσων εἴπετε εἶναι ἀνακριβῆ.
2283§155ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν Ὑπουρ-
2284γὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν ἀτμοπλοίων,
2285τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς ἐξέτασιν.
2286§156Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ
2287Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν
2288αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν. Διότι νομίζω, ὅτι πρέπει ἀπὸ
2289σήμερον νὰ διακόψωμεν.
2290§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔχωμεν καὶ αὔριον.
2291§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2292ταξιν.
2293Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
2294(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
2295δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)
2296§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2297Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
2298Κράτους.
2299§160Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας
2300διατάξεως. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2301θὰ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ δεύτερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
2302νομοσχέδιον περὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ νομοσχέδιον.
2303§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς γείνῃ ἡ χάρις ἀμέσως.
2304§162Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ
2305ψηφισθῇ καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον,
2306τὸ περὶ τῶν ὠφελίμων βιβλίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει συζήτησιν.
2307§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
2308§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τρο-
2309ποποιήσεως τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 περὶ
2310φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς
2311Τραπέζης».
2312Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
2313λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
2314παρεδέχθη.
2315Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
2316§165Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ, ὅτι
2317ἡ Τράπεζα δύναται νὰ δίδῃ καὶ χρήματα ἐκτὸς τοῦ θειϊκοῦ
2318χαλκοῦ;
2319§166ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει χρήματα.
2320§167Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ χρήματα, δὲν θὰ πάρῃ οὔτε
2321τὸν θειϊκὸν χαλκόν.
2322§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2323Τελευταίως ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμ-
2324βουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦσαν ἐδῶ, καὶ εἶπον, ὅτι
2325δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωσι πράξεις ἐπὶ δανείῳ. Εἶναι
2326εὔκολον, ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔκαμε, νὰ
2327ἀγοράσῃ τις θειϊκὸν χαλκόν.
2328§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακα-
2329λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
2330παρεδέχθη.
2331§170Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τρίτον τώρα.
2332§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου
2333«περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τῆς
233430 Μαΐου 1900».
2335§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου, ἐὰν ἤθελον
2336εἰσακουσθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ λη-
2337φθῇ τοιαύτη πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ γένηται δυνατὸν νὰ λάβῃ
2338χώραν κατάχρησις τοῦ δικαιώματος.
2339§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐξασφα-
2340λίζεται τοῦτο διὰ τῶν τροποποιήσεων, ἃς προτείνω, ὡς ἑξῆς:
2341Τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τῆς 30
2342Μαΐου 1900 περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ
2343μονοπωλίου τοῦ Κράτους τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
2344«γʹ) Τὰ ἔντυπα, μετακομιζόμενα εἰς κιβώτια διὰ φορτω-
2345τικῆς, ὡς ἐμπόρευμα, καὶ αἱ ἐφημερίδες, καθ’ οἱονδήποτε
2346τρόπον μεταφερόμεναι.»
2347Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου προστίθεται μεταξὺ
2348τῆς πρώτης καὶ δευτέρας παραγράφου ἡ ἀκόλουθος:
2349«Ἐπίσης ἀπαλλάσσονται ταχυδρομικῶν τελῶν τὰ ὑπὸ τοῦ
2350«Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων» ἐκδιδόμενα
2351καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους ταχυδρομικῶς ἀποστελλόμενα βιβλία
2352αὐτοῦ.»
2353Αὐτὰς τὰς δύο τροποποιήσεις προτείνω, αἵτινες, νομίζω,
2354εἶναι ἀρκεταί.
2355§174Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν
2356ὁποῖον ἀποστέλλονται τὰ βιβλία αὐτὰ — λέγω τοῦτο διὰ τὸν
2357κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος προέβαλεν αὐτὴν τὴν
2358παρακέλευσιν, — ἀρκεῖ. Εἶναι οὕτω πως διεσκευασμένα, οὕτω
2359πως διπλωμένα τὰ βιβλία αὐτὰ, εἶναι τόσον ὁμοιόμορφα, ὥστε
2360εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσχωρήσῃ κατάχρησις.
2361§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ κατὰ τὴν ἐφαρ-
2362μογὴν θὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα.
2363§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτιμῶ, ἀντὶ τῶν τοιούτων ἀτε-
2364λειῶν, νὰ δίδηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συνδρομή. Προτιμότε-
2365ρον νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ πληρώνωνται χίλιαι δραχμαὶ κατ’ ἔ-
2366τος ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, παρὰ νὰ ἀνοιχθῇ θύρα ἀνυπο-
2367λογίστων καταχρήσεων.
2368§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι πολλαί.
2369§178Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χιλιάδες τοιούτων βιβλίων κυκλο-
2370φοροῦσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας.
2371Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἤθελεν ἀποφασισθῇ νὰ δοθῇ συν-
2372δρομὴ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, νὰ δοθῇ ποσὸν γενναιό-
2373τερον, πολὺ ἀνώτερον τῶν χιλίων δραχμῶν.
2374§179Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συνδρομὴ ἡ πρέ-
2375πουσα καὶ ἡ ἀξιοπρεπεστέρα εἶναι αὕτη. Ἡ Ἑταιρεία δὲν
2376θέλει νὰ λάβῃ χρήματα, ὥστε νὰ θέλῃ νὰ ζήσῃ, καὶ νὰ φανῇ
2377ὅτι θὰ ζήσῃ διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν καθ’ ἑαυτὰ, ἀλλὰ
2378μόνον αὐτὴν τὴν συνδρομὴν ζητεῖ, τὴν ταχυδρομικὴν ἀτέ-
2379λειαν τῶν βιβλίων.
2380§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
2381δίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
2382(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2383Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ
2384κ. Πρωθυπουργοῦ).
2385Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
2386καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
2387Βουλὴ παρεδέχθη.
2388Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς ἐτρο-
2389ποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115).
2390§181ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τὸ περὶ τροποποιήσεως διατά-
2391ξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει.
2392§182ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Θὰ γείνῃ συζήτησις
2393ἐπ’ αὐτοῦ.
2394§183ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Αὔριον, αὔριον.
2395§184ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ περὶ φορολογίας τῶν
2396ἀμπέλων, κύριε Πρόεδρε.
2397§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Αὔριον.
2398§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋ-
2399πολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρή-
2400σεως τοῦ ἔτους 1901.
2401§187Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀγορεύων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2402μικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901
2403ἔλεγε τὰ ἑξῆς:
2404«Ὁ μελετῶν ἀμερολήπτως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πορείαν
2405τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ,
2406ὅτι αὕτη ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
2407τους ἠρέμα μὲν καὶ ἀθορύβως, ἀλλ’ ἀπαρεγκλίτως καὶ στερρῷ
2408τῷ βήματι εἰσῆλθον εἰς ὁριστικὴν ἀνάρρωσιν.»
2409Ἡ αὐθεντία τοῦ λέγοντος, Κύριοι, καὶ ἕνεκα τοῦ ἀξιώ-
2410ματος αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τῆς ἀνεγνωρισμένης αὐτοῦ πείρας,
2411καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ λεγόμενα παρ’
2412αὐτοῦ μὲ ἠνάγκασαν νὰ μελετήσω μετὰ τῆς μεγαλειτέρας
2413προσοχῆς τὴν κατάστασιν ἡμῶν τὴν οἰκονομικὴν, μὲ τὴν ἐπι-
2414θυμίαν νὰ ἔλθω ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγώ,
2415εἰ δυνατόν, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τὴν με-
2416λέτην ταύτην, καίτοι λυπούμενος ὅτι δὲν ἔφθασεν εἰς ὃ ἐπε-
2417θύμουν ἀποτέλεσμα, ὑποβάλλω ὑμῖν σήμερον.
2418Διὰ νὰ ἔχω ἀποτελέσματα βέβαια, ἔλαβον διὰ μὲν τὰ
2419ἔσοδα ὡς δεδομένα μᾶλλον ἀσφαλῆ τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων
24201898 καὶ 1899, ἤτοι χρήσεων ὁμαλῶν, καὶ εἰς ταῦτα ἐπέ-
2421φερα τὰς αὐξομειώσεις, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀναγκαῖαι ἐκ
2422τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Τοὐναντίον, διὰ
2423τὰ ἔξοδα δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω ὡς βάσιν τὰ ἔτη ταῦτα,
2424διότι εἶχον ἀμφότερα, ἰδίως τὸ 1898, δαπάνας ἐκτάκτους,
2425πηγαζούσας ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, ἰδίως ἐκ τῆς
2426συντηρήσεως ἐν τῷ στρατῷ τάξεών τινων τῶν ἐφέδρων. Εὐ-
2427τυχῶς, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
2428κῶν, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1900, αἱ προϋπολογισθεῖσαι εἰς
2429114,088,468.47, θέλουσιν ἀφήσει ἀδιαθέτους πιστώσεις περὶ
2430τὰ 6,420,000. Παραδέχομαι ταύτην τὴν δήλωσιν, συνεπείᾳ
2431τῆς ὁποίας αἱ δαπάναι ἔσονται τῷ 1900 δρ. 107,668,000.
2432Θέλομεν λοιπὸν λάβει ὡς βάσιν διὰ τὰς δαπάνας τὸ ἔτος
24331900, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς
2434τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαιρέσει τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ
2435ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ περὶ συστάσεως τῶν νέων
2436Πρωτοδικείων.
2437Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐσόδων.
2438Ἡ χρῆσις τοῦ 1898 ἄφησεν ἔσοδα τακτικὰ 104,935,904,
2439ἀλλ’ ἐλλείπουσιν ἐξ αὐτῆς 6,000,000 ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας,
2440διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχον ἀφεθῆ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἅπαν-
2441τες οἱ ἄμεσοι φόροι, ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν εἰσεπράχθησαν οἱ
2442ἔμμεσοι φόροι καθ’ ὅλον τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1898· ἐν
2443ἐν ἑτέρᾳ δὲ ἀγορεύσει εἶχον ἀποδείξει, ὅτι τὸ ἐκ τούτου ἔλ-
2444λειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἦτο 6,000,000, καὶ ὡς ἐκ
2445τούτου νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα ὅσα ἐξέ-
2446θεσα τότε.
2447Ἀπὸ τοῦ 1898 εἶχεν ἐπίσης λείψει τὸ ἔσοδον, ὅπερ ὤφει-
2448λε νὰ ἀπολαύῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ παρακρατήματος, αἱ τέσ-
2449σαρες δραχμαί, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ
2450παρακρατήματος δι’ ἕκαστον χιλιόλιτρον φορτωθέν. Ὡς γνω-
2451ρίζετε, τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰσῆλθεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900.
2452ἀνῆλθε δὲ εἰς δραχ. 1,273,122. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς εἶπον,
2453ἀνῆκεν εἰς τὸ 1898.
2454Εἶχον ἐπίσης ἀφεθῆ ἐν μέρει καὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη
2455εἰς τοὺς φοιτητὰς Θεσσαλούς. Προσθέτω δὲ καὶ ἐκεῖθεν ἄλ-
2456λας 100,000 δρ. Ὥστε δύναμαι μετὰ βεβαιότητος νὰ εἴπω,
2457ὅτι τὸ 1898 ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ 112,329,000 δραχμάς.
2458Ἐὰν ἤδη ἐπισκοπήσωμεν τὸ 1899, βλέπομεν ἔσοδα τα-
2459κτικὰ 111,244,296 δραχ. Ἐκ τούτων ἀφαιροῦμεν τὸ παρα-
2460κράτημα, ὄχι τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ ἔτος αὐτὸ, διότι τοῦτο ὑπάρ-
2461χει ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ ἔσοδον τῆς σταφίδος, ἀλλὰ τὸ
2462παρακράτημα τὸ ἀνῆκον εἰς τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897,
2463δηλ. δρ. 3,855,092.57. Μένουσι λοιπὸν ἔσοδα τακτικὰ, ἀλη-
2464θῶς ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, δρ. 107,389,203.90.
2465Καὶ πρῶτον δέον νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ αὕτη ἡ διαφορὰ
2466ἐσόδων μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ τοῦ 1899, διαφορὰ ἀνερχο-
2467μένη εἰς 5,000,000 δρ. ὡς ἔγγιστα. Προέρχεται τὸ πλεῖ-
2468στον ἐκ τριῶν κονδυλίων. αʹ) Ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ,
2469δρ. 1,617,358 69. βʹ) Ἐκ τοῦ φόρου ἐλαίου, δρ. 2,172,280.
2470γʹ) Ἐκ τοῦ ἐσόδου ἐκ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρή-
2471σεων, δραχ. 1,348,027.
2472Ἐπὶ τῶν δύο πρώτων κονδυλίων, ὡς ἀνεξαρτήτων τῆς
2473κυβερνητικῆς προνοίας, οὐδεμίαν κάμνω παρατήρησιν. Ἐπὶ
2474τοῦ τρίτου ὅμως κονδυλίου, ἤτοι τῆς διαφορᾶς τοῦ ἐσόδου,
2475ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ αὔξησις τοῦ ἐσόδου
2476τούτου κατὰ τὸ 1898 δεικνύει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1898
2477ἐγένοντο ὄχι βεβαίως ὀλιγώτερον ἐπιμελῶς ἢ σήμερον, καί-
2478τοι ἡ εἴσπραξις τὸ 1898 ἦτο πανθομολογουμένως ὀλιγώτερον
2479καταπιεστικὴ, διότι ἐγίνετο δικαιοτέρα, ἄνευ διακρίσεως
2480κομμάτων...
2481§188Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2482Κατὰ τὸ ἔτος 1898 ἦτο ἑπόμενον, αἱ εἰσπράξεις νὰ ὦσι
2483περισσότεραι, διότι κατὰ τὸ 1897 εὑρισκόμεθα εἰς ἀνώμα-
2484λον κατάστασιν. Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι ὑπολογίζετε πλέον
2485τοῦ πραγματικοῦ τὰς εἰσπράξεις ἐκ Θεσσαλίας, αἵτινες κα-
2486θυστέρησαν. Ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους ἀναστολὴ,
2487ὡς πρὸς τοὺς ἐμμέσους ὅμως, μόνον κατὰ τὴν πρώτην τρι-
2488μηνίαν.
2489§189ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει πρῶτον, ὅτι αἱ ἐκ καθυ-
2490στερουμένων εἰσπράξεις ἦσαν μεγαλείτεραι κατὰ τὸ 1898,
2491ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, αἵτινες ἠμπόδισαν κατὰ
2492τὸ 1897 τὴν εἴσπραξιν τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλὰ
2493τοῦτο δὲν ὠφέλησε τὴν χρῆσιν τοῦ 1898, διότι, συνεπείᾳ τοῦ
2494εὐεργετικοῦ νόμου ΒΦΛΖʹ τῆς 17 Μαρτίου 1898 «περὶ ἀπαλ-
2495λαγῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως
2496τούτων ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν», ἀπηλλάγησαν
2497ἐντελῶς μὲν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897
2498οἱ φορολογούμενοι τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ τῆς
2499πόλεως Ἄρτης καὶ τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ χω-
2500ρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ὡς καὶ οἱ μεταναστεύσαντες
2501ἐξ Ἠπείρου κτηνοτρόφοι καὶ γεωργοί, ἐγένετο δὲ ἀναστολὴ
2502μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1898 τῶν ἐτησίων παγίων καὶ προσω-
2503ρινῶν δόσεων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν τῆς αὐτῆς χρή-
2504σεως, ὡς ἐπίσης ἀπαλλαγὴ δι’ ὅλους τοὺς δικηγόρους ἐκ τοῦ
2505φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ 1897, ὡς καὶ ἐκ τῶν ἀμέσων
2506φόρων τοῦ 1897 τῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὴν τελευταίαν
2507ἐπιστράτευσιν, ὡς ἐπίσης ἐγένετο ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν
2508διὰ τοὺς νομοὺς Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ τῆς πόλεως Ἄρτης
2509δι’ οἱανδήποτε ἄλλην ὀφειλήν, ἐκτὸς τῆς ἐξ ἀμέσων φόρων,
2510πηγαζούσης ἐκ προγενεστέρων χρήσεων τῆς τοῦ 1897.
2511Καὶ ταῦτα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899.
2512§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2513Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ἀνεστάλη
2514ἡ εἴσπραξις· ὥστε καὶ κατὰ τὸ 1899 οὐδὲν εἰσεπράχθη.
2515Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν δύο νομῶν Τρικκάλων
2516καὶ Λαρίσης. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ καθυστερήσεων παρελθου-
2517σῶν χρήσεων, ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ὅλου Κράτους.
2518§191ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἤτοι διὰ τῆς
2519διαλογικῆς συζητήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ τελειώσωμεν ποτέ.
2520§192ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή· ἀρκεῖ νὰ μὴ
2521θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀγόρευσιν ἀντ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουρ-
2522γός, καὶ ἂς μὲ διακόπτῃ ὅσον θέλει.
2523Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἰσέπραξεν, ἀλλὰ καὶ ἐπέστρεψε τὸ
25241898 προγενεστέρας εἰσπράξεις εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν
2525τῷ στρατῷ, πᾶν πρόστιμον, ὅπερ εἶχε τυχὸν εἰσπραχθῆ ἐξ
2526ὑπερημερίας διὰ φόρον ἄμεσον, ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ
25271896· ὥστε οὕτως ἐγένετο ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν τῶν
2528καθυστερουμένων ἀμέσων φόρων τοῦ 1896. Ἐννοεῖται, ὅτι
2529ἅπασαι αὗται αἱ ἀναστολαὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐλαττώσουν
2530σπουδαίως τὰς εἰσπράξεις ἐκ καθυστερουμένων· καὶ μ’ ὅλον
2531τοῦτο αὗται ὑπῆρξαν κατὰ 1,348,000 δραχ. ἀνώτεραι τῶν
2532τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
2533Ἐπίσης εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ἔλειψε κατὰ τὸ
25341898 τὸ ἐκ Θεσσαλίας ποσὸν τῶν ἕξ ἑκατομμυρίων δραχ-
2535μῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν περὶ
2536τοῦ ἐναντίου· διότι, καθ’ ἃς εἶχον ἀποκομίσει πληροφορίας,
2537ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶχον εἰσπραχθῆ ἐν Θεσ-
2538σαλίᾳ κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1898,
2539εἰμὴ μόνον 3,949,727 δραχμαί, ἐνῷ κατὰ μέσον ὅρον εἰσε-
2540πράττοντο τὰ προηγούμενα ἔτη 7,735,000. Εἶχον δὲ δω-
2541ρηθῆ ἐκ τῆς δευτέρας περιόδου τῆς χρήσεως δρ. 2,200,000
2542ἐξ ἀμέσων φόρων, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰ 3,785,272
2543δραχμάς, τὰς ἐλλειπούσας ἐκ τῆς πρώτης περιόδου τῆς χρή-
2544σεως, δίδουν 5,985,272, ἤτοι 6,000,000 δραχ. ὡς ἔγγι-
2545στα. Οὐδεμία περὶ τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία.
2546Ἤδη, γνωρίζοντες τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1898 καὶ 1899,
2547καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς αὐξομειώσεις, τὰς ἐπελθούσας
2548τὸ 1900, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ πόσων
2549ἐσόδων δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν πρὸς καταρτισμὸν Προϋ-
2550πολογισμοῦ ὁμαλοῦ, ἀπηλλαγμένου ἀπροβλέπτων δυστυχη-
2551μάτων, ὡς τὰ τοῦ 1900, ἢ ἀπροβλέπτων ἐπίσης ἐσόδων.
2552Καὶ τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν θέλω παρουσιάσει ὑμῖν.
2553Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου
2554Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις εἶναι ἤδη ἠλαττω-
2555μέναι μέχρι 30,000,000 δραχ., ἀπέναντι 32,839,874.25,
2556εἰσπραχθεισῶν τὸ 1899· ὅθεν ἐκεῖθεν ἐλαττοῦνται αἱ εἰσ-
2557πράξεις τοῦ 1899 κατὰ 2,800,000 δρ. τοὐλάχιστον. Ἐλατ-
2558τοῦνται ἐπίσης κατὰ δρ. 945,103.60 ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δή-
2559μων διὰ τὴν ἀστυνομίαν, διότι ἡ εἰσφορὰ αὕτη κατηργήθη
2560διὰ νόμου. Οὕτως ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1899 ἀπὸ
2561107,389,000 εἰς 103,644,000.
2562Ἐξ ἄλλου μέρους δέον νὰ αὐξηθῶσιν αὗται κατὰ τὰ ἑξῆς
2563ποσά. Πρῶτον, ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ 1899, ἐπὶ
2564βεβαιώσεως δραχ. 2,367,186.23, ἀπέδωκεν 1,487,592.61,
2565ἤτοι 62,8%. Ἤδη ἡ βεβαίωσις ἀνέρχεται εἰς τὸ σταθερὸν
2566ποσὸν τῶν 3,256,000 δραχμῶν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον.
2567Παραδεχόμενος τὴν αὐτὴν ἀπόδοσιν, ἤτοι 62,8% ἐπὶ τοῦ
2568βεβαιουμένου σήμερον, εὑρίσκω ἔσοδον δραχ. 2,044,768, ἤτοι
2569κατὰ 557,176 ἀνώτερον ἢ τὸ 1899.
2570Ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον, ἡ παραγωγὴ τοῦ 1898 ἦτο, περι-
2571λαμβανομένης καὶ τῆς Ἑπτανήσου, 3,051,921.57, ἡ παρα-
2572γωγὴ τοῦ 1899 κατῆλθεν εἰς δραχ. 879,641.42. Θέλοντες
2573δὲ νὰ εὕρωμεν τὸ ἀληθὲς μέσον ἔσοδον ἐκ τοῦ κεφαλαίου
2574τούτου, δέον νὰ λάβωμεν ὡς τοιοῦτον τὸν μέσον ὅρον τῶν
2575δύο εἰρημένων ἀριθμῶν, ἤτοι 1,965,553.99. Ὁ μέσος ὅρος
2576οὗτος εἶναι κατὰ 1,085,890 ἀνώτερος τῆς παραγωγῆς τῆς
2577χρήσεως τοῦ 1899. Ἄρα τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέτομεν εἰς
2578τὰ ἔσοδα τοῦ 1899.
2579Ὡς πρὸς τὰς οἰκοδομὰς, παρατηρῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895
2580μέχρι τοῦ 1899 τὸ ἔσοδον ηὔξησε κατὰ 370,000 δραχμὰς
2581ἐντὸς τετραετίας, ἤτοι κατὰ 92,500 κατ’ ἔτος. Παραδέχο-
2582μαι λοιπὸν παραπλησίαν αὔξησιν καὶ διὰ τὸ 1900, ἤτοι ἐξ
2583100,000 δραχμῶν.
2584Τὸ ἔσοδον ἐκ χαρτοσήμου φαίνεται ηὐξημένον κατὰ τὸ
25851900 κατὰ 900,000 δραχμάς. Τὸ ἔσοδον ἐκ ταχυδρομικῶν
2586κατὰ 200,000.
2587Ὡς πρὸς τὰ προξενικὰ τέλη, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν κατα-
2588στάσεων τοῦ 1899 αὔξησις 100,000 δραχμῶν. Ἐν δὲ τῷ
2589Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 βλέπω προστιθεμένην αὔξησιν
2590μόνον 30,000 δρ. Ὁμολογῶ, ὅτι προσεδόκων μεγαλειτέραν
2591αὔξησιν, μετὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε καταθέσει
2592ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προ-
2593ξενικοῦ νόμου.
2594§193Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ
2595ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἔχομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2596τοῦ 1901 αὔξησιν 130,000 φρ. χρυσῶν. Ὄχι 30,000. Κά-
2597μνετε λάθος.
2598§194ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα, 130,000. Ἀλλὰ, κατὰ τὴν σημείω-
2599σιν, τὴν ὁποίαν εἴχετε καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν, ἡ αὔξη-
2600σις αὕτη ἀνεμένετο μεγαλειτέρα.
2601§195Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. 150,000 περίπου, ἂν θέλητε νὰ προσ-
2602θέσωμεν εἴκοσι χιλιάδας.
2603§196ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Πολὺ μεγαλειτέρα, κύριε Ὑπουργέ·
2604200 ἢ 300 περίπου χιλιάδας.
2605§197Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δραχμὰς, ὄχι φράγκα χρυσᾶ.
2606§198ΝΕΓΡΗΣ. 130,000 φρ. δὲν κάμνουν 300,000 δραχμάς;
2607§199Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι· 205,000 δραχμάς.
2608§200ΝΕΓΡΗΣ. Παρουσιάζετε φράγκα χρυσᾶ 224,000 ἐν τῇ
2609σημειώσει, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας.
2610§201Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο τὸ ἀρχικῶς ὑπολο-
2611γισθέν. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νο-
2612μοσχεδίου τέλη τινὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέ-
2613διον ἐπρόκειτο νὰ αὐξηθῶσι, κατόπιν τῆς γενομένης ἐν τῇ
2614Βουλῇ συζητήσεως δὲν ηὐξήθησαν, ὡς λόγου χάριν τὰ τέλη
2615τῶν διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνέκρινεν ἡ
2616Βουλή, καί τινα ἄλλα· ὥστε ἐκ τῶν ἀρχικῶς προϋπολογι-
2617σθέντων ἀφῃρέθησαν περὶ τὰς 60,000 ἢ 70,000 φράγκα
2618χρυσᾶ πρόσθετα τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι,
2619καὶ τὰ ὁποῖα, κατόπιν τῆς συζητήσεως, δὲν ἐπεβλήθησαν διὰ
2620τοῦ νέου νόμου.
2621§202ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἄνω τῶν
2622160,000 δρ. Ταῦτα ἀνέγραψα περιπλέον τῶν τοῦ 1899.
2623§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῶν εἰσπραχθέντων τὸ
26241899. Τὸ 1900;
2625§204Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ
26261900 προϋπελογίσθησαν 530,000. Προσετέθησαν εἰς τὸν
2627Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ὡς ἔσοδα 130,000 φρ. χρυσᾶ.
2628Ἤτοι ἐν ὅλῳ 660,000 φρ. χρυσᾶ.
2629§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι πρόκειται περὶ
2630εἰσπραχθέντων, ὄχι περὶ προϋπολογισθέντων...
2631§206Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὄχι προϋπολογισθέντων.
2632§207ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχομεν ἐπίσης αὔξησιν ἐκ δικαιώματος
2633στατῆρος κατὰ 45,000 δρ. (κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου
2634Ὑπουργοῦ), ἐκ πετρελαίου κατὰ 737,000, ἐξ ἅλατος κατὰ
2635437,000 (κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ), ἐκ πυρείων
2636κατὰ 75,000, ἐκ σμύριδος κατὰ δρ. 250,000, καίτοι περὶ
2637τούτου οὐδεμίαν μνείαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀγο-
2638ρεύσει του...
2639§208Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2640Ὅτε εἰσηγούμην τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἶχον τὴν βεβαιό-
2641τητα, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σμύριδος ἤθελεν ὑπερβῆ τὸ ποσὸν
2642τῶν 6,000 τόννων. Ἤδη ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐπωλήθη ἐντὸς τοῦ
26431900 σμύρις ἄνω τῶν 6,300 τόννων.
2644§209ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε, βλέπετε, προσθέτω 250,000 δραχμὰς
2645ὑπεράνω τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1899.
2646§210Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δέον νὰ προσθέσητε περισσότερα,
2647διότι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 καὶ εἰς τὸν Προ-
2648ϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἔχω ἀναγράψει 600,000 φράγκα, αἱ
2649ὁποῖαι ἀναλογοῦσι πρὸς ποσὸν σμύριδος κάτω τῶν 6,000
2650τόννων. Ὅταν ἔχητε 6,300 τόννους, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1899
2651εἰσεπράχθη ποσὸν πολὺ κατώτερον τῶν 600,000 φράγκων,
2652δέον νὰ ἀναγράψητε ποσὸν ἀνώτερον διὰ τὸ 1900. Τὸ 1900
2653θέλομεν προσεγγίσει τὰς 700,000 φράγκα.
2654§211ΝΕΓΡΗΣ. Ἂν φθάσητε τὰς 700,000, βεβαίως.
2655§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξήγησα ἤδη ὑμῖν τὰ τοῦ ἐσόδου
2656τούτου· 600,000 φράγκα εἶχον ἀναγραφῆ· ἐπωλήθησαν ἕως
2657τώρα 6,300 τόννοι, πρὸς φρ. 106.50 εἰς χρυσόν.
2658§213ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι 700,000, ἀλλ’ 636,000.
2659§214Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον 6,300 Χ 106,50, ἔχετε
2660φράγκα 671,000.
2661§215ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν προσθέτω ἄλλας 100,000· ἤτοι τὸ ὅλον
2662350,000 δραχμάς.
2663Ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ καθυστερουμένων παρελθου-
2664σῶν χρήσεων, παρατηρῶ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1900 μέ-
2665χρι τέλους Νοεμβρίου ἀνέρχονται εἰς δραχ. 2,439,540.95.
2666Ἂν εἰς ταύτας προσθέσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δεκεμβρίου
2667παρελθόντος ἔτους, ἔχομεν 2,818,984 δραχμὰς, αἵτινες ὀλί-
2668γον θ’ ἀπέχουν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1900. Τὸ ποσὸν
2669τοῦτο εἶναι κατὰ 472,264 δραχμὰς ἀνώτερον τοῦ ἀντι-
2670στοίχου ἐσόδου τοῦ 1899. Δέον λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν δρ.
2671472,000 εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1899. Τέλος προσθέτομεν ἐπί-
2672σης καὶ δραχ. 515,000, αὐτὰς ταύτας, ὅσων μᾶς ἐβεβαίω-
2673σεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἀνεβλήθη ἡ πληρωμὴ κατὰ τὸ
26741899 ἐν Θεσσαλίᾳ, δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ὃν ἐψη-
2675φίσαμεν ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν. Καὶ οὕτω, προσθέτοντες ἁπά-
2676σας ταύτας τὰς αὐξήσεις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 103,644,000
2677δραχμῶν, ὅπερ εἴχομεν ἀνεύρει προηγουμένως, ἔχομεν δραχ.
2678109,271,000 διὰ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ παρουσιά-
2679σῃ τὸ 1900, ἂν ἦτο ἔτος ὁμαλόν, ἄνευ ἐναντίων περιστά-
2680σεων, ὡς ἡ τοῦ περονοσπόρου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως τούτου,
2681δέον νὰ ἀφαιρέσωμεν 387,269 δρ. ὡς ἐκ τοῦ καπνοῦ, διότι
2682ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ μόνον 7,060,000 δραχμαὶ θέ-
2683λουσι θεωρηθῆ ὡς ἔσοδον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὑπολοί-
2684που ἐσόδου τοῦ καπνοῦ ἔχοντος ἄλλον προορισμόν, κατὰ
2685τὸν νόμον, ὃν ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἐνῷ
2686τὸ 1899 τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς
26877,447,269,46. Ὥστε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἀσφαλῶς,
2688ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἀνέρ-
2689χονται τὴν σήμερον εἰς 108,883,000 δραχμάς.
2690Ἐξ ἄλλου ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ
2691ἐξ οἰκοδομῶν θ’ αὐξήσῃ τὸ 1901 κατὰ δραχμὰς 100,000,
2692τὴν τακτικὴν αὐτοῦ ἐτησίαν αὔξησιν, τὰ δὲ ταχυδρομικὰ
2693κατὰ δραχ. 200,000, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν
2694πρόοδον τῶν εἰσπράξεων, τὰ δὲ προξενικὰ τέλη, κατὰ δραχ-
2695μὰς 50,000. Δηλαδὴ τὰ ἔσοδα τοῦ 1901, ἂν αἱ περιστά-
2696σεις ἦναι ὁμαλαὶ, θὰ ὦσιν ηὐξημέναι κατὰ 350,000 δραχ-
2697μάς· θὰ ἀνέρχωνται δηλαδὴ εἰς δρ. 109,233,000, ἀπέναντι
2698τῶν 108,883,000 τοῦ 1900.
2699Οὐδόλως ἔλαβον, ὡς βλέπετε, ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν τοῦ
2700κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει ἡ χρῆσις τοῦ 1899 δύο
2701ἑκατομμύρια δρ. περιπλέον, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ δυστυχεῖς
2702περιστάσεις, αἵτινες κατέστρεψαν τὴν σταφιδοπαραγωγὴν
2703καὶ σταφυλοπαραγωγήν. Τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε,
2704πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τούτου, ὅτι ἔδωσεν αὐ-
2705στηρὰς διαταγάς, ὅπως ἐν τῷ νομῷ Ἠλείας, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
2706Πατρῶν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας, ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας, ἐν
2707τῷ νομῷ Αἰτωλίας μὴ πιέζωνται οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλὰ,
2708Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν, πόσα καθυστερούμενα ἔμειναν κατὰ
2709τὸ 1899 ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις, καὶ πόσα
2710τὸ 1898. Εἰς τὸν νομὸν Ἠλείας τὸ 1898 ἔμειναν καθυστε-
2711ρούμενα 632,524 δρ., ἀπέναντι 783,678 τοῦ 1899. Ἐνταῦ-
2712θα ὑπερτερεῖ τὸ 1899. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν, τὸ 1898
2713ἔμειναν καθυστερούμενα 574,864 δραχμαὶ, καὶ τὸ 1899 δρ.
2714720,945. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν καθυστερήσεις περισσοτέρας τὸ
27151899. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας, Κύριοι, τὸ 1898 ἔμειναν
2716καθυστερούμενα δρ. 452,298, τὸ δὲ 1899 ἔμειναν μόνον δρ.
2717395,000. Ἠρχίσαμεν δηλ. ἤδη νὰ ἔχωμεν τὰ ἀντίθετα ἀπο-
2718τελέσματα. Εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας, τὸ 1898 ἔμειναν κα-
2719θυστερούμενα 680,000, τὸ 1899 ἔμειναν 397,959. Εἰς τὸν
2720νομὸν Αἰτωλίας, τὸ 1898 ἔμειναν καθυστερούμενα δραχμαὶ
2721590,844, τὸ 1899 δραχ. 455,780.
2722Ἐὰν ἀθροίσωμεν ἅπαντα ταῦτα τὰ ποσά, θέλομεν εὕρει,
2723ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔμειναν καθυστερούμενα, τὸ 1898
2724δραχ. 2,938,574, τὸ δὲ 1899 δραχ. 2,754,347. Δηλαδὴ
2725ἔμειναν 186,227 δραχμαὶ περισσότερα καθυστερούμενα τὸ
27261898 ἢ τὸ 1899. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ εἴσπραξις ἐγένετο
2727ἐπίσης κανονικὴ καὶ τακτικὴ τὸ 1899 καὶ τὸ 1898, καὶ
2728μᾶλλον αὐστηροτέρα τὸ 1899. Ἂς μὴ διατείνηται λοιπὸν
2729ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ εἰσέπραττε καὶ 2,000,000 περισ-
2730σότερον, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι τὰ καθυστερούμενα εἰς τὰς πα-
2731θούσας ἐπαρχίας εἶναι τὰ αὐτά, ἢ καὶ κατά τι ὀλιγώτερα
2732ἢ τὸ 1898.
2733Παρατηρεῖτε ἤδη, ὅτι οὐδὲν προσέθεσα εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ
2734τοῦ κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν, ἐξ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2735τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 1,000,000
2736κατὰ τὸ 1900, καὶ 1,500,000 κατὰ τὸ 1901.
2737Κύριοι, ὅμοιον νόμον, ὡς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν
2738πέρυσιν, εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὸ 1881, καὶ ὁ τότε
2739Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—ἀγνοῶ ποῖος ἦτο—ἀνέγραφε
2740κατὰ τὴν πρώτην χρῆσιν, καθ’ ἣν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ἓν
2741ἑκατομμύριον καὶ 500,000, ἀλλ’ εἰσέπραξεν 130,000 μόνον.
2742Ἀνέγραψε κατὰ τὴν δευτέραν χρῆσιν 1,350,000, εἰσέπραξε
2743δὲ 114,000. Κατὰ τὴν τρίτην ὅμως χρῆσιν, ἀναλαβὼν τὴν
2744διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἀείμνηστος
2745Καλλιγᾶς, ἐξέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄτοπον τῶν τοιούτων
2746ἀναγραφῶν, καὶ πρῶτος ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δρ.
274790,000, εἰσέπραξε δὲ δραχ. 138,049.12.
2748Ἐν γένει δὲ αἱ εἰσπράξεις ἦσαν αἱ ἑξῆς μέχρι τοῦ 1890:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2749Ἔτους 1881εἰσπράξειςδραχ.131,899.01
2750» 1882» » 114,916.30
2751» 1883» » 98,684.41
2752» 1884» » 118,901.89
2753» 1885» » 84,642.75
2754» 1886» » 44,150.66
2755» 1887» » 79,243.88
2756» 1888» » 75,591.39
2757» 1889» » 61,019.28
2758» 1890» » 70,713.49
2759Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα
2760αἱ ἀναγραφαὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυ-
2761ρίου εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Καὶ δὲν
2762θὰ εὕρισκον μὲν ἄτοπον νὰ ἀναγράψῃ τις ὡς ἔσοδα ἐξ αὐτοῦ
2763100,000 δραχμάς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται,
2764ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα. Καὶ ἐξηγοῦμαι.
2765Ὅταν οἱ δῆμοι ὀφείλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὁλόκληρα ἑκα-
2766τομμύρια δραχμῶν, χαρίζομεν δὲ ταῦτα αὐτοῖς διὰ τοῦ τε-
2767λευταίου νόμου, ὅταν, λέγω, δωρῶμεν τὰ ποσὰ ταῦτα, βε-
2768βαίως, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ δωρεὰ, συγχρόνως γίνεται
2769καὶ δαπάνη ἴση μὲ τὴν δωρεάν. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον.
2770Εἶναι πρόδηλον λοιπόν, ὅτι, καθ’ ὅσον εἰσπράττομεν ἐκ τῶν
2771ὀφειλῶν τούτων, ἡ πρώτη μας φροντὶς πρέπει νὰ ἦναι, νὰ κα-
2772λύψωμεν ἀκριβῶς τὰς χρεώσεις τῶν δήμων. Ἀληθῶς θὰ ἦτο
2773ἄτοπον, ἵνα μὴ εἴπω τι βαρύτερον, νὰ βλέπῃ τις δανειστὴν,
2774ὅστις ἔχων νὰ λάβῃ 2,000,000, συμβιβάζεται μὲ 1,000,000,
2775καὶ ἀντὶ ν’ ἀναγράψῃ εἰς τὰ βιβλία του ζημίαν 1,000,000,
2776γράφει κέρδος 1,000,000.
2777Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ
2778ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τοῦ κονδυλίου τούτου οὐδὲν ὀφείλομεν νὰ
2779ἀναγράψωμεν. Ἐὰν εὐτυχήσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἔστω καὶ
2780100,000 δραχμὰς, ἔστω καὶ 200,000, μὲ ταύτας ὀφείλομεν
2781ν’ ἀποσβέσωμεν τὰ ἑκατομμύρια, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι χρεωμέ-
2782νοι οἱ δῆμοι, διότι ταῦτα δὲν δύνανται ν’ ἀποσβεσθῶσιν, εἰμὴ
2783διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
2784θέλω ἐπανέλθει.
2785Ὡς ἐκ τούτου λοιπόν, Κύριοι, οὐδὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ
2786ἔσοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου.
2787Ἀλλ’ οὐδὲν ἀνέγραψα ἐπίσης διὰ τὰ ἀπρόβλεπτα. Εἰς προ-
2788ηγουμένην ἀγόρευσίν μου εἶπον ὑμῖν, ὅτι εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα
2789ἀναγράφονται 436,719 φράγκα χρυσᾶ ὡς ἐπιστροφὴ ἐκ τῶν
2790918,687.58 φρ. τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70% ὀφειλομένων τό-
2791κων εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1893–1898, κατὰ
2792τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου. Εἶπον τότε ὑμῖν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο
2793προέρχεται ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐλέγ-
2794χου ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 10, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλε κατὰ
2795τὸ 1898 νὰ πληρωθῇ διὰ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου, ὅτι
2796δὲν ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, καὶ ὅτι ἔμειναν φράγκα
2797χρυσᾶ 436,719.33. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν
2798αἱ 918,687.58 ἐκ τοῦ δανείου, τὸ μὴ πληρωθὲν ποσὸν ἀνή-
2799κει εἰς τὰ δάνεια, ἄρα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα. Οὐδεμία δύ-
2800ναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἔπρεπε τὰ 436,719 φράγκα
2801ἤτοι δραχ. 698,750, ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα.
2802Ἀλλά, Κύριοι, ἐνταῦθα θὰ ἐπιστήσω συντονωτέραν τὴν
2803προσοχὴν ὑμῶν καὶ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι βεβαίως ἐγέ-
2804νετο ἕτερον λάθος, λίαν σπουδαῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου,
2805διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταστήσῃ ὑπεύθυνον τὴν ὑπηρεσίαν
2806αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐν τῇ καταστάσει, τὴν ὁποίαν μοὶ
2807παρέδωκε τὴν ἑσπέραν ταύτην, τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ δημο-
2808σίου χρέους τοῦ 1899, βλέπω, ὅτι ἀναγράφεται τὸ ποσὸν
2809τῶν 914,117 φράγκων εἰς τὰ πληρωτέα ποσὰ, διὰ τὸν αὐ-
2810τόν, ὡς εἴρηται, σκοπὸν, ἀλλὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899,
2811ἀλλ’ ὅτι ἐπληρώθησαν μόνον 565,558, καὶ ὅτι ἐπερίσσευσαν
2812348,558 φρ. χρυσᾶ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐπλη-
2813ρώθησαν μόνον 565,000, καὶ κλείει τὸ 1899 μὲ ἀδιάθετον
2814πίστωσιν ἐκ 348,558 φρ. χρυσῶν. Δίδει τοῦτο τὸ δικαίωμα
2815εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὴν ἀδιάθετον ταύτην πίστωσιν νὰ
2816παρουσιάσῃ ὡς ἔσοδον τῆς ἑπομένης χρήσεως; Καὶ μ’ ὅλα
2817ταῦτα τοῦτο ἐγένετο· διότι, ἐκτὸς τῶν 436,719 φράγκων
2818ἀπροβλέπτων, περὶ ὧν ὡμίλησα, βλέπομεν ἐπίσης ἀναγε-
2819γραμμένα ἔσοδα τῆς αὐτῆς φύσεως φράγκα 109,008.34, καὶ
2820ἕτερα 40,999 φράγκα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ
2821προέρχωνται, εἰμὴ ἀπὸ τὰ 348,588 φρ. τῆς ἀδιαθέτου πι-
2822στώσεως τοῦ 1899, ἅτινα οὕτω φέρονται ὡς ἔσοδα τοῦ 1900.
2823§216Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2824Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου χρέους
2825ἀναγράφεται τὸ ποσὸν 918,000 φράγκων πρὸς πληρωμὴν τῶν
28265%. Τὰ χρέη ταῦτα ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσ-
2827όδων, ἐξεδόθησαν δὲ καὶ ἐξωφλήθησαν τὰ σχετικὰ χρημα-
2828τικὰ ἐντάλματα, καὶ ἐχρεώθη διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ ἀπο-
2829λογισμὸς τοῦ 1898. Ἐννοεῖται, ὅτι ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος τῆς
2830ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
2831τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐγί-
2832νωσκε, πόσαι εἶχον ἐκδοθῆ ἀποδείξεις, καὶ πόσον ποσὸν ἤθελε
2833πληρωθῆ· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὁλόκληρον τὸ
2834ποσόν. Κατὰ τὸ 1900 ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ
2835ποσὸν 439,918 ἐπέστρεψε, διότι δὲν ἐπληρώθη, καὶ δι’ ἐγ-
2836γράφου της, ὑπ’ ἀριθ. 469 τῆς 10 Μαΐου 1900, ἐδήλωσεν εἰς
2837τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν φρ.
2838918,000, ὅπερ εἶχε λάβει, ὑπελείφθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
2839ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
2840νομικῶν εἰσήγαγε τοῦτο ὡς δημόσιον ἔσοδον, διότι ἦτο ἤδη
2841πληρωμένον. Ποῦ ἠδύνατο νὰ καταλογίσῃ τοῦτο; Δὲν ὑπῆρ-
2842χεν ἕτερον κεφάλαιον, εἰμὴ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων.
2843§217ΝΕΓΡΗΣ. Ἦτο ἔκτακτον ἔσοδον.
2844§218Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἔκτακτον, ἦτο ἀπρόβλε-
2845πτον. Ἔκτακτα εἶναι ὅσα προέρχονται ἐκ τῶν δανείων. Κα-
2846τελογίσθη εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ὑπὸ τὸ κε-
2847φάλαιον τῶν ἀπροβλέπτων. Κατὰ τὸ 1899 ὅμως εἶδα ἐκ τῶν
2848γενομένων κατὰ τὸ 1898, ὅτι ὑπῆρχε μία πρόβλεψις, καὶ δι’
2849αὐτὸ δὲν ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὀλιγώτερον,
2850καὶ οὕτω ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 διαφέρει τοῦ ἀπολογισμοῦ
2851τοῦ 1898. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ 1899 εἶχε φῶς ἐκ τῶν γε-
2852νομένων κατὰ τὴν προηγουμένην χρῆσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν
2853ἔλαβεν ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον
2854ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔσχε τὴν ἀπορίαν, ἢ μᾶλ-
2855λον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγένετο λάθος.
2856§219ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄτοπον, δὲν ἐνόησεν ὁ κύριος
2857Ὑπουργὸς, ποῦ εἶδον τὸ ἄτοπον· θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ.
2858Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα τῶν 436,000, βεβαίως
2859προέρχεται ἐξ ἐσόδου δανείου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐγ-
2860γραφῇ εἰς τὰ ἔκτακτα, καὶ ὄχι εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα, κατὰ
2861τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι τὰ δάνεια
2862εἶναι ἔκτακτα ἔσοδα.
2863§220Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου ὑπάρ-
2864χουσιν ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους· εἰς τὰς ὑποχρεώ-
2865σεις ταύτας περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὑποχρέωσις νὰ πληρώνῃ
2866τὸ 5%. Τὸ ποσὸν τῶν 918,000 φρ. ἐκρατήθη ἀπὸ τὰς ὑπεγ-
2867γύους προσόδους, ὄχι ἐκ δανείου· ὥστε πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ
2868ἐγγραφῇ ὡς προερχόμενον ἐκ δανείου;
2869§221ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δέν μοι ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουρ-
2870γὸς εἰς τὸ ἄτοπον. Τὸ ἄτοπον δὲν ἀφορᾷ τὸ 1898, ἀφορᾷ τὸ
28711899. Ὡς σᾶς εἶπον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ 1899, ἀντὶ νὰ
2872πληρώσῃ 914,000 φράγκα, ἐπλήρωσε 565,000. Λοιπὸν τὸ
2873ὑπόλοιπον ἔμεινε περίσσευμα. Ἔκλεισε τὸ 1899· ἰδοὺ ὁ ἀπο-
2874λογισμός του. Λοιπὸν παραδέχεσθε, ὅτι περισσεύματα χρή-
2875σεώς τινος, ἤτοι ἀδιαθέτους πιστώσεις, δύναταί τις νὰ θέσῃ
2876ὡς ἔσοδον ἑπομένης χρήσεως; Τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον· διότι
2877ἀκριβῶς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἴχετε περίσσευμα, ὅπερ
2878μετεφέρατε εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα τοῦ 1900, ἐκ δραχμῶν 150
2879χιλιάδων.
2880§222Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα κατελόγισα ὑπὸ τὸ κεφάλαιον
2881τῶν ἀπροβλέπτων προέρχονται ἐκ τούτου, ὅτι εἶχον κατα-
2882βληθῆ, καὶ ἐπεστράφησαν κατόπιν.
2883§223ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν φαίνεται ἀκριβὲς τοῦτο.
2884§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν πληρωμένα δυνάμει χρημα-
2885τικῶν ἐνταλμάτων, καὶ ἐπεστράφησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἕτερα
2886ποσά, μὴ ἔχων πρόχειρον τὴν κατάστασιν, τὴν ἐξηγοῦσαν τὰ
2887τῶν γενομένων εἰσπράξεων, θὰ δώσω αὔριον τὴν ἐξήγησιν.
2888§225ΝΕΓΡΗΣ. Ἀναμένω εὐχαρίστως τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ὑπό-
2889σχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ περὶ τούτου αὔριον, καὶ
2890εὔχομαι νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐγένετο τόσον ἀσύγγνωστον
2891λάθος.
2892Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἂς σταματήσωμεν ὀλίγον, καὶ ἂς ἀνατρέ-
2893ξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως μελετήσωμεν, ὁποία ἦτο ἡ
2894πρόοδος τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.
2895Καὶ τὴν παραβολὴν θέλω κάμει πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν
2896ἐτῶν 1893, 1894, 1895. Προτιμῶ δὲ νὰ παραβάλω πρὸς τὰ
2897ἔτη ταῦτα, διότι πρῶτον ἔχομεν τοὺς μέσους ὅρους ἤδη ἑτοί-
2898μους ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, δεύτερον διότι διηύ-
2899θυνον τὰ πράγματα κατὰ τὸ πλεῖστον τότε οἱ διευθύνοντες
2900ταῦτα καὶ νῦν, καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεμία ἀντιζηλία δύνα-
2901ται νὰ ἐγερθῇ μεταξὺ τῶν τριῶν χρήσεων 1893, 1894 καὶ
29021895 καὶ τῶν νῦν. Λοιπὸν ὁ μέσος ὅρος τῶν χρήσεων 1893,
29031894 καὶ 1895, κατὰ τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλή-
2904θησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, εἶναι 92,631,072
2905δραχμαί, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων, ἀφοῦ ἀφαι-
2906ρεθῇ ἡ ἐκ 4,182,470 δρ. ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Σιδηροδρόμου
2907Μύλων–Καλαμῶν, ἡ περιελθοῦσα εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἀφοῦ
2908προστεθῶσι 231,129 δραχ. ἐκ πωλήσεως ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα
2909ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον, εἶχεν
2910ἀφαιρέσει ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ὥστε ὁ μέσος
2911ὅρος τῶν ἐτῶν τούτων εἶναι 92,631,072.01. Παραβάλλον-
2912τες δὲ ταῦτα πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχομεν ἀνεύρει,
2913ἔχομεν διαφορὰν 16,602,659 δραχμῶν.
2914Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα. Ἐπεθύμουν, τὴν αὐ-
2915τὴν εὐχάριστον ἀντίληψιν νὰ εἴχομεν καὶ περὶ τῶν ἐξόδων.
2916Δυστυχῶς, τὰ πράγματα ἐνταῦθα ἀλλάσσουσι μορφήν. Καὶ
2917δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ οὐδενός. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπε-
2918θύμουν, εἶναι, νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅλοι μας, πρῶτον ἡ Κυβέρ-
2919νησις, δεύτερον ἡ Βουλή, ὁποία εἶναι ἡ θέσις μας, καὶ ἐπὶ
2920τοιαύτης ἀκριβοῦς ἀντιλήψεως νὰ στηρίξωμεν τὰς ἀποφάσεις
2921ἡμῶν.
2922Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων.
2923Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1900,
2924μετὰ τῶν μέχρι τοῦδε ζητηθεισῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώ-
2925σεων, ἀνέρχεται εἰς δρ. 114,088,468.47, ὑποδιαιρουμένας
2926ὡς ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2927Ἐκ λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ δημοσίου
2928χρέους δρ. 41,029,583.20
2929Ἐκ δαπανῶν τῶν Ὑπουργείων » 58,648,663.65
2930Ἐκ δαπανῶν διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων» 10,511,391.62
2931Ἐκ διαφόρων πληρωμῶν » 3,898,830.—
2932Τὸ ὅλον δρ.114,088,468.47
2933Κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐκ τῶν δαπανῶν
2934τούτων θέλουσι μείνει ἀδιάθετοι 6,420,000 δραχμαὶ, ἀνα-
2935γόμεναι βεβαίως εἰς τὰ διάφορα ὡς ἄνω τμήματα δαπα-
2936νῶν. Ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, μένει ὡς
2937δαπάνη τοῦ 1900 τὸ ποσὸν τῶν 107,668,468 δραχμῶν. Καὶ
2938ταῦτα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν.
2939Ἀλλὰ δυστυχῶς παρελείφθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2940αἱ ἑξῆς δαπάναι.
2941Πρῶτον, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀπέδειξα ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2942του, παρελείφθη ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν δραχμῶν
29431,262,000 ἐκ τῶν τοῖς δανεισταῖς ἀνηκόντων πλεονασμά-
2944των τῶν ἐσόδων τοῦ 1899 καὶ 1898, ἅτινα, κατὰ τὴν ἑρ-
2945μηνείαν, ἣν δίδει τῷ λογιστικῷ νόμῳ ὁ κ. Ὑπουργός, δέον
2946νὰ ἐπιβαρύνουν ὄχι τὰς οἰκείας χρήσεις, ἀλλὰ τὴν χρῆσιν
2947τοῦ 1900. Καὶ ναὶ μὲν διὰ τῆς βεβιασμένης ἐκείνης ἑρμη-
2948νείας ἀπήλλαξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ὁλο-
2949κλήρου ποσοῦ 2,790,172.85, χωρὶς νὰ προσέξῃ, ὅτι διὰ τοῦ
2950μέτρου τούτου ἀπαλλάσσει μὲν τὴν χρῆσιν ἐκείνην τοῦ ση-
2951μαντικοῦ τούτου ἐξόδου, ἀλλὰ δὲν δύναται πλέον νὰ ἀπαλ-
2952λάξῃ τὸ 1900. Ἀλλ’ ἂν ἐπιτηδείῳ τῷ τρόπῳ ἠλάφρυνε
2953τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ὡς δὲν ὤφειλε, δὲν δύναται πλέον νὰ
2954πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἅτινα θὰ ἔχουν τὸ
2955βάρος τῶν ἀληθῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τοὺς δανειστὰς,
2956ἔστω καὶ ἀναγραφομένων καθ’ ἓν ἔτος βραδύτερον ἐν τοῖς
2957Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους.
2958Οὕτως ἔμενον ἐκ μὲν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 δαπάναι ἐκ
2959πλεονασμάτων ἀνηκόντων τοῖς δανεισταῖς, ὡς ἐμφαίνεται ἐν
2960τῷ ὑπολογισμῷ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, δρ.
2961576,545.10. Ἔμενον ἐπίσης ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
2962κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, 2,213,627.75.
2963Τὸ ὅλον δρ. 2,790,172.85. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου διέθεσεν ἡ
2964Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν 1 Ἰουνίου 1900 ὑπὲρ τῶν δανειστῶν
29652,629,861.19, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 δὲν προ-
2966βλέπει, εἰμὴ 1,367,133 δραχμάς· ἄρα δέον νὰ ζητηθῇ νέα
2967πίστωσις ἐκ δρ. 1,262,728.19. Καὶ περὶ ταύτης ἐπιθυμῶ
2968νὰ γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς περιέλαβεν αὐτὴν εἰς τὰ δύο
2969ἑκατομμύρια, διὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ νέας πι-
2970στώσεις.
2971§226Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2972Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ δημοσίου χρέους· ἐκεῖ ὡμίλησα περὶ
2973τῶν πιστώσεων τοῦ 1900, ἀνεξαρτήτως τοῦ δημοσίου χρέους.
2974§227ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀναγκαία αὕτη πρόσ-
2975θετος πίστωσις εἰς τὸ δημόσιον χρέος τοῦ 1900. Τῷ ὄντι
2976ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὴν διαφορὰν συναλλαγῆς τῶν
2977εἰς χρυσὸν δανείων κατὰ τὸ 1900 εἰς 60 ἑκατοστὰ τοῦ
2978φράγκου, ἐνῷ ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901,
2979σελ. 102, ἀναγράφεται ὡς μέση τιμὴ τοῦ φράγκου κατὰ τὸ
29801900, πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν ἐκ τοῦ συναλλάγματος πλεο-
2981νασμάτων τοῦ 1900, ἡ τιμὴ 1,64. Δέον λοιπὸν ταύτην τὴν
2982τιμὴν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἂν ταύτην λάβωμεν
2983ὑπ’ ὄψιν, ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν
298414,658.067 φρ. χρυσῶν, ἅτινα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προ-
2985ϋπολογισμῷ, θέλει αὐξήσει ἀνὰ 4 λεπτὰ κατὰ φράγκον, ἤτοι
2986ἐν συνόλῳ κατὰ δραχ. 586,322.68. Οὕτω τὸ δημόσιον χρέος
2987ὀφείλει νὰ αὐξηθῇ κατὰ τὸ 1900 κατὰ τὸ ἄθροισμα τῶν δύο
2988κονδυλίων δραχ. 1,262,728.19 καὶ 586,322.68, ἤτοι κατὰ
29891,848,050.87. Καὶ οὕτως αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀνέρ-
2990χονται ἀπὸ 41,029,583.20 εἰς 42,877,634.07.
2991Καὶ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς συναλ-
2992λάγματος 1,64, ὡς σημειοῦται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν
2993τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ὁ μέσος ὅρος τοῦ
2994συναλλάγματος τοῦ 1900.
2995§228ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ὅμως δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν δή-
2996λωσιν.
2997§229ΝΕΓΡΗΣ. Συμφωνεῖ πρὸς τὸ ἐπίσημον τεῦχος τοῦ 1901.
2998§230ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδήλωσεν ἤδη ὁ Ὑπουργός, ὅτι ἐντὸς
2999τοῦ ἔτους...
3000§231ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἐπίσημον τεῦχος· δὲν
3001ἔχω ἀνάγκην ἄλλου τινός. Δὲν ἤμην δὲ καὶ ἐδῶ κατὰ τὴν
3002δήλωσιν, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε· διότι, ἐὰν ἤμην ἐδῶ, θὰ ἐλάμβα-
3003νον τὸν λόγον.
3004§232Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμι-
3005λεῖτε περὶ τοῦ 1899;
3006§233ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν πλεονασμάτων ἐκ συναλ-
3007λαγματικῆς διαφορᾶς, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν
3008ἰδικήν σας, ἀναγράφετε ὡς δαπάνας τοῦ ἑπομένου ἔτους.
3009§234Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι εὐεξήγητον τὸ
3010πρᾶγμα. Ὡς γινώσκετε, ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ
3011ἐξακριβώνει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὰ πλεονά-
3012σματα, μετὰ τὸ κλείσιμον τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ ἔτους, τότε
3013δὲ τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπάρχον, ἢ μᾶλλον ἐκ τοῦ
3014εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπολοίπου ἀναλαμβάνει τὸ ποσὸν
3015τὸ ἐκ τῶν πλεονασμάτων, καὶ τὸ μετατρέπει εἰς χρυσὸν,
3016κατανέμουσα αὐτὸ εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ ἑπομένου ἔτους.
3017§235ΝΕΓΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρόκειται περὶ τῶν πλεο-
3018νασμάτων ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα
3019ἀναγράφετε ὡς δαπάνας τοῦ 1901.
3020§236ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ
3021ὑπ’ ὄψιν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
3022§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον· διότι ὅ,τι εἶπον
3023διὰ τὸ 1899 δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν συναλλαγ-
3024ματικὴν διαφορὰν τοῦ 1900. Ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ
3025τοῦ 1900, ἤτοι ὁ μέσος ὅρος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας εἶναι
3026κατά τι ἀνώτερος τοῦ μέσου ὅρου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας.
3027Οὕτω δὲ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος τοῦ
3028ἔτους ἀνέρχεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς λεπτὰ 162.
3029§238ΝΕΓΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901,
3030καὶ περὶ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1900, κατὰ τὴν ὑμετέραν
3031ἑρμηνείαν.
3032§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι τοῦ 1899 τὰ πλεονά-
3033σματα πληρώνονται εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900· αὐτοὶ
3034δὲ οἱ προϋπολογισμοὶ ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομι-
3035κῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν μὲ τιμὴν συν-
3036αλλάγματος 1,64.
3037§240ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Πρόκειται νὰ ὑπολογίσωμεν
3038τὰ πλεονάσματα τοῦ 1900, πρὸς ἀναγραφὴν εἰς τὸ τεῦχος
3039τοῦ 1901. Λοιπόν, βλέπομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ,
3040ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὡς μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγμα-
3041τος τοῦ ἔτους 1900 λεπτὰ 164.
3042§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὡς μέσον ὅρον λαμβάνω ἐν
3043γένει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 τὴν τιμὴν 1,60.
3044§242ΝΕΓΡΗΣ. Ἐδῶ, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, ἔχετε
3045ἀναγράψει 1,64 ὡς μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900.
3046§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὁμιλῶ περὶ τῶν πλεονασμά-
3047των τοῦ 1899.
3048§244ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι! Προσέξατε! Τὰ πλεονάσματα τοῦ 1900
3049κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἰδικήν σας, θὰ πληρωθῶσιν εἰς τὰ
30501901.
3051§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
3052§246ΝΕΓΡΗΣ. Ταῦτα τὰ πλεονάσματα ὑπολογίζετε ἐν τῷ
3053Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901. Ὑπολογίζετε λοιπὸν τὰ πλεονά-
3054σματα, τὰ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900,
3055λαμβάνοντες ὡς μέσον ὅρον τοῦ συναλλάγματος τοῦ 1900
3056τὸ 1,64.
3057§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι,
3058ὅτε συνέταξα τὸν Προϋπολογισμόν, εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν μέ-
3059σον ὅρον τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ γι-
3060νώσκω τὸν μέσον ὅρον τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας.
3061§248ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν
3062τὸν ἐπίσημον χάρτην, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας.
3063§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐπανέρχεσθε εἰς ἐκεῖνο, τὸ
3064ὁποῖον ἐγὼ ὑπελόγισα, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου μόνον τὸν μέσον
3065ὅρον τῆς αʹ ἑξαμηνίας. Διατὶ νὰ στηρίζησθε εἰς πρᾶγμα, τὸ
3066ὁποῖον τότε καθ’ ὑπολογισμοὺς ἐγένετο, νῦν δὲ ἐπὶ τῇ βάσει
3067τοῦ ἐξηκριβωμένου μέσου ὅρου ὑπολογίζω;
3068§250ΝΕΓΡΗΣ. Ποῖον;
3069§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι 200,000 δραχ.
3070περισσότεραι ἀφ’ ὅ,τι ὑπελογίσθη· δηλ. 1½ λεπτὸν, νομίζω.
3071Ἀλλὰ μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέ-
3072διον περὶ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως· ἐξ αὐτοῦ δὲ θὰ ἴδητε,
3073ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ ποτὲ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ τὰς
3074200,000 δραχμάς.
3075§252ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τέλους δὲν δύναμαι αὐτὴν τὴν στιγ-
3076μὴν ν’ ἀλλάξω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔλαβον ἐκ τοῦ
3077ἐπισήμου τεύχους, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τοὺς λογα-
3078ριασμούς μου. Ὑμεῖς αὔριον δύνασθε νὰ δηλώσητε, ὅτι οἱ
3079ἀριθμοὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀνακριβεῖς. Τότε βεβαίως
3080θὰ διορθωθῶσι καὶ οἱ ἰδικοί μου.
3081§253Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μοῦ ἐδώσατε τὴν ἄδειαν,
3082σᾶς διέκοψα, προκειμένου περὶ ἀριθμῶν.
3083§254ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας δαπάνας ἔχομεν νὰ προσθέ-
3084σωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Αἱ ὑπέγγυοι εἰσ-
3085πράξεις ηὔξησαν μὲν, ἀλλ’ ἔχουν τὸν ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὰ
3086ἔξοδα· καὶ περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης οὐδεὶς ἐγένετο λόγος
3087παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παραβάλλων δέ τις τὸν Προϋπο-
3088λογισμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς δαπάνας, ἃς παρουσιάζει ἡ
3089Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς τοῦ 1899, εὑ-
3090ρίσκει, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ αὐ-
3091ξήσουν κατὰ 600,000 δραχμάς· ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3092180,000δρ. διὰ τὸ χαρτόσημον (ἔξοδα κατασκευῆς
3093 καὶ μεταφορᾶς).
3094105,000» διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἐντεταλμένων
3095 τὴν πώλησιν αὐτοῦ.
3096106,000» διὰ τὴν προμήθειαν ἅλατος Ἑταιρείας
3097 διαχειρίσεως ὑπεγγύων προσόδων.
3098 60,000» διὰ προμήθειαν πυρείων.
3099 80,000» διὰ περιπλέον προμήθειαν τῆς Ἑται-
3100 ρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων
3101 προσόδων, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς κα-
3102 ταναλώσεως τοῦ πετρελαίου.
3103 75,000» περιπλέον ἔξοδα σμύριδος.
3104606,000δραχμαὶἐν ὅλῳ
3105Καὶ ταῦτα περὶ τῶν περιπλέον δαπανῶν τῶν ὑπεγγύων
3106προσόδων. Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα μόνον;
3107Πρέπει νὰ αὐξήσουν τὰ ἔξοδα ἐξ ἐπιστροφῆς ἀχρεωστή-
3108τως εἰσπεπραγμένων κατὰ δραχ. 200,000. Διότι τὸ 1898
3109εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 250,000, ἐζητήθη
3110δὲ νέα πίστωσις ἐκ 200,000 δραχ. Ἐπίσης τὸ 1899 εἶχεν
3111ἀναγραφῆ πίστωσις 200,000 δραχμῶν, ἐζητήθη δὲ νέα ἐκ
3112δραχ. 199,400, ὅπερ δεικνύει ἐπίσης, ὅτι ἐξωδεύθησαν κατ’
3113ἀμφότερα τὰ ἔτη 400,000 δραχμαὶ περιπλέον ἐκ τοῦ κεφα-
3114λαίου τούτου. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ ἐξο-
3115δευθῶσι τὸ 1900 ὀλιγώτερα· τοὐναντίον, αἱ ἄδικοι καὶ παρά-
3116νομοι εἰσπράξεις, αἱ τοσάκις καταγγελθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήμα-
3117τος τούτου παρ’ ἀξιοτίμων καὶ διακεκριμένων συναδέλφων,
3118πείθουσιν οἱονδήποτε, ὅτι αἱ ἐπιστροφαὶ δι’ ἀχρεωστήτως
3119εἰσπεπραγμένα θέλουσιν εἶσθαι ἐφέτος μεγαλείτεραι· καὶ
3120μ’ ὅλον τοῦτο ἀναγράφω ὅσα ἐζητήθησαν καὶ κατὰ τὸ 1899,
3121ἤτοι 200,000 δραχ. περιπλέον τῶν προϋπολογισθέντων.
3122Καὶ ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τοῦ ζητήματος τῶν προκαταβο-
3123λῶν εἰς τοὺς δήμους, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο μέχρι τοῦδε
3124λόγος. Εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἑρμιο-
3125νίδος ὑπέδειξεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἀνάγ-
3126κην τῆς διευθετήσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως μὴ ἐξογ-
3127κῶνται κατ’ ἔτος τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ ὀξεῖα
3128αὐτοῦ διάνοια διεῖδεν εὐκόλως τὸ ἄτοπον, τὸ παρουσιαζόμε-
3129νον. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀνομολόγησις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ
3130τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ χάριν τῆς δημοτι-
3131κῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἶναι
3132ἀρκοῦσα νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν μου.
3133Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἔχομεν καὶ ἑτέραν ὁμολογίαν, ἔτι αὐθεντικω-
3134τέραν, τὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἐν μελέτῃ σπουδαιο-
3135τάτῃ, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔκαμε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προ-
3136ϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἐνόμισεν ἐπιβαλλόμενον
3137αὐτῷ καθῆκον, διὰ νὰ ἐμβαθύνῃ περισσότερον εἰς τὰ αἴτια τῆς
3138οἰκονομικῆς ἡμῶν καχεξίας, νὰ ἐρευνήσῃ τοὺς χρηματιστι-
3139κοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους, περὶ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν
3140ἡμῖν προχθὲς, ὅτι δὲν φροντίζει, οὐδ’ ἐννοεῖ νὰ φροντίσῃ.
3141Ἰδοὺ, τί λέγει ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, προκειμένου περὶ τῶν
3142προκαταβολῶν διὰ μισθοὺς δημοδιδασκάλων, τῶν ἀναγρα-
3143φομένων ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Γενικῆς Λη-
3144ψοδοσίας τοῦ Κράτους (ἀναγινώσκει):
3145«Τὸ τοιοῦτον ἐνεργητικὸν τοῦ Δημοσίου Ταμείου δὲν δύ-
3146»ναται νὰ καλύψῃ τὸ παθητικὸν αὐτοῦ· δὲν δύναται δ’ ἄλ-
3147»λως καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐνεργητι-
3148»κοῦ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Δημοσίου, εἰμὴ διὰ τῆς μεταφορᾶς
3149»του διὰ πιστώσεων εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ εἰς αὔξη-
3150»σιν τοῦ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν ἐλλείμματος.»
3151Μοὶ φαίνεται, ὅτι καθαρωτέρα διατύπωσις τοῦ ζητήμα-
3152τος δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, καὶ εἶναι ἀνταξία τοῦ ἐξόχου αὐ-
3153τοῦ νοός.
3154Προσθέτει δὲ κατωτέρω: «Ἔχων τις τ’ ἀποτελέσματα τῶν
3155ἀπολογισμῶν, εὑρίσκει τὴν μεταξὺ ἐνεργητικοῦ καὶ παθη-
3156τικοῦ διαφορὰν τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἔχων δὲ τὴν διαφο-
3157ρὰν ταύτην, εὑρίσκει τὰ περισσεύματα ἢ ἐλλείμματα τοῦ
3158ἀπολογισμοῦ, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ φέρωνται ἐν τῷ ἐνεργητικῷ
3159τῆς Ληψοδοσίας ἔξοδα, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Προϋπολο-
3160γισμόν.» Καὶ ἐνταῦθα ἐννοεῖ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος προκατα-
3161βολάς.
3162Ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ταύτην θέλει παύσει ὁ
3163κ. Ὑπουργὸς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δη-
3164μοδιδασκάλους, αἱ διδόμεναι ἀνεπιστρεπτὶ, δὲν εἶναι δαπά-
3165ναι τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι καλῶς ἐγγράφονται ὡς ἐνεργητι-
3166κὸν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ ἐπιβαρύνωμεν
3167τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 μὲ ὅλας τὰς τοιαύτας προκαταβολὰς,
3168αἵτινες δυστυχῶς ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς μέγα ποσὸν, ἤτοι
3169εἰς 12,126,264.91, ὡς ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3170Ἐκ προκαταβολῶν πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκ-
3171παιδεύσεως δρ. 2,974,378.94
3172Ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως » 4,134,131.45
3173Ἐκ προκαταβολῶν, μετὰ τὴν κα-
3174τάργησιν τοῦ Ταμείου, μέχρι τέλους 1899 » 3,378,628.45
3175Ἐκ προκαταβολῶν ἀπὸ 1 Ἰουνίου
3176τρ. ἔτους μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου » 1,639,126.07
3177Τὸ ὅλον δρ.12,126,264.91
3178Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1900
3179μὲ τὰς προκαταβολὰς τὰς γενομένας ἐντὸς τῆς χρήσεως· καὶ
3180οὕτω προσθέτω ἐκ τοῦ λόγου τούτου εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900
3181δραχ. 1,500,000. Τέλος προσθέτω εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900
3182καὶ ἓν ἑκατομμύριον δι’ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ὁ κ.
3183Ὑπουργὸς μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ ζητήσῃ δύο ἑκατομμύρια
3184τοιαύτας, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰς ἀφορώσας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
3185κονομικῶν ἔλαβον ἤδη ὑπ’ ὄψιν, παραδέχομαι, ὅτι δὲν θὰ ζη-
3186τήσῃ, ἐκτὸς αὐτῶν, διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, εἰμὴ ἓν μόνον
3187ἑκατομμύριον. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1900 θέλουσιν εἶ-
3188σθαι 112,175,185.54, ὡς ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3189Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὡς διωρ-
3190θώθησαν δρ. 42,878,634.07
3191Ἔξοδα Ὑπουργείων, συμφώνως μὲ
3192τὰς ζητηθείσας πιστώσεις » 58,648,663.65
3193Ἔξοδα εἰσπράξεως φόρων, συμφώ-
3194νως μὲ τὰς ζητηθείσας πιστώσεις » 10,511,391.62
3195Διάφοροι πληρωμαί, συμφώνως μὲ
3196τὰς ζητηθείσας πιστώσεις καὶ μετὰ τὴν
3197ἀφαίρεσιν τῆς προικὸς τῆς πριγκηπίσ-
3198σης Μαρίας » 3,498,830.20
3199Αὔξησις δαπανῶν δι’ ὑπεγ. προσόδους » 600,000.—
3200Αὔξησις δαπανῶν δι’ ἐπιστροφὴν
3201ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων » 200,000.—
3202Προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους » 1,500,000.—
3203Ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις » 1,000,000.—
3204 δρ.118,837,519.54
3205Ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἀφαιρούμεναι » 6,420.000.—
3206Τὸ ὅλον δρ.112,417,519.54
3207Κατὰ τὸ 1901 αὐξάνουν τὰ ἔξοδα ἐκ τελῶν ταχυδρομι-
3208κῶν κατὰ δρ. 391,910, καὶ ἐκ προξενικῶν τελῶν κατὰ δρ.
3209239,517, ἤτοι κατὰ δραχ. 631,427, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ δη-
3210μοσίου χρέους ἔσονται, ὡς ἔγγιστα, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1900,
3211διότι τὰ πλεονάσματα τοῦ 1900 ἔσονται ὅσα καὶ τὰ τοῦ
32121899. Ὥστε αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους 1901 θέλουσιν ἀνέλθει
3213εἰς δραχ. 112,417,519,54, καὶ 631,427, τὸ ὅλον δραχ.
3214113,048,946.54.
3215Ἄς παραβάλωμεν καὶ τὰς δαπάνας ταύτας πρὸς τὴν μέ-
3216σην δαπάνην τῶν ἐτῶν 1893, 1894 καὶ 1895. Εἶναι αὕτη
321784,958,786.80, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἐκλογῶν,
3218κατασκευῆς σιδηροδρόμων, βοηθημάτων εἰς παθόντας ἐκ σει-
3219σμῶν, καὶ δαπανῶν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, αἵτινες ἐπλη-
3220ρώνοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δή-
3221μων, ἣν ἀφῃρέσαμεν ἐπίσης ἐκ τῶν ἐσόδων. Ἡ αὔξησις λοι-
3222πὸν τῶν δαπανῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμε-
3223ρον ἀνέρχεται εἰς δραχ. 28,090,159.74, ὅτε ἡ αὔξησις τῶν
3224ἐσόδων εἶναι 16,602,659, ὡς εἴδομεν.
3225Ἐνώπιον τοῦ ἀπροσδοκήτου τούτου ἀποτελέσματος ἐζή-
3226τησα νὰ ἴδω, πόσαι εἶναι αἱ δαπάναι, αἵτινες ηὔξησαν ἕνεκα
3227περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως,
3228ἢ καὶ ἐκ τῆς προόδου αὐτῆς τῶν ἐσόδων, προκαλούσης καὶ
3229ἀνάλογον αὔξησιν τῶν ἐξόδων, καὶ εὗρον τὰ ἑξῆς ἀποτελέ-
3230σματα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
32311)Αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ηὔξη-
3232 σαν ἀπὸ 30,721,202 εἰς 42,878.634,
3233 ἤτοι κατὰ δρ.12,157,432
32342)Τὰ ἔξοδα εἰσπράξεως φόρων ἀπὸ
3235 8,194,101 εἰς 10,511,391, ἤτοι κατὰ» 2,317,290
32363)Αἱ διάφοροι πληρωμαὶ ἀπὸ δραχ.
3237 1,677,597 εἰς δραχ. 3,498,830, ἤτοι
3238 κατὰ » 1,381,233
32394)Τὰ ἔξοδα ταχυδρομείων καὶ τηλεγρά-
3240 φων ἀπὸ 2,287,797 εἰς 3,298,390, ἤ-
3241 τοι κατὰ » 1,010,593
32425)Αἱ προξενικαὶ δαπάναι ἀπὸ 729,315
3243 εἰς 928,800, ἤτοι κατὰ » 199,485
3244 Τὸ ὅλον » 17,506,033
3245Οὕτως ἐκ τῶν δρ. 28,090,159.74 περιπλέον δαπανῶν
324617,506,033 εἶναι ἀπαραίτητοι, ἢ δικαιολογοῦνται ἐκ τῆς
3247αὐξήσεως τῶν ἀντιστοίχων ἐσόδων, ἅτινα, ὄχι μόνον καλύ-
3248πτουσι τὰς περιπλέον δαπάνας, ἀλλ’ ἀφίνουσι καὶ κέρδος
3249σπουδαῖον. Π. χ. τὰ ἔσοδα ἐκ ταχυδρομείων καὶ τηλεγρά-
3250φων ηὔξησαν ἀπὸ 2,336,604 εἰς 4,000,000, ὡς ἔγγιστα,
3251δικαιολογοῦντα οὕτω πληρέστατα τὰς περιπλέον δαπάνας.
3252Εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων ηὔξησε
3253κατὰ δρ. 16,602,659, ὅτε τὰ ἔξοδα ηὔξησαν κατὰ δραχ.
325428,090,159.74. Ἔχομεν λοιπὸν περιπλέον ἔξοδα ἐκ δραχ.
325511,487,500, ἅτινα ἐν μέρει καλύπτονται ἀπὸ τὰ περισσεύ-
3256ματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν αἱ χρήσεις τοῦ 1893,1894 καὶ 1895,
3257ἦσαν δὲ ταῦτα ἐτησίως 7,073,285· ἂν δὲ ταῦτα ἀφαιρεθῶσιν
3258ἀπὸ τὰ 11,487,500, ἔχομεν διαφορὰν 4,414,225, ἥτις δὲν
3259καλύπτεται, καὶ εἶναι ἔλλειμμα δυστυχῶς βέβαιον, τὸ ὁποῖον
3260ἤθελεν ἀφήσει ἡ χρῆσις τοῦ 1900, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχε
3261καταστραφῆ ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος καὶ τῶν σταφυλῶν ἐκ
3262τοῦ περονοσπόρου, εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀφήσῃ καὶ
3263τὸ 1901, ἂν δὲν ἔχῃ καιρικὰς περιστάσεις δυσμενεῖς. Μάλι-
3264στα κατὰ τὸ 1901 τὸ ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει κατὰ 960,000
3265δραχ. ἕνεκα τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου,
3266ὅπερ ἀφαιρεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
3267ἐσόδων, καὶ θέλει ἀνέλθει εἰς 5,374,225. Θέλει ἐπίσης αὐ-
3268ξήσει, ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι περὶ ἀστυ-
3269νομίας καὶ χωροφυλακῆς.
3270Εἶπον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1900 ἤθελεν ἀνέλθει εἰς δρ.
32714,414,225, ἂν ἦτο ἔτος ὁμαλόν. Ἂς ἴδωμεν ἤδη, κατὰ πό-
3272σον αἱ καιρικαὶ δυσμενεῖς περιστάσεις ἐπηύξησαν τὸ ἔλλειμ-
3273μα τοῦ 1900.
3274Κατὰ τὰς καταστάσεις, ἃς κατέθεσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς,
3275περὶ τῆς πιθανῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος κατὰ τὸ 1900, θὰ
3276ἔχωμεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3277Ἐξαγωγὴ σταφίδος, πλὴν Ἑπτανήσου (περιλαμβανομέ-
3278νου καὶ τοῦ φόρου τῶν 4 δρ. εἰς εἶδος) δρ.1,646,104.85
3279Ἐξαγωγὴ σταφίδος Ἑπτανήσου μέ-
3280χρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἄνευ τοῦ φόρου τούτου » 427,055.20
3281Ἐξαγωγὴ σταφίδος κατὰ μῆνα Νοέμβριον » 31,766.75
3282Ἐξαγωγὴ σταφίδος κατὰ μῆνα Δε-
3283κέμβριον (κατ’ εἰκασίαν τὸ αὐτὸ ποσὸν) » 31,766.75
3284Φόρος 4 δρ. εἰς εἶδος διὰ τὴν σταφίδα Ἑπτανήσου » 130,823.65
3285Τὸ ὅλον δρ.2,267,517.20
3286Κατὰ τὸ 1899 ἡ ἐξαγωγὴ εἶχεν ἀνέλθει:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3287Ἐξ Ἑπτανήσου εἰς δρ.1,023,448.78
3288Ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος » 3,917,203.—
3289Τὸ ὅλον δρ.4,940,651.78
3290Ἀφαιρουμένης τῆς παραγωγῆς τοῦ 1900 ἐκ 2,267,517.20
3291μένει ὑπόλοιπον δρ.2,673,134.58
3292τὸ ὁποῖον δεικνύει κατὰ πόσον ὑστέρησε τὸ 1900 ὡς ἐκ τοῦ
3293περονοσπόρου.
3294Ὡς πρὸς τὰς ἀμπέλους δέ, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὴν
3295ἑξῆς σκέψιν. Εἴδομεν προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἡ
3296ἀπόδοσις τοῦ εἰσπραχθέντος φόρου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν βε-
3297βαιωθέντα, ἦτο 62,8%. Ἐξ ἄλλου μέρους ἔχομεν ὡς βε-
3298βαιωμένον τὸ 1900 τὸ ποσὸν δρ. 3,256,000, συμφώνως πρὸς
3299τὸν νόμον. Ἂν λοιπὸν αἱ περιστάσεις ἦσαν ὅμοιαι κατὰ τὸ
33001900 μὲ τὰς τοῦ 1899, θὰ εἴχομεν ἀπόδοσιν 62,8% ἐπὶ
33013,256,000, ἤτοι ἔσοδον δραχ. 2,044,768. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς
3302ἐνσκηψάσης ἀφορίας κατὰ τὸ 1900 δὲν δυνάμεθα νὰ παρα-
3303δεχθῶμεν ἀπόδοσιν καλλιτέραν τῶν 50% ἐπὶ τῶν βεβαιω-
3304θέντων, ἤτοι εἴσπραξιν τὸ πολὺ δραχ. 1,628,000. Ἄρα θὰ
3305ὑστερήσῃ τὸ 1900 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ δραχ.
3306416,768.
3307§255ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ὅρος εἶναι ἀνώτερος κατὰ τὸ 1900.
3308§256ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ βεβαιωμένα τοῦ
3309κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις δίδει βεβαιωμένα 3,256,000. Ὁμιλῶ
3310ὅμως ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως, καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τοῦ 1900
3311θέλει ἀποδώσει ἐκ τῶν βεβαιωμένων 50%.
3312§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3313Ὑποθέτω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀποδόσεως, ὁμιλεῖτε περὶ
3314εἰσπραξίμου ποσοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ βεβαιούμενον. Λοιπὸν
3315ὑπενθυμίζω ὑμῖν, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ
33161899 ἐβεβαιώθη κατὰ τὸν Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον
3317τοῦ 1900, ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν.
3318Ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ 1899 συνέπεσε
3319μὲ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ περονοσπόρου, καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν
3320ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ
3321ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Καὶ ὅλα τὰ παράπονα,
3322τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν, δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν φόρον τοῦ 1900,
3323ἀλλ’ εἰς τὸν τοῦ 1899. Τώρα, ὡς πρὸς τὸ 1900, δὲν ἔχετε
3324ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῆτε τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1899, διότι,
3325ἂν ὁ φόρος ἐκεῖνος ἐβεβαιοῦτο ἐγκαίρως, θὰ εἰσεπράττετο μετὰ
3326καθυστερήσεως 10%, ἀλλὰ διὰ τὸ 1900 δὲν ἔχετε ἀνάγ-
3327κην νὰ προστρέξητε εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899, διότι ἔχο-
3328μεν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ φόρος τοῦ 1900 εἰς τὰς
3329ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου, δω-
3330ρεῖται. Δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῆτέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σχέ-
3331σιν πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοῦ 1900· διότι, ἐὰν ἡ
3332εἴσπραξις τοῦ φόρου τοῦ 1899 ἐπεχειρεῖτο ἐγκαίρως, δὲν θὰ
3333εἴχομεν καθυστέρησιν.
3334§258ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ ἀκριβῶς
3335τὰς σκέψεις μου. Λαμβάνω τὰ βεβαιωμένα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν
3336λέγω, ὅτι ἡ εἴσπραξις εἶναι 62,8%, ἢ 50%, κατὰ τὰς και-
3337ρικὰς περιστάσεις. Ἔχετε βεβαιωμένα διπλάσια; Θὰ εἰσπρά-
3338ξητε διπλάσια, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι αἱ αὐταί, ἐὰν ἔχητε
3339δηλαδὴ τὴν αὐτὴν ἀπόδοσιν. Ἀλλὰ τὸ 1899 αἱ περιστά-
3340σεις ἦσαν ἄλλαι, καὶ τὸ 1900 ἄλλαι, καὶ ἂν παραδεχθῆτε
334162% περίπου τὸ 1899, βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε
334250% ἀπόδοσιν ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τὸ 1901.
3343§259Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1899 εἶχε βεβαιωθῆ φό-
3344ρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων 2,900,000. Ἀλλὰ κατὰ τὴν κατά-
3345ταξιν, ἥτις ἐγένετο, ὑπεχρεώθησαν ἄμπελοί τινες νὰ πληρώ-
3346σωσι διὰ φόρον 6 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἕνεκα ὅμως παρα-
3347πόνων, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν, ἐγένετο κατὰ τὸ 1900 νόμος,
3348ὃν ἐγὼ ἐπολέμησα, καθ’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπραχθῇ
3349φόρος πλέον τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Εἰσεπράχθη
3350δὲ ὁ φόρος οὗτος μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου καὶ
3351τῆς πρώτης κατατάξεως, ἥτις ἐγένετο. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι
3352ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τοῦ 1899 δὲν ἐβεβαιώθη ὁλόκληρος,
3353ἀλλὰ βεβαιωθήσεται μετὰ τοῦ φόρου τοῦ 1900.
3354§260ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ ὅσα εἶπον. Οὕτω δὲν δυνά-
3355μεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἄνω τῶν δραχ.
33561,625,000. Διὰ τὸ 1901 ὑπολογίζω ἀπόδοσιν 62,8%, ὅσην
3357εἴχομεν κατὰ τὸ 1899, ἤτοι ὑπολογίζω, ὅτι τὸ ἔσοδον θὰ
3358ἀνέλθῃ εἰς 2,044,768. Καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτως ἔλλειμμα ἐκ
3359τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ δραχ. 355,232.
3360§261Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ἄλλου φόρου 62% ἀπό-
3361δοσιν;
3362§262ΝΕΓΡΗΣ. Ἂν θεωρῆτε τὴν ἀπόδοσιν τοῦ 1899 εἰς δρ.
336362,8%, μικρὰν, δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι ταύτην μᾶς ὑποδει-
3364κνύει ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ πρὶν ἡ πεῖρα μᾶς ὑπο-
3365δείξῃ τὸ ἐναντίον, ταύτην ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν ὡς βά-
3366σιν. Ἄλλως πράττοντες, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ πάθωμεν
3367ὅ,τι συνέβη μὲ τὸν κανονισμὸν τῶν παλαιῶν χρεῶν, δηλαδὴ νὰ
3368προϋπολογίζωνται 1,500,000 δραχμαὶ, νὰ εἰσπράττωνται δὲ
3369100,000 ἢ 150,000.
3370§263ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχει διαφορά.
3371§264ΝΕΓΡΗΣ. Οὕτω, Κύριοι, ὁ περονόσπορος ἠλάττωσε τὰς
3372μὲν εἰσπράξεις τῆς σταφίδος κατὰ δραχ. 2,673,134.58, τὰς
3373δὲ τῶν ἀμπέλων κατὰ δραχ. 416,768, τὸ ὅλον κατὰ δραχ.
33743,089,902.58· ἤτοι κατὰ 3,090,000 κατὰ προσέγγισιν.
3375Ἐξ ἄλλου μέρους, ὅπως ἀνεύρωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν δραχ.
33764,414,225, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπῆρχεν ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς,
3377δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξ 1,273,122.31 εἴσπραξιν τοῦ
33781900 ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1898, διότι τὸ ἔσοδον
3379τοῦτο εἶναι εἰδικὸν τοῦ 1900, καὶ δὲν θέλει ἐπαναληφθῆ·
3380ὑπολογίζοντες ὅμως τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ 1900, ὀφεί-
3381λομεν νὰ λάβωμεν καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀφαιροῦμεν αὐτὸ
3382ἐκ τοῦ ὡς προαναφερθέντος καθυστερήματος τῆς σταφίδος
3383καὶ ἀμπέλων, καὶ οὕτω τὸ καθυστέρημα περιορίζεται εἰς
33841,816,780.27. Ἂν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ
3385ὁποῖον προανέφερα ὡς ἔλλειμμα τακτικῶν καὶ ὁμαλῶν χρή-
3386σεων, ἐκ 4,414,225· ἂν ἐπίσης λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ
3387σιγαρόχαρτον κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου
3388περὶ καπνοῦ παρουσιάζει κατὰ τὸ 1900 δραχμῶν 250,000
3389ἐλάττωσιν, ἣν δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ φόρος ἐξ ἀνταλλάγ-
3390ματος ἀπαλλαγῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀφίνει ἐπίσης
3391κατὰ τὸ 1900 ὑπὲρ τὰς 450,000 δραχ. ἐλάττωσιν, εὑρίσκο-
3392μεν, ὅτι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1900 ἀνέρχεται εἰς
33936,931,005 δραχμάς.
3394Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα στηρίζω ἐπὶ τῶν ἐπισήμων
3395καταστάσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῶν δη-
3396λώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ 1900 θ’ ἀφήσῃ ἀδιαθέ-
3397τους πιστώσεις 6,420,000 δρ. Ἂν ἀκριβεῖς ἦναι αἱ δηλώ-
3398σεις, ἀκριβῆ εἶναι καὶ τὰ συμπεράσματα, ἅπερ ἐξήγαγον.
3399Ἂν, τοὐναντίον, αὐξήσουν αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, — ἐλπί-
3400ζω δὲ καὶ εὔχομαι, ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη εἰς τὴν ἀναπό-
3401δραστον ἀνάγκην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας,
3402νὰ αὐξήσῃ ταύτας — τότε δέον καὶ τὰ συμπεράσματα νὰ
3403τροποποιηθοῦν ἀναλόγως.
3404Εἴμεθα ἤδη μακρὰν τοῦ περισσεύματος τῶν 4,538,381
3405δραχμῶν, ὅπερ παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν χρῆσιν
3406τοῦ 1900, ὅσον καὶ ἂν τὸ περιώριζε μετὰ ταῦτα διὰ τῆς
3407δηλώσεως, ὅτι θὰ ζητήσῃ νέας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις
3408ἐκ 2,000,000 δραχμῶν. Διαφωνοῦμεν δηλαδὴ πρὸς τὸν κ.
3409Ὑπουργὸν κατὰ 8 ἕως 9 ἑκατομμύρια διὰ τὸ 1900. Ὡς πρὸς
3410δὲ τὸ 1901, ὁ κ. Ὑπουργὸς παρουσιάζει τρία ἑκατομμύρια
3411περίσσευμα, ὅτε εὕρισκον ἔλλειμμα 4,760,000. Ὥστε καὶ
3412ἐνταῦθα διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν κατὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ
3413ἑκατομμύρια.
3414Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ σημεῖα τῆς διαφωνίας. Καὶ ἐν-
3415ταῦθα λαμβάνω εἰς χεῖρας τὰς καταστάσεις περὶ ὑποθετι-
3416κῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900, ἃς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ
3417κ. Ὑπουργός. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἤδη ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
3418φος ἐξ Ἑρμιονίδος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς
3419Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ συγχαρῶ αὐτὸν
3420ἐπὶ τῇ ὡραίᾳ αὐτοῦ ἀγορεύσει, ἥτις κατατάσσει ἤδη αὐτὸν
3421μεταξὺ τῶν καλλιτέρων ῥητόρων τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ κακίσω
3422αὐτὸν, πῶς, τοσοῦτον ἔχων ὀξεῖαν τὴν διάνοιαν, ἐστηρίχθη
3423ἐπὶ καταστάσεων, οὐδεμίαν ἐχουσῶν βάσιν στερεὰν, καὶ οὕτω
3424προήχθη εἰς συμπεράσματα ὅλως ἐσφαλμένα ἐπὶ τῆς οἰκο-
3425νομικῆς ἡμῶν καταστάσεως.
3426Καὶ πρῶτον, ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἀμέσων φόρων,
3427ποῖα στοιχεῖα μᾶς παρουσιάζουσιν, ὅπως δικαιολογήσωσι τὰς
3428αὐξήσεις; Οὐδέν! Ἁπλῶς λέγουν: «ἐλπίζεται νὰ αὐξήσῃ ὁ
3429φόρος κατὰ τοσοῦτον», ἢ «ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ αὐξήσῃ ὁ
3430φόρος κατὰ τοσοῦτον». Εἶναι ταῦτα στοιχεῖα μελέτης; Ὅπου
3431δὲ ζητοῦσι νὰ στηριχθῶσιν εἰς ἀποτελέσματα προγενέστερα,
3432περιπίπτουν εἰς σφάλματα. Οὕτω λέγουσι περὶ τοῦ φόρου
3433βοσκησίμων γαιῶν: «Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους
34341899 κρίνοντες, ὑπολογίζομεν βεβαιωθησόμενα ἐν ὅλῳ δρ.
3435268,000, καὶ εἰσπραχθησόμενα 220,000.» Τί δὲ εἰσεπρά-
3436χθη τὸ 1899; Εἰσεπράχθη ποσὸν 166,606. Πῶς λοιπὸν
3437δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι τὸ ἀμέσως
3438ἑπόμενον ἔτος 220,000;
3439§265Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ
3440φόρος οὗτος εἰσπράττεται τὸν Ἰανουάριον.
3441§266ΝΕΓΡΗΣ. Ἠκούσατε τὸν συλλογισμόν μου. Ἐὰν ηὕρατε
3442αὐτὸν ἀνακριβῆ, ὑποδείξατε τὸ σφαλερὸν αὐτοῦ.
3443§267Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3444συνεζήτησε περὶ τοῦ φόρου τούτου διὰ μακρῶν, καὶ ἀπε-
3445φάνθη, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτοῦ ἄνω τῶν 200,000 δραχμῶν.
3446§268ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε
3447ἰδέαν θέλῃ· ἐὰν ὅμως ἔχῃ ἰδέαν, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀνα-
3448κριβῆ, ἂς μὲ διαψεύσῃ.
3449§269Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄντως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παρά τε
3450τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας ὑπελογίσθη, ὅτι τὸ
3451Δημόσιον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τούτου
3452πλειότερα τῶν ὑπολογισθέντων. Διότι, ἐὰν ἐπιδιωχθῇ ἡ
3453ἐπιμελεστέρα εἴσπραξις, θὰ κατορθωθῇ εὐχερῶς τοῦτο.
3454§270ΝΕΓΡΗΣ. Λέγετε, παρατηρῶ, «ἐάν».
3455§271Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάντοτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ταύτην
3456ὁμιλῶ· διότι ἡ ἐνοικίασις τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἠλπίσαμεν
3457ὅτι θὰ γείνῃ ἐπιμελεστέρα, καθόσον μέχρι τοῦδε διέφευγον,
3458κατὰ περίεργον τρόπον, ὃν ἀποφεύγω νὰ ἀναπτύξω, οἱ ἐνοι-
3459κιασταὶ τὸ πραγματικὸν ποσὸν, τὸ εἰσπραττόμενον ἐπὶ τῇ
3460βάσει τῶν ἐνοικιάσεων τῶν βοσκησίμων γαιῶν — διότι ἐπὶ τῇ
3461βάσει τῶν συμβολαίων τῶν ἐνοικιάσεων εἰσπράττεται ὁ φό-
3462ρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν. — Ἐὰν λοιπὸν καταβληθῇ μεγα-
3463λειτέρα ἐπιμέλεια, ὡς ἐλπίζω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν
3464αὐτὴν, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ
3465καὶ 100,000 δραχ. ἐπὶ πλέον.
3466§272ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅπως συμπεράνητε, λέγετε:
3467«ἐὰν ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐπιμελεστέρα εἴσπραξις, θὰ κατορθωθῇ
3468εὐχερῶς τοῦτο». Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν βλέπω τ’ ἀποτελέσματα
3469τῆς ἐπιμελεστέρας εἰσπράξεως, δὲν πιστεύω εἰς αὐτήν.
3470Ὥστε δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
3471τοιαύτην αὔξησιν οὐδὲ διὰ τὸ 1900, οὐδὲ διὰ τὸ 1901.
3472Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σύκων, παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τοὺς
347311 μῆνας τοῦ 1899 εἰσεπράχθησαν δραχ. 339,821.38, κατὰ
3474τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν δραχ. 312,765.70,
3475δηλαδὴ ὀλιγώτεραι· προϋπολογίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
3476θὰ εἰσπράξῃ 112,000 δραχμὰς περιπλέον!
3477Ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, εἶπον ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸ
34781899 ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν μόνον 62,8%,
3479καὶ ἤδη διὰ τὸ 1900, ἐν μέσῳ τῆς τοσαύτης δυστυχίας, ἐλ-
3480πίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσπράξῃ ὄχι μικρότερον ποσοστὸν,
3481ἀλλὰ μεγαλύτερον, ἤτοι 70%, ἐνῷ ἐγὼ ὑπολογίζω, συμ-
3482φώνως πρὸς ὅσα ἐξέθεσα προηγουμένως, τὰς ἐξ ἀμπέλων
3483εἰσπράξεις πολὺ ὀλιγωτέρας.
3484Τοὐναντίον, ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον ἐκ σταφίδος, παραδέχο-
3485μαι σχεδὸν τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὸ ἔτος
34861900, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὸ 1901. Δὲν δύναμαι νὰ παραδε-
3487χθῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐλάττωσιν τῆς παρα-
3488γωγῆς θὰ ἔχωμεν καλλίτερα ἀποτελέσματα τὸ 1901 ἀφ’ ὅσα
3489εἴχομεν τὸ 1899. Παραδέχομαι νὰ ἀναγράψω καὶ τὸ 1901
3490ὅσα ἀποτελέσματα εἴχομεν διὰ τὸ 1899. Ὡς ἐκ τούτου
3491βεβαίως πρῶτον θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς σταφίδος τοῦ 1900 τὰ
3492ἀποτελέσματα τὰ γνωστὰ ἡμῖν, ὡς τὰ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ.
3493Ὑπουργός· διότι ἡ διαφορά μας εἶναι ἀσήμαντος. Διὰ δὲ τὸ
34941901 ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ἐλαττώσω κατὰ δραχ. 178,000,
3495ἀναγράφων ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ 1899.
3496§273Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῆς σταφίδος;
3497§274ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ἀναγράφω ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ
34981899.
3499§275Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3500Ἀναγράφετε διὰ τὸ 1901;
3501§276ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸ 1900. Εἶναι τὰ πράγματα, ὅπως τὰ
3502ἔχετε ὑμεῖς, μὲ μικρὰν διαφοράν, προερχομένην ἐξ ὅσων μοὶ
3503ἐδώκατε τελευταίως νεωτέρων σημειωμάτων. Ἀνέγραψα ὅσα
3504ἔχετε εἰς τὴν τελευταίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδώ-
3505κατε.
3506Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου τὰ αὐτὰ
3507ἔχω νὰ εἴπω, ὡς καὶ περὶ τῆς ἄλλης σταφίδος· παραδέχο-
3508μαι διὰ τὸ 1901 ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ 1899, ἀλλ’ οὐδὲν
3509περιπλέον. Ὡς ἐκ τούτου τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τὸ 1901
3510θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ δραχ. 50,000.
3511Ἔρχομαι, Κύριοι, τώρα εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ
3512ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου. Τὸ 1900 ἀναγράφομεν εἰς τὸν Προ-
3513ϋπολογισμὸν 880,000 δραχμάς. Ἔχομεν δὲ εἴσπραξιν: τοὺς
3514δέκα πρώτους μῆνας 351,000, τὸν δὲ Νοέμβριον 201,000,
3515κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παραδέχομαι, ὅτι
3516τὸν Δεκέμβριον θὰ εἰσπράξωμεν τὰ αὐτὰ, 201,000, ὅτι δη-
3517λαδὴ θὰ φθάσωμεν εἰς 753,000 ἐν ὅλῳ. Ὥστε ἔχομεν ἔλ-
3518λειμμα δραχ. 123,000. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν 200,000 δὲν εἶναι
3519μικρὸν διὰ τὸν Δεκέμβριον.
3520§277Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας,
3521θὰ ἦναι τὸ διπλάσιον.
3522§278ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ 1901.
3523Εἰς τὸ 1901 ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγράφει 1,738,000...
3524§279Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐφετεινῆς
3525ἐσοδείας τῆς Κερκύρας, ἥτις ὑπολογίζεται ἄφθονος. Βλέπετε,
3526εἰς τὴν Κέρκυραν δὲν ὑπῆρχεν ἐσοδεία κατὰ τὰ τελευταῖα
3527ἔτη, διότι ὁ ἐλαιόκαρπος κατεστρέφετο· διὰ τῆς ἐφετεινῆς
3528ὅμως ἐσοδείας τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ ἱκανὸν ποσόν· ὑπο-
3529λογίζει βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ παραχθῶσιν ἴσως βα-
3530ρέλαι 200,000. Τὸ ποσὸν βεβαίως εἶναι ὑπερβολικὸν κατὰ
3531πολὺ, διότι, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκεῖθεν πληροφορίας, ὑπέ-
3532στη βλάβην ὁ ἐλαιόκαρπος ἐν Κερκύρᾳ σπουδαίαν, ἀλλ’ ὁ-
3533πωσδήποτε, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολειφθέντος ποσοῦ θὰ εἰσπράξῃ
3534ποσὸν πολὺ πλειότερον τοῦ ὅσον ὑπολογίζεται. Ἰδοὺ ὁ λό-
3535γος, δι’ ὃν βλέπετε, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κονδύλιον τοῦτο,
3536ἀναγράφεται ποσὸν πολὺ ὑπέρτερον ἀπὸ τὸ τοῦ 1898.
3537§280ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Καὶ διὰ τοῦτο παραδέχομαι εἴσπρα-
3538ξιν 1,100,000 δραχμῶν.
3539§281Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ πο-
3540σοῦ ἔρχεται ἡ τιμὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα, διότι ἡ τιμὴ
3541τοῦ ἐλαίου ἀνῆλθε κατὰ βαρέλαν εἰς δραχ. 70, ἐνῷ ἄλλοτε
3542ἦτο καὶ 50 καὶ 45.
3543§282Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι. Ὑπολογίζω, ὅτι δὲν θὰ εἰσ-
3544πραχθῇ τὸ προϋπολογισθὲν, ἀλλὰ θὰ εἰσπραχθῇ πάντως τὸ
3545ποσὸν τὸ ἀναφερθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
3546τοῦ.
3547§283Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑπτα-
3548νήσῃ καθωρισμένος ὁ φόρος, ἀλλὰ κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει
3549τῆς τιμῆς.
3550§284ΝΕΓΡΗΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ
3551τις, ὅταν θέλῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὰ πράγματα. Ἐζήτησα ἀπὸ
3552τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν τῶν εἰσπράξεων
3553τῶν δέκα τελευταίων ἐτῶν. Δυστυχῶς, δὲν ἠδυνήθη νὰ μοὶ
3554δώσῃ ἢ μόνον μέχρι τοῦ 1893. Τὰ ποσὰ εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀνα-
3555γινώσκει):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3556Ἔτος 1893δραχ. 861,867
3557» 1894» 784,346
3558» 1895» 501,112
3559» 1896» 643,559
3560» 1897» 713,156
3561» 1898» 1,099,921
3562» 1899» 544,000
3563Νομίζω, ὅτι, ἂν παραδεχθῇ τις τὸ ἀνώτατον ποσὸν δραχ.
35641,100,000, εἶναι δίκαιον. Καὶ τοῦτο πράττω.
3565Καὶ ἤδη ἐξετάζω τὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Τὸ
35661899, ἀπέναντι βεβαιωθέντων 4,020,617, εἰσεπράχθησαν
35673,478,815, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μέχρι
3568τέλους Σεπτεμβρίου εἶχον βεβαιωθῆ 3,151,000. Ὁ κύριος
3569Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ βεβαιωθῶσιν ἀκόμη 754,209,
3570δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν βεβαιωμένα 3,906,000 δρ. Ἀλλὰ, Κύ-
3571ριοι, ἀφοῦ τὸ 1899, ἐπὶ βεβαιωμένων δρ. 4,020,000, εἰσε-
3572πράχθησαν 3,478,815, δὲν βλέπω, πῶς δύναμαι νὰ παρα-
3573δεχθῶ, ὅτι ἐκ βεβαιωμένων ὀλιγωτέρων κατὰ 100,000 θὰ
3574εἰσπράξωμεν περισσότερα κατὰ 200,000; Ὥστε ἀφαιρῶ τὴν
3575αὔξησιν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τὸ
35761901 τὸ ἀφίνω ὅπως τὸ ἔχει. Διότι τόσον ὀλίγην πεποί-
3577θησιν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τού-
3578του, ὥστε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους δὲν
3579προσθέτει 200,000, ἀλλὰ 100,000!
3580§285Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τῶν
3581ἐπιτηδευμάτων θὰ πέσῃ κάτω τὸ 1900.
3582§286ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ὁ κ. Ὑπουρ-
3583γὸς ὑπολογίζει αὔξησιν τὸ 1900 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1899
3584κατὰ δραχ. 224,000, ἐνῷ ἀπέδειξα προηγουμένως, ὅτι ἡ
3585βαθμιαία καὶ κανονικὴ αὔξησις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ
3586τὰς 92,000 δραχμάς. Τὸ 1901 τὸ ἀφίνω ὅπως τὸ ἔχει ὁ κ.
3587Ὑπουργός.
3588Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τελωνειακὸν δασμὸν εἰσαγωγῆς, κατὰ
3589τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκε τὴν ἑσπέραν ταύτην
3590ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι 2½ ἑκατομμύρια,
3591ἀλλὰ 2,873,000.
3592§287Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3593Εἶναι κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1899;
3594§288ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦ 1899.
3595§289ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1899 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς
359633,000,000· εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὅμως τοῦ 1900 ἀνε-
3597γράφησαν 32½ ἑκατομμύρια. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἀνε-
3598γνώσατε, εἶναι σύγκρισις πρὸς τὸ 1899.
3599§290ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
3600§291Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
3601§292ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιμένετε ἀπὸ τοὺς μῆνας Νοέμβριον
3602καὶ Δεκέμβριον νὰ εἰσπράξητε ὅσα καὶ τὸν Ὀκτώβριον;
3603Διότι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσπράξητε ὀλιγώτερα, καὶ νὰ ἀνέλθῃ
3604τὸ ὁλικὸν ποσὸν εἰς 31,000,000 μόνον.
3605§293Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ κατάστασις δεικνύει ἤδη τριάκοντα
3606ἑκατομμύρια.
3607§294ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπόψε, πρὸ τῆς διακοπῆς, μοὶ ἐδώσατε τὴν
3608κατάστασιν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔχω μαζύ μου αὐτὴν τὴν στιγ-
3609μήν.
3610§295Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3611Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν τελωνειακῶν εἰσπρά-
3612ξεων. Κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου εἴχομεν 24,900,372...
3613§296ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ Νοεμβρίου δὲν ἔχετε;
3614§297Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Νοέμβριον αἱ εἰσπράξεις
3615ἀνῆλθον εἰς 2,820,375. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν εἰσπράξεων
3616εἶχεν ἀνέλθει εἰς δρ. 27,720,747. Κατὰ τὰ δύο πρῶτα δε-
3617καήμερα τοῦ Δεκεμβρίου, ἤτοι κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον τοῦ
3618Δεκεμβρίου, εἰσεπράχθησαν 1,910,946. Ἑπομένως τὸ ὅλον
3619ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 29,631,693 τὸ ἑσπέρας τῆς 20 Δεκεμ-
3620βρίου. Ἐπειδὴ δὲ ὑπολογίζεται εἰς πολὺ ἄνω τῶν 600,000
3621ἡ εἴσπραξις τοῦ τρίτου δεκαημέρου, δι’ αὐτὸ ὑπολογίζω,
3622ὅτι εἶναι κατά τι ἄνω τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων.
3623§298ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ἐκ σημειώματος). 32,500,000, λέγει.
3624§299Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1900 βεβαίως. Εἰς τὸν Προ-
3625ϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ὑπολογίζω τριάκοντα ἑκατομμύρια.
3626§300ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ χαρτόσημον, δὲν διαφωνῶ. Τοὐ-
3627ναντίον, προσθέτω καὶ ἐκεῖ, ὅπως ἔκαμε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς
3628μειονοψηφίας, ὅσα ἀνήγγειλεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κύριος
3629Ὑπουργός.
3630Εἰς τὰ ὑπερβάλλοντα τέλη χαρτοσήμου οὐδὲν ἔχω νὰ παρα-
3631τηρήσω.
3632Εἰς τὰ τέλη τὰ προξενικὰ παραδέχομαι τὴν αὔξησιν.
3633Ὡς πρὸς τὰ τέλη τὰ ἐκπαιδευτικὰ, τὸ 1899 εἰσεπράξαμεν
3634ἐξ αὐτῶν δραχ. 903,000· τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 δρ.
3635801,837, τοὺς δὲ δέκα μῆνας τοῦ 1900 δρ. 752,562, ἤτοι
3636ὀλιγώτερα. Ὥστε δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ 1901
3637θὰ ἀποδώσῃ εἴσπραξιν ἀνωτέραν τῆς τοῦ 1899. Ἑπομένως
3638ἐκεῖθεν θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 300,000 δραχμῶν, περὶ τῶν
3639ὁποίων δὲν ἐκάματε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας λόγον.
3640Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη. Ἐκ τῶν ταχυ-
3641δρομικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ δραχ.
36421,861,308. Εἴχομεν τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 δραχμὰς
36431,528,150, τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 δραχ. 1,597,000·
3644ἔχομεν δὲ εἰσπράξει τὸν Νοέμβριον δρ. 192,574, τὰς ὁποίας
3645προσθέτω· προσθέτω καὶ διὰ τὸν Δεκέμβριον δρ. 250,000,
3646κ. Ὑπουργέ. Ὥστε ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦσθε εὐχαριστημένος.
3647Καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς δρ. 2,039,574, ἐνῷ ἔχετε προϋπο-
3648λογίσει 2,200,000. Ἄρα ἔχετε ἔλλειμμα.
3649Ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ, εἴχομεν τοὺς δέκα μῆνας τοῦ
36501899 δρ. 520,578, τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 δρ. 549,906.
3651Μᾶς ἔδωκε τὸ 1899 ἐν ὅλῳ 756,338. Δὲν δύναμαι νὰ ση-
3652μειώσω περιπλέον διὰ τὸ 1900. Μέχρι τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυ-
3653ρίου ἔχομεν ἔλλειμμα 200,000 δραχ. τοὐλάχιστον, περὶ τοῦ
3654ὁποίου δὲν ἐκάματε λόγον εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας.
3655Εἰς τὰ ἐκ ποινῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ τέλη, καὶ εἰς τὰ πρόσ-
3656θετα τέλη ὑπερημερίας συμφωνοῦμεν. Δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὸ
3657ἔσοδον ἐξ ἀνταλλάγματος ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπη-
3658ρεσίας. Τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 εἴχομεν εἴσπραξιν δραχ.
36591,698,526, τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 δραχ. 1,096,057,
3660δηλαδὴ 602,469 δρ. ὀλιγώτερον. Ἀφοῦ δὲ παρουσιάζεται ἡ
3661διαφορὰ αὕτη εἰς τοὺς δέκα μῆνας, θὰ ἐξακολουθήσῃ λίαν
3662πιθανῶς καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν. Διὰ τὸ 1900 προϋπολογίζετε
3663τὸ ποσὸν δραχ. 1,400,000, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1899. Ὥστε
3664ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1899 ἐκ δραχμῶν
36651,698,526, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα δραχ. 298,526.
3666Εἰς τὰς κρατήσεις λόγῳ συντάξεως συμφωνοῦμεν. Εἰς τὰ
3667ἔσοδα ἐκ μονοπωλίων, ἐπίσης συμφωνοῦμεν.
3668Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστι-
3669κῶν κτημάτων καὶ νομημάτων. Καὶ ἐνταῦθα θὰ ἐκφράσω
3670τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν
3671Βουλὴν κατάστασιν, παρουσιάζουσαν μὲν διὰ τὸ ἔτος 1899
3672βεβαιωμένα ἔσοδα δραχμὰς 3,972,558, εἰσπεπραγμένα δὲ
3673δρ. 1,961,549, παραπλεύρως δὲ σημειώνει διὰ τὸ 1900 βε-
3674βαιωμένα ἢ βεβαιωθησόμενα δρ. 3,471,158, εἰσπραχθησό-
3675μενα δὲ δρ. 3,471,158. Δηλαδή, ἐνῷ τὸ 1899, καθ’ ὃ αὐ-
3676τὸς οὗτος ὁ νῦν Ὑπουργὸς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ κε-
3677φάλαιον τοῦτο ἄφησεν ἔλλειμμα δραχ. 2,011,000, τὸ 1900
3678δὲν προβλέπει οὐδὲ μίαν δραχμὴν ἔλλειμμα!
3679§301Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3680Δὲν εἶναι ἔκθεσίς μου αὕτη. Ἐὰν ὅμως ἀναγνώσητε τὴν ἀγό-
3681ρευσίν μου, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπολογίζω τόσον εὐοίωνα ἀπο-
3682τελέσματα.
3683§302ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι αὗται αἱ καταστάσεις, ἃς ὑμεῖς
3684κατεθέσατε. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει ὑμῶν ὑπολογίζετε,
3685ὅτι θὰ ἀφήσῃ πάντοτε τὸ κεφάλαιον τοῦτο τετρακοσίας χι-
3686λιάδας δρ. πλεόνασμα, ἐνῷ θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα· διότι, ἐνῷ
3687τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1899
3688ἀνέρχονται εἰς 2,178,753.45, τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς
3689δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 ἀνέρχονται εἰς 200,000 ὀλι-
3690γώτερον. Ἐξ ἄλλου μέρους τὰ ὅλα εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ
36911899 ἀνέρχονται εἰς 845,843.77, ἀπέναντι προϋπολογιζο-
3692μένου τὸ 1900 ποσοῦ 1,051,600· ὥστε βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ
3693ἐκεῖθεν ὄχι πλεόνασμα 400,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔλλειμμα
3694200,000.
3695Ὅμοιον ἔλλειμμα, ἢ καὶ μεγαλείτερον, θὰ παρουσιασθῇ
3696καὶ κατὰ τὸ 1901, διότι προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1901 ἔσο-
3697δον ἐξ 1,116,300.
3698§303Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3699Θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τώρα προέρχε-
3700ται ἀπὸ τὰς ὁριστικὰς δόσεις, καὶ ὄχι ἀπὸ προσωρινὰς, εἰς
3701τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων πάντοτε οἱ ὀφειλέται ἀντιτάσ-
3702σουσι κωλύματα, λόγῳ ὅτι δὲν ὀφείλουσι.
3703§304ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ βλέπω τὰ βεβαιωμένα, καὶ λέγω, ὅτι
3704τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1899 ἐβεβαιώθησαν 2,178,753.45.
3705Τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1900 ἐβεβαιώθησαν 1,981,472.84,
3706δηλαδὴ 197,000 ὀλιγώτερα. Πῶς θὰ παραδεχθῶ λοιπὸν,
3707ὅτι θὰ δώσῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα τοῦ 1899 τὸ 1900
3708ἢ τὸ 1901;
3709Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς κρατήσεις δι’ ἱματισμόν. Τὸ 1900
3710εἰσεπράχθησαν δρ. 242,195 ἐκ τῶν πληρωμάτων τοῦ στό-
3711λου, καὶ 96 δραχμαὶ ἐκ τῶν ἀστυφυλάκων. Τὸ ὅλον δραχ.
3712242,291. Κατὰ τί, ἐρωτῶ, διαφέρει τὸ 1900 ἀπὸ τὸ 1899;
3713§305Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3714Κατὰ τοῦτο· διότι ἐπρόκειτο, κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ συν-
3715τάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, νὰ τεθῇ ἀμέσως
3716εἰς ἐνέργειαν οὗτος.
3717§306ΝΕΓΡΗΣ. Τώρα πρόκειται περὶ ἀπολογισμοῦ, ὄχι Προ-
3718ϋπολογισμοῦ.
3719§307Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε «διατὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέ-
3720γραψε τοσοῦτον ποσόν;» Διὰ τοῦτο λοιπόν.
3721§308ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν καλ-
3722λίτερα ἀποτελέσματα τὸ 1900 ἀπὸ τὸ 1899, ἐνῷ τὸ 1899
3723δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ μόνον 242,000. Δὲν βλέπω, τίνα
3724ἐλπίδα ἔχετε διὰ τὸ 1900. Ὅ,τι ἔγεινε τὸ 1899, θὰ γείνῃ
3725καὶ τὸ 1900.
3726§309Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μία μόνον ὑπάρχει διαφορά, ὅτι τὰ
3727εἰσπραχθέντα ἐξ ἱματισμοῦ δὲν εἰσήγοντο πρότερον τακτι-
3728κῶς. Κατὰ τὸν νέον νόμον, οὗτινος ὑπῆρξα εἰσηγητὴς κατὰ
3729τὴν προηγουμένην ἔκτακτον Βουλευτικὴν Σύνοδον, θὰ εἰσά-
3730γωνται τακτικῶς.
3731§310ΝΕΓΡΗΣ. Ἕτερον ἔλλειμμα θὰ ὑπάρξῃ ἐκ τοῦ ἐσόδου
3732τῶν καθυστερουμένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Εἰσεπρά-
3733χθησαν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1900
3734δρ. 2,205,938.66, τὸν μῆνα Νοέμβριον 233,602,29. Ὑπολο-
3735γίζω διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν
3736ἀντίστοιχον μῆνα τοῦ 1899, ἤτοι δρ. 379,433.71, καὶ οὕτω,
3737ἀθροίζων τὰ ποσὰ ταῦτα, φθάνω εἰς 2,818,974.66, ἀπέναντι
3738προϋπολογισθέντων 3,500,000. Ἄρα τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀφί-
3739νει ἔλλειμμα δρ. 681,025.34, ἐνῷ οὐδὲν περὶ τούτου εἶπεν
3740ὁ κ. Ὑπουργός.
3741Περὶ τῶν ἀπροβλέπτων ἐξήγησα ἤδη, ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ ἀνα-
3742γραφόμενον δὲν εἶναι τακτικὸν ἔσοδον, δι’ ὃ ἐκπίπτω καὶ
3743τοῦτο.
3744Ἐπίσης εἶπον, ὅτι δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔσοδον ἐκ
3745κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν· καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους.
3746Ὡς βλέπετε, Κύριοι, αἱ διαφοραὶ αὗται ἀνέρχονται ἤδη
3747εἰς πολὰ ἑκατομμύρια.
3748Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα.
3749§311Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3750Ὅτε, κατὰ τὸ παρελθόν, συνεζητήσατε ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
3751γισμοῦ τοῦ 1900, ὑπεστηρίξατε, ὅτι τὰ ἔσοδα ἤθελον ἀνέλ-
3752θει εἰς 112 ἑκατομμύρια, καὶ οὐχὶ εἰς 107, τὰ ὁποῖα ὑπε-
3753στήριζον ἐγώ. Τώρα πῶς μετεβάλετε γνώμην;
3754§312ΝΕΓΡΗΣ. Μετέβαλον γνώμην, ἀφοῦ καὶ ὑμεῖς ἠλλάξατε
3755πορείαν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί μου σήμερον στη-
3756ρίζονται εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ὑμετέρας διοικήσεως, οὐδὲ
3757δύναμαι νὰ εὐθύνωμαι, ἂν τ’ ἀποτελέσματα δὲν ἀνταποκρί-
3758νωνται εἰς τὰς δικαίας ἐλπίδας, ἃς ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ, ἂν
3759ἄλλως διῳκοῦντο τὰ πράγματα τῆς χώρας.
3760Εἶπον, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ διαφοραὶ τῶν ἐσόδων τῶν
3761ἀληθῶν πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Ἀλλ’ εἰς ταύτας προσ-
3762τίθενται καὶ αἱ περιπλέον δαπάναι τοῦ δημοσίου χρέους,
3763τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τῶν προκαταβολῶν εἰς τὴν δημο-
3764τικὴν ἐκπαίδευσιν, τῆς ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτων εἰσπεπραγ-
3765μένων, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον προηγουμένως. Δὲν ἠλάττωσα
3766δὲ διὰ τὸ 1901 τὰς δαπάνας τοῦ πετρελαίου, ἐνῷ ὁ κύριος
3767Ὑπουργὸς ἠλάττωσε ταύτας κατὰ 1,238,000. Μᾶς εἶπεν
3768ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχει ἀποθέματα, ἅτινα θὰ τὸν ἀπαλ-
3769λάξωσι τῆς ἀνάγκης νὰ ἀγοράσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν πετρελαίου
3770κατὰ τὸ 1901. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ πάλιν, ὅτι ἀπόθεμα πρέ-
3771πει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ὑπῆρχε τοιοῦτον πάντοτε, καὶ
3772καθ’ ὅσον αὐξάνει ἡ κατανάλωσις, δέον καὶ τὸ ἀπόθεμα νὰ
3773ἦναι μεγαλείτερον. Ἀλλ’ ἂς ὑπολογίσωμεν, ἂν τὸ ἀπόθεμα
3774ηὔξησεν ὑπερόγκως κατὰ τὸ 1900. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν
3775συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἀναπληρωμα-
3776τικὴ πίστωσις διὰ προμήθειαν πετρελαίου, τὸ Δημόσιον ἐπρο-
3777μηθεύθη 225,867 κιβώτια. Κατὰ κατάστασιν, ἣν ὁ κύριος
3778Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ κατανάλωσις τοῦ πε-
3779τρελαίου κατὰ τὸ 1900 θὰ ἦναι ἡ ἑξῆς: Μέχρι 31 Ὀκτω-
3780βρίου 161,814½ κιβώτια, τὸν μῆνα Νοέμβριον 26,882½
3781κιβώτια. Τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1900 καταναλωθήσον-
3782ται, κατὰ τὴν αὐτὴν σημείωσιν, 27,255½ κιβώτια. Ἤτοι
3783τὸ ὅλον 215,951½ κιβώτια. Ἄρα δὲν θέλουν περισσεύσει
3784ἐκ τῶν 225,867 κιβωτίων, τῶν καταναλωθέντων τὸ 1900,
3785εἰμὴ 9,915 κιβώτια· ἀξίας 135,000 δραχμῶν. Ἄρα, ἂν
3786ὑποθέσωμεν, (ὅπερ βεβαίως φρόνιμον δὲν εἶναι) ὅτι θὰ ἐλατ-
3787τωθῇ ἡ ἀποθήκη τοῦ 1901 μέχρι τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ, πάλιν
3788ἡ προμήθεια δὲν θέλει ἐλαττωθῆ, εἰμὴ κατὰ 20,000, τὸ
3789πολὺ, κιβώτια· ἤτοι τὰ ἔξοδα δὲν θὰ ἐλαττωθῶσιν, εἰμὴ
3790κατὰ 270,000 δραχμάς. Ὥστε πάλιν λείπει ἓν ἑκατομμύ-
3791ριον δραχ. ἐκ πετρελαίου ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901.
3792§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3793Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ὑπῆρχεν ἀπόθεμα πετρε-
3794λαίου ἐκ κιβωτίων 72,439, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ
37951900 θὰ ὑπάρχῃ ἀπόθεμα ἐκ κιβωτίων 97,000.
3796§314ΝΕΓΡΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπε-
3797βάλετε προχθὲς, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐφέρατε καθ’ ὅλον τὸ
3798ἔτος 225,000 κιβώτια. Ἐκ τούτων, κατὰ τὴν σημείωσίν σας,
3799θὰ καταναλώσητε 115,000· ἄρα θ’ αὐξήσῃ τὸ ἀπόθεμα κατὰ
380010,000 τὸ πολύ.
3801Ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ προσθέσω καὶ 200,000 δρ. διὰ
3802τὴν τελωνειακὴν ἀστυνομίαν, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ
3803ὁποῖον εἶναι ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν.
3804§315Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3805Ὅταν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ δαπάνη.
3806§316ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε, μ’ ὅλον τοῦτο, ἐλαττώσει τὸ ποσὸν διὰ
3807τοὺς τελωνοφύλακας κατὰ δραχμὰς 100,000.
3808Ἤδη, μετὰ τὰ ἐκτεθέντα, ἐξηγεῖται ἀρκούντως, πῶς ὁ κ.
3809Ὑπουργὸς εὑρίσκει περισσεύματα ἐκεῖ, ὅπου ἐγὼ ἀνεῦρον ἐλ-
3810λείμματα. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι τὸ μὲν πραγματι-
3811κὸν ἔλλειμμα τοῦ 1900 ἔσεται τοὐλάχιστον 6,332,000, τὸ
3812δὲ τοῦ 1901 θὰ ἀνέλθῃ εἰς 4,715,000, ὡς εἶχον εὕρει ταῦτα
3813προηγουμένως. Καὶ τοῦτο, ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων ἀστυ-
3814νομικῶν νόμων. Πᾶσα πρόσθετος δαπάνη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς
3815αὐτῶν θέλει αὐξήσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1901. Ἤδη ἀποδει-
3816κνύεται, ὅτι δικαίως ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως
3817τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ
3818Στόλου».
3819Πρέπει νὰ κατανοηθῇ, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὰ
3820πράγματα τῆς ἡμετέρας πατρίδος ἀνθηρά· ὅλοι ἐπιθυμοῦ-
3821μεν νὰ ἴδωμεν τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἵσταται ὑψηλὰ, τὴν ἀσφά-
3822λειαν ἄμεμπτον, τὴν παιδείαν προοδεύουσαν, τὸν στρατὸν
3823ἐγγυμναζόμενον καὶ ὁπλιζόμενον κατὰ τὰ νέα συστήματα,
3824τὰ θωρηκτά μας πληροῦντα τοὺς λιμένας ἡμῶν. Ἀλλὰ πῶς
3825θὰ γείνουν ταῦτα; Διὰ τῆς προεξοφλήσεως μελλόντων περισ-
3826σευμάτων; Οὐχί. Ἐν ὅσῳ τυφλώττομεν πρὸς τὴν ἀλήθειαν
3827καὶ κωφεύομεν πρὸς τὴν φωνὴν αὐτῆς, ἂς μὴ ἐλπίζωμεν
3828οὐδέν. Ἂς τολμήσωμεν νὰ ἀτενίσωμεν αὐτὴν γυμνὴν, καὶ ἂς
3829ἐρυθριάσωμεν εἰς τὴν ὄψιν αὐτῆς, καὶ τότε θὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς
3830σωτηρίας.
3831Εἴθισται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἔχῃ πρὸ
3832παντὸς πολιτικὸν χαρακτῆρα, νὰ ἀφορᾷ ἰδίως τὸν ἔλεγχον
3833τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέγχω λοιπὸν αὐτὴν, ὅτι
3834δὲν ἀντιλαμβάνεται τῆς ἀληθοῦς ἡμῶν καταστάσεως, καὶ μὴ
3835ἀντιλαμβανομένη ταύτης ἄγει ἡμᾶς γοργῷ τῷ βήματι πρὸς
3836τὸ ἀπροχώρητον, διὰ τῆς δῆθεν ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύ-
3837νης, τῆς Διοικήσεως, τοῦ στρατοῦ, τοῦ ναυτικοῦ.
3838Ἂς σταματήσῃ εἰς τὸν δρόμον αὐτὸν, τὸν ἄγοντα ἡμᾶς
3839κατὰ κρημνῶν, ὧν τὸ βάθος ἄγνωστον. Θὰ θεωρήσω ἐμαυ-
3840τὸν εὐτυχῆ, ἂν αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εὐτυχήσουν νὰ ἀνα-
3841κόψουν, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον, τὴν ἀπερίσκεπτον ταύτην πο-
3842ρείαν.
3843§317ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
3844§318ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἔχωμεν
3845αὔριον τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα.
3846§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′
3847μετὰ τὸ μεσονύκτιον).