1900.12.21
2.424 στίχοι · 18.580 λέξεις · 215 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 21 Δεκεμβρίου 1900.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐγγράφου του γνωρίζει ἡμῖν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὴν ΜΑʹ τῆς 14 Νοεμβρίου 1900 συνεδρίαν αὑτοῦ, ἐνέκρινε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ τὸν τῶν διαγωνισμάτων Κ. Ζάππα διὰ τὸ ἔτος 1901, δημοσιευθέντα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 277 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀποχωρισθῇ ἡ ἐπαρχία Καλαμπάκας ἀπὸ τῆς Ἐπισκοπῆς Τρίκκης, καὶ ν’ ἀποτελέσῃ, ὡς μέχρι τοῦδε, ἰδίαν ἐπισκοπικὴν περιφέρειαν.
§2Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ λαοῦ Καλαμπάκας, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, σχετικὰς πρὸς τὰ κληροδοτήματα, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ οὗτος, διότι θὰ χρησιμεύσῃ ἅμα ὡς καταθέσω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἵνα, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 102).
§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων Ἐπιτροπῆς, θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἐρώτησιν, ἣν τῷ ἀπηύθυνα· ἄν, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐπὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ὑπάρχει καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπληρώθη, καὶ ἂν νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ, καὶ πότε. Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου ταύτης δὲν ἔλαβον καμμίαν ἀπάντησιν, μολονότι κατεχωρίσθη αὕτη εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἀπεστάλη αὐτῷ, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἀπάντησις.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ χιλίων ἀμπελοκτημόνων τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, οἵτινες ἐξαιτοῦνται, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συναινέσῃ, ἵνα μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Πρώτην φορὰν εἰσάγεται οὕτως ἐπισήμως αἴτημα ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, καὶ ἐν τῇ ἀναφορᾷ των ταύτῃ ὑπάρχει περικοπὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπερηφάνως οἱ Μεγαρεῖς λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «Οὐδέποτε ἐζητήσαμεν συνδρομὰς καὶ βοηθήματα, καίτοι δυσπραγήσαντες καὶ δυσπραγοῦντες, ἂν καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ὑπέστησαν οἱ πρόγονοί μας μυρίας καταστροφὰς, καὶ μετὰ ταῦτα ἡμεῖς. Ἤδη ὅμως παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ἐνθέρμως νὰ ἐλαττώσητε τὸν στρεμματικὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων μας, περιορίζοντες αὐτὸν ἐν γένει εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς δραχμῆς, καθόσον, ἐπικρατοῦντος πρὸ ἐτῶν τοῦ ἤδη συστήματος, ἐπληρώναμεν κατὰ στρέμμα λεπτὰ 50 μέχρι δραχμῆς.» Ἡ πληρωμὴ μέχρι τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα εἶναι βαρυτάτη, κύριε Πρόεδρε· διότι, καίτοι ἐπὶ τετραετίαν ἢ πενταετίαν, συνεπείᾳ τῆς ἀνομβρίας καὶ τῆς ἀφορίας, οἱ κάτοικοι τῆς Μεγαρίδος δὲν ἐχρησιμοποίησαν ποσῶς τὸ δρέπανον εἰς δημητριακοὺς καρποὺς, οὐδέποτε ὕψωσαν φωνὴν, οὐδ’ ἔτειναν τὴν χεῖρα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Καὶ ὅταν βλέπητε τοιούτους κατοίκους εἰς τὰς περιστάσεις τὰς καιρικὰς ὑποκύπτοντας ἀγογγύστως, ἤδη ὅμως ἀναφερομένους εἰς τὴν Βουλὴν, λέγω, ὅτι δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τοῦτο ὡς σύμπτωμα καταστάσεως ἀξίας προσοχῆς καὶ μερίμνης. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων συνεζητήθη πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως ταύτης· ὀφείλω ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, διότι εἶδον καὶ διέγνωσα τὴν πολιτικὴν ὀξύνοιαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔσπευσε νὰ πλειοδοτήσῃ εἰς τὰ αἰτήματα ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοὐλάχιστον τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων· διότι πρὸ παντὸς ἄλλου, ἐὰν ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι πλέον ἐν τῷ συμφέροντι τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ ἐν τῷ πολιτικῷ συμφέροντι αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης, ἢ περὶ ἀνακουφίσεως τῶν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀδυνατούντων νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Τοῦτο ἔδει νὰ προταχθῇ, διότι εἰσερχόμεθα μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ νέον ἔτος, καὶ πλησιάζει ἡ 15 Ἰανουαρίου, ἥτις εἶναι ἡ τεταγμένη ἡμέρα, κατὰ τὸν νόμον, πρὸς καταβολὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, Ἡ 15 Ἰανουαρίου εἶναι ἡ τεταγμένη ἡμέρα πρὸς πληρωμὴν δι’ ἐκείνους, οἵτινες μέχρι 50 δραχμῶν ὀφείλουν νὰ καταβάλουν φόρον στρεμματικὸν τῶν ἀμπέλων· ἡ 15 Φεβρουαρίου εἶναι ἡ τεταγμένη ἡμέρα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν μέχρις 100 δραχμῶν. Ὅπως δήποτε, ἐγγίζομεν εἰς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κληθῶσιν ὑπὸ τῶν ὀργάνων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, νὰ πληρώσουν οἱ πολῖται· καὶ πόσα νὰ πληρώσουν; 2, 500, 000 δραχμάς, ὅσος εἶναι ὁ φόρος οὗτος. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς δὲν δρέπει τὰ ἔσοδά του, ἀλλ’ εἶναι ἐποχὴ δαπανῶν. Δι’ αὐτὸ καὶ θὰ σταυρώσουν τὰς χεῖρας, καί, ἐὰν δὲν πληρώσουν εἰς τὴν τεταγμένην προθεσμίαν, θὰ ἔχωμεν μετὰ τὸ τέλος Ἰανουαρίου 20% πρόσθετον φόρον, καὶ θὰ ἴδωμεν τότε τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας προβαίνοντα εἰς ἐκτέλεσιν ἐναντίον αὐτῶν. Τί δὲ θέλει συμβῆ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Εἰς προηγουμένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτε ἀπεικόνιζα, ὅσον ἠδυνάμην, τὰς ἀνισότητας καὶ τὰς ἀνωμαλίας τοῦ φόρου, κατέστησα γνωστόν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ μεταρρύθμισις ἡ πρώτη τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως θὰ ἐπήρχετο ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν μαντεύω, λέγων ταῦτα, ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῶσι τὰ λεγόμενα ταῦτα οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἂς τὰ ἐνθυμηθῶσιν οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν βραδύτερον, μεθ’ ἡμέρας, μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ προσαγάγωσι τὸ ἔργον των εἰς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐξ ἑκατὸν δώδεκα περίπου ἑκατομμυρίων, οὐδεμίαν δ’ ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ. Δὲν προτείνω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον· ὑπενθυμίζω μόνον τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ θὰ ηὐχόμην, ἵνα, καταλειπομένων τῶν πεισμάτων, ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ζητήσῃ, ὅπως, εἴτε τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἴτε ἄλλην, τὴν ὁποίαν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ὁρίσῃ αὕτη, γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ εἰσηγμένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες προσεβλήθησαν ἐκ περονοσπόρου· ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι, αἵτινες εἶδον κατεστραμμένας τὰς ἀμπέλους των οὐχὶ ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀφορίας καὶ τῆς ἀνισότητος τοῦ νόμου, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθον τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνικανότητα τοῦ καταβαλεῖν τὸν στρεμματικὸν φόρον. Ποιοῦμαι τὴν σύστασιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀκούσῃ· ἄλλως, ἂς ἐνθυμηθῇ τὰ λεγόμενά μου μετὰ ἕνα μῆνα, ὅτε θὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ αὕτη ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν διὰ συλλαλητηρίων, καὶ τότε θὰ ἦναι δυσχερὴς ἡ λύσις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν καταπατουμένων δικαίων τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν τοῦ τμήματος Μηλεῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου κ. Γ. Καραγιαννοπούλου, ὅστις παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ αὐτοῦ φόρου τοῦ τμήματος Νηλείας τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, βοηθούμενος ὑπὸ τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἐπεξέτεινε τὰ ὅρια τῶν δικαιωμάτων του, καὶ εἰσπράττει φόρους καὶ εἰς τὸ τμῆμα Μηλεῶν. Πρὸς τοῦτο ὁ ῥηθεὶς κ. Γ. Καραγιαννόπουλος ἐπέδωκε διαμαρτύρησιν καὶ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βόλου καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων του καὶ πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ δίκαιαι αἰτήσεις του δὲν ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν.»
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Γεωπονικοῦ Χημείου παρὰ τῷ ἐν Ἀθήναις Γεωργικῷ Σταθμῷ». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ διορισμοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῆς Γεωργίας». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Θεσσαλίᾳ». Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀρδεύσεως τῶν πεδίων τῶν δήμων Κορινθίων, Σικυῶνος καὶ Νεμέας». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ἡραίας ὀφειλομένου ποσοῦ πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου τούτου». Ὑποβάλλω πίνακα νέων ἔργων ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ νομοσχέδιον σχετικόν.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ κατασκευῆς ἔργων;
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι χωριστὸν νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὰ ἔργα τὰ μὴ ὑπερβαίνοντα τὰς 10,000 δραχμὰς, καὶ ἕτερον διὰ τὰ ὑπερβαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦτο.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐγγεγραμμένης πιστώσεως;
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νόμος ἀπαιτεῖται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Κατὰ ταῦτα, ἀναγράφεται ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐκ τούτου δαπανᾶται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐγκρίνει ἡ Βουλή.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τῶν πινάκων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 103–110).
§14Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ ἀποσπᾶται ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου καὶ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης, καὶ ἑνοῦται μετὰ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας καὶ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἐπίσης ἡ ἐπαρχία Ἰθάκης ἀποσπᾶται ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας καὶ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, καὶ ἑνοῦται μετὰ τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος καὶ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111).
§16Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1901».
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 112).
§18Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου ᾐτήσατο διαφόρους πληροφορίας, ἃς καταθέτω. Ἐπίσης ὁ ἐκ Λεβαδείας βουλευτὴς κ. Λάππας ᾐτήσατο νὰ καταθέσω διαφόρους ἐγκυκλίους, ἐκδοθείσας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου καὶ ἀντιφασκούσας μεταξύ των. Ταύτας καταθέτω. Πληροφορῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ἀντιφατικαὶ αὗται ἐγκύκλιοι ἐξεδόθησαν κατόπιν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐφέσεων, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων ὦσι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀποφάσεις ταύτας. Ἐγὼ, μελετήσας ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, ἀποφαίνομαι, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον, ὁ μόνος υἱὸς ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀπαλλάσσεται· ἐὰν δὲ οὗτος ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ κατόπιν· ἐὰν δὲ καὶ ὁ δεύτερος ἦναι ἔγγαμος, ἀπαλλάσσεται ὁ τρίτος, καὶ οὕτω καθεξῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη, καὶ ἐπὶ ταύτης θὰ ἐκδώσω ἐγκύκλιον, ἀνακαλῶν πάσας τὰς προηγουμένας.
§19Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἀνακαλέσητε τὴν τελευταίαν, διότι ὑπηρετοῦσι πολλοὶ ἐν τῷ στρατῷ.
§20Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὴ ἐξεδόθη κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐφέσεων εὑρίσκηται ἐν ὁμοφωνίᾳ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων. Εἶναι ὅμως ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει δικαιολογία ἐπὶ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης.
§21Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Οὐδεμία δικαιολογία ὑπάρχει.
§22ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἦναι εἷς μόνον υἱὸς, καὶ οὗτος ἔγγαμος, τί γίνεται;
§23Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπαλλάσσεται, διότι ὁ νόμος δὲν ποιεῖται ἐξαίρεσιν, καὶ οὕτως ὁ μόνος υἱὸς μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀπαλλάσσεται.
§24ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πρέπει νὰ συγκατοικῇ μετὰ τῆς μητρός;
§25Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁπουδήποτε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ᾐτήσατο νὰ καταθέσω τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν χορηγητὴν τοῦ ἄρτου κατὰ τὸ ἔτος 1898. Ὑποθέτω, ὅτι ἐγένετο λάθος εἰς τὸ ἔτος. Ἴσως πρόκειται περὶ τοῦ 1897· διότι κατὰ τὸ 1898 χορηγητὴς τοῦ ἄρτου ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπῆρξε μόνον δι’ ἕνα μῆνα.
§26Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως θὰ πρόκειται περὶ τοῦ 1897, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακωχῆς.
§27Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸν φάκελον τοῦτον δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω, διότι εὑρίσκεται παρὰ τῷ Δικαστικῷ Συμβούλῳ, ἅτε ὑφισταμένης ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμβιβασμὸς δὲν ἐπῆλθε;
§29Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑφίσταται δίκη, καὶ ὁ φάκελος εὑρίσκεται παρὰ τῷ Δικαστικῷ Συμβούλῳ.
§30Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ προσαγάγητε καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα.
§31Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ στρατολογίας, μέχρι τοῦδε ἀπηλλάσσοντο πάσης στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως τὰ πρεσβύτερα ὀρφανὰ τέκνα μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης· ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν μνημονεύει, τί γίνεται, ἐὰν τὰ τέκνα ταῦτα ἦναι ἔγγαμα, ἢ οὔ, καὶ μέχρι τοῦδε οἱ πρεσβύτεροι ὀρφανοί, καίτοι ἔγγαμοι, ἀπηλλάσσοντο τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν 24 Μαρτίου ἔ. ἔ. ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδοτο τὴν ὑπ’ ἀριθ. 25940 ἐγκύκλιον, δι’ ἧς διατάσσει τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια τὰ ἑξῆς: «Ἀκούσαντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ Συμβούλου, γνωρίζομεν ὑμῖν, πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, καίτοι ὢν ἔγγαμος. Ἐπίσης ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ τελευταῖος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος· δὲν ἀπαλλάσσεται δὲ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος καὶ ἔχῃ μικροτέρους ἀδελφούς. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 83467 τῆς 15 Αὐγούστου π. ἔ. ἐγκύκλιος ἡμῶν, καθὼς καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 20246 τῆς 29 Μαρτίου 1896, καταργοῦνται.» Ἀκυροῦνται λοιπὸν αἱ λοιπαὶ ἐγκύκλιοι, αἱ ἰσχύουσαι μέχρι τῆς 24 Μαρτίου ἔ. ἔ. Δυνάμει τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, οἱ πρεσβύτεροι ὀρφανοί, ἔχοντες μικροτέρους ἀδελφούς, ἀλλ’ ἐγγάμους ὄντας, δὲν ἀπηλλάσσοντο. Συνέβαινε δηλαδὴ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ὅστις ᾐτήσατο νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐγκύκλιοι αὗται, καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὁ κ. Ὑπουργός. Χαίρω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, καὶ ἔσπευσε ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐναντίον τοῦ νόμου, ὀρφανοὶ οἰκογενειάρχαι.
§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντελῶς καθαρὸν καὶ σαφές, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ στρατολογικόν, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ οὔτε ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία εἰς τὸν πολίτην, ὅτι δὲν ἀδικεῖται. Ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον συνεζητήσαμεν τὰ τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς τὴν στρατολογίαν, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ καταρτίσωμεν πάγιον νόμον, ἐρχόμεθα δι’ ἐγκυκλίων καὶ σκοτίζομεν τὸν νόμον. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον σαφές, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ὑπόνοια παρὰ τῷ πολίτῃ, ὅτι ἐκτελεῖται συναλλαγὴ ἐν τῇ ἀπαλλαγῇ καὶ τῇ ἐξαιρέσει ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Πρέπει νὰ ἦναι πεπεισμένος ὁ πολίτης ἐν τῷ ζητήματι τοῦ φόρου τοῦ αἵματος. Διὰ τοῦτο ἐκπλήττομαι, ὅταν βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ἀφελείας εἶπεν, ὅτι ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον πάλιν περὶ τούτου. Ἐὰν ἄλλος αὔριον ἐκδώσῃ ἄλλην ἐγκύκλιον, ἢ καὶ αὐτὸς οὗτος, τοῦτο τότε δὲν θέλει συντείνει εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς ἐλεεινῆς αὐτῆς καταστάσεως; Ἀφοῦ ἐκοπιάσαμεν ἐπὶ τοσοῦτον, συνεκροτήσαμεν ἐπιτροπὰς, ἐδημοσιεύσαμεν νόμους, καὶ ἐκωδικοποιήσαμεν αὐτοὺς, ἐρχόμεθα δι’ ἐγκυκλίων νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν πρώτιστον τῶν νόμων τοῦ Κράτους, τὸν περὶ στρατολογίας! Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ παύσῃ—θέλω εἴπει τὸ πρᾶγμα—ἡ κωμῳδία αὕτη, καὶ νὰ συνταχθῇ νόμος σαφηνίζων τὰ πράγματα.
§33Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν δι’ ἐγκυκλίων οἱ Ὑπουργοὶ ἑρμηνεύουσι νόμους. Προχθὲς ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἐπαρουσίασεν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἡρμήνευε νόμον, καὶ ἐδέησε νὰ ἔλθῃ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία δὲν εἶναι ὀρθή. Ἀντὶ λοιπὸν δι’ ἐγκυκλίων νὰ γίνεται ἡ ἑρμηνεία, εἶναι ὀρθότερον, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, νὰ εἰσάγωνται ἀμέσως ἑρμηνευτικοὶ νόμοι εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ συμβαίνωσι παρ’ ἡμῖν τὰ ἔκτροπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω νὰ συμβαίνωσιν εἰς οὐδὲν Κράτος, ὁπωσδήποτε εὐνομούμενον.
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἡρμηνεύθη οὕτως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀκούσατε καὶ ἄλλο συμβὰν ἔκτροπον. Συμπολίτης μού τις ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸν στρατὸν, διότι ὑπηρέτει ἐν αὐτῷ ὁ ἀδελφός του. Ἡ ἀπόφασις λέγει ἐν τῷ διατακτικῷ αὐτῆς: «Ἀπαλλάσσομεν τὸν Α». Ἀλλ’ ὅτε ἔληξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀδελφοῦ, ὁ ἀπαλλαγεὶς ἕτερος ἀδελφὸς τιμωρεῖται διὰ προσθέτου ὑπηρεσίας 13 μηνῶν, διότι δὲν προσῆλθεν ἀμέσως εἰς τὸν στρατόν, ἐνῷ δὲν ἀνεβλήθη ἡ κατάταξίς του, ἀλλ’ ἀπηλλάγη, καὶ ἀφοῦ ἀπηλλάγη, ἔμεινεν ὁ ἄνθρωπος ἀμέριμνος.
§35ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ νόμος εἶναι σαφέστατος, ἀλλὰ τὸν περιέπλεξαν αἱ ἐγκύκλιοι. Ἑρμηνεία εἰς νόμον σαφῆ δὲν χωρεῖ, οὔτε ὀρθή, οὔτε ἐσφαλμένη. Ὀρθότερον εἶναι νὰ παύσουν αἱ ἐγκύκλιοι, ἀφοῦ ὁ νόμος εἶναι σαφής.
§36Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος, καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ κωδικοποιήσῃ τὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοιαύτης κωδικοποιήσεως τοῦ νόμου διεξάγεται φοβερὰ ἀλληλογραφία. Διὰ τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐδημιουργήθη ἐν τῷ στρατολογικῷ συστήματι, ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν νὰ λέγῃ, ὅτι καταχρώμεθα αὐτόν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπον.
§37Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ λόγος περὶ ἑρμηνείας, ὅτε τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ἀπαλλαγῆς, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὸν μόνον υἱὸν ὀρφανὸν πατρὸς καὶ μητρός. Διότι εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἄδικον, εἷς μόνον ἄνθρωπος, ἀποτελῶν οἰκογένειαν, νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ν’ ἀφίνῃ τὴν περιουσίαν του ἔρμαιον εἰς πᾶσαν ἐπίθεσιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἐὰν ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τροποποίησιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, νὰ μὴ λησμονήσῃ καὶ τὴν τροποποίησιν ταύτην.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέλαβεν, ὅτι ὑπῆρξε λάθος ἐν τῇ ἐπερωτήσει, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν, ὅτε ἐζήτησα τὸν φάκελον τοῦ 1898, τὸν περιέχοντα τὰ ἔγγραφα τῆς χορηγίας τοῦ ἄρτου εἰς τὸν στρατόν, καὶ τὰς ἕνεκα τούτου ἐπελθούσας διαφωνίας. Ἀλλ’ οὐδὲν ὑπῆρξε λάθος, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1898, ὅτε συνεκεντρώθησαν πᾶσαι αἱ πληροφορίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποστράτηγος κ. Σμολένσκης ἐξέδοτο ἀπόφασιν, καὶ ἐκανόνισε τὰς δοσοληψίας ταύτας. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1898, ὁ φάκελος ὑπάρχει ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ἔτους 1898. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸν φάκελον δὲν ἔχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει οὗτος ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ ἢ τῷ Δικαστηρίῳ. Ἐπεθύμουν ἑπομένως νὰ λάβω τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Ὁ κανονισμὸς καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1898, — διότι τότε ὁ Ὑπουργὸς ἐκανόνισε τὴν διαφορὰν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ χορηγητοῦ — ἡ ἀπόφασις, λέγω, αὕτη ἐξετελέσθη; ἢ ἐπροτάθη κατ’ αὐτῆς ἔκκλησις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐντεῦθεν προέκυψε δίκη, ἧς ἕνεκεν ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον;
§39Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη, δὲν ἐπροχώρησα περισσότερον. Ἀλλ’ ὅτε ἐζήτησα τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μοὶ εἶπεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, διότι ὑπάρχει δίκη μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τοῦ Δημοσίου.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ λησμονήσητε λοιπὸν νὰ ἐρωτήσητε τὸν ὑπάλληλον, καὶ μαθόντες νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ δίκη προέρχεται ἐξ ἀντιρρήσεων τοῦ ἐργολάβου κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς οὗτος ἐκανόνισε τὴν διαφοράν, ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, καὶ τίνος ἕνεκα αἰτίας περιῆλθεν ὁ φάκελος ἐνώπιον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου· διότι ἔχομεν δικαίωμα νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἐξετελέσθη, ἢ ὄχι, ἡ ἀπόφασις ἐκείνη.
§41Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρεσβύτερον υἱόν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἥτις πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς πάντων τῶν υἱῶν τῆς χήρας, ἐὰν οὗτοι ἦναι τυχὸν ἔγγαμοι. Διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 33 εἶναι σαφής. Οὐχ ἧττον, πλὴν τοῦ πρεσβυτέρου καὶ τοῦ νεωτέρου υἱοῦ, πάντες οἱ λοιποί, ἀπαλλαγέντες τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ στρατολογίας· τουτέστιν, ἐκλιπόντων τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς, καλοῦνται οὗτοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν Στρατολογικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἡρμήνευσαν ἄλλως τὸν νόμον, καὶ εἶπον, ὅτι, ἂν ὁ δεύτερος υἱὸς τυγχάνῃ ἔγγαμος, οὗτος δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τὴν ἀπαιτουμένην βοήθειαν καὶ συνδρομὴν εἰς τὴν χήραν μητέρα, καὶ ἑπομένως αὐτὸς μὲν πρέπει νὰ καταταχθῇ, νὰ μείνῃ δὲ ὁ κατόπιν ἄγαμος. Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος εἶναι καὶ αὐτὸς τῆς αὐτῆς γνώμης· διότι ἡ ἐπὶ τῶν ἐξαιρέσεων Ἐπιτροπὴ οὕτως ἀποφαίνεται περὶ τῶν ἐγγάμων δευτέρων υἱῶν τῆς χήρας. Ἀλλά, τὸ ἐπ’ ἐμοί, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι σαφής, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πάντες οἱ υἱοὶ τῆς χήρας μητρός, ἐὰν ὦσιν ἔγγαμοι, ἀπαλλάσσονται· ὑπάγονται ὅμως εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 42.
§42Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προστατεύουσι καὶ τὴν χήραν καὶ τὴν σύζυγον.
§43Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκύκλιον, περὶ ἧς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐξεδόθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος 1896· ὥστε, βλέπετε, δὲν εἶναι ἡ μόνη νῦν ἑρμηνεύουσα τὸ ἄρθρον ἀντιθέτως πρὸς τὸν νόμον.
§44Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ αὐτὸς τμηματάρχης ἦτο καὶ τότε.
§45Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αἰτία εἶναι ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τοὺς λόγους του. Ἐν τούτοις τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ἐναντίον τῆς γνώμης ταύτης.
§46Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Προκειμένου περὶ νόμου, τοῦ ὁποίου τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς καὶ ῥητόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται λόγος περὶ ἑρμηνείας· μοὶ φαίνεται δὲ παράδοξον, πῶς ἐπὶ φανεροῦ πράγματος, ἐπὶ ῥητοῦ καὶ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου, ἐδόθη ἄλλη ἐξήγησις. Εὑρίσκω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κάμωμεν νόμον πρὸς ἐξήγησιν τῆς ἐννοίας τοῦ τοιούτου νόμου, διότι οὕτω θὰ συνέβαινε, πάντοτε καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἐξηγῶμεν τοὺς νόμους διὰ νέων νόμων.
§47Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ τοιαῦτα πρόσωπα, ἀπεφάνθη οὕτω, σημαίνει, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφίβολον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετῶσιν· ὑμεῖς ἔχετε ἐναντίαν γνώμην. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ.
§48Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐγείρεται σπουδαιότατον ζήτημα. Βεβαίως περὶ ἑρμηνείας δὲν πρόκειται, διότι, ὡς λογικώτατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, εἶναι κωμικὸν νὰ θέλῃ τις νὰ ἑρμηνεύσῃ σαφῆ νόμον δι’ ἑτέρου νόμου. Ἀλλ’ ἐγείρεται τὸ ζήτημα: Οἱ νῦν, ἕνεκα κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ὑπηρετοῦντες βεβαίως δύνανται νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς ἐναντίον τοῦ Δημοσίου, ἢ νὰ αἰτήσωνται, ἀφοῦ παρὰ τὸν νόμον ὑπηρετῶσι, ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ πῶς θὰ γείνῃ τοῦτο; Δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς; ἢ ἄλλως πως; Βεβαίως δὲν μένει ἄλλο, παρὰ, ἀφοῦ τοιαύτην ἑρμηνείαν δίδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κληρωτῶν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· διότι βεβαίως τὸ νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, ἵνα ἀπαλλαγῶσιν, εἶναι κωμικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνων τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν σαφῆ αὐτοῦ ἔννοιαν, ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν, ἀναθεωρουμένης τῆς ὑποθέσεώς των.
§49ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καίτοι φοβοῦμαι, μήπως λεχθῇ καὶ ἐνταῦθα, ὅτι, διότι μεταχειρίζομαι συλλογισμούς, δὲν πρόκειται περὶ γράμματος, πρόκειται περὶ εὑρέσεως τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, οὐχ ἧττον θέλω τολμήσει νὰ προβῶ εἰς συλλογισμούς, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἔχομεν γράμμα σαφές, καὶ ἀπέναντι γράμματος σαφοῦς δὲν ἐπιτρέπεται ἑρμηνεία, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα βλέπω, ὅτι ἐγένετο ἑρμηνεία μετὰ τοιούτου προοιμίου (ἀναγινώσκει): «Ἀκούσαντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ Συμβούλου, γνωρίζομεν ὑμῖν, πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, καίτοι ὢν ἔγγαμος. Ἐπίσης ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ τελευταῖος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος καὶ ἔχῃ μικροτέρους ἀδελφούς...»
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἡ ἐγκύκλιος;
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ὁ νόμος ποίους ὅρους μεταχειρίζεται; «πρεσβύτερος υἱός, μόνος υἱός». Παρακαλῶ, εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας τῶν λέξεων τούτων; Εἶναι σαφές, ὅτι ὁ μόνος υἱὸς εἶναι μονογενής, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος· εἶναι σαφές, ὅτι ὁ πρεσβύτερος ἔχει καὶ ἄλλους ἀδελφοὺς νεωτέρους. Ταῦτα εἶναι σαφῆ, καὶ δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς οὐδενὸς νομικοῦ συμβούλου τὴν σοφίαν, ὅπως φωτίσῃ ἡμᾶς περὶ αὐτῶν. Τί λέγει ὁ νόμος; (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ... γʹ) ὁ μόνος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἢ ὁ μόνος ἔγγονος, ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐγγόνων μάμμης ἐν χηρείᾳ διατελούσης, μὴ ἐχούσης δὲ οὔτε υἱόν, οὔτε γαμβρόν.» Ἔχομεν λοιπὸν καθαρόν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ἢ ὁ μόνος, ἤ, ὑπαρχόντων καὶ ἄλλων, ὁ πρεσβύτερος τῆς οἰκογενείας. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον τοῦ ἐδαφίου τούτου τοῦ νόμου, ἥτις κανονίζει τὴν περίστασιν, ὄχι τοῦ μόνου, ἀλλὰ τοῦ πρεσβυτέρου. Ὁ μόνος ἐνταῦθα παρασιωπᾶται τελείως. Τί δεικνύει τοῦτο; Ἀφοῦ παρασιωπᾶται, δεικνύει, ὅτι, προκειμένου περὶ μόνου υἱοῦ, οὐδὲν ἐξετάζεται ἄλλο· οὗτος ἀπαλλάσσεται, εἴτε ἔγγαμος, εἴτε ἄγαμος, διότι εἶναι τὸ μόνον στήριγμα τῆς χήρας, ἀδιάφορον ἂν ἔχῃ καὶ οἰκογένειαν, ἂν ἦναι πλούσιος ἢ πτωχός, ἄν, διότι ἔχει γυναῖκα, ἢ τέσσαρα ἢ πέντε τέκνα, ἦναι ἄχρηστος εἰς τὴν μητέρα αὑτοῦ. Ἀλλ’ οὗτος, ὁσηνδήποτε καὶ οἱανδήποτε ἀδυναμίαν ἢ δύναμιν ἔχει, αὐτὸς παραχωρεῖται εἰς τὴν μητέρα, εἴτε ἄγαμος εἶναι, εἴτε ἔγγαμος. Ἔρχομαι εἰς τὸν πρεσβύτερον (ἀναγινώσκει): «Ἄν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλός, ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν κλπ. ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν...» Ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν· τί γίνεται τότε; «ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφός»· ἀλλ’ «ὑπαγομένου καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτόν, καὶ οὕτω καθεξῆς». Ἔχουσι ταῦτα ἀνάγκην ἑρμηνείας; Καὶ ὅμως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σαφεστάτου κειμένου, περὶ οὗ ἀποφαίνονται πάντες μετὰ κλειστῶν ὀφθαλμῶν, ἀφοῦ πρῶτον ἀνέγνωσαν τὸ κείμενον μετ’ ἀνοικτῶν, ἰδοὺ τί γράφει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις δὲν ἔχει δυστυχῶς οὐδὲ τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη καὶ μόνη, ἀλλ’ εἶναι ἐγκύκλιος ἀνατρέπουσα ἄλλας (ἀναγινώσκει): «Ἀκούσαντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ Συμβούλου, γνωρίζομεν ὑμῖν, πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, καίτοι ὢν ἔγγαμος. Ἐπίσης ἀπαλλάσσεται καὶ ὁ τελευταῖος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος· δὲν ἀπαλλάσσεται δὲ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος καὶ ἔχῃ μικροτέρους ἀδελφούς. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 83467 τῆς 15 Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους ἐγκύκλιος ἡμῶν καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 20246 τῆς 29 Μαρτίου 1896 καταργοῦνται.»
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε ἐξεδόθη;
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξεδόθη τὴν 24 Μαρτίου 1900, καὶ ἐκδοθεῖσα τὴν 24 Μαρτίου τοῦ 1900, καταργεῖ ἐγκυκλίους ἀνατρεχούσας μέχρι τοῦ 1896. Τούτων οὕτω γενομένων, δὲν θέλει εἶναι παράδοξον, ἂν ἐμφανισθῶσιν αἱ περιπτώσεις, ἃς ὑπέδειξεν ὁ ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος. Διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες, καίτοι ἀπαλλάσσονται ὑπὸ τοῦ νόμου, ῥητῶς διατάσσοντος τοῦτο, κατετάγησαν καὶ ὑπηρετοῦσι, βεβαίως ἔχουσι δικαίωμα νόμιμον νὰ ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο· τὸ ζήτημα ἡμῶν εἶναι ἁπλοῦν καὶ σαφές· ὅπου ὁ νόμος ὁμιλεῖ διὰ τοῦ γράμματος κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον οἱουδήποτε δισταγμοῦ, οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ πᾶσα ἑρμηνεία παρέλκει, ἐπιφέρουσα καὶ ἐπακόλουθα ἐπιβλαβῆ, ἂν τυχὸν παρεμπέσῃ κακή.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεγαρίδος κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Δι’ ἀναφορᾶς των οἱ ἐν Λαυρίῳ καπνοπῶλαι ἀνακοινοῦσιν, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ Καπνεργοστασίου κρύφα προέβη εἰς τὴν μίσθωσιν διὰ κατάστημα Καπνεργοστασίου διὰ τὸ ἔτος 1901 οἰκίας τινὸς ἀντὶ δραχμῶν 85 μηνιαίως. Ἀλλ’ ἡ οἰκία αὕτη, ἐνῷ εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος, ἐμισθοῦτο δὲ πρότερον δυσκόλως ἀντὶ 25 δραχμῶν τὸν μῆνα, καὶ οὕτω διεπράχθη ἀπιστία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐξ ἄλλου κεῖται εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, ὕψους μόνον δύο μέτρων, ἐκτὸς τοῦ κέντρου, ἐν τῷ ὁποίῳ εὐκολώτερον ἐξυπηρετοῦνται καὶ φρουροῦνται τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων καπνοπωλῶν. Οἱ καπνοπῶλαι συνιστῶσι τὸ ἤδη ὑπάρχον κατάστημα, κείμενον ἐντὸς τῆς ἀγορᾶς, εὐρύχωρον καὶ εὐάερον, καὶ ὑπέβαλον καὶ ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καταγγέλλοντες ταῦτα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, κηδόμενος τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καὶ συμμορφούμενος πρὸς τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν καπνοπωλῶν, ἀποστείλῃ Ἐπιθεωρητὴν συντόμως εἰς τὸ Λαύριον, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν καταγγελλομένων.»
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ ἐνοικιασθῇ ἡ οἰκία, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐστηρίχθη ἐπὶ προτάσεως. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἀνακοινωθείσας ἡμῖν πληροφορίας, κατατιθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν τῆς δημοσίας ἀρχῆς, ἐφ’ ἧς στηριχθεὶς ἐνέκρινε τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας.
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις αὕτη γίνεται κατόπιν ἀναφορᾶς τῶν ἐν Λαυρίῳ καπνοπωλῶν, οἵτινες ἀναφέρουσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ γεγονός. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο. Ἐνοικιάσθη μία οἰκία, ἔχουσα μόνον δύο μέτρων ὕψος, ἤτοι καλύβη, ἐκτὸς τῆς πόλεως κειμένη, ἀντὶ ὀγδοήκοντα καὶ πέντε δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τοιαύτην ἔκθεσιν εἶχεν ὑποβάλει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Καπνεργοστασίου, κειμένη εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, ἐνῷ τὸ νῦν κατάστημα κεῖται εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως, φρουρεῖται ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἐξασφαλίζει καὶ ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῶν καπνοπωλῶν. Αὐτοὶ οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι, παρὰ νὰ σταλῇ συντόμως Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητής, ὅπως ἀνακαλύψῃ, ὅτι αἱ ὀγδοήκοντα καὶ πέντε δραχμαὶ δὲν μετεβιβάσθησαν πᾶσαι εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ αἱ τριάκοντα μόνον.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ ἄλλαι ποῦ πηγαίνουν;
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἀναφορά.
§59Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταί, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν περὶ τοῦ φόνου τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, ἀνέφερα σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ περί τινος ἐπιστολῆς ὑπασπιστοῦ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, ἀπευθυνθείσης πρὸς τὸν κ. Δήμαρχον Σπάρτης, ὑπώπτευον πάντοτε, ὅτι ἤθελε προκληθῆ διάψευσις τούτου, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι πάντοτε τοιαύτας ἀποκαλύψεις ἐπακολουθοῦσι διαψεύσεις. Καὶ πράγματι ἡ διάψευσις αὕτη δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐπέλθῃ. Ἀνέγνωσα σήμερον εἰς πάσας σχεδὸν τὰς ἐφημερίδας τηλεγράφημα τοῦ κ. Δημάρχου Σπάρτης, διὰ τοῦ ὁποίου διαψεύδει οὗτος, ὅτι ἔλαβε τοιαύτην ἐπιστολήν. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνέλθω καὶ αὖθις ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀναιρέσω τὴν διάψευσιν ταύτην...
§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔγραψε, δὲν διαψεύδουσιν, ὅτι τὴν ἐπιστολὴν δὲν τὴν ἔλαβε.
§61Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀληθῶς ἡ διάψευσις αὕτη, ὡς ἔχει, ἐνισχύει μᾶλλον τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου... Πρὸ τούτου ὅμως αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἀτυχῶς, ὁ Δήμαρχος αὐτὸς — τὸν ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ὑπολήπτομαι καὶ τιμῶ, μάλιστα δὲ καὶ συμπαθῶ διὰ τὴν πάθησίν του — κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον ἔπαθεν ἡμιπληγίαν, καὶ ἔκτοτε εὑρίσκεται κλινήρης καὶ ἐν ἀναισθησίᾳ σχεδόν...
§62ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον.
§63Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅτι εἶναι ἀληθέστατον, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν καὶ τῶν ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφων μου, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸς ὃν ἐγένοντο ἐπανειλημμένως παραστάσεις, διατὶ, ἀφοῦ ὁ Δήμαρχος κατέστη ἀνίκανος δι’ ὑπηρεσίαν, δὲν ἀνατίθεται ἡ διεξαγωγὴ τῆς δημαρχικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν πρῶτον πάρεδρον, ἀλλ’ ἀνετέθη εἰς τὸν τελευταῖον. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν καταστάσει διατελῶν ὁ κ. Δήμαρχος, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ διαψεύσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἄλλως δὲν διαψεύδεται διὰ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, ὡς προεῖπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Παξῶν· διότι καὶ ἐγὼ τότε εἶπον, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἀπουσίαζεν εἰς τὰ λουτρὰ ὁ κ. Δήμαρχος, ἐστάλη πρὸς αὐτὸν ἐπιστολὴ παρὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ συγγενεῖς του καὶ ἀνεκοίνωσαν πρὸς διαφόρους πολίτας, οἵτινες ἔλαβον γνῶσιν αὐτῆς...
§64Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ, ποῖος ἐκ τῶν ὑπασπιστῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἦτο ὁ ἀποστείλας τὴν ἐπιστολήν;
§65Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος, ὁ ὁποῖος, συνοδεύων τὴν Α. Μ. κατὰ τὴν τελευταίαν περιοδείαν ἐν Σπάρτῃ, ἐφιλοξενήθη ὑπὸ τοῦ κ. Δημάρχου, καὶ ἐντεῦθεν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτὸν, ὡς πρὸς φίλον καὶ ὡς πρὸς ἰσχυρὸν ἐκ τῆς θέσεώς του ἐν τῷ τόπῳ, τὴν ἐπιστολήν, δι’ ἧς τῷ συνίστα νὰ συντελέσῃ διὰ τῶν σχέσεών του εἰς τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Φικιώρη, πεποιθώς, ὅτι θὰ εὐαρεστήσῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Αὐτὸ σχεδὸν βεβαιοῖ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος καὶ ὁ κ. Δήμαρχος, ἢ μᾶλλον οἱ ἀντ’ αὐτοῦ ὑπογράψαντες καὶ ἀποστείλαντες τοῦτο, ὅπως εὐαρεστήσωσι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκ φόβου ἴσως, διότι πρόκειται καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου, καὶ, ἐὰν δὲν ἀπέστελλον τὴν τοιαύτην διάψευσιν οἱ συγγενεῖς τοῦ κ. Δημάρχου, Κύριος οἶδε, τί ἐφοβοῦντο, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, τῇ παρεχομένῃ ἐκ τῆς διαψεύσεως ταύτης, ἐπιτραπείτω μοι νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπον περὶ τοῦ φόνου τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, ὅτι ὁ κ. Βαμπᾶς δὲν ἀπεστάλη κυρίως ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τότε εἰς Σπάρτην, διότι ἀρκεταὶ ἦσαν αἱ ἀρχαί, αἱ ἀντιπροσωπεύουσαι τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖ, ὁ Νομάρχης, οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὁ ἐπόπτης τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων καὶ τόσαι ἄλλαι ἀρχαὶ τῆς Σπάρτης, ἱκαναὶ ἵνα διεξαγάγωσι τὴν καταδίωξιν τῶν πέντε στασιαστῶν· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖθεν ἐδίδοντο ἐνταῦθα περὶ τοῦ κινήματος, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε κατετάραξαν καὶ αὐτὴν τὴν Αὐλὴν, καὶ τῇ ἀπαιτήσει αὐτῆς ἀπεστάλη ὁ ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τμηματάρχης τῆς Γεωργίας, διότι, ὡς προστατευόμενος τῆς Αὐλῆς καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον ἐμπίστων αὐτῆς, ἐκρίθη καὶ ὁ μᾶλλον ἱκανὸς νὰ ἐφορεύῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῆς ἐξοντώσεως.
§66Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ῥητῶς καὶ σαφῶς, διὰ ποῖον λόγον καὶ διὰ ποίου τρόπου ἐγένετο ἡ σύστασις διὰ τῆς ἐπιστολῆς. Διότι τὸ νὰ συλληφθῇ ὁ Φικιώρης ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξοντωθῇ ὁ Φικιώρης, ἢ νὰ φονευθῇ ὁ Φικιώρης, ἔχει μεγάλην διαφοράν. Τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν δύναμαι κατ’ οὐδένα λόγον νὰ παραδεχθῶ καὶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤθελε δοθῆ ὁθενδήποτε τοιαύτη παραγγελία περὶ τοῦ φόνου τοῦ Φικιώρη. Ἐὰν ἦτο ἡ σύστασις διὰ σύλληψιν, τὸ θεωρῶ φυσικόν, διότι τὸ νὰ συντελέσωσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς σύλληψιν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκτὸς τοῦ νόμου, δὲν εἶναι ἐπιλήψιμον, οὔτε κατακριτέον. Ἀλλὰ πᾶς τις δύναται νὰ γράψῃ καὶ νὰ συστήσῃ ἐντὸς τοῦ νόμου μίαν ἐνέργειαν εἰς μίαν ἀρχήν· αὐτὸς δὲ δὲν παραβιάζει οὔτε τοὺς νόμους, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω, ποία ἦτο ἡ σύστασις. Δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ τὸ τοιοῦτον σιωπηρῶς, διότι αἱ ἐφημερίδες λέγουσι περὶ φόνου, ὅτι τὰ ἀποσπάσματα εἶχον διαταγὴν νὰ φονεύσωσι, καὶ προχθὲς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ τοιαύτη παραγγελία ἀπὸ καμμίαν ἀρχὴν, ἀπὸ κανὲν ἄτομον. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ τὸ τοιοῦτον. Ἐὰν ὁ κ. Βαμπᾶς μετέβη ἐκεῖ, δὲν γνωρίζω πῶς ἐπῆγε, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνικανότητα, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ἐκ μέρους τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, τὸ νὰ σταλῇ εἰς τοιαύτην περίστασιν εἷς δημόσιος ὑπάλληλος, ἵνα ἐπιβλέψῃ, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς, δὲν εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως καὶ ἄξιον στιγματισμοῦ. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀποτελεῖ μέλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἑπομένως ἐνήργει ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός του. Εἶπον προχθές, ὅτι ὁ φόνος τοῦ Φικιώρη ἀφίνει κενόν, διότι σπουδαῖον εἶναι νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύλληψίν του. Νὰ λέγωσιν ὅμως, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἔλαβε παραγγελίαν νὰ τὸν φονεύσῃ, δὲν τὸ παραδέχομαι ποτὲ, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ διαμαρτύρωμαι. Εἶναι προσβολή, ὄχι πλέον κατὰ ἀτόμου, ἀλλὰ κατὰ ὑπαλλήλου τῆς Ἀρχῆς, εἶναι προσβολὴ τοῦ καθεστῶτος· σημαίνει ὅτι ἐδῶ εἶναι τόπος, ὁ ὁποῖος δὲν διοικεῖται πλέον νομίμως καὶ πεπολιτισμένως, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέρχωνται αὐτά, καὶ νὰ γράφωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ νὰ ἀναγινώσκωνται εἰς τὸν ἔξω κόσμον.
§67Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μοὶ εἴπῃ, ἡ λέξις «ἐξόντωσις» τί σημαίνει;
§68Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§69Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ λέξις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα καὶ εἰς τὰς καταστάσεις: «τόσας δραχμὰς ἐδαπάνησαν διὰ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Φικιώρη».
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Οὔτε ἑκατὸν δραχμαὶ δὲν ἐπληρώθησαν.
§71Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Συστήσατε μίαν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησαν.
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Συμφωνῶ μαζύ σας.
§73Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν αἱ διευθύνσεις τῶν Γεωργικῶν σταθμῶν ἀποστέλλωσιν ἐκθέσεις περὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, νὰ προσκομίσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ὅπως ἐκτυπωθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον τὸ εὑρετήριον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1899, διότι ἤδη ἔληξε τὸ ἔτος 1900, καὶ δὲν ἔχομεν τὸ εὑρετήριον τοῦ 1899. Ἐὰν δὲν δύναται τοῦτο νὰ γείνῃ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἂς τυπωθῇ ἀλλαχοῦ.
§75ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ παρομοίας αἰτήσεώς μου, ὑποβληθείσης τὸν Μάρτιον ἐνεστῶτος ἔτους, ἔδωκε, φαίνεται, τὰς δεούσας διαταγὰς, καὶ τώρα, κατὰ τὸ τέλος Νοεμβρίου, μᾶς διενεμήθη τὸ εὑρετήριον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ ἔτους 1898. Θὰ τὸν παρακαλέσω ὅμως, τὸ εὑρετήριον τοῦ 1899 νὰ μὴ ἐκτυπωθῇ μετὰ ἕν ἔτος, διότι τότε καθίσταται ἄχρηστον.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ὑπὸ τύπωσιν.
§77Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν κατέθεσεν εἰσέτι τὰς ἐκθέσεις τοῦ κ. Νομάρχου Ἀχαΐας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν. Ἐγὼ καὶ ἄνευ ἐκθέσεων θὰ λάβω τὸν λόγον περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας μου, τῆς ὁποίας καὶ τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας γνωρίζω κάλλιστα. Πρὸς τούτοις ὑποβάλλω ἔγγραφον σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φακέλους, τοὺς περιέχοντας τὰς διαφόρους ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεως τῶν διαφόρων δικαιούχων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ σημείωσιν τῶν πληρωθέντων ποσῶν, ὡς καὶ τῶν διὰ συμβιβαστικῆς λύσεως τοιούτων, καὶ ποῖαι ἀπαιτήσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται αὗται.»
§78ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν προηγουμένας ἐπερωτήσεις μου περὶ ἐκκρεμῶν ἀπαιτήσεων δι’ ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων κλπ. καὶ περὶ ἱδρύσεως τμήματος διαμετακομίσεως ἐν τῷ Καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§80ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν ἀπαντήσεις εἴς τινας ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν ἁπάσας. Δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰς λοιπὰς, ἀφοῦ σχετίζονται πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν)...
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§83ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§84Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη.
§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὠφείλατε, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπράξατε.
§87ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ ὅρον μόνον· ἅμα ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποσχεθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἠγγείλατε, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐγὼ ὡμίλουν, καὶ ἐζήτουν ἔγγραφα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντα. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα συζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς βιαζόμεθα νὰ δοθῶσιν, ἀλλὰ δὲν δίδονται, πληροφορίαι, ἐπανειλημμένως ζητηθεῖσαι. Ἀναμένω πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπανειλημμένως ζητηθείσας, περὶ θέματος σπουδαιοτάτου, ἀναγομένας εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· παρῆλθον μῆνες, καὶ αἱ πληροφορίαι δὲν ἔρχονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει τινὰς ἀπαντήσεις καὶ αὐτός, καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, ἐξ ὧν μία ἀνάγεται ἀμέσως εἰς τὸ θέμα τὸ συζητούμενον, ἀνάγεται εἰς τὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ πέντε Ὑπουργῶν, καὶ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐτύπωσεν εἰς ἰδιωτικὰ τυπογραφεῖα.
§90ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐργασία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, καὶ ὅταν τὰς λάβω, θὰ τὰς καταθέσω.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς βεβαίως θὰ τὰς καταθέσητε, ὅταν τὰς λάβητε, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ βραδύτης εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, διότι ἐβραδύνατε νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω περὶ ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν, διότι πέρυσιν, ἀποφασίσας νὰ μὴ ὁμιλήσω κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, ὅτε ἔφθασεν ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως ἑκάστου Ὑπουργείου, ἦτο ἀδύνατον νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἀπῆλθον, ἀφεὶς νὰ συντελεσθῇ, ὡς συνετελέσθη, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ φανῶ ἐνοχλητικός, καὶ μάλιστα ἄνευ ἀποτελέσματος. Σήμερον ὅμως ἔχω σκοπὸν νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχω ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησα.
§93Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς φέρω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ἐγκαίρως.
§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§95Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, προανήγγειλεν, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς του θὰ ἦτο τόσον σπουδαία, ὥστε προεκάλει εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ὡς ἔλεγεν, ἐπρόκειτο περὶ λίαν σκανδαλώδους παρανομίας· ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν περιέργειαν νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα πρὶν ἢ τὰ καταθέσῃ.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω διόλου ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ χονδροειδοῦς παρανομίας, εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἔλαβεν ἔκτοτε καὶ τὰ ἔφερε σήμερον. Καὶ εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον μὲ ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ γενομένης δημοπρασίας τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων καὶ περὶ τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας. Κατέθηκα τότε τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν ἔφερε τὴν συζήτησιν. Σήμερον δὲ πάλιν, μετὰ τόσον χρόνον, δὲν φέρει τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ δι’ ὑπαινιγμῶν ἀναφέρει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα αὐτὸν, ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν νὰ συζητήσῃ, νὰ δηλώσῃ τοῦτο, ἵνα μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα.
§97ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπετε ὅμως, ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτίθεται ἐκ τῶν νώτων, εἰπὼν ὅτι δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὅμως δὲν γινώσκω τίποτε, τὸ ὁποῖον μ’ ἐμποδίζει νὰ συζητήσω ἐπὶ ἐκείνης τῆς ὑποθέσεως, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι γινώσκει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§101Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διακόπτομεν, κ. Πρόεδρε;
§103ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἤμεθα συνεπεῖς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖ ἀκόμη ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. Πρέπει νὰ δηλώσῃ ὁ ἴδιος.
§105ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολύ;
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος γνωρίζει.
§107Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχετε δηλώσει νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς ὀκτὼ, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς ἐννέα.
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ἐὰν θέλητε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ὅτε θὰ γείνῃ νέα συζήτησις τοῦ θέματος...
§109Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ διακόψωμεν.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα). Παραιτεῖσθε τῆς συζητήσεως;
§114ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι. Δὲν παραιτούμεθα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διακόπτομεν.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε θὰ ἐπανέλθωμεν;
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 9 καὶ 20′. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§119Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ κατάστασις, κύριοι Βουλευταὶ, τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους μὲ ἀναγκάζει νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν. Παραξενεύομαι δὲ, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, καίτοι, καὶ ὡς ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματός των καὶ ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς, γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν αὐτῶν, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παραστήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ δέοντα γενέσθαι. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὰς φυλακὰς τῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ καὶ εἰς τὸ Ἀβερώφειον ἐφαρμόζεται κἄπως εὐρωπαϊκὸν σύστημα. Ἀλλ’ ὅταν ἐξετάζω τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος, τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, τὰς φυλακὰς τοῦ Μενδρεσὲ κλπ. μὲ καταλαμβάνει τελεία ἀπελπισία. Καὶ πρῶτον, ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν, εἶναι χείρισται, διότι καθ’ ἑκάστην προσβάλλονται οἱ δυστυχεῖς φυλακισμένοι ὑπὸ σοβαρῶν νοσημάτων, προβληματικὴν καθιστώντων τὴν περαιτέρω αὐτῶν ὕπαρξιν. Ἐπίσης μεγίστην ἀσκεῖ ἡ τοιαύτη νοσηρὰ τῶν φυλακῶν κατάστασις ἐπιρροὴν καὶ ἐπὶ τῆς ὑγείας τῶν ἑκάστοτε ἐν αὐταῖς ὡς φρουρῶν χρησιμευόντων ἀνδρῶν· παρετηρήθη δὲ, ὅτι πλεῖστοι στρατιῶται ἔπαθον ἐκ τῶν φυλακῶν, ἔνθα ὑπηρέτησαν ὡς φρουροί. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὁπωσδήποτε καλῶν φυλακῶν πάμπολλα ἐπέρχονται ἄτοπα, ἀσκοῦντα μεγίστην ἐπιρροὴν καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς τῶν φυλακισμένων διαπλάσεως καὶ ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῶν δύο τούτων σπουδαίων λόγων νὰ ἐνδιατρίψω πλειότερον, διότι ἀμφότεροι οὗτοι εἰς πάντας ὑμᾶς εἶναι ἀρκούντως γνωστοί. Ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὴν κατάστασιν τῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν. Παραπήγματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀδύνατον νὰ στρατωνισθῶσι στρατιῶται, ἐγκλείουσι περὶ τοὺς 150 στρατιώτας φυλακισμένους, οἵτινες ὑποφέρουν τὰ πάνδεινα, διότι, ἐνῷ οἱ στρατωνιζόμενοι στρατιῶται διέρχονται τὴν νύκτα ἔχοντες 3 καὶ 4 κλινοσκεπάσματα, αὐτοί, οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἔχουσιν ἓν μόνον. Πλὴν τούτου, ὁ μεταξὺ στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν συγχρωτισμὸς ἐσάλευσε τὴν πειθαρχίαν, ὥστε ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, καὶ ἐξεδόθη Διάταγμα, δι’ οὗ δὲν ἐθεωρεῖτο βιαιοπραγία ἡ ἐπίθεσις κατωτέρου κατ’ ἀνωτέρου ἐν ταῖς φυλακαῖς. Καὶ ταῦτα βλέπομεν ἐν μέσαις Ἀθήναις! Δύνασθε δὲ νὰ φαντασθῆτε, τί συμβαίνει μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Ἵνα εὕρω ἡσυχίαν πρὸς μελέτην, κατέφυγα εἰς Ναύπλιον, καὶ διετέλεσα ἐπί τινας μῆνας ἀρχιφύλαξ ἀξιωματικὸς εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαμηδίου. Εἴχομεν δύναμιν πλέον τῶν 200 καταδίκων εἰς τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, εἰς τὰς φυλακὰς δηλ. ἐκείνας, ἃς οἱ Ὀθωμανοί, ἐπὶ τουρκοκρατίας, ἐχρησιμοποίουν διὰ τοὺς ἀδελφούς μας, διὰ νὰ αἰσθάνωνται, φαίνεται, οὗτοι καλλίτερον τὴν σκληρότητα τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ ἐν ἡμέραις δουλείας μαύραις καὶ σκοτειναῖς. Ἀνεξαρτήτως τούτου, οἱ δυστυχεῖς οὗτοι φυλακισμένοι ἔχουσιν, ἕνεκα τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς θρησκευτικῆς, τόσον ἐξαγριωθῆ, ὥστε καθίστατο ἀδύνατον καὶ εἰς τὴν φρουρὰν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον, ἂν δὲν ἦσαν κεκλεισμένοι οἱ κατάδικοι εἰς τὰ δωμάτια αὐτῶν. Τὸ αὐτὸ δὲ σύστημα, ἀτυχῶς, ἐξακολουθεῖ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἀπὸ φύσεως κακοῦργοι, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι πᾶσα ἐλπὶς ἠθικῆς αὐτῶν βελτιώσεως ἐξέλιπε τελείως· ἐξ ἐναντίας, ὁσάκις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἀφορμὴ ἀναβιώσεως τοῦ ἠθικοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ θρησκευτικοῦ αὐτῶν αἰσθήματος, παρευθὺς οὗτοι ἐξεδήλωσαν ταῦτα, ὡς ἀπέδειξαν πολλαὶ περιστάσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὀνομαστὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου ἐπίσκεψιν τοῦ γραμματέως τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης κ. Λαμπάκη, καθ’ ἣν οὗτος μὲ τὰ διδάγματα τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς θρησκείας ἐπὶ τοσοῦτον καθυπέταξε τοὺς φοβεροὺς αὐτοὺς καταδίκους, ὥστε παρέδωσαν μὲν τὰ ἐγχειρίδιά των, ἐκοινώνησαν δὲ τῶν ἀχράντων μυστηρίων περὶ τοὺς 20. Ἀλλὰ πολὺ εὐλόγως οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ μοὶ εἴπωσι: «Καὶ πῶς κάμνετε λόγον περὶ φυλακῶν, ἀφοῦ εἶσθε κατὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων;» Ἐγὼ πρὸ δύο ἐτῶν ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὴν θέλησιν τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, καὶ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ οἰκοδομήσῃ φυλακὰς τοῦ τελευταίου συστήματος. Ἀλλ’ ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς κατασκευὴν φυλακῶν. Εἶχον μάλιστα ὑποδείξει καὶ τὸ Λοιμοκαθαρτήριον τῆς Σύρου ὡς κατάλληλον διὰ φυλακάς, καὶ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω, δι’ οὗ μὲ 280,000 δραχμὰς τὸ Λοιμοκαθαρτήριον ἐκεῖνο δύναται νὰ μετατραπῇ εἰς φυλακὰς ἐπαρκεῖς τοὐλάχιστον διὰ 360 φυλακισμένους, εἰς φυλακὰς ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Διὰ τῆς κατασκευῆς φυλακῶν θὰ κατορθώσωμεν, ὥστε καὶ οἱ φυλακισμένοι νὰ κερδίζωσι τὸν ἄρτον των, καὶ νὰ ἀσχολῶνται καὶ μὴ φονεύωνται μεταξύ των, καὶ ἡ φρουρὰ θὰ ἦναι μᾶλλον ἠσφαλισμένη· διότι πολλάκις ἄνδρες τῆς φρουρᾶς ἐφονεύθησαν ὑπὸ φυλακισμένων, ζητούντων νὰ δραπετεύσωσιν. Οἱ φυλακισμένοι οὕτω, ὅταν ἔχωμεν καλὰς φυλακὰς, ἐξερχόμενοι ἐκεῖθεν, θὰ καθίστανται χρηστοὶ πολῖται, καὶ θὰ χρησιμεύωσιν ὡς διδάσκαλοι εἰς τοὺς ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζωηροὺς, κατόπιν τῶν βασάνων, ἅτινα ὑπέστησαν. Ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας, διότι τοῦτο ἔχει μεγίστην σημασίαν εἰς τὰς φυλακάς. Σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι ἐπὶ φυλακισμένων ἄνω τῶν 200 ἐν Παλαμηδίῳ κατώρθωσεν ὁ ἐλθὼν ἐκεῖ ἀπεσταλμένος κ. Λαμπάκης νὰ κάμῃ 20 νὰ μεταλάβωσι τῶν ἀχράντων μυστηρίων, κατόπιν θρησκευτικῆς ὁμιλίας, ἣν ἔκαμε πρὸς αὐτούς. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ὁρίσῃ 2 ἢ 3 ἱεροκήρυκας πρὸς διδασκαλίαν τῶν φυλακισμένων, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συγκεντρώσῃ ὅλους τοὺς καθολικοὺς φυλακισμένους εἰς φυλακὰς πόλεων, ὅπου ἑδρεύουσι καθολικοί. Διὰ τῆς ἱδρύσεως φυλακῶν πρὸς τούτοις θὰ ὠφελήσωμεν τὸν στρατὸν, διότι θὰ κατορθώσωμεν, ὥστε τὰ συντάγματα νὰ συγκεντρώσωσι τὰς δυνάμεις αὑτῶν, αἵτινες σήμερον εἶναι διεσκορπισμέναι. Τὸ σύνταγμα π. χ. τοῦ Ναυπλίου εἶναι διεσκορπισμένον εἰς τέσσαρα μέρη, χάριν τῶν φυλακῶν, δηλ. εἰς Ναύπλιον, Τρίπολιν, Σπάρτην καὶ Αἴγιναν. Οὕτω δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ συνταγματάρχης νὰ ἐκπαιδεύσῃ τοὺς ἄνδρας, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἔχει ὑποχειρίους. Οἱ ἄνδρες δὲ οὗτοι, ὑπηρετοῦντες χωρὶς νὰ γυμνασθῶσι, εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ μέλλον διὰ τὴν ἐφεδρείαν; Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν ἀσχολεῖται εἰς τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα, ἀλλ’ ἐθεώρησε προτιμότερον νὰ σκεφθῇ περὶ Κηφισιᾶς (ἱλαρότης). Καὶ δὲν ἀδικῶ αὐτὴν, διότι καὶ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου κ. Δηλιγιάννης περὶ ταύτης ἠσχολήθη (γέλως), μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου ἀφῆκε τοὺς χωρικοὺς ὅπως ἦσαν, καὶ κατήρτισεν ἓν τμῆμα, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ εὔποροι τῆς Πρωτευούσης νὰ διέρχωνται τὸ θέρος, ἵνα μὴ μεταβαίνωσιν εἰς Εὐρώπην καὶ δαπανῶσιν ἐκεῖ τὸ χρῆμα· ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ διώξῃ τοὺς δυστυχεῖς Κηφισιώτας, καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν Κηφισιὰν ἐνδιαίτημα μόνον τῶν πλουσίων. Ἡ Κυβέρνησις ἔτι δὲν ἐφρόντισε περὶ φυλακῶν, ἀλλ’ ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παραδόσεως 3,000,000 δραχμῶν εἰς τοὺς μετόχους τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου. Ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέβαλεν ἐναντίον τῆς θελήσεώς του, διότι γνωρίζομεν τὸν χαρακτῆρά του· διέγνωσα δ’ ὅτι τὸ ὑπέβαλεν ἐναντίον τῆς θελήσεώς του, διότι πολὺ δειλῶς τὸ ὑπέβαλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω ὅμως, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἐσκέπτετο περὶ φυλακῶν καὶ περὶ τῶν δυστυχῶν φυλακισμένων. Δὲν ἐπεκτείνομαι εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ δανείου τῶν 3,000,000, διότι ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ καλῶς καὶ δὲν θὰ τὸ φέρῃ εἰς συζήτησιν...
§120Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ψηφισθῇ.
§121Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἴθε· ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἐπίθεσις τῶν χρηματιστῶν κατὰ τῶν Πρωθυπουργῶν προσομοιάζει μὲ τὴν ἐπίθεσιν, ἣν ὑφίσταται εἷς ἄοπλος ἐν ὁπλασκητηρίῳ ἐκ μέρους τῶν ἐν αὐτῷ ὁπλασκητῶν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς τὰ εἴπω καθαρώτερα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ φυλακῶν, ἀλλὰ ἠσχολήθη εἰς τὸ ζήτημα τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, δι’ οὗ αἱ μὲν ὁδοὶ τοῦ Κράτους ὑπεδουλώθησαν διὰ 30 ἔτη, κατεδικάσθησαν δὲ 20,000 ἁμαξηλάται εἰς ἀργίαν! Νομίζω καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω καὶ δευτέραν φορὰν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀνακοινώσουν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν διέθεσαν τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ὡς καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἠσχολήθησαν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν φυλακῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῇ διαθήκῃ τοῦ Συγγροῦ διατίθεται καὶ ποσόν τι διὰ κατασκευὴν σχολείων, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὰς εὐχαριστίας μου, διότι, ἅμα ὡς ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον, κατόπιν τῶν παρακλήσεών μου, ἔσπευσε νὰ διατάξῃ τὴν ἀνέγερσιν σχολείων ἐν Σύρῳ, ἐν τοῖς χωρίοις Πάγῳ καὶ Βάρῃ. Ἐπίσης τὸν εὐχαριστῶ, διότι, τῇ συστάσει τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, γίνονται καὶ τὰ ἐν Ἑρμουπόλει.
§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴδετε πουθενὰ κτίριον;
§123Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, ἀγαπητὲ συνάδελφε, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει πάντοτε νὰ ὁμιλῶμεν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, εἶναι, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς συστάσεις μου, καὶ προβαίνει εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σχολείων. Περαίνων τὸν λόγον μου, κύριοι Βουλευταί, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ αὔριον ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ φυλακισμένων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ μέτρον, ἵνα χαρισθῇ ἓν μέρος τῆς ποινῆς τῶν πολλὰ ἔτη διανυσάντων εἰς τὰς φυλακάς. Παραδείγματος χάριν, ἐὰν ἔχῃ τις 20 ἐτῶν ποινήν, καὶ διήνυσε τὰ 18, δίκαιον εἶναι νὰ τοῦ χαρισθῶσι τὰ δύο. Ἄς μὴ ὑπερηφανεύηται δὲ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἀπεφυλάκισε τελευταῖον ἐκείνους, οἵτινες εἶχον καταδικασθῆ πρὸ τοῦ νόμου, δι’ οὗ εἰς τὰ ἔτη τῆς ποινῆς συμπεριελαμβάνετο καὶ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐμοῦ, καὶ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, ὅστις κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν γενεθλίων του ἀπένειμε τὴν ἐν λόγῳ χάριν. Δύνασθε νὰ κρίνητε, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῶν ὀλίγων, ἅτινα ἀνέπτυξα ὑμῖν, ὁπόσης σημασίας εἶναι τὸ περὶ φυλακῶν ζήτημα. Ἡ Πολιτεία ὑπέχει μεγίστην ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καταστάσει εὐθύνην· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη εὐθύνη δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ δὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ζήτημα δέ, ὅπερ ἀλλαχοῦ, μεθ’ ὅλην τὴν πραγματικὴν βελτίωσιν τῶν φυλακῶν, ἀπασχολεῖ σοφοὺς συγγραφεῖς καὶ διαπρεπεῖς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἀξίζει ἐπὶ τέλους νὰ τύχῃ καὶ τῆς μερίμνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ συντελέσῃ αὕτη εἰς ἔργον καὶ κοινωνικῶς καὶ ἐθνικῶς ὠφέλιμον καὶ χρήσιμον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. Ὁ κύριος Χατζῖσκος ἔχει τὸν λόγον.
§126Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀναγκασθεὶς νὰ διακόψω τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας, συνεχίζω ταύτην σήμερον, μετὰ τὴν ἐπισκόπησιν, ἣν ἐποιησάμην ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ εἰς τὰ τῶν προσδοκωμένων ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, εἰς ἃ ἰδίως ἐνδιέτριψα, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς μακρᾶς ἐπὶ τούτου μελέτης καὶ ἐρεύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγουμένου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Καὶ ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὴν αὐτὴν μέθοδον, ἵνα μὴ ἐν πολλοῖς παλιλλογήσω, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐρεύνη τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους θέλω ἰδίως ἐμμείνει εἰς τὴν ἐξερεύνησιν τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων πολλὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ βαίνωσιν αὐξάνοντα, ἢ μένουσι στάσιμα, ἢ βαίνουσιν ἐλαττούμενα. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν εἰς δραχ. 114,684,159, αἱ δὲ αἰτούμεναι πιστώσεις εἰς δραχ. 111,678,882· συνεπῶς, κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ προκύψῃ περίσσευμα δρ. 3,005,277. Συγκρινόμενα δὲ τὰ προϋπολογιζόμενα ταῦτα ἔσοδα πρὸς τὰ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, εἰσὶν ἀνώτερα ἐκείνων κατὰ δραχ. 2,477,310, αἱ δὲ αἰτούμεναι πιστώσεις, συγκρινόμεναι πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, παρουσιάζουσιν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν δραχ. 2,409586. Ἤδη ἐξεταστέον, ἂν τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα θὰ εἰσπραχθῶσιν, αἱ δὲ αἰτούμεναι πιστώσεις ἂν θ’ ἀποδειχθῶσιν ἐπαρκεῖς πρὸς πλήρωσιν τῶν δαπανῶν, καθόσον ἐκ τῆς διαφορᾶς, εἴτε τῶν ἐσόδων, εἴτε τῶν πιστώσεων, μὴ ἀποδειχθησομένων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν ἐπαρκῶν, τὸ περίσσευμα θὰ μεταβληθῇ εἰς ἔλλειμμα. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ Αʹ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων, ἰδίως ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀρθῶς ποιῶν, διήρεσε τοὺς ἀμέσους φόρους εἰς δύο μέρη, εἰς φόρους εἰσπραττομένους εἰς τὰ Ταμεῖα, καὶ εἰς φόρους εἰσπραττομένους εἰς τὰ Τελωνεῖα. Ἡ μειονοψηφία φρονεῖ ἐν συνόλῳ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὅτι τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσονται ἐλάσσονα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογιζομένων κατὰ 1,245,000. Οἱ φόροι δέ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰδίως ἡ μειονοψηφία νομίζει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις, εἶναι οἱ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀμπέλων, ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ οἰκοδομῶν. Δὲν ποιοῦμαι ἔρευναν, διὰ τίνα λόγον, διότι ἐν πολλοῖς θ’ ἀνεφερόμην εἰς ὅσα εἶπον χθές. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρου σπουδαίου, καθόσον οὗτος ἅπτεται τῆς γεωργικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἡ μειονοψηφία νομίζει, ὅτι τὰ αἴτια, τὰ προκαλοῦντα τὴν μὴ ἐπαύξησιν τοῦ φόρου τούτου, εἰσὶν ἀφ’ ἑνὸς ἡ κατάστασις τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, μὴ δυνηθέντος εἰσέτι νὰ ἐπανακτήσῃ ὅ,τι ἀπώλεσε κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην περίστασιν, ἀφ’ ἑτέρου αἱ συνεχῶς ἐπερχόμεναι ἀφορίαι. Καὶ ὄντως, ἂν ῥίψῃ τις βλέμμα ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, παρατηρεῖ, ὅτι σπανίως παρουσιάζεται εὐφορία εἰς αὐτήν· μάλιστα κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἐν οἷς καλλιεργοῦνται δημητριακοὶ καρποὶ, ἐπῆλθε, δυστυχῶς, ἀφορία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ ὁ λόγος τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ὁ κυριώτερος ὅμως λόγος εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις εἰς τὴν τύχην τῆς γεωργίας ἐν Ἑλλάδι. Δυστυχῶς, οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται παρὰ τῆς Πολιτείας ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, τῆς πρώτης ταύτης, δύναταί τις εἰπεῖν, παραγωγικῆς τάξεως τῆς χώρας ἡμῶν. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπέδειξα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, δι’ ὧν νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Πολιτεία νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἐξ ἧς, ἀνθούσης, θὰ ἐπέλθῃ ὁμολογουμένως βελτίωσις ἐν γένει εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ Ἑλλὰς εἶναι κυρίως χώρα γεωργικὴ καὶ κτηνοτροφική. Διὰ τῆς μερίμνης, ἣν ἡ Πολιτεία δύναται νὰ λάβῃ ὑπὲρ τῆς γεωργίας, θὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι μετὰ χρόνον δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τὴν χώραν ἡμῶν αὐτάρκη, ὥστε τὸ ποσόν, ὅπερ ἑκάστοτε ἡ χώρα, περὶ τὰ 30,000,000 δρ., ἐξάγει εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, νὰ μένῃ ἀπόθεμα ἐν αὐτῇ. Δὲν ἐπαναλαμβάνω σήμερον ὅσα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους εἶπον· ὑποδεικνύω μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι φροντὶς αὐτῆς πρωτίστη πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας τῆς χώρας ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ· καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι, συνεπεία τῆς ἐπαράτου νόσου τοῦ περονοσπόρου, παρ’ ὅλα τὰ ληφθέντα κατασταλτικὰ κατ’ αὐτῆς μέτρα, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν αἱ ἄμπελοι νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ζωτικότητα, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐν τῷ παρελθόντι, ὅπως ἀποδώσωσι πρόσοδον τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀναμένῃ τις τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς εἰσπρακτέον. Ἐπὶ δὲ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπίσης φρονοῦμεν, ὅτι, εἰ καὶ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων Προϋπολογισμῶν εἰσιν ἐνθαρρυντικά, ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ὦσι τοιαῦτα, καθόσον ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχετικοῦ νόμου, ὅτι τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου ὄργανα προβαίνουσιν εἰς ἀντινομίας, συνεπαγομένας διαμαρτυρίας καὶ ἐνστάσεις τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνέπεια ἔσεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐσόδου τούτου. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τῶν φόρων, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου μέρους, ἤτοι εἰς τὰ τῶν φόρων τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὰ Τελωνεῖα. Ἐπὶ τούτων ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ προϋπολογιζόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔσεται ἔλασσον κατὰ 1,380,000 δραχμάς, καθόσον τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐκ φόρου τῆς σταφίδος, δραχ. 4,126,000, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ — ποσὸν εἰσπραττόμενον ἄλλοτε κατὰ τὴν ἐποχὴν εὐφορίας τῆς σταφίδος. — Μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν, καὶ μὲν δὲν ἀποδεχόμεθα, ὅτι καὶ κατὰ τὸ προσεχὲς θέρος θὰ προσβληθῶσιν αἱ σταφιδάμπελοι ὑπὸ τῆς ἐπαράτου ταύτης νόσου, ἕνεκα τῶν ληφθησομένων μέτρων τῆς καταπολεμήσεως αὐτῆς, πλὴν, καὶ ἂν δὲν προσβληθῶσιν, ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν· μάλιστα, κατὰ τὴν γνώμην εἰδημόνων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, μετασχόντων τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὑπάρχει φόβος, μήπως τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐλαττωθῇ καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογιζομένου· ἀλλ’ ἡμεῖς προτείνομεν ἐλάττωσιν μόνον κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περίπου. Τὰ αὐτὰ δύναταί τις εἰπεῖν καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου. Ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου παρετηρήθη, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν ὡς εἰσπρακτέον, ἐκ δραχμῶν 1,738,000, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ, εἰ καὶ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο εὔφορον. Ἀλλὰ τούτου ἡ ἐξαγωγὴ γίνεται κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ εἰσπρακτέον ποσόν. Ἀλλὰ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ εὐφορία, ἥτις προσεδοκᾶτο εἰς τὰς νήσους τῆς Ἑπτανήσου, ἰδίως εἰς τὴν Κέρκυραν, ἐπ’ ἐσχάτων ἐβλάβη, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι τοσαύτη ἡ παραγωγὴ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅσην προϋπελογίζομεν, ὥστε νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν θέλει εἰσπραχθῆ. Ὅθεν ἐπὶ τοῦ Αʹ κεφαλαίου, τοῦ ἀπαρτιζομένου ἐκ τῶν δύο τούτων μερῶν, ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι θὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα κατὰ 2,623,000 δραχμάς· τουτέστιν, ἀντὶ νὰ εἰσπραχθῶσιν 23,683,000, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι πλείονα τῶν 21,060,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐξ ἀμέσων φόρων ἔσοδα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ταῦτα οὐδέποτε ἀνῆλθον πέραν τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν 24 ἑκατομμύρια περίπου, ἀφοῦ ἀμφίβολον εἶναι, ἂν θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ὅσας προϋπολογίζομεν, καὶ τὸ ἔσοδον δὲ τὸ ἐκ τοῦ ἐλαίου δὲν θὰ ἦναι τοσοῦτον, ὅσον κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ἀνῆλθεν οὐχὶ ἄνω τῶν 20 ἑκατομμυρίων; Ἐλπίζει βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν κυρίως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐξ ὧν ὁμολογουμένως ἄλλοτε δὲν εἰσεπράττοντο ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1899. Ἀλλά, παρ’ ὅλην τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἣν ἐπὶ τῶν φόρων τούτων ἀπεδέχθη ἐν μέρει καὶ ἡ μειονοψηφία, διστάζομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν. Ἐπὶ δὲ τοῦ Βʹ κεφαλαίου, τῶν ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνέγραψεν ὑπερβολικὸν ποσὸν ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς 30 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἐλπίζει καὶ πέποιθεν ἡ μειονοψηφία, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ, συνεπὴς πρὸς τὰς γνώμας καὶ κρίσεις, ἃς ὑπέβαλε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀναγράψει ποσὸν 32,500,000. Ἡ μειονοψηφία, αἰσιοδοξοῦσα καὶ αὐτή, περιώρισε τὸ ποσόν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μόνον κατὰ 500,000 δραχμάς, ἀλλ’ ἐν ἐπιφυλάξει, ἔχουσα τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι πέραν τῶν 30 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ εἰσεπράττοντο τὰ 30 ἑκατομμύρια, ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο εὐφορία εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Δυστυχῶς ὅμως, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καίτοι, ἕνεκα τῆς ἀφορίας, εἰσήχθη ποσὸν δημητριακῶν καρπῶν πολλῷ μεῖζον ἐκείνου, ὅπερ προσεδοκῶμεν, δὲν ἀνῆλθον τὰ τέλη εἰσαγωγῆς ἄνω τῶν 30 ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ, ὅτι ἡ μείωσις τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς 30 ἑκατομμύρια προῆλθεν ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν παθουσῶν ἐκ τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου, ἐλαττωσάσης τὰ ἔσοδα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, οὗ ἕνεκα δὲν ἠδύναντο οὗτοι νὰ διαθέσωσι ποσά, ὅσα ἄλλοτε, πρὸς προμήθειαν εἰδῶν, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποδεχθῶμεν τὸν λόγον τοῦτον, ἔχομεν ἑτέρωθεν ἄλλον λόγον, ἀναιροῦντα τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προτεινόμενον· ὅτι ναὶ μὲν ἔν τισιν ἐπαρχίαις, συνεπείᾳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐπῆλθε μείωσις τῶν δαπανῶν τῶν κατοίκων αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς ἄλλας, αἵτινες ὁμολογουμένως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ηὐπόρησαν, εἶναι πασίδηλον, ὅτι ἐδαπανήθησαν πλείονα ἢ ὅσα ἄλλοτε. Συνεπῶς τὸ κενόν, τὸ παρουσιαζόμενον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἐζημιώθησαν, καλύπτεται διὰ τοῦ μεγαλειτέρου ποσοῦ, τοῦ δαπανηθέντος ὑπὸ τῶν εὐπορησασῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος, μείζων τούτου, πείθει ἡμᾶς, ὅτι αἰτία τῆς μὴ ἐπαυξήσεως τοῦ ἐσόδου ἄνω τῶν 30 ἑκατομμυρίων δὲν εἶναι ἡ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις οἰκονομικὴ κρίσις, καθόσον, εἰ καὶ παρήχθη καρπὸς ἐλάσσων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, μ’ ὅλον τοῦτο εἰσήχθη χρῆμα εἰς τὴν χώραν πλέον ἐκείνου, ὅπερ θὰ εἰσήγετο, ἂν αἱ σταφιδάμπελοι δὲν ὑφίσταντο τὴν βλάβην ταύτην· ἄλλως τε, καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσήχθη εἰς τὴν χώραν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καλύπτει τὸ ἐπελθὸν κενὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θεωροῦμεν βάσιμον τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸ ἔσοδον ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς περιωρίσθη εἰς 30 ἑκατομμύρια, εἶναι ἡ ἐκ τῆς κρίσεως τῶν παθουσῶν ἐπαρχιῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζομεν, ὅτι ἐπὶ ὑπολογιζομένων ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς δέον νὰ βαίνωμεν περιεσκεμμένως, ἠρέμα, καὶ οὐχὶ ἀποτόμως. Ἐπὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ, δι’ οὓς λόγους εἶπον χθὲς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ποσὸν, διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δὲν θέλει εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ τὸ 1901, καθόσον — καὶ ἀπαντῶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις διά τινος κινήσεώς του δεικνύει, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν πρόβλεψίν μου ταύτην — μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφέντος κατὰ τὸ 1900 καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφέντος τὸ 1901 ὑπάρχει διαφορὰ δραχ. 2,300,000. Κατὰ τὸ 1900, ὡς ἔλεγον χθὲς, ὑπελόγιζεν εἰσπράξιμον ποσὸν 7,432,000 δραχμῶν, σὺν τῇ προσθήκῃ τοῦ ποσοστοῦ τῶν 2,20 κατ’ ὀκᾶν, ἀνήκοντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ, ἐνῷ κατὰ τὸ 1901 προϋπολογίζει εἰσπράξιμον ἐπὶ πλέον ποσὸν δρ. 2,300,000, ἐπὶ βάσει καταναλώσεως ποσοῦ ὀκάδων 1,217,000. Καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, εἰ καὶ ὁμολογουμένως διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου ηὔξησε τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον, προτείνομεν ἐλάττωσιν μόνον κατὰ 50,000 δρ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ὅθεν κεφαλαίου, τῶν ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι τὰ ἔσοδα θὰ ἦναι ἐλάσσονα κατὰ δραχμὰς 550,000. Ἐπὶ τῶν τελῶν καὶ δικαιωμάτων οὐδεμίαν παρατήρησιν ἔχομεν νὰ ὑποβάλωμεν· τοὐναντίον μάλιστα, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωλουμένου χαρτοσήμου φρονεῖ καὶ ἡ μειονοψηφία, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὑπέβαλεν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἔτους 1900, ὅτι τὸ ποσὸν θέλει εἶσθαι ἐπὶ πλέον κατὰ 500,000 τῶν προϋπολογισθέντων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωλουμένου χαρτοσήμου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νομίζομεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ὑπερβολικὸν, καὶ προτείνομεν μείωσιν 100,000 δραχ. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ τρίτου κεφαλαίου, τῶν τελῶν καὶ δικαιωμάτων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, αὐξάνομεν τὸ ἐκ τούτων ἔσοδον κατὰ 400,000. Ἐπὶ τῶν τελῶν ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογίζει εἴσπραξιν ἐπὶ πλέον τοῦ 1900 κατὰ 300,000 περίπου δρ. Ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι, εἰ καὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο βαίνει αὐξάνον, ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν ἀποτόμως νὰ ἀνέλθῃ, οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1900, ἀλλὰ πρὸς παρελθόντα ἔτη, εἰς αὔξησιν 800,000, καὶ προτείνει μείωσιν μόνον κατὰ 200,000. Ἐπὶ τῶν τελῶν καθυστερήσεων, τελῶν ἀγκυροβολίας, τελῶν καὶ δικαιωμάτων δικαστικῶν, οὐδεμίαν παρατήρησιν ὑποβάλλομεν, σχετικῶς πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα. Παρετηρήθη μόνον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν δικαστικῶν δικαιωμάτων, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο, βαῖνον εἰς αὔξησιν, εἶναι λυπηρὸν σύμπτωμα διὰ τὴν χώραν ἡμῶν, προερχόμενον ἐκ ποινῶν καὶ προστίμων, ἀποδεικνῦον δυστυχῶς, ἀντὶ ἐλαττώσεως, τὴν ἐπαύξησιν τῆς ἐγκληματικότητος ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ δίδῃ μείζονα προσοχήν, οὐ μόνον εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, καὶ τὴν πρόληψιν τῆς ἐγκληματικότητος, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς κακοδαιμονίας ἑνὸς λαοῦ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «δικαιώματα ἐξ ἀνταλλαγῆς ὑποχρεώσεων», νομίζομεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἶναι ὑπερβολικόν. Ἀληθῶς, ἂν κρίνωμεν ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1900, παρατηροῦμεν ὄντως, ὅτι εἰσεπράχθη ποσὸν περίπου 1,400,000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι...
§127Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οἱ δέκα μῆνες τοῦ 1899 ἔδωσαν ποσὸν 1,564,000, οἱ δὲ δέκα μῆνες τοῦ 1900 ἔδωσαν 1,096,000, δηλ. 468 χιλιάδας ὀλιγώτερον.
§128ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀκριβῶς ἡ διαφορὰ αὕτη, ἣν παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, συνδραμών με ταύτην τὴν στιγμήν, ἔπεισε τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν δὲν θέλει εἰσπραχθῆ, καὶ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ κατὰ διακοσίας χιλιάδας. Ἐπὶ τῶν μονοπωλίων. Ἀληθῶς τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν μονοπωλίων βαίνει αὐξανόμενον· ἑπομένως οὐδὲ ἐπὶ τῶν πυρείων, οὐδὲ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, οὐδὲ ἐπὶ τοῦ ἅλατος καὶ τῶν παιγνιοχάρτων ἔχομεν νὰ ὑποβάλωμεν παρατήρησίν τινα· περιοριζόμεθα δὲ μόνον εἰς τὴν μείωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων κατὰ δρ. 200,000 ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, δι’ ὃν λόγον ἐπροτείναμεν καὶ τὴν μείωσιν τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν «προσόδων δημοσίων καταστημάτων» οὐδεμίαν παρατήρησιν ὑποβάλλομεν· ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν προσόδων «δημοσίων νομημάτων», ἀποδεχόμενοι ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἴσως ἕνεκα τῆς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διεξαγομένης μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συζητήσεως κατέστημεν καὶ ἡμεῖς ἧττον ἀπαισιόδοξοι ἢ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν «προσόδων δημοσίων νομημάτων», ἰδίως ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας, ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων, ἡ μειονοψηφία παρατηρεῖ, ὅτι καιρὸς πλέον εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διασώσεως καὶ διαφυλάξεως τῶν δασῶν ἡμῶν. Νομίζομεν, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν εἶναι ἰδίως ἡ ἀνθρακοποιΐα. Παρετηρήθη διὰ τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας, ἅτινα πρὸ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦσαν εὐθαλῆ καὶ ἀκμαῖα, ὅτι ἤρκεσεν ἡ τελευταία δεκαετία, ὅπως τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν μεταβληθῶσιν εἰς χέρσους γαίας, ἀποψιλωθέντα· αἰτία δὲ τούτου, κατὰ τοὺς εἰδήμονας, εἶναι κυρίως ἡ ἀνθρακοποιΐα...
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ὑλοτομία.
§130ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι τόσον ἡ ὑλοτομία, ὅσον ἡ ἀνθρακοποιΐα. Ἡ ὑλοτομία γίνεται κάπως τακτικωτέρα τῆς ἀνθρακοποιΐας. Αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀνθρακοποιΐα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἐμπρησμοί. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ λάβῃ μέτρα συντελεστικὰ περὶ διασώσεως καὶ συντηρήσεως τῶν δασῶν. Ὁμολογουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐποπτείας τῶν δασῶν. Καὶ ναὶ μὲν τὸ μέτρον τοῦτο, οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἔσεται ὠφέλιμον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν ἐκ τῶν συμβαινουσῶν καταστροφῶν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ μέτρον, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς πείρας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν αἱ ἰδέαι μου συνταυτίζονται πρὸς τὰς ἰδέας πολλῶν μελῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἢ πρὸς τὰς γνώμας πολλῶν ἐξ ἐπαρχιῶν, ἔνθα ἀφθονοῦσι τὰ δάση, οἵτινες εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσιν ἡμῖν γνώμην περὶ τούτων· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν τὰ δάση διὰ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν κοινοτήτων ἀφίεντο εἰς τὴν φύλαξιν τούτων, τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ἀγαθώτερα τῶν τῆς ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα διαχειρίσεως αὐτῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Παράδειγμα τὰ δάση τῶν κοινοτήτων, τὰ δάση τῶν ἰδιοκτητῶν, μὴ ὑφιστάμενα τὰς καταστροφὰς, ἃς ὑφίστανται τὰ δημόσια δάση. Τὴν ἰδέαν ταύτην ῥίπτω, ὅπως μελετηθῇ οὐ μόνον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς. Πρέπει τέλος νὰ δώσωμεν μεγάλην προσοχὴν εἰς τὴν διάσωσιν καὶ διαφύλαξιν τῶν δασῶν ἡμῶν, τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου, ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν ὁποίων μυρία καὶ ὀλέθρια ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα. Ἰδίως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ δίδῃ μείζονα προσοχὴν εἰς τὴν παροχὴν ἀδειῶν πρὸς ὑλοτομίαν εἰς μέρη γειτνιάζοντα πρὸς ἀποτόμους χαράδρας, καθόσον ἡ ἀποψίλωσις τῶν μερῶν ἐκείνων συνεπάγεται τὴν ἐπαύξησιν τῶν χειμάρρων, ἀποτέλεσμα τῆς ὁρμῆς τῶν ὁποίων ἔσεται ἡ καταστροφὴ χωρίων καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν κάτωθι αὐτῶν κειμένων εὐφόρων πεδιάδων εἰς ἀχρήστους χαλικώδεις ἐκτάσεις. Λαμβάνω δ’ ἀφορμὴν καὶ ἐκ τῶν δασῶν τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν. Ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας μου, ἐν τῷ τῆς Ὑπάτης, ἐπῆλθον πολλαὶ καταστροφαὶ, μεταβαλλοῦσαι ὁλοκλήρους ἐκτάσεις γαιῶν εἰς χαλικώδη στρώματα, συνεπείᾳ τῆς ἀποψιλώσεως δάσους, ὑπερκειμένου τῆς κορυφῆς ὄρους, μεταξὺ δύο ἀποτόμων χαραδρῶν, σχηματισθέντων τοιούτων χειμάρρων, ὥστε δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι τὸν χειμῶνα οὐ μόνον καθίστανται ἀδιάβατα τὰ χωρία ἐκεῖνα, οὐ μόνον γαῖαι εὔφοροι μετεβλήθησαν εἰς ἀγόνους, ἀλλὰ καὶ πολλὰ χωρία διατρέχουσι τὸν κίνδυνον τοῦ καταποντισμοῦ ἐκ τῆς πλημμύρας τῶν χειμάρρων. Δι’ ὃ ἐπιβάλλεται τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίᾳ νὰ δίδῃ μείζονα προσοχὴν, ὅπως μὴ παρέχωνται ἄδειαι πρὸς ὑλοτομίαν εὐκόλως, ἰδίως εἰς δάση παρακείμενα εἰς χαράδρας. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν «προσόδων τῶν δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων» ἐπίσης οὐδεμίαν παρατήρησιν ποιούμεθα. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς «νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων» ἡ μειονοψηφία, συνεπὴς εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι 1,60 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι βάσις σταθερὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀλλὰ 1,65, προτείνει αὔξησιν 75,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς «ἐκποιήσεως ἀκινήτων δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων», ὡς καὶ πέρυσι, καὶ ἐφέτος ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκ τῶν προσωρινῶν καὶ τῶν παγίων δόσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν, εἰμὴ ἔλασσον κατὰ 100,000 δραχμάς. Ἐπίσης ἐπὶ τῶν «ἀπολήψεων ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ», τὸ ἄρθρον, εἰς ὃ προτείνομεν ἐλάττωσιν, εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἤτοι τὸ ποσὸν τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς κρατήσεις ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἀστυφυλάκων διὰ τὸ τίμημα τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἱματισμοῦ, διαγράφοντες τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν ἐκ 300,000 δραχμῶν, ὡς μὴ εἰσπρακτέον. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν «καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων» τὸ ποσὸν δραχμῶν 3,500,000 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέχρι τοῦδε μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριετίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων νόμων, ἰδίως δὲ τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ζώων, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκοδομῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων αἱ καθυστερήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι τοιαῦται, οἷαι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Συνεπῶς προτείνομεν ἐλάττωσιν κατὰ 500,000 δρ. περίπου. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κεφαλαίου τούτου «εἰσπραττόμενα ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν κατὰ τὸν ΒΧϞΔʹ νόμον τοῦ 1900», ἐξ οὗ ὑπολογίζεται ποσὸν εἰσπραχθησόμενον 1,500,000, φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι λίαν ὑπερβολικόν, καὶ δέον νὰ μειωθῇ κατὰ 750,000, καθόσον ἡ ἐφαρμογὴ παντὸς νέου νόμου, ἐν ἀρχῇ μάλιστα, συνεπάγεται πολλὰς τὰς δυσχερείας, καὶ ἰδίως προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως παλαιῶν χρεῶν. Οὕτως ἡ μειονοψηφία ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ὑπολογιζομένων ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 114,684,000, φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι τόσα, καὶ προτείνει μείωσιν αὐτῶν κατὰ 5 ἑκατομμύρια, περιοριζομένων τούτων εἰς 109 ἑκατομμύρια περίπου, ποσοῦ ἀξίου λόγου, ποσοῦ σημαντικοῦ, ὅπερ, ἂν εἰσπραχθῇ, εἶναι τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ, μετὰ τὴν περικοπὴν δαπανῶν μὴ ἀπαραιτήτων, περίσσευμα, δυνάμενον νὰ διατεθῇ πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν ἐπειγουσῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Καὶ ταῦτα ἐπὶ τῶν ἐσόδων. Ἤδη ἐπὶ τῶν ἐξόδων. Τὰ ἔξοδα, ὡς εἶπον, προϋπολογίζονται εἰς 111,678,882, ἤτοι ἐπὶ ἔλασσον τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους κατὰ 2,409,586. Καὶ πρῶτον ἐξετάσωμεν τὰ ἔξοδα, ἤτοι τὰς δαπάνας τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ δαπάναι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, εἰς ὃ περιλαμβάνονται αἱ δαπάναι τοῦ πρώτου μέρους, ἤτοι τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἄλλων ἀμετατρέπτων δαπανῶν, κατὰ τὴν δήλωσιν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αὐξάνουσι κατὰ 2 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, προερχόμενα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς δαπάνης τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τῆς τῶν συντάξεων καὶ τῆς εἰς τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ ξένον λογαριασμόν. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 14 περίπου ἑκατομμύρια δρ., τὰ αἰτούμενα ἔξοδα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, προϋπολογίζονται εἰς 11,902,161, ἀπέναντι 13,913,611, αἰτηθέντων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900· ἤτοι ἡ χρῆσις τοῦ 1901, κατὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσιάζει διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 2,011,450...
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν τοῦ 1900;
§132ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα... Ἀλλ’ ἡ περικοπὴ αὕτη τῶν δαπανῶν δὲν εἶναι προϊόν οἰκονομικοῦ πνεύματος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 2,011,450 ἐὰν ἀφαιρέσητε τετρακοσίας χιλιάδας, αἵτινες ἐβάρυναν τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 διὰ τὴν προῖκα τῆς Α. Υ. τῆς πριγκηπίσσης Μαρίας, τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν εἶναι κυρίως τὸ ἀφορῶν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ σιγαροχάρτου, περὶ παιγνιοχάρτων, καὶ ἰδίως περὶ πετρελαίου. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν δαπάνην, ἣν ἐζητήσατε κατὰ τὸ 1900 διὰ προμήθειαν πετρελαίου καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ δαπανῶν, πρὸς τὴν τοῦ 1901, βλέπομεν ὁμολογουμένως μεγάλην διαφοράν. Ἀλλ’ ἤδη ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: πῶς, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1900 ἐλήφθη πίστωσις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ πετρελαίου, διά τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων, ζητεῖται ἤδη, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, πίστωσις μόνον 1,254,658,35; Ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι πάντη ἀνεπαρκής, καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατανάλωσιν τοῦ πετρελαίου, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἥτις προμηνύεται μείζων κατὰ τὸ 1901, διότι τὰ ἐκ τοῦ πετρελαίου ἔσοδα βαίνουσιν αὐξάνοντα, καὶ, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν προσδοκωμένων ἀποτελεσμάτων τοῦ ἐκ πετρελαίου ἐσόδου, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐπὶ πλέον ἐννεακόσιαι χιλιάδες, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον, ἐξ 1,254,658, νὰ ἦναι ἐπαρκές; Πάντως θὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, καὶ θὰ ἀνέλθῃ αὕτη τοὐλάχιστον εἰς δραχ. 1,300,000 περίπου. Δὲν πιστεύω δ’ εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ὥστε ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἰδίως τοῦ περὶ πετρελαίου, παρίσταται ἀνάγκη πιστώσεως εἰσέτι 1,300,000. Ἐὰν εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην καὶ μόνην προσθέσωμεν τὴν πίστωσιν τὴν δοθεῖσαν διὰ τὴν προῖκα τῆς Α. Υ. τῆς πριγκηπίσσης Μαρίας, τὸ ποσόν, ὅπερ ἀναγράφεται, ἐλαττούμενον κατὰ δύο ἑκατομμύρια περίπου, τέλεον ἐξατμίζεται. Ἑπομένως οὐδεμίαν βλέπω φειδὼ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἐξάρῃ τὴν περὶ τὰς δαπάνας φειδὼ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, βασιζομένην ἰδίως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια. Ἐπίσης θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς πρὸς τὰ πλεονάσματα τῶν πιστωτῶν ἡμῶν, κατὰ 1 περίπου ἑκατομμύριον. Ἐπίσης θὰ αἰτηθῇ τοιαύτη διὰ διαφορὰν συναλλάγματος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐπειδὴ χθές, ὅτε, προκειμένου περὶ διαφορᾶς συναλλάγματος, ἔλεγον, ὅτι πάντως θὰ χρειασθῇ πίστωσις περὶ τὸ 1 ἑκατομμύριον, μὲ διέκοψεν, εἰπών, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην, εἰμὴ μόνον ποσοῦ 150,000 διὰ διαφορὰν συναλλάγματος...
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 200 χιλιάδας εἶπε.
§134ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὑπέθετον, ὅτι ἔχει προαγοράσει συνάλλαγμα. Ἐὰν ὄχι, καὶ θελήσῃ νὰ ζητήσῃ τοιοῦτον, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῇ διαφορὰν μόνον 200 χιλιάδων, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ὑπολογίζει τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος διὰ τὴν ἐνιαυσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 1,64.
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωστός μοὶ ἐγένετο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐχὶ ἐπισήμως, ὁ μέσος ὅρος τῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος τιμῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ εἰς ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἀναγωγὴ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν ἡμετέρων δανείων. Κατὰ τὴν πληροφορίαν ταύτην, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον τῶν 160 λεπτῶν, ἤ, ἐὰν ὑπάρχῃ, εἶναι μικρά. Δὲν προέβη ὅμως εἰσέτι ἡ ἁρμοδία τοῦ Ὑπουργείου ὑπηρεσία εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ 1900, διότι ἀναμένει τὴν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς κατάρτισιν, συντελουμένην ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, ἐὰν χρειασθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν, αὕτη δὲν θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 200,000 δραχμῶν. Ὥστε τὸ ποσόν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προσεγγίζει εἰς τὸ πραγματικῶς δαπανηθησόμενον. Ἐπειδὴ δὲ προεβλήθη πρός με καὶ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 πιστώσεως διὰ προμήθειαν πετρελαίου, παρατηρῶ, ὅτι τὰ τῶν δαπανῶν τοῦ πετρελαίου ἔχουσιν οὕτω: Κατὰ τὸ 1895 ἐδαπανήθησαν 1,976,149, κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 1,553,632, κατὰ τὸ 1897 δραχ. 1,615,265, τὸ 1898 δραχ. 1,824,265, τὸ 1899 δραχ. 1,981,560, κατὰ δὲ τὸ 1900 ἀνέρχονται αἱ πιστώσεις εἰς 2,900,224 δραχμάς· τοῦτο δὲ, διότι ἐγένετο προμήθεια πετρελαίου ὑπερβάντος τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως τοῦ ἔτους τούτου κατὰ σπουδαῖον ποσὸν, ὅπερ θέλει χρησιμοποιηθῆ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, ἀνέρχεται εἰς μόνον δραχ. 1,674,658. Εἶναι πιθανὸν νὰ ζητηθῇ ἔτι μικρόν τι ποσὸν, καίτοι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν γενομένων δαπανῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 1,674,658 θὰ ᾖναι ἐπαρκὲς, διότι τοσοῦτον συνήθως δαπανᾶται διὰ προμήθειαν πετρελαίου, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον δαπανῶνται ἐτησίως δραχ. 1,800,000.
§136Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγένετο προμήθεια καθ’ ὅλον τὸ ἔτος κιβωτίων 225,000. Ἡ κατανάλωσις τοῦ ἔτους 1900, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἦναι 215,000· ὥστε δὲν θὰ περισσεύσουν ἐκ τῆς προμηθείας τοῦ 1900 παρὰ 10,000 μόνον κιβώτια, ἅτινα ἐπιβαρύνονται μὲ ἔλαττον τῶν 150,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ εἴχομεν ἀνεύρει ἐν ἑτέρᾳ ἀγορεύσει, ὅτι τὸ 1900 ἐπιβαρύνεται μὲ 1,238,584 δραχ. περιπλέον ἐκ πετρελαίου ἢ ὅσον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 150,000 δραχμῶν μένει ποσὸν περὶ τὸ 1,000,000, μὲ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ χρεωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901.
§137Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐκαλούμην νὰ συζητήσω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ τοῦ θέματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἔδωκα προχείρως πληροφορίας τινάς. Παρεμβάντος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὀφείλω νὰ παράσχω λεπτομερεστέρας πληροφορίας. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ὑπῆρχε τὸ ἑξῆς ἀπόθεμα: Ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις τῆς Ἑταιρείας κιβώτια πετρελαίου 72,439. Ἐντὸς τοῦ λήγοντος ἔτους 1900 ἐγένετο προμήθεια 225,867 κιβωτίων. Ὥστε τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 298,306. Μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1900 κατηναλώθησαν κιβώτια 151,914, ἐντὸς δὲ τοῦ Νοεμβρίου 25,150· ἡ κατανάλωσις τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1899, θέλει ἀνέλθει εἰς κιβώτια 24,475· ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ κατανάλωσις τοῦ 1900 θ’ ἀνέλθῃ εἰς κιβώτια 201,539. Ἄρα ἔχομεν ἀπόθεμα κιβωτίων 96,766. Ὑπολογιζομένης τῆς καταναλώσεως τοῦ 1901 εἰς κιβώτια 213,000, θέλομεν λάβει ἀνάγκην 116,034 κιβωτίων, πρὸς προμήθειαν τῶν ὁποίων ἐπαρκὴς εἶναι ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1,674,658.
§138ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τέλος ὁ χρόνος θὰ ἀποδείξῃ, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δίκαιον καὶ διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος καὶ διὰ τὴν δαπάνην πρὸς προμήθειαν τοῦ πετρελαίου. Εὔχομαι, ἡ πίστωσις ἡ ζητηθησομένη νὰ μὴ ᾖναι τοιαύτη, οἵαν ὑπολογίζομεν ἡμεῖς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταναλώσεως.
§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι, ὅπως ἡ πίστωσις ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὴς, διότι τότε καὶ ἡ κατανάλωσις θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν προβλέψεών μου, ἤτοι τοῦ ποσοῦ τῶν κιβωτίων 213 χιλιάδων.
§140ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σεῖς λέγετε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη πιστώσεως τὸ πολὺ 200,000 δραχμῶν· κατ’ ἐμὲ ὅμως καὶ κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἡ διαφορὰ ἔσεται ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον, θὰ ἦναι 1,100,000, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εὔχομαι νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀπόθεμα, ὅπερ διϊσχυρίζεσθε, καὶ νὰ μὴ χρειασθῇ ἡ πίστωσις, ἣν ὑπελόγισα. Ἐκτὸς τῆς πιστώσεως ταύτης, ἥτις ἀφεύκτως θέλει ζητηθῆ, δὲν ἠξεύρω δὲ εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ, ὡς τὸ μέχρι τοῦδε παρελθὸν ἀπέδειξε, θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσητε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν καὶ διὰ τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων, ἤτοι πρῶτον διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἀχρεωστήτων. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφετε ἐκ 200,000, εἶναι ἀνεπαρκές· συνήθως τὸ ποσὸν τὸ πραγματοποιούμενον ἀνέρχεται ἄνω τῶν 200,000, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, τὸν ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ κ. Δηλιγιάννη ἄλλοτε ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλήν, ἀνεγράφη ποσὸν 400,000, καὶ ὁμολογουμένως τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐδαπανήθη, διότι ὁ σεβαστός μοι ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἐνόει νὰ ἀναγράφῃ ποσὰ μὴ ἀφίνοντα κενά, δι’ ἃ δὲν ἐζητοῦντο ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Τόσῳ δὲ μᾶλλον τὸ ποσὸν τῶν 200,000 ἔσεται ἀνεπαρκές, ὅσον, ὡς ἠξεύρω, συνεπείᾳ τῶν διαφόρων ἐνστάσεων, αἵτινες ὑποβάλλονται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, θὰ αἰτηθῶσι πολλὰ ἀχρεώστητα, ἅπερ τὸ Κράτος θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπιστρέψῃ τοῖς δικαιούχοις. Ἐπίσης θὰ ζητήσητε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς «ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων» καὶ τῆς «ἀντιμισθίας τῶν δικηγόρων». Μοὶ ἐδόθη μάλιστα ἀφορμὴ νὰ πληροφορηθῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς πολλαὶ ἀπαιτήσεις δικηγόρων, διότι ἐξέλιπε τὸ ἀναγραφὲν ποσόν, ἐξαντληθείσης τῆς πιστώσεως πρὸ πολλοῦ. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπίσης, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, θὰ ζητηθῇ πίστωσις διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν, εἰ καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, παρ’ ὅλην τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ἣν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἣν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπέκρουσε, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ ἐποχὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου Προξενικοῦ νόμου, δι’ οὗ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους αὐξάνουσι κατὰ πολύ. Ἀληθῶς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι διὰ τοῦ νέου νόμου θὰ ἔχητε ἐπίσης καὶ εἰσπράξεις μείζονας ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, πλὴν αὗται ἔσονται ἐλάσσονες τῶν γενησομένων δαπανῶν. Ὁμολογουμένως παρίσταται ἀνάγκη, ὅπως οἱ ἐξωτερικοὶ ἡμῶν ὑπάλληλοι ἀντιπροσωπεύωσιν ἐπαξίως τὸ Κράτος ἡμῶν· ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποβάλληται εἰς δαπάνας ὑπερόγκους, νομίζω, ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔσπευσεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξητάσθη καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς Πρεσβείας. Οὐδεὶς ἰσχυρίζεται, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν, ἀλλ’ ὅταν, μετὰ τὸν ἀτυχῆ μάλιστα πόλεμον, ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχῃ τὴν αὐτήν, ἣν ἐν τῷ παρελθόντι δρᾶσιν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ Πρεσβειῶν ἠδύνατο πρὸς καιρὸν νὰ σιγήσῃ, καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰς τοὺς παρὰ ταῖς Πρεσβείαις ἐπιτετραμμένους. Εἰς τὸ τοιοῦτον μέτρον προέβη ἡ Ἐπιτροπὴ οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν Πρεσβειῶν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἄλλοτε παρίστατο ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσιν αὗται...
§141Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι μόνον δὲν ὠφελοῦσιν, ἀλλὰ καὶ βλάπτουσι. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἰδιαιτέρως διατί.
§142Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Βεβαίως βλάπτουσι.
§143Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία;
§144ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περὶ ταύτης οὐδεὶς λόγος. Ἐξαιρεῖται πάντοτε. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ μειονοψηφία παρατηρεῖ, ὅτι θέλει ὑπάρξει ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δαπάνην τῆς τροφῆς τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων. Καὶ ἤδη ἐπιλαμβανόμεθα τῆς ἐρεύνης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, Ὑπουργείου, ὅπερ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο δεῖται τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν παροῦσαν μάλιστα ἐποχήν. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις εἰσὶν ἐπὶ ἔλασσον κατὰ 1,721,417 τῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900· ἡ ἐλάττωσις δὲ τῶν πιστώσεων αὐτῶν ἀφορᾷ κυρίως εἰς ἐλάττωσιν τῆς δαπάνης δι’ ἔργα ὁδοποιΐας, ἀποξηράνσεις ἑλῶν καὶ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων.
§145Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὰ ἀναγκαιότερα.
§146ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀναγράφει ποσὸν 1,700,000 διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν καὶ δενδροστοιχιῶν τῶν ἐγκριθεισῶν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1900, δι’ ὁδοὺς καὶ δενδροστοιχίας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1901 δραχμὰς 500,000, διὰ συντήρησιν βατῶν ὁδῶν δρ. 100,000· ἤτοι τὸ ὅλον 2,300,000. Διὰ τὴν ἀνακαίνισιν ὁδῶν 150,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 εἶχον ἀναγραφῆ 700,000. Εἴπετε, νομίζω, χθές, ὅτι ἐδαπανήσατε κατὰ τὸ ἔτος 1900 πλείονα διὰ τὴν συντήρησιν, ἃ εἰς τὸ μέλλον, κατὰ τὸ 1901, δὲν θὰ δαπανήσητε, καὶ τότε θὰ δυνηθῆτε νὰ δαπανήσητε πλείονα διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ μέλλον, ὅταν τὴν χρῆσιν θέλουσι βαρύνει μόνον τὰ ἔργα συντηρήσεως, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν χρῆσιν.
§148ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως τὴν ἐπὶ πλέον ἀναγραφὴν πιστώσεων δι’ ἔργα συγκοινωνίας ὁμοθύμως ἀσπάζεται ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ διστάζει, μήπως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἐπενέγκητε οἰκονομίας καὶ πάλιν εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ἐπράξατε καὶ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγεῖτο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐ.ἔ., ἀνέφερεν, ὅτι ἐπῆλθεν οἰκονομία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 3 ἑκατομμυρίων περίπου, δύο μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς διάφορα κεφάλαια, ἐν οἷς καὶ εἰς ἔργα ὁδοποιΐας. Ἠτησάμην τὸν πίνακα τῶν μὴ ἐκτελεσθέντων ἔργων, ὅστις, ὡς εἶπον καὶ χθές, ὑπεβλήθη ἡμῖν· μετὰ λύπης δὲ εἶδεν ἡ μειονοψηφία, ὅτι ἔργα, δι’ ἃ ἐδόθησαν πιστώσεις, ἔργα ἀναγκαῖα καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας, ἔμειναν ἀνεκτέλεστα· σήμερον δὲ ἠκούσαμεν, ὅτι ὑποβάλλονται πίνακες περὶ ἐγκρίσεως ἔργων ποσοῦ ἀνερχομένου εἰς 1,900,000. Βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θὰ δαπανηθῇ συγχρόνως, ἀλλὰ τμηματικῶς· παρατηροῦμεν μόνον, ὅτι ἀφορᾷ εἰς ἔργα νέα, δι’ ἃ αἰτοῦνται πιστώσεις. Ἀλλὰ τὰ παλαιὰ, δι’ ἃ ἐδόθησαν πιστώσεις καὶ δὲν ἐνεκρίθησαν, θὰ ἐγκαταλειφθῶσι;
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀνεγράφησαν πιστώσεις καὶ δι’ αὐτά.
§150Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αἰτοῦνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 πιστώσεις ἐν γένει δι’ ὁδοποιΐαν ἐκ 3,270,000, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνεγράφετο ποσὸν ἐκ δραχ. 3,795,000. Φρονοῦμεν, ὅτι πᾶσα ἄλλη δαπάνη ἔδει νὰ περιορισθῇ, καὶ ν’ αὐξήσῃ ἡ δαπάνη τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Ἰδίως νομίζομεν, ὅτι αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι ἐκεῖ, ἔνθα ἐπεβάλλετο ἐλάττωσις αὐτῶν. Π. χ. ἀνατρέχων εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἀνευρίσκω αὔξησιν δρ. 370,000 περίπου, ἕνεκα προσθήκης προσωπικοῦ, αὐξήσεως μισθοδοσιῶν, προαγωγῆς προσωπικοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων...
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως καὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· δὲν ἠρνήθητε δὲ καὶ ὑμεῖς, ὁμιλοῦντες περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν ἐσόδων ἐκ ταχυδρομικῶν τελῶν. Ὁμολογεῖτε λοιπὸν καὶ ὑμεῖς, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ νέου νόμου ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν δὲ λάβητε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θὰ πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένη. Ἐκ τούτων συνάγεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ κεχωρισμένως ἡ αὔξησις δαπάνης καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων.
§152ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ὁποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νέου νόμου περὶ ταχυδρομείων· ἂν δηλ. διὰ τούτου ἐπετεύχθη ἡ ἀσφαλεστέρα καὶ ταχυτέρα λῆψις τῶν ἐπιστολῶν καὶ τηλεγραφημάτων, ἂν δὲν λαμβάνωσι χώραν αἱ πρὶν γινόμεναι καταχρήσεις εἰς τὴν ταχυδρομικὴν λειτουργίαν. Ἡ αὔξησις ὅμως τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν ἠδύνατο νὰ βαίνῃ βαθμιαίως, χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀπότομον αὔξησιν δαπανῶν διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς μείνωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης διὰ τὸ προσωπικόν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε.
§154ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ δαπανῶμεν εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων διὰ πολυτελῶν ἁμαξίων ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἢ δι’ ἁμαξῶν ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ δαπανῶμεν διὰ τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν καὶ ὁδῶν, πρὸς πρόληψιν δυστυχημάτων. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, ὅπερ προὐξένησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦτο τὸ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ὁμολογουμένως, ἂν ἕνεκα τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς εἶχε τὸ Κράτος κατὰ τὸ παρελθόν, ἂν ἕνεκα τῶν φλεγόντων ζητημάτων ἐδαπανῶντο ποσὰ ὑπὲρ σκοπῶν ἄλλων, σήμερον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανᾷ ποσὰ μεγάλα χάριν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ ἰδίως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων καὶ λιμνῶν. Μοὶ ἐγεννήθη ἀφορμὴ νὰ συνομιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετὰ σεβαστοῦ φίλου, παλαιοῦ πολιτευτοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαλοπόλεως συναδέλφου, ὅστις μοὶ ὑπέδειξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1862, ἐν ᾧ ἀνεῦρον, ὅτι ἀνεγράφετο ποσὸν μεῖζον τοῦ ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ὑπὲρ τοιούτων σκοπῶν. Καὶ μετὰ 40 ἐτῶν διοίκησιν βλέπω νὰ ἀναγράφωνται μόνον τεσσαράκοντα ἓξ χιλιάδες δραχμαὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων! Ἀντὶ δηλ. τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ βαίνῃ αὐξανόμενον, ἐλαττοῦται καθ’ ἕκαστον ἔτος! Πέρυσιν εἴχατε ἀναγράψει 112,000 δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα...
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιττὸν ἦτο.
§156ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως περιττὸν ἦτο, διότι δὲν ὑπῆρχε σύστημα. Φαντασθῆτε· ἀναγράφεται ποσὸν δρ. 4,000 μόνον διὰ συνδρομὴν τοῦ Κράτους εἰς δήμους δι’ ὑδραυλικὰς ἐργασίας! Πρὸς ἀποξήρανσιν ἕλους Γεωργικῆς Σχολῆς Τίρυνθος δραχ. 5,000. Διεγράφη δὲ καὶ τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀναγραφόμενον ποσόν, εἰ καὶ μικρὸν, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ τῆς Κυνουρίας!
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θὰ προβῆτε ποτὲ εἰς ἔργον τοιοῦτον διὰ μικρῶν μέσων. Ὅσα ἀναγράφονται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται ἐπὶ ματαίῳ. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ῥιζικὴ περὶ τούτου· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ νομίσητε, ὅτι τὸ Κράτος θέλει ἐπαρκέσει εἰς τοιαῦτα ἔργα. Ἔργα τοιαῦτα δὲν θὰ γείνωσιν, εἰμὴ δι’ εἰσφορᾶς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ἔργων τούτων. Ἐπιβάλλεται νὰ γείνῃ μελέτη περὶ τοιούτων ἔργων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ νομίσητε, ὅτι δι’ ἀναγραφῆς 200,000 δραχμῶν—ὅταν μάλιστα αἱ 200,000 κατανέμωνται εἰς δέκα ἔργα, ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται ἑκατομμύρια ὅλα,— γίνεται τι σπουδαῖον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχουσι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν λύσιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ εἰδικὸν φόρον πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν γένει ἔργων.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τέλματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀποξήρανσις θέλει ἐπιφέρει χρηματικὰς ὠφελείας εἰς τοὺς περιοίκους. Τὸ τέλμα τοῦ Μουστοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, καλύπτει ἐθνικὰς γαίας, αἵτινες, ἐὰν ἤθελον ἀποξηρανθῆ, ἤθελον κατασταθῆ γόνιμοι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχει καὶ ἄλλο συμφέρον ἡ ἐπαρχία, διότι ὄχι τρεῖς δῆμοι αὐτῆς, ἀλλὰ περισσότεροι θέλουσιν ἀπαλλαγῆ τοῦ μιάσματος τοῦ ἑλειογενοῦς πυρετοῦ, ὅστις θερίζει ἑκατοστύας ὑπάρξεων κατ’ ἔτος. Εἶναι ἀπαίσιον φαινόμενον, ὅταν διέρχηταί τις ἐκεῖθεν, νὰ ἀναγκάζηται νὰ φεύγῃ ταχέως, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸ μίασμα. Ἐγώ, ὅστις διῆλθον ἐκεῖθεν, καὶ γνωρίζω τὸν τόπον, ὅτε ἐγενόμην Ὑπουργός, ἐφρόντισα περὶ τῆς λίμνης Μουστοῦ. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπιστήμη τῶν ὑδραυλικῶν δὲν εἶναι ἄφθονος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐφροντίσαμεν νὰ προβῶμεν εἰς μελέτας, ἀλλὰ δὲν κατελήξαμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ὅτε δὲ εἶδον, ὅτι ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1900 ποσὸν 5,000 δραχμῶν, ὑπέθεσα, ὅτι τοῦτο ἦτο δαπάνη πρὸς μελέτην, διότι ἄλλως ἡ ἀναγραφὴ τόσου ποσοῦ πρὸς ἀποξήρανσιν θὰ ἦτο σάτυρα κατὰ τῆς κοινωνίας, ἥτις θέλει ὑπολάβει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποξηρανθῶσι τὰ τέλματα τοῦ Μουστοῦ διὰ δαπάνης 5,000 δραχμῶν. Ὑπάρχει συνήθεια εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἣν ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀπέφυγα, νὰ στέργωσι συστάσεις φίλων αὑτῶν, οἵτινες ἐνδεικνύουσι τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτῶν. Ἐνδεικνύουσι καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ Κυνουρίας, ὅτι πρέπει ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη τοῦ Μουστοῦ· ἔχουσιν ἐπίσης δίκαιον, ζητοῦντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Λακεδαίμονος ν’ ἀποξηρανθῇ ὁ Τρίνασος, οἱ Βουλευταὶ Ἀργολίδος ν’ ἀποξηρανθῇ ὁ Ἁλμυρὸς ἢ ἡ Γλυκιὰ κλπ. Οἱ Ὑπουργοὶ εὐχαριστοῦσιν ὅλους, καὶ ἀναγράφουσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 5 ἢ 10 χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἕκαστον τῶν ἔργων τούτων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι περιφρόνησις πρὸς τὴν κοινωνίαν. Οἱ Βουλευταὶ οὕτως οὐδεμίαν ἀνάγκην τῆς ἐπαρχίας των ἐξυπηρετοῦσι. Διὰ τοῦτο σκοπῶ, ὅταν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ποιήσωμαι μακρὸν λόγον περὶ τούτου.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφωνοῦμεν, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς μικρῶν ποσῶν δὲν ἐπέρχεται σπουδαῖον ἀποτέλεσμα. Πρέπει πρῶτον νὰ γείνῃ μελέτη, ἥτις δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει· ἀφοῦ δὲ γείνῃ μελέτη, πρέπει νὰ προσδιορισθῶσιν εἰδικοὶ πόροι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἅτινα θ’ ἀπαιτήσωσι μεγάλας δαπάνας.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ δαπανῶμεν 500,000 δραχμὰς, διότι δαπανῶμεν 50,000,000 κατ’ ἔτος εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας.
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν λάβητε τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν δαπανωμένων, δὲν πρόκειται περὶ 500,000 δραχμῶν· διότι πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως καὶ αἱ δαπάναι τῆς κατασκευῆς.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὅλον εἶναι 2,200,000.
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ὅλου ποσοῦ. Εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπάρχει αὔξησις τοῦ ποσοῦ. Ἡ ἀναγραφὴ ποσοῦ 500 ἢ 800 χιλιάδων δραχμῶν καθιστᾷ δυσχερῆ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τῶν ἐν τοῖς πίναξι, διότι πολλάκις ἀναγράφεται ἔργον 200 ἢ 300 χιλιάδων. Λοιπὸν εὑρίσκεται τις, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἡ διανομὴ τοῦ ποσοῦ, εἰς δυσχερείας περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πρέπει νὰ ἀναγράψῃ δι’ ἕκαστον ἔργον· διότι, ἐὰν δαπανήσωμεν 20 ἢ 30 χιλιάδας ἐπὶ ἔργου ἀπαιτοῦντος διακοσίας ἢ τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, δὲν κάμνομεν τίποτε. Διότι, ὅταν κατασκευάζηται ἓν ἔργον, πρέπει νὰ τελειώσῃ· ἄλλως, μὲ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου, αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι καταστρέφονται. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει σπουδαίως ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Θὰ εὑρεθῶμεν πιθανῶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας, διότι ἄλλως δυσκόλως θὰ ἔχωμεν κατασκευὴν ὁδῶν. Πρέπει νὰ γείνῃ μελέτη τελειοτέρα τῶν διαφόρων ὁδῶν, μία κατανομὴ αὐτῶν εἰς διαφόρους κατηγορίας, ἀναλόγως τῆς μεγαλειτέρας ἢ μικροτέρας ἀνάγκης αὐτῶν, καὶ ἔπειτα νὰ προβῶμεν. Λέγω δὲ, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ἀναγραφῆς κατὰ 100 ἢ 200 ἢ 300 δραχμὰς ὀλίγον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν.
§164Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑδραυλικὰ, νομίζω, ὅτι ἐξ ἀμελείας τῆς Διοικήσεως πολλὰ τῶν κακῶν προῆλθον. Ἄν ἡ Διοίκησις ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων ἤθελεν ἀσχοληθῆ δεόντως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ πρὸ πολλοῦ ὑδραυλικόν τι ἔργον. Ἐν Θεσσαλίᾳ ἄλλοτε οἱ πόροι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων εἶχον καθορισθῆ διὰ νόμου εἰδικοῦ. Εἶχον καθορισθῆ πόροι οὐχὶ ἐπαρκεῖς, ἀλλ’ οἵτινες ἠδύναντο διὰ μεταγενεστέρων νόμων νὰ συμπληρωθῶσι, καὶ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ἐκτέλεσιν πολλῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡ πρώτη μέθοδος, ἡ διὰ τοῦ καθορισμοῦ ὡρισμένων προσόδων, εἶχεν, ὡς εἶπον, καθιερωθῆ διὰ νόμου. Ἄλλος τρόπος εἶναι, νὰ ἐπιχειρῇ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑταιρειῶν τὴν ἀποξήρανσιν, καὶ αἱ πρόσοδοι, αἱ ἐκ τῶν ἀποξηρανθεισῶν γαιῶν, νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὴν ἀποπληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων τῶν δαπανηθέντων χρημάτων. Ἀλλαχοῦ τοιαῦτα ἔργα ἐγένοντο πλεῖστα, ἂν δ’ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀσχοληθῆ, ὅπως ἀπ’ εὐθείας, ἢ δι’ ἑταιρειῶν, προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἡ ἀπόσβεσις τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤθελε δαπανηθῆ, συνηθέστατα θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπηρετηθῇ καὶ ἀποσβεσθῇ ἐκ τῆς προσόδου τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ὠφεληθῆ ἢ ἀποξηρανθῆ. Ὅταν μάλιστα οἱ παρόχθιοι πολλῶν λιμνῶν καὶ τελμάτων λέγωσιν, ὅτι προσφέρονται νὰ πληρώσωσι μέχρι 10 δραχμῶν κατὰ στρέμμα κατ’ ἔτος διὰ τόκον καὶ ἀπόσβεσιν, δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναται νὰ λέγῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐκτελέσῃ τοιαῦτα ἔργα παρ’ ἡμῖν Ἄλλως οὔτε ἀπόπειρα κἄν ἐγένετο τοιούτων ἔργων, οὔτε ἐμελετήθη ἢ ἐσχεδιάσθη τοιοῦτον ἔργον μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων. Ὥστε δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις νόμων, οὔτε ἡ ἔλλειψις πόρων, ἥτις μᾶς ἐμποδίζει, ἀφοῦ μὲ πολλὰ ἔργα τοιαῦτα ἀποσβένυνται τὰ δαπανηθησόμενα ποσά. Δὲν πρέπει νὰ κατεχώμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι, ἐὰν δὲν εὑρεθῶσι πρὶν πόροι, δὲν δύναται νὰ γείνῃ τίποτε. Πρέπει πρῶτον νὰ μελετηθῶσι, σχεδιασθῶσι καὶ προϋπολογισθῶσι τὰ ἔργα, καὶ ἔπειτα νὰ ζητηθῶσι τὰ κεφάλαια. Ταῦτα τρέχουν ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἑτοίμη ἡ ἐργασία τεχνικῶς καὶ χρηματικῶς, ὅπως δύνωνται νὰ προβῶσιν εἰς ὑπολογισμοὺς ἀσφαλεῖς καὶ βεβαίους, οὐδὲ περιμένουν μετὰ ἔτη νὰ ἑτοιμασθῶσι ταῦτα. Ἡμεῖς περιμένομεν πρῶτον νὰ εὑρεθῶσι τὰ κεφάλαια, καὶ ἔπειτα νὰ γείνουν τὰ σχέδια καὶ οἱ προϋπολογισμοί. Διὰ τοῦτο συνήθως ἀγνοεῖ ἡ ἁρμοδία Διοίκησις παρ’ ἡμῖν, τί στοιχίζει ἕκαστον ἔργον, καὶ τί πρέπει νὰ συμφωνήσῃ.
§165Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐπειδὴ συνέπεσεν ὁ λόγος διὰ τὸ ἕλος τοῦ Μουστοῦ, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἔργον ἀνεγνωρίσθη ὡς πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἐπεβλήθη ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐγκατέστησαν οἱ Βαυκροὶ εἰς τὸ Ναύπλιον. Ὁ μακαρίτης Ὄθων, μόλις ἦλθεν εἰς τὸ Ναύπλιον, κατεῖδεν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν τριῶν δήμων τῆς Κυνουρίας, τῶν περὶ τὸ ἕλος Μουστοῦ, κατ’ ἔτος, ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, μετοικίζουν, μὴ δυνάμενοι νὰ κατοικήσωσιν ἐκεῖ, διότι μαστίζονται ἀπὸ ἑλώδεις πυρετούς. Ὑπὸ τῶν Βαυκρῶν λοιπὸν ἐμελετήθη τὸ ἔργον, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀποξήρανσις. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς μὴ συντηρήσεως τοῦ ἔργου, ἐπῆλθε πάλιν χειροτέρα κατάστασις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, διευθύνων ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν ἐκ μηχανικῶν, ἥτις ἐμελέτησε τὸ ἔργον, καὶ τῆς ὁποίας ἡ μελέτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατ’ αὐτήν, ἀπαιτεῖται πρὸς ἀποξήρανσιν δαπάνη 150,000 δραχμῶν, ἥτις δὲν εἶναι μεγάλη, σχετικῶς πρὸς τὸ ἕλος, καὶ λόγῳ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων καὶ λόγῳ τῆς ὑλικῆς ἀποδόσεως εἰς τὸ Δημόσιον τεσσάρων ἢ πέντε χιλιάδων στρεμμάτων γῆς πρώτης τάξεως. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ὑλικῆς ταύτης ὠφελείας, θ’ ἀποδοθῇ ἡ ὑγεία εἰς 4 ἕως 5 χιλιάδας ἀνθρώπους, μετοικίζοντας κατ’ ἔτος. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης διῆλθεν ἐκεῖθεν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν του, ἐὰν δὲν ἔκλεισε τοὺς ῥώθωνας, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀφόρητον δυσωδίαν τοῦ ἕλους. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἐζητήσαμεν ἀναγραφὴν δαπάνης 5 ἢ 10 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, διότι αὕτη εἶναι δαπάνη ματαία. Παρεστήσαμεν τὴν ἀνάγκην ἀναγραφῆς δαπάνης τόσης, ὅση ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου.
§166ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ σεβαστοῦ μοι πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἀποδεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἔργα μόνον δι’ ἑταιρειῶν δύνανται νὰ περατωθῶσι...
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, δι’ εἰδικῶν πόρων.
§168ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ οὐδὲ τῆς γνώμης ταύτης εἶμαι... Ὑπάρχουσιν ἕλη, ἀνήκοντα εἰς ἰδιοκτήτους γαίας, καὶ ὅμως ἀνάγκη, χάριν τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς χώρας, ν’ ἀποξηρανθῶσι. Πῶς θὰ γείνῃ τοῦτο; Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι τὰ Κράτη ἔχουσι καθῆκον, προκειμένου περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, νὰ συντελῶσιν εἰς τοῦτο. Πρὸς τοῦτο διετύπωσα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν γνώμην μου, ὅτι δέον νὰ καταρτισθῇ νόμος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου τὰ ἕλη τὰ εὑρισκόμενα εἰς ἰδιοκτήτους γαίας, ὡς καὶ εἰς κοινοτικὰς καὶ εἰς ἐθνικὰς, ν’ ἀποξηραίνωνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον διὰ δαπάνης τῶν τε ἰδιωτῶν καὶ τῶν κοινοτήτων, ἀλλ’ ἅμα καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐπερχομένου ἀρωγοῦ, ἀναλόγως τῆς φύσεως τοῦ ἕλους, κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ καὶ ἐπὶ πλέον τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ, ἴσα τῷ μηδενί, καὶ πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ποσὸν ἄξιον λόγου, ὅπερ νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 150 χιλιάδας, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ πλησιάσῃ τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὴν συντέλεσιν ἑνὸς τοιούτου ἔργου. Βεβαίως δέον νὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τούτω μελέτη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γείνῃ ἡ ἔναρξις τοῦ ἔργου. Ἀπόδειξις, ὅτι ἀπολύτως δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ διευθέτησις τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, βαίνουσα περὶ τὸ τέρμα αὐτῆς, δαπανωμένου ἑκάστοτε ποσοῦ 20 μέχρι 30 χιλιάδων δραχμῶν...
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 1899 ἐξωδεύθησαν 30,000.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρισκόμεθα ὅμως μακρὰν τοῦ τέλους αὐτῆς, καίτοι εἴμεθα εἰς τὸ τρίτον ἔτος. Θὰ προσθέσωμεν κατ’ ἀνάγκην μεῖζον ποσόν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ 20,000, καὶ φθάνομεν εἰς 150,000.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν γίνεται νομίμως.
§172ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίμως. Πῶς ὄχι;
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω προσωπικὸν συμφέρον διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ἴσως ὁ δεξιᾷ ὑμῶν καθήμενος ἔχει συμφέρον, διότι εἶναι ἰδιοκτήτης. Διὰ τὸ τέλμα τῆς Γλυκιᾶς, τὸ ἔξωθεν τοῦ Ναυπλίου, τὰ δύο ἔτη, καθ’ ἃ ἤμεθα κυβερνῆται, παρέσχομεν πάντα τὰ μέσα· μετὰ ταῦτα δὲ ἐγκατελείφθη τὸ ἔργον, καὶ θέλουσι τὰ γενόμενα ἔργα καταστραφῆ ἐντελῶς, εἰ καὶ ἐγένοντο πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ 1899, ἔμαθον, ὅτι καὶ αἱ παραχωρηθεῖσαι πιστώσεις δὲν διετέθησαν.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λαμβάνεται πρόνοια.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων τοῦ Ἄργους ἀρκοῦσι πολλῷ ὀλιγώτερα.
§176ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διὰ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ταχέως τὸ ἔργον τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ· εὐχῆς δ’ ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἀνεγράφετο μεῖζον ποσόν. Τὰ τῆς διευθετήσεως τοῦ ποταμοῦ αὐτοῦ, ὡς ἔμαθον εὐχαρίστως, προὐχώρησαν μέχρι τοῦ ἡμίσεος, καὶ γαῖαι, αἵτινες ἦσαν ἀνεπίδεκτοι πάσης καλλιεργείας, μετεβλήθησαν εἰς εὐφορωτάτας, σήμερον δ’ ἔχουσιν ἀξίαν 200–300 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἀπαιτεῖται νὰ αὐξηθῇ ἡ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο δαπάνη, καθόσον, ἐὰν προχωρῇ οὕτως, εἶναι φόβος, μήπως καταστραφῇ ἐξ ἐνδεχομένης πλημμύρας. Μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ μάθω ταῦτα ἐκ τοῦ μηχανικοῦ κ. Μενεΐκου, τοῦ μόνου ἀλλοδαποῦ ὑπαλλήλου, τοῦ ἐπιβλέποντος τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, διακρινομένου διὰ τὸ φίλεργον καὶ πρακτικὸν αὐτοῦ πνεῦμα καὶ τὸ εὐσυνείδητον τοῦ χαρακτῆρός του. Ὅθεν τὸ ζήτημα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῆς χώρας τὸ πρῶτον, καὶ δεύτερον διὰ τὴν ἀπόδοσιν γαιῶν εὐφόρων εἰς τὴν γεωργίαν, ἥτις ἔχει ἀνάγκην τοιούτων. Ὅπως δὲ διὰ νόμων διαρρυθμίσωμεν τὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, πρέπει νὰ ἀναγράφηται δαπάνη σημαντικωτέρα, καὶ οὐχὶ τοσαύτη, ὅση μέχρι τοῦδε ἀνεγράφετο, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων αὐτῶν. Ἰδίως πρέπει νὰ μελετηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀποξήρανσις τῶν μεγάλων ἑλῶν καὶ τελμάτων τῆς Θεσσαλίας, ἐξ ὧν δεκατίζεται ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος γεωργικὸς πληθυσμός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λαβὼν ἴσως ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ, ὅπως προβῇ εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν τινων, ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης τοῦ Νεζεροῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλ’ ἐκ παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωνται τοιαῦτα ἔργα ἐπὶ τοιαύτης βάσεως, δι’ ἧς χορηγεῖται τὸ ἥμισυ τῶν γαιῶν, αἵτινες ἤθελον ἀποξηρανθῆ, εἰς διηνεκῆ κυριότητα τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν ἐκτέλεσιν, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ εἰς ἐπικαρπίαν ἑκατὸν ἐτῶν...
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἰσχύων νόμος.
§178ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τῶν γενομένων τότε, ἀνεστείλατε, ὀρθῶς σκεπτόμενος, τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ διετάξατε μελέτην τοῦ τοιούτου ἔργου, ἥτις ἀπέδειξεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀντὶ 50 χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ διὰ τῆς δαπάνης ταύτης, ἀποξηραινομένης τῆς λίμνης, θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν γεωργίαν πέντε χιλιάδες στρέμματα, ὧν ἡ ἀξία εἶναι τοὐλάχιστον διακόσιαι δραχμαὶ κατὰ στρέμμα. Παρεμφερῆ σύμβασιν ὑπεβάλατε ἐσχάτως περὶ μεγάλης λίμνης ἐν Τριχωνίᾳ...
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τῆς λίμνης τοῦ Φενεοῦ;
§180ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περὶ αὐτῆς ἐγένετο πρότασις παρὰ τῶν Βουλευτῶν Κορινθίας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἀνεγράφη πίστωσις, ὅπως αἱ καταβόθραι αὐτῆς φραχθῶσι καὶ μὴ ἐπαναληφθῶσιν αἱ πλήμμυραι. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐξετελέσθη τὸ ἔργον. Ἀλλ’ ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἑτέραν σύμβασιν, περὶ τῆς λίμνης Λεσίνι. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ σύμβασις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Σήμερον, γενομένου λόγου περὶ ἑλῶν, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅπως μελετηθῇ ἀκριβέστερον τὸ θέμα τοῦτο, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἀποξήρανσις γαιῶν 20,000 στρεμμάτων δὲν εἶναι συμφέρον τῷ Κράτει νὰ παραχωρῆται διὰ συμβάσεως εἰς ἰδιώτην· διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, καὶ ἂν δαπανηθῇ ποσὸν 500 χιλιάδων δραχ. καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔτι, ἡ δαπάνη αὕτη θέλει δὶς καὶ τρὶς καλυφθῆ διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν 20,000 στρεμμάτων...
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δι’ ἀτόμων ἀποξήρανσις εἶναι πηγὴ μεγάλων συμφορῶν διὰ τὸ Δημόσιον, ὡς ἀπέδειξεν ἡ Κόρινθος.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μελέτη ὅμως, γενομένη παρά τινος, δυναμένου νὰ δαπανήσῃ, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐργασία συμφέρουσα εἰς αὐτὸν, καὶ τὴν ἐγκατέλιπε.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπου ἐγένετο, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν εἰς ἀποζημιώσεις. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα.
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δι’ αὐτὸ μὲ βλέπετε πάντοτε διστακτικόν.
§185ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ὁμολογῶ.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως οὐδεμία Κυβέρνησις, κατ’ ἀρχὴν, πρέπει νὰ δέχηται.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν διΐσταμαι πρὸς τὴν γνώμην ταύτην.
§188ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔχω πεποίθησιν περὶ τούτου. Προκειμένου ὅθεν περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, διετύπωσα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δέον ταῦτα ν’ ἀποξηραίνωνται, πρὸς ὄφελος καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπίσης νομίζομεν, ὅτι ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγραφεῖσα δι’ εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσητε νέαν τοιαύτην, ὡς καὶ διὰ τὰ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων. Αἱ μόναι οἰκονομίαι ὑμῶν, ἃς ἴσως ὁ προκάτοχος ὑμῶν ὑπέδειξεν, ἀφορῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρητριῶν τῶν σχολείων θηλέων. Ταύτας ἡμεῖς ἀποκρούομεν, προτείνοντες νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις περὶ ἐπιθεωρητριῶν, καθόσον διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητριῶν φρονοῦμεν, ὅτι θὰ ἐνασκῆται τελειότερον ἡ λειτουργία τῶν σχολείων τῶν θηλέων, καὶ οὐχὶ διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ μειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι αἱ ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς, καὶ θ’ ἀναγκασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ συμπληρωματικὰς πιστώσεις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν τροφῶν, τῆς ἱπποφορβῆς καὶ τοῦ ἱματισμοῦ. Ἐζητήσαμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ νὰ ὑποβληθῶσιν ἡμῖν τὰ συμβόλαια, δι’ ὧν χορηγεῖται ἡ ἱπποφορβὴ, ἀλλὰ, δυστυχῶς, δὲν ἠξεύρομεν διατὶ, δὲν μᾶς ὑπεβλήθησαν...
§189Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ ὑπέβαλον.
§190ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι. Δὲν τὰ ὑπεβάλατε.
§191Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στρᾶτος προσεκόμισεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πάσας τὰς παρ’ αὐτοῦ αἰτηθείσας πληροφορίας, ἃς ἐγὼ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει αὐτοῦ κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν.
§192ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ περὶ τροφῆς τῶν ὁπλιτῶν καὶ ἱπποφορβῆς δὲν ὑπεβλήθησαν, εἰ καὶ ἐζήτησε ταῦτα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής...
§193ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Στρᾶτος ἐπαρουσίασεν ὑμῖν ὅλας αὐτὰς τὰς συμφωνίας μετὰ τῶν ἐργολάβων τῆς ἱπποφορβῆς καὶ τῆς ἀρτοδοσίας.
§194ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ.
§195Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον ὁ κ. Στρᾶτος δὲν ἐπαρουσίασε ταῦτα. Ἐὰν τὰ κατέχῃ, ὅπως μελετήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Στρᾶτος, ἄλλος λόγος· οὐδὲν ὅμως ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἔλαβε ποτὲ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων· ἑπομένως ἐστερήθημεν τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἅτινα θὰ ἦσαν χρήσιμα διὰ τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§196ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰ κατέθηκα, κύριε Βουλευτά.
§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐδῶ; εἰς τὴν Βουλήν;
§198ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ναί.
§199ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πιθανόν.
§200Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἴσως τὰ ἐκράτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς πλειονοψηφίας.
§201ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ προὐξένησεν ἐντύπωσιν λυπηρὰν τῇ Ἐπιτροπῇ, εἶναι, ὅτι οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ποῦ αἱ πιστώσεις περὶ ἱππωνίας καί τινων ἄλλων ἐπειγόντων εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ; Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας δὲν συμβαδίζουσι πρὸς τὰς ἀναγεγραμμένας πιστώσεις. Ὡς πρὸς τὸν ἱματισμὸν δέ, νομίζω, ὅτι θὰ χρειασθῶσι καὶ ἕτεραι πιστώσεις, καθόσον, ὡς διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, εἰδήμων περὶ τὰ τοιαῦτα, τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἑνὸς ἑκατομμυρίου δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἠξεύρομεν, ἂν θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων· πλὴν παρετηρήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι εἰς ἅπαντα τὰ κεφάλαια, τ’ ἀποβλέποντα εἰς τὰς πραγματικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οἷον τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ, τῆς κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς τῶν λεβήτων, τ’ ἀναγραφόμενα ποσὰ εἰσὶ γλίσχρα, μὴ ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν συνεστήθη μάλιστα καὶ ἰδιαίτερον Ταμεῖον καταρτίσεως ἐθνικοῦ στόλου. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 πρὸς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 παρατηροῦμεν, ὅτι ἡ πραγματικὴ δαπάνη περὶ ὑλικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, ἐκτός, ἐννοεῖται, τῆς δαπάνης διὰ τροφὴν, ἱματισμὸν καὶ γαιάνθρακας, ἥτις δὲν εἶναι πραγματικὴ, δὲν ἀνέρχεται ἄνω τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 7 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ἐπὶ προϋπολογισθέντων 5 ἑκατομμυρίων, ἡ δαπάνη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ — δι’ ὁπλισμὸν καὶ δι’ ὑλικὸν ἐν γένει, πραγματικὴ δαπάνη, ἀνῆλθεν ἄνω τῶν δύο ἑκατομμυρίων...
§202Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τριῶν ἑκατομμυρίων περίπου.
§203ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. .. Καὶ οὕτω, κατὰ τὰς παρατηρήσεις τῆς μειονοψηφίας, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους θέλει ἀπολήξει εἰς ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα περὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια...
§204Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Πόσα;
§205ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. 5 ἕως 6 ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦ τόνου τῆς ἐρωτήσεώς σας χαρακτηρίζετε ἡμᾶς μᾶλλον αἰσιοδόξους. Καὶ ἔχετε δίκαιον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα, αἱ προβλέψεις ἡμῶν εἰσι μᾶλλον αἰσιόδοξοι, καὶ προτιμῶμεν νὰ ὑστερήσωμεν εἰς ταῦτα, παρὰ νὰ χαρακτηρισθῶμεν, ὅτι μειοῦμεν τὰ ἔσοδα ἕνεκα πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ἕνεκα πνεύματος ἀπαισιοδοξίας, μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ βλέπωμεν εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν νῦν τοιοῦτον, ὡς ἔλεγεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι, οὐχὶ δι’ ὃν λόγον προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ διότι ἐκτιμῶμεν τὰ πράγματα κατ’ οὐσίαν, μὴ θέλοντες νὰ αὐξάνωμεν τὰ ἔσοδα καὶ κατ’ ἀναλογίαν τὰς δαπάνας, ἃς μὴ δυνάμενοι νὰ καλύψωμεν, νὰ καταρτίζωμεν Προϋπολογισμοὺς ἀπολήγοντας εἰς ἔλλειμμα. Λαμβάνων δ’ ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν γενομένων παρατηρήσεων ὑφ’ ἡμῶν πέρυσι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, καθ’ ἣν οἱ ἐπικρίναντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἠθέλησαν νὰ ποιήσωνται σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἐποιήσατο καὶ αὐτὸς ἐφέτος τὴν σύγκρισιν ταύτην, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 δὲν εἶναι ἄνω τῶν 5 ἑκατομμυρίων ἐξόδων διοικήσεως, δικαιολογουμένη, κατὰ τὰς γνώμας του. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω ὡς πρὸς τὴν βάσιν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένης συγκρίσεως τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, καθόσον μεταξὺ τῶν ἐξαιρουμένων ποσῶν, δηλαδὴ ἐκείνων, ἃ δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ προέρχονται ἐξ ἀνυπερβλήτων λόγων, ὡς τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὸ τῶν συντάξεων, συμπεριέλαβε καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Κατ’ ἐμέ, διὰ νὰ ἦναι ὀρθὴ ἡ ἐκτίμησις τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, δέον νὰ ἀφαιρέσωμεν μόνον τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐκ τῶν συντάξεων, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι περὶ τὰ 10–11 ἑκατομμύρια, καθόσον δὲν δύναμαι νὰ συμπεριλάβω εἰς τὴν σύγκρισιν ταύτην καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Καὶ ναὶ μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων εἰσὶ δαπάνη ἀπορρέουσα ἐκ περιστάσεων ἀνωμάλων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔξοδά τινα, μὴ ἀναγνωρισθέντα ἢ μὴ ἐκκαθαρισθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν αὐτῶν, καταλογίζονται εἰς βάρος τῆς ἑπομένης χρήσεως καὶ παραλλάσσουσιν ἀναλόγως τῆς κληρονομίας τοῦ παρελθόντος. Καὶ ὁπόταν μὲν ὁ διαθέτης καὶ κληρονόμος ἦναι ὁ αὐτός, βεβαίως δύνανται νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων οὕτως, ὥστε μέρος νὰ ἐπιβαρύνῃ ἑκάστην χρῆσιν· ἀλλ’ ὁπόταν ἄλλος ἦναι ὁ διαθέτης καὶ ἄλλος ὁ κληρονόμος, — ὡς συμβαίνει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαχειρίζωνται πολλάκις Προϋπολογισμὸν ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ προκατόχου των, — πολλὰς δαπάνας βαρυνούσας τὴν χρῆσιν αὐτοῦ καταλογίζει εἰς βάρος τῆς προτέρας ἢ μεταγενεστέρας χρήσεως, ὡς συνέβη πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι. Αἱ δαπάναι ἐκεῖναι ἠδύναντο ν’ ἀναγνωρισθῶσι καὶ ἐκκαθαρισθῶσι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, καὶ νὰ μὴ παραλείπωνται, ὅπως καταλογίζωνται εἰς τὴν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ἢ δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν αἱ δαπάναι αὗται, ἐνῷ ἠδύναντο καὶ νὰ ἀναγνωρισθῶσι καὶ νὰ ἐκκαθαρισθῶσι...
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσημειώσατε τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν στρατώνων Λαρίσης;
§207ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐλησμόνησα ταῦτα. Ὅθεν, ἂν ἀφαιρέσωμεν μόνον τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν συντάξεων, ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 εἶναι 10 ἑκατομμύρια. Ἀφαιροῦμεν δὲ καὶ τὸ ἐπὶ πλέον ἓν ἑκατομμύριον, ὡς ὀρθῶς εἴπετε, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἐξόδων διοικήσεως, οὔσης παρακολούθημα τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, ἑπομένως ἡ πραγματικὴ δαπάνη μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν εἶναι 9 ἑκατομμύρια...
§208ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προϋπολογισμῶν; ἢ ἀπολογισμῶν;
§209ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπολογισμοῦ πρὸς Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐὰν πραγματοποιήσητε πάσας τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνας, μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ ἦσθε εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ θέσητε εἰς ἀχρηστίαν πιστώσεις 6 ἑκατομμυρίων. Δύνασθε, ἐὰν θέλητε, καὶ 10 ἑκατομμυρίων τοιαύτας νὰ θέσητε εἰς ἀχρηστίαν, ἀλλ’ ὁπόταν οὐ μόνον οὐδένα τῶν νόμων, οὓς ἐψηφίσατε, ἐφαρμόσητε, ἀλλ’ ἐγκαταλίπητε τέλεον καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἀναγκαίων ἔργων, δι’ ἃ ἐζητήσατε πιστώσεις. Ἐφαρμόσατε ὅμως τοὺς νόμους σας, ἐκτελέσατε τὰ ἐγκριθέντα ἔργα, καὶ θὰ ἴδητε, ἂν θὰ ἦσθε εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἔχητε ἀδιάθετον πίστωσιν 6 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ νῦν προτείνουσα, ὡς καὶ πέρυσι, τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῶν νέων νόμων, προσέφερεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος· διότι, ἂν ἐφηρμόζατε τοὺς νόμους σας, τὸ ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1900 θὰ ἦτο μεῖζον ἐκείνου, ὃ καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀπαισιοδοξοῦντες, ἐφανταζόμεθα. Καὶ ἐνῷ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν εἶναι 9 ἑκατομμύρια, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1896, παρατηροῦμεν τὰ ἑξῆς: Τὸ 1896 ἐν τοῖς 62,560,000 περιλαμβάνονται ἔκτακτοι δαπάναι, ἀνερχόμεναι εἰς 5 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δὲν εἶναι ἔκτακτος δαπάνη αἱ 700,000 δραχμαὶ δι’ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ αἱ 798,000 πρὸς συντήρησιν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἐνῷ ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ δαπάνη δι’ ἔργα σιδηροδρόμου ἀναγράφεται 50,000 δραχ. μόνον;
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τοῦ 1896 ἀνέρχονται εἰς 5,087,195, κατὰ λ)σμὸν λεπτομερῆ, ὃν ἔχω. Ἄν θέλητε, δύναμαι νὰ σᾶς τὸν ἀναγνώσω.
§211ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐὰν εὐαρεστῆσθε, κύριε Πρόεδρε. Δι’ ἱππωνίαν ἐδαπανήθη τότε ποσὸν δρ. 400,000, δι’ ἐπισκευὴν λεβήτων 667,000, καὶ ἄλλα, ἐνῷ εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀναγράφονται 250,000· δι’ ὁπλισμὸν πλοίων 814,000, ἐνῷ εἰς τὸν τοῦ 1901 ἀναγράφονται 216,000 μόνον· διὰ κατασκευὴν ὁδῶν 1,500,000, ἐνῷ ἤδη αἰτοῦνται 670,000, καὶ ἐκ τῶν 670,000 κατεδικάσθησαν εἰς ἀχρηστίαν 200,000 δι’ ἔργα ἐπειγούσης ἀνάγκης. Καὶ μετὰ τὸν τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, περιλαμβάνοντα τοιαύτας δαπάνας, ἀπέμεινε περίσσευμα 6 ἑκατομμυρίων· καὶ σήμερον εἶναι ἀμφίβολον, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς θ’ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα ἢ ἔλλειμμα. Τοιοῦτος ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, Προϋπολογισμὸς ἀσκόπων καὶ περιττῶν δαπανῶν, προϋπολογισμὸς ἐσόδων εἰσπραττομένων διὰ πρωτοφανοῦς καταθλίψεως καὶ καταπιέσεως τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρώτην φορὰν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ προέβησαν τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ὄργανα εἰς κατασχέσεις ἀκινήτων καὶ ἐκποιήσεις αὐτῶν. Εἶμαι μάρτυς τῶν τοιούτων ἀγρίων μέτρων καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ. Κατεσχέθησαν ἀγροί, κατεσχέθησαν καὶ ἐξεποιήθησαν, ὅπως πληρώσῃ ὁ δυστυχὴς χωρικὸς τὸν ὀφειλόμενον παρ’ αὐτοῦ φόρον τῇ Πολιτεία. Καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἡ τοιαύτη ἀμείλικτος τῶν φόρων εἴσπραξις; Χάριν τῆς πατρίδος κινδυνευούσης; χάριν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ὑμῶν προγράμματος, ἐξ οὗ προσεδοκᾶτο ἡ βελτίωσις τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, ἥτις ἐθεωρήθη παρ’ ὑμῶν ἐπιβαλλομένη ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀνάγκην τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας; ἢ χάριν τῆς δημιουργίας πολλαπλῶν θέσεων, δι’ ὧν ἐστερεώθη τὸ πλαίσιον τῆς εἰκόνος τῆς Κυβερνήσεως; Μήπως ἐφροντίσατε περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐθνικῶν πόρων, ἥτις εἶναι ἡ δικαία εὐχὴ καὶ ὁ εὔλογος πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ τοσαῦτα ὑποστάντος ἀγογγύστως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν χάριν τῆς ἀνορθώσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν; Μήπως ἐφροντίσατε περὶ ἀναπτύξεως τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀφοῦ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων ἐλαττοῦτε σημαντικῶς κατὰ τὸ 1901; Καὶ ἀνακράζετε διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ: «Κατορθώσαντες τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, θέλομεν ἤδη τραπῆ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἡμῶν προγράμματος»! Ἐπείσθη πλέον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τῶν ἐπαγγελιῶν ὑμῶν; ἐπείσθη ὅτι αὗται λέγονται μόνον καὶ μόνον ἵνα δικαιολογήσωσι τὸν σκοπὸν τῶν ἀσκόπων κομματικῶν δαπανῶν. Ἐπείσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ βεβαίως δὲν ἔχει πολιτικήν, ὅταν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν ἑκάστοτε εἰσηγητῶν αὐτῆς ἀναφωνῇ, ὁτὲ μὲν, ὅτι πρόγραμμα πάσης Κυβερνήσεως καὶ πάσης Βουλῆς ἔσται ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐθνικῶν πόρων,—εἰς ἀπάντησιν τῶν ὁποίων ἀναγράφονται πιστώσεις, οἵας ἠκούσατε, — ὁτὲ δὲ, ὅτι τοιοῦτον ἔσται ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, λαλεῖ πομπωδῶς περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἐνῷ παρουσιάζονται, ὡς παρέστησα ὑμῖν, τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα! Καὶ ἤδη ἐξακολουθεῖ λέγων περὶ βελτιώσεως τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, καὶ ὅτι ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς ἔτους θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐν γένει τὸ μεταρρυθμιστικὸν τῆς Κυβερνήσεως πρόγραμμα! Ἀπέναντι τοῦ τοιούτου πολιτικοῦ αὐτῆς προγράμματος, ὅπερ ἐγκατέλιπεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, ἵσταται τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰλικρινές, εὐθύ, ἑνιαῖον, τὸ τῶν ἄκρων οἰκονομιῶν, οὐ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ καὶ δι’ ὀργανικῶν μεταρρυθμίσεων, ὅπως τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς διοικήσεως μὴ ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἐν ἰσότητι καὶ ἠπιότητι εἰσπράξεως τῶν φόρων, οὐχὶ δὲ διὰ τῶν καταπιεστικῶν μέτρων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω θέλει κατορθωθῆ νὰ ἀπολήγῃ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς ἀσφαλὲς καὶ σταθερὸν περίσσευμα, ὅπερ νὰ διατίθηται ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐκ ταύτης αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἐξ ἧς καὶ μόνης θὰ δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς βαθμιαίας καὶ μεθοδικῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἡ πολιτικὴ ὑμῶν σημαία λαλεῖ περὶ πάντων, καὶ οὐδὲν πράττει. Ὑψώσατε τὴν πολύχρωμον πολιτικὴν σημαίαν σας, νομίζοντες, ὅτι δι’ αὐτῆς δύνασθε καὶ πάλιν ν’ ἀποπλανήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἀλλ’ οἱ χρωματισμοί της εἰσὶν ἀσταθεῖς, ἐξ ὑδατοβαφῆς, μὴ δυνάμενοι νὰ διατηρηθῶσι πρὸ τῆς σταγόνος τῆς ἀληθείας, ἥτις, μόλις ἔπεσεν ἐπ’ αὐτῶν, ἐξέπλυνε καὶ ἐξήλειψεν αὐτούς. Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ διοικήσεως, καὶ δὲν βλέπετε ταύτην ἐκφυγοῦσαν τῶν χειρῶν ὑμῶν! Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τῆς διασαλευθείσης δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς ἐκνόμου τάξεως ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους! Δὲν βλέπετε, τί διαπράττουσι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, τὰ ἐντεταλμένα τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, γινόμενα παραβάται τῶν νόμων καὶ ἐργάται τοσούτων καταπιέσεων καὶ καταχρήσεων! Δὲν βλέπετε τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, νοσφιζομένους τὸ χρῆμα, τὸ ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ δραπετεύοντας! Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ συναλλαγῆς! Καὶ ὅμως εἰς τοιοῦτον σημεῖον συναλλαγῆς ἐφθάσατε, ὥστε καὶ αὐτὸν τὸν θεσμὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐθέσατε ἐπὶ τῆς κομματικῆς πλάστιγγος, ψηφίζοντες τὴν σύστασιν νέων Πρωτοδικείων, ἀλλ’ ἀναβάλλοντες τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Μόλις δ’ ἐτέθησαν ἐπὶ τῆς πλάστιγγος ταύτης τὰ σταθμὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἴδετε ταύτην κατελθοῦσαν, ἀπεφασίσατε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου· ἀλλ’ ἐπειδὴ συνάμα ἐτέθησαν ἑτέρωθεν καὶ ἄλλα βαρίδια, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἀποτελοῦντα ἧττον βάρος, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τοιοῦτον, ὥστε ἤρχισε καὶ πάλιν ἡ εὐαίσθητος ἐκείνη πλάστιγξ νὰ αἰωρῆται, ἀνεβάλατε τὴν σύστασιν τῶν Πρωτοδικείων κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1900. Τοιαύτη ἡ πολιτικὴ ὑμῶν. Τοιαύτην πολιτικὴν διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀσπάζεται ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς· τοιοῦτον Προϋπολογισμόν, ἐκπροσωποῦντα τοιαύτην πολιτικήν, ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἡ Βουλή. Καὶ εἴδομεν τὸ πρῶτον δεῖγμα τοῦ τοιούτου κλονισμοῦ τῆς πλειονοψηφίας διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως αὐτῆς ὑπὸ δέκα καὶ πλέον Βουλευτῶν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἐφ’ ὧν κατίσχυσε τὸ πνεῦμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία περιβάλῃ ὑμᾶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ψηφίζουσα τοιοῦτον Προϋπολογισμόν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ταχέως ἐλεύσεται ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ. Πρὸ τῆς ἐτυμηγορίας ἐκείνης, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θέλει σαρωθῆ καὶ ἐκλείψει ἡ πλειονοψηφία αὕτη, ὡς ἐσαρώθησαν κατὰ τὸ δυστυχὲς παρελθὸν θέρος οἱ στάχυες τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ καυστικοῦ λιβός. Φοβοῦμαι δὲ, μὴ ἡ καταστρεπτικὴ αὕτη πνοὴ τοῦ λαϊκοῦ λιβὸς φθάσῃ καὶ μέχρι τῶν ἀκτῶν τῆς Κερκύρας. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§212Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμένωμεν καθ’ ἑκάστην πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι βλέπετε, ὅτι εἰσερχόμεθα ἀργὰ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§214ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).