Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 32

1900.12.19

3.323 στίχοι · 25.512 λέξεις · 1 πίνακας · 127 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.12.19
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32

τῆς 19 Δεκεμβρίου 1900.

(Τρίτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Εὐγενίου Οἰκονομοπούλου, αἰτουμένου μηνιαῖον βοήθημα χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν του πρὸς τὴν πατρίδα. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τῆς κοινότητος Ἁγίου Γεωργίου, παραπονουμένης κατὰ τοῦ αὐτόθι ἀστυνόμου, ὡς ἐπιτρέποντος τὴν διαρπαγὴν τῆς περιουσίας αὐτῆς. Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν κατοίκων Κατοχῆς τοῦ δήμου Οἰνιάδος, αἰτουμένων νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διὰ τοῦ περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Λεσίνι νομοσχεδίου τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τοῦ ὁμωνύμου πεδίου. Ὁ κύριος Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Κυπαρισσίᾳ, κύριε Πρόεδρε, ἕδρᾳ τοῦ ὁμωνύμου Δικαστηρίου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἀπό τινων ἐτῶν συμβαίνει ἓν ἄτοπον, λίαν σκανδαλῶδες καὶ καταθλιπτικόν, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν—καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν—νὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ. Ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο εἶναι ἐν μέρει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ μάρτυρες, οἱ καλούμενοι εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἢ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐκ τῆς Ὀλυμπίας εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, μεταβαίνοντες καὶ ἐξεταζόμενοι, ἔχουσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰς κλήσεις των, τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐξαργυρώσωσι, πρέπει νὰ φροντίσωσι προηγουμένως νὰ θεωρηθῶσιν αὗται ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Δικαστηρίου, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν, ἵνα τὰς ἐξαργυρώσωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τί γίνεται. Ἐνῷ ἡ ἀποζημίωσις τῶν μαρτύρων εἶναι 3–4 ἢ τὸ πολὺ 5 δραχμαὶ, ὁ κλητὴρ, ὁ ὁποῖος ἀναδέχεται τὴν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως θεώρησιν τῶν κλήσεων, ζητεῖ δι’ ἑκάστην αὐτῶν παρὰ τῶν μαρτύρων ἀμοιβὴν 30 ἢ 40 λεπτῶν. Οἱ μάρτυρες, ἐξ ἀνάγκης, ὑποκύπτουσιν εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ, ἀφοῦ κατορθώσωσι νὰ λάβωσι τὴν θεώρησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, μεταβαίνουσιν εἰς τὸν Πρόεδρον. Ἐκεῖ ἕτερος κλητὴρ ζητεῖ νέαν ἀμοιβὴν 30–40 ἢ 50 λεπτῶν διὰ τὴν θεώρησιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Οἱ μάρτυρες, ἐξ ἀνάγκης πάλιν, πληρώνουσι καὶ τὸ δεύτερον αὐτὸ χαράτσι. Ἀφοῦ δὲ θεωρηθῶσι καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου αἱ κλήσεις των, μεταβαίνουσιν εἰς τὸ Ταμεῖον, διὰ νὰ ἐξαργυρώσωσιν αὐτάς. Ὁ Ταμίας, ἕνεκα τοῦ πολυσχόλου τῆς ὑπηρεσίας του, ἔχει ἀναθέσει εἰς τὸν γραμματέα, ἢ εἰς ἄλλον κατώτερον ὑπάλληλον, τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων. Ἐκεῖ παρουσιάζεται ὁ κλητὴρ τοῦ Ταμείου, ὅστις, συνεννοημένος ὢν μετὰ τοῦ μέλλοντος νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξαργύρωσιν ὑπαλλήλου, ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἕκαστον μάρτυρα 50–80 λεπτὰ, καὶ ἐνίοτε μίαν δραχμὴν, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῆς κλήσεώς του. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου οἱ δυστυχεῖς μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν, ὡς εἶπον, 3–4 ἢ τὸ πολὺ 5 δραχμὰς διὰ τὴν μετάβασίν των ἀπὸ ἀποστάσεως 6–10 ὡρῶν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, ἀναγκάζονται νὰ πωλῶσιν ἐπὶ τέλους τὰ ταγάρια των, — διότι ἐξαντλεῖται εἰς τὰς ἀμοιβὰς τὸ ἀντίτιμον τῶν κλήσεών των—διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των! Ἐπληροφορήθην δὲ, ὅτι γραμματεὺς τοῦ Ταμείου εἶναι εἷς Γενοβέλης ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε, ὡς ὑποταμίας Κρεσταίνων καὶ ὡς γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Ὀλυμπίας, ὑπέπεσεν εἰς παραπλήσια ἐγκλήματα καὶ εἰς πολυειδεῖς καταχρήσεις, δι’ ἃς κατηγγέλθη, καὶ παρεπέμφθη ὑπὸ τῶν Συμβουλίων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν εἰς δίκην, δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν κατεδικάσθη· γνωρίζω μόνον, ὅτι καὶ πάλιν διωρίσθη γραμματεὺς Ταμείου, καὶ διατελεῖ ὡς τοιοῦτος ἐν Τριφυλίᾳ. Αὐτὰ τὰ μαρτύρια, κύριε Πρόεδρε, ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς μάρτυρες, ὅπως ἐξαργυρώσωσι τὰς κλήσεις αὐτῶν, περιαγόμενοι διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς τὸν Καϊάφαν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Πραιτώριον, καὶ ἐπὶ τέλους καταλήγοντες εἰς τὴν ἀπογύμνωσίν των ἀπὸ τῶν ὁδοιπορικῶν των ἐξόδων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν Ταμίαν, ἵνα λάβῃ μέτρα, ὥστε ὁ ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτει τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δὲν ἐπαρκεῖ, νὰ μὴ κάμνῃ τὰς καταπιέσεις αὐτὰς, ἀπογυμνώνων τοὺς δυστυχεῖς πολίτας. Παραπονοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἑκάστοτε διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι δὲν δύναται, ἕνεκα τούτου, ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἔργα αὑτῆς τὰ τακτικά...

§3Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἔρχομαι· διὰ τὰς ἐπερωτήσεις.

§4ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλὰ πῶς θέλετε, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ὑφίστανται τόσα δεινὰ οἱ συμπολῖταί μας, νὰ μὴ τοὺς προστατεύσωμεν; Πῶς νὰ μὴ παραπονεθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως προβαίνουσιν εἰς τοιαύτας καταχρήσεις; Εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων, — θὰ τὸν ὀνομάσω — ὁ κ. Πονηρόπουλος, μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν πταίει ὁ Ταμίας, πταίει ὁ γραμματεὺς, ἢ εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων. Ἀλλ’ εἶναι δικαιολογία τοῦτο; Ὁ Ταμίας Τριφυλίας εἶναι ὁμολογουμένως ἐντιμότατος καὶ ἀρχαῖος ὑπάλληλος· ὁ ὑποδεέστερος ὅμως ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθεσε τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων, φορολογεῖ καὶ καταδυναστεύει τοὺς δυστυχεῖς μάρτυρας καὶ τοὺς συμπολίτας μου κατὰ τρόπον ἀσύστολον, καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριν τῶν συμπολιτῶν μου, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ κατάχρησις, καὶ νὰ τιμωρηθῇ ὁ διαπράττων αὐτήν. Ἐσχάτως ἀκόμη, εἰς μίαν συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, προσῆλθον 30 ἕως 40 μάρτυρες, διὰ νὰ ἐξαργυρώσωσι τὰς κλήσεις των, καί, ἀφοῦ ὑπέστησαν πάντα τὰ μαρτύρια, ὅσα προηγουμένως ἀνέφερα, φορολογηθέντες ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον, ἐξῆλθον ἐπὶ τέλους ἐκ τοῦ Ταμείου ἄνευ οὐδενὸς περισσεύματος, καὶ ἠναγκάσθησαν, διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ πωλήσωσι τὰ ταγάρια των, ὅπως προμηθευθῶσι τὸν ἄρτον των! Ἔχων τὴν δικαίαν ἐλπίδα, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβωσι πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν τῆς ἀξιοθρηνήτου ταύτης καταστάσεως, περιορίζομαι εἰς ταῦτα μόνον σήμερον.

§5ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ συμπολῖται αὐτοί, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται πρὸς ὑμᾶς, νὰ ὑποβάλωσι καταγγελίαν ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι τοιουτοτρόπως ἐννοοῦσι νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των.

§6ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγγελίαι τοιαῦται πρὸ δεκαετίας ἐγένοντο, ἀλλ’ αἱ ἐκβιάσεις δὲν ἔπαυσαν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι.

§7Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τούτων. Ἐὰν εἶχον λάβει γνῶσιν αὐτῶν, πρῶτος ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν ἤθελον φροντίσει περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου.

§8ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς βεβαίως δὲν ἐλάβετε γνῶσιν, διότι ἀπὸ δύο μόνον ἐτῶν ἀντιπροσωπεύετε τὴν ἐπαρχίαν μας· ἐγὼ ὅμως, ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν ἀπὸ 40 σχεδὸν ἐτῶν, καὶ σχεδὸν πάντοτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, γνωρίζω τὰ δεινά της. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἀπευθυνόμενος, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ θεραπείας τοῦ ἑξῆς κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ χρόνου λαμβάνει χώραν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ὑπάρχουσιν ἐκεῖ δύο δημοδιδάσκαλοι, φέροντες ἀμφότεροι τὴν ἐπωνυμίαν Παρασκευόπουλοι· ὁ εἷς εἶναι δημοδιδάσκαλος Ζάχα, ὁ ἕτερος Ἀνδριτσαίνης· ὁ μὲν πρῶτος ἐπὶ ὁλοκλήρους μῆνας ἐγκαταλείπει τὴν θέσιν του, καί, ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ἕδρας του, μεταβαίνει εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὰ ἰδιαίτερα ἔργα του, εἰς τὸ τέλος δὲ ἑκάστου μηνὸς ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δήμου, εὑρίσκει τὸν Δήμαρχον, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέεται συγγενικῶς καὶ φιλικῶς, θεωρεῖ οὗτος τὰς καταστάσεις του, λαμβάνει ὁ δημοδιδάσκαλος τὸ χρηματικὸν ἔνταλμα, καὶ μεταβαίνων εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἐξαργυρώνει αὐτό. Ἔχω μάλιστα καὶ χρονολογίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπέστειλαν, καὶ τὰς ὁποίας θὰ παραδώσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, καὶ ἐξετάσῃ, ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνακοινοῦσιν οἱ συμπολῖταί μου, ἔχονται ἀληθείας, ἢ οὔ. Ἐγὼ δὲ βεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἀληθέστατα, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἐπὶ μῆνας πολλοὺς ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀλιφείρας δὲν ἐκπληροῖ ἕτερον καθῆκον ἢ μόνον νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς εἰς Ζάχα, πρὸς θεώρησιν τῶν μισθοδοτικῶν του καταστάσεων καὶ ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, καὶ πρὸς ἐξαργύρωσιν αὐτῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὁ ἕτερος δημοδιδάσκαλος, ἐπίσης Παρασκευόπουλος ὀνομαζόμενος, ὁ τῆς Ἀνδριτσάνης, εἶναι διαγωγῆς σκανδαλωδεστάτης, ἀναμιγνύεται πανταχοῦ, εἶναι ἐπικίνδυνος ῥᾳδιοῦργος, δημιουργεῖ συστηματικῶς κοινωνικὰ σκάνδαλα, ἀγνοεῖ τὴν ἁβρότητα τὴν συναδελφικὴν, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀπεδοκιμάσθη διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προτείναντος τὴν ἀπόλυσίν του. Ὁ ἁρμόδιος Ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων διῆλθεν ἐκεῖθεν, ἔλαβε γνῶσιν τῆς διαγωγῆς του ταύτης, καὶ νομίζω, ὅτι ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐξ ὧν ἀπεδείχθησαν ὅσα ἀνέφερα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἐπιθεωρητὴς οὗτος, ἂν τῳόντι εἶναι ἀληθῆ ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἂν μὲν ἦναι ἀληθῆ, νὰ φροντίσῃ, ἢ νὰ ἀπολύσῃ τὸν εἰρημένον δημοδιδάσκαλον, ἢ νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν, ὅπως οὕτω κατορθωθῇ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν δύο τούτων δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν πλήρει παραλυσίᾳ ἤδη. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς παραστάσεις μου ταύτας, καὶ θὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου. Δὲν εἶμαι ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δι’ ἀσκόπων καὶ ματαίων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπερωτήσεων. Ἀπ’ ἐναντίας, γνωστὸν εἶναι, ὅτι πολὺ σπανίως ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι, ὁσάκις ἀπηύθυνα τοιαύτας παραστάσεις, ἡ Κυβέρνησις τὰς ἠκροάσθη εὐμενῶς, καὶ ἐπήνεγκε τὴν δέουσαν θεραπείαν. Θ’ ἀπευθύνω καὶ ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸν παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ καὶ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ χρησιμώτερον τὰ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τοῦ παραγομένου ἐν τῷ χωρίῳ Λάβδᾳ τῆς Ὀλυμπίας, περὶ τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος, χορηγῶν ἀτέλειαν· ἀλλὰ, ὡς ὁ νόμος οὗτος ἐκανόνισε τὰ περὶ τοῦ καπνοῦ τούτου, τοῦ χρησιμεύοντος πρὸς μεταποίησιν εἰς ταμβάκον, εἶναι ἀνεφάρμοστος, καὶ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς παραγωγούς· ἑπομένως τὸ διὰ τοῦ νόμου τούτου χορηγηθὲν δῶρον εἶναι ἄδωρον. Τὴν πρότασίν μου ταύτην θέλω ἀναπτύξει εἰδικώτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.

§9ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ἀναγομένην εἰς τὰ τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν κλήσεων τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικείου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ἵνα ἀποδώσω δικαιοσύνην, ὅτι, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν παραπόνων τοῦ κυρίου συναδέλφου, ὅτι τοιαῦτά τινα συμβαίνουσιν εἴτε ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ ὑπὸ τῶν κλητήρων, εἴτε ὑπὸ ἄλλου τινὸς ὑπαλλήλου, ἐδήλωσα αὐτῷ, ὅτι, καθ’ ὅσον γινώσκω, ὁ Ταμίας εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, περὶ δὲ τοῦ γραμματέως — διότι εἰς αὐτὸν ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν κλήσεων — γνωρίζω, ὅτι εἶναι κάλλιστος νέος, εὐδοκίμως ὑπηρετῶν ἀπὸ ἐτῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ παρενοήθην δι’ ὅσα εἶπον περὶ τοῦ γραμματέως. Εἶπον, ὅτι οἱ Ταμίαι τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν κλήσεων ἀναθέτουσιν εἰς ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς τοῦτο. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκφράσῃ ὑπόνοιαν κατὰ τοῦ γραμματέως, περὶ οὗ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ἀρίστην ἰδέαν. Ἐὰν καταγγελθῇ, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀληθῶς εἶναι ἔνοχος τῆς ἀξιοποίνου ταύτης πράξεως, τότε μάλιστα ἄλλως, θὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ περὶ τοῦ γραμματέως.

§10ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα ῥητῶς τὸν γραμματέα τοῦ Ταμείου Γενοβέλην· εἶπον, ὅτι μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ταμείου, ὁ ἀναδεχόμενος ἑκάστοτε τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων διὰ τοῦ κλητῆρός του, ἔκαμε τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Πονηρόπουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ γραμματεύς, ἀλλ’ ὑποδεέστερός τις ὑπάλληλος. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. συναδέλφου, καθόσον ἐνδέχεται οἱ παραπονούμενοι ἐκεῖθεν νὰ μὴ ἔκαμαν διάκρισιν μεταξὺ γραμματέως καὶ γραφέως. Δὲν δύναμαι οὐχ ἧττον νὰ παρασιωπήσω, ὅτι ὁ γραμματεὺς αὐτός, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι ἄξιος τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, ὑπέπεσεν ἐν Ὀλυμπίᾳ εἰς ἐγκλήματα καὶ εἰς πολλὰς παραβάσεις τοῦ νόμου, δι’ ἃς κατηγγέλθη, καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ὅτι ἀνέκοψε τὸ καθ’ ἑαυτοῦ βούλευμα ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον ἀπέρριψε τὴν ἀνακοπήν του· ἂν δὲ ἐδικάσθη, ἢ οὔ, δὲν γνωρίζω· γνωρίζω μόνον, ὅτι εἶναι ἤδη γραμματεύς. Δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω ἐπίσης, ὅτι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ γραμματεύς, ὁ λεγόμενος Γενοβέλης, κατὰ τὴν καταγγελίαν τῶν συμπολιτῶν μου, εἶναι ὁ φορολογῶν τοὺς συμπολίτας μου, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις διέπραξεν ἄλλοτε, ὡς ὑποταμίας Κρεσταίνων καὶ ὡς γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Ὀλυμπίας, ἐγκλήματα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορήθη, παρεπέμφθη, καὶ ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας, ἐπίστευσα, ὅτι τοῦτον μοὶ καταγγέλλουσιν οἱ συμπολῖταί μου ὡς φορολογοῦντα αὐτούς.

§11Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν τῶν συμπολιτῶν μου Κ. Λ. Πλιάκα καὶ Λ. Σ. Τσιγιάννη, καταταχθέντων εἰς τὸν στρατόν, καίτοι εἶναι υἱοὶ γυναικῶν διατελουσῶν ἐν χηρείᾳ, ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Συνάμα δὲ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὑπ’ ἀριθ. 20246 καὶ 21316 ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1896.

§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἀπαλλάσσει τοὺς ὀρφανοὺς υἱοὺς γυναικῶν ἐν χηρείᾳ διατελουσῶν, τοὺς πρεσβυτέρους· ἐὰν δὲ οἱ πρεσβύτεροι ἦναι ἔγγαμοι, πρὸς τούτους ἀφομοιοῦνται καὶ οἱ δεύτεροι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἡρμήνευσε τὸν νόμον, ὅτι, ὅταν οἱ ὀρφανοὶ ἦναι ἔγγαμοι, δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐγκυκλίους.

§13Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ μόνος υἱὸς ὀρφανὸς πατρὸς καὶ μητρὸς ὑπηρετεῖ.

§14Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ πρῶτος ὀρφανός;

§15Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἀπαλλάσσεται, διότι δὲν εἶναι προστάτης τῆς μητρός· ἔχει ἰδίαν οἰκογένειαν.

§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, προσκγάγετε τὰς ἐγκυκλίους.

§17Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περιέρχονται εἰς λίαν δύσκολον θέσιν, διότι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐπανειλημμένων Β. Διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων ἡρμήνευσε κατὰ τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις τὸν νόμον τοῦτον, καὶ ἡ κατ’ ἔφεσιν τὰ στρατολογικὰ δικάζουσα Ἐπιτροπὴ παρηρμήνευσεν αὐτὸν, περιπεσοῦσα πολλάκις εἰς ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ῥίζης ἐκλόνισαν τὰς πεποιθήσεις πάντων τῶν καλουμένων νὰ ἐφαρμόζωσι τὸν νόμον. Ἐκ τούτων ὅλων, ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ἄγομαι νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ταχέως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, καὶ παρασκευάσῃ νόμον στρατολογικὸν νέον, ὁ ὁποῖος, μὴ παρουσιάζων κενὰ, νὰ θέσῃ ἐπὶ τέλους ἐκποδὼν πᾶσαν περὶ τὴν ἐφαρμογήν του ἀμφιβολίαν, ἀπαλλάσσων οὕτως αὐτὸν ἀπὸ πάσης καταστρατηγήσεως ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐκ τῶν ἀντιφάσεων, τῶν μέχρι τοῦδε, μεταξὺ νόμου, διαταγμάτων, ἐγκυκλίων καὶ διαφόρων ἀποφάσεων, καθίστανται ἀναπόφευκτοι.

§18Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὴν κωδικοποίησιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει, ἦτο καὶ το ἑξῆς. Ἀφοῦ ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, καθ’ ἃ πολλοὶ υἱοὶ χηρῶν, καίτοι νυμφευόμενοι, βοηθοῦσι τὴν μητέρα αὑτῶν, διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται καὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλως πολλάκις ἀποτελοῦσι καὶ μίαν οἰκογένειαν; Νομίζω δίκαιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι κί ἐγκύκλιοι, ἃς ἀνέφερεν, εἶναι ἀντιφατικαὶ, καὶ οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ, παρὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Διότι πολλαὶ μητέρες, ἐπαναλαμβάνω, ἐξαρτῶσι τὴν τύχην των ἀπὸ τὸν μόνον υἱόν των, ὁ ὁποῖος, τίς οἶδεν ἕνεκα τίνων περιστατικῶν, ἐνυμφεύθη.

§19ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὑπέδειξαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλεῖστοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τῆς δημοπρασίας τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος, τὸ μὲν διότι οἱ ὅροι, οἱ περιεχόμενοι ἐν τῇ διακηρύξει τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφοροι διά τε τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ διὰ τὰ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, τὸ δὲ διότι ἡ προθεσμία, ἡ παρασχεθεῖσα, ὅπως ἐμφανισθῶσιν ὑπερθεματισταὶ, εἶναι βραχεῖα. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ δημοπρασία δὲν θέλει γείνῃ, συνεπείᾳ ἰδιαιτέρων διαταγῶν. Ἡ δημοπρασία, ὡς γινώσκετε, εἶχεν ὁρισθῆ νὰ γείνῃ κατὰ τὴν 21 τρέχοντος μηνός. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ κατὰ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, ἡ δημοπρασία ὁρίζεται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἔγκρισις προηγεῖται βεβαίως τῆς διακηρύξεως, καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον διὰ πράξεων ἐπισήμων ἡ γενομένη ἔγκρισις δὲν ἀνεκλήθη, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν, καὶ οὕτω τὴν πρωΐαν τῆς μεθαύριον Πέμπτης ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 48 ἑκατομμυρίων ἐνετικῶν λιτρῶν θέλει πωληθῆ, καθ’ οὓς ὅρους καὶ συμφωνίας ἀναγράφει ἡ διακήρυξις, ἡ δὲ γενομένη συζήτησις ἦτο ματαιοπονία. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν πολὺ, καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ ὅλον τὸ Κοινοβούλιον ἐπιθυμεῖ, καὶ ἰδίως οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ὑπὸ τῆς αὐτῆς κατέχονται ἐπιθυμίας, νὰ δηλωθῇ ἐπισήμως, διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἂν ἡ δημοπρασία θὰ γείνῃ τὴν 21 τρέχοντος μηνὸς, ἢ οὔ.

§20Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπέδειξεν, ὅτι ἐγένετο ἡ προσήκουσα εἰδοποίησις πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀφίκετο ἐνταῦθα, καὶ διατελεῖ ἐν συνεννοήσει πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας καὶ οἰνοπνευματοποιοὺς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Νομίζω δὲ, ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ λήξῃ ἡ μεταξὺ αὐτῶν συνεννόησις, ὅπως ἐπιτευχθῇ συμφερωτέρα τιμή. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ ἀναβάλωσι τὴν περὶ τούτου συζήτησιν μέχρι τῆς μεθαύριον, ὅτε πιθανώτατα θὰ ἦναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνεννοήσεως.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τὰς ἑπομένας πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης αἰτήσεις (ἀναγινώσκει): «1) Παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Νομάρχου Μαγνησίας καὶ τοῦ Δημάρχου Σπαλάθρων περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυνόμου Ἀργαλαστῆς ἀνθυπασπιστοῦ Παπαδιέρου. «2) Παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Βόλου (τελευταῖον ἐκδοθέν), δι’ οὗ ἀπηλλάγη ὁ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Ἀργαλαστῆς Παπαδιέρου κατηγορηθεὶς Δήμαρχος Σπαλάθρων κ. Ν. Παρρησιάδης.» Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ εἴδους τῶν γενομένων μέχρι σήμερον ἐν τῷ Κράτει λιμενικῶν ἔργων, περὶ τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ προϋπελογίσθη καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ δαπάνη ἑκάστου, περὶ τοῦ χρόνου, εἰς ὃν προϋπελογίσθη καὶ ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀπεπερατώθη ἕκαστον ἔργον, καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων, ἅτινα ἔμειναν ἡμιτελῆ.

§22Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ παραστήσῃ, καὶ λίαν δικαίως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ εὐθὺς μετὰ τὰς ἑορτὰς τὴν νομοθετικὴν αὑτῆς ἐργασίαν, ἠρίθμησε πληθὺν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καὶ σοβαρὰ εἶναι καὶ λίαν ἐπείγοντα, καὶ τὰ ὁποῖα ἤδη εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν μελέτην καὶ τὴν ψῆφον αὐτῆς, καὶ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν εἶναι σοβαρώτερα καὶ μᾶλλον ἐπείγοντα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα, διότι τείνουσιν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες μέχρι τῆς χθὲς ἐχρησίμευον ὡς οἱ μεγαλείτεροι τροφοδόται τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καί, ὁσάκις μάλιστα τοῖς ἐζητήθη, ἐν χαλεπαῖς περιστάσεσι διὰ τὸ ἔθνος, τὸ αἷμά των, προσέφεραν καὶ τοῦτο ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις σήμερον οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, ὅπως διὰ τούτου θρέψωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, καὶ ἐπὶ πλέον θνήσκουσιν, ὡς ἐπιστοποιήθη παρὰ ἰατρῶν, ἕνεκεν ἐλλείψεως μέσων πρὸς ἀγορὰν κινίνης, ὡς τοῦτο ἠκούσατε, ὅτε ἀνέγνωσα εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δύμης. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν περὶ αὐτῶν μέριμναν ἔλαβεν, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὡς ὑψίστης ἀνάγκης, καὶ νὰ ἔλθῃ τάχιστα ἀρωγὸς εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμούς, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ πεῖνα καὶ ὁ θάνατος δὲν ἀναμένουσιν ἐπὶ πολύ, καὶ νὰ ζητήσῃ μάλιστα νὰ προταχθῇ τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε πρό τινος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὥρισε μάλιστα μεταξὺ τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων, νομοσχέδιον περὶ παροχῆς δανείου δραχ. 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἥτις, δυστυχῶς, κατ’ ἐμέ, δὲν δύναται οὔτε μὲ ἓξ ἑκατομμύρια νὰ συγκρατηθῇ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ὡς Ἑλληνικὴ καὶ συνισταμένη ἀπὸ μετόχους Ἕλληνας, ὀφείλει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν μέριμναν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ δέον νὰ προσπαθήσῃ αὕτη νὰ τὴν σώσῃ, ψηφίζουσα τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ τοὺς πενομένους πληθυσμούς, καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς δανείου εἰς αὐτοὺς, οὐχὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀγορὰν σίτου, ὅπως θρέψωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, ὡς καὶ τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς σποράν. Ἕτερον ζήτημα, ἐπίσης σοβαρὸν, ἐπίσης ἐπεῖγον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι συνεστήσαμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν τῶν διαφόρων κρεοπωλῶν, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι ὁ λειτουργῶν ἤδη νόμος περὶ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων ἐπιβαρύνει μόνον αὐτοὺς, καὶ οὕτω τὰ συμφέροντα αὐτῶν οὐ μόνον βλάπτονται, ἀλλὰ καὶ καταστρέφονται, καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον,— ἐὰν εὑρίσκῃ τὰς αἰτήσεις αὐτῶν δικαίας — τροποποιοῦν τὸν νόμον τοῦτον οὕτως, ὥστε καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κρεοπωλῶν νὰ προστατεύωνται, καὶ ἐκεῖνα τῶν κτηνοτρόφων νὰ μὴ παραβλάπτωνται. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις, ὄχι μόνον δὲν ὑπέβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ἀπήντησεν εἰς ἡμᾶς, ἐὰν εὑρίσκει δικαίαν τὴν αἴτησιν τῶν δυστυχῶν τούτων κρεοπωλῶν, καὶ ἂν θὰ ὑποβάλῃ, καὶ πότε, τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ πάντων τῶν νομοσχεδίων τὸ σοβαρώτερον καὶ μᾶλλον ἐπεῖγον εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τοὺς δυστυχεῖς πενομένους καὶ θνήσκοντας πληθυσμούς. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἔν τινι τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, καθ’ ἣν ἀνέγνωσα τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δύμης, καὶ ὑπεστήριξα μὲ ὅλας τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις πάντα τὰ αἰτήματα αὐτοῦ, καὶ μετὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι κ. κ. Ρικάκης καὶ Παπαγιαννακόπουλος, συστήσαντες καὶ αὐτοὶ ἐνθέρμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμοὺς, εἶδον ἐσχάτως μετὰ μεγίστης εὐχαριστήσεως ἐν τῷ «Νεολόγῳ Πατρῶν», ὅτι καὶ ἕτερος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, ὁ κ. Καννακάρης, μὴ δυνάμενος, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεώς του, νὰ προσέρχηται εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ εἰς ὅλως ἐκτάκτους περιστάσεις, ἅμα τῇ λήψει τοῦ δημοψηφίσματος, ἐπεσκέφθη τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καί, εὐτυχέστερος οὗτος πάντων ἡμῶν, οἵτινες οὐδεμίαν ἐλάβομεν ἀπάντησιν, ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλει προκαλέσει διὰ τῆς Βουλῆς ἔκτακτα μέτρα ὑπὲρ τοῦ δήμου Δύμης. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ μάλιστα ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ «Νεολόγος Πατρῶν», ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος προχωρεῖ καὶ περαιτέρω, λέγων, ὅτι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θέλει ὑποβάλει αὐτὸς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, καὶ ἐν ἀνάγκῃ θέλει κηρυχθῆ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αὕτη δὲν υἱοθετήσῃ αὐτό. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀνέγνωσεν, ὡς ὤφειλε, μετὰ προσοχῆς τὸ δημοψήφισμα τοῦ δήμου Δύμης, ποῖα εἶναι τὰ δίκαια αἰτήματα τούτου, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὰς ἀνάγκας καὶ τῶν ἄλλων δήμων, ἃς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ ὁ κύριος Νομάρχης Ἀχαΐας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὄντως ἐγένοντο αὐτῷ τοιαῦτα διαβήματα, ἐὰν ἔδωκε τοιαύτας εὐχαρίστους ὑποσχέσεις, καὶ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς δὲν ὑπέβαλε τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, ὅπως ὄχι μόνον γνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦτο, ἀλλ’ εὑρεθῶμεν καὶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσωμεν περὶ τούτου τοὺς συμπολίτας μας, ἵνα μὴ αἰτιῶνται τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κωφευούσης εἰς τὰς ἐπικλήσεις αὐτῶν, συγχρόνως δὲ ἀποτραπῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ν’ ἀπομακρυνθῇ τῶν κυβερνητικῶν τάξεων. Πρὸς τούτοις γνωρίζομεν πάντες, ὅτι, μετὰ τὴν ἐπισημοποιηθεῖσαν, οὕτως εἰπεῖν, καταστροφὴν τῶν προϊόντων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς ἐνέσκηψαν ὁ περονόσπορος καὶ αἱ θεομηνίαι, ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ κἄπως ἀρωγὸς εἰς τοὺς δυστυχεῖς κτηματίας, καὶ διέταξεν ἡμιεπισήμως τὴν ἀναστολὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ τὴν ἀναστολὴν μέχρι τοῦ Αὐγούστου τῶν δόσεων τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν. Καὶ διὰ μὲν τὴν ἀναστολὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πεισθεὶς ἐκ τῶν δικαίων αἰτήσεων τῶν δυστυχῶν κτηματιῶν καὶ τῶν ἐπανειλημμένων συστάσεων ἡμῶν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς δόσεις τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν, οἱ λαβόντες τὴν ἀναστολὴν ταύτην, ἐπειδὴ οὗτοι δὲν ἐπλήρωσαν κατὰ τὴν προθεσμίαν, τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην, ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν προστίμου εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν καὶ τόκου ὑπερημερίας 8%· ἤτοι τὸν Αὔγουστον, ὅτε θὰ προσέλθωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων, θὰ ὑποχρεωθῶσι, σὺν ταῖς δόσεσι ταύταις, νὰ πληρώσωσιν ἐπὶ πλέον 28%. Πέποιθα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων τούτων ἐσκόπει νὰ ἀνακουφίσῃ, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δυστυχεῖς κτηματίας· διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει παρίσταται τὸ Δημόσιον ὡς κερδοσκοποῦν ἐπ’ αὐτῶν, ὅπερ δὲν πιστεύω. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις, δὲν ὑπέβαλε μέχρι τοῦδε νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου βάρους, καὶ, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἄνευ νόμου δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσι. Καὶ ἐνῷ, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πλεῖστα νομοσχέδια, καὶ σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα, καὶ ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἕτερα νομοσχέδια, ἐξ ἴσου σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προκνέφερα, καὶ τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐμελέτησεν αὐτὰ, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τὰ προτάξῃ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ὅπως ψηφισθῶσι πρὸ τῶν ἑορτῶν, ἔρχεται καὶ ζητεῖ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ὑπάρχει μέγιστος φόβος, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ συγκρατήσῃ οὐδὲ τοὺς φίλους της! Μεταβαίνοντες, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, εἰς τὰς ἐπαρχίας μας κατὰ τὰς ἑορτὰς, ἡμεῖς, τῶν ὁποίων οἱ συμπολῖται πένονται, μὴ δυνάμενοι νὰ εὕρωσιν οὐδ’ αὐτὸν τὸν ξηρὸν ἄρτον, καὶ τρώγοντες, ὡς οἱ ἄγριοι, καρποὺς, — ἐὰν εὑρίσκωσι καὶ τούτους — τί θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅταν μᾶς ἐρωτήσωσι, τί ἐπράξαμεν διὰ τοὺς πενομένους; Θὰ κύψωμεν τὴν κεφαλὴν, ὡς οἱ ἔνοχοι, καὶ θὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐψηφίσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν! Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ συντελέσω ποσῶς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ τείνοντα εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν πενομένων πληθυσμῶν, δὲν ὑποβληθῶσι καὶ δὲν προταχθῶσι μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ πρόκηται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ ζητήσω τὴν μεταρρύθμισιν αὐτῆς. Δὲν θὰ συντελέσω, λέγω, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου μὲ καθαρὰν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐξετέλεσα εὐόρκως τὸ καθῆκόν μου, καὶ νὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι πολλάκις ὕψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς λήψεως μέτρων πρὸς ἀνακούφισίν των, ὑπὲρ τῆς θεραπείας τῆς δυστυχίας των, ἀλλὰ, δυστυχῶς, δὲν ἔσχον τὴν δύναμιν νὰ εἰσακουσθῶ καὶ συντελέσω ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τούτου. Πρὸς τοῦτο δὲ ἐξορκίζω καὶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ τῆς ἄλλης, νὰ ἔλθητε νὰ συνασπισθῶμεν, καὶ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ καὶ προτάξῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια ταῦτα· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδεχθῇ τοῦτο, καὶ, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ καταψηφίσωμεν αὐτήν, διότι αἱ Κυβερνήσεις πίπτουσι καὶ ἐπανέρχονται ταχέως, ἀλλ’ ὁ λαὸς θνήσκων δὲν ἀναζῇ! (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Ἐὰν δὲ σᾶς ἀπειλήσωσι μὲ τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως, μὴ πτοηθῆτε, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, καὶ ἂν διαλυθῇ αὕτη, ἂς τρέμωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες, εὐπειθῆ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ, κύπτοντες, μετὰ φόβου θὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§24ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθω, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ κάμω δύο ἐπερωτήσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ἔλαβον ἀναφορὰν, ἵνα ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦ πρώην Δημάρχου Πυλίων κ. Μπόμπολα, δι’ ἧς οὗτος παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἐκεῖ Οἰκονομικὸς Ἔφορος καταστρέφει τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἣν ἔχει δυνάμει τίτλων, χρονολογουμένων ἀπὸ Τουρκοκρατίας...

§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε. Χθὲς κατέθηκα ἀναφορὰν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.

§26ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ὁ κ. Μπόμπολας ἐκθέτει ἐν αὐτῇ τοὺς λόγους, καὶ, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ κουράσω ὑμᾶς, δὲν ἀναφέρω αὐτοὺς, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Ἐλπίζω δ’ ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν κ. Μπόμπολαν, καὶ τοῦτο, ἵνα ἀποφύγῃ πᾶσαν πιθανὴν παρεξήγησιν, καθόσον οὗτος δὲν τυγχάνει πολιτικὸς φίλος αὐτοῦ. Ὡς βλέπω ἐν τοῖς πρακτικοῖς, εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 16 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ἐζήτησε συμπληρωματικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου. Αἱ πληροφορίαι αὗται δέν μοι φαίνονται ἐπαρκεῖς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί εἰσέπραξε τὸ Ταμεῖον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου ἐκ τῶν δήμων, καὶ ἂν εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπάρχει ἤδη διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ τὸ ποσὸν τῶν 450,000 δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν μὴ δαπανηθέντων ἐκ τοῦ συναφθέντος δανείου. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης διέκοψα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ στέρξῃ νὰ προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν συνδέονται, καὶ λυσιτελῆ ὄντως διὰ τὸν τόπον εἶναι, ὡς, φέρ’ εἰπεῖν, τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τὸ περὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, τὸ περὶ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ἀνέφερεν. Ἐζήτησα δὲ τοῦτο, τὸ μὲν ἕνεκα τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὸ δὲ, ἵν’ ἀποφύγωμεν σκηνὰς, αἵτινες βεβαίως δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ὡς δόγμα πολιτικὸν αὐτῶν ἔχουσι τὴν πολεμικὴν τῆς κωλυσιεργίας, γνωρίζω ὅμως, ὅτι βεβαίως ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτὰς συνετέλεσε κατὰ πολὺ εἰς τὸ νὰ καταρρίψῃ καὶ τὰς συζητήσεις καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τοῦ ὕψους αὐτοῦ εἰς τὸ πεδίον τῶν κωλυσιεργιῶν. Κυβέρνησις ἐπιζητοῦσα διὰ παντὸς τρόπου καὶ ὅπως δήποτε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δεικνύει, ὅτι δὲν σκέπτεται εἰλικρινῶς περὶ τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται μόνον νὰ πιστοποιηθῇ, ἔστω καὶ διὰ τῆς ἁπλῆς ὑμῶν ψήφου, ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντεῦθεν εἶπε· τίς δηλαδὴ λέγει τὴν ἀλήθειαν ἐπ’ αὐτῶν τούτων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἢ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Ὡς εἰ μὴ εἶχε, δυστυχῶς, πεισθῆ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν γεγονότων τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος περὶ τῆς καλοπιστίας τῶν κυβερνησάντων αὐτὸ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν! «Μὴ φοβεῖσθε! Πανταχόθεν ῥέει χρυσός! τὰ πλεονάσματα μᾶς κατακλύζουσιν! ἡ Ἑλλὰς ἔσεται πρότυπον Βασιλείου!» ἔλεγον οἱ πολιτευταὶ ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀλλ’ ἐντὸς δεκαετίας ἠκούσθη ἐκ τῆς θέσεως ταύτης: «Δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν!» «Ἀγρυπνεῖτε! Δὲν κοιμώμεθα ἐπὶ ῥόδων! διατρέχομεν κινδύνους μεγάλους καὶ σοβαρούς!» ἔλεγον οἱ πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πολιτευταί. Ἀποδίδων δὲ τὸ δίκαιον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μεταξὺ τούτων συγκαταλέγεται καὶ ὁ γηραιὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής. «Ἔχομεν Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 17 ὅλων ἑκατομμυρίων, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ Ταμεῖα ἡμῶν 50 μόνον χιλιάδες δραχμῶν. Συσπειρωθῆτε, ἵνα σκεφθῶμεν, πῶς θὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἐκ τοῦ ἐπαπειλοῦντος κινδύνου καὶ τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς», ἔλεγεν ἐντεῦθεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ 1875. Ἀλλ’ ἀποθνήσκων ἐκληροδότει ἡμῖν πατρίδα μεγάλην καὶ πλουσίαν!

§27Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!

§28ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ὠφείλατε ν’ ἀκολουθήσητε, τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ὠφείλατε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν· καὶ θὰ τὴν ἔχητε, ἂν, ἀντὶ νὰ ἐπισπεύδητε τὴν ὁπωσδήποτε ἐπιψήφισιν τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ τὴν συναρπαγὴν τῶν ζητημάτων, καταρρίπτοντες οὕτω τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα ἐκ τοῦ ὕψους αὐτοῦ εἰς τὴν πολεμικὴν τῆς κωλυσιεργίας, ἐλέγετε ὅ,τι ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ἐντεῦθεν κατὰ τὸ 1876, ἂν δὲν με ἀπατᾷ ἡ μνήμη: «Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ μετὰ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας Σύρου, διότι καὶ τοῦτο συνδέεται μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.» Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐζήτουν οἱ τότε πολιτευταὶ, πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ συνδεόμενα κἄπως μὲ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, τὰ συντελοῦντά πως ὑπὲρ τῆς προόδου αὐτοῦ, τὰ ἔστω καὶ πόρρωθεν συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ προτάσσωνται αὐτοῦ, διότι Προϋπολογισμὸς, ὡς τοῦτο κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ἄνευ τῶν συναφῶν νόμων, εἶναι χάρτης ἄγραφος. Καὶ ἂν, κύριοι Βουλευταὶ, μία ἁπλῆ σύμβασις ἔχῃ τοιαύτην σημασίαν διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, νομίζετε, ὅτι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἐποιησάμεθα λόγον ἐγώ τε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὡς καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν, ἂν ὄχι μεγαλειτέραν, ἐπ’ αὐτοῦ ἐπήρειαν; Ἐπὶ πλέον, τί περὶ διοικήσεως εἰσηγήσατο τῇ Βουλῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἔλαβον ἐπιστολὰς σήμερον διακεκριμένων προσώπων, κατεχόντων ὑπερόχους θέσεις ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, δι’ ὧν μοὶ καταγγέλλουσι πράξεις ἀρχῶν, ὁμοίας πρὸς πράξεις βαρβάρων ὀρδῶν. Καὶ ἀκούσατε: «Ὁ ἀστυνόμος μετὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, ὡς ἄλλος πασᾶς, ἐκδίδει φετφάδες καὶ κατὰ χιλιάδας ἐντάλματα, ὁ δὲ κόσμος ἔχει λάβει τὴν εἰς τὰ ὄρη ἄγουσαν! Τρομοκρατία ἀληθὴς, καὶ οὐδεὶς κοιμᾶται εἰς τὸ σπῆτί του!» Ταῦτα μοὶ γράφουσιν ἐξ Οἰχαλίας. Ὁ δὲ κ. Δήμαρχος Παμίσου ἰδοὺ πῶς ἐξιστορεῖ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἡμῶν: «Φροντίσατε, ὁ νόμος τῆς ἀγροφυλακῆς νὰ μεταβληθῇ, ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος ἀπὸ τοὺς τυράννους! Μὴ ἐρωτᾷς, τί γίνεται ἐνταῦθα! Ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὸν Νομάρχην, ἐπίσης τὰ ἀνέφερα καὶ εἰς τὸν Μοίραρχον, καὶ ἂς ἴδωμεν, καίτοι οὐδεμίαν περιμένω διόρθωσιν.» Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως! Καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε οἰκονομικὰ καλὰ μὲ τοιαύτην διοίκησιν; Ἢ μήπως δὲν γνωρίζετε, ὅτι βάσις τῶν οἰκονομικῶν χώρας τινὸς, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἡ καλὴ διοίκησις αὐτῆς; Καὶ ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν διοίκησις, ἀφοῦ ὑμεῖς αὐτοὶ τὴν ὑπάρχουσαν, διὰ νόμου καταργοῦντες, ἀπεδοκιμάσατε, χωρὶς ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον διετίαν νὰ ἐφαρμόσητε τὴν παρ’ ὑμῶν ὡς ἀρίστην κριθεῖσαν; Καὶ ἡ μεταβατικὴ αὕτη κατάστασις νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μελέτης ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως; Κύριοι, Προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἂν οὗτος δὲν ᾖναι ἐνδεικτικὸς τῆς πολιτικῆς, ἣν ὀφείλει ἓν Κράτος νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἤδη, εἴπατέ μοι, — καὶ προκαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ βεβαιώσητε ἐν συνειδήσει τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς, ἣν ἐνδεικνύετε ὑμεῖς ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ πατρὶς ἡμῶν...

§29Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε χιλιάδας δραχμὰς ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τὸν καλλωπισμὸν τῆς Κηφισιᾶς, ὅπου ἕκαστος τῶν ὁμογενῶν δύναται νὰ καταβάλῃ πλέον τῶν δέκα χιλιάδων. Καὶ ἐν τούτοις ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου πένεται!

§30ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀρθῶς λέγετε. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, Κύριοι, παρεκάλεσα καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ εἰρημένα νομοσχέδια, διότι, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ὁ Προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἡμῶν, παρὰ ἐκείνην, ἣν ἔχουσιν οἱ παρὰ τὴν ἑστίαν ἁπλοῖ λογαριασμοὶ ζωοφυτοῦντος βιοπαλαιστοῦ.

§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρήλθον πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Λαμίας καὶ Λευκάδος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ δέκα ἡμέρας, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον ἐπηρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν, οὗτος, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπαναληπτικὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Κρίτσα, εἶπεν, ὅτι δὲν δύνανται διὰ Διατάγματος νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ εἰρημέναι ἐπαρχίαι εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Λαμίας καὶ Λευκάδος, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου συντόμως εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ εἰσέτι τοιοῦτο δὲν ὑπεβλήθη. Ἐξώδικον μόνον πληροφορίαν ἔχω, ὅτι συνετάχθη σχέδιον τοιοῦτον, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐκλείσθη εἰς τὸ ἑρμάριον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι, ὑποσχόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι τάχιστα θὰ ὑποβάλῃ τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, δὲν ὑπέβαλε τοῦτο, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ὅτε ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους συνεζητεῖτο, δὲν εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἀπαιτεῖται νέος νόμος, ὅπως ὑπαχθῶσιν αἱ εἰρημέναι ἐπαρχίαι εἰς τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἤρκει πρὸς τοῦτο ἡ ἔκδοσις Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἂν δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο τότε ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, τὸ ἔλεγε διὰ νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤδη ὑπεστήριξεν, εἴτε διότι σπουδαίως μετέβαλε γνώμην, εἴτε διότι ἤθελε νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος δι’ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου ἐκ λόγων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστοὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ὑμᾶς, Κύριοι. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος κ. Καλογερόπουλος, εἰσηγητὴς τυγχάνων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων» εἰς τὸ ἄρθρον 12· δηλαδή, ὅτι δύναται διὰ Διατάγματος ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ τὰς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων. Κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τότε, ἐνθυμοῦμαι, ἐξανέστη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἰπὼν, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει εὐκόλως νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι, ναὶ μὲν δηλοῦται ἐν τῷ προκειμένῳ, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαγωγῆς δύο ἐπαρχιῶν εἰς τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ δύναται αὔριον ἄλλος Ὑπουργὸς, μὴ δεσμευόμενος ἐξ οὐδεμιᾶς δηλώσεως, νὰ μεταβάλῃ ὅλας τὰς περιφερείας τῶν Ἐφετείων. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε τότε (ἀναγινώσκει): «Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν Ἐφετείων, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα, ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν Ἐφετείων ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐὰν ἑνώσωμεν μίαν ἐπαρχίαν μὲ τὴν περιφέρειαν ἄλλου Πρωτοδικείου, πάλιν ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου δὲν μεταβάλλεται. Παραδείγματος χάριν, ἐὰν τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπειδὴ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἄρα ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Ἵνα ὅμως μὴ γεννηθῇ ποσῶς ζήτημα, προστίθενται καὶ αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων». Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ εἴπητε, ἡ προσθήκη τῶν λέξεων τούτων, καὶ ἂν περιττεύῃ, κατὰ τί βλάπτει; Καὶ ἂν δὲν προσθέσωμεν τὰς λέξεις ταύτας, πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, προστιθεμένης καὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν εἶνε πλήρης. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης. Ἡ Ἰθάκη, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ὑπήγετο εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, σήμερον, προστιθεμένη εἰς τὴν Λευκάδα, θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Τοῦτο λοιπὸν θὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ, καὶ ἀπορῶ διατὶ γίνεται τόσος θόρυβος ἄνευ λόγου.» Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐξεθέσατε, εἶναι ὀρθή· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ δισταγμός τις, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ περιληφθῇ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπεκτείνεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ὀρθή, οὕτω δὲ δὲν ἀναγκαζόμεθα νὰ περιλάβωμεν τὴν προσθήκην τῶν Ἐφετείων. Ἀληθῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως δικαιωμάτων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μεταβίβασις τοῦ δικαιώματος πρὸς μεταβολὴν τῶν περιφερειῶν τῶν Ἐφετείων, ἀφοῦ εἶναι καταφανές, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ θέλει ὑπάγεσθαι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν.» Ποῦ ἀνεῦρε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλῶν τελευταῖον περὶ τούτου, ὅτι τότε σύσσωμος ἡ Βουλή, καθ’ ὑπόδειξιν μάλιστα τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, παρεδέξατο, ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης εἰς τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, καθόσον διὰ τῆς τοιαύτης ὑπαγωγῆς μεταβάλλεται ἡ περιφέρεια τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Κερκύρας, ἐνῷ ἀκριβῶς ἡ ἐναντία ἐξεδηλώθη γνώμη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτή; Ἦτο δὲ ὀρθοτάτη, διότι δὲν μεταβάλλεται τὸ παράπαν ἡ περιφέρεια τῶν Ἐφετείων, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Κερκύρας, ἤθελε μείνει ὁ αὐτὸς, μόνον δὲ ἡ δικαιοδοσία ἑνὸς τῶν Πρωτοδικείων θέλει ἐπεκταθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔστω ὅτι μετέβαλε γνώμην, ἀφεὶς εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει εἰσαγάγει τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως δὲν εἰσήχθη. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ,—διότι ἦτο ἐνδεχόμενον καὶ βραδύτερον νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον—ἐὰν μὴ ἐμόρφωνα τὴν γνώμην, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολισμοῦ, αἱ θύραι τοῦ Κοινοβουλίου θέλουσι κλείσει, ἂν μὴ ἐμόρφωνα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα ἄλλον σκοπὸν προτίθεται ἢ τὴν ὑφαρπαγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐμόρφωσα δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἰδίᾳ προχθές, ἐν τῇ συνελεύσει τῶν φίλων τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ ὑμᾶς ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἑορτὰς, ἵνα ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ἐπισείων τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε τοῦτο ἐπιτευχθῇ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπείσθην, ὅτι οὐ μόνον οὐδὲν νομοσχέδιον νέον θέλει εἰσαχθῆ, ἀλλὰ καὶ οὐδενὸς θέλει ἐπιζητηθῆ ἡ ἐπιψήφισις ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τείνουσιν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων θέλει προθύμως ἐγκαταλειφθῆ, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὸ περίσσευμα, ὅτι καὶ ἡ ἀναστολὴ τῆς πρώτης δόσεως τοῦ δανείου τῶν παθόντων μερῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος θέλει μείνει ἁπλῆ καὶ μόνον ὑπόσχεσις, καὶ μία ἔσται πάλιν ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δι’ ἀγρίας καταδιώξεως εἴσπραξις τῶν καθυστερουμένων φόρων παρὰ τοῦ πενομένου λαοῦ. Ὅτε δ’ ἐπείσθημεν, ὅτι τοιαύτην ἐτράπη πορείαν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν παρέχοντες αὐτῇ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, οὐδὲ ἦτο ἡ ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἱκανὴ νὰ ὑποτάξῃ τὴν γνώμην καὶ συνείδησιν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀνδρικὴν φιλοτιμίαν, οὐ μόνον ν’ ἀντιμετωπίζωσιν ὑπερηφάνως τοιαύτας ἀπειλὰς, ἀλλὰ καὶ νὰ προκαλῶσι τοὺς ἀπειλοῦντας, ἐὰν ἔχωσι τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν, νὰ πραγματῶσι ταύτας. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ζητοῦντος παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ στέρξῃ, ἵνα μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἐνεθυμήθην, ὅτι ταύτην τὴν γνώμην καὶ ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει πρὸ τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἡ γνώμη δ’ αὕτη δὲν εἶχε μόνον τὸν πρακτικὸν σκοπὸν, ἵνα ψηφισθῶσι νόμοι, οἵτινες κατεδείχθησαν ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖοι, ἀλλὰ κατεδήλου εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ διανοήματα, τὰ φρονήματα, τοὺς κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ διαχειρισθῇ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἡμερησία διάταξις συντάσσεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τῇ ἐπινεύσει τῆς Κυβερνήσεως· τῆς Κυβερνήσεως δὲ τὸ φρόνημα διερμηνεύει ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος συγχρόνως εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὁ εἰσηγητὴς οὗτος τῆς πλειονοψηφίας κατανέμῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐκδηλοῖ συγχρόνως, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τῆς χρησιμότητος ἑκάστου νομοσχεδίου, ἐν σχέσει πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔστερξε τὴν γνώμην μου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει ἀπωθήσει καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κρίνει τόσον ἀναγκαῖα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τῶν ὁποίων ἐζητήσαμεν τὴν ἐγγραφὴν πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ νομίζει ἐπιβαλλομένην τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἤθελεν ἀπαλλάξει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἀνάγκης νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἓν δωδεκατημόριον, ὅπως κυβερνηθῇ τὸ Κράτος τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους. Μόνον τοῦτο ἤθελεν ἐπιφέρει. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ζημία τοῦ Κράτους; Ἡ ψήφισις ὅμως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν νὰ προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι τοσοῦτον ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ, ἂν ταῦτα δὲν ἐψηφίζοντο πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοσαύτη θέλει εἶσθαι ἡ ζημία τῆς χώρας, ὥστε ἀμφέβαλλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δυνηθῆ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ψήφισις αὐτῶν, διὰ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, διήρεσεν εἰς δύο κατηγορίας τὰ μέτρα τὰ νομοθετικὰ, τὰ ὁποῖα κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀνέφερέ τινα τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε κατεπείγοντα, ὡς θεραπεύοντα ἀνάγκας κατεπειγούσας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ προσέθετο, ὅτι καὶ ἄλλα εἶναι, κατ’ αὐτόν, ἀναγκαῖα, καὶ ἀνέφερε μάλιστα καὶ ταῦτα. Ἐγὼ, ὅτε συνεβούλευον τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα. Ταῦτα δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῶσιν εἰς κατηγορίας· εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κανονίσωσι τὴν τύχην τῆς ἐργατικῆς τάξεως, διότι τοῦ ἐργάτου ἡ ζωὴ εἶναι ἐκτεθειμένη καθ’ ἑκάστην εἰς μυρίους κινδύνους, ἤθελε δὲ παρασχεθῇ εἰς τοὺς ἐργάτας ἀσφάλεια, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν ἤθελον θνήσκει ὡς τὰ ζῷα· εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὸν πολίτην ἀπὸ κατάχρησιν τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν νόμοι τινὲς ἔδωκαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως· καὶ εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ προστατεύουσιν αὐτὴν, ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμου. Τέλος πάντων, εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ προστατεύσωσιν Ἑλληνικὰ κεφάλαια, καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας. Ἂν καὶ ἄλλα ὑπάρχωσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι τοιαῦτα, ἤθελον καὶ ταῦτα εὐχαρίστως στέρξει, καὶ ἤθελον ὑποστηρίξει νὰ προταχθῶσι καὶ ταῦτα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν ἦναι τοιαῦτα νομοσχέδια, ἤθελον προθύμως προσχωρήσει εἰς πάσας τὰς ἐνδείξεις τῆς ἀνάγκης τῆς συντάξεως καὶ ὑποβολῆς τοιούτων νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἐνέδειξεν, ὅτι εὑρίσκει δεδικαιολογημένας τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, τὴν ἐπιοῦσαν ἦλθε καὶ ἀπέκρουσεν αὐτὰς, ἐπιμείνας εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐνδεικνύῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κυβερνᾷν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἰσθάνομαι λύπην· διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λησμονεῖ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα κυρίως πᾶσα Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ὀφείλει νὰ ἔχῃ. Μετὰ πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐξήντλησεν οἰκονομικῶς τὴν χώραν καὶ τὸ Κράτος, μετὰ πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐξήντλησεν ἐπίσης τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ἄπορον, πῶς δύναταί τις νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, μηδεμίαν περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως λαμβάνων πρόνοιαν, καὶ νὰ προτάσσῃ τῆς ψηφίσεως τοσούτων ἄλλων μέτρων, λυσιτελῶν πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λησμονεῖ δὲ ἡ Κυβέρνησις τὰ κυριώτερα καθήκοντα αὑτῆς. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον προσήνεγκε τὴν αὐτὴν εἰσφορὰν, ζητῶν τὴν μεταβολὴν καὶ βελτίωσιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου· εὗρον δὲ αὐτὸν καὶ τότε πάντοτε πρόθυμον νὰ συντελέσῃ εἰς μέτρα σκοποῦντα τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχω καὶ ἐγὼ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινα, καὶ ἐπιθυμῶ, καὶ προθύμως θέλω προσπαθήσει, ὅσον δύναμαι, ἵνα συντελέσω εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ἵνα προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ περὶ ὧν εἴρηται ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα νομοσχέδια.

§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν νομίζω ἰδίως, ὅτι τὸ γεγονὸς, ὅτι μέλη τινὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀπεσκίρτησαν ἀπὸ ταύτης, καὶ μετέβησαν εἰς ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), δικαιολογοῦσιν ἐμὲ, ἵνα μεταβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ παρελθὸν Σάββατον. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς ἐμέ. Ἐδήλωσα τότε, καὶ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δηλώσω καὶ πάλιν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς μου, ἵνα προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπιδιώκω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὑποθέτετε, ὅτι ἐπιδιώκω. Εἴπετε κατ’ ἀρχὰς, ὅτι σκοπὸς ἡμῶν ἦτο νὰ ἐπιψηφισθῇ ὅπως–ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς, νὰ πιέσωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ τοῦτον ἄνευ συζητήσεως, ὅτι ἠθέλομεν, ἵνα ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἐπιτύχωμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ εἰς τοὺς φόβους ὑμῶν τούτους ἀπήντησα διὰ ῥητῆς δηλώσεως, ὅτι σκοπὸν ἔχω, ἵνα οὐδεμίαν φέρω ἀντίρρησιν, ὅπως εὐρύτατα συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅτι οὐδὲν θέλω παρεμβάλει πρόσκομμα εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐτοῦ συζήτησιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σκοπός μου εἶναι, ἵνα ἡ Βουλὴ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς οὐ μόνον μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρ’ ἐμοῦ θεωροῦνται ὡς ἐπιβαλλόμενα. Ἀλλ’ ἔρχονται σήμερον καὶ λέγουσι: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ μὴ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, νὰ μὴ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν ἀμπέλων, νὰ μὴ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῶν δόσεων τῆς Θεσσαλίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ;» Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ἀντίθετον νὰ γείνῃ; Ἔχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι, οἵα παρίσταται αὕτη ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἐὰν πράγματι ἡ κατάστασις ἦναι αὐτή, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβάνετε ὅτι εἶναι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς θὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου;

§34Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε, διατὶ τὸ ἐπροτείνατε;

§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἐπρότεινα, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἐπαρκοῦσι πρὸς τοῦτο, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ διαθέσωμεν ἓν ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος ἐπὶ τριετίαν. Ἀλλ’ ὑμεῖς, οἵτινες διατείνεσθε, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη; Μετὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλομεν βεβαίως συναντηθῆ, καὶ εὐχαρίστως βλέπω τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα συζητήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἀλλ’ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι, ἐὰν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θέλει φθάσει κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀνέφερεν, ἐὰν, λέγω, τὰ συμπεράσματα αὐτὰ εἶναι οἷα προσεδόκα ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔλλειμμα, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ δανεισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐρχόμεθα δι’ ἄλλων νομοσχεδίων νὰ ζητήσωμεν ἀπαλλαγὴν φόρων· ἀλλὰ, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν φόρων, πρέπει νὰ μάθωμεν, ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ ἀπαλλαγὴν φόρων; Κατὰ τὰς ἰδέας μας, ἐπιτρέπεται αὕτη, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὑπεβάλομεν σχετικὸν νομοσχέδιον· κατὰ τὰς ἰδέας ὑμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ἔχομεν ἐλλείμματα, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ψηφίσητε ἀπαλλαγὴν φόρων. Οἱ λόγοι αὐτοὶ προϋποθέτουσιν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, τὸ χωρίζον ἡμᾶς ἀφ’ ὑμῶν. Ὑμεῖς καλῇ τῇ πίστει πιστεύετε ὅσα φρονεῖτε· ἐπιτρέψατε ὅμως καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι καλῇ τῇ πίστει φρονοῦμεν ὅσα φρονοῦμεν. Πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν ἡμεῖς ἀπατώμεθα, ἢ ὑμεῖς πλανᾶσθε. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅσων πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή· ἐθεωρήθη δὲ, ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ξένας Βουλὰς, ὅτι τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πᾶσα Βουλὴ ἔχει νὰ πραγματευθῇ, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μήπως ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρεμποδίζει τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων; Μήπως ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ ἄλλα νομοσχέδια πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσι; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι καθῆκον τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησα ἐνταῦθα; Ἑπομένως οὐδὲν ἐπιχείρημα, ἐκ τῶν σήμερον ἀναπτυχθέντων, βλέπω δυνάμενον νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι πρέπει ἡ πλειονοψηφία νὰ μεταβάλῃ τὴν χαραχθεῖσαν παρ’ αὐτῆς πορείαν. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν σήμερον παρὰ τῶν μεταστάντων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), καὶ τὰ ὁποῖα οἱ Κύριοι οὗτοι δὲν ἔβλεπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀνεκάλυψαν δὲ σήμερον μόνον, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὲ πείσωσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὅπως ἐτέθη, ἀπαιτεῖ ἄμεσον λύσιν. Εἶναι μάταιον, ἡ Βουλὴ νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον αὐτῆς, συζητοῦσα δὶς καὶ τρὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ διὰ ψηφοφορίας, ποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ πορεία αὐτῆς· πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ ἔπειτα τὰ νομοσχέδια; ἢ πρέπει νὰ προταχθῶσι πρῶτον τὰ νομοσχέδια, καὶ ἔπειτα ὁ Προϋπολογισμός; Ὅταν τὸ ζήτημα τίθηται τοσοῦτον σαφῶς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ πλέον ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει ἐγκρίνει τὴν πορείαν ἡμῶν ἐν τῷ θέματι τούτῳ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς), ὅτι θέλει πεισθῆ ἐκ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς, λόγων συνδεομένων, ὅπως εἶπον, μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἂν αὕτη θὰ ἦναι ἀπόρροια σκέψεως, ἀπόρροια μελέτης—ἀπόρροια κυρίως μελέτης— τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, θέλει πεισθῆ, λέγω ἡ Βουλή, ὅτι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν, εἶναι ἡ ἀληθὴς πορεία. Ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐγένετο παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ διετίαν ὑπεστήριξαν τὴν Κυβέρνησιν, ἐγένετο λόγος περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος μετέστησαν εἰς τὴν ἄλλην...

§36Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσω...

§38ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα.

§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα πληρέστατον, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους αὐτούς. Οἱ λόγοι προφανῶς θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν· ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, μετὰ τῆς ὁποίας συνειργάσθησαν μέχρι χθὲς, δὲν ἦτο ἀξία τῆς μομφῆς, ἡ ὁποία κατ’ αὐτῆς ἐρρίφθη, ὅτι δῆθεν ἐπηρεάζεται ἐξ ἀπειλῶν διαλύσεως. Τίς ἠπείλησε τὴν Βουλὴν διὰ διαλύσεως; Καὶ τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπειλήσῃ αὐτὴν διὰ τῆς διαλύσεως; Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ λεχθῇ, εἶναι, ὅτι, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκονται τὰ τῆς Βουλῆς, ἂν, εἴτε διὰ κωλυσιεργίας, εἴτε δι’ ἄλλων μέσων, παραλύσῃ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριζομένης ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, θέλει ἐπέλθει κατ’ ἀνάγκην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὅλοι συμφέρον νὰ ἀποφύγωμεν, θέλει ἐπέλθει κατ’ ἀνάγκην ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Καὶ ταράττεσθε ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ;

§40ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Διόλου, διόλου.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην. Ἂς διακόψωσιν οἱ Κύριοι. Ἐγὼ θὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ εἴπω.

§43Κ. ΖΩΤΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπητε διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε.

§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ διαλύσεως, βεβαίως οὗτος προεξοφλεῖ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει. Οὔτε ἐγὼ ἐφαντάσθην ποτὲ νὰ ζητήσω τὴν διάλυσιν, οὔτε ἐφαντάσθην, ὅτι ἡ διάλυσις εἰς ἐμὲ θέλει δοθῆ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι, ὅτι ἀπέναντι Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι διῃρημένη εἰς τρία κόμματα, —καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε τὰ γεγονότα—ἕκαστον δὲ κόμμα ἀριθμεῖ ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος, μὲ ὅλας τὰς μεταστάσεις, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀριθμὸν ἐπαρκῆ, ὅπως ἔχῃ πλειονοψηφίαν, ἐπιτρέπουσαν, ἵνα ἡ διοίκησις βαίνῃ ὁμαλῶς· ἀπέναντι, λέγω, τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἡ παρεμπόδισις τῆς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς θέλει φέρει κατ’ ἀνάγκην ἡμᾶς εἰς διάλυσιν, δὲν εἶναι βεβαίως ἀπειλὴ διαλύσεως· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅσοι μὲ γινώσκουσι, γνωρίζουσιν, ὅτι δὲν ἤθελον ποτὲ στέρξει τὴν διατήρησιν τῆς θέσεως ἐκείνης,—τῆς ὁποίας γινώσκω τὰς πικρίας, ἀλλὰ τῆς ὁποίας δὲν ἀνεκάλυψα ἀκόμη τὰ καλά,—δὲν ἤθελον ποτέ, ὅπως διατηρήσω τὴν θέσιν ταύτην, προεξοφλήσει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω, καὶ τὰ ὁποῖα εἰς ἐμὲ δὲν ἀνήκουσιν. Ἑπομένως, Κύριοι, ἂς μὴ γίνηται λόγος περὶ διαλύσεως. Δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα ἡμεῖς, ὅτι ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον θὰ ἦναι ἡ διάλυσις, ἀλλὰ δύνασθε καὶ σεῖς νὰ σκέπτησθε, ὅτι ἡ διάλυσις δὲν θέλει ἐπιβληθῆ. Δύνασθε ἐν τῷ νῷ σας νὰ ὑποθέσητε συμμαχίαν τοιαύτην κομμάτων, τὰ ὁποῖα διίστανται μεταξύ των, σύμφωνα ὡς πρὸς τὴν ἐπίθεσιν, ἀλλὰ ἀναντιρρήτως κεχωρισμένα ὡς πρὸς τὴν δρᾶσιν, δύνασθε, λέγω, νὰ φαντασθῆτε λύσιν ἐπιτρέπουσαν διοίκησιν τῆς χώρας παρ’ ἄλλου κόμματος ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεξαρτήτως τῆς διαλύσεως. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ πλειονοψηφία νὰ σκεφθῇ περὶ διαλύσεως· δὲν ἔχει ἀνάγκην, διότι, καὶ ἂν αὕτη ἐπέλθῃ, ἡ πλειονοψηφία, βασιζομένη εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τῇ ὑποστηρίξει αὐτῆς, θέλει δυνηθῆ νὰ παρουσιασθῇ μετὰ θάρρους ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θέλει καταδικάσει αὐτὴν, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἀλλὰ θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἐγκρίνει τὰ παρ’ αὐτῆς διαπραχθέντα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ροδόπουλος προηγουμένως· κατόπιν ὁ κ. Δεληγεώργης.

§47Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη, Κύριοι, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπεσκίρτησάν τινες ἐκ τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἴσως γραμματικός τις θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, ἂν ἡ λέξις «ἀποσκιρτᾶν» ἐφαρμόζεται ἐπὶ ἀνθρώπων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπὸ καιροῦ ἐφαρμόζων τὰς ἀρχὰς, ἃς χθὲς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτὴς,—ἐννοῶ τὰς περὶ ἀνεξαρτησίας τῶν Βουλευτῶν ἀπὸ τῶν κομμάτων ἀρχὰς—ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου ἠκολούθησα πολιτικὴν ἀνεξάρτητον· ὅταν δὲ λέγω πολιτικὴν ἀνεξαρτησίαν, δὲν ἐννοῶ τὴν τελείαν, τὴν ἀρνητικὴν ἐκείνην ἀνεξαρτησίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβλαβὴς, διότι δὲν δίδει Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον· ὁ ἀνεξάρτητος Βουλευτὴς, κατ’ ἐμὲ, ὀφείλει νὰ δρᾷ θετικῶς, καὶ οὐχὶ ἀρνητικῶς· δι’ ὃ θεωρῶ ὠφέλιμον τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι καὶ πρακτικῶς καὶ θετικῶς χρήσιμος, καὶ δίδει Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰς ἀρχὰς ταύτας, τὰς τόσον ζωηρῶς ἀναπτυχθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτοῦ, ὄχι μόνον τὰς ἠκολούθησα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀκολουθῶ· διότι, ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς, χωρὶς νὰ ἀνήκω εἰς οὐδεμίαν πολιτικὴν μερίδα, συνετάχθην, ὅτε ἐπρόκειτο καὶ ἔδει νὰ σχηματισθῇ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, μετὰ τῆς μερίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία, ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὑπέσχετο, ὅτι θὰ περισυλλέξῃ τὰ ναυάγια τοῦ ἔθνους, ἥτις ὑπέσχετο πολιτικὴν περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, πεισθεὶς εἰς τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ συνταυτισθῶ κατὰ τὴν κομματικὴν ὑπόστασιν, χωρὶς ποτὲ νὰ ἐνστερνισθῶ τὰς περὶ κομματικῆς δράσεως ἰδέας τῶν ἄλλων, χωρὶς ποτὲ νὰ παύσω διατηρῶν τὰ ἴδια ἐμοῦ φρονήματα, ὧν τὴν ἐκτέλεσιν ἀνέμενον παρὰ τοῦ σχηματισθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου Θεοτόκη Ὑπουργείου. Ἀπεδύθην εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα ὡς νέος πολιτευτής, ἐπιθυμῶν καὶ ἐλπίζων, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ κάμω κἄτι τι χρήσιμον εἰς τὸν τόπον, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ συντελέσω εἰς τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος, ἰδιαιτέρως δ’ ἐπιθυμῶν νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν, ἃς αἱ συμφοραὶ τοῦ πολέμου ἐπήνεγκον εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἐκ τοιούτων ἀρχῶν ἑλκυνόμενος, συνετέλεσα εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἐννοῶ ἐμαυτὸν ὀπαδὸν κόμματος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πολλοί, κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ πολιτεύεσθαι, ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς συντρέχοντας τὰς Κυβερνήσεις Βουλευτάς, ἀλλὰ τηρῶν πάντοτε τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία μοὶ ἐπέτρεπε νὰ ἔχω κρίσιν καὶ γνώμην ἰδίαν ἐπὶ παντὸς ζητήματος· καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην δὲν τὴν ὑπέτασσον εἰς τὰς γνώμας τῶν ἀρχηγῶν τοῦ κόμματος, τῶν διευθυνόντων τὴν πλειονοψηφίαν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐσεβόμην αὐτάς, διότι ἐνόμιζον πάντοτε, καὶ νομίζω, ὅτι χαρακτὴρ σημαίνει νὰ ἔχῃ τις ἰδίαν γνώμην ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, καὶ ὅτι πᾶς πολίτης, θέλων νὰ μὴ ἦναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον του, πρέπει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα. Ἰδιαιτέρως δὲ πρέπει νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα καὶ νὰ μὴ ὑποτάσσωσι τὸ φρόνημά των εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν Ὑπουργῶν οἱ συμπράττοντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταί, ἵνα συγκρατῶνται ἀπὸ τὰς ὑπερβασίας οἱ κυβερνῶντες, καὶ κρατῆται εἰς τὴν περιωπήν του τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, ὅπερ καταρρίπτουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες γίνονται ἐν πᾶσιν ὄργανα τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν φατριαρχῶν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς λέξεως «ἀπεσκίρτησαν». Δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεταχειρισθεὶς τοιαύτην λέξιν διὰ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ νομίζωσι σήμερον, ὅτι, μὴ συμφωνοῦντες εἰς τὰ σπουδαιότερα σημεῖα μὲ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, παύσαντες νὰ παρέχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην των εἰς αὐτό, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς νῦν Κυβερνήσεως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ φρόνημα αὐτῶν. Δὲν ἐδίστασα, Κύριοι, ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκθέσω, ποῖα ἦσαν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον χρήσιμα διὰ τὸν τόπον, ἐξ ὅσων εἰσηγήσατο ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐψήφισα καὶ ἐγώ. Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων εἶναι δύο σημεῖα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, φαεινὰ τοῦ ἔργου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐπίσης ὁ νόμος περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος καὶ ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἦσαν νομοθετήματα χρήσιμα, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν τὰ ἐφήρμοσεν εἰσέτι, πρὸς βλάβην τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, καὶ πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ ἔργου τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ στρατοῦ. Διότι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἂν δὲν ἀποδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὸν στρατόν, ὅπερ μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν εἰρημένων δύο νόμων θὰ γείνῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ τὰ εὐεργετικὰ ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέβλεψαν οἱ εἰσηγησάμενοι τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις, δύο νόμους, ἀφορῶντας ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν ἐφήρμοσε, παρέλειψε δὲ νὰ εἰσαγάγῃ ἄλλα μέτρα ζωτικώτατα, ἰδίως διὰ τὴν Θεσσαλίαν· ἂν δὲ σήμερον, ὡς ἐκ τούτου, ἔχω γνώμας ἐπὶ τοιούτων οὐσιαστικῶν ζητημάτων, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἂν δὲν συμμερίζωμαι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπί τινων ἄλλων ζητημάτων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀποσκιρτῶ τῶν κυβερνητικῶν τάξεων; ἢ ὅτι ἐμμένω εἰς τὰς ἀρχάς μου, ὧν τὴν ἐκπλήρωσιν μάτην προσεδόκων ἀπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι θέλω δείξει, ὅτι εἶμαι συνεπὴς εἰς τὰς ἀρχάς μου, καὶ ὅτι ἐκτελῶ ἁπλῶς τὸ καθῆκόν μου, ὅπως ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι, χαράσσων τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν χαράσσω, καὶ δηλῶν δημοσίᾳ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διάστασίν μου, ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἔχει αὕτη τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ, καθ’ ὃν τρόπον νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ διὰ τὸ ἀγαθὸν τοῦ τόπου. Καὶ ἐν πρώτοις ἐρωτῶ: δύναταί τις νὰ ἦναι ἐνθουσιασμένος ἐκ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, περὶ αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους; Ὅλοι, ὅσοι γνωρίζουσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὅλοι, ὅσοι παρακολουθοῦσι τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, γνωρίζουσιν, ὅτι εἰς τὰ μικρὰ κέντρα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπονεμηθῇ ὀρθῶς ἡ δικαιοσύνη...

§48Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὀρθότατον.

§49Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. Γνωρίζουσιν, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης, ἂν ἐργάζηται ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατ’ ἔτος, ἐπὶ ἐννέα μῆνας μένει συνήθως κλειστόν, δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ. Καὶ τί κερδίζουσιν οἱ κάτοικοι τῆς Καρδίτσης, ἔχοντες μὲν Πρωτοδικεῖον, στερούμενοι ὅμως δικαιοσύνης; Ἀφοῦ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Λάρισαν, ἡ ὁποία εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει πᾶσα εὐμάρεια, σχετικὴ δι’ ἐπαρχιακὴν πόλιν, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖ μετὰ δυσκολίας κατορθώνομεν νὰ ἔχωμεν καλοὺς δικαστάς, θέλετε νὰ ὑπάρχωσι δικασταὶ εἰς τὸ Καρπενῆσι; Καὶ φαντάζονται οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ὅτι θὰ ἔχωσι Δικαστήριον λειτουργοῦν; Καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ ἀναστροφὴ τοῦ δικαστοῦ ἐν τῷ μικρῷ ἐκείνῳ τόπῳ; καὶ ποῖαι θὰ ἦναι αἱ παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ παρακολουθῶσι καὶ τὰ ἐλάχιστα διαβήματα τῶν δικαστῶν, τῶν διαμενόντων ἐν Καρπενησίῳ, ὡς κοινωνικῶν ἀνθρώπων, ἐχόντων ἀνάγκην νὰ συναναστραφοῦν μετά τινος, καὶ νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὰ καφενεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη κωμόπολις; Βεβαίως λοιπὸν δὲν ἦτο ἔξοχον τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ εἶχον, Κύριοι, τὴν γνώμην μου, καὶ τὴν ἔχω, ὅτι κατὰ τοῦτο ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀνακούφισιν τῆς Θεσσαλίας καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἐξακολουθοῦντας νὰ παρέχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν κ. ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους, ποῖα μέτρα ἔλαβεν αὕτη, καὶ ἂν οὗτοι θεωροῦσι ταῦτα ἐπαρκῆ. Παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς πρώτης τακτικῆς Συνόδου, νὰ διαθέσῃ ποσόν τι, ἐκ δραχμῶν 500,000, πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν ἐκκλησιῶν τῶν χωρίων, αἱ ὁποῖαι ἐπυρπολήθησαν ἢ ἄλλως κατηδαφίσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ εἰσηκούσατο τῶν εἰσηγήσεών μας ἔν τινι μέτρῳ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκ δραχμῶν 200,000. Ἀλλ’ ἦτο ἀνεπαρκὴς ἡ πίστωσις ἐκείνη· καὶ οὐ μόνον ἦτο ἀνεπαρκής, ἀλλὰ καὶ κακῶς διετέθη. Παρετήρησα, ὅτι κατὰ τὴν διοικητικὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχή, ὥστε νὰ διανεμηθῇ ἡ πίστωσις ἀναλόγως, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε. Τίς θὰ πιστεύσῃ, Κύριοι, ὅτι εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, ἡ ὁποία ἔπαθε τὴν μεγαλειτέραν καταστροφὴν ἐκ τοῦ πολέμου, μία μόνον ἐκκλησία ἀνεγείρεται; Μόνον εἰς τὸν Νεζερὸν, καὶ οὐδεμία ἄλλη. Εἰς τὰ Δελέρια δὲν ἐγένετο εἰσέτι ἐκκλησία. Εἰς τὸν Τύρναβον κατεστράφησαν αἱ ἐκκλησίαι, καὶ οὐδεμία ἀνηγέρθη. Ματαίως ἀνεβοκατέβαινον τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ματαίως ἔκαμνον καθημερινὰς παραστάσεις, καὶ ἐγινόμην ὀχληρός· οὐδεμία προσοχὴ ἐδίδετο εἰς τὸ δίκαιον τῶν αἰτήσεών μου, αἵτινες ταχέως ἐλησμονοῦντο. Δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐπιδοκιμάζω τὴν τοιαύτην τῆς Κυβερνήσεως πορείαν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ἀφορῶντος τὴν ἐπαρχίαν, παρ’ ἧς ἐξελέγην; Ἰδοὺ, Κύριοι, εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ διοίκησις ὑπ’ αὐτὴν, καὶ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ στηρίζω διὰ τῆς ψήφου μου Κυβέρνησιν, οὕτως ἀστόργως ἔχουσαν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. ἐκ Λαρίσης συνάδελφος εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου καὶ πρότασιν νόμου ὑπεβάλομεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὑπεδείξαμεν πολλάκις, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως τῆς Λαρίσης καὶ τῶν Τρικκάλων, ὑπέστη καίριον τραῦμα ἕνεκα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία ἐχαράχθη κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διαμερίσματα ἐμπορευόμενα μὲ τὰς παραμεθορίους ἐπαρχίας ἔμειναν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ ἐμπόριον τῶν διαμερισμάτων ἐκείνων μετεβιβάσθη εἰς ἄλλας χεῖρας, ἕνεκα τῆς τελωνειακῆς ζώνης, ἡ ὁποία ἀποκλείει πᾶσαν συγκοινωνίαν μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ τῆς Τουρκίας. Ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη εἶχεν εἰσαγάγει ἄλλοτε νόμον, ἰσχύσαντα ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετρέπετο ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν μεθορίου γραμμῆς τῶν προϊόντων, τῶν παραγομένων εἰς τὰς παραμεθορίους ἐπαρχίας, καὶ ἀντελήφθημεν τότε τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἐπορίσθη ἡ Θεσσαλία ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐπειδὴ, κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅλα τὰ προϊόντα, τὰ παραγόμενα εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἠδύναντο νὰ εἰσάγωνται ἀτελῶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἶχεν ἀναλάβει τότε σπουδαίως τὸ ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν, καὶ ἤρξαντο ἀναπτυσσόμεναι ἄξιαι λόγου ἐμπορικαὶ σχέσεις μὲ τὴν Μακεδονίαν. Παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ εἰσηγάγομεν καὶ ἡμεῖς σχετικὴν πρότασιν νόμου. Οὐδεμία μελέτη τοῦ ζητήματος ἐγένετο, οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη εἰς τὴν σύστασίν μας. Ἡ πρότασίς μας ἀνεγράφη πεντηκοστὴ ὀγδόη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ οὔτε συνεζητήθη, οὔτε ἐψηφίσθη, οὔτε θὰ ψηφισθῇ ποτὲ, ἐφ’ ὅσον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὴν ἐμπορικὴν ταύτην ἐνίσχυσιν. Καὶ τοῦτο βεβαίως ἦτο δικαίωμά της. Ἐρωτῶ ὅμως τοὺς ἐκ Θεσσαλίας κυρίους συναδέλφους: δὲν εἶναι δικαίωμα ἡμῶν, καὶ δὴ καὶ καθῆκον ἐπιβεβλημένον, νὰ διαφωνήσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εὐλόγως καὶ δικαίως νομίζομεν, ὅτι εἶναι χρήσιμα διὰ τὸν τόπον, δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ υἱοθετήσῃ καὶ τὰ ἐκτελέσῃ; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν διστάζω νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου τοῦτο. Ἀλλ’ ἀπαντῶσιν οἱ οὐδόλως διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι εἰς τὸ τοιοῦτο μέτρον ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους! Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ θυσιάσῃ 150 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν! Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὡς ἐξαγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἄριστα. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Θεσσαλίαν μίαν τόσον μικρὰν θυσίαν, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως τοὐλάχιστον παρίστανται ἤδη,—καὶ ἀναμένομεν ὅλοι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 νὰ ἴδωμεν καὶ νὰ πεισθῶμεν, ἂν εἶναι τοιαῦτα,—εἶναι εἰς τόσον εὐάρεστον σημεῖον, ὥστε καὶ νὰ δανείζῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς πτωχευσάσας Ἑταιρείας ὁλόκληρα ἑκατομμύρια! Δὲν εἶναι δὲ, Κύριοι, μόνον ἡ Θεσσαλία, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, δὲν εἶναι κέρδος καθαρῶς Θεσσαλικόν, ἂν διευκολυνθῇ καὶ ἐνισχυθῇ ἡ ἐμπορικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μακεδονίας· εἶναι καὶ ἄλλο μέγα ἐθνικὸν ὄφελος, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐννοοῦμεν, καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καιρὸν νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐννοήσῃ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγέρθη φωνὴ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τῶν ὠμοτήτων, κατὰ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διαπράττουσι συμμορίαι Βουλγαρικαὶ κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, ἡμεῖς κλείομεν τὰς θύρας πάσης ἐπικοινωνίας μετὰ τῶν ἀδελφῶν μας, ἀνεγείρομεν Σινικὸν τεῖχος μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν, παραδίδοντες αὐτοὺς ἕρμαιον εἰς τὰς ξενικὰς καὶ ἀνθελληνικὰς ἐπιρροὰς, αἱ ὁποῖαι καὶ δολοφονικῶς καὶ τραπεζιτικῶς καὶ ἐμπορικῶς ἐργάζονται δραστηρίως, ὅπως ἀποξενώσουν τοὺς Μακεδόνας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα· ἡμεῖς δ’ ἐνισχύομεν τὸ ἔργον τῶν ἀπαισιωτέρων ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ Ἀδριατικοῦ πελάγους μέχρι τῆς Μαύρης Θαλάσσης χαράττουσι σιδηροδρομικὰς γραμμὰς ἄλλα ἔθνη, ἀποβλέποντα εἰς ἐπικράτησιν ἐπὶ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, ἡμεῖς, χάριν μικρῶν καὶ ἀναξίων λόγου συμφερόντων, ἀποκλείομεν τὴν μετὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος συγκοινωνίαν καὶ τὴν ἄλλην εὔκολον ἐπικοινωνίαν τῆς Μακεδονίας, περιορίζοντες τὸν προωρισμένον διὰ τὴν μετὰ τῆς Μακεδονίας συγκοινωνίαν διεθνῆ σιδηρόδρομον μέχρι τοῦ Δεμερλῆ! Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ ἄλλων τοιούτων, ἀφορώντων ἐπίσης οὐσιώδη συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας, εἶχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὰς γνώμας μου, καὶ νὰ ζητῶ παρ’ αὐτῶν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν, ἃς ὑπεδείκνυον. Αἱ γνῶμαί μου ὅμως καὶ αἱ συστάσεις μου δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν. Δὲν παρέλειψαν καὶ ἄλλοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ νὰ δείξουν ἴσον ἐνδιαφέρον· ὑποχωροῦσιν ὅμως πρὸ τῆς ἀρνήσεως ἢ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ὑποχωρῶ, καὶ, ἀφοῦ τὰ μέτρα ταῦτα δὲν γίνονται ἀποδεκτὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται τὰς γνώμας μου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὴν παρακαλέσω νὰ μὲ συγχωρῇ πολὺ, διότι δὲν ἔχω τὰς αὐτὰς μετ’ αὐτῆς γνώμας. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πόσοι γεωργικοὶ σταθμοὶ καὶ πόσα ἀγροκήπια ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι; Καὶ ἐκ τούτων πόσα ὑπάρχουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ;... Πόσα ὑπάρχουσι, κύριε Καρτάλη;

§50Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν, κύριε συνάδελφε, ὅταν θὰ τελειώσητε.

§51Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐμειδιάσατε, σᾶς ἠρώτησα. Οὐδεὶς γεωργικὸς σταθμὸς, οὐδὲν ἀγροκήπιον ἱδρύθη ἐκεῖ. Καὶ ὅμως ἡ Θεσσαλία εἶναι γεωργικὴ χώρα, εἶναι χώρα, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἰδιαιτέραν καὶ ἐξαιρετικὴν μέριμναν αὐτῆς πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργίας, πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ διάδοσιν τῶν νέων μέσων τῆς καλλιεργείας, πρὸς παροχὴν νέου πλούτου εἰς τὸν τόπον. Μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Θεσσαλία, Κύριοι, στερεῖται καὶ ἑνὸς γεωργικοῦ σταθμοῦ! Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἦμαι ἐφεξῆς σύμφωνος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν διαστήματι μείζονι τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται τὰ κοινὰ, δὲν ἵδρυσεν οὔτε ἓν ἀγροκήπιον ἐν Θεσσαλίᾳ, οὔτε ἕνα γεωργικὸν σταθμόν; Ὑπάρχει, Κύριοι, ἓν σοβαρώτατον ζήτημα, ἀπασχολοῦν τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν εἰς ἰδιοκτήτας. Εἶναι πολὺ ζωτικὸν τὸ νὰ διανεμηθῇ ἡ γῆ πολλῶν τσιφλικίων εἰς μικροϊδιοκτησίας, καὶ ἀξία μεγίστου ἐνδιαφέροντος ἡ ἐπιτυχία τοιούτου μέτρου. Ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐγένετο μελέτη περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν. Δὲν ἀποδέχομαι κατὰ πολλὰ τὴν διατυπωθεῖσαν τότε γνώμην, οὐχ ἧττον ἐγένετο ἐργασία. Ἡμεῖς ἔχομεν ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ δυνάμεθα νὰ ὑποδείξωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται ὁ ἀκτήμων πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας νὰ γείνῃ ἰδιοκτήτης, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὰ ἐκ τῆς περὶ προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα συνθήκης κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι τόσον ἁπλοῦς, ὅσον καὶ εὔκολος. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πυρὴν μιᾶς Τραπέζης, ἥτις, ἐξαγοράζουσα τὰ πωλούμενα κτήματα παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, — εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι πολλὰ τσιφλίκια πωλοῦνται ἐν Θεσσαλίᾳ...

§52Ν. ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Δὲν πωλεῖται κανέν· πρέπει ν’ ἀπαλλοτριωθοῦν.

§53Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, κύριε Ταρμπάζη· τὰ ¾ τῶν τσιφλικίων τῆς Θεσσαλίας πωλοῦνται, ἅμα δοθῇ ἡ ἀνάλογος τιμή. Τὰ ἐξαγοραζόμενα τσιφλίκια δύνανται, διαιρούμενα εἰς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, νὰ πωλῶνται ἐπὶ πιστώσει εἰς τοὺς γεωργοὺς, πληρώνοντας μόνον εἴτε τὸ τρίτον, εἴτε τὸ τέταρτον, εἴτε καὶ τὸ πέμπτον τῆς ἀξίας αὐτῶν, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον ἐγγραφομένης ὑποθήκης. Τὸ κεφάλαιον δύναται νὰ χορηγήσῃ ἡ Κυβέρνησις, δανειζομένη αὕτη τοῦτο ἐπὶ τόκῳ μετρίῳ, 4 ἢ 4½%, ἐνῷ θὰ χορηγῆται ἡ ἐπὶ ὑποθήκῃ πίστωσις εἰς τοὺς γεωργοὺς πρὸς 5½ ἢ 6%· ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανε, πρὸς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἤθελε πληρώνει, θὰ ἐκάλυπτε τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίστατο ἐκ τῆς ἀφερεγγυότητος τυχὸν ἐνίων ἰδιοκτητῶν, οἵτινες δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ πληρώσουν τὸ χρέος των, καὶ ὧν τὰ κτήματα θὰ ἐπωλοῦντο εἰς τιμὴν ἐλάσσονα τοῦ ὀφειλομένου τιμήματος. Ἰδοὺ εἷς τρόπος ἄξιος μελέτης, ἂν ὑπῆρχεν ὄρεξις μελέτης καὶ ἐργασίας πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τὰς γνώμας μας ταύτας, καὶ νὰ τὰς συζητήσωμεν, αὐτάς τε καὶ ἄλλας προβληθησομένας, καὶ νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν μᾶς ἐκάλει πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Δυστυχῶς, ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ὅτι δὲν εἶχε ποτὲ καιρὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τοιαύτας ἐργασίας, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἡ γνώμη καὶ ἡ συνεργασία ἡμῶν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐζητήθη, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ποτὲ ἠσχολήθη εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου. Ἰδοὺ λοιπὸν εἷς εἰσέτι λόγος, δι’ ὃν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι δύο ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι δὲν συμφωνοῦμεν ἐφεξῆς μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐσχάτως καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ζωηρῶς συνετάραξε τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς, ἀνεφάνη· εἶναι ἡ εἴσπραξις τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς δεομένους βοηθείας πρὸς ἀποκατάστασιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν Θεσσαλοὺς, τοὺς ὑποστάντας ζημίας κατὰ τὸν πόλεμον. Ὑπεβάλαμεν τὴν γνώμην μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ δάνειον τοῦτο δωρηθῇ εἰς τοὺς πτωχοὺς ἐκ τῶν κατοίκων, νὰ ἐξαιρεθῶσι δὲ αἱ τάξεις τῶν ἐπιστημόνων, τῶν εὐπόρων κτηματιῶν, τῶν ἐμπόρων καὶ ἄλλων πληρωνόντων ὡρισμένον ποσὸν ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον δεικνύει σχετικὴν εὐπορίαν· ὅπως δήποτε δὲ, νὰ χαρισθῇ τοὐλάχιστον ἡ πρώτη δόσις εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ληφθῇ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεβάλαμεν τὴν πρότασιν ταύτην, παραστήσαντες αὐτῷ, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας ἐπιβάλλει τὴν λύσιν ταύτην, δὲν τὴν ἀπεδέχθη. Δὲν μέμφομαι αὐτοῦ ἐπὶ τούτῳ· εἶχε διαφορετικὴν γνώμην. Εἶπον ὅμως, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου, στηριζομένην ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς γνώσεως τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας. Καὶ, ὅπως καὶ πρὸ ἡμερῶν εἶπον, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶχον τὴν εὔλογον ἀξίωσιν, νὰ ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς γνώμας τῶν Βουλευτῶν, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸν τόπον, τῶν συναναστρεφομένων μετὰ τῶν πολιτῶν, καὶ γνωριζόντων τὰς ἀνάγκας τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, τῶν ὁποίων ὑπερασπίζονται τὰ συμφέροντα, καὶ οὐχὶ τὰς πληροφορίας τῶν ὑπαλλήλων της, ἃς πληροφορίας ἀντέτασσεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἰδικῆς μας ἀντιλήψεως. Ἀλλὰ δὲν εἰσήκουσε τῶν γνωμῶν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἰσχυρισθεῖσα, ὅτι δὲν φρονεῖ, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας εἶναι τοιαύτη, οἵαν ἡμεῖς παρεστήσαμεν αὐτήν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐκ Θεσσαλίας νὰ δηλώσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἂν εὑρέθη ποτὲ εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον. Προκαλῶ τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους νὰ ἐκθέσωσιν, ἂν φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ὁ Θεσσαλὸς γεωργὸς ποτὲ εἰς τοιοῦτον σημεῖον εὐπραγίας, ὥστε νὰ ἐλευθερωθῇ ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, πρὸς τὸν παντοπώλην, πρὸς τὴν Τράπεζαν, πρὸς τὸν τοκογλύφον, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐξοφλήσῃ καὶ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος, τὸ ἐκ τοῦ δανείου, τοῦ δοθέντος αὐτῷ πρὸς προσωρινὴν ἐγκατάστασιν καὶ ἐπανάληψιν τῶν ἔργων του μετὰ τὴν ἐκ τοῦ πολέμου ἀπώλειαν τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου του. Ὅταν λοιπὸν τοιαύτη διαφορὰ γνώμης καὶ ἀντιλήψεως ἐπὶ τοιούτων ῥιζικῶν ζητημάτων ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ, ἐκπροσωποῦντος τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων, οὓς ἀντιπροσωπεύω, καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ Λαρίσης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀρρήκτως συνδέομαι, καὶ τῆς Θεσσαλίας ἐν γένει, τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα μετὰ θάρρους ὑπερασπίζομαι, βεβαίως δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω ἑτέραν γνώμην, τὴν, κατ’ ἐμὲ, ἐσφαλμένην γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀκολουθῶ τὴν ἰδικήν μου. Διὰ νὰ ἦμαι δὲ συνεπὴς εἰς τὴν γνώμην μου, ὀφείλω νὰ μὴ παρέχω τὴν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ἀποκλείωμαι νὰ ψηφίζω κατὰ συνείδησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ ἐκείνων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον θεωρήσει καλὰ καὶ συμφέροντα εἰς τὸν τόπον. Ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν, χωρὶς νὰ ἔχω ἄλλην ἀξίωσιν ἢ ὅτι εἶμαι εἷς πολίτης, ἐκτελῶν ἁπλῶς τὸ καθῆκόν μου, ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν ἐμπνεόμενος, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐφ’ ὅσον οἱ ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου μὲ ἀποστέλλουν ἐνταῦθα, — ἐὰν ἀποδεχθῶ νὰ ἐπανέλθω, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τελείως ἀπεγοητεύθην ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καθ’ ὃν τρόπον ἀσκεῖται τὸ πολιτεύεσθαι, — ἐννοῶ νὰ κρατήσω τὴν σημαίαν τῆς ἀπὸ τῶν κομμάτων ἀνεξαρτησίας, ἣν ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀκολουθεῖ, καὶ ὅστις, ἐλπίζω ὅτι, ἁρμόζων τὰς πράξεις πρὸς τοὺς λόγους, θὰ δείξῃ δι’ ἔργων, ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος. Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κύλινδρος τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς ἰσοπέδωσεν ὅλους τοὺς χαρακτῆρας· πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τοὺς πειρασμοὺς, τοὺς ὁποίους αἱ φατρίαι προβάλλουν ἐνώπιον τῶν νέων πολιτευομένων, καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐφεξῆς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς λείπει, εἶναι ἀνεξαρτησία φρονήματος καὶ σταθεροὶ χαρακτῆρες. (Εὖγε! εὖγε!). Ἀπελπίζομαι, Κύριοι, ὅταν βλέπω πᾶσαν νέαν Κυβέρνησιν, φρονοῦσαν ὅτι, εἰσάγουσα ὁρμαθὸν νομοσχεδίων, θὰ δράσῃ τι ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον, διαβουκολουμένην ἢ διαβουκολοῦσαν τὸν λαὸν, ὅτι νέοι νόμοι, αὐξάνοντες τὸ χάος τῆς νομοθεσίας μας, ἀπαιτοῦνται, ἵνα ὀρθοποδήσῃ τὸ Κράτος. Ὄχι! δὲν ἀπαιτεῖται σωρεία νομοσχεδίων ἀναμορφωτικῶν, ἢ μᾶλλον παραμορφωτικῶν. Κυρίως ἔχομεν ἀνάγκην χαρακτήρων διὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἀπαιτεῖται ἀγαθὴ ἐκ μέρους τῶν διοικούντων θέλησις, ἀπαιτεῖται ἔλεγχος πραγματικὸς καὶ διηνεκὴς τῆς Διοικήσεως, ἀπαιτεῖται ἔλεγχος οὐσιαστικὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καθημερινῶς φωνάζομεν ὅλοι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης. Τί πταίουσιν οἱ νόμοι; Ἐὰν ἡ Δικαιοσύνη δὲν λειτουργῇ καλῶς, τί περιμένετε ἀπὸ τὴν Διοίκησιν καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας πολιτικὰς ὑπηρεσίας; Ἀπὸ τῆς Δικαιοσύνης ἄρχονται καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην καταλήγουσιν ὅλα τὰ ἄτοπα. Ἐὰν ἡ Διοίκησις δὲν ἦναι εἰς τὴν θέσιν της, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀστυνόμοι δέροντες ἀτιμωρητὶ τοὺς πολίτας, ἐὰν παντοῦ ὑπάρχῃ διαφθορὰ καὶ ἀναλγησία, ὅλα ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνεπαρκῆ καὶ ἐλαττωματικὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἱκανὴ νὰ βάλῃ κάθε ἕνα εἰς τὴν θέσιν του, καὶ νὰ προστατεύσῃ τὸν πολίτην ἀπὸ πάσης ἀδικίας. Ὅλοι λέγομεν νὰ ἀναμορφώσωμεν, νὰ διοργανώσωμεν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν Δικαιοσύνην· καὶ πρὸς τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι χρειάζονται νέοι νόμοι. Πρὸς τί; Ἡ ὑφισταμένη σήμερον νομοθεσία δὲν δικαιολογεῖ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχομεν πολὺ καλοὺς νόμους· λείπει ὅμως ἡ πιστὴ ἐφαρμογή των. Δὲν γίνεται δὲ πιστὴ ἐφαρμογή, διότι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος ἐπὶ τῶν δικαζόντων. Ἐθαύμασα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἔλεγε: «θὰ σᾶς φέρω κατάστασιν, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐξεδικάσθησαν χιλιάδες χιλιάδων πλημμελήματα.» Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον τὸν ἐρωτήσει: πῶς ἐξεδικάσθησαν; κατὰ τίνα ἆρά γε τρόπον ἀπενεμήθη τὸ δίκαιον; Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων, ἀμφιβάλλω ἂν 20% στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς σταθμίσεως τῶν πραγμάτων. Ὅταν ἡ ὑπηρεσία λέγῃ, γαυριῶσα: «δικάζω ἑκατὸν πλημμελήματα τὴν ἡμέραν», ἐγὼ λέγω, ὅτι κάμνει ἑκατὸν ἀδικήματα τὴν ἡμέραν. Ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι δικαιοσύνη· αὐτὰ λέγεται μπακάλικο!

§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ἀληθέστατα!

§55Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπονομὴν τὴν ἀκριβοδικαίαν τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ μόνον ἡ αὐστηρὰ ἐπίβλεψις τῶν δικαστῶν, ὁ ἀκοίμητος καὶ αὐστηρὸς ἔλεγχος τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, ὁ οὐσιαστικὸς ἔλεγχος τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων. Καὶ πότε ἐνησκήθη τοιοῦτος ἔλεγχος ἐπὶ τῶν δικαστῶν;

§56Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πταίει καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς.

§57Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ ὀλιγώτερον βλάπτουσα. Ἡ Δικαιοσύνη ἔχει κἄτι τι τὸ νοσηρὸν ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτῆς, κυρίως ἐν τῇ ἠθικῇ μορφώσει καὶ τῇ κοινωνικῇ ἀνατροφῇ πολλῶν ἐκ τῶν δικαστῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, σπανίως ἐγνώρισα δικαστὰς, ἐξ ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς μὴ ἀπονέμοντας δικαιοσύνην. Ἐὰν οἱ δικασταὶ ἀδικῶσιν, τοῦτο προέρχεται συνηθέστερον εἴτε ἐκ κακοῦ χαρακτῆρος, εἴτε διότι εἶναι νευρικοί, εἴτε διότι ὑποφέρουν ἀπὸ τὸν στόμαχον, καὶ ἔτι συνηθέστερον διότι παρασύρονται καὶ ἐπηρεάζονται ἀπὸ σχέσεις καὶ ἀπὸ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας προσωπικάς, δημιουργουμένας ἐκ τῶν κοινωνικῶν των σχέσεων, ἐκ τῆς συναναστροφῆς των μὲ ῥαδιούργους καὶ διαβολεῖς...

§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὴν ῥεκλάμαν.

§59Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Θὰ τὸ ἔλεγον εἰς τὸ τέλος. Εἶναι ἀληθέστατον. Εἶδον δικαστὴν ἐν Λαρίσῃ, ὁ ὁποῖος ἐνοοῦσεν, ὅταν ἐπαρουσιάζετο δικηγόρος πολιτευόμενος, ἢ συγγενὴς πολιτευομένου, εἰς τὸ Δικαστήριον, — καὶ λυποῦμαι διότι ὁ κ. Πεταλᾶς δὲν εἶναι παρών, ἵνα τοῦ ὑπομνήσω, τί ἔπαθεν εἷς πελάτης του — διὰ νὰ κάμῃ ῥεκλάμαν, καὶ νὰ καυχηθῇ, ὅτι τάχα δὲν πτοεῖται ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους, κατεδίκαζεν ἀθώους ἀνθρώπους! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης παρὰ τῶν νέων δικαστῶν, τῶν λεγομένων ἀνεξαρτήτων καὶ ἀνεπηρεάστων ἀπὸ τῆς πολιτικῆς! Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἀνέφερε τὴν ῥεκλάμαν, ὡς τὴν σπουδαιοτέραν αἰτίαν τῆς κακίστης διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοὺς ἐσχάτους τούτους καιρούς. Αὐτὴ ἡ ῥεκλάμα εἶναι ἤδη τῆς μόδας. Εἶναι ἄδικον νὰ καταδικάζητε τοὺς πολιτευομένους. Μὴ ἀποδίδετε ὅλα τὰ κακὰ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Οἱ Βουλευταὶ κάμνουν τὸ ὀλιγώτερον κακὸν εἰς τὸν τόπον· οἱ Βουλευταί, ὡς παρατηρεῖ ὁ πλησίον μου ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος, εἶναι οἱ φυσικοὶ προστάται τοῦ πολίτου ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς ἀδιαφορίας τῶν ὑπαλλήλων, καὶ οὐχὶ οἱ διαφθορεῖς τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις ἔχει μονιμότητα καὶ ἀνεξαρτησίαν τοσαύτην, ὥστε νὰ ἦναι ἀνεπηρέαστος, καὶ νὰ πράττῃ τὸ καθῆκόν της, ὅταν θέλῃ, ἢ ὅταν ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ τὸ πράττῃ. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα περὶ Δικαιοσύνης, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐνσκήψαι πραγματικός, οὐσιαστικὸς ἔλεγχος· νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἀνθρώπους δραστηρίους καὶ ἐντίμους ἡ ἐπιθεώρησις τῶν δικαστικῶν γραφείων, δι’ οὐσιαστικῆς ἐρεύνης τῶν ὑποθέσεων καὶ μελέτης τῶν δικογραφιῶν· νὰ γίνεται ἔλεγχος, οὐχὶ πόση δικαιοσύνη ἀπενεμήθη, ἀλλὰ πῶς ἀπενεμήθη. Ἐκ τῶν τοιούτων ἰδεῶν ὁρμώμενος, δὲν ἀποδέχομαι ὡς ὠφέλιμα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· καὶ ἐκ τούτου καὶ ἑτέρα διαφωνία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ, φρονοῦντος, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῆς προταθέντα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, οὐ μόνον ἀνεπαρκῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβῆ εἶναι, ἐφ’ ὅσον οἱ δικασταὶ εἶναι ἀνεξέλεγκτοι καὶ ἀνεύθυνοι ἐν Ἑλλάδι. Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον μου, λέγω, ὅτι θὰ θαυμάσω ἐκεῖνον τὸν πολιτευτήν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνακηρύξῃ ὡς πρόγραμμά του τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, οὐχὶ διὰ τῆς ψηφίσεως νέων νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὑπαρχόντων, ἐκεῖνον, ὅστις θὰ κατορθώσῃ νὰ καταστήσῃ σεβαστοὺς τοὺς νόμους, καὶ ἀποδείξῃ οὕτως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει χρείαν ἀνδρῶν, οὐχὶ νομοθετούντων νέους νόμους, ἀλλ’ ἀνδρῶν ἐφαρμοζόντων τοὺς ὑπάρχοντας, καὶ ἀναστηλούντων τὴν ἐπ’ αὐτῶν πίστιν τῶν πολιτῶν.

§60Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τῶν τάξεων τῆς πλειονοψηφίας σήμερον ἐξῆλθε τὸ σφοδρότερον κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· κατηγορητήριον δὲ τοιοῦτον σπανίως ἐξηνέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκ μέρους συμπολιτευομένων. Ὅταν δὲ τοιοῦτον ἐξέρχηται ἐξ αὐτῶν τῶν τάξεων τῆς πλειονοψηφίας, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύῃ τις εἰς τὰς ἀπειλὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλοῦντος περὶ ἐκκλήσεως ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑπομνήσεως τῶν μεταστάντων ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως σχηματίσωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ἔμεινεν ὀρθὸν ἐκ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, ὅπως προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς παντὸς νομοσχεδίου πρὸ τῶν ἑορτῶν· ὑποθέτω δὲ, ὅτι τοῦτο ἐνδεικνύει μᾶλλον αἴσθημα καλὸν φιλοτιμίας ἢ ὅτι ὑποστηρίζει τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα ἀνέφερεν, ἵνα πείσῃ ἡμᾶς. Οὐδόλως δυνάμεθα νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἐνέπνευσεν εἰς τοῦτο τὸν κ. Πρωθυπουργὸν γενικὸν συμφέρον ὑπὲρ τοῦ τόπου. Εἶπεν, ὅτι ζητεῖ νὰ προτάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου, διότι θέλει νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, νὰ συζητηθῇ, καὶ καταδειχθῇ, ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ ἀποσύρῃ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσιν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς καὶ ἡ προεξέλεγξις αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, διότι ἕκαστος ἔρχεται ἐνταῦθα νὰ ψηφίσῃ ἢ καταψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὃν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν. Ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τότε ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν καὶ πρὸ τῶν νομοσχεδίων; Νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει σημασίαν, ἄν τις ἐξ ἡμῶν φωτισθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι δύναται ἢ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ τρία ἑκατομμύρια διὰ τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Πελοποννήσου; Αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρά. Ἐγὼ οὔτε αὐτό, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέον νὰ τηρῇ ἡ Βουλή, τὸ νὰ ψηφίζῃ δηλονότι τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, θεωρῶ σύμφωνον πρὸς τὴν πρακτικὴν, ἥτις ἐν Ἑλλάδι τηρεῖται, καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, καίτοι τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει, ὅτι πρέπει πρὸ τοῦ ἔτους νὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμός. Τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους εἶναι, ὄχι νὰ ψηφίζηται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἀλλὰ νὰ βασανίζηται ἀφ’ ἑνὸς ἐν τοῖς Ὑπουργείοις πρὶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῇ προεξελεγκτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν ταῖς δημοσίαις συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς. Τὸ συμφέρον τοῦ τόπου εἶναι, νὰ ἐξελέγχῃ ποία ἡ εἰλικρινὴς κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ μόνον μετὰ βεβαίωσιν περὶ τῆς πραγματικῆς καὶ ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν δύο αὐτῶν μερῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν πραγματικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν οὕτω πως δυστυχῶς ἔχουσι κανονισθῆ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Λογιστικῷ νόμῳ τὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ προεπεξεργασίας καὶ ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μᾶλλον, μὴ ψηφίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Ἀφοῦ ἀτυχῶς τὸ Σύνταγμα, μὴ προϊδὸν, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνετάχθη, τὰς περιστάσεις, αἵτινες μετὰ χρόνους ἀνεφάνησαν, ὥρισεν, ὅτι ἡ τακτικὴ Σύνοδος ἑκάστου ἔτους συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου, καὶ ὅτι ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ὑποβάλληται ὁ Προϋπολογισμός, βεβαίως κατέστησε τὴν ἔγκαιρον, τὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀδύνατον, ἢ, ἂν ἤθελε τυχὸν καταστῆ αὕτη δυνατὴ, ἀτελεστάτην, καὶ ἑπομένως ἀνωφελεστάτην. Ἀληθῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ συνταγματικῶς τὸν Προϋπολογισμὸν τὴν 31 Δεκεμβρίου, καὶ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψέξῃ αὐτὴν νόμῳ, ὅτι δὲν ὑπέβαλεν αὐτὸν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ τὴν ἐπαύριον ἄρχεται τὸ ἔτος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ὁ Προϋπολογισμός. Ἢ ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐνωρίτερον, ἀλλ’ αἱ συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ ἑορταὶ ἀφίνουσι τόσον ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς πρώτης τοῦ νέου ἔτους, ὥστε, ἂν πρὸ αὐτῆς ψηφισθῇ, θὰ ψηφισθῇ ἐξ ἀνάγκης ἀσυζητητί. Ἔπρεπεν ἑπομένως ἄλλως νὰ ἦναι διατετυπωμένα παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἔχωμεν καὶ τὰ δύο ταῦτα, καὶ τὴν ἔγκαιρον πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν βάσανον αὐτοῦ πλήρη καὶ τελείαν καὶ ἀκριβῆ, ὁποίαν ὑποθέτει ὁ Προϋπολογισμός. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι σπανιώτατα, ἅπαξ ἢ δὶς, νομίζω, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς νέας Βασιλείας ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Αἱ Κυβερνήσεις πάντοτε, —ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω—μεθ’ ὅλην τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ ἀσκῶσιν ἐπὶ τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως αὗται ἐπισπεύσουν τὰς ἐργασίας των, ἐσεβάσθησαν τὴν γνώμην, καθ’ ἣν πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς πολὺς καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καὶ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς μελετήσῃ, καὶ τὰς πληροφορίας, ἃς Βουλευταὶ ἐζήτησαν, ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι συνήθως ἀτελῶς πάντοτε ὑποβάλλονται οἱ Προϋπολογισμοί. Τὸ συμφέρον τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι, ὅπως οὐ μόνον διὰ λόγους οἰκονομικοὺς, λόγους δηλ. ἀκριβεστέρας καὶ ἐπιμελεστέρας διακανονίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους πολιτικοὺς, δηλαδὴ ὑποστηρίξεως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν μέτρων τῆς πλειονοψηφίας ἢ τῆς μειονοψηφίας, ὁ Προϋπολογισμὸς καταρτισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν συμφωνότερος πρὸς αὐτὰς καὶ ὑπηρετικώτερος. Τὸ λογικὸν μάλιστα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι, ὅτι κυρίως ἡ τελευταία πρᾶξις μιᾶς Συνόδου ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος ἀληθέστερος, σπουδαιότερος, ἀποτελεσματικώτερος ἢ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ καθ’ ἡμέραν, παρισταμένη καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς Συνόδου, καὶ παρακολουθοῦσα τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἄλλην διοίκησιν τοῦ Κράτους, μεθ’ ὃν μόνον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προέλθῃ εἰς ἀκριβεῖς καὶ χρησίμους ἀποφάσεις περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν πιστώσεων καὶ πάσης σχετικῆς μεταρρυθμίσεως. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πανταχοῦ, οὐ μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν σχεδὸν ὁλόκληρον ἔτος ἐκκρεμῆ μένοντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐξελεγχόμενον, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτὴν διηνεκῶς ἐργαζομένην· διότι τοσαύτη ἐδόθη, καὶ δικαίως, σημασία εἰς τὴν ἐκ παραλλήλου ἐξέλεγξιν τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις περιλαμβάνει σπουδαιότατα καὶ εἰδικώτατα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀσκεῖ καθημερινὸν ἔλεγχον ἐφ’ ὅλην τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, καὶ ὅταν ἔληξεν ἡ Σύνοδος, καὶ ἐπηρεάζει τὴν ὅλην κυβέρνησιν τῆς χώρας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ, δύναταί τις εἰπεῖν, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖ ἰσχυρότατον Σῶμα μεταξὺ τῶν καθεστηκυιῶν ἀρχῶν, καὶ ἐν αὐτῇ συχνότερα ἔπεσαν αἱ Κυβερνήσεις ἢ ἐν ταῖς δημοσίαις συνεδριάσεσι. Διὰ τοῦτο παντοῦ ἐλήφθη φροντὶς, ἢ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἢ ὑπὸ νόμων, ὅπως πολὺ πρότερον ἢ ὅσον πρέπει ὁ Προϋπολογισμὸς ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Βελγίῳ, τὸ ὁποῖον, ὡς μικρότερον Κράτος, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς παράδειγμα, δέκα μῆνας, κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον, πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμός, ἐπὶ δέκα δὲ μῆνας οὗτος ἐξελέγχεται. Ἐννοεῖ ἕκαστος, τί εἶναι ὁ Προϋπολογισμός, ὁ ὑποβαλλόμενος 10 μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ἦναι ἀπ’ ἀρχῆς ἀκριβὴς καὶ τέλειος, ἀφοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ Βουλευταί, παρακολουθοῦντες τὰς ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος ἐπιβαλλομένας μεταβολὰς, εἰσάγουσιν αὐτὰς ἀδιακόπως εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Πλὴν θεωρεῖται ἀναπόφευκτον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔχῃ ἐνώπιόν της τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸν μελετᾷ, καὶ μόνον, ἀφοῦ τὸν ἐξελέγξῃ μέχρι τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν, προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Νομίμως βεβαίως λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ νέον ἔτος, ἔχοντες τὸν Προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένον, διότι συμμορφούμεθα πρὸς τὸν Λογιστικὸν νόμον. Ἀλλὰ μήπως ἐν τοῖς πράγμασιν εἶναι μικροτέρα ἡ ἀκρίβεια, ἐὰν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὰ δωδεκατημόρια; Τοὐναντίον μάλιστα, τὰ δωδεκατημόρια, διδόμενα ἐπὶ τῇ βάσει καὶ μόνον τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, προσεγγίζουσιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων περισσότερον ἢ ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε πρότερον ψηφισθῆ. Δὲν βλέπω διὰ τοῦτο, ποία θὰ ἐπέλθῃ οὐσιαστικὴ βλάβη, ἢ ζημία, ἂν τυχὸν ἤθελεν ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας διοικηθῆ ὁ τόπος διὰ τῶν δωδεκατημορίων, χάριν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδείς ποτε ἐν τῷ ναυαγίῳ τῷ οἰκονομικῷ, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς, ὑπεστήριξεν ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν τούτου τὸ ὅτι δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐγκαίρως τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ὅτι διῳκήθη ἐνίοτε διὰ δωδεκατημορίων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα ποτὲ ἤκουσα, εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ψέξαντα τὴν ἀμέλειαν αὐτὴν τῶν Βουλῶν, ὡς αἰτίαν τῶν κακῶν, ἅτινα οἰκονομικῶς ὑπέστημεν. Τοὐναντίον, οἱ Προϋπολογισμοὶ ἔβλαψαν, διότι ἦσαν ἀναληθεῖς καὶ ἀνακριβεῖς. Λόγοι λοιπὸν γενικοῦ συμφέροντος ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχουν, ἀναγκάζοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν εὐθὺς ἀμέσως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λόγοι ὅμως ἰδιαίτεροι, ἀφορῶντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον, καὶ ὡς κόμμα, ἔχον τὴν πλειονοψηφίαν, βεβαίως ὑπάρχουσι πολλοί. Ὅσα καὶ ἂν λέγῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε μόνη νὰ καταρτίζῃ ἀπαρτίαν· ἑπομένως δὲν δύναται κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νὰ ἐπικρατῇ καὶ ἐπιβάλληται ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῶν φίλων της. Πεισθεῖσα ὅτι δὲν ἔχει ταύτην, τί ἐσκέφθη; Νὰ λάβῃ τὸ ταχύτερον τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ νὰ δύνηται, εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν θελήσῃ, νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Βεβαίως τοιοῦτοι λόγοι ὁδηγοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ οὐχὶ λόγοι γενικοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι, ἐὰν κρίνῃ τις ἐξ ὅσων ἐρρήθησαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος, προφανῶς ἐνθαρρύνουν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Συμφέρει, φαίνεται, νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἰδέα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρακωλύει τὸ ἔργον — τὸ κατ’ εὐφημισμὸν λεγόμενον ἀναμορφωτικὸν — τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρακωλύει τὰς πρὸς τοῦτο ἐργασίας, ὅτι παρακωλύει τὴν ψήφισιν σπουδαίων νομοσχεδίων, αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν εἴσοδον, τέλος, ἡμῶν εἰς κατάστασιν ὁμαλὴν, καὶ οὕτως ἐπισύρῃ ἐπὶ τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς τὴν δυσμένειαν τοῦ λαοῦ. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι ἡ συνήθης τῶν λεγομένων κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων· ἀφοῦ διὰ τῆς κακῆς διοικήσεως ἐξεγείρουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐναντίον αὐτῶν, παραπονοῦνται κατ’ αὐτῆς, ὅτι παρακωλύει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἀναμορφωτικὸν ἢ μεταρρυθμιστικὸν ἔργον τῶν κυρίων Ὑπουργῶν! Χωρὶς νὰ ἐπιρρίψω τὴν μομφὴν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, δύναταί τις λίαν εὐλόγως νὰ μεμφθῇ πολλῶν Κυβερνήσεων, ὅτι εὑρίσκουν εὐχαρίστησιν καὶ συμφέρον νὰ κωλυσιεργῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι οὐδεμίαν ἔχουν πεποίθησιν εἰς τὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔργα, οὐδ’ εἰς τὴν ἱκανότητα αὐτῶν, ἵνα τὰ ὑποστηρίξουν καὶ τὰ ἐπιβάλουν εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον καλῶς γνωρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι εἶναι ἀδύνατον ποτὲ οἱαδήποτε Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐδέχετο, ὅπως ἐντὸς ἓξ ἢ ἑπτὰ συνεδριάσεων ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐν γνώσει, ὅτι βεβαίως δὲν θέλει συμπράξει εἰς τοιοῦτον ἔργον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιμένει, ὅπως καταγγείλῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς μὴ συμπράττουσαν, μὴ βοηθοῦσαν τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν. Ὑποθέτω ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοιαῦται σκέψεις καὶ τοιαῦται ἐλπίδες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀμερόληπτον ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς, ἵνα λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν ἑορτῶν...

§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἐξέφρασα τοιαύτην ἰδέαν, οὔτε ἔχω.

§62Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει βεβαίως τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἑορτῶν, διότι τοῦτο δὲν δύναται μόνη ν’ ἀποφασίζῃ· ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἂν ἡμεῖς ἠθέλομεν συναινέσει, μὴ συζητοῦντες, καὶ παρατρέχοντες τὰ πάντα, νὰ ὑποστηρίξωμεν τοῦτο, θὰ ἤθελε νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν ἑορτῶν. Εἰς τοῦτο, λέγω, τὸ ἔργον δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπράξωμεν, ἀλλά, τοὐναντίον, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀντιστῶμεν, θεωροῦντες, ὅτι ἡ βάσανος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ εὐρεῖα καὶ λεπτομερής, περισσότερον ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἢ ἡ ἐσπευσμένη ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Τὸ ἔργον τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἔργον, ὅπερ εὐχερῶς πᾶς τις δύναται ν’ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ ψηφίσῃ, ὡς δύναται ν’ ἀντιληφθῇ καὶ ἐν ἐπιγνώσει ψηφίσῃ οἱονδήποτε νομοσχέδιον. Τὸν Προϋπολογισμὸν ὀλίγοι δύνανται νὰ μελετήσωσιν ἐπαρκῶς· ὅταν δὲ δὲν ἐδόθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ προσήκων χρόνος, ὅταν ἦναι ἀτελὴς ἡ προεπεξεργασία τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ προτείνωσι γνώμας, ὅπως μελετήσωσιν αὐτὸν καὶ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας αὑτῶν. Καὶ λέγει μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῶν ἑορτῶν, θέλει μόνον νὰ συζητηθῇ· ἀλλὰ τοιαύτη συζήτησις, τῆς ὁποίας δὲν προηγήθη μελέτη πλήρης καὶ τελεία, καὶ ἂν παρατείνηται, ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὥριμος παρασκευή, ἀποβαίνει ἐντελῶς ματαία. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, καὶ ἂν ὑποβληθῇ πρότασις, θέλω ψηφίσει αὐτὴν, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ προηγηθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄλλα νομοσχέδια, εἴτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἴτε ἄλλα, τὰ ὁποῖά τινες τῶν προλαλησάντων ὑπέδειξαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐνδέχεται νὰ προτιμᾷ, διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, σήμερον γινομένη, εἶναι ἀνωφελὴς, βλάπτει δὲ καὶ σπουδαῖα συμφέροντα, διότι ἄδηλον, ἂν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ θὰ ἐπανέλθῃ, ἢ ἂν, ἐπανερχομένη, δὲν θὰ ἦναι ὑπὸ τὸν πέλεκυν μιᾶς λήξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.)

§63Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ χθεσινοὶ λόγοι μου θὰ εἶχον τόσην ἐπιφοιτικὴν δύναμιν, ὥστε ἀμέσως ἀπόψε νὰ χρισθῶ καὶ ἐγὼ ἀρχηγός· διότι ἠκούσατε τὸν ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ φίλον μου κύριον Ροδόπουλον, ὅτι ἀκολουθεῖ τὰς ἀρχάς μου. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, ποίας ἀρχάς; Ἐγὼ ἀνέτρεξα καὶ ἐζήτασα ἀπὸ εἰκοσαετίας τὴν δρᾶσιν τοῦ Βασιλέως, ἐζήτασα τὴν δρᾶσιν τῶν ἰδιαιτέρων αὐτοῦ Συμβούλων, ἐζήτασα τὴν δρᾶσιν τῶν Κυβερνήσεων, ἐζήτασα τὴν δρᾶσιν τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, καὶ κατέληξα, ὅπου κατέληξα. Τί πρόγραμμα ἐχάραξα χθές, καὶ τίνας ὀπαδοὺς ἐζήτησα, καὶ τίνας ἀρχὰς ἀκολουθεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰς ἀρχάς μου· δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τὰς ἀκούσῃ χθές, τὰς γνωρίζει ἀπὸ δύο ἐτῶν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσήλθομεν καὶ ἐπατήσαμεν τὸν περίβολον τοῦτον· ἀλλά, δυστυχῶς, μόλις εἰσήλθομεν ἐνταῦθα καὶ ἐπατήσαμεν τὸ ἔδαφος τοῦ περιβόλου τούτου, προσεβλήθημεν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ μικροβίου τῆς μικροπολιτικῆς, εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ ὁποίου εἶναι τόσον πολὺ γόνιμον τὸ ἔδαφος τοῦτο, ὥστε οὔτε αὐτὸς ὁ πόλεμος κατώρθωσε νὰ τὸ ἀπολυμάνῃ. Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὰς ἀρχάς μου, τὰς γνωρίζει, ἀφ’ ὅτου ἐπὶ ἕξ μῆνας μὲ ἐβασάνιζε διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἠναγκαζόμην ἐπὶ τέλους νὰ ἔλθω εἰς ἐχθρότητα καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι μὲ ἐστενοχώρει, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ ὁ δεῖνα δικαστής, πρέπει νὰ φύγῃ ὁ Νομάρχης... (διακοπαί).

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§65Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. .. Ἐπὶ τέλους μοὶ προσάγεται μία σημείωσις, νὰ ὑπογράψω, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ ὁ Εἰσαγγελεύς... (διακοπαί). Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε... Ἀλλὰ γνωρίζει τὰς ἀρχάς μου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἐξ ἄλλου ἀντικειμένου, ἐκ τοῦ ἀντικειμένου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου...

§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ πράγματα εἶναι ἀρχαί, καὶ ὄχι οἱ λόγοι.

§67Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν εἶμαι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε νὰ χειρίζωμαι τόσον εὐκόλως τὸν λόγον. Ὄτε ἤλθομεν οἱ 32 Βουλευταὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, λαμβάνω ἕνα φετφᾶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλούμην ἀπὸ συναδέλφους Θεσσαλοὺς νὰ συνέλθωμεν καὶ συσκεφθῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Θεσσαλίας. Ἐγώ, ὡς μικρότερος καὶ κατὰ τὸ φρόνημα καὶ κατὰ τὴν θέσιν, ἐπῆγα, καὶ παρευρέθημεν εἰς τὴν συνέλευσιν ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι. Εἶπεν ὁ κύριος Καρτάλης τόσα, ὁ κ. Τοπάλης ἄλλα τόσα, ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων πολλὰ καλὰ καὶ σωστικὰ διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Λέγω: «Κύριοι, ἔχει νὰ εἴπῃ κανεὶς ἄλλος τίποτε; — — Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύο λέξεις; — Μάλιστα. — Κύριοι, τοῖς εἶπον φαρδειὰ καὶ πλατειὰ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν σήμερον τὸ Κράτος νὰ μᾶς χορηγήσῃ συνδρομήν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἅπαντες ἐδῶ οἱ Θεσσαλοὶ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶμεν, ποῖαι εἶναι σήμερον αἱ πρώτισται ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Θεσσαλία δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, κατόπιν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ ἀπώτερα καλά, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν.» Μετὰ τοῦτο εἶπον, νὰ ἀπέλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νὰ μείνωμεν ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ συσκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἀφοῦ ἐξετάσωμεν ὅμως καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἵνα ἴδωμεν, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγὸν εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας· ἀφοῦ δὲ πεισθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν, καὶ μᾶς ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις τὰς παροχὰς αὐτὰς, «ἔχετε τὴν δύναμιν—τοὺς ἠρώτησα—νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν Κυβέρνησιν καὶ πολεμήσητε αὐτήν; Ὑπ’ αὐτὴν τὴν βάσιν δέχομαι, εἶπον, νὰ συνεννοηθῶ μαζύ σας». — «Μάλιστα, εἶπον· θὰ συνέλθωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἦναι παρόντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι». Ἂν τοὺς εἴδετε σεῖς, Κύριοι, ἕως σήμερον, ἄλλο τόσον τοὺς εἶδα καὶ ἐγώ! (γέλωτες).

§68Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διαψεύδω. Ὀφείλετε νὰ κάμητε ἐξαίρεσιν περὶ ἐμοῦ.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§70Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τώρα, Κύριοι, παρελαύνει ἕνας–ἕνας, καὶ λέγει, ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἐκεῖνο θὰ γείνῃ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, μὲ τόσην προθυμίαν! Νομίζω, ὅτι αὐτὰ ὤφειλον νὰ τὰ εἴπωσι τότε, καὶ ὄχι μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν.

§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάλλιον ἀργὰ, παρὰ ποτέ.

§72Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κάλλιον ἀργὰ, παρὰ ποτέ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι καὶ τῆς παρούσης στιγμῆς τοιαῦτα ζητήματα.

§73ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἆ! ἆ!

§74Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ὀλίγας λέξεις θ’ ἀπαντήσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἐπλανήθη, νομίσας ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀκούσας τὰς παρ’ αὐτοῦ ἀναπτυχθείσας ἀρχὰς, τὰς ἀκολουθῶ. Εἶπον, ὅτι τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Κυριαζῆς, ὅτι δηλ. πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι ἀπὸ κομματικὰς ὑποχρεώσεις, καὶ ν’ ἀκολουθῶσιν ἰδίας γνώμας, μὴ γινόμενοι τυφλὰ ὄργανα τῶν Κυβερνήσεων, ἐγὼ τὰς εἶχον ἀνέκαθεν, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὰς ἔχω καὶ τώρα. Δὲν ἠξεύρω ὅμως νὰ λέγω μόνον κενοὺς λόγους, ἀλλὰ τὰς ἀρχὰς ταύτας τὰς ἐκδηλῶ καὶ ἐμπράκτως, καὶ δὲν περιορίζομαι ἀναπτύσσων ὀρθὰς μὲν ἀρχὰς ἐν λόγοις, ἄλλα δὲ πράττων ἐν ἔργοις. Διότι ὅλοι οἱ Ἕλληνες, Κύριοι, ἐν τοῖς καφενείοις ἀναπτύσσουν θαυμάσια τὰς ἀρχὰς ταύτας, καὶ ὅλοι ἐκφέρουν ἀσφαλεῖς κρίσεις περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ ὅλοι ὑποδεικνύουν, τί πρέπει νὰ γείνῃ, διὰ νὰ διορθωθῇ τὸ Κράτος· ἀλλὰ τί πράττουν πρὸς τοῦτο; Οἱονδήποτε Ἕλληνα ἂν λάβητε μεμονωμένον, θὰ σᾶς εἴπῃ: «Τί Ρωμαίϊκο εἶναι αὐτό! Τί ἄθλια κατάστασις! Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα χαμένοι! Εἶναι ἀπελπισία! Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συναλλαγή· πρέπει νὰ ἀνορθωθῇ ἡ Δικαιοσύνη· πρέπει ἡ Διοίκησις νὰ ἦναι καθαρά· πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι· πρέπει νὰ ἐκλέγωμεν ἀληθεῖς πατριώτας...» κλπ. Ὅταν δὲ ἔρχηται ἡ ὥρα νὰ κάμῃ τις τὸ καθῆκόν του, ὡς πολίτης, λησμονῶν τὰς ἀρχάς του, προσθέτει καὶ αὐτὸς κἄτι τι εἰς τὴν ἀθλιότητα, ἀφαιρεῖ ἕνα λίθον διὰ τῶν ἔργων του ἐκ τοῦ ἠρειπωμένου ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ περιορίζεται νὰ μένῃ πατριώτης μόνον διὰ τῶν ἀγαθῶν διαθέσεών του καὶ τῶν πατριωτικῶν λόγων του! Ἐν λόγοις ὅλοι εἴμεθα μεγάλοι πατριῶται! Ἀπὸ πατριωτικοὺς ὅμως λόγους ἐχόρτασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός· θέλει πατριωτικὰ ἔργα, θέλει πατριωτισμὸν δι’ ἔργων· αὐτὸ εἶναι τὸ σπάνιον νόμισμα ἐν Ἑλλάδι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περὶ τοῦ κ. Κυριαζῆ προσωπικῶς, ὅστις πολλαχῶς ἔκαμε τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει ἰδίαν ἀντίληψιν, πῶς πρέπει νὰ ἐργάζηται. Ἡ ἰδική μου ἀντίληψις τοῦ ἐργάζεσθαι εἶναι αὐτή· τοῦ νὰ πράττω ὅ,τι λέγω, τοῦ νὰ ἐκδηλῶ τὸν πατριωτισμόν μου δι’ ἔργων, τοῦ νὰ προσαρμόζω τὰς πράξεις πρὸς τοὺς λόγους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἦμαι κατά τι χρήσιμος, ἐφαρμόζων τὰ φρονήματά μου ἐν τῇ πράξει, τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος ἐκδηλῶν δι’ ἔργων, μὴ περιοριζόμενος εἰς μεγαλαυχίας περὶ ἀνεξαρτησίας, καὶ ἐν τούτοις ἀκολουθῶν τυφλῶς, ἀλογίστως, ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι κατάφωρον, ὅτι δὲν ἐργάζεται συμφώνως μὲ τὰς ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς ἀναπτυχθείσας, ὑπ’ ἐμοῦ δ’ ἐφαρμοζομένας ἀρχὰς, ἀλλὰ προσπαθῶν, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νὰ συντελέσω εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως πρακτικῶς, δι’ ἔργων· ὁσάκις δὲ ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, εἰς πρακτικὰ ζητήματα καὶ ὄχι εἰς κενὰς θεωρίας ἀπησχόλησα αὐτὴν, καὶ ἔφερα ἐνώπιόν της νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ ὄχι λόγους μὴ ἀποκρυσταλλωμένους εἰς πράγματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἔκαμε λόγον καὶ περὶ σημειώσεων, δι’ ὧν ἐκάμνομεν συστάσεις τινὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν περί τινων ὑπαλλήλων, καὶ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ λόγων προσωπικῶν, καὶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὰ προσωπικά. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν παραπόνου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν μοι ἐξετέλεσε προσωπικὰς ἀπαιτήσεις, διότι δὲν ἐζήτησα τοιαύτας. Καὶ ἂν ἔκαμα ποτὲ συστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἠρνήθη αὕτη τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐζήτησα ὅμως πάντοτε πράγματα λογικὰ καὶ δίκαια, ἀνταποκρινόμενα εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Εἶπεν, ὅτι ἐδόθη σημείωσις περὶ μεταθέσεως δικαστῶν. Ἀναμνήσθητε, παρακαλῶ, ἐκ τῆς πρὸ ὀλίγου γενομένης ἀγορεύσεώς μου, τί εἶπον περὶ δικαστῶν τινων ἐν Λαρίσῃ, κακῶς, λόγῳ ῥεκλάμας, διαχειριζομένων τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ ἴδητε περὶ τίνων δικαστῶν ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτοῦ σύστασις περὶ μεταθέσεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων δικαστικῶν, καθ’ ὧν ἐξηγέρθη τὸ αἴσθημα τῶν συμπολιτῶν μας, τῶν συναδέλφων μου δικηγόρων, ὅλου τοῦ κόσμου. Εἴχομεν λοιπὸν καθῆκον νὰ κάμωμεν τοιαύτας παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ὑπῆρχον δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλουν, καθ’ ὃν τρόπον ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, καθ’ ὃν τρόπον ἀντιλαμβάνονται οἱ πολῖται, καθ’ ὃν τρόπον ἀντιλαμβάνονται οἱ δικηγόροι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Καὶ τὴν συνεμερίσθη τὴν γνώμην αὐτὴν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς, καὶ οὗτος ἐνεχείρισε τὴν σημείωσιν περὶ τῆς μεταθέσεώς των, καὶ ὑπεστήριξεν αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν! Εἶναι λόγος διὰ τοῦτο νὰ κατηγορῇ ἡμᾶς οὗτος; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον! Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ περὶ μεταθέσεως Εἰσαγγελέως. Δὲν γνωρίζω καμμίαν μετάθεσιν Εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπροκάλεσα, ἢ συνέστησα ποτέ. Ἀλλὰ γνωρίζω περὶ μεταθέσεως Νομάρχου. Μάλιστα, ἐζητήσαμεν τὴν μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου, καὶ τὴν ἐζητήσαμεν, διότι ἐνομίζομεν καὶ εἴχομεν βεβαιότητα, ὅπως εἴπομεν καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος, ὅτε ὁ νομὸς Λαρίσης συνεταράσσετο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους, καὶ διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδικεῖτο, μὴ ἐπεκτεινομένης τῆς γραμμῆς τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσης, ἔδιδεν ἀνακριβεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ παρίστα ἀνακριβῶς τὰ πράγματα, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήσαμεν νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος, καὶ προσέτι διότι ἔφερε σπουδαῖα ἐμπόδια εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, καὶ ἰδίως εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν· διότι εἶχε καθιερώσει γραφειοκρατίαν τοιαύτην, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐδυσχεραίνοντο ἀπείρως καὶ καταθλιπτικῶς αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν· οὐδενὸς δημοτικοῦ ἔργου, καὶ ἐλαχίστης ἀξίας, ἐπέτρεπε τὴν ἐκτέλεσιν, ἂν μὴ ἐνεκρίνετο ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ, ἐννοεῖται, ὅλα τὰ δημοτικὰ ἔργα παρεπέμποντο εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ἦτο ἔντιμος ὁ Νομάρχης, ἀλλ’ ἡ ἐντιμότης του, ἡ αὐστηρότης του ἐξησκεῖτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ δῆμοι νὰ μὴ δύνωνται νὰ ἐκπληρῶσι τὸν προορισμόν των. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐζητήσαμεν τὴν ἀπομάκρυνσίν του, καὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀπεδέχθη καὶ ὑπεστήριξε ζωηρότερον ὅλων ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς. Τί φέρει λοιπὸν τοιαῦτα ζητήματα σήμερον, ὅτε πρόκειται περὶ γενικωτέρων ζητημάτων, καὶ περὶ ἀληθοῦς ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος τῶν Βουλευτῶν, δι’ ἔργων ἐκδηλουμένης;

§75Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τότε, μὴ κάμνετε χρῆσιν τῶν ἀρχῶν μου.

§76Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν κάμνετε σεῖς! Δὲν εἴμεθα ὅμως κατακριτέοι, ἐὰν παρεμείναμεν συνεργαζόμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα συνειργαζόμεθα ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, καὶ πλέον, διότι ἐν τῷ μεταξὺ συνετελέσθησαν καὶ εἴχομεν ὑποσχέσεις, ὅτι ἤθελον συντελεσθῆ τινα ἐξ ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπεδεικνύομεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἀνεμένομεν καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελεν εἰσακούσει ἡ Κυβέρνησις τῶν εἰσηγήσεών μας, καὶ ἤθελε προβῆ εἰς τὰ ὑποδειχθέντα μέτρα· ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ περατωθῶσιν ἤδη αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου, καὶ οὐδεμία νομοθετικὴ ἐργασία, ἀφορῶσα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, — ἐκτὸς τοῦ ἀσημάντου νομοσχεδίου τῆς ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῆς πρώτης δόσεως τοῦ δανείου — εἰσήχθη, ἢ πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, καὶ δὲν μεριμνᾷ διὰ κανὲν μέτρον, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένα καὶ ἐπιβεβλημένα διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἔχομεν, Κύριοι, καθῆκον, ἡμεῖς ἰδίως, οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ, ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτήν: «Θὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ· δὲν δυνάμεθα ἐπὶ πλέον νὰ σὲ ἀκολουθῶμεν εἰς τοιαύτην ὁδόν». Μόνον οὕτως ἁρμόζονται τὰ ἔργα πρὸς τοὺς λόγους. Μᾶς ἠπείλησαν ὅμως διὰ διαλύσεως. Δὲν ἔχω, Κύριοι, πολλὴν πεῖραν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὰ Κοινοβούλια δὲν συνηθίζεται νὰ γίνηται λόγος περὶ τῆς χρήσεως τῶν Βασιλικῶν προνομίων, οὔτε πρέπον ἴσως εἶναι τοῦτο. Ἴσως νὰ πλανῶμαι· νομίζω ὅμως, ὅτι, δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ διαλύσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι οἱ Βουλευταὶ ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι τόσον ἀνεξάρτητοι, τόσον ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ ἀπειλὰς,—δὲν ἀποδίδω δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἠπείλησεν, ἀλλὰ μᾶλλον, ὅτι ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν περιστάσεων τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλύσεως, — ὥστε νὰ μὴ δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰς ἐκφερομένας περὶ ἐπικειμένης διαλύσεως γνώμας ἢ ἀπειλὰς, καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται εἰς τὰς ἀποφάσεις των περὶ ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός των ἐκ τῆς πιθανότητος ἢ μὴ τῆς διαλύσεως. Ἀλλὰ τί σημαίνει, Κύριοι, ἡ διάλυσις; Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον νὰ φοβώμεθα; Δὲν εἶναι ἀναπόφευκτον ἐκ τῆς τυχὸν ἐπελευσομένης ὑπουργικῆς κρίσεως νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις· ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μοιραίως ἡ διάλυσις, τί πρὸς τοῦτο; Ἔχομεν λόγον τινὰ, ἵνα ἀποστέργωμεν τὴν διάλυσιν; Ἐὰν, Κύριοι, ἐκεῖνος, ὁποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ καὶ πάλιν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὀφείλει νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ἀποφανθῆ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς διεχειρίσθημεν τὴν ἐντολήν του. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μόνος ἁρμόδιος.

§78Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἴδωμεν, ποία θὰ ἦναι ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει σκεφθῆ ὡριμώτερον πλέον, πῶς θέλει ἐξασφαλίσει, ὄχι μόνον τὴν ὕπαρξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπωφελῆ ἐφεξῆς δρᾶσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ ὕπαρξις τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῶν καταπατουμένων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ θέλει ἐξασφαλίσει μόνον ἡ πατριωτικὴ δρᾶσις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, πρὸς χάραξιν νέας ὁδοῦ, ἀληθῶς ἀναμορφωτικῆς ἐργασίας, ἣν δὲν βλέπομεν σήμερον, ἣν δὲν δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἡ νέα ἐκλογή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὐχαρίστως ἀποδέχομαι, θέλει δείξει τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ τόπου περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ μετὰ θάρρους δύνανται ν’ ἀναμένουν οἱ νέοι ἄνδρες, οἱ ἐπιθυμοῦντες ὑπὸ νέας ἀρχὰς νὰ ἐργασθῶσιν ἐφεξῆς, πρακτικῶς καὶ φρονίμως, πρὸς ἀληθῆ ἀνόρθωσιν καὶ περισυλλογὴν τῶν ἐθνικῶν συντριμμάτων. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§79Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες μετέστημεν ἀπὸ τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ζητοῦμεν συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ ἐπράξαμεν τοῦτο· καὶ τοῦτο λέγω, καθόσον πρώτην φοράν, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤκουσα Πρωθυπουργὸν νὰ θέλῃ νὰ ἐλέγξῃ τὴν μετάστασιν Βουλευτῶν...

§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὐναντίον εἶπον.

§81Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ὁμιλίαν του ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ ὑπαινιγμούς, ὅτι ἡμεῖς δὲν μετέστημεν τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως δι’ οὓς λόγους ἐγὼ ἀνέφερα, ἀλλὰ δι’ ἄλλους, καὶ ὡς τοιούτους βεβαίως θὰ ὑπενόει τοὺς τῆς μικροπολιτικῆς, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι δὲν μετέστημεν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους· διότι βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐὰν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἀπὸ τὸν πρῶτον μῆνα τῆς πρώτης Συνόδου ἔπρεπε νὰ μεταστῶμεν, καθόσον αἱ παροχαὶ διενεμήθησαν μεταξὺ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν περὶ αὐτοὺς, καὶ, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος, μεταξὺ τῶν παχυδέρμων τμηματαρχῶν. Δὲν ὑπῆρξα ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ διαθέσω τὸ κονδύλιον τῶν δημοσίων ἔργων εἰς ἔργα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οὔτε μετεκάλεσα συμπολίτας μου ἐνταῦθα, διὰ νὰ καθιδρύσω ἀποικίαν Πατρέων ἀργομίσθων, τρεφομένων ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Μετέστημεν ἐκ τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δι’ οὓς λόγους προανέφερα. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, νὰ ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τοῦ σεβαστοῦ μοι ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, καὶ μέλη τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἔφεραν τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς τοῦ φόρου τῶν οἴνων, ἐπειδὴ τοῦτο ἦτο ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς γνώμης τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ ἡγέτου ἡμῶν...

§82ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§83Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ συνετάχθημεν μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως αὐτῶν· καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς δὲν ἠγανάκτησε ποσῶς ἐναντίον ἡμῶν, καὶ δὲν ἀφῆκεν ἡμᾶς νὰ μεταστῶμεν ἐκ τῶν τάξεων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπεχώρησε, καὶ ἐδέχθη τὸν σχηματισμὸν Ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰργάσθη, καὶ κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον τῆς μετατροπῆς τοῦ φόρου τῶν οἴνων, καὶ ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ, δυστυχῶς, τότε δὲν ἐψηφίσθη, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶχε προετοιμάσει κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, μέλη τῆς ὁποίας ἐβράβευσεν ἡ νῦν Κυβέρνησις.

§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.

§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντα τὰ ἐπιφανῆ μέλη ἐβραβεύθησαν.

§86Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, θεωροῦντες, ὅτι ἐκπληροῦμεν πιστῶς τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μας, θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὸ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον· διότι, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ὑψηλὰ τὸ μέτωπον, καὶ νὰ ἔχω καθαρὰν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐξετέλεσα, τὸ κατὰ δύναμιν, τὸ καθῆκόν μου, μὴ ἐπιθυμῶν ποσῶς νὰ πάθω τὸ πάθημα ἄλλου τινὸς συναδέλφου, ἐν παρωχημένῃ ἐποχῇ, ὅστις, ἀνήκων εἰς τὴν κυβερνητικὴν μερίδα, ἀφοῦ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἁπάντων τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, μέχρι κεραίας, δι’ ὧν ἐπεβαρύνετο ὁ λαὸς διὰ δυσβαστάκτων φόρων, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ, διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν μῆνιν τοῦ λαοῦ, ἐζήτει συγγνώμην ἀπ’ αὐτοῦ, λέγων, ὅτι πλανηθεὶς ἠκολούθησε τὸ καταστρεπτικὸν ἐκεῖνο σύστημα· ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν τὸν ἤκουσε, καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὸν ἐκάλυψε μὲ τὰ μαῦρα. Ἔκτοτε παρῆλθον ἀρκετὰ ἔτη, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι μακρόθυμος, καὶ δυστυχῶς λησμονεῖ ταχέως, τὸν ἐξέλεξε καὶ πάλιν ἐσχάτως· καὶ ἔγραφεν οὗτος εἰς Ὑπουργούς τινας, οἵτινες τὸν συνέχαιρον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του, ὅτι θὰ ἔλθῃ, καὶ, καθήμενος παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν, θέλει συνεχίσει τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, δι’ ἣν συνηγωνίσθησαν ἄλλοτε. Ποίαν; Τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποκηρύξει τότε εἰς τὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας του!

§87Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§88Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ τείνοντα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ.

§89ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βέβαια, βέβαια.

§90Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς οὐδένα, Κύριοι, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἀρνηθῶ φιλοπατρίαν καὶ πόνον πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ βεβαιώσω, ὅτι εὑρισκόμεθα πάντες εἰς πλάνην, διότι φρονοῦμεν, ἐπικαλούμενοι τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς,—ἂν τοιαῦται ἤθελον παρουσιασθῆ—ὅτι ἀπατῶμεν αὐτὸν, ἢ ὅτι πλανᾶται ὁ λαός, μὴ πιστεύων, ὅτι ἡμεῖς μόνον περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐνδιαφερόμεθα, καὶ οὐχὶ διὰ τὰ πολιτικά μας συμφέροντα. Δὲν ἀπατᾶται ὁ Ἑλληνικὸς λαός· διότι γινώσκει κάλλιστα, ὅτι προτάσσομεν τὰ προσωπικά μας συμφέροντα, ὁσάκις τοιαῦτα μᾶς παρουσιάζωνται,—ἐὰν βεβαίως δὲν ὑπάρχῃ κίνδυνος μέγιστος εἰς τὴν πατρίδα—καὶ κατόπιν ἔρχονται τὰ γενικώτερα συμφέροντα. Διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ νομοσχεδίων, περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν τοιούτων καὶ ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, πρέπει καὶ νὰ ἀναλογιζώμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν: Ἐπιτρέπει ἆρά γε τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας κατάστασις; (ψιθυρισμοὶ ἐξ ἀριστερῶν). Ἐὰν αὕτη ἐπιτρέπῃ τοῦτο, βεβαίως τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαια τῆς ἰδιαιτέρας του ἐπαρχίας, ἡ ὁποία τὸν ἀπέστειλεν ἐδῶ, ἵνα τὴν ἀντιπροσωπεύσῃ, καὶ μετὰ τοῦτο τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, λέγετε: «Πρὸς Θεοῦ! ἔχομεν δέκα ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα· θὰ περιέλθωμεν καὶ πάλιν εἰς νέαν χρεωκοπίαν, καὶ θὰ ὑποδουλωθῶμεν ὑπὸ ξένον ζυγὸν ὁλοσχερῶς», πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων τοιούτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιβαρύνει μὲ 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως τὸν Προϋπολογισμόν; Ἀνάγκη λοιπὸν πρωτίστως νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐπιτρέπουσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας τὴν τοιαύτην ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ τότε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ νομοσχέδια. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς κανένα νὰ ἀμφιβάλλῃ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἀναγκαίων νομοσχεδίων· διότι καὶ ἡμεῖς, οἱ παρακαθήμενοι ἐδῶ, ἔχομεν πατριωτισμόν τινα, ἂν ὄχι ὅσον ὑμεῖς, καὶ ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ διὰ τὰ τῶν ἐκλογέων μας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῶν ἐκλογέων, Κύριοι· πρόκειται νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον φανταζόμεθα πάντες, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια, καμμία φροντίς. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ τι καλὸν καὶ ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον, ὅταν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν παρουσιάζηται καὶ ζητῇ ἰδιαίτερα διὰ τὴν ἐπαρχίαν του συμφέροντα καὶ ἰδιαίτερα προσωπικὰ συμφέροντα; (Ἐπιφωνήματα εἰρωνικὰ ἐξ ἀριστερῶν). Παρακαλῶ. Τὸν πατριωτισμόν σας τὸν γνωρίζω, καὶ μὴ ἀνησυχεῖτε. Γνωρίζω δὲ καὶ σήμερον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τινὲς δυσηρεστήθησαν, καὶ ἐχόλιασαν π. χ. διὰ φύλακα ταχυδρομικόν... (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§91Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!

§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σᾶς τὸ βεβαιῶ.

§93Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νὰ ὀνομάσῃ ὁ κύριος συνάδελφος, ποῖον ἐννοεῖ.

§94Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρέπει νὰ τὸν ὀνομάσητε.

§95ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ὀνομάσητε, νὰ ὀνομάσητε.

§96Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Περιμένετε νὰ ἔλθῃ ὁ παρακαθήμενός μοι, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸ ἤκουσα, ἵνα σᾶς τὸ εἴπῃ. Δὲν εἶναι ἐδῶ τώρα. Οὐδένα τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλω νὰ κατακρίνω, πῶς σκέπτεται, εἴτε διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα, εἴτε διὰ τὰ ἰδιαίτερα· ἡ ἀλήθεια ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ λέγηται. Διὰ τοῦτο, προκειμένου μετ’ ὀλίγον νὰ δώσω ψῆφον, δικαιολογῶν αὐτὴν ἀπὸ τοῦδε, δηλῶ, ὅτι εἶμαι τῆς γνώμης νὰ προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμός.

§97Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς δημοκοπικοὺς λόγους ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, σκεπασθέντες ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ μεγάλου μεταστάντος, ὃν νῦν ὑβρίζουσιν, ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ λαοῦ κατ’ αὐτῶν, ὑποστηριξάντων τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις ἤγαγε τὸν ἐχθρὸν εἰς τὰ Φάρσαλα, πειρῶνται καὶ αὖθις νὰ δημοκοπήσωσιν. Αὐτοὶ, οἱ ὑποστηρίξαντες τοιαύτην ὀλεθρίαν διὰ τὸ ἔθνος πολιτικὴν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ἔρχονται νὰ κλαύσωσι διὰ τὴν Πελοπόννησον! Πονοῦσι περισσότερον ἡμῶν τὴν Πελοπόννησον αὐτοί; Δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς καὶ οἱ λοιποὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Πελοποννήσου οὔτε κἂν διὰ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ περονοσπόρου συμπολίτας μας; Αὐτοὶ μόνον κατέχουσι τὸ μονοπώλιον τοῦ ἐνδιαφέροντος; Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τοῦτο· ὅτι ἡμεῖς δὲν συνηθίσαμεν, καταχρώμενοι τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἐρχώμεθα νὰ ἐκφωνῶμεν λόγους ἐμπλέους δημοκοπίας, οἵτινες δημοσιευόμενοι νὰ προσπορίζωσιν ἡμῖν ψήφους. Ἡμεῖς καθῆκον θεωροῦμεν, πραγματικῶς καὶ πρακτικῶς νὰ ἐργαζώμεθα ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἀθορύβως, ἄνευ ῥεκλάμας. Ἐνδιαφέρον εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἀμπελοκτημόνων, καὶ ἀπετάθημεν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὃν εὕρομεν ἕτοιμον νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν παθόντων ἀμπελοκτημόνων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, καὶ θὰ ψηφισθῇ, θὰ γείνῃ νόμος. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ φωνάζωμεν περὶ πράγματος ἐπιτευχθέντος, ἀπασχολοῦντες τὴν Βουλὴν μὲ λόγους κενούς. Ταῦτα ἐνόμισα πρέπον νὰ δηλώσω, διότι φράσεις τινὲς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἦσαν ὑπαινιγμοὶ κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς Πελοποννήσου...

§98Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τῶν Πατρῶν.

§99Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Λέγετε τοὐλάχιστον «τῶν Πατρῶν», ἀφοῦ ἐκλεγόμεθα κατ’ ἐπαρχίας, καὶ μὴ χωρίζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς Στερεὰν καὶ εἰς Πελοπόννησον.

§100Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος, πλὴν ἤδη περὶ Πελοποννήσου πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλῶ περὶ Πελοποννήσου. Ἡμεῖς ἐξελέγημεν ὑπὸ πρόγραμμα γνωστὸν, καὶ οἱ ἡμέτεροι ἐκλογεῖς ἔδωκαν ἡμῖν τὴν ἐντολὴν, ἵνα, ἐνταῦθα ἐρχόμενοι, ταχθῶμεν παρὰ τὸ πλευρὸν ἐκείνων, εἰς οὓς ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως ἀνεγείρωσι τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον οἱ εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) καθήμενοι ἠρείπωσαν (θόρυβος)... Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν συνείδησίν μας ἥσυχον, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι οἱ εἰς τὴν πλευρὰν ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καθήμενοι θέλουσιν ἐξακολουθήσει ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῆς χώρας, θέλομεν δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα καὶ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἡ ἀπάντησίς του θέλει εἶσθαι κύρωσις τῆς ἡμετέρας πορείας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ μαῦρα, δι’ ὧν μᾶς ἠπείλησεν ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος, δὲν τὰ φοβούμεθα, ἔχοντες ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θέλει τείνει πλέον εὐήκοον οὖς πρὸς τὴν δημοκοπίαν, δημοκοπίαν, ἥτις κατέστρεψε τὸν τόπον.

§101Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν εἶπε: «Τί τὰ θέλετε τὰ λόγια; Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ζήτημα ψήφου». Εἰς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ...

§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο.

§103Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς προτάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ μὴ, εἴπετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ψηφοφορίας. Δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἁπλῶς ζήτημα ψηφοφορίας. Ἡμεῖς δὲν προτιθέμεθα νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ζητοῦμεν μόνον νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκεῖνο, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλοῦ φωνάζομεν· ὅτι πρέπει δηλαδὴ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων σκοπὸς εἶναι ἡ προάσπισις ἐπαρχιῶν, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς γνωστὰς δυσχερείας. Ἐπίσης δὲν συμφωνῶ, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ κατόπιν, ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν τὰ μέσα, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὰς παροχὰς, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται. Ἐγὼ νομίζω τὸ ἐναντίον· τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν εἶναι νομοσχέδια ἐκ τῶν κοινῶν· δύναταί τις μάλιστα νὰ χαρακτηρίσῃ ταῦτα ὡς νομοσχέδια δημοσίας ἀνάγκης, ὑπερόχου βίας, ὡς νομοσχέδια σκοποῦντα νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν ἄρτον τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Αἱ παροχαὶ, αἱ διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ζητούμεναι, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ψηφισθῶσι. Προτιμότερον λοιπὸν καὶ τὸ μόνον ὀρθὸν εἶναι, νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα πρῶτον, καὶ κατόπιν νὰ ἐρευνηθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν, ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός μας δὲν ἔχει περίσσευμα τοσοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ ἀναγράψωμεν καὶ τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς καὶ τὰς δαπάνας τὰς ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀπαιτουμένας, νὰ ζητήσωμεν, τίνας δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ περικόψωμεν, ἵνα χωρέσωσιν ἐν αὐτῷ αἱ δαπάναι τῶν ἀναγκαίων τούτων νομοσχεδίων, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ μείνῃ οὕτως ἰσοσκελής. Διότι, ἂν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὶν, εἶτα δὲ τὰ νομοσχέδια περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ περὶ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, τότε δὲν δυνάμεθα πλέον τίποτε νὰ περικόψωμεν. Τούτου ἕνεκα νομίζω καὶ ἐνόμιζον πάντοτε, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, ζητῶν νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, ὅτι ἄνευ ἀντιρρήσεως θὰ ἐψηφίζοντο, κατόπιν δὲ νὰ ἐρευνηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ τότε ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ, πόθεν θὰ περιέκοπτε δαπάνας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ λόγῳ του ἀνέφερε καί τι ἄλλο· ὅτι, ἐὰν διὰ κωλυσιεργιῶν παρακωλυθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, θέλει καταστῆ ἀναγκαία ἡ διάλυσις αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἐκωλυσιεργήσαμεν ποτέ· ἡμεῖς παρεμείναμεν καὶ κατὰ τὴν Αʹ καὶ κατὰ τὴν Βʹ καὶ κατὰ ταύτην τὴν Σύνοδον μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ πολὺ πέραν αὐτοῦ, συμβοηθοῦντες εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία βεβαίως πολὺ ἐκόστισεν εἰς ἡμᾶς, ὑπὸ ἔποψιν κόπων καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγείας, δὲν ἠδυνήθη νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἰσήγαγε καὶ ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων. Ἡμεῖς, πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκόν μας, παρεμείναμεν ἐνταῦθα καὶ ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ἵνα θέση εἰς ἐνέργειαν τὸ πρόγραμμά της, ὡς τὸ ἀντιλαμβάνεται αὕτη. Ὡς προεῖπον, τὸ πρόγραμμα τοῦτο δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιβαρύνει ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καί τι ἄλλο· ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὖσα κατατετμημένη καὶ διῃρημένη, δὲν δύναται νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν· ἐὰν δὲ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἤθελε γείνῃ ἀναγκαία, τότε βεβαίως θέλει προτιμηθῆ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ὅπως λάβῃ αὐτήν.

§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.

§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὑπαινιγμὸν ἔκαμε.

§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόει, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὖσα κατατετμημένη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐν τοῖς λόγοις τούτοις ὑπεμφαίνεται, ὅτι ἐξ ἀνάγκης θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν διάλυσιν.

§108Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ τοιουτοτρόπως ἀντελήφθην, ὅτι, ἐὰν διὰ κωλυσιεργιῶν φθάσωμεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τί δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἀπὸ Ἀντιπολίτευσιν κατατετμημένην; Δυστυχῶς δὲν ἤκουον εὐκρινῶς.

§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι, ἐὰν συνεπείᾳ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παραλύσῃ ἡ πτέρυξ αὕτη, ἐὰν δηλαδὴ δὲν δυνηθῇ, καίτοι ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ἐργασθῇ, ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι κατατετμημένη, ἐνοῦται δὲ μόνον πρὸς ἐπίθεσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, μοιραίως θέλομεν καταλήξει εἰς τὴν διάλυσιν. Αὐτὸ εἶπον, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν διάλυσιν. Δὲν εἶπον τοῦτο, διότι οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ προεξοφλήσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος.

§110Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· αὐταῖς λέξεσιν; αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§111Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει· δηλαδή, ἐὰν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἤθελε καταστῆ ἀναγκαία. Ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιτελέσωμεν καθῆκον, καὶ οὐχὶ ἵνα ἁπλῶς συνδράμωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Τούτου ἕνεκα θεωροῦμεν ἀνωτάτην καὶ πρωτίστην ἡμῶν ὑποχρέωσιν, νὰ προτείνωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ὅλα, ὅσα νομίζομεν συμφέροντα τῇ χώρᾳ· ἐὰν δὲ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων ἡμῶν ἤθελε προκύψει ἡ περίπτωσις, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς. Ἂς ἐπανέλθῃ τότε ἡ ἐξουσία ἐκεῖ, ὅθεν ἀπέρρευσεν, ὁ δὲ λαὸς ἂς ἐκλέξῃ ὅντινα θέλει, ὅπως ἐμπιστευθῇ αὐτῷ τὴν τύχην του.

§112Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρχετο καὶ μᾶς ἔλεγεν: «ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ Προϋπολογισμός, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν μετὰ τὰς ἑορτὰς θὰ σταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς», τότε θὰ ἐνόουν τὸ ἐπιχείρημά του. Ὅταν ὅμως ἔρχηται καὶ μᾶς λέγῃ: «δὲν ἐννοῶ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, διότι θέλω νὰ μάθω πρῶτον ἐκ τῆς βασάνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προτεινομένων νομοθετικῶν μέτρων», τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν λέγει τι ἄξιον οὔτε τῆς προσωπικῆς του σοβαρότητος, οὔτε καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἡγεῖται. Καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω τοῦτο, δὲν ἔχω ἢ νὰ μνημονεύσω τινῶν ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις, ἵνα ἴδητε, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ταῦτα ἔχουσι μὲ τὸν Προϋπολογισμόν. Εἰσήχθη νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, σκοπὸς τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτῆς νὰ ἀγοράσῃ θειϊκὸν χαλκόν, τὸν ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δώσῃ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἵνα οὗτοι δι’ αὐτοῦ ῥαντίσωσι τὰς σταφιδαμπέλους αὐτῶν, καὶ οὕτως ἀποφύγωσι νέαν καταστροφήν. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ εἶναι λίαν κατεπείγουσα, διότι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ εἰσήγετο τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ὅτι θὰ ἐψηφίζετο, προεκήρυξε δημοπρασίαν. Προσῆλθον μειοδόται, ὑπέβαλον προσφορὰς, καὶ ὅμως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἔγκρισιν καὶ ἀγοράσῃ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, τοῦ ὁποίου τοσαύτην ἔχει ἀνάγκην. Περὶ τούτου λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐρωτῶ, ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν; Ἔχομεν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως. Στενάζουσιν οἱ πολῖται σήμερον, διότι διὰ τὴν ἐλαχίστην παράβασιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑφίστανται ὑπερορίαν, ἐκτοπίσεις, ἐξορίαν πλήρη, ἡ δὲ Κυβέρνησις, συνειδυῖα τὸ ἄτοπον, τὸ ἀπορρέον ἐκ τοῦ νόμου, εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τινας διατάξεις, ἵνα περισώσῃ καὶ περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μένει ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ δὲν συνεζητήθη. Σᾶς ἐρωτῶ: προκειμένου νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου εὑρίσκονται εἰς καλὴν ἢ κακὴν κατάστασιν; Ἕτερον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις ἐπιβάλλεται, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐπιψήφισις ἐθεωρήθη ἀναγκαιοτάτη· εἶχε μάλιστα γείνῃ ἔναρξις ψηφίσεως εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σκοπεῖ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ περιφρούρησιν τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἕνεκα τῶν ἀπεριορίστων ὁρίων τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἀνακριτῶν. Ἔχει σχέσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κράτους; Καὶ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ποίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ περιμείνωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ σκεφθῶμεν περὶ περιφρουρήσεως τόσων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων, αἵτινες χάνονται εἰς τὰς φοβερὰς κατακόμβας τῶν μεταλλείων; Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ περὶ μονιμότητος τῶν ἀνακριτῶν, σπουδαιότατον διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ μείνῃ. Ἐρωτῶ, ἔχει σχέσιν μὲ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Ἀλλ’ ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἑνὸς καὶ μόνου νομοσχεδίου, τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διὰ τὸ ἔτος 1900 τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὧν ἡ πρόσοδος κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἂς ἴδωμεν, ἂν καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀληθῶς σχέσιν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Τὴν ἱστορίαν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου πάντες γνωρίζετε. Ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμόνως νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου οἱ μὴ συγκομίσαντες οἶνον ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου· ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην, καὶ εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον. Τώρα, εἴτε ἀποδειχθῇ διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ, εἴτε ἀποδειχθῇ, ὅτι κακῶς ἔχουσι, πάντως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισίν του· οὐδένα δὲ λόγον θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ, ἀφοῦ ἤδη τὸ εἰσήγαγεν ἐν ἐπιγνώσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ὅταν λοιπὸν περὶ τοιούτων πρόκηται νομοσχεδίων, ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι εἶναι κώλυμα πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν ἡ ἔλλειψις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀγνοοῦμεν ἔτι τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικήν; Καὶ ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ ταῦτα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; «Ἀλλὰ τί σημαίνει», λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «ἐὰν εἶναι πολὺ σπουδαῖα τὰ νομοσχέδια αὐτά; Μήπως καὶ αὐτὰ δὲν θὰ ψηφισθῶσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;» Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν θὰ ψηφισθῶσιν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐδῶ εἶναι ὁ κόμβος τοῦ ζητήματος. Δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι;

§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βέβαια, βέβαια.

§114Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ἕκαστος τὸ λέγει διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἐν πεποιθήσει, ἀλλὰ κατόπιν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ, χάριν τῶν ἑορτῶν, καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Διατὶ δὲν θέλετε νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμόν; Εἶναι ζήτημα πείσματος, εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας. Τὸ ἀληθὲς λοιπὸν εἶναι, ὅτι δὲν μᾶς κωλύει ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Τὸ ζήτημα εἶναι φανερόν· ἡ Κυβέρνησις, βλέπουσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι, ἐπισπεύδει τὴν λῆξιν, ἵνα μᾶς καλέσῃ ἔπειτα τὸν ἐρχόμενον Νοέμβριον. Καὶ ἐλησμόνησα νὰ ἀναφέρω τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως», οὐσιωδέστατον καὶ ὠφελιμώτατον. Καὶ ἐν τούτοις δὲν θὰ ψηφισθῇ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, ἐπιμένουσα εἰς τὴν πρόταξιν αὐτῶν.

§115ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ταύτην τὴν ἑσπέραν δὲν ἐζήτησεν ἀκριβῶς νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρόταξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπῆρξε πρόσχημα· τὸ ἀκριβὲς δὲ εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, αἵτινες πάντως ἔμελλον νὰ ἔχωσιν ὡς παρακολούθημα τὴν πρότασιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην, διότι εὑρέθη ἐνώπιον ἀπροόπτου ἀποκαλύψεως. Τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέχρι τινὸς ἐνόουν, διότι βεβαίως καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι, εὐθὺς ὡς συγκαλεῖται ἡ Βουλή, νὰ ἐπιδιώκωσι μετὰ πάσης ἐπιμονῆς τὴν ἔρευναν, τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος τούτου αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ἦναι Προμηθεῖς, ἔχουσαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπισκοπῶσι τὰ πράγματα καὶ τὸν ὑπολειπόμενον καιρόν, καὶ τότε μόνον νὰ ἐπιμένωσιν εἰς συντέλεσιν τόσον σπουδαίας ἐργασίας, ὅτε τὰ πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ διεξαχθῇ καὶ περατωθῇ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν, ὡς ὤφειλε, νὰ ἔχῃ ἐγκαίρως ἐψηφισμένον τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν 1 Νοεμβρίου, ὅπως τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἂν ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὤφειλε νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν τὸν Ὀκτώβριον, καὶ ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ ἔχῃ εὔλογον τὴν ἀξίωσιν τῆς μελέτης αὐτοῦ ἐντὸς τῶν τριῶν μηνῶν καὶ τῆς ψηφίσεως πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου. Ὡς ὅμως ἐκάλεσεν ἡμᾶς, ἀνέτοιμος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ μάλιστα κατώρθωσε μόλις τὴν 11 Νοεμβρίου νὰ καταθέσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, οὐδὲν ἔχουσα ἕτοιμον τῶν παρακολούθων νομοσχεδίων, οὐδὲ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν, προσκομίσασα, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν, οὐδὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τοῦ νέου ἔτους. Ἡ Κυβέρνησις τὴν ἑσπέραν ταύτην εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν θὰ προταχθῇ ἢ ὄχι ὁ Προϋπολογισμός, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη. Χθὲς εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζωηρῶς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλομεν περατώσει τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ τύποι — διότι πάντοτε, ὡς βλέπομεν, περὶ τύπων πρόκειται, ὅταν πρόκηται περὶ Συντάγματος, — τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἀδιάφορον, ἂν δὲν περατωθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν συζητήσεων, καὶ τὴν ψήφισιν καί τινων νομοσχεδίων, ἀναγκαίων ἵνα ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ νέου ἔτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦτο ἐπιδιώκων, δὲν ἤθελε βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω, φθάσει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν συνέβαινον, ὅσα συνέβησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γεννᾷ ζητήματα, ἅτινα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολήξωσι μοιραίως εἰς πρόκλησιν τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ταῦτα λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἐσκόπει, ὡς καὶ αὐτὸς ἐβεβαίωσε, νὰ πτοήσῃ τινά· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἦτο ἀτυχὴς καὶ ἡ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ, ἂν ἀληθεύῃ, ὑπόμνησις τῶν μελλόντων ἐπακολουθημάτων τῆς συρράξεως Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως· διότι ὁμοιάζει ἡ τοιαύτη ὑπόμνησις τὴν ὑπόμνησιν τῶν δικηγόρων πρὸς τοὺς ἐνόρκους περὶ ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Ἡ ὑπόμνησις αὕτη δὲν ἔχει ἀξίαν, καὶ ἀπαγορεύεται νὰ γίνεται, ὡς γίνεται. Ἀπαγορεύεται νὰ γίνεται ἡ ὑπόμνησις τῶν ἐπακολούθων τῶν πράξεων, τῶν ἐπιβεβλημένων ὑπὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Ἄν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος αὐτῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἴδῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις πάντως θέλει ἀπολήξει εἰς τὴν διάλυσιν, μήπως νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελέσῃ αὐτό; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις Βουλευτὰς ὀρρωδοῦντας πρὸ τοιούτων ἐπακολούθων, ὅτε εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων; Ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, ὡς καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, εἶναι γνῶμαι, ἃς μόνος ὁ λαὸς καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἐν ἑαυτοῖς κατέχουσιν· οὐδεὶς προγιγνώσκει τι περὶ αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸ ἀμέτρητον βάθος, ἐν ᾧ αἱ γνῶμαι αὗται ἐγκλείονται· παρέχουσι δὲ, συχνότερον ἢ ὅσον πιστεύεται, ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, ὅπερ προσδοκῶσιν οἱ ἐπικαλούμενοι αὐτάς. Ἐν τούτοις ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει· καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἔθεσεν ἀπ’ εὐθείας τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐστήριξεν αὐτὸ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ὅπως προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, προτάσεως, ἥτις δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι ἤδη προετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς, προτάσεως, ἥτις δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς αὐτὴν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὁ προσήκων χρόνος, δηλώσας, ὅτι μετὰ τὴν 12ην τῆς νυκτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἐπιληφθῶσι μακρῶν ἀγορεύσεων οἱ Βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 19ην τοῦ μηνὸς, καὶ ὅτι τὰ Χριστούγεννα δὲν μετέβαλον θέσιν. Πάντως λοιπὸν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ θέλομεν ψηφίσει, οὐχὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ θέλοντες νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νομίμων, οὐχὶ διότι δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν,— διότι εἰσήλθομεν — ἀλλὰ θέλομεν ψηφίσει, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν δώσει μέλαιναν ψῆφον κατ’ αὐτῆς, διότι ἡ ὅλη πολιτεία αὐτῆς ἀπὸ διετίας εὑρίσκεται πρὸς τὰς γνώμας ἡμῶν εἰς ἀντίθεσιν τοιαύτην, ὥστε εἶναι ἀπίθανον, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν, ὅτε ἤρχισε νὰ καταρρέῃ τὸ κυβερνητικὸν οἰκοδόμημα, ἡμεῖς θέλομεν δώσει ψῆφον ἀλλοίαν ἐκείνης, ἣν σταθερῶς μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε παρ’ ἡμῶν.

§116Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§117ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη μαρτυρεῖ, ὅτι οἱ γενεσιουργοὶ τῶν κομμάτων λόγοι καὶ οἱ λόγοι τῆς συνοχῆς αὐτῶν, ὅπως ταῦτα σήμερον μορφοῦνται καὶ λειτουργοῦσι παρ’ ἡμῖν, εἶναι καὶ αἰτία τῆς ἀποσυνθέσεως καὶ τῆς ταχείας καταπτώσεως αὐτῶν. Ἐὰν βλέπωμεν τὰ συμπτώματα, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνησαν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς παρούσης Συνόδου, ἐπιτεινόμενα, καὶ ἂν ἕνεκα τούτου δυσφορῇ ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ αἰτιᾶται ἑαυτὴν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ δημιουργὸς τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ ἀποσύνθεσις ἀρξαμένη θὰ βαδίσῃ γοργῷ βήματι, καὶ πρέπει νὰ μὴ ἀμφιβάλλωσιν, ὅτι ὄχι μετὰ μακρὸν χρόνον ἡ πλειονοψηφία θὰ μεταβληθῇ εἰς μειονοψηφίαν. Ἐὰν ἐφήρμοζεν ἄλλας ἀρχὰς κομματικῆς συντάξεως καὶ συνοχῆς, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τουλάχιστον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὴ εἴπῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε, καὶ τὰ ὁποῖα αἰσθανόμεθα πληρέστατα, ὅτι δηλαδὴ ἐκ τῆς θέσεώς του, ὡς Πρωθυπουργοῦ, οὐδεμίαν ἠσθάνθη εὐχαρίστησιν μέχρι τοῦδε. Τοιοῦτον σύστημα καὶ οὕτω λειτουργοῦνται κόμματα πικρίας γεννῶσι καὶ εἰς τὰ μέλη καὶ εἰς τοὺς διευθύνοντας καὶ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, καὶ ἰδίως εἰς τὸν τόπον. Κακὴν ἔδωκαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ἐπωνυμίαν ἀνεξαρτήτου Βουλευτοῦ οἱ εἰπόντες, ὅτι ἀνεξάρτητοι Βουλευταί εἰσιν οἱ μεμονωμένως βουλευόμενοι καὶ ἐλεύθεροι πάσης κομματικῆς συνδέσεως μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν. Ἂν οὕτως ἐννοοῦσι τοὺς ἀνεξαρτήτους Βουλευτάς, τότε ὀρθῶς εἶπον ὅσα ἤκουσα, ὅτι ἐρρήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ,—διότι δὲν ἤμην παρών—ὅτι τουτέστι τοιαύτη Βουλευτῶν πορεία εἶναι ἀποσυνθετικὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Λέγοντες ἀνεξαρτήτους Βουλευτὰς ἐκείνους, ὅσοι ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου ἐζητήσαμεν νὰ συνταχθῶμεν εἰς κόμμα ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, παρεξηγοῦσι καὶ διαβάλλουσιν αὐτούς· διότι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ποσῶς κατὰ νοῦν νὰ πολιτευώμεθα μεμονωμένως καὶ ὡς μονάδες ἐργαζόμενοι ἐν τῇ Βουλῇ· ἡμεῖς ἐννοοῦμεν κόμμα, οὗτινος τὰ μέλη, ἤτοι οἱ Βουλευταί, νὰ ὦσιν ἀνεξάρτητοι μὲν ἀπὸ τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν καὶ πιέσεων, συνδεδεμένοι ὅμως πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἀποτελοῦντες κόμμα, ἐπὶ τῇ βάσει ἀρχῶν, τῶν ὁποίων καὶ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν θὰ ἐπεδίωκον, καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ μόνον τῶν ὁποίων θὰ ἐξηρτᾶτο ἡ συνοχή, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἠκολούθησε τὸ ἀντίθετον σύστημα, καὶ οἱ κατ’ ἀρχὰς ἀποδεχθέντες τὰς ἀρχὰς ταύτας Βουλευταὶ—καὶ ἦσαν ἀρκετοὶ τότε—τάχιστα ἠραιώθησαν, καὶ τελείως ἀφηρπάγησαν οἱ πλεῖστοι ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν ὑποχήν, τὴν κοινῶς λεγομένην παρὰ τῆς ἁλιεῦσιν ἀπόχην, ἡ ὁποία, ἐνέχουσα τὰ δολώματα τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν, προσείλκυεν αὐτούς. Οὕτω κατ’ ὀλίγον ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως τοιούτου κόμματος ἐν τῇ ἀποπείρᾳ αὐτῆς ἀπέτυχε, διότι ἀκόμη εἶναι ἀνώριμος ὁ τόπος. Εἶναι φυσικόν, ὅτι οὕτως ἀρξαμένη ἡ πλειονοψηφία, ἢ οὕτω καὶ θὰ τελειώσῃ, ἢ θὰ ἐξοντώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Ἐὰν δὲ εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ Ὑπουργείου, πάλιν καὶ ταῦτα εἶναι κατ’ αὐτοῦ. Θέλων νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀνάγκην τῆς προτάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶπεν, ὅτι πρέπει μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδιά τινα, οἷον εἶναι τὸ περὶ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου καὶ τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ. Καὶ ἠπόρησα, ὅτε ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν εἰπόντα: «διατί ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμόν;» Τουναντίον, φρονῶ, ἔδει νὰ εἴπῃ· ὅτι τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν νομοσχέδια πρέπει νὰ προταχθῶσιν αὐτοῦ, καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ συζητηθῶσι πρῶτα, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ψηφίσεως αὐτῶν θὰ διατυπωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, θὰ κριθῇ, ἂν θὰ δοθῇ τὸ δάνειον εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελονήσου, καὶ ἂν πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901. Ὅθεν πρῶτον πρέπει νὰ κριθῇ, ἐὰν θὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ μὲ τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἔπειτα νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις θὰ διατυπωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων νόμων καὶ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται τοῦτο, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ προτείνουσα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸν Προϋπολογισμόν; Δὲν προέτεινεν αὐτὴ τὸ περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀμπέλων ἀπὸ τοῦ φόρου; αὐτὴ δὲν προτείνει τὸ δάνειον πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον; αὐτὴ δὲν προέτεινε τὰ βοηθήματα καὶ τὴν ἄφεσιν ὑποχρεώσεών τινων τῶν Θεσσαλῶν; Τὰ νομοσχέδια ταῦτα λοιπὸν πρέπει νὰ προταχθῶσιν. Ὥστε, κατὰ λογικὸν εἱρμόν, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νὰ ἐπιταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπιμένουσα δὲ, γεννᾷ εὐλόγως τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Πατρῶν ἔντιμος συνάδελφος εἶπεν· ὅτι δηλ. θέλει νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ περὶ τῶν ἄλλων δὲν φροντίζει, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ μόνον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ βαδίσῃ μέχρι τῆς ἐρχομένης Συνόδου. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι ἐπιμένει, διότι, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν νὰ προδικάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὰς δαπάνας ἐκείνας, χωρὶς νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν. Ἐν τῇ οὐσιαστικῇ τοῦ ζητήματος ἐξετάσει ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τι, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ αὐτήν. Ἐὰν ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ πρότασις ἡ συζητουμένη ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶναι δικαίωμα παντὸς Βουλευτοῦ νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν, καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καίτοι ἤρξατο ἡ συζήτησις ἑνὸς θέματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε καὶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ θεωρεῖ μόνον ὡς ζήτημα κομματικῆς τιμῆς...

§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον;

§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. Ἐὰν τὰ ζητήματα τῆς κομματικῆς τιμῆς δύνανται νὰ διέπωσι τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας, ἔχει δίκαιον· καὶ ἴσως αὐτὸ μόνον θὰ ἐδικαιολόγει τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιμένουσαν διὰ νὰ σώσῃ τουτέστι τὴν κομματικὴν αὐτῆς τιμὴν—διότι τοιοῦτόν τι νομίζω, ὅτι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός...

§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Εἶπον ὅτι ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν λέγητε, ὅτι μόλις λάβωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν, λέγετέ τι ὅλως ἀνακριβές, ὅλως ἀβάσιμον.

§121ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν εἴπετε τοῦτο, ὀφείλω νὰ τροποποιήσω τὸ ἐπιχείρημά μου... Ἦλθε καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς δευτέραν φορὰν σήμερον τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως. Ἤθελον ἐρωτήσει, τί ἐπιδιώκεται διὰ τούτου; Νὰ ἐπιδειχθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι, ἂν δὲν ἀποτελέσωσι μεγάλας ὁμάδας, κατ’ ἀνάγκην προκαλοῦσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Εἰς ποῖον εἶναι ἄγνωστον τοῦτο; Ἐὰν δ’ ἐνομίσατε, ὅτι ἔδει νὰ ῥιφθῇ ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἐρωτῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ μειονοψηφία μεθαύριον, γενομένη Κυβέρνησις, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπειλήσῃ τὸ ἴδιον εἰς τὴν σήμερον πλειονοψηφίαν, γενομένην μειονοψηφίαν; Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, φοβούμενοι ν’ ἀντιμετωπίσωσι πάλιν τὸν λαὸν, αὐτοὶ εἶναι ἀνάξιοι νὰ φέρωσι τὸ ἀξίωμα αὐτῶν, καὶ νομίζω αὐτὸ ὕβριν δι’ ὅλους ἐκείνους, ὅσους ἠδύνατο νὰ ὑπονοήσῃ ἡ τοιαύτη ἀπειλή. Οἱ Βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὡς κανόνα τῆς πορείας αὑτῶν τὸ νὰ ἐκτελῶσιν ὅ,τι φρονοῦσιν ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον, καὶ ὁ λαὸς ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βουλευτοῦ. Καὶ τὸ λεχθὲν δὲ, ὡς δῆθεν πρακτικῆς ἀξίας, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ θὰ γεννήσῃ αὐτὴ καθ’ ἑαυτῆς τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως, οὐδαμῶς ὠφελεῖ τοὺς θέλοντας νὰ ἀποκρούσωσι τὴν πρότασιν, ὅπως προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐπιτευχθῇ παρ’ αὐτῆς μέχρι τῶν Χριστουγέννων, ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐγκρίνει, καὶ ἂν ταῦτα ψηφισθῶσι, τότε νὰ ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ὀρθῶς παρετηρήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι παραίτιος τῆς τοιαύτης ἀτελοῦς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μελέτης εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ καλέσασα τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον, ὅτε, καὶ ἂν δὲν ἐκαλεῖτο ἡ Βουλή, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνέλθῃ αὐτοδικαίως. Διότι διὰ τῆς τοιαύτης βραδείας τῆς Βουλῆς συγκλήσεως ἡ Κυβέρνησις δεικνύει πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν φόβον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν καλεῖ τὴν Βουλὴν ἐνωρίτερον. Ἢ μήπως ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραλύει τὴν διοίκησιν, καὶ παρεμποδίζει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐργασθῇ; Ὁ τοιοῦτος φόβος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἢ μᾶλλον πρὸς τὴν Βουλὴν, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας εἶναι ἀποτέλεσμα πάλιν τῶν οὐκ ἐπαινετῶν αἰτίων τῆς συνοχῆς τῶν κομμάτων. Ἐὰν οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας τῶν κομμάτων δὲν μεταβληθῶσι, τὸ πολίτευμα θὰ λειτουργῇ κακῶς, ἐπὶ βλάβῃ πάντων τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐπὶ ἐξευτελισμῷ τοῦ πολιτεύματος. Θέλω λοιπὸν ψηφίσει τὴν πρότασιν τοῦ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, διότι εὑρίσκω, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ἀφοῦ οὐδεμία βλάβη δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιταχθῇ τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ δίδῃ τὰς δαπάνας πρὸς θεραπείαν ἀνεγνωρισμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νόμων ἀναγκῶν.

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέβαλεν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ, ὅπως μὴ στέρξῃ εἰς τὴν πρότασιν ἡμῶν περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύονται ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, οἱ λόγοι, λέγω, τοὺς ὁποίους προέβαλε, μοὶ φαίνονται ἥκιστα ὀρθοί. Εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γνωρίζει ποῖον ὁρισμὸν ἢ ποῖον χαρακτῆρα δίδουσιν ἐν πᾶσι τοῖς κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένοις Κράτεσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Λέγουσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων, ἤτοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἀπεδέχθησαν, ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐπέτρεψαν νὰ εἰσπράττωνται. Ἐὰν ἦναι τοιοῦτος ὁ Προϋπολογισμός, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν, καθ’ ἣν ὥραν πρόκεινται πρὸ ἡμῶν ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, περὶ τῶν ὁποίων ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι, δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν, εἰμὴ ἐὰν νόμοι ἀναγνωρίσωσιν αὐτὰς καὶ κανονίσωσι τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως αὐτῶν; Ἡ φύσις, ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ὁποίων προβλέπουσιν οἱ νόμοι, αὐτὸς εἶναι ὁ τίτλος ὁ ὁποῖος καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν προήγησιν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε θεωρηθῆ ὡς κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα, ὡς πρόγραμμα διοικήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην νὰ σπεύδῃ, ἵνα ψηφισθῇ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ πρόγραμμα αὐτό ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ ἀνεκοίνωσεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγένοντο ἐκλογαὶ, μεθ’ ἃς συνῆλθεν ἡ Βουλή. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ποία ἡ παραχθεῖσα Βουλὴ, ποία ἡ γένεσις αὐτῆς. Παραλείπω ταῦτα, καὶ ἀναφέρω, ὅτι συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἐν αὐτῇ εὑρέθη πλειονοψηφία, ἥτις ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ πρόγραμμα αὐτό. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τυγχάνει ἥκιστα ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον, ὅτι ἦτο πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ εἰς κίνδυνον τὸ Κράτος καὶ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, δὲν παρεκωλύσαμεν παντάπασι τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἵνα θέσῃ ἐν ἐκτελέσει τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τοῦτο, δηλαδὴ ἵνα ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος προταθέντα τότε νομοσχέδια. Ἐπράξαμεν δὲ τοῦτο, οὐχὶ διότι εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ταῦτα ἐψηφίζοντο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἢ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐπράξαμεν τοῦτο διὰ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, ὅπως ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἦτο πρόγραμμα τοιοῦτον, οἷον ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἦτο. Ἐὰν παρεκωλύομεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ προταθέντων νομοσχεδίων, καὶ τῶν κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ 1900, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν τῆς δυνάμεως ἡμῶν ταύτης· διότι, ἂν δὲν ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμός, ὁ παριστῶν τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ προταθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἤθελε λεχθῆ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ἀφήκαμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ πρόγραμμα λαοσωτήριον, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ πλανηθῇ καὶ αὔριον, ὡς καὶ χθὲς ἐπλανήθη διὰ παρομοίων σοφισμάτων καὶ ψευδολογιῶν. Ποῖος λοιπὸν λόγος ὑπαγορεύει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ σπεύσῃ, ἵνα ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὡς τάχιστα τὸν Προϋπολογισμόν; Καί, ἐνῷ μόλις πέντε ἡμέρας ἀπέχομεν ἀπὸ τῶν ἑορτῶν, ἠξίωσε νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, καὶ νὰ διακόψωμεν αὐτήν, καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν αὖθις τὴν ἔρευναν Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος φέρει ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποπλύνωμεν, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ῥάχιν αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν, τὸ ἐλάττωμα, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων πέντε Ὑπουργείων, καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ ἔσπευσεν ἐντὸς 15 λεπτῶν, ἢ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, νὰ διέλθῃ τροχάδην καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τῶν πέντε Ὑπουργείων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καί, ὡς ἔλεγέ τις, ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ περάσῃ αὐτοὺς, τρέχουσα εἰς τὰ τέσσαρα! ὡς εἰ ὁ ἐχθρὸς ἦτο πρὸ τῶν πυλῶν, καὶ ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ νὰ παραταθῇ ἡ ἔρευνα, καὶ νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, οὐχὶ 15 λεπτὰ ἢ 30 λεπτὰ τῆς ὥρας, ἀλλὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι! Φαντασθῆτε, ποῖον δυστύχημα, νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων μία ἢ δύο ἑβδομάδες! Τοιοῦτον λοιπὸν Προϋπολογισμὸν ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν πέντε ἡμέρας πρὸ τῶν ἑορτῶν, καὶ νὰ διακόψωμεν κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν; ἢ, καὶ ἂν συμβῇ νὰ ἐπέλθῃ ἡ πονηρὰ ἐπιθυμία εἴς τινας, καὶ ἤθελε δοθῆ εὐκαιρία πρόσφορος, νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὸν ἐν μιᾷ νυκτί; Ἡμεῖς ἔχομεν δεδομένα, ἐπιτρέποντα καὶ τοῦτο νὰ ὑποπτεύωμεν· διότι, ἂν συνέβη νὰ μὴ ἤμην παρών, ἔμαθον ὅμως, ὅτι ἐν προκεχωρημένῃ νυκτὶ ἐψηφίζοντο κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἤθελε ψηφισθῆ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι τροπολογίαι οὐδὲ κἂν εἶχον τυπωθῆ, οὐδὲ κἂν εἶχον διανεμηθῆ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οὐδ’ ἦσαν γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην, ἢ κἂν κατὰ τὴν δευτέραν, ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν! ὅτι ἐζητήθη ἐν προκεχωρημένῃ νυκτὶ νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ὡς ψηφιζόμενον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἔχον ὀκτὼ ἄρθρα, ἐνῷ ἐπροτάθη κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸ εἰς τὰς δύο πρώτας ἀναγνώσεις ψηφισθὲν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέκειτο ἐξ ἑβδομήκοντα ἄρθρων! Καὶ τί, τέλος, ζητοῦμεν ἡμεῖς, Κύριοι; Ζητοῦμεν νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μόνον βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἐξόδων ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἓν ἄλλο βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰσηγάγετε αὐτὰ, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ οἱ ὁποῖοι συνετάξατε τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι εἴμεθα ἐν ἄκρᾳ οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ, ὅτι διαχειριζόμεθα περισσεύματα, σεῖς λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς προηγουμένως, ἵνα πεισθῆτε, ἂν ἀφίνει περισσεύματα, ἢ ὄχι! Δὲν ἔχετε λοιπὸν πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνετάξατε, καὶ τὸν ὁποῖον μᾶς παριστᾶτε ὡς μέλλοντα ν’ ἀφήσῃ περισσεύματα; Ὅταν δ’ εἰσάγητε τὰ νομοσχέδια, δὲν ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι δύνασθε καὶ νὰ ἐκτελέσητε αὐτά; Ἀλλὰ, δυστυχῶς, κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, καθ’ οὓς, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου παρεπονεῖτο, ὅτι διάφοροι νόσοι μαστίζουσι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ κατήγγελλε μεταξὺ τῶν νόσων τούτων καὶ τὴν κρατοῦσαν παρά τισι τῶν δικαστῶν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπιδεικνύωνται, ἵνα τυγχάνωσι τοῦ ἐπαίνου τούτων ἢ ἐκείνων, καθ’ οὓς παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκδηλοῖ ἐν τῷ τόπῳ μία ξενικὴ λέξις, ἥτις εἰσήχθη, τῆς ῥεκλάμας, διατὶ νὰ μὴ ὑποπτεύωμεν, ὅτι ἐνδέχεται καὶ Κυβερνήσεις νὰ ἐπιθυμῶσι νὰ ἀρέσκωσιν εἰς τὸν λαὸν, φαινόμεναι, ὅτι προνοοῦσι περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ προτείνουσι μέσα πρὸς θεραπείαν αὐτῶν, ἔπειτα δὲ, εἴτε ἐγκαταλείπουσι τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ ἀψήφιστα, εἴτε, καὶ ἂν ψηφισθῶσι ταῦτα, δὲν ἐκτελοῦσι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐπρότειναν, καὶ ἐπὶ ταῖς παραστάσεσιν αὐτῶν ἐψήφισεν ἡ Βουλή; Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, Κύριοι, εἶναι προϊὸν δυσπιστίας. Ἄν ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων δὲν εἶχε διδάξει τοὺς λαοὺς πολλῷ πρὸ ἡμῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δυσπιστῶσι, βεβαίως τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα δὲν ἤθελον ἐπινοηθῆ. Ἡ δυσπιστία εἰσήγαγε τοὺς λαοὺς εἰς τὸν πόθον νὰ ἀποκτήσωσι κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, καὶ ἀφοῦ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ τῆς δυσπιστίας, διατὶ θέλετε, ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τόσην εὐπιστίαν, ὥστε νὰ ἀποδεχώμεθα, ὅτι, ἀφοῦ εἰσήχθησαν νομοσχέδιά τινα, βεβαίως αὐτὰ θέλουσι ψηφισθῆ; Καὶ ἂν δὲν ψηφισθῶσι, διατὶ νὰ μὴ ὑποπτευώμεθα, ὅτι ἡ μὴ ψήφισις αὐτῶν θέλει ἀποδοθῆ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ θέλει καταγγελθῆ αὕτη, ὅτι διὰ κωλυσιεργίας παρημπόδισε τὴν ψήφισιν αὐτῶν; Οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως πληροῦσιν ἀνάγκας ἐπικειμένας, ἀνωμολογημένας, καταφανεῖς, ὅτι ταῦτα τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ ἀφεθῶσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξετασθῇ καὶ ψηφισθῇ μετὰ τὰς ἑορτὰς, ποία εἶναι ἡ ζημία, ἡ ὁποία θέλει προκύψει εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Καὶ ἀφοῦ οὐδεμία ζημία προκύπτει, θέλομεν προσβλέψει εἰς τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὰ συμφέροντα, ὅταν ἀναβάλληται ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις νομοθετημάτων τοσοῦτον ὁμολογουμένως ἀναγκαίων; Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον διετυπώθησαν εἰς πρότασιν, μετὰ πάσης ἠρεμίας καὶ πρᾳότητος προταθεῖσαν, οἱ ὁποῖοι σήμερον προὐτάθησαν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἀνέβησαν τὸ βῆμα, ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους βεβαίως ἀπεδέχθημεν. Ἄν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων, ἡ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων τούτων χρησιμεύει εἰς αὐτὸν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ πάσῃ ἡμέρᾳ ἔχουσι δικαίωμα νὰ προβάλλωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὁσάκις ἤθελε γεννηθῇ ὑπόνοια, ὅτι δὲν εἶναι ἀναντίρρητος ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου, πῶς θέλετε νὰ μένωσιν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ προβάλλωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Διὰ τοῦτο ἡμεῖς οὐδεμίαν προβάλλομεν ἀντίρρησιν, καὶ ἀποδεχόμεθα, καὶ θέλομεν ψηφοφορήσει ἐπ’ αὐτοῦ, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες· δὲν εἶναι ὅμως οὐδαμῶς εἰθισμένον, οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις εἰς τοὺς διευθύνοντας πολιτικὰ κόμματα νὰ μεταφέρωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς, ὅσα αὐτοὶ μετὰ τῶν φίλων αὐτῶν διαλέγονται καὶ συζητοῦσιν. Ὅτε ἀνέγνων, χθὲς ἢ προχθές, ἐφημερίδα τινὰ, ἐξ ἧς ἔμαθον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχε συγκαλέσει παρ’ ἑαυτῷ τοὺς φίλους του, καὶ συνεζήτει περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οὐδαμῶς ἐξεπλάγην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι οὐχὶ εἰθισμένον, ἀλλ’ ἐπιβεβλημένον· διότι, ἂν ᾖναί τις εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει νὰ ἐπικοινωνῇ μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας οὐχὶ μόνον διὰ παραχωρήσεων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀνακοινώσεως τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν γνωμῶν των, καὶ δι’ ἐρεύνης, ὅπως τὰ κόμματα καὶ οἱ ἡγέται αὐτῶν ἀσπάζωνται γνώμας, αἵτινες συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι οἰκογενειακὴ συνεννόησις. Ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας πολιτικοῦ κόμματος καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κόμμα, ἀποτελοῦσιν ἕνα πολιτικὸν ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδίας λειτουργίας, οὐδεὶς δὲ ἀλλότριος αὐτοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν λειτουργίαν ταύτην, καὶ νὰ μάθῃ ποτά τινα λέγονται καὶ ποῖα ἀκούονται ἐν ταῖς αἰθούσαις ἐκείναις. Διὰ τοῦτο δὲν ἐνόησα, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς σήμερον, ὅσα περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐλέχθησαν ἐν τῇ ὁμηγύρει ἐκείνῃ. Ὅταν τις ἔχῃ πολιτικοὺς φίλους μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, αὐτὸς δὲ ᾖναι εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, διατελῶν ἐν ἀμέσῳ συνεννοήσει ἀφ’ ἑνὸς μὲν μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, νομίζω, ὅτι, καὶ ὅταν συνομιλῇ καὶ συνεδριάζῃ μετὰ φίλων αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῇ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ φόνος τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, ἐκλεχθεῖσα, ἔχει δικαίωμα νὰ ζῇ τέσσαρα ἔτη, πλὴν ἂν φονευθῇ προηγουμένως· ἀλλὰ τὴν σπάθην κρατεῖ ὁ Βασιλεύς. Ἂν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὡς φόνος τῆς Βουλῆς, ᾖναι δυσάρεστον μέτρον εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Βουλὴν, διότι ἐνδεικνύει εἰς αὐτοὺς προσεχῆ τὸν θάνατον αὐτῶν, δὲν μοι φαίνεται, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰς ἐργασίας τῶν κομμάτων νὰ ἀνακαλῶσιν εἰς τὴν μνήμην τῶν φίλων των τὸν πιθανὸν θάνατον αὐτῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπολαμβάνωνται ὑπὸ τῶν φίλων των, ὅτι διὰ τῆς ἀναμνήσεως τοῦ τέλους τοῦ βίου των προηροῦντο νὰ ἐνασκήσωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως καὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν. Ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἤκουσα, ὅτι τοιαῦτά τινα ἔλεγεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἠπόρησα, πῶς διέφυγε τοῦτο τὴν προσοχὴν ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀξυτάτην ἀντίληψιν καὶ ὁ ὁποῖος χειρίζεται ἐπαρκῶς τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ εἰσάγει εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἀφορῶσι τοὺς φίλους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡμᾶς δὲν ἀφορῶσι παντάπασι, καὶ δὲν ἐννοῶ, διατὶ ἀνεκοινώθησαν ταῦτα εἰς ἡμᾶς, ὑπὸ τὸν λόγον, ὑπὸ τὴν αἰτίαν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι λέγονται διὰ νὰ ἀνασκευάσωσι τοὺς λόγους ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας, τῶν ἀποχωρισθέντων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλου σήμερον ποῖα αἰσθήματα ἠσθάνθη, ὅτε ἤκουε τὰ ἀνακοινούμενα περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνελεύσει. Ἡμεῖς, ὡς μειονοψηφία, γνωρίζομεν, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι Ἡγεμονικὸν δικαίωμα· φρονοῦμεν μάλιστα, ὅτι τὸ Ἡγεμονικὸν τοῦτο δικαίωμα, ὅταν ἐξασκῆται πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, εἶναι μέτρον ἀναγκαῖον καὶ σωτήριον. Ἀλλὰ ποῖαί εἰσιν αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅσοι ἀνέγνων καὶ μίαν σελίδα οἱουδήποτε συγγράμματος περὶ Συνταγματικοῦ δικαίου, ὅτι, ἐὰν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, ἔχωσι πολιτικὴν ἢ πρόγραμμα, περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ λυσιτελείας τοῦ ὁποίου εἰσὶ πεπεισμένοι, εὑρεθῶσι δέ ποτε ἀπέναντι μελῶν πλειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦνται νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν ψῆφόν των, ἑπομένως καθίσταται δύσκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι εἶχον, τότε ἀπόκειται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν ἔχουσι πλέον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῆς ἱκεσίας πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτοὺς τὴν διάλυσιν, διότι διὰ τῆς διαλύσεως γίνεται ἔκκλησις πρὸς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς διαφωνίας, ἡ ὁποία προέκυψε μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διάλυσις ἐνδείκνυται, ὡς ἀναγκαία. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη, σπανιώτατα ἐπιφαινομένη, ἡ περίπτωσις ἀνικανότητος τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα συντελέσῃ εἰς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Ποῖος εἶπεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἂν ἤθελε κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ γείνῃ πλειονοψηφία, δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ἀφοῦ θέλει ὑποστηρίζεσθαι ὑπὸ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος σοβαρὸς, θίγων πολιτειακὰ ἢ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑποβάλλουσαν εἰς τὸν Βασιλέα πρότασιν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία θέλει ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει αὕτη νὰ ἔχῃ σπουδαίους λόγους, ἵνα προβάλῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἂν μάλιστα δὲν ὑπάρχῃ κατηγορία κατὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἕνεκα παρανομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀλλοιώσασαι τὴν διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλωθεῖσαν βούλησιν τῶν ἐκλογέων, ἢ παρακωλύσασαι καὶ διαστρέψασαι πρὸ τῆς ψηφοφορίας τὸ φρόνημα αὐτῶν· κατὰ τῆς Βουλῆς δὲ ταύτης, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν προὐτάθη τοιαύτη αἰτίασις. Διατὶ λοιπὸν προβάλλουσι σήμερον τὰ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Προηγοῦντο νὰ δώσωσι μάθημα Συνταγματικοῦ δικαίου; Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη τοιούτου μαθήματος· ἐὰν δὲ ταῦτα δὲν ἐλέγοντο ἐνταῦθα, οὐδὲ ἐγὼ ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα δώσω ἐγὼ τὸ μάθημα τοῦτο τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου. Ἰδίως δὲ εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἐργασίαι πρέπει νὰ ἦναι πρακτικαὶ, νὰ μὴ μεταβάλλωσι τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς ἀπὸ Σώματος πολιτικοῦ εἰς Συλλόγους ἐπιστημονικοὺς, καὶ τὸ βῆμα τοῦτο εἰς ἕδραν καθηγεσίας. Δύο δικαιώματα ἔχουσιν αἱ Βουλαί· νὰ ἐλέγχωσι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ψηφίζωσι νόμους κατὰ συνείδησιν. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν λησμονήσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν καὶ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς τοὺς νόμους, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν λησμονήσωσι ποῖα καθήκοντα ἔχουσι πρὸς τὴν χώραν, τότε δὲν ἀνοίγεται στάδιον ἐπερωτήσεων, ἢ ὁ χρόνος, ὁ καταναλισκόμενος εἰς ἐπερωτήσεις, εἶναι ἐλάχιστος, αἱ δὲ Βουλαὶ παραδίδονται εἰς τὴν ἔρευναν τῶν νόμων, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτῶν· ἀλλ’ ὅταν αἱ Κυβερνήσεις λησμονῶσι ταῦτα, ὅταν ἐξαρθρώνωσιν αὐταὶ τὴν διοίκησιν, εἴτε ἐντελλόμεναι τὰς καταστρατηγήσεις ἢ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, εἴτε ἀνεχόμεναι ταύτας, διαπραττομένας ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ κακῶς ἔχωσι, ὅταν ἡ σπατάλη ἀντικαθιστᾷ τὴν φειδὼ, ὅταν ἡ δημοσία ἀσφάλεια ᾖναι ἐν ἀμφιβόλῳ, ὅταν καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης γεννῶνται ὑπόνοιαι, ὅταν, τέλος, τὰ πάντα κακῶς βαίνωσι, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐξασκήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καὶ ἀπὸ ἑσπέρας μέχρι πρωΐας; Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι πάντων τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ὅταν οἱ λόγοι ἡμῶν ἢ οἱ λόγοι ἐκείνων ἦναι ὀρθοὶ, πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Μὲ τοιαύτην ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι κριθῇ οἱ λόγοι ἡμῶν καὶ ὑπὸ τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι, προκαλούμενοι, νὰ ψηφοφορήσωμεν πρότασιν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ αὕτη τὸν χαρακτῆρα, ἢ καὶ ἂν ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν καθαρῶς νομοθετικόν, περιέχοντα ὅμως καὶ πολιτικὴν ἔννοιαν, ἢ ἐὰν ἔχῃ καὶ κυβερνητικὴν ἔννοιαν, ἤτοι, ἐὰν δὲν σκοπῇ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον νὰ προηγηθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κρίνομεν ὡς θεραπεύοντα ἐπικειμένας ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἢ καὶ ἂν ἔχῃ χαρακτῆρα καθαρῶς πολιτικόν, τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡμεῖς, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ, καὶ ἐν πάσῃ παραπλησίᾳ, θέλομεν δώσει ψῆφον ἀρνουμένην τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλομεν δι’ αὐτῆς ζητήσει νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ἀναγκαῖα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§123Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα, ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, καὶ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκεῖνα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν προστασίαν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, τὴν ἀνακούφισιν τῶν φορολογουμένων ἀπὸ νομίμων μὲν, ἀλλ’ ἀδίκων κατασταθέντων φορολογικῶν βαρῶν, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τῶν καταχρήσεων τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς, καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς συγκοινωνίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις, τοῦ κ. Ἀλεξ. Μ. Κανάρη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, φρονοῦσα, ὅτι παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Θέλει τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κανάρη, ὡς ἀπωτέρα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.

§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ προτείναντος τὴν πρότασιν Βουλευτοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὡς καὶ ἡ ἔννοια τοῦ προτείναντος τὴν ἑτέραν πρότασιν Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν εἶναι ἔννοιαι ζητήματος ἐμπιστοσύνης, καὶ ἑπομένως ὡς τοιαῦται θὰ ψηφοφορηθῶσι.

§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδίδομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρότασιν. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Φωτίου Μοσχούλα καὶ Περικλ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΝΚ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Γεώργιος Κυριαζῆς ΝΓεώργιος Λύρας Ν
Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Λεων. Μελετόπουλος Δημήτριος Τσᾶτσος Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΝΔημήτριος Τσιτσάρας Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΝΚωνστ. Ζῶτος Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
Εὐκλείδης Μπίστης ΝΔιονύσιος Στεφάνου Ν
Δημοσθ. Καΐρης ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
Κωνστ. Πλατοῦτσας ΝΓεώργ. Ρώμας Ν
Μιχαὴλ Κωτσάκος ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Κωνστ. Κοττίκας ΝΧαρίλ. Σπηλιώτης Ο
Ἰωάννης Καραπᾶνος ΟἈνδρ. Στεφενόπουλος Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΝΠέτρος Αὐγερινός
Στέφανος Δραγούμης ΟΧρῆστος Δαραλέξης Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΟἌγγελος Πετραλιᾶς Ο
Θεόδωρος Ρετσίνας ΝἈθαν. Ἀθανασιάδης Ν
Φωκίων Νέγρης Νικόλαος Δαούτης Ο
Νικ. Γιαννηκώστας ΝΠαναγ. Παπαχατζῆς
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΝΣπ. Ι. Μήλιος Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΒασ. Μαρκεζίνης Ν
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Νικήτας Συνοδινός Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΟΤηλέμαχος Δενδρινός Ν
Νικ. Γουναράκης ΟΠαναγ. Μαυροκέφαλος Ν
Κωνστ. Σταυρόπουλος ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΟΘεόδ. Ζαΐμης Ο
Ἀνδρέας Στρᾶτος Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Δημ. Καραγιάννης ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ν
Ἀντώνιος Καρτάλης ΝΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
Κωνστ. Τοπάλης ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας
Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΝΓεώργ. Παπαθανασίου Ν
Ἀργύριος Φιλιππίδης ΝΠερικλῆς Περρωτῆς Ο
Νικόλαος Παππαϊωάννου ΝἨλίας Μαυρομιχάλης Ν
Δημήτριος Γίδας ΝΓεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν
Νικόλαος Τσόγκας ΝΔημ. Τερτίπης Ν
Νικόλαος Γουλιμῆς Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Κωνστ. Ζωγλοπίτης Ο
Περ. Ἀλεξάκης ΟΓεώργ. Φραγκίδης Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἸωάν. Καζαμπάκας Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΣπυρ. Παπαποστόλου Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΞενοφῶν Τσαχμαχίδης Ν
Χαρίλαος Δηλιγιάννης Κωνστ. Σαραφιανός Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης ΝΓ. Χατζηνικολῆς Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝΠαναγ. Λεβέντης Ο
Μιχαὴλ Φωτιάδης ΝΚ. Δούνης Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης ΝΓεώργ. Μέρμηγκας Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΝΓεώργ. Κόρπας Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΤριαντάφ. Πατρίκιος Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης ΟΓεώργ. Θεοτόκης
Μιχαὴλ Θεοτόκης ΝἨλίας Ποταμιᾶνος Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΝΜιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Σπυρίδων Χυτήρης ΝΙ. Βοῦρτσος
Γουλ. Σκάρπας ΝἈθ. Πετσάλης Ο
Βασίλ. Σαμούλης ΝΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Σπ. Ἀγάθος ΝΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Νικόλ. Καλοσγούρος ΝΓ. Καπετανάκης Ο
Κ. Χρηστόπουλος ΝΦώτιος Μοσχούλας Ν
Παναγ. Δ. Πετρίδης ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΝΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Σπ. Νοταρᾶς ΝΘᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος ΝΠαναγῆς Τυπάλδος Ο
Δημ. Δημητριάδης ΝΘεόδ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ρωμᾶνος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης Ν
Θεόδ. Μαρκέτος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
Παν. Χοντζόπουλος ΝἈντ. Ρικάκης Ο
Νικ. Τσοῦχλος ΝἈχιλ. Χοϊδᾶς
Χαρ. Κ. Βαζίκης ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Θεόδ. Πέρρος ΝΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Ν
Στέφ. Κοπανίτσας ΟΝικ. Μισυρλῆς
Γεώργ. Φικιώρης ΟΝ. Καράπαυλος
Μελέτιος Ρουσόπουλος ΝΓ. Ράλλης Ο
Βρασίδας Λεώπουλος ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΝΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς Ο
Ἰωάν. Γ. Λάππας ΟΑ. Μαυρογορδᾶτος
Νικ. Μπουφίδης Α. Λαδόπουλος
Περ. Βλαχωρίτης ΝΝ. Βαφειαδάκης Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΑ. Βιτάλης Ο
Γεράσιμος Φίλιππας ΝΔ. Βοκοτόπουλος Ν
Ξενοφ. Κυριαζῆς ΝΙ. Γκιὼν Ν
Βασ. Βασιλειάδης ΟΚάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΚωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΟΓ. Κανούτας Ν
Παν. Μανέτας ΟΝικ. Ταρμπάζης Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ο
Ἠλ. Ζέγγελης ΝΓ. Ραδινὸς Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝἈπ. Ζάππας Ο
Ἀθ. Κατριβᾶνος ΝΘ. Σαρσέντης Ν
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Α. Πονηρόπουλος Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος ΟΔ. Ἀναστασόπουλος Ο
Γ. Νικολαΐδης ΟΔ. Παπατσώρης Ν
Κ. Τρικούπης ΝΔ. Κατσάνος Ν
Λεων. Δεληγεώργης ΟΑ. Σκαλτσοδῆμος Ο
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρας ΟΝ. Τζανετόπουλος
Δ. Λυμπερόπουλος ΝΓ. Ροδόπουλος Ο
Γ. Λυμπερόπουλος ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ο
Περ. Μποῦτος ΝΙ. Κουντουριώτης Ν
Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΝΝικ. Τσαμαδὸς
Ἀντ. Μάτσας ΝΠαντελῆς Γκίκας Ο
Νικ. Κρίσπης ΝἸωσὴφ Γρηγοριάδης
Ι. Ναυπλιώτης ΝΚ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΟΙ. Τσιριμῶκος Ο
Γεώργ. Σισμάνης ΟΔημ. Κρίτσας Ο
Δ. Φαρμάκης ΝΑ. Πλακτῆς Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Χατζῖσκος Ο
Ν. Καλογερόπουλος ΝΔ. Κριεζώτης Ν
Β. Βουδούρης Ἀλεξ. Μιλ. Κανάρης Ν
Γ. Ἀβέρωφ Ο

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 202. Ἐψήφισαν 114 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ 81 κατ’ αὐτῆς, μὴ ψηφοφορησάντων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
2τῆς 19 Δεκεμβρίου 1900.
3(Τρίτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
6καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ
9Εὐγενίου Οἰκονομοπούλου, αἰτουμένου μηνιαῖον βοήθημα
10χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν του πρὸς τὴν πατρίδα.
11Ὡσαύτως τηλεγράφημα τῆς κοινότητος Ἁγίου Γεωργίου,
12παραπονουμένης κατὰ τοῦ αὐτόθι ἀστυνόμου, ὡς ἐπιτρέπον-
13τος τὴν διαρπαγὴν τῆς περιουσίας αὐτῆς.
14Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν κατοίκων Κατοχῆς τοῦ δήμου Οἰ-
15νιάδος, αἰτουμένων νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διὰ τοῦ περὶ ἀπο-
16ξηράνσεως τοῦ ἕλους Λεσίνι νομοσχεδίου τὰ δικαιώματά των
17ἐπὶ τοῦ ὁμωνύμου πεδίου.
18Ὁ κύριος Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερη-
19σίας διατάξεως.
20§2ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Κυπαρισσίᾳ, κύριε Πρόε-
21δρε, ἕδρᾳ τοῦ ὁμωνύμου Δικαστηρίου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν
22τοῦ ὁποίου ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
23ἀντιπροσωπεύω, ἀπό τινων ἐτῶν συμβαίνει ἓν ἄτοπον, λίαν
24σκανδαλῶδες καὶ καταθλιπτικόν, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν
25ἁρμόδιον Ὑπουργὸν—καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
26τῶν Οἰκονομικῶν—νὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ. Ἁρμόδιος πρὸς
27τοῦτο εἶναι ἐν μέρει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
28Οἱ μάρτυρες, οἱ καλούμενοι εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἢ εἰς τὴν
29ἀνάκρισιν, ἐκ τῆς Ὀλυμπίας εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου,
30μεταβαίνοντες καὶ ἐξεταζόμενοι, ἔχουσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰς κλή-
31σεις των, τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐξαργυρώσωσι, πρέπει νὰ φρον-
32τίσωσι προηγουμένως νὰ θεωρηθῶσιν αὗται ὑπὸ τοῦ Προέ-
33δρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Δικαστηρίου, καὶ μετὰ τοῦτο
34νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν, ἵνα τὰς ἐξαργυρώ-
35σωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, ἀκούσατε, κύριοι
36Βουλευταὶ, τί γίνεται. Ἐνῷ ἡ ἀποζημίωσις τῶν μαρτύρων εἶ-
37ναι 3–4 ἢ τὸ πολὺ 5 δραχμαὶ, ὁ κλητὴρ, ὁ ὁποῖος ἀναδέχε-
38ται τὴν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως θεώρησιν τῶν κλήσεων, ζητεῖ
39δι’ ἑκάστην αὐτῶν παρὰ τῶν μαρτύρων ἀμοιβὴν 30 ἢ 40 λε-
40πτῶν. Οἱ μάρτυρες, ἐξ ἀνάγκης, ὑποκύπτουσιν εἰς τὴν φορολο-
41γίαν ταύτην, καὶ, ἀφοῦ κατορθώσωσι νὰ λάβωσι τὴν θεώρησιν
42τοῦ Εἰσαγγελέως, μεταβαίνουσιν εἰς τὸν Πρόεδρον. Ἐκεῖ ἕτε-
43ρος κλητὴρ ζητεῖ νέαν ἀμοιβὴν 30–40 ἢ 50 λεπτῶν διὰ τὴν
44θεώρησιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Οἱ μάρτυρες, ἐξ ἀνάγκης πάλιν,
45πληρώνουσι καὶ τὸ δεύτερον αὐτὸ χαράτσι. Ἀφοῦ δὲ θεωρη-
46θῶσι καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου αἱ κλήσεις των, μεταβαίνουσιν εἰς
47τὸ Ταμεῖον, διὰ νὰ ἐξαργυρώσωσιν αὐτάς. Ὁ Ταμίας, ἕνεκα
48τοῦ πολυσχόλου τῆς ὑπηρεσίας του, ἔχει ἀναθέσει εἰς τὸν
49γραμματέα, ἢ εἰς ἄλλον κατώτερον ὑπάλληλον, τὴν ἐξαργύ-
50ρωσιν τῶν κλήσεων. Ἐκεῖ παρουσιάζεται ὁ κλητὴρ τοῦ Τα-
51μείου, ὅστις, συνεννοημένος ὢν μετὰ τοῦ μέλλοντος νὰ ἐνερ-
52γήσῃ τὴν ἐξαργύρωσιν ὑπαλλήλου, ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἕκαστον μάρ-
53τυρα 50–80 λεπτὰ, καὶ ἐνίοτε μίαν δραχμὴν, διὰ νὰ διευκο-
54λύνῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῆς κλήσεώς του. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρό-
55που οἱ δυστυχεῖς μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν, ὡς εἶπον,
563–4 ἢ τὸ πολὺ 5 δραχμὰς διὰ τὴν μετάβασίν των ἀπὸ
57ἀποστάσεως 6–10 ὡρῶν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου,
58ἀναγκάζονται νὰ πωλῶσιν ἐπὶ τέλους τὰ ταγάρια των, —
59διότι ἐξαντλεῖται εἰς τὰς ἀμοιβὰς τὸ ἀντίτιμον τῶν κλήσεών
60των—διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των! Ἐπληροφο-
61ρήθην δὲ, ὅτι γραμματεὺς τοῦ Ταμείου εἶναι εἷς Γενοβέλης
62ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε, ὡς ὑποταμίας Κρεσταί-
63νων καὶ ὡς γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Ὀλυμπίας, ὑπέπεσεν
64εἰς παραπλήσια ἐγκλήματα καὶ εἰς πολυειδεῖς καταχρήσεις,
65δι’ ἃς κατηγγέλθη, καὶ παρεπέμφθη ὑπὸ τῶν Συμβουλίων
66τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν εἰς δίκην, δὲν γνω-
67ρίζω δὲ, ἂν κατεδικάσθη· γνωρίζω μόνον, ὅτι καὶ πάλιν διω-
68ρίσθη γραμματεὺς Ταμείου, καὶ διατελεῖ ὡς τοιοῦτος ἐν Τρι-
69φυλίᾳ.
70Αὐτὰ τὰ μαρτύρια, κύριε Πρόεδρε, ὑφίστανται οἱ δυστυ-
71χεῖς μάρτυρες, ὅπως ἐξαργυρώσωσι τὰς κλήσεις αὐτῶν, περι-
72αγόμενοι διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς τὸν
73Καϊάφαν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Πραιτώριον, καὶ ἐπὶ τέλους
74καταλήγοντες εἰς τὴν ἀπογύμνωσίν των ἀπὸ τῶν ὁδοιπορι-
75κῶν των ἐξόδων.
76Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
77νὰ διατάξῃ τὸν Ταμίαν, ἵνα λάβῃ μέτρα, ὥστε ὁ ὑπάλληλος,
78εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτει τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων, ἀφοῦ
79ὁ ἴδιος δὲν ἐπαρκεῖ, νὰ μὴ κάμνῃ τὰς καταπιέσεις αὐτὰς,
80ἀπογυμνώνων τοὺς δυστυχεῖς πολίτας.
81Παραπονοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν
82κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἑκάστοτε διὰ τῶν ἐπερω-
83τήσεων ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι δὲν δύναται, ἕνεκα
84τούτου, ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἔργα αὑτῆς τὰ τα-
85κτικά...
86§3Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἔρχομαι·
87διὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
88§4ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ... Ἀλλὰ πῶς θέλετε, κύριε
89Πρόεδρε, ἀφοῦ ὑφίστανται τόσα δεινὰ οἱ συμπολῖταί μας,
90νὰ μὴ τοὺς προστατεύσωμεν; Πῶς νὰ μὴ παραπονεθῶμεν
91ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως προ-
92βαίνουσιν εἰς τοιαύτας καταχρήσεις;
93Εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων, — θὰ τὸν ὀνομάσω — ὁ κ. Πο-
94νηρόπουλος, μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν πταίει ὁ Ταμίας, πταίει ὁ
95γραμματεὺς, ἢ εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος
96τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων. Ἀλλ’ εἶναι δικαιολογία
97τοῦτο; Ὁ Ταμίας Τριφυλίας εἶναι ὁμολογουμένως ἐντιμότα-
98τος καὶ ἀρχαῖος ὑπάλληλος· ὁ ὑποδεέστερος ὅμως ὑπάλλη-
99λος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθεσε τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων,
100φορολογεῖ καὶ καταδυναστεύει τοὺς δυστυχεῖς μάρτυρας καὶ
101τοὺς συμπολίτας μου κατὰ τρόπον ἀσύστολον, καὶ δὲν δύ-
102ναμαι παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ.
103Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης
104καὶ χάριν τῶν συμπολιτῶν μου, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκλείψῃ
105αὐτὴ ἡ κατάχρησις, καὶ νὰ τιμωρηθῇ ὁ διαπράττων αὐτήν.
106Ἐσχάτως ἀκόμη, εἰς μίαν συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειο-
107δικείου, προσῆλθον 30 ἕως 40 μάρτυρες, διὰ νὰ ἐξαργυρώ-
108σωσι τὰς κλήσεις των, καί, ἀφοῦ ὑπέστησαν πάντα τὰ μαρ-
109τύρια, ὅσα προηγουμένως ἀνέφερα, φορολογηθέντες ἀπὸ τοὺς
110δικαστικοὺς κλητῆρας καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον, ἐξῆλθον ἐπὶ τέλους
111ἐκ τοῦ Ταμείου ἄνευ οὐδενὸς περισσεύματος, καὶ ἠναγκά-
112σθησαν, διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ πωλή-
113σωσι τὰ ταγάρια των, ὅπως προμηθευθῶσι τὸν ἄρτον των!
114Ἔχων τὴν δικαίαν ἐλπίδα, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ
115τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβωσι πρό-
116νοιαν πρὸς θεραπείαν τῆς ἀξιοθρηνήτου ταύτης καταστάσεως,
117περιορίζομαι εἰς ταῦτα μόνον σήμερον.
118§5ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ συμπολῖται αὐτοί, οἱ ὁποῖοι
119παραπονοῦνται πρὸς ὑμᾶς, νὰ ὑποβάλωσι καταγγελίαν ἐναν-
120τίον τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι τοιουτοτρόπως ἐννοοῦσι νὰ
121ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των.
122§6ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγγελίαι τοιαῦται πρὸ
123δεκαετίας ἐγένοντο, ἀλλ’ αἱ ἐκβιάσεις δὲν ἔπαυσαν, ἀλλ’ ἐξα-
124κολουθοῦσι.
125§7Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τούτων. Ἐὰν
126εἶχον λάβει γνῶσιν αὐτῶν, πρῶτος ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν ἤθελον
127φροντίσει περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου.
128§8ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς βεβαίως δὲν ἐλάβετε
129γνῶσιν, διότι ἀπὸ δύο μόνον ἐτῶν ἀντιπροσωπεύετε τὴν ἐπαρ-
130χίαν μας· ἐγὼ ὅμως, ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν ἀπὸ 40 σχεδὸν
131ἐτῶν, καὶ σχεδὸν πάντοτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, γνωρίζω τὰ
132δεινά της.
133Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἀπευθυνόμενος, κύριε Πρόεδρε,
134καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
135τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρό-
136νοιαν περὶ θεραπείας τοῦ ἑξῆς κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ
137χρόνου λαμβάνει χώραν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ὑπάρχουσιν
138ἐκεῖ δύο δημοδιδάσκαλοι, φέροντες ἀμφότεροι τὴν ἐπωνυ-
139μίαν Παρασκευόπουλοι· ὁ εἷς εἶναι δημοδιδάσκαλος Ζάχα,
140ὁ ἕτερος Ἀνδριτσαίνης· ὁ μὲν πρῶτος ἐπὶ ὁλοκλήρους μῆ-
141νας ἐγκαταλείπει τὴν θέσιν του, καί, ἀναχωρῶν ἐκ τῆς
142ἕδρας του, μεταβαίνει εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας,
143καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὰ ἰδιαίτερα ἔργα του, εἰς τὸ τέλος δὲ
144ἑκάστου μηνὸς ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δήμου, εὑρί-
145σκει τὸν Δήμαρχον, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέεται συγγενικῶς
146καὶ φιλικῶς, θεωρεῖ οὗτος τὰς καταστάσεις του, λαμβάνει ὁ
147δημοδιδάσκαλος τὸ χρηματικὸν ἔνταλμα, καὶ μεταβαίνων εἰς
148τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἐξαργυρώνει αὐτό. Ἔχω μάλιστα καὶ
149χρονολογίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπέστειλαν, καὶ τὰς ὁποίας θὰ
150παραδώσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος
151Ὑπουργός, καὶ ἐξετάσῃ, ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνακοινοῦ-
152σιν οἱ συμπολῖταί μου, ἔχονται ἀληθείας, ἢ οὔ. Ἐγὼ δὲ βε-
153βαιῶ, ὅτι εἶναι ἀληθέστατα, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἐπὶ
154μῆνας πολλοὺς ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς τῆς πρωτευούσης
155τοῦ δήμου Ἀλιφείρας δὲν ἐκπληροῖ ἕτερον καθῆκον ἢ μόνον
156νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς εἰς Ζάχα, πρὸς
157θεώρησιν τῶν μισθοδοτικῶν του καταστάσεων καὶ ἔκδοσιν
158τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, καὶ πρὸς ἐξαργύρωσιν αὐτῶν
159παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
160Ὁ ἕτερος δημοδιδάσκαλος, ἐπίσης Παρασκευόπουλος ὀνο-
161μαζόμενος, ὁ τῆς Ἀνδριτσάνης, εἶναι διαγωγῆς σκανδαλω-
162δεστάτης, ἀναμιγνύεται πανταχοῦ, εἶναι ἐπικίνδυνος ῥᾳδιοῦρ-
163γος, δημιουργεῖ συστηματικῶς κοινωνικὰ σκάνδαλα, ἀγνοεῖ
164τὴν ἁβρότητα τὴν συναδελφικὴν, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀπεδοκι-
165μάσθη διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προτείναν-
166τος τὴν ἀπόλυσίν του. Ὁ ἁρμόδιος Ἐπιθεωρητὴς τῶν δημο-
167τικῶν σχολείων διῆλθεν ἐκεῖθεν, ἔλαβε γνῶσιν τῆς διαγωγῆς
168του ταύτης, καὶ νομίζω, ὅτι ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐξ ὧν ἀπε-
169δείχθησαν ὅσα ἀνέφερα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐρω-
170τηθῇ ὁ Ἐπιθεωρητὴς οὗτος, ἂν τῳόντι εἶναι ἀληθῆ ὅλα ταῦ-
171τα, τὰ ὁποῖα ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἂν μὲν ἦναι
172ἀληθῆ, νὰ φροντίσῃ, ἢ νὰ ἀπολύσῃ τὸν εἰρημένον δημοδιδά-
173σκαλον, ἢ νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν, ὅπως οὕτω κατορθωθῇ νὰ
174ἀποκατασταθῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν δύο τούτων δη-
175μοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν πλήρει παραλυσίᾳ ἤδη.
176Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ προσοχὴν
177εἰς τὰς παραστάσεις μου ταύτας, καὶ θὰ σπεύσῃ νὰ θερα-
178πεύσῃ τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου.
179Δὲν εἶμαι ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν Βουλευ-
180τῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τὰς
181ἐργασίας τῆς Βουλῆς δι’ ἀσκόπων καὶ ματαίων πρὸς τὴν Κυ-
182βέρνησιν ἐπερωτήσεων. Ἀπ’ ἐναντίας, γνωστὸν εἶναι, ὅτι πολὺ
183σπανίως ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἶμαι εὐχαριστημένος,
184διότι, ὁσάκις ἀπηύθυνα τοιαύτας παραστάσεις, ἡ Κυβέρνησις
185τὰς ἠκροάσθη εὐμενῶς, καὶ ἐπήνεγκε τὴν δέουσαν θεραπείαν.
186Θ’ ἀπευθύνω καὶ ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
187γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸν παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ καὶ
188κανονίσῃ ἐπὶ τὸ χρησιμώτερον τὰ τῆς φορολογίας τοῦ κα-
189πνοῦ, τοῦ παραγομένου ἐν τῷ χωρίῳ Λάβδᾳ τῆς Ὀλυμπίας,
190περὶ τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος, χορηγῶν ἀτέλειαν·
191ἀλλὰ, ὡς ὁ νόμος οὗτος ἐκανόνισε τὰ περὶ τοῦ καπνοῦ τού-
192του, τοῦ χρησιμεύοντος πρὸς μεταποίησιν εἰς ταμβάκον, εἶ-
193ναι ἀνεφάρμοστος, καὶ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς παραγωγούς· ἑπο-
194μένως τὸ διὰ τοῦ νόμου τούτου χορηγηθὲν δῶρον εἶναι ἄδω-
195ρον. Τὴν πρότασίν μου ταύτην θέλω ἀναπτύξει εἰδικώτερον
196κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
197τῶν Οἰκονομικῶν.
198§9ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συν-
199άδελφος ἀνέφερε καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπό-
200θεσιν, τὴν ἀναγομένην εἰς τὰ τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν κλή-
201σεων τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικείου, ὀφείλω νὰ δηλώσω,
202ἵνα ἀποδώσω δικαιοσύνην, ὅτι, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν παρα-
203πόνων τοῦ κυρίου συναδέλφου, ὅτι τοιαῦτά τινα συμβαίνουσιν
204εἴτε ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ ὑπὸ τῶν κλητήρων, εἴτε ὑπὸ ἄλ-
205λου τινὸς ὑπαλλήλου, ἐδήλωσα αὐτῷ, ὅτι, καθ’ ὅσον γινώ-
206σκω, ὁ Ταμίας εἶναι ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας, περὶ δὲ τοῦ
207γραμματέως — διότι εἰς αὐτὸν ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τῆς
208ἐξαργυρώσεως τῶν κλήσεων — γνωρίζω, ὅτι εἶναι κάλλιστος
209νέος, εὐδοκίμως ὑπηρετῶν ἀπὸ ἐτῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ πα-
210ρενοήθην δι’ ὅσα εἶπον περὶ τοῦ γραμματέως. Εἶπον, ὅτι οἱ
211Ταμίαι τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν κλήσεων ἀναθέτουσιν εἰς
212ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐπιτρέπει
213εἰς αὐτοὺς τοῦτο. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκφράσῃ ὑπόνοιαν
214κατὰ τοῦ γραμματέως, περὶ οὗ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ἀρίστην
215ἰδέαν. Ἐὰν καταγγελθῇ, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀληθῶς εἶναι
216ἔνοχος τῆς ἀξιοποίνου ταύτης πράξεως, τότε μάλιστα ἄλ-
217λως, θὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ περὶ τοῦ
218γραμματέως.
219§10ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα ῥητῶς
220τὸν γραμματέα τοῦ Ταμείου Γενοβέλην· εἶπον, ὅτι μοὶ γράφου-
221σιν ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ταμείου, ὁ ἀναδεχόμενος
222ἑκάστοτε τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων διὰ τοῦ
223κλητῆρός του, ἔκαμε τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα.
224Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Πονηρόπουλος μοὶ εἶπεν,
225ὅτι δὲν ἦτο ὁ γραμματεύς, ἀλλ’ ὑποδεέστερός τις ὑπάλληλος.
226Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ.
227συναδέλφου, καθόσον ἐνδέχεται οἱ παραπονούμενοι ἐκεῖθεν
228νὰ μὴ ἔκαμαν διάκρισιν μεταξὺ γραμματέως καὶ γραφέως.
229Δὲν δύναμαι οὐχ ἧττον νὰ παρασιωπήσω, ὅτι ὁ γραμματεὺς
230αὐτός, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι ἄξιος τῆς θέσεως, ἣν κατέ-
231χει, ὑπέπεσεν ἐν Ὀλυμπίᾳ εἰς ἐγκλήματα καὶ εἰς πολλὰς
232παραβάσεις τοῦ νόμου, δι’ ἃς κατηγγέλθη, καὶ παρεπέμφθη εἰς
233τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ὅτι ἀνέκοψε τὸ καθ’ ἑαυτοῦ βού-
234λευμα ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον ἀπέρριψε τὴν ἀνα-
235κοπήν του· ἂν δὲ ἐδικάσθη, ἢ οὔ, δὲν γνωρίζω· γνωρίζω μό-
236νον, ὅτι εἶναι ἤδη γραμματεύς. Δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω
237ἐπίσης, ὅτι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ γραμματεύς, ὁ λεγόμενος
238Γενοβέλης, κατὰ τὴν καταγγελίαν τῶν συμπολιτῶν μου, εἶναι
239ὁ φορολογῶν τοὺς συμπολίτας μου, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖ-
240νος, ὅστις διέπραξεν ἄλλοτε, ὡς ὑποταμίας Κρεσταίνων καὶ
241ὡς γραμματεὺς τοῦ Ταμείου Ὀλυμπίας, ἐγκλήματα, διὰ τὰ
242ὁποῖα κατηγορήθη, παρεπέμφθη, καὶ ἀπελύθη τῆς ὑπηρε-
243σίας, ἐπίστευσα, ὅτι τοῦτον μοὶ καταγγέλλουσιν οἱ συμπο-
244λῖταί μου ὡς φορολογοῦντα αὐτούς.
245§11Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς κατατάξεως
246εἰς τὸν στρατὸν τῶν συμπολιτῶν μου Κ. Λ. Πλιάκα καὶ
247Λ. Σ. Τσιγιάννη, καταταχθέντων εἰς τὸν στρατόν, καίτοι εἶναι
248υἱοὶ γυναικῶν διατελουσῶν ἐν χηρείᾳ, ὑποβάλλω εἰς τὸν κ.
249Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ
250αὐτόν, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην
251του. Συνάμα δὲ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὑπ’ ἀριθ.
25220246 καὶ 21316 ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
253τιωτικῶν τοῦ ἔτους 1896.
254§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἀπαλ-
255λάσσει τοὺς ὀρφανοὺς υἱοὺς γυναικῶν ἐν χηρείᾳ διατελου-
256σῶν, τοὺς πρεσβυτέρους· ἐὰν δὲ οἱ πρεσβύτεροι ἦναι ἔγγαμοι,
257πρὸς τούτους ἀφομοιοῦνται καὶ οἱ δεύτεροι, καὶ οὕτω καθε-
258ξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπείᾳ γνωμο-
259δοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἡρμήνευσε τὸν νόμον,
260ὅτι, ὅταν οἱ ὀρφανοὶ ἦναι ἔγγαμοι, δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς
261στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον,
262καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
263προσαγάγῃ τὰς ἐγκυκλίους.
264§13Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
265Ὁ μόνος υἱὸς ὀρφανὸς πατρὸς καὶ μητρὸς ὑπηρετεῖ.
266§14Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ πρῶτος ὀρφανός;
267§15Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἀπαλλάσσεται, διότι δὲν εἶναι προσ-
268τάτης τῆς μητρός· ἔχει ἰδίαν οἰκογένειαν.
269§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, προσκγάγετε τὰς
270ἐγκυκλίους.
271§17Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἐντεταλμένοι τὴν
272ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περιέρχονται εἰς λίαν
273δύσκολον θέσιν, διότι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐπανειλημμέ-
274νων Β. Διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων ἡρμήνευσε κατὰ τὰς
275ἑκάστοτε περιστάσεις τὸν νόμον τοῦτον, καὶ ἡ κατ’ ἔφεσιν τὰ
276στρατολογικὰ δικάζουσα Ἐπιτροπὴ παρηρμήνευσεν αὐτὸν,
277περιπεσοῦσα πολλάκις εἰς ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ῥίζης
278ἐκλόνισαν τὰς πεποιθήσεις πάντων τῶν καλουμένων νὰ ἐφαρ-
279μόζωσι τὸν νόμον. Ἐκ τούτων ὅλων, ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὁποίων
280βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ἄγομαι νὰ συστήσω εἰς τὸν
281κ. Ὑπουργόν, ὅπως ταχέως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, καὶ
282παρασκευάσῃ νόμον στρατολογικὸν νέον, ὁ ὁποῖος, μὴ παρου-
283σιάζων κενὰ, νὰ θέσῃ ἐπὶ τέλους ἐκποδὼν πᾶσαν περὶ τὴν
284ἐφαρμογήν του ἀμφιβολίαν, ἀπαλλάσσων οὕτως αὐτὸν ἀπὸ
285πάσης καταστρατηγήσεως ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐκ τῶν
286ἀντιφάσεων, τῶν μέχρι τοῦδε, μεταξὺ νόμου, διαταγμάτων,
287ἐγκυκλίων καὶ διαφόρων ἀποφάσεων, καθίστανται ἀναπό-
288φευκτοι.
289§18Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγὼ εἶχον
290ζητήσει τὴν κωδικοποίησιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Μεταξὺ
291δὲ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει, ἦτο καὶ
292το ἑξῆς. Ἀφοῦ ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, καθ’ ἃ πολ-
293λοὶ υἱοὶ χηρῶν, καίτοι νυμφευόμενοι, βοηθοῦσι τὴν μητέρα αὑ-
294τῶν, διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται καὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἄλ-
295λως πολλάκις ἀποτελοῦσι καὶ μίαν οἰκογένειαν; Νομίζω δί-
296καιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν,
297διότι κί ἐγκύκλιοι, ἃς ἀνέφερεν, εἶναι ἀντιφατικαὶ, καὶ οὐδὲν
298ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ, παρὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νο-
299μοσχέδιον. Διότι πολλαὶ μητέρες, ἐπαναλαμβάνω, ἐξαρτῶσι
300τὴν τύχην των ἀπὸ τὸν μόνον υἱόν των, ὁ ὁποῖος, τίς οἶδεν
301ἕνεκα τίνων περιστατικῶν, ἐνυμφεύθη.
302§19ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα τῶν προηγου-
303μένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὑπέδειξαν εἰς τὴν Κυβέρνη-
304σιν πλεῖστοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν
305τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τῆς δημοπρασίας τοῦ παρακρα-
306τήματος τῆς σταφίδος, τὸ μὲν διότι οἱ ὅροι, οἱ περιεχόμε-
307νοι ἐν τῇ διακηρύξει τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι ἐντε-
308λῶς ἀσύμφοροι διά τε τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ διὰ
309τὰ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, τὸ δὲ διότι ἡ προθεσμία,
310ἡ παρασχεθεῖσα, ὅπως ἐμφανισθῶσιν ὑπερθεματισταὶ, εἶναι
311βραχεῖα. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερ-
312νήσεως, καὶ τότε ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ
313δημοπρασία δὲν θέλει γείνῃ, συνεπείᾳ ἰδιαιτέρων διαταγῶν.
314Ἡ δημοπρασία, ὡς γινώσκετε, εἶχεν ὁρισθῆ νὰ γείνῃ κατὰ
315τὴν 21 τρέχοντος μηνός. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Σταφιδικῆς
316Τραπέζης καὶ κατὰ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, ἡ δημοπρασία
317ὁρίζεται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔγ-
318κρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἔγκρισις προ-
319ηγεῖται βεβαίως τῆς διακηρύξεως, καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον
320διὰ πράξεων ἐπισήμων ἡ γενομένη ἔγκρισις δὲν ἀνεκλήθη,
321τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν
322δημοπρασίαν, καὶ οὕτω τὴν πρωΐαν τῆς μεθαύριον Πέμπτης
323ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 48 ἑκατομμυρίων ἐνετικῶν λιτρῶν
324θέλει πωληθῆ, καθ’ οὓς ὅρους καὶ συμφωνίας ἀναγράφει ἡ
325διακήρυξις, ἡ δὲ γενομένη συζήτησις ἦτο ματαιοπονία. Διὰ
326τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν πολὺ, καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ ὅλον τὸ Κοι-
327νοβούλιον ἐπιθυμεῖ, καὶ ἰδίως οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς
328σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ὑπὸ τῆς αὐτῆς κατέχονται ἐπιθυ-
329μίας, νὰ δηλωθῇ ἐπισήμως, διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἁρμοδίου
330Ὑπουργοῦ, τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ
331ἂν ἡ δημοπρασία θὰ γείνῃ τὴν 21 τρέχοντος μηνὸς, ἢ οὔ.
332§20Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
333Νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου
334ἀπέδειξεν, ὅτι ἐγένετο ἡ προσήκουσα εἰδοποίησις πρὸς τὸ
335Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀφίκετο
336ἐνταῦθα, καὶ διατελεῖ ἐν συνεννοήσει πρὸς τοὺς ἐργοστα-
337σιάρχας καὶ οἰνοπνευματοποιοὺς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
338Νομίζω δὲ, ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ λήξῃ ἡ μεταξὺ
339αὐτῶν συνεννόησις, ὅπως ἐπιτευχθῇ συμφερωτέρα τιμή.
340Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἐνδια-
341φερομένους ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ ἀναβάλωσι τὴν περὶ
342τούτου συζήτησιν μέχρι τῆς μεθαύριον, ὅτε πιθανώτατα θὰ
343ἦναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνεννοήσεως.
344§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης ὑπο-
345βάλλει τὰς ἑπομένας πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσω-
346τερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης αἰτήσεις (ἀναγινώσκει):
347«1) Παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ
348ἔγγραφα, τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Νομάρχου Μαγνησίας
349καὶ τοῦ Δημάρχου Σπαλάθρων περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυ-
350νόμου Ἀργαλαστῆς ἀνθυπασπιστοῦ Παπαδιέρου.
351«2) Παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ βούλευμα
352τοῦ Πλημμελειοδικείου Βόλου (τελευταῖον ἐκδοθέν), δι’ οὗ
353ἀπηλλάγη ὁ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Ἀργαλαστῆς Παπαδιέρου
354κατηγορηθεὶς Δήμαρχος Σπαλάθρων κ. Ν. Παρρησιάδης.»
355Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
356τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ
357εἴδους τῶν γενομένων μέχρι σήμερον ἐν τῷ Κράτει λιμενικῶν
358ἔργων, περὶ τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ προϋπελογίσθη καὶ εἰς τὸ ὁποῖον
359ἔφθασεν ἡ δαπάνη ἑκάστου, περὶ τοῦ χρόνου, εἰς ὃν προϋπε-
360λογίσθη καὶ ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀπεπερατώθη ἕκαστον ἔργον,
361καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων, ἅτινα ἔμειναν ἡμιτελῆ.
362§22Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρία-
363σιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς αὐ-
364τῆς, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ παρα-
365στήσῃ, καὶ λίαν δικαίως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παρὰ νὰ
366ἐξακολουθήσῃ εὐθὺς μετὰ τὰς ἑορτὰς τὴν νομοθετικὴν αὑ-
367τῆς ἐργασίαν, ἠρίθμησε πληθὺν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καὶ
368σοβαρὰ εἶναι καὶ λίαν ἐπείγοντα, καὶ τὰ ὁποῖα ἤδη εὑρί-
369σκονται ὑπὸ τὴν μελέτην καὶ τὴν ψῆφον αὐτῆς, καὶ ἀναγε-
370γραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ
371κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων
372τούτων εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν εἶναι σοβαρώτερα
373καὶ μᾶλλον ἐπείγοντα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
374διατάξει, εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα, διότι τεί-
375νουσιν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες
376μέχρι τῆς χθὲς ἐχρησίμευον ὡς οἱ μεγαλείτεροι τροφοδόται
377τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καί, ὁσάκις μάλιστα τοῖς ἐζητήθη, ἐν
378χαλεπαῖς περιστάσεσι διὰ τὸ ἔθνος, τὸ αἷμά των, προσέφε-
379ραν καὶ τοῦτο ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις σήμερον οἱ πλη-
380θυσμοὶ ἐκεῖνοι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, ὅπως διὰ
381τούτου θρέψωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, καὶ ἐπὶ
382πλέον θνήσκουσιν, ὡς ἐπιστοποιήθη παρὰ ἰατρῶν, ἕνεκεν ἐλ-
383λείψεως μέσων πρὸς ἀγορὰν κινίνης, ὡς τοῦτο ἠκούσατε, ὅτε
384ἀνέγνωσα εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τὸ ψήφισμα τοῦ Δη-
385μοτικοῦ Συμβουλίου Δύμης. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις οὐ-
386δεμίαν περὶ αὐτῶν μέριμναν ἔλαβεν, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ὑπο-
387βάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὡς ὑψίστης ἀνάγκης, καὶ νὰ
388ἔλθῃ τάχιστα ἀρωγὸς εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυ-
389σμούς, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ πεῖνα καὶ ὁ θάνατος
390δὲν ἀναμένουσιν ἐπὶ πολύ, καὶ νὰ ζητήσῃ μάλιστα νὰ προ-
391ταχθῇ τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ παντὸς ἄλλου νο-
392μοσχεδίου.
393Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε πρό τινος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ
394ὥρισε μάλιστα μεταξὺ τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων, νο-
395μοσχέδιον περὶ παροχῆς δανείου δραχ. 3,000,000 εἰς τὴν
396Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἥτις, δυστυχῶς,
397κατ’ ἐμέ, δὲν δύναται οὔτε μὲ ἓξ ἑκατομμύρια νὰ συγκρα-
398τηθῇ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ὡς Ἑλληνικὴ
399καὶ συνισταμένη ἀπὸ μετόχους Ἕλληνας, ὀφείλει νὰ ἐφελ-
400κύσῃ τὴν μέριμναν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ δέον νὰ
401προσπαθήσῃ αὕτη νὰ τὴν σώσῃ, ψηφίζουσα τὸ ἐν λόγῳ νομο-
402σχέδιον. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὤφειλεν ἡ Κυ-
403βέρνησις νὰ σκεφθῇ τοὺς πενομένους πληθυσμούς, καὶ ὑποβάλῃ
404νομοσχέδιον περὶ παροχῆς δανείου εἰς αὐτοὺς, οὐχὶ διὰ τὴν
405καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀγορὰν σί-
406του, ὅπως θρέψωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, ὡς καὶ
407τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς σποράν.
408Ἕτερον ζήτημα, ἐπίσης σοβαρὸν, ἐπίσης ἐπεῖγον, εἶναι τὸ
409ἑξῆς. Καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι συνεστήσαμεν
410εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν τῶν
411διαφόρων κρεοπωλῶν, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι ὁ λειτουρ-
412γῶν ἤδη νόμος περὶ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων ἐπιβαρύνει
413μόνον αὐτοὺς, καὶ οὕτω τὰ συμφέροντα αὐτῶν οὐ μόνον
414βλάπτονται, ἀλλὰ καὶ καταστρέφονται, καὶ παρεκαλέσαμεν
415τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον,— ἐὰν εὑρίσκῃ τὰς
416αἰτήσεις αὐτῶν δικαίας — τροποποιοῦν τὸν νόμον τοῦτον οὕ-
417τως, ὥστε καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κρεοπωλῶν νὰ προστα-
418τεύωνται, καὶ ἐκεῖνα τῶν κτηνοτρόφων νὰ μὴ παραβλάπτων-
419ται. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις,
420ὄχι μόνον δὲν ὑπέβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν
421ἀπήντησεν εἰς ἡμᾶς, ἐὰν εὑρίσκει δικαίαν τὴν αἴτησιν τῶν
422δυστυχῶν τούτων κρεοπωλῶν, καὶ ἂν θὰ ὑποβάλῃ, καὶ πότε,
423τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον.
424Ἐν τούτοις, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ πάντων τῶν νομοσχεδίων
425τὸ σοβαρώτερον καὶ μᾶλλον ἐπεῖγον εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ
426ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τοὺς δυστυχεῖς πενομένους
427καὶ θνήσκοντας πληθυσμούς.
428Μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἔν τινι τῶν τελευταίων συνεδριά-
429σεων, καθ’ ἣν ἀνέγνωσα τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
430βουλίου Δύμης, καὶ ὑπεστήριξα μὲ ὅλας τὰς ἀσθενεῖς μου
431δυνάμεις πάντα τὰ αἰτήματα αὐτοῦ, καὶ μετὰ τὴν ὁποίαν
432ἔλαβον τὸν λόγον καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι
433κ. κ. Ρικάκης καὶ Παπαγιαννακόπουλος, συστήσαντες καὶ
434αὐτοὶ ἐνθέρμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς
435τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμοὺς, εἶδον ἐσχάτως μετὰ με-
436γίστης εὐχαριστήσεως ἐν τῷ «Νεολόγῳ Πατρῶν», ὅτι καὶ
437ἕτερος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, ὁ κ. Καννακάρης, μὴ δυνάμε-
438νος, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεώς του, νὰ προσέρχηται εἰς τὴν Βου-
439λήν, παρὰ εἰς ὅλως ἐκτάκτους περιστάσεις, ἅμα τῇ λήψει τοῦ
440δημοψηφίσματος, ἐπεσκέφθη τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καί, εὐ-
441τυχέστερος οὗτος πάντων ἡμῶν, οἵτινες οὐδεμίαν ἐλάβομεν
442ἀπάντησιν, ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλει προ-
443καλέσει διὰ τῆς Βουλῆς ἔκτακτα μέτρα ὑπὲρ τοῦ δήμου Δύ-
444μης. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ μάλιστα ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ
445«Νεολόγος Πατρῶν», ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος
446προχωρεῖ καὶ περαιτέρω, λέγων, ὅτι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει,
447θέλει ὑποβάλει αὐτὸς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, καὶ ἐν ἀνάγ-
448κῃ θέλει κηρυχθῆ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αὕτη δὲν
449υἱοθετήσῃ αὐτό. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
450ἐὰν ἀνέγνωσεν, ὡς ὤφειλε, μετὰ προσοχῆς τὸ δημοψήφισμα
451τοῦ δήμου Δύμης, ποῖα εἶναι τὰ δίκαια αἰτήματα τούτου,
452τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὰς ἀνάγκας καὶ τῶν ἄλλων δήμων, ἃς
453ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ ὁ κύριος Νομάρχης Ἀχαΐας.
454Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
455νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὄντως ἐγένοντο αὐτῷ τοι-
456αῦτα διαβήματα, ἐὰν ἔδωκε τοιαύτας εὐχαρίστους ὑποσχέ-
457σεις, καὶ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς δὲν ὑπέβαλε τὸ οἰκεῖον
458νομοσχέδιον, ὅπως ὄχι μόνον γνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦτο,
459ἀλλ’ εὑρεθῶμεν καὶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορή-
460σωμεν περὶ τούτου τοὺς συμπολίτας μας, ἵνα μὴ αἰτιῶνται
461τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κωφευούσης εἰς τὰς ἐπικλήσεις αὐτῶν,
462συγχρόνως δὲ ἀποτραπῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ν’ ἀπο-
463μακρυνθῇ τῶν κυβερνητικῶν τάξεων.
464Πρὸς τούτοις γνωρίζομεν πάντες, ὅτι, μετὰ τὴν ἐπισημο-
465ποιηθεῖσαν, οὕτως εἰπεῖν, καταστροφὴν τῶν προϊόντων ἐν ταῖς
466ἐπαρχίαις, ἐν αἷς ἐνέσκηψαν ὁ περονόσπορος καὶ αἱ θεομη-
467νίαι, ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ κἄπως ἀρωγὸς εἰς τοὺς
468δυστυχεῖς κτηματίας, καὶ διέταξεν ἡμιεπισήμως τὴν ἀναστο-
469λὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ τὴν ἀνα-
470στολὴν μέχρι τοῦ Αὐγούστου τῶν δόσεων τῶν φυτειῶν καὶ
471γαιῶν. Καὶ διὰ μὲν τὴν ἀναστολὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων
472δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
473κῶν, πεισθεὶς ἐκ τῶν δικαίων αἰτήσεων τῶν δυστυχῶν κτη-
474ματιῶν καὶ τῶν ἐπανειλημμένων συστάσεων ἡμῶν, ὑπέβαλε
475νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐκ τοῦ
476ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον ἐκ τοῦ περο-
477νοσπόρου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς δόσεις τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν,
478οἱ λαβόντες τὴν ἀναστολὴν ταύτην, ἐπειδὴ οὗτοι δὲν ἐπλή-
479ρωσαν κατὰ τὴν προθεσμίαν, τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην,
480ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν προστίμου εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς
481ἑκατὸν καὶ τόκου ὑπερημερίας 8%· ἤτοι τὸν Αὔγουστον, ὅτε
482θὰ προσέλθωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων, θὰ ὑποχρεωθῶσι,
483σὺν ταῖς δόσεσι ταύταις, νὰ πληρώσωσιν ἐπὶ πλέον 28%.
484Πέποιθα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς
485ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων τούτων ἐσκόπει νὰ
486ἀνακουφίσῃ, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δυστυχεῖς κτημα-
487τίας· διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει παρίσταται τὸ Δημόσιον
488ὡς κερδοσκοποῦν ἐπ’ αὐτῶν, ὅπερ δὲν πιστεύω. Ἀλλ’ ὁ κ.
489Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις, δὲν ὑπέβαλε μέχρι
490τοῦδε νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἐκ τοῦ προσθέ-
491του τούτου βάρους, καὶ, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἄνευ νόμου
492δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσι.
493Καὶ ἐνῷ, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
494διατάξει πλεῖστα νομοσχέδια, καὶ σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα,
495καὶ ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἕτερα νομοσχέδια, ἐξ ἴσου σοβαρὰ καὶ
496ἐπείγοντα, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προκνέφερα, καὶ τὰ ὁποῖα
497οὐ μόνον δὲν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’
498οὐδὲ κἂν ἐμελέτησεν αὐτὰ, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τὰ προτάξῃ τῶν
499ἄλλων νομοσχεδίων, ὅπως ψηφισθῶσι πρὸ τῶν ἑορτῶν, ἔρχε-
500ται καὶ ζητεῖ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋ-
501πολογισμοῦ, ἐνῷ ὑπάρχει μέγιστος φόβος, ὅτι μετὰ τὴν ἐπι-
502ψήφισιν αὐτοῦ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ συγκρατήσῃ οὐδὲ τοὺς φί-
503λους της!
504Μεταβαίνοντες, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, εἰς τὰς ἐπαρχίας
505μας κατὰ τὰς ἑορτὰς, ἡμεῖς, τῶν ὁποίων οἱ συμπολῖται πέ-
506νονται, μὴ δυνάμενοι νὰ εὕρωσιν οὐδ’ αὐτὸν τὸν ξηρὸν ἄρτον,
507καὶ τρώγοντες, ὡς οἱ ἄγριοι, καρποὺς, — ἐὰν εὑρίσκωσι καὶ
508τούτους — τί θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅταν μᾶς ἐρωτήσωσι,
509τί ἐπράξαμεν διὰ τοὺς πενομένους; Θὰ κύψωμεν τὴν κεφα-
510λὴν, ὡς οἱ ἔνοχοι, καὶ θὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐψηφίσαμεν τὸν
511Προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν
512αὐτῶν!
513Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ συντελέσω πο-
514σῶς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τὰ
515νομοσχέδια ταῦτα, τὰ τείνοντα εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν
516πενομένων πληθυσμῶν, δὲν ὑποβληθῶσι καὶ δὲν προταχθῶσι
517μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ψηφισθῶ-
518σιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ πρόκηται νὰ
519εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ ζητήσω τὴν
520μεταρρύθμισιν αὐτῆς. Δὲν θὰ συντελέσω, λέγω, εἰς τὴν ἐπι-
521ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν προταχθῶσι καὶ ψη-
522φισθῶσιν ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ
523μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου μὲ καθαρὰν τὴν συνείδησιν, ὅτι
524ἐξετέλεσα εὐόρκως τὸ καθῆκόν μου, καὶ νὰ ἔχω τὸ θάρρος
525νὰ εἴπω πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι πολλάκις ὕψωσα
526τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς λήψεως μέτρων πρὸς ἀνακούφισίν
527των, ὑπὲρ τῆς θεραπείας τῆς δυστυχίας των, ἀλλὰ, δυστυ-
528χῶς, δὲν ἔσχον τὴν δύναμιν νὰ εἰσακουσθῶ καὶ συντελέσω
529ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τούτου. Πρὸς τοῦτο δὲ
530ἐξορκίζω καὶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τῆς μιᾶς πτέρυ-
531γος καὶ τῆς ἄλλης, νὰ ἔλθητε νὰ συνασπισθῶμεν, καὶ ὑπο-
532χρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ καὶ προτάξῃ ἐν τῇ
533ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια ταῦτα· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρ-
534νησις δὲν ἀποδεχθῇ τοῦτο, καὶ, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἐπιψή-
535φισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ
536καταψηφίσωμεν αὐτήν, διότι αἱ Κυβερνήσεις πίπτουσι καὶ
537ἐπανέρχονται ταχέως, ἀλλ’ ὁ λαὸς θνήσκων δὲν ἀναζῇ!
538(ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Ἐὰν δὲ σᾶς ἀπειλήσωσι
539μὲ τὸ φάσμα τῆς διαλύσεως, μὴ πτοηθῆτε, διότι δὲν ὑπάρ-
540χει λόγος διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, καὶ ἂν διαλυθῇ
541αὕτη, ἂς τρέμωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες, εὐπειθῆ ὄργανα τῆς Κυ-
542βερνήσεως, δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ, κύπτοντες,
543μετὰ φόβου θὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των.
544(Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν
545ἀκροατηρίων).
546§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν
547λόγον.
548§24ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθω, κύριοι Βου-
549λευταὶ, εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ
550ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ
551κάμω δύο ἐπερωτήσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
552Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
553Χθὲς ἔλαβον ἀναφορὰν, ἵνα ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν Βου-
554λὴν, τοῦ πρώην Δημάρχου Πυλίων κ. Μπόμπολα, δι’ ἧς οὗ-
555τος παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἐκεῖ Οἰκονομικὸς Ἔφορος καταστρέ-
556φει τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἣν ἔχει δυνάμει τίτλων, χρονολο-
557γουμένων ἀπὸ Τουρκοκρατίας...
558§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε.
559Χθὲς κατέθηκα ἀναφορὰν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
560§26ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Ὁ κ. Μπόμπολας ἐκ-
561θέτει ἐν αὐτῇ τοὺς λόγους, καὶ, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ κου-
562ράσω ὑμᾶς, δὲν ἀναφέρω αὐτοὺς, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὸ
563νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
564γὸν, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διατα-
565γὰς, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Ἐλπίζω
566δ’ ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συντελέσῃ εἰς
567τὸ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν κ. Μπόμπολαν, καὶ τοῦτο,
568ἵνα ἀποφύγῃ πᾶσαν πιθανὴν παρεξήγησιν, καθόσον οὗτος δὲν
569τυγχάνει πολιτικὸς φίλος αὐτοῦ.
570Ὡς βλέπω ἐν τοῖς πρακτικοῖς, εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς
57116 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ἐζή-
572τησε συμπληρωματικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ὑδραυλικῶν
573ἔργων Παμίσου. Αἱ πληροφορίαι αὗται δέν μοι φαίνονται
574ἐπαρκεῖς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόε-
575δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί εἰσέ-
576πραξε τὸ Ταμεῖον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου ἐκ τῶν
577δήμων, καὶ ἂν εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπάρχει ἤδη διὰ λογαρια-
578σμὸν αὐτοῦ τὸ ποσὸν τῶν 450,000 δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν μὴ
579δαπανηθέντων ἐκ τοῦ συναφθέντος δανείου.
580Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἐκ τῆς θέσεως ἐκεί-
581νης διέκοψα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
582παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ στέρξῃ νὰ προταχθῶσι τοῦ Προϋπο-
583λογισμοῦ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ μὲ τὸν Προϋ-
584πολογισμὸν συνδέονται, καὶ λυσιτελῆ ὄντως διὰ τὸν τόπον
585εἶναι, ὡς, φέρ’ εἰπεῖν, τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τὸ περὶ
586τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, τὸ περὶ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου
587Πελοποννήσου, ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος προλαλή-
588σας συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ἀνέφερεν. Ἐζήτησα δὲ τοῦτο,
589τὸ μὲν ἕνεκα τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχε-
590δίων τούτων, τὸ δὲ, ἵν’ ἀποφύγωμεν σκηνὰς, αἵτινες βεβαίως
591δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν.
592Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ὡς δόγμα
593πολιτικὸν αὐτῶν ἔχουσι τὴν πολεμικὴν τῆς κωλυσιεργίας,
594γνωρίζω ὅμως, ὅτι βεβαίως ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ
595τὰς συνεδριάσεις αὐτὰς συνετέλεσε κατὰ πολὺ εἰς τὸ νὰ
596καταρρίψῃ καὶ τὰς συζητήσεις καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ Κοινοβου-
597λίου ἐκ τοῦ ὕψους αὐτοῦ εἰς τὸ πεδίον τῶν κωλυσιεργιῶν.
598Κυβέρνησις ἐπιζητοῦσα διὰ παντὸς τρόπου καὶ ὅπως δή-
599ποτε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δεικνύει, ὅτι δὲν
600σκέπτεται εἰλικρινῶς περὶ τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται μό-
601νον νὰ πιστοποιηθῇ, ἔστω καὶ διὰ τῆς ἁπλῆς ὑμῶν ψήφου,
602ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντεῦθεν εἶπε·
603τίς δηλαδὴ λέγει τὴν ἀλήθειαν ἐπ’ αὐτῶν τούτων τῶν κυ-
604βερνητικῶν πράξεων, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἢ ἡ Ἀντιπολί-
605τευσις; Ὡς εἰ μὴ εἶχε, δυστυχῶς, πεισθῆ ἐξ αὐτῶν τού-
606των τῶν γεγονότων τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος περὶ τῆς καλοπι-
607στίας τῶν κυβερνησάντων αὐτὸ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν!
608«Μὴ φοβεῖσθε! Πανταχόθεν ῥέει χρυσός! τὰ πλεονάσματα
609μᾶς κατακλύζουσιν! ἡ Ἑλλὰς ἔσεται πρότυπον Βασιλείου!»
610ἔλεγον οἱ πολιτευταὶ ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν.
611Ἀλλ’ ἐντὸς δεκαετίας ἠκούσθη ἐκ τῆς θέσεως ταύτης: «Δυσ-
612τυχῶς ἐπτωχεύσαμεν!»
613«Ἀγρυπνεῖτε! Δὲν κοιμώμεθα ἐπὶ ῥόδων! διατρέχομεν
614κινδύνους μεγάλους καὶ σοβαρούς!» ἔλεγον οἱ πρὸ τῆς ἐπο-
615χῆς ἐκείνης πολιτευταί. Ἀποδίδων δὲ τὸ δίκαιον, ὀφείλω νὰ
616ὁμολογήσω, ὅτι μεταξὺ τούτων συγκαταλέγεται καὶ ὁ γη-
617ραιὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής. «Ἔχομεν Προϋπολογισμὸν
618μὲ ἔλλειμμα 17 ὅλων ἑκατομμυρίων, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ
619Ταμεῖα ἡμῶν 50 μόνον χιλιάδες δραχμῶν. Συσπειρωθῆτε,
620ἵνα σκεφθῶμεν, πῶς θὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἐκ τοῦ ἐπαπει-
621λοῦντος κινδύνου καὶ τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς», ἔλε-
622γεν ἐντεῦθεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ 1875.
623Ἀλλ’ ἀποθνήσκων ἐκληροδότει ἡμῖν πατρίδα μεγάλην καὶ
624πλουσίαν!
625§27Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
626§28ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν πολιτικὴν ἐκείνην
627ὠφείλατε ν’ ἀκολουθήσητε, τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ὠφείλατε
628νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν· καὶ θὰ τὴν ἔχητε, ἂν, ἀντὶ νὰ ἐπι-
629σπεύδητε τὴν ὁπωσδήποτε ἐπιψήφισιν τῶν Προϋπολογισμῶν
630καὶ τὴν συναρπαγὴν τῶν ζητημάτων, καταρρίπτοντες οὕτω
631τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα ἐκ τοῦ ὕψους αὐτοῦ
632εἰς τὴν πολεμικὴν τῆς κωλυσιεργίας, ἐλέγετε ὅ,τι ὁ αὐτὸς
633Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ἐντεῦθεν κατὰ τὸ 1876, ἂν δὲν με
634ἀπατᾷ ἡ μνήμη: «Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ μετὰ τῶν ἄλ-
635λων νομοσχεδίων καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊ-
636κῆς Ἑταιρείας Σύρου, διότι καὶ τοῦτο συνδέεται μετὰ τοῦ
637Προϋπολογισμοῦ.»
638Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐζήτουν οἱ τότε πολιτευ-
639ταὶ, πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ συνδεόμενα κἄπως μὲ τὴν εὐ-
640ημερίαν τοῦ τόπου, τὰ συντελοῦντά πως ὑπὲρ τῆς προόδου
641αὐτοῦ, τὰ ἔστω καὶ πόρρωθεν συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋ-
642πολογισμοῦ, νὰ προτάσσωνται αὐτοῦ, διότι Προϋπολογισμὸς,
643ὡς τοῦτο κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ἄνευ τῶν συναφῶν νό-
644μων, εἶναι χάρτης ἄγραφος. Καὶ ἂν, κύριοι Βουλευταὶ, μία
645ἁπλῆ σύμβασις ἔχῃ τοιαύτην σημασίαν διὰ τὸν Προϋπολο-
646γισμὸν, νομίζετε, ὅτι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἐποιησάμεθα
647λόγον ἐγώ τε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὡς καὶ τὰ τού-
648τοις ὅμοια, δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν, ἂν ὄχι μεγαλειτέραν, ἐπ’
649αὐτοῦ ἐπήρειαν;
650Ἐπὶ πλέον, τί περὶ διοικήσεως εἰσηγήσατο τῇ Βουλῇ ὁ
651ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἔλαβον ἐπιστολὰς
652σήμερον διακεκριμένων προσώπων, κατεχόντων ὑπερόχους
653θέσεις ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, δι’ ὧν μοὶ καταγγέλλουσι πρά-
654ξεις ἀρχῶν, ὁμοίας πρὸς πράξεις βαρβάρων ὀρδῶν. Καὶ ἀκού-
655σατε: «Ὁ ἀστυνόμος μετὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, ὡς ἄλλος
656πασᾶς, ἐκδίδει φετφάδες καὶ κατὰ χιλιάδας ἐντάλματα, ὁ
657δὲ κόσμος ἔχει λάβει τὴν εἰς τὰ ὄρη ἄγουσαν! Τρομοκρατία
658ἀληθὴς, καὶ οὐδεὶς κοιμᾶται εἰς τὸ σπῆτί του!» Ταῦτα μοὶ
659γράφουσιν ἐξ Οἰχαλίας. Ὁ δὲ κ. Δήμαρχος Παμίσου ἰδοὺ
660πῶς ἐξιστορεῖ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἡμῶν: «Φροντί-
661σατε, ὁ νόμος τῆς ἀγροφυλακῆς νὰ μεταβληθῇ, ἵνα σωθῇ ὁ
662κόσμος ἀπὸ τοὺς τυράννους! Μὴ ἐρωτᾷς, τί γίνεται ἐνταῦθα!
663Ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὸν Νομάρχην, ἐπίσης τὰ ἀνέ-
664φερα καὶ εἰς τὸν Μοίραρχον, καὶ ἂς ἴδωμεν, καίτοι οὐδεμίαν
665περιμένω διόρθωσιν.»
666Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως! Καὶ νομί-
667ζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε οἰκονομικὰ καλὰ μὲ τοιαύτην
668διοίκησιν; Ἢ μήπως δὲν γνωρίζετε, ὅτι βάσις τῶν οἰκονο-
669μικῶν χώρας τινὸς, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
670εἶναι ἡ καλὴ διοίκησις αὐτῆς; Καὶ ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν
671διοίκησις, ἀφοῦ ὑμεῖς αὐτοὶ τὴν ὑπάρχουσαν, διὰ νόμου κα-
672ταργοῦντες, ἀπεδοκιμάσατε, χωρὶς ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον διε-
673τίαν νὰ ἐφαρμόσητε τὴν παρ’ ὑμῶν ὡς ἀρίστην κριθεῖσαν;
674Καὶ ἡ μεταβατικὴ αὕτη κατάστασις νομίζετε, ὅτι δύναται
675νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μελέτης ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν
676θέσεως;
677Κύριοι, Προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἂν οὗτος
678δὲν ᾖναι ἐνδεικτικὸς τῆς πολιτικῆς, ἣν ὀφείλει ἓν Κράτος νὰ
679ἀκολουθήσῃ. Ἤδη, εἴπατέ μοι, — καὶ προκαλῶ ὑμᾶς, κύριε
680Πρωθυπουργὲ, νὰ βεβαιώσητε ἐν συνειδήσει τὴν Βουλὴν, ἂν
681ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
682κῶν Προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς, ἣν ἐνδει-
683κνύετε ὑμεῖς ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ πατρὶς ἡμῶν...
684§29Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε χιλιάδας δραχ-
685μὰς ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τὸν καλλωπισμὸν τῆς
686Κηφισιᾶς, ὅπου ἕκαστος τῶν ὁμογενῶν δύναται νὰ κατα-
687βάλῃ πλέον τῶν δέκα χιλιάδων. Καὶ ἐν τούτοις ὁ λαὸς τῆς
688Πελοποννήσου πένεται!
689§30ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀρθῶς λέγετε.
690Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, Κύριοι, παρεκάλεσα καὶ παρα-
691καλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ
692προταχθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ εἰρη-
693μένα νομοσχέδια, διότι, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ὁ Προϋπολογισμὸς
694οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰς ἣν θέσιν εὑρί-
695σκεται τὸ Κράτος ἡμῶν, παρὰ ἐκείνην, ἣν ἔχουσιν οἱ παρὰ
696τὴν ἑστίαν ἁπλοῖ λογαριασμοὶ ζωοφυτοῦντος βιοπαλαιστοῦ.
697§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρήλθον πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς πα-
698ρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκθέσῃ
699τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς
700ὑπαγωγῆς τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης εἰς τὰ Πρω-
701τοδικεῖα Λαμίας καὶ Λευκάδος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ δέκα
702ἡμέρας, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον ἐπηρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν,
703οὗτος, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπαναληπτικὴν σύστασιν τοῦ ἀξιο-
704τίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Κρίτσα, εἶπεν,
705ὅτι δὲν δύνανται διὰ Διατάγματος νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ εἰρη-
706μέναι ἐπαρχίαι εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Λαμίας καὶ Λευκάδος,
707ἀλλὰ θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου συντόμως εἰς
708τὴν Βουλήν· ἀλλ’ εἰσέτι τοιοῦτο δὲν ὑπεβλήθη. Ἐξώδικον
709μόνον πληροφορίαν ἔχω, ὅτι συνετάχθη σχέδιον τοιοῦτον,
710ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐκλείσθη εἰς τὸ ἑρμάριον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
711Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι, ὑποσχόμενος
712ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι τάχιστα θὰ ὑποβάλῃ τὸ
713οἰκεῖον νομοσχέδιον, δὲν ὑπέβαλε τοῦτο, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω
714πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ὅτε ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως
715τοῦ Κράτους συνεζητεῖτο, δὲν εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἀπαι-
716τεῖται νέος νόμος, ὅπως ὑπαχθῶσιν αἱ εἰρημέναι ἐπαρχίαι
717εἰς τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἤρκει πρὸς τοῦτο ἡ ἔκ-
718δοσις Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἂν δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν,
719ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο τότε ὑπεστηρίχθη καὶ
720ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, τὸ ἔλεγε διὰ νὰ
721στηρίξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤδη ὑπεστήριξεν, εἴτε διότι
722σπουδαίως μετέβαλε γνώμην, εἴτε διότι ἤθελε νὰ ἀναβάλῃ
723τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος δι’ εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου
724ἐκ λόγων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι γνω-
725στοὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ὑμᾶς, Κύριοι.
726Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ διοικητι-
727κῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Χαλ-
728κίδος κ. Καλογερόπουλος, εἰσηγητὴς τυγχάνων τῆς Ἐπιτρο-
729πῆς, ἥτις ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶπεν, ὅτι πρέπει
730νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων» εἰς τὸ ἄρθρον 12·
731δηλαδή, ὅτι δύναται διὰ Διατάγματος ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξου-
732σία νὰ μεταβάλῃ τὰς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων καὶ
733Ἐφετείων. Κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τότε, ἐνθυμοῦμαι,
734ἐξανέστη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἰπὼν, ὅτι
735τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει εὐκόλως νὰ παράσχωμεν εἰς
736τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι, ναὶ μὲν δηλοῦται ἐν τῷ
737προκειμένῳ, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαγωγῆς δύο ἐπαρχιῶν εἰς
738τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ δύναται αὔριον ἄλλος Ὑπουρ-
739γὸς, μὴ δεσμευόμενος ἐξ οὐδεμιᾶς δηλώσεως, νὰ μεταβάλῃ
740ὅλας τὰς περιφερείας τῶν Ἐφετείων. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς
741τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε τότε (ἀναγινώσκει):
742«Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν Ἐφετείων, δύναταί τις
743νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα, ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συν-
744άδελφος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιό-
745της καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν Ἐφετείων ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ
746τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐὰν ἑνώσωμεν μίαν ἐπαρχίαν μὲ τὴν
747περιφέρειαν ἄλλου Πρωτοδικείου, πάλιν ἡ ἁρμοδιότης τοῦ
748Ἐφετείου δὲν μεταβάλλεται. Παραδείγματος χάριν, ἐὰν τὴν
749ἐπαρχίαν Δομοκοῦ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ
750Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπειδὴ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐφετείου
751Ἀθηνῶν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἄρα
752ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ.
753Ἵνα ὅμως μὴ γεννηθῇ ποσῶς ζήτημα, προστίθενται καὶ αἱ
754λέξεις «καὶ Ἐφετείων». Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ εἴπητε, ἡ
755προσθήκη τῶν λέξεων τούτων, καὶ ἂν περιττεύῃ, κατὰ τί
756βλάπτει; Καὶ ἂν δὲν προσθέσωμεν τὰς λέξεις ταύτας, πά-
757λιν ἐπαναλαμβάνω, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθη-
758νῶν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, προστι-
759θεμένης καὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ
760Πρωτοδικείου Λαμίας, ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθη-
761νῶν εἶνε πλήρης. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης. Ἡ
762Ἰθάκη, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ὑπήγετο εἰς τὴν περιφέρειαν
763τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, σήμερον, προστιθεμένη εἰς τὴν Λευ-
764κάδα, θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πα-
765τρῶν. Τοῦτο λοιπὸν θὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Δομο-
766κοῦ, καὶ ἀπορῶ διατὶ γίνεται τόσος θόρυβος ἄνευ λόγου.»
767Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔλεγεν (ἀναγι-
768νώσκει):
769«Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐξεθέσατε, εἶναι ὀρθή·
770ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ δισταγμός τις, ὅτι, ἐὰν ἡ
771ἐπαρχία Δομοκοῦ περιληφθῇ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτο-
772δικείου Λαμίας, ἐπεκτείνεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου
773Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη
774εἶναι ὀρθή, οὕτω δὲ δὲν ἀναγκαζόμεθα νὰ περιλάβωμεν τὴν
775προσθήκην τῶν Ἐφετείων. Ἀληθῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ
776μεταβιβάσεως δικαιωμάτων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας
777εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὑπὸ
778τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μεταβίβασις τοῦ δικαιώματος πρὸς
779μεταβολὴν τῶν περιφερειῶν τῶν Ἐφετείων, ἀφοῦ εἶναι κατα-
780φανές, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ θέλει ὑπάγεσθαι εἰς τὸ Ἐφε-
781τεῖον Ἀθηνῶν.»
782Ποῦ ἀνεῦρε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁμι-
783λῶν τελευταῖον περὶ τούτου, ὅτι τότε σύσσωμος ἡ Βουλή,
784καθ’ ὑπόδειξιν μάλιστα τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
785τοῦ, παρεδέξατο, ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἐπαρ-
786χίαι Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης εἰς τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, καθό-
787σον διὰ τῆς τοιαύτης ὑπαγωγῆς μεταβάλλεται ἡ περιφέρεια
788τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Κερκύρας, ἐνῷ ἀκριβῶς ἡ ἐναν-
789τία ἐξεδηλώθη γνώμη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτή; Ἦτο δὲ ὀρ-
790θοτάτη, διότι δὲν μεταβάλλεται τὸ παράπαν ἡ περιφέρεια
791τῶν Ἐφετείων, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων, τῶν ὑπα-
792γομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Κερ-
793κύρας, ἤθελε μείνει ὁ αὐτὸς, μόνον δὲ ἡ δικαιοδοσία ἑνὸς τῶν
794Πρωτοδικείων θέλει ἐπεκταθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
795καιοσύνης, ἔστω ὅτι μετέβαλε γνώμην, ἀφεὶς εἰς ἡμᾶς τὴν
796ἐλπίδα, ὅτι θέλει εἰσαγάγει τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Τὸ
797νομοσχέδιον ὅμως δὲν εἰσήχθη. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει ἐπὶ τοῦ
798θέματος τούτου τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
799τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ,—διότι ἦτο ἐνδεχόμε-
800νον καὶ βραδύτερον νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον—ἐὰν μὴ ἐμόρφωνα
801τὴν γνώμην, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋ-
802πολισμοῦ, αἱ θύραι τοῦ Κοινοβουλίου θέλουσι κλείσει, ἂν μὴ
803ἐμόρφωνα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα ἄλλον σκο-
804πὸν προτίθεται ἢ τὴν ὑφαρπαγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐ-
805μόρφωσα δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἰδίᾳ προχθές, ἐν τῇ συνε-
806λεύσει τῶν φίλων τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε
807ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ ὑμᾶς ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἑορτὰς, ἵνα ψη-
808φίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ἐπισείων τὸ φάσμα τῆς δια-
809λύσεως τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε τοῦτο ἐπι-
810τευχθῇ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπείσθην, ὅτι οὐ μόνον
811οὐδὲν νομοσχέδιον νέον θέλει εἰσαχθῆ, ἀλλὰ καὶ οὐδενὸς θέ-
812λει ἐπιζητηθῆ ἡ ἐπιψήφισις ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀνα-
813γεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τείνουσιν εἰς τὴν
814ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλ-
815λαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων θέλει προθύμως ἐγκαταλει-
816φθῆ, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὸ περίσσευμα, ὅτι καὶ ἡ ἀναστολὴ τῆς
817πρώτης δόσεως τοῦ δανείου τῶν παθόντων μερῶν τῆς Θεσ-
818σαλίας καὶ Φθιώτιδος θέλει μείνει ἁπλῆ καὶ μόνον ὑπόσχε-
819σις, καὶ μία ἔσται πάλιν ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δι’
820ἀγρίας καταδιώξεως εἴσπραξις τῶν καθυστερουμένων φόρων
821παρὰ τοῦ πενομένου λαοῦ. Ὅτε δ’ ἐπείσθημεν, ὅτι τοιαύ-
822την ἐτράπη πορείαν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξα-
823κολουθήσωμεν παρέχοντες αὐτῇ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, οὐδὲ
824ἦτο ἡ ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἱκανὴ νὰ ὑποτάξῃ
825τὴν γνώμην καὶ συνείδησιν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀν-
826δρικὴν φιλοτιμίαν, οὐ μόνον ν’ ἀντιμετωπίζωσιν ὑπερηφά-
827νως τοιαύτας ἀπειλὰς, ἀλλὰ καὶ νὰ προκαλῶσι τοὺς ἀπει-
828λοῦντας, ἐὰν ἔχωσι τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν, νὰ πραγμα-
829τῶσι ταύτας. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστε-
830ρᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
831§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ
832ἐκ Πατρῶν, ζητοῦντος παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ στέρξῃ, ἵνα
833μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἐνεθυμήθην, ὅτι ταύτην τὴν
834γνώμην καὶ ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει πρὸ τινων ἡμερῶν εἰς
835τὴν Κυβέρνησιν· ἡ γνώμη δ’ αὕτη δὲν εἶχε μόνον τὸν πρα-
836κτικὸν σκοπὸν, ἵνα ψηφισθῶσι νόμοι, οἵτινες κατεδείχθησαν
837ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖοι, ἀλλὰ κα-
838τεδήλου εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ διανοήματα, τὰ φρονήματα, τοὺς
839κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ διαχει-
840ρισθῇ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ
841ἡμερησία διάταξις συντάσσεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βου-
842λῆς, τῇ ἐπινεύσει τῆς Κυβερνήσεως· τῆς Κυβερνήσεως δὲ τὸ
843φρόνημα διερμηνεύει ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος συγχρόνως
844εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν
845ὁ εἰσηγητὴς οὗτος τῆς πλειονοψηφίας κατανέμῃ τὴν νομοθε-
846τικὴν ἐργασίαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐκδηλοῖ συγχρό-
847νως, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τῆς χρησιμότητος ἑκάστου
848νομοσχεδίου, ἐν σχέσει πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς χώρας.
849Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔστερξε τὴν γνώμην μου, καὶ
850εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει ἀπωθήσει καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ.
851Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κρίνει
852τόσον ἀναγκαῖα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τῶν ὁποίων ἐζητή-
853σαμεν τὴν ἐγγραφὴν πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ νομίζει
854ἐπιβαλλομένην τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
855Ἂν ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας,
856ἤθελεν ἀπαλλάξει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἀνάγκης νὰ ζητήσῃ
857παρὰ τῆς Βουλῆς ἓν δωδεκατημόριον, ὅπως κυβερνηθῇ τὸ
858Κράτος τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους. Μόνον τοῦτο ἤθελεν
859ἐπιφέρει. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ζημία τοῦ Κράτους; Ἡ ψήφισις
860ὅμως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν νὰ προτα-
861χθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι τοσοῦτον ἐνδεδειγμένη ὑπὸ
862τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ, ἂν ταῦτα δὲν ἐψηφί-
863ζοντο πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοσαύτη θέλει εἶσθαι ἡ ζη-
864μία τῆς χώρας, ὥστε ἀμφέβαλλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε
865δυνηθῆ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνασταλῇ ἡ ψήφισις αὐτῶν, διὰ νὰ
866προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
867Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν,
868διήρεσεν εἰς δύο κατηγορίας τὰ μέτρα τὰ νομοθετικὰ, τὰ
869ὁποῖα κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ Προϋπολο-
870γισμοῦ· ἀνέφερέ τινα τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἐγγεγραμμένων
871ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε κατεπείγοντα,
872ὡς θεραπεύοντα ἀνάγκας κατεπειγούσας τοῦ Ἑλληνικοῦ
873λαοῦ, ἀλλὰ προσέθετο, ὅτι καὶ ἄλλα εἶναι, κατ’ αὐτόν,
874ἀναγκαῖα, καὶ ἀνέφερε μάλιστα καὶ ταῦτα. Ἐγὼ, ὅτε συν-
875εβούλευον τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῶσι τοῦ
876Προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, εἶχον
877ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
878ἀναγεγραμμένα. Ταῦτα δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῶσιν εἰς
879κατηγορίας· εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κανονί-
880σωσι τὴν τύχην τῆς ἐργατικῆς τάξεως, διότι τοῦ ἐργάτου ἡ
881ζωὴ εἶναι ἐκτεθειμένη καθ’ ἑκάστην εἰς μυρίους κινδύνους,
882ἤθελε δὲ παρασχεθῇ εἰς τοὺς ἐργάτας ἀσφάλεια, ὅτι τοῦ λοι-
883ποῦ δὲν ἤθελον θνήσκει ὡς τὰ ζῷα· εἰς νομοσχέδια, τὰ
884ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὸν πολίτην ἀπὸ κατάχρησιν τῆς δυ-
885νάμεως, τὴν ὁποίαν νόμοι τινὲς ἔδωκαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς
886ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ τῆς ἀστυνομι-
887κῆς ἐπιτηρήσεως· καὶ εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι
888τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ προστατεύουσιν αὐτὴν, ὡς εἶ-
889ναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως
890τοῦ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμου. Τέλος πάντων, εἰς νο-
891μοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ προστατεύσωσιν Ἑλλη-
892νικὰ κεφάλαια, καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς
893συγκοινωνίας τῆς χώρας. Ἂν καὶ ἄλλα ὑπάρχωσι νομοσχέ-
894δια, τὰ ὁποῖα εἶναι τοιαῦτα, ἤθελον καὶ ταῦτα εὐχαρίστως
895στέρξει, καὶ ἤθελον ὑποστηρίξει νὰ προταχθῶσι καὶ ταῦτα
896τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν ἦναι τοιαῦτα νομο-
897σχέδια, ἤθελον προθύμως προσχωρήσει εἰς πάσας τὰς ἐνδεί-
898ξεις τῆς ἀνάγκης τῆς συντάξεως καὶ ὑποβολῆς τοιούτων νο-
899μοσχεδίων.
900Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἐνέδειξεν, ὅτι
901εὑρίσκει δεδικαιολογημένας τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, τὴν
902ἐπιοῦσαν ἦλθε καὶ ἀπέκρουσεν αὐτὰς, ἐπιμείνας εἰς τὴν ἐπι-
903ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κυρίου
904Πρωθυπουργοῦ ἐνδεικνύῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου
905τοῦ κυβερνᾷν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἰσθάνομαι λύπην· διότι φαί-
906νεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λησμονεῖ τὰ καθήκοντα, τὰ
907ὁποῖα κυρίως πᾶσα Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς περι-
908στάσεις ταύτας ὀφείλει νὰ ἔχῃ.
909Μετὰ πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐξήντλησεν οἰκονομικῶς τὴν χώ-
910ραν καὶ τὸ Κράτος, μετὰ πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐξήντλησεν ἐπί-
911σης τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
912εἶναι ἄπορον, πῶς δύναταί τις νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν νὰ δαπα-
913νήσῃ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, μηδεμίαν περὶ τῆς τοιαύ-
914της καταστάσεως λαμβάνων πρόνοιαν, καὶ νὰ προτάσσῃ τῆς
915ψηφίσεως τοσούτων ἄλλων μέτρων, λυσιτελῶν πρὸς ἀνακούφι-
916σιν τοῦ λαοῦ, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λησμονεῖ
917δὲ ἡ Κυβέρνησις τὰ κυριώτερα καθήκοντα αὑτῆς. Ἐγὼ ἐν-
918θυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κατὰ τὴν παρελ-
919θοῦσαν Περίοδον προσήνεγκε τὴν αὐτὴν εἰσφορὰν, ζητῶν τὴν
920μεταβολὴν καὶ βελτίωσιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου· εὗ-
921ρον δὲ αὐτὸν καὶ τότε πάντοτε πρόθυμον νὰ συντελέσῃ εἰς
922μέτρα σκοποῦντα τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὴν
923γνώμην ταύτην ἔχω καὶ ἐγὼ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινα, καὶ
924ἐπιθυμῶ, καὶ προθύμως θέλω προσπαθήσει, ὅσον δύναμαι, ἵνα
925συντελέσω εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
926Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ἵνα προταχθῶσι
927τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ περὶ ὧν εἴρηται ἀναγκαῖα καὶ κα-
928τεπείγοντα νομοσχέδια.
929§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, Κύριοι,
930ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν νομίζω
931ἰδίως, ὅτι τὸ γεγονὸς, ὅτι μέλη τινὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης
932(δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀπεσκίρτησαν ἀπὸ ταύτης, καὶ μετέ-
933βησαν εἰς ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), δικαιολογοῦσιν
934ἐμὲ, ἵνα μεταβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα
935ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ παρελθὸν Σάββατον. Ἡ γνώμη, τὴν
936ὁποίαν ὑπεστήριξα, δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας
937ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς ἐμέ. Ἐδήλωσα τότε, καὶ οὐδε-
938μίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δηλώσω καὶ πάλιν τὴν ἑσπέραν ταύ-
939την, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς μου, ἵνα προταχθῇ ὁ Προϋπολο-
940γισμὸς, δὲν ἐπιδιώκω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὑποθέτετε, ὅτι
941ἐπιδιώκω. Εἴπετε κατ’ ἀρχὰς, ὅτι σκοπὸς ἡμῶν ἦτο νὰ ἐπι-
942ψηφισθῇ ὅπως–ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς, νὰ πιέσωμεν τὴν
943Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ τοῦτον ἄνευ συζητήσεως,
944ὅτι ἠθέλομεν, ἵνα ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἐπιτύχω-
945μεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ εἰς τοὺς φόβους ὑμῶν τούτους
946ἀπήντησα διὰ ῥητῆς δηλώσεως, ὅτι σκοπὸν ἔχω, ἵνα οὐδε-
947μίαν φέρω ἀντίρρησιν, ὅπως εὐρύτατα συζητηθῇ ὁ Προϋπο-
948λογισμὸς, ὅτι οὐδὲν θέλω παρεμβάλει πρόσκομμα εἰς τὴν
949εὐρεῖαν αὐτοῦ συζήτησιν.
950Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σκοπός μου εἶναι, ἵνα ἡ
951Βουλὴ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς οὐ μόνον μέχρι τῆς
952ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς ἐπι-
953ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρ’ ἐμοῦ θεωροῦνται
954ὡς ἐπιβαλλόμενα.
955Ἀλλ’ ἔρχονται σήμερον καὶ λέγουσι: «Πῶς εἶναι δυνα-
956τὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ μὴ προτά-
957ξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν
958Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, νὰ μὴ προτάξωμεν τὸ νομο-
959σχέδιον περὶ φόρου τῶν ἀμπέλων, νὰ μὴ προτάξωμεν τὸ νο-
960μοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῶν δόσεων τῆς Θεσσαλίας; Πῶς
961εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ;» Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Πῶς
962εἶναι δυνατὸν τὸ ἀντίθετον νὰ γείνῃ; Ἔχομεν ἀνάγκην, Κύ-
963ριοι, νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ἔχομεν ἀνάγκην
964νὰ ἴδωμεν, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους,
965ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ
966Κράτους εἶναι, οἵα παρίσταται αὕτη ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς
967Ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἐὰν πράγματι ἡ κατάστασις ἦναι
968αὐτή, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβάνετε ὅτι εἶναι,
969ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς θὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου
970τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου;
971§34Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τότε, διατὶ τὸ ἐπροτείνατε;
972§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἐπρότεινα, διότι ἔχω πεποίθησιν,
973ὅτι τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἐπαρκοῦσι πρὸς τοῦτο, ἔχω πε-
974ποίθησιν, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὁ Προϋ-
975πολογισμὸς παρουσιάζει περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπι-
976τρέπουσι νὰ διαθέσωμεν ἓν ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος ἐπὶ τριε-
977τίαν. Ἀλλ’ ὑμεῖς, οἵτινες διατείνεσθε, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα,
978πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
979ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’
980ἔτος ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη;
981Μετὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς
982τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλομεν βεβαίως συναντηθῆ, καὶ εὐχα-
983ρίστως βλέπω τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα συζητή-
984σωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἀλλ’ οὐδεμία ἀμφιβολία
985ὑπάρχει, ὅτι, ἐὰν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ
986θέλει φθάσει κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀνα-
987πτύξεως τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀνέφε-
988ρεν, ἐὰν, λέγω, τὰ συμπεράσματα αὐτὰ εἶναι οἷα προσεδόκα
989ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ
990δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου.
991Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔλλειμμα, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν
992δύναμιν νὰ δανεισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἑκατομ-
993μύριον κατ’ ἔτος.
994Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐρχόμεθα δι’ ἄλλων νομο-
995σχεδίων νὰ ζητήσωμεν ἀπαλλαγὴν φόρων· ἀλλὰ, πρὶν ἢ προ-
996βῶμεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν φόρων, πρέπει νὰ μάθωμεν,
997ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Εἶναι τοιαύτη,
998ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ ἀπαλλαγὴν φόρων; Κατὰ τὰς ἰδέας μας,
999ἐπιτρέπεται αὕτη, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὑπεβάλομεν σχε-
1000τικὸν νομοσχέδιον· κατὰ τὰς ἰδέας ὑμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται,
1001διότι ἔχομεν ἐλλείμματα, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ψηφίσητε
1002ἀπαλλαγὴν φόρων. Οἱ λόγοι αὐτοὶ προϋποθέτουσιν, ὅτι πρὸ
1003παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώ-
1004ρας, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, τὸ
1005χωρίζον ἡμᾶς ἀφ’ ὑμῶν. Ὑμεῖς καλῇ τῇ πίστει πιστεύετε
1006ὅσα φρονεῖτε· ἐπιτρέψατε ὅμως καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι
1007καλῇ τῇ πίστει φρονοῦμεν ὅσα φρονοῦμεν. Πρόκειται ν’ ἀπο-
1008δειχθῇ, ἂν ἡμεῖς ἀπατώμεθα, ἢ ὑμεῖς πλανᾶσθε.
1009Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐξ
1010ὅσων πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή· ἐθεωρήθη δὲ, ὄχι μόνον
1011παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ξένας Βουλὰς, ὅτι τὸ σπου-
1012δαιότερον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πᾶσα Βουλὴ ἔχει νὰ
1013πραγματευθῇ, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας,
1014εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μήπως ἡ ψήφισις τοῦ
1015Προϋπολογισμοῦ παρεμποδίζει τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων νο-
1016μοσχεδίων; Μήπως ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ ἄλλα
1017νομοσχέδια πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσι; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε,
1018Κύριοι, ὅτι εἶναι καθῆκον τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπι-
1019μείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
1020ἀπηρίθμησα ἐνταῦθα; Ἑπομένως οὐδὲν ἐπιχείρημα, ἐκ τῶν
1021σήμερον ἀναπτυχθέντων, βλέπω δυνάμενον νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι
1022πρέπει ἡ πλειονοψηφία νὰ μεταβάλῃ τὴν χαραχθεῖσαν παρ’
1023αὐτῆς πορείαν. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν
1024σήμερον παρὰ τῶν μεταστάντων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην
1025(δεικνύει τὴν ἀριστεράν), καὶ τὰ ὁποῖα οἱ Κύριοι οὗτοι δὲν
1026ἔβλεπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀνεκάλυψαν δὲ σήμερον μόνον,
1027δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὲ πείσωσιν.
1028Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὅπως ἐτέθη, ἀπαιτεῖ ἄμεσον
1029λύσιν. Εἶναι μάταιον, ἡ Βουλὴ νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον
1030αὐτῆς, συζητοῦσα δὶς καὶ τρὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Πρέ-
1031πει ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ διὰ ψηφοφορίας, ποία πρέπει νὰ ἦναι
1032ἡ πορεία αὐτῆς· πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ Προϋπολογι-
1033σμὸς, καὶ ἔπειτα τὰ νομοσχέδια; ἢ πρέπει νὰ προταχθῶσι
1034πρῶτον τὰ νομοσχέδια, καὶ ἔπειτα ὁ Προϋπολογισμός; Ὅταν
1035τὸ ζήτημα τίθηται τοσοῦτον σαφῶς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυ-
1036νατὸν νὰ ἀναβληθῇ πλέον ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπό-
1037φασις τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι ἡ
1038πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει ἐγκρίνει τὴν πορείαν ἡμῶν
1039ἐν τῷ θέματι τούτῳ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς), ὅτι θέλει
1040πεισθῆ ἐκ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς, λόγων
1041συνδεομένων, ὅπως εἶπον, μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ
1042λάβωμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἂν αὕτη θὰ ἦναι ἀπόρροια
1043σκέψεως, ἀπόρροια μελέτης—ἀπόρροια κυρίως μελέτης—
1044τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, θέλει πεισθῆ, λέγω
1045ἡ Βουλή, ὅτι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν, εἶναι ἡ ἀλη-
1046θὴς πορεία.
1047Ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐγένετο
1048παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ διετίαν ὑπεστήριξαν τὴν Κυβέρ-
1049νησιν, ἐγένετο λόγος περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐξε-
1050τάζω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος
1051μετέστησαν εἰς τὴν ἄλλην...
1052§36Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόε-
1053δρε.
1054§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκει-
1055ται σήμερον νὰ ἐξετάσω...
1056§38ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα.
1057§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα πληρέστατον, καὶ
1058δι’ αὐτὸ δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους αὐτούς. Οἱ λόγοι
1059προφανῶς θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1060του ἀνεπτύχθησαν· ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω,
1061ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, μετὰ τῆς ὁποίας συνειργάσθησαν
1062μέχρι χθὲς, δὲν ἦτο ἀξία τῆς μομφῆς, ἡ ὁποία κατ’ αὐτῆς
1063ἐρρίφθη, ὅτι δῆθεν ἐπηρεάζεται ἐξ ἀπειλῶν διαλύσεως. Τίς
1064ἠπείλησε τὴν Βουλὴν διὰ διαλύσεως; Καὶ τίς ἔχει τὸ δι-
1065καίωμα νὰ ἀπειλήσῃ αὐτὴν διὰ τῆς διαλύσεως; Ἐκεῖνο
1066ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ λεχθῇ, εἶναι, ὅτι,
1067ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκονται τὰ τῆς Βουλῆς, ἂν, εἴτε διὰ
1068κωλυσιεργίας, εἴτε δι’ ἄλλων μέσων, παραλύσῃ ἡ ἐνέργεια
1069τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριζομένης ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειο-
1070νοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, θέλει ἐπέλθει κατ’ ἀνάγκην
1071ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὅλοι συμφέρον νὰ ἀποφύγωμεν, θέ-
1072λει ἐπέλθει κατ’ ἀνάγκην ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Καὶ τα-
1073ράττεσθε ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ;
1074§40ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Διόλου, διόλου.
1075§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1076§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην. Ἂς διακόψωσιν οἱ
1077Κύριοι. Ἐγὼ θὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ εἴπω.
1078§43Κ. ΖΩΤΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπητε διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε.
1079§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ διαλύσεως,
1080βεβαίως οὗτος προεξοφλεῖ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει.
1081Οὔτε ἐγὼ ἐφαντάσθην ποτὲ νὰ ζητήσω τὴν διάλυσιν, οὔτε
1082ἐφαντάσθην, ὅτι ἡ διάλυσις εἰς ἐμὲ θέλει δοθῆ. Ἐκεῖνο ὅμως,
1083τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι, ὅτι ἀπέναντι Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ
1084ὁποία εἶναι διῃρημένη εἰς τρία κόμματα, —καὶ δὲν δύνασθε
1085ν’ ἀρνηθῆτε τὰ γεγονότα—ἕκαστον δὲ κόμμα ἀριθμεῖ ἀριθμὸν,
1086ὁ ὁποῖος, μὲ ὅλας τὰς μεταστάσεις, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
1087ἀποτελέσῃ ἀριθμὸν ἐπαρκῆ, ὅπως ἔχῃ πλειονοψηφίαν, ἐπιτρέ-
1088πουσαν, ἵνα ἡ διοίκησις βαίνῃ ὁμαλῶς· ἀπέναντι, λέγω, τοῦ
1089γεγονότος τούτου, τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἡ παρεμπόδισις τῆς
1090ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς θέλει φέρει κατ’
1091ἀνάγκην ἡμᾶς εἰς διάλυσιν, δὲν εἶναι βεβαίως ἀπειλὴ δια-
1092λύσεως· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅσοι μὲ γινώσκουσι, γνωρί-
1093ζουσιν, ὅτι δὲν ἤθελον ποτὲ στέρξει τὴν διατήρησιν τῆς θέ-
1094σεως ἐκείνης,—τῆς ὁποίας γινώσκω τὰς πικρίας, ἀλλὰ τῆς
1095ὁποίας δὲν ἀνεκάλυψα ἀκόμη τὰ καλά,—δὲν ἤθελον ποτέ,
1096ὅπως διατηρήσω τὴν θέσιν ταύτην, προεξοφλήσει δικαιώ-
1097ματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω, καὶ τὰ ὁποῖα εἰς ἐμὲ δὲν ἀνή-
1098κουσιν.
1099Ἑπομένως, Κύριοι, ἂς μὴ γίνηται λόγος περὶ διαλύσεως.
1100Δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα ἡμεῖς, ὅτι ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον
1101θὰ ἦναι ἡ διάλυσις, ἀλλὰ δύνασθε καὶ σεῖς νὰ σκέπτησθε,
1102ὅτι ἡ διάλυσις δὲν θέλει ἐπιβληθῆ. Δύνασθε ἐν τῷ νῷ σας
1103νὰ ὑποθέσητε συμμαχίαν τοιαύτην κομμάτων, τὰ ὁποῖα διί-
1104στανται μεταξύ των, σύμφωνα ὡς πρὸς τὴν ἐπίθεσιν, ἀλλὰ
1105ἀναντιρρήτως κεχωρισμένα ὡς πρὸς τὴν δρᾶσιν, δύνασθε,
1106λέγω, νὰ φαντασθῆτε λύσιν ἐπιτρέπουσαν διοίκησιν τῆς χώ-
1107ρας παρ’ ἄλλου κόμματος ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν
1108πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεξαρτήτως τῆς διαλύσεως.
1109Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ πλειονοψηφία
1110νὰ σκεφθῇ περὶ διαλύσεως· δὲν ἔχει ἀνάγκην, διότι, καὶ ἂν
1111αὕτη ἐπέλθῃ, ἡ πλειονοψηφία, βασιζομένη εἰς τὰ ἔργα, τὰ
1112ὁποῖα ἐγένοντο τῇ ὑποστηρίξει αὐτῆς, θέλει δυνηθῆ νὰ πα-
1113ρουσιασθῇ μετὰ θάρρους ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἐλ-
1114πίζω δὲ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θέλει καταδικάσει αὐ-
1115τὴν, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος,
1116ἀλλὰ θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἐγκρίνει τὰ παρ’ αὐτῆς διαπρα-
1117χθέντα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1118§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1119§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ροδόπουλος προηγου-
1120μένως· κατόπιν ὁ κ. Δεληγεώργης.
1121§47Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη, Κύριοι, παρὰ τοῦ κ. Προέ-
1122δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπεσκίρτησάν τινες ἐκ τῶν τά-
1123ξεων τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἴσως γραμματικός τις θὰ ἠδύνατο
1124νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, ἂν ἡ λέξις «ἀποσκιρτᾶν» ἐφαρμόζεται ἐπὶ
1125ἀνθρώπων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπὸ καιροῦ ἐφαρμόζων τὰς ἀρχὰς, ἃς
1126χθὲς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀγυιᾶς
1127Βουλευτὴς,—ἐννοῶ τὰς περὶ ἀνεξαρτησίας τῶν Βουλευτῶν
1128ἀπὸ τῶν κομμάτων ἀρχὰς—ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Βουλευτικῆς Πε-
1129ριόδου ἠκολούθησα πολιτικὴν ἀνεξάρτητον· ὅταν δὲ λέγω
1130πολιτικὴν ἀνεξαρτησίαν, δὲν ἐννοῶ τὴν τελείαν, τὴν ἀρνητικὴν
1131ἐκείνην ἀνεξαρτησίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβλαβὴς, διότι δὲν
1132δίδει Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον· ὁ ἀνεξάρτητος Βουλευτὴς,
1133κατ’ ἐμὲ, ὀφείλει νὰ δρᾷ θετικῶς, καὶ οὐχὶ ἀρνητικῶς· δι’ ὃ
1134θεωρῶ ὠφέλιμον τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι
1135καὶ πρακτικῶς καὶ θετικῶς χρήσιμος, καὶ δίδει Κυβέρνησιν
1136εἰς τὸν τόπον. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰς ἀρχὰς ταύτας, τὰς τό-
1137σον ζωηρῶς ἀναπτυχθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀγυιᾶς
1138Βουλευτοῦ, ὄχι μόνον τὰς ἠκολούθησα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀκο-
1139λουθῶ· διότι, ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς, χωρὶς νὰ ἀνήκω εἰς οὐ-
1140δεμίαν πολιτικὴν μερίδα, συνετάχθην, ὅτε ἐπρόκειτο καὶ
1141ἔδει νὰ σχηματισθῇ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, μετὰ τῆς
1142μερίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία, ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου Τρι-
1143κούπη, ὑπέσχετο, ὅτι θὰ περισυλλέξῃ τὰ ναυάγια τοῦ ἔθνους,
1144ἥτις ὑπέσχετο πολιτικὴν περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, πει-
1145σθεὶς εἰς τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ συνταυτι-
1146σθῶ κατὰ τὴν κομματικὴν ὑπόστασιν, χωρὶς ποτὲ νὰ ἐνστερ-
1147νισθῶ τὰς περὶ κομματικῆς δράσεως ἰδέας τῶν ἄλλων, χωρὶς
1148ποτὲ νὰ παύσω διατηρῶν τὰ ἴδια ἐμοῦ φρονήματα, ὧν τὴν
1149ἐκτέλεσιν ἀνέμενον παρὰ τοῦ σχηματισθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου
1150Θεοτόκη Ὑπουργείου. Ἀπεδύθην εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα
1151ὡς νέος πολιτευτής, ἐπιθυμῶν καὶ ἐλπίζων, ὅτι θὰ ἠδυνάμην
1152νὰ κάμω κἄτι τι χρήσιμον εἰς τὸν τόπον, ὅτι θὰ ἠδυνάμην
1153νὰ συντελέσω εἰς τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος, ἰδιαιτέρως δ’ ἐπι-
1154θυμῶν νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν, ἃς αἱ
1155συμφοραὶ τοῦ πολέμου ἐπήνεγκον εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἐκ
1156τοιούτων ἀρχῶν ἑλκυνόμενος, συνετέλεσα εἰς τὸν σχηματισμὸν
1157τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἐννοῶ ἐμαυ-
1158τὸν ὀπαδὸν κόμματος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πολ-
1159λοί, κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ τοῦ πολιτεύε-
1160σθαι, ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς συντρέχοντας τὰς Κυβερνήσεις
1161Βουλευτάς, ἀλλὰ τηρῶν πάντοτε τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην,
1162ἡ ὁποία μοὶ ἐπέτρεπε νὰ ἔχω κρίσιν καὶ γνώμην ἰδίαν ἐπὶ
1163παντὸς ζητήματος· καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην δὲν τὴν
1164ὑπέτασσον εἰς τὰς γνώμας τῶν ἀρχηγῶν τοῦ κόμματος, τῶν
1165διευθυνόντων τὴν πλειονοψηφίαν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐσεβό-
1166μην αὐτάς, διότι ἐνόμιζον πάντοτε, καὶ νομίζω, ὅτι χαρα-
1167κτὴρ σημαίνει νὰ ἔχῃ τις ἰδίαν γνώμην ἐπὶ ἑκάστου ζητή-
1168ματος, καὶ ὅτι πᾶς πολίτης, θέλων νὰ μὴ ἦναι ἐπιβλαβὴς
1169εἰς τὸν τόπον του, πρέπει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα. Ἰδιαιτέρως δὲ
1170πρέπει νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα καὶ νὰ μὴ ὑποτάσσωσι τὸ φρό-
1171νημά των εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν Ὑπουργῶν οἱ συμπράττοντες
1172μετὰ τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταί, ἵνα συγκρατῶνται ἀπὸ τὰς
1173ὑπερβασίας οἱ κυβερνῶντες, καὶ κρατῆται εἰς τὴν περιωπήν
1174του τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, ὅπερ καταρρί-
1175πτουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες γίνονται ἐν πᾶσιν ὄργανα τῶν Κυ-
1176βερνήσεων καὶ τῶν φατριαρχῶν.
1177Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ χρῆσις
1178τῆς λέξεως «ἀπεσκίρτησαν». Δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὁ Πρόε-
1179δρος τῆς Κυβερνήσεως, μεταχειρισθεὶς τοιαύτην λέξιν διὰ
1180τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ νομίζωσι σή-
1181μερον, ὅτι, μὴ συμφωνοῦντες εἰς τὰ σπουδαιότερα σημεῖα μὲ
1182τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐξετέλεσαν
1183τὸ καθῆκόν των, παύσαντες νὰ παρέχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην
1184των εἰς αὐτό, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς νῦν Κυ-
1185βερνήσεως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ φρόνημα αὐτῶν.
1186Δὲν ἐδίστασα, Κύριοι, ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βου-
1187λῆς νὰ ἐκθέσω, ποῖα ἦσαν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνό-
1188μιζον χρήσιμα διὰ τὸν τόπον, ἐξ ὅσων εἰσηγήσατο ὁ ἀρχη-
1189γὸς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐψήφισα καὶ
1190ἐγώ. Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἡ μεταβολὴ
1191τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων εἶναι δύο σημεῖα, κατὰ τὴν κρίσιν
1192μου, φαεινὰ τοῦ ἔργου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐπίσης
1193ὁ νόμος περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος καὶ ὁ
1194περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἦσαν νομοθετήματα χρή-
1195σιμα, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν τὰ ἐφήρμοσεν εἰσέτι,
1196πρὸς βλάβην τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, καὶ πρὸς μεγίστην
1197ζημίαν τοῦ ἔργου τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ στρατοῦ. Διότι ὁ
1198νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἂν δὲν ἀποδοθῇ
1199ὁ στρατὸς εἰς τὸν στρατόν, ὅπερ μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς
1200τῶν εἰρημένων δύο νόμων θὰ γείνῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ
1201τὰ εὐεργετικὰ ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέβλε-
1202ψαν οἱ εἰσηγησάμενοι τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρ-
1203νησις, δύο νόμους, ἀφορῶντας ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ
1204Κράτους, δὲν ἐφήρμοσε, παρέλειψε δὲ νὰ εἰσαγάγῃ ἄλλα μέ-
1205τρα ζωτικώτατα, ἰδίως διὰ τὴν Θεσσαλίαν· ἂν δὲ σήμερον,
1206ὡς ἐκ τούτου, ἔχω γνώμας ἐπὶ τοιούτων οὐσιαστικῶν ζητη-
1207μάτων, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἂν δὲν συμμε-
1208ρίζωμαι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπί τινων
1209ἄλλων ζητημάτων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσ-
1210σαλίαν, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀποσκιρτῶ τῶν κυβερνητικῶν
1211τάξεων; ἢ ὅτι ἐμμένω εἰς τὰς ἀρχάς μου, ὧν τὴν ἐκπλήρω-
1212σιν μάτην προσεδόκων ἀπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως;
1213Νομίζω, Κύριοι, ὅτι θέλω δείξει, ὅτι εἶμαι συνεπὴς εἰς τὰς
1214ἀρχάς μου, καὶ ὅτι ἐκτελῶ ἁπλῶς τὸ καθῆκόν μου, ὅπως
1215ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι, χαράσσων τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν
1216χαράσσω, καὶ δηλῶν δημοσίᾳ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διά-
1217στασίν μου, ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἔχει αὕτη τὴν διάθεσιν
1218νὰ ἐργασθῇ, καθ’ ὃν τρόπον νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ
1219διὰ τὸ ἀγαθὸν τοῦ τόπου.
1220Καὶ ἐν πρώτοις ἐρωτῶ: δύναταί τις νὰ ἦναι ἐνθουσια-
1221σμένος ἐκ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, περὶ
1222αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους; Ὅλοι, ὅσοι γνω-
1223ρίζουσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὅλοι, ὅσοι παρακολουθοῦσι τὴν
1224λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, γνωρίζουσιν, ὅτι εἰς
1225τὰ μικρὰ κέντρα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπονεμηθῇ ὀρθῶς ἡ
1226δικαιοσύνη...
1227§48Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὀρθότατον.
1228§49Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ... Γνωρίζουσιν, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον
1229Καρδίτσης, ἂν ἐργάζηται ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατ’ ἔτος, ἐπὶ ἐν-
1230νέα μῆνας μένει συνήθως κλειστόν, δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ.
1231Καὶ τί κερδίζουσιν οἱ κάτοικοι τῆς Καρδίτσης, ἔχοντες μὲν
1232Πρωτοδικεῖον, στερούμενοι ὅμως δικαιοσύνης; Ἀφοῦ καὶ εἰς
1233αὐτὴν τὴν Λάρισαν, ἡ ὁποία εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ
1234εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει πᾶσα εὐμάρεια, σχετικὴ δι’ ἐπαρχια-
1235κὴν πόλιν, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖ μετὰ δυσκολίας κατορθώνομεν νὰ
1236ἔχωμεν καλοὺς δικαστάς, θέλετε νὰ ὑπάρχωσι δικασταὶ εἰς
1237τὸ Καρπενῆσι; Καὶ φαντάζονται οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐκ
1238τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ὅτι θὰ ἔχωσι Δικαστήριον λειτουργοῦν;
1239Καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ ἀναστροφὴ τοῦ δικαστοῦ ἐν τῷ μικρῷ
1240ἐκείνῳ τόπῳ; καὶ ποῖαι θὰ ἦναι αἱ παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι
1241θὰ παρακολουθῶσι καὶ τὰ ἐλάχιστα διαβήματα τῶν δικα-
1242στῶν, τῶν διαμενόντων ἐν Καρπενησίῳ, ὡς κοινωνικῶν ἀνθρώ-
1243πων, ἐχόντων ἀνάγκην νὰ συναναστραφοῦν μετά τινος, καὶ
1244νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὰ καφενεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ μία
1245τοιαύτη κωμόπολις;
1246Βεβαίως λοιπὸν δὲν ἦτο ἔξοχον τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ
1247εἶχον, Κύριοι, τὴν γνώμην μου, καὶ τὴν ἔχω, ὅτι κατὰ
1248τοῦτο ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ἐπιβάλλεται
1249εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1250ὤφειλε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀνακούφισιν τῆς Θεσσα-
1251λίας καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἐξακολουθοῦντας νὰ
1252παρέχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν κ. ἐκ Θεσ-
1253σαλίας συναδέλφους, ποῖα μέτρα ἔλαβεν αὕτη, καὶ ἂν οὗτοι
1254θεωροῦσι ταῦτα ἐπαρκῆ. Παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν,
1255κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς πρώτης τακτικῆς Συνόδου, νὰ διαθέσῃ
1256ποσόν τι, ἐκ δραχμῶν 500,000, πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν ἐκ-
1257κλησιῶν τῶν χωρίων, αἱ ὁποῖαι ἐπυρπολήθησαν ἢ ἄλλως
1258κατηδαφίσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ εἰσηκούσατο τῶν εἰσ-
1259ηγήσεών μας ἔν τινι μέτρῳ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀνέγραψεν ἐν τῷ
1260Προϋπολογισμῷ πίστωσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκ δραχ-
1261μῶν 200,000. Ἀλλ’ ἦτο ἀνεπαρκὴς ἡ πίστωσις ἐκείνη· καὶ
1262οὐ μόνον ἦτο ἀνεπαρκής, ἀλλὰ καὶ κακῶς διετέθη. Παρε-
1263τήρησα, ὅτι κατὰ τὴν διοικητικὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήμα-
1264τος τούτου δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχή, ὥστε νὰ διανε-
1265μηθῇ ἡ πίστωσις ἀναλόγως, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε. Τίς θὰ
1266πιστεύσῃ, Κύριοι, ὅτι εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, ἡ
1267ὁποία ἔπαθε τὴν μεγαλειτέραν καταστροφὴν ἐκ τοῦ πολέ-
1268μου, μία μόνον ἐκκλησία ἀνεγείρεται; Μόνον εἰς τὸν Νεζε-
1269ρὸν, καὶ οὐδεμία ἄλλη. Εἰς τὰ Δελέρια δὲν ἐγένετο εἰσέτι
1270ἐκκλησία. Εἰς τὸν Τύρναβον κατεστράφησαν αἱ ἐκκλησίαι,
1271καὶ οὐδεμία ἀνηγέρθη. Ματαίως ἀνεβοκατέβαινον τὰς κλί-
1272μακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ματαίως ἔκαμνον
1273καθημερινὰς παραστάσεις, καὶ ἐγινόμην ὀχληρός· οὐδεμία
1274προσοχὴ ἐδίδετο εἰς τὸ δίκαιον τῶν αἰτήσεών μου, αἵτινες
1275ταχέως ἐλησμονοῦντο. Δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐπιδοκιμάζω τὴν
1276τοιαύτην τῆς Κυβερνήσεως πορείαν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος,
1277ἀφορῶντος τὴν ἐπαρχίαν, παρ’ ἧς ἐξελέγην; Ἰδοὺ, Κύριοι,
1278εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ τὴν
1279Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ διοί-
1280κησις ὑπ’ αὐτὴν, καὶ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ
1281νὰ στηρίζω διὰ τῆς ψήφου μου Κυβέρνησιν, οὕτως ἀστόργως
1282ἔχουσαν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας.
1283Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. ἐκ Λαρίσης
1284συνάδελφος εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξωμεν ἀπὸ τοῦ
1285βήματος, καὶ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου καὶ πρότασιν νόμου
1286ὑπεβάλομεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὑπε-
1287δείξαμεν πολλάκις, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας, καὶ
1288ἰδίως τῆς Λαρίσης καὶ τῶν Τρικκάλων, ὑπέστη καίριον τραῦμα
1289ἕνεκα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία ἐχαράχθη κατὰ τὴν
1290προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διαμερίσματα
1291ἐμπορευόμενα μὲ τὰς παραμεθορίους ἐπαρχίας ἔμειναν εἰς τὸ
1292ἐξωτερικόν. Τὸ ἐμπόριον τῶν διαμερισμάτων ἐκείνων μετε-
1293βιβάσθη εἰς ἄλλας χεῖρας, ἕνεκα τῆς τελωνειακῆς ζώνης, ἡ
1294ὁποία ἀποκλείει πᾶσαν συγκοινωνίαν μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ
1295τῆς Τουρκίας. Ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη εἶχεν εἰσαγάγει ἄλ-
1296λοτε νόμον, ἰσχύσαντα ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα, κατὰ τὸν
1297ὁποῖον ἐπετρέπετο ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ
1298τῆς κατὰ ξηρὰν μεθορίου γραμμῆς τῶν προϊόντων, τῶν παρα-
1299γομένων εἰς τὰς παραμεθορίους ἐπαρχίας, καὶ ἀντελήφθημεν
1300τότε τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἐπορίσθη ἡ Θεσσαλία ἐκ τῆς
1301ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐπειδὴ, κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖ-
1302νον, ὅλα τὰ προϊόντα, τὰ παραγόμενα εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρ-
1303χίας, ἠδύναντο νὰ εἰσάγωνται ἀτελῶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν,
1304εἶχεν ἀναλάβει τότε σπουδαίως τὸ ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν, καὶ
1305ἤρξαντο ἀναπτυσσόμεναι ἄξιαι λόγου ἐμπορικαὶ σχέσεις μὲ
1306τὴν Μακεδονίαν. Παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσα-
1307γάγῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκεί-
1308νου, καὶ εἰσηγάγομεν καὶ ἡμεῖς σχετικὴν πρότασιν νόμου.
1309Οὐδεμία μελέτη τοῦ ζητήματος ἐγένετο, οὐδεμία προσοχὴ
1310ἐδόθη εἰς τὴν σύστασίν μας. Ἡ πρότασίς μας ἀνεγράφη πεν-
1311τηκοστὴ ὀγδόη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ οὔτε συν-
1312εζητήθη, οὔτε ἐψηφίσθη, οὔτε θὰ ψηφισθῇ ποτὲ, ἐφ’ ὅσον ἡ
1313σημερινὴ Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐνόμι-
1314σεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο,
1315καὶ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὴν ἐμπορικὴν ταύτην
1316ἐνίσχυσιν. Καὶ τοῦτο βεβαίως ἦτο δικαίωμά της. Ἐρωτῶ
1317ὅμως τοὺς ἐκ Θεσσαλίας κυρίους συναδέλφους: δὲν εἶναι δι-
1318καίωμα ἡμῶν, καὶ δὴ καὶ καθῆκον ἐπιβεβλημένον, νὰ δια-
1319φωνήσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν τοιαῦτα μέτρα, τὰ
1320ὁποῖα ἡμεῖς εὐλόγως καὶ δικαίως νομίζομεν, ὅτι εἶναι χρή-
1321σιμα διὰ τὸν τόπον, δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ υἱοθετήσῃ
1322καὶ τὰ ἐκτελέσῃ; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν διστάζω νὰ ἐκτελέσω
1323τὸ καθῆκόν μου τοῦτο. Ἀλλ’ ἀπαντῶσιν οἱ οὐδόλως διὰ τὴν
1324Θεσσαλίαν ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι εἰς τὸ τοιοῦτο μέτρον ἐμπο-
1325δίζει τὴν Κυβέρνησιν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους!
1326Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ θυσιάσῃ 150
1327χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐνίσχυσιν
1328τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν
1329παραμεθορίων ἐπαρχιῶν! Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
1330Κράτους, ὡς ἐξαγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶ-
1331ναι ἄριστα. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀρνεῖ-
1332ται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Θεσσαλίαν μίαν τόσον μικρὰν θυσίαν,
1333ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως τοὐ-
1334λάχιστον παρίστανται ἤδη,—καὶ ἀναμένομεν ὅλοι κατὰ τὴν
1335συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 νὰ ἴδωμεν καὶ νὰ
1336πεισθῶμεν, ἂν εἶναι τοιαῦτα,—εἶναι εἰς τόσον εὐάρεστον ση-
1337μεῖον, ὥστε καὶ νὰ δανείζῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς πτωχευσάσας
1338Ἑταιρείας ὁλόκληρα ἑκατομμύρια!
1339Δὲν εἶναι δὲ, Κύριοι, μόνον ἡ Θεσσαλία, ἡ ὁποία ἔχει νὰ
1340ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, δὲν εἶναι
1341κέρδος καθαρῶς Θεσσαλικόν, ἂν διευκολυνθῇ καὶ ἐνισχυθῇ
1342ἡ ἐμπορικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μακεδονίας·
1343εἶναι καὶ ἄλλο μέγα ἐθνικὸν ὄφελος, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐννοοῦ-
1344μεν, καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καιρὸν νὰ σκεφθῇ καὶ
1345νὰ ἐννοήσῃ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγέρθη φωνὴ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ
1346Κοινοβουλίῳ κατὰ τῶν ὠμοτήτων, κατὰ τῶν ἐγκλημάτων,
1347τὰ ὁποῖα διαπράττουσι συμμορίαι Βουλγαρικαὶ κατὰ τοῦ
1348Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, ἡμεῖς κλείομεν τὰς θύρας πά-
1349σης ἐπικοινωνίας μετὰ τῶν ἀδελφῶν μας, ἀνεγείρομεν Σινι-
1350κὸν τεῖχος μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν, παραδίδοντες αὐτοὺς ἕρ-
1351μαιον εἰς τὰς ξενικὰς καὶ ἀνθελληνικὰς ἐπιρροὰς, αἱ ὁποῖαι
1352καὶ δολοφονικῶς καὶ τραπεζιτικῶς καὶ ἐμπορικῶς ἐργάζον-
1353ται δραστηρίως, ὅπως ἀποξενώσουν τοὺς Μακεδόνας ἀπὸ τὴν
1354Ἑλλάδα· ἡμεῖς δ’ ἐνισχύομεν τὸ ἔργον τῶν ἀπαισιωτέρων
1355ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ Ἀδρια-
1356τικοῦ πελάγους μέχρι τῆς Μαύρης Θαλάσσης χαράττουσι
1357σιδηροδρομικὰς γραμμὰς ἄλλα ἔθνη, ἀποβλέποντα εἰς ἐπι-
1358κράτησιν ἐπὶ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, ἡμεῖς, χάριν μι-
1359κρῶν καὶ ἀναξίων λόγου συμφερόντων, ἀποκλείομεν τὴν μετὰ
1360τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος συγκοινωνίαν καὶ τὴν
1361ἄλλην εὔκολον ἐπικοινωνίαν τῆς Μακεδονίας, περιορίζοντες
1362τὸν προωρισμένον διὰ τὴν μετὰ τῆς Μακεδονίας συγκοινωνίαν
1363διεθνῆ σιδηρόδρομον μέχρι τοῦ Δεμερλῆ!
1364Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ ἄλλων τοιούτων, ἀφο-
1365ρώντων ἐπίσης οὐσιώδη συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας, εἶχον,
1366Κύριοι, τὴν τιμὴν ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουρ-
1367γοὺς τὰς γνώμας μου, καὶ νὰ ζητῶ παρ’ αὐτῶν τὴν ἱκανο-
1368ποίησιν τῶν ἀναγκῶν, ἃς ὑπεδείκνυον. Αἱ γνῶμαί μου ὅμως
1369καὶ αἱ συστάσεις μου δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν.
1370Δὲν παρέλειψαν καὶ ἄλλοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ νὰ
1371δείξουν ἴσον ἐνδιαφέρον· ὑποχωροῦσιν ὅμως πρὸ τῆς ἀρνήσεως
1372ἢ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ὑπο-
1373χωρῶ, καὶ, ἀφοῦ τὰ μέτρα ταῦτα δὲν γίνονται ἀποδεκτὰ
1374παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται
1375τὰς γνώμας μου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὴν παρακαλέσω
1376νὰ μὲ συγχωρῇ πολὺ, διότι δὲν ἔχω τὰς αὐτὰς μετ’ αὐτῆς
1377γνώμας. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
1378Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ἐνδια-
1379φέρον, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς Θεσσαλίας.
1380Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πόσοι γεωρ-
1381γικοὶ σταθμοὶ καὶ πόσα ἀγροκήπια ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι;
1382Καὶ ἐκ τούτων πόσα ὑπάρχουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ;... Πόσα
1383ὑπάρχουσι, κύριε Καρτάλη;
1384§50Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν, κύριε συν-
1385άδελφε, ὅταν θὰ τελειώσητε.
1386§51Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐμειδιάσατε, σᾶς ἠρώτησα.
1387Οὐδεὶς γεωργικὸς σταθμὸς, οὐδὲν ἀγροκήπιον ἱδρύθη ἐκεῖ.
1388Καὶ ὅμως ἡ Θεσσαλία εἶναι γεωργικὴ χώρα, εἶναι χώρα, ἡ
1389ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνή-
1390σεως, τὴν ἰδιαιτέραν καὶ ἐξαιρετικὴν μέριμναν αὐτῆς πρὸς
1391προαγωγὴν τῆς γεωργίας, πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ διάδοσιν τῶν
1392νέων μέσων τῆς καλλιεργείας, πρὸς παροχὴν νέου πλούτου
1393εἰς τὸν τόπον. Μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Θεσσαλία, Κύριοι, στερεῖται
1394καὶ ἑνὸς γεωργικοῦ σταθμοῦ!
1395Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἦμαι ἐφε-
1396ξῆς σύμφωνος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν διαστήματι
1397μείζονι τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον διαχει-
1398ρίζεται τὰ κοινὰ, δὲν ἵδρυσεν οὔτε ἓν ἀγροκήπιον ἐν Θεσσα-
1399λίᾳ, οὔτε ἕνα γεωργικὸν σταθμόν;
1400Ὑπάρχει, Κύριοι, ἓν σοβαρώτατον ζήτημα, ἀπασχολοῦν
1401τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, τὸ ζήτημα τῆς ἀποκατα-
1402στάσεως τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν εἰς ἰδιοκτήτας. Εἶναι
1403πολὺ ζωτικὸν τὸ νὰ διανεμηθῇ ἡ γῆ πολλῶν τσιφλικίων εἰς
1404μικροϊδιοκτησίας, καὶ ἀξία μεγίστου ἐνδιαφέροντος ἡ ἐπι-
1405τυχία τοιούτου μέτρου. Ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ
1406ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐγένετο μελέτη περὶ τῆς
1407βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν. Δὲν
1408ἀποδέχομαι κατὰ πολλὰ τὴν διατυπωθεῖσαν τότε γνώμην,
1409οὐχ ἧττον ἐγένετο ἐργασία. Ἡμεῖς ἔχομεν ἰδίαν γνώμην ἐπὶ
1410τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ δυνάμεθα νὰ ὑποδείξωμεν τὸν
1411τρόπον, καθ’ ὃν δύναται ὁ ἀκτήμων πληθυσμὸς τῆς Θεσσα-
1412λίας νὰ γείνῃ ἰδιοκτήτης, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολο-
1413γισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὰ ἐκ
1414τῆς περὶ προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα συν-
1415θήκης κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁ τρόπος οὗ-
1416τος εἶναι τόσον ἁπλοῦς, ὅσον καὶ εὔκολος. Δὲν εἶναι ἀδύνα-
1417τον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσω-
1418σιν ὡς πυρὴν μιᾶς Τραπέζης, ἥτις, ἐξαγοράζουσα τὰ πωλού-
1419μενα κτήματα παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, — εἶναι δὲ γνωστόν,
1420ὅτι πολλὰ τσιφλίκια πωλοῦνται ἐν Θεσσαλίᾳ...
1421§52Ν. ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Δὲν πωλεῖται κανέν· πρέπει ν’ ἀπαλ-
1422λοτριωθοῦν.
1423§53Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, κύριε Ταρ-
1424μπάζη· τὰ ¾ τῶν τσιφλικίων τῆς Θεσσαλίας πωλοῦνται,
1425ἅμα δοθῇ ἡ ἀνάλογος τιμή.
1426Τὰ ἐξαγοραζόμενα τσιφλίκια δύνανται, διαιρούμενα εἰς μι-
1427κρᾶς ἰδιοκτησίας, νὰ πωλῶνται ἐπὶ πιστώσει εἰς τοὺς γεωρ-
1428γοὺς, πληρώνοντας μόνον εἴτε τὸ τρίτον, εἴτε τὸ τέταρτον,
1429εἴτε καὶ τὸ πέμπτον τῆς ἀξίας αὐτῶν, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοι-
1430πον ἐγγραφομένης ὑποθήκης. Τὸ κεφάλαιον δύναται νὰ χο-
1431ρηγήσῃ ἡ Κυβέρνησις, δανειζομένη αὕτη τοῦτο ἐπὶ τόκῳ με-
1432τρίῳ, 4 ἢ 4½%, ἐνῷ θὰ χορηγῆται ἡ ἐπὶ ὑποθή-
1433κῃ πίστωσις εἰς τοὺς γεωργοὺς πρὸς 5½ ἢ 6%· ἡ
1434διαφορὰ δὲ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανε, πρὸς ἐκεῖνον
1435τὸν ὁποῖον ἤθελε πληρώνει, θὰ ἐκάλυπτε τὰς ζημίας, τὰς
1436ὁποίας θὰ ὑφίστατο ἐκ τῆς ἀφερεγγυότητος τυχὸν ἐνίων ἰδιο-
1437κτητῶν, οἵτινες δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ πληρώσουν τὸ χρέος
1438των, καὶ ὧν τὰ κτήματα θὰ ἐπωλοῦντο εἰς τιμὴν ἐλάσσονα
1439τοῦ ὀφειλομένου τιμήματος. Ἰδοὺ εἷς τρόπος ἄξιος μελέτης,
1440ἂν ὑπῆρχεν ὄρεξις μελέτης καὶ ἐργασίας πρὸς λύσιν τοῦ ζη-
1441τήματος τούτου. Καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τὰς
1442γνώμας μας ταύτας, καὶ νὰ τὰς συζητήσωμεν, αὐτάς τε καὶ
1443ἄλλας προβληθησομένας, καὶ νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τῆς
1444Κυβερνήσεως, ἐὰν μᾶς ἐκάλει πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Δυσ-
1445τυχῶς, ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ὅτι δὲν εἶχε ποτὲ καιρὸν ἡ Κυ-
1446βέρνησις ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τοιαύτας ἐργασίας, καὶ διὰ τοῦτο
1447οὔτε ἡ γνώμη καὶ ἡ συνεργασία ἡμῶν ἐπὶ τοιούτων ζητη-
1448μάτων ἐζητήθη, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ποτὲ ἠσχολήθη εἰς τὴν
1449μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου. Ἰδοὺ λοιπὸν εἷς εἰσέτι λό-
1450γος, δι’ ὃν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι δύο ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι
1451δὲν συμφωνοῦμεν ἐφεξῆς μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
1452Ἐσχάτως καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ζωηρῶς συνετά-
1453ραξε τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς, ἀνεφάνη· εἶναι ἡ εἴσ-
1454πραξις τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς δεομένους βοη-
1455θείας πρὸς ἀποκατάστασιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν Θεσσαλοὺς,
1456τοὺς ὑποστάντας ζημίας κατὰ τὸν πόλεμον. Ὑπεβάλαμεν
1457τὴν γνώμην μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ δάνειον τοῦτο
1458δωρηθῇ εἰς τοὺς πτωχοὺς ἐκ τῶν κατοίκων, νὰ ἐξαιρεθῶσι
1459δὲ αἱ τάξεις τῶν ἐπιστημόνων, τῶν εὐπόρων κτηματιῶν,
1460τῶν ἐμπόρων καὶ ἄλλων πληρωνόντων ὡρισμένον ποσὸν ἐπι-
1461τηδεύματος, τὸ ὁποῖον δεικνύει σχετικὴν εὐπορίαν· ὅπως δή-
1462ποτε δὲ, νὰ χαρισθῇ τοὐλάχιστον ἡ πρώτη δόσις εἰς ἐκεί-
1463νους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ληφθῇ. Ὁ κ. Πρόε-
1464δρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι
1465ὑπεβάλαμεν τὴν πρότασιν ταύτην, παραστήσαντες αὐτῷ, ὅτι ἡ
1466κατάστασις τῆς Θεσσαλίας ἐπιβάλλει τὴν λύσιν ταύτην, δὲν
1467τὴν ἀπεδέχθη. Δὲν μέμφομαι αὐτοῦ ἐπὶ τούτῳ· εἶχε διαφο-
1468ρετικὴν γνώμην. Εἶπον ὅμως, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ
1469ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου, στηριζομένην ἐπὶ τῆς
1470ἀληθοῦς γνώσεως τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας. Καὶ,
1471ὅπως καὶ πρὸ ἡμερῶν εἶπον, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
1472εἶχον τὴν εὔλογον ἀξίωσιν, νὰ ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς γνώ-
1473μας τῶν Βουλευτῶν, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸν τόπον, τῶν
1474συναναστρεφομένων μετὰ τῶν πολιτῶν, καὶ γνωριζόντων τὰς
1475ἀνάγκας τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, τῶν ὁποίων ὑπερασπίζον-
1476ται τὰ συμφέροντα, καὶ οὐχὶ τὰς πληροφορίας τῶν ὑπαλλή-
1477λων της, ἃς πληροφορίας ἀντέτασσεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
1478Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἰδικῆς μας ἀντιλήψεως.
1479Ἀλλὰ δὲν εἰσήκουσε τῶν γνωμῶν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἰσχυ-
1480ρισθεῖσα, ὅτι δὲν φρονεῖ, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας
1481εἶναι τοιαύτη, οἵαν ἡμεῖς παρεστήσαμεν αὐτήν.
1482Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐκ Θεσσα-
1483λίας νὰ δηλώσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ποία εἶναι ἡ
1484οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἂν εὑρέθη ποτὲ
1485εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται
1486σήμερον. Προκαλῶ τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους νὰ ἐκ-
1487θέσωσιν, ἂν φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ὁ Θεσσα-
1488λὸς γεωργὸς ποτὲ εἰς τοιοῦτον σημεῖον εὐπραγίας, ὥστε νὰ
1489ἐλευθερωθῇ ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, νὰ πληρώσῃ τὰ
1490χρέη του πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, πρὸς τὸν παντοπώλην, πρὸς
1491τὴν Τράπεζαν, πρὸς τὸν τοκογλύφον, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐξο-
1492φλήσῃ καὶ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος, τὸ ἐκ τοῦ δανείου,
1493τοῦ δοθέντος αὐτῷ πρὸς προσωρινὴν ἐγκατάστασιν καὶ ἐπανά-
1494ληψιν τῶν ἔργων του μετὰ τὴν ἐκ τοῦ πολέμου ἀπώλειαν
1495τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου του.
1496Ὅταν λοιπὸν τοιαύτη διαφορὰ γνώμης καὶ ἀντιλήψεως
1497ἐπὶ τοιούτων ῥιζικῶν ζητημάτων ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Κυ-
1498βερνήσεως καὶ ἐμοῦ, ἐκπροσωποῦντος τὸ φρόνημα τῶν ἐκλο-
1499γέων, οὓς ἀντιπροσωπεύω, καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ Λαρί-
1500σης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀρρήκτως συνδέομαι, καὶ τῆς Θεσσα-
1501λίας ἐν γένει, τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα μετὰ θάρρους ὑπερα-
1502σπίζομαι, βεβαίως δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω ἑτέραν γνώ-
1503μην, τὴν, κατ’ ἐμὲ, ἐσφαλμένην γνώμην τῆς Κυβερνήσεως,
1504ἀλλ’ ἀκολουθῶ τὴν ἰδικήν μου. Διὰ νὰ ἦμαι δὲ συνεπὴς εἰς
1505τὴν γνώμην μου, ὀφείλω νὰ μὴ παρέχω τὴν ἐμπιστοσύνην
1506μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ἀποκλείωμαι νὰ ψηφίζω
1507κατὰ συνείδησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ ἐκείνων τῶν
1508μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον θεωρήσει καλὰ καὶ συμφέροντα εἰς
1509τὸν τόπον.
1510Ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν, χωρὶς νὰ ἔχω ἄλλην ἀξίωσιν ἢ ὅτι
1511εἶμαι εἷς πολίτης, ἐκτελῶν ἁπλῶς τὸ καθῆκόν μου, ὑπὸ τοι-
1512ούτων ἀρχῶν ἐμπνεόμενος, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχω εἰς τὸ Κοινοβού-
1513λιον, ἐφ’ ὅσον οἱ ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου μὲ ἀπο-
1514στέλλουν ἐνταῦθα, — ἐὰν ἀποδεχθῶ νὰ ἐπανέλθω, διότι ὁμο-
1515λογῶ, ὅτι τελείως ἀπεγοητεύθην ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καθ’ ὃν
1516τρόπον ἀσκεῖται τὸ πολιτεύεσθαι, — ἐννοῶ νὰ κρατήσω τὴν
1517σημαίαν τῆς ἀπὸ τῶν κομμάτων ἀνεξαρτησίας, ἣν ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς
1518Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀκολουθεῖ, καὶ ὅστις, ἐλπίζω ὅτι, ἁρ-
1519μόζων τὰς πράξεις πρὸς τοὺς λόγους, θὰ δείξῃ δι’ ἔργων, ὅτι
1520εἶναι ἀνεξάρτητος.
1521Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κύλινδρος τῆς
1522πολιτικῆς διαφθορᾶς ἰσοπέδωσεν ὅλους τοὺς χαρακτῆρας·
1523πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τοὺς πει-
1524ρασμοὺς, τοὺς ὁποίους αἱ φατρίαι προβάλλουν ἐνώπιον τῶν
1525νέων πολιτευομένων, καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐφεξῆς, ὅτι
1526ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς λείπει, εἶναι ἀνεξαρτησία φρο-
1527νήματος καὶ σταθεροὶ χαρακτῆρες. (Εὖγε! εὖγε!).
1528Ἀπελπίζομαι, Κύριοι, ὅταν βλέπω πᾶσαν νέαν Κυβέρνη-
1529σιν, φρονοῦσαν ὅτι, εἰσάγουσα ὁρμαθὸν νομοσχεδίων, θὰ δράσῃ
1530τι ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον, διαβουκολουμένην ἢ διαβουκολοῦ-
1531σαν τὸν λαὸν, ὅτι νέοι νόμοι, αὐξάνοντες τὸ χάος τῆς νομο-
1532θεσίας μας, ἀπαιτοῦνται, ἵνα ὀρθοποδήσῃ τὸ Κράτος.
1533Ὄχι! δὲν ἀπαιτεῖται σωρεία νομοσχεδίων ἀναμορφωτικῶν,
1534ἢ μᾶλλον παραμορφωτικῶν. Κυρίως ἔχομεν ἀνάγκην χαρα-
1535κτήρων διὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἀπαιτεῖται
1536ἀγαθὴ ἐκ μέρους τῶν διοικούντων θέλησις, ἀπαιτεῖται ἔλεγ-
1537χος πραγματικὸς καὶ διηνεκὴς τῆς Διοικήσεως, ἀπαιτεῖται
1538ἔλεγχος οὐσιαστικὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καθημερινῶς φωνάζο-
1539μεν ὅλοι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης. Τί πταί-
1540ουσιν οἱ νόμοι; Ἐὰν ἡ Δικαιοσύνη δὲν λειτουργῇ καλῶς, τί
1541περιμένετε ἀπὸ τὴν Διοίκησιν καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας πολιτι-
1542κὰς ὑπηρεσίας; Ἀπὸ τῆς Δικαιοσύνης ἄρχονται καὶ εἰς τὴν
1543Δικαιοσύνην καταλήγουσιν ὅλα τὰ ἄτοπα. Ἐὰν ἡ Διοίκησις
1544δὲν ἦναι εἰς τὴν θέσιν της, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀστυνόμοι δέρον-
1545τες ἀτιμωρητὶ τοὺς πολίτας, ἐὰν παντοῦ ὑπάρχῃ διαφθορὰ
1546καὶ ἀναλγησία, ὅλα ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνεπαρκῆ καὶ ἐλατ-
1547τωματικὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη εἶ-
1548ναι ἱκανὴ νὰ βάλῃ κάθε ἕνα εἰς τὴν θέσιν του, καὶ νὰ προσ-
1549τατεύσῃ τὸν πολίτην ἀπὸ πάσης ἀδικίας. Ὅλοι λέγομεν νὰ
1550ἀναμορφώσωμεν, νὰ διοργανώσωμεν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν
1551Δικαιοσύνην· καὶ πρὸς τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι χρειάζονται νέοι
1552νόμοι. Πρὸς τί; Ἡ ὑφισταμένη σήμερον νομοθεσία δὲν δικαιο-
1553λογεῖ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχομεν
1554πολὺ καλοὺς νόμους· λείπει ὅμως ἡ πιστὴ ἐφαρμογή των.
1555Δὲν γίνεται δὲ πιστὴ ἐφαρμογή, διότι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος
1556ἐπὶ τῶν δικαζόντων. Ἐθαύμασα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
1557σύνης, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἔλεγε: «θὰ σᾶς φέρω κατάστασιν,
1558διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐξεδικάσθησαν χιλιάδες χιλιάδων
1559πλημμελήματα.» Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον τὸν ἐρωτήσει: πῶς ἐξε-
1560δικάσθησαν; κατὰ τίνα ἆρά γε τρόπον ἀπενεμήθη τὸ δί-
1561καιον; Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων, ἀμφι-
1562βάλλω ἂν 20% στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς σταθμί-
1563σεως τῶν πραγμάτων. Ὅταν ἡ ὑπηρεσία λέγῃ, γαυριῶσα:
1564«δικάζω ἑκατὸν πλημμελήματα τὴν ἡμέραν», ἐγὼ λέγω,
1565ὅτι κάμνει ἑκατὸν ἀδικήματα τὴν ἡμέραν. Ἡ κατὰ τοιοῦτον
1566τρόπον ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι δικαιοσύνη· αὐτὰ
1567λέγεται μπακάλικο!
1568§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ἀληθέστατα!
1569§55Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπονομὴν τὴν ἀκριβοδικαίαν τῆς
1570Δικαιοσύνης δύναται νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ μόνον ἡ αὐστηρὰ
1571ἐπίβλεψις τῶν δικαστῶν, ὁ ἀκοίμητος καὶ αὐστηρὸς ἔλεγχος
1572τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, ὁ οὐσιαστικὸς
1573ἔλεγχος τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων. Καὶ πότε ἐνη-
1574σκήθη τοιοῦτος ἔλεγχος ἐπὶ τῶν δικαστῶν;
1575§56Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πταίει καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς.
1576§57Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἡ ἀνάμιξις τῆς
1577πολιτικῆς εἶναι ἡ ὀλιγώτερον βλάπτουσα. Ἡ Δικαιοσύνη
1578ἔχει κἄτι τι τὸ νοσηρὸν ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτῆς, κυρίως ἐν
1579τῇ ἠθικῇ μορφώσει καὶ τῇ κοινωνικῇ ἀνατροφῇ πολλῶν ἐκ
1580τῶν δικαστῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, σπανίως ἐγνώρισα δικαστὰς, ἐξ
1581ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς μὴ ἀπονέμοντας δικαιοσύνην. Ἐὰν
1582οἱ δικασταὶ ἀδικῶσιν, τοῦτο προέρχεται συνηθέστερον εἴτε
1583ἐκ κακοῦ χαρακτῆρος, εἴτε διότι εἶναι νευρικοί, εἴτε διότι
1584ὑποφέρουν ἀπὸ τὸν στόμαχον, καὶ ἔτι συνηθέστερον διότι
1585παρασύρονται καὶ ἐπηρεάζονται ἀπὸ σχέσεις καὶ ἀπὸ συμ-
1586παθείας καὶ ἀντιπαθείας προσωπικάς, δημιουργουμένας ἐκ
1587τῶν κοινωνικῶν των σχέσεων, ἐκ τῆς συναναστροφῆς των
1588μὲ ῥαδιούργους καὶ διαβολεῖς...
1589§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὴν ῥεκλάμαν.
1590§59Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Θὰ τὸ ἔλεγον εἰς τὸ τέ-
1591λος. Εἶναι ἀληθέστατον. Εἶδον δικαστὴν ἐν Λαρίσῃ, ὁ ὁποῖος
1592ἐνοοῦσεν, ὅταν ἐπαρουσιάζετο δικηγόρος πολιτευόμενος, ἢ
1593συγγενὴς πολιτευομένου, εἰς τὸ Δικαστήριον, — καὶ λυποῦμαι
1594διότι ὁ κ. Πεταλᾶς δὲν εἶναι παρών, ἵνα τοῦ ὑπομνήσω, τί
1595ἔπαθεν εἷς πελάτης του — διὰ νὰ κάμῃ ῥεκλάμαν, καὶ νὰ καυ-
1596χηθῇ, ὅτι τάχα δὲν πτοεῖται ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους, κα-
1597τεδίκαζεν ἀθώους ἀνθρώπους! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς
1598δικαιοσύνης παρὰ τῶν νέων δικαστῶν, τῶν λεγομένων ἀνεξ-
1599αρτήτων καὶ ἀνεπηρεάστων ἀπὸ τῆς πολιτικῆς!
1600Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἀνέφερε τὴν
1601ῥεκλάμαν, ὡς τὴν σπουδαιοτέραν αἰτίαν τῆς κακίστης δια-
1602χειρίσεως τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοὺς ἐσχάτους τούτους και-
1603ρούς. Αὐτὴ ἡ ῥεκλάμα εἶναι ἤδη τῆς μόδας.
1604Εἶναι ἄδικον νὰ καταδικάζητε τοὺς πολιτευομένους. Μὴ
1605ἀποδίδετε ὅλα τὰ κακὰ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Οἱ Βουλευταὶ
1606κάμνουν τὸ ὀλιγώτερον κακὸν εἰς τὸν τόπον· οἱ Βουλευταί,
1607ὡς παρατηρεῖ ὁ πλησίον μου ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος, εἶ-
1608ναι οἱ φυσικοὶ προστάται τοῦ πολίτου ἀπέναντι τῆς αὐθαι-
1609ρεσίας καὶ τῆς ἀδιαφορίας τῶν ὑπαλλήλων, καὶ οὐχὶ οἱ δια-
1610φθορεῖς τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις ἔχει μονιμότητα καὶ ἀνεξαρ-
1611τησίαν τοσαύτην, ὥστε νὰ ἦναι ἀνεπηρέαστος, καὶ νὰ πράττῃ
1612τὸ καθῆκόν της, ὅταν θέλῃ, ἢ ὅταν ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ
1613τὸ πράττῃ.
1614Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέ-
1615φρασα περὶ Δικαιοσύνης, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ
1616ἔχωμεν Δικαιοσύνην, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐνσκήψαι
1617πραγματικός, οὐσιαστικὸς ἔλεγχος· νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἀνθρώ-
1618πους δραστηρίους καὶ ἐντίμους ἡ ἐπιθεώρησις τῶν δικαστι-
1619κῶν γραφείων, δι’ οὐσιαστικῆς ἐρεύνης τῶν ὑποθέσεων καὶ
1620μελέτης τῶν δικογραφιῶν· νὰ γίνεται ἔλεγχος, οὐχὶ πόση
1621δικαιοσύνη ἀπενεμήθη, ἀλλὰ πῶς ἀπενεμήθη.
1622Ἐκ τῶν τοιούτων ἰδεῶν ὁρμώμενος, δὲν ἀποδέχομαι ὡς
1623ὠφέλιμα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης τὰ νομο-
1624θετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος
1625Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· καὶ ἐκ τούτου καὶ ἑτέρα δια-
1626φωνία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ, φρονοῦν-
1627τος, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῆς προταθέντα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα
1628εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, οὐ μόνον ἀνεπαρκῆ, ἀλλὰ
1629καὶ ἐπιβλαβῆ εἶναι, ἐφ’ ὅσον οἱ δικασταὶ εἶναι ἀνεξέλεγκτοι
1630καὶ ἀνεύθυνοι ἐν Ἑλλάδι.
1631Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον μου, λέγω, ὅτι θὰ θαυμάσω
1632ἐκεῖνον τὸν πολιτευτήν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνακηρύξῃ ὡς πρόγραμ-
1633μά του τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, οὐχὶ διὰ τῆς
1634ψηφίσεως νέων νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὑπαρ-
1635χόντων, ἐκεῖνον, ὅστις θὰ κατορθώσῃ νὰ καταστήσῃ σεβα-
1636στοὺς τοὺς νόμους, καὶ ἀποδείξῃ οὕτως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει
1637χρείαν ἀνδρῶν, οὐχὶ νομοθετούντων νέους νόμους, ἀλλ’ ἀν-
1638δρῶν ἐφαρμοζόντων τοὺς ὑπάρχοντας, καὶ ἀναστηλούντων τὴν
1639ἐπ’ αὐτῶν πίστιν τῶν πολιτῶν.
1640§60Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τῶν τάξεων τῆς πλειονοψηφίας
1641σήμερον ἐξῆλθε τὸ σφοδρότερον κατηγορητήριον κατὰ τῆς
1642Κυβερνήσεως· κατηγορητήριον δὲ τοιοῦτον σπανίως ἐξηνέχθη
1643ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκ μέρους συμπολιτευομένων. Ὅταν δὲ τοι-
1644οῦτον ἐξέρχηται ἐξ αὐτῶν τῶν τάξεων τῆς πλειονοψηφίας,
1645νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύῃ τις εἰς τὰς ἀπειλὰς τοῦ
1646κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλοῦντος περὶ ἐκκλήσεως
1647ἐνώπιον τοῦ ἔθνους.
1648Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑπομνήσεως τῶν μετα-
1649στάντων ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως σχηματίσωμεν τὴν
1650πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ἔμεινεν ὀρθὸν ἐκ τοῦ προγράμματος
1651τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1652ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, ὅπως προταχθῇ ὁ Προϋ-
1653πολογισμὸς παντὸς νομοσχεδίου πρὸ τῶν ἑορτῶν· ὑποθέτω
1654δὲ, ὅτι τοῦτο ἐνδεικνύει μᾶλλον αἴσθημα καλὸν φιλοτιμίας
1655ἢ ὅτι ὑποστηρίζει τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα ἀνέφερεν, ἵνα πείσῃ
1656ἡμᾶς. Οὐδόλως δυνάμεθα νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἐνέπνευσεν εἰς
1657τοῦτο τὸν κ. Πρωθυπουργὸν γενικὸν συμφέρον ὑπὲρ τοῦ τό-
1658που. Εἶπεν, ὅτι ζητεῖ νὰ προτάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν παν-
1659τὸς ἄλλου νομοσχεδίου, διότι θέλει νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ οἰκονο-
1660μικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, νὰ συζητηθῇ, καὶ καταδειχθῇ,
1661ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις,
1662ἢ νὰ ἀποσύρῃ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ
1663κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσιν
1664αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς καὶ
1665ἡ προεξέλεγξις αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, διότι ἕκαστος ἔρ-
1666χεται ἐνταῦθα νὰ ψηφίσῃ ἢ καταψηφίσῃ τὸν Προϋπολογι-
1667σμόν, ὃν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν. Ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ ἀπο-
1668στολὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τότε ποίαν ἀξίαν
1669ἔχει ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν καὶ
1670πρὸ τῶν νομοσχεδίων; Νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1671σεως, ὅτι ἔχει σημασίαν, ἄν τις ἐξ ἡμῶν φωτισθῇ ἐκ τῆς συ-
1672ζητήσεως, ὅτι δύναται ἢ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις
1673τὰ τρία ἑκατομμύρια διὰ τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Πελο-
1674ποννήσου; Αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρά. Ἐγὼ οὔτε αὐτό, ὅπερ
1675ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέον νὰ τηρῇ
1676ἡ Βουλή, τὸ νὰ ψηφίζῃ δηλονότι τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ
1677τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, θεωρῶ σύμφωνον
1678πρὸς τὴν πρακτικὴν, ἥτις ἐν Ἑλλάδι τηρεῖται, καὶ μὲ τὸ
1679πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, καίτοι τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει,
1680ὅτι πρέπει πρὸ τοῦ ἔτους νὰ ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμός.
1681Τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους εἶναι, ὄχι νὰ ψηφίζηται ἁπλῶς καὶ
1682ὡς ἔτυχεν ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἀλλὰ
1683νὰ βασανίζηται ἀφ’ ἑνὸς ἐν τοῖς Ὑπουργείοις πρὶν, καὶ ἀφ’ ἑ-
1684τέρου ἐν τῇ προεξελεγκτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν ταῖς δημοσίαις
1685συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς. Τὸ συμφέρον τοῦ τόπου εἶναι, νὰ
1686ἐξελέγχῃ ποία ἡ εἰλικρινὴς κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
1687δων, καὶ μόνον μετὰ βεβαίωσιν περὶ τῆς πραγματικῆς καὶ
1688ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν δύο αὐτῶν μερῶν τοῦ Προϋπολο-
1689γισμοῦ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν πραγματικοῦ Προϋ-
1690πολογισμοῦ. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν οὕτω πως δυστυχῶς ἔχουσι
1691κανονισθῆ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Λογιστικῷ νόμῳ
1692τὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ προεπεξεργασίας καὶ ψηφίσεως τοῦ
1693Προϋπολογισμοῦ, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπηρετοῦμεν
1694τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μᾶλλον, μὴ ψηφίζοντες τὸν
1695Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Ἀφοῦ ἀτυχῶς
1696τὸ Σύνταγμα, μὴ προϊδὸν, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συν-
1697ετάχθη, τὰς περιστάσεις, αἵτινες μετὰ χρόνους ἀνεφάνησαν,
1698ὥρισεν, ὅτι ἡ τακτικὴ Σύνοδος ἑκάστου ἔτους συνέρχεται
1699αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου, καὶ ὅτι ἐντὸς τῶν δύο πρώ-
1700των μηνῶν τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ὑποβάλληται ὁ Προϋπο-
1701λογισμός, βεβαίως κατέστησε τὴν ἔγκαιρον, τὴν πρὸ τῆς ἐν-
1702άρξεως τοῦ ἔτους, ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀδύνατον,
1703ἢ, ἂν ἤθελε τυχὸν καταστῆ αὕτη δυνατὴ, ἀτελεστάτην, καὶ
1704ἑπομένως ἀνωφελεστάτην. Ἀληθῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ
1705ὑποβάλῃ συνταγματικῶς τὸν Προϋπολογισμὸν τὴν 31 Δε-
1706κεμβρίου, καὶ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψέξῃ αὐτὴν νόμῳ, ὅτι
1707δὲν ὑπέβαλεν αὐτὸν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ τὴν
1708ἐπαύριον ἄρχεται τὸ ἔτος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ὁ Προϋπολογισμός.
1709Ἢ ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐνωρίτερον, ἀλλ’ αἱ συ-
1710ζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ ἑορταὶ ἀφίνουσι τόσον ὀλί-
1711γον χρόνον πρὸ τῆς πρώτης τοῦ νέου ἔτους, ὥστε, ἂν πρὸ αὐ-
1712τῆς ψηφισθῇ, θὰ ψηφισθῇ ἐξ ἀνάγκης ἀσυζητητί. Ἔπρεπεν
1713ἑπομένως ἄλλως νὰ ἦναι διατετυπωμένα παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ
1714Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἔχωμεν καὶ τὰ δύο ταῦτα, καὶ τὴν
1715ἔγκαιρον πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους ψήφισιν τοῦ Προϋπολο-
1716γισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν βάσανον αὐτοῦ πλήρη καὶ τελείαν καὶ
1717ἀκριβῆ, ὁποίαν ὑποθέτει ὁ Προϋπολογισμός. Διὰ τοῦτο βλέ-
1718πομεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι σπανιώτατα, ἅπαξ ἢ δὶς, νομίζω,
1719κατὰ τοὺς χρόνους τῆς νέας Βασιλείας ἐψηφίσθη ὁ Προϋπο-
1720λογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Αἱ Κυβερνήσεις πάν-
1721τοτε, —ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω—μεθ’ ὅλην τὴν πίεσιν, τὴν
1722ὁποίαν ἤθελον νὰ ἀσκῶσιν ἐπὶ τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Προϋπο-
1723λογισμοῦ, ὅπως αὗται ἐπισπεύσουν τὰς ἐργασίας των, ἐσε-
1724βάσθησαν τὴν γνώμην, καθ’ ἣν πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς πολὺς
1725καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καὶ τὸν
1726ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ
1727καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς μελετήσῃ, καὶ τὰς πληρο-
1728φορίας, ἃς Βουλευταὶ ἐζήτησαν, ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι συνήθως
1729ἀτελῶς πάντοτε ὑποβάλλονται οἱ Προϋπολογισμοί. Τὸ συμ-
1730φέρον τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι, ὅπως οὐ μόνον διὰ λόγους οἰ-
1731κονομικοὺς, λόγους δηλ. ἀκριβεστέρας καὶ ἐπιμελεστέρας δια-
1732κανονίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ
1733διὰ λόγους πολιτικοὺς, δηλαδὴ ὑποστηρίξεως διὰ τοῦ Προϋ-
1734πολογισμοῦ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν μέτρων τῆς πλειονοψηφίας
1735ἢ τῆς μειονοψηφίας, ὁ Προϋπολογισμὸς καταρτισθῇ ὅσον τὸ
1736δυνατὸν συμφωνότερος πρὸς αὐτὰς καὶ ὑπηρετικώτερος. Τὸ
1737λογικὸν μάλιστα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι, ὅτι κυρίως ἡ
1738τελευταία πρᾶξις μιᾶς Συνόδου ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἐπιψήφι-
1739σις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος ἀληθέ-
1740στερος, σπουδαιότερος, ἀποτελεσματικώτερος ἢ ἐκεῖνος, τὸν
1741ὁποῖον ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ καθ’ ἡμέραν, παρισταμένη καθ’ ὅλον
1742τὸν χρόνον τῆς Συνόδου, καὶ παρακολουθοῦσα τὴν οἰκονομι-
1743κὴν καὶ τὴν ἄλλην διοίκησιν τοῦ Κράτους, μεθ’ ὃν μόνον εἶ-
1744ναι εἰς κατάστασιν νὰ προέλθῃ εἰς ἀκριβεῖς καὶ χρησίμους
1745ἀποφάσεις περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν πιστώσεων καὶ πάσης
1746σχετικῆς μεταρρυθμίσεως. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πανταχοῦ, οὐ
1747μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν σχεδὸν ὁλόκληρον ἔτος ἐκκρεμῆ
1748μένοντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ
1749ἐξελεγχόμενον, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογι-
1750σμοῦ αὐτὴν διηνεκῶς ἐργαζομένην· διότι τοσαύτη ἐδόθη, καὶ
1751δικαίως, σημασία εἰς τὴν ἐκ παραλλήλου ἐξέλεγξιν τῆς δι-
1752οικήσεως καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς
1753Βουλῆς, ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις περι-
1754λαμβάνει σπουδαιότατα καὶ εἰδικώτατα μέλη τοῦ Κοινοβου-
1755λίου, ἀσκεῖ καθημερινὸν ἔλεγχον ἐφ’ ὅλην τὴν διοίκησιν τῆς
1756χώρας, καὶ ὅταν ἔληξεν ἡ Σύνοδος, καὶ ἐπηρεάζει τὴν ὅλην
1757κυβέρνησιν τῆς χώρας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ,
1758δύναταί τις εἰπεῖν, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖ ἰσχυρότατον
1759Σῶμα μεταξὺ τῶν καθεστηκυιῶν ἀρχῶν, καὶ ἐν αὐτῇ συ-
1760χνότερα ἔπεσαν αἱ Κυβερνήσεις ἢ ἐν ταῖς δημοσίαις συνε-
1761δριάσεσι. Διὰ τοῦτο παντοῦ ἐλήφθη φροντὶς, ἢ ὑπὸ τοῦ Συν-
1762τάγματος, ἢ ὑπὸ νόμων, ὅπως πολὺ πρότερον ἢ ὅσον πρέπει ὁ
1763Προϋπολογισμὸς ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Βελγίῳ,
1764τὸ ὁποῖον, ὡς μικρότερον Κράτος, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς
1765ἡμᾶς ὡς παράδειγμα, δέκα μῆνας, κατὰ τὸν Λογιστικὸν νό-
1766μον, πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν
1767ὁ Προϋπολογισμός, ἐπὶ δέκα δὲ μῆνας οὗτος ἐξελέγχεται.
1768Ἐννοεῖ ἕκαστος, τί εἶναι ὁ Προϋπολογισμός, ὁ ὑποβαλλόμε-
1769νος 10 μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
1770ἀνάγκη, ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ἦναι ἀπ’ ἀρχῆς ἀκριβὴς καὶ
1771τέλειος, ἀφοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ Βου-
1772λευταί, παρακολουθοῦντες τὰς ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν
1773ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ
1774παρόντος ἐπιβαλλομένας μεταβολὰς, εἰσάγουσιν αὐτὰς ἀδια-
1775κόπως εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Πλὴν θεωρεῖται ἀναπόφευ-
1776κτον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔχῃ ἐνώπιόν της τὸν
1777Προϋπολογισμὸν καὶ τὸν μελετᾷ, καὶ μόνον, ἀφοῦ τὸν ἐξε-
1778λέγξῃ μέχρι τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν, προβαίνῃ εἰς τὴν
1779ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
1780Νομίμως βεβαίως λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1781ὅτι θέλει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ νέον ἔτος, ἔχοντες τὸν Προϋ-
1782πολογισμὸν ἐψηφισμένον, διότι συμμορφούμεθα πρὸς τὸν Λο-
1783γιστικὸν νόμον. Ἀλλὰ μήπως ἐν τοῖς πράγμασιν εἶναι μι-
1784κροτέρα ἡ ἀκρίβεια, ἐὰν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὰ δωδεκατημό-
1785ρια; Τοὐναντίον μάλιστα, τὰ δωδεκατημόρια, διδόμενα ἐπὶ
1786τῇ βάσει καὶ μόνον τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, προσεγ-
1787γίζουσιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων περισσότερον ἢ
1788ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε πρότερον ψηφισθῆ. Δὲν βλέπω διὰ
1789τοῦτο, ποία θὰ ἐπέλθῃ οὐσιαστικὴ βλάβη, ἢ ζημία, ἂν τυ-
1790χὸν ἤθελεν ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας διοικηθῆ ὁ τόπος διὰ τῶν
1791δωδεκατημορίων, χάριν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδείς ποτε
1792ἐν τῷ ναυαγίῳ τῷ οἰκονομικῷ, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς,
1793ὑπεστήριξεν ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν τούτου τὸ ὅτι δὲν ἐψήφισεν
1794ἡ Βουλὴ ἐγκαίρως τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ὅτι διῳκήθη
1795ἐνίοτε διὰ δωδεκατημορίων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα ποτὲ
1796ἤκουσα, εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ψέ-
1797ξαντα τὴν ἀμέλειαν αὐτὴν τῶν Βουλῶν, ὡς αἰτίαν τῶν κα-
1798κῶν, ἅτινα οἰκονομικῶς ὑπέστημεν. Τοὐναντίον, οἱ Προϋπο-
1799λογισμοὶ ἔβλαψαν, διότι ἦσαν ἀναληθεῖς καὶ ἀνακριβεῖς.
1800Λόγοι λοιπὸν γενικοῦ συμφέροντος ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρ-
1801χουν, ἀναγκάζοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν
1802ψήφισιν εὐθὺς ἀμέσως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λόγοι ὅμως ἰδι-
1803αίτεροι, ἀφορῶντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς κοινοβουλευτικὸν
1804Ὑπουργεῖον, καὶ ὡς κόμμα, ἔχον τὴν πλειονοψηφίαν, βεβαίως
1805ὑπάρχουσι πολλοί. Ὅσα καὶ ἂν λέγῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
1806Κυβερνήσεως, σήμερον δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοσοῦτον ἰσχυ-
1807ρὰ, ὥστε μόνη νὰ καταρτίζῃ ἀπαρτίαν· ἑπομένως δὲν δύνα-
1808ται κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νὰ ἐπικρατῇ καὶ ἐπιβάλληται ἐν
1809τῇ Βουλῇ διὰ τῶν φίλων της. Πεισθεῖσα ὅτι δὲν ἔχει ταύ-
1810την, τί ἐσκέφθη; Νὰ λάβῃ τὸ ταχύτερον τὸν Προϋπολογι-
1811σμόν, καὶ νὰ δύνηται, εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν θελήσῃ, νὰ
1812κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Βεβαίως τοιοῦτοι λόγοι ὁδη-
1813γοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ οὐχὶ λόγοι
1814γενικοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι, ἐὰν κρίνῃ τις
1815ἐξ ὅσων ἐρρήθησαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος, προφανῶς ἐν-
1816θαρρύνουν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο.
1817Συμφέρει, φαίνεται, νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἰδέα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς,
1818ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρακωλύει τὸ ἔργον — τὸ κατ’ εὐφη-
1819μισμὸν λεγόμενον ἀναμορφωτικὸν — τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1820παρακωλύει τὰς πρὸς τοῦτο ἐργασίας, ὅτι παρακωλύει τὴν
1821ψήφισιν σπουδαίων νομοσχεδίων, αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1822τὴν εἴσοδον, τέλος, ἡμῶν εἰς κατάστασιν ὁμαλὴν, καὶ οὕτως
1823ἐπισύρῃ ἐπὶ τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς τὴν δυσμένειαν
1824τοῦ λαοῦ. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι ἡ συνήθης τῶν λεγομένων
1825κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων· ἀφοῦ διὰ τῆς κακῆς διοική-
1826σεως ἐξεγείρουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐναντίον αὐτῶν, παρα-
1827πονοῦνται κατ’ αὐτῆς, ὅτι παρακωλύει τὰς ἐργασίας τῆς Βου-
1828λῆς καὶ τὸ ἀναμορφωτικὸν ἢ μεταρρυθμιστικὸν ἔργον τῶν κυ-
1829ρίων Ὑπουργῶν! Χωρὶς νὰ ἐπιρρίψω τὴν μομφὴν εἰς τὴν πα-
1830ροῦσαν Κυβέρνησιν, δύναταί τις λίαν εὐλόγως νὰ μεμφθῇ
1831πολλῶν Κυβερνήσεων, ὅτι εὑρίσκουν εὐχαρίστησιν καὶ συμ-
1832φέρον νὰ κωλυσιεργῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι οὐδεμίαν ἔχουν
1833πεποίθησιν εἰς τὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔργα, οὐδ’ εἰς τὴν ἱκα-
1834νότητα αὐτῶν, ἵνα τὰ ὑποστηρίξουν καὶ τὰ ἐπιβάλουν εἰς
1835αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω,
1836πῶς ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον καλῶς γνω-
1837ρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι εἶναι ἀδύνατον
1838ποτὲ οἱαδήποτε Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐδέχετο, ὅπως ἐντὸς ἓξ
1839ἢ ἑπτὰ συνεδριάσεων ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐν γνώ-
1840σει, ὅτι βεβαίως δὲν θέλει συμπράξει εἰς τοιοῦτον ἔργον ἡ
1841Ἀντιπολίτευσις, ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιμένει, ὅπως
1842καταγγείλῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς μὴ συμπράττουσαν, μὴ
1843βοηθοῦσαν τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν. Ὑπο-
1844θέτω ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοιαῦται σκέψεις καὶ τοιαῦ-
1845ται ἐλπίδες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν εἰλι-
1846κρινῆ καὶ ἀμερόληπτον ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο
1847φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ἀπόφασιν αὑ-
1848τῆς, ἵνα λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν ἑορτῶν...
1849§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἐξέφρασα τοιαύ-
1850την ἰδέαν, οὔτε ἔχω.
1851§62Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει βεβαίως τὴν ἰδέαν, ὅτι
1852πρέπει νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένον πρὸ τῆς
1853ἐνάρξεως τῶν ἑορτῶν, διότι τοῦτο δὲν δύναται μόνη ν’ ἀπο-
1854φασίζῃ· ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἂν ἡμεῖς ἠθέλομεν συναινέσει, μὴ
1855συζητοῦντες, καὶ παρατρέχοντες τὰ πάντα, νὰ ὑποστηρίξω-
1856μεν τοῦτο, θὰ ἤθελε νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν
1857ἑορτῶν. Εἰς τοῦτο, λέγω, τὸ ἔργον δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει
1858νὰ συμπράξωμεν, ἀλλά, τοὐναντίον, νομίζω, ὅτι ἔχομεν κα-
1859θῆκον νὰ ἀντιστῶμεν, θεωροῦντες, ὅτι ἡ βάσανος τοῦ Προϋ-
1860πολογισμοῦ, ἡ εὐρεῖα καὶ λεπτομερής, περισσότερον ὑπηρε-
1861τεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἢ ἡ ἐσπευσμένη ἐπιψήφισις
1862αὐτοῦ. Τὸ ἔργον τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἔργον, ὅπερ
1863εὐχερῶς πᾶς τις δύναται ν’ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ ψηφίσῃ, ὡς δύ-
1864ναται ν’ ἀντιληφθῇ καὶ ἐν ἐπιγνώσει ψηφίσῃ οἱονδήποτε νο-
1865μοσχέδιον. Τὸν Προϋπολογισμὸν ὀλίγοι δύνανται νὰ μελε-
1866τήσωσιν ἐπαρκῶς· ὅταν δὲ δὲν ἐδόθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ
1867προσήκων χρόνος, ὅταν ἦναι ἀτελὴς ἡ προεπεξεργασία τοῦ
1868Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς ὅλους ἐκείνους,
1869οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1870καὶ προτείνωσι γνώμας, ὅπως μελετήσωσιν αὐτὸν καὶ ὑπο-
1871βάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας αὑτῶν. Καὶ λέγει μὲν
1872ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ
1873ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῶν ἑορτῶν, θέλει μόνον νὰ συζητηθῇ·
1874ἀλλὰ τοιαύτη συζήτησις, τῆς ὁποίας δὲν προηγήθη μελέτη
1875πλήρης καὶ τελεία, καὶ ἂν παρατείνηται, ἐν ἐποχῇ, κατὰ
1876τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὥριμος παρα-
1877σκευή, ἀποβαίνει ἐντελῶς ματαία.
1878Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης,
1879καὶ ἂν ὑποβληθῇ πρότασις, θέλω ψηφίσει αὐτὴν, ὅτι δηλαδὴ
1880πρέπει νὰ προηγηθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄλλα νομοσχέ-
1881δια, εἴτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1882ταξιν, εἴτε ἄλλα, τὰ ὁποῖά τινες τῶν προλαλησάντων ὑπέ-
1883δειξαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐνδέχεται νὰ προτιμᾷ,
1884διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, σήμε-
1885ρον γινομένη, εἶναι ἀνωφελὴς, βλάπτει δὲ καὶ σπουδαῖα συμ-
1886φέροντα, διότι ἄδηλον, ἂν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολο-
1887γισμοῦ ἡ Βουλὴ θὰ ἐπανέλθῃ, ἢ ἂν, ἐπανερχομένη, δὲν θὰ
1888ἦναι ὑπὸ τὸν πέλεκυν μιᾶς λήξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς.
1889(Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.)
1890§63Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτέ, κύριοι Βουλευταί,
1891ὅτι οἱ χθεσινοὶ λόγοι μου θὰ εἶχον τόσην ἐπιφοιτικὴν δύνα-
1892μιν, ὥστε ἀμέσως ἀπόψε νὰ χρισθῶ καὶ ἐγὼ ἀρχηγός· διότι
1893ἠκούσατε τὸν ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ φίλον
1894μου κύριον Ροδόπουλον, ὅτι ἀκολουθεῖ τὰς ἀρχάς μου. Ἀλλὰ
1895ἐρωτῶ, ποίας ἀρχάς; Ἐγὼ ἀνέτρεξα καὶ ἐζήτασα ἀπὸ εἰ-
1896κοσαετίας τὴν δρᾶσιν τοῦ Βασιλέως, ἐζήτασα τὴν δρᾶσιν
1897τῶν ἰδιαιτέρων αὐτοῦ Συμβούλων, ἐζήτασα τὴν δρᾶσιν τῶν
1898Κυβερνήσεων, ἐζήτασα τὴν δρᾶσιν τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, καὶ
1899κατέληξα, ὅπου κατέληξα. Τί πρόγραμμα ἐχάραξα χθές, καὶ
1900τίνας ὀπαδοὺς ἐζήτησα, καὶ τίνας ἀρχὰς ἀκολουθεῖ ὁ ἀξιότι-
1901μος συνάδελφος καὶ φίλος μου; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γνω-
1902ρίζει πολὺ καλὰ τὰς ἀρχάς μου· δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τὰς
1903ἀκούσῃ χθές, τὰς γνωρίζει ἀπὸ δύο ἐτῶν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσ-
1904ήλθομεν καὶ ἐπατήσαμεν τὸν περίβολον τοῦτον· ἀλλά, δυσ-
1905τυχῶς, μόλις εἰσήλθομεν ἐνταῦθα καὶ ἐπατήσαμεν τὸ ἔδαφος
1906τοῦ περιβόλου τούτου, προσεβλήθημεν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ μι-
1907κροβίου τῆς μικροπολιτικῆς, εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ ὁποίου
1908εἶναι τόσον πολὺ γόνιμον τὸ ἔδαφος τοῦτο, ὥστε οὔτε αὐτὸς
1909ὁ πόλεμος κατώρθωσε νὰ τὸ ἀπολυμάνῃ. Γνωρίζει ὁ ἀξιότι-
1910μος συνάδελφος τὰς ἀρχάς μου, τὰς γνωρίζει, ἀφ’ ὅτου ἐπὶ
1911ἕξ μῆνας μὲ ἐβασάνιζε διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν
1912ὑπαλλήλων, καὶ ἠναγκαζόμην ἐπὶ τέλους νὰ ἔλθω εἰς ἐχθρό-
1913τητα καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὲ τὸν
1914κ. Πρωθυπουργόν, διότι μὲ ἐστενοχώρει, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ
1915ὁ δεῖνα δικαστής, πρέπει νὰ φύγῃ ὁ Νομάρχης... (διακοπαί).
1916§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1917§65Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ... Ἐπὶ τέλους μοὶ προσάγεται μία σημεί-
1918ωσις, νὰ ὑπογράψω, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ ὁ Εἰσαγγελεύς...
1919(διακοπαί). Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε... Ἀλλὰ γνω-
1920ρίζει τὰς ἀρχάς μου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἐξ ἄλλου
1921ἀντικειμένου, ἐκ τοῦ ἀντικειμένου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου
1922ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου...
1923§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ πράγματα εἶναι ἀρχαί, καὶ ὄχι
1924οἱ λόγοι.
1925§67Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν
1926εἶμαι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε νὰ χειρίζωμαι
1927τόσον εὐκόλως τὸν λόγον.
1928Ὄτε ἤλθομεν οἱ 32 Βουλευταὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, λαμ-
1929βάνω ἕνα φετφᾶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλούμην ἀπὸ συναδέλ-
1930φους Θεσσαλοὺς νὰ συνέλθωμεν καὶ συσκεφθῶμεν περὶ τῶν
1931συμφερόντων τῆς Θεσσαλίας. Ἐγώ, ὡς μικρότερος καὶ κατὰ
1932τὸ φρόνημα καὶ κατὰ τὴν θέσιν, ἐπῆγα, καὶ παρευρέθημεν
1933εἰς τὴν συνέλευσιν ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας, συμπο-
1934λιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι. Εἶπεν ὁ κύριος Καρτάλης
1935τόσα, ὁ κ. Τοπάλης ἄλλα τόσα, ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τῶν δια-
1936φόρων ἀποχρώσεων πολλὰ καλὰ καὶ σωστικὰ διὰ τὴν Θεσ-
1937σαλίαν. Λέγω: «Κύριοι, ἔχει νὰ εἴπῃ κανεὶς ἄλλος τίποτε; —
1938— Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύο λέξεις; — Μάλιστα. — Κύ-
1939ριοι, τοῖς εἶπον φαρδειὰ καὶ πλατειὰ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι
1940εἰς κατάστασιν σήμερον τὸ Κράτος νὰ μᾶς χορηγήσῃ συνδρο-
1941μήν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἅπαντες ἐδῶ οἱ Θεσσαλοὶ τῶν δια-
1942φόρων ἀποχρώσεων ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶμεν,
1943ποῖαι εἶναι σήμερον αἱ πρώτισται ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας,
1944ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Θεσσαλία δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, κατόπιν
1945δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ ἀπώτερα καλά, τὰ ὁποῖα δυνά-
1946μεθα νὰ ἔχωμεν ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν.» Μετὰ τοῦτο εἶπον,
1947νὰ ἀπέλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν
1948Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νὰ μείνωμεν ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς
1949τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ συσκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἀφοῦ
1950ἐξετάσωμεν ὅμως καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, αὐτὰ τὰ
1951οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἵνα ἴδωμεν, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
1952ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγὸν εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς Θεσ-
1953σαλίας· ἀφοῦ δὲ πεισθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν,
1954καὶ μᾶς ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις τὰς παροχὰς αὐτὰς, «ἔχετε
1955τὴν δύναμιν—τοὺς ἠρώτησα—νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν Κυβέρ-
1956νησιν καὶ πολεμήσητε αὐτήν; Ὑπ’ αὐτὴν τὴν βάσιν δέχο-
1957μαι, εἶπον, νὰ συνεννοηθῶ μαζύ σας». — «Μάλιστα, εἶπον·
1958θὰ συνέλθωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἦναι πα-
1959ρόντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι». Ἂν τοὺς εἴδετε σεῖς, Κύριοι,
1960ἕως σήμερον, ἄλλο τόσον τοὺς εἶδα καὶ ἐγώ! (γέλωτες).
1961§68Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διαψεύδω. Ὀφείλετε νὰ κά-
1962μητε ἐξαίρεσιν περὶ ἐμοῦ.
1963§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1964§70Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τώρα, Κύριοι, παρελαύνει ἕνας–ἕνας,
1965καὶ λέγει, ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἐκεῖνο θὰ
1966γείνῃ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, μὲ τόσην προθυμίαν! Νομίζω, ὅτι
1967αὐτὰ ὤφειλον νὰ τὰ εἴπωσι τότε, καὶ ὄχι μετὰ πάροδον πολ-
1968λῶν ἐτῶν.
1969§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάλλιον ἀργὰ, παρὰ ποτέ.
1970§72Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κάλλιον ἀργὰ, παρὰ ποτέ. Νομίζω ὅμως,
1971ὅτι δὲν εἶναι καὶ τῆς παρούσης στιγμῆς τοιαῦτα ζητήματα.
1972§73ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἆ! ἆ!
1973§74Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ὀλίγας λέξεις θ’ ἀπαντήσω.
1974Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἐπλανήθη, νομίσας ὅτι ἐγὼ εἶ-
1975πον, ὅτι, ἀκούσας τὰς παρ’ αὐτοῦ ἀναπτυχθείσας ἀρχὰς, τὰς
1976ἀκολουθῶ. Εἶπον, ὅτι τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ.
1977Κυριαζῆς, ὅτι δηλ. πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ ἦναι ἀνεξάρτη-
1978τοι ἀπὸ κομματικὰς ὑποχρεώσεις, καὶ ν’ ἀκολουθῶσιν ἰδίας
1979γνώμας, μὴ γινόμενοι τυφλὰ ὄργανα τῶν Κυβερνήσεων, ἐγὼ
1980τὰς εἶχον ἀνέκαθεν, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὰς ἔχω καὶ τώρα.
1981Δὲν ἠξεύρω ὅμως νὰ λέγω μόνον κενοὺς λόγους, ἀλλὰ τὰς
1982ἀρχὰς ταύτας τὰς ἐκδηλῶ καὶ ἐμπράκτως, καὶ δὲν περιορί-
1983ζομαι ἀναπτύσσων ὀρθὰς μὲν ἀρχὰς ἐν λόγοις, ἄλλα δὲ πράτ-
1984των ἐν ἔργοις.
1985Διότι ὅλοι οἱ Ἕλληνες, Κύριοι, ἐν τοῖς καφενείοις ἀνα-
1986πτύσσουν θαυμάσια τὰς ἀρχὰς ταύτας, καὶ ὅλοι ἐκφέρουν
1987ἀσφαλεῖς κρίσεις περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ ὅλοι ὑποδει-
1988κνύουν, τί πρέπει νὰ γείνῃ, διὰ νὰ διορθωθῇ τὸ Κράτος· ἀλλὰ
1989τί πράττουν πρὸς τοῦτο; Οἱονδήποτε Ἕλληνα ἂν λάβητε
1990μεμονωμένον, θὰ σᾶς εἴπῃ: «Τί Ρωμαίϊκο εἶναι αὐτό! Τί
1991ἄθλια κατάστασις! Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα χαμένοι! Εἶ-
1992ναι ἀπελπισία! Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συναλλαγή· πρέπει νὰ
1993ἀνορθωθῇ ἡ Δικαιοσύνη· πρέπει ἡ Διοίκησις νὰ ἦναι καθαρά·
1994πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ ἦναι ἀνεξάρτητοι· πρέπει νὰ ἐκλέ-
1995γωμεν ἀληθεῖς πατριώτας...» κλπ. Ὅταν δὲ ἔρχηται ἡ
1996ὥρα νὰ κάμῃ τις τὸ καθῆκόν του, ὡς πολίτης, λησμονῶν τὰς
1997ἀρχάς του, προσθέτει καὶ αὐτὸς κἄτι τι εἰς τὴν ἀθλιότητα,
1998ἀφαιρεῖ ἕνα λίθον διὰ τῶν ἔργων του ἐκ τοῦ ἠρειπωμένου
1999ἐθνικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ περιορίζεται νὰ μένῃ πατριώτης
2000μόνον διὰ τῶν ἀγαθῶν διαθέσεών του καὶ τῶν πατριωτικῶν
2001λόγων του! Ἐν λόγοις ὅλοι εἴμεθα μεγάλοι πατριῶται!
2002Ἀπὸ πατριωτικοὺς ὅμως λόγους ἐχόρτασεν ὁ Ἑλληνικὸς
2003λαός· θέλει πατριωτικὰ ἔργα, θέλει πατριωτισμὸν δι’ ἔργων·
2004αὐτὸ εἶναι τὸ σπάνιον νόμισμα ἐν Ἑλλάδι.
2005Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περὶ τοῦ κ. Κυριαζῆ προσωπικῶς,
2006ὅστις πολλαχῶς ἔκαμε τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει
2007ἰδίαν ἀντίληψιν, πῶς πρέπει νὰ ἐργάζηται. Ἡ ἰδική μου
2008ἀντίληψις τοῦ ἐργάζεσθαι εἶναι αὐτή· τοῦ νὰ πράττω ὅ,τι
2009λέγω, τοῦ νὰ ἐκδηλῶ τὸν πατριωτισμόν μου δι’ ἔργων, τοῦ
2010νὰ προσαρμόζω τὰς πράξεις πρὸς τοὺς λόγους. Διὰ τοῦτο νο-
2011μίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἦμαι κατά τι χρήσιμος, ἐφαρμόζων
2012τὰ φρονήματά μου ἐν τῇ πράξει, τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρο-
2013νήματος ἐκδηλῶν δι’ ἔργων, μὴ περιοριζόμενος εἰς μεγαλαυ-
2014χίας περὶ ἀνεξαρτησίας, καὶ ἐν τούτοις ἀκολουθῶν τυφλῶς,
2015ἀλογίστως, ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι κατάφωρον, ὅτι δὲν
2016ἐργάζεται συμφώνως μὲ τὰς ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ
2017Ἁγυιᾶς ἀναπτυχθείσας, ὑπ’ ἐμοῦ δ’ ἐφαρμοζομένας ἀρχὰς,
2018ἀλλὰ προσπαθῶν, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νὰ συντελέσω εἰς τὴν
2019βελτίωσιν τῆς καταστάσεως πρακτικῶς, δι’ ἔργων· ὁσάκις δὲ
2020ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, εἰς πρακτικὰ ζητήματα καὶ ὄχι
2021εἰς κενὰς θεωρίας ἀπησχόλησα αὐτὴν, καὶ ἔφερα ἐνώπιόν
2022της νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ ὄχι λόγους μὴ ἀποκρυσταλ-
2023λωμένους εἰς πράγματα.
2024Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἔκαμε λόγον καὶ περὶ ση-
2025μειώσεων, δι’ ὧν ἐκάμνομεν συστάσεις τινὰς εἰς τὴν Κυβέρ-
2026νησιν περί τινων ὑπαλλήλων, καὶ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ,
2027ὅτι ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ λόγων προσωπι-
2028κῶν, καὶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς δὲν ἀναμιγνύεται εἰς
2029τὰ προσωπικά. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν
2030ἀφορμὴν παραπόνου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν μοι ἐξετέ-
2031λεσε προσωπικὰς ἀπαιτήσεις, διότι δὲν ἐζήτησα τοιαύτας.
2032Καὶ ἂν ἔκαμα ποτὲ συστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἠρ-
2033νήθη αὕτη τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἐζήτησα ὅμως πάντοτε
2034πράγματα λογικὰ καὶ δίκαια, ἀνταποκρινόμενα εἰς αὐτὸ τὸ
2035συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Εἶπεν, ὅτι ἐδόθη σημείωσις περὶ
2036μεταθέσεως δικαστῶν. Ἀναμνήσθητε, παρακαλῶ, ἐκ τῆς πρὸ
2037ὀλίγου γενομένης ἀγορεύσεώς μου, τί εἶπον περὶ δικαστῶν
2038τινων ἐν Λαρίσῃ, κακῶς, λόγῳ ῥεκλάμας, διαχειριζομένων
2039τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ ἴδητε περὶ τίνων δικαστῶν ἐγένετο
2040παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτοῦ σύστασις περὶ
2041μεταθέσεως. Ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων δικαστικῶν, καθ’ ὧν
2042ἐξηγέρθη τὸ αἴσθημα τῶν συμπολιτῶν μας, τῶν συναδέλφων
2043μου δικηγόρων, ὅλου τοῦ κόσμου. Εἴχομεν λοιπὸν καθῆκον
2044νὰ κάμωμεν τοιαύτας παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν
2045ὑπῆρχον δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλουν, καθ’ ὃν τρόπον
2046ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, καθ’ ὃν τρόπον ἀντι-
2047λαμβάνονται οἱ πολῖται, καθ’ ὃν τρόπον ἀντιλαμβάνονται οἱ
2048δικηγόροι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Καὶ τὴν
2049συνεμερίσθη τὴν γνώμην αὐτὴν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς,
2050καὶ οὗτος ἐνεχείρισε τὴν σημείωσιν περὶ τῆς μεταθέσεώς
2051των, καὶ ὑπεστήριξεν αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν! Εἶναι
2052λόγος διὰ τοῦτο νὰ κατηγορῇ ἡμᾶς οὗτος; Αὐτὸ εἶναι ἀκατα-
2053νόητον!
2054Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ περὶ μεταθέσεως Εἰσαγγελέως. Δὲν
2055γνωρίζω καμμίαν μετάθεσιν Εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
2056ἐπροκάλεσα, ἢ συνέστησα ποτέ. Ἀλλὰ γνωρίζω περὶ μετα-
2057θέσεως Νομάρχου. Μάλιστα, ἐζητήσαμεν τὴν μετάθεσιν τοῦ
2058Νομάρχου, καὶ τὴν ἐζητήσαμεν, διότι ἐνομίζομεν καὶ εἴχομεν
2059βεβαιότητα, ὅπως εἴπομεν καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι
2060ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος, ὅτε ὁ νομὸς Λαρίσης συνεταράσσετο,
2061διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους, καὶ διότι ἐνόμι-
2062ζεν, ὅτι ἠδικεῖτο, μὴ ἐπεκτεινομένης τῆς γραμμῆς τοῦ διε-
2063θνοῦς σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσης, ἔδιδεν ἀνακριβεῖς πληρο-
2064φορίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ παρί-
2065στα ἀνακριβῶς τὰ πράγματα, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀντικατα-
2066στήσῃ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήσαμεν νὰ
2067ἀπομακρυνθῇ ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος, καὶ προσέτι διότι ἔφερε
2068σπουδαῖα ἐμπόδια εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, καὶ
2069ἰδίως εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν· διότι εἶχε καθιερώσει
2070γραφειοκρατίαν τοιαύτην, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐδυσχεραίνοντο
2071ἀπείρως καὶ καταθλιπτικῶς αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν· οὐ-
2072δενὸς δημοτικοῦ ἔργου, καὶ ἐλαχίστης ἀξίας, ἐπέτρεπε τὴν
2073ἐκτέλεσιν, ἂν μὴ ἐνεκρίνετο ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημο-
2074σίων ἔργων, καὶ, ἐννοεῖται, ὅλα τὰ δημοτικὰ ἔργα παρεπέμ-
2075ποντο εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
2076Ἦτο ἔντιμος ὁ Νομάρχης, ἀλλ’ ἡ ἐντιμότης του, ἡ αὐ-
2077στηρότης του ἐξησκεῖτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ δῆ-
2078μοι νὰ μὴ δύνωνται νὰ ἐκπληρῶσι τὸν προορισμόν των. Διὰ
2079τοῦτο λοιπὸν ἐζητήσαμεν τὴν ἀπομάκρυνσίν του, καὶ αὐτοὺς
2080τοὺς λόγους ἀπεδέχθη καὶ ὑπεστήριξε ζωηρότερον ὅλων ὁ
2081κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς. Τί φέρει λοιπὸν τοιαῦτα ζητήματα
2082σήμερον, ὅτε πρόκειται περὶ γενικωτέρων ζητημάτων, καὶ
2083περὶ ἀληθοῦς ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος τῶν Βουλευτῶν,
2084δι’ ἔργων ἐκδηλουμένης;
2085§75Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τότε, μὴ κάμνετε χρῆσιν τῶν ἀρχῶν μου.
2086§76Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν κάμνετε σεῖς!
2087Δὲν εἴμεθα ὅμως κατακριτέοι, ἐὰν παρεμείναμεν συνερ-
2088γαζόμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, εἰς
2089τὰ ὁποῖα συνειργαζόμεθα ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, καὶ πλέον,
2090διότι ἐν τῷ μεταξὺ συνετελέσθησαν καὶ εἴχομεν ὑποσχέσεις,
2091ὅτι ἤθελον συντελεσθῆ τινα ἐξ ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων,
2092τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπεδεικνύομεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστά-
2093σεως ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἀνεμένομεν καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθε-
2094λεν εἰσακούσει ἡ Κυβέρνησις τῶν εἰσηγήσεών μας, καὶ ἤθελε
2095προβῆ εἰς τὰ ὑποδειχθέντα μέτρα· ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ
2096περατωθῶσιν ἤδη αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου, καὶ οὐδεμία νο-
2097μοθετικὴ ἐργασία, ἀφορῶσα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, — ἐκτὸς τοῦ
2098ἀσημάντου νομοσχεδίου τῆς ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῆς
2099πρώτης δόσεως τοῦ δανείου — εἰσήχθη, ἢ πρόκειται νὰ εἰσ-
2100αχθῇ, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπι-
2101διώκει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, καὶ δὲν μεριμνᾷ διὰ κανὲν
2102μέτρον, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἐν-
2103δεδειγμένα καὶ ἐπιβεβλημένα διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἔχο-
2104μεν, Κύριοι, καθῆκον, ἡμεῖς ἰδίως, οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευ-
2105ταὶ, ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπωμεν πρὸς
2106αὐτήν: «Θὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ· δὲν δυνάμεθα ἐπὶ
2107πλέον νὰ σὲ ἀκολουθῶμεν εἰς τοιαύτην ὁδόν». Μόνον οὕτως
2108ἁρμόζονται τὰ ἔργα πρὸς τοὺς λόγους.
2109Μᾶς ἠπείλησαν ὅμως διὰ διαλύσεως. Δὲν ἔχω, Κύριοι,
2110πολλὴν πεῖραν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Νομίζω ὅμως,
2111ὅτι εἰς τὰ Κοινοβούλια δὲν συνηθίζεται νὰ γίνηται λόγος
2112περὶ τῆς χρήσεως τῶν Βασιλικῶν προνομίων, οὔτε πρέπον
2113ἴσως εἶναι τοῦτο. Ἴσως νὰ πλανῶμαι· νομίζω ὅμως, ὅτι,
2114δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ διαλύσεων ἐν τῷ Κοινο-
2115βουλίῳ, διότι οἱ Βουλευταὶ ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι τόσον ἀνεξ-
2116άρτητοι, τόσον ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ ἀπειλὰς,—δὲν ἀποδίδω
2117δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἠπείλησεν, ἀλλὰ μᾶλλον, ὅτι
2118ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν περι-
2119στάσεων τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλύσεως, — ὥστε νὰ μὴ δί-
2120δωσι προσοχὴν εἰς τὰς ἐκφερομένας περὶ ἐπικειμένης δια-
2121λύσεως γνώμας ἢ ἀπειλὰς, καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται εἰς τὰς
2122ἀποφάσεις των περὶ ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός των ἐκ τῆς
2123πιθανότητος ἢ μὴ τῆς διαλύσεως.
2124Ἀλλὰ τί σημαίνει, Κύριοι, ἡ διάλυσις; Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον
2125νὰ φοβώμεθα; Δὲν εἶναι ἀναπόφευκτον ἐκ τῆς τυχὸν ἐπε-
2126λευσομένης ὑπουργικῆς κρίσεως νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις· ἀλλὰ
2127καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μοιραίως ἡ διάλυσις, τί πρὸς
2128τοῦτο; Ἔχομεν λόγον τινὰ, ἵνα ἀποστέργωμεν τὴν διάλυ-
2129σιν; Ἐὰν, Κύριοι, ἐκεῖνος, ὁποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ σκέπτη-
2130ται καὶ νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, φρο-
2131νῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ καὶ πάλιν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν,
2132ὀφείλει νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ἀπο-
2133φανθῆ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς διεχειρίσθημεν τὴν ἐντολήν του.
2134(Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
2135§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μόνος ἁρμόδιος.
2136§78Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἴδωμεν, ποία θὰ ἦναι ἡ γνώ-
2137μη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει σκε-
2138φθῆ ὡριμώτερον πλέον, πῶς θέλει ἐξασφαλίσει, ὄχι μόνον τὴν
2139ὕπαρξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπωφελῆ ἐφεξῆς δρᾶσιν τοῦ Κοινο-
2140βουλίου. Ἡ ὕπαρξις τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι τὸ τελευταῖον
2141καταφύγιον τῶν καταπατουμένων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ·
2142ἀλλὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ θέλει ἐξασφαλίσει μόνον ἡ πατριω-
2143τικὴ δρᾶσις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, πρὸς χάραξιν νέας
2144ὁδοῦ, ἀληθῶς ἀναμορφωτικῆς ἐργασίας, ἣν δὲν βλέπομεν
2145σήμερον, ἣν δὲν δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ
2146τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἡ νέα ἐκλογή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὐ-
2147χαρίστως ἀποδέχομαι, θέλει δείξει τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ
2148τόπου περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ
2149μετὰ θάρρους δύνανται ν’ ἀναμένουν οἱ νέοι ἄνδρες, οἱ ἐπι-
2150θυμοῦντες ὑπὸ νέας ἀρχὰς νὰ ἐργασθῶσιν ἐφεξῆς, πρακτικῶς
2151καὶ φρονίμως, πρὸς ἀληθῆ ἀνόρθωσιν καὶ περισυλλογὴν τῶν
2152ἐθνικῶν συντριμμάτων. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
2153§79Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοι-
2154ποὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες μετέστημεν ἀπὸ τὴν πτέ-
2155ρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ζη-
2156τοῦμεν συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
2157νήσεως, διότι ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ ἐπράξαμεν τοῦτο· καὶ
2158τοῦτο λέγω, καθόσον πρώτην φοράν, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν
2159νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤκουσα Πρωθυπουργὸν νὰ
2160θέλῃ νὰ ἐλέγξῃ τὴν μετάστασιν Βουλευτῶν...
2161§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὐναντίον εἶπον.
2162§81Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ... Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ
2163τὴν ὁμιλίαν του ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ ὑπαινιγμούς, ὅτι ἡμεῖς δὲν
2164μετέστημεν τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως δι’ οὓς λόγους
2165ἐγὼ ἀνέφερα, ἀλλὰ δι’ ἄλλους, καὶ ὡς τοιούτους βεβαίως θὰ
2166ὑπενόει τοὺς τῆς μικροπολιτικῆς, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ βε-
2167βαιώσω ὑμᾶς, ὅτι δὲν μετέστημεν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους·
2168διότι βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐὰν οὕτως εἶχε τὸ
2169πρᾶγμα, ἀπὸ τὸν πρῶτον μῆνα τῆς πρώτης Συνόδου ἔπρεπε
2170νὰ μεταστῶμεν, καθόσον αἱ παροχαὶ διενεμήθησαν μεταξὺ
2171τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν περὶ αὐτοὺς, καὶ, ὅπως εἶπε
2172χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος, μεταξὺ τῶν παχυ-
2173δέρμων τμηματαρχῶν. Δὲν ὑπῆρξα ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
2174τερικῶν, διὰ νὰ διαθέσω τὸ κονδύλιον τῶν δημοσίων ἔργων
2175εἰς ἔργα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οὔτε μετεκάλεσα συμπολίτας
2176μου ἐνταῦθα, διὰ νὰ καθιδρύσω ἀποικίαν Πατρέων ἀργομί-
2177σθων, τρεφομένων ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Μετέστημεν ἐκ
2178τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὰς τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2179σεως, δι’ οὓς λόγους προανέφερα.
2180Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, νὰ
2181ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τοῦ σεβαστοῦ μοι ἐκ Γόρτυνος πολι-
2182τευτοῦ, καὶ μέλη τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἔφεραν τὸ ζή-
2183τημα τῆς μετατροπῆς τοῦ φόρου τῶν οἴνων, ἐπειδὴ τοῦτο
2184ἦτο ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἐγὼ
2185καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, καὶ ἄλλοι συνά-
2186δελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς γνώ-
2187μης τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ ἡγέτου ἡμῶν...
2188§82ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
2189§83Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ... καὶ συνετάχθημεν
2190μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς ὑποστήριξιν
2191τῆς προτάσεως αὐτῶν· καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς δὲν ἠγανά-
2192κτησε ποσῶς ἐναντίον ἡμῶν, καὶ δὲν ἀφῆκεν ἡμᾶς νὰ μετα-
2193στῶμεν ἐκ τῶν τάξεων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπεχώρησε,
2194καὶ ἐδέχθη τὸν σχηματισμὸν Ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰργάσθη, καὶ
2195κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον τῆς μετατροπῆς τοῦ φόρου τῶν
2196οἴνων, καὶ ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ, δυστυχῶς,
2197τότε δὲν ἐψηφίσθη, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων γεγονότων,
2198τὰ ὁποῖα εἶχε προετοιμάσει κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ Ἐθνικὴ
2199Ἑταιρεία, μέλη τῆς ὁποίας ἐβράβευσεν ἡ νῦν Κυβέρνησις.
2200§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα,
2201μάλιστα.
2202§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντα τὰ ἐπιφανῆ μέλη ἐβραβεύ-
2203θησαν.
2204§86Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, θεωροῦντες, ὅτι
2205ἐκπληροῦμεν πιστῶς τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μας, θέλο-
2206μεν ἐπιμείνει εἰς τὸ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν
2207ἔκαμα λόγον· διότι, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἐπανερχόμε-
2208νος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ὑψηλὰ τὸ μέ-
2209τωπον, καὶ νὰ ἔχω καθαρὰν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐξετέλεσα,
2210τὸ κατὰ δύναμιν, τὸ καθῆκόν μου, μὴ ἐπιθυμῶν ποσῶς νὰ
2211πάθω τὸ πάθημα ἄλλου τινὸς συναδέλφου, ἐν παρωχημένῃ
2212ἐποχῇ, ὅστις, ἀνήκων εἰς τὴν κυβερνητικὴν μερίδα, ἀφοῦ
2213συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἁπάντων τῶν φορολογικῶν
2214νομοσχεδίων, μέχρι κεραίας, δι’ ὧν ἐπεβαρύνετο ὁ λαὸς διὰ
2215δυσβαστάκτων φόρων, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ,
2216διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν μῆνιν τοῦ λαοῦ, ἐζήτει συγγνώμην
2217ἀπ’ αὐτοῦ, λέγων, ὅτι πλανηθεὶς ἠκολούθησε τὸ καταστρε-
2218πτικὸν ἐκεῖνο σύστημα· ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν τὸν ἤκουσε, καὶ
2219κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὸν ἐκάλυψε μὲ τὰ μαῦρα.
2220Ἔκτοτε παρῆλθον ἀρκετὰ ἔτη, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἑλληνικὸς
2221λαὸς εἶναι μακρόθυμος, καὶ δυστυχῶς λησμονεῖ ταχέως, τὸν
2222ἐξέλεξε καὶ πάλιν ἐσχάτως· καὶ ἔγραφεν οὗτος εἰς Ὑπουρ-
2223γούς τινας, οἵτινες τὸν συνέχαιρον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του, ὅτι
2224θὰ ἔλθῃ, καὶ, καθήμενος παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν, θέλει συν-
2225εχίσει τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, δι’ ἣν συνηγωνίσθησαν ἄλλοτε.
2226Ποίαν; Τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποκηρύ-
2227ξει τότε εἰς τὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας του!
2228§87Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2229§88Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατερχόμενος τοῦ βή-
2230ματος, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ
2231νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ τείνοντα πρὸς ἀνακούφι-
2232σιν τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ.
2233§89ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βέβαια, βέβαια.
2234§90Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς οὐδένα, Κύριοι, τῶν παρα-
2235καθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἀρνηθῶ φιλοπατρίαν καὶ
2236πόνον πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν
2237καὶ νὰ μὴ βεβαιώσω, ὅτι εὑρισκόμεθα πάντες εἰς πλάνην,
2238διότι φρονοῦμεν, ἐπικαλούμενοι τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2239λαοῦ καὶ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς,—ἂν τοιαῦται ἤθελον πα-
2240ρουσιασθῆ—ὅτι ἀπατῶμεν αὐτὸν, ἢ ὅτι πλανᾶται ὁ λαός, μὴ
2241πιστεύων, ὅτι ἡμεῖς μόνον περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων
2242ἐνδιαφερόμεθα, καὶ οὐχὶ διὰ τὰ πολιτικά μας συμφέροντα.
2243Δὲν ἀπατᾶται ὁ Ἑλληνικὸς λαός· διότι γινώσκει κάλλιστα,
2244ὅτι προτάσσομεν τὰ προσωπικά μας συμφέροντα, ὁσάκις τοι-
2245αῦτα μᾶς παρουσιάζωνται,—ἐὰν βεβαίως δὲν ὑπάρχῃ κίν-
2246δυνος μέγιστος εἰς τὴν πατρίδα—καὶ κατόπιν ἔρχονται τὰ
2247γενικώτερα συμφέροντα. Διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ νομο-
2248σχεδίων, περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν τοιούτων καὶ ἐπι-
2249ψηφίσεως αὐτῶν, πρέπει καὶ νὰ ἀναλογιζώμεθα, ὅτι εἶναι
2250ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2251ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν: Ἐπιτρέπει ἆρά γε τὴν
2252ἐπιψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας
2253κατάστασις; (ψιθυρισμοὶ ἐξ ἀριστερῶν). Ἐὰν αὕτη ἐπιτρέπῃ
2254τοῦτο, βεβαίως τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος τῶν κυρίων
2255Βουλευτῶν, κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαια τῆς
2256ἰδιαιτέρας του ἐπαρχίας, ἡ ὁποία τὸν ἀπέστειλεν ἐδῶ, ἵνα
2257τὴν ἀντιπροσωπεύσῃ, καὶ μετὰ τοῦτο τὰ γενικώτερα συμ-
2258φέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, λέγετε: «Πρὸς
2259Θεοῦ! ἔχομεν δέκα ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα· θὰ περιέλθω-
2260μεν καὶ πάλιν εἰς νέαν χρεωκοπίαν, καὶ θὰ ὑποδουλωθῶ-
2261μεν ὑπὸ ξένον ζυγὸν ὁλοσχερῶς», πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπι-
2262μείνωμεν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων τοιούτων, τὰ ὁποῖα
2263θέλουσιν ἐπιβαρύνει μὲ 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως
2264τὸν Προϋπολογισμόν; Ἀνάγκη λοιπὸν πρωτίστως νὰ ἐξετά-
2265σωμεν, ἂν ἐπιτρέπουσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας τὴν τοιαύ-
2266την ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ τότε νὰ ἐπανέλθωμεν
2267εἰς τὰ νομοσχέδια. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς κανένα νὰ ἀμφι-
2268βάλλῃ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ μετὰ
2269τὸν Προϋπολογισμὸν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν
2270ἀναγκαίων νομοσχεδίων· διότι καὶ ἡμεῖς, οἱ παρακαθήμενοι
2271ἐδῶ, ἔχομεν πατριωτισμόν τινα, ἂν ὄχι ὅσον ὑμεῖς, καὶ ἐνδια-
2272φερόμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ διὰ τὰ
2273τῶν ἐκλογέων μας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῶν
2274ἐκλογέων, Κύριοι· πρόκειται νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ θέμα-
2275τος ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον φανταζόμεθα πάντες, ὅτι μετὰ τὸν
2276πόλεμον δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια, καμμία φροντίς. Καὶ
2277πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ
2278τι καλὸν καὶ ἀγαθὸν εἰς τὸν τόπον, ὅταν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν
2279παρουσιάζηται καὶ ζητῇ ἰδιαίτερα διὰ τὴν ἐπαρχίαν του
2280συμφέροντα καὶ ἰδιαίτερα προσωπικὰ συμφέροντα; (Ἐπιφω-
2281νήματα εἰρωνικὰ ἐξ ἀριστερῶν).
2282Παρακαλῶ. Τὸν πατριωτισμόν σας τὸν γνωρίζω, καὶ μὴ
2283ἀνησυχεῖτε. Γνωρίζω δὲ καὶ σήμερον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς
2284ὁποίους τινὲς δυσηρεστήθησαν, καὶ ἐχόλιασαν π. χ. διὰ φύλα-
2285κα ταχυδρομικόν... (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
2286§91Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!
2287§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σᾶς τὸ βεβαιῶ.
2288§93Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νὰ ὀνομάσῃ ὁ κύριος συνάδελφος, ποῖον
2289ἐννοεῖ.
2290§94Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρέπει νὰ τὸν ὀνομάσητε.
2291§95ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ὀνομάσητε, νὰ
2292ὀνομάσητε.
2293§96Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Περιμένετε νὰ ἔλθῃ ὁ παρακα-
2294θήμενός μοι, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸ ἤκουσα, ἵνα σᾶς τὸ εἴπῃ. Δὲν
2295εἶναι ἐδῶ τώρα.
2296Οὐδένα τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλω νὰ κατακρίνω, πῶς
2297σκέπτεται, εἴτε διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα, εἴτε διὰ τὰ ἰδιαί-
2298τερα· ἡ ἀλήθεια ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ λέγηται. Διὰ τοῦτο,
2299προκειμένου μετ’ ὀλίγον νὰ δώσω ψῆφον, δικαιολογῶν αὐτὴν
2300ἀπὸ τοῦδε, δηλῶ, ὅτι εἶμαι τῆς γνώμης νὰ προταχθῇ ὁ Προ-
2301ϋπολογισμός.
2302§97Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταί,
2303νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς δημοκοπικοὺς λόγους ἐκείνων, οἵτινες
2304κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, σκεπασθέντες ὑπὸ τὴν ση-
2305μαίαν τοῦ μεγάλου μεταστάντος, ὃν νῦν ὑβρίζουσιν, ἵνα σω-
2306θῶσιν ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ λαοῦ κατ’ αὐτῶν, ὑποστηριξάντων
2307τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις ἤγαγε τὸν ἐχθρὸν εἰς τὰ Φάρ-
2308σαλα, πειρῶνται καὶ αὖθις νὰ δημοκοπήσωσιν. Αὐτοὶ, οἱ
2309ὑποστηρίξαντες τοιαύτην ὀλεθρίαν διὰ τὸ ἔθνος πολιτικὴν,
2310εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ἔρχονται νὰ κλαύσωσι διὰ τὴν
2311Πελοπόννησον! Πονοῦσι περισσότερον ἡμῶν τὴν Πελοπόν-
2312νησον αὐτοί; Δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς καὶ οἱ λοιποὶ ἀντι-
2313πρόσωποι τῆς Πελοποννήσου οὔτε κἂν διὰ τοὺς παθόντας ἐκ
2314τοῦ περονοσπόρου συμπολίτας μας; Αὐτοὶ μόνον κατέχουσι
2315τὸ μονοπώλιον τοῦ ἐνδιαφέροντος; Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς
2316τοῦτο· ὅτι ἡμεῖς δὲν συνηθίσαμεν, καταχρώμενοι τοῦ βήμα-
2317τος τούτου, νὰ ἐρχώμεθα νὰ ἐκφωνῶμεν λόγους ἐμπλέους
2318δημοκοπίας, οἵτινες δημοσιευόμενοι νὰ προσπορίζωσιν ἡμῖν
2319ψήφους. Ἡμεῖς καθῆκον θεωροῦμεν, πραγματικῶς καὶ πρα-
2320κτικῶς νὰ ἐργαζώμεθα ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἀθορύβως, ἄνευ ῥε-
2321κλάμας. Ἐνδιαφέρον εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν παθόντων
2322ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἀμπελοκτημόνων, καὶ ἀπετάθημεν πρὸς
2323τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὃν εὕρομεν ἕτοιμον νὰ
2324ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν παθόντων ἀμ-
2325πελοκτημόνων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Τὸ νομοσχέδιον
2326ὑπεβλήθη, καὶ θὰ ψηφισθῇ, θὰ γείνῃ νόμος. Δὲν ἦτο ἀνάγκη
2327νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ φωνάζωμεν περὶ πράγματος ἐπι-
2328τευχθέντος, ἀπασχολοῦντες τὴν Βουλὴν μὲ λόγους κενούς.
2329Ταῦτα ἐνόμισα πρέπον νὰ δηλώσω, διότι φράσεις τινὲς
2330τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἦσαν ὑπαινιγμοὶ κατὰ τῶν Βου-
2331λευτῶν τῆς Πελοποννήσου...
2332§98Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τῶν Πατρῶν.
2333§99Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Λέγετε τοὐ-
2334λάχιστον «τῶν Πατρῶν», ἀφοῦ ἐκλεγόμεθα κατ’ ἐπαρχίας,
2335καὶ μὴ χωρίζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς Στερεὰν καὶ εἰς Πελο-
2336πόννησον.
2337§100Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος,
2338πλὴν ἤδη περὶ Πελοποννήσου πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο ὁμι-
2339λῶ περὶ Πελοποννήσου.
2340Ἡμεῖς ἐξελέγημεν ὑπὸ πρόγραμμα γνωστὸν, καὶ οἱ ἡμέ-
2341τεροι ἐκλογεῖς ἔδωκαν ἡμῖν τὴν ἐντολὴν, ἵνα, ἐνταῦθα ἐρ-
2342χόμενοι, ταχθῶμεν παρὰ τὸ πλευρὸν ἐκείνων, εἰς οὓς ἔλαχεν
2343ὁ κλῆρος νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως ἀνεγείρωσι τὸ οἰκοδόμημα,
2344τὸ ὁποῖον οἱ εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστε-
2345ρὰν) καθήμενοι ἠρείπωσαν (θόρυβος)... Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν
2346συνείδησίν μας ἥσυχον, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας,
2347καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι οἱ εἰς τὴν πλευρὰν ταύτην (δει-
2348κνύει τὴν δεξιὰν) καθήμενοι θέλουσιν ἐξακολουθήσει ἐργαζό-
2349μενοι ὑπὲρ τῆς χώρας, θέλομεν δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης
2350πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα
2351καὶ ἐρωτηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἡ ἀπάντησίς του θέλει εἶσθαι
2352κύρωσις τῆς ἡμετέρας πορείας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ μαῦρα,
2353δι’ ὧν μᾶς ἠπείλησεν ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος, δὲν τὰ φο-
2354βούμεθα, ἔχοντες ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ
2355λαὸς δὲν θέλει τείνει πλέον εὐήκοον οὖς πρὸς τὴν δημοκο-
2356πίαν, δημοκοπίαν, ἥτις κατέστρεψε τὸν τόπον.
2357§101Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπαντή-
2358σω δι’ ὀλίγων εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος
2359ὁμιλῶν εἶπε: «Τί τὰ θέλετε τὰ λόγια; Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶ-
2360ναι ζήτημα ψήφου». Εἰς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ συμ-
2361φωνήσω μετ’ αὐτοῦ...
2362§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο.
2363§103Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς προτάξεως τοῦ Προ-
2364ϋπολογισμοῦ, ἢ μὴ, εἴπετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ψηφο-
2365φορίας. Δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ
2366εἶναι ἁπλῶς ζήτημα ψηφοφορίας. Ἡμεῖς δὲν προτιθέμεθα νὰ
2367θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ζητοῦμεν μόνον νὰ ὑποστη-
2368ρίξωμεν ἐκεῖνο, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλοῦ φωνάζομεν· ὅτι
2369πρέπει δηλαδὴ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τῶν
2370ὁποίων σκοπὸς εἶναι ἡ προάσπισις ἐπαρχιῶν, αἵτινες εὑρί-
2371σκονται εἰς τὰς γνωστὰς δυσχερείας.
2372Ἐπίσης δὲν συμφωνῶ, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2373γὸς, λέγων, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον τὸν Προϋπο-
2374λογισμὸν, καὶ κατόπιν, ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογι-
2375σμὸς δύναται νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν τὰ μέσα, τότε νὰ προβῶ-
2376μεν εἰς τὰς παροχὰς, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται. Ἐγὼ νομίζω τὸ
2377ἐναντίον· τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν εἶναι νομοσχέδια ἐκ τῶν
2378κοινῶν· δύναταί τις μάλιστα νὰ χαρακτηρίσῃ ταῦτα ὡς νο-
2379μοσχέδια δημοσίας ἀνάγκης, ὑπερόχου βίας, ὡς νομοσχέδια
2380σκοποῦντα νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν ἄρτον τῶν ἐπαρχιῶν ἐκεί-
2381νων. Αἱ παροχαὶ, αἱ διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ζητούμε-
2382ναι, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ψη-
2383φισθῶσι. Προτιμότερον λοιπὸν καὶ τὸ μόνον ὀρθὸν εἶναι, νὰ
2384ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα πρῶτον, καὶ κατόπιν νὰ
2385ἐρευνηθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν, ἐὰν πει-
2386σθῶμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός μας δὲν ἔχει περίσσευμα το-
2387σοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ ἀναγράψωμεν καὶ τὰς δα-
2388πάνας τὰς τακτικὰς καὶ τὰς δαπάνας τὰς ὑπὸ τῶν νομο-
2389σχεδίων τούτων ἀπαιτουμένας, νὰ ζητήσωμεν, τίνας δαπάνας
2390τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ περικόψωμεν, ἵνα χω-
2391ρέσωσιν ἐν αὐτῷ αἱ δαπάναι τῶν ἀναγκαίων τούτων νομο-
2392σχεδίων, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ μείνῃ οὕτως ἰσοσκελής.
2393Διότι, ἂν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὶν, εἶτα δὲ τὰ νομο-
2394σχέδια περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ
2395περὶ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοπον-
2396νήσου, τότε δὲν δυνάμεθα πλέον τίποτε νὰ περικόψωμεν.
2397Τούτου ἕνεκα νομίζω καὶ ἐνόμιζον πάντοτε, καὶ ἔλαβον τὸν
2398λόγον, ζητῶν νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα
2399γνωρίζετε, ὅτι ἄνευ ἀντιρρήσεως θὰ ἐψηφίζοντο, κατόπιν δὲ
2400νὰ ἐρευνηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ τότε ἡ Βουλὴ νὰ σκε-
2401φθῇ, πόθεν θὰ περιέκοπτε δαπάνας.
2402Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ λόγῳ του ἀνέφερε
2403καί τι ἄλλο· ὅτι, ἐὰν διὰ κωλυσιεργιῶν παρακωλυθῶσιν αἱ
2404ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, θέλει καταστῆ ἀναγκαία ἡ διάλυσις
2405αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἐκωλυσιεργήσαμεν ποτέ·
2406ἡμεῖς παρεμείναμεν καὶ κατὰ τὴν Αʹ καὶ κατὰ τὴν Βʹ καὶ
2407κατὰ ταύτην τὴν Σύνοδον μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ πολὺ
2408πέραν αὐτοῦ, συμβοηθοῦντες εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν
2409τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
2410βεβαίως πολὺ ἐκόστισεν εἰς ἡμᾶς, ὑπὸ ἔποψιν κόπων καὶ ὑπὸ
2411ἔποψιν ὑγείας, δὲν ἠδυνήθη νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, αὐτὸ δὲν
2412ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία
2413εἰσήγαγε καὶ ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκεί-
2414νων. Ἡμεῖς, πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκόν μας, παρεμείναμεν ἐνταῦ-
2415θα καὶ ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ἵνα θέση εἰς
2416ἐνέργειαν τὸ πρόγραμμά της, ὡς τὸ ἀντιλαμβάνεται αὕτη.
2417Ὡς προεῖπον, τὸ πρόγραμμα τοῦτο δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν
2418ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιβαρύνει ἡμᾶς.
2419Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καί τι ἄλλο· ὅτι
2420ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὖσα κατατετμημένη καὶ διῃρημένη, δὲν
2421δύναται νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν· ἐὰν δὲ ἡ διάλυσις τῆς Βου-
2422λῆς ἤθελε γείνῃ ἀναγκαία, τότε βεβαίως θέλει προτιμηθῆ ἡ
2423Κυβέρνησις αὕτη, ὅπως λάβῃ αὐτήν.
2424§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
2425§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
2426§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὑπαινιγμὸν ἔκαμε.
2427§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόει, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευ-
2428σις, οὖσα κατατετμημένη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ Κυ-
2429βέρνησιν, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ νῦν Κυ-
2430βέρνησις· ἀλλ’ ἐν τοῖς λόγοις τούτοις ὑπεμφαίνεται, ὅτι ἐξ
2431ἀνάγκης θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν διάλυσιν.
2432§108Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ τοιουτοτρόπως ἀντελήφθην, ὅτι, ἐὰν
2433διὰ κωλυσιεργιῶν φθάσωμεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς,
2434τί δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἀπὸ Ἀντιπολίτευσιν κατατε-
2435τμημένην; Δυστυχῶς δὲν ἤκουον εὐκρινῶς.
2436§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι,
2437ἐὰν συνεπείᾳ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρα-
2438λύσῃ ἡ πτέρυξ αὕτη, ἐὰν δηλαδὴ δὲν δυνηθῇ, καίτοι ἔχουσα
2439τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ἐργασθῇ, ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις
2440εἶναι κατατετμημένη, ἐνοῦται δὲ μόνον πρὸς ἐπίθεσιν, ἀλλὰ
2441δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, μοιραίως θέλο-
2442μεν καταλήξει εἰς τὴν διάλυσιν. Αὐτὸ εἶπον, ἀλλ’ οὐδέποτε
2443εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν διάλυσιν. Δὲν εἶπον
2444τοῦτο, διότι οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ προεξοφλήσω τὴν ἀπό-
2445φασιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος.
2446§110Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· αὐταῖς λέξεσιν;
2447αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2448§111Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει· δηλαδή, ἐὰν ἡ
2449διάλυσις τῆς Βουλῆς ἤθελε καταστῆ ἀναγκαία. Ἡμεῖς ἤλθο-
2450μεν ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιτελέσωμεν καθῆκον, καὶ οὐχὶ ἵνα ἁπλῶς
2451συνδράμωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Τούτου
2452ἕνεκα θεωροῦμεν ἀνωτάτην καὶ πρωτίστην ἡμῶν ὑποχρέω-
2453σιν, νὰ προτείνωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ὅλα, ὅσα νομίζομεν
2454συμφέροντα τῇ χώρᾳ· ἐὰν δὲ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόν-
2455των ἡμῶν ἤθελε προκύψει ἡ περίπτωσις, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ
2456μὴ δύναται νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶ-
2457ναι ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς. Ἂς ἐπανέλθῃ τότε ἡ ἐξουσία ἐκεῖ,
2458ὅθεν ἀπέρρευσεν, ὁ δὲ λαὸς ἂς ἐκλέξῃ ὅντινα θέλει, ὅπως
2459ἐμπιστευθῇ αὐτῷ τὴν τύχην του.
2460§112Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ.
2461Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρχετο καὶ μᾶς ἔλεγεν: «ἐπι-
2462θυμῶ νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ὁ Προϋπολογισμός, διότι δὲν εἶναι
2463βέβαιον, ἐὰν μετὰ τὰς ἑορτὰς θὰ σταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξακο-
2464λουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς», τότε θὰ ἐνόουν τὸ
2465ἐπιχείρημά του. Ὅταν ὅμως ἔρχηται καὶ μᾶς λέγῃ: «δὲν
2466ἐννοῶ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, διότι θέλω νὰ μάθω
2467πρῶτον ἐκ τῆς βασάνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τὰ οἰκο-
2468νομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀνταποκριθῶσι
2469πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προτεινομένων νομο-
2470θετικῶν μέτρων», τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν
2471λέγει τι ἄξιον οὔτε τῆς προσωπικῆς του σοβαρότητος, οὔτε
2472καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἡγεῖται.
2473Καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω τοῦτο, δὲν ἔχω ἢ νὰ μνημονεύσω τι-
2474νῶν ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις,
2475ἵνα ἴδητε, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ταῦτα ἔχουσι μὲ τὸν Προϋ-
2476πολογισμόν. Εἰσήχθη νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ
2477νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, σκοπὸς τοῦ ὁποίου εἶναι
2478νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτῆς νὰ ἀγοράσῃ θειϊκὸν
2479χαλκόν, τὸν ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δώσῃ εἰς τοὺς
2480σταφιδοκτήμονας, ἵνα οὗτοι δι’ αὐτοῦ ῥαντίσωσι τὰς σταφι-
2481δαμπέλους αὐτῶν, καὶ οὕτως ἀποφύγωσι νέαν καταστροφήν.
2482Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ εἶναι λίαν κατεπείγουσα,
2483διότι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ εἰσ-
2484ήγετο τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ὅτι θὰ ἐψηφίζετο, προεκή-
2485ρυξε δημοπρασίαν. Προσῆλθον μειοδόται, ὑπέβαλον προσφο-
2486ρὰς, καὶ ὅμως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἔγκρισιν
2487καὶ ἀγοράσῃ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, τοῦ ὁποίου τοσαύτην ἔχει
2488ἀνάγκην. Περὶ τούτου λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἐρωτῶ, ἔχει
2489καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν; Ἔχομεν ἄλλο
2490νομοσχέδιον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως.
2491Στενάζουσιν οἱ πολῖται σήμερον, διότι διὰ τὴν ἐλαχίστην
2492παράβασιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑφίσταν-
2493ται ὑπερορίαν, ἐκτοπίσεις, ἐξορίαν πλήρη, ἡ δὲ Κυβέρνησις,
2494συνειδυῖα τὸ ἄτοπον, τὸ ἀπορρέον ἐκ τοῦ νόμου, εἰσήγαγε νο-
2495μοσχέδιον, τροποποιοῦν τινας διατάξεις, ἵνα περισώσῃ καὶ
2496περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ
2497καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μένει ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμε-
2498ρησίᾳ διατάξει, καὶ δὲν συνεζητήθη. Σᾶς ἐρωτῶ: προκειμέ-
2499νου νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἐὰν τὰ
2500οἰκονομικὰ τοῦ τόπου εὑρίσκονται εἰς καλὴν ἢ κακὴν κατά-
2501στασιν; Ἕτερον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις ἐπι-
2502βάλλεται, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατά-
2503ξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ
2504ἐπιψήφισις ἐθεωρήθη ἀναγκαιοτάτη· εἶχε μάλιστα γείνῃ ἔναρ-
2505ξις ψηφίσεως εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διότι τὸ νομο-
2506σχέδιον αὐτὸ σκοπεῖ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ περιφρούρησιν τῆς
2507ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα γεν-
2508νῶνται ἕνεκα τῶν ἀπεριορίστων ὁρίων τῆς διακριτικῆς ἐξου-
2509σίας τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἀνακριτῶν. Ἔχει σχέσιν τὸ νομο-
2510σχέδιον τοῦτο πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κρά-
2511τους; Καὶ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος
2512ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ποίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ οἰκονο-
2513μικὰ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ περιμείνωμεν τὴν
2514ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ σκε-
2515φθῶμεν περὶ περιφρουρήσεως τόσων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων,
2516αἵτινες χάνονται εἰς τὰς φοβερὰς κατακόμβας τῶν μεταλ-
2517λείων; Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κύριος
2518Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ περὶ μονιμότητος
2519τῶν ἀνακριτῶν, σπουδαιότατον διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δι-
2520καιοσύνης, καὶ ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται
2521νὰ μείνῃ. Ἐρωτῶ, ἔχει σχέσιν μὲ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὸ νομο-
2522σχέδιον αὐτό;
2523Ἀλλ’ ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἑνὸς καὶ
2524μόνου νομοσχεδίου, τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διὰ
2525τὸ ἔτος 1900 τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὧν ἡ πρόσοδος κατε-
2526στράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἂς ἴδωμεν, ἂν καὶ αὐτὸ, τὸ
2527ὁποῖον ἔχει ἀληθῶς σχέσιν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, εἶναι ἀνάγκη
2528νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Τὴν ἱστορίαν τῆς εἰσ-
2529αγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου πάντες γνωρίζετε. Ἐζή-
2530τησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμόνως νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως
2531ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου οἱ μὴ συγκομίσαντες οἶνον ἕνεκα
2532τοῦ περονοσπόρου· ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγ-
2533κην, καὶ εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον. Τώρα, εἴτε ἀποδειχθῇ
2534διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι καλῶς ἔχουσι
2535τὰ οἰκονομικὰ, εἴτε ἀποδειχθῇ, ὅτι κακῶς ἔχουσι, πάντως
2536πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἡ Ἀντιπολί-
2537τευσις θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισίν του· οὐδένα δὲ λόγον θὰ
2538ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ, ἀφοῦ ἤδη τὸ εἰσήγα-
2539γεν ἐν ἐπιγνώσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου.
2540Ὅταν λοιπὸν περὶ τοιούτων πρόκηται νομοσχεδίων, ἐπι-
2541τρέπεται νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι εἶναι κώλυμα πρὸς τὴν ἐπι-
2542ψήφισιν αὐτῶν ἡ ἔλλειψις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολο-
2543γισμοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀγνοοῦμεν ἔτι τὴν κατάστασιν
2544τὴν οἰκονομικήν; Καὶ ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ ταῦτα ὁ ἀξιό-
2545τιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; «Ἀλλὰ τί σημαίνει», λέ-
2546γει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «ἐὰν εἶναι πολὺ σπουδαῖα τὰ νομο-
2547σχέδια αὐτά; Μήπως καὶ αὐτὰ δὲν θὰ ψηφισθῶσι μετὰ τὴν
2548ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;» Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν
2549θὰ ψηφισθῶσιν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐρ-
2550γασίαι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐδῶ εἶ-
2551ναι ὁ κόμβος τοῦ ζητήματος. Δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι
2552μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξακολουθήσωσιν
2553αἱ ἐργασίαι;
2554§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βέβαια, βέβαια.
2555§114Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ἕκαστος τὸ λέ-
2556γει διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἐν πεποιθήσει, ἀλλὰ κατόπιν θὰ
2557ἔλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ, χάριν τῶν ἑορτῶν, καὶ νὰ
2558μείνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Διατὶ δὲν θέλετε νὰ προτα-
2559χθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν Προϋ-
2560πολογισμόν; Εἶναι ζήτημα πείσματος, εἶναι ζήτημα φιλο-
2561τιμίας. Τὸ ἀληθὲς λοιπὸν εἶναι, ὅτι δὲν μᾶς κωλύει ὁ Προ-
2562ϋπολογισμὸς εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Τὸ ζήτημα
2563εἶναι φανερόν· ἡ Κυβέρνησις, βλέπουσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνα-
2564τὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι, ἐπισπεύδει τὴν λῆξιν,
2565ἵνα μᾶς καλέσῃ ἔπειτα τὸν ἐρχόμενον Νοέμβριον.
2566Καὶ ἐλησμόνησα νὰ ἀναφέρω τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτε-
2567λέσεως», οὐσιωδέστατον καὶ ὠφελιμώτατον. Καὶ ἐν τούτοις
2568δὲν θὰ ψηφισθῇ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἔχουσα τὴν πεποίθη-
2569σιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι
2570δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, εὑρίσκεται ἐν τῷ δι-
2571καίῳ, ἐπιμένουσα εἰς τὴν πρόταξιν αὐτῶν.
2572§115ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ταύτην τὴν ἑσπέ-
2573ραν δὲν ἐζήτησεν ἀκριβῶς νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προ-
2574τάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρόταξις τοῦ Προϋπολο-
2575γισμοῦ ὑπῆρξε πρόσχημα· τὸ ἀκριβὲς δὲ εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρ-
2576νησις ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις πρὸς τὴν
2577Βουλὴν, αἵτινες πάντως ἔμελλον νὰ ἔχωσιν ὡς παρακο-
2578λούθημα τὴν πρότασιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης.
2579Ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην, διότι εὑρέθη ἐνώπιον ἀπροόπτου
2580ἀποκαλύψεως.
2581Τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ προταχθῇ ἡ
2582συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέχρι τινὸς ἐνόουν, διότι
2583βεβαίως καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι, εὐθὺς ὡς συγκα-
2584λεῖται ἡ Βουλή, νὰ ἐπιδιώκωσι μετὰ πάσης ἐπιμονῆς τὴν
2585ἔρευναν, τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογι-
2586σμοῦ· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος τούτου αἱ Κυ-
2587βερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ἦναι Προμηθεῖς, ἔχουσαι τὴν ὑπο-
2588χρέωσιν νὰ ἐπισκοπῶσι τὰ πράγματα καὶ τὸν ὑπολειπόμενον
2589καιρόν, καὶ τότε μόνον νὰ ἐπιμένωσιν εἰς συντέλεσιν τόσον
2590σπουδαίας ἐργασίας, ὅτε τὰ πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἐρ-
2591γασία αὕτη εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ διεξαχθῇ καὶ πε-
2592ρατωθῇ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν, ὡς ὤφει-
2593λε, νὰ ἔχῃ ἐγκαίρως ἐψηφισμένον τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν
2594ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν 1 Νοεμβρίου, ὅπως τὴν παραμονὴν
2595τῶν Χριστουγέννων καλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν Προ-
2596ϋπολογισμόν. Ἂν ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὸν Προϋ-
2597πολογισμόν, ὤφειλε νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν τὸν Ὀκτώβριον,
2598καὶ ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ ἔχῃ
2599εὔλογον τὴν ἀξίωσιν τῆς μελέτης αὐτοῦ ἐντὸς τῶν τριῶν
2600μηνῶν καὶ τῆς ψηφίσεως πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου. Ὡς ὅμως ἐκά-
2601λεσεν ἡμᾶς, ἀνέτοιμος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ μάλιστα
2602κατώρθωσε μόλις τὴν 11 Νοεμβρίου νὰ καταθέσῃ τὸν Προϋ-
2603πολογισμόν, οὐδὲν ἔχουσα ἕτοιμον τῶν παρακολούθων νομο-
2604σχεδίων, οὐδὲ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν, προσκομί-
2605σασα, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν,
2606οὐδὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως ὑπέβαλε
2607τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τοῦ νέου ἔτους.
2608Ἡ Κυβέρνησις τὴν ἑσπέραν ταύτην εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγ-
2609κην νὰ προκαλέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Δὲν πρόκειται νὰ
2610λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν θὰ προταχθῇ ἢ ὄχι ὁ Προϋπολογι-
2611σμός, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη. Χθὲς εἰσήλθομεν εἰς τὴν
2612συζήτησιν, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζωηρῶς
2613ἐδήλωσεν, ὅτι θέλομεν περατώσει τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπο-
2614λογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸ πάντων πρέπει
2615νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ τύποι — διότι πάντοτε, ὡς βλέπομεν, περὶ
2616τύπων πρόκειται, ὅταν πρόκηται περὶ Συντάγματος, — τῆς
2617ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς
2618τὴν συζήτησιν, καὶ ἀδιάφορον, ἂν δὲν περατωθῇ. Ὁ κ. Πρω-
2619θυπουργὸς ἐζήτησε, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν συζητή-
2620σεων, καὶ τὴν ψήφισιν καί τινων νομοσχεδίων, ἀναγκαίων
2621ἵνα ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ νέου ἔτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2622γός, τοῦτο ἐπιδιώκων, δὲν ἤθελε βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω,
2623φθάσει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς
2624Βουλῆς, ἂν δὲν συνέβαινον, ὅσα συνέβησαν τὴν ἑσπέραν ταύ-
2625την. Εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2626γεννᾷ ζητήματα, ἅτινα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολήξωσι μοι-
2627ραίως εἰς πρόκλησιν τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ. Ἔχω τὴν πεποί-
2628θησιν, ὅτι, ταῦτα λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἐσκόπει,
2629ὡς καὶ αὐτὸς ἐβεβαίωσε, νὰ πτοήσῃ τινά· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
2630ἦτο ἀτυχὴς καὶ ἡ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ, ἂν ἀληθεύῃ, ὑπό-
2631μνησις τῶν μελλόντων ἐπακολουθημάτων τῆς συρράξεως Συμ-
2632πολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως· διότι ὁμοιάζει ἡ τοιαύτη
2633ὑπόμνησις τὴν ὑπόμνησιν τῶν δικηγόρων πρὸς τοὺς ἐνόρκους
2634περὶ ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Ἡ ὑπόμνησις αὕτη δὲν
2635ἔχει ἀξίαν, καὶ ἀπαγορεύεται νὰ γίνεται, ὡς γίνεται. Ἀπα-
2636γορεύεται νὰ γίνεται ἡ ὑπόμνησις τῶν ἐπακολούθων τῶν
2637πράξεων, τῶν ἐπιβεβλημένων ὑπὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθή-
2638κοντος. Ἄν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος αὐτῆς ἡ Ἀντι-
2639πολίτευσις ἴδῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις πρὸς τὴν
2640Κυβέρνησιν, ἥτις πάντως θέλει ἀπολήξει εἰς τὴν διάλυσιν,
2641μήπως νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελέσῃ αὐτό; Καὶ εἶναι δυ-
2642νατὸν νὰ φαντασθῇ τις Βουλευτὰς ὀρρωδοῦντας πρὸ τοιού-
2643των ἐπακολούθων, ὅτε εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν κα-
2644θηκόντων; Ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, ὡς καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀνω-
2645τάτου ἄρχοντος, εἶναι γνῶμαι, ἃς μόνος ὁ λαὸς καὶ ὁ ἀνώτα-
2646τος ἄρχων ἐν ἑαυτοῖς κατέχουσιν· οὐδεὶς προγιγνώσκει τι
2647περὶ αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸ ἀμέτρητον
2648βάθος, ἐν ᾧ αἱ γνῶμαι αὗται ἐγκλείονται· παρέχουσι δὲ,
2649συχνότερον ἢ ὅσον πιστεύεται, ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκεί-
2650νου, ὅπερ προσδοκῶσιν οἱ ἐπικαλούμενοι αὐτάς.
2651Ἐν τούτοις ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερ-
2652νήσεως ὑπάρχει· καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἔθεσεν ἀπ’ εὐθείας τὸ
2653ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐστήριξεν αὐτὸ ἐπὶ τῆς προτά-
2654σεως, ὅπως προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, προτάσεως, ἥτις
2655δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι ἤδη προετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς,
2656προτάσεως, ἥτις δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι ὁ κύριος Πρωθυπουρ-
2657γὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς αὐτὴν, ἀφοῦ δὲν
2658ὑπάρχει ὁ προσήκων χρόνος, δηλώσας, ὅτι μετὰ τὴν 12ην τῆς
2659νυκτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἐπιληφθῶσι μακρῶν
2660ἀγορεύσεων οἱ Βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Γινώσκει
2661ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 19ην
2662τοῦ μηνὸς, καὶ ὅτι τὰ Χριστούγεννα δὲν μετέβαλον θέσιν.
2663Πάντως λοιπὸν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς
2664ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ θέλομεν ψηφίσει, οὐχὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν
2665τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ θέλον-
2666τες νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νομίμων, οὐχὶ διότι
2667δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν,—
2668διότι εἰσήλθομεν — ἀλλὰ θέλομεν ψηφίσει, κατὰ τῆς Κυβερ-
2669νήσεως, θέλομεν δώσει μέλαιναν ψῆφον κατ’ αὐτῆς, διότι ἡ
2670ὅλη πολιτεία αὐτῆς ἀπὸ διετίας εὑρίσκεται πρὸς τὰς γνώ-
2671μας ἡμῶν εἰς ἀντίθεσιν τοιαύτην, ὥστε εἶναι ἀπίθανον, ὅτι
2672ταύτην τὴν ὥραν, ὅτε ἤρχισε νὰ καταρρέῃ τὸ κυβερνητικὸν
2673οἰκοδόμημα, ἡμεῖς θέλομεν δώσει ψῆφον ἀλλοίαν ἐκείνης, ἣν
2674σταθερῶς μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε παρ’ ἡμῶν.
2675§116Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2676§117ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη μαρτυρεῖ, ὅτι
2677οἱ γενεσιουργοὶ τῶν κομμάτων λόγοι καὶ οἱ λόγοι τῆς συνο-
2678χῆς αὐτῶν, ὅπως ταῦτα σήμερον μορφοῦνται καὶ λειτουρ-
2679γοῦσι παρ’ ἡμῖν, εἶναι καὶ αἰτία τῆς ἀποσυνθέσεως καὶ τῆς
2680ταχείας καταπτώσεως αὐτῶν. Ἐὰν βλέπωμεν τὰ συμπτώ-
2681ματα, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνησαν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς παρούσης
2682Συνόδου, ἐπιτεινόμενα, καὶ ἂν ἕνεκα τούτου δυσφορῇ ἡ Κυ-
2683βέρνησις, πρέπει νὰ αἰτιᾶται ἑαυτὴν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ δη-
2684μιουργὸς τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ ἀποσύνθεσις ἀρξα-
2685μένη θὰ βαδίσῃ γοργῷ βήματι, καὶ πρέπει νὰ μὴ ἀμφιβάλ-
2686λωσιν, ὅτι ὄχι μετὰ μακρὸν χρόνον ἡ πλειονοψηφία θὰ μετα-
2687βληθῇ εἰς μειονοψηφίαν. Ἐὰν ἐφήρμοζεν ἄλλας ἀρχὰς κομ-
2688ματικῆς συντάξεως καὶ συνοχῆς, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνῆλθεν εἰς
2689τὴν Κυβέρνησιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
2690τουλάχιστον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὴ εἴπῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου
2691εἶπε, καὶ τὰ ὁποῖα αἰσθανόμεθα πληρέστατα, ὅτι δηλαδὴ
2692ἐκ τῆς θέσεώς του, ὡς Πρωθυπουργοῦ, οὐδεμίαν ἠσθάνθη εὐ-
2693χαρίστησιν μέχρι τοῦδε. Τοιοῦτον σύστημα καὶ οὕτω λει-
2694τουργοῦνται κόμματα πικρίας γεννῶσι καὶ εἰς τὰ μέλη καὶ
2695εἰς τοὺς διευθύνοντας καὶ εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, καὶ ἰδίως
2696εἰς τὸν τόπον. Κακὴν ἔδωκαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ἐπωνυ-
2697μίαν ἀνεξαρτήτου Βουλευτοῦ οἱ εἰπόντες, ὅτι ἀνεξάρτητοι
2698Βουλευταί εἰσιν οἱ μεμονωμένως βουλευόμενοι καὶ ἐλεύθεροι
2699πάσης κομματικῆς συνδέσεως μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν. Ἂν
2700οὕτως ἐννοοῦσι τοὺς ἀνεξαρτήτους Βουλευτάς, τότε ὀρθῶς
2701εἶπον ὅσα ἤκουσα, ὅτι ἐρρήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ,—διότι δὲν
2702ἤμην παρών—ὅτι τουτέστι τοιαύτη Βουλευτῶν πορεία εἶ-
2703ναι ἀποσυνθετικὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Λέ-
2704γοντες ἀνεξαρτήτους Βουλευτὰς ἐκείνους, ὅσοι ἐν ἀρχῇ τῆς
2705Συνόδου ἐζητήσαμεν νὰ συνταχθῶμεν εἰς κόμμα ὑπὸ τοιαύ-
2706την ἔννοιαν, παρεξηγοῦσι καὶ διαβάλλουσιν αὐτούς· διότι
2707ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ποσῶς κατὰ νοῦν νὰ πολιτευώμεθα μεμονω-
2708μένως καὶ ὡς μονάδες ἐργαζόμενοι ἐν τῇ Βουλῇ· ἡμεῖς ἐννοοῦμεν
2709κόμμα, οὗτινος τὰ μέλη, ἤτοι οἱ Βουλευταί, νὰ ὦσιν ἀνεξάρ-
2710τητοι μὲν ἀπὸ τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν καὶ πιέσεων, συν-
2711δεδεμένοι ὅμως πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἀποτελοῦντες κόμμα, ἐπὶ
2712τῇ βάσει ἀρχῶν, τῶν ὁποίων καὶ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν θὰ
2713ἐπεδίωκον, καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ μόνον τῶν ὁποίων θὰ
2714ἐξηρτᾶτο ἡ συνοχή, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῶν κυβερνητικῶν πα-
2715ροχῶν. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἠκολούθησε τὸ ἀντίθετον σύ-
2716στημα, καὶ οἱ κατ’ ἀρχὰς ἀποδεχθέντες τὰς ἀρχὰς ταύτας
2717Βουλευταὶ—καὶ ἦσαν ἀρκετοὶ τότε—τάχιστα ἠραιώθησαν,
2718καὶ τελείως ἀφηρπάγησαν οἱ πλεῖστοι ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν
2719ὑποχήν, τὴν κοινῶς λεγομένην παρὰ τῆς ἁλιεῦσιν ἀπόχην,
2720ἡ ὁποία, ἐνέχουσα τὰ δολώματα τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν,
2721προσείλκυεν αὐτούς. Οὕτω κατ’ ὀλίγον ἡ ἰδέα τῆς συστά-
2722σεως τοιούτου κόμματος ἐν τῇ ἀποπείρᾳ αὐτῆς ἀπέτυχε, διότι
2723ἀκόμη εἶναι ἀνώριμος ὁ τόπος. Εἶναι φυσικόν, ὅτι οὕτως ἀρ-
2724ξαμένη ἡ πλειονοψηφία, ἢ οὕτω καὶ θὰ τελειώσῃ, ἢ θὰ ἐξον-
2725τώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Ἐὰν δὲ
2726εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ Ὑπουρ-
2727γείου, πάλιν καὶ ταῦτα εἶναι κατ’ αὐτοῦ.
2728Θέλων νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀνάγκην
2729τῆς προτάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶπεν, ὅτι πρέπει μετὰ
2730τὴν ἐξέλεγξιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως νὰ ψηφισθῶσι νο-
2731μοσχέδιά τινα, οἷον εἶναι τὸ περὶ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου
2732Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου καὶ τὰ ἄλλα. Ἀλλὰ τὸ
2733ἐπιχείρημα εἶναι ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ. Καὶ ἠπόρησα, ὅτε ἤκου-
2734σα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν εἰπόντα: «διατί
2735ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ
2736συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμόν;» Τουναντίον, φρονῶ,
2737ἔδει νὰ εἴπῃ· ὅτι τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν
2738νομοσχέδια πρέπει νὰ προταχθῶσιν αὐτοῦ, καὶ αὐτὰ πρέπει
2739νὰ συζητηθῶσι πρῶτα, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ψηφίσεως αὐ-
2740τῶν θὰ διατυπωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, θὰ κριθῇ, ἂν θὰ δοθῇ
2741τὸ δάνειον εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελονή-
2742σου, καὶ ἂν πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὸν
2743Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901. Ὅθεν πρῶτον πρέπει νὰ κριθῇ,
2744ἐὰν θὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ μὲ τὸν Προϋ-
2745πολογισμόν, καὶ ἔπειτα νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅσ-
2746τις θὰ διατυπωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων νόμων καὶ
2747τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διατὶ ἡ Κυβέρνησις
2748ἀρνεῖται τοῦτο, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ προτείνουσα τὰ νομοσχέ-
2749δια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸν Προϋπολογισμόν; Δὲν προέ-
2750τεινεν αὐτὴ τὸ περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀμπέ-
2751λων ἀπὸ τοῦ φόρου; αὐτὴ δὲν προτείνει τὸ δάνειον πρὸς τὸν
2752Σιδηρόδρομον; αὐτὴ δὲν προέτεινε τὰ βοηθήματα καὶ τὴν
2753ἄφεσιν ὑποχρεώσεών τινων τῶν Θεσσαλῶν; Τὰ νομοσχέδια
2754ταῦτα λοιπὸν πρέπει νὰ προταχθῶσιν. Ὥστε, κατὰ λογικὸν
2755εἱρμόν, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νὰ ἐπι-
2756ταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπιμέ-
2757νουσα δὲ, γεννᾷ εὐλόγως τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Πα-
2758τρῶν ἔντιμος συνάδελφος εἶπεν· ὅτι δηλ. θέλει νὰ λάβῃ τὸν
2759Προϋπολογισμὸν, καὶ περὶ τῶν ἄλλων δὲν φροντίζει, διότι
2760ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ μόνον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύ-
2761ναται νὰ βαδίσῃ μέχρι τῆς ἐρχομένης Συνόδου. Ἐγὼ δὲ λέγω,
2762ὅτι ἐπιμένει, διότι, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπο-
2763χρεοῖ τὴν Βουλὴν νὰ προδικάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὰς δα-
2764πάνας ἐκείνας, χωρὶς νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ τῆς χρη-
2765σιμότητος αὐτῶν. Ἐν τῇ οὐσιαστικῇ τοῦ ζητήματος ἐξετά-
2766σει ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τι, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ
2767αὐτήν. Ἐὰν ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ
2768πρότασις ἡ συζητουμένη ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερη-
2769σίας διατάξεως. Εἶναι δικαίωμα παντὸς Βουλευτοῦ νὰ φέρῃ
2770τοιαύτην πρότασιν, καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ τροποποιή-
2771σῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καίτοι ἤρξατο ἡ συζήτησις ἑνὸς
2772θέματος.
2773Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε καὶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ ζή-
2774τημα τὸ θεωρεῖ μόνον ὡς ζήτημα κομματικῆς τιμῆς...
2775§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον;
2776§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ... Ἐὰν τὰ ζητήματα τῆς κομματικῆς
2777τιμῆς δύνανται νὰ διέπωσι τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας,
2778ἔχει δίκαιον· καὶ ἴσως αὐτὸ μόνον θὰ ἐδικαιολόγει τὴν Κυ-
2779βέρνησιν, ἐπιμένουσαν διὰ νὰ σώσῃ τουτέστι τὴν κομματι-
2780κὴν αὐτῆς τιμὴν—διότι τοιοῦτόν τι νομίζω, ὅτι εἶπεν ὁ κ.
2781Πρωθυπουργός...
2782§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Εἶπον ὅτι ἡ ψή-
2783φισις τῶν νομοσχεδίων εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρ-
2784νησιν. Ὅταν λέγητε, ὅτι μόλις λάβωμεν τὸν Προϋπολογι-
2785σμόν, θὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν, λέγετέ τι ὅλως ἀνακριβές,
2786ὅλως ἀβάσιμον.
2787§121ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν εἴπετε τοῦτο, ὀφείλω νὰ τροπο-
2788ποιήσω τὸ ἐπιχείρημά μου... Ἦλθε καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς
2789δευτέραν φορὰν σήμερον τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως. Ἤθελον
2790ἐρωτήσει, τί ἐπιδιώκεται διὰ τούτου; Νὰ ἐπιδειχθῇ εἰς τοὺς
2791Βουλευτὰς, ὅτι, ἂν δὲν ἀποτελέσωσι μεγάλας ὁμάδας, κατ’
2792ἀνάγκην προκαλοῦσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Εἰς ποῖον
2793εἶναι ἄγνωστον τοῦτο; Ἐὰν δ’ ἐνομίσατε, ὅτι ἔδει νὰ ῥι-
2794φθῇ ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα,
2795ἐρωτῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ μειονοψηφία
2796μεθαύριον, γενομένη Κυβέρνησις, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπειλήσῃ τὸ
2797ἴδιον εἰς τὴν σήμερον πλειονοψηφίαν, γενομένην μειονοψη-
2798φίαν; Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, φοβού-
2799μενοι ν’ ἀντιμετωπίσωσι πάλιν τὸν λαὸν, αὐτοὶ εἶναι ἀνάξιοι
2800νὰ φέρωσι τὸ ἀξίωμα αὐτῶν, καὶ νομίζω αὐτὸ ὕβριν δι’ ὅλους
2801ἐκείνους, ὅσους ἠδύνατο νὰ ὑπονοήσῃ ἡ τοιαύτη ἀπειλή. Οἱ
2802Βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὡς κανόνα τῆς πορείας αὑ-
2803τῶν τὸ νὰ ἐκτελῶσιν ὅ,τι φρονοῦσιν ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον,
2804καὶ ὁ λαὸς ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ
2805Βουλευτοῦ. Καὶ τὸ λεχθὲν δὲ, ὡς δῆθεν πρακτικῆς ἀξίας,
2806ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ θὰ γεννήσῃ αὐτὴ καθ’ ἑαυτῆς τὸ
2807ζήτημα τῆς διαλύσεως, οὐδαμῶς ὠφελεῖ τοὺς θέλοντας νὰ
2808ἀποκρούσωσι τὴν πρότασιν, ὅπως προταχθῶσι τοῦ Προϋπο-
2809λογισμοῦ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα πρὸς
2810ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν
2811ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐπι-
2812τευχθῇ παρ’ αὐτῆς μέχρι τῶν Χριστουγέννων, ὀρθότερον θὰ
2813ἦτο νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέ-
2814δια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐγκρίνει, καὶ ἂν ταῦτα ψηφισθῶσι,
2815τότε νὰ ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ὀρθῶς παρετηρήθη εἰς τὴν
2816Κυβέρνησιν, ὅτι παραίτιος τῆς τοιαύτης ἀτελοῦς τοῦ Προϋ-
2817πολογισμοῦ μελέτης εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ καλέσασα
2818τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος
2819ὁριζόμενον, ὅτε, καὶ ἂν δὲν ἐκαλεῖτο ἡ Βουλή, εἶχε τὸ δι-
2820καίωμα νὰ συνέλθῃ αὐτοδικαίως. Διότι διὰ τῆς τοιαύτης
2821βραδείας τῆς Βουλῆς συγκλήσεως ἡ Κυβέρνησις δεικνύει πρὸς
2822τὴν πλειονοψηφίαν φόβον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν καλεῖ τὴν
2823Βουλὴν ἐνωρίτερον. Ἢ μήπως ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραλύει
2824τὴν διοίκησιν, καὶ παρεμποδίζει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐργασθῇ;
2825Ὁ τοιοῦτος φόβος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν,
2826ἢ μᾶλλον πρὸς τὴν Βουλὴν, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας
2827εἶναι ἀποτέλεσμα πάλιν τῶν οὐκ ἐπαινετῶν αἰτίων τῆς συν-
2828οχῆς τῶν κομμάτων. Ἐὰν οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας τῶν κομ-
2829μάτων δὲν μεταβληθῶσι, τὸ πολίτευμα θὰ λειτουργῇ κακῶς,
2830ἐπὶ βλάβῃ πάντων τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐπὶ ἐξευτελισμῷ
2831τοῦ πολιτεύματος. Θέλω λοιπὸν ψηφίσει τὴν πρότασιν τοῦ
2832νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, διότι εὑρίσκω, ὅτι τοῦτο εἶ-
2833ναι ὀρθὸν, ἀφοῦ οὐδεμία βλάβη δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ
2834Κράτος, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιταχθῇ τῶν νομοσχεδίων,
2835καὶ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ δίδῃ τὰς δαπάνας
2836πρὸς θεραπείαν ἀνεγνωρισμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νόμων
2837ἀναγκῶν.
2838§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ.
2839Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέβαλεν, ἵνα δι-
2840καιολογήσῃ τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ, ὅπως μὴ στέρξῃ εἰς τὴν
2841πρότασιν ἡμῶν περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως τῶν νομο-
2842σχεδίων πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων,
2843τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύονται ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, οἱ λό-
2844γοι, λέγω, τοὺς ὁποίους προέβαλε, μοὶ φαίνονται ἥκιστα ὀρ-
2845θοί. Εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2846Συμβουλίου γνωρίζει ποῖον ὁρισμὸν ἢ ποῖον χαρακτῆρα δί-
2847δουσιν ἐν πᾶσι τοῖς κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένοις Κρά-
2848τεσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Λέγουσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογι-
2849σμὸς εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων, ἤτοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2850ἀναγράφονται αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι τοῦ Κράτους
2851ἀπεδέχθησαν, ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι τοῦ
2852Κράτους ἐπέτρεψαν νὰ εἰσπράττωνται. Ἐὰν ἦναι τοιοῦτος
2853ὁ Προϋπολογισμός, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσω-
2854μεν αὐτὸν, καθ’ ἣν ὥραν πρόκεινται πρὸ ἡμῶν ἀνάγκαι τοῦ
2855Κράτους, περὶ τῶν ὁποίων ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε,
2856καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι, δὲν δύνανται νὰ
2857θεραπευθῶσιν, εἰμὴ ἐὰν νόμοι ἀναγνωρίσωσιν αὐτὰς καὶ κα-
2858νονίσωσι τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως αὐτῶν; Ἡ φύσις, ὁ χα-
2859ρακτηρισμὸς τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ὁποίων
2860προβλέπουσιν οἱ νόμοι, αὐτὸς εἶναι ὁ τίτλος ὁ ὁποῖος καθι-
2861στᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν προήγησιν τῆς συζητήσεως τῶν νο-
2862μοσχεδίων τούτων πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2863Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε θεωρηθῆ ὡς κυβερ-
2864νητικὸν πρόγραμμα, ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα, ὡς πρόγραμμα
2865διοικήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην νὰ σπεύδῃ,
2866ἵνα ψηφισθῇ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ
2867πρόγραμμα αὐτό ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
2868λίου τὸ ἀνεκοίνωσεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγένοντο
2869ἐκλογαὶ, μεθ’ ἃς συνῆλθεν ἡ Βουλή. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω,
2870ποία ἡ παραχθεῖσα Βουλὴ, ποία ἡ γένεσις αὐτῆς. Παρα-
2871λείπω ταῦτα, καὶ ἀναφέρω, ὅτι συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἐν
2872αὐτῇ εὑρέθη πλειονοψηφία, ἥτις ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ
2873πρόγραμμα αὐτό. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅσον
2874καὶ ἂν ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τυγχά-
2875νει ἥκιστα ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον, ὅτι ἦτο πρόγραμμα, τοῦ
2876ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ εἰς κίνδυνον τὸ Κρά-
2877τος καὶ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, δὲν παρεκωλύσαμεν παντά-
2878πασι τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἵνα θέσῃ ἐν
2879ἐκτελέσει τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τοῦτο, δηλαδὴ ἵνα ψηφίσῃ
2880τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος
2881προταθέντα τότε νομοσχέδια. Ἐπράξαμεν δὲ τοῦτο, οὐχὶ
2882διότι εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ταῦτα ἐψηφίζοντο ἐπ’ ὠφε-
2883λείᾳ τοῦ Κράτους ἢ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐπράξα-
2884μεν τοῦτο διὰ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ
2885πρόγραμμα αὑτῆς, ὅπως ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα
2886ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, πεισθῇ ὁ Ἑλλη-
2887νικὸς λαός, ὅτι ἦτο πρόγραμμα τοιοῦτον, οἷον ἡμεῖς ἐφρο-
2888νοῦμεν, ὅτι ἦτο. Ἐὰν παρεκωλύομεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
2889Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ προ-
2890ταθέντων νομοσχεδίων, καὶ τῶν κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ 1900, καὶ
2891ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν
2892αὐτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν τῆς δυνάμεως ἡμῶν
2893ταύτης· διότι, ἂν δὲν ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμός, ὁ παρι-
2894στῶν τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ
2895προταθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἤθελε λεχθῆ καθ’ ὅλην
2896τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ἀφήκαμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐφαρ-
2897μόσῃ πρόγραμμα λαοσωτήριον, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἦτο
2898ἀπίθανον νὰ πλανηθῇ καὶ αὔριον, ὡς καὶ χθὲς ἐπλανήθη
2899διὰ παρομοίων σοφισμάτων καὶ ψευδολογιῶν.
2900Ποῖος λοιπὸν λόγος ὑπαγορεύει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ
2901Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ σπεύσῃ, ἵνα ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὡς
2902τάχιστα τὸν Προϋπολογισμόν; Καί, ἐνῷ μόλις πέντε ἡμέρας
2903ἀπέχομεν ἀπὸ τῶν ἑορτῶν, ἠξίωσε νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζη-
2904τήσεως αὐτοῦ, καὶ νὰ διακόψωμεν αὐτήν, καὶ νὰ ἐπαναλά-
2905βωμεν αὖθις τὴν ἔρευναν Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος φέρει ἐπὶ
2906τῆς ῥάχεώς του ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον προσεπαθήσαμεν νὰ
2907ἀποπλύνωμεν, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ῥάχιν αὐτοῦ, ἀλλὰ
2908δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν, τὸ ἐλάττωμα,
2909ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν
2910ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας
2911κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων πέντε
2912Ὑπουργείων, καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων,
2913καὶ ἔσπευσεν ἐντὸς 15 λεπτῶν, ἢ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, νὰ
2914διέλθῃ τροχάδην καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τῶν
2915πέντε Ὑπουργείων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καί,
2916ὡς ἔλεγέ τις, ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ περάσῃ
2917αὐτοὺς, τρέχουσα εἰς τὰ τέσσαρα! ὡς εἰ ὁ ἐχθρὸς ἦτο
2918πρὸ τῶν πυλῶν, καὶ ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ νὰ
2919παραταθῇ ἡ ἔρευνα, καὶ νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὴν ἔρευναν
2920καὶ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, οὐχὶ 15 λεπτὰ ἢ 30 λεπτὰ τῆς
2921ὥρας, ἀλλὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι! Φαντασθῆτε, ποῖον δυστύχη-
2922μα, νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ
2923τῶν ἐξόδων καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων μία ἢ
2924δύο ἑβδομάδες! Τοιοῦτον λοιπὸν Προϋπολογισμὸν ζητεῖτε νὰ
2925ψηφίσωμεν πέντε ἡμέρας πρὸ τῶν ἑορτῶν, καὶ νὰ διακόψω-
2926μεν κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν
2927νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν; ἢ, καὶ ἂν συμβῇ νὰ ἐπέλθῃ
2928ἡ πονηρὰ ἐπιθυμία εἴς τινας, καὶ ἤθελε δοθῆ εὐκαιρία πρόσ-
2929φορος, νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὸν ἐν μιᾷ νυκτί; Ἡμεῖς ἔχομεν
2930δεδομένα, ἐπιτρέποντα καὶ τοῦτο νὰ ὑποπτεύωμεν· διότι, ἂν
2931συνέβη νὰ μὴ ἤμην παρών, ἔμαθον ὅμως, ὅτι ἐν προκεχωρη-
2932μένῃ νυκτὶ ἐψηφίζοντο κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχε-
2933δίων τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι προὐτάθησαν κατ’ αὐτὴν ἐκεί-
2934νην τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἤθελε ψηφισθῆ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
2935σχεδίου, αἱ ὁποῖαι τροπολογίαι οὐδὲ κἂν εἶχον τυπωθῆ, οὐδὲ
2936κἂν εἶχον διανεμηθῆ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οὐδ’ ἦσαν γνω-
2937σταὶ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην, ἢ κἂν κατὰ τὴν δευ-
2938τέραν, ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν! ὅτι ἐζητήθη
2939ἐν προκεχωρημένῃ νυκτὶ νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ὡς ψηφι-
2940ζόμενον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἔχον ὀκτὼ ἄρθρα, ἐνῷ ἐπρο-
2941τάθη κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸ εἰς
2942τὰς δύο πρώτας ἀναγνώσεις ψηφισθὲν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
2943συνέκειτο ἐξ ἑβδομήκοντα ἄρθρων!
2944Καὶ τί, τέλος, ζητοῦμεν ἡμεῖς, Κύριοι; Ζητοῦμεν νὰ συ-
2945ζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μό-
2946νον βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἐξόδων ἑνὸς ἑκατομμυ-
2947ρίου, καὶ ἓν ἄλλο βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἐλαττώσεως
2948τῶν ἐσόδων τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ σεῖς, οἱ
2949ὁποῖοι εἰσηγάγετε αὐτὰ, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε τὴν κατά-
2950στασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ οἱ ὁποῖοι συνετά-
2951ξατε τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι εἴμεθα ἐν
2952ἄκρᾳ οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ, ὅτι διαχειριζόμεθα περισσεύματα,
2953σεῖς λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς προ-
2954ηγουμένως, ἵνα πεισθῆτε, ἂν ἀφίνει περισσεύματα, ἢ ὄχι!
2955Δὲν ἔχετε λοιπὸν πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ
2956Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνετάξατε, καὶ τὸν ὁποῖον
2957μᾶς παριστᾶτε ὡς μέλλοντα ν’ ἀφήσῃ περισσεύματα; Ὅταν
2958δ’ εἰσάγητε τὰ νομοσχέδια, δὲν ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι δύ-
2959νασθε καὶ νὰ ἐκτελέσητε αὐτά; Ἀλλὰ, δυστυχῶς, κατὰ τοὺς
2960τελευταίους τούτους χρόνους, καθ’ οὓς, ὁ κύριος Βουλευτὴς
2961ἐκ Τυρνάβου παρεπονεῖτο, ὅτι διάφοροι νόσοι μαστίζουσι τὴν
2962ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ κατήγγελλε μεταξὺ τῶν νό-
2963σων τούτων καὶ τὴν κρατοῦσαν παρά τισι τῶν δικαστῶν ἐπι-
2964θυμίαν νὰ ἐπιδεικνύωνται, ἵνα τυγχάνωσι τοῦ ἐπαίνου τού-
2965των ἢ ἐκείνων, καθ’ οὓς παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ
2966δικαστικῷ κλάδῳ λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, οἱ ὁποῖοι ποιοῦν-
2967ται χρῆσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκδηλοῖ ἐν τῷ τόπῳ μία ξε-
2968νικὴ λέξις, ἥτις εἰσήχθη, τῆς ῥεκλάμας, διατὶ νὰ μὴ ὑπο-
2969πτεύωμεν, ὅτι ἐνδέχεται καὶ Κυβερνήσεις νὰ ἐπιθυμῶσι νὰ
2970ἀρέσκωσιν εἰς τὸν λαὸν, φαινόμεναι, ὅτι προνοοῦσι περὶ τῶν
2971ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ προτείνουσι μέσα πρὸς θεραπείαν αὐτῶν,
2972ἔπειτα δὲ, εἴτε ἐγκαταλείπουσι τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ
2973ἀψήφιστα, εἴτε, καὶ ἂν ψηφισθῶσι ταῦτα, δὲν ἐκτελοῦσι τοὺς
2974νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐπρότειναν, καὶ ἐπὶ ταῖς παρα-
2975στάσεσιν αὐτῶν ἐψήφισεν ἡ Βουλή;
2976Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, Κύριοι, εἶναι προϊὸν δυσ-
2977πιστίας. Ἄν ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων δὲν εἶχε διδάξει τοὺς
2978λαοὺς πολλῷ πρὸ ἡμῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀπόλυ-
2979τον ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν, καὶ ὅτι πρέ-
2980πει νὰ δυσπιστῶσι, βεβαίως τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύ-
2981ματα δὲν ἤθελον ἐπινοηθῆ. Ἡ δυσπιστία εἰσήγαγε τοὺς
2982λαοὺς εἰς τὸν πόθον νὰ ἀποκτήσωσι κοινοβουλευτικὰ πολι-
2983τεύματα, καὶ ἀφοῦ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζε-
2984ται ἐπὶ τῆς δυσπιστίας, διατὶ θέλετε, ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τόσην
2985εὐπιστίαν, ὥστε νὰ ἀποδεχώμεθα, ὅτι, ἀφοῦ εἰσήχθησαν νο-
2986μοσχέδιά τινα, βεβαίως αὐτὰ θέλουσι ψηφισθῆ; Καὶ ἂν δὲν
2987ψηφισθῶσι, διατὶ νὰ μὴ ὑποπτευώμεθα, ὅτι ἡ μὴ ψήφισις
2988αὐτῶν θέλει ἀποδοθῆ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ θέλει
2989καταγγελθῆ αὕτη, ὅτι διὰ κωλυσιεργίας παρημπόδισε τὴν
2990ψήφισιν αὐτῶν; Οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἐκεί-
2991νους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα,
2992τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως πληροῦσιν ἀνάγκας ἐπικειμένας,
2993ἀνωμολογημένας, καταφανεῖς, ὅτι ταῦτα τὰ νομοσχέδια
2994πρέπει νὰ ἀφεθῶσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2995Ἄν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξετασθῇ καὶ ψηφισθῇ μετὰ τὰς ἑορ-
2996τὰς, ποία εἶναι ἡ ζημία, ἡ ὁποία θέλει προκύψει εἰς τὰ
2997ἐθνικὰ συμφέροντα; Καὶ ἀφοῦ οὐδεμία ζημία προκύπτει, θέ-
2998λομεν προσβλέψει εἰς τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὰ συμφέ-
2999ροντα, ὅταν ἀναβάλληται ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις νομο-
3000θετημάτων τοσοῦτον ὁμολογουμένως ἀναγκαίων;
3001Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι
3002τὸ πρῶτον διετυπώθησαν εἰς πρότασιν, μετὰ πάσης ἠρεμίας
3003καὶ πρᾳότητος προταθεῖσαν, οἱ ὁποῖοι σήμερον προὐτάθησαν
3004ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἀνέβησαν τὸ βῆμα, ἰσχυρισμοὶ,
3005τοὺς ὁποίους βεβαίως ἀπεδέχθημεν. Ἄν ὁ Πρόεδρος τοῦ
3006Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἰσχυρι-
3007σμῶν τούτων, ἡ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων τούτων χρησιμεύει
3008εἰς αὐτὸν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τίς δύναται ν’ ἀμφισβη-
3009τήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Καὶ αἱ Κυ-
3010βερνήσεις καὶ αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ πάσῃ
3011ἡμέρᾳ ἔχουσι δικαίωμα νὰ προβάλλωσι ζήτημα ἐμπιστοσύ-
3012νης. Ὁσάκις ἤθελε γεννηθῇ ὑπόνοια, ὅτι δὲν εἶναι ἀναντίρρη-
3013τος ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου, πῶς θέλετε νὰ μέ-
3014νωσιν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ προ-
3015βάλλωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Διὰ τοῦτο ἡμεῖς οὐδεμίαν
3016προβάλλομεν ἀντίρρησιν, καὶ ἀποδεχόμεθα, καὶ θέλομεν ψη-
3017φοφορήσει ἐπ’ αὐτοῦ, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ἀποτέλε-
3018σμα. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν
3019ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὰ δικαιώματα καὶ αἱ
3020ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες· δὲν
3021εἶναι ὅμως οὐδαμῶς εἰθισμένον, οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέω-
3022σις εἰς τοὺς διευθύνοντας πολιτικὰ κόμματα νὰ μεταφέρωσιν
3023ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς, ὅσα αὐτοὶ μετὰ τῶν φίλων αὐτῶν
3024διαλέγονται καὶ συζητοῦσιν. Ὅτε ἀνέγνων, χθὲς ἢ προχθές,
3025ἐφημερίδα τινὰ, ἐξ ἧς ἔμαθον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
3026κοῦ Συμβουλίου εἶχε συγκαλέσει παρ’ ἑαυτῷ τοὺς φίλους του,
3027καὶ συνεζήτει περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οὐδαμῶς ἐξε-
3028πλάγην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι οὐχὶ εἰθισμένον, ἀλλ’ ἐπιβεβλημέ-
3029νον· διότι, ἂν ᾖναί τις εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει
3030νὰ ἐπικοινωνῇ μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας οὐχὶ μόνον
3031διὰ παραχωρήσεων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀνακοινώσεως τῶν ἰδεῶν
3032καὶ τῶν γνωμῶν των, καὶ δι’ ἐρεύνης, ὅπως τὰ κόμματα καὶ
3033οἱ ἡγέται αὐτῶν ἀσπάζωνται γνώμας, αἵτινες συντελοῦσιν εἰς
3034τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ
3035ταῦτα εἶναι οἰκογενειακὴ συνεννόησις. Ὁ διευθύνων τὰς ἐρ-
3036γασίας πολιτικοῦ κόμματος καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, οἱ ἀποτε-
3037λοῦντες τὸ κόμμα, ἀποτελοῦσιν ἕνα πολιτικὸν ὀργανισμὸν, ὁ
3038ὁποῖος ἔχει ἰδίας λειτουργίας, οὐδεὶς δὲ ἀλλότριος αὐτοῦ ἔχει
3039τὸ δικαίωμα νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν λειτουργίαν ταύτην, καὶ νὰ
3040μάθῃ ποτά τινα λέγονται καὶ ποῖα ἀκούονται ἐν ταῖς αἰθού-
3041σαις ἐκείναις. Διὰ τοῦτο δὲν ἐνόησα, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
3042Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς σήμερον, ὅσα
3043περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐλέχθησαν ἐν τῇ ὁμηγύρει ἐκείνῃ.
3044Ὅταν τις ἔχῃ πολιτικοὺς φίλους μέλη τοῦ Κοινοβουλίου,
3045αὐτὸς δὲ ᾖναι εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, διατελῶν ἐν
3046ἀμέσῳ συνεννοήσει ἀφ’ ἑνὸς μὲν μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου
3047δὲ μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, νομίζω, ὅτι, καὶ ὅταν συνομιλῇ καὶ
3048συνεδριάζῃ μετὰ φίλων αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῇ περὶ
3049διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ φό-
3050νος τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, ἐκλεχθεῖσα, ἔχει δικαίωμα νὰ ζῇ
3051τέσσαρα ἔτη, πλὴν ἂν φονευθῇ προηγουμένως· ἀλλὰ τὴν σπά-
3052θην κρατεῖ ὁ Βασιλεύς. Ἂν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὡς φόνος
3053τῆς Βουλῆς, ᾖναι δυσάρεστον μέτρον εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας
3054τὴν Βουλὴν, διότι ἐνδεικνύει εἰς αὐτοὺς προσεχῆ τὸν θάνα-
3055τον αὐτῶν, δὲν μοι φαίνεται, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς διευ-
3056θύνοντας τὰς ἐργασίας τῶν κομμάτων νὰ ἀνακαλῶσιν εἰς
3057τὴν μνήμην τῶν φίλων των τὸν πιθανὸν θάνατον αὐτῶν,
3058διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπολαμβάνωνται ὑπὸ τῶν φίλων των,
3059ὅτι διὰ τῆς ἀναμνήσεως τοῦ τέλους τοῦ βίου των προηροῦντο
3060νὰ ἐνασκήσωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως καὶ τῶν γνω-
3061μῶν αὐτῶν. Ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἤκουσα, ὅτι τοιαῦτά
3062τινα ἔλεγεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἠπόρησα, πῶς διέφυγε
3063τοῦτο τὴν προσοχὴν ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀξυτάτην ἀντίλη-
3064ψιν καὶ ὁ ὁποῖος χειρίζεται ἐπαρκῶς τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα
3065ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ εἰσάγει εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ.
3066Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἀφορῶσι τοὺς φίλους τοῦ κ. Προέδρου
3067τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
3068Κυβερνήσεως, ἡμᾶς δὲν ἀφορῶσι παντάπασι, καὶ δὲν ἐννοῶ,
3069διατὶ ἀνεκοινώθησαν ταῦτα εἰς ἡμᾶς, ὑπὸ τὸν λόγον, ὑπὸ
3070τὴν αἰτίαν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι λέγονται διὰ νὰ ἀνα-
3071σκευάσωσι τοὺς λόγους ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονο-
3072ψηφίας, τῶν ἀποχωρισθέντων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ ὁποῖος
3073ἐξεδήλου σήμερον ποῖα αἰσθήματα ἠσθάνθη, ὅτε ἤκουε τὰ
3074ἀνακοινούμενα περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνελεύ-
3075σει. Ἡμεῖς, ὡς μειονοψηφία, γνωρίζομεν, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς
3076Βουλῆς εἶναι Ἡγεμονικὸν δικαίωμα· φρονοῦμεν μάλιστα,
3077ὅτι τὸ Ἡγεμονικὸν τοῦτο δικαίωμα, ὅταν ἐξασκῆται πρὸς
3078πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, εἶναι μέτρον ἀναγκαῖον
3079καὶ σωτήριον. Ἀλλὰ ποῖαί εἰσιν αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι πρέ-
3080πει νὰ προκαλέσωσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Εἶναι γνω-
3081στὸν εἰς πάντας, ὅσοι ἀνέγνων καὶ μίαν σελίδα οἱουδήποτε
3082συγγράμματος περὶ Συνταγματικοῦ δικαίου, ὅτι, ἐὰν οἱ δια-
3083χειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς σύμβουλοι τοῦ
3084Βασιλέως, ἔχωσι πολιτικὴν ἢ πρόγραμμα, περὶ τῆς ὀρθότητος
3085καὶ λυσιτελείας τοῦ ὁποίου εἰσὶ πεπεισμένοι, εὑρεθῶσι δέ
3086ποτε ἀπέναντι μελῶν πλειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦνται νὰ
3087δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν ψῆφόν των, ἑπομένως καθίσταται
3088δύσκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον
3089εἶπον, ὅτι εἶχον, τότε ἀπόκειται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι
3090μεταξὺ τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν ἔχουσι
3091πλέον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῆς ἱκεσίας
3092πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτοὺς τὴν διά-
3093λυσιν, διότι διὰ τῆς διαλύσεως γίνεται ἔκκλησις πρὸς τὸν
3094λαὸν, ὁ ὁποῖος καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς διαφωνίας,
3095ἡ ὁποία προέκυψε μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς πλειο-
3096νοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν
3097ἡ διάλυσις ἐνδείκνυται, ὡς ἀναγκαία. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ
3098ἄλλη, σπανιώτατα ἐπιφαινομένη, ἡ περίπτωσις ἀνικανότη-
3099τος τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα συντελέσῃ εἰς σχηματισμὸν Κυ-
3100βερνήσεως. Ποῖος εἶπεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ
3101Συμβουλίου, ὅτι ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἂν ἤθελε κληθῆ
3102εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ γείνῃ πλειονοψηφία, δὲν θέλει εἶ-
3103σθαι δυνατὸν νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ἀφοῦ θέλει ὑποστη-
3104ρίζεσθαι ὑπὸ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας; Πρέπει νὰ
3105ὑπάρχῃ λόγος σοβαρὸς, θίγων πολιτειακὰ ἢ κοινωνικὰ συμ-
3106φέροντα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τοιαύτῃ περι-
3107πτώσει, ὑποβάλλουσαν εἰς τὸν Βασιλέα πρότασιν περὶ δια-
3108λύσεως τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία θέλει ὑποστηρίζει
3109τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει αὕτη νὰ ἔχῃ σπουδαίους λόγους, ἵνα
3110προβάλῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἂν μάλιστα δὲν ὑπάρχῃ
3111κατηγορία κατὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἕνεκα παρα-
3112νομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀλλοιώ-
3113σασαι τὴν διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλωθεῖσαν βούλησιν τῶν
3114ἐκλογέων, ἢ παρακωλύσασαι καὶ διαστρέψασαι πρὸ τῆς ψη-
3115φοφορίας τὸ φρόνημα αὐτῶν· κατὰ τῆς Βουλῆς δὲ ταύτης,
3116δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν προὐτάθη τοιαύτη αἰτίασις. Διατὶ λοι-
3117πὸν προβάλλουσι σήμερον τὰ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς;
3118Προηγοῦντο νὰ δώσωσι μάθημα Συνταγματικοῦ δικαίου; Μοὶ
3119φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη τοιούτου μαθήματος· ἐὰν δὲ
3120ταῦτα δὲν ἐλέγοντο ἐνταῦθα, οὐδὲ ἐγὼ ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι
3121ἔχω δικαίωμα νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα δώσω ἐγὼ
3122τὸ μάθημα τοῦτο τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου. Ἰδίως δὲ εἰς
3123τὴν Βουλὴν αἱ ἐργασίαι πρέπει νὰ ἦναι πρακτικαὶ, νὰ μὴ
3124μεταβάλλωσι τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς ἀπὸ Σώματος πο-
3125λιτικοῦ εἰς Συλλόγους ἐπιστημονικοὺς, καὶ τὸ βῆμα τοῦτο
3126εἰς ἕδραν καθηγεσίας. Δύο δικαιώματα ἔχουσιν αἱ Βουλαί· νὰ
3127ἐλέγχωσι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ψηφίζωσι
3128νόμους κατὰ συνείδησιν. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν λησμονή-
3129σωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν καὶ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον
3130ὀφείλουσι πρὸς τοὺς νόμους, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν λησμο-
3131νήσωσι ποῖα καθήκοντα ἔχουσι πρὸς τὴν χώραν, τότε δὲν
3132ἀνοίγεται στάδιον ἐπερωτήσεων, ἢ ὁ χρόνος, ὁ καταναλισκό-
3133μενος εἰς ἐπερωτήσεις, εἶναι ἐλάχιστος, αἱ δὲ Βουλαὶ παρα-
3134δίδονται εἰς τὴν ἔρευναν τῶν νόμων, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν
3135καὶ ψήφισιν αὐτῶν· ἀλλ’ ὅταν αἱ Κυβερνήσεις λησμονῶσι ταῦ-
3136τα, ὅταν ἐξαρθρώνωσιν αὐταὶ τὴν διοίκησιν, εἴτε ἐντελλό-
3137μεναι τὰς καταστρατηγήσεις ἢ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων,
3138εἴτε ἀνεχόμεναι ταύτας, διαπραττομένας ὑπὸ τῶν ὑπαλλή-
3139λων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ κακῶς ἔχωσι,
3140ὅταν ἡ σπατάλη ἀντικαθιστᾷ τὴν φειδὼ, ὅταν ἡ δημοσία
3141ἀσφάλεια ᾖναι ἐν ἀμφιβόλῳ, ὅταν καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ἀπο-
3142νομῆς τῆς δικαιοσύνης γεννῶνται ὑπόνοιαι, ὅταν, τέλος, τὰ
3143πάντα κακῶς βαίνωσι, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐξασκήσωμεν τὸ
3144δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καὶ ἀπὸ
3145ἑσπέρας μέχρι πρωΐας;
3146Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι πάντων τῶν με-
3147λῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ὅταν οἱ λό-
3148γοι ἡμῶν ἢ οἱ λόγοι ἐκείνων ἦναι ὀρθοὶ, πάντες εἴμεθα σύμ-
3149φωνοι. Μὲ τοιαύτην ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι κριθῇ οἱ λόγοι ἡμῶν
3150καὶ ὑπὸ τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει,
3151δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι, προ-
3152καλούμενοι, νὰ ψηφοφορήσωμεν πρότασιν, οἱονδήποτε καὶ ἂν
3153ἔχῃ αὕτη τὸν χαρακτῆρα, ἢ καὶ ἂν ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν
3154καθαρῶς νομοθετικόν, περιέχοντα ὅμως καὶ πολιτικὴν ἔν-
3155νοιαν, ἢ ἐὰν ἔχῃ καὶ κυβερνητικὴν ἔννοιαν, ἤτοι, ἐὰν δὲν
3156σκοπῇ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον νὰ προηγηθῶσι τῆς συζητήσεως
3157τοῦ Προϋπολογισμοῦ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κρίνο-
3158μεν ὡς θεραπεύοντα ἐπικειμένας ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἢ καὶ
3159ἂν ἔχῃ χαρακτῆρα καθαρῶς πολιτικόν, τὸν χαρακτῆρα τοῦ
3160ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡμεῖς, καὶ
3161ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ, καὶ ἐν πάσῃ
3162παραπλησίᾳ, θέλομεν δώσει ψῆφον ἀρνουμένην τὴν ἐμπιστο-
3163σύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλομεν δι’ αὐτῆς ζητήσει νὰ
3164προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ἀναγκαῖα
3165πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ
3166τῆς ἀριστερᾶς).
3167§123Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πόρισμα τῆς συ-
3168ζητήσεως, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν:
3169«Ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα, ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν συμ-
3170φερόντων τῆς χώρας νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι πρὸ πά-
3171σης ἄλλης ἐργασίας, καὶ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκεῖνα
3172τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν προστασίαν τῆς
3173ἐργατικῆς τάξεως, τὴν ἀνακούφισιν τῶν φορολογουμένων ἀπὸ
3174νομίμων μὲν, ἀλλ’ ἀδίκων κατασταθέντων φορολογικῶν βα-
3175ρῶν, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τὴν ἀπαλλαγὴν
3176τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τῶν καταχρήσεων τῶν ὀρ-
3177γάνων τῆς ἀρχῆς, καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς συγκοινωνίας, μετα-
3178βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
3179§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαδια-
3180μαντοπούλου.
3181Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις, τοῦ κ. Ἀλεξ. Μ. Κανάρη,
3182ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
3183«Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, φρονοῦσα, ὅτι παντὸς ἄλ-
3184λου ἀντικειμένου πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προ-
3185ϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
3186ταξιν.»
3187Θέλει τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κανάρη, ὡς
3188ἀπωτέρα.
3189Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναί, οἱ
3190μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
3191§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ προ-
3192τείναντος τὴν πρότασιν Βουλευτοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὡς
3193καὶ ἡ ἔννοια τοῦ προτείναντος τὴν ἑτέραν πρότασιν Βουλευ-
3194τοῦ ἐκ Πατρῶν εἶναι ἔννοιαι ζητήματος ἐμπιστοσύνης, καὶ
3195ἑπομένως ὡς τοιαῦται θὰ ψηφοφορηθῶσι.
3196§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτην ἔννοιαν ἀπο-
3197δίδομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρότασιν.
3198(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
3199τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Φωτίου Μοσχούλα
3200καὶ Περικλ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον
3201πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3202Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΝΚ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
3203Γεώργιος Κυριαζῆς ΝΓεώργιος Λύρας Ν
3204Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
3205Λεων. Μελετόπουλος Δημήτριος Τσᾶτσος Ν
3206Κωνστ. Μωραϊτίνης ΝΔημήτριος Τσιτσάρας Ο
3207Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΝΚωνστ. Ζῶτος Ν
3208Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
3209Εὐκλείδης Μπίστης ΝΔιονύσιος Στεφάνου Ν
3210Δημοσθ. Καΐρης ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
3211Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
3212Κωνστ. Πλατοῦτσας ΝΓεώργ. Ρώμας Ν
3213Μιχαὴλ Κωτσάκος ΟἈνδρ. Σπηλιάδης Ν
3214Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
3215Κωνστ. Κοττίκας ΝΧαρίλ. Σπηλιώτης Ο
3216Ἰωάννης Καραπᾶνος ΟἈνδρ. Στεφενόπουλος Ν
3217Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΝΠέτρος Αὐγερινός
3218Στέφανος Δραγούμης ΟΧρῆστος Δαραλέξης Ο
3219Νικόλαος Λεβίδης ΟἌγγελος Πετραλιᾶς Ο
3220Θεόδωρος Ρετσίνας ΝἈθαν. Ἀθανασιάδης Ν
3221Φωκίων Νέγρης Νικόλαος Δαούτης Ο
3222Νικ. Γιαννηκώστας ΝΠαναγ. Παπαχατζῆς
3223Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΝΣπ. Ι. Μήλιος Ν
3224Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΒασ. Μαρκεζίνης Ν
3225Θεόδωρ. Φλογαΐτης Νικήτας Συνοδινός Ν
3226Δημ. Γ. Ράλλης Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
3227Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΟΤηλέμαχος Δενδρινός Ν
3228Νικ. Γουναράκης ΟΠαναγ. Μαυροκέφαλος Ν
3229Κωνστ. Σταυρόπουλος ΝἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3230Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΟΘεόδ. Ζαΐμης Ο
3231Ἀνδρέας Στρᾶτος Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3232Δημ. Καραγιάννης ΟὈδυσσεὺς Λαμπρόπουλος Ν
3233Ἀντώνιος Καρτάλης ΝΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
3234Κωνστ. Τοπάλης ΟἩρακλῆς Καλαμπάκας
3235Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΝΓεώργ. Παπαθανασίου Ν
3236Ἀργύριος Φιλιππίδης ΝΠερικλῆς Περρωτῆς Ο
3237Νικόλαος Παππαϊωάννου ΝἨλίας Μαυρομιχάλης Ν
3238Δημήτριος Γίδας ΝΓεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν
3239Νικόλαος Τσόγκας ΝΔημ. Τερτίπης Ν
3240Νικόλαος Γουλιμῆς Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν
3241Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Κωνστ. Ζωγλοπίτης Ο
3242Περ. Ἀλεξάκης ΟΓεώργ. Φραγκίδης Ν
3243Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἸωάν. Καζαμπάκας Ο
3244Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΣπυρ. Παπαποστόλου Ν
3245Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΞενοφῶν Τσαχμαχίδης Ν
3246Χαρίλαος Δηλιγιάννης Κωνστ. Σαραφιανός Ν
3247Ἀρ. Πετροπουλάκης ΝΓ. Χατζηνικολῆς Ν
3248Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝΠαναγ. Λεβέντης Ο
3249Μιχαὴλ Φωτιάδης ΝΚ. Δούνης Ο
3250Γεώργ. Λιδωρίκης ΝΓεώργ. Μέρμηγκας Ν
3251Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΝΓεώργ. Κόρπας Ο
3252Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΤριαντάφ. Πατρίκιος Ν
3253Μιχαὴλ Στελλάκης ΟΓεώργ. Θεοτόκης
3254Μιχαὴλ Θεοτόκης ΝἨλίας Ποταμιᾶνος Ο
3255Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΝΜιχ. Λαμπρυνίδης Ο
3256Σπυρίδων Χυτήρης ΝΙ. Βοῦρτσος
3257Γουλ. Σκάρπας ΝἈθ. Πετσάλης Ο
3258Βασίλ. Σαμούλης ΝΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
3259Σπ. Ἀγάθος ΝΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
3260Νικόλ. Καλοσγούρος ΝΓ. Καπετανάκης Ο
3261Κ. Χρηστόπουλος ΝΦώτιος Μοσχούλας Ν
3262Παναγ. Δ. Πετρίδης ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
3263Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΝΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
3264Σπ. Νοταρᾶς ΝΘᾶνος Μπασιᾶς
3265Περ. Μεντζελόπουλος ΝΠαναγῆς Τυπάλδος Ο
3266Δημ. Δημητριάδης ΝΘεόδ. Βελλιανίτης Ο
3267Ἄθως Ρωμᾶνος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
3268Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈθ. Παπαθανασίου Ν
3269Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης Ν
3270Θεόδ. Μαρκέτος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ν
3271Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
3272Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
3273Παν. Χοντζόπουλος ΝἈντ. Ρικάκης Ο
3274Νικ. Τσοῦχλος ΝἈχιλ. Χοϊδᾶς
3275Χαρ. Κ. Βαζίκης ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
3276Θεόδ. Πέρρος ΝΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Ν
3277Στέφ. Κοπανίτσας ΟΝικ. Μισυρλῆς
3278Γεώργ. Φικιώρης ΟΝ. Καράπαυλος
3279Μελέτιος Ρουσόπουλος ΝΓ. Ράλλης Ο
3280Βρασίδας Λεώπουλος ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ν
3281Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ν
3282Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΝΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
3283Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ν
3284Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς Ο
3285Ἰωάν. Γ. Λάππας ΟΑ. Μαυρογορδᾶτος
3286Νικ. Μπουφίδης Α. Λαδόπουλος
3287Περ. Βλαχωρίτης ΝΝ. Βαφειαδάκης Ο
3288Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΑ. Βιτάλης Ο
3289Γεράσιμος Φίλιππας ΝΔ. Βοκοτόπουλος Ν
3290Ξενοφ. Κυριαζῆς ΝΙ. Γκιὼν Ν
3291Βασ. Βασιλειάδης ΟΚάρολος Βιτάλης
3292Ἀθαν. Εὐταξίας ΝΚωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
3293Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΟΓ. Κανούτας Ν
3294Παν. Μανέτας ΟΝικ. Ταρμπάζης Ν
3295Ἰωάν. Μπακόπουλος ΟΘεόδ. Κριεμάδης Ο
3296Ἠλ. Ζέγγελης ΝΓ. Ραδινὸς Ν
3297Φίλ. Βάρβογλης ΝἈπ. Ζάππας Ο
3298Ἀθ. Κατριβᾶνος ΝΘ. Σαρσέντης Ν
3299Ἠλίας Κοσσονᾶκος Α. Πονηρόπουλος Ν
3300Γ. Ἀναστασόπουλος ΟΔ. Ἀναστασόπουλος Ο
3301Γ. Νικολαΐδης ΟΔ. Παπατσώρης Ν
3302Κ. Τρικούπης ΝΔ. Κατσάνος Ν
3303Λεων. Δεληγεώργης ΟΑ. Σκαλτσοδῆμος Ο
3304Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρας ΟΝ. Τζανετόπουλος
3305Δ. Λυμπερόπουλος ΝΓ. Ροδόπουλος Ο
3306Γ. Λυμπερόπουλος ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ο
3307Περ. Μποῦτος ΝΙ. Κουντουριώτης Ν
3308Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος ΝΝικ. Τσαμαδὸς
3309Ἀντ. Μάτσας ΝΠαντελῆς Γκίκας Ο
3310Νικ. Κρίσπης ΝἸωσὴφ Γρηγοριάδης
3311Ι. Ναυπλιώτης ΝΚ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3312Ἐλευθ. Μυκώνιος ΟΙ. Τσιριμῶκος Ο
3313Γεώργ. Σισμάνης ΟΔημ. Κρίτσας Ο
3314Δ. Φαρμάκης ΝΑ. Πλακτῆς Ν
3315Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Χατζῖσκος Ο
3316Ν. Καλογερόπουλος ΝΔ. Κριεζώτης Ν
3317Β. Βουδούρης Ἀλεξ. Μιλ. Κανάρης Ν
3318Γ. Ἀβέρωφ Ο
3319§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 202. Ἐψήφισαν 114
3320ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ 81 κατ’ αὐτῆς, μὴ ψηφοφορησάν-
3321των τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ
3322τῶν ἀκροατηρίων).
3323Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.).