1900.12.18
4,511 rows · 34,887 words · 339 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 18 Δεκεμβρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Πύλου, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητοῦσι τὴν ἵδρυσιν φυλακῶν αὐτόθι. Κάτοικοι Ψυχικοῦ τῆς Λαρίσης διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ χωρίου των, καὶ ἐξαιτοῦνται τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν ἐνοικίασιν ταύτην διακηρύξεως.
§2Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω, ἀνάγεται εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§4Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μοὶ γράφει ἐκ Φαρσάλων φίλος μου, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ γραφόμενα δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ δίδω πίστιν, ὅτι ἐκεῖ συμβαίνουσι δύο τινὰ, τὰ ὁποῖα κρίνω ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτά εἰσι τὰ ἑξῆς. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ Δομοκοῦ ὑπάρχει ἀξιωματικός, μένων ἐκεῖ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολλοῦ χρόνου στερεῖται καὶ ἑνὸς στρατιώτου. Τοῦτο γνωρίζων εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν, ἵνα, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα ἐκεῖ, ἐφοδιάσῃ τὸν ἀξιωματικὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ διὰ στρατιωτῶν ἀναλόγου ἀριθμοῦ, ὅπως ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν δὲ ἡ ὑπηρεσία νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, τότε ἂς τάξῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις μεγάλην ἀνάγκην ἔχει ἀξιωματικῶν. Δεύτερον μοὶ γράφει, ὅτι κατὰ τὴν 10ην περίπου παρελθόντος μηνὸς Νοεμβρίου εἷς ἀξιωματικὸς—δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι ἀστυνόμος, ἢ διοικητὴς μεταβατικοῦ—συνέλαβεν ἐν τῷ χωρίῳ Ταμπακλῆ, τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων, λαθρεμπόριον σιγαροχάρτου, ἀνερχομένου εἰς 17,160 φυλλάδια, καὶ ζυγίζοντος περὶ τὰς 45 ὀκάδας. Τὴν σύλληψιν τοῦ λαθρεμπορίου τούτου ἐπηκολούθησαν ὅλοι οἱ τύποι, οἱ ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενοι· τουτέστι τὸν λαθρέμπορον κατήγγειλαν οἱ συλλαβόντες εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται πρόστιμον εἰς τὸν λαθρέμπορον, καὶ μετὰ τοῦτο παρέδωκαν αὐτὸν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλ’ ὁ ἐπιστέλλων μοὶ γράφει, ὅτι, ἐνῷ πάντα ταῦτα ἐνηργήθησαν, μέχρι τῆς σήμερον, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐνηργήθη τι, ὅπως τὸ Δημόσιον ἐξασφαλισθῇ παρὰ τοῦ συλληφθέντος θρασυτάτου λαθρεμπόρου. Ὁ συλληφθεὶς, ὡς μοι γράφει ὁ φίλος μου, κέκτηται ἱκανὴν περιουσίαν, κινητὴν καὶ ἀκίνητον, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, ἵνα μὴ τὴν περιουσίαν ταύτην μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλους, ὅπως ὁ Ἔφορος, ὅταν ἡ ὑπηρεσία εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της, κατορθώσῃ, ἵνα τὸ Δημόσιον λάβῃ παρὰ τοῦ λαθρεμπόρου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐνεργήσῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δίκαιον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τούτων λαμβάνων ἀφορμὴν, δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ ὑποβάλω καὶ πάλιν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τουτέστι νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ λάβῃ νομοθετικὰ μέτρα, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ ἀναλογούντων φύλλων σιγαροχάρτου αὐξήσῃ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν καπνιζόντων ἀναγκάζονται ν’ ἀπορρίπτωσι τὸ ἥμισυ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ἀγοραζομένου καὶ ἀκριβοπληρωνομένου καπνοῦ, διότι τὸ σιγαρόχαρτον δὲν εἶναι ἐπαρκές. Εἶναι δὲ πολλοῦ λόγου ἄξιον τὸ πρᾶγμα, μετὰ τὴν ὑπερβολικὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ καπνὸς, τῶν 20 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἀγοράζω καπνὸν κατ’ ὀκᾶν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπορρίπτω τὰ 100 δράμια, στερούμενος τοῦ ἀναγκαίου σιγαροχάρτου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ, νὰ μελετήσῃ, νὰ πληροφορηθῇ τὰ περὶ τούτου, καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς τῶν φύλλων τοῦ σιγαροχάρτου νὰ ὁρισθῇ ἀνάλογος, καὶ οὐχὶ τόσον ἐλλιπὴς, ὡς πρὸς τὴν ἀνάλογον ποσότητα τοῦ καπνοῦ.
§5Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ, εἰς πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν καπνὸν οὐδεμία δύναται νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ἄνευ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ὁ καπνὸς καταλέγεται μεταξὺ τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Κατ’ ἀκολουθίαν, πᾶν μέτρον, εἴτε νομοθετικὸν, εἴτε μὴ, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων καὶ παραστάσεων, προέβην εἰς τ’ ἀναγκαῖα διαβήματα, καὶ ἐλπίζω νὰ ἔχω τὴν συγκατάθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ὑποβάλω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Τὸν κύριον Βουλευτὴν εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο περὶ τοῦ λαθρεμπόρου, τοῦ συλληφθέντος ἐν Φαρσάλοις. Καθ’ ἃ γινώσκω, πάντα τὰ μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ Δημοσίου.
§6Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τώρα ἐνεθυμήθην τὸ ὄνομά του· ὀνομάζεται Ἀναγνώστης Σκάρλας, καὶ εἶναι εἰδικὸς πάρεδρος τοῦ χωρίου Ταμπακλῆ τῶν Φαρσάλων.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἐλήφθη πρόνοιά τις καὶ περὶ τῆς ποιότητος τοῦ σιγαροχάρτου.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα τῆς ποιότητος δὲν χρήζει κἂν νομοθετικοῦ μέτρου. Πρὸ πολλοῦ εἶμαι ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς προμήθειαν καλλιτέρας ποιότητος σιγαροχάρτου, ὥστε νὰ ἐκλείψωσι τὰ γενόμενα παράπονα. Ἐγένετο δὲ ἤδη καὶ παραγγελία πρὸς προμήθειαν καλλιτέρας ποιότητος σιγαροχάρτου.
§9Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς κατασκευῆς δημοτικῆς ὁδοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παξῶν, ἀπὸ τοῦ λιμένος Λογγοῦ μέχρι τῆς κώμης Μαστορατίκων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ μικρὸν διὰ ζήτημα, ἐνδιαφέρον μὲν τὴν ὁδοποιΐαν τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκοινωνίαν, ἔχει ὁπωσδήποτε γενικώτερον ἐνδιαφέρον. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι βραχυτάτη, περιοριζομένη εἰς 1850 μόνον μέτρα, ἡ δὲ δαπάνη αὐτῆς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 6500 δραχμάς. Ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐνεκρίθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου κ. Τριανταφυλλάκου, ὅστις προέβη εἰς ταύτην κατόπιν ἐπανειλημμένων εὐχῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λακκιωτῶν. Ἡ δημοπρασία ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἷς δὲ τῶν ἐργολάβων ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων, ὧν τὴν δαπάνην ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον. Παρῆλθεν ἔτος καὶ πλέον, ὅτε διατάσσεται ἡ τροποποίησις τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, καὶ ὁ ἐργολάβος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸν Νομομηχανικὸν Κερκύρας, ζητῶν τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας, διότι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ οὐδεμίαν ἔλαβε μέριμναν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπαιτηθησομένην δαπάνην τῶν ἁπλῶν ἔργων, δι’ ἃ δὲν εὐθύνεται τὸ Δημόσιον, καὶ ἅτινα, κατὰ τὸν μηχανικὸν καὶ τὸν ἐργολάβον, ἔδει νὰ συμβαδίσωσιν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ καταστροφὴ τῶν τεχνικῶν. Ὁ Νομομηχανικὸς ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο δὲ διέταξε τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου μετὰ τοῦ ἐργολάβου. Ἱστορικῶς, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει οὕτω, φέρει δ’ ὅλους τοὺς τύπους τῆς καλῆς ἐνεργείας. Διότι, ἀφοῦ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν ἀνελάμβανε τὴν κατασκευὴν τῶν ἁπλῶν ἔργων, ἑπόμενον ἦτο, ὁ ἐργολάβος νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως συμβαίνει τι ἔκτροπον, διότι, κατὰ τὸν νόμον, ὑποχρεοῦται ἡ δημοτικὴ ἀρχή, ἐν περιπτώσει ἀπορίας τοῦ Δημοτικοῦ Ταμείου, νὰ καταρτίσῃ πίνακα τῶν τῶν ὀνομάτων τῶν κατοίκων, οἵτινες ὠφελοῦνται ἐκ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ, ὅπως προσφέρωσι τὴν προσωπικήν των ἐργασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἁπλῶν ἔργων. Ἀντὶ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ εἰς τοῦτο, τῇ ἁπλῇ αἰτήσει τοῦ ἐργολάβου, ὁ κ. Νομομηχανικὸς Κερκύρας ἔσπευσε νὰ διαλύσῃ τὴν ἐργολαβίαν· οὕτω δὲ ἐματαιώθη ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ, ἥτις, ἐνῷ ἀπῄτει ἐλαχίστην δαπάνην, μεγάλα ὀφέλη θ’ ἀπέφερεν εἰς μέγα διαμέρισμα τῆς ἐπαρχίας. Σημειώσατε δέ, ὅτι εἴς τε τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὸν ἐργολάβον ἦτο γνωστόν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἁπλῶν ἔργων, θὰ ἐξευρίσκοντο, καθόσον μέγα μέρος αὐτῶν, ἐδήλωσαν ὅτι θ’ ἀνελάμβανον οἱ φίλοι μου κύριοι Ἀνεμογιάννη, οἱ εἰσαγαγόντες σπουδαιοτάτην βιομηχανίαν ἐν τῇ νήσῳ, ἕτερον μέρος θὰ κατέθετον ἐγὼ, καὶ τὸ μικρὸν ὑπόλοιπον εὔποροί τινες κάτοικοι τοῦ διαμερίσματος τούτου τῆς νήσου. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι εἶχον προσωπικόν τι συμφέρον ἐκ τούτου. Οὔτε κτήματα ἔχω εἰς τὸ μέρος τοῦτο, οὔτε ἄλλο τι ὑλικὸν συμφέρον· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ συντελέσω εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ χρησιμωτάτης, ἐξυπηρετούσης ποικίλα συμφέροντα πλείστων συνοικισμῶν, καὶ ἥτις κατέστη ἀναπόδραστος πλέον, διότι ἐν τῷ λιμένι Λογγοῦ ἐγένετο κέντρον μέγα ἐμπορίου τοῦ ἐλαίου, καθόσον νεαροὶ ἐπιχειρηματίαι, οἱ κύριοι Ἀνεμογιάννη, κατεσκεύασαν οὐ μόνον ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια οἰνοπνευματοποιΐας, ἀλλὰ καὶ ἀτμοκίνητα ἐλαιουργεῖα, καὶ ἐκόμισαν ἐκ Γαλλίας διϋλιστήρια τοῦ τελειοτέρου συστήματος, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ νὰ ἴδωμεν παραγόμενα ἔλαια ὅμοια κατὰ ποιότητα πρὸς τὰ τῆς Προβηγγίας καὶ Λούκας, ἡ δὲ ὁδὸς αὕτη, ἡ εὐκολύνουσα τὴν συγκοινωνίαν τοῦ ἐλαιοφύτου καὶ πυκνῶς κατῳκημένου τούτου διαμερίσματος, ἤθελεν ἐπαυξήσει μεγάλως τήν τε ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν κίνησιν. Ἡ ἐπαρχία Παξῶν δὲν εἶναι, ἀτυχῶς, ἐκ τῶν εὐνοουμένων ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς προχέονται ἀφθόνως τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικήσεως. Μένει ἐν μέσῳ τοῦ Ἰονίου πελάγους λησμονημένη, καὶ ἐνθυμεῖται αὐτὴν ἡ Διοίκησις, μόνον ὅταν πρόκηται νὰ εἰσπράξῃ φόρους παρ’ αὐτῆς. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ παράσχῃ σημείωμα τῶν κατασκευασθεισῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὁδῶν καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπαρχίαν Παξῶν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη κατεσκευάσθη. Καὶ εἰς μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένον παρελθὸν ἂν ἀνατρέξῃ τις, καὶ πρὸ εἰκοσαετίας ἀκόμη, θὰ ἴδῃ, ὅτι οὐδεμία ὁδὸς κατεσκευάσθη. Κυρίως εἰπεῖν, μία ὑπάρχει ὁδός, ἀρχομένη ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, καὶ καταλήγουσα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ ἑτέρου δήμου· ἀλλὰ καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη κατεσκευάσθη ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας, ἐπεδιορθώθη δὲ μόνον πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας, νομίζω, τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρωτογενὴς κατάστασις τῆς ὁδοποιΐας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παξῶν! Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωμα τῶν εἰσπραχθέντων ποσῶν ἐκ τοῦ φόρου τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαίου κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παξῶν. Ἀτυχῶς, τὸ σημείωμα τοῦτο δὲν ἐλήφθη εἰσέτι, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δεικνύει τὴν αὐτὴν προθυμίαν, ἣν δεικνύει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πάραυτα ἐκόμισε τὸν φάκελον, ὃν ἔχω ἐνώπιόν μου, ἐν ᾧ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἁπλουστάτη πληροφορία, ἣν ἐζήτησα, δὲν ἐδόθη ἀκόμη εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ τόσον ταχέως, διότι ὅλοι γνωρίζετε, κατὰ τίνα τρόπον διεξάγεται ἡ δημοσία ὑπηρεσία. Μεταβαίνει τις τὴν 10½ π. μ., καὶ δὲν κατορθοῖ νὰ εὕρῃ ὑπάλληλον, ὅπως συνεννοηθῇ. Κατὰ τίνας ὥρας ἐργάζονται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγηται ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία, εἶναι ἀκατάληπτον διὰ πάντα λαβόντα ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τοῦ πλησίον ταῦτα. Καὶ τοῦτο μὲν εἶναι θέμα, ὅπερ θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴχετε ζητήσει τὰς πληροφορίας, ὅτε ἤμην ἀσθενής;
§11Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι· ἦσθε ἐδῶ.
§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὴν ἐπερώτησίν σας. Παραπονεῖσθε διὰ πληροφορίας, περὶ ὧν δὲν ἔλαβον γνῶσιν.
§13Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴτε τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς εἶναι σφάλμα, εἴτε ὀλιγωρία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγὼ ἔχω κἄποιον δίκαιον νὰ παραπονεθῶ, διότι τὸ σημείωμα τοῦτο μοὶ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὸ θέμα, ὅπερ πραγματεύομαι. Ὅπως δήποτε, Κύριοι, ἐπειδὴ γνωρίζω, τί παράγει ἡ ἐπαρχία μου, καὶ πόσην ποσότητα ἐλαίου ἐξήγαγε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκκετίαν, λέγω, ὅτι, ἐνῷ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν εἰσέπραξεν ἐκ φόρων τὸ Δημόσιον, ἐν τούτοις οὐδὲν ἔργον δημόσιον ἐξετελέσθη, οὐδὲ ἓν μέτρον ὁδοῦ κατεσκευάσθη κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα· ἠκούσατε δέ, κατὰ τίνα τρόπον ἐματαιώθη ἡ κατασκευὴ τῆς δημοπρατηθείσης ὁδοῦ. Ἐν τῷ διαμερίσματι μάλιστα, περὶ οὗ ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, οὐδεμία ἀπολύτως ὁδὸς ὑπάρχει, μεταβάλλονται δὲ οἱ ἄνθρωποι εἰς αἰγάγρους, ὅπως ὑπερπηδῶσι τοὺς ἐκεῖ ὑπάρχοντας φραγμοὺς καὶ βράχους. Ἐν τούτοις ἐκεῖ ἀσκεῖται μέγα ἐμπόριον ἐξαγωγικόν, σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἀναφαίνεται βιομηχανία, ἥτις, προοδεύουσα καὶ ὑποστηριζομένη διὰ μέσων συγκοινωνίας, θέλει καταστήσει τὸ ἔλαιον τῶν Παξῶν, ὅπερ καὶ ἤδη εἶναι τὸ ἄριστον τῆς Ἑλλάδος, περιζήτητον εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς, καὶ δυνάμενον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ ἄριστα τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας. Μετὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὁ κ. Νομάρχης Κερκύρας διέταξεν, ὅπως συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκφράσῃ εὐχὴν, ὅπως κατασκευασθῇ ἑτέρα ὁδὸς τοῦ αὐτοῦ δήμου ἀπὸ λιμένος Λάκκας εἰς κώμην Μαστοράτικα· οὕτω δὲ ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον, ἀφοῦ ἔβλεπεν ὀλιγωροῦσαν τὴν ἁρμοδίαν δημοτικὴν ἀρχὴν, καὶ μὴ μεριμνῶσαν νὰ παρασκευάσῃ κατάλογον ἐκ τῶν δημοτῶν ἐκείνων, οἵτινες, κατὰ νόμον, ὑπεχρεοῦντο εἰς προσωπικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἁπλῶν ἔργων τῆς προαναφερθείσης ὁδοῦ, ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ διατάξῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπως εὐχηθῇ τὴν κατασκευὴν ἑτέρας ὁδοῦ, ἀπὸ Λάκκας εἰς Μαστοράτικα. Κατανοεῖτε ὁποία σύγχυσις καθηκόντων ἐπικρατεῖ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς Κερκύρας! Ἐν τούτοις ἡ προτεινομένη ὁδὸς εἶναι χρησιμωτάτη καὶ αὕτη, βραχυτάτη μὲν, χρησιμωτάτη ὅμως διά τε τὸ ἐμπόριον, διὰ τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων, διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἐν γένει· θὰ ἦτο δ’ εὐκταῖον, ἂν κατωρθοῦτο ἡ κατασκευὴ αὐτῆς. Εἰς ἐμὲ ἐπικρατοῦσιν ἐνδοιασμοὶ περὶ τούτου, διότι ἡ κατασκευὴ αὐτῆς θὰ καταλήξῃ, ὅπου καὶ τῆς προηγουμένης, δηλαδὴ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας, ἀφοῦ ἡ μὲν δημοτικὴ ἀρχὴ ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὁ δὲ Νομάρχης τοιαύτην ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ὡς πρὸς τὸ ἐν λόγῳ θέμα. Ὅτι ὁ δῆμος εἶναι ἄπορος, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς δαπάνης τῶν ἁπλῶν ἔργων, εἶμαι βέβαιος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἔχει ἐπίσης τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταρτίσῃ κατάλογον τῶν ἐργασθησομένων προσωπικῶς, τὸ εἴδατε ἐκ τῆς προηγουμένης ἐνεργείας αὐτῆς· δι’ ὃ φρονῶ, ὅτι θὰ ματαιωθῇ καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη, ὅπως ἐματαιώθη ἡ πρώτη. Διὰ τῶν μέτρων τούτων, πιστεύω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὁδοποιΐα ἐν Παξοῖς, ἥτις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι, ὡς ἔλεγον ὑμῖν, ἡ νῆσος αὕτη ἔχει ἀποκληρωθῆ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, πάσης προνοίας Κυβερνητικῆς, καθόσον ἀπὸ τῆς Ἑνώσεως καὶ ἐντεῦθεν οὐδεμία ὁδὸς ἀξία λόγου κατεσκευάσθη, ἐπὶ δέκα δὲ καὶ πέντε ἔτη οὐδὲ ἑνὸς μέτρου ὁδὸς ἐστρώθη καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπαρχίαν! Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μεριμνήσῃ συστηματικώτερον περὶ ὁδοποιΐας ἐν Παξοῖς, διότι δὲν ἀγνοεῖ τὰς ἀνάγκας τῆς νήσου. Ὁ μόνος τρόπος, ὅπως κατορθωθῇ ἡ κατασκευὴ καὶ τῆς ματαιωθείσης ὁδοῦ, ὡς καὶ τῆς μελετωμένης, ἥτις εἶναι τμῆμα τῆς πρώτης, εἶναι, νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ὁδὸς, ἡ ἀπὸ τοῦ λιμένος Λογγοῦ εἰς λιμένα Λάκκας, ἐπαρχιακὴ, ἢ δημοσία, ὅπως ἀναλάβῃ πᾶσαν τὴν δαπάνην τὸ Δημόσιον, μὴ ἐπιβαρυνθῇ δὲ οὔτε τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ἁπλῶν ἔργων, οὔτε ὑποχρεωθῶσιν οἱ κάτοικοι διὰ προσωπικῆς ἐργασίας νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἔργα ταῦτα· οὕτω δὲ θὰ ἐκτελεσθῇ πλήρως ἡ ὁδὸς, διασχίζουσα ὁλόκληρον σχεδὸν τὸν δῆμον, ἑνοῦσα τοὺς δύο λιμένας, καὶ συντελοῦσα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐλαίου, καὶ εἰς τὴν ταχυτέραν συγκομιδὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου καὶ μεταφορὰν αὐτοῦ εἰς τὰ ἐλαιουργεῖα. Ἡ δημοσία αὕτη ὁδὸς, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 12 χιλιάδας ἕως 15 χιλιάδας δραχμάς. Διὰ τῆς ἐλαχίστης ταύτης δαπάνης δύναται νὰ συντελεσθῇ ἡ πλήρης συγκοινωνία τοῦ εἰρημένου δήμου, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πάντα τὰ ἀγαθὰ, τὰ πηγάζοντα ἐκ τῆς καλῆς συγκοινωνίας. Ἡ ὁδοποιΐα εἶναι ἓν τῶν κυρίων στοιχείων τῆς ἐνδείξεως τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς χώρας, ἡ δὲ παραγωγὴ αὐξάνει καὶ βελτιοῦται ἀναλόγως τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῆς. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παξῶν ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου, βελτιουμένη διὰ τῶν ἱδρυθέντων τελειοτέρων μηχανημάτων, διὰ τῶν νέων διϋλιστηρίων, θὰ παρουσιάσῃ, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ποιότητος καὶ ὑπὸ ἔποψιν ποσότητος, μεγάλην διαφοράν, ἀλλὰ θὰ τὴν παρουσιάσῃ, ἂν βελτιωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τῆς συγκοινωνίας. Τοῦτο δὲ δὲν θὰ ἦναι μόνον ὠφέλεια διὰ τὴν κοινωνίαν τῆς νήσου, ἀλλὰ θὰ ἦναι ὠφέλεια δι’ αὐτὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καθόσον ἡ τιμὴ τοῦ ἐλαίου θὰ αὐξήσῃ, ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητός του, καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Ἄλλως τε, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀνελλιπὴς εἴσπραξις τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ ἡ μέριμνα, ὅπως οἱ πόροι τῶν ἐπαρχιῶν αὐξάνωσι δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πανταχοῦ ἐνδείκνυνται. Διὰ τὴν ἐπαρχίαν Παξῶν οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐπράχθη· τὸ Δημόσιον συνήθισε μόνον νὰ εἰσπράττῃ μεγάλα ποσὰ, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐθεώρησε περιττὸν νὰ μεριμνήσῃ ποτὲ περὶ αὐτῆς. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι δὲν θὰ λείψῃ ἡ μέριμνα, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξοικονομηθῶσιν ὀλίγαι χιλιάδες δραχμῶν πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα, ζητῶ συγγνώμην, διότι ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοσαύτην ὥραν.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὀλίγη προσοχὴ μέχρι τοῦδε ἐδόθη εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῆς ἐπαρχίας Παξῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπίκρισις δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀπευθυνθῇ κατ’ ἐμοῦ, διότι εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθην διὰ τὴν ὁδοποιΐαν Παξῶν, διατάξας τὴν ἐπισκευὴν τῆς πρὸ πολλοῦ ἤδη κατασκευασθείσης ὁδοῦ.
§15Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ εἶπον.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον, τὸ ληφθὲν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο ἦτο μέτρον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, διότι εὑρέθη ἀπέναντι δημοπρασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς κατασκευὴν τεχνικῶν ἔργων δημοτικῆς τινος ὁδοῦ. Ὡς γινώσκετε, τὰ τεχνικὰ ἔργα δὲν δύνανται νὰ κατασκευασθῶσιν ἢ καθ’ ὅσον τὰ ἁπλᾶ ἔργα ἐκτελοῦνται, δὲν ὑπῆρξε δὲ διάθεσις ἐκ μέρους τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, τῆς μόνης ἁρμοδίας, ἵνα λάβῃ μέτρα πρὸς τοῦτο, ὅπως ἐκτελεσθῶσι τὰ ἁπλᾶ ἔργα. Παρεπονέθη λοιπὸν ὁ ἐργολάβος, ὅτι παρήρχετο ὁ χρόνος, καὶ ὅτι εἶχεν ἐπιστῆ πλέον ὁ καιρός, ὁ ὁποῖος ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας. Ἠναγκάσθη τότε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ γείνῃ μεγαλειτέρα τις ὁδὸς, ἵνα χαρακτηρισθῇ ὡς ἐπαρχιακὴ, καὶ ἑπομένως νὰ κατασκευασθῶσι καὶ τὰ τεχνικὰ ἔργα καὶ τὰ ἁπλᾶ ἔργα δαπάναις τοῦ Δημοσίου, θὰ ἐξετάσω τὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, δίδων παραγγελίαν εἰς τὸν Νομομηχανικόν, ὅπως μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§17ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀποβλέπει ἐν συνόλῳ εἰς τοὺς ἐμπόρους Καλαμῶν. Ὁ Ταμίας ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς πρόστιμον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐτήρησαν τὰ ἐμπορικά των βιβλία καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν ὁ νόμος εἶναι δυσεφάρμοστος, ἢ ἐὰν οἱ ἔμποροι ἔσφαλαν, μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον τοῦτον. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι, ὄχι μόνον οἱ ἔμποροι τῶν Καλαμῶν δὲν ἐτήρησαν τοὺς τύπους τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὰ τρία τέταρτα τῶν ἐμπόρων ὅλου τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ πιστεύσω κακοπιστίαν ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις προέρχεται ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας δυσκόλως οἱ ἔμποροι δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, κρίνων τὴν ἔφεσιν αὐτῶν τῶν ἐμπόρων, —διότι κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ταμίου ἔκαμαν ἔφεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον—τοὺς κρίνῃ μὲ τὸ ἐπιεικὲς δίκαιον, μὴ ἐγκρίνων τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας ὁ Ταμίας ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς.
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, εἰς ἀπάντησιν τοῦ βουλευτοῦ Καλαμῶν κ. Περρωτοῦ. Τὸ παράπονον αὐτοῦ, ὡς εἶναι γνωστόν, εἶναι γενικώτερον, διότι καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν τὸ αὐτὸ προεβλήθη παράπονον...
§19ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον, κύριε Ὑπουργέ.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω πληροφορῶν τὴν Βουλήν, ὅτι συνέστησα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δικάζει κατ’ ἔφεσιν, νὰ ἦναι ὅσον οἷόν τε ἐπιεικέστερον εἰς τὰς ἀποφάσεις, ἃς ἐκδίδει κατ’ ἔφεσιν. Πράγματι τοιοῦτο πνεῦμα ἐπεκράτησεν ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ, καθόσον ἐκ τῶν ἐκδοθεισῶν μέχρι τοῦδε κατ’ ἔφεσιν ἀποφάσεων αἱ πλείονες ἦσαν ἀθωωτικαί. Ὑπάρχει ὅμως μέγας ἀριθμὸς τοιούτων ἀποφάσεων ἐκκρεμῶν παρὰ τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ. Καὶ ὡς πρὸς ταύτας συνέστησα, ὅπως αἱ ἐφέσεις αὗται ἐκδικασθῶσιν ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἐπιεικείας πνεύματι. Πλὴν τούτου, προέβην καὶ περαιτέρω, συστήσας εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον νὰ παρασκευάσῃ νομοσχέδιον, ὑποβληθησόμενον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σκοποῦν εἰς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι πρόληψιν ἀδικαιολογήτου τιμωρίας τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες, ὡς ἐκ τοῦ μικροῦ κύκλου τῶν συμφερόντων των, δὲν ἔχουσι τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν εὐκολίαν, ἵνα τηρῶσιν ἐπὶ χαρτοσήμου ἐμπορικὰ βιβλία. Εἰς τὴν παρασκευὴν τοιούτου νομοθετήματος ὑπάρχουσι δυσχέρειαι, διότι πρέπει ὁπωσδήποτε διὰ νόμου νὰ καθορισθῇ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἐμπόρου. Κατὰ τὸν Ἐμπορικὸν Νόμον, πᾶς ἔμπορος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τηρῇ τοὐλάχιστον δύο βιβλία, τὸ βιβλίον τὸ Καθημερινὸν καὶ τὸ βιβλίον τῆς Ἀπογραφῆς. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ὡς πάντες γινώσκομεν, δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν φορολογίαν, ἀλλ’ ἐπεβλήθη πρὸς τακτικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐμπορικῶν δοσοληψιῶν καὶ ὑποθέσεων. Εἰς τὰ βιβλία ταῦτα ὁ Ἐμπορικὸς Νόμος ἀποδίδει καὶ ἀποδεικτικὴν ἰσχύν. Ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος τοῦ 1892 ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς χαρτοσημάνσεως τῶν βιβλίων τούτων, ἢ μᾶλλον ἐκύρωσε τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐμπόρου τῆς ἐπὶ χαρτοσήμου τηρήσεως τῶν βιβλίων τούτων, διότι ἐπέβαλε ποινὴν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας σεσημασμένα τὰ βιβλία ταῦτα. Ἡ δυσχέρεια πρὸς διατύπωσιν τοιούτου νομοθετήματος προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ὁ ἀντὶ ὀλίγων δραχμῶν ἀγοράζων ἓν ἐμπόρευμα καὶ μεταπωλῶν τοῦτο διεξάγει ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ἤτοι εἶναι ἔμπορος. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ δυσκολία, ὅπως ἐπινοηθῇ διατύπωσις νομοθετική, ἀπαλλάττουσα τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας. Ὁπωσδήποτε εἶναι ὑπὸ μελέτην τὸ θέμα, ὑποθέτω δέ, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ μία λύσις ἐπιεικής. Μέχρις οὗ δὲ νομοθετικόν τι μέτρον ῥυθμίσῃ τὰ περὶ τούτου, ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐφέσεων θέλει γίγνεσθαι ἐν πνεύματι ἐπιεικείας ὑπὲρ τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν.
§21Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ πολλοὶ ἔμποροι ἐκ Σύρου ἔγραψαν καὶ ἔκαμαν τὰ αὐτὰ παράπονα. Ἀπετάθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὄντως εἶδον, ὅτι ἔχουσιν ἐν μέρει δίκαιον οἱ ἔμποροι αὐτοί, διότι οὐσιαστικῶς δὲν πταίουν· ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πολὺ φυσικά, δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτήσεις των, διότι κατὰ τύπους ἔχουσιν ἄδικον. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐπισπεύσῃ τὴν ἀπόφασίν του.
§22ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς καταλόγους τῶν ἐργατῶν, οἵτινες παρέδωκαν σμύριδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον.
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§24ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐπίσης θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ προσκομίσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὑπογραφὲν ἀπὸ τὸν Νομάρχην Κυκλάδων, ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Πάρου καὶ ἀπὸ τὸν ἐκμεταλλευτὴν σιδήρου ἐν Ἀντιπάρῳ κ. Νοβάραν, ὁμοῦ μὲ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ἐξαχθέντος σιδήρου κατὰ τὸ ἔτος 1899· διότι μοὶ γράφουσιν, ὅτι ὁ Νομάρχης Κυκλάδων ἐκάλεσε τὸν κ. Νοβάραν καὶ τὸν Δήμαρχον ν’ ἀποφασίσουν, τί θὰ πληρωθῇ εἰς τὴν κοινότητα, ἡ ὁποία ἔχει τὰς γαίας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ τί θὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλά, πρὶν ἢ παρουσιασθῇ ὁ Δήμαρχος κατὰ τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, παρουσιάσθη, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Νοβάρα, ὁ κ. Ναυπλιώτης, ὅστις μετὰ τοῦ κ. Νομάρχου ἐξήλεγξαν τοὺς λογαριασμούς, καί, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, τρεῖς τὸ λάδι, τρεῖς τὸ ξεῖδι καὶ ἓξ τὸ λαδόξειδο, εἶπον, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν ἐξωδεύθη εἰς τὴν ἐξόρυξιν, καὶ ἐζημιώθη ἡ Ἑταιρεία 65,000 δραχμὰς καὶ ἓν λεπτόν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν, (ἱλαρότης) ἐπὶ 12,700 τόννων, φορτωθέντων ἐπὶ τεσσάρων ἀτμοπλοίων. Ἤθελον λοιπὸν νὰ παρατηρήσω τὰ πρωτόκολλα ταῦτα καὶ τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους συνέταξεν ὁ κ. Νοβάρας διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του κυρίου Ναυπλιώτου, διὰ νὰ ἴδωμεν, πῶς ὁ κύριος Νομάρχης μετὰ τοῦ κυρίου Ναυπλιώτου ἀπεφάσισαν, χωρὶς νὰ ἦναι ὁ Δήμαρχος παρών. Ὁ Δήμαρχος ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀφοῦ προηγουμένως ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ τὰ πρωτόκολλα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ κοινότης τῆς Ἀντιπάρου εἶναι κάτοχος τῶν γαιῶν, ἐξ ὧν ἐκμεταλλεύεται ὁ σίδηρος.
§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Πυλίας λαμβάνω ἀναφοράν τινα, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ καταγγέλλουσαν παραβάσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ δήμῳ Πύλου ὑπάρχει ἰχθυοτροφεῖόν τι, ἐν θέσει Νταλιάνη. Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ ἰχθυοτροφείου ἐκείνου, θέλοντες νὰ ἐπεκτείνωσι τὰς ἐργασίας των, ἀντὶ νὰ περιορίσωσι τὸ ἰχθυοτροφεῖον ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ, τοὐναντίον ἐπεξέτειναν αὐτό, καὶ ἐσχηματίσθησαν ἕλη, ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ δὲ τῶν τοιούτων ἑλῶν κατελήφθησαν ἰδιοκτησίαι πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια, λαβόντες προσωρινὰ μέτρα. Ὁ δικηγόρος ὅμως ἐκεῖ τοῦ Δημοσίου, στρεψοδικῶν, ἀνὰ πᾶσαν προδικαστικὴν ἀπόφασιν ποιεῖται καὶ μίαν ἔφεσιν, καὶ ἀρκεταὶ ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις παρατάσεως προθεσμιῶν· ὁ δὲ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Πυλίας μετὰ χωροφυλάκων μετέβη ἐκεῖ, καὶ κατέλαβεν ἀμπέλους, καὶ κατέστρεψε τάφρους, αἱ ὁποῖαι εἶχον κατασκευασθῆ ἀπὸ Τουρκοκρατίας. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι μέτρα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§26Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε, ἔχουσιν ἀποταθῆ ἐκ Πυλίας, καὶ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μαντινείας, ἐπίκειται καὶ κίνδυνος διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, διότι, ἐπιχωσθεισῶν τῶν τάφρων, πλημμυροῦσι τὰ ὕδατα, μεταβαλλόμενα εἰς ἕλη, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε πόσον ἐπικίνδυνα εἶναι εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Ποιοῦμαι λοιπὸν ἔκκλησιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως διατάξωσι τὰ δέοντα.
§27Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιστεύσαμεν, ὅτι θέλει βελτιωθῆ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, καὶ χάριν μάλιστα τῆς βελτιώσεως ταύτης δὲν ἀπωκνήσαμεν καὶ ἁδροτάτους μισθοὺς νὰ χορηγήσωμεν εἰς ἐκείνους, παρὰ τῶν ὁποίων ἠλπίζομεν αὐτὴν τὴν βελτίωσιν. Δυστυχῶς ὅμως, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἤκουσα ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους παραπονουμένους περὶ καταχρήσεων, γενομένων ἐν τοῖς ταχυδρομικοῖς γραφείοις εἰς τὰς ἐπιταγὰς, καὶ πρό τινων δὲ πάλιν ἡμερῶν, ἐνῷ ἀπεστάλη ἐκ Καλαβρύτων τὴν 5 ἱσταμένου μηνὸς συστημένη ἐπιστολὴ, περιέχουσα ἐπιταγὴν, πρὸς τὸν ἐνταῦθα Θεόδωρον Παπαδόπουλον, ἡ ἐπιστολὴ αὕτη δὲν ἐλήφθη. Ὁ πρὸς ὃν ἀπεστέλλετο ἡ ἐπιστολὴ προσῆλθεν εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως ἀνευρεθῇ ἡ ἐπιστολή του. Ἐν τούτοις περιέπαιζον τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, μέχρις ὅτου σήμερον, προσελθόντα πάλιν, τὸν ἀπεδίωξαν κακὴν κακῶς. Νομίζω, ὅτι τὴν τοιαύτην βελτίωσιν δὲν ἀνέμενεν ἡ Πολιτεία. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως λάβῃ μέτρα περὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ καταθέσῃ σημείωμα, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§29Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Διότι πιθανὸν αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι εἰς αὐτὸν, νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς. Καὶ προχθὲς ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων ἐπέκρινε τὴν διαγωγὴν τῆς Διευθύνσεως τῶν Τηλεγράφων, λόγῳ, ὅτι εἰσήγαγε τὴν λογοκρισίαν ἐπὶ τῶν τηλεγραφημάτων, τῶν στελλομένων ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Βόλον. Ἀμέσως ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς Διευθύνσεως, ἡ ὁποία μοὶ ἔδωκε τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· ὅτι διὰ Βόλον δὲν ἐλήφθησαν παρὰ δύο μόνον τηλεγραφήματα — τῶν ὁποίων καὶ μοὶ ἀπεστάλη τὸ κείμενον — σχετικὰ πρὸς τὴν συζήτησιν, τὴν λαβοῦσαν χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος. Αὐτὰ τὰ δύο τηλεγραφήματα ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸ Τηλεγραφεῖον Ἀθηνῶν, καὶ ἐξ αὐτῶν οὐδὲν περιεκόπη. Τοιαῦται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων μοὶ ἔδωκε κατόπιν τῆς ὑποβληθείσης ἐπερωτήσεως, καὶ ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτήν, ἵνα ἀρυσθῇ θετικωτέρας πληροφορίας ἀπὸ τὸν δόντα αὐτῷ τὴν πρώτην πληροφορίαν, ὅτι ἀπέστειλε τηλεγράφημα, καὶ ὅτι περιεκόπη τοῦτο, ὅπως δυνηθῶ νὰ διατάξω ἀνάκρισιν.
§31Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὅσα εἶπον ἐγώ, τὰ εἶπον ὡς λεχθέντα μοι παρὰ τοῦ ἀνταποκριτοῦ, ὅστις παρέδωκε τοιοῦτον τηλεγράφημα εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον Ἀθηνῶν, ὑπὸ τοῦ ὁποίου, ὡς μοὶ παρέστησεν, ἀπεκόπη ἓν μέρος ἐκ τοῦ ὅλου τηλεγραφήματος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ὁ καιρὸς, ὅπως λάβω θετικωτέρας πληροφορίας...
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§33ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. Καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διότι καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὡς ἀκριβῆ, ὅσα ἀφηγήθην.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ταχυδρομικὸν ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ ἡ βραδύτης, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γένηται ἡ διανομὴ πρὸ τῆς παρελεύσεως 10 ἢ 15 ἐνίοτε ἡμερῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ βραδύτης αὕτη δὲν εἶναι εὔλογος. Ἐλλείπει ζῆλος. Ἀλλὰ τί ὑπηρεσία ταχυδρομικὴ δεμάτων εἶναι αὐτὴ, ὅταν, ἀποστελλόμενον πρᾶγμά τι διὰ φορτωτικῆς, ὡς ἐμπόρευμα, πρόκηται νὰ φθάσῃ ταχύτερον τοῦ ταχυδρομικοῦ δέματος; Οὐδαμοῦ ἀλλοῦ, ὑποθέτω, συμβαίνει τοῦτο, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ μειωθῇ τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι νὰ παύσῃ ἐντελῶς, ἡ βραδύτης αὕτη.
§35Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὲ, φέρω εἰς γνῶσίν σας, ὅτι δέμα ταχυδρομικὸν, ἀποσταλὲν παρὰ τοῦ κ. Μπράτιτς, ὑποπροξένου τῆς Αὐστρίας ἐν Λευκάδι, πρὸς τὸν κ. Γιαλινᾶν, δὲν ἐλήφθη εἰσέτι ἀπὸ πέρυσι, παρ’ ὅλας τὰς πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων παραστάσεις μου, προφορικάς τε καὶ ἐγγράφους. Ὅθεν σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐνεργήσητε τὰ δέοντα, πρὸς ἀποφυγὴν δικαίων παραπόνων.
§36Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πολλοὶ τῶν κατοίκων Στρεζόβης, τοῦ δήμου Παΐων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, παραπονούμενοι διὰ τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς δηλώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπειδὴ οἱ κάτοικοι ἀπουσίαζον, ἕνεκα τῶν ἐργασιῶν των, εἰς τὰ σταφιδοφόρα μέρη, προέβησαν αἱ γυναῖκες αὐτῶν εἰς τὴν δήλωσιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐπιθεωρήσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις ἐκείνας τῶν γυναικῶν, καὶ προέβη εἰς σύνταξιν πρωτοκόλλων ἐναντίον τῶν συζύγων των. Οἱ σύζυγοι προσέφυγον δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ᾐτήσαντο νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ πληρώσουν τὸν φόρον των ἀμέσως, καὶ νὰ προσαγάγωσι καὶ τὰ διπλότυπα τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, ὅπως μὴ ἐκδώσῃ οὗτος ἐναντίον των ἀποφάσεις καταδικάζουσας αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ διπλασίου φόρου. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπήντησεν. Προσῆλθον οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸν Ταμίαν, διὰ νὰ πληρώσουν, ἀλλ’ εἰς τὸν Ταμίαν δὲν εἶχον μεταβιβασθῇ ἀκόμη τὰ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καὶ δὲν ἐπλήρωσαν, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ Εἰρηνοδίκης ἐδέχθη τὰ συνταχθέντα πρωτόκολλα, καὶ κατεδίκασεν αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ διπλασίου φόρου. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄδικον. Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι προσῆλθον μόνοι των, ἵνα πληρώσουν τὸν φόρον των, διατὶ νὰ πληρώσουν τὸ διπλάσιον; Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ, ἕνεκα τῶν δηλώσεων τῶν γυναικῶν, θὰ ὑποχρεωθῶσιν ἴσως νὰ πληρώσουν διὰ τὰ αὐτὰ κτήνη καὶ ἄλλον φόρον, τρίτον τοῦτον. Ἡ παροιμία ὅμως λέγει, ὅτι ἀπὸ ἕνα ἀρνὶ δύο τομάρια δὲν λαμβάνονται· ἡμεῖς ζητοῦμεν τρία τομάρια! Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μεριμνήσητε, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ φορολογούμενοι αὐτοὶ ἐζήτησαν νὰ καταβάλουν τὸν φόρον των, νὰ τοὺς ἀπαλλάξητε τοῦ προστίμου· διότι εἰς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν, εἰς ἣν εὑρίσκονται, δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν καὶ πρόστιμα.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὅπως τὴν διαβιβάσω εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, καὶ, ἂν τυχὸν τὰ ἀναφερόμενα ἔχωνται ἀληθείας, νὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· ὅτι, ἐὰν τοὺς φορολογουμένους αὐτοὺς κατεδίκασεν ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ Εἰρηνοδίκης εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ νόμου. Περιέμενον νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι ἐν γνώσει τοιούτων ὑποθέσεων, ὅτι θὰ διατάξῃ ἀμέσως τὴν ἄρσιν αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος. Ἰδοὺ, τί συμβαίνει. Ἐὰν παρέλειψαν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Παΐων νὰ δηλώσουν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη των, ἢ τὰ ἐδήλωσαν αἱ γυναῖκές των, εἶναι ἀδιάφορον· ἀλλ’ ὅ,τι ἐνδιαφέρει ἡμᾶς καὶ τὸν νόμον, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικασθῶσιν ἐν τῷ Πταισματοδικείῳ ὑποθέσεις ἐπὶ παραλείψει δηλώσεως ζῴων, διότι ὁ τελευταῖος νόμος περὶ τῶν σφαζομένων ζῴων διὰ διατάξεως καταργεῖ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ ͵ΒΠʹ νόμου (τὸ 116–121), εἰς ἐκεῖνα δὲ τὰ ἄρθρα περιλαμβάνεται τὸ δικαίωμα τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἵνα δικάσῃ τοὺς παραλείψαντας νὰ δηλώσουν, καὶ καταδικάσῃ αὐτοὺς εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀνεφάνη κατὰ πρῶτον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος, ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης, γνώστης τῶν νόμων, — καὶ τῶν τελευταίων μάλιστα — ἀπέσχε νὰ ἐξετάσῃ τὰ διάφορα πρωτόκολλα, τὰ συνταχθέντα ἐναντίον τῶν παραλειψάντων νὰ δηλώσουν, καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον εὗρεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐγκυκλίου, ἢ ἑρμηνείας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ Εἰρηνοδίκαι νὰ δικάσουν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἵτινες διατάξεις εἶχον καταργηθῆ διὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου περὶ φορολογίας τῶν σφαζομένων ζῴων. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησαν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν, ἀποσχοῦσα ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκδικάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ Εἰρηνοδίκης Καλαβρύτων ἐδίκασε καὶ κατεδίκασεν εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου, τοῦτο εἶναι παράνομον, ἐναντίον τοῦ τελευταίου νόμου, καὶ βεβαίως μία ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἡ ἀμάθεια τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐδημιούργησε.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἑβδομάδων τινῶν εἶχε γενῇ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν κληροδοτημάτων, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μοὶ ἐφάνη, ὅτι κατέθηκεν ἡμέραν τινὰ πληροφορίας τινὰς περὶ τούτων. Σήμερον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ Βασ. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτοῦ, ἢ καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, δι’ ὧν προεκηρύχθησαν διαγωνισμοὶ πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑποτρόφων, ἵνα σπουδάσωσιν ὡρισμένας γνώσεις. Ὡσαύτως νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ Β. Διατάγματα, — ἐὰν ἐξεδόθησαν τοιαῦτα — διὰ τῶν ὁποίων διωρίσθησαν τυχὸν ὑπότροφοι. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων, τῶν πραγματευομένων περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακωχῆς τοῦ 1898 χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου τοῦ στρατοῦ, καὶ περὶ τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τοῦ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ εἰρημένου ἐργολάβου λογαριασμοῦ.
§40Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, δηλοῦσαν, τίνα κληροδοτήματα ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ θεωρεῖ ὡς ῥητῶς καθωρισμένα εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς, εἴτε διὰ τῶν διαθηκῶν, εἴτε διὰ προγενεστέρων νόμων ἢ Β. Διαταγμάτων, καὶ τίνα ὡς μὴ ῥητῶς καθωρισμένα εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς διὰ διαθηκῶν, ἢ διὰ προγενεστέρων νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων.
§41ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησιν. Δηλῶ δὲ, ὅτι ἐσκόπουν νὰ καταθέσω καὶ νομοσχέδιον περὶ διευθετήσεως τῶν κληροδοτημάτων.
§42Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν συμπληρωματικὰς πληροφορίας, αἰτηθείσας παρὰ τοῦ κ. Νέγρη, ὡς πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ ἀμέσων φόρων κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον. Ἐπὶ τῇ προκλήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νάξου Βουλευτοῦ, ὑποβάλλω πίνακα, ἢ μᾶλλον κατάστασιν τῶν ἐργασθέντων πρὸς ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 25 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἐν Νάξῳ. Ἐπίσης ὑποβάλλω πίνακα τῶν δικηγόρων, εἰς οὓς ἀνετέθησαν ἐν Ναυπλίῳ ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1900, αἰτηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Φικιώρη. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀποθανόντος ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη». Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τι, ἀφοῦ εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ὁ ἀείμνηστος Μιλτιάδης Κανάρης, καὶ ἀφοῦ βεβαιωμένον εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ γλίσχρου τῆς συντάξεως τῶν 135 δραχμῶν, αἵτινες ἤθελον ἀπονεμηθῆ εἰς τὴν χήραν αὐτοῦ, κατὰ τοὺς νόμους περὶ ναυτικῶν συντάξεων, εἶναι ἀδύνατος ἡ συντήρησις τῆς χήρας τοῦ ἀντιναυάρχου Κανάρη.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 99).
§44Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι πρὸ ἡμερῶν κατέθηκα σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν παρεκάλουν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν διατελούντων ἐν διαθεσιμότητι, τῶν ἡλικιῶν αὐτῶν κλπ. Ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, ἴσως ἕνεκα τῆς ἀσθενείας του, δὲν ἠδυνήθη νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα αὐτόν, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ὑπενθυμίζω.
§45Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μοὶ ἐστάλη, καὶ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ τὸ ἐπιδείξω εἰς τὴν Βουλήν, τεμάχιον ἄρτου, τὸν ὁποῖον τρώγουν οἱ Καυκάσιοι ἐν Ἑλλάδι, οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ χωρίῳ τοῦ κ. Πλατανιώτου, ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ μὲ παρακαλοῦσι νὰ συστήσω, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ἡ Βουλή. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμήν, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ ληφθῇ πρόνοια οἱαδήποτε περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. (Καταθέτει τεμάχιον μέλανος ἄρτου).
§46Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπαντῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ φόνου τοῦ ταγματάρχου Ι. Φικιώρη, εἶπεν, ὅτι πάντα, ὅσα εἶπον, εἶναι ἀβάσιμα· ὅτε δὲ κατέθηκε τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα, ἐξέφρασε τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελον καὶ ἐγὼ πεισθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς καὶ νομίμως ἔπραξε, καὶ ὅτι ἤθελον παραιτηθῆ νὰ φέρω τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον ὑμῶν. Ὅτε ταῦτα διεβεβαίωσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ἐθεώρησα ἐμαυτὸν εὐτυχῆ· εὐτυχῆ, διότι δὲν θὰ ὑπῆρχε μία κηλὶς κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν· εὐτυχῆ, διότι θὰ ἀπηλλασσόμην τοῦ κόπου νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ, καίτοι ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἐλπίδος ἐμελέτησα τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καίτοι ἀνεζήτησα νὰ εὕρω στοιχεῖα δικαιολογοῦντα τὴν Κυβέρνησιν, λυποῦμαι, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω στοιχεῖον, οὐ μόνον δικαιολογοῦν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδ’ ἀσθενῶς δικαιολογοῦν αὐτήν· τοὐναντίον, ἡ μελέτη τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπέδειξε δύο κακά· ὅτι ἐξετελέσθη πρᾶξις ἀναιροῦσα τέλεον τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ οὐδ’ αὐτῶν τῶν δεσποτικωτάτων τοῦ μεσαίωνος Κρατῶν, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως, τά τε πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά, ἐπεδείξαντο πρωτάκουστον ἀνανδρίαν. Θέλετε φρίξει, πῶς, ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τριῶν ἢ τεσσάρων ἐνόπλων, ἐξηφανίσθησαν ἐν Σπάρτῃ πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ τέλεον. Δὲν θέλω νὰ προκαταλάβω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, διὰ τῶν κρίσεων τῶν ἐμῶν, δὲν θέλω νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς τὰς πεποιθήσεις μου· ἐπιθυμῶ, τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς, αὐτὰς τὰς πεποιθήσεις νὰ τὰς ἀρυσθῆτε ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ἠρύσθην αὐτάς. Τί συνέβη ἐν Σπάρτῃ; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα. Κατόπιν θέλομεν ἴδει, τί συνέβη ἐπὶ τῶν κορυφῶν τοῦ Ταϋγέτου. Τὸ πρῶτον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὕτως ἀπεικονίζει τὰ συμβάντα (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Ἀθήνας. «Ταύτην τὴν στιγμήν, ὥρᾳ 9 μ. μ., πέντε ἄνδρες φουστανελλοφόροι, ὡπλισμένοι μὲ ὅπλα Γκρᾶ, εἰσῆλθον ἐν τῇ ἐνταῦθα οἰκίᾳ Μοιράρχου, ἐτραυμάτισαν αὐτὸν ἐλαφρῶς εἰς τὴν χεῖρα, ἐπλήγωσαν θανασίμως ὑπηρέτην κ. Νομάρχου, ὀνόματι Μιχαὴλ Φιλιππόπουλον, καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. «Ἅπασαι αἱ ἀρχαὶ ἔσπευσαν πρὸς καταδίωξίν των. «Τάξις διεσαλεύθη. «Ἀναπληρῶν ἀστυνόμον «Πιτσούρης ἐνωμοτάρχης.» Λίαν ἐπεῖγον εἶναι αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Πιτσούρη, πρώτου τηλεγραφήσαντος. Δεύτερον τηλεγράφημα, ἐπίσης «λίαν ἐπεῖγον», εἶναι τὸ τοῦ τραυματισθέντος Μοιράρχου (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν καὶ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Ἀθήνας. «Ἕνεκεν αὐστηρᾶς καταδιώξεως φυγοδίκων, ἠνάγκασα τούτους νὰ ἐκμανῶσιν ἐναντίον μου, καὶ ἐπιβουλευθῶσι τὴν ζωήν μου. Περὶ τοὺς πέντε–ἕξ τοιοῦτοι, εἰσελθόντες εἰς οἰκίαν μου περὶ τὴν ἐνάτην μ. μ., μὲ ἐπυροβόλησαν, πληγώσαντές με καιρίως ἐπὶ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος καὶ ἀντιβραχίονος. «Μοίραρχος Λακεδαίμονος «Κατὰ διαταγὴν «Ἰω. Καρύδης.» Τρίτον τηλεγράφημα εἶναι τὸ τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου Σπάρτης κ. Μαρκεζίνη πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Πρωτοφανῆ πράγματα! «Εὑρισκόμεθα ἔξω γραφείου, ὅτε αἴφνης περὶ 9ην ὥραν ἠκούσαμεν πυροβολισμοὺς ἐν μέσαις ὁδοῖς. Πέντε ἕως ἕξ ἄγνωστοι, πάνοπλοι διέτρεχον τὰς ὁδοὺς τῆς Σπάρτης, πυροβολοῦντες, ἀφοῦ εἰσῆλθον πρότερον οἰκίαν Μοιράρχου Σκουταρίδου, καὶ ἐπλήγωσαν διὰ πυροβόλου αὐτὸν εἰς ἀριστερὸν ἀντιβραχίονα. Κατὰ τοὺς ἐν ταῖς ὁδοῖς πυροβολισμοὺς ὑπηρέτης μου, κατελθὼν εἰς θύραν, ὅπως ἴδῃ συμβαίνοντα, προσεβλήθη διὰ σφαίρας Γκρᾶ ἐκ τῶν ὄπισθεν πρὸς τὴν βουβωνικὴν χώραν ἐπικινδύνως. «Κόσμος κατάπληκτος. — Ἀνάγκη στρατιωτικῆς ἰσχυρᾶς δυνάμεως, ὑπὸ ἀνώτερον ἀξιωματικόν. Ἀνάγκη ἐπείγουσα, πρὸς ἐπαναφορὰν τάξεως διασαλευθείσης. «Νομάρχης Λακεδαίμονος «Θ. Μαρκεζίνης.» Τέταρτον τηλεγράφημα εἶναι τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἐπεῖγον. «Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν, Δικαιοσύνης «Ἀθήνας. «Κατόπιν νυκτερινῆς τηλεγρ. ἀναφορᾶς μου περὶ φοβερῶν γεγονότων Σπάρτης, μόλις σήμερον διαβιβασθείσης ὑπὸ ἐνταῦθα Τηλεγραφείου, καθότι κατὰ τὴν ὥραν τῆς διαδραματίσεως τῶν σκηνῶν εἶχε κοπῆ τὸ τηλεγραφικὸν σύρμα, ἐνηργήθησαν πάραυτα δέοντα εἰς ἀποκατάστασιν γραμμῆς. Ἐξεπέμφθησαν εἰς περίχωρα πόλεως ἀποσπάσματα χωροφυλάκων, ἀστυφυλάκων, ἅτινα ἐπέστρεψαν σήμερον, μὴ δυνηθέντα ἀνακαλύψαι ἴχνη αὐτουργῶν. Ὑπόλοιπος μικρὸς ἀριθμὸς ἀνδρῶν δημοσίας δυνάμεως περιεπόλει πόλιν. Ἐκρατήθη εἷς ὑπηρέτης οἰνοπωλείου, εἰς ὃ εἶχον εἰσέλθει δι’ οἶνον, ὁπόθεν ἐπετέθησαν κατὰ Μοιράρχου ἐντὸς πλησίον οἰνοπωλείου κειμένης οἰκίας αὐτοῦ. Ἐθεάθησαν εἶτα ἔξω Ξενοδοχείου, γενόμενοι ἐν μέσῳ τῶν πυκνῶν πυροβολισμῶν ἄφαντοι. Πληγωθεὶς ὑπηρέτης μου Μιχ. Φιλιππόπουλος ἐξέπνευσεν ἤδη. «Ἔλαβον πάντα ἐκ τῶν ἐνόντων μέτρα, συνεννοούμενος μετ’ οἰκείων ἀρχῶν. «Τάξις φαίνεται ἀποκατασταθεῖσα, ἀλλ’ ἀνάγκη ἔλθῃ τάχιστα στρατιωτικὴ δύναμις, πρὸς ἐπιτυχῆ καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν κακοποιῶν στοιχείων. Νομάρχης «Θ. Μαρκεζίνης.» Τὸ πέμπτον τηλεγράφημα εἶναι διάφορον (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν. Ἀθήνας. «Ἄλλην ὄψιν ἔλαβον πράγματα. Χθὲς γενικῶς ἐπιστεύετο, ὅτι κίνημα ἐγένετο παρ’ ἀποστράτου ταγματάρχου Φικιώρη Ἰωάννου. Σήμερον ἀνευρέθη καὶ παρεδόθη Εἰσαγγελεῖ Πρωτοδικῶν προκήρυξις, γεγραμμένη διὰ πολυγράφου, φέρουσα ὑπογραφὴν εἰρημένου ἀποστράτου, καλοῦσα ὁπλίτας στρατεύματος καὶ παλληκάρια ἀκολουθῆσαι κίνημά του καταλύσεως ἀρχῶν. — Πολλαὶ ὅμοιαι προκηρύξεις εὑρέθησαν κολλημέναι ἐπὶ τηλεγραφικῶν στύλων, ἀπὸ χωρίου Σκλαβοχωρίου μέχρι Σπάρτης. — Εἰρημένος, ἀπὸ παρελθοῦσαν Κυριακὴν ἀπουσιάζων, καταζητεῖται.—Ἀναμένομεν τάχιστα ἐνίσχυσιν στρατιωτικήν. Νομάρχης «Μαρκεζίνης.» «Διοικητὴς Μοίρας καὶ α. ἀ. «Καρύδης ὑπολοχαγός.»
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐτηλεγράφησε;
§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν 5 Ἰουνίου, περὶ ὥραν 9 μ.μ., ἐγένετο ἡ ἐμφάνισις αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἐνόπλων, καὶ τῇ 8 Ἰουνίου ἐστάλη τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὴν 5 Ἰουνίου ἦσαν αἱ σκιαί.
§50Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ σκιῶν.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προκηρύξεις δὲν μᾶς ἀναγινώσκετε;
§52Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εὐχαρίστως. Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα μετέδωκαν τὰ συμβάντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Εὐτυχῶς, δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ ἄνδρες οἱ νηφάλιοι, δὲν ἔλειψαν καὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ψυχραίμως ἀντελήφθησαν τὰ περιστατικὰ, καὶ διεφώτισαν ἀμέσως τὴν Κυβέρνησιν. Τοιοῦτος δὲ ἀνὴρ ὑπῆρξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Πρωτοπαπᾶς, ὁ ὁποῖος ἀμέσως ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐκθέσεώς του, ὅτι τὸ κίνημα ἀποδεικνύει ἄνθρωπον ἀμφιβόλων φρενῶν, ὁ ὁποῖος, προσελκύσας πέντε ἑτέρους, ἀγνώστους, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα φυγοδίκους, προέβη εἰς στασιαστικὸν πραξικόπημα, πρὸς ἐπιτυχίαν μὴ ἐξηγουμένου σκοποῦ. Σᾶς ἀναγινώσκω τὰ κυριώτερα μέρη τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐκθέσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προκύπτει ἀσφαλῶς, ὅτι τὰ προκαλέσαντα τὴν κατὰ τοῦ πρωτοδίκου Ν. Μαυρέα δολοφονικὴν ἐπίθεσιν προέρχονται ἐξ ἀφορμῆς ἐκδικήσεως κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἀτόμου... «Ταῦτά εἰσι τὰ μέχρι τοῦδε ἀνακαλυφθέντα ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις ἀνεκόπη προσωρινῶς, ὡς ἐκ τοῦ ἑτέρου θλιβεροῦ συμβάντος εἰς τὸν Μοίραρχον, ὅπερ ἄσχετον ἐντελῶς πρὸς τὸ πρῶτον, ὡς ἐν ἀρχῇ ἐσφαλμένως τοὐναντίον ὑπελήφθη, διότι ἐκ τῆς χθὲς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως καὶ τῶν σήμερον ἀνακαλυφθεισῶν προσκεκολλημένων ἐν τοῖς στύλοις τοῦ τηλεγράφου, πρὸς τὴν ὁδὸν Γυθείου, ἐγγράφων διὰ πολυγράφου προκηρύξεων ἐβεβαιώθη ἀπονενοημένον κίνημα ἀνθρώπου ἀμφιβόλων φρενῶν, ἤτοι τοῦ ἀποστράτου ταγματάρχου Ἰω. Φικιώρη, ὁ ὁποῖος, προσελκύσας πέντε ἑτέρους, ἀγνώστους, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα φυγοδίκους, προέβη εἰς στασιαστικὸν πραξικόπημα, καὶ, πρὸς ἐπιτυχίαν μὴ ἐξηγουμένου σκοποῦ, ἔκρινεν ἀναγκαῖον πρωτίστως νὰ καταλύσῃ, κατὰ τὴν ἰδέαν του, τὰς ἀρχὰς, φονεύων τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Καὶ πρῶτον ἤρξατο ἀπὸ τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας τοῦ Μοιράρχου, καὶ μετ’ αὐτὴν μετέβη εἰς τὸ παρὰ τὴν πλατεῖαν κείμενον ἑστιατόριον, πρὸς ἀνεύρεσιν ἐμοῦ καὶ ἄλλων δικαστικῶν προσώπων, μὴ παραλιπὼν συνάμα νὰ διέλθῃ καὶ ἐκ τῆς Νομαρχίας, παρὰ τὴν θύραν τῆς ὁποίας ἐφόνευσε τὸν ἀτυχῆ κλητῆρα ταύτης· ἀλλὰ καταδιωχθεὶς ἀμέσως, καὶ μὴ προλαβὼν νὰ διαπράξῃ φοβερώτερα, ἐγένετο ἄφαντος ἀπὸ τῆς παρελθούσης νυκτὸς, μὴ δυνηθεὶς, φαίνεται, ὡς ἐκ τῶν ληφθέντων αὐστηρῶν μέτρων, νὰ εἰσβάλῃ, ὡς ἐφημίζετο, καὶ τὴν χθὲς ἑσπέραν εἰς τὴν πόλιν.—Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐκ πρώτης ὄψεως παρουσιάζει ποιάν τινα σοβαρότητα, ἀλλ’ ἐξεταζόμενον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, καταδεικνύει, ὡς προεῖπον, ἄνθρωπον παράφρονα, διότι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη οὗτος διετείνετο, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν βαίνει καλῶς, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, καὶ ἐν γένει κατείχετο ὑπὸ ψυχώσεώς τινος, μεινάσης αὐτῷ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου, ὥστε προὐκάλει συνεντεύξεις τυχαίων μᾶλλον προσώπων, ὧν τὴν συνδρομὴν ἐζήτει πρὸς ἐνέργειαν τούτων, ἀλλ’ ἐκρίνετο ὡς γελοῖος, καὶ οὐδεὶς προσεῖχεν εἰς τὰς ἀνοήτους ὁμιλίας αὐτοῦ, προκαλοῦντος μᾶλλον τὸν γέλωτα, ἕως οὗ τέλος, ἀπροόπτως καὶ ὅλως αἰφνιδίως, διέπραξε τὴν προπαρελθοῦσαν ἑσπέραν τὰ ὡς ἄνω κακουργήματα, μὴ δυνηθεὶς νὰ διαπράξῃ χείρονα. «Ἤδη δὲ ἐξηγεῖται ἡ κοπὴ τοῦ σύρματος τοῦ τηλεγράφου, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι προέβαινε μετὰ προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Σήμερον δὲ τὴν πρωΐαν ἀνεκαλύφθησαν αἱ γελοῖαι προκηρύξεις του, ὡς ἄνω εἶπον, δι’ ὧν καλεῖ τὸν στρατὸν καὶ τὸν λαὸν νὰ τὸν ἀκολουθήσωσιν, ὀνομάζων ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἀσήμους πέντε ὀπαδούς του, οὓς διὰ χρημάτων συντηρεῖ, ἁρματωλοὺς, μὲ τὴν ὑπογραφήν του: «Ὁ ἀνδραγαθήσας ἐν Δελερίοις ἀξιωματικὸς «Ι. Φικιώρης.» Ὁ κ. Νομάρχης, μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων, ὑπέβαλε μακρὰν ἔκθεσιν καὶ λεπτομερεστάτην περὶ τῶν συμβάντων. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ διαφαίνεται πᾶσα ἡ ἀλήθεια, διότι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐν πολλοῖς ἀντιφάσκει πρὸς τὰ τηλεγραφηθέντα. Καὶ πρῶτον, τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εὕρηνται ἔτι ἄνευ ἑρμηνείας, καὶ τὰ ὁποῖα εὐηρέστησαν τόσον πολὺ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς...
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διόλου δὲν μᾶς εὐηρέστησαν.
§54Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Νομάρχης λέγει (ἀναγινώσκει): «Γνωστὴ τυγχάνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῶν τηλεγραφικῶν ἀναφορῶν, ἃς καὶ μόνος καὶ μετ’ ἄλλων ἀρχῶν ὑπέβαλον περὶ τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐγεννήθη ἐν Σπάρτῃ ἀπὸ τῆς 9ης μ.μ. ὥρας τῆς προχθὲς Δευτέρας. «Ὀφείλω, συγκεντρῶν πάσας τὰς πληροφορίας, ν’ ἀνακοινώσω τὰ γεγονότα διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου ταύτης τῷ Ὑπουργείῳ. «Αἴφνης, ἐνῷ μετ’ ἄλλων ἤμην ἔξω τοῦ γραφείου, περὶ τὴν 9ην ὥραν μ. μ. τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ὁδὸν ἠκούσαμεν, ὀλίγα μέτρα μακρὰν ἡμῶν, πυροβολισμοὺς ὅπλου Γκρᾶ, ῥιπτομένους ἐν μέσῃ ὁδῷ, τῇ ἑνούσῃ τὸ Νομαρχιακὸν κατάστημα μετὰ τοῦ ἀπέναντι αὐτοῦ Ξενοδοχείου. Σὺν τοῖς αἰφνιδίοις τούτοις πυροβολισμοῖς ἠκούοντο βηματισμοὶ ἀνθρώπων, τρεχόντων πρὸς τὸ μέρος ἡμῶν. Οἱ ἄτακτοι οὗτοι καὶ ἀλλεπάλληλοι πυροβολισμοὶ ἠνάγκασαν τοὺς πολλοὺς, τοὺς παρ’ ἡμῖν, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ παρακείμενον καφενεῖον, ὅπου εἰσῆλθον καὶ ἐγώ. Ἐκεῖ, ἐν μεγάλῃ ταραχῇ εὑρεθέντες, ἐζητήσαμεν νὰ ἐξερευνήσωμεν τὰ συμβαίνοντα, ἅπερ ἐπηύξανον τὴν στενοχωρίαν ἡμῶν καὶ ταραχὴν, ἕνεκα τῆς προόδου τῶν πυροβολισμῶν καὶ τῶν τροχάδην βηματισμῶν τινων. Μετ’ ὀλίγας στιγμὰς μανθάνομεν, ὅτι ὁ κύριος Σκουτερίδης, Μοίραρχος, ἐδολοφονήθη, καὶ ὁ ὑπηρέτης μου ἐβλήθη ἐπικινδύνως. «Ἐξῆλθον ἀμέσως, μεθ’ ὅλην τὴν πάγκοινον ταραχὴν καὶ τῶν συμβαινόντων τὴν ἄγνοιαν, καὶ ὧδευσα εἰς τὴν Νομαρχίαν, ὅπου εὗρον κατακείμενον καὶ μεγάλως ὑποφέροντα ἐξ ἀλγηδόνων τὸν ὑπηρέτην μου Μιχ. Φιλιππόπουλον, μὲ τὸ ἔντερον δὲ ἐκτὸς τῆς κοιλίας. Πάραυτα ἰατροὶ προσῆλθον καὶ ἐπεμελήθησαν αὐτοῦ, ἡ πρόγνωσις ὅμως τῶν ὁποίων ἦτο θάνατος. — Πυροβολισμοὶ δὲν ἠκούοντο πλέον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην εὐχερῶς νὰ μάθω περὶ τῶν ἐκτάκτων φαινομένων, καθότι ἡ πόλις εὑρέθη ἐν ἰδιαιτέρᾳ ψυχολογικῇ στιγμῇ, καταληφθέντων τῶν πάντων ὑπὸ μυστηριώδους φόβου, καὶ ἀποσυρθέντων οἴκαδε, ὡς ἠδυνήθησαν, τῶν σχετικῶν ἀρχῶν μὴ προσελθουσῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Μοίραρχος ἦτο τετραυματισμένος, ὁ δὲ ἀστυνόμος ἀπὼν εἰς Πάτρας. «Ἐπεζήτησα, ὡς ἠδυνάμην, πληροφορίας. Παρεκάλεσα τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Νομαρχίαν μετ’ ἀνακριτοῦ, ὅπως ληφθῇ καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ βαρέως τετραυματισμένου ὑπηρέτου μου. Ὅτε δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ εἷς τῶν Πρωτοδικῶν προσῆλθον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ, ὡς ἀδυνατοῦντος νὰ ὁμιλήσῃ. «Ἐν τῇ ἐκ τῶν ἐνόντων καταβολῇ πάσης ἐνεργείας κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ Μοίραρχος ἐβλήθη διὰ σφαίρας ἐν τῇ οἰκίᾳ του ἀκινδύνως ὑπὸ φυγοδίκων. «Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Πέντε ἄγνωστοι, ἀπὸ τὰ περὶ τὸν λεγόμενον τοῦ Λεωνίδου Τάφον μέρη εἰσελθόντες εἰς τὴν πόλιν, εἰσῆλθον εἰς τὸ πλησίον ἐκεῖ μικρὸν οἰνοπωλεῖον, ὅπου ἔπιον μίαν ὀκᾶν οἴνου, ὃν δὲν ἐπλήρωσαν· ἐκεῖθεν ἀμέσως μετέβησαν εἰς τὸν πλησιέστατα οἶκον τοῦ Μοιράρχου, ὅπου ἔξω ἔμειναν οἱ τρεῖς, οἱ δὲ δύο ἀνελθόντες ἠπείλησαν τὸν ἐκεῖ ἱστάμενον χωροφύλακα, ὧν ὁ ἕτερος εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐζήτησε τὸν Μοίραρχον, λέγων ζωηρῶς, ὅτι εἶναι ὁ φυγόδικος Κανέλιας, καὶ θέλει νὰ παραδοθῇ. Βεβαίως δὲν ἐπιστεύθη· οὐχ ἧττον ὁ Μοίραρχος, εὑρισκόμενος ἐν παρακειμένῳ δωματίῳ, ἤνοιξε τὴν θύραν, ὅπου ἐβλήθη διὰ σφαίρας ὑπὸ τοῦ μείναντος ἐν τῇ αὐλῇ, διὰ τοῦ ἀνοικτοῦ παραθύρου· κλίνας δὲ, ἵνα προφυλαχθῇ ἀπὸ ἄλλης σφαίρας καὶ ἀναφωνήσας, «μ’ ἔφαγαν τὰ σκυλιά!», ἐπιστεύθη ὅτι ἔπεσε νεκρὸς, καὶ οὕτως ἐσώθη, ἀπελθόντων τῶν ἐγκληματιῶν. Τὸ τραῦμά του εἰς τὸ ἀριστερὸν ἀντιβράχιον εἶναι ἀκίνδυνον. «Ἐκεῖνοι τότε, βεβαίως ἀπὸ μεμελετημένου σχεδίου, ἐτράπησαν ἀμέσως εἰς τὴν μεγάλην ὁδὸν, τὴν κεντρικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθαυμάσθη τὸ θράσος των, καὶ διῆλθον διὰ τῆς Νομαρχίας, ἧς εὗρον τὴν θύραν κλειστὴν, διότι καὶ ὁ ὑπηρέτης μου ἦτο ἔξω τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ κατέφυγον εἰς τὸ ἀπέναντι Ξενοδοχεῖον, ὅπου πρὸς στιγμὴν ἐφύλαξαν οἱ δύο τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα πρὸς τὴν ὁδόν. Βεβαίως ἐκεῖ ἐζήτουν θύματα, ὡς πιστεύεται, δικαστάς τινας καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, περὶ ὧν ἐγνώριζον, φαίνεται, ὅτι ἔτρωγον ἐκεῖ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, ὅπου εὐτυχῶς οὐδένα εὗρον ἐκεῖ, ὁ ἀπειληθεὶς, ὡς προεῖπον, ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ Μοιράρχου χωροφύλαξ ἐρρίφθη ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας τοῦ Μοιράρχου, καὶ ἔδραμεν εἰς τὰς ὁδοὺς, φωνάζων: «ἐσκότωσαν τὸν Μοίραρχον», ὅτε οἱ φρουροὶ τοῦ παρὰ τὸ Ξενοδοχεῖον Ταμείου διὰ τῶν ὅπλων ἔσπευσαν κατὰ τῶν κακοποιῶν, τῶν πρὸ τοῦ Ξενοδοχείου ἱσταμένων, οἵτινες ἤρχισαν νὰ πυροβολῶσιν ἀτάκτως καὶ πυκνῶς· ἠκούσθη δὲ ἐξ αὐτῶν, τρεχόντων βήματι στρατιωτικῷ, προελθοῦσα ἡ φράσις: «Προσέχετε τοὺς πολίτας»· ἤτοι: «κτυπᾶτε τὰς ἀρχάς.» «Προσέχετε τοὺς πολίτας», ἔλεγε· μὴ κτυπᾶτε κανένα, παρὰ τὰς ἀρχάς. Λέγων δὲ «τὰς ἀρχὰς», βεβαίως ἐνόει τὰ πρόσωπα, τὰ ἀντιπροσωπεύοντα αὐτάς. Δὲν θέλω νὰ μειώσω τὴν εὐθύνην αὐτοῦ καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καλῶς ἔπραξεν· ἄλλο εἶναι τὸ θέμα μου (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἐν μέσῳ τῆς ἐκρήξεως τοῦ πυρὸς, ὁ ὑπηρέτης μου εἶχε φθάσει εἰς τὴν Νομαρχίαν,—ἐμοῦ, ὡς εἶπον, εὑρισκομένου ἔξω αὐτῆς—ὅτε ἀμέσως, ἀκούσας τοὺς πρώτους πυροβολισμοὺς, ἵνα ἴδῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς, τί συμβαίνει, κατῆλθε, κατὰ τὴν ὁμολογίαν του, εἰς τὴν ὁδὸν, ἀλλ’ ἀμέσως, θελήσας νὰ προφυλαχθῇ, ἐπανέκαμπτεν εἰς τὴν Νομαρχίαν, εἰς τὸ κατώφλιον τῆς θύρας τῆς ὁποίας ἔλαβε σφαῖραν ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἐξ ἀριστερῶν, πρὸς τὴν δεξιὰν βουβωνικὴν χώραν.» Σημειώσατε, Κύριοι, τοῦτο καλῶς· τὸ «ἐξ ἀριστερῶν πρὸς τὴν δεξιὰν βουβωνικὴν χώραν» ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι αὐτὸ ἀποδεικνύει, πόθεν προήρχετο ἡ σφαῖρα, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ συστασιῶται εὑρίσκοντο εἰς τὸ δεξιὸν, εἰς δὲ τὸ ἀριστερὸν ἦσαν οἱ χωροφύλακες, οἵτινες ἐπυροβόλησαν, καὶ ἡ σφαῖρα τῶν χωροφυλάκων εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία τὸν ἐφόνευσε καὶ διατὶ τὸν ἐφόνευσαν, θὰ τὸ εἴπωμεν μετ’ ὀλίγον (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ὄτε, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἔσπευσα, ἅμα μαθὼν τὰ γενόμενα, εἰς τὸ Γραφεῖον, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔπεμψα εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον τηλεγράφημα, γνωρίζων τοῖς Ὑπουργείοις τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐκορυφώθη ἡ λύπη μου, μαθόντος τὴν ἀποκοπὴν τοῦ τηλεγραφικοῦ σύρματος. Τοῦτο σαφῶς προέδιδε τὴν προπαρασκευὴν τοῦ κινήματος, ὅπερ εἰσέτι δὲν εἶχε διασαφηνισθῆ, ὁποίας φύσεως ἦτο. Ἐνομίζοντο φυγόδικοι, θέλοντες νὰ ἐκδικηθῶσι τὸν Μοίραρχον ἐν πρώτοις διὰ τὴν καταδίωξιν· ἄλλως τε ἦτο καὶ τὸ προηγούμενον, ἡ κατὰ τοῦ πρωτοδίκου Μαυρέα ἐπίθεσις, ἣν ὁ κόσμος συνεσχέτιζε μὲ τὴν ὑπέρμετρον ἴσως τῶν δικαστῶν αὐστηρότατα. Ἐγὼ ἐγίνωσκον τὴν τελευταίαν κατὰ τῶν φυγοδίκων καταδίωξιν, καὶ ἠδυνάμην νὰ πιστεύω, ὅτι, στενοχωρηθέντες οὗτοι, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των εἰσέβαλον εἰς τὴν πόλιν πρὸς ἐκδίκησιν, πάντοτε ὅμως ἔχοντες ποιάν τινα σκέπην ἐν τῇ πόλει. «...Προϊούσης τῆς ἡμέρας τῆς χθές, διεδίδετο καὶ ἐπιστεύετο, ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ εἰσβολῆς φυγοδίκων καὶ περὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Καὶ τοῦτο ὄντως ἐφαίνετο τὸ μόνον ἀκριβὲς ἐκ διαφόρων περιστατικῶν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς τῶν πραγμάτων σειρᾶς. «Ἐλέγετο παγκοίνως τουτέστι περὶ δείλην, ὅτι ὁ ἀπόστρατος ταγματάρχης Ἰωάννης Φικιώρης, ἐξ ἀναρχικῶν ὁρμώμενος ἰδεῶν, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἰδεῶδες αὑτοῦ, τιθέμενος ἔξω τῆς τάξεως, μονομαχῶν μὲ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. «Ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ὡς οἱ ἐγγύτατα αὐτῷ ὁμολογοῦσιν, εἶναι ἐπικινδυνότατος, ζῶν βίον ἀλλόκοτον. Καίπερ οἰκογενειάρχης, πληροφοροῦμαι, ὅτι οὐδὲ ὀβολὸν ἐκ τῆς τριακοσιαδράχμου συντάξεώς του ἀπὸ τῆς μετὰ τὸν πόλεμον ἐποχῆς κατέθηκεν εἰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας του, ἀλλὰ ῥίπτει τῇδε κἀκεῖσε τὸ χρῆμά του. Ἐσχάτως δέ, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν δικηγόρου τινὸς Σ. Ξύδη, ἔλαβεν ὡς δάνειον δραχμὰς ὀκτακοσίας παρὰ τοῦ ἐνταῦθα ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης...» Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι γνωστόν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο αὐτὸς νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν.
§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ποῖος εἶπεν αὐτό;
§56Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἰδέας...
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι! ποτέ!
§58Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). «...Συγχρόνως ἠγόρασε τρία ὅπλα Γκρᾶ καὶ 200 φυσίγγια Γκρᾶ, καὶ ἀπὸ τῆς Κυριακῆς, ἤτοι τῆς παραμονῆς τοῦ πραξικοπήματος, ἐξηφανίσθη... «Ἅπαν τὸ δίκτυον τῆς ἀνόμου αὐτοῦ ἐνεργείας ἤδη ὁριστικῶς καταφωρᾶται. Ὁ παράνομος ἄνθρωπος...»
§59ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ παράνομος!
§60Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Οὕτω λέγει (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ὁ παράνομος ἄνθρωπος, ὁ μηδὲ τὸν οἶκον αὑτοῦ λογιζόμενος, στρατηγικῶς κατέστρωσε τὰς ἐνεργείας του. Συνεβλήθη μετὰ κακοποιῶν στοιχείων, καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἐξόντωσιν κατὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων τῆς ἀρχῆς· ἤτοι ἤρξατο ἀπὸ τοῦ μὴ κεντρικοῦ οἴκου τοῦ Μοιράρχου ἡ πραγμάτωσις τῶν δολοφονικῶν σχεδίων των, ἐτράπησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν, ἧς τὰς θύρας εὗρον κλειστάς, μετέβησαν ἀντικρὺ, εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον, πιστεύοντες, ὅτι ἐκεῖ θὰ ἔτρωγον οἱ δικασταὶ καὶ ὁ Νομάρχης, ὅτε ἐν τῷ μεταξὺ, σπεύδων νὰ εἰσέλθῃ ὁ ὑπηρέτης μου εἰς τὴν Νομαρχίαν, ἐξελήφθη, ὡς ἐκ τοῦ σκότους, ὡς ὁ Νομάρχης, καὶ ἐπυροβολήθη. Ἀφοῦ δὲ ἐφωράθησαν ὑπὸ τῆς φρουρᾶς τοῦ Ταμείου, τότε, ἀνοίξαντες τὸ πῦρ, ἔφευγον ἐν τάξει. «Ὑποτίθεται βεβαίως, ὅτι θὰ περιήρχοντο τὴν πόλιν, ἐὰν δὲν ἐφωρῶντο, ἵνα ἐπενέγκωσι τὸν ὄλεθρον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐξουσίας. «Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ ἀπενενοημένον κίνημα τοῦ τολμητίου τούτου οὐδ’ αὐτοὶ οἱ στενώτατα κείμενοι αὐτῷ ἀποδέχονται. Ἡ κοινὴ γνώμη, ὁμολογῶ, μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ ἀποκρούει καὶ ἀποκηρύττει. Ἐν τούτοις ὅμως, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἶναι εἰς ἄκρον ῥιψοκίνδυνος καὶ εἰς τὰ φαῦλα καταφεύγει στοιχεῖα, τοὺς ἐχθροὺς τῆς κοινωνίας, ἑπόμενον εἶναι νὰ ἐπέλθωσι μερικά τινα ἀπευκταῖα, ἅπερ ἐπιδιώκομεν νὰ προλάβωμεν, ἐξασφαλίζοντες τὴν ἔννομον τάξιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην δυνάμεως στρατιωτικῆς, ὅπως τότε καὶ καταδιώξωμεν τοὺς κακοποιούς, καὶ δυνηθῶμεν τὸν ἄνομον αὐτῶν ἡγέτην νὰ συλλάβωμεν, ὅστις οὐ μόνον εἰς τὴν Σπάρτην, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ εἰς αὐτὰς τὰς Ἀθήνας, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἀποβλέπει μετὰ σκοπῶν ἀνατρεπτικῶν...» Αὐτὸ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἱστορικὸν τῶν συμβάντων ἐν Σπάρτῃ κατὰ τὴν 5 Ἰουνίου, τὸ ἑσπέρας.
§61Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Βουλευτά, σᾶς παρακαλῶ. Ἡ κρίσις τοῦ Νομάρχου εἶναι, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθωσι μερικά τινα ἀπευκταῖα;
§62Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ λέγει.
§63Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶναι σπουδαῖον αὐτό!
§64Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «... ἑπόμενον εἶναι νὰ ἐπέλθωσι μερικά τινα ἀπευκταῖα, ἅπερ ἐπιδιώκομεν νὰ προλάβωμεν.»
§65Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου αὐτοῦ ἐζητήθησαν αἱ σπουδαῖαι ἐνισχύσεις!
§66Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα. Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης ἀναγγέλλει ἐνέργειαν τοῦ Φικιώρη μετὰ τῶν τεσσάρων αὐτοῦ ὀπαδῶν, τῶν ἐχόντων 200 φυσίγγια καὶ τρία μόνον ὅπλα Γκρᾶ, ἐνέργειαν ἐπὶ στρατηγικωτάτου σχεδίου! Τώρα, κύριοι Βουλευταί, ποία εἶναι ἡ προκήρυξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνεποίησε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἐπεδίωκε νὰ ἀνατρέψῃ τὰς δημοσίας ἀρχὰς, ἐπεδίωκε νὰ καταλύσῃ τὰς ἐν Σπάρτῃ καὶ τὰς ἐν Ἀθήναις ἀκόμη ἀρχάς; Τί ἐπρέσβευε; Πρέπει νὰ ἀναγνώσω τὴν προκήρυξιν αὐτὴν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε κατὰ βάθος καὶ ἐν πλάτει, τί ὄντως συνέβη, διὰ νὰ κρίνητε περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν γενομένων, καὶ νὰ κρίνητε περὶ τοῦ ἂν ἀνάλογα ἦσαν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε κατὰ τῶν στασιαστῶν. Ἡ προκήρυξις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν πενόμενον λαόν. «Πατριῶται! Τὸ ὅτι οἱ ἄρχοντές μας, καταπατήσαντες θεῖα καὶ ἀνθρώπινα δίκαια, ἐμελέτησαν τὸν ἐξολοθρευμόν μας, εἶναι καὶ εἰς τοὺς τυφλοὺς φανερόν. Τὸ ὅτι ὅμως ὁ λαὸς δικαιοῦται νὰ ἐγείρῃ ἐπανάστασιν κατὰ τῶν τοιούτων ἀρχόντων του...»
§67Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Δικαιοῦται» λέγει;
§68Κ. ΔΟΥΝΗΣ. «Δικαιοῦται». Οὕτως ἔχει τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον.
§69Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§70Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βλέπετε, κρίνω ὄχι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν καὶ ἐγὼ ἀποδέχομαι, ὅτι εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ἂν ἐνήργησαν καὶ νομίμως, ἂν ἀνεζήτουν τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν, καὶ τί πραγματικῶς συμβαίνει. Καί, ὅπως συνέβησαν, βεβαίως πολὺ δεινοτέρα θὰ ἦναι καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ θέσις ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τούτου (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «... Τὸ ὅτι ὅμως ὁ λαὸς δικαιοῦται νὰ ἐγείρῃ ἐπανάστασιν κατὰ τῶν τοιούτων ἀρχόντων του, ἴσως πολλοὶ ἀγνοοῦσι. Τούτους παραπέμπω εἰς τὸ 110 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κελεῦον οὕτω: «Ἡ φρούρησις τοῦ Συντάγματος ἀφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.» «Ὅθεν, δυνάμει τῶν νομίμων δικαιωμάτων μας, προσκαλῶ τοὺς φιλοπάτριδας νὰ φρουρήσωσι τὸ Σύνταγμα· μὲ ἄλλους λόγους, νὰ βγοῦμε ἀρματωλοί, νὰ κυνηγήσουμε τοὺς δημοσίους καὶ ἐπισήμους κλέπτας, οἵτινες, μεταμορφωθέντες εἰς ἄρχοντας, μᾶς ἐρρούφιξαν τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς μας, μᾶς κατήντησαν πεινῶντας καὶ γυμνητεύοντας, καὶ στὰ κοντὰ μὲ τὸν προδοτικὸν πόλεμον μᾶς ἐπούλησαν καὶ μᾶς ἐσκλάβωσαν εἰς τοὺς ξένους. «Εἶναι αἶσχος νὰ ἀνεχώμεθα ἐφεξῆς τοιούτους θεομπαίχτας καὶ ληστοχρηματιστὰς ἄρχοντας, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ 3 ἔτη ἀπὸ τῆς προδοσίας μᾶς ἐφενάκιζαν μὲ τὸ «ἐκτὸς ἡ συναλλαγή» κλπ., τώρα, ἀλλάξαντες φενάκην, γυρεύουν νὰ μᾶς πλανήσουν πάλιν, οἱ λαοπλάνοι, μὲ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. «Εἶναι ’ντροπὴ, τέλος πάντων, νὰ μᾶς χλευάζουν ὁμογενεῖς καὶ ξένοι...» Καὶ τὰ λοιπά.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· ἀναγνώσατέ το ὅλον.
§72Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Εἶναι ’ντροπὴ νὰ μᾶς χλευάζουν ὁμογενεῖς καὶ ξένοι, ὅτι δὲν εἴμεθα γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν ἀρματωλῶν προγόνων μας κλπ. «Δὲν βλέπετε, ὅτι καὶ ὁ Θεὸς ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπόν του ἀφ’ ἡμῶν, διότι δὲν διεκδικοῦμεν τὸ δικαίωμά μας; «Ἓν κοντολογίᾳ, ἂν οἱ φυγάδες καὶ προδόται ἦναι γιὰ πνίξιμο, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἴμεθα γιὰ παλούκωμα, ποῦ δὲν τοὺς πνίγουμε. «Ἐμπρὸς λοιπὸν τὰ παλληκάρια! Τὸ καθῆκον προσκαλεῖ, τὸ Γένος πάσχει, ὁ Θεὸς εὐλογεῖ, ὁ Νόμος κελεύει, τὸ μεγαλεῖον σᾶς προσμένει, ἡ φτώχια σᾶς ἀπειλεῖ, ὁ μὴ ἡττηθεὶς ἐν Δελερίοις μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι σᾶς κράζει: Παιδιὰ σὰν θέλτε λευθεριὰ κ’ ἔθνος νὰ μεγαλῶστε Ἐμένα ἀκολουθήσατε, προδόταις νὰ σκοτῶστε!» «Ἰωάννης Δ. Φικιώρης «πρώην λοχαγὸς καὶ τώρ’ ἀρματωλός.»
§73Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἰς τὸν φάκελον αὐτὸν ἐμπεριέχεται καὶ μία δικογραφία ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν.
§74Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν δικογραφίαν αὐτὴν τὴν ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν κατετέθη.
§75Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Εἰσαγγελίας.
§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ δικογραφία θὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τοῦ πράγματος. Ὅ,τι ἀναγινώσκετε, εἶναι κἄτι τι εἰκονικόν.
§77Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα. Εἴμεθα σύμφωνοι. Τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον; Τὸ πρῶτον τηλεγράφημα εἶναι τῆς 6 Ἰουνίου, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν Νομάρχην, Εἰσαγγελέα, Μοίραρχον καὶ Ἀστυνόμον...»
§78Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε; Ὑπάρχουν καὶ μερικαὶ ἄλλαι προκηρύξεις. Διατὶ τὰς παρετρέξατε;
§79Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη.
§80Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ. Διότι αὕτη ἀφορᾷ τὸν ἐξαφανισμὸν τῶν Βουλευτῶν.
§81Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἤθελον νὰ μὴ κουράσω πολὺ τὴν Βουλὴν.
§82ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Δούνη, ἂς ἀναγνώσουν ὅ,τι θέλουν αὐτοί.
§83Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι. Εἶναι μᾶλλον συμφέρουσα αὐτή.
§84Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς ζητῇ νὰ ἀναγνώσητε μίαν προκήρυξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως μακροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, παρακαλῶ, διατί, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιθυμεῖ— καὶ βεβαίως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι κατὰ σύστασιν ἐγένετο ἡ διακοπὴ—νὰ ἐξελεγχθῶσιν αὐτὰ τὰ πράγματα κατ’ ἀκριβολογίαν, δὲν προσήγαγον τὴν δικογραφίαν;
§85Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν ἐζήτησα.
§86Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἀμέσως παρήγγειλα, ἅμα ἔγεινεν ἡ ἐπερώτησις, νὰ προσαχθῇ ἡ δικογραφία. Ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς Σπάρτης ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον προσάγομεν, καὶ τὸ ὁποῖον παραπέμπει τέσσαρας εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον ἐπὶ ταῖς πράξεσι, τὰς ὁποίας ἀναφέρει· ἀλλὰ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ ἐγένετο ἀνακοπὴ ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, διότι δὲν παραπέμπει ἕνα ἀκόμη. Εἶναι δὲ ἐκκρεμὴς εἰσέτι ἡ δικογραφία ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προσήχθη.
§87Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν γνωρίζητε, τίνων τὴν παραπομπὴν ζητεῖ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς;
§88Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ζητῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν δικογραφίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκκρεμής. Ζητῶ τὰς ἐξετάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, καὶ τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐξέδοτο ἀποφάσεις. Αὐτὰς τὰς ἐξετάσεις ζητῶ.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (δεικνύων τὸν φάκελλον). Ἐκεῖ εἶναι.
§91Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι τὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ τὰς ἀνακρίσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνέταξε τὴν ἔκθεσιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εὗρε καταγγελίαν κατὰ οἰκογενείας, ὡς συνενόχου καὶ αὐτουργοῦ· ἐκ τῶν σχετικῶν δ’ ἀνακρίσεων θὰ μάθωμεν τὰ λαβόντα χώραν. Ἐκείνας λοιπὸν τὰς ἀνακρίσεις νὰ προσαγάγητε, διότι θὰ ἀνεύρητε ἐκεῖ ὅλην τὴν ὑπόθεσιν, ἐκτυλισσομένην καθ’ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν. Καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ εὕρωμεν εἰς τὴν δικογραφίαν τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῶν πραγμάτων, διότι ὁ ἐνεργήσας τὴν ἀνάκρισιν εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἀκριβής, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦτον ἐκτελεῖ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσα εἶναι, ἐδῶ εἶναι.
§94Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ ἑτέρα προκήρυξις εἶναι αὕτη. Εἶναι κακογεγραμμένη.
§95Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πειράζει.
§96Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι κακογεγραμμένη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε δυσκολεύεταί τις νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ὁ Γραμματεύς.
§98Κ. ΔΟΥΝΗΣ (ἐγχειρίζων τῷ Γραμματεῖ τὸν χάρτην). Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολύ.
§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλῷ μᾶλλον θὰ τὴν ἀναγνώσητε σεῖς καλλίτερον.
§100Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (ἐγχειρίζων φύλλον ἐφημερίδος). Κύριε Δούνη, ἀναγνώσατέ την ἀπ’ ἐδῶ. Εἶναι δημοσιευμένη.
§101Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὴ εἶναι (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν χλευαζόμενον στρατόν. «Ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί! Τὴν σημαίαν, ποῦ ὑπηρετεῖτε, τὴν ἐκηλίδωσαν οἱ ῥιψάσπιδες στρατηγοί σας. Ἐλᾶτε νὰ φτιάσωμεν νέαν σημαίαν καὶ νέον στράτευμα ἀπὸ παλληκάρια καὶ ὄχι ἀπὸ λαγωοὺς καὶ ἀλώπεκας, ὅπως τὸν ὀργανίζουν οἱ ἔλαφοι στρατηγοί σας. «Στρατιῶται, ἀστυφύλακες καὶ χωροφύλακες! Σᾶς λέγουν οἱ ἀνώτεροί σας, ὅτι ὁ ὅρκος σας καὶ ὁ προορισμός σας εἶναι ἡ περιφρούρησις τῶν πολιτῶν ἀπὸ παντὸς ἐχθροῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ· καὶ ἐνώπιον μὲν τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴδετε πῶς ἐφέρθησαν· ἐνῷ ἔφευγον ὡς λαγωοί, σεῖς εἴπεσθε ὡς φυγάδες. Ἤδη σᾶς χρησιμοποιοῦν νὰ μαλοτραβᾶτε ὁ εἷς τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ ἑτέρου εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακάς, ὅπως παχύνωνται οἱ λῃστοχρηματισταὶ καὶ οἱ δορυφόροι τῶν γαλονάδων σας ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτας καὶ καρποὺς τῶν κόπων τῶν οἰκογενειῶν σας, ὡς νὰ ἦναι οἱ συγγενεῖς σας ἐχθροὶ τῆς πατρίδος. Ἤγγικε λοιπὸν ἡ ὥρα, νὰ στρέψητε τὰ τουφέκια σας κατὰ τῶν πραγματικῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, οὗτοι δέ εἰσιν οἱ φυγάδες πρὸ τοῦ Τούρκου ψευτοκαπετανέοι σας καὶ οἱ αὐθένται των, ἤτοι οἱ ἐν Ἀθήναις λῃστοχρηματισταί. «Ὅθεν, ὅσων τὸ λέγει ἡ καρδιά, ἐλᾶτε κοντά μου· οἱ λοιποὶ νὰ μείνετε στὰ σπητάκια σας, σᾶς συμβουλεύω, καὶ νὰ ἀφήσητε τοὺς ἀναξίους... μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι νὰ ἔλθουν νὰ μὲ κυνηγήσουν. «Σᾶς ἐξορκίζω δέ, νὰ μὴ τοὺς ὑπακούσητε καὶ ῥίψητε τουφέκι καθ’ ἡμῶν τῶν ἁρματωλῶν, διότι θὰ χυθῇ αἷμα ἀδελφικὸν καὶ ἀθῶον, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ εὐθύνην θὰ φέρητε ἀπέναντι τῶν ἀπογόνων, καὶ ὁ Θεὸς θὰ σᾶς τιμωρήσῃ. «Ὁ μὴ ἡττηθεὶς ἐν Δελερίοις γνωστός σας «Ἰωάννης Β. Φικιώρης.»
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἔχει τὸ παράξενον;
§103Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρωτέρα ἀπὸ τὴν ἄλλην.
§104Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη ἀκόμη.
§105Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Εἶναι ὅμοιον ἀντίγραφον.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει, παρακαλῶ;
§107Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἡμερομηνίαν. Ἔχει μόνον ἡμερομηνίαν τοῦ ἀντιγράφου: «Σπάρτη 7 Ἰουνίου». Φαίνεται, ὅτι πρὸ τῆς 7 Ἰουνίου εἶναι. Βεβαίως πρὸ τῶν συμβάντων. Δὲν θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι τὰ συμβάντα δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰς προκηρύξεις. Πολλοῦ γε καὶ δή. Ἀποδέχομαι, ὅτι αἱ προκηρύξεις αὗται ὤφειλον νὰ προκαλέσωσι τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλη τις προκήρυξις ἐν τοῖς ἐγγράφοις δὲν ὑπάρχει. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκομισθῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν.
§108Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οὔτε ὑπῆρξε.
§109Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἤδη ἂς ἴδωμεν, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν γεγονότων, τῶν ἀναγγελθέντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Τηλεγράφημα. «Νομάρχην, Εἰσαγγελέα, Μοίραρχον καὶ Ἀστυνόμον «Σπάρτην. «Συνεννοούμενοι πρὸς ἀλλήλους, λάβετε ἀπὸ κοινοῦ σύντονα καὶ δραστήρια μέτρα πρὸς ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν φυγοδίκων, διαπραξάντων τραυματισμοὺς ἐν Σπάρτῃ. «Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν παρεκλήθη ἐνισχῦσαι Ἀστυνομίαν.—Τηλεγραφήσατε. «Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν «Γ. Ν. Θεοτόκης.» Ἔγγραφον σχετικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς πρὸς ἀμφότερα τὰ Ὑπουργεῖα ταῦτα κοινὰς τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχῶν, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, ἵνα διατάξητε, εὐαρεστούμενοι, τηλεγραφικῶς τὴν ἐπαρκῆ ἐνίσχυσιν τῆς Μοιραρχίας Λακεδαίμονος καὶ τοῦ ἀστυνόμου Σπάρτης, πρὸς σύντονον καὶ ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀνακοινώσητε δὲ καὶ ἡμῖν τὰς ἐκδοθησομένας σχετικὰς διαταγάς σας. «Αὐθημερόν. Ὁ Ὑπουργὸς «Γ. Ν. Θεοτόκης.» Τηλεγράφημα, ὑπ’ ἀριθμὸν 35080, τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν Νομάρχην Λακεδαίμονος, Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικῶν, Διοικητὴν Μοιραρχίας, Φρούραρχον καὶ Ἐπόπτην τῶν ἐν τῷ νομῷ Λακεδαίμονος Στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων (ἀναγινώσκει): «Παραγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα, ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κυρίου Ἀριστείδου Βαμπᾶ, τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἐργαζόμενοι, προβῆτε εἰς πᾶσαν δραστηρίαν ἐνέργειαν πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ σύλληψιν τῶν δραστῶν τῶν τελευταίων ἐγκληματικῶν πράξεων καὶ ἐπαναφορὰν τῆς ἐννόμου τάξεως.» Ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν τμηματάρχην κ. Βαμπᾶν (ἀναγινώσκει): «Παραγγέλλομεν ὑμῖν ν’ ἀναχωρήσητε αὔριον εἰς Καλάμας, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Σπάρτην, πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, περὶ ἧς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 35080 διαταγὴ ἡμῶν. «Ὁ Ὑπουργὸς «Γ. Ν. Θεοτόκης.» Ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις φαίνεται, ὅτι ἐνήργησε τακτικῶς καὶ νομίμως· ἔλαβεν ἐκεῖνα τὰ μέτρα, καὶ διέταξεν ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἀναγκαίως νὰ λάβῃ. Ἐπὶ τούτῳ τὴν Κυβέρνησιν δὲν τὴν κατηγοροῦμεν. Ἴσως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις βαθύτερον ἠρεύνα τὰ περιστατικά, ἐὰν ψυχραιμότερον καὶ σοβαρώτερον ἐστάθμιζεν αὐτά, δὲν ἤθελε διατάξει τὴν ἀποστολὴν εἰδικοῦ ἀποσπάσματος, εἰδικοῦ στρατεύματος εἰς Σπάρτην, διότι ἡ δύναμις ἡ ἐν Σπάρτῃ παραμένουσα, μετὰ τῆς ἐν Καλάμαις εὑρισκομένης καὶ τῆς ἐν Πυλίᾳ, αἵτινες εἶχον διαταχθῆ ἤδη, ἦτο πλέον ἢ ἐπαρκής, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν δῆθεν διασαλευθεῖσαν τάξιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, φαίνεται, ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν ἐνόμισεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε πολὺ μεγαλειτέραν σοβαρότητα, ὑπέλαβεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκδηλώσεως μιᾶς εὐρείας ἀνὰ τὴν χώραν συνωμοσίας, καὶ ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ καταπνίξῃ αὐτήν, μόλις ἐμφανισθεῖσαν. Καὶ ἐὰν ὄντως οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, βεβαίως καθῆκον αὐτῆς ἦτο, καὶ ἀξία ἐπαίνου ἤθελεν εἶσθαι, ἐνεργοῦσα, ὡς ἐνήργησεν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ποίαν εἶχον σοβαρότητα; Ἐὰν τοῦτο τὸ ἐρώτημα ἔθετεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἔπρεπε ν’ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ ἴδῃ, κατὰ τίνα τρόπον ἐνήργησαν, ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τῶν κακοποιῶν στοιχείων, αἱ ἐν Σπάρτῃ ἀρχαί, ποίαν διαγωγὴν ἐπέδειξαν. Ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι κατάλληλοι καὶ εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, ὥστε ἐν ψυχραιμίᾳ, δεδομένης ἀνάγκης, νὰ λαμβάνωσι μέτρα; Ἐπέδειξαν τὴν ἐθελοθυσίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι τεταγμέναι νὰ ἐπιδεικνύωσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τοὺς κινδύνους, ὁσάκις ἡ τάξις διατρέχῃ σοβαρὸν τοιοῦτον κίνδυνον; Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησεν ἐγκαίρως; Καὶ δὴ ἡ Κυβέρνησις, ἐν γνώσει διατελοῦσα τῆς ἀνανδρίας, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν αἱ ἀρχαὶ ἐν Σπάρτῃ, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ Νομάρχης, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ Μοίραρχος, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Μοιραρχίας, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν αἱ ἀρχαὶ αἱ δικαστικαί, ὤφειλε νὰ διατηρήσῃ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς ἐκεῖ; ἢ ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν; Ἐὰν ἐζῶμεν κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα, ὅτε εὐχερῶς κατηρτίζοντο σώματα ἱπποτῶν καὶ ἐξεστράτευον πρὸς κατάληψιν χωρῶν, καὶ εἴχομεν ἀρχὰς ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι, οἷαι αἱ ἐν Σπάρτῃ, ἡ Ἑλλὰς μὲ 100 ἢ 200 ἱππότας θὰ κατελαμβάνετο αὐθωρεί. Οἱ 5 αὐτοὶ ἄνδρες, μετὰ τὸν τραυματισμὸν τοῦ Μοιράρχου, προεχώρησαν ἀνὰ τὴν μεγάλην ὁδὸν, καὶ μετέβησαν πρὸς τὴν Νομαρχίαν, κειμένην ἐγγύτατα τοῦ Ταμείου, ἔνθα ὑπάρχει πάντοτε φρουρά...
§110Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἐπληγώθη ὁ Μοίραρχος, ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐπετέθη κατὰ τῶν τριῶν αὐτῶν ὁπλοφόρων, καὶ ἐπυροβόλουν καθ’ ὅλην τὴν ὁδὸν, τὴν κεντρικὴν καὶ μεγάλην, ἀντιπυροβολούμενοι. Ὁ Φικιώρης διέτασσε νὰ μὴ πυροβολῶσιν οὔτε κατὰ τῶν στρατιωτῶν, οὔτε κατὰ τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ πυροβολῶσιν εἰς τὸν ἀέρα, ἵνα κρατῶσιν εἰς ἀπόστασιν τοὺς καταδιώκοντας στρατιώτας καὶ ὑποχωρῶσι βραδέως. Ὥστε ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἀμέσως ἐπετέθη καὶ κατεδίωξεν αὐτούς.
§111Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν, τὸ Σῶμα τὸ στρατιωτικὸν δὲν ἐπετέθη, οὔτε κατεδίωξεν αὐτούς· ἄνδρες μόνον τινὲς ἐκ τῆς φρουρᾶς τοῦ Ταμείου ἐξῆλθον, καὶ αὐτοὶ ἐπετέθησαν κατ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπετέθησαν τόσον ἀδεξίως, καὶ ὑπὸ τοιούτου τρόμου κατεχόμενοι, ὥστε δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα. Ἐὰν αἱ ἀρχαὶ, αἱ ἐν Σπάρτῃ, ἐπεδείκνυον τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἔχωσι, καὶ ἂν ἐκάλουν τὴν φρουρὰν τῶν φυλακῶν καὶ τὴν χωροφυλακὴν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἐν τῇ Μοιραρχίᾳ, καὶ περιεκύκλουν αὐτοὺς, μὲ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐνόει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ταγματάρχης Φικιώρης, βεβαίως θὰ συνελαμβάνετο, βεβαίως θὰ παρεδίδετο, διότι αὐτὸς εἶχε κηρύξει τὴν ἀρχὴν, νὰ μὴ πάθῃ στρατιώτης, νὰ μὴ πάθῃ ἀξιωματικός...
§112Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι ἀρχή;
§113Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐννοῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς πολιτικῆς. Οἱ στασιασταὶ, μόλις εἶδον ἐπιτεθεῖσαν τὴν δύναμιν τοῦ Ταμείου, ἐτράπησαν πρὸς τὰ ἔξω τῆς πόλεως. Δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀντισταθῶσι, δὲν ἠθέλησαν νὰ προβῶσιν εἰς βίαια μέτρα· καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ δὲ τὸ πνεῦμα τὸ ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ὁ Νομάρχης, διότι οὐδὲν ἄλλο λέγει ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει αὐτοῦ ὁ κ. Νομάρχης, οὐδὲν ἄλλο λέγει, παρά: «μὴ κτυπήσητε τοὺς πολίτας». Κύριοι, ὁ Φικιώρης ἦτο πρόσωπον, κατὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Νομάρχου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἦτο ἀπόρροια τῆς καταστάσεως τῆς διοικητικῆς ἡμῶν. Ὁ Φικιώρης, καθ’ ὃν τρόπον ἐνήργησε, καὶ ὑφ’ ὅ πνεῦμα ἐνήργησεν, εἶναι ἄξιος νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν ὅλων, διότι ὁ Φικιώρης δὲν ὕψωσεν ὅπλα κατὰ τοῦ πολιτεύματος, διότι ὁ Φικιώρης δὲν ὕψωσεν ὅπλα κατὰ τῆς Βασιλείας. Ὁ Φικιώρης ἓν μόνον ἐξεδήλωσεν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πάντες καὶ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ἡμῶν ὁμιλίας ἐκδηλοῦμεν, τὸ ὡς πρὸς τὴν κακοδιοίκησιν τῆς χώρας. Ἐὰν ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ ἀφίνωμεν τὸν λαὸν παραπονούμενον ἐπὶ κακῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης, ν’ ἀφίνωμεν τὸν λαὸν παραπονούμενον ἐπὶ ταῖς καταπιέσεσιν, αἵτινες γίνονται πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἐὰν ἀφίνωμεν τὸν λαὸν καταβάλλοντα τοὺς φόρους καὶ μὴ βλέποντα ἀντάλλαγμά τι, νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι ταχέως ἢ βραδέως θὰ ἔχωμεν πολλοὺς Φικιώρας.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄ! ἄ! ἄ!
§115Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὴ γελᾶτε!
§116Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἐθαυμάσθη πάντοτε ἓν Κράτος, ὅτι ἀπὸ τῆς μεγάλης του Ἐπαναστάσεως μέχρι σήμερον ἡ ἐσωτερική του τάξις οὐδαμῶς ἐκλονίσθη. Τὸ Κράτος αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀγγλία. Διατὶ ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἐξεδηλώθη ποτὲ πνεῦμα διαταράξεως τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως; Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἐξεδηλώθη ποτὲ τοιοῦτον πνεῦμα, ὄχι διότι ὑπάρχει ἡ τάξις τῶν λόρδων, ἡ ὁποία συγκρατεῖ τὸν λαὸν εἰς ὑποταγὴν, ὡς κοινῶς πιστεύεται, ἀλλὰ διότι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει τάξις καὶ θὰ ὑπάρχῃ, διότι οἱ διοικοῦντες ἐκεῖ, μελετῶντες τὰ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας των, ἀνευρίσκοντες καὶ καθορίζοντες τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, σπεύδουσι διὰ νομοθετικῶν μέτρων νὰ πληρώσωσι τὰς ἀνάγκας ταύτας· πληροῦντες δὲ τὰς ἀνάγκας, ἀφοπλίζουσι τὸν λαὸν ἀπὸ παντὸς παραπόνου. Ἡμεῖς δὲ, ἐὰν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὴν σοφὴν ταύτην πολιτικὴν, ὅσον καὶ ἂν νομίζητε ὅτι ὁ λαὸς οὗτος εἶναι ἀνεκτικὸς, θὰ ἐξαντληθῇ ἡ ὑπομονή του. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐκδηλώσεις ἐπαναστατικαὶ, οἵας σᾶς ἀνέφερα, εἶναι ἀνάγκη, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα νὰ μελετήσῃ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ τὰ περιστατικὰ ταῦτα, τί γίνεται; Ὁ Φικιώρης μετὰ τῶν τεσσάρων ὀπαδῶν του ἐξῆλθε τῆς Σπάρτης καὶ, κατὰ τὰ τηλεγραφήματα, ἐξηφανίσθη· ἡ τάξις, ὡς ἀνεγράφη, ἡ ὁποία ἐφάνη ὅτι διεσαλεύθη, ἡ τάξις ἐπανῆλθεν, ἢ μᾶλλον οὔτε κἂν διεσαλεύθη, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς διασαλεύσεως, σοβαρᾶς διασαλεύσεως. Εἷς ἄνεμος σφοδρὸς ἔπνευσε πρὸς στιγμὴν, καὶ ἀντιπαρῆλθε. Κατ’ ἐμέ, ἡ δειλία τῶν δημοσίων ἀρχῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὴν διασάλευσιν τῆς τάξεως, τὴν φθοράν. Ἤδη τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, πανταχόθεν συρρεύσαντα, ἀνεζήτουν. Χωρικός τις κατέδωκεν εἰς αὐτὰ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον καταφύγει ὁ Φικιώρης μὲ τοὺς 4 ὀπαδούς του, ἐξ ὧν ὁ εἷς εἶχε τραυματισθῆ εἰς τὸν πόδα. Εἶναι μία χαράδρα, ἐν τῇ χαράδρᾳ σπήλαιόν τι, καὶ ἐν τῷ σπηλαίῳ αὐτῷ εἶχον ἐγκατασταθῆ ὁ Φικιώρης μετὰ τῶν ὀπαδῶν του. Ὁ χωρικός, ὁ ὁποῖος κατέδωκεν αὐτούς, ὡδήγησε τοὺς στρατιώτας· οἱ στρατιῶται ἀνήρχοντο εἰς 59, ἀλλὰ καθ’ ὁδὸν καὶ ἄλλα σώματα συνεκεντροῦντο εἰς τὸ μέρος αὐτό. Εἰς τὴν Διλοχίαν τῶν νοσοκόμων, τῆς ὁποίας ἦτο διοικητὴς ὁ ταγματάρχης Πριονιστὴς, ἐστάλη ἡ ἑξῆς διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει): «Τὸν ταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Πριονιστὴν Στυλιανὸν ἀποσπῶμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ διορίζομεν αὐτὸν ἀνώτερον ἐπόπτην τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων τῶν νομῶν Τριφυλίας, Μεσσηνίας, Λακεδαίμονος καὶ Λακωνικῆς... «Ἀναλαμβάνων οὗτος τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων τῶν ἄνω ῥηθέντων νομῶν, θέλει καταγείνει συντόνως καὶ δραστηρίως εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς διασαλευθείσης δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ τὴν παγίωσιν καὶ συντήρησιν αὐτῆς.» Τὰ ἀποσπάσματα, ἅμα κατέφθασαν, ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μακροπούλου, αὐτοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος περιεκύκλωσε τοὺς ἀποστάτας,—θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν, διότι εἰς αὐτὴν φαίνεται τὸ πνεῦμα τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἶχε, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ μετεβιβάσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βαμπᾶ...
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων βλέπετε, κατὰ ποίαν ἡμέραν καὶ κατὰ ποίαν ὥραν ἔφθασεν ὁ κ. Βαμπᾶς εἰς Σπάρτην. Ἔφθασε τὴν 3ην ὥραν μ. μ., ἐνῷ ὁ κ. Μακρόπουλος εἶχεν ἀναχωρήσει τὴν πρωΐαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἦλθε σχέσιν μὲ τὸν ἀποσταλέντα ἐντεῦθεν κ. τμηματάρχην. Λοιπὸν δὲν δικαιοῦσθε νὰ λέγητε, ὅτι, ὅσα ἔλαβον χώραν, ἐγένοντο συμφώνως πρὸς τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ σταλεὶς ἐντεῦθεν κ. Βαμπᾶς· διότι ὁ Βαμπᾶς ἔφθασεν ἐκεῖ τὸ ἀπόγευμα.
§118Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ Μακρόπουλος ἀνεχώρησε μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Βαμπᾶ.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε ἐδόθη ἡ διαταγὴ τῆς ἀναχωρήσεως εἰς τὸν Μακρόπουλον; Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Σπάρτης περὶ τούτου· δύνασθε νὰ τὴν ἀναγνώσητε.
§120Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα. Ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις αὕτη. Εἶναι τῆς 16 Ἰουνίου (ἀναγινώσκει): «...Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἀφίκετο τὴν 3 μ. μ. ὥραν καὶ ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἀριστείδης Βαμπᾶς.» Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις διαψεύδεται ὑπὸ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Μακροπούλου, ὅστις λέγει, ὅτι ἀνεχώρησε τὴν 4ην μ. μ. Εἰς τὸ πρᾶγμα δὲν δίδω σπουδαιότητα. Ἡ ἔκθεσις τοῦ Μακροπούλου εἶναι ἀσφαλεστέρα, καὶ ταύτην σᾶς ἀναγινώσκω: «Ἔκθεσις τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν ἐξόντωσιν τῶν στασιαστῶν ἀποστράτου ταγματάρχου Ἰωάν. Φικιώρη κλπ. «Τὴν 4 μ. μ. τῆς 14 Ἰουνίου ἔλαβον διαταγὴν παρὰ τοῦ ταγματάρχου κ. Πριονιστοῦ Στυλιανοῦ, ἀνωτέρου ἐπόπτου, ἵνα, λαμβάνων τὸ ἀπόσπασμά μου, συγκείμενον ἐκ 44 ὁπλιτῶν τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος καὶ 15 εὐζώνων τοῦ 1ου καὶ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος, ὁδηγηθῶ παρὰ τριῶν χωρικῶν καὶ διὰ τριῶν διαφόρων διευθύνσεων εἰς τι μέρος, ἔνθα ὑπῆρχε πιθανότης, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ στασιασταί. «Φθάσας ἔξωθεν τῆς Σπάρτης, εἰς τὸ χάνι Ζαχαρόπουλο, διῄρεσα τὸ ἀπόσπασμά μου εἰς 3 ἄνισα τμήματα (ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, ἃς μοὶ ἔδιδον οἱ χωρικοί, καθόσον ἐγὼ ἠγνόουν παντελῶς τὸ ἔδαφος)· καὶ 20 μὲν ἄνδρας, ὑπὸ τὸν ἐπιλοχίαν τοῦ 1ου εὐζωνικοῦ τάγματος Πατούχαν Ἀντώνιον, διέταξα νὰ βαδίσωσιν ἀπὸ Καραβᾶ, καὶ διὰ χωρίου Σουστιάνων ν’ ἀνέλθωσι τὸ ὄρος Σουστιάνων καὶ σταθῶσιν εἰς Θέσιν Κουρουνομάζωμα, ἄνωθεν τοῦ Σκαλιδίου. Τὸ δεύτερον τμῆμα, ὑπὸ τὸν λοχίαν Παξινὸν, ἠκολούθησε τὸ ὑπὸ τὰς διαταγάς μου 3ον τμῆμα, καὶ ἐβαδίσαμεν μέχρι χωρίου Βορδόνιας. Ἄνωθεν τοῦ χωρίου τούτου, καὶ εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν, διέταξα τὸν λοχίαν Παξινὸν Κ. ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν ὁδηγὸν καὶ τοποθετηθῇ πρὸς τὴν ἔξοδον τῆς μεγάλης χαράδρας τοῦ Καθαρέματος καὶ ἀναμένῃ τὰς διαταγάς μου, ὅταν φθάσω εἰς τὸ ὄπισθεν μέρος. Ἐβάδισα μετὰ τοῦ 3ου, τοῦ καὶ μεγαλειτέρου, τμήματος, ἀνῆλθον τὸ ὄρος Βορδόνιας, καὶ διελθὼν διὰ τῆς θέσεως Βατσινιὰ, κατέλαβον τὸ Πριόνι, ἔνθα ἡ διάβασις πρὸς τὴν Ἀλαγονίαν, ὅπου γενικῶς ἐπιστεύετο, ὅτι ὁ Φικιώρης ἤθελε καταφύγει, ἐν περιπτώσει καταδιώξεως, ὅπως στρατολογήσῃ ὀπαδούς. Ἡ πορεία μου αὕτη ἦτο λίαν ἐπίπονος, δι’ ἐδάφους ὅλως ἀπατήτου καὶ κρημνώδους· διήρκεσε δὲ μέχρι τῆς 4ης πρωϊνῆς, ὥρας ἄνευ οὐδεμιᾶς στάσεως, ὅπως προλάβω καὶ συντελέσω τὴν κύκλωσιν. Κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὥραν ἡ κύκλωσις συνετελέσθη, ἀλλ’ ἅπαντα τὰ τμήματα ἀπεῖχον τῶν θέσεων 2–3 χιλιόμετρα, σχηματίζοντα σχῆμα ], τῆς ἑτέρας πλευρᾶς, ἥτις σχηματίζει τετράπλευρον μετὰ τῆς παρατάξεώς μου, οὔσης ἀβάτου. Οἱ στασιασταὶ κατεῖχον δύο σπήλαια, εἰς θέσεις, αἵτινες παρεῖχον αὐτοῖς πλεῖστα πλεονεκτήματα, καὶ ὧν αἱ προσβάσεις ἐβάλλοντο ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν σπηλαίων. Καὶ εἰς μὲν τὴν ἄνω θέσιν (Σκαλίδι) ἔμενον 2, εἰς δὲ τὴν ὀλίγον κατωτέρω, οἱ 3 ὑπὸ τὸν Φικιώρην· ἡ θέσις αὕτη λέγεται Κορίτα, καὶ ὑπάρχει ἐκεῖ ἡ μόνη πηγὴ ὕδατος. Φθάσας ὁ ἐπιλοχίας ἄνωθεν τῆς θέσεως Σκαλίδι, εἶδε τοὺς 2 στασιαστάς, οἵτινες, πυροβολήσαντες ἐναντίον τοῦ ἀποσπάσματος, ἐτράπησαν εἰς φυγήν, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ σπήλαιον, ἀντιπυροβοληθέντες. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἄρχεται τὸ πῦρ, ἀλλ’ ἀραιόν· οἱ στασιασταὶ ἐξήρχοντο τῶν σπηλαίων, ἐπυροβόλουν, καὶ εἶτα ἐκρύπτοντο· τὰ δὲ τμήματα ἐπυροβόλουν σπανίως, ὡς ἦτο ἡ διαταγή μου. Ἡ κατάστασις αὕτη διήρκεσε μέχρι τῆς 11ης π. μ., ὁπότε εἶχον ἐλαφρῶς πληγωθῆ ὁ εὔζωνος Πατσαρὸς Νικόλαος, τοῦ 2ου τάγματος τῶν εὐζώνων, καὶ εἷς τῶν πολιτῶν ὁδηγῶν. «Ἀντιληφθεὶς, ὅτι αἱ θέσεις των ἦσαν λίαν ὀχυραὶ, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐπήρχετο τὸ σκότος, θὰ ἐδραπέτευον ἀφεύκτως (ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους, δυσκόλως ἐπιτηρουμένου), ἤλλαξα διάταξιν, καὶ, διελθὼν μετὰ τοῦ 3ου τμήματος τὸ Πριόνι, ἔφθασα εἰς 200 μέτρων ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν Κορίτα, ἔνθα ὁ Φικιώρης ἐτοποθέτησα τὸ τμῆμα τοῦτο εἰς θέσεις προφυλαγμένας, καὶ διέταξα, ἵνα τὰ λοιπὰ 2 τμήματα βαδίσωσι συγκλίνοντα πρὸς τὸ Καθάρεμα. Οὕτω δὲ ἡ θέσις ἐπολιορκήθη στενῶς. Ἐπὶ πλέον οἱ ἐν Σκαλιδίῳ δύο στασιασταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ συνδράμωσι τὸν Φικιώρην, καθόσον, μόλις ἐπρόβαλλον, ὅπως πυροβολήσωσιν ἐναντίον μου, τὰ πρῶτον καὶ δεύτερον τμήματα κατεπυροβόλουν αὐτοὺς, καὶ οὗτοι πάλιν ἐκρύπτοντο. Μετὰ τὴν ματαίαν μου πρόσκλησιν πρὸς τὸν ταγματάρχην, ὅπως παραδοθῇ καὶ ὑπακούσῃ εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, εἰς ἣν πρόσκλησιν ἀπήντα διαρκῶς δι’ αἰσχρῶν ὕβρεων καὶ τουφεκισμῶν, ἐναντίον μου διευθυνομένων, ἤρχισα νὰ προχωρῶ τὰ τμήματα, ἐπωφελούμενος τῶν ἐλατῶν καὶ λοιπῶν ἀνωμαλιῶν, μεθ’ ὃ ἐσάλπισα ἔφοδον. Οἱ στασιασταὶ, οἱ ἐν τῇ Κορίτᾳ, εἶχον ἐξέλθει τοῦ σπηλαίου, καὶ ἐπυροβόλουν λυσσωδῶς, τοῦ Φικιώρη πάντοτε ὑβρίζοντός με. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἷς ἐκ τῶν στασιαστῶν, ὁ πληγωμένος εἰς τὸν πόδα, προσποιούμενος ὅτι θὰ παραδοθῇ, ἔρριψε τὸ ὅπλον του, ἀλλ’ ἀναλαβὼν πάλιν τοῦτο, ἔπεσεν ὄπισθεν ἐλάτης τινὸς, πρὸς τὴν χαράδραν, ἀφοῦ κατεπυροβολήθη. Ἦτο ἡ 4η μ.μ. ὥρα, ὁπότε, κατόπιν ταχέος πυρὸς καὶ ἀφοῦ τὰ τμήματα εἶχον πλησιάσει εἰς ἐλαχίστην ἀπόστασιν (30 ἕως 20 βήματα), ἔπεσαν νεκροὶ, σχεδὸν ταὐτοχρόνως, ὁ ταγματάρχης Φικιώρης Ἰωάννης καὶ ὁ ἕτερος τῶν ὀπαδῶν του, μὴ θελήσαντες νὰ παραδοθῶσι καὶ εἰς τὴν τελευταίαν πρόσκλησίν μου, τοῦ Φικιώρη ἀπαντήσαντος δι’ αἰσχρῶν ὕβρεων...»
§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι βεβαιωμένον, πόσοι κάλυκες εὑρέθησαν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Φικιώρη;
§122Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν ἅπαντα τὰ τμήματα ἐτράπησαν πρὸς τὸ ἕτερον σπήλαιον, ἔνθα οἱ ἕτεροι δύο· ἀφοῦ δὲ ἐπανειλημμένως τοὺς ἐκάλεσα νὰ παραδοθῶσιν, οὗτοι ἀπήντων διὰ πυροβολισμῶν. Τότε διέταξα τὸν ἐπιλοχίαν Πατούχαν Ἀντώνιον, ἵνα μετὰ τοῦ τμήματός του πλησιάσῃ εἰς 10 μέτρων ἀπόστασιν, καὶ τοὺς τουφεκίσῃ ἐντὸς τοῦ σπηλαίου, σημάνας ἅμα ἔφοδον. Ἀφοῦ ὅμως τὰ λοιπὰ τμήματα ἔβαλλον καταστρεπτικὸν πῦρ, ὑποβοηθοῦντα τὴν προσπέλασιν τοῦ ἐπιλοχίου, μὴ δυνηθέντες νὰ ἀνθέξωσιν, ἀφοῦ μάλιστα ἐπληγώθη εἷς ἐξ αὐτῶν, ἔρριψαν τὰ ὅπλα των, κραυγάζοντες: «ἀμὰν, καπετάν!», καὶ οὕτω παρεδόθησαν. «Ἐσήμανα παῦσιν πυρὸς τὴν 5 καὶ 5′ μ.μ., καὶ τὸ ἀπόσπασμα ἐζητωκραύγασεν ὑπὲρ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. «Συντάξας τὸ ἀπόσπασμα, ἡτοιμάσθην ν’ ἀναχωρήσω, ὁπότε ἔφθασεν ὁ ὑπολοχαγὸς ἀστυνόμος Σπάρτης κ. Πολυχρονόπουλος Δ. μετὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ κ. Τσιγγάρη Π. καί τινων ἀστυφυλάκων καὶ στρατιωτῶν, κομίζοντες ἄρτον, ὕδωρ κλπ., ἐξ ὧν τὸ ἀπόσπασμα μεγάλως ἀνεκουφίσθη. Ἔφθασα εἰς Σουστιάνους, ἔνθα διενυκτέρευσα, διορίσας ἰσχυρὰν φρουρὰν πρὸς φύλαξιν τῶν συλληφθέντων. Τὸν πέμπτον τῶν ἀποστατῶν, ὅστις εἶχε μείνει ἐντὸς τῆς χαράδρας, ἐθεώρησα ἄσκοπον νὰ καταδιώξω, τὸ μὲν διότι, ἕνεκα τοῦ ἐπερχομένου σκότους, ἦτο ἀδύνατος ἡ ἀνεύρεσίς του, τὸ δὲ καὶ διότι τὸ πλῆθος τῶν τραυμάτων, ἅτινα ἔφερε, δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ ἀπομακρυνθῇ, ὡς τοῦτο ἀπεδείχθη κατὰ τὴν ἀνεύρεσίν του. «Εἰς Σουστιάνους συνήντησα καὶ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν κ. Πίκουλαν Πελοπίδαν, ἐρχόμενον μετὰ φυσιγγίων. «Τὴν ἐπιοῦσαν εἰσῆλθον εἰς Σπάρτην, καὶ παρέδωσα τοὺς συλληφθέντας, νεκρούς, ὅπλα κλπ., εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν διὰ τοῦ κ. ἀνωτέρου ἐπόπτου καὶ δι’ ἐκθέσεώς μου. «Ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ κ. Νικολόπουλος Ἀχ. ἐκ τοῦ χωρίου Σουστιάνων, λαβὼν 3 πολίτας ἐκ τοῦ χωρίου του, ἦλθεν αὐτοβούλως εἰς τὸν ἀγῶνα, περὶ ὥραν 11½, ἀφήσας δὲ ὀπίσω τοὺς πολίτας, ἔφθασε, φέρων τουφέκιον εἰς τὰς χεῖρας, κάτωθεν τοῦ Σκαλιδίου. Ἔμαθεν, ὅτι ἔδιδον διαταγάς, ὅπως προχωρήσωσι τὰ τμήματα, καὶ τότε, προπορευόμενος τοῦ βʹ τμήματος διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ του παραδείγματος ἐνεψύχου τοὺς στρατιώτας, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν αἱ διαταγαί μου· ἐτουφέκιζεν εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τῶν στασιαστῶν, μὲ στάσιν ἀρρενωπὴν, ἥτις κατέπληξε πάντας· ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν 3½ μ. μ. ἐτραυματίσθη παρὰ τοῦ ἰδίου Φικιώρη ἔκ τινος πλαγίας θέσεως, ἐπειδὴ διεκρίνετο τῶν πεζῶν καὶ εὐζώνων ἐκ τῆς στολῆς τοῦ λοχαγοῦ, ἣν ἔφερεν. Εἰς τὴν Σ. Κυβέρνησιν ἐναπόκειται ἡ ἠθικὴ ἀμοιβὴ τοῦ γενναίου τούτου πατριώτου. «Ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ ἐν γένει δρᾶσις ὁλοκλήρου τοῦ ἀποσπάσματος ὑπῆρξεν ἀξία παντὸς ἐπαίνου, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ ἓξ ἡμέρας πρὸ τῆς συμπλοκῆς ἐβάδιζον νυχθημερόν, πολιορκοῦντες διαφόρους θέσεις, τῇ διαταγῇ τοῦ κ. ἀνωτέρου ἐπόπτου. Ἐν γένει δὲ ἐφαίνοντο ἅπαντες οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἔχοντες θέλησιν καὶ συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των, ἠλεκτρισθέντες ἐκ τῆς ἀναπτυχθείσης εἰς αὐτοὺς ἰδέας, ὅτι βαδίζουσι κατ’ ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, ἤτοι ἐνόπλων στασιαστῶν, οἵτινες, ὡς ἦν ἑπόμενον, θ’ ἀντέτασσον λυσσώδη ἀντίστασιν, ὡς τοῦτο ἀπεδείχθη, διαρκέσαντος τοῦ πυρὸς 13 ὥρας ἐπὶ τῶν κορυφῶν τοῦ Ταϋγέτου...»
§123Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ταγματάρχης Φικιώρης καθὼς καὶ οἱ ὀπαδοί του δὲν ἐπυροβόλησαν κατὰ τοῦ ἀποσπάσματος, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὃν ἐπαινεῖ ὁ γράφων· ἐπυροβόλησαν δὲ καὶ κατά τινος πολίτου. Ὁ Φικιώρης δὲν ἠδύνατο νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τοῦ ἀποσπάσματος, διότι ἦτο πληγωμένος εἰς τὴν χεῖρα.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἐπλήγωσε τότε τοὺς στρατιώτας;
§125Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς στρατιώτης ἐπληγώθη.
§126Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἴχετε εἴδησιν, ὅτι ὁ Φικιώρης ἦτο πληγωμένος;
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§128Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀκούσατε ἤδη εἰς ποίας σκέψεις προήγαγε τὸν Μακρόπουλον ἡ πρᾶξις (ἀναγινώσκει): «Ἰδιαιτέρας ὅμως σημειώσεως χρήζουσιν οἱ ἑξῆς: Ὁ ἐπιλοχίας τοῦ 1ου εὐζων. τάγματος Πατούχας Ἀντώνιος. Οὗτος καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν παρεκίνει τοὺς στρατιώτας, βαδίζων πάντοτε πρῶτος, καὶ ἐκτιθέμενος οὕτως εἰς προφανῆ κίνδυνον, καὶ πλησιάζων εἰς ἐλαχίστας ἀποστάσεις, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰς διαταγάς μου. Ὁ αὐτὸς ἐπιλοχίας, καταλαβὼν θέσιν τινὰ 20 βήματα ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Φικιώρη, ἔβαλλε κατὰ τῶν ἐν αὐτῇ πλῆθος βλημάτων, μέχρις ὅτου ἐκτυπήθη ὁ Φικιώρης μετὰ τοῦ συντρόφου του. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἐτραυμάτισε τὸν Φικιώρην, διότι, ὡς ἐκ τῆς πλησίον καὶ πλαγίας θέσεώς του, αὐτὸς ἠδύνατο μόνον νὰ τὸν ἴδῃ. Ἐν γένει δὲ ὁ ἐπιλοχίας οὗτος εἶναι ἐκ τῶν ἀνδρείων ἐκείνων καὶ πειθαρχικῶν στρατιωτῶν, οἵτινες δὲν πτοοῦνται ἐνώπιον οὐδενὸς κινδύνου, προκειμένου νὰ ἐκτελέσωσι διαταγὰς, καὶ καθῆκόν μου θεωρῶ, ἵνα συστήσω τὴν προαγωγήν του, ἀφοῦ, ὡς μανθάνω, καὶ ὡς ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ἀνὰ χεῖράς του ἀτομικοῦ βιβλιαρίου, ἔχει 6–8 εὐαρεσκείας καὶ ἐπαίνους, καὶ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχίου προήχθη εἰς τὸν τοῦ ἐπιλοχίου ὡς ἀνδραγαθήσας.» Ἤδη πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τί εὑρέθη εἰς τοὺς φονευθέντας ἄνδρας καὶ τοὺς συλληφθέντας, καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ δυνάμεις αὐτῶν, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἐννόμου τάξεως (ἀναγινώσκει τηλεγράφημα): «Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν κλπ. «Τὰ εὑρεθέντα εἴδη εἰς χεῖρας τῶν φονευθέντων καὶ ζωγρηθέντων Φικιώρη καὶ ὀπαδῶν αὐτοῦ εἶναι: δύο καραμπίναι ἱππικοῦ, ἓν βραχύκαννον πυροβολικοῦ, μία σπάθη ἀξιωματικοῦ, ἓν ὡρολόγιον καὶ ἓν πορτοφόλιον μὲ 16 δραχμάς.» Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων ἠπειλεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία!
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διέτρεχε κίνδυνον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία.
§130Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, οὐδὲ ἡ ἔννομος τάξις.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἔννομος τάξις, βεβαίως.
§132Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατόν, τέσσαρες ἄνδρες, φέροντες ὅπλα βραχύκανα, βάλλοντα μέχρις 600 μέτρων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀντιταχθῆ κατὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως, φερούσης ὅπλα βάλλοντα μέχρι 2000 μέτρων, κεκρυμμένοι ἐντὸς σπηλαίων, νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἠδύναντο νὰ διαπράξωσί τι σπουδαῖον. Καὶ εἴδετε, ὅτι ἐπὶ 13 ἢ 14 ὥρας δὲν κατώρθωσαν νὰ φονεύσωσιν οὔτε ἕνα στρατιώτην.
§133Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσοι ἦσαν οἱ στρατιῶται;
§134Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πεντήκοντα καὶ ἐννέα, 44 τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος καὶ 15 τοῦ εὐζωνικοῦ.
§135Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχον τροφὰς οἱ πολιορκούμενοι;
§136ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι στρατιῶται εἶχον ἐκστρατεύσει;
§137Κ. ΔΟΥΝΗΣ. 59 ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπολιόρκησαν· ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐκ διαφόρων σημείων προσέτρεχον, περὶ τῶν ὁποίων δὲν γίνεται μνεία.
§138ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διακόσιοι ἦσαν.
§139Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἤδη γεννᾶται τὸ ζήτημα: Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖ Μακροπούλου; Εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φονεύσῃ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους;
§140Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§141Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριοι, ἔχομεν τὸν Κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν νὰ μετέλθῃ βίαν διὰ τῶν ὅπλων. Ἀκούσατε μετὰ πόσης φειδοῦς καὶ μετὰ πόσης προσοχῆς παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τῶν ὅπλων καὶ εἰς ποίας περιπτώσεις (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 227. Οἱ στρατιωτικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, προσκαλούμενοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τῶν ἀποφάσεων, διαταγμάτων, διαταγῶν (διατάξεων) τοῦ Δικαστηρίου ἢ τῆς ἀστυνομίας, ἢ πρὸς διάλυσιν ὀχλαγωγίας ἢ ὀχλαγωγικῆς συστάσεως (συναθροίσεως), ἢ διὰ νὰ συλλάβουν τοὺς στασιαστὰς, πρωταιτίους ἢ τοὺς συμπράκτας (αὐτουργοὺς, συνεργοὺς, ἢ συναιτίους) αὐτῶν, ἠμποροῦν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ ὅπλα των, μόνον εἰς τὰς ἀκολούθους δύο περιπτώσεις: «1) Ὅταν ἐνεργῆται βία ἢ ἐναντίωσις (ἐπίθεσις ἢ βιαιοπραγίαι) κατ’ αὐτῶν. «2) Ὅταν δὲν δύνανται ἄλλως νὰ ὑπερασπισθοῦν τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατέχουν, τὴν θέσιν ἢ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν ὑπὸ φύλαξίν των· ἢ, τελευταῖον, ὅταν ἡ ἀντίστασις ἦναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ ἄλλως νὰ κατατροπωθῇ, εἰμὴ διὰ τῆς ἀναπτύξεως (τῆς χρήσεως) τῆς δυνάμεως τῶν ὅπλων.» Βλέπετε τί σᾶς λέγει; ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντληθῶσιν ὅλα τὰ μέσα ἀπολύτως...
§142Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ πρῶτον ἐδάφιον.
§143Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὑπῆρξε βιαιοπραγία κατ’ αὐτῶν· μὴ σπεύδετε· θὰ τὸ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Λέγει δηλ. τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι, ἂν μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων ἀπολύτως τῶν μέσων, δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα, τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τῶν ὅπλων. Ἀλλὰ κατωτέρω τὸ ἄρθρον 228 σαφέστερον ἔτι καθορίζει (ἀναγινώσκει): «Εἰς περίπτωσιν ἐπαναστάσεως (στάσεως), καὶ ὅταν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ καταδαμασθῇ ἄλλως ἡ ἀντίστασις, εἰμὴ διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ὅπλων, δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ χρῆσιν αὐτῶν ἡ χωροφυλακή, προτοῦ προσκαλέσῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ τοὺς στασιαστάς, ἐν ὀνόματι τῶν νόμων, νὰ ἀπέλθουν εἰρηνικῶς εἰς τὰ ἴδια.» Δὲν ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, τὴν χωροφυλακήν· ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ καλέσῃ αὐτοὺς, ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, νὰ παραδοθῶσιν. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὀφείλει νὰ συγκρατῇ ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων οἱ στρατιῶται ἐκπέμπονται· δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτὴν, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ ἐπιτίθηται καὶ νὰ φονεύῃ. Τοῦτο λέγει τὸ ἄρθρον 228 ἐν παραγράφῳ δευτέρᾳ (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἴσως ἡ ἀντίστασις διαρκῇ μετὰ τὴν πρόσκλησιν ταύτην, ἐπαναληφθεῖσαν τρὶς, ἄνευ ἀναβολῆς καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης διὰ τὰς συνεπείας, θέλει μεταχειρίζεσθαι τὴν βίαν τῶν ὅπλων κατὰ τῶν στασιαστῶν, καὶ οἱ συλληφθέντες θέλουν ὁδηγεῖσθαι ἐνώπιον τῆς ἀστυνομικῆς (ἁρμοδίας) ἀρχῆς, διὰ νὰ ἐξετασθοῦν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν κατὰ τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων.»
§144Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, πότε ἔγεινεν ὁ Κανονισμὸς αὐτός;
§145Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν 29 Ὀκτωβρίου 1833.
§146Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ ἐγένετο ἐπὶ ἀπολύτου Μοναρχίας.
§147Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, ἐγένετο ὑπὸ πολίτευμα ἀπολύτου Μοναρχίας, ἀλλ’ εἶναι παρ’ ἡμῖν νόμος ἰσχύων, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἡμεῖς, εἶναι ὁ σεβασμὸς τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιέχει αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας, ὑπὸ τὸ κράτος Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ζητοῦμεν τίποτε περισσότερον. Λοιπὸν ἐρωτῶμεν: Ποῖα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων προκύπτοντα; Τί ἀποδεικνύεται; Ὅτι ὁ Φικιώρης ἀντέστη καὶ ἐβιαιοπράγησε κατὰ τοῦ ἀποσταλέντος ἀποσπάσματος; Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀποσπασματάρχου Μακροπούλου, ὅτι ὁ Φικιώρης δὲν ἔπαυε νὰ τὸν ὀνειδίζῃ καὶ νὰ τὸν ὑβρίζῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ, δεικνύουσιν, ὅτι ὁ Φικιώρης δὲν ἔρριψεν οὔτε βολὴν κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου· διότι, ἐὰν ὁ Φικιώρης ἤθελε νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὸν καιρὸν νὰ κάθηται νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ χλευάζῃ αὐτόν. Ποίαν ἔχετε θετικὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπεχείρησεν ἐκεῖνος τὴν διάσπασιν τῆς πολιορκίας, τῆς γενομένης κατ’ αὐτοῦ; Ποῖος κίνδυνος ἠπείλει τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐὰν οἱ στρατιῶται αὐτοί, φερόμενοι ὅπως ὤφειλον νὰ φερθῶσι, περιωρίζοντο εἰς στενὸν ἀποκλεισμὸν, ἀφοῦ ὁ Φικιώρης οὐδὲ ἄρτον εἶχεν, οὐδὲ φυσίγγια; Διότι, ὅπως εἴπετε, μὲ 200 φυσίγγια ἀνεχώρησεν ἐκ Σπάρτης...
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν νύκτα τί θὰ ἐγίνετο; Τὴν νύκτα θὰ ἔφευγε.
§149Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Οἱ στρατιῶται, ὡς τοὺς ὀνομάζει ἡ ἔκθεσις, εὑρίσκοντο ἐντὸς χαράδρας καὶ ἐντὸς ζώνης.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τίνος χαράδρας;
§151Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Οὕτω γράφει.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγει «χαράδρας».
§153Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ λέγει. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Καὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὸν ὁδηγὸν καὶ τὸν τοποθετήσωσι πρὸς τὴν ἔξοδον τῆς μεγάλης χαράδρας, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκοντο τὰ δύο σπήλαια.»
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§155Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι δὲν ἦτο χαράδρα. Ἀλλὰ τὰ σπήλαια αὐτὰ δὲν ἦσαν εἰς τοὺς πρόποδας ὄρους; καὶ τότε δὲν ἦτο εὐκολώτερον ν’ ἀποκλεισθῶσιν; Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἦτο χαράδρα, καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς αὐτῶν ἦτο εὐχερέστατος. Ἀλλὰ πῶς ἐγένετο ὁ φόνος; Ὁ φόνος ἐγένετο μετὰ τὸν τραυματισμὸν τοῦ Φικιώρη, ὅστις κατέστη ἀνίκανος νὰ μεταχειρίζηται ὅπλον, τραυματισθεὶς ἐν τῇ δεξιᾷ παλάμῃ...
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῦ τὰ εὑρίσκετε αὐτά;
§157Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πεισθῆτε.
§158Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς αὐτοψίας.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἔκθεσιν.
§160Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν γνώσει ἐγένετο δεκτὴ τοιαύτη ἔκθεσις ἀνακριβής.
§161Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ ἀποδείξω ἐγὼ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡ ἔκθεσις ἐγένετο ἐν Ἀθήναις χάριν τῆς ἀπονομῆς παρασήμων καὶ ἀμοιβῶν.
§162Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Γνωρίζετε δὲ πῶς ἐφονεύθη; Ἐφονεύθη ἐκ τῶν ἄνω, καὶ ἡ σφαῖρα διῆλθεν ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω. Ἐπῆγαν ὕπερθεν τοῦ σπηλαίου καὶ τὸν ἐφόνευσαν, τραυματίαν ὄντα καὶ ἄοπλον ἐντελῶς!
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγει ἡ ἔκθεσις, πῶς ἐφονεύθη.
§164Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ ἔκθεσις δὲν ἀναφέρει ἐμπεριστατωμένως. Κύριε Πρωθυπουργὲ, γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ὤφειλε νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις περὶ τῶν γεγονότων τούτων, ἔσπευσε νὰ ἀμείψῃ ποίους; Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδολοφόνησαν, παραβιάζοντες τοὺς νόμους! Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔσπευδε καὶ διέτασσεν ἀνακρίσεις, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἔκθεσις, ἡ ὁποία συνετάχθη μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἀμοιβὰς. Ἐὰν ὅμως διετάσσετε ἀνακρίσεις, καὶ συνετάσσετο ἔκθεσις συνεπείᾳ τῶν ἀνακρίσεων, καὶ ἀπεδεικνύετο ἡ ἀλήθεια, θὰ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην, τὸν κύριον ἐκεῖνον καὶ τοὺς στρατιώτας νὰ τοὺς ἀποστείλητε εἰς τὸ Στρατοδικεῖον.
§165Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης!
§166Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ποία λοιπὸν ἀνάγκη ἐπέβαλλε τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη; Εἶχον ἢ δὲν εἶχον τὸ καθῆκον, πολιορκοῦντες αὐτὸν, νὰ τὸν ἀναγκάσωσι νὰ παραδοθῇ, ἀφοῦ τὰ μέσα αὐτοῦ, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐπισήμου τηλεγραφήματος, ἦσαν μηδαμινά; Ἔχομεν πρόσφατον γεγονὸς, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἔχομεν ἐν μέσῳ μεγαλοπόλεως πολιορκίαν στασιαστῶν, ἡ ὁποία διήρκεσε 37 ὅλας ἡμέρας, — ὁμιλῶ περὶ τοῦ Γκερὲν — διότι ἡ Γαλλικὴ Πολιτεία ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ χρῆσις βιαίων μέσων, ὅταν ὑπῆρχον ἄλλα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο οἱ καταδιωκόμενοι νὰ συλληφθῶσι. Κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν τῶν 37 ἡμερῶν ἐγένοντο 20 ἐξεγέρσεις, ἢ μᾶλλον στάσεις, ἐν μέσοις Παρισίοις, καὶ ἐγένοντο ἐξ ἀφορμῆς τῆς πολιορκίας τοῦ Γκερέν. Εἰς μίαν ἐκ τούτων ἐσυλήθη καὶ κατεστράφη ἡ ἐκκλησία τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ, κατεστράφη ἓν ὑελουργεῖον, κατεστράφη ἓν καφενεῖον, κατεστράφησαν 50 κιόσκια, πωλητήρια ἐφημερίδων, ἐτραυματίσθησαν εἰς μίαν συμπλοκὴν μεταξὺ στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ πολιτῶν 300 ἄτομα, ἐκ τῶν ὁποίων 75 ἀστυφύλακες καὶ στρατιῶται, ὁ δὲ Γκερὲν, στενῶς πολιορκούμενος, ἐξήρχετο τοῦ παραθύρου, φέρων ἄνθος εἰς τὴν κομβιοδόχην, καὶ ὁμιλῶν μετὰ τοῦ Φρουράρχου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπολιόρκει.
§167Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπυροβόλει καὶ ὁ Γκερέν.
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποτέ!
§169Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δύνασθε νὰ διαψεύδητε τὰ λεγόμενα, διότι δὲν ἔχετε ἐπίσημον ἔκθεσιν· ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐν τῇ δημοσιογραφικῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τοῦ Γκερέν, βεβαιοῦται, ὅτι δὶς ἐπυροβολήθησαν οἱ ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι παρέμενον ἔξωθι, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Γκερὲν, ἐξελθόντος καὶ πυροβολήσαντος διὰ πολυκρότου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς φέρω τὴν ἔκθεσιν.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν συζήτησιν τῆς δίκης νὰ μᾶς φέρητε.
§171Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αἱ Γαλλικαὶ ἐφημερίδες εἶναι ἐπίσης ἀξιόπιστοι.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔγραψαν, ὅπως ἔγραψαν καὶ αἱ ἐφημερίδες αἱ Ἑλληνικαί. Παρηκολούθησα τὴν ὑπόθεσιν, τὴν δίκην, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ ἀνωτάτῳ Δικαστηρίῳ, καὶ ἐν τῇ δίκῃ ταύτῃ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Γκερὲν δὲ εἶχε πυροβολήσει. Τοῦτο ἀπεδείχθη.
§173Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται βεβαίως νὰ κυρωθῶσιν ἐπισήμως, οὐδὲ ἐντεῦθεν λεγόμενα, οὐδ’ ἐκεῖθεν.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ζήτημα.
§175Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη, μὲ ἐπαναφέρουσι πρὸς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Γκερέν· ὅτι διὰ τῶν τεσσάρων μὲν ἀνδρῶν τοῦ Φικώρη ἀπὸ τῆς κορυφῆς τοῦ Ταϋγέτου, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως οὐδένα ἀπολύτως διέτρεχε κίνδυνον ἡ δημοσία τάξις, ἡ ὁποία δὲν διεσαλεύθη ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος τῶν ἀρχῶν παρέστησεν, ὅτι διεσκελεύθη, ἐνῷ διὰ τῆς πολιορκίας τοῦ Γκερὲν προεκαλοῦντο καθ’ ἑκάστην συρράξεις μεταξὺ λαοῦ καὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ διεσαλεύετο ἐπὶ 37 ἡμέρας ἀδιακόπως ἡ δημοσία τάξις ἐν Παρισίοις. Καὶ ἐν τούτοις ἐκεῖ δὲν ἐπετράπη ἡ χύσις αἵματος, ἡ χρῆσις βίας· διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως ὡπλίσθησαν διὰ ῥοπάλων οἱ ἀστυφύλακες καὶ οἱ στρατιῶται, δὲν ἐπετράπη δ’ εἰς αὐτοὺς νὰ φέρωσιν ἄλλα ὅπλα ἢ μόνον ῥεβόλβερ, ἀλλὰ καὶ τούτων τὴν χρῆσιν δὲν ἐπέτρεψαν εἰς αὐτούς. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ Κυβέρνησις, περιερχομένη εἰς σύρραξιν πρὸς τὸν λαὸν τὸν ἐξεγειρόμενον, ἐνόει μόνον διὰ τῶν ῥοπάλων νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἡσυχίαν, διότι εἶχε συνείδησιν τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ὑπεροχῆς τῆς Πολιτείας· ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς διασαλευθείσης τάξεως ἐπιτρέπῃ νὰ γείνῃ χρῆσις βίας κατ’ ἀνθρώπων εὑρισκομένων ἐπὶ τῶν κορυφῶν ὄρους, ἀνθρώπων παντελῶς ἀβλαβῶν, ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἔχει τελείως συνείδησιν τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς τῆς Πολιτείας· ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἔχει ἀκόμη συνείδησιν τῆς ἰσχύος καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους. Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅσῳ κακοῦργος καὶ ἂν ἦναι, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀπολογηθῇ, εἶναι Κράτος τὸ ὁποῖον καταβιβάζεται, καὶ γίνεται ἴσον πρὸς ἓν ἄτομον· τὸ Κράτος δὲ αὐτὸ ἔχει μέσα μεγάλα, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημμένον εἰς αὐτὸ νὰ ἀποφεύγῃ τὴν θυσίαν τῆς ζωῆς οἱουδήποτε προσώπου, ὅσῳ καὶ ἂν ἦναι τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐγκληματικόν. Τί ἀποδεικνύεται, κύριοι Βουλευταί, ἐξ ὅλων τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων; Ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπῆρξε στάσις κατὰ τῶν καθεστώτων...
§176Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι κατατεθειμένον τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον διατυποῖ τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ Φικιώρη;
§177Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ φόνῳ.
§178Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐπὶ στάσει.
§179Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἴδωμεν τὸ ἔνταλμα.
§180Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἰδοὺ τὸ ἔνταλμα. (Ἀναγινώσκει ἐξ αὐτοῦ).
§181Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί διατάσσει;
§182Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν σύλληψιν αὐτοῦ. Τὸ δὲ ἀπόσπασμα εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔνταλμα.
§183ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν λέγει περὶ στάσεως.
§184Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 172 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τὸ ὁποῖον λέγει περὶ στάσεως.
§185Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λέγει ῥητῶς, ὅτι κατηγορεῖται διὰ στάσιν.
§186Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην τοῦτο. Ὅταν παρατίθηται τὸ ἄρθρον 172, βεβαίως περιλαμβάνεται καὶ ἡ περίπτωσις τῆς στάσεως.
§187Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ τὸ ἐννοῆτε, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι δὲν ἐννοοῦσιν, ἐὰν λέγει ῥητῶς περὶ στάσεως.
§188Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως αὐτῆς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Δὲν θέλω νὰ διαστρέψω τὰ γεγονότα· παραδέχομαι, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ στάσεως, ἀλλὰ στάσεως, τῆς ὁποίας ἡ σοβαρότης καὶ ἡ ἔκτασις δὲν ἦτο τοιαύτη, οἵαν ἐξέλαβεν ἡ Κυβέρνησις· ἦτο στάσις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ Ποινικὸς Νόμος διὰ τοῦ ἄρθρου 172, καὶ ὁ Φικιώρης, ἐὰν συνελαμβάνετο, ὅπως ὤφειλε νὰ συλληφθῇ, θὰ κατεδικάζετο δυνάμει τοῦ ἄρθρου 175 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν οἱ στασιασταὶ ἐξετέλεσαν ἀληθῶς βιαιοπραγίας ἐναντίον προσώπων ἢ πραγμάτων, τιμωροῦνται κατὰ τὰς ἀκολούθους διαστολάς: 1) Μὲ θάνατον, ἐὰν ἔπραξαν φόνον, ἀναίρεσιν, ἐμπρησμὸν ἢ λῃστείαν· 2) μὲ πρόσκαιρα δεσμά, ἐὰν ἔπραξαν αἰκίαν κατὰ προσώπων· καὶ ἐὰν ἡ αἰκία αὕτη ἔγεινε κατά τινος ἀρχῆς, ἢ τῶν ὑπηρετῶν της, ἢ κατὰ στρατιωτικῶν ἀπεσταλμένων, ἡ διάρκεια τῶν δεσμῶν δὲν εἶναι βραχυτέρα τῶν 15 ἐτῶν...» Ἐὰν διετάσσετο ἀνάκρισις, ὡς ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ Φικιώρης δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θανατηφόρως ἐτραυμάτισε τὸν ὑπηρέτην τοῦ Νομάρχου· ἑπομένως, ἀποδεικνυομένου, ὅτι αὐτὸς δὲν ὑπῆρξεν ὁ ἔνοχος, θὰ κατεδικάζετο, κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, εἰς πρόσκαιρα δεσμά, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐν τίνι δικαιώματι καὶ πόθεν ἠρύσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐπιτρέψῃ νὰ φονευθῇ ὁ Φικιώρης; Ποῖοι ἦσαν οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διέτρεχεν ἡ δημοσία τάξις, αὐτοῦ εὑρισκομένου ἐντὸς τῆς χαράδρας, ἐπὶ τοῦ Ταϋγέτου; Διατί ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀμοιβὴν τοῦ ἀποσπασματάρχου, διατί δὲν ἐπροκάλει τὴν ἔρευναν περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ; Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν διαμαρτυρηθῶμεν πάντες, καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, κατὰ τῆς πράξεως, ἡ ὁποία συνετελέσθη, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ κατὰ παντὸς πολίτου ὁμοία πρᾶξις, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δύνανται οἱ ἔχοντες ἐνίοτε συμφέρον, νὰ παραστήσωσί τινα βιαιοπραγοῦντα, ἢ στασιάσαντα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ φονεύσουν αὐτόν. Ἐὰν δὲ τοιοῦτον δικαίωμα φρονῇ, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τοὺς νόμους ὡς μὴ ἰσχύοντας παρ’ ἡμῖν· ἡ δὲ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, εἶναι πρᾶξις ὄντως στυγερὰ, πρᾶξις ἀποδεικνύουσα, ὅτι εἰσέτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν κατενόησε τὰς ἀρχὰς καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἀρχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, πρᾶξις, ἡ ὁποία ῥιζικῶς κλονίζει τὸ Σύνταγμα, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐπέτρεψαν τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη. Μοὶ ἀναμιμνήσκει, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ πρᾶξις αὕτη τὸν μέγαν ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΓʹ Ὑπουργὸν Ρισσελιέ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε πλεῖστοι συνωμότουν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Λουδοβίκου ΙΓʹ, ἡ ἐνέργεια τοῦ πανισχύρου τότε Ὑπουργοῦ Ρισσελιὲ ὑπῆρξε τυπικωτάτη ἐνέργεια, μὴ βεβιασμένη, καθ’ ὅλα νομιμωτάτη. Ἀλλ’ ἦλθεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσθη εἷς πυρὴν κατ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ρισσελιὲ, καὶ ἦτο ἡ οἰκογένεια τῶν Μοντμορανσύ· ὅτε δὲ οὗτος ἔμαθε καὶ ἀπεκάλυψε τὴν καθ’ ἑαυτοῦ συνωμοσίαν, σπασμωδικῶς ἐνήργησε, καὶ κατεδικάσθη ὁ Ἐρρῖκος Μοντμορανσὺ εἰς θάνατον, καὶ ἡ ποινὴ ἐξετελέσθη μετὰ μίαν ὥραν, ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις· καὶ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις πρωΐ–πρωΐ...
§189Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδικάσθη ὅμως.
§190Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐδικάσθη... Πάντως ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο διάφορος τῆς παρούσης. Ὅτε δὲ μετὰ ταῦτα ἀνεκαλύφθη ἡ συνωμοσία τοῦ Gaston d'Orléans κατὰ τοῦ ἰδίου ἐπίσης Ρισσελιέ,—ἦτο δὲ ὁ Gaston οὗτος ὁ προσφιλέστατος καὶ ὁ μᾶλλον εὐνοούμενος τοῦ Λουδοβίκου ΙΓʹ, νεαρώτατος δὲ,— ἀπήχθη ἀμέσως, καὶ, χωρὶς νὰ γείνῃ δίκη, ἐπαρουσίασαν μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας δῆθεν κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ ἐξετελέσθη ἡ ποινὴ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί. Βλέπετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἐπέδειξε πολὺ μεγαλείτερον ζῆλον εἰς τὴν ἐνέργειαν κατὰ τῶν συνωμοτῶν τῶν καθ’ ἑαυτοῦ, παρὰ κατὰ τῶν συνωμοτῶν τῶν κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ πολιτεύματος. Παρεμφερὲς συνέβη καὶ ἐνταῦθα. Ἐὰν οἱ συνωμόται δὲν κατεδίωκον, ὡς ἐλέχθη, τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐὰν οἱ στασιασταὶ ὕψωνον ἄλλην σημαίαν, σημαίαν κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἡ ἐνέργεια αὕτη, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο· θὰ ἐτηρεῖτο ὁ νόμος. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τοῦ σαρκίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἔπρεπε νὰ παρασταθῶσιν, ὡς παρεστάθησαν, ἐξωγκωμένα τὰ πράγματα, διότι κυρίαν ἀποστολὴν εἶχον νὰ προφυλάττωσιν ἑαυτούς...
§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε περὶ τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχῶν;
§192Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα· περὶ αὐτῶν ὁμιλῶ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν κριθῇ κατὰ τὸ αὐστηρὸν πνεῦμα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι συντεταγμένοι οἱ νόμοι ἡμῶν, ὡς καὶ οἱ συνταχθέντες ὑπὸ πολίτευμα Μοναρχικὸν, ἐὰν, λέγω, ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν κριθῇ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτῶν, τότε ἤθελεν ἀποτελέσει ἡ πρᾶξις αὕτη τεκμήριον, κατ’ ἐμὴν ὅμως γνώμην, ὄχι τεκμήριον, ἀλλ’ ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἤρξατο βαίνουσα πλησίστιος πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔπαυσε νὰ ἦναι Κράτος εὐνομούμενον· τὴν δὲ εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἀλλοιώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ἀκεραίαν φέρει ἡ Κυβέρνησις.
§193Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἦτο εὐνομούμενον Κράτος;
§194Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐθεώρουν, ὅτι ἦτο ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εὐνομουμένη, διότι, ὡς εἶπον, ἐὰν δὲν ἐτηροῦντο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων αἱ ἀρχαὶ τῆς ἠθικῆς, ὅπως πρέπει νὰ τηρῶνται ἐν πάσῃ Πολιτείᾳ εὐνομουμένῃ, ἐτηροῦντο τοὐλάχιστον αἱ ἀρχαὶ τῆς φιλανθρωπίας· ἀλλ’ ἤδη, διὰ τῆς πράξεως ταύτης, ἔπαυσαν νὰ τηρῶνται καὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς φιλανθρωπίας. Οὐδὲν ἔχομεν παράδειγμα Κράτους, καὶ βαρβάρου ἔτι, ἐνεργήσαντος, καθ’ ὃν τρόπον ἐνηργήθη ἡ κατὰ τοῦ Φικιώρη ἐνέργεια. Μόνον μίαν Πολιτείαν ἔχομεν δεσποτικωτάτην, τὸ Συμβούλιον τῶν Δέκα τῆς Ἑνετίας, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐφρόνει, ὅτι, προκειμένου περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐξηγείροντο κατὰ τοῦ καθεστῶτος τῆς Ἑνετίας, ἔπρεπεν ἡ σπουδὴ νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε οὐδὲ στιγμὴν ἔπρεπε νὰ χάνουν. Πᾶσα ἐξέγερσις, πᾶν παράπονον κατὰ τῆς Πολιτείας ἐκείνης ἀμέσως ἐτιμωρεῖτο, καὶ ἀπηνέστατα ἐτιμωρεῖτο. Τὸ πνεῦμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Δέκα τῆς Ἑνετίας θέλει νὰ εἰσαγάγῃ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις; Καὶ βεβαίως ἡ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐνδεικνύει, ὅτι τοιοῦτον πνεῦμα ἐπικρατεῖ παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Εὔχομαι ὅμως, μετὰ τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ποιήσηται κατὰ τῆς πράξεως ταύτης, εὔχομαι, ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταμεληθῇ, εὔχομαι, ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ διὰ πρᾶξιν τοσοῦτον στυγεράν, τοσοῦτον ἀπάνθρωπον, ἡ ὁποία μολύνει καὶ κατασπιλώνει τὸ μέτωπον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ ἀνέπτυσσε τὴν ἐπερώτησίν του κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, καὶ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἤθελον ἀπαντήσει εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ἐὰν ἐπέμενε νὰ συζητήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς του. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν του ὅμως, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμίαν αἰσθάνομαι ἀνάγκην, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀγόρευσιν ταύτην, διότι ἡ κατ’ αὐτὴν γενομένη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων ἔπεισε, νομίζω, τὴν Βουλὴν ἅπασαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἢ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπεβάλλετο.
§196Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρωτίστως θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ πιστεύσητε, ὅτι εἰλικρινῶς ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπέφευγον συζήτησιν περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης Φικιώρην· ἀλλ’ ἀτυχῶς, καὶ αὐτὴ ἡ φύσις τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ ἡ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, ἥτις ἐγένετο καὶ τότε καὶ νῦν, μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ νὰ ἐκθέσω γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν, ἵνα μάθῃ αὐτὴν σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον τότε συνεταράχθη, ὄχι διὰ τὸ ἄτομον τοῦ στασιαστοῦ Φικιώρη, ἀλλὰ διὰ τὸ στασιαστικὸν κίνημα αὐτοῦ, καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατ’ αὐτοῦ. Θέλω προσπαθήσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ ταγματάρχης Φικιώρης ἐδολοφονήθη κατὰ διαταγὴν, καὶ ν’ ἀναιρέσω τὰς ἀνακριβεστάτας ἐκθέσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἐδημοσιεύοντο ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐπίστευον, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε τολμήσει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν Βασιλέα Διατάγματα προβιβασμοῦ καὶ ἀπονομῆς παρασήμων διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἄνανδρος δολοφονία. Ἡ τόλμη τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μετὰ τὴν δολοφονίαν ταύτην προβῇ εἰς ἀπονομὴν βαθμῶν καὶ παρασήμων, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐκθέσεων, μὲ ἀναγκάζει, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀποκρύψω οὐδὲν τῶν γεγονότων, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Δὲν θὰ ἐκφέρω ἐντεῦθεν οὐδεμίαν κρίσιν ἰδίαν περὶ τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἐγχειρήματος τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, ἀλλ’ ἀφίνω νὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ ὁ ἱστορικὸς, ὅστις θὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν τῆς ἐνεστώσης πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Βεβαίως τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ τοῦ Φικιώρη ἦτο ἀπονενοημένον, ἀλλ’ ἀπονενοημένον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ὑπερφιάλῳ φιλοπατρίᾳ του ἐτόλμησε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἠδύνατο μόνος αὐτὸς νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τὴν παρεκκλίνασαν Πολιτείαν, καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἄλλοι λέγομεν, γραωδῶς μεμψιμοιροῦντες, ἀλλὰ δὲν τολμῶμεν νὰ πράξωμεν. Τοιούτου ἀνδρὸς δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐξόντωσιν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὰ ὑψηλὰ καὶ πατριωτικὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξώθησαν αὐτὸν εἰς τὸ ἐγχείρημα ἐκεῖνο, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλως ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἐπιδιώκουσα τὴν σύλληψιν καὶ ὄχι τὸν φόνον αὐτοῦ, τὸν ἀνάνδρως διαπραχθέντα, οὐχὶ ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Ἀλ. Νικολοπούλου, πρώην ὀπαδοῦ καὶ εἶτα προδότου τοῦ Φικιώρη...
§197ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§198Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μὴ δίδετε ἀφορμήν, κύριε Ρουσόπουλε, διότι μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω, ὅ,τι θέλω ν’ ἀποφύγω. Ὅτε ταῦτα συνέβαινον ἐν Σπάρτῃ, ὑμεῖς, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα, ἐκλήθητε παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, καὶ συνηργήσατε εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας δύναμαι ν’ ἀποδείξω, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ μοὶ παράσχῃ τὰ μέσα. (Διακοπαί).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§200ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐνηργήσατε ἐντεῦθεν, καὶ ἀνετέθη εἰς τὸν Νικολόπουλον, τὸν ὀπαδὸν τοῦ Φικιώρη, πεισθέντα εἰς δοθείσας ὑποσχέσεις, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη. Γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἅπαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι οὗτος ἦτο ὀπαδὸς τοῦ Φικιώρη, καὶ ὅτι, ὅτε ἐγνώσθη, ὅτι τὰ ἐν Σπάρτῃ συμβάντα τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰουνίου δὲν ἦσαν ἐπίθεσις φυγοδίκων, ἀλλὰ στασιαστικὸν κίνημα, ἐγερθὲν ὑπὸ τοῦ Φικιώρη, ἀμέσως γενικῶς ἐπιστεύθη, ὅτι μετὰ τούτου ἦτο καὶ ὁ Νικολόπουλος, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐστράφη καὶ κατ’ αὐτοῦ. (Διακοπαί).
§201ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα;
§203Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα προσηγάγετε, διότι ταῦτα καὶ ἀκριβῆ δὲν εἶναι καὶ ἀτελῶς προσάγονται. Ἀλλ’ ἂν εὕρισκον 19 ἄλλους συναδέλφους, ἵνα ὑπογράψωσι κατηγορητήριον, καὶ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἤθελον ἀποδείξει πάνθ’ ὅσα λέγω. Καὶ ἂν δὲν τὰ ἀπεδείκνυον, θὰ ἔφερον ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ψευδοῦς μηνύσεως.
§204Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις· διότι τότε θὰ ἴδωμεν, πῶς ἐφονεύθη ὁ Φικιώρη.
§205Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Βλασσόπουλος ἐζήτησε τὴν παραπομπὴν καὶ τοῦ Νικολοπούλου ἐν ἀρχῇ, ὡς συστασιαστοῦ μετὰ τοῦ Φικιώρη· καὶ ὅμως διὰ τὸν Νικολόπουλον αὐτὸν ἐγένετο πρότασις νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος διὰ τὴν διαγωγήν του, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ βραβεύσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοιούτου παρασήμου! Δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἐξετάσω τὴν πρᾶξιν τοῦ Φικιώρη καὶ ὑπερασπίσω αὐτόν· διότι ὁ φονευθεὶς ταγματάρχης Φικιώρης δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπερασπίσεως ἐμοῦ· ὑπερασπίζει αὐτὸν ὑπερτριακονταετὴς ἐντιμότατος καὶ ἀκηλίδωτος στρατιωτικὸς βίος, καθ’ ὃν ἐπέδειξε περιτράνως σπανίας στρατιωτικὰς ἀρετὰς καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, καὶ διότι ἄλλως τὰ τῆς πράξεως αὐτοῦ ἀρκούντως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας. Θέλω ἐξετάσει ὅμως τὴν κατ’ αὐτοῦ ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν περιεχομένων ἐν τῷ φακέλλῳ, τὸν ὁποῖον προσήγαγε μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐλλιπέστατον, ἐκ προθέσεως, ἀφοῦ, ἐκτὸς ἄλλων πολλῶν γεγονότων, ἀποκρύπτει καὶ αὐτὸν τὸν τραυματισμὸν τοῦ Φικιώρη κατὰ τὴν δεξιὰν χεῖρα, ἐξ οὗ κατέστη ἄχρηστος, καὶ ἀνίκανος νὰ πυροβολῇ, καὶ ἑπομένως ὅλως ἀκίνδυνος εἰς τοὺς στρατιώτας· τοῦτο δὲ δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τῷ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχῶν, αἵτινες τηλεγραφικῶς μετέδιδον πάσας τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς ὑπὸ τοῦ κυρίου Βαμπᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη εἰς Σπάρτην μὲ μυστικὰς διαταγὰς, καὶ ὅπως ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ ὁ ὁποῖος, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἦλθεν εἰς Σπάρτην μίαν ὥραν πρὸ τῆς ἐξόδου τοῦ ἀποσπάσματος. Οὗτος ἔλαβε τὴν 12 Ἰουνίου τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἀναχωρήσῃ ἐντεῦθεν ἀμέσως, καὶ ἀναχωρήσας τὴν ἑπομένην, ἔφθασεν εἰς Σπάρτην τὴν 14 Ἰουνίου λίαν πρωΐ, τὸ δὲ ἀπόσπασμα ἐξῆλθε τῆς Σπάρτης τὴν 5–6 μ. μ. Ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς αὐτὸν ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παραγγέλλομεν ὑμῖν νὰ ἀναχωρήσητε αὔριον εἰς Καλάμας, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Σπάρτην, πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, περὶ ἧς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 35080 διαταγὴ ἡμῶν.»
§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βαμπᾶς ἔφθασε τὴν 14· ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι τὸ ἀπόσπασμα διετάχθη ν’ ἀναχωρήσῃ πρὶν ἢ ἀφιχθῇ ὁ κ. Βαμπᾶς εἰς Σπάρτην. Ἐγένετο λόγος περί τινος ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συμπλοκὴν, καὶ περὶ τῶν σχέσεων δῆθεν τοῦ ἀποστράτου τούτου μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος δῆθεν συνεννοήθη μὲ τὸν Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ τὸν κύριον Βουλευτὴν δὲν εἶδον ποτὲ διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· περὶ τοῦ ἀποστράτου δ’ ἐκείνου ἔλαβον γνῶσιν μόνον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Μακροπούλου, ὅστις λέγει, ὅτι ἀπόστρατός τις λοχαγὸς προσηνέχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν πολὺ καλῶς. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ἀναγνωσθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Δούνη, ἥτις ἐξύμνησε τὴν ἀνδρείαν αὐτοῦ τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ. Ὅτε ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπρότεινε τὴν ἀπονομὴν παρασήμου εἰς αὐτόν· ἐν τούτοις ἐλάβομεν τηλεγράφημα ἐκ Σπάρτης, ὅτι, ἐνεργουμένων τῶν ἀνακρίσεων τῶν συλληφθέντων, ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι, ὅτι εὑρίσκετο ἀπόστρατός τις ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Φικιώρην, καὶ τότε ἐσταματήσαμεν πᾶσαν ἐνέργειαν περὶ ἀπονομῆς παρασήμου, διότι οὐδεμίαν εἴχομεν ὄρεξιν νὰ παρασημοφορήσωμεν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐν συνεννοήσει πρὸς τὸν Φικιώρην, καὶ κατόπιν ἐγκατέλειψεν αὐτόν. Αἱ ἀνακρίσεις ὅμως ἐξηκολούθησαν, καὶ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, ἀπήλλαξε τὸν ἀπόστρατον τῆς κατηγορίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἑπομένως δὲν βλέπω, κατὰ τί τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέχεται.
§207ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίνα ἐπιρροὴν ἔχει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἡ ὥρα τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Βαμπᾶ εἰς Σπάρτην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐγὼ, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Βαμπᾶς δὲν μετέβη εἰς Καλάμας· ἦλθεν εἰς Τρίπολιν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τὴν 4ην μ. μ. ὥραν, καὶ τὴν ἑσπέραν ἀνεχώρησεν εἰς Σπάρτην. Μάλιστα, ὅτε τὸν ἠρώτησα περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ ταξειδίου του, μοὶ εἶπεν, ὅτι ταξειδεύει διὰ τὸν περονόσπορον.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἠρώτησα περὶ τῆς ἀφίξεώς του τὸν κ. Βαμπᾶν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησεν, τι εἰς τὴν Σπάρτην ἔφθασε τὴν δεκάτην τετάρτην. Ἄλλως τε οὐδένα λόγον εἶχον νὰ ἀποκρύψω τὴν ἄφιξιν τοῦ κυρίου Βαμπᾶ, διότι εἰς τὸν κ. Βαμπᾶν δὲν ἔδωκα, εἰμὴ τὰς ἐγγράφους διαταγὰς, αἵτινες ἀνεγνώσθησαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρυστίας· ἔστειλα δ’ αὐτὸν, διότι εἶδον ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀρχῶν, ὅτι αὗται εὑρίσκοντο ἐν νευρικῇ καταστάσει. Αἱ διαταγαὶ ἦσαν πρὸς πάντας αἱ αὐταί· τουτέστι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Φικιώρη καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι τρεῖς ἡμέρας πρὶν εἶχον προβῆ εἰς τὴν ἀπόπειραν δολοφονίας κατὰ τοῦ Μοιράρχου καὶ εἰς τὸν φόνον τοῦ κλητῆρος τῆς Νομαρχίας, καὶ οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦντο ἐπὶ στάσει. Δυστυχῶς συνέβησαν ὅσα ἀναφέρει ὁ ἀνθυπολοχαγὸς κ. Μακρόπουλος, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀληθής. Ἀπέναντι τῆς ἐκθέσεως ταύτης δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, συζητοῦντες καὶ ἀναφέροντες ὅσα ἀνέφεραν.
§209Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἦσαν ἀρκεταὶ αἱ ἐν Σπάρτῃ ἀρχαὶ, μάλιστα ἀφοῦ εὑρίσκετο ἐκεῖ καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπᾶς, Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὥστε νὰ ἐκτελεσθῶσι πᾶσαι αἱ διαταγαὶ, χωρὶς νὰ ἀποσταλῇ καὶ ὁ κ. Βαμπᾶς, καίτοι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, αἱ διαταγαὶ δὲν ἦλθον μόνον διὰ τοῦ κ. Βαμπᾶ, ἀλλ’ εἶχον δοθῆ καὶ πρότερον κρυπτογραφικῶς, διότι οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ, περιερχόμενοι τὰ περίχωρα τῆς Σπάρτης, καὶ καταλύοντες εἰς διάφορα οἰκήματα, ἔλεγον, ὅτι λυποῦνται, διότι ἔχουσι διαταγὰς, νὰ φονεύσωσι. Βεβαίως ταῦτα δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω ἐνταῦθα διὰ τῶν ἐγγράφων, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσω τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τότε θὰ ἐβλέπετε, ἂν δύναμαι ν’ ἀποδείξω, ὅσα λέγω, διὰ μαρτύρων, καὶ μάλιστα μαρτύρων ὄχι χωρικῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπων κατεχόντων ἀνωτέρας θέσεις. Ἀξιωματικὸς, ἀποσταλεὶς πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ Μακροπούλου, ἔφευγε δακρύων ἐκ Σπάρτης, ἐκ τῆς συναισθήσεως, ὅτι ἀπεστέλλετο, ἵνα φονεύσῃ, καὶ ὄχι ἵνα συλλάβῃ· ὅτε δὲ ἐπανῆλθεν ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, τεθλιμμένος διὰ τὸν φόνον, ἦτο εὐχαριστημένος ἀφ’ ἑτέρου, διότι, φθάσας ἀργὰ, δὲν παρευρέθη εἰς τὴν διάπραξιν αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ Φικιώρης καὶ οἱ ὀπαδοί του ἀπεπειράθησαν νὰ φονεύσωσι τὸν Μοίραρχον, καὶ ἐφόνευσαν τὸν κλητῆρα τῆς Νομαρχίας, κατηγοροῦντο δὲ καὶ ἐπὶ στάσει, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῶσιν ὡς κακοῦργοι. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὁρμᾶται εἰς ἐγκλήματα τοιαῦτα ἐξ εὐγενῶν αἰσθημάτων, ἔστω καὶ ἂν πλανᾶται περὶ τῶν κιτίων τῆς πράξεώς του, δὲν λέγεται, οὔτε εἶναι κακοῦργος· κακοῦργος χαρακτηρίζεται ὁ ἐκ κακούργων ἐλατηρίων ἐλαυνόμενος καὶ πρὸς ἴδιον τέλος διαπράττων κακούργημα.
§210Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πολιτικοὶ ἐγκληματίαι δὲν εἶναι κακοῦργοι.
§211Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οἱ πολιτικοὶ ἐγκληματίαι εἶναι ἄνδρες φιλοπάτριδες, καὶ ἄγονται ὑπὸ ὑψηλοτέρων αἰσθημάτων. Τοιοῦτος ἦτο καὶ ὁ Φικιώρης, καὶ δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδιώξῃ αὐτὸν διὰ φόνου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ μόνον τὴν σύλληψίν του, καὶ ἡ σύλληψις αὐτοῦ ἦτο εὔκολος, ὅτε περιεκύκλωσεν αὐτὸν πολυάριθμον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα εἰς μέρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ, καὶ ὅτε μάλιστα κατέστη ἄχρηστος πλέον, καὶ ἀνίκανος ν’ ἀνθίσταται, τραυματισθεὶς εἰς τὴν δεξιὰν χεῖρα. Ἡ ἐνέργεια ἐν γένει τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχῶν δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ πιστεύῃ τις, ὅτι ἔτεινε πρὸς σύλληψιν ἢ καταδίωξιν τῶν στασιαστῶν, ἀλλὰ τοιαύτη καὶ τόσον ἐπιδεικτική, ὥστε σύμπασα ἡ κοινωνία, καὶ ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν τοῖς χωρίοις, ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἀποσπάσματα ἐξήρχοντο, ἵνα φονεύσωσι καὶ ὄχι ἵνα συλλάβωσι τὸν Φικιώρην, διότι τοῦτο ἔλεγον οἱ στρατιῶται· ἐπιδεικτικώτατα δὲ ὁ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ἀξιωματικὸς Μακρόπουλος ἐξῆλθε τῆς Σπάρτης, μεταβαίνων πρὸς τὸ μέρος, ὅπου κατεδόθη, ὅτι εὑρίσκετο ὁ Φικιώρης· ἀλλὰ, φθάσας ἐκεῖ, δὲν ἐτόλμησε νὰ πλησιάσῃ ὁ ἴδιος καὶ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου μετέβαινε νὰ ἐνεργήσῃ. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπένειμε παράσημον καὶ χρηματικὰς ἀμοιβὰς εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐκθέσεως! Ἡ ἀρχὴ τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος ἐγένετο τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰουνίου διὰ τῆς ἀποπείρας κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Μοιράρχου. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ἐκείνης μέχρι τῆς 15 Ἰουνίου, ὅτε ἐξετελέσθη ὁ φόνος τοῦ Φικιώρη, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργέ, ὁποίας ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις ἐξετέλεσεν ὁ Φικιώρης, ὥστε, δίδοντες σημασίαν εἰς τὰς ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ Τριπόλεως, νὰ φοβῆσθε, ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλης ἐπαναστάσεως, ὁμοίας πρὸς τὴν τοῦ 1862; Οὐδόλως ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Μοιράρχου ἀπόπειρα εἶναι ἔγκλημα· ἀλλ’ εἰς τὴν διάπραξιν αὐτοῦ βεβαίως δὲν προέβη ὁ στασιαστὴς Φικιώρης ἐξ ἀτομικῶν ἀφορμῶν, διότι δὲν εἶχε τοιαύτας, οὐδὲ πρὸς ἰδιοτέλειαν, ἀλλὰ, ὡς δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ, ἐκ τοῦ κακοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅτι, διὰ νὰ προσδώσῃ μεγαλειτέραν σημασίαν εἰς τὸ στασιαστικὸν κίνημά του, ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ διὰ τοιαύτης προσβολῆς κατὰ τῶν ἀρχῶν, καὶ ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς τὸν ἀτυχῆ Μοίραρχον, διὰ τὸ πάθημα τοῦ ὁποίου σύμπασα ἡ κοινωνία Σπάρτης κατελυπήθη, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐν τοῖς πρώτοις ἔσπευσα καὶ συνελυπήθην αὐτῷ. Ὁ δὲ φόνος τοῦ ἀτυχοῦς ὑπηρέτου τοῦ Νομάρχου δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τῶν πυροβολισμῶν τοῦ Φικιώρη καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἐν συγχύσει πυροβολούντων χωροφυλάκων, ὡς μαρτυρεῖ ἡ διεύθυνσις τοῦ τραύματος· διότι, κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Νομάρχου ὁμολογίαν τοῦ φονευθέντος, οὗτος ἐτραυματίσθη, ἐπανερχόμενος ἐκ τοῦ μέσου τῆς ὁδοῦ, εἰς τὴν θύραν τῆς Νομαρχίας καὶ πλησίον αὐτῆς· ὥστε ἀναγκαίως εἶχε μέτωπον πρὸς αὐτὴν, τὸ δὲ τραῦμα ἦτο ἐξ ἀριστερῶν καὶ ὀλίγον ὄπισθεν, ὁπόθεν ἐπυροβόλουν οἱ χωροφύλακες, ἐνῷ ὁ Φικιώρης καὶ οἱ ὀπαδοί του εὑρίσκοντο δεξιᾷ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δ’ ἐμνήσθην ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐκ Τριπόλεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί, μίαν ἐξ αὐτῶν, εὑρισκομένην ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ, ὃν προσεκόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα κρίνητε, πῶς περιῆλθον εἰς ταραχὴν καὶ φόβον οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Εἶναι ἐπιστολὴ τοῦ Παρασκευᾶ Γιαννακοπούλου, ὑπαλλήλου τῆς Νομαρχίας Τριπόλεως. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Εἰς τοιαύτας συμβουλὰς καὶ ὁδηγίας δίδοντες προσοχὴν καὶ πίστιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ, περιέστησαν εἰς σύγχυσιν νοῦ, καὶ, τρέμοντες ἐκ τοῦ φόβου, ὡς συναισθανόμενοι, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως, ἥτις παρήγαγε τὸ στασιαστικὸν κίνημα τοῦ Φικιώρη, ἐνῷ οὗτος δὲν ἐθεώρει αὐτοὺς μόνους ἐνόχους, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς πρὸ αὐτῶν διοικήσαντας τὸ Κράτος, καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑψηλότερον ἱσταμένους, ἔσπευσαν νὰ ἐξαφανίσωσιν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. Αἰσθάνομαι, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ διαψεύσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν ἀνακριβεστάτην καὶ εἰκονικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος ἀξιωματικοῦ Μακροπούλου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπεν, ἂν ἐνηργεῖτο ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ, νὰ τιμωρηθῇ, καὶ νὰ μὴ φέρῃ τὰς ἐπωμίδας· καὶ σήμερον ἔτι, ἂν ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις καὶ ἐξετασθῶσιν αὐτοὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἱ παρευρεθέντες κατὰ τὴν μάχην, ὡς τὴν ὀνομάζει ἡ ἔκθεσις, θὰ πεισθῆτε πάντες, ὅτι δὲν λέγω ἀνακριβῆ κατ’ αὐτοῦ· διότι οὐ μόνον δὲν ἐπλησίασεν ἢ ἀντεμετώπισε τὸν Φικιώρην καὶ τοὺς ὀπαδούς του, οὐ μόνον δὲν προσεκάλεσεν αὐτὸν νὰ παραδοθῇ, ἀλλ’ ἀπὸ ἀποστάσεως 500 μέτρων καὶ πλέον ἔδιδε τὰ παραγγέλματα διὰ σάλπιγγος, καὶ ὅτε ὁ λοχίας, ὁ πλησιάσας εἰς τὴν θέσιν, ἐν ᾗ εὑρίσκετο ὁ Φικιώρης, ἀπέστειλεν εἰς τὸν Μακρόπουλον ποιμένα, ζητῶν νὰ ἔλθῃ πλησίον, ἵνα δώσῃ ὁδηγίας, αὐτὸς παρήγγειλεν ἐκεῖθεν διὰ τοῦ αὐτοῦ ποιμένος εἰς τὸν λοχίαν, ὅτι θὰ τῷ δίδῃ παραγγέλματα διὰ σαλπισμάτων, καὶ μόνον μετὰ τὸν φόνον ἦλθεν ἐκεῖ, ὅπου μετέφεραν τὸν Φικιώρην, καὶ τότε νεκρὸν ἠτένισεν ἐκεῖνον, ὃν ζῶντα δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀντιμετωπίσῃ, καὶ οὗτινος τὸ πτῶμα, οἰκτρῶς φορτωμένον καὶ κρεμάμενον ἑκατέρωθεν τῶν πλευρῶν ἡμιόνου, αὐτὸς ἔφιππος, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος, μετεκόμιζε κομπαστικῶς εἰς Σπάρτην ὡς πτῶμα ληστοῦ, —μέχρις οὗ καθ’ ὁδὸν προλαβόντες οἱ συγγενεῖς παρελάβομεν, καὶ ἐν φερέτρῳ μετεφέραμεν αὐτὸ, —χωρὶς νὰ σεβασθῇ, ἂν μή τι ἄλλο, τουλάχιστον τὴν στολὴν τοῦ ταγματάρχου, ἣν ἔφερεν ὁ τετιμημένος στρατιώτης τῆς πατρίδος, ὁ ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς φιλοπάτριδος παραμένων μέγας διὰ τὴν ἁγνότητα τῶν πατριωτικῶν φρονημάτων καὶ σκέψεων, ἐξ ὧν ὡρμήθη εἰς στάσιν. Ἀλλὰ τοιαῦται, φαίνεται, ἦσαν αἱ διὰ τοῦ τμηματάρχου τοῦ Γεωπονικοῦ τμήματος κ. Βαμπᾶ κομισθεῖσαι διαταγαί, καὶ τὸν νεκρὸν νὰ περιϋβρίσωσι! Καὶ τοῦτο καταδείκνυται καὶ ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσι δημοσιευθεισῶν συνεντεύξεων τούτου, ὅτι ἐπέτρεψαν (αὐτὸς καὶ αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ) εἰς τοὺς συγγενεῖς νὰ κηδεύσωμεν τὸν φονευθέντα σύζυγον, τὸν πατέρα, τὸν συγγενῆ μας, ὅπως ἠθέλομεν! Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ δώσητε τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὅστις εἶναι ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐμάνθανον πρὸ τῆς κηδείας τὰς τοιαύτας διαθέσεις τῶν ἀρχῶν, ἵνα μὴ παρακωλύσω νὰ γείνῃ κατ’ αὐτὴν, ὅ,τι αὐθόρμητος ὁ λαὸς τῆς Σπάρτης ἤθελε νὰ διενεργήσῃ, ἐκδηλῶν ἐπιδεικτικῶς, διὰ σημαιῶν καὶ λόγων, τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐγέννησε τὸν στασιαστὴν Φικιώρην, καὶ τὰς συμπαθείας του οὐχὶ πρὸς τὸν ταγματάρχην ἢ πρὸς τὸν Βουλευτὴν Φικιώρην, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἰδέαν, εἰς ἣν, ἀναγνωρίζει ὁ λαὸς, ὅτι ὁ ταγματάρχης Φικιώρης προσήνεγκεν ἑαυτὸν ὁλοκαύτωμα, λαβὼν τὰ ὅπλα οὐχὶ κατὰ τῆς πατρίδος του, ὡς οἱ ὀλετῆρες αὐτῆς θέλουσι νὰ λέγωσιν, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ κατὰ τῶν προδιδόντων καὶ ὑπονομευόντων αὐτὴν καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, ἔστω καὶ ἐκ πεπλανημένης σκέψεως ἂν ὡρμήθη. Δυστυχῶς, τοιοῦτοι καὶ μετὰ τὸν πόλεμον διέπουσι τὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ, ἐφ’ ὅσον τὸ σύστημα τοῦτο ἐξακολουθῆ, βεβαίως θὰ συμβῇ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς εἶπεν· ὅτι δηλαδὴ, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον διοικούμενοι, θὰ γεννηθῶσι καὶ ἄλλοι Φικιώρηδες. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους τοῦ φονευθέντος συγγενοῦς μου, ὅτε, ὑποπτεύων τὰς στασιαστικὰς διαθέσεις του, καὶ ἀποτρέπων αὐτὸν, τῷ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ἁρμόδιος διὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλ’ ἂν τὸ Κράτος δὲν πηγαίνῃ καλὰ, ἄλλοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐπιφέρωσι διόρθωσιν, καὶ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο πολιτικὸς νοῦς· ὅταν δ’ εὑρεθῇ οὗτος, ἡμεῖς θὰ χρησιμεύσωμεν ὡς ἐκτελεσταὶ τοιούτων ἰδεῶν. Εἰς ταῦτα μοὶ ἀπήντησε: «Περιμένεις ἀκόμη βελτίωσιν, ἀφοῦ βλέπεις, ὅτι καὶ μετὰ τοιοῦτον πόλεμον ἐξακολουθοῦμεν, οὐχὶ τὴν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ χειροτέραν ὁδὸν; Θὰ χαθῶ ἐπὶ τέλους ἐγὼ, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι ἐκ τῆς τέφρας μου κἄτι τι θὰ ἐξέλθῃ· τοὐλάχιστον θὰ πεισθῶσιν, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, προτιμῶντες νὰ θυσιασθῶσιν, ἀλλὰ νὰ τιμωρήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ Κράτος εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.» Ἀλλὰ, δυστυχῶς, παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς σκέψεις βαθυτέρας, πρὸς ἐκρίζωσιν τῶν αἰτίων, ἅτινα παρήγαγον τὸν Φικιώρην, ἐξακολουθοῦσι τὴν αὐτὴν πορείαν, ἀποθρασυνθέντες καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς σιωπῆς καὶ ἀνοχῆς τοῦ λαοῦ. Δὲν θέλω διὰ τούτου νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λαὸς ἔπρεπε νὰ ἐπαναστατήσῃ, καὶ νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα· ὤφειλεν ὅμως ὁπωσδήποτε νὰ ἐκδηλώσῃ ἐμπράκτως, ὅτι αἰσθάνεται τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ ὅτι ἐννοεῖ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ὑπαιτίους αὐτῆς. Ὁ Φικιώρης λοιπὸν δὲν ἐζήτησε τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος διὰ τῶν προκηρύξεών του· δὲν εἶπεν ὅτι θέλει νὰ καταλύσῃ τὸ πολίτευμα, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουσι τὸ πολίτευμα· ἐζήτει τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ πολιτεύματος, τοῦ καθ’ ἡμέραν ὑπούλως ὑπονομευομένου. Δὲν ἦτο ἐπαναστάτης κατὰ τῶν νόμων τῆς πατρίδος του καὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος· ἦτο ἐπαναστάτης κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαφθείρουσι τὸ πολίτευμα, κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ τῷ προσχήματι τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, κατέστρεψαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ καταστρέφωσι πᾶν ὅ,τι ἐθνικὸν ὑπάρχει. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πεποίθησιν ἔχομεν καὶ ἐγὼ καὶ σύμπασα ἡ κοινωνία τῆς Σπάρτης, ὅτι ὁ φόνος τοῦ Φικιώρη ἦτο προμεμελετημένος καὶ διατεταγμένος ἐντεῦθεν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ ἐν Σπάρτῃ ἀρχαὶ ἀμέσως μετ’ αὐτὸν διέδωσαν, ὅτι ὁ Φικιώρης δὲν ἐφονεύθη, ἀλλ’ ηὐτοκτόνησεν, ὅπως ἀποκρύψωσι τὸ διαπραχθὲν ἔγκλημα, καὶ ὁ ἐντεταλμένος τὴν νεκροψίαν στρατιωτικὸς ἰατρὸς, προσελθὼν πρὸς τοῦτο εἰς τὸν ναὸν τοῦ νεκροταφείου, ὅπου ἐναπετέθη ὁ νεκρὸς, πρὶν ἢ ἀκόμη ἀποκαλυφθῇ ἐντελῶς τὸ πτῶμα καὶ πρὶν ἢ ἐξετάσῃ καλῶς τὸ τραῦμα, εἶπεν, ὅτι εἶναι αὐτοκτονία. Εὐτυχῶς, εὑρίσκοντο ἐκεῖ καὶ ἄλλοι ἰατροὶ, καὶ ἀμέσως παρετήρησαν αὐτῷ· πῶς ἀποφαίνεται περὶ αὐτοκτονίας, ἄνευ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως; «Πῶς ἠδύνατο ν’ αὐτοκτονήσῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἔχει τεθραυσμένην καὶ ἄχρηστον τὴν δεξιὰν χεῖρα;» Τότε καὶ οὗτος, εὑρεθεὶς πρὸ ἐπιστημονικῶν παρατηρήσεων καὶ ἐλέγχου, ἀπεκάλυψε καλῶς τὸ πτῶμα, καὶ ἐξετάσας ἐπιμελέστερον, εἶδεν, ὅτι εἶχε τραυματισθῆ καὶ ἦτο ἄχρηστος ἡ δεξιὰ χεὶρ, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔγκαυμα οὔτε εἰς τὰ ἐνδύματα, οὔτε περὶ τὸ τραῦμα τῆς κεφαλῆς, καὶ ἀμέσως, ἀνακρούσας πρύμναν, ἐγκατέλιπε τὴν περὶ αὐτοκτονίας γνώμην, ἣν ὅμως αἱ ἐν Σπάρτῃ ἀρχαὶ ἔσπευσαν διὰ τοῦ πρώτου τηλεγραφήματος νὰ διαβιβάσουν εἰς Ἀθήνας,—διότι ἡ πρώτη εἴδησις, ἥτις ἦλθεν ἐνταῦθα, ἦτο περὶ αὐτοκτονίας.— Ἡ αὐτοκτονία ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ, καὶ νὰ πιστευθῇ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος. Διατὶ ἡ τάσις αὕτη πρὸς δημιουργίαν αὐτοκτονίας, ἐὰν δὲν ᾐσθάνοντο, ὅτι ἐγκλημάτησαν, ὅτι ἐφόνευσαν τὸν ἄνθρωπον ἀδικαιολογήτως καὶ παρανόμως;
§212Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀνηγγέλθη ἐπισήμως, ὅτι ἔλαβε χώραν αὐτοκτονία; Πῶς ἀνηγγέλθη ἐνταῦθα;
§213Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ἔχομεν, δυστυχῶς, πλήρη τὰ ἔγγραφα.
§214Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ηὐτοκτόνησε.
§215Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐζήτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὰς ἀρχὰς νὰ συνεννοῶνται κρυπτογραφικῶς, καὶ τοιαῦτα τηλεγραφήματα δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν.
§216Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον, ἐὰν ἀνηγγέλθη ἐπισήμως, ὅτι ηὐτοκτόνησεν ὁ Φικιώρης, διότι εὑρίσκω καὶ ἐγὼ ὕποπτον τὴν τάσιν αὐτὴν τῆς διαδόσεως περὶ αὐτοκτονίας.
§217Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαιότατα. Τὴν εἴδησιν ὡς ἐπίσημον ἐδημοσίευον αἱ ἐφημερίδες, καὶ πείθομαι, ὅτι αἱ ἀρχαὶ μετέδωκαν αὐτήν. Ἀποτυχόντες οὕτω νὰ πλάσωσιν αὐτοκτονίαν, ἐτράπησαν ἄλλην ὁδὸν, καὶ ἀπεσιώπησαν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι καὶ τοῦ Μακροπούλου καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν τὸ πασίγνωστον καὶ ἐκ τῆς ἰατρικῆς ἐκθέσεως βεβαιωμένον τραῦμα τῆς χειρὸς, ὅπως δικαιολογήσωσι τὸν φόνον, παριστῶντες ὅτι ὁ Φικιώρης ἐπυροβόλει κατὰ τῶν στρατιωτῶν, καὶ ὅτι τότε ἠναγκάσθησαν νὰ φονεύσωσιν αὐτόν, ἐνῷ εἶναι βεβαιωμένον δι’ ἰατροδικαστικῆς ἐκθέσεως, ὅτι ὁ Φικιώρης, τραυματισθεὶς εἰς τὴν δεξιὰν χεῖρα, κατέστη ἀνίκανος νὰ πυροβολῇ καὶ νὰ ἀνθίσταται· ὥστε ἠδύνατο νὰ συλληφθῇ ζῶν. Ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ ἐκθέσω, πῶς ἔλαβε χώραν ἡ πρᾶξις αὕτη, διότι πρέπει νὰ γνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς ἐξετελέσθη ὁ φόνος τοῦ Φικιώρη καὶ ἑνὸς τῶν ὀπαδῶν του, καὶ ἡ σύλληψις τῶν τριῶν ἄλλων τετραυματισμένων, καὶ πῶς ἑκατὸν ὀκτὼ στρατιῶται ὄρθιοι ἐπὶ δεκατρεῖς ὥρας ἐμάχοντο, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν, κατὰ τῶν πέντε αὐτῶν στασιαστῶν, διῃρημένων εἰς δύο τμήματα. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί. Ὁ εἷς τῶν ὀπαδῶν τοῦ Φικιώρη εἶχε τραυματισθῆ τὴν πρώτην νύκτα τῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ Μοιράρχου εἰς τὴν πτέρναν, καὶ διὰ τοῦτο φαίνεται, ὅτι δὲν ἀπεμακρύνοντο τῆς Σπάρτης, ἀλλὰ περιεφέροντο εἰς τὰ προάστεια τῆς πόλεως, πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ. Τὴν 10 Ἰουνίου, ἡμέραν Σάββατον, μετέβησαν εἰς Σουστιάνους, χωρίον τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Ἀλ. Νικολοπούλου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῶν συλληφθέντων στασιαστῶν καὶ ἄλλων πολιτῶν ἐν τῇ ἀνακρίσει, περιέθαλψεν αὐτοὺς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐν τῇ οἰκίᾳ του, καὶ τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὸ ῥεῦμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔμενον. Ἐκεῖθεν ἀπέστειλεν ὁ Φικιώρης ἕνα ποιμένα, ὅπως φέρῃ φάρμακα, πρὸς θεραπείαν τοῦ τραυματίου. Τὴν νύκτα, ἐπειδὴ δὲν ἐπανῆλθεν ὁ ποιμὴν, ὑποπτεύσας κακόν τι, ἀπέστειλε τοὺς δύο ἐκ τῶν ὀπαδῶν του εἰς ὑψηλοτέραν θέσιν, ἵνα ἐκεῖθεν ἴδωσιν, ἐὰν ἔρχεται ὁ ποιμὴν, ἢ μήπως ἔρχωνται στρατιῶται. Ἀνῆλθον οὗτοι εἰς ἀπόστασιν ἑξακοσίων μέτρων· διὰ νὰ ἀναβῇ ὅμως τις εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, ἕνεκα τοῦ ἀνωμάλου τοῦ ἐδάφους, ἀπαιτεῖται ἡμίσεια περίπου ὥρα. Ἐν τῇ θέσει ταύτῃ εἶδον τούτους οἱ ἐρχόμενοι στρατιῶται, καὶ μακρόθεν, ἀπὸ ἀποστάσεως χιλίων καὶ πλέον μέτρων, ἤρχισαν νὰ πυροβολῶσι κατ’ αὐτῶν ἀπὸ τῆς τετάρτης πρωϊνῆς ὥρας, καὶ ἐξηκολούθησαν μέχρι τῆς ὀγδόης πρὸς τὴν ἐνάτην πρὸ μεσημβρίας, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, πιστεύοντες, ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκετο ὁ ἴδιος Φικιώρης καὶ οἱ τέσσαρες ὀπαδοί του, ὧν τὸν ἀριθμὸν καλῶς ἐγίνωσκεν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος ἀξιωματικὸς Μακρόπουλος. Μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς ὁ Φικιώρης δὲν εἶχεν ἀνακαλυφθῆ ἀκόμη, ὅτε εἰς παρακειμένην πηγὴν βλέπει δύο εὐζώνους μετὰ τοῦ προδώσαντος αὐτὸν ποιμένος, πλησιάσαντας ἐκεῖ, ἵνα πίωσιν ὕδωρ. Τότε ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ ποιμένος ὕβριν, καὶ πυροβολήσας ἐτραυμάτισεν αὐτὸν ἐλαφρῶς· εἰς δὲ τοὺς εὐζώνους εἶπε, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν ἰδίων: «Πηγαίνετε σεῖς, διότι στρατιώτας δὲν κτυπῶ· ἀλλ’ ἂν θέλουν οἱ ἀξιωματικοί σας γαλόνια, ἂς ἔλθουν νὰ τοὺς δώσω.»
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῦ τὰ ἠξεύρετε αὐτὰ τὰ πράγματα; Περίεργον!
§219Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως ὄχι ἐκ τῆς εἰκονικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Ὁ ἀξιωματικὸς Μακρόπουλος, λαβὼν τὴν εἴδησιν, δὲν μετέβη, ὡς ὤφειλεν, εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἀπέστειλε καὶ εἰδοποίησε τὰς ἀρχὰς ἐν Σπάρτῃ, ὅτι περιεκύκλωσε τὸν Φικιώρην, ἀλλὰ, διὰ νὰ τὸν συλλάβῃ, πρέπει νὰ κάμῃ ἔφοδον, καὶ δὲν δύναται νὰ κάμῃ αὐτὴν ἄνευ μεγάλων ἀπωλειῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως καὶ πολεμεφοδίων! Καὶ αἴφνης βλέπομεν ἐν Σπάρτῃ παράταξιν νέου στρατεύματος, καὶ ἐπὶ ἡμιόνων φορτωμένα πολεμεφόδια...
§220Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ σχέδιον τοῦ Παρασκευᾶ.
§221Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλῶσι πρὸς ἐκπόρθησιν ἐχθρικῶν φρουρίων! Καὶ ταῦτα πάντα ἐγίνοντο πρὸ τοῦ Τηλεγραφείου, ἐν ᾧ αἱ ἀρχαὶ τῆς Σπάρτης μετὰ τοῦ ἐπὶ τούτῳ ἀπεσταλμένου κ. Βαμπᾶ μετέδιδον εἰδήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐλάμβανον νέας διαταγάς. Εἰς τὸ νέον αὐτὸ στράτευμα προσετέθησαν οἱ ἀστυφύλακες Σπάρτης, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ὑπολοχαγοῦ ἀστυνόμου, καὶ οἱ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἀφιχθέντες μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εὔζωνοι, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ἰδίου ἀξιωματικοῦ. Τώρα θέλετε νὰ ἴδητε τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπόπτου τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων κ. Πριονιστοῦ, ἵνα μάθητε τὰς ἔριδας, τὰς ἀναφυείσας μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν διὰ τὸ γέρας τῆς νίκης;
§222ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§223ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βεβαίως, βεβαίως.
§224Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, ἵνα μὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς λάβῃ πάλιν τὸν λόγον καὶ ἀδικήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἤμειψε καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοὺς ἀνδραγαθήσαντας, ὡς παρέλιπε νὰ πράξῃ καὶ διὰ τοὺς ἐν πολέμῳ· διότι καὶ τώρα ἐπῆλθεν ἔρις καὶ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς δράσεως ἑκάστου αὐτῶν, ἐκτὸς περὶ τῆς ἀνδραγαθίας τοῦ παρασημοφορηθέντος ἀξιωματικοῦ καὶ τοῦ προβιβασθέντος ἐπιλοχίου.
§225Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, δὲν θὰ ψέξω διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ ἀμοιβαὶ ἐδόθησαν ταχέως εἰς τοὺς φονεῖς τοῦ Φικιώρη.
§226Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως, κύριε Βουλευτὰ, ἐδόθησαν, καὶ μετὰ θαυμαστῆς ταχύτητος. Καὶ ὄχι μόνον αἱ ἀμοιβαὶ, ἀλλὰ καὶ ἀποζημιώσεις χρηματικαί. Ἐδόθησαν 250 δραχμαὶ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν Μακρόπουλον διὰ φθορὰν ἐνδυμάτων του, ἐνῷ δὶς ἢ τρὶς τὸ πολὺ ἐξῆλθε τῆς πόλεως εἰς τὰ προάστεια πρὸς καταδίωξιν· ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν ἔχετε ἔλθει εἰς Σπάρτην γινώσκετε, ὅτι τὰ προάστεια αὐτῆς κεῖνται ἐπὶ ὁμαλωτάτου ἐδάφους, ὥστε ὁ εἰς αὐτὰ περιερχόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ φθορὰν ἐνδυμάτων. Ἐν τούτοις εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἠσχύνθη νὰ ὑποβάλῃ ἀξίωσιν περὶ ἀποζημιώσεως δραχμῶν 500, νομίζω, εὑρέθησαν Ὑπουργοὶ, οὐ μόνον νὰ χορηγήσωσι τοιαύτην ἐκ δραχμῶν 250, ἀλλὰ καὶ τὸν Σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος ν’ ἀπονείμωσι· θὰ προεβίβαζον δ’ αὐτὸν καὶ εἰς ὑπολοχαγὸν, κατ’ ἐκλογὴν, ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, ὡς βεβαιοῦται, ἂν εἶχε συμπληρώσει τὸν διὰ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ὑπηρεσίας...
§227Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι 8½ ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Θὰ ὁμιλήσητε πολύ; Ἂν θὰ ὁμιλήσητε πολὺ, νὰ διακόψωμεν.
§229Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχω νὰ εἴπω ἀρκετὰ ἀκόμη.
§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Φικιώρης θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§233Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνων τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου, ἄρχομαι πάλιν ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς συμπλοκῆς τῶν στασιαστῶν μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, διότι, ὡς προεῖπον, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ γνωσθῇ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, ἐξ ἧς θ’ ἀποδειχθῇ, κατὰ πόσον νομίμως ἢ μὴ διεπράχθη ὁ φόνος τοῦ Φικιώρη καὶ ἑνὸς τῶν ὀπαδῶν του· διότι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐκτιθέμενα εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ. Τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, ὁδηγούμενον ὑπὸ τοῦ ποιμένος, τὸν ὁποῖον ὁ Φικιώρης ἀπέστειλεν, ὅπως κομίσῃ φάρμακα πρὸς θεραπείαν τοῦ τραυματισθέντος ὀπαδοῦ του, κατὰ τὴν πρώτην ἑσπέραν τοῦ κινήματος, ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων, κατέλαβε διὰ νυκτὸς θέσιν, ἐξ ἧς τὴν πρωΐαν εἶδε τοὺς δύο ὀπαδοὺς τοῦ Φικιώρη, τοὺς ἀποσταλέντας μακρὰν αὐτοῦ, ὅπως ἴδωσιν, ἂν ἐπανήρχετο ὁ ποιμήν, ἢ ἂν ἔρχωνται στρατιῶται, διότι ὑπωπτεύθη προδοσίαν. Τὸ ἀπόσπασμα ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτῶν τῶν δύο, καὶ αὐτοὶ ἀντεπυροβόλησαν, οὐχὶ ὅπως φονεύσωσι, διότι, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀποστάσεως, δὲν ἦτο καὶ εὔκολον τοῦτο, — διότι ἄλλως δὲν ἦσαν καὶ ἄνδρες, οἵτινες ἤθελον νὰ φονεύσωσι στρατιώτας. — Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Φικιώρη δὲν ἦσαν οὔτε μισθοφόροι, οὔτε ἐκ τῶν σταυραετῶν, ὡς ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτοὺς ὁ κ. Βαμπᾶς καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ φιλοπάτριδες Ἠπειρῶται, οἱ ὁποῖοι γενναίως ἐπολέμησαν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ἡμῶν, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα τῶν μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν.
§234ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν;
§235Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὄχι. Κατέφυγον εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα πρὸς ἐργασίαν, καὶ ἦλθον εἰς Σπάρτην, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι Μακεδόνες καὶ Ἠπειρῶται, μετερχόμενοι τὸν ὑλοτόμον. Ἐκεῖ συνηντήθησαν μετὰ τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ παρακολουθήσωσι, παραδεχθέντες τὰς ἰδέας του, διότι καὶ αὐτοὶ, ὡς ἔλεγον μετὰ τὴν ζώγρησίν των, παρεδέχοντο καὶ ἐπίστευον, ὅτι ἡ κακὴ αὕτη κατάστασις δὲν βλάπτει μόνον τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἀλλὰ βλάπτει καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, τοῦ ὁποίου τὸ γόητρον, μετὰ τὴν καταστροφὴν τὴν ἐκ τοῦ πολέμου, κατέπεσε, καὶ μάλιστα ἐν Ἠπείρῳ, ὅπου πρὸ αὐτοῦ οἱ Τοῦρκοι ἐσέβοντο καὶ ἐτίμων τοὺς Ἕλληνας. Δὲν ἠκολούθησαν λοιπὸν ὡς μισθοφόροι τὸν Φικιώρην, ἀλλ’ ἐξ ἁγνῆς φιλοπατρίας καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῆς πράξεώς των. Διὰ τοῦτο, ὅτε, συλληφθέντες, προσήχθησαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ πολλοὶ πολῖται προσελθόντες ἐξήταζον αὐτοὺς, εἷς δὲ δικηγόρος τοὺς ἠρώτησε, διατὶ αὐτοὶ ἠκολούθησαν τὸν Φικιώρην, τί νομίζετε, ὅτι τοῖς ἀπήντησαν; «Διότι ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃς». Καὶ τοῦτο ἔλεγον μεθ’ ὑπερηφανίας. Λέγων ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐπιδοκιμάσω τὸ κίνημα τοῦ Φικιώρη, καὶ μάλιστα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οὗτος ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας του. Μετὰ παρρησίας ὅμως ἐπαινῶ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους διὰ τὰ αἰσθήματα, ἐξ ὧν ὡρμήθησαν, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὴν συνείδησιν πάντων ὑμῶν εἶναι ἐπαινετοὶ τοιοῦτοι ἄνδρες, ὡς ὁ ταγματάρχης Φικιώρης καὶ οἱ ὀπαδοί του. Οὗτοι δὲν ἐπυροβόλησαν κατὰ τῶν στρατιωτῶν, ἀκολουθοῦντες τὸ πρόγραμμα καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀρχηγοῦ των, ἀλλ’ ἐπυροβόλησαν, ὅπως εἰδοποιήσωσιν αὐτὸν, ὅτι ἔρχεται στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα. Ὡς εἶπον πρὸ τῆς διακοπῆς, οἱ στρατιῶται ἐπίστευον, ὅτι ὁ Φικιώρης καὶ οἱ τέσσαρες ὀπαδοί του εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ὅπου εἶδον τοὺς δύο, καθ’ ὧν ἐπυροβόλουν, καὶ μόνον περὶ τὴν ὀγδόην ἢ ἐνάτην ὥραν ἐγνώσθη, ὅτι οὗτος μετὰ τῶν ἄλλων δύο ἦτο ἐν ἄλλῃ θέσει, ἐκ τοῦ πυροβολισμοῦ, δι’ οὗ ἐτραυμάτισε τὸν προδότην ποιμένα, μεταβάντα εἴς τινα πλησίον πηγὴν, πρὸς ὕδρευσιν, μετὰ τῶν δύο εὐζώνων, οἵτινες εἰδοποίησαν περὶ τούτου τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, καὶ ἤρχισεν ἡ προσβολὴ κατὰ τῆς θέσεως ἐκείνης. Ὁ Φικιώρης, πυροβολούμενος ἐκεῖ, δὲν ἀντεπυροβόλει· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι μόνον πέντε κάλυκες εὑρέθησαν ἐνώπιόν του, ἐνῷ οἱ στρατιῶται κατηνάλωσαν πάντα σχεδὸν τὰ φυσίγγια, τὰ ὁποῖα ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ὁ ἀξιωματικὸς νὰ ἀποστείλῃ ἄνθρωπον εἰς Σπάρτην, ζητῶν παρὰ τοῦ ἐπόπτου τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων πολεμεφόδια «διὰ τὴν μάχην»! Καὶ λέγω μάχην, διότι οὕτω χαρακτηρίζεται ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν, ὧν μία μάλιστα, ἡ τοῦ ἀστυνόμου Ἀλαγονίας, πλησίον τῶν ὁρίων τῆς ὁποίας ἔλαβε χώραν, ἀναφέρει ἐπὶ λέξει: «Ἀπὸ πρωΐας ἤρχισεν ἡ μάχη, καὶ ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς 5ης μ. μ.» Εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι ἡ μάχη αὕτη διεκόπη ἀπὸ τῆς 9ης π. μ., ἵνα φθάσωσιν αἱ ἐνισχύσεις καὶ τὰ πολεμεφόδια, ὧν τὴν ἄφιξιν ἀνέμενεν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος ἀνθυπολοχαγὸς Μακρόπουλος, ὁ μετὰ θαυμαστῆς στρατηγικῆς δεινότητος (!) διατάξας τὰ τῆς μάχης, καθ’ ἃ ἐν τῇ ἐκθέσει του περιγράφει· ἐπανελήφθη δὲ περὶ τὴν μεσημβρίαν, οὐχὶ ὑπὸ τούτου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Ἀλ. Νικολοπούλου, ὅστις, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μακροπούλου, «αὐτοβούλως μετὰ πολιτῶν ἦλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ μὲ τουφέκιον ἀνὰ χεῖρας ἔδιδε διαταγὰς νὰ προχωρήσωσιν οἱ στρατιῶται, καὶ, προπορευόμενος, διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ του παραδείγματος ἐνεψύχου αὐτούς», ὅπως ἐκτελεσθῶσιν αἱ διαταγαὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως μαρτυρεῖ οὕτως ὁ ἴδιος, ὅτι μακρόθεν, διὰ σαλπισμάτων, ἔδιδε τὰς διαταγὰς τῆς προχωρήσεως, καὶ δὲν ἦτο πλησίον, ἵνα αὐτὸς ἐμψυχώνῃ τοὺς διατασσομένους στρατιώτας, ἀλλ’ ἀνέμενε νὰ ἔλθῃ αὐτοβούλως ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς, ἵνα ἐμψυχώσῃ αὐτούς! Προχωρῶν δ’ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μακρόπουλος, λέγει περὶ τοῦ ἀποστράτου αὐτοῦ, ὅτι «ἐτουφέκιζεν εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τῶν στασιαστῶν, μὲ στάσιν ἀρρενωπὴν, ἥτις κατέπληξε πάντας, ἀλλὰ, δυστυχῶς, τὴν 3½ μ. μ. ἐτραυματίσθη παρὰ τοῦ ἰδίου Φικιώρη ἐκ πλαγίας θέσεως, ἐπειδὴ διεκρίνετο τῶν πεζῶν καὶ εὐζώνων ἐκ τῆς στολῆς τοῦ λοχαγοῦ, ἣν ἔφερεν.» Ἐκ τῶν λόγων τούτων τοῦ ἰδίου ἀνθυπολοχαγοῦ, ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, δὲν μαρτυρεῖται, ὅτι ὁ ταγματάρχης Φικιώρης δὲν ἐπυροβόλει κατὰ τῶν στρατιωτῶν, καὶ ὅτι μόνον κατὰ τοῦ ἀποστράτου Νικολοπούλου ἐπυροβόλησε, καὶ ἐτραυμάτισε τοῦτον, διακρίνας αὐτὸν ἐκ τῆς στολῆς μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν καὶ εὐζώνων; Διότι, ἂν δὲν εἶχεν οὕτω, καὶ ἂν ἐπυροβόλει καὶ κατ’ ἐκείνων, ἦτο περιττὸν νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι ἐτραυματίσθη ὁ λοχαγὸς, ἐπειδὴ διεκρίνετο τῶν πεζῶν καὶ τῶν εὐζώνων ἐκ τῆς στολῆς. Ἡ διάκρισις αὕτη πιστεύω, ὅτι οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἀφίνει εἴς τινα περὶ τούτου. Σημειωτέον, ὅτι ὁ Φικιώρης ἦτο ἄριστος σκοπευτὴς, καὶ διὰ τοῦτο ἐτραυμάτισε τοὺς δύο προδότας, τὸν ποιμένα καὶ τὸν λοχαγὸν, καθ’ ὧν ἐπυροβόλησε. Μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ, ὅτι, καὶ κατὰ στρατιωτῶν ἂν ἤθελε νὰ πυροβολήσῃ, ἐπὶ τόσας ὥρας θὰ ἐφόνευεν ἢ θὰ ἐτραυμάτιζε καὶ ἐξ αὐτῶν ἕνα τοὐλάχιστον. Τὸν ἀπόστρατον λοχαγὸν Νικολόπουλον, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἦτο σύντροφός του καὶ περιέθαλψε τοὺς στασιαστὰς, ἐτραυμάτισεν ὡς ἑξῆς. Ὄτε οὗτος μετὰ πολιτῶν ἐνόπλων, δι’ ἀτραποῦ, ἀγνώστου εἰς τοὺς στρατιώτας, ἐπλησίασε κρύφα εἰς τὴν θέσιν τοῦ Φικιώρη, ἐπυροβόλησε, καὶ εἴτε αὐτὸς, εἴτε ἄλλος τῶν ἀκολουθούντων στρατιωτῶν ἢ πολιτῶν, ἐφόνευσε τὸν ἕνα τῶν μετ’ αὐτοῦ εὑρισκομένων Ἠπειρωτῶν. Τότε ὁ Φικιώρης, ἀντιληφθεὶς τὸν Νικολόπουλον, ἀπηύθυνε τὰς προσηκούσας εἰς τοιοῦτον προδότην ὕβρεις, καὶ πυροβολήσας, ἐτραυμάτισεν αὐτὸν κατὰ τὴν ὠμοπλάτην ἀκινδύνως, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ, ἀλλὰ νὰ μένῃ ἐν τῇ ζωῇ ἐστιγματισμένος. Μετὰ τὸν τραυματισμόν του, ἐπυροβόλησε καὶ οὗτος κατὰ τοῦ Φικιώρη, καὶ ἐτραυμάτισεν αὐτὸν κατὰ τὴν παλάμην τῆς δεξιᾶς χειρός. Τότε ὁ Φικιώρης, καταστὰς ἀνίκανος νὰ πυροβολῇ, ἀπέρριψε τὸ ὅπλον, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ἐπιζήσαντα ὀπαδόν του, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου, νὰ τὸν φονεύσῃ αὐτός, ἵνα μὴ τὸν φονεύσῃ ὁ Νικολόπουλος καὶ οἱ στρατιῶται, ἀλλ’ αὐτὸς ἠρνήθη, καὶ τότε εὔζωνος, πυροβολήσας ἄνωθεν, τὸν ἐφόνευσεν, ὅτε εἶχεν ἄχρηστον τὴν χεῖρα, καὶ ἦτο ἀνίκανος νὰ ἀνθίσταται. Οὕτως ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον, ἀνδρείως μαχόμενον ἐν πολέμῳ, ἐπὶ κεφαλῆς ὀλίγων Ἑλλήνων στρατιωτῶν κατὰ πολυαρίθμου τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐσεβάσθη καὶ δὲν ἀπέστειλεν εἰς τὸν τάφον ἡ διατρυπήσασα τὸν μηρόν του τουρκικὴ σφαῖρα, ἐφόνευσεν ἀνάνδρως σφαῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ οὗ ἐμόχθησεν, ὅσον ὀλίγοι ἀξιωματικοί, κατὰ τὴν ὑπερτριακονταετῆ ὑπηρεσίαν του, καθ’ ἣν ἀπέδειξε σπανίας στρατιωτικὰς ἀρετάς, δι’ ἃς πάντες οἱ γνωρίσαντες αὐτὸν ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖται, ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, τιμῶσι τὴν μνήμην αὐτοῦ, πλὴν μόνον ἐκείνων, οὓς, ὡς ἀνάνδρους, ταπεινούς, ἀναξιοπρεπεῖς, καταχραστάς, περιεφρόνει καὶ ἐμαστίγου διὰ τῆς αὐστηρᾶς γλώσσης του. Τοὺς στρατιώτας του οὐδέποτε παρημέλει, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔδιδε πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὸ καθῆκον ἀφοσιώσεως. Ταῦτα ἦσαν γνωστὰ εἰς πάντας τοὺς ἀνωτέρους του, πιστεύω δέ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κάλλιστα γινώσκει, ὁποῖος ἦτο ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος καὶ ἐν ὑπηρεσίᾳ ὁ φονευθεὶς ταγματάρχης Φικιώρης. Οὕτω λοιπὸν ἐπῆλθεν ὁ φόνος τοῦ Φικιώρη, ὅτε αὐτὸς ἦτο ἄχρηστος καὶ ἀνίκανος νὰ πυροβολῇ. Ὥστε ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐδικαιοῦντο νὰ φονεύσωσιν αὐτόν, διότι ἀνθίστατο πυροβολῶν, αἴρεται. Τὸ τραῦμα τῆς χειρὸς δὲν πιστεύω, ὅτι ἀμφισβητεῖ οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἂν τὸ ἀμφισβητῇ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τηλεγραφήσῃ αὔριον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Σπάρτης, ἵνα οὗτος βεβαιώσῃ, ἐὰν πράγματι ἦτο τετραυματισμένος εἰς τὴν χεῖρα ὁ Φικιώρης καὶ ἄχρηστος, ἢ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἐνταῦθα εὑρισκόμενον ταγματάρχην Πριονιστήν, ἐπόπτην τῶν τότε ἐκεῖ στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ὁ ὁποῖος, ἀπορῶ, πῶς ἐτόλμησε νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ αὐτοθαυμαζομένου ἀνθυπολοχαγοῦ Μακροπούλου, τὴν παραλείπουσαν τὸν τραυματισμὸν τῆς χειρὸς τοῦ Φικιώρη, ἀπορῶ δὲ πολλῷ μᾶλλον, πῶς ὁ ταγματάρχης οὗτος δὲν ἐξετέλεσε τὸ ἐπιβεβλημένον αὐτῷ καθῆκον, πρὶν ἢ συστήσῃ ἀμοιβὰς, νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ τίνων ἐγένετο ἡ δεκατρίωρος ἐκείνη μάχη, ὥστε νὰ καταναλωθῶσι τὰ φυσίγγια τῶν στρατιωτῶν, καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ἀποστολὴ νέων. Καὶ δὲν ὤφειλεν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συστήσῃ προβιβασμοὺς καὶ παρασημοφορήσεις, νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἄνδρας, τοὺς παρευρεθέντας εἰς τὴν συμπλοκὴν ἐκείνην, διὰ νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ μὴ πεισθῇ μόνον εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ αὐτοθαυμαζομένου ἀνθυπολοχαγοῦ, τοῦ δημιουργήσαντος ἀνδραγαθήματα, ὅπως δικαιολογηθῶσιν αἱ ἀμοιβαί, αἱ προϋπεσχημέναι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον συντελέσει εἰς τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη, τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐχθροῦ τῆς πατρίδος, ὡς ἀποκαλεῖται οὗτος ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῇ; Τοιαύτη ἦτο, κύριοι Βουλευταί, ἡ συμπλοκή, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθησαν βαθμοὶ καὶ παράσημα καὶ χρηματικαὶ ἀποζημιώσεις! Ἀλλὰ μὴ διεπράχθη μόνον τὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου; Διεπράχθη δυστυχῶς καὶ ἄλλο ἔγκλημα, πολλῷ μυσαρώτερον, τὸ ἔγκλημα τῆς συλήσεως τοῦ νεκροῦ! Εἶναι πασίγνωστον ἐν Σπάρτῃ, ὅτι ὁ Φικιώρης ἐκ τῆς συντάξεώς του, ἣν ἐπὶ εἴκοσι μῆνας ἐλάμβανεν, οὐδὲ λεπτὸν ἐξώδευε διὰ τὴν οἰκογένειάν του, ἀλλὰ πάνθ’ ὅσα ἐλάμβανεν, ἄλλα μὲν ἐδαπάνα περιφερόμενος εἰς διαφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους πρὸς ἀνεύρεσιν ὀπαδῶν, ἄλλα δὲ ἀπεταμίευε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐπαναστατικῶν σχεδίων του· ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀποταμιεύσεων αὐτῶν, τρεῖς ἡμέρας πρὸ τοῦ κινήματος ἔλαβε καὶ δάνειον 800 δραχμῶν ἀπὸ τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐξ ὅλων δὲ τούτων ἐδαπάνησε μόνον δι’ ἀγορὰν τριῶν ὅπλων καὶ διακοσίων φυσιγγίων πρὸ τοῦ κινήματος, ὡς ἐξηκρίβωσεν ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, καὶ διὰ τὴν ἀγορὰν τροφῶν πρὸς συντήρησιν ἑαυτοῦ καὶ τῶν ὀπαδῶν του ἐπὶ δέκα ἡμέρας, καθ’ ἃς περιήρχοντο ὡς φυγόδικοι ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπερέβησαν τὰς δραχμὰς 200 ἢ 250, τὸ πολὺ 300. Ἐν τούτοις, ἐπὶ τοῦ πτώματός του, λέγουσιν οἱ φονεῖς, ὅτι εὗρον δεκαὲξ μόνον δραχμὰς, καὶ ταύτας μεθ’ ἑνὸς ἀργυροῦ ὡρολογίου παρέδωκαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλ’ εἶναί ποτε πιστευτὸν, ὅτι ἀρχηγὸς ἐπαναστατικοῦ κινήματος, σκοπῶν, κατ’ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προχωρήσῃ ἐκ Σπάρτης εἰς Ἀθήνας, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αὐξήσεως τῶν ὀπαδῶν του, καθ’ ὅσον ἐπροχώρει, εἶναι πιστευτὸν, ὅτι ἀπεφάσισε καὶ προέβη εἰς τοιοῦτον κίνημα μὲ διακοσίας ἢ τριακοσίας δραχμὰς, καὶ ὅτι, πρὶν ἢ ἔτι προχωρήσῃ ἐκ Σπάρτης, εὑρίσκετο μὲ δεκαὲξ δραχμὰς, καὶ ὅτι ταύτας μόνον εὗρον ἐπ’ αὐτοῦ, φονευθέντος; Ἀναμφισβητήτως λοιπὸν ὁ νεκρὸς ἐσυλήθη ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες πρῶτοι ἐπλησίασαν εἰς τὸ πτῶμα, καὶ ἔθεσαν χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτος λέγεται ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ὁ ἐπιλοχίας τῶν εὐζώνων Πατούχας, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, οὐδόλως ἐπλησίασεν εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκετο ὁ Φικιώρης, πρὶν ἢ φονευθῇ οὗτος, ἀλλὰ προέτρεπε τοὺς ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς, καὶ ἰδίως τὸν λοχίαν Κυρκύνην, νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ φονεύσῃ τὸν Φικιώρην, λέγων αὐτῷ: «Σὺ εἶσαι νέος, παιδόπουλο· ἐμπρός! νὰ πάρῃς γαλόνια!» Διότι τοιαῦτα τοῖς εἶχον ὑποσχεθῆ. Ἐν τούτοις, τὸν ἐπιλοχίαν τοῦτον, ἔχοντα τὸ εὐτύχημα νὰ ἦναι συγγενὴς τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κ. Πρωτοπαπᾶ, μὲ τὰ ζωηρότερα χρώματα συνιστᾷ, ὡς ἀνδραγαθήσαντα, ἐν τῇ ἀνακριβεστάτῃ ἐκθέσει του ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μακρόπουλος, καὶ συνεπείᾳ αὐτῆς προεβίβασεν εἰς ἀνθυπασπιστὴν ὁ κ. Ὑπουργός! Καὶ βλέπομεν τώρα τὸ οἰκτρὸν θέαμα, νὰ παραπονῶνται οἱ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ὅτι, ἐνῷ αὐτοὶ εἶχον τὴν ἀνδρείαν νὰ προχωρήσωσι καὶ νὰ πλησιάσωσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Φικιώρη, συνέστησεν ὡς μᾶλλον ἀνδραγαθήσαντα τὸν Πατούχαν, καὶ προεβιβάσθη αὐτὸς μόνον· τοῦτο δ’ ἔπραξε, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν εὐνοούντων τὸν Πατούχαν, διότι βεβαίως καὶ αὐτὸς (ὁ ἀνθυπολοχαγὸς) εἶχεν ἀνάγκην τῶν συστάσεων τούτων, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν εἰς τοὺς παραπονεθέντας ὑπαξιωματικοὺς, εἰπών: «Ἀφοῦ μοὶ τὸ ἐπέβαλον, τί θέλετε νὰ κάμω;» Καὶ πράγματι τῷ ἐπέβαλον νὰ συντάξῃ τοιαύτην ἔκθεσιν, ἵνα προβιβασθῇ ὁ συγγενὴς τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Πατούχας. Φαντασθῆτε δὲ, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα ἐκμεταλλεύονται ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἢ ὑπὲρ τῶν συγγενῶν των, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ Κράτος εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν! Δὲν ἀφίνουσι τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ ἀνώτεροι αὐτοὶ δημόσιοι λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι, ὡς εὐτελεῖς καὶ ταπεινοὶ κόλακες, ἐπιζητοῦσι τοιαύτας εὐκαιρίας, ἵνα πωλήσωσιν ἐκδούλευσιν εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα. Σημειωτέον, ὅτι, ὅτε μετέφεραν τὸν νεκρὸν εἰς Σπάρτην, εὑρέθη ἐπὶ τοῦ πτώματος ἐσωτερικῶς προσδεδεμένη καὶ ἀνεστραμμένη, κενὴ γυναικεία κάλτσα. Πρὸς τί ἔφερεν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ σώματος; Εἰς τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ αὕτη ἢ εἰς ἀπόκρυψιν χρημάτων; Πῶς εὑρέθη αὕτη κενή; Πιστεύω, ὅτι εἰς πάντα εὐσυνειδήτως κρίνοντα δὲν θὰ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔφερεν ὁ Φικιώρης 16 μόνον δραχμὰς μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ ὅτι πράγματι ἐσυλήθη ὁ νεκρός του...
§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγγείλατε αὐτὴν τὴν πρᾶξιν;
§237Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν κατήγγειλα, διότι ἤθελον πρῶτον νὰ ἔλθω ἐδῶ, ἵνα ἴδω, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρω ἄλλους 19 ἐξ ὑμῶν, ἵνα ὑπογράψωμεν κατηγορητήριον, ὄχι μόνον κατ’ ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν διαταξάντων· καὶ ἂν τὰ ἀποδείξω, νὰ τιμωρηθῶσιν, ἂν δὲ δὲν τὰ ἀποδείξω, νὰ τιμωρηθῶ ἐγὼ ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει.
§238Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχετε ὑποβάλει τοιαύτην καταγγελίαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ ἀπεδεικνύετε ταύτην, θὰ εὑρίσκετε ὄχι 20, ἀλλὰ 30 ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐναντίον καὶ τῶν διαπραξάντων καὶ τῶν διαταξάντων.
§239Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς διετάξαμεν νὰ κλέψωσι τὰ χρήματα; Πρὸς Θεοῦ!
§240Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσα–ἴσα ἐγὼ λέγω, ὅτι τοιαῦτα γεγονότα πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαστικὸν κῦρος, διὰ νὰ λεχθῶσι.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τερατολογίαι!
§242Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων.
§243Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις τοιαῦτα κακουργήματα.
§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμιλεῖ περὶ κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑπογράψητε. Ἄρα ἡ κατηγορία ἐναντίον μας ἀπευθύνεται.
§245Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόουν ὑμᾶς.
§246Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ, ἀπερχόμενος ἐντεῦθεν, θὰ ἐνασκήσω τὸ δικαίωμα αὐτό· ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν βεβαιότητα ἐκ τῶν προτέρων, ὁποίαν τύχην θὰ ἔχῃ ἡ καταγγελία μου, διότι, δυστυχῶς, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, σήμερον γίνεται πλειοδοσία ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, καὶ κυρίως τῶν δικαστικῶν, τίς νὰ ἐπιδείξῃ μεγαλειτέραν ἀφοσίωσιν, ἵνα τύχῃ περισσοτέρας εὐνοίας ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ὑψηλότερον ἱσταμένων, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀφορᾷ βεβαίως τοιαῦτα πρόσωπα, γινώσκω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ καταγγελία θὰ λάβῃ τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ἡ κατὰ Νικολοπούλου ἐπὶ στάσει κατηγορία, μεθ’ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν. Ὁ ἀνακριτὴς ἀπηξίωσε νὰ ἐξετάσῃ πάντας τοὺς κατ’ αὐτοῦ μάρτυρας, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπήλλαξεν αὐτὸν διὰ τοῦ βουλεύματος· ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος ἐπείσθη περὶ τῆς ἐνοχῆς του, ἀνέκοψε τὸ βούλευμα, καὶ ζητεῖ τὴν παραπομπὴν καὶ αὐτοῦ, ὡς συνεργοῦ τῆς στάσεως... Γελᾷ ὁ ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος, ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἀρκοῦμαι νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι δὲν κάμνει καλὰ νὰ γελᾷ. Ὅτε συνελήφθησαν οἱ τρεῖς ἐπιζῶντες ὀπαδοὶ τοῦ Φικιώρη καὶ προσήχθησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἐξητάσθησαν παρὰ τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως καὶ παρὰ τοῦ κυρίου ἀνακριτοῦ, ἐὰν ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ὀπαδοὶ, καὶ ποῖοι, καί, μετὰ ἐπανειλημμένας ἐξετάσεις καὶ ἀπομόνωσιν αὐτῶν, μὴ ἐπιτρεπομένου εἰς κανένα νὰ πλησιάσῃ αὐτοὺς, ὡμολόγησαν, ὅτι μετὰ τοῦ Νικολοπούλου ὁ Φικιώρης ἦτο εἰς συνεννόησιν, ὅτι μίαν νύκτα, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τοῦ φόνου, διῆλθον τῆς οἰκίας του, καὶ ἐτροφοδοτήθησαν παρ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ κύριος ἀνακριτὴς ἔρριξαν εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦτο, καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς, ἂν γνωρίζουσι τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, καὶ αὐτοὶ ἀπήντησαν: «μάλιστα». Τοὺς ἠρώτησαν καὶ πάλιν, ἂν γνωρίζουσι τὴν οἰκίαν του, καὶ ἀπήντησαν: «Μίαν φορὰν ἐπεράσαμεν, ἀλλ’ ἂν μᾶς ὑπάγητε, θὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν». Τοῖς εἶπον τότε, ἂν τὸν παρουσιάσωσιν ἐνώπιόν των, δύνανται νὰ τὸν ἀναγνωρίσωσι; καὶ ἀπήντησαν καὶ πάλιν, ὅτι δύνανται.
§247ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπολέμησαν στῆθος μὲ στῆθος, πῶς δὲν τὸν ἐγνώριζον;
§248Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ Νικολόπουλος δὲν ἐπολέμησε στῆθος πρὸς στῆθος μὲ αὐτοὺς, διότι οἱ δύο ἦσαν μακρὰν τοῦ Φικιώρη, ἐκ δὲ τῶν πλησίον αὐτοῦ ὁ εἷς ἐφονεύθη, καὶ ὁ ἕτερος τότε ἦτο τετραυματισμένος, οὐδὲ ἠδύνατο ν’ ἀντιληφθῇ τοὺς πυροβολοῦντας.
§249Μ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ....
§250Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Ρουσόπουλε, ἡσυχάσατε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιτύχητε, βλέπετε, ὅτι σᾶς τὸ δίδει ἡ Δικαιοσύνη· διότι πρόκειται περὶ στάσεως κατὰ τῶν καθεστώτων καὶ κατὰ τῶν ὑψηλῶν προσώπων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιτρέπεται οὐ μόνον ἀπαλλαγὴ τῶν συνενόχων τοῦ Φικιώρη, ἀφοῦ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐξόντωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀμοιβὴ καὶ ἀπονομὴ παρασήμων εἰς αὐτούς! Τοιαύτη ἡ κατάστασις! Προσήγαγον λοιπὸν τὸν Νικολόπουλον εἰς τὴν ἀνάκρισιν, φέροντα τὴν στολὴν τοῦ λοχαγοῦ, μετ’ ἄλλων δέκα σχεδὸν ἀξιωματικῶν, καὶ ἠρώτησαν τοὺς ἀνακρινομένους ὀπαδοὺς τοῦ Φικιώρη, ποῖος εἶναι ὁ Νικολόπουλος, αὐτοὶ δὲ ἄνευ δισταγμοῦ εἶπον: «αὐτὸς εἶναι», καὶ τὸν ἐπέδειξαν. Ὁ Νικολόπουλος ἤρχισε νὰ τρέμῃ καὶ νὰ μεταβάλλῃ τὸν τόνον τῆς φωνῆς του, ὅτε ἠναγκάσθη ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ τῷ κάμῃ παρατηρήσεις, διατὶ μετέβαλε τὸν τόνον τῆς φωνῆς του. Μετὰ ταῦτα προσῆλθον καὶ ἄλλοι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν, ὅτι εἶδον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Νικολοπούλου τὸν Φικιώρην μὲ τοὺς ὀπαδούς του. Διὰ ταῦτα καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ κ. ἀνακριτὴς ἐπείσθησαν περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ, καὶ ἐπροτίθεντο νὰ τὸν προφυλακίσωσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο τετραυματισμένος καὶ ὑπὸ θεραπείαν, ἀφῆκαν αὐτὸν, ἀφοῦ τῷ εἶπον νὰ ἐπανέλθῃ, ὅταν ἰαθῇ. Δυστυχῶς, ὅτε ἐπανῆλθε, δὲν ἦσαν ἐν Σπάρτῃ οὔτε ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, οὔτε ὁ αὐτὸς ἀνακριτὴς κύριος Σακελλαρόπουλος, ἀλλ’ ἀνεπλήρουν αὐτοὺς ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, ἄλλως σκεπτόμενοι περὶ τοῦ συντελέσαντος εἰς τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη, ἴσως δὲ καὶ καθ’ ὑπόδειξιν ἀνωτέρων, ἀφῆκαν αὐτὸν ἐλεύθερον. Καὶ ἰδοὺ τώρα ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Βαλασόπουλος ἀνακόπτει τὸ ἀπαλλάσσον αὐτὸν βούλευμα, καὶ ζητεῖ τὴν παραπομπήν του. Τί θὰ πράξῃ τὸ Ἐφετεῖον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ προβλέπω. Δὲν πιστεύω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι θὰ μείνῃ ἀμφιβολία εἴς τινα, θέλοντα εὐσυνειδήτως νὰ κρίνῃ, ὅτι ὁ Φικιώρης ἐφονεύθη, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ἄχρηστον τὴν δεξιὰν χεῖρα, καὶ ἦτο πλέον ἀνίκανος νὰ ἀνθίσταται καὶ νὰ ἐπιφέρῃ κακὸν καθ’ οἱουδήποτε, καὶ ἑπομένως ἐδολοφονήθη, φονευθεὶς ἄνευ ἀνάγκης. Ἤδη θὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλας ἐνεργείας τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξαπέστειλε διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ Φικιώρη εἰς τὴν Σπάρτην. Δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὸν φόνον, ἀλλὰ καὶ, ἀναγγέλλοντες αὐτὸν τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οἱ κ. κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Πρωτοπαπᾶς, Νομάρχης Μαρκεζίνης, Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν Βαλασόπουλος, ἀνώτερος ἐπόπτης στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων Πριονιστὴς, καὶ ὁ διοικῶν τὴν Μοιραρχίαν, πῶς νομίζετε, ὅτι ἐκφράζονται ἐν τῷ τηλεγραφήματι; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἀναγγέλλομεν εὐχαρίστως, ὅτι ὁ Φικιώρης καὶ εἷς τῶν ὀπαδῶν του ἐφονεύθησαν!...» Καὶ τίς ἄλλος ἠδύνατο, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβῃ μᾶλλον εὐχάριστον ἄγγελμα ἢ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε δώσει τὴν ἐντολὴν, καὶ ἀνέμενεν ἀποτέλεσμα; Εἰς ποῖον ἄλλον ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι εὐχάριστον τὸ ἄγγελμα φόνου, ἔστω καὶ τοῦ χειροτέρου τῶν κακούργων; Ὑπάρχουσι λοιπὸν αἱμοχαρεῖς, οἵτινες εὐχαρίστως ἀγγέλλουσι φόνους, καὶ ἄλλοι, οἵτινες εὐχαρίστως ἀποδέχονται τοιαύτας ἀναγγελίας! Ἔπρεπε νὰ ἦσθε ἐν Σπάρτῃ, διὰ νὰ ἐβλέπετε, πῶς ἔκαμνον οἱ ἀνώτεροι οὗτοι ὑπάλληλοι, ὅτε ἔφθασε τὸ ἄγγελμα τοῦ φόνου. Δρομαίως ἔσπευσαν ἐκ τοῦ καφενείου εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, ἵνα διαβιβάσωσι τὸ εὐχάριστον αὐτὸ γεγονὸς, τὸν φόνον δύο ἀνθρώπων, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοὺς ἐναγωνίως ἀναμένοντας τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν των! Καὶ περὶ ἐκπορθήσεως τουρκικῶν φρουρίων ἂν ἐπρόκειτο, τόσην χαρὰν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἔσπευδον νὰ ἐκδηλώσωσι. Γινώσκω κάλλιστα, καὶ ὅστις δύναται ἂς μὲ διαψεύσῃ, ὅτι ἐνταῦθα, μόλις ἔφθασε τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἄγγελμα τὴν νύκτα, ἀμέσως ἐξεπέμφθησαν — δὲν ἠξεύρω ἂν ἐφ’ ἁμάξης ἢ διὰ ποδηλάτων — ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα εἰς τὰ δημοσιογραφικὰ γραφεῖα, ἵνα προλάβωσι καὶ ἀναγγείλωσι τὴν πρωΐαν εἰς τὸ Πανελλήνιον καὶ τὴν ὑφήλιον τὴν εἴδησιν περὶ τοῦ φόνου τοῦ Φικιώρη. Ἀλλὰ, μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ εὐχαρίστου αὐτοῦ ἀγγέλματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐξ αὐτῆς εἰς τὸ Πανελλήνιον διὰ τῆς δημοσιογραφίας, εἶχον καὶ ἄλλο καθῆκον νὰ ἐκπληρώσουν αἱ ἐντεταλμέναι τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἀρχαί· ν’ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐκφράσωσι τὰ συλλυπητήριά των εἰς τὴν οἰκογένειαν Φικιώρη καὶ νὰ παρακολουθήσωσι τὴν κηδείαν αὐτοῦ. Δὲν ἔλειψαν δὲ, καὶ αὐτοὺς τοὺς πολίτας νὰ ἐκλιπαρήσωσιν, ὅπως μὴ συμμετάσχωσι τοῦ πένθους, πένθους διὰ τὸν θάνατον ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἔπραξεν ἔγκλημα, ἦτο ἐγκληματίας μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ θανάτου του, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ἐκείνης ἦτο σεβαστὸς, ἦτο ὁ τετιμημένος ταγματάρχης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριακονταετίαν μετ’ ἀξιομιμήτου ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως εἰς τὸ καθῆκον ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα, καὶ ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ἀτυχεῖ πολέμῳ, ἡρωϊκῶς μαχόμενος, ἔχυσε τὸ αἷμά του ὑπὲρ αὐτῆς τῆς πατρίδος, ἣν προδοτικῶς κατέστρεψαν καὶ ἐξακολουθοῦσι καταστρέφοντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπεζήτησαν τὸν φόνον του. Οἱ πολῖται βεβαίως δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τοιαύτας παρακλήσεις καὶ προτροπὰς, καὶ αὐθόρμητοι, ἐν πρωτοφανεῖ διὰ τὸν τόπον συρροῇ, ἀστοί τε καὶ χωρικοὶ συνώδευσαν τὴν κηδείαν τοῦ Φικιώρη, βαθέως συγκεκινημένοι· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα ἐκλείσθησαν κατ’ αὐτὴν, εἰς ἔνδειξιν τιμῆς καὶ πένθους, παρὰ τὰς ἀντενεργείας τῶν ἀρχῶν. Οἱ στρατιωτικοὶ ὅμως καὶ οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ παρακούσωσι καὶ νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν κηδείαν, οὐδὲ συλλυπητήρια φανερῶς νὰ ἐκφράσωσιν εἰς τὴν οἰκογένειαν, ἀλλὰ κρυφίως, δι’ ἀντιπροσώπων, ἐξέφραζον ταῦτα. Φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ κ. Βαμπᾶ δὲν εἶχε σκοπὸν μόνον νὰ κομίσῃ τὰς διαταγὰς περὶ φόνου, καὶ νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ παρεμποδίσῃ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας ἤθελον οἱ πολῖται, ἢ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ, ν’ ἀπονείμωσιν εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ Φικιώρη. Ἀλλὰ πρὸς τί πάντα ταῦτα; Μὴ ἦτο λῃστὴς οὗτος; ἢ μὴ εἶχε διαπράξει ἄλλο τι μυσαρὸν καὶ βδελυρὸν κακούργημα ἐξ ἀτομικῶν ἀφορμῶν καὶ ἐξ ἰδιοτελείας; Ἀληθῶς ἦτο ἐγκληματίας, ἂν τοιοῦτος ἦναι ὁ ἐπαναστάτης, ἀλλ’ ἐγκληματίας πολιτικὸς, ὁρμώμενος ἐξ ὑψηλοῦ φρονήματος καὶ ἐξ ἁγνῶν πατριωτικῶν αἰσθημάτων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία διατελῇ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, εὔχομαι νὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλοι, ἔχοντες τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, μετὰ παρομοίας αὐταπαρνήσεως, οὐχὶ βεβαίως διὰ τῶν αὐτῶν βιαίων καὶ αἱματηρῶν μέτρων, ἀλλὰ δι’ ἄλλων, εἰρηνικῶν, νὰ πράξωσι τὸ καθῆκόν των πρὸς τὸ ἔθνος, τιμωροῦντες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέφεραν τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦσι νὰ σταματήσωσιν εἰς τὴν ὀλεθρίαν ὁδὸν, ἣν πορεύονται. Ἐὰν εὑρίσκοντο τοιοῦτοι πολῖται, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν περιέλθει εἰς ὃ σημεῖον περιήλθομεν, καὶ θὰ περιέλθωμεν δυστυχῶς εἰς ἔτι χεῖρον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη κατάστασις. Τελευταῖον ἐπῆλθεν ἄλλη διαταγὴ ἐξ Ἀθηνῶν, ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὴ ἀπονεμηθῶσιν εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ φονευθέντος ταγματάρχου Φικιώρη αἱ νενομισμέναι στρατιωτικαὶ τιμαί. Ἀλλὰ τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἐπωμίδας, ἃς τόσον ἐντίμως καὶ ἐπαξίως ἔφερεν ὁ Φικιώρης, δὲν ἠδύνατο οὔτε Ὑπουργὸς οὔτε Βασιλεὺς νὰ ἀφαιρέσῃ ἢ μόνον καταδικαστικὴ ἀπόφασις. Τοιαύτη ὅμως δὲν ὑπῆρχε, διότι ὁ Φικιώρης ἐφονεύθη πρὶν ἢ δικασθῇ. Δὲν ἐπετρέπετο λοιπὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην διαταγὴν, καὶ νὰ στερήσῃ τὸν ταγματάρχην τῶν εἰς τὸν βαθμόν του νενομισμένων τιμῶν. Ὅτε παρ’ ἄλλων ἐπληροφορήθην, ὅτι αἱ ἐν Σπάρτῃ ἀνώτεραι ἀρχαὶ συνίστων εἰς τὸν Φρούραρχον νὰ μὴ ἀπονείμῃ ἡ φρουρὰ τιμὰς εἰς τὸν κηδευόμενον ταγματάρχην, ἐν ἀρχῇ δὲν ἔδωκα σημασίαν εἰς τοῦτο, διότι ἐσκέφθην, ὅτι ὁ Φικιώρης, καὶ ἂν ταφῇ ἄνευ στρατιωτικῶν τιμῶν, οὐδὲν τῆς ἀξίας αὑτοῦ θὰ ἀποβάλῃ, διότι μὲ τὰς τιμὰς αὐτὰς πρέπει μὲν νὰ θάπτωνται οἱ τετιμημένοι στρατιῶται, ἀλλὰ θάπτονται καὶ τόσοι ἄλλοι, ἀνάξιοι αὐτῶν. Στέρησις λοιπὸν τῶν τιμῶν, προερχομένη ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας κυρίου Τσαμαδοῦ, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ νόμου ἢ δικαστικῆς ἀποφάσεως, δὲν βλάπτει τὴν μνήμην καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Φικιώρη, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου μένει καὶ θὰ μένῃ πάντοτε, καὶ ἄνευ τῶν τιμῶν αὐτῶν, ἀκηλίδωτον καὶ τετιμημένον, ὡς δὲν εἶναι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέταξαν τὰ τοιαῦτα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Φρούραρχος δὲν ὤφειλε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς συστάσεις αὐτὰς τῶν ἄλλων ἀρχῶν, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διατασσόμενα, ἀλλ’ ἀπεδειλίασε πρὸ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως· καὶ δὲν ἀδικῶ αὐτὸν, διότι, ἀφοῦ ἔβλεπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργει τότε ὅλως ἐκνόμως, ὑποπτευομένη πάντας τοὺς ἐκεῖ ἀξιωματικούς, ἑπόμενον ἦτο νὰ φοβῆται τὴν μῆνιν τῶν ἀνωτέρων, ἔχων μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν εὑρίσκουσιν εὐκαιρίαν οἱ εὐτελεῖς νὰ ῥαδιουργῶσιν ἄλλους, ὅπως παρασταθῶσιν αὐτοὶ πιστοὶ θεράποντες, καὶ ἀποκτήσωσιν εὐνοίας ὑψηλὰς καὶ ἀξιώματα διὰ τῆς κολακείας καὶ διὰ τῆς διαθρύψεως ταπεινῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐσφαλμένως ὑπολαμβάνονται ὡς συμφέροντα, διότι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἀληθῆ συμφέροντα. Ὅτε δὲ κατόπιν ἐπιμόνως ἐπεβλήθη ὑπὸ συγγενῶν, καθ’ ὑπόδειξιν μάλιστα, νὰ προκαλέσῃ ἡ οἰκογένεια διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ ἀπονομῆς τιμῶν, πρὸς τὸν κ. Φρούραρχον, διστάζοντα νὰ ζητήσῃ ὁ ἴδιος ὁδηγίας, ἔγραψα ἰδιοχείρως τηλεγράφημα, ὑπογραφὲν ὑπὸ τῆς χήρας τοῦ ταγματάρχου καὶ ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν φρονῆτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν αἱ νενομισμέναι στρατιωτικαὶ τιμαὶ εἰς τὴν κηδείαν τοῦ φονευθέντος συζύγου μου ταγματάρχου Φικιώρη, διατάξατε τὰ δέοντα.» Βλέπετε, ὅτι ἐτηλεγράφησα μὲ τὴν μεγαλειτέραν λεπτότητα, φρονῶν, ὅτι ἀποτείνομαι πρὸς Ὑπουργὸν ἔχοντα συνείδησιν τόσον τῶν δικαιωμάτων του, ὅσον καὶ τῶν καθηκόντων του. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν Φρούραρχον, νὰ μὴ ἀπονεμηθῶσι τιμαί. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, πόθεν ἠρύσθητε τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῆτε τὰς στρατιωτικὰς τιμὰς εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη; Μὴ ἦτο ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ του; Ἔφερεν ἐντιμότερον πολλῶν ἄλλων τὰς ἐπωμίδας τοῦ ταγματάρχου, καὶ ἀπέκτησεν αὐτὰς διὰ μακρᾶς καὶ ἐντίμου ὑπηρεσίας, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατιώτου ἐν τοῖς στρατῶσι καὶ ἐν ταῖς καθαρῶς στρατιωτικαῖς ὑπηρεσίαις, κοπιάζων ἀκαταπονήτως διὰ τὴν ἐντελεστέραν στρατιωτικὴν μόρφωσιν καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν στρατιωτῶν, χωρὶς ποτε νὰ ἐκλιπαρήσῃ ἢ νὰ κολακεύσῃ τινὰ, τελευταῖον δὲ καὶ ἐν πολέμῳ ἐπέδειξεν οὐ τυχούσας στρατιωτικὰς ἀρετάς. Καὶ εἰς τοιοῦτον στρατιώτην τῆς πατρίδος, νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε τὰς ἐπικηδείους τιμὰς, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος τοσάκις διῳκήσατε τὸν στρατὸν, ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ἐφέρατε αὐτὸν εἰς τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀφορμὴ εἰς ἐκεῖνον νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτο ἐπαναστατικὸν κίνημα; Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν παρανομίαν ταύτην. Εἶμαι δὲ εἰς ἀπορίαν καὶ ἀναμένω νὰ ἴδω, ἂν θὰ τολμήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του ταύτην, καὶ εἰς τίνα νόμον θὰ στηρίξῃ τὴν διαταγὴν, ὅπως μὴ ἀπονεμηθῶσιν αἱ νενομισμέναι ἐπικήδειοι τιμαὶ εἰς ἕνα ταγματάρχην. Περαίνων, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν λόγον, θεωρῶ καθῆκόν μου, μὴ δυνάμενος νὰ πράξω ἄλλο τι, νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν εὐχὴν, ὅπως πάντες οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς Πολιτείας, εἴτε ὑπευθύνως, εἴτε ἀνευθύνως, προσφέρωνται εἰς τὸ μέλλον ἐν τῇ διοικήσει τῶν κοινῶν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ γεννηθῶσιν ἄλλοι νέοι Φικιώρηδες· διότι δὲν ἀρκεῖ καὶ διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ διὰ τὸ σαρκίον αὐτῶν, ὅτι ἐξώντωσαν τὸν ἐπαναστάτην Φικιώρην, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκριζώσωσι καὶ τὰ αἴτια, τὰ γεννήσαντα καὶ ἐκθρέψαντα τὰς ἐπαναστατικὰς ἰδέας αὐτοῦ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ των καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Πρὸς τῇ εὐχῇ ταύτῃ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως οὗτοι συστήσωσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν Ἀνακτόρων ἀπέστειλαν εἰς πολιτευομένους τῆς Σπάρτης ἐπιστολὰς περὶ καταδιώξεως τοῦ Φικιώρη, νὰ μὴ ἀναμιγνύωσι τὸ ὄνομα τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις. Ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως ἀπέστειλε πρὸς τὸν Δήμαρχον Σπαρτιατῶν ἐπιστολὴν, (ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα ἴδητε, εἰς ποίαν ταραχὴν καὶ σύγχυσιν νοῦ περιέστησαν οἱ Κύριοι οὗτοι, συναισθανόμενοι ἐν ἑαυτοῖς ἐνοχὴν, ὡς παραίτιοι καὶ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ὀλεθρίαν κατάστασιν) ζητῶν παρ’ αὐτοῦ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Φικιώρη καὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὐαρεστήσῃ εἰς τὴν Α. Μ. Δὲν ἐπήρκει, φαίνεται, ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια διὰ τὴν τάξιν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἐνίσχυσιν καὶ ἡ Ἀνακτορική. Γνωρίζων λοιπὸν τοῦτο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι πιστεύω ὅτι τὸ ἀγνοεῖ, ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται ἄλλοτε οἱ Κύριοι οὗτοι, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ μὴ ἀναμιγνύωσι καὶ τὸ ὄνομα τῆς Α. Μ. εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, διότι σπείρουσι σπόρον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ θερίσωμεν ἀκάνθας, καὶ ἀκάνθας πολὺ ὀδυνηράς.
§251ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης δυστυχοῦς ὑποθέσεως· θὰ εἴπω δὲ ὀλίγιστα, οὐχὶ βεβαίως, ὅπως ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν κατὰ τῆς ἀηδοῦς μομφῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκστομίσῃ κατ’ ἐμοῦ ὁ προαγορεύσας προσφιλὴς ἀνεψιός μου,—διότι θεωρῶ ταύτην καὶ τῆς περιφρονήσεώς μου αὐτῆς ἀναξίαν—ἀλλ’ ὅπως ἀποκρούσω τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἐπερρίφθη κατὰ τοῦ ἐντίμου ἀποστράτου λοχαγοῦ καὶ συγγενοῦς μου κ. Νικολοπούλου. Δὲν ἠδυνήθην νὰ εἰσδύσω εἰς τὸ βάθος τῶν ἰδεῶν τοῦ προαγορεύσαντος ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς κειμένους νόμους τῆς Πολιτείας· δύναμαι ὅμως ἐντεῦθεν ἀνενδοιάστως νὰ διομολογήσω, ὅτι, καίτοι οὐ μόνον παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ παρὰ συμπάσης τῆς κοινωνίας Σπάρτης ἐξετιμᾶτο ὁ στρατιωτικὸς χαρακτὴρ τοῦ Φικιώρη, οὐχ ἧττον ὑπ’ οὐδενὸς ἀπολύτως τῶν συμπολιτῶν μου ἐπεκροτήθη ὁ τρόπος τῆς ἐκδηλώσεως τῶν μεγάλων, εὐγενῶν καὶ γενναίων, καὶ πατριωτικῶν, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, αἰσθημάτων, ἅτινα ἐκόχλαζον εἰς τὴν ψυχήν του, καὶ τὸν παρέσυραν εἰς τὸ μοιραῖον τέλος, ἐκδηλώσεως συντελεσθείσης διὰ τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ Μοιράρχου Σκουταρίδου ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς οἰκογενείας του, διὰ τοῦ φόνου τοῦ νομαρχιακοῦ ὑπηρέτου Φιλιπποπούλου καὶ τῶν ἀδιαλείπτων πυροβολισμῶν, τῶν ἀναστατωσάντων τὴν πόλιν· ἐκ τοὐναντίου δὲ, σύσσωμος αὕτη ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὡς ἀποστάτου ἐπικινδύνου. Δὲν ἤμην ἐν Σπάρτῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔμαθον, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ προαγορεύσας συνάδελφός μου δημοσίᾳ ἔλεγεν, ὅτι θὰ παύσῃ καὶ νὰ ἐπονομάζηται ἐφεξῆς «Φικιώρης»...
§252Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἴπατε, ὅτι τὸ ἐμάθατε αὐτό· δὲν τὸ ἠκούσατε ὁ ἴδιος ἀπὸ ἐμέ.
§253ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§254Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λοιπὸν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἄτιμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξεστόμισε τοιοῦτόν τι περὶ ἐμοῦ· διότι τοὐναντίον ἐγὼ αἰσθάνομαι, ὅτι μὲ τιμᾷ αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ Φικιώρη.
§255ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς συγχαίρω ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλ’ ἤδη ὁ περὶ οὗ πρόκειται λοχαγὸς Νικολόπουλος, ἀνὴρ φιλόνομος, συνετὸς καὶ φιλόπατρις, γόνος δ’ ἄλλως τε τοῦ πρώτου ἐκ Λακεδαίμονος ὁπλαρχηγοῦ, τοῦ ἡρωϊκῶς πεσόντος κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἐν Βλαχοκερασιᾷ, ὁ Νικολόπουλος, λέγω, συμμεριζόμενος τὸ γενικὸν τοῦτο αἴσθημα, αὐθορμήτως παρέσχεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξίν του πρὸς καταδίωξιν τοῦ Φικιώρη· ἐπειδὴ δὲ ἡ σύμπραξίς του αὕτη ὑπῆρξεν ἀποτελεσματικὴ, ὅπως ἐβεβαιώθη πάντοθεν, ἐχαλκεύθη βραδύτερον κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, ὅτι δῆθεν αὐτὸς, ὅστις τὰ μάλιστα συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας Φικιώρη, ὑπῆρξε μεμυημένος συνωμότης, ὀπαδὸς καὶ τροφοδότης αὐτοῦ· ὑπεστηρίχθη δ’ ἡ κατηγορία αὕτη ὑπὸ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξύμνησεν ὁ προαγορεύσας ὡς ἐνθουσιώδεις πατριώτας, ἀλλ’ οἵτινες ἦσαν πράγματι ἄνθρωποι ἐξωλέστατοι, ἀγνώστου προελεύσεως, καὶ ἠκολούθησαν τὸν ταγματάρχην Φικιώρην, ὄχι ἐξ ἐνθουσιασμοῦ πατριωτικοῦ, ἀλλὰ τετυφλωμένοι ὑπὸ τῆς πείνης, ἢ μᾶλλον βουλιμίας δεινῆς καὶ ἀκατασχέτου. Τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν, προσηκόντως βασανίσαν τὴν ὑπόθεσιν, διέγνωσε τὸ νόθον καὶ πλασματικὸν τῆς κατὰ τοῦ Ἀλ. Νικολοπούλου κατηγορίας, καὶ διὰ τοῦ ἀνὰ χεῖράς μου βουλεύματός του ἀπήλλαξεν αὐτὸν ταύτης ἐντελῶς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν μόνον τοῦ βουλεύματος σκέψιν. (Ἀναγινώσκει τὴν πρώτην σκέψιν τοῦ βουλεύματος). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ βουλεύματος τούτου καὶ τὴν ἐπανειλημμένην ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ Μακροπούλου, δὲν δύναται νὰ μείνῃ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ κατηγορία ὑπῆρξεν ἀποκύημα ἐμπαθείας, τῆς ὁποίας τὸ μέτρον παρέσχεν ὑμῖν τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου μου κυρίου Φικιώρη.
§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα μετ’ εὐλαβείας τοῦ συναδέλφου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος· ἐπιβάλλεται δὲ εἰς πάντας ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ ἄλγος, τὸ ὁποῖον τὰ διαδραματισθέντα ἐν Σπάρτῃ ἤγειραν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ πράξεις, αἱ διαδραματισθεῖσαι ἐν Λακεδαίμονι, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἄνευ τοιούτων συγκινήσεων, καὶ μετὰ τῆς ψυχραιμίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀναζητῶν τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων, καὶ ἐρευνῶν, παραλλήλως πρὸς αὐτήν, τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προβάλλεται τῶν νόμων ἡ ἐφαρμογή. Ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος, ὡς καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρυστίας καὶ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνάγει τις ἀναντιρρήτως, ὅτι δὲν εἶναι ἐξῃκριβωμέναι πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὸν φόνον τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη· διότι τοὺς περὶ τῶν λεπτομερειῶν τούτων ἰσχυρισμοὺς τῶν δύο μνημονευθέντων συναδέλφων ἡμῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἠμφισβήτει ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχων τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν ἀνὰ χεῖρας, καὶ ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· ἀλλὰ συγχρόνως καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἠμφισβήτουν τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀρχῶν Λακεδαίμονος, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀμφίβολοι αἱ λεπτομέρειαι, εἶναι ὅμως βεβαιότατον, ὅτι αἱ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσεν ὁ φονευθεὶς ταγματάρχης, εἶναι πράξεις προβλεπόμεναι καὶ τιμωρούμεναι ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 172 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δίδει τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἡ ποινικὴ νομοθεσία ὀνομάζει στάσιν (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα δημοσία συνάθροισις πολλῶν ἀτόμων, τείνουσα εἰς τὸ νὰ προσβάλῃ βιαίως τὴν ἀρχὴν, νὰ ἀντισταθῇ εἰς αὐτὴν, νὰ τὴν ἀναγκάσῃ εἰς ἐπιχείρησιν, παράλειψιν ἢ ἀνατροπὴν οἵας δήποτε ἐπισήμου πράξεως ἢ διατάξεως, ἢ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν νόμου τινὸς, διατάγματος, ἐντάλματος συλλήψεως ἢ φυλακίσεως, ἢ ἀποφάσεώς τινος, ἢ νὰ ἐλευθερώσῃ φυλακισμένους ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀρχῆς, ἢ νὰ ἐκδικηθῇ ταύτην ἕνεκα δημοσίας τινὸς πράξεως, θεωρεῖται ὡς στάσις, ἀδιαφόρως, ἂν ἡ βία ἀποβλέπῃ δημόσιον ὑπάλληλον, εἴτε δημοσίους ὑπηρέτας, εἴτε τοὺς ἀπεσταλμένους στρατιώτας.» Λοιπὸν ὁ ταγματάρχης ἐν ἀποστρατείᾳ μακαρίτης Φικιώρης διέπραξε στάσιν, ἤτοι πρᾶξιν τιμωρουμένην ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ τιμωρεῖ ὁ Ποινικὸς Νόμος τὴν πρᾶξιν ταύτην κατὰ τὸ ἄρθρον 175, καὶ τιμωρεῖ αὐτὴν κατὰ κλίμακα, ἀναλόγως τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων, τὰς ὁποίας ἔπραξαν οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ στάσει. Ἀλλ’ ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ταγματάρχης Φικιώρης εἶχε τὴν συνείδησιν τῶν πράξεων αὐτοῦ; Αἱ πράξεις αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ καταλογισθῶσιν εἰς αὐτόν; Περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφισβήτησις· καί τινες μὲν ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ μακαρίτης ταγματάρχης Φικιώρης ἦτο ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ ἐν πλήρει ἐχεφροσύνῃ· ἄλλοι διατείνονται, ὅτι εἶχε περιέλθει εἴς τινα ὑπερερεθισμὸν νευρικὸν, ὁ ὁποῖος εἶχε διαταράξει τὴν λειτουργίαν τὴν πνευματικὴν, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἔπρεπε νὰ κριθῶσι τὰ κατ’ αὐτὸν ἐντελῶς κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἡ τελευταία γνώμη δὲν φαίνεται ἐστερημένη ἐπιχειρημάτων, διότι ἀρκεῖ μόνον τοῦτο τὸ συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ὑπῆρχε διατάραξίς τις νευρική. Διότι, ἀφοῦ ὑπέλαβεν, ὅτι μόνος αὐτὸς, ἐπιχειρῶν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ὡς στάσις, ἤρκει νὰ ἑλκύσῃ ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ τὰ πλήθη, καὶ ἑπομένως νὰ προβῇ εἰς ἐπιχειρήσεις, σκοπούσας τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἐννόμου τάξεως, αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Φικιώρη ἔσφαλλεν. Ἐὰν δέ τις ἀνατρέξῃ καὶ εἰς τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, τὸ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, θέλει εὑρεῖ, καθ’ ἃς ἔδωκαν πληροφορίας καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας, ὅτι ὁ ταγματάρχης Φικιώρης μετέσχε τοῦ πολέμου, ὅτι ἠγωνίσθη ὡς ἔντιμος καὶ φιλόπατρις στρατιώτης, ἀλλ’ ὅτι τὰ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ τὰ μετὰ τὸν πόλεμον ἐτάραξαν περισσότερον τὰ νεῦρα αὐτοῦ, καὶ ἔκτοτε ἤρχισε νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία δι’ ἀνατροπῆς. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι μετὰ τοὺς πολέμους οἱ μετέχοντες αὐτῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἢ κατ’ ἀριθμὸν ἀρκετὰ σημαντικόν, περιπίπτουσιν εἰς τοιαύτην νευρικὴν διατάραξιν· ἐὰν δὲ δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ταραχὴ φρενῶν, ὑπῆρξε πάντως ὑπερερεθισμὸς νευρικός. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ταγματάρχης ἦτο εἰς νοσηρὰν κατάστασιν, ἔπρεπε νὰ κριθῶσι τὰ τοιαῦτα ἄλλως ἢ ὡς ἐκρίθησαν. Καὶ ὄντως· ἐὰν δὲν ἦτο εἰς νοσηρὰν κατάστασιν, ἐὰν ἦτο ἐν πλήρει ἐχεφροσύνῃ, καὶ ἔπραττε πρᾶξιν ἀξιόποινον, καὶ τότε πάλιν, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς. Ὅταν συμβαίνῃ νὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ νόσου ζῷα, ὑπὸ νόσου, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐπικίνδυνος εἴτε εἰς τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε εἰς τὰ ἄλλα ζῷα, τότε ἐπιτρέπεται νὰ φονεύωσι τὰ ζῷα ταῦτα. Οὕτω φονεύουσι τοὺς κύνας, ὅταν πάθωσιν ὑδροφοβίαν, φονεύουσι τοὺς ἵππους καὶ τοὺς ἡμιόνους, ὅταν πάθωσι ταῦτα πάλιν· τοὺς ἀνθρώπους ὅμως οὐδέποτε φονεύουσιν, ἀλλὰ φροντίζουσι νὰ τοὺς συλλάβωσι καὶ νὰ τοὺς ὑποβάλωσιν εἰς θεραπείαν, ἐγκλείοντες αὐτοὺς εἴτε ἐν φρενοκομείῳ, εἴτε ἔν τινι ἄλλῳ φιλανθρωπικῷ καταστήματι, ὅπως κατασιγάσῃ ὁ τάραχος τῶν νεύρων αὐτῶν. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ὁ ταγματάρχης Φικιώρης ἐν πλήρει ἐχεφροσύνῃ περιέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς στάσεως, καὶ πάλιν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου δὲν ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτόν, διότι, κατὰ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἡ δὲ σύστασις, ἢ στάσις, εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ Δικαστήρια δὲν ἤθελον ἐπιβάλει θανατικὴν ποινήν, κατὰ πλείονα λόγον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλωσιν αὐτὴν τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀρχῆς. Ἡ στάσις καὶ πάντα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς πολιτειακῆς τάξεως, εἶναι ἐγκλήματα πολιτικά, ὡς πολιτικὰ δὲ ἐγκλήματα, ὑπόκεινται εἰς τοὺς περιορισμοὺς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὴν θανατικὴν ποινὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ταγματάρχης Φικιώρης εἶχε τοσοῦτον κατασταθῆ ἐπικίνδυνος, ὥστε τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα διέτρεχον κίνδυνον ὑπ’ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν μετήρχοντο τὴν βίαν κατ’ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐπυροβόλουν κατ’ αὐτοῦ, ὅπως φονεύσωσιν αὐτὸν, τὸν ταγματάρχην Φικιώρην, τότε τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἦσαν ἐν ἀμυντικῇ θέσει, καὶ ὅταν τις ἀμύνηται, δύναται νὰ προβῇ εἰς βιαίας πράξεις, καὶ νὰ φονεύσῃ. Ἀλλὰ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς δὲν δύναται νὰ ἀποδειχθῇ εὐκόλως, ἀφοῦ ὁ ταγματάρχης, κατὰ τὰ λεχθέντα, ἐτύγχανε μὲ τὸν βραχίονα πληγωμένον, δὲν ἦσαν δὲ πέριξ αὐτοῦ, εἰμὴ μόνον τρεῖς ὑγιεῖς ἄνδρες καὶ εἷς πληγωμένος εἰς τὸν πόδα, αὐτοὶ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἐπικίνδυνοι εἰς ὁμάδα ἀποσπάσματος στρατιωτῶν, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις ὑπελογίσθη εἰς πεντήκοντα καὶ ἐννέα ἄνδρας, κατ’ ἄλλους δὲ εἰς ἑβδομήκοντα πέντε.
§257Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἶχε φονευθῆ μάλιστα ὁ συντροφός του, ὅτε ὁ Φικιώρης ἐτραυματίσθη.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ἐνῷ δὲν διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, ἤτοι δὲν εὑρίσκονται ἐν καταστάσει ἀμύνης, ἐκτελοῦντα δὲ τὸ καθῆκόν των, ἐκτρέπονται εἰς βίαν, καὶ βίαν τοσοῦτον μεγάλην, οἵαν ἀποτελοῦσιν οἱ πυροβολισμοὶ δι’ ὅπλων, νομίζω, ὅτι καταχρῶνται τῆς δυνάμεως αὑτῶν. Ἔχω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιγράφεται, πῶς ἐνεργοῦσι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, καὶ ἰδίως ἡ χωροφυλακή, ἡ ὁποία εἶναι τεταγμένη ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, πῶς ἐνεργοῦσιν ἀπέναντι συστασιαστικῶν συσσωματώσεων, ἢ ἀπέναντι στάσεως κεκηρυγμένης. Ἀλλ’ ἔχω ἀκόμη καὶ διάταξιν ἄλλην, ἡ ὁποία προσδιορίζει τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1836 λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ στασιαστικαὶ συσσωματώσεις ἐναντίον τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν τροφίμων, τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας καὶ βιομηχανίας, χρεωστοῦν νὰ καταπαύωνται παρ’ αὐτῶν (τῶν ἀστυνόμων κλπ.) ἅμα γείνουν ἀνωφελῶς τρεῖς προσκλήσεις μὲ τύμπανον ἢ σάλπιγκα, καὶ ἀκολούθως πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τοὺς τύπους ἡ δικαστικὴ καταδίωξις.» Τὸ δὲ ἄρθρον 35 εἶναι εὐκρινέστερον (ἀναγινώσκει): «Ὁ αὐτὸς τρόπος προσκλήσεως καὶ ἐκτελέσεως ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν, εἰς περίπτωσιν στασιαστικῆς συσσωματώσεως ἐναντίον τῆς ἀσφαλείας τῶν ἀτόμων, τῶν ἰδιοκτησιῶν, τῶν ἀρχῶν, καὶ ἐναντίον τῆς ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἢ πρὸς ἀπόλυσιν τῶν φυλακισμένων ἢ καταδίκων.» Καὶ τὸ ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς διάλυσιν τῶν στασιαστῶν, ὅταν ἦναι ἀνάγκη, προσκαλοῦν ἐγγράφως τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, μὲ τοὺς ἀκολούθους τύπους: «Ἡμεῖς, Δήμαρχος τοῦ δήμου... προσκαλοῦμεν τὸν διοικητὴν τῆς χωροφυλακῆς... νὰ χορηγήσῃ ἀμέσως τὸν ἀριθμὸν... ἀναγκαίων πρὸς διάλυσιν τῆς γενομένης συσσωματώσεως... ἅμα αἱ προσδιωρισμέναι παρὰ τοῦ νόμου προσκλήσεις γείνωσιν...» Εἰς τὰς προσκλήσεις τῆς ἐνόπλου δυνάμεως πρέπει νὰ ἀποφεύγηται ἡ πραγματική της ἐπέμβασις, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀκινδύνως, καὶ νὰ μὴ γίνηται πλέον χρῆσις τῆς βίας, εἰμὴ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς καλῆς ἐκβάσεως.» Ἑπομένως, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: ἦτο ἀναγκαία πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκβάσεως ἡ χρῆσις ὅπλων κατὰ τοῦ Φικιώρη καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ τριῶν συστασιωτῶν; χρῆσις βίας τοιαύτης, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ φέρῃ τὸν φόνον αὐτοῦ; Τὸ ζήτημα εἶναι μᾶλλον πραγματικόν. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἦτο ἀναπόφευκτος ἡ χρῆσις τῆς βίας· ἀλλ’ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι βεβαιοῦσιν, ὅτι δὲν ἦτο ἀναπόφευκτος. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, κατά τινα περίοδον χρόνου, ὅτε ἐν Ἑλλάδι ἡ λῃστεία ἤκμαζε, καὶ εἶχε κατασταθῆ λίαν προβληματικὴ καὶ ἀμφίβολος ἡ δημοσία ἀσφάλεια οὐ μόνον ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς περιφερείαις, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις, τότε ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ καταδιώξεως τῶν λῃστῶν, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 23 Ἰανουαρίου 1840, δι’ οὗ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα οὐ μόνον νὰ συλλαμβάνωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ φονεύωσι τοὺς λῃστάς, καὶ νὰ λαμβάνωσι μάλιστα ἐπὶ τῷ φόνῳ καὶ ἀμοιβήν, ἐὰν ὁ λῃστὴς ἦτο πρώτης τάξεως, τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν, ἐὰν ἦτο δευτέρας, δύο χιλιάδας, καὶ ἐὰν ἦτο τρίτης τάξεως, χιλίας δραχμάς· ἐπηγγέλλοντο δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος καὶ ἀμοιβαὶ εἰς τοὺς καταδότας. Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶχεν ἐμποιήσει φρίκην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ μάλιστα τὸ σύστημα τῆς ἐνισχύσεως τῶν καταδοτῶν ἐθεωρήθη ἀπαίσιον· ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς Πολιτείας εἶχε καταστήσει αὐτὸ ἀνεκτὸν, καὶ ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ τὸ Διάταγμα, καὶ μολονότι εἶχεν ἰσχὺν νόμου, διότι ἐξεδόθη πρὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, πρὶν ἢ οἱ Συνταγματικοὶ θεσμοὶ δοθῶσιν εἰς τὸ Κράτος, ἐξηκολούθησεν ἐφαρμοζόμενον καὶ μετὰ, ἀφοῦ ἐδόθησαν οἱ θεσμοὶ, καὶ διετηρεῖτο ἰσχῦον· ἀλλ’ ἀνεκτὸν ἐγένετο, διότι ἐπρόκειτο περὶ λῃστῶν· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ συστασιωτῶν, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Διὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀκριβεστέραν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν πρὸς καταδίωξιν τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν εἶχον περιέλθει εἰς ἀνάγκην νὰ ἀμυνθῶσι κατὰ τοῦ κινδύνου, ὅτε μετῆλθον τὴν χρῆσιν ὅπλων κατὰ τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, ἢ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκλείσωσι τοὺς στασιαστὰς τούτους ἐν τῷ σπηλαίῳ ἐκείνῳ, καὶ νὰ στενοχωρήσωσιν αὐτοὺς νὰ παραδοθῶσιν, ὅτε ἤθελον ἐφαρμοσθῆ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἄνευ οὐδενὸς ἐπεισοδίου ἀξίου λόγου. Βεβαίως ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν, καὶ εἶναι λίαν βαρεῖα, ὅταν καθίσταταί τις πολέμιος τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ πολέμιος ἀπειλῶν κίνδυνον εἰς αὐτὴν, ἢ ἐκθέτων αὐτὴν εἰς κίνδυνον. Τότε ἀνέχονται οἱ φιλοσοφοῦντες τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν, νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν τοῦ ἀπειλοῦντος οὕτω τὴν Πολιτείαν, διότι πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς ἀνδρὸς πολεμίου τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ τοιοῦτος ἦτο τάχα ὁ ταγματάρχης Φικιώρης; Ἦτο ἐν ὑγιᾷ καταστάσει καὶ ἐχεφροσύνῃ; ἢ ἦτο ἐν καταστάσει νευρικοῦ ἐρεθισμοῦ; Ἐκρίθη, ὅτι ἦτο τοσοῦτον ἐπικίνδυνος πολέμιος τῆς Πολιτείας, ὥστε αὕτη εἶχε δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν αὐτοῦ; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ζωὴ αὐτοῦ, διατὶ νὰ μὴ γένηται τοῦτο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου; Ταῦτα πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσι, καὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν αὐτῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ διατάξῃ εὐρεῖαν ἐξέτασιν.
§259Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐκ Καρυστίας ἀξιότιμον Βουλευτήν. Δὲν ἤθελον ἀπαντήσει οὐδὲ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ, διότι ὑπέθεσα, ὅτι οἱ συγγενικοὶ δεσμοὶ, οἵτινες συνδέουσιν αὐτὸν πρὸς τὸν ἀποθανόντα ταγματάρχην, δικαιολογοῦσι τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκον ἐπιβαλλόμενόν μοι, ἵνα ὀλίγας λέξεις εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ στάσεως, καὶ ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τ’ ἀναφερόμενα εἰς τὴν στάσιν, ἐφηρμόζοντο καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐλησμόνησεν ὅμως νὰ ἀναφέρῃ, — ὅπερ εἶναι, νομίζω, σπουδαιότατον — ὅτι ἡ στάσις, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἐξεδηλώθη δι’ ἀποπείρας φόνου καὶ διὰ φόνου. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον, καὶ τοῦτο ἐξηγεῖ τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν. Αἴφνης ἑσπέραν τινὰ ἠκούσθη ἐν Σπάρτῃ, ὅτι ἄγνωστοι, εἰσελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Μοιράρχου, καὶ ζητήσαντες παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας περὶ ὑπηρεσιακῆς τινος ὑποθέσεως, τὸν ἐπυροβόλησαν δι’ ὅπλου Γκρᾶ, καὶ τὸν ἐπλήγωσαν βαρέως· ὅτι, ἐξελθόντες τῆς οἰκίας αὐτοῦ, μετέβησαν εἰς τὸ μέρος, ὅπου συνηθροίζοντο καθ’ ἑκάστην αἱ ἀρχαὶ, ὅπως γευματίσωσιν· ὅτι παρέμειναν ἐκεῖ ἐπί τινα χρόνον· ὅτι, πληροφορηθέντες, ὅτι ἐκ συμπτώσεως τὴν ἑσπέραν ἐκείνην οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἐτράπησαν τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν ἐκτὸς τῆς Σπάρτης, καὶ ὅτι, διελθόντες ἐκ τοῦ Νομαρχιακοῦ καταστήματος, ἐπυροβόλησαν καὶ ἐφόνευσαν τὸν ἐκεῖ εὑρισκόμενον κλητῆρα τοῦ Νομάρχου. Ἠγνόουν πάντες, ποῖοι εἶναι οἱ φυγόδικοι, οἱ διαπράξαντες ταῦτα, — διότι ὑπετέθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φυγοδίκων. — Ἀλλ’ ὅτε τῇ ἐπαύριον ἐγένετο γνωστὴ εἰς τὰς ἀρχὰς προκήρυξις τοιχοκολληθεῖσα καὶ φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἰωάννου Φικιώρη, ἐνόησαν περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἐπρόκειτο περὶ στάσεως,—διότι ὁ Φικιώρης τὸ ἔλεγεν ἐν τῇ προκηρύξει αὐτοῦ καθαρὰ—περὶ στάσεως, ἐκδηλωθείσης, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ἀποπείρας φόνου καὶ διὰ φόνου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀφοῦ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἐξήτασε τὸ ζήτημα τῆς διανοητικῆς καταστάσεως τοῦ Φικιώρη, ἀφῆκε δὲ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τυχὸν τὸ ἀκαταλόγιστον τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου. Ἀλλὰ τὸ ἀκαταλόγιστον τοῦ ἀνδρὸς ἀντίκειται πρὸς ὅσα εἶπον οἱ δύο ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, διότι αὐτοὶ ἐξύμνησαν τὰς φιλελευθέρους αὑτοῦ ἀρχὰς, τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ ἰδεώδη τοῦ Φικιώρη. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἤθελον ὁμιλήσει περὶ τοιούτων ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, προκειμένου περὶ ἀκαταλογίστου ἀνδρός. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐγκατέλιπε ταχέως τὸ ἔδαφος τοῦτο, καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν νευρικὴν ταραχὴν, εἰς τὴν ἐξασθένησιν τῶν νεύρων. Ὅλα ταῦτα θὰ ἦσαν καλὰ, ἂν ἐπρόκειτο νὰ δικάσωμεν τὸν Φικιώρην· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἀρχὴ, ἵνα συλλαμβάνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς ἀπόπειραν φόνου καὶ φόνον, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν προκηρύξεων αὑτῶν ἐδήλωσαν, ὅτι στασιάζουν. Ἡ ἀρχὴ εἶχε καθῆκον, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο εἶχεν ὄχι μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις· καθῆκον πάντοτε ἔχει, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν σύλληψιν τῶν τοιαῦτα ἀποπειρωμένων. Ποίας διαταγὰς ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις; Ἔδωκε διαταγὰς εἰς ἀποσπάσματα ἐκ 50 ἀνδρῶν, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν σύλληψιν τῶν στασιαστῶν. Καὶ διατὶ ἐκ 50 ἀνδρῶν; Διότι, ὡς συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, τῇ ἐπαύριον διεδόθη ἐν Σπάρτῃ καὶ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἤδη ἡ συμμορία συγκροτεῖται ἐκ 15 στασιαστῶν. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ συλληφθῶσιν οἱ 15 δι’ ἄλλων 15 ἢ 20 ἀνδρῶν. Διὰ τοῦτο ἐστάλη ἀπόσπασμα ἐκ 50 ἀνδρῶν, μὲ διαταγὴν ῥητὴν, νὰ συλλάβωσι τοὺς συστασιώτας. Τί ἐξάγεται δὲ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀναγνωσθέντων τὴν ἑσπέραν ταύτην παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι διατυποῦσι κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν;...
§260Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§261Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον, ὅσον θέλετε· ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ διαταγαὶ ἦσαν, νὰ προβῶσιν οἱ διαταχθέντες εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Φικιώρη καὶ τῶν συντρόφων του. Τὰ ἀποσπάσματα, διοικούμενα ἀπὸ τὸν Μακρόπουλον, ἐπλησίασαν τὸν Φικιώρην καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω ἐκ νέου, πῶς ἔφθασαν ἐπὶ τόπου, πῶς προέβησαν εἰς καταδίωξιν, ποῖοι ηὐκόλυναν τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀποσπασμάτων· κηρύττω δὲ ἐπανειλημμένως, τί ἐβεβαίωσεν ὁ ἀποσπασματάρχης, ὅτι πλησιάσας προσεκάλεσε τὸν Φικιώρην, δὶς, τρὶς, τετράκις, νὰ παραδοθῇ, αὐτὸς δὲ ἀπήντησεν, ὑβρίζων καὶ πυροβολῶν κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐδῶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ προσέξῃ. Εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται ἐδῶ, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι προέβησαν εἰς τοὺς πυροβολισμοὺς, καὶ ἑπομένως εἰς τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη, ἀφοῦ κατ’ αὐτοῦ ἐπετέθησαν, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν ἠναγκάσθησαν νὰ πράξωσι τοῦτο, ὅπως ἀμυνθῶσιν. Ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, πρὶν ἢ πληγωθῇ τις τῶν ὀπαδῶν τοῦ Φικιώρη, εἶχεν ἤδη βαρύτατα πληγωθῆ ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς, ὁ ὁποῖος συνώδευε τὰ ἀποσπάσματα, εἶχον πληγωθῆ δύο στρατιῶται ἐκ τῶν ἀποσπασμάτων, καὶ ἀφοῦ ἐπληγώθησαν οἱ δύο στρατιῶται, ἀφοῦ ἐπληγώθη βαρέως ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς,—καὶ τὸ ὁμολογοῦσι καὶ οἱ δύο προαγορεύσαντες, ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι τὸν ἀπόστρατον λοχαγὸν ἐπλήγωσεν ὁ Φικιώρης, διότι τὸν ὑπέθεσεν ὡς προδότην — ὡς προκύπτει ἐκ τῆς μαρτυρίας τοῦ λοχαγοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπιβεβαιοῖ καὶ τὸ ἀπόσπασμα, μετὰ ἐπανειλημμένας προσκλήσεις πρὸς τὸν Φικιώρην, ὅπως παραδοθῇ, οὗτος ἀπήντησε δι’ ὕβρεων καὶ πυροβολισμῶν, ἐξ ὧν ἐπληγώθησαν τρεῖς ἄνδρες. Ἐρωτῶ, ἀπαιτεῖτε, ἵνα τὰ ἀποσπάσματα μείνωσιν ἐκτεθειμένα εἰς βέβαιον θάνατον, ὅπως ἀποφύγωσι νὰ πυροβολήσωσι κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, τεθέντες ἐκτὸς τοῦ νόμου, πυροβολοῦσι κατὰ τῆς ἀρχῆς; Ἀλλοίμονον, ἂν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην! Τότε οἱ στρατιῶται, οἱ ἔχοντες ἐντολὴν νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν σύλληψιν κακούργων, ὅταν οἱ κακοῦργοι πυροβολῶσι κατ’ αὐτῶν, πρέπει νὰ σταυρώσωσι τὰς χεῖρας καὶ νὰ εἴπωσιν: «εἴμεθα στρατιῶται· ἡ Πολιτεία μᾶς διέταξε νὰ ἀμυνθῶμεν, ὄχι νὰ πυροβολήσωμεν», καὶ οὕτω νὰ ἀποθάνωσιν ἄνευ ἀμύνης! Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ ζωὴ τοῦ Φικιώρη ἔχῃ ἀξίαν, ἡ ζωὴ τῶν στρατιωτῶν ἔχει ἐπίσης ἀξίαν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, χάριν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἐκδηλώσαντος τὰς στασιαστικὰς αὑτοῦ προκηρύξεις διὰ φόνου καὶ ἀποπείρας φόνου, νὰ θέσωμεν τὴν ζωὴν αὐτοῦ τόσον ὑπεράνω τῆς ζωῆς τῶν στρατιωτῶν, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φονευθῶσιν οὗτοι χάριν τῆς ζωῆς ἐκείνου. Κατ’ ἐμὲ, οἱ στρατιῶται ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των· ὅτε δὲ ὁ ἀποσπασματάρχης εἶδε τιθεμένην εἰς κίνδυνον τὴν ζωὴν τῶν ἀνδρῶν αὑτοῦ, κάλλιστα ἔπραξε, διατάξας νὰ πυροβολήσωσι. Λυποῦμαι διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πυροβολισμῶν. Θὰ ἐπεθύμουν τὸ ἐναντίον, — ἐξ ὅλης καρδίας τὸ λέγω — καὶ μετὰ περιφρονήσεως ἤκουσα ὅσα ἐλέχθησαν περὶ δῆθεν διαταγῶν δοθεισῶν. Τί νομίζετε, Κύριοι; ὅτι ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν δὲν ὑπάρχει τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας; Καὶ τί εἴχομεν προσωπικὸν ἡμεῖς κατὰ τοῦ Φικιώρη, τὸν ὁποῖον παρεστήσατε ὑμεῖς αὐτοὶ, ἀπὸ εἴκοσι μηνῶν περιοδεύοντα τὴν Ἑλλάδα, ὅπως εὕρῃ ὀπαδοὺς, ἵνα καταρρίψῃ τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν ἐκηρύχθη λοιπὸν μόνον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, ἐκηρύχθη καθ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων. Ἑπομένως τίποτε προσωπικὸν δὲν εἴχομεν, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἠθέλομεν πράξει ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἐπράττομεν ὑπὲρ τῶν προσώπων ἡμῶν. Ἐν τῇ ἐκτελέσει λοιπὸν τοῦ καθήκοντος τὰ ἀποσπάσματα ἔπραξαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξωσιν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτῶν εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τοὺς λόγους ἀξιωματικῶν, ἐπιβεβαιουμένους ὑπὸ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅταν μάλιστα ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι οἱ τέσσαρες ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ἠκολούθησαν τὸν Φικιώρην, λαβόντες ἕκαστος αὐτῶν ἑκατὸν δραχμάς. Διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπηρέται τοῦ ἰδεώδους! πριονισταὶ, τοὺς ὁποίους ὁ Φικιώρης ἐπῆγε καὶ ἐπῆρεν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, δοὺς εἰς ἕκαστον ἀνὰ ἑκατὸν δραχμάς! Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον πωλήσει τὴν ζωήν των δι’ ἑκατὸν δραχμὰς, δὲν ἀξίζει περισσότερον τῆς ζωῆς τῶν στρατιωτῶν. Ἑπομένως νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπικρίνητε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἄλλην διαταγὴν ἔδωκεν εἰς τὰ ὄργανα αὑτῆς ἢ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Φικιώρη καὶ τῆς συμμορίας αὐτοῦ· δὲν ἔχετε ἐπίσης δικαίωμα νὰ ἐπικρίνητε τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀποσπασματάρχου, διότι ὁ ἀποσπασματάρχης, ὅτε εἶδεν εἰς κίνδυνον τὴν ζωὴν τῶν στρατιωτῶν του, κάλλιστα ἔπραξε, διατάξας νὰ πυροβολήσωσιν, ὅπως ἀποφύγωσιν αὐτοὶ τὸν θάνατον. Ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων.
§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δικαιώματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ· διότι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπικρίνωμεν πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν ἐξ αὐτῆς τῆς θέσεως ἡμῶν, ὡς Βουλευτῶν. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ ἀπόσπασμα ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, πρᾶξαν ὡς ἔπραξεν, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα ματαία σπατάλη, ὡς ἂν ἡμεῖς προτιμῶμεν τὴν ζωὴν τῶν φονευθέντων ἀπὸ τὴν τῶν στρατιωτῶν...
§263Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς). Βεβαίως.
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομίζετε ὑμεῖς. Ἀλλ’ οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ εἴπητε δι’ ἡμᾶς, διότι γνωρίζω ποῖα ἄλλα ἐλέγετε ἄλλοτε περὶ στρατοῦ, ἐνῷ τώρα ὑψώνετε τὴν ἐναντίαν σημαίαν, διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τοὺς στρατιώτας. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον πάντοτε περὶ στρατοῦ.
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι, ὅτε ἐτύγχανον ἐν τῇ Κυβερνήσει, πρὸ δεκαετίας, διεπράχθη πρᾶξις ἀπαισία, περὶ τὴν Λάρισαν, κατὰ ἰδιοκτήτου μεγάλου κτήματος καὶ κυρίου μεγάλης περιουσίας, Ὀθωμανοῦ. Συμμορία ὑπῆγεν, ἐφόνευσεν αὐτὸν, ἐλεηλάτησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ ὅτε διετάχθη ἀπόσπασμα νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἀνεύρεσιν αὐτῶν, καὶ ὅτε ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἦσαν ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς ἀνευρέσεως τῶν κακούργων, πρώτη σύστασις, τὴν ὁποίαν πρὸς αὐτὸν ἐποιησάμην, ἦτο, νὰ φροντίσῃ, ἵνα συλλάβῃ τοὺς κακούργους, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ συνάμα τὴν ζωὴν αὐτῶν, ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι κατ’ αὐτῶν...
§267Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ἴδια.
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Καὶ ἐξησφάλισε τὴν ζωὴν αὐτῶν, καὶ ὁ ἀνακριτὴς κ. Δημ. Σκοῦφος ἐνήργησε τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἐντὸς 40 ἡμερῶν ἐπερατώθη αὕτη, εἰσήχθησαν εἰς δίκην, καὶ κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον, καὶ ἐξετελέσθη ἡ ποινή, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως, καὶ οὐχὶ αὐτοδίκως.
§269Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐπυροβόλησαν κατὰ τῶν στρατιωτῶν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι; Αὐτὸ ἐρωτῶ.
§270ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦσαν μέγιστοι ἐγκληματίαι.
§272Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐτραυματίσθησαν κατὰ τὴν πρὸς τὸν Φικιώρην καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ συμπλοκὴν στρατιῶται. Εἶναι ἀνακριβέστατον τοῦτο, καὶ ψευδῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν ἀξιωματικῶν. Πρὸς πίστωσιν δὲ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἰατροῦ Σπάρτης, ἂν ἐπαρουσιάσθη τότε ἐνώπιόν του στρατιώτης τις τετραυματισμένος. Ἐτραυματίσθη μόνον ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς Νικολόπουλος, κατὰ τοῦ ὁποίου δικαίως ἐπυροβόλησεν ὁ Φικιώρης, ἀφοῦ αὐτὸς αὐτόκλητος προσῆλθεν εἰς βοήθειαν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, καθωδήγησεν αὐτὸ, καὶ ἐπυροβόλει καὶ αὐτὸς κατὰ τοῦ Φικιώρη, φονεύσας καὶ ἕνα τῶν συντρόφων τούτου.
§273Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δι’ ὀλίγων, κύριε Πρόεδρε, θέλω ἐκφράσει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα. Καὶ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσω ταύτην, διότι ἀπεδόθη μομφὴ καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, ἐν πρώτοις εἶναι, ὅτι αἱ ἀρχαὶ τῆς Λακεδαίμονος ἔδειξαν ἀνικανότητα κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποθέσεως. Ἐντύπωσιν ἰδιαιτέραν μοὶ προξενεῖ, ὅτι πέντε ἄνθρωποι, κατὰ Ἰούνιον μῆνα, τὴν ἑσπέραν, περὶ ὥραν ἐνάτην, ἠδυνήθησαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν, νὰ τραυματίσωσι τὸν Μοίραρχον κατ’ οἶκον, νὰ φονεύσωσι τὸν ὑπηρέτην τῆς Νομαρχίας ἐν καφενείῳ καὶ ἐν πληθούσῃ συρροῇ ἀνθρώπων νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς δημοσίας ὁδοὺς πυροβολοῦντες, ὡς ἤκουσα ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώσθησαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα νὰ διαφύγωσιν ἀκινδύνως καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος! Ἑπομένως, γενομένου λόγου, φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ κατακρίνω τὰς ἐντοπίους ἀρχὰς ἐπὶ ἀνικανότητι. Ἐὰν αἱ ἀρχαὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των, ἐὰν ἐν πόλει, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε Φρούραρχος, Μοίραρχος, Ἀστυνόμος, ἐν πόλει κατοικουμένῃ ἀπὸ χιλιάδας πολιτῶν, αἱ ἀρχαὶ δὲν ἤθελον δείξει τοιαύτην ἀνικανότητα, βεβαίως τὸ δυστύχημα δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν, καὶ ἑπομένως πάντα, ὅσα ἐγένοντο, δὲν ἤθελον συμβῆ. Ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ γεγονός, δὲν εὑρίσκω τίποτε ἐπιλήψιμον. Ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν ἐνέργειαν τῶν διαφόρων ἀρχῶν ἐντὸς τοῦ νόμου, καθόσον τὰ ἀναγνωσθέντα τηλεγραφήματα εἶναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν περαιτέρω, νομίζω, ὅτι καὶ αὕτη δὲν εἶναι πλήρης καὶ ἀκριβής. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν, ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε καλλιτέρα ἐνέργεια, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἀπόσπασμα πεντήκοντα ἀνθρώπων ἀπέναντι πέντε, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο ἤδη ἦσαν ἐντὸς τοῦ σπηλαίου κεκρυμμένοι, καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς χεῖράς του, ἀλλὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς συμπλοκὴν ἔνοπλον, καὶ νὰ φονεύσῃ. Εἶναι βέβαιον, καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἀκριβὲς καὶ ἀληθές· ὅτι δηλ., ἀφοῦ ἅπαξ εὑρέθησαν ἀντιμέτωποι οἱ στρατιῶται ἀπέναντι τῶν καταδιωκομένων, ἐκεῖνοι δὲ διὰ τῶν ὅπλων ἐζήτησαν νὰ ἀμυνθῶσιν, ὁ στρατὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ μένει ἓν ἄλλο ζήτημα: Ἦτο εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ στρατὸς νὰ φέρῃ εἰς τοιαύτην θέσιν τοὺς καταδιωκομένους, ὥστε νὰ συμπλακῶσιν ἐνόπλως; ἢ ἠδύνατο διὰ πολιορκίας, ἢ δι’ ἄλλων μέσων, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύλληψιν, χωρὶς νὰ γείνῃ ἀνάγκη βίας ἢ χρήσεως τῶν ὅπλων; Αὐτὰ τὰ περιστατικά εἰσιν ἄγνωστα, καὶ δὲν ἐξηκριβώθησαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἔπρεπε νὰ διαλευκανθῇ τὸ γεγονὸς, σχετικῶς μὲ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ ἀπόσπασμα· ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, ἡ ὁποία νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ γεγονότα, καὶ νὰ ὑπάρχῃ μία ἔκθεσις σαφεστέρα περὶ τοῦ λυπηροῦ αὐτοῦ δράματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἰδίως, ὀφείλω νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου περὶ ἑνὸς ἰσχυρισμοῦ καὶ μιᾶς αἰτιάσεως, ἥτις ἐγένετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Τοιαῦται αἰτιάσεις, γινόμεναι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέρχωνται ἐν σιωπῇ, διότι ὁ συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκεν αὐτὴν τὴν αἰτίασιν, εἶναι εἰς θέσιν πολὺ διάφορον ἡμῶν τῶν ἄλλων. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει ψυχικὸν πόνον, ὃν σέβομαι, καὶ ὁ ὁποῖος πόνος τὸν ἐπηρεάζει εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς γνώμης του, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καὶ ἕνεκα τούτου ἠκούσατε αὐστηρὰν, πικρὰν αἰτίασιν, ῥητὴν καὶ σαφῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὸν φόνον τοῦ Φικιώρη. Τοῦτο, λεγόμενον ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ, ἀλλ’ ὅλοι, συμπαθοῦντές τε καὶ δικαιολογοῦντες τὸν συνάδελφον, πρέπει νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγήν. Ἐὰν παρήρχετο ἡ μομφὴ αὕτη ἀπαρατήρητος, ἤθελε μείνει στίγμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει ῥητῶς νὰ ἀποκρούσῃ.
§274ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ περὶ τοῦ τραγικοῦ συμβάντος τοῦ φόνου τοῦ Φικιώρη καὶ τῶν συντρόφων αὐτοῦ, ἦλθε σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ διεξαχθῶσιν αἱ ἐξετάσεις, αἱ ἤδη διατεταγμέναι περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ὅσον συνδέονται πρὸς τὰς κατηγορίας κατὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ταγματάρχου, καὶ δυνηθῶμεν, ἔχοντες ἐνταῦθα τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, τῆς ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης ἔτι διεξαγομένης, νὰ ἀντιπαραβάλωμεν τὰς ἐκεῖ ἐκθέσεις, τὰς μαρτυρίας τὰς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἰδίᾳ, πρὸς τὰς ἐκθέσεις, τὰς ἐνταῦθα προσαχθείσας, καὶ δυνηθῶμεν ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς νὰ συναγάγωμεν πορίσματα ἀσφαλέστερα. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ διατάξῃ, καὶ καλῶς ἐπελήφθη τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος, συντόνως διατάξασα τὴν καταδίωξιν στασιαστῶν. Βεβαίως ἐν τῇ καταδιώξει τῶν στασιαστῶν ἀποτελέσματα, ὁποῖον τὸ ἐνταῦθα ἐπελθόν, εἶναι συνήθη καὶ μοιραῖα, καὶ δὲν δύναταί τις συνήθως νὰ διαμαρτυρηθῇ δι’ αὐτά· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐκ τῶν σήμερον ἐνταῦθα ἐκτυλιχθέντων ἔχομεν πλήρη καὶ ἀκριβῆ τὴν εἰκόνα τῶν τελεσθέντων. Καλῶς μὲν διετάχθη ἡ καταδίωξις, καὶ περὶ τούτου ἔχομεν τὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν, ἂν καλῶς καὶ διεξήχθη, καὶ πολλὰ εἶναι τὰ κενά, καὶ πολλὰ εἶναι τὰ ὕποπτα, δι’ ἃ βεβαίως δὲν φέρει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δι’ ἃ ἴσως εἶναι δυνατόν, ἴσως ἐνδείκνυται, ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη ἀλλαχοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι παρὰ πολὺ τίμιον τὸ αἷμα τῶν στρατιωτῶν, ὅπως ἀπέναντι στασιαστῶν μὴ προτιμηθῇ τὸ αἷμα τούτων τοῦ φόνου τῶν στασιαστῶν. Ἀντιστρέφω τὸν λόγον, καί, στηριζόμενος ἀκριβῶς εἰς τὸ πολύτιμον τοῦ αἵματος καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατιώτου, λέγω, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ στρατιῶται ἀληθῶς ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον, οἵτινες, ἀφειδοῦντες τοῦ αἵματος αὑτῶν, καὶ ἐκτιθέμενοι εἰς παντοίους κινδύνους, προσπαθοῦσι νὰ ἐκτελέσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀναιμάκτως τὰ καθήκοντα, καὶ ἐκείνους τοὺς στρατιώτας πάντα τὰ ἔθνη βραβεύουσιν ἀμέσως. Βραβεύουσι τὸν ἀστυνομικὸν κλητῆρα, ὃν ἐγώ, ἐν Γαλλίᾳ ἄλλοτε εὑρισκόμενος, ἤκουσα ὅτι ἐβραβεύετο, διότι μόνος ἀπέναντι δύο κακούργων προετίμησε νὰ δεχθῇ ἑπτὰ τραύματα, μὴ ἐξαγαγὼν μήτε τὸ ξίφος, μήτε τὸ περίστροφον, καὶ κατώρθωσε τετραυματισμένος νὰ κρατήσῃ μὲν τὸν ἕνα τῶν κακούργων, νὰ δώσῃ δὲ καιρὸν εἰς τὸν σύντροφόν του νὰ ἔλθῃ νὰ συλλάβῃ τὸν ἄλλον, καὶ οὕτως οἱ δύο, αὐτὸς τετραυματισμένος καὶ ὁ ἄλλος ἐπίκουρος, μετήγαγον τοὺς κακούργους εἰς τὰς φυλακάς. Ἐκεῖνος ἐβραβεύθη τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ ἐβραβεύθη δικαίως, ὡς τίμιος καὶ ἄξιος πάσης τιμῆς στρατιώτης. Ὅτε ὅμως γεννᾶται ἀμφιβολία, ἂν ἐξεπληρώθη ἀκριβῶς οὕτω τὸ καθῆκον,—καὶ ἡ ἀμφιβολία ἐνταῦθα ὑπάρχει—τότε νομίζω, ὅτι γεννᾶται ὑποχρέωσις ἐρεύνης, καὶ ἐρεύνης σπουδαίας, ἐρεύνης μάλιστα δικαστικῆς, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἀμοιβάς. Ἡ Κυβέρνησις μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἔπραξε τὸ καθῆκον αὑτῆς, καὶ οὐδείς, ἐπαναλέγω, δύναται νὰ κατηγορήσῃ αὐτῆς, διότι ἀπέναντι στασιαστῶν μετῆλθε τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ φόνου, δὲν ἐξήτασεν ἐπαρκῶς, καὶ πρὶν ἢ ἐξετάσῃ ἐπαρκῶς ἔδωκεν ἀμοιβάς. Νομίζω ὅτι ἠδύνατο ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ βραδύνῃ, ἂν ὄχι τόσον, ὅσον ἐβράδυναν τὰ Ὑπουργεῖα, ὅπως ἀπονείμωσιν ἀμοιβὰς εἰς τὰς ἐξόχους ὀλίγων ὑπηρεσίας κατὰ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἕνα ἢ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα, νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ μεταξύ, καὶ, ἀφοῦ πορισθῇ ἀκριβεῖς πληροφορίας, μετὰ ἀνάκρισιν στρατιωτικὴν δικαστικὴν, τότε νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπονείμῃ τὰς ἀμοιβὰς. Ὅτε πολλοὶ φονεύουσιν ἕνα ἢ δύο, πολλοὶ ἐπιτιθέμενοι καθ’ ἑνὸς ἢ κατὰ δύο, καὶ ἂν ἔτι ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν, τότε εἰς αὐτοὺς, ἂν παρέβλαψαν ἐκεῖνα, ὅσα πρὸ παντὸς ἄλλου ὤφειλον νὰ ἐκτελέσωσιν, ἁρμόζουσιν ὄχι ἀμοιβαὶ, ἀλλὰ τὸ λόγιον τοῦ Ἀρχιλόχου: «Ἑπτὰ νεκρῶν πεσόντων... χίλιοι φονεῖς ἐσμέν». Δὲν εἶναι μεγάλη ἀξία, χίλιοι φονεῖς νὰ φονεύσωσιν ἑπτά. Μεγάλη ἀξία εἶναι, ὀλίγοι νὰ συγκρατήσωσι τοὺς ἑπτά, καὶ νὰ κατορθώσωσι νὰ τοὺς παραδώσωσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὅπως ἐκεῖ δώσωσι λόγον τῶν παρανόμων αὐτῶν πράξεων. Ἐνταῦθα λοιπὸν διακρίνω εὐθύνην τινὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, πρὶν ἢ διακρίνῃ καλῶς, ὅτι ὠφείλοντο ἀμοιβαί, πρὶν ἢ ἐπισταμένως ἐξετάσῃ, ἔδωκε τὰς ἀμοιβὰς. Εὑρίσκω καὶ δευτέραν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Εὑρίσκω εὐθύνην ἀπέναντι τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, εὐθύνην νῦν οὐχὶ σχετιζομένην πρὸς τὸ αἷμα τῶν ἀνδρῶν τῶν πεσόντων, τῶν στασιαστῶν, τῶν ἔστω καὶ καλῶς φονευθέντων, ἀλλ’ εὐθύνην ὀφειλομένην, ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως νὰ ἀποδώσῃ τιμὴν ὀφειλομένην εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀξίωμα, ὅπερ δὲν ἀφῃρέθη δι’ οὐδενὸς νομίμου τρόπου ἀπὸ τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη. Τὸν ἀξιωματικὸν, τὸν φέροντα οἱονδήποτε βαθμόν, καὶ ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἔπεσεν, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στερήσῃ, κατὰ τὴν ὑστάτην ἐκείνην ὥραν, τῶν τιμῶν, τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπονεμομένων, καὶ ἂν ὁ Φικιώρης ὑπῆρξεν ἔνοχος στάσεως, καὶ καλῶς διὰ τοῦτο ἐν ἐκτελέσει καθήκοντος ἔπεσε, πρώτιστον καὶ ὕψιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως —δι’ ὃ ἤθελε βεβαίως τιμηθῇ ὑπὸ πάντων—ἦτο, νὰ διατάξῃ, ἵνα εἰς τὸν ἀτυχῆ, τὸν τοιοῦτον θάνατον εὑρόντα νόμιμον, ἀποδοθῶσιν αἱ τιμαί, ἃς ὁ νόμος διατάσσει ὑπὲρ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν.
§275Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀμοιβὰς, νομίζω, ὅτι σφάλλεται ὁ κ. Βουλευτής, πρεσβεύων, ὅτι ἐδόθησαν αὗται ἄνευ ἐρεύνης, ἄνευ ἐξετάσεως. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων ἐν Σπάρτῃ ὑπῆρχεν ἀνὴρ διακεκριμένος διὰ τὴν στρατιωτικὴν αὑτοῦ ἀρετὴν, ἥντινα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος τοσοῦτον ἔψεξεν, ἀγνοῶν τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἀνδρὸς κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Εἰς τὸν ἔντιμον καὶ ἀκέραιον τοῦτον στρατιωτικὸν ἀνεθέσαμεν τὴν διεύθυνσιν τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ ταγματάρχου Πριονιστοῦ ὑπῆρξεν ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Οὗτος ἐξηκρίβωσε, μετὰ τὸ λυπηρὸν γεγονὸς, πάσας τὰς περιστάσεις, καὶ ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἀμεροληψίᾳ ἐξέθηκε τὰ γεγονότα. Συνεπῶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γραφέντων, διότι, πλὴν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνέλεξεν ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, συνέλεξε τοιαύτας καὶ ἀπὸ τοὺς μετ’ αὐτῶν συνεργασθέντας. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν αὐτοῦ ἀπετέλει τὸ ἀληθὲς τεκμήριον, τὸ ὑπὸ τῶν κανονισμῶν ἐπιβαλλόμενον, καὶ ἐπιτάσσον τὰς ἀμοιβὰς· διότι δὲν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ δυσπιστήσω πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, καὶ ν’ ἀποστείλω ἄλλον ἀξιωματικόν, πρὸς ἔλεγχον ἢ ἐξακρίβωσιν τῶν τελεσθέντων ἐν Σπάρτῃ. Ὡς πρὸς τὴν μὴ ἀπόδοσιν τῶν στρατιωτικῶν τιμῶν, παρατηρῶ, ὅτι βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔκρινεν ἀνάξιον τῶν τιμῶν τὸν ἀποθανόντα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μέγας ἀναβρασμὸς ὑπῆρχεν ἐν Σπάρτῃ, ἕνεκα τοῦ τραυματισμοῦ τοῦ Μοιράρχου καὶ τοῦ ἐρεθισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἀποσπάσματος, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τάξωμεν αὐτὸ, ὅπως ἀποδώσῃ τὰς τιμάς. Διὰ τοῦτο ὡς μέτρον προληπτικὸν ἐκρίναμεν τὴν μὴ ἀπόδοσιν τῶν τιμῶν.
§276Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.
§278Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἔλαβον ἐκ Βόλου παρὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τηλεγράφημα, ὅπερ ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου συνιστᾷ τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν, ἐπικαλούμενος τὴν μέριμναν ἡμῶν «πρὸς ταχεῖαν ἐπιψήφισιν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν.» Ἡ Βουλὴ ὅμως γνωρίζει, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, τί σκέπτεται περὶ τούτου.
§279Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου ἔκαμα ἤδη δήλωσιν.
§280Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ἐκ τῆς δηλώσεώς σας ἐγεννήθη ἡ ἐσφαλμένη πεποίθησις εἰς τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, νὰ δώσητε ἐξηγήσεις εὐρυτέρας. Ἐπίσης ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, ὅπερ ὀφείλω ἐπίσης νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου τούτου παραπονεῖται, ὅτι ὁ Τελώνης Βόλου ἐξέδωκεν ἐντάλματα κατὰ τῶν ἐμπόρων πρὸς καταβολὴν τοῦ ὑδραυλικοῦ φόρου ἐπὶ ἐμπορευμάτων εἰσαχθέντων καὶ ἐξαχθέντων πρὸ τεσσάρων μηνῶν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχετικοῦ νόμου, καὶ ἐξαιτεῖται τὴν ἀναστολὴν τοῦ μέτρου τούτου, ἵνα δοθῶσιν ἐντεῦθεν ὁδηγίαι.
§281Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέσατε τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα, ἵνα λάβω γνῶσιν καὶ ἐξετάσω.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§283ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τὸ ἰσότιμον τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος τεσσάρων δραχμῶν τὴν χιλιάδα εἰσεπράχθη, καὶ ἂν περιλαμβάνεται εἰς τὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων τῆς σταφίδος.
§284Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περιλαμβάνεται.
§285ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς μικρὰν ἐπερώτησιν, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ζητῶ νὰ ἀπαντήσῃ, ἂν ἀντικατέστη ἡ Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν Καλάμαις, καὶ ἂν οἱ ἀντικαταστήσαντες αὐτὴν εἶναι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἐπισκοπῆς, τίνες οὗτοι, καὶ διὰ τίνων ἀξιωμάτων εἰσὶ περιβεβλημένοι.
§286ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἀντικατάστασις ἐγένετο συνεπείᾳ προτάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§287Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βιτάλι, τοῦ δήμου Γαυρίου, τῆς ἐπαρχίας Ἄνδρου, δι’ ἧς πλέον τῶν 100 κάτοικοι, ὑπογραφόμενοι ἐν τῇ ἀναφορᾷ, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι δημοδιδασκάλου Δεϊμέζη, ὅστις, ἔχων τὴν οἰκογένειάν του ἐν Γαυρίῳ, ἅπαξ ἢ δὶς μόνον τοῦ μηνὸς μεταβαίνει εἰς τὴν θέσιν του. Αἱ ὑπογραφαὶ τῆς ἀναφορᾶς εἶναι ἐπικεκυρωμέναι ὑπὸ τοῦ κυρίου Δημάρχου Γαυρίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν αὐστηρότητα, νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου. Θεωρῶ δὲ καθῆκόν μου νὰ μὴ παραλίπω νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς δὲ εἶναι μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας (ἱλαρότης).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§289ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ὁ Προϋπολογισμός· ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ εὐρυτάτην συζήτησιν, παρακαλῶ νὰ προταχθῶσι τὰ ἑπόμενα αὐτοῦ νομοσχέδια, καὶ ἰδίως τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Γ. Κυριαζῆς.
§292Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ ἀξιοθρηνήτου ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία νὰ ζητήσω τὸν λόγον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος τοῦ βαθμοῦ τοῦ κομματικοῦ ἡμῶν φανατισμοῦ, καὶ τὴν ἀπόστασιν, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει ἀπὸ τῆς περιόδου τῆς ἐξημερώσεως τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν. Εὔχομαι μόνον, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς, τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ. Ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ὅπως ἐξετάσω τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπὸ εἰκοσαετίας κρατεῖ ἡ ἀθλία κατάστασις, εἰς ἣν εἴδομεν τὸ Κράτος πρὸ τοῦ πολέμου, κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτόν. Τὸ θέμα εἶναι πολιτικῆς συζητήσεως, ἀναπόσπαστον δὲ ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὗ ἡ συζήτησις εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτική. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ πολλῆς ὥρας κατειχόμην ἐκ τοῦ ἐνδοιασμοῦ, ἂν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἂν ἐπετρέπετο εἰς μείρακα πολιτικόν, ὡς ἐμέ, νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι λίαν εὐλόγως καὶ λίαν δεδικαιολογημένως κατειχόμην ὑπὸ τοῦ ἐνδοιασμοῦ τούτου, διότι, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, καὶ κατὰ τὰς δύο παρελθούσας Συνόδους καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν εἶδον παρελκύοντας ἐπὶ τὸ βῆμα πάντας τοὺς ἐπιφανεῖς τοῦ Κοινοβουλίου ἄνδρας καὶ διαφόρους γνώμας ἐξενεγκόντας περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν μὴ κοῦφον ἐγωϊσμὸν ἤθελεν ἀποτελέσει, πάντως ὅμως ὡς μέγα θράσος θέλει ὑποληφθῆ τὸ διάβημά μου ἀπόψε, τοῦ νὰ λαλήσω περὶ θέματος ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας πρὸς ὑμᾶς, ὧν οἱ πλεῖστοι, δεινοὶ τοῦ λόγου καὶ κράτιστοι τοῦ καλάμου χειρισταὶ, πολλάκις ἐπραγματεύθητε, περὶ αὐτοῦ, καὶ ὧν οἱ πλεῖστοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὰ κοινὰ ἐχειρίσθητε, καὶ ἅπαντα σχεδὸν τὸν βίον εἰς ταῦτα κατηναλώσατε. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῶν ἐμῶν ἐνδοιασμῶν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πολλῶν καὶ πλουσίων ἐκείνων προσκυνητῶν, οἵτινες εὐλαβῶς προσέρχονται εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπως προσφέρωσιν εἰς τὸν βωμὸν τοῦ θείου ἐκείνου σκηνώματος τὰ πλούσια αὐτῶν δῶρα, τὸν χρυσὸν καὶ τὴν σμύρναν, ἀποκλείεται τάχα καὶ ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος προσκυνητὴς, ὅστις ὁλοψύχως φέρεται ἐκεῖ, ἵνα προσφέρῃ τὸν πενιχρὸν λιβανωτόν του; Ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ἀναχωρῶν καὶ ἐγὼ, ἀπετόλμησα· ἀλλ’ οὑτωσὶ ἀποτολμήσας, κατέχομαι ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι, ἂν μή τι ὠφελήσω, οὐδὲν ὅμως θὰ βλάψω, ἂν δὲ μή τι ὠφελήσω ἢ βλάψω, πάντως ὅμως θέλω ἔχει τὴν συνείδησιν ἀναπεπαυμένην, ὅτι ἐπετέλεσα τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἀλλὰ πρὶν προβῶ εἰς τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν Βουλὴν, ὅπως δώσῃ ὀλίγην προσοχήν· ἐπεθύμουν μάλιστα, οὐ μόνον ὑμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ παρευρίσκετο ἐνταῦθα, καὶ ὡσεὶ δι’ ἑνὸς ὠτὸς νὰ ἤκουε τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθησομένων. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἤθελα νὰ μὲ ἀκούσωσι πλειότερον, εἶναι οἱ τοῦ ὑψηλοῦ ἐκείνου θεωρείου (δεικνύει τὸ Βασιλικὸν θεωρεῖον), εἰς τὰ ὦτα τῶν ὁποίων, καίτοι τοσοῦτον ἐγγὺς κειμένου τοῦ θεωρείου, οὐδέποτε ἔφθασαν, δυστυχῶς, αἱ πικραὶ καὶ μεγάλαι ἀλήθειαι, αἵτινες ἐξηνέχθησαν ποτὲ εἴτε ἀπὸ τῆς Πνυκὸς ταύτης, εἴτε καὶ ἀλλαχόθεν. Εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἦλθον ἐνταῦθα, ὅπως ἐπιτελέσω τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἀλλὰ διατὶ ἡ δήλωσις αὕτη; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, ὅπου καὶ ἂν εὑρέθην, καὶ ἐν λέσχαις, καὶ ἐν καφενείοις, καὶ ἐν ἐξοχαῖς, καὶ ἐν ἀτμοπλοίοις, καὶ ἐν ξενοδοχείοις, καὶ ἐν συναναστροφαῖς, καὶ πανταχοῦ, οὐδὲν ἄλλο ἤκουον πάντοτε, εἰμὴ ἐπιτέλεσιν καθήκοντος. Ἀπὸ μακροῦ δὲ χρόνου παρακολουθῶν τὰ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ τελούμενα, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς μάλιστα, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔσχον τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ ὑμῶν, οὐδὲν ἕτερον ἀκούω νὰ λέγηται καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἢ λόγοι ἐνθουσιώδεις, ἐξάρσεις πατριωτικαί, ἐκδηλώσεις πληθώρας πατριωτισμοῦ, καὶ ἐπιτέλεσις καθήκοντος. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἀκούομεν, ἐνῷ ταῦτα λέγομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν, ὅτι τὰ πράγματα τῆς πατρίδος βαίνουσι πολὺ κακῶς· ἐνῷ ταῦτα ἀνομολογοῦμεν πάντες, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν, ὅτι ἡ πατρὶς ἵσταται εἰς τὸ χεῖλος μαύρης ἀβύσσου, καὶ ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ κατακρημνισθῇ ἐντὸς αὐτῆς· καὶ ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ εὔλογον ἐρώτημα: Μήπως, ὅταν παύσωμεν ἐπιτελοῦντες τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, τὰ πράγματα αὐτῆς θὰ βαίνωσι καλῶς; Μήπως ἀνεστράφησαν ἐπὶ τοσοῦτον οἱ ὅροι, ὥστε πᾶσα ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος ἄγει ἀσφαλῶς εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα; Ἢ μήπως, κύριοι Βουλευταί, πάντα τὰ ἐντεῦθεν καὶ τὰ ἀλλαχόθεν τοσοῦτον πομπωδῶς καὶ τοσοῦτον ἐνθουσιωδῶς ἐξαγγελλόμενά εἰσιν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα πρὸς τὰς πράξεις ἡμῶν; Ἰδοὺ τὸ θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον δυνηθῶ, θὰ ἐξετάσω ἀπόψε. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῦμεν, ἀποβαίνει τόσον πολὺ δύσκολος ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος, ὅσον εὔκολον εἶναι νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπιτελοῦμεν αὐτό. Ἐζήλευσα ἀληθῶς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, ὅστις, ἀνελθὼν προχθὲς τὸ βῆμα, μετὰ παρρησίας διεκήρυξεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἀείποτε, καὶ ὡς δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὡς Βουλευτής, ἐπετέλεσε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον...
§293Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§294Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐπεκαλέσθη μάλιστα καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ.
§295Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν, ὅτι δὲν σκέπτεται νὰ ὑποταχθῇ τυφλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§296Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πῶς τὸ ὑπολαμβάνετε, ὅτι τὰ λέγω ἐγώ; Νομίζετε, ὅτι θέλω νὰ μεμφθῶ τὸν κ. συνάδελφον;
§297Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§298Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐζήλευσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, διότι ἐγώ, ἐξετάζων τὸν μακρὸν ἐν τῷ παρελθόντι δημόσιον βίον μου, εὑρίσκω δυστυχῶς, ὅτι ἢ σπανίως ἐπετέλεσα, ἢ οὐδέποτε ἐπετέλεσα τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου...
§299ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐπολεμήσατε, καὶ ἐχύσατε τὸ αἷμά σας.
§300Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τί σημαίνει, κύριε συνάδελφε, καὶ τί ὠφελεῖ, ἐκεῖ μὲν νὰ προτάσσῃ τις τὰ στήθη εἰς τὸν ἐχθρόν, καὶ αἷμα ἀκόμη νὰ χύνῃ ὑπὲρ τῆς οἰκοδομῆς ἐκείνης, διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς ὁποίας οἱ πατέρες ἡμῶν ποταμοὺς αἱμάτων ἔχυσαν, καὶ κατόπιν νὰ ἔρχηται ἐδῶ καὶ ν’ ἀφαιρῇ ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς θεμελίους λίθους τῆς οἰκοδομῆς ἐκείνης, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ τὸ στῆθος προέταξε καὶ αἷμα ὑπὲρ αὐτῆς ἔχυσεν; (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, οὐδὲ σεῖς ἔχετε πολλὴν ὄρεξιν, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι ἐν ἐμοὶ τὸν ἡρωϊσμὸν ἐκεῖνον, ὥστε, χωρὶς νὰ ὑποστῶ μέγαν ἠθικὸν κλονισμὸν, χωρὶς νὰ ὑποστῶ ὀδυνηρὰν δοκιμασίαν, νὰ ἀνατάμω ἐνώπιον ὑμῶν τὸν δημόσιον ἐμοῦ βίον ἐν τῷ παρελθόντι, διότι δὲν αἰσθάνομαι τὴν τεραστίαν ἐκείνην ἠθικὴν ἀντοχὴν, νὰ ἴδω τὸν Βουλευτὴν Ἀγυιᾶς Κυριαζῆν συλλαμβάνοντα ἀπὸ τοῦ τραχήλου τὸν ὑπάλληλον Κυριαζῆν, καὶ ῥίπτοντα αὐτὸν εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον καὶ τὸ κοινὸν ὄνειδος. Ἄν ὅμως δὲν ἔχω τὸν ἡρωϊσμὸν ἐκεῖνον, ἔχω τὴν δύναμιν ν’ ἀνομολογήσω, ὅτι, ὅσον μικροσκοπικὸς καὶ ἂν ὑπῆρξα ἐν τῇ δράσει τῆς σφαίρας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐτάχθην, πάντως καὶ ἐγὼ, ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, συνέβαλον εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ δημοσίου ἁμαρτήματος, πάντως καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα εἷς ἐκ τῶν πολλαπλῶν ἐκείνων μικροεργατῶν, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῆς ἐπαράτου οἰκοδομῆς, ἥτις ὡς ἐφιάλτης ἐπικάθηται ἐπὶ τοῦ στήθους τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ, Κύριοι, τίνες νὰ εἶναι τάχα οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἀρχιτέκτονες, οἵτινες ἀνήγειραν τὴν κυκλώπειον ταύτην οἰκοδομὴν, καὶ τῶν ὁποίων ἡμεῖς, οἱ μικροεργάται, ὑπήρξαμεν οἱ πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι διάκονοι; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, μετὰ τὴν πάνδημον ἀνομολόγησιν τῶν ἰδίων ἐμοῦ ἐν τῷ παρελθόντι σφαλμάτων, καὶ τὸ θάρρος ἐκ ταύτης ἀντλῶ, καὶ τὸ δικαίωμα ἀπὸ ταύτης ἔχω, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν πάντες ἐκεῖνοι, οἷοι δήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὅπως δήποτε καὶ ἂν καλῶνται, ἐπετέλεσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον αὑτῶν. Εἶναι πανθομολογούμενον, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς εἶναι σχεδὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι πολλὰς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος· εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πολλὰ καὶ μεγάλα ἐπεδαψίλευσεν ἀγαθὰ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν· ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἐπετέλεσεν ὁ Βασιλεὺς τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ὡς πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν; Καὶ πάλιν ἐρωτῶ: οἱ κατὰ καιροὺς Πρωθυπουργοὶ, Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ, τουτέστιν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις καὶ Ἀντιπολιτεύσεις, ἐπετέλεσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον αὑτῶν; Ἐρωτῶ καὶ ἐκ τρίτου: οἱ διάφοροι κλάδοι, ὁ στρατὸς, ὁ κλῆρος, οἱ δικασταὶ καὶ πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων κλάδων ὑπηρεσίας ἐπετέλεσαν ἢ ἐπιτελοῦσι νῦν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον αὑτῶν;...
§301Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εἶναι Συνταγματικὸς ὁ Βασιλεύς.
§302Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν εἶμαι συνταγματολόγος ἐγώ.
§303ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρὸς, κύριε συνάδελφε.
§304Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. .. Ὄχι, ἀπαντῶσι τὰ ἐπὶ τῆς πατρίδος συσσωρευθέντα μεγάλα κακά· ὄχι, ἀπαντᾷ ἡ δημοσία ἀσφάλεια· ὄχι, ἡ ληστεία· ὄχι, ἡ ζωοκλοπή· ὄχι, λέγουσιν αἱ καθ’ ἑκάστην ἐξαγγελλόμεναι ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων καταχρήσεις, ὑπεξαιρέσεις καὶ κλοπαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ὄχι, καταβοᾷ ὁ ἐπονείδιστος πόλεμος· ὄχι, ἀπαντᾷ ἡ κατὰ τοῦ ἱεροῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως ἀπόπειρα δολοφονίας· ὄχι, τέλος, ἀναβοᾷ καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν ἐπιβληθεὶς σκληρὸς ζυγὸς τοῦ Ἐλέγχου. Καὶ ὅλα ὁμοῦ τὰ ὄχι ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν τρανοτάτην ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπετέλεσε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, καὶ ὅλα ὁμοῦ τὰ ἀρνητικὰ ταῦτα ὄχι ἀποτελοῦσι μίαν μεγάλην κατάφασιν, ἓν μέγα ναὶ, εἰς ἀπάντησιν τοῦ τυχὸν προβληθησομένου ἐρωτήματος, ὅτι ἅπαντες στερούμεθα πατριωτισμοῦ. (Αἴσθησις). Ἀλλὰ, προκειμένου, Κύριοι, περὶ πατριωτισμοῦ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, ἤκουσα πολλάκις ἐπαναλαμβανόμενον, καὶ προχθὲς ἀκόμη λεχθὲν ὑπὸ δύο ἢ τριῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ πάντων ἡμῶν τὸν πατριωτισμὸν ἐνταῦθα. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, θέλωμεν ν’ αὐτοκολακευώμεθα, ἐὰν θέλωμεν ν’ αὐταπατώμεθα, ἀπατῶντες συγχρόνως καὶ τὸν λαὸν, τότε καλῶς πράττομεν, πιστεύοντες εἰς ὅ,τι λέγομεν (αἴσθησις). Ἐὰν πατριωτισμὸν ἐννοοῦμεν τοὺς ἐνθουσιώδεις λόγους, ἀλλὰ κενοὺς πάσης ἐννοίας, τότε καλῶς ἐρρήθη τὸ ῥηθὲν, καὶ καλῶς γίνεται καθ’ ἑκάστην ἡ ἐπανάληψις αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως πρέπῃ, χάριν τῆς πατρίδος καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, τότε περιερχόμεθα εἰς τὴν ὀδυνηρὰν, ἀλλ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ν’ ἀνομολογήσωμεν, ὅτι οὐ μόνον δυνάμεθα νὰ διαμφισβητήσωμεν ἡμῖν αὐτοῖς πατριωτισμὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀρνηθῶμεν ἡμῖν αὐτοῖς τελείως τοιοῦτον. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν τοῖς στέρνοις πάντων ἡμῶν ἐμφωλεύει καὶ δόσις τις ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ, ἴσως μάλιστα καὶ μεγάλη. Ἀλλ’ ἐνταῦθα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παρένθεσιν. Μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν πατριωτισμὸς, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ μεταχειρίζεται αὐτήν. Αὕτη ἴσως ἐτέθη εἰς τὰ στόματα ἡμῶν ὡς μέτρον προνοίας τινός· διότι, ὅσον ὑπάρχει ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πατριωτισμὸς, ἄλλο τόσον εὑρίσκεται καὶ ἡ λέξις πατριωτισμὸς εἰς τὰ Ἑλληνικὰ λεξικά. Οὐδαμοῦ ἀπαντᾷ ἡ λέξις πατριωτισμός· τὴν μεταχειρίζομαι δὲ ἀντὶ τῆς λέξεως φιλοπατρία.
§305Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πατριώτας, ἀποκαλοῦσιν ἀλλήλους οἱ βάρβαροι, ἀντὶ συμπολίτας, λέγει ὁ Πολυδεύκης· ὁ δὲ Ξενοφῶν συμβουλεύει, νὰ προτιμῶμεν ἵππους πατριώτας.
§306Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Λέτε νὰ κάμωμεν καὶ ὀλίγην φιλολογικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς λέξεως; Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν καὶ δόσις τις πατριωτισμοῦ· ἀλλ’ ὁ πατριωτισμὸς αὐτὸς οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ ν’ ἀναδοθῇ, διότι κατακαλύπτεται ὑπὸ μεγάλων στρωμάτων δόσεως ἀπείρου ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν ἡμῶν συμφερόντων· ὁ πατριωτισμὸς αὐτὸς οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ ν’ ἀναδοθῇ, διότι καταπιέζεται ὑπὸ ἐπαλλήλων φλοιῶν ἀπείρου δόσεως λυσσώδους ἀρχομανίας, ὑπὸ τῆς ὁποίας πάντες κατεχόμεθα· καὶ ἡ ἀρχομανία αὕτη, ἔρεισμα ἀδιάσειστον ἔχουσα τὴν ἐπάρατον συναλλαγὴν, ἀπετέλεσε τὴν πηγὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀνέβλυσαν πάντα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα κατεπλημμύρισαν τὸν τόπον. «Κάμετέ μας Ὑπουργοὺς», λέγουσιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἰς τοὺς Βουλευτὰς, «καὶ ἔχετε τὰ πάντα». «Κάμετέ μας Βουλευτὰς», λέγουσιν οἱ ὑποψήφιοι πρὸς τοὺς κομματάρχας καὶ τὸν λαὸν, «καὶ ἔχετε τὰ πάντα». Ἐντεῦθεν δὲ ὑπεγράφη ἀπαίσιόν τι συνυποσχετικὸν μεταξὺ ἐκλογέων καὶ ἐκλεγομένων, ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθη ὀλεθρία τις ἀλληλεγγύη, ἥτις ἀπετέλεσε μεγάλην κλίμακα, διήκουσαν ἀπὸ τοῦ τελευταίου ἐκλογέως μέχρι τῆς ὑπάτης ἐξουσίας. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐὰν εἶχον τὸ σθένος καὶ τὴν δύναμιν, οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ οἱ Βουλευταὶ πρὸς τοὺς κομματάρχας νὰ εἴπωσι: «Δὲν διορίζω τοῦτον, διότι εἶναι ἀνίκανος, παύω ἐκεῖνον, διότι εἶναι καταχραστὴς», καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ποιὰ τις βελτίωσις τῶν πραγμάτων θὰ ἐπήρχετο, ἢ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης θὰ ἐπηκολούθει. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις συνεμορφοῦτο μὲ τὴν πολιτείαν τῆς προκατόχου αὐτῆς, ἐπίσης θὰ εἴχομεν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἂν οὐχὶ τελείαν, ἐπαισθητὴν ὅμως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἠκούσατέ ποτε Κυβέρνησιν νὰ πέσῃ ἢ νὰ παραιτηθῇ ἐκ τοιούτου τινὸς λόγου; ἠκούσατέ ποτε Κυβέρνησιν νὰ πέσῃ ἢ νὰ παραιτηθῇ ἕνεκα ἀντιδράσεως, ἥτις ἠδύνατο νὰ παραχθῇ ἀπὸ τῆς συρράξεως τῶν δύο μεγίστων τῆς χώρας ἐξουσιῶν; ἠκούσατέ ποτε Κυβέρνησιν νὰ πέσῃ ἢ νὰ παραιτηθῇ ἕνεκα τῆς ἀντιδράσεως τῶν ἰδίων αὐτῆς φίλων, λόγῳ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ἢ λόγῳ ἀπομακρύνσεως αὐτῆς ἀπὸ τῶν ἰδίων της ἀρχῶν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδέποτε ἠκούσαμεν τοιοῦτόν τι· καὶ βεβαίως δὲν ἐγένετο τοιοῦτόν τι, διότι καὶ ἰδέαι καὶ ἀρχαὶ ὑπῆρξαν πάντοτε ξένα πράγματα καὶ πρὸς τοὺς κυβερνήσαντας τὴν χώραν καὶ πρὸς τοὺς ὑποστηρίξαντας αὐτούς. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, παρατηροῦμεν ἀπὸ εἰκοσκετίας καὶ ἐντεῦθεν, μετὰ πόσης εὐκολίας ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ μεταπηδῶμεν ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ ἐκείνης πάλιν εἰς τὴν ἄλλην, διότι δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ χάσωμεν...
§307Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν διόρθωσιν; Διατὶ ἀπὸ εἰκοσκετίας καὶ οὐχὶ ἀπὸ τεσσαρακονταετίας;
§308Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἀπὸ τότε παρακολουθῶ ἐγὼ τὰ πράγματα, κύριε Ὑπουργέ.
§309Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διατὶ, κύριε συνάδελφε, τὰ ἐπιρρίπτετε εἰς ἡμᾶς ὅλα; Ἀπὸ τοῦ 1862, νὰ λέγητε.
§310Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1862; τόσῳ τὸ καλλίτερον.
§311Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον δηλαδή.
§312Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ πόσης εὐκολίας μεταπηδῶμεν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Διηνεκὴς πλήμμυρα καὶ ἄμπωτις, ὡς μόνον λόγον ἔχουσα τὸ αἰώνιον ἐλατήριον, τὴν θεραπείαν τῶν ἀτομικῶν ἡμῶν συμφερόντων, καὶ τὸν κορεσμὸν τοῦ ἀκατασχέτου πάθους τῆς φιλαρχίας· καὶ ἐντεῦθεν ὁ λαὸς πάσχει, καὶ ἐντεῦθεν ὁ λαὸς πονεῖ!
§313Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄμπωτις καὶ πλημμυρὶς, διὰ τὴν κυριολεξίαν.
§314Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπὲρ πάντας τούτους ἵσταται καὶ ἐξουσία τις, ἥτις, ἀντλοῦσα τὸ θάρρος ἀπὸ τὸν πόνον τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὴν ἰσχὺν αὐτῆς, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς κυρίους τούτους: «Κύριοι, στῆτε! Κύριοι, μὴ περαιτέρω!» Καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι ὁ Βασιλεύς! Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἠκούσθη ποτέ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔπαυσε Κυβέρνησίν τινα διὰ τοιοῦτόν τινα λόγον; Νομίζω, ἢ ἅπαξ, ἢ δὶς, ἢ ποτέ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δύναται τυχὸν νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα ἡμῶν φιλοπατρίαν· ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ καὶ κανεὶς, οὐδεὶς ὅμως, πιστεύω, θὰ ὑπάρχῃ ὁ δυνάμενος νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὸν τοὐλάχιστον φιλοδοξίαν· νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ αἴσθημα τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀποτροπὴν πάντων τῶν κακῶν ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν. Πῶς συνέβη λοιπόν, ὥστε ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν νὰ δειχθῇ τόσον ἀδιάφορος καὶ τόσον ἀπαθὴς πρὸς τὴν κατάστασιν ταύτην; Λέγουσιν, ὅτι οἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τῆς δημοσιογραφίας ῥιφθέντες ὑπαινιγμοὶ περὶ καταχρήσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῶν παρὰ τοῦ Συντάγματος παρεχομένων αὐτῷ δικαιωμάτων ἐξεφόβισαν καὶ ἀπεδειλίασαν, ἀπεγοήτευσαν καὶ ἀπεθάρρυναν τὸν Βασιλέα, καὶ ἠνάγκασαν αὐτόν, ὄχι μόνον ν’ ἀφήσῃ ἀχαλίνωτον τὴν διοίκησιν εἰς χεῖρας ἀτασθάλων κυβερνητῶν, ἀλλ’ ἴσως καὶ νὰ ἐκχωρήσῃ καί τινα τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ· βεβαιοῦσι μάλιστα, ὅτι ἀπεγοήτευσαν τὸν Βασιλέα, ἄλλοτε μὲν διὰ τοῦ «τίς πταίει», ἄλλοτε διὰ τοῦ «θὰ δώσουν λόγον, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν», ἄλλοτε δι’ ἀπειλῶν ἐπαναστάσεως καὶ τῶν τοιούτων, καὶ οὕτως ἠναγκάσθη ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀφήσῃ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας εἰς τοὺς κατὰ καιροὺς κυβερνῶντας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐποπτείας, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταί, χωρὶς νὰ ἀνατρέχω εἰς παρωχημένας ἐποχὰς, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον ἐρρίφθησαν πολλάκις ὑπαινιγμοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὑπονομεύονται οἱ θεσμοὶ, καὶ ὅτι διασαλεύονται τὰ θεμέλια τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Δὲν γνωρίζω τίνας λόγους καὶ τίνας ἐνδείξεις καὶ ἀποδείξεις ἔχουσιν οἱ λέγοντες ταῦτα· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐβυσσοδόμει τοιοῦτόν τι, τότε ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ σεβαστὴ Βουλὴ τὴν ἀνευλαβῆ ἔκφρασιν νὰ εἴπω διὰ τὴν Μεγαλειότητά του, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ δειλότερος πάντων τῶν ἐπὶ γῆς Βασιλέων, ἐκείνων, οἵτινές ποτε διενοήθησαν τοιοῦτον πραξικόπημα. Ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐβυσσοδόμει τοιοῦτόν τι, ἐρωτῶ: ποῦ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ καλλιτέρους καὶ καταλληλοτέρους συμμάχους ἀπὸ ἡμᾶς πρὸς τοῦτο; καὶ ποῦ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ καλλιτέρους ὁδοστρωτῆρας ἀπὸ ἡμᾶς, οἵτινες διὰ τῶν ἀρνητικῶν καθ’ ἑκάστην ἡμῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν πατρίδα προλειαίνομεν τὴν ὁδὸν πρὸς μίαν τοιαύτην ἄνοδον; Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ τοιούτους τινὰς φόβους, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι σεῖς μὲν ἔχετε φόβους ἐκ τῶν ἄνω, ἐγὼ ὅμως φοβοῦμαι ἐκ τῶν κάτω· ἐγὼ φοβοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μᾶλλον θετικόν, τὸ μᾶλλον βέβαιον, ἀλλὰ καὶ τὸ μᾶλλον ἀπρόοπτον· ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως ἐξυπνήσωμεν πρωΐαν τινὰ καὶ ἴδωμεν τὸν λαὸν γονυκλινῆ κάτωθεν τῶν Ἀνακτόρων, ἀπέλπιδα καὶ ἀπεγνωσμένον, παρακαλοῦντα καὶ ἱκετεύοντα τὸν Βασιλέα νὰ ἀναλάβῃ τὰ ἡνία τοῦ Κράτους...
§315ΦΩΝΑΙ. Ποτέ! ποτέ!
§316Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας, τοιαῦτα λέγοντες!
§317Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οὐδέποτε θὰ γείνῃ αὐτό!
§318Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐλάβεια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα εἶναι ἀπεριόριστος, ἀλλ’ οὐχὶ μέχρι γονυκλισίας.
§319Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸν φόβον, ὃν ἔχω!
§320Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβεῖσθε, ἢ ἐλπίζετε;
§321Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐλπίζω, λέγετε; Φοβοῦμαι· διότι ὁ λαὸς εἶναι πανταχόθεν ἀπηλπισμένος, διότι ἀπὸ καμμίαν τῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶδεν ἀγαθόν τι.
§322Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀφίνετε τὸν Βασιλέα εἰς τὴν θέσιν του; Θὰ προκαλέσητε καὶ ἀντιρρήσεις.
§323Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Περὶ Βασιλέων δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα. Ὁ κ. Πρόεδρος πρέπει ν’ ἀπαγορεύσῃ νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§324Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Λέγω τοῦτο, Κύριοι, διότι, ὡς προεῖπον, ἀπὸ καμμίαν τῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶδε ποτὲ ὁ λαὸς ἀγαθόν τι· πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις περὶ ἑνὸς καὶ μόνου μεριμνῶσιν, ἤτοι περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῶν φίλων αὐτῶν, καὶ τοῦ κορεσμοῦ τοῦ ἀκορέστου πάθους τῆς φιλαρχίας, ἐντεῦθεν δὲ ἄφθονον ἐποιοῦντο χρῆσιν τῶν παροχῶν τῆς ἐξουσίας πρὸς τοὺς ἄνωθεν καὶ κάτωθεν, τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτούς. Προκειμένου δὲ, Κύριοι, περὶ ῥουσφετίων καὶ συναλλαγῆς, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω λέξεις τινάς· Ἤκουσα πέρυσι τοῦ εὐέλπιδος ἀξιωματικοῦ καὶ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Γίδα, ὁμιλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ εἰπόντος ὅτι τὰ μπιλιετάκια τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καθὼς καὶ πάντες οἱ ἀσπαζόμενοι τὴν γνώμην αὐτοῦ ταύτην, νὰ ἀπαντήσω, ὅτι ὄχι τὰ μπιλετάκια τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ αἱ μπιλιετάρες ἐκεῖναι, αἵτινες φέρουσιν ἐνίοτε καὶ τὴν μεγάλην σφραγῖδα τοῦ Κράτους, ἔφεραν τὴν κατάστασιν αὐτήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τὰ ῥουσφέτια τῶν Βουλευτῶν ἐπέφεραν τὴν κατάστασιν ταύτην· τὸ σφάλμα τῶν Βουλευτῶν εἶναι, ὅτι ἐπεμβαίνουσι πολὺ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας των, ὅπερ, ἄλλως τε, καὶ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαιότατον. Ἐκ τῶν ῥουσφετίων τὴν πρώτην καὶ μεγάλην μερίδα, τὴν καὶ τοῦ λέοντος, λαμβάνει ἡ κλίκα τῆς Αὐλῆς (χειροκροτήματα), ἑτέραν μερίδα, ἐπίσης μεγάλην, λαμβάνει ἡ κλίκα τῶν Ὑπουργῶν (χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ), ἑτέραν, μερίδα ἐπίσης μεγάλην, λαμβάνουσί τινες τῶν παχυδέρμων τμηματαρχῶν, καίτοι ἐγνώρισα πολλοὺς χρηστοὺς τοιούτους (γέλωτες), τὰ δὲ περισσεύματα, ἤτοι γραμματεῖς καὶ κλητῆρας, λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταί. Τὰ ῥουσφέτια τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι παρὰ εὐτελῆ καὶ ταπεινὰ ψιχία, τὰ ὁποῖα ῥίπτουσιν ἀπὸ τῆς πολυταλάντου αὐτῶν τραπέζης οἱ μεγάλοι τῆς Πολιτείας ἀρχισυναλλαγοί! (χειροκροτήματα). Τώρα, Κύριοι, δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ ματαίῳ τὴν Βουλὴν, ἐξετάζων τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσι ῥουσφέτια. Νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ τοῖς πᾶσιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παραμένει ἄγνωστον, εἶναι, τίνων ἕνεκα λόγων ἡ κλίκα τῆς Αὐλῆς λαμβάνει ῥουσφέτια. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ Αὐλὴ, βλέπουσα ὅτι εἰς τὴν χώραν ἡμῶν πολλὰ καὶ μεγάλα ἐνέσκηψαν κακὰ, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν πιθανὸν ἡ Βασιλεία ν’ ἀποστερηθῇ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοῦ γοήτρου αὐτῆς, πιθανὸν νὰ μειωθῇ ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐντεῦθεν δὲ καὶ νὰ μειωθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, ἐπρονόησεν, ὅπως δημιουργήσῃ τεχνητήν τινα ἀγάπην, τεχνητήν τινα δύναμιν! Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἀφίετο ὁ Βασιλεὺς νὰ δράσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ, ἂν ἀφίετο νὰ δώσῃ εἰς τὸν λαόν του τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν χαράν, δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην βεβαίως οὔτε δέκα Νομαρχῶν, οὔτε εἴκοσιν Εἰσαγγελέων, ἢ καὶ ἄλλων τόσων ἢ καὶ πλειοτέρων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Οἱ δὲ τοιαῦτα συμβουλεύοντες τὸν Βασιλέα βεβαίως εἶναι κακοὶ φίλοι καὶ κάκιστοι πατριῶται. Ἐνταῦθα, κύριοι Βουλευταί, θὰ εἴπω καὶ μίαν ἄλλην ἀλήθειαν διὰ τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ προκαλέσω πάλιν τὰς διαμαρτυρίας ἐκείνων, οἵτινες προσφέρουσι θυμιάματα· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἕνεκα τούτων τῶν λόγων ὁ λαὸς δὲν ἀγαπᾷ τὸν Βασιλέα του. Ὁ λαὸς δὲν ἀγαπᾷ τὸν Βασιλέα, διότι οὐδὲν ἀγαθὸν εἶδεν ἐκ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων αὐτοῦ, διότι οὐδέποτε ἠθέλησαν αἱ Κυβερνήσεις, ἵνα ὁ λαὸς γνωρίσῃ τὸν Βασιλέα αὐτοῦ, καὶ οὐδέποτε ἐπέτρεψαν οἱ σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, ὥστε ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν λαὸν αὐτοῦ, νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, νὰ γνωρίσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ παρέλθῃ μία ὁλόκληρος γενεὰ, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ὁ ὀλεθριώτερος τῶν πολέμων, ὁ τοῦ 1897, ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ἐναγὴς ἀπόπειρα κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Βασιλέως, ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἡμᾶς ὁ Ἔλεγχος, ἵνα εἴπωσι τότε εἰς τὸν Βασιλέα: «Ὕπαγε νὰ γνωρίσῃς τὸν λαόν σου»! Ἀλλὰ ἐρωτῶ, ἐπεσκέφθη καὶ τότε τὸν λαόν; Ποῦ μετέβη; Εἰς δύο μόνον πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Τί ἔπραξεν, ἐκεῖ μεταβὰς ὁ Βασιλεύς; Ἐπηγγέλθη! Καὶ πάλιν ἐρωτῶ: ἐξεπλήρωσε τὰς πρὸς τὸν λαὸν δοθείσας ἐπαγγελίας; Ἀπαντήσατε σεῖς!
§325Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀπαντῶ ἐγώ: Ὄχι!
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως τὸ θέμα αὐτὸ, καὶ συνεπῶς εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρητε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως.
§327Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐξετέλεσεν, ὡς σεῖς λέγετε, τὰς ἐπαγγελίας του, ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ, ὁ δὲ Βασιλεὺς οὐδεμίαν ἔχει ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι συνταγματικός. Ἐπειδὴ δὲ πρὸ ὀλίγου ὡμιλήσατε περὶ Αὐλικῆς κλίκας, ἡ ὁποία εἰσβάλλει εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ κάμνει ῥουσφέτια, ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐπὶ 21 μῆνας διατελῶν τοιοῦτος, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ σᾶς, ὅτι οὐδέποτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἦλθεν αὐλικὸς, ἵνα ζητήσῃ τὸ ἐλάχιστον πρᾶγμα.
§328Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μὴ θυμώνετε, κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ.
§329Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι τὸ ὕφος μου τοιοῦτον.
§330Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν εἰσέρχομαι εἰς τὸ Βουλευτήριον, καὶ οὐδὲν γνωρίζω περὶ τούτων, περὶ τῶν ὁποίων εἴπετε καὶ σεῖς καὶ ἐγώ. Ἤκουσα ὅμως πολλοὺς νὰ βεβαιῶσι τοῦτο, καὶ ἐσχημάτισα γνώμην. Τώρα θὰ λαλήσω καὶ περὶ τῶν Βασιλικῶν ὑπογραφῶν, διὰ τὰς ὁποίας εὐθύνονται, ἔστω, οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοί. Ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὑρίσκεται Διάταγμα, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ, καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου εἷς Κύριος διορίζεται καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐξοχότης φιλολογική. Ἐν τῷ αὐτῷ ἀρχείῳ εὑρίσκεται ἕτερον Διάταγμα, μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, διὰ τὸν αὐτὸν Κύριον· διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἀπολύεται ὁ καθηγητὴς αὐτός, ὡς λογοκλόπος τοῦ ἐσχάτου εἴδους! Ἐν τῷ αὐτῷ ἀρχείῳ εὑρίσκεται καὶ τρίτον Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαναδιορίζεται καθηγητὴς ὁ αὐτὸς Κύριος, ὡς ὁ κράτιστος τῶν φιλολόγων! Καὶ ἐρωτῶ, ποία ἐκ τῶν Βασιλικῶν τούτων ὑπογραφῶν ψεύδεται; Μία φωνή. Ἐρωτήσατε τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς!
§331Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ ἐνήργησαν, καὶ ἔπραξαν οὕτως, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ τόσον πολὺ ἄδικος ἰδέα περὶ τοῦ Βασιλέως.
§332Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι εὑρέθη εἷς Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἠπάτησε τὸν Βασιλέα διὰ ψευδοῦς ἐκθέσεως, καὶ ἐπέτυχε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ.
§333Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εἷς μόνον Ὑπουργός; ἢ πάντες ἠπάτησαν αὐτόν; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιμένετε πολὺ, καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι, παρὰ τὸ σέβας καὶ τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν, ὄχι μόνον χρῆσιν, ἀλλὰ κατάχρησιν ἐποιησάμην τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, θέλω παραιτηθῆ πάσης περαιτέρω τοιαύτης χρήσεως τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ· θὰ ἐξετάσω δὲ ὀλίγα τινὰ μικρότερα. Ἔχομεν δικαιοσύνην; Εἴπετε ὑμεῖς, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐγκύψω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔχομεν κλῆρον; Ἂς λαλήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς. Ἔχομεν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις σχετίζεται μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ληστῶν τῶν ὀρέων, ἀφοῦ ἡμεῖς ὑποθάλπομεν ληστάρχους, μισθοδοτουμένους ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην ληστεύουσι;
§334ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
§335Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τί εἶναι αὐτά; Ἀλλοίμονον! Δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια, καὶ διὰ τοῦτο πάσχει ὁ τόπος. Τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἀράχθου μέχρι τοῦ Πηνειοῦ, καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀμβρακικοῦ μέχρι τοῦ Παγασητικοῦ καὶ Θερμαϊκοῦ κόλπου μέγα λαθρεμπόριον ἐνεργεῖται ἀπὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐτῶν; Ἐπιτρέπεται, Κύριοι, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ἀφοῦ διατηροῦμεν ἐν τοῖς κεντρικοῖς γραφείοις ἡμῶν τὴν ἀριστοκρατίαν τῶν λῃστάρχων, καὶ ἀποβαίνομεν οὕτω φοβερώτεροι καὶ αὐτῶν τῶν τοῦ Τσουλῆ λῃσταποδόχοι; Διότι, πῶς ἐξηγεῖται, Κύριοι, ὑπάλληλοι πενέστατοι, ταπεινοὶ τὸ φρόνημα, καὶ εὐτελεῖς τὸν χαρακτῆρα, νὰ εἰσέλθωσι πρὸ εἰκοσαετίας εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα μὲ τὸν γλίσχρον μισθὸν τῶν 100 καὶ 120 δραχμῶν κατὰ μῆνα, καὶ μετὰ ἔτη νὰ σπουδάζωσιν υἱοὺς ἐν Εὐρώπῃ, νὰ προικίζωσι πολυφέρνους θυγατέρας, καὶ νὰ κατασκευάζωσι μέγαρα, τῶν ὁποίων τὰ ἀπαστράπτοντα μάρμαρα ἀναντιρρήτως ἐπήγασαν ἀπὸ σταλακτίτας ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ; (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τοῖς θεωρείοις). Τίνες εἶναι οἱ ὑποθάλποντες τοὺς λῃστάρχους τούτους; Ἡμεῖς βεβαίως! Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποῖος ποτὲ ἐκ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν, καὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐκ τῆς ὕπερθεν πτέρυγος, ἐσκέφθη περὶ τῆς ὑπόπτου προελεύσεως τῶν μεγάλων τούτων, ἀλλὰ σκοτεινῶν περιουσιῶν; (αἴσθησις). Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὡς ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ αὐτὴν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ὅπως διαμαρτυρηθῶ, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πρὶν δὲν ἔλειψα, τρὶς κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ δεχθῇ πρὸς τοῦτο εἰς ἀκρόασιν, καὶ ὁ ὁποῖος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος μὲ ἤκουσε, μετὰ πολλοῦ δὲ πόνου καὶ μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εἰλικρινείας ἀνωμολόγησε τὸ ὀρθὸν τῶν παραπόνων μου, καὶ μοὶ προσέθηκεν, ὅτι πολλὰ ἔχει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια πρὸς περιστολὴν τῶν κακῶν τούτων. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τὰ πάντα ἤθελον μεταβληθῆ, ἐνόμιζον, ὅτι ἡ κολυμβήθρα, τὴν ὁποίαν ἐσφυρηλάτησε μακρὸν, ἄσωτον καὶ ἀτάσθαλον πολιτικὸν παρελθὸν, ἤθελεν ἀποτελέσει εἶδος νέας τινὸς θείας οἰκονομίας, καὶ ὅτι, ἀναβαπτιζόμενοι ἐν τῷ ἐν αὐτῇ χυθέντι, ὀλίγῳ μὲν, ἀλλὰ πολυτίμῳ, αἵματι, ἠθέλομεν ἀναδύσει, ὡς νέος ἄνθρωπος, ἀπηλλαγμένος τοῦ μεγάλου ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος· ἐκολακευόμην τοὐλάχιστον νὰ πιστεύω, ὅτι, προκειμένου περὶ ὑψίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἠθέλομεν ἐγκαταλιμπάνει τὰ ταπεινὰ, καὶ ἠθέλομεν μεταρσιοῦσθαι εἰς αἰθεριωτέραν ἀτμόσφαιραν, ἔνθα τὸ μικρόβιον τῆς μικροπολιτικῆς δὲν εὑρίσκει ἔδαφος νὰ καλλιεργηθῇ, ἐκεῖθεν δὲ, ψυχραίμως ἐπισκοποῦντες τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἠθέλομεν ἔλθει ἔνθερμοι ἀρωγοὶ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἰδίων ἡμῶν σφαλμάτων. Δυστυχῶς ὅμως, ἀπὸ τῆς κολυμβήθρας ἐκείνης ἀνέδυσεν ὁ αὐτὸς παλαιὸς ἄνθρωπος, πλειότερον ἁμαρτωλὸς ἢ πρότερον, καὶ πλειοτέρων βρίθων ἑλκῶν παρὰ πρῶτα, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὡς καὶ πρὶν, Κυβερνήσεις μηδεμίαν ὀρθὴν γνώμην ἀναγνωριζούσας μιᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ Ἀντιπολιτεύσεις οὐδεμίαν ἀγαθὴν πρᾶξιν ἀναγνωριζούσας μιᾶς Κυβερνήσεως. Γνώμων καὶ κανὼν πάντων ἡμῶν, τῶν μὲν ἐν τῇ Κυβερνήσει εἶναι, πῶς καὶ διὰ τίνος τρόπου νὰ κρατήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, τῶν δὲ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, πῶς καὶ διὰ τίνος τρόπου νὰ καταλάβωμεν αὐτήν. Ἅπασαν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἐπιστήμην ἀποτελεῖ ἡ σκέψις καὶ ἡ μέριμνα περὶ τοῦ πῶς τὰ ἴδια ἡμῶν σφάλματα νὰ τὰ ἐπιρρίψωμεν ἐπὶ τοὺς ἄλλους, δόγμα δὲ πάντων ἡμῶν εἶναι τοῦ Πάπα τὸ ἀλάθητον! (Εὖγε!). Μὲ τοιαύτην, κύριοι Βουλευταὶ, κατάστασιν, ἐρωτῶ, πρὸς ποῖον πρέπει τις νὰ ἀπευθύνῃ τὰς διαμαρτυρίας αὑτοῦ, καὶ κατὰ τίνος πρέπει νὰ παραπονεθῇ; Δὲν εἶναι κρῖμα, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὑπάρχωσι τόσα μεγάλα ὀνόματα ἐδῶ μέσα, τόσοι νέοι πολιτευταὶ ἀρτιωτάτης πολιτικῆς μορφώσεως, ἠθικῶς ἀνεπίληπτοι, ὑλικῶς ἀνεξάρτητοι, καὶ νὰ μὴ εὑρίσκηται μεταξὺ αὐτῶν εἷς, ὅπως ὑψώσῃ τὴν σημαίαν εἰρηνικῆς τινος ἐπαναστάσεως, ὅπως σωθῇ ὁ τόπος; Ἰδοὺ ἐγὼ, ἕτοιμος ἀπὸ τῶν τάξεων αὐτῶν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ν’ αὐτομολήσω ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ἀντάρτου ἐκείνου. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι οἱ ὁμοφρονοῦντες; πρὸ παντὸς δὲ, ποῦ εἶναι ὁ ἀρχηγός; Ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, νομίζω, ὅτι δύο μόνον μᾶς μένουσιν ὁδοὶ, ὅπως σωθῇ ὁ τόπος· ἢ ἡ δρᾶσις τοῦ Βασιλέως, ἢ ἡ δρᾶσις τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ δρᾶσις τοῦ Βασιλέως νομίζω ὅτι ὁμοιάζει πρὸς πλοῖον ἀρμενίζον πρὸς ἀνοικτὸν πέλαγος, ἡ δρᾶσις δὲ τῆς Βουλῆς ὁμοιάζει πρὸς πλοῖον πλέον παρακτίως πρὸς ἀσφαλῆ λιμένα. Τό γε νῦν ἔχον, βεβαίως ἐπιθυμῶ τὴν δρᾶσιν τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ὅ,τι ἐπιθυμῶ ἐγκαρδίως, ὅ,τι εὔχομαι ὁλοψύχως, εἶναι, ὅπως τὴν δρᾶσιν τοῦ Βασιλέως προλάβῃ καὶ προκαταλάβῃ ἡ δρᾶσις τῆς Βουλῆς. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζῖσκος ἔχει τὸν λόγον.
§337ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι μία ἡ ὥρα. Αὔριον.
§338Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐλπίζω, ὅτι αὔριον θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὄχι βεβαίως τὴν 10ην ἢ τὴν 11ην ὥραν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἤδη νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὔριον τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός.)