1900.12.16
3.211 στίχοι · 25.233 λέξεις · 240 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 16 Δεκεμβρίου 1900.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40 μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δέν μοι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἀφήγησις τῶν γενομένων κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς περὶ δημοπρασίας διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὰ πρακτικὰ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔφεραν τὸν λόγον οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα Βουλευταὶ, «ἀνεγνώρισε δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀνάγκην παρατάσεώς τινος τῆς προθεσμίας τῆς δημοπρασίας ταύτης, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα πρὸς τοῦτο μέτρα, συμφώνως πρὸς τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως». Πρῶτον ἡ φράσις «συμφώνως πρὸς τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως» εἶναι λίαν ἀσαφὴς, ἀφοῦ δὲν ἐκτίθεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ποῖον ἦτο τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως· διότι τοῦτο θέλει ἐρωτηθῆ, ποῖον ἦτο τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. Δεύτερον, αἱ φράσεις «ὅτι ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, συμφώνως πρὸς τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως», δὲν ἐκθέτουσιν ἀκριβῶς τὰ γενόμενα... Μήπως ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
§2Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶχον δηλώσει ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ δημοπρασία, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς δημοπρασίας.
§4ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ν’ ἀνασταλῇ ἡ δημοπρασία, ἀλλὰ νὰ μὴ γείνῃ ἐπὶ τοιαύτης βάσεως.
§5Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μία προσθήκη ἀκόμη, ὅτι ἡ δημοπρασία αὕτη γίνεται δοκιμαστικῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο· δὲν πρόκειται περὶ τῆς προθεσμίας πρὸς διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας, πρόκειται περὶ τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως, οἱ ὁποῖοι κατηγγέλθησαν παρὰ πολλῶν, ὡς μὴ πρέποντες· καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν μελετήσῃ καὶ πάλιν τὴν διακήρυξιν, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ τοιαύτη δημοπρασία.
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς ἐδηλώθη, ὅτι πρόκειται ν’ ἀνασταλῇ ἡ δημοπρασία· ἐδήλωσα ὅμως, μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τοῦ ἐὰν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκποίησις τμηματικῶς, ἢ νὰ γείνῃ ἐκποίησις τοῦ ὅλου ποσοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, καὶ ἐπὶ τούτου θέλει ἀποφανθῆ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§8Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Νομίζω ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς συνεδριάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὡρῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀπεφασίσθη νὰ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 4ην ὥραν, νὰ διακόπτωμεν τὴν 8ην, νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 9ην, καὶ ἡ συνεδρίασις νὰ τελειώνῃ τὴν 12ην.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτέθη τέρμα τῆς συνεδριάσεως.
§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐτέθη.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐτέθη.
§12ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐτέθη, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις τὴν 8ην, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 9ην· διότι ἄλλως δύναται νὰ παρατείνηται ἐπ’ ἄπειρον ἡ συνεδρίασις.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐτέθη τέρμα, ἀλλ’ ἐδήλωσα, ὅτι ἡ συζήτησις βεβαίως θὰ ἔχῃ ἓν τέρμα, μίαν ὥραν ταχύτερον, ἢ μίαν ὥραν βραδύτερον, ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ λάβῃ. Ὥστε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐγὼ, δὲν διαφέρουσι σπουδαίως ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς λέγετε· ἀλλὰ τέρμα δὲν ἐτέθη.
§14Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα ἐγκαίρως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται τὴν 4ην ὥραν ἀκριβῶς.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ χθὲς τὰ γενόμενα ἔλαβον χώραν ὡς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν· ἑπομένως ἡ πλειονοψηφία ἐννοεῖ νὰ μὴ τεθῇ τέρμα· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐδώσαμεν τὴν συναίνεσίν μας, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τεθῇ τέρμα τῶν συνεδριάσεων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Μ. Βαρσαμῆ, πρώην βοηθοῦ τοῦ καπνεργοστασίου Καρδίτσης, αἰτουμένου τὴν πληρωμὴν καθυστερουμένων μισθῶν. Ἐπίσης ἀναφορὰν τοῦ Ἰωάννου Ε. Λεούση, ἰδιοκτήτου τοῦ ἀτμοπλοίου «Ὕδρας», αἰτουμένου τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς φερωνύμου ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τὸ ἔτος 1901, καὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῇ τοῦ πληρωθέντος διὰ τὸ 1900 συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ΒΧϚΒʹ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο μόνον λέξεις θὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, πρὸς ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας κατέθηκε, περὶ τῶν ἔργων Παμίσου, νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς ἑξῆς: Πόσα ἐπληρώθησαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου εἰς μισθοὺς ἐπιστατῶν, διωρυγοφυλάκων καὶ ἁπλῶν φυλάκων, καὶ εἰς ἐπιμίσθια μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν, καθ’ ἕκαστον τῶν διαρρευσάντων ἔκτοτε ἐτῶν, καὶ καθ’ ἑκάστην κατηγορίαν αὐτῶν.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παξῶν κυρίου Βελλιανίτου περὶ ἀναστολῆς τῆς κατασκευῆς τῆς ἐν Παξοῖς ὁδοῦ Λογγοῦ–Μαστορατίκων. Καταθέτω ὡσαύτως ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Νάξου κυρίου Μυκωνίου περὶ τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁδοῦ Γαλανάδου εἰς Ἀβδελλοπήγαδον. Ἐπίσης καταθέτω τοὺς ζητηθέντας παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη πίνακας περὶ ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων δι’ ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἴδῃ τοὺς πίνακας τούτους, θέλει δικαιολογήσει τὴν βραδύτητα τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν.
§20Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη περὶ εἰσαγωγῆς οἰνοπνευμάτων ἐν Βουλγαρίᾳ.
§21Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ λοχαγοῦ Διαμαντῆ Διαμαντοπούλου, καὶ ὑπεσχέθην νὰ φέρω τὰς πληροφορίας σήμερον, καὶ ἐν συντόμῳ νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ λοχαγὸς Διαμαντόπουλος ἀπεστρατεύθη κατὰ τὸ 1893 ἕνεκεν ἀνικανότητος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ. Ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ πρωτοδίκως ἐκέρδισεν, ὅπως λάβῃ τὰς ἀποδοχὰς τῆς ἐνεργείας τοῦ βαθμοῦ του, ἤτοι τοῦ λοχαγοῦ βʹ τάξεως· ἐνῷ δ’ ἐκέρδισε πρωτοδίκως, ἤγειρεν ἄλλην ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ζητῶν τὰς ἀποδοχὰς τοῦ λοχαγοῦ αʹ τάξεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο προήχθησαν οἱ συνάδελφοί του, οἱ νεώτεροι αὐτοῦ, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ αʹ τάξεως. Ἀλλὰ καὶ τρίτην ἀγωγὴν ἤγειρε κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅτε καὶ πάλιν οἱ ὁμοιόβαθμοί του προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Ὁ λοχαγὸς Διαμαντόπουλος ἐκέρδισε τὰς ἀγωγὰς ταύτας. Τὸ Δημόσιον, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς πρωτοδίκου ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς πρώτης ἀγωγῆς, ἐξεκάλεσε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπέρριψε τὴν ἔφεσιν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπεκύρωσε τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν. Ἐνῷ λοιπὸν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις, τὸ Δημόσιον, ἐπειδὴ ἔβλεπεν, ὅτι ἤθελε χάσει εἰς ὅλα τὰ στάδια τὴν ὑπόθεσιν, προεκάλεσε συμβιβασμὸν μετὰ τοῦ Διαμαντοπούλου, ὃν οὗτος ἐδέχθη, καὶ συνετάχθη τὸ συμβόλαιον τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξὺ τοῦ λοχαγοῦ Διαμαντοπούλου καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, τουτέστι τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Γλαράκη. Διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τούτου ὁ Διαμαντόπουλος δὲν ἐλάμβανε πλέον τὰς ἀποδοχὰς τῆς ἐνεργείας ταγματάρχου, οὔτε τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἀλλὰ μόνον τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου, δηλ. τὰς ἀποδοχὰς τῆς ἀποστρατείας τοῦ ταγματάρχου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνετάχθη τὸ συμβόλαιον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλαβε τὰς ἀποδοχὰς τῆς ἀποστρατείας τοῦ ταγματάρχου, ἐζήτησε καὶ δευτέραν μετοχὴν ἀπὸ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἐννοεῖται, ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ δευτέραν μετοχὴν, διότι ὁ Διαμαντόπουλος ἦτο λοχαγὸς, καὶ ἡ δευτέρα μετοχὴ πληρώνεται εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τοῦτο ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ Διαμαντοπούλου ἀπόπειρα προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οὗτος ἔλαβε τὴν ἀποστρατείαν του, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβιβασθῇ, καθόσον οὐδεὶς νόμος προβλέπει περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν, πλὴν ἐκείνων, περὶ ὧν προέβλεψεν εἰδικὸς νόμος, ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς, ἤτοι περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διατελούντων ἐν ἀποστρατείᾳ καὶ ὑποβαλόντων αἰτήσεις περὶ διορθώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὁρίου ἡλικίας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Διαμαντοπούλου, ἐπλανήθην, ὑπολαβὼν, ὅτι οὗτος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν περὶ διορθώσεως τῆς ἡλικίας του, ὡς δικαιούμενος νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς ἕνα βαθμόν· ἀλλὰ περὶ ὁρίου ἡλικίας δὲν ἐπρόκειτο, οὔτε περὶ διορθώσεως τοῦ μητρῴου, διότι, ὡς εἶπον, ὁ λοχαγὸς Διαμαντόπουλος ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν ἕνεκεν ἀνικανότητος.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ ἐκέρδισεν εἰς τὰ Δικαστήρια;
§23ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἐθεωρήθη ἴσως ὡς παράνομος, ἢ ἄκυρος, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἕνεκα παρατυπίας.
§24Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου μήπως ὑποχρεοῦσθε εἰς τοῦτο;
§25ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ζήτημα, ἐὰν, μετὰ τὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀκύρωσιν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀξιωματικὸν ἐκ τῆς ἀποστρατείας.
§26ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὑποχρεοῦται.
§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐλύθη οὕτω τὸ ζήτημα διά τινας ἀξιωματικούς.
§28ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐλύθη ὅτι δικαιοῦνται;
§29ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπανῆλθον τουτέστιν ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν, ἀκυρωθέντος τοῦ Διατάγματος τῆς εἰς ἀποστρατείαν ἢ ἀπόταξιν μεταθέσεως αὐτῶν· ἀλλ’ αὐτὸ ὁ Διαμαντόπουλος δὲν τὸ ἐζήτησε, διότι αὐτὸς συνεβιβάσθη—καὶ ἔχω ἐνταῦθα τὸ συμβόλαιον τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Διαμαντόπουλος ἀρκεῖται μόνον εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου. —Ἐννοεῖται, ὅτι, ἂν προβιβασθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, τοῦτο δὲν θὰ δυσαρεστήσῃ αὐτόν· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι παράνομον διὰ τὸν Ὑπουργὸν, διότι οὐδεὶς νόμος προβλέπει περὶ προαγωγῆς τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν εἰς ἀνώτερον βαθμόν.
§30ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν θέλω βεβαίως συστήσει ποτὲ εἰς κανένα Ὑπουργὸν, καὶ μάλιστα εἰς ὑμᾶς, τὸν φίλον μου, νὰ ἐνεργήσῃ παρανόμως. Εἴπατε ὅμως, ὅτι αὐτὸ ἐγένετο δι’ ἄλλους ἀξιωματικούς. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι προήχθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων σας, προήχθησαν παρανόμως;
§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά· αὐτὸς συνεβιβάσθη μετὰ τοῦ Δημοσίου, νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου· μετὰ τὴν πρᾶξιν δὲ ταύτην ἀπώλεσε πᾶν δικαίωμα προαγωγῆς.
§32ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μοὶ εἴπητε, εἶναι ἀληθὲς, ναὶ ἢ ὄχι, ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος, ἐρωτηθεὶς ἅπαξ καὶ δὶς, νομίζω, ἐγγράφως, ὑπέβαλε γνώμην ὑπὲρ τοῦ Διαμαντοπούλου;
§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ καλλιτέρα ἀπάντησις, νομίζω, εἶναι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν περίοδον, διὰ τῆς ὁποίας συμβάλλεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ λοχαγὸς Διαμαντόπουλος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Γλαράκης, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτουσιν αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἀναλαμβάνει πρὸς αὐτὸν τὸ Δημόσιον (ἀναγινώσκει): «... Ἤδη τὰ συμβαλλόμενα μέρη, ὑφ’ ἃς ἰδιότητας παρίστανται, δηλοῦσιν, ὁ μὲν Διαμαντῆς Διαμαντόπουλος, ὅτι ἀναγνωρίζει ὡς ἰσχυρὰν καὶ τελεσίδικον τὴν προαναφερθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 855 τρέχοντος ἔτους ἀπόφασιν τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, ὅπως, ἀντὶ πάσης ἀποζημιώσεως, πληρωθῇ αὐτῷ παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ παρ’ οἱουδήποτε ἁρμοδίου Ταμείου τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ὀκτὼ χιλιάδων (8,000) ἀτόκως, καὶ τῷ ἀπονεμηθῇ καὶ ἡ σύνταξις τοῦ ταγματάρχου ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ παρόντος συμβολαίου, παραιτούμενος ῥητῶς τῶν προαναφερθεισῶν ἀγωγῶν καὶ ἀποφάσεων καὶ πάσης ἑτέρας ἀπαιτήσεως ἢ ἀξιώσεώς του κατὰ τοῦ Δημοσίου, πηγαζούσης ἐκ τῶν καταργουμένων δικῶν. Ὁ δὲ Ἀριστείδης Γλαράκης, ὑφ’ ἣν ἰδιότητα παρίσταται, ἀποδεχόμενος τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ Διαμαντῆ Διαμαντοπούλου, ἅτε σύμφωνον τῇ ὑπ’ ἀριθ. 128 γνωματεύσει τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, συνομολογεῖ καὶ ἀποδέχεται ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα. «Ταῦτα συνομολογησάντων...» κλπ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν ἔδωκε πρὸς τὸν Διαμαντόπουλον.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ συμβολαίου ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα εἰς τὸν ἐν ἀποστρατείᾳ τεθέντα ἀξιωματικὸν νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου. Ἡ σύνταξις τοῦ ταγματάρχου εἶναι πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ. Ὑπετέθη λοιπὸν, ὅτι εἶναι ταγματάρχης, καὶ διὰ τοῦτο ὡρίσθη νὰ ἔχῃ σύνταξιν ταγματάρχου· ἑπομένως ἀνεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου ἐπάγει. Καὶ δὲν ἔχει μόνον, ὡς ταγματάρχης, δικαίωμα νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του, ἀλλ’ ἔχει, ὡς ταγματάρχης, καὶ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὴν δευτέραν μετοχὴν τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοιαύτη θέλει εἶσθαι ἡ ἑρμηνεία τοῦ συμβολαίου, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο προκαλέσῃ δικαστικὸν ἀγῶνα. Ἐγὼ δὲν κρίνω περὶ τῶν ἄλλων, περὶ τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλεν, ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου· ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων, αἱ ὁποῖαι ἀκυρώνουσιν ἀποφάσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, διὰ τῶν ὁποίων μετετέθησαν ἀξιωματικοὶ εἰς ἀποστρατείαν, νομίζω, ὅτι, ὅταν τὸ Δημόσιον καταδικάζηται, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸ ἡ ὑποχρέωσις ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς πάσας τὰς χρηματικὰς ἀποζημιώσεις, εἴτε ἐκ τοῦ βαθμοῦ των, εἴτε ἐκ τῆς συντάξεως, εἴτε ἐκ προβιβασμοῦ, εἴτε ἐκ δικαιωμάτων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Ἐὰν δὲ νῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, βεβαίως τὰ Δικαστήριά εἰσιν ἁρμόδια νὰ ἀποφανθῶσι.
§35Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσον διὰ τὸν βαθμὸν, οὗτος δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς ἀξιωματικὸν ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντα, διότι οὐδεὶς νόμος προβλέπει τὴν περίπτωσιν ταύτην, καθόσον, προκειμένου νὰ προαχθῶσιν, ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας, ἀξιωματικοὶ, ἠναγκάσθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον εἰδικὸν, ἀναγνωρίζουσα οὕτω, ὅτι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντας. Καὶ ὄντως θὰ ἦτο ὀδυνηρὸν εἰς τὸ Κράτος, ἂν ὁ Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικούς, ὡς τοὺς ἐνεργούς. Οὐχ ἧττον, προκειμένου περὶ τῶν ἀποδοχῶν καὶ τῶν ἀκολουθημάτων τῶν ἀποδοχῶν, ἂν ταῦτα ἀπονέμωνται εἰς τὸν κερδίζοντα δικαστικῶς τὴν σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, εἶναι βεβαίως ζήτημα νομικόν, ζήτημα δικαστικόν. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἀρνεῖται εἰς τὸν Διαμαντόπουλον τὴν ἀπονομὴν δευτέρας μετοχῆς μερίσματος, ὡς μὴ κεκτημένον τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου...
§36ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Αὐτὸς λαμβάνει σύνταξιν ταγματάρχου ἢ λοχαγοῦ;
§37ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ταγματάρχου.
§38ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πῶς τῷ ἀπενεμήθη ἡ σύνταξις τοῦ ταγματάρχου; Διὰ Διατάγματος;
§39ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐξεδόθη Διάταγμα.
§40ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἄρα δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ πάρῃ καὶ τὸν βαθμόν του, καὶ τότε νὰ προσκληθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν δευτέραν του μετοχὴν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον.
§41ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν ἔχετε δίκαιον.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία. Λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν χθὲς γενομένων παρατηρήσεων, ἐζήτησα καὶ εὗρον τὸ συνημμένον εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀναφερομένου ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τῆς 24 συνεδριάσεως τῆς 3 Φεβρουαρίου 1900, ἐν ᾧ ἀποσπάσματι βλέπω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐδήλωσε, κατ’ ἐπερώτησιν ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ὅτι ὁ Διαμαντόπουλος θὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν ταγματάρχου, καὶ ἑπομένως θὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξιν, τὴν ἀνάλογον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Τοῦτο, τὸ λεχθὲν τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεγνωρίσθη, καὶ λαμβάνει ἤδη ὁ ἀναφερόμενος τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ μὲν οὗτος τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου, νὰ λέγῃ δὲ ὁ Ὑπουργός, ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον δὲν θέλει νὰ δώσῃ αὐτῷ τὸ συμπλήρωμα τοῦ ταγματάρχου, νὰ ἔχῃ δηλ. ὁ ἀναφερόμενος δύο καταστάσεις ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι παράδοξον τοῦτο, καὶ καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀπεφεύγομεν δίκας, αἵτινες ἀπολήγουσιν εἰς τὸ νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον κεφάλαιον καὶ τόκους ἠθροισμένα.
§43Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτε ἐξήγησα, διατί ὁ ἀναφερόμενος δὲν θὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Εἶπον δὲ ἄλλοτε τὸ ἐναντίον, ἐνομίζον, ὅτι συγκατελέγετο καὶ αὐτὸς μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑποβαλόντων ἀναφοράν, ἢ κινηθέντων δικαστικῶς, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ 1900. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἦτο ἐξ αὐτῶν. Ἐγνώρισα εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν, ἑπομένως δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900. Τὸ ὅτι δὲ λαμβάνει σύνταξιν ταγματάρχου, ἐνῷ φέρει τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἐξήγησα, ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατόπιν συμβιβασμοῦ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκέρδισαν εἰς τὰ Δικαστήρια ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἢ παρεμφερεῖς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν ἐλήφθη μέτρον ὁριστικόν. Λόγου χάριν, ὑπάρχει ἀντισυνταγματάρχης τις, ὁ ὁποῖος, ὡς ταγματάρχης, ἐζήτησε τὴν σύνταξίν του· κατόπιν, μεταμεληθεὶς διὰ τὴν πρᾶξίν του, ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅτι παρανόμως ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ὄντως τὸ Δικαστήριον ἀπεδέχθη τὴν ἀγωγήν του, καί, μετὰ τελεσίδικον ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπόφασιν, συνεβλήθη οὗτος μετὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ νῦν ἀπολαμβάνει τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου, διατελεῖ οὐχ ἧττον ἐν ἀποστρατείᾳ. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως καὶ περὶ ἄλλου τινός.
§44Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν, ἐνῷ εἶναι ἐν ἀποστρατείᾳ, ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν ὁ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου, διότι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, περὶ ὧν προεῖδεν ὁ τελευταῖος νόμος περὶ προαγωγῆς τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ διατελούντων ἀξιωματικῶν. Συνεπῶς ἀξίωσιν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου ὁ λοχαγὸς ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἀλλὰ, κερδίσας εἰς τὸ Δικαστήριον τὴν σύνταξιν τοῦ ταγματάρχου, νομίζω ὅτι δικαιοῦται νὰ ἀπολαύσῃ καὶ πάντων τῶν ἄλλων, τῶν παρομαρτούντων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, τοῦθ’ ὅπερ συμβαίνει καὶ εἰς τὰς χήρας τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἐχόντων ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Αἱ χῆραι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων λαμβάνουσι σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, καὶ μέρισμα τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, χωρὶς ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς τὰς γυναῖκας αὐτὰς βαθμὸς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικόν, ὅστις, ἂν ἔλαβε διὰ τοῦ Δικαστηρίου σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, δικαιοῦται νὰ λάβῃ καὶ τὸ μέρισμα τοῦ ἰδίου βαθμοῦ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἀφοῦ καταθέσῃ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον καὶ τὴν δευτέραν μετοχὴν, ὡς πράττουσιν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί. Βεβαίως ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ. Ἂν δ’ ἀνεκλήθησαν ἄλλοι ἐκ τῆς ἀποστρατείας, δὲν ἀνεκλήθησαν διὰ προαγωγῆς, ἀλλὰ παρεπέμφθησαν ἐκ νέου εἰς Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἀπεφήναντο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν ἢ ἀπόταξιν· οὐδεὶς δὲ ἀνεκλήθη ἐξ ἀποστρατείας καὶ προήχθη εἰς ἀνώτερον βαθμόν.
§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταρτίσῃ πίνακα περὶ ὅλων, ὅσα ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἢ συμβιβαστικῶν πράξεων, πρὸς ἀξιωματικούς, λόγῳ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς;
§47Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1852. Θὰ ἦναι εὔκολον τοῦτο, διότι ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Δικαστικοῦ Τμήματος ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι. Νὰ κατατεθῇ δὲ ὁ πίναξ μετὰ τὰς διακοπάς. Μέχρι τότε θὰ ἦναι ἀρκετὸς ὁ χρόνος, ὅπως τὸ Τμῆμα κατορθώσῃ νὰ συντάξῃ τὸν πίνακα, διότι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια. Ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ παρασκευασθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ μεγέθους τῶν ζημιῶν, νὰ μάθῃ, τί ἐστοίχισεν εἰς τὸ Δημόσιον ἡ παράβασις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ γενομένη παρὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, χωρὶς οὐδέποτε οὗτοι νὰ ἠσθάνθησαν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των. Τοῦτο λέγω, οὐχὶ ἵνα διασώσω τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῶν ζημιῶν, καὶ ἀναλάβωμεν τὰ ποσὰ, τὰ οὕτως ἀδίκως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβαλλόμενα, παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὅπως τεθῇ, εἰ δυνατόν, φραγμὸς εἰς τὰς ἀτελευτήτους αὐτὰς ἀποζημιώσεις, τὰς κατ’ οὐσίαν ἀδίκους· καὶ πρὸς τοῦτο δέον νὰ εὑρεθῇ μέτρον, καταπαῦον ἢ περιορίζον τὴν ἀδιαφορίαν ταύτην τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰς παραβάσεις αὐτὰς τοῦ νόμου· ἂν δὲ οἱ νόμοι ἐνιαχοῦ ὑποβοηθῶσι τὰς παραβάσεις αὐτάς, οἱ νόμοι κατὰ τοῦτο νὰ μεταβληθῶσιν. Οὕτως ὑπάρχει διάταξις, ὅτι διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας οὐδεὶς ἀξιωματικὸς δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν εἰς ἀποστρατείαν μετάβασιν αὐτοῦ. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει λόγον ἰσχυρὸν, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ὁ πόλεμος καὶ πρόκειται περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς μέχρι τῆς εἰρήνης, δηλ. κατὰ τὸν χρόνον ἀληθῶς τῆς ἐπιστρατείας πρὸς πόλεμον, καὶ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ νὰ παύῃ ὁ πόλεμος, καὶ νὰ ἐπέρχηται ἡ εἰρήνη, καί, διότι διὰ πολλοὺς λόγους ἄλλους δὲν δημοσιεύεται Διάταγμα περὶ παύσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ μετὰ ἕν ἢ δύο ἔτη ἀπὸ τῆς παύσεως τοῦ πολέμου, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ν’ ἀποστρατεύωνται οἱ ἀξιωματικοί, καὶ τὰ Δικαστήρια νὰ θεωροῦν, ὅτι αἱ πρὸς τοῦτο αἰτήσεις τῶν ἀξιωματικῶν οὐδεμίαν ἔχουν ἰσχὺν, διότι ὁ νόμος ῥητῶς ἀπαγορεύει, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὴν μετάβασιν εἰς ἀποστρατείαν, τοῦτο εἶναι παραδοξότατον. Ἀπορῶ διὰ τοῦτο, πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔφερεν ἀκόμη νομοσχέδιον, περιορίζον εἰς λογικὰ ὅρια τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην, δηλαδὴ μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης, μετὰ δὲ τὴν εἰρήνην ἐπιτρέπον ὅ,τι καὶ ἄνευ ἀποστρατεύσεως ἰσχύει. Οὐ μόνον λοιπὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν ζημιῶν, ἃς ὑπέστη τὸ Δημόσιον, παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν σημείωσιν, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ θεραπείας τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου καὶ ἀποφράξεως τῶν ὀπῶν αὐτῶν τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
§48Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀφήγησις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν διὰ πρώτην φορὰν ἤκουσα ἐνταῦθα τόσον λεπτομερῶς, μὲ ἄγει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἠκυρώθη τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατείας. Ἀκυρωθέντος τοῦ Διατάγματος διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ ἀξιωματικός; Αὐτοδικαίως ἐκεῖ, ὅπου ἦτο πρὸ τοῦ Διατάγματος, καὶ ἑπομένως εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸς, ἢ τὸ Δημόσιον δικαιοῦται, διότι εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, νὰ συμβιβάζηται μὲ τὸν ἀξιωματικόν, καὶ νὰ συναινῇ οὗτος νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, λαμβάνων τὸν δεῖνα βαθμόν; Ὁ ἀξιωματικός, ὁ ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν δύναται νὰ φύγῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ συμπληρώσει τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατείας, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ συμβιβάζηται μετ’ αὐτοῦ. Τί πράγματα εἶναι αὐτά! Εὑρίσκω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀληθῶς ἔκνομον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἐπαρουσιάσθη, καὶ δίδεται ἀφορμὴ σκέψεως, νὰ τὸ μελετήσῃ, διότι οὔτε οἱ νομικοί του σύμβουλοι τοῦ χρησιμεύουν, οὔτε τὰ συμβόλαια τοῦ συμβιβασμοῦ δύνανται νὰ ἔχωσιν ὕπαρξιν καὶ ἰσχύν. Ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ μένῃ ἐν ἐνεργείᾳ, πρέπει νὰ μείνῃ, μέχρις οὗ νομίμως ἀπομακρυνθῇ· ἐὰν δὲ δὲν ἦναι, πρέπει ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, καὶ τότε νὰ κανονισθῇ ἡ θέσις του.
§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν Διαμαντόπουλον τὸν ἐνδιαφέρει τὸ μέρισμα τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου· ἀλλὰ τὸ μέρισμα δὲν δύναται νὰ τὸ λάβῃ, ἐν ὅσῳ δὲν συμπληρώσῃ τὴν καταβολήν του. Ὅλη ἡ ἄλλη συζήτησις εἶναι περιττή.
§50ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν συμπληροῖ, ἀλλὰ δὲν τὴν δέχονται.
§51ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἀφορᾷ τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορᾷ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτοτελές. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἀρνεῖται τὴν παροχὴν συντάξεως καὶ εἰς καταβαλόντας τὰς ἑαυτῶν μετοχάς. Ἐσχάτως ἀπενεμήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου συντάξεις τοῦ βαθμοῦ ταγματάρχου εἰς ἀποστρατευθέντας ἀρχιτεχνίτας τοῦ Ὁπλαστασίου. Οὗτοι κατέβαλον τὸ ὑπερβάλλον τῆς μετοχῆς των, καὶ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἐδέχθη τὰς καταβολάς των· ἐν τούτοις, ὅτε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, καὶ ἐχορηγήθη αὐτοῖς ἡ σύνταξις τοῦ ταγματάρχου, τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἠρνήθη νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς τὴν ἀνάλογον μετοχὴν, ἐνῷ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὰ Δικαστήρια ἐδικαίωσαν ὅλους τοὺς τοιούτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνασκῶν τὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τοῦ Ταμείου τούτου, ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς διαχειριζομένους αὐτὸ, ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, ἀφοῦ τοῦτο εἶναι δεδικασμένον ἐπὶ ὁμοειδῶν ὑποθέσεων. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐστράφησαν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ βεβαίως θὰ δικαιωθῶσιν, ἀφοῦ ἐδικαιώθησαν καὶ οἱ προηγούμενοι αὐτῶν. Ἄλλως, ἀφοῦ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἐδέχθη τὴν καταβολὴν, τὴν συμπληροῦσαν τὴν μετοχὴν αὐτῶν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἄνευ ἐπιφυλάξεως, πῶς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος ἠρνήθη, καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς νὰ ἀναλάβουν τὸ συμπλήρωμα, ἐνῷ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχε; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ μὴ παραβαίνῃ τὸν νόμον, διότι τοῦτο ἀποβαίνει ἐναντίον αὐτοῦ, ὑποχρεουμένου εἰς ἀσκόπους δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ ἔξοδα.
§52Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι Ὑπουργοί τινες παρέβησαν τὸν νόμον. Νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν ἔχει δίκαιον. Ἂν αἱ ὑποθέσεις αὗται ἔπεσαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἔπεσαν οὐχὶ ἕνεκα παραβάσεων τῶν νόμων, ἀλλ’ ἕνεκα παραλείψεων ἐκ μέρους τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων. Ἐκεῖ ἔγκειται τὸ μέγα κακόν. Εἴτε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ μεριμνᾷ, ὥστε οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ μέλλοντες νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, ἢ εἰς ἀπόταξιν, ἢ εἰς ἀποστρατείαν, νὰ μὴ παραπέμπωνται εἰς τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἢ, ἂν θεωροῦνται τὰ Συμβούλια ταῦτα ὡς μία ἐγγύησις, τότε ἂς ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ, ὅπως ἀρθῇ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται, ὥστε διὰ τὴν παράλειψιν ἑνὸς «καὶ» νὰ χάνῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ Δικαστήρια. Τοῦτο εἶναι τὸ αἴτιον, τὸ ὁποῖον φέρει αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, καὶ εἴδομεν πολλοὺς ἀξιωματικοὺς κερδίσαντας εἰς τὰ Δικαστήρια. Τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, ἐξασφαλίζον ἀφ’ ἑνὸς τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἰσχὺν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον προκαλεῖται ἑκάστοτε ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῶν Συμβουλίων τούτων.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ Δικαστήρια οὐδέποτε εἰσέρχονται εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου· ἐξετάζουν μόνον, κατὰ πόσον τὰ Συμβούλια ἐτήρησαν τοὺς τύπους. Διὰ τῶν τύπων ὅμως τὴν τήρησιν πρὸ παντὸς εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Οὗτος δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ὑπογραφὴν Διάταγμα ἀξιωματικοῦ, μεταβάλλον κατάστασιν, ἂν ἡ συγκρότησις καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου δὲν ἦναι σύμφωνοι ἐντελῶς πρὸς τὰ διατεταγμένα ὑπὸ τῶν νόμων. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ψέξω τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐκ συμφέροντος κινούμενοι παρέβησαν τὸν νόμον, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι, ἀμελοῦντες περὶ τὴν τήρησιν τῶν τύπων ὑπὸ τῶν Συμβουλίων, δίδουν ἀφορμὰς εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπως πράξεις κατ’ οὐσίαν δικαιοτάτας καὶ ὠφελιμωτάτας εἰς τὸ στράτευμα τὰς ἀκυρώνουν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειταί τις νὰ ψέξῃ ὡρισμένους Ὑπουργούς· πρέπει ὅμως νὰ μὴ παραλίπῃ νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι, ἂν ἡ ἀκύρωσις τῶν πράξεων τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων ἦναι συνέπεια παραλείψεως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, ἂν αἱ πράξεις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου εἶναι πλήρεις κατὰ τύπους. Ἀληθῶς, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐξετάζῃ παντάπασι ταῦτα, ἀλλὰ προκαλῇ ἀνεξετάστως καὶ δημοσιεύῃ τὸ Διάταγμα, προκαλεῖ δικαστικοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἀποβαίνουσι πάντοτε πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς ζημίαν τῶν ἀτόμων. Διὰ τοῦτο νομίζω πρὸ παντός, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δέον νὰ ᾖ αὐστηρός· πρέπει δὲ νὰ ἐξετάζῃ ἡ Βουλή, ἂν ὑπῆρξε παράβασις τοῦ Ὑπουργοῦ.
§55ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον συνεβιβάσθη μετὰ τοῦ Διαμαντοπούλου, ἵνα πληρωθῇ εἰς αὐτὸν σύνταξις ταγματάρχου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς παράνομον, διότι ὁ Ὑπουργός, ὅτε ἐκέρδισε τὴν δίκην του ὁ λοχαγός, ὤφειλε νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς ἐνέργειαν, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν, ἐὰν ἦτο ἀνίκανος πρὸς προβιβασμόν, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ὁ Διαμαντόπουλος παραλείπεται, ὡς μὴ ἔχων τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν, ἤ, ἂν ἦτο ἱκανός, ὅτι ὁ Διαμαντόπουλος εἶναι προβιβάσιμος κατ’ ἐκλογήν· ἐὰν δ’ ἤθελε γνωμοδοτήσει, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς οὐδὲ πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα, οὐδὲ πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν, τότε, ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς εἶχεν 8 ἔτη εἰς τὸν ἴδιον βαθμόν, ἐδικαιοῦτο νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἔκαμε συμβιβασμόν, νὰ τῷ δώσῃ σύνταξιν ταγματάρχου, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ καὶ Διάταγμα προβιβασμοῦ, καὶ κοινοποιήσῃ τοῦτο καὶ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, διὰ νὰ τῷ δοθῇ μέρισμα ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἀφοῦ καταθέσῃ καὶ τὴν δευτέραν μετοχήν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον δὲν ἔχει τοιοῦτον Διάταγμα προβιβασμοῦ, ἀλλὰ μόνον Διάταγμα ἀποστρατεύσεως λοχαγοῦ, καλῶς πράττει, μὴ χορηγοῦν μέρισμα ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ.
§56Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου δὲν ἀντελήφθη ἴσως καλῶς τῆς ἀφηγήσεως τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Διαμαντόπουλος ἐκέρδισεν εἰς τὰ Δικαστήρια τελεσιδίκως τὸν μισθὸν τοῦ ταγματάρχου ἐν ἐνεργείᾳ. Γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα, διατελῶν οὗτος ἐν ἀποστρατείᾳ, καὶ ἐπιθυμῶν νὰ παραμείνῃ ἐν αὐτῇ, ποίαν σύνταξιν δικαιοῦται νὰ λάβῃ; Βεβαίως τὴν τοῦ ταγματάρχου. Ἀφοῦ δὲ λαμβάνει τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ ταγματάρχου, δὲν ἕπεται, ὅτι θὰ λάβῃ καὶ τὴν σύνταξιν τῆς ἀποστρατείας τοῦ ταγματάρχου;
§57ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκέρδισε, τοῦ λοχαγοῦ.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἐκέρδισε βαθμὸν εἰς τὰ Δικαστήρια· διότι οὗτος δὲν ἐζήτησε προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἀλλὰ μόνον τὸν μισθὸν τοῦ ταγματάρχου, ὃν καὶ ἐπέτυχεν. Ἐπιθυμεῖ ὅμως νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἀποστρατείᾳ· κατ’ ἀκολουθίαν τὸ Δημόσιον ὤφειλε νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, τῆς συντάξεως τοῦ ταγματάρχου. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν παράνομόν τι, οὐδ’ ἔκτροπον. Νομίζω, ὅτι δικαίως συνεβλήθη μετὰ τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὥστε, ἀντὶ νὰ λάβῃ τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ ταγματάρχου, λαμβάνει τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου. Διὰ νὰ πείσω δὲ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πολὺ καλῶς ἔπραξε τὸ Δημόσιον νὰ συμβληθῇ μετὰ τοῦ λοχαγοῦ Διαμαντοπούλου, δέχομαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μετὰ τὴν τελεσίδικον ἀπόφασιν, ἐξέδιδε Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Διαμαντόπουλος ἐπανήρχετο εἰς τὴν ἐνέργειαν...
§59ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μὲ τὸν βαθμὸν λοχαγοῦ πρώτης τάξεως.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα... καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἀνάκλησίν του ἐζήτει τὴν ἀποστρατείαν του, κερδίσας ὅμως καὶ τὸν μισθὸν τοῦ ταγματάρχου ἐν ἐνεργείᾳ...
§61ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν εἴπετε, ὅτι ἐκέρδισε τὸν μισθὸν τοῦ ταγματάρχου ἐν ἐνεργείᾳ· εἴπετε, ὅτι δύο ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν· μία περὶ τοῦ λοχαγοῦ δευτέρας τάξεως, καὶ μία περὶ τοῦ λοχαγοῦ πρώτης τάξεως.
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ μία περὶ τοῦ ταγματάρχου. Τρεῖς ἀποφάσεις ἐν ὅλῳ ἐξεδόθησαν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἀπολαμβάνων οὗτος τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ταγματάρχου ἐν ἐνεργείᾳ, κατὰ τὴν εἰς ἀποστρατείαν μετάθεσίν του ποίαν ἤθελε λάβει σύνταξιν; Ἀναμφιβόλως τὴν τοῦ ταγματάρχου. Ἑπομένως πολὺ καλῶς ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον, συμβληθὲν μετ’ αὐτοῦ, καὶ χορηγῆσαν εἰς αὐτὸν σύνταξιν ταγματάρχου.
§63ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἴπετε, ὅτι ἐκέρδισε τὸν βαθμόν...
§64ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τετάρτη φορά!
§65ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι 4, ἀλλὰ 17 φορὰς θὰ ὁμιλήσω, ὅταν ὑπερασπίζωμαι τὸ δίκαιον· καὶ ὅποιος δὲν ἀρέσκεται, φεύγει.
§66ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ, θὰ ὁμιλήσητε· διότι, παραβιαζομένου τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κάμω παρατήρησιν.
§67ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν κάμνω ποτὲ κατάχρησιν τοῦ λόγου, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μείνητε ἥσυχος.
§68ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ κηδεμονίαν εἶσθε, κύριε Πρόεδρε; (θόρυβος).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συζήτησιν. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Σκουζὲ, ἐξακολουθήσατε. Σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον διὰ τελευταίαν φοράν.
§70ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν, κύριε Πρόεδρε. Εἴπετε λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐκέρδισε τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου...
§71ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸν μισθόν.
§72ΣΚΟΥΖΕΣ. Πολὺ καλὰ, τὸν μισθόν... Ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον ἔκρινεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν μισθὸν τοῦ ταγματάρχου ἐν ἐνεργείᾳ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητῇ μόνον τὴν σύνταξιν, ἀλλὰ βεβαίως τὴν σύνταξιν πλήρη, μὲ τὰ παρακολουθοῦντα αὐτὴν πλεονεκτήματα, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ του. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἀνεφέρατε, ὅτι δι’ ἄλλους ἐγένετο τοῦτο, τέλος πάντων, ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγένετο δι’ ἄλλους, διατὶ δὲν γίνεται καὶ διὰ τὸν Διαμαντόπουλον; Νομίζω, ὅτι ἁπλούστερον καὶ δικαιότερον πρᾶγμα δὲν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος τὸν συνιστῶ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ζητῶ καμμίαν προσωπικὴν χάριν. Νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιότατον πρᾶγμα, ἐὰν ἐκέρδισεν εἰς τὰ Δικαστήρια τὸν ἐν ἐνεργείᾳ μισθὸν, νὰ ζητήσῃ τὴν σύνταξιν, ἀλλὰ πλήρη τὴν σύνταξιν. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἑξῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκτὸς τοῦ συμβολαίου, ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Γλαράκης, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὄχι μόνον προφορικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐγγράφως ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δικαιοῦται ὁ Διαμαντόπουλος εἰς τοῦτο;
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Δὲν γνωρίζω τοῦτο, διότι ἐγὼ μόνον τὸν συμβιβασμὸν, τὸν ὁποῖον καὶ κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν, γνωρίζω.
§74ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐρωτήσατε, ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς, ναὶ ἢ ὄχι, ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος ἐρωτηθεὶς ἐγγράφως, ἀπήντησε, γνωμοδοτήσας ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τοῦ Διαμαντοπούλου, περὶ ἀπονομῆς πλήρους τῆς συντάξεως αὐτοῦ. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ πράξητε τὰ δέοντα.
§75ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ σύνταξις ἐχορηγήθη.
§76ΣΚΟΥΖΕΣ. Κουτσουρεμένη, ὄχι πλήρης, μὲ τὰ παρακολουθήματα.
§77Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ πλέον ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ αὐταδέλφου μου Λεωνίδα. Πρό τινων ἡμερῶν ἡ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ ἀπόφασις τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐγένετο τελεσίδικος, καὶ μετὰ τοῦτο βεβαίως ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀδελφόν μου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Παμψηφεὶ τὰ Δικαστήρια καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐδικαίωσαν τὸν ἀδελφόν μου. Λοιπόν, πᾶν ὅ,τι σᾶς εἶπον τότε περὶ τούτου, εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Δὲν θὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ζήτημα, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ὁ ἀξιότιμος λοχαγὸς κ. Διαμαντόπουλος πρέπει νὰ λάβῃ σύνταξιν ταγματάρχου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, διότι πολὺ καλὰ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης περὶ Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, εἶναι, νὰ προσέξῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, πῶς ταῦτα καταρτίζονται, καὶ πῶς λειτουργοῦσι, καὶ διατὶ αἱ ἀποφάσεις των δὲν ἔχουσι πάντοτε κῦρος διὰ τὰ Δικαστήρια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κατὰ καιρούς, — ἢ ὁ ἀξιότιμος κ. Κόρπας, ἢ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἢ ὁ νῦν — ὁρίζει, ὅτι ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ, ὁ Δ, ὁ Ε, ἤτοι οἱ πέντε οὗτοι ἀξιωματικοί, ἀποτελοῦσι τὸ Συμβούλιον. Αὐτὰ δὲ τὰ γνωρίζει καλλίτερον παντὸς ἄλλου ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συνταγματάρχης κ. Στρᾶτος, διότι προήδρευσε πολλῶν τοιούτων Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, ἐν οἷς καὶ δὶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀδελφοῦ μου, καὶ εἰς τὴν μίαν μὲν ἀπόφασιν εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑπέρ, εἰς δὲ τὴν δευτέραν εἶπεν, ὅτι εἶναι κατά...
§78Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§79Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. .. Ἀλλ’ ἤδη ἐγὼ ἔχω τελεσίδικον πλέον δικαστικὴν ἀπόφασιν ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ μου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐτοῦ. Τὸ Συμβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ δύο ψήφους· μίαν ψῆφον περὶ τῆς σωματικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ μίαν ψῆφον περὶ τῆς εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν ἱκανότητός του, Ὁ ἰατρὸς ἐξετάζει ἐν ἰδιαιτέρῳ δωματίῳ τὴν σωματικὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν ἀξιωματικοῦ, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν προσέρχεται ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς συνεδριάσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, πρὸς ὃ ἀνακοινώνει τὴν περὶ τῆς σωματικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ γνώμην του. Μεθ’ ὃ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, συντασσόμενον ἢ μὴ πρὸς τὴν περὶ τούτου γνώμην τοῦ ἰατροῦ.
§80ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ τὸν ἴδουν;
§81Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Χωρὶς νὰ τὸν ἴδουν· ἀλλὰ, καὶ ἂν τὸν ἴδουν, ἔχουν ἁρμοδιότητα καὶ εἰδικότητα, ὡς ὁ ἰατρός;
§82Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Χωρὶς νὰ τὸν ψάξουν;
§83Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ψάξουν (ἱλαρότης). Μετὰ τὴν πρώτην ταύτην ψηφοφορίαν, ἔρχεται ἡ ἑτέρα τοιαύτη, περὶ τοῦ ἐὰν ἔχει διοικητικὴν ἱκανότητα διὰ πᾶσαν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διοίκησιν. Θεωρῶ δ’ ἐπάναγκες ἤδη ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς, λαμβάνον χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παράδοξον, καὶ ἄδικον εἰς τοὺς ὑποβαλλομένους ὑπὸ τοιαύτην ἐξέτασιν ἀξιωματικούς· διότι, ἐνῷ, διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν εἷς ἀξιωματικός, ἀρκεῖ μία περὶ αὐτοῦ ψηφοφορία τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν τοιαύτην αἰτίασιν, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρξωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ αἱ δύο ψηφοφορίαι τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἤτοι καὶ περὶ τῆς σωματικῆς καὶ περὶ τῆς διοικητικῆς ἱκανότητος αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι Κύριοι, ὅσοι ἠγόρευσαν, νὰ φέρῃ νόμον, διὰ νὰ προλάβῃ πάντα, ὅσα τελοῦνται παράδοξα καὶ ἄδικα. Βεβαίως πρώτιστα πάντων πρέπει τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια εἰς τὸ ἑξῆς νὰ περιορισθῶσιν εἰς μόνην τὴν γνώμην, τὴν ἀφορῶσαν τὴν διοικητικὴν ἱκανότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ· ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν σωματικὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, περὶ τούτου ν’ ἀποφαίνωνται μόνον οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ καὶ ἁρμόδιοι, καθὸ ἰατροί. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι πάνθ’ ὅσα σᾶς εἶπον κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον, καὶ σᾶς ἐκούρασα, ἀπεδείχθησαν δίκαια καὶ ὀρθὰ, ἐπιβεβαιωθέντα διὰ τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων.
§84Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦ ἀδελφοῦ του, πρώην ταγματάρχου τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ, Λεωνίδα Πλατούτσα. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο, δυστυχῶς ἔτυχε νὰ ἀσθενῶ, ἑπομένως ὅ,τι εἶπε δὲν τὸ ἤκουσα ἐγώ, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐσυγχώρησα. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθον πλεῖστα νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καιρὸς ἐπεῖγε, καὶ ἑπομένως δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπαντήσω τότε ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι δὲν ἤθελον νὰ φέρω προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἤδη ὅμως, ὅτε ἔφερε πάλιν τὸ ζήτημα ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὄχι διότι θέλω νὰ ἀντιλέξω, ὄχι διότι θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι ὁ ἀδελφός του, ὁ ταγματάρχης Λεωνίδας Πλατούτσας, δικαίως ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν, ἀλλά, τοὐναντίον, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πράγματι ὁ ταγματάρχης οὗτος οὐχὶ τόσον δικαίως ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν. Ἀλλὰ τὸ ἄδικον δὲν προῆλθεν ἐκ τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου—καὶ εἰς τοῦτο μάλιστα εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐπέρριψε τὴν εὐθύνην ὅλην εἰς τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἐνῷ ἡ εὐθύνη δὲν πρέπει νὰ πίπτῃ εἰς τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἡ εὐθύνη πρέπει νὰ πίπτῃ πάντοτε εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι καταρτίζουσι τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια...
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶπε.
§86Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν κοσκινίζει τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια.
§87Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, ζητῶ συγγνώμην. Τὰ Δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ἀθωωτικῶς ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου ταγματάρχου. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρξε κακὴ ἡ συγκρότησις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸ ἔτος 1898, ἐπειδὴ ἐτύγχανον ὁ πρῶτος συνταγματάρχης τοῦ στρατοῦ, τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια ἐσχηματίσθησαν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τινὰ ἐξ αὐτῶν δὲν εἶχον τὸν ἀκριβῆ τύπον, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος. Συνεπῶς ἑπόμενον ἦτο, τὰ Δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσι κατά. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης, κατιδών, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα συχνὰ ἐλάμβανον χώραν, ἔφερε κατὰ τὸ 1887, νομίζω, ἕνα νόμον, πολὺ σπουδαῖον, τὸν νόμον περὶ εἰδικοῦ Δικαστηρίου Διοικητικοῦ, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις μόνον ὑπὸ Δικαστηρίου ἀνωτέρου ἀνεθεωροῦντο. Ἐφ’ ὅσον ἐκράτει ὁ νόμος ἐκεῖνος, τόσον δίκαιον ὑπῆρξε τὸ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἰδικὸν ἐκεῖνο Δικαστήριον διὰ τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα τῶν ἀξιωματικῶν, ὥστε οὐδεμία ἀπόφασις αὐτοῦ ἠκυρώθη ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον συνέκειτο ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζω, ἀπὸ ἐφέτας καὶ ἀρεοπαγίτας. Τόσον ἀκριβοδικαίως ἐδίκαζεν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἕν μέγα πλεονέκτημα διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅτι εἶχε καταπαύσει πλέον ἡ ἀντιπειθαρχικὴ κατάστασις,—διότι πράγματι ἀντιπειθαρχικὴ ἦτο, ὅταν ἀξιωματικοί, εἰς οὓς ἦτο γνωστὸν πληρέστατα τὸ ἀδίκημα αὐτῶν, ἤγειρον ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου.—Εἶχε παύσει ἐντελῶς ἡ κατάστασις αὕτη. Ἐν τούτοις ἀργότερον, μὲ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου, ὁ νόμος ἐκεῖνος, δυστυχῶς, κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου ΑΩϚʹ τῆς 14 Ἰανουαρίου τοῦ 1901, καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕκαστος, ἀδικούμενος δῆθεν, καὶ διὰ τὸ ἐλάχιστον—πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν—καταφεύγει εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ διὰ τῆς ἐπιτηδειότητος τῶν δικηγόρων κατορθοῦται πάντοτε, καὶ ὁ ἔχων ἄδικον νὰ δικαιώνηται. Ἐντεῦθεν τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσεν ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς ἀποζημιώσεις. Κυρίως δὲ τὸ κακὸν προῆλθεν ἀπὸ τοῦ 1871. Ὁ μακαρίτης στρατηγὸς Λ. Σμολένσκης, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε, ἠθέλησε νὰ φέρῃ μίαν τάξιν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἕνεκα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, εἶχον εἰσέλθει πλῆθος ἀνθυπασπιστῶν εἰς τὸν στρατόν, τῶν πλείστων ἀνικάνων ὅλως διόλου. Τότε ἔφερε δύο νόμους, δι’ ὧν ἔθεσε τέρμα εἰς τὸ κακόν, διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς νόμου διαλύσας τὸν λόχον τῶν ἀπομάχων, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου, τοῦ ΥΙʹ νόμου τῆς 27 Μαΐου 1871, λύσας τὸ ζήτημα τῶν ἀνθυπασπιστῶν, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει, ὅτι οἱ ἀνθυπασπισταί, ὅσοι δὲν ἔχουσι τὴν δεῖνα ἡλικίαν, ἢ δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, ἀποστρατεύονται, λαμβάνοντες τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Τοῦτο μετά τινα ἔτη ἔφερε τὰς ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τότε πλέον τῶν 60 ἢ 70 ἀνθυπασπισταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τεθῆ ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν εἶχον ἔλθει ἄλλοι, κατώρθωσαν νὰ κερδίσουν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐκ τούτου δὲ ἐπῆλθεν ἡ πρώτη ἀνωμαλία εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, διότι τὰ Δικαστήρια ἐκύρωσαν τὰς ἀγωγάς, μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τότε νὰ θέση ἕν τέρμα. Λοιπὸν ὥρισε διὰ τοῦ νόμου ΩΠΒʹ τοῦ 1880, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν θὰ λαμβάνηται καὶ ἡ μισθοδοσία καὶ ὁ βαθμός, ἀλλ’ ὅσοι ἐξ αὐτῶν εἶχον τὴν ἱκανότητα νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν, θὰ ἐξηκολούθουν νὰ ὑπηρετῶσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔθεσε τότε ὁ νόμος. Ἐτέθη λοιπὸν τότε ὡς δόγμα διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἀδίκως ἀποστρατευθῆ, νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν καὶ τὸν βαθμόν, ὃν εἶχον οἱ συμβάθμιοί των κατὰ τὴν τελευταίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ἐπίσης θὰ ἐτίθεντο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, καὶ ὅσοι μὲν ἐξ αὐτῶν θ’ ἀπεδεικνύοντο ἀνίκανοι, αὐτοστιγμεὶ θ’ ἀπεστρατεύοντο, ὅσοι δὲ θὰ ἐκρίνοντο ἱκανοί, θὰ ἀπεδίδοντο εἰς τὸν στρατόν, μετὰ τοῦ μισθοῦ καὶ τοῦ βαθμοῦ, ὅστις ἀνῆκεν εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν. Τοῦτο συνέβη καὶ διὰ τὸν ἀπόστρατον κ. Διαμαντόπουλον, ὅστις ἐκέρδισε μὲν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ δὲν ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1880, καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου, ὃν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν, ἐάν, ἀποστρατευόμενος ὡς λοχαγός, εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ταγματάρχου. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λοχαγοῦ Διαμαντοπούλου ἐξετέθησαν πολλαὶ γνῶμαι ἐνταῦθα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐπειδὴ ἐγένοντο ἐξ ἀπροόπτου, δὲν ἦσαν νομικῶς πραγματικαί. Διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶδον τὰ διάφορα ἔγγραφα, ὧν πρέπει νὰ λάβωσι γνῶσιν, διὰ νὰ δυνηθῶσιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς διαφόρους νόμους, νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῶσιν, ἵνα τὴν Δευτέραν γείνῃ συζήτησις περὶ τοῦ λοχαγοῦ τούτου, ἀφοῦ λάβωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες γνῶσιν τοῦ γενομένου ἀδικήματος καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ταγματάρχην κ. Λ. Πλατούτσαν, εἶναι περίεργον ἀληθῶς, ὅτι δύο Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, ἀπαρτιζόμενα ἀπὸ τὰ αὐτὰ μέλη, ἐξέδωκαν τὴν πρώτην φορὰν ἀπόφασιν ὑπὲρ τοῦ Πλατούτσα, καὶ τὴν δευτέραν ἔθεσαν αὐτὸν εἰς ἀποστρατείαν. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ πῶς προέκυψε; Τὴν πρώτην φορὰν, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1898, λαβὼν διαταγὴν συγκροτήσεως Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου, προσεκάλεσα εἰς συνεδρίασιν τὰ μέλη τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἅτινα καὶ προσῆλθον, συγχρόνως δ’ ἐκοινοποίησα εἰς τὸν ταγματάρχην Λ. Πλατούτσαν πρόσκλησιν, ἵνα παρουσιασθῇ, καὶ πράγματι ἐπαρουσιάσθη, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου. Ἡ κατηγορία τότε κατὰ τοῦ κ. Πλατούτσα δὲν ἦτο ἄλλη, παρὰ μόνον ἁπλῶς ἔκθεσις τοῦ συνταγματάρχου κ. Δόξα, ὅστις, ὡς ἀρχηγὸς, εἶχε δικαίωμα περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀξιωματικῶν τῆς δικαιοδοσίας του, τοὺς ὁποίους ἐθεώρει ὡς ἱκανοὺς ἢ ἀνικάνους, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ συνταγματάρχης οὗτος ὑπέβαλε τοιαύτην περὶ 7 ἢ 8 ἀξιωματικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ Πλατούτσας. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν. Ἐπ’ αὐτῆς εἶχεν ἀποφανθῆ καὶ ἡ Ἐλεγκτικὴ Ἐπιτροπὴ, ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Μαυρομιχάλην, ὅτι ὁ Πλατούτσας ἦτο ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Τὸ Συμβούλιον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Δόξα καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐλεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ὁ Πλατούτσας μετὰ πολλῆς παρρησίας ἐξέθεσε τὰ καθ’ ἑαυτόν. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὅτι, ὅτε μετέβαινε τὸ τάγμα του ἀπὸ τοῦ Κραβασαρᾶ εἰς τὴν Ἄρταν, οὗτος τὸ ὡδήγησεν ἐν πλήρει ἀταξίᾳ, καὶ ἑπομένως οἱ στρατιῶται ἐπυροβόλουν καθ’ ὅλην τὴν ὁδόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατηγορία. Ἀλλ’ ὅτε ἐγένετο τοῦτο, ὁ συνταγματάρχης κ. Δόξας δὲν ἦτο ὁ ἀρχηγὸς, ἀλλ’ ἀπουσιάζοντος μόνον μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ πραγματικοῦ ἀρχηγοῦ Ν. Σμόλενιτς, ἐξεπλήρου προσωρινῶς τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ, ὅτε καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Τὸ Συμβούλιον, ἀφοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, ἀφοῦ ἤκουσε μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐπὶ δύο ὥρας τὸν ταγματάρχην Πλατούτσαν, ἀπολογηθέντα, διὰ ψήφων τριῶν κατὰ δύο ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, λόγῳ, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ συνταγματάρχου κ. Δόξα δὲν ἦτο νόμιμος, διότι δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ κύριος ἀρχηγὸς, καὶ δὲν εἶχεν ἐπιθεωρήσει τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικόν, οὔτε τὸν εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του κατὰ τὸν πόλεμον, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὰς ἰδιότητάς του. Μετὰ παρέλευσιν ὅμως ἑνὸς μηνὸς, ἀφ’ ὅτου ὁ ταγματάρχης οὗτος ἀπεστάλη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, λαμβάνω ἐγὼ ὁ ἴδιος διαταγὴν συγκροτήσεως Συμβουλίου ἐκ τῶν αὐτῶν προσώπων, ἐκτὸς ἑνὸς μέλους, πρὸς ἐκδίκασιν τοῦ ταγματάρχου Πλατούτσα. Σημειώσατε, ὅτι, συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ κατὰ τὰ κεκανονισμένα περὶ Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, τὸ Συμβούλιον δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἀπόφασίν του. Ἐπελήφθημεν λοιπὸν ἐκ δευτέρου, ἐνῷ εἴχομεν ἀποφανθῆ τὸ πρῶτον ὑπὲρ τοῦ ταγματάρχου Πλατούτσα. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ ἅπαξ ἠθωώθη ὁ Πλατούτσας, δὲν ἠδύνατο νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν πάλιν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ εἰς τὸ αὐτὸ Συμβούλιον. Τοῦτο γίνεται καὶ εἰς ὅλα τὰ Δικαστήρια. Καὶ εἰς τὰ Στρατοδικεῖά μας, ὁσάκις ἀναθεωρῆται ὑπόθεσις τοῦ ἑνὸς Στρατοδικείου, παραπέμπεται εἰς τὸ ἄλλο, καὶ, ἂν καὶ εἰς αὐτὸ ἀναιρεθῇ, θὰ σχηματισθῇ τρίτον. Ἀτυχῶς, τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, παρέλειψε τότε τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐσχημάτισε τὸ ἴδιον Συμβούλιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρέπεμψε τὸν Πλατούτσαν. Ἀλλὰ τὴν δευτέραν ταύτην φορὰν τὸ Συμβούλιον ἤλλαξε γνώμην ἐκ τοῦ ἑξῆς. Ὑπῆρξεν ἀνάκρισίς τις, ὅτε ὁ ταγματάρχης Πλατούτσας ἔφθασεν εἰς Ἄρταν, ὅτι τὸ τάγμα του καθ’ ὁδὸν ἐπυροβόλει. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μήπως τὰ τάγματα, τὰ διερχόμενα τὴν ὁδὸν Σταδίου ἢ Ἑρμοῦ, δὲν ἐπυροβόλουν ἀδιακόπως; Ὁ συνταγματάρχης κ. Μᾶνος, ὢν αὐστηρός, ὡς ἔπρεπε νὰ ἦναι εἷς ἀρχηγός, ὅτε ἤκουσε τοὺς πυροβολισμούς, διέταξεν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν νὰ μεταβῇ ἔξωθι τῆς Ἄρτης, νὰ προλάβῃ καὶ σταματήσῃ τὸ τάγμα, νὰ τὸ ἐπιθεωρήσῃ, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν. Πράγματι ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐπεθεώρησε τὸ τάγμα, καὶ τὸ εὗρεν εἰς κατάστασιν ὄχι καλήν, διότι μετὰ δέκα ὡρῶν πορείαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι πυκνὴ ἡ τάξις, ἀλλ’ ἦτο παρημελημένη. Ἡ ἀνάκρισις αὕτη, ἥτις ἦτο πραγματικῶς μονομερὴς, ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἀρχηγὸν κύριον Μᾶνον, ὅστις, λόγῳ τῆς ἀγαθότητός του, δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ κακὸν εἰς ἕνα ἀξιωματικόν, περὶ οὗ ὄντως δὲν ὑπῆρξε δευτέρα ἄλλη περίστασις, καθ’ ἣν νὰ περιπέσῃ εἰς ἁμάρτημά τι. Διότι ὁ ταγματάρχης Πλατούτσας ἦτο πάντοτε πολὺ καλὸς καὶ ἠθικὸς ἀξιωματικός...
§88Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Καὶ παλληκαρᾶς!
§89Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. Διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον παρέπεμψε τὸν ταγματάρχην εἰς τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον τὴν πρώτην φορὰν, οὐδὲν ἔγγραφον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ τὴν δευτέραν εἶχον ἀνακαλυφθῇ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ Ἄρτης, καὶ ἀπεστάλησαν εἰς Ἀθήνας· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν μονομερῆ, ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὄντως τὸ τάγμα τοῦ κ. Πλατούτσα ἐπυροβόλει, καὶ ὅτι ὁ ταγματάρχης δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα νὰ περιστείλῃ τὴν ἀναρχικὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματός του. Διὰ τοῦτο ἀπεφάνθη τὴν δευτέραν φορὰν τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον παμψηφεὶ καταδικαστικῶς. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπεστάλησαν, νομίζω, διὰ τοῦ παραθύρου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Διότι ὁ τότε Ὑπουργός, ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης, ὅστις ἔχει βαθεῖαν πεῖραν τῶν τοιούτων, ἐπασχολούμενος εἰς ἄλλα σοβαρώτατα ζητήματα, καθόσον ὁ Τουρκικὸς στρατὸς εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἐλάμβανε καιρὸν νὰ μελετᾷ ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ ἑπομένως ὅλη ἡ διεύθυνσις τῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἀτυχῶς, ἐνηργεῖτο ἀπὸ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον πάντοτε ὑπῆρξεν ἡ αἰτία παντὸς κακοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ προσωπικὸν λοιπὸν ἐπαρουσίασε τὴν δευτέραν φορὰν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν, ἣν εἶχε, δὲν ἠδύνατο νὰ ὀπισθοχωρήσῃ ἀπέναντι ὁλοκλήρου δικογραφίας. Ἀφοῦ ἅπαξ ἠθωώθη ὁ Πλατούτσας, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποσταλῇ ἐκ δευτέρου εἰς τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον· ἀλλὰ, καὶ τοῦτο ἀφοῦ ἀπεφασίσθη, δὲν ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ Συμβούλιον ἐκ τῶν αὐτῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἐδίκασαν τὴν πρώτην φοράν. Διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους ἡ κατὰ τοῦ ταγματάρχου κ. Πλατούτσα ἀπόφασις δὲν ἦτο δικαία, καὶ ἠδύνατο πᾶς Ὑπουργὸς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, διοικητικῶς νὰ ἀπορρίψῃ τὴν δευτέραν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὡς μὴ νόμιμον, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ στράτευμα τὸν ταγματάρχην κ. Πλατούτσαν, ἂν ἕτερον Συμβούλιον ἀπεφαίνετο ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μόνον παράπτωμα, τὸ μόνον ἀδίκημα, ὅπερ ἐγένετο τότε. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ διὰ τὸν ταγματάρχην Ἀθανασιάδην, δι’ ὃν πρὸ ἑνὸς μηνὸς πρὸ τοῦ πολέμου ἐγένοντο τέσσαρες ἐξετάσεις μονομερεῖς, ἄνευ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἰδίου, καὶ οὕτως ἐτέθη ἱκανώτατος ἀξιωματικὸς εἰς ἀποστρατείαν. Εἶναι ἔτι καὶ ἄλλο, ἑνὸς συνταγματάρχου, διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ἐθεωρεῖτο πάντοτε ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, ὑπηρετήσας εἰς τὰς μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας, καὶ ἀποδείξας πάντοτε προθυμίαν καὶ ἱκανότητα. Οὗτος, κατὰ τὸν πόλεμον, διοικῶν ταξιαρχίαν, εἶχε δύο συντάγματα ἀκατάρτιστα, καὶ ἐκοπίασε μεγάλως διὰ νὰ τὰ καταρτίσῃ. Κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου τοῦ 1897 διετάσσετο νὰ μεταβῇ εἰς Μάτι ἐκ Γουνίτσης, ὅπου εἶχε μεταβῆ ἐκ Τρικκάλων, ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ταύτην παρὰ τοῦ μεράρχου του κ. Μαυρομιχάλη, ἐγνωρίσθη αὐτῷ, ὅτι ὁ Τύρναβος κατελήφθη ὑπὸ τῶν Τούρκων· ἑπομένως, μὴ δυνάμενος διὰ τοῦ Τυρνάβου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Μάτι, διὰ νὰ δώσῃ συνδρομὴν, ἠναγκάσθη νὰ περάσῃ ἔξωθεν τῆς Λαρίσης, νὰ μεταβῇ ἀργὰ εἰς τὸ Καζακλὰρ, καὶ ἐκεῖθεν τὴν 11 εἰς τὰ Δελέρια, ἔνθα ἔλαβε μέρος μεθ’ ὅλης τῆς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεως, πεζικοῦ καὶ πυροβολικοῦ. Ὁ μέραρχος κύριος Μαυρομιχάλης, πλανηθεὶς βεβαίως, ὑπέβαλεν ἐκ τούτου ἀκολούθως ἔκθεσιν ἐπὶ ἀνικανότητι τοῦ συνταγματάρχου, διότι δὲν ἐξεπλήρωσε ταχέως τὴν διαταγὴν, ἐνῷ οὗτος, μὴ δυνάμενος νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ Τυρνάβου, παρέκαμψεν. Ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, λαβὼν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὄχι, καθόσον δὲν ἦτο ἐν γνώσει τῆς περιστάσεως αὐτῆς. Ἑπομένως τὴν ἐσύστησεν εἰς τὴν Ἐλεγκτικὴν Ἐπιτροπὴν οὐχὶ εὐνοϊκῶς, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, κατὰ πλειονοψηφίαν, τὸν παρέπεμψεν εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐσχηματίσθη ὑπ’ ἐμέ, καὶ εἰς ὃ ἐπαρουσιάσθη ὁ ἀνώτερος ἐκεῖνος ἀξιωματικός, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ ἑαυτόν· ἀλλ’ οὗτος δὲν ἦτο ἐκ τῶν τῆς ῥεκλάμας, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπερησπίσθη ἑαυτὸν ἐγκαίρως διὰ ταύτης, διότι δὲν ἐξέθεσε τελείως τὰ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ἀλλ’ ἐσιώπησε. Τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, μὴ γνωρίζον τὰ ἀληθῶς συμβάντα, ἀφοῦ πολυώρως τὸν ἠκροάσθη, καὶ λαβὸν γνῶσιν μόνον τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Γ. Μαυρομιχάλη καὶ τῆς τοῦ Διαδόχου, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ φέρῃ αὐτὸν εἰς ἀποστρατείαν, διότι, κατὰ τὸν καταστατικὸν νόμον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἐξετάσεις εὐρείας, προκειμένου περὶ ἀποστρατεύσεως, συμφώνως πρὸς τὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐντολήν. Οὕτω, θεωρηθεὶς ὡς ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν πλέον τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων, διὰ ψήφων 2 πρὸς 3, παρὰ τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἀπεστρατεύθη. Τί συνέβη ὅμως; Ἐκδίδεται ἡ ἔκθεσις τῆς Α. Ὑψηλότητος, ἔκθεσις ἀκριβεστάτη, μάλιστα δὲ κατὰ τὰ σημεῖα, ὅπου πλησίον ἐκεῖ εὑρίσκετο ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, ἥτις λέγει, ὅτι ὁ συνταγματάρχης Ἀντωνιάδης ἐξεπλήρωσε εἰς Δελέρια τὸ καθῆκόν του ἑτοίμως, ὅτι εἰς τὸν Δομοκὸν εἶχε πάθει ἐξ ἀσθενείας, καὶ ἠναγκάσθη, πρὸ δύο ἡμερῶν πρὸ τῆς μάχης, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασίν του. Οὕτω δὲ δὲν ὑπῆρχε λόγος ἀνικανότητος, ἀφοῦ μάλιστα ἐπὶ 40 ἡμέρας εἰς τὰ Τρίκκαλα καὶ τὸ Τσῶτι ἦτο ἐπὶ ποδός, καὶ ἐξεπλήρωσεν ἀόκνως τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ μέραρχός του, δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν ἀκριβῆ τῶν πραγμάτων, καὶ εὑρέθη συνεπῶς εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφανθῇ κακῶς περὶ αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἀνώτερος ἀξιωματικός, ὅστις μετὰ ζήλου πάντοτε ὑπηρέτησεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, νὰ ποτισθῇ πικρίας κατὰ τὰ τελευταῖά του ἔτη. Ἤδη προκύπτει τὸ ἴδιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέκυψε διὰ τὸν Διαμαντόπουλον· διότι, καίπερ ἀποστρατευθεὶς ὁ κ. Ἀντωνιάδης ὡς ὑποστράτηγος ἀπὸ συνταγματάρχου, καὶ δικαιωθεὶς παρ’ ὅλων τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα ἀπέρριψαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὡς κακῶς συγκροτηθέντος, δὲν δύναται τώρα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν, οὔτε μὲ τὸν ἕνα βαθμὸν, οὔτε μὲ τὸν ἄλλον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει, τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἢ ἄλλην ἡμέραν, νὰ ἐκφράσῃ ὡρισμένην γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς διά τε τὸν Ἀντωνιάδην καὶ διὰ τὸν Διαμαντόπουλον, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὦσιν εἰς κατάστασιν ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐν ἀκριβεῖ γνώσει τῶν πραγμάτων.
§90Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ καθῆκον, ἐν πρώτοις νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος, τὸν ὁποῖον διέκρινεν, ὡς πάντοτε, καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ εὐθύτης. Εἶπε δὲ, ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, διὰ τὸν Πλατούτσαν τὸν Λεωνίδαν, ὅστις, καίτοι ὑπηρέτησεν ἐπὶ 40 ἔτη ὡς ἀξιωματικός, καὶ ἐπολέμησεν, ὡς ἐπολέμησε, κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, — καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Γίδαν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἐγνώρισε γενναιότερον ἐκείνου κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ Πηλίου, ἐπίσης δὲ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ καὶ τοὺς ἄλλους κυρίους συναδέλφους, τοὺς ἐκ Πηλίου καταγομένους, — συγκατελέχθη μετὰ τῶν κ. κ. Ἀντωνιάδου καὶ Διαμαντοπούλου. Τοῦτο ἐγὼ βεβαίως δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, καὶ ἐκ καθήκοντος καὶ λόγῳ δικαιοσύνης, διότι γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι δι’ ἄλλην αἰτίαν ἀπεστρατεύθησαν οἱ κύριοι Ἀντωνιάδης καὶ Διαμαντόπουλος, καὶ δι’ ἄλλην ὁ ἀδελφός μου. Ἐγὼ ἐν τούτοις προσδοκῶ καὶ ἀπεκδέχομαι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ὅτι θέλουσιν ἐπαναφέρει τὸν ἀδελφόν μου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀποδίδοντες οὕτω δικαιοσύνην εἰς ἀδικηθέντα στρατιώτην τοῦ καθήκοντος. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζω ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δικαίωμα εἶναι τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐπαναφέρωσιν ἢ νὰ μὴ ἐπαναφέρωσιν αὐτόν...
§91ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι.
§92ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρέπει, ἀφοῦ μάλιστα ἔλαβεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ἀπόφασιν δικαστικήν.
§93ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Βεβαίως ὀφείλουν νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι.
§94Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ἢ μή. Τὰ περὶ τούτου γνωρίζω ἐγὼ καλῶς, διότι, ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἐμελέτησα καλῶς τὰ σχετικὰ ζητήματα, καὶ δύναμαι ἤδη νὰ συγκαταλεχθῶ μετὰ τῶν Γάλλων νομομαθῶν συγγραφέων, τοὺς ὁποίους ἀναγινώσκει καὶ μελετᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λεβίδης (ἱλαρότης). Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι διὰ τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος συνταγματάρχην κ. Στρᾶτον χαίρω πολὺ, διότι, καίτοι εἰς τοιαύτην ἡλικίαν, ἔχει ἀκμαιοτάτην τὴν μνήμην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει, θέλω εἴπει ἐγώ. Ὁ ἀδελφός μου — θὰ τὰ εἴπω ὅλα ἐνταῦθα τώρα, ἀφοῦ ἔλαβε πλέον καὶ δικαστικὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀπόφασιν — μετέβη εἰς Κραβασαρᾶν, καὶ ἐπειδὴ μετὰ δύο ἡμέρας ἔπαθεν ὁ κ. Βότσαρης ἀπὸ ἡμιπληγίαν, ὁ ἀδελφός μου, ἀναλαβὼν τὴν ἀρχηγίαν, διέταξε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μεταβῇ διὰ θαλάσσης εἰς Σαλαώραν, διέταξε δὲ καὶ τὸ σύνταγμα νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Καρβασαρᾶ καὶ κατασκηνώσῃ μίαν ὥραν μακρὰν, ἵνα μὴ ἔχῃ σχέσεις μὲ παντοπώλας, οἰνοπώλας καὶ μαγείρους. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἀπήρεσεν εἴς τινας ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀξιωματικούς, καὶ τὴν ἐπαύριον, ὅτε ἀνεχώρουν, ἔρριψαν τουφέκια, καὶ ἐφώναξαν «ζήτω ὁ πόλεμος». Ἕνεκα τούτου καὶ μόνου ἔπαθεν ὅ,τι ἔπαθεν ὁ ἀδελφός μου. Εἰς τὴν πρωτεύουσαν, μὲ τὴν πολυκοσμίαν, ἐπιτρέπονται τὰ «ζήτω ὁ πόλεμος» καὶ οἱ τουφεκισμοὶ εἰς τὰς ὁδούς· ἐκεῖ δὲ, ὅπου μόνον τὰ φύκη τῆς θαλάσσης καὶ τὰ δελφίνια τῆς θαλάσσης παρίσταντο, δὲν ἔπρεπε νὰ διαταραχθῇ ἡ ἡσυχία των! Τηλεγραφήματα λοιπὸν στέλλονται ἀμέσως πολλὰ καὶ ἀλλεπάλληλα ἐκ Κραβασαρᾶ, τῶν μπακάληδων καὶ ταβερναρέων, καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν κερδοσκόπων κατεργαρέων, πρὸς τὸν ἀρχηγὸν κ. Μᾶνον εἰς Ἄρταν: «Σπεύσατε νὰ λάβητε φροντίδα ν’ ἀντικαταστήσητε τὸν Πλατούτσαν, διότι παρέλυσε τὸ σύνταγμά του!» Ὁ κ. Μᾶνος, μὴ γνωρίζων ὁ ἄνθρωπος, Φαναριώτης αὐτὸς, τί εἶχε συμβῆ, διέταξε τὸν κύριον Μάνεσην νὰ μεταβῇ καὶ παραλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ συντάγματος, διέταξε δὲ καὶ τὸν μοίραρχον κύριον Ζωϊτόπουλον νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Οὗτοι, ἐκτελοῦντες τὴν τοιαύτην διαταγὴν, ἔσπευσαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ συντάγματος, δύο ὥρας μακρὰν τῆς Ἄρτης· ἀλλ’ ἐκεῖ εὗρον τὸ σύνταγμα ἄριστα κατηυλισμένον, καὶ καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς τέχνης τοποθετημένον. Ἔμειναν λοιπὸν, ἐγευμάτισαν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ ἀδελφοῦ μου, καὶ μετὰ ταῦτα ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὸν τὴν αἰτίαν τῆς ἐκεῖ μεταβάσεώς των. Ὁ ἀδελφός μου, ἐννοεῖται, εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ἐκείνην ἐγέλασε, —καὶ ὅλοι, ὅσοι τὸν γνωρίζετε, ὅτι μίαν φορὰν τὸν χρόνον λέγει μίαν λέξιν, ἐννοεῖτε τὸ γέλοιο του ἐκεῖνο,—καὶ τίποτε δὲν εἶπεν. Ὅτε δ’ ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις μετὰ ταῦτα, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐνηργήθησαν αὗται χωρὶς οὐδένα μάρτυρα νὰ προσκομίσῃ ὁ ἀδελφός μου, καὶ διωρίσθη ἔπειτα διευθυντὴς τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου τῆς Ἄρτης. Μετὰ παρέλευσιν ὅμως ἑνὸς μηνὸς, ἐπελθόντος τοῦ πανικοῦ τῆς Ἄρτης, ὁ ἀδελφός μου ἐματαίωσε τοῦτον, μὲ τὸ ῥεβόλβερ ἀνὰ χεῖρας, —καὶ τοῦτο γινώσκουσι πάντες οἱ ἐκεῖ παρευρεθέντες ἀξιωματικοὶ, ἐν οἷς καὶ ὁ νῦν προσωπάρχης ἀξιότιμος κ. Λαπαθιώτης, γνωρίζει δὲ τοῦτο καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς, — ἕνεκα δὲ τούτου, ὁ ἀρχηγὸς κ. Μᾶνος, ἐκτιμῶν τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν τοῦ ἀδελφοῦ μου, διώρισεν αὐτὸν διοικητὴν τοῦ 9ου συντάγματος, εἰς τὰς προφυλακάς. Οὕτω δὲ ἡ προγενεστέρα ἔκθεσις τοῦ κυρίου Μάνου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς δῆθεν ἀνικανότητος τοῦ ἀδελφοῦ μου ἤρθη καὶ ἀνῃρέθη. Ἔμεινεν δὲ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ὡς διοικητὴς, ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας. Τότε, διὰ τὴν ἀτυχίαν μου καὶ τὴν ἀτυχίαν τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὁ κ. Δόξας ἐφιλοδόξησε νὰ γείνῃ Βουλευτής· ἐζήτησε δὲ πρὸς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν του παροχὰς παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου· ἀλλ’ ὁ ἀδελφός μου οὐδέποτε ἔβαλεν εἰς τὸ μυαλό του νὰ κάμῃ παροχὰς στρατιωτῶν, οὔτε καὶ εἰς ἐμὲ αὐτόν· ἕνεκα δὲ τούτου, ὅτε ἦλθεν Ὑπουργὸς ὁ κ. Σμολένσκης, ὁ δὲ κ. Δόξας ἐγένετο ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν Ἄρτῃ, ἀντὶ τοῦ κυρίου Μάνου, ἔχων αὐτὰς τὰς ἀφορμὰς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ μου, προέβη εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν περὶ ἀνικανότητος δῆθεν τοῦ ἀδελφοῦ μου διὰ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν διοίκησιν, — διὰ τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, εἶχεν ἐμφαντικῶς ἀπαλλαγῆ, — ὁ δὲ κ. Σμολένσκης, ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ του, παρέπεμψεν αὐτὸν διὰ ταῦτα εἰς τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀπεφάνθη ὑπὲρ αὐτοῦ...
§95Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἀναφέρωνται ὀνόματα.
§96Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι περισσότερον σεβασμὸν ὀφείλετε, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη.
§97Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὅταν γείνω καὶ ἐγὼ στρατιώτης, θὰ κάμω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ὡς πρὸς τὴν εὐθυδικίαν δὲ τοῦ κ. Σμολένσκη, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀποφανθῶ, οὔτε καὶ νὰ σκεφθῶ· αὐτὸ ἂς τὸ σκεφθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ἂς τὸ σκεφθῇ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂς τὸ σκεφθῶσιν οἱ ἀξιότιμοι ἡγέται, Δεληγεώργης, Ζαΐμης, Καραπάνος καὶ Δραγούμης, ὅταν θὰ πρόκηται νὰ τὸν καλέσουν ὡς Ὑπουργὸν, καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, ὅταν θὰ πρόκηται νὰ τὸν καλέσῃ ὡς Πρωθυπουργόν· αὐτοὶ ἂς σκεφθῶσι περὶ τῆς εὐθυδικίας καὶ τῆς εὐθυκρισίας του. Ἰδικόν μου καθῆκον εἶναι μόνον νὰ ἐξετάσω τὰ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀδελφοῦ μου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πανθ’ ὅσα εἶπον εἶναι ἀληθῆ. Αὐτὰ ἄλλως εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης κ. Στρᾶτος, βεβαιώσας ὅτι ἀπὸ τὸ παράθυρον τοῦ ἐπῆγαν τὰ χαρτιὰ τὴν δευτέραν φορὰν εἰς τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ πλέον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι μοὶ εἶναι τοῦτο ἀτερπὲς καὶ ὀδυνηρόν. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, νὰ λάβωσι μέτρα, διότι δὲν εἶναι δίκαιον οἱ ἀξιωματικοὶ, τοὺς ὁποίους θέλομεν à quatre épingles, τοὺς θέλομεν νὰ φονεύωνται ἐντὸς 24 ὡρῶν, τοὺς θέλομεν νὰ τοὺς σπρώχνωμεν καὶ νὰ μὴ μᾶς σπρώχνουν, διότι, ἅμα σπρώξουν, θὰ γράψουν τὴν ἄλλην ἡμέραν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες, καὶ θὰ ἀφεθῶσιν αὐτοὶ ἔρμαιον τῆς ὀρέξεως καὶ κενοδοξίας ἑκάστου καὶ ὅλως ἀπροστάτευτοι ἐν τῷ δικαίῳ των, μὲ τὸν αὐτὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἐκανόνισαν οἱ Βαυαροὶ πρὸ πεντηκονταετίας, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Παρακαλῶ λοιπὸν, χάριν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ χάριν γενικωτέρου ἐθνικοῦ συμφέροντος, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ λάβωσιν ἐγκαίρως μέτρα περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, τὸν ἀδελφόν μου τὴν δευτέραν φορὰν τὸν κατεδίκασαν ἐρήμην· εἰς οὐδὲν δὲ ἔπταισεν ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης κ. Στρᾶτος, διότι ἐδίκασε, διαταχθεὶς ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του. Αὐτὰ εἶχον, σεβαστέ μοι κύριε συνταγματάρχα, νὰ εἴπω πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσα εἴπετε.
§98Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς, τὰς διοικούσας τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, τὸ Ταμεῖον τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ὅπως ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ προβαίνωσιν εἰς συμβιβασμὸν, προκειμένου περὶ δικῶν τῆς κληρονομίας Συγγροῦ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 97).
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὰς πρὸ ἑβδομάδος ζητηθείσας πληροφορίας.
§101Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς εἰδοποίησα, κύριε συνάδελφε, ἔκτοτε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἀπαιτεῖται χρονικὸν διάστημα, ἵνα συλλεγῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν τὰς ἔλαβον· σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι θὰ διατάξω τὴν Δευτέραν τηλεγραφικῶς νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποστολὴ τῶν πληροφοριῶν.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν 14 Νοεμβρίου ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, καὶ ἐπειδὴ εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἣν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, ἀναγκαιούσας μοι, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποστολὴ τῶν πληροφοριῶν τούτων, περὶ ὧν, μοὶ φαίνεται, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεγάλη δυσκολία, ὅπως συλλεγῶσι.
§103Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἐκ μέρους μου οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη δυσκολία ὑπάρχει· ἐὰν δὲ διέβλεπον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρόθεσιν, ὅπως φέρῃ δυσκολίαν τινὰ, ἤθελον αὐστηρότατα διατάξῃ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποστολή των. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, ἵνα καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχω ἑτοίμους τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας, τοὺς ὁποίους, ἐὰν ἐπιθυμῆτε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀποστείλω καὶ εἰς τὴν οἰκίαν σας, διότι εἶσθε ἐπιμελὴς εἰς τὰ ἔργα σας, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ, νὰ ἀναγνώσητε τοὺς Προϋπολογισμοὺς αὐτοὺς, καὶ ἂν εὕρητε ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν δύο τούτων Μεγάλων ναυτικῶν Δυνάμεων, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, νὰ ὑποδείξητε καὶ εἰς ἐμὲ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Προϋπολογισμοὶ οὗτοι ἀναγράφουσι τὰς πληροφορίας ταύτας. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, εἰς τὴν ὁποίαν παρέδωκα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας, ἵνα μελετήσῃ αὐτὸν καὶ μοὶ ὑποδείξῃ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται, μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουσι.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὄχι δι’ αὐτὸν, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἔχω πίνακα ἀντιγεγραμμένον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Γαλλικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὃν, παρεκάλεσα εἰδικὸν, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ἄνδρα, ἑνδεκάκις καταλαβόντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸν ἔντιμον πρώην συνάδελφον κ. Μπούμπουλην, νὰ μοὶ ἐμπιστευθῇ. Τοῦ κ. Μπούμπουλη ἀκριβῶς σκοπὸς ἦτο νὰ δώσῃ τύπον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦτον, τὸν τῆς Γαλλίας, ὅτε, τὸ τελευταῖον διατελέσας Ὑπουργὸς, ἀντελαμβάνετο τὸ μέγεθος τῆς συγχύσεως περὶ τὰς δαπάνας, ὡς ἐκ τοῦ σημερινοῦ τρόπου τῆς καταρτίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Λοιπὸν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, οὗ ἀντίγραφον τοῦ πίνακος εἶναι τοῦτο, ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα: Δαπάνη ἐν ἐνεργείᾳ γαλλικοῦ πλοίου, τοῦ τύπου τῆς «Ὕδρας». Ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ σημειώνει ὁ κύριος Μπούμπουλης. Ὁ Γαλλικὸς Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει 59 κεφάλαια, ὑπὸ τέσσαρας τίτλους (ἀναγινώσκει): «Τίτλος δαπανῶν προσωπικοῦ»...
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ σειράν.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Θὰ ἀναγνώσω πάντα. «... Τίτλος δαπανῶν προσωπικοῦ, τίτλος δαπανῶν εἰς ἔργα, τίτλος δαπανῶν ὑλικοῦ, καὶ τίτλος δαπανῶν διαφόρων.» Εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα εἶναι 11 κεφάλαια, εἰς τὸ δεύτερον 10, εἰς τὸ τρίτον 24, καὶ τὸ ὅλον 56. Ἰδοὺ λοιπὸν, πῶς εἶναι διατετυπωμένος ὁ πίναξ, καὶ πῶς εἶναι ἐκεῖ ἀναγεγραμμέναι αἱ δαπάναι (ἀναγινώσκει): «Τμῆμα Αʹ... Ὁλικὸν ἄθροισμα 216,000.» Τὸ Βʹ τμῆμα: «Κεφάλαιον 29. Πυρῖτις...» (Λογαριασμοὶ διὰ τὸ πλοῖον εἰδικοί, διὰ πλοῖον ἓν τοῦ τύπου τῆς «Ὕδρας») «συντήρησις αὐτοῦ καὶ τῶν ὅπλων». Τὸ ὅλον τοῦ πληρώματος 232. Ἤτοι δαπάνη ἐν συνόλῳ 1 ἑκατομμύριον δραχμῶν. Τὰ φράγκα ἔχει τρέψει εἰς δραχμὰς ὁ κ. Μπούμπουλης. Βλέπετε λοιπὸν, πῶς λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὃν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἡμετέρου Ναυστάθμου λέγει, ὅτι ἀγνοεῖ, καὶ βλέπετε, ὅτι ἐκεῖ ἀδύνατον οἱ γαιάνθρακες, οἱ προωρισμένοι διὰ τὸ πλοῖον τοῦ τύπου τῆς «Ὕδρας», καὶ οἵτινες ἐκεῖ ἀναβαίνουσιν εἰς 116,000 φράγκα, νὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἄλλο πλοῖον. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν, ἣν ὁ νόμος, ἣν τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἀπαιτῇ νὰ ψηφίζωμεν ἐνταῦθα Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅταν ὁ Λογιστικὸς Νόμος λέγῃ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ψηφίζηται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, μὴ ἐπιτρεπομένης μεταθέσεως δαπάνης ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον. Ἐὰν ἡμεῖς οὕτως εἴχομεν συντεταγμένον τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τῶν γαιανθράκων τῆς «Ὕδρας» ἡ δαπάνη νὰ μετατεθῇ, παραδείγματος χάριν, εἰς τὴν «Κίσσαν» ἢ τὴν «Χελιδόνα», ἀλλ’ ἡ «Κίσσα» καὶ ἡ «Χελιδὼν» θὰ εἶχον ἰδίαν ἑαυτῶν πρόβλεψιν γαιανθράκων, καὶ ὁ «Μιαούλης» καὶ ἡ «Ὕδρα» καὶ αἱ «Σπέτσαι» καὶ τὰ «Ψαρὰ» καὶ ὁ «Εὐρώτας» καὶ ὁ «Πηνειὸς», ἕκαστον πλοῖον ἤθελεν ἔχει τὴν ἰδίαν δι’ αὐτὸ προσδιωρισμένην δαπάνην. Τοῦτο ἂν ἐγίνετο, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις δεικνύει μεγάλην φροντίδα τῷ ὄντι περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, ἤθελεν αὐτὸς οὗτος βοηθηθῇ εἰς τὸ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν, ἣν μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας φαίνεται, ὅτι προσπαθεῖ νὰ βελτιώσῃ. Τοῦτο ἐζήτησα, κύριε Ὑπουργέ.
§107Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ τὸ δίδετε;
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. (Ἐγχειρίζει τὸ σημείωμα).
§109ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εὐχαρίστως, Κύριοι, ἐγὼ ἔσπευσα νὰ ζητήσω ἀμέσως ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν, διὰ τῶν ἡμετέρων Πρεσβειῶν, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Φρονῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι πλήρης ἀπόδειξις, ὅτι ἐφρόντισα νὰ εὕρω ὅλας τὰς πληροφορίας καὶ τοὺς Προϋπολογισμοὺς, διὰ νὰ φωτισθῶ καὶ ἐγώ...
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§112ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἔδωκε τὸ σημείωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπούμπουλης...
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντέγραψεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Γαλλικοῦ.
§114ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀντέγραψεν...Ἐγὼ τὸν κύριον Μπούμπουλην ἐκτιμῶ, ὡς ναυτικὸν πολύπειρον καὶ ὡς ἄνθρωπον εἰδικὸν περὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὴν ὁποίαν παρέδωκα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐζήτησεν. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ δὲν ἐγένετο ἀκόμη μελέτη, διότι μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐδόθη. Πολὺ πιθανὸν, τὸ σημείωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. Μπούμπουλης, νὰ ἦναι ἀκριβές. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλίγον ἄπορον, εἶναι, ὅτι ὁ συντάξας τὸ σημείωμα αὐτὸ καὶ ἐξαγαγὼν αὐτὸ ἐκ ξένων Προϋπολογισμῶν, καίτοι ἐχρημάτισεν 11 φορὰς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐν τούτοις οὐδέποτε κατέγεινεν εἰς τὸ νὰ τακτοποιήσῃ τὰ πράγματα...
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀδικεῖτε, κύριε Ὑπουργέ.
§116ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ τὸν κ. Μπούμπουλην τὸν σέβομαι καὶ τὸν ὑπολήπτομαι, ὅπως τὸν ὑπολήπτεσθε καὶ ὑμεῖς, καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν του...
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἄξιος δι’ ὅλα.
§118ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. καὶ τὸν ἔχω καὶ προσωπικόν, προσωπικώτατον φίλον· λέγω ὅμως, — καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἐλπίζω ὅτι θέλουσι συμφωνήσει, — ὅτι εἶναι ὀλίγον ἄπορον, πῶς ὁ κ. Μπούμπουλης, ὁ χρηματίσας ἑνδεκάκις Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐσκέφθη περὶ τῆς τακτοποιήσεως ταύτης, ὅταν πρόκηται καὶ διὰ δωδεκάτην φορὰν νὰ γείνῃ Ὑπουργός! Τὰς ἕνδεκα φορὰς δὲν ἐσκέφθη, καὶ τὸ ἐσκέφθη ἤδη, μελετῶν τὴν μεταβολὴν ταύτην διὰ τὴν ἑπομένην ζωήν!
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγετε πράγματα ἀνακριβῆ. Διότι πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσα, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἐγένετο ἐπὶ τῆς τελευταίας ὑπουργίας του.
§120ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ ὁποία ὅμως ἐργασία δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐτέθη διότι δὲν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς, ὃν ἡτοίμαζε.
§122ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν κατηγορῶ ποσῶς τὸν κ. Μπούμπουλην. Τὸν σέβομαι καὶ τὸν τιμῶ καὶ τὸν ἀγαπῶ, ὅπως καὶ ὑμεῖς, καὶ συνδέομαι μετ’ αὐτοῦ πολὺ πρὶν ἢ συνδεθῇ ὁ κ. Μπούμπουλης μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπὶ ἕνδεκα περιόδους δὲν ἠδυνήθη νὰ τακτοποιήσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§123Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κάλλιον ἀργὰ, παρὰ ποτέ.
§124ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ τὰ διορθώσῃ εἰς τὴν ἐρχομένην ὑπουργικὴν περίοδον! Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ δώσω διαταγὴν, ὅπως ἑτοιμασθῶσι τὸ ταχύτερον αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι· διότι τὰ πράγματα αὐτὰ βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστα. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπέλθῃ μία τάξις. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς γαιάνθρακας, θὰ σᾶς δώσω ταχέως πληροφορίας· ἴσως καὶ τὴν Δευτέραν.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ πολύ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της.
§127Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιθάλψεως τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις κλπ. παθόντων», δὲν προσεκλήθη. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐκλήθην.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἐκάλεσα, καὶ συνῆλθε καὶ εἰργάσθη χθές.
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς τάχιστα· ἂν ἦναι δὲ δυνατὸν, νὰ ἀναγραφῇ καὶ πρὸ τῆς τυπώσεως τῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχει ἐπείγοντα τὸν χαρακτῆρα. Πρόκειται περὶ προμηθείας θεϊκοῦ χαλκοῦ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐπανειλημμένως ἀνέφερεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις καὶ συνεννοήσεις πρὸς ἀγορὰν θεϊκοῦ χαλκοῦ παρ’ ἐργοστασίων, καὶ ὅτι ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν ἀπάντησιν· ἐγὼ δὲ δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἔγκρισιν, διότι, κατὰ τὸν νόμον, δὲν ἀνάγεται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Τραπέζης αὐτὸ, καὶ μόνον διὰ νέου νόμου δύναται νὰ γείνῃ...
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνάγεται.
§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ Συμβουλίου εἶναι ῥητὴ ἐν τῷ νόμῳ, νὰ εἰσπράττῃ τὸ παρακράτημα, καὶ νὰ διαθέτῃ τὸ χρῆμα εἰς δάνεια πρὸς καλλιέργειαν. Ἑπομένως, ἐν ὅσῳ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παραμένει ἐκκρεμὲς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ἐγκρίνῃ, καὶ τὸ Συμβούλιον οὐδεμίαν δύναται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ προβάλω, περιορίζομαι μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 98).
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην. Ἂν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ, ἂς ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§136Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον «περὶ κατασκευῆς Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ», μὲ ἐνέβαλεν εἰς τοιαύτην ἀνησυχίαν, ὥστε, μὲ ὅλας τὰς εὐχαριστήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέλω ἀναγκασθῆ νὰ παραπονεθῶ...
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνα ἀριθμὸν ἔχει;
§138Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τέταρτον. Ἐχάθη τὸ ζήτημα! κατόπιν μάλιστα τῆς παραδόξου ἐπιμονῆς τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅπως παντὶ σθένει ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ πάσης ἄλλης ἐπειγούσης ἐργασίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἴσως μόνον ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς αὐτοσυντηρήσεως καὶ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ εἰς τοῦτο. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, ἴσως τὸ αὐτὸ ἤθελον προτείνει. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι πολὺ φλέγον ζήτημα διὰ τὸν τόπον μου, ζήτημα ὑπάρξεως, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ προτάξῃ τοῦτο τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι καὶ εἷς ἄλλος λόγος, κύριοι Βουλευταί, ὁ ὁποῖος μὲ ἐνέβαλεν εἰς ἀνησυχίαν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν ἴσως ἀποφασίσει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διότι καὶ ἐγὼ, ὅτε παρέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ ὁ λαὸς, ἐζήτησα, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς, δηλαδὴ δι’ ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου εἰς Τράπεζάν τινα, ὅπως αὕτη δώσῃ δάνειον εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως καὶ εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, τοῦθ’ ὅπερ ἐζήτησε καὶ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου. Ἐνῷ δὲ δι’ ἐπερωτήσεως ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου παρεκάλεσε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τῷ εἴπῃ, διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐγγυᾶται ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅπως δανεισθῇ ὁ δῆμος καὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, μεθ’ ὅλην τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν ὁμολογουμένως εὐγένειαν, δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸν σεβαστὸν ἀρχηγόν μου (ἱλαρότης). Εἷς ἄλλος λόγος; διὰ τὸν ὁποῖον ὑποπτεύομαι, ὅτι δὲν εἶναι ὡρισμένη ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, περὶ κατασκευῆς τῆς Δεξαμενῆς, καὶ ὅτι εἶναι πολιτικὸν πυροτέχνημα, εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου ἠρώτησε τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου ἐκ Σύρου κ. Βοκοτόπουλον: Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ ἐμπορεύματα 3%, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη ἡ ἀγορὰ τῆς Σύρου, ἀφοῦ οἱ ἔμποροι τῆς Πελοποννήσου μεταβαίνουσιν εἰς Σῦρον διὰ νὰ κερδίσωσιν ἓν μόνον λεπτόν; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου δὲν ἀπήντησεν, ἴσως διότι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ κ. Δεληγεώργης ἔλαβε τὸν λόγον, νομίζων, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἄρθρου 8, καὶ ὁπωσδήποτε διεσκεδάσθη τὸ πρᾶγμα· εἶδον ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφός μου ἀπήντησε διὰ τῆς τροπολογίας τῆς Κυβερνήσεως· διότι εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχω εἰς χεῖράς μου, λέγει: «καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ ἐμπορεύματα τόσον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν.» Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπω, ὅτι, προκειμένου περὶ ἔργου τόσον μεγάλου ποσοῦ, 2½ ἑκατομμυρίων, νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ἦναι συγκεκριμένον· διότι, ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν σᾶς ἔλεγον, εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ τὸ ἐμπόριον Σύρου πρὸς τὰς ἄλλας ἀγορὰς, ὅταν τὰ ἐμπορεύματα ἐπιβαρυνθῶσι διὰ τόσον μεγάλης προσθέτου φορολογίας. Ἂν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πράγματι ἀπεφάσισε νὰ εὐεργετήσῃ τὴν Σῦρον, δέον νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ τῶν μέσων τῆς κατασκευῆς τῆς Δεξαμενῆς, καὶ νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διότι, ἐὰν σήμερον, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ὡς ζήτημα ὑπάρξεως αὑτῆς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, ἵνα μετὰ ταῦτα ἦναι ἐλευθέρα ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν τῆς Βουλῆς, τότε εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Δεξαμενῆς θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Μάλιστα τὴν ἰδέαν ταύτην μοὶ ἐνίσχυσαν τὰ γραφόμενα εἰς ἐφημερίδας φιλικῶς διακειμένας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπισείεται εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς ἡ ἀπειλὴ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ψηφισθῇ ἀμέσως ὁ Προϋπολογισμός. Εἶναι φλέγον ζήτημα διὰ τὸν τόπον μου. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος κωλυσιεργίας. Ἔχομεν καιρὸν πρὸς τοῦτο (ἱλαρότης). Πάντα ταῦτα, λέγω, κύριοι Βουλευταί, μὲ κάμνουν νὰ μορφώσω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς Δεξαμενῆς δὲν θέλει τελειώσει. Εὑρίσκομαι δὲ καὶ εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν, διότι ἤρχισα νὰ γράφω εἰς Σῦρον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέδωκεν εἰς παρακλήσεις μου νὰ γείνῃ Δεξαμενή, καὶ δὲν θὰ ἠξεύρω καὶ ἐγὼ, πῶς νὰ δικαιολογήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν συνάδελφον κ. Βοκοτόπουλον (ἱλαρότης). Δὲν ἀδικῶ ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι εὑρίσκεται ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σύρου συνάδελφόν μου κύριον Βοκοτόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐξασκεῖ ἐπιρροήν τινα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρακαλέσῃ καὶ αὐτὸς αὐτὴν, ἵνα προταχθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον. Διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἑκάτερος ἡμῶν ἀνήκει, τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μας εἶναι κοινόν. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ συνεργαζώμεθα εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, προκειμένου περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου μας. Ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν οἰκοδομῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θέλει ἐπιβληθῆ φορολογία ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, καὶ ἀνέγνωσε τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι, ὅπως ἔχει σήμερον ἡ κατάστασις τῆς Σύρου, ἐλάχιστοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσουν ἐπὶ πλέον φόρον οἰκοδομῶν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, Κύριοι, τὴν κατάστασιν τῆς νήσου μας, σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸ πατρικόν μου σπῆτι, διὰ τὸ ὁποῖον, καίτοι εἶχον ἐξοδευθῆ 100,000 περίπου δραχμαὶ, σήμερον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει, παίρνει ἐνοίκια μόνον 20 ἢ 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐὰν κατορθώσῃ νὰ τὸ ἐνοικιάσῃ, καίτοι τὸ ἐπάνω πάτωμα ἔχει 10 καὶ πλέον δωμάτια, καὶ ἄλλα τόσα τὸ κάτω, κῆπον, δεξαμενὴν μετὰ ποσίμου ὕδατος καὶ λοιπά. Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ μίαν τῶν μεγαλειτέρων οἰκιῶν τῆς Ἄνω Σύρου εἰσπράττεται 20 δραχμῶν ἐνοίκιον, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν ὁ δῆμος Ἄνω Σύρου νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ προσθέτου φορολογίας φόρου οἰκοδομῶν; Ἡ αὐτὴ περίπου κατάστασις εἶναι καὶ εἰς τὴν Ἑρμούπολιν. Ἐν τῇ συνοικίᾳ Νεαπόλεως, κεντρικῷ μέρει, μοῦ ἔλεγεν εἷς ἰδιοκτήτης, θέλων νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ σπῆτί του, καὶ ζητῶν δάνειον 500 δραχμῶν διὰ κτῆμα ἀξίας 15 χιλιάδων, ὅτι ἐδυσκολεύθη ἐπὶ 15 ἕως 20 ἡμέρας νὰ τὰς εὕρῃ, καὶ ἐπὶ τέλους τὰς ἔλαβεν ἀπό τινα Κύριον, καὶ τοῦτο κατώρθωσε, διότι διετέλει μετ’ αὐτοῦ εἰς στενὰς σχέσεις. Ἑπομένως, κατόπιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ καὶ ἐμοῦ, ὅπως ἡ Δεξαμενὴ κατασκευασθῇ, ἐγγυωμένης τῆς Κυβερνήσεως εἰς δάνειον ὑπὲρ τοῦ δήμου καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου...
§139Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ τὰ εἴπητε κατὰ τὴν συζήτησιν;
§140Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ποίαν συζήτησιν; Βλέπετε, ὅτι ἐκανόνισε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν οὕτω πως ὁ ἀρχηγός σας κ. Θεοτόκης, ὥστε ἀποκλείεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Δεξαμενῆς. Ἄλλως τε ταῦτα εἶναι σχετικὰ πρὸς τὸ θέμα.
§141Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ κακῶς πράττει ὁ κ. Τσᾶτσος, διακόπτων ὑμᾶς.
§142Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶπον, περὶ μὴ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἰδίως τῶν τροφίμων, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι ἡ Σῦρος δὲν εἶναι εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἐγνωρίζατε ἄλλοτε — ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀλήθειαν. — Μαστίζει τὸν τόπον ἐκεῖνον φτώχια. Βλέπετε χιλιάδας Συριανῶν, ἐγκατεστημένων ἐδῶ καὶ ἐν Πειραιεῖ· οἱ δὲ ἐκεῖ μένοντες ἐργάται ἐλάχιστα ἀπολαμβάνουσι. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἵνα εἰς τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς τεθῇ καὶ ὁ ὅρος, νὰ μὴ φορολογῶνται τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ὡς ἔχουσιν αἱ τροποποιήσεις, καὶ ὅπως ἔχει καὶ τὸ νομοσχέδιον, εἶδον, ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ παράκλησίς μου, ὅπως μὴ φορολογῶνται τὰ λαχανικὰ τῶν χωρικῶν. Σᾶς διαβεβαιῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι δὲν ἔχουσι σπείρει ἀκόμη εἰς τὴν Σῦρον, διότι μόλις προχθὲς ἔβρεξεν· ἔβρεξε δὲ τόσον πολὺ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σπείρωσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτοὶ δὲν ἔχουσι σπείρει ἀκόμη, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι καλλιεργήσει κανὲν λαχανικόν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ πληρώσωσι φόρον διὰ τὸ ἐλάχιστον ἐκεῖνο εἶδος, τὸ ὁποῖον θὰ κάμουν; Διατελοῦσι δὲ εἰς τοιαύτην πενίαν, ὥστε, διὰ νὰ ἐννοήσητε, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς. Ἐπὶ 5 ἢ 6 ἔτη δὲν ἔχει σχεδὸν βρέξει, καὶ δυστυχοῦσι φοβερὰ αὐτοὶ οἱ χωρικοί. Ἑπομένως νομίζω δικαιοτάτην καὶ αὐτὴν τὴν πρότασίν μου, πολλῷ μᾶλλον, καθόσον ἔχετε ἐπιβαρύνει τοὺς πτωχοὺς τούτους χωρικοὺς διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐπλήρωσαν, χωρὶς νὰ ἔχωσι παραγωγήν. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι περὶ τούτου πολλάκις ἔλαβον τὸν λόγον, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νομοθέτημα περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τῶν παθουσῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου; Καὶ ἐπὶ τῆς παρακλήσεώς μου ταύτης ὑπεβλήθη πρότασις παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων, ἥτις κατέληξεν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, κατόπιν τοῦ ὁποίου, βλέποντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις βραδύνει νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τῶν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος παθουσῶν ἐκ περονοσπόρου. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη τελευταία εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν. Θὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν παράκλησιν, ἣν ὑπέβαλε καὶ εἷς τῶν ἐπιφανῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰπών: «Διατὶ ὁ Πειραιεὺς νὰ ἔχῃ τὸ προνόμιον νὰ κατασκευάζῃ Δεξαμενὴν διὰ τῶν χρημάτων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου, καὶ ἡ Σῦρος ὄχι;» Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Πειραιῶς εἶναι πλουσιώτερον, ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ τρόπος, ὃν ὑπέδειξα, καὶ διὰ τὴν Δεξαμενὴν Σύρου, — τὸν ὑπέδειξε δὲ καὶ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου — διότι σήμερον θὰ πληρώνωμεν, χωρὶς ὁ δῆμος νὰ ἀπολαμβάνῃ τι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως ἀπόψε δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀρχίσῃ ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις. Ἄν δὲ πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς κατασκευῆς τῆς Δεξαμενῆς φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνωσι δεκταὶ αἱ τροποποιήσεις μου, τότε εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀποσύρω αὐτὰς, καὶ ἂς ὑποστῇ ἡ Σῦρος πᾶσαν θυσίαν, ὅπως ἀποκτήσῃ τὴν Δεξαμενὴν, διότι δι’ αὐτῆς θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἄλλον πόρον, σπουδαιότατον, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας αὐτῆς, ἥτις ἀποτελεῖ ζήτημα ὑπάρξεως διὰ τὴν Σῦρον. Προσθέτω, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ δήμου, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινα, ὅπως ἀσκῇ ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς Δεξαμενῆς, δέον ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Περαίνων τὴν ἀγόρευσίν μου, δηλῶ, ὅτι τὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνδρομὴν πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου θέλω θεωρήσει ὡς ὑψίστην ἐκδήλωσιν τῆς πρὸς τὴν Σῦρον εὐνοίας αὐτοῦ· ἐὰν δ’ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, θέλω θεωρεῖ ἐμαυτὸν προσωπικῶς ὑποχρεωμένον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἀναμένω ἤδη τὴν ἀπόφασιν, ὅπως κανονίσω τὴν ἐν τῇ Βουλῇ κωλυσιεργικήν μου στάσιν· (γέλωτες).
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου, ἣν διέκοψα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μή μοι στείλῃ τὸν Γαλλικὸν Προϋπολογισμὸν, διότι εὗρον αὐτὸν ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ θέλει ἴδει ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τίνα τρόπον διεξάγονται ἐν Γαλλίᾳ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν ᾧ ἀναγράφονται πληθὺς καὶ ποικιλία μεγάλη προβλέψεων. Ἐνταῦθα ἔχω ὑπ’ ὄψιν πίνακα· καὶ αὐτὸν μόνον ἂν παραλάβητε, θὰ ἦμαι εὐχαριστημένος. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἠθελήσατε ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι, ὅ,τι ἔδωκα πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἀντίγραφον πιστὸν τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐγὼ αὐτὸς εἶχον ἰδεῖ, διότι πέρυσιν ὁ κ. Μπούμπουλης μοὶ ἔδωκεν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου, ἵνα ἴδω, πῶς ἔχει ὁ Γαλλικὸς Προϋπολογισμὸς ἐν πρωτοτύπῳ. Ἰδοὺ τί ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 περὶ ἑνὸς θωρηκτοῦ, τοῦ «Βρέννου», διὰ δέκα μῆνας (ἀναγινώσκει): «Ἀξιωματικοὶ, φρ. 95,655. Πλήρωμα, 393,976. Τεχνικὸν προσωπικὸν, τόσα. Ἐπιμελητεία, τόσα. Προσωπικὸν ἰατρικὸν καὶ κληρικὸν, τόσα. Ἄνθρακες, φρ. 129,624. Ἄλλαι ὕλαι, 65,549. Ἱματισμὸς, 47,775. Τροφοδοσία: Μερίδες 217,728. Ἔξοδα τραπέζης, 39,377. Ἐν ὅλῳ 1,001,806.» Ταῦτα ζητοῦνται διὰ τὸν «Βρέννον» μόνον· ἀλλὰ τὰ αὐτὰ ἀναγράφονται καὶ περὶ τῶν λοιπῶν πλοίων. Τὰ αὐτὰ δ’ ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ ἦτο βεβαίως ὑπερβολικὴ καὶ ὑπερφίαλος ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, νὰ ζητῶμεν ἐνταῦθα ἐντελῶς ὅμοια· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν, φρονῶ, ὅτι καιρὸς εἶναι καὶ πρέπει νὰ κατορθώσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν τὰ τῶν δαπανῶν τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ προεξελέγχωμεν τὰς δαπάνας, καὶ βεβαιώμεθα, ἂν τὰ δαπανώμενα δαπανῶνται ἐφ’ ἃ δεῖ, καὶ οὐχὶ ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἡ εἰδίκευσις τῶν δαπανῶν εἶναι ὁ ἀξιοπιστότερος φύλαξ καὶ τῆς ἀκριβείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐδεῖτο μεταβολῶν, καί τινας τούτων ἐπεχειρήσαμεν κατὰ τὸ 1896· ὁ τότε δὲ Ὑπουργὸς κ. Λεβίδης μετέβαλε πολλὰ μέρη, ὡς μετεβάλαμεν πολλὰ ἄλλα καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ἐφαρμογὴν πληρεστέραν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ δὲν ᾐτιάθην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, οὐδὲ ἀφορμὴν εἶχον νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὑπερφίαλος ἡ ἀπαίτησις. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι θὰ καταγείνω νὰ φέρω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, καὶ, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ τὰ πράγματα γίνωνται ὡς ἀνέφερε, δὲν θὰ ἔχωμεν δυσκολίαν νὰ κανονίσωμεν καὶ ἡμεῖς παρομοίως τὰ ἰδικά μας.
§146ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ εὕρωμεν ἕνα ἀξιωματικόν, γνωρίζοντα τὴν Γαλλικὴν, ὅπως μελετήσῃ τὸν Γαλλικὸν Προϋπολογισμόν, ἵνα μὴ λέγῃ ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι ὁλόκληρος ὁ πίναξ δὲν εὑρίσκεται.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι, ὅ,τι μᾶς ἀνέγνωσεν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι πίναξ προσηρτημένος, ἐν ᾧ σημειοῦνται αἱ δαπάναι τοῦ στόλου τῆς Μεσογείου. Δὲν ζητοῦνται δι’ αὐτοῦ αἱ πιστώσεις. Τοιοῦτοι δὲ πίνακες παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἷον περὶ τοῦ πλοίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, περὶ τοῦ στόλου τοῦ ἐν ἐφεδρείᾳ κλπ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν ἀμέσως. Ἀναγνωρίζω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μελέτης.
§148Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν ἐποιήσατο ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ὀρθοτάτη, διότι βασίζεται ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ὅστις ἐπιβάλλει τὴν εἰδικότητα τῶν πιστώσεων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀνέκαθεν καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον δὲν ἐτηρεῖτο ὁ κανὼν οὗτος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὅτι φύρδην–μίγδην ἀνεγράφοντο αἱ δαπάναι διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στόλου. Μετὰ τὸ 1896 ὅμως, ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐπεχειρήσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Λογιστικὸν Νόμον περὶ εἰδικότητος τῶν πιστώσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐφηρμόσαμεν αὐτόν. Ἀρκεῖ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1896 καὶ τὸν τοῦ 1897, καὶ παραβάλητε αὐτοὺς πρὸς προηγουμένους, καὶ θέλετε πεισθῆ ἀμέσως, ὅτι μεγάλως εἶχον βελτιωθῆ οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν εἰρημένων ἐτῶν, ἐφαρμοσθεισῶν τῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο εἶχε κατορθωθῆ ὁλοσχερῶς, εἶχεν ὅμως ἀρχίσει καὶ προχωρήσει σπουδαίως ἡ πρὸς τοῦτο ἐργασία, ἥτις ἤθελεν ἔχει εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ἂν ἐξηκολούθει οὕτως. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶναι τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις τῶν γαιανθράκων, ὅσον ἡ κατανάλωσις τῶν ὑλικῶν τῶν πλοίων. Διότι ἡ κατανάλωσις τῶν γαιανθράκων εὐκολώτερον δύναται νὰ εὑρεθῇ, κρατουμένης ἀκριβοῦς σημειώσεως παρὰ τῶν μηχανικῶν τοῦ πλοίου. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ καταναλισκομένη ποσότης γαιανθράκων κατὰ μίλιον ἐν ἑκάστῳ τῶν πλοίων, τηρουμένης ἐν βιβλίῳ καὶ τῆς ἑκάστοτε ταχύτητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου δύνανται νὰ ἐπέλθωσι καταχρήσεις, ἢ σπατάλη, εἶναι ἡ δαπάνη τῶν ὑλικῶν τῶν πλοίων. Περὶ τούτου κατὰ τὸ 1896 ἔτος ἐλήφθη ὑπ’ ἐμοῦ σπουδαιοτάτη φροντίς. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, θέλει μάθει, ὅτι κατὰ τὸ 1896 ἔτος συνέστη Ἐπιτροπή, προεδρευομένη ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Βασιλόπαιδος Γεωργίου, τότε Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, συγκειμένη δὲ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, μαχίμων, οἰκονομικῶν καὶ μηχανικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐκανόνισε κατὰ πλοῖον τὴν ποσότητα τῶν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν· οὕτω δὲ κατωρθώθη, ὥστε καὶ τὰ ὑλικὰ ἑνὸς πλοίου νὰ μὴ δαπανῶνται εἰς ἄλλο. Περὶ τούτου ὑπάρχει Μελέτη λεπτομερὴς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τούτων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι κατορθωθῇ, ὥστε ἐν τοῖς πίναξι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, σὺν τῇ μνείᾳ τῶν πλοίων, νὰ ἀναφέρηται καὶ ἡ δι’ ἕκαστον αὐτῶν δαπάνη, τὸ Κράτος θέλει πολὺ ὠφεληθῆ, διότι ὁ ἔλεγχος ἔσεται ἀκριβέστερος, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει μείζονι θέλει ψηφίζει τὰς πιστώσεις. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει ἀνεύρει τὴν Μελέτην ταύτην ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου.
§149Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περὶ τῆς συσταθείσης Ἐπιτροπῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀληθές. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκανόνισε τὰ ὑλικὰ ἑκάστου πλοίου. Ἀλλὰ πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ὑλικῶν ἑκάστου πλοίου, ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀπεδείχθη πολὺ πλουσιοπάροχος· τὰ ὑλικὰ προϋπελογίσθησαν πλουσιώτερα τοῦ δέοντος. Συνεπῶς διωρίσθη Ἐπιτροπὴ νέα, ἡ ὁποία προέβη εἰς ἀπόφασιν, δι’ ἧς περιωρίσθη κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τῶν ὑλικῶν ἑκάστου πλοίου, καὶ κατωρθώθη νὰ γείνῃ μεγάλη οἰκονομία.
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν ὑπάρχει διαφωνία, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀναγνωρίζει τὸ ὄφελος τῆς διακρίσεως τῶν δαπανῶν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, διότι οὕτως ἡ ἐξέλεγξις γίγνεται τακτικωτέρα. Τὴν διάκρισιν ταύτην ἔχει ὁ Γαλλικὸς Προϋπολογισμός, ὅστις κάμνει διάκρισιν τῶν πλοίων, τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ, τῶν παρωπλισμένων, καὶ ὁρίζει, τί ἕκαστον δικαιοῦται νὰ δαπανᾷ, καὶ ὁρίζεται ἀκριβῶς τὸ ποσὸν ἂν δὲ παρουσιασθῇ ἔλλειψις, ἀναπληροῦται δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, παρούσης τῆς Βουλῆς, ἢ διὰ Διαταγμάτων, ἀπούσης. Ὥστε, ἀνεξαρτήτως τῆς συζητήσεως τῆς ἐπιστημονικῆς, ὡς εἰπεῖν, περὶ τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω, ὅτι οὐσιαστικῶς, καὶ ἕνεκα τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον ἄλλα ἔθνη μᾶς παρέχουσι, καὶ ἕνεκα τῆς ἀνεγνωρισμένης καλλιτέρας μεθόδου τῆς χρήσεως τῶν δαπανῶν, εἶναι πρέπον νὰ γείνῃ ἡ αὐτὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὅπου ὑπάρχει μικροτέρα διάκρισις, παρὰ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα· εἶναι ἐπιθυμητὸν, καὶ ἐπιβεβλημένον καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§151Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς εἰδικεύσεως τῶν διαφόρων πιστώσεων· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄνθρακας, φοβοῦμαι, μὴ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν, ἀναγράφοντα δι’ ἕκαστον πλοῖον τὸ ποσὸν τῶν ἀνθράκων, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσῃ κατὰ τι ἔτος, φέρῃ σπατάλην μᾶλλον ἢ φειδὼ, διότι ὑποπτεύω, ὅτι θὰ δαπανηθῇ οὕτως ὅλον τὸ ἀναγραφὲν ποσόν· ἂν δ’ ἐπιτρέπηται καὶ νὰ μεταφέρωνται ἄνθρακες ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον, θὰ αὐξάνῃ τὸ ποσὸν, τὸ δι’ ἕκαστον ἔτος ὁρισθέν· καὶ ἂν δ’ ὑπάρξῃ ἔλλειψις ἀνθράκων, δὲν θὰ λείψουν αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωματικαί. Τὸ παράδειγμα τῶν Γαλλικῶν Προϋπολογισμῶν δὲν πρέπει νὰ φέρηται πρὸς μίμησιν, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη πλέον σπάταλος ναυτικὴ διοίκησις ἀπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γαλλικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, συγκριτικῶς πρὸς τὰς δαπάνας ἄλλων μεγάλων ναυτικῶν Κρατῶν, αἱ δαπάναι τοῦ Ναυτικοῦ τῆς Γαλλίας ὑπερβαίνουν πᾶσαν ἄλλην. Διὰ τοῦτο εἶμαι μὲν ὑπὲρ τῆς εἰδικεύσεως τῶν πιστώσεων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐγγύησις οἰκονομίας ὁ προσδιορισμὸς τοῦ κατ’ ἔτος ἀπαιτηθησομένου ποσοῦ τῶν ἀνθράκων δι’ ἕκαστον πλοῖον.
§152Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν χθὲς συζήτησιν, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Βόλου κ. συναδέλφου ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ἀφορῶντος τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, εἷς τῶν κυρίων ἀνταποκριτῶν ἐφημερίδος ἐν Βόλῳ ἐκδιδομένης ἠθέλησε νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς Βόλον τὰ τῆς συζητήσεως, περιλαβὼν ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐν περιλήψει τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἀλλὰ λογοκρισία, ἀσκουμένη ἐπὶ τηλεγραφημάτων ἀποστελλομένων ὑπὸ ἀνταποκριτῶν ἐφημερίδων, οἵτινες συμπίπτει ἐνίοτε νὰ ἦναι καὶ συντάκται ἐφημερίδων ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις, λογοκρισία ἀσκουμένη ἐπὶ τοιούτων τηλεγραφημάτων, δηλ. τηλεγραφημάτων, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ μεταδοθῇ ἡ εἴδησις εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ δημοσιευθῇ ἐν Ἀθήναις, καὶ νὰ γείνῃ πασίγνωστος πλέον, περιέκοψεν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ λέξεις, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ φαίνωνται ἐν τῷ τηλεγραφήματι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, νὰ μὴ φαίνωνται δὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος νόμου περὶ τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ὁσάκις τὰ διαβιβαζόμενα διὰ τηλεγραφήματος προσκρούωσιν εἰς τοὺς νόμους τῆς δημοσίας τάξεως καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν, ὁσάκις τοιαῦτα τηλεγραφήματα παραδίδωνται εἰς τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα, τῶν τοιούτων ἐμποδίζεται ἡ μεταβίβασις. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὁμιλῇ τις ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι παρανομία, ὅτι δὲν προσκρούει οὐδὲ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἴσως προσκρούει εἰς τὴν ἠθικήν. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε: «κατὰ τί προσκρούει εἰς τὴν ἠθικὴν, ἀφοῦ περιορίζονται τὰ πράγματα εἰς τὰ ἐκεῖθεν λεχθέντα, καὶ ὄχι εἰς τὰ ἐντεῦθεν, καὶ ἑπομένως δὲν γίνονται γνωστά;» Τοῦτο μοὶ τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος ἀνταποκριτὴς τῆς ἐκδιδομένης ἐν Βόλῳ ἐφημερίδος...
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον, νὰ ὀνομάζωνται τὰ πρόσωπα, ὅταν τοιαῦται καταγγελίαι γίνωνται...
§154ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν καταγγέλλω.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. κατὰ τοῦ ἐνασκήσαντος παράνομον πρᾶξιν. Θὰ ἦτο καλὸν, νὰ φέρητε τὸ τηλεγράφημα, νὰ εἴπητε, πότε ἐγένετο αὐτὸ, διὰ νὰ ἐξετάσω, τί συμβαίνει. Καὶ ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος μοὶ ἔκαμε παράπονα· ἐξήτασα δὲ, καὶ πραγματικῶς ἐξηκριβώθη, ὅτι ἔλειπον ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος πέντε λέξεις· ἀμέσως δ’ ἐτιμώρησα τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εἶχε προβῆ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν. Τὸ αὐτὸ θὰ πράξω, κύριε Βουλευτὰ, ὅταν μοὶ καταγγείλητε τὸν παρανομήσαντα, χωρὶς νὰ κάμητε τοσοῦτον λόγον, προκειμένου περὶ πράξεως, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς δὲν γνωρίζετε.
§156ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν ἔφθασα εἰς συμπέρασμα... Αὐτὰ ὅλα τὰ λέγω, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἀληθεύει, ὅτι παρεδόθη τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, καὶ περιεκόπη, καθ’ ὃν τρόπον παρέστησα εἰς ὑμᾶς. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ἐκ Τρικκάλων, τινὲς ἐξ αὐτῶν, εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ παραστήσωσι πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ περὶ τῆς καταρτίσεως ἐκλογικοῦ καταλόγου ἐν τῷ δήμῳ Τρικκαίων ἰδίως, παραστήσαντες, ὅτι τὰ ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἐκείνῳ καταλόγῳ συμβάντα κατὰ τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ καὶ τὰ μετὰ ταῦτα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε κατέστησαν τὸν ἐκλογικὸν τοῦτον κατάλογον ὕποπτον ἐν τοῖς πλείστοις, κατέστησαν αὐτὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ παρέχῃ πλέον νόμιμον ἀποτέλεσμα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν ἐκλογῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων λεχθέντα πρὸς αὐτὸν, νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ καταρτίσῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὑτοῦ ἐν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν· διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον ὄντως νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως ἐπέλθῃ ὁμαλότης τῆς καταστάσεως ἐν τῷ καταλόγῳ ἐκείνῳ, τῷ ἐκλογικῷ. Διότι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ὁσάκις ἦλθον δι’ ἐνστάσεως ἐνώπιον αὐτῆς τὰ ζητήματα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τοῦ καταλόγου τούτου, εὑρέθη πρὸ ἀδιεξόδου καὶ πρὸ ἀδυνάτου νὰ διορθώσῃ τὸ κακὸν, τὸ γινόμενον ἐν τῷ ἐκλογικῷ τούτῳ καταλόγῳ μέχρι σήμερον. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπερτάτης, ἀναφέρω, ὅτι ἐπὶ δώδεκα χιλιάδων κατοίκων οἱ ἕξ χιλιάδες πεντακόσιοι εἶναι ἐκλογεῖς· δηλαδὴ ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ὥστε μεταξὺ δώδεκα χιλιάδων κατοίκων — διότι ἀφαιρῶ τοὺς χωρικοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι χίλιοι πεντακόσιοι, — οἱ 6,500 εἶναι ἐκλογεῖς. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος, ὅπως ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ· νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον ἐπίκειται ὁ χρόνος τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὥστε συγχρόνως νὰ γίνηται ἐνέργειά τις πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ καταλόγου τούτου, ἐὰν ὄντως παρίσταται τοιαύτη ἀνάγκη. Ἑπομένως, λέγων ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, ἐὰν δεχθῇ ταύτας, νὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ θεραπείας αὐτοῦ τοῦ κακοῦ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§158ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θ’ ἀνακοινώσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Ἐν τῷ Τηλεγραφείῳ Γυθείου ἐλήφθησαν καὶ ἐξηργυρώθησαν ἐπιταγαὶ ὀκτακοσίων δραχμῶν, ὄχι παρ’ ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπεστέλλοντο, ἀλλὰ παρὰ προσώπου ἀγνώστου. Εἶναι μάλιστα ἡ περιγραφὴ, τὴν ὁποίαν ἔχω, πολὺ περίεργος. Ὑπάλληλός τις τοῦ ἐν Λιγουδίστῃ κ. Ἀριστείδου Κοκκέβη — οὐχὶ τοῦ πρώην συναδέλφου, ἀλλὰ τοῦ πρώην Νομάρχου, — ἐτηλεγράφει δῆθεν ἐκ Γυθείου πρὸς τὸν κ. Κοκκέβην, ἵνα τοῦ στείλῃ χιλίας δραχμάς. Ὁ κ. Κοκκέβης, λαβὼν τὸ τηλεγράφημα, ἐξέδωκε δύο ἐπιταγὰς, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὑπαλλήλου του τούτου, τοῦ Γεωργίου Ἠλ. Βαφάκου, ἐκ δραχμῶν 800. Μετὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἡμέρας βλέπει τὸν εἰρημένον ὑπάλληλόν του, καὶ πληροφορεῖται παρ’ αὐτοῦ, ὅτι οὔτε τῷ ἐτηλεγράφησε ποτὲ διὰ χρήματα, οὔτε κἂν ἔλαβεν ἐπιταγὰς, οὔτε ἐξηργύρωσε τοιαύτας. Ἀμέσως ὁ Κοκκέβης μεταβαίνει εἰς Γύθειον, καὶ ζητεῖ πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ταχυδρομικοῦ ὑπαλλήλου, πῶς καὶ εἰς τίνα ἐξηργύρωσε τὰς δύο αὐτὰς ἐπιταγάς. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ εἶπεν, ὅτι ἀγνοεῖ· εὑρὼν δὲ ὁ Κοκκέβης ἐξηργυρωμένας τὰς ἐπιταγὰς, παρετήρησεν εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ὅτι, δυνάμει τοῦ νόμου, δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ἐπιταγὴν, ἂν δὲν γνωρίζῃ τὸν κάτοχον αὐτῆς, ἢ ἂν δὲν προσέλθωσι μάρτυρες, ἵνα βεβαιώσωσι τὴν ταυτότητα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος τῷ ἀπήντησε: «νὰ κάμῃς τὴν ἀναφοράν σου!» Πράγματι ὁ Κοκκέβης ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, πρὸς ὃν ἔκαμε τὴν ἀναφοράν του· ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κ. Διευθυντὴν ἔλαβε τὴν περίεργον ἀπάντησιν, ὅτι καλὰ τοῦ ἀπήντησεν ὁ ὑπάλληλός του! Ταῦτα ποιοῦμαι γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, νὰ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, τί συμβαίνει. Λωποδυσία γίνεται εἰς τὸ ταχυδρομεῖον ἐκεῖνο; Καὶ τίς ὁ λωποδυτήσας; Μήπως τάχα εἶναι ὑπάλληλός τις; Τί θὰ γείνουν τὰ χρήματα ἐκεῖνα; Θὰ τὰ ἀπολέσῃ ὁ κύριος αὐτῶν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ζητήτῃ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν ἐξωφλήθησαν νομίμως αἱ ἐπιταγαί. Πλὴν τούτου, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐγένοντο παράπονα ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Καλλιφωνίας ὑπηρετεῖ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ἐκείνῃ ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος πρὸ δύο μηνῶν ἔλαβε σύζυγον ἀπὸ τὸν τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται τοῦ λοιποῦ νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Καὶ δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ τούτου, ἂν μὴ ἐπληροφορούμην σήμερον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐντεῦθεν πρὸ ἡμερῶν παρ’ ἄλλου συναδέλφου περὶ τοῦ ἀστυνόμου τούτου, τοσοῦτον παρεξετράπη ὁ κ. ἀστυνόμος, ὥστε πάντα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον νομίζει ὡς δόντα τὰς πληροφορίας ἐνταῦθα, τὸν καταδιώκει, καὶ βιαιοπραγεῖ κατ’ αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτων, ἔχω καὶ μίαν ἄλλην αἴτησιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ καὶ μάθῃ τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν ἐν τῇ πόλει Καρδίτσης παρὰ τῶν κατωτέρων ἰδίως ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐκεῖ, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ μηνὸς, παρὰ τῇ πλατείᾳ, ἐν τῷ δημοσιωτέρῳ μέρει τῆς Καρδίτσης, καὶ ἔναντι σχεδὸν τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος, ἐγένετο κλοπὴ θρασυτάτη, κλοπὴ καταστήματος ἐμπόρου τινὸς, ὀνόματι Θάνου Καφαντάρη. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς παρεπονέθη εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ ἰδίως κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σκοποὶ παρὰ τὸ κατάστημα αὐτοῦ κατὰ τὴν νύκτα τῆς κλοπῆς. Ἀλλὰ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐξέφρασε διὰ τὴν ἀδράνειαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἤρκεσαν εἰς αὐτὰ, ὥστε ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης νὰ εἰσάγουν αὐτὸν καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον! Ταῦτα εἶναι ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν ὑπηρετοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν βλάπτουσι, καὶ δικαίως ἐξερεθίζουν αὐτούς.
§159Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν εὐκρεστῆται, νὰ καταθέσῃ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: α) Πόσοι καθηγηταὶ Γυμνασίου τυγχάνουσι διωρισμένοι. β) Πόσοι Ἑλληνοδιδάσκαλοι τυγχάνουσι διωρισμένοι. γ) Πόσας ὥρας διδάσκει ἕκαστος τῶν ἐνταῦθα διωρισμένων ἐν ἑκάστῳ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ ἐν ἑκάστῳ τῶν Γυμνασίων. δ) Πόσοι ἰδίως καθηγηταὶ εἰσι διωρισμένοι ἐν τῷ Βαρβακείῳ Λυκείῳ, καὶ πόσας ὥρας διδάσκει ἕκαστος αὐτῶν. Παρακαλεῖται προσέτι ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τῆς καταδίκης εἰς φυλάκισιν τοῦ ἐνταῦθα διωρισμένου ἑλληνοδιδασκάλου Κ. Ταμπακάκη ἔγγραφα. Νὰ καταθέσῃ δὲ προσέτι καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπιθεωρητῶν περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τοῦ καθηγητοῦ Ν. Παπαγεωργίου, καὶ τὰς ἐκθέσεις τοῦ γυμνασιάρχου Ρέντζου, ὅτε οὗτος συνυπηρέτει μετ’ αὐτοῦ ἐν Καλαβρύτοις.
§160Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μετὰ πολλὰς συστάσεις πρὸς τὸν Πρόεδραν τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τῆς ἐνεστώσης, ἀλλὰ καὶ τῶν παρελθουσῶν, κατωρθώθη πρὸ ἐτῶν νὰ συστηθῇ Τηλεγραφεῖον ἐν Καστανιᾷ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Καστορίου. Τὸ Τηλεγραφεῖον τοῦτο, δυστυχῶς, μετὰ λειτουργίαν ὀλίγων μηνῶν, ἐκλείσθη, μετατεθέντος τοῦ τηλεγραφητοῦ. Παρακαλῶ νὰ διορισθῇ πάλιν τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, διότι τὸ Τηλεγραφεῖον αὐτὸ εἶναι χρησιμώτατον εἰς τὴν κωμόπολιν ἐκείνην, ἥτις ἔχει ἀρκετὸν ἐμπόριον, αἱ δὲ εἰσπράξεις τοῦ Τηλεγραφείου ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς δαπάνας.
§161ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρίσθη πρὸ ἡμερῶν τηλεγραφητής.
§162Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δεύτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σπάρτης εἰς τὴν αὐτὴν κωμόπολιν Καστανιὰν, ἵνα μὴ καταστραφῇ καὶ τὸ συντελεσθὲν τμῆμα αὐτῆς καὶ ἀπολεσθῶσι τὰ δι’ αὐτὴν δαπανηθέντα. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν εἶναι μικρά.
§163Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς παρούσης Συνόδου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσπευσε νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως σπουδαίων διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀφορωσῶν τὸ περὶ ἐκτελέσεως κεφάλαιον. Γνωρίζετε πάντες, Κύριοι, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀφορᾷ εἰς σπουδαιότατα συμφέροντα ἀστικά, ὄχι μόνον τῶν κεφαλαιούχων, ἀλλὰ καὶ συμπάσης τῆς κοινωνίας. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μολονότι ἔχει καὶ μακρὰν πεῖραν καὶ νομομάθειαν εὐρεῖαν, ἐνόησεν, ὅτι εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν σπουδαιοτάτων τούτων διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ καὶ τὰς γνώμας πάντων, ὅσοι ἦσαν πρὸς τοῦτο ἁρμόδιοι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέθηκε τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς τὸν κορυφαῖον παρ’ ἡμῖν νομομαθῆ, τὸν κ. Ψαρᾶν, ὅστις, μετὰ μακρὰν ἐργασίαν καὶ μετ’ ἐπιμελείας ὄντως ἀξιεπαίνου, κατήρτισε τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο μόνον ὁ κ. Ὑπουργός· ἀπέστειλε τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν, καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ πρὸς ἄλλους νομομαθεῖς, καὶ πάντες ἀπεφάνθησαν περὶ τῆς ἀρτιότητος τοῦ νομοθετήματος τούτου· τοῦθ’ ὅπερ μεγάλως τιμᾷ τὸν συντάκτην αὐτοῦ. Καὶ οὐδεὶς, νομίζω, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀμφιβάλλει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄρτιον. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίκουρον καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου περὶ τούτου, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει τις ἐξ ὑμῶν τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἀνώτεροι παρ’ ἡμῖν δικασταὶ δὲν ἐξήτασαν μετὰ προσοχῆς καὶ δὲν ἐμελέτησαν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἐκφέρωσι τὴν γνώμην, ἣν περὶ αὐτοῦ ἐξέφεραν, καὶ ἥτις αὐτὴ καὶ μόνη ἀρκεῖ, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τῆς τελειότητος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ συνήθεια, ὁσάκις πρόκειται καὶ περὶ σπουδαιοτάτων καὶ κατεπειγόντων νομοσχεδίων, νὰ παραπέμπωμεν αὐτὰ εἰς Ἐπιτροπάς, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι παραπέμπομεν αὐτὰ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς παραπομπῆς εἰς Ἐπιτροπὰς τῶν νομοσχεδίων, εἶμαι συμφωνότατος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, ἐκ τῶν πραγμάτων πείθεται, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ οὐδέποτε εἰργάσθησαν, καὶ οὐδέποτε θὰ ἐργασθῶσιν ἀποτελεσματικῶς, διότι αἱ ἐργασίαι τῶν Ἐπιτροπῶν, μηδ’ αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξαιρουμένης, εἶναι ἐργασίαι τυπικαί, ἐργασίαι καταλήγουσαι εἰς λογοκοπικὰς συζητήσεις· ἑπομένως καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συσταθεῖσα Ἐπιτροπή, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Ἐπιτροπαὶ, εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θέλει καταλήξει. Μολονότι—ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω—τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην μέλη καὶ νομομάθειαν ἔχουσιν εὐρεῖαν, καὶ πεῖραν κέκτηνται πολιτικὴν, καὶ ἄλλην ἐγκυκλοπαιδικὴν μόρφωσιν κατέχουσιν, οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην καὶ ἐπὶ τῆς φιλοπονίας αὐτῶν, διότι οὐδεὶς θεωρεῖ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν ὡς ὑποχρεωτικήν, οὔτε ὅτι, ἐὰν δὲν σπεύσῃ εἰς ἐργασίαν, ἔχει νὰ ὑποστῇ μείωσίν τινα. Καὶ ἡ ἀπροθυμία πρὸς ἐργασίαν εἶναι προφανής· διότι σήμερον ἀσθενεῖ δῆθεν ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ νομομαθὴς κ. Φλογαΐτης, χθὲς ἠσθένει ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Μομφερρᾶτος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς, μεθαύριον θὰ ἀσθενῇ π. χ. ὁ κ. Μπακόπουλος, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἤδη συζητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι τὰ συμφέροντα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, εἶναι σπουδαιότατα. Μετὰ μακρὸν καὶ πολυδάπανον δικαστικὸν ἀγῶνα, ὡς πάντες γνωρίζετε, κατορθώνομεν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν τελεσίδικον, καὶ ἐνῷ νομίζομεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέρμα, καὶ ὅτι εἰσήλθομεν εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἀρχίζει νέος καὶ φοβερὸς ἀγὼν, ὁ ἀγὼν περὶ ἐκτελέσεως, καὶ νέα δίκη, ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι καὶ μακροτέρα καὶ δαπανηροτέρα καὶ πολυπλοκωτέρα τῆς κυρίας δίκης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς· διότι, ἐὰν ἀναμείνωμεν, μὲ τὸ σήμερον καὶ μὲ τὸ αὔριον, νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἵνα ἀποφασίσῃ, νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα θέλομεν καταλήξει, καὶ θὰ μείνωσι τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσιν, ἐπ’ ἄπειρον, ὡς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου εὔλογος ἀντίρρησις.
§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διώρισεν, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως», καὶ, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην, νομίζω καθῆκόν μου νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα διὰ τὰς καλὰς ἰδιότητας, ἃς ἀπέδωκεν εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς· τὸν διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι αἱ πληροφορίαι του, ὡς πρὸς τὴν δραστηριότητα τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι τελείως ἐσφαλμέναι.
§165ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εὖγε!
§166ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔσχε τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ συνεργασθῇ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, καὶ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς, διότι ἀμφότεροι ἠσθένουν· τοῦτο ὅμως δὲν ἠμπόδισε τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀπὸ προχθὲς δ’ ἐκανόνισε νὰ συνέρχηται καθ’ ἑκάστην, τὴν 10ην ὥραν π. μ., καὶ συνῆλθε καὶ χθὲς καὶ σήμερον, καὶ ἐπεξειργάσθη πλεῖστα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπιφέρει πολλὰς βελτιώσεις εἰς τὰ ἄρθρα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της.
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσερχόμεθα, ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς, καὶ αἱ ἐρωτήσεις, ἃς ἔχω ἐνταῦθα ἐγγράφους, ἐπερωτῶσι τοὺς διαφόρους Ὑπουργοὺς περὶ τῶν γενομένων ἐξόδων εἰς ἰδιωτικὰ τυπογραφεῖα διὰ διαφόρους τυπωτικὰς ἐργασίας κατὰ τὰ ἔτη 1898, 1899 καὶ 1900. Ἐπίσης ζητῶ πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικὰς πρὸς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔχω νὰ ἀποτείνω καὶ ἄλλην παράκλησιν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Μαρτίου 1900, ὅτε ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡμίλουν περὶ τῶν ἀπολογισμῶν, διακόψας με ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρετήρησεν, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ, οὓς ἀνέφερον, δὲν ἦσαν τελείως ἀκριβεῖς· μοὶ εἶπε δὲ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Οὕτω τὸ σύνολον τῶν μέχρι καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐλλειμμάτων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 57,639,841. Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο μειωθήσεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὡς ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἐδημιούργησε τὸ προϊὸν τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἠγγυημένου δανείου, καθόσον...» κλπ. «Καραπᾶνος. Πόσον ὁριστικῶς; «Σιμόπουλος. 57,169,000 δραχμαί. Ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ 11,000,000, ὑπολείπονται 46 ἑκατομμύρια περίπου.» Ἀλλὰ ταῦτα ἐλέγοντο τὴν 20 Μαρτίου. Τὴν 1 Ἀπριλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγεν ἐνταῦθα δήλωσιν, ἐν ᾗ ἐκτίθησιν, ὑπὸ χρονολογίαν 1 Ἀπριλίου, ὅτι, κατόπιν μεταβολῶν, ἃς ἠναγκάσθη ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν, τὸ ἔλλειμμα μιᾶς περιόδου ἀνεβιβάζετο κατὰ 10,424,000· ὡς ἐκ τούτου δὲ, τὸ ὅλον ἔλλειμμα ἀνεβιβάζετο κατὰ τοσοῦτον ποσόν. Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν—μίαν ἡμέραν ἔπειτα, νομίζω,—νὰ προσαγάγῃ πίνακα, ἀνακεφαλαιοῦντα τὸ ὅλον ἔλλειμμα, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς πίνακας τοὺς ὁριστικοὺς πλέον· ἀλλὰ μετὰ δύο ἡμέρας, νομίζω, ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ προσαχθῇ ὁ πίναξ. Τὸν πίνακα τοῦτον ζητῶ σήμερον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐνῷ ταῦτα οὕτως εἶχον τὴν 1 Ἀπριλίου, μετά τινα χρόνον οἱ πρῶτοι πίνακες, οἱ δημοσιευόμενοι ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ ἰσολογισμὸς τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, περιεῖχον ἀναγραφὴν τοῦ ἐλλείμματος, ἥτις ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα, μετὰ μικρᾶς προσαυξήσεως κατὰ ἕνα τῶν μηνῶν τῶν διαρρευσάντων, ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα εἰς δραχ. 63,397,092. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀναβίβασις τοῦ ἐλλείμματος κατὰ 11 ἑκατομμύρια λόγον ἔχει, ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς δηλώσεώς του. Σήμερον, κατὰ τὸν τελευταῖον πίνακα, ὃν ἔχομεν, τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1900, τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁλικὸν ἀναβιβάζεται εἰς δρ. 63,400,503.89...
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 11 ἑκατομμυρίων;
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν εἶναι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν, καὶ τοῦτο ἤθελον νὰ ἐρωτήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν 11,000,000 ἤθελεν ἐκτελεσθῆ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1899. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐνόει τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἢ ἂν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον, ὅτε ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς δὲν κατηρτίσθη, νὰ εἴπῃ, ἐὰν τὰ 11 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν 63,400,000, ἢ τὰ 63,400,000 περιέχουσι ταύτην τὴν ἔκπτωσιν. Ταύτας τὰς πληροφορίας ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καθόσον ἐφέτος, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων καὶ τῶν ἀπολογισμῶν οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Ἴσως ὅμως εἶναι καιρὸς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Νὰ κατατεθῇ μὲν ὁ πρῶτος πίναξ, περιέχων σαφῶς τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες οὕτω μετεβλήθησαν, νὰ ληφθῇ δὲ πρόνοια, ὅπως οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι ὑποστῶσιν ἔλεγχον καὶ φθάσωσιν ἔπειτα εἰς τὴν Βουλήν· διότι, καὶ διὰ τὰ ἀτελῆ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐγένετο ποτὲ ἐπεξεργασία, δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς εἶναι οἱ ἀπολογισμοὶ, νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ὁριστικὴν αὐτῶν ἐξέτασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ὅπως ὁ σωρὸς οὗτος τῶν ἀπολογισμῶν εὕρῃ τέλος τὴν προσήκουσαν Ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ αὐτοὺς, καὶ μετὰ τοῦτο τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς εἰδικῆς, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν, ὅπως δυνηθῶμεν ἐπὶ τέλους καὶ ἡμεῖς νὰ κλείσωμεν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς, καὶ γνωρίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς παρελθούσης περιόδου ὁλόκληρον. Ἐπειδὴ δὲ ταῦτα σχετίζονται μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον τὸν πίνακα. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑπομνήσω μίαν ὑπόθεσιν, ἀφορῶσαν τὴν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ βιομηχανίαν τῶν ὀμβρελλῶν, διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν θ’ ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ὀμβρελλοποιῶν, οἵτινες παραπονοῦνται διὰ τὴν ζημίαν, ἥτις προσγίγνεται εἰς αὐτοὺς, ἕνεκα τῶν δασμῶν τῶν τελωνειακῶν, καὶ διὰ τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα ἐν χώραις Ἀνατολικαῖς, ὅπου φαίνεται, ὅτι γίνεται πολὺ μεγάλη ἡ κατανάλωσις τοῦ εἴδους τούτου, ἰδίως ἐν Αἰγύπτῳ, ἐν Κρήτῃ, ἐν Σάμῳ κλπ. Φαίνεται, ὅτι ἐκεῖ δύναται ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία νὰ εὕρῃ ἔδαφος καταναλώσεως εὐρὺ, διότι ὑπὲρ τὰ 3 καὶ 4 ἑκατομμύρια δραχ. δαπανῶνται εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς βιομηχανίας εἰς τὰ μέρη ταῦτα. Ἔχω ἐνταῦθα ὑπόμνημα τῶν ὀμβρελλοποιῶν, ὅπερ δύναμαι νὰ παραδώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παρακαλῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα. Αὐτοὶ εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποστῶσι πάντα ἔλεγχον εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ὀμβρελλῶν, ὥστε νὰ ἀποδίδηται εἰς αὐτοὺς τὸ τέλος ἐκεῖνο, ὅπερ, ἀποδιδόμενον εἰς αὐτοὺς, καθιστᾷ αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ εἴδη τὰ εὐρωπαϊκά. Τελευταίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, σχετιζομένην πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὅστις σήμερον ἀπασχολεῖ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλήν. Ἔχω κατ’ οἶκον ἑκατοντάδας πρωτοκόλλων καταμετρήσεως, γενομένων ἐν Ἀττικῇ, ἁπάντων ἀκύρων, διότι, παρ’ ὅλας τὰς ὁδηγίας, ἃς ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ γεωμέτραι δὲν ἀντελήφθησαν τὰ πράγματα. Φέρω ὡς δεῖγμα ἓν τῶν πρωτοκόλλων τούτων, ἐν ᾧ βλέπω, ὅτι οὐδεὶς παρεστάθη· οὔτε ὁ ἀμπελοκτήμων, οὔτε ὁ δημοτικὸς ἢ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ταύτῃ δηλώσει, ὅτι δὲν παρεστάθη· τὸ περιεργότερον δὲ εἶναι, ὅτι ἔγεινεν ἡ καταμέτρησις, χωρὶς νὰ φαίνηται ὄνομα ὁριοδείκτου συμπράξαντος, ἐνῷ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἀπαιτεῖ τὴν πρόσληψιν ὁριοδείκτου. Περὶ τούτου ἐγένοντο καὶ ἀναφοραὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον πολλαί. Πέποιθα δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἅμα ἴδῃ αὐτὰ τὰ πρωτόκολλα, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ ἀκυρώσῃ αὐτά. Γίνονται μάταιαι δαπάναι, ματαία ἀναβολὴ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, καὶ κόπος καὶ διὰ τοὺς πολίτας καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Καλὸν δὲ θὰ ἦναι, τώρα, ὁπότε εἴμεθα ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, πάντα ταῦτα τὰ πρωτόκολλα, τὰ ἄκυρα, νὰ χρησιμοποιηθῶσι μόνον πρὸς νέαν ἔρευναν, ἵνα δοθῇ προθεσμία εἰς τοὺς πολίτας, ὥστε νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τῶν γεωμετρῶν, καὶ νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς δηλώσεις. Θὰ δηλώσωσι δὲ εἰλικρινῶς, διότι τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσωσι πλείονα ἐκ τῆς ὑπερημερίας, εἰς ἣν εὑρίσκονται. Ἐκ τούτου δ’ ἀποδεικνύεται ἀπαραίτητον νὰ καταβληθῇ πρόνοια περὶ διορθώσεως τῶν περὶ τὰς προθεσμίας, διότι οἱ ἀμπελοκτήμονες ὀφείλουσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ν’ ἀποταθῶσι καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δι’ ἀνακοπῆς εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ὅπερ ἀπέχει πολλάκις ὥρας ὁλοκλήρους, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῷ δήμῳ Ὠρωπίων συμβαίνει, ἀπὸ τοῦ τόπου, ὅπου ἐγένοντο αἱ καταμετρήσεις.
§170ΤΖΑΝΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, εὑρισκόμενος ἐν ἀμηχανίᾳ, ἔκαμα καὶ τὰ δύο, καὶ τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν ἀνακοπήν.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ αὐτῇ ἀμηχανίᾳ εὑρεθεὶς καὶ ἐγώ, συνεβούλευσα καὶ τὰ δύο· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ παραιτήσω τὴν γνώμην ταύτην ἔπειτα, διότι, προκειμένου περὶ ἑκατὸν χωρικῶν, οἵτινες εἶχον νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἀναφορὰν περὶ ἀκυρότητος, ἔπρεπε νὰ ὑποχρεώσω αὐτοὺς νὰ δαπανήσωσιν, ὅπως κοινοποιήσωσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τὰς ἐνστάσεις αὑτῶν, θὰ ἦτο δὲ ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ δαπανήσωσιν, ὅπως ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ συζητήσωσι τὰς ἀνακοπάς. Ἵνα ἀπαλλαγῇ ἕκαστος αὐτῶν μικροῦ ποσοῦ φόρου, ἔμελλε βεβαίως νὰ δαπανήσῃ πολὺ περισσότερα. Θὰ ἦτο ἴσως καλόν, νὰ εὑρίσκετο τρόπος, ὥστε μία νὰ ὁρισθῇ διαδικασία, καὶ νὰ μὴ ᾖναι ὑποχρεωμένος τις, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τί θ’ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργός, νὰ προσφεύγῃ ἐν τούτοις καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα μὴ πάθῃ. Ἐὰν ᾖναι ἀπαραίτητον νὰ ᾖναι διπλῆ ἡ διαδικασία, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ διπλῆ προθεσμία.
§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν πληροφορίαν ζητῶ, καὶ τὴν αἴτησίν μου καταθέτω ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει ζητήσει τὸν λόγον. Κατόπιν ἔρχεται ὁ κ. Γουναράκης.
§174Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ σημείωσις αὕτη εἶναι ἀπὸ χθές. Δὲν ζητῶ νὰ ὁμιλήσω σήμερον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Κρίτσας.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζετε πρέπον, ἐὰν δὲν ἐπείγωσιν αἱ ἐπερωτήσεις αὗται, ν’ ἀναβληθῶσι διὰ τὴν αὔριον, καὶ νὰ διακόψωμεν ἤδη τὴν συνεδρίασιν;
§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διακόπτομεν ἤδη, καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν ἐξακολουθοῦμεν τὰς ἐπερωτήσεις.
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐξακολουθήσητε, τοῦτο εἶναι δικαίωμά σας, διότι σεῖς οὐδέποτε ἠδυνήθητε νὰ τηρήσητε συμφωνίαν· δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ οὐδέποτε συμφωνῶ πρὸς ὑμᾶς (ἱλαρότης).
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθές, ὅτε ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς διακοπῆς, δὲν ἤμην παρών· σήμερον δὲ εἰς τὰ πρακτικὰ βλέπω, ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 8, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς 9. Δὲν βλέπω ὅμως, ὅτι ἐγένετο συμφωνία ν’ ἀπαγορεύηται εἰς τὸν ἔχοντα νὰ ἐπερωτήσῃ νὰ κάμῃ τὴν ἐπερώτησίν του μετὰ τὴν διακοπήν.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῶσι τὰ πράγματα ταῦτα εἰς τὰ πρακτικά, διότι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ, ὅτι στερεῖται ὁ Βουλευτὴς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων. Ὡρίσαμεν λοιπόν, νὰ παύωμεν τὰς ἐργασίας τὸ μεσονύκτιον, ὑπὸ τὸν ὅρον, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον, ἤτοι ἀπὸ τῆς 9–12, νὰ ἀσχολώμεθα περὶ τῶν ἀντικειμένων τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Αὐτὰ ἀπεφασίσαμεν, διότι ὀλίγαι ἡμέραι μένουσι μέχρι τῶν ἑορτῶν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ βιάσω τὴν Βουλήν, ἵνα δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συνεννόησις ἐγένετο ὡς ἑξῆς. Ὁ κ. Δραγούμης ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς πρότασιν· εἶπεν, ὅτι, καίτοι δὲν ἐγνώριζε ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν συναδέλφων, νομίζει ὅμως, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν τὴν 8ην ὥραν μ. μ., νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 9ην, καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν μέχρι τῆς 12ης. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδέχθη τὴν πρότασιν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, νὰ μὴ προσδιορίσωμεν τὴν 12ην ὡς ὥραν λήξεως τῆς συνεδριάσεως· ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Δραγούμη καὶ τὴν γνώμην ἐμοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ 1895 εὑρισκόμεθα εἰς ὅλως διάφορον θέσιν, διότι κατὰ τὸ 1895 ἤμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἡμερῶν, καθ’ ἃς οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀπήρχοντο εἰς τὰς ἑστίας των, ἵνα συγκομίσωσι τοὺς καρπούς των. Τότε προέβημεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων κατὰ τὴν 8ην, ὅπως ἐπανερχώμεθα κατὰ τὴν 9ην, οὐδὲν ὅμως ἐλέχθη περὶ τοῦ τί θὰ πράττωμεν κατὰ τὸ πρῶτον μέρος, καὶ τί κατὰ τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ σήμερον εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἐσημειώθη, πότε θέλομεν φθάσει εἰς τὸ τέρμα τῆς συνεδριάσεως· τοῦτο δὲ πρέπει ῥητῶς νὰ κανονίζηται. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶ ὡς συναινέσας εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ τὸ τέρμα τῆς συνεδριάσεως. Ταῦτα ἐλέχθησαν· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι περὶ περιορισμοῦ τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συνεδριάσεως οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Πιθανὸν νὰ ἐνόουν τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Δραγούμης, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τοιοῦτόν τι.
§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ· ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόει, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις θὰ περιορίζωνται εἰς τὸ πρῶτον μέρος, εἰς δὲ τὸ δεύτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως θὰ ἀσχολώμεθα ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐγὼ εἶπον, ὡς συμβιβαστὴς παρεμβαίνων, ὅτι εἰς τὸ πρῶτον μέρος καλὸν εἶναι ν’ ἀσχολώμεθα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ εἰς τὸ δεύτερον εἰς τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἔψεξεν, ὅτι δὲν εἶμαι ἀκόλουθος πρὸς τὸ παρελθόν. Ὑποθέτω, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἦμαι ἐντελῶς ἀκόλουθος, τὸ ψεγάδιον εἶναι τόσον μικρὸν, ὥστε δὲν ἔχει σημασίαν ἀξίαν λόγου. Ἐδήλωσα ὅμως καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ βιασθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐργασίαν, καὶ διεξαγάγῃ αὐτὴν, ὅπως πέρυσι, κατὰ τὰς μεσονυκτίους ὥρας, καὶ εἶπον, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡ δωδεκάτη τῆς νυκτὸς ὡς πέρας τῆς ἐργασίας. Τὸ ζήτημα περιωρίσθη τότε μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅστις εἶναι καὶ ὁ πρῶτος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τινα περιορισμὸν τῶν ζητούντων νὰ προβάλωσιν ἐπερωτήσεις κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς συνεδριάσεως. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι σήμερον· ἀλλὰ, ὅταν πρόκηται περὶ παραιτήσεως ἀπὸ δικαιωμάτων, πρέπει νὰ ἦναι λίαν φειδωλὴ ἡ Βουλή. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ νὰ τελειώσῃ ὡρισμένη ἐργασία τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τοῦτο· ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἐργασίαι, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν αὐστηροτέραν ἔρευναν, καὶ ἐξονυχισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἵνα καταστῇ βέβαιος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἀποδειχθῶσι βάσιμοι οἱ δισταγμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τῶν ἄλλων, δὲν εὑρίσκω λόγον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 16 Δεκεμβρίου, δηλ. ἐργαζόμεθα ἤδη ἐπὶ 46 ἡμέρας, καὶ εἰργάσθημεν ἐπαρκῶς· διότι, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τὴν διοικητικὴν κατὰ τὸ παρελθὸν, ὡς καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος· ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκτρόπους καὶ αὐθαιρέτους ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν ἐν αὐτῇ τῇ Κυβερνήσει περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἐνταῦθα, καὶ ὅτι, ἕνεκα τούτου, ἀπωλέσαμεν ὥρας πολλάς· ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους πλάνας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ διευθύνσει τῶν οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι εἰργάσθημεν ἐπαρκῶς καὶ εὐσυνειδήτως· οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ψέξῃ ἡμᾶς, ὅτι ὠκνήσαμεν κατὰ τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Μάλιστα πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πολλάκις παρητήθημεν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι τινὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, εἶναι ἀναγκαιότατα, ἡ δὲ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἐπιλάβηται αὐτῶν πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἀσχοληθῇ μετ’ ἐπιστασίας περὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν. Δὲν ἐπαναλαμβάνω, ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ δύναμαι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νὰ ἐκλέξω 15 ἴσως νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπὶ 46 ἡμέρας εἰργάσθημεν, δὲν εἶναι ὀρθὸν, εἶναι μάλιστα ἄτοπον, νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι πρέπει ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν· διότι οὐδὲ ἡ ζημία, ὅτι δὲν ἐψηφίσαμεν αὐτὸν πρὸ τῶν νομοσχεδίων, ὑπάρχει που, ἀπέναντι τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς εὐρείας συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε ἠξίωσα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς 5 ἡμερῶν· ἐγὼ προέταξα τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι νομίζω, ὅτι ἑκάστη Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ὅταν αἱ προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι, αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτελεσθῶσι, πρὸ πάσης ἐργασίας νὰ ἀναγράφῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐδήλωσα δὲ καὶ χθές, ὅτι, προκειμένου περὶ συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναταί τις νὰ βιάσῃ τοὺς συζητοῦντας, ἢ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ συζητήσωσι καθ’ ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ συζητήσωσι· δηλώσας δ’ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς, ὅπως γένηται εὐρεῖα ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔπραξά τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ φρονῇ, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς πλειονοψηφίας εἶναι νὰ βιάσῃ αὐτήν. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὰ γενόμενα· ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσῃ τὸν ἔλεγχον· δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐνῷ εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου μέρους τῆς παρούσης Συνόδου, ἐκτὸς τῆς ψηφίσεως δύο ἢ τριῶν νομοσχεδίων, οὐδεμία ἄλλη σπουδαία ἐργασία συνετελέσθη. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα εἰς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῶν ἑορτῶν συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, χωρὶς νὰ ὑπονοήσω, ὅτι σκοπὸς τῆς Συμπολιτεύσεως εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, καθόσον σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· ὅταν δὲ ἐλέγχωσιν ὡς ἐλέγχουσι κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς Συνόδου, ὅταν λέγωσιν, ὅτι ἐφθάσαμεν νὰ ἀπειλῶμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ διαλύσεως, εἶναι ἀνάξιον καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα θρυλήματα, δὲν γνωρίζω εἰς τίνας ἐφημερίδας γραφόμενα. Ποτὲ δὲν διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν μου, ὅτι δύναται νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν. Ἔχομεν ἄλλως ζητήματα πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας δανείου δρ. 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου»; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου»; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης»; Ἀνέφερα τρία μόνον ἀντικείμενα, καὶ δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἄλλα πάμπολλα, ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν τοῖς μεταλλείοις, μεταλλουργείοις κλπ.», ὅπερ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως», τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν, — διότι δὲν ἐρχόμεθα ἐνταῦθα μόνον, ἵνα νομοθετῶμεν μέτρα ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν μέτρα καὶ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, μέτρα συνδεόμενα μὲ τὴν πίστιν.—Λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν· ἀπατῶνται δὲ οἱ πιστεύοντες, ὅτι δύναται νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος αὕτη ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, ψηφιζομένου ὅπως–ὅπως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τῶν διατυπώσεων, τῶν κατὰ τὸν νόμον προηγουμένων τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτελεσθεισῶν ἤδη, καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγράψῃ πρῶτον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου νὰ ἔχῃ αὐτὸν, ἢ, τοὐλάχιστον, ὅπως ἐνδείξῃ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ ἀρχίσῃ πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἵνα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τοὐλάχιστον μὴ φέρωμεν δυσκολίας. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐξασκήσεως ἐλέγχου, ὅταν ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἐξασκῆται ἐπὶ τέσσαρας ὥρας, ἃς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐπαρκῶς ἐξασκεῖται. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἀποφεύγοντες τὰς περιττὰς συζητήσεις—καὶ λέγων τοῦτο, ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἵνα μὴ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ διαμαρτυρηθῇ, —περιορίζοντες τὰς συζητήσεις ταύτας, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιφρονούντων θὰ ἦσαν ὀρθὰ, ἐὰν ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ συνεδριάσῃ· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω τὸ ἐναντίον. Ἄλλως δὲ, εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου, παρετήρησα, ὅτι καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια, ἵνα ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζηται μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ἡμεῖς μόνον ποιούμεθα ἐξαίρεσιν, καὶ θὰ ἦτο ἴσως καλὸν, νὰ παύσωμεν ποιούμενοι τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ περατωθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὅπως, ὅταν ἄρξηται τὸ νέον ἔτος, ὑπάρχῃ ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπενόησα ἐγὼ τοῦτο, ἀλλ’ ὡδηγήθην ἀπὸ τὰ λεγόμενα. Διότι, ὅταν βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου ἀναβάλλεται, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐρωτῶ, πότε θέλει τελειώσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις, θέλει δὲ χορηγηθῆ ἐν καιρῷ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένη συνδρομὴ διὰ τὸν σιδηρόδρομον; Κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀνάγκη ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Ἑταιρεία εὑρίσκεται ἐν στενοχωρίᾳ, ὀφείλουσα νὰ ποιήσηται πληρωμὰς, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν τὰ ἔσοδα αὐτῆς δὲν ἐπαρκοῦσι, τὰς ὁποίας δὲν θέλει δυνηθῆ διὰ τοῦτο νὰ ποιήσηται, καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ τὸ ταχύτερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ σκοπεύουσι ν’ ἀφήσωσι τὴν Ἑταιρείαν νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀμηχανίαν, ἥτις θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πτῶσιν τῆς Ἑταιρείας, ἢ ἂν σκοπεύουσι νὰ ἔλθωσιν ἐπίκουροι. Προσέτι βλέπω τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν ἰδιοκτητῶν, οἵτινες δὲν συνέλεξαν καρπὸν ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου, νὰ μένῃ ἐκ τῶν τελευταίων. Βλέπω τὸ νομοσχέδιον περὶ περιθάλψεως τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις, μεταλλουργείοις κλπ. παθόντων ἀναγραφόμενον 42ον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Βλέπω τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων», ὅπερ πρόκειται νὰ ἀναστείλῃ καταχρήσεις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, ἢ κάλλιον τῆς δυνάμεως τῆς Πολιτείας, ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας, βλέπω αὐτὸ ἀναγραφόμενον ἕβδομον. Βλέπω τέλος τόσα ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτάχθησαν εἰς τὴν προσήκουσαν θέσιν. Ἡ ἡμερησία διάταξις συντάσσεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, Βουλὴ δὲ εἶναι ἡ πλειονοψηφία, καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας ἐκδηλοῖ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς· οὗτος δ’ ἐπιθυμεῖ νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας. Ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς δεδομένων. Προχθὲς τὴν δείλην διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀνεγράφη ἐν αὐτῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο, ὁμολογῶ, μοὶ ἐνεποίησε ζωηρὰν ἐντύπωσιν. Ἔπειτα, ἐνῷ μόλις χθὲς τὴν 7ην ὥραν μ. μ. διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας, ἀναγράφεται σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρῶτον ἀντικείμενον ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἐμελέτησε τὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκθέσεις ἡ Κυβέρνησις; Χθὲς ἀπήλθομεν τοῦ Βουλευτηρίου κατὰ τὴν 12ην τῆς νυκτὸς, ἤτοι τὸ μεσονύκτιον, ἠγέρθημεν δὲ περὶ τὴν 8ην πρωϊνὴν ὥραν· ὥστε μικρὸν ἐμεσολάβησε διάστημα μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Πότε ἐμελετήθη ἡ ἔκθεσις αὕτη, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Κυβέρνησις ποῖά τινα προτείνει ἡ μειονοψηφία; Ταῦτα κατάδηλον ποιοῦσιν, ὅτι προαίρεσις ὑπάρχει νὰ προταχθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη νομοσχεδίων πολλῆς ἀνάγκης.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ ἡ ἐπιμονὴ αὕτη νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες; Ἀφοῦ ἐνεγράφη ὁ Προϋπολογισμός, διατὶ νὰ μὴ συζητηθῇ;
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἑκατέρων τῶν μερίδων καὶ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων ἔχουσι τὰς οἰκογενείας των ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ κατὰ τὰς ἑορτάς. Ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἦναι ἐψηφισμένος, ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι οἱ Βουλευταὶ θέλουσιν ἐπανέλθει, ἵνα ψηφίσωσι τὰ νομοσχέδια· ἐὰν ὅμως ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιψηφισθῇ, δυσκόλως θέλουσιν ἐπανέλθει. Πρέπει νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι κατὰ τοὺς παρελθόντας καιροὺς ἡ Βουλὴ εἰργάζετο ἐπὶ ἕξ μῆνας διαρκῶς· ἀλλὰ νῦν εἰσήχθησαν συνήθειαι ἀξιολύπητοι. Ἡμεῖς, ὅτε διηυθύνομεν τὴν πλειονοψηφίαν, κατεβάλλομεν κόπους, ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὴν ἀρχαίαν τάξιν, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ τώρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν οἱ Βουλευταί· ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλθωσι, — μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας — δὲν ἠξεύρω ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ ἀξιώσεις αὐτῶν· διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἡ συναίνεσις ἢ συγκατάθεσις τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι συνδεδεμένη μετὰ πολλῶν δυσχερειῶν, καὶ τὰς δυσχερείας ταύτας θέλει αἰσθανθῆ πρὸ παντὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, οὐχὶ δὲ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἵτινες εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τῶν βαρῶν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐνδείκνυνται ὑπὸ τῆς κοινῆς ἀνάγκης.
§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα τὸ πρῶτον μέρος νὰ παραδεχθῶμεν· νὰ διακόψωμεν δηλαδή, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα συζητήσωμεν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Θὰ ἐπανέλθωμεν δὲ εἰς τὰς 9 καὶ ¼, ἢ τὸ πολὺ εἰς τὰς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μολονότι δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω οὐχ ἧττον ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον νομίζω τοῦτο ἀναγκαῖον, καθόσον ἐγώ, ἀπὼν ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως, δὲν ἤμην ἐν γνώσει τοῦ τί ἐγένετο, καὶ ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν πρακτικῶν. Δὲν εἶμαι ἑπομένως ἐγὼ ἐν τῷ ἀδίκῳ, ζητήσας τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, νομίζων, ὅτι πρὸς ἐμὲ μόνον διεφώνει, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ τοῦτο· ἀλλ’ εὐχαρίστως βλέπω, ὅτι δὲν διεφώνει μόνον πρὸς ἐμέ, ἀλλὰ διεφώνει πρὸς ὅλην σχεδὸν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι αὕτη δὲν εἶχεν ἀποδεχθῆ ὅ,τι ἐκεῖνος ἐβεβαίου, διαψεύδων ἐμέ· ὅτι δηλ. θὰ εἰσηρχόμεθα ἀφεύκτως καὶ ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, δὲν θὰ ἐλήγομεν δὲ τὰς ἐργασίας μας τὸ μεσονύκτιον. Ἐδικαιούμην δὲ νὰ ἔχω τοιαύτην γνώμην, διότι ἡ πρόταξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐδήλου καθαρῶς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐργασθῶμεν διὰ πιέσεως, ὅπως περατώσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν πέντε ἢ ἕξ συνεδριάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπομένουσι μέχρι τῶν ἑορτῶν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι συνήθως πρακτικός, καὶ ἐπωφελεῖται τῶν περιστάσεων (ἀναφωνήσεις: ὤ! ὤ!). Καὶ αὐτοὶ οἱ λόγοι του ἐδήλουν τὴν πρακτικότητα τῶν σκέψεών του. Ἐπωφελεῖται πάντων τῶν παρελθόντων, ὅπως παραστήσῃ πράξεις τῆς Βουλῆς ὡς μὴ ἐχούσας θετικήν τινα ὑπόστασιν, θετικήν τινα βάσιν. Ἐκ τοῦ παρελθόντος παρίστα, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῶν Ἐπιτροπῶν δὲν ἀπολήγουσιν εἰς θετικὰ ἀποτελέσματα, καὶ βασίζει ἐπὶ τούτου τὰς σκέψεις του· ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ὅμως δὲν θέλει νὰ βασίσῃ τὰς σκέψεις του καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔχουσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ Βουλὴ μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἐξακολουθεῖ τὰς ἐργασίας της. Τοσοῦτον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε ἡ φράσις «μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν» ἐνέχει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν ἔννοιαν «μετὰ τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας». Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ, ὡς εἶπον καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου, πλειότερον, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη, ἡ ἐπικρατοῦσα παρὰ πᾶσιν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ πιεσθῇ νὰ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐὰν μὲν τοῦτο ἐπιτευχθῇ, βεβαίως ἡ Βουλὴ δυσκόλως θὰ συνέλθῃ μετὰ τὰς ἑορτάς· ἐὰν ὅμως πράγματι δὲν ὑπάρχῃ ἡ τοιαύτη πρακτικότης τῶν σκέψεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θέλῃ, ὡς εἶπε, νὰ συζητηθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ δεόντως ὁ Προϋπολογισμός, βεβαίως ἐντὸς τῶν συνεδριάσεων, τῶν ἀπομενουσῶν μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης συζητήσεως καὶ πάσης δυσκολίας, καὶ ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἤθελεν εἶναι καλόν, νὰ γείνῃ παραδεκτὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθῶς καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν· νὰ δεχθῇ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει συζητηθῆ μετὰ τὰς ἑορτάς, καὶ ὅτι τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπομένουσι, θὰ τὰς καταναλώσωμεν, μένοντες καὶ ψηφίζοντες ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας.
§196Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τόσον μακρὰ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία τῆς χώρας ἡμῶν, ὥστε, ἀνερχόμενός τις εἰς τὸ παρελθόν, θέλει εὕρει ὅλα τὰ παραδείγματα, ἅτινα εἰσι χρήσιμα, πρὸς λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς κατὰ τίνα Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐνθυμοῦμαι ὅμως ἄριστα, ὅτι ἀνεφύη ἄλλοτε ἐδῶ τὸ συζητούμενον θέμα, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις —δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, τίς ἦτο—ἐπέμενεν, ὅπως μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεων καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς κατὰ τὴν ἐνάτην ἢ δεκάτην ὥρας εἰσερχώμεθα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐπολέμησε τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐπολέμησε δὲ αὐτὴν δικαίως. Διατί; Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις προέβαλε καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἂν ἀποφασίσωμεν καὶ παραδεχθῶμεν, ἵνα κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν περατῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, μετὰ δὲ τὴν ὀγδόην εἰσερχώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἢ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πιθανὸν εἶναι, ἡ πτέρυξ, ἡ ἀποτελοῦσα τὴν Συμπολίτευσιν, νὰ μὴ προσέρχηται εἰς τὸ Βουλευτήριον ἀκριβῶς τῇ τετάρτῃ, ἢ τῇ πέμπτῃ ὥρᾳ, ἀλλὰ περὶ τὴν ἕκτην, ἢ ἕκτην καὶ ἡμίσειαν, καὶ τότε ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιορίζηται μόνον ἐπὶ μίαν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν. Τοῦτο ἐλέχθη τότε. Ἐνῷ, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ μετὰ τὴν ὀγδόην ὥραν, ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις βλέπῃ, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις προσέρχεται ἀκριβῶς τῇ τετάρτῃ ὥρᾳ, ὅτι ἐπιτρέπει ὅλην τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅλον τὸ ἀπαιτούμενον χρονικὸν διάστημα τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἵνα ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας, ὑποθέτω, ὅτι σπανιώτατα θέλει παρατείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν ἔλεγχον κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη, ἥτις ἐξεφράσθη ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα καὶ ἡ πρακτικωτέρα, εἶναι ἡ σύμφωνος πρὸς τὸ παρελθὸν, εἶναι ἡ σύμφωνος πρὸς τὴν ἐπικρατήσασαν μέχρι τοῦδε συνήθειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑψώσωμεν εἰς ἀποφάσεις καὶ δόγματα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλομεν συνεργάζεσθαι. Ἄς ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Βουλήν. Ἐὰν βεβαίως ἐρχώμεθα πρὸ τῆς τετάρτης, καὶ μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας συζητῶμεν τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὴν ἐνάτην ὥραν θέλομεν εἰσέρχεσθαι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν ὅμως βεβαίως πιεσθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸν τρόπον, ὅστις ἴσως εἴς τινας φαίνεται πρακτικὸς, θέλει ἐπέλθει ἡ ἄμυνα, ἥτις εἰς τί θέλει συντελέσει; Εἰς τὸ νὰ μὴ τελειώνωσιν αἱ ἐπερωτήσεις οὔτε κατὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἄλλως, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχουσί τινα νομοσχέδια, συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας· ὥστε, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὁρίσῃ, τίνα ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων θεωρεῖ ἀπαραίτητα καὶ κατεπείγοντα, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἤθελε φέρει ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ ψηφισθῶσιν αὐτά. Πιστεύω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ 60 ἔτη δὲν κατωρθώθη ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ ἔτους νὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν, δὲν θέλει καταστραφῆ ἡ Ἑλλὰς, ἂν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον ψηφίσωμεν τῇ 20 Ἰανουαρίου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρακτικώτερον καὶ συντελεστικώτερον ἤθελεν εἶσθαι, νὰ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ποῖα νομοσχέδια θεωρεῖ κατεπείγοντα, ἵνα ταῦτα τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐκαιρήσωμεν, ὅπως προσηκόντως μελετήσωμεν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§198Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε λόγος περὶ ἀποφάσεως δύναται νὰ γείνῃ, μὴ ἐπιτρέποντος τοῦ Κανονισμοῦ τοιαύτην. Ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν δύο μερίδων, τότε τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο δύσκολον· ἀλλὰ ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς θὰ ἦτο ὀρθή, ἂν ἡ Συμπολίτευσις εἶχε δείξει τάσεις πρὸς παρακώλυσιν τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ 30 συνεδριάσεις κατηναλώθησαν εἰς τὸν ἔλεγχον, ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λέγῃ τις, ὅτι τοιαύτη διάθεσις ὑπῆρχε. Νομίζω, ὅτι τέσσαρες ὧραι πρὸ τῆς διακοπῆς εἶναι ἀρκεταὶ διὰ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐγὼ δὲν ἔχω διάθεσιν, καθ’ ὅσον θὰ ἠδυνάμην, νὰ διακόψω τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν ἰδέαν, νὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἐγίνετο· δηλαδὴ κατὰ τὰς ἑορτὰς νὰ διακόψωμεν μόνον ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Διατὶ νὰ καθιερώσωμεν τὸ σύστημα, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν 22 Δεκεμβρίου, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν περὶ τὰ μέσα Φεβρουαρίου; Ἀποκλειομένης λοιπὸν τῆς διακοπῆς, τότε εἶναι ἔργον τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ προτάξῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει οὗτος νὰ προταχθῇ. Ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις, ὅτι δὲν εἶχε διανεμηθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὅμως ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ ἡ ἀναγραφὴ ἐγένετο ἐκ λάθους συγγνωστοῦ· διότι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας εἶχε δηλώσει, ὅτι εἶχε καταρτίσει τὴν ἔκθεσίν του, καὶ ὅτι ἤθελε καταθέσει αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ δὲν τὴν κατέθεσεν, εἰμὴ τὴν ἐπαύριον· ἐστάλη ἡ ἔκθεσις πρὸς τύπωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῇ ὁ εἰσηγητής, ὅπως διορθώσῃ τὰ δοκίμια, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσεν, ὅτι ἤθελε νὰ διορθώσῃ. Εὑρέθη ἐπὶ τέλους, καὶ ἐπειδὴ ἡ διανομὴ τῆς ἐκθέσεως ἐγένετο χθές, καίτοι εἶχεν ἀναγραφῆ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς μὴ ἐγκαίρου ὑποβολῆς, ὡς εἶπον, δὲν ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις διανεμήθη χθές, καί, ὅσοι ἀνέγνωσαν αὐτήν, ὡς τὴν ἀνέγνωσα καὶ ἐγώ, δὲν πιστεύω νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῆς. Διανεμηθείσης τῆς ἐκθέσεως χθές, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὴν δεκάτην τῆς νυκτός, καὶ συζητοῦμεν, ἂν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ νὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν προηγουμένως τὰ νομοσχέδια, εἶναι γνώμη του, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιβάλῃ. Ἐγὼ ἀναχωρῶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν τὰς συνεδριάσεις ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας διὰ τὰς ἑορτάς, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γείνῃ διακοπὴ μηνῶν, διότι τότε πάλιν μετὰ ταχύτητος σιδηροδρομικῆς θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ πάντα τὰ νομοσχέδια. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω. Θὰ ἤμην δὲ εὐτυχής, ἂν ἐπετύγχανον συμβιβαστικὴν λύσιν. Ἀποτυχούσης ταύτης, εἰς ἕκαστον ἀφίεται πλήρης ἐλευθερία. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος τούτου, παρατηρῶ, ὅτι οὐδόλως ἔχομεν σκοπὸν νὰ κωλύσωμεν ὑμᾶς εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν.
§200Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλω τὴν θέλησίν μου· ἁπλῶς ἐξέφρασα γνώμην. Νομίζω, ὅτι, ἂν πράγματι θέλωμεν σοβαρὰν συζήτησιν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόψωμεν ταύτην, ἔστω καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἀρχόμενοι τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ περατώσωμεν αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ σοβαρόν. Διὰ τοῦτο ἐξήνεγκον γνώμην συμβιβαστικωτέραν τῆς τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν γνώμην, ὅπως τὰς ὑπολειπομένας ὀλίγας συνεδριάσεις καταναλώσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ὧν πρωτίστην ἀνάγκην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ θεωροῦμεν τοιαῦτα, οὕτω δὲ δυνηθῶμεν ἀνέτως μετὰ ταῦτα νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν εἴμεθα δὲ ἡμεῖς τὸ μόνον Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ συζητήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διεξάγονται κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως. Εἰς τὰ πλεῖστα Κοινοβούλια ὁ Προϋπολογισμὸς συζητεῖται μετὰ πολλοὺς μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου· πολλάκις μετὰ 6 καὶ 7 μῆνας συζητεῖται μόνον ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ταῦτα, εἰς ἄλλα Κράτη, ἅτινα καὶ ἄνεσιν ἔχουσι, καὶ τελειοτέραν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποιοῦσιν. Ἐκεῖ δὲν διστάζουσι νὰ συζητήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν μετὰ 2 καὶ 3 μῆνας τοῦ ἑπομένου ἔτους, καὶ διοικοῦνται διὰ δωδεκατημορίων. Ἡμεῖς δέ, οἵτινες στερούμεθα καὶ τῶν στοιχειωδεστέρων στοιχείων πρὸς μελέτην τῶν καθέκαστα, οἵτινες μόλις χθὲς κατωρθώσαμεν νὰ ἀποσπάσωμεν πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν, καὶ ἀκόμη πολλὰς ἄλλας δὲν ἐλάβομεν, θέλετε νὰ περατώσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ κυριωτάτου ἔργου τῆς Βουλῆς ἐντὸς 5 ἢ 6 ἡμερῶν; Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι σπουδαῖον. Δὲν ὑπάρχει καιρὸς, ἐκτὸς ἂν ἀσκηθῇ ἐφ’ ἡμῶν ἡ πίεσις ἐκείνη, ἥν εἴδομεν πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἅτινα, ψηφισθέντα ἐν σπουδῇ, ἀπέβησαν ἄχρηστα, διότι δὲν ἐμελετήθησαν ἐπισταμένως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει — καὶ τὸ ἐδήλωσε ῥητῶς — τοιαύτην ἐν σπουδῇ συζήτησιν· ἡ ἐπιθυμία του ὅμως αὕτη δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν βεβιασμένην λύσιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ.
§201Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περιεῖχον ἐννοίας τινὰς παρεμπιπτούσας· δύο δὲ παρεμπίπτουσαι ἔννοιαι τῶν λόγων αὐτοῦ μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς. Ἡ μία τῶν ἐννοιῶν εἶναι, ὅτι...
§203Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἔλθῃς τοῦ λόγου σου! (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§204ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ εἶσαι αὐθάδης! Ὑπάρχουν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) κρείσσονες συνάδελφοί σου, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησέ ποτε, ἐξ εὐλαβείας, νὰ διακόψῃ τὸν κύριον Δηλιγιάννην.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§206ΑΛΕΞΑΚΗΣ (προχωρῶν πρὸς τὴν δεξιάν). Ποῖος εἶναι ὁ ἀχρεῖος αὐτός; (Θόρυβος, ἀντεγκλήσεις καὶ διαπληκτισμοί. Πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, ἑκατέρωθεν ἐγειρόμενοι, συγκεντροῦνται πρὸ τοῦ βήματος, πρὸς καθησύχασιν τῶν διαπληκτιζομένων)
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι· καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§208ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κακοήθης αὐτός; (Θόρυβος).
§209ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Σταυρόπουλον). Διατί τὰ κάμνεις αὐτά; Ἡμεῖς φερόμεθα μετ’ ἄκρας εὐπρεπείας (Θόρυβος).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι· καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας. (Ἀποκαθίσταται ἡ ἡσυχία). Ἐξακολουθήσατε, κύριε Δηλιγιάννη.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μία τῶν παρεμπιπτουσῶν ἐννοιῶν τοῦ λόγου τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀφεώρα ἰδίως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, τὸν φίλον μου κ. Χατζῖσκον, ὁ ὁποῖος τὴν ὥραν ταύτην δὲν εἶναι παρών. Δὲν γνωρίζω πόθεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπορίσθη τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκε τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τοῦ κυρίου Χατζίσκου, εἰπὼν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας...
§212ΑΛΕΞΑΚΗΣ (ἐγειρόμενος καὶ προχωρῶν κατὰ τοῦ κ. Κ. Σταυροπούλου, καθημένου παρὰ τοῖς Ὑπουργικοῖς ἑδωλίοις). Θὰ περιστείλω τὴν αὐθάδειαν αὐτοῦ τοῦ ἀχρείου! (Σάλος ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀντεγκλήσεις καὶ διαπληκτισμοί).
§213Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Νικ. Γουναράκη καὶ Ἀλεξ. Κασσαβέτη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 138. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Δηλιγιάννη.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγον, ὅτι χωρία τινὰ τοῦ λόγου τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περιεῖχον ἐννοίας παρεμπιπτούσας, αἱ ὁποῖαι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ πρώτη τῶν ἐννοιῶν τούτων ἀφορᾷ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ φίλον μου κ. Χατζῖσκον. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἀφηγεῖτο ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβεῖς· διότι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας δὲν εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελεν εἰσαγάγει τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν Τετάρτην, ἀλλὰ τὴν Πέμπτην ῥητῶς, καὶ τὴν Πέμπτην εἰσήγαγεν αὐτήν· οὐδ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐκρύβη, ἵνα μὴ διορθώσῃ τὴν ἔκθεσιν, οὐδὲ αὕτη εἶχε τυπωθῆ, ὡς αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφίνουσι νὰ ἑρμηνευθῶσι τὰ γενόμενα. Διότι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας μέχρι τῆς 11 εἰργάζετο εἰς τοῦτο, ἀλλὰ πέραν τῆς 11 δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ μένῃ ἄγρυπνος, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ ἔκθεσις ἐντὸς τῆς νυκτός. Ἡ τακτικὴ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν καὶ κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδόλως συνετέλεσεν εἰς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· οὐδ’ ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ τὴν μεσημβρίαν τῆς Τετάρτης κατετέθη ἡ ἔκθεσις καὶ ἐδημοσιεύθη, τὴν ἐπιοῦσαν νὰ γένηται συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, πλὴν ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνωσθῇ μόνον· ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο καὶ νὰ μελετηθῇ αὐτή τε καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας καὶ νὰ γένηται παραβολὴ τῶν ἰδεῶν τῶν δύο ἀντιθέτων ἐκθέσεων. Ἑπομένως δέν μοι φαίνεται, ὅτι ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον, ἵνα ἀναγραφῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς πρῶτον ἔργον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὰ λεχθέντα οὐδεμίαν ἀληθῶς ἔχουσι σημασίαν· εἶναι ἁπλαῖ ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις, ὧν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδει νὰ ἦναι ἀνώτερος. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω τὸν φίλον μου, τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὰς προσάψεις, τὰς ὁποίας σεῖς ἐποιήσατε περὶ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ. Ἐπίσης δὲν εἶναι ἀκριβῶς διατετυπωμένα καὶ ὅσα περὶ συνεννοήσεων ἐλέχθησαν. Τὰ λεχθέντα παρίστων σχεδὸν, ὅτι αἱ συνεννοήσεις, αἱ γενόμεναι χθὲς, προεκλήθησαν ἀπὸ προτάσεις τῆς μειονοψηφίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ μηνὸς τούτου, καὶ ἴσως καὶ τοῦ προγενεστέρου, σιωπηλὴ ἐνεδείκνυτο διάθεσις καὶ εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἐργασθῶμεν ἐν συμπνοίᾳ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν πρόσκομμα νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ἐγένετο ἀπόπειρα συνεννοήσεως χθές, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐπροτείναμεν αὐτὴν, ἐδέχθημεν ὅμως αὐτὴν προταθεῖσαν, ἐπιθυμοῦντες καὶ προσδοκῶντες, ὅτι ἤθελε κατορθωθῆ, ἡ ἤρεμος διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ μέχρι τῆς χθὲς κρατήσασα, νὰ παραταθῇ μέχρι τοῦ τέλους τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν προσήκει νὰ γένηται δεκτὴ, εἶναι κύριος· οὐδεὶς ἔχει νὰ παραπονεθῇ ἐπὶ τούτῳ. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι αἱ διακοπαὶ, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, πρέπει νὰ ἄρξωνται τὴν παραμονὴν τῶν ἑορτῶν, καὶ νὰ διαρκέσωσι 2 ἢ 3 ἡμέρας, ἡμεῖς δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τοῦ Κοινοβουλίου, περιβεβλημένος δὲ διὰ τοῦτο, οὐχὶ κατὰ πλάσμα, ἀλλὰ καὶ πράγματι, τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν δύναμιν τῆς πλειονοψηφίας· ἑπομένως, ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ γένωνται, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, διακοπαί; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιλέξωμεν. Καὶ τοῦτο ἀνήκει εἰς σχέσεις, ὁ κανονισμὸς τῶν ὁποίων ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς δὲ θέλομεν ἀκολουθήσει τὴν περὶ τῆς τάξεως τῶν ἐργασιῶν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Ἓν μόνον ὑπισχνούμεθα, ὅτι ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ μὴ εἰσενέγκωμεν πλέον ἄλλην συνδρομὴν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου ἢ μόνον τὴν ὑπὸ τῶν ἁπλῶν τύπων ἐπιβεβλημένην εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐσμὲν διατεθειμένοι ὡσαύτως νὰ ἐνασκήσωμεν πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι ἔχομεν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ κατάστασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦναι τῆς γνώμης ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, οὐδόλως ἀντιλέγομεν· ἀλλ’ ὅ,τι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ γνωστοποιήσωμεν, δὲν παρέλειψα νὰ γνωστοποιήσω καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, διὰ τῆς διορθώσεως τῶν πρακτικῶν, ἣν ἐζήτησα, καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ πρώτου τμήματος τῆς συνεδριάσεως καὶ νῦν. Λυπούμεθα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ πλέον ὁ τρόπος ἐκεῖνος τῶν ἐργασιῶν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν σιωπηρῶς ἀποδεχθῆ, καὶ τὸν ὁποῖον ἐξηκολουθοῦμεν μέχρι πρὸ ὀλίγου. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀσχολώμεθα οὕτω, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ οὐδὲ ζητοῦμεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν πταίσαντα· διότι ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἰδίας ἑαυτοῦ πράξεις, καὶ ὀφείλει νὰ δίδῃ λόγον δι’ αὐτάς. Ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο μακρὸς λόγος περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τῆς πολιτικῆς κατανομῆς τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς διευθύνσεως τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰμὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι βάσις τῆς εὐνομίας τοῦ τόπου εἶναι τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὅτι δὲ ἡ ἐν γένει ἅμιλλα τῶν κομμάτων ἐγγυᾶται τὴν ὑλικὴν καὶ οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς χώρας καὶ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῶν κατοίκων αὐτῆς· αὐτὴ ἐγγυᾶται τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Δύναταί τις βεβαίως νὰ παραπονεθῇ, ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἱστορίαν, κατὰ τῆς μεγάλης προσηλώσεως τῶν κομμάτων εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν πολιτικὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν πολιτικὰς γνώμας. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ συνεννόησις πάντων πρὸς τὸν αὐτὸν κοινὸν σκοπὸν, ἐγὼ δὲ, ὁσάκις διηύθυνα τὴν πλειονοψηφίαν, προθύμως ἔστεργον τὰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς μειονοψηφίας, καὶ αὗται συνετελοῦντο, ὁσάκις αὕτη δὲν κατεχρᾶτο τῆς ἰδίας ἑαυτῆς ἀδυναμίας, ἢ δὲν ἐξετρέπετο εἰς τὰς ἀπρεπεῖς σκηνὰς, αἵτινες παρεστάθησαν κατὰ τὰ τέλη τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου τοῦ 1895. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι σύστημα παραχωρήσεων ἀμοιβαίων, ἐπειδὴ δὲ ἀναγκαιοτάτη ἀποβαίνει ἡ κοινὴ σύμπραξις τῶν πάντων, αὕτη ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τῶν τοιούτων παραχωρήσεων, ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ κοινὴ σύμπραξις πρὸς κανονισμὸν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, καὶ σκόπιμον διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Καὶ ναὶ μὲν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ τοιαύτη δὲ πορεία αὐτοῦ συνετέλεσε πολλάκις νὰ προλάβῃ σκηνὰς δυσάρεστους διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νῦν μετέβαλε γνώμην, δυστυχῶς. Ἡμεῖς ὅμως δὲν θέλομεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὰ καθήκοντα ἡμῶν, θέλομεν δ’ ἐκπληρώσει αὐτὰ μετὰ πάσης ἀκριβείας, ὡς θέλομεν ἐξασκήσει καὶ τὰ δικαιώματα ἡμῶν πλήρη.
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πρώτιστον ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀφηγηθῶμεν τὰ γεγονότα, ὡς ταῦτα ἔλαβον χώραν, ἵνα ἐκ τῆς ἀκριβοῦς ἀφηγήσεως τῶν γεγονότων ἀρυσθῶμεν ἐκεῖνα τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα τὰ γεγονότα ταῦτα μᾶς ἐπιβάλλουσιν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι ἀείποτε ὑπῆρξεν ὀπαδὸς τῶν παραχωρήσεων καὶ τῶν συνεννοήσεων μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁσάκις ἦτο ἐν τοῖς πράγμασι. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθὸν, διότι ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ ἤθελε μὲ διδάξει, ὅτι εἰς ἄλλας ἐποχὰς, καθ’ ἃς διηύθυνε τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἀμοιβαίων παραχωρήσεων καὶ συνεννοήσεων ἦτο ἡ βάσις, ἥτις ἐχρησίμευε πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο κατὰ μέρος, καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν χθές, καὶ ἐξακολουθοῦσι δυστυχῶς καὶ σήμερον. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ἵνα ζητήσῃ, ὅπως ἔλθῃ εἰς συμβιβαστικὴν λύσιν μετὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ, διευθύνων τὴν πλειονοψηφίαν, ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν τοιαύτης συνεννοήσεως χθές. Εἶπον χθὲς, ὅτι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, καλὸν θὰ ἦτο, νὰ ἐργαζώμεθα μέχρι τῆς 8, νὰ διακόπτωμεν τὴν 8 τὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν αὐτὴν κατὰ τὴν 9. Δὲν ὥρισα ὅριον, καθ’ ὃ τὸ δεύτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως ἔπρεπε νὰ λήγῃ. Καὶ τότε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅστις ἐδήλωσε μάλιστα, ὅτι ἐξ ὀνόματος ἑαυτοῦ καὶ μόνου ὡμίλει, καὶ ὑπέδειξε συμβιβαστικήν τινα λύσιν. Ταύτην ἀπεδέχθην, καὶ ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ σήμερον, ὅτι ἐκ τῶν λόγων μου προκύπτει, ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῶν ἦτο, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ διεκπεραιωθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ κατὰ τὸ δεύτερον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος σήμερον, ἅμα τῇ ἀναγνώσει τῶν πρακτικῶν, ἐδήλωσεν, ὅτι, μὴ γενομένης παρ’ ἐμοῦ δεκτῆς τῆς ἰδέας του, ἵνα ὁρισθῇ τέρμα τῆς συνεδριάσεως, ἐνῷ ἐγὼ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἐδεχόμην νὰ ὁρισθῇ τέρμα συνεδριάσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι συνεδρίασις ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν ἔδει περὶ τὸ μεσονύκτιον νὰ περατωθῇ, καὶ τὸ ἐδήλωσα ῥητῶς, χωρὶς νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀρχὴν, ὅπως τεθῇ τέρμα,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων—ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, λέγω, ἐδήλωσεν, ὅτι, μὴ ἀποδεχθέντος ἐμοῦ τὴν ἰδέαν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἐθεώρει πᾶσαν συμφωνίαν διαλελυμένην. Δὲν ἀπήντησα εἰς ταῦτα. Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ ζήτημα ἀργότερον, τότε ἐγεννήθη ἕτερον ζήτημα· ἐδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι οὐδέποτε θέλει δεχθῆ νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ κί ἐπερωτήσεις, καὶ ὅτι ἔδει, κατ’ αὐτόν, νὰ ἐπεκτείνωνται αὗται καὶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως, ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀναγνωρίζει τὴν πρόθεσιν, ἣν πάντοτε ἐπέδειξα, κατά τε τὴν παρελθοῦσαν καὶ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἵνα μὴ μετὰ πείσματος διεξάγωνται αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι πάντοτε προσεπάθησα, καὶ μὲ ὑποχωρήσεις, ἃς ἴσως φίλοι μού τινες κατέκρινον, πάντοτε, λέγω, προσεπάθησα νὰ ἐπιτύχω, ὅπως αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου διεξάγωνται μετὰ τῆς σοβαρότητος, τῆς ἐμπρεπούσης εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ. Σήμερον δὲ, τί ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ ἀπέναντι ῥητῆς ἀρνήσεως; Ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν, ὅπως αὐτὴ ἤθελε κρίνει εὔλογον. Ἀλλὰ τότε ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἵνα τὰ καθ’ ἑαυτὴν κανονίζῃ, καθ’ ὃν τρόπον νομίζει ἁρμόζοντα πρὸς τὰ καθήκοντα, ἅπερ ἔχει, ἵνα διεξάγῃ πρεπόντως τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐγεννήθη τότε τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀφοῦ ἐγκατελείφθησαν καὶ αἱ συνεννοήσεις καὶ ὅλα τὰ λεχθέντα σήμερον, καὶ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ ἄλλοι τινὲς ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προταχθῶσιν ἄλλα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην ἀνεγνώριζεν ὅλη ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἀναγνωρίζητε τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων, διατὶ, ἐπὶ 30 ἡμέρας, καθ’ ἃς συνεδριάζομεν, οὐδέποτε ἐγένετο συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν; Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν κατωρθώσαμεν ποτὲ οὔτε τὸ πρῶτον ἢ δεύτερον τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων νὰ συζητήσωμεν, καίτοι ἡ σπουδαιότης αὐτῶν ἦτο μεγάλη. Σήμερον δὲ μόνον ἀναγνωρίζεται παρ’ ὅλων ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν. Διὰ ταῦτα ἀπήντησα, ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ διακοπῶσιν, ὡς ἄλλοτε ἡ διακοπὴ ἐγίνετο, σχεδὸν μέχρι τοῦ τέλους Φεβρουαρίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι, καὶ ὅτι αἱ ἐργασίαι ἡμῶν πρέπει νὰ ἄρξωνται ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐδήλωσα ῥητῶς καὶ ἐπανειλημμένως, καὶ διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἐδήλωσα, ὅτι σκοπὸς ἡμῶν ἦτο, ὅπως μετὰ μελέτην εὐρυτάτην συζητηθῶσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἡ δήλωσις αὕτη τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλῇ συζήτησιν, ἥτις ἐπὶ τρεῖς ἤδη ἡμέρας διαρκεῖ; Δὲν εἶναι ἐλευθέρα ἡ πλειονοψηφία νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὡς νομίζει προσφορώτερον; Εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἐντὸς 5 ἡμερῶν, μέχρι τοῦ Σαββάτου, θέλω τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἠκούσθη ἀφ’ ἑτέρου τι περὶ δηλώσεως τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως πιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν; Ὥστε, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, θέλομεν ἀρυσθῆ ὡς ἀναγκαῖον πόρισμα, ὅτι οὐδαμῶς ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας διάθεσις πιέσεως, ἀλλά, τοὐναντίον, ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξεδηλώθη διάθεσις πιέσεως ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ βεβαίως τί δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅταν ἐπὶ 7 ἤδη ὥρας συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα, χωρὶς οὐδὲν νὰ πράξωμεν, συζητοῦντες περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν προκαλοῦσι συζήτησιν; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν ἐξεδηλώθη διάθεσις πιέσεως, μετὰ τὴν δήλωσίν μου, ὅτι πρόκειται νὰ ἀφεθῇ πλήρης εὐρύτης εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ δύο ὥρας ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται, ἀκούουσα, ὅτι πρέπει ν’ ἀμυνθῇ ἡ μειονοψηφία κατὰ τῆς πιέσεως τῆς πλειονοψηφίας; Ποίας πιέσεως; ποίου εἴδους πιέσεως; Πρόκειται περὶ πιέσεως ἀπὸ μέρους τῆς μειονοψηφίας. Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὰς ἰδέας του ἐξέφρασεν, ὡς λέγει, μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἐκφράσωμεν τὰς ἰδικάς μας μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Τίς ἡ ἀνάγκη τῆς τόσον παρατεταμένης συζητήσεως; Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης περὶ πιέσεως ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ποία εἶναι ἡ πίεσις αὕτη; Ἀνεγράψαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, παρενέπεσε δὲ καὶ λάθος τι, ἕνεκα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, καὶ περὶ τούτου ἀνέφερα, ὅσα ἐνόμισα πρέπον, εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι πιθανὸν, τὸ πρᾶγμα νὰ ἔχῃ ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, καίτοι ἀνεγράφη ὁ Προϋπολογισμὸς ἀπὸ τῆς Πέμπτης, οὔτε τὴν Πέμπτην, οὔτε τὴν Παρασκευὴν ἐπεζητήθη ἡ συζήτησις αὐτοῦ· ὅτε δὲ καὶ πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὸν λόγον, ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀπαιτήσω κατὰ τὴν 11ην ὥραν νὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἤμην διατεθειμένος νὰ δεχθῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν. Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, ποῦ ἡ πίεσις τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ἐξασκουμένη ἐπὶ τῆς μειονοψηφίας; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶναι μεγίστη ἀδικία. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος λέγει, ὅτι δὲν ἐξέφρασε τοιοῦτόν τι. Ὅταν ὅμως ὁμιλῶ περὶ Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου μᾶς εἶπε προχθὲς, ὅτι, ἂν δὲν προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ Δεξαμενῆς, ὅπερ θεωρεῖ ἀναγκαῖον, τότε αὐτὸς θέλει μετέλθει κωλυσιεργικὴν στάσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι, ὡς ἄλλοτε ἠγόρευσε μέχρι τῆς 10ης τῆς πρωΐας, θέλει ἐπαναλάβει τοῦτο καὶ νῦν, «ὅπως μάθῃ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιέζῃ». Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἔλεγεν, ὅτι ἐντὸς 5 ἡμερῶν θέλει νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, τότε θὰ ἐδικαιοῦντο οὗτοι νὰ παραπονεθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπειλὰς περὶ ἐξασκήσεως δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀμφισβητῶ, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀμφισβητῶ, λέγω, ὅτι οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἔχουσι τοιαῦτα, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ἐξασκήσωσιν αὐτά· ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς τοιούτους νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι εἰς τὰς ἀπειλὰς ταύτας ἡ πλειονοψηφία θέλει ἀπαντήσει διὰ σταθερᾶς ἐπιμονῆς εἰς τὰς ἰδέας, ἃς ἔχει, καὶ ὅτι θέλει διὰ παντὸς τρόπου ἀμυνθῇ κατὰ τῆς ὁπωσδήποτε γενησομένης κατ’ αὐτῆς ἐπιθέσεως. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν στέργω νὰ παρεξηγῶνται οἱ λόγοι ἡμῶν. Ἡμεῖς δὲν ὡμιλήσαμεν περὶ πιέσεως, ἡ ὁποία ἐνησκήθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ παραχωρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρὰ τῆς μειονοψηφίας πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐὰν ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐνήσκησε πίεσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ μειονοψηφία ἐξηκολούθησεν ἀπὸ τῆς 30 παρελθόντος μηνὸς συζητοῦσα, εἰ καὶ ἔλαβον χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν σύμφωνα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Μὴ λησμονῶμεν τὰ γεγονότα. Μὴ παριστάνετε, ὅτι ἡμεῖς ἠτιάθημεν ὑμῶν ἐπὶ πιέσει. Ἡμεῖς εἴπομεν μόνον, ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο μέχρι τοῦδε, καὶ τὸ εἴπομεν, ἀφοῦ ἐπῆλθε διαφωνία καθαρά. Ποία ἡ διαφωνία; Ἡμεῖς παρεστήσαμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Διὰ τίνα λόγον; Διότι ἦτο ἀδύνατον μέχρι τῶν ἑορτῶν νὰ διεξαχθῇ σπουδαίως καὶ νὰ τελειώσῃ ἡ ἐργασία τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἀρξώμεθα νῦν τῆς ἐργασίας τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ δὲ τὸ Σάββατον διακόψωμεν αὐτὴν, ἐπανέλθωμεν δὲ κατὰ τὴν Τετάρτην ἢ Πέμπτην, ποία εἶναι ἡ συνέπεια; Ὅτι διεκόπησαν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πῶς θὰ συνεχισθῇ ἡ ἐξακολούθησις τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἔργου, ἥτις διεκόπη ἐπὶ πέντε ἡμέρας; Σημειώσατε, ὅτι πρόκειται περὶ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου πάντα τὰ μέρη πρέπει νὰ συνδέωνται ἀδιαρρήκτως πρὸς ἄλληλα, διότι ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον, λογικὸν καὶ σκόπιμον. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, διατὶ νὰ σπεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀρξώμεθα αὐτοῦ, ἐνῷ δυνάμεθα τὴν τρίτην ἡμέραν μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ ἀρξώμεθα καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον, καὶ περατώσωμεν αὐτὸ ἐν ἀδιακόπῳ συνεχείᾳ; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀμφισβήτησις ἰδιότροπος, εἶναι ἀμφισβήτησις ὑποστηριζομένη ὑπὸ συλλογισμῶν· ἐὰν δὲ οἱ συλλογισμοὶ οὗτοι ἤθελον κατανοηθῆ, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν διαφωνίαν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπεκαλέσθη καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ συνεννόησις ἦτο, ὅπως γείνῃ ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νῦν, κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῶν συνεδριάσεων...
§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ συζήτησις νὰ γίνεται ἐν τῷ δευτέρῳ τμήματι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκριβές. Ἡ δὲ ἡμερησία διάταξις εἶχε πρῶτον ἀντικείμενον τὸν Προϋπολογισμόν.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἠθέλομεν, ἐκτὸς τούτου, νὰ ὁρισθῇ τὸ μεσονύκτιον ὡς τέρμα τῶν συνεδριάσεων· ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἤθελον παρατείνεσθαι πολὺ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ζητοῦντες νὰ γένηται ἡ διάκρισις αὕτη, νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ὡς τέρμα τῶν συνεδριάσεων τὸ μεσονύκτιον, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἠθέλομεν κρατεῖ τὸ ὡρολόγιον ἀνὰ χεῖρας, καὶ ὅταν θὰ ἤρχετο ἡ δωδεκάτη, ἠθέλομεν αὐτοστιγμεὶ ἀπέρχεσθαι· ἀλλ’ ἐννοοῦμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα, χρείας τυχούσης, νὰ παραμείνωμεν καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ὅπως τελειώσῃ ὁ τυχὸν ἀγορεύων τὸν λόγον του. Τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν, ὡς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἠγόρευεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου; Τίς ἠδύνατο νὰ διακόψῃ αὐτόν; Ἠδυνάμεθα περὶ τὴν ὀγδόην ὥραν νὰ ἀναχωρήσωμεν, ἐνῷ οὗτος θὰ ἠγόρευε; Τὸ αὐτὸ ἤθελε συμβῆ καὶ μετὰ τὴν δωδεκάτην τῆς νυκτός. Τοῦτο πρακτικῶς δὲν θὰ ἦτο δυνατόν. Βεβαίως ἐγὼ οὐδέποτε ἀμφισβητῶ τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας. Εἶμαι τοσοῦτον κοινοβουλευτικὸς, ὥστε οὐδέποτε ν’ ἀμφισβητῶ δικαιώματα τοιαῦτα, καὶ ὅταν ἔτι αὐτὰ δὲν ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δικαιώματα, καὶ ἔχομεν πλήρη συνείδησιν αὐτῶν, ὅσον καὶ ἂν ζητῶσί τινες νὰ περιγράψωσιν αὐτά. Ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, τῶν ὁποίων καὶ ἡμεῖς ἔχομεν συνείδησιν, ἀναγνωρίζει ἤδη σύμπασα ἡ Εὐρώπη. Στρέψατε τὰ βλέμματά σας εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὸ Βέλγιον, πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχει συνταγματικὸν πολίτευμα. Ποῦ ἠμφισβητήθησαν τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς μειονοψηφίας; Ἐὰν δ’ ὑπάρχωσί τινες ἐν Ἀθήναις, προαιρούμενοι ν’ ἀμφισβητῶσιν αὐτά, — ὅταν ὅμως τυγχάνωσιν ἐν πλειονοψηφίᾳ, διότι, ὅτε, κατὰ τὸ 1895 καὶ τὸ 1896, ἦσαν μειονοψηφοῦντες, αὐτὰ ἐνήσκουν τότε αὐτοὶ οὗτοι,—οὐδαμῶς προτίθεμαι νὰ κοπιάσω, ἵνα μεταπείσω αὐτοὺς· ἐφ’ ὅσον ὅμως δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν ταῦτα, θέλομεν τὰ ἐξασκήσει, ἀλλὰ πάντοτε θέλομεν ἐξασκεῖ αὐτὰ νομοταγῶς, διότι ἡμεῖς πρὸ παντὸς, καὶ μάλιστα ὅταν ἤμεθα ἐν μειονοψηφίᾳ, φροντίζομεν νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ δίκαιον καὶ τὸν νόμον. Ὅταν τις ἦναι ἀσθενὴς, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ δίκαιον καὶ τὸν νόμον, δὲν πρέπει δ’ αὐτὸς οὐδέποτε νὰ παραβαίνῃ εἴτε τὸ δίκαιον, εἴτε τὸν νόμον, διὰ νὰ δύνηται νὰ ἐπικαλῆται τὸν νόμον, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ. Ἑπομένως, καίπερ ἔχοντες συνείδησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας, βεβαίως οὐδέποτε θέλομεν ποιήσει χρῆσιν αὐτῶν παράνομον, ἀλλὰ θέλομεν ποιεῖσθαι χρῆσιν αὐτῶν πρὸς ἀποτροπὴν τῆς καταχρήσεως τῶν πλειονοψηφούντων, πρὸς περιστολὴν τοῦ θράσους αὐτῶν. Ταῦτα εἶπον· δὲν εἶπον δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπελάβετε, ὅτι εἶπον. Ἐξ ἐναντίας, ἀνεγνώρισα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δι’ ὑποχωρήσεων προέλαβε λίαν δυσαρέστους σκηνὰς, σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν εἶχον εὔλογον ἀφορμὴν, σκηνὰς, αἵτινες ἐν οὐδενὶ Κοινοβουλίῳ συνέβησαν, διότι οὐδαμῶς ἐδόθησαν τοιαῦται δι’ αὐτὰς ἀφορμαί. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θ’ ἀνεύρητέ που ἐν τοῖς πρακτικοῖς Βουλῆς τινος συμβαίνοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὰ τέλη τῆς ἑβδομάδος ταύτης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτης τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ φαντάζεσθε, τί ἤθελε συμβῆ, ἂν δὲν προελαμβάνοντο τὰ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα πάντως ἤθελον ἀποβῆ εἰς ζημίαν τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ζημίαν τῆς Βουλῆς;
§221Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Γ. Κυριαζῆς.
§223Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σχετικῶς ἔχω ἐγώ.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἀγορεύετε.
§225Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως, ἀνατρέχων εἰς παρῳχημένους χρόνους, ἐξετάσω τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἴδομεν τὸ Κράτος ἡμῶν πρὸ τοῦ πολέμου, κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτὸν εἰς τὸ οἰκτρόν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ βλέπομεν μέχρι σήμερον· κατόπιν δὲ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐρεύνης αὐτῶν, καὶ τῆς ἀνευρέσεως τῶν αἰτίων, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς Πατρίδος διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἐβαρύνθην, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀκούω καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἐκεῖθεν, καὶ ὕπερθεν, ἐπιτελέσεις καθηκόντων, καὶ πατριωτισμοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα· καὶ, ἐνῷ ἐπαγγελλόμεθα τοιαῦτα, τὸ Κράτος ἔβη εἰς ὄλεθρον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα, ἐνώπιον τῆς Πατρίδος, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι πᾶσα ἡ Βουλὴ παροῦσα· τὰ πλεῖστα δὲ τῶν ἑδωλίων νῦν εἶναι κενά. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἐγγράψητε τὴν Δευτέραν πρῶτον, διὰ νὰ ὑποβάλω τὰς διαμαρτυρίας μου.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§227Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§228Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι, κατόπιν τῶν λυπηρῶν ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγης ὥρας ἔλαβον χώραν ἐνταῦθα, ἀγορεύοντος τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πρὸς κατάπαυσιν τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας, προκειμένου νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ προσεκάλεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὡς ψηφολέκτην. Ἐγὼ, ὑπείκων εἰς τὰς διαταγάς του, ἀνῆλθον, καὶ ἐκάθησα, ἐπιβλέπων τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ὅτε ὁ κύριος Νομάρχης Ἀττικῆς, παρὰ τὸ Προεδρεῖον ἱστάμενος, ὄρθιος καὶ ἐξηγριωμένος, ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Πετροπουλάκην—ὁ ὁποῖος κύριος Πετροπουλάκης εἶχεν ἐστραμμένα τὰ νῶτα πρὸς ἐμέ, καὶ δέν με ἔβλεπε: — «Τί κάθεσθε, καὶ δὲν τοὺς σπᾶτε τὰς κεφαλάς; (Ἔξαψις, φωναὶ, θόρυβος. Οἱ Βουλευταὶ πάντες ὄρθιοι. Σφοδραὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν). Ὁ κ. Πετροπουλάκης, τιμῶν τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρει, τοῦ ἀπήντα «μὰ–μὰ–μά.» Ἐνῷ δ’ ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπανειλημμένως ἔπραττε τοῦτο, ὁ κ. Νομάρχης ἐπέμενε! (Διαψεύσεις ἐκ δεξιῶν, φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν).
§229ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Εἶναι ψεύματα!
§230Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τί εἴπετε; (θόρυβος).
§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Κασσαβέτην). Ἀφήσατε σεῖς.
§232Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἂς διαψεύσῃ.
§233ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶπε: «νὰ μὴ δέχησθε διαταγὰς». (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§234ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Κύριε Βιτάλη, σᾶς βεβαιῶ, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης δὲν ἀπήγγειλε τὴν φράσιν αὐτὴν, ἀλλὰ κἄποιος ἄλλος κάτωθεν· ἐνομίσατε δὲ ὑμεῖς, ὅτι ἦτο ὁ κ. Νομάρχης. Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς. (Καταπαύει ὁ θόρυβος).
§235Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν εἰς τὸν κ. Πετροπουλάκην. Ἂς ἔλθῃ νὰ εἴπῃ. Ἄλλως τε καὶ ὁ κύριος Σκαλτσοδῆμος τὸ ἤκουσεν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐν ἀρχῇ ψηφολέκτης καὶ ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου ἀπεχώρησε.
§236ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ (χαμηλοφώνως). Ὄχι.
§237Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει, ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι δὲν ἤκουσε.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης.
§239ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί «Βελλιανίτης»; Δὲν νομίζετε, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 15′ τῆς νυκτός).