1900.12.15
3,126 rows · 24,480 words · 206 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 15 Δεκεμβρίου 1900.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 6 τῶν πρακτικῶν ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἵνα μετὰ τὰς ἑορτὰς συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ φόνου τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε κατέθηκε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, εἶπεν, ὅτι εἰς ἐμὲ ἀνατίθησι νὰ ὁρίσω τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γείνῃ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Χθὲς δὲ ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι ἐπεθύμουν, ἵνα τὴν προσεχῆ Δευτέραν συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἂν ἦναι δυνατὸν, μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι τοῦτο, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ ἐπεθύμουν, ἵνα τὴν προσεχῆ Δευτέραν γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀντεῖπε, καὶ φυσικῶς ὑπέθεσε, ὅτι τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη.
§2Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§3Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως τὸ ζήτημα δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν, ἀλλ’ ἐπεθύμουν, τὰ πρακτικὰ νὰ λέγουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές· διότι ἐγὼ δύναμαι καὶ αὔριον νὰ φέρω τὴν ὑπόθεσιν καὶ σήμερον. Δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσωσι βεβαίως τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκάλεσε νὰ ὁρίσω ἡμέραν, δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν, ἐπιμένων τώρα νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκεν, ἵνα ὁρίσω τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Ἀφοῦ δὲ ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ συζητήσω, δικαιοῦμαι νὰ ἐπιμένω, ὅπως τὴν ἡμέραν ἐκείνην γείνῃ ἡ συζήτησις.
§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός.). Εἴπετε, ὅτι ἀνέθηκα εἰς ὑμᾶς νὰ ὁρίσητε τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα κατετέθησαν πρὸ 15 ἡμερῶν...
§5Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι δά!
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω, πρὸ 10 ἡμερῶν... νομίζω ὅτι ἠδύνασθε κάλλιστα νὰ μελετήσετε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ νὰ ἔχητε ἤδη συζητήσει. Ὅταν ὅμως ἔρχησθε καὶ ζητῆτε νὰ συζητήσητε τὸ ζήτημα τοῦτο καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν μετὰ τὰς ἑορτάς. Καὶ ἐννοεῖται, ὅτι περὶ τούτου δὲν δύνασθε νὰ ἀποφανθῆτε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ μόνον ἡ Βουλὴ· διότι δὲν εἶναι δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ λόγον ἐπί τινος ἐπερωτήσεως. Ὅταν κατατίθηνται ἔγγραφα, ὅταν παρακαλῶμεν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως μετὰ τὰς ἑορτὰς, καὶ ἑπομένως δὲν θέλομεν διόλου ν’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ λέγῃ, ὅτι, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ τὴν ὁρίσῃ σήμερον, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ τὴν ὁρίσῃ καὶ αὔριον, διακόπτων ἄλλην σοβαρὰν συζήτησιν. Τὰ πάντα δύνασθε νὰ κάμητε, διότι δύνασθε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσητε, ὁπόταν θέλητε· ἀλλὰ θὰ ἦμαι ἐλεύθερος καὶ ἐγὼ νὰ μὴ ἀπαντήσω, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, ἡ ὁποία, νομίζω, δὲν παραβλάπτει διόλου τὸ ζήτημα· διότι δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ ζημιωθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐξέτασις αὐτὴ λάβῃ χώραν 6 ἢ 8 ἡμέρας μετὰ τὰς ἑορτάς.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συναινέσει τοῦ ἐπερωτῶντος δύναται ν’ ἀναβληθῇ συζήτησις ἐπερωτήσεως ἐπὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε συμφωνηθῆ. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα, ἵνα ἡ Βουλὴ προσδιορίζῃ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει νὰ συζητήσῃ τὴν ἐπερώτησιν, διότι τότε ἡ πλειονοψηφία θέλει ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως εἰς ἀπωτάτους χρόνους, ἀναιρουμένου τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ μειονοψηφία. Ὁμιλῶ γενικῶς, δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προκειμένου. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν διεγράψατε, ὅτι δύναται ὁ Βουλευτὴς νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν σήμερον ἢ αὔριον, ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἀπαντᾷ, δὲν εἶναι ὀρθή· διότι, ἂν ἦναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀπαντᾷ, ὅταν θέλῃ, ἔχει ὅμως συμφέρον νὰ μὴ παραιτῆται τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, τοῦ νὰ ἀποκρίνηται πάντοτε, διὰ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὰς ἐπερωτήσεις εἰς ἀσαφῆ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν βλάπτουσι τόσον τὸν ἐπερωτῶντα, ὅσον τὸν Ὑπουργόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ συμφωνηθῇ, ἵνα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως γένηται ὁμαλώτερον.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ὅπως ἐπέλθῃ συμφωνία· διότι, καίτοι γινώσκω, ὅτι ὑπάρχουσι Κοινοβούλια, καὶ μάλιστα Κοινοβούλια Κρατῶν δημοκρατουμένων, ἐν οἷς τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, καὶ ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἀναβάλλει ἐπὶ 30 ἢ 40 ἡμέρας. Ἐπειδὴ ὅμως τοιαύτην ἀναβολὴν ἐγὼ δὲν ἐζήτησα, παρεκάλεσα δὲ μόνον νὰ μὴ παρεμβληθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀναβληθῇ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ νὰ γείνῃ μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα ἐξ ἀμοιβαίας συμφωνίας.
§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτάς;
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ, διότι ὑπάρχουσι τόσα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἐπιβάλλεται· ἑπομένως, εἴτε ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὡς ἐλπίζω, εἴτε δὲν ψηφισθῇ, πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή, διότι ὑπάρχουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῶσι, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ παρακωλύσω τὴν συζήτησιν. Ἐξήγησα εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Βουλευτὴν χθὲς, ὅτι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑπηρετεῖ πολὺ ὀλίγον τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ, ἐπιμένων ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἐναντίαν πεποίθησιν, καὶ δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ κατ’ αὐτὸν ὅπως νομίζει καλλίτερον· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ν’ ἀναβάλῃ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἐζήτησα μόνον ν’ ἀναβληθῇ αὕτη ἐπί τινας ἡμέρας· εἶπον μάλιστα, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλεγε τὴν Δευτέραν: «θέλετε ἀμέσως νὰ συζητήσωμεν;» Καὶ τὸν προεκάλεσα ἀμέσως νὰ λάβῃ τὸν λόγον· ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος. Ὅταν λοιπὸν δὲν ἦσθε ἕτοιμος, λάβετε τὴν καλωσύνην ν’ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν μετὰ τὰς ἑορτάς. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, ἵνα ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὴν Βουλήν.
§11Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἄλλο ζήτημα τοῦτο. Τώρα πρόκειται, ἐὰν τὰ πρακτικὰ πιστῶς ἀναφέρουσι τὰ γενόμενα. Ἐὰν θὰ ἀπασχολήσητε τὴν Βουλὴν τὴν Δευτέραν, ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἰδικόν σας.
§13Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Προκειμένου ὅμως, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ψῆφος ἡ ὁποία ἔχει καὶ μεγίστην πολιτικὴν σημασίαν, φρονῶ, ὅτι πρὸ τῆς ψήφου ταύτης ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τεθῇ ἐν γνώσει πασῶν τῶν παραβάσεων τῶν νόμων, τὰς ὁποίας ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀντελήφθησαν. Πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ἐπερωτήσεων, ἵνα καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς πεισθῶμεν, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις παρέβη τοὺς νόμους, ἢ ἐὰν τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον λοιπὸν ἐγὼ παρακαλῶ, ἀδιαφορῶν ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ἵνα ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐπερωτήσεων γείνῃ πάντως πρὸ τῆς συζητήσεως καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς ἐν γνώσει τῆς πορείας τῆς Κυβερνητικῆς δώσωμεν ψῆφον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρατηρῶ καὶ ἓν ἄλλο ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον φέρουσι τὰ πρακτικά. Ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἦναι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τοῦτο ὄντως ἔλαβε χώραν, ἀλλ’ ἔλαβε χώραν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ κ. Προέδρου, διότι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὴν σειρὰν τῶν ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, προκαλεῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀνεκοίνωσεν, ὅτε ἠγέρθη τῆς ἕδρας του διὰ ν’ ἀποχωρήσῃ, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς σήμερον ἔσται ὁ Προϋπολογισμός. Πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ὁ κ. Πρόεδρος περὶ τούτου, πρὶν ἢ ἀνακοινώσῃ τὰς ἰδέας του, πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τυγχάνουσι συμπληρωτέα τὰ πρακτικά, διότι πᾶσα γνώμη τοῦ Προέδρου, ὅταν ἀφορᾷ εἰς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον χρήζει τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι ὡς εἰ μὴ ὑπῆρχε, ἐὰν δὲν προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§14Γ. ΡΩΜΑΣ. Τίς ἀντεῖπε;
§15ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ἡμεῖς ἐφωνάξαμεν ἐδῶ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἀντελήφθη αὐτό. Ἐὰν ἄλλος τις ἔλεγε τοῦτο, δὲν θὰ παρεξενευόμην· ἀλλὰ νὰ λέγῃ ὁ κ. Ρώμας, ὅτι οὐδεὶς ἀντέλεξε, τοῦτο εἶναι φοβερόν.
§16Γ. ΡΩΜΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ὁ κ. Δραγούμης, ὁ ὁποῖος ἦτο παρών.
§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριε Δραγούμη;
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι, νομίζω, πρέπον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει τὸ Προεδρεῖον συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει περὶ τούτου ἀμφιβολία;
§19ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπικρατεῖ δὲ τὸ σύστημα, ἵνα τὸ Προεδρεῖον συντάσσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἑκάστης συνεδριάσεως, διότι ὑποτίθεται, ὅτι τὸ Προεδρεῖον διερμηνεύει τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἑπομένως καταρτίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπιφυλάσσεται ὅμως εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ζητήσῃ νὰ προταχθῇ νομοσχέδιόν τι, ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἢ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος Βουλευτής. Ὁ Πρόεδρος λοιπόν, διερμηνεύων τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἀνήγγειλεν, — ἠδύνατο δὲ καὶ νὰ μὴ τὸ ἀναγγείλῃ—ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον οὕτω πῶς θὰ διατυπωθῇ. Παρακαλῶ, ἔχομεν παραδείγματα, καθ’ ἑκάστην τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀναγγέλλῃ, πῶς θὰ καταρτισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις;
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καταρτίζεται λοιπὸν ἡ ἡμερησία διάταξις ἑκάστης συνεδριάσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ἕκαστος δὲ Βουλευτὴς δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπου ἀναντιρρήτως εἶναι ἀναγκαία καὶ ἡ συναίνεσις τῶν ἐπιθυμούντων νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνήγγειλεν, ὅτι αὔριον, δηλ. σήμερον, θὰ τεθῇ πρῶτος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Τοῦτο ἐγένετο. Ἐρωτῶ, ἐὰν δὲν εἶχεν εἰπεῖ τι ὁ κ. Πρόεδρος, τί ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ σήμερον; Νὰ ζητήσῃ νὰ προταχθῶσιν ἄλλα ἀντικείμενα, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου εἶναί τι, τὸ ὁποῖον συνήθως γίνεται· καὶ ἔκαμε μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος καί τι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως γίνεται. Εἶναι λοιπὸν ἀξία ἐπικρίσεως ἡ διαγωγὴ τοῦ Προέδρου; Δὲν τὴν εὑρίσκω διόλου ἀξίαν ἐπικρίσεως, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα σήμερον νὰ εἴπῃ: «Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὸν Προϋπολογισμὸν σήμερον, καὶ ζητῶ νὰ προταχθῇ ἄλλο θέμα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐπικρίνομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἀναγνωρίζομεν ὅμως αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον ἦτο περισσότερον ἀπὸ τὸ συνήθως γιγνόμενον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ γίγνηται οὐδὲ τοῦτο, τὸ περισσότερον τοῦ συνήθως γιγνομένου, διότι συνεργαζόμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ πρόθυμοι πρὸς ἐργασίαν, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀνεχόμεθα ὅσα ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν, καὶ ἴσως εἴχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν νὰ γίγνωνται συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις ἐπὶ νομοσχεδίων, καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ εἴμεθα 25 ἢ 30 μόνον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ἐνδέχεται νὰ δημιουργηθῇ κίνδυνος, καὶ ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐπιτηρῶμεν, ἵνα ὑπάρχῃ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς καὶ μὴ ἤμεθα π.χ. μόνον 110 συζητοῦντες, ἐκ φόβου μήπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τι ἔχον σημασίαν μεγαλειτέραν εἴτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἴτε εἰς τὴν πολιτικὴν, πάντοτε ἀλλότριον τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον πράττομεν κατ’ ἀρχὴν, ὅπως εὐκολύνωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι, τὴν ὥραν καθ’ ἣν μένομεν οὕτω πως ἐργαζόμενοι, καὶ συζητοῦντες νομοσχέδια, καὶ ψηφίζοντες αὐτὰ, νὰ μὴ παρεμβάλληται ἀπόφασίς τις ἄλλη, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ περιαχθῶμεν εἰς θέσιν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀνεχώμεθα τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Λοιπὸν τὸ γενόμενον χθές, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀπαγγελία ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενόμενον. Ἡ Βουλὴ σήμερον εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ της ν’ ἀποφασίσῃ, πότε θέλει νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§24Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπειδὴ δὲ χθὲς, προτοῦ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀνακοινώσητε τὴν ἀπόφασιν, ὅπως συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, παρεκάλεσα ὑμᾶς, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν ἀμπέλων, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ Ἀναστάσιος Σταθόπουλος, κάτοικος τοῦ χωρίου Σκληροῦ τῆς Ὀλυμπίας, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ χρηματικὴν βοήθειαν, ὡς στερηθεὶς τῶν τέκνων αὑτοῦ χάριν τῆς πατρίδος. Ὁ κ. Ἀσημάκης Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§26ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὀλίγον μακροσκελής.
§28ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀκούσῃ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται).
§30ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριε Πρόεδρε εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν, διότι εὐμενῶς ἀπεδέχθη τὴν ἐμὴν παράκλησιν, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἀναφορά. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὁ γέρων συμπολίτης μου Ἀναστάσιος Σταθόπουλος, προκύπτει, ὅτι ὁ πολίτης οὗτος ἀπώλεσεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος κατὰ δύο διακεκριμένας ἐποχὰς δύο υἱοὺς, τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, τὸν Γεώργιον, ἀποθανόντα ἐν Μεσολογγίῳ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1886, τὸν ἕτερον δὲ, τὸν Κωνσταντῖνον, κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Ρεβενίου. Ὁ γέρων οὗτος εἶναι πένης, ὅπως δυστυχῶς εἶναι πάντες σχεδὸν οἱ χωρικοὶ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ὑπέργηρος, — ἤδη διατρέχει τὸ ἑβδομηκοστὸν καὶ ἴσως καὶ πλέον ἔτος — δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ, ἀπώλεσε τοὺς υἱούς του, ἀπώλεσε τουτέστι τὸ στήριγμα τοῦ γήρατός του, ἀπώλεσε τὰς παραγωγικὰς χεῖρας, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ζήσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του, ψωμιζόμενος τουλάχιστον. Γνωρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ἐδικαιοῦντο οἱ πατέρες τῶν πεσόντων ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ περιθάλψεώς τινος, καὶ εὐλόγως ἴσως, διότι, ἂν περιελαμβάνετο εἰς τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, νομίζω, Σύνοδον τῆς Βουλῆς νόμον διάταξις εὐεργετικὴ ὑπὲρ τῶν γονέων, βεβαίως τὸ Κράτος ἤθελεν ἐξοδεύσει πολλά. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κύριος Πονηρόπουλος ἔχει ὑποβάλει πρότασιν νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν προσδιορίζει ὅριον ἡλικίας τῶν πατέρων υἱῶν πεσόντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον τὸ ἑξηκοστὸν, νομίζω, ἔτος τῆς ἡλικίας. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου ταύτης ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐκ τοῦ μικροῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τῶν ἑορτῶν, ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προτιμῶσα βεβαίως ἄλλα μέτρα, καὶ ἰδίως τὸν Προϋπολογισμὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου μακρὸς ἐγένετο λόγος, δὲν θὰ στέρξῃ βεβαίως, καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, νὰ ψηφισθῇ αὕτη. Ἐπειδὴ λοιπὸν περὶ τούτου εἶμαι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει χρέος νὰ περιθάλψῃ τοὺς πατέρας τῶν τέκνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπεσαν ὑπὲρ πατρίδος μαχόμενα κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, νομίζω, λέγω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, — καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἀναφοράν,—ἀφοῦ οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παράσχῃ εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν Σταθόπουλον βοήθειαν, νὰ παράσχῃ τουλάχιστον εἰς αὐτὸν ἓν μηνιαῖον βοήθημα. Καὶ περὶ τούτου παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, κύριε Πρόεδρε.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νόμου μόνον.
§32ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας, ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, διότι γνωρίζω τὸν γέροντα Σταθόπουλον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, τὸν εἶδον δὲ ἐδῶ κλαίοντα καὶ ὀδυρόμενον. Ἔχασεν ὁ δυστυχὴς τοὺς δύο υἱούς του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, τὴν στρατιωτικήν, καὶ ἔχει δίκαιον τῷ ὄντι, καὶ πρέπει νὰ τῷ δοθῇ περίθαλψις, διότι καὶ γέρων εἶναι καὶ ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς Διαμαντῆς Διαμαντόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ ἐπανόρθωσιν ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον τῷ ἐγένετο, ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν αὐτοῦ.
§34Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τί ἀδίκημα τῷ ἐγένετο;
§35ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ λοχαγὸς Διαμαντόπουλος ἐτέθη ὑπὸ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου εἰς ἀποστρατείαν κατέφυγεν εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ τὸ Δικαστήριον τὸν ἐδικαίωσεν. Ἔφθασε, νομίζω, μέχρι τοῦ Ἐφετείου ἡ ὑπόθεσις, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Γλαράκη τῷ ἐπρότεινε συμβιβασμόν. Ἔγεινε τὸ περὶ τούτου συμβόλαιον, ὑπεγράφη, καὶ τῷ ἀπενεμήθη ἡ σύνταξις. Τὸν ἐβεβαίωσε δὲ ὁ νομικὸς σύμβουλος, ὅτι θὰ τῷ δοθῇ—διότι τοιοῦτον εἶχε δικαίωμα—καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐδόθη, οὕτω δὲ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰ ὠφελήματα, τὰ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Ἰδοὺ περὶ τί στρέφεται ἡ αἴτησις τοῦ Διαμαντοπούλου.
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπηρέτησε δὲ ἐντιμότατα αὐτὸς ὁ ἀξιωματικός.
§37Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναμείνητε ἕως αὔριον, ἵνα φέρω τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐξ οὗ θέλετε φωτισθῆ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ πρακτικοὶ φαρμακέμποροι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν διὰ τοῦ νόμου περὶ φαρμακείων.
§39Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ἔχουσιν ἱδρύσει φαρμακεῖα, καί, κατά τινα διάταξιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κλείσωσι τὰ φαρμακεῖά των. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν προτείνω τροπολογίαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἡ τροπολογία αὕτη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 94).
§41Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Θήρας κ. κ. Β. Μαρκεζίνης καὶ Ν. Συνοδινὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθέτου φορολογίας πρὸς κατασκευὴν λιμένος ἐν Θήρᾳ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 95) Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Δ. Τσιτσάρας.
§43Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, Κύριοι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πάντων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ὡς κύριον μέλημα αὐτῶν ἔχουσιν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ τοὺς ζωτικοὺς παράγοντας ἑκάστου ἔθνους, μεταξὺ τῶν ὁποίων, ἀναμφιβόλως, τὴν πρώτην θέσιν κατέχει καὶ τὸ ζήτημα τῶν συγκοινωνιῶν, ἐμελέτησα τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ὅστις μετά τινας στιγμὰς πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀνεύρω, ἂν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν αὐτῷ πρόβλεψίς τις ὑπὲρ λαοῦ οἰκτρῶς πάσχοντος καὶ ἀναξιοπαθοῦντος, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας· οὐδαμοῦ δὲ, δυστυχῶς, ἀνευρὼν τοιαύτην πρόβλεψιν, ὁμολογῶ, ὅτι κατελήφθην ἀπὸ αἴσθημα θλίψεως καὶ ἀπογοητεύσεως, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, ὑπὸ ἐντελοῦς ἀπελπισίας. Τὸ αἴσθημα τοῦτο μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα παραστήσω ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν οἰκτρὰν καὶ ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, τὴν ὄντως μέχρι σημείου φρίκης φθάνουσαν, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, ὡρισμένου διαμερίσματος τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, μόνον εἰς τὰς καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται, ὅτι εἶναι γνωστὸν, ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς πάντα δὲ ἄλλον Ἕλληνα εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον καὶ ἀνύπαρκτον! Καὶ ἀφοῦ παραστήσω τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν πραγματικῶς ἀξιοθρήνητον, θὰ ποιήσωμαι ἔκκλησιν πρός τε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας—ἥτις, εἰρήσθω, ἐσχημάτισε, φαίνεται, ἐκ τῶν παραστάσεων, αἵτινες τῇ ἐγένοντο, τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη κρείσσονος τύχης, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, εἰς λαὸν περὶ τὰς 70,000 ψυχῶν περίπου,—καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως αὕτη συντρέξῃ τὰς ψυχὰς ταύτας εἰς τὸν περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνα. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς Εὐρυτανίας καὶ τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Ἐγὼ, ἕνεκα διαφόρων δεσμῶν, οἵτινες μὲ συνδέουν μὲ τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, ἀπὸ νεαρᾶς μου ἡλικίας παρηκολούθησα καὶ παρακολουθῶ μετ’ ἐνδιαφέροντος τὴν ἐν γένει πρόοδον αὐτῆς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι, ὁσάκις ἀναμιμνήσκομαι τὴν κατάστασιν τῆς ἰδιαιτέρας φίλης πατρίδος μου, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, ἐν σχέσει πρὸς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἃς δὲν φθονῶ, πάσχω, μὴ ἀνευρίσκων, τίς τύχη, ἢ τίς δαίμων κατεδίκασεν αὐτὴν, τὴν ἄλλως λίαν ὑπερήφανον καὶ περικαλλεστάτην ἐπαρχίαν, εἰς τὸν διὰ τῆς στασιμότητος θάνατον. Ὁ νομός Εὐρυτανίας, κατ’ ἐξοχὴν μεσόγειος, ὀρεινὸς καὶ δασώδης, ἄγονος καὶ ἀπρόσιτος, εἶναι ὁ ἀνωμαλώτερος τῶν νομῶν τοῦ Κράτους, ὑπὸ ἔποψιν ἐδάφους, καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ἀθλιέστερος, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας· εὑρίσκεται αὐτόχρημα εἰς ἀρχέγονον καὶ πρωτογενῆ κατάστασιν! Τὸ διαμέρισμα αὐτὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει πλάτος 30 ὡρῶν, ἤτοι ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιομέτρων, καὶ μῆκος 35 ὡρῶν, ἤτοι 175 χιλιομέτρων, καὶ πληθυσμὸν περὶ τὰς 70,000 ψυχῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλοτε, εἰς παρωχημένην ἐποχὴν, ἐχρησίμευσεν ὡς σταθμὸς ν’ ἀνακοπῇ ἡ ἐπιδρομὴ βαρβάρου λαοῦ, εἰς νεωτέρας δὲ ἐποχὰς ἐχρησίμευσεν ὡς προάγγελος ἐνδόξου σελίδος τῆς ἱστορίας τοῦ Μεσολογγίου, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ συνεισφέρῃ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων θυσιῶν, καὶ ὑλικὰς θυσίας εἰς τὸ Κράτος, ἔχει συνεισφέρει, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, μέχρι σήμερον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν δασῶν αὐτοῦ περὶ τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, ἀπὸ τοὺς λοιποὺς δὲ φόρους περὶ τὰ τριάκοντα τοιαῦτα. Τί δὲ, νομίζετε, εἶναι τὸ ἀντιστάθμισμα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας πρὸς τὸν λαόν, τὸν κατοικοῦντα τὸ διαμέρισμα αὐτό; Ἡ κατασκευὴ δώδεκα χιλιομέτρων ἁμαξιτῆς ὁδοῦ μόνον! Δι’ αὐτὸ εἶπον προηγουμένως, ὅτι εἶναι γνωστὴ ἡ Εὐρυτανία μόνον εἰς τὰς καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως ἀπορεῖτε καὶ θαυμάζετε ἴσως, ἂν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ· καὶ ὅμως εἶναι ἀληθέστατα. Ἔχω, Κύριοι, εἰς χεῖράς μου ἔκθεσιν νομομηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος, ὄντως μετὰ φιλοπατρίας καὶ φιλοστοργίας περιελθὼν τὴν Εὐρυτανίαν, περιγράφει αὐτὴν μὲ τὰ ζοφερώτερα χρώματα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχω καὶ ἐπίσημον σημείωμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ ὑπάρχουν ἐθνικαὶ ὁδοὶ μόνον δώδεκα χιλιομέτρων. Βεβαίως, Κύριοι, ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ, θὰ φρίξητε! Δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ γραμμὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ μὴ παρίσταται ὡς φρικώδης ἡ κατάστασις τῆς συγκοινωνίας ἐν Εὐρυτανίᾳ! Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπήν τινα τῆς ἐκθέσεως ταύτης, διὰ νὰ ἴδητε καὶ φρίξητε ἀληθῶς.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι τοῦ νομομηχανικοῦ Δημητροπούλου, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἐντολὴν παρὰ τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ διαμερίσματος ἐκείνου τοῦ ἐλευθέρου καὶ εὐνομουμένου δῆθεν Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν του ἐν ἐκθέσει. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ πέρυσιν· ἀλλὰ, δυστυχῶς, δὲν ἔγεινε τίποτε μέχρι σήμερον· οὐδεμία πρόβλεψις, οὐδεμία φροντὶς ὑπὲρ τῆς Εὐρυτανίας! Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις: «... Τῶν ὁδῶν τούτων τὰ κατεσκευασμένα τμήματα, ἀφεθέντα ἀπὸ τῆς κατασκευῆς των ἀσυντήρητα, περιῆλθον εἰς κατάστασιν τελείου ἐξαφανισμοῦ.»
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ ποίας ὁδοὺς ὁμιλεῖ;
§47Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διὰ τὰς οἱονεὶ καὶ δῆθεν ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι διασχίζουν τὴν Εὐρυτανίαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Δὲν ὑπάρχουν ὁδοὶ, ἀλλὰ γιδόστραταις, αἵτινες κακῶς συντηροῦνται, ἢ μᾶλλον ποσῶς δὲν συντηροῦνται· καὶ περὶ αὐτῶν ἡ ἔκθεσις ὁμιλεῖ.
§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι εἰς τὴν σελίδα 175 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ ἐκθέσει περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγεται, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται ἠλαττώθησαν κατὰ 550,000 δραχμάς· διατὶ νομίζετε; (ἀναγινώσκει): «ἐπαρκοῦς θεωρουμένης τῆς ἀναγραφείσης πιστώσεως, καὶ διότι δὲν παρίσταται ἀνάγκη πολλῶν ἀνακαινίσεων, ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν, λόγῳ τῆς τακτικωτέρας καὶ πληρεστέρας συντηρήσεως τῶν ὁδῶν...» Δι’ αὐτὸ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεγόμενα;
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἐλαμβάνετε τὸν κόπον νὰ μελετήσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ νὰ συγκρίνητε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον μὲ τὸν παρόντα, ἠθέλετε εὕρει τὴν ἐξήγησιν τῶν παρ’ ὑμῶν ἀναγνωσθέντων. Πέρυσιν ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πιστώσεις, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς συντηρήσεις ἀναγνωρισθείσας ἤδη, καὶ ἀνεγράφη τότε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν 1,700,000 δραχμῶν, πρὸς ἐξόφλησιν ποσῶν ὀφειλομένων διὰ συντηρήσεις ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεφασίσθησαν παρὰ προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον πληρωθῆ, καίτοι ἔπρεπε κανονικῶς νὰ ἀναγράφηται ἡ πίστωσις διὰ τὰς ἐνιαυσίους αὐτὰς συντηρήσεις. Εὑρέθημεν λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν ποσὸν 1,700,000 δραχ. πρὸ ἐξόφλησιν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώσαμεν καὶ μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ ὀφειλόμενα· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ πολὺ περιωρίσθη, ἐννοεῖται ὅτι ἐφέτος ἐζητήσαμεν ποσὸν μικρότερον. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἐζητήσατε ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Εὐρυτανίας.
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ὀφειλόμενα ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων;
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· διότι δὲν ὑπάρχει χρῆσις διὰ τὰς συντηρήσεις. Ἐπικρατεῖ ἓν σύστημα ἄθλιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὡς πρὸς τοῦτο, διότι διατάσσονται συντηρήσεις, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον, καὶ ἑπομένως εὑρέθημεν ἀπέναντι ὑποχρεώσεων, τῶν συντηρήσεων τῶν ὁδῶν ἐξακολουθουσῶν· καὶ τότε ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ ἐζήτησα πίστωσιν διὰ τὸ ἔτος 1899, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ζητήσω τοιαύτην διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ἐγὼ προσεπάθησα νὰ διαιρέσω τὸ ποσὸν τῶν συντηρήσεων εἰς δύο· εἰς ποσὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῶν ἀναληφθέντων, καὶ εἰς ποσὸν 500,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔργα τῶν συντηρήσεων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τὸ 1901, συντηρήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι δυνάμει δημοπρασιῶν, γενησομένων κατὰ τὸ 1901. Καὶ ἐξήγησα τότε τὸν μηχανισμὸν τῶν συντηρήσεων, καὶ ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουσι καλῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς συντηρήσεις, καὶ εἶναι καλὸν νὰ τακτοποιηθῶσι κατὰ τοῦτο.
§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδικαιολόγησε τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀναγραφείσης πιστώσεως, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τοῦτο ἔχετε δίκαιον, τουτέστιν ὡς πρὸς τὸν λόγον τῆς ἐλαττώσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δυστυχῶς, πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι κακῶς συντηροῦνται αἱ ὁδοὶ, ἢ μᾶλλον, ὅτι οὐδεμία συντήρησις τῶν ὁδῶν γίνεται.
§55Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ὁδοί. Τί νὰ συντηρῆται; Ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ὑπάρχει δὲν συντηρεῖται.
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδῶ βλέπω (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς συνοδευούσης τὸν Προϋπολογισμόν): «... λόγῳ τῆς τακτικωτέρας καὶ πληρεστέρας συντηρήσεως τῶν ὁδῶν.» Τοῦτο λοιπὸν ἐγὼ ἀμφισβητῶ...
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ὑποστηρίζω ἐγώ.
§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Τὸ ἀμφισβητῶ δὲ, διότι, ὅτε πρό τινος χρόνου ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Μαρκόπουλον τοῦ Ὠρωποῦ, ἑκατοντάκις μετενόησα, διότι δὲν εἶχον συντάξει τὴν διαθήκην μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς συγκοινωνίας!
§59Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, μεταβὰς εἰς Ὠρωπόν, μετενόησε, λέγει, διότι δὲν συνέταξε τὴν διαθήκην του. Δὲν ἠξεύρω, τί θὰ ἔκαμνεν, ἐὰν ἤρχετο εἰς τὴν Εὐρυτανίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κακῶς ἔπραξε νὰ μειώσῃ τὸ κονδύλιον τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν, τὸ πλεῖστον τοῦ ἀναγραφέντος ποσοῦ νὰ τὸ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Εὐρυτανίας. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, πῶς συγκοινωνεῖ ἡ ἐπαρχία αὕτη μὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δέον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, καθ’ ὃ μεσόγειος, συνορεύει μὲ τὰς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, Καρδίτσης, Δωρίδος, Τρικκάλων, Ἄρτης, Βάλτου, Τριχωνίας καὶ Ναυπακτίας. Πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις ταύτας οὐδεμία ὁδὸς ὑπάρχει, πλὴν τῆς πρὸς τὴν Λαμίαν, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη, Καπερνησίου–Λαμίας, ἀπὸ τοῦ 68 σταδίου μέχρι τοῦ 80 ἀνήκει εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, διότι τὰ ὅρια τῆς Εὐρυτανίας κεῖνται ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ 68 σταδίου· συνεπῶς ἡ Εὐρυτανία ἔχει ἐκ τῆς συγκοινωνίας ταύτης 2½ ὡρῶν ὁδόν. Πρὸς τὰς ἄλλας διευθύνσεις, καὶ κατὰ πρῶτον πρὸς τὴν Ναυπακτίαν καὶ τὴν Δωρίδα, ἡ ἕδρα τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας συγκοινωνεῖ διὰ τοῦ δήμου Εὐρυτάνων. Ὁ δῆμος οὗτος διχάζεται ὑπὸ ἑνὸς ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος διαιρεῖ τὸν δῆμον εἰς δύο μέρη, καὶ τὰ μὲν πέντε χωρία τοῦ δήμου κεῖνται ἐκεῖθεν τοῦ ποταμοῦ, τὰ δὲ ἑπτὰ ἐντεῦθεν, καὶ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου οὐδεμία συγκοινωνία ὑπάρχει, διότι οὐδεμία γέφυρα ὑφίσταται, ὁ δὲ ποταμὸς αὐτὸς εἶναι τοσοῦτον βαθύς, ὥστε καθίσταται ἀδιάβατος. Ὑπάρχει μία καὶ μόνη γέφυρα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ ποταμοῦ, ἡ ὁποία, κατ’ εὐφυᾶ προσωνυμίαν τῶν κατοίκων, καλεῖται Κακὸ γεφῦρι, ἢ Τρίχινο γεφῦρι. Τί δὲ εἶναι αὐτό; Θὰ νομίζητε βεβαίως, ὅτι εἶναι γέφυρα πραγματική. Πολλοῦ γε καὶ δή! Εἶναι εἷς βράχος κατὰ μῆκος, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ ποταμοῦ, ἐκτάσεως περίπου 1500 μέτρων καὶ ὕψους 200· κατέρχεσθε τὸν βράχον αὐτὸν, ὄχι βεβαίως βαδίζοντες ἐπὶ δρόμου, ἢ σημείων στερεῶν, — ἴχνη, ἢ μᾶλλον ἀποτυπώματα, ὅτι ἐκεῖθεν διῆλθόν ποτε πόδες, ὑπάρχουσι, — καὶ ἀφοῦ διέλθητε τὸ ἥμισυ τοῦ βράχου, πρὸς τὰ κάτω εὑρίσκετε μίαν στρουπίναν, ὡς λέγουν, καὶ μίαν σανίδα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν γέφυραν αὐτὴν, εἰς ὕψος περὶ τὰ πεντήκοντα μέτρα ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τοῦ ποταμοῦ! Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ γεφῦρι αὐτὸ δὲν ἔχει στηρίγματα, πάλλει δὲ συγχρόνως, ὅταν πατῆτε ἐπάνω, εἰς δὲ τὴν ἀντίθετον ὄχθην, ὅπου ὁ βράχος εἶναι ἐπίσης ἀπότομος, εἰς τὴν κορυφὴν αὐτοῦ ὑπάρχει ὑδρόμυλος, οὗτινος τὸ ὕδωρ σχηματίζει βάραθρον φοβερὸν, καὶ καταρράκτην ὡραῖον· ἀλλοίμονον δὲ, ἐὰν ἔχῃ τις τὴν ἀνοησίαν νὰ κάμῃ στροφήν, ἵνα παρατηρήσῃ τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ ὡραῖον αὐτὸ θέαμα, ὅπερ προκαλεῖ τὴν προσοχήν του. Τετέλεσται! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον μέσον τῆς συγκοινωνίας μὲ τὴν Ναυπακτίαν, τὴν Δωρίδα καὶ ἐνίοτε μὲ τὴν Ἄμφισσαν. Ἐὰν δέ τις θελήσῃ νὰ μεταβῇ πρὸς τὴν τέως ἕδραν τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας, πρὸς τὸ Μεσολόγγιον, βεβαίως ὀφείλει, ὄχι μόνον διαθήκην νὰ κάμῃ, ἀλλὰ νὰ ἀσπασθῇ καὶ τοὺς οἰκείους του, διότι εἶναι λίαν προβληματικὴ ἡ ἐπάνοδός του. Δὲν γνωρίζω, ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶχε τὴν περιέργειαν νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Εὐρυτανίας, ὥστε νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας. Διέρχεσθε διὰ τῶν πλέον ἀποκρήμνων μερῶν, ἀπὸ τὸ λεγόμενον ὄρος Παναιτωλικόν. Ἐκεῖ, ἐκτὸς τῶν κρημνῶν, τῶν ποταμῶν, τῶν Καιάδων, συμβαίνουσι συχνὰ, ἐν καιρῷ χειμῶνος, δίναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδύνατον κατ’ ἔτος νὰ μὴ ἀριθμήσωσι καὶ θύματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων. Πέρυσι, διερχομένων δύο ἀδελφῶν Συρόκου, ἐκ Προυσοῦ, ὁ εἷς ἡρπάγη ἀπὸ τὴν δίνην τοῦ ἀνέμου, ἐρρίφθη εἰς τοὺς βράχους, καὶ εὑρέθη νεκρός· ὁ ἄλλος ἐσώθη, στηριχθεὶς εἰς ἕνα κορμὸν ἐλάτης. Ἀλλὰ δὲν παρέρχεται ἔτος, ὅπερ νὰ μὴ ἀριθμήσῃ θύματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπείρων ζώων. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ μεταβῆτε διὰ τῶν Ἀγράφων εἰς Θεσσαλίαν, θὰ διέλθητε τὸν ποταμὸν Ἀγραφιώτην περὶ τὰς 80 φορὰς, διότι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως· καὶ φαντασθῆτε, ἐὰν ἔχητε ἐπείγουσαν ἐργασίαν νὰ μεταβῆτε εἰς Θεσσαλίαν ἢ τὴν Ἄρταν, πόθεν θὰ περάσητε! Νὰ περάσητε διὰ τοῦ ποταμοῦ; Θὰ πνιγῆτε, διότι εἶναι ὁρμητικώτατος καὶ ἀρκετὰ βαθύς. Ἐὰν θελήσητε νὰ μεταβῆτε πρὸς τὴν Ἄρταν, θὰ διέλθητε διὰ τοῦ δήμου Ἀπεραντίων, ὅπου οὐδεμία γέφυρα ὑπάρχει! Τί δὲ νὰ εἴπω, Κύριοι, περὶ τῶν καθέκαστα καὶ τῆς ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον τῶν δήμων Καρπενησίου, Ἀρακυνθίων, Παρακαμπυλίων, Κτημενίων, Δολόπων, Ἀγράφων, Ἀγραίων, Ἀπεραντίων καὶ Εὐρυτάνων συγκοινωνίας; Καὶ ἐκεῖ τὰ αὐτὰ καὶ χειρότερα! Αὕτη, Κύριοι, περίπου εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Εὐρυτανίας, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Ὁ λαὸς τῆς Εὐρυτανίας, ὁ ἄγαν ἠδικημένος καὶ ὑπομονητικώτατος, ὁ ἀπόκληρος αὐτὸς λαὸς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἔδει κατ’ ἔτος νὰ κάμνῃ ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, διὰ τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, ἀπέναντι τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας εἰσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ὄχι νὰ πληρώνῃ προθυμότατα τοὺς φόρους καὶ τὰ ἄλλα βάρη, καὶ νὰ ἐνισχύῃ τὸ Κράτος ἐν παντὶ καὶ πάντοτε! Ἀλλ’ ἡ Εὐρυτανία κατοικεῖται ἀπὸ λαὸν φύσει ὑπερήφανον καὶ νομοταγῆ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ ἀρνηθῇ τὴν εἰσφοράν του. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑποβάλλων τὰ παράπονα ταῦτα πρός τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἐκπληρῶ καθῆκον πρώτης ἀνάγκης, καθῆκον φιλανθρωπίας, καὶ πέποιθα, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουσι λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα, τὰ δίκαια, λαοῦ 70 περίπου χιλιάδων, ὅστις οὐδὲν μέχρι τοῦδε, ἀτυχῶς, ἔλαβεν ἐκ μέρους τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὄντως ἀξιολόγου ἐκείνου μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ δακρύων περιγράφει τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι προθύμως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσι δώσει πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν τὸ ὀλίγον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ. Διότι ἡ Εὐρυτανία, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, δὲν ζητεῖ μεγάλα πράγματα. Δὲν ζητοῦμεν δαπάνας, διὰ νὰ κατασκευασθῶσιν ἐθνικαὶ ὁδοί· ζητοῦμεν ἐλάχιστα, ζητοῦμεν τὴν κατασκευὴν βατῶν τινων ὁδῶν, καὶ ἐπὶ πλέον ζητοῦμεν τὴν μικρὰν δαπάνην 10–12 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως πρὸς κατασκευὴν γεφυρῶν, ἀπολύτως ἀναγκαίων, καὶ συντήρησιν τοιούτων, τὰς ὁποίας λαὸς ἄλλος, ὑπὸ κατακτητὴν, κατεσκεύασε, καὶ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς ὁ κατακτητὴς καὶ ὁ χρόνος ἐφείσθη, ἃς ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἠθέλησε νὰ συντηρήσῃ, καὶ ἕνεκα τούτου διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς καὶ αἱ ὑπάρχουσαι γέφυραι.
§60Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τόσαι Κυβερνήσεις προηγούμεναι, ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, ἐπὶ τόσα ἔτη, καὶ ἄλλαι, ὅτε Ὑπουργοὶ ἦσαν ὁ Βουλπιώτης, ὁ Ζηνόπουλος, πῶς δὲν ἔλαβον πρόνοιαν διὰ τὸν νομόν αὐτὸν;
§61Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν ἔλαβον πρόνοιαν· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ γνωρίζω, δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀνακοινώσω. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ ἐπὶ τόσα ἔτη ἀντιπρόσωποι τῆς Εὐρυτανίας, ἰδίως οἱ δυνάμενοι, διέπραξαν τὸ μέγιστον τῶν ἐγκλημάτων, συνυπογράφοντες τὰ Διατάγματα, δυνάμει τῶν ὁποίων κατεσπαταλῶντο τὰ δημόσια χρήματα πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ, καὶ διὰ τὴν Εὐρυτανίαν μὴ φροντίσαντες οὐδὲ ὀβολὸς νὰ δαπανηθῇ.
§62Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατεσκευάσθη μία ὁδὸς εἰς τὴν Εὐρυτανίαν.
§63Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ὑπονοεῖτε, ἐξυπηρετεῖ τὴν Φθιώτιδα ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν Εὐρυτανίαν· διότι ἠναγκάσθη ἡ Εὐρυτανία, ἕνεκα τῆς ὁδοῦ ταύτης, νὰ στραφῇ, διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν συμφερόντων αὑτῆς, πρὸς τὴν Φθιώτιδα. Δὲν ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν Εὐρυτανίαν, παρὰ μόνον κατὰ 12 χιλιόμετρα.
§64Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσον ἀπέχει τὸ Καρπενῆσι ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι;
§65Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἴκοσιν ὀκτὼ ὥρας.
§66Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὴν Λαμίαν;
§67Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δέκα ἕξ ὥρας.
§68Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ κατεσκευάσθη ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν Λαμίαν.
§69Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῖα ἔργα κατεσκευάσθησαν ἐν Εὐρυτανίᾳ, ἐκτὸς τῶν 12 χιλιομέτρων ὁδοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ «πρὸ χρόνων ἐγένετο ἀπόπειρα κατασκευῆς δύο ἐθνικῶν ὁδῶν βατῶν: αʹ) Καρπενησίου–Προυσοῦ–Μεσολογγίου. βʹ) Καρπενησίου–Φουρνᾶ–Καρδίτσης. Καὶ τῆς μὲν πρώτης ἐξετελέσθησαν δύο τεμάχια· ἓν μὲν ἀπὸ Καρπενησίου εἰς Βουτύρου, μήκους 7,000 μέτρων, ἕτερον δὲ ἀπὸ Χάνι Καρύτσης εἰς Χάνι Μπαλτᾶ, μήκους 10,000 μέτρων. Τῆς δὲ δευτέρας ὁδοῦ διάφορα ἀσύνδετα τεμάχια, ἀφεθέντα ἀνεπιτήρητα, περιῆλθον εἰς κατάστασιν τελείου ἐξαφανισμοῦ, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ ἐκ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἠπείρου διὰ τὴν Θεσσαλίαν, Φθιώτιδα καὶ Εὐρυτανίαν ταξειδεύοντες ἀναγκάζονται ν’ ἀκολουθῶσι τὴν διὰ τοῦ Πειραιῶς θαλασσίαν ὁδόν, μετ’ ἀπωλειῶν χρόνου καὶ δαπάνης οὐ σμικρᾶς.» Αὐτὰ λοιπὸν τὰ ἔργα κατεσκευάσθησαν, αὐτή, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Εὐρυτανίας, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας! Συμπεραίνων, ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσι προθυμοποιηθῆ νὰ παράσχωσι καὶ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν μικράν τινα συγκοινωνίαν, καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξωσιν οὕτω τοῦ κινδύνου τῶν ἐτησίων ἑκατομβῶν ἐξ ἀνθρωπίνων θυμάτων, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διαθέσει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὰς ἑκατὸν ἑξήκοντα τουλάχιστον χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἔκθεσις τοῦ μηχανικοῦ, ἥτις εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ζητεῖ ἐν ὅλῳ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐκτὸς ἂν εἰσηγήσεις δυσπιστίας πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ ἐκ μέρους τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσι παρὰ τῇ Κυβερνήσει φωνήν, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω, κατέστησαν ἀμφίβολα τὰ διὰ τῆς ἐκθέσεως διεκτραγῳδούμενα. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1895, κατιδοῦσα τὴν ἄμεσον καὶ ἐπιβλητικὴν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καρπενησίου εἰς Μεσολόγγιον, ἀνέγραψε πίστωσιν 65,000 δραχμῶν πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἕνεκα τῶν παρεμπεσόντων γεγονότων, ἡ πίστωσις αὕτη δὲν διετέθη εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν, καὶ τὰ πράγματα ἔμειναν εἰς τὴν προτέραν των κατάστασιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ αὐτοῦ, διότι δὲν θεωρῶ καὶ ἄσκοπον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ἀπό τινος χρόνου τίθεται τὸ δίλημμα, ἂν πρέπει αὕτη νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι νομοταγὴς, ἢ ὄχι.
§70Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι ἀληθῶς ἡ συγκοινωνία τῆς Εὐρυτανίας εἶναι οἰκτροτάτη, καὶ ἡ θέσις τῶν κατοίκων εἶναι ἀπελπιστική. Οἱ ἄνθρωποι, πρὸς προμήθειαν τῶν πρὸς τὸ ζῆν χρησίμων, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, καὶ, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας, κατ’ ἔτος πληρώνομεν φόρον αἵματος, διότι κατ’ ἔτος, ἕνεκα τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, χάνονται ἄνθρωποι. Πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγράφῃ πίστωσιν ὄχι ὑπὲρ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, — διότι δὲν ἔχομεν καθόλου ὁδοὺς, πλὴν τῶν 12 χιλιομέτρων, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, — ἀλλὰ νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν πρὸς κατασκευὴν βατῶν ὁδῶν, καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς ὁδοῦ τινος, ἡ ὁποία ἤρχισε πρὸ δεκαετίας, ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Καρπενήσιον, καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς θέσεως Στενὰ, ὅπου καὶ ἐσταμάτησε, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπῆγαν χαμένα καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατηναλώθησαν διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμῶς καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, καὶ νὰ ἀναγράψῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἓν κονδύλιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ὑπῆρχε διάταξις νόμου, ἢ μᾶλλον τοῦ Συντάγματος, ὑποχρεοῦσα τοὺς Πρωθυπουργοὺς καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν περιέλθωσι πρὶν ὅλον τὸ Κράτος, βεβαίως ἡ Εὐρυτανία θὰ ἦτο ἡ πρώτη ἐπαρχία τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὸ μεγαλείτερον σύμπλεγμα ὁδῶν. Δυστυχῶς, οὐδέποτε ἐπεσκέφθη Πρωθυπουργὸς ἢ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, δυστυχῶς, δὲν ἀρκεῖ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπισκεφθῇ τὰς ἐπαρχίας, πρέπει προσέτι νὰ μὴ προσφεύγῃ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν μηχανικῶν, διότι οἱ μηχανικοὶ εἶναι ἡ αἰτία, δι’ ἣν βαταὶ ὁδοὶ οὔτε ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, οὔτε ἐπὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, ἐκ τῆς ἐπαρχίας μάλιστα ἐκείνης καταγομένων, κατεσκευάσθησαν. Αἱ ὁδοί, ἃς ἀνέφεραν οἱ προλαλήσαντες, δὲν ἐγένοντο, διότι τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Ἑλλάδι δὲν κρίνει ἄξιον ἑαυτοῦ νὰ γίνωνται δρόμοι μικροί, δρόμοι στενοί, δρόμοι βατοί. Αὐτοὺς εὐχαριστοῦν καὶ ἑλκύουν μόνον εὐρεῖαι ἁμαξιταὶ ὁδοί, ὁδοί, δι’ ἃς ἀνάγκη ἑκατοντάδων πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν καὶ ἑκατομμυρίων, ὁδοί, δι’ ἃς ἀνάγκη μεγάλων ἐργολάβων, μεθ’ ὧν, ὡς γνωστόν, διατελεῖ εἰς σχέσεις τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ δι’ ὧν ἀναλαμβάνονται ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ἀπαιτοῦντα μεγάλας ἐγγυήσεις καὶ δαπάνας, καὶ συμπληρωματικὰ ἔργα, διότι ἐκ τῶν μεγάλων αὐτῶν δαπανῶν μόνον δύνανται νὰ προέλθουν τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα ἐπαρκοῦσιν οὐ μόνον διὰ τοὺς ἐν λόγῳ ἐργολάβους, ἀλλὰ καὶ διὰ πολλοὺς ἔτι ἄλλους. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἀπολύτως ἐγένετο διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ἥτις περισσότερον πάσης ἄλλης ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς. Καὶ ὁσάκις εὑρέθη Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ, τὸ Τμῆμα τοῦτο ἐπρότεινεν, ἢ τὴν κατασκευὴν ἔργων μεγάλων καὶ δαπανηρῶν, τὰ ὁποῖα ἐγκατελείφθησαν ἔπειτα ὁλοτελῶς ἢ ἡμιτελῆ, ἐλλείψει χρημάτων, ἢ, ὁσάκις ἐπροτείνετο νὰ γείνουν ἔργα βατῶν ὁδῶν, τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐθεώρει αὐτὰ ἀνάξια τῆς ἀπασχολήσεως καὶ μερίμνης αὑτοῦ. Οἱ διευθύνοντες ἄλλοτε τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων συνεβούλευσαν διὰ τὴν Εὐρυτανίαν, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, νὰ κατασκευασθῇ ἁμαξιτὴ ὁδὸς, μακρὰ καὶ πλατεῖα, ἀπὸ τοῦ Ἀγρινίου, διὰ τοῦ Ἁγίου Βλασίου, μέχρι Καρπενησίου, ὁδὸς τουτέστι, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπῃτεῖτο νὰ δαπανηθῶσι τοὐλάχιστον 4,000,000 δραχμαί, ἐνῷ μὲ 2 μόνον ἑκατομμύρια θὰ ἠδύναντο νὰ κατασκευασθῶσι πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αἱ βαταί, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Εὐρυτανία. Ἡ παῦσις τῆς χρονίας αὐτῆς ἀδιαφορίας διὰ τὴν Εὐρυτανίαν εἶναι ἀδύνατος, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς τῆς Εὐρυτανίας νὰ παρακαλέσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως κατὰ τὰς διακοπὰς εἰς τὴν ἐπαρχίαν των, διότι οὕτω, πιθανώτατα, εἶναι δυνατόν, οὐ μόνον νὰ ἀντιληφθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ αἰσθανθῇ, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἀτυχοῦς Εὐρυτανίας, τῆς ἐν αὐτῇ καταστάσεως (ἱλαρότης). Ἔλαβον ἀφορμὴν ἄλλοτε, περιοδεύων, ὅτε ἐξετέθην ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας ὑποψήφιος Βουλευτής, νὰ διέλθω καὶ μέγα μέρος τῆς Εὐρυτανίας. Σᾶς ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι πολλάκις, κατὰ τὴν περιοδείαν μου, εὑρέθην εἰς θέσιν τοσοῦτον ἐπικίνδυνον, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ὁδῶν, ὥστε νὰ μετανοήσω, διότι ἐξετέθην καὶ ἠναγκάσθην οὕτω νὰ περιοδεύσω τὴν Εὐρυτανίαν. Δὲν λέγω ὑπερβολήν, ἂν σᾶς εἴπω, ὅτι πλειστάκις ἐφοβήθην, μὴ καταπέσω εἰς τὰ χαίνοντα πρὸ τῶν ποδῶν μου βάραθρα, καὶ συντριφθῶ. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι τῆς ἀπειρίας καὶ τῆς ἐλλείψεως συνηθείας τῶν πρῶτον περιοδευόντων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀποτέλεσμα, διότι συχνότατα οἱ συνοδοί σας ἐν Εὐρυτανίᾳ δύνανται νὰ σᾶς δείξουν μέρη, εἰς ἃ κατασυνετρίβησαν ζῷα καὶ ἄνθρωποι. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι, ὅτε ἀνεχώρουν ἐκ τῆς Μονῆς Μπορσοῦ, καὶ συνωδευόμην ὑπὸ τοῦ Ἡγουμένου αὐτῆς, ὄχι εἰς μεγάλην ἀπὸ τῆς Μονῆς ἀπόστασιν, οὗτος μοὶ ἔδειξε μέρος, ἐξ οὗ εἶχε κατακρημνισθῆ καὶ φονευθῆ πρὸ ὀλίγων τότε ἡμερῶν κόρη δεκατριετής, κομίζουσα ξύλα μετὰ τῆς ἀδελφῆς της, διότι, ἕνεκα τοῦ στενοῦ καὶ ἐπικλινοῦς τῆς διαβάσεως, ὠλίσθησε καὶ κατασυνετρίβη εἰς βάραθρον 300 καὶ πλέον μέτρων. Εἰς ἄλλα πάλιν μέρη σᾶς δεικνύουν τὰς θέσεις, ἐν αἷς φορτώματα ἡμιόνων καὶ ἵππων διερχόμενα ἐπλήρωσαν τὸν φόρον των, καὶ κατεκρημνίσθησαν, διότι αἱ ὁδοὶ εἶναι συνηθέστατα εἰς τὰς παρειὰς βουνῶν ἐπικλινῶν καὶ εὐθρύπτων, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τούτου εἶναι πλέον ἀδιάβατα καὶ ἐπικίνδυνα· δὲν εἶναι ὁδοί, εἶναι πόροι παραπλεύρως ὑψηλῶν βουνῶν, ἀνοιχθέντες διὰ τῶν ποδῶν. Καὶ τὰ ζῷα δέ, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν διὰ τὰ βουνὰ τῆς Εὐρυτανίας, αἱ ἡμίονοι, καὶ αὐτὰ ὀλισθαίνουν συχνότατα, καὶ κατασυντρίβονται. Εἰς πολλὰ μέρη μετὰ τῶν συνοδῶν μου ἠναγκάσθην πολλάκις νὰ σταματήσω, καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ἂν ἠδυνάμεθα πεζοὶ νὰ διέλθωμεν, ἢ ἔφιπποι. Ἠναγκάσθημεν νὰ διέλθωμεν ἔφιπποι, διότι μὲ 4 πόδας ἀσφαλέστερον συγκρατεῖται τὸ ζῷον ἢ ὁ ἄνθρωπος μὲ 2, καθόσον μόλις μία σπιθαμὴ γῆς ὁμαλῆς σὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν κρημνόν, ἐφ’ οὗ σχεδὸν διέρχεσαι. Ὅταν τις μάλιστα ζαλίζηται, βλέπων τὸ βάραθρον, πρέπει νὰ κλείῃ τοὺς ὀφθαλμούς. Πολλάκις εἶπον κατ’ ἐμαυτόν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθω, καὶ ἐφαντάσθην ἐμαυτὸν πίπτοντα, εἰ καὶ γνωρίζω ἐκ πείρας, ὅτι αἱ ἡμίονοι μετ’ ἀσφαλείας βαδίζουν, καὶ καλλίτερον τῶν ἄλλων ζῴων στηρίζονται ἐπὶ τῶν βράχων καὶ τῶν κατηφόρων. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἐπροτίμησα νὰ διέλθω ἐπὶ τῶν ἡμιόνων μὲ κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμούς. Ἀλλ’ ἂν διήλθομεν ἡμεῖς τότε ἄνευ ἀπευκταίου, δυστυχῶς προσφέρονται κατ’ ἔτος πολλὰ τὰ θύματα εἰς τοὺς κρημνοὺς καὶ τοὺς χειμάρρους. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν, συνηθίσαντες ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, δὲν μεταδίδουσιν, ὅσον ἔδει, ἀκριβῶς τὴν ἀπελπιστικὴν θέσιν τῆς συγκοινωνίας, ὑπὸ ἔποψιν εὐκολίας κινήσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ζῴων, ὡς καὶ τὴν ἀπάνθρωπον καὶ βάρβαρον κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν ἀσφαλείας. Εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε, ἂν οἱ πάσχοντες ταῦτα ἐκ τῶν Εὐρυτάνων ἤθελον ἀπευθυνθῆ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀποδίδοντες τὸ πάθημά των εἰς τὴν ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταστήσῃ βατὸν τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ Βασιλείου, καὶ ἀκινδύνους τοὺς ποταμούς, εἶναι λίαν πιθανόν, ὅτι θὰ ἐλάμβανον παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀποζημίωσιν. Πρώτη ὑποχρέωσις ἑνὸς Κράτους, εἰσπράττοντος φόρους παρὰ τῶν πολιτῶν, εἶναι νὰ δώσῃ αὐτοῖς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα μέσα, ὅπως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των δύνανται νὰ συγκοινωνῶσι καὶ συναλλάσσωνται καὶ μεταφέρωσιν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον τὰ προϊόντα των ἄνευ κινδύνου τῆς ζωῆς των. Βεβαίως ὅμως τὸ Κράτος πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἠθικῶς ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἀγρίαν αὐτὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀπωλείας τῆς ζωῆς ἀνθρώπων καὶ ζῴων, τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ ὑφίσταται ἡ ἐπαρχία αὕτη, μετὰ 80 περίπου ἐτῶν ἐλεύθερον βίον. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ ὡς μίαν τῶν συνήθων ἐπερωτήσεων ἢ προτάσεων, ἃς συχνὰ ἀκούει, τὴν γενομένην σήμερον ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Εὐρυτανίας, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι εἶναι ὄνειδος ἐθνικὸν τοιαύτη κατάστασις ἐν μέσῳ τόσων ἄλλων κακῶν, ἐξ ὧν πάσχομεν πάντες.
§72Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ζωηρῶς παρέστησε τὴν κατάστασιν, διότι ὄντως τοιαύτη εἶναι ἀληθέστατα, ὡς παρέστησεν αὐτήν. Καὶ πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς ἀναγινώσκω τὴν ἑξῆς περικοπὴν μιᾶς ἐκθέσεως. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§73ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί ἔκθεσις εἶναι αὐτή;
§74Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔργων.
§75Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Χθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα, ἀπευθυνθὲν καὶ πρὸς ἄλλους κυρίους συναδέλφους, ὑπογεγραμμένον παρὰ τεσσάρων καταδίκων, οἵτινες, διανύσαντες ἐν τῇ φυλακῇ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, παρελείφθησαν ἐκ τοῦ γενικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε διὰ τοὺς τοιούτους καταδίκους ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν φιλαληθείᾳ, θέλει δώσει τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ἵνα ἐννοήσω, διατὶ παρελείφθησαν.
§76Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς ὅλους τοὺς καταδίκους, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὴν ποινήν των, ὑπολογιζομένης τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν, ἐδόθη χάρις. Κατὰ τοὺς καταλόγους, οὓς ἔπεμψαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν τοῦ Κράτους, οἱ κατάδικοι οὗτοι συμποσοῦνται εἰς 85...
§77Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 75.
§78Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. 75 καί τινες ἄλλοι... Ἀλλ’ ἰδοὺ τί συμβαίνει. Οἱ Εἰσαγγελεῖς ἔδωκαν πληροφορίας, τίνων καταδίκων συνεπληρώθη ἡ ποινὴ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνέταξαν τοὺς πίνακας, ἤτοι μέχρι πρὸ τριῶν μηνῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ Διατάγματος, ὅπερ ἐξεδόθη προχθὲς, παρήγγειλε τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν νὰ πληροφορήσωσιν αὐτὸ, ποῖοι μέχρι σήμερον συνεπλήρωσαν τὴν ποινήν των, ὑπολογιζομένου εἰς αὐτὴν καὶ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, διὰ νὰ δοθῇ χάρις καὶ εἰς αὐτούς· προσέτι δὲ ἐδόθη διαταγὴ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς αὐτοὺς, ἅμα κατάδικός τις συμπληροῖ τὴν ποινήν του διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως, νὰ ἀναφέρωσι τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§79Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Καὶ ἄλλοτε παρέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ δίκαιον, ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς συμπληρώσαντας τὴν ποινὴν διὰ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διετέλεσαν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Περὶ τούτων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν χάριν καὶ αὐτοί. Καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα περὶ τούτου, ἀλλὰ μοὶ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπολογισθῇ ὁ χρόνος αὐτὸς εἰς τὴν φυλάκισιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δοθῇ χάρις εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν ἐπίσης ν’ ἀποφανθῇ, ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τούτου· διότι εἶναι πολὺ ἄδικον, ἀφοῦ φυλακαὶ δὲν ὑπῆρχον τότε, νὰ μὴ περιλαμβάνηται καὶ ὁ χρόνος αὐτὸς ἐν τῇ φυλακίσει.
§80Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ, διότι αὐτοὶ ἠναγκάζοντο νὰ κρύπτωνται ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ οὕτως ὑπέφερον τὰ πάνδεινα. Ἐὰν δὲ ἡ ποινὴ εἶναι ἀντιστάθμισμα τῶν ἐγκλημάτων, αὐτοὶ τὸ ἐπλήρωσαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου γνωρίζω ποῖα καλὰ αἰσθήματα πληροῦσι τὴν καρδίαν, νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ αὐτῶν.
§81Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προεκλήθησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πόσοι εἶναι οἱ κατάδικοι, περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ νὰ ὑποβάλωσι τὴν γνώμην των, κατὰ πόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ χαρισθῇ ἡ ποινὴ εἰς αὐτούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ληφθῇ μέτρον, ἵνα ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν.
§82ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν συνεπλήρωσαν τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως;
§83Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ διαμέσου χρόνου, καθ’ ὃν εὑρίσκοντο ἐκτὸς τῶν φυλακῶν· διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων εἰς Θεσσαλίαν ἔφυγον ἐξ αὐτῶν.
§84ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Τοὺς ἀπέλυσαν. Δὲν ἔφυγον.
§85Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν Βασιλικῶν Ἐπιτρόπων τῶν Στρατοδικείων ὁμοίους καταλόγους τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων, καὶ ν’ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τούτους Βασιλικὴ χάρις, ἐὰν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν δὲν προσεμετρήθη εἰς τὴν ποινήν των.
§86Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ κ. Κ. Σιμιντζοπούλου, αἰτουμένου, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ ἀνταλλάξῃ 150,000 δελτία παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1897, ἅτινα δὲν κατώρθωσε νὰ ἀνταλλάξῃ τότε ἐντὸς τῆς δοθείσης δεκαημέρου προθεσμίας, ὡς εὑρισκόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§87Ι. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἔκτακτον αὐτῆς Σύνοδον ἡ Βουλή, Κύριοι, ἀπαρχὴν ποιουμένη ἔργου δικαιοσύνης πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ἐμερίμνησε περὶ τῆς θεραπείας μιᾶς τῶν πρωτίστων καὶ σημαντικωτάτων αὐτῆς ἀναγκῶν, περὶ τῆς μελέτης τῶν ἐκτελεστέων ἐν αὐτῇ ὑδραυλικῶν ἔργων. Τότε ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 15 Ἀπριλίου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη εἰδικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν διὰ τῶν λιμένων τῆς Θεσσαλίας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἐξ αὐτῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ καπνῶν. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἱδρύεται Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας πρόεδρος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς ἣν ἀνατίθεται ὁ κανονισμὸς τῆς μελέτης τῶν ἐκτελεστέων ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἔκτοτε παρῆλθον 8 μῆνες, καὶ δὲν ἐγνώσθη, ἂν συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, καὶ ἂν προέβη εἰς ἀπόφασιν ὁριστικήν. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἀναμείνωμεν τὴν εἴσπραξιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἐκ τῆς εἰδικῆς ἐκείνης φορολογίας, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν αὐτῶν ἔργων, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ἐκείνου, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ δάνειον 500,000 δραχμῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μελέτης τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ τῆς συντάξεως τῶν σχεδιαγραμμάτων, μετακαλοῦσα, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, καὶ μηχανικοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἵνα προβῇ, ὅσον οἷόν τε τάχιον, εἰς τὸ ἔργον της. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, καθ’ ὃ ὄχι μόνον μελέτη ἐγένετο περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ καὶ εἰς δημοπρασίαν ἐξετέθησαν ταῦτα, καὶ ἡ κατακύρωσις ἐγένετο, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐματαιώθη, ἡ πεῖρα, λέγω, τοῦ παρελθόντος γεννᾷ ἀνησυχίας, οὐχὶ ἀβασίμους, εἰς τὸ πνεῦμα ἐκείνων, οἵτινες, πληρώνοντες τοὺς ἐπὶ τούτῳ εἰδικοὺς φόρους, ἀναμένουσι μετ’ ἀνυπομονησίας, ἵνα ἴδωσι μίαν ἡμέραν ἐκτελούμενα τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος καὶ ὠφελιμότητος τῶν ὁποίων τοσαύτας στηρίζουσιν ἐλπίδας.
§88Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὅσα ὁ ἔντιμος καὶ ἀγαπητός μοι ἐκ Βόλου συνάδελφος συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπερωτῶν αὐτὴν περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, παραδέχομαι πληρέστατα. Ἐγὼ δὲν ὑποτιμῶ τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ἀναγκάζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ φαίνηται βραδύνουσα εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ ὑπομνήσω εἰς αὐτήν, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ θέλησις καὶ ἀπόφασις, δύνανται πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι αὗται νὰ ὑπερνικηθῶσι, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ὕψιστα συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν. Διότι δὲν πρόκειται μόνον, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς γεωργοὺς 150,000 στρέμματα μονίμων ἑλῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσι μεταβληθῆ εἰς γῆν γόνιμον πρωτίστης ποιότητος· δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀποδόσεως εἰς τοὺς γεωργοὺς ἑτέρων 150,000 στρεμμάτων γαιῶν, πνιγομένων ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ ἀχρήστων ἑπομένως, ἀποκαλυπτομένων μόνον κατὰ τοὺς αὐχμηροὺς μῆνας· δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς προφυλάξεως τῶν ἤδη καλλιεργουμένων γαιῶν, αἵτινες γειτνιάζουσι πρὸς τοὺς πολυπληθεῖς ποταμοὺς τῆς Θεσσαλίας, τοὺς ἀληθῶς χρυσοφόρους, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὸν χρυσὸν τῶν ὑδάτων καὶ τῆς ἰλύος τοῦ Ληθαίου, τοῦ Πηνειοῦ, τοῦ Ἐνιπέως. Πρόκειται καὶ περὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου ζητήματος· ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωὴν ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς, οἵτινες, διαιτώμενοι εἰς παραλίμνια καὶ παραποτάμια καὶ παραβούρκια, κατ’ εὐφημισμὸν χωρία τῆς Θεσσαλίας, ἀποδεκατίζονται ὑπὸ τῶν ἑλειογενῶν πυρετῶν. Ἡ μέριμνα ὑπὲρ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν εἶναι, νομίζω, ἐκ τῶν πρωτίστων καθηκόντων τῆς Πολιτείας, εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀναβάλλωνται, δι’ ἀνεπάρκειαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐχρημάτισα ἐπὶ τετραετίαν ἰατρὸς ἐν τῇ πόλει τῶν Τρικκάλων, καὶ σᾶς ὁμολογῶ μετὰ πόνου ψυχῆς, ὅτι τὰ τρία τέταρτα τῆς πελατείας μου ἀπετέλουν ἀσθενεῖς μὲ ἐξοιδημένα τὰ πρόσωπα, μὲ ἐκλύτους τοὺς βραχίονας, καὶ ἐξηντλημένους τοὺς ὀργανισμοὺς ἀπὸ τὸ ἕλειον μίασμα, ἀπετέλουν ἄνθρωποι, οὓς δολοφονικῶς ἐδηλητηρίαζε, διὰ τῆς ἀσυνειδήτου καὶ ἐνόχου ἀναλγησίας της, ἡ Πολιτεία. Εἶναι ὅθεν καιρὸς, νομίζω, νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ἐὰν φροντίζωμεν πράγματι, ὅπως ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ φροντίζωμεν, ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς τῆς χώρας. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει φανῆ ἀνταξία τῶν προσδοκιῶν ἡμῶν, καὶ τῶν ἐλπίδων ἡμῶν, αἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑποστηρίζωμεν αὐτήν.
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§90Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προνοήσωσι καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς. Παραλλήλως μὲ τὰς ἐργασίας, τῶν ὁποίων θέλει ἐπιληφθῆ ὁ μηχανικὸς οὗτος, εἶναι ἀπαραίτητον, ἵνα αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μεριμνήσωσι περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἵτινες, κατακλυζόμεναι πάντοτε ὑπὸ τῶν ὑδάτων, εἶναι κτῆμα τοῦ Δημοσίου· διότι θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅ,τι συνέβη πολλάκις καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ. Εἶναι ἀπαραίτητον, κύριε Πρόεδρε, νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ γαιῶν πολυτίμων, αἵτινες βεβαίως θέλουσι καταληφθῆ παρ’ ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι, καὶ θέλει συμβῆ ὅ,τι συνέβη ἤδη κατὰ τὴν προσέλευσιν τῶν ἐκ Καυκάσου ὁμογενῶν, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Δημόσιον οὐδ’ ὀλίγων γαιῶν ἔκτασιν, ἵνα τοὺς ἐγκαταστήσῃ.
§91Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τώρα νὰ σκεφθῶμεν, μήτε περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων πρόκειται, ἀλλὰ μήτε κἄν περὶ τῆς μελέτης αὐτῶν· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων, τότε ἤθελον εὕρει δεδικαιολογημένον νὰ συζητήσωμεν τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ Τρικκάλων καὶ Βόλου, καὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι μετέσχον τῆς συζητήσεως. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς μελέτης ἄλλων. Ἐνῷ ἐψηφίσθη νόμος πρὸ ἑνὸς ἔτους, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ἡ μελέτη τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἐνῷ ἰσχύει ὁ νόμος οὗτος ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, οὐ μόνον ὡς πρὸς τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, τώρα μόλις δίδεται νύξις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὑρέθη ἤδη εἷς μηχανικός.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τώρα· ἡ φροντὶς ἐλήφθη ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου.
§93Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα πρὸ 20 ἡμερῶν νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰσεπράχθη φόρος, καὶ πόσος εἶναι ὁ φόρος, καὶ ἐὰν κατετέθη εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἐθν. Τραπέζης. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο περὶ δυσχεροῦς ἀντικειμένου, μόλις σήμερον ἐδόθη ἀπάντησις. Τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι οὐδὲν ἐνδιαφέρον δεικνύει ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἔχω δὲ πληροφορίας, — τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν, ἐν ὅσῳ ἐπισήμως δὲν ἐξακριβωθῶσιν — ὅτι τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπελόγιζεν, ὅτε εἰσῆγε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἦναι πολὺ ἀνώτερον, θὰ συντελέσῃ περισσότερον εἰς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐδόθη τοῦτο. Δράττομαι ἑπομένως τῆς εὐκαιρίας νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν εἰσεπράχθη ποσὸν, καὶ πόσον, ἐκ τοῦ φόρου τούτου, καὶ ἂν κατετέθη τοῦτο εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅταν συναφθῇ τὸ δάνειον, καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ μελέτη τῶν ἔργων, τὴν ὁποίαν συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν ὑποβληθῶσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς μελέτης ταύτης, τότε βεβαίως θὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἀλλὰ πᾶς τις ἐννοεῖ, πόσα ἔτη ἀπαιτοῦνται, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ σπεύδωμεν τόσον πολὺ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς χαρᾶς ἡμῶν, ὅτι πρόκειται ἡ Θεσσαλία ἐντὸς τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν νὰ καταστῇ ἡ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Πρέπει νὰ ἤμεθα μετριώτεροι εἰς τὰς σκέψεις μας καὶ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς χαρᾶς ἡμῶν, καὶ νὰ περιμένωμεν τ’ ἀποτελέσματα.
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ εἰσπραχθέντα διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας ἐκ τοῦ φόρου ποσά. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη προεβλήθη καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ ἀπουσίαζον.
§95Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα· τὴν 25 Νοεμβρίου.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ πρῶτον σήμερον ἔλαβον γνῶσιν αὐτῆς, καὶ θέλω σπεύσει νὰ προσαγάγω τὴν πληροφορίαν, ἣν ἐζήτησεν. Ἕν πρᾶγμα γινώσκω, τὸ ὁποῖον ὀφείλω προκαταβολικῶς νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἀδιαφορεῖ πλήρως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι ἄδικος· διότι εὐθὺς, ὡς ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ δι’ αὐτοῦ συστᾶσα, ἤρξατο ἀλληλογραφοῦσα μετ’ ἀξιοτίμων προσώπων ἐν Εὐρώπῃ, πρὸς ἐξεύρεσιν καταλλήλου μηχανικοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν ἤδη εἰς ὑμᾶς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας ταύτης. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδιαφόρησεν, ἀλλ’ ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι πρόκειται ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν νὰ ἔχωμεν τ’ ἀποτελέσματα. Τὰ τοιαῦτα ἔργα παρουσιάζουσι πολλὰς δυσκολίας, καὶ πρέπει νὰ καταβάλωμεν μεγάλας προσπαθείας, ὅπως καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἀπετάθη εἰς Ἰταλίαν, ὅπως ζητήσῃ ἐκεῖ μηχανικόν, μέλλοντα νὰ μελετήσῃ τὰ θέματα τὰ ὑδραυλικά, τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκκρεμῆ, διότι ἀκριβῶς ἐν τοῖς τοιούτοις θέμασιν ἐνδείκνυνται οἱ Ἰταλοὶ μηχανικοὶ διὰ τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἰταλίᾳ, ἰδίᾳ ἐν τῇ κεντρῴᾳ καὶ τῇ βορρείῳ, κατασκευασθέντα. Ἀλλά, προκειμένου νὰ γένηται ἔναρξις τῆς ἐργασίας ἀπὸ τοῦ ἄλφα ἐπὶ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ πολλὰ ἐδαπάνησε τὸ Κράτος, ὅπως κατορθώσῃ νὰ καταρτίσῃ καὶ ἀποκτήσῃ πλήρη μελέτην συμπλέγματος τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ πάλιν νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ ἐν γένει, μήπως, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν διαγραμμάτων, ἅτινα δυστυχῶς συναπεκόμισε μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἐχθρός, καὶ δι’ ἃ ἐδαπανήθησαν πολλά, μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν διαγραμμάτων τούτων, ἀποτυχουσῶν τῶν αἰτήσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ταῦτα ἀποδοθῶσι, (διότι εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην ἐδόθη ἡ συνήθης ἐν Τουρκίᾳ ἀπάντησις, ὅτι ἀγνοοῦσι τί συμβαίνει) μήπως εὑρίσκωνται ἀλλαχοῦ. Ἴσως θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ἀρχεῖον τῆς ἐνταῦθα παλαιᾶς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐρωτηθῇ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας, ὁ σήμερον ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ κεφαλῆς μεγάλης διευθύνσεως δημοσίων ἔργων εὑρισκόμενος, ὁ κ. Gotteland, μήπως ἐν τοῖς ἐγγράφοις αὐτοῦ, ἢ παρ’ ἄλλῳ τινὶ τῶν ὑφισταμένων τότε ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, ὑπάρχωσι τὰ πρῶτα σχέδια, ἢ οἱαδήποτε ἔγγραφα ἢ διαγράμματα, ἅτινα, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, ἴσως ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν μετακαλούμενον μηχανικὸν πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου. Πιθανὸν δὲ καὶ οἱ ἐργολάβοι οἱ τότε νὰ διετήρησαν διαγράμματά τινα. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπελπίζομαι· νομίζω δ’ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπελπισθῶ καὶ περὶ τῆς ἀνευρέσεως τῶν ἐγγράφων ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐὰν μετὰ μείζονος ἐπιμονῆς, καὶ διὰ τρόπου ἐμμέσου ἔτι, ἀλλὰ καταλλήλου, ζητηθῶσι ταῦτα τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τῆς εὐμενοῦς διαθέσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης. Ἐλπίζω, ὅτι, ἐὰν γείνῃ ἡ κατάλληλος ἐνέργεια σήμερον, ὅτε μάλιστα ἀκούομεν, ὅτι ὑπάρχει διάθεσις εὐμενεστέρα πρός τινα τοὐλάχιστον αἰτήματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ αἴτημα τοῦτο θὰ γείνῃ ἀποδεκτόν. Εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν βεβαίως τὰ διαγράμματα ταῦτα δύναται νὰ ἔχωσι χρησιμότητά τινα ἀναγνωρίσεως καὶ μελέτης τοῦ ἐδάφους συμπληρωματικῆς· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἔκτοτε τὸ Ἐπιτελεῖον τὸ Ὀθωμανικὸν ἐφρόντισε καὶ ἀπεκόμισεν ἐξ αὐτῶν τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐλπιζομένην, ἴσως δὲ ἤδη, ἂν καταβληθῇ προσπάθεια, θὰ κατορθωθῇ νὰ λάβωμεν πάλιν ταῦτα εἰς χεῖρας.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§99Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴν κ. Κριεμάδην, ὅτι οὐδόλως ἐνόησα νὰ ὁμιλήσω, προκειμένου περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, ὡς περὶ ἔργων ἐπικειμένων, καὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν. Τοὐναντίον, μηχανικὸς ὤν, γνωρίζω τὴν ἀπόστασιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ σχεδίου καὶ ἐκτελέσεως ἔργων τοιούτων· ἀλλ’ ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, παρὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι νὰ κατασκευάσωσι, καὶ παρ’ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, δὲν εἶναι σπουδαιότητος ἥττονος αἱ ἀποκαλυφθησόμεναι γαῖαι, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεωμένη νὰ μεριμνήσῃ συγχρόνως μὲ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας ταύτης, ἵνα ἐξασφαλίσῃ αὐτὰς ἀπὸ τὰς τάσεις τῆς διαρπαγῆς. Διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐξυγιάνσεως καὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν καὶ μεγάλους κτηματίας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς ἀπεπειράθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ παραχωρήσεως τῆς Ἀσκορίδος λίμνης.
§100Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Προκειμένης συζητήσεως περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, κρίνω καθῆκόν μου νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἕλη καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει ὡσαύτως νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμνάν του. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λακεδαίμονος ὑπάρχει τὸ ἕλος Τρινάσου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους τῆς ἐνεστώσης Βουλευτικῆς Περιόδου καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας Περιόδους ἐγένετο πολὺς λόγος. Κυρίως πρόκειται, οὐχὶ περὶ ἀποξηράνσεως ἕλους, ἀλλὰ περὶ ἐκβαθύνσεως καὶ διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου Βασιλοποτάμου, ἐκ τῶν ὑπερχειλιζόντων ὑδάτων τοῦ ὁποίου κατακλύζονται περὶ τὰς 50,000 στρέμματα εὐφορωτάτων γαιῶν. Διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν κατακλυζομένων αὐτῶν γαιῶν καὶ διὰ τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν εἰς τὴν καλλιέργειαν, ὁ τόπος ἐκεῖνος θέλει εὐημερήσει ἐκ τῆς πλουσίας παραγωγῆς, καὶ θέλει γείνῃ σιτοβολὼν ὅλης τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ καὶ θέλει δοθῇ ἐργασία εἰς τοὺς κατοίκους τεσσάρων πέριξ δήμων, οἱ ὁποῖοι φεύγουσι σήμερον εἰς Ἀμερικὴν ἕνεκα ἐλλείψεως ἐργασίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τὴν Λακεδαίμονα τὴν μέριμνάν του, καθόσον μάλιστα πρόκειται περὶ ἁπλουστάτου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναζητήσωμεν μηχανικοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οὐδ’ ἀπαιτοῦνται μεγάλαι δαπάναι, ὡς δύναται νὰ πληροφορηθῇ καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐν οἷς ὑπάρχει ἕτοιμον καὶ νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὡς Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§101ΒΡΑΣ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐνέργειαν τὴν ταχεῖαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, γνωρίζω αὐτῷ, ὅτι ἐγένετο μελέτη διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ μικροῦ, τὸ δὲ σχεδιάγραμμα εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου· ἔχει δὲ ὑπολογισθῆ ἡ δαπάνη τῆς ἀποξηράσεως εἰς δραχμὰς 150,000 περίπου. Τὸ σχεδιάγραμμα αὐτὸ ἐξετέλεσαν μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἡ ὁποία ἄλλοτε εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς μελέτην τῶν διαφόρων ἔργων. Ἡ ἀποξήρανσις ἐκείνη θέλει ὠφελήσει οὐ μόνον τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑγείαν μεγάλου μέρους τῆς Λακεδαίμονος, ἡ ὁποία μαστίζεται ὑπὸ ἑλῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν αὐτῇ. Ἡ ἔκτασις, ἥτις κατακλύζεται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, κειμένη παρὰ τὸ Βασιλοπόταμον, ἀνέρχεται εἰς 8,000 περίπου στρέμματα γῆς εὐφορωτάτης, δηλαδὴ ἕκαστον στρέμμα αὐτῆς παράγει περὶ τὰ 25 κοιλὰ σίτου καὶ ἀραβοσίτου· φαντασθῆτε δέ, τί ποσὸν μέγα δημητριακῶν καρπῶν χάνεται ἐντελῶς, ἀντὶ τῆς ἐλαχίστης δαπάνης 150 χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως περατωθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σπουδαίως ἀφορᾷ καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ὑγείαν τῆς Λακεδαίμονος.
§102Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ δεκάτη ἕκτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἕλους Τρινάσου!
§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων, δέον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ μονομερὲς ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν τινων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν ἡμᾶς ἄλλοτε, κατὰ τὰς παρελθούσας Περιόδους τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ μεγάλου καὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος. Διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν θέλει ἐπέλθει οὐ μόνον ἀποκάλυψις νέων γαιῶν καρποφόρων καὶ συντελουσῶν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ παραγωγῆς, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ βελτίωσις τῆς δημοσίας ὑγείας, ἥτις ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι αἰσχίστη, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Οἱ περιελθόντες, Κύριοι, τὴν Θεσσαλίαν καὶ λαβόντες ἀφορμὴν νὰ μελετήσωσι τὰ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ζῶσιν οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας, δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι οὐδαμοῦ τῆς γῆς, οὐ μόνον ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔσχατα καὶ ἀπομεμακρυσμένα μέρη τῆς βαρβάρου ἀκόμη χώρας τῆς Ἀφρικῆς, δύναταί τις νὰ εὕρῃ κατοίκους οὕτω ζῶντας καὶ οὕτω διαιτωμένους...
§104ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές; Δὲν ἦσθε εἰς τὴν Θεσσαλίαν, φαίνεται, ἢ δὲν ἐλάβετε τοὐλάχιστον τὸν κόπον νὰ μελετήσητε αὐτήν. Ὅσοι εἶδον ὅμως τὴν Θεσσαλίαν, καὶ εἶδον εἰς ποίας τρώγλας καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ζῶσι, ἐργάζονται, διαιτῶνται καὶ μανδρίζονται οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας, ἀναμφισβητήτως δὲν δύνανται ἢ νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι ἀθλιεστέρα ὕπαρξις τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεσσαλοῦ χωρικοῦ, τοῦ δουλοπαροίκου καραγκούνη, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ. Καὶ ὅταν λέγω περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ χωρικοῦ τῆς Θεσσαλίας, οὐδέποτε ἐσκέφθην νὰ συγκρίνω αὐτὴν πρὸς οἱανδήποτε Εὐρωπαίου χωρικοῦ, οὐδὲ πρὸς τοὺς τῆς Ῥωσσίας, διότι καὶ ἐκεῖ τὰ ἀγαθὰ τῆς χειραφεσίας ἐπέφεραν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἀσίᾳ καὶ ἐν Ἀφρικῇ, ἐὰν θελήσετε νὰ μελετήσετε τὴν ἀγροτικὴν κατάστασιν, δὲν θὰ εὕρητε χωρικοὺς οὕτω διαβιοῦντας, ὅπως οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν δὲν εἶναι τὸ μόνον, οὐδὲ λύει τὸ μέγα πρόβλημα, ὅπερ ἄλυτον μένει ἀκόμη. Εἶναι ἕτερα ζητήματα, ἐπίσης σπουδαῖα, καὶ ἐπίσης συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν κατὰ συνέπειαν τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ συντελοῦντα καὶ εἰς τὸν ἐξανθρωπισμὸν τῶν κατοίκων τῶν πεδιάδων. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἤχθη ἐνταῦθα, καὶ ἤχθη οὐχὶ διότι ἐπεθύμει τοῦτο μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ εἰσαγάγῃ, ἀλλὰ διότι ἦτο γενικὴ γνώμη τῆς Θεσσαλίας; διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ ἐποχὴν ἐκείνην αἱ κοινωνικαὶ τάξεις τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας εἶχον ἐξεγερθῆ, καὶ ὑπῆρξε περίστασις, καθ’ ἣν ἐνόμισαμεν, ὅτι τὰ σπέρματα κοινωνικῶν ζητημάτων εὑρίσκοντο ἐσπαρμένα εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὅτι τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐξέσπων· ἐὰν δ’ ἐτύγχανε νὰ κατευνασθῶσι ταῦτα προσωρινῶς, ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου, ἀναμφισβητήτως ὅμως ἤθελον ἀνακύψει αὖθις, καὶ ἠθέλομεν παραστῆ θεαταὶ σκηνῶν θλιβερῶν, κοινωνικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἔδωκαν ἀφορμήν, ὅπως μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἕνεκα τοῦ ἐπελθόντος πολέμου, ὅστις διεδραματίσθη εἰς τὰς πεδιάδας τῆς χώρας ἐκείνης, κατηυνάσθη ἡ ἔξαψις, ἡ ἐγερθεῖσα ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς πεδιάσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἐν τούτοις εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, μόλις παρέλθῃ ἡ καχεξία, ἥτις ἐπεκράτησεν ἕνεκα τοῦ πολέμου, θέλουσιν ἀναφανῆ μετὰ μεγαλειτέρας ὀξύτητος ἐκ νέου. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας, καθόσον ἄνευ τῆς λύσεως τοῦ πρώτου τούτου ζητήματος ἀδύνατος τυγχάνει πᾶσα ἄλλη βελτίωσις, εἴτε κοινωνικῶς, εἴτε πολιτικῶς, εἴτε πλουτολογικῶς, ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἡ Θεσσαλία, ἡ ἐριβώλαξ Θεσσαλία, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο μόνη αὐτὴ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν σιτάρκειαν τῆς χώρας ὁλοκλήρου, οὐδὲν θέλει δυνηθῆ νὰ πράξῃ, ἄνευ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν. Οὐδὲν ὅμως μέτρον ἐλήφθη. Καὶ ἐνῷ ἐπεβαρύναμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον κατὰ δεκατέσσαρα τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, — στενῶς τὴν διοίκησιν, — δι’ ἔργα ἀποξηράνσεως ἑλῶν, δι’ ἔργα ἐξυγιαντικά, οὐ μόνον οὐδὲν σχεδὸν ἐσημειώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν παρελθόντα Προϋπολογισμὸν ἀνεγράφετο τὸ ποσὸν 112,000 δραχμῶν, σήμερον μόλις ἀναγράφονται 46,000. Καὶ γνωρίζομεν, ὅτι διὰ τῶν μέσων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲ ἄλλο τι ἕλος ἐκ τῶν πολλῶν τῆς χώρας μας, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἑκατομμύρια, ἵνα ἀποξηρανθῶσι ταῦτα. Ἐν τούτοις οὐδεμία παρατηρεῖται τάσις, οὐδεμία δίδεται προσοχὴ ἀπὸ μέρους καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μελέτην τῶν σπουδαίων τούτων ζητημάτων, συντελούντων εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ πλουτοπαραγωγὸν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ἡ λύσις τῶν ὁποίων θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ μένωσιν εἰς τὴν χώραν ὑπὲρ τὰ 30,000,000 δραχμῶν, ἐξαγομένων σήμερον εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ Ρουμανίαν πρὸς προμήθειαν σίτου. Τὰ θέματα ταῦτα, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἠδύναντο νὰ ἔλθωσιν αὖθις εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶχε συστήσει Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ πολιτευομένους τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ μηχανικούς, καὶ ἀπὸ ἄλλους εἰδικοὺς ἄνδρας, οἵτινες, ἀπελθόντες εἰς Θεσσαλίαν, ἐμελέτησαν τὰ θέματα ταῦτα ἐπιτοπίως, καὶ ἐδημοσίευσαν μακροτάτην μελέτην, ἥτις τυγχάνει πράγματι ἀξία πάσης προσοχῆς, καὶ τὴν μελέτην ταύτην συνιστῶ καὶ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· διότι, ἐὰν λυθῶσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη διὰ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἴσως εὑρίσκει τις ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον, θέλει αὐξήσει ἡ παραγωγὴ κατὰ πολύ, ἀλλὰ θέλουσιν ἴσως λυθῆ καὶ τὰ κοινωνικὰ ἐκεῖνα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναφαίνονται μὲν σήμερον, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ἴδωμεν συνταράσσοντα μετ’ οὐ πολὺ τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ παροῦσα συζήτησις εἶναι ἀληθῶς σπουδαιοτάτη· τὴν δὲ σπουδαιότητα αὐτῆς ἀποδεικνύει τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες ἀλληλοδιαδόχως ἠγόρευσαν περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν θεμάτων. Τούτῳ τῷ λόγῳ νομίζω, ὅτι κανονικώτερον καὶ τακτικώτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἀνεβάλλομεν αὐτὴν διὰ τὰς συνεδριάσεις, καθ’ ἃς θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἰδίᾳ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δὴ εἰς τὸ Τμῆμα περὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἄλλως, ἂν δὲν συζητήσωμεν εὐρέως περὶ τοῦ πῶς θέλουσιν ἀποξηρανθῆ τὰ ἕλη, ὅταν συζητήσωμεν τὰς διὰ τὰ δημόσια ἔργα πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε ὀρθῶς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, χαρακτηρίζων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ἐπιψηφίσεως τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ὀρθῶς, λέγω, εἶπεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πρώτου τῶν νόμων τοῦ Κράτους εἰσὶν ἐντελῶς μάταιαι καὶ εἰκονικαί. Εὐχάριστον ὅμως ὅπως δήποτε εἶναι, εἰ καὶ οὐχὶ ἐπίκαιρον, ὅτι καὶ ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιστάσει γίνεται τοσοῦτον εὐρεῖα συζήτησις περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα δι’ ὀλίγων εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Εἶναι τῷ ὄντι ἐπαινετὴ ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ μεταπέμψασθαι ἐξ Ἰταλίας ὑδραυλικὸν πρὸς μελέτην τῶν θεμάτων, περὶ ὧν συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οὐχὶ ἐξ Ἰταλίας ἂν ἔλθῃ ὑδραυλικός, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ Κόσμου ἂν συγκληθῇ Συνέδριον ὑδραυλικῶν ἐν Ἀθήναις, οὐδὲν θέλει κατορθωθῆ, θέλομεν δ’ ἐξακολουθεῖ βαίνοντες τὴν πεπατημένην. Πρόκειται περὶ Προϋπολογισμῶν, ὧν ὁ εἷς εἶναι ἀντίγραφον τοῦ ἄλλου ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημόσια ἔργα, ἵνα μὴ εἴπω καὶ ἐν γένει. Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἀναγράφονται καὶ ψηφίζονται πιστώσεις διὰ τὰ δημόσια ἔργα, ἐν δὲ τοῖς Ἀπολογισμοῖς ἐλαχίστας τῶν πιστώσεων τούτων εὑρίσκομεν πραγματοποιηθείσας. Σήμερον διοικοῦμεν ἡμεῖς, καὶ ἀναγράφομεν πιστώσεις διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐξ ὧν προέρχονται οἱ Βουλευταί, οἱ ὑποστηρίζοντες ἡμᾶς. Διαδέχονται ἡμᾶς ἄλλοι, καὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὰ ἔργα ἐκεῖνα. Διατί; Διότι οἱ φίλοι αὐτῶν ζητοῦσι νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἄλλα. Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν πραγμάτων, πραγματικὴ ἀδράνεια, καὶ τίποτε ἄλλο, routine τοῦ χειρίστου εἴδους. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτε πέρυσιν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις καὶ τότε, ὡς νῦν, πολὺ ἀπεῖχε τοῦ νὰ ἦναι εἰκονικὴ, ὡς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὠνομάσθη, ἐζήτησε νὰ προσκομίσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἐν τῷ Κράτει ὑπαρχόντων ἑλῶν, τὰ Δημόσια Ἔργα, ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὁποίων δαπανᾷ τὸ Κράτος 700 χιλιάδας περίπου δραχμὰς ἐτησίως, ἔστειλαν πίνακά τινα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τυπωθέντα μετὰ ταῦτα, καὶ διανεμηθέντα εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἀνυπόγραφον, οὐδεμίαν εὐθύνην φέροντα, πίνακα περὶ τῶν ἑλῶν τοῦ Κράτους ἀτελέστατον, ἀνεπιστημονικώτατον, ἀναφέροντα περὶ πολλῶν ἑλῶν, ὅτι εἶναι ἀγνώστου ἐκτάσεως, πίνακα, ὃν οὐδεμία ὑπηρεσία πεπολιτισμένου Κράτους ἤθελε τολμήσει ποτὲ νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐξ ἐκείνου δὲ τοῦ ἀτελεστάτου, τοῦ ἄνευ εὐθύνης πίνακος, τοῦ ἀνυπογράφου, τοῦ ἄνευ συστήματος, τί ἀπεδεικνύετο, Κύριοι; Ὅτι ἑκατοντάδες χιλιάδων στρεμμάτων ἑλῶν καλύπτουσι τὴν ἐπιφάνειαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐξ ὅσων δὲ τότε ἐμάθομεν, ὧν τὰ πλεῖστα καὶ ἐγιγνώσκομεν, καὶ ἐξ ὅσων ἔκτοτε καὶ σήμερον ἔτι ἐπληροφορήθημεν, νόσοι βροτολοιγοὶ ἐκ τῶν ἑλῶν στέλλουσι κατὰ χιλιάδας εἰς τὸν Ἅδην τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου, ἐλλείψει ἑνιαίας ἐργασίας, ἐλλείψει ἑνιαίου συστήματος, πεφωτισμένου, πρακτικοῦ, ἀναδημιουργικοῦ, τῇ ἐπαναλήψει δὲ τῆς πεπαλαιωμένης τακτικῆς, τῆς τακτικῆς τῶν ἑκάστοτε Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, τῶν μὴ συζητουμένων, τῶν μὴ μάλιστα ἐκτελουμένων, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, τολμῶν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, λέγω, ὅτι, πρὶν ἢ ἔλθωσιν αὐτοὶ οἱ διαπρεπεῖς ὑδραυλικοὶ ἐκ τῆς Ἰταλίας, εὐχάριστον καὶ συντελεστικὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὗτινος δὲν ἀρνοῦμαι τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις, παρέπεμπε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἵνα προσκομίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς, ἀλλ’ ἵνα, καλοῦσα παρ’ ἑαυτῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας ἄνδρας, παρουσιάσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς μελέτην ἀρτίαν καὶ ὁλομερῆ περὶ τοῦ ὑψίστου τούτου ζητήματος τῆς χώρας, ζητήματος ἀφορῶντος οὐχὶ μόνον τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ οὕτως ἐργασθῶμεν, ἀντιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος, καὶ πεισθῶμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην καὶ φώτων ξένων, τότε ἂς ἔλθωσιν οἱ ἀλλοδαποὶ ὑδραυλικοὶ, ἵνα ἐπὶ τὸ τελειότερον διαφωτίσωσιν ἡμᾶς. Ἤρκεσε, Κύριοι, ἡ παροῦσα συζήτησις, ἵνα ἐπισκοπήσω καὶ καταδείξω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πάντες ἐννοοῦμεν νὰ ἐργαζώμεθα περὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων. Ὁ μὲν τῶν κυρίων συναδέλφων, ὀρθῶς καὶ δικαίως, πρὸ ὀλίγου ἐζήτει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους, τοῦ μαστίζοντος τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἕτερος ἐκεῖθεν, ὀρθῶς καὶ δικαίως, ἠγείρετο, ζητῶν, τῆς ἐπαρχίας τῆς ἰδικῆς του τὸ ἕλος νὰ προτιμηθῇ. Τοῦτο δὲ, ὅπερ πράττουσι σήμερον οἱ κύριοι Βουλευταὶ, μιμοῦνται αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Ἐλλείπει λοιπὸν τὸ σύστημα, ἐλλείπει ἡ ἑνιαία, ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἀδιάλειπτος ἐργασία· ἐλλείπει δὲ ἡ ἐργασία αὕτη οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, ἀλλ’ ἐξ ὅλων ἐν γένει τῶν ζητημάτων, τῶν συνδεομένων πρὸς τὰ δημόσια ἔργα τῆς χώρας. Μήπως ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας δὲν παρατηροῦμεν τὰ αὐτὰ ἄτοπα; Εἴτε πρόκειται περὶ χαράξεως νέων ὁδῶν, εἴτε πρόκειται περὶ ἐπισκευῆς ὑπαρχουσῶν, τὰ αὐτὰ πάντοτε γίνονται ἐν τῇ Βουλῇ· ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τίς πλειότερα νὰ λάβῃ. Ὀρθῶς καὶ δικαίως, ἀφοῦ οὕτως ἐργάζονται αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ Κυβερνήσεις αὐταί. Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος τοῦ ἐργάζεσθαι εἶναι ἀνεπιστημονικὸς, ἐπιπόλαιος, ἄνευ ἀποτελεσμάτων, ὀλέθριος, ἡ ἀποτρόπαιος routine. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον ἐπιμείνει, ἵνα τὰ λεχθέντα περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας ἐπεκταθῶσιν, ἱδρυθῇ δὲ ἓν Γενικὸν Ταμεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Δὲν γνωρίζω τὰ αἴτια, ἢ ἀπέχω νὰ εἴπω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας κατεφαγώθη, ἢ ἐλαφυραγωγήθη. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι οὕτως, ὡς ἐγὼ πρὸ ὀλίγου περιέγραψα, ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν, οὓς δεσπόζει, ὀρθῶς καὶ δικαίως, τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα· εἴθε δὲ πάντοτε ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα νὰ δεσπόζῃ ἡμῶν.
§107ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δεσπόζει ἐδῶ τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα;
§108ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ... Ἕκαστος ἀληθῶς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ συμφέρον ἔχει νὰ ἴδῃ δημόσια ἔργα μᾶλλον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ ἢ ἐν τῇ τοῦ ἄλλου. Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἐπαινετός. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ πνεῦμα τοῦτο, τὸ συντελοῦν εἰς τὸ μηδὲν πράττεσθαι, τὸ παραλῦον, ὅταν δὲν χαλιναγωγῆται ὑπὸ Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως μεμελετημένης, δραστηρίας καὶ θερμουργοῦ, ἀφοῦ, λέγω, τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ ἐπαρχιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐπικρατεῖ, ἴσως συντελεστικώτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν τὰ ἔργα τὰ δημόσια, εἴτε πρόκειται περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, εἴτε πρόκειται περὶ ὁδοποιΐας, ἢ οιουδήποτε ἄλλου ἔργου, ἀπεκεντροῦντο ἀπὸ τῆς Διοικήσεως, καὶ πάντα ἀνετίθεντο εἰς Εἰδικὸν Ταμεῖον τοῦ Κράτους, εἰς Ταμεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὅπερ, ἐὰν ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ διοικῆται ὡς διῳκήθη τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἔσονται λίαν εὐάρεστα. Εἶναι τῷ ὄντι ἄπελπι, νὰ ἀνοίγῃ τις τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ βλέπῃ, ὅτι διὰ μὲν τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ἔργων δαπανᾷ τὸ Κράτος 573,689 δραχμάς, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας, Διευθύνσεως καὶ λοιπῶν ἐν γένει γραφείων τῶν δημοσίων ἔργων δρ. 244,240, ἤτοι ὁμοῦ δρ. 817,929, διὰ δὲ τὴν ὁδοποιΐαν δρ. 3,270,000. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα διατὶ συμβαίνουσιν οὕτως; Ἡ λύσις εἶναι προχειροτάτη. Πῶς συντάσσονται οἱ Προϋπολογισμοί; Συντάσσονται κατὰ τὸ σύστημα τῶν προϋπαρχόντων, ἐκτὸς σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων· σχεδὸν δὲ οὐδέποτε τοὺς συντάσσοντας ἐνέπνευσε πνεῦμα νεωτερισμοῦ, πνεῦμα ἐξόδου ἐκ τῆς πεπατημένης ὁδοῦ. Εἴτε διὰ τὴν μίαν αἰτίαν, εἴτε διὰ τὴν ἄλλην, προσκομίζονται εἰς τὴν Βουλὴν οἱ Προϋπολογισμοὶ ὅπως–ὅπως. Διατὶ νὰ κοπιάσωμεν; Ἐπιρροὴ μεγίστη ἐνασκεῖται ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἐπὶ τῶν διευθυντῶν καὶ τῶν τμηματαρχῶν τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπηρεσιῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν καλέσητε καὶ συμβουλευθῆτε αὐτοὺς, χωρὶς ὑμεῖς νὰ ἔχητε ἐπιθυμίαν, ὅπως καὶ αὐτοβούλως ἐργασθῆτε, αὐτοὶ θέλουσιν εἴπει ὑμῖν: «Αὐτοὶ οἱ πίνακες τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσιν αἱ πλάκες τοῦ Μωϋσέως! Οὐδεὶς δύναται νὰ μεταβάλῃ αὐτούς!» Παρουσιάζεται οὕτω πως ὁ Προϋπολογισμός, ὅστις παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ἀντελήφθητε, τίνι τρόπῳ θέλουσι νὰ ἐργάζηται αὕτη; Προσκομίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Ποία εἶναι κυρίως ἡ περὶ τούτου συζήτησις; Ὁ μὲν λέγει, ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα, ὁ δὲ ἀπαντᾷ, ὅτι θέλομεν ἔχει περίσσευμα, ἢ καὶ δὲν ἀπαντᾷ καθόλου. Βεβαίως καὶ αἱ συζητήσεις αὗταί εἰσιν ἀναγκαῖαι, ἀναγκαιόταται, προκειμένου περὶ Προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως ὅμως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδεμία νεωτέρα ἰδέα, οὐδὲν νέον σύστημα ἀναφαίνεται, οὔτε εἶναι εὔκολον νὰ ἀναφανῇ. Τὰ συστήματα ταῦτα κατεργάζονται ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ συζητοῦσι πρὸς ἀλλήλους ἐν αὐταῖς μετ’ ἀπαθείας καὶ ψυχρότητος, ζητοῦσι καὶ τὰ φῶτα τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν, τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· ἐκεῖ γεννῶνται αἱ νέαι ἰδέαι, καὶ κατεργάζονται οἱ Προϋπολογισμοί, οὐχὶ τῆς ῥουτίνας, ἀλλὰ τοῦ ἐθνικοῦ μέλλοντος. Λέγω δὲ ταῦτα οὐχὶ μόνον ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἔργα, ἀλλὰ δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ποῖος εἶναι ὁ νεωτερισμός, ὁ δεσπόζων ἡμῶν; Ἐπαύξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, ἐπαύξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων, ἐπαύξησις τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐπαύξησις τῶν θεσιθηρῶν. Οὐδὲν νέον σύστημα, οὐδεὶς νέος ὀργανισμὸς ἐμελετήθη, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν δυνάμεθα ἄλλως, οἰκονομικώτερον, νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ ἀπὸ τίνων ζητοῦμεν ταῦτα; Ἀπὸ τῶν πτωχῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες, ὄντες ἠναγκασμένοι νὰ καταγίνωνται καὶ εἰς τὰς ἐλαχίστας τῶν λεπτομερειῶν τῆς Διοικήσεως, δὲν ἔχουσι τὸν καιρὸν νὰ ἐργασθῶσι; Διὰ τοῦτο, ὅταν ἀκούωμεν μεταρρυθμιστικὰ προγράμματα, πολλοῦ γε καὶ δὴ νὰ ἴδωμεν τοιαῦτα. Εὔχομαι, ἵνα νέαν πορείαν ἀκολουθήσωμεν· εὔχομαι, προκειμένου νὰ νομοθετῶμεν, νὰ ζητῶμεν οὐχὶ τὴν νομοθετικὴν δεινότητα τῶν ποικίλων τμηματαρχῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὴν νομοθετικὴν ἱκανότητα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εὔχομαι, ἵνα δι’ ἐπιτροπῶν ἡ Βουλὴ μελετήσῃ κατὰ τὰς διακοπὰς τὰς μακρὰς, οὐχὶ μόνον τὰ ζητήματα τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ πάντα τὰ θέματα, ὅσα περιέχει ὁλόκληρον τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, Προϋπολογισμοῦ, ὅστις, καταρτιζόμενος καὶ ἐκτελούμενος ὡς συνήθως, ἐπήνεγκε τὴν παροῦσαν κατάστασιν, ἐν ᾗ ἀπωλέσαμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν ἡμῶν, καὶ δουλεύομεν εἰς τοὺς ξένους.
§109Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Παξῶν Βουλευτὴς, καὶ ὑποστηρίζων τὰς μεγάλας ἀνάγκας περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἔθιξε καὶ ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, διότι ἀφορᾷ πληθυσμοὺς μεγάλους, οἱ ὁποῖοι, ἂν ἔχωσιν ἄλλας ἀνάγκας μεγαλειτέρας, δὲν πρέπει νὰ ἐμφορῶνται καὶ ὑπὸ ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι, ἂν δὲν ἦναι ἀπραγματοποίητοι ἐντελῶς, δὲν εἶναι καὶ τοῦ παρόντος καιροῦ. Ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἔθιξε τὸ ζήτημα περὶ τῆς κτηματικῆς καταστάσεως τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὑπέμνησεν ἐργασίας, αἵτινες ἐγένοντο παρὰ μεγάλης Ἐπιτροπῆς, ἥτις ὡρίσθη πρὸς μελέτην τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου, ὅπως ἐξαγορασθῶσιν αἱ γαῖαι παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἵνα γείνωσιν οἱ γεωργοὶ ἰδιοκτῆται. Ἀλλ’ ὅσοι ζῶσιν εἰς τὰ μέρη τῆς Θεσσαλίας, ὅπου ὑπάρχουσιν οἱ περισσότεροι κολλῆγοι, ὅπου ὁ μεγαλείτερος πληθυσμὸς ἦναι κολληγικὸς, καὶ ὅπου ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, ἔχοντες μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ τρόπος, ὁ ὑποδειχθεὶς παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, εἶναι ὅλως ἀπραγματοποίητος, διότι εἶναι τόσαι αἱ γαῖαι καὶ τόσον ποικίλαι αἱ συμφωνίαι, εἴτε κατ’ ἔθιμον, εἴτε κατὰ σύμβασιν, μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν, ὥστε, ἕνεκα τῆς ποικιλίας ταύτης, τῆς ἐννόμου, τῶν σχέσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἐξαγορᾶς, κατὰ τὰς σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Βεβαίως ἡ κατάστασις τῶν γεωργῶν εἶναι οἰκτρά· εἶναι δουλοπάροικοι, ἄνευ ἰδιοκτησίας, διότι δὲν ἔχουν τὴν βάσιν τῆς προσωπικῆς αὑτῶν ἐλευθερίας· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς τὸ Κράτος εὑρίσκεται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγορασθῶσιν αἱ γαῖαι, ὡς ἐπροτάθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ οὔτε Τράπεζαν ἔχομεν, ὅπως ἀναλάβῃ τὸ κολοσσιαῖον τοῦτο ἔργον; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ εἰσάγωνται τοιαῦται ἰδέαι εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄλλας ἀνάγκας νὰ θεραπεύσωσι. Βεβαίως τὸ Κράτος πρέπει νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, διότι ἡ βελτίωσις αὐτῆς εἶναι μέγιστον βῆμα πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργίας, καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Κράτος μόνον δύναται, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν, ἐὰν ἀπ’ εὐθείας τὸ Κράτος ἔχῃ τὰ μέσα καὶ θέλῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν γεωργῶν, δύναται ν’ ἀρχίσῃ νὰ ἐξαγοράζῃ κτήματα, καὶ νὰ παραχωρῇ αὐτὰ εἰς τοὺς γεωργούς. Τοῦτο εἶναι τὸ ἁπλούστερον καὶ τὸ δικαιότερον καὶ τὸ μόνον δυνάμενον νὰ διατηρῇ ἐν τῷ πνεύματι αὐτῶν τὴν τάξιν καὶ προθυμίαν πρὸς τὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ νὰ λέγωμεν εἰς τοὺς γεωργοὺς, ὅτι θὰ τοὺς ἀπελευθερώσωμεν, καὶ ὅτι καταγινόμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν, ὁ ὁποῖος νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι τοιοῦτος τρόπος δὲν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ, ἄνευ τῶν ἀπαιτουμένων χρημάτων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, καὶ ἐπειδὴ πλειστάκις ἐγένετο λόγος περὶ ἐμπορίας καὶ περὶ ναυτιλίας καὶ περὶ γεωργίας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι, κατ’ ἐμέ, ἄνευ κέντρου, τὸ ὁποῖον νὰ διευθύνῃ τὰς τοιαύτας ἐργασίας, οὐδὲν δύναται νὰ τελεσφορήσῃ. Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ καὶ ὄγδοον Ὑπουργεῖον. Ἡ ἰδέα αὕτη ἐκ πρώτης ὄψεως ἴσως φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν τινὰ, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἐν τούτοις ἡμεῖς πρὸ πάντων οἱ Ἕλληνες, μόνον ἐὰν κατέχωμεν θέσιν τινὰ, τότε καὶ φιλοτιμούμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν ἐργασίαν, εἴτε περὶ ἐμπορίας, εἴτε περὶ γεωργίας, ὠφέλιμον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, καὶ μόνον διὰ τοιούτου κέντρου δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι παρὰ τοῦ κατέχοντος τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου νομοσχέδια περὶ ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλίας, τότε δὲ θὰ ἔχῃ καὶ τὴν φιλοτιμίαν νὰ πραγματευθῇ σοβαρῶς καὶ περὶ τούτου.
§110Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτήν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἡ Βουλὴ εἶχε συστήσει Ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν καὶ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ἵνα μελετήσῃ τὰ τῆς Θεσσαλίας· εἶχον δὲ τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ἀποτελῶ μέλος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καλαμπάκας ὡμίλησε περὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης κατὰ τρόπον, ὅστις δεικνύει, ὅτι αὐτὸς διίσταται καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὰς γνώμας αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ τὸν ἀντικρούσω· ἀλλὰ πρὸ τούτου νομίζω, ὅτι ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τόσον εὐρείας διαστάσεις, διότι ἀπὸ ζητήματος ὑδραυλικοῦ τὸ ζήτημα εἰσῆλθεν εἰς ἕτερον θέμα, περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν, καὶ περὶ τῆς θεραπείας, τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, οὕτω δὲ φθάνομεν εἰς προγράμματα Κυβερνητικὰ, διότι τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κύριος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς, ἦσαν θέματα τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὴν πολιτικὴν ἠκολούθει τότε. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κύριον ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφον νὰ μὴ εἴπῃ, ὁποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ τοὺς γεωργοὺς, τῶν ὁποίων τὴν κατάστασιν ἀνομολογεῖ ὡς οὐχὶ καλήν. Ἡ τότε Κυβέρνησις, μελετήσασα τὴν κατάστασιν, ἀπεφάσισε νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ νὰ συστήσῃ εἰδικόν τι Ταμεῖον, διὰ τῶν πόρων τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ τῶν γεωργῶν, καὶ ἐζήτησε νὰ παραχωρηθῶσι γαῖαι εἰς τοὺς γεωργούς· ἐπεδίωξε δ’ οὕτω τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν κατοίκων καὶ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης σημεριναὶ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας φίλος εἶναι ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτής; Εἶναι ἆρά γε σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ; Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. συνάδελφος εἰς ἀντίκρουσιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐκ Παξῶν συνάδελφος; Ἐγὼ δὲν ἤκουσα καμμίαν γνώμην ἐνταῦθα. Καὶ ὤφειλε, νομίζω, ὅτε ἀντέκρουε τὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἥτις διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὴν, ἐξέθεσε τὰς γνώμας αὐτῆς περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς ἐλάμβανε καὶ ἀποφάσεις διαφόρους, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν διότι ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐφθάσαμεν εἰς τὸν πόλεμον, ὤφειλε, λέγω, ὁ ἐκ κ. Καλαμπάκας συνάδελφος, ἀντιτασσόμενος κατὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, νὰ ἐκθέσῃ ὁποίας αὐτὸς ἔχει γνώμας καὶ ὁποίας ἔχει ἰδέας περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ λαμβάνων ἀφορμὴν, κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὅσων ὁ κ. ἐκ Παξῶν κ. συνάδελφος εἶπε πρὸ ὀλίγου, ἤθελον βεβαίως ἐπιμείνει εἰς τὸ ζήτημα, καὶ ἤθελον ἀναπτύξει διὰ μακρῶν τοῦτο, καὶ ἤθελον ἐκθέσει τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ ὡς ἄτομον, ἀλλὰ καὶ ὡς λαβὼν μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε τόσον ἐξ ἀπίνης νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος, ἤθελον παρακαλέσει νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν τούτων, πρὶν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος τούτου, ἵνα οὐ μόνον συζήτησις γείνῃ, ἀλλὰ καὶ ἀποφάσεις ληφθῶσιν, αἱ ὁποῖαι νὰ τείνωσιν εἰς θεραπείαν καταστάσεως, ἡ ὁποία κοινῶς ἀνομολογεῖται, ὅτι εἶναι ὀλεθρία.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Νάξου κύριος Ναυπλιώτης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ πολλῶν ἄλλων Βουλευτῶν, «περὶ προσόντων τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν δικαστικῶν κλητήρων». Ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 96).
§112Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἴκοσι κάτοικοι τοῦ χωρίου Προκοβενίκου τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν τῆς ἐπαρχίας μου, κύριε Πρόεδρε, μοὶ γράφουσιν, ὅτι δὲν ἔλαβον εἰσέτι τὴν ἀποζημίωσίν των δι’ ἀγροὺς, τοὺς ὁποίους κατέλαβε τὸ Δημόσιον, ὅτε πρὸ 10 καὶ 12 ἐτῶν ἐχαράσσετο ἡ ὁδὸς, ἡ ἀπὸ Λαμίας εἰς Ἄμφισσαν καὶ Λεβαδείαν ἄγουσα, ὡς καὶ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ τοῦ μακαρίτου σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Οὗτοι ἀνέρχονται εἰς 20, ἡ δὲ ἀξία τῶν καταληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γαιῶν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους κάμνουν ἐν τῇ ἐπιστολῇ των, ἀνέρχεται εἰς 5 ἢ 6 χιλιάδας, τὸ πολὺ, δραχμάς. Εἶναι ἄδικον, νομίζω, ἐπὶ 12 ὅλα ἔτη νὰ στερῶνται οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ χωρικοὶ τῆς ἀποζημιώσεώς των, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως εἰς τούτους πληρωθῇ ἡ ὀφειλομένη αὕτη ἀποζημίωσις. Δευτέραν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ τετραετίας περίπου, μεταρρυθμισθείσης, εἴς τι σημεῖον αὐτῆς, τῆς ὁδοῦ Λαμίας–Καρπενησίου, κατεστράφη, ὡς ἐκ τῶν ἐργασιῶν ἐκείνων, αὖλάξ τις, διὰ τῆς ὁποίας ἤρχετο ὕδωρ εἴς τινα μύλον, ἀνήκοντα εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ χωρίου Τσούκας τοῦ δήμου Μακρακώμης. Ἔκτοτε ὁ νομομηχανικὸς Φθιώτιδος, ἀναγνωρίσας τὴν προσγενομένην εἰς τὸν ναὸν ἐκεῖνον ζημίαν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 1370 ἀπὸ 22 Ἰανουαρίου 1897 ἀναφορᾶς του, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατάστασιν 300 δραχμῶν, καὶ ἐζήτει, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον διατάξῃ νὰ δοθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ ναοῦ. Ταύτην τὴν ἐπερώτησιν, ὡς καὶ τὴν προηγουμένην, ὑποβάλλων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐγγράφως, παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως σπεύσῃ καὶ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους του, ἵνα ἐπιληφθῶσι τῶν ὑποθέσεων τούτων, ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος τῶν ὁποίων στερεῖ ἀδίκως τὸν ναὸν καὶ τοὺς χωρικοὺς χρήματος, ἀναμφισβητήτως εἰς αὐτοὺς ἀνήκοντος. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω καὶ μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸ τινων ἡμερῶν ἔν τινι φύλλῳ τοῦ Παραρτήματος τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἶδον κατακεχωρισμένην διακήρυξιν δημοπρασίας πρὸς ἐνοικίασιν τῶν ἰαματικῶν παρὰ τὰς Θερμοπύλας ὑδάτων. Τὰ ἰαματικὰ ταῦτα ὕδατα, κατὰ τὸ σύνηθες, ἐνοικιάζονται ἐπὶ δεκαετίαν, διὰ δεκαετίαν δὲ πάλιν τὸ Δημόσιον ἐνοικιάζει αὐτὰ διὰ τῆς προχθὲς δημοσιευθείσης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως διακηρύξεως. Ἐν τῇ δημοπρασίᾳ ταύτῃ εἶδον πολλοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους συνηθίζει ἡ ὑπηρεσία ἑκάστοτε νὰ ἀναγράφῃ, ὅπως, συμφώνως πρὸς αὐτοὺς, οἱ θέλοντες νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων ὀργανῶσι καὶ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν. Εἷς ἐκ τῶν ὅρων αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ κατὰ τὸν πρῶτον Μάϊον ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς τὰ λουτρὰ ἐκεῖνα νέα κατασκευὴ δὲν γνωρίζω πόσων δωματίων, δωματίων μάλιστα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῶσι, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, συμφώνως πρὸς τὰ σχέδια τοῦ παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ Φθιώτιδος γεωμέτρου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καίτοι ἐκ τῆς διακηρύξεως δηλοῦται, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀστεῖον, διότι πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι οἱ γεωμέτραι δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀρχιτέκτονας. Ἐγώ, ὡς ἀντελήφθην, ἐπισκεφθεὶς τὰ λουτρὰ ἐκεῖνα, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὰ κτίρια ἐκεῖνα οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίων μηχανικοῦ ᾠκοδομήθησαν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου ὑπὸ ἁπλοῦ ἐργάτου ἐκπονηθέντος. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, τὰ λουτρὰ ταῦτα, ὡς καὶ ἄλλαι πηγαὶ ἰαματικαὶ ἐν Φθιώτιδι, ὁμολογουμένως διατελοῦσιν εἰς ἀρχέγονον ἐντελῶς κατάστασιν, καὶ κατάστασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία εἰς οὐδένα τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τῶν λουτρῶν αὐτῶν ἐπιτρέπει νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῶν, ἐπειδὴ, λέγω, ἡ κατάστασις ἐν γένει εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ἀντὶ καλοῦ, κακὸν μόνον προσγίγνεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὰ λουτρὰ ἐκεῖνα πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ὑγείας των, διὰ ταῦτα πάντα, καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀποσιωπῶ, διότι καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρῶτον μὲν νὰ ἀναστείλῃ πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Ἐφορίας Φθιώτιδος πρὸς ἐνοικίασιν τῶν λουτρῶν αὐτῶν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον θέλει δεσμευθῆ ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον, καθ’ ἣν θὰ μένωσι ταῦτα εἰς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν καὶ σήμερον εὑρίσκονται, μετὰ τοῦτο δὲ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας πληροφορίας ζητῶ διὰ τῆς ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν σκεπτόμενοι, εἶναι πιθανὸν νὰ προτείνωσι μέτρα, δι’ ὧν θέλουσι καταστῆ τὰ διάφορα ἐν Φθιώτιδι ἰαματικὰ λουτρὰ πράγματι ὠφέλιμα. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ζητῶ νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πληροφορίας περὶ τῆς ἰαματικῆς ἰδιότητος τῶν λουτρῶν Θερμοπυλῶν καὶ Πλατυστόμου, περὶ τῶν προσόδων, ἃς ἔχει ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως αὐτῶν τὸ Δημόσιον, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰ λουτρὰ ταῦτα οἰκημάτων, καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων, ὡς καὶ περὶ τῆς συγκοινωνίας τῶν μερῶν ἐκείνων μετὰ τῶν πέριξ πόλεων ἢ κωμοπόλεων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδίως θέλω ἐπιμείνει κατὰ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβλήθη, ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἶδον ἀσθενῆ, ὃν συνεβούλευσαν οἱ ἰατροὶ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν λουτρῶν τούτων, οὐχὶ μεταβαίνοντα εἰς αὐτὰ, ἀλλὰ μεταφερόμενον ἐκεῖ ἐπὶ ξυλοκρεββάτου, ὡς νὰ ἦτο τεθνεὼς, καὶ τοῦτο, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, καταβεβλημένος ὢν ἐκ τῆς νόσου του, δὲν ἠδύνατο νὰ ἱππεύσῃ, ἐνῷ ἅμαξα δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, χάρις εἰς τὴν ἀσύγγνωστον ἀπρονοησίαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι, ἐνῷ ἀναρίθμητα ποσὰ δαπανῶσιν εἰς διάφορα ἔργα, τινὰ τῶν ὁποίων ἴσως εἶναι καὶ ἄχρηστα, δὲν εὐηρεστήθησαν νὰ δαπανήσωσι δέκα ἢ δεκαπέντε χιλιάδας δραχμῶν, ὅπως δι’ αὐτῶν κατασκευασθῇ ὁδὸς ἁμαξιτὴ, ἑνοῦσα τὰ λουτρὰ Πλατυστόμου μετά τινος σημείου τῆς ὁδοῦ Λαμίας–Καρπενησίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὰ λουτρὰ ἀπέχουσι μόνον 3 ἕως 4 χιλιόμετρα.
§113Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐφημερίδες τῶν Πατρῶν ἀνέγραψαν μίαν εἴδησιν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης προέβη ἀρτίως εἰς ἀπόφασιν περὶ πωλήσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἐκ 50,000,000 λιτρῶν συνισταμένου παρακρατήματος σταφιδοκάρπου πρὸς δραχμὰς 40 κατὰ χιλιόλιτρον...
§114Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐδημοσιεύθη προκήρυξις χθὲς τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§115ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω περὶ τούτου πληροφορίας. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι ἤδη ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι ὄχι μόνον τὸ Συμβούλιον προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐνεκρίθη ἡ ἀπόφασις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, ἀξίας μεγίστης προσοχῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν, ὄχι μόνον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου καὶ τῆς Βουλῆς.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν ἐξήγησιν, κύριε Βουλευτά;
§117ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς σταφιδοκάρπου, ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις, προαπαιτεῖται καὶ ἡ συναίνεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι εἶχε προκηρυχθῆ ἄλλοτε ἡ ἐκποίησις τμήματός τινος ἐκ τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως εὑρισκομένου σταφιδοκάρπου, καὶ ὅτι τῆς πρώτης δημοπρασίας τὰ πρακτικὰ ἐνεκρίθησαν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως συναινούσης εἰς τοῦτο, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἔτους. Αἱ μετὰ τοῦτο γενόμεναι δημοπρασίαι ἔσχον μὲν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ δοθῶσι προσφοραὶ, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἠκύρωσε τὰς δημοπρασίας, λόγῳ τοῦ ἀσυμφόρου τῶν δοθεισῶν προσφορῶν. Προκειμένου δὲ περὶ ἀκυρώσεως, ἐπειδὴ τὸ μέτρον εἶναι ἀρνητικὸν, δὲν ἔχει κἄν ἀνάγκην τῆς συναινέσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν, ὡς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἐβεβαιώθη ἡ μείωσις τῆς παραγωγῆς, ὡς γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, πολλαὶ καὶ διάφοροι προεβλήθησαν γνῶμαι. Εἶχε πρὸς στιγμὴν γεννηθῆ ῥεῦμά τι ἐν ταῖς σταφιδικαῖς ἐπαρχίαις, ὅπως ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ εἰς τὰς ἀποθήκας ἀποταμιευθεὶς, μὴ χρησιμοποιηθῇ πρὸς οὓς σκοποὺς ὁ νόμος προώρισεν αὐτὸν, ἀλλὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν, οὕτω δὲ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πορισθῇ ποσόν τι χρημάτων ἀνώτερον, καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἀνωτέρου, προσέλθῃ μᾶλλον ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας πληθυσμοὺς ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἀλλ’ εἰς τὸ ῥεῦμα τοῦτο ὑπῆρχεν ἓν ἐμπόδιον, ὁ νόμος. Ἄνευ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου, ἡ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν παράδοσις τοῦ σταφιδοκάρπου, ἢ καὶ μέρους αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἡ Κυβέρνησις προεκλήθη ἐν τῇ συνελεύσει, ἥτις ἐσχηματίσθη, ὅπως γνωματεύσῃ, ἐὰν πρέπει νὰ παραταθῇ, ἢ ὄχι, ἡ παρακράτησις, προεκλήθη καὶ ὑπὸ διαφόρων καὶ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης καὶ ἄλλων ἐμπορευομένων, ν’ ἀποφήνηται γνώμην. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ γνώμην τινὰ, τοῦ νόμου ὄντος ῥητοῦ. Ἐν τούτοις αἱ κρατοῦσαι γνῶμαι περὶ διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν εἰς τιμὰς ἀνωτέρας τῶν συνήθων ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀναβληθῇ πᾶν μέτρον, ἀφορῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ σταφιδοκάρπου. Πρὶν ἢ ἀκόμη ἐγκαταστῇ τὸ νέον Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προσφοραὶ ὑπὸ οἰνοπνευματοποιῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, οἵτινες προσήνεγκον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τιμὴν δραχμὰς 160 κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν πρὸς ἀγορὰν 5,000,000 ἢ 6,000,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εὗρε τὴν προσφορὰν ταύτην τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐντελῶς ἀσύμφορον. Ἔκτοτε εἰσήλθομεν εἰς νέον στάδιον. Μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κρίσιν ἐν τῇ ἐμπορίᾳ τῆς σταφίδος αἱ γνῶμαι μετεβλήθησαν· διότι, ἐνῷ πρότερον αἱ περισσότεραι τῶν γνωμῶν κυρίως ἀφεώρων εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κρίσιν πᾶσαι αἱ γνῶμαι αὗται ἐσίγησαν, καὶ μία κυρίως γνώμη φαίνεται ὑποστηριζομένη, ὅπως ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος διατεθῇ πρὸς δύο σκοπούς· ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαίου θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον τὸ πλεῖστον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν νὰ καταπολεμήσωσι τὸν περονόσπορον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔχει, ὅπως προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς αὐτῆς πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐπὶ τούτῳ ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου μεθ’ ἑνὸς ἢ δύο ἄλλων μελῶν τοῦ Συμβουλίου, καὶ ἦλθον εἰς διαφόρους συνεννοήσεις πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, ὅπως τύχωσι τιμῆς διὰ τὴν πώλησιν· ἀλλ’ αἱ προσπάθειαι αὗται δὲν ἐκρίνοντο ἐπιτυγχάνουσαι, ἕνεκα τῆς ἐπικρατούσης ἐν Πάτραις γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ μεγάλη τιμή. Παρενεβλήθη ὅμως καὶ ἕτερον κώλυμα, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ποτέ, τὸ ποσὸν τὸ ἀποταμιευθέν, τὸ ὁποῖον, μὲ τὴν ἐξαγωγήν, τὴν γενομένην κατὰ τὸν νέον σταφιδικὸν νόμον, ἀνῆλθεν εἰς 50,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον τὸ ποσὸν τοῦτο ὁλόκληρον νὰ καταναλωθῇ εἰς οἰνοπνευματοποίησιν, ἢ εἰς οἰνοποίησιν, ἢ καὶ εἰς κατασκευὴν σιροπίου ἢ μιστελίου. Τότε ἐγενήθη ζήτημα, ἐὰν ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας παρ’ ἡμῖν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὸ ἥμισυ ἢ καὶ μέρος τοῦ ἐξαχθησομένου οἰνοπνεύματος, ἢ καὶ ἄλλου τινὸς τῶν εἰδῶν, δηλ. μιστελίου, ἢ καὶ σιροπίου, κατεργασθὲν ἐν Ἑλλάδι, καταναλωθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, οὕτω δὲ ἄρξηται ἡ χρησιμοποίησις εἰς τὴν ἐμπορίαν τῆς Εὐρώπης τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχεν εἰσαχθῆ μόνον εἰς Αἴγυπτον, ἐν μέρει δὲ καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν. Πρὸς τοῦτο, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐθεώρησα, ὅτι προυργιαίτατον καθῆκον εἶχε τὸ Συμβούλιον, νὰ προνοήσῃ περὶ προμηθείας θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἀπετάθησαν πρὸς τὰς ἐνταῦθα Τραπέζας, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ Τράπεζαι, ἵνα χορηγήσωσι τὸ χρηματικὸν ποσόν, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην τὸ Συμβούλιον πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαίου θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν ἐνέχυρον, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι διὰ τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους τοῦ χορηγηθησομένου δανείου. Ἀλλὰ εἰς τὰς Τραπέζας εἶχε γεννηθῆ ὁ φόβος, μήπως ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ ἐκ τῆς παρακρατήσεως, δὲν ἤθελε πωληθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, κατὰ δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὡς ἐκ τοῦ παραχθησομένου νέου σταφιδοκάρπου, ὁ παλαιὸς μείνῃ ἄχρηστος. Ἐζήτησαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἱ Τράπεζαι νὰ πωληθῇ ἅπας ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ ἐκ τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶχε καὶ ἄλλην ἰδέαν, νὰ προμηθευθῇ μόνον τὸ ποσόν, ὅπερ ἠδύνατο, λόγῳ δανείου καλλιεργείας, νὰ δώσῃ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἀλλὰ καὶ ποσὸν πλεονάζον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ δανείσῃ πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὸ στάδιον τοῦτο διετέλουν αἱ συνεννοήσεις, φαίνεται, ὅτι ἐγένετο μία Ἑταιρεία, ἢ μᾶλλον μία ὁμὰς κεφαλαιούχων, ἡ ὁποία ἔδωκε μείζονας διαστάσεις εἰς ἓν ἐργοστάσιον ὁμολογουμένης χρησιμότητος, τὸ τοῦ Ζάνου καὶ Ρὼς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐφωδιασμένον μὲ μηχανήματα, δυνάμενον ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ κατεργασθῇ τὸν σταφιδόκαρπον. Ἡ ὁμὰς αὕτη, ἔχουσα τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο, προσέφερε πάσας τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι θέλει μεταποιήσει οἰνόπνευμα εἰς σιρόπιον ἢ μιστέλιον. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐργοστασίου τούτου προῆλθον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προϊὸν δὲ τῆς συνεννοήσεως ταύτης ὑπῆρξεν ἡ ἔκδοσις τῆς διακηρύξεως. Πρὶν ἢ ἀκόμη δημοσιευθῇ ἡ διακήρυξις εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰ τῶν ἐν Ἀθήναις οἰνοπνευματοποιῶν, προσφερομένων νὰ ἀγοράσωσιν 20 ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, ἐπὶ τιμῇ δραχμῶν ἑκατὸν κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην μετεβίβασα ἀμέσως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προσκαλέσας τοῦτο νὰ μοὶ γνωρίσῃ τὴν ἀπόφασίν του ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Διασταυροῦνται ἐν τῷ μεταξὺ ἡ διακήρυξις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἡ προσφορὰ, ἡ γενομένη ἐνταῦθα, πρὶν ἀκόμη παραδώσω εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν διακήρυξιν ταύτην, καὶ προεκάλεσα τηλεγραφικῶς τὴν Τράπεζαν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν μετέβαλε γνώμην. Ἡ Τράπεζα μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι, καὶ μετὰ τὴν μελέτην τῆς προσφορᾶς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ἐμμένει εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἐν τῇ διακηρύξει, διότι αὐτὴ εἶναι συμφερωτέρα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἐπρόκειτο περὶ προκαταρκτικῆς πράξεως, ἐπρόκειτο διὰ τῆς δημοπρασίας νὰ καταφανῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ προσφερθῶσι τιμαὶ ἀνώτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἐτέθησαν ὡς ἐλάχιστοι ὅροι ἐν τῇ διακηρύξει, ὅτε σήμερον Ἐπιτροπὴ τῶν ἐνταῦθα οἰνοπνευματοποιῶν προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προέβαλε παράπονα κατὰ τῆς διακηρύξεως. Φρονοῦσιν οἱ ἐνταῦθα οἰνοπνευματοποιοὶ, ἐξαιρέσει βεβαίως τοῦ διευθύνοντος τὸ ἐργοστάσιον Ζάνου καὶ Ῥὼς, ὅτι ἀδικεῖται ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἂν ἤθελε τὸ ἥμισυ τῆς παρακρατήσεως χρησιμοποιηθῆ πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνευμάτων καὶ μιστελίου, καὶ ἐξήγετο ἐντεῦθεν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀγοράσει αὐτὸ, ἤθελον προσπορίσει εἰς ἑαυτοὺς κέρδη, ἐκ τῶν κερδῶν δὲ τούτων ἤθελε στερηθῆ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία τοῦ προσδοκωμένου ὑπ’ αὐτῆς κέρδους διὰ τῆς ἐνταῦθα κατεργασίας τοῦ ὑπολοίπου σταφιδοκάρπου. Παρεκάλεσα αὐτοὺς, ὅπως τὰς αἰτήσεις των διατυπώσωσιν ἐγγράφως, ἀφοῦ προηγουμένως διεξήχθη μετ’ αὐτῶν συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεδείχθη εἰς αὐτοὺς, ὅτι, κατὰ τὴν διακήρυξιν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 23 ἑκατομμυρίων ἑνετικῶν λιτρῶν, τὸ ὁποῖον ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν, ἐπὶ τῇ ἐλαχίστῃ τιμῇ δρ. 117, ἠδύναντο καὶ οὗτοι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ δώσωσι προσφοράς. Παρετήρησα εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν δύναται νὰ παροραθῇ τὸ συμφέρον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διότι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον, οὐ μόνον νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον εἰς τὰς ἀποθήκας της, πρὸς τοὺς δύο σκοποὺς, τῆς ἀγορᾶς ἀφ’ ἑνὸς θειϊκοῦ χαλκοῦ, καὶ τῆς χορηγίας δανείων πρὸς καλλιέργειαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν κατανάλωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποταμιευθῆ κατὰ τὸ ἐπιὸν σταφιδικὸν ἔτος. Αὐτοὶ ἐφάνησαν πρόθυμοι νὰ συσκεφθῶσι μεταξύ των, καὶ νὰ προβάλωσι προτάσεις, εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, εἴτε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τούτοις, μίαν κυρίως ὀφείλω, καταλήγων τὸν λόγον, νὰ δώσω πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν· ὅτι ἡ διακήρυξις αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν διάθεσιν ὅλου τοῦ σταφιδοκάρπου· εἶναι, ὡς εἶπον, προκαταρκτικὸν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δοκιμασθῇ, ὁποῖαι εἶναι αἱ τιμαὶ, καὶ ἂν εἶναι αἱ συμφέρουσαι εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἢ ἂν τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα τῶν ἐν Ἀθήναις οἰνοπνευματοποιῶν, εἶναι συμφερώτερον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ τότε θὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν ἐγκρίνομεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἤτοι τὴν διὰ δημοπρασίας διάθεσιν τοῦ ποσοῦ. Πρόκειται περὶ προκαταρκτικοῦ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔχωμεν ἐσχηματισμένην γνώμην, πρὶν ἢ ἀκόμη τὰ πράγματα ἐξακριβωθῶσιν.
§119ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ παρακράτημα αὐτὸ θὰ μείνῃ μόνον ἐν τῇ ἐσωτερικῇ ἀγορᾷ;
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν διακήρυξιν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη, τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἀνέρχεται περίπου εἰς 46 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν. Τὸ ἥμισυ λοιπὸν τούτου προώριζεν εἰς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ πρὸς ἐσωτερικὴν μὲν κατεργασίαν βιομηχανικήν, πρὸς κατανάλωσιν δὲ τούτου εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὑπόθεσις αὐτά; ἢ εἶναι ὑποχρέωσις;
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τό γε νῦν ἔχον, ὁ ἀγοράζων σταφίδα ἀπὸ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως μίαν ὑποχρέωσιν ἔχει, νὰ μεταποιήσῃ ταύτην εἰς οἰνόπνευμα, οἶνον, σιρόπιον ἢ μιστέλιον, νὰ καταναλίσκῃ δὲ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς ἀρχῆς. Μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἐνήσκει ἡ Πολιτεία ἐπ’ αὐτῶν ἐποπτείαν, καὶ δὲν ἀπαγορεύεται εἰς αὐτούς, ἔχοντας τὸ προϊὸν τοῦτο, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νὰ τὸ καταναλώσωσι.
§123Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ πεντήκοντα ἑκατομμυρίων σταφιδοκάρπου, ὅστις ἔχει σήμερον πραγματικὴν ἀξίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τρεχουσῶν τιμῶν, δεκαπέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Καὶ δὲν ἐννοῶ μὲν διὰ τούτου νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει τὸ παρακράτημα νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ οἱ ὅροι τῆς ἐν τῇ διακηρύξει δημοπρασίας μοὶ φαίνονται πάρα πολὺ ὕποπτοι, καίτοι δὲ οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, εἶναι ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας, δὲν διστάζω οὐχ ἧττον νὰ εἴπω, ὅτι παρεσύρθησαν, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσουν, εἰς ὀλίσθημα ἀσυγχώρητον. Καὶ πῶς διήρεσαν τὸ παρακράτημα εἰς δύο κατηγορίας; Ποῦ στηριζόμενοι, εἶπον, ὅτι ἄλλη πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τιμὴ διὰ τὴν βιομηχανικὴν κατεργασίαν τὴν ἐσωτερικὴν, καὶ ἄλλη ἡ διὰ τὴν βιομηχανικὴν κατεργασίαν, ἧς τὸ προϊὸν εἶναι προωρισμένον διὰ τὸ ἐξωτερικόν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἰδιαιτέρως ἡ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν βιομηχανικὴ κατεργασία ἀπὸ τὴν προωρισμένην διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν; Καὶ ποῦ στηριχθὲν τὸ Συμβούλιον ὥρισε διὰ μὲν τὴν μίαν περίπτωσιν 44 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, διὰ δὲ τὴν ἄλλην 117, ἤτοι μέσον ὅρον δραχμῶν 80 περίπου κατὰ χιλιάδα; Καὶ πρὸς τί ἡ σπασμωδικὴ ταχύτης πρὸς δημοπρασίαν, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τῆς διακηρύξεως μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δημοπρασίας δὲν μεσολαβοῦν παρὰ 7 μόλις ἡμέραι; Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον ἀνεξήγητον καὶ σκανδαλῶδες εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθῇ καὶ νὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τοιαύτην διακήρυξιν. Πῶς ἠνέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποκλείσῃ διὰ τῆς ὁλικῆς πωλήσεως, ἥτις ἀποτελεῖ προνόμιον φανερὸν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας Ζάνου καὶ Ρώς, τοὺς λοιποὺς ἐργοστασιάρχας, ἐπὶ καταστροφῇ ἢ οὐσιώδει βλάβῃ σπουδαιοτάτου κλάδου βιομηχανίας; Δὲν ἐνόησε τάχα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ εἰκονικῆς καὶ οὐχὶ πραγματικῆς δημοπρασίας; Οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῆς ἐνδιαφερομένης Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας, ἥτις ἐξεμεταλλεύθη τὴν στενοχωρίαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ζητοῦντος νὰ εἰσπράξῃ χρήματα πρὸς ἀγορὰν θειικοῦ χαλκοῦ καὶ παροχὴν δανείων εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσκέφθη, ὅπως ἐνόμισε καλλίτερον· ἀλλ’ ἐγὼ διακηρύττω, ὅτι, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔσπευδον νὰ ἐγκρίνω καὶ δημοσιεύσω τὴν ἐκτρωματικὴν ταύτην διακήρυξιν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐκάλουν εἰς ἀπολογίαν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον διὰ τὴν ἀσυγχώρητον σπουδήν, ἣν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔδειξεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν γένει φέρει μεγάλην εὐθύνην. Ἀναγκαῖον δὲ εἶναι, χάριν ὄχι μόνον τῶν συμφερόντων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, ν’ ἀνακληθῇ ἡ ἔγκρισις τῆς πρὸς δημοπρασίαν διακηρύξεως, καὶ νὰ προκληθῇ τὸ Συμβούλιον νὰ κάμῃ νέαν διακήρυξιν, πρὸς διασκέδασιν δυσαρέστων ὑπονοιῶν καὶ ἀποφυγὴν δυσμενῶν σχολίων ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Μπουφίδης).
§124Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι, αὐτὸ τὸ πνευματικὸν ἐξάμβλωμα—διότι τοιοῦτον εἶναι ἡ διακήρυξις περὶ δημοπρασίας πλειοδοτικῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος—δὲν ἔπρεπεν Ὑπουργοῦ τῶν Ἑλλήνων νὰ φέρῃ τὴν ἔγκρισιν...
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν φέρει καμμίαν ἔγκρισιν.
§126ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου, εἴχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἰπόντες ὑμεῖς μάλιστα, ὅτι ἐπετρέψατε καὶ τὴν δημοσίευσιν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς δοκιμήν. Ἀλλὰ πρὸς ποίαν ἤδη δοκιμήν; Ἐπιτρέπονται δοκιμαὶ δι’ ἐξαμβλωματικὰς καὶ ὑπόπτους πράξεις;
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐγκρίνει ὁ Ὑπουργὸς τὸν κανονισμὸν τῆς διαθέσεως. Τὸν ἐνεκρίνατε; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ;
§128ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὅπως αὐτὸ καὶ μόνον, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπικυρώσῃ ἢ ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν. Εἶπον, ὅτι, ἔχων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὴν γενομένην διακήρυξιν, δὲν ὤφειλε νὰ ἐγκρίνῃ αὐτήν. Ἀτυχῶς, περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου ἡ διακήρυξις αὕτη μόλις κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ταύτης· τοιαῦται δὲ ἐκτρωματικαὶ πράξεις, ὡς εἶναι ἡ διακήρυξις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῶσιν ἐν διαστήματι ὀλίγων στιγμῶν, καὶ δὴ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, συνεδριαζούσης. Τὰ ὕποπτα συγκαλύπτονται, καὶ ἀπαιτοῦσι πολλὴν προσοχὴν πρὸς ἀποκάλυψιν ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἄγουσιν εἰς ὡρισμένην πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔφερε καὶ τὴν διακήρυξιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὄντως παριστάμεθα πρὸ φοβεροῦ φαινομένου. Ἡ γενομένη διακήρυξις περὶ πλειοδοσίας τοῦ παρακρατήματος ἀνατρέπει τοὺς γνωστοὺς τρόπους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κανονίζονται καὶ προσδιορίζονται αἱ τιμαὶ παντὸς ἐμπορεύματος. Μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς διακηρύξεως ταύτης ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἐν τῇ ἀγορᾷ ὑπάρχουσιν αἱ τιμαὶ τοῦ ἐλευθέρου διαγωνισμοῦ, τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, καθ’ ἣν, πολλῶν διαγωνιζομένων πρὸς ἀπόκτησιν ἐμπορεύματός τινος, ὁρίζεται ἡ ἀγοραία τιμὴ αὐτοῦ· ἐγνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ αἱ μονοπωλικαὶ τιμαί. Εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐκείνων μὲν συντρέχουσιν οἱ ἀγορασταὶ, τούτων δὲ, τῶν μονοπωλικῶν, ἀποφασίζει ὁ πωλητής. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ διακήρυξις καὶ ἐνῷ καταργεῖ τὸν πράγματι ἐλεύθερον διαγωνισμόν, δὲν καθορίζει τοὐλάχιστον μονοπωλικὴν τιμὴν αὐτὴ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὡς πωλητὴς, ἀλλὰ καθορίζει ταύτην ὁ ἀγοραστὴς, ἀγοραστής, ὅστις μετέβη ἐπίτηδες εἰς Πάτρας ἐντεῦθεν, καὶ ἐκανόνισεν αὐτὸς τὴν τιμήν. Ἀλλὰ ποῦ τοῦ κόσμου ἠκούσθησαν τοιοῦτοι ὅροι καθορισμοῦ τιμῶν, προκειμένου περὶ δημοσίας περιουσίας; Ἡ Ἑταιρεία ἡ Οἰνοποιητικὴ Ζάνου καὶ Ρὼς — ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν περὶ αὐτῆς, εἶπεν, ὅτι νομίζει, ὅτι αὕτη θὰ εἶναι ἡ Ἑταιρεία, περὶ ἧς γίγνεται λόγος· ἆρα πιθανὸν νὰ ᾖναι καὶ ἄλλη τις, — μία λοιπὸν Ἑταιρεία μεγάλη, ἄλλη ἴσως, μεταβαίνει διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της εἰς Πάτρας καὶ ἐπιτυγχάνει διὰ συνεννοήσεων πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τί; νὰ θέση ἐκποδὼν, ἐκτὸς τοῦ διαγωνισμοῦ, πάντα ἄλλον ἀγοραστὴν, κατὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος. Πῶς δὲ κατωρθώθη τοῦτο; Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως ἐκποιήσῃ διὰ πλειοδοσίας ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα, ἑνιαίως καὶ οὐχὶ τμηματικῶς, παρακράτημα 48 ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ, ἔχει βεβαίως χρήματα πολλὰ, μεγίστην ἐμπορικὴν πίστιν, καὶ δύναται νὰ δώσῃ τίμημα τριῶν ἕως τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν — διότι τοσοῦτον εἶναι περίπου τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῇ διακηρύξει ὁριζομένων ἐλαχίστων δῆθεν τιμῶν. — Ἀλλ’ ὅταν ζητῶμεν δι’ ἓν ἐμπόρευμα ἀπὸ Ἕλληνας βιομηχάνους ἀντίτιμον τριῶν ἕως τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δεύτερος ἀγοραστὴς, πλὴν τῆς ἐν λόγῳ μεγάλης Ἑταιρείας; Καὶ ὅταν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δεύτερος ἀγοραστὴς, πρὸς τί νὰ ἐπιπροστίθηται καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν πλειοδοτικὴν δημοπρασίαν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ διακήρυξις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Δὲν ἦτο εὐθύτερον, νὰ παραδώσωσιν ἄνευ τοῦ προσχήματος τῆς δημοπρασίας τὸ παρακράτημα ὁλόκληρον εἰς τὴν Οἰνοποιητικὴν Ἑταιρείαν ἐπὶ τῇ τιμῇ, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἰδιαιτέρως συνεφώνησε μετὰ τῶν ἁρμοδίων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Πρῶτον τὸ ἔκτροπον τοῦτο. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐτὸ καὶ μόνον; Ὑπάρχει μία διάταξις ἐν τῇ διακηρύξει, ἡ τοῦ ἄρθρου 16 καὶ 17, καθ’ ἣν παρέχονται, λόγῳ προμηθείας, 250,000 δραχμαὶ περίπου εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ καταβάλῃ, λόγῳ δανείου, εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν 1,000,000 καὶ μόνον δραχμῶν. Αὐτὸν τὸν δανειστὴν ὀφείλει νὰ τὸν εὕρῃ ὁ ἀγοραστὴς τοῦ παρακρατήματος, κατὰ τὴν διακήρυξιν, καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτοῦ τοῦ δανειστοῦ θὰ ἀφαιρέσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα 5 δραχμὰς ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος λιτρῶν σταφίδος, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἀγοραστοῦ, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ἀπέναντι τοῦ δανειστοῦ, ὅστις ἤθελε καταβάλει τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000 δραχμῶν. Δραχμαὶ 5 ἐπὶ 48,000,000 λιτρῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν δραχμῶν 240,000. (Διακοπαί). Ἡσυχάσατε. Θὰ ἐννοήσητε ἀμέσως, τί συμβαίνει. Ἰδού. Ἀναζητεῖτε καὶ εὑρίσκετε ἕνα καὶ μόνον ἀγοραστὴν διὰ τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ τῷ πωλήσητε. Λέγετε εἰς αὐτόν: «δός μοι 4,000,000 δραχμὰς, τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐμπορεύματός μου, τὸ ὁποῖον θὰ σοὶ παραδώσω». Ἀλλὰ θέτετε εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ὅρον, νὰ σᾶς εὕρῃ καὶ ἓν δάνειον — ἄλλου εἴδους σύμβασις αὐτή! — καὶ νὰ γείνῃ οὕτως ἀγοραστὴς καὶ συγχρόνως καὶ δανειστής σας 1,000,000 δραχμῶν, ὅπερ ποσὸν εἶναι ἀνεξάρτητον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀντιτίμου, τῶν 4,000,000 δραχμῶν. Τὸ δάνειον αὐτὸ ὁ ἀγοραστὴς θὰ τὸ παράσχῃ, ὡς δανειστής, μὲ προθεσμίαν τρίμηνον. Ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρῃ εἷς ἀγοραστής, πλὴν τοῦ κολοσσιαίου τιμήματος, καὶ δάνειον πρὸς τούτοις 1,000,000; Τὸ εὑρίσκει ὅμως ἡ Ἑταιρεία ἡ Οἰνοποιητική, περὶ ἧς ὁ λόγος. Τὸ εὗρε μάλιστα. Ὅλα προεσυμφωνήθησαν μεταξὺ ἀγοραστοῦ καὶ πωλητοῦ, Ἑταιρείας καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὑπῆρξεν ὁ ἐπαρκὴς χρόνος, καὶ ἐφευρέθησαν οἱ προσήκοντες συνδυασμοί. Καὶ προκηρύσσει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὅτι ἐκ τοῦ τιμήματος, τοῦ καταβληθησομένου πρὸς ἀγορὰν τῶν 48,000,000 λιτρῶν ἑνετικῶν σταφίδος, θὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὴ 5 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, καὶ τὸ ὅλον οὕτως ἀπαρτιζόμενον ποσὸν τῶν 240,000 δραχμῶν θὰ τὸ δώσῃ ὡς προμήθειαν ἡ Σταφιδικὴ πλέον Τράπεζα εἰς τὸν τυχηρὸν δανειστὴν, τὸν πραγματικόν, ὅστις θὰ καταβάλῃ τὸ 1,000,000 δραχμῶν...
§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 25% κατὰ τριμηνίαν.
§130ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὶ λέγετε! Ἐγὼ δὲν διεχειρίσθην καὶ πολλὰ χρήματα, διὰ νὰ ἠξεύρω. Ὑμεῖς πρέπει νὰ ἠξεύρητε ἀπείρως καλλίτερον ἐμοῦ.
§131Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 100%.
§132ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προσθέσατε ἀκόμη. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 17 τῆς διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης: «Πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἀγοραστῶν τῆς ἑνωτικῆς ἀγορᾶς τοῦ παρακρατήματος καὶ τῆς πληρωμῆς αὐτῆς, καθὼς καὶ τῆς παροχῆς δανείου, ἡ Τράπεζα (ἡ Σταφιδικὴ) θέλει ἐκπέσει ἐκ τοῦ τιμήματος τῆς κατακυρώσεως δραχμὰς 5 κατὰ χιλιόλιτρον ὁλοκλήρου τοῦ παρακρατήματος, ἡ ἔκπτωσις δὲ αὕτη θὰ μείνῃ εἰς ὄφελος τοῦ ἀγοραστοῦ, ἵνα χρησιμεύσῃ αὐτῷ πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων...»
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ δοθῶσι μόνον διὰ τὸ δάνειον τοῦ 1,000,000 αἱ 5 δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα σταφίδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλα δάνεια.
§134ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐν τῇ διακηρύξει δὲν φαίνονται ἄλλα δάνεια ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται καὶ περὶ ἄλλων, περὶ ὧν δὲν ἀναφέρει ἡ διακήρυξις, τόσῳ τὸ χειρότερον· τόσῳ ἐκτρωματικώτερα καθίσταται αὕτη. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπάσηται σοβαρὰν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς τὸ ἐξ ἀφορμῆς τῆς διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης παραγόμενον ζήτημα. Δύο εἶναι αἱ μεγάλαι αἰτίαι, αἵτινες διαφθείρουσιν ἠθικῶς τοὺς λαούς. Μία εἶναι ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος, ἥτις ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῆς δημοσίας διαφθορᾶς καὶ αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων τῆς ἀπάτης, τῆς ὑπεξαιρέσεως, τῆς πλαστογραφίας. Πάντες εἶναι περὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας σύμφωνοι. Πῶς τοῦτο συμβαίνει, δὲν πρόκειται νῦν νὰ ἐξετάσω. Δευτέρα αἰτία εἶναι οἱ βαρύτατοι φόροι, ἥτις ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει τὸ λαθρεμπόριον καὶ τοὺς ἐκ τοῦ ἐξ αὐτοῦ συμφέροντος πειρασμοὺς τῆς κοινωνίας, καὶ τὴν ἔκλυσιν αὐτῆς. Ἐπὶ τέλους, τὸ ἀναγκαῖον κακὸν ἐκ τῶν δύο αὐτῶν ἐπῆλθεν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὴν Πολιτείαν ἐκείνην, ἥτις, ἀντὶ νὰ φροντίζῃ νὰ αἴρῃ ἢ νὰ ἐξουδετερῇ ἐν μέτρῳ τινὶ τὰς ἐκ τῶν αἰτιῶν αὐτῶν λυπηρὰς συνεπείας, παρασκευάζει καὶ ἄλλας! Ἡμεῖς δ’ ὄντως παρεσκευάσαμεν καὶ τρίτην αἰτίαν, τρίτην πηγὴν ἐπαυξήσεως τῶν κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου πειρασμῶν, τὴν παρακράτησιν. Ὅ,τι ἔκτροπον ἐγίνετο καὶ θὰ γίγνηται εἰς τὰ τῆς παρακρατήσεως, εἶναι ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, τὴν ὁποίαν τόσον ἐνθέρμως ὑπεστήριξεν ὁ ἐκ Πατρῶν φίλος συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος. Καὶ ἐπειδὴ πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαγιαννακόπουλος, ὁμιλῶν, ἐμέμφθη τῆς διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸν βεβαιῶ, ὅτι αὕτη, ὡς ἐγένετο, εἶναι ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως.
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχουν σχέσιν τὰ γενόμενα μὲ τὴν παρακράτησιν.
§136ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν; Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τί ἔλεγεν, ἀγορεύων πρὸ μικροῦ; Ἐπειρᾶτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ἀπόφασίν της πρὸς ὁλόκληρον τὴν πώλησιν τοῦ παρακρατήματος, ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν διατελεῖ. Ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἔχει ἀνάγκην θετικοῦ χαλκοῦ· ἀλλὰ διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θετικὸν χαλκὸν, ἔχει ἀνάγκην 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἔχει ἀνάγκην καὶ δανείου νῦν. Ἀλλὰ διὰ νὰ δανείσῃ ἡ Τράπεζα, ἔχει ἀνάγκην ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρων χρημάτων. Ἀλλ’ ἰδιῶται βιομήχανοι, ἢ μεμονωμένος ἰδιώτης βιομήχανος, δὲν δύνανται νὰ παράσχωσι τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ διὰ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Σᾶς ὑπέδειξε λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι προτιμότερος ὁ προσφέρων τὸ μεῖζον ποσὸν τῶν χρημάτων. Καὶ ἀφοῦ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Ἑταιρεία δύναται νὰ προσφέρῃ τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων, εἷς δὲ ἄλλος βιομήχανος ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν εἶναι ἀνάγκη συνεπῶς νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ Ἑταιρεία αὕτη μόνη ὡς ἀγοραστής; Καὶ τὸ νὰ γείνῃ πράγματι μόνη αὐτὴ δεκτὴ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῶν πειραματικῶν σας μέτρων περὶ παρακρατήσεως; Καὶ ἄνευ τοῦ παρακρατήματος, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνισχυθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς μεγάλης ταύτης Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας; Καὶ πῶς νὰ μὴ ἐνισχυθῇ αὕτη, καὶ πῶς νὰ μὴ ἐπιτύχῃ τὴν ἐκ προσυνεννοήσεως συμφωνίαν, ὅταν καὶ μεταξὺ ἡμῶν ἔτι παρακάθηνται Βουλευταὶ, συνδεόμενοι διὰ χρηματικῶν συμφερόντων πρὸς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, δυνάμενοι νὰ μετέχωσι καὶ εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα; Καὶ εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἡμῖν νόμος, ὡς ἄλλοτε καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ προετάθη, καθ’ ὃν πᾶς σύμβουλος Ἑταιρειῶν, συνδεόμενος διὰ συμφερόντων πρὸς αὐτὰς, νὰ μὴ δικαιῶται νὰ ἐκλέγηται Βουλευτής. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, δὲν πρέπει ὁ ἔχων συμφέροντα νὰ συζητῇ μεθ’ ἡμῶν ἐνταῦθα, διαμορφῶν τὴν γνώμην του συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντά του, εἰς βάρος πολλάκις τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ λεχθῶσι ταῦτα. Ὁμιλῶ περὶ γενικοῦ μέτρου διὰ νόμου, ἀποκλείοντος τοὺς δεσμευομένους νὰ ἔχωσι γνώμην. (Κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ).
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ποῖος εἶναι ὁ Βουλευτὴς αὐτός; Νὰ τὸν εἰπῆτε.
§138ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, δὲν θὰ ἐδίσταζα νὰ ὀνομάσω· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Δύναμαι νὰ ἦμαι καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ εἶναι νέον τὸ φαινόμενον, περὶ οὗ ὁμιλῶ; Τί ἦτο ἡ Στυμφαλία; Τί θέλετε λοιπὸν τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις; Ἀρκεῖ, ὅτι ἐκ τῶν γνωστῶν ὡρισμένων ἑκάστοτε γεγονότων ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως καὶ νομοθετικῶν ἔτι μέτρων, ὅπως μὴ εἰσέρχωνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ δημοσίου συμφέροντος, περὶ ὧν ἡμεῖς συζητοῦμεν. Λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι σχέσιν τὰ κατὰ τὴν γενομένην διακήρυξιν πρὸς τὴν παρακράτησιν. Ἀλλὰ τί θὰ κάμωσι τώρα τοὺς βιομηχάνους οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων, οἵτινες ζητοῦσι παρακράτημα καὶ δὲν εὑρίσκουσι; «Τί θὰ κάμωμεν ἡμεῖς», λέγουσιν αὐτοὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, «ὧν ἕκαστος πληρώνει ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν φόρον τοῦ καταστήματός του;—διότι γνωρίζουσι πάντες, ὁπόσον βαρεῖς ἐπεβλήθησαν φόροι ἐπὶ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας.—Τὰ καταστήματα τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ὑπολογίζοντα εἰς τὸ παρακράτημα, ἔμειναν ἐπὶ μακρὸν χρόνον κλειστά, διότι δὲν ἤθελον οἱ ἐν Πάτραις νὰ πωλήσωσιν ἐγκαίρως τὸ παρακράτημα. Ἄφησαν αὐτοὶ τὰ πράγματα μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, πιεζόμενοι δὲ νῦν ἐκ τῶν εὐλόγως ἐγειρομένων ἀπαιτήσεων τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, ὑποκύπτουσιν εἰς ἐκβίασιν. Ἀλλ’ ἀπέναντι οὕτω μορφωθείσης καταστάσεως, τί προτείνουν οἱ διάφοροι βιομήχανοι νῦν; Ἠκούσατε τὴν ἀδικαιολόγητον προθεσμίαν τῶν πέντε μόνον ἡμερῶν, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ἡ διακήρυξις, διὰ νὰ παρουσιασθῶσι πρὸς διαγωνισμὸν οἱ ἐνδεχόμενοι ἀγορασταὶ τοῦ παρακρατήματος. Προτείνουσι λοιπὸν οἱ βιομήχανοι οὗτοι καὶ λέγουσι: «Δόσατέ μας καιρὸν τουλάχιστον, ὅπως, ἔχοντες ἐπαρκῆ χρόνον, δοκιμάσωμεν, ἂν δυνάμεθα, συνεννοούμενοι, νὰ καταρτίσωμεν σύνδεσμον, ὅπως ἐνισχυθῶμεν οἰκονομικῶς, καὶ καταστῶμεν ἱκανοὶ νὰ προσέλθωμεν ἐν ὁμάδι εἰς τὸν διαγωνισμόν.» Ὅ,τι προτείνουσι καὶ ζητοῦσιν οἱ βιομήχανοι, ἐπιβάλλεται ν’ ἀποδεχθῶμεν, καὶ νὰ παρατείνωμεν τουλάχιστον τὴν προθεσμίαν τὴν ὀλιγοήμερον τὴν ὁποίαν θέτει ἡ διακήρυξις. Τοῦτο εἶναι καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ μήπως, καὶ τῆς προτάσεως ταύτης τῶν βιομηχάνων οἰνοπνευματοποιῶν γιγνομένης δεκτῆς, εἶναι ἐπωφελὴς ὁ διαγωνισμὸς μεταξὺ τῆς ὁμάδος τῶν βιομηχάνων καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας; Καὶ ἄν, ἐπιτυγχανόντων ἐν τῷ διαγωνισμῷ τῶν βιομηχάνων οἰνοπνευματοποιῶν, μείνῃ ἄνευ παρακρατήματος ἀναγκαίου ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία; Ὠφελεῖται ἐκ τοῦ τόσον στενοῦ διαγωνισμοῦ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα κατά τι; ἀλλὰ δὲν βλάπτεται ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ τὰ μέγιστα, ὅταν ἓν μέγα κατάστημα δὲν ἔχῃ παρακράτημα πρὸς κατεργασίαν; Ὡς περιέστησαν τὰ πράγματα, ἡ προσφορωτέρα λύσις θὰ ἦτο ἡ συμμετοχὴ καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν ἄλλων βιομηχάνων εἰς ἀγορὰν τοῦ ὅλου παρακρατήματος. Ἀλλὰ πῶς περιεπλάκη ἡ ὑπόθεσις, ἧς τὴν λύσιν ἐπιδιώκει ἡ διακήρυξις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία μετὰ τῶν ἄλλων οἰνοπνευματοποιῶν βιομηχάνων ἀπετέλουν μέχρι τινὸς μίαν καὶ μόνην ὁμάδα. Εἶχον ἀποσταλῆ εἰς Πάτρας ἀντιπρόσωποι τῆς ὁμάδος ταύτης, καὶ προσέφεραν τιμὴν πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὅλου παρακρατήματος δραχμὰς 80 κατὰ χιλιάδα. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐπέμεινεν εἰς τὰς δραχμὰς 82. Ἐπὶ τοιαύτης βάσεως διαπραγματευόμενοι οἱ ἀντιπρόσωποι, ἐπέστρεψαν εἰς Ἀθήνας, καὶ ἀνήγγειλαν τὰς γενομένας διαπραγματεύσεις. Τότε ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία ἐπρότεινεν, ὅπως αὐτὴ, μέλλουσα νὰ κατεργασθῇ τὸ παρακράτημα δι’ ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν, καθ’ ὅσον ἤθελε πράξει τοῦτο, πληρώσῃ τὸ παρακράτημα ἀντὶ 40 δραχμῶν. Τὴν συμφωνίαν ταύτην δὲν ἐδέχθησαν οἱ ἕτεροι βιομήχανοι, καὶ διελύθη ἡ ὁμάς. Τότε, δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐνεργοῦσα ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία, κατώρθωσε, δι’ ἰδίων ἐνεργειῶν προσωπικῶν, νὰ ἐπιτύχῃ τὰς τιμάς, ἃς ἀπηρίθμησα ἐν τῇ διακηρύξει, ἤτοι τὴν τιμὴν τῶν 44 δραχμῶν διὰ τὸ ἥμισυ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν, καὶ τὴν τιμὴν τῶν 117 δραχμῶν διὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ ποσὸν τῶν 24,000,000 λιτρῶν, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ὑπὲρ τῶν λοιπῶν βιομηχάνων διὰ τῆς διακηρύξεως, ἥτις προορίζει 16,000,000 λιτρῶν ἐκ τοῦ ἐκποιηθησομένου ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν 48,000,000 λιτρῶν, τὸ ὁποῖον ποσὸν τῶν 16,000,000 θὰ ἐκτεθῇ εἰς νέαν πλειοδοσίαν, ἀλλ’ ἡ πλειοδοτικὴ αὕτη δημοπρασία τῶν 16 ἑκατομμυρίων λιτρῶν οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ, ἐπιτυγχάνουσα, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν διατελοῦσιν οἱ λοιποὶ βιομήχανοι, νὰ ἔχωσι παρακράτημα διὰ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ κεφάλαια τῶν ἐργοστασίων των, νὰ ἀπαλλάξῃ κατὰ 16,000,000 τὴν μεγάλην Οἰνοποιητικὴν Ἑταιρείαν ἀπὸ παρακρατήματος, οὗ ἡ ἀξία εἶναι 117 δραχμῶν τὸ χιλιόλιτρον, καὶ νὰ διατηρήσῃ αὕτη μόνον 8,000,000 λίτρας σταφίδος ἀντὶ 117 δραχμῶν, ἔχουσα τὰ 24,000,000 ἀντὶ 44 μόνον δραχμῶν. Ἀλλὰ τότε, πῶς θὰ διαγωνισθῶσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ οἱ λοιποὶ βιομήχανοι πρὸς τὴν Οἰνοποιητικὴν μεγάλην Ἑταιρείαν, ὅταν αὕτη θὰ ἐργάζηται μὲ παρακράτημα ἀξίας δραχμῶν 44, ἐνῷ οὗτοι θὰ ἐργάζωνται μὲ παρακράτημα ἀξίας δραχμῶν 117 δι’ ἑκάστην χιλιάδα λιτρῶν; Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τί ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἰσχυρίζεται, ὅτι διὰ τῆς διακηρυχθείσης πλειοδοτικῆς δημοπρασίας σκοπεῖ νὰ βολιδοσκοπήσῃ τὸ ἔδαφος τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται τοιαύτη βολιδοσκόπησις, ἄσκοπος ἐκ τῶν προτέρων; Ἔχει πιθανότητα ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσιν ἄλλοι κεφαλαιοῦχοι, πλὴν τῆς Οἰνοποιητικῆς Ἑταιρείας; Ἀλλὰ ποῦ θὰ ἦναι οὗτοι; Ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν. Ἐκτός; Ἀλλὰ μέχρις οὗ φθάσῃ ἡ διακήρυξις μέχρι Κεφαλληνίας, καθ’ ὑπόθεσιν, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτής, θὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία, ἣν τάσσει ἡ διακήρυξις. Ἀλλὰ πρὸ τοιούτων σκέψεων, ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἠμβλύνθη ἡ διάνοιά μου, καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι· ἠμβλύνθη ἡ διάνοιά μου ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν τολμημάτων, τὰ ὁποῖα διαπράττονται πρὸς δοκιμήν. Πρὸς τίνα δοκιμήν; Νὰ πεισθῶσιν, ἂν οἱ διαγωνισθησόμενοι θὰ προσφέρωσι 44 ἢ 50 δραχμὰς, 117 ἢ 120 δραχμὰς δι’ ἑκάστην χιλιάδα; Σταματῶ ἐνταῦθα, Κύριοι, μὴ θέλων νὰ εἴπω πλειότερα. Πρὸ τοιούτου κυκεῶνος ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος. Ἡ εὐφυΐα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐξεύρῃ ἄλλον, καταλληλότερον, τρόπον διαθέσεως, ἐπωφελεστέρας καὶ ἁγνοτέρας, τοῦ παρακρατήματος. Εἶπον καταλληλότερον τρόπον τοῦ γιγνομένου, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ὡς περιέστησαν ταῦτα, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ καταλλήλου ἀπολύτως τρόπου διαθέσεως. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἀκυρώσῃ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ὑπὸ τῆς διακηρύξεως, καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ἄσκοπον δοκιμήν.
§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν διακήρυξιν ἀμέσως.
§140ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Τοῦτο ζητῶ καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ κάμῃ τὴν δοκιμήν του ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεώς σας, ἀξιότιμε κύριε Παπαγιαννακόπουλε, καὶ μόλις ἠρχίσατε τῆς ἀγορεύσεώς σας, διέκοψεν ὑμᾶς, διὰ ν’ ἀγορεύσῃ ὁ ἴδιος.
§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀληθῶς διέκοψα τὸν κύριον Παπαγιαννακόπουλον, ὅπως ἐντοπίσω αὐτὸν εἰς τὰ τοῦ θέματος. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλή, προκειμένου περὶ θέματος τηλικαύτης σπουδαιότητος, νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῶν γενομένων, καὶ νὰ μὴ καταναλίσκῃ ἀσκόπως τὸν χρόνον. Ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶχον δίκαιον, διότι πάντες οἱ συζητήσαντες κύριοι Βουλευταὶ εἶχον ὡς ἔδαφος συζητήσεως τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἀνακοινωθέντα.
§142ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι διὰ τῆς διακοπῆς σας ἐφέρατε τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλατε, καὶ μὲ τοιαύτην μάλιστα ἀπάθειαν ἀνεκοινώσατε τὰ συμβάντα εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε καὶ ἐγὼ αὐτὸς πρὸς στιγμὴν ἐνόμισα, μὴ ἔσφαλλον ἐν τῇ ἀντιλήψει μου περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης... Μὲ τοιοῦτον μάλιστα ὕφος ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὡς εἰ ἐπρόκειτο, οὐχὶ περὶ θέματος τηλικαύτης σπουδιότητος, ἀλλὰ περὶ μεταθέσεως ὑπαλληλίσκου τινός. Ἴσως καὶ αὐτὸς ὁ συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐπηρεάσθη ἐκ τῆς ἐντυπώσεως τοῦ λόγου καὶ τοῦ ὕφους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν εἶπεν, ἀγορεύσας μετ’ αὐτὸν, ὅσα ἔπρεπε νὰ εἴπῃ. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον ζήτημα, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ γενομένη ἐπερώτησις ἐπὶ τῆς διακηρύξεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρωτίστως, καὶ ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν διακήρυξιν, νὰ παράσχῃ παράτασιν τῆς προθεσμίας, ὅπως κατορθωθῇ νὰ συμπηχθῇ καὶ ἑτέρα ὁμάς, πρὸς ὕπαρξιν διαγωνισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ κατορθωθῇ νὰ γείνῃ τοιαύτη ὁμάς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπιβάλλεται νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ νὰ ἀρθῇ τὸ βάρος τῶν ὑπονοιῶν, αἵτινες περιβάλλουν τὰ κατὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Ἐγὼ θὰ προετίμων θυσίαν καὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, παρὰ κέρδος κατὰ 1 ἢ 2 ἑκατομμύρια, κατὰ τρόπον προκαλοῦντα ᾐτιολογημένας ὑπονοίας, προκειμένου περὶ διαθέσεως δημοσίας περιουσίας.
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ τελευταίου. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἔμπορος, οὔτε πρέπει νὰ λέγεται τοιοῦτος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ Ὑπουργὸς ἔχει νόμον, κανονίζοντα τὰ τῆς δικθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις πρόκειται νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, εἶναι ὡρισμένοι οἱ σκοποὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς οἰνοπνευματοποίησιν, εἰς οἰνοποίησιν, ἢ εἰς σιρόπιον. Δὲν ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα, ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἑπομένως δὲν ἐσίγησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε προεκλήθη νὰ εἴπῃ, τί φρονεῖ· τοὐναντίον, ἐπισήμως προκληθεὶς, εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνώτερος παντός. Ὡς ὥρισεν ὁ νόμος τὰ κατὰ τὴν διάθεσιν καὶ χρησιμοποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου, οὕτω θὰ γίνηται, μέχρις οὗ ἄλλος νόμος μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Δὲν θὰ συζητήσω τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἐμπορίαν ὁ σταφιδόκαρπος, διότι τοῦτο εἶναι θέμα ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ ἤδη συζητούμενον· οὔτε μετεχειρίσθην ἐγὼ, προκειμένου περὶ τοῦ θέματος τούτου, λόγους τιμῆς, ἵνα ἀποκρούσω ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν αἰτίασιν.
§144ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐμπορικῆς τιμῆς.
§145ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι γράφεται ἐν ταῖς ἐφημερίσι, δὲν εἶναι πάντοτε τὸ ἀκριβές. Ἐγὼ, προκληθεὶς ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐξέφρασα τὴν ἐμὴν γνώμην. Δὲν ἦτο δὲ δυνατόν, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἄλλος, νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην. Ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς διακηρύξεως, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἀναπτύξῃ θεωρίας περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως. Αὐτὸ εἶναι κεχωρισμένον θέμα. Πρόκειται νῦν νὰ διατεθῇ ὁ σταφιδόκαρπος· ἔπρεπε δὲ νὰ διατεθῇ διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, ἵνα μὴ γεννηθῶσι παράπονα. Ἀνεξάρτητον εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐνδιαφερομένη ἵνα διαθέσῃ τὸν σταφιδόκαρπον, καὶ τὸν διαθέσῃ ὡς οἷόν τε τάχιστα, ὅπως μεταχειρισθῇ τὸ χρῆμα πρὸς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ πρὸς χορηγίαν δανείων εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας πρὸς καλλιέργειαν, ἐξέδωκε τὴν διακήρυξιν πρὸς ἐνέργειαν δημοπρασίας. Ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἐγκρίνῃ τὸν τρόπον τῆς δικθέσεως, ἀφῆκε νὰ δημοσιευθῇ ἡ διακήρυξις, ὅπως οἱ δυνάμενοι νὰ προσφέρωσι τιμὴν συναγωνισθῶσι, καὶ ἐπιτευχθῇ συμφερωτέρα εἰς τὴν Τράπεζαν τιμή. Ὅτι ἡ ἰδέα ἦτο ἐπιτυχής, ἀπεδείχθη ἐκ τούτου, ὅτι, ἅμα ὡς ἐδημοσιεύθη ἡ διακήρυξις, ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μηνὸς συνεσκέπτοντο, χωρὶς νὰ φθάσωσιν εἰς ἀποτέλεσμα, κατωρθώθη νὰ συνεννοηθῶσιν· ἐδήλωσαν ὅμως, ὅτι ἡ προθεσμία ἡ δοθεῖσα εἶναι βραχεῖα. Καὶ ἀνεγνωρίσθη μὲν, ὅτι εἶναι βραχεῖα ἡ ταχθεῖσα προθεσμία, ἐκρίθη ὅμως προτιμότερον, νὰ δημοσιευθῇ ἡ διακήρυξις, βραδύτερον δὲ νὰ γένηται παράτασις. Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρουσιάζεται ὡς συνήγορος καὶ προστάτης τῆς παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι δὲν καθυστερεῖ εἰς τὸ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας ταύτης ἐνδιαφέρον ἡ Κυβέρνησις· δὲν καθυστεροῦμεν δὲ καὶ ὡς πολιτευόμενοι, διότι πάντοτε, ὁσάκις ἐζητήθη τοιαύτη προστασία τῆς παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας, παρεσκευασμένοι εὑρέθημεν, καὶ ἀμέριστον καὶ ἡμεῖς παρέσχομεν τὴν συνδρομὴν καὶ προστασίαν μας. Ἐπανειλημμένως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔγραφον καὶ πρὸς τὸ προηγούμενον Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ πρὸς τὸ νῦν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶσι σύστημα διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου συμβάλλον πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέδειξε ζωηρὸν τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως μὴ ἀφήσῃ τὴν βιομηχανίαν ταύτην ἀπροστάτευτον, μὴ ἀφήσῃ αὐτὴν ἄνευ τῆς πρώτης ὕλης. Ὥστε οὐδὲν ἐκ μέρους ἡμῶν ὑπῆρξε τὸ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ αἰτιάσεις ἐπὶ ἀπροθυμίᾳ, ἢ ἀδιαφορίᾳ. Πάντα ταῦτα κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον νομίζει τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κατάλληλον πρὸς διάθεσιν τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν εἶναι ὁ ἐπιτυχέστερος, ἡ δὲ ταχθεῖσα προθεσμία δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα. Πάντα ταῦτα προσείλκυσαν τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν κρίνεται δὲ σκόπιμος ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐπεδιώκετο, ἐπετεύχθη· τουτέστιν ἐνόησαν καὶ οἱ ἄλλοι οἰνοπαραγωγοί, ὅτι πρέπει νὰ προσέλθωσι.
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τέλος πάντων, ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα, πόρισμα ἀμετάβλητον καὶ ὑπὸ πάντων ἀναγνωριζόμενον, ὡς πιστὸν προϊὸν τῶν λεχθέντων καὶ τῶν γενομένων ἐρευνῶν, εἶναι, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται «διακήρυξις δημοπρασίας τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης», τὸ δημοσιευθὲν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν πρέπει νὰ παραγάγῃ ἀποτέλεσμα· καὶ τοῦτο ἐπιβάλλουσι πολλοὶ λόγοι· οὐ μόνον ὁ λόγος τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ὑπὸ μεγάλου γενικοῦ συμφέροντος, νὰ μὴ ἐξευτελίζωμεν τοὺς νόμους, ἀνεχόμενοι ἢ ἐπιτρέποντες τυπικὴν ἢ εἰκονικὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος τῆς προστασίας τῆς βιομηχανίας, καὶ ὁ λόγος προσέτι τοῦ συμφέροντος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, ποῖαι συνεννοήσεις ἔλαβον χώραν μεταξὺ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἢ ἐκείνης, ἢ ποῖαι συνεννοήσεις ἐγένοντο μεταξὺ τῶν οἰνοπνευματοπαραγωγῶν, ἢ ἄλλων Ἑταιρειῶν, ὅπως συνεννοηθῶσι, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπεκφύγωσι τὰς συνεπείας τοῦ συναγωνισμοῦ, ἀλλ’ ἐξετάζω τὴν πρᾶξιν τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἐὰν οἱ νόμοι ἐπιβάλλωσιν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ ἐκποιήσῃ τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος, τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς εὑρισκόμενον, νὰ μὴ ἐκποιήσῃ αὐτὸ, εἰμὴ διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, τὸ δημοσιευθὲν ἔγγραφον τῆς διακηρύξεως τοῦ πλειστηριασμοῦ εἶναι πλαστογράφησις τοῦ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐπιτραπῇ, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου γίνεται τῇ προηγουμένῃ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἡ διάταξις αὕτη δὲν ὑπάρχῃ, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἕτερος νόμος, διδοὺς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐγκρίνειν ἢ μὴ ἐγκρίνειν τὰς πράξεις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ἂν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἦτο κατάστημα σχεδὸν ἡμιεπίσημον, — διότι ἡ περιουσία αὐτῆς δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς διευθύνοντας τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, — ἐὰν ἠθέλετε θεωρήσει αὐτὴν ὡς ἁπλῆν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἀνώνυμον ταύτην Ἑταιρείαν νὰ ἐκποιῇ τὴν περιουσίαν αὐτῆς διὰ τοιούτου συναγωνισμοῦ, εἰκονικοῦ πλειστηριασμοῦ, ἢ νὰ ἀγοράζῃ τὰ πράγματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην, διὰ τοιαύτης μειοδοσίας εἰκονικῆς. Ἡ δημοπρασία σκοπεῖ νὰ προκαλέσῃ τὸν συναγωνισμὸν· αἱ γενόμεναι πρὸ αὐτοῦ συνεννοήσεις πρέπει νὰ σκοπῶσι τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συναγωνισμοῦ, οὐχὶ τὴν κατάρτισιν μονοπωλίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς, πρέπει ἡ διακήρυξις νὰ δημοσιεύηται ἐγκαίρως, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος, ἵνα γίνηται ὅ,τι ἡ διακήρυξις διατάσσει. Ἀλλ’ ὅταν ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς διακηρύξεως ἐπιτρέπητε εἰς τοὺς ἀγοραστὰς νὰ περιέλθωσιν, ἵνα ἐπισκεφθῶσι τὰς ἀποθήκας, ὅπως λάβωσι γνῶσιν τῆς ποιότητος τοῦ ἐν αὐταῖς σταφιδοκάρπου, ὅταν δ’ ἔχητε διάταξιν ἐν αὐτῇ, δι’ ἧς ἐπιβάλλετε εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσωσιν ἐγγύησιν 400,000 δραχμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ προθεσμία ἀρκοῦσα, ἵνα γένωνται ταῦτα, τὰ ἐν ταῖς εἰρημέναις διατάξεσι τῆς διακηρύξεως ἀναγραφόμενα, ἡ ἀπὸ τῆς 14 Δεκεμβρίου μέχρι τῆς 21 Δεκεμβρίου; Δὲν θέλει κρίνει ἕκαστος, ὅτι τὸ ἔγγραφον σκοπὸν εἶχε νὰ καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον, νὰ ὑπεκφύγῃ τὰς συνεπείας τοῦ δημοσίου διαγωνισμοῦ, καὶ διὰ διαγωνισμοῦ τυπικοῦ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν ἰδιαιτέραν συμφωνίαν, ἡ ὁποία πρὸ τῆς διακηρύξεως τοῦ συναγωνισμοῦ ἔλαβε χώραν; Τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ ἀστυνομία τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν καλὴν πίστιν εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῶν Ἑταιρειῶν, εἴτε ἀνωνύμων, εἴτε ἄλλων Ἑταιρειῶν οἱωνδήποτε, κατὰ πλείονα δὲ λόγον, ὅταν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνετέθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰς τοιαύτας πράξεις. Μετὰ τὰ λεχθέντα σήμερον, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ἔγγραφον τῆς διακηρύξεως, καὶ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδώσῃ πρόγραμμα δημοπρασίας, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρέχηται ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἵνα ἡ δημοπρασία γένηται εἰλικρινὴς καὶ πραγματική· τοῦτο δ’ ἀπαιτεῖ καὶ ἡ καλὴ πίστις. Τιμωροῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τὰ ἴδια αὑτῶν μετὰ κακῆς πίστεως, ὅταν πρόκηται νὰ καρπωθῶσιν ὀφέλη ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων. Ἀλλὰ φαντασθῆτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν διαχειρίζονται ἰδίαν αὑτῶν περιουσίαν, ὡς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαῦτα διαβήματα, ἵνα ὑπεκφύγωσι τὸν δημόσιον συναγωνισμόν; Ἡ καλὴ πίστις εἶναι ἡ βάσις τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐνομίας· ἐπ’ αὐτῆς στηρίζονται αἱ πολιτειακαὶ λειτουργίαι, δι’ αὐτῆς ὀφείλει νὰ ἐργάζηται καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ, ἡ ἐκτελεστικὴ, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν καλὴν πίστιν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν, ὅτι προστατεύει τὴν βιομηχανίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθῇ ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, καθ’ ὃν τρόπον εἰργάσθη ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ χρῆσις τῆς σταφίδος εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν παράγει οἰνόπνευμα ἀρίστης ποιότητος, ἀφοῦ τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἐξ ἄλλων οὐσιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸ ἐκ τῆς σταφίδος παραγόμενον, ἀφοῦ ὁ μὲν ἀγοράζει σταφίδα πρὸς τεσσαράκοντα δραχμὰς τὴν χιλιάδα, οἱ δὲ πρὸς ὀγδοήκοντα ἢ ἑκατόν, ἡ ἀνισότης αὕτη τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς εἶναι ἡ προστασία, ἣν παρέχει εἰς τὴν βιομηχανίαν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἢ ἡ καταστροφὴ αὐτῆς, διότι προστατεύει ὡρισμένους βιομηχάνους, ἀποκλείει δὲ καὶ ἐπιβαρύνει δι’ ἐξόδων τοὺς ἄλλους; Καταστροφὴ εἶπον, διότι, ἂν ἤθελον πραγματοποιηθῇ τὰ σχέδια καὶ οἱ σκοποὶ τῆς διακηρύξεως, περὶ ἧς ὁ λόγος, θέλει ἐπέλθει ἀφεύκτως τὸ κλείσιμον ὡρισμένων βιομηχανικῶν καταστημάτων, διότι δὲν θέλει εἶσθαι πλέον δυνατὸν εἰς αὐτὰ νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα, ὅταν εἰς ἄλλα καταστήματα παρεσχέθησαν εὐκολίαι, ἵνα παράγωσιν οἰνόπνευμα ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ εὐθηνότερον. Ἀλλὰ πῶς θέλει κατορθωθῆ νὰ πωληθῶσι 48 ἑκατομμύρια λιτρῶν σταφιδοκάρπου; Ἀλλ’ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔχει ἀνάγκην χρημάτων; Ἂς προκηρύξῃ δημοπρασίαν τακτικήν, ἂς ἐκποιήσῃ τὰ 48 ἑκατομμύρια τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν της εἰς τέσσαρας ἢ πέντε δόσεις. Θέλουσιν εὑρεθῆ ἀγορασταί, καὶ θέλουσιν ἀγοράσει ὅλον αὐτὸ τὸ ποσόν· ἀλλ’ αἱ τιμαί, εἰς τὰς ὁποίας θέλει ἐκποιηθῆ τὸ ποσὸν τοῦτο, θέλουσι κανονισθῆ διὰ τοῦ δημοσίου συναγωνισμοῦ. Θέλει πορισθῆ πάντως χρήματα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ θέλει πορισθῆ αὐτὰ διὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν χαράσσει ἡ χρηστότης. Διὰ τοῦτο κρίνω ἀναπόφευκτον πόρισμα, νὰ ἀκυρωθῇ ἡ διακήρυξις αὕτη.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§148ΝΕΓΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§150ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Προεδρεῖον, κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ζητοῦσι καὶ ἄλλοι τὸν λόγον; καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σημειοῖ τὴν σειράν; Ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη, ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι ἔγραψεν ὁ προκάτοχός μου. Ἔχει σημειώσει τὸν κύριον Χοϊδᾶν, καὶ ἀκολούθως ὑμᾶς. Ἤδη θὰ σημειώσω τὸν κ. Νέγρην, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τώρα τὸν λόγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ σειρά.
§152ΑΧΙΛ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, συντασσόμενος καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), προσθέτω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναμείνῃ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα κανονίσῃ τὴν γνώμην του διὰ τὴν ἔγκρισιν ἢ τὴν μὴ ἔγκρισιν τῆς προκηρυχθείσης πλειοδοσίας. Καὶ συνεζητήθη ἀκόμη καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως ἢ καὶ τῆς ἀπορρίψεως αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ μὴ λησμονήσῃ πρὸ πάντων, ὅτι εἶχε δικαίωμα ἐπιβλέψεως, καὶ εἰς τοιαῦτα τολμήματα ἐπεβάλλετο ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι, Κύριοι, τόλμημα εἶναι ἡ προκήρυξις εἰκονικῆς πλειοδοσίας ἐκ μέρους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰκονικὴ εἶναι ἡ δημοπρασία, ἀφοῦ ἐγένοντο προσυμφωνίαι. Καὶ προβαίνει, Κύριοι, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον εἰς τοιαῦτα τολμήματα, διότι ἀπεθρασύνθη ἐκ τῆς ἐλλείψεως κυβερνητικῆς προνοίας καὶ ἐπιβλέψεως, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐξησκήθη, ἀφ’ ὅτου ἰσχύει ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας, πόσα ἔκαμε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐκεῖνο, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔμεινεν ἁπλοῦς θεατὴς τῶν τελεσθέντων.
§153Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γράφουσιν ἐκ Φιλιατρῶν σήμερον ἄπειρα.
§154ΧΟΙΔΑΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἤδη νὰ ἀκυρώσῃ τὴν προκηρυχθεῖσαν δημοπρασίαν, καὶ νὰ προκηρυχθῇ νέα τοιαύτη, δίδουσα ἐπαρκῆ προθεσμίαν πρὸς συναγωνισμόν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν. Διότι διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον εἰς τὴν γνώμην του, τὴν διατυπωθεῖσαν εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος εἶπεν, ὅτι προτιμᾷ νὰ μείνῃ ἀνεκποίητον τὸ παρακράτημα, ἐὰν πρόκηται νὰ πωληθῇ εἰς εὐτελεῖς τιμάς· καὶ ἐποιήσατο σύγκρισιν τῶν τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε πωληθῆ τὸ παρακράτημα, πρὸς τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος τῆς ἐμπορίας. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, πρὸ ἑνὸς τετελεσμένου ἀτόπου, καὶ τὸ τετελεσμένον ἄτοπον εἶναι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν τὸν νόμον τῆς παρακρατήσεως ἐν ἰσχύϊ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, παρὰ μόνον ἡ γνώμη τῆς ταχείας καὶ ἀμέσου ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατήματος. Εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἔχῃ σκοπὸν ὁ νόμος αὐτὸς, — ἂν δύναται νὰ ἔχῃ σκοπὸν — ἐφ’ ὅσον τὸ παρακράτημα ἀποταμιεύεται εἰς τὰς ἀποθήκας; Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφον: ἐὰν δὲν ἐνέσκηπτεν ὁ περονόσπορος ἐφέτος, δὲν θὰ εἴχομεν 150 ἑκατομμυρίων παρακράτημα; Καὶ θὰ εἴχομεν ἀποθήκας, ἵνα τὸ ἀποθηκεύσωμεν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος ἐκποίησις τοῦ παρακρατήματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις καὶ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους διαγράφει ὁ νόμος, ὄχι διὰ δημοπρασίας μὲ προσυμφωνίας καὶ μὲ προθεσμίαν 48 ὡρῶν, διότι αὐτὸ εἶναί τι ἀκατανόητον. Νὰ προκηρυχθῇ δημοπρασία πλειοδοτικὴ τοῦ παρακρατήματος, καὶ νὰ δοθῇ ἡ ἀνάλογος προθεσμία. Ἐπίσης διαφωνῶ καὶ εἰς τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον κ. Γουναράκην, ὅτι τὸ παρακράτημα πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον. Παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἀπεφασίζετο ἢ ἀποφασισθῇ νὰ ἐκποιηθῇ ποτε τὸ παρακράτημα εἰς τὸ ἐμπόριον, πρέπει νὰ καταργηθῇ συγχρόνως καὶ ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, ὄχι μόνον διὰ λόγους ἐμπορικῆς τιμῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος τοῦ ἐμπορίου. Πάντως ὅμως πρέπει νὰ ἐκποιηθῇ τὸ παρακράτημα· διότι εἴδατε ἐφέτος, τί συνέβη μὲ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ προκάτοχον Διοικητικὸν Συμβούλιον, νὰ μὴ ἐκποιῇ παρακράτημα· συνεσωρεύθη ποσότης μεγάλη, καὶ ἐγένοντο τόσα παιγνίδια ἀπὸ τὴν κερδοσκοπίαν, καὶ τόσαι ζημίαι συνέβησαν. Ἐφ’ ὅσον τὸ παρακράτημα μένῃ εἰς τὰς ἀποθήκας, ἐπηρεάζει καὶ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος πρὸς κατανάλωσιν, διότι ὑπολογίζεται ἀπὸ τὸ ἐμπόριον. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ τῆς προκηρυχθείσης δημοπρασίας, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σταματήσῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἀκυροῦσα τὴν προκηρυχθεῖσαν δημοπρασίαν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§156ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περιττόν. Εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον! (γέλωτες).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης.
§158Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ὀφείλει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἀδύνατον νὰ καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ τὸ ποσὸν 50 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν, τίνι τρόπῳ δυνάμεθα νὰ ἐκποιήσωμεν ὄχι μόνον τὸν σταφιδόκαρπον ἐκεῖνον, ὃν δύναται νὰ καταναλώσῃ ὁ τόπος, ἀλλὰ καὶ τὸν πλεονάζοντα. Νομίζω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προβὰν εἰς τὸ μέτρον, τὸ ἤδη καταδικασθὲν παρὰ τῆς Βουλῆς... (θορυβώδεις διάλογοι).
§159Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν ἀγορεύωσι, κύριε Πρόεδρε, Βουλευταὶ, πρέπει νὰ γίνηται ἡσυχία, διότι ἄλλως θὰ φέρω κάθε στιγμὴν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμω;
§161ΛΕΒΙΔΗΣ. Καθῆκον ἔχετε νὰ τηρήσητε τὴν τάξιν.
§162ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι αἱ γνῶμαι τοῦ κυρίου Νέγρη εἶναι ἄξιαι προσοχῆς.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πᾶν πράττω διὰ τὴν ἡσυχίαν. Κρύπτονται ὄπισθεν τῶν στύλων. Τί νὰ τοὺς κάμω;
§164ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν πράττετε τίποτε! Τί κατάστασις εἶναι αὐτή;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ πράξω τίποτε περισσότερον; Θέλετε νὰ ὑπάγω κάτω;
§166ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ φέρω ἐνστάσεις ἀπαρτίας, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡσυχία.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ πάντοτε διὰ τὴν ἡσυχίαν νὰ πράττω ὅ,τι δύναμαι. Ὑποδείξατέ μοι, τί νὰ κάμω.
§168ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τηρήσητε τὸν Κανονισμόν. Μήπως ἀγορεύουν τίποτε μικρὰ παιδιὰ ἐδῶ;
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔδειξε τοιαύτας ἐπιθυμίας, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας. Σέβεται πάντας, καὶ προσπαθεῖ νὰ προστατεύῃ πάντας τοὺς ἀγορεύοντας.
§170ΝΕΓΡΗΣ. Καίτοι συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι ἡ διακήρυξις ἐγένετο ἐσπευσμένως, νομίζω, ὅτι οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως μᾶς ὑποδεικνύουσι, τί ὤφειλε νὰ γείνῃ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὥρισεν, ὅτι μὲ ἄλλην τιμὴν πρέπει νὰ λογίζηται ἡ σταφὶς, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς βιομηχανικὴν κατεργασίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ σκοποῦσαν τὴν πώλησιν τοῦ προϊόντος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ εἰς ἄλλην τιμὴν πρέπει νὰ πωλῆται, ὅταν ἡ βιομηχανικὴ αὕτη κατεργασία σκοπῇ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὴν ἀρχὴν ταύτην δυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν μὲ τὴν τμηματικὴν πώλησιν τῆς σταφίδος. Δύναται δηλαδὴ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν τμήματα σταφίδος, μέχρι πέντε, ἓξ ἢ καὶ πλέον ἑκατομμυρίων λιτρῶν, τὰ μὲν πρὸς χρησιμοποίησιν ἐν τῷ τόπῳ, τὰ δὲ πρὸς κατεργασίαν μὲν ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θέλει δυνηθῆ νὰ εὐκολύνῃ καὶ τοὺς ἐργοστασιάρχας, οἵτινες ἐργάζονται μόνον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν, θέλει δυνηθῆ δὲ — ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον — νὰ καταναλώσῃ οὕτως ὅλον τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει βεβαίως φέρει μεγίστην βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἐὰν δὲν ἐξαχθῇ ἐν καιρῷ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δέον νὰ ὑποδειχθῇ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅτι δύναται τμηματικῶς νὰ πωλῇ τὴν σταφίδα, ἀλλ’ ὑπὸ δύο τιμὰς, τὴν μὲν εἰς τιμὴν μικροτέραν, ὅπως μετὰ τὴν κατεργασίαν ἐξαχθῇ, τὴν δὲ εἰς τὰς τιμὰς τὰς συνήθεις, πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ τόπῳ.
§171ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Μεθ’ ὅλας τὰς γενομένας συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, τὸ παρακράτημα μένει ἀκέραιον, αἱ δὲ ἀνάγκαι τῶν κτηματιῶν εἶναι ἐπείγουσαι. Διατὶ δὲν ἐπωλήθη τὸ παρακράτημα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. Τὸ παρακράτημα ζητεῖται ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου, καὶ ὅμως μένει εἰς τὰς ἀποθήκας, περιμένον τὴν νέαν ἐσοδείαν. Ἀπὸ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἡ Τράπεζα ἔλεγεν, ὅτι θὰ πωλήσῃ τὸ παρακράτημα. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ κακὰ τῆς παρακρατήσεως! Συνεσωρεύσαμεν ποσὸν 50 ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ διαχειρισθῶμεν, καὶ σήμερον θέλομεν νὰ τὸ χαρίσωμεν ἐξ οὗ γεννῶνται ὑπόνοιαι, διότι γίνονται ἐνέργειαι ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ φέρω γνώμην μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι ἔγκλημα, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ πίνακα, πόσον ποσὸν εἰσήχθη εἰς τὴν παρακράτησιν, καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίζετο αὐτὴν τὸ Δημόσιον, καὶ πόσον ἐπωλήθη. Διότι εἰσήχθησαν 150,000,000 λίτραι, καὶ ἐπωλήθησαν μόνον 110 ἑκατομμύρια. Τί ἔγειναν τὰ 40 ἑκατομμύρια; Τὸ Κράτος ἄφησε νὰ διαχειρίζωνται τὸ παρακράτημα μικροὶ ὑπάλληλοι. Πολλάκις ὑπεδείξαμεν τοὺς κινδύνους, ὅτι τὸ παρακράτημα συσσωρευόμενον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς κινδύνους· διότι γνωρίζετε, ὅτι σταφὶς ἀξίας ἀνωτέρας τῶν 50 δραχμῶν δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν. Εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δὲ πόση σταφὶς θὰ καταναλωθῇ; Ἐγὼ ἔχω γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ διατυπώσω, τὸ παρακράτημα νὰ πωληθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον. Αἱ τιμαὶ ἐκ τούτου δὲν θὰ ἐκπέσωσι, θὰ ἀποκτήσῃ δὲ κεφάλαια ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἀφήσατε τὴν σταφίδα νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον της.
§172ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ χειροτέρα ὑπηρεσία, ἣν δύνασθε νὰ κάμητε, δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ νὰ ὑποστηρίξητε αὐτὴν τὴν γνώμην. Ἤμην εἰς τὸ Λονδῖνον περὶ τὰ μέσα Σεπτεμβρίου, καὶ εἶδον τὰς ὑπερβολικὰς τιμὰς, αἵτινες ἐπεκράτουν ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὅπως μορφώσω γνώμην περὶ τῆς πορείας τοῦ εἴδους τούτου, ἐζήτησα νὰ ἴδω τοὺς ἐπ’ αὐτοῦ ἀσχολουμένους. Ἐπεσκέφθην λοιπὸν διαφόρους συμπολίτας ἡμῶν, εἰσαγωγεῖς σταφίδος, εἶδον δὲ καὶ πολλοὺς ἐμπόρους Ἄγγλους, οἵτινες εἶναι οἱ μεγάλοι ἀγορασταὶ τῆς σταφίδος. Ἐπεσκέφθην ἐπίσης καί τινας τῶν μεγάλων ἐδωδιμοπωλῶν (Grocers), οἵτινες εἶναι οἱ μεγαλείτεροι καταναλωταὶ, ὡς καὶ μεσίτας τοῦ κλάδου αὐτοῦ. Ἐπεσκέφθην ὅλους αὐτοὺς διὰ νὰ μάθω, ποία ἦτο ἡ γνώμη αὐτῶν περὶ τῆς πιθανῆς ἢ μὴ διατηρήσεως τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἡ πρώτη ἐρώτησις, ἣν μοὶ ἀπηύθυναν σχεδὸν ὅλοι, ἦτο αὕτη: «Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι σκέπτεται ἡ Ἑλλὰς νὰ πωλήσῃ τὸ παρακράτημα εἰς τὸ ἐμπόριον; Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, θὰ ἀποβῇ καταστρεπτικὸν διὰ τὴν σταφίδα, διότι αἱ τιμαὶ, τὰς ὁποίας βλέπετε σήμερον, θὰ ἐκπέσωσι σχεδὸν εἰς τὰς τιμὰς, ἃς εἴχομεν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη». Καὶ βεβαίως δὲν ἦτο φυσικὸν, ὅτε κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος περιεστρέφοντο εἰς 14–25 σελίνια, νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 60–80 καὶ 110, μόνον καὶ μόνον διότι ἔλειψεν ἓν μέρος τῆς συνήθως διαθεσίμου ποσότητος. Ἐὰν λοιπὸν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἔχουσα βασιμότητά τινα ἡ εἴδησις, βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ τιμαὶ ἤθελον ἐκπέσει περίπου εἰς τὰς τελευταῖον κρατούσας, διότι γνωρίζουσιν ὅλοι, ὅτι τὸ παρακράτημα ἦτο 45 ἕως 50 ἑκατομμύρια λιτρῶν, ἅτινα ἤθελον χυθῆ εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ ὅτι τὸ παρακράτημα ἦτο τῆς χειροτέρας ποιότητος. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ἐκείνην, ἐννοεῖται, οὔτε ἐντολὴν, οὔτε δικαίωμα εἶχον νὰ ἀπαντήσω. Εἶπον μόνον, ὡς ἀτομικήν μου γνώμην, ὅτι δέν μοι φαίνεται πιθανὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τοιαύτην ἀπόφασιν, διότι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει, ὁποία εἶναι ἡ χρῆσις τοῦ παρακρατήματος, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο τι, μὴ ἔχουσα τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τοιαύτην γνώμην, οἵαν ἐγὼ εἶπον, νὰ ἐγίνετο γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν περὶ πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι καὶ ἡ ὑπόνοια μόνον, ὅτι ἤθελε λάβει τοιαύτην ἀπόφασιν, ἤθελε καταρρίψει τὰς τιμὰς καὶ ἐπιφέρει μεγάλην βλάβην εἰς τὸ εἶδος αὐτό. Νομίζω, ὅτι αἱ διαδόσεις, αἵτινες ἐγένοντο τότε, καὶ ἐκυκλοφόρησαν μετ’ ἐπιτάσεως, χωρὶς νὰ διαψευσθῶσι, καὶ τὰς ὁποίας ἀκούομεν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ὑποστηρίζῃ καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι ἡ χειροτέρα ὑπηρεσία, ἣν δύναταί τις νὰ παράσχῃ εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, καὶ συνεπῶς εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας ὅλου τοῦ Κράτους.
§173Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσῃ σήμερον περὶ τοῦ ἂν πρέπει, ἢ ὄχι, τὸ παρακράτημα νὰ πωληθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον, οὐδ’ ἐκλήθη νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, ἐν ὅσῳ δὲν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως. Τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει πρωτίστως τὴν σταφιδοπαραγωγήν, διότι, καίτοι ἡ παρακράτησις ἐμονιμοποιήθη διὰ μίαν δεκαετίαν, καίτοι συνεδυάσθη πρὸς τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐδὲν ἧττον αὕτη ἐθεσπίσθη ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον, ἵνα φέρῃ ἰσορροπίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς τε παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως. Δὲν ἐξυπηρετοῦμεν δὲ τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ὅταν ἄνευ λόγου προκαλῶμεν ἐνταῦθα σπουδαίαν συζήτησιν περὶ τοῦ ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ πωληθῇ τὸ παρακράτημα εἰς τὸ ἐμπόριον. Ὀρθῶς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθηκε πρὸ ὀλίγου τὸ ζήτημα, εἰπὼν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει νόμος, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Σκουζὲ εἶναι ἀκριβὴς, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τῶν Πατρῶν συνεζητήθη εὐρέως τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἔδει νὰ πωληθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον τὸ παρακράτημα ἢ ὄχι, αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ὑπέστησαν ἀλλοιώσεις, διότι, ὡς γνωστὸν, τὰ ζητήματα ταῦτα γνωρίζει νὰ ἐκμεταλλεύηται δεόντως ἡ κερδοσκοπία. Τόσον δὲ γνωρίζει νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὰ, ὥστε ἐσχάτως ἐκ τῶν ἐφημερίδων τῶν Πατρῶν ἔμαθον, ὅτι, ἐπὶ τῇ εἰδήσει καὶ μόνῃ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀπεφάσισεν, ὅπως μέρος τοῦ ἐναποταμιευμένου σταφιδοκάρπου πωλήσῃ εἰς τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν ἀντὶ δραχμῶν 44 κατὰ χιλιόλιτρον, αἱ τιμαὶ, χάρις εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, ἔπαθον νέον κατρακύλισμα. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ συζητήσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ὁρισθῇ ἡ ἐκποίησις τοῦ παρακρατήματος. Τοῦτο θὰ κανονίσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον καὶ ἐπεῖγον εἶναι, νὰ ἐκποιηθῇ τὸ παρακράτημα· διότι, ἐν ὅσῳ μένει ἐναποτεταμιευμένον, ἐπηρεάζει τὰς τιμὰς τῆς καταναλώσεως, καὶ φέρει βλάβην οὐσιώδη εἰς αὐτάς.
§174Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς εἰσόδου τοῦ παρακρατήματος εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐγὼ, ἐὰν ὡμίλησα περὶ τούτου, ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶπον τὴν γνώμην μου μεμονωμένως· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπέκρινε τὴν ἰδέαν μου. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν δὲ ἁρμοδίου προσώπου, ἵνα κρίνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ κ. Σκουζέ, δὲν θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐμὴν γνώμην, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ πᾶσα συζήτησις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην, διότι δύναται νὰ γεννηθῇ ἰδέα, ὅτι, ἐν ὅσῳ συζητοῦμεν τοιαῦτα, δύναται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη. Ταῦτα ἂς γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂς πράξῃ ὅ,τι τῇ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον. Διότι, προκειμένου περὶ προϊόντος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ τοῦ ὁποίου πολὺ μέρος κατέχομεν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνηται συζήτησις, διότι δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰς τιμὰς, ἄνευ τῆς ἀντιστοιχούσης ὠφελείας, τὴν ὁποίαν προσδοκῶμεν, ἐὰν ἡ γνώμη ἡμῶν γείνῃ δεκτή. Διὰ τοῦτο θὰ εἴπω μόνον, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀκριβῆ γνώμην περὶ τῆς τιμῆς τῶν ἐμπορευμάτων ἐκεῖνοι ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκούουσι τὸν καταναλωτὴν νὰ λέγῃ «μὴ διαθέτετε πολύ», καὶ ἐκ τούτου ἐτρόμαξαν· οὐδὲ θέλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ μοναδικὸν ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος «ἀλλοίμονον, ἐὰν κάμωμεν αὐτό!», διότι τὸ «ἀλλοίμονον» δὲν τὸ θεωρῶ ἐπιχείρημα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μετὰ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίαν ἐζήτησεν ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Κ. Κουμουνδοῦρος, προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπόμνημα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ὅπερ ἐνεχείρισαν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν οἱ διοικηταὶ τῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ κ. κ. Σοφιανὸς, Βοῦλτσος καὶ Γιάνναρος, καὶ ὁ τοῦ μηχανικοῦ κ. Ἀμπάτης, ὡς καὶ τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς ἐτιμωρήθησαν οὗτοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τὴν ἀνακαλέσασαν τὴν τιμωρίαν αὐτῶν.» Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κρίνω καλὸν νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς γνώμην. Βλέπετε, ὅτι παρατείνονται αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι μόλις τὴν 10ην ὥραν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν ἔχῃ δυσκολίαν, ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἀπὸ τῆς αὔριον γίνηται διακοπὴ ἀπὸ τῆς 8ης ὥρας μέχρι τῆς 9ης, ὅτε νὰ ἐπανερχώμεθα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συνεδριάσεως, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένωμεν μέχρι τῆς 10ης χωρὶς νὰ γευματίζωμεν.
§177ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μένωμεν ὅσον θέλετε, ἀλλὰ νὰ μὴ γίνηται διακοπὴ, ἢ νὰ ἐρχώμεθα ἐνωρίτερον.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ προβάλλω τὴν πρότασιν ταύτην.
§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ κατ’ ἀμοιβαίαν συμφωνίαν, διότι ἤκουσα ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἰδέα αὐτοῦ εἶναι καὶ ἰδέα 100 περίπου ψήφων, τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ἐπιμένει εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ προτείνω τι συμβιβαστικὸν, χωρὶς νὰ θέλω καὶ νὰ ἐπιμείνω. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ διακόπτωμεν· ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ὁρίσωμεν καὶ τέρμα τοῦ δευτέρου τμήματος τῆς συνεδριάσεως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτοῦ. Ἄνευ τοῦ τέρματος, μοὶ φαίνεται πρόωρος ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ διανυκτερεύωμεν. Ἐὰν ἡ ἤθελε Βουλὴ παραδεχθῇ νὰ τελειώνωμεν περὶ τὴν δωδεκάτην, θὰ εἴχομεν τρεῖς ὥρας μετὰ τὴν διακοπὴν, αἵτινες φαίνονται ἀρκεταὶ, ἵνα προχωρήσωμεν· καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶχον ἄλλοτε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συνεργάζωμαι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, καὶ θὰ ἐνθυμεῖται ἴσως, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένος παντάπασι νὰ δεχθῇ τέρμα, διότι τὸ τέρμα εἶναι κακόν. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἔχομεν σκοπὸν νὰ διανυκτερεύωμεν, ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν, κρίνων ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ δεχθῶμεν, ἐπί τινας ἡμέρας, νὰ γίνεται διακοπή. Ὡς πρὸς τὸ τέρμα, ἐγὼ θὰ δεχθῶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1895 εὑρέθημεν ἐν στενοχωρίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς δὲν εὑρίσκεσθε ὑμεῖς. Κατὰ τὸ 1895 τὸ Ὑπουργεῖον συνέστη τὴν 31 Μαΐου, τὴν 1 δὲ Ἰουνίου ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, καὶ εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμόν, τοῦ Ἰουλίου ἀρχομένου, οἱ δὲ Βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μένωσιν ἐν Ἀθήναις, ἀναγκαζόμενοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἕνεκα τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων αὑτῶν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ διεξαγάγωμεν μετὰ τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν τότε ἐπροτείναμεν, καὶ ἐπεψήφισεν ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Τοῦτο βεβαίως ἐδικαιολόγει τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ τώρα, ὅτε διανύομεν τὸν δεύτερον μῆνα, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ Σύνοδος, οὐδόλως δικαιολογεῖται τοιαύτη ἀξίωσις. Καὶ ὅμως ἡμεῖς προθύμως δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν, ὥστε κοινῇ ἀποφάσει νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου· διότι, ἐὰν γείνῃ τὸ ἀποφασισθησόμενον διὰ μόνης τῆς πλειονοψηφίας, ἡ πλειονοψηφία πιθανῶς ἐκ τούτου οὐδὲν θέλει κερδίσει, διότι θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμυνθῶμεν. Ἐγὼ δὲν εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Δραγούμη, ἤκουσα δὲ τὴν πρότασίν του· κατ’ αὐτήν, θέλομεν ἔχει συζήτησιν τρεῖς ὥρας καθ’ ἑκάστην ἐπὶ νομοθετημάτων, ἐὰν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τυχὸν δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· νομίζω δ’ ὅτι ὁ καιρὸς αὐτὸς ἀρκεῖ. Ὁμολογῶ δέ, ὅτι, ἐὰν δὲν προέβαλλε τὴν πρότασιν ταύτην ὁ κύριος Δραγούμης, ἤθελον εἶσθαι πολλῷ φειδωλότερος· στέργω δ’ αὐτὴν, ἵνα μὴ φανῶ διαφωνῶν.
§182Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω καλὸν νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐποχήν. Σήμερον εἶναι καλὴ ἡμέρα, πιθανὸν νὰ ἦναι τοιαύτη καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον· ἀλλ’ ὅταν ἀρχίσουν τὰ ψύχη, αἱ βροχαὶ καὶ αἱ κακοκαιρίαι, νὰ ἀναγκάζωνται οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὸ καλοριφέρ...
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ τὸ σταματήσωμεν, ἐὰν θέλητε.
§184ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὰς ἁμάξας των. Πιθανὸν διὰ τῶν ἁμαξῶν νὰ δύνανται νὰ ἐξέρχωνται καὶ νὰ ἐπανέρχωνται ἀφόβως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἁμάξας. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἐπαναφέρητε 150 καὶ 160 Βουλευτὰς κατὰ τὰς 9 καὶ 10 τῆς νυκτός, ἐν μέσῳ χειμῶνι, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὰς συζητήσεις. Πιθανὸν νὰ ἐπανέρχωνταί τινες, ἀλλ’ οὗτοι δὲν θ’ ἀποτελῶσι Βουλήν, ἡ ὁποία μάλιστα πρόκειται νὰ ἀκούσῃ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἐξέτασιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Λεβίδου· ἢ δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθῶμεν καὶ μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας...
§185Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τοιαύτην πρότασιν· τώρα θὰ κάμω.
§186ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ κ. Μπακοπούλου... Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι πρακτικώτερον, καὶ ὅτι θὰ δύνανται νὰ συμμορφωθῶσι προθυμότερον πρὸς τοιαύτην διακανόνισιν τοῦ ζητήματος οἱ Βουλευταί, παρὰ ἐὰν διακόπτωμεν εἰς τὰς 8 ἢ 9, καὶ ἐπανερχώμεθα κατὰ τὴν 10, διὰ νὰ μένωμεν, ὅπως ἐλέχθη—κατ’ εὐφημισμὸν βεβαίως—ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι τῆς 12, ἀλλὰ πολλάκις καὶ μέχρι τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης πρωϊνῆς ὥρας.
§187ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τέρμα, βεβαίως.
§188Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ φέρω πρότασιν, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἕκαστος ἐννοεῖ...
§189ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§190ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι δὲν ἀντιπροσωπεύω εἰμὴ ἐμαυτόν... Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι δὲν δύναται βεβαίως νὰ ὁρίσῃ ἐπακριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργασίμων ὡρῶν, ἔχει ὅμως πάντοτε ἐν νῷ ὥρας τινὰς ἐργασίας, ὑποθέτω 7 ἢ 8. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ ἐρχώμεθα περὶ τὴν 5 ὥραν, — διότι ποτὲ δὲν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις πρὸ τῆς 5 — ἃς ἐρχώμεθα, ἀλλ’ ἀκριβῶς, τῇ 3, ἢ μᾶλλον τῇ 2½, ἀλλὰ τῇ 3 νὰ ἄρχηται ἡ ἐργασία, οὐχὶ ὁ κατάλογος, οὗτινος ἡ ἀνάγνωσις τῇ 3 ὥρᾳ νὰ ἦναι περατωμένη. Ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας μέχρι τῆς 10 ἔχομεν 7 ὥρας, μέχρι τῆς 11, ἔστω, εἶναι 8 ὧραι. Ὑποθέτω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν τοιουτοτρόπως.
§191Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν θὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§192ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Νομίζω, ὅτι, ὅταν ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας μέχρι τῆς 6 ἢ 7 συζητῶμεν τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, ἐκπληροῦμεν τὸν σκοπὸν τοῦ ἐλέγχου. Ἀπὸ τῆς 8 μέχρι τῆς 10 καὶ 11 ἂς συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια. Τοιουτοτρόπως δὲν θέλετε ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν, νὰ ἐπανερχώμεθα δ’ ἐνταῦθα μὲ βαρὺν τὸν στόμαχον, καὶ νὰ συζητῶμεν μέχρι τῆς 12, λίαν κεκοπιακότες. Πιστεύω, ὅτι ἐπιεικέστερον καὶ πρακτικώτερον εἶναι τοῦτο· δυνάμει δ’ αὐτῆς τῆς γνώμης, ἥτις, νομίζω, δὲν ἀντικρούεται, τοῦ νὰ συγκροτῆται μία μόνον συνεδρίασις, ἀλλὰ νὰ ἄρχηται αὕτη ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας, δὲν ἐπέρχεται ὁ ἐρεθισμός, ὅστις ποῖα ἀποτελέσματα θέλει φέρει, ὑπέδειξεν ὑμῖν διὰ λίαν ἐντέχνου γλώσσης ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἄλλως πράττοντες, δὲν θέλετε κερδίζει ἐργασίαν, οἵαν ἐπιθυμεῖτε. Διὰ τῆς ἐπιεικοῦς αὐτῆς γνώμης, τοῦ νὰ ἀρχώμεθα ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας, ἀλλ’ ἀκριβῶς, μέχρι τῆς 10 ἢ 10½, ὑποθέτω, ὅτι καὶ πλήρη ἐλευθερίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διὰ τὰς ἐπερωτήσεις μέχρι τῆς 7 ἢ 8, καὶ πλειοτέραν ἄνεσιν.
§193ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐμὲ ἔχετε ὀπαδὸν εἰς τοῦτο.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, μὲ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, νὰ διακόπτωμεν περὶ τὴν 8. Εἰς τὸ πρῶτον στάδιον ἐξαντλοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις, ἐπανερχόμεθα τὴν 9ην, καὶ ἀρχίζει ἡ συζήτησις. Ἐννοεῖται δέ, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ σπουδαίας συζητήσεως, οἵα ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λόγου χάριν, δὲν δύναται αὕτη νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον, διότι πρέπει νὰ προσέχωμεν πάντες· οὔτε θὰ διερχώμεθα ἐνταῦθα τὰς νύκτας ἡμῶν. Ἑπομένως, μὲ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δυνάμεθα ἀπὸ αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρελείφθη τι, τὸ ὁποῖον δεικνύει, πόσον ἐπιμένετε εἰς τὰς ἰδέας σας.
§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί;
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τέρματος.
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς παραδέχεσθε, ὅτι δὲν ὁρίζεται τέρμα, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται... Ἄλλως τε μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθόν, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδέποτε ὑπεχρεοῦμέν τινα νὰ μένῃ ἐδῶ, ἵνα συζητῇ, ὅταν ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ παραμένων· ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θ’ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην πορείαν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπῆρξαν πολλαπλαῖ αἱ αἰτίαι κατὰ τὸ παρελθόν.
§200ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε, Πρόεδρε, ὁ βίος αὐτὸς ἐν τῇ Βουλῇ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου πολλάκις, εἶναι ἀφόρητος βάσανος. Ἐπεθύμουν νὰ φέρω πρότασιν ἄλλην, ἡ ὁποία εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ τὴν ὁποίαν ὅλοι, ὑποθέτω, θὰ ὑποστηρίξωσι, καὶ ἐλπίζω ν’ ἀποδεχθῇ καὶ τὸ Προεδρεῖον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐ μόνον ἀναπνέομεν ἀέρα μεμολυσμένον ἄλλως, ἀλλὰ προσέτι καὶ πεπυρακτωμένον ἐκ τοῦ καλοριφέρ...
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπεδέχθην νὰ τὸ καταργήσωμεν.
§202ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Δὲν ἀγνοεῖ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ἀναπνέομεν συνάμα κονιορτὸν ἀνθράκων, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ὑποπτεύομεν, ὅτι ἀναπνέομεν, ἀλλ’ ἐὰν προσέξωμεν καλῶς, θέλομεν βεβαιωθῆ, ὅτι τὸν ἀναπνέομεν τῳόντι.
§203ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οὐδέποτε ἀερίζεται ἡ αἴθουσα.
§204ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς ἀπόδειξιν, παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅταν μένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ μέχρι τῆς 10ης, νὰ παρατηρήσωσι τὰ καπέλλα των τὴν ἐπαύριον. Θὰ ἴδωσιν, ὅτι, ἐνῷ δὲν μετέβησαν ἀλλαχοῦ, ἐνῷ δὲν ἐσκονίσθησαν καθ’ ὁδὸν, ἀλλ’ ἦλθον κατ’ εὐθεῖαν ἐνταῦθα, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν των, τὴν ἐπιοῦσαν τὰ καπέλλα των εἶναι κεκαλυμμένα ἐκ μαύρου κονιορτοῦ· ἂν δὲ τυχὸν καθαρίσωσιν αὐτὰ μὲ λευκὴν ψήκτραν, θὰ ἴδωσιν, ὅτι αὕτη καθίσταται μέλαινα, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἐπικάθηται καὶ ἐπὶ τῶν ἐνδυμάτων ἡμῶν, καὶ πολὺ περισσότερον ἀναπνέεται κόνις ἀνθράκων, ἡ ὁποία ἐξέρχεται ἐκ τοῦ καιομένου ἄνθρακος, διότι δὲν γίνεται τοὐλάχιστον χρῆσις ξύλων. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸ Προεδρεῖον, — καὶ ὑποθέτω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ᾖναι σύμφωνος — ἀντὶ νὰ μεταχειριζώμεθα ἄνθρακας, νὰ μεταχειριζώμεθα τοὐλάχιστον ξύλα. Ἡ δαπάνη ἐπὶ ἕνα μῆνα δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 100 ἢ 200 δραχμὰς, ἀλλ’ ἔστω καὶ 300 δραχμάς. Λοιπὸν παρακαλῶ, ἐὰν συγκινῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ γίνηται τοῦ λοιποῦ χρῆσις ξύλων, ἀντὶ ἀνθράκων.
§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ἀφ’ ἑνὸς ξύλα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατάργησις τῆς πρὸ τοῦ βήματος ὀπῆς.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπὸ αὔριον θὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 8, καὶ θὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς 9. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 55′ μ. μ.)