1900.12.14
3.553 στίχοι · 27.571 λέξεις · 284 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 14 Δεκεμβρίου 1900.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὰ πρακτικὰ λέγουσιν, ὅτι ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ «προῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ συζήτησις δὲν ἐπερατώθη, διότι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἐζήτησα τὸν λόγον· ἀλλὰ τότε προὐτάθη ἡ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Δεληγεώργην οὐδεὶς ἄλλος εἶχε ζητήσει τὸν λόγον· οὔτε ἀντελήφθην τοιοῦτόν τι, καὶ συνεπῶς εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἐφώναξεν, ὅτι ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γεγονός, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δεληγεώργη ἡμεῖς, μὴ ἀντιληφθέντες ἐὰν ἐζήτησέ τις τὸν λόγον, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον, δύναται νὰ τὸν λάβῃ σήμερον.
§5Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἠγέρθην ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλέγετε, ὅτι εἰσήλθετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τότε προὐτάθη ἡ διακοπή. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐπικυρώσητε τὰ πρακτικά, ὅπως ταῦτα ἀνακριβῶς τὰ γενόμενα ἀφηγῶνται, ἐγὼ ζητῶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον.
§6ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν ἡ δήλωσις, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι εἰσήλθομεν, διότι, ὡς θὰ παρατηρήσῃ ἐν τῷ σημειωματαρίῳ του, εἶχον ἐγγραφῆ καὶ ἄλλοι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, εἰς ὃν δὲν ἐδόθη ὁ λόγος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἀπουσιάζετε. Ὅλοι δὲ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν ἔλαβον. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται.
§8ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μυκωνίου. Ἐπίσης ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πετρίδου. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Φωκάρη. Ἐπίσης ἑτέραν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ. Ἐπίσης ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ἀλεξάκη. Ἐπίσης καταθέτω βιβλίον, τηρούμενον ἐν τῷ τμήματι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾧ ἀναγράφονται τὰ ὑπάρχοντα ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τοιοῦτον βιβλίον, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνωνται τὰ ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν τηρεῖται ἐν τῷ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείῳ. Διετάχθησαν ὅμως οἱ ἁρμόδιοι ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ συντάξωσι τοιαῦτα. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης ᾐτήσατο νὰ κατατεθῇ πίναξ, ἐμφαίνων τὰς εἰσπράξεις τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1900 τῶν ἑξῆς φόρων: τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τῶν προξενικῶν τελῶν, τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν, τῶν ἐκ γραμματοσήμου καὶ δελταρίων τελῶν, καὶ τῶν ἐκ στρατιωτικῶν ἀντισκωμάτων. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τοῦτο, καταθέτω τὰς πληροφορίας. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Λαμπρίτης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ ἐν Τυρνάβῳ ἐπιτηδευματίου Β. Σπετσιώτου. Καταθέτω αὐτάς. Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Μαυρομμάτης ᾐτήσατο νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν εἰς Πλατυγιάλι τοῦ Ἀστακοῦ εἰδῶν καταναλισκομένων ὑπὸ τῶν πληρωμάτων τοῦ αὐτόθι ἑκάστοτε προσορμιζομένου Ἀγγλικοῦ στόλου. Καταθέτω αὐτά. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κύριος Ροδόπουλος ᾐτήσατο νὰ καταθέσω πληροφορίας περὶ τῶν κτημάτων τῆς ἐν Τυρνάβῳ Μονῆς Ἁγίου Ἀθανασίου. Καταθέτω ταύτας.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὀφείλει ἀπάντησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐν τοῖς εἰς τὸ ἔθνος κληροδοτηθεῖσι διὰ τῶν διαθηκῶν Συγγροῦ καὶ Ἀβέρωφ, ἢ ἄλλως ἐν τῇ κληρονομικῇ αὐτῶν περιουσίᾳ, ὑπῆρχον καὶ ὁμολογίαι τῶν εἰς χρυσὸν Ἑλληνικῶν δανείων, καὶ ὁπόσαι ἐν ἑκάστῃ κληρονομίᾳ, καὶ ἂν αὗται ἐξεποιήθησαν ἢ διετηρήθησαν.» Εἶναι ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς 22 Νοεμβρίου.
§11Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέθηκα τὰ ἀφορῶντα τὴν περιουσίαν τοῦ Ἀβέρωφ. Θὰ καταθέσω καὶ αὐτά.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινὸς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῆς θέσεως ἑρμηνέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 91).
§13Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1901.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 92).
§15Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακείων, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν, πληροῖ ὁμολογουμένως κενά, ἢ θεραπεύει ἀνάγκας ἀνεγνωρισμένας. Πολλοὶ δὲ ἦλθον πρὸς ἐμέ, ζητοῦντες νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων συζητηθησομένων.
§17Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ἔχομεν νόμον περὶ φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων. Ἐκ τούτου δὲ καὶ οἱ φαρμακέμποροι καὶ οἱ φαρμακοποιοὶ βλάπτονται σπουδαίως, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζονται ὁριστικῶς τὰ κατ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ βεβαίως καὶ ἡ δημοσία ὑγεία διὰ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου συνταχθέντι νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§18ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, κύριε Πρόεδρε. Νὰ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ τοῦ δήμου Ἄνω Σύρου φίλοι, ὅτι τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δήμου ἐκείνου περιῆλθον εἰς παραλυσίαν, ἢ εἰς ἀμηχανίαν, διότι ὁ δῆμος ἔχει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἐδωρήθη εἰς αὐτὸν, δικαίωμα ἐπὶ τῶν θάμνων, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτοῦ. Ἐκ τοῦ δικαιώματος τούτου εἰσπράττει ποσόν τι, τὸ ὁποῖον συμπληροῖ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ὁ δῆμος Ἄνω Σύρου εἶναι ἐκ τῶν δήμων τῶν ἀπορωτέρων. Ἀλλὰ τελευταῖον τὸ δικαίωμά του τοῦτο ἀναιρεῖται ὅλως, διότι πάντες κόπτουσι θάμνους, χωρὶς ν’ ἀποδίδωσί τι τῷ δήμῳ. Ἐζήτησεν ὁ δῆμος ἀπὸ τὸν Νομάρχην νὰ ἐκδώσῃ ἀπαγορευτικήν τινα διάταξιν, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα προστατευθῇ ὁ εἰρημένος δῆμος. Καὶ οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν πολιτικῶς κρατουμένων ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας μοὶ ἔστειλαν ἀναφορὰν, ἵνα καταθέσω αὐτὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὅμως τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἵλκυσαν τὴν ἐμὴν προσοχὴν δύο τινὰ, τὰ ὁποῖα νομίζω ἄξια καὶ τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ πρῶτον, ὅτι ἐντὸς δύο δωματίων, τὰ ὁποῖα εἶναι στενὰ καὶ μὴ παρέχοντα χῶρον ἐπαρκῆ, κρατοῦνται 60 καὶ πλέον πολιτικῶς κρατούμενοι. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν τῶν 60 πολιτικῶς κρατουμένων ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι πάσχουσιν ἐκ φθίσεως, ἐκ ψώρας, ἐκ διπλῆς περιπνευμονίας καὶ ἐκ δυσεντερίας...
§20ΦΩΝΑΙ. Φρίκη! φρίκη!
§21Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Φρικῶδες!
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Αἱ φυλακαὶ ἔχουσι τρία δωμάτια, ἀλλὰ τὸ ἓν ἔχει ὡς γραφεῖον ὁ ἐπιστάτης. Τοῦτο εἶναι, νομίζω, ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ δεύτερόν τι. Ἐκ τῶν 60 αὐτῶν κρατουμένων οἱ πλεῖστοι δὲν ὀφείλουσι ποσὸν περισσότερον τῶν δέκα δραχμῶν μέχρις ἑκατόν· νὰ κρατῶνται δὲ ὀφειλέται διὰ χρέος δραχμῶν δέκα, βεβαίως μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐ μόνον ζημιοῖ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπάνθρωπον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι πρὸ πολλῶν χρόνων, ὅτε ἐν Χαλκίδι διεπράχθη τοιοῦτόν τι, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν παῦσιν τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσεν ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον ἀπὸ δύο ἕως δέκα δραχμὰς, διότι ἔκρινεν, ὅτι ἦτο ἀληθὴς παράλειψις καθήκοντος νὰ ἐγκρίνῃ τὴν φυλάκισιν ἀνθρώπων ὀφειλόντων δύο ἕως δέκα δραχμάς. Καὶ τῷ ὄντι, ὅταν τὸ ἡμερομίσθιον ἀνέρχηται εἰς δύο καὶ τρεῖς δραχμὰς, ζημιοῦται καὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ ἡ κοινωνία ἐκ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀνδρῶν δυναμένων νὰ ἐργασθῶσιν. Ἑπομένως εἶναι ἀναγκαῖον, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου.
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ἐν Πύργῳ, βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γινώσκω, διότι τὰ τῶν φυλακῶν δὲν ἀνάγονται εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθήκοντα. Μόνον ἐπὶ ἑνὸς θέματος ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ πολλῶν κρατουμένων λόγῳ ὀφειλῆς πρὸς τὸ Δημόσιον. Λαβὼν ἐκ τούτου ἀφορμὴν, ἀπηύθυνα ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς Νομάρχας, ἵνα μοὶ δώσωσι πληροφορίας, πόσοι εἶναι οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς λόγῳ χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν Νομαρχῶν — τὰς ὁποίας δυστυχῶς ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἔχω προχείρους, ἵνα καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, αὔριον ὅμως θέλω τὰς καταθέσει, — ἐξήχθη τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὀλίγιστοι εἶναι οἱ κρατούμενοι λόγῳ χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐκ τῶν κρατουμένων δὲ τὸ πλεῖστον κρατεῖται οὐχὶ λόγῳ χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ λόγῳ ὀφειλῆς ποινικῶν τελῶν. Γινώσκετε τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα, ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν ποινικῶν τελῶν. Ὅταν τις καταδικασθῇ, ἀμέσως ἀπάγεται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ κρατεῖται ἐν αὐταῖς μέχρις οὗ πληρώσῃ τὰ καταλογισθέντα εἰς βάρος αὐτοῦ ποινικὰ τέλη. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, τὴν ὁποίαν κατέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι δηλαδὴ κρατοῦνται διὰ χρέη ἐλάσσονα τῶν δέκα δραχμῶν, μοὶ εἶναι ὅλως ἄγνωστον, διότι, ὁσάκις μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ πληροφορηθῶ, ὅτι κρατοῦνται διὰ χρέος τοῦ Δημοσίου ἔλασσον τῶν δέκα δραχμῶν, πάντοτε διέταξα νὰ μὴ παρατείνηται ἡ προφυλάκισις. Θέλω ἐν τούτοις ἐξετάσει, καὶ ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ὄχι αὔριον, ἀλλὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν, θέλω δώσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως εἶναι δυνατὸν, κ. Ὑπουργὲ, νὰ ἐργασθῆτε καὶ προληπτικῶς, καὶ ἐκδώσητε ἐντολὴν εἰς τοὺς Ταμίας, νὰ μὴ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα τοιαῦτα προσωπικῆς κρατήσεως.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γινώσκετε, ὅταν τις καταδικάζηται ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἀπάγεται εἰς τὰς φυλακὰς πρὸς πληρωμὴν τῶν ποινικῶν τελῶν, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὁ ἁρμόδιος Ταμίας. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ὁ Ταμίας βεβαιωθῇ ἐκ τῆς στελλομένης αὐτῷ ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου ἀποφάσεως, ὅτι τὰ ὀφειλόμενα ποινικὰ τέλη εἶναι ἐλάσσονα τῶν δέκα δραχμῶν, διέταξα τοὺς Ταμίας νὰ αἰτῶνται παρὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν τὴν ἀποφυλάκισιν.
§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ταμίαι ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, βεβαίως δὲν ἀκολουθοῦσι τὰς διαταγάς σας· διότι αὔριον θὰ σᾶς παρουσιάσω κατάλογον ἐκ χιλιάδων ὀνομάτων, ἑκάστου τῶν ὁποίων ἡ ὀφειλὴ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3 ἕως 20 δραχμὰς, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καταγίνεται εἰς τὸ κυνῆγι τοιούτων ὀφειλετῶν. Θὰ φέρω τὸν κατάλογον, μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὴν ποσότητα τῆς ὀφειλῆς ἑκάστου·
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι διὰ τέλη.
§28ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διὰ τέλη δικαστικά· διὰ φορολογικὰ τέλη. Ἔχω τὸν κατάλογον.
§29Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά. Οἱ Ταμίαι, ὡς καὶ οἱ ὑποταμίαι, διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν εἴσπραξιν, πολλάκις ἐκδίδουσι τοιαῦτα ἐντάλματα, ἀλλὰ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των οἱ ὀφειλέται. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑποθέτω, ὅτι οὐδέποτε εἰσήχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι ὀφείλοντες χρέος ἔλασσον τῶν δέκα δραχμῶν. Ἐν τούτοις, πάλιν ἐπαναλαμβάνω, θέλω ἐπαναλάβει τὰς πρὸς τοὺς Ταμίας διαταγάς.
§30ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω μίαν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ὑποβοηθεῖ τὰ τοιούτου εἴδους ἐντάλματα. Οἱ ὑποταμίαι ἢ οἱ Ταμίαι ἐκδίδουσιν ἐντάλματα κατὰ πολλῶν χωρικῶν, ἡ κατοικία τῶν ὁποίων ἀπέχει ὥρας ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ταμείου, ἡ ὑπηρεσία δὲ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Σήμερον μάλιστα ἔμαθον, ὅτι εἷς δημόσιος εἰσπράκτωρ τῆς ἐπαρχίας μου ἀπέδρα εἰς Ἀμερικήν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κατεχράσθη, καὶ πόσον ποσὸν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλὰ τοὺς χωρικοὺς τοὺς ἐρήμαξε, διότι ἔχει εἰσπράξει πολλὰ χρήματα, καὶ δὲν ἔχει δώσει ἀποδείξεις εἰς αὐτούς. Ὁ εἰσπράκτωρ αὐτὸς λέγεται Κοκκίνης. Λοιπὸν συνεπείᾳ τοιούτων ἐνταλμάτων, ὀφείλονται μικρὰ ποσὰ, οἱ δὲ ὀφείλοντες χωρικοὶ ἀπάγονται ἀπὸ τοῦ χωρίου των, πολλὰς ὥρας ἀπέχοντος τῆς ἕδρας τοῦ Ταμείου, εἰς τὴν πρωτεύουσαν διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας δραχμὰς, ἐνῷ τέσσαρας δραχμὰς ἀξίζει τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ χωρικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπώλεσεν ἕνεκα τῆς ἀδρανείας τῆς ἐξουσίας· διότι, ἂν ἡ ἐξουσία ἦτο ἐπιμελεστέρα, βεβαίως οὔτε ὁ Ταμίας, οὔτε ὁ ὑποταμίας θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα διὰ τρεῖς δραχμὰς, καὶ νὰ ἀπασχολῆται ὁ στρατὸς εἰς τὴν σύλληψιν τοιούτων ὀφειλετῶν, τοὺς ὁποίους νὰ ἀπάγῃ ὥρας ὁλοκλήρους μακρὰν τῶν χωρίων των. Θὰ σᾶς φέρω αὔριον τὸν κατάλογον καὶ τὰ ὀνοματεπώνυμα τῶν ὀφειλετῶν.
§31ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὰ αὐτὰ παράπονα διεβιβάσθησαν καὶ εἰς ἐμὲ διὰ τὰς φυλακὰς Πύργου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι οἱ ὑποταμίαι Ὀλυμπίων καὶ Πύργου ἐξέδωκαν κατὰ ἑκατοντάδας ἐντάλματα, ἅτινα καὶ ἐδόθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν εἰς τὰς ἀστυνομίας. Κρατοῦνται δὲ εἰς τὰς φυλακὰς ὀφειλέται διὰ δέκα καὶ εἴκοσι δραχμάς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ μὴ καταδιώκωνται ὀφειλέται διὰ τόσον μικρὰ ποσὰ, νὰ παύσῃ δὲ ἡ καταδίωξις ἐν Ἠλείᾳ, ὅπου ὁ κόσμος εὑρίσκεται εἰς τελείαν ἀπόγνωσιν ἐκ τῆς πενίας.
§32Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρὸ δέκα ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν πέντε κρατουμένων διὰ πολιτικὰ χρέη εἰς τὰς φυλακὰς Χαλκίδος, οἱ ὁποῖοι προσήγαγον πιστοποιητικὰ ἔγκυρα, βεβαιοῦντα, ὅτι ἄγουσι τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος, καὶ πλέον, τῆς ἡλικίας των—ἄλλος μὲν τὸ ἑβδομηκοστὸν δεύτερον, ἄλλος τὸ ἑβδομηκοστὸν πρῶτον, καὶ ἄλλος τὸ ἑβδομηκοστὸν,—δι’ ὧν ζητοῦσι τὴν δυνάμει τοῦ νόμου ἀπαλλαγήν αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ στεροῦνται χρημάτων, διὰ νὰ τραπῶσι τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως.
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§34Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως. Τότε εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς ἀναπληροῦντα ὑμᾶς, νὰ τὴν στείλῃ.
§35Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω. Ἐκτὸς τῶν ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ἔχω καὶ ἐγὼ ἀπὸ διαφόρους ἐπαρχίας ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων μὲ βεβαιοῦσιν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει ἀναστολή τις πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου δι’ ἐλάχιστα ποσὰ, ἀλλὰ καὶ οἱ Ταμίαι, ἐκδόντες πολλὰ ἐντάλματα δι’ ἐλάχιστα χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, καταδιώκουσι καὶ συλλαμβάνουσι τοὺς μικροὺς τούτους ὀφειλέτας. Ἐὰν δὲ δὲν μεταφέρωσιν αὐτοὺς ὅλους εἰς τὰς φυλακὰς, τοὺς ἀναγκάζουσι διὰ τῆς βίας νὰ ἐκποιῶσι τὴν τροφὴν αὐτῶν, ὅπως πληρώσωσι τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ χρέη, καθ’ ἣν μάλιστα ἐποχὴν οἱ χωρικοὶ δυσκόλως δύνανται νὰ προμηθευθῶσιν ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν χρήματα. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,—ὅπως δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς παραπονουμένους, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ παρ’ αὐτῶν γραφόμενα καὶ ὅτι οἱ Ταμίαι παραβιάζουσι τὰς διαταγὰς τῆς ἀνωτέρας αὐτῶν ἀρχῆς—ἐὰν εἶναι δυνατὸν, τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ἀφορῶσαν τὴν εἴσπραξιν τῶν τοιούτων χρεῶν, νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν, κατὰ τίνα τρόπον ἐδόθη ἡ διαταγή, καὶ κατὰ τίνα τρόπον παραβαίνουσι τὴν διαταγὴν οἱ Ταμίαι.
§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν σημείωσιν τῶν παραπονουμένων, ἵνα δυνηθῶ νὰ ὁδηγηθῶ, καὶ τοὺς Ταμίας, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τοιαῦτα μέτρα, νὰ τιμωρήσω.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ καταθέσητε τὴν ἐγκύκλιον, θὰ σᾶς δώσω τὴν σημείωσιν αὐτὴν ἀμέσως (γέλωτες).
§38Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὅτι κρατοῦνται πλεῖστοι εἰς τὰς φυλακὰς διὰ δικαστικὰ τέλη ἐπὶ ποινικῶν ὑποθέσεων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν, ἣν ὑπέβαλον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ἔγγραφον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλαβε τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν συνήθως λαμβάνουσι τοιαῦται προτάσεις. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης προέτεινον καὶ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ νὰ δοθῇ ἡ ἀνάλογος προθεσμία εἰς τοὺς ἐξερχομένους τῶν φυλακῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τελῶν. Τί συμβαίνει σήμερον, κύριε Πρόεδρε; Κατεδικάσθη εἷς εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν, ἐτελείωσε τὴν ποινήν του, καὶ τὸν μεταφέρουσιν ἀπὸ τῆς μιᾶς φυλακῆς εἰς τὴν ἄλλην. Τί περιμένετε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, τὸν ἔρημον, ὁ ὁποῖος πέντε ἔτη ἔμεινε κατάδικος; Νὰ σᾶς πληρώσῃ, χωρὶς νὰ τοῦ δώσητε τοὐλάχιστον προθεσμίαν; Ἔχετε καταδίκους, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς δεσμὰ, εἰς θάνατον, καὶ ἐστερήθησαν τῆς περιουσίας των. Ἅμα τελειώσῃ ἡ ποινή των, ἢ λάβωσι χάριν, τοὺς μεταφέρετε εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς. Μὲ τί νὰ πληρώσουν; Αὐτοὶ ἐστερήθησαν τῆς περιουσίας των δυνάμει τοῦ νόμου. Λοιπὸν νὰ δώσητε προθεσμίαν, καὶ πρέπει ὁ νόμος νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο, διότι συμβαίνουσιν ἄπειρα ἀδικήματα καθ’ ἑκάστην. Φωνάζω ἀπὸ καιροῦ, ἀλλὰ δὲν ἀκούουσι. Φροντίζομεν μόνον, πῶς νὰ τακτοποιήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ τελειώσωμεν, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν!
§39Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἰς τοὺς διαφόρους Ταμίας ἔδωκε διαταγὰς, ὅπως ὦσιν ἐπιεικεῖς ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων φόρων, μοὶ ἐφάνη κατά τι παράδοξος, διότι οἱ Ταμίαι τῶν ἐπαρχιῶν ὡς δικαιολογίαν φέρουσι τὰς αὐστηρὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ὧν τοῦτο τοὺς καθιστᾷ προσωπικῶς ὑπευθύνους διὰ τὴν τακτικὴν καὶ ἄμεσον εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἡ δήλωσις ὅμως αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι λίαν εὐχάριστος, καὶ μοὶ δίδει τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ νουθετήσῃ τοὺς Ταμίας, ὅπως ἐκτελῶσι τὰς διαταγάς του. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν συμβαίνει καὶ ἓν ἄλλο. Ἐκτὸς τῶν 9,000 περίπου ἐνταλμάτων τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὀφειλετῶν, ἑκάστου τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ποικίλλει μεταξὺ πεντήκοντα λεπτῶν καὶ τριάκοντα δραχμῶν, — τριάκοντα δὲ δραχμαὶ εἶναι ὁ μεγαλείτερος φόρος, ὁ ὀφειλόμενος, καὶ ἐντεῦθεν βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἀγαθὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων! — συμβαίνει ἐκεῖ, ὡς εἶπον, καὶ ἄλλο ἄτοπον, τὸ ἑξῆς. Εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς δήμους εἶναι εἰσπράκτορες, καταγόμενοι ἐκ τῶν αὐτῶν δήμων. Νομίζω δὲ, ὅτι ὑφίσταται νόμος ἀπαγορεύων τοῦτο...
§40Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἐγκύκλιος.
§41Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγκύκλιος, ἔστω... Οἱ εἰσπράκτορες αὐτοὶ ἔχουσι διαιρέσει τοὺς ἀνθρώπους εἰς δύο τάξεις, εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους, καὶ κατὰ τῶν μὴ εὐνοουμένων ἔχουσιν ἐκδώσει χιλιάδας ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν ὑπογραφὴν κἂν τοῦ ἁρμοδίου Ταμίου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἀληθῆ καὶ δίκαια, καὶ οἱ μὲν εἰσπράκτορες οἱ ἐντόπιοι νὰ ἐκτοπισθῶσι, κατὰ τὸ μέτρον τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ μὴ γίνωνται παράπονα ἀπὸ τοὺς ἡμίσεις τῶν πολιτῶν, οἱ δὲ Ταμίαι νὰ ἦναι ἐπιεικέστεροι. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐκδίδηται ἔνταλμα διὰ πεντήκοντα καὶ ὀγδοήκοντα λεπτά!
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παράκλησιν θὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπευθύνει πρὸ ἡμερῶν περὶ τῶν πλανοδίων μικρεμπόρων, ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἔμελλε νὰ διατάξῃ, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῶν πολλαπλῶν αὐτῶν φόρων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν καὶ τί διέταξε.
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διέταξα, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαταγῆς.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίας διαταγῆς;
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν ὑπάρχουσι πλανόδιοι πληρώνοντες ἄλλον φόρον, καὶ πόσοι εἶναι αὐτοί. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος γινώσκει, ἂν ὑπάρχει τις ἐγγεγραμμένος ὑπὸ φόρον πλανοδίου καὶ ὑπὸ φόρον ἄλλον.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπὸ φόρον κατόχου ζώου, παραδείγματος χάριν, καὶ ὑπὸ φόρον ἐμπόρου.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται χρόνος τις πρὸς τοῦτο.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τουλάχιστον νὰ διατάξητε τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸν δρόμον, ἵνα ἐμπορευθῶσι.
§49Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τῆς ἐν Μυκόνῳ Μονῆς Τουρλιανῆς. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀπευθύνω, διότι ἐκ Σύρου εἶχον λάβει ἐπιστολὴν παρὰ σεβαστοῦ μοι φίλου, ἐν ᾗ κατεδεικνύετο, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς οὐδόλως ἐξησφαλίσθησαν διὰ τῆς ἐνοικιάσεως ἐκείνης, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξησφαλίσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς παρωράθησαν. Ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἡ σπουδή του ὅμως ἐκείνη μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι διττῶς ἠδύνατό τις νὰ ἐξηγήσῃ ταύτην· ἢ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ᾐσθάνετο ἑαυτὸν ἐντελῶς ἀνεύθυνον, καὶ ἠθέλησεν, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τῆς σπουδῆς νὰ καταδείξῃ τὸ ἀβάσιμον τῶν καταγγελλομένων, ἢ πραγματικῶς ᾐσθάνετο εἰς ἑαυτὸν τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, καὶ ἠθέλησε διὰ τῆς ἐσπευσμένης προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν ἐντύπωσιν τῆς Βουλῆς, εἶπε δέ, ὅτι ἡ ἐνοικίασις ἦτο δικαία καὶ νόμιμος, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Μονῆς. Δυστυχῶς ὅμως, λυποῦμαι ὅτι συνέβη τὸ δεύτερον. Δὲν εἶμαι δὲ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν τῇ ἐνοικιάσει ταύτῃ ἐξησφαλίσθησαν τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς. Τοῦτο δὲ συνήγαγον ἐκ τῆς ἐπισταμένης ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχὴν, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς ἐντελῶς παρηγκωνίσθησαν, Μονῆς πτωχοτάτης, ἡ ὁποία μόνον ἐκ τῶν πόρων τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης συντηρεῖται, μόλις ἐπαρκούσης εἰς τὰς ποικίλας αὐτῆς ἀνάγκας. Θὰ ἀφηγηθῶ δὲ τὰ γεγονότα, ὡς ἔλαβον χώραν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρω κατόπιν κρίσεις ἐπ’ αὐτῶν. Διετάχθη δημοπρασία ἐπὶ 117 κτημάτων τῆς Μονῆς· καὶ κατὰ μὲν τὴν πρώτην δημοπρασίαν ἀνεδείχθη πλειοδότης τις ἀντὶ 8,600 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν παραστάσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, ἠκύρωσεν αὐτὴν, φρονῶν, ὅτι οὕτω συμφέρει τῇ Μονῇ. Καὶ μέχρις ἐδῶ τὰ πράγματα βαίνουσιν ὁμαλῶς, καὶ οὐδὲν ψεκτὸν ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠκύρωσε τὴν δημοπρασίαν. Κατὰ τὴν διαταχθεῖσαν νέαν δημοπρασίαν, παρουσιάσθη Μπέρτος τις, ὅστις δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνεβίβασε τὴν προσφορὰν εἰς 12,000 δραχμάς· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠκύρωσε καὶ τὴν δημοπρασίαν ταύτην, καὶ διέταξε νέαν. Ὁ Μπέρτος, λόγῳ τῆς τρικυμίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτει ἐν τῷ πελάγει, δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ εἰς Μύκονον τὴν ἡμέραν τῆς δημοπρασίας, διότι δὲν ὑπῆρχεν εὐκαιρία, οὐδὲ ἀτμόπλοιον. Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν δημοπρασίαν, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀποδέχεται τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας διὰ τὸ ποσὸν τῶν 12,000 δραχμῶν. Μετὰ τοῦτο βεβαίως θὰ φρονῆτε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν διὰ τὸ ποσὸν τῶν 12,000 δραχμῶν, διότι οὕτω πράγματι ἡ Μονὴ θὰ εἰσέπραττε πλειότερα τῶν τῆς πρώτης προσφορᾶς. Δυστυχῶς, ὄχι...
§50Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πόσον ἐνωκιάζοντο πρὶν τὰ κτήματα;
§51ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδέποτε ἐνωκιάσθησαν· διότι οὕτως ἐφρόνει τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον, ὅτι συμφέρει τῇ Μονῇ· τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην εἶχε καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος· διότι διὰ τῆς κατ’ ἰδίαν ἐνοικιάσεως τῶν κτημάτων ὑπὸ τῶν μοναχῶν ἐξησφαλίζοντο πληρέστερον τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς. Τοιαύτη δ’ ἦτο καὶ ἡ γνώμη τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, ἀνδρὸς, περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, διότι εἶναι τὸ σέμνωμα μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων ἱεραρχῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ἂν καλῶς ἢ κακῶς διετάχθη δημοπρασία· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καλῶς ἔπραξεν, ἐνεργήσας δημοπρασίαν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σπεύδει καὶ ἀκυρώνει τὴν δημοπρασίαν τῶν 12,000, τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ Μπέρτος, ὅστις ἔδιδε καὶ πραγματικὴν ἀσφάλειαν 65,000 δραχμῶν, διότι εἶναι εἷς τῶν μεγαλοκτηματιῶν τοῦ Πειραιῶς· ἐν τῷ σχετικῷ δὲ φακέλῳ ὑπάρχουσι τὰ πιστοποιητικὰ τῆς περιουσίας του, καθὼς καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ Δημάρχου Πειραιῶς, ἐξ ὧν καταφαίνεται τὸ ἀξιόχρεων τοῦ πλειοδότου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὸν Μπέρτον, διότι ὁ ἐγγυητὴς αὐτοῦ, ὁ ἀξιότιμος κ. Παγανέλης, δὲν ἦτο τόσον φερέγγυος. Ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὁ ἐγγυητὴς ἦτο φερέγγυος ἢ ὄχι, ἀφοῦ ἡ Μονὴ οὐδὲν ἤθελε ζημιωθῆ, καθόσον ὁ πλειοδότης Μπέρτος εἶχεν 65,000 δραχμῶν περιουσίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐνέγραφε πρώτην ὑποθήκην, κατὰ τὸν νόμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι ἔλαβεν ἔγγραφον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ ἔγγραφον τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, δι’ ὧν τὸν προέτρεπον νὰ ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ ἐγγράφου). Ἰδοὺ, ἄλλως τε, τί γράφει ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸν Νομάρχην Κυκλάδων. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ). Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργέ, σεῖς εἴπετε, ὅτι ὠφείλατε ν’ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχιεπισκόπου· διατὶ ἐσπεύσατε νὰ ἀκυρώσητε τὴν δημοπρασίαν; Τὸ γεγονὸς τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων. Ἠκυρώθη ἡ δημοπρασία τοῦ Μπέρτου, καὶ διατάσσεται νέα, εἰς ἣν ἀναδεικνύεται τελευταῖος πλειοδότης Κοντόσταυλός τις, ἀντὶ 7,120 δραχμῶν, δηλαδὴ κατὰ 1500 δραχμὰς ἔλαττον τῆς πρώτης δημοπρασίας, καὶ κατὰ 5,000 σχεδὸν ἔλαττον τῆς προσφορᾶς τοῦ Μπέρτου κατὰ τὴν δευτέραν δημοπρασίαν. Τὸ περίεργον δὲ, ὅπερ γεννᾷ ὑπονοίας, εἶναι, ὅτι τοῦ Κοντοσταύλου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἐγκρίνῃ τὴν προσφοράν, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ κτήματα ἐν τῇ πρώτῃ δημοπρασίᾳ εἶχον φθάσει εἰς 8,600 δραχμὰς, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ προσεφέρθησαν 12,000 δραχμαί. Ὁ δὲ Κοντόσταυλος δι’ αἰτήσεώς του, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε, σπεύδει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ δηλοῖ, ὅτι προσφέρει καὶ 500 δραχμὰς περιπλέον, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς σπεύδει καὶ ἐπικυροῖ τὰ πρακτικὰ διὰ 7,000 δραχμάς. Ἰδοὺ τί λέγει. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν ἔγγραφον). Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐγκρίνῃ τοιαύτην δημοπρασίαν, γενομένην πρὸς ζημίαν τῆς Μονῆς. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι νὰ κρίνητε, ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο ἡ προσήκουσα καὶ ἐκ τῶν γεγονότων ἐπιβαλλομένη. Ἔλαβον ὅμως χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι λαμβάνει πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν! Ἡ Μονὴ Τουρλιανῆς ἐζημιώθη 5,000 δραχμὰς διὰ τῆς ἐνοικιάσεως. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ταῦτα εἶχον νὰ ἐκθέσω ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι συνέβησαν ἀνωμαλίαι κατὰ τὰς διαφόρους δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν θὰ ἐπεθύμει τις νὰ ἐγίνοντο, προκειμένου μάλιστα περὶ μοναστηριακῆς περιουσίας. Ἐπαφίεμαι εἰς τὴν εὐθυκρισίαν ὑμῶν, ἵνα ἐκτιμήσητε τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐξ αὐτῆς ὅμως δυνατὸν νὰ ἐξαχθῶσιν οὐχὶ εὐχάριστα συμπεράσματα διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου.
§52ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπισθῇ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιστολὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε κατηγορητήριον κατ’ ἐμοῦ. Ἐν τῇ ῥύμῃ μάλιστα τοῦ λόγου του ἐξέφρασεν ὑπονοίας κατὰ τῶν ἐνεργειῶν μου, τὰς ὁποίας οὐχὶ τὸ συμφέρον τῆς Μονῆς Τουρλιανῆς ἐκανόνισεν, ἀλλὰ δῆθεν ἄλλα ἐλατήρια. Ἐξέθηκα καὶ πρὸ ἡμερῶν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Εὐχαριστῶ δὲ τὸν κύριον Βουλευτὴν, διότι συνεπλήρωσεν ὅσα τότε εἶπον, καὶ ἀνῄρεσεν οὕτω τὴν ἄδικον κατ’ ἐμοῦ ὁμιλίαν του. Τὰ κτήματα τῆς Μονῆς εἶναι 117, ἀποτελούμενα ἐκ μικρῶν τεμαχίων ἀγρῶν, ἀμπέλων, κήπων κλπ. Τὰ κτήματα ταῦτα οὐδέποτε εἶχον καλλιεργηθῆ διὰ δημοπρασίας· ἀπέφεραν δὲ εἰς τὴν Μονὴν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τῆς Μονῆς Τουρλιανῆς, καθαρὸν ἔσοδον: κατὰ τὸ 1897 δραχμὰς 2447, κατὰ τὸ 1898 δραχ. 855, κατὰ τὸ 1899 δραχμὰς 2240. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπεβλήθη ἁρμοδίως αἴτησις πρὸς ἐνοικίασιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κτημάτων· ἐγὼ δὲ, ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν, ἐξέθηκα εἰς πλειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὰ κτήματα...
§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἠμφεσβήτησα τὸ σκόπιμον τῆς ἐνεργείας ὑμῶν διὰ τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων.
§54ΣΤΑΗΣ. Πρὸ ὀλίγου εἴπατε, ὅτι ἐζημίωσα τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς, ἐνῷ ἐγὼ ὠφέλησα αὐτὴν ἐτησίως 7125 δραχμὰς, ἀντὶ τῶν 1847, ἃς κατὰ μέσον ὅρον ἀπελάμβανε κατὰ τὸ παρελθόν.
§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν 7 χιλιάδων καὶ τῶν 12 χιλιάδων.
§56ΣΤΑΗΣ. Ἡ πρώτη δημοπρασία ἔφερεν 8,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς Μονῆς, ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου καὶ τηλεγραφικῶς καὶ δι’ ἀναφορᾶς του παρέστησεν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἀλλ’ οὐδὲ συμφέρον, νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία, καίτοι ὁ Νομάρχης ἐζήτει τὴν ἔγκρισιν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ἐποχὴ πρὸς καλλιέργειαν εἶχε παρέλθει. Ἠκύρωσα ἑπομένως τὴν δημοπρασίαν, ἕνεκα τῶν παραστάσεων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Κατὰ τὴν δευτέραν δημοπρασίαν κατεκυρώθη ἡ ἐνοικίασις ἐπ’ ὀνόματι κυρίου τινός, οὗ οὔτε τὸ ὄνομα δὲν γνωρίζω, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐγγυητὴν τὸν κ. Γ. Παγανέλην, φίλτατον μὲν, ἀλλὰ πολιτευόμενον, τὸν ὁποῖον συνεπῶς δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ ὡς ἐγγυητὴν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Νομάρχης μοὶ ἐγνώρισεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐγγυητής. Κατὰ τὸν νόμον δὲ, τοιοῦτος ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ. Ἐνῷ ταῦτα διεξήγοντο, ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, καὶ ἀναφορὰν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, παρακαλούντων με νὰ μὴ ἐπικυρώσω τὴν προσφορὰν τῶν 12,000 δραχμῶν, διότι ἡ ἔγκρισις θὰ κατέστρεφε τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς. Στηριζόμενος εἰς ἀμφότερα ταῦτα, εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐγγυητοῦ...
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ κατεστρέφοντο τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς;
§58ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἴσως τὰ συμφέροντα τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἔπεισαν τὸν Σεβασμιώτατον νὰ θεωρῇ ὡς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ σωτηρία αὐτῶν... Οὕτως ἠκύρωσα τὴν δευτέραν δημοπρασίαν, καὶ διέταξα νέαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τελευταῖος πλειοδότης προσέφερε μόνον 7,200 περίπου δραχμάς. Ἔσπευσα νὰ ἐπικυρώσω τὴν τρίτην ταύτην δημοπρασίαν, ἵνα μὴ παρέλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς καλλιέργειαν, καὶ τὰ κτήματα μείνωσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἡ ἐνοικίασις ἐγένετο ἐπὶ διετίαν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἑξαετίαν, ὡς ὡρίζετο κατὰ τὴν δευτέραν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἔφερε τὰς 12,000 δραχμάς. Γνωρίζετε δὲ πάντες, ὅτι τὰ πολυετῶς ἐνοικιαζόμενα κτήματα ἀποφέρουσι μεῖζον ἐτησίως μίσθωμα. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς 12,000 δραχμὰς κατῆλθεν ἡ εἰσφορὰ εἰς τὰς 7,200. Ταῦτα εἶπον, ὅτε τὸ πρῶτον ἔφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, νομίζων, ὅτι ἐλησμόνησα τὰ πράγματα, ἠθέλησε νὰ σκοτίσῃ αὐτά, καὶ φανῇ, ὅτι δικαίως μοῦ κατηγορεῖ, ὡς βλάψαντος τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νομίζω, μὴ προσηκόντως ἐποιήσατο ἀνευλαβῆ μνείαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου· διότι εἶπεν, ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος ἐσύστησε νὰ μὴ ἐπικυρωθῇ ἡ δημοπρασία, μετὰ τῆς πονηρᾶς προθέσεως νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἐνοικιαζομένων κτημάτων, προαιρούμενος νὰ καρπωθῇ ἐκ τούτου οἵαν δήποτε ὠφέλειαν· οὕτω δὲ παρέστησε τὴν αὐτοῦ Σεβασμιότητα ὡς ἐπιβουλευόμενον τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς. Τοῦτο ὀφείλω νὰ διαψεύσω, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι διαψεύσει καὶ πάντες, ὅσοι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωσι τὸν χρηστότατον χαρακτῆρα, τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν ἐγνωσμένην ἐλευθεριότητα τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, Τήνου καὶ Μήλου.
§60ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδένα εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν κατὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σύρου. Ἐξέθηκα μόνον τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσιν. Ἀνέφερα δύο τηλεγραφήματα τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶχε κατὰ νοῦν ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς, ὡς ἐκεῖνος ἐνόει. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, ἐξυπηρετοῦντο τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς, ἐὰν τὰ κτήματα δὲν ἐνῳκιάζοντο. Ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ ἑξῆς τηλεγραφήματος τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Σύρου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Σύρου. Ἀριθ. 425 τῆς 27(4) 1900. «Κτήματα Μονῆς Τουρλιανῆς Μυκόνου, ἕνεκεν ἐκκρεμότητος πλειστηριασμοῦ, μένουσιν εἰσέτι ἀκαλλιέργητα. Πεῖνα δὲ καὶ στέρησις ἀναμένει μοναχούς. Χθές, ἐπαναληφθείσης δημοπρασίας, κατεκυρώθησαν διὰ ποσὸν μόνον ἑπτὰ χιλιάδων δραχμῶν. Εὐτελὴς προσφορὰ ἀναγκαίως προκαλέσει ἐπανάληψιν δημοπρασίας, ὁπότε βεβαία καταστροφή, ἀποκλειομένης πλέον καλλιεργείας. «Εἰδοποιήσατε ἐπιτρέψαι Μονῇ καλλιέργειαν, ἐπείγοντος χρόνου, καὶ ἐπιὸν ἔτος πράξατε ὅ,τι νομίζετε συμφέρον Μονῇ. Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου Μεθόδιος.» Ἰδοὺ δέ, τί ἔγραφεν ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1900, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 5940 ἐγγράφου του, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τῆς δευτέρας δημοπρασίας (ἀναγινώσκει): «Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν γενομένην ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν τῆς ἐνοικιάσεως αὐτῶν, καθ’ ἣν τελευταῖος πλειοδότης ἀνεδείχθη ὁ Ἀντώνιος Μπέρτος, προσενεγκὼν ἐτήσιον μίσθωμα δραχμῶν 12,000, ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀποδεκτή, ἀλλὰ νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ δημοπρασία, ὡς μὴ τηρηθέντων κατ’ αὐτὴν τῶν τύπων τῆς πρώτης διακηρύξεως, μηδὲ πιστοποιουμένου ἁρμοδίως τοῦ φερεγγύου τοῦ τελευταίου τούτου πλειοδότου, μηδὲ ἐξασφαλιζομένων τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς διὰ τῆς νομίμου ἐγγυήσεως καὶ τῆς φερεγγυότητος τοῦ ἐγγυητοῦ.» Ἑπομένως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐφρόνει, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Μονῆς ἀπῄτει τὴν παρὰ τῶν μοναχῶν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὐτῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἐγὼ εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι καὶ ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος προσεπάθει νὰ μὴ ἐπικυρώσω τὴν δημοπρασίαν, δὲν εἶχον κατὰ νοῦν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἰδοὺ δέ, τί ἔγραφε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ Νομάρχης Κυκλάδων, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11850 ἐγγράφου του τῆς 17 Νοεμβρίου 1900 (ἀναγινώσκει): «... Ἡ δὲ ἐλάττωσις τοῦ μισθώματος κατὰ δραχμὰς πεντακισχιλίας περίπου δέον ν’ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὴν γενομένην ἐλάττωσιν τῆς διαρκείας τῆς ἐνοικιάσεως ἀπὸ ἑξαετοῦς εἰς διετῆ, καὶ διότι διὰ τὰς Κυκλάδας νήσους παρῆλθεν ὡρισμένως ἡ ἐποχὴ τῆς καλλιεργείας τῶν δημητριακῶν καρπῶν διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος.» Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι οἱ Σεβασμιώτατοι Ἀρχιεπίσκοποι φρονοῦσιν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν Μονῶν ἐξασφαλίζονται, ὁπόταν τὰ κτήματα τῶν Μονῶν διαχειρίζωνται ὑπὸ τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων. Δυστυχῶς, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐκ τοιούτων δὲ λόγων προέβην εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους.
§61ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον τῶν κανόνων.
§62Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπεζήτησε νὰ διαστρέψῃ τὴν ἀκρίβειαν. Ἐγὼ ἐξέθεσα τὰ πραγματικὰ γεγονότα, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, εἰπὼν ὅτι ἡ δημοπρασία ἔφθασε μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 8,000 δραχμῶν· προσεφέρθη εἶτα προσφορὰ 12 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἠκυρώθη, ἵνα προτιμηθῇ πλειοδότης ἐλάσσονος ποσοῦ· ἀπερρίφθη δὲ ἡ προσφορὰ τοῦ Μπέρτου τῶν 12,000 δραχμῶν, ἐνῷ ὑπῆρχον πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι τυχαία, ἀλλ’ ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς.
§63Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀναγνώσατε τὰ πιστοποιητικὰ, κύριε Πετρίδη.
§64ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ...
§65ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ψαρῶν, βεβαιῶ αὐτόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπεδέχθη τὴν ἐγγύησιν τοῦ κ. Παγανέλη, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ κ. Μπέρτος ἐζήτησε τὴν ἀκύρωσιν τῆς πρώτης δημοπρασίας· ἐδέχθη δὲ τὴν ἐγγύησιν, καὶ ἠκύρωσε τὴν δημοπρασίαν, καὶ διέταξε δευτέραν. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς φαντάζεται τὸν κ. Παγανέλην μὴ φερέγγυον· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν φερεγγυότητα τοῦ ἐγγυητοῦ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ· θὰ τὴν ἐξήταζεν ὁ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ ὑπάλληλος. Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς, ὅταν ἔχητε 65,000 δραχμῶν περιουσίαν ἀναμφισβήτητον, καὶ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Πειραιῶς βεβαιουμένην καὶ ὑπὸ τῶν πιστοποιητικῶν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, διδομένην πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἐγγυητοῦ, τί ἔχετε νὰ προβάλητε; τί ἔχετε νὰ φοβηθῆτε καὶ ν’ ἀπορρίψητε 12,000 δραχμάς; Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν τὸ ἠμφισβήτησεν οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ περιουσία τοῦ Μπέρτου ἀνέρχεται εἰς 65 χιλιάδας δραχμὰς, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ἀφοῦ αἱ σχετικαὶ τῆς περιουσίας του πιστοποιήσεις τὸ ἀποδεικνύουσι.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐβεβαιοῦτο τοῦτο;
§67ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ περιουσία τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐβεβαιοῦτο ὑπὸ τῆς πιστοποιήσεως τοῦ Δημάρχου Πειραιῶς, γενομένης μετ’ ἐκτίμησιν τοῦ ἁρμοδίου Μηχανικοῦ Πειραιῶς, διαταχθέντος πρὸς τοῦτο, καὶ ὑπὸ τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Πειραιῶς, δι’ οὗ βεβαιοῦται, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα ἦσαν ἐλεύθερα παντὸς βάρους. Ταῦτα πάντα εὑρίσκοντο ἐντὸς τοῦ κατατεθέντος φακέλου.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί κτήματα ἦσαν;
§69Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἀστικὰ κτήματα, κείμενα ἐντὸς τῆς πόλεως Πειραιῶς· οἰκία καὶ μαγαζεῖα. Ταῦτα δὲ προσεφέροντο ὡς ὑποθήκη πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μισθώματος τῶν κτημάτων.
§70ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐζήτει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐγγυητήν!
§72ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τοιοῦτος ἐδόθη. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠκύρου τὴν δημοπρασίαν τοῦ Μπέρτου, τῶν 12,000 δραχμῶν, δὲν ἐφαντάσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ Μπέρτος, ἐρχόμενος εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν λοιπῶν ἐνδιαφερομένων ἐν Μυκόνῳ, διὰ συμπαιγνίας νὰ ἀπόσχῃ τῆς δημοπρασίας, καὶ νὰ φθάσῃ ἡ ἐνοικίασις ἀπὸ 12,000 εἰς 7,000, ὡς καὶ ἐγένετο; Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ὑπόνοιαν δὲν ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἔπρεπε νὰ συλλάβῃ, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς. Τὰ γεγονότα εἶναι πασίδηλα, κύριοι συνάδελφοι. Βεβαίως δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν, ἀφοῦ ταχυδρομικῶς ἤρχοντο μεγαλείτεραι προσφοραί, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἔγγραφον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, τοῦ σεμνώματος αὐτοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγγραφον, δι’ οὗ παρεκαλεῖτο ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ νέας προσφοράς. Ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ἐπίσης τὴν ἀκύρωσιν τῆς τελευταίας δημοπρασίας. Διατὶ δὲν ἐδέχθη τὴν γενομένην δι’ αἰτήσεως νέαν προσφοράν; Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκποδών, διότι ἴσως ἄλλους σκοποὺς καὶ ἄλλα συμφέροντα — δὲν τὸ ἀποκρύπτω — ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τῆς τοιαύτης ἐγκρίσεως. Ὅσον δὲ καὶ ἂν προσπαθῇ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἐνεργείας του, τὰ πράγματα εἶναι ἐναντίον του, ἡ δημοπρασία δὲ διεξήχθη πλημμελῶς, ἀποβᾶσα ἐναντίον τῶν συμφερόντων πτωχῆς Μονῆς, ἀποζώσης ἐκ τῶν μικρῶν τούτων εἰσοδημάτων της.
§73Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, περὶ τοῦ ἂν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε παραχρῆμα ἀξιωματικώτατα, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐντεῦθεν ἐδόθη ἀφορμή, ἵνα ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐξετασθῇ εὐρύτατα ἐνταῦθα παρὰ διαφόρων κυρίων Βουλευτῶν· τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς εὐρείας ἐκείνης συζητήσεως ἦτο, νὰ κύψῃ τὴν κεφαλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέναντι τῶν διατάξεων, τῶν σαφῶν, τοῦ νόμου, καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ, καίτοι παρῆλθον, κύριε Πρόεδρε, τόσαι ἡμέραι ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ σέβηται τοὺς νόμους, καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτούς, οὐχ ἧττον αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων μένουσιν ἀνεκτέλεστοι. Ἔλαβον δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως σκέπτεται νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τί σκέπτεται. Σκέπτεται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων; Καὶ πρῶτον, διατὶ δὲν ἐξετέλεσε μέχρι τοῦδε ταύτας; Δεύτερον, τί θὰ πράξῃ; Θὰ ἐκτελέσῃ τὰς μὴ ἐκτελεσθείσας; Διότι νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διασαλεύομεν τελείως τὸ κῦρος τῶν νόμων, ὅταν ἕκαστος τῶν κυρίων Ὑπουργῶν φρονῇ, ὅτι δικαιοῦται νὰ πράττῃ οὐχὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, ἀλλ’ ὅπως ἂν αὐτὸς βούληται. Ἀλλὰ τότε δὲν γνωρίζω, ποῦ θέλομεν φθάσει. Περιμένω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§76ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω...
§77ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Μπακόπουλε, παρακαλῶ. Περιμένω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει σπουδαίως τὸν τόπον. Ἔχω πληροφορίας, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολλὰ σχολεῖα, ἕνεκα τῆς ἀμελείας αὐτῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχουσι φθάσει εἰς τελείαν παραλυσίαν. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν πλέον, ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις, νὰ σιωπᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι θέλει νὰ προστατεύῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι προστασίας, ἢ διότι τῷ ἐπιβάλλεται νὰ προστατεύῃ αὐτούς.
§78Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν, συμφώνως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, παρεκάλεσα αὐτὸν, διότι ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι ἐπιθυμεῖ δι’ ἐγγράφων καὶ διὰ τῶν πραγμάτων νὰ διαψεύσῃ τὰς κατ’ αὐτοῦ μομφὰς ἡμῶν, τὸν παρεκάλεσα, λέγω, νὰ καταθέσῃ ὡρισμένον φάκελον, ἀφορῶντα τὴν παῦσιν τριῶν δημοδιδασκάλων τῆς ἐπαρχίας μου, ἵνα οὕτω τῷ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του τοῦτον. Ἀλλὰ, δυστυχῶς καίτοι παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος ἔκτοτε, καὶ ὁ φάκελος εἶναι ἕτοιμος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δὲν κατετέθη ἀκόμη.
§79ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐπαιδεύσεως). Κατέθηκα σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι σχετικὸν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχει. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσατε, εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Νομαρχίας τοῦ νομοῦ σας.
§80ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά.
§81ΣΤΑΗΣ. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως τῆς πρωτευούσης τῆς ὑμετέρας ἐπαρχίας, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 15 ἡμέραι. Ἀλλ’ αὕτη εἶναι δευτέρα αἴτησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε ταύτην τὴν στιγμήν. Ἐγὼ κατέθεσα πρὸ μικροῦ πᾶν ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σχετικόν. Δηλῶ δὲ, ὅτι ταῦτα καὶ μόνα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς σας δύναμαι νὰ ἀπαντήσω. Ἐὰν θέλητε νὰ ζητήσω καὶ καταθέσω ἄλλα σχετικὰ, ὑποβάλατε ἐγγράφως νέαν ἐπερώτησιν, καὶ θέλω ταχέως ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν σας.
§82Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἄλλο σχετικόν. Παρεκάλεσα πρὸ ἡμερῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ πληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις ἐν Εὐρυτανίᾳ τῶν τε δημοδιδασκάλων καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων. Πλησιάζει ἤδη ὁ Ἰανουάριος, καὶ ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ στερεῖται ἑλληνοδιδασκάλων. Ὑπῆρχον διδάσκαλοι, καὶ τοὺς ἐπαύσατε. Δὲν ἠξεύρω τοὺς λόγους, καὶ δὲν θέλω νὰ τοὺς ἐξετάσω.
§83ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς παρεκάλεσα νὰ ὑποδείξητε πρόσωπα, διότι δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα.
§84ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ ἐπαύσατε αὐτούς;
§85ΣΤΑΗΣ. Διότι ἐπεθύμουν νὰ φύγωσι.
§86Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ διότι οὕτως ἐπεθύμει τὸ κόμμα. Σᾶς ὑπέδειξα καὶ πρόσωπα, ἅτινα ὅμως δὲν διωρίσθησαν· οἱ δὲ διορισθέντες ἐδήλωσαν ἐνώπιόν σας κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν μεταβαίνουσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, εἰς τὸ Σχολαρχεῖον Ἀγραίων πέρυσι διεπράχθη πρᾶξις, ἡ ὁποία, νομίζω, δὲν κολακεύει πολὺ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς. Ἱδρύθη πρώτην φορὰν τὸ Σχολαρχεῖον αὐτὸ, δὲν ὑπῆρχον δὲ μαθηταὶ, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, ὑπῆρχον ὅμως πολλοὶ εἰς τὴν πρώτην τάξιν· ἵνα δὲ διατηρηθῇ τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο, καὶ ἰδίᾳ ἵνα διατηρηθῇ ὁ διδάσκαλος τῆς δευτέρας τάξεως καὶ λαμβάνῃ μισθὸν, ἐσοφίσθη τὸ ἑξῆς· ἐπῆρε 10 μαθητὰς, παραπείσας αὐτοὺς, ἐκ τῆς πρώτης τάξεως, καὶ τοὺς ἐνέγραψεν εἰς τὴν δευτέραν. Κατὰ τὸν χρόνον ὅμως τῶν ἐξετάσεων δὲν τοῖς ἐπετράπη, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις· καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τοῖς ἐπέτρεψε νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις. Οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἀπώλεσαν οὕτω τρία ἔτη· πρῶτον, διότι δὲν ἐφοίτησαν εἰς τὴν Αʹ τάξιν, δεύτερον, διότι δὲν ἐφοίτησαν εἰς τὴν Βʹ, καὶ τρίτον, διότι πάλιν φοιτῶσιν εἰς τὴν Αʹ. Ὁ δὲ σχολάρχης, ὁ ἐκτελῶν καὶ καθήκοντα ἐπιθεωρητοῦ, ὑποθέτω, ὅτι οὐδὲν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς παρέλειψε νὰ καταστήσῃ γνωστὴν καὶ ὑπόθεσιν κακοήθη, ἡ ὁποία, δὲν γνωρίζω, ἂν περιῆλθεν ἄλλως εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου.
§87ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Συλλαμβάνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸ ὠτίον.
§88ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πώ! πώ!
§89ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ νὰ τὸ λέγητε ἐκεῖ, εἰς τὴν Σῦρον, σεῖς.
§90ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω καὶ ἐδῶ.
§91ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνον εἰς σᾶς ταιριάζει αὐτό! Λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς συλλαμβάνεται ἀπὸ τὸ ὠτίον παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Πετρίδου, ὅτι προετίμησε, διὰ νὰ ὠφεληθῇ συμπολίτης του, νὰ ἀκυρώσῃ δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς 12,000 δραχμὰς, καὶ κατόπιν νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ αὐτὰ κτήματα ἀντὶ 7,000 δραχμῶν, δίδων δῶρον εἰς τοὺς συμπολίτας του, εἰς τοὺς συγγενεῖς του.
§92ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ εἶπε τόσην ὥραν ὁ κ. Πετρίδης;
§93ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Πετρίδης δὲν ἠθέλησε νὰ καταγγείλῃ ῥητῶς ταῦτα, ἵνα μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης κατήγγελλεν, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τὸν περιβάλλει σήμερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυπτε καταχρήσεις, καὶ καταχρήσεις οὐσιώδεις, γενομένας εἰς τὰς θαλαμηγοὺς, καὶ ἐξωργίζετο ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἐπιπίπτων κατὰ τῶν Ἄνω καὶ τῶν Κάτω. Τὸ τοιοῦτον ὑπῆρξε προσὸν, ἵνα ὁ κύριος Ὑπουργὸς καθέξῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλαι περιστάσεις κατόπιν, ἵνα ἀποκτήσῃ καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προσόντα, ὡς Ὑπουργός. Ἐξεστράτευε πρὸς τὴν Κρήτην, ἀλλὰ κατέληγεν εἰς τὴν Ὕδραν. Μὲ τίνος δαπάνας; Μὲ δαπάνας Κομιτάτου τινὸς, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη λογοδοσία. Εἰς τοιαῦτα εἶναι ἱκανὸς ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ ὅταν ζητῆται παρ’ αὐτοῦ εὐσχημότατα ἀπάντησις ἐπὶ τῶν διαπραττομένων, διὰ τὸ μὴ ἔχειν τί νὰ εἴπῃ, ὁ κύριος Ὑπουργὸς σιωπᾷ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ τὴν σιωπὴν ἐκείνην, καὶ, ἀφοῦ ἔφθασε νὰ καθέξῃ θέσιν Ὑπουργοῦ, νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς Παιδείας, καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ νὰ φθάνωσιν εἰς παραλυσίαν τὰ σχολεῖα, ἀλλὰ, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ προβαίνῃ εἰς ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν, ἀφοῦ μάλιστα τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια προεῖπον τὰς περιπτώσεις, καὶ προεῖπον τὰ περὶ τούτων.
§94ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπέναντι τῆς θυμηδίας, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γορτυνίας διεσκόρπισεν εἰς τὴν Βουλήν...
§95ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνον σεῖς δύνασθε νὰ σκορπίζητε θυμηδίαν, καὶ αἱ πράξεις σας.
§96ΣΤΑΗΣ. .. ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα αἴτησις Βουλευτοῦ ὑποβάλλεται ἐγγράφως. Τὸ νέον ὑμῶν ἐρώτημα δύνασθε νὰ τὸ ὑποβάλητε ἐγγράφως, τότε δὲ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ταχέως.
§97ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς νόμου· ἂν ἐφαρμόζετε τοὺς νόμους, ἢ ὄχι.
§98Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν ἁβρότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν διεξαχθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν, περὶ τοῦ ἂν εἶναι ὑπόχρεως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἢ ὄχι, θέτων τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, συνεβούλευσε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἵτινες μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Ἀλεξάκης πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν, συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ ἧς παρεκαλεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ πληροφορίας περὶ τοῦ ἂν ἐξετέλεσε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετίμησε μὲ δύο σταθμὰ, καθόσον ἄλλας μὲν αὐτῶν, τῇ ὑποδείξει τῶν ἀγάδων τοῦ τόπου, ἐξετέλεσεν, ἄλλας δὲ, τῇ ὑποδείξει τῶν αὐτῶν ἀγάδων, δὲν ἐξετέλεσεν. Ἐρωτᾷ λοιπὸν ὁ κ. Ἀλεξάκης, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλεσε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ ἀπαντᾷ, ὅτι τὰς ἐρωτήσεις του πρέπει νὰ ἀπευθύνῃ ἐγγράφως, ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν ἔχει ἀπευθύνει! Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πῶς νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, μετὰ τὴν ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο θέλει νὰ ὑπεκφύγῃ, ζητῶν ἔγγραφον ἐπερώτησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ νομιμώτατον ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας, διατὶ δὲν ἐξετέλεσε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἀρκαδίας, αἵτινες μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου. Πλήρης ἐπικρατεῖ ἀναρχία ἐν τοῖς ἐκεῖ δημοτικοῖς σχολείοις, ἥτις παρατείνεται, ἀφοῦ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐπιθεωρῇ τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ προτείνῃ τοὺς ἀπολυτέους, οὗτοι δὲ γνωρίζουσιν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐκτελοῦνται, διότι αὐτοὶ προστατεύονται ὑπὸ τῶν ἀγάδων.
§99ΣΤΑΗΣ. Πρὸς τὸν μέλλοντα ἀγᾶν Τριπόλεως ἀπαντῶ...
§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε θὰ γείνω ἀγᾶς.
§101ΣΤΑΗΣ. .. διότι τὸ ζήτημα ἔλαβεν ἄλλην τροπήν. Μετὰ τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα καὶ ἀποφασισθέντα — διότι ἡ γνώμη τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας εἶναι καὶ γνώμη τῆς Βουλῆς — οὐδεμία ἀπόφασις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων μένει ἀνεκτέλεστος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Πάραυτα ἔδωκα διαταγὴν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, νὰ ἐκτελῇ πάσας τὰς ἀποφάσεις, ἀμέσως καὶ ἄνευ διακρίσεως, τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν...
§102ΦΩΝΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὤ! ὤ! ὤ!
§103ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σαφῶς ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι δὲν ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπαιτεῖ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἂν ἑπομένως ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς ἦναι ἑρμηνευτικὴ τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τουτέστιν εἰς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896, καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν ἁπάσας τὰς μὴ ἐκτελεσθείσας ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§104ΤΙΝΕΣ. Βεβαιότατα.
§105ΣΤΑΗΣ. Καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ πράξω τοῦτο· ἀλλ’ ἵνα γείνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας ἐπιθυμεῖ τὴν ἐκτέλεσιν· διότι ἐγὼ θὰ ἀρχίσω τὴν δημοσίευσιν τῶν μὴ ἐκτελεσθεισῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896, καὶ θὰ ἐκτελέσω αὐτὰς κατὰ σειράν.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι εὐτυχέστερος, ὁσάκις ὁμιλῇ περὶ μαθηματικῶν. Τὰ λεχθέντα ταύτην τὴν ἑσπέραν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λεχθῶσιν, ὄχι ὑπὸ νομικῶν, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὸ τοῦ ἁπλουστέρου τῶν Βουλευτῶν, ὅστις καὶ μόνον ἔχει γνῶσιν τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν ὑποθέσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡρμήνευσε τὸν νόμον, καὶ ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἑρμηνεύει τὸν νόμον κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, ὅτι, ἵνα ἑρμηνευθῇ νόμος, πρέπει νὰ προσαχθῇ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι, ὅταν τοῦτο ψηφισθῇ, ὁ νόμος ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ἐν τῷ ψηφισθέντι νομοσχεδίῳ, τῷ ἑρμηνευτικῷ, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐκεῖνος ἐψηφίσθη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κατώρθωσε νὰ πείσῃ ἡμᾶς κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων νὰ συζητῶμεν, ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, ὁμοφρονοῦντες, περὶ τοῦ ὅτι ὁ νόμος, ὃν παρέβη, ἔχει ἄλλην ἔννοιαν. Ἡ διαφωνία ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ πνεῦμα παρέχει τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, καὶ ὄχι τὸ γράμμα. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εὗρε ταύτην τὴν ἑσπέραν, — διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ πνεύματος ἠρύετο τὴν πεποίθησιν, αὐτὸς δὲ, κρίνων ἐκ τοῦ γράμματος, — ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἐκείνου, ὅπερ ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι νόμιμον, καὶ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν σειρᾶς ὑποθέσεων, ὅτε ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ζητεῖ λόγον ἀπ’ αὐτοῦ, διατὶ δὲν ἐκτελεῖ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνεγνώρισε καὶ αὐτός καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ δὲν ἐφαρμόζει τὴν ἀνεγνωρισμένην ταύτην ἀπόφασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ καθῆκον, τὸ ταχύτερον νὰ ἐπιληφθῇ ἁπασῶν τῶν ὑποθέσεων συλλήβδην, καὶ πᾶν τὸ ἐκκρεμὲς νὰ λύσῃ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ἂν προτιμᾷ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ, ἂν θέλῃ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ γράμμα, ἂν θέλῃ, καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, μία εἶναι ἡ λύσις, ἓν εἶναι τὸ βέβαιον· ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑπευθύνως πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§107Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη καὶ ἐδήλωσεν ἐπισήμως, ὅτι ὁ νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου ἐνέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἄρνησις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τούτων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἶναι ἄρνησις ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Ἄν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθηκε, καὶ οἵτινες δὲν προσήκουν οὔτε εἰς τετάρτης τάξεως Εἰρηνοδικεῖον, τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ, ἢ πρέπει νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὡς εἶπε συνάδελφός τις, ἀλλὰ περὶ συζητήσεως, ἥτις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐπιτρέπεται νὰ ἐνδοιάζῃ τις, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Αὐτὴν τὴν γνώμην τὴν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ σήμερον ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς, μὲ τόλμην ἀνήκουστον, τόλμην ἐξικνουμένην μέχρις αὐθαδείας, καὶ μᾶς λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις. Πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ στάσις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι οὐ μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως;
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δήλωσις, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§109ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου.
§110ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκτελοῦνται ἄνευ ἐξαιρέσεως καὶ κατὰ χρονολογικὴν τάξιν. Εἶπον δὲ, ὅτι ἐγεννήθη ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἱ πρὸ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας· ὑπάρχουσι δὲ τοιαῦται ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κ. Παναγιωτοπούλου, ἐπίσης ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐκ Κρανάης βουλευτοῦ κ. Μομφερράτου, ἐπίσης ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος βουλευτοῦ κ. Εὐταξίου· πλῆθος τοιούτων. Ὑπάρχουν ὡσαύτως ἀποφάσεις Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου μακαρίτου Πετρίδου, μὴ ἐκτελεσθεῖσαι.
§111Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§112ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἔφερα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύο ἀποφάσεις Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, μὴ ἐκτελεσθείσας ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου πατρός σας. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς ὀλιγομήνου ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν ἐξετελέσθησαν ἀποφάσεις Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ὑπάρχουσιν ἑπομένως χιλιάδες τοιούτων ἀποφάσεων, μὴ ἐκτελεσθεῖσαι. Περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τούτων πρόκειται. Ἐὰν δὲ θὰ ἐκτελεσθῶσι, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ κανὼν καὶ τάξις, καὶ πρὸς τὸν κανόνα καὶ τὴν τάξιν νὰ συμμορφωθῶμεν πάντες.
§113ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Χαίρω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατενόησε τὸ σφάλμα του, καὶ εἶπεν, ὅτι, μόλις ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, διέταξε νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις. Ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔδωκεν, ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§114Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δυστυχῶς, ἤμην ἀσθενὴς, ὅτε συνεζητήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ φαίνεται ὑποστηρίζων ἐσφαλμένην, κατ’ ἐμέ, γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δηλαδὴ ὑποχρεωτικός μετεχειρίσθη δὲ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ προκάτοχός μου ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας εἴχομεν τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἀλλὰ διατί; Διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔμειναν ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἀνεκτέλεστοι. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐντελῶς σαθρόν· εἶναι σαθρόν, διότι ἕκαστος Ὑπουργός, ἀποχωρῶν τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου, καταλείπει ἐργασίαν ἀτελῆ, τὴν ὁποίαν ὁ διάδοχος αὐτοῦ ἀναλαμβάνει νὰ ἐκτελέσῃ. Ἐὰν ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου μου καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν σημαίνει, ὅτι πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγεννήθη σήμερον τὸ ζήτημα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τοῦ 1895, καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸν ἐκθειάσω, διότι πράγματι εἶδον τὰ πρακτικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο, καὶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τοῦ βάρους τοῦ νὰ διορίζῃ εἰς τοὺς ἀπομεμακρυσμένους δήμους τὸ προσωπικὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ βελτιώσῃ, νὰ ἱδρύσῃ δὲ σύστημα ἀποκεντρωτικόν, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐν τῇ πράξει ηὐδοκίμησεν. Ὑπάρχουσι βεβαίως ἐλαττώματά τινα ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ὑπάρχει π. χ. τὸ ἐλάττωμα τῆς ἐλλείψεως ἑνότητος· διότι εἶχον παρατηρήσει μετὰ περιεργείας, ὅτι πληθὺς παραιτήσεων δημοδιδασκάλων ὑπεβάλλετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τόσον εὐκόλως παρῃτοῦντο οἱ δημοδιδάσκαλοι, καὶ διέκρινα, ὅτι αἱ διάφοροι περιφέρειαι τῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἑνότητα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ πρὸς ἑαυτάς· δημοδιδάσκαλος περιφερείας τινός, ὁ ὁποῖος εὕρισκεν εἰς ἄλλην περιφέρειαν θέσιν συμφερωτέραν, ἐπροτίμα ἐκείνην, καὶ παρῃτεῖτο τῆς πρώτης. Τοιαῦτα ὅμως ἐλαττώματα εἶναι ἐλάχιστα ἀπέναντι τῶν μεγάλων πρακτικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου, καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι τιμᾷ τὸν εἰσηγητήν, ὅστις κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Δυστυχῶς, δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὠχυρώθη ὄπισθεν μιᾶς φράσεως: «ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργόν»...
§115ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις μόνον.
§116ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. «Δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχων ἀντίθετον γνώμην, ἴσως δὲ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀντίθετον ἐσφαλμένην ἐκδοχὴν, μετεχειρίσθη κανόνας ἑρμηνείας, οἱ ὁποῖοι νομίζω, ὅτι ἀποτελοῦσιν ἁπλοῦν λογοπαίγνιον. Εἶπεν, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δικαιολογεῖ τὴν ἐσφαλμένην γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ πλεῖστοι τῶν κ. συναδέλφων. Ἀλλ’ οἱ κατέχοντες τὰ στοιχεῖα τῆς νομικῆς γνωρίζουσιν ἄριστα, ὅτι μία εἶναι ἡ ἑρμηνεία, εἶναι ἡ λογικὴ ἑρμηνεία· ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ τὰ γράμματα τοῦ νόμου, εἶναι μέσα βοηθητικὰ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας. Τί θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ γράμμα; Πολλάκις τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δύναται νὰ ἦναι ἀντίθετον πρὸς τὸ γράμμα, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἡ λογική. Ὅταν παραδεχθῶμεν τὸν κανόνα τοῦτον, ὁ ὁποῖος τυγχάνει ἀναμφισβήτητος, εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἦναι ἀσαφές· ὅταν ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἡ ὁποία συμβιβάζεται πρὸς τὴν λογικήν, ἦναι αὐτή, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ γράμμα τοῦ νόμου δύναται νὰ ἦναι ἀσαφές. Ταῦτα ὅμως ἀνάγονται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, τοὺς ἑρμηνευτικούς. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου μία εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων· διότι, ἐὰν δεχθῶμεν ἀντίθετον θεωρίαν, ἀνατρέπομεν ἐντελῶς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, ἀνατρέπομεν τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Εἶναι ὑποχρεωμένως λοιπόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ἀνεκίνησε καὶ ἄλλο ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργός· ὅτι ὑπάρχει σωρεία ἀποφάσεων ἐκκρεμῶν τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Βεβαίως ἐξ αὐτῶν ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ πρὸς ἐκτέλεσιν ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ἐκτελέσῃ, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ 1895, καὶ διὰ σειρᾶς χρονολογικῆς καὶ κατὰ τάξιν προτεραιότητος νὰ ἐνεργήσῃ, διότι πιθανὸν σήμερον ἀποφάσεις τινὲς νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς αὕτη δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, δικαιοῦται μέν, τὰς παλαιὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων νὰ ἐγκαταλείψῃ, ἀπὸ τοῦδε δὲ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ὀρθὴν γνώμην, ἣν ὑπέδειξεν ἡ Βουλή. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος, καὶ ὅταν ἐκδοθῇ ἑρμηνευτικὸς νόμος, ὁ νόμος οὗτος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἀνατρέχει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Δι’ ὅσων εἶπον, Κύριοι, ἠθέλησα νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ἡ ὁποία ἴσως διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τῆς δημοσιευθείσης, ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ. Συμπεραίνω λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, κατ’ ἐμέ, ὅτι μία εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἷς τῶν ἀρίστων ἐπιθεωρητῶν, ὁ κ. Μιχαλόπουλος, εἶχε προτείνει τὴν παῦσιν μιᾶς διδασκαλίσσης, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν Κηφισιᾷ. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ἡ διδασκάλισσα αὕτη διὰ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ τῶν 100 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε, διέτρεφε παράλυτον μητέρα, καὶ εἶχον καλέσει τὸν κ. Μιχαλόπουλον καὶ τὸν παρεκάλεσα, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ ἀναστείλῃ τὴν σκληρὰν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ ῥίψῃ εἰς τοὺς δρόμους γραῖαν κλινήρη, καὶ ν’ ἀποστερήσῃ τοῦ ἄρτου πτωχὴν οἰκογένειαν· ἀλλ’ ὁ κ. Μιχαλόπουλος ὑπῆρξεν ἄκαμπτος...
§117ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεώς της, καὶ μετὰ 15 ἡμέρας ἐπανῆλθεν εἰς τὴν θέσιν της;
§118ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἔπραξεν ὁ κ. Μιχαλόπουλος, ἀλλὰ μόνον αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, διὰ νὰ ἀναστείλω, χάριν φιλανθρωπίας, μίαν ἀπόφασιν, εἶχον σχεδὸν ἐκλιπαρήσει τὴν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ... Λοιπὸν πάντοτε εἶχον τὴν ἰδέαν, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ νόμος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταβαίνομεν εἰς ἠρεμωτέραν ἤδη συζήτησιν, εἶναι δὲ ὄντως ἐπιθυμητὸν, κατὰ τὰς συζητήσεις, ν’ ἀποφεύγωμεν νὰ δίδωμεν ἀφορμὰς εἰς διατάραξιν τῆς ἠρεμίας, διότι ἡ ἠρεμότης εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία εἰς ἐργασίας πολυμελοῦς Σώματος, ἀφοῦ ἄνευ αὐτῆς ὁ ἐρεθισμὸς, ἡ διατάραξις τῆς ἠρεμίας καὶ διαφωνίαι ζωηρότεραι ἐνασκοῦσιν ἐπιρροὴν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Δὲν πρόκειται περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, διότι δὲν ὑπέλαβεν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἑρμηνείας τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον. Ἐὰν εἰσήγετο νομοσχέδιον περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἂν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, τὸν ὁποῖον εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ καὶ κυρώσει ὁ Βασιλεύς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον, πρόκειται περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ ὑπῆρχε πλάνη περὶ τὴν κατανόησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη κατὰ τὰ παρελθόντα· ἀλλ’ εὐτυχῶς διελύθη ἡ πλάνη αὕτη, καὶ τώρα πάντες φρονοῦμεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαί· ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει διαφωνία, οὔτε μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἡμῶν, οὔτε μεταξὺ τῆς πτέρυγος τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης. Ἀλλ’ ἐπροτάθη ἄλλο τι, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ἐπειδὴ ἕνεκα τούτου ὑπελείφθησαν χιλιάδες ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων μὴ ἐκτελεσθεῖσαι, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εὑρέθη εἰς τὴν ἀμηχανίαν, ποίας νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ποίας νὰ παραλείψῃ. Ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεων Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, ὑμεῖς δὲν ἔχετε εὐθύνην, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν· διότι, ἐὰν ἢ διὰ πλάνης ἢ δι’ ἁπλῆς παραβάσεως ἐν τῇ διοικήσει εὐθύνεται μόνος ὁ Ὑπουργὸς, ὁ περιπεσὼν εἰς τὰς πλάνας ἢ τὰς παραβάσεις, ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ παραβάσεως τῶν νόμων, εὐθύνεται ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον· ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ χωρήσητε τὴν ὑμετέραν ὑπουργίαν ἀπὸ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου σας κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ἡ δὲ ὑποχρέωσις πρὸς ἐκτέλεσιν ἐπιβάλλεται εἰς ὑμᾶς ἐπὶ πασῶν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τυγχάνετε μέλος· διότι, ἐὰν ἠθέλετε χωρίσει τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, καὶ περιορισθῆτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνελάβετε ὑμεῖς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἠθέλετε ἀφήσει τὴν εὐθύνην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ παράβασις τοῦ νόμου κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ εὐθύνει ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἧς ἐσχηματίσθη τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ, πῶς θὰ προβῆτε εἰς ταύτας, πῶς θὰ ἐκλέξητε μεταξὺ αὐτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνασκῆτε δικαίωμα ἐκλογῆς· πρέπει ν’ ἀρχίσητε νὰ ἐκτελῆτε πάσας ἀδιακρίτως, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλει παραγάγει δυσκρέστους κρίσεις, καὶ δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐθαίρετον ἀπόφασιν ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐφ’ ὧν ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψε διάκρισιν. Εἶμαι δ’ εὐχαριστημένος, διότι τέλος πάντων ἐλύθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα.
§120ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν πολλῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χώρας τοῦ δήμου Θελπούσης, διὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρουσιν, ὅτι, ὑπάρχοντος ταχυδρομείου εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου ἐκείνου, ἡ ταχυδρομικὴ ἐπιστασία ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸν μόνον ἐκεῖ δημόσιον ὑπάλληλον, τὸν γραμματοδιδάσκαλον. Ὁ γραμματοδιδάσκαλος ἀπελύθη, καὶ ἐξεδόθη διαταγή, διὰ τῆς ὁποίας ἀφῃροῦντο ἀπ’ αὐτοῦ τὰ καθήκοντα τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου. Κατόπιν διωρίσθη γραμματιστὴς εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν κενήν, τοῦ γραμματοδιδασκάλου, ἀλλὰ δὲν παρεδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία. Διὰ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παραμένῃ ὁ πρώην γραμματοδιδάσκαλος, ὁ πεπαυμένος, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχυδρομικὴν, ἐξεδόθη διαταγή, διὰ τῆς ὁποίας ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τὰ ταχυδρομικὰ εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον τοῦ χωρίου, ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος, ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ καὶ ἐκτελῇ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ὁ πρὸ μηνῶν ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας γραμματοδιδάσκαλος. Ὑποβάλλουσιν ὅθεν τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν οἱ κάτοικοι, ζητοῦντες θεραπείαν. Ἑτέραν ἀναφορὰν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐκ Διβρίτσης τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος. Κατὰ τὸν νόμον, διορίζονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχυδρομικὴν κατὰ πρῶτον λόγον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατὰ δεύτερον λόγον οἱ συμβολαιογράφοι, καὶ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ἰδιῶται. Ὁ νόμος, ἀναγράφων τὴν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐννοεῖ βεβαίως τοὺς ἐμμίσθους, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραψε καὶ δευτέραν τάξιν, τὴν τῶν συμβολαιογράφων, τῶν ἀμίσθων· ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς ἐφαντάζετο, ὅτι θέλει γείνῃ καταδολίευσις, οἵα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἐκεῖ νὰ διορισθῇ εἰς συνιστώμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν...
§121ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς λέγεται;
§122ΒΟΖΙΚΗΣ. Θεόδωρος Ἀναγνωστόπουλος... Διὰ νὰ διορισθῇ λοιπὸν αὐτὸς καὶ διὰ νὰ παρουσιασθῇ ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, ἐπενοήθη τὸ ἑξῆς· διωρίσθη ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἐλευσῖνος, ἡ ἕδρα τοῦ ὁποίου ἀπέχει ἀπὸ τῆς Διβρίτσης δύο ὥρας, καί, χωρὶς νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν, χωρὶς δὲ νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, ἵνα διορισθῇ ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, παραμένει εἰς τὸ χωρίον, καὶ εἰς αὐτὸν ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου, ἐνῷ εἰς τὸ χωρίον ὑπάρχει δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ δημοδιδάσκαλος. Δι’ αὐτὸ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ὑποβάλλουσι τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ζητοῦντες τὴν δέουσαν διόρθωσιν. Ἤδη παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως», νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τόσον ἀναγκαίου καὶ κατεπείγοντος τούτου νομοσχεδίου.
§123Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ καλέσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐργασθῶσι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ παρεκάλεσα.
§125Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δυστυχῶς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συνέρχεται ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐργάζεται τακτικῶς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, λέγω, ἐκείνης, μεθ’ ὅλας τὰς παρακελεύσεις μου καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐπανειλημμένας προσκλήσεις μου, δὲν κατωρθώθη συνεδρίασις· ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οὔτε ἕνα, οὔτε δύο συναδέλφους εὕρισκον, καὶ ἠναγκαζόμην νὰ ἀπέρχωμαι, μετὰ τὴν πάροδον μιᾶς ἢ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας. Ἐκ τούτου, ἀπελπισθεὶς περὶ τοῦ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέρχηται ἡ Ἐπιτροπὴ τακτικῶς, ἐσκέφθην, ὅτι δὲν ὑπολείπεται παρὰ νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς καταλληλοτέραν στιγμήν, δηλαδὴ τὴν ἐποχὴν τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων, ὅτε θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὰ μέλη πολὺ εὐκολώτερον νὰ συνέρχωνται ἐπὶ 5 καὶ 6 ὥρας τὴν ἡμέραν, ἵνα ἐργαζώμεθα. Τότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται· τώρα δὲν ἔρχονται, μεθ’ ὅλας τὰς συμβουλὰς μου καὶ τὰς παρακλήσεις μου. Σήμερον ἀνεκοίνωσα ταῦτα καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§126Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως», καὶ οὐδεμίαν ἡμέραν ἔλειψα τῶν συνεδριάσεων· παρευρίσκοντο δὲ καὶ ὁ κύριος Στεφάνου καὶ ἄλλοι. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῶσι διὰ τὰς ἑορτὰς αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνω ἐδῶ κατὰ τὰς ἑορτὰς, προτείνω δὲ νὰ παρακληθῶσι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσιν αὔριον τὴν πρωΐαν, καὶ νὰ συνέρχωνται ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν, ὅπως περατωθῇ ἡ προεξέλεγξις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὄντος χρησιμωτάτου. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα, διότι ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ μελετήσαντα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐφ’ ἑκάστης παραγράφου ἔχουν σημειώσεις καὶ τροπολογίας, καὶ ἐπὶ τῶν σημειώσεων αὐτῶν ἕκαστον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς θέλει ζητήσει τὸν λόγον, καὶ θὰ συζητήσῃ, ἐνῷ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ αἱ συζητήσεις γίνονται κἄπως συντομώτεραι, καὶ καταλήγομεν εἰς συμπεράσματα, κατὰ τὰ ὁποῖα γίνονται πολλαὶ διορθώσεις, μὴ μεταβάλλουσαι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰς τὰ καθέκαστα. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ἀπὸ αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν πρωΐαν τὰς ἐργασίας μας, διότι διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐψηφίσαμεν, ἐκτυπήσαμεν κατακέφαλα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύνανται νὰ προστατευθῶσι δεόντως.
§127Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐπὶ πέντε ἡμέρας ἠρχόμην καθ’ ἑκάστην, καὶ παρέμενον ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ πλέον, καὶ ποτὲ δὲν κατώρθωσα νὰ ἴδω συνερχόμενα τέσσαρα ἢ πέντε μέλη, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐργασθῶμεν. Ἐγὼ, ἐν οἱᾳδήποτε ὥρᾳ θέλουσι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶμαι πρόθυμος νὰ ἔρχωμαι τακτικῶς. Εὔχομαι δὲ, νὰ κατορθωθῇ νὰ συνέρχωνται, διότι ἀληθῶς μεγίστη ἀνάγκη ὑπάρχει, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νέον «περὶ ἐκτελέσεως» νομοσχέδιον, προσηκόντως τροποποιούμενον.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς 10 τῆς πρωΐας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 10 λοιπὸν π. μ. παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συνέρχωνται.
§130Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατάστασιν, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς παρανόμου ἐνεργείας τοῦ Δασάρχου Λακεδαίμονος ἐν τῷ χωρίῳ Λαγίῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι διέταξε τὸν Δασάρχην ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου ἐκείνου· ἀλλ’ ὁ κ. Δασάρχης, λαβὼν τὴν διαταγήν, ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν, χωρὶς νὰ εἴπῃ τι εἰς τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι δὲν προβαίνουσιν εἰς τὴν συλλογὴν αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ Δασάρχης δὲν τοῖς ἀνεκοίνωσε τὴν διαταγὴν ταύτην, φοβούμενοι τὰ πρωτόκολλα τῶν δασοχωροφυλάκων, καίτοι ἡμεῖς ἐπληροφορήσαμεν αὐτοὺς, ὅτι ἐδόθη ἡ πρὸς τοῦτο ἄδεια ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Τοῦτο, μεταβὰς σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔκαμα γνωστὸν εἰς τὸν οἰκεῖον τμηματάρχην κ. Γεωργαντόπουλον, καὶ ἐζήτησα νὰ παραγγελθῇ ὁ Δασάρχης ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς κατοίκους Λαγίου τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου· ἀλλ’ αὐτὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἀδιαφορεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὁ Δασάρχης, ὅστις τοῖς ἀπηγόρευσε τὴν συλλογὴν, ἂς τοῖς ἐπιτρέψῃ αὐτὴν, ἀφοῦ ἅπαξ παρηγγέλθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅπως ἀνακοινωθῇ εἰς τοὺς χωρικοὺς, ὅτι διὰ διαταγῆς του ἤρθη ἡ ἀπαγόρευσις τῆς συλλογῆς τοῦ ἐλκιοκάρπου. Ὡς πρὸς τὰ καυσόξυλα, περὶ ὧν ἐπίσης ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὡμίλησα, παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ταχέως καὶ συντόνως λάβῃ πρόνοιαν, καὶ διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις παράνομος φορολογία αὐτῶν· διότι ἔχω ἐπιστολὴν ἐκ Σπάρτης, καθ’ ἣν καὶ τὰ ἑπτὰ ἐκεῖ ἐργοστάσια, ἐν οἷς ἐργάζονται 700 κοράσια καὶ ἄνδρες, ἔκλεισαν, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσε καὶ ἡ παράνομος καὶ καταθλιπτικὴ φορολογία αὐτῶν. Ἂς ληφθῇ ἐπὶ τέλους πρόνοια, ἵνα παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ἣν δὲν εἶναι ὑπόχρεοι οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ πληρώνωσι τὰ καυσόξυλα, ἅτινα ἀγοράζουσιν.
§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάσος Λαγίου, καὶ πρὸ τῆς γενομένης ἐνταῦθα ἐπερωτήσεως εἶχον παραγγείλει, ὅπως ἀπόσχωσι καὶ ὁ Δασάρχης καὶ ὁ Ἔφορος, μέχρις ὅτου νομοθετικῶς ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου, διότι εἶναι γεγονός, ὅτι τὰ ἐλκιόδενδρα ταῦτα εἶναι πεφυτευμένα ἐπὶ δάσους ἐθνικοῦ, ἡ δὲ ἐγκεντρίσαντες τὰ ἐλκιόδενδρα ταῦτα δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων αἱ προθεσμίαι ἤδη ἐξέπνευσαν. Θέλω φροντίσει λοιπὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ θέλει παρασχεθῆ προθεσμία νέα, ἐκλείψῃ δ’ οὕτως ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πρὸς τρίτους ἰδιοκτήτας τοῦ δάσους ἔρις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ καυσόξυλα, τὰ χρησιμοποιούμενα ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, ἔλαβον γνῶσιν αὐτῆς, καθὼς καὶ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἔδωκα ἐντολὴν νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια, ὅπως τὰ θέματα κανονισθῶσι συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀλλὰ μοὶ ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι προτίθεται τὸ θέμα αὐτὸ νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου...
§132ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἢ χθὲς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐστάλη ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δηλοῖ, ὅτι εὑρίσκει ὀρθοτάτην τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα διὰ νεωτέρου ἐγγράφου μου νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὑπέβαλε γνώμην τοιαύτην, θέλω δώσει τὰς δεούσας διαταγάς. Δὲν ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἔκλεισαν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι δηλαδὴ ἐζητήθησαν νὰ πληρώσωσι δι’ ἕκαστον φορτίον 30 λεπτά.
§134ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον.
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Νομάρχαι, παρακληθέντες, μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι βεβαίως εἶναι καὶ ἡ φορολογία αὕτη ἐν βάρος, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ παύσωσι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα τὰς ἐργασίας των. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅμως, ὅτι διὰ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου, ἥτις ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ διάταξις τοῦ νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ πληρώνῃ ἕκαστον φορτίον 30 λεπτά, δὲν ἔχει ἐφαρμογήν. Ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παράσχω καὶ πληροφορίας τινάς, ἀφορώσας εἰς τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος συνέστησε, τῶν ἐν Πύργῳ κρατουμένων. Καταθέτω ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς ἐκεῖ φυλακαῖς λόγῳ χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐζήτησα καὶ μίαν πρόσθετον πληροφορίαν, ἤτοι πόσοι ἐκρατήθησαν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὴν πληροφορίαν ταύτην, κατὰ τὴν 3 Δεκεμβρίου 1900 ἐκρατοῦντο 46, καὶ ἐκ τούτων μόνον 11 διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, οἱ δὲ λοιποὶ 35 διὰ ποινικὰ τέλη.
§136ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μάθωμεν, πόσοι προσῆλθον ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον, καὶ ἐπλήρωσαν;
§137ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα τοιαύτας πληροφορίας, οὔτε μοὶ ἐζητήθη πόσοι προσῆλθον καὶ ἐπλήρωσαν αὐθορμήτως τὰ χρέη των· ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κρατουμένων. Τὸ ὅλον τῶν κρατουμένων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κατὰ τὴν 3 Δεκεμβρίου ἀνήρχετο εἰς 480, καὶ ἐκ τούτων μόνον 180 διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, οἱ δὲ ἄλλοι διὰ ποινικὰ τέλη. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ περαιτέρω ἔρευνα διὰ τὴν ἀναφοράν, τὴν συστηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, πρέπει αὕτη νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προβῇ εἰς τὴν δέουσαν ἐνέργειαν, ὅπως ἀραιωθῶσιν οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι βέβαιος, ἐὰν ἁρμόδιος διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον τυγχάνει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον προτείνω, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπάρχουσι κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἴτε διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε διὰ ποινικὰ τέλη, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν δὲν ὑπερβαίνει τὰς δέκα δραχμάς. Διότι, προκειμένου περὶ χρέους δέκα δραχμῶν, ἐὰν στερήσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ὀφειλέτου τούτου ἐπὶ 10 μῆνας, βεβαίως ἐλαττώνετε τὴν πιθανότητα, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὴν ἀπαίτησίν του.
§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου κρατοῦνται οἱ τοιοῦτοι ὀφειλέται διὰ ποινικὰ τέλη, εἶναι νόμος ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Δὲν ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα κατακρίνω τὸν κύριον Βουλευτήν· ἀναφέρω αὐτό, ἵνα ἐπαινέσω τὸν νομοθέτην, διότι ἀπέβαινεν ἀδύνατον, κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν πρότερον, νὰ εἰσπραχθῇ τι παρὰ τοῦ ὀφειλέτου. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἀπολύεται ὁ ὀφειλέτης, εἰμὴ ἀφοῦ προηγουμένως πληρώσῃ· ὁρίζει δὲ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν κρατεῖται ὁ ὀφειλέτης καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ ὁποίου ἀπολύεται. Ὡς πρὸς τοὺς ὀφειλέτας λοιπὸν ἐκ ποινικῶν τελῶν, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πράξω τι· ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους, θέλω φροντίσει νὰ λάβω τὴν προσήκουσαν μέριμναν.
§140ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως οὔτε ὁ Ταμίας, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διατάξωσι τὴν ἀποφυλάκισιν κρατουμένου διὰ ποινικὰ τέλη, πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ τοῦ νόμου προθεσμία, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ πληρώσουν, παραμένουσιν ἐν τῇ φυλακῇ δύο ἢ τρεῖς μόνον ἡμέρας καὶ πληρώνουσιν, ἀλλὰ πολλοὶ καὶ εἰς μέγαν ἀριθμὸν ἄποροι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν, παραμένουσιν εἰς τὰς φυλακάς, καὶ τὸ Δημόσιον ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ δι’ αὐτοὺς 20 δραχμὰς τὸν μῆνα πρὸς διατροφήν των, διότι δὲν δύναται νὰ τοὺς ἀφήσῃ ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, καὶ ὅταν παρέλθῃ ἡ νόμιμος προθεσμία, ἀποφυλακίζονται, ὄχι διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων, ἀλλὰ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ὀφειλῆς των πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἂς διατάξῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ πληρώνηται ἀπὸ τὸν Ταμίαν τὸ ἀντίτιμον αὐτὸ τῆς διατροφῆς, καὶ τότε ὁ ἐπιστάτης ἀμέσως θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀπολύσῃ τοὺς κρατουμένους.
§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμβουλεύετε τὸν Ὑπουργὸν νὰ περιγράψῃ τὸν νόμον. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Τὸ μόνον δέ, ὅπερ δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός, εἶναι, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν χρῄζει τοσοῦτον μακροῦ λόγου, διότι ἡ ἀναφορά, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν σύστασιν, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐβεβαίου, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν 60 κρατουμένων ὤφειλον ποσὰ μέχρι δέκα δραχμῶν ἕκαστος. Ἡ βεβαίωσις αὕτη μοὶ ἔδιδεν ἀφορμὴν εὔλογον νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα διατάξῃ τοὺς Ταμίας νὰ μὴ φυλακίζωσι τοὺς διὰ ποσὰ μικρότερα τῶν δέκα δραχμῶν ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δεύτερος λόγος, ὅστις μὲ ὤθησε νὰ συστήσω τὴν ἀναφοράν, ἦτο, ἵνα μὴ κρίνηται ἀναγκαία καὶ διὰ ποινικὰ τέλη ἡ προσωποκράτησις, ὅταν ταῦτα ἀνέρχωνται εἰς εὐτελές τι ποσόν, μάλιστα ὅταν ὁ ἀπολυόμενος τῶν φυλακῶν ἐξέτισε ποινὴν φυλακίσεως, διετέλει δὲ χρόνον τινὰ ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κινήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ζητήσῃ καὶ μάθῃ, τίς προέτεινε τὸ νόμον περὶ ποινικῶν τελῶν, τὸν ἐπιβάλλοντα τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς τοὺς ὀφείλοντας τοιαῦτα ποσά, καὶ νὰ μὴ προβάλῃ ἐμὲ ὡς προτείναντα αὐτόν. Τὸν νόμον δὲν προέτεινα ἐγὼ, ἀλλὰ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος δὲν ζῇ πλέον· τὸ 1885 δὲ, ἔτος ἀμέσως ἑπόμενον τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐξεδόθη ὁ νόμος, ἐγὼ προέτεινα τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1884 ἐγένετο πρὸς διπλοῦν σκοπόν· πρὸς σκοπὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ πληρεστέρα εἴσπραξις τῶν ἐκ ποινικῶν τελῶν ὀφειλομένων, διότι τότε εἰσεπράττοντο μόλις 400,000 δραχμαὶ, ἐπὶ βεβαιώσει ἄνω τοῦ ἑκατομμυρίου, ἔπειτα περὶ τὰ 2,000,000, καὶ δεύτερον, νὰ ἐλαττώσῃ τὴν αὐστηρότητα τοῦ κειμένου νόμου. Ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον κρατοῦνται προσωπικῶς ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς οἱ κατάδικοι πρὸς ἔκτισιν τῶν ποινικῶν τελῶν, ἦτο διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου· ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωξε τὴν ἀρτιωτέραν εἴσπραξιν τῶν τελῶν τῶν ποινικῶν, ἠλάττωσε τὰς προθεσμίας τοῦ χρόνου τῆς κρατήσεως, τὰς ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἐμερίμνησε νὰ εἰσπράττωνται περισσότερα ἐξ αὐτῶν. Ἔκτοτε δὲ ὁμολογουμένως εἰσπράττονται ἐκ ποινικῶν τελῶν τόσα, ὥστε νὰ σκεφθῶμεν πολὺ πρὶν ἢ κατηγορήσωμεν τὰ τῆς αὐστηρότητος ταύτης, ἧς ἄνευ θέλει ἐπέλθει σπουδαία ἐλάττωσις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν μέριμναν περὶ εὑρέσεως τρόπου γενικοῦ, καθ’ ὃν, ὅταν πρόκηται περὶ προφανοῦς ἀπόρου, ἢ περὶ μικροῦ χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον, νὰ συμβιβάζηται ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσπράξεως πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν ἀνικανότητα τοῦ ὀφειλέτου, ὥστε νὰ μὴ κρατῆται μὲν εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἀληθῶς πτωχὸς, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ὑφίσταται ἀπωλείας ἀξίας λόγου.
§144Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω ὅμοια παράπονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πολλάκις παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἄρῃ ἄτοπον, ἢ παρανομίαν, ἥτις λαμβάνει χώραν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ· διότι δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ λαμβάνω ἐκεῖθεν ἐπιστολὰς ἀνθρώπων παραπονουμένων διατὶ νὰ ἦναι ἀνατεθειμένη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἰς ἰδιώτας, οἵτινες προβαίνουσιν εἰς καταχρήσεις, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἢ τὸν ἀστυνόμον, ἢ τὸν δημοδιδάσκαλον.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ δώσητε, παρακαλῶ, σημείωσιν.
§146Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑπενθυμίσω νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα, διὰ τὸ δάσος Μπέσια, δι’ ὃν ἔδωκα καὶ ἰδιαιτέραν σημείωσιν.
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φάκελος οὗτος εἶναι λίαν ὀγκώδης, ἐνόμισα δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ Δημοσίου σπουδαίων, ἠδυνάμην νὰ καταθέσω μόνον σημείωσιν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Ἐὰν δὲ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅσας πληροφορίας θέλει, τότε θέλω δώσει ἀντίγραφον τῶν σπουδαιοτέρων ἐγγράφων.
§148Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος θεραπεύσῃ τὴν ἑξῆς ὑπόθεσιν. Πρὸ ἡμερῶν ὁ Νομάρχης Κυκλάδων ἐτιμώρησε τὸν Δήμαρχον Ἑρμουπόλεως δι’ ἐπιπλήξεως. Ἡ τιμωρία εἶναι ἀναξία λόγου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν· ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ φέρω τοῦτο, διότι ἡ αἰτία εἶναι πολὺ σοβαρά. Ὁ Δήμαρχος ἐτιμωρήθη διότι τὴν 16 Νοεμβρίου, ἡμέραν καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα συντάξῃ τὸν Κανονισμὸν τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου, ἔκλεισε τὰ Δημοτικὸν κατάστημα καὶ ἔφυγεν, οἱ δὲ σύμβουλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι ἐπὶ τούτῳ. Ὁ Δήμαρχος προσεκάλεσεν ἀμέσως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα πιστοποιήσῃ, ἐὰν οὗτος ἦτο ἐν γνώσει, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ τὸ Συμβούλιον,—διότι, κατὰ τὸν νόμον, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὀφείλει νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς τὸν Δήμαρχον πρόσκλησιν—καὶ ἂν ὄντως εἶχον εἰδοποιηθῆ ἐγγράφως, ὅπως συνέλθωσιν, οἱ σύμβουλοι. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν εἶχον εἰδοποιηθῆ· ἑπομένως καὶ ὁ Δήμαρχος δὲν ἔφυγε σκοπίμως, καθόσον τὸ κλείσιμον τοῦ δημοτικοῦ καταστήματος ἐγένετο μετὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν.
§149Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ ποίαν ὥραν προσεκλήθη τὸ Συμβούλιον;
§150Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν, ὡς ἐδήλωσα, πρόσκλησις. Καὶ ἐπειδή τινες ἤθελον εἶπει, ὅτι πιθανὸν οἱ σύμβουλοι νὰ ἦσαν πολιτικοὶ φίλοι τοῦ Δημάρχου, καὶ ἠθέλησαν νὰ τὸν δικαιολογήσουν, καθιστῶ γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι φίλοι του, διότι, καίτοι ὁ δῆμος εἶναι πρώτης τάξεως καὶ ἔχει 18 συμβούλους, ἐκ τούτων μόνον 6 εἶναι φίλοι του, διότι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τόσοι μόνον ἐξετέθησαν, καὶ τοῦτο ἐξ αἰτίας μου, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ κ. Βαφειαδάκη, ὅπως μοὶ ἀποστείλῃ τὰ ὀνόματα καὶ τῶν ἄλλων ὑποψηφίων. Ἑπομένως ἡ ἐκδοχὴ αὕτη ἀποκλείεται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐκρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ὁ Δήμαρχος ἔκαμεν ἔφεσιν κατὰ τῆς παρανόμου ἀποφάσεως τοῦ κ. Νομάρχου. Ὁ λαὸς τῆς Ἑρμουπόλεως, κύριοι Βουλευταί, φέρει βαρέως τοῦτο, διότι ὁ Δήμαρχος δὲν εἶναι ἐκ τῶν τυχαίων Δημάρχων. Διετέλεσε Βουλευτής, καὶ εἶναι εἷς τῶν διαπρεπεστέρων δικηγόρων, φρονῶ δέ, ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ προσωπική του ἀξιοπρέπεια δὲν ἐπιτρέπει νὰ δέχηται τιμωρίαν τοιαύτην, ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς καταδίωξιν, διότι ἔχει πολιτικὰ φρονήματα ἐναντία πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Νομάρχης, ὅτι διὰ τοιούτων μέσων θὰ πείσῃ αὐτὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺ πολιτικοὺς φίλους του, πλανᾶται.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν, ὡς ἀνεκοινώσατε αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν, θὰ δεχθῶ τὴν ἔφεσιν· καὶ τότε τί κερδίζει ὁ Νομάρχης διὰ τῆς ἐπιπλήξεως;
§152Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ πολύ· ἀλλ’ ὁ Νομάρχης τὸν πιέζει, καὶ πράττει τοῦτο σκοπίμως. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τοῦ Νομάρχου, νὰ ἦναι αὐστηρότερος καὶ προσεκτικώτερος εἰς τὴν πώλησιν τῶν εἰς αὐτὸν παραδιδομένων ἀφιερωμάτων τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας τῆς Τήνου...
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὸ πρᾶγμα.
§154Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ εὐχαρίστως... Κατ’ ἔτος προσέρχονται πολλοὶ εἰς τὸν ναὸν τῆς Τήνου, καὶ ἀφιεροῦσι διάφορα πράγματα, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται καθ’ ὡρισμένας διατυπώσεις. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Νομάρχης, ὡς πληροφοροῦμαι, δὲν ἐξασκεῖ τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα, ἣν φαίνεται θέλων νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τοῦ Δημάρχου Ἑρμουπόλεως, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀφιερωμάτων, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταστήσῃ τοῦτον προσεκτικόν, ὅπως μὴ ζημιῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ ναοῦ Τήνου, καὶ μὴ συκοφαντῶνται ἀδίκως οἱ Τήνιοι, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸν Δήμαρχον Ἑρμουπόλεως ἥσυχον, ἀφοῦ οὗτος ἐκπληροῖ εὐόρκως καὶ ἀξιοπρεπῶς τὸ καθῆκόν του.
§155Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς πρωτευούσης ἀνεγράφη ἐπανειλημμένως κατ’ αὐτὰς εἴδησις σοβαρά, ἀφορῶσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἀνεγράφη δηλαδή, ὅτι ἡ περιουσία αὐτοῦ, εἴτε λόγῳ καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον τυχὸν χώραν, ἢ ἕνεκα κακῆς διοικήσεως, εἴτε ἕνεκα τῶν μεγάλων δαπανῶν, ἃς ἀπαιτεῖ ἡ συντήρησις καὶ ἡ λειτουργία ὅλων τῶν ὑφισταμένων μέχρι σήμερον Σχολῶν, δὲν κρίνεται ἐπαρκής, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἔφερεν εἰς ἀμηχανίαν τὴν Ἀκαδημαϊκὴν Σύγκλητον. Ἡ εἴδησις αὕτη, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐνεποίησεν ἀλγεινοτάτην αἴσθησιν εἰς ὅλους, καὶ πρὸ παντὸς εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, διότι πολλοί, πλεῖστοι ὅσοι διετελέσαμεν ἄλλοτέ ποτε τρόφιμοι τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν σύμπαντα, διότι ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ καλὴ κατάστασις τοῦ Πανεπιστημίου ἐνδιαφέρει οὐ μόνον τοὺς ἐλευθέρους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑποδούλους Ἕλληνας, τῶν ὁποίων τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον εἶναι ἡ πνευματικὴ τροφός. Αἱ ἐφημερίδες ἀνέγραψαν ἐπίσης, ὅτι ἡ Ἀκαδημαϊκὴ Σύγκλητος, προσελθοῦσα παρὰ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐξέθηκεν αὐτῷ τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ σπεύσῃ καὶ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, διότι ἄλλως ἀπειλεῖται τὸ κλείσιμον ὡρισμένων τινῶν Σχολῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐκρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀληθεύει ἡ εἴδησις αὕτη, ἐὰν ἔλαβε μέτρα, καὶ τίνα, ἢ ἂν σκοπεῖ νὰ λάβῃ τοιαῦτα, πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ τούτου, ὅπερ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων σοβαρῶν συνεπειῶν, ἃς εἶναι πιθανόν, ὅτι θὰ ἔχῃ, θὰ ἐκληφθῇ ἴσως καὶ ὡς ἐπίσημος μαρτυρία περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἐπιστῆμαι ἐν Ἑλλάδι ἐχρεωκόπησαν.
§156ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εὐτυχῶς τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας λεχθέντα δὲν ἔχονται ἀκριβείας, οὐδὲ γνωρίζω, ἐὰν ἀνεγράφησαν τοιαῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου παρέστησεν εἰς ἐμέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα τινὰ ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ μᾶλλον ἐπιτυχῶς τὸν προορισμόν του. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ πρόσοδοι τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὰς ὁσημέραι πολλαπλασιαζομένας. Τὰ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου τό γε νῦν ἔχουσιν ἄριστα. Ἀλλ’ ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἀνεπαρκής, ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Διότι τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου ἀνέρχονται, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, εἰς 357,000 δραχμάς. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως ἐπαρκές, ἵνα τὸ Πανεπιστήμιον ἐκπληρώσῃ τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην γεννῶνται, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῆς Ἰατρικῆς. Ἐζήτησεν ἑπομένως ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα προσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγός, ἀναγράφουσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου 60,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ συνάψῃ ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου δάνειον, δι’ οὗ νὰ ἀνεγείρῃ τὰ ἀναγκαῖα κτίρια πρὸς διδασκαλίαν, πρὸ πάντων δὲ πρὸς ἵδρυσιν φυσιολογείου, φυσιογραφείου, ἀμφιθεάτρου, φαρμακολογικοῦ χημείου, ἐργαστηρίου τοξικολογίας, ἐργαστηρίου ὑγιεινῆς καὶ μικροβιολογίας, χώρου πειραμάτων καὶ λοιπῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὡς νῦν ἔχουσι τὰ τῶν κτιρίων τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν γίνεται ἡ διδασκαλία ὡς πρέπει. Καὶ μετὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ χώρου, ὃν κατέχει νῦν ἡ Βιβλιοθήκη, ἥτις μετ’ οὐ πολὺ μεταφέρεται εἰς τὸ νέον κτίριον, αἱ διδακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Πανεπιστημίου πάλιν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν φοιτητῶν τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἐπιστημονικῶν ἀναγκῶν. Ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, θέλει προσπαθήσει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν αἴτησιν τῆς Συγκλήτου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§157ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἔλαβον σημείωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν βλέπω, ὅ,τι ἐζήτησα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§159Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καταθέτω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν αἴτησιν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσαι αἰτήσεις ὑπάρχουσι περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, καὶ διατί δὲν συγκαλεῖται τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραχωρήσεως αὐτῶν.
§160Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§161Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§162Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν, καθὼς καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἐψηφίσαμεν νόμους, διὰ τῶν ὁποίων συνεστήσαμεν Συνεργεῖά τινα, προωρισμένα νὰ καθαρίσωσι τοὺς ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς μεταξὺ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν, δύναμαι νὰ εἴπω, νὰ δηλώσωσιν ἐθνικὰς γαίας. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη — ἀκούσας τὰς συστάσεις ὅλων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον τὰς πιέσεις, ἃς ὑφίστανται οἱ πολῖται, καὶ τὸ ἀνώμαλον τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον οἱ συμπολῖταί μας ὡς ἐκ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν, τῶν ἀτελευτήτων, — εὐηρεστήθη, λέγω, νὰ προτιμήσῃ τὴν ἐπαρχίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχομαι, καὶ νὰ συστήσῃ ἐκεῖ τάχιστα ἓν ἐκ τῶν Συνεργείων τούτων, ὑπό τινα κύριον, Μπαμπέταν καλούμενον. Τὸ Συνεργεῖον κατηρτίσθη, ἐγκατεστάθη ἐν Φθιώτιδι, καὶ, κατὰ τὴν ἰδέαν πάντων ἡμῶν, ἰδίως δὲ τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐχώρει εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἐνῷ ὅμως τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὁ κ. Μπαμπέτας μετά τινων βοηθῶν, διορισθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξετέλει, ἡμέραν τινὰ ὑπεβλήθη ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν ὑφισταμένων αὐτοῦ καταγγελία πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ πρὸς ἄλλην προϊσταμένην ἀρχὴν, δι’ ἧς ὁ καταγγέλλων κατηγόρει τοῦ προϊσταμένου του, ὡς δῆθεν ἐκβιάζοντος τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ ἐν γένει παραβιάζοντος τοὺς νόμους, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων αὐτὸς προωρίσθη. Δὲν γνωρίζω πῶς, ἓξ ἢ ἑπτὰ ἡμέρας μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς καταγγελίας ἐκείνης ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὑποβαλὼν ταύτην ἀπελύθη, καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Συνεργείου ἀφέθη ἐλεύθερος, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις τῷ ἀνετέθη. Ὅτε ὅμως, κοινοποιηθείσης τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, τὸ πρᾶγμα ἤρξατο συζητούμενον, καὶ ἔφθασε μέχρι τῶν ἀκοῶν καὶ τῆς Ἐφοριακῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία μεγάλην ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. Μπαμπέτα, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ὑπέβαλε, καθ’ ἃ ἐπληροφορούμεθα, ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρίστα, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Συνεργείου ἐκείνου οὐχὶ ἀπταίστως ἐξετέλει τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν. Πρὸς ἔκπληξιν δὲ τῶν παρακολουθούντων ὅλα ταῦτα, ἰδίᾳ δὲ τῶν ἐν τῇ Ἐφορίᾳ ἐργαζομένων, διεδόθη, τέσσαρας ἀκριβῶς ἡμέρας μετὰ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης τοῦ Ἐφόρου Λαμίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι ἀκριβῶς μετὰ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον μόλις ἐπήρκει, ἵνα ἡ ἀναφορὰ φθάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ αὐθημερὸν νὰ γράψῃ τις εἰς Λαμίαν ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, διεδόθη, λέγω, — καὶ τοῦτο ἦτο ἀληθὲς — ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐφόρου Λαμίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάλληλός τις, ἐργαζόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, διεβίβασε πρὸς τὸν κ. Μπαμπέταν, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε ἐκήρυξε πόλεμον κατὰ τοῦ Ἐφόρου ἐκείνου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Μπαμπέτας θὰ εἶναι ἰσχυρόν τι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον καὶ μέχρι τῶν ἰδιαιτέρων γραφείων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ φθάσῃ, καὶ νὰ μανθάνῃ πᾶν τὸ εἰς αὐτὸν ἀναφερόμενον. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, κύριε Πρόεδρε, ἐν παρόδῳ, καὶ ὅπως μόνον ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Μπαμπέτας εἶναι ἰσχυρός. Εἰς τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Οἰκονομικὸς Ἔφορος, δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ διὰ τοῦτο διέταξεν Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητὴν, τὸν κ. Τσακαλῶτον, ἂν δὲν σφάλλωμαι, νὰ μεταβῇ εἰς Λαμίαν ἐκ Βόλου, ὅπου διέμενε, καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὸν κ. Μπαμπέταν. Κατὰ τὰ ᾀδόμενα ἐν Λαμίᾳ, κατόπιν καὶ τῶν δηλώσεων τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τούτου, ὁ κ. Τσακαλῶτος ὑπέβαλε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῖ, ὅτι ἥ τε καταγγελία τοῦ ἀπολυθέντος ὑπαλλήλου Ξενοφῶντος Γαβαθᾶ καὶ ἡ περὶ τοῦ κ. Μπαμπέτα ἔκθεσις τοῦ κ. Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Λαμίας ἔχονται ἀληθείας, καὶ ὅτι, προσθέτει ἡ φήμη, ἐπὶ τέλους ὁ κ. Τσακαλῶτος προέτεινεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν ἐκνόμων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ διενήργει ὁ κ. Μπαμπέτας. Ταῦτα, ἴσως εἴπῃ τις, εἶναι πράγματα ἀφορῶντα αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἔχω δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Συνεργείου. Ἐγκατασταθεὶς οὗτος ἐν Λαμίᾳ, ὡς Διευθυντὴς τοῦ Συνεργείου, τοῦ προωρισμένου νὰ ἐκκαθαρίσῃ, ὡς εἶπον πρότερον, τοὺς ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δηλωσάντων γαίας ἐθνικάς, ἤρξατο ἐργαζόμενος, καὶ, κατὰ τὰς βεβαιώσεις ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνδιαφερομένων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τύχην νὰ πληρώνωσιν ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὰς δόσεις ἐκείνας τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι, πότε τέλος πάντων θὰ παύσωσιν οἱ λογαριασμοί των οὗτοι ὄντες ἐκκρεμεῖς, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις, λέγω, αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐνδιαφερομένων, ὁ κ. Μπαμπέτας, σὺν τοῖς ἄλλοις μέτροις, τὰ ὁποῖα πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν ἐκείνων ἔλαβε, πρὸς διευκόλυνσιν ἴσως τῆς ἀνατεθείσης εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίας, ἐκάλεσε τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ εἶπεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τοὺς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς λελυμένους, ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Συνεργείου τὰς ἀποδείξεις, ἐξ ὧν φαίνεται, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσε τὴν μὲν καὶ τὴν δὲ δόσιν, εἰς τὸ διάστημα, ἐννοεῖται, τῆς τριακονταετίας, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν χρόνον, ἀφ’ οὗ ἐγένοντο αἱ δηλώσεις, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐπελήφθη τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Συνεργείου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἰς ἐμὲ φαίνεται περίεργον· διότι, ἐνῷ αἱ ἀποδείξεις αὗται, χαρτάκια μικρὰ οὖσαι, ἦτο δυνατὸν καὶ ν’ ἀπωλέσθησαν, τὴν πληροφορίαν ταύτην ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὸ σχετικὸν Ταμεῖον ἐκ τῶν βιβλίων του, ἐκτὸς ἂν τοιαῦτα δὲν τηρῶνται. Οἱ δυστυχεῖς χωρικοί, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται ἐπὶ τόσα ἤδη ἔτη, ὅπως πληρώνωσι καὶ ξαναπληρώνωσι τὰς δόσεις, αἱ ὁποῖαι καταλογίζονται εἰς αὐτοὺς, καὶ νομίζοντες, ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει, ὅτι τὸ Συνεργεῖον ἐκεῖνο ἤγετο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἠθέλησε νὰ δείξῃ, πιστεύσαντες ἐπὶ τέλους ἀδιστάκτως, ὅτι, ἂν ἐπαρουσίαζον τὰς ἀποδείξεις τῆς πληρωμῆς, δὲν θὰ παρήρχοντο ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέραι καὶ θὰ ἐλάμβανον τὴν λύσιν τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν λογαριασμῶν, προθύμως ἔσπευσαν, τίς πρῶτος νὰ προφθάσῃ, καὶ παρέδωκαν εἰς τὸ Συνεργεῖον τὰς ἀποδείξεις των, καὶ, τίς οἶδε, τί ἄλλο ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς ὁ δραστήριος αὐτὸς Διευθυντὴς τοῦ Συνεργείου. Καὶ οὕτω συνέλεξε τὰς ἀποδείξεις ταύτας, καὶ διεβεβαίωσε τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων, ὀλιγίστων ἡμερῶν θὰ εἶχον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑποθέσεως αὐτῶν. Ἐνῷ δὲ ἅπαντες ἐκεῖ ἀνέμενον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ λάβωσι τὸ τέλος, τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀτελευτήτων λογαριασμῶν καὶ τὰ παραχωρητήριά των, ἔμαθον, παρ’ ἐλπίδα, ἡμέραν τινὰ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πεισθὲν ἐκ τῆς ἐν Φθιώτιδι ἐργασίας τοῦ Συνεργείου, ὅτι, χάρις εἰς τὴν δραστηριότητά του, ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ ἔλυσε τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ἐν Φθιώτιδι, ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου, ὅπως καὶ ἐκεῖ ταχέως, διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν δραστηριότητος, λύσῃ καὶ τὰς ἐκεῖ ὑφισταμένας διαφοράς! Καὶ δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τὸ κακὸν, ὅτι ἔχασαν πᾶσαν ἐλπίδα λύσεως τῆς ἐκκρεμοῦς ταύτης ὑποθέσεως οἱ ἐν Φθιώτιδι δηλώσαντες ἐθνικὰς γαίας. Οὗτοι, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Διευθυντοῦ τοῦ Συνεργείου ἐκείνου, ὑφίστανται νέον, ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς μέχρι τοῦδε, μαρτύριον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑψώσω ἐνταῦθα τὴν φωνήν μου, καὶ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τέλος πάντων ἕν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ αὐτοὶ θὰ εὕρωσι τὴν ἡσυχίαν των. Εἰσπράκτορες τοῦ Ταμείου Φθιώτιδος συλλαμβάνουσι νῦν τοὺς χωρικούς, καὶ ζητοῦσι παρ’ αὐτῶν νὰ πληρώσωσιν εἰς αὐτοὺς δόσεις τοῦ 1885 π. χ. ἢ τοῦ 1890, δόσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἐμπροθέσμως, καθὼς συνηθίζουν, ἐπλήρωσαν. Εἰς τὰς προσκλήσεις ταύτας τῶν εἰσπρακτόρων οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ ἀπαντῶσιν: «Ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν τὰς δόσεις ταύτας· τί τὰς ζητεῖτε ἐκ νέου;» —«Ἐὰν τὰς ἐπλήρωσες, ἀπαντᾷ ὁ εἰσπράκτωρ, φέρε τὰς ἀποδείξεις σου.» —«Τὰς ἀποδείξεις τὰς ἔδωκα εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Συνεργείου», ἀπαντῶσιν οἱ χωρικοί· καὶ ὁ εἰσπράκτωρ λέγει: «Δὲν τ’ ἀκούω αὐτά· θὰ πληρώσῃς, ἢ θὰ προσωποκρατηθῇς!» Ἤρχοντο κατὰ δεκάδας οἱ χωρικοὶ εἰς Λαμίαν, ἐφ’ ὅσον ἤμην καὶ ἐγὼ ἐκεῖ, καὶ μετὰ δακρύων μὲ παρεκάλουν νὰ τοὺς ὁδηγήσω εἰς τὸν Ἔφορον, ἵνα μάθωσιν ἐπὶ τέλους, τί συμβαίνει μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπηγαίναμεν εἰς τὸν Ἔφορον, ἐζητοῦμεν νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς, ἢ τὰς ἀποδείξεις των, ἢ τὰ παραχωρητήριά των, ἐν ᾗ περιπτώσει εἶχε λύσει τὸ Συνεργεῖον τοὺς λογαριασμοὺς, καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἐφορίας μᾶς ἔλεγεν: «Οὐδὲν παρέδωκεν ἡμῖν ὁ κ. Μπαμπέτας, ἀναχωρήσας.» Καὶ μετὰ πολλὰς τοιαύτας ἐπισκέψεις καὶ παρακλήσεις πρὸς τοὺς ἐφοριακοὺς ὑπαλλήλους, κατωρθώθη ἐπὶ τέλους νὰ μάθωμεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ὅλα, τὰ ὁποῖα παρέλαβεν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους ὁ Διευθυντὴς τοῦ Συνεργείου, τὰ ἐτύλιξε φύρδην μίγδην εἰς κἄποιον σάκκον, καὶ τὰ παρέδωκεν εἴς τινα ὑπάλληλον τῆς Ἐφορίας, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς διὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν καὶ ἐπλήρωσαν ἐκ νέου πολλὰς δόσεις, εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν πατρίδα του, ἐπ’ ἀδείᾳ ἀναρρωτικῇ, διαρκεσάσῃ τρεῖς, νομίζω, μῆνας. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ὡς ὁ μόνος εἰδικός, εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ζητήσαντες παρ’ αὐτοῦ ταῦτα, οὐδὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν, τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ἁρμοδίου, κατὰ τὸν κ. Οἰκονομικὸν Ἔφορον Λαμίας, λέγοντος ἡμῖν: «Δὲν εὑρίσκει κανεὶς λογαριασμὸν εἰς τὰ χαρτιὰ τοῦ κ. Μπαμπέτα!» Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί θὰ γείνωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1872 καὶ ἐντεῦθεν τακτικώτατα κατέβαλλον τὰς δόσεις πρὸς ἐξόφλησιν αὐτοῦ τοῦ ἐπαράτου λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἤνοιξαν μὲ τὸ Δημόσιον; Καὶ ἐνῷ τοιαύτας ὑπηρεσίας παρέσχε κατὰ τὴν ἐν Φθιώτιδι διαμονήν του ὁ κύριος Μπαμπέτας, καὶ ἐνῷ αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὸ ποιὸν αὐτοῦ ἐγένοντο ἐγκαίρως γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐρωτῶ, διατὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου; Ἵνα καὶ ἐκεῖ πράξῃ τὰ αὐτά; «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα», θὰ μοὶ εἴπητε, «τὰ βεβαιοῦτε σεῖς;» Ἐγὼ βεβαίως οὐδὲν βεβαιῶ. Ὅ,τι λέγω, τὸ λέγω ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην διαδίδονται, καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄμεσον ἔχουσι τὸ ἐνδιαφέρον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἵνα δὲ καὶ ἐγὼ βεβαιωθῶ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαιωθῇ περὶ τῶν διαπραχθέντων ἐκεῖ, τὸν παρακαλῶ, πρὸς τὸ παρὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν συνταχθεῖσαν καὶ ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κ. Τσακαλώτου, ἐξετάσαντος τὰ κατὰ Μπαμπέταν, νὰ πληροφορήσῃ δὲ, ἂν εὐκρεστῆται, τὴν Βουλὴν, πῶς συνέπεσεν αὐτὸ τὸ γεγονός, νὰ παυθῇ ὁ καταγγείλας τὸν κ. Μπαμπέταν ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραδόσεως τῆς καταγγελίας ταύτης εἰς τὸ ταχυδρομεῖον τῆς Λαμίας; πρὸ παντὸς δὲ, νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον, γνωστὸν εἰς τὸν Ὑπουργόν, νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς συμπολίτας μου τὰς ἀποδείξεις καὶ τὰ παραχωρητήρια.
§163Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πλεῖστοι κτηματίαι, κύριε Πρόεδρε, τῆς πόλεως Πύργου, διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς ἐμὲ καὶ ἄλλους συναδέλφους, παραπονοῦνται, ὅτι ὁ Νομάρχης Ἠλείας διώρισεν ἀγροφύλακας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ δὲν προέτειναν, παρὰ τὸν νόμον καὶ ἐναντίον τῶν κτηματικῶν συμφερόντων των. Ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Νομάρχου ἤγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν κτηματιῶν, καὶ εἶναι ἑπόμενον νὰ προκαλέσῃ σκηνὰς δυσκρέστους καὶ λυπηράς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν κ. Νομάρχην, νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄτοπον, διορίζων ἀγροφύλακας, οὐχὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς θέλει, ἀλλ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προτείνουσιν οἱ κτηματίαι, συμφώνως τῷ νόμῳ.
§164Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ γνωρίζῃ βεβαίως, ὡς πάντες, ὅτι τὰ κτήματα δὲν φυλάσσονται, καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀφόρητος καὶ καταστρεπτικὴ μάστιξ ἡ ἐγκατάλειψις τῶν κτημάτων εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ζημιωτῶν. Ἰδοὺ δὲ, τί ἕνεκα τούτου ἐγένετο ἐν Πύργῳ. Εἰς μίαν κτηματικὴν περιφέρειαν, ἐκ πέντε περίπου χιλιάδων στρεμμάτων, οἱ ἀμπελοκτηματίαι καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες, ἀπελπισθέντες περὶ τῆς φυλάξεως αὐτῶν, συνῆλθον καὶ ἀπεφάσισαν, ὅπως ἰδίοις ἀναλώμασι διορίσωσι φύλακας. Ἐπῆγαν εἰς τὸν Νομάρχην, καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ, ἵνα ἐνεργῶσι μετὰ τοῦ κύρους τῆς νομίμου ἀρχῆς. Ὁ Νομάρχης, ἰδὼν ὅτι εἶχον δίκαιον, κατ’ ἀρχὰς συνῄνεσεν, ἀλλὰ κατόπιν, ἰσχυριζόμενος ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Δημάρχου νὰ διορίσῃ, οὐχὶ οὓς αὐτοὶ θέλουν, ἀλλ’ οὓς θέλει αὐτός, ἀνέκρουσε πρύμναν, καὶ, ἀντὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπεδείκνυον οἱ κτηματίαι, καὶ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπλήρωνον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, διώρισεν ἄλλους, δηλαδὴ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπέδειξεν ὁ Δήμαρχος. Διὰ τοῦτο παραπονοῦνται ὅλοι, καὶ λέγουν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Ἀρχὴ νὰ συντελῇ εἰς τὸ κακόν, ἀφοῦ δυστυχῶς ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τὸ καλόν. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Νομάρχου ἀποδεικνύει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχει οὗτος τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, ἵνα συντελέσῃ εἰς ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς φύλαξιν τῶν κτημάτων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἰδιωτικὰς προσπαθείας τῶν κτηματιῶν ματαιώνει, μὴ ἐπιτρέπων εἰς αὐτοὺς νὰ διορίσωσι φύλακας ἰδίαις δαπάναις.
§165ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, γίνεται εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀναγνωρίζω, ὅτι ὅλα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα γίνονται, εἶναι ὀρθά· ἀναγνωρίζω ἐπίσης, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἐλαττωματικός, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου προέρχονται οὐχὶ μόνον βλάβαι καὶ ζημίαι εἰς τὰ κτήματα, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ῥήγματα, προκαλούμενα ἀκριβῶς ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ὅπως θεραπεύσω τὰ κακὰ ταῦτα, ἠσχολήθην πρὸς σύνταξιν νέου νόμου.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Τὸ σχέδιον αὐτοῦ συνετάχθη, καὶ ἀσχολοῦμαι τώρα μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα καλὸν νὰ συστήσω, πρὸς ἐντελεστέραν ἐπεξεργασίαν τοῦ ζητήματος. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, ὅτε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ φέρῃ ἕκαστος τὰς παρατηρήσεις του.
§169ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων νὰ παραγγείλῃ τὸν Νομάρχην νὰ προσκαλέσῃ τοὺς κτηματίας τῶν ἀγροτικῶν περιφερειῶν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, καὶ ν’ ἀφήσῃ νὰ συνέλθωσιν οὗτοι, ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς φύλακας τῶν κτημάτων αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ φροντίσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐκλογήν· διότι σκοπίμως ματαιοῦται ἡ συνέλευσις τῶν κτηματιῶν, διὰ νὰ διορίζῃ ὁ Δήμαρχος ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς θέλει. Διορίζουσι δὲ οἱ Δήμαρχοι, ἢ τοὺς ποιμένας, ἢ τοὺς κακοποιούς...
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ ἀστυνόμοι διορίζουσι.
§171ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Οἱ ἀστυνόμοι, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Δημάρχων... Οἱ τοιοῦτοι δὲ ἀγροφύλακες ὀπλοφοροῦσι, καὶ καταστρέφουσι τὰ κτήματα τῶν κτηματιῶν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τῆς 30 Μαΐου 1900». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνεγέρσεως καὶ διακοσμήσεως νέου ἱεροῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου ἐν Πάτραις». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§174Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ μετ’ ὀλίγον θὰ ἦναι νόμος, ὁ ναὸς θ’ ἀνεγερθῇ καὶ θὰ διακοσμηθῇ διὰ τῶν ἐκ τῶν οἰκοπέδων του χρημάτων, διὰ δωρεῶν καὶ διὰ τοῦ περισσεύματος τῶν εἰσπράξεων τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου. Ἀλλὰ δυστυχῶς περισσεύματα ἐκ τοῦ ναοῦ τούτου δὲν ὑπάρχουν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς πρὸς συντήρησίν του ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας δαπάνας ἀδυνατεῖ ὁ ναὸς οὗτος νὰ εἰσπράξῃ. Ἰδοὺ δὲ τί συμβαίνει. Εἰς ὀλίγων βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ τούτου, καὶ παρὰ τὸ μέγαρον τῆς Ἐπισκοπῆς, ἀνηγέρθη πρὸ πολλοῦ ἄλλος μικρὸς ναός, τιμώμενος ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Ἐν τῷ νέῳ τούτῳ ναῷ τελεῖται λειτουργία καθ’ ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ λοιπὰς ἑορτάς, ἱερουργεῖ δ’ ἐν αὐτῷ τακτικῶς ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος, ἕνεκα δὲ τούτου οἱ ἐνορῖται τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου προσέρχονται κατὰ προτίμησιν εἰς αὐτόν. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ προορισθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ περισσεύματα τῶν ἐκ τοῦ νέου αὐτοῦ ναοῦ εἰσπράξεων ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάλου ναοῦ. Πρὸς τοῦτο δὲ προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἄρθρου προστίθενται αἱ λέξεις: «καὶ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἄρτι ἀνεγερθέντος ἑτέρου ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου.»
§175Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι ὁ ναὸς αὐτὸς εἶναι ἰδιόκτητος· ἀνήκει εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον.
§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουν καὶ ἰδιόκτητοι ναοὶ ἐν Πάτραις;
§177Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἰδιόκτητος ὁ ναός. Καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἀνηγέρθη δι’ ἐράνων, καὶ δὲν δύναται, παρὰ νὰ ἦναι ἐνοριακός. Οὔτε εἶναι πιθανόν, ὅτι ἐπετράπη εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον νὰ ἀνεγείρῃ ἐν τῇ ἐνορίᾳ ναὸν ἰδιόκτητον.
§178Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ναὸς τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου ἔχει ἀρκετὴν περιουσίαν, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν εἰσοδημάτων τοῦ ἄλλου ἐκείνου ναοῦ. Ἄλλως δέ, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἡ πόλις τῶν Πατρῶν θὰ προσφέρῃ.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε λοιπὸν εἶναι καλλίτερον ν’ ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν, ὡς ἔχει, ἐκ φόβου, μὴ παρεμβάλωμέν τι μὴ ὀρθόν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη τῇ συστάσει ὅλων τῶν Βουλευτῶν Πατρῶν, εἶναι δὲ ἀντίγραφον σχεδίου, ὑποβληθέντος παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον, ἕνεκα ἄλλων περιστάσεων, δὲν ἐψηφίσθη. Φοβοῦμαι δέ, μήπως ἡ τροπολογία, ἂν τὴν παραδεχθῶμεν, ἔχῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα· διότι δὲν γνωρίζομεν εἰς τίνα ἀνήκει ὁ ναός. Ἰδού, ὅτι ὁ κ. Διγενόπουλος λέγει, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον.
§180Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον, ἀντίγραφον τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ παρόν, δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, διότι δὲν ὑπῆρχε τότε ὁ ναὸς οὗτος. Ἐν τούτοις, ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν τροπολογίαν μου.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως ναυτικῆς λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 93).
§183Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὅσην χαρὰν αἰσθάνομαι, διότι βλέπω πραγματοποιούμενον τὸ ὄνειρον τῆς κατασκευῆς ἐν Σύρῳ Δεξαμενῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ κατὰ τὰς προηγηθείσας Συνόδους τῆς Βουλῆς ἐπανειλημμένως καὶ ὁ σεβαστὸς ἀρχηγός μου καὶ ἐγὼ προετρέψαμεν τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, τόσον στενοχωροῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ συμπεριλάβῃ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ κατασκευὴ μὴ γείνῃ εἰς θέσιν «Πηδάλι», ἀλλὰ πλησίον τοῦ νεωρίου. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπιμένω, εἶναι ὁ ἑξῆς. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην ἐργοστασιάρχαι προσεκάλεσαν ξένον μηχανικόν, ὁ ὁποῖος ἀπεφάνθη, ὅτι, ἂν ἡ Δεξαμενὴ κατασκευασθῇ ἐκεῖ, ἡ δαπάνη θὰ ἦναι κατὰ 500,000 δραχμὰς ὀλιγωτέρα. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι, κατασκευαζομένης τῆς Δεξαμενῆς εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, θὰ ὑπάρχωσι πλησίον τὰ ἐργοστάσια, καὶ θὰ δύνανται τὰ καθαριζόμενα πλοῖα νὰ κάμνωσι καὶ τὰς ἄλλας ἐπισκευάς των. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην. Ἄλλως καὶ ἡ ἀπόστασις, ἡ ὁποία χωρίζει τὴν θέσιν «Πηδάλι» ἀπὸ τῆς θέσεως «Πακτωτῆρι», τὴν ὁποίαν προτείνουσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι, εἶναι μιᾶς ὥρας· ἑπομένως ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἁμαξιτὴ ὁδός, ἵνα μεταφέρωνται τὰ μηχανήματα καὶ τὸ ὑλικὸν εἰς «Πηδάλι». Δεύτερον, εἰς τὴν θέσιν «Πηδάλι» δὲν ὑπάρχει λιμενοβραχίων, καὶ ἡ Δεξαμενὴ θὰ ἦναι ἐκτεθειμένη· ἑπομένως θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ λιμενοβραχίων, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν πόση δαπάνη θ’ ἀπαιτηθῇ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ τὰ νερὰ εἰς τὴν θέσιν «Πακτωτῆρι» εἶναι ἀβαθῆ, καὶ δι’ ἐλαχίστης δαπάνης θὰ κατασκευσθῇ ἡ Δεξαμενὴ, διότι διὰ βυθοκόρων δύναται νὰ γείνῃ ἐκβάθυνσις τοῦ μέρους τούτου, ἐνῷ εἰς τὴν θέσιν «Πηδάλι» ἀπαιτοῦνται μεγάλαι δαπάναι. Ταῦτα δὲ δὲν εἶναι ἰδική μου ἰδέα, ἀλλὰ γνώμη, μορφωθεῖσα ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ξένου μηχανικοῦ Ἄλμπερτων, ἥτις ἔπεισε τὸν κ. Δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἑρμουπόλεως, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐργοστασιάρχας, μεγαλεμπόρους καὶ ἐπιστήμονας, ἀμέσως ἐνδιαφερομένους, νὰ ταχθῶσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. Πλὴν τούτου, θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συμπεριλάβῃ τὸν ὅρον, ἵνα ὁ δῆμος ἐξασκῇ ἔλεγχον τόσον διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν· διότι δὲν εὑρίσκω λογικὸν καὶ δίκαιον, ὁ δῆμος νὰ ἐγγυηθῇ καὶ νὰ δίδῃ χρήματα, καὶ νὰ μὴ ἀσκῇ ἔλεγχον. Ἐκτὸς τούτου, εὔλογον εἶναι, ὅπως ὁρισθῇ καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι εἶναι ὀρθὸν, κατόπιν ὡρισμένου χρόνου, νὰ περιέρχηται αὐτοδικαίως ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς Δεξαμενῆς εἰς τοὺς πραγματικοὺς ἰδιοκτήτας. Πρὸς δὲ, ἐπειδὴ διὰ διαφόρους λόγους, οὓς ἐννοεῖτε, δύναται νὰ παραταθῇ ἡ διακήρυξις τῆς δημοπρασίας, ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις παρατείνῃ τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πράττῃ τοῦτο ὁ δῆμος. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10. Νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ διαχειρίσεως 2,500,000 δραχμῶν, προτιμότερον εἶναι νὰ συσταθῇ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ, —καὶ ὄχι τριμελὴς — ἀποτελουμένη ἐκ προσώπων, ἐν οἷς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς ἐκ τῶν ἀναπτυχθησομένων καθαρῶς νομικῶν ζητημάτων· διότι, νομίζω, ὅτι, μὲ ὅλας τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ τιμῶ, εἶναι πολυάσχολος. Ἐπίσης τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ τμηματάρχου τῶν δημοσίων ἔργων, ὁ ὁποῖος, ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, δύναται νὰ εὑρεθῇ, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, εἰς δύσκολον θέσιν. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 12 παρατηρῶ, ὅτι ἡ δημοπρασία θέλει γείνῃ ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ δύο ἑτέρων, διορισθησομένων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δυνατὸν νὰ συμβῇ, ὅ,τι συνέβη ἐπὶ τῆς δημοπρασίας τῆς ἐνοικιάσεως τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Μυκόνου, περὶ ἧς ἀρκούντως καὶ ἐγὼ ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν. Ἂν λοιπὸν ἐπὶ δημοπρασίας 12,000 δραχμῶν ἔλαβον χώραν — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις — τόσαι καταχρήσεις, εἰς δημοπρασίαν 2,500,000 δρ. τί δύναται νὰ συμβῇ; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ, εἰ δυνατὸν, ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις ταύτας, ἵνα μὴ συμβῇ καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς μας ὅ,τι πρὸ ἐτῶν συνέβη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης.
§184Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς, νομίζω, ἔχει ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ὑπεβλήθησαν παρατηρήσεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι χρήζουσιν ἐξηγήσεως, καὶ δι’ ἃς νομίζω καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινάς. Ἡ Δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, καὶ ἡ πρώτη περὶ τούτου μελέτη, κατὰ παραγγελίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο τὸ 1873 ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Πασχὰλ, ὁ ὁποῖος ἐγνωμάτευσε νὰ γείνῃ ἡ Δεξαμενὴ εἰς ἓν τῶν δύο μερῶν, ἤτοι, ἢ εἰς τὴν θέσιν «Πηδάλι», τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἢ εἰς τὴν θέσιν «Πακτωτῆρι», ὅπου εἶναι νῦν τὸ νεώριον τῆς Παλαιᾶς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1873 πολλοὶ λόγοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μὴ γείνῃ τὸ ἔργον. Κύριος δὲ λόγος εἶναι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ λιμὴν πρὸς ἐκβάθυνσιν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ μώλου· εἰς τὰ ἔργα δὲ ταῦτα ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη αἱ λιμενικαὶ πρόσοδοι· ἐξ ἄλλου δὲ, ἔλειπε καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισπεύσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου, διότι ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ λειτουργῇ τὸ νεώριον τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρείας, ἐν ᾧ τὰ πλοῖα, μάλιστα τὰ ἀκτοπλοοῦντα, εὕρισκον μέρος, ἵνα ἐπισκευασθῶσι καὶ καθαρισθῶσι. Δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀναπτυχθῆ ἡ ναυτιλία, εἰς ὃν βαθμὸν ἔχει ἀναπτυχθῆ σήμερον· προσετέθη δὲ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς τῆς ναυτιλίας καὶ ἡ Δεξαμενὴ τοῦ Ναυστάθμου, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ λειτουργῇ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885, νομίζω. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας ἐπέβαλλε πλέον ἐπιτακτικῶς τὴν ἵδρυσιν Δεξαμενῆς ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς θαλάσσαις ἰδίως. Διὰ τοῦτο πρό τινων ἐτῶν ἔλαβε τὴν φροντίδα ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Πειραιῶς νὰ ἱδρύσῃ Δεξαμενὴν ἐν Πειραιεῖ. Ἀλλ’ εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, οὐ μόνον διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν μιᾶς, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ προνόμιον, ἵνα εἴπω οὕτω, τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς Σύρου οὐδὲν ἄλλο μέρος ἔχει. Ἡ Δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ θὰ χρησιμεύσῃ δι’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν ἐν γένει. Διὰ τοῦτο ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ Ἑρμουπόλεως ἐπεζήτησε κατὰ τὸ 1897 νὰ λάβῃ τὸν ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Δεξαμενῆς νόμον. Δυστυχῶς, ὁ κύριος εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ἀξιότιμος κ. Τόμαν, Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο συντελεστικὸν διὰ τὸν σκοπὸν, νὰ εἰσηγήσηται νόμον, ὁ ὁποῖος ἦτο σχεδὸν ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου περὶ ἱδρύσεως Δεξαμενῆς ἐν Πειραιεῖ· ἤλλαξεν ἁπλῶς τὸ πρόσωπον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ προσώπου τοῦ δήμου. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλὰ, δυστυχῶς, οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτοῦ ἐπεδιώκετο, διότι ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπε τὴν δι’ ἀναδόχου κατασκευὴν τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ἔδιδε τὴν ἄδειαν εἰς τὸν δῆμον, ὅπως οὗτος, δανειζόμενος, κτίσῃ τὴν Δεξαμενήν· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπεχρέου τὸν δῆμον νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὴν, ἀπαγορεύων τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἔκαμε λοιπὸν τὸν δῆμον βιομήχανον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς κανένα πεποίθησιν, καὶ ἂν ἀκόμη εἶχε πίστιν ὁ δῆμος, — τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν εἶχε τότε — νὰ δανείσῃ εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην, ὅπως κτίσῃ τὴν Δεξαμενήν. Ἄλλο ἐλάττωμα τοῦ νόμου ἐκείνου ἦτο, ὅτι ἐπέτρεπεν εἰς τὸν δῆμον νὰ δανεισθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν ἐπὶ τόκῳ 4%. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ δῆμος εἶχε καὶ ἔχει ὅλας τὰς προσόδους αὐτοῦ καὶ τὴν ἀκίνητον κτῆσίν του ὑπεγγύους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἦτο λοιπὸν ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὕρῃ καὶ 100,000 δραχμὰς, οὐχὶ 2,500,000, ἢ καὶ 1,000,000. Δὲν ὥριζε δὲ εἰδικοὺς πόρους ἀρκετοὺς, διὰ τῶν ὁποίων τοὐλάχιστον ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ δάνειον ἐκεῖνο διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Δεξαμενῆς. Ἀφίνω ἄλλας ἀτελείας τοῦ νόμου ἐκείνου· δὲν χαρακτηρίζεται π. χ. ὡς δημοσίας ἀνάγκης ἔργον καὶ ἡ ἵδρυσις τῶν συνεργείων τῆς Δεξαμενῆς, ἵνα καταλάβῃ ὁ ἀνάδοχος τὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν χρήσιμα, ὄχι μόνον διὰ τὴν Δεξαμενὴν, ἡ ὁποία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταλάβῃ μέγαν χῶρον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ συνεργεῖα, τὰ ὁποῖα διὰ τὸ ἔργον εἶναι ἀπαραίτητα. Ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν τούτων τοῦ νόμου ἐκείνου, πολλοί, ζητήσαντες νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν, ἀπέσχον. Ὁ δὲ δῆμος, ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κτίσῃ αὐτὸς τὴν Δεξαμενήν. Ἐν τούτοις, αἱ ἀνάγκαι τῆς ναυτιλίας, ὁλονὲν αὐξάνουσαι, ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν, κατιδοῦσαν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὡς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ὑπεβλήθησαν παρατηρήσεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται καὶ μὲ ὅσα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἑρμουπόλεως. Ἐκ τῶν παρατηρήσεων τούτων αἱ οὐσιώδεις εἶναι κυρίως δύο ἢ τρεῖς· ἤτοι: πρῶτον, νὰ ὁρισθῇ καὶ ἄλλη θέσις παρὰ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζομένην· δεύτερον, νὰ ὁρισθῇ χρόνος ἐκμεταλλεύσεως, καὶ τρίτον, νὰ ὁρισθῇ χρόνος τῆς διδομένης ἐγγυήσεως. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, παρατηρῶ, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἤτοι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη νὰ πέμψῃ καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Σύρου, λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ Ἑρμουπόλεως, εὑρίσκουσα τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον συντελεστικὸν κλπ., εὔχεται ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ· ὑποβάλλεται δὲ ἡ παράκλησις, ὅπως, εἰ δυνατὸν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπέλθωσιν αἱ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμεναι τροποποιήσεις. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ γείνῃ, παρὰ νὰ συστήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι ὅλη ἡ ἐπαρχία θέλει τὸ ἔργον· ὁ πόθος καὶ τὸ ὄνειρον αὐτῆς εἶναι, νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ ἀνάγκαι τῆς ναυτιλίας ἐν γένει καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑρμουπόλεως ἰδίᾳ ὑπαγορεύουσιν. Ἀλλ’ ἡ ὑποδεικνυομένη θέσις ἐν τῷ Πακτωτηρίῳ δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν, Κύριοι, νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι κυρίως δὲν ὑπάρχει μελέτη. Διὰ νὰ γείνῃ τὸ ἔργον, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἀνάδοχος, ἵνα τὸ ἀναλάβῃ, χρειάζεται ἀπαραιτήτως νὰ ὑπάρχῃ μία βάσις, καὶ αὐτὴ ἡ βάσις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ Ἑρμουπόλεως πρὸ ἐτῶν ἐδημιούργησε, δαπανήσασα ἀρκετὰ, καὶ μετακαλεσαμένη τὸν μηχανικὸν Ἰωσὴφ Ριβαμπέλλαν, ὅστις, μετὰ ἐμβριθεῖς παρατηρήσεις, συνέταξε τὴν περὶ τῆς ἐν Σύρῳ Δεξαμενῆς μακρὰν μελέτην, τῆς ὁποίας ἀντίτυπον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ ἡμερῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς μελέτης ταύτης ἐρευνᾶται καὶ τὸ ζήτημα τῆς εἰς θέσιν «Πακτωτῆρι» ἱδρύσεως,—ἐπειδὴ καὶ τότε τινὲς ἐγνωμάτευον ὑπὲρ τῆς θέσεως τοῦ Πακτωτηρίου—ἡ δὲ μελέτη τεχνικῶς τὴν κατεδίκασε. Συντόμως, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω, ὅσα λέγει ὁ Ριβαμπέλλα περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς θέσεως ταύτης. Ἀληθῶς ὁ Πασχὰλ εἶχεν ἄλλοτε προτείνει τὸ Πακτωτήριον, ἀλλὰ τότε δὲν εἶχον τὸ νεώριον καὶ τὰ συνεργεῖα τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρείας τὴν ἔκτασιν, ἣν ἔχουσι σήμερον, καταλαβόντα μέγα μέρος τῆς θέσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶδεν ὁ Πασχὰλ κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἐλευθέραν, καὶ τούτου ἕνεκα τὴν εἶχε τότε προτείνει, ὡς μίαν ἐκ τῶν δύο καταλλήλων θέσεων. Ὁ Ριβαμπέλλα λοιπὸν λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ τοιαύτη μελέτη, ἡ σχετικὴ μὲ τὸ Πακτωτήριον, μᾶς ἔκαμε ν’ ἀπορρίψωμεν τὴν ἐκλογὴν τῆς θέσεως, ὡς ἔχει ἤδη, διότι θὰ παρεῖχε αʹ) ἔλλειψιν χώρου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Δεξαμενῆς, βʹ) σημαντικὰς ἀπαλλοτριώσεις, διότι ἀληθῶς ὅλον τὸ μέρος ἐκεῖνο εἶναι κτισμένον σήμερον δι’ οἰκοδομῶν, γʹ) σπουδαίαν παρακώλυσιν προσπελάσεως τῶν πλοίων πρὸς τὴν εἴσοδον τῆς Δεξαμενῆς, ἕνεκα τῆς ἀποβάθρας ἀνελκύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία, ὡς γνωστὸν, λειτουργεῖ ἀπὸ ἐτῶν, καὶ εἶναι ἀρκετὰ μακρὰ, ἐντὸς τῆς θαλάσσης εἰσερχομένη, δʹ) ἔδαφος ἀκατάλληλον διὰ θεμελίωσιν, εʹ) σειρὰν δυσχερειῶν ἐν τῇ ἰσοπεδώσει τοῦ ἐδάφους ὑπὸ τὸ ὕδωρ, διότι κατ’ ἀνάγκην τὸ ἔργον θὰ ἐξετείνετο κατὰ τὰ δύο τρίτα τοῦ μήκους ἐντὸς τῆς θαλάσσης, καὶ τέλος ϛʹ) κολοσσιαίας δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τε πυθμένος καὶ τῶν πλευρῶν τῆς Δεξαμενῆς, διότι θὰ ἤμεθα ἀναντιρρήτως ὑποχρεωμένοι νὰ βυθίσωμεν τὰ ὑλικὰ δι’ ἑνὸς καὶ μόνου μεγάλου σιδηροῦ κιβωτίου, διὰ πεπιεσμένου ἀέρος, συστήματος λίαν δαπανηροῦ.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τεχνικῶς ἡ θέσις «Πακτωτῆρι» εἶναι καταδεδικασμένη. Σήμερον ἐγείρεται ἡ γνώμη ὑπὲρ τῆς θέσεως ταύτης, οὐχὶ βεβαίως διότι κρίνεται ἀσφαλῶς τὸ μέρος καταλληλότερον, ἀλλὰ διότι πρὸ δύο ἐτῶν τὰ νεώρια καὶ συνεργεῖα τῆς Παλαιᾶς Ἀτμοπλοΐας περιῆλθον εἰς Ἑταιρείαν, ἐκ συμπολιτῶν μου ἀποτελουμένην, ἡ ὁποία θέλει, φυσικῶς, νὰ ἔχῃ τὸ ἔργον τῆς Δεξαμενῆς παρ’ ἑαυτῇ, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ τὰ συνεργεῖα αὐτῆς. Τὸ πρᾶγμα βεβαίως θὰ ἦτο λίαν εὐχάριστον, διότι ἡ Δεξαμενὴ πάντως, διὰ νὰ λειτουργήσῃ, ἔχει ἀνάγκην συνεργείων, καὶ τὰ συνεργεῖα εἶναι οὕτως ἕτοιμα· θὰ ἠδύνατο δὲ ὁ ἀνάδοχος νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν, καὶ νὰ εὐοδωθῇ καλλίτερον ἡ ὑπόθεσις. Δυστυχῶς, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα πρότερον, εἶναι τοῦτο ἀδύνατον. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέσιν «Πηδάλι» ὁ ἀνάδοχος πιθανώτατα θὰ θελήσῃ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν ῥηθεῖσαν Ἑταιρείαν, κατασκευαζομένης ἐπὶ τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ ἀσημάντου σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, δυναμένης νὰ ἑνώσῃ τὴν Δεξαμενὴν μὲ τὰ συνεργεῖα τῆς ῥηθείσης Ἑταιρείας, καὶ οὕτω νὰ λειτουργήσωσι ταῦτα ὑπὲρ ἐκείνης. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἑρμουπόλεως ὑποβάλλει τὴν παράκλησιν ὑπὲρ τῆς θέσεως τοῦ Πακτωτηρίου, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ δυνατοῦ τῆς πραγματοποιήσεως, ἄνευ κινδύνου ματαιώσεως τοῦ ἔργου. Δυστυχῶς, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν μεταβολὴν τῆς θέσεως, τὸ ἔργον βεβαίως καταδικάζεται νὰ μὴ γείνῃ, διότι θὰ χρειασθῇ νὰ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος, ἵνα γείνωσι μελέται. Οὐδὲ ἠξεύρομεν ποῖος θὰ κάμῃ αὐτὰς, οὐδὲ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν αὐτῶν, ἐὰν δηλαδὴ θ’ ἀποδειχθῇ δι’ αὐτῶν, ὅτι πάντως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ Δεξαμενὴ εἰς τὴν θέσιν «Πακτωτῆρι», μικρὰ ἢ μεγάλη, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν τοῦ χώρου ἐκεῖ, καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ ἀκόμη, ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἔργων τῆς Ἑταιρείας τοῦ νεωρίου. Δὲν εἶναι βέβαιον προσέτι, ἂν, ἀφοῦ γείνῃ ἡ μελέτη αὕτη, θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις αὐτῆς, ὑπὸ χρηματικὴν ἔποψιν, ἀπαιτούσης πολὺ μείζονας δαπάνας. Λοιπόν, ἐὰν κατανοῶμεν τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς ναυτιλίας διὰ τῆς ἱδρύσεως Δεξαμενῆς, βεβαίως πρέπει νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν ἰδέαν περὶ μεταβολῆς, τῆς κατασκευῆς δηλαδὴ αὐτῆς εἰς ἄλλην θέσιν ἢ τὸ «Πηδάλι». Ὅσοι ἔτυχε νὰ ἴδωσι τὴν θέσιν ταύτην, ὡς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Δραγούμης, διατελέσας Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐν Σύρῳ, θὰ εἶδον τὰ μεγάλα ἀληθῶς πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει αὕτη διὰ τὸ ἔργον, καὶ τὰ ὁποῖα νομίζω περιττὸν νὰ ἀναφέρω, ἀπασχολῶν τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἡ ἄλλη θέσις, ἡ τοῦ Πακτωτηρίου, εἶναι καταδεδικασμένη, αὐτὴ δὲ ἡ Ἑταιρεία τοῦ νεωρίου καὶ τῶν μηχανουργείων Σύρου ὑπέβαλε διὰ τοῦ κυρίου Νομάρχου ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν λέγει κἄν, — διότι δὲν δύναται ἀληθῶς νὰ τὸ εἴπῃ, — ὅτι αὐτὴ ἀναλαμβάνει νὰ κτίσῃ τὴν Δεξαμενὴν εἰς θέσιν «Πακτωτῆρι», ἀλλὰ λέγει νὰ ὁρισθῇ ἡ θέσις αὕτη, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφασίσῃ νὰ κάμῃ μελέτας καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἵδρυσιν τῆς Δεξαμενῆς, τότε νὰ προτείνῃ αὐτὴ, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν κατασκευήν της. Ὑπὸ τοιούτους ὅμως ὅρους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος κἄν περὶ μεταβολῆς τῆς θέσεως, ἥτις εἶναι ὡρισμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Δεξαμενῆς. Ἡ ἄλλη ἀντίρρησις εἶναι, ὅτι δὲν ὁρίζεται ὁ χρόνος τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς ἐξαγορᾶς. Ἀλλὰ καὶ αὕτη, Κύριοι, ἡ παρατήρησις δέν μοι φαίνεται δεδικαιολογημένη, καὶ μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶπε περὶ αὐτῆς εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Τὸ Δημόσιον, κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑποβάλλεται εἰς καμμίαν θυσίαν, προστατεῦον τὸ ἔργον αὐτὸ, διότι ἡ ὅλη θυσία τοῦ Δημοσίου συνίσταται εἰς ὀλίγα μέτρα αἰγιαλοῦ, ἐρήμου καὶ ἀχρήστου σήμερον. Διότι ἡ θέσις τοῦ Πηδαλίου εἶναι πρὸς τὸ νότιον μέρος τοῦ λιμένος, πλησίον τοῦ παλαιοῦ Λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ ἀκατοίκητος. Βεβαίως ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ δῆμοι Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου προβαίνουσιν εἰς θυσίας, ἀλλ’ αἱ θυσίαι αὗται, δὲν εἶναι παντάπασι βέβαιον, ὅτι καὶ θὰ πραγματοποιηθῶσι διὰ χρηματικῶν καταβολῶν. Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι παντάπασι τοῦτο βέβαιον, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον βέβαιον τὸ ἐναντίον. Σύντομος ὑπολογισμὸς ἀποδεικνύει ἀμέσως τὸ πρᾶγμα. Λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ἀσφαλισθῇ ὁ ἀνάδοχος δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῆς διδομένης αὐτῷ ἐγγυήσεως, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται ὀρθῶς, διὰ νὰ ἐνθαρρυνθῶσι τὰ κεφάλαια, προκειμένου περὶ ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἶναι πρωτοφανὴς σχεδὸν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ· διότι καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν, νομίζω, μόνον εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ὑπάρχει μικρὰ Δεξαμενὴ, χρήσιμος μόνον διὰ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Αἱ προτεινόμεναι λοιπὸν ὑπὸ τοῦ δήμου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς θυσίαι εἶναι μᾶλλον ἰδανικαὶ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ φόβος νὰ πραγματοποιηθῶσι, τουλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτῶν μέρος. Διότι ὁ χρόνος, ἢ μᾶλλον αἱ ἡμέραι αἱ ἐργάσιμοι, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπολογισθῶσι διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, θὰ ἦναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 300. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἐπίσης τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθωσιν, ἵνα καθαρισθῶσιν, εἶναι 150...
§185Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Εἶναι πολλά.
§186Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπολογίζω δύο ἡμέρας δι’ ἕκαστον σκάφος, κατὰ μέσον ὅρον.
§187Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Δὲν ἀρκοῦσι.
§188Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν γίνωνται ἐπισκευαὶ, τὰς ὁποίας θὰ κάμωσιν ἐκτὸς τῆς Δεξαμενῆς, εἰς τὰ συνεργεῖα, διὰ τὸν καθαρισμὸν μόνον, τόσος εἶναι ὁ μέσος ὅρος. Λοιπὸν ἔχομεν δύο ἡμέρας καὶ 150 πλοῖα, κατὰ μέσον ὅρον, δι’ ἕκαστον...
§189ΚΑΙΡΗΣ. Πολλὰ εἶναι 150.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην; ἢ δὲν προφθάνουσι;
§191Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προφθάνουσι, λέγουσιν οἱ κύριοι Βουλευταί... Ὁ ἐλάχιστος ἐπίσης ὅρος τῶν τόννων τῶν εἰσερχομένων ἀτμοπλοίων, κατὰ μέσον ὅρον, θὰ ἦναι βεβαίως 1500 δι’ ἕκαστον σκάφος, ἡ δὲ ἀμοιβὴ διὰ 1500 τόννους, κατὰ τὰ διεθνῶς, οὕτως εἰπεῖν, παραδεδεγμένα, καὶ κατὰ τὴν διατίμησιν τοῦ Ναυστάθμου, κανονισθεῖσαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1886, εἶναι 1500 δραχμαί. Βλέπετε οὕτως, ὅτι, μὲ ἐλαχίστους ὅρους ὑπολογίζοντες, ἔχομεν ἀκαθάριστον πρόσοδον τῆς Δεξαμενῆς ἄνω τῶν 150,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἐνῷ ἡ ἐγγύησις τοῦ δήμου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ὑπερβαίνει τὰ 5% μέχρι 2,500,000, ἤτοι δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 125,000 δραχμῶν ἐτησίως. Δὲν ὑπολογίζω τὴν ἀμοιβὴν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν πολεμικῶν πλοίων, οἷον θωρηκτῶν καὶ ἄλλων, πολὺ ἀνωτέρων τῶν ἰδιωτικῶν σκαφῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ καθαρίζωνται ἐν τῇ Δεξαμενῆ, διότι τὸ ὡρισμένον μῆκος τῆς Δεξαμενῆς εἶναι 150 μέτρα, ἐπιτρέποντα τὸν καθαρισμὸν καὶ μεγαλειτέρων θωρηκτῶν ἀπὸ τὰ ἰδικά μας. Δὲν θὰ εἰσέρχηται, νομίζω, π. χ. ὁ «Πρίγκηψ Βίσμαρκ» καὶ ἄλλα ὅμοια μεγάλης χωρητικότητος πλοῖα. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν θυσιῶν. Προσφέρονται λοιπὸν αὗται ἄνευ φόβου, ὅτι καὶ θὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν πρόκηται νὰ πληρώσωσιν ὁ δῆμος καὶ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ 1 ἢ 2%, ὅταν δὲν ἀποδοθῶσι 5%, ἀλλὰ 4%, ἢ 3%, ὡς καθαρὰ πρόσοδος, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι πρὸς θάνατον οὐδὲ διὰ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν, οὐδὲ διὰ τὸν δῆμον. Τούτων ὅμως δοθέντων καὶ ὄντων ἀληθῶν, δὲν δικαιολογεῖται νομοθετικὴ πρόνοια περὶ προσδιορισμοῦ χρόνου ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἔργου...
§192Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν δαπανῶν ἔχετε κάμει κανένα λογαριασμόν;
§193Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίων δαπανῶν;
§194ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ λειτουργία τῆς Δεξαμενῆς.
§195Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνονται μέτρα ἐπαρκῆ, ὅπως μὴ γένηταί τι πρὸς βλάβην τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ δήμου, διότι θὰ γίνηται ἔλεγχος καὶ εἰς τὰ βιβλία τοῦ ἀναδόχου.
§196ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καμμίαν πληροφορίαν οὔτε περὶ τῶν ἐσόδων, οὔτε περὶ τῶν δαπανῶν τῆς Δεξαμενῆς.
§197ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο τὸ θέμα τῆς μελέτης τοῦ Ριβαμπέλλα ἡ ἐκμετάλλευσις· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εὐϋπολόγιστον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δυναμένων νὰ καθαρισθῶσιν ἐν τῇ Δεξαμενῇ πλοίων καὶ τοῦ γνωστοῦ τιμολογίου. Ἂν ὁ δῆμος, ὅπως ὑπέλαβεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἦναι βέβαιον, ὅτι θὰ κατέβαλλε τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς, ἢ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ, τότε ἦτο εὔλογον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἐξαγορᾶς, μετὰ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον, ὑπὸ τῶν ἐγγυητῶν· ἀλλὰ σήμερον τοῦτο δὲν εἶναι βέβαιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ ὡρισμένου χρόνου ἐκμεταλλεύσεως, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι γνωστὰ τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα περὶ τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ δῆμος ἀπέναντι τοῦ ἀναδόχου; Ἂν δὲ προσδιορισθῇ χρόνος ἐκμεταλλεύσεως, κινδυνεύει νὰ ματαιωθῇ τὸ ἔργον, διότι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ Δεξαμενὴ δὲν εἶναι ἐπιχείρησις τοσοῦτον κερδοσκοπικὴ, ὥστε νὰ ἑλκύσῃ αὐθορμήτως καὶ ἄφθονα τὰ κεφάλαια.
§198Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Διόλου μάλιστα.
§199Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀνάδοχον ἱκανοποίησιν ἐπαρκῆ εἰς τὰ κεφάλαιά του, θὰ ἦναι τὰ συνεργεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀνάδοχος θὰ κατασκευάσῃ· εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀνάδοχος, ὅστις, εἴτε συμβαλλόμενος μὲ τὴν ῥηθεῖσαν Ἑταιρείαν τοῦ νεωρίου καὶ τῶν μηχανουργείων Σύρου, εἴτε ἀνεγείρων ἰδικόν του συνεργεῖον, νὰ προαγάγῃ τὴν ἐπιχείρησιν εἰς σημεῖον εὐάρεστον, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος τότε θὰ ὀφείλῃ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὴν, εἴτε εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν, εἴτε εἰς τὸν δῆμον; Βεβαίως δυσκόλως θὰ στέρξῃ νὰ ἔλθῃ τοιοῦτος. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δὲν εἶναι βάσιμος ἡ παρατήρησις περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἐγγυήσεως, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν καὶ τί θὰ καταβάλῃ ὁ ἐγγυητής. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια ὑπὲρ τοῦ δήμου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως, ἂν εἰς τὰ τρία συναπτὰ ἔτη καλύπτηται ὁ ἀνάδοχος τοῦ ἔργου καὶ δὲν ἔχῃ φόβον νὰ ζημιωθῇ διὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ καταβληθέντα κεφάλαια, παύουν οἱ εἰδικοὶ καὶ πρόσθετοι φόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ δοθῶσιν αὐτῷ ὑπέγγυοι. Ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι μετὰ 10 ἢ 20 ἔτη παύει ἡ ἐγγύησις, τοῦτο θὰ διακινδυνεύσῃ τὸ ἔργον, διότι δυσκόλως θὰ προσέλθῃ τις, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις — καὶ πᾶσα ἐπιχείρησις ἔχει ἐν ἑαυτῇ τὸ ἀμφίβολον καὶ τὸ ἀβέβαιον — εἶναι ἐξησφαλισμένη μόνον δι’ ὡρισμένον χρόνον. Ἄλλη παρατήρησις ἀξία λόγου δέν μοι φαίνεται νὰ προετάθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν ὡς κινδυνεύοντα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπαρκέστατα προστατεύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἶναι τὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἔργου, καθ’ ἣν νὰ προστατεύηται ἡ ἡμετέρα ναυτιλία καὶ, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἀλλ’ ἀμφότερα προστατεύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ περιέχουν κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ τιμολόγιον καὶ τοὺς ὁρισμοὺς περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σκαφῶν καὶ τῆς λειτουργίας τῆς Δεξαμενῆς ἐν γένει, καθ’ οὓς θὰ γίνηται ἡ ἐκμετάλλευσις· διότι ἡ ἐκμετάλλευσις εἶναι ἐν ὅλῳ ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν σκαφῶν καὶ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὸν καθαρισμόν, διὰ κανονισμοῦ, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τὴν Δεξαμενὴν τοῦ Ναυστάθμου. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ γείνῃ καὶ εἰς τὴν προκειμένην Δεξαμενήν, ὁρίζοντος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ προκηρύξει τῆς δημοπρασίας τοὺς ὅρους τῆς ἐκμεταλλεύσεως κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐθνικὴν ναυτιλίαν. Τέλος δὲ ἀσφαλίζεται τὸ Δημόσιον ἀπὸ παντὸς κινδύνου κατὰ τῶν γενικωτέρων αὑτοῦ συμφερόντων, διὰ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι, ὅπως ἐτροποποιήθησαν ὀρθότερον σήμερον, δίδουν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύῃ εἰς ὡρισμένα σκάφη νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Δεξαμενὴν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Βεβαίως τοῦτο σπανιώτατα θὰ παρουσιασθῇ· ἐν τούτοις ἡ πρόνοια δὲν εἶναι ἀλυσιτελής. Αἴρει δὲ πάντα ἄλλον δισταγμὸν τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, εἰς δεδομένην στιγμὴν — χωρὶς νὰ φοβώμεθα ἐνοχλήσεις οἱασδήποτε ἄλλοθεν — ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ ἀνάδοχος καὶ ἡ τυχὸν παρ’ αὐτοῦ σχηματισθησομένη Ἑταιρεία θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, καὶ ὅτι θὰ ἔχωσι κατοικίαν ἐν Ἑρμουπόλει. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θεωρῶ καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἔδειξε προθυμίαν ὑπὲρ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν κυρίως συντελεστικὸν ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ἡ Βουλή, λέγω, θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι παντάπασι δεδικαιολογημέναι, καὶ ὅτι τὸ ἔργον, ἀναμφισβητήτως χρήσιμον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, πρέπει νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν.
§200Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη διὰ νὰ γείνῃ ἡ Δεξαμενὴ, προσβάλλεται ὑπὸ ἀνέμων;
§201Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εἶναι εἷς ὅρμος ἀσφαλέστατος.
§202Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀμμῶδες τὸ ἔδαφος, ἢ πετρῶδες;
§203Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀμμῶδες εἰς τὸ ἄκρον, ἀλλ’ εἶναι ἀσφαλέστατον, διότι δὲν προσβάλλεται ἀπὸ τοὺς ἀνέμους.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§205Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀναλαμβάνω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, οὐχὶ τόσον ἵνα πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, — τοῦθ’ ὅπερ δὲν θέλω παραλείψει—ὅσον ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τινων σχετικῶν θεμάτων. Δυστυχῶς, Κύριοι, εἶναι τὸ δεύτερον τεχνικὸν ἔργον, ὅπερ προβάλλεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀναγκαῖα φῶτα, ἵνα ἐμβριθῶς κρίνῃ περὶ αὐτοῦ. Ἐξ ὅσων ἤκουσα καὶ ἐξ ὅσων ἀνέγνων, καὶ τὴν λογικὴν συμβουλευόμενος καὶ τὴν πρακτικὴν ἅμα, πέποιθα, ὅτι, ὁσάκις ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Βουλῶν νομοσχέδια, συνδεόμενα πρὸς τεχνικὰ ζητήματα, ἀναποφεύκτως καὶ ἀναποδράστως δέον νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ τεχνικῶν ἐκθέσεων. Εἶπον, ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, διότι ὅλοι ἐνθυμούμεθα τὴν πολύκροτον ἐκείνην σύμβασιν τῆς Στυμφαλίας, περὶ ἧς, ὅτε ἠρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν: «ποῦ εἶναι τὰ σχέδια; ποῦ αἱ μελέται; ποῦ ὅλη ἐκείνη ἡ ἀναγκαία προπαρασκευαστικὴ ἐργασία;», ἐμανθάνομεν, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν, ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1899 ἔτους, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις, οὐδεμία τεχνικὴ μελέτη ἢ ἐργασία εἶχεν ἐκτελεσθῆ! Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, οὗτινος βάσις εἶναι, καὶ δέον νὰ ᾖναι, τεχνικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ μελέτη, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν τεχνικὴν ταύτην καὶ ἐπιστημονικὴν μελέτην. Καὶ θέλετε μὲ ἐρωτήσει: «Ἔχουσι τάχα τὰ φῶτα καὶ τὴν ἐμπειρίαν οἱ Βουλευταί, ἵνα μελετῶσι τὰ τεχνικὰ ζητήματα;» Πῶς οὐχί; Μήπως μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν δὲν παρακάθηνται ἄνδρες τελείως μεμορφωμένοι, ὡς πρός τε τὴν μηχανικὴν καὶ τὰς ἄλλας ἀπαιτουμένας γνώσεις, πρὸς μελέτην καὶ κατανόησιν τοιούτων τεχνικῶν ζητημάτων; Μήπως δὲν ἀπεδείχθη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὅτι Βουλευταὶ μὴ εἰδικοί, καταφυγόντες ὅμως εἰς τὰς πεφωτισμένας διανοίας εἰδικῶν ἀνδρῶν, κατώρθωσαν νὰ προσφέρωσιν ὅπως δήποτε ὑπηρεσίας τινὰς εἰς τὴν μελέτην τεχνικῶν νομοσχεδίων; Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἠρώτων τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς: «ὑπάρχουσι σχέδια κατατεθειμένα, ἐφ’ ὧν βασίζεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον;», ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἀπήντα· ἀνεπλήρου αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, ὁ κ. Βοκοτόπουλος, εἰπών, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ σχέδια. Μεταβαίνω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ζητῶ δεξιά, ζητῶ ἀριστερὰ, ἵνα ἴδω αὐτὰ τὰ σχέδια,—οὐχὶ ἵνα μελετήσω ταῦτα διὰ τῶν ἐμῶν γνώσεων, ἀλλ’ ἵνα προσφύγω εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐδύναντο νὰ μὲ διαφωτίσωσι·—τέλος πάντων, μετὰ πολλὰς ἐρεύνας, κατωρθώθη, τῇ εὐμενεῖ διαθέσει τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, νὰ μοὶ δοθῇ αὐτὸ τὸ φυλλάδιον· τὰ δὲ σχέδια, περὶ ὧν ὁ κ. συνάδελφος διεβεβαίου, ὅτι εἰσὶ κατατεθειμένα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, εἶναι αὐτὸ τὸ τεμάχιον φύλλου χάρτου, ὅπερ περιέχει ὅλα τὰ σχέδια τῆς Δεξαμενῆς. Παρακαλῶ νὰ ἴδητε αὐτὸ καλῶς (δεικνύει τεμάχιον μικρὸν χάρτου, προσκεκολλημένον τῷ φυλλαδίῳ). Αὐτά εἰσι τὰ σχέδια τῆς Δεξαμενῆς, τὰ κατατεθειμένα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἤτοι ἓν μικρὸν σχεδιογράφημα, μὲ τρεῖς γραμμὰς μικρὰς, σχηματιζούσας τὰς τρεῖς αἰθούσας τῆς Δεξαμενῆς!
§206Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§207ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δῆθεν σχεδίων, ψηφίζει τι, ὅπερ δὲν γνωρίζει. Ἀλλ’ ἀπόψε ἐγείρονται καὶ ἄλλαι ἀπορίαι, συνδεόμεναι πρὸς τὴν οὐσίαν πλέον τοῦ νομοσχεδίου. Δηλαδή, πόσα τὰ πιθανὰ κέρδη τῆς Δεξαμενῆς; Ὑπάρχουσι περὶ τούτου πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλήν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὅστις τῷ ὄντι πολὺ εὐγλώττως ἠγόρευσε, παρέσχεν ἡμῖν ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀμφιβάλλωμεν περὶ τοῦ κύρους τῶν λόγων, οὓς παρ’ αὐτοῦ ἠκούσαμεν. Διότι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, λίαν σύντομος, οὐδὲν διαλαμβάνει περὶ τῶν ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἐτησίως θέλει ἐργάζεσθαι ἡ Δεξαμενὴ, οὔτε στατιστικαὶ πληροφορίαι προσεκομίσθησαν ἡμῖν, πόσα πλοῖα καταπλέουσιν ἑκάστοτε εἰς Σῦρον, οὔτε δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ὅσα πλοῖα καταπλέουσιν ἐκεῖ, πάντα ταῦτα θέλουσιν ὑποστῆ καθαρισμὸν, — διότι πιθανὸν νὰ ἦναι καθαρισμένα. — Οὐδεμία ἐπίσημος πληροφορία περὶ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα εἰσπράττουσιν αἱ κατὰ τόπους Δεξαμεναί. Ἑπομένως ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου δυνατὸν νὰ ὦσιν ὀρθοὶ, ἀλλ’ εἰσὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ μελέτης πορίσματα· ἐπισήμως ἡμεῖς οὐδὲν περὶ τούτων γινώσκομεν, διότι οὐδὲν περὶ τούτων ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἔχει. Ἐπεθύμησαν οἱ ἐν Σύρῳ νὰ ἔχωσι μίαν Δεξαμενήν. Ἀμέσως, ἐπὶ ποδὸς, ἕν νομοσχέδιον, μία ἔκθεσις, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, ψηφίζεται, ἄνευ μελέτης, ἄνευ ὑπολογισμῶν, ἄνευ γνώσεως τῶν πιθανῶν κερδῶν τῆς Δεξαμενῆς, καὶ ἄνευ γνώσεως τῆς δαπάνης πρὸς λειτουργίαν τῆς Δεξαμενῆς, καὶ ψηφίζοντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς νόμους, νομίζομεν, ὅτι πράττομέν τι σπουδαῖον, ὅτι συντελοῦμεν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ τόσον, ἵνα ἀγορεύσω κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, — τοῦθ’ ὅπερ δὲν θέλω παραλείψει — ὅσον ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διαφωτίσῃ ἡμᾶς πληρέστερον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλω ἐξετάσει τὸ θέμα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἐγὼ, ἐρωτήσας εἰδικοὺς ἄνδρας, ἐμπειροτέχνας, ἰσχυρίζομαι, ὅτι, ἐὰν κατασκευασθῇ αὐτὴ ἡ Δεξαμενὴ, τὰ ἔξοδα πρὸς συντήρησιν καὶ πρὸς λειτουργίαν αὐτῆς θέλουσιν ἐξαντλῆ τὰ κέρδη, ἢ, διὰ νὰ μὴ ἦμαι ὑπερβολικὸς, θέλουσιν ἀφίνει τοσοῦτον μικρὸν κέρδος, ὥστε βεβαίως τὰ κεφάλαια τῶν κερδοσκόπων δὲν θέλουσι προστρέξει πρὸς ἀναδοχὴν τῆς ἐπιχειρήσεως. Διατὶ, Κύριοι, τοῦτο; Περὶ τίνος εἴδους Δεξαμενῆς πρόκειται; Τό γε νῦν ἔχον, πρόκειται καθαρῶς περὶ Δεξαμενῆς καθαρισμοῦ πλοίων, ἥτις βεβαίως συνεπάγεται καὶ μικράς τινας ἐπισκευάς· πρόκειται τουτέστι περὶ τῶν Δεξαμενῶν ἐκείνων, ἃς οἱ Γάλλοι καλοῦσι Bassins de Radoub, δηλαδὴ Δεξαμενὰς καθαρισμοῦ καὶ ἐπισκευῶν, αἵτινες δὲ, κατὰ τὴν ἱστορίαν, τὸ πρῶτον ἱδρύθησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΖʹ αἰῶνος ἐν Rochefort καὶ ἐν Brest. Ἀλλ’ αἱ Δεξαμεναὶ τοῦ ἁπλοῦ καθαρισμοῦ οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου παρουσιάζουσι τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα κέρδη, ὥστε ἡ ἀναδοχὴ αὐτῶν ἁπλῶς νὰ θεωρῆται ἐργασία κερδοσκοπική. Ἵνα Δεξαμενή τις καθαρισμοῦ καὶ ἐπισκευῶν δυνηθῇ νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς ἱδρυτὰς καὶ μετόχους αὐτῆς, εἰς τοὺς ἀναδόχους, κέρδος, πρέπει νὰ συνοδεύηται παραλλήλως ὑπὸ Ναυπηγείου. Εὐθὺς ὡς δὲν ἔχετε παρὰ τὴν Δεξαμενὴν τὸ Ναυπηγεῖον, ἀποτελοῦν μετ’ αὐτῆς τὸ κεφάλαιον τὸ ἐκμεταλλεύσιμον τῆς Ἑταιρείας, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἔχητε τοσαῦτα κέρδη, ὥστε τὰ κεφάλαια νὰ προστρέχωσιν εἰς ἀναδοχὴν τοῦ ἔργου. Τί θέλει λοιπὸν συμβῆ; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον· φόρος ἐπὶ τῶν κατοίκων τῶν δήμων Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου. Πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως ἐκ μέρους τῶν δήμων Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου καὶ ἐκ μέρους τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Σύρου ὑπὲρ τόκου μέχρι 5% ἐτησίως ἐπὶ ποσοῦ μέχρι δραχμῶν 2,500,000, ἐφ’ ὅσον τὰ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως καθαρὰ ἔσοδα δὲν καλύπτουσι τόκον 5% ἐτησίως ἐπὶ τοῦ ὑπὲρ οὗ ἡ ἐγγύησις ποσοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Δεξαμενὴ εἶναι ἁπλῶς Δεξαμενὴ καθαρισμοῦ καὶ ἐπισκευῶν, δηλαδὴ Bassin de Radoub, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ κέρδη. Θέλει λοιπὸν ἱδρυθῆ Ἑταιρεία τις, οὕτως εἰπεῖν, δοκιμαστικὴ, καὶ μετὰ ταῦτα τί θέλει συμβῆ; Θέλουσιν ἀναγκασθῆ οἱ δῆμοι Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου νὰ ὑποστῶσι τὴν φορολογίαν, ἧς τὰ καθέκαστα ὁρίζονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ θέλουσιν ἐπιβληθῆ πρόσθετοι φόροι καὶ δασμοὶ, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς χορηγητέας ἐγγυήσεως 5%, ἐπὶ 2,500,000 δραχμῶν. Ἤτοι πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐκ δραχμῶν 125,000 ἐτησίως. Πρόκειται λοιπὸν περὶ φορολογίας τῶν κατοίκων ἐκείνων ἀρκούντως βαρείας, καὶ ἐκ τῶν προτέρων βεβαίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς λάβω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἡ ναυτιλία δὲν εἶναι πρᾶξις ἐμπορική; Δὲν ἀκολουθεῖ καὶ αὐτὴ τοὺς κανόνας τῆς κερδοσκοπίας; Βεβαίως. Ἀλλοίμονον αὐτῇ, ἐὰν ἠκολούθει ἄλλους! Λοιπὸν, ἐὰν πλοῖα, ἔστω μέλλοντα νὰ καταπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα Σύρου, εὑρίσκωνται ἔν τινι τῶν λιμένων τῆς Μεσογείου, ὅπου ὑπάρχουσι Δεξαμεναὶ καθαρισμοῦ καὶ μικρῶν ἐπισκευῶν μετὰ Ναυπηγείων, ἔχωσι δὲ ἄμεσον ἀνάγκην καθαρισμοῦ, νομίζετε, ὅτι ἐκ φιλοπατρίας, ὅπως οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι τοῦ Σχολείου τοῦ Βελεστίνου μετὰ τῶν διδασκάλων, οἵτινες πάντες ὁμοῦ κατέθεσαν 8 δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, θέλουσιν εἴπει: «Ἄ! ἡμεῖς εἴμεθα Ἕλληνες· ἔχομεν ἐπείγουσαν ἀνάγκην καθαρισμοῦ, ἀλλὰ δὲν καθαρίζομεν τὸ πλοῖον ἐδῶ, ὅπου εὑρισκόμεθα, θέλομεν καταπλεύσει εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, τὴν Σύρον, ἵνα καθαρίσωμεν αὐτό»; Ἡ ναυτιλία, πρὸ πάντων δὲ ἡ ναυτιλία, ἥτις εἶναι ἡ ταχύτης, προσπαθεῖ, ὅπου εὑρεθῇ, νὰ καθαρίζῃ τὰ πλοῖα αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἀναγνώσω ὑμῖν κατάλογον τῶν Δεξαμενῶν τῆς Μεσογείου—καὶ τί Δεξαμενῶν; οὐχὶ ὡς αὐτὰς, ἃς θέλουσιν ἱδρύσει οἱ ἀόριστοι ἀνάδοχοι τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀθύρματα, ὡς ἀκούω λεγόμενον ἐνταῦθα παρά τινος τῶν γειτόνων μου· αὐταί εἰσι Δεξαμεναὶ καθαρισμοῦ καὶ Ναυπηγεῖα, εἰς ἃ ὅταν τις εἰσέρχηται, καταλαμβάνεται ὑπὸ ἐκστάσεως. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν ἀναγνώσω ὑμῖν τὸν κατάλογον αὐτὸν, θέλετε ἴδει, πόσαι Δεξαμεναὶ μετὰ Ναυπηγείων ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Μεσογείῳ. Καὶ ἐξακολουθῶ τὰς σκέψεις μου. Εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Μεσογείῳ, καὶ ἔχομεν τὰ πλοῖα ἡμῶν δεόμενα ἐπείγοντος καθαρισμοῦ, ἐν ᾧ δὲ λιμένι ναυλοχοῦμεν, ὑπάρχει Δεξαμενή. Νομίζετε, ὅτι ἐκ φιλοπατρίας θέλουσι καταπλεύει εἰς τὴν Σῦρον, ἵνα καθαρισθῶσι; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ηὐτύχησα λοιπὸν νὰ ἔχω κατάλογον τῶν Δεξαμενῶν τῆς Μεσογείου, καὶ παρακαλῶ ἕνα τῶν κυρίων Γραμματέων τῆς Βουλῆς νὰ κρατήσῃ σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἀλεξάνδρεια, ὑπάρχει πλωτὴ Δεξαμενή. — Ἀλγέριον, ὑπάρχει κτιστὴ Δεξαμενὴ καὶ δευτέρα τοιαύτη. — Βαλέττα (Μελίτης), τέσσαρες Δεξαμεναί. — Βενετία, κτιστὴ Δεξαμενὴ καὶ δευτέρα τοιαύτη. — Γένουα, πλωτὴ Δεξαμενὴ κτιστὴ καὶ δευτέρα τοιαύτη. — Καρθαγένη, πλωτὴ Δεξαμενή.— Κωνσταντινούπολις, κτιστὴ Δεξαμενὴ καὶ δευτέρα τοιαύτη. Ἀκόμη δύο κτισταὶ καὶ μία πλωτή. — Λιβόρνον, κτιστή.— Μασσαλία, τέσσαρες κτισταὶ καὶ μία ξυλίνη πλωτή. — Μεσσήνη, κτιστή. — Νεάπολις, Δεξαμενή. — Παλέρμον, κτιστή. — Πόλα, κτιστή (ἡ παλαιά), κτιστή (ἡ νέα), πλωτή. — Σπέτζια, ἕξ κτισταί. — Τάρας, κτιστή. — Τεργέστη, κτιστὴ καὶ ἑτέρα Δεξαμενή. — Τουλὼν, τέσσαρες κτισταὶ κλπ.» Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἀριθμήσητε αὐτὰς, θέλετε εὕρει, ὅτι εἰσὶ πεντήκοντα ὧν αἱ πλεῖσται μετὰ Ναυπηγείων σχεδὸν δὲ πᾶσαι, ἐκτὸς τεσσάρων ἢ πέντε, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος· δὲν εἶναι ἐπιχειρήσεις κερδοσκοπικαί. Λοιπὸν τί θέλω νὰ ἀποδείξω; Θέλω νὰ ἀποδείξω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν αὐτὰς τὰς ἰδέας τὰς—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—στενάς. Μὴ μεγαλοποιῶμεν τὰ πράγματα, μὴ νομίζωμεν, ὅτι ἡ ναυτιλία θέλει σπεύσει, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, εἰς τὴν Σῦρον, ἵνα καθαρίσῃ τὰ πλοῖα αὑτῆς· διότι ἡ Μεσόγειος εἶναι πλήρης Δεξαμενῶν, πατρὶς δὲ διὰ τὸ ἐμπόριον, ὡς καὶ διὰ τὴν ναυτιλίαν, εἶναι ὁ Κόσμος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, φέρω καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, καὶ λέγω. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐδῶ, μὲ αὐτὴν τὴν Δεξαμενὴν, ἣν θέλομεν νὰ κατασκευάσωμεν ἐν Σύρῳ, κινδυνεύομεν νὰ μιμηθῶμεν ἐκείνους τοὺς μικροπαντοπώλας· ἀνοίγει εἷς ἓν μικρὸν παντοπωλεῖον εἰς μίαν γωνίαν μικρᾶς τινος συνοικίας· σπεύδει ἀμέσως καὶ δεύτερος, ὅστις, ἀντὶ νὰ ἀνοίξῃ ἓν ἄλλο μικρὸν παντοπωλεῖον εἰς μίαν ἄλλην μικρὰν συνοικίαν, ἀνοίγει καὶ αὐτὸς τοιοῦτον ἀντικρὺ τοῦ πρώτου. Τοιουτοτρόπως καὶ οἱ δύο πτωχεύουσι. Λοιπὸν μικροπαντοπῶλαι θὰ γίνωμεν, διότι θέλομεν ἔχει μίαν Δεξαμενὴν ἐν Σύρῳ, ἐνῷ ἔχομεν ἤδη δύο ἐν Πειραιεῖ, καὶ καταστρέφομεν, Κύριοι, τὸ ἔργον τοῦ Πειραιῶς, μὴ ὄντες βέβαιοι, ὅτι, ψηφίζοντες Δεξαμενὴν ἐν Σύρῳ, θέλομεν παράσχει αὐτῇ ζωὴν καὶ κέρδη. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀγαθοὶ συμπολῖταί μου, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθήμενοι, θέλουσι μὲ βοηθήσει εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐν Πειραιεῖ...
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε ἀγωνίζεσθε χάριν τοῦ Πειραιῶς.
§209ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως ἐγὼ παρίσταμαι ἐδῶ καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ τοῦ Πειραιῶς, κατ’ ἐξοχὴν καὶ ἰδιαιτέρως, καὶ λέγω, ὅτι ἡ Δεξαμενὴ τῆς Σύρου θέλει συντελέσει εἰς μεγάλην ζημίαν τῶν δύο Δεξαμενῶν τοῦ Πειραιῶς, χωρὶς καὶ ἐκείνη νὰ ὠφεληθῇ παντάπασιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλω εἴπει ὑμῖν καὶ ἄλλο τι, ὅπερ ἴσως φανῇ πολὺ παράδοξον, διότι δὲν ἐσκέφθησαν περὶ τούτου οἱ ἁρμόδιοι. Ὁμοιάζομεν πρὸς ἐκεῖνον τὸν πλούσιον, ὅστις, δίδων ἓν τάλληρον εἰς πτωχὸν διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς, διὰ τῆς ἑτέρας λαμβάνει αὐτὸ ὀπίσω. Ἡμεῖς προχθὲς ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ ἱδρύσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μία δὲ τῶν προσόδων αὐτοῦ τοῦ Ταμείου εἶναι καὶ τὰ ἐκ τῆς Δεξαμενῆς τοῦ Ναυστάθμου εἰσπραττόμενα. Καὶ μόλις ὁ νόμος ἐψηφίσθη, καὶ ἐνῷ ἀκόμη τὸ Ταμεῖον δὲν ἤρξατο λειτουργοῦν, διὰ τῆς ἑτέρας τῶν χειρῶν ἀφαιρεῖτε ἀρκούντως μεγάλην πρόσοδον ἐκ τοῦ Ταμείου τούτου, διότι διὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ τρίτης Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, πρὸς ταῖς ὑπαρχούσαις ἐν Πειραιεῖ, ἐλαττοῦτε τὰς προσόδους τῆς ἐν Ναυστάθμῳ Δεξαμενῆς. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔκολα καὶ τοσοῦτον χαρίεντα, ὅσον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὰ ὁ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτής. Ἑπομένως, Κύριοι, ἐγὼ ποσῶς δὲν ἀποκρύπτω τὴν ἰδέαν μου. Εἰμὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἂν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ αὐτό, ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀττικῆς, καὶ πρὸ πάντων τοῦ Πειραιῶς, ὅστις οὐδέποτε μοὶ ἠρνήθη τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ, θέλω τὸ καταψηφίσει. Θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὡς ἀμελετήτου, διότι οὐδένα γνωρίζομεν τῶν τεχνικῶν ὅρων, μὴ προσκομισθέντων σχεδίων, εἰμὴ αὐτοῦ τοῦ φύλλου τοῦ χάρτου. Οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχομεν, οὐδὲν ἀπεκομίσαμεν ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἴμεθα ἐν τῷ σκότει, διότι κατελήφθημεν ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ πράττειν πολλά, ὅπερ σημαίνει οὐδὲν πράττειν. Δὲν ἐφθάσαμεν, Κύριοι, ἀκόμη, δυστυχῶς, εἰς ἐκείνην τὴν μεγάλην περιωπὴν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὰς πολλὰς Δεξαμενὰς καὶ τὰ ποικίλα Ναυπηγεῖα τῆς Γαλλίας, ἢ τῆς Ἀγγλίας. Ἔχομεν δύο Δεξαμενὰς ἐν Πειραιεῖ, καὶ μίαν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἐὰν ἡ ναυτιλία πείσῃ ἡμᾶς διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι αὐταὶ αἱ τρεῖς Δεξαμεναὶ δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἐὰν δηλωθῇ ἡμῖν ἐμπεριστατωμένως, ὅτι ὅλαι αἱ Δεξαμεναὶ τῆς Μεσογείου ἐλάχιστα συντελοῦσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, τότε μάλιστα. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ταῦτα δὲν ἀποδεικνύονται, πῶς ἐρχόμεθα, ἄνευ μελέτης, ἄνευ πραγματικῆς βάσεως, καὶ ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν ὅπως–ὅπως νομοσχέδιον, ὅπερ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ζημιοῖ δύο Δεξαμενὰς ἐν Πειραιεῖ, μὴ εἰσέτι ἀρξαμένας νὰ λειτουργῶσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τίθησι χεῖρα εὐθὺς ἀμέσως ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου, ἅπερ τοῦτο θέλει λαμβάνει ἐκ τῆς Δεξαμενῆς τοῦ Ναυστάθμου; Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον μετὰ πλείστης πεποιθήσεως, καὶ χωρὶς ποσῶς νὰ ἀμφιβάλλω, θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ πολλὰ πράττειν βεβαίως δὲν εἶναι φρόνιμον, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ μηδὲν πράττειν εἶναι χειροτέρα τῆς προθέσεως τοῦ πολλὰ πράττειν· ἀπὸ πολλοῦ δὲ βλέπω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κατεχόμενον ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ μηδὲν πράττειν. Κατέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρῶτον δι’ ἔλλειψιν μελέτης. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, πάντα τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια εἶναι ἀμελέτητα, καὶ ἐπειδὴ δὲν λησμονεῖ τὴν σύμβασιν περὶ Στυμφαλίας, ἐπειδὴ πάντοτε ἐνθυμεῖται μετὰ στοργῆς τὴν περίφημον Στυμφαλίαν, ἐπεκαλέσθη καὶ ταύτην, καὶ εἶπε: «δεύτερον παράδειγμα ἀμελετήτου νομοσχεδίου μετὰ τὸ πρῶτον ἐκεῖνο!» Ἀλλ’ ἀτυχῶς, τὸ πρῶτον ἐκεῖνο παράδειγμα δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια εἶναι ἀμελέτητα· διότι τὸ περὶ Στυμφαλίας νομοσχέδιον δυνατὸν νὰ εἶχε τὸ ἐλάττωμα τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας ὑπερμέτρως βαρείας, ἀλλ’ ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἀναγκαίας δαπάνης. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἡ γενομένη τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἐκείνου ἀναγκαίων δαπανῶν ἀφίστατο τῶν πραγματικῶς ἀπαιτουμένων, καὶ ὅτι αἱ μελέται, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθημεν τότε, ἦσαν μελέται, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῶμεν· δὲν δύνασθε, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῆτε τοῦτο, διότι, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Bechman γενομένων μελετῶν, αἱ ἐκτιμήσεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ κυρίου Κελλενὲκ, καὶ ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθημεν, ἀποδεικνύουσι τὸ ἀκριβὲς τῶν μελετῶν τούτων. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν Δεξαμενὴν τῆς Σύρου, ἔχομεν μελέτην, ἔχομεν σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Δημαρχίαν τῆς Σύρου, τὴν μελέτην δὲ ταύτην κατεθέσαμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ὁ πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀποκρούσῃ ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, βάσιμος. Δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ ἀφθονία τῶν ὑπαρχουσῶν Δεξαμενῶν ἐν τῇ Μεσογείῳ· ἀπηρίθμησε δὲ τὰς Δεξαμενὰς ταύτας. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀπαρίθμησις, ἡ παρ’ αὐτοῦ γενομένη, εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ γεγονὸς, ὅτι κατεσκευάσθησαν τόσαι Δεξαμεναὶ ἐν τῇ Μεσογείῳ, ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ Δεξαμεναὶ αὗται εἶναι χρήσιμοι, καὶ ἐργάζονται ἐπικερδῶς...
§211ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§213ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι αἱ Δεξαμεναὶ αὗται ἐργάζονται καλῶς, διότι ἔχουσι παραπλεύρως τὰ Ναυπηγεῖα.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς τοῦτο... Ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως συνεργείων παρὰ τῇ Δεξαμενῇ δὲν ἀποκρούεται παρ’ ἡμῶν, οὔτε ἀπεκρούσθη ἀπὸ τοὺς ἐπιδιώξαντας τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς ἐν Πειραιεῖ, οὔτε ἀποκρούεται ἀπὸ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν κατασκευὴν τῆς ἐν Σύρῳ Δεξαμενῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἄνευ συνεργείων δύναται νὰ ὑπάρξῃ Δεξαμενή. Ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ὅπως ὑπάρξῃ καὶ λειτουργήσῃ Δεξαμενή, εἶναι, νὰ κατασκευασθῶσι παρ’ αὐτῇ συνεργεῖα. Ἀπολύτως ἀναγκαία ἀποβαίνει, ὅπως λειτουργήσῃ Δεξαμενή, ἡ ὕπαρξις παρ’ αὐτῇ συνεργείων. Συνεργεῖα βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Σύρῳ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής: «εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι πλοῖα, πλέοντα εἰς τὴν Μεσόγειον θὰ ἔλθωσι χάριν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας εἰς τὴν Δεξαμενὴν Σύρου;» Ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ ἔλθωσι χάριν τῶν συμφερόντων των, διότι τὰ πλοῖα τὰ Ἑλληνικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι νηολογημένα εἰς τὴν Σῦρον, ἢ τὸν Πειραιᾶ, θὰ ἔλθωσι νὰ ἐπισκευασθῶσιν εἰς Πειραιᾶ, ἢ εἰς Σῦρον· θὰ ἔλθωσιν, ἐὰν εὕρωσι συμφέρον αὐτοῖς, νὰ καθαρισθῶσιν εἰς τὴν Δεξαμενὴν τοῦ Πειραιῶς ἢ τῆς Σύρου. Ἑπομένως ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατασκευασθῇ Δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ, εἶναι λόγος ἰσχυρὸς ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τῆς Δεξαμενῆς ταύτης. Προσέθηκεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν κατασκευάζεται Δεξαμενὴ ἐν Πειραιεῖ, εἶναι ὀλέθριον νὰ κατασκευασθῇ τοιαύτη ἐν Σύρῳ· ἐδήλωσε δὲ, ὅτι, ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ Πειραιῶς, θὰ καταψηφίσῃ τὴν κατασκευὴν Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δικαιοῦται, ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ Πειραιῶς, νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Σύρου. Ἡ Σῦρος δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸ Δημόσιον θυσίας, δὲν ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ θυσιάσωμέν τι, ἵνα βοηθήσωμεν αὐτήν. Οἱ κάτοικοι τῆς Σύρου εἶναι πρόθυμοι, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς θυσίας, καὶ τὴν προθυμίαν αὐτῶν ταύτην ἀποδεικνύουσι τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, δι’ ὧν δηλοῦται, ὅτι οἱ συνδημόται αὐτῶν εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν, τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένην, ὅπως κατασκευασθῇ ἡ Δεξαμενή. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὑποβάλλονται εἰς βαρυτάτην φορολογίαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλλίτερον ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς κριτὰς τῶν συμφερόντων των, καὶ ὄχι νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐναντίον τῆς ἐκπεφρασμένης γνώμης αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν ὑποστηρίζουσιν; Ἔχουσι δὲ δίκαιον νὰ ὑποστηρίζωσι ταύτην, διότι ἡ ναυτιλία ἐν Σύρῳ ἔλαβε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνάπτυξιν τεραστίαν. Ἠξεύρετε εἰς πόσον ποσὸν ὑπολογίζονται τὰ δαπανηθέντα ἐφέτος πρὸς ναυπήγησιν ἀτμοπλοίων; Ἄνω τῶν 12,000,000. Καὶ νομίζετε, ὅτι πόλις, ἡ ὁποία τοσαῦτα κεφάλαια ἐνέδυσεν εἰς ναυπήγησιν ἀτμοπλοίων, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φροντίσῃ, ὅπως διευκολύνῃ τὰ μέσα τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῶν, καὶ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὴν, ἵνα ὑποχρεωθῇ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς Δεξαμενὰς τῆς Μεσογείου, νὰ ὑποχρεωθῇ, ἵνα κατ’ ἔτος καταβάλλῃ πρὸς ὄφελος ξένων χωρῶν σπουδαῖα ποσά; Δὲν νομίζετε κατὰ συνέπειαν, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν εἶναι λόγος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πείσῃ ἡμᾶς ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον; Ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς τελευταῖον ἐπιχείρημα, εἰπὼν πρὸς ἡμᾶς: «Ὅ,τι δίδετε διὰ τῆς μιᾶς χειρός, τὸ ἀφαιρεῖτε διὰ τῆς ἑτέρας»· καὶ ἀφοῦ ἐν ὀνόματι τοῦ Πειραιῶς ἠθέλησε νὰ καταδικάσῃ τὴν Σῦρον, ἠθέλησεν ἐν ὀνόματι τῆς μικρᾶς πλωτῆς Δεξαμενῆς τοῦ Ναυστάθμου νὰ καταδικάσῃ τὴν μεγάλην Δεξαμενὴν τῆς Σύρου. Ἡ μικρὰ Δεξαμενὴ τοῦ Ναυστάθμου θὰ ἐξακολουθῇ ἐκτελοῦσα τὰς μικρὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ. Διότι, παρακαλῶ, ποῖα εἶναι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καθαρισθῶσιν εἰς τὴν πλωτὴν Δεξαμενήν, ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς αὐτῆς διαστάσεως; Ὀλίγα εἶναι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐν αὐτῇ νὰ καθαρισθῶσι.
§215ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅλα εἶναι δυνατόν, ἐὰν προσθέσητε μικράς τινας δαπάνας.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, βεβαιωθῆτε, ὅτι, οἱανδήποτε δαπάνην καὶ ἂν κάμητε, δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ παρ’ ὑμῶν ποθούμενον. Θὰ καταστρέψητε τὴν Δεξαμενήν, ἡ ὁποία ἤδη ἔχει πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ῥάχιν της, καὶ δὲν θέλετε κατορθώσει, ὅπως ἐν αὐτῇ καθαρισθῶσι πλοῖα μεγάλης χωρητικότητος. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ μικρᾶς δαπάνης νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ἱκανήν, ὅπως ἐν αὐτῇ καθαρισθῶσι καὶ πλοῖα μεγαλειτέρας χωρητικότητος, αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διῴκησαν τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι σήμερον, ἤθελον σκεφθῆ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς μεγάλης δαπάνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος κατ’ ἔτος ὑποβάλλεται, ὅπως καθαρίσῃ τὰ θωρηκτά.
§217ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐμελετήθη.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ ἐμελετήθη. Οὐδεὶς, κατ’ ἐμέ, δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀνάγκην ἔχομεν Δεξαμενῆς. Εὑρισκόμεθα εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀτμοπλοΐα λαμβάνει μεγάλην ἀνάπτυξιν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποβοηθήσωμεν τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ παρασκευασθῶσιν, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ ἀνάπτυξις αὕτη ἐπιβάλλει. Ὅταν δ’ εὑρισκώμεθα ἀπέναντι δήμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς θυσίας, χωρὶς τίποτε νὰ ζητῶσι παρὰ τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἀπαραίτητον ὑποχρέωσιν νὰ μὴ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα παρ’ αὐτῶν προτείνονται.
§219Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν ζωηρὰν ὑπεράσπισιν, ἣν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐποιήσαντο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, ἐγὼ διατηρῶ πολλὰς τὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ φέρω ὅσας παρατηρήσεις θεωρῶ ἀναγκαίας ἐπ’ αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν ἀνάγκην Δεξαμενῆς ἐν τόπῳ, ἐν ᾧ ἄρχεται ἡ ἀτμήρης ναυτιλία σπουδαίως αὐξάνουσα, οὔτε, ἐννοεῖται, τὸ δικαίωμα τῆς Σύρου, ὅπως ἀποκτήσῃ Δεξαμενήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο πρέπει νὰ γένηται κατὰ τρόπον βλάπτοντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὡς Κράτους. Ἡ κατασκευὴ Δεξαμενῆς, ἀποτελούσης μέρος τοῦ λιμένος, ἐνδιαφέρει πρωτίστως τὸ Κράτος, διότι εἰς τὸ Κράτος ἀνήκουν πάντες οἱ λιμένες τοῦ Βασιλείου, κατ’ οὐδένα δὲ λόγον πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν αὐτοῦ ἔργον λιμενικὸν τοιαύτης σπουδαιότητος, οἷον ἡ Δεξαμενή. Ἂν τὸ Κράτος ἀποφασίζῃ ἐνίοτε νὰ μὴ κατασκευάσῃ αὐτὸ ἀμέσως ἰδίαις δαπάναις λιμένα, ἢ ἔργα λιμενικά, κρίνῃ δὲ συμφερώτερον νὰ παραχωρήσῃ αὐτὰ εἰς ἄλλα πρόσωπα, ταῦτα, πρὸς ἃ παραχωρεῖ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἄλλα πρόσωπα ἢ οἱ Δῆμοι ἢ Ταμεῖα, ὑπὸ τῆς Πολιτείας διὰ νόμου ἀνεγνωρισμένα καὶ λειτουργοῦντα ὡς νομικὰ πρόσωπα ἐν τῷ Κράτει. Ἡ Σῦρος κατέχει, ὡς ἐμπορικὸς λιμὴν, μίαν τῶν καλλιτέρων θέσεων ἐν τῇ Μεσογείῳ, καὶ ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως τὸ Κράτος, ὅπως τὰ τοῦ λιμένος τῆς Σύρου καὶ τὰ τῆς Δεξαμενῆς αὐτῆς εὑρίσκωνται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν καὶ ἐποπτείαν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς. Ὅταν δὲ βλέπωμεν, ὅτι προβάλλεται νομοσχέδιον, μεταβάλλον τὸ λιμενικὸν αὐτὸ ἔργον εἰς καθαρῶς ἰδιωτικὸν ἔργον, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς ἰδιωτικὸν ἔργον, ὥστε νὰ κινδυνεύωμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὸ εἰς χεῖρας ἀλλοδαπῶν, καὶ νὰ ἴδωμεν αὐτὸ εἰς χεῖρας αὐτῶν οὐχὶ ἐφ’ ὡρισμένον τινὰ χρόνον, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναλάβωμεν μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ διὰ μακρὸν χρόνον, βεβαίως γεννᾶται εἰς πάντα εὔλογον δυσάρεστον αἴσθημα, πρὸ τοῦ ὁποίου, νομίζω, καθῆκον ἔχει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἐπί τινα χρόνον βεβαίως, καὶ οὐχὶ διὰ παντὸς, ἡ ἀνυπομονησία τυχὸν τῆς Σύρου, καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ Κράτους τὸ συμφέρον καὶ τῆς ναυτιλίας. Ἡ Σῦρος δὲν θ’ ἀπολεσθῇ, ἐὰν ἀναβληθῇ ἐπί τινα ἀκόμη ἔτη τὸ ἔργον τῆς Δεξαμενῆς· οὔτε ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία αὐτῆς, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εὑρίσκεται ἔτι ἐν σπαργάνοις, θὰ πάθῃ, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ κατασκευὴ τῆς Δεξαμενῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ κακὸν νὰ παραδώσωμεν τὸν λιμένα τῆς Σύρου εἰς ξένους· δυστυχῶς δὲ, ὅλα φαίνονται παρεσκευασμένα, ὅπως ἀναλάβῃ τὸ ἔργον ἀλλοδαπός, αὐτὸς δὲ, ὅστις θὰ ἀναλάβῃ ἤδη τὸ ἔργον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ αὐτὸ εἰς ἄλλον, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται οὐδεμία προηγουμένη βάσανος, οὐδεμία ἐγγύησις.
§220ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μεταβίβασις θὰ ἦναι ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
§221ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀσθενῆ ἔχει ἐξουσίαν. Ἰδοὺ, πῶς ἔχει ἡ διάταξις: «Ὁ ἀνάδοχος τῆς ἐπιχειρήσεως δικαιοῦται, ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τρίτον τὰ ἐκ τῆς παραχωρήσεως δικαιώματα αὐτοῦ, ἢ νὰ ἱδρύσῃ αὐτὸς Ἑταιρείαν κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως». Πρῶτον, ἐπιτρέπεται εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ἅμα τῇ παραχωρήσει τοῦ ἔργου, νὰ ἦναι ὁ ἀνάδοχος καὶ ἐκμεταλλευτὴς ἔργου λιμενικοῦ, ἐξόχως δημοσίου, ὡς κοινῆς χρήσεως, ἔργου, ἐν ᾧ ὁ ἀλλοδαπὸς δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ αἰσθάνηται καὶ νὰ μετέρχηται προτιμήσεις ὑπὲρ ξένων καθ’ ἡμεδαπῶν· δεύτερον, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν πρῶτον ἀνάδοχον, τῇ ἐγκρίσει βεβαίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς Δεξαμενῆς εἰς ἀλλοδαπόν. Κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, θὰ ἔχωμεν εἰς χεῖρας ἀλλοδαποῦ τὴν σπουδαιοτέραν ἐργασίαν λιμένος τῆς Ἀνατολῆς, ὅπερ κακόν. Εἶπεν ὁ ἐκ Σύρου ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἀστυνομίας, θὰ δύναται νὰ εἴπῃ αὔριον εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν ἰδιοκτήτην τῆς Δεξαμενῆς, ὅτι πρέπει νὰ προτιμᾷ τὰ Ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν γείνῃ τοῦτο, δὲν θὰ ἴδητε ξένην τινὰ Πρεσβείαν ἐπεμβαίνουσαν, καὶ ἰσχυριζομένην, ὅτι ἡ τοιαύτη προτίμησις εἶναι ἐναντία τῶν ἀλλοδαπῶν, ἢ πιέζουσαν τὸν ἀλλοδαπὸν νὰ προτιμᾷ τὰ ξένα πλοῖα;
§222Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ γίνεται καὶ σήμερον εἰς τὸν Ναύσταθμον· ὁσάκις ξένοι στόλοι ἔρχωνται, πάντες οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐξ ἁβρότητος πρὸς τοὺς ξένους, δίδουσι τὴν προτίμησιν εἰς τὰ ξένα πλοῖα.
§223ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξ ἁβρότητητος, μάλιστα. Εἰς πολλὰς περιστάσεις, κύριε Πρόεδρε, αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἔδειξαν εὐλόγως δυσπιστίαν πρὸς παραχώρησιν μεγάλων ἔργων καὶ δικαιωμάτων εἰς ἀλλοδαποὺς, διότι ἐκ διαγωνισμοῦ καὶ συμφέροντος ἤθελον νὰ ἀσκῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν, καὶ διότι ὄπισθεν αὐτῶν συνήθως ξέναι χεῖρες ἰσχυραὶ φροντίζουν νὰ ἐνισχύωσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἂν περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἀλλοδαπῶν ἡ Δεξαμενὴ, δὲν θὰ ἦναι πρᾶγμα ἄνευ συνεπειῶν καὶ σημασίας, καὶ πρέπει οἱ συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον νὰ προσέξωμεν πολὺ ἐπὶ τῆς ἐθνικότητος τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ αὐτῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, κατὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀνάδοχος τῆς Δεξαμενῆς ὑποβάλλεται εἰς τὰ Δικαστήρια τοῦ τόπου· ἀλλὰ πρὶν ὑποβληθῇ εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰ Δικαστήρια τὰ Ἑλληνικὰ, συνήθως προηγοῦνται αἱ διοικητικαὶ ἐνέργειαι, καὶ, κατ’ αὐτὰς, φοβοῦμαι, ὅτι ἀλλοδαπὸς ἰσχυρὸς δύναται εὐκολώτερον νὰ διαφεύγῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ ἄλλα ἐκ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν νόμων δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τούτου ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι πολλὴν πεῖραν. Καθ’ ἡμέραν βλέπομεν πολλὰς Ἑταιρείας ἀλλοδαπὰς, κατορθούσας διὰ διαφόρων μέσων νὰ ὑπεκφεύγωσι τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις των, ἀκόμη δὲ προχθὲς ἐγένετο μεγάλη συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ξένη τις Ἑταιρία δὲν ὑποβάλλεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου, καίτοι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπανειλημμένως προσεκάλεσε καὶ διέταξεν αὐτὴν νὰ ὑποβληθῇ. Ἀλλὰ διατὶ φθάνομεν τόσον εὐκόλως εἰς τὴν παραχώρησιν κοινῆς ὠφελείας ἔργου εἰς ἰδιώτας, καὶ διατὶ μεταβάλλομεν εἰς ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν μίαν ἐπιχείρησιν, τῆς ὁποίας ἀντικείμενον εἶναι κυβερνητικὴ ἐξουσία, πρὶν τοὐλάχιστον δοκιμάσωμεν πάντα τὰ μέσα, ὅπως πεισθῶμεν, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο δήμων τῆς νήσου Σύρου; Ἂν ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Σύρου τὸν ὑπάρχοντα νόμον, καὶ συνήγαγεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, μείνας ἐπὶ χρόνον ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ δήμου νὰ κατασκευασθῇ ἡ Δεξαμενὴ, θὰ ἀναφέρω πρὸς ἀπάντησιν, ὅ,τι ὁ ἴδιος προσέθηκε, καταλήγων τὸν λόγον, ὅτι δηλαδὴ ὁ νόμος ἐκεῖνος οὐδένα πόρον ἐδημιούργει ὑπὲρ ὑπηρεσίας δανείου ἐπαρκοῦς πρὸς κατασκευὴν Δεξαμενῆς· εἶναι δὲ ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ πόρος τοιοῦτος, διότι εἶναι βεβαρημέναι ὅλαι αἱ πρόσοδοι καὶ τῶν δύο δήμων, ἰδίως τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, δοθεῖσαι ὡς ὑπέγγυοι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὥστε σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, ὅστις ἔχει μέγιστον συμφέρον, ἵνα κατασκευασθῇ τὸ ἔργον, οὗτος δὲν ἔχει τὰ μέσα πρὸς εὕρεσιν τῶν ἀναγκαίων χρημάτων. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐχορήγει τοὺς φόρους, οὓς σήμερον χορηγεῖ. Διατὶ ἔρχεται νῦν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τάσσεται ὑπὲρ νέας ἰδέας, τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς Δεξαμενῆς παρ’ ἰδιώτου, καὶ δὲν συνεισφέρει τοὺς φόρους αὐτοὺς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ δήμου, ὅπως δι’ αὐτῶν χορηγῇ ἀσφάλειαν καὶ εὕρῃ κεφάλαια εἴτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ;
§224ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δῆμος εἶναι ἀνίκανος νὰ ἦναι βιομήχανος. Καὶ ἐπιστημονικῶς δὲ, τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καταδεδικασμένον.
§225ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις οἱ δῆμοι τῆς Ἀγγλίας ἔχουσιν ἀναλάβει ἐπιχειρήσεις ἰδιωτικῆς φύσεως, ὧν ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰ 3 δισεκατομμύρια φράγκων. Πῶς λοιπὸν λέγετε, ὅτι οἱ δῆμοι εἶναι ἀνίκανοι; Ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις δημοτικοῦ συμφέροντος δύνανται νὰ ἐπιχειρήσωσι καὶ οἱ δῆμοι, καὶ τοῦτο παντοῦ ζητεῖται σήμερον. Δὲν εἴδετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ Κράτος, ὅπερ νὰ ἔχῃ ἰδιωτικὰ λιμενικὰ ἔργα, ἐκτὸς τῆς Ἱσπανίας; Τὴν Ἀγγλίαν οὐδεὶς ἄλλος ἐμιμήθη. Ὅλα τὰ μεγάλα ἔργα τοῦ Ἀμβούργου καὶ τῆς Βρέμης γίνονται τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κράτους. Ὅλα τὰ λιμενικὰ ἔργα εἶναι κατεσκευασμένα ἀπὸ τὰ Κράτη ἢ τοὺς δήμους ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ, συμπραττόντων πολλάκις καὶ ἄλλων Ταμείων. Μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ἀμερικῇ ὑπάρχει ἐξαίρεσις. Ἐν Ἑλλάδι, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ δῆμος Σύρου δὲν δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ἔργον τῆς Δεξαμενῆς. Διατὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑπηρετήσουν τὰ κεφάλαια τοῦ ἰδιώτου, τοῦ κατασκευάσοντος τὴν Δεξαμενήν, νὰ μὴ ὑπηρετήσουν ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ συνομολογήσῃ ὁ δῆμος Σύρου; Διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ θὰ γένηται κύριος ὁ δῆμος τοῦ ἔργου, καὶ οὐχὶ ξένος. Ὁ δῆμος ἔχει συμφέρον περισσότερον τοῦ ἰδιώτου ὑπὲρ πάσης βελτιώσεως καὶ προόδου, ἔχει δ’ ὀλιγώτερον συμφέρον νὰ κερδοσκοπῇ ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν προσερχομένων, ὅπερ μέγα κέρδος ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας. Συνεπῶς δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον ἐκ τῶν δοκιμῶν, τὰς ὁποίας μετήλθετε μέχρι σήμερον, καὶ ἀπετύχετε, νὰ θέλητε νῦν νὰ εἰσαγάγητε καινοτομίαν, οἵα ἡ κατασκευὴ ἰδιωτικῆς Δεξαμενῆς, ἰδιωτικοῦ λιμένος. Ἄλλως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ λιμένι Σύρου, δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς οὕτω κατασκευαζομένης Δεξαμενῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος αὐτῆς τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας, ἥτις δὲν εὑρίσκεται ἐν τόσον καλῇ θέσει, ὥστε νὰ δύναται νὰ διαγωνισθῇ πρὸς ἰσχυρὰν ξένην Ἑταιρείαν...
§226ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Γένουαν ὁ δῆμος ἔχει τὴν Δεξαμενήν.
§227ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχεδὸν παντοῦ γίνεται οὕτως, ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, ὡς εἶπον... Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ πιθανὴ δαπάνη, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ ἦναι 2,500,000 δραχμῶν, καὶ ἐπεβλήθησαν πρὸς τοῦτο εἰς τὸ ὄγδοον ἄρθρον οἱ πρόσθετοι δασμοί, οἱ ὁποῖοι προορίζονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων, οὗτοι δύνανται νὰ δώσωσι τὸ ποσὸν 125,000 δραχμῶν, ὅπερ ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν 2,500,000 δραχμῶν. Ἐὰν δύναται νὰ βαστάσῃ τοὺς φόρους...
§228ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει διαθεσίμους διὰ τὸ ἔργον πόρους, χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ ἄλλος φόρος, περίπου 48,000 δραχμῶν. Διερρυθμίσθησαν οὕτω τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ διαθέτῃ 40–45 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως.
§229ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ὑποστηρίζει τοὺς λόγους μου, ὅτι σήμερον τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, οὗ αἱ εἰσπράξεις αὐξάνουν, κατορθώνει νὰ ἔχῃ ὑπόλοιπον 48,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἐπιπροστίθηται ἄλλος φόρος, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν τεθειμένοι σήμερον ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἀπαιτεῖται ποσὸν μέγα. Ἀλλ’ ἂν κατωρθοῦτο νὰ ἑνωθῶσιν ἐν τούτῳ οἱ δύο δῆμοι καὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, ἠδύναντο νὰ δώσωσι τὸ ἀπαιτούμενον ἀποτέλεσμα. Εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδητε ὑπὲρ ἔργου τοιούτου, ὅσον καὶ ἂν ἀπαιτῇ τοῦτο ἡ Σῦρος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι ἡ ἀρχαιοτέρα ναυτικὴ ἐμπορικὴ πόλις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔχει ἐπείγοντα σήμερον συμφέροντα, ἐπιβάλλοντα νὰ ἴδῃ τὸ ταχύτερον τὸ ἔργον κατασκευαζόμενον. Ὁπωσδήποτε, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσῃ ἑαυτὴν καὶ τὸ Κράτος, ἐπιμένουσα νὰ γείνῃ ἓν λιμενικὸν ἔργον διὰ καθαρῶς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως. Εἶναι δυνατὸν, διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους νῦν διαθέτουσι, καὶ διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουσι διὰ τῶν φόρων καὶ τῶν δασμῶν τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀποτελέσωσι τὸ πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου ποσὸν, πρέπει δὲ νὰ ἦναί τις βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ λείψῃ καὶ ἡ Βουλὴ, ἐν ἀνάγκῃ, καὶ ἄλλην συνδρομὴν τοῦ Κράτους ὑπὲρ τοῦ ἔργου νὰ χορηγήσῃ, ἀφοῦ ἐδέχθη νὰ χορηγήσῃ συνδρομὴν τριῶν ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι μέσα, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἕν τινι μέτρῳ τὸ Κράτος τὴν ἐργασίαν ταύτην. Οὕτω θὰ κατορθωθῇ ν’ ἀποφύγωμεν τὸ δυσάρεστον τοῦ νὰ ἴδωμεν ἱδρυόμενον ἐν τῇ Μεσογείῳ ἓν ἰδιωτικὸν λιμενικὸν ἔργον.
§230Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Λεβίδου ἦτο ἀληθῶς εἰλικρινεστάτη. Τί σᾶς εἶπε; Πρῶτον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένον. Δεύτερον, ὅτι δὲν θέλει νὰ κατασκευασθῇ Δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ, διότι ὑπάρχουσι δύο τοιαῦται ἐν Πειραιεῖ, καὶ, ἐπειδὴ εἶναι ἀντιπρόσωπος Ἀττικῆς, βλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας του...
§231ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν.
§232Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. Καὶ τρίτον, ἐξήτασε τὸ σύστημα τῶν φόρων. Ἕκαστον τῶν λόγων τούτων ἐξετάζω. Τὸ ὅτι ἔχει δίκαιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένον, εἶναι ἀναμφισβήτητον· διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ κατασκευασθῇ Δεξαμενὴ 2,500,000 δραχμῶν. Θὰ συστηθῇ δὲ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν δημοπρασίαν ἐξ ἑνὸς τμηματάρχου καὶ δύο εἰδημόνων. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ὁρίζονται ἀπὸ τοῦδε οἱ εἰδήμονες οὗτοι; Θὰ ἦναι ἆρά γε οἱ κ. κ. Μάτσας καὶ Βλάγκαλης; ἢ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης; Διότι ἐδῶ ἔχομεν ὀλίγους εἰδήμονας. Τί ἄλλο λέγει τὸ νομοσχέδιον; Ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ἀποφαίνεται ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὴν πρώτην σημερινὴν ἀγόρευσίν μου εἶπον τὴν γνώμην μου. Πληρέστατα λοιπὸν ὁ κ. Λεβίδης εἶχε δίκαιον, εἰπὼν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι συμφυὲς πρὸς τὴν σύμβασιν τῆς Στυμφαλίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι δὲν θέλει νὰ γείνῃ Δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ, διότι ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐν Πειραιεῖ Δεξαμενὴν, ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς καὶ ἐγὼ φωνάζομεν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων περὶ τῆς ἐν Σύρῳ Δεξαμενῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἐφρόντισε πρὸ πολλῶν ἐτῶν πρὶν ἢ ἐν Πειραιεῖ σκεφθῶσι νὰ κάμωσι τοιαύτην. Ἑπομένως δὲν εἶναι δικαία ἡ ἀπαίτησίς του, ὅπως ἐγκαταλειφθῇ ἡ Σῦρος χάριν τοῦ Πειραιῶς, οὔτε εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ὁ Πειραιεὺς ἀπερρόφησεν ὅλον τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν τοῦ Κράτους, νὰ θέλῃ νὰ στερήσῃ τὴν Σῦρον καὶ τῆς Δεξαμενῆς, διὰ τῆς ὁποίας αὕτη θὰ δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ τὴν ναυτιλίαν αὑτῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μόνην ἐλπίζει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον θέμα, τὸ περὶ φόρων, μὲ κατηγόρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἐφρόντισα, ὅτι θὰ ἐπιβληθῶσι φόροι εἰς τὸν λαὸν τῆς Σύρου· δὲν ἐνθυμεῖται ὅμως, ὅτι πολλάκις παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν φόρων. Καὶ ἀπορῶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ δὲν ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μὴ φορολογηθῇ ἐν Σύρῳ καὶ Ἑρμουπόλει ὁ πτωχὸς λαὸς, ἀλλ’ αἱ εὐπορώτεραι τάξεις καὶ τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι εἶναι φλέγον ζήτημα καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ εἰς τὸ ἔθνος ὅλον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ αὔριον, ἵνα μὴ γράψῃ ὁ Τύπος, ὅ,τι ἔγραψε περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§234ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θέλω ὁμιλήσει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Νομίζω ὅμως καλὸν σήμερον νὰ ὑποδείξω τῷ κ. Πρωθυπουργῷ τροπολογίαν τινὰ, ἣν ἴσως εἶναι ὀρθὸν, ἕνεκα τῶν λεχθέντων ἀπόψε, νὰ παρεισαγάγῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Νομίζω, ὅτι διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπεδείχθησαν, θὰ ἦτο ἀσύγγνωστον νὰ μὴ γείνῃ πρόβλεψις καὶ περὶ ἐξαγορᾶς, καὶ πρέπει ἐνταῦθα, παρὰ τοῖς ὅροις τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, νὰ τεθῇ καὶ ὁ τῆς ἐξαγορᾶς.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§236ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι τοῦ νομοσχεδίου ὁ σπουδαιότερος ὅρος εἶναι ὁ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ ἀπορῶ, πῶς οὐδὲν περὶ τοῦ θεμελιώδους αὐτοῦ ὅρου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει. Τὸ μόνον, ὅπερ ὑπάρχει, εἶναι, ὅτι καθαρὰ ἔσοδα εἶναι τὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων. Ἐν τούτοις εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος τὸ τιμολόγιον. Ἐπίσης τὸ ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον. Ἡ κατασκευὴ τῆς Δεξαμενῆς ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρει ἢ ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῆς, καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ Κράτος καὶ ἡ Βουλή. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει δύνανται νὰ διασαφηνισθῶσι τὰ περὶ ἐκμεταλλεύσεως, καὶ νὰ μὴ ἀφεθῶσι τὰ κατ’ αὐτὴν ἐντελῶς εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, τὸν συντάξοντα τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§238ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος συγκατάβασις, αἱ 150,000 δραχμαὶ τῆς ἐγγυήσεως νὰ δύνανται νὰ ἀφαιρεθῶσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ ὑλικῶν ἀξίας 150,000 δραχμῶν. Πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν κατασκευήν. Ἀλλὰ μὲ τὰ ὑλικὰ τῶν 150,000 δραχμῶν νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀνάκλησις τῆς ἐγγυήσεως, εἶναι ὑπερβολικόν, διότι σχεδὸν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις.
§239Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἦναι ὑλικὰ τριπλασίας ἀξίας τῶν 150,000 δραχμῶν.
§240ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἅμα φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, δύναται βεβαίως νὰ λαμβάνῃ τὰς 150,000 δραχμάς.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι παραπλήσιον κατά τι πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τοῦ νόμου, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν κατασκευαστῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Καὶ ἐκεῖ ὁ ἀνάδοχος, ὁ ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἀναλαμβάνει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα, τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου· καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ ἀνάδοχος, ὁ ἀναληψόμενος τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς. Ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἦτο ὄντως δύσκολον νὰ ἐπιθυμήσῃ τις νὰ ἐχωρίζοντο αἱ δύο αὗται λειτουργίαι, νὰ ἐχωρίζετο ἡ ἐργασία τοῦ ἐργολάβου, τοῦ ἀναληψομένου τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἀπὸ τὸ ἔργον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελε γενῆ ὁ χορηγητὴς τῶν χρημάτων. Ἐκεῖ, λέγω, θὰ ἦτο τοῦτο δύσκολον, διότι πρόκειται περὶ πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ τὴν Δεξαμενὴν τῆς Ἑρμουπόλεως, ἡ κατασκευὴ τῆς ὁποίας δὲν ἀπαιτεῖ, εἰμὴ μόνον δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ἵνα χωρισθῶσι τὰ δύο ταῦτα ἔργα, καὶ ὁ χρηματοδότης νὰ ἦναι ἄλλος, καὶ ὁ ἐργολάβος ἄλλος; Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γένηται χρηματοδότης τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀφοῦ ἔχει τὴν ἐγγύησιν τοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος θέλει εἰσφέρει τὸν τόκον τοῦ δανείου, 5%. Ἄν δὲ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν εἶχε χρήματα, ἵνα χορηγήσῃ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς ἀπαιτούμενα, ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησίν του εἰς τὸν δῆμον, ἵνα εὕρῃ τὰ χρήματα, ὥστε ὁ δῆμος νὰ μείνῃ κύριος τοῦ ἔργου, νὰ εὑρεθῇ δὲ ὁ ἐργολάβος διὰ δημοπρασίας, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναλάβῃ μόνον τὴν ἐργασίαν πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἔργου. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ὡς πρότασιν τροπολογίας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατασκευὴ τῆς Δεξαμενῆς θέλει πάντως ἐνισχύσει τὴν ἐγχώριον παραγωγήν, διότι, ὡς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας κατὰ ξηρὰν ἐνισχύουσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, οὕτω καὶ ἡ κατὰ θάλασσαν συγκοινωνία, τὴν ὁποίαν ἐξυπηρετεῖ καὶ ἡ Δεξαμενὴ τῆς Ἑρμουπόλεως, καὶ ἴσως καὶ μετ’ ὀλίγον αἱ Δεξαμεναὶ τοῦ Πειραιῶς ἐνισχύουσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν φροντίδα ταύτην. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἶναι εἰς κρείττονα ἐμοῦ θέσιν· ἐνδεικνύω δὲ τοῦτο εἰς αὐτοὺς, χωρὶς νὰ προτείνω τι, καὶ ἀφίνω αὐτοὺς νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ὅτε πρέπει νὰ δώσωσι τὴν ἐγγύησιν ταύτην εἴς τινα Τράπεζαν, ἵνα καταβάλῃ τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια εἰς τὸν δῆμον, ὅπως ὁ δῆμος δυνηθῇ νὰ καταβάλῃ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς ἀπαιτούμενα χρήματα· τότε δὲ τὸ ἔργον θέλει κατασκευασθῆ μόνον διὰ τῆς εὑρέσεως ἐργολάβου, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς σχετικῆς δημοπρασίας.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§245ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ ἄρθρον 8, τὸ ἐπιβάλλον τοὺς φόρους, εἶναι ἐσφαλμένως συντεταγμένον, καὶ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς παρεξηγήσεις· (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον χορηγητέας ἐγγυήσεως ὑπὸ τῶν δήμων Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβληθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πρόσθετοι εἰδικοὶ φόροι καὶ δασμοὶ, 1) ἐπὶ τῶν ἐν Ἑρμουπόλει καὶ Σύρῳ οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, ἢ καὶ ἐπ’ ἀμφοτέρων τούτων, φόρος μέχρι 10%, εἰσπραττόμενος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐγγυητοῦ δήμου...» Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὅταν λέγηται, εἶναί τι ἀόριστον, ἔτι δὲ μᾶλλον ἀόριστον εἶναι καὶ ἰδανικόν, ὅταν λέγηται φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Δυοῖν θἄτερον· ἢ εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν οἰκοδομῶν, ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, καὶ τότε πρέπει νὰ ῥηθῇ ῥητῶς, — ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι ὑπερβολικὸν τὸ 10%, — ἢ θὰ ἦναι φόρος 10% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου, κατὰ τὸ συνήθως λεγόμενον πρόσθετον δεκατημόριον.
§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγει «πρόσθετος».
§247Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, τί εἶναι φόρος οἰκοδομῶν.
§248Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει τὸ ἄρθρον: «Τοῦ προσθέτου τούτου φόρου ἀπαλλάσσονται οἱ τῆς τελευταίας τάξεως ἰδιοκτῆται καὶ ἐπιτηδευματίαι.»
§249ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὅταν λέγῃ «πρόσθετον» ἐννοεῖ, πρὸς τὸν ὑπάρχοντα, ἕτερον φόρον. Λοιπὸν ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἶναι, ὡς ὅλοι γνωρίζομεν, ἀπὸ 5–8% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, καὶ ἐπὶ πλέον δύο δεκατημόρια. Λοιπόν, ὅταν λέγω πέντε, 5 + 5 = 10 ἢ 5 + 10 = 15. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ σκοπούμενον. Θὰ ἦναι ἕως 10% ἐπὶ τοῦ σήμερον ἐπιβεβλημένου φόρου.
§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ.
§251ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον δὲν λέγει αὐτό. Ἐὰν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ τὸ ἀναγνώσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχω δίκαιον, ζητῶν σαφεστέραν τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου. Διότι, ἂν ψηφισθῇ ὅπως ἔχει, δύναται μίαν ἡμέραν στρεψόδικός τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ πρόσθετος αὐτὸς φόρος δύναται νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοδομῶν. Καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου, λέγοντος, ὅτι τίθεται «...2) δασμὸς μέχρις 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων... ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, καὶ 3) δασμὸς μέχρι 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐκ τοῦ λιμένος Σύρου ἐξαγομένων ἢ εἰς αὐτὸν εἰσαγομένων πρὸς μεταφορὰν ὠνίων, ἐμπορευμάτων καὶ βιομηχανικῶν προϊόντων...» Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἄρθρον διὰ τῶν δύο ἐδαφίων προβλέπει δασμοὺς ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων, οὐδὲν τὸ περίεργον, στρεψόδικός τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι καὶ τὸ πρῶτον ἐδάφιον ἐπὶ τῆς αὐτῆς στηρίζεται βάσεως. Νομίζω δέ, ὅτι ἐν γένει, προκειμένου περὶ φόρου, πρέπει ὁ νόμος νὰ ἦναι ὅσον ἔνεστι σαφής, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὴ οἱαδήποτε παρεξήγησις.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσόν, ἐὰν ἀναζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος συνετάχθη περὶ τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ἤθελε παραχθῆ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἐγὼ ἐποιησάμην ὑπολογισμὸν πρόχειρον, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ἐὰν προστεθῶσι 10%, θέλει παραγάγει πρόσοδον δραχ. 25,357.60. Ἀλλὰ τότε, ἐὰν ὑπολογίσω ὅμοιον ἔσοδον καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, προσθήκη καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ μέχρις 1% ἐπὶ τῶν εἰς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων, ὑπολογιζομένου εἰς 40,000, καὶ τοῦ δασμοῦ μέχρι 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐκ Σύρου ἐξαγομένων, τὸ ἔσοδον θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 135,000 δραχμάς, πλὴν τῶν 45 χιλιάδων δραχμῶν, ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἐκ τοῦ ἑνὸς ὀγδόου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἄλλοτε ἐπιψηφισθῆ πρὸς κατασκευὴν Δεξαμενῆς.
§253ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει «μέχρι»· (ἀναγινώσκει): «Δασμὸς μέχρι». Δύναται νὰ ἦναι 2+3+4. Δὲν εἶναι 10.
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς θὰ ὑπολογισθῇ τὸ δέκα τοῖς ἑκατόν;
§255ΣΚΟΥΖΕΣ. Νὰ ὁρισθῇ, ἂν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, ἢ ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου.
§256Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δίκαιον, τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου αὐτοῦ, διότι καὶ ἐκ τῶν ἐπαχθῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν εἰς τὸν λαόν, καὶ ἐκ τῆς πενίας, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν νῆσον, ὁ λαὸς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τοὺς προσθέτους αὐτοὺς φόρους. Νὰ γείνῃ μνεία, παρακαλῶ, εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.
§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται περὶ τῶν «νομίμως ἀτελῶν», παρακαλῶ νὰ προβλεφθῇ, ὅπως τεθῇ, ὄχι ἡ διάταξις ὅπως ἔχει,—εἰς πάσας τὰς τροφὰς νὰ ἐπιβάλληται ἡ φορολογία, — ἀλλὰ διάταξις δυνητική. Καὶ νομίζω, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ σκοπούμενον, ἐὰν γραφῇ: «ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως τῶν νομίμως ἀτελῶν»· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τόσης ἐπεκτάσεως τῆς φορολογίας, πάντως ταῦτα πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ διεγράφετο ἐντελῶς. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατόν, πάντοτε νὰ τεθῇ ἡ διάταξις οὕτως, ὥστε ἐν ἀνάγκῃ μόνον νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν φορολογίαν.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τό γε νῦν ἔχον, ὑπάρχουσιν ἐπιβεβλημένοι ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου φόροι ἐν τῷ δήμῳ Ἑρμουπόλεως, οἱ φόροι δ’ οὗτοι ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι μέχρι τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ΡΚΘʹ ἐπέβαλε. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄξιον ἐρεύνης, καὶ εὐτυχῶς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὁ καθήμενος ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀσχολεῖται περὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ἑπομένως εἶναι εἰς κρείσσονα θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς ἡμᾶς. Λέγω, ὅτι εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης, μήπως τὸ προστεθησόμενον ποσὸν πρὸς αὔξησιν τῶν νῦν πληρωνομένων λιμενικῶν φόρων ἐπηρεάσῃ τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου...
§259ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον αὐτά. Τώρα εἴμεθα εἰς τοὺς δημοτικοὺς δασμούς.
§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· εἴμεθα εἰς τὸ ἔνατον.
§261ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ ὄγδοον.
§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔστω... Συνέβη ἄλλοτε τοιοῦτόν τι, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πειραιῶς καὶ τοῦ ἐμπορίου Πειραιῶς καὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι ἡ ὑπερβολὴ τῶν ἐπιβεβλημένων λιμενικῶν φόρων εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς ἠνάγκασε τὸ ἐμπόριον νὰ προσφεύγῃ τοτὲ μὲν εἰς Κόρινθον, τοτὲ δὲ εἰς Λαύριον, ἵνα ἀποφεύγῃ τοὺς λιμενικοὺς φόρους· τοῦτο δὲ ἔδωκεν ἀφορμήν, οὐχὶ μόνον εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων, ἀλλὰ καὶ τῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι κατὰ τὸν τελωνισμὸν τῶν ἐμπορευμάτων ἐν Κορίνθῳ, ἢ ἐν Λαυρίῳ, δὲν ἐτηροῦντο ἀκριβῶς οἱ ὅροι τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ᾖναι δυνατόν, κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ γένηται γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν: 1) πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν νῦν ἐπιβεβλημένων λιμενικῶν φόρων ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἑρμουπόλεως, καὶ 2) πόσον ποσὸν θέλει προστεθῆ εἰς αὐτοὺς, ἵνα αὐξήσωσι μέχρι τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ νόμος ΡΚΘʹ.
§263ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 8, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 8 γίνεται λόγος περὶ δημοτικῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσιν οἱ δύο δῆμοι. Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ἀφορᾷ ἄλλο θέμα. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Λέγεται ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 8, ὅτι ἐπιβάλλεται «δασμὸς μέχρις 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων». Πῶς ἐννοεῖτε αὐτὸ ὑμεῖς οἱ ἐν Σύρῳ; Εἰσαγομένων καὶ διὰ θαλάσσης;
§264ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§265ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε ὁ αὐτὸς φόρος θὰ λειτουργῇ καὶ διὰ τὸ ἓν Ταμεῖον καὶ διὰ τὸ ἄλλο;
§266Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ διαπρεποῦς ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ εἶναι πολὺ ὀρθή, διότι αὔριον, κατερχόμενοι π. χ. οἱ χωρικοὶ μὲ πέντε ὀκάδας ντομάτα, τὴν ὁποίαν θὰ πωλήσωσι πρὸς πέντε λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, εἶναι ἑπόμενον νὰ ὑποστῶσι φορολογίαν.
§267Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ θὰ ὑποστῶσι. Δὲν ἀπαλλάσσονται.
§268Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῶσι.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§270ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λιμενικὰ τέλη, ὑπάρχει, ἐκτὸς τοῦ νόμου ΡΚΘʹ τοῦ 1865, καὶ ὁ νόμος ΒΡΚΓʹ τοῦ 1893. Ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ 1893 ὥρισε τὸν λιμενικὸν φόρον μέχρι 15%. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε ἔλαβε μόνον τὸν νόμον ΡΚΘʹ. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ θέλετε ἔχει τὴν ἐκλογὴν τῶν φόρων αὐτῶν,—διότι ὁ φόρος θὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ ἀναγκαῖον, ὅταν τὸ ἔργον ἤθελε παραχωρηθῆ,—εἶναι πιθανὸν νὰ ἀφήσητε ἕνα, καὶ νὰ προτιμήσητε ἄλλους, καὶ ἑπομένως συμφέρει καλλίτερον νὰ ἔχητε τὸ 15%, αὐτοὺς δὲ τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι βαρύτεροι καὶ ἐπαχθέστεροι, καλὸν νὰ μὴ ἐπιβαρύνητε.
§271ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὸ 10% δὲν ἐφθάσαμεν ποτέ.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 15% εἶναι κατάστασις πολιορκίας.
§273ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἀποκλεισμοῦ μόνον ἐφθάσαμεν.
§274ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως... Δὲν ἦσθε σεῖς κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893;
§275Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἐγένετο.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 11 προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχουσι πλεονάσματα ἐκ τῶν προσθέτων ὑπεγγύων φόρων καὶ δασμῶν, καὶ λέγει, ὅτι διατίθενται εἰς τὸν ἐγγυητὴν πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν αὐτοῦ. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς Δεξαμενῆς, ἔχει καλῶς· ἄλλως, δικαιότερον εἶναι νὰ διατίθηνται ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου, πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ λιμένος, αἵτινες δὲν εἶναι ὀλίγαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§279ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὀρθόν, μοὶ φαίνεται — καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπω τοῦτο, καίτοι γινώσκω, ὅτι ὑπάρχει προδιάθεσις ἐναντία,—ὅπως λεχθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ συστηθησομένη Ἑταιρεία πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὅπως ὑπάγηται ὁ ἐργολάβος εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἡ Ἑλληνικὴ ἰθαγένεια παρέχει πᾶσαν ἀσφάλειαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Δὲν βλέπω δὲ διὰ τίνα λόγον οἱ ἐν Σύρῳ, οἵτινες διακρίνονται ἐπὶ πρακτικῷ πνεύματι, φοβοῦνται ν’ ἀποταθῶσιν εἰς Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν, ἢ φοβοῦνται μήπως οἱ ξένοι διστάσωσι νὰ σχηματίσωσιν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν. Ὑπαρχόντων τῶν πόρων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, θέλουσι δυνηθῆ νὰ διαθέσωσι κεφάλαια πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Τὸ ζήτημα μοὶ φαίνεται ἄξιον προσοχῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θ’ ἀναγραφῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901.
§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἐλάβομεν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ αὔριον τὴν πρωΐαν.
§283ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ τὴν μελετήσωμεν. Μὴ βιάζεσθε!
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 35′ μ. μ.)