1900.12.08
4,620 rows · 35,756 words · 257 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1900.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Μπασιᾶς ζητεῖ ἄδειαν ὀλιγοήμερον, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Βουλή, ὑποθέτω, ὅτι θὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Κατούνης διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Λεσίνι. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς τελέσεως τῆς ἑορτῆς ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Κρήτης λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως παρασταθῶσιν οἱ βουλόμενοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν κατὰ τὴν αὔριον τελεσθησομένην δοξολογίαν ἐν τῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως. Αἱ ἀδελφαὶ Σελινὰ καὶ Μαρία Ἀντωνίου Ι. Γαζὲς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι νὰ χορηγηθῇ αὐταῖς ἀνάλογος σύνταξις πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ ἀποθανόντος πατρός των, ὑπηκόου Γάλλου, ὑπηρετήσαντος ὡς ἐργοδηγοῦ ἐπὶ 40 ἔτη τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον.
§4ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Φρονῶ δὲ, ὅτι δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ὀρφανῶν θυγατέρων τοῦ πρώην ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως Ἀντωνίου Γαζές. Τὸ μόνον αἴτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται νὰ λάβωσι σύνταξιν αἱ ἀναφερόμεναι, εἶναι, ὅτι ὁ ἀτυχὴς οὗτος ἦτο ἀλλοδαπὸς, δὲν εἶχε δηλ. ἀποκτήσει τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἐν τούτοις, δυνάμει συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ ἐργοδηγοῦ, καὶ ὑπηρέτησε τὴν Πολιτείαν εὐδοκίμως ἐπὶ 40 ἔτη. Δύναται τώρα νὰ ἐξευρεθῇ οἰκονομία τις, ἵνα μὴ αἱ ὀρφαναὶ θυγατέρες αὐτοῦ μένωσιν ἐγκαταλελειμμέναι, κανονιζομένων τῶν κρατήσεων κατά τινα τρόπον, δι’ ἀφαιρέσεως τῶν καταβαλλομένων χορηγιῶν, ὡς γίνεται καὶ ἐπὶ ἄλλων ὁμοίων περιπτώσεων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χορίου Λαγίου τοῦ δήμου Κροκεῶν δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, ἐπιτρέποντος αὐτοῖς τὴν δήλωσιν τῶν παρ’ αὐτῶν κατεχομένων ἐθνικῶν γαιῶν.
§6ΒΡΑΣ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχε γείνῃ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ διατάξῃ τὴν ἀπόδοσιν ἰδίως τῶν ἐλαιοδένδρων εἰς τοὺς χωρικούς. Καὶ μέχρι μὲν τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀναφορᾶς οὐδὲν ἐγένετο· χθὲς ὅμως ἐπληροφορήθην, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὸν δασάρχην ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν συγκομιδὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Ἐπίσης νὰ διατάξῃ τὸν δασάρχην ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν χρῆσιν εἰς τοὺς χωρικοὺς τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀμφισβητουμένων γαιῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Ἀνδρέας Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπὲρ τοῦ λιμένος Τσάγεζι λιμενικῆς φορολογίας καὶ ἐπὶ τοῦ ὅρμου Νικτερέμ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 69).
§8Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀμέσως μετὰ νομοσχέδιον, ὃ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸν λιμένα Βόλου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ, διότι τὸ Τσάγεζι εἶναι εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων λιμένων τοῦ Κράτους διὰ τὰ πολεμικὰ αὐτοῦ προτερήματα καὶ διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτοῦ θέσιν εἰς τὴν Χαλκιδικὴν καὶ τὴν γειτνίασιν πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν λοιπὴν Μακεδονικὴν παραλίαν. Ἄλλως τε ἔχει καὶ αὐτὸ δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἱστορίας τῶν πολεμικῶν γεγονότων τοῦ 1897. Ἐκεῖ μετέβαινον ἐκ Σκοπέλου τὰ θωρηκτά μας, καὶ ἐπρομηθεύοντο τὰ περιλάλητα αὐτοῦ μίδια, διὰ τῶν ὁποίων κατεσκευάζετο ἡ περίφημος σάλτσα τῶν ἀστακῶν, ὅπως παρατίθηται ὡς πλὰ–σοαζὶ εἰς τὴν τράπεζαν τῶν ναυάρχων τοῦ Καραμπουρνοῦ! (ἱλαρότης).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔμποροι καὶ κάτοικοι Λαμίας παρακαλοῦσι νὰ συνταχθῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἀποθήκης διαμετακομίσεως ἐν Στυλίδι.
§10Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν ἐν Λαμίᾳ ἐμπόρων συνιστῶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν; τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ πόθου αὐτοῦ τῶν ἐμπόρων τῆς Λαμίας δὲν πρόκειται νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου μεγάλως πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ τὰ μέρη, τὰ διὰ τοῦ λιμένος τῆς Στυλίδος ἐμπορευόμενα. Ἡ Στυλὶς εἶναι, κ. Πρόεδρε, τὸ μόνον ἐπίνειον οὐ μόνον τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος, Εὐρυτανίας καὶ Δομοκοῦ, ἀλλὰ καὶ μεγάλου μέρους τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπακτίας καὶ Δωρίδος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἐμπορικόν του κέντρον τὴν κωμόπολιν τῆς Φθιώτιδος Ἀγᾶ, ὡς καὶ μέρους τῶν ἐπαρχιῶν Λοκρίδος καὶ Παρνασσίδος, ἔχοντος κέντρον τὴν Λαμίαν, ἡ ὁποία τυγχάνει οὖσα ἐμπορικὸν κέντρον καὶ τοῦ δήμου Ὄθρυος τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ καί τινων δήμων ἀκόμη τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ὡς λ.χ. τῶν δήμων Ταμασίου καὶ Μενελαΐδος. Οἱ ἔμποροι τῆς Λαμίας, τινὲς τῶν ὁποίων, ὡς ἐκ τῶν κεφαλαίων των, ἠδύναντο νὰ προμηθεύωνται τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν ἐμπορικὴν αὐτῆς περιφέρειαν εἴδη ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν ἐμπορικῶν κέντρων, οὕτως ὥστε νὰ παραδίδωσι ταῦτα εἰς τὴν κατανάλωσιν ὑπὸ τιμὰς ὁπωσδήποτε εὐθηνοτέρας, ἐλλείψει ἀποθήκης διαμετακομίσεως, ἧς τὴν σύστασιν πολὺ δικαίως ζητοῦσιν, ἀναγκάζονται νὰ προμηθεύωνται ταῦτα ἐκ τῶν λιμένων Πειραιῶς καὶ Σύρου, ἐπιβαρυνομένων οὕτω τῶν καταναλωτῶν οὐ μόνον διὰ τοῦ κέρδους τῶν ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις ἐμπόρων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν προσθέτων δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἔμποροι ὑποβάλλονται, ἐπισκεπτόμενοι πολλάκις κατ’ ἔτος τὰς ἀγορὰς ταύτας πρὸς προμήθειαν, ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς, τῶν χρησίμων εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον εἰδῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει παρίδει τὴν δικαίαν καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένην ταύτην ἀξίωσιν τῶν ἐμπόρων τῆς Φθιώτιδος, καὶ ὅτι τάχιστα θέλει ἀποφασίσει τὴν μικρὰν δαπάνην, τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς σύστασιν τῆς ἐν λόγῳ ἀποθήκης ἐν Στυλίδι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πειρῶμαι νὰ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τῆς ἀποθήκης ταύτης.
§11ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, διερχόμενος διὰ Λαμίας, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀκούσω γινόμενον ἐκεῖ λόγον περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ὑπὸ ὅρους ἐντελῶς ἐξαιρετικούς· ἐνῷ διέτριβον ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐκεῖ, ὁλόκληρος ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, ἄνευ διακρίσεως μερίδος, συνῆλθε, καὶ, ὡς πρὸς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους, παρεπιδημοῦντα ἐν Λαμίᾳ, ἦλθε καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν γενικὴν ἀξίωσιν τοῦ ἐμπορίου τῆς Λαμίας περὶ ἱδρύσεως διαμετακομιστικοῦ καταστήματος ἐν Στυλίδι, μοὶ ἐξέθηκε δὲ διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως ταύτης, κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν μοὶ ἐπέτρεπε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν οὐ μόνον περὶ τοῦ δικαίου τῶν αἰτουμένων ὑπὸ τῶν ἐμπόρων Στυλίδος, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ παραδόξου τοῦ γεγονότος, ὅτι μέχρι τοῦδε ταῦτα παρημελήθησαν. Ὁ λιμὴν τῆς Στυλίδος τροφοδοτεῖ τὰς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, Λοκρίδος, Δομοκοῦ καὶ ὁλόκληρον τὸν νομὸν Εὐρυτανίας. Εἶναι τὸ πλησιέστερον ἀπὸ θαλάσσης σημεῖον εἰς τοὺς τόπους τούτους. Ἐν τούτοις εἶναι ὑπόχρεοι οἱ ἔμποροι Στυλίδος, ἔχοντες μόνον Τελωνεῖον, οὐχὶ δὲ καὶ διαμετακομιστικὸν κατάστημα, νὰ προστρέχωσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Ἑρμούπολιν, ὅπως ἐκεῖθεν παραλαμβάνωσι τὰ ἐκεῖ ὑπὸ διαμετακόμισιν εὑρισκόμενα ἐμπορεύματα αὐτῶν καὶ εἰσάγωσιν εἰς τὴν Στυλίδα, ὑποβαλλόμενοι ὡς ἐκ τούτου εἰς παντοίας ἐνοχλήσεις, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὑποβαλλόμενοι εἰς διπλῆν φορολογίαν, εἰς φορολογίαν καὶ ἐν Πειραιεῖ ἢ Σύρῳ, εἰς φορολογίαν καὶ ἐν Στυλίδι. Ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, ὁ νομὸς Εὐρυτανίας, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, βεβαίως εὐεργετοῦνται, ἂν ἱδρυθῇ κατάστημα διαμετακομίσεως ἐν Στυλίδι. Πρόκειται δὲ περὶ ἱδρύσεως καταστήματος διαμετακομίσεως ἐν σπουδαίῳ ἐπινείῳ σπουδαίας ἐπαρχιακῆς πόλεως, ἕδρας νομοῦ, προωρισμένῳ μάλιστα, μετὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, νὰ τύχῃ πολὺ μεγαλειτέρας ἀναπτύξεως. Τοιοῦτον ἐπίνειον ἔχει βεβαίως δικαίωμα νὰ ἔχῃ διαμετακομιστικὸν κατάστημα, ἔχει δικαίωμα ἀνάλογον ἐκείνου, ὅπερ ἔχει ὁ Βόλος, διότι, ὅπως ὁ Βόλος εἶναι τὸ ἐπίνειον τῆς πλείστης Θεσσαλίας, οὕτως ἡ Στυλὶς εἶναι τὸ ἐπίνειον τριῶν ἢ τεσσάρων ἐπαρχιῶν καὶ ἑνὸς ὁλοκλήρου νομοῦ ἐκ τῶν νεωστὶ ἱδρυθέντων. Εἶναι δὲ ἐπίνειον, ὅπερ διὰ τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς προθυμίας τῶν κατοίκων εἰς πληρωμὴν εἰδικῶν καταβολῶν κατωρθώθη νὰ διεξαγάγῃ ἔργον κολοσσιαῖον, ὅπερ περατοῦται μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, τὸ ἔργον τῆς ὀρύξεως αὔλακος, ἐν ᾗ εἰσερχόμενα τὰ πλοῖα θὰ προσεγγίζωσιν εἰς τὴν προκυμαίαν τῆς Στυλίδος. Τὸ ἔργον αὐτὸ εἶδον ἐγὼ αὐτὸς ἐφέτος, περὶ τὸ πέρας εὑρισκόμενον, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐργασίᾳ δὲν ὑστέρησαν οἱ ἐπιληφθέντες αὐτῆς Φθιῶται. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, νομίζω, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς καλῶς αἰτιολογουμένης ἀναφορᾶς ἁπάντων τῶν ἐμπόρων Λαμίας, νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διὰ τοῦ προσήκοντος νομοθετήματος ἱδρυθῇ ἐν Στυλίδι, τῷ ἐπινείῳ τῶν μερῶν, ἅτινα πρὸ ὀλίγου ὠνόμασα, διαμετακομιστικὸν κατάστημα, διευκολῦνον τὸ ἐμπόριον, καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν ἐμπόρων τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν δημοσίων προσόδων.
§12Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν αἴτησιν τῶν ἐμπόρων Λαμίας συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ Εὐρυτανία ὁλόκληρος σχεδὸν, ὡς πολὺ ἐπιτυχῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησεν, ἐπίνειον ἔχει μόνον τὴν Στυλίδα, καὶ μεγάλως θέλει ὠφεληθῆ ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς αἰτήσεως τῶν ἐμπόρων τῆς Λαμίας. Ἰδοὺ δὲ τί συμβαίνει σήμερον. Οἱ ἔμποροι Εὐρυτανίας, μεταφέροντες τὰ ἐμπορεύματά των διὰ Στυλίδος, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καταντᾷ νὰ πληρώνωσι τετραπλάσιον φόρον τοῦ πραγματικοῦ· διότι οἱ ἐκεῖ ἔμποροι, οἱ ἀποθηκάριοι καὶ πάντες οἱ ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὸ ἐμπόριον ζητοῦσι νὰ τοὺς ἀπογυμνώσωσι κυριολεκτικῶς. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς δὲν εἶναι εὐχερῆ πάντοτε, διὰ τοῦτο ἀναγκάζονται οὗτοι ν’ ἀφίνωσι τὰ ἐμπορεύματά των εἰς ἀποθήκας ἰδιωτικὰς, ἐλλείψει ἀποθήκης διαμετακομίσεως, καὶ νὰ ὑφίστανται ἕνεκα τούτου μεγάλας δαπάνας προσθέτους καὶ ἐντελῶς ἀδικαιολογήτους. Ἐν Εὐρυτανίᾳ κατ’ ἐξοχὴν ἐνεργεῖται τὸ ἐμπόριον τῶν προϊόντων τῆς δενδροκομίας, ἰδίως δὲ καρυδίων καὶ καστάνων. Ταῦτα, μεταφερόμενα εἰς τὰς ἀγορὰς Πειραιῶς καὶ Σύρου, εἶναι ἀνάγκη νὰ παραμένωσιν ἐν Στυλίδι· κάμνουν δήλωσιν οἱ ἔμποροι, ὅτι θὰ παραμείνωσι ταῦτα ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας δημοτικῆς, ἀλλὰ δὲν τὴν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐνοικιασταὶ, καὶ τοὺς ἀναγκάζουσι νὰ πληρώνουν καὶ δημοτικοὺς φόρους τῆς Στυλίδος. Ἐκτὸς τούτου, καὶ πλεῖστα ἄλλα κακὰ ὑφίστανται οἱ ἔμποροι Εὐρυτανίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν, καὶ συστήσῃ ἀποθήκας διαμετακομίσεως ἐν Στυλίδι.
§13Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ γενόμεναι παραστάσεις ὑπὲρ τῆς συστάσεως διαμετακομιστικοῦ καταστήματος ἐν Στυλίδι εἶναι ὄντως βάσιμοι, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει ἤδη παρεσκευασμένον περὶ τούτου νομοσχέδιον, προνοοῦν περὶ συστάσεως τοιούτων καταστημάτων καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι καὶ ἐν Στυλίδι. Εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου τῆς Στυλίδος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος, ὁ ὁποῖος διευκολύνει πολὺ τοὺς ἐμπορευομένους. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκριβές, ὅτι οἱ ἐμπορευόμενοι ὑφίστανται τὴν πληρωμὴν διπλοῦ φόρου, διότι, ὡς γινώσκετε, τὰ ἐμπορεύματα δὲν πληρώνουσι φόρον, ὅταν πρόκηται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ διαμετακόμισιν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βιτάλης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σύρου περὶ συστάσεως ἀστυνομίας ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου τούτου, πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν κατοίκων.
§15Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Σύρου, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει λεπτομερῶς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἐκεῖ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἐν τῷ ψηφίσματι τούτῳ περιγράφονται σωρεία ἐγκληματικῶν πράξεων, δὲν παραλείπουσι δὲ νὰ ἀναφέρωσι καὶ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀστυνομικῆς φρουρᾶς, ἡ ὁποία μένει ἐκεῖ δύο μόνον ἀστυφύλακες εἰς πληθυσμὸν 8 χιλιάδων. Καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ὑπῆρχον καὶ 4 ἢ 5 ἀγροφύλακες, σήμερον ὁ Νομάρχης τοὺς ἔπαυσε, λόγῳ οἰκονομίας. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ πρόνοιαν, καὶ ὅτι θ’ ἀποστείλῃ καὶ ἀστυνόμον, ὅπως πάντοτε εἶχεν ὁ δῆμος ἐκεῖνος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Χαρίλαος Διγενόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 70–71).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δραγούμης.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», μετὰ τῆς παρακλήσεως, ὅπως τυπωθῇ καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 72).
§20ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι σχετικὴ μὲ τὸ νομοσχέδιον;
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τροποποιεῖ ὁλόκληρον τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ἐν πολλοῖς συμπίπτουσα, ἀλλ’ ἐν ἄλλοις διαφέρουσα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἑπομένας ἐρωτήσεις. Νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) τὴν ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. πρότασιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ περὶ διορισμοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς Β. Διάταγμα τῆς 24 Ὀκτωβρίου· 2) τὸν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. προσωρινὸν Γενικὸν Κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων, τὸν κυρωθέντα διὰ τοῦ ἀπὸ 14 Ὀκτωβρίου 1900 Β. Διατάγματος, ἀλλὰ μὴ συνδημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἐρωτήσεών μου ὁ κύριος Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ταχεῖαν ἀπάντησιν, καὶ ἐπιλαμβάνομαι ἀμφοτέρων τούτων, ὅπως ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης ὑποβάλω σύστασιν, ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας ἐπερώτησιν. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν συνιστῶ θερμῶς νὰ φροντίσῃ, ὥστε τὸ ταχύτερον νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὁ Κανονισμὸς οὗτος, ὅστις δὲν ἐδημοσιεύθη μετὰ τοῦ Β. Διατάγματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πολλαὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τούτου εἶναι καθαρῶς διατάξεις ἐσωτερικῆς τάξεως, ὁδηγίαι πρὸς τὰ Σώματα, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ δημοσιευθῶσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον βέβαιον εἶναι, ὅτι περιλαμβάνονται ἐν τῷ Κανονισμῷ τούτῳ διατάξεις, αἵτινες πᾶσαι ἀνήκουσιν εἰς κανονιστικὸν Διάταγμα, κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδόμενον, τινὲς δὲ ἴσως, ἐάν τις κρίνῃ αὐστηρῶς, ἀνήκουσι μᾶλλον εἰς νόμον. Καὶ ἵνα μὴ παρατείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, παραπέμπω εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα, μετὰ τῶν τίτλων αὐτῶν, ἐν οἷς κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις εὑρίσκονται μὲν καί τινα, ἅτινα δὲν ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα εἶναι ἀκριβῶς ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, ἅτινα ἄνευ καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ περιβληθῶσι χαρακτῆρα ὑποχρεωτικῆς ἰσχύος. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ Ιʹ ὑπάρχουσι τοιαῦται διατάξεις, ἐν τῷ κεφαλαίῳ ΙΒʹ περὶ ποινῶν. Ἐνταῦθα πᾶσαι αἱ διατάξεις εἶναι διατάξεις ἀπολύτως ἀνίσχυροι, ἐὰν δὲν καταχωρισθῶσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς διατάξεις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 261 τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰ πταίσματα, καὶ ὁρίζοντος, ὅτι, προκειμένου περὶ πταισμάτων, εἴτε στρατιωτικῶν, εἴτε κοινῶν, τὰ Στρατοδικεῖα δὲν δικάζουσιν, ἀλλὰ δικάζουσι τὰ Σώματα καὶ οἱ προϊστάμενοι οἱ ἐν τοῖς Σώμασι, καὶ μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ. Παρέχει δὲ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο δικαίωμα ἐπιβολῆς πταισματικῆς ποινῆς, φυλακίσεως ὄχι ἀνωτέρας τῶν δύο μηνῶν, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἄρθρου ἐκείνου εἶναι διανενεμημένη ἡ ἐξουσία εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς, μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις καὶ μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν 60 ἡμερῶν, ἐνῷ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἐδόθη κατὰ πέντε ἡμέρας μικροτέρα ἐξουσία...
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διενεμήθη τὸ βιβλιάριον αὐτό;
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου. Ἀλλὰ τὸ βιβλιάριον τοῦτο ἀποτελεῖται ἐξ ἑκατοντάδων σελίδων, περίπου πεντακοσίων, ὧν μόνον αἱ δύο πρῶται ἀποτελοῦσι τὸ Διάταγμα, καὶ τοῦτο μόνον ἐδημοσιεύθη. Τὸ Διάταγμα δὲ τοῦτο ἀποτελεῖται ἐκ δύο ἄρθρων, τῶν ἑπομένων (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Κυροῦμεν τὸν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ὑποβληθέντα ἡμῖν προσωρινὸν Γενικὸν Κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων. «Ἄρθρον 2. Καταργοῦμεν τὰ κάτωθι Ἡμέτερα Διατάγματα: ἤτοι 20 Ἰουλίου 1892,... 24 Σεπτεμβρίου 1898, ὡς καὶ πᾶσαν διάταξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν κυρούμενον Κανονισμόν.» Ἀναφέρονται δ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τὰ Διατάγματα, δυστυχῶς, ἄνευ ὁρισμοῦ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἐὰν εὐκόλως ὁ καθεὶς δύναται νὰ προσδιορίσῃ εἰς τί ἀφεώρων τὰ Διατάγματα ταῦτα, τὰ καταργούμενα· εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ συμπέσῃ, ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα Διατάγματα, καὶ νὰ μὴ δύναταί τις ν’ ἀναγνωρίσῃ ποῖον τούτων κατηργήθη.
§24Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ ἐὰν δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ποινῶν;
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προέλαβον νὰ εἴπω, ὅτι ἔν τισιν ἴσως θὰ ἀπῃτεῖτο νομοθέτημα· ἀλλ’ ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ταῦτα, τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ περιλαμβανόμενα, δὲν περιλαμβάνονται τὸ πρῶτον ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀλλ’ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν οὕτως ἀσκεῖται ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Ἐνόμισα, ὅτι τὰ τῶν ποινῶν, ἀφοῦ ὁ ἀνώτατος ὅρος ὡρίσθη ἐν τῷ Ποινικῷ Στρατιωτικῷ Νόμῳ εἰς δύο μῆνας, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 261 ἐπιτρέπει, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀνωτάτου ὅρου νὰ κινῆται ἡ στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, ἡ ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῶν Σωμάτων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀσκουμένη, ὅτι ἴσως ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ Κανονισμὸς οὗτος, παράρτημα Διατάγματος, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, κατανέμον τὰς ποινὰς ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τῆς δοθείσης, καὶ εἶπον, ὅτι ἴσως τοῦτο εἶναι ἀνεκτόν...
§26ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν γνώμην.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ ἔχω γνώμην ἐναντίαν· ἐδήλωσα δὲ δισταγμόν. Δὲν ἐννοῶ ὅμως, δι’ ὅσων λέγω, νὰ ἀνατρέψω τὰ γενόμενα ἐπὶ ὁλόκληρον ἑξηκονταετίαν.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν τολμᾶτε νὰ ἔχητε γνώμην, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἔχει γνώμην ἐναντίαν, νομίζω ὅτι καὶ οἱ δύο ἔχετε ἀνάγκην μελέτης ἐκ νέου.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κανονισμός, τοιαύτας περιέχων διατάξεις, ἄνευ δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι νομίμως ἰσχυρός, καὶ πᾶσα πρᾶξις, ἥτις θέλει πραχθῆ, δυνάμει αὐτοῦ, ὑπὸ οἱουδήποτε κατωτέρου ἢ ἀνωτέρου ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, εἶναι πρᾶξις ἄκυρος, ὀλίγον συμβιβαζομένη πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πειθαρχίας. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἐνταῦθα ἔχετε παραγράφους περὶ ὁρισμοῦ τῶν πταισμάτων, περὶ ἁρμοδιότητος, περὶ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, οὗ ἡ ἀπόφασις συντελεῖ, ὥστε ὁ ὑπαξιωματικὸς νὰ ὑποβιβασθῇ, νὰ ἐκπέσῃ τοῦ βαθμοῦ, καὶ νὰ ἀπολυθῇ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, νὰ φθάσῃ δηλαδὴ νὰ ὑποστῇ ποινὰς στερητικὰς δικαιωμάτων, καὶ ὄχι μόνον στερητικὰς δικαιωμάτων αὐτοῦ τοῦ ὑφισταμένου τὴν ἔκπτωσιν, ἀλλὰ πιθανῶς ἐνίοτε καὶ πολλάκις ἴσως βλαπτικὰς τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, ἥτις ἐκ τοῦ βαθμοῦ δύναται νὰ παραγάγῃ δικαιώματα, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς συντάξεως. Τὸ ἑπόμενον κεφάλαιον ΙΓʹ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἀνθυπασπιστῶν. Ἐνταῦθα τὸ κακὸν ὑπερβαίνει πᾶσαν περιγραφήν, διότι τὸ ἄρθρον 90 δίδει τὸ δικαίωμα, ὁ ἀνθυπασπιστής, ὅστις δὲν ἔχει θέσιν ἀξιωματικοῦ, εἶναι ἀμφίβιόν τι μεταξὺ ἀξιωματικοῦ καὶ ὑπαξιωματικοῦ, καὶ δὲν καλύπτεται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολυθῇ, διερχόμενος διὰ τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, περὶ ὧν εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι μόνον ἐν τῷ Κανονισμῷ φαίνονται, ὡς εἰ ὁ Κανονισμὸς εἶναι δημοσίευσις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ν’ ἀπολέσῃ τὸ πᾶν· νὰ ἀπολυθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐκ τῆς πράξεως ταύτης νὰ ὑποστῇ μεγάλην ζημίαν εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ἐκτιμώμενα εἰς χρήματα, π. χ. τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνεται ἐν τῷ Κανονισμῷ, καὶ δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ Διατάγματι. Δὲν γνωρίζω δὲ καὶ ἐδῶ, ἂν, καὶ περιλαμβανόμενον αὐτὸ ἐν τῷ Διατάγματι, δύναται νομίμως νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, ἅτινα συνηθίσαμεν νὰ βλέπωμεν ἄνευ διαμαρτυρίας, καὶ οὐδέποτε φαντασθέντες, ὅτι εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ προσφύγῃ τις διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως. Τὸ κεφάλαιον ΙΔʹ ἀφορᾷ εἰς τὰς περιπτώσεις ἀργίας καὶ ἀποτάξεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο πρέπει πάντως νὰ δημοσιευθῇ, διότι ἔχει χαρακτῆρα οἰκονομικόν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ παραδόξως προσέπεσε τὸ βλέμμα μου καὶ εἰς διάταξιν, ἧς ἡ ἐξέτασις δὲν ἔχει σχέσιν ἄμεσον πρὸς τὸ θέμα, ὅπερ πραγματεύομαι, ἥτις ὅμως μοὶ ἐνεποίησε πολλὴν ἐντύπωσιν. Διότι ἐν ἄρθρῳ 91 κανονίζονται τὰ τῆς μεταθέσεως ἀξιωματικῶν εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, καὶ κανονίζονται καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τῆς ἱεραρχίας, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου. Ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου, ἡ περίεργος, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου περὶ μεταθέσεως εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως συνταγματάρχου, ὑποστρατήγου ἢ ἀντιστρατήγου, τὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν ὑποβάλλει, διὰ τὸν συνταγματάρχην ὁ ὑποστράτηγος,... διὰ τὸν ὑποστράτηγον διοικητὴν ταξιαρχίας ὁ ὑποστράτηγος διοικητὴς τῆς μεραρχίας, διὰ τὸν ὑποστράτηγον διοικητὴν τῆς μεραρχίας ὁ ἀντιστράτηγος διοικητὴς τῆς στρατηγίας, καὶ διὰ τὸν ἀντιστράτηγον διοικητὴν στρατηγίας εἷς ἀντιστράτηγος ἀρχαιότερος αὐτοῦ, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διοριζόμενος.» Τὸ πρᾶγμα εἶναι κωμικόν, διότι δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἢ εἷς μόνον ἀντιστράτηγος, καὶ ἂν δ’ ὑπῆρχε δεύτερος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἀρχαιότερος, διότι, κατὰ τὸν νόμον, πάντοτε ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ εἶναι ἀρχαιότερος πάντων τῶν ὁμοιοβάθμων. Ἡ διάταξις ἄρα αὕτη, ἔχουσά τι τὸ κωμικὸν, βεβαίως δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα, ἀπροσέκτως δ’ ἀντεγράφη ἐκ ξένου τινὸς Κανονισμοῦ, καὶ εἶναι εὔκολον, ἐν τῇ νέᾳ ἐπεξεργασίᾳ, ἥτις θέλει φέρει τὸν Κανονισμὸν μέχρι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διαγραφῇ. Καὶ θὰ διαγραφῇ βεβαίως, παρατηρουμένου, ὅτι ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ ἀργίας δι’ ἀπολύσεως, δὲν ἐπανελήφθη ἡ αὐτὴ διάταξις, καίτοι ὅμοιαι ἦσαν αἱ περιστάσεις, διότι φαίνεται, ὅτι ἐκεῖ ὁ μεταφραστὴς, ἢ ὁ συντάκτης, ἐσκέφθη, καὶ δὲν ἀντέγραψεν, ὅπως εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ὑπάρχει καὶ τὸ κεφάλαιον ΙϚʹ περὶ στρατωνισμοῦ. Ἐνταῦθα περιλαμβάνονται διατάξεις, ἐπιτρέπουσαι εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐν ὥραις ὡρισμέναις ἄδειαν ἐνεργείας ἐπὶ θίξει καὶ βλάβῃ συμφερόντων ἰδιωτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιέχωνται ταῦτα ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὁ δὲ ἰδιώτης, ὁ βλαπτόμενος καὶ ζημιούμενος, νὰ μὴ γνωρίζῃ κἄν τὸ κείμενον, ἐφ’ οὗ θέλει στηριχθῆ, ἵνα ζητήσῃ ἀποζημιώσεις; Ἐν κεφαλαίῳ Κʹ πρόκειται περὶ ἑστιατορίων, ὅπου ὑποβάλλονται οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ὑποχρεωτικὰς καταβολάς. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς ὑποχρεωτικὰς καταβολὰς, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ νομοθέτημα ἢ ἐν νομοθετήματι Διάταγμα ἐκτελεστικόν, ἐπιβάλλον τοιαύτας καταβολάς; Ἐν κεφαλαίῳ ΚΒʹ πρόκειται περὶ χρεῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ περιέχει πολλὰς διατάξεις, αἵτινες ἀπαγορεύουσι κατασχέσεις σκευῶν καὶ ἐπίπλων καὶ ἄλλων πραγμάτων ἀξιωματικῶν πέραν τοῦ ὁρίου, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν, τοιαύτη διάταξις νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Κανονισμῷ, μὴ σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὅστις κανονίζει πάντων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις; Ἐν κεφαλαίῳ ΚΔʹ πρόκειται περὶ νυμφεύσεως. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ δημοσιευθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀνάγεται εἰς διάταξιν τοῦ Διατάγματος τοῦ 1834, ἔχουσαν, ὡς νομίζω, ἰσχὺν νόμου, ἥτις τοὺς ἀξιωματικοὺς, τοὺς νυμφευομένους ἄνευ ἀδείας, ἀποπέμπει τοῦ στρατοῦ. Τὸ κεφάλαιον ΚϚʹ ἀφορᾷ εἰς κατατάξεις καὶ ἀνακατατάξεις. Πάντως δὲ, καὶ τοῦτο ὑπάρχει λόγος σπουδαῖος νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὡσαύτως καὶ τὸ ἑπόμενον κεφάλαιον ΚΖʹ, περὶ στρατιωτικῶν ἀμοιβῶν, καὶ τὸ ΚΗʹ, καὶ ἰδίως τὰ περὶ ἀτομικῶν ἐγγράφων τῶν ἀξιωματικῶν, ἐγγράφων παρεκτικῶν δικαιωμάτων. Κατὰ ταῦτα, τὰ τρία τέταρτα τοῦ βιβλιαρίου τούτου ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην διελεύσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπολειπόμενον τέταρτον δὲν βλάπτει, ἐὰν δημοσιευθῇ καὶ αὐτὸ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἀνάγεται εἰς διατάξεις ἐσωτερικῆς τάξεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ τὸ ταχύτερον νὰ δημοσιευθῇ ὁ Κανονισμὸς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θέλῃ, τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ κινῶνται ἐπὶ βάσεων νομίμων. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος, ἐφ’ οὗ ὑπέβαλον ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ δεύτερον θέμα θεωρῶ, ὅτι ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, καὶ ἐπερωτήσεως σπουδαιοτάτης, σοβαρωτάτης, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες σπανίως εἰσάγονται εἰς τὰς Βουλὰς, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν παρεσχέθη ἀφορμὴ νὰ εἰσαχθῇ τοιαύτη ἐπερώτησις. Πρόκειται περὶ καθαρᾶς παραβάσεως ῥητοῦ νόμου, τελεσθείσης δι’ ἐπανειλημμένων πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐκτελέσεως, διότι δύο τῶν πράξεων τούτων ἔχουσι χαρακτῆρα ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων ἐν διαρκεῖ ἐφαρμογῇ. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν συνόλῳ, καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τίθενται εἰς ὑποχρέωσιν νὰ δώσωσιν ἀπαντήσεις σαφεῖς καὶ μεμελετημένας, νὰ διατυπώσω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐγγράφως. Παρακαλῶ δὲ νὰ δημοσιευθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὥστε ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ ἔχῃ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, δι’ ἣν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ ταχύτερον ἐκλέξῃ ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ͵ΒΧΛΘʹ (1899) περὶ μεταβολῆς τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς ἐτέθη εἰς μερικὴν ἐφαρμογήν, συμφώνως τῇ εἰδικῇ ἐπὶ τούτῳ δεδομένῃ νομοθετικῇ ἀδείᾳ, τῇ 19 Ἰουνίου 1900 διὰ τοῦ ἀπὸ 17 Ἰουνίου 1900 Β. Διατάγματος, τοῦ συστήσαντος τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς. «Ὁ νόμος ͵ΒΨʹʹ (1900) περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἴσχυεν ἀπὸ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900 (δεκάτης ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως), ἅτε μὴ οὔσης δι’ αὐτὸν δεδομένης νομοθετικῆς ἀδείας πρὸς ὑστέραν διὰ Β. Διατάγματος ἐφαρμογήν. «Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπερωτᾶται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός: «Διατὶ καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Σεπτεμβρίου 1900 Β. Διατάγματος προεκάλεσε τὴν κύρωσιν Κανονισμοῦ, ὑποτάσσοντος τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ; «Πῶς καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος τὸν διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1900 διορισμὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς ὑπέταξεν εἰς πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; «Διατὶ καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος, ἐν τῷ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΘʹ (1899) ἐκδοθέντι Β. Διατάγματι τῆς 26 Νοεμβρίου 1900 τήν τε Ἐπιθεώρησιν καὶ τὸ μέγα μέρος τῆς Διοικήσεως τῆς Χωροφυλακῆς ὑπέταξεν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ;» Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, παρακαλῶν καὶ πάλιν, ὅπως θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου.
§30Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀφείλω δι’ ὀλίγων νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ πρῶτον θέμα τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· τουτέστιν εἰς τὴν μὴ δημοσίευσιν τοῦ Γενικοῦ Κανονισμοῦ τῶν Σωμάτων καὶ καταστημάτων τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξήγησε διὰ μακρῶν τὴν ἀπορίαν του, πῶς ἦτο δυνατὸν, Κανονισμὸς περιέχων διατάξεις σπουδαίας νὰ μὴ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐθεώρησε δὲ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ κυρῶσαν τὸν Κανονισμὸν, ὡς μὴ ἐπαρκὲς νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς τὸν Κανονισμὸν τοῦτον...
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύσατε σὺν τῷ Διατάγματι τὸν Κανονισμόν.
§32ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι. Πιθανὸν ὑμεῖς νὰ λέγητε κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ ἴδιον πρᾶγμα. Ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἐν τῷ Κανονισμῷ περιέχονται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔδει νὰ δημοσιευθῶσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· τούτου δὲ μὴ γενομένου, θεωρεῖτε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔλαβε τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἄλλην γνώμην, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω ἀμέσως. Καὶ πρῶτον, ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἔδωκα τὰς πληροφορίας, καταθέτων τὸν Κανονισμὸν, διέταξα τὴν δημοσίευσιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω ὅμως, ἀναντιρρήτως, νὰ ἀπαντήσω ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο τὴν ἐξήγησιν, τουτέστιν ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ἅτινα ἀνέγνωσεν ὑμῖν, καὶ ἅτινα ἔδει, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἰσχύν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς Κανονισμοὺς τῶν Σωμάτων, οἷον τοῦ πεζικοῦ, πυροβολικοῦ κλπ., οἵτινες περιλαμβάνουσι πάσας ταύτας τὰς διατάξεις, καὶ οἵτινες ἐδημοσιεύθησαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεμία ὅθεν διάταξις, ἀναγραφομένη ἐν τῷ Κανονισμῷ ἐκείνῳ, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσε πρὸ μικροῦ, εἶναι πρωτοφανὴς, ἀλλ’ εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκ τῶν Κανονισμῶν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν Σωμάτων. Συνεπῶς πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ποινὰς, τὰς ἀδείας, τὰς ἀργίας κλπ., εὑρίσκονται εἰς τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν Σωμάτων. Τί δὲ εἶναι ὁ Κανονισμὸς οὗτος; Εἶναι ἀπόσπασμα τῶν κοινῶν διατάξεων, ὅπως πάντα τὰ Σώματα ἔχωσι τὸν αὐτὸν Κανονισμὸν ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Δὲν εἶναι Κανονισμὸς νέος, οὐδ’ ἀντικαθιστᾷ ἄλλον, παλαιότερον αὐτοῦ, ὥστε νὰ δημοσιευθῇ διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένα πάντα ταῦτα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως;
§34ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα. Πάντες οἱ Κανονισμοὶ εἶναι δημοσιευμένοι δι’ εἰδικῶν Διαταγμάτων. Οὕτω ὁ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ ἐδημοσιεύθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, κατὰ τὸ ἔτος 1891· ἦτο παρεσκευασμένος ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασα νὰ τὸν δημοσιεύσω. Ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ ἀναγράφονται αἱ πλεῖσται τῶν διατάξεων αὐτῶν· ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον τοιαύτης κατηγορίας κατὰ Κανονισμοῦ οὐχὶ τὸ πρῶτον ἐμφανιζομένου, ἀλλ’ ἀντιγράφου τῶν ἰσχυόντων Β. Διαταγμάτων. Ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι, ἐπὶ τῇ ἐκφρασθείσῃ ὑπό τινων κυρίων Βουλευτῶν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ Κανονισμοῦ ἐκείνου, διέταξα τὴν δημοσίευσίν του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου, ὅταν θὰ γείνῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς κάλλιστα ἔπραξε, διατάξας νὰ δημοσιευθῇ ὁ Κανονισμός. Πλανᾶται δὲ, νομίζων, ὅτι ἐκ σφάλματος καὶ ἀγνοίας τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τοῦ στρατοῦ ἰσχυόντων ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι κακῶς δὲν ἐδημοσιεύθη ὁ Κανονισμός. Τὰ ἐν τῷ στρατῷ εἶναι γνωστὰ, καὶ οἱ δεσμοὶ τῆς πειθαρχίας εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα γεννᾶται μεταξὺ στρατιώτου καὶ ἀξιωματικοῦ, ἢ κατωτέρου καὶ ἀνωτέρου, εἴτε δημοσιευθῇ ὁ Κανονισμός, εἴτε ὄχι, αἱ διατάξεις αὐτοῦ θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ, λόγῳ τῆς σοβαρᾶς ἐπιβολῆς τῆς πειθαρχίας. Ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς νομιμότητος τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες δυνατὸν νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τοὺς ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ εὑρισκομένους. Ἐκ πλάνης ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἀγνοίας τῶν τοῦ νόμου ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ δημοσίευσις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ εἰς μέγα σφάλμα περιπίπτει, ὅταν ἰσχυρίζηται, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι διατάξεις περιλαμβανόμεναι εἰς τοὺς ἄλλους Κανονισμούς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὁ Κανονισμὸς οὗτος ἐγένετο μετὰ νεωτερισμὸν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς ἓν τῶν στοιχείων τῆς γενικῆς ἀναδιοργανώσεως. Ἐὰν δὲ οὐδὲν ἔχωμεν νέον ἐν αὐτῷ, ἐνῷ πράγματι ἔχομεν, ἐὰν ἁπλῆ ὑπάρχῃ ἀντιγραφὴ, κατὰ τοιοῦτον τρόπον οὐδὲν θέλει γνωσθῆ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ ἀντιολογίᾳ ὅτι τὰ πρὸ αὐτοῦ, ὧν μέγα μέρος νῦν καταργεῖται, εἶναι ἤδη δεδημοσιευμένα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως...
§36ΒΟΖΙΚΗΣ. Καταργεῖται μέρος.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Καταργοῦνται καὶ ἄλλα Διατάγματα διὰ τῆς γενικῆς φράσεως «πᾶσα ἀντικειμένη διάταξις κλπ.» Καὶ ἂν πάντα τὰ ἄλλα ἤθελον ἐγκριθῆ, ἡ ἀντικατάστασις πῶς ἤθελεν ἐγκριθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον; Καὶ βεβαίως τοῦτο ἐγένετο ἐξ ἐλλείψεως εἰδικῆς ἐπὶ τούτῳ ἐπιστασίας καὶ προσοχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐξ ἀγνοίας τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις βεβαίως διακρίνεται ἐπὶ στρατιωτικῇ ἱκανότητι, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν διακρίνεται καὶ ἐπὶ νομικῇ. Ἀμφιβάλλω μάλιστα, καὶ ἐὰν οἱ πρὸ τούτου Κανονισμοὶ εἶναι δεδημοσιευμένοι. Νομίζω, ὅτι πάντες οἱ διελθόντες ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἄλλοι μὲν δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσι τὰ τῶν Κανονισμῶν, ἄλλοι δὲ, οἵτινες εἰργάσθησαν εἰς τὴν σύνθεσιν τῶν Κανονισμῶν τούτων, δὲν ἐφρόντισαν περὶ τῆς δημοσιεύσεως, καὶ εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι οἱ Κανονισμοὶ οὗτοι δὲν εὑρίσκονται κατακεχωρισμένοι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ γενόμενον ἐν τῷ παρελθόντι ἄτοπον, εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δημοσιεύσας τὸν Κανονισμὸν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§39ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπέβαλον μέχρι τῆς σήμερον πρὸ ἡμερῶν ἀποσταλεῖσάν μοι ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῶν ἐνοικαστῶν τοῦ δημοτικοῦ καὶ λιμενικοῦ φόρου Ἀστακοῦ. Ὑποβάλλων νῦν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως διαβιβάσητε αὐτὴν μετὰ συστάσεως πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ λάβω δὲ πρὸς τούτοις τὴν ἐλευθερίαν νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ παραβλαπτομένων συμφερόντων τῶν ἀναφερομένων συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ παραβλαπτομένων συμφερόντων τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἀστακοῦ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ Δημοσίου, πρόκειται δὲ καὶ περὶ ζητήματος, ὅπερ δύναται νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν Βουλήν. Ὡς εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, οἱ μεγάλοι ἀγγλικοὶ στόλοι τῆς Μεσογείου προσορμίζονται κατ’ ἔτος καὶ παραμένουσιν ἐπὶ μακρὸν εἰς τοὺς παρὰ τὸν Ἀστακὸν εὐρεῖς καὶ ὡραίους λιμένας καὶ ὅρμους. Ἡ παραμονὴ δὲ τῶν στόλων τούτων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα θὰ ἦτο πρόξενος μεγάλων ὑλικῶν ὠφελειῶν εἰς τὸν τόπον, ἐὰν οἱ τροφοδόται τῶν στόλων τούτων δὲν ἔδιδον ἀκατανόητόν τινα ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρον 13 τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, ἣν δυστυχῶς ἑρμηνείαν ἐδέχθη ἐπὶ τέλους καὶ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο «ἀπαλλάσσονται τοῦ τελωνειακοῦ τέλους τὰ πρὸς χρῆσιν τῶν ξένων πολεμικῶν πλοίων εἴδη, εἴτε ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον παραλαμβανόμενα, εἴτε ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Τελωνείου, εἴτε ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς διαμετακομίσεως, καὶ ἐπὶ ἐγγράφῳ ἀποδείξει τοῦ Διοικητοῦ τῆς Μοίρας, ἢ τοῦ πλοιάρχου, ὅταν πρόκηται περὶ εἰδῶν πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου ἢ τοῦ πλοίου». Φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι σαφές· ἀπαλλάσσονται δηλ. τοῦ τελωνειακοῦ τέλους τὰ πρὸς χρῆσιν ἐντὸς τῶν ξένων πλοίων, καὶ ὅταν ταῦτα μεταφέρωνται ἀπὸ τῶν πλοίων εἰς τὰ ξένα πολεμικὰ πλοῖα, ἢ ἦναι παρακατατεθειμένα ὑπὸ διαμετακόμισιν εἰς τὸ Τελωνεῖον, παραλαμβάνωνται δὲ ὑπὸ ἀξιωματικῶν ἢ ὑπαλλήλων τοῦ ξένου πλοίου, καὶ ἐπιβιβάζωνται εἰς αὐτό. Οὐχ ἧττον, παρὰ πάντα ταῦτα, οἱ τροφοδόται τοῦ ἐν Ἀστακῷ ἀγγλικοῦ στόλου ἑρμήνευσαν κατὰ μοναδικὸν τρόπον τὸ ῥηθὲν ἄρθρον, παραδόξως δέ, τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν παρεδέχθη καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἀπαλλάσσονται παντὸς τελωνειακοῦ τέλους ὄχι μόνον τὰ παραλαμβανόμενα ἐντὸς τῶν ξένων πλοίων καὶ καταναλισκόμενα ἐν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα παρουσιάζονται μὲν πρὸς χρῆσιν δῆθεν τῶν ξένων πλοίων, ἀλλὰ δὲν καταναλίσκονται ἐντὸς αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ξηρὰν, ὑπὸ τῶν ἐξερχομένων εἰς αὐτὴν ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς τοιαύτης ἀλλοκότου ἑρμηνείας ᾠκοδόμησαν οἱ τροφοδόται ἀποθήκας καὶ καφενεῖα εἰς Πλατυγιάλι τοῦ Ἀστακοῦ, ἔνθα καθ’ ἑκάστην ἐξέρχονται, χάριν τῶν γυμνασίων καὶ τῶν ἀγγλικῶν παιδιῶν, χιλιάδες Ἄγγλων ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν. Ἐκεῖ δέ, ἐν ταῖς ῥηθείσαις ἀποθήκαις, ἐν τῇ ξηρᾷ, καταναλίσκονται ὑπὸ τῶν Ἄγγλων χιλιάδες ὀκάδων ζύθου, οἰνοπνευμάτων, κρέατος καὶ ἄλλων εἰδῶν, πάντα δὲ ταῦτα θεωροῦνται ὡς εἰσαγόμενα δῆθεν πρὸς χρῆσιν τῶν ἀγγλικῶν πλοίων, καὶ εἰσάγονται ἀτελῶς. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δέ, κύριε Πρόεδρε, τὸ σφαλερὸν τῆς ἑρμηνείας ταύτης, φαντασθῆτε ἀγγλικὸν στόλον, παραμένοντα ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Φαλήρῳ, καὶ οὐχὶ ὡς συνήθως παραμένοντα ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ὡς παραμένει ἐν Ἀστακῷ, τοὺς δὲ ἐν Πειραιεῖ τροφοδότας τοῦ στόλου τούτου ἀνοίγοντας καφενεῖα, ζυθοπωλεῖα καὶ ξενοδοχεῖα, καὶ εἰσάγοντας ἀτελῶς πᾶν ὅ,τι καταναλίσκεται ἐν αὐτοῖς, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι εἰσάγονται ταῦτα πάντα πρὸς χρῆσιν τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου. Τοιαύτην ἑρμηνείαν ἐν τούτοις παρεδέχθη καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἑρμηνείαν δηλ. ἀντιστρατευομένην μὲν προφανῶς πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου καὶ πρὸς τὰ ἐθιζόμενα ἁπανταχοῦ, ἐπὶ προφανεῖ δὲ ζημίᾳ οὐ μόνον τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἀστακοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Πλατυγιάλι ἐγένετο ὁρμητήριον λαθρεμπορίου, καλυπτομένου διὰ τῆς ῥηθείσης ἑρμηνείας. Δι’ ὃ καὶ οἰκτρῶς κατέπεσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Τελωνείου Ἀστακοῦ. Καὶ ἵνα μὴ νομίσητε, ὅτι κενοὺς καὶ ἀορίστους ἀναφέρω ἐνταῦθα λόγους, ἔλαβον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐπισήμους πίνακας, ἐξ ὧν δύνασθε νὰ παραβάλητε τὰ ἔσοδα τοῦ Τελωνείου Ἀστακοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη. Κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, τὸ Τελωνεῖον Ἀστακοῦ εἰσέπραξε τὸ 1897, τὸ ἔτος δηλ. τῆς καταστροφῆς, ὅτε πανταχοῦ εἶχον ἐλαττωθῆ αἱ εἰσπράξεις, δραχμὰς 9,392, τὸ 1898 δρ. 22,042, τὸ 1899, ὅτε ἤρξατο ἡ τοιούτου εἴδους ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 13, δραχμὰς 8,933. Τὸ δὲ 1900, ὅτε ἐπισημοποιήθη ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, τί νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰσέπραξε τὸ Τελωνεῖον τοῦτο; Δραχμὰς 2252! Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ Πλατυγιάλι ἐγένετο ἐπίσημον κέντρον λαθρεμπορίου, καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Τελωνείου Ἀστακοῦ ἐξέλιπον σχεδόν, ἕνεκα τῆς ἑρμηνείας, ἣν ἔδωκαν οἱ τροφοδόται, καὶ ἥν, μετά τινας δισταγμούς, παρεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ τόπος, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀνεστατώθη, ἕνεκα τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Δι’ ὃ καὶ ὁ Δήμαρχος Ἀστακοῦ ἐπισήμως, καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως, καὶ οἱ κάτοικοι ἐποιησάμεθα πρὸ πολλοῦ παραστάσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ ἐζήτησε μὲν πληροφορίας τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπεστάλη καὶ ἐπιθεωρητὴς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι ἀνακριβεῖς ἐδόθησαν πληροφορίαι, καὶ ἀπεπλανήθη κυρίως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἐκ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ, δυστυχῶς, τὸ Τελωνειακὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου. Διὰ νὰ φαντασθῆτε δὲ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἀναφέρω τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ διευθύνων τὸ Τμῆμα τοῦτο μοὶ ἔλεγεν, ὅτι θεωρεῖ πολὺ φυσικὸν τὸ νὰ θεωρῶνται ὡς εἰσαγόμενα πρὸς χρῆσιν τῶν ἀγγλικῶν πλοίων καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ναῦται καταναλίσκουσιν εἰς τὴν ξηράν! Εἰς δὲ τὰς παραστάσεις μου διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων ἀπήντησεν, ὅτι τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν!! Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐπλανήθη ὑπό τε τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν καὶ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς προσηκούσας ὁδηγίας, κατόπιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καὶ πληροφορήσῃ εἶτα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ πιστεύω, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐπέδρασεν ἄλλη τις ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τοιαύτη ἐπίδρασις, ἐπ’ ὠφελείᾳ μὲν ὀλίγων προσώπων, ἐπὶ προφανεῖ δὲ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἀστακοῦ, θὰ ἦτο συναλλαγὴ τοῦ χειρίστου εἴδους.
§40Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐπειδὴ γνωρίζω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν θέλω νὰ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Δὲν πρόκειται, ὡς παρεστάθη, περὶ τοῦ ὅτι μένουσιν ἀτελῆ πάντα, ὅσα καταναλίσκονται καὶ ἐν τῇ ξηρᾷ παρὰ τῶν πληρωμάτων τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου, εἴτε οἰνοπνευματώδη ποτά, εἴτε ζῦθος κλπ. Πρόκειται περὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τὰ ὁποῖα φέρουν τὰ ἀγγλικὰ πλοῖα, εἴτε ἀπὸ τὰς ναυτικὰς ἀποθήκας τῆς Μελίτης, εἴτε ἐκ τοῦ στόλου, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξάγουν εἰς τὴν παραλίαν, ὅπου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν Ἄγγλων ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, γίνεται ἡ πώλησις πρὸς τὰ πληρώματα. Τὸ δὲ περισσεῦον ἐκ τῆς καταναλώσεως ποσόν, εἴτε ζύθου, εἴτε οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ὅταν πρόκηται τὰ πλοῖα νὰ ἀναχωρήσωσι, παραλαμβάνουσι μεθ’ ἑαυτῶν· ἐκτὸς δὲ τούτων, παραλαμβάνουσι καὶ τὰ πλήρη βαρέλια ἐκ τῶν οἰνοπνευματωδῶν τούτων ποτῶν, ὡς καὶ τὰ κενὰ βαρέλια, τὰ ὁποῖα περιεῖχον τὰ καταναλωθέντα οἰνοπνευματώδη ποτά. Γνωρίζω δὲ ὡρισμένως, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ζύθου, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, τὸ Τμῆμα τὸ Τελωνειακὸν εἶπε τὸ ἐναντίον τοῦ καταγγελθέντος ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος· ἐφρόνει δηλαδή, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τέλος ὁ ζῦθος οὗτος, καὶ διημείφθη μακρὰ ἀλληλογραφία· κατηγγέλθησαν μάλιστα καὶ οἱ ἐνοικιασταί, ὅτι διέπραξαν λαθρεμπόριον, καὶ τότε μόνον ἐσώθησαν, καὶ παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἀκόμη ἠθωώθησαν, ὅταν αὐτὸ τὸ Ναυαρχεῖον τῆς Μελίτης δι’ ἐπισήμου του ἐγγράφου ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ ζῦθος ἐστάλη ἀπὸ τὸ Ναυαρχεῖον τῆς Μελίτης δι’ ὡρισμένου πολεμικοῦ πλοίου, τοῦ «Βόλκαν», τὸ ὁποῖον ἀπεβίβασε τὸν ζῦθον, καὶ παρέλαβε τὰ βαρέλια, τὰ ἐναπομείναντα πλήρη καὶ μὴ καταναλωθέντα, ὡς καὶ τὰ κενὰ βαρέλια, ἐπὶ παρουσίᾳ πάντοτε ἀντιπροσώπου τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, τῶν τελωνοφυλάκων, οἵτινες ἔμειναν ἐκεῖ ἐκ μέρους τοῦ τελώνου, ὡρισμένοι διὰ τὴν ἐπιτήρησιν ταύτην, διότι οἱ ὅρμοι οὗτοι ἀπέχουσι περὶ τὰς τέσσαρας ἢ πέντε ὥρας ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Ἀστακοῦ, οὐδεὶς δ’ ἄλλος κάτοικος ὑπάρχει ἐκεῖ, ἐκτὸς τῶν πληρωμάτων.
§41ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡμίσειαν ὥραν ἀπέχουσι.
§42ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅτε δὲ ἠγέρθη τὸ ζήτημα αὐτό, τοὐναντίον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπεν αὐτὴ νὰ προστατεύσῃ τὰ τέλη· ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ἐθεώρησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀτελῆ. Ἐπίσης δὲ καὶ τὰ σφάγια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀτελῆ, εἶναι ἀποκλειστικῶς διὰ τὰ πληρώματα· τουτέστιν ἔρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ βόες, οἱ ὁποῖοι δηλοῦνται εἰς τὸ Τελωνεῖον, ὅτι εἶναι διὰ τὰ πληρώματα, σφάζονται ἐνώπιον ἀντιπροσώπου τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἐντόσθια δὲν καταναλίσκονται, ἀπορρίπτονται ἐντὸς τῆς θαλάσσης, ὡς καὶ αἱ κεφαλαί, μόνον δὲ τὸ κρέας, τὸ ὁποῖον παραδίδεται εἰς τὰ πληρώματα, αὐτὸ εἶναι ἀτελές. Καὶ αὐτὰ δὲ τὰ δέρματα ἐνώπιον ἀντιπροσώπου πάλιν τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς ἐπιβιβάζονται εἰς τὰ πλοῖα διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ὥστε μόνον ὅ,τι καταναλίσκεται παρὰ τῶν πληρωμάτων, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, αὐτὸ μόνον εἶναι ἀτελές. Συνεπῶς ὁ Δήμαρχος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὰ παράπονα ταῦτα, δὲν ἔχει δίκαιον, νομίζων ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τέλη, εἴτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἴτε ὑπὲρ τοῦ Δημοτικοῦ ἢ Λιμενικοῦ Ταμείου, τὰ ὑπὸ τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου καὶ τῶν πληρωμάτων αὐτοῦ καταναλισκόμενα.
§43ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου ἐνισχύει τὰς ὑπονοίας, ἃς πόρρωθεν ἐξήνεγκον, μὴ τοιαύτη τις ἐπίδρασις συνετέλεσεν εἰς τὴν ῥηθεῖσαν ἀλλόκοτον ἑρμηνείαν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ἀλλ’ ὡς εἴδετε, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Τελωνείου Ἀστακοῦ, προφανῶς αἱ ἐν Πλατυγιάλι ἀποθῆκαι τῶν τροφοδοτῶν τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου ἐγένοντο κέντρον λαθρεμπορίου, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἁπανταχοῦ οἱ Ἄγγλοι ἀξιωματικοί, ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ νομιμότητος, ἥτις τοὺς διακρίνει, οὐδόλως μετέρχονται τοιούτου εἴδους οἰκονομίας καὶ τοιούτου εἴδους ἐμπορίαν, ἀλλ’ οἱ ἐν Ἀστακῷ τροφοδόται, ἀπατῶντες τοὺς πλοιάρχους, λαμβάνουσι παρ’ αὐτῶν ἀποδείξεις, ὅτι πρόκειται δῆθεν περὶ πραγμάτων πρὸς χρῆσιν τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου, παρακαταθέτουν δὲ ταῦτα εἰς τὰς ἐν Πλατυγιάλι ἀποθήκας, καὶ πρὸς χρῆσιν τῶν εἰς τὴν ξηρὰν ἐξερχομένων πληρωμάτων καὶ χάριν λαθρεμπορίου. Λυποῦμαι δέ, ὅτι ὁ συμπολίτης μου δὲν ἐξελέξατο ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ἀγαθὴν μερίδα· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου, ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Λιμενικοῦ Ταμείου Ἀστακοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περὶ παρανόμων συμφερόντων δύο τροφοδοτῶν τοῦ στόλου, προὐτίμησε μᾶλλον, ὅπως ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τούτων συνηγορήσῃ. Ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐκ τῶν δύο τούτων τροφοδοτῶν τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου ὁ μὲν εἷς εἶναι ἐκ τῶν φανατικῶν φίλων μου, ἐκ τῶν Κεφαλλήνων δηλ. ἐκείνων, τῶν διαμενόντων ἐν Ἀστακῷ, οἵτινες διακρίνονται διὰ τὸ πάθος, μεθ’ οὗ διεξάγουσι τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν φίλων των, οὓς ὑποστηρίζουσιν, ὁ δὲ ἕτερος εἶναι ἀμφίβολος φίλος, τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ προσεταιρισθῇ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου.
§44Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἶναι ζήτημα προσωπικόν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀπαντήσω. Ἐγὼ δὲν ἐξελέξα καμμίαν μερίδα, οὔτε καλήν, οὔτε κακήν. Οὔτε τροφοδότης εἶμαι, οὔτε ἔχω σχέσεις μὲ τοὺς τροφοδότας. Οἱ τροφοδόται εἶναι, ὁ εἷς Ζακύνθιος, ἕτερος ἐκ Πατρῶν, καὶ οἱ ἄλλοι δύο, οἱ ἔχοντες μερίδιον, ἐκ τῆς κωμοπόλεως Ἀστακοῦ. Γνωρίζω τὸ ζήτημα ἰδιαιτέρως, διότι μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐξηγήσω τί συμβαίνει, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἴσως τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου ἢ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου προσβάλλονται, ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ τις τὸ ἀδίκημα ἰδιωτῶν. Ἀφοῦ οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν πάντων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς χρησιμοποιοῦνται διὰ τὰ πλοῖα τῶν ξένων στόλων, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὰ καταναλισκόμενα παρὰ τῶν πληρωμάτων τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου, τοῦ ὁρμοῦντος ἐν τοῖς ὅρμοις τοῦ Ἀστακοῦ.
§45Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ καταθέσω πάντα τὰ σχετικά, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐκ δὲ τῆς ἀναγνώσεως θέλει πεισθῆ ὁ ἐπερωτήσας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν περὶ διαπράξεως ἀδικήματος. Ἐξήτασα τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ νομικὴν καὶ ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν.
§46ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ τὸν λόγον τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων;
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς;
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Μήπως δὲν εἶμαι ἐγγεγραμμένος;
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ σειρά σας. Ὁ κ. Ῥοδόπουλος προηγεῖται.
§51Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς Τουρκικῆς δεσποτείας, Κύριοι, ἐν Θεσσαλίᾳ, αἱ κοινότητες, μὴ δυνάμεναι νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῶς περιουσίαν ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας τῶν Τούρκων, κατέφευγον εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Ἵδρυον βακούφια, ἤτοι θρησκευτικὰ ἱδρύματα, ναοὺς ἢ μονίδρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφιέρουν ἀκίνητα κτήματα, εἴτε χρήματα, εἴτε ἄλλας δωρεάς, καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν περιουσιῶν τούτων μετεχειρίζοντο διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος, καὶ ἰδίως διὰ τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων αὐτῶν. Ἕν τοιοῦτον ἵδρυμα ἦτο καὶ ἡ ἔξωθι τοῦ Τυρνάβου Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Δὲν ἦτο ὅμως Μονὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐννοοῦνται αἱ Μοναὶ, ἀλλ’ ἦτο κοινοτικός τις ναὸς, ὑπὸ τὸ πρόσχημα Μονῆς, εἰς τὸν ὁποῖον πολλοὶ εὔποροι κάτοικοι τοῦ Τυρνάβου καὶ ἄλλοι φιλοπάτριδες ἄνθρωποι, ἐφιέμενοι νὰ πράξωσί τι ἀγαθὸν εἰς τὴν κοινότητα, ἐγκατέλειπον χρήματα, ἰδίως ἀκίνητα κτήματα, ἀγροὺς, κήπους, ἀμπέλους κλπ., ἵνα ἀποτελεσθῇ μία ἀξιόλογος περιουσία, ἧς τὰ εἰσοδήματα νὰ χρησιμοποιῶνται ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἀναγκῶν, καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν σχολείων, κατὰ τοὺς δυσκόλους ἐκείνους καιρούς. Τὴν περιουσίαν αὐτὴν διεχειρίζετο πάντοτε ἡ κοινότης Τυρνάβου — ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας — διὰ τῆς Δημογεροντίας Τυρνάβου· διὰ τῶν ἐκ τῆς περιουσίας δὲ ταύτης εἰσοδημάτων διετήρει λαμπρὰ σχολεῖα ἐν Τυρνάβῳ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐδίδαξαν διάσημοι ἄνδρες πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως...
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσα εἰσοδήματα ἔχει περίπου;
§53Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, περὶ τὰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς νῦν· τότε ὅμως τὸ νόμισμα ἦτο διαφορετικὸν, καὶ εἶχε μεγαλειτέραν δύναμιν τὸ εἰς γρόσια εἰσόδημα. Ἅμα ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτε πολλὰ ζητήματα, γεννηθέντα ἐν Θεσσαλίᾳ, σχετικῶς μὲ τὰς προϋπαρχούσας ἐκεῖ σχέσεις, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας, εἰς ἣν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ, αἱ ἐγκατασταθεῖσαι ἐν Θεσσαλίᾳ, διετέλουν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ποικίλας σχέσεις καὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Θεσσαλία, πολλὰ τοιαῦτα ἱδρύματα ἐκεῖ ἐθεωρήθησαν ὡς Μοναὶ διαλελυμέναι, καὶ αἱ περιουσίαι των κατελήφθησαν, ὡς ἐκκλησιαστικαὶ περιουσίαι, ὑπὸ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Οὕτω καὶ ἡ περιουσία τῆς κοινοτικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου κατελήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, καὶ ἔκτοτε τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς λαμβάνει τοῦτο. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐγένετο καταφανὲς ἄδικον εἰς τὴν κοινότητα Τυρνάβου, στερηθεῖσαν περιουσίας, ἥτις ἀπεκτήθη ἀπὸ δωρεὰς πρὸς τὴν Μονὴν μελῶν τῆς κοινότητος, ἀποβλεψάντων εἰς ἐκπλήρωσιν κοινοτικῶν ἀναγκῶν, καὶ ὄχι εἰς ἵδρυσιν Μονῆς, καὶ ἥτις περιουσία εἶχε προορισθῆ, κατ’ αὐτὴν τὴν πρόθεσιν τῶν δωρητῶν, ὅπως χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος Τυρνάβου. Καὶ ἐνῷ σήμερον πάσχει ὁ Τύρναβος, καὶ δὲν δύναται ἐκεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ κανὲν δημοτικὸν ἢ κοινοτικὸν ἔργον, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου εἶναι πενιχρὸς, καὶ ἀπορροφᾶται ὑπὸ τῆς δαπάνης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δὲ κοινότης ἐλαχίστην ἔχει ἤδη περιουσίαν, ἐν τούτοις στερεῖται τῆς περιουσίας αὐτῆς, τῆς καθαρῶς κοινοτικῆς, καὶ ἀφαιροῦνται ἀπ’ αὐτῆς ἐπὶ δέκα ἐννέα ἤδη ἔτη πολύτιμα εἰσοδήματα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ κατά τι διὰ τῆς κατασκευῆς χρησίμων ἔργων κοινῆς ἀνάγκης ἡ πόλις τοῦ Τυρνάβου, καὶ ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ καλλωπισμὸς τῆς πόλεως μένουν εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν ἐπὶ Τουρκοκρατίας, δι’ ἔλλειψιν παντὸς χρηματικοῦ μέσου. Ἐπανειλημμένως ὑπέβαλεν ἡ κοινότης ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητοῦσα τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων της, καὶ ἐγὼ δὲ ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον ἔκαμα ἐπανειλημμένας παραστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δώσῃ τὴν δέουσαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐν τούτοις οὐδὲν ἐγένετο. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι, ὅπως καὶ αὖθις ποιήσωμαι περὶ τούτου σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ὑποβληθείσης παρ’ ἐμοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αἰτήσεως τῆς κοινότητος περὶ ἀποδόσεως αὐτῇ τῶν εἰρημένων κτημάτων της, προσήγαγον καὶ τὰ βιβλία τῆς Μονῆς, εἰς τὰ ὁποῖα καθαρώτατα φαίνεται, ὅτι διεχειρίζετο ἡ περιουσία της ὑπὸ τῆς Δημογεροντίας Τυρνάβου, παρ’ ἧς διωρίζοντο ἐπίτροποι πρὸς διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς. Ἄν ἦτο Μονή, ἦτο δυνατὸν ἡ Δημογεροντία Τυρνάβου νὰ διορίζῃ ἐπιτρόπους, διαχειριζομένους τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς; Εἰς τὰ προσαχθέντα βιβλία τῆς Μονῆς ταύτης ὑπάρχουσιν ἐπίσημοι πράξεις, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη ἀνῆκεν εἰς τὴν κοινότητα, καὶ παρ’ αὐτῆς διεχειρίζετο, καὶ ὅτι δὲν ὑφίστατο Μονὴ ἐκ τῶν ἐξαρτωμένων ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ κοινοτικὴ Μονή. Ὅτι δὲ ὑπῆρχον κοινωτικαὶ Μοναὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, καὶ ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων τὸ ἀναγνωρίζει διά τινος διατάξεώς του. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ δώσῃ ἓν πέρας ὑπὲρ τῆς κοινότητος, ἀποδιδομένων αὐτῇ τῶν αὐθαιρέτως καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου κτημάτων αὐτῆς, διότι εἶναι δίκαιον ν’ ἀποδοθῶσιν αὐτῇ ταῦτα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐστερήθη ἡ κοινότης ἄνευ οὐδενὸς δικαίου καὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν ἐπὶ 19 ἤδη ἔτη. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔχει τὴν ἑξῆς ἀτέλειαν. Διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ συντασσομένου ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν συνέρχεται μία ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη τὸ πλεῖστον ἀπὸ ὑπαλλήλους· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς διαδικασίας, ἣν ἀκολουθεῖ, καὶ ὡς ἐκ τῶν προλήψεων, αἵτινες ἐπικρατοῦσιν εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιτροπὰς, νομίζουσα ὅτι δύναται ν’ ἀποβῇ δυσάρεστος ἢ νὰ προσβάλῃ τὴν νοημοσύνην ἢ τὴν ἀντίληψιν τοῦ συντάξαντος τὸν καθ’ οὗ αἱ ἐνστάσεις κατάλογον Ἐφόρου, ἀπορρίπτει, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, τὰς ἐνστάσεις τῶν φορολογουμένων, καὶ ἄνθρωποι, οὐδὲν ἔχοντες ἐπάγγελμα, ἢ μὴ ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα, δι’ ὃ ἐνεγράφησαν, ἀλλ’ ἄλλο, ἐπάγον πολὺ μικροτέραν φορολογίαν, πληρώνουσι βαρύτατον φόρον. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ ἐν Λαρίσῃ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς Λαρίσης εἶναι μικρὸν καὶ ἀσήμαντον. Ἐν τούτοις ἐνεγράφησαν εἰς τὸν κατάλογον τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων τῆς τριετίας 1899–1902 τοῦ δήμου Λαρίσης δύο μεγαλέμποροι, ὁ Μουσοὺ Ἀβραὰμ μετὰ τοῦ συνεταίρου του, καὶ ὁ Τσελεπὸν Κοέν...
§54ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νέος νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων εἰς τὴν Λάρισαν;
§55Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον ἔδει νὰ συνταχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ οἱ ἀρχικοὶ κατάλογοι. Κατὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας νὰ ἐπιδώσωσι δήλωσιν, ὁρίζεται, ὅτι θὰ συνταχθῶσι καὶ οἱ ἀρχικοὶ κατάλογοι τῆς τριετίας, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν προϊσχυόντων νόμων. Ἐφρόντισα νὰ ἐξηγήσω τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐνῷ ἐπιβάλλονται δηλώσεις, ἐν αἷς δέον νὰ συνταχθῶσιν οἱ κατάλογοι, ἐν τούτοις συντάσσονται καὶ οἱ ἀρχικοὶ κατάλογοι τῆς τριετίας ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου! Τέλος οὕτως ἐγένετο ἐν Λαρίσῃ, καὶ, δυστυχῶς, οὕτω συγκεχυμένως ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Μὲ τὸν τμηματάρχην κ. Γούναρην πολλάκις περὶ αὐτοῦ συνεζητήσαμεν, ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Κατετάχθησαν λοιπὸν ἐν Λαρίσῃ ἁπλοῖ ἔμποροι, οἵτινες ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι, ὡς καὶ πράγματι εἶναι, προμηθευταὶ ἐγχωρίων προϊόντων, ὡς μεγαλέμποροι! Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μεγαλέμποροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσι καὶ ἐξάγουσι πολλὰ καὶ διάφορα ἐμπορεύματα καὶ εἰς μεγάλας ποσότητας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσι προεξοφλήσεις, τραπεζιτικὰς ἐργασίας ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ κλπ. Ἀλλ’ οἱ εἰρημένοι ἔμποροι εἶναι ἁπλῶς προμηθευταὶ ἐγχωρίων προϊόντων· δηλ. ὁ μὲν Μ. Ἀβραὰμ ἔμπορος σίτου, ὁ δὲ Τσελεπὸν Κοὲν ἔμπορος κουκουλίων. Ἴσως ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι καὶ τοκισταὶ, οὐδέποτε ὅμως μεγαλέμποροι. Ἔκαμαν τὴν δήλωσίν των οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καὶ ἐνόμισαν ὅτι εἶναι ἐν τάξει· ἀλλὰ κατόπιν ἔμαθον, ὅτι κατετάχθησαν ὡς μεγαλέμποροι, ὑπέβαλον δὲ τὰς ἐνστάσεις των, καὶ ἐφησύχασαν, πεποιθότες, ὅτι θὰ ἐγίνοντο αὗται δεκταί. Παραδόξως ὅμως μίαν ἡμέραν μεταβαίνει ὁ Ἔφορος μετὰ τῆς ἀστυνομίας νὰ κλείσῃ τὰ καταστήματά των, διότι ἔπρεπεν ὁ εἷς νὰ πληρώσῃ 1200 καὶ ὁ ἄλλος 800 δραχμάς! Ἀλλὰ μεγαλέμποροι ἐν Λαρίσῃ ἠκούσθη; Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐνεκρώθη τὸ ἐμπόριον τῆς Λαρίσης· ὅτε δὲ ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ δοθῇ ζωὴ εἰς τὴν Λάρισαν καὶ εἰς τὸ φθίνον ἐμπόριόν της διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρόμου, μᾶς ἀπήντων: «Μὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου θὰ δώσητε ζωὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Λαρίσης, ἀφοῦ τοῦτο ἐξ ἄλλων λόγων ἐνεκρώθη;» Ἐν τούτοις ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος κατώρθωσε νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Λαρίσης, φορολογῶν ἀπηνῶς τοὺς πολίτας, καὶ δημιουργῶν μεγαλεμπόρους! Ὑπέβαλον οἱ ἀδικούμενοι ἔμποροι τὰς ἐνστάσεις των, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ εὕρισκον τὸ δίκαιόν των. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τὸ εὕρουν; Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἧς τὰ πλεῖστα μέλη νομίζουν, κατὰ τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐνστάσεων, ὅτι πρέπει νὰ δίδουν πίστιν εἰς τὰς εἰσηγήσεις τοῦ Ἐφόρου, καὶ ν’ ἀπορρίπτουν τὰς ἐνστάσεις, διὰ νὰ μὴ προσβληθῇ ὁ συντάξας τὸν κατάλογον συνάδελφός των διοικητικὸς ὑπάλληλος; Ὁ Ἔφορος καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου βεβαίως ἔκαμεν εἰσήγησιν σύμφωνον μὲ τὸν κατάλογόν του, ἡ δὲ ἐπιτροπή, μὴ ἀκούσασα ἄλλον τινὰ, πλὴν αὐτοῦ, ἐδέχθη τὴν εἰσήγησίν του, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι σήμερον ἐπλήρωσαν τὰ ποσὰ, δι’ ἃ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τοὺς χρεώσῃ ὁ Ἔφορος! Ἀναφέρονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦντες θεραπείαν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῖς ἀπαντᾷ: «Non possumus! Εἶναι δεδικασμένον!» Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει πράξει ἔργον δικαιοσύνης ὄχι μόνον πρὸς αὐτοὺς, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, καὶ ὧν τὸ ἀδίκημα λαμβάνω ὡς ἀφετηρίαν, ἵνα καταστήσω γνωστὴν τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ χάριν τῶν συμφερόντων καὶ ἄλλων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν εἰς παρομοίας περιστάσεις, νομίζω, λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει πράξει ἔργον δικαιοσύνης, εἰσάγων νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπέρχηται τροποποίησις τῆς διαδικασίας τῆς ἐκδικάσεως τῶν καταλόγων τούτων. Τροποποίησιν δὲ, Κύριοι, ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἑξῆς. Αὐτὸ τὸ σύστημα, τοῦ ἐκδικάζειν μονομερῶς, παρουσίᾳ τοῦ Ἐφόρου, τὰς ἐνστάσεις, χωρὶς νὰ ἀκούηται ὁ ἐνιστάμενος, δὲν στηρίζεται ἐπὶ λογικῆς βάσεως. Εἶναι δίκαιον, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, νὰ ἀκούηται καὶ ὁ ἐνιστάμενος, καλούμενος νὰ παραστῇ, ἂν θέλῃ, καὶ προσαγάγῃ καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ τῆς ἐνστάσεώς του μέσα. Διότι, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἐνιστάμενος καὶ ἐκθέσῃ τὸ δίκαιόν του, παρουσιάσῃ δὲ καὶ τὰς ἀποδείξεις του, παρουσιάσῃ καὶ διάφορα ἄλλα ἔγγραφα, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ τὰ βιβλία του, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δύναται νὰ ἴδῃ ἡ ἐπιτροπή, ποῖα ἔσοδα ἔχει, καὶ τίνα ἔκτασιν ἐργασιῶν ἔχει, καὶ τὸ ἐπιτήδευμά του, ὅταν ἀκουσθῇ, τέλος πάντων, καὶ αὐτός, εἶναι πολὺ πιθανώτερον, ὅτι θ’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη. Νομίζω λοιπὸν ἀναγκαίαν μίαν τροποποίησιν, δι’ ἧς νὰ ὁρισθῇ, ὅπως καλῆται καὶ ἀκούηται καὶ ὁ ἐνιστάμενος κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τῶν καταλόγων τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐνστάσεων, νὰ δοθῇ δὲ καὶ ἔνδικόν τι μέσον, ἤτοι προσφυγὴ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι πολὺ δίκαιον τοῦτο, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ἐφεξῆς αὐτὰς τὰς ἀντιδικίας, διὰ τὰς ὁποίας συχνὰ ἀκούονται παράπονα. Διότι συμβαίνει, Κύριοι, τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχουσι δυστυχῶς ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες ἄλλα προσόντα, ἵνα διακριθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νομίζουσιν ὅτι θὰ διακριθῶσιν, ἢ μᾶλλον θὰ ῥεκλαμάρουν, ἂν ἐξογκώσωσι τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, καὶ ἐπιβαρύνωσι τὸν κόσμον μὲ βαρυτάτους καὶ ἀδίκους φόρους. Οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ἐννοοῦσι νὰ πληρώνῃ ὁ λαὸς διὰ τοῦ ἱδρῶτός του τὴν ῥεκλάμαν των. Δυστυχῶς, τοιαύτη εἶναι ἡ μᾶζα πολλῶν ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι σήμερον διαχειρίζονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνεχώμεθα νὰ ἀδικῶνται οἱ πολῖται ἕνεκα τοιούτων λόγων, καὶ ὅτι αὕτη δὲν εἶναι δικαία καὶ ἠθικὴ προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δὲν φαντάζομαι, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει συμφέροντα ἀντίθετα πρὸς τὰ τῶν πολιτῶν, οὔτε ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐτάχθη ἐχθρὸς τοῦ πολίτου. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ λῃστεύῃ τοὺς πολίτας, καὶ νὰ ἁρπάζῃ τὰς περιουσίας αὐτῶν, διὰ νὰ γεμίζῃ τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἐπὶ βλάβῃ καὶ ἀδικίᾳ τῶν φορολογουμένων. Πρέπει λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι νὰ μάθωσιν, ὅτι, ὅπως ἔχουσι καθῆκον νὰ προστατεύωσι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἔχουσιν ἐπίσης καθῆκον, καὶ μάλιστα ἐπιτακτικώτερον καθῆκον, νὰ προστατεύωσι καὶ ὄχι νὰ ἀδικῶσι τοὺς πολίτας, καὶ νὰ ἦναι ἐπιεικεῖς πρὸς αὐτοὺς, καὶ πρὸ παντὸς δίκαιοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐσυνείδητος ἐκπλήρωσις καθήκοντος, ἡ δὲ ἄλλη ὁδὸς εἶναι καθαρὰ ἐπίδειξις ζήλου ἐπιβλαβοῦς, ἣν πρέπει ν’ ἀποδοκιμάζουν οἱ Ὑπουργοί. Αὐτὰς τὰς συστάσεις εἶχον νὰ κάμω, Κύριοι, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§56Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος περιήχθη εἰς πλάνην. Τώρα, κατὰ πόσον αἱ πλάναι αὗται πάντοτε βαρύνουσι τὸν Ἔφορον, ἢ ὑπάρχουσι πλάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν βαρύνουσι τὸν Ἔφορον, ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, οἱ κατάλογοι τῶν ἐπιτηδευμάτων καταρτίζονται κατόπιν ἐργασίας ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παρέχει τὰ στοιχεῖα εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον πρὸς καταρτισμὸν τῶν καταλόγων. Ἀκριβῶς σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν μοὶ ἀναμιμνήσκει συμπολίτης μού τις ἐκ Ῥαψάνης τοῦ δήμου Ὀλύμπου, ὀνόματι Βασίλειος Σπετσιώτης, ὅτι πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὑπέβαλεν ἀναφορὰν, ζητῶν τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου του, καὶ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ διπλοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, διότι τῷ ἐπεβλήθη νὰ πληρώσῃ δύο φόρους δύο διαφόρων ἐπαγγελμάτων. Ἀκούσατε δὲ τὰ δύο ἐπαγγέλματα, καὶ κρίνατε· τὸ μὲν ἕν, ὅπως πληρώσῃ δραχμὰς πεντήκοντα ὡς τοκιστής, τὸ δὲ ἕτερον, ὅπως πληρώσῃ δραχμὰς ὀκτὼ ὡς σαγματοποιός! (γέλωτες). Τὸ πρᾶγμα εἶναι παράδοξον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, νὰ ἐξετάσῃ, τί ἔγεινεν ἡ ἀναφορὰ τοῦ εἰρημένου Βασιλείου Σπετσιώτου διὰ τὸν φόρον τοῦ παρελθόντος, τὸν ὁποῖον ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ καὶ ἐπλήρωσε, προσκαλεῖται δὲ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν τοῦ ἐρχομένου ἔτους.
§57Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτα παράπονα καὶ ἔτι δριμύτερα ἐγένοντο καὶ ἐν Τριπόλει, πρῶτον δὲ μέλημά μου, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἦτο νὰ παρακαλέσω, ὅπως καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μερικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ. Δὲν ἐγνώριζον δέ, ὅτι σήμερον ἐξ ἀπροόπτου ἤθελεν ἔλθει τὸ ζήτημα αὐτό. Τὴν Δευτέραν θέλω συζητήσει, καὶ θέλω καταδείξει, ὅτι αἱ κατὰ τόπους ἀρχαὶ εὑρίσκονται ἐν παραβάσει τῶν περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμων, τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὰς τελευταίας Συνόδους.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ μοὶ δώσῃ καί τινας ἄλλας πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχω ἀνάγκην διὰ τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «αʹ) Τὸ ποσὸν τῶν ὀκάδων καπνοῦ, τὸ καταναλωθὲν καὶ φορολογηθὲν κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899. βʹ) Τὸ ποσὸν τῶν ὀκάδων καπνοῦ, τὸ καταναλωθέν, καὶ φορολογηθὲν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου τῶν ἐτῶν 1898, 1899 καὶ 1900.» Εἶναι δυνατόν;
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Ἐπίσης πίνακας δεικνύοντας: 1) Τὸ βεβαιωθὲν εἰσπράξιμον ποσὸν κατὰ νομὸν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἐ. ἔ. 2) Τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν ἐκ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, κατὰ ἐπαρχίαν, διὰ τὴν αὐτὴν χρῆσιν τοῦ 1900 μέχρι τέλους Νοεμβρίου.»
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν θέλητε, δύναμαι προχείρως νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰ δύο ἐρωτήματα.
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλλίτερον μὲ δύο λέξεις γραπτὰς, διὰ νὰ ἔχωμεν ἕν σημείωμα.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ σᾶς τὸ εἴπω τώρα, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶ καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ἡ βεβαίωσις ἐπερατώθη· ἀνῆλθε δὲ ὁ φόρος εἰς 2,250,000 δραχμάς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, αὐτὸς δὲν ἐβεβαιώθη.
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁλοτελῶς;
§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλοτελῶς, διότι δὲν ἔγεινεν ἀκόμη ἡ ἀναγνώρισις, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένη.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ 1899;
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Τὸ βεβαιωθὲν καὶ εἰσπραχθὲν ποσόν, κατὰ νομούς, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων ἐν γένει μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοῦ 1900.»
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τώρα ἐν ἀναγνώσει ἔπραξα τοῦτο, διότι εἰς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς προηγουμένας ἐπερωτήσεις μου, εὑρίσκω πολλὰς ἐλλείψεις...
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰς συμπληρώσω.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. αἱ ὁποῖαι, βεβαίως δὲν νομίζω, ὅτι προέρχονται ἐκ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἀδιαθεσία, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν συλλυπούμεθα, θὰ τὸν ἠνάγκασε νὰ μὴ ἐξετάσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία. Ἐν πρώτοις περὶ τῆς αἰτήσεως ὅπως, κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες, ἐμφαίνοντες, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τὰς πιστώσεις τὰς ἀδιαθέτους, τὰς ὁποίας προβλέπει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ μείνωσι διὰ τὸ 1900. Ἔκαμα λόγον καὶ περὶ τούτου ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶδον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφάνη προθυμότατος νὰ δώσῃ τὸν πίνακα τοῦτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ δοθῇ ὁ πίναξ οὗτος, διότι ὑπάρχει συντεταγμένος, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ πίνακος ἐβασίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ποιήσηται τοὺς ὑπολογισμούς του καὶ τὰς προβλέψεις του ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ὅτι δὲ ὑπάρχει ἕτοιμος πίναξ δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, διότι, ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἡτοίμασεν ἔτι τοὺς πίνακας, ὡς λίαν ὀγκώδεις, ἀλλὰ προθύμως ἐν καιρῷ θὰ τοὺς καταθέσῃ, ἂν τοὺς ζητήσῃ τις. Νομίζω δὲ χρησιμωτάτους τοὺς πίνακας τούτους, διὰ νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Καὶ βεβαίως δὲν θ’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὐθύνην τινὰ, ἂν παρουσιασθῇ διαφορά τις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι πλεῖσται ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τούτων συνετάχθησαν κατὰ πρόβλεψιν καὶ πιθανότητα μᾶλλον. Ὥστε παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ αὐτοὺς, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ κάμω ἐπερωτήσεις πρὸς ἕνα ἕκαστον τῶν κ. Ὑπουργῶν. Ἐζήτησα κατόπιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, ἐκ τίνων μεταβολῶν ἐκ τοῦ ἠγγυημένου παρὰ τῶν τριῶν Δυνάμεων δανείου προέρχεται ἡ διαφορὰ τῶν 7,602,420 δραχμῶν, ἡ ἀναγραφεῖσα ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Λαμβάνω δ’ ἐπὶ τούτου πολὺ περίεργον ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δηλοῖ, ὅτι τὰ 7,602,420 δὲν εἶναι νομισματικὴ διαφορά, ἀλλὰ κεφάλαιον εἰς χρυσόν, εἰσαχθὲν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὅτι δὲ ἡ διαφορὰ ἡ νομισματικὴ κατελογίσθη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Ἀλλὰ νομισματικὴ διαφορὰ ἀπολύτως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταχωρισθῇ ὡς ἔσοδον εἰς οἱανδήποτε χρῆσιν, ἂν μὴ προηγουμένως εἰσέλθῃ ὁ χρυσὸς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Δημοσίου καὶ διατεθῇ. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ ὁποῖος ἀναγράφει ἁπλῶς τὰ ἐντάλματα τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Καταφαίνεται δὲ ἐκ τοῦ πίνακος τούτου, ὅτι ἔχει γείνῃ ἡ εἰσαγωγὴ κατὰ τὴν κανονικὴν σειράν· εἰσήχθη δι’ ἐνταλμάτων, ἅτινα φέρουσιν ὡρισμένην χρονολογίαν καὶ ἀριθμὸν, ὁ χρυσὸς πρῶτον, μετὰ ταῦτα δὲ δι’ ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ἀριθμοὺς κατωτέρους, εἰσήχθη ἡ νομισματικὴ διαφορά. Βεβαίως οὐδεμία οὐσιαστικὴ βλάβη δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς, ἀλλὰ βεβαίως θὰ εἶναι λάθος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ 1899 διαφορὰ χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη εἰς τὰ 1900.
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγένετο λάθος, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδόθησαν ἐξηγήσεις.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐμὲ τοὐλάχιστον μὲ παρεπλάνησε· δὲν δύναται δέ τις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος νὰ μελετήσῃ τὰς λογιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας λίαν φειδωλῶς δίδει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ γένηται διόρθωσις, ὅπως γείνῃ τακτικωτέρα καταχώρησις.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐν τῷ μέλλοντι ὑπάρξῃ τοιαύτη ἀνάγκη. Ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρξῃ.
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου. Ἡ ἑτέρα ἐρώτησίς μου ἀφεώρα εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν ἐξ ἀνανεωθέντων παλαιῶν χρεῶν μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1900, δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΧΞΔʹ. Ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρχουν στοιχεῖα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχον στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασισθῆτε, δὲν θὰ ἠδύνασθε νὰ βεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀσφαλῶς θὰ εἰσπράξωμεν ἐντὸς τοῦ 1900 ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Δὲν ζητῶ πλήρη τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ τὰ ὑπάρχοντα νὰ ὑποβληθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ὡσαύτως διὰ τῆς ἑτέρας ἐρωτήσεώς μου ἐζήτουν «κατάλογον τῶν δήμων, τῶν καταβαλόντων τὴν διὰ τὰς δαπάνας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰσφορὰν αὑτῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἕκαστος δῆμος κατέβαλεν, ὡς καὶ τῶν δήμων, τῶν καθυστερούντων τὴν εἰσφοράν των ταύτην». Δὲν πρόκειται μάλιστα περὶ τοῦ 1900, πρόκειται περὶ χρήσεως ληξάσης, τῆς ὁποίας καθωρίσθησαν τὰ ἔσοδα, καὶ ἑπομένως ἡ χρέωσις τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐξ ἑκάστης χρήσεώς του δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἦναι γνωστὴ εἰς τὸ Λογιστήριον. Παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς λήξεως, Κύριοι, τῆς παρελθούσης Συνόδου μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης παρῆλθον ἑπτὰ μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μένω διαρκῶς ἐν μέσῳ τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐκεῖ διαμένων, ἀντελήφθην πολλὰς παραβάσεις νόμων, διαπραττομένας ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, καὶ ἔσπευσα, μόλις ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τεσσάρων ἐρωτημάτων μου νὰ μοὶ παράσχῃ πληροφορίας τινάς, δι’ ὧν ἐσκόπουν, ὄχι νὰ ἐπικρίνω αὐτόν, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύσω ὡς ἀφορμή, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῶν παραβάσεων τούτων, αἱ ὁποῖαι ἔτι ἐξακολουθοῦσι γινόμεναι ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν περιστολὴν αὐτῶν. Τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀπέβλεπον παραβάσεις τεσσάρων φορολογικῶν νόμων, ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα οἱ δύο ἐψηφίσθησαν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐπὶ τῶν δύο ἐρωτημάτων, τῶν ὁποίων ἔλαβε γνῶσιν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, παρασχών μοι τὰς δεούσας πληροφορίας. Ἐπὶ τοῦ ἑνὸς δὲ τούτων, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ὅπως τὴν ἀπασχολήσω. Ἐπὶ ἑτέρων ὅμως δύο ἐκ τῶν ἐρωτημάτων μου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καθυστερεῖ εἰσέτι τὰς πρός με ὀφειλομένας ἀπαντήσεις. Διὰ τοῦτο δὲν παραπονοῦμαι, διότι πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἡ ἀσθένεια δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Τὰ ἐρωτήματα ὅμως ταῦτα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ, ἵνα λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του καὶ διατάξῃ ὅ,τι κρίνῃ ὀρθὸν καὶ νόμιμον. Παραιτοῦμαι μάλιστα καὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχω, νὰ λάβω ἀπάντησιν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἀναγνωρίσει τὸ δίκαιον, νόμιμον καὶ ὀρθὸν αὐτῶν, καὶ θέλει διατάξει πᾶν τὸ προσῆκον. Ταῦτά εἰσι τὰ ἑξῆς. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς καὶ οἱ ἐφοριακοὶ ὑπάλληλοι οἱ ἐν Τριπόλει, ἐνομίζομεν, ὅτι ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ψηφισθεὶς νόμος περὶ βεβαιώσεως φόρου ἐπικαρπίας δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1897 καὶ ἐφεξῆς. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν ἔμαθον, καὶ ἐκ τῆς πληροφορίας ταύτης ἠναγκάσθην νὰ μελετήσω μᾶλλον ἐπισταμένως τὸν νόμον, καὶ ἐβεβαιώθην, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1896 περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον αὐτόν. Ὑπῆρχον λοιπὸν ἐν τῇ Ἐφορίᾳ Τριπόλεως πρωτόκολλα γεωμέτρου τινὸς, διὰ τῶν ὁποίων ἐβεβαιοῦτο, ὅτι πολλοὶ κάτοικοι τῶν διαφόρων δήμων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἰδίως δὲ τῶν δήμων Τριπόλεως, Τεγέας καὶ Ὀρχομενοῦ, ἐκαλλιέργησαν ἀδηλώτους γαίας ἐθνικάς, διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπικαρπίας. Δὲν ἐξετάζω ἤδη, ἐὰν τὰ πρωτόκολλα ταῦτά εἰσι πλαστὰ ἢ εἰκονικὰ, ἢ ἄν ποτε μετέβη ὁ γεωμέτρης ἐπὶ τόπου, ἵνα βεβαιωθῇ, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἢ ἐκαλλιεργήθησαν αἱ γαῖαι αὗται, καὶ ὑπὸ τίνων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ἀπασχολήσει, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ἐν τῷ ζήλῳ, ὁ ὁποῖος ἀνεπτύχθη εἰς τοὺς ἐντεταλμένους τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἐβεβαιώθη καὶ ὁ φόρος, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν τοιούτων πρωτοκόλλων, ἐκηρύχθησαν ταῦτα ἐκτελεστὰ, καὶ μέγα μέρος τοῦ φόρου τούτου εἰσεπράχθη, χωρὶς τὰ πρωτόκολλα νὰ κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ χωρὶς νὰ δοθῇ αὐτοῖς καιρὸς νὰ κάμωσιν ἐνστάσεις καὶ ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτῶν, ἐνῷ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1896, εἶναι ἀναγκαία καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἔγκαιρος κοινοποίησις αὐτῶν, κατὰ τὰς διατάξεις μάλιστα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας...
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐκοινοποιήθησαν τὰ πρωτόκολλα;
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκοινοποιήθησαν πρωτόκολλα. Ἔλαβον εἴδησιν τούτου οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τὸν χωροφύλακα, ὁ ὁποῖος τοὺς συνέλαβε, καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ πληρώσωσι διὰ τὸ 1896 φόρον ἐπικαρπίας, χωρὶς νὰ γινώσκωσι τὴν ὕπαρξιν τῶν πρωτοκόλλων... Τὰ πρωτόκολλα πρέπει νὰ κοινοποιηθῶσιν εἰς τοὺς φορολογουμένους, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἢ εἴκοσιν ἡμερῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ φορολογούμενος νὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων, ὅτε πᾶσα ἐκτέλεσις αὐτῶν ἀναστέλλεται. Διὰ παρομοίας ἐπερωτήσεώς μου εἶχον ἐνοχλήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῶν παραστάσεών μου, καὶ διέταξε τότε νὰ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἐπεστράφησαν, ὅσα εἰσεπράχθησαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ἀνέστειλε δὲ καὶ πᾶσαν καταδίωξιν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἤδη θέλει ἐξετάσει τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδέαν μου, πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὸν νόμον, βεβαίως θέλει διατάξει τὴν ἐπιστροφὴν τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων, καὶ τὴν ἀναστολὴν πάσης καταδιώξεως τῶν μήπω πληρωσάντων. Ἡ δευτέρα ἐρώτησίς μου, Κύριοι, ἀπέβλεπε τὴν κοινότητα Συμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας, καὶ λυποῦμαι, ὅτι εὑρίσκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε ἐν ἀσθενείᾳ, καὶ δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς προσγινομένης ἀδικίας εἰς τοὺς κατοίκους Συμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας. Ἡ κοινότης αὕτη ἔχει δικαίωμα νὰ νέμῃ τὰ ποίμνιά της καὶ τὰ ζῷά της εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου της. Ἤδη τὸ μέρος αὐτὸ, εἰς ὃ μόνον ἐπιτρέπεται ἡ βόσκησις τῶν ζῴων, ἐξεμισθώθη ἀντὶ ποσοῦ ἑξακοσίων δραχμῶν εἰς ἕνα πολίτην ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Μαντινείας, καὶ οὕτω δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ἡ βόσκησις τῶν ζῴων, ἅτινα ἔχουσιν οἱ Συμιαδῖται, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου. Ἡ δημοπρασία εἰσέτι δὲν ἐνεκρίθη, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσητε, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ πρᾶγμα, διότι πρώτην φορὰν συμβαίνει τοῦτο ἐκεῖ ἀπὸ συστάσεως κόσμου, καὶ τοῦτο εἶναι ἄνομον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἐρωτημάτων μου θέλει ἐνεργήσει πᾶν νόμιμον ὁ κ. Ὑπουργός. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον ἐρώτημά μου, τὸ καὶ σπουδαιότερον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καίτοι κατὰ τὸ φαινόμενον φαίνεται μικροῦ λόγου ἄξιον, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῶν συμπολιτῶν μου, διότι κατεδικάσθησαν ἀπό τινος εἰς τὸν διὰ ψύξεως θάνατον, ἀλλὰ ἀφορᾷ καὶ τὴν ἄρσιν τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι παρεμβάλλονται πρὸς ἐξακολούθησιν καὶ εὐόδωσιν μιᾶς βιομηχανίας ἀρτιγεννήτου ἐν Τριπόλει. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλῆς ἐψηφίσθη νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ οἱ ψηφίσαντες τὸν νόμον τοῦτον ἐνόμιζον, ὅτι πρόκειται περὶ φυλάξεως τῶν δασῶν καὶ φορολογίας τῶν ἐξ αὐτῶν ἐξαγομένων προϊόντων· οὐδεὶς ὅμως ἐπίστευεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐσκόπει τὴν φορολογίαν τῶν κλάδων, οἱ ὁποῖοι ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰς ἰδιοκτήτους ἐλαίας πρὸς καθαρισμὸν αὐτῶν...
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῶν ἐλαιῶν;
§81ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Ἐὰν ἀποσπάσητε κλάδους ἀπὸ τὰς ἐλαίας σας, καὶ τοὺς κλάδους τούτους πωλήσητε, ἢ μεταχειρισθῆτε εἰς ἐργοστάσια ὡς καύσιμον ὕλην, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγκυκλίου του διέταξε νὰ φορολογῶνται ἀμέσως. Πρὶν ἢ ὅμως σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ὑπέγραψε τῇ συστάσει τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καιρὸν νὰ διεξέρχηται τὰς σχοινοτενεῖς ἐγκυκλίους τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἀφοῦ ἐξακριβώσῃ, ὅτι αὗται συγκρούονται πρὸς τοὺς νόμους, νὰ ἀποκρούῃ ταύτας, τοὐναντίον δέ, νὰ θέτῃ τὴν ὑπογραφήν του, ἐὰν πείθηται, ὅτι εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸν νόμον, πρὶν ἀναγνώσω, λέγω, τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἱστορικὸν τοῦ ζητήματος, δι’ ὃ θέλω σᾶς ἀπασχολήσει. Κατὰ τὸν ͵ΒΧΜΒʹ νόμον τοῦ 1899, Κύριοι, ἄρθρον 4, ἐπιτρέπεται νὰ συλλέγῃ καὶ νὰ μεταφέρῃ τις καυσόξυλα, πρὸς οἰκιακὴν χρῆσίν του προωρισμένα, καὶ συνιστάμενα εἰς ἀπεξηραμένα ἢ κατακείμενα δένδρα. Ἐξεταστέον ἤδη, πῶς ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις αὕτη ἐκ μέρους τῶν ἐντεταλμένων τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν. Ὡς γινώσκετε, τὰ δάση δὲν φυλάσσονται ἐν τοῖς δάσεσιν, ἀλλὰ ἐν ταῖς ἀγοραῖς, ἐν αἷς καταναλίσκονται τὰ προϊόντα τῶν δασῶν. Οἱ κύριοι δασοχωροφύλακες, εἴτε διότι εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς, εἴτε διότι φοβοῦνται τὸ κρῦο εἰς τὸν τόπον τῶν δασῶν, δὲν μεταβαίνουσι ποτὲ εἰς τὰ δάση, ἀλλὰ περιφρουροῦσι τὰς ὁδούς, τὰς πέριξ τῶν πόλεων, διὰ τῶν ὁποίων διέρχονται τὰ καυσόξυλα. Ἔρχονται οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ μὲ τὰ φορτία των, καὶ ἐπειδὴ οἱ χωροφύλακες βλέπουσιν ἕνα κλάδον νὰ πρασινίζῃ ἐν τῷ φορτίῳ, ἀμέσως ἐπιλαμβάνονται τῶν καθηκόντων των, καὶ ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκκοπὴ δένδρων χλωρῶν διὰ καυσόξυλα, κατάσχουσι τὰ φορτία τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, συντάσσουν πρωτόκολλα, καὶ ἄγονται οἱ χωρικοὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῶσιν, ἀλλὰ δυνατὸν καὶ νὰ καταδικασθῶσιν, ἀφοῦ βεβαιοῖ ὁ βασιλικὸς χωροφύλαξ, ὅτι τὰ καυσόξυλα ἦσαν χλωρὰ καὶ ἀπὸ δένδρα χρήσιμα κεκομμένα, ὡς ἂν τὰ ξηρὰ νὰ μὴ ὑπῆρξαν χλωρὰ ἅμα τῇ ἐκκοπῇ των· διότι οὐδείς, πιστεύω, ὑπάρχει ὁ γινώσκων δένδρα, φυέντα, βλαστήσαντα καὶ ἀναπτυχθέντα, μὴ θάλλοντα, ἀλλὰ ξηρά. Κύριος ὅμως γινώσκει, εἰς πόσας δαπάνας θέλουσιν ὑποβληθῆ οἱ δυστυχεῖς χωρικοί, διὰ νὰ κηρυχθῶσιν ἀθῶοι...
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὰ ξηρά, εἶναι καὶ τὰ ἄλλα.
§83ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τὰ ἄλλα. Ἐγὼ ἐξετάζω ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ζήτημά μου. Ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§84Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς βοηθῶ.
§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον· ἀνέγνωσα μόνον τὸ μέρος αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ εἰς τὸ ζήτημά μου. Καὶ οὕτω πως οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι καταναλίσκουσι δύο πολλάκις ἡμέρας δι’ ἓν ἢ δύο φορτία καυσοξύλων, πρὸς πορισμὸν τοῦ ἄρτου των, ἔρχονται εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ, ἀφοῦ κατορθώσωσι νὰ διαφύγωσι τὴν προσοχὴν τῶν καθ’ ὁδὸν κυρίων χωροφυλάκων, ἐκθέτουσι τὰ ξύλα ταῦτα πρὸς πώλησιν, καὶ πωλοῦσιν ἀδιακρίτως εἰς πάντα ἀγοραστήν. Καὶ ἰδοὺ τί συμβαίνει ἐν Τριπόλει. Ἐκεῖ ἔχει ἀναπτυχθῆ ἀπό τινων ἐτῶν βιομηχανία τις, ἥτις ἐργάζεται διὰ τῶν χειρῶν, ἔχει ὅμως ἀνάγκην καὶ παραγωγῆς ὀλίγου ἀτμοῦ πρὸς τελειοποίησιν τῶν φλανελλῶν· πρὸς παραγωγὴν δὲ τοῦ ἀτμοῦ προμηθεύονται οἱ ἐργοστασιάρχαι γαιάνθρακας, εἴτε ἐκ Πειραιῶς, εἴτε ἐκ Ναυπλίου· ὅπως ὅμως μεταδώσωσι τὸ πῦρ εἰς τοὺς γαιάνθρακας, μεταχειρίζονται ὡς ἔναυσμα καυσόξυλα, τὰ ὁποῖα ἀγοράζουσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ ἀποθέτουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας των. Ἀλλὰ διαρκούσης τῆς παραλαβῆς καὶ καταναλώσεως αὐτῶν οἱ δασοχωροφύλακες παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, ζητοῦντες φόρον καὶ δήλωσιν, μὴ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὸ ζήτημα τοῦτο ἔφεραν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Φικιώρης καὶ Γ. Ἀναστασόπουλος, ἦλθον δὲ καὶ ἐγὼ ἐπίκουρος τῆς ἰδέας των, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε — παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ βεβαιώσῃ — ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν οἱ ἐργοστασιάρχαι ἠγόρασαν καλῇ τῇ πίστει ἐν τῇ ἀγορᾷ, δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον.» Ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο, διότι ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς.
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι προχείρως νὰ βεβαιώσω, ἂν ἔδωκα τοιαύτην ἀπάντησιν εἰς ὑμετέραν ἐπερώτησιν. Κατὰ τὸν νόμον, τὰ καυσόξυλα τὰ χρησιμοποιούμενα εἰς τὰ ἐργοστάσια ὑπόκεινται εἰς φόρον. Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, προέβην εἰς ἐξετάσεις, ἔμαθον δέ, ὅτι τὰ καυσόξυλα δὲν ἔρχονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ἐργοστάσια, ἀλλὰ μεταφέρονται εἰς Τρίπολιν, καὶ ἀγοράζονται ὑπὸ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς καύσιμος ὕλη. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἐπείσθην δέ, ὅτι τὰ καυσόξυλα, ὧν γίνεται χρῆσις εἰς τὰ ἐργοστάσια, ὑπόκεινται εἰς φόρον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐργοστασιάρχαι, οἱ ὁποῖοι δὲν μεταχειρίζονται δόλον, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ἀναμιχθῇ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δόλος. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε, ὅτι οἱ δασοχωροφύλακες φορολογοῦσι τὰ ὀλίγα ξύλα τὰ χλωρὰ, διέταξα ὡρισμένως, ὅτι, ἐὰν εἰς τὰ καυσόξυλα ὑπάρχωσιν ὀλίγα ξύλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ξηρὰ, δὲν πρέπει νὰ συντάσσηται πρωτόκολλον.
§87ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἡρμήνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῶν καυσοξύλων τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐν τῇ Βουλῇ τότε, καὶ, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἐνθυμοῦνται καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐξήγησα εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον, καὶ τοῦτο ἐβεβαίωσα καὶ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ ἑκατὸν ὀκάδας, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογὴν των: αʹ) Ὅταν μεταφέρωνται δι’ οἱουδήποτε μέσου ἐκτὸς τοῦ Δασαρχείου, ἐν ᾧ ὑλοτομήθησαν. βʹ) Ὅταν γίνηται χρῆσις αὐτῶν ὡς καυσίμου ὕλης δι’ ἐργοστάσια, ἔστω καὶ ἂν μεταφέρωνται διὰ τριῶν ζώων κατ’ ἄτομον.» Ὡς βλέπετε, κατὰ τὸν νόμον, ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν καὶ συλλογὴν καυσοξύλων· πότε; ὅταν μεταφέρωνται ἀπὸ Δασαρχείου εἰς Δασαρχεῖον, καὶ ὅταν χρησιμοποιῶνται εἰς ἐργοστάσια. Ὁ ἐργοστασιάρχης λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ὑλοτομήσῃ, οὐδὲ νὰ συλλέξῃ ἄνευ ἀδείας καυσόξυλα, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζεται καὶ ν’ ἀγοράσῃ τοιαῦτα. Τοῦτο ὑπεστήριξα ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου Τριπόλεως· ἀλλ’ ὁ Πταισματοδίκης, ὑπὸ τὸ κράτος οὐχὶ τοῦ νόμου, ἀλλὰ τῆς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου, ἄντικρυς τῷ νόμῳ ἀντικειμένης, διατελῶν, καὶ ὑπὸ τὸν τρόμον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος κατηγόρησε τοὺς ἐργοστασιάρχας, κατεδίκασεν αὐτούς. Ἀλλὰ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, προκειμένου νὰ ἀποφανθῇ κατ’ ἔφεσιν, τὸ ἑσπέρας, καθ’ ὃ ἐγένετο ἡ δίκη, ἀντελήφθημεν ὅλοι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀθῳώσῃ τοὺς ἐργοστασιάρχας, ἀνέβαλεν ὅμως τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀποφάσεώς του διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ὅτε ἔλαβε τὰς ἐγκυκλίους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ μεταπεισθὲν ἐκ τούτων, κατεδίκασεν αὐτούς. Ἀλλ’ εἷς ἐργοστασιάρχης ἔκαμεν ἀναίρεσιν, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδέχθη τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ἔρχονται οἱ χωρικοὶ εἰς τὴν ἀγορὰν, κομίζοντες καυσόξυλα πρὸς πώλησιν, ἀγοράζουσι δὲ ταῦτα οἱ ἐργοστασιάρχαι. Ἐὰν οὗτοι ἦναι συνεννοημένοι μετὰ τῶν χωρικῶν, καὶ τοὺς ἀπέστειλαν νὰ ὑλοτομήσωσι διὰ τὰ ἐργοστάσιά των, ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀπηνὴς κατ’ αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ δασάρχης ὁμολογεῖ, ὅτι οἱ ἐργοστασιάρχαι καλῇ τῇ πίστει ἠγόρασαν παρὰ τῶν χωρικῶν τὰ ἐκτεθειμένα πρὸς πώλησιν καυσόξυλα, ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ἀγοραστής. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐγκυκλίων τὸ Δικαστήριον τοὺς κατεδίκασεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀγορὰ καυσοξύλων δὲν ἀπαγορεύεται, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἐργοστασιάρχης παραγγείλῃ τὸν χωρικὸν νὰ συλλέξῃ καυσόξυλα διὰ τὸ ἐργοστάσιόν του, ὅτε φέρει εὐθύνην, ἐὰν διὰ τὴν ὑλοτόμησιν ἢ συλλογὴν δὲν ζητήσῃ ἄδειαν ὑλοτομίας, ἀλλ’ ὅτι τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὴν ἀγορὰν καυσοξύλων. Ἀλλὰ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγοντο ἐν τῇ Βουλῇ, ἄλλα διετάσσοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ Δασάρχης καὶ ὁ Νομάρχης Ἀρκαδίας καὶ ὅλαι αἱ ἀρχαὶ τῆς Τριπόλεως ἀπεδειλίασαν νὰ ἐφαρμόσωσι, καὶ νὰ φορολογήσωσι τὰ καυσόξυλα. Δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὰ καυσόξυλα, τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὰ ἐργοστάσια ὡς καύσιμος ὕλη, ὑποβάλλονται εἰς φόρον. Πῶς θέλει βεβαιωθῇ οὗτος; Πῶς θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θέτει εἰς τὴν πυρὰν ὁ ἐργοστασιάρχης, εἶναι ἐκ τῶν φορολογημένων ἢ οὔ; Ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὸς δηλώνει, ὅτι ἔχει χιλίας ὀκάδας καυσόξυλα, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγην ὥραν ὁ Δασάρχης ἰσχυρίζεται, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι φορολογημένα. Βεβαίως, νὰ ὁμιλῇ τις περὶ καυσοξύλων κουράζει τοὺς ἀκροατάς. Τὸ ζήτημα ἐδῶ φαίνεται μικρὸν, ἀλλ’ εἰς πολλὰς πόλεις καὶ χωρία τῆς Ἑλλάδος αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν καυσόξυλον, οὐδὲ μία ὀκᾶ ἀνθράκων, ὅπως θερμανθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐν τῇ Μαντινείᾳ π. χ. ἀπαγορεύεται ἡ ξύλευσις καὶ ἡ ἀνθρακοποιΐα, ἀπαγορεύεται δὲ καὶ ἡ μεταφορὰ ἀνθράκων ἀπὸ ἑνὸς Δασαρχείου εἰς ἄλλο. Πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἤμην ἐν Τριπόλει, δὲν ὑπῆρχον ἄνθρακες, ἵνα προμηθευθῶσιν οἱ πολῖται, καὶ ἐκεῖ, ὡς γινώσκετε, τὸ ψῦχος εἶναι δριμύτατον. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ ταῦτα ἐξετυλίσσοντο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐλαμβάνομεν τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ καυσόξυλα τῶν ἐργοστασιαρχῶν δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον, ὁ Δασάρχης Ἀρκαδίας ἐλάμβανε τὴν ἑξῆς ἐγκύκλιον, ὑπ’ ἀριθ. 19154 καὶ ἡμερομηνίαν 28 Φεβρουαρίου 1900 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν Δασάρχην Ἀρκαδίας. «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑμετέρας ἀναφορᾶς, ὑπ’ ἀριθ. 341, παρατηροῦμεν, ὅτι τὰ μεταφερόμενα καυσόξυλα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Δασαρχείου δὲν ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν, φορολογοῦνται ὅμως (τὰ καυσόξυλα ταῦτα), ἂν γείνῃ χρῆσις αὐτῶν ὡς καυσίμου ὕλης δι’ ἐργοστάσια...» Προφανῶς λοιπὸν οἱ ἐργοστασιάρχαι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦτον, ἂν τὰ ἐν λόγῳ καυσόξυλα ἠγόρασαν παρὰ δικαιουμένων εἰς ἀτελῆ συλλογὴν καὶ μεταφοράν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγνώριζον οἱ ἐργοστασιάρχαι, ὅτι φορολογοῦνται τὰ καυσόξυλα, τὰ προωρισμένα διὰ τὰ ἐργοστάσιά των, ἠδύναντο ν’ ἀπαιτήσωσι παρὰ τῶν πωλητῶν τὰς σχετικὰς ἀδείας των, ὅπως, ἔχοντες ταύτας εἰς χεῖράς των, ὦσιν ἀπηλλαγμένοι πάσης ἐνοχλήσεως. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Συνεπῶς ἀποροῦμεν, πῶς ὑπεχωρήσατε εἰς τὴν ἀντίστασιν τῶν ἐργοστασιαρχῶν, καὶ δὲν προέβητε εἰς τὴν κατάσχεσιν τῆς καυσοξυλίας των, ἀφοῦ ἠρνήθησαν νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ ῥητῆς διατάξεως νόμου (ἄρθρ. 5 τοῦ ͵ΒΧΜΒʹ νόμου τοῦ 1899 ἔτους). «Ὅθεν παραγγέλλομεν ὑμᾶς, ἵνα κανονίσητε τὰς ἐνεργείας ὑμῶν συμφώνως πρὸς τὰ ἄνω ἐκτιθέμενα, καταγγείλητε δὲ εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα πάντας τοὺς ἀντισταθέντας καὶ παρεμποδίσαντας ὑμᾶς νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκον ὑμῶν, ὅπως οὕτω καταστήσητε τὸν νόμον σεβαστόν, καὶ τοὺς πολίτας εὐπειθεῖς πρὸς αὐτόν.» «Ὁ Ὑπουργὸς «Α. Ν. Σιμόπουλος.» Διὰ τῆς ἐγκυκλίου διατυπώνετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, καὶ ἂν ἀγοράζωσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι τὰ καυσόξυλα ἀπὸ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται εἰς ἀτελῆ μεταφοράν, οἱ ἐργοστασιάρχαι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν. Συνεπείᾳ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης προέβη μάλιστα ὁ Δασάρχης, ὡς ἔμαθον, εἰς μέτρα ἀστεῖα· διέταξε δηλ. τοὺς ἐργοστασιάρχας νὰ εἰσπράττωσι φόρον ἀπὸ τοὺς πωλητὰς τῶν καυσοξύλων, τοὺς χωρικούς, ἀλλ’ αὐτοὶ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν εἶναι εἰσπράκτορες, ἄνευ δὲ τοιούτου διορισμοῦ καὶ νόμου, ἐπιτρέποντος τοιαύτην εἴσπραξιν, τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ καταδιωχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐὰν ἤθελον ὑπακούσει εἰς τὴν ἔκνομον διαταγὴν τοῦ Δασάρχου. Ἰδοὺ ἄλλη ἐγκύκλιος περὶ τῶν καυσοξύλων ἐξ ἐλαιῶν πρὸς τοὺς Δασάρχας καὶ Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους τοῦ Κράτους (ἀναγινώσκει): «Κοινοποιοῦμεν ὑμῖν τὴν πρὸς τὸν Δασάρχην Μεσσηνίας ἡμετέραν διαταγήν. «Ἀριθ. ἐγκυκλ. 47. «Πρὸς τὸν Δασάρχην Μεσσηνίας. «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 333 ἀναφορᾶς ὑμῶν ἐρωτᾶτε, ἂν τὰ ἐξ ἰδιοκτήτων ἐλαιοδένδρων ἀποκοπτόμενα καυσόξυλα καὶ χρησιμοποιούμενα ὡς καύσιμος ὕλη ἐν τοῖς ἐργοστασίοις ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν. «Πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας σας ταύτης ἀπαντῶμεν, ὅτι, ἀπαγγέλλων ὁ νόμος, ὅτι τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν τριάκοντα λεπτῶν κατὰ ἑκατὸν ὀκάδας, ὅταν γίνηται χρῆσις αὐτῶν ὡς καυσίμου ὕλης δι’ ἐργοστάσια, οὐδεμίαν ποιεῖται διαστολὴν ἢ διάκρισιν. «Ἑπομένως καὶ τὰ ἐξ ἰδιοκτήτων ἐλαιοδένδρων ἀποκοπτόμενα καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν ἀναγράφεται ἐν ταῖς περιπτώσεσι τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΧΜΒʹ νόμου, αἵτινες ὁρίζουσι, πότε καταργεῖται πᾶσα ἄδεια καὶ δὲν καταβάλλεται δικαίωμά τι εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1900. «Ὁ Ὑπουργὸς «Α. Ν. Σιμόπουλος.» Καὶ κατὰ τὴν νέαν ταύτην ἐγκύκλιον, ἰδοὺ τί συμβαίνει. Ὑποθέσατε, ὅτι χωρικός τις ἔχει ἓν μικρὸν ῥακοκάζανον, καὶ δι’ αὐτοῦ κατασκευάζει ἐκ τῶν στεμφύλων τῆς ἀμπέλου του σούμαν, πρὸς τοῦτο δὲ μεταχειρίζεται ὡς καύσιμον ὕλην τοὺς κλάδους, τοὺς ὁποίους ἔκοψε πρὸς καθαρισμὸν τῶν ἐλαιοδένδρων ἢ μορεοδένδρων τοῦ κτήματός του. Αὐτὸς ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου διὰ τοὺς κλάδους τῶν δένδρων του, οὓς μετεχειρίσθη ὡς καυσόξυλα! Ἐὰν σεῖς, κύριοι Βουλευταί, εἴχετε ἐν τῷ νῷ τοιαύτην φορολογίαν, ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦτον, παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ δηλώσητε, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἔχω δυσκολίαν τινὰ νὰ συμφωνήσω πρὸς ὑμᾶς· δὲν πιστεύω ὅμως, ὅτι ἤθελε τολμήσει τις ἐξ ὑμῶν νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον τοῦτον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν. Ψηφίζομεν νόμους, καὶ ἀντὶ νὰ ἐφαρμόζωνται ὅσον οἷόν τε ἐπακριβῶς, ὅπως ἀντιλαμβανώμεθα, ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν εἶναι καλὰ ἢ ὄχι, τοὐναντίον βλέπομεν αὐτοὺς διαστρεφομένους ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων! Πλὴν ὅμως τῶν δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους διετύπωσεν ἐγγράφως ὁ κ. Δασάρχης Ἀρκαδίας, δισταγμοὺς εἶχε καὶ ὁ Νομάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένοντο παραστάσεις παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Καὶ ἐκεῖνος, ἀναγνώσας τὸν νόμον, ἐπείθετο, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Ὁ κ. Νομάρχης ἀνεγνώρισεν ὡς δίκαια τὰ παράπονα αὐτῶν, καὶ ἀνήγγειλε ταῦτα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἢ μᾶλλον πρὸς τὸν κ. τμηματάρχην τοῦ Δασικοῦ Τμήματος, ὅστις ὅμως διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ διέταξε τάδε (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τοὺς Δασάρχας καὶ Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους τοῦ Κράτους. «Ἀριθ. ἐγκυκλ. 86. «Κοινοποιοῦμεν ὑμῖν κατωτέρω τὸ ὁμοιάριθμον καὶ ταυτόχρονον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν Νομάρχην Ἀρκαδίας ἡμέτερον ἔγγραφον, ὡς καὶ τὴν πρὸς τὸν Δασάρχην Λακεδαίμονος ἡμετέραν διαταγήν, καὶ παραγγέλλομεν, ἵνα συμφώνως πρὸς τὰ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις ἐκτιθέμενα κανονίζητε τὰς ἐνεργείας ὑμῶν εἰς παρομοίας περιστάσεις. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Μαΐου 1900. «Ὁ Ὑπουργὸς «Α. Ν. Σιμόπουλος.» Διὰ τῆς διαταγῆς του πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀρκαδίας παραγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δέον ἢ οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, ἢ νὰ ζητῶσιν ἀπόδειξιν παρὰ τῶν χωρικῶν. Κοινοποιεῖ δὲ καὶ ἔγγραφον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ οὗ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀναίρεσιν ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Τὸ Πλημμελειοδικεῖον Σπάρτης ἠθώωσε τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ τοιαύτῃ παραβάσει, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλε τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, παρ’ οὗ ἐζήτησε τὴν ἀναίρεσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἀναφέρεται, ὁποία ὑπῆρξε. Καίτοι ὅμως τὸ οἰκεῖον Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠξιώθη ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀντὶ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προηγουμένων ἐγκυκλίων, καὶ νὰ διατάξῃ τοὺς δασοχωροφύλακας ν’ ἀφήσωσιν ἐλευθέρους τοὺς ἐργοστασιάρχας, ἐκ τῶν ὁποίων ζῶσι πολλαὶ πτωχαὶ οἰκογένειαι, τοὐναντίον ἐντονωτέρας ἔδωσε διαταγὰς εἰς τὸν κ. Δασάρχην, διὰ τῶν ὁποίων τὸν διέταξε νὰ εἰσπράττῃ παρὰ τῶν ἐργοστασιαρχῶν φόρους διὰ καυσόξυλα, ἅτινα ἀγοράζουσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ ὑλοτομημένα καὶ συνειλεγμένα. Ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ χωρικοὶ ἔμειναν ἥσυχοι; Ἡμέραν τινὰ ἔρχονται χωρικοί τινες παρ’ ἐμοί, — τοὺς ὁποίους δὲν ἐγνώριζον, ἔμαθον δὲ, ὅτι ἦσαν ἐκ Κακουρίου τοῦ δήμου Μαντινείας, — τρέμοντες. Τοὺς ἠρώτησα, τί συμβαίνει, καὶ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ἐκόμιζον ὀλίγους κλάδους πρὸς κατασκευὴν κεράμων, ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες ἔξωθεν τῆς Τριπόλεως ἀφήρεσαν αὐτούς. Δέν γνωρίζω, ἐὰν τὰ κατασχεθέντα ξύλα ἐπωλήθησαν, καὶ εἰσῆλθε τὸ τίμημα αὐτῶν ὡς ἔσοδον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι τὰ δασικὰ προϊόντα, ὅταν κατάσχωνται, πωλοῦνται, ὡς ὑποκείμενα εἰς φθοράν. Οἱ χωροφύλακες ἔλεγον, ὅτι ὑλοτομήθησαν τὰ ξύλα ἐκ μερῶν, ἐν οἷς ἀπαγορεύεται ἡ ξύλευσις. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἀπορῶ, πῶς οἱ ἐν Τριπόλει μένοντες δασοχωροφύλακες διαγιγνώσκουσι, ποῖα καυσόξυλα ὑλοτομήθησαν ἐκ μερῶν, ἐν οἷς ἀπαγορεύεται ἢ μὴ ἡ ξύλευσις, καὶ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε τὰ ὄργανα ταῦτα, μόνον ὅταν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἀντιλαμβάνωνται τὴν εἰς ἀπηγορευμένα μέρη ξύλευσιν, ὅτε ἐπέρχεται καταστροφὴ τοῦ δάσους, νὰ καταγγέλλωσι τοὺς χωρικούς, καὶ ὅτι ἡ πλατεῖα Τριπόλεως δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον μέρος, ὅπως ἀντιλαμβάνωνται ταῦτα, οὔτε, ὅπως ἐκεῖθεν φυλάττωσι τὰ δάση. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον ἀγῶνα, Κύριοι, διεξηγάγομεν ἐν Τριπόλει, ὅπως διευκολύνωμεν τοὺς ἐργοστασιάρχας πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν των, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι γνωστόν, ὅτι παρέχουσιν ἐργασίαν εἰς πολλὰς πτωχὰς οἰκογενείας, ἀπετύχομεν ἐκεῖ, διότι τὰ ἐν Τριπόλει Δικαστήρια, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προαναφέρω, κατεδίκασαν αὐτούς, χωρὶς ὅμως αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις νὰ μοὶ κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχον, περὶ τῆς σαφοῦς διατάξεως τοῦ νόμου. Καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω αἴτησιν ἀναιρέσεως κατὰ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων, πρὸ ἡμερῶν δὲ ὁ Ἄρειος Πάγος, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 240 ἀποφάσεως αὐτοῦ τῆς 1 Νοεμβρίου 1900, ἐδέχθη ἀπαραλλάκτως τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ πρὸς ὑμᾶς. Ἵνα δὲ μὴ χρονοτριβῶ, ἀναγινώσκω τὸ διατακτικὸν τῆς ἀποφάσεως.
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ αἰτιολογικὸν δὲν θὰ εἶναι μακρόν. Καλὸν εἶναι νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§89ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγορούμενος, Κύριοι, ἦτο διευθυντὴς ἐργοστασίου φλανελλοποιΐας, ὁ κ. Χρῆστος Χρηστόπουλος. Καὶ ἐνδιαφέρομαι μὲν ὑπὲρ ὅλων τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτοῦ εἶχον ἰδιάζον ἐνδιαφέρον, διότι συμβαίνει νὰ ἦναι ἀδελφὸς τοῦ Δημάρχου τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο ἔδειξα τοσαύτην μέριμναν, ὥστε νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι νόμιμον, ὅπως ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος. (Ἀναγινώσκει τό τε αἰτιολογικὸν καὶ τὸ διατακτικὸν τῆς ἀποφάσεως). Ἐπειδὴ, λέγει, δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς χρῆσιν τῶν καυσοξύλων, ἀλλὰ μόνον πρὸς ὑλοτομίαν καὶ συλλογὴν, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπαλλάσσει τὸν κατηγορούμενον. Ὑποθέτω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, μετὰ τὴν τελειωτικὴν ἀπόφασιν τῆς ἀνωτάτης δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διατάσσετε, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι τὰ κατώτερα Δικαστήρια, κατὰ τὴν κρατοῦσαν νομολογίαν, εἰσὶν ὑποχρεωμένα νὰ σεβασθῶσι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ νὰ ἀπαλλάττωσιν ἐφεξῆς τοὺς ἐργοστασιάρχας, ἐάν ποτε ἀχθῶσιν ἐνώπιον αὐτῶν ὡς κατηγορούμενοι. Ὑποθέτω, μετὰ τοῦτο, ὅτι θὰ εὐκρεστηθῆτε νὰ διατάξητε καὶ τοὺς Δασάρχας καὶ τὰ ἄλλα ὄργανα τῆς δικαιοδοσίας σας, ν’ ἀφήσωσιν ἐλευθέρους τοὺς ἐργοστασιάρχας πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των, ὅταν ἀγοράζωσι καλῇ τῇ πίστει εἰς τὴν ἀγορὰν καυσόξυλα, ἡ πώλησις τῶν ὁποίων δὲν ἀπαγορεύεται ὑπ’ οὐδενὸς νόμου, νὰ μὴ ζητῆτε δὲ παρ’ αὐτῶν φόρον, οὐδὲ νὰ ἄγωνται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὡς κατηγορούμενοι. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ δασῶν, ἐπιτραπείτω μοι νὰ ἐκθέσω μίαν ἰδέαν. Μακρὰ πεῖρα μὲ ἐδίδαξε, Κύριοι, ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ θέλω, ἔκαμα ἐν Τριπόλει, ὅτι τὰ δάση, ὅπως εἶναι ὠργανωμένη ἡ δασικὴ ὑπηρεσία, ὄχι μόνον δὲν φυλάσσονται, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλὰ καὶ καταστρέφονται ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν τῶν δασοχωροφυλάκων. Μοὶ ἔλεγεν Εἰσαγγελικός της ὑπάλληλος, ὅτι ἐπεθεώρησε τὰ Συμβολαιογραφεῖα τῆς περιφερείας του, καὶ ἐν τοῖς Συμβολαιογραφείοις οἱ δασοχωροφύλακες καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ σταθμάρχαι ἐφαίνοντο τοκισταί! Ἰδοὺ δὲ, πῶς συμβαίνει τοῦτο. Οἱ παραβάται τοῦ νόμου περὶ φυλακῆς τῶν δασῶν οὐδέποτε ἔρχονται κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, οὐδέποτε καταδιώκονται ἀπὸ τοὺς δασοχωροφύλακας· διατί; διότι εὑρίσκονται εἰς συνεννόησιν πρὸς αὐτούς. Ἐὰν ταῦτα δὲν πιστεύητε, κ. Ὑπουργέ, ἐρωτήσατε οἱονδήποτε τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ζώντων εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαιότατα.
§91ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δασοχωροφύλακες μένουσιν ἐν μιᾷ θέσει. Ἐν τῷ δήμῳ Ὀρχομενοῦ π. χ. μένει εἷς δασοχωροφύλαξ πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν. Πῶς διάγει τὸν βίον αὐτοῦ ὁ δασοχωροφύλαξ ἐκεῖνος; Ἐν διαρκεῖ κραιπάλῃ καὶ διαρκεῖ συμποσίῳ! Ἀπαγορεύεται ἡ βόσκησις τῶν αἰγῶν ἐν ὡρισμέναις θέσεσιν, ἀλλὰ οἱ βόσκοντες τὰς αἶγάς των ἐν τῇ ἀπαγορευμένῃ θέσει οὐδέποτε ἔρχονται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὡς κατηγορούμενοι. Ἀπαγορεύεται ἡ ξύλευσις, καὶ οἱ ξυλευόμενοι οὐδέποτε κατηγοροῦνται. Ἀλλ’ ὁ δασοχωροφύλαξ πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ πρέπει νὰ φαίνηται, τέλος πάντων, ἀπέναντι τῶν προϊσταμένων του, ὅτι φυλάσσει τὰ δάση. Τί κάμνει λοιπὸν ὁ δασοχωροφύλαξ; Συντάσσει πρωτόκολλα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐπάτησαν εἰς τὰ δάση!...
§92Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὰ συνέβησαν καὶ εἰς ἡμᾶς.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ 7/10 αἱ ἀσχολίαι τῶν Πλημμελειοδικείων συνίστανται ἀπὸ τοιαύτας παραβάσεις. Καὶ ὅμως ἐρχόμεθα ἐδῶ, καὶ μᾶς παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατάστασιν τῶν ἐγκλημάτων, καὶ βροντοφωνοῦμεν: Ἰδοὺ, ὠλιγόστευσαν ἢ ἐπληθύνθησαν τὰ ἐγκλήματα! Νομίζετε ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγκλήματα ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων; Ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ἐκεῖναι αἱ δικογραφίαι, αἱ ὁποῖαι φέρονται ἀπὸ τῆς Εἰσαγγελίας εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἀπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διατὶ δὲν προσέρχονται οἱ μάρτυρες, διότι ἡ Πολιτεία δὲν συντρέχει τὴν Δικαιοσύνην πρὸς βιαίαν προσαγωγὴν τῶν μαρτύρων. Προχθὲς κατηγορεῖτο ὑπενωμοτάρχης τις ἐπὶ πράξει διαπραχθείσῃ κατὰ τὸ 1882, ὅτι ἐκτύπησεν εἰς τὸν δῆμον Τροπαίων τῆς Γόρτυνος ἕνα πολίτην, ἀνεβλήθη δὲ ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη καὶ πάλιν, διότι δὲν προσῆλθον οἱ κλητευθέντες μάρτυρες. Τοιαῦται εἶναι αἱ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς, αἱ δὲ ἀσχολίαι τῶν Πλημμελειοδικείων στρέφονται κυρίως εἰς τὴν παράβασιν τῶν δασικῶν καὶ εἰς τὴν παράβασιν τῶν σιδηροδρομικῶν νόμων, — διότι δὲν μᾶς ἤρκουν οἱ τόσοι ἄλλοι νόμοι, ἀλλὰ μᾶς ἐφορτώθησαν καὶ οἱ σιδηροδρομικοὶ νόμοι! — Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἵνα μετ’ ἀγανακτήσεως εἴπω ταῦτα, διότι παρέστην εἰς μίαν συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μετὰ δακρύων ἔφυγον. 150 κάτοικοι τοῦ δήμου Βαλτετσίου κατεδικάσθησαν εἰς 25 δραχμῶν πρόστιμον ἕκαστος· διατί; διότι ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των ἐγγύτερον τῶν 500 μέτρων ἀπὸ τῆς γραμμῆς· διότι εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην ὑπάρχει ὅρος, καθ’ ὃν ἀπαγορεύεται ἡ βόσκησις τῶν ζῴων εἰς ἀπόστασιν 500 μέτρων ἀπὸ τῆς γραμμῆς καὶ ἐντὸς τοῦ ἀγροῦ τοῦ ποιμένος· δηλαδή, ὅταν ἦναι ἐγγύτερον τῶν 500 μέτρων ὁ ἀγρός μου, δὲν μοι ἐπιτρέπεται νὰ βοσκήσω τὰ ζῶα μου! Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀγροὺς αὐτούς, τοὺς ἐγγὺς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἔπρεπε ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται.
§95Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ ζώνη ἐχαράχθη;
§96ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν μίαν ἡμέραν τὸ Δικαστήριον ἐδέχετο τὴν ἔκθεσιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ φύλακος, ὡς ἀποτελοῦσαν ἀπόδειξιν, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐξήταζε τοὺς συντάκτας αὐτῆς ἐνόρκως! Καὶ ταῦτα εἶναι τὰ ἀδικήματα, εἰς ἃ ἀσχολοῦνται τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ οὕτω πως εἰσπράττονται οἱ φόροι καὶ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου!...
§97ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί νὰ σοῦ κάμῃ ὁ δικαστής; Ἔτσι λέγει ὁ νόμος.
§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶς κατακρίνει τὸν δικαστήν; Πρέπει ὅμως καὶ ἐκεῖνος, ὁ εὐλογημένος, νὰ ἐκτιμᾷ τὰς πραγματικὰς περιστάσεις καὶ ὡς ἄνθρωπος νὰ δικάζῃ. Βλέπουσιν ἕνα πτωχόν, ὁ ὁποῖος στερεῖται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, καὶ τὸν καταδικάζουν ἐπὶ τοιαύταις ἀμφισβητουμέναις παραβάσεσι· διατί; διότι τὸ θεωροῦσι προσὸν οἱ δικασταὶ νὰ ὑπερθεματίζωσιν εἰς τὴν ποινήν. Ταῦτα, Κύριοι, ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω. Ἐὰν δὲ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχῃ τις πεπειραμένος δικαστής, ἐὰν ἦναί τις καὶ φιλάνθρωπος δικαστὴς καὶ κριτικώτερος τῶν ἄλλων, ἔχων ἐναντίαν γνώμην πρὸς αὐτοὺς, ἐπιεικεστέραν πρὸς τὸν κατηγορούμενον, δὲν τολμᾷ νὰ τὴν διατυπώσῃ, διότι ἀμέσως παρεξηγεῖται ὑπὸ τῶν ἄλλων ὅτι εἶναι μιλημένος. Διὰ τοῦτο ἕκαστος θέλει νὰ φανῇ μὴ μιλημένος, καὶ ὑπερθεματίζει εἰς τὴν ποινήν. Δὲν μοι ἐπιτρέπεται νὰ φέρω ἐνταῦθα δικογραφίας, διὰ νὰ ἴδητε, τίνι τρόπῳ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰς ἐπαρχίας. Διὰ τούτων σᾶς ἠνώχλησα ἐν παρόδῳ, ὡς ἐκ τῆς ἀγανακτήσεως, ἥτις μὲ κατέχει. Περαίνων ἤδη τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ ἀμέσως τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐγκυκλίων αὐτῶν, νὰ διατάξῃ δ’ ἐπίσης νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν οἱ ἐργοστασιάρχαι διὰ τὴν φορολογίαν τῶν καυσοξύλων, ἐκβιασθέντες ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς δασικῆς ἀρχῆς. Ἐξεβιάζοντο δέ, διότι ἠπειλοῦντο, κ. Ὑπουργέ, ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσιά των. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὴν δικογραφίαν σᾶς παραδίδω, κ. Ὑπουργέ, καὶ παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὰ δέοντα. Πλὴν τούτου, κ. Ὑπουργέ, συντελεστικώτεραν πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν, ἀντὶ οἱ κ. Δασάρχαι νὰ ὁρίζωσι τμηματικῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπαγορεύεται ἡ βόσκησις καὶ ἡ ξύλευσις, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι, καὶ προτιμότερον, διὰ νόμου ν’ ἀπαγορευθῶσιν ὅλα τὰ δάση, νὰ ὁρίζηται ὅμως διὰ διαταγῆς τοῦ Δασάρχου, εἰς τίνα δάση ἐπιτρέπεται ἡ βόσκησις τῶν ζώων καὶ ἡ ξύλευσις τῶν περιοίκων, καὶ οὕτω, μεριμνῶντες ὄχι μόνον περὶ τῶν ἀπογόνων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν συγχρόνων μας, θέλομεν ἐπιτύχει τὴν κανονικωτέραν φύλαξιν τῶν δασῶν. Φρονῶ δὲ τοῦτο συντελεστικώτερον, διότι σήμερον οἱ κατὰ καιροὺς Δασάρχαι ἐπαυξάνουσιν ἀνεξετάστως τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις, καὶ οὕτω πῶς ἀπὸ τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς Τριπόλεως μέχρι τῆς Ὀλυμπίας ὑπάρχουσιν ἀπηγορευμένα ὅλα τὰ δάση. Καὶ μήπως εἶναι δάση; Καὶ αἱ πέτραι εἶναι ἀπηγορευμέναι, καὶ οὕτως οὐδεμία θέσις φυλάσσεται, διότι οἱ κάτοικοι πρέπει νὰ βόσκωσι τὰ ζῷά των, καὶ νὰ θερμαίνωνται, καὶ τὰς ἀπολύτους ταύτας ἀνάγκας των νὰ θεραπεύωσι διὰ τῆς παραβάσεως ὅλων τῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει μέρος μὴ ἀπηγορευμένον. Ἤθελον λοιπὸν σᾶς παρακαλέσει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διοικητικόν· διότι, ἂν ἐφέτος ὁ χειμὼν ἦναι δριμύς, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἔχωμεν θύματα τοῦ ψύχους ἐν αὐτῇ τῇ Τριπόλει, πολὺ δὲ μᾶλλον ἐν τοῖς χωρίοις.
§99Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὰ διεκτραγῳδηθέντα, κύριοι Βουλευταί, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος περὶ τῶν καταπιέσεων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ διὰ τῶν δασοχωροφυλάκων, συμβαίνουσι καὶ ἐν Σπάρτῃ, ὅπου μία καὶ μόνη βιομηχανία ὑπάρχει, ἡ τῆς μεταξουργίας. Καὶ ἐνῷ ἀνέμενεν ἡ βιομηχανία αὕτη ὑποστήριξιν παρὰ τῆς Πολιτείας, τοὐναντίον βλέπει καταδρομήν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπανειλημμένως νὰ καταδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ φορολογία τῶν καυσοξύλων ἐν τοῖς ἐργοστασίοις εἶναι παράνομος. Καὶ τότε καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνωμολόγησεν, ὅτι πράγματι ὁ τρόπος, ὃν ἐφαρμόζουσιν οἱ Δασάρχαι ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ, δὲν εἶναι νόμιμος. Ἀλλὰ, θέλων νὰ κολάσῃ τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν, ἐξηγεῖ, ὅτι δύνανται νὰ φορολογηθῶσι τὰ καυσόξυλα, ἐὰν κατ’ εὐθεῖαν μεταφέρωνται εἰς τὰ ἐργοστάσια, ἐὰν δηλαδὴ ἀγοράζωνται οὐχὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη, κύριοι Βουλευταί, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πολὺ σοφιστική. Ὁ ἐργοστασιάρχης βεβαίως δὲν ἐξέρχεται εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἀναζήτησιν τῶν μεταφερόντων τὰ καυσόξυλα, ἵνα ἀγοράσῃ αὐτά, ἀλλ’ οἱ μεταφέροντες τοιαῦτα χωρικοί, γινώσκοντες ποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην καυσοξύλων, προσέρχονται εἰς αὐτούς, καὶ τὰ πωλοῦσιν. Ἡ τοιαύτη ἀγορὰ δὲν καθιστᾷ τὸν ἐργοστασιάρχην ὑπόχρεων εἰς πληρωμὴν φόρου, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, διότι τὸν φόρον ὀφείλει ὁ ὑλοτόμος καὶ ὁ συλλέκτης καυσοξύλων πρὸς χρῆσιν ἐργοστασίων, ἀλλ’ ὁ ἐργοστασιάρχης οὔτε ὑλοτόμος, οὔτε συλλέκτης καυσοξύλων εἶναι. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι τὰ δι’ ἐργοστάσια καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ 100 ὀκάδας, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογὴν αὐτῶν. Ἐκεῖνος δηλαδή, ὁ ὁποῖος ὑλοτομεῖ ἢ συλλέγει καυσόξυλα, εἶναι ὁ φορολογούμενος, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ἐφοδιάζηται μὲ τὴν ἄδειαν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὰ ἀγοράζει εἴτε ἐν τῇ ἀγορᾷ, εἴτε ἐν τῷ ἐργοστασίῳ του. Ἐνόμισα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον τῶν παρανόμως φορολογουμένων ἐργοστασιαρχῶν, ἤθελε σπεύσει νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν διαταγὴν εἰς τὸν Δασάρχην, ὅπως παύσῃ τὴν τοιαύτην παράνομον φορολογίαν. Ἐν τούτοις ὁ κ. τμηματάρχης τοῦ Δασικοῦ Τμήματος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι καλὸς ἐπιστήμων ἐν τῇ δασικῇ, ἀλλ’ εἶναι κακὸς ἑρμηνευτὴς τῶν νόμων...
§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κάκιστος νομοθέτης.
§101Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. ἐπιτηδεύεται καὶ αὐτὸς ζῆλον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δι’ εὐνοίας καὶ εὐαρεσκείας, ἐπιθέτων βάρη εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Θέλετε νὰ φορολογήσητε; Κάμετε νόμον, ἀλλὰ νόμον σαφῆ, ὥστε νὰ ἦναι βέβαιοι καὶ οἱ φορολογούμενοι, ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι ἐκ τοῦ νόμου νὰ πληρώσωσι τὸν ζητούμενον φόρον, καὶ ὅτι δὲν πληρώνουσιν αὐτὸν κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ τμηματάρχου, τοῦ δασάρχου ἢ τοῦ δασοχωροφύλακος. Οἱ ἐργοστασιάρχαι τῆς Σπάρτης εἰσήχθησαν νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ὡς κατηγορούμενοι, ὅτι συνέλεξαν ἢ ὑλοτόμησαν καυσόξυλα διὰ τὰ ἐργοστάσιά των ἄνευ πληρωμῆς φόρου καὶ ἄνευ ἀδείας, ἐνῷ αὐτοὶ ἠγόρασαν τοιαῦτα ἀπὸ τοὺς συλλέκτας, τὸ δὲ Πλημμελειοδικεῖον, ὀρθῶς σκεπτόμενον, ἀπήλλαξεν αὐτούς, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος τιμωρῶν αὐτούς. Ὡσαύτως εἰσήχθησαν εἰς δίκην διὰ παρομοίαν πρᾶξιν καὶ οἱ ἐν Τριπόλει ἐργοστασιάρχαι, καὶ τὸ ἐκεῖ Δικαστήριον κατεδίκασεν αὐτούς, ἀλλὰ, γενομένης ἀναιρέσεως, ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, καὶ ἀπήλλαξε τοὺς κατηγορουμένους, ὡς μὴ ὑποκειμένους εἰς τοιαύτην φορολογίαν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀθώωσιν τῶν ἐργοστασιαρχῶν Σπάρτης τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐννοεῖ νὰ παύσῃ τὴν παράνομον φορολογίαν, καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ Δασάρχης Λακεδαίμονος νὰ φορολογῇ τοὺς ἐργοστασιάρχας αὐτοὺς, οἵτινες ἐπὶ ἔτος ἤδη καὶ πλέον ἀναγκάζονται νὰ πληρώνωσι παράνομον φόρον, ἵνα ἀποφύγωσι τὰς δίκας, ἀφοῦ αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ καὶ αὐτὰς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις δὲν ἐννοοῦσι νὰ σέβωνται. Καὶ πῶς νομίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πληρώνουσι τὸν φόρον αὐτόν; Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἠγνόει τὸν τρόπον αὐτὸν, διότι ἴσως εἰς τὴν Τρίπολιν δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό. Οἱ δασοχωροφύλακες δὲν ζυγίζουν τὰ καυσόξυλα, ἅτινα ἀγοράζουν οἱ ἐργοστασιάρχαι, ἀλλὰ μεταβαίνουν εἰς τὰ ἐργοστάσια, καὶ μετροῦν τὸν περιέχοντα αὐτὰ χῶρον, ἐκ τοῦ χώρου δὲ τούτου ὁρίζουσι τὸ φορολογικὸν ποσὸν, κατ’ ἴδιον γεωμετρικὸν σύστημα, ὅπερ αὐτοὶ ἐφεῦρον, καὶ ὅπερ ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργός. Μὰ, πρὸς Θεοῦ! ζῶμεν ἐν Πολιτείᾳ ὑπὸ νόμων διεπομένῃ, ὅταν τοιαῦτα συμβαίνωσιν; Εὐτυχῶς τὸ ζήτημα ἐλύθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐκδοθείσης, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, πειθόμενος εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου τούτου Δικαστηρίου, θέλει διατάξει νὰ ἐπιστραφῶσι πάντα τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι τοῦδε παρανόμως, διότι ἄλλως θὰ ζητήσωσιν αὐτὰ δικαστικῶς οἱ καταβαλόντες. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων τούτων, καὶ νὰ παύσῃ ἡ παράνομος αὕτη φορολογία, καθόσον μάλιστα πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, περὶ βιομηχανικῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγίστην ἀνάγκην προστασίας, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται διὰ φόρων· σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι τὰ Μεταξουργεῖα Σπάρτης πρόκειται νὰ κλεισθῶσι, καὶ νὰ μείνωσιν ἀργὰ ἐπὶ τρεῖς καὶ πλέον μῆνας, τοῦθ’ ὅπερ οὐδέποτε συνέβη, διότι, πρὸς ταῖς ἄλλαις ἀνάγκαις καὶ πρὸς τῇ ὑποτιμήσει τῆς μετάξης, προσετέθη καὶ ἡ φορολογία τῶν καυσοξύλων, διότι, δυστυχῶς, δι’ ἔλλειψιν εὐκόλου συγκοινωνίας, δὲν δύνανται νὰ προμηθεύωνται ἄλλην καύσιμον ὕλην, ὡς τὰ ἐργοστάσια τῶν παραλίων καὶ τῶν σιδηροδρομικῶς συγκοινωνουσῶν πόλεων. Μὴ λοιπὸν καταστρέψητε τὴν μόνην βιομηχανίαν τῆς Σπάρτης. Ἄν νομίζητε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τὴν ὑποστηρίξητε, μὴ τὴν καταδιώκετε τοὐλάχιστον. Ἀκούω, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη ἡ βιομηχανία ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ δι’ ἀμοιβῶν ἔτι, ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν μηχανῶν καὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ ἡμεῖς νὰ τὴν καταδιώκωμεν, φορολογοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν καύσιμον ὕλην; Αὐτὸ εἶναι φοβερόν! Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ κακόν, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς αὐξάνονται αἱ δαπάναι τῶν ἐργοστασίων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ καταπίεσις, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ ἐργοστασιάρχαι ὑπὸ τῶν Δασαρχῶν καὶ τῶν χωροφυλάκων. Ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τοὺς συλλέκτας καὶ πωλητὰς τῆς καυσίμου ὕλης δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε τὸν φόρον, διότι δὲν ὑπάρχουν τακτικοὶ συλλέκται, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταφέρουν πάντοτε ξύλα ἄνω τῶν ἑκατὸν ὀκάδων, ὥστε νὰ ὑπάγωνται εἰς φορολογίαν, ἀλλὰ ποτὲ μὲν ἡ κόρη τοῦ χωρικοῦ, ποτὲ δὲ ὁ υἱός του, ποτὲ δὲ ἡ σύζυγός του, ἐν ὥραις ἀργίας, μεταβαίνουν εἰς τὸ δάσος καὶ συλλέγουσι τοὺς ξηροὺς κλάδους τῶν ὑπὸ ὑλοτόμων κεκομμένων δένδρων, καὶ μεταφέροντες εἰς τὰς πόλεις διὰ τῶν ἡμιόνων, ἀνὰ 60–80 ὀκάδας, πωλοῦσιν αὐτοὺς ὡς καυσόξυλα εἴτε εἰς οἰκίας, εἴτε εἰς ἐργοστάσια. Πῶς λοιπὸν θὰ φορολογήσητε τοιούτους συλλέκτας καυσοξύλων; Διὰ τοῦτο καὶ οἱ Δασάρχαι, εὑρισκόμενοι εἰς ἀμηχανίαν, ἐπενόησαν τὴν διὰ τῆς καταμετρήσεως τοῦ χώρου φορολογίαν τῶν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις καυσοξύλων. Πιστεύω δ’ ὅτι τὰ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις καταναλισκόμενα καυσόξυλα εἶναι τόσον ὀλίγα, ὥστε, καὶ ἂν δὲν φορολογηθῶσιν, ἡ ἐκ τῆς ἀτελείας αὐτῶν ζημία τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι ἀσήμαντος, διότι πολὺ ὀλίγα ἐργοστάσια ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκουσι τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἔτι φοβερώτερον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι δηλ. φορολογοῦνται παρὰ τῶν Δασαρχῶν καὶ τὰ ἐκ τῶν ἐλαιοδένδρων καὶ μορεοδένδρων καυσόξυλα, ὅταν καταναλίσκωνται ἐν ἐργοστασίοις, διότι ὁ κ. Σάμιος ἐπιμένει, ὅτι αὐτὰ εἶναι δασικὰ προϊόντα. Οὐδαμοῦ ὅμως ἀπαντᾷ τοῦτο, δηλ. τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ κλαδεύματος τῶν ἰδιωτικῶν ὀπωροφόρων δένδρων νὰ θεωρῶνται ὡς δασικὰ προϊόντα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ἀλλὰ νὰ ἄρῃ ἀμέσως τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς τοὺς Δασάρχας περὶ τούτου, νὰ διατάξῃ δ’ αὐτοὺς νὰ παύσωσι φορολογοῦντες τὰ καυσόξυλα ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, καὶ θεωροῦντες ὡς δασικὰ προϊόντα τὰ ξύλα τὰ κλαδευόμενα ἐκ τῶν ἐλαιῶν καὶ τῶν ἄλλων καρποφόρων δένδρων.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς, νομίζω, εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ἕκτην ὥραν. Εἶναι πολλοὶ ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν νομίζουν, ὅτι δύνανται ν’ ἀναβάλωσι δι’ αὔριον τὰς ἐπερωτήσεις των, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§103Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι σχετικὸν, κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§105Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἠκούσατε μίαν κατηγορίαν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν καυσοξύλων. Τώρα ἀκούσατε ἄλλην κατηγορίαν, τὴν τῶν γεωργῶν καὶ κτηνοτρόφων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΒΧΜΒʹ, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου περὶ ὑλοτομίας καὶ συλλογῆς ἢ κατασκευῆς οἱωνδήποτε δασικῶν προϊόντων ἐντὸς οἱουδήποτε δάσους, καταργεῖται πᾶσα ἄδεια, οὐδὲ καταβάλλεται δικαίωμά τι πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις: «.... εʹ) Ὅταν οἱ κάτοικοι κοινοτήτων ὑλοτομῶσιν ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων κοινοτικῶν δασῶν τὴν διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας ἀπαιτουμένην ξυλείαν πρὸς ἀνέγερσιν καὶ ἐπισκευὴν οἰκιῶν, καλυβῶν, ποιμνιοστασίων, καὶ κλώνους πρὸς περίφραξιν τῶν ἰδίων κτημάτων.» Εὐτυχῶς ἡ ὑγεία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποκατεστάθη, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω πολὺ, νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργός, γνωρίζω ὅτι ἔχει ἄμεσον ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν ἐν Ἑλλάδι, δι’ αὐτὸ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ θεωρήσῃ τοὺς λόγους μου, ὅτι προέρχονται ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν Εὐρυτανίᾳ ὑφίστανται ἐθνικὰ δάση, κοινοτικὰ καὶ ἰδιόκτητα. Κατὰ τὸν νόμον, τὰ ἐθνικὰ δάση τὰ ἐπισκέπτεται ὁ Δασάρχης, καὶ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου σχηματίζεται ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία καθορίζει καὶ τὸ ὅριον τὸ φορολογικόν. Παρέρχομαι τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καθορίζει καὶ τὰς δασικὰς θέσεις, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ὑλοτομία, καὶ κατὰ πόσον ἐπιτρέπεται· ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν κοινωτικῶν δασῶν τὸ αὐτὸ πράττει. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ Δασάρχης Εὐρυτανίας συνέταξε τὸν πίνακα, εἰς ὃν ἐνέγραψε πολλὰς θέσεις διαφόρων κοινοτικῶν καὶ ἐθνικῶν δασῶν καὶ ἰδιοκτήτων. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, καὶ δυνάμει τίνος νόμου, διεγράφησαν πολλαὶ θέσεις τοιαῦται, καὶ ἔμειναν ὡρισμέναι θέσεις ἐλάχισται. Οἱ ἄνθρωποι μεταβαίνουν νὰ ὑλοτομήσουν, καὶ, φυσικῶς, διότι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ πίνακι αἱ θέσεις, τοὺς ἐμποδίζουν. Καταφεύγουν εἰς τὸν Δασάρχην, ὁ ὁποῖος τοῖς λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοῖς δώσῃ ἄδειαν ἀτελῆ, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ θέσις κατακεχωρισμένη ἐν τῷ πίνακι. Ζητοῦν νὰ λάβουν ἀδείας ἐπὶ πληρωμῇ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀπαγορεύεται. Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔφθασαν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, καὶ ἐν γνώσει πλέον παρανομοῦσι, διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν εἰς τὰ τέκνα των στέγην καὶ ἄρτον, καὶ κόπτουν τὰ δένδρα, καὶ διορθώνουν τὰς καλύβας των. Ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστος οὔτε διὰ τὸ Δημόσιον, οὔτε διὰ τοὺς ἰδιώτας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, καὶ διατάξῃ τὸν Ἔφορον καὶ τὸν Δασάρχην, ὅπως εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἐγγεγραμμέναι δασικαὶ θέσεις ἐπὶ κοινοτικῶν δασῶν, παρέχωσι εὐχερῶς τὰς νομίμους ἀδείας· διότι ἐξεδόθη ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία ἀπηγόρευσεν ἄρδην τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας, εἴτε εἶναι ἐγγεγραμμέναι θέσεις δασικαὶ ἐν τῷ πίνακι, εἴτε δὲν εἶναι· λέγει ὅμως τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ χορηγῶνται ἄδειαι εἰς ἐκείνους, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐντὸς ἢ πλησίον τῶν δασῶν, καὶ ὑπόσχονται τὴν φρούρησιν αὐτῶν! Αὐτὸ δὲν τὸ καταλαμβάνω. Ἐδημοσιεύθη μάλιστα ἐπισήμως, ἐτοιχοκολλήθη καὶ ἀνεγνώσθη καὶ ἐπ’ ἐκκλησίας. Ἀπό τινος χρόνου, Κύριοι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δασικοῦ Τμήματος κατέστη ἀκατανόητος καὶ πρωτότυπος καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις της καὶ εἰς τὰς σκέψεις της. Ζητεῖ τις πληροφορίας καὶ δὲν λαμβάνει· καταφεύγει εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ δὲν εὑρίσκει τὴν ἐνέργειαν σύμφωνον· διαμαρτύρεται, ἀλλ’ οὐδεμιᾶς τυγχάνει ἀκροάσεως. Οὕτω, μοὶ γράφουν περὶ ἰδιοκτήτου δάσους, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἤδη ἐπίδικον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὅτι διὰ μιᾶς διαταγῆς, οὐδαμοῦ στηριζομένης, χαρακτηρίζεται τὸ δάσος αὐτὸ ὡς ἐθνικὸν, καὶ ἀπαγορεύεται ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν...
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μήπως δὲν ἔχει τίτλου ἰδιοκτησίας;
§107ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ δάσος αὐτὸ ἀνήκει εἰς ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦ 1880 παρέμενεν ἐν Θεσσαλίᾳ· περιῆλθε δὲ εἰς τὴν οἰκογένειάν του ἀπὸ τοῦ 1718.
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλοῦντο νὰ προσαγάγουν τοὺς τίτλους των.
§109ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἠξεύρω τὸ Διάταγμα. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, δὲν ἔλαβε γνῶσιν· ἀλλὰ μετά τινα χρόνον, ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐννοεῖται, ὅτι τὴν κατοχὴν τὴν ἔχει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν ἔχῃ. Τὴν ἀγωγήν του ἤγειρεν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε τὸ δάσος, ἀλλὰ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη, ὅτι κακῶς ἐνήχθη τὸ Δημόσιον ἐκεῖ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐναχθῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ὅπου ἑδρεύει τὸ Δημόσιον, καὶ ἀπερρίφθη, ἕνεκα τούτου, ἡ ἀγωγὴ κατὰ τύπους. Τὸ Δημόσιον ἤγειρεν ἀγωγὴν περὶ κυριότητος· διεξήχθησαν ἀποδείξεις, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ Δημόσιον ἐκοινοποίησεν αἴτησιν παρατάσεως προθεσμίας, ὅτε αἰφνιδίως ἐκδίδεται διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἀπαγορεύουσα τὴν ἔκδοσιν ἀδείας, καὶ χαρακτηρίζουσα τὸ δάσος αὐτὸ ὡς ἐθνικόν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἔχω σαφῆ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως· καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία οὐδεμίαν παρέχει πληροφορίαν, παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα τὸ δάσος Μπέσια τῆς Εὐρυτανίας, μὲ ὅλας τὰς σχετικὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον.
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε γραπτὴν σημείωσιν, διὰ νὰ μὴ λησμονήσω τὸ ὄνομα τοῦ δάσους.
§111ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἑτέραν τῶν δύο ἐπερωτήσεων, ἃς ἀπηύθυνα, τὴν ἐπερώτησιν δηλαδή, δ’ ἧς παρεκάλουν αὐτὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας περὶ ἐμπορικῆς καὶ προξενικῆς συμβάσεως, καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἠναγκάσθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν.
§113Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὰς πληροφορίας ταύτας ἐγγράφους εἰς τὴν διάθεσίν σας. Εἰς οἰανδήποτε ἄλλην ἐπερώτησιν, ἅμα ὡς δυνηθῶ ν’ ἀπαντήσω, θὰ ἀπαντήσω.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 73). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτης κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§115Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅτε, κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμός, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐφ’ ἧς ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ὁ νέος Προϋπολογισμὸς μετὰ τὸ 1897. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὑπεστήριξα, ὅτι ὅλη ἡ προσοχὴ ἡμῶν πρέπει πρὸ πάντων νὰ στραφῇ εἰς τὰ δύο Στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα, τὰ δὲ μέσα τὰ χρηματικὰ, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ καθορισθῶσι, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀνάγκας τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ διανεμηθῇ ἀναλόγως εἰς τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τότε, μεταξὺ τῶν ἄλλων, προέβαλον καὶ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον, ἐρχόμενον εἰς βοήθειαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἱκανοποιήσωμεν πολλὰς καὶ μεγάλας ἀνάγκας τῶν δύο τούτων στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ὡς ἔχει τὸ ὑποβληθὲν καὶ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὄχι μόνον δὲν μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ αἰτιῶμαι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἐπιδοκιμάζω. Καὶ ὄχι μόνον τὸ ἐπιδοκιμάζω, ἀλλὰ καὶ νομίζω, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, σχετικῶς μὲ τὴν ἀνικανότητα καὶ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ στρατὸς καὶ τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν, βλάπτουσι τὸ ζήτημα καὶ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂς μὲ συγχωρήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προέβαλον τοιαύτην γνώμην, νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι διὰ τοιαύτης συζητήσεως δὲν ἐξυπηρετεῖται ὁ γενικὸς σκοπὸς, τὸν ὁποῖον οἱ πάντες ἐπιδιώκομεν, διότι ὄχι μόνον ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀποδεικνύομεν χειροτέραν ἴσως κατάστασιν ἐκείνης, ἡ ὁποία πράγματι ὑπάρχει, ἀλλ’ ἀποθαρρύνομεν καὶ τοὺς ὁμογενεῖς καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸς ἡμᾶς ἔχουσιν ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ τῶν ὁποίων θέλομεν ζητήσει αὔριον τὴν συνδρομὴν πρὸς κατάρτισιν τοῦ προκειμένου Ταμείου. Οὐδεὶς ἠρνήθη, ὅτι στρατιωτικῶς δὲν εἴμεθα ὠργανωμένοι καὶ ἐφωδιασμένοι μὲ τὰ ἀναγκαῖα· οὐδεὶς ἠρνήθη, ὅτι αἱ ναυτικαὶ ἡμῶν δυνάμεις δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις δύνανται νὰ παρουσιάσουν εἰς τὸ Κράτος· καὶ διὰ τοῦτο λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω: «Οἰκονομήσατε χρήματα ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξοπλίσατε καὶ ἐφοδιάσατε καὶ ἐνισχύσατε αὐτὰ τὰ δύο Σώματα, καὶ ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλῃ, ὅπως, καὶ μετὰ τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ μέτρα, ἅτινα ἐλήφθησαν, νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη διὰ τὰ Ταμεῖα ταῦτα νὰ συνεισφέρωμεν, πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν.» Ὁ σκοπὸς, ὡς πάντες ἀναγνωρίζομεν, εἶναι μέγας. Χθὲς ἀκόμη ἐν Μακεδονίᾳ ἐδολοφονήθη ὁ ἰατρὸς, περὶ οὗ ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος, καὶ ἡ Μακεδονία εἶναι ἀνάστατος. Ζητοῦμεν βοήθειαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐνῷ ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ δικαιώματά μας. Καὶ λέγων τοῦτο, δὲν ἐννοῶ νὰ κηρύξωμεν πόλεμον, ἀλλὰ νὰ κάμωμεν τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις, ἐντὸς τῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Εὐρώπη ἀνεγνώρισεν εἰς ἡμᾶς. Ἐνθυμήθητε, ὅτι κατὰ τὸ 1878 ἀνεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ἐν ᾧ μᾶς παρεχωρήθη μία γραμμὴ, διὰ δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔμενον ἐκτὸς τῆς γραμμῆς ἐκείνης, διέγραψεν ἡ Εὐρώπη τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἐνθυμήθητε, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθησαν ποτὲ τὰ μέτρα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἡ Εὐρώπη διέγραψεν, ἀλλὰ ἐξακολουθοῦσι καταπιεζόμεναι καὶ κατατυραννούμεναι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, οἱ δὲ δολοφόνοι εὑρίσκουσιν εὐκολίαν νὰ ἐξολοθρεύωσι τοὺς ἀδελφούς μας... (διακοπαί). Ἡ Τουρκία δὲν ἐπέφερε τὰς δεούσας μεταρρυθμίσεις εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε αὐτό; Οἱ δὲ Βούλγαροι μᾶς δολοφονοῦσι!... (διακοπαί).
§116Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τουρκία ὅμως τοὺς καταδιώκει, τό γε νῦν.
§117ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ εἰς ἄλλην συζήτησιν. Ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ δείξωμεν θάρρος, καὶ νὰ κάμωμεν τὰς δεούσας παραστάσεις. Δὲν ἐννοῶ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, ἀλλὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι διαγεγραμμένα ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, καὶ τὰ ὁποῖα ἠθετήθησαν. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ περαιτέρω συζήτησις, καὶ ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἔρχομαι τώρα νὰ κάμω ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3...
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον, κύριε Ρικάκη, τότε ὑποβάλλετε τὰς παρατηρήσεις σας.
§119ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰς λέγω ἀπὸ τώρα.
§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῶν ἄρθρων, πρέπει νὰ περιμείνητε νὰ ἀναγνωσθῶσι πρῶτον. Ἢ δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§121ΡΙΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 γεννᾶται τὸ ζήτημα, τὸ ὁριστικῶς λυόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3· ὥστε, ὅ,τι θέλω εἴπει ἐνταῦθα, ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, καὶ συζητῶ καὶ τὰ δύο, κατ’ ἀνάγκην, ὁμοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μεταβάλλεται ἡ διάταξις, ἡ ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ περιουσία, ἡ κατεχομένη καὶ διαχειριζομένη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, παρελαμβάνετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰσήγετο διὰ τοῦ νόμου εἰς τὸ Ταμεῖον, τὸ συνιστάμενον, τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Εἶχον τὴν τιμήν, ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ὀρθὸν τῆς πρώτης διατάξεως, καὶ εἰς τὸ μὴ ὀρθὸν τῆς δευτέρας, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπιμονή μου ἐκείνη συνετέλεσε μᾶλλον εἰς τὸ νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν μὴ ὀρθὴν διάταξιν, καὶ νὰ ἀναγράψῃ αὐτὴν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ δευτέρᾳ τροπολογίᾳ, ἣν ὑπέβαλε μετὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Γενικῶς τότε συνεζητήθη τὸ ζήτημα, καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ πολλοὶ συνεμερίζοντο τὴν ἰδέαν, ἣν ὑπεστήριξα. Νομίζω δέ, ὅτι, ἀφοῦ ἔρχεται τὸ τρίτον εἰς συζήτησιν τὸ θέμα τοῦτο, ἔχω καθῆκον νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκ νέου τοὺς λόγους, δι’ οὓς φρονῶ οὐ μόνον περιττήν, ἀλλὰ καὶ βλαβεράν, τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εὐθὺς ὡς ὑπάρχει Ταμεῖον ἱδρυμένον ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως, ἵνα ἀποδείξω τὸ βλαβερὸν στοιχεῖον, τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ. Ἡ Ἐπιτροπή, ἥτις, μετὰ τὴν παραλαβὴν ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, διατηρεῖται, δὲν ἔχει πλέον καμμίαν ἐργασίαν· διατηρεῖται μόνον, ὅπως φροντίζῃ διὰ τὰ ἀκίνητα κτήματα, μέχρις οὗ ταῦτα πωληθῶσι, διότι ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ δὲν εἶναι ἄλλος ἢ ἡ ἐν καλῇ τιμῇ πώλησις πρὸς εἰσαγωγὴν τοῦ χρήματος εἰς τὸ Ταμεῖον, καὶ πρὸς τοῦτο ἐν τῷ μεταξὺ διατηρεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ Γραφεῖον, διατηρουμένη καὶ αὐτὴ ὡς μεσάζουσα, ἵνα μεταβιβάζῃ τὰ κληροδοτήματα, ὅσα ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τυχὸν ἤθελον πρὸς αὐτὴν κληροδοτεῖσθαι, διότι οἱ συμβολαιογράφοι θέλουσιν ὑπομιμνήσκει τοὺς διαθέτας, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη Ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, προκειμένου περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἱδρύει Ταμεῖον πρὸς σκοπὸν τοιοῦτον, καὶ προικίζει αὐτό, δὲν θέλει παραγγείλει εἰς τοὺς συμβολαιογράφους νὰ ὑπομιμνήσκωσι τοὺς διαθέτας, ὅτι ὑπάρχει νῦν Ταμεῖον Στόλου Δημόσιον, καὶ ὅτι εἰς ὄνομα αὐτοῦ πρέπει νὰ γράφωνται τὰ κληροδοτούμενα; ἢ θέλει παραγγείλει εἰς τοὺς συμβολαιογράφους νὰ ὑπομιμνήσκωσιν, ὅτι ὑπάρχει μὲν Ταμεῖον Στόλου, εἰς ὃ πρέπει νὰ ἀπολήγωσιν ὅλαι αἱ δωρεαὶ καὶ κληροδοσίαι, ἀλλ’ ἐξ ἁβροφροσύνης πρέπει νὰ φροντίσωσι νὰ κληροδοτῶσιν οἱ διαθέται, ὄχι εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπέναντι καθήκοντος, ὅπως διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παραγγείλῃ εἰς τοὺς συμβολαιογράφους νὰ παρορμῶσι τοὺς διαθέτας πρὸς τοιαύτας κληροδοσίας, θὰ εὑρεθῇ εἰς μεγάλην στενοχωρίαν, διότι ἢ θέλει παραγγείλει νὰ ὑπομιμνήσκωσι καὶ τὰ δύο Ταμεῖα, ὅπερ ἄτοπον, ἢ, κατ’ ἀνάγκην, θὰ παραγγείλῃ νὰ ὑπομιμνήσκωσι τὸ Ταμεῖον τὸ πρῶτον, ἐκεῖνο, ὑπὲρ οὗ καταναλίσκωμεν τόσους κόπους καὶ εἰσφορὰς ἐνταῦθα, ὅπως συστήσῃ τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας μετ’ αὐτοῦ συνδεόμενον, ὡς δημόσιον ἵδρυμα. Ἄλλος λόγος, Κύριοι, ὃν ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς διατήρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο, ἐκτὸς τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, δι’ ἃς εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι εὐκολώτερον οἱ ἰδιῶται θέλουσι καταλείπει περιουσίας εἰς Ἐπιτροπὴν ἰδιωτικὴν, παρὰ εἰς τὸ Δημόσιον. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαύτην γνώμην δὲν θέλει ἐπιμείνει, ὄχι μόνον διότι ὡς Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔχει ὀλιγωτέραν πίστιν παρά τε τῷ Ἑλληνικῷ καὶ τῷ ἄλλῳ κόσμῳ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, παρὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀλλὰ διότι ἀκριβῶς ἡ ἱστορία τοῦ τόπου ἡμῶν ἀποδεικνύει, ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ μεγάλα κληροδοτήματα, τὰ κολοσσιαῖα κληροδοτήματα, δὲν ἐγένοντο εἰς ἰδιωτικὰ ἱδρύματα, ἀλλὰ εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος, καὶ εἶναι περιττὸν ν’ ἀπαριθμήσω αὐτὰ καὶ πάλιν, διότι ἀρκετὰ περὶ τούτων εἶπον ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει. Τὸ ὅτι διατηρεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δὲν ἤθελεν ἔχει καὶ μεγάλην σημασίαν· σώζεται ἐν ζωῇ ἓν ἵδρυμα, ὅπερ θέλει κατέχει ἐφεξῆς τὴν θέσιν, ἣν ἐν ἄλλῃ σφαίρᾳ κατέχει ἡ «Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιομηχανίας», ἥτις ὑφίσταται μὲν ὀνόματι, ἀλλὰ δὲν λειτουργεῖ πλέον· οὕτως ἔφθασε στιγμή, καθ’ ἣν καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ Ταμεῖον ποσόν τι χρηματατικὸν, ἀνῆκον εἰς αὐτήν, διότι ἀνεγνώριζεν, ὅτι οὐδένα εἶχε πλέον λόγον ὑπάρξεως. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν. Ἀλλὰ τὸ νὰ διατηρήσωμεν, καθ’ ὃν χρόνον καὶ τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας ζητοῦμεν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τούτου, Ἐπιτροπὴν περιττὴν, ἥτις θέλει ἀποτελεῖ ἀφορμὴν διττῆς δαπάνης, τοῦτο δὲν ἐννοῶ. Ἐὰν ἀνοίξωμεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, ἣν ἔχομεν ἐνταῦθα κατατεθειμένην μετὰ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη κατ’ ἔτος δαπανᾷ πρὸς διατήρησιν Γραφείου δραχμὰς 4,329.80...
§124Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν πληρώνει καὶ ἐνοίκιον, διότι ἔχει οἰκοδομὴν ἰδίαν.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἑπομένως, ἂν ἡ οἰκία αὕτη δὲν ἐχρησίμευεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, θὰ προσεκόμιζεν ὄφελος εἰς τὸ Ταμεῖον, καί, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἐνοικιάζετο πρὸς 200 δραχμὰς μηνιαίως, ἰδοὺ ἄλλαι 2,400 δραχμαὶ, καὶ 4,329, ἰδοὺ ἐν ὅλῳ 6,729 δραχμαὶ ἐτησίως, δαπανώμεναι ἐπὶ ματαίῳ. Ἔχει ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ δικαστικὰ ἔξοδα δρ. 1,928.30, διότι αὕτη ὑποβάλλεται εἰς τέλη χαρτοσήμου, ἐνῷ τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελε πληρώνει χαρτόσημον. Καὶ ἐνταῦθα, ὡς βλέπετε, δαπάνη περιττή. Ἔχει προσέτι δαπάνας 3,262 δραχμῶν. Ἤτοι: «δικαιώματα ὕδατος τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899 δρ. 300». Θέλει ἐκλίπει καὶ αὕτη ἡ δαπάνη, ἐὰν τὸ Κράτος παραλάβῃ τὴν περιουσίαν καὶ ἐκποιήσῃ ἀμέσως τὰ ἀκίνητα. «Ἐπισκευαὶ ἀκινήτων 2,148.70». Θέλει ἐκλίπει καὶ αὕτη ἡ δαπάνη. «Ἀσφάλειαι οἰκιῶν δραχ. 91». Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἐκλίπει. «Δημοσιεύσεις εἰς ἐφημερίδας δραχ. 130.80. Χαρτόσημα διὰ παραλαβὴν χρημάτων καὶ ἄλλα ἔξοδα δραχμαὶ 541.50». Ἐν ὅλῳ δραχ. 3,262. Αὗται πᾶσαι αἱ δαπάναι θέλουσιν ἐκλίπει. «Κληροδότημα Βαρύκα: Διὰ φόρους οἰκοδομῶν τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899 δρ. 176.30.» Εὐθὺς ὡς τὰ ἀκίνητα ταῦτα κατασταθῶσι δημόσια, φόρος οἰκοδομῶν δὲν καταβάλλεται· ἐκλείπει ἄρα καὶ αὕτη ἡ δαπάνη. «Συνδρομὴ εἰς Ἐλεήμονα Ἀδελφότητα δρ. 45.» Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς τὸν σκοπὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δὲν ἔγκειται ἡ παροχὴ συνδρομῶν· βεβαίως δὲ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δὲν θὰ παρέχῃ τοιαύτας συνδρομάς. Διαγράφεται ἄρα καὶ αὕτη ἡ δαπάνη. Ἰδού, ὅτι ἔχομεν ἐλάττωσιν δαπανῶν ἐτησίως ἐκ τούτου τοῦ λόγου περὶ τὰς 10,000 δραχμὰς, καὶ 2,400 προσέτι κέρδος ἐκ τοῦ ἐνοικίου, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἐν ὅλῳ περὶ τὰς 12,000 δραχμὰς, αἵτινες θέλουσι δαπανᾶσθαι ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἄνευ ἀνάγκης, καθ’ ὃν χρόνον ἱδρύεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσία εἰδικὴ, δι’ ἣν θέλει πληρώνει τὸ Κράτος. Ταῦτα μοὶ φαίνονται σπατάλη μὴ ἐπιτρεπομένη, μάλιστα ὅτε, προκειμένου νὰ ἱδρύσωμεν Ταμεῖον Ἐθνικοῦ Στόλου, στενοχωρούμεθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συλλέξωμεν ποσὰ ἐπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπόν. Πάντες θεωροῦμεν, ὅτι πλάττομεν οἰκονομιῶν Ταμεῖον, ἀλλ’ ὄχι ἀκριβῶς Ταμεῖον, ὁποῖον ἠθέλομεν καὶ ὁποῖον ἔπρεπεν, ἂν ἠδυνάμεθα, νὰ δημιουργήσωμεν. Ὁ λόγος οὗτος μόνος, εἰς ἐμὲ, ἂν διεχειριζόμην τὰ δημόσια πράγματα, ἤθελεν εἶναι ἀρκετὸς, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅπως μὴ διατηρήσω πρὸς ἐργασίαν μηδαμινὴν, ἢ μᾶλλον παντελῶς ἀνύπαρκτον, Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπὸν αὐτῆς, συλλέξασα χρήματα, διαθέσασα αὐτὰ, ὡς ὤφειλε καὶ ἔπρεπεν, ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ παραδίδουσα σήμερον τὰ ὑπολειπόμενα χρήματα εἰς τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον, ὅπερ τὸ Κράτος νομίζει ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ἐγένετο ἄξιον τὸ Σωματεῖον τοῦτο, ἵνα ἀπονείμωμεν εἰς αὐτὸ εὐχαριστίας, ἀλλὰ λόγον δὲν ἔχει ἐπὶ πλέον ὑπάρξεως. Δὲν ἔχει, δι’ οὓς λόγους εἶπον ἄλλοτε, δὲν ἔχει, δι’ οὓς ἐπανέλαβον ἀπόψε, ἀλλὰ πάντως δὲν ἔχει, διότι φέρει διπλασιασμὸν δαπάνης, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις βεβαίως δὲν θέλει κριθῆ ὡς ἄκρως δεδικαιολογημένη ὑπὸ παντὸς, ὅστις ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§127Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μᾶλλον πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι σπουδαιόταται, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ Ἐθνικοῦ Ταμείου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους δὲν δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ὠφέλιμον τῆς Ἐπιτροπῆς. Δυστυχῶς, τὰ τῶν παρασκευῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τὰ τῆς κατασκευῆς πλοίων ἢ ἄλλων ἔργων, ἀναγκαίων διὰ τὴν ναυτικὴν ἡμῶν παρασκευὴν, ὡς καὶ οἱουδήποτε ἄλλου Κράτους, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον πολυδαπάνων ἔργων, ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἀφ’ ἑτέρου καὶ προσκαίρων, τὰ ὁποῖα, ὡς πάντες ἐννοοῦμεν, δὲν ἑλκύουσι τοὺς μεγάλους ἐθνικοὺς εὐεργέτας, τῶν ὁποίων πολὺν βεβαίως ἀριθμὸν ἔχει ἡ Ἑλλὰς, καὶ τῶν ὁποίων πανταχοῦ καὶ διαρκῶς βλέπομεν τὰ ἔργα. Ἀλλ’ εἶναι ἔργα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διάρκειαν καὶ μονιμότητα, ἐγειρόμενα ἐν μέσῳ τῶν πόλεων καὶ τῶν πρωτευουσῶν, ἑλκύουσι τὰ βλέμματα, καὶ δικαίως ὑποθάλπουσι τὴν φιλοδοξίαν τῶν εὐεργετῶν, καὶ παροτρύνουσιν εἰς χρηματικὰς θυσίας. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ μὲ ὅλα. Ὅταν πρόκηται νὰ εἴπητε εἰς ἕνα τῶν πλουσίων ἡμῶν συμπολιτῶν, τῶν διατεθειμένων νὰ δωρήσωσι μέρος τῆς περιουσίας αὐτῶν ὑπὲρ ἐθνικοῦ σκοποῦ, νὰ τὸ δωρήσωσι πρὸς κατασκευὴν πλοίου, δύσκολον νὰ τὸν πείσητε. Ἀλλ’ ἐνταῦθα συμβαίνει καὶ ἄλλο τι. Πλοῖον δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄξιον λόγου, ἂν δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 5 ἑκατομμύρια φράγκων τοὐλάχιστον, πρόκειται δὲ μετὰ χρόνον, οὐχὶ ἴσως μακρότερον τῶν 20 ἐτῶν, νὰ ἀπολέσῃ πᾶσαν σχεδὸν ἀξίαν. Ψυχολογοῦντες ἐπὶ τῶν ἀνθρωπίνων, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν θὰ εὕρωμεν εὐκόλως συμπολίτας προθύμους εἰς τοιαύτας θυσίας. Ταῦτα εἶναι ἔργα τῶν Κρατῶν, οὐχὶ τῶν ἀτόμων. Ἐξαιρετικῶς ἀπαντῶμεν τοιαύτας θυσίας τῶν ἀτόμων ὑπὲρ πολεμικῶν πλοίων, καὶ διὰ τοῦτο μεγάλας θυσίας πρὸς τοιούτους σκοποὺς, ὡς εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀβέρωφ, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν. Ἄλλαι εἶναι αἱ θυσίαι ἐν πολέμῳ, ἐν ὥρᾳ κινδύνων, καὶ ἄλλαι ἐν καιρῷ εἰρήνης· καὶ περὶ τῶν ἐν εἰρήνῃ δωρεῶν νῦν πρόκειται, οὐχὶ περὶ τῶν ἐν πολέμῳ, οἵας καὶ ἡμεῖς εἴχομεν κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας. Ἑπομένως τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ Ταμείου νὰ ἑλκύσῃ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εὐκόλως δίδονται εἰς φιλανθρωπικοὺς ἢ ἐκπαιδευτικοὺς σκοποὺς, ἢ εἰς μίαν Ἑταιρείαν. Καὶ ἂν ἤθελεν ἐμφανισθῆ ἵδρυμα δημόσιον, ἀπαιτοῦν 100, 200 καὶ 300 χιλιάδας δραχμῶν ὡς δωρεὰν, οἱ θέλοντες νὰ συνεισφέρωσιν 100 δραχμάς, καὶ οἵτινες θὰ ἦσαν πολλοὶ, θὰ ἐντρέποντο νὰ καταθέσωσιν αὐτὰς πλησίον τῶν δωρεῶν τῶν μεγάλων δωρητῶν. Διὰ τοῦτο εἴδομεν πολλὰ μικρὰ δωρήματα εἰσερχόμενα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ ἀποτελέσαντα βαθμηδὸν ποσὸν 1,300,000 δραχμῶν καὶ πλέον. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἵδρυμα αὐτὸ, δὲν θ’ ἀποβῇ ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Βεβαίως δὲν θὰ ἦναι οἷον καὶ πρίν, διότι θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕτερον πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ ἦναι προσφορώτερον διὰ τὰς μικρὰς εἰσφορὰς τῶν πολλῶν, αἵτινες μετά τινα χρόνον συγκροτοῦσι μεγάλα ποσά. Μεταβαίνω εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, τὴν ἀφορῶσαν τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀβέρωφ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦναι εἰς θέσιν, νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ πιθανοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ἐλπὶς, τὸ κληροδότημα, τὸ ὁποῖον κατελείφθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν ἄλλοτε φάκελον, ἐν ᾧ ὑπῆρχε διαπραγμάτευσις, διεξαχθεῖσα μεταξὺ αὐτοῦ, ὡς ἀντιπροσώπου καὶ τῶν πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τῶν πρὸς ἄλλα κοινωφελῆ ἱδρύματα ἀφεθέντων διὰ τῆς διαθήκης ἐκείνου κληροδοτημάτων, καὶ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης ἀφ’ ἑτέρου. Ἐν τῇ διαπραγματεύσει ταύτῃ ἀνεγνωρίσθη ἑκατέρωθεν, ὅτι οὔτε πρὸ τῆς ἐκκαθαρίσεως δύναται ν’ ἀξιώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, τὰ καταλειφθέντα αὐτῷ, οὔτε οἱ ἐκτελεσταὶ εἶχον τὸ δικαίωμα, ἀφ’ ἑτέρου, ἐπ’ ἄπειρον νὰ παρατείνωσι τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς περιουσίας ταύτης, καὶ τῆς διανομῆς αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης. Ἡ ἐκκαθάρισις, ὡς καλῶς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπερατώθη πρὸ καιροῦ πολλοῦ, οἱ ἐκτελεσταὶ δύνανται νὰ ὁρίσωσι καὶ ὥρισαν, ὅτι τοσαύτη κινητὴ περιουσία ἐξεκαθαρίσθη, καὶ τοσαύτη ὑπάρχει ἀκίνητος πρὸς ἐκποίησιν. Ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσθη ἡ περιουσία, νομίζω ὅτι ἐπερατώθη τὸ κύριον ἔργον τῶν ἐκτελεστῶν, καὶ δὲν ὑπολείπεται ἄλλο ἢ ἡ ἐκποίησις τῶν τίτλων καὶ τῶν ἀκινήτων, καὶ ἡ διανομὴ τοῦ προϊόντος αὐτῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων κληροδόχων συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διαθήκης. Ἡ ἐκποίησις τῶν τίτλων εἶναι εὔκολος. Ἐπί τινων ἐξ αὐτῶν παρατηρεῖται ἤδη, εἶναι ἀληθές, ὑποτίμησις, ὀφειλομένη κυρίως εἰς τὰς περιστάσεις τοῦ πολέμου τοῦ Τράνσβαλ καὶ τῆς Κίνας. Ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξεκαθαρίσθη ἡ περιουσία, πρέπει νὰ διανέμηται ἀμέσως, πωλουμένη, διότι πᾶσα ἀναβολή, ἐλαττοῦσα τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων, ἑπομένως τὰς μερίδας τῶν κληροδόχων, ζημιοῖ αὐτούς, καὶ ἐπιρρίπτει εὐθύνας εἰς τοὺς ἐκτελεστάς, ἐνῷ εὐθῦναι τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσιν, ἂν τυχὸν μετὰ τὴν διανομὴν ἤθελον ὑψωθῆ τὰ χρεώγραφα, ἢ ὑπερτιμηθῆ αἱ γαῖαι. Τοιαύτη ἀναβολή, οὖσα μᾶλλον διαχείρισις, παρὰ ἐκκαθάρισις, τῶν ἐκτελεστῶν, διαχείρισις, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσιν ἐκ τῆς διαθήκης δικαίωμα νὰ μετέλθωσιν οὗτοι, δὲν δύναται, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως ἐκείνων, οὓς θὰ ἐβάρυνεν ἡ ζημία, δηλαδὴ τῶν ἐντολοδόχων. Ἄνευ τούτου, οἱ ἐκτελεσταὶ προσκρούουσι καὶ εἰς τὴν διαθήκην καὶ εἰς τὸν νόμον. Ὅ,τι συνέβη ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς πωλήσεως τῶν χρεωγράφων, συνέβη ἐπίσης ἐπὶ τῶν γαιῶν, ὡς ἤκουσα. Αἱ γαῖαι δὲν ἐπωλήθησαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, ἐὰν ἐπωλοῦντο, θὰ ἐπωλοῦντο εἰς τιμὰς κατωτέρας. Ἔθεσαν προθεσμίαν μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου παρελθόντος ἔτους. Ἐν τούτοις βλέπομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀλεξανδρείας γραφόμενον, ὅτι ἐπιζημίως ἡ ἀναβολὴ αὕτη γίνεται, διότι αἱ γαῖαι αὗται νῦν ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν, καὶ δύνανται νὰ πωληθῶσιν εἰς καλὰς τιμάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν νομίζει, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ παραταθῇ, καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖα μέτρα θὰ μετέλθῃ, ὅπως ἡ κατάστασις τῆς ἐκκρεμότητος παύσῃ, καὶ τὰ χρήματα, τὰ προωρισμένα διὰ τὸ Κράτος ἢ τὰ ἱδρύματα, παραδοθῶσιν εἰς αὐτά.
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, διέγνω βεβαίως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης, ὡς πρός τι μέρος τῆς περιουσίας, προέβησαν εἰς ἐκκαθάρισιν, διότι ἐπωλήθησαν τὰ χρεώγραφα, καὶ τὸ προϊὸν αὐτῶν κατετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης. Τὰ ἐξωτερικὰ χρεώγραφα ἐπωλήθησαν, ἔμειναν ὅμως τινά, ἰδίως Ἑλληνικὰ τοῦ ἠνοποιημένου δανείου. Ὡς πρὸς ταῦτα, εἶχον προτείνει εἰς τοὺς ἐκτελεστάς, ὅτι, ἀντὶ νὰ προβῶσιν εἰς πώλησιν αὐτῶν, ἦτο προτιμότερον νὰ τὰ καταβάλωσιν αὐτούσια, διότι τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ ἐπιθυμία ἐκ μέρους τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τοῦ Κράτους. Οὕτω τὰ καταστήματα δὲν ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν δαπάνην, εἰς ἣν ἤθελον ὑποβληθῆ, ἄν, λαμβάνοντα χρήματα, ἠγόραζον χρεώγραφα. Οἱ ἐκτελεσταὶ ὅμως τῆς διαθήκης εἶπον, ὅτι δὲν ἔχουσιν ὡρισμένην προθεσμίαν ἐκκαθαρίσεως, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἐκκαθαρίσωσι καθ’ ὃν τρόπον ἤθελον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἷς τῶν ἐκτελεστῶν, ὅστις συνέπεσε νὰ ἦναι τότε ἐνταῦθα, μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐλπίζει νὰ πείσῃ καὶ τοὺς ἄλλους ἐκτελεστὰς περὶ τῆς σκοπιμότητος τῶν προτάσεων ἡμῶν, ὥστε νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν διανομὴν τῶν χρεωγράφων τούτων, περιέμενον ἀκόμη. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο, ἡ δυσκολία ἦτο μικρά· ἡ μείζων δυσκολία ἦτο, ἐπειδὴ σὺν τῇ ἀπογραφῇ ἐγίνετο καὶ ἡ ἐκτίμησις, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἤθελον νὰ προβαίνωσιν εἰς πώλησιν δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν. Ἐνόμιζον, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν καταστημάτων δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο. Παρέστησα εἰς τοὺς ἐκτελεστάς, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γείνῃ ἡ ἐκτέλεσις δι’ ἰδιωτικῆς συμφωνίας, καὶ οἱ ἐκτελεσταὶ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν θέλουσι πωλήσει ταῦτα κατ’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἀλλὰ διὰ δημοπρασίας, ἡ ὁποία ὅμως δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀμέσως, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἤθελον οὗτοι θεωρήσει κατάλληλον, ἤτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς. Διότι κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν οἱ φελλάχοι θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀγοράσωσι τὰ κτήματα. Ἡ ἐκποίησις γίνεται ἐνώπιον τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων· μοὶ παρέστησαν δὲ, ὅτι ὑπῆρχον καὶ γαῖαι, αἵτινες, ἐὰν ἤθελον πωληθῆ ἐνώπιον τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, ἠδύναντο νὰ μὴ λάβωσι τὴν προσήκουσαν τιμήν. Ἀνέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ὅτε ἐκ τῆς διαθήκης παρετήρησα, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον, ὡς κληροδόχος, νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἐκτελεστὰς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν ἐντὸς προθεσμίας. Ἐπειδὴ δὲ παρέστησαν οἱ ἐκτελεσταὶ, ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὅτι τὸ συμφέρον τῶν κληροδόχων συμβιβάζεται πρὸς μικρὰν ἀναβολήν, ἔκρινα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ πολὺ ἐντὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ ἔχωμεν πλήρη τὴν περιουσίαν, ὡς καὶ τὸ κληροδότημα, τὸ προωρισμένον διὰ τὸ καταδρομικὸν πλοῖον, ὅπερ κληροδότημα θὰ ἀνέλθῃ εἰς 2,500,000 δραχμάς.
§129Α. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὕστερον ἀπὸ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὀλίγας πληροφορίας θέλω δώσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀφορώσας τὴν «Ἐπιτροπὴν πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀβέρωφ ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην, καὶ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου εἰσεπράχθησαν ὀγδοήκοντα χιλιάδες φράγκα χρυσᾶ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, καὶ εἰργάσθη ἀνενδότως καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι τοῦδε, συλλέγουσα χρήματα. Καὶ δὲν εἰργάσθη ἀνεξαρτήτως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι τὰ χρήματα τὰ συλλεγέντα ἀπεδίδοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ πλοίου «Ναύαρχος Μιαούλης» προσέφερεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ καὶ ὅτε παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ 1886, προσέφερε περὶ τὰς 200,000 δραχμάς. Καὶ κατὰ τὸ 1897 προσεφέρθη νὰ συνεισφέρῃ· καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ φίλου μου κ. Λεβίδου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον, κατ’ ἐντολὴν ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὑπάρχοντα παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ, εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν του.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως.
§131ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Τώρα ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη. Ὁ κ. Δραγούμης εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη καταργηθῇ, δὲν θὰ δαπανῶνται 10,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην δαπάνην, παρὰ ἕνα γραμματέα, εἰς τὸν ὁποῖον πληρώνει 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ἕνα κλητῆρα, εἰς τὸν ὁποῖον πληρώνει 60 δραχμὰς, κατὰ μῆνα. Δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην δαπάνην. Ἀληθῶς ἐφέτος ἔγεινε μία ἐπισκευὴ ἐπὶ τῆς οἰκίας τοῦ Ἀγκᾶ, ἡ ὁποία ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐξωγκώθη ὀλίγον τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης. Λοιπὸν δαπάνην ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει πλέον τῶν 3,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅλοι οἱ παρελθόντες προϋπολογισμοί.
§132Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐνοίκια;
§133Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πληρώνει ἐνοίκιον, διότι ἔχει ἰδίαν οἰκίαν.
§134ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. .. Ἐκτὸς τούτου, δίδομεν συνδρομὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Φιλόπτωχον Ἀδελφότητα», διότι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ τῆς διαθήκης, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι θὰ ἀφίνηται κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν τὸ ποσὸν τοῦτο...
§135ΠΕΡΡΟΣ. Εἶναι ὑποχρέωσις.
§136ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι ὑποχρέωσις. Ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ, διότι ὑπάρχουσι διαθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐγκαθιστῶσι τὴν Ἐπιτροπὴν κληρονόμον, καὶ εἰς αὐτὴν δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὰ κτήματα, εἰς αὐτὴν δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζηται τὰ χρήματα τὰ ληφθέντα, καὶ ἐκ τῶν χρημάτων νὰ δίδωνται τὰ εἰσοδήματα εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ὑπάρχει διαθήκη, παραδείγματος χάριν ἡ τοῦ Νικοδήμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸ προϊὸν τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων πρέπει νὰ δοθῇ πρὸς κατασκευὴν Ναυστάθμου. Ὑπάρχει ἄλλη διαθήκη, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλει συλλέγει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων κτημάτων, αὐτὰ θὰ κατατίθηνται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων αὐτῶν θὰ χρησιμοποιῇ ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι διαθῆκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι κῦρος, καταργουμένης τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι δύνανται νὰ γεννηθῶσι πολλὰ ζητήματα περὶ τοῦ κύρους τῶν διαθηκῶν. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος πολλὰ κληροδοτήματα ἐδόθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὑπὲρ τὰς 30,000 δραχμαὶ, λόγῳ κληροδοτήματος. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἐδόθησαν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῇ ἐνεργείᾳ πολλῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς...
§137Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ἰσολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη;
§138ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§139Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ;
§140ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Περὶ τὰς τριάκοντα χιλιάδας δραχμαὶ ἐδόθησαν ἐφέτος, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται ἐδόθησαν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εὐχαριστηθῶσιν, ἂν διαλυθῇ αὕτη, διότι θ’ ἀπαλλαγῶσι τῶν κόπων, εἰς οὓς ὑποβάλλονται· διότι ὑπάρχει μία ἐργασία ἀέναος, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, ἡ τῆς συλλογῆς χρημάτων πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Χθὲς ἀπέστειλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἷς συνταξιοῦχος ἐκ Σπάρτης, ὁ κ. Ἀριστείδης Κοκκώνης, διακοσίας δραχμάς...
§141Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστολὴν ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν.
§142ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. .. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ Δήμαρχος Σερίφου ἀπέστειλε διακοσίας δραχμάς.
§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκρινόμενος εἰς ἔγγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§144ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Προσέξατε μόνον, μήπως, καταργουμένης τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπέλθωσιν ἄλλα ἀποτελέσματα· καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώρισαν αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς κληρονόμον τοῦ Ἀγκᾶ, παραδείγματος χάριν. Ὑπάρχουσιν ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἀποκαθιστῶσιν αὐτὴν κληρονόμον. Ἂν καταργηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, δὲν ἠξεύρω ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα. Ταῦτα λέγω πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἦναι ἐν γνώσει. Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ, ἴσως καὶ ἄλλων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οἱ πλεῖστοι δὲν ἔχουσιν ὄρεξιν νὰ ἦναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§145Π. ΓΚΙΚΑΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν πόσα εἰσέπραξε τὸ Ταμεῖον ἐκ δωρεῶν καὶ κληροδοτημάτων;
§146ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω ἐγώ. Ὁ μακαρίτης Θεόδωρος Γκίκας ἦτο ὁ Πρόεδρος.
§147Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐρωτῶ, διότι ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ δὲν φαίνεται πόσα εἰσεπράχθησαν.
§148Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἰσέπραξε τριάκοντα χιλιάδας δραχμὰς ἐφέτος. Αὐτὸ ἀρκεῖ.
§149ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι πλέον τῶν 60,000 δραχμῶν εἰσέπραξεν ἐφέτος. (Διάλογοι καὶ θόρυβος).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, κάμετε ἡσυχίαν. Ὁ κύριος Καπετανάκης ἔχει τὸν λόγον.
§151Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ κακῶς κείμενον καλὸν, ὀφείλει τις νὰ τηρῇ, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν τὸ καλὸν τοῦτο καλῶς κῆται. Ἡ «Ἐπιτροπὴ πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου» εἰργάσθη οὕτως, ὥστε πάντοτε ὠφέλησε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε· ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐπίσης μεγάλως θέλει ὠφελήσει, διότι καὶ ἐξ ἄλλων τροπολογιῶν, καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας θέλω προτείνει ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ἀπαραίτητον τὴν διατήρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι θὰ προστεθῶσι, κατὰ τὴν ἐμὴν τροπολογίαν, καὶ ἄλλοι πόροι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων αὕτη κυρίως δύναται καλλίτερον νὰ ἐργασθῇ. Ἀλλ’ ἡ διατήρησις αὐτῆς δὲν βλέπω εἰς τί θὰ βλάψῃ. Ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δαπανᾷ ποσόν τι, δὲν εἶναι σπουδαία, διότι καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος ἂν ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ, πάντοτε δαπάνη τις θὰ καταστῇ ἀναγκαία. Λοιπὸν νομίζω καθῆκόν μου νὰ προτείνω τὴν διατήρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ συμφέροντος πρὸς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος ἀκόμη πρὸς τοὺς ἐργασθέντας μέχρι τοῦδε ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ. Διότι θὰ ἦτο ἔλλειψις ἁβρότητος, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως εἰργάσθησαν καλῶς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ φανῇ τις, ὅτι δὲν θέλει νὰ θέσῃ αὐτὰ ἐν τῇ θέσει, ἥτις ἐμπρέπει αὐτοῖς...
§152ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὴν μνήμην τῶν ἐκλιπόντων, διότι ἐγὼ δὲν διατρέχω κανένα κίνδυνον.
§153ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ὑπὲρ τῶν ἐκλιπόντων αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποιοῦμαι ἐθνικὸν μνημόσυνον, ἀλλὰ συγχρόνως ὀφείλω ἐθνικὰς εὐχαριστίας νὰ ἐκφράσω καὶ εἰς τοὺς ἐπιζῶντας ἤδη καὶ καλῶς ἐργασθέντας.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη. Νὰ ἀναγνωσθῇ...
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγγνώμην. Ὁρίστε.
§157Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον διστάσει νὰ λάβω τὸν λόγον, καίτοι ὑπέβαλον κατ’ ἐπανάληψιν τὴν γνώμην μου, περὶ τῆς ἐξακολουθήσεως ἢ μὴ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν ἤκουον ἀξιότιμα μέλη αὐτῆς νὰ δηλώσωσιν, ὅτι τὸ θεωροῦσι μᾶλλον ὡς βάρος, παρὰ ὡς τιμὴν, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι χάριν τιμῆς πρὸς τὰ μέλη, τά τε ἀποβιώσαντα καὶ τὰ ζῶντα, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν Ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι ἡ διατήρησις Ἐπιτροπῆς χάριν τιμῆς, ὅταν ἡ διατήρησις αὕτη δὲν παρουσιάζῃ ὠφέλειάν τινα, ἀλλὰ παρέχῃ καὶ πολλὰς βλάβας, δὲν εἶναι ὀρθή. Τὸ Κράτος ἔχει διάφορα μέσα ἐκτιμήσεως ὑπηρεσιῶν πρὸς αὐτὸ, τὰ ὁποῖα τιμῶσι τὰ μέλη, ἅτινα παρέσχον εἰς αὐτὸ ὑπηρεσίας. Ἄν δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐκφέρω γνώμην, βεβαίως δὲν θὰ ἐθεώρουν τὴν διατήρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἔνδειξιν ἐκτιμήσεως. Καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω πληρέστατα καὶ τρέφω τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα καὶ πᾶς Ἕλλην αἰσθάνεται πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν. Αἰσθάνομαι εὐγνωμοσύνην πρὸς πάντας τοὺς ἐκλιπόντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσέφεραν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν, καὶ ἐκτίμησιν πρὸς ὅλα τὰ ἐπιζῶντα μέλη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Κράτος συνιστᾷ Ἐπιτροπὴν κατά τι σπουδαιοτέραν, ὁπωσδήποτε σοβαρωτέραν, καὶ ἔχουσαν πολὺ μεγαλειτέραν δρᾶσιν ἀφ’ ὅ,τι ἐκείνη εἶχεν, ἀφοῦ τὸ Κράτος συνιστᾷ τοιαύτην Ἐπιτροπήν, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσῃ εἰς αὐτὴν ὁλόκληρον τὴν σοβαρότητα τῆς δράσεως, τὴν ὁποίαν ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐὰν ἡ δρᾶσις αὕτη παρουσιασθῇ διχαζομένη (ψιθυρισμοί)... Βεβαίως, διχαζομένη, διότι διχάζεται...
§158Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δηλαδὴ εἶναι ἐκ παραλλήλου. Δὲν διχάζεται.
§159Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴτε ἐκ παραλλήλου τὴν εἴπητε, εἴτε ὅπως ἄλλως τὴν εἴπητε, διχάζεται ἡ δρᾶσίς της. Ὁ διχασμὸς τῆς δράσεως αὐτῆς ἐνδέχεται νὰ βλάψῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀλλὰ βεβαίως εἰς πᾶσαν σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν προσφοράν, εἴτε λόγῳ δωρεᾶς, εἴτε λόγῳ κληροδοτήματος, θέλει ἐπικρατήσει ἡ σοβαρωτέρα Ἐπιτροπή, ἥτις θέλει ἑλκύει τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν μεγάλων δωρητῶν.
§160Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν δύναται νὰ δράσῃ ὡς ἡ Ἐπιτροπή, ἐπιδιώκουσα κληροδοτήματα καὶ δωρεάς. Δὲν δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ πάρῃ τὸν δίσκον, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ὅπως ἡ Ἐπιτροπή.
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Βεβαίως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ πάρῃ τὸν δίσκον νὰ γυρίζῃ...
§162ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Μήτε ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ τὸ κάμῃ.
§164Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγύρισε. Καὶ θὰ τὸν πάρῃ, καὶ τὸν πέρνει.
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ λάβῃ τὸν δίσκον. Καὶ σᾶς τὸ δεικνύει ὁ ἀπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου. Τὰ μεγάλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα συνέλεξεν ἡ Ἐπιτροπὴ, τὰ συνέλεξεν ἐκ μεγάλων δωρεῶν. Ἐκ μικρῶν δωρεῶν δὲν συνέλεξέ τι. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν φυσικὴν συνέπειαν τῆς ἀτελοῦς δράσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τῶν μελῶν αὐτῆς ἡ δρᾶσις εἶναι ἐλάσσων, καὶ ὅτι αὕτη δὲν ἔσχε σπουδαῖόν τι θετικὸν καὶ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Διατί; Διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ὅλα τὰ μεγάλα κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἀπετέλεσαν τὴν περιουσίαν, τὴν δαπανηθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, καὶ τὴν ὑφισταμένην σήμερον, ἐδόθησαν ἄνευ τῆς δράσεως αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει τις ἑλκύων τὴν προσοχὴν τῶν δωρητῶν καὶ τῶν κληροδοτούντων. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εὕρισκεν ἕνα ἕκαστον τῶν κληροδοτούντων καὶ ἔπειθεν αὐτόν. (Διακοπαί).
§166Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἐναντία.
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ κληροδοτοῦντες τὰ σπουδαῖα ποσὰ τὰ ἐκληροδότησαν αὐθορμήτως... Ἀλλὰ τί κακὸν θὰ ἔχῃ ἡ διατήρησις τῆς Ἐπιτροπῆς; Θὰ ἔχῃ τὸ κακὸν, ὅτι θὰ δαπανᾷ ἀναμφιβόλως πρὸς λειτουργίαν αὐτῆς τέσσαρας χιλιάδας δραχμάς.
§168Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι δὲν εἰσπράττει μετὰ δύο ἔτη ὅσα δαπανᾷ, τότε τὴν καταργοῦμεν.
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Ἐὰν ἴδωμεν μετὰ δύο ἔτη», εἶναι ἄλλο ζήτημα, καὶ ἐὰν ἴδωμεν σήμερον, εἶναι ἄλλο ζήτημα. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς). Αὐτὰ ἀποτελοῦσι 4,200 δραχμάς.
§170Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ τὸ ἐνοίκιον, ἄλλας 2,000;
§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ἐνοίκιον 2.000, γίνονται 6,200. Τί συνέλεξεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ συνδρομῶν; Ὁ ἐτήσιος ἰσολογισμὸς μᾶς δεικνύει, ὅτι ἔχει ἐκ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐτησίων συνδρομῶν 999 δραχμάς!
§172Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐκ συνδρομῶν τῶν μελῶν.
§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτάκτων συνδρομῶν. Τακτικαὶ συνδρομαὶ εἶναι αἱ τῶν μελῶν. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζομεν πάντες, δὲν ὑπάρχουσι μέλη. Ἡ Ἐπιτροπὴ λειτουργεῖ νομίμως, κατὰ τὸ καταστατικόν της, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία συνέστη, καὶ ἐξέλεξε τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν ὑφίσταται. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνανεοῦται ἀφ’ ἑαυτῆς. Μέτοχοι ἢ συνδρομηταὶ δὲν ὑπάρχουν. Ὥστε τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ ἐντὸς τοῦ 1899 εἶναι 999 δραχμαί! 999 δραχμαὶ εἰσεπράχθησαν, 6200 ἔχει δαπανήσῃ! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέχει ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ 1898. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀκόμη, ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἰσέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὸν σκοπὸν μήτε τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μήτε τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι εἰσπράττει μὲν τὸ Δημόσιον τοὺς φόρους τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ τοὺς φόρους τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δαπανᾷ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή, ἀφαιροῦσα ἔστω καὶ μικρὸν ποσὸν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σκοποῦ της. Τὸ ζήτημα, ὅτι θὰ λάβῃ τὸν δίσκον ἡ Ἐπιτροπή, ἢ τὰ μέλη αὐτῆς, διὰ νὰ εἰσπράξωσι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σοβαρόν, διότι ἐκ τῶν δίσκων γνωρίζομεν πόσα εἰσπράττονται. Εἰσπράττονται 999 δραχμαί! Δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τέσσαρες καὶ πέντε χιλιάδες, ἀλλ’ ὄχι αἱ δεκάδες χιλιάδων, αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων καὶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσι πάντες νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ὑπάρχει τὸ οὐσιαστικὸν τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὑπάρχει δὲ καὶ ὁ διχασμὸς τῆς ἐνεργείας, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν βαρύτητα τῆς δράσεως, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ὅλοι νὰ ἴδωμεν ἑνιαίαν καὶ σοβαράν, χάριν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ παρακινήσεως προσώπων, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως εἰσφέρωσι, νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς πάντας, καὶ τοὺς μὴ ὄντας μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἠξεύρω δέ, ἂν δὲν θὰ ἦναι ἀποτελεσματικώτερον τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιβαλλόμενον γενικῶς εἰς πάντα Ἕλληνα, νὰ παρακινῇ πάντα, θέλοντα νὰ δωρήσῃ τι εἰς τὸ ἔθνος, νὰ ὑποδείξῃ αὐτῷ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Δὲν ἀναιρεῖ τοῦτο τὴν προθυμίαν καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς βεβαίως, ἀλλὰ καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀναιρεῖ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς πάντα Ἕλληνα, ὅπως ὑποδείξῃ τὴν σπουδαιότητα τῶν ἀναγκῶν τοῦ στόλου. Νομίζω, δέ, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀτελῶς δρώσης, καὶ μὴ ἐχούσης τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει μέχρι σήμερον, ἑνιαίως καὶ αὐτοτελῶς ἐνεργοῦσα, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀποτελεσματική. Θὰ ὑφίσταται αὕτη ὡς ἁπλοῦς εἰσπράκτωρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ οὐχὶ ὡς ἐνεργοῦσα αὐτοτελῶς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἡ τοιαύτη ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐπιτροπή, βεβαίως δὲν θέλει διατηρήσει ἀκμαῖον τὸν ζῆλον τῶν μελῶν αὐτῆς. Εἶναι φυσικὸν τοῦτο. Πᾶς ὁ ἐνεργῶν ἐν κύκλῳ εὐρυτέρῳ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φιλοτιμίας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἐργάζεται σκοπιμώτερον. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκταθῶ περισσότερον. Νομίζω μόνον ὠφελημώτερον, ὅπως μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου ἀπαλλάξωμεν ἐκ τῶν φροντίδων τὴν Ἐπιτροπήν. Ὡς ἄτομα, τὰ μέλη αὐτῆς δύνανται νὰ πράξωσιν ὅ,τι θέλουσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄνευ δράσεως ἑνιαίας δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀποτέλεσμά τι ἄξιον λόγου.
§174Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ προσθέσω. Καὶ εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον θέσιν, διότι τρίτην ἤδη φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως διεξαγάγω τὸν ἀγῶνα τῆς ὑπερασπίσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Εὐχαριστῶ δὲ ὑμᾶς πάντας διὰ τὴν εὔφημον μνείαν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε περὶ τῆς ἐλαχίστης προσωπικότητός μου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν καὶ ἀνταγωνισμὸν πρὸς οὐδένα. Καὶ τί εἶναι τὸ Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ συστήσητε; Ποῖον ἄλλον σκοπὸν θὰ ἔχῃ τὸ Ταμεῖον αὐτό; Ἡμεῖς ἐξήλθομεν μὲ τὸν δίσκον. Ἐξέδωκα μέχρι τοῦδε 439 ἐγκυκλίους, ἀπευθυνομένας πρὸς ἕνα ἕκαστον τῶν Δημάρχων, 2460 ἐγκυκλίους, ἀπευθυνομένας πρὸς ἕνα ἕκαστον τῶν ἐν Ἑλλάδι δικηγόρων. Ἀπεστείλαμεν ἐγκυκλίους εἰς πάντας τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστὰς, καὶ ζητοῦμεν τὴν συνδρομήν των, πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, πρὸς τοὺς Προξένους. Ἐξ ὅλων τούτων εἰσεπράξαμεν 30,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὰ 1897 καὶ 1898, διότι εἴχομεν τὸν πόλεμον τότε· κατόπιν ἔλειψε καὶ ὁ τακτικὸς ἡμῶν Πρόεδρος, ὁ Βασιλόπαις Γεώργιος· εἴχομεν δὲ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀσθενήσῃ ἐπὶ μακρὸν καὶ ὁ μακαρίτης Θεόδωρος Γκίκας, συνέβη δὲ καὶ ἡ κατάχρησις τοῦ Ἀναστασίου, —τὴν τονίζω,—εὐτυχῶς ὅμως ἐκερδίσαμεν τὰς 65,000 δραχμὰς πρωτοδίκως. Εἴχομεν καὶ ἑτέραν κατάχρησιν ἐκ δραχμῶν 76,000, καὶ ἀνηγάγομεν τὸ ποσὸν εἰς 170,000, προσθέσαντες καὶ τοὺς τόκους, εἰσεπράξαμεν δὲ 101,000. Ἔχομεν δ’ ἔτι νὰ εἰσπράξωμεν ποσὰ ἐκ συμβιβασμῶν. Ἔρχεται κατόπιν ἡ διαχείρισις τῶν κτημάτων. Ἀπεφασίσαμεν νὰ πωλήσωμεν τὰ κτήματα, ὅσα δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν, διότι ἡ οἰκία τοῦ Νικοδήμου εἶναι ἀνεκποίητος εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Ἐκεῖ ἔχομεν τὸ Γραφεῖον, διότι, καὶ ἂν ἐνοικιασθῇ, δὲν θὰ δώσῃ πλειοτέρας τῶν 30 ἢ 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἔχετε μεγίστας ἀξιώσεις· διότι «τῆς δίδετε, κατὰ τὴν παροιμίαν, μίαν ἐληὰν, καὶ θέλετε ἕνα τουλοῦμι λάδι!» Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐπιτροπὴ, δὲν θὰ εἴχετε τὸν «Ναύαρχον Μιαούλην», δὲν θὰ εἴχετε τὸ 1,400,000 δραχμάς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐπιτροπὴ, πιθανὸν νὰ μὴ ἤρχετο εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἡ ἵδρυσις τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Δὲν θέλω νὰ διαφιλονικήσω τὸν πατριωτισμόν του· σκοπῶ μόνον νὰ γενικεύσω τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐπιτροπὴ, δὲν θὰ εἴχετε τὰ 3,000,000. Ἀλλὰ διατὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ σᾶς φέρῃ τὰ πλούτη τοῦ Wanderbild; Προχθὲς ἀνέγνωσα ἐπιστολὴν τοῦ ἐκ Σπάρτης ἀγαπητοῦ φίλου μου κ. Ἀριστείδου Κοκκώνη, ὅστις μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ἐτροποποίησε τὴν διαθήκην του, καὶ θ’ ἀφήσῃ ἓν μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τοῦ ἀπήντησα, διατὶ δὲν τὰ ἀφίνει ἤδη ζῶν; καὶ ἀμέσως μοὶ ἀπέστειλε διὰ ταμιακοῦ γραμματίου 200 δραχμάς. Ἰδοὺ τί κατορθοῦμεν, ἀποτεινόμενοι πρὸς ἰδιώτας, ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ μεταχειριζόμενοι ἕνα κομμάτι χαρτὶ, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν τίτλον «Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Σήμερον τὴν πρωΐαν ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Σερίφου, δι’ οὗ μοὶ ἀναγγέλλει δωρεὰν χρηματικήν. Μόνη ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς παρήγαγε ταῦτα. Εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτῆς θὰ εἰσρεύσουν τὰ μικρὰ κεφάλαια. Ἀφήσατέ μας ἐκεῖ εὑρισκομένους. Ἤδη μάλιστα θέλομεν ἐπιτείνει τὴν ἐνέργειάν μας. Ἔχομεν ἐκκρεμεῖς σήμερον 50,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι χάνονται, ἐὰν διαλυθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Ὁ κύριος Ἀντώνιος Καλλέργης, τραπεζίτης, διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου προσφέρει 50,000 δραχμάς, ἐκχωρήσας εἰς αὐτὴν δι’ ἐπισήμου συμβολαίου τὴν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ ὁδῷ Δημοκρίτου οἰκίαν του, ἀξίας 50,000 δραχμῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον μετὰ τὸν θάνατόν του νὰ πωληθῇ, ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν πλοίου. Αἰρομένης τῆς Ἐπιτροπῆς, πίπτει ἡ διαθήκη. Πόσαι διαθῆκαι εἶναι γεγραμμέναι καὶ ἄγνωστοι, αἱ ὁποῖαι περιέχουσιν ὡς κληροδόχον τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου! Ἐκλιπούσης τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ποσὰ θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τοὺς κληρονόμους. Εἰς οὐδεμίαν σύγκρουσιν ἔρχεται ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὸ Δημόσιον. Τοὐναντίον ὑφισταμένη ἀσφαλίζει διὰ τῆς ὑπάρξεώς της ὅλα τὰ ποσὰ, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ παρακινοῦσα τὸν κόσμον εἰς τὴν καταβολήν. Ἐγὼ ὁμολογῶ παρρησίᾳ, ὅτι ἔλαβον τὸν δίσκον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη.
§176ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν συγχώνευσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως τῶν κυριωτέρων τροπολογιῶν μου, δὲν ἐπιμένω. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§177Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου πρέπει νὰ τεθῶσιν «οἱ τυχὸν ψηφισθησόμενοι εἰδικοὶ φόροι ἢ τέλη». Δεύτερον ζητῶ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· νὰ ἐπιτραπῇ διὰ Β. Διατάγματος νὰ συστηθῶσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπιτροπαὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, τὸ ἔργον δὲν θὰ εὐοδωθῇ. Ἔχομεν περὶ τούτου πεῖραν.
§178Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§179Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καίτοι, Κύριοι, ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ ὑμῶν, ἐν τούτοις σπανιώτατα λαμβάνω τὸν λόγον δὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐὰν δὲ ἐξαιρετικῶς κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην πράττω τοῦτο, προέρχομαι εἰς αὐτὸ πρῶτον μὲν διότι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέκαθεν πάντες ἐθεωρήσαμεν σπουδαιοτάτην καὶ φιλοπάτριδα, ἔπειτα δὲ διότι δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ εἰδικῆς διατάξεως. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ ἐγερθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ νὰ δογματίσῃ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἀγαθὴ, δὲν προέρχεται ἐκ φιλοπάτριδος τῷ ὄντι διαθέσεως. Ἐὰν ὑπῆρξαν ἢ ὑπάρχωσι διαφωνίαι, αὗται ὅλαι ἐκ μιᾶς αἰτίας ὁρμῶνται, καὶ εἰς ἕνα σκοπὸν τείνουσι, τίνι τρόπῳ ἕκαστος ἡμῶν νὰ βελτιώσῃ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Βάσις καὶ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὑπῆρξεν, ὅτι διὰ ποικίλων συνδρομῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας πρόκειται νὰ ἐξευρεθῇ δάνειον, ὅπερ θέλει χρησιμοποιηθῆ πρὸς τὴν κατὰ θάλασσαν παρασκευὴν τοῦ Κράτους. Βεβαίως δὲ, ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τούτου, θέλει εὑρεθῆ καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ὑπεστήριζον ὅμως κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε πρῶτον εἶχον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν τῷ ὄντι σπουδαίως νὰ ἐνεργήσωμεν, πρακτικῶς νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ ἐπιστημονικῶς νὰ σκεφθῶμεν, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φανταζώμεθα, ὅτι δι’ ὀλίγων τινῶν ἑκατομμυρίων πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν, μετὰ δὲ ταῦτα, ἐπικαλούμενοι τὴν ὑλικὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν τῶν Ἑλλήνων, θέλομεν δυνηθῆ δῆθεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ πολλά, μέλλοντα δυστυχῶς νὰ λείψωσιν, ἑκατομμύρια πρὸς τελείαν ναυτικὴν παρασκευὴν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν πάντες συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, οὗτινος ἡ προαίρεσις βεβαίως εἶναι ἀγαθή, φθάσαντες εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς συζητήσεως, πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν τέλος πάντων νὰ σπουδαιολογήσωμεν. Σπουδαιότατον δὲ ἄρθρον ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ εἶναι τὸ τρίτον, τὸ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην συζητούμενον. Διότι ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ μέγας ἀληθῶς σκοπὸς ἡμῶν. Ἀλλὰ θέλει τάχα πραγματοποιηθῆ ὁ σκοπὸς οὗτος διὰ τῶν πόρων, οὓς τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει; Ὡς ἠκούσαμεν, ἐκ τῶν πόρων τούτων μόλις θέλει δυνηθῆ τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ κεφάλαιον 15 ἢ 18 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ διὰ 15 ἢ καὶ 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὡς κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου διὰ τῶν πραγμάτων ἀπέδειξα, ἐλάχιστα δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὴν σειρὰν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναποφεύκτων καὶ ἀναγκαιοτάτων καὶ ἐκ τῆς ἐπιστήμης προκυπτουσῶν δαπανῶν, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα καταρτίσωμεν στόλον ὁπωσδήποτε σοβαρὸν διὰ τὸ ἔθνος, διότι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ταῦτα ἀνεπτύχθησαν, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ πλεῖστοι ὑμῶν ἐνθυμοῦνται αὐτά...
§180Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ, μίαν διακοπήν;
§181ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι, παρακαλῶ· νὰ τελειώσω.
§182ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τί δυνάμεθα, ὄχι τί πρέπει νὰ πράξωμεν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§184ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπιτροχάδην νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν μάλιστα διαφαίνηταί που ἡ πρόθεσις ἀνδρὸς πείρας καὶ φώτων, ἐπιθυμοῦντος νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἀνέσει, παρακαλῶ τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας νὰ στέρξῃ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τὴν περαιτέρω διὰ τὴν αὔριον· διότι, ἀφοῦ πάντες ἐσμὲν σύμφωνοι, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον θέλει ψηφισθῆ. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ψηφισθῇ μετὰ σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν καὶ μεμελετημένην συζήτησιν, οὐχὶ δὲ τροχάδην. Δὲν σκοπῶ βεβαίως, ὁμιλῶν περὶ σπουδαίων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ καταλέξω ἐμὲ αὐτὸν μεταξὺ τούτων, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον, πᾶν ὅ,τι ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, θέλω εἴπει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, λίαν ἄλλως συντόμως. Ἀπεκδέχομαι ὅμως τὰς γνώμας τοσούτῳ σοβαρῶν καὶ πεπειραμένων συναδέλφων, νομίζω δὲ, ὅτι δέον νὰ ἀπεκδέχηται ταύτας καὶ ἡ Βουλή. Ἐγώ, Κύριοι, ἀπροκαλύπτως εἶπον, ὅτι διὰ τῶν ἑκουσίων εἰσφορῶν οὐδὲν θέλομεν κατορθώσει· θέλομεν ἀναμείνει πάλιν τριακονταετίαν, ἵνα εἰσπράξωμεν ἐξ αὐτῶν τὰ 2,500,000 ἢ 3,000,000 δραχμῶν, ὅσα εἰσέπραξε, φιλοτίμως τῷ ὄντι ἐργαζομένη, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀλλὰ διὰ τριῶν ἑκατομμυρίων μετὰ τριάκοντα ἔτη εἶναι γελοῖον νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι σπουδαῖον. Ἐὰν, Κύριοι, ἀναμένωμεν ἐκ τῶν ἑκουσίων εἰσφορῶν, εἶπον τὴν γνώμην τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Ἐπιστήμης κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου περὶ αὐτῶν, αἵτινες πάντοτε ἀντετάχθησαν καὶ ἀπήλπισαν ἐξ αὐτῶν. Αἱ ἑκούσιαι εἰσφοραὶ, Κύριοι, συνοψίζονται εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας γραμμάς, ἃς ἑσπερινὴ ἐφημερὶς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δημοσιεύει. Εἶναι ἡ περίληψις τοῦ μέλλοντος νὰ συμβῇ (ἀναγινώσκει)· «Οἱ μαθηταὶ τοῦ ἐν Βελεστίνῳ Ἑλληνικοῦ Σχολείου ἀπε«φάσισαν νὰ καταθέσουν καθ’ ἑβδομάδα μίαν πεντάραν χάριν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἕως τώρα δὲ συνελέγησαν, μετὰ τῶν εἰσφορῶν τῶν διδασκάλων, δραχμαὶ ὀκτώ, τὰς ὁποίας ἀπέστειλεν ὁ σχολάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. — Ἡ δωρεὰ τῶν μαθητῶν τῆς πατρίδος τοῦ Ρήγα εἶναι μικρά, ἀλλὰ συγκινητική». («Ἐφημερὶς» τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1900). Δι’ ἐμέ, Κύριοι, δὲν εἶναι παντάπασι συγκινητικὸν τοῦτο· εἶναι κωμικόν. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπιθυμῶμεν νὰ μεταβάλωμεν πορείαν καὶ σύστημα, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ δέον πρακτικῶς ν’ ἀποφασίσωμεν. Δι’ ἑκουσίων λοιπὸν εἰσφορῶν δὲν δημιουργοῦνται τὰ Κράτη, οὐδὲ συντρέχονται οἱ ἐθνικοὶ σκοποί. Ἡ ἱστορία ἡμῶν ἡ τελευταία ἀπέδειξε τοῦτο ἀριδήλως. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, πόσα χρήματα εἰσπράχθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐθνικὰς περιπετείας· 400,000 ἕως 500,000 δραχμαὶ ἐκ τῶν ἑκουσίων εἰσφορῶν. Ὑπάρχει ἀνάγκη χρήματος; Καὶ χρήματος πολλοῦ; Τότε εἶναι ἀνάγκη δι’ εἰσπράκτορος τοῦτο νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ νὰ κατανεμηθῇ ἡ εἰσφορὰ ἀναλόγως καὶ δικαίως. Εἶναι ἀνάγκη τουτέστι φόρου. Φοβεῖσθε τὴν λέξιν; Τότε τοῦτο σημαίνει, ὅτι φοβεῖσθε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἔχετε τὸ θάρρος νὰ ἐπιβάλητε φόρον δίκαιον καὶ σπουδαῖον; πράξατέ το· καὶ τότε θέλετε κατορθώσει τι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως καὶ θέλομεν καὶ δὲν θέλομεν, καὶ τολμῶμεν καὶ δὲν τολμῶμεν, θέλετε πάθει τὸ πάθημα ἐκείνου, ὅστις, θέλων νὰ πηδήσῃ τάφρον, φθάνει μέχρι τοῦ χείλους αὐτῆς, καὶ ἐπανειλημμένως ὀπισθοχωρεῖ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν ἐν ἄρθρῳ τρίτῳ, λόγῳ τῶν πόρων, οὓς ἀναγράφει. Ἵνα ἀποκτήσητε στόλον, οὗτινος ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην, πρέπει νὰ κατασκευάσητε στόλον πραγματικὸν καὶ σπουδαῖον καὶ μέγαν· καὶ δέον οὗτος νὰ ναυπηγῆται οὐχὶ ἐπὶ δέκα ἢ εἴκοσιν ἔτη, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ διὰ μιᾶς. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι, ὅτε εἰσήχθη κατ’ ἄλλην Περίοδον νομοσχέδιόν τι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, μόνον ἐκ τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους καὶ δι’ ἐπιβληθείσης εἰσφορᾶς ἡμισείας δραχμῆς ἐπὶ ταῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν πόρων ἐβεβαιώθη, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἄρα εἰς τοὺς ναυτικοὺς δήμους ἐπεβάλλετο εἰσφορὰ 1%, τὸ Κράτος ἤθελεν εἰσπράττει ἐτησίως 20,000 δραχμάς. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη ἦναι ἐθνικὴ, πρὸς θεραπείαν αὐτῆς πρωτίστως πρέπει νὰ συντρέξωσιν ὅλοι οἱ εὔποροι δῆμοι τοῦ Κράτους. Θέσατε εἰσφορὰν ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν δήμων τούτων 1 ἢ 2% ἐτησίως, καὶ τότε θέλετε ἔχει πράγματι πόρον σπουδαιότατον. Νομίζετε, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκές; Θέσατε φόρον τοιοῦτον, οὗτινος τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν νὰ ἔχῃ τὸ ὑπὸ ἔλεγχον εὑρισκόμενον Κράτος. Νομίζετε, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ φόρος εἶναι μικρός; Θέσατε καὶ ἀλλαχοῦ φόρον. Ἀλλὰ τέλος πάντων θελήσατε, Κύριοι, τὴν προαίρεσιν ὑμῶν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταστήσητε ὄντως πρᾶγμα, καὶ πρᾶγμα σπουδαῖον. Διότι ἐκ τίνος, παρακαλῶ, ἄλλου ἐλπίζετε πρὸς δημιουργίαν αὐτοῦ τοῦ στόλου; Ἐλπίζετε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Πολλοῦ γε καὶ δὴ, ὑποθέτω. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπανῆλθεν εἰς τοὺς μακαρίους ἐκείνους χρόνους τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Διότι κατὰ τὸ 1901 ἔτος, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ δρ. 7,024,947.80, τί νομίζετε, ὅτι θέλετε δαπανήσει διὰ μισθοὺς καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, μὴ συντελούσας εἰς ἐμπράγματον, οὕτως εἰπεῖν, παρασκευὴν τῆς ναυτικῆς δυνάμεως τῆς χώρας; Ἐκ τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, Κύριοι, μόλις 1,107,865 δραχμαὶ διατίθενται εἰς πραγματικὴν ἐργασίαν ὑπὲρ τοῦ στόλου. Διότι δι’ ὑλικά, ἡ ὑπὲρ ὧν δαπάνη βεβαίως εἶναι πρὸς διατήρησιν καὶ βελτίωσιν τῶν σκαφῶν τοῦ στόλου, διατίθησιν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 ἔτους δραχ. 425,500· διὰ τὸν ὁπλισμὸν μόνον δρ. 216,680· διὰ κτίρια δρ.190,385· διὰ συγγράμματα δρ. 17,000· διὰ λέβητας δραχ. 258.300· τουτέστι πραγματικὴ δαπάνη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὸ 1901 ἔτος δραχ. 1,107,865 κυρίως, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 7,024,947.80. Τὰ δὲ 5,917,082 δραχ. δαπανῶνται εἰς ἱματισμόν, τροφήν, γαιάνθρακας καὶ μισθούς. Ἑπομένως θέλω νὰ εἴπω, ὅτι μὴ ἐλπίζετε, ὅτι εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν κατασκευάσητε σκάφη τινά, νὰ δυνηθῆτε νὰ διατηρήσητε καὶ νὰ χρησιμοποιήσητε αὐτὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅστις καὶ τοῦ ἑπομένου ἔτους τοιοῦτος ἔσεται περίπου, ἐὰν δὲν ἤθελεν εἶσθαι χείρων. Λέγω, ἐὰν δὲν ἤθελεν εἶσθαι χείρων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης χρήσεως εἶναι κατὰ 800,000 δραχμὰς ἀνώτερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἔτους. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, καίτοι οὐδεὶς ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅλοι ὅμως βεβαίως ἐπιζητοῦμεν τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ κατὰ τὸ δυνατόν. Βάσις δὲ τῆς βελτιώσεως δέον νὰ ὦσιν οἱ πολλοὶ καὶ μεγάλοι πόροι τοῦ Ταμείου, ὧν δυνάμει θέλομεν τῷ ὄντι δυνηθῆ νὰ παρασκευάσωμεν ναυτικῶς τὴν χώραν. Ὅταν δὲ λέγωμεν ναυτικὴν παρασκευήν, δὲν πρέπει νὰ φανταζώμεθα, ὅτι παρασκευάζεται τοιουτοτρόπως ἡ χώρα μόνον διὰ τῆς ἀγορᾶς τῶν σκαφῶν, καὶ τῶν πυροβόλων, καὶ τοῦ ἐξαρτισμοῦ τῶν πλοίων. Ὅταν λέγωμεν ναυτικὴν παρασκευήν, δέον νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ὑπάρχει χώρα ναυτικῶς παρεσκευασμένη, στερουμένη Ναυστάθμου, στερουμένη Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, στερουμένη ἀφθόνων καὶ καλῶν ὑλικῶν. Δὲν ὑπῆρξε χώρα ναυτικῶς παρασκευασμένη, ἧς δὲν ἐφωτίσθησαν τὰ παράλια ἐπαρκῶς, ἧς δὲν ὠχυρώθησαν τὰ παράλια ἐπαρκῶς διὰ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Τί ἐξ ὅλων τούτων θέλει πρωτοκάμει ὁ Προϋπολογισμός, ὡς αὐτὸν κατηρτίσατε; Ἐπεθύμουν, Κύριοι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἐν τῇ προαιρέσει τῆς Κυβερνήσεως ἡ τόσον τῷ ὄντι φιλόπατρις ἔμπνευσις καὶ ἰδέα, τοῦ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐκράτει σφιγκτὰ καὶ ἀδιακόπως τὴν χεῖρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ νομοσχέδιον, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, καὶ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀπὸ κοινοῦ βαδίζοντες, νὰ σύρωσιν ὄπισθεν αὑτῶν τὸ ἔθνος εἰς μεγάλας τάσεις καὶ μεγάλους σκοπούς. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Στόλου εὑρίσκεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· καὶ, ἐνῷ ἔπρεπε μία καὶ ἡ αὐτὴ ἰδέα νὰ διέπῃ τὰ δύο ταῦτα νομοθετήματα, τὰ νομοθετήματα ταῦτα φαίνονται ὡς εἰ τὸ μὲν παρεσκευάζετο ὑπὸ φανατικῆς τινος πλειονοψηφίας, τὸ δὲ ὑπὸ μαινομένης μειονοψηφίας, αἵτινες καθ’ ἑκάστην συγκρούονται καὶ συμπλέκονται. Τοιαύτη εἶναι ἡ εἰκὼν τῶν δύο τούτων νομοθετημάτων, συναλλήλως ἐξεταζομένων. Ἐπιθυμεῖτε τῷ ὄντι πραγματικὴν τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας; Εἴπετε τοῦτο καθαρῶς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· δηλώσατε αὐτῷ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν. Πιθανόν, ἢ καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἀλλὰ θὰ δεχθῇ αὐτὴν τότε ἐν ἐπιγνώσει αὐτῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι διὰ τῶν ἑκουσίων εἰσφορῶν τῶν μαθητῶν τῆς πατρίδος τοῦ Ρήγα, τῶν ὀκτὼ ἐκείνων δραχμῶν, εἰς ἃς συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ εἰσφοραὶ τῶν διδασκάλων, δὲν δημιουργοῦνται στόλοι, οὔτε παρασκευάζονται στρατοὶ, οὔτε διεκδικεῖται ἡ ἐθνικὴ τιμή. Ἐκεῖνα τὰ ἔθνη πράγματι διεξεδίκησαν τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἐκεῖνα τὰ ἔθνη πραγματικῶς ἔλαβον revanche, ἅτινα ἐζήτησαν ἐμπράκτως, σπουδαίως, διὰ τῆς ἴσης φορολογίας, διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς φορολογίας, οὐχὶ διὰ τῶν ἑκουσίων εἰσφορῶν, νὰ πραγματοποιήσωσι τοὺς ἐθνικοὺς αὐτῶν πόθους καὶ σκοπούς. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προτείνω τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλει κατορθωθῆ νὰ συναφθῇ δάνειον οὐχὶ 15 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ πολὺ μεγαλύτερον, ἄξιον πραγματικῶς σπουδαίας Βουλῆς καὶ σπουδαίου ἔθνους. Τὴν πρωτοβουλίαν ἔχει καὶ δέον νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Φρονεῖ, ὅτι, ἂν ἐπέβαλλεν εἰσφορὰν ἀναγκαστικὴν εἰς τοὺς εὐπόρους δήμους τοῦ Κράτους, τοὐλάχιστον εἰς τοὺς τῆς πρώτης τάξεως, ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, ἢ δύο τοῖς ἑκατόν, ἤθελε κατορθώσει νὰ εἰσπράξῃ ποσὸν τοσοῦτον, ὥστε κατὰ πολὺ νὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν αὐτῆς πρὸς τὸ δανεισθῆναι; Ἂς τὸ πράξῃ. Φρονεῖ, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς δὲν θέλει δυνηθῆ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μεγάλας δαπάνας πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν στόλου; Ἂς ζητήσῃ ἀλλαχόθεν φόρους ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν φόρων τούτων.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§186ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀκούων τὸν κ. Πρωθυπουργόν, λέγοντα, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεστήριξα, ἠρώτησα ἐμαυτόν: διατὶ ἆρά γε, καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν πολιτικῆς πολεμικῆς, ἢ ἐκ ποίας κοινοβουλευτικῆς ἀνάγκης, ἐδημιούργησεν ἐμέ, εἰπόντα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον; Εἶπον ἐγώ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη 100 ἑκατομμυρίων, ἢ μεγάλων δαπανῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν ταῦτα δὲν κάμωμεν, εἶναι μάταιον νὰ ἱδρύωμεν Ταμεῖον Στόλου; Εἶπον ἐγώ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὀχυρώσητε τὰ παράλια τῆς χώρας, εἶναι μάταιον νὰ ζητᾶτε τὴν προσθήκην σκαφῶν εἰς τὸν στόλον; Τὰ ἀντίθετα τούτων εἶπον ἐγώ. Εἶπον, ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην συνεχοῦς καὶ διαρκοῦς προνοίας καὶ ἐργασίας πρὸς παρασκευὴν τοῦ στόλου. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπνεύσητε εἰς τὸ ἔθνος τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη θυσιῶν, ὥστε καὶ φόρους νὰ δυνηθῆτε εἰδικοὺς νὰ ἐπιβάλητε, ἀλλὰ καὶ εἰς οἰκονομίας νὰ ὑποβάλητε τοὺς ἄλλους κλάδους, καὶ νὰ ὀργανώσητε οὕτω τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ὥστε νὰ πεισθῇ ὁ τόπος, ὅτι σπουδαίως μεριμνᾶτε περὶ παρασκευῆς στόλου. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὀχυρώσῃ τὰς πόλεις. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχετε προνοήσει δι’ ἕνα ἢ πλείονας τόπους καταφυγῆς τοῦ στόλου ἐν ὥραις ἀνάγκης αὐτοῦ, εἴτε πρὸς ἀνόρθωσιν ἀβαριῶν, εἴτε πρὸς προφύλαξιν· ὅτι δὲν ἔχετε ἕνα λιμένα πολεμικὸν, ἕνα τόπον ἀσφαλῆ, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὸ κέντρον καὶ τὸ στήριγμα αὑτοῦ ὁ στόλος ἐν οἱᾳδήποτε πολεμικῇ ἀνάγκῃ. Οὐ μόνον δὲ δὲν ἀντέστην εἰς τὴν βαθμιαίαν παρασκευὴν, ἀλλὰ καὶ ὑπέδειξα, ὅτι ὀφείλετε νὰ μὴ κάμνητε δαπάνας διὰ μιᾶς καὶ μεγάλας, ἀλλὰ συνεχεῖς, διαρκεῖς καὶ ἀνὰ ὀλίγας, διότι αἱ σπασμωδικαὶ καὶ μεγάλαι παρασκευαὶ βλάπτουσιν οὐ μόνον τὸν στόλον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδέαν μορφώσεως στόλου, καὶ τὸ Ταμεῖον, καὶ τὸ ναυτικὸν πνεῦμα τῆς χώρας. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐὰν δαπανήσητε σήμερον 20 ἑκατομμύρια, θὰ καταδικάσητε τὸν τόπον ἐπὶ πολλὰ ἔτη κατόπιν νὰ μὴ δύναται νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στόλου, ἵνα κρατῇ αὐτὸν ἀκμαῖον καὶ ἐνήμερον εἰς τὰς προόδους, ἐνῷ τὰ δαπανηθησόμενα θὰ χαθῶσι τὸ πλεῖστον, ὅπως καὶ τὰ 35 ἑκατομμύρια τῶν θωρηκτῶν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως συνεχοῦς προνοίας καὶ δαπάνης. Ἐξ ἄλλου θὰ χάσῃ τὸ ἔθνος τὴν πεποίθησίν του. Ἠθέλησεν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ οἱονεὶ ἐζήτησα νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλὰς ὅ,τι ἡ Γαλλία, καὶ ὑπενόησεν, ὅτι δῆθεν, ἀναγνώσας τὰ εἰς ἄλλα Κράτη γινόμενα, ἐζήτησα νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι εἶπον πράγματα ἄστοχα καὶ ἀσυλλόγιστα. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἐνόησαν πάντες, ὅτι μόνον διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν λόγων μου ἠδύνατο νὰ χαλαρωθῇ ἡ ἐξ αὐτῶν καταδειχθεῖσα ἀτέλεια τοῦ κυβερνητικοῦ μέτρου. Τοιαῦτα ἐγὼ δὲν εἶπον, καὶ δὲν ἀδικῶ τοσοῦτον κανένα ἐκ τῶν ἀκουσάντων με, ὥστε νὰ δεχθῶ, ὅτι δὲν κατενόησε τὴν ἰδέαν μου. Δὲν ἀδικῶ δὲ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι μὲ ἐνόησεν ὅπως ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του εἶπεν. Εἶπον ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ πρὸς ὀργάνωσιν στόλων, καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν μέτρῳ. Εἶπον ὅσα ἐγένοντο ἐν Ἰταλίᾳ δι’ οἰκονομιῶν, καὶ ὅτι τοῦτο ἐν μέτρῳ δύναται καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ κάμῃ, ἀλλὰ δὲν εἶπον νὰ δαπανήσητε ὅσα ἡ Γαλλία, οὐδὲ νὰ ὀχυρώσητε ὅλα τὰ παράλιά μας, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον, καὶ ὅπερ θὰ ἦτο τόσῳ τολμηρὸν νὰ ῥηθῇ, ὅσον καὶ τὸ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ εἶπον ἐγώ, ἢ καὶ νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ ἄλλος. Ὑποθέτω, ὅτι ἐξ ἄλλης ἰδέας ἔφθασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν θέσιν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι. Ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ τοιαύτας ἀπιθάνους ἰδέας, ἵνα ἀποφύγῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὅσα πράγματι εἶπον. Εἶπον προσέτι, ὅτι ὀρθῶς παρατηροῦσιν οἱ Γάλλοι συγγραφεῖς καὶ ἄλλοι, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, μεθ’ ὅλας τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ὑποβάλλεται αὕτη, καὶ μεθ’ ὅλας, τὰς ὁποίας καταβάλλει θυσίας καὶ μελέτας, προσκόπτει καὶ ἐκεῖ ἡ δημιουργία μεγάλου στόλου, καὶ προσκόπτει, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ τὸ ναυτικὸν πνεῦμα. Καὶ εἶπον τοῦτο, ἵνα δείξω τὴν δύναμιν, ἣν ἔχει τὸ τοιοῦτον ἐθνικὸν φρόνημα ἐπὶ τῆς δημιουργίας στόλου. Εἶπον ἀκόμη, ὅτι, ἐὰν ἐν Γαλλίᾳ, τοιαύτην θαλασσίαν δύναμιν παρασκευάζοντες, σκέπτωνται καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως σημείων τινῶν τῆς χώρας των, ὡς λιμένων πολεμικῶν, ὡς καὶ ἐν Γερμανίᾳ πράττουσι, πολὺ περισσότερον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου· διότι, ἂν ἰσχυρὸς στόλος λαμβάνῃ ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς μέρος ἀσφαλές, ὅπως ἀνορθώσῃ ἀβαρίας ἢ ναυσιβλαβίας, καὶ ὅπως ᾖ ἀσφαλὴς ἀπὸ αἰφνιδίας ἐπιθέσεως, πολὺ πλειότερον στόλος μικρός, ὅστις πρέπει νὰ προφυλάσσηται. Ἀνέφερα τὴν Ἰταλίαν, ὡς παράδειγμα οἰκονομιῶν, καὶ ὡς δεῖγμα τῆς δι’ οἰκονομιῶν παρασκευῆς. Διατὶ τὰ περὶ οἰκονομιῶν λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ παρελείψατε; Μήπως ἐλησμονήσατε τὴν ἰδέαν; Διατὶ εἰς τοῦτο δὲν ἐστάθη ὁ Πρωθυπουργός; Δὲν ἐλησμόνησεν· ἀλλὰ δὲν ἐστάθη, διότι δὲν ἐτόλμα, καθότι ἐνόει, ὅτι θὰ ἤκουε πολλὰ διὰ τὴν πολιτικήν του, τὴν πολιτικὴν τῶν μεγάλων δαπανῶν, τῶν γενομένων ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς ἀναμορφώσεως καὶ προόδου. Μήπως διὰ τῆς σιωπῆς σας ἠθέλατε νὰ δηλώσητε, ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι ἀνεφάρμοστοι ἐν Ἑλλάδι; Καὶ ἀφοῦ ἐκάματε μελέτας περὶ τῶν παρασκευῶν, ὡς λέγετε, διατὶ οὐδὲν μᾶς εἴπετε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις τῶν μελετῶν; Διατὶ δὲ ἐλησμονήσατε τὴν βάσιν τῆς ὅλης θεωρίας μου, ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τὸ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 550,000 δραχμῶν εἶναι ἀνεπαρκές, καὶ ὅτι ζητῶ πόρους μεγαλειτέρους, καὶ συνεχῆ, ἐτησίαν καὶ προοδευτικῶς αὐξάνουσαν δαπάνην διὰ τὸν στόλον; Ἐζήτησα ἀπέναντι τούτων ὀργάνωσιν, ὅπως καὶ τῶν χρημάτων γίνηται σκόπιμος δαπάνη, καὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλάς, καλὴ μελέτη καὶ πλήρης παρασκευὴ καὶ διατύπωσις. Ἠξίωσα, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ ἐκ τῶν οἰκονομιῶν πόρους, διότι οὕτω θὰ εὕρωμεν διαρκῆ καὶ ἀδιάλειπτον δαπάνην, καὶ θ’ ἀποφύγωμεν τὰς σπασμωδικὰς μεγάλας δαπάνας πρὸς προμήθειαν πλοίων. Λυποῦμαι, ἀναγκαζόμενος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ ὅλας τὰς μελέτας, ἃς εἶπε, τῆς ὑπηρεσίας, ἐφάνη, ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα, καὶ διέγραψε προχείρως πρόγραμμα ναυτικῶν παρασκευῶν, πρόγραμμα, φωρώμενον ἀφ’ ἑαυτοῦ ὡς ἀμελέτητον, ὡς μὴ προϊὸν μελέτης, οἵα ἔδει νὰ ἦναι, διὰ νὰ φθάσῃ τις ἐπὶ τοιούτου θέματος εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Διὰ τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ πρόγραμμά σας θετικὸν καὶ σαφές. Ἴσως ἡ θεωρία σας, αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἴπετε ὅτι ἔχετε, θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ θέμα συζητήσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἂν διετυποῦτο σαφῶς, διότι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς εἶπον, πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ καταρτισθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους. Τὸ Κοινοβούλιον, καθὰ καὶ χθὲς ἀνέπτυξα, εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὀφείλουσα νὰ διαγράφῃ τὰ τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Θέλετε νὰ κάμητε δαπάνην 15 ἑκατομμυρίων; Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Ἐὰν ἐπείγῃ τὸ πρᾶγμα, κάμετέ την· ἐὰν δὲν ἐπείγῃ ὅμως, διατὶ αὐτὴ ἡ σπουδὴ πρὸς δαπάνην διὰ νέου δανεισμοῦ; (Διακοπαί). Ὡμιλήσατε περὶ κατασκευῆς τριῶν καταδρομικῶν καὶ 12 τορπιλλοβόλων, καὶ ὑπελογίσατε δι’ αὐτὰ 15 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον δεῖγμα τῆς ἐλλείψεως μελέτης. Τὰ σκάφη ταῦτα ἀπαιτοῦσι πλέον τῶν 20 ἑκατομμυρίων· ἐὰν δὲ ταῦτα προμηθευθῆτε διὰ δανεισμοῦ, θὰ στοιχίσωσι πολὺ πλειότερον. Ἀμελέτητοι καὶ ἀπαράσκευοι παρασκευαὶ εἶναι ζημία μεγάλη. Εὐτυχῶς θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα πάλιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅταν λέγητε, ὅτι θέλετε τρία καταδρομικὰ, λησμονεῖτε, ὅτι ταῦτα θέλουν τοὐλάχιστον 15,000,000 φράγκα, τὰ δὲ 12 τορπιλλοβόλα νέου συστήματος, ὡς εἴπετε, πολὺ πλειότερα, ἀλλὰ βεβαίως οὐχὶ ὀλιγώτερα τῶν 6,000,000. Ἰδοὺ 21,000000, τὰ ὁποῖα θέλετε...
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον πόσα θὰ στοιχίσουν.
§188ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἴπατε τί θέλετε, χωρὶς νὰ γνωρίζητε πόσα θὰ στοιχίσωσι; Τὰ καταδρομικὰ θὰ ἦναι τοὐλάχιστον 2,500 τόννων, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν δὲ τῶν 2,000 φράγκων κατὰ τόννον ἐκτοπίσεως, ὡς προχθὲς καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς εἶπε, θέλετε ...
§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀρκοῦσι δι’ ἕκαστον 5,000,000.
§190ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑπελόγισα τὸ ὀλιγώτερον, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι αἱ πολλαὶ ἀσχολίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν τῷ ἐπέτρεψαν νὰ παρακολουθήσῃ τὰς τελευταίας θεωρίας, διὰ νὰ ἴδῃ ὁπόσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν καταδρομικῶν τούτων. Ἀλλ’ ἐγὼ, καὶ ἀναγινώσκων, καὶ ἐκ φύσεως ἀγαπῶν τὰ ναυτικὰ, καὶ ἐκ προνοίας θεωρῶν ταῦτα σημαντικὰ διὰ τὴν πατρίδα μας, καὶ παρακολουθῶν τὰς μελέτας ἄλλων, εἶδον, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι πολὺ μεγάλαι. Ἐὰν εὑρίσκετό τις, θέλων νὰ δαπανήσῃ νῦν 100 ἑκατομμύρια, θὰ ἔλεγον, ὅτι αὐτὸς θέλει νὰ ἀδικήσῃ τὸν τόπον, διότι προμήθεια ὑλικῶν, ὧν τὴν χρῆσιν δὲν εἴμεθα πρόχειροι νὰ ἐπιχειρήσωμεν, θὰ φέρῃ καὶ τοῦ ὑλικοῦ τὴν καταστροφὴν καὶ τῶν στελεχῶν τὴν σύγχυσιν. Ὅθεν ἐγὼ δὲν ἔχω θεωρίας, ὁποίας μοὶ ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον ὑμῖν: μὴ σπεύδετε εἰς δαπάνας μεγάλας· ὀργανώσατε τὴν ὑπηρεσίαν σας, καὶ ὅταν ὀργανώσητε αὐτὴν, τότε μελετήσατε, τί σᾶς χρειάζεται. Ὅταν μελετήσητε, τί ἀπαιτεῖται, τότε ἔλθετε νὰ μᾶς εἴπητε περὶ δαπανῶν, ἀλλὰ δαπανῶν συνεχῶν καὶ κατ’ ἔτος καὶ ἀνὰ ὀλίγον γιγνομένων, ὥστε νὰ ἦναι ἡ παρασκευὴ πλήρης, ἀδιάλειπτος, ἐνήμερος, ἐπιστημονική, καὶ ἁρμονικὴ πρὸς τὴν παρασκευὴν τῶν πληρωμάτων. Τοῦτο πράττει ἡ Δανία, ἥτις εἰς τὸν τελευταῖον Προϋπολογισμόν της ἀνέγραψεν ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν χιλιάδας κορώνας διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς ἑνὸς θωρηκτοῦ καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς ἑνὸς καταδρομικοῦ. Ἔπρεπε νὰ πιστεύσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, καθιστῶν τὸ ναυτικὸν ζήτημα ζήτημα κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ παριστάνων τοὺς ἐξετάζοντας αὐτὸ διὰ θεωριῶν ὀρθῶν, ὡς οἱονεὶ ἀλόγως ἐναντιουμένους κατὰ τῶν ναυτικῶν του μέτρων, οὕτω δὲ προκαλῶν σύγχυσιν ἰδεῶν ἐν ἐδάφει μὴ προσήκοντι, δὲν ὠφελεῖ τὴν ἰδέαν τῆς ναυτικῆς τοῦ τόπου ἐξοπλίσεως, ἀλλὰ βλάπτει αὐτήν. Ὅταν τις, ἀπὸ τοῦ σκοποῦ τοῦ νὰ βοηθήσῃ τὸ νομοσχέδιον, σημειοῖ τὰς ἐλλείψεις τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνῆται καὶ τὰς καταφανεῖς καὶ πασιγνώστους τῶν ἐλλείψεων τούτων, τότε ἡ συζήτησις ἀπόλλυσι τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς, καὶ μεταπίπτει εἰς ἀμφισβητήσεις ἀτελευτήτους. Τοιαύτη δὲ συζήτησις, ἀντὶ ὠφελείας, προκαλεῖ βεβαίαν βλάβην τῆς ἐργασίας περὶ στόλου, ἥτις ἔδει νὰ γίνηται ἀπὸ πνεύματος εἰλικρινοῦς συνεργασίας, καὶ οὐχὶ ἀντιλογίας. Ὅταν τὴν ἀρχὴν τῆς μερίμνης περὶ τοῦ στόλου συνομολογοῦμεν, συζητοῦμεν δὲ μόνον περὶ τοῦ τρόπου πρὸς παρασκευὴν τοῦ στόλου, ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τοῦτο, καὶ οὐχὶ νὰ μεταφέρηται ὅπου οἱ συζητοῦντες δὲν ἔστησαν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι παρασκευαὶ ἀτελεῖς, ἐμπνέουσαι μεγάλας μὲν, κενὰς ὅμως ἰδέας, δὲν ὠφελοῦσι· παρασκευαὶ δὲ ἀμελέτητοι εἶναι καταδεδικασμέναι εἰς ἀποτυχίαν. Ἐὰν ὁ ἐρεθισμὸς τοῦ 1897 προεκάλεσε τὸν δυστυχέστατον πόλεμον, μὴ παραγνωρίζετε, ὅτι τοῦ ἐρεθισμοῦ ἐκείνου μία αἰτία — ἂν ὄχι ἡ μόνη ἢ ἡ κυριωτέρα — ἦτο ἡ ἰδέα τῶν πολλῶν, ὅτι εἴχομεν μεγάλην θαλασσίαν δύναμιν, καὶ ἡ ἐσφαλμένη τῶν πολλῶν πεποίθησις εἰς τὰς δυνάμεις ἡμῶν, καὶ ἰδίως τὴν κατὰ θάλασσαν, ἡ ὁποία ἐν τούτοις, ὄχι μόνον δὲν ἦτο τοιαύτη, οἵαν ἐφαντάζοντο οἱ πολλοί, ἀλλὰ τοὐναντίον ἦτο εἰς κατάστασιν ἀτελεστάτην, ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, καὶ ἀποδεικνύει ἔτι καὶ νῦν ἡ ἐξέτασις τῶν ναυτικῶν μας. Ὅτε ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ μοιράρχου, τοῦ ἀποσταλέντος εἰς τὴν Κρήτην, τοῦ κ. Ράϊνεκ, ὅτι τὸ θωρηκτὸν, οὗ ἐπέβαινεν, ἐστερεῖτο καὶ διόπτρων, δι’ ὧν οἱ φύλακες θὰ ἠδύναντο τὴν νύκτα νὰ περιβλέπωσιν, ἐνόησα, ὅτι τὰ 35 ἑκατομμύρια, τὰ πρὸς κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἔβλαψαν, διότι ἐχρησίμευσαν εἰς μόρφωσιν δυνάμεως ἀτελοῦς, παρατήρησις, — ἣν καὶ ὁ Πλούταρχος ποιεῖται.
§191Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάτια δὲν θὰ εἶχεν ὁ μοίραρχος, ὄχι δίοπτρα (γέλωτες).
§192ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι τὰ θωρηκτὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦσαν ἐν ὁπλισμῷ σκαφῶν προωρισμένων εἰς παράταξιν μάχης, ἢ ἀπατᾶσθε, ἢ θέλετε ν’ ἀπατᾶσθε· διότι ἦσαν ἀτελέστατα, καὶ λόγῳ ὁπλισμοῦ, καὶ λόγῳ μηχανῶν, καὶ λόγῳ ἄλλων χρησίμων. Τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι τὸ ἓν εἶχεν ἀποσταλῆ πρὸς ἐπισκευὴν καὶ ἐξοπλισμὸν, καὶ πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἡ ἐπισκευὴ ἠναγκάσθητε νὰ διατάξητε νὰ ἐπανέλθῃ, καὶ ἐπανῆλθεν ἀπαράσκευον; Τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἦσαν εἰς καλὴν κατάστασιν τὰ θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα ἐστεροῦντο ταχυβόλων, τῶν ὁποίων τὰ διπύθμενα δὲν ἦσαν καλά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἠλεκτρικὸν φῶς, καὶ τὰ ὁποῖα τόσας ἄλλας εἶχον ἐλλείψεις; Καὶ δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο ἡ αἰτία· ἀλλ’ ἀποδεικνύομεν τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἀξιώματος, ὅτι αἱ σπασμωδικαὶ παρασκευαὶ εἶναι ἐπιβλαβεῖς, καὶ ὅτι ὀρθὸν σύστημα εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος παρασκευή. Εὐθὺς ὡς ὁ τόπος εἶδε, μετὰ τὴν δαπάνην τῆς ἀγορᾶς τῶν θωρηκτῶν, ὅτι περιῆλθεν εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ δαπανᾷ κατ’ ἐξακολούθησιν συμπληρῶν τὰς ἀτελείας τοῦ στόλου, ἀφῆκε πᾶσαν περὶ αὐτοῦ φροντίδα. Τὸ νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ κατασκευάζωμεν διὰ δανείων σκάφη, ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸ νὰ προκαλῶμεν νέαν χρεωκοπίαν, καὶ ματαίωσιν πάσης πρὸς οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας ἐλπίδος. Δὲν θίγω τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς προόδου τοῦ τόπου τῆς οἰκονομικῆς, ἣν δὲν δέχομαι. Εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τούτου, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δαπάνην, ὄχι τῆς συντηρήσεως τῆς ὑλικῆς τῶν σκαφῶν, ἀλλὰ τὴν ἀπαιτηθησομένην αὔξησιν τῆς δαπάνης δι’ αὔξησιν προσωπικοῦ πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν νέων σκαφῶν; Γνωρίζει, ὅτι πᾶσα προσθήκη πλοίων ἐπάγεται δαπάνην κανονικὴν αὐξήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ πληρώματα;
§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον ἔχετε ἄχρηστα πλοῖα, δι’ ἃ ἔχομεν πρόσωπα.
§194ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Χαίρω, ὅτι τὸ ὁμολογεῖτε. Ἀλλὰ σᾶς ἀπαντῶ: Ἰδοὺ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἠδύνασθε νὰ κάμητε· νὰ μὴ δαπανᾶτε τουτέστιν εἰς τὰ ἄχρηστα πλοῖα.
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖ ἐγένετο οἰκονομία, ὅπως εἴδετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§196ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν οἰκονομίαι εἰς τὴν δαπάνην προμηθείας ὑλικοῦ. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐναυπήγει τὰ τρία θωρηκτά, ἐναυπήγει ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο εἰς τὴν πρόβλεψιν ἀνάγκης λίαν τότε προσεχοῦς. Διότι καλῶς γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅστις ἀπετελεῖτε μέρος τοῦ Ὑπουργικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου, ὅτι ἡ σκέψις τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς συντήρησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν δαπάνης ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολὺ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ παραγγεῖλαν αὐτά. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις, ὅτι ὀλίγον χρόνον ἀφ’ οὗ ἤθελε γείνῃ ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς, θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο ταῦτα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι ἐπ’ ὀλίγον μόνον χρόνον θὰ ἐβαρύνετο διὰ τῆς συντηρήσεώς των ὁ Προϋπολογισμός, ἔπεισε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο νὰ δαπανήσῃ τὰ 35 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 35 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς ἐδόθησαν, ἔδει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἄλλη δαπάνη, ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως. Δὲν ἐγένετο τοῦτο, καὶ τὰ πλοῖα ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης εὑρέθησαν, ὡς εὑρέθησαν. Ἐλπίζω νὰ βλέπῃ ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν ἠθέλησα ἐγὼ οὔτε 100, οὔτε 763 ἑκατομμύρια. Τοὐναντίον, ἐζήτησα καὶ ζητῶ νὰ μὴ δαπανήσητε οὔτε τὰ 20, οὔτε τὰ δεκαπέντε ἑκατομμύρια, οὔτε τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσφύγητε εἰς λαχεῖον, διότι τοῦτο καὶ τὸν σκοπὸν καταβιβάζει, καὶ τοῦ ἔθνους τὴν προθυμίαν ἀδικεῖ, καὶ εὐτελὲς ποσὸν θὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον. Εἶπον νὰ παρασκευάσητε πρόγραμμα, ἐφ’ οὗ νὰ δύνανται νὰ προϋπολογισθῶσι τ’ ἀπαιτηθησόμενα ποσὰ, ὥστε νὰ δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἐτησίως ἀπαιτούμενον ποσὸν μὲ τὰς παρούσας συνθήκας τοῦ Κράτους. Ἐζήτησα νὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τ’ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ τὰ διαθέσητε σκοπίμως, καὶ θὰ διατίθηνται διὰ τὴν ἐν γένει βελτίωσιν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ προικισθῇ τὸ Ναυτικόν μας δι’ ὀργανισμοῦ, ὅστις νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ τὸν σκοπὸν, καὶ τὴν καλὴν τῶν δαπανωμένων διάθεσιν, καὶ τῶν ὑλικῶν τὴν καλὴν συντήρησιν, καὶ τὴν εἰς ταῦτα πεποίθησιν τοῦ τόπου. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐφαρμόσητε, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ἀπαρχὴν μελλούσης περὶ ἐθνικοῦ στόλου ἐργασίας, τότε τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον ὁλοψύχως δέχομαι, καὶ τότε ἐννοῶ, ὅτι ψηφίζω νομοσχέδιον, ὅπερ δύναται νὰ ἀποβῇ χρήσιμον, ἀλλὰ δηλώνω, ὅτι δὲν θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὀργανικὸν νόμον, ἀλλ’ ὡς ἔναρξιν ἐνεργείας. Ἐννοῶ δὲ νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν αἱ περὶ ἀγορᾶς πλοίων καὶ προμηθείας ὑλικοῦ διατάξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ τό γε νῦν νὰ χρησιμεύσῃ μόνον πρὸς εὕρεσιν καὶ συλλογὴν χρημάτων. Συνέστησα καὶ ζητῶ ν’ ἀποφύγητε τὰ δάνεια, καὶ νὰ κανονίσητε πόρους ἐπαρκεῖς, ἵνα ᾖ δυνατὸν — τὸ ἐπαναλαμβάνω — διὰ συνεχοῦς, ἀδιαλείπτου καὶ προοδευτικῆς δαπάνης νὰ προπαρασκευάσωμεν τὰ τοῦ στόλου. Ἀλλ’ εἴτε θεωρεῖτε, ὅτι οἱ πόροι αὐτοὶ θὰ σᾶς ἐπαρκέσουν, εἴτε θεωρεῖτε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ περιλάβῃ ἐν ἑαυτῷ καὶ ἄλλας δαπάνας, πάντοτε εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ προβῆτε εἰς οὐδεμίαν δαπάνην παρασκευῆς μεγάλης. Δέχομαι, τὸ πολὺ, τὴν ἀνάγκην τοῦ καταδρομικοῦ, περὶ οὗ διατάσσει ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας, ν’ ἀποφύγητε αὐτὰς, ἢ κἄν ἐστὲ πολὺ φειδωλοί. Ἐννοῶ ν’ αὐξήσητε τοὺς πόρους, νὰ ὀργανώσητε τὰ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐμπνεύσητε πεποίθησιν, ὅτι δαπανῶμεν χρήματα σκοπίμως, καὶ δὲν πετῶμεν αὐτὰ πρὸς ἐπίδειξιν. Ἐὰν ταῦτα πράξητε, τότε εἰμὶ βέβαιος, ὅτι καὶ πόροι θὰ εὑρεθῶσι, καὶ τὰ δέοντα γενέσθαι γενήσονται δεόντως.
§197Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλω ψηφίσει ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ τότε ἐδήλωσα, οἵαν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ προτεινομένου μέτρου· ἡ δήλωσίς μου δὲ ἐκείνη ἤρκει νὰ πείσῃ ἕκαστον, ὅτι, ἐὰν ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐγὼ, δὲν ἤθελον ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἶπον τότε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, περιλαμβάνει διαφόρους κυβερνητικὰς ἀσχολίας, ὡς ἂν αὗται ἀπετέλουν διάφορα κεφάλαια. Τὸ πρῶτον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἄλλου, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἡμετέρου κόμματος, πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, συμβουλεύω δὲ πάσας τὰς Κυβερνήσεις ν’ ἀσπασθῶσι τὴν γνώμην ταύτην ἡμῶν, εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου, τὴν πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἕπεται ἡ φροντὶς περὶ σχηματισμοῦ στόλου καὶ περὶ σχηματισμοῦ στρατοῦ. Βεβαίως δὲν ἀξιοῖ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Γουναράκης, ὅτι δυνάμεθα ἢ θέλομεν δυνηθῆ μετ’ ὀλίγον νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: «Δός μοι ἓν δισεκατομμύριον καὶ 300 ἑκατομμύρια μάρκα ἐντὸς δεκαετίας.» Διὰ νὰ εἴπῃ τις τοιοῦτόν τι, πρέπει νὰ ἦναι Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου μετέβαλεν ἐντελῶς ἑαυτὴν, οὐ μόνον κατὰ τὴν παράστασιν τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων, οὐ μόνον κατὰ τὴν παράστασιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παράστασιν πασῶν τῶν κοινωνικῶν ἐργασιῶν, ἑπομένως καὶ κατὰ τὴν γεωργίαν, καὶ κατὰ τὴν βιομηχανίαν, καὶ κατὰ τὴν ἐμπορίαν, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν καλλιτεχνίαν. Τὸ ἐμπόριον ἐν πάσῃ τῇ Ἀνατολῇ διέρρευσε διὰ τῶν δακτύλων τῶν χειρῶν πασῶν τῶν ἄλλων ἐθνικοτήτων, τὰ πλούτη δὲ πανταχόθεν εἰσρέουσιν εἰς τὰς χώρας τῆς αὐτοκρατορίας ἐκείνης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ κατορθωθῇ, καὶ ἡμεῖς ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἴπωμέν ποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα: «Δός μοι, οὐχὶ δισεκατομμύρια μάρκων, ἀλλὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τινων.» Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἀσυνήθη σύστασιν, εἶναι τοιοῦτον, ὡς ἂν ἔχῃ δύο χεῖρας, καὶ διὰ τῆς μιᾶς μὲν τούτων θίγει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, διὰ δὲ τῆς ἑτέρας θίγει τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν. Ἀγορεύων κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀπέφυγον νὰ θίξω καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν· ἀπέφυγον νὰ θίξω τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν, εὐλαβούμενος τὰ μέλη κόμματος, τοῦ ὁποίου διετέλεσα ἀνέκαθεν ἀντίπαλος, ἀντίπαλος, διότι ἐφρόνουν ἀλλαχῆ ἢ οἷα ἐφρόνει τὸ κόμμα ἐκεῖνο· τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, διότι πρὸ ὀλίγου ἐξήλθομεν ἐκ περιόδου ἀπαισίων παρεκτροπῶν, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς ἀπαίσια ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ τῷ ἀνακοινώσω, ὅτι δὲν ἐνέκρινα τὴν τακτικὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐθαύμαζεν ὁ κ. Γουναράκης· δὲν ἐνέκρινα δὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν αὐτοῦ, λαβόντος τὸ θάρρος νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ νὰ θίξῃ αὐτὴν, ὡς καὶ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ νὰ ἐγγίσῃ αὐτήν. Ἂν δὲ δὲν ἔπραττε τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἤθελον καὶ ἐγὼ ἀπαλλαχθῆ τοῦ κόπου νὰ ἀφεθῶ εἰς ἀναμνήσεις παρελθόντος μὴ ἀπέχοντος πολὺ, ἀλλὰ λυπηροῦ, καὶ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης ἐκ νέου. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι πάντες ὑμεῖς, καὶ ἡ δεξιὰ καὶ ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ, εἶσθε υἱοὶ Ἑλλήνων, συνδεόμενοι μετὰ τοῦ τόπου τούτου καὶ διὰ τῶν πατρικῶν παραδόσεων καὶ διὰ δεσμῶν στενωτάτων, ὅτι ἑπομένως ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἔχητε ἄλλην πολιτικὴν, εἰμὴ μίαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διαφωνοῦμεν μόνον κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ μετερχώμεθα τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, κατὰ τοῦτο δὲ διεφώνησα ὡσαύτως μὲ τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λέγεται, ὅτι εἶναι νῦν ὁ διευθυντής. Δὲν ἀποδέχομαι τὰς γνώμας τοῦ ἀγαπητοῦ μοι πρώην συναδέλφου, τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Αἱ γνῶμαι ἐκεῖναι ἐξηνέχθησαν μετὰ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐλέγχου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ καταδείξωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θέλει παραγάγει πρακτικὰ ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ἐξηνέχθησαν αἱ γνῶμαι μετὰ τοσαύτης ὑπερβολῆς, ὥστε, ἂν ἤθελέ τις ἀκολουθήσει αὐτὰς, ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς τὴν ἀπελπισίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν καὶ νὰ ἀξιώσωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ πρωταγωνιστήσωμεν, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς μόνοι νὰ ἀναλάβωμεν ὅλον τὸν ἀγῶνα, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν ἤθελον οὗτος παρασταθῆ ἐπὶ τῆς χερσονήσου τῆς Ἑλληνικῆς, εἴτε ἐν ἀναμίξει καὶ Μεγάλης ἢ Μεγάλων Δυνάμεων, εἴτε ἐν περιορισμῷ εἰς μόνας τὰς τοπικὰς διαιρέσεις· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ συναρμολογήσωμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν, καὶ τὰς ἐλπίδας ἡμῶν, καὶ τὰς δυνάμεις ἡμῶν πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς δυνάμεις καὶ ἄλλων, εἴτε μεγάλων Κρατῶν, ἂν τοιαῦτα ἤθελον παρασταθῆ μετέχοντα τοῦ ἀγῶνος, εἴτε μικρῶν, ἂν μεταξὺ μικρῶν ἤθελε περιορισθῆ ὁ ἀγών. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ παρέχωμεν διδόμενα εἰς αὐτοὺς, ὅτι θέλουσιν εὑρεῖ ἐν ἡμῖν τὴν χρησιμότητα, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην, καὶ χάριν τῆς ὁποίας θέλουσι καταστήσει ἡμᾶς κοινωνοὺς τῶν ἐργασιῶν των. Ὅτε κατὰ τὸ 1890 κατέπλεε τὸ πρῶτον θωρηκτὸν ἐκ τῶν λιμένων τῆς Γαλλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα,— δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖον ἐκ τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἡμῶν ἦτο τοῦτο, ἂν ἦτο αἱ «Σπέτσαι», ἢ ἡ «Ὕδρα» ἢ τὰ «Ψαρὰ»,—τότε, ἐρχόμενον ἀπὸ Μασσαλίας εἰς τὸν Πειραιᾶ, προσήγγισεν εἰς δύο λιμένας, εἰς τὸ Ἀλγέριον καὶ εἰς τὴν Μελίτην. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ὁ πρῶτος πλοῦς τοῦ θωρηκτοῦ, τὸ γεγονὸς ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν ἀσχολουμένων περὶ ταῦτα, καὶ ἰδίως ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ἔνθα ὑπῆρχε καὶ συμφέρον τι ἐκ φιλοτιμίας, διότι ἐκεῖ εἶχον κατασκευασθῆ τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐν τῇ Γαλλίᾳ μάλιστα ἔλεγον: «Πῶς, ἀφοῦ εἰς τὸ θωρηκτὸν αὐτὸ κατὰ τὴν κατασκευήν του εἶχον παρασκευασθῆ καὶ ἀποθῆκαι τοσοῦτον εὐρεῖαι, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποτεθῶσιν ἐν αὐταῖς ὅσοι γαιανθράκων τόννοι ἦσαν ἀναγκαῖοι διὰ τὸν πλοῦν, πῶς λοιπόν, ἔλεγον τότε ἐν Γαλλίᾳ, ἐσταμάτησεν εἰς τὴν Ἀλγερίαν καὶ εἰς τὴν Μελίτην;» Διότι εἶχε λεχθῆ τότε, ὅτι προσήγγισεν εἰς λιμένας, διὰ νὰ προμηθευθῇ ἄνθρακας· ἰδίως ἐφημερίδες τινὲς εἶχον ἀναφέρει τοῦτο. Ἐξ αὐτῶν δ’ ἔλαβεν ἀφορμὴν πολιτικὸς ἀνὴρ μεγάλου Κράτους, κραταιοῦ κατὰ θάλασσαν, ὅστις διετέλεσε πολλάκις Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου ὁ φιλελληνισμὸς ἦτο μεμαρτυρημένος, ἀλλ’ ὅστις δυστυχῶς δὲν ζῇ πλέον, καὶ ἔγραφεν, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη πρέπει νὰ φροντίζωσιν, ἵνα μὴ λαμβάνωσι χώραν παραπλήσια συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς χλεύην καὶ κατάκρισιν· προσετίθει δέ, ὅτι τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος ἡ συμπλήρωσις καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ αὐτῆς ἡ ἐκπαίδευσις, ἢ ἡ ἄσκησις, εἰσὶν ἀνάγκαι, τῶν ὁποίων ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρα πλήρωσις ἐπιβάλλεται οὐ μόνον ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἡ γνώμη τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, τὴν ὁποίαν περιβάλλει τὸ κῦρος αὐτοῦ, εἶναι αὐτὴ αὕτη, ἣν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ βελτιώσωμεν τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις. Ἀλλὰ διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων. Ἡ βελτίωσις τῶν ναυτικῶν δυνάμεων ἀποτελεῖ τὴν χρησιμότητα τῆς Ἑλλάδος, τῆς κειμένης κατὰ τὴν ἄκραν ταύτην τῆς Μεσογείου, πρὸς τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἔχουσιν ἐστραμμένα τὰ ὄμματα. Φρονῶ δέ, ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἂν δὲν πρέπῃ, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, νὰ στηρίζηται εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτὸ νὰ πρωταγωνιστήσῃ, πρέπει ὅμως νὰ παρασκευάζῃ τὸ Κράτος οὕτω, διὰ νὰ γένηται εἰς αὐτὸ δυνατὸν νὰ συμπράττῃ μετὰ ἰσχυρῶν· οὔτε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπρακτῶμεν ὅλως, καὶ νὰ περιμένωμεν νὰ σχηματίσωμεν ἢ νὰ κρατύνωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἢ νὰ καταστήσωμεν τὰς κατὰ ξηρὰν στρατιωτικὰς δυνάμεις τόσον μεγάλας, ὅσον εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ κατορθώσωμεν, διότι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν ἐπαρκοῦσι. Συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ γένωνται κινήματα, τὰ ὁποῖα ἀπελπισία μόνον εἶχεν ἴσως ὑπαγορεύσει, ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς οὔτε θωρηκτὰ εἶχεν, οὔτε στρατόν· ἐὰν δὲ συνδυασμὸς πολιτικῶν περιστάσεων, συναρμολογία συμφερόντων τινῶν ἢ ἐλπίδων ἐπήνεγκαν τὸ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα νὰ προικίσωσι τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τῆς λωρίδος τῆς Ἠπείρου, ἐγὼ τὴν πολιτικὴν ταύτην νομίζω τὰ μάλιστα προσήκουσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ὅμως δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῇ ποτὲ πάλιν ἐν τῇ ἀπογυμνώσει καὶ τῇ ἀπορίᾳ, ἐν ᾗ εὑρέθη κατὰ τὰ 1897 καὶ 1898. Καὶ τελευταῖον, ἂν ὑπάρχῃ, οὐχὶ ἐλπίς, ἀλλὰ πεποίθησις, ὅτι βραχὺς θέλει διαρρεύσει ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὁμόφυλος καὶ ὁμόθρησκος λαός, ὅστις ἐπὶ 80 περίπου ἔτη ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτοῦ, καὶ ἀνακηρύσσει ἑαυτὸν ἀδελφὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τέκνον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἂν ὑπάρχῃ, ὡς εἶπον, πεποίθησις καὶ οὐχὶ ἐλπίς, ὅτι θέλει ἑνωθῇ μεθ’ ἡμῶν, τοῦτο πιθανώτατα ἤθελεν ἐπιτευχθῆ διὰ μόνης τῆς δεξιᾶς καὶ συνετῆς πολιτείας, ἣν μετήρχετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ ἄνευ τῶν συμφορῶν, τὰς ὁποίας παρεσκεύασε φιλοπατρία ἀμαθὴς καὶ ἄκριτος, οὐχὶ μόνη, ἀλλὰ καὶ ἐκμετάλλευσις ἱερᾶς ὑποθέσεως ὑπὸ ἀνδρῶν ἀναξίων νὰ λέγωνται Ἕλληνες, εἴτε ἂν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο πρὸς εὐτελεῖς πολιτικοὺς σκοπούς, εἴτε ἂν ἐγένετο πρὸς χυδαῖον, ἀλλὰ καὶ ἐγκληματικὸν χρηματισμόν. Καὶ δὲν εἶναι ἀκατόρθωτος, ἀλλὰ κατορθωτὸς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πρέπει νὰ κανονίσῃ τὸ Κράτος τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς αὑτοῦ, οὐδὲ θέλουσιν ἀπαιτηθῆ 100 ἢ 200 ἑκατομμύρια, θέλουσιν ἀπαιτηθῆ ὅμως χρήματα, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ πορισθῶμεν, διότι μόνον τότε θέλομεν δυνηθῆ νὰ μετέλθωμεν τὴν προσήκουσαν εἰς τὰς πολιτικὰς περιστάσεις ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον ὄντως μετριόφρονα, τόσῳ δ’ ὀλίγον μεγαλοπράγμονα. Οἱ λόγοι οὗτοι ἔπεισαν ἡμᾶς ν’ ἀποδεχθῶμεν ὡς πρώτιστον, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου τεταγμένον σκοπὸν τοῦ πολιτικοῦ κόμματος ἡμῶν, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ ἔθιξε διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἔθιξε διὰ τῆς ἑτέρας τὴν ἐσωτερικήν. Ἄν ἐσωτερικὴ πολιτικὴ ἦναι ἡ ναυτικὴ παρασκευή, ἡ σκοποῦσα νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ ἂν τοῦτο ἐσκόπει νὰ καταδηλώσῃ ἡ μνεία τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν, τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ διευθύνσει τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδόλως διστάζω νὰ διακηρύξω, ὅτι οὐδέποτε ἐνέκρινα τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, οὐδὲ τότε, ὅτε ταῦτα παρηγγέλθησαν, οὐδὲ νῦν, ὅτε δώδεκα παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη. Ἐφρόνουν, ὅτι, πρὶν ἢ δαπανηθῶσι τὰ 38 ἢ 40 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, ἔπρεπε νὰ παρασκευάσωμεν τὸν τόπον οὕτως, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ λέγητε πρὸς αὐτόν: «δός μοι 5 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ἐπί τινα ἔτη». Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπεγράφομεν τὴν παραγγελίαν τῶν θωρηκτῶν μὲ τὴν μίαν χεῖρα, ἐτείνομεν δὲ τὴν ἄλλην χεῖρα, ζητοῦντες δάνειον, καὶ συνεχωνεύομεν τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν μὲ τὴν ζήτησιν χρημάτων, μὲ τὴν προμήθειαν χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν εἴχομεν, τοῦ ὁποίου δ’ εἴχομεν ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην, ἵνα δι’ αὐτοῦ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων ἡμῶν. Καὶ ἀφοῦ τῶν θωρηκτῶν τὸ μὲν πρῶτον κατέπλευσε περὶ τὰ μέσα τοῦ 1890, τὰ δ’ ἕτερα δύο βραδύτερον, κατὰ τὰ 1895, ὅτε εἶχον παρέλθει πέντε ἔτη, εὑρέθησαν τότε δυνάμενα μὲν νὰ ὑποστῶσιν ἄμυναν, ἀνίκανα δὲ νὰ ἐπιχειρήσωσιν ἐπίθεσιν. Κατὰ τὸ 1892—εὐτυχῶς δὲ παρευρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτικὸς ἀνήρ, μετὰ τοῦ ὁποίου τότε συνειργαζόμην—περὶ τούτου ἐμεριμνῶμεν, καὶ εἴχομεν Γάλλον, ἀνήκοντα εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον, ὅστις εἶχε χρησιμεύσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ ἐγνώριζεν αὐτά, καὶ παρεσκευάζομεν τ’ ἀπαιτούμενα, ἵνα συμπληρώσωμεν τὸν ὁπλισμόν, καὶ μετασκευάσωμεν προσηκόντως καὶ σκοπίμως πρὸς τοῦτο τὰ θωρηκτά. Ἀπρόοπτος μεταβολὴ ἔρριψεν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἐγκατελείφθησαν δὲ καὶ ἐματαιώθησαν αἱ μελέται· κατὰ δὲ τὸ 1895, ὅτε ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, εὕρομεν τὰ θωρηκτὰ ὡς ἀρχῆθεν ἦσαν, ἤτοι ἐστερημένα ταχυβόλων, μὴ ἔχοντα εὐρείας καὶ ἀναγκαίας ἀποθήκας, ἄνευ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ, ἄνευ διϋλιστηρίων, στερούμενα καὶ τῶν προχειροτέρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναπόφευκτα εἰς τὴν πολεμικὴν δρᾶσιν τῶν θωρηκτῶν. Ὅτε δ’ ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ συνάδελφος ἐμὸς ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, μοὶ ἐνεχείρισεν ἔκθεσιν τῶν ναυπηγῶν καὶ μηχανικῶν, ἐν ᾗ περιεγράφετο, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν μηχανῶν καὶ τῶν λεβήτων ἑκάστου τῶν πλοίων· βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι ἀλγεινότατα ἠγέρθησαν ἐν τῇ ψυχῇ μου αἰσθήματα, καθ’ ὃν χρόνον ὑμεῖς, οἵτινες μᾶς ἀντεπολιτεύεσθε τότε, μᾶς ἠλέγχετε, διατὶ δὲν ἐκηρύττομεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Μήπως κατὰ τὸ 1885, ὅτε εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν, εὕρομεν εἰς κρείττονα κατάστασιν τὰ πλοῖα τοῦ στόλου; Ἂν ἡ διηνεκὴς ἐπιτήρησις καὶ φροντὶς περὶ συντηρήσεως καὶ βελτιώσεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων καὶ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ συνδέηται μετὰ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καλῶς μεμελετημένης, ὁδηγοῦμαι ἐπαρκῶς καὶ περὶ τῆς τότε ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀπὸ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ 1885 μοὶ ἔδωκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Γεώργιος Π. Μπούμπουλης· καὶ φυλάσσω αὐτὴν ἐν τῷ ἀρχείῳ μου, καὶ δὲν λησμονῶ εἰς ποίαν καὶ τότε ἐλεεινὴν κατάστασιν εὕρομεν, κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν, πάντα τὰ πλοῖα. Ἀλλ’ ὁ κ. Γουναράκης, βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐποιήσατο λόγον περὶ πολιτικῆς μεγαλομανοῦς. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοιαύτης πολιτικῆς, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑπὲρ πολιτικῆς ἐπιδεικτιώσης. Οὐδόλως ἀρέσκομαι εἰς τὰς ἐπιδείξεις· πολιτικὴν δ’ ἐπιδείξεως μετῆλθον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρίστα πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ὑπηρετοῦν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ὑπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιδείξεως ὑπηγορεύθη. Εὐχάριστον ὄντως θὰ ἦτο εἰς ἐμὲ, ἂν μοὶ ἐδίδετο ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἐνόησαν πλέον, ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας προεκήρυσσον ὅτι εἶχον, ὅτε ἀνήρχοντο εἰς τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας, ἦσαν ἐσφαλμέναι, ὡς πεπλανημένα καὶ ἐστερημένα βάσεώς εἰσι καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τῆς εὐημερίας, ἥτις κατακλύζει τὰς ἐπαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠδυνήθη νὰ ποιήσηται ἐκεῖνο τὸ ἐκπληκτικὸν ὄντως ἅλμα, νὰ ἀναβιβάσῃ τοὺς φόρους, οὓς ἀπέτινεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀπὸ 42 εἰς 80 ἑκατομμύρια ἐντὸς διετίας, καὶ ἐντὸς πενταετίας νὰ ἀναβιβάσῃ αὐτὰ εἰς 90 ἑκατομμύρια, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Ἐπλήρωνε τοὺς φόρους, ὑποκύπτων εἰς τὰ κελεύσματα τῆς πατρίδος, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι εὐημερεῖ· ἂν δ’ ἠδυνήθη νὰ αὐξήσῃ κατά τι τὰ ἔσοδά του, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐχύθησαν εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους 400 ἢ 500 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ἰσοτιμώμενα μὲ 640 ἢ μὲ 800 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν πάντως εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἐδημιούργησαν τὸν κλοιὸν, ὅστις ἐτέθη περὶ τὸν τράχηλον ἡμῶν. Ἡ οἰκονομικὴ εὐημερία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παράγηται διὰ δανείων, ἀλλὰ διὰ τῶν προσόδων, διότι αἱ πρόσοδοι εἶναι προϊόν τῆς ἐργασίας. Καὶ πέρυσιν ἐπλήρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὡς φόρους, 100 καὶ πλέον ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἐξέλθετε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐπισκεφθῆτε τὰς οἰκίας καὶ τὰς καλύβας, ἐρωτήσατε ἕκαστον τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου, πόσα ἔχει ἀποταμιεύματα. Καὶ ὅταν μάθητε, ὅτι δὲν ἔχει ἀποταμιεύματα, ἐρωτήσατε αὐτὸν διὰ τὴν αἰτίαν τούτου. Τί συνέβη προχθὲς εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων; Συνεκινήθη ἅπασα ἡ Ἑλλὰς, διότι, ἐνῷ δὲν παρήγαγε σταφίδα, καὶ δὲν παρήγαγεν οἶνον, ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Συνεκινήθη, οὐχὶ διότι ἐδυστρόπει νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχε χρήματα, ἐπερίμενε δὲ νὰ πορισθῇ αὐτὰ ἐκ τῶν καρπῶν τῶν ἀμπέλων· ἀφοῦ δὲ δὲν παρήχθησαν καρποὶ, εὑρέθη ἐν ἀληθεῖ ἀμηχανίᾳ, πῶς νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον. Ὅταν ἐξαντλῆτε τὰ ἀποταμιεύματα τῶν παραγωγῶν, μὴ περιμένετε πρόοδον ἐκ τῆς παραγωγῆς, διότι αὕτη ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῶν περισσευμάτων, δι’ ὧν οἱ ἐργαζόμενοι, οἱ παραγωγοὶ, προβαίνουσιν εἰς ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν των, εἰς βελτίωσιν αὐτῶν, καὶ παρασκευάζουσιν οὕτω τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν. Μόνον ὅταν αὐξήσωσιν οἱ παραγωγοὶ τὰ ἔσοδα αὐτῶν, δύνασθε νὰ αὐξήσητε καὶ τοὺς φόρους. Οἱ φόροι λοιπὸν δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται, ἢ οἱ ὑπάρχοντες νὰ ἐντείνωνται, ἀλλὰ μόνον ὅταν παρήχθησαν ἔσοδα ἐκ τῆς παραγωγῆς περισσότερα, διότι τότε πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν ἔσοδα, δὲν διατίθενται δὲ εἰς πληρωμὴν τῶν φόρων τὰ ἀποταμιεύματα, οὐδὲ παρακωλύεται ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τῆς παραγωγῆς ἕνεκα τούτου. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει τέλος πεισθῆ νὰ ἐγκαταλίπῃ πᾶσαν ἐπιδεικτικὴν πολιτικὴν, καὶ νὰ ἀσπασθῇ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς· οὐδὲ ἀπελπίζομαι, ὅτι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτοὶ θέλουσι κατανοήσει ταῦτα, καὶ ἀσπασθῆ τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂν ἤθελον ἐπιμείνει μέχρι τέλους μὴ ἐφαρμόζοντες αὐτὴν, ψηφίζοντες νόμους, δι’ ὧν αὐξάνονται τὰ ἔσοδα, ἐπὶ τῷ λόγῳ νὰ ἀναπτύξωσι τοτὲ μὲν τοῦτον, τοτὲ δ’ ἐκεῖνον τὸν κλάδον τῆς διοικήσεως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βεβαίως θέλει ὑποδεχθῆ αὐτοὺς κακῶς, ὅταν ἐπανακάμψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Λυποῦμαι, διότι μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ θίξω ζητήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ θίξω ἐν ἐκτάσει καὶ εὐρύτερον κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἤμην ἠναγκασμένος ὅμως εἰς τοῦτο, διότι ἔτεινε τὰς χεῖρας εἰς τὴν ἐξωτερικὴν καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ἐπεχείρισε νὰ θίξῃ τὰς λεπτομερείας αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐδίστασα νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ· ἐποιησάμην δέ τινας ἐπιφυλάξεις κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι οὐδέποτε μὲ ἐνθουσιᾷ ἡ δανειστικὴ πολιτική. Ἀφοῦ δὲ οἱ Ὑπουργοὶ ἀπεδέχθησαν νὰ μὴ σπεύσωσιν εἰς παραγγελίας, ὅταν δ’ ἐπιστῇ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θέλουσι λάβει ἀνάγκην νὰ συνομολογήσωσι δάνειον, νὰ ζητήσωσι νὰ πράξωσι τοῦτο διὰ νόμου, ἤρθησαν καὶ οἱ ἐμοὶ δισταγμοὶ, καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θέλω ψηφίσει αὐτό.
§199Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι γίνεται, κύριε Πρόεδρε, ἀπό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐγένετο ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι καὶ παρ’ ἄλλοις Κράτεσι. Φωνὴ ἐγείρεται ἀφ’ ἑνός, ὅτι πρέπει μόνον περὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς νὰ ἐργασθῶμεν, φωνὴ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν ὅσα ζητοῦμεν σήμερον νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, καὶ ὅτι πρέπει περισσότερα νὰ δαπανήσωμεν, ἀδιαφοροῦντες περὶ πάσης ἄλλης ἐξετάσεως. Καὶ ἐνῷ τοσαῦτα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, βλέπομεν Κράτη, οὐχὶ ὀλίγα, ἀλλὰ σχεδὸν πάντα ἐν τοῖς σημερινοῖς χρόνοις, οὔτε εἰς μόνην τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν ἀσχολούμενα, οὔτε ὀλίγα καὶ ἀνάλογα πρὸς τὰ ἔσοδα αὐτῶν δαπανῶντα ὑπὲρ παρασκευῶν στρατιωτικῶν. Γνωσταὶ αἱ μεγάλαι δαπάναι, ἃς ἐπιβάλλουσιν εἰς πολλὰ Κράτη αἱ ναυτικαὶ παρασκευαί. Αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἄλλα Κράτη εὑρέθησαν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξαν χείρονες τῶν ἡμετέρων. Ἡ Ἑλλὰς εὐτυχῶς σήμερον, ζητοῦσα νὰ παρασκευασθῇ ναυτικῶς, δὲν εὑρίσκεται εἰς τόσον μειονεκτικὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς, ὥστε νὰ ἦναι ἀπελπιστικὸν τὸ ἐπιχείρημα. Ἄλλα Κράτη ὑποβάλλονται εἰς ὑπερβολικὰς δαπάνας, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν παραγωγῆς, καὶ σχεδὸν ἐν ἀπελπισίᾳ διατελοῦσιν, ἂν θὰ δυνηθῶσιν, ἐν μέσῳ τοῦ εἰς παρασκευὰς ἀνταγωνισμοῦ, νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Περὶ τῆς Γαλλίας δύναταί τις νὰ εἴπῃ σήμερον, ὅτι ἐξακολουθεῖ ποιοῦσα κολοσσιαίας δαπάνας, ἐν πλήρει βεβαιότητι, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πλησιάσῃ τὴν δύναμιν τῆς Ἀγγλίας, ἥτις δὲν παύει αὐξάνουσα τοὺς στόλους αὑτῆς. Δὲν ὑπάρχει πολιτευόμενος ἢ ναυτικὸς ἐν Γαλλίᾳ σήμερον, ὁ ὁποῖος νὰ φρονῇ, ὅτι, μὲ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισε νὰ ἐξοδεύσῃ ἡ Γαλλία ὑπὲρ τοῦ στόλου της, θὰ δυνηθῇ ποτὲ νὰ παρατάξῃ δύναμιν ἴσην πρὸς τὴν τῆς Ἀγγλίας, εἴτε ἐν τῇ Μεσογείῳ, εἴτε εἰς τὰ βόρεια παράλια αὐτῆς. Ὅσα, καὶ ἂν δαπανήσῃ πρὸς τοῦτο, βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν θὰ φεισθῇ δαπανῶν μειζόνων. Ἐν τούτοις, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἡ Γαλλία ἐξακολουθεῖ παρασκευαζομένη καὶ δαπανῶσα ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἡ Ἰταλία, ἥτις διὰ τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς αὑτῆς παρασκευὰς ἐθυσίασεν ἄλλοτε αὐτὴν τὴν ὑλικὴν αὑτῆς εὐημερίαν, περιελθοῦσα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς οἵαν περιήλθομεν ἡμεῖς διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπέμεινε νὰ παρασκευάσῃ καὶ παρεσκεύασε δύναμιν ναυτικὴν ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῷ κόσμῳ, ἐξακολουθεῖ δὲ καὶ νῦν, καίτοι ἐν πλήρει ἀπελπισίᾳ, ὅτι δύναται νὰ καταρτίσῃ δύναμιν ἰσόπαλον πρὸς τὴν τῆς Γαλλίας, νὰ δαπανᾷ οὐ μικρὰ ποσὰ πρὸς αὔξησιν τῆς ναυτικῆς αὑτῆς δυνάμεως. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἐζήτησεν, εἰ καὶ εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, 17,000,000 φράγκων πίστωσιν, μόνον δι’ ἑνὸς πλοίου τὸ σκάφος καὶ τὰς μηχανάς. Ἡ Γερμανία ἐξακολουθεῖ, παρὰ τὴν ἐξέγερσιν ἰσχυρᾶς μερίδος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῷ λαῷ, ζητοῦσα μεγάλας δαπάνας παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς καταρτισμὸν μεγάλης δυνάμεως ναυτικῆς, δυναμένης ἐν ἀνάγκῃ καὶ πρὸς τὴν Γαλλίαν ν’ ἀντιμετρηθῇ, καὶ τὸ νέον ἀποικιακὸν κράτος αὐτῆς, πρὸς ὃ ἐποφθαλμιᾷ, νὰ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ. Καὶ ἡ Ρωσσία εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκεται. Τὰ ἠπειρωτικὰ ταῦτα Κράτη δαπανῶσιν ἔκτακτα ποσὰ, ἐξοπλιζόμενα ἐναμίλλως τὸ ἓν κατὰ τοῦ ἄλλου, ἄνευ βεβαιότητος ἐξασφαλίσεως τῆς ὑπεροχῆς αὐτῶν καὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Εὐτυχῶς ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν. Δὲν δυνάμεθα δηλ. νὰ ἀμφιβάλωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι παρασκευαζόμενοι, ἐντὸς βεβαίως τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν βεβαιότητα θὰ ἔχωμεν, ὅτι θὰ καταρτίσωμεν δύναμιν ναυτικὴν, ἥτις νὰ δύναται μίαν ἡμέραν νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Αἱ ἀντίπαλοι δυνάμεις, ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, δὲν εἶναι φόβος, ὅτι θὰ ἦναι ὑπέρτεροι τῶν ἡμετέρων. Ἀρκεῖ νὰ ἤμεθα μὲ αὐτὰς καλῶς ἕτοιμοι. Ἄλλως τίποτε δὲν ὠφελεῖ. Ὅσα καὶ ἂν ἐξοδεύσωμεν, ἔσονται εἰς μάτην. Ἔχομεν ἀντιπάλους, εὐτυχῶς, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ πολὺ πλούσιοι εἶναι, οὐδ’ ἰσχυροὶ οἰκονομικῶς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ δαπανῶσι μεγάλα ποσὰ, οὐδὲ ναυτικὸν πληθυσμὸν ἔχουσιν, ὅπως δι’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ ἔχωσι τὰς βάσεις ἰσχυρᾶς ναυτικῆς δυνάμεως. Δὲν ἀπαιτοῦνται διὰ τοῦτο ὑπερβολικῶς μεγάλα ποσά· ἀρκεῖ ταῦτα νὰ διανεμηθῶσιν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν· οὐδ’ ἐὰν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, παρασκευασθῶμεν, ἡ ναυτικὴ αὕτη παρασκευὴ θὰ ἦναι, ὥς τινες φρονοῦσιν, ἐντελῶς ἄχρηστος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀντιπάλου δυνάμεως. Ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν στόλου δὲν ἦναι ἡ μεγάλη δυσχέρεια, ἀλλ’ ἡ πλήρης παρασκευὴ αὐτοῦ πρὸς ἐνέργειαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε πρὸς τὸ ἓν ἄκρον, οὔτε πρὸς τὸ ἄλλο, νὰ τραπῇ ἡ Βουλή· οὔτε δηλαδὴ νὰ θέλωμεν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν νὰ ἀσχολώμεθα, οὔτε, παραμελοῦντες πᾶσαν ἐργασίαν ὑπὲρ αὐτῆς, νὰ θέλωμεν ἀποκλειστικῶς νὰ ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐντὸς βεβαίως τῶν δυνάμεων τῆς χώρας· ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ν’ ἀπελπιζώμεθα πρὸ τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τοιαύτην παρασκευήν. Ἀληθῶς αὗται εἶναι μεγάλαι, διότι πρόκειται νὰ ἔχωμεν καὶ στρατὸν καὶ στόλον συγχρόνως. Ἀλλ’ ἡ θάλασσα, ἐνῷ εἶναι βάρος, εἶναι καὶ ὑπεροχὴ, καὶ πρέπει καὶ χάριν αὐτῆς νὰ δαπανῶμεν. Πλὴν ἡ δαπάνη δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ διὰ μιᾶς. Θὰ διανεμηθῇ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, καὶ λόγῳ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, ἀπαιτούσης χρόνον, καὶ λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε σήμερον ἔχομεν, οὔτε αὔριον θὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἔθνος κρίνῃ ἀναγκαίαν καὶ κατεπείγουσαν τὴν παρασκευὴν ἡμῶν ναυτικῶς καὶ κατὰ ξηρὰν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους θὰ λάβῃ τοιαύτην διεύθυνσιν, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὥστε θὰ καταστῇ δυνατὸν, περιοριζομένων ἄλλων δαπανῶν, καὶ μὴ δαπανωμένων εἰς τὰ στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα ἢ μόνον τῶν παρασκευαζουσῶν ἡμᾶς πρὸς πόλεμον, ν’ αὐξήσωμεν οὐχὶ ὑπερβαλλόντως τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Πολύτιμος χρόνος ἀπωλέσθη μετὰ τὸν πόλεμον. Πολύτιμος ὄχι μόνον διότι ἔχομεν καθῆκον καὶ συμφέρον, τὸ ταχύτερον ν’ ἀποδείξωμεν περὶ ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν ἢ πρότερον νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι μετὰ τὸν πόλεμον καὶ τὸν συμβιβασμὸν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀπεδείχθησαν εὐμενέστερα πρὸς δαπάνας παρασκευῶν ἢ ὅσον ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίζῃ. Τὰ ἔσοδα ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ 1898 ηὔξησαν σπουδαίως, ἄνευ νέων φόρων. Ἀλλ’ ἐνῷ καὶ μὲ περισσότερα ἔσοδα ὠφείλομεν οὐχ ἧττον νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς οἰκονομίας, καὶ, ἀσφαλίζοντες βέβαια περισσεύματα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, νὰ ἐνισχύσωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ διαθέσωμεν εἰς ἄλλας ἀνωφελεῖς δαπάνας πᾶν περίσσευμα καὶ πᾶσαν περιπλέον εἴσπραξιν. Οὕτως ἐδίδοντο μὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποσχέσεις περὶ στρατιωτικῆς ἀνορθώσεως, καὶ ὑπεβάλλοντο νομοσχέδια παρ’ αὐτῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ἐφρόντιζεν αὕτη νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, διαθέτουσα πᾶν περίσσευμα τυχὸν εἰς ἄλλας νέας δαπάνας, ἐνῷ ὤφειλε καὶ οἰκονομίας νὰ φέρῃ εἰς τὰς ὑπαρχούσας. Δυστυχῶς ἡ μανία ἡμῶν εἶναι νὰ μὴ ἔχωμεν περισσεύματα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, διότι τὰ δαπανῶμεν πρὶν κἂν πραγματοποιηθῶσιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἡ κυριεύουσα ἤδη ἐν ἡμῖν ἰδέα εἶναι, πῶς νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, φαίνεται δὲ, ὅτι τὸ κόμμα, τὸ διαδεχθὲν τὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, κατελήφθη ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι, ἐὰν ἐκεῖνος δὲν ἠδυνήθη ἐπὶ μακρότερον χρόνον νὰ διαμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐὰν πολλάκις ἀνεκόπη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν, αἰτία τούτου μόνη ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ διαθέτῃ περισσότερα μέσα ὑπὲρ τῶν ἐκλογέων καὶ τῆς πλειονοψίας. Καὶ διὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κυριωτέρα προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως συνεκεντρώθη, πῶς νὰ εὐχαριστήσῃ περισσότερον τὰς ἐπαρχίας, καὶ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς θέσεις καὶ τὰς παροχάς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται κομματικῶς περισσότερον νὰ στηριχθῇ. Ὅταν ἀπὸ τοιαύτας κατεχώμεθα κομματικὰς σκέψεις καὶ φροντίδας, ὅταν πιστεύωμεν, ὅτι ἡ πρώτη καὶ μᾶλλον κατεπείγουσα ἐθνικὴ ἀνάγκη εἶναι, πῶς νὰ διατηρηθῶμεν περισσότερον χρόνον εἰς τὴν ἀρχήν, πῶς νὰ πλάσωμεν νέας θέσεις, πῶς νὰ θέσωμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Ὑπουργῶν περισσότερα μέσα ἐπηρεασμοῦ τῶν Βουλευτῶν, βεβαίως περισσεύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν· διότι, καὶ ἂν τοιαῦτα ἤθελον τυχὸν ὑπάρξει, τὰ προεξοφλοῦμεν, σπεύδοντες νὰ τὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ κομματικῶν, ὑπὲρ πολιτικῶν νομοθετημάτων. Ἰδοὺ πῶς ἀπωλέσθη πολύτιμος καιρὸς μετὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλά, μολονότι δὲν εἶναι τὸ παρὸν οὐδὲ τὸ ἐγγύτερον παρελθὸν λίαν ἐνθαρρυντικόν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει, ἀπελπιζόμενοι, νὰ κηρυχθῶμεν ἐναντίον γνώμης, ἡ ὁποία παρ’ ὅλων ἐπιδοκιμάζεται, ἀλλὰ προσκρούει εἰς τὰς ἰδέας ἢ τῆς κατὰ προτίμησιν ὑποστηρίξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἢ τῆς ἀνάγκης ἐπιβολῆς φόρων νέων πρὸς ἐξεύρεσιν μέσων διὰ παρασκευάς, ἐνῷ ἡ χώρα εἶναι λίαν βεβαρημένη διὰ φόρων, καὶ δὲν ἀντέχει εἰς νέους. Ἀμφότεραι αἱ γνῶμαι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστοι. Τὸ κατ’ ἐμέ, θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὑποστηρικτέον, ὡς καθιεροῦν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξευρέσεως πόρων δι’ ἀφαιρέσεως τοιούτων ἀπὸ τῶν ὑφισταμένων ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ καθιερώσεως αὐτῶν εἰς ὡρισμένους ἐθνικοὺς σκοπούς. Οὕτως ἀποφεύγομεν νέους φόρους. Βεβαίως τὰ μέσα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ὅταν ἕκαστος ἔχῃ ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτοῦ ἓν σχέδιον ἢ πρόγραμμα ναυτικῆς παρασκευῆς, καὶ εὑρίσκῃ, ὅτι διὰ τῶν πόρων τοῦ νομοσχεδίου τὸ πρόγραμμά του τοῦτο δὲν πραγματοποιεῖται. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς σταματήσῃ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθὴ καὶ πρακτική, εἰ καὶ δυσάρεστος. Διότι βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ εὐχαριστῆται, βλέπων πόρους εἰσφερομένους ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ἀφαιρῶνται ἐκ τῆς θεραπείας ἄλλων ἀναγκῶν, καὶ νὰ δαπανῶνται εἰς παρασκευὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς. Βεβαίως ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἔχει πολλὰς δαπάνας, αἵτινες ἄνευ ζημίας δύνανται ν’ ἀπαλειφθῶσιν, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλας, ἢ παραλείπει καὶ ἄλλας, ἀναγκαιοτάτας. Ἡ ἐλάττωσις ἑπομένως τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται ν’ ἀποβῇ καὶ ἐπιβλαβής· ἑπομένως ἡ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς μεταβολαῖς αὐταῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖ μεγάλην προσοχήν. Τοῦτο δὲ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον μετ’ οὐ πολὺ πιθανώτατα θὰ ἴδωμεν νὰ προστίθηνται εἰς τὸ Ταμεῖον ἄλλοι πόροι, οἱ ὁποῖοι εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι φόροι, καὶ οἱ ὁποῖοι δυνατὸν ν’ ἀποσπασθῶσι πάλιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς πρὸς τοῦτο, δυνάμεθα νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ἐκτὸς ἐὰν σήμερον παρουσιάζωμεν ἁπλῶς φενάκην, δημοκοποῦντες, ὅπερ δὲν πιστεύω. Ἂν σπουδαίως ἀπεφασίσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν ναυτικὴν δύναμιν, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ λείψωσιν οὔτε αἱ περιστάσεις, οὔτε τὰ πρόσωπα, ὅπως ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ προσθέσωσι νέους πόρους ὑπὲρ τοῦ Ταμείου, καὶ αὐξηθῇ τὸ ποσόν, τὸ προωρισμένον νὰ ὑπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς τοῦ νόμου. Αὐτὰ εἶναι τὰ καλά, ἀλλὰ καὶ τὰ κακὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου. Τὸ Ταμεῖον, ἰδίως λόγῳ τῶν σημερινῶν οἰκονομικῶν φαινομένων ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν, τὸ θεωρῶ χρήσιμον, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἥτις φέρεται εἰς μεγάλας δαπάνας διὰ κομματικὰ καὶ πολιτικὰ ὠφελήματα, ἀφαιρεῖ ὅμως, καὶ ἴσως μίαν ἡμέραν ἀφαιρέσει περισσοτέρους πόρους, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι οἱ ὑπηρετοῦντες ἀνωφελεῖς δαπάνας. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν τοῦ Ταμείου. Ἐγὼ θὰ ἔβλεπον σήμερον εὐχαρίστως τὴν ἐπάνοδον καὶ αὐτοῦ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, ἐπάνοδον τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, σύστασιν Ταμείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλων ὁμοίων Ταμείων, προικιζομένων δι’ εἰδικῶν πόρων, εἴτε ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἔξωθεν. Τὰ Ταμεῖα εἶναι καλὰ κατὰ τοῦτο, ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν σκοπῶν ἀγαθῶν ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν πόρους, τοὺς ὁποίους ὀρέγονται μᾶλλον νὰ διαθέτωσι πρὸς ἀνωφελεῖς ἄλλους σκοποὺς, ἀλλὰ πτωχύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Εὑρίσκω ὅμως ὅτι πολὺ περισσότερον ἐπιβλαβὴς ἢ ἡ μικρότης τῶν πόρων γίνεται ἡ διατύπωσις ἀπὸ σήμερον σχεδίου καὶ προγράμματος, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται οἱ μικροὶ πόροι τοῦ Ταμείου νὰ διατεθῶσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν πρὸ μικροῦ, εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν πόρων αὐτῶν, οἵτινες ἐγγυῶνται τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου, τὸ Ταμεῖον θὰ δυνηθῇ νὰ κατασκευάσῃ τρία καταδρομικὰ, ὀλίγα τορπιλοβόλλα, καὶ πρὸς τῇ δυνάμει, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν, θὰ καταρτίσωμεν ναυτικὴν δύναμιν, ἱκανὴν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἡμέτερα συμφέροντα. Φρονῶ, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Φρονῶ ὅτι πρέπει πρὶν πολὺ νὰ σκεφθῶμεν καὶ πολὺ νὰ μελετήσωμεν τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ χρήματος αὐτοῦ, μικροῦ ἢ μεγάλου, πρὸς καταρτισμὸν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς ἰδέας, ἥτις ἐπεκράτησεν ἀλλαχοῦ, καὶ ἐπικρατεῖ ἴσως ἀκόμη, ὅτι τὰ καλλίτερα πλοῖα εἶναι τὰ καταδρομικὰ, καὶ ὅτι ἡ πρώτη δύναμις, ἥτις πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν, εἶναι τὰ καταδρομικὰ, καὶ καταδρομικὰ μάλιστα ἐν ἴσῳ ἀριθμῷ πρὸς τὰ πλοῖα μάχης, οἷα θεωροῦνται τὰ θωρηκτά. Δι’ ἡμᾶς δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναταί τις τόσον ἐνθουσιωδῶς νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ πλοίων τοιούτων. Μήπως ἔχωμεν ἀντίπαλον, ἔχοντα σπουδαῖον ἐμπορικὸν ναυτικὸν, ὅπερ πρόκειται νὰ βλάψωμεν διὰ τῶν καταδρομικῶν ἡμῶν; Βεβαίως τοιαύτην δύναμιν δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τόσην ἀνάγκην αὐτῶν, διότι δὲν θὰ μετέλθωμεν πόλεμον βιομηχανικὸν, ἢ ἐμπορικὸν, κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ἡμῶν. Διὰ σκοπὸν λοιπὸν τοιοῦτον δὲν χρησιμεύουσιν ἡμῖν τὰ καταδρομικὰ, ἀλλ’ οὐδὲ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὑποστήριξιν ναυτικῶν ἐπιχειρήσεων μεμακρυσμένων ἢ ἀποικιακῶν συμφερόντων, διὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τις μεγάλης ταχύτητος πλοῖα, δυνάμενα νὰ ἐργασθῶσιν εἰς μεγάλην ἀκτῖνα ἐνεργείας. Οὐδ’ ἀποικιακὴ Δύναμις εἴμεθα, οὐδ’ ἐπιχείρησιν ναυτικὴν, ἐκτὸς στενῆς τινος ἀκτῖνος περὶ τὰ παράλια ἡμῶν, θὰ ἔχωμεν νὰ ἐπιχειρήσωμεν. Λοιπὸν οὐδ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου τοιούτου εἴδους πλοῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ τὰ πλοῖα αὐτὰ εἶναι συγχρόνως καὶ πολυδάπανα, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅταν δὲν ἔχητε τὰ ἀναγκαῖα πλοῖα μάχης· εἶναι μὲν πολυδάπανα, ἕνεκα τῆς μεγάλης ταχύτητος, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, εἶναι δὲ ἄχρηστα ἐν μάχῃ, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἰσχυροῦ πυροβολικοῦ, ἐπιθετικῆς δυνάμεως ἰσχυρᾶς, καὶ ἀμυντικῆς δυνάμεως, διὰ θώρακος παχέος ἀποκτωμένης, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν τεθωρακισμένα καταδρομικὰ, ἅτινα εἶναι δαπανηρότερα. Λοιπὸν δὲν πρέπει σήμερον νὰ θεωρῶμεν λελυμένον τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα γνώμην ἢ κατὰ ποῖον σύστημα θὰ πράξωμεν, καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι μόνον τόσα πλοῖα χρειαζόμεθα, τόσα καταδρομικὰ, τόσα τορπιλλοφόρα· διότι πρῶτον δὲν ἠξεύρομεν, ἂν τὰ τρία θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν δύναμιν μετ’ ὀλίγα ἔτη, τὴν ὁποίαν ἔχουσι σήμερον. Ἡ γενικωτέρα γνώμη εἶναι, καὶ ἡ γνώμη αὕτη θεωρεῖται ἡ ὀρθοτέρα, ὅτι πέραν τῶν 25 ἐτῶν πλοῖον θωρηκτὸν δὲν θεωρεῖται χρήσιμον ἐν μάχῃ· ἀλλὰ τὰ ἡμέτερα ὁμολογῶ, ὅτι ὀλιγώτερον ἐφθάρησαν, λόγῳ τῆς ἀργίας. Τὰ ἰδικά μας θωρηκτὰ ὅμως, ὡς καὶ πάντα τὰ θωρηκτὰ, μετὰ εἰκοσιπέντε ἔτη ἀπώλεσαν μέγιστον μέρος τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ λόγῳ τῶν προόδων τῆς ναυπηγίας, καὶ λόγῳ τῆς πυροβολικῆς, καὶ λόγῳ τῆς τέχνης τῶν θωράκων. Ἐὰν παρέλθωσιν ἔτη τινὰ ἀκόμη, δύνανται νὰ καταστῶσιν ἔτι ἀνεπιτηδειότερα πρὸς πόλεμον ἐπιθετικόν, διότι τὰ τρία αὐτὰ θωρηκτὰ, πρέπει νὰ γινώσκωμεν, ὅτι εἶναι προωρισμένα, ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ν’ ἀντιμετωπίσωσι πλοῖα ἴσως ἀνώτερα τῶν ἰδικῶν μας λόγῳ ἐπιθετικῆς καὶ ἀμυντικῆς δυνάμεως. Συνεπῶς τὰ πλοῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὸν πυρῆνα τοῦ στόλου, πρέπει νὰ ἦναι πλοῖα ἄριστα τὴν κατασκευήν, καὶ δυνάμενα νὰ παρουσιάσωσιν ἐπιθετικὴν καὶ ἀμυντικὴν δύναμιν ἴσην, ἂν ὄχι ὑπερτέραν, τῶν τοῦ ἐχθροῦ. Τοιαῦτα δὲν εἶναι σήμερον, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ τρία ἡμῶν θωρηκτὰ θὰ ἦναι τοιαῦτα μετά τινα ἀκόμη χρόνον. Ἔχομεν δ’ ἀνάγκην χρημάτων οὐ μόνον διὰ τὴν κατασκευήν, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀναπληρῶμεν, καθ’ ὅσον ὁ χρόνος παρέρχεται, τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα φθείρονται. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, δὲν πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν αὔριον θὰ ἔχωμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον 20 ἑκατομμυρίων, ὅτι καὶ τὰ 20 αὐτὰ ἑκατομμύρια πρέπει νὰ δαπανήσωμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τριῶν πλοίων καταδρομικῶν. Πρῶτον εἶναι ἀδύνατον, μὲ ποσὸν 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν νὰ κατασκευάσωμεν τρία καταδρομικά, διότι τὰ καταδρομικὰ σήμερον κοστίζουσι πολὺ, δὲν δύνανται δὲ νὰ ἦναι χρήσιμα, ὅταν ἦναι ἀθωράκιστα καὶ πολὺ μικρά. Ἡ καλλιτέρα λύσις τοῦ ζητήματος διὰ Κράτος πτωχὸν μὲν, ὅπως τὸ ἡμέτερον, ἀλλ’ εὑρισκόμενον εἰς οἵας αὐτὸ περιστάσεις, θὰ ἦτο, νὰ μὴ ἔχωμεν ἢ πλοῖα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἐν ὥρᾳ μάχης. Καὶ σήμερον ἡ Γαλλία κατασκευάζει δύο πλοῖα τοιαῦτα, καταδρομικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ πλοῖα μάχης, πλοῖα 10,000 καὶ 11,000 τόννων ἐκτοπίσματος, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι τεθωρακισμένα, θὰ ἔχωσι μεγάλην ταχύτητα καὶ μεγάλην ἀκτῖνα ἐνεργείας, καὶ θὰ ἦναι καὶ πλοῖα μάχης. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κατασκευάσωμεν τοιαῦτα πλοῖα, ἀλλ’ ἀνέφερα ταῦτα διὰ νὰ δείξω, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἀφ’ ὅτου ἐξῆλθεν ἡ ἰδέα αὕτη περὶ κατασκευῆς πολλῶν καταδρομικῶν, καὶ ἐν Γαλλίᾳ σήμερον δὲν εἶναι ὑπὲρ πολλῶν καταδρομικῶν. Οὐδέποτε λαὸς ναυτικὸς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἄλλον, διότι διὰ τῶν καταδρομικῶν του καταδιώκει τὸ ἐμπορικὸν αὑτοῦ ναυτικόν. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὡς βάσις τελεσφόρου ἐνεργείας πλοῖα καταδρομικά. Ταῦτα εἶναι πλοῖα ἐπικουρικά, καὶ ὅταν κατασκευασθῇ ἓν, καὶ ἔχωμεν καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Ἀβέρωφ διὰ τῆς διαθήκης του ὥρισε, θὰ ἔχωμεν δύο καταδρομικὰ, ἓν μικρὸν καὶ ἓν μέγα. Δύο καταδρομικὰ ἀρκοῦν, ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὰ δὲ ἄλλα χρήματα πρέπει νὰ διατεθῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κυρίας ναυτικῆς δυνάμεως, δηλ. τῶν θωρηκτῶν μάχης, καὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ὁ χρόνος ἀδύνατον νὰ μὴ ἠλάττωσεν, εἰς τὰ πλοῖα ἡμῶν τὰ θωρηκτὰ, ἅτινα ἔχομεν. Δι’ αὐτὸ ἐπεθύμουν, οὐδὲν νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπάρχον προδιαγεγραμμένον σχέδιον· ὅταν δὲ καταρτίζωμεν Συμβούλιον, νὰ καταρτίζωμεν αὐτὸ τοιοῦτον, ὥστε, συνεργαζόμενον μετὰ τῶν ἁρμοδίων ἀνδρῶν τοῦ Ναυτικοῦ, νὰ προσδιορίζῃ συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν ἡμῶν τὸ πρόγραμμα τῆς ἐνεργείας πρὸς παρασκευὴν τῆς ναυτικῆς ἡμῶν δυνάμεως, νὰ μὴ ῥιφθῶμεν δὲ ἐντελῶς ἀμελέτητοι εἰς τὴν κατασκευὴν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν εἶναι τὰ χρησιμώτερα πρὸς παρασκευὴν ναυτικῆς δυνάμεως, ὁποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ ναυτικὴ ἡμῶν δύναμις ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῶν μέσων. Λοιπόν, ὄχι μόνον διότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλλεται τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πόρων πρὸς παρασκευὴν ναυτικῶν δυνάμεων ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζω, ὅτι οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει, εἶναι οἱ πόροι οἱ ἀρκετοί, ὅπως δώσουν δύναμιν ἐπαρκῆ. Ἀλλ’ οὔτε δύναμαι, οὔτε εἶμαι διατεθειμένος σήμερον νὰ ὑποδείξω νέους πόρους, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσω νὰ δείξῃ νέους πόρους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, διὰ τοῦ χρόνου, οἱ πόροι θέλουσιν αὐξηθῆ, ὄχι μόνον διότι οἱ σημερινοὶ πόροι θέλουν ἀποδίδει περισσότερον, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ εὑρεθῶσι καὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ προτείνουν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὔξησιν τῶν πόρων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος εἶναι περὶ τοῦ ἄρθρου 3, θὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 προστεθῇ διάταξις, ἐξασφαλίζουσα ὑπὲρ τοῦ Ταμείου πᾶσαν τὴν διαφορὰν τὴν συναλλαγματικὴν ἐκ τῆς εἰς χρυσὸν προσόδου τῶν φαρικῶν καὶ τῶν ἄλλων τελῶν. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ πόρος ὁ σπουδαιότερος. Ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ λέγει: «Τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκον μέρος τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΡΚʹ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1892 εἰσπραττομένων φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας τελῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς ἐδήλωσαν προχθές, ὅτι εἰς τὸ ἥμισυ αὐτὸ περιλαμβάνεται καὶ τὸ ὅλον τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπραττομένων τελῶν. Ἀλλὰ παρετήρησα, ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον, ὅτι ὁ νόμος δὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος μόνον αὐτῆς. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω νὰ προστεθῇ: «συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τοῦ ὅλου τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπραττομένων τελῶν».
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, νὰ προστεθῇ.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν τέσσαρες τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Α. Καρτάλη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 3 προστίθεται ἐδάφιον ζʹ, ἔχον ὡς ἑξῆς: «ζʹ) Ποσοστὸν ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων τοῦ Κράτους, 7 μὲν τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων Πειραιῶς, Βόλου, Πατρῶν, Κατακώλου, Καλαμῶν καὶ Σύρου, 4 δὲ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων πάντων τῶν λοιπῶν.»
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι γινώσκουσιν ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ πρόσοδοι τῶν πλείστων Λιμενικῶν Ταμείων εἶναι ὑπέγγυοι εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀφαιροῦμεν 7% ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν, πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἀφαίρεσις αὕτη ἀφαιρῇ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ δανειστής;
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καρτάλη ἀπορρίπτεται. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Τυπάλδου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 3 νὰ προστεθῇ ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἐκ κρατήσεως ποσοστοῦ ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, ὡς ἑξῆς· 4% τῶν ἀνωτέρων, 2% τῶν κατωτέρων, 1% τῶν ἀνθυπασπιστῶν, καὶ ½% τῶν ὑπαξιωματικῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Εἶναι καὶ τρίτη τροπολογία, τοῦ κ. Καπετανάκη...
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι περιείχετο ἐν τῇ τροπολογίᾳ καὶ ἡ πρότασις ἱδρύσεως λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ ἐσκόπουν νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ζήτημα τοσούτῳ σοβαρὸν, τὸ ὁποῖον πολλάκις συνεζητήθη, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου σχεδὸν ὑπάρχει ἐκπεφρασμένη γνώμη τῶν πλείστων, δὲν εἶναι προσῆκον νὰ προταθῇ διὰ τροπολογίας κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἤθελον παρακαλέσει μάλιστα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς τροπολογίας του νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ν’ ἀποσύρῃ δὲ τὴν τροπολογίαν του, καὶ νὰ προτείνῃ αὐτὴν δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου.
§205Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πολὺ καλά. Τὴν ἀποσύρω.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται τώρα ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ρικάκη: «Νὰ προστεθῇ ἐν τέλει ἡ ἑπομένη παράγραφος: «Ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ σύστασις εἰδικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὧν αἱ περιουσίαι θέλουσι μεταβιβάζεσθαι εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη προταθείσης προσθήκης ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου εʹ τῶν λέξεων «συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τοῦ ὅλου τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπραττομένων τελῶν», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ρικάκη, νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὴν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν γνωμοδοτικὴν Ἐπιτροπὴν προστίθενται καὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἢ διαθεσιμότητι ὑποναύαρχοι.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§207Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, παραγράφῳ πρώτῃ, μεταξὺ τῶν προσώπων, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν Ἐπιτροπὴν, περιλαμβάνει καὶ τοὺς «δύο ἀνωτέρους, ναυπηγὸν καὶ μηχανικὸν τοῦ Ναυτικοῦ». Ἤθελεν εἶσθαι, νομίζω, λυσιτελέστερον, ἂν, ἀντὶ τῶν δύο ἀνωτέρων ναυπηγοῦ καὶ μηχανικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, διωρίζετο ὁ διευθύνων τὸ Μηχανικὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀξιωματικὸς καὶ ὁ διευθύνων τὸ Ναυπηγικὸν Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου ναυπηγὸς, διότι δυνατὸν τῷ ὄντι ὁ διευθύνων τὸ Μηχανικὸν Τμῆμα, ἢ τὸ Ναυπηγικὸν, νὰ ἦναι κατώτερος τοῦ ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ ἢ τοῦ ναυπηγικοῦ, ἐπειδὴ ὅμως διευθύνει τμῆμα, ἔσεται εἰς κρείσσονα θέσιν νὰ κατέχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ καθιστῶντα αὐτὸν ἱκανὸν, ἵνα λυσιτελέστερον σκέπτηται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ζητημάτων τοῦ νόμου τούτου.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν κατὰ σύμπτωσιν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου δὲν ἦναι ἀνώτερος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι μέρος ἀνώτεροι ἀξιωματικοί;
§209ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχετε ὀκτὼ μέλη. Πῶς θὰ καταρτίζηται ἡ πλειονοψηφία;
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀδιάφορον. Θὰ ἐκθέσουν τὰς γνώμας των. Ὑποθέσατε, ὅτι διαιροῦνται εἰς δύο. Θὰ ὑποβάλουν δύο ἐκθέσεις. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς παραγγελίαν πλοίων, δὲν θὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀλλὰ θὰ προστρέξῃ καὶ εἰς ἄλλων φῶτα, ὅπως σχηματίσῃ τελειωτικὴν γνώμην καὶ ἀπόφασιν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, ἀλλὰ περὶ γνώμης.
§211ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἡ ἔκθεσις τῆς γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, δέον νὰ προηγῆται πάσης ἀποφάσεως, νὰ ὡρίζετο ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι πρέπει νὰ περιέχῃ καὶ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας, διότι δὲν εἶναι πάντοτε ἀληθὲς, ὅτι ἡ γνώμη τῶν πλειόνων εἶναι καὶ ἡ ὀρθοτέρα· δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθοτέρα ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχουν δύο ἢ τρεῖς, ἢ καὶ εἷς μόνον τῶν συσκεπτομένων, ἀλλὰ νὰ μὴ κατίσχυσεν ἐν τῇ συσκέψει τῶν γνωμῶν τῶν συναδέλφων του. Ἂν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀκούῃ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ ἀκούῃ καὶ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας. Καλὸν θὰ ἦτο, ἄν, πρὶν ἢ λάβητε ἀπόφασιν, γείνῃ συζήτησις καὶ ἀκούσητε διὰ προφορικῆς ἀναπτύξεως καὶ τὰς γνώμας τῶν ὑποστηριζόντων τὰ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ τὰς γνώμας τῶν μὴ ἀποδεχομένων ταύτας. Μολονότι ὁ Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ καλέσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως προσέλθῃ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ συζητήσῃ, θὰ ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἐτίθετο ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐγκρίνῃ, καλεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Γινώσκομεν, ὅτι ἐν ταῖς τοιαύταις Ἐπιτροπαῖς ἡ πλειονοψηφία βεβαίως ἀποφαίνεται, ἀλλὰ καὶ ἡ μειονοψηφία πάντοτε ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς ἐκφράζει τοὺς λόγους, δι’ οὓς διαφωνεῖ. Τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων καὶ εἰς ὅλας τὰς Ἐπιτροπάς. Ἡ μειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ εἴπωμεν εἰς τὸ ἄρθρον. Ἐννοεῖται, ὅτι, συζητηθέντος θέματός τινος, καὶ διαιρεθέντων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ πλειονοψηφία θὰ καταρτίσῃ τὴν ἀπόφασίν της, ἡ δὲ μειονοψηφία θὰ καταχωρίσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς διΐσταται. Ἐὰν δὲ παραλείψῃ τοῦτο ἡ μειονοψηφία, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθῆκον ἔχει νὰ καλέσῃ τὴν μειονοψηφίαν, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐντελῶς περιττὴν τὴν τοιαύτην προσθήκην.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§214ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρέλκει, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν βλάπτει.
§215ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει περὶ ἀντιπροσωπείας τοῦ Ταμείου εἰς ἄλλας σχέσεις, ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύῃ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ διασαφηθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἀποδοχὴ κληροδοσίας ἢ μία σύμβασις...
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα δὲν εἶναι νομικαὶ σχέσεις; Διοικεῖ τὸ Ταμεῖον, καὶ διευθύνει αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀντιπροσωπεύει δ’ αὐτὸ εἰς τὰς νομικὰς σχέσεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§217ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ λεχθῇ σαφῶς, διότι ὑπάρχουσι τρία πρόσωπα, τρεῖς Ὑπουργοί. Ποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸ Ταμεῖον εἰς τὰς σχέσεις αὐτάς;
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν λέγωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 4, ὅτι «τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ὑπάγεται ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν», κανονίζεται δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, πῶς θ’ ἀντιπροσωπεύηται τὸ Ταμεῖον εἰς τὰς νομικὰς σχέσεις, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης διατάξεως, ὅτι τὸ Ταμεῖον ἀποτελεῖ ἐθνικὴν περιουσίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ λέγει καθαρῶς τὸ ἄρθρον.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 6 ἄρθρον, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§220ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος, ὅπερ μοὶ φαίνεται ἄξιον προσοχῆς. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Τὰ κεφάλαια τοῦ Ταμείου τούτου τοποθετοῦνται εἰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων, ἢ εἰς ἔντοκον παρακαταθήκην, παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ.» Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἱδρύσαμεν Ταμεῖον ἀποθησαυρισμοῦ χρημάτων, χρησίμων εἰς τὸν Ἐθνικὸν Στόλον. Εἶναι δὲ παραδεδεγμένον, ὅτι, ὅτε ἱδρύονται τοιαῦτα Ταμεῖα, πρέπει νὰ λαμβάνηται φροντίς, ὥστε τὸ κεφάλαιον τὸ ἀποταμιευόμενον νὰ ἦναι εὐκόλως πραγματοποιήσιμον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ εἰς ὁμολογίας διατιθέμενον, πρέπει νὰ τοποθετῆται εἰς ὁμολογίας εἰς χρυσόν, ὥστε κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχωμεν διαθέσιμον χρυσὸν ἀκριβῶς ἐνταῦθα, ὅπου ὁ χρυσὸς τότε δὲν θέλει εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ. Τοιαύτην παραγγελίαν δίδουσιν οἱ γράψαντες περὶ τοῦ θέματος· καὶ εἰδικῶς μεταξὺ τούτω, ὁ Leroi Beaulieu λέγει, ὅτι πάντα τὰ Κράτη, ἅτινα παρεδέχθησαν τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης ἀποταμιεύσεως, ὀφείλουσι νὰ φροντίσωσιν, ὥστε νὰ ἔχωσι τὸ ἀποταμιευμένον χρῆμα εἰς χρυσόν. Νὰ φροντίσωσι δὲ πρὸ παντὸς νὰ μὴ ἔχωσιν ἰδίας ἑαυτῶν ὁμολογίας, ἀλλὰ ξένων Κρατῶν, ὥστε, καθ’ ὃν χρόνον ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη, νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἀπέναντι ὑποτετιμημένων ὁμολογιῶν. Προκειμένου περὶ τῆς ἡμετέρας ὑποθέσεως, μία μόνον σκέψις εἶναι δυνατή, ἐὰν θελήσωμεν νὰ προμηθευθῶμεν χρυσόν, ὅτι ἐκ τῶν ἡμετέρων ὁμολογιῶν, εἰς ἃς μόνον δυνάμεθα νὰ τοποθετήσωμεν τὸ χρῆμα ἐπωφελῶς, πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν αἱ ὁμολογίαι εἰς χρυσόν. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἣν ὑπέβαλον, ὁρίζονται τὰ τῆς τοποθετήσεως ὡς ἑξῆς: «Τὰ κεφάλαια τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τοποθετοῦνται εἰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων, προτιμωμένων τῶν εἰς χρυσὸν παλαιῶν. Μέχρις οὗ δὲ ἱδρυθῇ εἰδικὸν Ταμεῖον παρακαταθηκῶν, κατατίθενται τὰ μὲν διαθέσιμα χρήματα τοκοφόρως, τὰ δὲ χρεώγραφα ἐν παρακαταθήκῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος.» Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, περὶ προτιμήσεως τῶν εἰς χρυσὸν δανείων, περιλαμβανομένη ἐντὸς τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν ἤθελε στενοχωρήσει τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἀγορὰ τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν ἤθελεν εἶναι μὴ ἐπωφελὴς εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἤθελεν ἀπόκεισθαι εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς ἡ εὕρεσις τοῦ καταλλήλου καιροῦ, ὅπως προτιμήσῃ τὰς ὁμολογίας ταύτας, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι χρυσόν, ἐνῷ αἱ ὁμολογίαι εἰς χάρτην δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης.
§221Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθότατα, προκειμένου περὶ Ταμείου πολέμου, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Leroi Beaulieu, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐσχάτως, ὁμιλεῖ περὶ Ταμείων πολέμου· καὶ ὁ λόγος εἶναι ἐκεῖ προφανής. Προκειμένου περὶ Ταμείου πολέμου, προτιμότερον νὰ μὴ γίνωνται αἱ τοποθετήσεις εἰς δάνεια τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ Ταμείου τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ προβῇ εἰς πόλεμον. Προκειμένου ὅμως περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τῶν χρημάτων τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν ἄμεσον ἀνάγκην χρήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὴν τοποθέτησιν. Διὰ τῆς λέξεως δὲ «προτιμωμένων», ἣν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑποβαλλόμεθα εἰς δεσμόν, καὶ ἑπομένως, μεταχειριζόμενοι τὴν λέξιν ταύτην, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὸ χρῆμα εἰς χρυσόν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσωμεν ὀλίγην ἐλευθερίαν εἰς τὸ ἄρθρον, ὑποθέτοντες, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ σκεφθῇ νὰ πράξῃ τὸ καταλληλότερον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ χρήματος, οὗ ἡ χρῆσις εἶναι ἄμεσος. Διότι καλῶς γινώσκετε, ὅτι πρόκειται περὶ παραγγελίας πλοίων. Πολλοὶ δὲ μῆνες πρέπει νὰ παρέλθουν πρὸ τῆς παραγγελίας, καὶ ἔτη μετὰ τὴν παραγγελίαν, διὰ νὰ ἔχωμεν ἔπειτα ἐπείγουσαν ἀνάγκην.
§222ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅσα γράφονται καὶ λέγονται ἀλλαχοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀναφέρονται εἰς Ταμεῖα πολέμου, ὅμως καὶ τὸ Ταμεῖον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένον χαρακτῆρος τοιούτου, ὃν ἀληθῶς μᾶλλον ἀποταμιευτικὸν ἢ ἀμέσως κατασκευαστικὸν πλοίων. Ἀλλ’ οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ταμείου τούτου, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, διότι εἶναι ὠφέλιμος. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι μετὰ ἕν ἢ δύο ἔτη ἀποφασίσωμεν τὴν κατασκευὴν πλοίων, εἰς τὸ Ταμεῖον θέλομεν εὕρει ὁμολογίας ἐσωτερικὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θέλομεν δὲ ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσωμεν αὐτάς, ἵνα προμηθευθῶμεν χρυσόν. Ἐὰν ὅμως προτιμήσωμεν, ὥστε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἡ τοποθέτησις τοῦ χρήματος νὰ γίνηται εἰς Ἑλληνικοὺς τίτλους εἰς χρυσὸν, τότε κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀνάγκης τῆς δαπάνης δὲν θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐρωτῶμεν, ποῦ καὶ ἀντὶ τίνος τιμῆς θέλομεν εὕρει χρυσόν. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν νομοθετοῦμεν, ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν ὁμολογιῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος; Ἀγοράζει τις ἀντὶ 40% τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν μονοπωλίων. Ἀλλ’ ἡ ὅλη ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνει, ἑπομένως δὲ καὶ ἡ ἀξία τῶν ὁμολογιῶν εἶναι δ’ οὕτως ὠργανωμένα τὰ πράγματα, ὥστε ἡ αὔξησις νὰ φθάσῃ ποτὲ μέχρι τοῦ ἀρτίου κατὰ τὸ τέλος τῆς λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Ἡ τοποθέτησις χρημάτων εἰς τοιαύτας ὁμολογίας ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος, μετά τινα ἔτη, ἐκεῖ ὅπου ἐδαπάνησε 40 νὰ ἔχῃ 50 ἢ 60. Τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης ὑπερτιμήσεως εἴδομεν ἤδη, ὅτι ἐπῆλθον ἀμέσως μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἐλέγχου. Ἂν δ’ ὑποθέσητε, ὅτι ἡ ὥρα τῆς διαθέσεως χρήματος ἐπέρχεται μετὰ 10 ἢ 12 μῆνας, καὶ ἔχητε τοιαύτας ὁμολογίας ἠγορασμένας σήμερον, φανερὸν εἶναι τὸ κέρδος, ὅπερ θέλετε ἔχει ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ στόλου. Ἀλλὰ καὶ οὐδένα κίνδυνον ζημίας τρέχετε, ἂν δὲν ἔχητε κέρδος, ὅτε ἀντὶ χάρτου ἔχετε χρυσόν.
§223ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι δίκαιον. Διότι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, καθ’ ἃς νὰ ζημιωθῶμεν μὲ τοιαύτας ὁμολογίας, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐκποιήσωμεν αὐτάς. Νομίζω ὅμως, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, οὐ μόνον ἡ ἐνεστῶσα, ἀλλὰ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη· δηλαδὴ, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς χρεώγραφα, νὰ προτιμᾷ νὰ τὰ τοποθετῇ εἰς Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἐκ τῶν εἰς χρυσόν. Διότι, ἐὰν τούτων ἡ τιμὴ σήμερον δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 40% τῆς ὀνομαστικῆς των ἀξίας, ἡ ὑπερτίμησίς των ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητος, μετὰ τὸν συμβιβασμὸν καὶ τὸν ἔλεγχον. Οὕτω, ἐὰν τοιαύτας ὁμολογίας ἀγοράσητε σήμερον μὲ χρήματα τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ, θέλετε ἀγοράσει χρεώγραφα πάλιν Ἑλληνικὰ, ἀλλὰ διὰ 40 λιρῶν θέλετε ἀγοράσει 100 λίρας ὀνομαστικὰς εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καθ’ ἡμέραν βελτιοῦνται τὰ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες τὰ ἀσφαλίζουν, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ ἡ διοίκησις ἐλπὶς εἶναι αὐστηροτέρα νὰ γείνῃ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ὑψωθοῦν αὗται μετ’ ὀλίγα ἔτη, καὶ μετὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τόκου θὰ ἔχωμεν καὶ αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου, διότι ἀντὶ 40 λιρῶν, θὰ ἔχωμεν 60, 70, 80, 100 λίρας μίαν ἡμέραν. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πρόκηται νὰ τοποθετήσῃ τὰ χρήματα ταῦτα, πρέπει νὰ προτιμήσῃ τὰ εἰς χρυσὸν Ἑλληνικὰ δάνεια· διότι, ἐνῷ εἶναι ἀσφαλέστατα, ἐνῷ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι δὲν θὰ ὑποστῶσιν ὑποτιμήσεις καὶ διακυμάνσεις εἰς οἱανδήποτε περίστασιν, ἕνεκα τῶν μεγάλων ἐγγυήσεων, ὑφ’ ὧν ἀσφαλίζονται, τοῦ ξενικοῦ δηλ. ἐλέγχου καὶ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, εἶναι ἀφ’ ἑτέρου βέβαιον, ὅτι καθ’ ἡμέραν θὰ ὑπερτιμῶνται. Ἄλλως εἶναι καὶ συμφέρον ἐθνικὸν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους ὑπεγγύους καὶ ὑπὸ τὸν Ἔλεγχον τίτλους δανείων ἡμῶν νὰ κατέχωσι καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὰ διάφορα ἱδρύματα καὶ οἱ ἰδιῶται.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀγοράσῃ εἰς χρυσόν· φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμος τοιαύτη διάταξις, ἐκ τῶν προτέρων καθορίζουσα τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν διαχείρισιν, θέλει λάβει ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, χωρὶς νὰ προστεθῇ τι εἰς τὸ ἄρθρον.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§226ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ τεθῇ ἐν αὐτῷ καλλίτερον: «πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἰς τὴν Βουλήν»; Διατὶ νὰ ὁρίζητε διαφορετικὰς ἐποχάς;
§227Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ὁμιλῇ περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ λήξαντος ἔτους, ἐννοεῖται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§229Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν φέρω πρότασιν· προκαλῶ μόνον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Τὸ ἄρθρον 9 λέγει: «Τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ὀφείλει ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος νόμου περιουσίας αὑτοῦ νὰ προσκτήσηται τὰ διὰ τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν κατάλληλα πλοῖα, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν διαθηκῶν, ἢ τῶν ὅρων τῶν δωρητηρίων...» κλπ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ περιορίσῃ τὴν ἀγορὰν τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ χρησίμου μόνον διὰ τὰς ἀποβάσεις. Νὰ τεθῇ καλλίτερον: «ἐν δεδικαιολογημένῃ αἰτίᾳ δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν πολεμικοῦ ὑλικοῦ, μεταξὺ τοῦ ὁποίου καὶ χρησίμου διὰ τὰς ἀποβάσεις». Διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ὑλικοῦ οὐχὶ χρησίμου εἰς ἀποβάσεις, χρησιμωτάτου ὅμως δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ στόλου.
§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παρεκίνησεν ἡμᾶς, ἵνα περιορίσωμεν τὴν διάθεσιν, εἶναι, μὴ τυχὸν γείνῃ χρῆσις τῶν πόρων τοῦ Ταμείου πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸ Ταμεῖον πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ πολεμικοῦ καὶ λοιπῶν, περὶ ὧν πρέπει νὰ προνοήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους.
§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ λέξις «ἀποβάσεις» πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ, καὶ νὰ τεθῇ ἄλλη, διότι ἄτοπον νὰ λέγῃ ἓν νομοσχέδιον, ὅτι θὰ διατεθῇ ὑλικὸν χρήσιμον εἰς «ἀποβάσεις». Νὰ λέγῃ «ναυτικὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις».
§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§233ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Τὸ ἐν «ᾐτιολογημένη ἀνάγκῃ» τίνα λόγον ἔχει; Διότι, ἂν ὑπάρχῃ ᾐτιολογημένη ἀνάγκη, δέον νὰ εἴπητε καὶ πῶς αἰτιολογεῖτε τὴν ἀνάγκην αὐτήν.
§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει «ᾐτιολογημένη», διότι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αὕτη θ’ ἀποτελῇ ἐξαίρεσιν, καὶ ὄχι κανόνα.
§235ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πῶς θὰ αἰτιολογῆται τότε αὕτη;
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν πῶς θέλετε;
§237ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ λείψῃ τὸ «ᾐτιολογημένη» νὰ μείνῃ μόνον τὸ «ἐν ἀνάγκῃ».
§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Μόνον «ἐν ἀνάγκῃ», ἀρκεῖ.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§241ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει εἰς ἔνταλμα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ ἐπισυνάπτηται ἀντίγραφον τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς δικαιολογητικόν. Ἐννοῶ, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ λαμβάνῃ τοιαῦτα ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς δικαιολογητικὰ, ἀλλὰ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λαμβάνῃ ἀμέσως γνῶσιν αὐτῶν, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι δικαιολογοῦνται αἱ πληρωμαί.
§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ λέγει: «Εἰς δὲ τὸ ἔνταλμα ἐπισυνάπτεται, ὡς ἀπαραίτητον δικαιολογητικόν, ἀντίγραφον τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπικεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ.»
§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠξεύρω διατὶ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις πρέπει ν’ ἀνακοινῶται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§244ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν πληρωμήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§246Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 θὰ παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Δὲν ἀναλαμβάνω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατόπιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ καὶ παρὰ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε...
§247ΦΩΝΑΙ. Ἀπὸ τὸν νουνόν σας, ἀπὸ τὸν νουνόν σας.
§248ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Βεβαίως. Δι’ αὐτὸ τὸν λέγω σεβαστὸν, διότι εἶναι νουνός μου. Αὐτὸ ἐννοεῖται (γέλωτες)... Οὔτε θὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς περιβρέχεται πανταχόθεν ἀπὸ θάλασσαν, διότι ἦτο γνωστὸν καὶ παρ’ ἀρχαίοις τοῦτο (γέλωτες). Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐθνικὸν, καὶ θ’ ἀναζωπυρήσῃ τὴν Μεγάλην Ἰδέαν, δὲν μοῦ ἀρέσει ὁ ἀριθμὸς 13, διότι παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εἶναι τζαναμπέτης (γέλωτες). Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ εἶναι ἐθνικὸν τὸ νομοσχέδιον, νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἄρθρον 14. Ἡ πραγματοποίησις τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ παρὼν νόμος, ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». (Ἱλαρότης).
§249ΠΟΛΛΟΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 23,163».
§252ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία πίστωσις μικρὰ, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Εἶναι διὰ τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν· ἀλλ’ αὔριον καλλίτερον.
§256ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ, νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 50′ μ. μ.)