| 529 | τὸ 1882 | διδασκ. | 700 | διδασκαλισσῶν | 200 ἐν ὅλῳ | 900 | ||
| 530 | τὸ 1883 | » | 720 | » | 206 | » | 926 | |
| 531 | τὸ 1884 | » | 565 | » | 157 | » | 722 | |
| 532 | τὸ 1885 | » | 999 | » | 303 | » | 1302 | |
| 533 | τὸ 1886 | » | 756 | » | 309 | » | 1065 | |
| 534 | τὸ 1887 | » | 649 | » | 222 | » | 871 | |
| 535 | τὸ 1888 | » | 335 | » | 130 | » | 465 | |
| 536 | τὸ 1889 | » | 389 | » | 213 | » | 602 | |
| 537 | τὸ 1890 | » | 602 | » | 338 | » | 940 | |
| 538 | τὸ 1891 | » | 678 | » | 450 | » | 1128 | |
| 539 | τὸ 1892 | » | 1666 | » | 728 | » | 2394 | |
| 540 | τὸ 1893 | » | 2512 | » | 670 | » | 3182 | |
| 541 | τὸ 1894 | » | 1926 | » | 569 | » | 2495 |
1900.12.07
4,175 rows · 32,220 words · 1 table · 204 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 7 Δεκεμβρίου 1900.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Πλατούσας κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα ἐξ Ἄργους, δι’ οὗ οἱ κάτοικοι παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς Ἄργος σῶμα ἱππικοῦ.
§2Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ κατατεθὲν τηλεγράφημα προέρχεται ἐξ ἐπιτροπῆς ἐμπόρων πολλῶν τοῦ Ἄργους, οἵτινες ζητοῦσι παρ’ ὑμῶν, ὅπως, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀποστείλητε ἐκεῖ ἱππικόν. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ποῖος εἶναι ὁ στρατὼν τοῦ Ἄργους καὶ πόσον ἀξίζει, διότι εἶναι τὸ καλλίτερον καὶ τὸ ὡραιότερον ἔργον τοῦ ἀειμνήστου καὶ ἀοιδίμου Καποδιστρίου. Δύναται νὰ περιλάβῃ χιλίους ἵππους ἀνέτως, ἔχει δὲ καὶ νερὰ ἄφθονα. Εἰς τὸν στρατῶνα αὐτὸν, ἔργον τοῦ Καποδιστρίου, σήμερον παραμένουν μόνον 17 ἀστυφύλακες· ἔχετε δὲ καὶ ἕνα ἐπιλοχίαν τοῦ μηχανικοῦ πρὸς φύλαξιν αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διότι ἔχουν μέγα δίκαιον οἱ πολῖται τοῦ Ἄργους. Τὸν δὲ κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρακαλῶ ν’ ἀποστείλῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Κουπανέλης, ἐκ Πατρῶν, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται διὰ τὴν ἀπώλειαν ταχυδρομικοῦ δέματος, τὸ ὁποῖον παρέδωκεν εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον Καλαμῶν, περιέχον κοσμήματα ἀξίας 800 δραχμῶν, καὶ παρακαλεῖ νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα πρὸς ἀνεύρεσίν του. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Κ. Δούνης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅπως εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, σὺν τῷ ἐντάλματι τῆς 7 Ἰουνίου 1900 κατὰ τοῦ Ἰωάννου Φικιώρη, καὶ τὴν ποινικὴν δικογραφίαν, ἐξ ἧς ἀπέρρευσε τοῦτο.» Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων» καὶ «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 63–64). Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρης κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Ὑπομιμνήσκεται εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 23 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησίς μου, δι’ ἧς παρεκάλουν αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν παρὰ τοῖς ἐν Ναυπλίῳ Δικαστηρίοις δικηγόρων, εἰς οὓς ἀνετέθησαν ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ 1890 ἔτους μέχρι σήμερον, μετ’ ἀκριβοῦς σημειώσεως τῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων ἀνατεθεισῶν αὐτοῖς ὑποθέσεων.»
§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 65).
§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 23,163 «διὰ μισθοὺς προσωπικοῦ καὶ ἔξοδα ἐν γένει τῆς Βουλῆς», ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῆς κεχορηγημένης σχετικῆς πιστώσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 66).
§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης ἠτήσατο δι’ ἐπερωτήσεώς του πληροφορίας περὶ τοῦ ἐσόδου ἐξ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, περὶ τῶν ἀμέσων φόρων τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ ἔτος 1899, καὶ περὶ σταφιδοκάρπου ἐξαχθέντος κατὰ τὸ 1900. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω, περιεχομένας ἐν σημειώμασι. Ὁ ἐκ Καρυστίας βουλευτὴς κ. Δούνης ἠτήσατο πληροφορίας περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων τῆς ἐπαρχίας Ἄργους. Ταύτας καταθέτω. Ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης ἠτήσατο πληροφορίας περὶ τοῦ πληρωτέου εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν Κερκύρας κατ’ ἔτος ποσοῦ ἕνεκα τῆς εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους παραδόσεως τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους. Τὰς πληροφορίας ταύτας, περιεχομένας ἐν σημειώματι, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Τσᾶτσος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων παραχωρήσεων μεταλλείων, καὶ περὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ μεταλλείων, ὡς καὶ περὶ τῶν ἀχρήστων τοιούτων. Ταύτας καταθέτω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα πρὸς ἄλλον σκοπόν, ὠφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς διαθέσεως τῶν περισσευμάτων τῆς περιουσίας τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, καὶ προσέτι τὴν πληροφορίαν, ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα εἰσήχθησαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ πόσα εἰσήχθησαν, ἢ ὄχι. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν. Ἤδη ἐξεκαθαρίσθησαν ἐντελῶς οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ 1899, ἀφοῦ συνετάχθη ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμός· ἑπομένως εἶναι εὔκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ζητῶ: αʹ) Πόσα εἴδη ὁπλισμοῦ, καὶ ποῖα εἴδη ἠγοράσθησαν κατὰ τὸ 1899, ἐκ τίνος πιστώσεως, καὶ πόσα ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτοῦ. βʹ) Πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὁπλισμοῦ. γʹ) Πόσον ὑλικόν, καὶ ποῖον, ἠγοράσθη πρὸς ἐκτέλεσιν ἀσκήσεων βολῆς τῶν Σωμάτων, καὶ ἐπὶ πόσῃ τιμῇ κατ’ ὀκᾶν, κατ’ εἶδος ἢ κατὰ μονάδα. δʹ) Πόσα πυρομαχικὰ ἀντικατεστάθησαν, καὶ ποῖα εἴδη πυρομαχικῶν, καὶ ἀντὶ πόσου τιμήματος. εʹ) Πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπισκευὴν καὶ τεχνικὴν κάθαρσιν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντος ὑλικοῦ καὶ ὁπλισμοῦ. Ϛʹ) Πόσα καὶ ποῖα ἐργαλεῖα ἠγοράσθησαν ἐν τοῖς Συνεργείοις. ζʹ) Πόσα ὀχήματα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τῶν λοιπῶν Σωμάτων ἐπεσκευάσθησαν, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐπισκευὴν αὐτῶν. ηʹ) Πόσα καινουργῆ κιβώτια κατεσκευάσθησαν τυφεκίων, φορητῶν καὶ μὴ, καὶ βραχυκάνων, καὶ πόση ἡ πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν δαπάνη. θʹ) Πόσον ὑλικόν, χρήσιμον διὰ τὴν τεχνικὴν ἐργασίαν τοῦ Ὁπλοστασίου, ἠγοράσθη, καὶ πόσα δι’ ἀγορὰν αὐτοῦ ἐδαπανήθησαν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω, διότι ὑπάρχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου συνήθεια, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμουν νὰ τροποποιήσητε ὑμεῖς, ἢ καὶ πᾶς ἄλλος Ὑπουργὸς, καθ’ ἣν ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ περιλαμβάνεται πληθὺς ἀντικειμένων, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι γνωστὸν, τί ἐδαπανήθη δι’ ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων τούτων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὁπλισμοῦ ἀναγράφεται ποσὸν ἱκανῶς μέγα. Ἀλλ’ ἡ συντήρησις ὁπλισμοῦ εἶναι ἐπιγραφὴ τοῦ ἄρθρου, τὸ περιεχόμενον ὅμως τούτου, ἡ αἰτιολογία αὐτοῦ εἶναι πλήρης ἀντικειμένων, συσσωρευθέντων ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ, ἑπομένως ὑπολείπεται ὄχι σαφῶς διακεκριμένον τὸ ποσὸν, ὅπερ δι’ ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων τούτων ἐδαπανήθη. Τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, μοὶ παρέσχεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποσχέσεως, ἣν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς, νὰ ἐκθέσω εἰς αὐτὴν τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει δὲ ἡ μέριμνα τοῦ Κράτους πρὸς βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων μεριμνῶν, αἵτινες πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσιν αὐτό. Ἡ παρασκευὴ τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι πλήρης, καὶ ὀφείλει τὸ Κράτος ν’ ἀσχοληθῇ περὶ ταύτης. Δὲν μεταδίδεται ἐντελῶς καὶ ἀρτίως εἰς τοὺς πολίτας ἡ συνείδησις τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Αἱ συνέπειαι δὲ τοῦ κακοῦ εἶναι, ὅτι πολλάκις λησμονοῦμεν ἐντελῶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν οὐ μόνον πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ ἄτομα, ἐντεῦθεν δ’ ἐπέρχεται ὄχι μόνον ἡ πολυδικία, ἀλλὰ καὶ αἱ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ποινικὸς Νόμος δίδει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐγκλήματος. Ὀφείλω ν’ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκανονίσθησαν ἀμέσως περὶ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς καθόδου τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἀξιῶ, ὅτι αἱ γνώσεις, αἱ ὁποῖαι τότε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1834 ἀνεκηρύχθησαν ὡς γνώσεις ἀποτελοῦσαι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἰσὶν αὐταὶ αὗται, αἵτινες ἀποτελοῦσιν αὐτὴν καὶ κατὰ τὰς γνώμας τὰς νεωτέρας· ἀπέχομεν ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων 66 ἔτη, καὶ πολλαὶ ἐπῆλθον ἔκτοτε καινοτομίαι καὶ μεταβολαί. Ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς μεταδόσεως τῶν γνώσεων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς παῖδας, ὁ τότε νομοθετηθεὶς, ἦτο ὄντως ἄρτιος ἀλλὰ δυστυχῶς δυσανάλογος πρὸς τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν κατάστασιν τῆς χώρας κατὰ τὸ 1834, διότι μόλις εἶχον τότε παρέλθει τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, ἀφ’ ἧς ἀπεδιώχθησαν ἐκ τῆς Ἑλλάδος οἱ Τοῦρκοι καὶ κατέπαυσεν ὁ πόλεμος. Ἐξετάζων δέ τις τὸν νόμον τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834 θέλει πεισθῇ περὶ τούτου. Ὁ νόμος οὗτος ἐστηρίχθη ἐπὶ λογικῆς βάσεως, τῆς βάσεως τῶν ἐπιθεωρήσεων, διότι ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἡ μόνη βάσις, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὀργάνωσιν συστηματικὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ πρὸς ἐγκατάστασιν πάσης ὑπηρεσίας, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὁποίας ἡ κεντρικὴ ἀρχὴ, ὁ Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ κέντρου, μακρόθεν, προσέτι δὲ καὶ ἕνεκα τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, ἕνεκα τῶν σχέσεων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, ν’ ἀντιληφθῇ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ὅσον δ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀτελέστερον ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων, ὅσον μεταδίδεται εἰς αὐτὸν ἀντίληψις μὴ πλήρης καὶ ἀρτία, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τρέχουσι κίνδυνον νὰ ἦναι ἐσφαλμέναι καὶ πεπλανημέναι. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834, διωρίζοντο οἱ δημοδιδάσκαλοι δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, καὶ μόνον οἱ πρώτης τάξεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ποῖοι τότε ὑπῆρχον δημοδιδάσκαλοι; Ἐλάχιστοι· διότι μόλις τότε συνεστήθη τὸ Διδασκαλεῖον, αἱ δὲ διατάξεις περὶ τῆς συστάσεως τοῦ Διδασκαλείου περιελήφθησαν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ νόμῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ Διδασκαλείῳ ἐδιδάσκοντο οἱ θέλοντες νὰ γείνωσι δημοδιδάσκαλοι, καὶ, ἀναλόγως τῶν γνώσεων, αἵτινες ἐδιδάσκοντο, ἀνεδείκνυντο δημοδιδάσκαλοι αʹ τάξεως ἢ βʹ ἢ γʹ τάξεως. Οἱ δημοδιδάσκαλοι αʹ τάξεως ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὅλην τὴν πρὸς ἀπαρτισμὸν τελείου διδασκάλου δημοτικοῦ σχολείου ἀπαιτουμένην ἱκανότητα καὶ τὰς ἀκολούθους γνώσεις, διὰ τὰς ὁποίας ὑπεβάλλετο εἰς ἐξέτασιν ἕκαστος διδάσκαλος. Πλήρης δὲ καὶ ἀρτία ἦτο ἡ γνώμη τοῦ νομοθέτου, καταδηλοῦντος, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ διδάσκαλος νὰ ἀπέκτησε τὰς ὡρισμένας ὑπὸ τοῦ νόμου γνώσεις κατ’ εἶδος καὶ κατὰ ποσὸν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἱκανότητα διὰ νὰ διδάσκῃ καὶ μεταδίδῃ τὰς γνώσεις εἰς τοὺς διδασκομένους μαθητάς. Ἦσαν δὲ, κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834, αἱ γνώσεις αὗται αἱ ἀκόλουθοι: αʹ) Ἀκριβὴς γνῶσις τῆς χριστιανικῆς Κατηχήσεως· βʹ) ὀρθὴ, εὐκρινὴς καὶ ἐμφαντικὴ ἀνάγνωσις. Ὑποθέτω, ὅτι διὰ τοῦ ὅρου τῆς ἐμφαντικῆς ἀναγνώσεως ὁ νομοθέτης ἐνόει οὐχὶ τὴν ἀπαγγελτικὴν, ἀλλ’ ἀνάγνωσιν τοιαύτην, ἥτις νὰ καθιστᾷ εὔκολον εἰς τὸν ἀκούοντα ν’ ἀντιλαμβάνηται τῆς ἐννοίας τῶν ἀναγινωσκομένων. γʹ) Καλλιγραφία μὲ κριτίδα, πετροκόνδυλον καὶ κονδύλιον· δʹ) ἡ κατὰ θεωρίαν καὶ πρᾶξιν γνῶσις τῆς ἑλληνικῆς γραμματικῆς, ὀρθογραφίας καὶ ἐγγράφου ἐκθέσεως τῶν ἰδεῶν· εʹ) γνῶσις καὶ ἕξις τοῦ ἀπὸ στήθους καὶ τοῦ δι’ ἀριθμητικῶν χαρακτήρων ὑπολογισμοῦ· Ϛʹ) ἰδέα ζωγραφικῆς· ζʹ) γνῶσις τῆς Ἱερᾶς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας· ηʹ) γνῶσις τῶν στοιχείων τῆς Καλλιγραφίας· θʹ) τῶν τῆς Γεωμετρίας καὶ τῆς Μηχανικῆς· ιʹ) τῶν διὰ τὸν λαὸν ἀναγκαιοτέρων ἐκ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν· ιαʹ) τῆς παιδαγωγικῆς καὶ διδακτικῆς· ιβʹ) τῆς γυμναστικῆς· ιγʹ) τῆς φωνητικῆς μουσικῆς· ιδʹ) πρακτικὰς γνώσεις τῆς ἀγρονομίας, κηπουρικῆς, δενδροκομίας, βομβυκοτροφίας καὶ μελισσουργίας. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ νομοθετοῦντες κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἤτοι μετὰ 66 ἔτη ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ταῦτα ἀνέγραφεν ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος, δύνανται νὰ ἀναγράφωσι καὶ ἄλλας γνώσεις, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ καὶ ἂν τοιαῦται ἀνευρίσκοντο προσθετέαι, βεβαίως θέλουσιν εἶσθαι ἐλάχισται. Οἱ δημοδιδάσκαλοι δευτέρας τάξεως ἔπρεπε, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ ἔχωσι τὰς ἑξῆς γνώσεις: αʹ) γνῶσιν τῆς Ἑλληνικῆς κατὰ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὀρθογραφῶσι καὶ νὰ ἐκθέτωσι καθαρῶς καὶ ὀρθῶς τὰς ἰδέας, νὰ δύνανται δὲ νὰ διδάξωσι ταύτας καὶ εἰς τοὺς μαθητάς· βʹ) γνῶσιν τῶν στοιχείων τῆς Γεωγραφίας· γʹ) τῆς Ἱερᾶς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας· δʹ) τῆς Κατηχήσεως· εʹ) ἰδέαν τῆς ζωγραφικῆς καὶ τῆς φωνητικῆς μουσικῆς· ϛʹ) γνώσεις πρακτικὰς τῆς ἀγρονομίας, τῆς κηπουρικῆς, τῆς δενδροκομίας, τῆς βομβυκοτροφίας καὶ τῆς μελισσουργίας. Οἱ δὲ δημοδιδάσκαλοι τῆς τρίτης τάξεως ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἀναγινώσκωσι καὶ νὰ γράφωσι καὶ νὰ ἀριθμῶσιν ἐλευθέρως, νὰ ἐξηγῶσι τὴν Κατήχησιν, νὰ γνωρίζωσιν ὁπωσοῦν τὴν φωνητικὴν μουσικὴν, καὶ νὰ ἔχωσι πρακτικὰς γνώσεις τῆς δενδροκομίας, τῆς ἀγρονομίας, τῆς κηπουρικῆς, τῆς βομβυκοτροφίας καὶ τῆς μελισσουργίας. Αἱ γνώσεις αὗται τῆς ἀγρονομίας, τῆς κηπουρικῆς, τῆς δενδροκομίας, τῆς βομβυκοτροφίας καὶ τῆς μελισσουργίας ἦσαν γνώσεις ἀπαιτούμεναι παρὰ τῶν διδασκάλων πάσης τάξεως. Ἀλλὰ, κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ νόμου, τοὺς διδασκάλους δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως ἐξέλεγεν ὁ κατὰ τόπον Νομάρχης, ἐπεκύρου δὲ τὸν διορισμὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲ μόνον οἱ δημοδιδάσκαλοι αʹ τάξεως ἐξελέγοντο· οὕτω τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ὁ νόμος εἶχεν ἀποδώσει εἰς τὸν Νομάρχην, πιθανῶς ὡς ἀρχὴν ἐγγυτέραν εἰς τὸν τόπον τοῦ σχολείου, μόνον δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων τῆς αʹ τάξεως εἶχεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ μεταφραστὴς τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, νόμου ἀπὸ τοῦ Γερμανικοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν, μετεχειρίσθη τὴν λέξιν «ἐκλέγει», ἀντὶ τῆς λέξεως «διορίζει», ἀγνοῶ· ἴσως διότι διορίζων ἐξέλεγεν ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν ἐχόντων τὰ προσόντα· Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης δὲν εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ ἐστερημένος βοηθείας· εἶχεν ἐπαρκεῖς βοηθείας καὶ φῶτα, τὰς ἐπιθεωρητικὰς ἐπιτροπὰς, ὅπως δύνηται νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς διδασκάλους ὅσον τὸ δυνατὸν σκοπίμως καὶ ἐπιτυχῶς. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει) «εἰς ἕκαστον δῆμον θέλει συστηθῆ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν τοπικῶν σχολείων, συγκειμένη ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ὡς Πρόεδρον, τὸν ἐφημέριον τοῦ τόπου, καὶ, ἂν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὑπάρχουν πολλοὶ ἱερεῖς, ἀπὸ ἕνα παρὰ τοῦ Νομάρχου διοριστέον τοῦ ἀνωτέρου ἢ κατωτέρου Κλήρου, τέλος ἀπὸ δύο μέχρι τεσσάρων δημότας ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου» (κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2392 δὲ ἐγκύκλιον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου τῆς 24 Μαρτίου 1857, ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι ὑπῆρξεν ἐσφαλμένη τοῦ Γερμανικοῦ κειμένου ἡ μετάφρασις). Εἶχε δὲ, κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ νόμου, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἐπιτοπίων σχολείων, καθῆκον· «νὰ ἐφορεύῃ, νὰ ἐμψυχώνῃ καὶ διευθύνῃ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον». Οὕτω τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τὴν διεύθυνσιν ἀνετίθει ὁ νόμος εἰς τὴν ἐπιθεωρητικὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη εἶχε καὶ ἰδιαίτερα καθήκοντα, ταῦτα (ἀναγινώσκει) «... 7) νὰ ἐπαγρυπνῇ ἰδίως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν χρεῶν τοῦ διδασκάλου, καὶ, παρατηρήσασα εἰς αὐτὸν ἐλλείψεις, νὰ τὰς ἀναφέρῃ εἰς τὴν ἐπιθεωρητικὴν ἐπιτροπὴν τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἢ κατὰ νομοὺς σχολείων, διαφυλαττομένων πάντοτε εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτοπίους πολιτικὰς ἀρχὰς, ἢ τὴν ἀστυνομίαν, νὰ ἐνεργήσωσι τὰ καθήκοντά των· 8) εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις νὰ παύῃ τὸν διδάσκαλον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ῥητῇ ὑποχρεώσει νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν κατ’ ἐπαρχίαν ἢ τὸν νομόν ἐπιθεωρητικὴν ἐπιτροπήν ἐντὸς 24 ὡρῶν. Οὕτω, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου ἡ κατ’ ἐπαρχίαν ἐπιθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ (ἄρθρ. 41 § βʹ καὶ γʹ) ἢ ἐπεκύρου ἢ ἠκύρου τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπιβληθεῖσαν παῦσιν· καὶ ἂν μὲν ἐπεκύρου αὐτὴν, ἡ παῦσις καθίστατο ὁριστικὴ, ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τῶν διδασκάλων δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ἐπιτροπὴν ἢ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοῦ. Ἠδύνατο δὲ ἡ ἐπαρχιακὴ ἐπιτροπὴ νὰ παρατείνῃ τὴν παῦσιν ἐπὶ μακρότερον χρόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ὁριστικήν. Τὸ δὲ ἄρθρον 38 τοῦ νόμου ἐκείνου διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου μὲν νομοῦ θέλει συστηθῆ ἐπιθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ τῶν κατὰ τὸν νομόν, ἑκάστης δ’ ἐπαρχίας τῶν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν σχολείων. Ἡ ἐπιθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ τῶν κατὰ τὸν νομόν σχολείων σύγκειται ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ὡς Πρόεδρον, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ κατὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ ἐπαρχιακοῦ Δικαστηρίου καὶ τὸν Ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας...» (Κατὰ τὸ 1834 δὲν εἶχον συστηθῆ τὰ Δικαστήρια, ὑπῆρχον δὲ ἐπαρχιακά τινα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶχον συστηθῆ παρὰ τοῦ Κυβερνήτου. Ἐπίτροπον δὲ τῆς Ἐπικρατείας ἐνόει τὸν Εἰσαγγελέα, τὸν ὁποῖον περιέλαβεν ὁ νόμος ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πάντως τότε ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσι τὰς ἀναγκαίας γνώσεις, ἵνα ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὰ τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης) «... ἀπὸ ἕνα τῶν ἐντὸς τοῦ νομοῦ ἱερωμένων τοῦ ἀνωτέρου ἢ τοῦ κατωτέρου Κλήρου, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. Γραμματεία θέλει διορίζει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἀπὸ ἕνα παρὰ τῆς αὐτῆς Γραμματείας διοριστέον καθηγητὴν Γυμνασίου ἢ Πανεπιστημίου, καὶ ἀπὸ δύο μέχρι τεσσάρων κατοίκους τοῦ νομοῦ, διοριστέους παρὰ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου.» Ἡ δὲ ἐπιθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ τῶν κατὰ τὰς ἐπαρχίας σχολείων συνέκειτο «ἀπὸ τὸν Ἔπαρχον, ὡς Πρόεδρον, ἀπὸ τὸν κατὰ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Εἰρηνοδίκην, ἀπὸ ἕνα κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἱερωμένον, διοριστέον παρὰ τοῦ Νομάρχου, ἀπὸ ἕνα παρὰ τοῦ Νομάρχου ὡσαύτως διοριστέον διδάσκαλον Ἑλληνικοῦ Σχολείου καὶ ἀπὸ δύο μέχρι τεσσάρων ἐπαρχιωτῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου.» Αἱ ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ τῶν κατὰ νομοὺς ἢ ἐπαρχίας σχολείων εἶχον, κατὰ τὸ ἄρθρον 41 τοῦ νόμου, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ χρέος «νὰ ἐπιθεωρῶσιν ὅλας τὰς ἐπιθεωρητικὰς ἐπιτροπὰς τῶν ἐπιτοπίων σχολείων καὶ τῶν κατὰ τὸν νομόν ἢ τὴν ἐπαρχίαν δημοτικῶν σχολείων». Εἶχον δὲ ἰδιαίτερα καθήκοντα πρὸς τοῖς ἄλλοις «νὰ ἐπιβάλλωσιν ἐπανορθωτικὰς ποινὰς εἰς διδασκάλους...», καὶ εἰς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 37 § 8 ἐκτεθεῖσαν περίπτωσιν «ἢ νὰ ἐπικυρώνωσιν ἢ νὰ ἀκυρώνωσιν, ἢ καὶ νὰ ἐπαυξάνωσι τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν τῆς παύσεως». Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχε δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς διδασκάλους, ἀλλὰ μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν, τὴν περίπτωσιν τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῶσιν· οὔτε ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ ἠδύναντο νὰ καταρτισθῶσιν ἐν τοῖς χωρίοις καὶ δήμοις, οὔτε ἐπαρχιακαὶ ἐπιτροπαὶ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, οὔτε ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα, ἔχοντα τὴν ἱκανότητα, ἵνα διορισθῶσι μέλη τῶν ἐπιτροπῶν τούτων. Τοῦτο δὲ κυροῖ ἐπίσημος βεβαίωσις, ἐγκύκλιος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω: Ἀριθμὸς 2388 τῆς 5 Μαΐου 1856. «Αἱ ἐν τῷ περὶ δημοτικῶν σχολείων νόμῳ τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834 ὁριζόμεναι ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαί, ποῦ μὲν δὲν ὑφίστανται ὅλως, ποῦ δέ εἰσιν ἀτελεῖς, τὸ δὲ χείριστον πάντων, ὅτι πολλαὶ τῶν οὕτως ἢ ἄλλως ἐχουσῶν οὐδ’ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐπισκέπτονται τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῶν ὑποκείμενα σχολεῖα, οὐδὲ συνέρχονται, ἵνα περὶ αὐτῶν σκεφθῶσι. Μένουσιν οὕτως ἀνεπιτήρητοι οἱ κατὰ δήμους δημοδιδάσκαλοι, καὶ ἀνεξέλεγκτοι πολλαὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν σχολείων. Ἡ δὲ ἀνωτέρα ἀρχὴ, ἕνεκα τῆς παραμελήσεως τῆς λίαν σπουδαίας ταύτης διατάξεως τοῦ νόμου, τῆς περὶ ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν δηλονότι, διατελεῖ πολλάκις ἐν ἀγνοίᾳ πολλῶν πραγμάτων, ἅτινα ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ κατασκεύασμα τοῦτό ἐστιν ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων τῆς καθ’ ἡμᾶς σχολειακῆς νομοθεσίας, καὶ ἐκ τῆς ἀργίας ἢ ἀχρηστίας αὐτοῦ πολλαὶ καὶ σπουδαῖαι ἐπιφέρονται συνέπειαι. Τῷ διερχομένῳ τὰ ἐν τῷ μνησθέντι νόμῳ ὁριζόμενα καθήκοντα τῶν ἐπιτροπῶν τούτων γίνεται αὐτίκα καταληπτὸν, πόσον ἐπιβλαβὴς ἀποβαίνει ἡ παραμέλησις αὐτῶν.» Ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ, ἵνα ποιήσωμαι γνωστὰ τὰ περὶ τούτου εἰς τὸ κοινὸν, καὶ ἔγραφον ἔν τινι συλλογῇ, ἡ ὁποία ἐξεδίδετο ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Νομοθεσία», ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ ἥκιστα, ἂν μὴ οὐδόλως, ἐχρησίμευσαν, τὰ δὲ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐστερημένα καὶ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς συνδρομῆς αὐτῶν, εἴτε μένουσιν ἐντελῶς ἀνεπιτήρητα, εἴτε διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἀνώμαλον καὶ ἀτελῆ συνήθως διεύθυνσιν τῆς τοπικῆς ἢ αὐτῆς τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς... Αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου τιθέμεναι βάσεις τοῦ συστήματος τῆς ἐποπτείας τῶν δημοτικῶν σχολείων στηρίζονται ἐπὶ ὑγιῶν ἀρχῶν, καὶ ἠδύναντο διὰ πληρεστέρου ὀργανισμοῦ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν...»
§11Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τίνος ἔτους εἶναι;
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1875... «Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πρὸ πάντων ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δὲ ἐπιτήρησις τῆς Πολιτείας νὰ περιορισθῇ εἰς γενικήν τινα καὶ ἀνωτάτην ἐποπτείαν, εἰς τὴν καθόλου ἁρμονίαν τῶν τῆς ἀνατροφῆς τοῦ λαοῦ ἀφορῶσαν, καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ μεγάλου τούτου σκοποῦ ὑποστηρίζουσαν. Καὶ ἴσως μὲν κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἡ ἄμεσος μετοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἦτό πως δεδικαιολογημένη, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διετέλει τότε ὁ τόπος· σήμερον ὅμως, ὅτε ἡ διανοητικὴ ἀνάπτυξις οὐ μικρὰν ἔλαβεν ἐπίδοσιν, ὁ δὲ πρὸς τὴν παιδείαν ζῆλος οὐ μόνον ἐντείνεται, ἀλλὰ καὶ συστηματοποιεῖται, ἡ παράτασις τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος εἶναι ἀδικαιολόγητος.» Καὶ ἀλλαχοῦ ἔγραφον ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ μνημονευθέντι πονήματι ταῦτα: «Τὸ κακὸν εἶναι ῥιζικώτερον· ἔγκειται εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ἀπὸ μὲν τῶν οἰκείων προσώπων, τῶν δημοδιδασκάλων, ἀφήρεσε τὸν κύριον αὐτῶν χαρακτῆρα, καταστήσασα αὐτοὺς οὐδὲν ἧσσον ἢ δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐξαρτωμένους ἀπό τε τὰς τοπικὰς καὶ ἀπὸ τὰς γενικωτέρας πολιτικὰς περιπετείας, τὰς δὲ περὶ ἐπιτηρήσεως τῶν τε διδασκόντων καὶ τῶν διδακτηρίων διατάξεις τοῦ νόμου οὐδέποτε σπουδαίως ἐφήρμοσεν.» Ἐν Γαλλίᾳ, πρὸ 50 ἐτῶν, κατὰ τὸ 1850, διὰ τοῦ νόμου τῆς 15 Μαρτίου, κατὰ τὸ ἄρθρον 31 αὐτοῦ, ἐν ἑκάστῳ δήμῳ διωρίζοντο οἱ δημοδιδάσκαλοι ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, λαμβανόμενοι εἴτε ἐκ τοῦ συντασσομένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου καταλόγου τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ διορισμοῦ ἢ τοῦ προβιβασμοῦ, εἴτε ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προϊσταμένου τῶν διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ λαοῦ προωρισμένων, διὰ νόμου δ’ ἐπιτετραμμένων ἢ ἀνεγνωρισμένων ὡς καταστημάτων δημοσίας ὠφελείας, θρησκευτικῶν ἑταιρειῶν. Κατὰ τὸ 1852 τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τοῦ Décret τῆς 9 Μαρτίου ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ἀπεδόθη εἰς τοὺς Recteurs· κατὰ δὲ τὸ 1854, διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τῆς 14 Ἰουνίου, τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τῆς παύσεως, τοῦ προβιβασμοῦ, τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς προσωρινῆς παύσεως μετεβιβάσθη εἰς τοὺς Νομάρχας. Γνωστὸν εἶναι εἰς τοὺς συναδέλφους, ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἡ ἐκπαίδευσις εἶχε περιέλθει κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς χεῖρας τῶν κληρικῶν, διότι τοιαῦται ἦσαν καὶ αἱ θρησκευτικαὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου ἐκείνου· διὰ τοῦτο οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐλαμβάνοντο μὲν ἐκ τοῦ ὑπὸ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων συντασσομένου καταλόγου τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, ἀλλὰ διωρίζοντο ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν προϊσταμένων τῶν διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ λαοῦ ἀνεγνωρισμένων ὡς καταστημάτων δημοσίας ὠφελείας θρησκευτικῶν ἑταιρειῶν· γνωρίζετε δὲ, ὅτι, κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν Γαλλικὴν, καταστήματα δημοσίας ὠφελείας δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναγνωρισθῶσι πάντα, ὅσα οἱ πολῖται ἠδύναντο νὰ συστήσωσιν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀνεγνωρίζοντο τοιαῦτα. Αὕτη ἡ ἱστορία τῆς νομοθεσίας ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὡς εἴδετε, αἱ διατάξεις τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν, οὔτε ἐξετελοῦντο· πάντα δὲ τὰ ἔργα τῶν ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ τὰ ἔργα παντὸς ἄλλου τεταγμένου ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1834, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν καταλλήλων πρὸς διδασκαλίαν τῶν γνώσεων τῆς δημοτικῆς παιδεύσεως προσώπων, πάντα ταῦτα τὰ δικαιώματα ἀπερρόφησε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐντεῦθεν πᾶσα ἀρχὴ καὶ μελέτη καὶ σκέψις ἀνελήφθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ περίοδος αὕτη τοῦ χρόνου, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σημειώσω ὡς ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1836 μέχρι τοῦ 1871, ὑπῆρξε τοιαύτη, οὐδ’ ἐγένετο κατ’ αὐτὴν ἀπόπειρά τις, ὅπως ἀφαιρεθῶσι μετὰ λόγου καὶ πρὸς ἐπιτυχεστέραν καὶ πληρεστέραν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Μόνον κατὰ τὸ 1871 ἐξεδόθη νόμος, τῇ προτάσει τοῦ μακαρίτου Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ, τοῦ Κυβερνήτου, διὰ τοῦ ὁποίου περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ἀπόλυτον, τῆς μεταθέσεως τῶν διδασκάλων καὶ καθηγητῶν, ὑπεχρεώθη δὲ ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν αὐτῶν ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος κατεστρατηγήθη, καὶ ἑπομένως ἐματαιώθη. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τοῦ Ὑπουργοῦ ἔμεινεν ἀπόλυτον, καὶ ἐξηκολούθει νὰ διαχειρίζηται αὐτὸ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν. «Τὸ κακὸν τοῦ ἀκαταπαύστου κυματισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, ἔγραφον ἐν τῇ μνημονευθείσῃ πρὸ μικροῦ «Συλλογῇ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας», εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχῶς περιπίπτει τὸ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ οὐ μόνον τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἠθικῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ, ἔφθασεν ἐσχάτως εἰς τοιοῦτον βαθμόν...» Κατὰ τὸ 1877, ὅτε ἐκλήθην νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁμολογῶ, ὅτι εὗρον τὰ πράγματα οὕτω κακῶς ἔχοντα, ὥστε ἔγνων, ὅτι δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ μὴ ἐπιχειρίσω, ἵνα συντελέσω εἰς τὴν δυνατὴν βελτίωσιν ἐν τῇ διοικήσει, ἂν οὐχὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Κατὰ τὸ 1877 ὅμως τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ φροντίζῃ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περισπώμενον ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ ἀπὸ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας τότε εὐλόγως εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν ἔκβασιν αὐτοῦ. Τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα εὗρον παρά τισι τῶν φίλων μου, δυσφορούντων διὰ πᾶσαν μεταβολὴν τῶν περιγραφεισῶν συνηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἠδυνήθην νὰ ὑπερβῶ· σώζεται μάλιστα μεταξὺ τῶν ἐγγράφων μου ἀλληλογραφία, δηλοῦσα ποίαν πρός τινας φίλους μου ἔγραφον τότε ῥητὴν τὴν γνώμην μου. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει δ’ αὐτὴν, ὄχι διὰ νὰ ζητήσω ἐπιδοκιμασίαν τινὸς ἐξ ὑμῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ παραθέσω παράδειγμα καὶ εἰς τοὺς διοικοῦντας καὶ εἰς τοὺς μετ’ αὐτῶν συμπράττοντας πολιτικοὺς ἄνδρας, παράδειγμα ἢ κανόνα τοῦ ὁρίου τῶν πρὸς ἀλλήλους ἐν τῇ διοικήσει σχέσεων αὐτῶν. Ἔγραφον τὴν 12 Σεπτεμβρίου 1877 πρὸς φίλους μου, οἵτινες ἀπέθανον ἤδη, τῶν ὁποίων δὲ δὲν κρίνω εὐπρεπὲς ν’ ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα (ἀναγινώσκει): «...Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολὴ ὑμῶν αὕτη ἐνδεικνύει τὴν προαίρεσιν νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην δὲν ἐζήτησα, ὅτε ἐνέκρινα μετακίνησιν δύο δημοδιδασκάλων. Διὰ τοῦτο δὲν ὀκνῶ, καίτοι ἐλάχιστον ἔχων χρόνον σχολῆς, νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὴν αὐθημερόν, ἵνα ἀνακοινώσω τὴν ἔκπληξιν, ἥν μοὶ ἐνεποίησεν ἡ ἀξίωσις αὕτη. Ἂν ἡ μετακίνησις ἑνὸς ἢ δύο δημοδιδασκάλων, ἡ γενομένη ἄνευ τῆς γνώμης ἢ τῆς συναινέσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας, ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὡς πρᾶξις περιφρονήσεως πρὸς αὐτοὺς, ὡς γράφετε, ἂν ὁ Ὑπουργὸς κατὰ συνέπειαν ὤφειλε, πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ τὴν μετακίνησιν δημοδιδασκάλου τινὸς, νὰ ζητῇ τὴν συναίνεσιν τῶν κυρίων ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας, τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ ἤθελεν εἶναι λίαν βαρὺ δι’ ἐμέ, ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν ἠδύνατο νὰ μοὶ εἶναι ἀνεκτόν....» Τοσοῦτον δὲ προέβη ἡ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα διατάσσωσι μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, ὥστε ἡ στατιστικὴ τῶν γενομένων μεταβολῶν κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1895 δωδεκαετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882–1894, θέλει σᾶς παραστήσει, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐξωμοιώθη, δὲν πρέπει νὰ εἴπω πρὸς τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει συμφέρον νὰ μὴ παραλύσῃ αὐτὴν, ἵνα μὴ κλείσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐν ὅσῳ τοὐλάχιστον αὐτὸς εἶναι Ὑπουργός, ἐνασκεῖ δὲ διὰ τοῦτο ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, ἐξωμοιώθη ἴσως πρὸς ἀγροφυλακὴν, ἢ πρὸς παραπλήσιόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς προσεῖχεν (ἀναγινώσκει): «Τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργείου ἐξετελέσθησαν μετακινήσεις κατὰ
| τὸ 1882 | διδασκ. | 700 | διδασκαλισσῶν | 200 ἐν ὅλῳ | 900 | |
| τὸ 1883 | » | 720 | » | 206 | » | 926 |
| τὸ 1884 | » | 565 | » | 157 | » | 722 |
| τὸ 1885 | » | 999 | » | 303 | » | 1302 |
| τὸ 1886 | » | 756 | » | 309 | » | 1065 |
| τὸ 1887 | » | 649 | » | 222 | » | 871 |
| τὸ 1888 | » | 335 | » | 130 | » | 465 |
| τὸ 1889 | » | 389 | » | 213 | » | 602 |
| τὸ 1890 | » | 602 | » | 338 | » | 940 |
| τὸ 1891 | » | 678 | » | 450 | » | 1128 |
| τὸ 1892 | » | 1666 | » | 728 | » | 2394 |
| τὸ 1893 | » | 2512 | » | 670 | » | 3182 |
| τὸ 1894 | » | 1926 | » | 569 | » | 2495 |
Ἐὰν ἀριθμήσητε τὰ ἔτη, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι εἶναι 13, ἂν δὲ ἀριθμήσητε τὰς κατ’ αὐτὰς διαταχθείσας καὶ συντελεσθείσας μετακινήσεις, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 12,497 διδασκάλων μετακινήσεις, καὶ 4,495 διδασκαλισσῶν, τὸ ὅλον 16,992 (αἴσθησις). Μοὶ ἐφαίνετο λοιπόν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, νὰ ἐπιδοθῶσι καὶ νὰ μεριμνήσωσι πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ τούτου. Ὅσα δὲ λέγω δὲν τὰ λέγω μετὰ σκοποῦ πολιτικοῦ. Οὐδενὸς σκοπῶ νὰ μεμφθῶ, οὐδὲ νὰ ἐκτοξεύσω πρός τινα πρόσαψιν. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων· οὐδ’ ἐδίστασα νὰ περιλάβω καὶ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἤμην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καίτοι δὲν διεχειριζόμην ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὑπέχω ὅμως ὁπωσδήποτε εὐθύνην διὰ τὰ γενόμενα. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ καταστήσω ὑμᾶς ἐν γνώσει τῆς ἱστορίας τῶν κατὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς ἁπτοτέραν τὴν ἀνάγκην τῶν μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπεδόθημεν κατὰ τὸ 1895. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1878 ἔκρινα ἐπιβαλλομένας μελέτας, διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἀναγκαίας μεταβολὰς τῶν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νενομοθετημένων· ἀπὸ τοῦ 1874 μάλιστα πολλὰς ὥρας σχολῆς κατηνάλισκον, συνδιαλεγόμενος μετὰ τοῦ πολυκλαύστου φίλου μου, τοῦ κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Κατὰ τὸ 1877 ἰδίως προέβην εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθην νὰ εἰσαγάγω, διότι αἱ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν μοὶ τὸ ἐπέτρεπον. Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐπεσκόπει ἀνήσυχος τὰ τοῦ πολέμου τῆς Ρωσσίας κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ ἐμελέτα ποίας ἐλπίδας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ εἰσήγαγον τότε τὸν νόμον περὶ συστάσεως Διδασκαλείου, ὅστις μετὰ δυσκολίας κατωρθώθη νὰ ἐπιψηφισθῇ· οὐδὲ τοῦτο δὲ ἤθελε κατορθωθῆ ἄνευ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἐπιμόνου συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε τότε Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πολιτικὸς φίλος μου, ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τοῦ μακαρίτου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὁ κ. Νομικός· ἄνευ τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ, Προέδρου τυγχάνοντος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Διδασκαλείου, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ· κατωρθώθη δ’ ἐπὶ τέλους νὰ ὑπερβαθῶσιν ἐπίμονοι ἀντιδράσεις, καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἔκτοτε. Ἐπεδόθην καὶ εἰς τὴν παρασκευὴν νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, στηριζομένου ἐπὶ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐν περιλήψει εἶχον δημοσιεύσει, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτε σᾶς ἀνεγίνωσκον ὅσα ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς «Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας», ἀλλὰ καὶ ἔχοντος μεγάλην συγγένειαν πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1834, περὶ οὗ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον ὑμῖν· ἐκρίναμεν δ’ ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 1834 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι πολῖται δυνάμενοι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ ἔργα μέλους ἐφορευτικῆς τῶν τοπικῶν σχολείων ἐπιτροπῆς, ἴσως καὶ τώρα ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι εὔκολον νὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι ἐν τοῖς χωρίοις, τὰ ὁποῖά εἰσι πρωτεύουσαι δήμων, ἐκρίναμεν, λέγω, ὅτι, ἂν προσφύγωμεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἦτο δύσκολον καὶ ἐκεῖ νὰ ἀνεύρωμεν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνωνται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς ὑποθέσεις των, διὰ νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εὕρομεν μέσον ὅρον, νὰ πορισθῶμεν τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι, καὶ τὰς γνώσεις, τὰς περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν, ἀπὸ τὰ μέλη Συμβουλίου Ἐποπτικοῦ, καὶ νὰ συναρμολογήσωμεν αὐτὰ μὲ τὴν γνῶσιν τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῶν κρίσιν ἀνδρῶν νοημόνων καὶ ἐνδιαφερομένων καὶ πονούντων τὸν τόπον. Καὶ τοῦτο ἐζητήσαμεν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συνεκροτήσαμεν τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια. Πῶς συγκροτεῖται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον; Τὸ Συμβούλιον ἐτάχθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἱεράρχου. Καὶ ὑπελάβομεν, ὅτι τοῦτο ἦτο καὶ εὔλογον καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ. Ἐὰν τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα ἐσώθησαν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν Κλῆρον τὸν Ἑλληνικὸν καὶ εἰς τοὺς διαχειριζομένους καὶ πλοῦτον καὶ πολιτικὴν δύναμιν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς τουρκοκρατίας Ἕλληνας. Καὶ σήμερον ὁ Ἱεράρχης, καὶ ἂν δὲν ἐμφορῆται ὑπὸ τοῦ φλογεροῦ ἐκείνου πόθου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐνεφοροῦντο οἱ Ἱεράρχαι τοῦ 1821 καὶ 1822, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλει παρασταθῆ ὡς πρόσκομμα, ἐκ τοῦ ἐναντίου δὲ θὰ δύναται νὰ συντελῇ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν εἰλικρινῆ σύμπραξιν τῶν μελῶν αὐτοῦ πρὸς ἄλληλα. Περιελήφθη ὁ γυμνασιάρχης, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ, ἂν ὄχι τὴν ἔννοιαν τῶν γνώσεων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὴν ἔννοιαν τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως. Περιελήφθησαν δύο ἄλλα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ γινώσκωσι καλῶς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, τὸ φρόνημα καὶ τὴν γνώμην τῶν πολιτῶν τῆς περιφερείας ἐκείνης. Ὁ πρῶτος ἐκλέγεται ἐκ τῶν ἐπιστημόνων, τῶν κατοικούντων ἐν τῷ τόπῳ, ὁ ἄλλος ἐκ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν κτηματιῶν αὐτοῦ. Οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὰς προεχούσας τάξεις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· εἰς τὰς προεχούσας δ’ αὐτὰς τάξεις ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ τις, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν νοήμονα συνδρομὴν καὶ τὴν θερμὴν ἐπιθυμίαν πρὸς βελτίωσιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτοὶ εἶναι ἐν ἀμέσῳ σχέσει μὲ τὸν τόπον, αὐτοὶ θέλουσι μεριμνήσει περισσότερον περὶ τῆς προόδου καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες εἶναι συμπολῖταί των καὶ φίλοι των, εἰς αὐτοὺς δὲ προσεθήκαμεν τὸν ἐπιθεωρητήν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι τὸ ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀντιλαμβάνεται τῆς καταστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν δημοδιδασκάλων. Ὑπεχρεώθη διὰ τοῦ νόμου νὰ περιοδεύῃ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἀνὰ ἑξήκοντα ἡμέρας ἑκάστην περίοδον, δηλαδὴ 120 ἡμέρας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους· περιοδεύων δὲ, νὰ ἐξετάζῃ ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ, οὐχὶ μόνον τὰ ἀφορῶντα τὸ πρόσωπον τοῦ δημοδιδασκάλου, δηλαδὴ ἂν ἐκτελεῖ τὸ πρόγραμμα, ἂν διδάσκει τὰς προσδιωρισμένας ὥρας, ἂν διδάσκει τὰ μαθήματα κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει, ἂν φέρεται πρὸς τοὺς μαθητὰς ὅπως πρέπει, καὶ πρὸς τὴν ἄλλην κοινωνίαν ὡς διδάσκαλος, ἀλλὰ καὶ τὸ σχολεῖον, καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ, καὶ τὰ μέσα τὰ διδακτικὰ, καὶ τὰ ὄργανα τῆς διδασκαλίας. Ἀφοῦ δ’ ἐξετάσῃ αὐτὰ, ἐπανέρχεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, καὶ μεταδίδει τὰς πληροφορίας, ἃς συνέλεξε, καὶ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη, εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινώνων πρὸς αὐτὰ καὶ τὰς γνώμας καὶ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων συνήγαγε. Τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἰσὶ καθήκοντα πρὸς ἁπλῆν γνωμοδότησιν, μετὰ τῆς ὁποίας τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον μετέδιδεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα αὐτὸ εἶχεν ἀρυσθῆ ἐκ τῶν ἐκθέσεων καὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλ’ εἰσὶ καὶ καθήκοντα προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε μετεβίβαζεν εἰς αὐτὸ πληροφορίας, ἃς εἶχε κομίσει ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐκ τῶν περιοδειῶν του, καὶ κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῶν συνήγαγε, καὶ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἔκρινεν, ὅτι προσῆκε νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἀνακαλυφθεῖσαι καὶ γνωσθεῖσαι ἀνάγκαι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ. Τὸν τρόπον τοῦτον προσῆκε νὰ ἐξετάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μόνον ἐὰν ἐνέκρινεν αὐτὸν, διὰ τῆς διαταγῆς του, διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, ἤθελε διαταχθῆ ἡ ἐκτέλεσις τῶν προταθέντων οὕτως ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐγκρίνῃ τὰς προτάσεις ταύτας, αὗται βεβαίως δὲν παραδίδονται εἰς ἐκτέλεσιν. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι, ὅτι καλεῖται τοῦτο νὰ ἐκδίδῃ καὶ ἀποφάσεις· τὴν σημασίαν δὲ τῶν πράξεων τούτων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος χαρακτηρίζει ἀποφάσεις, ἐνδεικνύει τὸ ὅτι αἱ πράξεις αὗται τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπόκεινται οὐδ’ εἰς ἔρευναν, οὐδ’ εἰς ἐξέτασιν, ὅτι εἰσὶν ὑποχρεωτικαί, καὶ ὅτι πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν δὲν ἀπαιτεῖται, εἰμὴ τὸ κῦρος, ἡ αὐθεντία τῆς Πολιτείας. Ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν αὗται ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὸν, οὐδὲν ἄλλο ἔχει δικαίωμα, εἰμὴ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ ἐγγράφου, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη κατηρτίσθη νομίμως, καὶ ἀποτελεῖ νόμιμον ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἤτοι ὅτι συνετελέσθη κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου προσδιοριζομένην πλειονοψηφίαν, καὶ φέρει τὰς ἀληθεῖς ὑπογραφὰς τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου· μετὰ τοῦτο δὲ προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τούτων, ὑποβάλλων τὰ ἀπαιτούμενα Διατάγματα. Ἑπομένως τὰς πράξεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐκείνας, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὁ νόμος ἀποφάσεις, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐκτελέσῃ· ὤφειλε δὲ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτάς. Ἀνετέθη δὲ διὰ τοῦ νόμου ὁ διορισμὸς εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι τοῦτο εἶναι ἡ μόνη ἀρχὴ, ἡ ἁρμοδία ἵνα προβαίνῃ εἰς διορισμοὺς δημοδιδασκάλων. Ἐάν τις ἤθελε δυσπιστήσει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, βεβαίως ἀποδείκνυται ὑπὲρ τὸ δέον δύσπιστος· διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ δήμου, πατέρας οἰκογενειῶν, αὐτὸ δύναται νὰ εὕρῃ κατάλληλον διδάσκαλον, νὰ συλλέξῃ πληροφορίας, καὶ νὰ φωτισθῇ ἐπαρκῶς, ἵνα προτείνῃ αὐτόν. Ἐπειδὴ δὲ ἠδύνατο νὰ βραδύνῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ νὰ μὴ προτείνῃ ἐγκαίρως, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ νόμῳ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνισαν τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως τοῦ κενοῦ. Οὕτω πως κατηρτίσθη ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἔτυχεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε εἰσήχθη, τῆς εὐμενοῦς διαθέσεως πολλῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν ὁποίων δὲν εἶχε τύχει τῆς εὐμενοῦς διαθέσεως, πρέπει νὰ ἀναφέρω δύο διακεκριμένα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας καὶ νῦν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸν νῦν Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, πρώην δ’ Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἀξιοτίμων τούτων συναδέλφων θέλω ὁμιλήσει κατόπιν. Ἀλλὰ, παρὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, ὁ νόμος ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε μὲν ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀποθανόντος συναδέλφου μου, καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιβοηθητικῶς, πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι διασαφήσεις καὶ ἐξηγήσεις, καὶ ἐγένοντο δεκταὶ αἱ γνῶμαι ἡμῶν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὁ νόμος, κυρωθεὶς καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐξεδόθη· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξεδόθη καὶ ἐτέθη εἰς ἐκτέλεσιν τότε, προώριστο νὰ ὑποβληθῇ εἰς μαρτύριον, ὅμοιον μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνίοτε καταγγέλλονται, ὅτι πράττουσιν εἴτε οἱ ἀστυφύλακες κατὰ φυγοδίκων ἢ φυγοποίνων, εἴτε οἱ καταδιώκοντες τὴν ποιμνιοβοσκὴν κατὰ τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα συλλαμβάνουσιν εἰς τοὺς ἀγροὺς βόσκοντα, εἴτε, τέλος πάντων, — τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν πρέπει νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι πρᾶξις ἀνάρμοστος εἰς εὐγενῆ καὶ εὐνομουμένην Πολιτείαν, — τὰς βασάνους ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐνίοτε μετέρχονται ἐν τοῖς ἀστυνομικοῖς ὑπογείοις, ἵνα ἀνακαλύψωσιν ἐγκλήματα. Λέγω, ὅτι ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναφέρω, διότι ἀποστρέφομαι τὸ ἔγκλημα τοῦτο, καὶ ἀπεχθάνομαι τὴν ἀποτρόπαιον πρᾶξιν. Ὅτε ἀνῆλθε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀρχὴν, Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἦτο ὁ κύριος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος προέβαλε νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· Περὶ τῆς προτάσεως νομοσχεδίου πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ νόμου τοῦ 1895, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Τοῦτο δὲν κατακρίνω, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἦτο γνωστὸν, ὅτι εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ ἐκδοθῇ, εἴτε διότι ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον συνετάχθη καὶ ἐπροτάθη, εἴτε διότι ἔκρινεν αὐτὸν ἐπιβλαβῆ. Ἑπομένως εἶχε δικαίωμα βεβαίως, καὶ ἐν τῇ εὐτολμίᾳ αὐτοῦ ἴσως εἶχε καὶ καθῆκον, νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφε τὰς περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἰδέας αὐτοῦ. Ἐδημοσιεύθη δὲ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ τὸ ψηφίσῃ. Κατεβλήθησαν δὲ προσπάθειαι, ὑπερβαίνουσαι τὸ προσῆκον, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ αὗται ἀπέτυχον...
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, κατεβλήθησαν ἐπιτυχῶς προσπάθειαι πολλαί.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶπον ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν πολιτικόν· ἑπομένως προσπαθῶ τὰς φράσεις μου νὰ τὰς λειαίνω διὰ τῆς λίμης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐνοχλῆται κανενὸς τὸ δέρμα (γέλωτες). Ἐμνήσθην προσπαθειῶν, διότι τινὲς τῶν πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προσπαθειῶν ἀντέβαινον εἰς τὸ Σύνταγμα· ἔκρινα δ’ ὅτι ἦτο εὐτύχημα τῷ ὄντι καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διὰ τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ προσπάθειαι αὗται δὲν ἀπέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι, ἐὰν ἀπέληγον εἰς ἀποτέλεσμα, ὁ ἀγὼν πλέον δὲν ἤθελεν εἶσθαι περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀθετήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν εὔχομαι δὲ, οὐδεμία Κυβέρνησις, οὔτε ἐξ ἐκείνων, πρὸς τὰς ὁποίας συμπαθῶ καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ συμπαθῶ ἢ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ συμπαθῶ, ἀλλ’ οὔτε ἐξ ἐκείνων, πρὸς τὰς ὁποίας δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ συμπαθῶ, δὲν εὔχομαί ποτε νὰ περιαχθῶσιν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ὥστε νὰ εὑρεθῶσι πρὸ ζητημάτων παραχθέντων ἐκ παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἢ καὶ πρὸ διαφωνίας περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Οὕτω δὲν ἐγένετο δυνατὸν, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ ψηφισθῇ. Ἔληξεν ἡ Σύνοδος ἐκείνη, καὶ διηρχόμεθα τὸ διάλειμμα, τὸ μεσολαβοῦν μεταξὺ τῆς πρώτης Συνόδου καὶ τῆς συγκληθείσης ἐκτάκτου Συνόδου· κατὰ τοῦτο δὲ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου μετεποιήθη εἰς στάδιον ὑπονομεύσεων, καταστρατηγήσεων καὶ ἐπιδρομῶν κατὰ τοῦ νόμου, αἱ δὲ πράξεις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἦσαν πράξεις πρὸς ἐξάρθρωσιν τῆς κανονικῆς καὶ εὐρύθμου λειτουργίας τῶν διατάξεων αὐτοῦ, πρὸς καταστρατήγησιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν, πρὸς παράλυσιν αὐτῶν, ὡσανεὶ ἐσκόπει καὶ εἰργάζετο ν’ ἀποδείξῃ ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ μετῆλθε ταῦτα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἐπιβουλευόμενος τὸν νόμον, ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Βασιλέως ταχθεὶς ἐκτελεστὴς αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους», νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιγραφὴ χαρακτηρίζει τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἑπομένως νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ διατάξεις συμφώνους μὲ τὴν χωρικὴν διαίρεσιν τῆς χώρας καὶ μὲ τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔμελλε ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τῆς χώρας, κατὰ τὴν τρίτην, λέγω, ἀνάγνωσιν, ἐν ὥρᾳ προκεχωρηκυίᾳ τῆς νυκτὸς, ἐπροτάθη τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας ἐν τῷ νόμῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ὁ ὁποῖος οὐδὲν εἶχε κοινὸν μὲ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀνεγράφετο, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων δὲν θέλουσιν ἔχει πλέον τὸν βαθμὸν τοῦ τμηματάρχου βʹ τάξεως, ἀλλὰ τὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως. Νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ συνταγματισμοῦ ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ διάταξις αὕτη; Ἡ τροπολογία αὕτη ἐγένετο διάταξις νόμου, καὶ κατεχωρίσθη ὡς ἄρθρον αὐτοῦ· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἐπεψηφίσθη εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἀλλ’ εἰς μίαν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος διατάσσει, ὅτι «οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας...
§15ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς διάταξις ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία οὐδὲ κἂν εἶχεν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα λάβωσιν αὐτῆς γνῶσιν οἱ Βουλευταί· ἕκαστος δὲ, ὅστις ἐξήντλησε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν ἐφρόντιζε πλέον περὶ αὐτοῦ, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, εἶπεν ὅσα ὤφειλε νὰ εἴπῃ, ἀφῆκε δὲ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ψηφίσῃ. Τότε περιελήφθη αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἀλλὰ διατὶ περιελήφθη; Πρέπει νὰ ἀνατρέξητε, Κύριοι, νὰ ἀναδράμητε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ νόμου τοῦ 1895, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν οὕτω λάθρα, οὕτως ἀντισυνταγματικῶς περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἡ διάταξις αὕτη. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, ὅτε ἀνέγνω κατὰ τὸ 1895 τὸ τότε προταθὲν νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνέλαβε τὴν ἰδέαν, ἢ καὶ κατελήφθη ὑπὸ τῆς ὑπονοίας, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅλως ἀδικαιολόγητον, ὅτι ἡμεῖς, οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ προτείναντες αὐτὸ, εἴχομεν σκοπὸν νὰ διορίσωμεν ἐπιθεωρητὰς δημοδιδασκάλους αʹ τάξεως ἐκ τῶν ἐξελθόντων ἀπὸ τῶν Διδασκαλείων κατὰ τὴν πρώτην τριετῆ περίοδον αὐτοῦ. Παρίστα δὲ, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ὑπονοίας ταύτης αὐτοῦ, λέγων πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ βεβαιῶν, ὅτι ἐπιθεωρητὰς μὲ βαθμὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως, ἤτοι μὲ μισθὸν δραχμῶν 320 κατὰ μῆνα, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν. Οὐδεὶς γυμνασιάρχης, ἔλεγεν, οὐδεὶς διευθυντὴς Διδασκαλείου, οὔτε καθηγητής, θέλει στέρξει νὰ δεχθῇ τοιαύτην θέσιν, ὑποβιβάζων ἑαυτὸν μάλιστα, ἐὰν ἦναι γυμνασιάρχης, ἢ διευθυντὴς Διδασκαλείου, καὶ δεχόμενος μισθὸν ἥσσονα ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὡς γυμνασιάρχης, ἢ ὡς διευθυντὴς Διδασκαλείου, ἐλάμβανε. «Λοιπὸν δὲν σκοπεῖτε, ἔλεγε, νὰ διορίσητε γυμνασιάρχας, ἢ καθηγητὰς, ἐν τοῖς σχολείοις, σκοπεῖτε νὰ διορίσητε ἀποφοίτους τοῦ Διδασκαλείου τῆς πρώτης περιόδου.» Φαίνεται δὲ, ὅτι εἶχε πεποίθησιν εἰς ὅσα ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ προσόντα ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ, διὰ νὰ στέρξωσι νὰ διορισθῶσιν ἐπιθεωρηταί. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁλόκληρος ὁ θεσμὸς οὗτος (ἀναγράφουσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἐν σελίδι 575), ὁλόκληρος ὁ θεσμὸς οὗτος ἐπενοήθη μόνον, ἵνα ἐξευρεθῶσι θέσεις ἐπιθεωρητῶν δι’ αὐτοὺς τοὺς πρωτοβαθμίους διδασκάλους. Βεβαίως δὲν θέλουσι διορισθῆ οὔτε γυμνασιάρχαι οὔτε διευθυνταὶ Διδασκαλείων. Διατί; Διότι τοῦτο εἶναι ὑποβιβασμὸς δι’ αὐτούς. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν σχολείων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου αʹ τάξεως, οἱ γυμνασιάρχαι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἔχουσι μισθὸν τμηματάρχου αʹ τάξεως». Λοιπόν, ἀφοῦ εἶχε πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἤθελον εὑρεθῆ γυμνασιάρχαι, διευθυνταὶ Διδασκαλείων καὶ καθηγηταί, ἵνα στέρξωσι νὰ διορισθῶσιν ἐπιθεωρηταί, ἐξεπλάγη βεβαίως, ὅτε εἶδεν, ὅτι ἐξευρέθησαν καὶ ἔστερξαν καὶ διωρίσθησαν εἰς θέσεις ἐπιθεωρητῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ γυμνασιάρχαι καὶ διευθυνταὶ τοῦ Διδασκαλείου καὶ καθηγηταὶ Γυμνασίων. Ἀλλ’ εἶχε πάντοτε τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτοί, οἱ διορισθέντες, εἶχον στέρξει μίαν θυσίαν, δεχόμενοι· ὑπέλαβεν ἑπομένως, ὅτι, ἐὰν ὑπεβίβαζε τὸν βαθμὸν αὐτῶν κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀκόμη κατώτερον, ἐὰν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου βʹ τάξεως ὑπεβίβαζεν αὐτοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ἐάν, ἀντὶ 320 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον ὡς ἐπιθεωρηταί, ἐμειοῦτο ὁ μισθὸς αὐτῶν εἰς 240 μόνον δραχμάς, οὐδεὶς ἤθελε στέρξει πλέον νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἑπομένως ἤθελον παραιτηθῆ πάντες, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελε παραλύσει πᾶσα ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου. Ἐπιθεωρηταὶ λοιπὸν δὲν θὰ ὑπῆρχον πλέον, παραιτηθέντες, ἀλλ’ οὐδ’ ἤθελον εὑρεθῆ ἐπὶ τοιούτῳ βαθμῷ καὶ μισθῷ, ὁ δὲ νόμος ἄνευ ἐπιθεωρητῶν δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ. Εὐτυχῶς, — καὶ ὀφείλω, οὐχὶ πρὸς τιμὴν τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἰσὶν ἄξια πάσης τιμῆς, ἀλλὰ πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς κοινωνίας, ὀφείλω νὰ μνησθῶ πάνυ εὐφήμως τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι, καίτοι ὑπεβιβάσθησαν κατὰ ἕνα βαθμόν, καὶ ἔλαβον βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, καίτοι ὁ μισθὸς αὐτῶν κατέληξεν εἰς 240 δραχμὰς μόνον, ἐνῷ ἐλάμβανον 400 δραχμὰς ὡς γυμνασιάρχαι, ἢ ὡς διευθυνταὶ Διδασκαλείων, αὐτοὶ δὲν παρῃτήθησαν. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ἔλαβον ἐπιστολὰς τριῶν ἐπιθεωρητῶν, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔγραφον, ὅτι ἀπεφάσισαν νὰ ὑποβάλωσιν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δι’ αὐτῆς νὰ δηλώσωσιν, ὅτι εἰσὶ διατεθειμένοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀμισθί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπώπτευον, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο αὐτῶν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῇ, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον συνηθίζουσι νὰ λέγωσιν ἐν τῇ πόλει τώρα, ποιούμενοι χρῆσιν ξένης λέξεως, ῥεκλάμα, τοιαύτην δὲ τακτικὴν ἔκρινον ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν ἴδιον αὐτῶν χαρακτῆρα, ἐζήτουν διὰ τῶν ἐπιστολῶν των τὴν γνώμην μου. Καὶ ἐγὼ συνεβούλευσα αὐτοὺς νὰ μὴ παραιτηθῶσιν, ἀλλὰ νὰ στέρξωσι νὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ὑποβαλλόμενοι εἰς πάσας τὰς θυσίας, διότι καὶ αὐτοὶ ἐγνώριζον, ὅτι, παραιτούμενοι, ἤθελον συμπράξει εἰς τὸ νὰ παραλύσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐνόησαν οἱ ἀληθῶς ἄξιοι τοῦ δημοσίου ἐπαίνου εἰρημένοι λειτουργοὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἐπέσκηψε καὶ ἐπ’ αὐτοὺς δυστυχία, ὡς ἐπὶ πάσας τὰς τάξεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐπὶ πάντα τὰ ἐπαγγέλματα ἐπισκήπτουσι δυστυχίαι, καὶ ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσι τὰ γενόμενα, ὡς ἐπισκήψασαν δυστυχίαν, ἀλλὰ συγχρόνως προετείνετο εἰς αὐτοὺς νὰ στέρξωσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς δυστυχίας ταύτης, καὶ προσεφέρετο μάλιστα καὶ βελτίωσις τῆς θέσεως αὐτῶν, ὁ προβιβασμὸς αὐτῶν εἰς γυμνασιάρχας, ἐὰν ἤθελον παραιτηθῆ τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, Οὕτως ἐτίθεντο οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἰς τὸ πονηρὸν ἐκεῖνο δίλημμα, τὸ ὁποῖον...
§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σατανᾶς!
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ὁ σατανᾶς προβάλλει εἰς τοὺς χριστιανούς. «Ἢ παραιτήσου, διὰ νὰ σὲ προβιβάσω εἰς γυμνασιάρχην, ἢ, ἐὰν δὲν παραιτηθῇς, θέλω σὲ ὑποβιβάσει εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ἵνα λαμβάνῃς ὡς μισθὸν μόνον δραχ. 240 κατὰ μῆνα». Εὐτυχῶς, πλὴν ἑνὸς, τοῦ ὁποίου δὲν ἀναφέρω τὸ ὄνομα,—κρίνω μάλιστα αὐτὸ ἀνάξιον τῆς τιμῆς νὰ μνημονευθῇ ἐν τῇ Βουλῇ—καὶ ὁ ὁποῖος ἐπροτίμησε τὸ κέρδος τῶν 160 δραχμῶν, ἃς πιθανῶς ἔλαβεν ὑπὲρ τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις, λέγω, χάριν τοῦ κέρδους τούτου ἔστερξε νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν παράλυσιν τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου, παραιτήσας τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, οὐδεὶς ἄλλος ἔστερξε νὰ γένηται ὄργανον τοιαύτης φαύλης ἐπινοήσεως. Δὲν εἶναι δὲ μόνη αὕτη ἡ ὑπόνομος, ἣν ἀνέσκαψαν, ἵνα ἀνατινάξωσιν εἰς τὸν ἀέρα τὸν περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμον τοῦ 1895, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1900, ἐν ἄλλῳ νόμῳ, ὃν ἐπρότειναν, καὶ ὅστις ἐγένετο ἤδη νόμος, περιέλαβον δύο διατάξεις, αἵτινες εἶχον αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν, τὴν παράλυσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τῆς μιᾶς τῶν δύο τούτων διατάξεων ἐπετρέπετο, ὅπου δὲν ὑπῆρχε Γυμνασιάρχης, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸν ἀπόντα ἢ κωλυόμενον Ἐπιθεωρητὴν, νὰ ἐκπληροῖ τὰ ἔργα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ σχολάρχης. Τοῦτο δ’ ἐγένετο αἰτία μεγίστου ἀτόπου. Ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἐδημιούργησεν ἕξ νέους νομούς...
§19ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα νομούς.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐδημιούργησε δέκα νομοὺς, ἐδημιούργησε φυσικῶς καὶ δέκα θέσεις ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ Νομάρχαι ἐγκατεστάθησαν ἐν τοῖς νέοις νομοῖς τὸν Νοέμβριον τοῦ 1899, οἱ ἐπιθεωρηταὶ δὲν διωρίσθησαν τότε, ἀλλὰ διωρίσθησάν τινες κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1900, ἤτοι μετὰ ἕνδεκα μῆνας· κατὰ τοὺς ἕνδεκα δὲ τούτους μῆνας ἔμειναν κεναὶ αἱ θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἵνα ἀναπληρώνωσιν αὐτοὺς οἱ γυμνασιάρχαι. Ὑπάρχει τῳόντι διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἐπιθεωρητὴν ἀναπληροῖ ὁ γυμνασιάρχης· ἀλλ’ ἡ διάταξις ὑποθέτει πάντοτε, ὅτι ἕνεκα νόσου ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἢ ἕνεκα προσωρινοῦ τινος κωλύματος, ἢ δι’ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ παρευρίσκηται εἴς τινας συνεδριάσεις, ἐκαλεῖτο δ’ οὕτως ὁ γυμνασιάρχης, διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ αὐτόν· ἀλλὰ δὲν ὑποθέτει, ὅτι ὁ γυμνασιάρχης ἔμελλε νὰ ὑπηρετῇ ὡς ἀναπληρωτὴς ἐπιθεωρητοῦ οὐχὶ ἀπόντος, οὐχὶ κωλυομένου, ἀλλὰ μηδόλως ὑπάρχοντος, ἐπὶ ἕνδεκα ὅλους μῆνας, καὶ ὅτι ἔμελλε μάλιστα νὰ ἐνασκῇ καὶ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ τὰ δικαιώματα τῆς μεταθέσεως καὶ παύσεως τοῦ δημοδιδασκάλου, εἰ καὶ δὲν ἐξῆλθε τῆς ἕδρας αὑτοῦ, δὲν περιηγήθη ἐν τοῖς δήμοις καὶ ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ νομοῦ, δὲν ἐπεσκέφθη οὐδὲ ἓν δημοτικὸν σχολεῖον, οὐδ’ ἐξήτασε τὰ κατὰ τοὺς δημοδιδασκάλους ἢ τὰ τῆς καταστάσεως τῶν σχολείων.
§21Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τῷ ἀπαγορεύεται νὰ περιοδεύσῃ, κατὰ τὸν νόμον.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ γυμνασιάρχαι ἐπρότειναν παύσεις καὶ μεταθέσεις, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτῶν βούλησιν...
§23ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ ἐπιστολῶν.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὸ 1895, ὅτε κατέκρινε τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐνδίδουσιν εἰς ἀπαιτήσεις τῶν Βουλευτῶν, μάλιστα διὰ δημοδιδασκάλους, λέγων ὅτι καὶ ἂν ἤθελε συμβῆ νὰ περιπέσῃ εἰς λάθος τι ὁ Ὑπουργὸς, τὰ λάθη αὐτὰ θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα θέλει πράξει εἷς ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν κομματαρχίσκων τῶν ἐπαρχιῶν. Ἂς ἀναγνώσω τὸ κείμενον τοῦ λόγου του (ἀναγινώσκει): «Σήμερον, ἔλεγε τότε ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἐπιθεωρεῖ τὰ σχολεῖα ὁ Βουλευτὴς»—ἀπεκρίνετο εἰς τὸν μακαρίτην Πετρίδην, τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐπεθεώρει ἕως τότε τὰ σχολεῖα, διότι ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Βουλευτῶν ἀπεφάσιζον οἱ Ὑπουργοὶ περὶ τῆς τύχης τῶν σχολείων καὶ τῶν ἐν τοῖς σχολείοις.—«Σήμερον ἐπιθεωρεῖ τὰ σχολεῖα ὁ Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ κατάστασις ἦναι τοιαύτη, ὥστε ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ διορισμοὺς καὶ παύσεις,—κατάστασις, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (ἤτοι ἐγὼ, ὅστις τότε ἤμην τοιοῦτος) δὲν ἀναγνωρίζει ὡς ὑφισταμένην· ἐὰν ἡ κατάστασις, λέγω, εἶναι τοιαύτη, δὲν φοβεῖσθε περισσότερον τοὺς κομματαρχίσκους τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνασκήσωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις εἶναι πολὺ διάφορος τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἵστανται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως αἱ ἐπιρροαὶ, περὶ ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀσκηθῶσιν ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν παραδέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ὀλιγώτερον φοβοῦμαι τὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπίδρασιν τῶν ἐπιρροῶν τούτων, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις του.» Ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἐφοβεῖτο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἦτο, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἤθελον ὑποκύπτει εἰς τὰς τοπικὰς ἐπιρροὰς τῶν κομμάτων. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου ἐγγυήσεις τινὰς, διὰ τῶν ὁποίων ἐθωρακίζετο, ἵνα διαφυλάξῃ ἑαυτὸν ἀπὸ οἱαδήποτε βλήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ τὸν ἐπηρεάσωσιν, ἡ Κυβέρνησις, ἧς προεδρεύει, ἀφῆκεν ἐπὶ ἕνδεκα μῆνας κενὴν τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διὰ νὰ ἐκπληρώνῃ γυμνασιάρχης τὰ ἔργα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ· αὐτὸς δ’ ὁ γυμνασιάρχης ἔλαβε τὴν γραφίδα εἰς χεῖρας, καὶ ἀνεστάτωσεν ὅλον τὸ προσωπικὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Διατί; Ἐπεθεώρησεν; ἔλαβε γνῶσίν τινα τῶν κατὰ τὰ σχολεῖα τοῦ νομοῦ; ἐγνώρισε τὴν κατάστασιν τῶν σχολείων; ἐγνώρισε τὰ πρόσωπα, εἶδε τὰς ἀτελείας αὐτῶν; διέκρινε τὰς παραβάσεις αὐτῶν; Οὐδέν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔκρινε νομίμους τὰς τοιαύτας πράξεις τοῦ τοιούτου δῆθεν ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἔκρινε νομίμους τὰς ἀνακοινωθείσας εἰς αὐτὸ ἀποφάσεις!
§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προεῖδε τότε ὁ κ. Θεοτόκης.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἠκούσατε προχθὲς καταγγελθεῖσαν καὶ ἄλλην μεταμόρφωσιν. Ἀνεβιβάσθη εἰς τὸ ὕψος τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ὁ σχολάρχης. Τὸ ἐπέτρεπεν ὁ νόμος. Φαντασθῆτε δὲ, ἐὰν συνέπιπτε ν’ ἀναλάβωσι πανταχοῦ σχολάρχαι τὰ ἔργα τῶν ἐπιθεωρητῶν! Δὲν ἠξεύρω ποῖα φῶτα, ποῖαι γνώσεις, ποῖαι περὶ ἐπιστήμης ἰδέαι ἤθελον ὁδηγήσει αὐτοὺς διὰ νὰ κρίνωσιν, ἐὰν εἶναι ἢ μὴ κατάλληλος καὶ ἂν ἐκπληρώνει ἀκριβῶς τὰ καθήκοντά του διδάσκαλός τις, ἐὰν αὐτὸ τὸ σχολεῖον λειτουργεῖ ἀκριβῶς, πλήρως, ἂν εἶναι ἄρτιον, ἂν ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ πάντα τὰ σκεύη, πάντα τὰ ὄργανα τῆς διδασκαλίας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ περιέχῃ, ἂν εἶναι ὑγιεινόν, ἢ ἂν πρέπει νὰ προτιμήσῃ καὶ ἐνοικιάσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ κουμπάρου του, ἢ τὴν οἰκίαν τοῦ ἐξαδέλφου του, ἵνα τῷ δώσῃ ἐνοίκιον 50 ἢ 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἡ ὑπηρεσία ἰδίως αὕτη τοῦ σχολάρχου—δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του—μὲ ἠνάγκασε νὰ προσφύγω εἰς τὸν νόμον· εὗρον δ’ ἐν αὐτῷ διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσω εἰς ἀμάθειαν, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποδώσω εἰς σκοπόν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ τρίτη ἐνομοθετήθη τρικλοποδιά. Ἐνθυμεῖσθε τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Μέγας φαίνεται ὅτι ἐφάνη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς κίνδυνος, ἂν οἱ ἐπιθεωρηταὶ συνδέωνται διά τινος δεσμοῦ μετὰ χωρίου τινὸς τοῦ νομοῦ των· διὰ τοῦτο ἀνέγραψαν τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1900. Συγχρόνως ἀνεκάλυψαν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος κ. Δουκάκης ἦτο ἐντόπιος ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ, διότι ἡ σύζυγος αὐτοῦ, ἥτις δὲν ἐγεννήθη ἐν Πάτραις, εἶχε πατέρα, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχεν ἀποθάνει πρὸ χρόνων. Ἑπομένως οὕτω κατώρθωσεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκδικηθῇ τὸν διακεκριμένον λειτουργὸν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, διότι παρέλαβεν ἐν χερσὶν αὐτὸν τὸν λειτουργὸν ὡς σφαῖραν, καὶ ἐξεσφενδόνισεν αὐτὸν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν. Ἑπόμενον δ’ ἦτο, ὁ ἀξιότιμος κ. Δουκάκης νὰ παραιτηθῇ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι προσέτι διέπραξαν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομοθετήθη ὁ ὀργανισμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐλησμονήθη ὑπὸ τῶν συντακτῶν αὐτοῦ ἡ φειδὼ τῶν δημοσίων χρημάτων· διὰ τοῦτο ἐν δύο περιφερείαις, τῶν ὁποίων οἱ νομοὶ ἦσαν μικροί, ἐδημιούργησε μίαν μόνον θέσιν ἐπιθεωρητοῦ, δύο δὲ περιφέρειαι ἐκρίθησαν τοιαῦται, ἡ περιφέρεια τῶν νομῶν Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας καὶ ἡ περιφέρεια τῶν νομῶν Κερκύρας καὶ Ἄρτης...
§27ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν τῆς Κεφαλληνίας, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τῆς Ζακύνθου, τὸν τῆς Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τῆς Ἄρτης.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ὅτε, κατὰ τὴν 26 Δεκεμβρίου 1895, ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθησαν ἐν ὀκτὼ νομοῖς οἱ νομοεπιθεωρηταί, διωρίσθη ὁ κ. Πάγκαλος ἐπιθεωρητὴς τῆς Κερκύρας, ἄλλος δέ τις ἐπιθεωρητὴς Ζακύνθου. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἤτοι τὴν 6 Ἰανουαρίου 1896, ἐξεδόθη δεύτερον Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ Κερκύρας — ἦτο δὲ τοιοῦτος, ὡς εἶπον, ὁ κ. Πάγκαλος, πρώην γυμνασιάρχης — ἀνετίθεντο τὰ ἔργα καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Ἀλλὰ νῦν, ὅτε ἐπῆλθεν ὁ νέος νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἔπρεπε νὰ διορισθῇ ἴδιος ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἄρτης. Νομίζετε ὅτι διωρίσθη νέος ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης; Ὄχι. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς Κερκύρας μετετέθη εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης, οὕτω δὲ διηυκολύνθη ἡ ἀπὸ τῆς Κερκύρας ἀπομάκρυνσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Παγκάλου, καὶ διωρίσθη νέος ἐν τῷ νομῷ Κερκύρας ἐπιθεωρητής. Ἠξίουν ἀληθῶς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ γένηται τοιαύτη παράβασις τοῦ νόμου· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, ὅτι δὲ δὲν ἤθελε στέρξει νὰ καταστρατηγηθῇ οὕτως ὁ νόμος χάριν τοπικῶν συμφερόντων. Ἐὰν ἐγένετο τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ νὰ φανῇ εὐάρεστος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἔπρεπε ν’ ἀνασταλῇ ἡ προθυμία αὕτη αὐτοῦ. Ἡ τοποθέτησις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Κερκύρας εἰς Ἄρταν εἶναι καθαρὰ καὶ ἀληθὴς μετάθεσις, μετάθεσιν δὲ ἐπιθεωρητοῦ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβάλῃ, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ προηγουμένης ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Πάγκαλος ἦτο ἐπιθεωρητὴς Κερκύρας, πρόσθετον δὲ βάρος ἦτο ἡ ἀνάθεσις εἰς αὐτὸν τῶν ἔργων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἄρτης. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ διορίσητε ἴδιον ἐπιθεωρητὴν ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης, ἠδύνασθε ν’ ἀπαλλάξατε τὸν ἐπιθεωρητὴν Κερκύρας ἀπὸ τοῦ βάρους τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἄρτης, καὶ διορίσητε ἄλλον ἐπιθεωρητὴν ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης, οὐχὶ δὲ ν’ ἀποσπάσητε ἀπὸ τοῦ νομοῦ Κερκύρας τὸν διωρισμένον νομίμως ἐν αὐτῷ ἐπιθεωρητὴν καὶ αὐτὸν νὰ διορίσητε εἰς Ἄρταν, διορίσητε δ’ ἄλλον ἐπιθεωρητὴν ἐν Κερκύρᾳ. Δὲν ἐξέθηκα ταῦτα, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἵνα ἐπιρρίψω αἰτίασιν ἢ μομφὴν ἐπὶ πρόσωπα, ἐξέθηκα ταῦτα, ἵνα καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀναμνήσω εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἐὰν ἐλησμόνησαν, τί ἐγένετο, ποίας τύχης ἔτυχεν ὁ νόμος τοῦ 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἐτύγχανε τῆς τύχης ταύτης ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ἐὰν ἠθετεῖτο καὶ κατεστρατηγεῖτο ὑπὸ πολιτῶν, ὀφειλόντων νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ὑπεκφευγόντων τὴν ὑποχρέωσίν των ταύτην, ἐὰν οἱ Νομάρχαι παρηρμήνευον καὶ κατεστρατήγουν αὐτὸν, τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι πάντοτε ἄξιον προσοχῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ καταστρατήγησις τοῦ νόμου ἐπέρχηται ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐπιτραπέντων τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, καὶ ἂν ἤθελεν ὑπό τινων κριθῇ μικρὰ ἡ ζημία διὰ τὴν διαστροφὴν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μεγίστη ὅμως εἶναι ἡ διδασκαλία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον διδάσκομεν ἡμεῖς, νὰ προσπαθῇ διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφεύγῃ τὰ βάρη, ν’ ἀποφεύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὸν, διδάσκομεν αὐτὸν νὰ μετέλθῃ τὸ ψεῦδος, τὸν δόλον καὶ τὴν ἀπάτην, ὅπως κατορθώσῃ νὰ ἀποφύγῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτόν. Ἡ διδασκαλία αὕτη ἀνατρέπει τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλα ταῦτα τὰ δεινὰ τοῦ νόμου τούτου, ἐπῆλθε καὶ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀποκρινομένου πρὸς ἐρώτημα τοῦ συναδέλφου καὶ φίλου μου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκη καὶ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου καὶ φίλου μου βουλευτοῦ κ. Τσιτσάρα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔλεγεν, ὅτι αὐτός, ἑρμηνεύων τὸν νόμον, δὲν ὑπέθετεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἰσὶν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι γνῶμαι, διδόμεναι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν πρὸς φωτισμὸν, ἑπομένως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διατηρεῖ τὴν ἐλευθερίαν νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μάλιστα, ὁ ὁποῖος μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπιθυμεῖ πάντοτε νὰ ἀποδίδῃ εἰς τοὺς ἄλλους ὅσας αὐτὸς διαπράττει ἀτασθαλίας, κατήγγειλε καὶ ἡμᾶς, δηλαδὴ τὸν ἀποθανόντα φίλον μου Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι οὗτος, ἐκτελῶν τὸν νόμον, δὲν ἐξετέλει ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας δὲν ἐνέκρινε, καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου μου, ἔπραξα τὸ αὐτὸ. Γνωρίζετε πάντες, πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία ἐν τοῖς Ὑπουργείοις. Τὰ ἔγγραφα, καταχωριζόμενα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ, διανέμονται ἔπειτα εἰς τὰ τμήματα· οἱ προϊστάμενοι τῶν τμημάτων μελετῶσιν αὐτὰ, καὶ εἶτα εἰσάγουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε μοὶ εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Παπασωτηρίου ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέκρινα. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ τμηματάρχης οὗτος μοὶ εἶχεν εἰσαγάγει ποτὲ ἔγγραφα πρὸς ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ οὐχὶ πασῶν τῶν ἐν τῷ πρακτικῷ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἀναγεγραμμένων· ἐγὼ ὅμως δὲν ὑπέγραψα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἰσῆγεν εἰς ἐμὲ ὁ τμηματάρχης, καὶ ἐνετειλάμην αὐτῷ νὰ φροντίσῃ νὰ μοὶ εἰσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα πρὸς ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν εἰρημένων ἀποφάσεων. Ἀμφιβάλλω δὲ, καὶ ἂν ὁ μακαρίτης Πετρίδης ἔπραξεν ὅ,τι κατήγγειλεν ὁ Ὑπουργός. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐν γνώσει, ἂν περιέπεσεν εἰς τοιαύτην παράβασιν ὁ ἀγαπητός μοι συνάδελφος, κατὰ πλάνην πάντως, οὐδέποτε δὲ ἐν γνώσει. Ἂν συνέβη νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις, ἡ ὁποία δὲν ἔτυχε τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, βεβαίως εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου διαπραχθεῖσα· ἂν δ’ ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, ἤθελον ἐγὼ ζητήσει τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ, διότι ἐγένετο εἰσηγητὴς γνώμης ἀναιρούσης τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο εἷς τῶν πρωτίστων πρακτόρων, τῶν πρωτίστων ὀργάνων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896· ὅσα καὶ ἂν ἀπησχόλουν αὐτὸν ἐθνικὰ ζητήματα, ὅσον καὶ ἂν περιεσπᾶτο ὑπὸ μεριμνῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεδήλουν τὸν πατριωτισμόν τοῦ ἀνδρός, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ ποίαν γνώμην εἶχεν ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ 1895, τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνων, ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, ποίας δὲ γνώμας εἶχε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος τότε, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη περὶ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πλειότερον τοῦ κ. Στάη. Ὁ κ. Θεοτόκης, ἐξακολουθῶν νὰ ἀγορεύῃ, μεθ’ ὅσα ἀνέγνων ὑμῖν πρὸ μικροῦ ὅτι εἶχεν εἰπεῖ, ἤτοι περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖ εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν θέλει διαχειρισθῇ ἀρτιώτερον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῷ διὰ τοῦ νόμου ἐξουσίαν, ἐξακολουθῶν, λέγω, ὁ κ. Θεοτόκης, ἔλεγε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Καὶ πρῶτον, Κύριοι, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δύναται, τῇ προτάσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, νὰ ἐπιβάλλῃ ἐπίπληξιν, πρόστιμον, προσωρινὴν παῦσιν, οὐ μόνον, ἀλλὰ νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν παῦσιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται τότε νὰ προκαλέσῃ τὴν διὰ Β. Διατάγματος παῦσιν... Ἀρκεῖ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως νομίζει ὀρθὸν νὰ παυθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, ὅπως παυθῇ.... Ἐννοῶ τὴν μετάθεσιν ἀναθετομένην εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι ὁ Ὑπουργὸς γνωρίζει, ποῦ θὰ μεταθέσῃ τὸν διδάσκαλον, ποῦ ὑπάρχουν κεναὶ θέσεις, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν μετάθεσιν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ νομοσχεδίου· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ποῖαι εἶναι αἱ κεναὶ θέσεις εἰς ἄλλην περιφέρειαν;» Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐνόει καλῶς τὸν νόμον, καὶ ἐπείθετο, ὅτι ὁ νόμος ἀνακηρύσσει ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς παρεπονεῖτο κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέκρινε. Καὶ ἀφοῦ εἶχε τὰς γνώμας ταύτας ὁ τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συνάδελφος αὐτοῦ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, πρέπει νὰ μὴ διαφωνῇ σήμερον πρὸς αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτε τυγχάνει συνάδελφος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ ἀρχῇ, ὀφείλει δὲ νὰ συμφωνήσῃ μετ’ αὐτοῦ, μὴ στασιάζων κατὰ τοῦ νόμου. Εἶπον στασιάζει, διότι τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράττει, νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν θεωρεῖ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, δὲν εἶναι ἁπλῆ πρᾶξις διοικήσεως, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ παραλύει τὴν λειτουργίαν τοῦ ὀργανισμοῦ τοιούτου κλάδου, οἷος εἶναι ὁ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ αὐτὸς ὁ ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς κ. Εὐταξίας, ὁ ὁποῖος τοσαύτην ἀντέταξεν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, καὶ αὐτὸς οὕτως ἐνόει τὸν νόμον. «Εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις», ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, «θὰ ἴδητε, ὅτι ἀρκεῖ ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν σχετικὴν πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τοῦτο νὰ τὴν ἀποδεχθῇ καὶ μεταβιβάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἴτε περὶ μεταθέσεως, εἴτε περὶ παύσεως, καὶ μετατίθεται καὶ παύεται ὁ δημοδιδάσκαλος». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὁ ὁποῖος ἡρμήνευεν οὕτω τὸν νόμον, εἶχεν ἐκδηλώσει οὐχὶ γνώμην, ἀλλ’ ἀντίστασιν κατὰ τοῦ νόμου, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα ἐξεδήλου ποίαν ᾐσθάνετο λύπην διὰ τὴν κακὴν τύχην, ἡ ὁποία ἀνέμενε τοὺς διδασκάλους. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Εὐταξίας: «Δὲν ἀρκοῦσιν ὅλα τὰ ἄλλα δεινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται, συνεπείᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὰ δυστυχῆ αὐτὰ ὄντα, οἱ δημοδιδάσκαλοι· ἀλλὰ διὰ τοῦ παρόντος ἄρθρου πρόκειται νὰ δικάζωνται καὶ καταδικάζωνται χωρὶς νὰ καλῶνται εἰς ἀπολογίαν.» Ἀλλὰ ποῖαι διατάξεις νόμων ὑπαρχόντων μετέδωκαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ ἢ παύῃ τοὺς δημοδιδασκάλους; Ποῖον ἄρθρον; τίνος νόμου; Τὰ Ὑπουργεῖα ὠργανώθησαν δι’ ἰδίου ἕκαστον ὀργανισμοῦ, οἱ ὀργανισμοὶ δ’ οὗτοι ἀναγράφουσι ῥητῶς καὶ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων, ὀλίγον μετὰ τὴν εἰς τὸ Ναύπλιον ἀποβίβασιν αὐτοῦ κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1833, ἐξέδωκε τοὺς νόμους τούτους περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων. Ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε τὴν 3 Ἀπριλίου τοῦ 1833. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνέθηκε διὰ τοῦ Διατάγματος τὴν ἐπιτήρησιν καὶ διεύθυνσιν τῶν ἀφορώντων τὰ σχολεῖα καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐν τοῖς δικαιώμασι τούτοις τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ διευθύνσεως περιελαμβάνετο καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν, παύειν καὶ μεταθέτειν τοὺς δημοδιδασκάλους, ὅπερ ἐνήσκει μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1895 τὸ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ διευθύνσεως ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον, καὶ ἀνετέθη εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια διὰ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου τοῦ 1895. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ῥητῶς διατάσσει: «Ἡ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνατεθειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς συμπληρωτικῶν τό γε νῦν τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύτης καὶ προπαρασκευαστικῶν διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, τῶν τε δημοσίων, ἰδιωτικῶν καὶ κοινοτικῶν, ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ, ἐπὶ μὲν τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διὰ τῶν κατὰ νομὸν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐπιθεωρητῶν, ἐπὶ δὲ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῶν παρ’ αὐτοῖς γυμνασιαρχῶν, λειτουργούντων πάντων ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν αὐτοῦ.» Ὑπάρχει ἐν τῷ εἰρημένῳ νόμῳ ἄλλη διάταξις, εἰδικῶς ἀναγράφουσα τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργείου, νὰ διορίζῃ ἢ νὰ παύῃ τοὺς δημοδιδασκάλους; Οὐδεμία. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ διευθύνσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ σχολεῖα καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν, αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀνέτρεψεν, ὡς εἶπον, ὁ νόμος τοῦ 1895, μεταβιβάσας τὰ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην δικαιώματα τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια. Οὐδεμία δ’ ἔμεινεν ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τῆς 3 Ἀπριλίου 1833 περὶ ἁρμοδιότητος τῶν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ἀξιώσωσιν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παύωσι καὶ νὰ μεταθέτωσι τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἀλλ’ ἄν τις ἤθελε στέρξει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί, τί τότε ἤθελε συμβῇ; Τίς πλέον ὑπάρχει διὰ διατάξεως νόμου τινὸς τεταγμένος, ἵνα μεταθέτῃ καὶ παύῃ αὐτούς; Λοιπόν οἱ δημοδιδάσκαλοι θέλουσιν εἶσθαι ἀμετάθετοι; δὲν θέλουσι παύεσθαι ποτέ; Διότι, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργός δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ αὐτὸ ὁ νόμος τοῦ 1895, ἀφοῦ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων αἱ ἀποφάσεις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί, λοιπὸν τί γενήσεται; Αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἰσὶν ὑποχρεωτικαί· ὅταν δ’ αὗται ὑποβάλλωνται εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, κατὰ τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὁ Ὑπουργὸς ἓν μόνον ἔχει δικαίωμα, νὰ ἐξετάσῃ οὐχὶ τὴν οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ ἐγγράφου αὐτῆς, ἂν δὲ οὐδὲν εὕρῃ πλημμελὲς ἐν τοῖς ἐξωτερικοῖς τύποις, ὀφείλει νὰ περιβάλῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου διὰ τοῦ κύρους, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Ὁ Ὑπουργὸς πράττει ὅ,τι πράττει ὁ συμβολαιογράφος, βεβαιῶν καὶ κυρώνων διὰ τῆς διαθήκης τὴν τελευταίαν βούλησιν τοῦ διαθέτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον ἀκριβῶς καὶ ἐπισταμένως. Ἐγὼ βεβαίως, ὡς εἶπον, δὲν ἐσκόπουν νὰ δώσω πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀγορεύων σήμερον, ἀλλὰ μόνον νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς, τοὺς συναδέλφους ἑκατέρας τῶν πτερύγων, τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, νὰ μεταδώσω τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, νὰ παραστήσω τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, διὰ νὰ συντελέσω, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις φαίνεται ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ μέχρι τοῦδε γνώμην, ἐγκύψῃ περισσότερον, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην ὀρθήν· ἐλπίζω δ’ ὅτι δὲν θέλει ἐξακολουθήσει παραβαίνων οὕτω τὸν νόμον, ἐσφαλμένην ἔχων περὶ τῶν ἐννοιῶν αὐτοῦ γνώμην, ἣν οὐδὲν ἔχει ἐπιχείρημα, ἵνα ὑποστηρίξῃ. Ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς γνωρίζετε, αἱ αἰτιολογίαι τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν Βουλευτῶν δὲν διατυποῦνται ὡς διατυποῦνται αἱ αἰτιολογίαι τῶν προτάσεων ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου ὑπὸ τῶν δικολάβων ἢ τῶν δικηγόρων. Ἀλλὰ βεβαίως, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ὁδόν, ἣν ἀκολουθεῖ βαίνων, ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι, ἂν ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει αὐτὸν ἡ πλειονοψηφία, στέργουσα τὰς παραβάσεις αὐτοῦ ταύτας, οὐδὲ θέλει σώσει αὐτὸν ἡ τοιαύτη τῆς πλειονοψηφίας ἀνοχὴ ἢ ἡ σύμπραξις· διότι θέλει εὑρεθῆ ἄλλη πλειονοψηφία ἐν ἡμέρᾳ μελλούσῃ, ἥτις δὲν θέλει ἐπαναφέρει μόνον τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀρτίαν τοῦ νόμου ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ θέλει ἐξηγήσει καὶ εἰς τὸν ἐνεστῶτα Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι, ἂν ἦναι συγγνωστὴ ἡ παράβασις τοῦ νόμου, εἰς ἣν περιπίπτει τις, πλανώμενος περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὅταν καταδηλῶται ἡ προαίρεσις, καὶ προαίρεσις τοσοῦτον ἐπίμονος, πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ νόμου, τότε συντελεῖται κατάδηλον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον πάντως ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη θέλει καταδιώξει· διότι ὀλεθρίαν καὶ ἐπὶ τῆς Πολιτείας καὶ ἐπὶ τῆς κοινωνίας ἐνασκεῖ ἐπιρροὴν ἡ μεμελετημένη τῶν νόμων παράβασις, καὶ μάλιστα ὅταν αὕτη διαπράττηται ἐν ταῖς κορυφαῖς τῆς Πολιτείας, καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐτάχθησαν, ἵνα ἐκτελῶσι τοὺς νόμους, καὶ ἀναγκάζωσι τοὺς πολίτας νὰ μὴ παραβαίνωσιν αὐτούς. Τοιοῦτον παράδειγμα ἀποβαίνει βεβαίως ἀναγκαῖον, ὅταν καὶ τῶν Ὑπουργῶν τὰ ἤθη ἀποδείκνυνται ἀτελῆ ἢ ἐφθαρμένα, διότι θέλει διδάξει τὴν πρὸς τοὺς νόμους εὐλάβειαν, καὶ θέλει θέσει τέρμα εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἀρχόντων καὶ τὴν ἰδιοτέλειαν. Ἐγὼ βεβαίως εὔχομαι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ εὑρεθῶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἂν δ’ ἤθελε συμβῇ τοιαύτη πρότασις νὰ μὴ προταθῇ παρ’ ἄλλου, ἐγὼ θέλω προβάλει αὐτήν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 23,163». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 67). Κατετέθη πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν, «περὶ ἱδρύσεως Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Βουλευτῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§30ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νόμου τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834, οὐδὲ τοῦ νόμου τοῦ 1871 καὶ τῶν ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ θ’ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὰς πράξεις ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἤθελον ἐν τούτοις παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ἀπαντήσεώς μου, νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἐγκατέλιπεν ἡ μνήμη τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, τοῦ ὁποίου ἡ μνημονικὴ δύναμις εἶναι θαυμαστή, ὡς τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστόν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁμιλῶν περὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τῆς 26 Μαΐου 1877 μέχρι τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1878, ἀνέφερε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ διαταγήν, ἣν ἐξέδωκε πρὸς τὸν τότε Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, διὰ τῆς ὁποίας «παρήγγειλεν αὐτῷ νὰ μὴ προτείνῃ οὐδεμίαν μεταβολήν, ἀφορῶσαν εἰς παῦσιν ἢ μετάθεσιν ἢ διορισμὸν δημοδιδασκάλου, ὑπὲρ ἧς δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τῶν νομίμων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν». «Ἑπομένως», συνεπέρανεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, «οὐδεμία διετάχθη τότε μεταβολή». Λέγων δὲ ταῦτα ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, ἤθελε νὰ δείξῃ τὰ ὅρια τῶν σχέσεων τῶν διοικούντων πρὸς τοὺς διοικουμένους, καὶ ἰδίᾳ τοὺς ὁμοφρονοῦντας Βουλευτάς, τὰ ὅρια δὲ ταῦτα, ὡς εἶπεν, ἐζήτησε νὰ καθορίσῃ διὰ τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἵνα δὲ καταδείξῃ τὴν ἀντίθεσιν τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1877 καὶ 1878 πρὸς τὰς τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνέφερε καὶ τὸ πλῆθος τῶν διδασκαλικῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 μέχρι καὶ τοῦ 1895, καὶ ἐκ τῶν μεταβολῶν ὅλης δωδεκαετίας ἀπήρτισε, νομίζω, ἀριθμὸν 12,000...
§31ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 16,000.
§32ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἀντέταξεν, ἵν’ ἀποθαυμάσωμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν του ὑπουργίαν «οὐδεμία διετάχθη μεταβολή»! Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι τότε συνέπραττε μετὰ μεγάλου κόμματος, τοῦ ὁποίου οἱ πολυπληθεῖς φίλοι ἔδωκαν σημειώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δι’ ὧν συνίστων μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων τρεῖς ἢ τέσσαρας χιλιάδας...
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1878.
§34ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· κατὰ τὸ ἔτος 1878, εἴπατε. Ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ καταθέσω τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ἔλαβον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν· ἐκ τῶν ἐπισήμων δὲ τούτων στοιχείων θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐνήργησε μεταβολὰς ἀπὸ τῆς 26 Μαΐου 1877 μέχρι τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1878, ὅτε ἦτο Ὑπουργός, ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει 270...
§35ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως.
§36ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἀνυπομονεῖτε. Καταθέτω τὰς ἐπισήμους πράξεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι μετέθεσε γυμνασιάρχας 12, ὑπεβίβασε γυμνασιάρχας 4, διώρισε καθηγητὰς 13, μετέθεσε καθηγητὰς 34, ἀπέλυσε καθηγητὰς 8, προήγαγε καθηγητὰς εἰς γυμνασιάρχας 5, ὑπεβίβασεν ἀπὸ γυμνασιάρχην εἰς καθηγητὴν 1, διώρισε σχολάρχας 5, μετέθεσε σχολάρχας 39, ἀπέλυσε σχολάρχας 5, προήγαγεν εἰς καθηγητὰς 6, διώρισεν ἑλληνοδιδασκάλους 56, μετέθεσεν ἑλληνοδιδασκάλους 40, ἀπέλυσεν ἑλληνοδιδασκάλους 40, καὶ προήγαγεν ἑλληνοδιδασκάλους εἰς σχολάρχας 2· ἤτοι ἐν ὅλῳ μεταβολὰς 270. Ὁ ἀριθμὸς ἴσως φαίνεται μικρὸς, παραβαλλόμενος πρὸς τὰς χιλιάδας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέφερεν. Ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ ἡ Βουλὴ τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὸ 1878 ὑπῆρχον Γυμνάσια 21, ἀντὶ τῶν νῦν 40, καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα 211, ἀντὶ τῶν νῦν 268, θὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ τὰ ὅρια τῶν διοικούντων πρὸς τοὺς διοικουμένους καθορίσας, εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐνεργοῦνται ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει. Καὶ ἵνα μὴ νομίσητε, ὅτι ἀποκρύπτω τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν σήμερον, ἅς μοι ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω τὰς ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι καὶ ταύτης τῆς στιγμῆς ἐνεργηθείσας παρ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τὸ 1895 ὁ τότε Ὑπουργὸς μακαρίτης Πετρίδης ἐνήργησεν ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει μεταβολὰς 1095· τουτέστι: διορισμοὺς γυμνασιαρχῶν 6, μεταθέσεις 22, ἀπολύσεις 7, ὑποβιβασμοὺς 4, διορισμοὺς καθηγητῶν 54, μεταθέσεις 93, ἀπολύσεις 48, προαγωγὰς 10, ὑποβιβασμὸν 1, διορισμοὺς σχολαρχῶν 89, μεταθέσεις 84, ἀπολύσεις 87, προαγωγὰς 25, ὑποβιβασμοὺς 3, διορισμοὺς ἑλληνοδιδασκάλων 203, μεταθέσεις 204, ἀπολύσεις 138, καὶ προαγωγὰς 17. Ἤτοι ἐν ὅλῳ, ὡς εἶπον, μεταβολὰς 1095. Πάντα δὲ ταῦτα ἐξηγμένα ἐκ τῶν Βασ. Διαταγμάτων, τῶν κατατεθειμένων ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§37Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Περὶ τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1878 δὲν ἔχετε σημείωσιν;
§38ΣΤΑΗΣ. Ὁ αὐτὸς δὲ Ὑπουργὸς μέχρι τῆς 23 Νοεμβρίου 1896, ὅτε ἠσθένησε, καίτοι εἶχε διενεργήσει τοσαύτας μεταβολὰς ἐν τῷ κλάδῳ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐνήργησε καὶ πάλιν κατὰ τὸ 1896 μεταβολὰς ἐν ὅλῳ 535. Καὶ ταῦτα ἐξηγμένα ἐκ τῶν ἐπισήμων στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ μικρὸν δὲ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνεπλήρωσε τὸν τότε ἀποβιώσαντα Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐγένοντο πάλιν μεταβολαί τινες, τὰς ὁποίας παραλείπω, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1897, κατὰ τὴν ὁποίαν Ὑπουργὸς ὑπῆρξεν ὁ ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς κ. Εὐταξίας. Διενηργήθησαν τότε μεταβολαὶ ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐν ὅλῳ 600. Κατὰ τὸ 1898 ἐνηργήθησαν παρὰ τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ 410. Κατὰ τὸ 1898 παρὰ τοῦ ἐκ Κραναίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ 127. Κατὰ τὸ ἔτος 1899, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐκ Λοκρίδος βουλευτοῦ κ. Εὐταξίου, ἀπὸ τῆς 2 Ἀπριλίου 1899 μέχρι τῆς 14 Μαρτίου 1900, ἐν ὅλῳ 924. Παρ’ ἐμοῦ δὲ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης 853 ἐν ὅλῳ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς οἱ κύριοι ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοὶ ὑπεστηρίζοντο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς...
§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς πόσον καιρὸν ἐγένοντο αἱ μεταβολαὶ αὗται;
§40ΣΤΑΗΣ. Ὁ χρόνος δὲν κανονίζει τὸ πλῆθος τῶν μεταβολῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ πολλαὶ μεταβολαὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως γίνονται ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι τῶν μέσων Σεπτεμβρίου. Εἰς ἐμὲ ὅμως συνέβη τὸ ἐξαιρετικόν, νὰ μὴ ἐνεργήσω καμμίαν μεταβολὴν μέχρι τῆς 3 Σεπτεμβρίου, διότι εἶχον καλέσει 256 σχολάρχας καὶ ἑλληνοδιδασκάλους, διδάκτορας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ἵνα ἐκγυμνασθῶσιν εἰς τὴν διδακτικὴν μέθοδον, εἶχον δὲ ὑποσχεθῆ, ὅτι οὐδεμίαν θὰ ἐνήργουν μεταβολὴν, ἐν ὅσῳ διήρκουν τὰ παιδαγωγικὰ ταῦτα μαθήματα· πράγματι δὲ οὐδεμίαν ἐνήργησα. Ἀλλὰ μὴ ἐνεργήσας μεταβολὰς κατ’ Αὔγουστον, ὑπεχρεώθην μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους νὰ ἀπολύσω ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ μεταθέσω, διότι ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπε μετάθεσιν, ἐπέτρεπεν ὅμως ἀπόλυσιν καὶ διορισμόν· ἠναγκάσθην λοιπὸν, διὰ νὰ μεταθέσω τινὰ, νὰ ἀπολύσω αὐτὸν πρῶτον, καὶ εἶτα νὰ τὸν διορίσω. Τούτου ἕνεκα ἐκ τῶν 853 μεταβολῶν πρέπει περίπου τὸ ἥμισυ ν’ ἀφαιρέσητε, ἵνα εὕρητε τὰς πραγματικὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἐνήργησα. Ἂς ἔλθω ἤδη εἰς τὰς μεταβολὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ γράψῃ ἐπιστολὴν ἢ ἔγγραφον πρὸς τὸν τότε Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, ἐνισχύσῃ αὐτὸν κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῶν Βουλευτῶν, τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἀποφύγῃ τὰς παύσεις, τοὺς διορισμοὺς ἢ μεταθέσεις τῶν δημοδιδασκάλων. Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε ἐπιθεωρητά. Δυνάμει τίνος νόμου θέλω προβῆ ἐγὼ εἰς τὰς μεταβολὰς ταύτας; Κατὰ τὸν νόμον, ἀπαιτοῦνται ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἔχετε τοιαύτας ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν;»...
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτό. Ὅλα αὐτὰ εἶναι προφορικοὶ λόγοι.
§42ΣΤΑΗΣ. Ἔστω· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τούτων ἐξεδόθη τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ ἀνέφερα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου «οὐδεμία διετάχθη τότε μεταβολή». Μετὰ τῆς διακρινούσης πάντοτε τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν ἁβρότητος ὡμίλησε πρὸ μικροῦ καὶ περὶ ἐμοῦ καὶ περὶ ἄλλων· ἐδήλωσε μάλιστα, ὅτι θὰ μεταχειρισθῇ φράσιν καὶ τρόπον, ὁ ὁποῖος οὔτε τὴν λεπτοτέραν τῶν ἐπιδερμίδων θέλει θίξει. Ὡς πρὸς τὴν φράσιν καὶ τὸν τρόπον, θὰ προσπαθήσω νὰ μιμηθῶ τὸν σεβαστὸν πολιτευτήν. Λυποῦμαι ὅμως, μὴ δυνάμενος ν’ ἀποκρύψω γεγονότα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἐνοχλήσωσιν αὐτὸν, χωρὶς ἐγὼ νὰ ἔχω τοιοῦτον σκοπόν. (Ὁ ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸς πολιτευτὴς, καίτοι λοιπὸν ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν ἐνήργησε δημοδιδασκαλικὴν μεταβολὴν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τούτοις ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι διώρισε δημοδιδασκάλους 129...
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν;
§44ΣΤΑΗΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πορισθῆτε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖτε παρ’ ἐμοῦ... Μετέθεσεν 155, καὶ ἀπέλυσεν 89. Ἤτοι ἐνήργησε δημοδιδασκαλικὰς μεταβολὰς ἐν ὅλῳ 373. Σημειώσατε δὲ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην—ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1877 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1878, ὅτε ἐγένοντο αἱ μεταβολαὶ αὗται, —δὲν εἶχε προσαρτηθῆ ἡ Θεσσαλία· σημειώσατε, ὅτι κατὰ τὸ 1878 ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων δὲν ἀνήρχετο οὐδὲ εἰς τὸ τρίτον τῶν νῦν ὑπαρχόντων· σημειώσατε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων κατὰ τὸ 1878 δὲν ἦτο οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν τῆς σήμερον. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταβολῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνῆλθεν εἰς 373. Καταθέτω τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐνήργησε πάσας ταύτας τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὴν ὑπογραφήν του.
§45ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν 373 πόσοι εἶναι διορισμοί;
§46ΣΤΑΗΣ. 129.
Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ νομίζετε, ὅτι εἶπον ταῦτα, ἵνα κατηγορήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ἐγὼ ἀκριβῶς τοὐναντίον ὑποστηρίζω, διότι φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ μεταβολὴ εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ μετάθεσις καὶ ἡ ἀπόλυσις εἶναι πολλάκις ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι· μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν μεταβολῶν τούτων γίνονται, διότι εἶναι ἀπαιτήσεις Βουλευτῶν. Ὄχι, Κύριοι· αὗται προέρχονται ἐκ τῆς μὴ ἱκανότητος, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, αὐτῶν τούτων τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Διότι ἡ ἀνικανότης τοῦ διδασκάλου εἶναι σκάνδαλον· διότι ἡ ἀνικανότης αὐτοῦ ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμά του. Ἔχομεν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ πείσωμεν πάντα, ὅτι λειτουργοὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄξιοι τοῦ ὀνόματός των καὶ ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον αὐτῶν εὐόρκως καὶ ἐπιτυχῶς, οὐδέποτε μετετέθησαν ἢ ἀπελύθησαν· ἀλλὰ λειτουργοὶ, οἱ ὁποῖοι, ἢ λόγῳ πνευματικῆς ἀνεπαρκείας, ἢ λόγῳ ἠθικῆς, προκαλοῦσι σκάνδαλα, καὶ ἐξεγείρουσιν ἐναντίον αὐτῶν τὴν κοινωνίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ν’ ἀπολυθῶσιν, ἢ μετατεθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ μετάθεσις ἢ ἡ ἀπόλυσις τοιούτων τινῶν θὰ φέρῃ ἄλλας μεταθέσεις καὶ ἄλλους διορισμούς. Ἔπειτα αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἱκανοὶ ζητοῦσι διαρκῶς βελτίωσιν τῆς θέσεως αὐτῶν. Δὲν εὑρίσκω δὲ τῇ ἀληθείᾳ δίκαιον, τινὲς τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἀξιῶσι κληρονομικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῶν θέσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διὰ τοῦ νόμου τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895, νομίζετε ὅτι ἀπέφυγε τὰς μεταθέσεις καὶ τὰς ἀπολύσεις καὶ τοὺς διορισμούς; Ἰδοὺ, Κύριοι, πρόχειρος στατιστικὴ τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ 1893 ἐγένοντο διορισμοὶ δημοδιδασκάλων 1044, μεταθέσεις 669, ἀπολύσεις 895, καὶ παραιτήσεις 13· διορισμοὶ γραμματοδιδασκάλων 1020, μεταθέσεις 96, ἀπολύσεις 1057· ἐν ὅλῳ 4794. Κατὰ τὸ 1894 μεταβολαὶ ἐν ὅλῳ 3943. Κατὰ τὸ 1895, ὀλίγον πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, διορισμοὶ δημοδιδασκάλων 988, μεταθέσεις 1255, ἀπολύσεις 956, καὶ παραιτήσεις 15· γραμματοδιδασκάλων δέ, διορισμοὶ 714, μεταθέσεις 194, ἀπολύσεις 567, παραιτήσεις 19. Ἐν ὅλῳ 4708. Ἤτοι ὅσαι περίπου καὶ κατὰ τὸ 1893. Ταῦτα ἐξηγμένα ἐκ τῶν ἐπισήμων στοιχείων, τῶν εὑρισκομένων ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ 1896 καὶ τὸ 1897 μεταβολαὶ δὲν ἐγένοντο πολλαί, τὸ μὲν διότι εἶχον γείνῃ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, τὸ δὲ ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ἃς διήρχετο τὸ Κράτος.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποία ἡ διαφορὰ πρὸς τὸ παρελθόν;
§48ΣΤΑΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκεῖνο μᾶς ἐνδιαφέρει.
§50ΣΤΑΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1895, ὁ μακαρίτης Πετρίδης, ὁ ἐνεργήσας τὰς 4708 μεταβολάς, ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1896 Ὑπουργός, ὅτε ἐφήρμοσε τὸν νέον νόμον.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν Βουλὴν ἐνδιαφέρει νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸ σύστημα, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παλαιοῦ συστήματος, καὶ ποῖα τὰ τοῦ νέου, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξετάσεως τῶν λεπτομερειῶν. Διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, τί ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν, τὸ περιλαμβάνον ἅπαντα τὰ κόμματα, καὶ τί γίνεται σήμερον, ὅτε διὰ τοῦ νέου συστήματος ἐπῆλθεν ἡ ἀποκέντρωσις.
§52ΣΤΑΗΣ. Θὰ τὸ εἴπω καὶ αὐτό.
§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὴν 3 Σεπτεμβρίου 1895. Ἑπομένως αἱ μεταβολαί, αἱ γενόμεναι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἐγένοντο συμφώνως τῷ νόμῳ.
§54ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου.
§55ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου ἤρξατο τῇ 1 Ἰανουαρίου 1896· ἑπομένως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν νέας μεταβολάς, ἀφοῦ πρὸ μικροῦ τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν κατατοπίσει τοὺς διδασκάλους. Κατὰ τὸ 1897 εἴχομεν τὸν πόλεμον. Ὥστε ἐρχόμεθα εἰς τὸ 1898. Αἱ μεταβολαὶ κατὰ τὸ 1898, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ νόμου, εἶναι ἐν ὅλῳ 1738· αἱ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1899 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ νόμου, εἶναι 2028. Κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος ὑπερέβησαν ἤδη πρὸ πολλοῦ τὰς δύο χιλιάδας. Ἐντεῦθεν φανερόν, ὅτι ἠλαττώθησαν εἰς τὸ ἥμισυ αἱ μεταβολαί, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι μέγας, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς φατριαστικὰς ἐν μέρει ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ δὲν ἀνωμολόγησα τὴν πρώτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ εἶναι εὐεργετικός; Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι, ὡς ἔργον ἀνθρώπινον, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ τὰς ἀτελείας του, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητής του, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, διὰ τεσσάρων νομοσχεδίων ὧν τὰ 3 ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους, ἐζήτησε νὰ βελτιώσῃ; Ἐὰν ἐπιθυμῶ σήμερόν τι, ἐπιθυμῶ τὴν βελτίωσιν τοῦ νόμου τούτου, ἐπιθυμῶ νὰ προστατευθῇ καὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ κυρία μέριμνα τῆς Πολιτείας πρέπει νὰ στραφῇ. Ὁ ἰσχύων περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος ἔχει σπουδαίας ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι παραβλάπτουσι καὶ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς καὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος προχθὲς εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἤγειρεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης μετὰ τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη καὶ τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐπήγαζον ἐκ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου τούτου, αἱ ὁποῖαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε συγχύζουσι καὶ αὐτὸν τὸν ἔμπειρον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Δραγούμην, καὶ ἀναγκάζουσιν αὐτὸν νὰ ὑποπίπτῃ εἰς σφάλματα· διότι σφάλμα εἶναι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἀφαιρέσεως τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προκαταβολῶν, ἐκ τοῦ σφάλματος δὲ τούτου ἐσφαλμένως συνεπέρανεν, ὅτι ἐτησίως ζημιοῦται τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν προκαταβολῶν ποσὸν 600,000 δραχμῶν περίπου. Ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπᾶνος, νὰ καθορίσω τὸ ζήτημα σαφέστερον...
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθορίσατέ το τώρα.
§57ΣΤΑΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ πράξω. Ἐλάβετε ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1900 τὰ 5,017,754, τὰ εἰς χρέωσιν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προκαταβληθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἰς ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐξ αὐτῶν ἀφῃρέσατε τὰ 3,378,628, τὰ ὁποῖα ἔμενον ὡς ὑπόλοιπον τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1899, καὶ εὕρετε 1,639,126 εἰς βάρος τοῦ 1900· ἐξ αὐτῶν ἀφῃρέσατε τὴν ἐξ ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου εἰσφορὰν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον παριστᾷ τὰς προκαταβολὰς τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ 1900. Εἴπετε δὲ πρὸς τὸν κ. Νέγρην: «Ἰδοὺ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐκ τῶν προκαταβολῶν.» Τοῦτο εἶναι λάθος, διότι οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους συμψηφίζουσι τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς προκαταβολάς...
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον.
§59ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἴπετε αὐτό· ἔχω δὲ προχείρους τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπεπέσατε εἰς λάθος. Δίκαιον ἑπομένως ἔχει ὁ κ. Νέγρης. Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἀνέφερα ταῦτα, ἵνα καταδείξω μίαν τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ὅμως ζημιοῖ τὸ Δημόσιον κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια ἐτησίως...
§60ΝΕΓΡΗΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι ἀκούω ταῦτα λεγόμενα παρ’ ὑμῶν.
§61ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ λέγω ταῦτα, λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ συμφωνήσω μεθ’ ὑμῶν, διότι καταλογίζετε τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ εἰς βάρος τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
§62ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔρριψα αὐτὴν εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μόνον ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι δαπάνη, ἡ ὁποία κρύπτεται.
§63ΣΤΑΗΣ. Δὲν κρύπτεται· ἀναφέρεται καὶ ἀναγράφεται εἰς τοὺς κατὰ μῆνα δημοσιευομένους λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου Ταμείου· κρύπτεται μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν γνῶσιν τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀριθμῶν. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῶν διδασκαλικῶν μεταβολῶν, ἵνα παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας κ. Μπακόπουλον, ὅτι ἀδίκως ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ ἐκάκισεν ὡς «μοιράσαντα τὸ κρέας τῶν συμπολιτῶν του εἰς τοὺς δύο κυβερνητικοὺς συμπολίτας του Βουλευτάς»· διότι ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν πέντε ἑλληνικῶν σχολείων τῆς ἐπαρχίας του, ἀνερχομένου εἰς 15, μόνον 3 μεταβολαὶ ἐγένοντο, καὶ αὗται ὑπηρεσιακαὶ, διότι, προαχθέντος ἑνὸς σχολάρχου εἰς καθηγητὴν, καὶ μετατεθέντος ἑτέρου, ἐννοεῖται ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις των. Ἐν δὲ τῷ προσωπικῷ τοῦ Γυμνασίου Τριπόλεως ἐγένοντο ἓξ μεταβολαὶ, διότι εἷς καθηγητὴς ἀπελύθη, συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ γυμνασιάρχου, καὶ διωρίσθη ἕτερος, εἷς μετετέθη τῇ αἰτήσει του εἰς Πειραιᾶ, καὶ διωρίσθη ἕτερος, καὶ εἷς ἐτοποθετήθη ἐκ τοῦ Γυμνασίου εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς αὐτῆς πόλεως, καὶ διωρίσθη ἄλλος. Ταῦτα ἦσαν τὰ φοβερὰ ἐγκλήματά μου, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἐκμανῇ ἐναντίον μου. Ὁμολογῶ, ὅτι παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου ἀνέμενον δικαιοτέραν κρίσιν. Ἐὰν διέπραττον πράξεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν οὐχὶ κολάσιμοι, ἀλλ’ ἁπλῶς ἄξιαι παρατηρήσεων, βεβαίως θὰ ὤφειλον χάριτας εἰς τοὺς ἐπικριτάς μου.
§64ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐκάκισα τοὺς συναδέλφους μου, τοὺς ὁποίους δὲν ἔβλεπον εἰς τὴν Βουλήν.
§65ΣΤΑΗΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τῶν διδασκαλικῶν μεταβολῶν. Ἂς ἐξετάσω ἤδη τὰ κύρια θέματα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἓν τῶν θεμάτων τούτων εἶναι καὶ, οὐχὶ ἡ μετάθεσις, ὡς εἶπε, διότι δὲν μετετέθη ὁ τέως ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως Κερκύρας, Ἄρτης καὶ Λευκάδος, ἀλλ’ ἐγένετο περιορισμὸς τῶν καθηκόντων τῆς δικιοδοσίας αὐτοῦ. Δυνάμει τοῦ νόμου ΒΧΔʹ «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους», ἔπρεπεν εἰς πάντα νομὸν νὰ διορισθῇ εἷς ἐπιθεωρητής. Ἀλλ’ ὁ ἐπιθεωρητὴς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἰς τρεῖς νομοὺς, τὸν τῆς Κερκύρας, τὸν τῆς Λευκάδος καὶ τὸν τῆς Ἄρτης. Δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο νὰ ὁρίσῃ ὡς ἕδραν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τούτου ἕνα τῶν τριῶν τούτων νομῶν, καὶ νὰ περιορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ἐν τῷ νομῷ τούτῳ, ἀφοῦ, κατὰ τὸν νέον νόμον, ἔπρεπε νὰ διορισθῶσιν ἄλλοι ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς ἄλλους νομούς. Βεβαίως δὲ ἡ ὅλως ὑπηρεσιακὴ αὕτη πρᾶξις ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ ἀναγνωρίζει. Ἕτερον θέμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ κατ’ ἐμοῦ ἦτο ἡ μετάθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας κ. Σπυρ. Δουκάκη. Ἐφαρμοσθέντος τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων καὶ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐδήλωσαν πολλοὶ τούτων, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν δηλωσάντων ἦτο καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς Ἀχαΐας κ. Σπ. Δουκάκης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐφρόνει, ὅτι εἰς αὐτὸν δὲν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, διότι δὲν ἔζη ὁ πενθερός του, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, οὓς δὲν ἔχω προχείρους. Ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης ἠρωτήθη ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας ὁ κ. Σπ. Δουκάκης· τούτου ἕνεκα ἐγένετο ἡ μετάθεσίς του, ἄνευ προτάσεως τοῦ ἁρμοδίου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐγὼ μάλιστα διάκειμαι εὐμενῶς πρὸς τὸν κ. Σπ. Δουκάκην, πρὸς ὃν καὶ ἄδειαν ἐχορήγησα. Ἑπομένως καὶ ἐκ τοῦ θέματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ στοιχεῖον μομφῆς κατὰ τῆς ἐνεργείας ἐμοῦ. Ἀλλὰ κατηγοροῦσι προσέτι, διότι γυμνασιάρχαι ἀνεπλήρωσαν ἐλλείποντας ἐπιθεωρητάς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πταῖσμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι πταῖσμα τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου πατὴρ εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ὡμίλησε δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ περὶ σχολαρχῶν ἀναπληρούντων τοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ ἐκάκισε τὴν Βουλήν, διότι ἐπέτρεψεν, ἐὰν τυχὸν παρουσιασθῇ νομός, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ Γυμνάσιον, ἀλλὰ μόνον Σχολαρχεῖον, ν’ ἀναπληροῖ ὁ σχολάρχης, προσωρινῶς πάντοτε, τὸν ἐπιθεωρητὴν· καὶ σᾶς ὡμίλησε περὶ πολλῶν σχολαρχῶν, ἀναπληρούντων ἐπιθεωρητάς. Ἀλλὰ τοιαύτη περίπτωσις μόνον μία ὑπῆρξεν. Ἔσπευσα δ’ ἐγὼ νὰ διορίσω καὶ ἐκεῖ ἐπιθεωρητὴν, καίτοι μετά τινος ἐνδοιασμοῦ, διότι ἡ εὕρεσις καλοῦ τοιούτου δὲν εἶναι εὐχερής. Ὥστε αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέπτυξε κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τῶν προκατόχων μου, βεβαίως δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσι τὴν προαγγελθεῖσαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἐπανέλαβεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναμιχθῇ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, οὐδὲ ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ὡς ὑπεσχέθη, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀνέφερε μόνον, ὡς ἐὰν ὑπῆρχέ τις ἀγνοῶν τοῦτο, ὅτι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἄλλοτε μὲν προτείνουσιν, ἄλλοτε δὲ ἀποφασίζουσι. Καὶ ἐκ τῆς τελευταίας ταύτης λέξεως συνεπέρανε τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον καθορίζον τὰ τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως. Ἔχει δὲ τὸ 26 τοῦτο ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου, ἐπιτρέπεται, μόνον ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου...» κλπ. Εἶναι τόσον σαφὲς, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὥστε ἀδύνατον ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἡ φράσις «ἐπιτρέπεται μόνον» περιορίζει τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ παῦσιν ἢ μετάθεσιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός, ἐζήτησα καὶ τὴν γνώμην νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν αὐτὴν εἶχον γνώμην. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκ Κραναίας νομομαθὴς καὶ βουλευτὴς κ. Μομφερρᾶτος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς κ. Παναγιωτόπουλος καὶ ὁ ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς κ. Εὐταξίας τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως πολλῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἐν τούτοις, Κύριοι, δὲν ἠρκέσθην εἰς τὰς γνώμας ὅλων τῶν ἀξιοτίμων τούτων συναδέλφων, ἀλλ’ ἀνέτρεξα καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ἴδω, τί ὁ εἰσηγητὴς καὶ πατὴρ τοῦ νόμου τούτου κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐφρόνει περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης. Καὶ ἀνεῦρον, Κύριοι, τὰ πρακτικὰ ὑπ’ ἀριθμὸν πρωτοκόλλου 444 τῆς 10 Ἀπριλίου 1896 τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἀττικῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα, ἐνῷ προετείνετο ἡ ἀπόλυσις τῆς διδασκαλίσσης Νεαπόλεως τοῦ Λαυρίου Σταματίνας Κρυστάλλη, δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦδε ὑπηρετοῦσα ἡ διδασκάλισσα αὕτη. Ὑπουργὸς τότε ἦτο ὁ μακαρίτης Πετρίδης...
§66Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι τοιαῦται προτάσεις;
§67ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ αὐτῷ πρακτικῷ, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐξετελέσθησαν... Εὑρίσκω τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτοκόλλου 1294 τῆς 22 Αὐγούστου 1896, δι’ οὗ προετείνετο ἡ ἀπόλυσις τοῦ διδασκάλου τῆς Δʹ Δημοτικῆς Σχολῆς τῶν ἀρρένων ἐνταῦθα Γ. Καλαρᾶ, καὶ δὲν ἐξετελέσθη. Ὑπουργὸς καὶ τότε ὁ αὐτός.
§68Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐνηργήθη αὕτη;
§69ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως ἐνηργήθη, καὶ δὲν ἐξετελέσθη, ἀφοῦ δὲν ἀπελύθη ὁ διδάσκαλος.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν συνάγετε τοῦτο;
§71ΣΤΑΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γινώσκῃ τὰ πάντα· οὐδὲν νὰ ἐκτελῆται ἢ νὰ μὴ ἐκτελῆται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς του. Οὐδὲ παραδέχομαι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ κρύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ὄπισθεν τοῦ τμηματάρχου. Ὁ τμηματάρχης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσάγῃ ἁπάσας τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν. Οὐδὲ παραδέχομαι, ὅτι ὑπῆρξε τμηματάρχης καταδολιευθεὶς τὸν Ὑπουργόν του. Ἀλλὰ τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, δὲν εἶναι τὰ μόνα. Ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὑπ’ ἀριθ. πρωτοκόλλου 1765 τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1897 δὲν ἐξετελέσθησαν ἀπολύσεις τῶν ἑξῆς διδασκαλισσῶν: Αἰκατερίνης Κεφάλα, Ἑλένης Λαμπίκη, Μαρίας Ρεμούνδου, Αἰκατερίνης Ἀναστασιάδου, Ὄλγας Λιδωρικιώτου καὶ Ἀν. Τρίμη. Πλὴν τῆς πρώτης, πᾶσαι αἱ λοιπαὶ καὶ νῦν ἔτι ὑπηρετοῦσι. Πλεῖστα τοιαῦτα παραδείγματα ἔχω πρόχειρα. Ὑπουργὸς ἦτο ὁ κ. Εὐταξίας. Ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 2088 τῆς 18 Νοεμβρίου 1898, συνεδρία Εʹ, δι’ οὗ προετάθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ διδασκάλου τῆς ΙΒʹ Δημοτικῆς Σχολῆς Ν. Σκουρλέτη, ἡ ὁποία δὲν ἐξετελέσθη. Ὑπουργὸς τότε ἦτο ὁ κ. Παναγιωτόπουλος. Δύναμαι δὲ δεκάδας τοιούτων παραδειγμάτων νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσεν ἡ Βουλὴ μετάθεσιν ὑπὸ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου προταθεῖσαν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1896 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1897 καὶ μὴ ἐκτελεσθεῖσαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Καίτοι προχθὲς μόνον ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, καὶ δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα διερευνήσω τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν εὑρίσκονται εἰς εὐχάριστον κατάστασιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεταθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου.
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄλλοτε τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἦτο τὸ καλλίτερον.
§73ΣΤΑΗΣ. Δυστυχῶς, τὸ ἀρχεῖον τοῦτο, καίτοι περιέχον ἔγγραφα μεγίστης σπουδαιότητος, ἀφορῶντα ὑποθέσεις Μονῶν, κοινοτήτων, διαθηκῶν κλπ., δὲν εὑρίσκεται ἐν τάξει. Καίτοι, λέγω, δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα ἐρευνήσω τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, ἐν τούτοις ἔχω ἓν παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπροτάθη διὰ τοῦ Ζʹ πρακτικοῦ τῆς 6 Δεκεμβρίου 1897.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε Ὑπουργός.
§75ΣΤΑΗΣ. Συγγνώμην· τοῦ 1896. Ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ Λαρίσης νὰ ἀπολυθῇ ὁ ἐν Σπηλιᾷ τοῦ δήμου Ἀμπελακίων δημοδιδάσκαλος Ἠλίας Μπάλτας, διότι οὐ μόνον ἀτελῶς καὶ ὀλιγώρως ἐκτελεῖ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ βίον ἀνάρμοστον τῇ σεμνότητι τοῦ διδασκαλικοῦ ἔργου διάγει, μὴ παρέχων ἐλπίδας βελτιώσεως, καθ’ ἃ προκύπτει ἐξ ἐγγράφων τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων, ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἄλλων πληροφοριῶν». Ἡ περὶ ἀπολύσεως πρότασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐξετελέσθη. Ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν ἐξετελέσθη, ἀλλὰ καὶ ὑπεδείχθη τῷ διδασκάλῳ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ ἐμέ;
§77ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπόν τι τοιοῦτον. Ὑπεδείχθη παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν, ἵνα μὴ ἄλλος Ὑπουργὸς, εὑρίσκων τοιοῦτο πρακτικόν, ἀπολύσῃ αὐτόν. Πράγματι δὲ ὑπεβλήθη καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς του. Ἀλλ’ ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην. Ἀλλὰ ἀλλοίμον, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ, διαπράττοντες πράξεις, ἔστω καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν, παρανόμους, ἠδύναντο νὰ δικαιολογῶσιν αὐτὰς, ἐπιρρίπτοντες τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτῶν! Ἐγὼ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμολογῶ, ὅτι ἐν γνώσει δὲν ἐξετέλεσα ἀποφάσεις τινὰς Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, διότι φρονῶ, — τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ γνώμη νομομαθῶν — ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐν τούτοις οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἐὰν ἄνδρες ἐντριβεῖς περὶ τοὺς νόμους, ἄνδρες, ὧν τὸ νομικὸν κῦρος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὑποστηρίξωσιν αὐτήν. Ἐξέφρασα μάλιστα πρὸ ἡμερῶν τὴν λύπην μου πρὸς τὸν ἐκ Γόρτυνος βουλευτήν κ. Ἀλεξάκην, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Θὰ χαρῶ δὲ πολὺ, ἐὰν ἡ Βουλὴ καταστήσῃ αὐτὰς ὑποχρεωτικῶς ἐκτελεστὰς, διότι διὰ τοιούτου κυρίως τρόπου εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ν’ ἀπαλλάξωμεν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Βουλευτὰς τῶν καταπιέσεων, ἃς ὑφιστάμεθα διαρκῶς. Φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ πλειονότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀσπάζεται τὰς ἀρχὰς ταύτας, διότι πᾶσα αἴτησις ἐκλογέως καὶ ἐν γένει πολίτου ἀποσύρεται ἄνευ παραπόνων, κατὰ γενικὸν κανόνα, εὐθὺς ὡς ἤθελον ἀντιταχθῆ ἡ ὕπαρξις νόμου, ἀπαγορεύοντος τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας σέβεται τοὺς νόμους. Ψηφίσατε ἑπομένως νόμους τοιούτους, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους. Ἤδη δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ ἐμμένῃ εἰς ὅσα κατ’ ἐμοῦ εἶπεν, οὐδὲ νὰ φρονῇ, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠπόρησα, ὅτε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἐφάνη ἀναβαίνων ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ κομίζων τὸν ὀγκώδη τοῦτον φάκελον, ὅστις, καθ’ ἃ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, περιεῖχε πράξεις, αἵτινες φέρουσι τὴν ὑπογραφήν μου ἐπὶ διορισμῶν, παύσεων καὶ μεταθέσεων δημοδιδασκάλων κατὰ τὸ 1878. Καὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πάσχει ἀπὸ μυωπίαν ἢ πρεσβυωπίαν, διότι αἱ πράξεις, ἃς ὁ κομισθεὶς φάκελος περιέχει, εἰσὶ πράξεις, οὐχὶ τοῦ ἔτους 1878, ἀλλὰ τοῦ 1877, τὰς ὁποίας προσέθηκεν εἰς ἐλαχίστας τινὰς πράξεις τοῦ 1878, διὰ ν’ ἀποτελέσῃ τὸν ὀγκώδη τοῦτον φάκελον, καὶ ἐκπλήξῃ τὴν Βουλήν. Ποῖαι δ’ εἰσὶν αἱ πράξεις αὗται τοῦ 1878, μετὰ τῶν ὁποίων ἀνέμιξε τὰ ἔγγραφα τῶν κατὰ τὸ 1877 γενομένων μεταβολῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων; Αἱ πράξεις αὗται τοῦ 1878 εἰσὶν ἐκεῖναι αἱ περὶ προσωπικῶν μεταβολῶν πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, αἱ ὁποῖαί εἰσιν, οὕτως εἰπεῖν, ὑποχρεωτικαὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐπιβαλλόμεναι εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἀλλὰ δὲν γίνεται ἡ συζήτησις αὕτη περὶ τοιούτων πράξεων, ἀλλὰ περὶ τῶν πράξεων, δι’ ὧν κατὰ τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἐγίγνοντο αἱ χιλιάδες τῶν μετακινήσεων τῶν δημοδιδασκάλων. Τοιαύτας δὲ μετακινήσεις προδίδουσιν αἱ πράξεις τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ γενομένων κατὰ τὸ 1878 μεταβολῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἔγγραφα ἀνέμιξε μετὰ τῶν πράξεων τοῦ 1877, διὰ νὰ σᾶς ἐκπλήξῃ, καὶ φανῇ διαψεύδων τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα; Αἱ πράξεις αὗται τοῦ 1878 δὲν εἶναι πράξεις τοιαῦται, ἀλλὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ διορισμοὶ, παύσεις καὶ μεταθέσεις, γενόμεναι ἐπὶ ἐκθέσεσιν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, δημοτικῶν ἀρχῶν, Νομαρχῶν καὶ Ἐπάρχων, πρὸς πλήρωσιν κενῶν, δημιουργηθέντων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἐκ φυσικῶν περιστάσεων ἢ ἄλλων συμβεβηκότων. Ἀκούσατε, παρακαλῶ: Ὁ δημοδιδάσκαλος Βρωμοβρύσεως τοῦ δήμου Ἀμφείας τῶν Καλαμῶν εἶχεν ἐγκαταλίπει πρὸ μηνῶν αὐτογνωμόνως τὴν θέσιν του, κατὰ βεβαίωσιν τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας· τὴν οὕτω δὲ κενωθεῖσαν θέσιν ἐπλήρωσα, διορίσας εἰς αὐτὴν τὴν 9 Φεβρουαρίου 1878 τὸν δημοδιδάσκαλον Γ. Παπαηλιοῦ. Ἡ ἐν Δαδίῳ τοῦ δήμου Δρυμίας τῆς Λοκρίδος δημοδιδάσκαλος Μερόπη Βρούλου εἶχεν ὡσαύτως πρὸ μηνῶν ἐγκαταλίπει τὴν θέσιν της, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν· μοὶ ἐπεβάλλετο δὲ τὸ καθῆκον νὰ πληρώσω τὸ κενὸν, καὶ τοῦτο ἔπραξα, διορίσας ἀντ’ αὐτῆς τὴν 21 Φεβρουαρίου 1878 τὴν Ἑλένην Ζήση. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Νομάρχου Λακωνίας, ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ δήμου Μονεμβασίας, διορισθεὶς γραμματεὺς τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Ναυπλίας, κατέλιπε τὴν θέσιν του, ἐπλήρωσα δ’ αὐτήν, διορίσας τὸν Κ. Καλαποθάκην τὴν 8 Μαΐου 1878. Τὸ ἐν Δάρᾳ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Νάσσων τῆς Μαντινείας, δημοτικὸν σχολεῖον ἦτο κεκλεισμένον καὶ ἀργοῦν. Πρὸς πλήρωσιν τῆς κενῆς θέσεως, διακόπτων τὴν ἀργίαν τοῦ σχολείου, διώρισα δημοδιδάσκαλον τὸν Κ. Σβόλον τὴν 25 Μαΐου 1878. Ἐπειδὴ ὁ ἐν Γαργαλιάνοις τοῦ δήμου Πλαταμώδους δημοδιδάσκαλος κατετάχθη μαθητὴς τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν, χηρευσάσης δὲ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἔμεινεν ἀργοῦν τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, διώρισα τὴν 18 Σεπτεμβρίου 1878 τὸν Κ. Παπαγιαννόπουλον. Ὁ δημοδιδάσκαλος Κιονίου τοῦ δήμου Νηριτίων Π. Ραφτόπουλος ἀπεβίωσε· διώρισα δὲ, πρὸς πλήρωσιν τῆς κενωθείσης θέσεως, τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1878 τὸν Ι. Καλλίνικον.
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αὐταὶ αἱ μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ 1878;
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, κατὰ τὸ 1878. Ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ δήμου Λαγείας τῆς ἐπαρχίας Γυθείου ἐζήτησε νὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλον δῆμον· διωρίσθη δ’ ἀντ’ αὐτοῦ τὴν 28 Σεπτεμβρίου ὁ Γ. Σπυριδᾶκος. Εἰς τὴν ἀπὸ πολλοῦ κενὴν θέσιν τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ χωρίου Προσκυνᾶ τοῦ δήμου Λαρύμνης διωρίσθη τὴν 13 Ὀκτωβρίου ὁ δημοδιδάσκαλος Μιχ. Ροντᾶκος. Ὁ ἐν Ἀμουρίῳ τοῦ δήμου Παραχελωϊτῶν δημοδιδάσκαλος Ἀστέριος Γεωργιάδης παρῃτήθη· διώρισα δ’ ἀντ’ αὐτοῦ τὴν 13 Ὀκτωβρίου τὸν Ἰωάννην Τριανταφυλλίδην. Συνεπείᾳ ἐκθέσεως τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐν Πόρῳ δημοτικοῦ σχολείου, παριστώσης ὡς χαρτοπαικτοῦντα καὶ βιοῦντα ἀνωμάλως τὸν δημοδιδάσκαλον Δ. Εὐσταθιάδην, ἀπέλυσα αὐτὸν τὴν 14 Ὀκτωβρίου. Ἐν τῇ κενῇ θέσει τοῦ βοηθοῦ τοῦ ἐν Πόρῳ δημοτικοῦ σχολείου μετέθεσα τῇ αἰτήσει του τὸν δημοδιδάσκαλον τοῦ χωρίου Τρεσταινῶν τὴν 14 Ὀκτωβρίου. Κατὰ ἐκθέσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ δημοδιδάσκαλος Στεμνίτσης τοῦ δήμου Τρικολώνων παριστᾶτο ἀνεπαρκής. Τοῦτον ἑπομένως μετέθεσα τὴν 14 Ὀκτωβρίου εἰς τὴν κενωθεῖσαν ὡς ἀνωτέρω θέσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Τρεσταινῶν. Εἰς τὴν συνεπείᾳ τῶν ἀνωτέρω κενωθεῖσαν θέσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Στεμνίτσης τοῦ δήμου Τρικολώνων διώρισα τὴν 14 Ὀκτωβρίου τὸν Νικ. Χατζηγιαννούλην. Ὁ δημοδιδάσκαλος Φισκάρδου τοῦ δήμου Δολιχίου τῆς Κεφαλληνίας Χ. Κομποθέκρας παρεστάθη δι’ ἐκθέσεως τοῦ νομαρχιακοῦ δημοδιδασκάλου ὡς ἀμελὴς καὶ ἀδόκιμος. Τοῦτον ἀπέλυσα, διορίσας τὴν 18 Ὀκτωβρίου τὸν Π. Κυλαβόπουλον. Δέκα καὶ τέσσαρες λοιπὸν ἐν ὅλῳ μετακινήσεις διέπραξα κατὰ τὸ ἔτος 1878, τυγχάνων Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ διέπραξα αὐτὰς ἠτιολογημένως, διότι ἐχρεώστουν νὰ διαπράξω αὐτάς, διότι ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκόν μου, ἂν δὲν τὰς ἐξετέλουν. Καὶ ταῦτα ἐκομίσατε εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔπραξα ὅσα ἐπράξατε σεῖς, ἤτοι τρεῖς καὶ τέσσαρας χιλιάδας μετακινήσεις!
§81Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν ἐντρέπονται!
§82ΣΤΑΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§84ΣΤΑΗΣ. Καὶ τοῦ 1877 τὰ ἔγγραφα τίνος τὴν ὑπογραφὴν φέρουν; Τὴν ὑμετέραν;
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς ταῦτα θέλω σᾶς ἀπαντήσει. Σεῖς ἐζητήσατε νὰ ὑψωθῆτε εἰς τοσοῦτον ὕψος, ὥστε νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ διαψεύσητε ὅσα ἐγὼ εἶπον, βεβαιώσας, ὅτι κατὰ τὸ 1878 οὐδεμίαν μεταβολὴν διεπράξαμεν ἀναιτιολογήτως· ἐφέρατε δὲ τὸν ὀγκώδη αὐτὸν φάκελον τοῦ 1877, καὶ αὐτὰ τὰ δέκα καὶ τρία ἔγγραφα τοῦ 1878, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνων, διὰ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐγὼ ἐποιησάμην τὰς μεταβολάς, ἃς ὑμεῖς διεπράξατε ἄνευ αἰτιολογίας, ἄνευ ἀνάγκης, ἐναντίον τοῦ νόμου, αὐθαιρέτως. Κατὰ τὰ 1877, τὸν μῆνα Αὔγουστον, εὗρον καθεστηκυῖαν συνήθειαν. Ἤμην μέλος τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ τότε ὠνομάσθη Οἰκουμενικόν. Αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι ἀπερρόφων τὴν προσοχὴν πᾶσαν τοῦ Κράτους, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ προβῶ, ἕνεκα τούτου, εἰς μεταβολὴν τῆς καθεστηκυίας ταύτης συνηθείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔπραξα ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἂν τὰ ἔγγραφα πάντα εἶναι αὐτά, μαρτυροῦσι τὴν μεγάλην ἐγκράτειαν, μεθ’ ἧς διεχειρίσθην ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τὸ 1878 ἐκομίσατε μόνον αὐτὰ τὰ δέκα καὶ τρία ἔγγραφα, καὶ ἀνεμίξατε αὐτὰ μὲ τὰ τοῦ 1877, διὰ ν’ ἀποπλανήσητε τὴν Βουλήν, ἵνα ὑπολάβῃ, ὅτι πάντα ταῦτα εἰσὶ μετακινήσεις τοῦ 1878, καὶ ὅτι ἐγὼ ἐψεύσθην, εἰπὼν ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην διέπραξα τῷ 1878. Καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τοῦ 1878 εἰσὶ πράξεις οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται τὴν 31 Αὐγούστου ἢ τὴν 1 Σεπτεμβρίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δηλαδὴ μεταβολαὶ γενόμεναι τῇ συστάσει εἴτε φίλων πολιτικῶν, εἴτε ἄλλων, ἀλλὰ πράξεις, τὰς ὁποίας διέπραξα τῇ προτάσει ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, Νομαρχῶν, Ἐπάρχων, Δημάρχων, βεβαιούντων ἢ ὅτι ἐκενώθη ἡ θέσις, ἢ ὅτι ἀπέθανεν ὁ διδάσκαλος, ἢ ὅτι ἐγένετο ἱερεύς, ἢ ὅτι ἀπῆλθε τοῦ τόπου, ἢ ὅτι τέλος πάντων τὸ σχολεῖον ἀργεῖ. (Φωναὶ ἀριστερόθεν: Θράσος τοῦ Ὑπουργοῦ!). Νομίζω ὅτι, κατὰ τὰς ἐπισήμους σχέσεις, καθ’ ἃς δὲν πρόκειται περὶ δοσοληψιῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ συζητοῦντες πρὸς ἀλλήλους, ὀφείλουσι πρὸ παντὸς νὰ ἦναι οἱ συζητοῦντες ἀγαθόπιστοι, καλῆς πίστεως. Ἐννοῶ τὴν κακοπιστίαν, ὅταν μεταξὺ ὀφειλέτου καὶ δανειστοῦ ἡ διαφορὰ ἀνάγεται εἰς δοσοληψίας, διότι τὸ συμφέρον κατὰ δυστυχίαν ἁλίσκει τὰς συνειδήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἱκανῶς ἰσχυραί. Ἀλλὰ κατὰ τὴν διάπραξιν τῶν δημοσίων, ὅτε συζητεῖται, τίς νόμος εἶναι κρείττων τοῦ ἄλλου, ποία τοῦ νόμου ἡ ἔννοια, κατὰ τίνα τρόπον ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι πιστότερον, ὅτε, λέγω, περὶ τοιούτων ἡ συζήτησις, νὰ παρουσιασθῇ Ὑπουργός, ἀναμιγνύων τὰς πράξεις καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ ἔτους 1877 μετὰ τῶν ἐγγράφων τοῦ 1878, ἵνα ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν, παριστῶν, ὅτι ἐγὼ διέπραξα μεταβολὰς, τὰς ὁποίας δὲν διέπραξα, ὅτι διέπραξα μεταβολὰς, οἵας ἔπραξεν αὐτὸς εἴτε τὴν 31 Αὐγούστου, εἴτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Σεπτεμβρίου, χάριν πολιτικῶν φίλων, χάριν Βουλευτῶν, χάριν συστάσεων ἀλλοτρίων, τὸ θέαμα μοὶ φαίνεται οἰκτρὸν, ἡ δὲ προαίρεσις ἀνάρμοστος οὐχὶ εἰς Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἰδιώτην ἔντιμον καὶ χρηστόν· ἀφοῦ μάλιστα ἐν τῷ ὀγκώδει τούτῳ φακέλῳ, τῷ προσαχθέντι, ἐν ᾧ τετρακόσιαι καὶ πλέον, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, μεταβολαὶ μαρτυροῦνται ὡς διαπραχθεῖσαι, δὲν περιέχονται, εἰμὴ δέκα καὶ τρεῖς, διαπραχθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ, δικαιολογούμεναι ὑπὸ ἐκθέσεων δημοσίων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τοῖς ἐγγράφοις, καὶ ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ καθήκοντος. Ἐνδέχεται δὲ, ἀφοῦ οὕτως ἀποκαλύπτονται τὰ πράγματα, καὶ ἐκ τῶν μεταβολῶν τοῦ 1877 νὰ ὑπάρχωσι πολλαὶ, αἵτινες δικαιολογοῦνται ἀπὸ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἴτε ὑπάρχουσιν ἐν τῷ κομισθέντι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ φακέλῳ, εἴτε ἀπεσπάσθησαν ἀπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκρατήθησαν μεμελετημένως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Δὲν ἀποδίδω τοιαύτην αἰτίασιν αὐθαιρέτως, ὡς ἀποδεικνύουσι τὰ λεχθέντα, ἀφοῦ, λόγου γιγνομένου περὶ τοῦ 1877, ἐγὼ δὲν ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν διέπραξα μεταβολὰς κατὰ τὸ 1877, ἀλλ’ ἐβεβαίωσα, ὅτι δὲν διέπραξα κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1878 τοιαύτας. Πρὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1878, ἤτοι κατὰ τοὺς προηγουμένους τέσσαρας ἐαρινοὺς καὶ θερινοὺς μῆνας, δὲν ἤμην ἐν Ἀθήναις, μεταβὰς εἰς Βερολῖνον, ὡς ἀπεσταλμένος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανῆλθον δὲ ἀρξαμένου τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1878· κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου δὲ, ἢ κατὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου, ἐδήλωσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι δὲν θέλω προβῆ εἰς μεταβολὰς, — τὸ μέτρον, περὶ οὗ εἶπον προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πρέπει τάχα νὰ δώσῃ τις προσοχὴν εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀγγέλλοντος ὅτι αὐτὸς δὲν θεωρεῖ ἐπιβεβλημένας καὶ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, στηριζόμενος, ὡς εἶπεν, εἰς διάταξιν τοῦ νόμου; Εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ νόμου; Εἰς τὴν τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; (ἀναγινώσκει): «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης, ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται μόνον, ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικὸν αὐτοῦ, ἢ κατὰ παραστάσεις ἠτιολογημένας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, συγκαταθέσει πάντως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου, εἰς ὃν πρόκειται νὰ μετατεθῇ. Γίνεται δὲ καὶ ἡ παῦσις καὶ ἡ μετάθεσις δημοδιδασκάλου μὲν διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, γραμματοδιδασκάλου δὲ διὰ πράξεως τοῦ εἰρημένου Ὑπουργοῦ.» Ταῦτα διατάσσει τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου. Ὅθεν κατ’ αὐτὸ, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παύῃ, οὐδὲ νὰ μεταθέτῃ διδάσκαλον ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὸ ἑρμηνεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων;
§86Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ 26 εἶναι;
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 26. Νὰ τὸ ἀναγνώσω πάλιν;
§88ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη.
§89ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ δὲν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι σεῖς ἀναφέρατε. Δὲν εἶπον, ὅτι πάσας τὰς μεταβολὰς τὰς διεπράξατε ἐν μιᾷ ὡρισμένῃ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὰς ἐνηργήσατε ἀπὸ τῆς 26 Μαΐου 1877 μέχρι τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1878.
§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἴπετε αὐτό.
§91ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶπον.
§92ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν δικαιολογεῖσθε.
§93ΣΤΑΗΣ. Ἐπίσης δὲν εἶπον, ὅτι ἢ ἐγὼ ἢ ἄλλος τις ἐκ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν ἐπαύσαμεν, ἢ διωρίσαμεν, ἢ μεταθέσαμεν δημοδιδασκάλους, ἢ δημοδιδασκαλίσσας, ἢ γραμματιστὰς ἄνευ προτάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Οὐδεὶς τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἐνήργησε διορισμόν, ἢ παῦσιν, ἢ μετάθεσιν ἄνευ τῶν νενομισμένων διατυπώσεων, τῶν ὑπὸ τοῦ ἐν ἰσχύϊ ΒΤΜΘʹ νόμου ἐπιβαλλομένων. Καὶ οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοί, ἄνευ ἐξαιρέσεως, καὶ ἐγὼ δὲν ἐξετελέσαμεν ἀποφάσεις τινὰς Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Δὲν ἠθέλησα ν’ ἀποδώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν πρόθεσιν νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὡς εἶχον. Ἴσως μὲ παρεξήγησεν· ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ.
§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Μία λαθροχειρία ἐγένετο.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδένα ἐποιησάμην λόγον περὶ ἐμοῦ ἐπὶ τῶν πράξεών μου ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1877, καὶ δὲν ἐποιησάμην λόγον διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ μέσα τοῦ 1877, ὅτε ἐσχηματίσθη τὸ λεγόμενον Οἰκουμενικὸν Ὑπουργεῖον, οὐδαμῶς δ’ ἠδυνάμην τότε νὰ ἀνατρέψω μίαν καθεστηκυῖαν συνήθειαν, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐφαρμοζομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καθ’ ὃν χρόνον οὐδεὶς ἦτο διατεθειμένος νὰ προσέχῃ εἰς τὰ τῆς λειτουργίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Κράτος ἦτο ἐν ἐπιστρατεύσει, στρατεύματα συνεκεντροῦντο ἐν Χαλκίδι, ἐπέκειτο ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν εἰσβολὴ εἰς τὴν ὅμορον χώραν, πάντες ἐμερίμνων περὶ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι παρεκίνουν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μετάσχῃ τοῦ ἐκραγέντος τότε Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου, ἢ περὶ συμβουλῶν διδομένων νὰ ἀπόσχῃ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ προσπαθῶ ἐγώ, λέγων ὅτι ἀσχολοῦμαι νὰ κανονίσω τὰ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῶν παύσεων τῶν δημοδιδασκάλων, βεβαίως οὐδεὶς ἤθελε μὲ ὑπολάβει σπουδαιολογοῦντα. Λοιπὸν ἔπραξα κατὰ τὸ 1877 ὅ,τι πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ ἔπραξαν· ἀλλὰ τὸ ἔπραξα μετ’ ἐγκρατείας, καὶ διὰ τοῦτο αἱ μεταβολαί, ἃς διέπραξα, δὲν ἀνέρχονται εἰς 430, ὅσας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, πολλῷ δ’ ἧττον δὲν εἶναι αἱ ἑπτακόσιαι, ἢ αἱ ὀκτακόσιαι, ἢ αἱ ἐννεακόσιαι, ἢ αἱ χίλιαι, ὅσας διέπραξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ καὶ οἱ μετ’ ἐμὲ Ὑπουργοί, ἀλλ’ εἶναι...
§96ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 373.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 373; Δὲν τὰς ἠρίθμησα. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔσφαλα περὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν 373, ἤ εἰσιν ὀλιγώτεραι καὶ τούτων.
§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν δύο ἐτῶν;
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1877 καὶ 1878.
§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ 1878 ἐγένοντο 373!
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία του. Μολονότι εἶναι ἐπίσημος, ἀμφισβητῶ τὴν ἀλήθειαν αὐτῆς.
§102ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. 183 μεταθέσεις καὶ 190 παύσεις.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν αἱ πράξεις περὶ μετακινήσεων τῶν δημοδιδασκάλων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1877, εἶναι αὗται, (δεικνύει τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κατατεθέντα φάκελον) μετρήσατε, ἂν ἦναι 300. Ἀλλ’ αὐταὶ διεπράχθησαν πᾶσαι ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐπιτροπῶν τοπικῶν, Νομαρχῶν, Ἐπάρχων ἢ Δημάρχων, πλεῖσται δὲ εἶναι πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων, ἵνα μὴ μένωσιν ἀργοῦντα σχολεῖα.
§104ΧΡ. ΑΣΙΜΗΣ. Καθῆκον εἶχεν ἡ ὑπηρεσία πρὸς τοῦτο.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι λυπηρὸν νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην συμβολαιογράφου ἐν τῇ Βουλῇ. Ἂν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ἂς περιλάβωμεν καὶ τοιοῦτον, διὰ νὰ βεβαιῶμεν τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν (ἱλαρότης). Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 26 ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως; Οὐχί. Τὸ ἄρθρον 26 κυροῖ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπεδώκαμεν ἡμεῖς εἰς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε παῦσιν ἢ μετάθεσιν, ἕνεκα κενῆς θέσεως, νὰ διαπράξῃ, ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Μόνον ὅταν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζῃ, μόνον τότε ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ πληρώσῃ κενὴν θέσιν διὰ παύσεως ἢ μεταθέσεως. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε ὅσοι ἐσπουδάσατε νομικά, αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου δὲν διαπράττονται μόνον διὰ θετικῆς πράξεως, ἀλλὰ καὶ διὰ παραλείψεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ἔθηκεν ὑπογραφὴν πρὸς παῦσιν ἢ μετάθεσιν δημοδιδασκάλου, εἰμὴ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ἀποδεχόμεθα. Ἀλλ’ ὅτε δὲν ἐξετέλεσε πάσας τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ μόνον τινάς, ὅσας αὐτὸς ἐνέκρινε, ἄλλας δὲ, ὅσας δὲν ἐνέκρινεν, ἐγκατέλιπεν, ἔπραξε παράβασιν τοῦ νόμου. Δὲν δικαιολογεῖται, λέγων, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὸν νόμον, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ παύσῃ ἢ νὰ μεταθέσῃ· διότι ὤφειλε νὰ παύσῃ ἢ μεταθέσῃ, ὅταν τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ἀπεφάνθησαν οὕτως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκε μίαν ἐλπίδα, ὅτι δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι κακῶς ἐνόησε τὸν νόμον. Ἡ ἀναδρομὴ αὐτοῦ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δι’ οὐδενὸς δύναται νὰ περιβάλῃ κύρους τὰς πράξεις αὐτοῦ, ἂν δὲν ἦναι σύμφωνοι μὲ τὸν νόμον. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον σύγκειται ἀπὸ νομικούς, γνώστας βεβαίως τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀλλὰ μὴ ἔχοντας γνώσεις τοῦ δημοσίου δικαίου, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται γνώμας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἐπὶ ὑποθέσεων τοῦ δημοσίου δικαίου, σφάλλονται, εἴτε θέλοντες ν’ ἀποπλανήσωσι τοὺς ἄλλους, εἴτε θέλοντες νὰ δικαιολογηθῶσιν, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν γνώμης ἀλλοτρίας ἐσφαλμένης. Ἀλλ’ ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ ποινικῆς εὐθύνης, ἐμνήσθη δὲ κατὰ τρόπον ἀλλοιοῦντα ἢ διαστρέφοντα τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θέλει πεισθῇ, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὕτη, ἣν ἐγὼ ὑποστηρίζω, καὶ ὅτι θέλει τοῦ λοιποῦ ἐκτελεῖ πιστῶς τὸν νόμον, ἐκτελῶν πάσας τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἔλεγον δέ, ὅτι δὲν ἤλπιζόν ποτε, ὅτι θέλει ἐπιμείνῃ· διότι, ἂν ἐπιμείνῃ καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, θέλει προσθέσει εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου ἓν στοιχεῖον, τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως, τὸ ὁποῖον τὴν παράβασιν καθιστᾷ ποινικῶς καταδιωκτέαν. Οὔτε εἶπον ἐγώ, ὅτι θέλω ζητήσει τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς περὶ τούτου. Ἡ πλειονοψηφία εἶναι ὁ κριτὴς τῶν ἐπικρίσεων, αἵτινες γίγνονται τῶν Ὑπουργικῶν πράξεων· ἑπομένως, ἂν ἡμεῖς ἠθέλομεν προκαλέσει τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐπικρίνῃ καὶ αὕτη τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, βεβαίως ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον, καὶ ἄδικον ἐγώ. Ἀλλ’ ἡ ἔγκρισις τῶν παρανομιῶν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν ἤθελε γείνῃ, ὀλίγον σώζει τὸν παραβάτην τοῦ νόμου, διότι καὶ αἱ Βουλαὶ μεταβάλλονται καὶ οἱ ἄνθρωποι μεταβάλλονται...
§106Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ βουλαὶ τῶν ἀνθρώπων.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ αἱ βουλαὶ τῶν ἀνθρώπων... Ἑπομένως ἀποκρίνομαι εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ὅτι, ἂν ἤθελε παρουσιασθῇ ποτε ἄλλη Βουλή, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἤθελε συμπαθήσει πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, Βουλευτὴς δέ τις τότε ἤθελε παρασταθῆ ζητῶν ποινικὴν εὐθύνην παρὰ τοῦ παραβάντος τὸν νόμον Ὑπουργοῦ, θέλω ὑποστηρίξει αὐτὸν ἐκθύμως· καὶ ἂν δὲν ἤθελε παρασταθῆ ἕτερός τις πράττων τοῦτο, θέλω ἀναγκασθῆ νὰ τὸ πράξω ἐγώ, μετὰ λύπης μέν, ἀλλ’ ἐκπληρῶν καθῆκον πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὴν χώραν.
§108Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπίστευον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ὁ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸς μετὰ στόμφου, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε χαρακτηρίζει τὸν ἄνδρα, ἀπήντα εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκην, ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι, ἀνερχόμενος σήμερον τὸ βῆμα, ἤθελε δι’ ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν, δι’ ἐπιχειρημάτων νομικῶν, ὡς προσῆκεν εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀνακινηθέντος ζητήματος, πείσει πάντας ἡμᾶς, ὅτι πράγματι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθη, ἀποδέχεται πραγματικῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, βασιζομένης ἐπὶ μελέτης τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὃν ἐτάχθη νὰ ἐφαρμόζῃ ὡς Ὑπουργός. Δυστυχῶς ὅμως τὰ ὀλίγα λεχθέντα ἐπὶ τοῦ θέματος εἰδικῶς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐμὲ τουλάχιστον δὲν μὲ ἔπεισαν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθη, εἰλικρινῶς τὰ φρονεῖ. Ἐσχημάτισα μάλιστα τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὴν μὴ ὑποχρεωτικὴν λύσιν ἐφεῦρεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα τῷ δίδηται ἡ εὐχάριστος εὐκαιρία, ὅπως καὶ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸν τόσον εὐεργετικῶς λειτουργοῦντα ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως, καταστήσῃ σιωπηρῶς νεκρὸν, καὶ τὰς μεταβολὰς ἐνεργῇ, οὐχὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς παιδείας, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ κόμματος. Δὲν ἐπιθυμῶ σήμερον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων καὶ τῶν αἰτίων τῶν προκαλεσάντων τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ, ὅστις ἔθηκε, διὰ τοῦ καθιερωθέντος ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, φραγμοὺς εἰς τὰς αὐθαιρέτους καὶ φατριαστικὰς μεταβολὰς τῆς κεντρικῆς Διοικήσεως, διότι περὶ τούτων εὐρὺς θὰ γείνῃ λόγος, ὅταν θὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις τοῦ εἰσαχθέντος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἄρδην ἀνατρέπονται αἱ σωτήριοι διατάξεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ λόγοι, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ψήφισιν κατὰ τὸ 1895 τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ τοὺς ὁποίους τόσον ἐμβριθῶς πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ σεβαστός μοι ἡγέτης, αὐτοὶ οἱ λόγοι, καθὼς καὶ αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου μακραὶ συζητήσεις, ὤφειλον νὰ πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι πᾶν δικαίωμα αὐθαιρέτου μεταβολῆς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἀνετέθη δὲ αὕτη εἰς τὰ διάφορα Ἐποπτικὰ Συμβούλια, συμπραττόντων καὶ τῶν ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλά, καὶ ἂν ἡ ἔννοια τοῦ ὅλου νόμου καὶ οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὴν ψήφισιν τούτου, δὲν ἦσαν ἀρκετοὶ νὰ πείσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ χεῖρες αὐτοῦ εἶναι δεδεμέναι, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ κυρώνῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὰς πράξεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῶ, ἐξετάζων τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καὶ θέλει πεισθῇ καὶ ἐκ τῆς γραμματικῆς καὶ ἐκ τῆς λογικῆς καὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπιτακτικὴν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελῇ ἀπαρεγκλίτως τὰς πράξεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, διότι ἡ ἐναντία ταύτης ἑρμηνεία ἤθελε καταστήσει τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον ἄσκοπον κατασκεύασμα, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς θὰ δύνηται, ὅσας μὲν πράξεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου θεωρεῖ συμφερούσας, νὰ ἐκτελῇ, τὰς λοιπὰς δὲ νὰ ἀπορρίπτῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα. Ποῦ τότε ἡ χειραφέτησις τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοὺς ποικίλους ἐπηρεασμοὺς τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν γραμματικῶς τὸ ἄρθρον 26, περὶ ὃ στρέφεται ἡ ἀμφισβητήσιμος ἑρμηνεία. Τὸ ἄρθρον 26 ἐπὶ λέξεσιν ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου ἢ δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται μόνον, ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικὸν κλπ. Γίγνεται δὲ, ἡ παῦσις μὲν δημοδιδασκάλου διὰ Βασ. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, γραμματοδιδασκάλου δὲ διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ.» Ἡ φράσις «ἐπιτρέπεται μόνον» ἐτέθη καταφώρως, ὅπως καθορίσῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν ἔχει δικαίωμα παύσεως, ἢ μεταθέσεως, ἢ μόνον, ὅταν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον διὰ πρακτικοῦ, ἐν ᾧ θὰ περιγράφωνται καὶ οἱ λόγοι, οἱ προκαλοῦντες τὴν παῦσιν ἢ μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου, ἐπέτρεψε τοῦτο. Τὸ ἄρθρον εἶναι σαφές· ἡ ἔκφρασις οὐδέποτε ἄλλοτε ἐπιτρέπεται, προφανῶς στερεῖ τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως ἢ μεταθέσεως τὸν Ὑπουργὸν, καὶ μεταβιβάζει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ, κατὰ ῥητὴν ὡσαύτως ἔκφρασιν, ὀφείλει ν’ ἀποφασίζῃ. Ὁ Ὑπουργός, εὐθὺς ὡς συνετελέσθησαν αἱ προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι τῆς παύσεως ἢ τῆς μεταθέσεως παρὰ τοῦ Συμβουλίου, ὑποβάλλει τὸ οἰκεῖον Β. Διάταγμα. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν αὐθαιρέτως θέλει νὰ δέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως εἶναι ἐναντία ῥητοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Τὸν νόμον δὲ, ὃν ἐτάχθη νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ περιφρουρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔπρεπεν ἐπισταμένως νὰ μελετήσῃ, καὶ νὰ μὴ προβάλλῃ ὑπὲρ τῆς γνώμης του ἀστείους ἰσχυρισμούς. Τὸ εἶδος τῆς παρεκτροπῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις, μόνον τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἐγγὺς τῶν πραγμάτων εὑρισκόμενοι, καὶ ἰδίοις ὄμμασιν ἀντιλαμβανόμενοι τῶν σχολικῶν ἀναγκῶν, ὀφείλουσι νὰ κρίνωσιν. Ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον μόνον, κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ὀφείλει νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 26, προσέξατε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 27, τὸ ὁποῖον εἶναι συνέχεια τοῦ προηγουμένου. Τὸ ἄρθρον 27, προκειμένου νὰ καθορίσῃ ἑτέραν περίπτωσιν μεταθέσεως, μεταχειρίζεται τὴν λέξιν διατάσσεται. Ἐὰν ἡ λέξις ἐπιτρέπεται κλονίζῃ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἡ λέξις διατάσσεται δὲν παριστᾷ ἐμφαντικῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ κυρώσῃ τὸ πρακτικὸν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἓν μόνον δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργός· νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ προσαγόμενα ἔγγραφα ἔχουσι τὸ ἐξωτερικὸν κῦρος, ἂν δηλ. παρεστάθη ὁ ἐπιθεωρητὴς, καὶ ἔδωσε τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τῆς παύσεως ἢ μεταθέσεως τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἂν παρεστάθησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρακτικοῦ καὶ ὑπέγραψαν ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Εὐθὺς ὡς ταῦτα εἶναι ἔγκυρα, ὀφείλει, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, νὰ ὑποβάλῃ τὸ Β. Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ἀπομένῃ, ὅτι τὸ πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ὀφείλει ἐπιτακτικῶς νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνατρέξω καὶ εἰς τὰς γνώμας, ἃς ἐξέφερεν αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ἰσχύοντος νόμου, συζητουμένου κατὰ τὸ 1895· διότι καὶ τοῦτο ἐπιβάλλουσιν οἱ ἑρμηνευτικοὶ κανόνες, εὐθὺς ὡς προκύψῃ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου ἀμφισβήτησίς τις. Ἀκούσατε τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 26...
§109ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ocassio legis.
§110ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ψηφιζομένου τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ, ἐν ἄρθρῳ 26, ὁ τότε βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Δ. Χατζόπουλος ἐξέφρασεν ἀπορίαν, εἰπὼν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Αʹ Συνόδου ΙΔʹ Περιόδου, σελ. 883): «Ἀλλὰ μίαν ἀπορίαν ἔχω. Κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ὑπαρχούσης κενῆς θέσεως, ἡ μετάθεσις ἐπιτρέπεται, μόνον ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρακτικόν. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἴσως εἶναι μία πρότασις, ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὑποχρεωτική;» «Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως. Ἡ λέξις μόνον ἀρκεῖ.» Νομίζω, Κύριοι, μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, οὐδεμία πρέπει ν’ ἀπομένῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 26, τὴν ὁποίαν εἶχε καθῆκον ν’ ἀκολουθήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Τὸ γράμμα καὶ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ἀναμφισβητήτου ἑρμηνείας. Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐχὶ ἐξ εἰλικρινοῦς προαιρέσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί· ἀλλὰ τοῦτο ἐδέχθη αὐθαιρέτως, ἵνα λύσῃ τὰς χεῖράς του, τὰς ὁποίας ἐξέτεινε πρὸς τὸ συμφέρον μὲν τοῦ κόμματος, ἐπὶ καταστροφῇ ὅμως τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ, ἥτις ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὑψώθη εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πολιτείας. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων ἤθελε, τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ν’ ἀποφασίζουν περὶ τῆς τύχης τῶν δημοδιδασκάλων, χειραφετήσας αὐτοὺς, ἐξασφαλίσας τὴν τύχην αὐτῶν, καὶ ἐνισχύσας αὐτοὺς ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων. Δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι ὁ σκαπανεὺς τῆς πρώτης λαϊκῆς μορφώσεως· ἐκ τῆς ἀναπτύξεως δὲ τῆς κοινωνίας πολλὰ ὀφείλει τις νὰ προσδοκᾷ. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ θώκου, παντὶ σθένει εἰργάσθησαν, ἵνα εἰσαγάγωσι διατάξεις ἀνατρεπτικὰς τοῦ εὐεργετικοῦ τούτου νόμου, ὁτὲ μὲν ἐλαττοῦντες τὸν βαθμὸν καὶ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις εἶναι ἡ κλεὶς τοῦ ἰσχύοντος ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ὁτὲ δὲ ποικίλας καὶ ἀνευλαβεῖς ὑπερβασίας διαπράττοντες κατὰ τοῦ νόμου, ἵνα μὴ κατισχύσωσιν ἐπωφελῶς αἱ σωστικαὶ διὰ τὴν παιδείαν διατάξεις αὐτοῦ. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896 καὶ 1897, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος εἰλικρινῶς, ἔδωκεν οὗτος ἄριστα ἀποτελέσματα, διότι οἱ διαχειριζόμενοι τότε τὰ κοινὰ εἶχον ἀκριβῆ συναίσθησιν τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τοῦ τόπου καὶ τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν, Κύριοι, διαμαρτυρώμεθα διὰ παρανομίας, τὰς ὁποίας διαπράττουν κατώτερα ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ὀφείλομεν ν’ ἀγανακτῶμεν καὶ ν’ ἀπελπιζώμεθα διὰ τὴν τύχην τῆς πατρίδος μας, ὅταν Ὑπουργοὶ, ἐντεταλμένοι παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους, δίδωσι τὸ παράδειγμα τῆς καταστρατηγήσεως αὐτῶν. Ἐὰν ἔχητε, κύριε Ὑπουργέ, ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν, φέρετε νόμον νέον, νέον σύστημα, καὶ ὑποστηρίξατε αὐτὸ, ἵνα γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ ἰσχύων νόμος, κύψατε πρὸ αὐτοῦ, καὶ ἐφαρμόζετε αὐτὸν ἀνελλιπῶς· διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ καθῆκόν σας, τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας ἐτάχθητε ἐν ὑψίστῃ θέσει φρουρὸς καὶ προστάτης.
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα συνίσταται εἰς τοῦτο· νὰ πεισθῶμεν πάντες περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διστάζει περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ὡμολόγησεν, ὅτι κατέλιπεν ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἰς αὐτὸν τὴν κρίσιν, ἂν πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ ἢ μὴ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα εἶπε κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ταῦτα ἐπανέλαβεν ἐνδοιαστικώτερον ἀπόψε. Εἶπεν, ὅτι καὶ ἐν προηγουμένοις χρόνοις δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις ὑπὸ ἄλλων, καὶ ἔδειξεν, ὅτι ὑπάρχουσι προτάσεις, ἀλλὰ δὲν ἔφθασαν εἰς πέρας, διότι δὲν ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ἀπόψε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφάνη διαλλακτικὸς καὶ πρόθυμος νὰ παραδεχθῇ τὴν ἄλλην ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθή. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, διότι τὸ γράμμα εἶναι σαφές, καὶ ὅπου τοῦτο εἶναι σαφές, ἡ ἔρευνα περὶ τοῦ πνεύματος παρέλκει. Θέλει δὲ πεισθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως, ἂν πρὸς τῷ ἄρθρῳ 26, ὅπερ καὶ μόνον ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη, ἀναγνώσῃ δύο ἕτερα ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον 50, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας πρὸ ὀλίγου, ἀνέγνωσε καὶ τὸ ἄρθρον 49. Τὰ τρία ταῦτα, συνδυαζόμενα καὶ ἐκτιμώμενα, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐδόθησαν δύο δικαιοδοσίαι· πρώτη δικαιοδοσία, πρότασις· δευτέρα δικαιοδοσία, ἀπόφασις. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐδόθη, ἐν μὲν τῇ περιπτώσει τῆς δικαιοδοσίας τῆς προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, ἐν δὲ τῇ περιπτώσει τῆς ἀποφάσεως, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, μετ’ ἐξέτασιν, ἂν αὕτη νομίμως ἐξεδόθη. Ὅ,τι πράττει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, προκαλοῦν Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως εἰσπράκτορος ἢ περὶ διορισμοῦ, τοιούτου τοῦτο αὐτὸ πράττει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, προκειμένου περὶ ἀπολύσεως δημοδιδασκάλου. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 49. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτείνει: «1) Τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν δημοτικοῖς σχολείοις ἢ γραμματοσχολείοις. 2) Τὴν ἀνάγκην συστάσεως γραμματοδιδασκαλείων...» κλπ. «Ἄρθρον 50. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει...» (σημειώσατε δὲ, ὅτι πᾶσαι αἱ περιπτώσεις τῶν ἀποφάσεων εἶναι δικαιοδοτικαὶ ἀπ’ εὐθείας τοῦ Συμβουλίου). Λοιπόν: «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει: 1) Ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν πειθαρχικῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐδαφίων αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 31. 2) Ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν περιπτώσεων, ἐφ’ ὧν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν αἱ ἐν τοῖς ἐδαφίοις γʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 31 πειθαρχικαὶ ποιναί. 3) Ἐπὶ τῶν μεταθέσεων διδασκάλων ἢ διδασκαλισσῶν...» κλπ. Καὶ τὰ τρία ἐδάφια παρέχουσι ῥητὸν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ περατώσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἄνευ ἀναδρομῆς εἰς ἀνωτέραν ἀρχήν. Ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς ἀναβολὰς καὶ παύσεις ἔχετε τὸ ἄρθρον 26, ὅπερ ὁρίζει, τί ἐπιπροσθέτως γίνεται, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται, μόνον ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιθεωρητοῦ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρακτικὸν αὐτοῦ... Γίνεται δὲ ἡ παῦσις καὶ ἡ μετάθεσις, δημοδιδασκάλου μὲν διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, γραμματοδιδασκάλου δὲ, διὰ πράξεως τοῦ εἰρημένου Ὑπουργοῦ». Ἔχετε τὴν ἀπόφασιν. Αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, ἂν δὲν τεθῇ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κατὰ τὴν περίπτωσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων. Εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν τὴν ἀπόφασιν καθιστᾷ ἐκτελεστὴν καὶ κυρίαν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως. Δὲν μένει τι ἀπροσδιόριστον· καμμία διάκρισις δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ βεβαίως, ἐὰν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἀποδεικνύωσιν, ὅτι δὲν ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν, ἢ ὅτι δὲν κατέβαλον προσοχὴν οἱ τμηματάρχαι, ὅπως ἐκτελέσωσι τὴν ἐπιταγὴν τοῦ νόμου, ὑποβάλλοντες τὰς προτάσεις ἐγκαίρως εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ ἐντεῦθεν ἔνοχος θέλει εἶναι ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἤθελε πράξει ἄλλως ἢ ὅ,τι κελεύει ὁ νόμος. Καὶ ἐπειδὴ ἐνταῦθα μετὰ ἐπαινετῆς μετριοφροσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἀπεδέχθη δι’ ἑαυτὸν τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐφρόνει ὅτι ὁ νόμος εἶχε, θέλει βεβαίως φροντίσει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐκτελῶνται ἀπαρεγκλίτως αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἔφθασεν εἰς σημεῖον, ὥστε πᾶσα παράτασις αὐτῆς καθίσταται περιττή. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ συζητοῦμεν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, λύεται ὑπὸ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἐπικαλεσθῇ δύο ἄρθρα, τὸ 49 καὶ τὸ 50, ὅπως ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν φράσεων τοῦ ἄρθρου 26. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν λύει τὸ ζήτημα, διότι ἀτόπως μεταχειρίζεται τὴν λέξιν «ἐπιτρέπεται», ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν. Ἀλλ’ ἐνῷ νομίζω, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν λύει τὸ ζήτημα, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ἡ δοθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ ἡ δοθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Περὶ τούτου δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, διότι αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίζετο ὁ νόμος, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι σαφὲς, ἀποδεικνύουσι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ, ὅπως ἀπεδείχθη ὅτι πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἐγεννήθη, ἐξηγεῖ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐφήρμοσε τὸν νόμον· διότι, μὲ ὅλην τὴν ἀπόλυτον θεωρίαν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐνέχεται εἰς πάντα, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγινώσκῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πιθανὸν, Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ἀνέκαθεν τὴν ἰδέαν, ἐκ τάσεων ἴσως συγκεντρωτικῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ὅλαι αἱ κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν τὴν παῦσιν, προτεινομένην ἢ ἀποφασισθεῖσαν ὑπὸ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἡ ὑπηρεσία ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία ἐδόθη ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν διαφόρων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· διότι εἴδομεν τοιαύτας ἀποφάσεις πολλάς. Δὲν συζητοῦμεν τώρα, ἐὰν ἡ ἑρμηνεία, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, εἶναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἀντιθέτως, αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέρθησαν ὡς ἀναγόμεναι εἰς ἐνέργειαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ἡ ὑπηρεσία, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, μετὰ τὴν συζήτησιν, τὴν γενομένην σήμερον, οὐδεμία δύναται πλέον νὰ ὑφίσταται ἀμφιβολία, καὶ περιττὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, ὅταν ἤμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦτο ἐπιβάλλει, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ μέλλον καλὸν εἶναι, ὅπως ὁ συνάδελφός μου ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ ἐπιμένῃ εἰς ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία βασίζεται, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἀποκλείει τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου.
§113Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας συμφωνεῖ, παρακαλῶ;
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§115ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ παρεμπιπτόντως ἐγερθέντος ζητήματος τῶν προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους ἠθέλησε νὰ μὲ ἀναμίξῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐπιβαρύνεται, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μὲ 2,000,000 δραχ. καὶ πλέον κατ’ ἔτος. Ἐρωτῶ ἤδη: τὸ νὰ ἐπιβαρύνηται τὸ Δημόσιον Ταμεῖον μὲ 2,000,000 ἢ καὶ 2,500,000, ὡς ἐπιβαρύνεται ἀληθῶς, τοῦτο τί σημαίνει; Δὲν σημαίνει, ὅτι ὑποβάλλεται τὸ Κράτος εἰς δαπάνην; Ὅταν δὲ προϋπολογίζωμεν τὰς δαπάνας, δὲν πρέπει καὶ ταύτην νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Βεβαίως ὀφείλει αὕτη νὰ μένῃ ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι οἱ δῆμοι θὰ καταβάλωσιν, ἔστω καὶ μέρος αὐτῆς· καὶ τοιοῦτόν τι συμβαίνει ἐντὸς ἑκάστης χρήσεως. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, τὸ δημοτικὸν λογιστικὸν ἔτος παρέλθῃ καὶ οἱ δῆμοι μένωσι χρεωμένοι μὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πλέον δὲν αὐξομειοῦται, εἶναι φανερὸν, ὅτι πρόκειται ἤδη περὶ δαπάνης στερεᾶς τοῦ Κράτους, ὅτι πρόκειται περὶ προκαταβολῆς δοθείσης ἀνεπιστρεπτὶ, καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ὁ προϋπολογίζων τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους πρέπει νὰ λάβῃ καὶ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, πρὶν ἢ βεβαιώσῃ, ὅτι ἔχει περισσεύματα.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς...
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πάντοτε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀποτρέψω, κύριε Βουλευτά. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέπτυξε θεωρίαν, τὴν ὁποίαν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐφήρμοσε· διότι, συντάσσων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης πιστώσεως. Οὐ μόνον δὲ οὗτος, ἀλλὰ καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν αὐτὴν ἀνῆκεν ἀπόχρωσιν, οὐδεμίαν τοιαύτην ἔλαβε πρόνοιαν. Ἄλλως τε, ἐὰν πρόκειται, καθ’ ὃν τρόπον συλλογίζεται νῦν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, νὰ κανονισθῶσι ταῦτα, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὅλη ἐν γένει ἡ ληψοδοσία τοῦ Κράτους, καὶ ὅπου ἤθελεν εὑρεθῇ ὑπάρχουσα ζημία ἐκ τῆς ληψοδοσίας ταύτης, ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ψύχωσις, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχεται, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχει ἔλλειμμα, εἶναι δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι ἀκριβῶς μέχρι τοῦδε οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, οὐδέποτε ἀνέγραψαν πίστωσιν διὰ προκαταβολὰς τῶν δήμων. Εἶναι μία πρόνοια ἰδιαιτέρα, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις.
§119ΝΕΓΡΗΣ. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἶχον προετοιμάσει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, δὲν ἀνέγραφον οὐδ’ ἐγὼ τοιαύτας δαπάνας. Ἀλλὰ ποῖαι ἦσαν αἱ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπάναι τοῦ 1898, ἤτοι τοῦ προηγουμένου ἔτους, τοῦ κανονίζοντος τὰς δαπάνας τοῦ 1899; Τὰ μὲν ἔξοδα ἐκ προκαταβολῶν ἦσαν 834,000 δραχμαί, τὰ δὲ ἔξοδα ἐκ συνδρομῶν 688,000· τὸ σύνολον, 1,522,000· δηλαδὴ περὶ τὸ 1,500,000 δραχμαί. Ἀκριβῶς, Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἐμῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς συνδρομὴ εἰς τοὺς δήμους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ μεταγενεστέρως ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν, κατὰ τὸ 1899, ἐνῷ ἀρχικῶς εἶχεν ἀναγράψει τὸ αὐτὸ ποσόν, ἀφίνει ὑπὲρ τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐξ αὐτοῦ ἀδιάθετον, ἀναγράφει δὲ ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς, ὑπὲρ τὸ 1,340,000, ὡς προκαταβολὴν εἰς τοὺς δήμους, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς προκαταβολὰς ταύτας καὶ ἀναγράψῃ αὐτὰς εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι ν’ ἀφήσῃ δῆθεν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἔδει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι δαπάναι, γενόμεναι ἄνευ ἐλπίδος ἐπιστροφῆς, βεβαίως αὗται πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω τις ἐξ ὑμῶν νὰ ἀμφιβάλλῃ.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν εἶναι σύμφωνος καὶ συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν· διότι, ὅτε εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Παιδείας, καὶ εἶπεν ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς ἀρωγὴ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων λόγῳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, παρουσιάζεται καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῶν προκαταβολῶν, ὡμολόγησε τὸ πρᾶγμα· ἠθέλησε δὲ μάλιστα νὰ διορθώσῃ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμην. Τώρα λέγει, ὅτι εἰς τὸ 1898 ἔλαβε πρόνοιαν. Ποίαν πρόνοιαν; Τὴν πρόνοιαν ὅλων τῶν Προϋπολογισμῶν· ν’ ἀναγραφῇ δηλ. ἀπὸ τοῦ 1896 ποσὸν ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν λόγῳ ἀρωγῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Τί κοινὸν μεταξὺ τούτου καὶ τῶν προκαταβολῶν; Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κατωρθώθη, ὥστε πράγματα ἐντελῶς ἄσχετα νὰ συσχετισθῶσι καὶ συγχισθῶσι.
§121ΝΕΓΡΗΣ. Ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός.
§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§124ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξηντλήθη διόλου. Παρεισέφρησε, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν διεξαγομένην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὁ ἀριθμολογικὸς πόλεμος τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρη. Ἐγὼ ὅμως ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη αὕτη ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μοὶ ὑπέμνησε φράσιν τινὰ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος, ἀτυχῶς, ἀπουσιάζει ἀπὸ ἡμερῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ ὁποῖος, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἕτερον ἐπίσης ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἔλεγεν, ὅτι «ἡμεῖς ἐδῶ ἐρχόμεθα νὰ διδάσκωμεν καὶ νὰ διδασκώμεθα». Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν· ἔρχομαι ἐδῶ νὰ διδάσκωμαι, νὰ αὐξάνω τὰς γνώσεις μου, νὰ κανονίζω τὴν συμπεριφοράν μου κατὰ τὰς συζητήσεις, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν τὰ πρῶτα φερόντων, καὶ ἰδίως τῶν περιβεβλημένων τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἀνέμενον τοιαύτην διδασκαλίαν πρὸ παντὸς ἄλλου ἀπὸ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φέρουσι τὰ πρῶτα ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπὸ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ηὔξησαν αἱ γνώσεις μου, διότι παρετήρησα ἀπὸ τῆς θέσεώς μου τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ λαθροχειρία τῆς προσαγωγῆς διαφόρων ἐγγράφων, ὅπως παραστήσωσι ταῦτα ὡς ὄγκον τὰς διδασκαλικὰς μεταβολὰς, τὰς ἐνεργηθείσας κατὰ τὸ ἔτος 1878, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν ὡς ἀνερχομένας εἰς 373, ἐνῷ, ὡς ἀπέδειξε διὰ τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀνέρχονται μόνον εἰς 4 ἢ 5. Τοῦτο ἀντελήφθη πᾶσα ἡ Βουλή. Ἀλλὰ μόνη αὐτὴ ἡ λαθροχειρία ἦτο; Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶπεν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων του ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐφηρμόσθη καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ, δηλαδὴ δὲν ἐθεωρεῖτο ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ ὅτι τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας αὐτοὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου τούτου· ὅτι ταῦτα ἔπραξε δηλ. καὶ ὁ μακαρίτης Πετρίδης, τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ σεβαστὸς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον, ὑπεστήριξαν καὶ ἐψήφισαν τὸν νόμον. Ἀνέφερε δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς μίαν, 2, 3, 4, 5, 6 ἀποφάσεις διαφόρων Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξετελέσθησαν καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου. Καὶ ὅτε ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀπεκάλυπτε καὶ κατήγγελλε τὴν λαθροχειρίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἔσχον τὴν περιέργειαν νὰ ζητήσω αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων...
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, δὲν εἶναι πρέπον νὰ λέγητε τοιαῦτα.
§126ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ τὰ λέγω, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι πρέπον νὰ διαπράττωνται ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ διαπράττωνται ὑπὸ Ὑπουργοῦ; Εἶναι πρέπον, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ διαστρέφηται ἡ ἀλήθεια ἀπὸ Ὑπουργὸν, Σύμβουλον τοῦ Στέμματος;
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ κατακρίνητε τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ ἄλλην γλῶσσαν.
§128ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μίαν γλῶσσαν ἔχω, καὶ αὕτη εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἀληθείας. Καὶ ἰδού, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις αὐτοῦ, αἱ ἀποδοθεῖσαι εἰς τὸν μακαρίτην Πετρίδην, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἤδη νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ μία φέρει ἡμερομηνίαν 2 Δεκεμβρίου τοῦ 1898. Εἰς τὰς 2 Δεκεμβρίου 1898, γνωρίζετε πάντες, ὅτι τότε οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, οὔτε καὶ ὁ τότε μακαρίτης Πετρίδης διηύθυνον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἡ δευτέρα ἦτο τῆς 18 Νοεμβρίου τοῦ 1898. Ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διηύθυνον αὐτοὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Αἱ ἄλλαι ἀναφέρουσι χρονολογίας 10 Σεπτεμβρίου 1897 καὶ 11 Νοεμβρίου 1897, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διηύθυνον πρόσωπα ἄσχετα ἐντελῶς πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Καὶ ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, εὗρεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας δύο καὶ μόνον πράξεις μεμονωμένας, μὴ ἐκτελεσθείσας, καὶ ταύτας ἀπέδωκεν οὐχὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἀλλ’ εἰς τὸν διευθύνοντα τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Εἰς δὲ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὅτι, ἐὰν ἀποφάσεις τινὲς Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἔμειναν ἀνεκτέλεστοι, εὐθύνεται ὁ τμηματάρχης, εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἀναγινώσκῃ τὰ πρακτικὰ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἀπ’ ἀρχῆς ἄχρι τέλους, καὶ ἐμέμφετο τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, διότι δὲν ἀνέγνωσε τὰ πρακτικὰ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὸν ἐμέμφετο διὰ πάθημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Καὶ ἐμέμφθη τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, διότι, ὡς διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, δὲν ἔπαυσε τὸν δημοδιδάσκαλον Μπάλταν, δημοδιδάσκαλον Ἀμπελακίων, τοῦ ὁποίου τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Λαρίσης διὰ τῆς ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1896 ἀποφάσεώς του προέτεινε τὴν ἀπόλυσιν. Δὲν ἐπαύσατε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, τὸν δημοδιδάσκαλον αὐτόν, καίτοι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Λαρίσης ἀπεφάσισε περὶ τῆς παύσεώς του, καὶ οὕτω παρέβητε τὸν νόμον, ὑπὲρ οὗ ἀμύνεσθε. Καὶ ἡ Βουλὴ ἅπασα ἐπίστευσεν, ὅτι βεβαίως ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του, δὲν ἐπαύθη, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος. Ἀλλ’ ἀκούσατε, Κύριοι, τί συμβαίνει καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀπόφασις φέρει χρονολογίαν 5 Δεκεμβρίου 1896. Ὁ πονηρὸς ὅμως ἐκεῖνος δημοδιδάσκαλος τὴν 3 Δεκεμβρίου 1896, ἤτοι δύο ἡμέρας πρὸ τῆς καταρτίσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὑπέβαλεν αἴτησιν παραιτήσεως, φέρουσαν χρονολογίαν 3 Δεκεμβρίου 1896, καὶ διὰ τοῦ ἀπὸ 4 Ἰανουαρίου 1897 Β. Διατάγματος ἀπελύθη τῆς θέσεώς του, γενομένης δεκτῆς τῆς παραιτήσεώς του. Ὥστε καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐξετελέσθη...
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§130ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπεν, ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι μετὰ πολὺν καιρὸν ὑπεδείχθη εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν περὶ παραιτήσεως. Ἡ δευτέρα πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν ἐξετέλεσε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, εἶναι πρᾶξις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἀττικῆς, διότι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Ἀττικῆς προέτεινε τὴν μετάθεσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Κ. Ξύδη, καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος ἐκεῖνος ἔμεινεν ἀμετάθετος. Καὶ αὐτὸ τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, τὸ ἔπαθεν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός· διότι τὸ πρακτικὸν τοῦτο δὲν τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶχε καιρὸν νὰ τὸ ἀναγνώσῃ. Ἐγὼ δὲν τὸν κατηγορῶ διὰ τοῦτο, διότι πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καιρὸν ν’ ἀναγινώσκῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἰδοὺ ὅμως, Κύριοι, τί λέγει τὸ πρακτικόν (ἀναγινώσκει): «Περὶ δὲ τοῦ δημοδιδασκάλου τούτου τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ, ἐπιφυλάσσεται ὅμως ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς μεταθέσεώς του καὶ τοῦ τόπου, εἰς ὃν δέον νὰ μετατεθῇ, ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει.» Ἐρωτῶ, ἀπεφασίσθη μετάθεσις; προὐτάθη μετάθεσις; Ἀκαδημαϊκὴν σκέψιν ἔκαμε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον· ἀπεφάσισε νὰ τὸν μεταθέσῃ, ἀλλ’ ὅτι ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει ἤθελε γείνῃ ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς μεταθέσεως, καὶ ὁ ὁρισμὸς τοῦ τόπου, εἰς ὃν ἔδει νὰ μετατεθῇ. Ὥστε οὐδεμία ἀπόφασις Ἐποπτικοῦ τινος Συμβουλίου ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου. Ἐνόμισα, Κύριοι, καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συνηθίσωμεν ν’ ἀποδίδωμεν ὅλοι μεγαλύτερον σεβασμὸν εἰς τὴν ἀλήθειαν, διότι πεποιθότως φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅταν εὑρισκώμεθα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ συζητῶμεν, πρέπει ἀπὸ τοῦ στόματός μας νὰ ἐξέρχωνται χρησμοὶ καὶ μόνον χρησμοί. Καὶ ἐνώπιον τῶν τελευταίων Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους ἐὰν εὑρεθῆτε, δὲν ἔχετε οὔτε τὸ δικαίωμα οὔτε τὴν τόλμην νὰ εἴπητε ἀνακριβείας, ἀναφερομένας εἰς πραγματικὰ γεγονότα, διότι καὶ οἱ συνάδελφοί σας θέλουσι σᾶς ἀποδοκιμάσει, καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης θέλει σᾶς τιμωρήσει δι’ ἀνακριβείας, ἀποδεικνυομένας τόσον καταφώρως ὡς τοιαύτας.
§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐν συγχύσει, διότι εἶναι τεταραγμένος καὶ σχεδὸν εἶπεν ἐν βρασμῷ ψυχῆς· δὲν καταλογίζονται δὲ οἱ εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρισκόμενοι.
§132ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (διακόπτει)... (θόρυβος).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§134ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ὡμολόγησεν, ὅτι ἔρχεται ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ ἵνα διδάξῃ, ἀλλ’ ἵνα διδαχθῇ· δυστυχῶς ὅμως ἀπέδειξεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· διότι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται, ὁμιλῶν ἐν τῇ Βουλῇ, φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφέρωνται οὐδ’ εἰς ἀπηγορευμένα μέρη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ. Ἐγὼ δὲν θὰ καταλογίσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν πρόθεσιν διαστροφῆς τῶν πραγμάτων, ὡς ἐκεῖνος κατελόγισεν εἰς ἐμέ. Ἐγὼ, ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν πρὸ ἡμερῶν, ἔδωσα ἀπὸ τοῦ βήματος μάθημα μικρὸν εὐπρεπείας· ἀλλὰ τὸ μάθημα, δυστυχῶς, ματαίως ἐδόθη. Ἐὰν ἀναγκάζωμαι καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον, τὸ πράττω οὐχὶ ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἀλλ’ ἵνα εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέπεσεν εἰς ἀνακριβείας. Ἀνέφερα τρεῖς πράξεις Ἐποπτικῶν Συμβουλίων μὴ ἐκτελεσθείσας, μίαν μὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ ἔτος 1897, ἑτέρας δὲ δύο ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ 1896 Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως μακαρίτου Πετρίδου. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀπέλυσε δημοδιδάσκαλον τοῦ νομοῦ Λαρίσης, οὗ τὴν ἀπόλυσιν ἐπρότεινε τὸ πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου· ἐδέχθη ὅμως τὴν παραίτησιν τοῦ δημοδιδασκάλου τούτου, ἵνα διευκολύνῃ τὸν ἀναδιορισμόν του εἰς ἄλλην θέσιν. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, τὴν μὴ ἐκτελεσθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ 1896, ἰδοὺ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ πρακτικὸν τοῦτο εἶναι τῆς 10 Ἀπριλίου 1896. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρακτικὸν τοῦτο κατὰ λάθος ἔμεινε μεταξὺ τῶν ἐγγράφων μου καὶ δὲν κατετέθη, ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβε ἀφορμὴν νὰ ἀπαγγείλῃ ὕβρεις, τὰς ὁποίας αἰσχύνομαι νὰ ἐπαναλάβω, ἔστω καὶ διὰ λογαριασμόν του. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἀπριλίου 1896, ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Προέδρου καὶ παρὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ παρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τὸ πρακτικὸν τοῦτο φέρει ἀριθ. 443. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ἡ περὶ ἧς πρόκειται διδασκάλισσα οὐ μόνον δὲν ἐπαύθη, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὑπηρετοῦσα εἰς τὴν θέσιν της. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτήν, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, νὰ μὴ ὑποπίπτῃ εἰς τοιαῦτα λάθη.
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀνέφερα ἓν πρακτικόν, δὲν εἶχον τοῦτο ἀνὰ χεῖράς μου, διότι τὸ ἐκράτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε μοὶ ἐνεχείρισεν ὅσα ἀνέφερα, ἅτινα ἐζήτησα, ὅπως ἴδω, ἐὰν τῷ ὄντι τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος λεχθέντα ὑπ’ ἐκείνου ἦσαν ἀκριβῆ, μετὰ τὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐξήλεγξε. Τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν δημοδιδάσκαλον αὐτόν, καὶ τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν δημοδιδάσκαλον Ἀμπελακίων, ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ τὰ ἐνεχείρισε. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀνέφερε μὲν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος Ἀμπελακίων παρῃτήθη, διότι ὑπεδείχθη εἰς αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ, μετὰ χρόνον ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τὸ ἀκριβὲς εἶναι ὅ,τι ἐγὼ ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλαδὴ ὁ δημοδιδάσκαλος Ἀμπελακίων εἶχε παραιτηθῆ πρὶν ἢ συνταχθῇ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ ἤλεγξεν, ὅτι μετεχειρίσθην φράσεις κατ’ αὐτοῦ, προσβαλλούσας καὶ ἐκεῖνον καὶ ἐμέ...
§136ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν δι’ ὑμᾶς ἡ λέξεις λαθροχειρία δὲν ἔχῃ σημασίαν κακήν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶσθε τὸ μοναδικὸν παράδειγμα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ.
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, ὅτε μετὰ στόμφου εἴπετε «ἰδοὺ αἱ μεταβολαὶ τοῦ 1878!», καὶ αἱ μεταβολαὶ τοῦ 1878, καὶ ὁ ὀγκώδης ἐκεῖνος φάκελος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τρεῖς μόνον μεταθέσεις δημοδιδασκάλων ἐγένοντο κατὰ τὸ 1878, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διηύθυνεν ὁ ἡμέτερος ἡγέτης;
§138ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, ὁμιλῶν, πάντοτε ἀριθμοὺς ἐπικαλοῦμαι.
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον, ὅταν δὲν ἦναι βάσιμοι οἱ ἀριθμοί· διότι, ὅταν λέγῃ τις λέξεις, ἢ ὅταν διατυπώνῃ ἰδέας, ἐνδεχόμενον αἱ ἰδέαι αὗται νὰ ἐλέγχωνται ὡς μὴ ὀρθαί, χωρὶς νὰ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ, ὅτι λέγει ἀνακριβείας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀναφέρῃ τις ἀριθμούς, καὶ αὐτοὶ νὰ ἐξελέγχωνται ἀβάσιμοι, τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ ἀκριβὲς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐγώ.
§140Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀφοῦ προηγουμένως εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐλπαιδεύσεως διὰ τὸ μέγα ὄντως καλόν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἀπαλλάξας αὐτὴν τοῦ ἐφιάλτου (!) τῶν τριῶν δημοδιδασκάλων, ὡς παρέστησαν αὐτῷ τούτους, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου, διότι τὰ θύματα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὥστε ὡρισμένη περικοπὴ τοῦ νόμου νὰ ἑρμηνευθῇ αὐθεντικῶς, καὶ ἐπὶ πλέον τὴν εὐχαρίστησίν μου, διότι ἐγενόμην ἀφορμή, ὥστε ἡ γνώμη τοῦ σεβαστοῦ ἡμῶν ἡγέτου νὰ γείνῃ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, ὑπερασπιζόμενος ἑαυτὸν, ἀνέφερεν ὅτι εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ὑπόχρεως, ὁσάκις τῷ δίδωνται ἔγγραφα, καὶ δὴ ἔγγραφα τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νὰ παρατηρῇ αὐτὰ ἐπισταμένως, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἐγὼ θεωρῶ ὀρθοτέραν, καὶ ἐπειδὴ ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸς ἐπεδίωκε παντὶ σθένει, διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐγγράφων ν’ ἀποδεικνύηται ὡς μὴ καταστρατηγῶν τὸν νόμον, παρὰ τὰς μομφάς μας, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῇ αὔριον νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον, τὸν περιέχοντα πάντα τὰ ἔγγραφα τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Εὐρυτανίας, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παῦσιν τῶν δημοδιδασκάλων Γ. Στρουμπούλη, Δημ. Δέπου καὶ Γεωρ. Οἰκονομίδου. Συνάμα τὰ ἔγγραφα, ἤτοι τὴν πρᾶξιν καὶ τὰ πρακτικὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρπενησίου, δι’ ἧς ἐπροτάθησαν τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρπενησίου, Δημάρχου Καρπενησίου, Νομαρχίας Εὐρυτανίας, Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Εὐρυτανίας, Ὑπουργείου Παιδείας καὶ δημοδιδασκάλου Στρουμπούλη, σχολάρχου Καρπενησίου, ὡς ἐπιθεωρητοῦ, καὶ κοινότητος Καρπενησίου, ἵνα ἀποδειχθῇ διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐγγράφων, ὅτι κατεστρατήγησε τὸν νόμον.
§141ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωμα, δεικνῦον, ποῖαι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπαιτήσεις: αʹ) ἐξ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ἢ ὁδῶν οἱωνδήποτε· βʹ) ἐξ ἐκδόσεως ἐκτελουμένων ἔργων ἢ ὁδῶν, καὶ γʹ) ἐξ ἀποζημιώσεων ἰδιοκτητῶν διὰ κτήματα καταληφθέντα δι’ ὁδοὺς ἢ δημοσίαν ἀνάγκην. Τὸ σημείωμα νὰ ἀναφέρῃ: 1) Τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον τῶν δικαιούχων· 2) τὸ ὀφειλόμενον ἢ ζητούμενον ποσόν· 3) τὸ ἔργον, δι’ ὃ ζητοῦνται ἢ ὀφείλονται· 4) τὸν χρόνον, ἀφ’ ὅτου ὑπεβλήθησαν τὰ πρὸς πληρωμὴν ἔγγραφα· 5) τὸν λόγον τῆς μὴ πληρωμῆς. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωμα, δεικνῦον τὰ ὀφειλόμενα δυνάμει ἀποφάσεων ἢ πινάκων τοῦ Προέδρου, ἢ συνεπείᾳ συμβιβασμοῦ, ποσὰ, τοὺς δικαιούχους ἑκάστου, τὸν χρόνον, ἀφ’ οὗ ἐπεδόθη ἡ ἐπιταγὴ, ἐκλείσθη ὁ συμβιβασμὸς, ἢ ὑπεβλήθη ὁ πίναξ τοῦ δικαιούχου.
§142Κ. Ε. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συμπολῖταί μου ὑλοτόμοι μοὶ ἀπέστειλαν, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναφορὰν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεριμνήσωσι περὶ αὐτῶν, διότι ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ σταματήσωσι τὴν ὑλοτομίαν, ἔργον, τὸ ὁποῖον οὐκ ὀλίγας προσόδους ἀποφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι πλὴν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τῶν ἀδειῶν ὑλοτομίας, πληρώνουσι καὶ δημοτικὸν φόρον βαρύτατον, 3%, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸν δῆμον, ὅπου ὑλοτομοῦσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς δήμους, δι’ ὧν διέρχονται τὰ ξύλα, καὶ εἰς τὸν δῆμον τῆς καταναλώσεως ἀκόμη. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὴ ἡ φορολογία τοὺς ἀναγκάζει νὰ μὴ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς εἰσάγοντας ξύλα ἐξ Εὐρώπης, καὶ θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ καταπαύσωσι τὴν ἐργασίαν των, πρὸς ζημίαν καὶ ἑαυτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλοῦσι λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ, εἰ δυνατὸν, νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τὸν δημοτικὸν εἰς 2%, καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ αὐξηθῇ καὶ τὸ τρίμηνον διάστημα.
§143Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι δικαίωμα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων νὰ ἔχωσι τὸν μέγιστον ὅρον τῶν 3%.
§144ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δύναται ὅμως νὰ αὐξήσῃ τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν μηνῶν εἰς ἓν ἔτος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, εἰς τὸ τρίμηνον διάστημα, καθ’ ὃ ὑλοτομοῦσι, νὰ μεταφέρωσι καὶ τὰ ξύλα, διότι πολλάκις τοὺς ἐμποδίζουσι πλημμῦραι καὶ ἄλλοι λόγοι.
§145Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοὺς δασάρχας καὶ τοὺς χωροφύλακας φορολογοῦνται;
§146ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ.
§147Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω, αὔριον ἐκ τῶν πρώτων νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§148Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ δεύτερον.
§149Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ τρίτον.
§150Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Παξῶν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσαν δὲ εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης οἱ κάτοικοι τῶν Παξῶν παρεπονοῦντο, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ αὕτη Ἑταιρεία δὲν ἐκτελεῖ κανονικῶς τοὺς πλόας ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Παξῶν. Τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ μετὰ τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἐξακολουθεῖ, τὴν παρελθοῦσαν δὲ ἑβδομάδα πάλιν τὸ ἀτμόπλοιον δὲν προσήγγισε. Νομίζω, ὅτι ἐσχάτως ἐγένετο δημοπρασία. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἀνέλαβεν ἢ δὲν ἀνέλαβεν Ἑταιρεία τις τὴν τήρησιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, εἴτε ἀνέλαβεν, εἴτε μή, εἴτε ἀνέλαβε νέα Ἑταιρεία, εἴτε ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία ἐξακολουθεῖ ἐκτελοῦσα τοὺς πλόας τῆς γραμμῆς ταύτης, θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τὰ συμφέροντα κυρίως τῶν ἐμπορευομένων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὑφίστανται μεγάλας ζημίας ἐκ τοῦ πλημμελοῦς τῆς συγκοινωνίας.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις τὸ πρῶτον, διέταξα τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, ὅπως λάβῃ μέτρα, ἵνα τὸ κακὸν αὐτὸ μὴ ἐπαναληφθῇ· τὸ ἄτοπον ὅμως ἐπανελήφθη. Ὡς γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, βαίνομεν πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ τὴν 31 Δεκεμβρίου λήγει ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία σήμερον ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀγόνους γραμμάς. Διαβεβαιῶ δὲ αὐτὸν, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω περὶ τῆς δημοπρασίας, ἥτις διεξάγεται, θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ὄχι μόνον ἐκ Παξῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, παράπονα, τὰ ὁποῖα, ἐννοεῖται, μοὶ ἐπιβάλλουσιν, ὅπως προσέξω, εἰς ποίαν Ἑταιρείαν πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν.
§152Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ συγκοινωνίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ ὑπομνήσω παράκλησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχον ὑποβάλει, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀποδεχθῆ. Συζητουμένου πέρυσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤμην μεταξὺ τῶν συνταχθέντων πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν ταχυδρομικὴν, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ λειτουργίαν μιᾶς συγκοινωνίας τηλεγραφικῆς ἢ ταχυδρομικῆς, ἀλλ’ εἰς τὸ ὄφελος τὸ κοινωνικὸν, τὸ ἐκ τῆς ἐπιτεύξεως τῆς συγκοινωνίας. Ἐὰν δὲ πολλάκις αἱ δαπάναι τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ τῆς λειτουργίας μιᾶς τοιαύτης συγκοινωνίας δὲν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰ ἐντεῦθεν εἰσοδήματα, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, ἵνα μὴ προβῶμεν εἰς τὴν σύστασιν τῆς συγκοινωνίας. Καὶ τὴν ἀφορμὴν ταύτην μοὶ δίδει τὸ τελευταῖον ἐθνικὸν δυστύχημα τῆς ἀποπείρας δολοφονίας ἐναντίον τοῦ προμάχου τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας ἐν Μακεδονίᾳ, τοῦ ἰατροῦ Ἀγγέλου Σακελλαρίου. Εἶχον προτείνει πέρυσι καὶ εἶχεν ἀποδεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἶχεν ὑπογραφῆ μάλιστα καὶ δημοσιευθῆ Β. Διάταγμα πρὸ μηνῶν, δι’ ἃ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο Τηλεγραφεῖον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Εἰδυλλίας. Παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες, καὶ δὲν εἴδομεν ἀκόμη πραγματοποιούμενον τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἐν τούτοις δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ πολύτιμα συμφέροντα τῆς συγκοινωνίας τοῦ τόπου ἡ σύστασις τοῦ Τηλεγραφείου ἐκείνου, διότι 400 ἐργάται ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ ἐμπορευόμενοι ἐν Λαυρίῳ ἔρχονται εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς των, τῆς κωμοπόλεως Βυλλίων· ἐκτὸς δὲ τοῦ λόγου τούτου, τὸ χωρίον κεῖται ἐν τῇ κορυφῇ τοῦ Κιθαιρῶνος, ὁ ὁποῖος τὸν χειμῶνα καλύπτεται ὑπὸ χιόνων, καὶ οἱ ἐκεῖθεν τοῦ Κιθαιρῶνος μόνην συγκοινωνίαν καὶ μέσον ἔχουσιν ἀκριβῶς τὴν κωμόπολιν ταύτην τῆς Εἰδυλλίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ τελευταῖον γεγονὸς τῆς ἀποπείρας δολοφονίας καταδεικνύει, ὅτι καὶ ἄλλοι λόγοι δέον νὰ ὁδηγήσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀποφασίσῃ τὴν σύστασιν τοῦ Τηλεγραφείου τούτου, ἢ μᾶλλον νὰ διατάξῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος, διότι ὁ ἐνθουσιώδης Ἕλλην ἐπιστήμων Ἄγγελος Σακελλαρίου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο θῦμα τῶν Βουλγάρων δολοφόνων, ἐκεῖ ἔχει τὴν οἰκογένειάν του, τὴν πολυμελῆ οἰκογένειαν τοῦ πατρὸς του Δημάρχου, καὶ πολυαρίθμους συγγενεῖς, καὶ ὅλοι οὗτοι διετέλουν καὶ διατελοῦσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀγωνίας, ἀναμένοντες τὰς τελευταίας εἰδήσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐθνικοῦ θύματος· καὶ ἐνῷ δύναμαι εὐχαρίστως ν’ ἀνακοινώσω ἐνταῦθα, ὅτι ἡ τελευταία εἴδησις εἶναι εὐχάριστος, καὶ ὅτι ἐβελτιώθη οὐσιωδῶς ἡ ὑγεία τοῦ γενναίου θύματος, εὑρίσκομαι εἰς δυσάρεστον θέσιν, μὴ δυνάμενος νὰ μεταδώσω τὴν εἴδησιν ταύτην εἰς τὴν Εἰδυλλίαν. Ὅθεν θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Διάταγμα τῆς συστάσεως Τηλεγραφείου ἐν Εἰδυλλίᾳ.
§153Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστουμένη λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, τοὐλάχιστον ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, μεταξὺ Ἀμβρακικοῦ κόλπου καὶ Κερκύρας, διότι ὁ νομὸς Ἄρτης ὑπάγεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, πολλάκις δὲ μάρτυρες καλούμενοι ἀναγκάζονται διὰ Πατρῶν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Κέρκυραν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν συγκοινωνίαν ταύτην, διότι οὐ μόνον ὁ νομὸς Ἄρτης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπαρχία Βάλτου καὶ μέρος τῆς ἐπαρχίας Ἀκαρνανίας δὲν ἔχουσι συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Κερκύρας.
§154Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπάρχει πόλις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει συγκοινωνίαν, οὔτε σιδηροδρομικὴν, οὔτε κατὰ θάλασσαν, μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἡ πόλις αὕτη εἶναι ἡ Ναύπακτος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον τὸν χειμῶνα νὰ γίνεται πάντοτε ἡ διαπεραίωσις τοῦ ταχυδρομείου, καθὼς καὶ τῶν ἐπιβατῶν, διὰ μικρῶν πλοιαρίων· ἐπιβάλλεται δὲ ἡ ἐγκατάστασις συγκοινωνίας καὶ δι’ αὐτήν, διότι ἡ ἐπαρχία Ναυπάκτου κατοικεῖται ἀπὸ μέγαν πληθυσμόν, ἐπικοινωνοῦντα μετὰ τῶν Πατρῶν καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος.
§155ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐπεφυλάχθην, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἐξ Ἠλείας μετάθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως Κωνσταντινοπούλου καὶ τὴν δίκην τοῦ συμβολαιογράφου Σοφιανοπούλου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ παράσχῃ εὐμενῆ τὴν προσοχήν της, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ περὶ ζητημάτων, ἅτινα ἐνδιαφέρουσι τὴν Βουλήν. Διότι παρεστάθη ἡ Ἠλεία ὡς ἀποτελοῦσα Κράτος ἐν Κράτει, ἐν ᾧ ὀργιάζομεν ἡμεῖς, Ἑπομένως ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο, ἵνα, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀνέχεται τοιαύτην κατάστασιν, καὶ στιγματίσῃ ἡμᾶς. Ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ἐφημερίδα «Πρωΐαν» ἐδημοσιεύθη ἀνταπόκρισίς τις ἐκ Πύργου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεφέρετο, ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς Κωνσταντινόπουλος μετετέθη ἐξ Ἠλείας διότι ἔθετο τέρμα εἰς ἐπικρατοῦσαν δῆθεν συνήθειαν ἐν Πύργῳ, νὰ μεταφέρωνται αἱ δικογραφίαι ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Εἰσαγγελίας εἰς τὴν οἰκίαν τῶν Στεφανοπούλων, πρὸς ἐξέλεγξιν, πρὸ ἑκάστης συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου. Καταπλαγέντες ἐκ τοῦ μεγέθους τῆς συκοφαντίας, παρεκαλέσαμεν τηλεγραφικῶς τὴν Διεύθυνσιν τῆς «Πρωΐας» νὰ δηλώσῃ τὸ ὄνομα τοῦ διατριβογράφου, ἵνα τὸν καταγγείλωμεν, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας. Δυστυχῶς ἡ Διεύθυνσις τῆς «Πρωΐας» παρέπεμψεν ἡμᾶς εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, ὅστις δῆθεν δὲν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς συντάκτας τῶν ἐφημερίδων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γνωστοποιῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιστελλόντων αὐτοῖς τοιαύτας εἰδήσεις. Μὴ ἔχοντές τι ἕτερον νὰ πράξωμεν, παρεκαλέσαμεν τηλεγραφικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ εἰς Πύργον καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Μετέβη ὄντως ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, καὶ προσεκάλεσε πάντας τοὺς δικηγόρους καὶ ἄλλους, τυχὸν γινώσκοντάς τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα καταθέσωσι περὶ αὐτῆς· ἐξήτασε πολλοὺς δικηγόρους, ἐκ τῶν πολιτικῶς ἀντιφρονούντων πρὸς ἡμᾶς, ἀλλ’ οὐδεὶς κατέθηκέ τι, βεβαιοῦν τὰ ἐν τῇ διατριβῇ τῆς «Πρωΐας». Ἀλλ’ ἐκτὸς, Κύριοι, τῶν δικηγόρων, οἵτινες ἐξητάσθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐξητάσθη καὶ ὁ τέως Γραμματεὺς τῆς Εἰσαγγελίας Ἠλείας, ὁ πρὸ δύο μόλις μηνῶν ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας, στενὸς δὲ φίλος τοῦ κ. Κρεστενίτου, κ. Γ. Ἀποστολίδης, ὅστις διηύθυνε τὸ Εἰσαγγελικὸν Γραφεῖον ἐπὶ 15 ἔτη. Ἰδοὺ δὲ τί ἐξεταζόμενος καταθέτει (ἀναγινώσκει): «Τὴν διατριβὴν ἀνέγνωσα... Ἐπὶ 15 ἔτη διευθύνας τὸ Εἰσαγγελικὸν Γραφεῖον, καὶ πρὸ τινος μόλις ἀπολυθείς, οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι νὰ συνέβη τοιοῦτόν τι, ὅπερ ἐν τῇ διατριβῇ ἀναφέρεται.» Ταῦτα καταθέτει ὁ κ. Ἀποστολίδης, στενώτατος, ἐπαναλαμβάνω, φίλος τοῦ κυρίου Κρεστενίτου καὶ πρὸ δύο μόλις μηνῶν ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Εἰσαγγελικοῦ Γραφείου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐξητάσθη καὶ ὁ κ. Κωνσταντινόπουλος, ὁ μετατεθεὶς ἀντεισαγγελεύς. Ἰδοὺ δὲ καὶ τί οὗτος καταθέτει (ἀναγινώσκει): «Ἀνέγνωσα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Πρωΐᾳ» τὴν ἐν λόγῳ διατριβήν... Οὐδέποτε, κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, καθ’ οὓς ἐγὼ διηύθυνα τὴν Εἰσαγγελίαν Πύργου, ἀπουσιάζοντος τοῦ Εἰσαγγελέως, συνέβη τοιοῦτόν τι, οὐδὲ ὑπέβαλον ποτὲ τοιαύτην ἀξίωσιν οἱ κύριοι Στεφανόπουλοι, Βουλευταὶ, οὐδὲ ἤκουσα νὰ συνέβη τοιοῦτόν τι ἐν τῷ παρελθόντι. Δὲν γινώσκω διατὶ μετετέθην ἐξ Ἠλείας, ἀλλὰ βεβαίως διὰ τοιοῦτον λόγον δὲν μετετέθην, διότι οὐδέποτε τοιοῦτόν τι συνέβη.» Αὐτὴ λοιπὸν, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη συκοφαντία...
§156ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Σᾶς ἐπερρίφθη ὅμως ἡ μομφὴ, ὅτι ἐν Ἠλείᾳ ὑπάρχει Κράτος ἐν Κράτει, καὶ ὅτι ἡ ἐξουσία ἐκεῖ ὑπάρχει εἰς χεῖρας τῶν Στεφανοπούλων. Οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες, μεταξὺ ἄλλων, στηρίζονται καὶ εἰς τὴν ὁμολογίαν ὑμῶν τῶν ἰδίων, εἰς ὁμολογίαν ἔντιμον, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγετε, ὅτι ἡ διοίκησις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῶν Στεφανοπούλων.
§157ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ ἐξετάσω τὰ τῆς δίκης Σοφιανοπούλου. Συνεπείᾳ ἀναφορᾶς, ὑποβληθείσης εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκ μέρους τοῦ πολίτου Ἀνδρέου Κατσάμπουλα, παραπονουμένου διὰ τὴν δίκην τοῦ Σοφιανοπούλου, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Κατσάμπουλας παρέστη ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐζήτησε τὴν σχετικὴν δικογραφίαν καθὼς καὶ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κακουργιοδικείου Πύργου, καὶ μελετήσας ἐπισταμένως ταῦτα πάντα, ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρει, ὅτι, μελετήσας τὴν δικογραφίαν καὶ λοιπὰ σχετικὰ ἔγγραφα, οὐδὲν τὸ ἄτοπον ἢ παράνομον παρετήρησε, καὶ ἐν ᾗ ἐξετάζει λεπτομερῶς ἕν πρὸς ἕν τὰ παράπονα τοῦ ἀνενεχθέντος πρὸς αὐτὸν πολίτου. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου παραπόνου, ὅτι κακῶς προσδιωρίσθη ἡ δίκη Σοφιανοπούλου εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Πύργου, διότι ὁ κατηγορούμενος συμβολαιογράφος διέμενεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκεῖ, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου λέγει, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε λόγος σοβαρὸς, ἵνα προσδιορισθῇ ἡ δίκη ἐν Πύργῳ, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, ἀλλ’ εὑρίσκει ἐντελῶς δεδικαιολογημένον τὸν ἐν Πύργῳ προσδιορισμὸν τῆς δίκης, μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἰατρῶν, ἑνὸς στρατιωτικοῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ διακεκριμένου ἰατροῦ Παπαηλιοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται, ὅτι, ἕνεκα τῆς πληξάσης αὐτὸν ἡμιπληγίας, ἡ μεταφορὰ τοῦ κατηγορουμένου εἰς ἕτερον μέρος εἶναι ἀδύνατος· ἀποφαίνονται μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ ἀπὸ δωματίου εἰς δωμάτιον μεταφορὰ αὐτοῦ εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἐὰν ὑπολειφθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη περὶ τούτου ἀμφιβολία καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς εἴς τινα, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἀκόμη αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἄγει τὸ 75 ἔτος τῆς ἡλικίας του, πάσχει, καὶ πάσχει δεινῶς. Δεύτερον παράπονον τοῦ ἀνενεχθέντος πολίτου εἶναι, ὅτι ἐνηργήθη εἰκονικῶς ἡ κλήρωσις τῶν ἐνόρκων ἐκ μέρους τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, καὶ ὅτι ἐπίτηδες ἐξελέχθησαν ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι, ἐκ τῶν προτέρων ἦτο βέβαιον, ὅτι ἤθελον εἶσθαι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ καταγγελία αὕτη ἀφ’ ἑαυτῆς καταπίπτει, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν, Δικαστήριον Ἐφετῶν, προεδρευόμενον μάλιστα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον αὐτοῦ κ. Νίδερ, νὰ ἐνεργήσῃ εἰκονικὴν κλήρωσιν, ἐκτὸς τούτου, ἡ μνεία καὶ μόνη ὀνομάτων τινῶν τῶν κληρωθέντων ἐνόρκων θέλει ἄρει καὶ τὴν ἐλαχίστην περὶ τούτου ἀμφιβολίαν. Μεταξὺ τῶν κληρωθέντων ἐνόρκων εἶναι καὶ οἱ Ἰωάννης Κρεστενίτης, Πᾶνος Λαμπρυνόπουλος, Ἰωάν. Ψημμένος, Θεόδωρος Παπαηλιοῦ, Δημ. Λιαρόπουλος, Σόλων Διδάχος, Γεώρ. Σακκᾶς, Γεώργιος Ἄχολος, πάντες γνωστοὶ φίλοι τῶν ἡγετῶν τῆς «Πρωΐας», Ἰω. Γεροντόπουλος, σύγγαμβρος τοῦ μηνυτοῦ, Ἠλίας Καραβέτας, συγγενὴς αὐτοῦ, καὶ ἕτεροι τοιοῦτοι...
§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος δύναται νὰ πιστεύσῃ, κύριε συνάδελφε, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς πλαστογραφίαν;
§159ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ πιστεύσῃ· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη κατηγορία ἐγένετο. Τρίτον παράπονον εἶναι, ὅτι δὲν ἐκλητεύθησαν μάρτυρες οὐσιώδεις, ἐξετασθέντες κατὰ τὴν προανάκρισιν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκθέτει, ὅτι ἀνέγνωσεν ὅλας τὰς καταθέσεις τῶν μὴ κλητευθέντων μαρτύρων, καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἦσαν ἐπουσιώδεις. Τετάρτη αἰτίασις εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Συνέδρων καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς μετεβλήθησαν δῆθεν εἰς συνηγόρους τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκθέτει, ὅτι ἡ μὲν ἐξαίρεσις τῶν ἐνόρκων ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως ἐγένετο τῇ ὑποδείξει καὶ ἀπαιτήσει αὐτοῦ τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος, ἐκ δὲ τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων οὐδὲν λαβὸν χώραν κατὰ τὴν διαδικασίαν ἄτοπον προκύπτει. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσητε, ὅτι μεταξὺ τῶν κληρωθέντων ἐνόρκων εἷς καὶ μόνος ἦτο φίλος τῶν Στεφανοπούλων, ὁ κ. Ἠλίας Κανελλόπουλος, πάντες δ’ οἱ λοιποὶ ἦσαν ἀντίθετοι τῶν Στεφανοπούλων. Καὶ ὅμως τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, οὕτω πως συγκεκροτημένον, παμψηφεὶ ἠθώωσε τὸν κατηγορούμενον. Κατόπιν τῶν ὀλίγων τούτων, εἰς τὰ ὁποῖα περιορίζομαι, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι πᾶσα αἰτίασις, ὡς πρὸς τὴν δίκην ταύτην, καταπίπτει.
§160Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατ’ ἔτος, κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον, μεταξὺ τῶν κληρωτῶν, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν, περιλαμβάνονται καὶ περὶ τοὺς τριακόσιοι καθολικοὶ τὸ θρήσκευμα, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ ἑκατὸν προέρχονται ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Ἐπειδὴ δέ, ὁσάκις πρόκηται νὰ ἐκκλησιασθῶσιν αὐτοὶ οἱ στρατιῶται, παρίσταται ἀνάγκη σπουδαίων καὶ πολυτελῶν διατυπώσεων, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκδώσῃ διαταγήν, δι’ ἧς νὰ παραγγέλλωνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Σωμάτων νὰ ἐπιτρέπωσι καὶ εἰς τοὺς καθολικοὺς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν των, ὅπως καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ὁπλίτας. Νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησίς μου εἶναι ὀρθή, καὶ πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις...
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§162Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ πρωτότυπος αὐτὴ ἡ ἐνέργεια, διότι εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς παρέχεται εἰς ὅλους τοὺς στρατιώτας τῶν διαφόρων θρησκευμάτων ἡ εὐκολία νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἐκκλησίας των. Μάλιστα εἰς τοὺς στρατοὺς τούτους λαμβάνεται τὸ μέτρον, κατὰ τὴν κατάρτισιν τῶν ὀργανισμῶν των, νὰ τοποθετῶνται οἱ στρατεύσιμοι εἰς ἐκείνας τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι καὶ ἐκκλησίαι τοῦ θρησκεύματός των. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ἐντὸς τοῦ 1900 ἐκδώσῃ τὴν τοιαύτην διαταγήν του, ὅπως κατορθώσωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ στρατιῶται τοῦ καθολικοῦ θρησκεύματος, νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των τὰ θρησκευτικὰ κατὰ τὰς προσεχεῖς μεγάλας ἑορτάς· πρὸς δέ, κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν νὰ μὴ τοποθετῶνται τοῦ λοιποῦ οἱ καθολικοὶ στρατιῶται εἰς Λάρισαν καὶ Χαλκίδα, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκλησίαι, καὶ μένουσιν ἐφ’ ὁλόκληρον τὴν θητείαν των χωρὶς νὰ ἐκκλησιασθῶσι καὶ ἐκτελέσωσι τὰ θρησκευτικά των καθήκοντα, ἀλλ’ εἰς πόλεις, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐκκλησίαι τῶν καθολικῶν.
§163ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο περίπου μηνῶν ἀπελύθη τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου καὶ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἐρινεῶν ὁ κ. Χούγιας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπελύθη, ὡς καὶ τὰ ἀνταλλαγέντα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα καὶ τὰς σχετικὰς γνωμοδοτήσεις, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου».
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ συζητήσωμεν;
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εἴχετε τὴν βεβαιότητα, ὅτι αὔριον θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐνωρίτερον, ἠδυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν.
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι 9 ἡ ὥρα, ἀπουσιάζει δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἀσθενής;
§169Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα· καὶ δὲν θὰ προσέλθῃ οὔτε αὔριον, οὔτε μεθαύριον.
§170ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι συζήτησις τοιούτου νομοσχεδίου, οὕτω διεξαγομένη, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ὡς ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ νὰ ὠφελῇ τὸ θέμα καὶ τὸν σκοπὸν, ὃν προτίθεται τὸ νομοσχέδιον, βλάπτει καὶ αὐτὸν καὶ τοῦτο. Καὶ ἡ μορφὴ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἡ τριπλῆ μεταβολὴ, ἣν ὑπέστη, καὶ ἡ βεβιασμένη αὕτη συζήτησις αὐτοῦ, ὅλα συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ καταδείξωσιν, ὅτι, ἐνῷ θέλετε νὰ μεριμνήσωμεν περὶ στόλου, οὐδεμίαν ἔχετε ἰδέαν, οὔτε σχέδιον, οὔτε σκοπὸν περὶ τούτου ὡρισμένον, οὔτε τρόπον, ἵνα καλλιεργηθῶσι τὰ πρὸς ἐπιτυχίαν μέσα, καὶ παρασκευάσωμεν τὸν τόπον, ὅπως φανῇ πρόθυμος εἰς συνδρομὴν τοῦ ἔργου. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον εἰσήχθη ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐπείγοντος μέτρου, διότι περιελάμβανε τὴν ἔννοιαν ταχείας προμηθείας, ὑπὸ τὴν διάταξιν ἀδείας, διδομένης εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ συνομολογήσῃ δάνειον· τοῦθ’ ὅπερ ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀνάγκη πολιτικὴ ἐπιβάλλει τὴν τοιαύτην ἐσπευσμένην προμήθειαν ὑλικοῦ διὰ τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ταύτην ἀνέβαλεν, ὀρθῶς πράξας, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τοῦ παρόντος. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως διὰ τούτου ἀπώλεσε τὴν κυρίαν ἐκείνην αὐτοῦ φύσιν, καὶ ἔμεινεν ἡ ἀπορία, διατὶ ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τοῦ δανεισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ νομοσχεδίῳ ἐλαμβάνετο πρόνοια, εἰς ἣν ἔβλεπέ τις πάλιν τὸ ἐπεῖγον ἐν τῇ συστάσει τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῇ διδομένῃ αὐτῇ ἐξουσίᾳ, ὅπως ἀποφασίζῃ αὐτὴ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου. Ἐγένετο περὶ τούτου παρατήρησις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑπέστη τοῦτο τὴν τρίτην μεταβολὴν, ὑφ’ ἣν ἔχομεν ἤδη διατύπωσιν αὐτοῦ. Τώρα δὲ ἡ ἀποφασίζουσα Ἐπιτροπὴ μετεβλήθη εἰς γνωμοδοτικήν. Ἐξήνεγκεν εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων γνώμην, νὰ προστεθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἷς ἀξιωματικὸς ἀνώτερος τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγείου, καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ περιελήφθησαν καὶ οὗτοι ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ὅλαι αὗται αἱ μεταβολαὶ δεικνύουσι τοῦτο δυστυχῶς, ὅτι δὲν ἔχει σχηματισθῆ μία γνώμη περὶ τοῦ τίνα ἀποστολὴν ἔχει αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή. Εἶναι Ἐπιτροπὴ ἐξομοιουμένη μὲ τὸ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν Ἀνώτερον Τεχνικὸν Συμβούλιον; ἢ μὴ εἶναι τὸ μέλλον Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν φαίνεται, ἀλλ’ ἐκ τῆς περὶ τούτου προνοίας αὐτοῦ δείκνυται, ὅτι στερούμεθα ὀργανισμοῦ, ἔστω καὶ τοιούτου, ὅστις νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ὁρίσωμεν, τίς ἀρχὴ τοῦ Ναυτικοῦ γνωμοδοτεῖ περὶ τῶν χρησίμων αὐτῷ ὑλικῶν πολέμου. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπισπεύδει τὴν συζήτησιν. Διατί; Νομίζω, ὅτι ὅλα ταῦτα, καὶ αὐτὴ ἡ σπουδὴ τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ θέματος, ὅπερ οὐ μόνον σκοπεῖ τὴν εὕρεσιν πόρων πρὸς ναυτικὴν παρασκευήν, ἀλλὰ παρέχει καὶ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀναζωπυρήσωμεν τὸ ναυτικὸν πνεῦμα τοῦ ἔθνους, ἀποβαίνουσιν ἐπὶ βλάβῃ τοιαύτης ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ σπουδαίας ἐργασίας. Καὶ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ἠκούσαμεν, δυστυχῶς, ἰδέας περὶ τοῦ ὅτι ἴσως ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ περὶ στόλου, ἄλλας περὶ τοῦ ὅτι ἡ μόνη ἀποστολὴ τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι ἡ ἄμυνα τῶν παραλίων, καὶ πρὸς τοῦτο περιττὰ τὰ κεφάλαια, καὶ περιττὰ τὰ πλοῖα, περὶ τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φαίνεται προνοοῦν. Τινὲς δ’ ἐξέφρασαν γνώμην, ὅτι οὔτε περὶ παρασκευῆς πρέπει νὰ προΐδωμεν. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τίς πρέπει νὰ κανονίσῃ τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα τοῦ Κράτους; Αἱ ἰδέαι, αἵτινες ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς προνοίας περὶ στόλου, εἶναι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθωσιν ἀσυζητητεί, ἀφοῦ μάλιστα ἐξηνέχθησαν παρ’ ἀνδρῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ συζητηθῶσιν εὐρύτατα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ τόπος καὶ πεισθῇ τὸ ἔθνος, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στόλου, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας διὰ τὸ Ναυτικόν. Ἀναμφισβητήτως ἔδει νὰ συζητηθῶσι ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ εὐρέως, ἀλλ’ ἡ σπουδή σας παρακωλύει τοῦτο. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις κατὰ τῶν ἀμφισβητούντων τὴν ἀνάγκην τῆς κατὰ θάλασσαν παρασκευῆς. Καίτοι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ αὐτὸ ἀτελέστατον πρὸς τὸν σκοπόν του, καὶ θὰ ἐξετάσω αὐτὸ κατόπιν. Ἦτο περιττὸν νὰ γείνῃ ἔκκλησις πρὸς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τοῦ τόπου, προκειμένου περὶ στόλου. Εἰς οὐδεμίαν ἐποχὴν ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ εἰς οὐδεμίαν περιπέτειαν ἔπαυσε νὰ θεωρῇ τὴν θάλασσαν ὡς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τὴν κυρίαν, τὴν δύναμιν αὐτοῦ τὴν πρώτην, καὶ τὸ κύριον στάδιον τῆς δράσεως αὐτοῦ. Καὶ ὅτε οἱ Ἀθηναῖοι ἐμεγαλαύχουν ἐπὶ τῇ θέᾳ τοῦ ἐκπλέοντος εἰς Σικελίαν στόλου των, καὶ ὅτε οἱ Ἕλληνες συνετρίβοντο ὑπὸ τοῦ Ἀραβικοῦ στόλου, ὅστις ἀπέκλειε τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ οὗτινος ἡ καταστροφὴ ἐνέπνεεν εἰς τοὺς σωζομένους Ἕλληνας ὕμνους θρησκευτικοὺς καὶ εὐχαριστήρια, καὶ ὅτε ὁ Μωάμεθ διὰ στόλου, ὃν διὰ γῆς εἰσήγαγεν εἰς τὸν Κεράτειον κόλπον, ἐξηνάγκαζε τὴν πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ εἰς πάσας τὰς ἐποχὰς τῶν περιπετειῶν τοῦ ἔθνους, εἶδε τοῦτο καὶ ἐνόησεν, ὅτι ἔδει νὰ θεωρῇ τὸν ἀπὸ θαλάσσης κίνδυνον ὡς τὸν μεγαλείτερον, καὶ τὴν θάλασσαν ὡς τὸ κύριον πεδίον πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν καὶ ἰδεῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγω εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας, ὅστις μαρτυρεῖ ὅ,τι λέγω. Ὅτι δηλαδή, ἐφ’ ὅσον ἐκρατοῦμεν κατὰ θάλασσαν, ἐκρατοῦμεν καὶ κατὰ γῆν, ἅμα δὲ ἐσχηματίσθη στόλος ἐν Αἰγύπτῳ, ὅστις ἐπέτυχε τὴν ἀπόβασιν στρατευμάτων καὶ τὴν κατάληψιν τῆς Πελοποννήσου, καὶ ὅστις ἐπεκράτησε τῶν ἡμετέρων πλοίων, ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος διέτρεξε τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ἤθελον ἀπολεσθῆ ἴσως, ἐὰν δὲν ἤρχετο ἡ ἔξωθεν ἐπικουρία, ἡ συντρίψασα ἐν Ναυκρίνῳ τὸν Αἰγυπτιακὸν στόλον. Ἀρκεῖ, νομίζω, ἡ ἱστορικὴ αὕτη ἀνάμνησις, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὰς ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς ἀνάγκης δυνάμεως θαλασσίας, ὡς οὐ μόνον ἀβασίμους, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς, διότι φρονῶ, ὅτι παντὶ τρόπῳ πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, οὕτως ὥστε νὰ πεισθῇ ὁ τόπος, ὅτι περὶ τοῦ Ναυτικοῦ πρέπει νὰ λάβῃ σύντονον καὶ ἀποτελεσματικὴν πρόνοιαν, καὶ νὰ μὴ φεισθῇ πρὸς τοῦτο θυσιῶν. Ἰταλὸς συγγραφεύς, ἀσχολούμενος εἰς τὰ ναυτικὰ πράγματα, ὁ Buonamico, παρατηρεῖ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ἐν ᾗ τόσαι γίνονται δαπάναι καὶ τόση ἐργασία πρὸς σχηματισμὸν ἀξιομάχου ναυτικῆς δυνάμεως, δὲν φέρουσιν ἀνάλογον ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ ναυτικὸν πνεῦμα, οὗ ἔχει ἀνάγκην πᾶν Κράτος, ἵνα ναυτικῶς παρασκευασθῇ καὶ ἐπιτύχῃ. Ἐν Γαλλίᾳ ἐν τούτοις καλλιεργεῖται ἡ ἀνάπτυξις τοιούτου πνεύματος, καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἔτος ἐκδίδονται συγγράμματα, τὰ ὁποῖα διαρκῶς παρακολουθοῦσι τὰς προόδους τῶν ναυτικῶν γνώσεων καὶ ἐργασιῶν πάντων τῶν Κρατῶν. Τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν τῶν ἀπανταχοῦ γιγνομένων ἀναγινώσκων πᾶς Ἕλλην, καταλαμβάνεται ὑπὸ λύπης, βλέπων, ὅτι παρ’ ἡμῖν μικροτάτη γίνεται περὶ τῶν ναυτικῶν μας ἐργασία θεωρητική, πνευματική, τεχνική, Κυβερνητικὴ καὶ ἰδιωτική, καὶ ὅτι καὶ τὰ διὰ μικρῶν χρηματικῶν μέσων λαμβανόμενα μέτρα εἶναι ἀτελῆ, ἀμελέτητα, ἄνευ ὀργανισμοῦ, ἄνευ σχεδίου καὶ ἄνευ μεθόδου. Τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξεδόθησαν ἐν Γαλλίᾳ τρία συγγράμματα ναυτικά, ἐν οἷς ἓν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας κ. Λοκρουᾶ, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς, εἰργάσθη εἰς τὴν εἰσαγωγὴν πολλῶν καλῶν μέτρων ἐν τῷ Ναυτικῷ τῆς Γαλλίας, διότι καὶ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ναυστάθμων, καὶ περὶ σταθμῶν ἀνθρακεύσεως, καὶ περὶ ὀργανώσεως Ἀνωτάτου Τεχνικοῦ Συμβουλίου, καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπέτυχε καλὰ νομοθετήματα. Τὸ σύγγραμμα τοῦτο τοῦ κ. Λοκρουᾶ, περὶ ναυτικῆς ἀμύνης τῆς Γαλλίας, ὡς καὶ τὸ τοῦ Fontin, περὶ ναυτικῶν ἀναμορφώσεων, ὡς καὶ ἄλλαι δημοσιεύσεις καὶ συζητήσεις ἐνίσχυσαν ἐν πολλοῖς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους νὰ ψηφίσωσι τὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ζητηθεῖσαν πίστωσιν 760,000,000 φράγκων, ὡς εἴδομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Παρ’ ἡμῖν, ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γείνωσι περὶ στόλου, οὐδεμίαν βλέπομεν κίνησιν, οὐδὲ παρὰ τῶν εἰς τὰ ναυτικὰ ἀφοσιωθέντων, οὐδὲ παρὰ τῶν τὰ πολιτικὰ διαπραττόντων, καὶ μόνην ἐξαίρεσιν πρέπει νὰ σημειώσωμεν τὸ μικρὸν φυλλάδιον, ὅπερ ἐξέδωκαν ὁ ἀνθυποπλοίαρχος κ. Δόσιος...
§171Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἄλλοτε ἐξέδιδε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περιοδικόν.
§172ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔπαυσε πᾶσα τοιαύτη ἐργασία. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὰ ὠκεάνεια ταξείδια, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, ἐκ πατριωτικῆς προνοίας καὶ διαταγῆς, ἀπὸ δύο ἐτῶν, εἶναι λίαν ἐπωφελῆ, διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτῶν ἐπενέργειαν κατὰ πρῶτον λόγον, διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαίνουσι τοῦ εὐδρόμου, κατὰ δεύτερον. Μεγάλως δὲ μάλιστα δύνανται νὰ συντελέσωσι τοιοῦτοι πλόες, ἐπιδεικνύοντες πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ἕλληνας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐν θαλάσσῃ δυνάμεώς της, καὶ πείθοντες αὐτοὺς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ πατρίς, ἵνα συνεχίσῃ τὴν περὶ τὴν θάλασσαν παρασκευὴν αὐτῆς, τῆς συνδρομῆς ὅλου τοῦ ἔθνους. Καὶ ὅσοι συνέστησαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναπτύξωμεν κυρίως τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυτιλίαν, καὶ ὅσοι συνέστησαν, ἵνα τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, καίτοι τοιαῦτα, κατασκευάζωνται, ὅπως χρησιμεύσωσι καὶ ἐν πολεμικαῖς ἐργασίαις, λησμονοῦσιν, — ὅπως εἶπεν ὁ πολὺς Ἀμερικανὸς συγγραφεὺς ναυτικῶν συγγραφῶν Μαχὰν — ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ὁ ἐμπορικὸς στόλος, κατὰ τοσοῦτον εἶναι μείζων ἡ ἀνάγκη ν’ αὐξάνῃ ἀναλόγως καὶ ὁ πολεμικὸς στόλος, διότι, κατὰ τὴν παραβολήν του, τὰ πολεμικὰ πλοῖα εἶναι οἱ κύνες, οἱ φυλάσσοντες καὶ προστατεύοντες τὸ ἐργατικὸν ποίμνιον τῶν σκαφῶν, τῶν διατρεχόντων τὰς θαλάσσας, καὶ συγκομιζόντων εἰς τὸν τόπον πλοῦτον, φῶτα, ἐνέργειαν καὶ ζωήν. Ἰδοὺ καὶ ἄλλος λόγος, ἐπιβάλλων τὴν περὶ στόλου πρόνοιαν. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω τὸ πασίγνωστον περὶ τῆς μεγίστης ἐξελίξεως τῶν ἀκτῶν ἡμῶν, διότι οὐδένα λανθάνει, ὅτι ὅλος ὁ πλοῦτος, ἡ ζωή, ἡ δρᾶσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κρατοῦντος ἐν θαλάσσῃ. Ἐπὶ τοῦ θέματος δὲ τούτου ὁ Λοκρουᾶ, κυρῶν τὴν γνώμην ὅλων τῶν πολιτειολόγων καὶ τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, παρατηρεῖ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ μὴ ἐξοπλισμοῦ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀδυναμίας, καὶ προσθέτει: «Ἡ ἀδυναμία προκαλεῖ τὴν καταστροφήν· ἐρεθίζει τὸν πόθον τῆς κατακτήσεως καὶ τοῦ μίσους ὅλων. Τὰ ἔθνη δὲν ἔχουν δικαίωμα σήμερον νὰ ὦσιν ἀσθενῆ. Ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν τοῦ ἀμύνεσθαι, καταστρέφονται· καὶ τῆς Ἱσπανίας ἡ πτῶσις ἔστω παράδειγμα.» Ὅθεν τὸ ζήτημα τῆς κατὰ θάλασσαν πολεμικῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ οὐσιώδους ἀμφισβητήσεως. Τὸ ἄλλο ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐπικρατεστέρα ἡ πρὸς ἄμυναν παρασκευὴ ἢ ἡ πρὸς ἐπίθεσιν, τὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀμύνης ἢ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐπιθέσεως, εἶναι δευτερεύοντα. Τὸ προέχον εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ παρασκευάσῃ ναυτικὴν δύναμιν πάσῃ δυνάμει, καὶ πρέπει νὰ παρασκευάσῃ αὐτὴν διὰ θυσιῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅ,τι γράφει ὁ Θουκυδίδης, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι σήμερον πάντες λέγουσιν· ὅτι δηλαδὴ, ἵνα παρασκευασθῇ στόλος, ἀπαιτεῖται μελέτη πολλὴ, καὶ ἐργασία δὲ καὶ δαπάνη συνεχεῖς, ἀδιάλειπτοι καὶ προοδευτικαί. Αἱ κατὰ διαλείμματα καὶ διὰ παροξυσμῶν, μετ’ ἐντάσεων διαφερουσῶν πολὺ ἀλλήλων, γενόμεναι παρασκευαὶ, ἀντὶ νὰ ὠφελῶσι, βλάπτουσι μᾶλλον. Αἱ τοιαῦται κατὰ παροξυσμοὺς, αἱ τοιαῦται σπασμωδικαὶ παρασκευαὶ φέρουσιν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι καθιστῶσι τὸ πνεῦμα τὸ ἐθνικὸν ἀσταθές· ἔπειτα, ὅτι ὑποβάλλουσι τὸ Κράτος εἰς πολὺ μεγαλειτέρας δαπάνας ἐκείνων, εἰς ἃς θὰ ὑπεβάλλετο, ἐὰν κατὰ συνέχειαν προέβλεπε καὶ ἐδαπάνα εἰς τὰ τῆς παρασκευῆς τοῦ Ναυτικοῦ· τρίτον δὲ, ὅτι μετὰ τὴν κατὰ τὸν παροξυσμὸν μεγάλην δαπάνην, ἐπέρχεται ἡ φυσικὴ χαλάρωσις καὶ ἡ κατάπτωσις τῆς ἐργασίας, ἡ δὲ τοιαύτη χαλάρωσις ἐπάγεται τὸ κακὸν, ὅτι καὶ τὸ παρασκευασθὲν οὕτως ὑλικὸν μένει στάσιμον, χάνει τὴν ἐνημερότητα αὑτοῦ, δὲν τυγχάνει τῆς δεούσης ἐπιμελείας, καὶ καταστρέφεται. Καὶ βλέπομεν οὕτως, ὅτι τὰ πρὸ δέκα ἐτῶν ἀγαρασθέντα πλοῖα ἡμῶν ἐστεροῦντο ἠλεκτρικοῦ φωτός, μέχρι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἀκόμη μηνῶν τὰ δύο ἐκ τῶν τριῶν, καὶ ὅτι τῶν πλείστων μηχανημάτων, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην τὰ σκάφη ταῦτα, ὅπως λειτουργῶσι καλῶς, ἡ τελείωσις καὶ συμπλήρωσις ἐγένετο πρὸ ὀλιγίστου χρόνου. Ἔβλεπον εἰς τὸ Φάληρον κατὰ τὸ θέρος τοῦτο τὰ δύο ἐκ τῶν τριῶν θωρηκτῶν βεβυθισμένα εἰς ἠλεκτρικὸν σκότος, ἐνῷ καὶ οἱ μικρότεροι πρόσκοποι, οἱ εἰς Φάληρον καταπλέοντες, ἐφωτίζοντο καὶ αὐτοὶ καὶ ἐφώτιζον καὶ τὴν παραλίαν δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός...
§173ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὰ ἐτοποθέτησαν.
§174ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον. Τὸν παροξυσμὸν τῆς δαπάνης τῶν 35,000,000 χρυσῶν φράγκων διεδέχθη ἡ φοβερὰ χαλάρωσις καὶ πλήρης ἀδράνεια, ἥτις κατέστησε τὰ σκάφη σχεδὸν ἄνευ ἀξίας κατὰ τὸν πόλεμον...
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν μηχανήματα ἠγοράσθησαν πρὸ πολλοῦ.
§176ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐτέθησαν ὅμως εἰς ἐνέργειαν. Διατί; ἀγνοῶ. Ἴσως διότι στερούμεθα εἰδικῶν ἀνδρῶν· διότι ἡμεῖς οὔτε τὸν ὅρον «ἠλεκτρισταὶ μηχανικοὶ» ἔχομεν ἐν τῷ Ναυτικῷ μας. Ἡ πρόοδος, ἣν ἔλαβεν ἡ μηχανικὴ, εἶναι καταπληκτικὴ ἐν τοῖς πολεμικοῖς πλοίοις. Ἡμεῖς προσωπικὸν μηχανικῶν, ἀνάλογον πρὸς τοιαύτας ἀνάγκας, δὲν ἔχομεν πλῆρες, καὶ δὲν ἔχομεν οὔτε Σχολὴν πρὸς παρασκευὴν εἰδικῶν τοιούτων διὰ τὸ Ναυτικόν, οὔτε σχέδιον πρὸς μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν μας εἰς τὴν μηχανικὴν, ἤτοι πρὸς παρασκευὴν ἐπαρκοῦς σώματος μηχανικῶν καὶ εἰδικῶν δι’ ἕκαστον εἶδος μηχανικῶν ἐργασιῶν.
§177Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι παρηγγέλθησαν ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν Sauter-Harlé αἱ τρεῖς ἠλεκτρικαὶ συσκευαὶ τῶν θωρηκτῶν μετὰ τῶν προβολέων καὶ μεθ’ ὅλων τῶν ἀναγκαίων παραρτημάτων αὐτῶν. Αὐτὰ δὲν ἐτοποθετήθησαν μετὰ τὸν πόλεμον ἐν τοῖς πλοίοις, καίπερ παραληφθέντα. Δὲν γνωρίζω διατί. Παρατηρεῖτε ὅμως, ὅτι δὲν ἐλήφθη δῆθεν πρόνοια περὶ προσωπικοῦ ἠλεκτριστῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡμεῖς εἴχομεν ἀποστείλει ἀριθμόν τινα ἠλεκτριστῶν εἰς Παρισίους, οἵτινες ἐμαθήτευσαν παρὰ τοῖς καταστήμασι τῆς κατασκευῆς τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανῶν Sauter-Harlé, ἀκόμη καὶ κατὰ τὸν πόλεμον· ἀλλ’ ἡ ἐλθοῦσα μεθ’ ἡμᾶς Κυβέρνησις κατόπιν ἀνεκάλεσεν αὐτούς. Ἡμεῖς μάλιστα ἐφροντίσαμεν νὰ στείλωμεν καὶ ὑπαξιωματικούς τινας εἰς Γαλλίαν, ὅτε κατεσκευάζοντο τὰ ταχυβόλα, τὰ 35 ταχυβόλα τῶν θωρηκτῶν ἐν Γαλλίᾳ, ἵνα ἐκμάθωσι τὰς λεπτομερείας τῆς κατασκευῆς καὶ τὸν χειρισμὸν αὐτῶν.
§178ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἀλήθεια, καὶ μεθ’ ὅσα εἴπετε, εἶναι, ὅτι ἠλεκτρικὸν φῶς καὶ ἠλεκτρικὰς μηχανὰς δὲν ἔχουν τὰ θωρηκτὰ, ὅτι προσωπικὸν ἠλεκτριστῶν μηχανικῶν δὲν ὑπάρχει. Εἷς ἀξιωματικὸς καταγίνεται περὶ τὰ ἠλεκτρικὰ, ὅστις δὲν εἶναι ἤδη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅστις ἐργάζεται, ὡς ἤκουσα, ἐν ἠλεκτρικῇ ἑταιρείᾳ τοῦ Βερολίνου. Διὰ τὸν λόγον ἐλλείψεως προσωπικοῦ, ἢ δι’ ἄλλον λόγον ἀνεβάλλετο ἡ τοποθέτησις τῶν μηχανημάτων;
§179ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζουν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοί.
§180ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ὑπηρεσία συντηρήσεως καὶ ἐνημερότητος τῶν σκαφῶν καὶ τῶν μηχανημάτων αὐτῶν καὶ συμπληρώσεως αὐτῶν δὲν λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν. Δὲν ἐπικαλοῦμαι δὲ τοῦτο διὰ νὰ κατηγορήσω τὴν νῦν μόνον ὑπηρεσίαν. Τὸ λέγω διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἐξάντλησις εἰς τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς καὶ ἡ χρεωκοπία ἔφερε τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν σκαφῶν. Τὸ λέγω διὰ νὰ δείξω τὴν ἔλλειψιν ὀργανισμοῦ καὶ συστήματος. Τίς θέλει πιστεύσει, ὅτι δὲν ἔχομεν νόμον κανονίζοντα τὰ περὶ ναυπηγῶν, ἐνῷ ἔχομεν ναυπηγεῖα καὶ Ναύσταθμον; Τίς δὲν βλέπει τὸ ἄτοπον, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη νόμος ὀργανικὸς περὶ ναυπηγῶν, ἀλλὰ ἠρκέσθημεν εἰς τὸ ὅτι ἀνεγνωρίσθησαν διὰ νόμων οἱ ναυπηγικοὶ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ δὲν ὠργανώθησαν τὰ κατ’ αὐτούς;
§181ΑΛΕΞ. ΜΙΛΤ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐψηφίσθη τῷ 1896.
§182ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰσήχθη, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη.
§183ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ, ὅπερ λέγετε, εἶναι ἀκριβές. Δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ ναυπηγικῶν ἀξιωματικῶν. Ὑπεβάλαμεν ἡμεῖς νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ναυπηγικῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν κλπ., ἀλλὰ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντετίθετο πρὸς ἡμᾶς, καὶ διὰ διαφόρων μέσων κατώρθωσε νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος, καὶ εἴμεθα οὕτως ἄνευ νόμου.
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ διάθεσις, ὅπως παραστήσωμεν, ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο, ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὰ Θωρηκτά, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν εἶναι καὶ πάρα πολὺ δικαία.
§185ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι· τὰ θωρηκτὰ ὑμεῖς τὰ ἐκάματε.
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Διότι, ἐὰν ἔλαβον οἱ Κύριοι τὰ μέτρα τὰ κατάλληλα διὰ τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν τῶν θωρηκτῶν, ἐὰν συνέχισαν τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴχομεν ἀρχίσει διὰ τὴν παραγγελίαν τῶν ταχυβόλων Κανέ, ταχυβόλων, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον νὰ παραγγελθῶσιν, ὅτε ἐγένετο ἡ παραγγελία τῶν θωρηκτῶν, ἂς μὴ λησμονηθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως ἐγένετο ἡ παραγγελία τῶν θωρηκτῶν, καὶ ἑπομένως ἂς μὴ λέγωμεν, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη παρημπόδισε τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, συντελοῦντος εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ὅλη σχεδὸν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ σχετιζομένη μὲ τὸ Ναυτικόν, ἡ ἰσχύουσα σήμερον, εἶναι ἔργον τῆς ἡμετέρας μερίδος, ὅπως ἔργον αὐτῆς εἶναι ἡ παραγγελία τῶν θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψαν εἰς αὐτοὺς νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ αὐτῶν.
§187ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐτοποθετήθησαν τότε;
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠρνήθημεν, ὅτι ἡ παραγγελία τῶν θωρηκτῶν καὶ ἡ κατασκευὴ αὐτῶν δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τῆς κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ τὰ μέσα τοῦ 1890, οὐδὲ περὶ τούτου ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ λόγος περὶ τῆς ἐλλείψεως ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐπὶ τῶν θωρηκτῶν, ἐγένετο λόγος περὶ ἐλλείψεως ναυπηγικοῦ νόμου, ὁ δὲ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅστις τότε ἐτύγχανε νὰ ἦναι Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐσκόπει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ καταλογισθῇ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέμνησεν, ὅτι τότε παρηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου συσκευαὶ ἠλεκτρικαὶ, καὶ ἐστάλησαν καὶ ἀξιωματικοί, διὰ νὰ διδαχθῶσι τὰ τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανῶν, καὶ ὅτι μάλιστα αὐτὸς εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ ναυπηγικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο εἶπε.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀγορεύοντος τὴν ἄδειαν, ὅπως τὸν διακόψω, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν, ἐτελείωσε τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ διὰ τῶν λέξεων, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη παρεκώλυσε τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων, συντελούντων εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Ναυτικοῦ.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ ναυπηγικοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως.
§192ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Οὐδὲ κἂν συζήτησις ἐγένετο περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι προηγοῦντο ἄλλα.
§194ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§195ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἐκάματε τοσοῦτον μακρὰν χρῆσιν τῆς ἐπιτραπείσης παρ’ ἐμοῦ διακοπῆς, θὰ μὲ δικαιολογήσητε νὰ δηλώσω εἰς ὅλους, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω ἄλλην διακοπήν· ὄχι διότι πάσχει ὁ εἱρμὸς τῶν ἐμῶν ἰδεῶν ἢ λόγων, ἀλλὰ διότι ἡ συνέχεια τῆς ἰδέας, ἣν ἀναπτύσσω, διακόπτεται, ὅταν οὕτω διεξάγηται ἡ συζήτησις, καὶ οἱ ἀκροώμενοι, σεῖς, δύνασθε νὰ δυσφορῆτε. Ἀφοῦ δὲ ἤχθη ὁ λόγος ἐπὶ τῶν ἐλλείψεων τοῦ Ναυτικοῦ μας, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐλλείψεις δὲν εἶναι μόνον ὅσας εἶπον ἐνδεικτικῶς. Τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν πάσχει ῥιζικωτάτας καὶ μεγάλας τοιαύτας, καὶ δὴ ὀργανικῶν νομοθετημάτων. Εἶπον περὶ τῆς μορφώσεως μηχανικῶν, περὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν πολεμικῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰ μηχανικὰ τοῦ πλοίου, δὲν εἶπον ὅμως, ὅτι στερούμεθα ὀργανισμοῦ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὅτι στερούμεθα ὀργανισμοῦ ἀσκήσεως δευτερεύοντος προσωπικοῦ μηχανικοῦ, ὅτι στερούμεθα καλοῦ λογιστικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων. Σήμερον, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησαν, ἐπῆλθε διὰ τῶν μηχανημάτων καὶ τοῦ ἀτμοῦ τρίτη ῥιζικὴ ἐπανάστασις τοῦ ὑλικοῦ εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τρίτην ῥιζικὴν ἐπανάστασιν τοῦ προσωπικοῦ. Ἡ θεωρία τοῦ Ἀμερικανοῦ ναυάρχου Φαραγκούτ, ὅτι πρὸς νίκην ἐν ναυμαχίᾳ ἀπαιτοῦνται σιδηροῖ ἄνδρες ἐπὶ ξυλίνων πλοίων, παρῆλθεν. Ἡ θεωρία, ὅτι ἀπαιτοῦνται ναῦται ἰσχυροί, ἦτο καλὴ διὰ τὰ ἱστία, διὰ τὰς λειτουργίας τοῦ σκάφους καὶ τῶν πυροβόλων, αἵτινες ἀπῄτουν ζωϊκὴν δύναμιν. Ταῦτα ἤδη εἶναι μόνον ἀνάμνησις. Σήμερον τὰ πάντα ἐν τοῖς πλοίοις εἶναι ὑπολογισμὸς καὶ μηχανική. Τὸ προσωπικόν, τὸ εἰς τὰς μηχανὰς ἐργαζόμενον, ἔλαβε μεγάλην ἐνέργειαν ἐν ναυμαχίᾳ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὀργανωθῶσι τὰ σώματα τῶν μαχίμων ἀνδρῶν καὶ τῶν μηχανικῶν ἐν συναφείᾳ συνεργασίας, καὶ νὰ ἐκπαιδεύωνται οἱ μάχιμοι καὶ ὡς μηχανικοί, καὶ οὗτοι ὡς μάχιμοι, ἵνα μὴ οἱ μὲν διεκδικῶσιν ὑπεροχὴν ἐπιβλαβῆ ἀπέναντι τῶν δέ. Ἐν Ἀμερικῇ ἐγένετο ἡ ἐξομοίωσις, καὶ οἱ μηχανικοὶ ἔλαβον τὰ δικαιώματα καὶ τὴν θέσιν τῶν μαχίμων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1898, καὶ οὕτως, ἐν ἀρχαιότητι, ἐν ἱεραρχίᾳ, ἐν βαθμολογίᾳ, ἐξωμοιώθησαν, καὶ ἔλαβον τὸ δικαίωμα νὰ καταλαμβάνωσιν οἱ μηχανικοὶ (οἵτινες εἶναι καὶ μάχιμοι) τὰς χηρευούσας θέσεις εἰς τὸ κυβερνᾷν, προαγόμενοι κατὰ τάξιν ἀρχαιότητος. Περὶ τούτου δὲ ἡ μὲν Ἀμερικὴ ἐνομοθέτησεν, ἐκ τῶν ἄλλων δὲ Κρατῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ Ἰαπωνία ἔλαβε νομοθετικὴν πρόνοιαν. Ἐν Γερμανίᾳ συζητοῦνται τὰ περὶ τῶν μηχανικῶν καὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν, καὶ χθὲς ἀκόμη ἀνέγνωσα διατριβήν, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν Ἀμερικανικὴν θεωρίαν. Ἡ πρώτη ἐπανάστασις τοῦ ὑλικοῦ εἰς τὰ ναυτικὰ ἐγένετο, ὅτε ἐξετόπισε τὴν κώπην τὸ ἱστίον, καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπῆρχε διάστασις μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν κωπηλατῶν. Ὅτε τὸ ἱστίον ἀντικατέστησε τὴν κώπην, ἐπῆλθεν ἡ διάστασις μεταξὺ τῶν ναυτῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν, καὶ εἰς τὴν διάστασιν ἐκείνην ὀφείλει τὴν καταστροφήν του ὁ μέγας στόλος τοῦ Φιλίππου Βʹ τῆς Ἰσπανίας, ὁ ὁποῖος κατεστράφη εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀγγλίας, ἐπὶ Ἐλισσάβετ. Σήμερον διάστασις τοιαύτη εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἡ μηχανικὴ δὲν ἔλαβεν οἵαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἔντασιν ἐν τῷ Ναυτικῷ ἡμῶν. Δευτέρα ἐπανάστασις εἶναι ἡ ἐπελθοῦσα διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἱστίου ὑπὸ τοῦ ἀτμοῦ, καὶ τρίτη, ὅτε εἰσήχθησαν τὰ σιδηρᾶ σκάφη, οἱ θώρακες τῶν σκαφῶν, ὁ ἠλεκτρισμὸς καὶ τὰ ταχυβόλα. Ἤδη ἡ μηχανικὴ λειτουργεῖ ἐν πάσαις τοῦ πλοίου ταῖς κινήσεσι, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰ μηχανικὰ καὶ τῶν μηχανικῶν εἰς τὰ ναυτικὰ, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξομοιώσεως αὐτῶν τῶν δύο σωμάτων θέλει ταχέως ἐπιβληθῆ. Ἡμεῖς οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ μορφώσεως τοῦ μηχανικοῦ προσωπικοῦ ἐλάβομεν, οὔτε σκεπτόμεθα· καὶ διὰ τοῦτο ἐν πολλοῖς κλάδοις τῆς μηχανικῆς, καὶ ἰδίως ἐν τῇ δυναμοηλεκτρικῇ, δὲν ἔχομεν προσωπικόν, οὐδὲ τὸ ὄνομα «ἠλεκτριστής». Καὶ ἀντιποιοῦνται μὲν πάντες οἱ μηχανικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ τὴν ἱκανότητα νὰ κανονίζωσι καὶ τὰ ἠλεκτρικά, ἀλλ’ ὁ κλάδος οὗτος, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του μάλιστα ἐντὸς τοῦ κύτους τῶν πλοίων ἔλαβε τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε ἀπαιτοῦνται εἰδικότητες, ἃς δὲν ἔχομεν ἀκόμη. Σήμερον δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν ναυτῶν. Μέγα προσωπικὸν ναυτῶν δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως ἄλλοτε. Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν μηχανικῶν, διότι κάτω, ὑπὸ τὸ κατάστρωμα καὶ ἐντὸς τοῦ κύτους, διευθύνονται τὰ πυροβόλα, αἱ τορπίλλαι, τὰ βάρη καὶ τὰ πυρομαχικά. Καὶ ἐκ τούτου καὶ ἠλεκτρισταὶ πυροβοληταί. Ἐκεῖθεν προμηθεύονται εἰς τὰ πυροβόλα τὰ πυρομαχικὰ δι’ ἠλεκτρικῆς δυνάμεως, ἐκεῖθεν διευθύνεται πᾶσα ἀνέλκυσις καὶ πᾶσα καθέλκυσις βάρους ἢ λέμβου, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ὑλικοῦ τοῦ πλοίου. Ἐκεῖ αἱ μηχαναὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ἐκεῖ διορθοῦνται αἱ μηχαναὶ τῶν τορπιλλῶν, καὶ διευθύνονται τὰ ἐκσφενδονιστικὰ αὐτῶν μηχανήματα. Ἐκεῖθεν διευθύνεται τὸ πηδάλιον. Ἐκεῖ ὅλαι αἱ δευτερεύουσαι μηχαναί. Καὶ αἱ ἐργασίαι αὗται ἀπαιτοῦσιν ἄνδρας εἰδικούς, καὶ διευθυντὰς ἠσκημένους. Τοιούτους ἔχομεν ὀλίγους, καὶ ἀτελῶς ἠσκημένους. Περὶ μορφώσεως δὲ τοιούτου προσωπικοῦ, καὶ περὶ εἰσαγωγῆς τῶν μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῶν πλοίων, οὐδεμία ἔχει ληφθῆ πρόνοια παρ’ ἡμῶν. Αἱ ἐλλείψεις τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν εἶναι τοιαῦται. Καὶ ἐνῷ ψηφίζομεν τὸν νόμον αὐτόν, — τὸν ὁποῖον θέλω καὶ ἀποδέχομαι καὶ θὰ ψηφίσω ὡς ἀρχὴν — πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δέον νὰ παρακολουθήσῃ αὐτὸν συνεχὴς νομοθετικὴ ἐργασία, σκοποῦσα, τὸ μὲν τὴν μόρφωσιν ναυτικοῦ πνεύματος, τὸ δὲ τὴν ὀργάνωσιν συνεχοῦς καὶ ἀδιαλείπτου ἐργασίας, πρὸς σύγχρονον ἀνάπτυξιν τοῦ προσωπικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ τῆς κατὰ θάλασσαν παρασκευῆς. Δὲν ἔχομεν ἕνα λιμένα πολεμικόν. Καὶ ἂς μὴ λέγωσιν, ὅτι ἔχομεν κόλπους ἀσφαλεῖς. Εἰς τοιαύτην τινὰ ἐλπίδα ἐστηρίζετο καὶ ἡ Ἱσπανία, καὶ ἔστειλε τὸν στόλον της εἰς τὴν Κούβαν, ὅπου, καθὼς ἔλεγον οἱ Ἀμερικανοί, τὸν ἐμποτιλιάρισαν ἐν τῷ κόλπῳ ἐκείνῳ, καὶ ὅτε ἠθέλησε νὰ ἐξέλθῃ, τὸν κατέστρεψαν. Δὲν ἔχομεν ἕνα σταθμὸν ἀνθρακεύσεως· δὲν ἔχομεν ἕνα λιμένα καταφυγῆς πρὸς ἀνόρθωσιν ἀβαριῶν· δὲν ἔχομεν ἓν σημεῖον τῶν παραλίων ἡμῶν ὀχυρώσει, ἵνα χρησιμεύσῃ ἐν στιγμῇ ἀνάγκης. Δὲν ἔχομεν ἐπαρκῶς ἀσκήσει τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡμῶν εἰς τὰ τῶν πλοίων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ τῶν ὀχυρώσεων καὶ τῶν ἔργων ἀμύνης κινητῆς ἢ ἀκινήτου. Καὶ εἶναι τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἔργον ἡ ὀχύρωσις τῶν παραλίων, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Μόλτκε, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκω τοῦτο ἀγαθὸν μὲν τὴν προαίρεσιν καὶ τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἀτελὲς τὴν πρόνοιαν, διότι αἱ 550,000 φράγκα κατ’ ἔτος βεβαίως εἶναι ποσὸν ἀνεπαρκέστατον. Ἤθελον συμβουλεύσει, ὅπως καὶ πρὸ τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ γένηται πρόνοια περὶ μορφώσεως τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, διότι ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις ἔχει, καὶ ἐνομίζετο πάντοτε ὅτι ἔχει, τόσον τελείαν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀπεκαλύφθη, καὶ ἐν τῷ συγγράμματι τοῦ Λοκρουᾶ καταγγέλλεται, ὡς δεομένη μεγάλης ἀνασκευῆς καὶ ἀναμορφώσεως. Πρὸς τῇ προνοίᾳ περὶ ἀποχωρίσεως πόρων τοῦ Κράτους πρὸς μόρφωσιν τοῦ κεφαλαίου ἤθελον συστήσει τὸν μέγαν πόρον τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα τὰ οἰκονομούμενα ποσὰ κατατίθηνται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου. Ἡ Ἰταλία ἠκολούθησε τοὺς κανόνας τούτους, ὡς εἶπον, ἤτοι τὸν τῆς σιωπηλῆς, διὰ ποσῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ συνεχοῦς ἐργασίας παρασκευῆς ἄνευ διαλειμμάτων, τῆς δι’ οἰκονομιῶν αὐστηρῶν ἐπὶ τῶν κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οἰκονομιῶν γενομένων καὶ εἰς αὐτὸ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, ἐξοικονομήσεως ποσῶν, ἅτινα ἀφιέρου εἰς τὴν παρασκευὴν καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ στόλου. Λέγει δὲ πολὺ ὀρθῶς ἐπὶ τούτου ὁ Λοκρουᾶ (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἰταλία, χάρις εἰς τὰς πολλὰς οἰκονομίας, τὰς πραγματοποιηθείσας ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ αὐτῆς, πολλὰ ἠδυνήθη νὰ κάμῃ. Περίεργον καὶ ἀληθῶς θαυμαστὸν, ὅτι ἡ Ἰταλία εὗρε τὸ μέσον νὰ φέρῃ εἰς ἐπιτυχίαν πολλὰς ἐκ τῶν ἀναμορφώσεών της, νὰ δημιουργήσῃ θαλασσίαν δύναμιν ἰσχυρὰν, σχεδὸν ἄνευ χρημάτων καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐχρειάσθη ἡ ἔκτακτος αὐταπαρνησία τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ Ναυτικοῦ αὐτῆς, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα.» Ἐπεθύμουν νὰ ἠδυνάμεθα καὶ περὶ ἡμῶν νὰ εἴπωμεν, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τούτων, μετά τινα χρόνον: διότι, ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς γενικὰ μέτρα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται ὅλα τὰ μωρὰ καὶ ἀπρονόητα Κράτη, ὅταν ἐπέρχηται ἡ ἀνάγκη. Καὶ ἡ Ἱσπανία εἶχε δαπανήσει πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ εἶχε πολλὰ σκάφη, ἀλλὰ, μὴ παρακολουθοῦσα τὰς προόδους, καὶ μὴ διατηροῦσα αὐτὰ ἐν καλῇ καταστάσει διὰ συνεχοῦς καὶ προοδευτικῆς ἐργασίας, εὑρέθη ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς κρίσεως εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἴδῃ ἑαυτὴν καταστρεφομένην, καὶ εἰς μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας μάχην ἐν Σαντιάγῳ καὶ τριῶν τετάρτων μάχην ἐν Καβίτῃ ἀπώλεσε πολλὰ ἑκατομμύρια τετραγωνικῶν χιλιομέτρων γῆς, πολλὰ ἑκατομμύρια πολιτῶν, καὶ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχε δαπανήσει διὰ τὸν στόλον της, ἐνῷ, ὡς ὀρθῶς παρατηροῦσιν, ἂν τὸ ἥμισυ τούτων ἐδαπανᾶτο προσηκόντως, ἠδύνατο νὰ ἀντιστῇ, καὶ ἴσως νὰ μὴ προκαλέσῃ τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον προεκάλεσεν ἐκ μέρους τῆς Ἀμερικῆς. Θέλω προσπαθήσει νὰ μὴ ἐκταθῶ, διότι νομίζω, ὅτι αἱ ἀλήθειαι, ἃς λέγω, πρέπει νὰ καταστῶσιν ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ λησμονήσῃ οὔτε μίαν ἡμέραν, ὁσάκις σκέπτηται περὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ἡ Γερμανία, ἥτις δὲν ἔχει, ἀναλόγως τῶν δυνάμεών της, μέχρι τοῦδε πολλὰ δαπανήσει, αὕτη σήμερον θαυμάζεται καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν Ἄγγλων διὰ τὸν τέλειον τοῦ Ναυτικοῦ αὐτῆς ὀργανισμόν. Σήμερον δύναται νὰ καυχηθῇ ἡ Γερμανία, ὅτι ἐτελειοποίησε πολλὰς ἐργασίας ναυτικὰς, καὶ ὡς πρὸς τὰ κέντρα τῆς ἐνεργείας, καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὡς πρὸς τὴν οἰκονομίαν. Διὰ τοῦ προσωπικοῦ ἑνὸς μόνου πλοίου διατηρεῖ ἐν ἐφεδρείᾳ δέκα καὶ δεκαπέντε πλοῖα τοῦ αὐτοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα, προσωρμισμένα ἐνώπιον ἀποθηκῶν, περιλαμβανουσῶν καὶ τὰ τελευταῖα ὑλικὰ πλήρους ἐξοπλισμοῦ πρὸς ἀπόπλουν, ἐπιτηροῦνται καὶ συντηροῦνται διὰ τοῦ πληρώματος ἑνὸς μόνου πλοίου, πληρώματος, τὸ ὁποῖον διαδοχικῶς μεταβαίνει ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον. Σήμερον ἐκεῖνοι ἐφαρμόζουσι τὸν κανόνα, ὅτι τὸ πᾶν ἐν τῷ Ναυτικῷ εἶναι ἡ μέθοδος καὶ ὁ ὀργανισμός. Ἀπέβλεψαν πολὺ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Τὸ νὰ προμηθευθῶμεν ὑλικὰ, δὲν ἀρκεῖ, ἂν συγχρόνως δὲν ληφθῶσιν ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὴν καλὴν χρῆσιν αὐτῶν. Ὑπάρχουσι δαπάναι οἰκονομικώταται, ὅπως ὑπάρχουσι καὶ οἰκονομίαι δαπανηρόταται. Καὶ εἶναι δαπανηροτάτη οἰκονομία τὸ νὰ μὴ λάβωμεν διαρκῆ πρόνοιαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περὶ τῶν ναυπηγουμένων ἢ τῶν ὑπαρχόντων σκαφῶν, διότι ἡ οἰκονομία αὕτη φέρει τὴν παραλυσίαν ὅλου τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν διαθέσει διὰ τὰ ὑλικά. Εἶναι δὲ δαπάνη οἰκονομικωτάτη ἡ καταβαλλομένη εἰς μόρφωσιν προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, οἷον Σχολῆς μηχανικῶν, καὶ ὑποδιαιρέσεως τῆς Σχολῆς ταύτης εἰς ἀσκήσεις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰ μηχανικὰ, καὶ τῶν μηχανικῶν εἰς τὰ ναυτικά. Ταῦτα πάντα, γινόμενα διὰ δαπάνης σώφρονος, θέλουσι φέρει οἰκονομίας ἀληθεῖς ἐν τῷ μέλλοντι. Ἠξεύρω ὅτι οἱ πολὺ πρακτικοὶ θεωροῦσι τὰ τοιαῦτα σχέδια ἀνεφάρμοστα. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ μὴ θεωροῦντες ἐφαρμοστέα παρ’ ἡμῖν τὰ ἀλλαχοῦ ἐπιτυγχάνοντα. Ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι παρ’ ἡμῖν οὔτε ὅλα, οὔτε διὰ μιᾶς, ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, διὰ προνοίας τακτικῆς, νὰ εἰσάγωνται κατ’ ἔτος καί τινες, ὅσαι εἶναι δυνατόν, βελτιώσεις ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ ὀργανικῶν ἢ μεθοδικῶν ἀναμορφώσεων. Οὕτως ἡ ἀνάγκη τῆς ὀχυρώσεως πολεμικῶν τινων σημείων τῶν παραλίων ἡμῶν δὲν εἶναι ἀμφισβητήσιμος· τὰ σημεῖα δύναται νὰ ὁρίσῃ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία, ὅσα εἶναι χρήσιμα εἰς πολεμικὰς ἀνάγκας, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται μίαν ἡμέραν νὰ διατρέξωσι κίνδυνον. Εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ, ὡς εἶπον, τὸ διαθέσιμον προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, διότι, ὅπως εἶπον, ὁ Μόλτκε αὐτοὺς θεωρεῖ πρὸς τοῦτο καταλλήλους. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐδῶ νὰ ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι οἱ μόνοι, οἵτινες δύνανται νὰ ὁρίσωσι τὰ ἀσθενῆ σημεῖα τῶν μερῶν τούτων, καὶ νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν προσφυᾶ ἐνέγειαν. Αὐτοὶ μόνοι δύνανται ν’ ἀνακαλύψωσι τὴν φορὰν τῶν κινήσεων τῶν προσβαλλόντων πλοίων, καὶ ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸν ἀληθῆ αὐτῶν σκοπόν. Τὰ παραλιακὰ ἔργα, πύργοι, κυλίβαντες πυροβόλων, εἶναι παράλληλα, ἂν ὄχι πανόμοια πρὸς τὰ ἐν χρήσει ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἡ διαχείρισις τοιούτων ὀργάνων ἀπαιτεῖ προσωπικόν, τοῦ ὁποίου μόνον τὸ Ναυτικὸν δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ διαμόρφωσιν. Αἱ μέθοδοι τῆς σκοπεύσεως ἐν τῷ πυροβολικῷ τῶν παραλίων, τῷ προωρισμένῳ νὰ πυροβολῇ κατὰ στόχων κινητῶν καὶ ἐμψυχουμένων συνεχῶς ὑπὸ μεγάλης ταχύτητος, προσεγγίζουσι πολὺ πλειότερον πρὸς τὰς ἐν χρήσει ἐπὶ τῶν πλοίων, παρὰ πρὸς τὰς ἐν χρήσει κατὰ γῆν. Πρέπει νὰ ὑφίσταται στενὴ σχέσις μεταξὺ τῆς ἐνεργείας τῶν παραλιακῶν πυροβολείων καὶ τῆς ἐνεργείας τῶν μέσων τῆς θαλασσίας ἀμύνης, πλοίων, ἀκτοφυλακίδων, τορπιλλοβόλων καὶ ἀκινήτων τορπιλλῶν. Ἡ ἀπαραίτητος αὕτη ἕνωσις σκοπῶν δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, εἰμὴ ἀπασχολουμένου προσωπικοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Ναυτικόν, καὶ διευθυνομένου ὑπὸ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ.» Δὲν εἶναι τάχα εὔκολον εἰς ἡμᾶς, ἐνῷ γίνεται πρόνοια περὶ κεφαλαίου πρὸς διαμόρφωσιν στόλου, νὰ γίνηται συγχρόνως καὶ ἐκπαίδευσις, καὶ ἐνέργεια πρὸς ὀχύρωσιν τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται μίαν ἡμέραν νὰ ὦσι χρήσιμα εἰς τὸν στόλον ἡμῶν; Τί τὴν θέλετε τὴν πρόνοιαν περὶ στόλου, ὅταν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐχθρὸς ἀπροόπτως, νὰ προσβάλῃ τὰ καιριώτερα σημεῖα τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἢ τοῦ Κράτους;...
§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ἔχωμεν στόλον, δὲν εἶναι δυνατόν.
§197ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ποῦ στηρίζεσθε.
§198Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§199ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τί νὰ διακόψωμεν; Τὰ λέγει ὡραῖα. Αὔριον ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὰ εἴπῃ ἔτσι (ἱλαρότης).
§200ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἄλλην παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔχω, ὅτι τοῦτο, ἀντὶ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ ὀργανωθῇ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τὰ περὶ τῶν χρησίμων ὑλικῶν, καθιεροῖ μίαν Ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἡ σύστασις προδίδει, ὅτι δὲν ἔχει ἰδέαν σαφῆ περὶ τούτου ὁ τὴν Ἐπιτροπὴν προβλέψας. Ἐρωτῶ: τὸ Συμβούλιον αὐτὸ, αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως γνωμοδοτῇ, τί εἶναι; Εἶναι Ἀνώτατον Τεχνικὸν Συμβούλιον, ἢ εἶναι Ἐπιτελεῖον; Ἐὰν εἶναι Τεχνικὸν Συμβούλιον, τί ζητεῖ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τόσοι μάχιμοι; Ἐὰν εἶναι Ἐπιτελεῖον, τί θέλουν οἱ μηχανικοί; Μήπως ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ σχηματίζεται, ἵνα καταρτίσῃ ναυτικὸν πρόγραμμα; Δὲν πιστεύω τοιοῦτος μέγας σκοπὸς ν’ ἀνατεθῇ εἰς τόσον ὀλίγα πρόσωπα. Δὲν πιστεύω τοῦτο ἀκόμη, διότι τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἥτις γνωρίζει, τίνα ἔχει πολέμιον, καὶ τί ἐν πολέμῳ θὰ πράξῃ. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει περὶ δαπάνης τοῦ κεφαλαίου τῇ γνωμοδοτήσει τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ ἐρωτήσω: ἀφοῦ ἡ γνωμοδότησις αὕτη τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἦναι συμβουλευτικὴ ἁπλῶς, δὲν ἀπομένει μόνη καὶ ὅλη ἡ ἐνέργεια εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τῆς δὲ Ἐπιτροπῆς τὸ ἔργον σχεδὸν ἄνευ οὐσιαστικῆς ἀξίας; Ἀφοῦ δὲ τεθῇ ὡς βάσις, ὅτι τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα δὲν εἶναι ἔργον τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ ἔθνους, αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν παρασκευαστικὴν τοῦ προγράμματος μελέτην, μόνον ἐν ἐλλείψει Ἐπιτελείου καὶ Τεχνικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ νοηθῇ. Ἀλλὰ, ἐρωτῶ, δὲν θὰ ὀργανωθῇ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία; Εἶμαι γνώμης, ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι ἐπαινετῆς προνοίας ἔργον, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀκόμη χρῆσις τῆς διδομένης διὰ τοῦ νόμου ἀδείας πρὸς δαπάνην τῶν εἰσπραττομένων, ἐκτὸς ἐπειγούσης ἀνάγκης. Φρονῶ, ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα παρ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ συγκεντρωθῶσι καὶ αὐξηθῶσι, μέχρις οὗ μελετηθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν κατὰ θάλασσαν ἐξοπλισμὸν, καὶ τότε τὸ ποσὸν νὰ διατεθῇ σκοπίμως. Διότι, ἂν σήμερον διατεθῇ εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ ἄνευ σχεδίου καὶ ἄνευ προγράμματος, ὁ σκοπὸς ἀποτυγχάνει. Ταῦτα λέγω, διότι καὶ κριτικοὶ καὶ ἄλλοι ἁρμόδιοι παρετήρησαν, ὅτι ἀμελέτητοι παρασκευαὶ καὶ ἀσχεδίαστα προγράμματα φέρουσιν εἰς δαπάνας ματαίας πρὸς προμήθειαν ὑλικοῦ, καθισταμένου συχνάκις ἀχρήστου, οὐχὶ μόνον ἕνεκα τῆς προόδου τῶν ναυτικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ διότι εὑρέθη, ὅτι αἱ προμήθειαι δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τὸ κατόπιν καταρτιζόμενον σχέδιον. Ἀνεπαρκὴς δὲ προμήθεια γεννᾷ πολλάκις τὴν ἐπιθυμίαν πρὸς χρησιμοποίησιν ὑλικοῦ εἰς ἔργα ἐπιβλαβῆ. Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ταῦτα, καὶ θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Θὰ ἐπαναλάβω δὲ τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἀφήσῃ τοὺς πόρους, οὓς σήμερον προβλέπει, ἵνα αὐξήσωσι καὶ καρποφορήσωσι. Πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου, ἀλλ’ ὄχι διὰ λαχείου, δι’ οὗ θὰ λαμβάνωμεν, διὰ τοιοῦτον ὑψηλὸν σκοπὸν, τὸ χρῆμα τῶν πτωχοτέρων πολιτῶν δι’ ἀπατηλῆς ἐλπίδος, καὶ ἐνῷ ὀλίγα ποσὰ τοιοῦτο λαχεῖον προμηθεύει, γεννᾷ περὶ στόλου πνεῦμα ἐθνικὸν ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καλλιεργήσωμεν. Συνιστῶ ἐπίσης, τὸ μὲν νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ μεγάλου πόρου σκοπίμων οἰκονομιῶν, τὸ δὲ, ἵνα, σὺν τῇ συγκεντρώσει κεφαλαίων ὀργανῶνται αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ναυτικοῦ; διότι, ὡς πρός τινας μὲν ἐξ αὐτῶν, διατελοῦμεν εἰς ἀτελῆ κατάστασιν, ἄλλων δὲ στερούμεθα, καὶ διότι προμήθεια ὑλικοῦ ἄνευ ὑπηρεσιῶν ἀναλόγων εἶναι δαπάνη ἄσκοπος, ἄσκοποι δὲ δαπάναι, καὶ οἰκονομικῶς εἶναι βλαβεραὶ, καὶ παραλύουσι προσέτι τὴν πεποίθησιν, ἣν πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος περὶ τῆς δι’ ἐθνικὸν λόγον λυσιτελοῦς προνοίας τοῦ Κράτους. Εἶμαι γνώμης, ὅτι, οἱανδήποτε καὶ ἂν ζητήσητε εὔλογον θυσίαν, ὅταν ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι σκοπίμως δαπανᾶται, δὲν θέλετε εὕρει ἀπρόθυμον τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ προσέξατε, μὴ ζητήσητε νὰ κάμητε δαπάνας, ὅπως δῆθεν μορφώσητε ναυτικὴν δύναμιν, ἐνῷ δὲν ἔχετε μορφώσει οὐδὲ ὀργανώσει τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ, διότι τότε θὰ ἐπιτείνητε τὴν γενικὴν τοῦ τόπου δυσπιστίαν καὶ ἐν τούτῳ τῷ θέματι, καὶ θὰ βλάψητε καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς τὸ ἔργον, περὶ οὗ νομίζετε, ὅτι προνοεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§201Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ μετὰ τὴν λαμπρὰν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ποταμιάνου, δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον. Θέλω νὰ συντελέσω διὰ τῆς ἀποχῆς μου εἰς τὴν ταχυτέραν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.
§203Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἄνευ περιστροφῶν κηρύσσομαι κατά τε τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κηρυσσόμενος δὲ κατ’ αὐτοῦ, δὲν κηρύσσομαι γενικῶς κατὰ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Κατωρθώθη νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς ἐθνικόν· ἑπομένως πᾶς ὁ κατ’ αὐτοῦ ἀντιστρατευόμενος κινδυνεύει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀντεθνικός, καὶ τοῦτο ἴσως ἔκαμέ τινας ν’ ἀποδειλιάσωσι νὰ κηρυχθῶσιν ἀμέσως κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ ὅμως οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀποκρύψω τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελον ἀποκληθῆ ἀντεθνικός, ἀφοῦ ἐν πεποιθήσει πρεσβεύω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μετατρεπόμενον εἰς νόμον, δὲν θὰ ἦτο ὠφέλιμον διὰ τὸ Ναυτικόν, θὰ ἦτο δ’ ἐπιζήμιον εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Κηρύσσομαι κυρίως κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῶν τοιούτου εἴδους Ταμείων, μεθ’ ὅλην τὴν εἰκοσιπεντάδραχμον εἰσφορὰν τοῦ κουρέως, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς εἰσφορὰς τῶν φοιτητῶν, στόλοι δὲν καταρτίζονται. Ἄλλως δυσπίστως λίαν ἔχω πρὸς τὰ εἰδικὰ ταῦτα Ταμεῖα· τὴν δυσπιστίαν μου δὲ ταύτην ἐπέρρωσε, κατέστησε πεποίθησιν τὸ διαβόητον Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας, διὰ τοῦ ὁποίου ἑκατομμύρια ὅλα διέρρευσαν, χωρὶς οὐδὲν ἐθνωφελὲς νὰ ἐπιτευχθῇ. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν χρησιμότητα τῶν τοιούτων Ταμείων φέρουσιν ὡς παράδειγμα εὐδοκιμήσεως τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν. Πλανῶνται ὅμως, ποιούμενοι τοιαύτην σύγκρισιν, διότι τὸ Ταμεῖον τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ εὐδοκιμήσῃ, διότι εἶχε τοσούτους πόρους, ὥστε τὰ δύο τρίτα τούτων παρεχώρει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως, ἐξ οὗ συνάγεται, ὅτι, καὶ ἂν δὲν συνιστᾶτο εἰδικὸν Ταμεῖον, καὶ οἱ πόροι οὗτοι εἰσήρχοντο εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, πάλιν ἐκ τούτων θὰ ἐτελειοῦτο ὁλόκληρον τὸ σύμπλεγμα τῶν φάρων καὶ σηματοφόρων σταθμῶν, καὶ μέγα ποσὸν θὰ ὑπελείπετο διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως. Τὰ Κράτη καταρτίζουσι στόλους καὶ στρατοὺς ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν εὐρωστίας· συνεπῶς, ἂν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὐρωστῶσι, δύναται τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν στόλου, μὴ ἔχον ἀνάγκην συστάσεως τοιούτου Ταμείου. Τί δὲ πράττομεν ἡμεῖς; Ἀναγνωρίζοντες ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, ἐξάγομεν μέρος τῶν ὀλίγων χρημάτων μας ἐκ τοῦ ἑνὸς θυλακίου μας, καὶ τοποθετοῦμεν ταῦτα εἰς τὸ ἕτερον θυλάκιον, νομίζοντες ὅτι οὕτω πολλαπλασιάζομεν τὸ χρῆμά μας! Ἀφαιροῦμεν δηλονότι μέρος τῶν προσόδων, τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ τοποθετοῦμεν ταύτας εἰς ἰδιαίτερα κιβωτίδια, πρὸς προμήθειαν πλοίων! Ἀλλ’ ἐὰν μὲν αἱ πρόσοδοι αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, τοῦτο θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ ταύτας ἄλλοθεν, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ ταύτας ἄλλως ἢ διὰ νέας φορολογίας, ἢ διὰ συνάψεως δανείου. Ἐὰν ὅμως αὗται πλεονάζωσι, τίς ἡ ἀνάγκη συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου; Δὲν δύναται τὸ Κράτος αὐτὸ ἀπ’ εὐθείας νὰ προβῇ εἰς προμήθειαν πλοίων; Ἀλλὰ περὶ τίνος κυρίως πρόκειται; Πρόκειται τάχα περὶ ναυπηγήσεως πλοίων; ἢ περὶ συντηρήσεως στόλου; Ἐὰν πρόκειται περὶ τοῦ πρώτου, ἴσως θὰ ἦναι εὔκολος ἡ ἀνεύρεσις χρηματικοῦ τινος ποσοῦ, καὶ ὑπάρχει τοιοῦτον τὸ χρῆμα τῶν ἀοιδίμων Ἀβέρωφ καὶ Βασσάνη καὶ τὸ χρῆμα τῆς ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀγορὰν πλοίων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου. Πρὸ πάντων πρόκειται περὶ συντηρήσεως στόλου. Διὰ τίνων πόρων θὰ συντηρήσητε τοῦτον; Τὸ Κράτος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐχορήγει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 7,800,000 δραχμάς· μὴ δυνάμενον ὅμως νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν χορήγησιν τοσούτου ποσοῦ ἐτησίως, ἀπέκοψεν 800,000 δραχμάς· τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος στόλου μὲ τὸ χορηγούμενον ποσὸν, ἠναγκάσθη πρὸ ἔτους καὶ πλέον νὰ θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα 40 οἰκογενειάρχας ὑπαξιωματικούς, διανοεῖται δὲ, μετὰ τρίμηνον ἐξάσκησιν, νὰ πέμψῃ εἰς ἀπεριόριστον ἄδειαν τοὺς ναύτας. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν ὑπάρχοντα στόλον δὲν δυνάμεθα νὰ συντηρήσωμεν, σπουδαιολογοῦμεν, λέγοντες, ὅτι δι’ εἰδικοῦ Ταμείου θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν, νέον στόλον; καὶ δὴ, ἀφοῦ γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ διετίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν; Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι διὰ τοῦ Ταμείου τούτου θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς σύναψιν δανείου. Ἐγὼ πρὸ τῆς ἰδέας συνάψεως δανείου τρέμω, καθόσον πάντες γνωρίζομεν, ποῦ ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ μᾶς ἤγαγε, καὶ διότι ἡ ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου θὰ πέσῃ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι οἱ πόροι τοῦ εἰδικοῦ τούτου Ταμείου δὲν θὰ ἐξαρκέσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Τρεῖς κυρίως εἶναι οἱ πόροι, οἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενοι, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου, — καθόσον θὰ ἦναι βεβαίως εἰρωνεία νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ τῶν δωρεῶν καὶ κληροδοτημάτων, ἅτινα θὰ ἦναι ἐλάχιστα· διότι, ἐὰν ὑπάρξωσι φιλοπάτριδες ἄνδρες, οἷοι οἱ ἀείμνηστοι Ἀβέρωφ καὶ Βασσάνης, καὶ θελήσωσι ν’ ἀφήσωσι μέγα μέρος τῆς περιουσίας των ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς στόλου, βεβαίως δὲν θ’ ἀνατρέξωσι νὰ ἀνεύρωσιν εἰδικὸν Ταμεῖον στόλου, διὰ νὰ κάμωσι τὰς κληροδοσίας, ἀλλὰ θ’ ἀπευθυνθῶσιν ἀμέσως, ὡς οἱ εἰρημένοι δύο ἔπραξαν, πρὸς τὸ Κράτος, οὗτινος τὸ κῦρος καὶ ἡ αὐθεντία εἶναι ὑπέρτερα τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.— Ἀλλ’ ἐκ τῶν τριῶν τούτων πόρων οἱ δύο, ὁ τῆς Δεξαμενῆς καὶ ὁ ἐκ τῆς πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, εἶναι ἀνάξιοι λόγου, διότι ὁ μὲν πρῶτος προσδίδει 30 χιλιάδας δραχμὰς ἐτησίως, θὰ ἐλαττωθῇ δὲ εἰς τὸ τρίτον μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν Δεξαμενῶν Πειραιῶς καὶ Σύρου, ἄχρηστον δὲ ὑλικὸν δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνὰ πᾶν ἔτος, ὥστε νὰ ποριζώμεθα ἐτησίαν σταθερὰν πρόσοδον ἐκ τούτου. Ἑπομένως εἷς καὶ μόνος πόρος ἄξιος λόγου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου ἀπομένει, ὁ ἐκ τῶν προσόδων τοῦ Ταμείου τῶν φάρων. Ποῖον δὲ τὸ ἐκ τούτου ποσὸν, τὸ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἰς τὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου μεταγγιζόμενον; Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τοῦτο εἰς χαρτονόμισμα, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 800 χιλιάδας, ἐὰν δὲ εἰς χρυσὸν, εἰς περίπου 500 χιλιάδας φράγκων. Καὶ ἂν μὲν συνάψωμεν ἐσωτερικὸν δάνειον εἰς χαρτονόμισμα, τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 800 χιλιάδων, ὑποκείμενον εἰς αὐξομείωσιν, ἀναλόγως τῆς ὑπερτιμήσεως ἢ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, (διότι εἰς χρυσὸν γίνονται αἱ πλεῖσται εἰσπράξεις τοῦ Ταμείου τῶν φάρων) δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· ἐὰν δὲ συνάψωμεν τοῦτο εἰς χρυσὸν, πάλιν αἱ 500 χιλιάδες φράγκων δὲν εἶναι ἀρκεταὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τούτου. Ἑπομένως θὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ἀναλάβῃ ἐκ τῶν τακτικῶν αὑτοῦ προσόδων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὑτοῦ, καὶ οὕτω τὸ Κράτος, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ προβῆ εἰς νέαν φορολογίαν ἢ σύναψιν δανείου πρὸς ἀνάληψιν τῶν προσόδων, ἃς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου κατὰ τὴν σύστασιν αὑτοῦ τοῦ ἀφῄρεσε, θὰ προβῇ εἰς νέαν ἔτι φορολογίαν, ἢ εἰς σύναψιν νέου δανείου, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου, ὅπερ τὸ εἰδικὸν τοῦτο Ταμεῖον συνῆψεν. Ἑπομένως διὰ τῆς συστάσεως Ταμείου τοῦ Στόλου οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ δυσχεραίνωμεν τὴν θέσιν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐνῷ δὲν ὠφελοῦμεν τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν, διότι, ἐλλείψει μέσων συντηρήσεως, θὰ τηρῶμεν τὰ πλοῖα δεδεμένα καὶ σηπόμενα εἰς τὸν Ναύσταθμον. Δὲν ἐκτείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον, διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα, καὶ ἡ Βουλὴ καταπεπονημένη ἐκ πολυώρου ἐργασίας. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐνεργείας ἡμῶν ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων· διότι ἄλλα ἐπαγγελλόμενοι, δυσανάλογα πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν δυνάμεις, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ αὐταπατώμεθα, καὶ νὰ ἀπατῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πράττοντες δὲ τὰ ὑπὲρ τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ἀνορύσσομεν νέον οἰκονομικὸν βάραθρον εἰς τὴν ἀτυχῆ Ἑλλάδα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς περατωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 50′ μ. μ.)