1900.12.05
3.288 στίχοι · 25.487 λέξεις · 210 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 5 Δεκεμβρίου 1900.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Χθές, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν», ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι γίνεται ἀποδεκτή.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιελήφθη ἡ τροπολογία σας.
§4Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν περιελήφθη. Ἐγὼ κυρίως εἰς τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: Ὅταν μία γυνὴ καταδικάζηται εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν ἐν ἐπαρχίᾳ, καὶ ἔχῃ διανύσει τοὺς 4 μῆνας τῆς ποινῆς ἐν προφυλακίσει, διὰ τοὺς ὑπολειπομένους 2 μῆνας θὰ μεταφερθῇ ἐδῶ; Αὐτὸ κυρίως ἠθέλησα νὰ καθορισθῇ, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία, καὶ νὰ διορθωθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν.
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ διορθωθῇ. (Μετὰ τὴν διόρθωσιν ταύτην τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Βονίτσης διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν προσφύγων ἄνισον διανομὴν τῶν πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν Ἠπειρωτῶν προωρισμένων χρημάτων.
§8Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ τηλεγράφημα τοῦτο διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἄρσιν τῶν παραπόνων τούτων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους ἐκ Βονίτσης ἐτηλεγράφησαν οἱ ἀδικούμενοι.
§9ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ πολιτῶν Βονίτσης μόνον, ἀλλὰ κυρίως περὶ προσφύγων ἐξ Ἠπείρου καὶ Καμαρίνης, περὶ ὧν εἰδικὸς ἐψηφίσθη νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς περὶ ἐγκαταστάσεώς των ἐν Βονίτσῃ, ἀφοῦ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι βωμοὺς καὶ ἑστίας, συνεπείᾳ τῆς ἀδόξου ἡμῶν εἰσβολῆς εἰς Ἤπειρον. Ἀναγνωρίζω τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις· εἶναι ὅμως τόσον ἐπιτακτικὴ ἡ περίστασις αὕτη ὑπὲρ τῶν Ἠπειρωτῶν καὶ Καμαρινιωτῶν, καὶ τόσον ἄδικος ἡ καταγγελλομένη ὑπ’ αὐτῶν διὰ τοῦ τηλεγραφήματος ἀνισότης περὶ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων καὶ ἀδικαιολόγητος, ὥστε δέον νὰ ληφθῇ σύντονος ὑπὲρ αὐτῶν πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα;
§11ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται). Δὲν δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τίνων χρημάτων πρόκειται;
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγεννήθησαν, λέγουσι, παράπονα περὶ κακῆς διανομῆς. Νομίζω ὅτι τὰ παράπονα διετυπώθησαν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐγκατεστάθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅπως δήποτε, μόλις μοὶ ἀνεκοινώθησαν τὰ παράπονα ταῦτα, διεβίβασα αὐτὰ εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως ἐξετάσῃ, καὶ μοὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα. Ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν ἡ ἔκθεσις τοῦ Νομάρχου ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ λάβω τὰ δέοντα μέτρα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔμποροι Λίμνης δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσιν, ὅπως διὰ νόμου ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸν λιμένα Λίμνης ἐμπορεύματα. Ὁ γεωπόνος Γεώργιος Δέρβος ὑποβάλλει ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ διορισμοῦ αὐτοῦ ἔν τινι τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν.
§14Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωστὸν εἶναι, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον, ὅπως διορισθῇ τις, ἀπαιτοῦνται προσόντα. Ἐὰν ὁ κύριος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, ἔχῃ τὰ προσόντα, τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα, οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία πρὸς διορισμὸν αὐτοῦ, καθόσον μάλιστα ὑπάρχει καὶ μία θέσις γεωπόνου κενή, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω γεωπόνον ἔχοντα τὰ προσόντα ταῦτα. Ἐὰν λοιπὸν οὗτος ἔχῃ τὰ προσόντα ταῦτα, θὰ ᾖμαι εὐτυχής, προβαίνων εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ.
§16Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ νέος εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Γεωργικῆς Σχολῆς, τῆς ἐν Ἀθήναις, νομίζω, εἶναι δέ, ὡς ἀντελήφθην καὶ ἐγώ, ἀναγνοὺς πρὸ μηνῶν εἰς Γαλλικὸν γεωπονικὸν σύγγραμμα περὶ τούτου μικρὰν ἔκθεσιν, εὑρέτης τρόπου καταστροφῆς τῶν ἀκρίδων, ὅστις εἶναι ἁπλούστατος, φαίνεται δέ, ὅτι εἶναι καὶ λυσιτελέστατος. Διότι ὁ γεωπόνος οὗτος παρετήρησεν ἀκρίδας ἀρεσκομένας εἰς ὡρισμένον εἶδος τροφῆς πλέον ἢ εἰς πᾶν ἄλλο, καὶ ἐφρόντισε νὰ ἀναμίξῃ δηλητήριον εἰς τὴν τροφὴν ταύτην, καὶ ὅτε ἐδοκίμασεν, εἶδεν ὅτι ἅπασαι αἱ ἀκρίδες, ὅσαι ἔφαγον ἐξ αὐτοῦ, κατεστράφησαν. Τὸ φάρμακον τοῦτο καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος ἐδοκιμάσθη πρακτικῶς, καὶ ὑπὸ τῶν χωρικῶν τῆς Γαλλίας, καὶ ἀπεδείχθη τελεσφόρον. Ἐκ τῆς ἐφευρέσεως ταύτης, ἣν λίαν μετριοφρόνως ὁ νέος ἀνακοινοῖ, μὴ ἰσχυριζόμενος ὅτι ἀνεκάλυψέ τι ἔκτακτον, προήχθη ἀγαθόν τι εἰς τὴν Γεωργίαν· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει ἀφοσίωσιν τοῦ κ. Δέρβου εἰς τὴν Γεωργίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν τὰ προσόντα ὑπάρχωσι, θέλει πράξει ἔργον ὠφέλιμον, χρησιμοποιροῦσα αὐτὸν, εἰ δ’ ἄλλως, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ προσόντα, νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸν εἰς ἄλλην τινὰ γεωργικὴν θέσιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κρεοπῶλαι Καρδίτσης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν σφαζομένων ζώων.
§19Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν κρεοπωλῶν Καρδίτσης συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀναφερόμενα καὶ ἐπιφέρῃ θεραπείαν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κύριος Βοκοτόπουλος κατέθεσεν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀντίτυπον τῆς μελέτης τοῦ μηχανικοῦ Ριβαμπέλλα περὶ κατασκευῆς λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ.
§21Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι καὶ διὰ ψηφίσματος τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἑρμουπόλεως προτείνει ταύτας. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται θέσις τῆς κατασκευασθησομένης Δεξαμενῆς τὸ Πηδάλι, παρὰ τῷ Λοιμοκαθαρτηρίῳ. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ Νεωρείου ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἐν τῷ περιβόλῳ αὐτοῦ κατασκευασθῇ αὕτη, καὶ ἐπειδὴ ἡ κατασκευὴ τῆς Δεξαμενῆς ἐν τῇ θέσει ταύτῃ θὰ κοστίσῃ, ὡς λέγουσιν, ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν ὀλιγώτερον, ἐκτὸς δὲ τούτου, τὰ καθαριζόμενα ἀτμόπλοια εὐχερέστερον θέλουσι κάμνει καὶ οἱανδήποτε ἄλλην ἐπισκευὴν, διότι εἶναι πλησίον τὸ ἐργοστάσιον, διὰ ταῦτα παρακαλῶ, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ θέσις αὕτη, ἐὰν ἐκ τούτου δὲν κινδυνεύῃ ἡ πραγματοποίησις τοῦ ἔργου, ὅπερ πληροῖ διακαῆ πόθον τῆς νήσου μας. Νομίζω πρὸς τούτοις συμφέρον καὶ δίκαιον, ἀφοῦ ὁ δῆμος καὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον θὰ ἐγγυηθῶσι, καὶ θὰ καταβάλωσιν ἴσως καὶ τὴν ἐγγύησιν, νὰ ὁρισθῇ ἡ διάρκεια τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἵνα ἡ Δεξαμενὴ περιέρχηται, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, πρὸς ἐκμετάλλευσιν εἰς τοὺς ἐγγυητὰς ἢ τοὺς καταβαλόντας τὴν ἐγγύησιν. Ἐπειδὴ δὲ θὰ ἐγγυηθῇ ἢ θὰ καταβάλῃ τὴν ἐγγύησιν ὁ δῆμος, εἶναι νόμιμον καὶ λογικὸν, ὅπως ὁ δῆμος διὰ τῶν ὀργάνων του ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ πραγματικοῦ ἐλέγχου καὶ ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς. Ἐπίσης πρέπει νὰ καθορισθῇ ὁ φόρος ὁ λιμενικὸς, ὅστις θὰ ἐπιβληθῇ, διότι τὸ νομοσχέδιον εἰς ἀμφότερα τὰ ἄρθρα, ἐν οἷς ποιεῖται λόγον περὶ αὐτοῦ, δὲν διευκρινίζει τοῦτο. Ἐπίσης, ἐπειδὴ διὰ τοῦ πρὸ τριετίας ψηφισθέντος νόμου περὶ κατασκευῆς τῆς ἐν λόγῳ Δεξαμενῆς ὁ δῆμος ἀπέκτησε δικαιώματά τινα, νομίζω δίκαιον καὶ νόμιμον, νὰ μὴ χάσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα πρὸ τῆς ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν τῆς ἐνεργηθησομένης μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δημοπρασίας. Ἐπίσης παρακαλῶ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἤθελε διατάξει νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς, νὰ δύνηται ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως νὰ προκηρύσσῃ τοιοῦτον συναγωνισμόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἀπὸ 14ου, ὅπως ἦτο προχθές, ἀνεγράφη ἤδη 18ον.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποβάλετε πρότασιν ἐγγράφως.
§23Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐν τέλει δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸν καὶ τὸ δημόσιον Ταμεῖον διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Δεξαμενῆς ταύτης.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐδωδιμοπῶλαι, πωληταὶ οἰνοπνευμάτων, ὑποδηματοποιοὶ, οἰνοπῶλαι κλπ. τῆς πόλεως Κυπαρισσίας δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ συνταχθέντος φορολογικοῦ καταλόγου ἐπιτηδευμάτων.
§25ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Εἶναι ὁ δεύτερος κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος προσβάλλεται. Κατηρτίσθησαν οἱ κατάλογοι ἀμφότεραι ὑπὸ τοῦ τότε οἰκονομικοῦ ἐφόρου, χωρὶς παντάπασι νὰ τηρηθῶσιν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, καὶ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ᾼΨΠΗʹ καὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΒΟΕʹ, διότι οὔτε οἱ ἐπιτηδευματίαι συμπεριελήφθησαν κατὰ τὴν κατάρτισιν, οὔτε ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς συνέπραξε κατὰ τὴν ἐκδίκασιν. Ὁ κατάλογος κατηρτίσθη ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, ἄνευ σοβαρᾶς ἐρεύνης, ἀταξία δὲ πλήρης ἐπικρατεῖ ἐν αὐτῷ. Ἐκτὸς τούτου, παραπονοῦνται οἱ αὐτοὶ ἐπιτηδευματίαι, διότι ὑπήχθησαν καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Παραλίας τῆς Κυπαρισσίας, κώμης ἀπεχούσης ἀπ’ αὐτῆς ἀρκετὰ λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ κεχωρισμένης διὰ Β. Διατάγματος, ἀποτελούσης δὲ ἀνεξάρτητον πόλιν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ μὴ ἐχούσης πληθυσμὸν πλέον τῶν 3,000 κατοίκων, εἰς τὸν τελευταῖον νόμον, καὶ ἐκανονίσθησαν αἱ πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1899, ἐνῷ, κατὰ διάταξιν τοῦ νόμου τούτου, οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι πληθυσμὸν πλέον τῶν 3,000 κατοίκων, δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτόν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς προηγουμένως ὑποβληθείσης τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀναφορᾶς αὐτῶν, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι παρανόμως ὑπήχθησαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΦΚΔʹ, ἐνῷ ἡ κώμη Παραλία τῆς Κυπαρισσίας οὐδέποτε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπήχθη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῆς λιανικῆς πωλήσεως τοῦ οἴνου, διότι εἶναι ἀνεξάρτητος, διὰ Β. Διατάγματος, ἐν ἔτει 1893 ἐκδοθέντος, τὸ ὁποῖον δὲν κατηργήθη εἰσέτι, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ κώμη ἐκείνη οὔτε ὡς προάστειον, οὔτε ὡς παρακολούθημα ἄλλης πόλεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τούτου ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βασιλικὴ Εὐαγγέλου Σπανοῦ δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν Βασιλικῆς χάριτος εἰς τὸν σύζυγόν της.
§27Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ θερμῶς.
§28Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κρίνων περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ αὐτὴν καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδιαιτέρως.
§29ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπὶ 22 ἔτη ὁ κατάδικος οὗτος διαμένει ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου, εἶναι δίκαιον νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ χάρις.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ῥεκὸρ τῆς ποινῆς!
§31Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ αὐτήν.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω ἀπάντησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ κ. Σπ. Κουμουνδούρου περὶ τῶν ὁδῶν Μεσσήνης. Ἐπίσης ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ρικάκη περὶ τοῦ ἀστυνόμου Λαμίας κ. Μπαρμπάνου. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Κριεμάδη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ διαστρώματος τῆς γεφύρας Ἁγίας Μονῆς. Ἐπίσης ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς συστάσεως ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σταυροπούλου αἰτήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν ἐνταῦθα πλανοδίων ἐμπόρων περὶ ἀκωλύτου ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λιμένος Βόλου λιμενικοῦ φόρου καὶ ἐπὶ τοῦ δήμου Νηλείας. Ἐπίσης ἕτερον νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου περὶ χορηγίας τῇ Ἑταιρείᾳ ταύτῃ δραχ. 3,000,000. Καθῆκόν μου δὲ θεωρῶ, ἵνα δι’ ὀλίγων λέξεων ἐξηγήσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐσχηματίσθη κατὰ τὸ 1882 μὲ κεφάλαιον μετοχικὸν 40,000,000, ἀνέλαβε δὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Κορίνθου–Πατρῶν καὶ Κορίνθου–Ναυπλίου–Μύλων. Ἀτυχῶς τὸ μετοχικὸν αὐτὸ κεφάλαιον δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Ἑταιρεία· εὑρέθη δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιορίσῃ τὸ μετοχικόν της κεφάλαιον ἀπὸ 40,000,000 εἰς 25,300,000 δραχμάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ, καθόσον ἔμειναν ἀδιάθετοι 27,000 μετοχαί, ἀντιστοιχοῦσαι πρὸς ποσὸν 5,940,000 δραχμῶν. Εὑρέθη λοιπὸν ἠναγκασμένη ἡ Ἑταιρεία, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβε, νὰ προβῇ εἰς σύναψιν ἐξωτερικοῦ δανείου 286,000 λιρῶν, μὲ τόκον 6% καὶ χρεωλύσιον 1%, καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 83%. Ἑπομένως ἐκ τῶν 286,000 λιρῶν ἔλαβε μόνον 237,382...
§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμιλεῖτε διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια;
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξιστορῶ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑταιρείας ταύτης, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ 1882, ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ σύμβασις, καὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Ἑταιρεία, μὴ πραγματοποιηθέντος ὅλου τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, νὰ προβῇ εἰς δάνειον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Ἀλλὰ, μὲ ὅλον τὸ δάνειον τῶν 286,000 λιρῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της· ἠναγκάσθη δὲ νὰ προβῇ εἰς ἕτερον δάνειον, μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, δραχμῶν 1,800,000. Διὰ τῶν ποσῶν τούτων, τοῦ δανείου τουτέστι τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τοῦ συνομολογηθέντος τῇ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως, κατωρθώθη ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου. Ἀλλὰ πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ἐργολάβων, τῶν ἀναλαβόντων τὴν κατασκευὴν ταύτην, ἠναγκάσθη ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς, καὶ προσέτι νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐργολάβους 12,000 μετοχὰς ἐκ τῶν 27,000, αἱ ὁποῖαι εἶχον μείνει ἀδιάθετοι. Κατὰ τὸ 1889 ἡ Ἑταιρεία, ἐνθαρρυνθεῖσα ἐκ τῶν καλῶν ἀποτελεσμάτων, ἅπερ ἡ ἐκμετάλλευσις κατ’ ἀρχὴν ἔδιδε, καὶ ἐκ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας εἶχε, περὶ βελτιώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, προέβη εἰς ἕτερον δάνειον 240,000 λιρῶν, δι’ ὧν ἐξηγόρασεν ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους τὸν σιδηρόδρομον Πατρῶν–Πύργου, ἐξώφλησε τὸ δάνειον τῶν 1,800,000, τὸ ὁποῖον εἶχε συνάψει μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων, ἐπαναλέγω, ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς ἐργολάβους, πρὸς οὓς εἶχεν ἐκχωρήσει τὸν σιδηρόδρομον Πατρῶν–Πύργου, 4,250,000 πρὸς ἐξαγορὰν αὐτοῦ, ἐξώφλησε τὸ δάνειον τῶν 1,800,000 καὶ ἀπεπεράτωσε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου. Ἑπομένως τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀνῆλθον, εἰς 286,000 λίρας τὸ πρῶτον, καὶ 240,000 λίρας τὸ δεύτερον...
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνήρχοντο λοιπὸν εἰς 526,000 λίρας. Κατέβαλλον καὶ χρεωλύσιον αὐτά;
§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν: τὸ πρῶτον, τῶν 286,000 λιρῶν, μὲ τόκον 6% καὶ χρεωλύσιον 1%, τὸ δεύτερον, τῶν 240,000 λιρῶν, μὲ τόκον 5% καὶ χρεωλύσιον 1%. Εἰς τοιαύτην εὑρίσκετο κατάστασιν ἡ Ἑταιρεία, ὅτε ἀνέλαβε τὴν παραχώρησιν τῶν γραμμῶν Πύργου–Ὀλυμπίων καὶ Καβάσιλα–Κυλλήνης–Λουτρῶν Κυλλήνης καὶ τὴν παραχώρησιν τῶν λουτρῶν Κυλλήνης, δι’ ὧν ἤλπιζε ν’ αὐξήσῃ τὴν κίνησιν ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων, ἐκ δὲ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν λουτρῶν Κυλλήνης νὰ προσπορισθῇ ὠφελείας καὶ αὔξησιν τῶν εἰσπράξεών της ἐν γένει, καὶ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς ἐσωτερικὸν δάνειον δραχ. 6,000,000· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τρίτον δάνειον, ὅπερ ἡ Ἑταιρεία συνῆψε· συνήφθη δὲ τοῦτο μὲ τόκον 5%, καὶ 1½% χρεωλύσιον, πρὸς 90%. Ἡ Ἑταιρεία ἀνέλαβε τὰς γραμμάς, περὶ ὧν ἐμνήσθην, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν γραμμῶν τούτων ἤθελεν ἀποδώσει 9,000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον. Δυστυχῶς αἱ ἐλπίδες αὗται διεψεύσθησαν, διότι μόλις ἀπέδωκε 3,500 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, δηλαδὴ ποσόν, ὅπερ ἀφῆκεν ἔλλειμμα ἐκ τῶν ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου δρ. 600,000, πληρωνόμενον ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἄλλων γραμμῶν. Κατὰ τὸ 1892 παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἡ γραμμὴ Μύλων–Καλκμῶν, καὶ πρὸς κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης ἡ Ἑταιρεία προέβη εἰς ἔκδοσιν προνομιούχων μετοχῶν ἀξίας 200,000 λιρῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 200,000 λιρῶν ἐπραγματοποιήθησαν μόνον 120,000, καὶ ἔμειναν ἀδιάθετοι αἱ ἕτεραι 80,000. Δυστυχῶς δὲ, κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐπῆλθεν ἡ κρίσις τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐν ᾗ ἡ Ἑταιρεία εἶχε καταθέσει 2,150,000 δραχμὰς, αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπωλέσθησαν, καθόσον ἡ Ἑταιρεία ἔλαβεν, ἀπέναντι τῆς καταθέσεως ταύτης τοῦ κεφαλαίου της, ἀξίας τινὰς καὶ κτήματά τινα, τὰ ὁποῖα ὀλίγα μέχρι τοῦδε ἀπέφεραν εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἠναγκάσθη λοιπὸν, ἀπέναντι τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν γραμμῶν τούτων, πρὸς πληρωμὴν κυρίως τῶν χρεωλυσίων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, νὰ προβῇ εἰς προσωρινὰ δάνεια. Τοιαῦτα δὲ συνωμολογήθησαν δύο, ὧν τὸ πρῶτον ἐκ 12,000, τὸ δ’ ἕτερον ἐξ 20,000 λιρῶν· ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν προσωρινῶν τούτων δανείων ἀνῆλθεν εἰς 32,000 λίρας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἑταιρεία ἠδυνήθη ν’ ἀποδώσῃ ἀργότερον 4,960 λίρας. Ὥστε βλέπετε, ὅτι μένουσιν εἰς βάρος τῆς Ἑταιρείας καὶ 27,040 λίραι ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων· διότι, ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τῶν 32,000 λιρῶν αἱ 4,960, αἵτινες ἀπεδόθησαν, μένουσι 27,040. Κατὰ τὸ 1894 ἡ Ἑταιρεία ἠναγκάσθη, ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκετο, νὰ ζητήσῃ περιορισμὸν τοῦ τόκου ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν αὐτῆς· ὅπερ καὶ ἐπέτυχεν. Ἐπέτυχε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, καὶ ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου μέχρι τοῦ 1899. Περιωρίσθη τότε ὁ τόκος ἀπὸ 6% εἰς 4½%, ἐπὶ τοῦ πρώτου δανείου, τῶν 286,000 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι δι’ ἀποσβέσεως εἶχον περιορισθῆ εἰς 255,000 λίρας. Ἐπέτυχεν, ἵνα καὶ ὁ τόκος τοῦ δανείου τούτου περιορισθῇ εἰς 4½%, καὶ τὸ χρεωλύσιον εἰς ⅜%. Ἐτακτοποίησε προσέτι τὰς πραγματοποιηθείσας προνομιούχους μετοχὰς, ἀξίας λιρῶν 120,000, μετατραπείσας εἰς δάνειον ἴσου ποσοῦ, μὲ τόκον 3% ἀντὶ 5%. Τὸ ἐσωτερικὸν δάνειον, ὅπερ, ὡς εἶπον, εἶχε συνάψει ἡ Ἑταιρεία, τῶν 6,000,000 δραχμῶν ἐτακτοποιήθη ἐπίσης, περιορισθέντος τοῦ τόκου αὐτοῦ εἰς 3½%, ἀντὶ 5%, καὶ τοῦ χρεωλυσίου εἰς ½%. Δὲν κατέστη ὅμως δυνατὴ ἡ τακτοποίησις τοῦ δανείου τῶν 240,000 λιρῶν, ἤτοι τοῦ δευτέρου ἐξωτερικοῦ δανείου, ὅπερ αὕτη εἶχε συνάψει, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πληρώνει τόκον 5%. Ἐν τούτοις ἡ Ἑταιρεία, ὑποχρεωμένη οὖσα νὰ τελειώσῃ τὴν γραμμὴν Μύλων–Καλαμῶν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς τὴν μετατροπὴν τῆς συμβάσεως. Ἡ μετατροπὴ αὕτη τῇ παρεχωρήθη, καὶ ἐνεκρίθη δάνειον 2,600,000 δραχ. πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς ταύτης· ἐδόθη δὲ ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου τούτου ἓν μέρος τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία θὰ εἶχεν ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τουτέστιν ἐκ τοῦ μεριδίου αὐτῆς ἐπὶ τῶν κερδῶν. 4/6 εἶναι προωρισμένα πρὸς κάλυψιν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τούτου, τὸ δὲ ὑπόλοιπον, καθ’ ὅσον ὑπάρχει τοιοῦτον, προκαταβάλλεται ἐκ τοῦ μεριδίου τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Κράτος. Δυστυχῶς, Κύριοι, δὲν ἐτελείωσαν ἕως ἐδῶ τὰ βάσανα τῆς Ἑταιρείας, διότι ἐπῆλθε διακοπὴ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐγκατελείφθη τὸ τμῆμα Τριπόλεως–Διαβολιτσίου διὰ χρονικὸν διάστημα πενταετίας. Γινώσκετε δὲ, ὅτι ἡ πρώτη Ἑταιρεία, ἥτις ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, εἶχε προβῆ εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα, ἐγκαταλειφθέντα ἐπὶ 5 ἔτη, ἔφεραν αὔξησιν δαπανῶν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ Ἑταιρεία ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ πολλὰ ἐξασφαλιστικὰ ἔργα τῆς γραμμῆς, καὶ πολλὰ συμπληρωτικὰ διὰ τὰς συμβάσας καταπτώσεις καὶ καθιζήσεις, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τούτων ὅλων ἦτο, ὅτι πολλαὶ δαπάναι ἐπεβάρυναν τὴν Ἑταιρείαν. Αἱ δαπάναι δ’ αὗται δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 470,000 δραχμάς. Ἐν ᾧ δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας, ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τοῦ συναλλάγματος ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ μεγάλη αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων. Ἐκ τῶν λόγων δὲ τούτων, τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων καὶ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, καὶ ἐκ τῆς ἐνσκηψάσης καταστροφῆς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἡ Ἑταιρεία ἔχει ἔλλειμμα τὸ τρέχον ἔτος 300,000 δραχμῶν. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ἐλλείμματος τούτου τῶν 300,000 δραχμῶν, ἔχει καὶ τὸ ἔλλειμμα, ὡς ἤδη εἶπον, τῶν 470,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε πρὸς ἐξασφαλιστικὰ ἔργα τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτήν. Ἡ κατάστασις λοιπὸν, Κύριοι, τῆς Ἑταιρείας εἶναι ἡ ἑξῆς. Χρεωστεῖ κατ’ ἔτος 55,000 περίπου λίρας πρὸς καταβολὴν τῶν τόκων τῶν δανείων της καὶ πρὸς ἀγορὰν 15,000 ὡς ἔγγιστα τόννων γαιανθράκων. Κύριοι, ἐὰν ἐπισκοπήσωμεν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν φθάσει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα· ὅτι λόγοι κύριοι τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Ἑταιρείας εἶναι πρωτίστως ἡ μὴ καταβολὴ τοῦ ὅλου μετοχικοῦ κεφαλαίου, εἶναι τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, τὰ ὑπὸ ὅρους πολὺ βαρεῖς συναφθέντα, εἶναι ἡ ἀπώλεια οὐκ ὀλίγου χρήματος ὡς ἐκ τῆς πτωχεύσεως τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Εἰς ταῦτα προστίθενται ἡ ὑπερτίμησις τῶν γαιανθράκων καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τῶν μεγάλων τόκων, τοὺς ὁποίους ἡ Ἑταιρεία πρέπει νὰ καταβάλῃ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἠναγκασμένη νὰ καταβάλῃ πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων, βαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν οὖσα ἡ Ἑταιρεία, ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρέστησεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς θέσιν, ἥτις ἐπιβάλλει νὰ ληφθῶσι μέτρα σύντονα. Ἡ λῆψις μέτρου πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνέφερα ὑμῖν, ἀνέρχεται εἰς 770,000 δραχμὰς, βεβαίως δὲν ἤθελε σώσει τὴν Ἑταιρείαν, διότι βαρύνεται ἡ Ἑταιρεία μὲ κυμαινόμενα χρέη, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 1,700,000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιλαμβάνονται τὰ κυμαινόμενα χρέη τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τοιαῦτα. Ἐν ὅσῳ δὲ δὲν τακτοποιηθῶσι τὰ κυμαινόμενα ταῦτα χρέη, ἐν ὅσῳ δὲν δοθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ μέσον νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρόντος ἔτους, ἐν ὅσῳ δὲν τεθῇ ἡ Ἑταιρεία εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ μερικὰ ἔργα ἀναπόφευκτα, ἐν ὅσῳ δὲν δυνηθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει εἰς χεῖράς της τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον κινήσεως, δὲν πράττομεν τίποτε. Οὐδὲν θέλομεν πράξει, περιοριζόμενοι εἰς τὰ ἡμίμετρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπιτρέψει εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐπί τινα χρόνον νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἤθελον σώσει αὐτὴν ἐκ βεβαίου ὀλέθρου. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ τὸ Κράτος τὴν μεγαλειτέραν ἴσως Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν ἔκθετον εἰς καταστροφήν; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ τὸ Κράτος Ἑταιρείαν, ἧς ἡ ὕπαρξις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου; Εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν τοσαῦτα ἐνέχονται Ἑλληνικὰ κεφάλαια, καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως οἱ πιστωταὶ ἐξασκήσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς σχετίζονται μὲ τὰς καλλιτέρας γραμμὰς τῆς Ἑταιρείας; Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ ἡ Βουλή, ὅτι διὰ μὲν τὸ πρῶτον δάνειον οἱ δανεισταὶ ἔχουσιν ὑποθήκην ἐπὶ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πατρῶν, διὰ δὲ τὸ δεύτερον, τὸ τῶν 240,000 λιρῶν, ἔχουσιν ὑποθήκην ἐπὶ τῆς γραμμῆς Πατρῶν–Πύργου, δηλαδὴ τῶν δύο μόνων, μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον, προσοδοφόρων γραμμῶν τῆς Ἑταιρείας. Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία ἐγκαταλειφθῇ, καὶ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς πτώχευσιν, ἐννοεῖται ὅτι οἱ δανεισταὶ θὰ ἐξασκήσωσι τὰ ἑαυτῶν δικαιώματα· ἐὰν δ’ ἐξασκήσωσι τὰ ἑαυτῶν δικαιώματα, τρέχομεν ἴσως τὸν κίνδυνον νὰ πέσῃ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀγόνων γραμμῶν· καὶ τοιαῦται ἄγονοι γραμμαὶ εἶναι αἱ γραμμαὶ Κυλλήνης, Διακοφτοῦ– Καλαβρύτων, Πύργου–Ὀλυμπίας, καὶ μέχρι τινὸς, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ γραμμὴ Μύλων– Καλαμῶν, καὶ ἡ γραμμὴ Μύλων–Καλαμῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι, τῶν ὁποίων τὴν σπουδαιότητα εἶμαι βέβαιος, ὅτι κατανοεῖ ἡ Βουλὴ ἅπασα, ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δι’ ἑνὸς δανείου τριῶν ἑκατομμυρίων, χορηγουμένου αὐτῇ εἰς τρεῖς ἐνιαυσίας δόσεις, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῶν δυσκολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, θὰ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ κυμαινόμενα αὐτῆς χρέη, θὰ ἠδύνατο νὰ σχηματίσῃ κεφάλαιον κινήσεως τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ 500,000 δραχμὰς πρὸς ἀγορὰν τριῶν ἀτμαμαξῶν καὶ 40 βαγονίων δι’ ἐμπορεύματα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, πρὸς καλὴν τῶν γραμμῶν τῆς ἐκμετάλλευσιν, θὰ ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει διὰ τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων ἀξίας δραχ. 100,000, θὰ ἠδύνατο νὰ οἰκοδομήσῃ τὸ ἐργοστάσιον, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην, ἐν Τριπόλει, θὰ ἠδύνατο δὲ νὰ βελτιώσῃ καὶ τοὺς σταθμοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν Πατρῶν. Ἀλλ’ ἂν τὸ Δημόσιον προβῇ εἰς θυσίαν τοιαύτην, πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἐλπίδα, ὅτι θέλει δυνηθῆ ἡμέραν τινὰ νὰ ἀπολαύσῃ τι· πρέπει βεβαίως νὰ ἀποβλέψῃ κυρίως εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ἄμεσον, τουτέστιν εἰς τὸ νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ τῆς Ἑταιρείας κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν ἐλπίδα, ὅτι πράγματι καὶ ὁριστικῶς θ’ ἀνορθωθῶσι τὰ κατ’ αὐτήν· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ οἱ ὅροι τῆς πρώτης συμβάσεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑταιρείας πρέπει νὰ βελτιωθῶσιν. Ὡς γινώσκετε, δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἑταιρείας, ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου 7%· τὸ 7% τοῦτο εἶναι Cumulatif· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἂν τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς χρήσεως δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ καλυφθῇ τὸ 7%, πιστοῦται ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία, ὀψέποτε ἤθελον βελτιωθῆ τὰ κατ’ αὐτὴν, θέλει λαμβάνει τὸ 7% ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς καταβολῆς τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου. Σήμερον δὲ ἡ πίστωσις αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων περίπου. Μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν εἴκοσι τούτων ἑκατομμυρίων δικαιοῦται τὸ Κράτος, δυνάμει τῆς συμβάσεως, νὰ διανείμῃ τὰ κέρδη μετὰ τῆς Ἑταιρείας, λαμβάνον τὸ ἥμισυ αὐτῶν. Πρῶτος λοιπὸν ὅρος, τὸν ὁποῖον ἔθεσα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, εἶναι, νὰ ἀπαλείψωμεν τὰ εἴκοσι ταῦτα ἑκατομμύρια. Τὰ εἴκοσι ταῦτα ἑκατομμύρια ἀποτελοῦσι διὰ τὴν Ἑταιρείαν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως σώσῃ αὐτὴν, νομίζω ὅτι πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ ἔχῃ ἐλπίδα τινὰ τοῦ μέλλοντος. Δεύτερον, ἡ Ἑταιρεία δικαιοῦται, δυνάμει τῆς συμβάσεως, πρὸ πάσης διανομῆς κερδῶν, νὰ προαφαιρέσῃ 7% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, δηλαδὴ ἐπὶ κεφαλαίου 20,300,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο περιωρίσθη, καθ’ ἣν στιγμὴν προῆλθεν ἡ Ἑταιρεία εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτῆς πρὸς περιορισμὸν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων της, περιωρίσθη, λέγω, τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον ἀπὸ 20,300,000 δραχ. εἰς 12,000,000. Δευτέρα λοιπὸν ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, εἶναι, ὅπως τὸ περιωρισμένον τοῦτο μετοχικὸν κεφάλαιον κανονίσῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ Δημοσίου ἐν τῷ μέλλοντι. Ἔχομεν δικαίωμα, πιστεύω, νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι παρερχομένων τῶν λόγων, οἵτινες ἐπέφεραν τὴν κρίσιν, παρερχομένης τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, περιοριζομένης τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ὑποτιμωμένων τῶν γαιανθράκων, δὲν θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἐλλείμματα. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Ἁπανταχοῦ οἱ Σιδηρόδρομοι, ἀφοῦ διῆλθον ἐποχὰς δυσκόλους, κατόπιν, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, τῆς γεωργίας κλπ., εἶδον τὴν κατάστασιν αὑτῶν βελτιουμένην. Ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ. Τότε τὸ Δημόσιον, μὴ ἔχον πλέον τὴν ὀφειλὴν τῶν 20,300,000, ἔχον ἀπέναντι αὑτοῦ μεταλλικὸν κεφάλαιον περιωρισμένον ἀπὸ 20,300,000 εἰς 12,000,000, δικαιούμενον νὰ διανείμῃ πᾶν κέρδος, πραγματοποιούμενον ἐν τῇ χρήσει, χωρὶς νὰ ἔχῃ ποτὲ τὸ δικαίωμα ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀξιώσῃ τόκους διὰ τὰ ἔτη, ἅτινα δὲν ἀφῆκαν κέρδη, θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τούς τε ὀφειλομένους αὐτῷ τόκους καὶ μέρος τῶν κερδῶν. Ἀλλὰ καὶ τρίτην παραχώρησιν ἐζήτησα παρὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἠξίωσα, ὅπως ὁ τόκος, ὃν δικαιοῦται λαμβάνειν διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, περιορισθῇ ἀπὸ 7% εἰς 5%. Αὗται εἶναι αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία συνήνεσε νὰ κάμῃ ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 3,000,000, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θέλει κάμει εἰς τὴν Ἑταιρείαν, εἰς τρεῖς ἐτησίας δόσεις. Τώρα μένει νὰ ἐξηγήσω, τί θὰ λάβῃ τὸ Κράτος ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δανείου. Τὸ Κράτος, μέχρις ἀποπληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου τοῦ δανείου, θέλει λαμβάνει 50% ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ταῦτα. Ἂν τυχὸν τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας ἦναι τοιαῦτα, ὥστε 30% αὐτῶν νὰ ἀρκῶσι πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου, θέλει περιορισθῆ τὸ μέρος, εἰς ὃ δικαιοῦται τὸ Κράτος, εἰς 30%, αὐξανόμενον καθ’ ὅσον ἡ αὔξησις εἶναι ἀναγκαία πρὸς κάλυψιν τῶν 180,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον ὑποβάλλεται τὸ Κράτος, ἂν δὲν ἔχῃ λαμβάνειν ἐκ προγενεστέρων ἐτῶν διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον τοῦ δανείου.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Ἑταιρία;
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν τὸ Κράτος δὲν ἔχῃ λαμβάνειν διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κάμνει, τότε θὰ λαμβάνῃ μόνον 30%. Ἐν ὅσῳ ἐκ παλαιῶν χρήσεων χρεωστεῖταί τι εἰς τὸ Κράτος, θὰ λαμβάνῃ 50%, καὶ τὰ ἕτερα 50% θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς συμβάσεως, Κύριοι. Μένει μόνον νὰ εἴπω, πῶς ἐσκέφθημεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς εἶπον, πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς τρεῖς ἐτησίας δόσεις. Ἐσκέφθημεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἑκάστου τῶν τριῶν μελλόντων ἐτῶν, τοῦ 1901, 1902 καὶ 1903, τὸ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου...
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1900; ἢ ἀπὸ τοῦ 1901;
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 1901, 1902 καὶ 1903 ... Ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιτρέπει, ἵνα τὸ Κράτος προβῇ εἰς τὴν θυσίαν ταύτην τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐὰν ὅμως αἱ ἐλπίδες ἡμῶν διαψευσθῶσι, τότε βεβαίως τὸ Κράτος θέλει προβῆ εἰς τὴν παροχὴν τῆς ἐγγυήσεώς του διὰ τὴν παροχὴν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν χρῆσιν, καθ’ ἣν ἡ διάψευσις τῶν ἐλπίδων ἡμῶν ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ δώσωμεν τὴν ἐγγύησίν μας, ἀλλ’ ὅτι θέλομεν δυνηθῆ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ νὰ ἀρυσθῶμεν τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ τοῦτο ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη, ὅπως ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν δυσκολιῶν αὑτῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εὐκρινῶς ἐξήγησα τὰ τῆς ὑποβαλλομένης συμβάσεως. Ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ μελετήσητε τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία θέλει μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὴν ἐκθέσεως τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ ὅταν αὕτη ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκφέρητε τὴν γνώμην ὑμῶν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου ζητήματος, εἰς ὃ αὕτη ἀποβλέπει.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια μετὰ τῆς συμβάσεως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60–61.)
§42Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Γνωρίζομεν πάντες, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κύριον μέλημα πάσης Κυβερνήσεως εἶναι ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως τῆς χώρας. Ἡ μέριμνα αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, εἴτε διὰ κίνδυνον ἐξ ἐξωτερικῆς ἐπιθέσεως προερχόμενον, εἴτε διὰ κίνδυνον ἐξ ἐσωτερικῆς ἐπιθέσεως. Δι’ αὐτὸ εἰς τὰς Κυβερνήσεις παρέχεται μία Διοίκησις, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἐκ πλείστων ὀργάνων, Διοίκησις ὑποτεταγμένη τυφλῶς, Διοίκησις ἡ ὁποία ὑπείκει εἰς αὐτὴν μετὰ πειθαρχίας μείζονος παρὰ αὐτοὶ οὗτοι οἱ στρατιῶται εἰς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ εἰς τὰς Κυβερνήσεις παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως αὐτῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας. Δι’ αὐτὸ εἰς τὰς Κυβερνήσεις παρέχεται ἡ ἰσχὺς νόμων δρακοντείων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος τούτου πᾶσα Κυβέρνησις, προκειμένου μὲν περὶ ἀποκρούσεως κινδύνων προερχομένων ἔξωθεν, ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον, καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ τηρῇ τὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, διὰ κίνδυνον δὲ προερχόμενον ἐξ ἐσωτερικῆς ἐξεγέρσεως ἔχει τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν, νὰ τηρῇ τοὺς ἐγχωρίους νόμους. Ἀλλὰ καὶ τὸ διεθνὲς δίκαιον καὶ οἱ ἐγχώριοι νόμοι ἐνέχουσι τὸ πνεῦμα τῆς τηρήσεως τῶν ἀρχῶν τῆς φιλανθρωπίας. Φειδὼ περὶ τὴν χύσιν τοῦ αἵματος συνιστῶσιν αἱ ἀρχαὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, φειδὼ περὶ τὴν χύσιν τοῦ αἵματος συνιστῶσι καὶ οἱ ἐγχώριοι πάσης πεπολιτισμένης Πολιτείας νόμοι· φειδὼ περὶ τὴν θυσίαν τῶν ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων συνιστῶσι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Καὶ κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρουσιν αἱ πεπολιτισμέναι Πολιτεῖαι ἀπὸ τὰ δεσποτικὰ Κράτη, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων αἱ ἀρχαὶ τῆς φιλανθρωπίας, αἱ ἀρχαὶ τῆς ἠθικῆς εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσιν, ἐνῷ εἰς τὰ βάρβαρα Κράτη πολλάκις οὐδὲ οἱ νόμοι λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ οὐδαμῶς αἱ ἀρχαὶ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἠθικῆς λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν τοῦ κόσμου· καὶ καυχώμεθα διὰ τοῦτο. Εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν συγκαταλέγηται μεταξὺ τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν, συγκαταλέγεται οὐχὶ διότι ἀπαρεγκλίτως ἐτηρήθησαν αἱ ἀρχαὶ αὗται, ἤτοι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, τηρουμένων τῶν ἀρχῶν τῆς ἠθικῆς, τηρουμένων τῶν ἀρχῶν τῆς φιλανθρωπίας, συγκαταλέγεται διότι ἐκπροσωπεῖ ἕνα τῶν εὐγενεστέρων ἱστορικῶς λαῶν τῆς ὑφηλίου. Καὶ ἤθελεν εἶσθαι ὄντως παράδοξον, Πολιτεία λαοῦ δημιουργήσαντος τὸν πολιτισμὸν τὸν εὐρωπαϊκὸν, καὶ εἰσαγαγόντος αὐτὸν παρ’ ὅλοις τοῖς πεπολιτισμένοις λαοῖς, νὰ θεωρῆται Πολιτεία βάρβαρος. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μέχρι πρὸ ὀλίγου χρόνου οὐδενὶ ἐπετρέπετο νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ὡς εὐνομουμένης· διότι ὁμολογουμένως, ἂν μὴ ἐτηρήθησαν ἀπαρεγκλίτως αἱ ἀρχαὶ τῆς ἠθικῆς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἐτηρήθησαν ὅμως ἀπαρεγκλίτως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αἱ ἀρχαὶ τῆς φιλανθρωπίας. Ἐπιεικείας πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀείποτε ἐπρυτάνευσεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων παρ’ ἡμῖν. Πρᾶξις ὅμως, κύριοι Βουλευταί, αἱματηρά, πρᾶξις ἐκτελεσθεῖσα κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, κατέστησεν ἀμφίβολον, ἂν πρέπει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ θεωρῆται Κράτος εὐνομούμενον, ἢ Κράτος δεσποτικόν· διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ἐγχωρίων νόμων κατὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην δὲν ἐπρυτάνευσε τὸ πνεῦμα τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πρυτανεύσῃ. Γνωρίζετε τὴν πρᾶξιν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, γνωρίζετε τὸ δρᾶμα, τὸ ὁποῖον ἐπαίχθη εἰς τὰς φάραγγας τοῦ Ταϋγέτου, γνωρίζετε ὅτι ἐφονεύθη εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὁ ταγματάρχης Φικιώρης. Ἦτο ληστής τις, θύσας καὶ ἀπολέσας; Ἦτο κακοῦργός τις, διαφθείρας παρθένους, ἀτιμάσας γυναῖκας, ἀνασκολοπίσας ἄνδρας, πυρπολήσας χωρία, καταστρέψας οἰκογενείας; Ἦτο ὁ Φικιώρης ληστὴς ἐπικεκηρυγμένος, καταδιωκόμενος ἀπὸ ἐτῶν, ἀσύλληπτος, καὶ συντυχὼν τῷ στρατῷ ἔπεσεν, ὡς ὤφειλε νὰ πέσῃ; Τί ἦτο ὁ Φικιώρης; Εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅστις, ἀγανακτῶν διὰ τὴν ταπείνωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ πατρὶς ἡμῶν, ἀγανακτῶν, ὡς ἠγανακτήσαμεν πάντες, ὡς ἐπονέσαμεν πάντες, ὡς πονοῦμεν πάντες οἱ Ἕλληνες, καὶ ἐκφραζόμενος μετὰ μείζονος ἐντάσεως ἢ πάντες οἱ πονοῦντες, μετὰ παραφορᾶς ἴσως, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς παρεφέρθη εἰς πράξεις ἀξιοποίνους, αἵτινες ἀναμφιβόλως παρέχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίς ἦτο ὁ ἀναποδράστως ἐπικείμενος κίνδυνος κατὰ τῆς Πολιτείας ἢ κατὰ τῆς τάξεως, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν θανατικῆς ποινῆς κατ’ αὐτοῦ ἄνευ ἀπολογίας; Ἦτο ὁ Φικιώρης Κατιλίνας τις, καὶ ἤρχετο ἐπὶ κεφαλῆς συνταγμάτων καὶ ταξιαρχιῶν καὶ μεραρχιῶν, ἵνα καταλύσῃ τὸ πολίτευμα, ἵνα καταλύσῃ τὴν Πολιτείαν; Κύριοι, ἐκ τῆς γνώσεως τῶν ἱστορικῶν περιστατικῶν τοῦ δράματος ἐκείνου οὐδεὶς ἀπολύτως Ἕλλην ἐπίστευσεν οὐδὲ πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐπεκρέματό που κίνδυνός τις κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως, κίνδυνός τις κατὰ τῆς Πολιτείας, καὶ μάλιστα ἐκ τῆς ἀφηγήσεως τῶν γεγονότων τούτων, ὡς ἐγένετο ἡ ἀφήγησις ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐμπνεομένων...
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίων ἐφημερίδων;
§44Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ φίλα φρονοῦσαι τῇ Κυβερνήσει ἐφημερίδες, αἱ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνουσαι τὰς ἐμπνεύσεις αὑτῶν.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεμία ἀπολύτως.
§46Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς Πολιτείας, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, χαρακτῆρες εὐερέθιστοι, παράφοροι, ἀνεφάνησαν ἀλλ’ οὐδεμία Πολιτεία, οὐδεμία Κυβέρνησις ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐπικρεμάμενον κίνδυνον κατὰ τῆς Πολιτείας τὸ φάσμα μιᾶς πράξεως ἐγκληματικῆς. Εἰς ἄλλα Κράτη ἀνεφάνησαν κίνδυνοι ὄντως σοβαροί. Ἔχομεν τὸ περιστατικὸν τοῦ στρατηγοῦ Μαλὲ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1812, ὅτε, κρατούμενος εἰς τὰς φυλακάς, κατώρθωσε νὰ δραπετεύσῃ, καὶ δραπετεύσας συνεννοήθη μετὰ δύο ἑτέρων στρατηγῶν, τῶν Lahorie καὶ Guidal, διέδωκεν ἁπανταχοῦ, ὅτι ὁ Ναπολέων ἐν Ρωσσίᾳ ἀπεβίωσεν, ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἐν Παρισίοις, κατέλαβε τὰς ἀρχὰς σχεδὸν ὅλας, καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ὅτε μετέβη πρὸς τὸν ἐπιτελάρχην Δουσὲ, καὶ ἠθέλησε νὰ πείσῃ αὐτὸν νὰ ὑποταχθῇ, αὐτὸς δὲ ἐδήλωσεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ψευδὴς ἦν ἡ διάδοσις ὅτι ἀπεβίωσεν ὁ Ναπολέων, προητοιμάσθη δὲ νὰ ἀντιστῇ, καὶ μάλιστα νὰ συλλάβῃ τὸν Μαλὲ, ὁ Μαλὲ ἐφώρμησε ξιφήρης κατ’ αὐτοῦ, ἵνα τὸν φονεύσῃ, δύο δὲ ἀξιωματικοί, ἐκεῖ παρατυχόντες, καὶ ἕτεροί τινες, καίτοι ἠδύναντο νὰ φονεύσωσι τὸν Μαλὲ, δικαίως, ἐπὶ τόπου, ἐφείσθησαν τῆς ζωῆς αὐτοῦ, τὸν συνέλαβον ἁπλῶς, καὶ τὸν συνέλαβον μετὰ πάλην, καθ’ ἣν καὶ ἐτραυματίσθησάν τινες ἐξ αὐτῶν, διατρέξαντες κίνδυνον τῆς ζωῆς των. Δὲν τὸν ἐφόνευσαν δὲ, ἀγόμενοι ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ τὸν φονεύσωσιν ὡς τὸν τελευταῖον κακοῦργον, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ὑπῆρχον νόμοι ἐν Γαλλίᾳ, τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ σεβασθῶσι. Τὸν συνέλαβον, τὸν εἰσήγαγον εἰς δίκην, ἀπελογήθη, καὶ κατεδικάσθη εἰς θάνατον μετὰ τῶν συνεργῶν του. Ὁ δὲ Ναπολέων, ὅτε ἔμαθε τὰ συμβάντα, ἐλεεινολόγησε τὴν Κυβέρνησίν του ἐν Παρισίοις, μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις ἐκφραζόμενος (ἀναγινώσκει): «Vous avez raison», ἀπήντησε περιλύπως ὁ Ναπολέων εἰς τὸν στρατηγὸν Lariboisière, «ces imbéciles, aprés s’ être laissé prendre, cerchent à se racheter auprés de moi en faisant fusiller les gens par douzaine.» Δηλαδή: «Ἔχετε δίκαιον», ἀπήντησε περιλύπως ὁ Ναπολέων εἰς τὸν στρατηγὸν Lariboisière, «οἱ ἠλίθιοι ἐκεῖνοι, ἀφοῦ ἐνέπεσαν εἰς τὰ δίκτυα, ἀναζητοῦσι νὰ ἐξαγνισθῶσι πρὸς ἐμέ, ἐνεργοῦντες τὸν τουφεκισμὸν τῶν ἀνθρώπων κατὰ δωδεκάδας.» Φαίνεται δὲ ἐκ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς ὁ Ναπολέων, ὁ δεσποτικώτατος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὡς γνωρίζετε, ἐφείδετο τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο ἀναπόδραστος ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξοντώσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον παράδειγμα, πρόσφατον. Ὅτε χεὶρ μιαιφόνος καὶ κακοῦργος ὑψώθη κατὰ τοῦ Βασιλέως Οὐμβέρτου, ἑνὸς τῶν ἀρίστων ἡγεμόνων τῆς Εὐρώπης, τὸ πλῆθος ἐν Μόνζᾳ συνέλαβε καὶ ἠθέλησε νὰ διαμελίσῃ ἐπὶ τόπου τὸν βασιλοκτόνον ἐκεῖνον· ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία, ἐκπροσωποῦσα τὴν Πολιτείαν, τὸν ἐπροστάτευσε, μὴ ἐπιτρέψασα εἰς κανένα νὰ τὸν θίξῃ. Τὸν εἰσήγαγον εἰς δίκην, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε πάντες οἱ δικηγόροι τῆς Ἰταλίας ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑπεράσπισιν ἑνὸς βασιλοκτόνου, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἠπείλησεν αὐτοὺς, ὅτι ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον αἰτηθεῖσα ὑπεράσπισις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ προστρέξῃ· κατόπιν δὲ τῆς ἀπειλῆς ταύτης προσεφέρθη τις νὰ παραστῇ συνήγορος τοῦ βασιλοκτόνου. Τοσοῦτον θεωρεῖται ἱερὸν παντὸς ἀνθρώπου, ὅσον καὶ ἂν ἦναι κακοῦργος, τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολογηθῇ περὶ τῆς πράξεως, ἡ ὁποία τῷ ἀποδίδεται. Παρ’ ἡμῖν, τίς ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὸν φόνον ἑνὸς ἀξιωματικοῦ; ποῖος κίνδυνος ἐπέκειτο κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως; ποῖος κίνδυνος ἠπείλει τὴν Πολιτείαν; Οὐδ’ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εἶναί τις, ὁ ὁποῖος ἐπιδοκιμάζει τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, καὶ μάλιστα τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις τὰς διευθυνομένας κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει τις, οὐδ’ ἐνταῦθα, οὐδ’ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιδοκιμάζῃ τὴν καταδίωξίν τινος, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦναι ἐπικίνδυνος, τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ, παραβιαζομένων τῶν νόμων. Αὐτὸς οὗτος ὁ κανονισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς καθορίζει εἰς ποίας περιπτώσεις ἐπιτρέπεται εἰς τὴν χωροφυλακὴν νὰ ποιῆται χρῆσιν τῆς βίας διὰ τῶν ὅπλων, καὶ καθορίζει τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι λογικώτατος, καὶ ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει, πόση ἐπιμέλεια δέον νὰ καταβάλληται, ἵνα μὴ χύνηται αἷμα ἀνθρώπινον, ἵνα μὴ καταστρέφηται μία ὕπαρξις, καὶ ἐπιτρέπει ἐπὶ τέλους τὴν χρῆσιν τῆς βίας διὰ τῶν ὅπλων, ὅταν ὑπάρχῃ συνάθροισις καὶ ἐξέγερσις ἐν πόλει, ὅταν δηλονότι ὑπάρχῃ στάσις, ὅταν ὑπάρχῃ ἔνοπλος ἐξέγερσις, καὶ ἐν πόλει. Ἀλλ’ εἰς τὰς φάραγγας τοῦ Ταϋγέτου, εἰς μίαν χαράδραν, τρεῖς ἢ τέσσαρες ἄνθρωποι, δυνάμενοι νὰ ἐγκλεισθῶσι καὶ τέλεον ν’ ἀποκλεισθῶσι...
§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγκλεισθέντες.
§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. .. δυνάμενοι διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ τελείου νὰ παραδοθῶσιν, ἄνθρωποι οὐδὲν ἄξιον λόγου, οὐδὲν σοβαρὸν διαπράξαντες, πῶς ἐφονεύθησαν; Τόσον ἀσθενὴς εἶναι ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ, τόσον ἀδύνατος, ὥστε νὰ φοβῆται τὴν σκιὰν τριῶν προσώπων, ἢ τεσσάρων; Περιέστη εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς ἀδυναμίας, τῆς ἐξασθενήσεως, ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὥστε νὰ ἐμπνέωσι φόβον καὶ τρόμον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τέσσαρες, ἔνοπλοι ἔστω, ἄνδρες; Τὰς ἀπορίας ταύτας, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ τὰς λύσωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσει (ἀναγινώσκει): «Αʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀρχῶν, δι’ ὧν ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη.» Πρὸς τούτοις παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα αἰτίαν ἀπέστειλε κατὰ Ἰούνιον ἐ. ἔ. τὸν τμηματάρχην τοῦ Γεωργικοῦ τμήματος Α. Βαμπᾶν εἰς Σπάρτην· νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὴν περὶ ἀποστολῆς αὐτοῦ διαταγήν.» «Βʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον διέταξε τὸν ταμίαν Λακεδαίμονος νὰ χορηγήσῃ ἀόριστον ποσὸν εἰς τὸν Νομάρχην Λακεδαίμονος καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ὡς καὶ εἰς τὸν τμηματάρχην Βαμπᾶν καὶ τὸν ταγματάρχην Πριονιστὴν, διαμένοντα ἐν Σπάρτῃ. Πρὸς τίνα σκοπὸν διέταξε τοῦτο, καὶ ἂν ὁ ταμίας ἐχορήγησεν εἰς τούτους χρήματα, καὶ πόσα. Νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὴν σχετικὴν διαταγὴν, ὡς καὶ κατάστασιν τῶν δαπανηθέντων, μετὰ σημειώσεως τῆς αἰτίας τῆς διαθέσεως αὐτῶν.» «Γʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τοῦ ἐντάλματος τοῦ κ. ἀνακριτοῦ Σπάρτης περὶ συλλήψεως τοῦ φυγοδίκου Ἰω. Φικιώρη, ἐκδοθέντος τὴν 7 Ἰουνίου 1900.» «Δʹ) Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) Ὁποίας διαταγὰς ἔδωκεν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, τ’ ἀποσταλέντα εἰς Σπάρτην κατὰ τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, καὶ εἰς τὸν ἐπόπτην αὐτῶν ταγματάρχην Πριονιστήν. Νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ ἀντίγραφον τῶν διαταγῶν τούτων. 2) Νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν περὶ τοῦ φόνου τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἷς ἐπιλοχίας τῶν εὐζώνων προήχθη εἰς ἀνθυπασπιστήν, ἀπενεμήθη δὲ ὁ ἀργυροῦς Σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Μακρόπουλον, καὶ ἐχορηγήθη αὐτῷ χρηματικὴ ἀποζημίωσις διὰ φθορὰν ἐνδυμάτων· εἰς τί ποσὸν δ’ ἀνέρχεται αὕτη. 3) Νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὑποβληθείσας τῇ Α. Μ. τῷ Βασιλεῖ, μετὰ τῶν Διαταγμάτων τῆς προαγωγῆς καὶ ἀπονομῆς τοῦ παρασήμου. 4) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τίνα νόμον στηριζόμενος διέταξε τὸν Φρούραρχον Σπάρτης, νὰ μὴ ἀπονείμῃ εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη τὰς νενομισμένας τιμὰς κατὰ τὴν κηδείαν αὐτοῦ.» Περαίνων, κύριοι Βουλευταὶ, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ σπεύσωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἐνεποίησεν εἰς τὴν κοινωνίαν τόσον βαθεῖαν αἴσθησιν, ὥστε παραμένει ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ἰσχυρὰ ἔτι, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ γοήτρου οὐ μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας· διότι πιστεύεται ἤδη, ὅτι, ἂν δὲν ἀποδείξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος ἄμεσος καὶ ἀναπόδραστος, καὶ ὅτι τὸν κίνδυνον τοῦτον μόνον διὰ τοῦ φόνου τοῦ ταγματάρχου ἐκείνου ἠδύνατο νὰ προλάβῃ, πιστεύεται, λέγω, ὅτι οἱ νόμοι δὲν προστατεύουσι πλέον τοὺς πολίτας, ὅτι οἱ θεσμοὶ τῆς χώρας κατεπατήθησαν, καὶ κατεπατήθησαν διὰ πράξεως, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἀποδειχθῇ ὁ ἐπικρεμάμενος κίνδυνος, θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπάνθρωπος, διὰ πράξεως ἀπανθρώπου, τελεσθείσης ἐν χώρᾳ, ἡ ὁποία διοικεῖται ὑπὸ νόμων, διὰ πράξεως, ἡ ὁποία, μὴ δικαιολογουμένη ἐπαρκῶς, μειοῖ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, καὶ βλάπτει τὸ μέλλον αὐτῆς.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιττὸν, πιστεύω, νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω προθυμοποιηθῆ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Μετὰ τὴν προσαγωγὴν τούτων θέλομεν συζητήσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας Βουλευτὴς εἶναι ἀβάσιμα, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, καὶ οὐδὲν πλέον τούτου. Ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων νὰ ἀπαντήσω.
§50Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἡ ἐπαρχία Λευκάδος κατὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος, ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου, ἀπώλεσε τὸ εἰσόδημα τοῦ οἴνου καὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἡ καλλιέργεια τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀσημάντους ἔδωκεν ὠφελείας, τὸ δὲ εἰσόδημα τοῦ ἐλαίου ὁλοσχερῶς καθυστέρησεν. Ἡ ἀνέλπιστος καὶ πρωτοφανὴς αὕτη καταστροφὴ τῶν μόνων προϊόντων τῆς ἐπαρχίας ἐπέφερε τὴν πενίαν καὶ τὴν ἀπελπισίαν εἰς τοὺς κατοίκους, διότι μόνον ἐκ τῶν προϊόντων αὐτῶν ἐπορίζοντο τὰ πρὸς συντήρησίν των ἀναγκαῖα χρηματικὰ κεφάλαια. Ἡ πενία αὕτη ἐπῆλθεν ἰδίως εἰς τοὺς μεσημβρινοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας, ταχέως δὲ θέλει ἐξαπλωθῇ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους αὐτῆς· διότι, καὶ ἂν ηὐτύχησαν νὰ συγκομίσουν ἐλάχιστον μέρος ἐκ τῆς συνήθους παραγωγῆς τοῦ οἴνου, δὲν ἐξαρκεῖ τοῦτο πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν των, καὶ ἡ πεῖνα, ἂν δὲν ἤρχισεν ἔτι, δὲν θέλει βραδύνει νὰ κρούσῃ τὰς θύρας καὶ τῶν κατοίκων αὐτῶν. Ὁ Δήμαρχος Εὐγήρου, ἰατρὸς Φατοῦρος, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του καὶ τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, καθὼς καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, συγκινηθέντες ἐκ τῆς ἀπελπιστικῆς καταστάσεως τῶν συνδημοτῶν των, μὴ ἐχόντων οὔτε χρήματα νὰ ἀγοράσουν τὰ διὰ τοὺς ἀσθενεῖς των ἀναγκαιοῦντα φάρμακα, οὔτε ἄρτον, ἔκριναν ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτοὺς καθῆκον νὰ ἔλθωσιν ἐπίκουροι εἰς τὴν δυστυχίαν τῶν συμπολιτῶν των, καὶ διὰ πράξεώς των, ἐκδοθείσης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀπεφάσισαν τὴν δι’ ἡμερομισθίων, ἐκ δραχμῶν 2 καὶ μιᾶς, κατασκευὴν διαφόρων ἀναγκαίων καὶ ὠφελίμων ἔργων, τῇ συνομολογήσει χρεωλυτικοῦ δανείου 10,000 δραχμῶν, δαπανηθησομένων διὰ τ’ ἀποφασισθέντα δημοτικὰ ἔργα, διότι οἱ ἐργασθησόμενοι διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ θὰ ἐπρομηθεύοντο 4,000 κοιλὰ ἀραβοσίτου, καὶ οὕτω θὰ ἠδύναντο, καὶ τὰς οἰκογενείας των νὰ σώσουν ἐκ τοῦ θανάτου, καὶ τὰ κτήματά των νὰ καλλιεργήσουν. Τὴν πρᾶξιν ταύτην τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Νομαρχεύοντα, ἀλλ’ ἄγνωστον, τί οὗτος ἀπεφάσισε. Γνωρίζομεν μόνον, ὅτι τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ δὲ φοβοῦμαι, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἔφεραν ταῦτα εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα διατάξῃ νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὰ εἰς τὴν κρίσιν του. Πέποιθα δέ, ὅτι θέλει ἐγκρίνει τὴν συνομολόγησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δανείου, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῶν πενομένων κατοίκων καὶ τοῦ δήμου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα εὐαρεστούμενος ὁρίσῃ πίστωσιν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Βαμβάκια τῆς Ἐξανθείας εἰς Λαζαρέτα, διότι ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, ἥτις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, καὶ οἱ κάτοικοι Ἐξανθείας καὶ οἱ κάτοικοι Σφακιωτῶν καὶ Καρυᾶς θὰ δυνηθῶσι νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας των. Ἐπίσης νὰ ἐγκρίνῃ τὴν χορηγίαν πιστώσεως δραχ. 12,000 διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κομηλιὸ εἰς Ἅγιον Πέτρον, διότι καὶ ἡ ἐργασία αὕτη θὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας πολλὰς τοῦ πάσχοντος αὐτοῦ δήμου. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ δοθῇ πίστωσις διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Πλατάνου εἰς τὸν δῆμον Λευκαδίων, διότι καὶ δι’ αὐτῆς θὰ θεραπευθῶσιν ἐπείγουσαι ἀνάγκαι τοῦ δήμου Ἑλλομένου, τοῦ χωρίου Ἀλεξάνδρου καὶ γεωργικῶν τινων χωρίων τοῦ δήμου Λευκαδίων.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤκουσα τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λευκάδος. Καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Λευκάδος μοὶ παρέστησαν τὴν κατάστασιν τῆς Λευκάδος, καὶ ἐζήτησαν ὅσα σήμερον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῇ πάντα τὰ αἰτήματα τῶν κ. Βουλευτῶν Λευκάδος· θὰ πράξῃ ὅμως ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Προκηρύξαμεν ἤδη δημοπρασίαν, καὶ ἐπετρέψαμεν τὸ δάνειον.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἐλάβετε βεβαίως καὶ ἐκθέσεις τοῦ κ. Νομάρχου προτοῦ ὑποβληθῶσιν ὑμῖν παραστάσεις παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν ἐκθέσεις ὅλων τῶν Νομαρχῶν περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκονται πολλαὶ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους. Ἔχομεν τοιαύτας καὶ παρὰ τοῦ οἰκείου Νομάρχου, ὅστις παρέστησε τὰ πράγματα, ὡς τὰ παρέστησε καὶ ὁ κ. Βουλευτής. Γνωρίζω τὴν κατάστασιν τῆς Λευκάδος, διότι καὶ πολλοὶ συμπολῖταί μου μεταβαίνουσιν ἐκεῖ, καὶ θέλω πράξει πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§54ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐπείσθητε ἅπαντες, κύριοι Βουλευταί, ὅτι περὶ τῆς δεινῆς καταστάσεως τῆς Λευκάδος, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, θερμὰς ὅ τε ἀξιότιμος συνάδελφός μου, μεθ’ οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι πολιτικῶς, κ. Βαλαωρίτης καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐποιησάμεθα πρὸς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν συστάσεις, ταύτας δὲ λαβοῦσα ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν αὕτη, προῆλθεν εἰς μέτρα, ἐπιτρεπόμενα αὐτῇ, διακηρύξασα τὴν κατασκευὴν μιᾶς ὁδοῦ, ὅπως δοθῇ ἐργασία εἰς τοὺς πενομένους πληθυσμοὺς τῆς νήσου. Φρονῶν ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, καὶ κατόπιν τῶν γενομένων καὶ μὴ ἀκουσθεισῶν παρὰ τῆς Βουλῆς παραστάσεων τοῦ ἑτέρου συναδέλφου μου κ. Τσαρλαμπᾶ, κρίνω ἐπιβεβλημμένον μοι καθῆκον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως δι’ ὀλίγων λέξεων παραστήσω αὐτῇ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπαρχία μου διατελεῖ, τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ὑπάρχει ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἂν δικαιολογεῖται ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα μέτρα ὑπὲρ τοῦ πενομένου καὶ ἀναξιοπαθοῦντος λαοῦ τῆς Λευκάδος. Ὄντως, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν Λευκάδι εἶναι οὐ μόνον ἀπελπιστική, ἀλλὰ καὶ προκαλεῖ τὸν οἶκτον, διότι οὐ μόνον τὰ μόνα προϊόντα τῆς νήσου, ὁ οἶνος, τὸ ἔλαιον καὶ ἡ σταφίς, κατεστράφησαν ὁλοσχερῶς, — καὶ μάρτυς μου πρὸς τοῦτο ἔστω ὁ συνάδελφός μου κ. Τσαρλαμπᾶς, ὅστις ἀπὸ παραγωγοῦ ποσοῦ ἑκατὸν καὶ πλέον χιλιολίτρων σταφιδοκάρπου ἠναγκάσθη νὰ γείνῃ ἀγοραστὴς τοιούτου ἐκ Ζακύνθου πρὸς χρῆσιν τῆς οἰκογενείας του — οὐ μόνον, λέγω, τὰ προϊόντα τῆς νήσου κατεστράφησαν ἐντελῶς, ἕνεκα τῶν ἐνσκηψασῶν ποικίλων θεομηνιῶν, ἀλλὰ κατεστράφη τελείως καὶ τὸ προϊόν τοῦ σίτου καὶ λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν, οὓς οἱ Λευκάδιοι, καλλιεργοῦντες ξένας γαίας, ἐπορίζοντο ἐκ τῆς Ἀκαρνανίας. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, ἡ Λευκὰς, ὡς ἐκ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς, κυρίως, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀποκλειστικῶς, καλλιεργεῖ τὴν ἄμπελον, παράγουσα μεγάλην ποσότητα οἴνου, περὶ τὰς 200 χιλιάδας βαρέλας, ἐξαγομένου καὶ καταναλισκομένου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, κατὰ δεύτερον λόγον τὴν ἐλαίαν, καὶ εἰς μικρὰν ποσότητα, περὶ τὰ 3–4 ἑκατομμύρια λιτρῶν, τὴν σταφίδα. Τὸ ἔδαφος αὐτῆς, ἀποτελούμενον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ὀρέων πετρωδῶν καὶ αὐχμηρῶν, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλον καὶ ἐντελῶς ἀνεπίδεκτον διὰ δημητριακοὺς καρπούς· εἶναι ἐπιδεκτικὸν κυρίως καὶ μόνον διὰ τὴν φυτείαν τῆς ἀμπέλου, καλλιεργουμένης εἰς τὰ πετρώδη, βραχώδη καὶ αὐχμηρὰ μέρη τῆς νήσου δι’ ὑπερανθρώπων κόπων καὶ διὰ δαπάνης δυσαναλόγου πρὸς τὸ παραγόμενον προϊόν, ἡ ἀξία τοῦ ὁποίου μόλις ἐπαρκεῖ εἰς τὸν αὐτοπροσώπως καλλιεργοῦντα ἰδιοκτήτην πρὸς πορισμὸν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου· διὰ τὴν παραγωγὴν δὲ τοῦ σίτου καταφεύγουσιν οἱ Λευκάδιοι εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦσι σχεδὸν ὁλόκληρον. Ἀληθεῖς, Κύριοι, βιοπαλαισταί! Καὶ ὅμως ὁ λαὸς οὗτος, ὁ φιλεργότατος, ὁ εὐνομώτατος, ὁ ἀποτίων ἀνελλιπῶς τοὺς φόρους του πρὸς τὸ Κράτος, ἀναξιοπαθεῖ σήμερον δὲ, ὅτε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λέγω ταῦτα πρὸς τὴν Βουλήν, οὐ μόνον μαστίζεται ὑπὸ τῆς πείνης, ἀλλὰ καὶ προκαλεῖ τὸν οἶκτον παντὸς φιλανθρώπου, ὅπως προσέλθῃ αὐτῷ ἀρωγός. Καὶ πένεται, Κύριοι, ὄντως ὁ λαὸς αὐτός. Ὁ δὲ λόγος, ὁ προκαλῶν τὴν τοιαύτην αὐτοῦ κατάστασιν, εἶναι, διότι δὲν ἔχει ἀποταμιεύματα. Ἐνταῦθα θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἡ ἔλλειψις τῶν ἀποταμιευμάτων. Μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ εἴπω περὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἐνσκηψασῶν θεομηνιῶν· μὴ νομίσητε, ὅτι θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀφηγούμενος τὰς ὑλικὰς ζημίας ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου· μὴ νομίσητε ὅτι θὰ καταφύγω εἰς τὸν λόγον τῆς ἀνελλιποῦς καταβολῆς τῶν ἐπαχθεστάτων φόρων. Ὄχι, Κύριοι. Οὐ μόνον οἱ λόγοι οὗτοι ἀπίσχηναν τὸ πενιχρὸν βαλάντιον τοῦ Λευκαδίου λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἕτεροι, ἀποστολὴν ἔχοντες τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν τῆς χώρας συμφερόντων, καὶ συμφερόντων ὑψίστης σημασίας, καὶ τοὺς ὁποίους θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἤγαγον τὸν λαὸν αὐτὸν εἰς ὃ δυσάρεστον σημεῖον διατελεῖ. Ἡ Λευκὰς, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεώς της, εὑρισκομένη πλησίον τῆς ὁμόρου Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας, συντηρεῖ Γυμνάσιον πλῆρες, παρέχοντος τοῦ Κράτους μόνον 6,000 δραχμὰς ἐτησίαν εἰσφοράν· ἐν τῷ Γυμνασίῳ δὲ τούτῳ ἡ διδασκαλία παρέχεται κυρίως εἰς τὴν ἐξ Ἠπείρου νεολαίαν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐξ Ἀκαρνανίας καὶ ἐξ Ἰθάκης. Ὅθεν βλέπετε, ὅτι ὁ Λευκάδιος λαὸς συνεισφέρει τὸν ὀβολόν του, ὅπως ἐξαπλωθῶσι τὰ φῶτα ἐκεῖ, ὅπου ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀτενίζωμεν. Χθὲς ἤκουσα ἐνταῦθα μακρὰν συζήτησιν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ τελούμενα, καὶ εὐνόητον, ὅτι συνεκινήθην, ὡς καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία συγκινεῖται ἐπὶ παρομοίοις ζητήμασιν, ἀφορῶσιν εἰς τοὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν εὑρισκομένους ἀδελφοὺς ἡμῶν, καὶ ἅπαντες ποθοῦμεν, ὅπως συντελῶμεν πρὸς ἀναζωπύρησιν καὶ κατίσχυσιν τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος εἰς τὰς δούλας ἐπαρχίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἑπομένως καὶ ὁ Λευκάδιος λαὸς οὐδόλως δυσφορεῖ, ἔστω καὶ πάσχων καὶ πενόμενος, διότι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράττει ὁ Λευκάδιος λαὸς, ἡ συντήρησις δηλονότι τοῦ Γυμνασίου. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί. Ἀνέλαβε καὶ τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων, καὶ ὁποίων ἔργων; ἀξίας πλέον τῶν 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν...
§55ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πέντε ἑκατομμυρίων.
§56ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Σεῖς, κύριε συνάδελφε, εἶσθε ἀρχαιότερος, καὶ γνωρίζετε ταῦτα. Ἡ διακοπή σας ὅμως συντελεῖ πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Πέντε λοιπὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν συνεισφέρει, ἢ μᾶλλον πληρώνει, ὁ τόπος, ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν τοσοῦτον κολοσσιαίων ἔργων. Διὰ τίνων δὲ κεφαλαίων, Κύριοι; Διὰ τῶν προερχομένων ἐκ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου, τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, τῶν μόνων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ὁ τόπος παράγει. Ἐνῷ δ’ ἔχει ἐκτελεσθῆ ὁ ἐσωτερικὸς λιμὴν, ὑπάρχει ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐκτελέσει ἡ ἐκσκαφὴ καὶ κατασκευὴ τῆς διώρυγος μεταξὺ Ἀκαρνανίας καὶ Λευκάδος, ὅπως συντομευθῇ ὁ πρὸς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος πλοῦς. Τὸ τοιοῦτον ἔργον δὲν εἶναι ἐπαρχιακὸν ἢ τοπικὸν, εἶναι ἐθνικὸν, καὶ ἐξυπηρετεῖ τὰ ποικίλα συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ στρατηγικὴν ἔποψιν· πολλάκις δὲ ἐσύστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν χρησιμότητα καὶ ἀποστολὴν τοῦ ἔργου τούτου, ἀναμένων καὶ ἀπεκδεχόμενος τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ. Διότι ἔλεγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐ μόνον κατὰ πολὺ διευκολύνονται αἱ στρατηγικαὶ ἐργασίαι τοῦ ἔθνους διὰ τῆς διώρυγος ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἡ συγκοινωνία τοῦ Κράτους μετὰ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου συντομεύεται κατὰ 4 τοὐλάχιστον ὥρας, καθίσταται αὕτη ἀνετωτέρα, καὶ οἱ ταξειδεύοντες τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀποφεύγουσι τὸν ἀνιαρὸν καὶ ὀχληρὸν πλοῦν τοῦ ἀνοικτοῦ πελάγους καὶ τὴν πάντοτε ταραχώδη καὶ τρικυμιώδη θάλασσαν τοῦ ἀκρωτηρίου Λευκάτας, ἔνθα τὸ ἅλμα τῆς Σαπφοῦς, ἐκεῖ, ἔνθα ἀνέκρουσε πρύμναν τὸ ἡμέτερον θωρηκτὸν «Μιαούλης», ἐπανερχόμενον ἐκ τοῦ ὑπερωκεανείου πλοῦ του, ἐνῷ ἀντέσχεν εἰς τὸν Ὠκεανόν. Οὕτω διὰ τῶν ἡμετέρων θυσιῶν εὐεργετεῖται μεγάλως ἡ συγκοινωνία, καὶ τὰ πολλαπλᾶ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται, διὰ θυσιῶν, λέγω, ἃς ἀγογγύστως προσφέρει ὁ Λευκάδιος λαὸς διὰ τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ ἐπαχθοῦς φορολογίας. Τοὺς φόρους τούτους δὲν δυνάμεθα, εἰμὴ νὰ καταβάλωμεν. Τὰ ἔργα ἐκτελοῦνται, ἀφῃρέθησαν δὲ οὕτω ὅσα ἀποταμιεύματα ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσιν οἱ κάτοικοι. Σήμερον δὲ, στερούμενοι τελείως ἀποταμιευμάτων οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ καὶ κτηματίαι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀμέσους καὶ προσεχεῖς ἀνάγκας των; Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως οὐδεὶς βεβαίως θέλει μὲ ἀδικήσει, ἂν ἐπὶ τοσοῦτον ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, ὅπως ὑψώσω τὴν φωνὴν τῆς εὐσπλαγχνίας, ὁπόθεν δήποτε καὶ ἂν προσέλθῃ, καὶ προκαλέσω τὴν σύντονον μέριμναν καὶ ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἀναξιοπαθούσης ἐπαρχίας μου. Ἡ φωνὴ τοῦ συναδέλφου μου κ. Τσαρλαμπᾶ εἶναι φωνὴ ἀνθρώπου πονοῦντος τὸν τόπον, ἀδιάφορον ἂν δὲν κατωρθώθη νὰ φθάσῃ εἰς τὰς ἀκοὰς ὑμῶν. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος προσεῖχον εἰς αὐτόν, τὸν ἐνόησα καλῶς· ἀνεκάλυψα δὲ εἰς τὸν ἀσθενῆ τόνον τῆς φωνῆς ταύτης δειλίαν, ἥτις προέρχεται, οὐχὶ διότι δὲν εἶχε τόνον φωνῆς, ἀλλὰ διότι ὑπέθετε, μήπως τις εἴπῃ εἰς τὸν κ. Τσαρλαμπᾶν, τὸν ζάπλουτον: «Πῶς δὲν συνεισφέρετε σεῖς;» Ἐγὼ ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν, μὴ προδικάζων τὰς διαθέσεις του. Ἴσως δὲν συνεισφέρει, διότι καὶ οὗτος κυρίως ἐζημιώθη, στερηθεὶς ὁλοκλήρου τοῦ προϊόντος του, πλέον τῶν 50 χιλιάδων δραχμῶν· εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι καὶ οὗτος θὰ ἐργασθῇ, καὶ θὰ συνεισφέρῃ, κατὰ τὸ δυνατὸν αὐτῷ. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ τοιούτου εἴδους ἔρανοι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς ἀνακούφισιν ὁλοκλήρων πενομένων πληθυσμῶν. Καὶ ἵνα μὴ πιστεύσῃ τις, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, εἶναι ἀναληθῆ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναφέρω, ὅτι σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου Λευκάδος, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν ἐράνων ὑπὲρ τῶν πενομένων, καὶ ἐπικαλεῖται καὶ τὴν ἐμὴν συνδρομήν. Βεβαίως εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ ἐνὸν θὰ τὴν παράσχω, καθὼς καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι. Ἀλλ’ αἱ συνδρομαὶ αὗται ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, οὕτως ἐκδηλωθείσης, τί θὰ ἦναι; Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἔλθῃ ἀρωγός. Ἀλλὰ βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις: «Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε σεῖς ὑπὲρ τῆς Λευκάδος, θὰ τὸ ζητήσωσι τὰ ¾ τοῦ Κράτους.» Ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν συνηγορεῖ καὶ ἕτερος λόγος, πλὴν ἐκείνων, οὓς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸ μικροῦ, λόγος, ὅστις μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ὅτι ἡμεῖς οὐδὲν ὀφείλομεν εἰς τὸ Δημόσιον, τῶν φόρων καταβαλλομένων ἐν τοῖς Τελωνείοις. Ἐλέχθη ἐνταῦθα εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι ἡ μὴ ἀφομοίωσις ἡ φορολογικὴ τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὸ λοιπὸν Κράτος εὐεργετεῖ ἡμᾶς. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀληθές. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω, κύριοι συνάδελφοι. Διότι ἡμεῖς, καίτοι οὐδὲν ὀφείλομεν ἐκ φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον, βλαπτόμεθα οὐσιωδῶς, βαρύτατα φορολογουμένων ὅλων τῶν προϊόντων ἡμῶν, καὶ ἰδίως βλαπτόμεθα εἰς τὸ περὶ σταφίδος κεφάλαιον, διότι ἡμεῖς καταβάλλομεν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῆς σταφίδος, ἐνῷ σεῖς δὲν καταβάλλετε τῆς ἀξίας· ἡμεῖς ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλλωμεν παρακράτημα, ἐνῷ ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ φόρον 20% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα περὶ παρακρατήματος καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν πληροφορίαν, διατὶ εἰς τὴν Λευκάδα ἐφέτος δὲν ἐδόθησαν δάνεια; Τὸ παρακράτημα τοῦ παρελθόντος ἔτους τὸ ἔλαβεν ἡ Τράπεζα, δάνεια ὅμως δὲν ἐχορήγησε...
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς; Δὲν θὰ ἐζητήσατε ἴσως.
§58ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Δὲν ἠξεύρω διατί· καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν πληροφορίαν. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι, κατόπιν τῶν ὅσων ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις θέλει πεισθῇ, ὅτι ἓν ἔχει καθῆκον, καὶ τὸ καθῆκον αὐτὸ εἶναι, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς, διὰ νὰ δυνηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των. Ἡ ἀρωγὴ δὲ, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ, εἶναι ἡ ἐκτέλεσις μερικῶν ἔργων· διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι αἱ εἰρημέναι ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι τοῦτο, πρέπει νὰ λεχθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ἐντεῦθεν μετὰ παρρησίας, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δημοσίων ἔργων ἡ Λευκὰς δὲν εἶναι Ἑπτάνησος· διότι, ἐνῷ καθ’ ὅλην τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει τελεία συγκοινωνία δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἐν Λευκάδι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ μιᾶς ὥρας διάστημα ἁμαξιτὴ ὁδός. Ἑπομένως ἐπιβάλλεται νὰ ἔλθῃ ἀμέσως ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις, προκηρύττουσα δημοπρασίας καὶ ἄλλων ὁδῶν, ἐκτὸς τῆς προκηρυχθείσης Λευκάδος–Βασιλικῆς δι’ Ἑξανθείας, ἵνα οὕτω βελτιωθῇ τοὐλάχιστον ἡ συγκοινωνία καὶ δοθῇ ἄρτος διὰ τῆς ἐργασίας εἰς τοὺς πενομένους πληθυσμούς. Πιστεύω δὲ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅσοι ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας μὴ παθούσας ἐκ τῆς θεομηνίας, θὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ἐλεημοσύνην· δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν κατ’ ἐπάγγελμα ἐπαιτείαν. Ζητῶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς φιλανθρωπίας ἐν τῇ ἐργασίᾳ, διὰ τῆς ὁποίας οἱ πάσχοντες νὰ προσπορισθῶσι τὸν ἄρτον. Θὰ παράσχωμεν δὲ ἐργασίαν εἰς αὐτοὺς, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, τῶν ὁποίων καὶ ἀνάγκην ἔχει ἡ Λευκὰς καὶ δικαίωμα νὰ τὰ ἀπαιτήσῃ. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ συνάδελφός μου, ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ δῆμος Εὐγήρου εὑρίσκεται καὶ αὐτὸς εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ του κεφαλαίου, ὄντος τοῦ Ταμείου τοῦ δήμου εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν, ἠδύνατο κἄπως νὰ μετριασθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, ἀναγραφομένων κονδυλίων ὡρισμένων βοηθημάτων καὶ δαπάνης δι’ ἔργα. Ὅθεν τοῦτο ἔδει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Δήμαρχος, ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς δάνεια. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον δανείων ὑπὲρ τῶν δήμων, καὶ μάλιστα ὅταν τὰ δάνεια ταῦτα ζητῶνται παρὰ τῶν Δημάρχων, ὅπως ἔχωσιν ἐλεύθερον εἰς τὴν διάθεσίν των τὸ χρῆμα τῶν δανείων, καὶ νομίζω ἐν τῷ προκειμένῳ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Δημάρχου ἡ διάθεσις οἱουδήποτε χρηματικοῦ ποσοῦ, διότι φοβοῦμαι μήπως καὶ ἐν αὐτῇ τῇ περιπτώσει κυριαρχήσῃ μεροληψίας πνεῦμα. Ἑπομένως συμφωνῶ νὰ δοθῇ χορήγημά τι καὶ εἰς τοὺς δημότας Εὐγήρου, τοῦτο ὅμως νὰ ᾖναι ἐκ τῶν ἀποθεματικῶν κεφαλαίων τοῦ Ταμείου τοῦ δήμου, καὶ χωρὶς νὰ γίνωσι δάνεια. Κύριοι, τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ ἀκούσῃ, μὴ ἐθίζοντος ἄλλως τε νὰ ἀπασχολῶ αὐτὴν, ἅτε σπανίως λαμβάνοντος τὸν λόγον, ἐλπίζω, ὅτι ἔχετε ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰς εἶπον, διότι ὤφειλον νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν τῆς φιλανθρωπίας ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος καὶ πενομένου τόπου μου, καὶ διότι ἔδει νὰ ποιήσωμαι τὰς συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς σύντονον καὶ πραγματικὴν θεραπείαν τοῦ ἐκδηλωθέντος κακοῦ, ἀπειλοῦντος τὴν ὕπαρξιν ὁλοκλήρου ἐπαρχίας. Ἐκ τῆς ἀρχῆς μου ταύτης, τοῦ νὰ μὴ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν, κατέχων ἤδη τὸν λόγον, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὃν ἰδιαζόντως σέβω καὶ ἐκτιμῶ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ληφθῇ ἐπὶ τέλους τελειωτικὴ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο ἐντεῦθεν συστάσεις καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος κ. Κρίτσας καὶ ὁ ἐξ Ἰθάκης κ. Δενδρινὸς, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Λαμίας καὶ Λευκάδος, εἰς τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ νόμου πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν. Ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο διὰ Βασ. Διατάγματος, ἀλλὰ δέον νὰ ψηφισθῇ νόμος παρὰ τῆς Βουλῆς διότι πρόκειται αἱ ῥηθεῖσαι ἐπαρχίαι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς διάφορα Ἐφετεῖα ἢ πρίν. Τὸ τοιοῦτον δὲν στηρίζεται εἰς τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, θεσπίσαντα, ὅτι αἱ περιφέρειαι τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων θέλουσι καθορισθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν περιφερειῶν τούτων, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, τοῦτο δὲ δὲν προὐνόησε καὶ περὶ τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων πλέον Β. Διάταγμα δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ, καὶ δέον νὰ ψηφισθῇ νόμος. Νομίζω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι σοβαρὸς, διότι διὰ τοῦ «ἐφ’ ἅπαξ» ὁ νομοθέτης ἐνόησε νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως μὴ ἑκάστοτε καὶ ἄνευ λόγου δι’ ἐπανειλημμένων Β. Διαταγμάτων μεταβάλλωσι τὰς ἅπαξ κανονισθείσας περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων, δὲν ἐνόει ὅμως ν’ ἀποκλείσῃ τὸν διὰ Β. Διατάγματος κανονισμὸν περιφερείας δικαστικῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους τοιοῦτον Διάταγμα δὲν ἐξεδόθη, ὡς τοῦτο ἀκριβῶς λαμβάνει χώραν ἐπὶ τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης. Εὐνόητον, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης αὕτη σπουδαίως βλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, οἱ κάτοικοι τῶν ὁποίων διατελοῦσιν ἐν ἐφεκτικότητι, ἀναμένοντες ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὸν τελειωτικὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως κινήσωσι τὰς ὑποθέσεις των. Δέον ὅθεν νὰ προκαλέσητε τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα, δι’ οὗ νὰ ὑπαχθῶσιν, ἡ μὲν Ἰθάκη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος, ὁ δὲ Δομοκὸς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας. Τὴν θερμὴν ταύτην παράκλησιν ποιοῦμαι κυρίως ἐκ μέρους τῶν τε συναδέλφων Ἰθάκης καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων αὐτῆς, πρὸς δὲ καὶ ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων Δομοκοῦ καὶ Φθιώτιδος. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι συντόμως θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ παρηρχόμην τὸ ζήτημα, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, καὶ θεωρηθῇ ὡς προσωπικὸν ἐμοῦ, ἅτε βελτιουμένης τῆς καταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω· ἀλλὰ τὸ πρὸς τοὺς συναδέλφους καθῆκον καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἀνατεθείσης μοι παρὰ τῶν Ἰθακησίων ἐντολῆς μὲ ἀναγκάζουσι νὰ προέλθω εἰς τὴν οὑτωσὶ ὑποβαλλομένην ἔνθερμον παράκλησίν μου. Καὶ ἕτερος δὲ λόγος μὲ ἀναγκάζει, ὅπως ἐπιμείνω εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου ὅ,τι τάχιον, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κάθηται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀπόφασιν ὡρισμένην ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ πάσχει ἀπὸ ἀβουλίαν.
§59Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος σπεύδει πολύ, ζητῶν νὰ ὑπαχθῇ ἡ Ἰθάκη δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος, λόγῳ ὅτι, ὡς ἰσχυρίζεται, οἱ κάτοικοι Ἰθάκης ἐπιθυμοῦσι τοῦτο. Δὲν πιστεύω ἡ ἐπιθυμία τῶν Ἰθακησίων νὰ ἦναι αὕτη, οὐδὲ τὰ παρὰ τοῦ συναδέλφου ἀναφερόμενα ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν πῶς καταρτίζονται, δύνανται νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ἠκούσατε, ὅτι οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς κ. Μαυροκέφαλος ἀντέστημεν εἰς τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ Ἰθάκη ἑνωθῇ μετὰ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος καὶ ἀποτελέσωσι νομόν. Διεμαρτυρήθημεν μάλιστα, καὶ ἀνεπτύξαμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἰθάκη οὐδέποτε ἔπρεπε ν’ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἔγεινε νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐφηρμόσθη. Διοικητικῶς λοιπὸν ἡ Ἰθάκη ἀνήκει εἰς τὸν νομόν Λευκάδος. Ἤδη ἀπομένει νὰ ὑπαχθῇ καὶ δικαστικῶς...
§60Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἑπόμενον εἶναι.
§61ΜΑΡΚΕΤΟΣ. .. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Καὶ ὁ νόμος δὲ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως λύει τὸ ζήτημα τοῦτο, σαφῶς καὶ καθαρῶς ἀπαγορεύων τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μὴ δυνάμενον διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὑπαγάγῃ δικαστικῶς τὴν Ἰθάκην εἰς τὴν Λευκάδα, διότι, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἐγένετο δεκτὴ τροποποίησις ἐν τῷ νόμῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καθ’ ἣν ἡ περιφέρεια τῶν Ἐφετείων δὲν δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ μεταβληθῇ. Ἑπομένως, ἂν ἡ Ἰθάκη ὑπαχθῇ δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λευκάδος, θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεταβολὴν τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας καὶ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ὅπερ ῥητῶς ἀπηγόρευσεν ὁ νόμος, καὶ μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ γείνῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη. Ἀδίκως δὲ μέμφεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον παράνομον Διάταγμα, καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ὀρθὴν ταύτην γνώμην, διότι ἐνήργησε νομιμώτατα, καὶ ἐφήρμοσε τὸν νόμον.
§62Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἐνοικιαστὴν· διότι, ἂν γείνῃ γνωστόν, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐζημιώθη ἐφέτος, εἰς τὸν ἐρχόμενον πλειστηριασμόν, χάριν τῆς ἐνοικιάσεως, ὀλίγοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσφέρουν μίσθωμα ἄξιον λόγου. Οὕτω νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, βοηθοῦσα τὸν ἐνοικιαστήν, ὥστε νὰ μὴ πάθῃ ζημίαν τινὰ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ἐξυπηρετεῖ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου.
§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἑνὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἢ μᾶλλον τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐν παρελθούσῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐποιήσατο, καθ’ ἥν, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, καὶ φυσικῶς πολὺ περισσότερον, ὁσάκις αὗται δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σωρείαν ἐπιστολῶν ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐκλέγομαι, δι’ ὧν διαμαρτύρονται πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ πολῖται κατ’ ἐπικειμένου κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ἐξ ἀποφάσεως, ἣν ἔλαβε τὸ παρανόμως συγκεκροτημένον Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Εὐρυτανίας περὶ τριῶν δημοδιδασκάλων ἀριστούχων, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι εἶναι οἱ ἄριστοι τῶν δημοδιδασκάλων, φρονῶν δὲ, ὅτι εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ μὴ ἐπέλθῃ τὸ κακὸν αὐτὸ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, λαμβάνω μετ’ ἐλπίδος τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἄν νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἀκόμη καιρὸς, προτοῦ ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Εὐρυτανίας, νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὸς πρῶτος θὰ συγχαρῇ τοὺς δημοδιδασκάλους ἐκείνους, καὶ δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσίν των. Ἄν δὲ μελετήσῃ τὸν φάκελον αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἴδῃ, ὅτι ὁ μὲν πρῶτος, ὁ Στρουμπούλης, διευθύνει τὴν δημοτικὴν σχολὴν τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ ἀπὸ πενταετίας, καὶ προπαρεσκεύασε μαθητὰς, οἵτινες ἀπ’ εὐθείας κατετάχθησαν εἰς τὸ Σχολαρχεῖον, καὶ κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις ἦλθον πρῶτοι· ὁ δὲ ἕτερος, ὁ Δέπος, δημοδιδάσκαλος ἐν τῷ δήμῳ Ἀγραίων, ἔχει τοσαύτην ἀξίαν, ὥστε αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, παραιτηθέντα τῆς θέσεώς του, τὸν διώρισε Διευθυντὴν τοῦ Ὑποδιδασκαλείου Λαγκαδίων· ὁ δὲ τρίτος διαμένει ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν του, ἐν τῷ δήμῳ Παρακαμπυλίων. Δυστυχῶς, κατὰ σύμπτωσιν, οἱ δημοδιδάσκαλοι αὐτοὶ ἔτυχε νὰ μὴ φρονοῦν φίλα πρός τινας πολιτευομένους τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἰδικοί μου φίλοι· ἔμαθον ὅμως εὐχαρίστως, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, λαβὼν πληροφορίας παρ’ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας περὶ τοῦ ὠφελίμου τῆς διατηρήσεως τῶν δημοδιδασκάλων αὐτῶν, ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς δεούσας παραστάσεις, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὰς θέσεις των, διότι ἡ κοινωνία ἐκεῖ πολὺ ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς παραμονῆς των. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ δηλώσῃ, ἂν ὄντως ὑπεβλήθη τῷ Ὑπουργείῳ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Εὐρυτανίας περὶ ἀπολύσεως τῶν τριῶν αὐτῶν δημοδιδασκάλων, καὶ ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσίν των. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων αὐτῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόλυσις δὲν θὰ λάβῃ χώραν, διότι μετὰ πεποιθήσεως πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, μελετῶν ἐπισταμένως τὸν φάκελον, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ πράξῃ τόσον μέγα ἀδίκημα εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόκληρος ἀπὸ τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως. Ἄν δὲ ἀφήσωμεν νὰ καταρρεύσῃ καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις τῆς Εὐρυτανίας, ὅπως οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς διοικήσεως, βεβαίως ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶναι περιττὸν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Διότι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, ὅτι οὔτε ὑπὸ ἔποψιν ἀσφαλείας καὶ συγκοινωνίας, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν τάξεως, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν εὐφορίας, οὔτε ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν, ἡ Εὐρυτανία δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς ἄλλην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους. Καθυστερεῖ πάρα πολύ. Καὶ ὅμως οὐδεμία ἠγέρθη φωνή. Πρώτην φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον, προκειμένου νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τὸ ἀδίκημα αὐτὸ, διότι εἶναι αὐτόχρημα ἔγκλημα νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἠρίστευσαν, καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων τὸ Διδασκαλεῖον Ἀθηνῶν ἐκφράζεται εὐφημότατα, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι διὰ τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς νόμιμος λόγος, — καὶ βεβαίως δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ πλάσωσι λόγον ἀνύπαρκτον — ἰσχυρίσθησαν, ὅτι πάσχει τὴν ὑγείαν. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς αἴρεται διὰ πιστοποιητικῶν ἰατρῶν. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπάρχει λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, καὶ παρανόμως εἶναι συγκεκροτημένον, καὶ παρανομώτατα ἔκαμε τὴν ἀπόφασίν του...
§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ εἶναι παρανόμως συγκεκροτημένον;
§66Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διότι ὁ Νομάρχης, προκειμένου νὰ συγκροτηθῇ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐζήτησεν ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τοῦτο δὲ ἔδωκε τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τῶν προταθησομένων προσώπων· καὶ ὅμως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας πολλῶν συμβούλων, προέτεινεν ἀκριβῶς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἄλλοι ἐντεῦθεν ὑπηγόρευσαν, πρόσωπα δηλαδὴ πολιτευόμενα, ἐμπαθέστατα καὶ φατριαστικώτατα καὶ ἄνευ προσόντων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, τὸ πρόσωπον τὸ ἀναπληροῦν τὸν Ἐπίσκοπον πάσχει τὴν ὑγείαν, καὶ δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ καὶ ἐκφέρῃ γνώμην. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνα δικολάβον, ἕνα ἰατρὸν φατριαστὴν, ἕνα ἱερέα, ἀναπληροῦντα τὸν Ἐπίσκοπον, καὶ τὸν σχολάρχην, ἀναπληροῦντα τὸν ἐπιθεωρητήν. Καὶ ὅμως, χωρὶς νὰ προηγηθῇ πρότασις ἐπιθεωρητοῦ, χωρὶς νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι, χωρὶς νὰ δοκιμασθῶσι, ἂν εἶναι ἱκανοὶ ἢ ὄχι, ἀποφαίνεται τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι ἀνίκανοι νὰ ὑπηρετῶσι! Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ διαπράξῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας αὐτὸ τὸ μέγα ὄντως ἀδίκημα τῆς ἀπολύσεως τῶν δημοδιδασκάλων αὐτῶν.
§67ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εὑρίσκομαι εἰς δίλημμα. Νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἢ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Βουλευτήν; Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρέπει νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀρχηγὸν, καὶ ὄχι τὸν ὀπαδόν. Ἐν τούτοις εἰδοποιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὁ πρῶτος ἐκ τῶν δημοδιδασκάλων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος πρὸ μικροῦ, ὁ Στρουμπούλης, διωρίσθη εἰς ἄλλην θέσιν ὑπό τινος Νομάρχου, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κατέχει δύο θέσεις, ἕνεκα ἀτελείας τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου, ἀτελείας, ἧς ἕνεκα εἷς δημοδιδάσκαλος δύναται νὰ ἦναι διωρισμένος εἰς πολλὰς θέσεις. Ἤδη εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπολύσω τὸν διδάσκαλον Στρουμπούλην ἐκ τῆς ἑτέρας τῶν δύο θέσεων, ἃς κατέχει· ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς τελευταίας δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀπολύσω, θὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ θ’ ἀπολύσω αὐτὸν ἐκ τῆς πρώτης θέσεώς του.
§68Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τοῦ πρώτου τῶν δημοδιδασκάλων αὐτῶν εἰς ἄλλο σχολεῖον, αὐτὸ εἶναι νέα μέθοδος καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι οὔτε ἐπεδίωκεν, οὔτε ἀπεδέχθη ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς τὴν θέσιν ἐκείνην. Ἄν δὲ τυχὸν ὑπέβαλεν αἴτησιν, ὅπερ ἐγὼ δὲν πιστεύω, ἂν δὲν ἦναι αὕτη πλαστὴ, ἀσφαλῶς εἶναι προϊὸν ἐκβιάσεως. Ἐκτὸς τούτου, ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ἀφορῶν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν γένει, δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ διὰ νόμων ἐπανειλημμένων, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός. Οἱ νόμοι δέον νὰ ἐφαρμόζωνται δεόντως. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸν τεταγμένον ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, τοὐλάχιστον μέχρι τινός, ὡς φρουρὸν τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ καταστρατηγῇ αὐτὸν τοιουτοτρόπως, βεβαίως εἶναι πλήρης ἀπελπισία. Διότι ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγένοντο, τὰς ὀχληρὰς, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸν ἄριστον τῶν δημοδιδασκάλων, νὰ μὴ ἐνδώσῃ. Ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐκ πολιτικῆς πιέσεως. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ποῦ θὰ φθάσωμεν, ὅταν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἐξυπηρετῶν πάθη, καταφεύγῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ πιέζῃ αὐτοὺς νὰ καταστρατηγοῦν τοὺς νόμους, καὶ νὰ διαπράττουν ἀδικήματα; Δὲν κατανοεῖτε, ὅτι δημιουργοῦμεν οὕτω κατάστασιν οἰκτρὰν διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν; Αὐτὸ, Κύριοι, πρέπει νὰ παύσῃ πλέον, πολὺ δὲ περισσότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει νὰ ἐνδίδῃ εἰς τοιούτου παραλογισμοῦ ζητήματα, διότι δύναται νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τοῦ νόμου, κατὰ τοιοῦτον τρόπον μάλιστα, ὥστε οὐδεὶς νὰ τὸν ἐνοχλῇ. Ὁ δημοδιδάσκαλος λοιπὸν αὐτὸς, ὁ ὁποῖος διωρίσθη εἰς ἄλλον νομόν, διωρίσθη διὰ τῆς μεθόδου τῆς νέας, δι’ ἧς καταστρατηγεῖται ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀφορῶσα πέντε δημοδιδασκάλους, ἐξετελέσθη ὡς πρὸς τοὺς δύο μόνον, πρὸ δύο μηνῶν, δὲν ἐξετελέσθη δὲ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους τρεῖς, διότι αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀντέστη, ἕως ἐδῶ τουλάχιστον, καὶ ἀντέστη, διότι ἔβλεπε τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ. Ἤδη ὅμως πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ σύνολον, ἤτοι ν’ ἀπολυθῶσι καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι τρεῖς, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὑρεθῇ μία τις δικαιολογία, εὑρέθη τὸ ἑξῆς. Ἔγραψαν εἰς ἄλλον Νομάρχην, ἄλλου νομοῦ: «Ἔχεις κενὴν θέσιν τὴν Ἄλφα; Πρότεινε τὸν δεῖνα διδάσκαλον διὰ τὴν θέσιν αὐτήν.» Ὁ Νομάρχης ἐπρότεινε τὸν διορισμὸν, καὶ οὕτω ὁ δημοδιδάσκαλος αὐτὸς πρέπει νὰ παυθῇ ἀπὸ τὴν μίαν θέσιν, διὰ νὰ διορισθῇ εἰς τὴν ἄλλην. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου κολακευτικὸν οὔτε διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὔτε διὰ τοὺς πολιτευομένους κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ μὴ διαπραχθῇ τὸ ἀδίκημα αὐτό.
§69Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δυσφορεῖ, τίνα ἐκ τῶν δύο νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν προαγορεύσαντα, ἢ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ; Ἐγὼ θέλω συλλυπηθῆ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς μὴ χρησιμοποιήσαντα τὴν ὀξυτάτην αὑτοῦ ἀντίληψιν καὶ μὴ ἐννοήσαντα τί ἐρρήθη. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καθ’ ἣν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὁμιλήσας, εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ἀφοῦ ἐξέσχισε τοσαύτας ἀποφάσεις Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, δὲν πειράζει νὰ σχίσῃ καὶ μίαν ἀκόμη, μικρούτσικην, καὶ μάλιστα ἀπόφασιν μὴ καταρτισθεῖσαν ὑπὸ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὁρίζει· διότι πρὸς κανονικὴν συγκρότησιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχουν τέσσαρα μέλη παρόντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καὶ ἡ πλειονοψηφία τούτων καταρτίζει ἔγκυρον ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας κατήγγειλε τὴν ἀπόφασιν καὶ ὡς ἄκυρον, διότι τρεῖς μόνον συνετέλεσαν πρὸς συγκρότησιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὁ σχολάρχης καὶ δύο ἰδιῶται· κατὰ συνέπειαν, ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, οὕτω καταρτιζομένη, ὑπὸ τριῶν μόνον μελῶν αὐτοῦ, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀπόφασις, ὑποχρεοῦσα τὸν Ὑπουργὸν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐπισύρῃ καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν Κυρίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν αὐτὴν, ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποτελοῦσιν οἱ τρεῖς οὗτοι. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ παύσῃ τὸν δημοδιδάσκαλον ἐκεῖνον, διότι διωρίσθη εἰς ἄλλην θέσιν, τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι ἐγένετο συστασιώτης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῆς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ· διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς δημοδιδάσκαλος δύναται νὰ μετακινηθῇ ἢ παυθῇ, ἂν δὲν τηρηθοῦν αἱ διατυπώσεις αὐτοῦ τοῦ νόμου. Καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο διάφοροι ἀπόπειραι τῶν διαφόρων τοπικῶν ἀγάδων τῶν διαφόρων τοπικῶν περιφερειῶν, ὅπως παυθῶσι δημοδιδάσκαλοι, τοσοῦτον προστατευόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου, νόμου γενομένου, ὅπως ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοὺς ἀγάδες καὶ τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ ἡμᾶς καὶ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔδωκε σταθερὰν ἑρμηνείαν, καίτοι ὁ νόμος δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἑρμηνείας, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ κατέχων θέσιν τινὰ, δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλο σχολεῖον δημοτικόν· διατί; διότι κατέχει ἤδη θέσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον εἴπετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι θὰ τὸν παύσητε ἀπ’ ἐκεῖ διότι διωρίσθη εἰς ἄλλην θέσιν. Δὲν δύνασθε νὰ τὸν παύσητε, ἐὰν δὲν προηγηθῶσιν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει. Καὶ ποῖαι εἶναι αὗται; Νὰ συνέλθῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλον ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ ἐὰν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, κατόπιν τῆς ἀπολογίας τοῦ δημοδιδασκάλου, ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι παυτέος, ὀφείλετε νὰ τὸν παύσητε. Τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ὠφείλατε νὰ ἐκτελέσητε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὰς ἐξετελέσατε, νὰ προσθέσητε εἰς τὰς πολλὰς ἁμαρτίας καὶ αὐτὴν, καὶ ν’ ἀφήσητε τὸν δημοδιδάσκαλον αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν του.
§70ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας προσῆλθε συνήγορος αὐτόκλητος τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπειδὴ δὲν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἄλλου θέματος, ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέρος εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία βεβαίως ἐκ τῆς ἀναμίξεώς του ἐσκοτίσθη, ἀντὶ νὰ διαφωτισθῇ. Περὶ δύο ὅλως διακεκριμένων ζητημάτων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὧν τὸ ἕτερον ἐγεννήθη, ἀφοῦ ἤδη εἶχεν ὁμιλήσει περὶ τοῦ πρώτου, τῆς μὴ ἀπολύσεως δημοδιδασκάλου, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε πρότασις ἀπολύσεως τοῦ ἁρμοδίου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νομίμως κατηρτισμένου. Νῦν τὸ πρῶτον καταγγέλλεται, ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας κατηρτίσθη παρανόμως· διότι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτη καταγγελία δὲν περιῆλθεν. Ἐὰν τοιαύτη καταγγελία εἶχε δοθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελεν ἐξετάσει· ἀλλὰ, ἐπαναλέγω, τοιαύτη καταγγελία δὲν ἐπεδόθη. Ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐξάγεται, ὅτι νομίμως κατηρτίσθη τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ· δύνανται δὲ νὰ κατατεθῶσι τὰ πρακτικὰ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ γεγονὸς ἔχει, ὡς ἐγὼ λέγω. Τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον ζήτημα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας. Ὁ κύριος Βουλευτὴς μὲ παρεκάλεσε νὰ μὴ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁ δημοδιδάσκαλος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ὡς λέγεται, εἶναι ἱκανὸς, διότι, ὡς λέγεται, ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξεβιάσθη, παρὰ τὸ συμφέρον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ὅπερ ὅμως ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω. Ἐγὼ ἓν γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς προτείνεται ἡ ἀπόλυσις τοῦ δημοδιδασκάλου, ὡς ἀσθενοῦς καὶ ἀνεπαρκοῦς, καὶ μὴ δυναμένου νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ. Εἶπον πρὸ μικροῦ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ ἔχει μίαν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐρωτηθεὶς πρὸ τινων ἡμερῶν, εἶπον ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ ἀοίδιμος Πετρίδης, καὶ πάντες οἱ διατελέσαντες πρὸ ἐμοῦ Ὑπουργοὶ δὲν ἐξετέλεσαν ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Ἔχω πλεῖστα ὅσα παραδείγματα,—τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω πρόχειρα, ὑπόσχομαι ὅμως νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν,—ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ Ὑπουργοὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐξετέλεσαν ἀποφάσεις τοιαύτας. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν γνώμην εἴτε ἐμοῦ, εἴτε τῶν προϋπαρξάντων Ὑπουργῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἢ εἰς τὰς συζητήσεις, τὰς γενομένας κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τότε νομοσχεδίου καὶ ἤδη νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα; Τὸ ἄρθρον 26, ὅπερ εἶναι ἡ μόνη διάταξις, ἡ ἀπαντῶσα ἐν τῷ νόμῳ, περὶ ἀπολύσεως ἢ μεταθέσεως, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παῦσις ἢ εἰς κενὴν θέσιν μετάθεσις δημοδιδασκάλου, δημοδιδασκαλίσσης ἢ γραμματοδιδασκάλου ἐπιτρέπεται μόνον, ἂν αὕτη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ». Ἀλλὰ τὸ «ἐπιτρέπεται», Κύριοι, δὲν σημαίνει ὅτι ἐπιβάλλεται, δὲν σημαίνει ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ὑποχρεωτικῶς ἐκτελεσταὶ αἱ περὶ ἀπολύσεων ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων· δι’ ὃ ἐν τῷ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ περὶ ἀπολύσεως εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλά, ὡς εἶναι συγκεκροτημένα τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, κατὰ γενικὸν κανόνα, αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, λαμβάνονται πρὸς θεραπείαν μᾶλλον πολιτικῶν ἢ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰς ἀτελείας τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸν ὁποῖον ἐγώ, καίτοι ἀτελῆ, θεωρῶ εὐεργετικόν· σήμερον πρόκειται νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας περὶ ἀπολύσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Στρουμπούλη. Οὐδεμία δὲ καταστρατήγησις τοῦ νόμου ἐγένετο, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, οὐδὲ πίεσις ἐξησκήθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτής, ἵνα κατορθωθῇ ὁ διορισμὸς τοῦ δημοδιδασκάλου τούτου εἰς ἄλλον νομόν. Καθ’ ἑκάστην ἀναγινώσκομεν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως διορισμοὺς ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν δημοδιδασκάλων ὑπηρετούντων ἤδη εἰς ἄλλας θέσεις, εἴτε διότι οἱ δημοδιδάσκαλοι, προβλέποντες τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, φροντίζουσι νὰ διορισθῶσιν εἰς ἄλλην θέσιν, εἴτε διότι ἐπιθυμοῦσι νὰ μετατεθῶσι· μετὰ τὴν δημοσίευσιν δὲ τοῦ δευτέρου διορισμοῦ των ὑποβάλλουσι τὰς παραιτήσεις των. Ταῦτα προέρχονται ἐξ ἀτελειῶν τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι δυσχεραίνουσι τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει πάντως νομοθετικῶς νὰ διορθωθῶσιν. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν θὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΒΤΜΘ περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1895.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ στέρξω νὰ παρέλθωσιν οὕτω τὰ ζητήματα ταῦτα, μέχρις οὗ ἔλθωσιν ὑπὸ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· ὀφείλω δὲ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ πρὸ τούτων συζήτησιν, καὶ νὰ δεχθῇ αὐτὴν αὔριον. Διότι θέλω καταδείξει τὴν ὀλίγην προσοχήν, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐξετάζει καὶ μελετᾷ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ποίας ἔχει περὶ τὴν κατανόησιν τῆς ἐννοίας τῶν νόμων ἀντιφωνίας. Καὶ λέγω ὀλίγην προσοχήν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διερμηνεύσω εὐφήμως τὰς γνώμας, καὶ ἂν οὕτω δὲν ἐξαγγέλλω ἀρτίους τοὺς συλλογισμούς μου, ὁσάκις οὗτοί εἰσι δυσάρεστοι. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐκ τῶν παραδόξων ἀπαντήσεων, ἃς ἔδωκεν ὁ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς εἰς τὸν φίλον μου Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, εἰσίν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἀξιοῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον τοῦ 1895, ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1895 ἀφῄρεσε διὰ σαφῶν αὐτοῦ διατάξεων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς δημοδιδασκάλους, τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως αὐτῶν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ νόμος τοῦ 1895 ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ὑπάρχει Ἕλλην, ὅστις δὲν γνωρίζει, ποία κατάχρησις ἐγένετο τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐξήσκει μέχρι τοῦ νόμου τοῦ 1895 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως; Καὶ αὐταὶ δὲ αἱ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1895 ἰσχύουσαι διατάξεις δὲν εἶχον ἀναθέσει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόλυτον τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων, διότι οἱ δημοδιδάσκαλοι βʹ καὶ γʹ τάξεως ἐξελέγοντο, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1834, ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ἐπεκυροῦτο δὲ ὁ διορισμὸς αὐτῶν ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν· μόνοι δὲ οἱ δημοδιδάσκαλοι αʹ τάξεως ἐξελέγοντο ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου οἱ Ὑπουργοὶ ἐξέτειναν τὴν ἁρμοδιότητά των πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὑπῆρχε πλῆρες σύστημα ἐπιθεωρήσεων· κατὰ τοῦτο δέ, ὑπῆρχεν ἐπιτηρητὴς καὶ ἔφορος καὶ ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἐν τοῖς δήμοις τοῦ νομοῦ σχολείων ὁ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ δημοδιδάσκαλος, ὅστις περιήρχετο καθ’ ἑξαμηνίαν πάντας τοὺς δήμους καὶ πάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ, καὶ ἐπεθεώρει τὰ σχολεῖα, ἐξετάζων τὴν ἱκανότητα, τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν δημοδιδασκάλων. Οὕτω δὲ ὁ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ δημοδιδάσκαλος συνέλεγε πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῶν ἐν τῷ νομῷ διδασκάλων, καὶ δι’ αὐτῶν διεφώτιζε τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων βʹ καὶ γʹ τάξεως Νομάρχας. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑπῆρχον καὶ ἐπιθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, αἵτινες εἶχον τὸ δικαίωμα, ἐν κατεπειγούσαις περιστάσεσι, καὶ νὰ παύωσι προσωρινῶς τὸν δημοδιδάσκαλον. Ὁ νόμος τοῦ 1834, ὁ νόμος τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, καθ’ ἣν οὐδὲ σκιὰ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ὑπῆρχεν, ἀνεγνώριζεν, ὅτι οἱ γονεῖς ἔχουσι τὸ πρώτιστον καὶ κύριον συμφέρον, ἵνα λειτουργῇ καλῶς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, διότι αὐτοί εἰσιν οἱ πατέρες τῶν διδασκομένων παίδων· τὸ ἄθροισμα δὲ τῶν γονέων τοῦ χωρίου τοῦ δήμου ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ Δήμου. Τίς ἄλλος ἢ οἱ πατέρες τῶν τέκνων, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐν τοῖς σχολείοις, ἔχει θερμότερον συμφέρον; Ἀλλ’ ὅτε πρὸ 30 περίπου ἐτῶν ἐμελέτων τὰ περὶ δημοδιδασκαλίας λυπηρὰς συνεκόμισα ἀναμνήσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐξεικόνισα μάλιστα αὐτὰς δι’ ὧν ἔγραφα περὶ τούτου ἔν τινι Συλλογῇ, ἣν τότε ἐδημοσίευον. Τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἐσκόπει νὰ καταπαύσῃ ὁ νόμος τοῦ 1895, ὅστις ἀφῄρεσε καὶ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ πᾶσαν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μέριμναν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀνατιθεὶς εἰς αὐτὸ μόνον νὰ ἐξετάζῃ τὴν νομιμότητα τῶν τελουμένων πράξεων, καὶ νὰ περιβάλλῃ τὰς νομίμως συντελεσθείσας πράξεις διὰ τῆς αὐθεντίας καὶ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῆς παύσεως δημοδιδασκάλων; Ἔχετε διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ παύητε; ἔχετε διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτητε; Καὶ ὅταν δὲν ἔλαβον ἐκ διατάξεων νόμου τὸ δικαίωμα οἱ Ὑπουργοὶ νὰ διαπράττωσι πράξεις, νομίζετε ὅτι δικαιολογοῦνται, λέγοντες, ὅτι φρονοῦσιν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαπράττωσι τὰς πράξεις, εἰς ἃς προβαίνουσι, καὶ ὅτι αἱ πράξεις αὐτῶν εἶναι νόμιμοι; Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι διευθυντὴς κλάδου τινὸς τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἀλλὰ διευθυντὴς διευθύνων τὸν κλάδον καθ’ ἃς οἱ νόμοι ἔχουσι διατάξεις καὶ καθ’ ὃ οἱ νόμοι ἔδωσαν εἰς αὐτὸν δικαίωμα. Ὁ νόμος ὅμως τοῦ 1895 ῥητῶς ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις τὸ ἐνήσκει, καίτοι δὲν εἶχε παραχωρηθῆ εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ νόμου. Διατὶ ἀφῄρεσεν αὐτό; Αὐθαιρέτως; Ὄχι. Οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦ 1895 διώριζον, ἔπαυον καὶ μετέθετον δημοδιδασκάλους, ποῖα εἶχον φῶτα, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὡδηγοῦντο εἰς τὰς ἀποφάσεις των ταύτας, κατὰ τὸν διορισμόν, τὴν παῦσιν ἢ τὴν μετάθεσιν τῶν δημοδιδασκάλων; Ὁ διορισμὸς εἶναι ἀναγνώρισις ὄχι μόνον προσόντων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀνέγραψαν, ἀλλ’ ἀναγνώρισις καὶ ὑπεροχῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν μεταξὺ πάντων τῶν ἐχόντων τὰ αὐτὰ προσόντα. Ἀλλ’ ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὑπεροχῆς ταύτης ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως τοῦ προσώπου κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γινόμενον διορισμόν· διότι, ἐὰν διορίζῃ, ἐνῷ δὲν ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν ἰδιοτήτων, τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς χρηστότητος τοῦ διοριζομένου, διορίζει κατὰ χάριν, κατὰ προσωπικὴν συμπάθειαν, ζημιώνονται δ’ οὕτω τὰ συμφέροντα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος δὲν ἀφῆκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσῃ μεταθέσεις τῶν δημοδιδασκάλων, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ σχολείου, πῶς ὁ δημοδιδάσκαλος διδάσκει, ἂν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἂν τὸ ἐκπληροῖ ἀκριβῶς ἢ κατὰ τύπους, ἐντελῶς ἢ ἀτελῶς. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἀπῄτησε τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως, ἀπῄτησεν, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς γνωρίζῃ πάντα ταῦτα, ἔχων ὁδηγὸν τὰ πράγματα, τὴν ἀλήθειαν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν πάσης πράξεως προσωπικῆς, εἴτε διορισμοῦ, εἴτε παύσεως, εἴτε μεταθέσεως. Ἀλλὰ ποῦ ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῇ τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως ὁ Ὑπουργός; Πρὸς τοῦτο ἐδημιουργήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ θέσις τῶν ἐπιθεωρητῶν· διὰ τοῦτο διετάχθη νὰ περιέρχωνται οὗτοι τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς νομοὺς δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, νὰ ἐξετάζωσι τὰ σχολεῖα, νὰ ἐξετάζωσι τὰ προγράμματα τῶν σχολείων, νὰ ἐξετάζωσι κατὰ τίνα τρόπον ἐκτελοῦνται τὰ προγράμματα ὑπὸ τῶν διδασκάλων, κατὰ τίνα τρόπον οὗτοι διδάσκουσιν, ἂν καλῶς, μετ’ ἀκριβείας, μετὰ νοημοσύνης καὶ ἱκανότητος, τὰ ἀναγκαῖα ἐν τῷ σχολείῳ σκεύη, τὰ ἀναγκαῖα διδακτικὰ ὄργανα, νὰ ἐξετάζωσι πᾶσαν τὴν λειτουργίαν τῶν δημοτικῶν σχολείων· ἀφοῦ δ’ ἐξετάσωσι πάντα ταῦτα, νὰ σχηματίζωσιν ἰδίαν γνώμην περὶ ἑκάστου τῶν σχολείων καὶ περὶ ἑκάστου τῶν διδασκάλων. Ὅταν δὲ ἐπανέρχηται ὁ ἐπιθεωρητὴς εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, κομιστὴς πάντων τούτων, ἅτινα ἐπορίσθη ἐξ ἰδίας προσωπικῆς ἀντιλήψεως, ὁ νόμος διέταξε νὰ ἐκθέτῃ τὰς γνώμας του εἰς Συμβούλιον Ἐποπτικόν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ, νὰ εἰσάγῃ εἰς αὐτὸ τὸ πόρισμα τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἀντιλήψεων, τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ, τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε, τὸ δὲ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ν’ ἀποφασίζῃ. Δι’ αὐτὸ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτική, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ περιβάλῃ ταύτην διὰ τοῦ κύρους τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Δὲν εἶναι ἀπόφασις προελθοῦσα ἐξ αὐθαιρέτου γνώμης εἴτε τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, εἴτε τοῦ Ὑπουργοῦ· εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης προσωπικῆς τῶν ἐπιθεωρητῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἐνδεχόμενον καὶ οὕτω νὰ συμβῇ ποτε ἀδίκημά τι, εἴτε διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀντελήφθη κακῶς, εἴτε διότι ἔκρινεν ἐφ’ ὧν ἀντελήφθη πλημμελῶς· ἀλλ’ ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης, ὅτι τοῦτο θέλει συμβῆ σπανίως, ἢ ὅτι δὲν θέλουσι συμβαίνει τόσα ἀδικήματα, ὅσα διεπράττοντο ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1895. Ἐγὼ αὐτός, Ὑπουργὸς ὢν κατὰ τὸ 1878, συνέπραττον τότε μετὰ μεγάλου κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγέτης ἦτο ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὅστις διηύθυνε τὸ ὑπὸ τὴν διοίκησίν του κόμμα, καὶ ὡς τοιοῦτος ἤκουε συστάσεις καὶ ἐπιθυμίας τῶν φίλων, καὶ καθῆκον εἶχε, τοὐλάχιστον νὰ φροντίζῃ νὰ μὴ ζημιώνωνται αὐθαιρέτως τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἑπομένως νὰ ἀκούῃ τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ πολιτικοὶ φίλοι τοῦ κόμματος ἀπηύθυνον πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν ἐπροστάτευε παρανόμους ἀξιώσεις, οὐδ’ ὑπέτασσεν εἰς τὰς θελήσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν φίλων τοὺς νόμους. Τότε, κατὰ τὸ 1878, οἱ πολυπληθεῖς οὗτοι φίλοι τοῦ κόμματος Βουλευταὶ ἔδωκαν σημειώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δι’ ὧν συνίστων μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων· εἰς τρεῖς δὲ ἢ τέσσαρας χιλιάδας ἀνήρχοντο αἱ μεταβολαί, αἱ διὰ τῶν σημειώσεων ἐκείνων προτεινόμεναι. Ἀλλ’ ὅτε ἐπῆλθεν ὁ Σεπτέμβριος, καθ’ ὃν ἐγίνοντο συνήθως αἱ μεταβολαί, ἠρώτησα τὸν μακαρίτην Πετρίδην, Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τυγχάνοντα τότε τῶν δημοτικῶν σχολείων: «Κύριε Ἐπιθεωρητὰ, δυνάμει τίνος νόμου θέλω προβῆ ἐγὼ εἰς τὰς μεταβολὰς ταύτας; Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀπαιτοῦνται ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἔχετε τοιαύτας ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν; Ἐγὼ οὐδὲν γνωρίζω. Πῶς δὲ δύναμαι νὰ προβῶ εἰς μεταβολὰς τῶν δημοδιδασκάλων;» Ὁ μακαρίτης Πετρίδης ἠπόρησε· μοὶ παρετήρησε δ’ ὅτι, ἐὰν δὲν γείνωσιν αἱ μεταβολαί, πάντες θέλουσιν ἀποδώσει τοῦτο εἰς δυστροπίαν αὐτοῦ, καὶ θέλουσιν ἀγανακτήσει κατ’ αὐτοῦ. Ἔσπευσα διὰ τοῦτο νὰ προφυλάξω αὐτόν, καὶ ἐξέδωκα διαταγὴν πρὸς αὐτόν, ὡς Γεν. Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλα αὐτῷ, νὰ μὴ προτείνῃ εἰς ἐμὲ οὐδεμίαν μεταβολήν, ἀφορῶσαν εἰς παῦσιν ἢ μετάθεσιν ἢ διορισμὸν δημοδιδασκάλου, ὑπὲρ ἧς δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τῶν νομίμων ἐπιθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν. Καὶ οὕτως ἐγένετο. Ἑπομένως οὐδεμία διετάχθη τότε μεταβολή. Ἀλλ’ ὅτε οἱ φίλοι τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, ὅστις ἦτο ὁ Πρωθυπουργός, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπραττον, μετέβησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἔμαθον, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο μεταβολή, ἐξανέστησαν πάντες, καὶ μεταβάντες εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν κατήγγειλαν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὡς μηδεμίαν τῶν συστάσεων αὐτῶν λαβόντα ὑπ’ ὄψιν, ἑπομένως ὡς καταδολιευθέντα τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματος, — διότι ἐγὼ δὲν ἐτύγχανον μέλος τοῦ κόμματος τοῦ Κουμουνδούρου. — Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐσέβετο τοὺς νόμους ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν δὲν ἐξετέλεσα τὰς συστάσεις τῶν φίλων του, κωλυόμενος ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ ἐξήτασε, τί ἔπραξα ἐγὼ ἐπὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἐν Γόρτυνι. Ἐν Γόρτυνι δὲ τότε πάντες οἱ δημοδιδάσκαλοι εἶχον διορισθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐτύγχανεν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βούλγαρη, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Νικολοπούλου, ὅστις ἦτο γαμβρὸς τοῦ Βούλγαρη, πολέμιος δ’ ἐμοῦ. Τὰ ἄτοπα ταῦτα ἐπῆλθε νὰ καταπαύσῃ ὁ νόμος τοῦ 1895, καὶ τοιαύτας διατάξεις ἀνέγραψε περὶ τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει. Ἀλλ’ ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐκτελῆται εὐσυνειδήτως, μετὰ εἰλικρινοῦς προαιρέσεως· τότε δὲ λειτουργεῖ σκοπίμως, καὶ παράγει τὰ ἐπιζητηθέντα δι’ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, ἔχοντες γνώμην ἐναντίαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, φρονοῦντες, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι καλός· ἀλλ’ οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα, ἐὰν ἦναι μέλη τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἦναι Ὑπουργοί, νὰ προτείνωσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μεταβληθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν νόμων, τὰς ὁποίας θεωροῦσι κακάς· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ αἱ προτάσεις αὐτῶν δὲν ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν κυρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἰσχύουσι πάντοτε αἱ διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, τὰς ὁποίας ἐθεώρουν κακὰς, καὶ ἐζήτησαν νὰ μεταβάλωσιν· οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ μὴ ὑποτάσσωνται εἰς τὰς διατάξεις νόμου ἰσχύοντος. Καὶ Ὑπουργοὶ δὲ γενόμενοι, ὀφείλουσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς διατάξεις, περὶ ὧν πρόκειται, νὰ παραιτηθῶσι δὲ, ἂν νομίζωσιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκτελῶσιν αὐτάς. Ποία εἶναι ἡ κλεὶς τοῦ νόμου, τὸ κυριώτατον ὄργανον, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως; Οἱ ἐπιθεωρηταί. Ἀκούσατε, πῶς ἐζήτησαν νὰ διαστρέψωσι τὴν λειτουργίαν τοῦ ὀργάνου τούτου, ἐκτελοῦντες τὸν νόμον, ἵνα ὑποκαταστήσωσι τὴν θέλησίν των ἀντὶ τῶν ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων φώτων καὶ ἀληθειῶν. Τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἐξετέλεσαν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1899· καὶ διώρισαν μὲν τότε τοὺς Νομάρχας τῶν νέων νομῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως δὲν διωρίσθη ἐπιθεωρητὴς Εὐρυτανίας, ἀφέθη δὲ κενὴ ἡ θέσις αὐτοῦ· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τὸν ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἐπιθεωρητὴν—ἀλλὰ ὑπάρχοντα ἐπιθεωρητὴν—ἀναπληροῖ ὁ γυμνασιάρχης, τοῦτον δὲ ὁ σχολάρχης, εἰσήγαγον τὸν σχολάρχην ὡς εἰσηγητὴν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐμπιστεύεται τὸν σχολάρχην, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ· ἐνεπιστεύθη τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ ἐνεπιστεύθη αὐτὸν, διότι περιώδευσε τὸν νομὸν, ἐξήτασε τὰ κατὰ τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ τὰ σχολεῖα, καὶ ἐπορίσθη τὰς πληροφορίας, δυνάμει τῶν ὁποίων εἰσηγεῖται εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὰς προτάσεις του. Πῶς ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν εἰσήγησιν καὶ τὰς περὶ τῶν σχολείων καὶ τῶν δημοδιδασκάλων προτάσεις εἰς σχολάρχας, οἵτινες οὐδ’ ἐπεσκέφθησαν, οὐδὲ εἶδον κἄν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, οὐδ’ ἐμελέτησαν κἄν τὰ γιγνόμενα ἢ τὰ πρέποντα; Πλὴν τούτου, ἐπενόησαν νὰ δείξωσιν, ὅτι φρονοῦσι δῆθεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελῶσι τὰς πράξεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Προβάλλουσι δὲ, ὅτι μετέθεσαν κατ’ ἀνάγκην δημοδιδάσκαλόν τινα, διότι, ἐνῷ οὗτος ἐτύγχανε δημοδιδάσκαλος ἔν τινι δημοτικῷ σχολείῳ, διωρίσθη καὶ ἐν ἄλλῳ σχολείῳ, ἑπομένως ἦτο δημοδιδάσκαλος εἰς δύο σχολεῖα, ἔπρεπε δὲ ἀναγκαίως νὰ παυθῇ τῆς θέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ ἑτέρου τῶν σχολείων τούτων. Ἀλλὰ διατὶ διωρίσθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου δημοδιδάσκαλος καὶ ἄλλου σχολείου, ἐνῷ ὁ Νομάρχης ἐγνώριζεν, ὅτι ἦτο ἤδη δημοδιδάσκαλος ἄλλου σχολείου; Διατὶ, ἂν ὁ Νομάρχης διώρισεν αὐτὸν, ἀγνοῶν ὅτι ἐτύγχανε διωρισμένος ἐν ἄλλῳ σχολείῳ, τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέφερε πάντοτε, ὅτι διώρισεν αὐτὸν δημοδιδάσκαλον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει κατάλογον τῶν ὑπαρχόντων διδασκάλων, δὲν ἔσπευσε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν διορίσαντα αὐτὸν Νομάρχην, ὅτι κακῶς διώρισεν αὐτὸν, διότι ἐτύγχανεν ἤδη διωρισμένος ἀλλαχοῦ; Τέλος πάντων, διατὶ, ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σχολείου, τὸν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, εἰς ὃ ἐτύγχανε διωρισμένος, ὡς ὤφειλε, καὶ δὲν τὸν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, εἰς ὃ κακῶς διωρίσθη, ἀφοῦ ἦτο ἤδη διωρισμένος; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν διωρίσθησαν ἀμέσως κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1899 οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐξ ἀμελείας, ἐκ ῥᾳστώνης; Ὄχι. Δὲν διωρίσθησαν, διὰ νὰ ἐκπληρῶσι τὰ ἔργα αὐτῶν οἱ γυμνασιάρχαι καὶ οἱ σχολάρχαι, οἵτινες, μὴ περιβληθέντες ὑπὸ οὐδεμιᾶς τῶν ἐγγυήσεων, δι’ ὧν περιεβλήθησαν οἱ ἐπιθεωρηταὶ, ἀναγκάζονται νὰ στέργωσι νὰ γίνωνται ὄργανα τῶν κομματικῶν ἀξιώσεων. Χθὲς ἀνταποκριτὴς ἐφημερίδος μοὶ ἐπέδειξεν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔγραψε γυμνασιάρχης, ἐκπληρῶν ἔν τινι νομῷ καθήκοντα ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἐκπληρῶν αὐτὰ ἀπὸ ἑνὸς ὅλου ἔτους, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς ἀποδεικνύεται, πῶς ἐξετέλουν οἱ γυμνασιάρχαι οὗτοι τὰ καθήκοντά των, ὡς ἐπιθεωρηταὶ, εὔκολον δὲ νὰ συναγάγῃ τις πλέον, πῶς ἐξετέλουν αὐτὰ οἱ σχολάρχαι. Ἐκεῖνος, ὅστις διαχειρίζεται τὰ δημόσια πράγματα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν γνώμην του, καὶ ἂν γένηται δεκτὴ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ αὐτήν, ἐὰν δὲ δὲν γένηται δεκτὴ, ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τοὺς νόμους. Διὰ τοῦτο ἔλεγον, ἀγορεύων προχθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸ θάρρος νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, προβάλλων λόγους, τοὺς ὁποίους ἕκαστος θέλει ἐκτιμήσει ὡς προφάσεις γελοίας, ὅτι τότε δημιουργεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, διότι καθίσταται κατάδηλος ἡ ἐν γνώσει παράβασις τοῦ νόμου. Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι ἐγὼ, ὡς διευθύνων τὸ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Πετρίδου, ἢ ὁ μακαρίτης Πετρίδης, ὁ μετ’ ἐμοῦ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐκρίνομεν, ὡς δὲν κρίνει αὐτὸς, ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, πεποιθότως ἀρνοῦμαι. Διότι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ περιπέσωμεν εἰς τοιοῦτον χυδαῖον ἁμάρτημα ἡμεῖς, τοῦ νόμου ἐκείνου οἱ συντάκται καὶ οἱ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὑποστηρίξαντες κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν αὐτοῦ. Οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ προσποιηθῇ, ὅτι ἔχει τοιαύτην γνώμην, ἀφοῦ ῥητῶς ὁ νόμος τὰς πράξεις ταύτας τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν χαρακτηρίζει οὐδὲ ὡς γνωμοδοτήσεις, οὐδ’ ὡς προτάσεις, ἀλλ’ ὀνομάζει ἀποφάσεις, ἐνῷ τὰς ἄλλας πράξεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων χαρακτηρίζει μετ’ ἀκριβολογίας ὡς γνωμοδοτήσεις, ἢ ὡς προτάσεις. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται δὲν ἦσαν ὑποχρεωτικαί· μάλιστα ἐπὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἠλπίσαμεν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ πάσης ἄλλης μὴ ἐκπαιδευτικῆς, ἐπιρροῆς. Κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ὁ ἀποθανὼν φίλος Πετρίδης, ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσῃ τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐσύστησα θερμῶς εἰς αὐτὸν, νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ οὐδ’ ὑπὸ προσωπικῆς φιλίας, οὐδ’ ὑπὸ συγγενείας, οὐδ’ ὑπὸ συστάσεων πολιτικῶν φίλων, καὶ τὴν παράκλησίν μου ταύτην ἐξετέλεσεν ὁ ἀγαπητός μοι φίλος, καὶ διωρίσθησαν 16 ἐπιθεωρηταὶ, χωρὶς ἐγὼ νὰ γνωρίζω οὔτε τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Ἐὰν δὲ τυχὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἤθελον εὑρεθῆ ἀποφάσεις Ἐποπτικῶν Συμβουλίων μὴ ἐκτελεσθεῖσαι κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896, ἡ παράβασις ἐπράχθη ὑπὸ τμηματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσήγαγον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἢ εἰς ἐμὲ, κατὰ τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἀνεπλήρουν τὸν ἀποθανόντα, τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς, ἀλλὰ βεβαίως ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ καὶ ἐκείνου καὶ ἐμοῦ. Τὴν ἀναντίρρητον δὲ καὶ ἀδίστακτον γνώμην μου περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων θέλω ἀναπτύξει αὔριον διὰ πολλῶν.
§72Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§73ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον ἡ συζήτησις, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὡς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ὁμιλήσῃ διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§74Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δώσω ὀλίγας ἐξηγήσεις, αἵτινες θὰ χρησιμεύσωσι καὶ διὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ἐγὼ πληρέστατα συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ σεβαστὸς ἡγέτης ἡμῶν βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης. Δι’ αὐτὸ, ἐν ἀρχῇ λαβὼν τὸν λόγον, εἶπον ὅτι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εὐηλπίστουν ἐπὶ τούτου, ὅτι, ἐὰν ἀκούσῃ τὰς παρακλήσεις μου, ἦτο ἐξαιρετικὴ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ παρενόμει, ἐνῷ μέχρι τοῦδε, μὴ ἐκτελῶν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, παρενόμει· διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Εὐρυτανίας εἶναι καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν ἄκυροι. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, —καὶ κατὰ τοῦτο δὲν θὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν—ὅτι δὲν ἐγένοντο παραστάσεις καὶ δὲν ἐγένοντο καταγγελίαι κατὰ τοῦ κύρους τῶν πράξεων τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ, ὡς δημοτικὸς σύμβουλος, ἔλαβον μέρος εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ προταθῶσι τὰ πρόσωπα διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἔχων δ’ ὑπ’ ὄψιν μου τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρεκάλεσα τοὺς συναδέλφους μου νὰ σεβασθῶσιν αὐτὴν, καὶ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὸν νόμον. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τέσσαρες ἐκ τῶν συναδέλφων μου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους μου, ὡς τοῦτο φαίνεται εἰς τὰ πρακτικά. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἐγὼ ἰδικιτέρως, δι’ ἀναφορᾶς μου πρὸς τὸν Νομάρχην, παρέστησα τὰς συζητήσεις, τὰς γενομένας εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ καταστήσῃ τὰ γενόμενα γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς κύρωσιν τῶν γενομένων. Ἀλλὰ μέσα ἄλλα φαίνεται ὅτι ἔλαβον χώραν. Ἡ ὑπόθεσις τῶν δημοδιδασκάλων ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐγένετο πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὑπεβλήθη αὕτη εἰς τὸν Νομάρχην. Ὁ Νομάρχης ἐπί τινα χρόνον ἐδίσταζε νὰ κυρώσῃ αὐτὴν, διότι ἦτο ὄντως παράνομος. Κατόπιν ὅμως ἐκυρώθη ἡ πρᾶξις, τῇ ἐπιμόνῳ παραγγελίᾳ ἐξ Ἀθηνῶν πρὸς τὸν Νομάρχην. Ἀφοῦ ἐκυρώθη ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπρόκειτο νὰ συγκροτηθῇ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Ἐπιθεωρητὴς ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲν ὑπῆρχεν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ νέας διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πληροῦται ἀπὸ τὸν σχολάρχην, ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸν σχολάρχην· ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὄχι μόνον ἐπιθεώρησιν δὲν ἐνήργησεν, ὄχι μόνον δὲν ἐγνώριζε τὰ πρόσωπα τῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ καὶ ἀνίκανος εἶναι νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἔχει ἡ γνώμη τοῦ σχολάρχου αὐτοῦ. Ἐγένετο τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, καὶ τὸν Ἐπίσκοπον ἀνεπλήρωσεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς ἠσθένει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ γνώμην ἀξίαν σεβασμοῦ. Τοῦτο δὲ ἴσως γνωρίζει καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός, διότι μόλις πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος, διατελέσας ὑπὸ θεραπείαν τοῦ ἰατροῦ Κατσαρᾶ καὶ ἄλλων νευρολόγων. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα κῦρος ἀπόφασις τοιούτου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου; Ἀφοῦ λοιπὸν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἡ παράνομος, τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν δύο δημοδιδασκάλων, ἀνεχαιτίσθη ἡ ἐκτέλεσις ὡς πρὸς τοὺς λοιπούς, καὶ τοῦτο, διότι — πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω — ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Τσᾶτσος, ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τοὺς δημοδιδασκάλους, περὶ ὧν πρόκειται, διότι οὔτε κἂν προσωπικῶς τοὺς γνωρίζει, ὁ κ. Τσᾶτσος, λέγω, λαβὼν γνῶσιν ἀπὸ συμπολίτας του τῶν γενομένων, ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος, καὶ παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὸ ἀληθῶς ἀδίκημα τοῦτο κατὰ τῆς Εὐρυτανίας. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι τῇ παρακλήσει τοῦ κ. Τσάτσου συνετελέσθη τοῦτο· ἀλλ’ ἀτυχῶς ὁ ἕτερος ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ ξεκαρφώνῃ τὴς σκάλαις τοῦ Ὑπουργείου 800 φορὰς, ἐπῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον νὰ εἴπω κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐτεχνάσθησαν ὅθεν νὰ διορισθῇ εἰς ἄλλον νομὸν ὁ δημοδιδάσκαλος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν δύο δημοδιδασκάλων ὁ εἷς διωρίσθη εἰς τὸ Διδασκαλεῖον Γορτυνίας, ὁ δ’ ἕτερος ἀπεφασίσθη νὰ παυθῇ. Ἀφοῦ ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, τί θὰ γείνωσι τὰ σχολεῖα αὐτὰ, ἅμα ἀπέλθωσιν οἱ διδάσκαλοι, καὶ εὑρέθη καλὸν, ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς ἐκθέσεις ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιθεωρητῶν τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας, εἶναι ἀνίκανοι, ὄχι μόνον ὡς δημοδιδάσκαλοι νὰ ὑπηρετῶσιν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωποι ἐν τῇ κοινωνίᾳ νὰ ζῶσι, διότι μόνην ἐργασίαν ἔχουσι νὰ χαρτοπαίζωσι καὶ νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰς ταβέρνας. Δι’ αὐτὸ φρονῶ καὶ ἐφρόνουν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαπράξῃ τοιοῦτον ἀδίκημα κατὰ τῆς ἐπαρχίας μου.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§76Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν κατοίκων, τὰς ἀναφορὰς καὶ τὰ παράπονα αὐτῶν, καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν σχολάρχην, ἐπιπλήττων αὐτὸν, διότι προέβη εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Σήμερον δὲ μᾶς εἶπεν, ὅτι πάντα ἔχουσι γείνῃ κατὰ τὸν νόμον!
§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχον παρακαλέσει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὸ ἐρώτημα μόνον, καὶ δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὰς γενομένας ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου μέχρι τοῦδε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἤδη, ἐκ δευτέρου, ἀφοῦ ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ εἰδικὴ συζήτησις ἐπὶ τούτου εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, νὰ καταθέσῃ πρὸ αὐτῆς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§78Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἄξιον μεγάλης προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, νὰ φέρω τὴν γνώμην μου. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀπελύθησαν κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον 200 ἢ 300 γραμματοδιδάσκαλοι, διότι ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ὅτι οὗτοι ἀπελύθησαν ἄνευ ἀποφάσεων τοιούτων· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρξαν τοιαῦται, δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ποίας διατυπώσεις ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰς ἀποφάσεις, αἵτινες ἔκριναν ὡς ἀνικάνους τοὺς παυθέντας γραμματοδιδασκάλους. Ἐπίσης τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων διωρίσθησαν μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν μηνῶν οἱ αὐτοὶ γραμματοδιδάσκαλοι. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ οἰκείου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 48 ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Γαργαλιάνων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτάθη ἐν τῇ κενῇ θέσει τοῦ χωρίου ὁ διορισμὸς τῆς δημοδιδασκαλίσσης κ. Αἰκατερίνης Βενιζέλου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐπρότεινε τὴν κ. Βενιζέλου· ὁ ἐπιθεωρητὴς, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἀπέστειλε τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν Νομάρχην Τριπόλεως, οὗτος δὲ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ περὶ διορισμοῦ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν τὰ ἔγγραφα, καὶ μὴ ἀρεσκόμενος εἰς τὸν διορισμὸν τῆς εἰρημένης δημοδιδασκαλίσσης, παρεῖδε καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ διώρισεν ἄλλην διδασκάλισσαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἤθελε. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰ σχετικὰ πρὸς ταῦτα ἔγγραφα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἀκόλουθον θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ μακρᾶς ἐπιστολῆς σεβαστοῦ μοι φίλου ἐκ Σύρου, ὁ ὁποῖος, προκειμένου περὶ δημοπρασίας πρὸς ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων τῆς ἐν Μυκόνῳ Μονῆς Τουρλιανῆς, τὴν ὁποίαν ἐνέκρινε μετὰ σπουδῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς, μοὶ γράφει τὰ ἑξῆς· (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω τὰ καταγγελλόμενα, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ. Διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καθόσον παραβλάπτονται μεγάλα συμφέροντα τῆς Μονῆς. Δὲν πιστεύω, λέγω, εἰς ταῦτα, διότι δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐλαβεῖται τὰς περιουσίας τῶν Μονῶν· διότι ἡ τοιαύτη πρᾶξις εἶναι σκάνδαλον, προκειμένου πτωχὴ Μονὴ νὰ ζημιωθῇ 30,000 δραχμάς. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσκομίσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§79ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ προσκομίσω τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὑπόθεσις ἦναι σκανδαλώδης, εἶναι εἰς βάρος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔγραψε καὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπιστολήν. Καὶ ἀληθῶς εἶναι σκανδαλώδης, ὡς θὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλή· διότι πρόσωπον, τοιαύτην κατέχον ὑψηλὴν θέσιν, ἀναμιγνύεται πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς, ἐνῷ εἶχεν ὑποχρέωσιν τοὐναντίον νὰ πράττῃ.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτιμότερον νὰ εἴπητε ταῦτα, ὅταν θὰ φέρητε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§81ΣΤΑΗΣ. Ἵνα σᾶς καθησυχάσω, κύριε Βουλευτά, καταθέτω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων τῆς ἐν Μυκόνῳ Μονῆς Τουρλιανῆς. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Μονῆς ταύτης οὐδέποτε τὰ κτήματα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 117, ἐμισθώθησαν, ἀλλὰ πάντοτε ἐξεμεταλλεύοντο ὑπὸ τῶν μοναχῶν τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς. Τελευταῖον, ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας, ἐζητήθη ἡ μίσθωσις αὐτῶν. Καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἐξέθηκα τὴν μίσθωσιν τῶν κτημάτων εἰς δημοπρασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσέφεραν 8,000 περίπου δραχμάς...
§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί εἰσπράττει ἡ Μονή;
§83ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, καὶ θὰ τὸ ἀκούσητε. Τὰ καθαρὰ εἰσοδήματα, τὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῆς Μονῆς φαίνονται, ἐκ τῶν 117 κτημάτων ἀνῆλθον: τὸ 1897 εἰς 2,447 δραχμάς, τὸ 1898 εἰς 855, καὶ τὸ 1899 εἰς 2,240. Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῶν πάντα λίθον ἐκίνησαν, ἵνα μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ μίσθωσις αὕτη, καὶ ὁ πρῶτος μοχλὸς, τὸν ὁποῖον ἐκίνησαν, ἦτο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σύρου, ὅστις διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παρέστησε...
§84ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶχε δικαίωμα νὰ φέρῃ γνώμην.
§85ΣΤΑΗΣ. .. ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς καταστρέφονται διὰ τῆς μισθώσεως, ὅτι ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν μίσθωσιν τῶν κτημάτων, πρέπει νὰ μὴ κυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσῃ ἐκ νέου εἰς δημοπρασίαν τὰ κτήματα. Συνεπείᾳ νέας εἰσφορᾶς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου ἀφ’ ἑτέρου, ἠκύρωσα τὴν πρώτην δημοπρασίαν, καὶ ἐξέθηκα ἐκ νέου εἰς δημοπρασίαν τὰ 117 κτήματα. Κατὰ τὴν δημοπρασίαν ταύτην ὁ τελευταῖος πλειοδότης, οὗ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, προσήνεγκε 12,000 δραχμὰς περίπου. Κατὰ τὸν νόμον, ὀφείλει ὁ μισθωτὴς νὰ ἔχῃ ἐγγυητήν. Ἀλλ’ ὁ τελευταῖος οὗτος δὲν εἶχε τοιοῦτον. Ἔν τινι ὅμως ἀναφορᾷ αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπίστωσε τὸ ἀξιόχρεων αὐτοῦ ἀξιότιμος Κύριος, ὃν ὑπολήπτομαι καὶ ἀγαπῶ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ θεωρήσω ὡς ἐπαρκῆ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ. Τὸν φίλτατόν μοι κ. Σπ. Παγανέλην, διακεκριμένον νομομαθῆ καὶ πολιτευόμενον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρήσω ὡς δυνάμενον νὰ ἐγγυηθῇ τὸ ἀξιόχρεων τοῦ μισθωτοῦ. Ἀλλά, πλὴν τούτου, ἔλαβον καὶ ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου, ὅστις ἐζήτει νὰ μὴ ἐγκρίνω τὴν δημοπρασίαν ταύτην, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς. Ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ὑπῆρχεν ἐγγυητής, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐζήτει τὴν μὴ ἐπικύρωσιν τῆς δευτέρας δημοπρασίας, ἀπεφάσισα, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου, νὰ ἀκυρώσω ἐκ δευτέρου τὴν δημοπρασίαν, καὶ νὰ προβῶ εἰς τρίτην δημοπρασίαν. Ὁ Νομάρχης προέτεινεν, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον ἐγκρίνῃ τὴν κατακύρωσιν, διότι ἡ ἐποχὴ ἡ κατάλληλος πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων παρήρχετο...
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἴδους κτήματα εἶναι;
§87ΣΤΑΗΣ. Διαφόρων εἰδῶν. Ἐν τῇ πρώτῃ καὶ δευτέρᾳ δημοπρασίᾳ τὰ κτήματα παρεχωροῦντο ἐπὶ ἓξ ἔτη· ἡ δὲ ἐτησία προσφορὰ ἦτο, κατὰ τὴν πρώτην 8,000 δραχμαὶ, κατὰ τὴν δευτέραν 12,000. Ἡ τρίτη καὶ τελευταία δημοπρασία περιώρισε τὸν χρόνον τῆς μισθώσεως εἰς δύο ἔτη. Καίτοι δὲ ἡ μίσθωσις ἦτο διὰ δύο ἔτη, καίτοι ὁ χρόνος, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ Νομάρχου καὶ τὰς παραστάσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, διὰ τὴν καλλιέργειαν εἶχε παρέλθει ὁ τελευταῖος πλειοδότης προσέφερε περίπου 8,000 δραχμάς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ ἐπικυρώσῃ τηλεγραφικῶς τὴν μίσθωσιν, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὅστις καὶ πάλιν ἐζήτει τὴν μὴ ἐπικύρωσιν διὰ τῆς ὑποβολῆς προσφορᾶς νέας ὑπό τινος συγγενοῦς του ἀνωτέρας τῶν 8,000 δραχμῶν κατὰ ἑκατὸν δραχμάς! Ἡ προσφορὰ αὕτη ἐγένετο, ὡς λέγεται, ἵνα παρέλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς μίσθωσιν, καὶ μείνωσιν ἑπομένως καὶ πάλιν τὰ κτήματα εἰς τοὺς μοναχούς. Τοιαύτη ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀπευθύνῃ ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ὑπαινιγμοὺς καὶ μομφὰς κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θὰ κάμῃ τὰ παράπονά του πρὸς τὸν γράψαντα τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἠκούσατε. Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα ἐκτενέστερον, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα.
§88Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγγράφους συστάσεις καταθέτω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§89ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ καταθέσῃ κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων. Ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ καταθέσῃ κατάστασιν καὶ τῶν εἰσπράξεων μέχρι τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου τοῦ 1900, περὶ ὧν καταθέτω γραπτὴν σημείωσιν. Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1899, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.
§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως τὰς ἑπομένας πληροφορίας: 1) Σημείωμα, δηλοῦν κατὰ τάξιν, πότε λήγουν αἱ ἐνιαύσιοι ἐξετάσεις τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, πότε θὰ ἀπέλθωσιν οἱ μαθηταὶ ἑκάστης τάξεως εἰς ἄδειαν, καὶ πότε θὰ ἐπανέλθωσιν ἐξ αὐτῆς. Τίς δὲ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ τάξιν. 2) Ὅμοιον σημείωμα περὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν. 3) Σημείωμα τοῦ ἐν γένει προσωπικοῦ τοῦ Σχολείου Ἱππευτικῆς, κατὰ βαθμόν, ἐν ᾧ περιληπτέοι καὶ οἱ τυχὸν διδάσκοντες ἰδιῶται τὴν ὁπλομαχητικήν, γυμναστικὴν καὶ λοιπὰς τυχὸν ἀσκήσεις ἢ μαθήματα. 4) Σημείωμα, δηλοῦν ὀνομαστικῶς καὶ κατὰ βαθμὸν τοὺς ἐν διαθεσιμότητι ὑπάρχοντας ἀξιωματικούς, Βουλευτὰς καὶ μή, καὶ τὸν μισθόν, ὃν οὗτοι ἔλαβον μέχρι τοῦδε, κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τοῦ 1900, ἐκ τοῦ Στρατιωτικοῦ Ταμείου. Συγχρόνως δὲ ὅμοιον σημείωμα περὶ τῶν ἐν ἀργίᾳ διατελούντων. 5) Σημείωμα, δηλοῦν τὴν τιμὴν, ἀνθ’ ἧς εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ προμήθεια τοῦ ἄρτου ἐν ταῖς φρουραῖς Λαρίσης, Βόλου, Τρικκάλων, Καλαμπάκας, Λαμίας, Μεσολογγίου, Καλαμῶν, Πατρῶν, Τυρνάβου, Μακροχωρίου καὶ Χαλκίδος, καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς λήξεως τῆς ἐργολαβίας τοῦ ἄρτου ἐν ἑκάστῃ φρουρᾷ. 6) Σημείωμα, δηλοῦν τὴν τιμὴν, ἀνθ’ ἧς, κατ’ εἶδος, ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἡ νομὴ ἐν ταῖς φρουραῖς Ἀθηνῶν, Λαρίσης, Βόλου, Λαμίας, Μεσολογγίου, Καλαμῶν, καὶ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν λήγει ἡ ἐργολαβία αὐτῆς ἐν ἑκάστῃ φρουρᾷ. Συγχρόνως δὲ σημείωμα, ἂν ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη δύναμις ἵππων καὶ ἡμιόνων ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας σήμερον· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ἂν ἀπαιτοῦνται κτήνη, καὶ πόσα. 7) Σημείωμα, δηλοῦν τὰ ἐκποιηθέντα κτήνη κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ τὰ ὑπάρχοντα· εἰς ποίας δὲ προμηθείας ἀνήκουσι τὰ ὑπάρχοντα, πότε δηλ. ἠγοράσθησαν. 8) Σημείωμα, δηλοῦν, πόσοι ἀξιωματικοί, κατὰ βαθμὸν, ἔλαβον κανονικὴν ἄδειαν, καὶ πόσην, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ πόσοι ἀναρρωτικὴν, καὶ πόσην. 9) Σημείωμα, δηλοῦν τὸ ποσόν, ὅπερ ἀντιπροσωπεύουσι τὰ εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον, τμῆμα Αʹ, ὑπάρχοντα δικαιολογητικὰ δαπανῶν τοῦ 1897. 10) Κατάστασιν τῆς ὑπαρχούσης δυνάμεως ὁπλιτῶν, κατὰ βαθμὸν, ἑκάστου σώματος. 11) Σημείωμα, δηλοῦν, ἂν διὰ τὰς δαπάνας τῶν ἐπιστρατεύσεων τοῦ 1886, τῆς ἐπιμελητείας Ἠπείρου, καὶ 1897, τῶν ἐπιμελητειῶν Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ἐξεδόθησαν τὰ οἰκεῖα χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνῆλθον αἱ δαπάναι αὗται. 12) Σημείωμα, δηλοῦν, διὰ τίνα ἀνθυπολοχαγὸν ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ φράγκα χρυσᾶ 2,400 πρὸς ἐκπαίδευσίν του ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφοῦ ὁ νῦν ἐν ἀδείᾳ διατελῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μετέβη ἐκεῖ δι’ ἰδίων του ἐξόδων. 13) Σημείωμα, δηλοῦν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπεσπασμένων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, καθ’ ὑπηρεσίαν ἢ κατάστημα, ἤτοι τῶν εἰς ἀποσπάσματα, ἀστυνομίαν, χωροφυλακὴν, Ὑπουργεῖον κλπ., ὡς καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθ’ ἑκάστην πρὸς φύλαξιν τῶν φυλακισμένων ἀπαιτουμένων. 14) Νὰ κατατεθῶσι τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τῶν τριῶν ἐπιθεωρητῶν αὐτῆς, τοῦ ὑπομοιράρχου Τρουπάκη καὶ τοῦ ἀνθυπομοιράρχου Ἰωαννίδου. 15) Σημείωμα, δηλοῦν κατ’ εἶδος τὸν ἱματισμὸν, ὅστις ὑπῆρχεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ὅτε ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸν ὑπάρχοντα νῦν, καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς προμηθείας αὐτοῦ. Ἄν ἔχωμεν νὰ λάβωμεν ἔτι ἐρέαν παρὰ τοῦ κ. Ρετσίνα, καὶ ἂν ὀφείλωμεν αὐτῷ χρηματικόν τι ποσὸν, καὶ πόσον. Πόσην δὲ ποσότητα ἱματισμοῦ περιεῖχον αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ πρὸ τοῦ 1897, ἤτοι κατὰ τὸ 1896. 16) Σημείωμα τῶν χρηματικῶν ποσοτήτων, ἃς πρὸς τοὺς χορηγητὰς νομῆς ὀφείλει ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. 17) Ἄν τὸ ὑπάρχον ὑλικὸν πολέμου εἶναι ἀρκετὸν καὶ εὔχρηστον, καὶ, ἂν τοὐναντίον, τίς ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀρκοῦντος καὶ καταλλήλου.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο λέξεις θέλω εἴπει διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κατατεθεὶς πίναξ τῶν ἐσόδων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων μοὶ φαίνεται, ὅτι παράγει ὑπονοίας, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής. Διότι παρατηρῶ, ὅτι τὸ ἄθροισμα τῶν ἐσόδων κατὰ τὰ ἔτη 1896, 1897, 1898 καὶ 1899 τοῦ λιμένος Αἰγιαλοῦ τῆς Σάμης, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 19,320.58, εἶναι μικρότερον τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων, ἀνελθόντων εἰς δρ. 27,739.71, αἵτινες ἐδαπανήθησαν· ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν συνωμολόγησε τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον δάνειον. Πλὴν τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ καὶ κατατεθῇ σημείωσις εἰς τὴν Βουλὴν, δηλοῦσα, πόσα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν ὅλῳ εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, πόσα δ’ εἰσήνεγκε καθ’ ἕκαστον ἔτος ἕκαστον τῶν Λιμενικῶν Ταμείων.
§92Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καρδίτσης μέχρι Λαρίσης.
§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀναπτύξω τινά, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ, ὅτε ἦτο παρών. Ἀλλ’ ὑπάρχουσί τινες ἐξ αὐτῶν, ἀφορῶσαι καὶ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Ἐὰν δ’ ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπραξα τοῦτο διότι, ὅτε εἰσηγεῖτο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει πίνακα λεπτομερῆ, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὅλων τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων πάντων τῶν Ὑπουργείων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἦτο εὐκολώτατον τοῦτο.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω δυσκολίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ παραπέμπει εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο γνωστή. Δὲν μᾶς δίδει δὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει δυσκολίαν, πιστεύω ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἔχωσι δυσκολίαν νὰ καταθέσωσι τοιούτους πίνακας, ἵνα λάβωμεν ἐγκαίρως γνῶσιν τῶν καθέκαστα αὐτῶν. Συνάμα δὲ ὑπενθυμίζω ἄλλην παράκλησιν, ἣν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προσκομίσῃ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῶν τε σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἀπεσπάσθησαν καὶ ἀπησχολήθησαν ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1900 εἰς τὰς ἀστυνομίας.
§96Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρασκευάζεται, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐγκαίρως θὰ κατατεθῇ.
§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ κατατεθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν ὑπενθυμίζω ἐπερώτησιν, ἣν ὑποθέτω ὅτι ἔχει, πρὸς κατάθεσιν πινάκων, ἐμφαινόντων τὴν εἰς ἕκαστον δῆμον δοθεῖσαν συνδρομὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Ἐπίσης νὰ προσκομίσῃ πίνακα τῶν εἰς ἕκαστον δῆμον γενομένων προκαταβολῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο τῇ 25 Νοεμβρίου, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἀτελῶς. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παρεκάλεσα τότε νὰ καταθέσῃ πίνακα, περιέχοντα ὀνομαστὶ τὰς ὑπαρχούσας διευθύνσεις καὶ σταθμοὺς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ καταθέσῃ τοῦτον. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δυσκολία τις. Ὑπενθυμίζω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν παράκλησίν μου ταύτην. Ἐζήτησα συγχρόνως μετ’ ἄλλων πληροφοριῶν, τῶν ὁποίων τινὰς ἀτελεῖς κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πληροφορίας περὶ τῶν διευθύνσεων τῶν ταχυδρομείων, αἵτινες ὑπῆρχον καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1900.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔδωκα διαταγὴν νὰ ἑτοιμασθῇ ὁ πίναξ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐγκαίρως θὰ τὸν καταθέσω.
§99ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ τῶν τριῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ζητεῖ, τὸν πρῶτον εἶναι δυνατὸν νὰ καταθέσω, καὶ καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν· ἤτοι τὸν ἐμφαίνοντα τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους κατὰ τὸ 1899. Τὸν ἕτερον πίνακα, τοῦ 1900, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταθέσω, διότι ἡ συνδρομὴ εἰσέτι δὲν ἐξεκαθαρίσθη· ἐδόθησαν δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας πρὸς τοὺς ταμίας ὁδηγίαι πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐκκαθαρίσεως μέχρι τοῦ πέρατος τοῦ λογιστικοῦ ἔτους τῶν δήμων. Ὡς πρὸς τὰς προκαταβολὰς, εἶναι ἁρμόδιος οὐχὶ ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὁ πίναξ οὗτος.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62).
§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῶν γενομένων προκαταβολῶν;
§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔδωκε διαταγὴν νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁ λογαριασμὸς τῶν δήμων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἡ χρῆσις ὅμως τοῦ 1900 δὲν ἐξεκαθαρίσθη.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδήλωσεν, ὅτι καταθέτει μόνον πίνακα τῶν χορηγηθεισῶν διὰ τὸ ἔτος 1899 συνδρομῶν τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης πιστώσεως. Ἑπομένως ἄλλο συνδρομαὶ καὶ ἄλλο προκαταβολαί. Συνδρομὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὁριστικῶς δίδεται εἰς τοὺς δήμους· προκαταβολὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προκαταβάλλεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς εἰς αὐτὸ ἐπιστροφῆς αὐτῆς, ὅστις ὅρος σπανίως πραγματοποιεῖται. Ἀλλὰ θὰ ἦναι ἀπορίας ἄξιον, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔχῃ τὰς λογιστικὰς πληροφορίας περὶ τῶν προκαταβολῶν, τῶν γενομένων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν παρὰ τῶν ταμιῶν τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲν τῷ εἶναι δυνατὸν νὰ καταθέσῃ μήτε πίνακα τῶν συνδρομῶν, μήτε πίνακα τῶν προκαταβολῶν διὰ τὸ 1900, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους τοῦ λογιστικοῦ τῶν δήμων. Ἀλλὰ μετὰ τοῦ πίνακος τῶν γενομένων συνδρομῶν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ τὰ στοιχεῖα τῶν προκαταβολῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ στοιχεῖα ταῦτα, θὰ ἦτο καλὸν καὶ διὰ τὸ λογιστικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ζητήσῃ αὐτὰ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠδυνάμην νὰ τὰς ζητήσω καὶ ἐγὼ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νομίζω καλλίτερον νὰ λάβω τὰς πληροφορίας ταύτας διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἦναι ἐν γνώσει τοῦ τί προκατεβλήθη, ἐκτὸς τῶν χορηγηθεισῶν συνδρομῶν, εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§104ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μίαν ἔχει ὑποχρέωσιν, νὰ κατανείμῃ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὁριζόμενον ὡς συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γινώσκει βεβαίως, ὅτι οἱ ταμίαι ὑπάγονται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ διάφοροι πράξεις τῶν ταμιῶν δὲν ἐξελέγχονται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὔτε καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῶν προκαταβολῶν, περὶ ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Βουλευτής. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, οἱ ταμίαι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξοφλῶσι τὰ ἐντάλματα, τοὺς μισθοὺς δηλαδή, τῶν γραμματοδιδασκάλων, τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν πόρων τῶν δήμων καὶ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν οἱ καταβαλλόμενοι μισθοὶ προέρχωνται ἐκ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ἢ ἐκ τῶν πόρων τῶν δήμων, ἢ ἄλλοθεν, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐξετάσῃ. Τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει καθορίσει τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως μίαν, ἐπαναλέγω, ἔχει ὑποχρέωσιν, νὰ καθορίσῃ, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἀνῆκον ἑκάστῳ τῶν ἀπόρων δήμων ποσὸν ἐκ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου· καὶ τοῦτο ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1899, καὶ τοῦτο θέλει πράξει καὶ κατὰ τὸ 1900. Θέλω δὲ σᾶς δώσει τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ 1900, ὅταν ἐπέλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμένῃ, ζητῶν τοιαύτας πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἔχει δὲ καμμίαν ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ λάβῃ τὰς τοιαύτας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅλως πρὸς αὐτὸ ἄσχετοι καὶ ξέναι.
§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ λείψω, ἐν ἀρνήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς πληροφορίας. Λυποῦμαι δέ, διότι ἀπὸ 15 καὶ πλέον ἡμερῶν δὲν ἤξευρον, ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα τὰ λογιστικά, τὰ ὁποῖα ἦσαν τόσον ἀναγκαῖα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ταμιευτικήν, δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν γνῶσιν τοῦ συνόλου τῆς δαπάνης, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Λυποῦμαι, ὅτι τὴν ἀντίρρησιν ταύτην δὲν προέβαλεν ἔκτοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ζητήσω ἐγκαιρότερον τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὁδηγεῖται ἐκ πληροφοριῶν προερχομένων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ καθορίσῃ τὴν διανομὴν τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτι, μετὰ τὴν γενομένην προκαταβολήν, ἔχει συμφέρον λογιστικὸν καὶ ἐκπαιδευτικόν, ἂν ὄχι ἄλλο τι, τοὐλάχιστον πολλάκις χάριν τῆς στατιστικῆς γνώσεως, νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν ὑστέρων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰς γενομένας προκαταβολάς. Εἰς τοῦτο ὅμως ἐμμένω. Εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως καὶ σκέψεως ἑκάστου ἁρμοδίου. Ἀλλ’ ἡ αἴτησίς μου ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διότι τοιαύτην εἶχον γνώμην, καὶ τοιαύτην ἔχω, ὅτι στατιστικῶς τοὐλάχιστον ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ ἔχῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν αἱ ἀντίθετοι ἀξιώσεις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἂν ὑπομνήσω, ὅτι δύναταί τις νὰ συναγάγῃ τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν, τὸ ἐτήσιον, ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας...
§107Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ... Διότι εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας ἀναγράφεται ὑπὸ στοιχεῖα ΜΖʹ...
§109Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Θέλω νὰ ἐννοήσω ἀκριβῶς, ἂν περὶ τούτου πρόκειται (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προκαταβολὴ τοῦ δημοσίου Ταμείου τόσα». Ἐπειδὴ δὲ περιλαμβάνει εἰς τὴν στήλην τὸ ὑπόλοιπον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὑπάρχει δὲ καὶ ἡ στήλη, ἥτις περιλαμβάνει τὸ ὅλον τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους προκαταβολῶν, ἐκ τοῦ πρώτου ποσοῦ, ἐν ἀντιπαραθέσει πρὸς τὸ δεύτερον, δύναταί τις νὰ συναγάγῃ, τί κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας προκατεβλήθη, καὶ ἐκ τούτου θέλει ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς τὴν πληροφορίαν, ἣν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν τὴν ἔχω, καὶ μάλιστα ὁ συνάδελφος ἡμῶν ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης τὴν ἀνεκοίνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι ἤθελον πληροφορίας πληρεστέρας ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν ἀνακοίνωσιν ἀκριβῶς πάντων τῶν περιπλέον μεταξὺ τῶν ὀφειλομένων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 καὶ τῶν ὀφειλομένων σήμερον.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω, χάριν τῆς ἀκριβείας, νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ διαφέρουσι τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, ὀφείλει τὸ Κράτος πρὸς τοὺς ἀπόρους δήμους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δύο εἰδῶν δαπάνην ὑπέχει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, μίαν δαπάνην προκαταβολῆς πρὸς συντήρησιν τῶν σχολείων, καὶ μίαν δαπάνην πρὸς συνδρομὴν τῶν ἀπόρων σχολείων. Ἡ κυρία δαπάνη εἶναι ἡ πρὸς συνδρομὴν αὐτῶν, ἡ ἑτέρα εἶναι προκαταβολή. Καὶ λέγεται προκαταβολή, διότι οἱ ταμίαι συνήθως εἰσπράττουσι τὰ ἔσοδα τῶν δήμων, ἑπομένως οἱ ταμίαι ἔχουσι πάντα τὰ χρήματα τῶν δήμων ἐν χερσὶν αὑτῶν, δυνάμενοι νὰ καταβάλλωσιν εἰς τοὺς δικαιούχους τὰ ἔξοδα τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνταλμάτων τοῦ δήμου, ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν. Ζημία εἰς τὸ Δημόσιον ἤθελε προκύψει, μόνον ἂν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τοῦ δήμου δὲν ἐπήρκουν νὰ καλύψωσι τὰς γενομένας προκαταβολὰς, δηλαδὴ, ἂν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τοῦ δήμου ὑπερέβαινον τὰ εἰς λογαριασμὸν αὐτοῦ πληρωθέντα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Λέγω ταῦτα, διότι ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσι, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δ’ ἤκουσα, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ εἶναι βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τὸ ὁποῖον χειροτερεύει πολὺ τὴν κατάστασιν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐξέτασις λοιπὸν, ἂν τὰ ἔξοδα τοῦ δήμου ἐξισοῦνται πρὸς τὰ ἔσοδα αὐτοῦ — διότι τότε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διατάσσεται ἡ χορηγία συνδρομῆς εἰς τοὺς δήμους — προσήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; Περὶ ἀποκαταστάσεως ἰσοζυγίου ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων. Διατί; Διότι οἱ δῆμοι ἔχουσι προϋπολογισμὸν ἐν ἀνισορροπίᾳ. Διατί; Διότι τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ ἔσοδα τῶν δήμων. Λοιπὸν ἡ χορηγία τῆς συνδρομῆς ταύτης γίγνεται πρὸς ὄφελος τοῦ δήμου, ἵνα δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὰ ἐπιβαρύνοντα αὐτὸν ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐπειδὴ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνασκεῖ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, λαμβάνει δὲ μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν, οὗτός μοι φαίνεται ἁρμοδιώτερος, δυνάμενος νὰ πορίζηται ἐκ τοῦ γραφείου του καὶ πᾶσαν πληροφορίαν περί τε τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων.
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι πρότερον ἐλέχθη, ὅτι τὰ περὶ τούτου ἐκανονίσθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν συνεννοήσει τῶν Ὑπουργείων τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, καὶ ἐξετάζει αὐτοὺς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κανονίζει τὴν συνδρομήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι δύο χωριστὰ ζητήματα, τὸ τῶν συνδρομῶν καὶ τὸ τῶν προκαταβολῶν. Εἶναι μία ταμιακὴ ἐργασία προκαταβολῆς, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν δήμων.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀκριβῶς ἀπηύθυνα δύο ἐπερωτήσεις· τὴν μίαν διὰ τὰς συνδρομὰς, καὶ τὴν ἄλλην διὰ τὰς προκαταβολάς.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἅτινα ἀποδεικνύονται ὀρθὰ, θέλω μόνον νὰ προσθέσω τὴν ἀπόδειξιν, τὴν προερχομένην ἐξ αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν. Διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὅταν συντελεσθῇ ὁ λογαριασμὸς, τὸ πλεόνασμα τῶν προκαταβολῶν δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὡς συνήθως νομίζεται. Καὶ ἰδοὺ τί παρατηρῶ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1900, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου εἶχον ἀνέλθει εἰς 5,786,856 δραχμάς.
§118Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τέλος Ὀκτωβρίου τοῦ 1900;
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Μετὰ τοῦ ὑπολοίπου.
§120Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον;
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 3,378,628. Παρατηρῶ, ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν ὑπάρχει χρέωσις 5,017,754, ὅτι, ἀφαιρουμένων τῶν 3,378,628 ἀπὸ τῶν 5,017,754, μένει ὑπόλοιπον δραχ. 1,639,126. Ἀλλ’ ἐγένετο δαπάνη, κατὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, 1,009,201. Ὥστε ἔχομεν διαφορὰν 629,925 δραχμῶν. Δηλαδὴ συνεισέφερε τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 1,009,201.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συνεισέφερε τὸ Κράτος· τὸ Κράτος ἐδαπάνησε.
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Κράτος συνεισέφερεν 1,009,201 δραχμάς. Ὅταν αὗται ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν προκαταβολῶν...
§124ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν συμψηφίζονται.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν συμψηφίζονται;
§126ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνηται συμψηφισμός.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συμψηφίζονται, βεβαίως. Εἶναι ῥητὸς ὁ νόμος.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, ὅτι ὑπόλοιπον εἶναι 629,925...
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§131ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς συνδρομὰς, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως χορηγεῖ κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ 1896, εἶναι αἱ ἑξῆς: Τὸ 1896 δραχ. 353,359· τὸ 1897 δρ. 893,912· τὸ 1898 δρ. 688,331. Τοῦ 1899 δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν, ἵνα γνωρίζωμεν τὸ ἀντίστοιχον ποσόν. Θὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός...
§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατέθηκα πίνακα. Εἶναι 726,000.
§133ΝΕΓΡΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνδρομαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κανονικῶς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων λόγος δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἔχουσι προκαταβληθῆ ἀπὸ τοῦ 1897 τὰ ἑξῆς ποσά. Ἀφοῦ εἰσεπράχθησαν ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν παρὰ τῶν δήμων, ἔμειναν ὑπόλοιπα εἰς χρέωσιν τῶν δήμων τὰ ἑξῆς ποσά: Τὸ 1897 δραχμαὶ 1,202,667, τὸ 1898 δρ. 834,535, τὸ 1899 δρ. 1,341,425· τὸ ὅλον 3,378,628. Τοῦτο εἶναι τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον θὰ εὕρητε εἰς τὸ τέλος τοῦ 1899 ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς, εἰς τὴν μερίδα «προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δήμους». Οὕτω βλέπετε, ὅτι μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1899 τὸ ποσὸν, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι χρεωμένοι οἱ δῆμοι, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 3,378,628. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐντὸς τοῦ 1900 ἔχουσι καταβληθῆ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου δραχμαὶ 1,733,273. Λέγω μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, διότι δὲν ἔχω τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ καταβολῶν τῶν δήμων. Διὰ τοῦτο, συγκρίνων τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1900 πρὸς τοὺς τοῦ 1899, παραδέχομαι ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους οἱ δῆμοι θὰ ἦναι χρεωμένοι μὲ ἓν ἑκατομμύριον ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμὰς ὡς ἔγγιστα. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, αὐτὰ τὰ ποσά, τὰ προκαταβαλλόμενα, ἐλαττοῦνται μέχρις ἑνὸς ποσοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἐλαττοῦνται πλέον· αἱ χρεώσεις δὲ ἑνὸς ἔτους προστίθενται εἰς τὰς χρεώσεις τοῦ ἄλλου, καὶ ἐπὶ τέλους συμποσοῦνται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ἀδυνατεῖ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον. Τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, ἔφερε καὶ τὸν νόμον τὸν εὐεργετικόν, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Περιόδου, καὶ ὅστις δωρεῖ μέρος τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ δῆμοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰς προκαταβολὰς, καὶ ἑπομένως δὲν θέλομεν τὰς εἰσπράξει οὐδ’ εἰς τὸ μέλλον, ὡς δὲν τὰς εἰσεπράξαμεν οὐδὲ εἰς τὸ παρελθόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔκαμε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχομεν ἐκεῖ ἔξοδον σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παραμεληθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι σαφεῖς. Ποῖα δὲ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου δὲν ἐνδεικνύουσι κινδύνους τόσον μεγάλους κατὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Τὸ ἄρθρον 55 τοῦ νόμου διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προσδιορίζονται πρὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ αἱ πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων πιστώσεις ἀναγράφονται πρῶται ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς, ἀποτελοῦσαι ἴδιον ἐν αὐτοῖς τμῆμα, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Στοιχειώδης ἐκπαίδευσις τῶν δημοτῶν». Τὸ δὲ ἄρθρον 54 τοῦ νόμου διατάσσει ὡσαύτως ταῦτα: «Τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων, πληρώνονται δὲ ὑπὸ τῶν κατ’ ἐπαρχίας Δημοσίων Ταμείων ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτῶν εἰσπραττομένων δημοτικῶν ἐσόδων, ἐπὶ τῇ βάσει χρηματικῶν ἐνταλμάτων τῶν ἁρμοδίων Δημάρχων.» Κατὰ ταῦτα, οἱ δημόσιοι ταμίαι πληρώνουσιν ἐκ τῶν παρακαταθηκῶν τῶν δήμων, διότι παρακαταθήκας ὀνομάζουσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν ἐν ὀνόματι τῶν δήμων καὶ πρὸς ὄφελος τῶν δήμων καὶ ἐκ πόρων τῶν δήμων· ἀνετέθη δὲ εἰς τοὺς ταμίας ἡ εἴσπραξις αὐτῶν, διότι ἤθελεν εἶσθαι δαπανηρὸν νὰ ἀναθέτωσιν οἱ δῆμοι τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν εἰς ἰδίους ὑπαλλήλους, δὲν ἦτο δ’ ἀπίθανον νὰ συμβῶσι καὶ καταχρήσεις. Ἀνετέθη λοιπὸν εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τοῦ Δημοσίου νὰ εἰσπράττωσιν· ὅσα δὲ οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες εἰσπράττουσι, τὰ καταθέτουσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Οὕτω ὁ ταμίας εἶναι θεματοφύλαξ, τὰ δὲ ἀποτεθειμένα ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ δημοτικὰ χρήματα λέγουσι διὰ τοῦτο παρακαταθήκας· ἐκ τῶν παρακαταθηκῶν δὲ τούτων, ὑποχρεοῦται ὁ ταμίας νὰ πληρώνῃ τὰ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἔξοδα τῶν δήμων, ἐξοφλῶν τὰ τοιαῦτα ἐντάλματα (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ» (ἀναγράφει ἡ διάταξις τῆς παραγράφου δευτέρας τοῦ ἄρθρου 63) «δὲν ὑπάρχωσιν εἰσπεπραγμένα ἔσοδα τοῦ δήμου, ἀρκοῦντα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ἐντάλματος, ὁ ταμίας προσκαλεῖ τὸν εἰσπράκτορα τοῦ ὀφείλοντος δήμου ν’ ἀποστείλῃ αὐτῷ τάχιστα τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, τὸ ὁποῖον, ἅμα λαβὼν, ἀποδίδωσιν εἰς τὸν δικαιοῦχον. Ἐὰν δὲ καὶ ἐν τῷ Δημοτικῷ Ταμείῳ δὲν ὑπάρχωσι χρήματα, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐξοφλεῖ τὸ ἔνταλμα ἐκ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν πρόκηται νὰ εἰσπράξῃ ἔσοδα τοῦ δήμου, κρατεῖ δὲ τὸ καταβληθὲν ποσὸν ἐκ τῶν πρώτων εἰσπραχθησομένων δημοτικῶν ἐσόδων.» Οὕτως ὁ νόμος προέβλεψε καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσι χρήματα, ὅτε ὁ διδάσκαλος, κομιστὴς ἐντάλματος, δὲν εὑρίσκει χρήματα, καὶ, ἂν δὲν λάβῃ τὸν μισθόν του, θέλει εὑρεθῆ εἰς ἀμηχανίαν. Διὰ τοῦτο ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἂν μὲν ἔχῃ χρήματα ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν δήμων, νὰ λάβῃ τὰ χρήματα αὐτὰ καὶ νὰ πληρώσῃ τὸν δικαιοῦχον· ἐὰν δὲ καὶ ἐν τῷ Δημοτικῷ Ταμείῳ δὲν ὑπάρχωσι χρήματα, ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ἔνταλμα ἐκ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν πρόκηται νὰ εἰσπράξῃ ἔσοδα τοῦ δήμου (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι πλέον ἔσοδα τοῦ δήμου πρὸς εἴσπραξιν» (διατάσσει ἡ τελευταία § τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ νόμου) «δὲν ὑπάρχωσι δὲ δημοτικὰ χρήματα οὐδ’ ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ, οὐδ’ ἐν τῷ Δημοτικῷ, ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἱστορούσης λεπτομερῶς τὸ πρᾶγμα, ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ καταβολῆς τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων ἐκ τῆς προσδιορισθείσης συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου.» Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμνῃ προκαταβολὰς, ἐν ὅσῳ ἔχει χρήματα τοῦ Δημοτικοῦ Ταμείου· ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ τοιαῦτα χρήματα, τότε ὁ ταμίας προσκαλεῖ τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, καὶ ἐρωτᾷ, ἂν ἔχει χρήματα τοῦ δήμου. Καὶ ἐὰν μὲν ἔχῃ χρήματα τοῦ δήμου, λαμβάνει αὐτὰ ὁ ταμίας καὶ πληρώνει, ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ χρήματα τοῦ δήμου, καὶ νομίζῃ ὅτι δημοτικὰ ἔσοδα δὲν πρόκεινται πρὸς εἴσπραξιν, οὐδὲ ὑπάρχουσι τοιαῦτα εἰσπρακτέα, τότε ἀναφέρεται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἰδοποιεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα φροντίσῃ νὰ κατατάξῃ τὸν δῆμον μετὰ τῶν ἀπόρων, καὶ προσδιορίσῃ τὴν πληρωτέαν εἰς τὸν δῆμον τοῦτον συνδρομὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις αὕτη ἔχει τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι φέρει ἡμᾶς ἐπὶ τέλους εἰς τὸ νὰ σαφηνίσωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν. Διότι ὁμολογουμένως πολλὰ εἶναι τὰ ἐκτιθέμενα διὰ τοιούτου τρόπου, ὥστε νὰ διστάζῃ τις ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν. Ἀλλὰ προφανὲς καθίσταται εἰς πάντα τὸν λαβόντα τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους γίνεται κίνησις δαπανῶν καὶ εἰσπράξεων, κίνησις δαπανῶν προκαταβολῆς, κίνησις εἰσπράξεων πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου τῶν προκαταβολῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐνταῦθα κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1899 (ἀναγινώσκει): «Ὑπόλοιπον προκαταβολῶν 3,378,628. Πράξεις χρεώσεως μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,329,801. Ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου 78,426. Τὸ ὅλον 5,786,855.» Ἀπέναντι τοῦ ὁλικοῦ τούτου ποσοῦ τῶν προκαταβολῶν μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου ἔχομεν ἀποδεδομένα ἐντὸς τοῦ ἔτους 769,101, ἐξ ὧν ἀποδόσεων τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου περιωρίσθη εἰς 5,017,754. Ταῦτα εἶναι θετικὰ, ἐξαγόμενα ἐκ τῶν πινάκων τοῦ Λογιστηρίου. Ὅταν τὸ ποσὸν τῶν 3,378,628 τοῦ ἔτους 1899 ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,017,754, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν προκαταβολῶν τοῦ ἔτους τούτου μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου, μένει ὑπόλοιπον δρ. 1,639,126· δηλαδὴ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 1,639,126 κατεβλήθη ἐντὸς τῶν δέκα μηνῶν τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων ἔχομεν βεβαιωμένον, ὅτι ἐδαπανήθησαν, διότι ἔχομεν τὰ Β. Διατάγματα, 1,009,201 δρ. διὰ τὴν εἰσφορὰν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν δήμων, ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 1,009,201 καὶ τῶν 1,639,126 εἶναι 629,925. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι τόσαι μόνον εἶναι αἱ προκαταβολαί. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῶν καταβολῶν ἐν τῷ ἔτει 1902 θὰ ἦναι 629,925· λέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολικόν...
§136ΝΕΓΡΗΣ. 1,600,000.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι γίνεται συμψηφισμός.
§138ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν γίνεται.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνηται. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλαι δαπάναι, ἐπὶ ἐκείνων ὑπάρχει ἰδιαίτερος λογαριασμός. Ἐφ’ ὅσον προχωροῦμεν, τί παρατηροῦμεν; Κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ἀφ’ ἧς ἰσχύει ὁ νόμος, παρατηροῦμεν, ὅτι τὸ μὲν πρῶτον ἔτος ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου ὑπελογίσθη εἰς 1,500,000 δραχμὰς, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1896 περιωρίσθη εἰς 363,000...
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν αἰτίαν;
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· σᾶς παρακαλῶ.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου δίδεται μετὰ μίαν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ δῆμος εἶναι εἰς ἀνικανότητα νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅλην τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ διαδικασία δ’ εἶναι αὕτη: Ἀφοῦ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸ πάσης ἄλλης δαπάνης τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμβαίνει δὲ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ κατασταθῇ ἕνεκα τούτου ἀνισοσκελὴς, δὲν παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δῆμον, κατὰ τὸν νόμον, νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ προσκαλεῖ τὴν δημοτικὴν νὰ αὐξήσῃ τοὺς ἀμέσους δημοτικοὺς φόρους καὶ τὸν ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων ἐν τῷ δήμῳ δημοτικὸν δασμὸν μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων προκύπτουσι τὰ πρὸς καταστρατήγησιν αὐτῶν πονηρεύματα, τοιοῦτον δ’ ἐπενοήθη, ἵνα μὴ ὑποβληθῶσιν οἱ δῆμοι εἰς τὴν αὔξησιν αὐτὴν τῆς φορολογίας, εἰς πρᾶξιν δυσάρεστον εἰς τοὺς συνδημότας των βεβαίως· οὕτω δὲν προεκάλεσαν τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, ὅτε δὲν ἤθελεν ἕνεκα τούτου ἀρνηθῆ ἡ Διοίκησις τὴν ἀποδοτέαν εἰς αὐτοὺς συνδρομὴν, ὀφείλουσα ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἕνεκα τῆς χρηματικῆς ἀνεπαρκείας τοῦ δήμου ἐπελευσομένην διάλυσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὅτε ταῦτα ἐπῆλθον, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο νὰ ἀρθῇ ἡ περὶ ἧς εἴρηται ὑποχρέωσις τῶν δήμων τοῦ νὰ αὐξάνωσι τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους των μέχρις 1%. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου ἐν τῇ Βουλῇ ὑπῆρξεν ἀντίδρασις, ἣν ἐνίσχυσαν καὶ αἱ περιστάσεις αἱ ἀνώμαλοι τοῦ 1896, αἵτινες ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν περισσότερον ἢ ὅσον ἡ ἀνάγκη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπεδίωξε τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐπιψήφισιν, ἵνα μὴ προκαλέσῃ ἀνταγωνισμόν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 ἐδαπανήθη τὸ τρίτον περίπου τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Κατὰ τὸ 1897 δὲ καὶ 1898 δὲν ἐδαπάνησεν οὔτε τὸ τρίτον. Πλὴν τούτου ὅμως καὶ ἄλλη συνέβη χυδαία διαστροφὴ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ ἀναδείξωσι Δημάρχους φίλους τῶν ἰσχυόντων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ φίλων των, εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους ἐδόθη ἡ ἀνήκουσα εἰς αὐτοὺς συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν πρόνοιαν αὐτήν, διότι δὲν ἀνέδειξαν Δημάρχους φίλους τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἐλάμβανον τὸ βοήθημα, καὶ περιήχθησαν εἰς ἀληθῆ παραλυσίαν, διότι τὰ Ταμεῖα αὐτῶν δὲν ἠδύναντο οὐδὲ τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, οὐδὲ τὸ ἐνοίκιον τοῦ δημοτικοῦ καταστήματος νὰ πληρώνωσι.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν ἐκείνων, ἅτινα ἐσκόπουν νὰ ἐκθέσω, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκθέτω νῦν. Κατὰ τὸ 1896, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, μὴ λειτουργούσης τελείως τῆς μηχανῆς, ἐδόθησαν δρ. 363,359. Κατὰ τὸ 1897 τὸ ποσὸν ἀνεβιβάσθη εἰς 893,912.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνῷ τὸ κώλυμα δὲν εἶχεν ἀρθῆ.
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ 1898 εἰς 918,167, κατὰ τὸ 1899 εἰς 1,077,308, κατὰ δὲ τὸ 1900, μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, ἐφθάσαμεν εἰς 1,009,201...
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τοὺς χρόνους· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς πέμψω τὰς ἐπιστολὰς τῶν φίλων Δημάρχων, παραπονουμένων, ὅτι δὲν ἔλαβον τίποτε, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ οἰκονομήσωσι τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, ἠθέλετε ἴδει διατί.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο θέλω νὰ εἴπω. Βλέπω λοιπόν, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνει τὸ ποσόν, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ αὐξηθῇ ἔτι περισσότερον, διότι βλέπω, ὅτι αἱ χορηγίαι εἰς τοὺς δήμους γίνονται βεβαίως κατὰ τρόπον οὐχὶ τελείως σύμφωνον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, γίνονται δι’ οὓς λόγους πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπε· καὶ παρατηρῶ ἐν στατιστικῇ, ἣν ἐτήρησα, ὅτι, ἐξαιρέσει τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς, τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων καὶ τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Μαγνησίας, εἰς πάντας τοὺς ἄλλους δήμους ἐδόθησαν τοιαῦτα χορηγήματα.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐτυχῶς οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ ἐκλέξωσι Δημάρχους μὴ φίλους τῶν φίλων μου, ἑπομένως ἔλαβον βοήθημα.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν τί ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου; Ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνει τὸ ποσὸν τῆς κανονικῆς χορηγίας πρὸς τοὺς δήμους, ἐξ οὗ ἐπέρχεται τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν, διότι τὸ δαπανώμενον ἐπὶ πλέον, κατ’ ἀνάγκην, μίαν ἡμέραν θ’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῶν δήμων, διότι αἱ προκαταβολαί, αἱ πρὸς τοὺς δήμους γινόμεναι, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμψηφισθῶσι πρὸς τὰς δαπάνας τὰς γενομένας· θὰ φθάσωμεν δηλαδή, ἐν ἄλλοις λόγοις, ὅπως βαίνομεν, εἰς τὸ νὰ χορηγῶμεν εἰς ὅλους τοὺς δήμους συνδρομὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, καὶ νὰ παύσῃ ἡ προκαταβολή. Τοῦτο θέλω νὰ εἴπω.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, τὴν κατάστασιν ταύτην ἐδημιούργησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τὰ ὁποῖα τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέβαλον εἰς τοὺς δήμους. Ἀπὸ τοῦ 1856, ὅτε, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τοῦ μακαρίτου Χριστοπούλου, ἐξεδόθη ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Δημόσιον Ταμεῖον προκατέβαλλεν ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰς λογαριασμὸν τῶν δήμων τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ δὲ τῶν ὁποίων δὲν ἤθελεν ὑπάρχει δημοτικὸν σχολεῖον τότε, ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι τοῦ 1877, ὅτε συνεστήθη τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, αἱ προκαταβολαὶ ἀνῆλθον εἰς ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ ἐγὼ κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878, ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶχον παρασκευάσει νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ταμείου εἰδικοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἰδίου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Τοῦτο, τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἐτυγχάνετε μέλος, μετεποίησεν εἰς Ταμεῖον Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἀλλ’ ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει. Ἀλλὰ καὶ τότε τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτῆς, τὸ Κράτος δ’ ἠναγκάζετο νὰ εἰσφέρῃ πότε ἓν ἑκατομμύριον, πότε δὲ 1,300,000, καὶ πότε 1,600,000. Ὅτε δὲ κατόπιν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τούτου ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ Ταμείου, τότε ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892, δι’ οὗ διετάχθησαν ἄλλως τὰ περὶ τούτου. Τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ νόμου τοῦ 1892 κατήργησεν ὁ νόμος τοῦ 1895, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου, ὅταν τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δὲν ἐπαρκῶσιν, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὰς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὑποχρεώσεις αὑτῶν, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους, ἐπεβλήθη εἰς τὸ Δημόσιον νὰ συντρέχῃ, βοηθοῦν τοὺς δήμους, χορηγοῦν συνδρομὴν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ νῦν λειτουργοῦν· ἑπομένως, ὅταν τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δὲν ἐπαρκῶσιν, ἐπέρχεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου νὰ χορηγῇ εἰς αὐτοὺς τὴν πρὸς συμπλήρωσιν ἀναγκαίαν συδρομὴν, ἤτοι ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δὲν ἐπαρκοῦσιν. Ὁ νόμος δὲ τοῦ 1895, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ διατίθηνται διὰ τῶν δημοσίων προϋπολογισμῶν τὰ δημοτικὰ ἔσοδα εἰς ἀνάγκας μὴ ἀναποφεύκτους, διέταξε, χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἔξοδα αὐτῆς πρὸ πάσης ἄλλης δαπάνης.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε, διότι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως. Φθάνομεν εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καμμία παρεξήγησις.
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θεωρῶ, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν περιττὰς τὰς προκαταβολὰς διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν εἰσφορῶν, καὶ θεωρῶ, ὅτι λίαν εὐλόγως γίνονται αὗται αἱ εἰσφοραὶ, διότι οἱ δῆμοι ἔχουσιν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕν σύστημα ὑπάρχει, τὸ σύστημα τῆς δημιουργίας εἰδικοῦ ἐσόδου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἐξαντλούμεθα εἰς ἄλλας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι οὐδ’ ἐπικείμεναι, οὐδ’ ὁμολογουμένως λυσιτελεῖς καὶ χρήσιμοι, βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πράξωμεν τοῦτο.
§155Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε τετράκις.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴμεθα φιλολογικὸς Σύλλογος τώρα· δὲν εἴμεθα Βουλὴ (ἱλαρότης).
§158Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκίνησε νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δυστυχῶς δὲν ἔλαβον, εἶναι, ὅτι ἔβλεπον τακτικῶς κατ’ ἔτος αὐξάνον τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς, τῆς ὁριστικῶς διδομένης παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους, συνάμα δ’ ἔβλεπον, ὅτι αὐξάνουσι καὶ αἱ προκαταβολαί. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου εἴχομεν προκαταβολὰς καὶ συνδρομὰς κάτω τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὸ τέταρτον ἔτος βλέπω ὅτι ἀνῆλθον αὗται πολὺ ἄνω τῶν 2,000,000. Ἔβλεπον αὐξάνοντα παραλλήλως καὶ τὰ δύο ποσά, καὶ τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς καὶ τὸ ποσὸν τῆς προκαταβολῆς, ὅπερ κατ’ ἔτος αὐξάνει, οὕτως ὥστε κατὰ τὸ 1899 φθάνομεν εἰς 2½ ἑκατομμύρια, 1,500,000 περίπου εἰς προκαταβολὰς καὶ 1,000,000 εἰς συνδρομήν. Τὸ 1900 βεβαίως θὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τοῦτο. Παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ ἡ ἀμφιβολία, διατὶ, ἐνῷ αὐξάνει ἡ ὁριστικὴ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, νὰ αὐξάνῃ συγχρόνως καὶ ἡ προκαταβολὴ, ἡ ὁποία μένει μὲν εἰς χρέωσιν τῶν δήμων, ἀλλ’ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι πληρώνεται παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἄδηλον δὲ κατὰ πόσον καὶ πότε θὰ εἰσπραχθῇ. Ἡ ὑπόνοιά μου ἦτο, ὅτι ηὔξανεν ἡ εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ ἄλλοι δῆμοι κατ’ ἔτος ἐπιβάλλουσι τὴν προσθήκην τοῦ φόρου, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν εἰσφορὰν τοῦ Δημοσίου· ἄλλως πως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ αὐξήσῃ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου, ἂν δὲν ἐπαρουσιάζοντο καὶ ἄλλοι δῆμοι, ζητοῦντες τὴν συνδρομὴν αὐτήν, καὶ συμμορφούμενοι μὲ τὸν νόμον...
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ σχολεῖα δὲν αὐξάνουσι;
§160Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ αὐξάνουσι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν δήμων. Ἐὰν δῆμός τις δὲν ἐπιβάλῃ τὸν πρόσθετον φόρον, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ συνδρομὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ὑποθέτω ἑπομένως, ὅτι ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων, τῶν ἐπιβαλόντων τὸν πρόσθετον φόρον καὶ τῶν ἀποκτησάντων οὕτω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι συνδρομὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν αὐξάνωσιν οἱ δῆμοι, οἵτινες λαμβάνουσι τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου, διατὶ τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταβάλλῃ καὶ πλειοτέρας προκαταβολάς; Εἶναι σπουδαία ἡ αὔξησις τῶν σχολείων; εἶναι χαριστικότης; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, ἐὰν δὲν ἔχῃ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζήτησα· διότι ἐκ τῶν πινάκων τούτων θ’ ἀποδειχθῇ, τίνες εἶναι οἱ δῆμοι, οἵτινες ἔλαβον καὶ ἐξακολουθοῦσι λαμβάνοντες συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔλαβον κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ δῆμοι, οἵτινες ἐξακολουθοῦσιν ὡσαύτως λαμβάνοντες ἐπηυξημένην τὴν προκαταβολὴν τοῦ Δημοσίου. Ἀκόμη δὲ ἠθέλομεν μάθει ἐκ τούτων, κατὰ πόσον οἱ δῆμοι, οἱ ὀφείλοντες ἐκ προκαταβολῶν, εἶναι δῆμοι δυνάμενοι νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ὀφειλόμενα. Δύο τινὰ ἠθέλομεν ἐξαγάγει ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων· πρῶτον, κατὰ πόσον ἐπωφελῶς καὶ σκοπίμως γίνεται ἡ διανομὴ τῆς συνδρομῆς, καὶ κατὰ πόσον ἐπωφελῶς καὶ σκοπίμως ἐπίσης γίνεται ἡ προκαταβολὴ τοῦ Δημοσίου· καὶ δεύτερον, κατὰ πόσον τὸ ποσὸν, τὸ σήμερον ἀνερχόμενον εἰς 5,000,000 περίπου, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ποσὸν ἀσφαλὲς καὶ εἰσπραχθησόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπισφαλές. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα, ὅπως φωτισθῶ περὶ τῶν δύο τούτων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συγχίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ, μὲ τὰς προκαταβολάς. Ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου εἶναι πληρωμὴ ὁριστικῶς ἐκτελεσθεῖσα, ἐνῷ ἡ προκαταβολὴ εἶναι δάνειον. Τοῦτο ἐζήτησα, διότι συνεζητήθη τὸ ζήτημα καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν δὲ τούτων θὰ πεισθῶμεν, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη διαρρυθμίσεως τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς πίνακας, διότι τοὺς θεωρῶ ὡς τὴν βάσιν, ἐξ ἧς θὰ μορφώσωμεν θετικήν τινα γνώμην.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Μοσχούλας δι’ ἐπερωτήσεώς του παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου καταστάντων ἀνικάνων ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καθ’ ὅπλον». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12».
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρέδρων τοῦ Εἰρηνοδικείου Πειραιῶς». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων».
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τροπολογίαν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἰσχυόντων ποινικῶν νόμων, ἐπέρχεται ὡς συνέπεια τῆς ποινῆς ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις· δὲν ἐπιβάλλεται δ’ αὕτη αὐτοδικαίως, ἀλλ’ ὅταν κρίνῃ ταύτην ἡ ἀρχὴ ἀναγκαίαν. Διὰ τοῦτο γίνεται σπανίως χρῆσις αὐτῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, παρατηρῶ ὅτι ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως, νομίζω δὲ, ὅτι οὕτως ἡ ποινὴ καθίσταται λίαν σκληρὰ, καὶ νομίζω καλὸν νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§170Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως οὐ μόνον ἀπεδείχθη ἀλυσιτελὲς, ἀλλὰ παριστᾷ καὶ μίαν ὄψιν ὄχι εὐχάριστον εἰς τὰς ἐπαρχίας. Πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, ἐξετυλίσσοντο πράξεις, εἰς ἃς ἐνείχοντο μάλιστα τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Ἐν Λαγκαδίοις παντοπῶλαί τινες εἶχον ἐκθέσει κυτία σιγαρέτων πρὸς πώλησιν· ὁ διευθυντὴς τῆς ἐκεῖ ἀστυνομίας, ἐνωμοτάρχης, τοὺς παρεκάλεσε νὰ τῷ δώσωσι δύο σιγάρα. Οἱ παντοπῶλαι ἤνοιξαν τὸ κυτίον καὶ τῷ ἔδωσαν, ἀλλ’ ὁ ἐνωμοτάρχης συνέταξεν ἐκθέσεις κατὰ τῶν παντοπωλῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ τοῦ καπνοῦ! Τοιοῦτόν τι ἐγένετο καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις. Τὰ θεωρεῖτε ἁπλούστατα ὑμεῖς, διότι δὲν ζῆτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Δεκαπέντε κατηγορουμένους Λαγκαδινοὺς ἔφεραν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τριπόλεως, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὑπεστήριξε κατηγορίαν κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον τοὺς ἠθώωσε. Τοιοῦτόν τι ἐγένετο καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας Ἀθηνῶν μετέβη εἰς παντοπώλην τινὰ, συμπολίτην μου, καὶ τὸν παρεκάλεσε ν’ ἀνοίξῃ κυτίον καὶ τῷ δώσῃ ὀλίγα σιγαρέτα· ὁ παντοπώλης ἔδωσεν εἰς τὸν γραμματέα τὰ σιγαρέτα· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἀπαγορεύεται, τῷ ἔκαμεν αὐτὸς καταγγελίαν, καὶ ὁ ἔφορος τὸν κατεδίκασεν εἰς 150 δραχμῶν πρόστιμον, ἐνῷ ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας ἦτο ὁ ἐκβιαστής, θὰ ἔλαβε δὲ βεβαίως καὶ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ἐκ τοῦ προστίμου. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Ἐπεβλήθη κατὰ συμπολιτῶν μου τριήμερος φυλάκισις καὶ ἐκτόπισις διετής. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὰς σκέψεις μου αὐτὰς, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν λεγομένων μου, διότι πᾶν ὅ,τι λέγω τὸ γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Τὸ αὐστηρὸν τῶν ποινῶν οὐ μόνον δὲν περιστέλλει τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ καὶ δυσχεραίνει τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Δεκαπέντε Λαγκαδινοὺς ἠθώωσε τὸ Δικαστήριον, ἵνα μὴ ἀπαγγείλῃ τὴν ἐκτόπισιν αὐτῶν. Ἀπορῶ δὲ, πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, ὁ ἐπιτάσσων ἐκτόπισιν. Πρέπει νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλακῶν, πρέπει νὰ ἐνοικιάσητε οἰκίας διὰ τὴν φυλάκισιν τῶν παραβαινόντων τὰς διατάξεις τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, καὶ νὰ δαπανήσητε ἑκατομμύρια, ἵνα διαθρέψητε τοὺς ἐκτοπιζομένους.
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, νὰ ἐλαφρύνῃ τὰς αὐστηρὰς ποινὰς τοῦ ἰσχύοντος νόμου, περὶ οὗ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ παραδεχόμενος ὅτι δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν καταργήσητε τὰς διατάξεις περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, τὸ λαθρεμπόριον θ’ ἀνακύψῃ πάλιν, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, μετὰ προσοχῆς νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη, διατάξεις τινές, ἀφορῶσαι τὰ πταίσματα, νὰ μεταβληθῶσιν· ἡ ἀρχὴ ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ καταψηφισθῇ. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μείνῃ ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις.
§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διάκειμαι συμπαθῶς πρὸς τοὺς λαθρεμπόρους, τοὺς ὁποίους θεωρῶ χείρονας τῶν πειρατῶν. Ἐπιβάλετε οἰανδήποτε ποινὴν θέλετε εἰς τοὺς λαθρεμπόρους, ἀλλὰ μὴ ἀφομοιοῦτε πρὸς τὸν λαθρέμπορον τὸν καπνοπώλην, ὁ ὁποῖος ἔδωσε δύο σιγάρα εἴς τινα, παρὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου. Ἐὰν ὁ πειρατὴς λῃστεύῃ τὸν ταξειδιώτην τῆς θαλάσσης, ὁ λαθρέμπορος λῃστεύει τὸ Δημόσιον’ ἀλλ’ ἐὰν δώσῃ τις δύο σιγάρα εἴς τινα, τὸν ὁποῖον συναντᾷ καθ’ ὁδὸν, καὶ τοῦ ὁποίου πονεῖ τὸ δόντι, πρέπει νὰ ἐπιπέσωσι κατ’ αὐτοῦ αἱ ποιναὶ τῆς λαθρεμπορίας καὶ τῆς ἐκτοπίσεως;
§173Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις. Εἶναι ὅμως τερατῶδες, ἐν περιπτώσει πταισματικῆς παραβάσεως, νὰ ἐπέρχηται καὶ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, συνεπῶς δὲ καὶ ἡ ποινὴ τῆς ἐκτοπίσεως. Πρέπει, κατ’ ἐμὲ, ἐπιβαλλομένης πάντοτε τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ὅταν ἡ ποινὴ ἦναι ἐγκληματικὴ καὶ ὅταν ἐπὶ ποινῆς ἐπανορθωτικῆς ὑπάρχῃ ὑποτροπὴ, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαστοῦ, διὰ τοὺς τὸ πρῶτον εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδικαζομένους νὰ ἀπαγγέλλῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ὅταν ἡ ἀπαγγελλομένη ποινὴ τῆς φυλακίσεως ὑπερβαίνῃ ὡρισμένον τι ὅριον, π. χ. τὰς 15 ἡμέρας. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τροπολογουμένου τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι συμβιβάζονται καὶ τὸ δίκαιον, καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, καὶ τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καλὸν εἶναι νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ προβῶμεν δὲ ἤδη εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἡ συζήτησις, ὡς γίνεται ἤδη, δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα. Πρέπει νὰ ὁμιλῇ τις, καὶ νὰ δίδηται μία ἀπάντησις.
§175ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐξηγέρθην κατὰ τοῦ κρατοῦντος νόμου, δὲν ἐξηγέρθην διότι, καίτοι εἶμαι δικηγόρος, γνωρίζω ὅτι ἐν Τριπόλει ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ὡς πρὸς τὴν ἐκτόπισιν.
§176Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι πρέπει κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ γείνωσιν αἱ δέουσαι τροπολογίαι. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω τροπολογίαν τινά. Ὑποδεικνύω μόνον περίπτωσιν κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν οἱ κάτοικοι τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καὶ φέρῃ ὁ ἴδιος τὴν ἀναγκαίαν τροπολογίαν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς λαθρέμποροι, διότι αὐτοὶ, μεταβαίνοντες εἰς τοὺς ἀγρούς των, παίρνουν 2 ἢ 3 φύλλα καπνοῦ εἰς τὴν τσέπην των πρὸς χρῆσίν των. Ὅταν δὲ ὄργανα τῆς ἀστυνομικῆς ἰδίως ἐξουσίας, φαῦλα καὶ διεφθαρμένα, ὡς τὰ σημερινὰ, θελήσωσι νὰ καταγγείλωσιν αὐτοὺς ὡς λαθρεμπόρους, φαντασθῆτε εἰς ποίας σκηνὰς θὰ εὑρεθῶμεν· πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς εἰς φυλακὰς, ἵνα δεχθῇ τοὺς λαθρεμπόρους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Πύργου» καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐλαχίστων ὅρων τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ διαστάσεων τῶν ἐν Κηφισίᾳ οἰκοπέδων».
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 νομοσχέδιον θέλει προκαλέσει συζήτησιν, καλὸν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸ εἰς ἄλλην ὥραν. Ἔχομεν δὲ νὰ προτείνωμεν παρατηρήσεις, διότι μοι φαίνεται ἡ προσδιοριζομένη ἔκτασις τοῦ ἐμβαδοῦ μικρά.
§179ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἐξετασθῆ. Ἕν ζήτημα εἶναι τὰ στενὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ οἰκοδομηθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα κεῖνται μεταξὺ γηπέδων μεγαλειτέρων. Αὐτὰ τὰ γήπεδα δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τεμάχια πλήρη. Τί θὰ συμβῇ; Αὐτὰ τὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι οἰκοδομήσιμα, καὶ πολλοὶ οἰκοδομοῦσιν ἐπ’ αὐτῶν, θὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν γειτόνων, διότι οἱ γείτονες, μὴ ἔχοντες καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράσωσι, βεβαίως θέλουσι κερδοσκοπήσει ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γηπέδων τούτων. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ εἰδικοῦ τούτου νόμου, τί θὰ κάμωσιν οἱ ἔχοντες μικρότερα γήπεδα.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς πρὸς τὰ γήπεδα ταῦτα, ἡ γενικὴ διάταξις. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Ὅταν ἔχητε νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει νὰ οἰκοδομήσητε, ἐὰν δὲν ἔχητε ἄρτιον γήπεδον, δὲν δύνασθε νὰ οἰκοδομήσητε καὶ ἐπὶ τῶν γηπέδων τούτων· ἑπομένως θὰ ἦσθε ὑπόχρεως, ὡς ἐν Ἀθήναις, νὰ πωλήσητε πρὸς τὸν γείτονά σας.
§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ περίστασις εἶναι ὅλως διάφορος.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί;
§184Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι εἰς τὰς πόλεις ἐφαρμόζεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἷς γενικὸς νόμος, ἑπομένως ἕκαστος ἰδιοκτήτης γηπέδου, ἀγοράσας αὐτὸ, εἶχεν ἐνώπιόν του τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ γενικοῦ τούτου νόμου, καὶ ἤξευρε ποῖον εἶναι τὸ οἰκόπεδον, τὸ οἰκοδομήσιμον ἢ μή· ἐὰν δ’ ἐπήρχετο ῥυμοτομία, τότε πλέον ἦτο λόγος δημοσίας ἀνάγκης. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν παρουσιάζεται μήτε τὸ ἕν, μήτε τὸ ἄλλο· ἐνταῦθα πάντες οἱ κάτοχοι γηπέδων χιλίων π. χ. πήχεων ἠγόρασαν τὰ γήπεδα ταῦτα ὡς οἰκοδομήσιμα, καὶ σήμερον ἔρχεται εἷς εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος καταδικάζει τὰ γήπεδα ταῦτα ὡς μὴ οἰκοδομήσιμα. Τοῦτο δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ γηπέδου τούτου, ὅπως οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὅστις δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ οἰκοπέδου μικροτέρου τῶν 100 πήχεων. (Διάλογοι).
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ περιλάβῃ πάσας τὰς περιπτώσεις, καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ πάντα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθωσι καί τινες ζημίαι.
§186Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ὅταν ἀποζημιῶνται, καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία.
§187Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί γίνεται σήμερον εἰς τὰς πόλεις, μετὰ τὸν νόμον περὶ σχεδίου τῶν πόλεων. Συνέρχεται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὁρίζει τὸν ἐλάχιστον ὅρον τοῦ ἐμβαδοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἕκαστον γήπεδον, διὰ νὰ ἦναι οἰκοδομήσιμον, καὶ ἂν τὸ ἐμβαδὸν δύο γηπέδων, συνδεομένων πρὸς ἄλληλα, δὲν ἐπαρκῇ ἑκάτερον δι’ οἰκοδομὴν, τότε εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἑνὸς νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ἄλλον ἐπὶ ἀποζημιώσει· καὶ τὴν διατύπωσιν πρὸς κανονισμὸν αὐτῆς ὁρίζει ὁ νόμος. (Διάλογοι).
§188ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§189Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ σχεδίου τῶν πόλεων, τὰ οἰκόπεδα τὰ ἔχοντα ἐμβαδὸν ὀλιγώτερον τῶν 100 πήχεων δὲν εἶναι οἰκοδομήσιμα, καὶ ἑπομένως προστίθενται εἰς τὰ γειτνιάζοντα. Ὅταν ὅμως ὁρίζητε ἐλάχιστον ὅριον ἐμβαδοῦ 1500 πήχεις, καὶ ὑποχρεώνητε τὸν γείτονα νὰ ἀγοράσῃ ὑποχρεωτικῶς ἓν γήπεδον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐμβαδὸν τόσον εὐρὺ καὶ δαπανηρὸν, νομίζω ὅτι δὲν πράττετε ἔργον εὔκολον καὶ δίκαιον. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ὅ,τι ἐφαρμόζεται εἰς τὰς πόλεις, τὸ’ αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν Κηφισίᾳ. Διότι τί θὰ γίνῃ, ἐάν τις ἔχῃ γήπεδον μὴ ἔχον ἐμβαδὸν 1500 πήχεων, καὶ εὑρίσκηται νὰ ἔχῃ γείτονας δύο ἢ τρεῖς, ἢ καὶ τέσσαρας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι καὶ αὐτοὶ κύριοι γηπέδου ἄνω τῶν 1500 πήχεων; Θ’ ἀφήσουν τὰ γήπεδά των ἀνοικοδόμητα, ἐνῷ αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ὠφελοῦντο, καὶ θ’ ἀναγκασθῇ ἄλλος γείτων νὰ τ’ ἀγοράσῃ, χωρὶς νὰ θέλῃ καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ νὰ τ’ ἀγοράσῃ.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν ψηφίζωνται νόμοι εἰδικοὶ, ἔχουσι καί τινα ἐλαττώματα. Βεβαίως ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ἀρέσῃ ποσῶς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει γήπεδον μικροῦ ἐμβαδοῦ· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ποῖον τὸ προτιμότερον; Νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τῶν ἐχόντων γήπεδα μικροῦ ἐμβαδοῦ, ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα ἐν γένει τῆς Κηφισίας καὶ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ νὰ μὴ καταντήσωμεν ἐν Κηφισίᾳ, ὅπως εἰς τὸ Φάληρον, ὅπου ἔγεινε μία πόλις μὲ στενοὺς δρόμους; Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κακοῦ τούτου ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει τὰ ἐλαττώματά του...
§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ διορθωθῶσι.
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον. Χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος πρέπει νὰ παροραθῶσι τὰ συμφέροντά τινων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ζημιωθῶσιν ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Βεβαίως σεῖς ἔχετε ἓν κτῆμα ἐν Κηφισίᾳ, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην ἔκτασιν, καὶ κατοικοῦντες ἐκεῖ ἀπολαμβάνετε τῆς ἐξοχῆς· ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι κτήματα ἐν Κηφισίᾳ, καὶ θέλουσι νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ, ὅπως ἀπολαύσωσι καὶ αὐτοὶ τῆς ἐξοχῆς.
§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἔχων συμφέρον ἀκριβῶς, ἵνα βελτιωθῇ ἡ Κηφισία, εἶμαι καὶ ἐγώ. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μνημονεύσῃ ἐμοῦ εἰδικώτερον. Ἑπομένως οὐδεὶς ἔχει περισσότερον συμφέρον ἐμοῦ εἰς τὸν ἐξωραϊσμὸν τῆς Κηφισίας. Ἀλλὰ τοῦτο δέν με ἐμποδίζει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ ἓν ζήτημα ἀπολύτου δικαιοσύνης· διότι γνωρίζω πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ καὶ πρὸ αὐτοῦ, εἶπον εἰς γείτονάς των, ἔχοντας γήπεδον ἐμβαδοῦ μικροτέρου τῶν 1500 πήχεων: «Δέν μοῦ δίδεις τὸ γήπεδόν σου πρὸς 2 ἢ 3 δραχμὰς τὸν πῆχυν; Θὰ σοῦ τὸ πάρω πρὸς 50 λεπτὰ».
§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἐκτίμησις θὰ γείνῃ διὰ πραγματογνωμόνων.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοιαῦται ἀδικίαι πολλαὶ νὰ γείνωσι, καὶ πρέπει νὰ προλάβωμεν αὐτὰς διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων θεωρεῖ ὡς μὴ συμβιβαζομένην μὲ τὴν καλὴν λύσιν αὐτῶν, καὶ ὅστις βιαζόμενος λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τοιαύτην μελέτην, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι χώραν ἀδικίαι.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου, ἐὰν ὑμεῖς ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας κρίνετε ἀναγκαίας;
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§198ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ μίαν παρατήρησιν μόνον θὰ ὑποβάλω. Κηφισία δὲν ὑπάρχει. Τὸ ὄνομα τονίζεται εἰς τὴν λήγουσαν, καὶ μόνον Κηφισιὰ ὑπάρχει.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, Κηφισιά.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ διορθωθῇ οὕτω.
§201Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου θεωρῶ ἀτελῆ καὶ ἀτυχῆ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι, ὅταν θέλῃ τις ἐξοχήν τινα νὰ τὴν ἐπιμεληθῇ ὥστε νὰ προσελκύῃ τὸν κόσμον, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ λύσῃ καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα τῆς ὑγιεινῆς. Καὶ πρῶτον ζήτημα τοιοῦτον εἶναι τὸ τοῦ ὕδατος· ἀλλὰ τὸ ὕδωρ, ἐν ὅσῳ οἱ βόθροι κατασκευάζωνται ὅπως σήμερον, ὄχι ἡ ἀπόστασις, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ μεγαλειτέρα ἀπόστασις ἂν ὁρισθῇ, εἰς οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ὁ συντάξας καὶ ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἄλλην, ἣν ἔχει ἡ Κηφισιά, ἥτις, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αὐξάνουσα, θὰ παύσῃ οὖσα ἓν ἁπλοῦν χωρίον, καὶ θὰ καταστῇ κωμόπολις καὶ πόλις μίαν ἡμέραν. Πῶς θὰ ᾖναι αὕτη ὑγιεινὸς τόπος, ἐὰν δὲν προνοήσῃ ὁ νόμος, πλὴν τῆς ἀποστάσεως τῆς μιᾶς οἰκίας ἀπὸ τῆς ἄλλης, καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς κατασκευῆς τῶν βόθρων; Ὅπου δὲν ὑπάρχουν ὑπόνομοι δεχόμενοι τὰς ἀκαθαρσίας τῶν οἰκιῶν ἀπ’ εὐθείας, ἡ καλὴ κατασκευὴ τῶν βόθρων εἶναι κυριώτατος ὅρος τῆς καλῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τῶν οἰκιῶν.
§202ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καραπᾶνος, οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ εἴπω, εἰμὴ μόνον, ὅτι, ἐὰν προσγίνεται ἀδικία τις, ἡ τοιαύτη ἀδικία δὲν προσγίνεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς 9½ ὥρας τῆς νυκτὸς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νήστεις νὰ συζητῶμεν περὶ Κηφισιᾶς.
§203ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τοῦτο πταίετε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι παραμένετε ἐνταῦθα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐλαχίστων ὅρων τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ διαστάσεων τῶν ἐν Κηφισιᾷ οἰκοπέδων», εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Πύργου».
§207ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἡ συζήτησις αὐτοῦ ν’ ἀναβληθῇ.
§208ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Διατὶ, κύριε Δαραλέξη; (Διάλογοι).
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, κύριε Βουλευτά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 25′ μ.μ.)