1900.12.04
3.185 στίχοι · 24.128 λέξεις · 260 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 4 Δεκεμβρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τῶν ἐν Ἀθήναις συντεχνιῶν, ζητουσῶν τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν. Οἱ κάτοικοι Ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ δήμου Δαφνησίων τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκκλησιάζωνται εἰς τὸν μόνον ναὸν τῆς Μονῆς Ἁγίου Κωνσταντίνου.
§2Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη διαβιβασθῇ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Θ. Μελετᾶκος, ἐκ Καλυβίων τῆς Σελλασίας, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ υἱοῦ του Γεωργίου ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως.
§4ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Πάτραις φαρμακοποιοὶ καὶ φαρμακέμποροι ἐπαναλαμβάνουσι πάλιν τὸ προχθὲς ἀνακοινωθὲν τηλεγράφημα, ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Βουλὴ περὶ ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ φαρμακευτικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Ν. Λάσκαρης, τέως δημοδιδάσκαλος, δι’ ἀναφορᾶς του αἰτεῖται τὴν καταβολὴν αὐτῷ τῶν καθυστερουμένων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας του. Ἡ ἀναφορὰ του θέλει διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Οἱ ἀμπελοκτήμονες Μύτικα τοῦ δήμου Χαλκιδέων δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Ὁ Ι. Γουνελίδης, ἀξιωματικὸς τῆς φάλαγγος τῶν Φιλελλήνων καὶ πρώην ἀξιωματικὸς ἐν τῷ στρατῷ τῆς Βουλγαρίας, δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν, ἵνα διορισθῇ εἰς θέσιν τινὰ παρὰ τῷ ἐν Πειραιεῖ Ρωσσικῷ Νοσοκομείῳ. Διάφοροι κάτοικοι τῆς Σπάρτης διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται περὶ τοῦ δρομολογίου τοῦ ταχυδρομείου μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Σπάρτης.
§6ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διετάχθη ἡ διόρθωσις.
§7Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν πράγματι διετάχθη τοῦτο.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διετάχθη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔμποροι Τρικάλων δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ἐχόντων σεσημασμένα τὰ ἐμπορικὰ αὑτῶν βιβλία.
§10Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ νόμος περὶ σημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, ἐφαρμοζόμενος ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἐφαρμόζεται, βεβαίως καθίσταται μάστιξ φορολογικὴ διὰ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, πῶς ὁ νόμος οὗτος ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, βεβαιῶ ὅμως ὑμᾶς, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, οὐδέποτε μέχρι τῆς σήμερον ἐφηρμόσθη νόμος αὐστηρότερον καὶ παρανομώτερον. Μετὰ πόλεμον ἀτυχῆ, ὅστις ἐπέφερε τὴν πλήρη καταστροφὴν τῆς Θεσσαλίας, ὑπεχρεώθησαν οἱ ἔμποροι Θεσσαλοὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι πᾶσαν ἄλλην αὑτῶν ἐργασίαν, ν’ ἀφήσωσι κατὰ μέρος τὴν περισυλλογὴν τῶν συντριμμάτων τῆς καταστροφῆς, καὶ νὰ σπεύσωσιν εἰς τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν ἐμπορικῶν αὑτῶν βιβλίων, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἀπολύτως θὰ ἔγραφον, διότι καὶ τὸ ἐμπόριον μετὰ τὸν πόλεμον, ὡς εἰκός, εἶχεν ἐντελῶς νεκρωθῆ, καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν δῆθεν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνεξετάστως συμπεριελήφθησαν εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον, δὲν ἐγνώριζον οὔτε γραφήν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἔχωσι τοιαῦτα ἐμπορικὰ βιβλία. Ἐν τούτοις πολλοὶ τῶν ἐμπόρων ἔσπευσαν νὰ χαρτοσημάνωσι τὰ ἐμπορικὰ αὑτῶν βιβλία, οἱ περισσότεροι ὅμως ἠσχολήθησαν εἰς ἄλλην ἐργασίαν, σπουδαιοτέραν, εἰς τὸ νὰ περισυλλέξωσιν ὅ,τι ἀπέμεινεν εἰς αὐτοὺς ἐκ τῆς καταστροφῆς. Ὁ καιρὸς ἐν τούτοις ἐπλησίασε, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ἔλεγχος,—διότι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἐκ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν Ἔλεγχον,—μετὰ τοῦ Ἐλέγχου δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ μάθῃ, πῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων· διετάχθη ἑπομένως ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων τῆς πόλεως Τρικκάλων, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης ὑπῆρξεν ἡ ἐν μιᾷ στιγμῇ ἔκδοσις χιλιάδων καταδικαστικῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ἐμπόρων τῆς πόλεως Τρικκάλων. Τὸ δὲ χείριστον εἶναι, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ ταμίου, ὅστις κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχε διαταχθῆ νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν διάδοχόν του, καὶ ἐξεδόθησαν ὅλως παρανόμως, διότι δὲν ἐβασίσθησαν αὗται ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν συλλήβδην καὶ ἀθρόαι καθ’ ὅλων τῶν ἐμπόρων, καὶ αὐτῶν τῶν ἐχόντων κατὰ τὸν νόμον χαρτοσημασμένα τὰ ἐμπορικὰ αὑτῶν βιβλία. Ἵνα πεισθῆτε δέ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου λέγω τὴν ἀλήθειαν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρὸς τὸν ταμίαν Τρικκάλων, τοῦ ὁποίου ἐγγράφου ἀντίγραφον ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτιμᾶται ὁ ταμίας, ὡς ἐκδοὺς ἀποφάσεις παρανόμους καὶ ἀβασίμους, διότι δὲν στηρίζονται, ὡς προεῖπον, ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ συγχρόνως πλημμελεῖς, ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ προστίμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διατάξῃ τὴν ἀκύρωσιν τῶν παρανόμως ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ῥιζικῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου, διότι, ὡς ἔχει ὁ νόμος, ὁ ἀρτοπώλης π. χ., ὅστις δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν ὑπογραφήν του νὰ γράψῃ, ἀλλὰ λογαριάζει τὸ ψωμί, τὸ ὁποῖον πωλεῖ, μὲ τὴν τσέτουλα, ὁ μπακάλης καὶ ὁ ἄλλος, ὅστις πωλεῖ δύο ὀκάδας ἁλάτι τὴν ἡμέραν, καὶ οὕτω καθεξῆς, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία. Νομίζω ὅτι ἡ πολυτέλεια αὕτη, ἡ γελοία καὶ ἐπιβλαβής, εἶναι καλὸν νὰ λείψῃ, καὶ θὰ ἦναι ἄριστον νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τροπολογίαν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς φορολογίας ταύτης ἐκεῖναι αἱ τάξεις, αἵτινες, ὡς ἐκ τοῦ μικροῦ κύκλου τοῦ ἐμπορίου αὑτῶν, οὔτε μέχρι τοῦδε ἐτήρησαν, οὔτε εἰς τὸ μέλλον εἶναι δυνατὸν νὰ τηρῶσι τοιαῦτα ἐμπορικὰ βιβλία, ὅσον δήποτε αὐστηροὺς νόμους καὶ ἂν τάξωμεν αὐταῖς.
§11Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραπλησία αἴτησις ἐκείνης, ἣν ἀνεκοινώσατε πρὸ μικροῦ ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ἀπεστάλη καὶ πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τῶν ἐμπόρων τῆς πόλεως Πύργου· ἐκ τοῦ περιεχομένου δὲ αὐτῆς φαίνεται, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη. Διότι ναὶ μὲν ὁ νόμος περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων ἔχει τεθῆ πρὸ πολλοῦ ἐν ἐφαρμογῇ, ἀλλ’ οὗτος δὲν τηρεῖται εἰς ὅλας τὰς πόλεις καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐμπόρων. Ὡς ἐκ τούτου ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξαπίνης κατέλαβε τοὺς ἐμπόρους τῆς πόλεως ἐκείνης, οὓς καὶ κατήγγειλεν εἰς τὸν ταμίαν, ὁ δὲ ταμίας ἐπέβαλε βαρύτατα πρόστιμα, ἐκ διακοσίων καὶ τριακοσίων δραχμῶν. Τότε μάλιστα ἀπεστάλη καὶ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις ἐξέθηκεν ἐνώπιόν του τὰ παράπονα αὐτὰ ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσε τότε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ὅτι τὸ μέτρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ἢ διὰ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεφυλάχθη νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν παραπόνων τῶν ἐμπόρων, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία διὰ νομοθετικῆς προνοίας.
§12Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ζήτημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς σμικρότητος τῶν ἐμπορικῶν τῶν ἐργασιῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία, ὡς ὁ νόμος διατάσσει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρῶτος ἀναγνωρίσας τὴν βασιμότητα τῶν παραπόνων αὐτῶν, εἶχε δηλώσει, ὅτι θὰ ἐλάμβανε πρόνοιαν, ὥστε νὰ ἀπηλλάσσοντο αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ τηρῶσι τὰ ἐμπορικὰ ταῦτα βιβλία. Δυστυχῶς ὅμως τοῦτο δὲν ἐγένετο, καὶ ζητοῦνται σήμερον νὰ πληρώσουν ποῖοι; ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ὁ ἐμπορικὸς τίτλος περιστρέφεται εἰς κεφάλαιον 100 ἢ 200 ἢ 1000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Εἶναι δίκαιον νὰ πληρώσουν αὐτοὶ πρόστιμον, διότι δὲν τηροῦσιν ἐμπορικὰ βιβλία; Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπομιμνήσκω τὴν διαβεβαίωσίν του τὴν περυσινὴν, νὰ τηρήσῃ αὐτὴν, καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων.
§13Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Βεβαίως τὰ παράπονα χιλιάδων ἐμπόρων, καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν τοιαῦται ἀποφάσεις, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῶν ἐργασιῶν των, δὲν ἠδύναντο νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ πρέπει καὶ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅσον ἀφορᾷ τὸ φορολογικὸν μέρος τοῦ νόμου. Εἰς τὰ μεγάλα ἐμπορικὰ κέντρα κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ τηρῶνται βιβλία ἐμπορικὰ, διότι πρόκειται περὶ ἐνεργείας πολλῶν καὶ μεγάλων ἐμπορικῶν πράξεων· ἀλλ’ ἀλλαχοῦ ὁ ἔμπορος εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε κατάστημα, οὔτε γράμματα ἠξεύρει, καὶ δὲν δύναται αὐτὸς νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν τήρησιν τοιούτων βιβλίων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νομοθετικῆς διατάξεως τὸ μέρος αὐτὸ τῆς φορολογίας, ὡς πρὸς τοὺς μὴ ἔχοντας οὔτε ἐμπορικὸν κατάστημα, οὔτε ἐνεργοῦντας πράξεις τοιαύτας, αἵτινες νὰ ἐγγράφωνται ἐν τοῖς ἐμπορικοῖς βιβλίοις.
§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφύη καὶ ἐν Τριπόλει, καὶ ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμα τότε, ἐπείσθην, ὅτι ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι ἔργον μόνον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· δύναται καὶ διοικητικῶς νὰ διαταχθῇ ἡ πρόληψις καὶ ἡ περιστολὴ τῶν ἀδικιῶν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καθῆκον ἔχει νὰ παρέμβῃ, ὅταν ὁ νόμος ἐπιτάσσῃ καὶ ὑποχρεώνῃ τοὺς ἐμπόρους νὰ κρατῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία ἐπὶ τοῦ ἐνσήμου χάρτου. Ἀλλ’ ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου τούτου, τὸ μέτρον ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ τῶν μὴ ἐμπόρων. Ὥστε εἶναι ἔργον τῆς Διοικήσεως, νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ μὴ ἐνοχλῶσι τοὺς μὴ ἐμπόρους. Διὰ δὲ τοὺς ἐμπορευομένους, ἰδίᾳ τοὺς μικρεμπόρους, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν παρέμβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοὺς μικρεμπόρους, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἐργασίας ἔχουν, οὔτε ἱκανοὶ εἶναι νὰ κρατῶσι τοιαῦτα βιβλία. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ἐγχειρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰν ἑνὸς καταδίκου, εἰς τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπεβλήθη ποινὴ δέκα καὶ πέντε ἐτῶν, καὶ πρόκειται νὰ τὸν μεταφέρωσιν εἰς τὸ Παλαμήδιον,—ὀνομάζεται δὲ ὁ κατάδικος αὐτὸς Θ. Γεωργιάδης,—ἐνῷ, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ Ἀβερωφείων φυλακῶν νόμου, αὐτὸς πρέπει νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ Ἀβερώφειον. Παρακαλῶ νὰ μεριμνήσητε, ὅπως μὴ μεταφερθῇ εἰς τὸ Παλαμήδιον.
§15Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι χιλιάδες ἀποφάσεων ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἐξεδόθησαν, καὶ ἐν Λαρίσῃ πάμπολαι· δὲν ἔμεινε δὲ κανεὶς ἔμπορος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ὑπέστη ποινήν, διότι καὶ ὅσοι εἶχον ἐμπορικὰ βιβλία χαρτοσημασμένα, καὶ αὐτοὶ ἐτιμωρήθησαν. Εἶχον βιβλία ἀπογραφῆς, λόγου χάριν· διότι δὲν εἶχον ἐνεργήσει ἀπογραφήν, ὁ ταμίας τοῖς ἐπέβαλε πρόστιμον. Ἕνεκα τούτου βεβαίως ἐγεννήθησαν πολλὰ παράπονα, διαβιβασθέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τηλεγραφικῶς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐν γνώσει αὐτῶν, καὶ δέον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν νομοθετικῶς.
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὸ θέμα, περὶ οὗ ἐγένετο μνεία, παρατηρῶ, ὅτι μοὶ ἐγένοντο ἀληθῶς παραστάσεις, ὅτι ἐζητήθη ἡ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐφαρμογὴ καὶ ἐπὶ μὴ ἐμπόρων. Δυστυχῶς, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ· ἀποφαίνεται ἐν πρώτῳ μὲν βαθμῷ ὁ ταμίας, ἐν δευτέρῳ δὲ βαθμῷ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐξ ὑπαρχῆς συνέστησα, ὅπως ἐκτιμᾷ τὰς γινομένας πρὸς αὐτὸ ἐφέσεις κατὰ τρόπον ὡς οἷόν τε ἐπιεικῆ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες πράγματι δὲν μετέρχονται ἐμπορίαν, ἐπιβάλλουσαν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία· κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν δὲ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ἐπιεικῶς ἐξεδικάσθησαν αἱ ἐφέσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐνώπιον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὀλίγισται δὲ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ταμιῶν ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Εἶχον συλλάβει τὴν ἰδέαν νὰ ἀπευθύνω ἐγκύκλιον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀπετράπην ἰδίως ὑπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι μόνον διὰ νόμου δύναται τοῦτο νὰ καθορισθῇ. Ἐν τῇ προσεχεῖ συνεδριάσει ἐπιφυλάσσομαι τὰ περὶ τούτου νὰ πραγματευθῶ ἐκτενέστερον. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ζητηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἀπὸ μικρεμπόρους, μικροεπιτηδευματίας, οἷον ὁποῖοι, ὡς ἐκ τοῦ μικροῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν των, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατῶσι βιβλία ἐμπορικὰ, ὡς ὁ νόμος κελεύει. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Συνοδεύεται ὑπὸ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, φέρον καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τῆς 21 Μαρτίου 1898 περὶ διαθέσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,500,000, ἥτις ηὐξήθη εἰς 8,000,000, πρὸς χορηγίαν δανείων εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς. Τουτέστιν ἡ δόσις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1900, ἀναβάλλεται διὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1901, θὰ πληρωθῇ δὲ ἀτόκως. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἡ λειτουργία τοῦ νόμου τούτου ἀπέδειξεν ἐλλείψεις τινὰς αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὴν εὐκολίαν περὶ χορηγίας δανείων ἐκ μέρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἰδίως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι πρέπον νὰ γένηται προμήθεια θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τῆς συνοδευούσης τὸ νομοσχέδιον, θέλετε ἴδει, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὑποδειχθεῖσαι ἀνάγκαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θεραπεύονται. Εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, κατέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1900, προσέθηκα δὲ τότε, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη, ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου, συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τηλεγραφικῶν εἰδοποιήσεων τῶν ἁρμοδίων ταμιῶν· ἵνα ὅμως εὑρίσκωμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, παρήγγειλα, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ κατάστασις τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐτυπώθη, καὶ παρήγγειλα νὰ διανεμηθῇ εἰς ἕκαστον τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐκ τοῦ προσωρινοῦ αὐτοῦ ἀπολογισμοῦ μικραὶ ἐπέρχονται μεταβολαὶ εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν. Ἐκ τοῦ προσωρινοῦ τούτου ἀπολογισμοῦ βεβαιοῦται τὸ ἤδη ἀνακοινωθὲν εἰς τὴν Βουλὴν πλεόνασμα τῶν 6,000,000 δραχμῶν. Καταθέτω ἓν ἀντίτυπον.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ 1898 ὁ ἀπολογισμός;
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ κατορθωθῇ ἡ τύπωσίς του. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀμέσων φόρων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καὶ πολλοὶ ἐξεδηλώθησαν ἐνδοιασμοί. Παρήγγειλα τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα νὰ συντάξῃ λεπτομερῆ κατάστασιν ὅλων τῶν 19 φόρων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀμέσων φόρων. Τὴν κατάστασιν ταύτην μετ’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἐξεδηλώθησαν ἐνδοιασμοί τινες καὶ ὡς πρὸς τὸν γενόμενον ὑπ’ ἐμοῦ ὑπολογισμὸν τοῦ πλεονάσματος ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, παρήγγειλα τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα καὶ συνέταξε πίνακα λεπτομερῆ μετ’ ἐκθέσεως εἰσηγητικῆς. Ἡ ἔκθεσις τοῦ Τμήματος παριστᾷ τὸ πλεόνασμα μεγαλείτερον ἢ ὅσον ὑπελόγισα ἐγὼ, διότι ἐγὼ πάντοτε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου προτιμῶ τὴν μετριότητα. Ἐπίσης ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων δανείου τοῦ 1898. Παρήγγειλα νὰ συνταχθῇ κατάστασις καὶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς, ὥστε πάντες νὰ ἔχωσι γνῶσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεχειρίσθησαν καὶ διετέθησαν τὰ τοῦ δανείου τούτου. Εἰς παρελθούσας συνεδριάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἕνεκα τῆς ἀσθενείας μου δὲν ἤμην παρών, ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ἐπιθυμία, ὅπως κατατεθῶσιν ἔγγραφά τινα, τελευταῖον διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ δημοσιευθὲν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω ἐν πρωτοτύπῳ, τουτέστι τὰ ἔγγραφα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν μεταφράσει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν, καὶ τὰ σχέδια τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστί, ὅπως ἐστάλησαν. Ἐπίσης δύο ἀντίτυπα τῶν ἐπιστολῶν, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος ἐν τῇ κατατιθεμένῃ ἐπιστολῇ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς αὕτη, παρακληθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶχε δι’ ἐπερωτήσεως ἢ προκλήσεως ζητήσει νὰ προσαχθῇ πίναξ τῶν διορισθέντων ἐκτάκτων λογιστῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως κλπ. τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν. Ὁ πίναξ οὗτος κατατίθεται μετ’ ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ σημείωμα τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πληρωθέντων ποσῶν εἰς τὴν Ἐξοικονομικὴν Τράπεζαν Κερκύρας. Τὸ σημείωμα τοῦτο κατατίθεται. Ἐπίσης ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρόοδος τῆς ἐξελέγξεως τῶν τοκομεριδίων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Διέταξα τὸ Τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον συνέταξε κατάστασιν λεπτομερῆ περὶ τῆς γενομένης ἐργασίας τῶν ἐξελεγχθέντων μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1897 καὶ κατόπιν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁδηγίαι, αἱ ἐκδοθεῖσαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ΒΦΟΕʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ τῶν εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς αὐτῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ἀκριβὲς ἀντίγραφον τῶν ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν πρὸς τοὺς τελώνας Βόλου καὶ Λαρίσης πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, καταθέτω. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Καραπάνος ἐζήτησε δι’ ἐπερωτήσεώς του νὰ μάθῃ, ποῖαι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ 1899. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ μάθῃ ἀπὸ ἐμέ, διότι φαίνεται ἐκ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου. Ἐπίσης ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ποῖαι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἡ ἐκτίμησις ὅμως αὐτῶν ὑπάρχει ἀκριβῶς ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ μου λόγῳ. Ἐπίσης ἐζήτησε κατάστασιν λεπτομερῆ τῆς γενομένης καταναλώσεως τοῦ πετρελαίου κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους 1900, καὶ τῆς προσδοκωμένης κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας. Αὐτὴ ἡ κατάστασις κατατίθεται, ὡς καὶ ἑτέρα, δηλοῦσα τὰς γενομένας εἰσπράξεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 8 τοῦ ἄρθρου 1 τῆς χρήσεως τοῦ 1900, τὰ λεγόμενα δηλ. τυχηρὰ καὶ ἀπρόβλεπτα. Ἐπίσης κατατίθεται ἑτέρα λεπτομερὴς κατάστασις, δηλοῦσα τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος δὲν θὰ ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ ἁπλῶς κατάστασιν δηλοῦσαν τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις καθ’ Ὑπουργεῖον, διότι τοῦτο εὑρίσκει τις, παραβάλλων ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τὰ γενόμενα ἔξοδα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, ἀλλ’ ἐζήτησεν ἴσως σημείωσιν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων κατ’ ἄρθρον.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο, πρὶν συνταχθῇ ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμός, εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ τὸ Λογιστήριον· τοῦτο θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τοῦ ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ, ὅστις θὰ συνταχθῇ, ὡς γινώσκετε, μετά τινας μῆνας. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων. Αὗται κατατίθενται. Ἐπίσης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ εἰσπραχθέντος μέχρι τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου ποσοῦ ἐκ τοῦ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς χορηγηθέντος δανείου. Ἤδη γινώσκετε, ὅτι δὲν εἰσεπράχθη λεπτόν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐγκαίρως προνοήσει, ὅπως οὐδεμία γένηται εἴσπραξις ἕνεκα τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ δυσπραγίας. Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τῆς φατριαστικῆς διαγωγῆς ταμιῶν τινων καὶ ὑποταμιῶν. Κατατίθεται σημείωμα, ἀποδεικνῦον τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Ἀθανασιάδης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς χορηγίας δανείων πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Κατατίθεται τὸ σημείωμα τοῦτο, ἐπισυναπτομένων εἰς αὐτὸ τῶν πληροφοριῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Κριεμάδης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν δασῶν, ὧν οἱ τίτλοι εὑρέθησαν πλαστοί. Καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις πρὸς αὐτόν. Ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στρᾶτος ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς γενομένης ὑλοτομίας εἰς τὰ δάση τοῦ Βάλτου. Καταθέτω ταύτας. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Τσιτσάρας ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ δασάρχου Εὐρυτανίας. Πᾶσα ἡ ἀλληλογραφία, ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διαμειφθεῖσα, κατατίθεται εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κ. Ἀναστασόπουλος ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς Μεγαρίδος. Καταθέτω διαφόρους πληροφορίας, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἶναι πλήρης, ἐὰν λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος ἐζήτησε πρῶτον νὰ προσαχθῶσι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς φορολογίας τῶν καυσοξύλων. Αὗται κατατίθενται. Ἐπίσης κατατίθενται καὶ αἱ παρὰ τοῦ ἰδίου ζητηθεῖσαι πληροφορίαι περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ὀγκώδη φάκελον. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀξιότιμοι Βουλευταί, εἰς τῶν ὁποίων τὰς ἐπερωτήσεις δὲν ηὐτύχησα νὰ ἀπαντήσω, παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑπομνήσωσι ταύτας, διότι πιθανὸν ἐκ τῆς ἀσθενείας μου καὶ νὰ μὴ ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐν τῷ μεταξὺ γενομένων ἐπερωτήσεων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσαχθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς καὶ οἱ πίνακες τῶν προβλεπομένων ἀποτελεσμάτων τῶν ἀμέσων φόρων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, τῶν προβλεπομένων ἀποτελεσμάτων ἐσόδων ἐκ διαθέσεως ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἠγγυημένου δανείου τοῦ 1898. [Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54–58 (α).]
§22Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἵδρυσιν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ σχολείων, δραχμὰς 200,000 πρὸς ἵδρυσιν δικαστικῶν καταστημάτων ὅπου ἑδρεύουσιν Ἐφετεῖα, καὶ 120,000 ὅπου ἑδρεύουσι Πρωτοδικεῖα.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχετε μελέτην ἢ διάγραμμα ἐπὶ τοῦ θέματος;
§24ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί διάγραμμα; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδεται τῷ Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα, κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ἀφοῦ ἐγκριθῶσι τὰ σχέδια ἀπὸ τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ δημοπρατηθῶσι κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον.
§25ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς ἕδρας;
§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἄδεια αὕτη δὲν ἀρκεῖ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα δαπανήσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς ἀνοικοδόμησιν δικαστικῶν καταστημάτων. Ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, σύνταξις προϋπολογισμοῦ δαπάνης, καὶ σχέδιον, ὅπερ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν.
§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰσάγομεν τὸν νόμον αὐτόν· ὅταν δὲ γείνουν τὰ σχέδια, καὶ ἡ δαπάνη ὑπολογισθῇ, θὰ ὑποβληθῇ εἰδικὸς νόμος, ἂν ἦναι ἀνάγκη αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἣν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα κόπτονται διὰ τὰ ἐργοστάσια. Ὑποβάλλω ἐπίσης τὰ πρακτικὰ τοῦ Πταισματοδικείου Ναυπλίας, ὅσα ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κύριος Ἀλεξάκης.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 59).
§30Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους καταστάσεις, ἃς ἐζήτησεν ὁ ἐκ Κέας βουλευτὴς κ. Πατρίκιος ἀφορώσας εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ᾐτήσατο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίαν τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ περὶ διορισμοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ταύτην καταθέτω ἐν πρωτοτύπῳ, παρακαλῶν τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπιμεληθῇ τὴν φύλαξιν, ὅπως μὴ ἀπολεσθῇ. Ἐπίσης καταθέτω τὸν Κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐδημοσιεύθη τὸ Β. Διάταγμα, δὲν ἐδημοσιεύθη ὅμως καὶ ὁ Κανονισμὸς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ Διάταγμα, τὸ κυροῦν τὸν Κανονισμόν, φέρει τὸν τύπον τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος. Ὁ Κανονισμὸς οὗτος εἶναι, ὡς πᾶς Κανονισμὸς τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περιβεβλημένος μὲ τὴν ὑπουργικὴν ὑπογραφὴν, ἰσχύει δὲ ἐφ’ ὅσον τὸ Διάταγμα προνοεῖ περὶ αὐτοῦ, καὶ κατ’ οὐδὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ μεταβληθῇ ὁ Κανονισμός, χωρὶς νὰ μεταβληθῇ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐπικυροῦν αὐτόν. Ἄλλως καὶ διὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐδημοσιεύθη μόνον τὸ Διάταγμα, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, καθ’ ὅν «δι’ εἰδικοῦ Κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, θέλουσι κανονισθῆ...» κλπ. Ὡς ὁ Κανονισμὸς ἐκεῖνος δὲν ἐδημοσιεύθη, οὕτω καὶ ὁ Κανονισμὸς οὗτος.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ χωρὶς νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως;
§32ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅταν τὸ Διάταγμα κανονίζῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ δημοσίευσις.
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ὁ νόμος τοῦ 1833, ὁ ἰσχύων, περὶ δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων, τί γίνεται;
§34ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ Διάταγμα ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ οὗτος;
§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς λοιπὸν θὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν ὁ Κανονισμὸς αὐτός;
§36ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἁπλούστατα· θὰ διανεμηθῇ εἰς τὰ σώματα. Ὑπάρχει δὲ ἐν τῷ σώματι τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἐπικυρωτικὸν Διάταγμα. Ὁ ἐκ Νάξου βουλευτὴς κ. Μυκώνιος ᾐτήσατο πληροφορίας τινὰς περὶ δύο κληρωτῶν, περὶ ὧν ὁ ἁρμόδιος Δήμαρχος ἐξέδωκεν, ὡς λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ψευδῆ πιστοποιητικά. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῶν πιστοποιητικῶν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν στρατιωτῶν, δὲν κατετάχθησαν οἱ στρατεύσιμοι οὗτοι, μέχρις οὗ ἀποφασίσῃ τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον περὶ τῆς πλαστότητος ἢ γνησιότητος τῶν πιστοποιητικῶν τούτων.
§37ΛΕΒΙΔΗΣ. Βλάπτει τίποτε, ἐὰν δημοσιευθῇ ὁ Κανονισμός;
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν βλάπτει, ἀλλ’ εἶναι ὀγκώδης. Ἐν τούτοις, κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς ὑμῶν, θὰ διατάξω τὴν δημοσίευσίν του.
§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Δημοσιεύονται ὅμως ἄλλα πράγματα ὀγκωδέστερα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μπασιᾶς ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Θεοφάνους Μουλίνου, κατόχου πολυτίμου συγγραφῆς περὶ ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Παρακαλεῖ δὲ νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ὑπό τε τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ἔργον καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐκτυπώσεως αὐτοῦ δημοσίᾳ δαπάνῃ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σκηνέας τοῦ δήμου Παλέων, περὶ δημοσίων ἔργων τοῦ χωρίου τούτου, καὶ παρακαλεῖ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις αὕτη μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διατάξῃ, ὡς τάχιστα, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τοῖς ὑπ’ ἀριθ. 588, 589 καὶ 590 καὶ ἀπὸ 4 Ἰουλίου ἐ. ἔ. προϋπολογισμοῖς τοῦ Νομομηχανικοῦ Κεφαλληνίας, ἀφορώντων τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς Τυπαλδάτων, Χαυδάτων, Μονοπωλάτων, Μαντουκάτων, Φαβατάτων καὶ Καταρελάτων. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν κατὰ τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας κατὰ νομούς. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐπιβάλλεται νῦν ἔτι μᾶλλον, μετὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, θέλει δὲ τὰ μέγιστα συντελέσει εἰς ἀνόρθωσιν τῆς ὁμολογουμένως κακῆς τῶν πραγμάτων καταστάσεως, μέχρις οὗ γενικώτεραι ἤθελον ἐπέλθει μεταρρυθμίσεις, ἐν αἷς καὶ ἡ τοῦ Συντάγματος, δι’ ὧν καὶ μόνον δύναται νὰ ἀναχαιτισθῇ ἡ ὁσημέραι βαίνουσα μοιραίως κατάπτωσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἥτις λανθανόντως συντελεῖται διὰ τῆς κακοδιοικήσεως, τῆς κακῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐν πᾶσι συναλλαγῆς καὶ κωλυσιεργίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Κυβέρνησις δὲν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ αὕτη σχετικὸν τοιοῦτον σχέδιον νόμου, παρακαλῶ αὐτήν, τοὐλάχιστον νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον διὰ τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, ὥστε αἱ τρεῖς ἐπαρχίαι ν’ ἀποτελέσωσι μίαν καὶ μόνην ἐκλογικὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, ὡς ἄλλοτε καὶ νῦν ἔτι οἱ τρεῖς νομοὶ Κερκύρας, Ζακύνθου καὶ Ἄρτης ἀποτελοῦσιν ἕκαστος μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω γενικῶν λόγων, ὑπὲρ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας συντρέχουσι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι λόγοι, ἀκριβῶς ὡς ἐν τοῖς εἰρημένοις τρισὶ νομοῖς, γεωγραφικοί, διοικητικοί, ἐμπορικοὶ καὶ κοινωνικοί, ἀφοῦ καὶ ἄλλοτε, ὅτε ὑπῆρχεν ἡ διοικητικὴ τῶν ἐπαρχιῶν διαίρεσις, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, οὐδέποτε, ἐκτὸς ὀλιγίστων μηνῶν, ἱδρύθησαν καὶ ἐλειτούργησαν Ἐπαρχεῖα ἐν τῷ νομῷ. Γνωρίζων τὴν τύχην τῶν προτάσεων νόμου, δὲν ὑποβάλλω τοιαύτην, εὐελπιστῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ αὐτὴ τὸ σχετικὸν περὶ τούτου νομοσχέδιον, ὅπερ διὰ τῆς παρούσης σπεύδω νὰ προκαλέσω.»
§41Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Λαμίας, ὅτι κατ’ αὐτὰς τὰ ὕδατα τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ὑπερπληρώσαντα τὴν κοίτην αὐτοῦ, ἐξεχύθησαν εἰς τὴν πεδιάδα, κατακλύσαντα ἐλάχιστον κατὰ τὸ παρὸν μέρος αὐτῆς· ὅτι δὲ ἡ πλήμμυρα θὰ ἦτο γενικὴ καὶ καταστρεπτικωτάτη, ἄν, ὡς ἐκ τοῦ ἐπὶ τὸ ψυχρότερον τραπέντος καιροῦ εἰς τὰ περιορίζοντα τὴν πεδιάδα τῆς Φθιώτιδος ὄρη, δὲν μετεβάλλετο ἡ βροχὴ εἰς χιόνα, καλύψασαν ἤδη αὐτὰ εἰς ὕψος πολλῶν μέτρων. Τὸ ζήτημα τοῦ Σπερχειοῦ δὲν εἶναι νέον· πολλάκις τοῦτο εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, οὐδέποτε ὅμως αἱ Κυβερνήσεις ἔλαβον μέτρον τι πρὸς ῥιζικὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τοῦ τόσον μαστίζοντος τοὺς κατοίκους τῆς Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι, διακανονιζομένης ποτὲ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ τούτου, θὰ ἠδύναντο ἐπωφελούμενοι τῆς καταλλήλου χρήσεως τῶν ὑδάτων αὐτοῦ, νὰ καταστῶσιν ἀληθῶς εὐδαίμονες. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις διέτασσε τὴν περάτωσιν τῆς μελέτης τῆς κοιλάδος τοῦ Σπερχειοῦ, ἡ ὁποία πρὸ ἐτῶν ἀνετέθη εἰς μηχανικόν τινα ξένον, Μινέϊκον καλούμενον, ὁ ὁποῖος παραδώσας τότε τὴν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐργασίαν, δὲν ἠδυνήθη ταύτην νὰ μεταφέρῃ καὶ ἐπὶ τοῦ χάρτου, ὡς διαταχθεὶς νὰ ἐργασθῇ εἰς ἄλλα τῆς Ἑλλάδος μέρη, τὰ ὁποῖα ὑπὸ παρομοίων κακῶν ἐνοχλοῦνται. Καλὸν, λέγω, θὰ ἦτο, ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐπερατοῦτο, συντασσομένων τῶν σχετικῶν σχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης, καὶ νὰ ἐλαμβάνετο τέλος πάντων μέτρον τι, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ποταμὸς ἐκεῖνος, ἀπὸ ἑστίας κακοῦ, ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ εἰς μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος θὰ ἠδύναντο νὰ βελτιώσωσι τὴν καλλιέργειαν, καὶ νὰ κερδαίνωσιν αὐτοί τε καὶ τὸ δημόσιον Ταμεῖον πλείονα τῶν σήμερον. Τὸ πλεῖστον τῆς μελέτης ἐγένετο ἤδη, ὑπολείπεται δὲ ἐργασία ἐν γραφείῳ ὀλίγων μόνον μηνῶν. Ἂς διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις καὶ ταύτης, ἵνα σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι ἀπαιτεῖται, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ προκύπτῃ ἐκ τῆς μελέτης αὐτῆς, συμμετεχόντων τῆς δαπάνης, ἢ καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀναλαμβανόντων ταύτην, τῶν ἐνδιαφερομένων κατοίκων τῆς Φθιώτιδος. Σήμερον, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τῶν μεγάλων αὐτῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι συγκαταλέγονται δυστυχῶς μεταξὺ τῶν ἀδυνάτων· πρόκειται μόνον περὶ ἔργων ἐλαχίστης ἀξίας ἡ κατασκευὴ τῶν ὁποίων θέλει ἀναστείλει τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ ᾖ σοβαρὸς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πεσοῦσα εἰς τὰ ὄρη τῆς Φθιώτιδος χιὼν τακῇ. Πρόκειται περὶ ῥήγματος τῶν προχωμάτων τοῦ ποταμοῦ ἄνωθεν τοῦ χωρίου Κόμματος, καὶ περὶ ἄλλων τινῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα μετὰ τῆς συμπληρώσεως τοῦ καταστραφέντος προχώματος ἀπαιτοῦσι δαπάνην ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Κατὰ παράκλησιν τῶν ἐνδιαφερομένων ἰδιοκτητῶν καὶ ἐν γένει τῶν γεωργῶν, ὁ ἐν Λαμίᾳ Νομομηχανικὸς, μελετήσας τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τόπου, συνέταξε σχέδιον χαράξεως νέας κοίτης εἴς τι σημεῖον τοῦ ποταμοῦ, κοίτης ἐκτάσεως οὐχὶ μείζονος τῶν διακοσίων ἢ τριακοσίων μέτρων, ἑνὸς προβόλου, καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ καταστραφέντος τμήματος τοῦ προχώματος, καὶ προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης δι’ ὅλα ταῦτα δαπάνης, ἀνερχομένης εἰς τὸ ποσὸν τῶν δέκα ἑπτὰ ἐν ὅλῳ χιλιάδων δραχμῶν. Τὰ σχέδια ταῦτα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης ὑπέβαλε πρὸ μηνῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦτο ἐνέκρινε μὲν, ὡς ἐπληροφορήθην, καθ’ ἣν ὥραν ἀνεχώρουν ἐκ Λαμίας, τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως μέρος τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης ἀναλάβωσιν οἱ ἰδιοκτῆται. Οἱ ἁρμόδιοι ἐν Λαμίᾳ ἀνεκοίνωσαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου, ζητήσαντες παρ’ αὐτῶν νὰ συμμετάσχωσι τῆς δαπάνης, οὐχὶ εἰς ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας γαιῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι βλαβῆ ἐκ τῆς ἐπικειμένης πλημμύρας ἀλλ’ εἰς ἐκείνους μόνον, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἰδιοκτησίας ἐγγὺς τοῦ ῥήγματος, καὶ οἱ ὁποῖοι, πολὺ δικαίως, ἀπεδέχθησαν μὲν τὴν συμμετοχήν των εἰς τὰς δαπάνας, ὑπὸ τὸν δίκαιον ὅμως ὅρον, ἵνα τῆς δαπάνης ταύτης μετάσχωσιν ὅλοι οἱ ζημιούμενοι. Τοιουτοτρόπως ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἔχει προορισμὸν τὴν πρόληψιν μεγάλων καταστροφῶν, ἀνεστάλη, πρὸς μεγάλην ζημίαν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἔτι μεγαλειτέραν τοιαύτην τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον, ἂν ἐπέλθῃ τὸ κακὸν, θέλει ὑποβληθῆ εἰς δαπάνας ὑπερβαινούσας καὶ τὸ ἑκατομμύριον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐν περιπτώσει πολυομβρίας ἡ ἐκχείλισις τῶν ὑδάτων τοῦ Σπερχειοῦ διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ῥήγματος εἶναι βεβαία, ὅτι δὲ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐκχειλίσεως καὶ τὸ μετ’ αὐτὸ ἔδαφος τῆς πεδιάδος εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀναμφιβόλως ὁ ποταμὸς θ’ ἀλλάξῃ μονίμως κοίτην, καὶ τότε τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ ζημίας ἀνυπολογίστους, διότι οὐ μόνον μεγάλα τμήματα τῶν ὁδῶν Λαμίας–Ἀταλάντης καὶ Λαμίας–Ἀμφίσσης καὶ Λεβαδείας θέλουσι παρασυρθῆ, ἀλλὰ καὶ νέας γεφύρας ἐπὶ τῶν σημείων, καθ’ ἃ ἡ νέα τοῦ ποταμοῦ κοίτη θέλει συναντήσει τὰς ὁδοὺς ταύτας, θέλει κατασκευάσει. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν ὅλων τούτων τῶν ζημιῶν καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τοὺς ἐν Λαμίᾳ ἁρμοδίους ὑπαλλήλους νὰ προβῶσι τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν, συντάσσοντες ἀμέσως καὶ τὸν πίνακα τῆς ἀναλογούσης εἰς ἕκαστον τῶν ἰδιοκτητῶν δαπάνης. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐνεργήσει ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς πρόληψιν τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος, μεθ’ ὅλα, ὅσα λέγουσί τινες πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἐλαχίστην δαπάνην, ἡ ὁποία τοῖς ἀναλογεῖ, ὅτι δῆθεν ὁ κίνδυνος οὗτος εἶναι ἀσήμαντος καὶ ἀνάξιος λόγου, θέλει εἶσθαι μέγιστος, καὶ αἱ ζημίαι ἀνυπολόγιστοι διὰ τοὺς γεωργοὺς καὶ τὸ Δημόσιον. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ζήτημά τι, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἔπραξε, καίτοι οὐδὲν κώλυμα πρὸς τοῦτο παρουσιάζεται. Πρόκειται περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, ἡ ὁποία, ὡς γινώσκετε πάντες, εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, εἰς ὅν, κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ Δομοκοῦ. Ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου συνδεδεμένη, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, μετὰ τῆς Λαμίας, δὲν ἔπαυσε συναλλασσομένη μετ’ αὐτῆς οὐδὲ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ Δομοκοῦ ἐχώριζεν ἡ μέχρι τοῦ 1881 ὑφισταμένη ὁροθετικὴ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος γραμμή. Τόσον δὲ οὖσα ἡ ἐπαρχία τοῦ Δομοκοῦ συνδεδεμένη μετὰ τῆς Λαμίας καὶ τῆς Φθιώτιδος ἐν γένει, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ αἰσθανθῇ μεγίστην χαρὰν, ὅτε εἶδε τὴν μετὰ τῆς Φθιώτιδος ἕνωσίν της, καὶ ἀνυπομόνως ἀνέμενε νὰ ἴδῃ ἐφαρμοζόμενον τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου προσεδόκα τὴν παῦσιν τοῦ κακοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβάλλοντο οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ἠναγκασμένοι ὄντες διὰ πᾶσαν ἐργασίαν των νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Λάρισαν, ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς ὁποίας εἶναι ἀκριβῶς διπλασία ἐκείνης, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν Δομοκὸν ἀπὸ τῆς Λαμίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας τὰ πλεῖστα χωρία τοῦ Δομοκοῦ ἀπέχουσι μόλις τρίωρον, ἢ καὶ τετράωρον, ἐνῷ ἀπὸ τῆς Λαρίσσης ἀπέχουσι δεκαπεντάωρον. Ἐδημοσιεύθη καὶ ἐφηρμόσθη ἐν μέρει ὁ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νόμος, καὶ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ ὑπήχθη διοικητικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς εἰς Λαμίαν. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦτο νὰ διευκολύνῃ τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, κατέστησε τὴν θέσιν αὐτῶν ἔτι δύσκολον, μὴ ὑπαχθείσης τῆς ἐπαρχίας ταύτης καθ’ ὅλα εἰς τὴν Λαμίαν. Τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν αἱ Δομοκῖται ὑπεβλήθησαν, ὀφείλει, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις νὰ βελτιώσῃ, διότι ἄλλως οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι δικαιοῦνται νὰ λέγωσιν, ὅτι συστηματικῶς καταδιώκονται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἵνα δὲ περὶ τούτου πεισθῆτε, Κύριοι, λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσητε. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν μὲ τέσσαρας πόλεις. Ἄν λ. χ. ἔχωσιν ὑπόθεσιν διοικητικὴν ἢ ἐκκλησιαστικὴν, ὀφείλουσι, χάριν τῆς ὑποθέσεώς των ταύτης, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Λαμίαν, διότι ἐκεῖ ἑδρεύει ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων, κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, ὑπήχθησαν. Ἄν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως οἰκονομικῆς, ἂν δηλαδὴ πρόκειται νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των, ἢ νὰ συντάξωσι δηλώσεις, ἢ νὰ ὑποβάλωσιν ἔνστασίν τινα ἐπὶ φορολογικοῦ τινος καταλόγου, ὀφείλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς Φάρσαλα, διότι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ταμείου καὶ τῆς Ἐφορίας Φαρσάλων ὑπάγονται. Ἄν λάβωσιν ἀνάγκην ἀδείας ὑλοτομίας, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἁλμυρόν, διότι ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἑδρεύει ὁ Δασάρχης, εἰς ὃν ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία των. Ἄν δ’ ἔχωσι δικαστικήν τινα ὑπόθεσιν, πρέπει νὰ μεταβῶσιν εἰς Λάρισαν, ἡ ὁποία ἀπέχει περισσότερον πάσης ἄλλης πόλεως, εἰς ἣν ἀναγκάζονται νὰ μεταβαίνωσι χάριν τῶν πολλαπλῶν ὑποθέσεών των. Ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, εἰς ἃς τοὺς ὑποβάλλουσιν οἱ ἀτελείωτοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν ἐνταῦθα, θέλετε ἐννοήσει εὐκόλως, ὅτι ὁ κάτοικος τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, διὰ νὰ πληρώσῃ ὅλας του τὰς ὑποχρεώσεις, ὀφείλει νὰ ἦναι ἀδιακόπως εἰς κίνησιν, ἡ ὁποία, τηροῦσα αὐτὸν μακρὰν τῆς ἐργασίας του, ἐκ τῆς ὁποίας πορίζεται τὸν ἄρτον του, τὸν ὑποβάλλει εἰς ζημίας μεγάλας. Καὶ διατὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ ζημίαι καὶ αἱ δυσκολίαι; Βεβαίως διὰ νὰ μὴ ταραχθῇ ἡ ἡσυχία καὶ ἡ μακαριότης τῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, οἱ ὁποῖοι, διατασσόμενοι ὑπὸ τῶν προϊσταμένων των, θὰ συνέτασσον τὰ Διατάγματα τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὰς ποικίλας ἀρχὰς τῆς Λαμίας, τὰ ὁποῖα, ὑπογραφόμενα καὶ δημοσιευόμενα, θὰ ἔλυον τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἀπήλλασσον τοὺς Δομοκίτας ἀπὸ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται, καὶ ἡ ὁποία κατήντησεν — ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, τὴν φράσιν — γελοία! Εἶναι, ὡς λέγουσιν οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τοιαῦτα ζητήματα, ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι πάντα ταῦτα γίνονται διὰ Διαταγμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμήν, ὅτι, ἵνα ὑπαχθῇ ὁ Δομοκὸς οἰκονομικῶς, δασονομικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς Λαμίαν, ἀπαιτεῖται νόμος, ποῖαι καὶ πόσαι εἶναι αἱ δυσκολίαι, αἱ παρουσιαζόμεναι εἰς τοῦτο, καὶ δὲν σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ συντάξῃ τοὺς νόμους τούτους, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, διὰ τῶν ὁποίων θέλει θέσει τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατεδίκασε τοὺς κατοίκους τοῦ Δομοκοῦ; Οἱ δυστυχεῖς αὐτοί, μόλις εἶδον, ὅτι ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ διακαής των πόθος, ἡ ἕνωσίς των μετὰ τῆς Φθιώτιδος, ἐπραγματοποιήθη, ὑπέθεσαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπαιζε μὲ τὰ ἔργα της, καὶ ὅτι ταχύτατα θὰ ἔπραττεν ὅ,τι ὤφειλεν, ὅπως οὗτοι παύσωσιν ὄντως ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, χάριν τῶν πολλῶν ἐργασιῶν των. Ἐπίστευσαν, ὅτι ἦλθεν ὁ καιρός, καθ’ ὃν θὰ ἠδύναντο καὶ αὐτοὶ νὰ ἔχωσι τὴν Λαμίαν καὶ μόνην ὡς κέντρον πάσης ἐργασίας των, καὶ διὰ τοῦτο, οὐδόλως φαντασθέντες, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου θὰ ἐδυσχέραινεν ἔτι μᾶλλον τὴν θέσιν των, προέβησαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ διορίσωσιν ἐν Λαμίᾳ καὶ πληρεξουσίους δικηγόρους, βέβαιοι ὄντες, ὅτι μετὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα θὰ συνεζητοῦντο αἱ ὑποθέσεις των ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Λαμίας. Ἀλλὰ τὰ πράγματα τί ἀποδεικνύουσιν; ἀποδεικνύουσι μόνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἐπεδίωξε μόνον τὸν διορισμὸν Νομαρχῶν, γραμματέων κλπ. εἰς τὰς διαφόρους δημιουργηθείσας Νομαρχίας, καὶ ὅτι τούτου ἐπιτευχθέντος ἐλησμόνησεν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἔφερεν ὡς ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν προσεπάθει νὰ ἐνισχύσῃ καὶ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην της, καθ’ ἣν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ σμικρυνθῶσιν αἱ περιφέρειαι αἱ διοικητικαί, πρὸς τὸν σκοπὸν ἰδίως, ὅπως οἱ διοικούμενοι ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλησίον τῶν διοικούντων αὐτούς· ἐκτὸς ἄν ἐνόει τότε, ὅτι — ὅσον ἀφορᾷ τουλάχιστον τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ — διοικοῦντες εἶναι μόνον οἱ Νομάρχαι καὶ οἱ Ἐπίσκοποι, ὄχι δὲ καὶ αἱ ἄλλαι ἀρχαί, μὲ τὰς ὁποίας, κατ’ ἐμέ, περισσότερον συνδέονται οἱ πολῖται. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, ὑπαχθεῖσα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μόνον τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Λαμίας, καὶ ἐξακολουθοῦσα νὰ ὑπάγηται εἰς ἀρχὰς ἄλλας, ἑδρευούσας ἐν Λαρίσῃ, Φαρσάλοις καὶ Ἁλμυρῷ, δὲν δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μόνον πρωτεύουσαν νομοῦ τοπικῶς ἤλλαξεν, ἐβελτίωσε τὴν κατάστασίν της, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ, ἢ νὰ ὑπαχθῇ καθ’ ὅλα εἰς τὴν ἐγγύτατα αὐτῆς κειμένην Λαμίαν, ἢ εἰς τὰς ἀρχὰς οἱασδήποτε ἄλλης, μιᾶς καὶ μόνης ὅμως, πόλεως τῆς Θεσσαλίας, ἀπαλλασσομένη οὕτω ἀπὸ τῆς περιέργου καταστάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ σήμερον, ἠναγκασμένη οὖσα νὰ περιέρχηται ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, χάριν τῶν ὑποθέσεών της, καὶ καταναλίσκουσα πρὸς τοῦτο τὸ πλεῖστον τοῦ λίαν χρησίμου εἰς αὐτὴν χρόνου.
§42Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι ἔχουσι δίκαιον. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, τοῦ κανονίσαντος τὰς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων, περιωρίσθην νὰ μεταβάλω καὶ ὁρίσω μόνον τὰς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων. Ἀληθῶς διὰ τοῦ νόμου μοὶ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλω καὶ τὰς περιφερείας τῶν Ἐφετείων. Ἐνθυμεῖσθε ὅμως, πόσον μέγας λόγος ἐγένετο τότε, κατὰ τὴν συζήτησιν, περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς μεταβολῆς τῆς περιφερείας τῶν Ἐφετείων, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, περὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ δικαιώματος. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν περιωρίσθην μόνον νὰ ὁρίσω τὰς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων, χωρὶς νὰ μεταβάλω τὰς περιφερείας τῶν Ἐφετείων. Ἦσαν δὲ διάφοροι ἀξιώσεις ἀπὸ διάφορα μέρη, τῶν ὁποίων ἡ παραδοχὴ συνεπῆγε καὶ τὴν μεταβολὴν τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἐφετείων. Τούτου ἕνεκα καὶ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ ἔμεινεν ὅπως εἶχε· διότι, ἂν μετεβάλλετο ἡ δικαιοδοσία της, καὶ μετετίθετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἤθελε μεταβληθῆ καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐφετείου, καθόσον συνέπεια τούτου θὰ ἦτο νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι δίκαιον, θέλομεν φροντίσει τάχιστα.
§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ Διατάγματος;
§44ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ νόμου.
§45ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδύνασθε νὰ τὸ κάμητε διὰ Διατάγματος.
§46ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον διατὶ δὲν τὸ ἔκαμα διὰ Διατάγματος, διότι αἱ ἀξιώσεις ἦσαν πανταχόθεν τόσον πολλαί, καὶ ἐζητοῦντο τόσαι μεταβολαί, ὥστε ἐφαρμοζόμεναι ἤθελον ἐπιφέρει τὴν μεταβολὴν τῆς δικαιοδοσίας ὅλων σχεδὸν τῶν Ἐφετείων. Ἐπειδὴ τῷ ὄντι ἀπαιτεῖται νόμος, διότι ἐν τῷ εἰρημένῳ νόμῳ ἐτέθη, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἡ λέξις «ἐφ’ ἅπαξ δύνανται νὰ μεταρρυθμισθῶσι», καὶ ἡ ἀξίωσις τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶναι βάσιμος, τάχιστα θὰ φέρωμεν νόμον περὶ τούτου.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετραλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§48ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριε Πρόεδρε, δύο συμβόλαια, κατατεθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατόπιν ἐπερωτήσεώς μου, ἀφορῶντα τὴν ἐνοικίασιν τοῦ τηλεγραφικοῦ καταστήματος Δίβρης. Διὰ τοῦ ἑνὸς τῶν συμβολαίων τὸ Δημόσιον ἀπεδέχθη τὴν ἐνοικίασιν καὶ τὴν δωρεὰν προσφερθεῖσαν οἰκίαν ἐπὶ τρία ἔτη τοῦ Ἀνδρέα Διαμαντοπούλου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τηλεγραφικὸν κατάστημα. Τὴν δωρεὰν ταύτην ἀπεδέχθη τὸ Δημόσιον ἀλλ’ ἡ ἐλευθεριότης τοῦ δωρητοῦ ὑπέκρυπτεν ἄλλον σκοπὸν, ἤτοι τὴν διάλυσιν νομίμως ὑφισταμένης μισθώσεως οἰκίας καταλλήλου. Μετὰ ὀκτὼ μῆνας ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ δωρητηρίου συμβολαίου καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς δωρεᾶς, τὸ Δημόσιον παρῃτεῖτο τῆς δωρεᾶς, καὶ ἀνελάμβανε νὰ πληρώσῃ μίσθωμα πρὸς τὸν ἴδιον Διαμαντόπουλον ἐπὶ τρία ἔτη χιλίας δραχμάς!...
§49ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὸν ἴδιον;
§50ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μάλιστα.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τριακοσίας ἐτησίως ὄχι χιλίας δραχμάς· διότι ἠμπορεῖ νὰ γείνουν εἰς ἑκατὸν ἔτη τριάκοντα χιλιάδες.
§52ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Αἱ 300 δραχμαὶ ἐπὶ τρία ἔτη συμποσοῦνται εἰς χιλίας. Ἡ παραίτησις ἐδικαιολογήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δῆθεν ἐν Δίβρῃ ἐγένετο σεισμός, καὶ ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἐγένοντο ζημίαι καὶ βλάβαι, ἐξ ὧν ἔπαθον αἱ τηλεγραφικαὶ μηχαναὶ καὶ δὲν ἐλειτούργουν. Κατὰ πρῶτον λοιπὸν ὁ Διαμαντόπουλος προσέφερε τὴν οἰκίαν του δωρεὰν, εἶτα ἐζήτησε συνδρομὴν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐλευθερίως φερομένη, τῷ προσέφερε τὸ ἐκ 1000 δραχμῶν ἐνοίκιον.
§53ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἔπαθεν ἡ οἰκία ἐκ τοῦ σεισμοῦ;
§54ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐγένετο σεισμός, οὔτε ἐν Δίβρῃ, οὔτε καθ’ ὅλην τὴν Ἠλείαν. Ὁ σεισμὸς ἐγένετο κατὰ φαντασίαν, καὶ προεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου ὡς δικαιολογία, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν δωρεὰν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§55Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἔγεινε ποτὲ σεισμός;
§56ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεισμὸς ἐγένετο εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον (γέλωτες).
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ δωρεὰ συνίσταται εἰς 25 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§58ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἤτοι ἐπὶ τρία ἔτη εἰς χιλίας.
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀσήμαντον.
§60ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀσήμαντον· θὰ παρηρχόμην δὲ ἄνευ λόγου τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἂν ἦτο μεμονωμένη. Ἀλλὰ θὰ δικαιολογήσητε, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς παρατηρήσεις μου, ὅταν ἀκούσητε, ὅτι ἡ ἀστοργία καὶ ἡ σπατάλη τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ δημόσια χρήματα ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ὅτι ἐγενικεύθη (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Τελωνεῖα, Ἑλληνικὰ καὶ Δημοτικὰ ἐκπαιδευτήρια καὶ ἐν γένει πάντα τὰ δημόσια καταστήματα ἐν Ἠλείᾳ, ἐνῷ εἶχον τοποθετηθῆ εἰς κατάλληλα οἰκήματα, τῶν ὁποίων ἡ μίσθωσις ἔληγε μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἐτοποθετήθησαν ἤδη εἰς οἰκήματα φίλων τοῦ κόμματος, ἐπὶ διπλασίῳ μισθώματι καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου Ταμείου (διαμαρτυρίαι).
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα εἶναι αὐτὰ, παρακαλῶ;
§62ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω πλεῖστα. Τὸ Τελωνεῖον Κατακώλου, τὸ Σχολαρχεῖον καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα Λαμπείας καὶ Ὀλυμπίων (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Θὰ προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§64ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δικαιοῦνται, μόνον ὅταν διαχειρίζωνται τὴν ἰδίαν αὐτῶν περιουσίαν, νὰ φαίνωνται ἐλευθέριοι εἰς δωρεὰς, ἀλλ’ ὅταν διαχειρίζωνται τὰ δημόσια χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται παρὰ τῶν πολιτῶν μετὰ στεναγμῶν, μετὰ πόνου, δὲν ἔπρεπε νὰ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας δωρεὰς, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τοῦ δημοσίου Ταμείου.
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίας, παρακαλῶ; Τὰς 25 δραχμάς;
§66ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Οἱ Ἕλληνες πολῖται εἰσφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χρῆμά των διὰ νὰ τύχωσι χρηστῆς διοικήσεως, καὶ τοιαύτην δὲν τοῖς παρέχετε σήμερον, κύριοι Ὑπουργοί· ἐδῶ δὲ δὲν πράττομεν τίποτε ἄλλο ἡμεῖς ἢ νὰ παρέχωμεν ἀμοιβὰς εἰς τοὺς ἀργομίσθους τοῦ κόμματος.
§67Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἠλείας, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐξεμισθώθησαν τὰ οἰκήματα, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνακρίβεια τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑποστηριζομένων, καὶ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον δεδικαιολογημένως ὁ ἐπιθεωρητὴς προέβη εἰς ἀναμίσθωσιν τῶν οἰκημάτων, καὶ μετὰ πόσης οἰκονομίας ἀπέναντι τῆς τοῦ πρώτου ἐπιθεωρητοῦ.
§68Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἔγεινε σεισμὸς, ἢ δὲν ἔγεινεν; Αὐτὸ θέλομεν νὰ μάθωμεν.
§69ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε συνάδελφε, νὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω. Ἐφημερὶς τῶν Πατρῶν, ὁ «Νέος Αἰὼν», ἀναφέρει...
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀνάγνωσις.
§71ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ζημίας τοῦ Δημοσίου δύο χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ καταγγείλω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν... Τὸ Τελωνειακὸν κατάστημα Κατακώλου, οἴκημα κατάλληλον, ἐξυπηρετοῦν πάντας τοὺς ὅρους τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, εἶχεν ἐνοικιασθῆ ἀντὶ ἐνοικίου δραχ. 240 κατὰ μῆνα, ἔληγε δὲ ἡ μίσθωσις μετὰ πέντε μῆνας ἀπὸ σήμερον. Ἐν τούτοις πρὸ ἑνὸς ἔτους συνάπτεται συμβόλαιον, καὶ ἐνοικιάζεται ἕτερον οἴκημα, μὲ μίσθωμα 340 δραχμῶν μηνιαίως. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι σπατάλη ἡ ἐνοικίασις αὕτη; Καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶμεν τοιαύτας σπατάλας εἰς βάρος τοῦ πενομένου λαοῦ;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸ λόγον.
§73Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους οἱ κύριοι Πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης καὶ Κερκύρας, ἕνεκα γηρατείων, ἐζήτησαν ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ὑπηρεσίας. Ἔκτοτε οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ αἰτήσεις αὐτῶν δὲν ἐγένοντο ἀποδεκταί, καὶ οἱ Κύριοι οὗτοι, ἀνώτεροι δικαστικοί, εὑρίσκονται εἰς ἀμφίβολον κατάστασιν· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ ὑπηρεσία καὶ αἱ ἐργασίαι τῶν Δικαστηρίων αὐτῶν χωλαίνουσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν θὰ ληφθῇ μέτρον τι, ἢ ὄχι. Ἐπίσης τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐν τῇ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν συμβάσει ὑπάρχει διάταξις, δι’ ἧς ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία αὕτη νὰ ἔχῃ κατὰ τὸν χειμῶνα κλειστὰς ἁμάξας. Ἄν ὑπάρχει τοιαύτη, παρακαλῶ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, διότι, φαίνεται, διὰ τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν δὲν ἤρχισεν ἀκόμη ὁ χειμών.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, καὶ δὶς ἐδόθη διαταγὴ, ὅπως ἡ Ἑταιρεία ἐκτελέσῃ τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως.
§75Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ διατὶ δὲν τὴν ἐξετέλεσε;
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ δευτέρα μάλιστα διαταγὴ ἔλεγεν, ὅτι, ἂν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἡ Ἑταιρεία δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει διατάξει τὴν διακοπὴν τῆς συγκοινωνίας.
§77Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως οἱ κύριοι Πρόεδροι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, θ’ ἀντικατασταθῶσι κατ’ αὐτάς, γιγνομένης δεκτῆς τῆς περὶ ἀποχωρήσεως αἰτήσεώς των. Ἐὰν δὲ ἀνεβλήθη ἐπί τινα χρόνον ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν, αἰτία ἦτο, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τοῦ ἔτους· γνωρίζετε δὲ, ὅτι μέγα πλῆθος ὑποθέσεων εἶναι ἤδη συνεζητημέναι καὶ ὑπὸ διάσκεψιν. Περὶ τὰς 15 ἢ 20 Δεκεμβρίου αἱ ἀποφάσεις αὗται θὰ δημοσιευθῶσι, καὶ κατὰ συνέπειαν τότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις τῶν εἰρημένων Προέδρων ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς εἴπετε ἄλλοτε, νὰ ἀνασυζητῶνται αἱ ὑποθέσεις.
§78Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε βλάβη τοῦ συμφέροντος τῶν διαδίκων.
§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπείγει ἡ συμπλήρωσις τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Ἐζητήθη ἡ ἔγκρισις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν διὰ τὸν διορισμὸν τῶν δικαστικῶν παρέδρων ὡς δικαστῶν, καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἵνα γνωματεύσῃ. Καὶ ἔπειτα ἔχομεν τὸ ἄτοπον νὰ διορισθῶσι πρωτοδίκαι, δικαστικοὶ πάρεδροι μεταγενέστεροι κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐγκριθῶσι, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Μεριμνήσατε, τέλος πάντων, διὰ τὸ μεγαλείτερον Δικαστήριον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς πλήρη παραλυσίαν ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ.
§80ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι...
§81ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐφέται, διότι δὲν γνωρίζετε ποῖον νὰ πρωτοδιορίσητε.
§82ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. τρεῖς Πρόεδροι θὰ γείνωσιν ἐφέται.
§83ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦσι τριάκοντα.
§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω πόσοι ζητοῦσιν... Ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν τριῶν αὐτῶν, τοὺς ὁποίους θὰ προβιβάσω εἰς τὰς θέσεις τῶν ἐφετῶν, τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα προεδρεύουσιν οὗτοι, θὰ τεθῶσιν εἰς ἀνωμαλίαν πλήρη. Λοιπόν, ἐὰν προβιβάσωμεν ἀπὸ τοῦδε τοὺς Προέδρους αὐτοὺς εἰς ἐφέτας, καὶ ὄχι μετὰ δέκα ἡμέρας, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα ν’ ἀνασυζητηθῶσιν αἱ ὑποθέσεις.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕνεκα τῆς μεσολαβήσεως τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγκάζομαι σήμερον δύο–τρία θέματα νὰ θίξω, ἀναβαλὼν αὐτὰ κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ καὶ ἄνευ ἰδιαιτέρου σημειώματος καὶ ἀναβολῆς, ἂν κατετέθησαν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΨΕʹ τοῦ 1900, τὰ ὑπὲρ τὰ 7,060,000 εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1899 πλεονάσματα· διότι παρετήρησα εἰς τὰς καταστάσεις τὰς διανεμηθείσας, ὅτι διὰ τὸ ἔτος 1899 αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἀνώτεραι τῶν 7,060,000.
§87Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτων, ὅτι ἐννοεῖτε τὸ προκῦψαν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ποσόν, τὸ καθωρισμένον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων, παρατηρῶ, ὅτι ὁ νόμος περὶ αὐξήσεως ἐτέθη εἰς ἰσχὺν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους 1900, οὐδεμίαν δ’ ἔχει σχέσιν πρὸς τὰς ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεις τοῦ 1899. Ὅταν λήξῃ τὸ 1900, κατατεθήσεται ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὸ εἰσπραχθὲν ποσόν.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπανειλημμένως ἤκουσα παράπονα τῶν ἐν Ἀθήναις πλανοδίων ἐμπόρων, ἅτινα πιθανὸν νὰ γεννῶνται καὶ εἰς ἄλλας πόλεις, ὅτι, ἐνῷ φορολογοῦνται ὡς πλανόδιοι διὰ τοῦ διπλοῦ ἐκείνου φόρου, ἄλλος περισσότερον καὶ ἄλλος ὀλιγώτερον, καὶ ἐνῷ πληρώνουσιν, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ἵππον μετὰ μικροῦ ἁμαξίου, τὸν φόρον τῶν ζώων, τοῖς ζητεῖται νὰ πληρώσωσι καὶ φόρον ἁμάξης ἢ κάρρου. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐπιτηδευμάτων δὲν ὑπάρχει φορολογία ἁμαξῶν τοιούτων· ὑπάρχει φορολογία ἁμαξῶν ἐπὶ ἀγωγίῳ, ἁμαξῶν ἰδιωτικῶν, κάρρων τετρατρόχων καὶ διτρόχων, οὐχὶ δὲ καὶ ἁμαξίων, χρησιμευόντων εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Τὰ ἁμάξια ταῦτα εἶναι παρακολουθήματα τοῦ ἐπιτηδεύματος· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἐπιτήδευμα πληρώνει περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, κατὰ τὴν διάκρισιν καὶ βεβαίωσιν, ἥτις γίνεται κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ἀπαίτησις νὰ φορολογηθῶσιν οἱ πραγματευταὶ ἰδιαιτέρως καὶ διὰ τὸ ἁμάξιον αὐτὸ, εἶναι ἐκτὸς νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ μὴ καταδιώκωνται ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου οἱ πλανόδιοι ἔμποροι.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὑπεχρεώθησαν οἱ κάτοχοι ἁμαξῶν ἢ κάρρων νὰ ἔχωσιν ἓν σῆμα, δηλοῦν ὅτι ἐπληρώθη ὁ νόμιμος φόρος. Τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικὰ διετάχθησαν νὰ παρακωλύωσι τὰ μὴ φέροντα αὐτὸ τὸ σῆμα κάρρα ἢ ἁμάξια. Ὅπως δὲ μὴ παρακωλύωνται τὰ μὴ νομίμως ὑποκείμενα εἰς φόρον κάρρα ἢ ἁμάξια, καθωρίσθη ὡς πρὸς ταῦτα εἰδικὸν σῆμα.
§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Δραγούμης, συνέβη καὶ ἐν Τριπόλει. Δὲν πρόκειται περὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος μόνον. Προκειμένου περὶ ἀρτοπωλῶν ἐχόντων ἁμάξια πρὸς μεταφορὰν τῶν ἄρτων, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα δέχονται, ὅτι ἐπλήρωσαν οὗτοι τὸν φόρον τοῦ ἀρτοπώλου, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ ἀρτοπώλου, ζητοῦν νὰ πληρώσῃ ὁ ἀρτοπώλης καὶ ὡρισμένον φόρον διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἁμαξίου ἢ κάρρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐργαλεῖον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ ἀρτοπώλου.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνιστῶ ἀναφορὰν, ἣν ὑποβάλλω κατὰ παράκλησιν ἐργοστασιάρχου, οὗτινος τὸ αἴτημα καὶ ἄλλοι ἐργοστασιάρχαι ὑποστηρίζουσιν. Ἀπό τινων ἐτῶν ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις, ἴσως καὶ ἀλλαχοῦ, βιομηχανία προοδεύουσα, ἡ τῆς φελλοποιΐας, ἥτις καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσήγαγεν ἐνταῦθα μηχανήματα, δι’ ὧν παρασκευάζονται οὐ μόνον πώματα διὰ φιάλας, ἀλλὰ καὶ πέλματα ὑποδημάτων, καὶ κύλινδροι πίλων δηλ. παράγονται ἀντικείμενα ἔχοντα μεγάλην ἐν Ἑλλάδι κατανάλωσιν. Οἱ φελλοποιοὶ φορολογοῦνται διὰ τὸν ἀκατέργαστον φελλὸν, ὃν εἰσάγουσιν ἐκ Γαλλίας, Ἀλγερίας, καὶ Ἱσπανίας ἰδίως, καὶ φορολογοῦνται ἀρκετά. Ἀλλὰ δὲν παραπονοῦνται διὰ τοῦτο, οὐδὲ θέλουσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ δασμοῦ, ὃν πληρώνουσι, καὶ ὅστις ὁρίζεται εἰς 13 λεπτὰ καὶ 45/0, κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν παραπονοῦνται διὰ τοῦτο, παραπονοῦνται ὅτι εἶναι σχεδὸν ἀδύνατος ὁ ἀνταγωνισμὸς πρὸς τὰ πώματα, τὰ πέλματα καὶ τοὺς κυλίνδρους τῶν πίλων, τοὺς εἰσαγομένους ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι ταῦτα δασμολογοῦνται ἐλαφρότατα. Παρετήρησα ἐν τοῖς πίναξι τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ εὗρον, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ φελλοῦ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνει σπουδαίως, καίτοι δὲν ἔχομεν ἐν τοῖς πίναξι διάκρισιν τῶν πελμάτων καὶ τῶν κυλίνδρων, ἀναγραφομένων ὡς κατειργασμένου φελλοῦ μόνων τῶν πωμάτων. Καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ διακριθῶσι καὶ τὰ ἄλλα εἴδη, ὥστε νὰ ἔχωμεν τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ εἰσαγομένου γνῶσιν. Παρετήρησα δὲ, ὅτι τοῦ μὴ κατειργασμένου φελλοῦ γίνεται εἰσαγωγὴ 31 χιλιάδων ὀκάδων, ἀξίας 13 ἕως 14 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, ἡ δὲ εἰσαγωγὴ κατειργασμένου φελλοῦ πωμάτων μόνον, διότι τὰ ἄλλα δὲν διακρίνονται, εἶναι κατὰ μέσον ὅρον 6,500 ὀκάδες, ἀξίας περίπου 16 χιλιάδων δραχμῶν, διότι εἶναι πολὺ ἀκριβώτερος ὁ κατειργασμένος φελλός. Ἡ τιμὴ ἡ κατ’ ὀκᾶν τοῦ φελλοῦ τοῦ ἀκατεργάστου προκύπτει οὕτω, ἐκ τῆς διαιρέσεως τοῦ ἑνὸς ἀριθμοῦ διὰ τοῦ ἄλλου, ὅτι εἶναι 46 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ τιμὴ τοῦ κατειργασμένου φελλοῦ προκύπτει ὅτι εἶναι 2 καὶ 45/00. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ τιμὴ εἶναι κατ’ ὀκᾶν 2 καὶ 45/00, ὁ δασμὸς ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν φελλὸν τοῦτον εἶναι μόνον 26 λεπτὰ καὶ 23/00, δηλ. μόλις ὁ διπλάσιος τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν ἀκατέργαστον φελλόν. Ἐκ τούτου προφανές, ὅτι φορολογεῖται ἐλαφρότατα, καὶ ὅτι ἡ ὀρθὴ φορολογία θὰ ἦτο μεταξὺ τοῦ πενταπλασίου καὶ ἑξαπλασίου τοῦ ἀκατεργάστου, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀναλογία τῆς τιμῆς τοῦ ἀκατεργάστου πρὸς τὴν τοῦ κατειργασμένου. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ, μήπως εἶναι δυνατὸν, δικαίως φορολογουμένου κατὰ τὴν προσήκουσαν ἀναλογίαν τοῦ κατειργασμένου φελλοῦ, νὰ παρασχεθῇ ἡ προσήκουσα δύναμις εἰς τοὺς φελλοποιοὺς, ὅπως ἀντιταχθῶσι κατὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ ξενικοῦ. Ἑτέραν σύστασιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἥτις μᾶλλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνήκει, ἀλλὰ βεβαίως ἔχει σχέσιν καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέβαλον, ἵνα εἰσαγάγω αὐτὴν ἀπόψε. Παραπονοῦνται, καὶ ἐπανειλημμένως πρὸς τοῦτο ἀνηνέχθησαν καὶ ἐνταῦθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Φιλιππουπόλει καὶ ἐν Σόφιᾳ, οἱ κατασκευασταὶ κονιὰκ, ὅτι ἀπό τινος τὸ κονιὰκ τὸ Ἑλληνικὸν δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἔνθα παρεμβάλλονται προσκόμματα. Καὶ προέτεινε μὲν ἡ ἀρχὴ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ βεβαιῶται ὑπ’ αὐτῆς ἡ γνησιότης τῶν κονιὰκ τούτων, ὡς παραγομένων ἐκ σταφυλῶν, διότι ἰσχυρίζονται οἱ ἐν Βουλγαρίᾳ, ὅτι δὲν εἶναι γνήσια, καὶ ἀποκρούουσιν αὐτά, ὡς μὴ προϊόντα σταφυλῆς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις καὶ κονιὰκ ἐξετασθέντα καὶ ἀναγνωρισθέντα γνήσια προϊόντα σταφυλῶν, οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα χημείων, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Βερολίνῳ καὶ Ἀμστελλοδάμῳ καὶ Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Κων)πόλει, ὑποβληθέντα εἰς χημικὴν ἐξέτασιν, ἐν Βουλγαρίᾳ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀπεδείχθησαν μὴ γνήσια. Ἀναγκάζονται δὲ οἱ ἔχοντες ἀπεσταλμένα ἤδη ἐκεῖ κονιὰκ, ἢ νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτὰ, δημευόμενα πρὸς ὄφελος τοῦ Βουλγαρικοῦ Δημοσίου, ἢ νὰ ἐπαναφέρωσιν αὐτὰ ἐνταῦθα· καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὕτω θέλει καταπαύσει ἡ εἰς Βουλγαρίαν εἰσαγωγὴ ἑλληνικῶν κονιάκ. Ἀνάγκη ἄρα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ δραστηριωτέρας προστασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ τούτου προϊόντος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ προξενικῶν ἀρχῶν, ὅπως ἐπιμείνωσιν, ἐπιδιώκουσαι, ἵνα ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις δεχθῇ, ὥστε, συμφώνως τῇ παρακλήσει τῶν κονιακοποιῶν, ἡ περὶ τῆς γνησιότητος ἢ μὴ χημικὴ ἐξέτασις καὶ ἀνάλυσις νὰ ἀνατίθηται καὶ ἔξω τῆς Βουλγαρίας, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως, εἰς χημικοὺς Κρατῶν διατιθέντων κρείττονα μέσα ἐξετάσεως. Διότι βεβαιοῦσιν οἱ ἐν ταῖς ἀναφοραῖς ὑπογεγραμμένοι, ὅτι γίνονται δεκτὰ ἐν Βουλγαρίᾳ κονιὰκ Γαλλικὰ καὶ Γερμανικὰ, ἀξίας ἑβδομήκοντα ἑκατοστῶν τὸ λίτρον, ἀλλὰ κονιὰκ τοιοῦτον, ἑβδομήκοντα ἑκατοστῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ προέρχηται ἐκ σταφυλῆς. Ταῦτα ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐξετάσωσιν, ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς βιομηχανίας τοῦ κονιάκ. Σήμερον, ὀλίγον πρὶν ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, ἔλαβον ἀναφορὰν καὶ ὑπόμνημα μετὰ διαμαρτυριῶν κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ Μαρτίου τοῦ 1900, ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΨΒʹ, «περὶ τῶν ἐκ παραφυάδων τιμαρίων» χθὲς δὲ, ἀκούσας ἀναφορὰν, ἀναγινωσκομένην ἐνταῦθα, εἰκάζω ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδία. Ἔσχον τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσω τὸ ὑπόμνημα, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον, δι’ οὗ παρεβιάσαμεν ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι εἶχον καθῆκον, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ μετέχω κατὰ τὸ διακοσιοστὸν τριακοστὸν τέταρτον τῆς εὐθύνης ταύτης, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πέρυσι, ζητηθείσης τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν ἁλυκῶν Κερκύρας,—καὶ ὀρθῶς ζητηθείσης,—ἐψηφίσαμεν διάταξιν, καθ’ ἣν ἀπενείμαμεν εἰς τὴν Κέρκυραν, εἰς ἀντάλλαγμα τῆς παραχωρήσεως τῶν ἁλυκῶν, δραχμὰς 90,000, ἐξ ὧν 30,000 καταβλητέας εἰς ἓξ δόσεις, ἀνὰ δραχμὰς 5,000 κατ’ ἔτος, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἐκ παραφυάδων δικαιοῦχοι τιμαριωτικῶν δικαίων. Νόμος ἀναγόμενος εἰς τὰ τιμαριωτικὰ δίκαια εἶχε ψηφισθῆ προηγουμένως, ἐν ἔτει 1894, ἀλλὰ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, φαίνεται ὅτι πᾶσαι αἱ ἀξιώσεις αἱ τιμαριωτικαὶ δὲν κατηργοῦντο· διότι φαίνεται, ὅτι ὑπῆρχον παραφυάδες, ὡς ὀνομάζονται, τιμαριωτικῶν δικαίων, δηλ. δικαιώματα τιμαριωτικὰ, μεταβιβασθέντα διὰ τῶν συνήθων ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις τρόπων, καὶ ἀνήκοντα εἰς τρίτα πρόσωπα, οὐχὶ δὲ εἰς τοὺς καθαυτὸ τιμαριούχους, ἔχοντα ἄρα ἀξίαν οὐχὶ τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ δικαιωμάτων ἰδιωτικῶν προσόδων. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1894 φαίνεται ὅτι δὲν ἐθεωρήθη ὅτι περιλαμβάνουσι καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ ἐνῷ ἐν ἀρχῇ ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγένετο ἐξέτασις καὶ περὶ αὐτῶν, καὶ ἐκτίμησις τῆς ἀποδοτέας ἀποζημιώσεως εἰς δραχμὰς 34,465, δηλαδὴ κατὰ 4,465 περισσοτέρας τῶν ἀπονενεμηθεισῶν πέρυσι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νεωτέρου νόμου, ἐν τούτοις ἐκρίθη ἔπειτα, ὅτι ἡ ἐκτίμησις αὕτη δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ νόμου, καὶ ἡ Νομαρχία ἠκύρωσε τὰς ἐκτιμήσεις, ἔμεινε δὲ ἠρτημένον τὸ ζήτημα, καὶ διότι ἔμεινεν ἠρτημένον, διὰ τοῦτο, ὑποθέτω, ἐθεωρήθη δίκαιον ἐν τῷ νόμῳ, τῷ πέρυσι ψηφισθέντι, ν’ ἀποζημιωθῶσι διὰ δραχμῶν 30,000 οἱ δικαιοῦχοι. Ἀλλ’ οὗτοι λέγουσι σήμερον, ὅτι αἱ 30,000 δραχμαὶ, περὶ ὧν ὁρίζει ὁ νόμος, εἶναι ἤδη κατώτεραι τῶν 34 χιλιάδων, αἵτινες εἶχον ὑπολογισθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐκτιμητικῆς τοῦ παλαιοῦ νόμου, ποσοῦ, καθ’ ὃ εἶχον βεβαίως οὗτοι δικαίωμα ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Λέγουσιν ὅμως καὶ ἄλλο τι, ὅπερ εἶναι πολὺ σπουδαιότερον, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1894, ἡ περὶ ἐκτιμήσεως πρᾶξις, ἂν δὲν ἤρεσκεν εἰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα, ἐξεκαλεῖτο ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν, ἐνῷ σήμερον εἰς τοὺς ἔχοντας παραφυάδας τιμαριωτικὰς τοιοῦτον δικαίωμα ἐκκλήσεως δὲν παρέχεται, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ δικαίωμα ἐκτιμήσεως ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης, παρέχεται. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ νόμος ὁρίζει αὐτὸς ἀμετακλήτως καὶ τὰς ἐκτιμήσεις, ἄνευ ὁρισμοῦ κανονικοῦ τῆς ἀξίας καὶ τῆς προσόδου, ἣν ἐκ τῶν παραφυάδων οἱ δικαιοῦχοι ἀπολαμβάνουσιν. Ἐδώκαμεν ἐνταῦθα συλλήβδην 30 χιλιάδας δραχμὰς, αἵτινες δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς ἀποζημίωσιν πλήρη τινῶν τοὐλάχιστον τῶν παραπονουμένων. Καὶ ἰδοὺ, ἔχει ἐνταῦθα ὁ ἀναφερόμενος ἀναγεγραμμένους πάντας τοὺς δικαιουμένους ἵνα λάβωσιν ἀποζημιώσεις διὰ τὴν κατάλυσιν τῶν τιμαρίων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει εἰς 13. Λοιπὸν παραπονεῖται ὁ ἀναφερόμενος Ἀριστείδης Κογεβίνας,—καθόσον δ’ ἐνθυμοῦμαι, εἶναι τὸ ὄνομα ἐκ τῶν καλῶν τῆς Κερκύρας—ὅστις παρίσταται καὶ ὡς διάδοχος τῶν δικαιωμάτων ἄλλου καλοῦ ὀνόματος, τῆς Μαρίας Καντώνη Κογεβίνα, παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ εἶχε πρόσοδον πολὺ μεγαλειτέραν, τῷ παρέχεται ἀποζημίωσις ἐν ὅλῳ 1066 δραχμῶν, κατανεμητέα εἰς ἓξ ἐτησίας δόσεις, ὅτι δηλ. θέλει λαμβάνει 177 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἐπὶ ἓξ ἔτη. Δὲν ζητοῦσιν, οὔτε οὗτος, οὔτε οἱ ἄλλοι παραπονούμενοι, νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτοὺς τι περισσότερον τοῦ ὀφειλομένου· ζητοῦσιν ὅμως—καὶ τοῦτο προτείνω καὶ ἐγώ, φρονῶν ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει τὸ αἴτημα,—διὰ νόμου νὰ διορθωθῇ ἡ διὰ νόμου γενομένη ἰδιοποίησις ξένης περιουσίας ἄνευ ἀποζημιώσεως, καὶ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι θέλουσιν ἐκτιμηθῆ τὰ δικαιώματα τῶν τοιούτων δικαιούχων παραφυάδων τιμαρίων, νὰ ὁρισθῇ δὲ καὶ τὸ Δικαστήριον, εἰς ὃ γενήσεται ἔκκλησις τῶν τυχὸν μὴ ἀποδεκτῶν ἐκτιμήσεων. Τὸ αἴτημα νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, καὶ θέλω παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἵνα, ἐξετάζοντες τὰ κατ’ αὐτὸ, ἂν πείθωνται, ὅτι ἀληθῶς ἐστερήσαμεν ἰδιώτας δικαιώματος ἐκτιμητέου εἰς χρήματα, εἰσαγάγωσι νομοσχέδιον, διορθοῦν τὸ κακόν.
§93Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ζητηθείσης τῆς γνώμης μου περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐκ Κερκύρας ἀναφερομένων, περὶ οὗ ἐπραγματεύθη ὁ συνάδελφός μου κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶπον ὅτι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ἡ γενομένη ἐξ αὐτοῦ ἀδικία, εἶναι, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· διότι, εἰ καὶ παρεβιάσθη βεβαίως—ἂν ἔχωσιν οὕτω τὰ πράγματα—κατ’ οὐσίαν τὸ δικαίωμα αὐτῶν, δὲν θεωρῶ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσιν. Ἐστηρίχθησαν λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν, καὶ προέβησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεώς των. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω ὅ,τι δήποτε, ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά. Παρακαλῶ ὅμως καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, νὰ μελετήσωσι τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὑποβάλωσι τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἄδικον νὰ στερηθῶσι τῶν εἰσοδημάτων αὑτῶν οἱ ἄνθρωποι ὅλως διόλου ἀδικαιολογήτως· δὲν μοι φαίνεται δὲ, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς αὐτοὺς τοῦ δικαίου των.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρετσίνας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§95Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη σπουδαίας ἤδη καταβάλλουσι προσπαθείας πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ ἐμπορικοῦ αὐτῶν ναυτικοῦ. Ἐπιτροπαὶ δὲ ἐπὶ ἐπιτροπῶν διορίζονται, ἵνα ἐξετάσωσι, τὶ δύνανται νὰ πράξωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ ὀρθῶς· διότι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν εἶναι χρυσοφόρος πηγὴ, ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλοῦσι τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν εὐεξίαν. Ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει, τῷ κατ’ ἐξοχὴν ναυτικῷ, νομίζω, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον ἡμῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον· καὶ λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία εἶναι τὸ μόνον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς πάντας, ὡς ἴσοι πρὸς ἴσους, καὶ μετ’ ἀποτελεσμάτων ὅλως ἱκανοποιητικῶν. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναπτύξω ἐνταῦθα τοὺς λόγους, διότι δὲν εἶναι καὶ συμφέρον. Ἕν μόνον δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, καὶ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζητε, ὅτι ἡ πρόοδος ἡ τελευταία τῆς ἀτμήρους ἡμῶν ναυτιλίας δὲν ἔμεινεν ἀπαρατήρητος ἀπὸ τὰ ἐνδιαφερόμενα ναυτικὰ Κράτη, καὶ ἴσως δι’ αὐτὸ καὶ αἱ διάφοροι Ἐπιτροπαί. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ πρόοδος, ἡ ναυτιλία μας ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Οἱ εἰς τὰ ναυτικὰ ἀσχολούμενοι δὲν μᾶς ἐζήτησαν χρηματικὰς παροχάς· μᾶς ὑπέδειξαν μόνον μέτρα τινὰ, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶμεν νομοθετικῶς νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὰ κεφάλαια, ἵνα προσέλθωσιν εἰς βοήθειαν τῆς ἀναπτυσσομένης ναυτιλίας ἡμῶν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀξία τῶν κατασκευαζομένων ἤδη ἀτμοπλοίων ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἄλλοτε κατασκευαζομένων· διότι ἄλλοτε ἓν ἱστιοφόρον πλοῖον, χωρητικότητος 15,000 κοιλῶν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο τότε ἐκ τῶν μεγαλειτέρων, ἐστοίχιζε μόνον δραχμὰς 100,000, ἐνῷ σήμερον ἓν ἀτμόπλοιον, χωρητικότητος 4,000 τόννων, στοιχίζει 1,000,000. Ὑπολογίζεται δὲ, ὅτι τὰ τελευταῖα ἔτη ἐδαπανήθησαν περὶ τὰ 40,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν ναυτιλίαν μας. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ναυτικὸν χρῆμα, καὶ ἐζητήθησαν κεφάλαια ἐκ μὴ ναυτικῶν· ἀλλὰ ταῦτα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀσφαλείας, διότι ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι τὸ κεφάλαιον δὲν προσέρχεται ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια. Τί ἄλλο μᾶς ἐζήτησεν ὁ ναυτικὸς κόσμος; Τὴν σύστασιν Ἐμπορικῶν Ναυτικῶν Σχολῶν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν πλοιάρχους ἀρτιωτέρους καὶ ἱκανοὺς, ὥστε καὶ πλοῖα μεγαλείτερα νὰ κυβερνῶσι, καὶ εἰς θαλάσσας πέραν τῆς Μεσογείου ἀφόβως νὰ ταξειδεύωσι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ μὴ δώσωμεν τὴν βοήθειάν μας ταύτην εἰς τὸν ναυτικὸν κόσμον. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ τότε Ναυτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύο νομοσχέδια, μεταρρυθμίζοντα τὰ ἄρθρα 30 καὶ 220, νομίζω, τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ναυτικῶν Ἐμπορικῶν Σχολείων. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἠδυνήθησαν ἀτυχῶς νὰ συζητηθῶσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὰ ὑποβληθέντα τότε νομοσχέδια περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 30 καὶ 220 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, καὶ ἀναγράψῃ ταῦτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Αὐτὸ εἶναι τὸ περὶ εἰδικῆς δικαιοδοσίας ἐν περιπτώσει ἀβαριῶν. Εἶναι νομοσχέδιον πολὺ σοβαρόν· ἀσχολεῖται δὲ εἰς αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σύρου κ. Βοκοτόπουλος, καὶ ἐλπίζω νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ ταχέως ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὅλοι ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὸν αὐτὸν ζῆλον, ἵνα ἡ ναυτιλία ἡμῶν βαδίσῃ ἐπὶ τὰ πρόσω· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι οὔτε πέρυσι κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, σήμερον δ’ ἔχομεν 30 νομοσχέδια ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀμφιβάλλω, ἂν πολλὰ θὰ κατορθωθῇ νὰ συζητηθῶσι· θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ ναυτικοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο εἶναι ὁ πόθος τοῦ ναυτικοῦ κόσμου, ὑπὲρ οὗ ἔχομεν καθῆκον νὰ προνοήσωμεν.
§96Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὴν παράκλησίν μου. Ἡ μέριμνα τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ ἐξεδηλώθη μέχρι σήμερον μόνον διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ θέματα ὅμως καὶ ἡ ἐντολὴ, ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, εἶναι εὐρύτατα, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ κατένειμε τὰ θέματα, καὶ διώρισεν ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου εἰσηγητήν. Πρὸς προσέλκυσιν καὶ ἐνθάρρυνσιν τῶν κεφαλαίων καὶ πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῶν διὰ τῆς ναυτικῆς ὑποθήκης παρεσκευάσαμεν δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑποβάλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λυσιτελέστατον δὲ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ἔχει συντάξει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸ περὶ Ναυτικῶν Ἐμπορικῶν Σχολείων, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐπεξεργασθῆ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ ὅπερ δὲν νομίζω ὅτι χρήζει μεγάλων τροποποιήσεων, ὅπως καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Εἶναι καὶ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπή. Καὶ εἰς ἓν μὲν τούτων ἀσχολεῖται ὁ κ. Μπασιᾶς, εἰς ἕτερον ὁ κ. Μαυροκέφαλος, καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν μελέτην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ὑποβεβλημένα, δὲν χρήζουσιν οὔτε πολλῆς ἐργασίας, οὔτε πολλῆς ἀπασχολήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποβεβλημένα καὶ ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προηγουμένης Συνόδου. Ταῦτα παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι συντόμως δύνανται νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§97Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πάντων τὸ περὶ συστάσεως Ναυτικῶν Ἐμπορικῶν Σχολείων. Ὑπὲρ αὐτοῦ συνενῶ τὴν παράκλησίν μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ἀναγράφῃ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι τὸ ἄριστον, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐγγυᾶται πολύ· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες περὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐμπορικῶν Σχολείων· ἀλλ’ ὅταν ἅπαξ εἰσαχθῇ εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, θὰ ἴδωμεν εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῇ. Σήμερον ὁ κυβερνήτης ἀτμοπλοίου, ὁ πλοίαρχος, εἶναι ἀνὴρ ἐπιστήμων, κάτοχος πλείστων ὅσων γνώσεων, ἀπὸ τῶν ὑψίστων καὶ ἀπωτάτων διαστάσεων τοῦ οὐρανοῦ μέχρι τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς· θὰ καταρτίζωνται δὲ οἱ πλοίαρχοί μας διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ἐμπορικῶς, ὅπως δώσωσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἤρχισε νὰ ἀναπτύσσηται.
§98Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀληθῶς θέμα, ὅπερ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν σύντονον προσοχὴν συμπάσης τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ τόσον αἰφνιδίως ἔρχεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς συζήτησιν, διὸ καὶ πάντες ἀπαράσκευοι ἐσμέν. Ἀλλὰ καὶ ὁσάκις τὸ θέμα τοῦτο, ἀπόπειρα ἐγένετο, ἵνα συζητηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτη, δὲν γνωρίζω διατί, πάντοτε συνέβη, ἡ Βουλὴ νὰ θέλῃ νὰ θέσῃ αὐτὸ κατὰ μέρος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατήρτισαν νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, πολλοῦ λόγου ἄξια· εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ καιροὺς διὰ τῶν εἰδικῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν ἀπεπειράθησαν νὰ καταρτίσωσι νομοσχέδια τοιαῦτα· τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐνῷ περὶ ἄλλων ζητημάτων, οὐχὶ τηλικαύτης σημασίας, πολλὰς πολλάκις ἡ Βουλὴ κατηνάλωσεν ὥρας, περὶ τούτου σπανιώτατα σπουδαίως καὶ ἐπαρκῶς εἰργάσθη. Ἤκουσα, ὅτι ὑπάρχουσι νομοσχέδια, συζητηθέντα ἐν τῇ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς· ἤκουσα, ὅτι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν καταρτίζονται ἢ κατηρτίσθησαν νομοσχέδια περὶ βελτιώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἆρά γε ὀρθὸν, ἐὰν πάντα ταῦτα τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, καὶ πάσας ταύτας τὰς μελέτας, ὧν πολλαὶ βεβαίως θὰ ἦναι πολλοῦ λόγου ἄξιαι, ἡ Βουλὴ παρεδέχετο, ὅπως παραπέμψωμεν εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν αὐτῆς; Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τῇ ἐπινεύσει τῆς Κυβερνήσεως, εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν πολυμελῆ ἐκ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πολλοῦ λόγου ἄξια συμπεράσματα θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Διότι, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διαφωνῶ πρὸς γνώμην τινὰ, ἥτις, δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος σκοποῦ, ἐρρίφθη χθὲς ἐν τῇ συνεδριάσει. Χθὲς παρέστησαν ἡμῖν, ὅτι εὑρισκόμεθα πάντοτε πρὸ εἰκονικότητος. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔλεγε: «Τί θέλετε τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν; Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται εἰκονικῶς, διότι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, καθ’ ὃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς». — «Καὶ δὲν βλέπετε», προσέθετεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «τί γίνεται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰκονικῶς παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφίζεται, διότι πολλάκις συνέβη, ἐν διαστήματι ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν τε ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων.» Ἐὰν τῳόντι, Κύριοι, ταῦτα τυγχάνωσιν ὄντα ἀληθῆ, πρέπει ἀληθῶς τις νὰ ἀπελπίσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἐὰν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ βασιλεύῃ ἐν τοῖς πράγμασι τοιαύτη εἰκονικότης, ὤ! τότε, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι ματαιοπονοῦμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ματαιοπονοῦσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἑκάστοτε ἀποστέλλουσιν ἡμᾶς ἐνταῦθα. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, εἴτε ἐντεῦθεν κάθηνται, εἴτε ἐκεῖθεν, ἐὰν θελήσωσι, δύνανται ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὴν νομοθετικὴν αὑτῶν ἐξουσίαν οὐδέποτε ἐνόησαν νὰ ἐκχωρήσωσιν εἰς τοὺς διευθύνοντας ἓν ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκ τούτων προκληθείσης συζητήσεως, νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι πέποιθα, ὅτι καὶ ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν κυρίων συναδέλφων αὐταὶ αἱ ἰδέαι βασιλεύουσι. Πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς δέχεται, εἴτε ἐκεῖθεν κάθηται, εἴτε ἐντεῦθεν, ὅτι ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ βασιλεύει ἡ εἰκονικότης, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη εἶναι ἐντευκτήριον εἰκονικῶν ἰδεῶν, εἰκονικῶν παραστάσεων...
§99Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. (ἀναστενάζει).
§100Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναστενάζει ὁ παρακαθήμενος πρεσβύτης Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, καὶ δικαίως οἱ ἀναστεναγμοὶ αὐτοῦ προέρχονται ἐκ τῆς λύπης τῆς ψυχῆς αὐτοῦ. Διότι, φθὰς εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου, ἤκουσεν αἴφνης, ὅτι ὅλην τὴν ἐργασίαν, ἣν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐνταῦθα παρεῖχε καὶ παρέχει διὰ τῶν φώτων αὐτοῦ καὶ τῆς πείρας, ἐβάπτισαν εἰκονικήν. Καὶ θέλει ἀπέλθει μετ’ ὀλίγον τοῦ κόσμου (φωναὶ: ὄχι! ὄχι!), εὔχομαι μετὰ πολὺν χρόνον, θέλει ἀπέλθει εἰς τοὺς οὐρανοὺς ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν, ὡς ἀντιπρόσωπος ἑνὸς εἰκονικοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα εὕρῃ ἐκεῖ πολλοὺς ἄλλους εἰκονικοὺς συναδέλφους. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀπόφασίς τις τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐργασθῇ σπουδαίως περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὅλοι φιλοτιμοῦνται, ὁ εἷς πλειότερον τοῦ ἄλλου, νὰ παρασκευάσωσι τὴν δύναμιν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ τοῦ Κράτους, οὐδεμία σπουδαία καὶ ἐμβριθὴς μέριμνα περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας λαμβάνεται, τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἥτις πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὑπῆρξεν ἡ τροφὸς δύναμις τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Διότι ἄνευ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, δαπανήσατε ὅσα θέλετε εἰς πολεμικὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, οὐδὲν θέλετε κατορθώσει. Ἐνθυμοῦμαι ἔξοχον συγγραφέα ξένον, Ἀκαδημαϊκὸν, ναύαρχον τῆς Γαλλίας, ὅστις ἔγραφεν, ὅτι κατὰ τὸ 1820 ἔτος, μικρὸν πρὶν ἡ Ἑλλὰς ἐπαναστατήσῃ κατὰ τῶν Τούρκων, οἱ στόλοι οἱ Ὀθωμανικοὶ ἦσαν μεγάλοι καὶ ὑπέρλαμπροι, φοβεροὶ, καὶ λόγῳ τοῦ μεγέθους τῶν πλοίων καὶ λόγῳ τοῦ διαμετρήματος τῶν πυροβόλων, ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν καὶ τῶν ἐπιτελείων, ἰσχυρότεροι τοῦ Ἑλληνικοῦ· ἐπειδὴ ὅμως, λέγει ὁ Jurien de la Gravière ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τοῦ ὑπὲρ Ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλλήνων ἀγῶνος», ἣν μετὰ πλείστης σοφίας ἔγραψεν, ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἑλλὰς κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους εἶχεν ἄνδρας ἐν τῷ ναυτικῷ, τόσον πλοιάρχους ὅσον καὶ ναύτας, ἄριστα κατηρτισμένους, ὡς ἐκ τοῦ ἐν τοῖς ἐμπορικοῖς πλοίοις διηνεκοῦς ἀγῶνος καὶ μόχθου, ἐπῆλθον τὰ κατὰ θάλασσαν τρόπαια ἡμῶν καὶ αἱ νίκαι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐνῷ δὲ ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν, δὲν ἠξεύρω πόσας χιλιάδας ναυτῶν, τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα, ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ἡμῶν πλοίων, οὐδεὶς σπουδαίως ἐσκέφθη περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ ἀληθῶς πολεμικοῦ τούτου ὑλικοῦ, ὅπως κατορθωθῇ, ναυπηγουμένου ποτὲ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ στόλου, περὶ οὗ τοσαῦτα ἐπ’ ἐσχάτων ἠκούσαμεν, νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς ἄνδρας ἡμῶν τούτους, τοὺς ἀπαραμίλλους ναύτας, τοὺς πρώτους τῶν ναυτῶν τοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἐπέστη ἡ κατάλληλος στιγμή, πρὸς τὰς σκέψει τοῦ Κοινοβουλίου περὶ καταρτισμοῦ ἀξιομάχου πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ὅπως σπουδαίως καὶ δραστηρίως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μελετήσωσι καὶ τὸ θέμα τοῦ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ. Καθ’ ἑκάστην οἱ Ἕλληνες κατασκευάζουσιν ἐμπορικὰ πλοῖα, μεγάλα ἢ μικρὰ, ἀλλὰ ταῦτα ναυπηγοῦνται ἄνευ ὡρισμένου σχεδίου, ἄνευ ἐθνικῆς τινος ὁδηγοῦ καὶ ἐπικρατούσης ἰδέας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτέ ποτε συνέστη ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, Ἐπιτροπὴ, ὅπως μελετήσῃ προτάσεις τινὰς Ἑλλήνων περὶ ἱδρύσεως Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας. Πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα συνεζητήθησαν τότε σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πάντες, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν Ναυτικὸν ἡμῶν, ὁ ἐμπορικὸς ἡμῶν στόλος, ἀνάγκης ἐπιστάσης, ἔσεται ὁ ἔφεδρος στόλος τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου τίς ποτε πρόνοια ἐλήφθη; Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν τὰ ἁπανταχοῦ ναυπηγούμενα ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ πλοῖα νὰ ναυπηγῶνται ὑπὸ ὡρισμένον τύπον, ὅπως, ἀνάγκης ἐπιστάσης, χρησιμεύσωσι διὰ τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ναυπηγῶμεν οὕτω τὰ πλοῖα, ὥστε καὶ πυριτιδαποθήκας ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἔχωσι, καὶ τηλεβόλα νὰ δύνανται νὰ φέρωσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρίζηται ἡ χωρητικότης καὶ ἡ ταχύτης αὐτῶν, νὰ προστατεύωνται αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ λέβητες, νὰ ὑπάρχωσι διπύθμενα καὶ ἀντλίαι, καὶ αἱ πλευραὶ νὰ ὦσι δεκτικαὶ τοποθετήσεως ἐπωτίδων, χάριν βαρέων ἀντικειμένων. Εἶναι ἀνάγκη, οἱ ναῦται τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν Ναυτικοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ πειθαρχίαν καὶ στρατιωτικήν τινα ἐξάσκησιν, ὅπως ἔχωμεν χιλιάδας ἀνδρῶν, ἑτοίμων νὰ ἐπιβῶσι τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα δυνάμενα εὐρέως νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· πάντα ταῦτα θέλουσιν εὐρέως ἐξετασθῆ καὶ ἀποφασισθῆ ἐν εἰδικῇ σπουδαίᾳ Ἐπιτροπῇ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἥν, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκλέξητε, ἀκούοντες καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἄνευ τούτων, ματαιοπονοῦμεν· καὶ ἐνῷ, τουλάχιστον ἐν ταῖς καθ’ ἡμᾶς θαλάσσαις, κυριαρχοῦμεν ναυτικῶς, διότι ἡ σημαία ἡμῶν ἔχει τὰ πρωτεῖα ἀπέναντι πασῶν τῶν ἄλλων σημαιῶν, καὶ ἐνῷ οἱ ναῦται ἡμῶν βεβαίως εἰσὶν οἱ ἄριστοι ὅλων τῶν ναυτῶν τοῦ κόσμου, κινδυνεύομεν ν’ ἀπολέσωμεν πάντα ταῦτα, διότι οὐδέποτε ἠθελήσαμεν σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐργασθῶμεν.
§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§102ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΓΚΙΚΑΣ. Εἶναι μάταιον νὰ λάβω μέρος εἰς συζήτησιν, ἥτις κατέστη ἀκαδημαϊκὴ, διότι δὲν λύονται οὕτω τόσον σοβαρὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ πρῶτος ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προστασίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὁσάκις ἔλαβε τὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου λόγον, περιωρίσθη εἰς θεωρίας, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔχει μελετήσει κατὰ βάθος τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ φέρῃ μελέτην, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἑνὸς νομοθετήματος. Ἀνέρχεται τὸ βῆμα, ἀναπτύσσει θεωρίας πολλὰς, μὴ ἐμβαθύνας δὲ εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ πραγματεύεται, ἄρχεται οἰκοδομῶν ἀπὸ τῆς κορυφῆς, ὅπως φθάσῃ εἰς τὰ θεμέλια. Ἐνῷ σκοπὸς εἶναι, πῶς νὰ προμηθευθῶμεν ἀτμόπλοια, ζητεῖ πρὸ τούτου νὰ παρασκευάσωμεν ἐμποροπλοιάρχους, νομίζων ὅτι διὰ τούτου καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 220 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου ἡ μειονοψηφία τῶν μετόχων πλοίου τινὸς θὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι ὁ χρυσὸς θὰ εἰσρεύσῃ ἄφθονος, ἡ ναυτικὴ πίστις θὰ ἑδραιωθῇ, καὶ ἡ ἀτμήρης ναυτιλία τεραστίως θὰ πολλαπλασιασθῇ. Θεωρητικῶς δὲ πάντοτε διαπραγματευόμενος τὸ ζήτημα, ὑπέδειξε σὺν ἄλλοις, ὅτι δέον νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπή τις, ἥτις νὰ συμβουλεύῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀτμοπλοίων νὰ κατασκευάζωσι μεγάλα ἀτμόπλοια καὶ οὐχὶ μικρὰ, διότι ἄλλως δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσιν· ἀλλὰ δὲν ὑπέδειξε καὶ διὰ τίνων πόρων θέλουσι προμηθευθῇ ταῦτα. Ἀλλὰ διὰ τοιούτων θεωριῶν ἡ ναυτιλία δὲν ὑποστηρίζεται. Διὰ νὰ προαχθῇ αὕτη, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἡ πρόοδος αὐτῆς ἔγκειται εἰς τὴν σύστασιν Ναυτικῆς Τραπέζης...
§103ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα μόνον τὴν μεταβολὴν τῶν ἄρθρων 30 καὶ 220 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου.
§104ΓΚΙΚΑΣ. .. Πρὸς τοῦτο δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐξευρεθῇ τὸ μέσον, πῶς δύναται, ἢ τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ναυπηγήσωσιν ἀτμόπλοια, ἢ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν πρωτοβουλίαν συστάσεως Ναυτικῆς Τραπέζης...
§105ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Οἱ ἐφοπλισταὶ δὲν μᾶς ἐζήτησαν χρήματα.
§106ΓΚΙΚΑΣ. .. Διότι δὲ θὰ καταρτίσητε ἐμποροπλοιάρχους τελειοτέρους ἴσως τῶν οὓς ἤδη ἔχομεν, δὲν ἕπεται ὅτι θὰ προοδεύσῃ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία. Τὸ νὰ ἰσχυριζώμεθα δὲ, ὅτι κυριαρχοῦμεν τῆς Μεσογείου, ὅτι ἔχομεν τοὺς καλλιτέρους ναύτας, ὅτι ἔχομεν πολλὰ προσόντα, ὅτι ἤρχισαν νὰ ἀνησυχῶσι τὰ ξένα Κράτη ἐπὶ τῇ προόδῳ τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας μας, διότι ἐναυπηγήσαμεν 20 ἀτμόπλοια, εἶναι καυχησιολογίαι, ἐπαναλαμβανόμεναι πάντοτε, ὁσάκις πρόκειται περὶ Ἑλλήνων, ἀνάρμοστοι δὲ εἰς σοβαροὺς ἀνθρώπους.
§107Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Στυμφαλίας, συμπολῖταί μου, μὲ παρεκάλεσαν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παράκλησιν τελευταίαν, διότι πολλάκις ἀπετάθησαν πρὸς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, καὶ οὐδεμιᾶς ἔτυχον προστασίας ἐπὶ ζητήματος, ἀφορῶντος αὐτοὺς, σπουδαιοτάτου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1878, νομίζω, ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ἐκχωρήσει εἰς τὸν κ. Παπαρρηγόπουλον τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Κλημεντοκαίσαρι, λίμνης, ἡ ὁποία ὑπέρκειται τῆς λίμνης Στυμφαλίας. Πράγματι ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναλαβὼν τὸ ἔργον, ἔφερεν αὐτὸ εἰς πέρας διὰ τῆς διατρήσεως τοῦ λόφου Φρύγανη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκρεύσαντα τὰ ὕδατα κατήρχοντο εἰς τὴν Στυμφαλίαν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1884, νομίζω, ὅτε τὸ ἔργον τῆς διατρήσεως τοῦ λόφου ἐκείνου ἐπερατώθη, οἱ κάτοικοι, ἀπειλούμενοι ἀπὸ μέγαν κίνδυνον, τὸν κατακλυσμὸν τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης ἐκείνης, ἀπετάθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πράγματι, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόφραξιν τῆς διώρυγος ἐκείνης, οὕτως ὥστε δὲν εἰσέρρεον τὰ ὕδατα εἰς τὴν Στυμφαλίαν, καὶ οὐδεμία βλάβη πλέον ἐπῆλθεν εἰς τὸν τόπον ἐκ τῆς διατρήσεως τοῦ λόφου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐγεννήθη δίκη, ἡ ὁποία κατέληξεν, ὡς εἴθισται, εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, καὶ ὑποχρεώθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ μεγάλην ἀποζημίωσιν εἰς τὸν Παπαρρηγόπουλον, τὸν ὁποῖον ἐστέρησε τῆς χρήσεως τῆς ἀποξηρανθείσης λίμνης· διότι, ἀφοῦ τὰ ὕδατα δὲν ἐπετρέπετο νὰ διέλθωσι διὰ τῆς ἀποφραχθείσης διώρυγος, φυσικῶς ἔμενον ἐν τῇ λίμνῃ, καὶ δὲν ἠδύνατο αὐτὸς νὰ καρπωθῇ τὰς ἐκτάσεις ἐκείνας. Μετὰ μακρὸν δὲ δικαστικὸν ἀγῶνα, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1896, νομίζω, ἠναγκάσθη, διὰ ν’ ἀποφύγῃ μεγάλας ἀποζημιώσεις πρὸς τὸν Παπαρρηγόπουλον, ν’ ἀποφράξῃ τὴν διώρυγα ἐκείνην, καὶ οὕτω πως τὰ ὕδατα, εἰσρεύσαντα εἰς τὸν ποταμὸν τῆς Δούσιας, πέριξ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται τὰ χωρία, περὶ ὧν προεῖπον, ἐπέφεραν μεγάλας καταστροφὰς εἰς τὰ κτήματα, διότι τὸ χωρίον Δούσια καὶ τὸ χωρίον Ψάρι εὑρίσκονται περὶ τὸ στόμιον τῆς διώρυγος ἐκείνης. Τὰ ὕδατα λοιπὸν τῆς λίμνης ἐκείνης, κατερχόμενα μεθ’ ὁρμῆς, ἐπιφέρουσι μεγάλας καταστροφάς. Οἱ κάτοικοι προσέφυγον ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ἀρχὰς, ζητοῦντες προστασίαν· μέχρι τοῦδε ὅμως οὐδεμία ἐδόθη προσοχή. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν κατοίκων, καὶ νὰ δώσῃ μικρὰν συνδρομὴν εἰς αὐτούς· διότι μὲ ποσὸν τεσσάρων ἢ πέντε χιλιάδων δραχμῶν δύναται νὰ εὐρυνθῇ ἡ διῶρυξ ἐκείνη, ἥτις φθάνει μέχρι τῆς Στυμφαλίας, οὕτως ὥστε τὰ ὕδατα, ἔχοντα εὐρὺ στόμιον ἐξόδου, δὲν θὰ κατακλύζωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ δὲν θ’ ἀναγκάζωνται οἱ κάτοικοι νὰ μεταναστεύωσιν, ὡς μὴ ἔχοντες κτήματα νὰ καλλιεργήσωσι.
§108Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, ἐπειδὴ δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν δὲν θὰ προσφύγωμεν καὶ πάλιν εἰς τὰ ὕδατα αὐτὰ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δύναται, νὰ καταθέσῃ μελέτην τινὰ περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, καὶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης. Ἡ μελέτη αὕτη ἐγένετο μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, μελετῶσα τὰ αὐτὰ ζητήματα, καὶ καταλήγουσα εἰς συμπεράσματα, ὡς μανθάνω, προσιτώτερα εἰς τὰ κεφάλαια, εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ πιθανῶς θὰ προκληθῇ συζήτησις ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§110ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι οἱ κάτοικοι ἐκεῖ εἶναι διατεθειμένοι καὶ διὰ προσωπικῆς ἐργασίας νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως ἐπιτευχθῇ τὸ ἔργον ἐκεῖνο. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δι’ ἐλαχίστης δαπάνης, 3,000 ἢ 4,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τῆς χορηγίας τῶν ἀναγκαίων μηχανικῶν δύναται τάχιστα νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον.
§111ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ θέματι, τὸ ὁποῖον συνιστᾷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, εἶναι ἁπλοῦν καὶ εὔκολον. Ἀρκεῖ τὰ ὕδατα, τὰ ἐκ τῆς λίμνης τῆς Πελλήνης ἐκρέοντα διὰ τῆς κατασκευασθείσας διώρυγος, νὰ διοχετευθῶσι προσηκόντως ἐντὸς τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Δούσια. Διὰ τῆς κοίτης ἐκείνης ῥέουσι φυσικῶς ἐντὸς τῆς λίμνης Στυμφαλίας. Ἐὰν λοιπὸν οἱ περίοικοι, οἱ ἐκ τῆς ἐκροῆς τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Πελλήνης βλαπτόμενοι, προθυμοποιοῦνται νὰ προσφέρωσι τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐργασίαν πρὸς κατασκευὴν τοιαύτης διοχετευτικῆς χάνδακος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν μένει μόνον τὸ ἔργον, νὰ δώσῃ τοὺς μηχανικούς, ὅπως χαράξωσι τὴν χάνδακα ταύτην, καὶ τὴν δαπάνην, ἐὰν χρειασθῇ, ὅπως κατασκευασθῇ γέφυρά τις, ἢ ἄλλο τι μικρὸν ἔργον, διότι καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ ἔργου δὲν εἶναι μεγάλη.
§112Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, παρεκάλεσα δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ, ὅπως γείνῃ μία μελέτη περὶ τῆς λίμνης Ἀσκορίδος, ἥτις εὑρίσκεται παρὰ τὸν Νεζερόν, καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἀποξήρανσιν εἶχε ζητήσει Ἑταιρεία τις. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ ἐντείληται εἰς τὴν Χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μελέτης ταύτης. Ἡ μελέτη δ’ αὕτη ἔδωκεν ἀποτελέσματα λίαν εὐνοϊκά. Τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἔχω σημείωσιν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ ἀκούσῃ ποῦ εἶναι (ἀναγινώσκει): «Ἀπόλυτον ὕψος ἐπιφανείας ὕδατος μέτρα 1004.5. Ἀπόλυτον ὕψος στομίου σήραγγος μ. 991.30. Βάθος τῆς λίμνης μ. 7.35. Στόμιον σήραγγος χαμηλότερον τοῦ βαθυτέρου σημείου τῆς λίμνης κατὰ μ. 5.85.» Ἑπομένως ἐναπομένει διαφορὰ 5.85 μέτρων τοῦ στομίου τῆς σήραγγος, δι’ οὗ δύναται νὰ ἐξέλθῃ τὸ ὕδωρ ἀκόμη καὶ τῶν χαμηλοτέρων μερῶν τῆς λίμνης. Πρὸς τούτοις ἡ ἔκτασις τῆς λίμνης ταύτης εἶναι 5,000 στρέμματα, καὶ τὸ πάντων σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι, μεταβὰς ἐκεῖ ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα τῆς Χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας λοχαγὸς Κοντόσταυλος, εἶχε τὴν ἐπιμέλειαν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν σήραγγα, ἥτις εἶναι κατεσκευασμένη. Ἡ σῆραγξ ἔχει μῆκος 225 μέτρων, δὲν ἀπομένουσι δὲ πρὸς πλήρη ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου πλείονα τῶν 100 μέτρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ εἶναι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ἓν ἔργον, σχεδὸν εἰπεῖν, συντετελεσμένον, ἵνα δώσωμεν διέξοδον εἰς τὰ ὕδατα, καὶ ἀποξηρανθῶσιν οὕτω 4,500 στρέμματα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἀκριβῶς ὑπὸ τῶν κατοίκων ἐκείνων, οἵτινες ἀπεστερήθησαν τῶν ἀγρῶν αὑτῶν διὰ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀναγκάζονται δὲ νὰ ἀπέρχωνται εἰς μεμακρυσμένας ἀποστάσεις, 4 καὶ 5 ὥρας μακράν, διὰ νὰ λάβωσιν ὑπὸ ἐνοίκιον γαίας καὶ καλλιεργήσωσιν αὐτὰς πρὸς συντήρησίν των, νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἔργον τοῦτο δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην περισσοτέραν τῶν 30,000 ἕως 40,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔστω καὶ 50,000 δραχμῶν, προκειμένου νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν 4,500 στρέμματα πρώτης ποιότητος γαιῶν, ὧν ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 100 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, νομίζω, λέγω, ὅτι τὸ Κράτος δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Παρεχομένων δὲ τῶν γαιῶν εἰς τοὺς κατοίκους Νεζεροῦ διὰ διανομῆς, τὸ Δημόσιον ἐν μιᾷ δεκαετίᾳ ἢ εἰκοσιπενταετίᾳ θὰ ἀπολαύσῃ πολλαπλάσια τῶν ὅσα θὰ δαπανήσῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀπαιτῶ σήμερον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων μου, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία, νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἔργον· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους μηχανικούς, ἵνα συντάξωσι προϋπολογισμόν, καὶ ὁρίσωσι τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀπαιτηθῶσιν. Οὕτως πῶς ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§114Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς, κατὰ σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, εἶχον διατάξει τὴν Χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις συνέταξεν ἢ μᾶλλον ἀντέγραψε τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, τὸ περιλαμβάνον τὴν λίμνην τοῦ Νεζεροῦ. Ἡ ἐργασία εἶναι λεπτομερεστάτη καὶ ἀκριβεστάτη· ἔπαινος δ’ ἀληθῶς ὀφείλεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς συντάξαντας τὸ διάγραμμα. Τὸ σχέδιον τοῦτο, ὅπερ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τέλειον, ὑπὸ ἔποψιν χαρτογραφικήν, κατὰ ἰδιαιτέραν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀπέστειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης, ἡ ὁποία, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ μεγάλην δαπάνην.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σαρσέντης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§116Θ. ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἵνα δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἀπάντησιν ἐπιθέσεως ἀδικαιολογήτου, γενομένης ἐν ἀπουσίᾳ μου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 λήξαντος μηνός, τὴν ὁποίαν ὅμως εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐλάμβανε τὰ στοιχεῖα ὅλα ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κ. Γ. Ἀναστασόπουλος, δὲν θὰ ἐποιεῖτο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῶν Βουλευτῶν Τριφυλίας, καὶ ἰδίᾳ κατ’ ἐμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξαιρετικῶς ὑπηνίσσετο, ἕνεκα τῆς μεταθέσεως ἑνὸς ἀστυνόμου ἀπὸ τοῦ δήμου Ἐράνης. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔλαβεν ἐκ Φιλιατρῶν ἕν τηλεγράφημα, φέρον τὰς ὑπογραφὰς ἑπτὰ συμπολιτῶν μου, μὴ φίλων μου πολιτικῶν, παρισταμένων δὲ ὡς Ἐπιτροπὴ τοῦ δήμου Ἐράνης. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀπηυθύνετο ταυτοχρόνως καὶ πρὸς ἄλλους τρεῖς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας βουλευτὴν κ. Μπακόπουλον καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καρυστίας βουλευτὴν κ. Δούνην. Καὶ οἱ μὲν ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι, ἀναγνόντες τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, καὶ κατιδόντες ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, ὅτι ἀνυπόστατα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε, δὲν ἔκριναν κἂν ἄξιον ν’ ἀνακοινώσωσιν αὐτό, οὐδὲ νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§117ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος.
§118Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας, καὶ ἐπεφυλάχθημεν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον μετὰ τὰς πληροφορίας.
§119ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι κατείδετε ἐκ τοῦ περιεχομένου τὴν ἀνακρίβειαν αὐτοῦ.
§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατείδομεν τίποτε.
§121ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ὑπέλαβον ὅτι ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ τηλεγραφήματος, ἐκ τῆς μιᾶς γραμμῆς τουλάχιστον, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος παρέλιπε νὰ ἀναγνώσῃ, ὡς εἶπεν, ἐπίτηδες εἰς τὴν Βουλὴν, ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀνυπόστατα ἐτηλεγραφοῦντο, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν ὡμιλήσατε. Ἰδίως δὲ, ὡς πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, τοιαύτην ἐγὼ τουλάχιστον εἶχον γνώμην, ὅτι δὲν ἐποιήσατο κἄν μνείαν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, οὐχὶ διότι ἁπλῶς ἐθεώρησεν ὡς μὴ σπουδαῖον τὸ τηλεγράφημα, ἀλλὰ διότι εἶχε καὶ πεῖραν περὶ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὅτι δὲν εἶναι ὄργανον, διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἰδιαίτερος λόγος.
§122Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§123ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ ὕψος εἰς τὴν ὑπόθεσιν...
§124Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸ βάθος τῆς ὑποθέσεως.
§125ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. .. Καὶ ἀνέγνωσε μὲν τὸ τηλεγράφημα, παρέλειψε δὲ μίαν γραμμὴν, ὡς εἶπεν, ἐκείνην ἀκριβῶς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσῃ, διότι ἐκ τῆς περικοπῆς ἐκείνης, ἀναγινωσκομένης, θὰ κατεδεικνύετο φανερῶς τὸ ἐντελῶς ἀνυπόστατον τῆς μομφῆς, ἡ ὁποία ἐπερρίφθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῶν Βουλευτῶν Τριφυλίας, καὶ κατ’ ἐμοῦ ἐπαναλαμβάνω, ἰδιαιτέρως. Καὶ ἐγένετο τοῦτο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἔδαφος κατηγορίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δῆθεν οἱ Βουλευταὶ Τριφυλίας παρέπεισαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἕνεκα τούτου ἐνηργήθη ἡ μετάθεσις ἐκείνη «χάριν δέκα ποιμένων, ἐκβιαστῶν καὶ καταστροφέων τῶν κτημάτων!» Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν, καὶ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὤφειλε συνεπῶς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μετάθεσιν ἐκείνην, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του.
§126ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§127ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Περὶ τίνος δὲ πρόκειται; Ὁ δῆμος Ἐράνης, τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι τὰ Φιλιατρὰ, ἔχει, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, κυρίως κτηματικὴν περιφέρειαν, ἐν ᾗ καλλιεργεῖται ἡ ἐλαία καὶ ἡ σταφιδάμπελος· 17 ἑκατομμύρια σταφιδόκαρπος εἶναι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημά του, καὶ ἑπομένως ἐνδιαφέρεται κυρίως διὰ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ δὲν ἔτυχε ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων τῆς προσηκούσης προσοχῆς, καὶ διὰ τοῦτο συνέβησαν πολλὰ τὰ ἔκτροπα. Ἐν ἄλλῃ δὲ συνεδριάσει, προσεχεῖ, ὅταν θὰ ἔχωσι κατατεθῆ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα θέλω ζητήσει σήμερον, θὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ θὰ καταδείξω, τίνα συνέβαινον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας καὶ εἰς τὸν δῆμον Ἐράνης. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἅπαντες σχεδὸν οἱ κάτοικοι μοὶ ἔκαμαν πολλάκις θερμὰς παρακλήσεις, προφορικῶς τε καὶ δι’ ἐπιστολῶν, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, νὰ μεριμνήσω, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τοῦ δήμου Ἐράνης, καὶ ἀποσταλῇ ἐκεῖ εἷς ἀστυνόμος τοῦ καθήκοντος, ἐντελῶς ἀμερόληπτος. Συνέπεσε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀστυνόμος, περὶ οὗ πρόκειται, ἀνθυπίλαρχος κ. Καλλιανέσης, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸ θάρρος καὶ μοὶ ἔγραψεν ἐπιστολὴν παρακλητικὴν, μαθὼν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τῆς ἀστυνομίας Φαλαισίας εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἐράνης, νὰ ἐνεργήσω «νὰ τοποθετηθῇ ἐγκαίρως ἐκεῖ», μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ δείξῃ πλήρη ἀμεροληψίαν». Τοῦτο μὲ ηὐχαρίστησε, καὶ ἔκαμα παράστασιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἄλλως εἶχε σκοπὸν νὰ τοποθετήσῃ αὐτὸν, ἢ οἷον δήποτε ἄλλον, ἐκεῖ. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος μετετέθη ὄντως εἰς Φιλιατρὰ, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἤμην ἐνθουσιασμένος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, διότι ἐν ἀρχῇ ἐξεπλήρου ἀμεροληπτότατα τὸ καθῆκόν του, ὡς ἐπληροφορούμην. Ἀλλὰ μετά τινα χρόνον ἤρχισα νὰ λαμβάνω ἐκ Φιλιατρῶν ἀλλεπαλλήλους ἐπιστολὰς παρὰ διαφόρων, φίλων μου καὶ μὴ, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ παρίστων οὗτοι, ὅτι ὄχι μόνον ἐφέρετο μεροληπτικῶς, ἀλλὰ καὶ ὅτι διέπραττε φοβερὰ ὄργια. Διὰ νὰ δείξω δὲ, τίνος εἴδους ὄργια μοὶ ἀνέφερον ὅτι διέπραττε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω διατριβήν τινα, δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 4193 φύλλῳ τῶν «Καιρῶν». Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, τί κατηγγέλλετο...
§128ΛΕΒΙΔΗΣ. Βουλεύματα καὶ ἀποφάσεις ἔχετε;
§129ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Παρακαλῶ, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, νὰ ἀκούσητε πρῶτον, τί θὰ εἴπω, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ζητῆτε βουλεύματα καὶ ἀποφάσεις... Δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ ἐξελέγξω τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ἂν ἐξετέλεσεν ἢ ὄχι τὸ καθῆκόν του. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταθέσῃ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, καὶ ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ κάμω τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα, καὶ ὅτι ἦτο ἄτοπος ὁ ὑπαινιγμός, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προήρχετο, ὅτι «παρεπείσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ πολιτικὸν φίλον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταθέσῃ αὐτόν.» Ἀκούσατε, τί καταγγέλλει ἡ διατριβὴ ἐκείνη κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Καλλιανέση (ἀναγινώσκει): «Κύριε Συντάκτα. «Ὅμοια ἀστυνομικὰ ὄργια πρὸς τὰ διαπραχθέντα ἐν Χαλκίδι καὶ Κύμῃ διαπράττει ὁ ἐδῶ ἀστυνόμος Καλλιανέσης. Παραλείπω τὸ σκάνδαλον τοῦ φόνου τοῦ Ἀβραμέα. Ἀφ’ ὅτου παρέλαβε τὴν ἀστυνομίαν κατέστησε τὸν δῆμον Ἐράνης σατραπείαν, καὶ τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα ἱεροεξεταστήριον. Διαπράττει πᾶν εἶδος βανδαλισμοῦ κατὰ τῶν πολιτῶν· διαπομπεύσεις, μαστιγώσεις, ῥαβδισμούς, ἐπὶ ἁπλῇ παραστάσει, ὅτι ἐθόλωσαν τὰ νερά. Ἀσκεῖ χρέη δικαστοῦ· ὁρκίζει πολίτας ἐπὶ ἀπολεσθέντων ἢ κλαπέντων ἀπὸ πάσης ἐποχῆς· ἐκδίδει ἀποφάσεις αὐθωρεὶ, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸν μὴ καταβαλόντα τὴν ἀξίαν των εἰς τὴν ἀστυνομικὴν τράπεζαν! Ἄρχονται ἀμέσως αἱ κακώσεις καὶ τὰ βασανιστήρια! Ἐξώρισεν ἄνευ αἰτίας ὑπηρέτας ποιμένων καὶ οἰκοκυραίων, καὶ κρατεῖ πολλάκις ἀνθρώπους εἰς τὸ κρατητήριον ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας, ἀπαγορεύων τὴν ἐπισίτισιν καὶ τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν οἰκείων. Ἀφῆκε τέλος ἀνενόχλητον τὸν ἀστυφύλακα Κουτσομπόν, ἀποπειραθέντα ἀσέλγειαν κατὰ δεκκετοῦς παιδὸς ὁδοκαθαριστοῦ, καίτοι ἐπεδόθη αὐτῷ μήνυσις. Ζῶμεν ἆρά γε εἰς χώραν ἀγρίων; Χάρις εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ἐκφράσαν μετὰ τοῦ Δημάρχου εὐχαριστήρια πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὸν ἀστυνόμον, ὅστις, καθ’ ὑπόδειξιν ἄλλου, ἀπήλασεν ἐντεῦθεν τὰ ποίμνια, τὸν ἠνέχθημεν ἕως σήμερον· ἀλλ’ ἡ περαιτέρω ἀνοχὴ μᾶς ἐκπλήττει, καὶ θαυμάζομεν, πῶς τὸ Συμβούλιον καὶ ὁ κ. Καραβίτης ἀνέχονται, διὰ λόγους μικροπολιτικῆς, νὰ καταδυναστεύωνται οἱ συνδημόται των. Παρακαλοῦμεν τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ πέμψωσιν ὑπαλλήλους πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τῶν ἐπιδοθεισῶν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου μηνύσεων, νὰ διαταχθῇ δὲ ἡ μετάθεσίς του, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀποφυγὴν συγκρούσεων. Πρὸ διετίας, ὡς ἀστυνόμος Πλαταμώδους, διέπραξεν ὅμοια περίπου ὄργια· ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν Γαργαλιάνων ἐπέτυχον τὴν μετάθεσίν του. Δυστυχῶς εὑρέθη ἰσχυρὸν πολιτικὸν πρόσωπον, ὅπερ ἐξέπεμψεν ἡμῖν τὸν ἀστυνόμον Καλλιανέσην, διὰ νὰ μαστιγώσῃ καὶ ἐξανδραποδίσῃ φίλους του καὶ μὴ, ἀδιαφορῶν πρὸς τὰς διαμαρτυρίας τῶν συνδημοτῶν του. Ἐκ Φιλιατρῶν. Ἰωαν. Καζακόπουλος.» Τοιαῦτα τὰ καταγγελθέντα ὑπευθύνως.
§130ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Λεβίδην). Αὐτὰ εἶναι, κύριε συνάδελφε! Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἀκούσητε.
§131ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἐν τούτοις ἐγὼ, ὅτε ἀνέγνων αὐτὴν τὴν διατριβὴν εἰς τοὺς «Καιροὺς», ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἐπίστευσα εἰς τὰ καταγγελλόμενα, ἀλλ’ εἶχον τὴν ἀξίωσιν καὶ ἐπίστευον, ὅτι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, κατηγορούμενος διὰ τοιαύτας πράξεις, εἶχε καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, ὄχι μόνον διότι ἦτο ἀστυνόμος, ἀλλὰ διότι ἦτο ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγράφωνται τοιαῦται κατηγορίαι ἐναντίον του, νὰ ἐπιδώσῃ ἀμέσως μήνυσιν, καὶ νὰ ζητήσῃ τάχιστα αὐστηρὰν ἀνάκρισιν, ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ τιμωρηθῇ ὁ συκοφάντης, ὁ ὁποῖος τὸν κατήγγελλεν, ἐὰν ἦτο συκοφάντης. Δὲν ἐπείσθην, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῶν γραφομένων, ἀλλ’ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ καταγγείλῃ τὸν γράψαντα ταῦτα ὁ κ. Καλλικνέσης. Δυστυχῶς ὅμως μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐδόθη μήνυσις ὑπὸ τοῦ ἀνθυπιλάρχου Καλλιανέση, ὡς ἔχω πληροφορηθῆ, οὔτε ἐγένετο ἐξέτασίς τις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, βραδύτερον ἔλαβον ὡσαύτως σωρείαν ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔχω εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς ἐπιθυμοῦντος νὰ φωτισθῇ, ἐκ φίλων καὶ μὴ· ἐπίσης καὶ τηλεγραφήματα ἔλαβον, τὰ ὁποῖα δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἀναγνώσω.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μᾶς τὰ δώσῃς.
§133ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Μάλιστα.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν σᾶς προσέβαλε κανείς.
§135ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στηρίζουσι τὴν πολιτικήν τῶν ὑπόστασιν ἐπὶ τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐπιρρίπτωνται τοιοῦτοι ὑπαινιγμοί...
§136Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ....
§137ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς, κύριε Ἀναστασόπουλε. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦναι προσεκτικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους ἤθελε νὰ εἴπῃ τι, καὶ ἰδίως κατ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέστην ἄλλοτε ὑπὸ πολιτικῆς κακοήθους τὰς ἀτιμοτέρας καταδιώξεις πρὸς ἐξόντωσιν. Ἀλλ’ ὅταν μετ’ ὀλίγον ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα ἐνταῦθα, καὶ ἐκτυλιχθῶσιν ὅσα πρέπει νὰ ἐκτυλιχθῶσι, τότε θὰ ἐννοήσητε περὶ τίνος πρόκειται. Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι. Ἔλαβον, λέγω, καὶ βραδύτερον ἐπιστολὰς καὶ τηλεγραφήματα, καταγγέλλοντα ἄλλα ἔκτροπα· μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔχει σταλῆ πρὸ τῆς μεταθέσεως τοῦ ἀστυνόμου, εἰς τὰς 5 Νοεμβρίου ἐ.ἔ., καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Φιλιατρῶν. Ἀριθ. 280. Τῇ 18)11 1900, ὥρᾳ 5 μ. μ. Σαρσέντην βουλευτὴν, Ἀθήνας. Ἐκτὸς μεταθέσεως ἀστυνόμου Καλλιανέση, ὑποκινητοῦ συλλαλητηρίων, ἔχοντος ἀστυφύλακας 30 ἐφ’ ὅπλου λόγχην, ἐκ συνεννοήσεως μετ’ ἀντιπάλων κομμάτων ὑπ’ αὐτοῦ, ἅπαντες φίλοι ἐνταῦθα ἀπαιτοῦσιν ἐνεργηθῆναι δέοντα Ὑπουργοῖς Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης, διαταχθῆναι Εἰσαγγελεὺς Κυπαρισσίας εἰσαγαγεῖν δι’ ἀπευθείας κλήσεως ἐκκρεμεῖς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας ἐνώπιον Πλημμελειοδικείου, πρὸς ἀποκάλυψιν τελεσθέντων ὀργίων μεροληπτικῆς ἐνεργείας του.» («Ἕπονται τριάκοντα ὑπογραφαί).
§138Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέχῃ.
§139ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἀδιάφορον μοὶ εἶναι, κύριε Βουλευτά. Ὅσοι θέλουν, ἂς μὴ προσέχωσιν. Ἕπονται λοιπόν, Κύριοι, κάτωθεν τοῦ τηλεγραφήματος τριάκοντα ὑπογραφαί, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπογραφὴ εἶναι ὑπογραφὴ ποιμένος, ἀλλὰ πᾶσαι ἐντιμοτάτων οἰκοκυραίων. Κατόπιν, ὅτε ἐγένετο ἡ μετάθεσις, ἔλαβον καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Φιλιατρῶν» Ἀριθ. 86. Τῇ 9)12 1900, ὥρᾳ 5 μ. μ. Κύριον Θεοτόκην, Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν, Θ. Σαρσέντην βουλευτήν. Ἀθήνας. Πόλις Φιλιατρῶν, ἐκφράζουσα εὐγνωμοσύνην, ἕνεκεν μεταθέσεως ἀστυνόμου Καλλιανέση, λαβόντος γνῶσιν μεταθέσεώς του καὶ ἀποθρασυνθέντος κατὰ πολιτῶν, παρακαλεῖ παραγγελθῇ παραδώσῃ τηλεγραφικῶς ὑφισταμένῳ του. Ἐπίκεινται αἱματηραὶ σκηναί.» (Ἔπονται τέσσαρες ὑπογραφαί). Ὁμοίως, ὡς εἶπον, ἔλαβον καὶ ἄλλας ἐπιστολὰς καὶ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἴδῃ οἱοσδήποτε ἔχει ἀμφιβολίαν. Καὶ τώρα, κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ἐρωτῶ, τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους; τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐκεῖνος, εἰς τὸν τόπον τοῦ ὁποίου, ἐλάμβανε πληροφορίας, ὅτι τοιαῦτα συνέβαινον; Δὲν ἔπρεπεν ἆρα νὰ κάμω παραστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιδείξω τὰς ἐπιστολὰς καὶ τὰ τηλεγραφήματα τῶν παραπονουμένων συμπολιτῶν μου; Καὶ ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἔπρεπε νὰ διστάσῃ νὰ κάμῃ μίαν μετάθεσιν, ἀφοῦ κατὰ ἑκατοντάδας ἐλάμβανον καὶ λαμβάνουσι χώραν μεταθέσεις τοιαῦται, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς ὑπηρεσίας;
§140ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσητε μετάθεσιν, ἀλλὰ παῦσιν, διότι θὰ ὑπάγῃ εἰς ἄλλο μέρος νὰ κάμῃ χειρότερα.
§141ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης. Καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν, πληροφορῶ αὐτόν, ὅτι καὶ ἔπραξα τοῦτο· ὄχι μόνον ἐζήτησα τὴν μετάθεσίν του, μετὰ ἐξέτασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν παῦσίν του, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος σταθμίζει τὰ πράγματα πάντοτε, ἠθέλησε νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, ἠθέλησε νὰ μὴ δώσῃ ἀμέσως διαταγήν...
§142Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἶναι ἐγκληματικαὶ αἱ πράξεις αὗται. Κατηγγέλθησαν;
§143ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἔχουσιν ἐπιδοθῆ κατ’ αὐτοῦ περὶ τὰς 20 καταγγελίαι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν Κυπαρισσίας, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐνηργήθησαν αἱ τοιαῦται καταγγελίαι, καὶ ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα. Ὅταν δὲ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας του, τότε ἐπανερχόμεθα. Λοιπόν αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Ποῦ εἶναι ὁ λόγος ὁ πολιτικός, ὁ ὁποῖος παρεκίνησε τοὺς Βουλευτὰς Τριφυλίας, καὶ βεβαίως τὸν βουλευτὴν Σαρσέντην,— διότι ἐγὼ κατάγομαι ἐκ Φιλιατρῶν — νὰ παραπείσωσιν, ἤ, ὡς ἐγράφη εἰς τὴν «Πρωΐαν», ν’ ἀποπλανήσωσι τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα μεταθέσῃ τὸν ἀστυνόμον τοῦτον;
§144ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι χωρισμένο τὸ τσιφλίκι!
§145ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Μάθετε, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τσιφλικίου. Φαίνεται, ὅτι ἐκ τοῦ παρελθόντος ὑμῶν ἔχετε τοιαύτας ἐντυπώσεις. Πρέπει νὰ μάθητε ὅμως, προκειμένου περὶ Σαρσέντη ἰδίως...
§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἔχετε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν σας τὰ Φιλιατρά.
§147ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. .. ὅτι ἔχει ἰδιαίτερον λόγον στοργῆς διὰ τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, καὶ εἶναι εἰς θέσιν, ὥστε νὰ ἐξετάζῃ καλλίτερα τὰ πράγματα ἀπὸ ὑμᾶς, καὶ ἔπειτα νὰ κάμνῃ παραστάσεις. Ὀφείλω δὲ, καὶ πρὸς τιμὴν τῶν κ. συναδέλφων μου, νὰ εἴπω, ὅτι πάντοτε συνεφώνησαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατόπιν τῶν ὅσα εἶπον αἴρεται πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑπόστασιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς θὰ συμφωνήσῃ ἤδη, ὅτι δὲν εἶπε ταῦτα ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ διότι μᾶλλον ἠθέλησε, μὴ ἀναγινώσκων τὴν γραμμὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρέλειψε σκοπίμως, νὰ δείξῃ ἁβρότητα πρὸς συνάδελφόν του, τοῦ ὁποίου εἶδεν, ὅτι ἀνεφέρετο τὸ ὄνομα.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ περικοπὴ αὕτη;
§149ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ περὶ ποιμένων (ἀναγινώσκει): «Μετάθεσις ἐνηργήθη χάριν 10 ποιμένων, ἐκβιαστῶν καὶ καταστροφέων κτημάτων μας, ὑπὸ βουλευτοῦ Σαρσέντη, ὡς διεδίδετο ὑπὸ φίλων του!»
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπογεγραμμένοι εἰς τὸ τηλεγράφημα;
§151ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ὑπογεγραμμένοι εἶναι 7 ἀντιπολιτευόμενοί μου, παριστάμενοι ὡς ἐπιτροπὴ τοῦ δήμου Ἐράνης’ οἱ Σπῦρος Βορρὲς, Χρῆστος Λουπινᾶς, Διον. Ξυνογιαννακόπουλος, Χρῆστος Τσᾶφος, Ἰωάννης Καρνάρος, Διον. Τσῆρος καὶ Βασίλειος Κάης. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ποῖοι εἶναι αὐτοί, διότι ἔχω ἐπιστολὰς ἐδῶ. Λοιπὸν αὐτὴ καὶ μόνη, ἡ παραλειφθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου συναδέλφου, περικοπὴ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἔμφρων ἄνθρωπος νὰ πιστεύσῃ ποτὲ, ὅτι εἷς πολιτευόμενος ἤθελε παραδεχθῆ νὰ περιφρονήσῃ τοὺς συμπολίτας του «χάριν 10 ποιμένων», ἤτοι μίαν ὁλόκληρον πόλιν ἐκ δέκα χιλιάδων κατοίκων, ἁπάντων σχεδὸν κτηματιῶν, καὶ μάλιστα ὅταν καὶ αὐτὸς ἔχῃ ἰδίαν κτηματικὴν περιουσίαν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, χάριν, λέγω, 10 ποιμένων, «ἐκβιαστῶν καὶ καταστροφέων τῶν κτημάτων» τῶν τηλεγραφούντων! Αὐτὸ εἶναι καὶ κωμικόν... Μία φωνή. Διατί καὶ κωμικόν;
§152ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Διότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὁ πολιτευόμενος ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε προτιμήσει τοὺς 10 ποιμένας, θὰ ἐξώφλει πολιτικῶς. Ταῦτα θεωρῶ ἀρκοῦντα εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐν ἀπουσίᾳ μου λεχθέντων διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου Καλλιανέση. Ἤδη δὲ, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπερώτησιν ἔγγραφον, ἡ ὁποία σχετίζεται πρὸς τὰ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος ἡμῶν. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλω, ζητῶ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν αὐτῇ.
§153ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα ἔγγραφα;
§154ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Εἶναι πολλά. Θὰ τὰ ἀναγνώσητε αὔριον, τυπωμένα ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς.
§155ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ κοπιάσωμεν καὶ νὰ χάσωμεν τὸν καιρόν μας; Ἀναγνώσατέ τα, παρακαλῶ.
§156ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Θέλω ἡμίσειαν ὥραν, ἵνα τὰ ἀναγνώσω, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κερδίσῃ τὸν χρόνον τοῦτον ἐπωφελέστερον.
§157ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε θέλησιν.
§158ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀστειότητες. Πρόκειται διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ζητῶ νὰ κατατεθῶσι, νὰ ὑποβοηθήσω τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι δὲν ἀρκοῦν — ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης — τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ δι’ ἃ εἰργάσθη λίαν ἀξιεπαίνως, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα ἀκόμη...
§159ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα;
§160ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, θὰ εἴπω καὶ ποῖα. Διότι ἔχω μελετήσει τὸ θέμα μου, καὶ ἠξεύρω ποῖα... Καὶ συνάμα, ὅτι πρὸ παντὸς ἐπιβάλλεται ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τότε θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου. Θὰ ἐπιδείξω τὰ ἕλκη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καυτηριασθῶσι, καὶ θὰ καταδείξω, τίνες εἶναι οἱ βέβηλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐκβληθῶσιν ἀπὸ τὸ ἱερὸν τέμενος τῆς Θέμιδος, καὶ διατί. Προσέτι δὲ θὰ εἴπω καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν, ὥστε νὰ κάμωμεν τὸν ἀτυχῆ πόλεμον· δηλαδὴ τὰ γενικὰ αἴτια τῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε! Νὰ τὰ εἴπητε ὅλα.
§162ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπερωτήσεις μου, 59 τὸν ἀριθμόν.
§163Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§164Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον βλέπω σήμερον ἐκτυλισσόμενον ἐδῶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶχον διαγνώσει ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνόμισα ὅτι τὸ ἄτοπον αὐτὸ περιεστάλη, ἕνεκα τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσεν εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ περισταλῇ, τὸ βλέπω ἐπιτεινόμενον. Τὸ ὀνομάζω ἄτοπον, κύριοι Βουλευταὶ, διότι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἐγνωρίζομεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι πάντες ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις τὰς ἀφορώσας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ἀπὸ μέρους τῶν Ὑπουργῶν· ἐγνωρίζομεν, ὅτι, ὅταν ἀπευθύνωνται ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, αὐτοὶ μόνον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ὅταν μάλιστα ἔχωμεν ἐνώπιόν μας Ὑπουργοὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι καὶ νοημοσύνην καὶ τὸ θάρρος τῶν εὐθυνῶν των ἔχουσι. Δὲν ἐγνωρίζομεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι, καίτοι ἀπὸ τοιούτους Ὑπουργοὺς συνίσταται ἡ Κυβέρνησις, εἶναι αὕτη ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ κ. Σαρσέντη. Καὶ λέγω τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, διότι πρὸ ἡμερῶν ἐλάβομεν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ἀναστασόπουλος. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀφορᾷ ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω· εἶναι δὲ ὑπογεγραμμένον ὑπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης δὲν γνωρίζω.
§165Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγώ.
§166ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἐπώνυμα, ὁ Βορρὲς καὶ ὁ Τσάφος, μοὶ εἶναι γνωστὰ, διότι συμβαίνει νὰ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀπολαύω τῆς φιλίας τοῦ κ. Δαμιανοῦ Βορρὲ, τοῦ κατοικοῦντος ἐν Ἀθήναις· ἄλλοτέ ποτε ἐγνώρισα ἐν Τριπόλει καί τινα Τσάφον. Καὶ διὰ τοῦτο, ἀξιότιμε συνάδελφε, δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον τότε, διότι ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκῆ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος ἀπὸ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Ἀναστασοπούλου. Δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον τότε, οὐχὶ διότι ἀμφισβητοῦμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ μεταθέτειν τοὺς ἀστυνόμους, ὅταν τοῦτο ἐπιβάλλῃ ἡ ὑπηρεσία, ἀλλὰ διότι ἀνεμένομεν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην· ἀρκοῦσα δὲ δικαιολογία ἤθελε θεωρηθῆ, ἐὰν ἀντὶ ὑμῶν ἐλάμβανε τὸν λόγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔλεγεν: «Μετέθεσα τὸν ἀστυνόμον Ἐράνης, διότι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸν μεταθέσω, καὶ διότι τὴν μετάθεσιν ἐπέβαλλον ὑπηρεσιακοὶ λόγοι.» Οὐδεὶς δὲ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ καθήκοντά του, ἐὰν ἡ ἐνέργεια ἦτο ὑπηρεσιακή. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἔρχεσθε σεῖς καὶ ἀνακοινοῦτε εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ἀπὸ ἁβρότητα πρὸς ὑμᾶς καὶ τοὺς συναδέλφους του ὅλους, ἀπέκρυψεν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, καὶ ἀνακινεῖτε ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθῆ, διότι ἡμεῖς, κατὰ καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἐλάβομεν ἓν τηλεγράφημα, καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν· ἐὰν δὲ δὲν τὸ ἀνεκοίνου ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος, θὰ τὸ ἀνεκοίνουν ἐγώ...
§167ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἐγράφη ἐν τῇ «Πρωίᾳ», ὅτι εἷς Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀπεπλάνησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν δὲ τῇ «Ἀκροπόλει», ὅτι ἐξηπάτησεν. Ἕνεκα τούτου ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω, ἐννοεῖται, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, ὄχι τὸν Σαρσέντην, διότι ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι ἐξευτελιστικὸν νὰ ἐπιρρίπτωνται τοιαῦται κατηγορίαι ἄνευ βασιμότητος.
§168ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅ,τι ἐγράφη εἰς τὴν «Πρωΐαν» καὶ ὅ,τι ὑπενοεῖτο, ἐγὼ δὲν τὸ ἐγίνωσκον· τὸ ἔμαθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. συνάδελφος... Ὁ ἀστυνόμος εἶχε διορισθῆ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, ὄχι τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ τῇ συστάσει αὐτοῦ τοῦ κυρίου συναδέλφου· καὶ τοῦτο τὸ παράπονον ἔχω κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀστυνομία διεξέφυγε τῶν χειρῶν του, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀγάδων ἑκάστου τόπου· διότι ὁ ἀστυνόμος διωρίσθη ἐκεῖ τῇ συστάσει τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ὅτε ὁ κ. συνάδελφος ἔλαβε παράπονα, εἴτε δίκαια, εἴτε ἄδικα, τότε ὁ ἀστυνόμος ἐξετοπίσθη ἀπὸ τοῦ τόπου ἐκείνου εἰς ἄλλον τόπον, ὄχι διότι ἡ ὑπηρεσία, ἡ διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε παράπονα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι σεῖς διετυπώσατε τοιαῦτα παράπονα. Καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ὡμολογήσατε ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε ἤδη, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶναι ἔντιμος, εἶναι ἄνθρωπος τοῦ καθήκοντος, καὶ ἐνῷ εἶναι ἔντιμος καὶ ἄνθρωπος τοῦ καθήκοντος, καὶ ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶχε καμμίαν ἀφορμὴν ἐναντίον τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, σεῖς συνεστήσατε τὴν μετάθεσίν του, καὶ ἡ σύστασίς σας ἐγένετο δεκτή, ὄχι πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ διότι εἴχομεν ἀνάγκην τῶν 118...
§169ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ποίων 118;
§170ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς συντέλεσιν τῆς ἀπαρτίας.
§171ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ διότι ἡ παραμονή του ἐκεῖ ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ διαμονὴ ἑνὸς ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐνομίσατε ἔντιμον καὶ ἱκανόν; Μετετέθη λοιπὸν ὁ ἀστυνόμος, καὶ ἀμέσως ἐγείνατε καλά, ἀνερρώσατε, καὶ ἤλθετε εἰς τὴν Βουλήν· διότι ἄνευ τῆς παρουσίας σας οἱ 118 δὲν θὰ παρίσταντο ἐδῶ. Ἐὰν δὲ αἱ συστάσεις αὗται δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἡ συναλλαγὴ δὲν ἐπατάσσετο, δὲν θὰ ἐφηρμόζετο τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως! Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω, τοιαῦτα ἄτοπα νὰ μὴ λέγωνται τοὐλάχιστον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δύνασθε ἰδιαιτέρως νὰ ἐξοφλήσητε τοὺς λογαριασμούς σας ὅλους μὲ τοὺς Ὑπουργούς· μὴ ἔρχεσθε ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγετε, ὅτι «ἐγὼ εἶπον αὐτὰ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐγὼ εἶπον ἐκεῖνα.» Τὰ εἴπετε, διότι σᾶς ἐτηλεγράφησαν δέκα φίλοι σας νὰ μεταθέσητε τὸν ἀστυνόμον.
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἔλαβε τὸν λόγον, ὅπως ἀμυνθῇ κατὰ περικοπῆς τινὸς τηλεγραφήματος, μὴ ἀναγνωσθείσης. Ἐννοεῖται, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἀμύνης τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτής· ἐγένετο καὶ αὐτόκλητος συνήγορος, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁμολογῶ δέ, ὅτι οἱ αὐτόκλητοι συνήγοροι διαχειρίζονται ἐνίοτε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πελάτου των ὄχι τόσον δεξιῶς. Ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, βασιζόμενον εἰς ὀλίγας λέξεις, αἱ ὁποῖαι διεξέφυγον τοῦ στόματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, παρατηρῶ, νὰ μὴ δώσῃ σημασίαν μεγάλην εἰς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία πράγματι δὲν ἔχει τοιαύτην. Ἐπρόκειτο περὶ ἀστυνόμου, τοῦ ὁποίου τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἱκανότητα οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ· καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Σαρσέντης δὲν ἠμφισβήτησε τὴν τιμιότητα καὶ ἱκανότητα τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ. Παράπονα ὅμως ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου, ὅτι μετὰ μεγάλης αὐστηρότητος φέρεται, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεγάλης του αὐστηρότητος δύνανται νὰ ἐπακολουθήσουν δυσάρεστα ἀποτελέσματα ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου ἐξετέλει τὰ ἀστυνομικὰ του καθήκοντα. Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα, πράγματι τὸν ἀνεκάλεσα διὰ μεταθέσεως, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής. Μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς περαιτέρω ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, μήπως τυχὸν τὰ παράπονα, τὰ ἐγερθέντα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, δὲν εἶχον πράγματι τὴν σημασίαν, ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς αὐτὰ, καὶ ἐσταμάτησα τότε τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκπλήττομαι, ὅταν ἀκούω νὰ γίνεται λόγος περὶ μεταθέσεως ἀνακληθείσης, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις. Ἀλλὰ βεβαίως ταῦτα θὰ συμβαίνωσιν, ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἴδιοι λαμβάνωσι τὸν κόπον νὰ ἀπαντῶσιν εἰς ἐπερωτήσεις ἀπευθυνομένας πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, χωρὶς προηγουμένως νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως μερικὰ σημεῖα διαφωτισθῶσι, καὶ μὴ περιπίπτωμεν εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐννοεῖται ὅτι, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, θέλω προβῆ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει, καὶ πιστεύω, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν θὰ δώσωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀστυνομία διεξέφυγε τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν ἀγάδων τοῦ κάθε τόπου. Ὅταν δὲ ζητήσητε πληροφορίας περὶ εἰδικῶν θεμάτων, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν νὰ σᾶς τὰς χορηγήσω.
§174Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκω ποσῶς δεδικαιολογημένην τὴν φαιδρότητα, μετὰ τῆς ὁποίας ἐδέχθη ἡ Βουλὴ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας πρὸς ἰδανικὴν ἐπίθεσιν, ἥτις ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ, διότι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνδιαφέρον τὸν κ. Σαρσέντην, ὡς πολιτευόμενον, ἐνδιαφέρον αὐτὸν γενικῶς, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους, ἐφρόνουν ὅτι ἠξιοῦτο σοβαρωτέρας προσοχῆς. Ἀλλ’ ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἔρριψεν ὁ κ. Βουλευτὴς κατ’ ἐμοῦ, δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη ἐπίσης, ὡς δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη καὶ ἡ φαιδρότης, καὶ μὲ ἀπαλλάσσει περαιτέρω ἐξηγήσεων ἡ εὐθύτης, μετὰ τῆς ὁποίας ἐμεσολάβησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν ὅσα ἔδει καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Διότι, ἐὰν ὑπῆρχέ τις, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις ἐντεῦθεν ὑπ’ ἐμοῦ ἑνὸς τηλεγραφήματος ἐσκόπει νὰ ῥίψῃ ὑπαινιγμὸν ἐναντίον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, θὰ ἐδικαιοῦτο, μόνον ἐὰν ἀνεγινώσκετο καὶ ἡ μόνη περικοπή, ἥτις, χάριν τοῦ κ. Σαρσέντη, δὲν ἀνεγνώσθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, θέλων νὰ ἀπαντήσῃ, διεξήγαγε τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἀπειλῆται ὑπὸ νέας ψυχρολουσίας· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, δι’ ὅσων εἶπεν, ἐζήτησε νὰ μὴ διαψεύσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὅτι τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι, Σύνταγμα, νόμοι, Προϋπολογισμοί, ἐφαρμόζονται κατὰ τεκμήριον, καὶ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τεκμήριον διευθύνεται καὶ ἡ ἀστυνομία ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατηγορηματικῶς ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία δὲν διευθύνεται κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἀνεκοίνωσεν ἐνταῦθα, ὅτι δὲν συνετελέσθη ἡ μετάθεσις, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἀλλὰ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις, ὄχι ἑπτὰ πολιτῶν, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ πολιτῶν πολλῶν, καθ’ ἃ ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα, —ἐὰν δὲ διαψεύδῃ τοὺς συμπολίτας του, εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον τοὺς συμπολίτας του καὶ τὸν ἀντιπρόσωπόν των,—ἔπραξε τὸ καθῆκόν του. Ἐγὼ, δι’ ὅσων εἶπον, ἠθέλησα νὰ δικαιολογήσω τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβαινον οἱ κάτοικοι τῶν Φιλιατρῶν, οἵτινες ἔχουσι Βουλευτὰς, ἵνα ὑπερασπισθῶσιν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐζήτουν νὰ ὑποβάλωσι τὰ παράπονά των ἐντεῦθεν δι’ ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι οὔτε τοὺς Φιλιατρινοὺς ἐγνώριζον, οὔτε τὸν Καλλιανέσην, οὔτε ὡς ἄτομον, οὔτε ὡς ἀστυνόμον, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις, ὄχι συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν κυβερνητικῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῶν ἀληθειῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγνώριζεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν οἱ κάτοικοι τῶν Φιλιατρῶν, τὸ ἐπέτυχον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν εὑρίσκωμαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ χειροκροτήσω εἰς ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, εἶμαι εὐχαρίστως ὑποχρεωμένος, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐπαινέσω τὴν πορείαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δι’ ὅσα ἠκούσαμεν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ταῦτα δὲν δίδουσι τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐλέγχωσι τοὺς πολιτευομένους, ὡς εἰς ἀλλότρια δικαιώματα ὑπεισερχομένους, καὶ θέλοντας νὰ ἁρπάσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους; Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας; ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς διωρίσθη ὑπ’ αὐτοῦ.
§175ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ διαστρέφωνται οἱ λόγοι μου. Θέλετε νὰ ἐπαναλάβω ἢ νὰ διερμηνεύσω, τί εἶπον; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου τοῦ δήμου Ἐράνης μὲ παρεκάλεσαν, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, ὅτε ἤμην ἐν Φιλιατροῖς, καὶ κατόπιν, ἐλθόντα ἐνταῦθα, διὰ πλήθους ἐπιστολῶν, νὰ μεριμνήσω, ὅπως ἀποσταλῇ ἐκεῖ εἷς ἀστυνόμος τοῦ καθήκοντος. Ποῖος δὲ θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξω ἐνδιαφέρον εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν συμπολιτῶν μου; Τότε θὰ ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσι παράπονα, τότε θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσι βασιμότητα τὰ παράπονα, καὶ νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἐξασκήσεως καθήκοντος διοικητικοῦ, καὶ δὴ, χάριν πολιτικοῦ σκοποῦ ἰδιοτελοῦς, δι’ ἐπεμβάσεως...
§176Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα, νὰ τὰ εἴπητε. (Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος κατέρχεται).
§177ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ (ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα)... Τότε, λέγω, θὰ ἦσαν βάσιμα τὰ παράπονα, ὅταν ἦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι διενοήθη ὁ Βουλευτὴς νὰ θέση ὑπὸ κηδεμονίαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν τὴν θέλησίν του. Ὁ Βουλευτὴς Τριφυλίας ὅμως, ὡς πολιτευόμενος ἐν Τριφυλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ὡς κάτοικος τῆς πόλεως τῶν Φιλιατρῶν, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξῃ μόνον ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον εἰς ἐκπλήρωσιν νομίμου αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν του, καὶ οὐδὲν πλέον. Διὰ τοῦτο ἠθέλησε ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα στείλῃ αὐτῇ ἕνα ὑπάλληλον ἐκεῖ τοῦ καθήκοντος. Βεβαίως δὲν ἐνόουν δι’ αὐτοῦ νὰ στείλῃ ἡ ὑπηρεσία ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποδείξω ἐγώ· συνέπεσε δὲ, εἶπον, νὰ λάβω τότε παρακλητικὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον Καλλιανέσην, ὅπως ἐνεργήσω καὶ ἐγὼ διὰ τὴν εἰς Φιλιατρὰ ἀπεφασισμένην ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοποθέτησίν του, νὰ γείνῃ ἐγκαίρως, διότι θὰ ἦναι «τοῦ καθήκοντος ἐκτελεστής», καὶ εἶπον προσέτι, ὅτι ἤμην ἐνθουσιασμένος διὰ τὴν ἐνέργειάν του καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του ἐν ἀρχῇ. Ἐπίσης εἶπον, ὅτι κατόπιν ἔλαβον διαφόρους ἐπιστολὰς καὶ ἀνέγνων διατριβὰς, αἱ ὁποῖαι κατήγγελλον πολλὰ ἐναντίον του, καὶ ὅτι δὲν ἐπίστευσα εἰς ὅλα. Ἀλλ’ ὅτε βραδύτερον ἐπανελήφθησαν τὰ κατ’ αὐτοῦ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου, ὅτε ἔμαθον, ὅτι δὲν κατήγγειλεν οὗτος τὸν συντάκτην τῆς διατριβῆς τῶν «Καιρῶν», ἧς ἐλάβετε γνῶσιν, ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ὡς ὑπάλληλος καὶ ὡς στρατιώτης, ὅτε ἔμαθον, ὅτι ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς περὶ τὰς 20 καταγγελίαι ἐναντίον του, ὅτι συνεκροτοῦντο συλλαλητήρια, καὶ ἐξεδίδοντο ψηφίσματα τῇ ὑποκινήσει του, παρισταμένων 30 ἀστυφυλάκων, μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχην, ὑπ’ αὐτὸν, ὅπως συστηθῇ ἡ διατήρησίς του ἐν Φιλιατροῖς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, καὶ ἠπειλοῦντο συγκρούσεις καὶ αἱματηραὶ σκηναί, ὅτε ἀντελήφθην, ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος προφανὴς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως ἐξ αἰτίας τοῦ ἀστυνόμου τούτου, διότι εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἐπικίνδυνον, καὶ μόνον τὸ παραμένειν ἐν τῷ τόπῳ ὑπάλληλον, ὅστις ἔδωσεν ἐκεῖ τοιαύτας ἀφορμὰς παραπόνων, καθὼς καὶ τὸ ἐπιμένειν πρὸς διατήρησίν του ἐκεῖ διὰ συλλαλητηρίων καὶ ψηφισμάτων, τότε ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ παραστήσω καὶ ταῦτα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως φωτισθῇ καὶ ἐνεργήσῃ συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, τῆς τάξεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀστυνόμου. Τίς δὲ δύναται νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτὰ τὰ τηλεγραφούμενα περὶ συλλαλητηρίων καὶ ψηφισμάτων, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν τὸν ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀστυνόμον, παραμένοντα ἐκεῖ, καὶ παριστάμενον μὲ 30 ἀστυφύλακας μὲ ἐφ’ ὅπλου λόγχην; Ποῖος ἤθελε τολμήσει νὰ διαψεύσῃ αὐτὰ, ἢ ἐκεῖνα; Ἐὰν ἠθέλετε ἀληθῶς νὰ ἐξακριβώσητε τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ διὰ συλλαλητηρίων, ἢ ψηφισμάτων οἱωνδήποτε, ἔπρεπε νὰ φύγῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀστυνόμος ἀπ’ ἐκεῖ. Ἐξ ὅσων ἄρα ἐξέθηκα καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλήν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσω, ὅτι ἦτο ἄδικος ἡ ἐπίθεσις, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο, ὅτι δῆθεν παρεπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μεταθέσῃ τὸν ἀστυνόμον κ. Καλλιανέσην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ παραπεισθῇ, εἶχεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῇ, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του· καὶ τὸ ἐξετέλεσε μετ’ εὐλαβείας.
§178ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶπεν, ὅτι δὲν τὸ ἐξετέλεσε.
§179ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Τὸ ἐξετέλεσε.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν τὸ ἐξετέλεσε.
§181ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Τὸ ἐξετέλεσε.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι· δὲν τὸ ἐξετέλεσε.
§183ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ναί· τὸ ἐξετέλεσε.
§184ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαψεύδετε τὸν κ. Πρωθυπουργόν!
§185ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Παρακαλῶ, ἐπὶ τέλους, νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ συμπληρώσω τὴν ἔννοιάν μου, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἐξετέλεσεν. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν σοβαρῶν ζητημάτων δύναται νὰ παίζῃ, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν γνωστὴν παροιμίαν, ὅταν κἄποιος εἶπε μίαν φοράν, ὅτι ἐφόνευσε τὸν δεῖνα, καὶ δὲν τὸν ἄφησαν νὰ προσθέσῃ: «ὅπως ἔμαθον»... Ἀφήσατε λοιπὸν νὰ συμπληρώσω τὴν ἔνοιάν μου, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, διότι, ὅπως ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τοῦ Βουλευτοῦ Τριφυλίας, καὶ ἐνήργησε τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου, οὕτως ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς κατόπιν παραστάσεις τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος, ἐν ἀπουσίᾳ ἐμοῦ, καὶ ἀνέστειλε προσωρινῶς τὴν ἐκτέλεσιν. Καὶ ἔπραξε πολὺ ὀρθῶς...
§186ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς διαψεύδει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§187ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Δὲν εἶναι διάψευσις τοῦτο, εἶναι ἔντιμος ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος... Δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι καὶ πάλιν, μετὰ τὰ σήμερον λεχθέντα, θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του, καὶ θέλει σπεύσει νὰ μεταθέσῃ τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν ἐκεῖθεν, ἵνα ἀρθῇ τὸ διαρκὲς αἴτιον τῆς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἂν δὲ ἦναι καλὸς ὑπάλληλος ὁ κ. Καλλιανέσης, βεβαίως θὰ φανῇ καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἀλλαχοῦ τὸ καθῆκόν του. Ἄλλως εἶναι καὶ ἐντροπὴ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ πατρὶς ἡμῶν ἕνα μόνον τοιοῦτον καλὸν ἀξιωματικὸν ἔχει.
§188Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὡς περιῆλθε τὸ ζήτημα, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, εἶναι ἀδικαιολόγητον εἰς ἐμὲ νὰ χωρήσω εἰς ἔρευναν τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, καὶ εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν ὅσα ἐγένοντο ν’ ἀσχοληθῶ, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος, εἴτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ἐν τῷ τηλεγραφήματι, τὸ ὁποῖον ἀφηγεῖται πολλά, ὑπάρχουν πολλαὶ ὑπογραφαί, ἀλλὰ καὶ μία ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλείου Κάη, ὁ ὁποῖος εἶναι, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Σαρσέντη, φίλος του. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, καταλήγων: «Κάη, Κάη, τί ἔκαμες εἰς τὸν κ. Σαρσέντην!» (ἱλαρότης).
§189Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ πάλιν εὑρίσκομαι πρὸ τῆς ἐκτελέσεως ἀνιαροῦ καθήκοντος, ἀναμεμιγμένος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διὰ τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ, ὅτι παράκαιρος εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον διάθεσιν ν’ ἀναμιχθῶ. Μοὶ ἀνετέθη δι’ ἐπιστολῆς μακροτάτης παρὰ τοῦ κ. Δημητρίου Βωβοῦ, ἀνδρός, ὡς μανθάνω, ἐντιμοτάτου ἐν τῇ δράσει τῇ πολιτικῇ καὶ τῇ κοινωνικῇ, ν’ ἀνακοινώσω ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἐν τοῖς κυριωτέροις αὐτοῦ. Τὸ Δημοτικόν, λοιπόν, τοῦτο Συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Σκεφθέν. «Ἐπειδὴ, ὡς ἐξωδίκως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔλαβε πληροφορίας, καταβάλλονται ἐνέργειαι πρὸς ἀπομάκρυνσιν ἢ μετάθεσιν τοῦ ἐνταῦθα ἀστυνόμου κ. Διονυσίου Καλλιανέση, διότι ἡ ἐνταῦθα διαμονὴ τούτου ἀπαρέσκει εἴς τινας, ὡς προσβάλλουσα ἀτομικά των συμφέροντα. Ἀναγνωρίζον δὲ τὴν δραστηριότητα καὶ ἀμερόληπτον ἐνέργειαν τούτου, διότι οὗτος ἐπανήγαγε καὶ ἑδραίωσε τήν τε ἀγροτικὴν καὶ ἀστικὴν δημοσίαν τάξιν, παντοῦ δ’ ἐπέστησε τὴν ἄγρυπνον αὑτοῦ προσοχὴν, μεριμνῶν περὶ τῆς ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τοῦ τε καθαρισμοῦ καὶ φωτισμοῦ τῆς πόλεως, ἱκανώτατος δ’ ἀπεδείχθη εἰς τὸ νὰ προλαμβάνῃ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπεσπάσατο τὴν δικαίαν ἀγάπην καὶ ἐκτίμησιν τῶν συμπολιτῶν μας. Φρονοῦν δὲ, ὅτι πᾶσα ἀπομάκρυνσις τούτου ἐντεῦθεν θέλει εἶσθαι ἀδίκημα διὰ τὸν τόπον. Ἀποφαίνεται. Ἐκφράζει παμψηφεὶ εὐχὴν πρὸς τὴν Σεβ. Κυβέρνησιν καὶ παρακαλεῖ νὰ διατηρηθῇ ἐνταῦθα ὡς ἀστυνόμος ὁ κ. Καλλιανέσης, ἀνθυπίλαρχος, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὁποίου διαβλέπει ὁλόκληρος ἡ πόλις τὴν εὔορκον καὶ ἀμερόληπτον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Τὰ περαιτέρω ἀνατίθησι τῷ κ. Δημάρχῳ. Ἐγένετο ἐν Φιλιατροῖς τὴν 20 Ἰουνίου 1900. Ὁ Προεδρεύων. Ἀλέξ. Μάϊνος. Τὰ μέλη.» (Ἕπονται ἐν ὅλῳ 15 ὑπογραφαί).
§190Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Καλλιανέσης ἀνήκει εἰς τὰ μετασταθμεύοντα συντάγματα, τὰ μέλλοντα ν’ ἀναχωρήσωσι, τὸ μὲν εἰς Λάρισαν, τὸ δὲ ἐκεῖθεν ἐνταῦθα. Οὗτος, δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησεν ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι παράκαιρος εἶναι ἡ συζήτησις δι’ ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει εἰς τὰς τάξεις του. Τὸ σύνταγμα τὸ ἀναχωρῆσαν εἰς Λάρισαν ὤφειλε νὰ παραλάβῃ πάντας τοὺς ἀξιωματικούς του, ὡς καὶ τὸ ἐκ Λαρίσης μετασταθμεῦον ἐνταῦθα.
§191Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον ὅτι ἐκπληρῶ ἀνιαρὸν καθῆκον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένον, διότι τὸ ψήφισμα φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Δημάρχου, πρώην συναδέλφου μας κ. Καραβίτου, φέρει τὰς ὑπογραφὰς 15 συμβούλων, οἱ ὁποῖοι τῇ προτάσει τοῦ κ. Καραβίτου, γνωστοῦ εἰς τοὺς πλείστους ἡμῶν πολιτευτοῦ, ἐπεψηφίσαντο, ἐκφράζοντες τὴν εὐχὴν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον. Εἰς ἐμὲ δὲ ὁ ἀπευθύνων τὴν ἐπιστολὴν γράφει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἔνδειξιν τῆς πρωτοφανοῦς ὑπολήψεως καὶ ἐκτιμήσεως, ἧς ἀπολαμβάνει ἐνταῦθα ὁ κ. Καλλιανέσης, σᾶς πέμπω ἐσωκλείστως ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης. Τὸ ψήφισμα ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, ὅτε ἐλέχθη πάλιν περὶ μεταθέσεώς του. Ψήφισμα τοιοῦτον οὐδέποτε ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐψήφισε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἐράνης. Τὸ πρῶτον ὁ κ. Καλλιανέσης λαμβάνει τόσον ἐπισήμως τὴν τιμὴν ταύτην, καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν ἐπαρουσιάσθη τοιαύτη σπανιωτάτη εὐχάριστος περίστασις καὶ εἰς ἄλλο Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δὲ ἡ μόνη αὕτη ἐπίσημος ἔνδειξις, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐπισήμους ἐκθέσεις περὶ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζονται, ὡς γνωρίζω, μετὰ θαυμασμοῦ. Τοιαῦται δὲ εἶναι τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Κυπαρισσίας, τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Μοιράρχου Κυπαρισσίας καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Στυμφαλιάδου. Ὅτε δὲ ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ κ. Στυμφαλιάδης πρὸς ἐπιθεώρησιν τῆς ἀστυνομίας, σύσσωμος ὁ τόπος μετέβη εἰς τὴν ἀστυνομίαν, καὶ δι’ ἐπιτροπῆς ἐξέφρασε πρὸς αὐτὸν τὰς εὐχαριστήσεις του, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς παραμονῆς τοῦ ἀστυνόμου. Τὸ δὲ θέαμα τῆς γενικῆς παραστάσεως χιλιάδων λαοῦ, ζητωκραυγαζόντων πρὸ τῆς ἀστυνομίας ὑπὲρ τοῦ κ. Καλλιανέση, ἔκπληξιν ἐνεποίησεν εἰς τὸν κ. Στυμφαλιάδην.» Ἄνευ περαιτέρω ἀναμίξεως εἰς τὸ ζήτημα, καθῆκον ἐξεπλήρωσα, ἀνακοινώσας εἰς τὴν Βουλὴν τό τε ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κυρίου Βωβοῦ.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς ἱλαρότητος πρέπει νὰ τρέψωμεν τὰς διαθέσεις ἡμῶν ἐπὶ τὰ σπουδαιότερα. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος κατέχει πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐπρότεινε νὰ διαταχθῇ ὁ ἀξιωματικὸς Καλλιανέσης ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ, τὸ μετασταθμεῦον εἰς Λάρισαν, πῶς δὲν εἰδοποίησε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου τυγχάνει ὁ κ. Καλλιανέσης, ὡς ἀστυνόμος. Διότι, ἐὰν εἰδοποίει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι τοιαύτην ὑπέβαλε πρότασιν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν εἰπεῖ εἰς ἡμᾶς αὐτὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ὅτι διέταξε νὰ τῷ ὑποβάλωσι πληροφορίας, διὰ νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπῃ νὰ μεταθέσῃ, ἢ ὄχι, τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῆκεν ἐν ἀγνοίᾳ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἐξετέθη, δι’ ὧν ἀντιθέτων εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ μάθω,—τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ δικαίωμά μου, — ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει ἡ πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διὰ τῆς ὁποίας εἰδοποιεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακληθῇ καὶ ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς εἰς τὰς τάξεις του.
§193Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔδει νὰ ἐρωτήσῃ, ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει τὸ ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, πρὸ πάσης ἄλλης ἐρωτήσεως. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ τὸ ἔγγραφον τὸ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου εἰδοποιεῖτο, ὅτι ἀξιωματικοί τινες τοῦ ἱππικοῦ, 5 ἢ 6, ἔχοντες ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ὡς ἀστυνόμοι, ἀνεκαλοῦντο, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματά των. Δὲν ὑπῆρχεν ὅθεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ἵνα τὸ ἔγγραφον φθάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρός, ἵνα ἐπιστείλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔγγραφον, καὶ ἀνακοινώσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλλε τὴν ἀποστολὴν εἰς τὸ οἰκεῖον αὐτοῦ σύνταγμα τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ὑπῆρχεν ὅμως ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ἵνα εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν πλησίον αὑτοῦ καθήμενον κ. Πρωθυπουργὸν, καθ’ ἣν ὥραν συνεζήτει ἐπὶ τρεῖς ὥρας ἐνταῦθα ὁ εὔγλωττος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὑπῆρχε, λέγω, ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι περιττὴ, διότι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς διατάσσεται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σύνταγμά του.
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, καλὸν εἶναι νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος τὸ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου, ὅπως ἐβεβαίου, ἔγκριτα μέλη τῆς πόλεως ἐκείνης ἔκαμνον παραστάσεις, ὅτι ἀδίκως μετετέθη ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ἔδωκα ἀμέσως διαταγὴν νὰ γείνωσιν ἀνακρίσεις, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν παραπόνων εἴτε ἐκείνων, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν μετάθεσιν, εἴτε ἐκείνων, οἵτινες ἐξανέστησαν κατὰ τῆς μεταθέσεως. Τὴν στιγμὴν ταύτην μανθάνω τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Γινώσκετε δὲ, πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ζητεῖ ὀνομαστὶ τοὺς ἀστυνόμους τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδ’ ἔχει ἄλλο δικαίωμα, κενουμένης μιᾶς θέσεως, ἢ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἕτερον ἀξιωματικὸν, ὡς ἀστυνόμον. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τότε διαβιβάζει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὄνομα τοῦ διορισθησομένου, καὶ ἀπὸ κοινοῦ ὑποβάλλεται τὸ οἰκεῖον Βασιλικὸν Διάταγμα. Ἀκούω σήμερον, ὅτι ἐλήφθη μέτρον γενικὸν, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἱππικοῦ, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐν ὅλῳ 5 ἢ 6, ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ σώματά των. Ἂν τοιοῦτο μέτρον ἐλήφθη, περιλαμβάνει καὶ αὐτὸν τὸν ἀξιωματικὸν, τὸν ἀνήκοντα εἰς τὸ ἱππικὸν. Ἐκ τούτου ἴσως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πληροφορίαν ταύτην· ἐκ τούτου ἐλήφθη ἀνάγκη νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐγὼ, διότι τὸ ληφθὲν μέτρον εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς παραμονῆς ἢ μὴ τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ ὑπηρετεῖ.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διορίζονται ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ὡς ἀστυνόμοι, δὲν πρόκειται σήμερον· οὐδὲ πρόκειται νὰ ἐνασκήσητε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ προτείνητε εἰς τὸν Βασιλέα διορισμὸν ἀξιωματικοῦ ὡς ἀστυνόμου, ὅτε δὲν ἠθέλετε προτείνει τὸν ἀστυνόμον τοῦτον. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξασκήσητε ἕτερον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως τοῦ ἀστυνόμου· ἑπομένως ὅλα τὰ ῥηθέντα περὶ διορισμοῦ εἰσιν ἀλλότρια τοῦ θέματος. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς μεταθέσεως, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξετάζει, ἂν πρέπει νὰ μεταθέσῃ ἢ ὄχι τὸν ἀστυνόμον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶχε μάθει, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἀξιωματικὸς δὲν δύναται πλέον νὰ ἦναι ἀστυνόμος, διότι θέλει ἀνακληθῆ εἰς τὰς τάξεις του, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναγγείλῃ ἐγκαίρως, ἵνα μὴ ἀναγκάζηται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ τρεῖς ἤδη ὥρας.
§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται ἤθελον ἀρκέσει, ἵνα ἐμποδίσωσι τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ ἄδικον ἐπίθεσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος.
§198Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§199Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατόπιν τῶν καταγγελθέντων παρὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἀναντιρρήτως ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων.
§200ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐμέμφθη ὑμῶν.
§201ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς κατήγγειλε τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἠθέλησε δὲ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἐπιέζετο πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, καὶ ὑπεχώρει εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν Βουλευτῶν τοῦ κόμματος, βεβαίως ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως δὲν ἐξήλειψε τὸ κακὸν τοῦτο, τοὐναντίον δὲ, τὸ ἐπηύξησε, διότι, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, πλήρης ἐπῆλθε σύγχυσις καὶ παραλυσία, πλήρης ἐπικρατεῖ ἀταξία εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὰ συντάγματα δὲν ἀπέρχονται πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἄλλων νῦν, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτου ἀνέφερε καὶ πρόσωπα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, συμμορφουμένη πρὸς τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, οὐδεμίαν ἐποιήσατο μετάθεσιν ἄνευ προτάσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρξαν προτάσεις, οὐχὶ τόσων ἀξιωματικῶν, ὅσους εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ ὀλίγων μόνων ἀξιωματικῶν, οἵτινες παρέμειναν ὄντως εἰς τὰ ἐνταῦθα συντάγματα, καὶ δὲν ἠκολούθησαν τὰ ἀναχωροῦντα συντάγματα· ἀλλ’ αἱ προτάσεις αὗται προῆλθον κατ’ αἴτησιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀμοιβαίως μετατεθέντων. Ὁ κ. Μᾶνος, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, καὶ ὁ ἕτερος παραμένουσιν ἐνταῦθα, μετατεθέντες ἀμοιβαίως μετ’ ἄλλων δύο ἀξιωματικῶν.
§202Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Ὁ Μᾶνος καὶ ὁ Καραμαλίκης δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναχωρήσωσι καὶ διακόψωσι κατὰ τὸ μέσον τοῦ ἔτους τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διδάσκουσι.
§203ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτοὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ σύνταγμα τὸ ἀναχωροῦν, καὶ ἑπομένως ὤφειλον ν’ ἀκολουθήσωσι τὸ σύνταγμά των. Ὑπέβαλον ὅμως αἴτησιν περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως μετ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἀνηκόντων εἰς τὸ σύνταγμα τὸ ἐκεῖθεν ἀναχωροῦν· ἑπομένως ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐπρότεινε τὴν ἀμοιβαίαν τούτων μετάθεσιν.
§204ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ὁ Ζαχαρόπουλος μετετέθη.
§205ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἕξ εἶναι πάντες οἱ ἀμοιβαίως καὶ ἐναλλὰξ μετατεθέντες ἀξιωματικοὶ τῶν δύο μετασταθμευόντων συνταγμάτων. Ὥστε ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐντὸς τῶν κεκανονισμένων ἐγένοντο αἱ προτάσεις τῆς ἀμοιβαίας μεταθέσεως· δὲν ἔγεινεν ἐκτροπόν τι ἢ αὐθαίρετον, ἵνα ὁ κ. Βουλευτὴς λάβῃ ἀφορμὴν ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ μετ’ εἰρωνείας νὰ θέλῃ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς αὐθαιρέτου καὶ κομματικῆς ἐνεργείας, προκειμένου περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν, καὶ παρεχώρησε τοῦτο ἀνεξετάστως εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν.
§206Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀμοιβαῖαι μεταθέσεις κατηργήθησαν;
§207ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
§208Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὑπεύθυνος ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάσσῃ μετακινήσεις ἀξιωματικῶν. Ὅταν δὲ πρόκηται νὰ γείνῃ μετακίνησις, πρέπει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅταν δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἐκτελῇ τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἔχει καὶ εὐθύνην δι’ αὐτήν. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὑπεύθυνος ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Μὴ ζητῶμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν εὐθύνας ἐπὶ ἄλλους.
§210Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὄρα Παράρτημα).
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν γνώμην, ἣν ὑμεῖς ἔχετε, ἔχω καὶ ἐγὼ πληρέστατα, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,— καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς—καίτοι ἤμην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καίτοι ἤμην εἰσηγητὴς πλειονοψηφίας 160 Βουλευτῶν, οὐδέποτε προέκυψεν ἀφορμὴ, ἵνα προσέλθῃ τις τῶν φίλων μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ζητῶν τι, εἴτε παραπονούμενος. Ἐὰν δὲ ποτέ μοι ἀνεκοινώθη τοιαύτη ἐπιθυμία, ἠρνήθην δὲ νὰ ἐκτελέσω αὐτὴν, ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τοὺς κανονισμοὺς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οὐδεὶς δυσηρεστήθη. Εἴς τινα φίλον μου δὲ,—ἀποθανόντα ἤδη—δυσαρεστηθέντα ἐκ τοιαύτης ἀρνήσεώς μου, εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συμπράττωμεν, διότι ἐγὼ δὲν συμπράττω μετ’ οὐδενὸς, ὅστις προβάλλει οἵας ἐκεῖνος μοὶ προέβαλεν ἀξιώσεις, καὶ προέτρεψα αὐτὸν νὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ ἄλλους, ἵνα συμπράξῃ μετ’ αὐτῶν.
§212Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§213Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι, κατόπιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων, ὀλίγα ἔτι ἔχω νὰ εἴπω, ὅπως συμπληρώσω τὰ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἡμῖν, ὅτι νέον εἶδος καταχρήσεως διεξάγεται ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει, ὅπερ δὲν διεξήγετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς μεγίστην πλάνην, καὶ οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰς ἀποδείξεις τῶν λεγομένων του. Καταγγέλλει, εἶπε, τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ὄχι διότι ἐποιήσατο προτάσεις,—διότι ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται προτάσεις,—ἀλλὰ διότι δὲν ἐποιήσατο προτάσεις ἐκεῖ, ὅπου ἔδει νὰ ποιήσηται τοιαύτας. Διότι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ζητῶσιν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν ἀπὸ δύο συνταγμάτων τοῦ αὐτοῦ σώματος καὶ τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, καίτοι ὑπέβαλον τοιαύτας, ἄλλων μὲν αἱ αἰτήσεις ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἄλλων δὲ οὐχί. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ κατηγορία, διότι κατηγορία, ἡ ὁποία δὲν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ ὡς κατηγορία. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὰς ἀποδείξεις, ὅτι ὁ Α ἀξιωματικὸς τοῦ 1ου συντάγματος ᾐτήσατο ἀμοιβαίαν μετάθεσιν μετὰ τοῦ Β ἀξιωματικοῦ τοῦ 2ου συντάγματος, καὶ ὅτι ἀπεκρούσθη ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Πιθανὸν καὶ τοῦτο νὰ ἐγένετο, καὶ νὰ ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς, λόγου χάριν, προκειμένου περὶ ἀξιωματικοῦ μὴ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ αἰτήσηται ἀμοιβαίαν μετάθεσιν, ὅπως πολλάκις συνέβη τοῦτο εἰς ἀξιωματικοὺς ἀπεσπασμένους εἰς συντάγματα καὶ μὴ ἀνήκοντας ὀργανικῶς εἰς ταῦτα. Ἑπομένως ἡ κατηγορία αὕτη κατὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀποδεικνύεται μὴ ὑφισταμένη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησεν οὕτω νὰ παραστήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς οὐδόλως μεριμνῶσαν περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὴν εὐθύνην πάσης μεταβολῆς, καὶ ἂν αὕτη προέρχηται ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις συντάσσει τὸ Διάταγμα καὶ ὑποβάλλει τοῦτο πρὸς ὑπογραφὴν, φέρει καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως. Οὐδεμία ὅθεν παράνομος μετάθεσις ἐγένετο, οὐδεμία ἐναντίον τῶν κεκανονισμένων μετάθεσις ἐξετελέσθη, πρὶν ἢ αὕτη περιβληθῇ πάντας τοὺς τύπους τῆς νομιμότητος, οὔτε ἡ Γενικὴ Διοίκησις διατάσσει αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὴν παραμονὴν ἐνταῦθα ἀξιωματικῶν ἀνηκόντων εἰς μετασταθμεύοντα συντάγματα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου εἶπε καὶ ἄλλο ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ οὐδεμία μετάθεσις ἐγένετο...
§214Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Τοὐναντίον μάλιστα εἶπον, ὅτι ἐγένοντο μεταθέσεις.
§215ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγώ, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Οἰτύλου, γνωρίζω τὸ ἑξῆς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ὅτε διετάχθη ἡ μεταστάθμευσις τοῦ 3ου συντάγματος τοῦ ἱππικοῦ, ἑδρεύοντος τότε ἐν Λαρίσῃ, εὑρέθη ὅτι τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο ἦτο εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐκτελέσῃ τὴν μεταστάθμευσίν του, διότι ἐκ τῶν 35 ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀνῆκον εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ, 7 μόνον ὑπηρέτουν ἐν Λαρίσῃ, ἑπομένως ἦτο ἀνέφικτος ἡ κίνησις αὐτοῦ· ἐδέησεν ὅθεν νὰ διατάξω πάντας τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἀνήκοντας ὀργανικῶς εἰς τὴν δύναμιν τοῦ συντάγματος καὶ ἀπεσπασμένους εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, νὰ μεταβῶσι τὸ ταχύτερον εἰς τὰς θέσεις των. Τοῦτο βεβαίως δυσηρέστησε πολλούς, καὶ μάλιστα ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παραίτησιν ἑνὸς ἰλάρχου, ἱκανοῦ ἄλλως τε καὶ καλὰς ὑπηρεσίας προσενεγκόντος μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν τῷ στρατῷ. Ἕτερος ἴλαρχος, ὑπηρετῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀξιόλογος ἀξιωματικός, ἐκ τῶν πεπαιδευμένων, διετάχθη καὶ οὗτος ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου καὶ μεταβῇ εἰς τὸ Σῶμά του...
§216Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§217ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν προκατόχων Ὑπουργῶν οὐδεμία ἐγένετο κίνησις ἐκ τοῦ στρατεύματος ἄνευ μεσολαβήσεως, ἄνευ συστάσεως καὶ τὰ παρόμοια· διότι 35 ἀξιωματικοὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείπωσιν ἀπὸ τὸ σύνταγμά των, καὶ νὰ μένωσι μόνον ἑπτά, οἱ ὁποῖοι μόνοι ἦσαν ἀνεπαρκεῖς, ἵνα ὁδηγήσωσι τὰς ἴλας τοῦ συντάγματος μέχρις Ἀθηνῶν.
§218Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§219ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 8½ ἡ ὥρα, καὶ νομίζω ὅτι ἀρκετὴν ὥραν κατηναλώσαμεν.
§221ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρίν, καὶ ὑπεχώρησα εἰς τὸν ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμον Βουλευτήν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαγορεύσω.
§223ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἅτινα προεκάλεσαν τὴν συζήτησιν ταύτην, καθόσον ἀγνοῶ τὰ κατ’ αὐτά, εἶναι δὲ ἀδύνατον καὶ νὰ γινώσκῃ τις αὐτὰ ἀκριβῶς, καὶ αἱ βεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἐφάνησαν ἐπαρκεῖς κατὰ τὸ παρόν. Ἀλλ’ ὤφειλον νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν παράδειγμα, ὅπερ ἦλθεν ἐκ τῶν πρώτων, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν περυσινῶν ἡμῶν ἰσχυρισμῶν, ὅτε, συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐγένετο ἤδη νόμος, εἴπομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξαλείφει πράγματι τὰς εὐθύνας. Συμφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι τὰς εὐθύνας θέλομεν ζητήσει ἡμεῖς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, ἥτις φέρει τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ· καὶ βεβαίως, ἄν ποτε παρασταθῇ περίπτωσις,—δὲν γνωρίζω, ἂν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπάρχει,—θέλομεν ἀποταθῆ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θέλομεν ζητήσει παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, ὅπερ συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διὰ μακρῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο ἀποδεικνύεται ἀπὸ ταύτης τῆς ἑσπέρας ἐν τοῖς πράγμασιν ἀληθές· ὅτι ἡμεῖς μὲν θὰ ζητῶμεν εὐθύνας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει ἀληθῶς, κατὰ τὸ ἀπόλυτον δίκαιον, εἶναι ἐντελῶς ἀθῷος διὰ τὰς ὑποθέσεις, περὶ ὧν θέλομεν ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ λόγον. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εὐθύνας ἐπὶ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἣν ἐξετέλεσεν, ὅτε ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δυνάμενος, ἂν ἄλλως εἶχον τὰ πράγματα, νὰ ἔχῃ ψῆφον ἀρνουμένην καὶ ἐπικρατοῦσαν, εἶναι οὐσιωδῶς προσωρινός, ὁ δὲ Γενικὸς Διοικητής, οὗτινος ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν, εἶναι οὐσιωδῶς ἰσόβιος καὶ ἀμετάκλητος; Τοῦτο εἶναι τὸ σφαλερὸν ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ὃν οἱ Ὑπουργοὶ προέτειναν εἰς ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν, καὶ δυστυχῶς ἐψηφίσαμεν. Σφαλερὸν εἶναι, οὐχὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἥτις κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθή, καὶ καλῶς ἐψηφίσθη, σφαλερὸν εἶναι, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν ἐδόθη εἰς μετακλητὸν πρόσωπον, δὲν ἐδόθη εἰς ἀξιωματικόν, ὅστις, ἂν δὲν συμφωνῇ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἂν ἐν τῇ ἀσυμφωνίᾳ πρέπῃ αὐτὸς νὰ ἀποχωρήσῃ, δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ. Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, εἷς μόνος δύναται νὰ ἦναι, ὁ ἀντιστράτηγος, καὶ ὁ ἀντιστράτηγος οὗτος εἶναι ἰσόβιος καὶ ἀμετάκλητος. Τὸ θέμα ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν πέρυσι, καὶ πλὴν ἐμοῦ καὶ ἄλλοι τὰ αὐτὰ εἶπον. Ἀλλ’ ἀπόψε ἔρχεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ παράδειγμα, καὶ εἶναι καλὸν τὸ παράδειγμα τοῦτο νὰ ἀκουσθῇ ἐνταῦθα, διότι διὰ τῶν παραδειγμάτων φωτίζονται ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν προσέχουσιν εἰς τὰς θεωρίας. Πῶς θέλετε ἐν τῇ συναντήσει τοῦ πηλίνου ἀγγείου καὶ τοῦ σιδηροῦ ἀγγείου τοῦ μύθου, κανονικῶς καὶ ἀπαραλλάκτως καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως, τὸ πήλινον νὰ μὴ συντρίβηται, καὶ τὸ σιδηροῦν νὰ μὴ μένῃ ἀκέραιον; Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε· ἀληθῶς, δι’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, θέλομεν ζητήσει εὐθύνας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ ἐν δικαιοσύνῃ ἀποφαίνομαι ἀπὸ τοῦδε καὶ ὁμολογῶ, ὅτι, καὶ ὅταν ἐγὼ αὐτὸς ζητήσω παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας, θέλω ἀδικήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§224Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τοὐναντίον ἐγὼ φρονῶ, καὶ ὡς μέλος τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὡς Βουλευτής, ὅστις ἐκ τῶν πρώτων ἐχειροκρότησα τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ διοικῆται δηλαδὴ ὁ στρατὸς παρὰ προσώπου, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀμετάκλητον καὶ ἰσόβιον, διότι αὐτὸ ἔχει τὰ ἐχέγγυα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ νόμος οὗτος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ὁλόκληρον παρὰ τοῦ νόμου τούτου περιμένει. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις αὕτη ἔλαβεν ἀφορμήν, νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα, ὅπερ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, διότι εἶναι ζήτημα διοικήσεως καὶ πειθαρχίας. Μήπως ποτὲ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ ἕνα διοικητὴν συντάγματος, διότι ἠρνήθη ἄδειαν εἰς ἕνα ἀξιωματικόν, ἢ εἰς ἕνα ὁπλίτην, ἐνῷ τοιαύτην παρεχώρησεν εἰς ἄλλον; Εἶναι ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ διοικητὴς ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τῷ εἶναι ἀνατεθειμένη, αὐτὸς θὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ ἢ μὴ τὴν ἔγκρισίν του εἰς πάντα αἰτοῦντα ἄδειαν ἢ μετάθεσιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι ἀληθές, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις ἀμοιβαίας μεταθέσεως, καὶ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, δικαίωμα εἶναι τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου διοικητοῦ σώματος, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισίν του εἰς τοιαύτην αἴτησιν, ἐφ’ ὅσον νομίζει, ὅτι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔγκρισις αὕτη.
§225Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀπορία τις μοὶ ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐκτυλιχθείσης ταύτην τὴν στιγμὴν συζητήσεως, καὶ τῆς ἀπορίας ταύτης τὴν λύσιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ὅτι εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως οὐχὶ δύο καὶ μόναι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐνεκρίθησαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι τινές, τὰς ὁποίας ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἀπεσιώπησε, μὴ θελήσασα νὰ ὑποβάλῃ καὶ ταύτας σὺν ταῖς ἄλλαις εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ καὶ προϊσταμένου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐκ τούτου ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀπευθύνω τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν διέψευσε τοῦτο, ἀλλ’ εἶπε μόνον, ὅτι ἄλλας αἰτήσεις δὲν ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸν ἡ Γενικὴ Διοίκησις. Τίς ἐκ τῶν δύο ἀρχῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσῃ μεταθέσεις ἀξιωματικῶν; ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ ἐνῷ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι μόνον ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προκαλέσῃ Διατάγματα περὶ μεταθέσεως διαφόρων ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα, ἐνῷ μόνη ἀρχὴ ἁρμοδία εἰς τὸ νὰ μεταθέτῃ ἀξιωματικοὺς εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον, νομίζω ὅτι τὰς περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως αἰτήσεις ἀξιωματικῶν ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ νὰ μὴ σταματήσῃ ταύτας ἐν τῷ γραφείῳ της...
§226Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχομεν τὸν νόμον, κύριε συνάδελφε.
§227Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Νομίζω ὅμως ἐγώ, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ δὲν διαγράφεται ὡς δικαιοδοσία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τὸ νὰ μεταθέτῃ ἀξιωματικούς, ἀλλὰ μόνον προτείνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοὺς μεταθετέους, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκτελεῖ τὰς μεταθέσεις συμφώνως πρὸς τὰς προτάσεις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, — ἂν τὰς ἐγκρίνῃ, ἐννοεῖται.
§228Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλει ὅμως καὶ τὰς αἰτήσεις, καὶ ἐκφέρει γνώμην, καὶ ἂν θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς, παραδέχεται ἢ μὴ τὴν γνώμην αὐτῆς.
§229Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μάλιστα. Νομίζω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις, μὴ ὑποβαλοῦσα καὶ τὰς τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν αἰτήσεις περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως, παρέβη τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐκτελῇ· καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς ἀλληλογραφίας ἐκείνας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς μεταθέσεις πολλῶν ἀξιωματικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο, ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἢ καλῶς ἔπραξε, κρατήσασα αὐτὰς ἐν τοῖς ἀρχείοις της; Πιστεύω, ὅτι ὁ κ, Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις.
§230Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸ μικροῦ, νομίζω, πάντα ταῦτα ἀνέλυσα, καὶ εἶπον, ὅτι αἱ προτάσεις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὑποβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον καὶ ὑπεύθυνον ἅμα εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Ἤδη προβάλλεται δεύτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης ὡμίλησα, τουτέστιν, ἂν ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, καὶ αὕτη δὲν ἀπεδέχθη ταύτας. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν· διότι τίς γνωρίζει, ἂν ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις; Τὸ γνωρίζετε ὑμεῖς; Καὶ ποίαν ἔλαβον τάξιν;
§231Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος κατήγγειλα τὸ πρᾶγμα, τὸ γνωρίζω.
§232ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡ Γενικὴ Διοίκησις νὰ ἀπορρίψῃ τὰς αἰτήσεις, ἂν αὗται νομίμως ὑπεβλήθησαν. Σεῖς μάλιστα οἱ στρατιωτικοὶ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι αἱ αἰτήσεις ὑποβάλλονται ἀπὸ τὰ συντάγματα, ὅταν οἱ διοικηταὶ αὐτῶν ἀποδεχθῶσι ταύτας. Δὲν εἶναι ὅθεν δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν αἰτήσεις ἐκ μέρους τῶν συνταγμάτων καὶ τεθῶσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα. Ἢ ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῶσιν, ὡς ἀπαράδεκτοι, εἰς τὰ συντάγματα, ἢ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἐνέργειαν. Ἄλλη λύσις δὲν χωρεῖ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως, ἤ, ἂν ὑπεβλήθησαν τοιαῦται, θὰ ὑπῆρχον λόγοι νομικοί, μὴ ἐπιτρέποντες τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν.
§233Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ, δὲν ἦτο, ὅσον ἐγὼ ἀνέμενον, σαφής. Εἶπον πρότερον, ὅτι ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἐν γένει ὑπηρεσίᾳ εἰσὶν ὡρισμέναι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἑκάστη τῶν ἀρχῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ, ὅτι δὲ αἱ διάφοροι αὗται πράξεις ἀποτελοῦσι τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστης ἀρχῆς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μιᾶς ἀρχῆς ὑπάγεται μία πρᾶξις γενικῶς ὑπὸ τῶν κανονισμῶν, εἶναι ὡρισμένον, ὅτι ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης μόνον ἡ ἀρχή, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας ἡ πρᾶξις αὕτη ὑπάγεται, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ γνώμην. Ἐγείρεται νῦν τὸ ζήτημα, περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν συνταγμάτων τοῦ ἱππικοῦ Λαρίσης καὶ Ἀθηνῶν, ἀμοιβαίως μετασταθμευσάντων, πολλοὶ ἐζήτησαν ἀμοιβαίας μεταθέσεις. Ἐρωτῶ: ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τούτων, τὰς ὁποίας τὰ συντάγματα ἐνέκριναν κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, τί ἐνήργησεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις;
§234ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰς ἐπέστρεψε.
§235Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς ἐπιστρέψῃ· ἔπρεπε νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ γνώμην περὶ τοῦ δεκτοῦ ἢ ἀπαραδέκτου αὐτῶν, καὶ ἂν εἶχεν ἀντιρρήσεις, ταύτας νὰ σημειώσῃ εἰς τὸ ἔγγραφόν της, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου τὰς αἰτήσεις ἐκείνας περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως. Περὶ τούτου πρόκειται· καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διασαφήσῃ τὸ πρᾶγμα ἄλλοτε, ἂν σήμερον δὲν δύναται. Ὁμιλῶ, Κύριοι, ἀσχέτως πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, διότι τὴν γνώμην μου, ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἐξήνεγκον λίαν σαφῶς, ὅτε συνεζητεῖτο ἐνταῦθα τὸ νομοθέτημα.
§236Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§237ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἀνακοινοῦται τηλεγράφημα ἐκ Θεσσαλονίκης τοῦ αὐτόθι Προξένου τῆς Ἑλλάδος κ. Εὐγενειάδου, ἀναγγέλλοντος εἰς συγγενεῖς παθόντος ἐν Θεσσαλονίκῃ λυπηρὸν γεγονός. Τὸ τηλεγράφημα ἀναφέρει, ὅτι ὁ υἱὸς καὶ ἔγγονος αὐτῶν Ἄγγελος Σακελλαρίου, ἰατρὸς ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀπὸ ἐτῶν διαμένων καὶ ἐργαζόμενος ἐν Μακεδονίᾳ, εὑρίσκεται βαρέως πληγωμένος...
§238Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἰδοὺ οἱ δολοφόνοι!
§239ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι ὁ βαρέως πληγωμένος ἐτραυματίσθη ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες πᾶν Ἑλληνικὸν καταδιώκουσι, περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἔχει οὕτως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Θεσσαλονίκῃ ἔλαβε καιρὸν νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ παθόντος, εὐγενῶς φερόμενος, κρίνω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει εἴδησιν τοῦ γεγονότος, καὶ θέλω παρακαλέσει αὐτόν, ἂν δύναται, σήμερον ἢ αὔριον, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί γινώσκει περὶ τῆς στυγερᾶς ταύτης ἀποπείρας δολοφονίας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, τοῦ ἐρχομένου νὰ ἐπισφραγίσῃ τὰ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐνταῦθα λεχθέντα, ὅπως προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν γιγνομένων ἐν Μακεδονίᾳ, λαμβάνω τὴν ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀναφερόμενος εἰς τὰς διαβεβαιώσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη, νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τῶν συμβαινόντων. Ἡ Ἑλλὰς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐν ἐπισήμῳ πράξει, ἐν μέσῳ Συνεδρίῳ, ἀνεγνωρίσθη ὡς ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὁσάκις τῶν ὁμοφύλων αὐτῆς τὰ συμφέροντα κινδυνεύωσι, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἔχει τὸν λόγον, ὁσάκις τῶν ὁμοφύλων ἅμα τε καὶ ἰθαγενῶν, τῶν ἐν Τουρκίᾳ διατριβόντων, τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ζωὴ κινδυνεύωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ, δι’ οὗ αὐτὴ γινώσκει τρόπου, ὅπως προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῶν δυνατῶν ἐπὶ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ τελουμένων, καὶ ἐπιτύχῃ ἀναστολὴν, ἂν μὴ ἐξάλειψιν, τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἐπετάθη. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀνεγνωρίσθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου,—ὅπερ ἄλλως καὶ ἄνευ τῆς ἀναγνωρίσεως ὑπάρχει —ν’ ἀποταθῇ οὐ μόνον εἰς ἐκείνους, ὧν ἡ παρέμβασις, καίπερ κυρίων τῆς χώρας, δεικνύεται ἀνίκανος νὰ φέρῃ ἀναστολὴν τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἔχουσι δικαίωμα καὶ δύναμιν νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον, καὶ πρὸς αὐτοὺς ν’ ἀναφέρῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ γεννώμενα, νῦν, ὅτε τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ζητήσῃ ἀσφάλειαν οὐ μόνον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τῶν ἐν Τουρκίᾳ μετερχομένων ἔργον τι, ἢ ἄλλως ἐγκατεστημένων, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων, τῶν ὁμογενῶν, οἵτινες, ἂν ἦναι ὑποτελεῖς, ὑπήκοοι ξένου Κράτους, δὲν ἔπαυσαν ὅμως διὰ τοῦτο νὰ ἔχωσι μετὰ τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων τοιοῦτον σύνδεσμον, ὥστε νὰ παρέχηται ἐκ τούτου δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἐγείρῃ φωνὴν ὑπὲρ αὐτῶν.
§240Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.). Ἡ εἴδησις, ἣν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι δυστυχῶς ἀκριβής. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ παρὰ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει, ὅτι ἐγένετο ἀπόπειρα δολοφονίας κατὰ τοῦ ἰατροῦ Σακελλαρίου. Ὁ Πρόξενος κ. Εὐγενειάδης ἀναγγέλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔσπευσε νὰ μεταβῇ εἰς Γουμέντζαν, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων καὶ τιμωρίαν αὐτῶν. Ἀμέσως ἐτηλεγράφησα εἰς Θεσσαλονίκην, ἐγκρίνων τὸ μέτρον τοῦ κ. Γενικοῦ Προξένου. Ἔσπευσα δὲ καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν νὰ τηλεγραφήσω, πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, ὅπως ἀπευθύνῃ ἔγγραφον ἐντονωτάτην διαμαρτυρίαν πρὸς τὴν Πύλην διὰ τὰ ἐν Μακεδονίᾳ γινόμενα, καὶ ἰδίως διὰ τὴν ἀπόπειραν δολοφονίας κατὰ τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, διὰ τὸν ὁποῖον ἔτι μεῖζον δικαίωμα ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην, καὶ ὅπως ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα ἡμῶν, ἵνα ζητήσωμεν καὶ χρηματικὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὸν παθόντα, ἢ διὰ τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, ἐὰν ὁ τραυματισθεὶς ἰατρὸς ἤθελεν ἀποβιώσει. Εὐτυχῶς σήμερον ἔλαβον νεώτερον τηλεγράφημα τοῦ Γραμματέως τοῦ Γενικοῦ Προξενείου ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Γενικοῦ Προξένου, ὅστις μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι εὐτυχῶς ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ διασωθῇ ὁ τραυματισθείς. Ἀναμένω καὶ αὔριον νεωτέρας εἰδήσεις, τὰς ὁποίας θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὴν Πύλην, καὶ ζητήσασα παρ’ αὐτῆς νὰ προβῇ εἰς τὰ μέτρα, εἰς ἃ ὀφείλει νὰ προβῇ, πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, καὶ πρὸς πρόληψιν ἐν τῷ μέλλοντι τοιούτων ἀνοσιουργημάτων· ἐπιφυλάσσεται δὲ, ἂν τὰ μέχρι τοῦδε ἐνεργηθέντα δὲν τελεσφορήσωσι, νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλας ἐνεργείας.
§241ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὰς ἀνακοινώσεις, ἃς ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ χαίρω, ὅτι ἔσπευσε νὰ ἐνεργήσῃ καταλλήλως ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κυροῦσι τὰς ὑπονοίας μου, τὰς στηριζομένας καὶ εἰς ὅσα ἐν τῷ τηλεγραφήματι τῷ συντόμῳ διέκρινα, ἀλλὰ στηριζομένας καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ἀπὸ πέρυσιν ἦτο εἰς ἐμὲ γνωστὸν, ὅτι ἐπέκειτο ἀπόπειρα δολοφονίας κατὰ τοῦ ἰατροῦ τούτου, ὅστις, ἐλθὼν ἐνταῦθα, ὅπως ἴδῃ τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ πρὶν ἢ ἐν Μακεδονίᾳ νυμφευθῇ, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι διαρκῆ κίνδυνον διατρέχει ἡ ζωὴ αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν βλέπει κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ μένων ἐκεῖ, ὅπου ὑπεβλέπετο ὡς ἐλεύθερος Ἕλλην, καὶ ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τῶν Βουλγάρων στήριγμα τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνισμοῦ. Ἠσθάνετο, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι διατρέχει καθ’ ἡμέραν τὸν κίνδυνον νὰ ἐκτεθῇ εἰς νέας ἐνέδρας — διότι καὶ ἄλλοτε εἶχε διαφύγει δολοφονικὴν ἐνέδραν. Τὸ γενόμενον εἰς τὸν ἰατρὸν Σακελλαρίου δὲν εἶναι μονομερὲς δυστυχῶς. Ἔχομεν σειρὰν ὅλην δολοφονιῶν, ἐπὶ διαγεγραμμένου σχεδίου ἐκτελουμένων, σχεδίου, ὅπερ ἐπέτυχε πρὸς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀπέτυχε πρὸς τὴν Ρουμανίαν· ἐπέτυχε πρὸς ἡμᾶς, διότι ἴσως δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν ἐπὶ πλέον τὰ γινόμενα, ἀλλ’ ἀπέτυχε πρὸς τὴν Ρουμανίαν, διότι ἡ Ρουμανία ἔχει χεῖρας στιβαρὰς, καὶ ἐνήργησεν, ὡς ἐνήργησεν, ὅπως παύσωσιν αἱ δολοφονίαι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐκεῖ τὰ πράγματα ἦσαν εὐκολώτερα, διότι ἐν Ρουμανίᾳ εὑρίσκοντό τινες ἐκείνων, οἵτινες ὡδήγουν καὶ διηύθυνον τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει ὀλιγωτέραν εὐκολίαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Ρουμανία, διότι οὐδένα ἐνταῦθα εὑρίσκει· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς σήμερον, ὅτε τὸ κακὸν ἐκορυφώθη, εἰς τοιοῦτον τρόπον συστηματικῶς ὠργανωμένον, ὅτε βλέπει φανερὰ, ὅτι γίνεται συστηματικὸς ἀγὼν ἐξοντώσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας διὰ δολοφονιῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἔχει ἡ Ἑλλὰς τὸ δικαίωμα, καὶ τὴν δύναμιν, καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ἀνενεχθῇ καὶ ἀλλαχοῦ, οὐχὶ μόνον εἰς Κωνσταντινούπολιν. Καὶ δὲν ἔχομεν μὲν δικαίωμα νὰ κανονίσωμεν ἡμεῖς τὸν τρόπον τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ· ἀλλὰ μετὰ πολλῆς εὐλαβείας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑποβάλλω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνας τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει παραστάσεις, ἀλλὰ νὰ ἀναγάγωμεν τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου τοιαῦτα θέματα πρέπει νὰ ἀναφέρωνται. Ὅτε ἐγένοντο σφαγαὶ ἐν Ἀρμενίᾳ, τοῦ ζητήματος ἐπελήφθησαν καὶ ἔλυσαν αὐτὸ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθησαν. Ὅτε αἱ σφαγαὶ σήμερον, οὐχὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλων βαρβάρων διεξάγονται ἐν Μακεδονίᾳ, τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε πᾶσαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐνδιαφέρονται ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς αὐτὸ, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀντιπρόσωπον ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔχει, νομίζω, τὸ καθῆκον, καὶ ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ ἐξασκήσῃ αὐτὸ, ἀναφερομένη εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ζητοῦσα παρ’ αὐτῶν ἐπέμβασιν καὶ προστασίαν.
§242Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§243Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου νομοσχέδιον, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§245Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§246Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα· τὴν ἀποδέχομαι. Ὥστε εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ὑπολογιζομένων ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως». Μετὰ δὲ τὴν ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ λέξιν «φυλάκισιν» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ἧς τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ὑπερβαίνει τοὺς ἓξ μῆνας». Νὰ διαγραφῶσι δὲ αἱ λέξεις «ἀνωτέραν τῶν ἓξ μηνῶν». (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 2, γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει).
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§248Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δραγούμη, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§250Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τοῦ ἰατροῦ εἰς τὸν ἰατρὸν τοῦ Ἀβερωφείου δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἰατροῦ εἰδικοῦ, διότι πρόκειται περὶ γυναικῶν· ἑπομένως πρέπει νὰ διορισθῇ εἰδικὸς ἰατρός.
§251Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά. Συνεπῶς νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου λέξεις «ἰατρὸς καί»· νὰ προστεθῶσι δὲ εἰς τὸ τέλος τὰ ἑξῆς: «Διορίζεται δὲ καὶ εἰδικὸς ἰατρὸς ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 50». (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 7, γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–11, ὡς ἔχουσι).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12, (ἀναγινώσκεται).
§253Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι ἡ Α. Μεγαλειότης, ὁπόταν θέλῃ, ζητεῖ ἔκθεσιν.
§254Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ Ἀβερωφείου, ἐτέθη καὶ ἐνταῦθα. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τεθῇ, ὁ Ὑπουργὸς, ὡς πάντοτε οἱ Ὑπουργοὶ, θὰ ὑποβάλλῃ ἐκθέσεις.
§255ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον, ὡς περιττόν. Δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἀρχὴ τοιαύτη.
§256ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ διαγραφῇ, κύριε Ὑπουργέ.
§257ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν ᾖναι καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ Ἀβερωφείου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη...
§258ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβὴς ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου.
§259ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκυροῦται καὶ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον περὶ Ἀβερωφείου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9,30′ μ. μ.)