1900.12.01
3,303 rows · 25,535 words · 248 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 1 Δεκεμβρίου 1900.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀριστείδης Κογεβίνας ὑποβάλλει ὑπόμνημα κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐκ παραφυάδος τιμαρίων.—Εἶναι Κερκυραϊκὴ ὑπόθεσις. Κάτοικοι τοῦ δήμου Πτελεατῶν δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον, δι’ οὗ ὁ δῆμος αὐτῶν ν’ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ προσαρτηθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ. Ὁ Ἰωάννης Ἀλτάζης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ μεταφέρῃ πετρέλαια ἐκ Ρωσσίας ὑπὸ διαμετακόμισιν εἰς τὸν λιμένα Βόλου. Ὁ βουλευτὴς Σπετσῶν κ. Λεωνίδας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τοῦ ἡμερολογίου τοῦ πολεμικοῦ πλοίου «Κρήτης», ὅπερ εἶχε μεταβῆ εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς πρὸς προστασίαν τῶν σπογγαλιέων.» Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ποταμιάνος.
§2ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔδωκε διαταγὴν, καὶ διὰ ποῖον λόγον, ὅπως ἡ κατ’ ἔτος τελουμένη ἐν Ναυπλίῳ στρατιωτικὴ ἑορτὴ ἐπὶ τῇ ἁλώσει τοῦ Παλαμηδίου μὴ γενῇ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. Διότι μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, ὅτι, παραδόξως, πρῶτον ἔτος τοῦτο, οὐδεμία ἐγένετο στρατιωτικὴ ἑορτὴ, ὡς εἴθισται, διὰ τὸ μέγα γεγονὸς τῆς ἁλώσεως τοῦ Παλαμηδίου.
§3Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεμία ἐδόθη διαταγὴ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῆς τελετῆς, καθόσον τὰ τῆς τελετῆς κανονίζει ὁ ἁρμόδιος φρούραρχος τυπικῶς. Ἠπόρησα καὶ ἐγὼ ἀληθῶς, ἀναγνοὺς ἐν τῷ τηλεγραφήματι τοῦ Δημάρχου Ναυπλίου, ὅτι δὲν ἐρρίφθησαν οἱ κεκανονισμένοι κανονιοβολισμοὶ πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς, καὶ διέταξα νὰ ῥιφθῶσιν οὗτοι. Ταῦτα γνωρίζω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) τὴν ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. πρότασιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς Β. Διάταγμα τῆς 24 Ὀκτωβρίου· 2) τὸν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. προσωρινὸν γενικὸν κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων, τὸν κυρωθέντα διὰ τοῦ ἀπὸ 14 Ὀκτωβρίου 1900 Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ μὴ συνδημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ταύτην τὴν ἐπερώτησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§7Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, τῇ συστάσει μου, νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως νέου ναοῦ ἐν Πάτραις τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν δυσχερῶν περιστάσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καίτοι ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν ἐψηφίσθη. Οἱ ἐπίτροποι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καὶ πλεῖστοι τῶν ἐν Πάτραις πολιτῶν, φοβούμενοι μήπως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λάβῃ τὴν ἰδίαν τύχην, ἣν ἔλαβε τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἀπηύθυναν ἐπιστολὴν, ἐν εἴδει ἀναφορᾶς, πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Πατρῶν, δι’ ἧς ἐπιφορτίζουσιν ἡμᾶς, ὅπως παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναγράψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ὅλως τυπικὸν καὶ τοπικὸν, οὐδεμίαν θὰ ἐγείρῃ συζήτησιν.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἔχει κανεὶς ἀντίρρησιν. Εἶναι καὶ συντομώτατον.
§9Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχαΐας, ὡς πρόεδρος τοῦ «Ἠθικοθρησκευτικοῦ Συλλόγου», μοὶ ἔπεμψεν ἀντίγραφον ψηφίσματος τοῦ Συλλόγου τούτου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μὲ τὴν παράκλησιν, ἵνα ὡς τόπος ἐκλογῶν προσδιορισθῶσι τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ οὐχὶ οἱ ναοί. Ἐν τῷ ψηφίσματι τούτῳ περιγράφεται ἡ κατάπτωσις τῆς θρησκείας κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, κατάπτωσις, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀνορθώσῃ, μὲ ὅλα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νομοσχέδιά του, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖ τὸ ἄτοπον, τοῦ νὰ γίνηται ἡ ψηφοφορία ἐν τοῖς ναοῖς. Συνεπῶς συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ «Ἠθικοθρησκευτικοῦ Συλλόγου», καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως τροποποιήσῃ τὸ μέρος τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, δι’ οὗ προσδιορίζεται ὁ τόπος τῆς ἐκλογῆς, διὰ τῶν ἑξῆς: «Ἡ ψηφοφορία ἐνεργεῖται εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ ἐν ἐλλείψει τοιούτων, εἰς τὰς ἐκκλησίας.»
§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρέσκουν τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Στάη;
§11Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ ἦναι πολὺ λαμπρὰ, ἀλλ’ οὐδὲν θὰ κατορθώσουν, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖ ἡ κατάπτωσις τῆς θρησκείας, προσδιοριζομένων ὡς τόπου ἐκλογῆς τῶν ναῶν. Διότι γνωρίζετε ἴσως κάλλιον ἐμοῦ, ποῖαι βωμολοχίαι καὶ βλασφημίαι ἐκφέρονται τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς ναοῖς τοῦ Ὑψίστου, ὅπου ἀσκεπὴς καὶ μετ’ εὐλαβείας πρέπει νὰ προσέρχηται πᾶς χριστιανός. Ὑπὸ ἀπελπισίας καταλαμβάνεται οὗτος, ὅταν βλέπῃ ἐν αὐτοῖς διαπληκτισμοὺς καὶ φονικὰ ὅπλα, ἕτοιμα ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν ζωὴν τοῦ πλησίον του, σιγάρα δὲ, κρέατα, ἄρτους καὶ τὰ τοιαῦτα ἐρριμμένα ἐπὶ τοῦ δαπέδου αὐτῶν. Ἐπίσης ἔλαβον ἐπιστολὴν, ἐν τύπῳ ἀναφορᾶς,—τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἔλαβον καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν συνάδελφοί μου—ἐκ μέρους πάντων τῶν ἐν Πάτραις κρεοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπιφορτίζουσι νὰ ἑνώσωμεν τὰς παρακλήσεις μας παρὰ τῇ Βουλῇ καὶ τῇ Κυβερνήσει μὲ τὰς τῶν ἐν Ἀθήναις κρεοπωλῶν, ἵνα μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον τῶν σφαζομένων ζώων, διότι οὗτοι δι’ αὐτοῦ ζημιοῦνται πολύ. Συνεπῶς παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ τροποποιῆται ὁ νόμος οὗτος, ὥστε νὰ προστατεύωνται τὰ συμφέροντα τῶν κρεοπωλῶν, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ νὰ μὴ παροραθῶσι καὶ τὰ τῶν κτηνοτρόφων, οἵτινες τὰ πάντα ὑπέφερον διὰ τοῦ παλαιοῦ φορολογικοῦ νόμου τῶν ζῴων. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἕτερον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐννοῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, νὰ ἀνήκῃ εἰς πολιτικήν τινα ἀπόχρωσιν, εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν κρίσιν του καὶ τὴν πεποίθησίν του, εἶναι ὑγιεστέρα καὶ συμφερωτέρα εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἐὰν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀνήκῃ εἰς τὴν μερίδα, ἣν θεωρεῖ ὡς τὴν ὑγιεστέραν καὶ συμφερωτέραν εἰς τὸν τόπον, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πάντες πρωτίστως ἀνήκομεν εἰς τὸν λαὸν, ὅστις διὰ τῆς ψήφου του μᾶς ἔπεμψεν ἐνταῦθα, ὡς ἀντιπροσώπους του, διὰ νὰ φροντίζωμεν περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων αὐτοῦ, περὶ τῆς εὐημερίας του καὶ περὶ τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ἀνήκοντες εἰς τὴν πλειονοψηφοῦσαν μερίδα, ἥτις εἶναι καὶ ἡ κυβερνῶσα, δὲν ὀφείλομεν νὰ ψηφίζωμεν ἀβασανίστως καὶ ἀνεξετάστως πάντα τὰ ὑποβαλλόμενα παρ’ αὐτῆς νομοσχέδια, ἀλλ’ ὀφείλομεν, ἀπ’ ἐναντίας, νὰ καταψηφίζωμεν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀσύμφορα καὶ ἐπιζήμια εἰς τὸν λαὸν, ὅπως δὲν ὀφείλομεν νὰ σιωπῶμεν, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ εἰς προτάσεις καὶ συστάσεις συναδέλφων, — ἀδιάφορον εἰς ποίαν μερίδα ἀνηκόντων, — αἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἀνακούφισιν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ· ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ συντασσώμεθα μετ’ αὐτῶν, καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ καὶ υἱοθετήσῃ τὰς δικαίας ταύτας προτάσεις. Ὑπὸ τὰς ἀρχὰς ταύτας ἤρχισα τὸ πολιτικόν μου στάδιον, καὶ μάρτυρας ἀψευδεῖς φέρω τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, εἰς οὗ τὰς τάξεις ἀνῆκον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτε διηύθυνε τὰ κοινὰ, καὶ πάντας τοὺς συναδέλφους Βουλευτὰς κατὰ τὴν Περίοδον ἐκείνην. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσω πολιτευόμενος, ἐν ὅσῳ οἱ συμπολῖταί μου μὲ τιμῶσι διὰ τῆς ψήφου των. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφός μου κ. Παπαγιαννακόπουλος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πολλῶν συμπολιτῶν μας, αἰτουμένων τὴν ἀπαλλαγὴν των ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τὴν ὄντως δικαίαν ταύτην αἴτησιν ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω πάσῃ δυνάμει, ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε πρέπον, οὔτε δίκαιον, νὰ πληρώνῃ φόρον ὁ πολίτης, ὅστις οὐδὲν ἐκ τῆς περιουσίας του εἰσέπραξε. Σήμερον ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἓν δημοψήφισμα τοῦ δήμου Δύμης τῆς ἐπαρχίας μας, τὸ ὁποῖον μοὶ διεβίβασεν ὁ Δήμαρχος τοῦ δήμου τούτου. Τὸ ψήφισμα τοῦτο βεβαίως θὰ ἔλαβον καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου ἐκ Πατρῶν, θὰ ἔλαβε δ’ ἐπίσης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἔλαβον.
§13Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ τὸ ἐλάβατε, καὶ οὐχὶ ὅτι τὸ ἐλάβετε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Δὲν τὸ βλέπω ἐδῶ.
§15Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ δημοψηφίσματι τούτῳ παριστάνεται διὰ ζωηρῶν χρωμάτων ἡ οἰκτρὰ καὶ ἐλεεινὴ κατάστασις τῶν δυστυχῶν κατοίκων τοῦ δήμου Δύμης, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσέπραξαν οὐδὲ λεπτὸν οὔτε ἀπὸ τὰς σταφιδαμπέλους των, οὔτε ἀπὸ τὰς ἀμπέλους των, οὔτε ἀπὸ τὰ γεννήματά των, καὶ τῶν ὁποίων οἱ ἀγροὶ δὲν ἀπέδωκαν οὐδὲ τὸν πρὸς σπορὰν σῖτον. Ζητοῦσι δὲ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ταχέως ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῶν ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ πεινῶσιν, ἀφοῦ δὲν δύνανται οὐδὲ αὐτὸν τὸν ξηρὸν ἄρτον νὰ προσπορίσωσιν εἰς ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ δημοψήφισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παριστᾷ τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως οὐ μόνον τοῦ δήμου Δύμης, οὐ μόνον τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μας καὶ τοῦ νομοῦ μας, ἀλλὰ καὶ ἁπασῶν τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατεστράφησαν εἴτε ἐκ τοῦ περονοσπόρου, εἴτε ἐκ τῶν θεομηνιῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους. (Ἀναγινώσκει ὁλόκληρον τὸ δημοψήφισμα). Ἦτο ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ δημοψήφισμα τοῦτο, διὰ νὰ λάβητε γνῶσιν τοῦ μεγέθους τῆς δυστυχίας τῶν κτηματιῶν τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἔπαθον ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἢ ἐκ τῶν θεομηνιῶν; Πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν γνώσει αὐτῆς, καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι κάλλιον παντὸς ἄλλου, εἰδοποιουμένη οὐχὶ μόνον παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν διοικητικῶν της ὀργάνων. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, τί ἔπραξαν πρὸς τοῦτο οἱ εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὀφείλω ν’ ἀνομολογήσω, ὅτι ὁ ἐπαξίως διοικῶν τὴν Νομαρχίας Ἀχαΐας κ. Ναοὺμ, ἀξιεπαίνως φερόμενος, καὶ συναίσθησιν ἔχων καὶ τῆς θέσεώς του καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς τὸν νομόν, τὸν ὁποῖον διοικεῖ, ἠθέλησεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ γνωρίσῃ τὸ μέγεθος τῶν καταστροφῶν τῶν κτηματιῶν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας, καὶ ἐπεχείρησε περιοδείαν εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους τούτους· καὶ δὲν περιωρίσθη νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ἐξήτασεν ἐπισταμένως αὐτὴν, ὡς ἔμαθον, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ θρησκευτικῆς προόδου τῶν κατοίκων. Τὰς ἐντυπώσεις του δὲ πάσας ὑπέβαλε διὰ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ὄντως λαμπρὰν ταύτην ἔκθεσιν; Καὶ, ἂν τὴν ἐμελέτησεν, ἔπεμψεν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους του, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς; Ἐὰν δὲ τὴν ἐμελέτησαν, τί ἔπραξαν πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ δυστυχοῦς φορολογουμένου τούτου λαοῦ; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθησαν, ὅτι θὰ λάβωσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν παθόντων, καὶ ὅτι θὰ προσπαθήσωσι, κατὰ τὸ δυνατὸν, νὰ θεραπεύσωσιν αὐτὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν εἶναι ἀπόστασις πολὺ μακρά. Ἐγὼ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἄλλο μέτρον ἐγνώρισα, παρὰ ἐκεῖνο τῶν ἀστυνόμων, εἰσπρακτόρων, ὑποταμιῶν καὶ ταμιῶν, οἵτινες, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐζητήθη παρ’ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπολογία διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν φόρων, καταδιώκουσιν ἀπηνῶς τοὺς φορολογουμένους πολίτας, καὶ πρὸ πάντων τοὺς δυστυχεῖς ἀγρότας, οὓς συλλαμβάνοντες μεταφέρουσι δίκην κτηνῶν εἰς τὰς Πάτρας, ἵνα ἀποτίσωσι τὰ χρέη των πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ῥίπτουσιν αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς. Διὰ τοῦτο καταθέτω τὸ δημοψήφισμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀφοῦ, ὡς λέγει ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν ἔλαβεν αὐτὸ, καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβωσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ὄντως κοινωνικὸν τοῦτο ζήτημα, καὶ λάβωσι μέτρα σύντονα διὰ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν τὸν κωλύῃ τι εἰς τοῦτο, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Νομάρχου Ἀχαΐας, διότι προτίθεμαι ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας μας, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιστήσῃ σοβαρῶς ἐπὶ τούτου τὴν προσοχήν της, διότι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων πρωτίστως ὀφείλομεν νὰ ἐπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν, καὶ οὐχὶ διὰ τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὅπως ψηφίζονται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, οὐδ’ ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐμμέσως ἢ ἀμέσως τείνουσιν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἀφῄρεσαν καὶ αὐτὸν τὸν σίελον ἐκ τοῦ στόματος! (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα).
§16Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τῶν ἐν Φθιώτιδι κρεοπωλῶν, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι μὲ παρακαλοῦσι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημά τι, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἢ πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν ὁ ἐνταῦθα Σύλλογος τῶν κρεοπωλῶν. Ἄν λοιπὸν τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ὑπεβλήθη...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη, καὶ ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§18Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. .. καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐτυποῦτο καὶ νὰ διενέμετο εἰς πάντας ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην τῆς γνώμης, ἣν περὶ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων ἔχουσιν οἱ κρεοπῶλαι, οἱ εἰδικώτερον γινώσκοντες τὰ περὶ τούτου. Εἶχον καὶ ἑτέραν ἐπιστολὴν, τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, πρέπει ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Μοὶ γράφουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς Φθιώτιδος, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον γινώσκομεν πάντες, — ὅτι δίκαιον καὶ αὐτοὶ θεωροῦσι νὰ μὴ πληρώσωσι τὸν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρον, ἀφοῦ αὗται οὐδὲν εἰσόδημα ἔδωκαν. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου πολλὰ ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ περιττὸν θὰ ἦτο νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Περιορίζομαι λοιπὸν ἁπλῶς νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ καταβληθῇ ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι καταστραφεῖσαι δὲν ἀπέδωσαν τίποτε· πρᾶγμα ἄλλως, ὅπερ δὲν θὰ ζημιώσῃ καὶ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς βεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς εἰσπράξεως ἄλλων φόρων ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ σήμερον περισσεύματα.
§19Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἔλεγον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀδιαφορήσωμεν εἰς τὰς πρὸς βοήθειαν ἐπικλήσεις τῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου παθουσῶν ἐπαρχιῶν, δὲν ἐδίστασα νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ βραδύτης περὶ τὴν λῆψιν τῶν ὑπὸ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης ἐνδεικνυομένων μέτρων θὰ ἠδύνατο καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν νὰ ἀπειλήσῃ σοβαρῶς. Καὶ ὁμολογῶ τώρα, ὅτι δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ ἤρχοντο τὰ πράγματα τόσον ἐνωρὶς εἰς κύρωσιν τῶν τότε ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Καὶ εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ποίαν σημασίαν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τάξεως, ἔχει τὸ ψήφισμα, ὅπερ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἀνέγνωσεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Παπαδιαμαντόπουλος; Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ ψήφισμα αὐτὸ, διὰ τοῦ Δημάρχου Δύμης, ὁ ὁποῖος ἀπ’ εὐθείας τὸ διεβίβασε καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἂν ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀρχαὶ ὠδίνων, εἶναι ὅμως ἄξια προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ εὑρέθη εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν ἀπέναντι τῆς ἀνησυχητικῆς στάσεως, ἣν ἔλαβον οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου ἐκείνου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐξῆλθε πλέον τῆς παθητικῆς στάσεως, ἣν τηρεῖ, ἀλλ’ εἶναι, νομίζω, καιρὸς νὰ μάθωμεν, τί συμβαίνει. Ποῦ εὑρίσκονται αἱ περὶ δανείου διαπραγματεύσεις; Ἐξακολουθοῦσιν; ἢ ἐναυάγησαν; Καὶ ἂν ἐναυάγησαν, τί ἐννοεῖ νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Θ’ ἀφήσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Ἀλλὰ τότε ἀπαίσιον προβάλλει πάλιν τὸ φάσμα τῆς διασαλεύσεως τῆς τάξεως· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀμέτοχος κινδύνων ἡ περαιτέρω ἀδιαφορία. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ δανείου, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἴσως εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τοιαύτας καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὸς ὃν ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην ὑπόμνησιν, τὴν ἑξῆς. Αὐτοὶ οἱ ἀτυχεῖς κάτοικοι τοῦ δήμου Δύμης, περὶ ὧν τὸ ψήφισμα, ὑφίστανται ἐπὶ πλέον καὶ τὰ δεινὰ ἀληθοῦς καταδυναστεύσεως ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου. Τὰ παράπονά των ὑπέβαλον ἐπανειλημμένως καὶ πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Ἀχαΐας, καὶ πρὸς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον ἀπ’ εὐθείας, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθησαν. Εἰς τί τὰ παράπονα ταῦτα περιστρέφονται, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος οἱ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Διαδόχου χωροφύλακες προέβησαν καὶ μέχρι τοῦ ν’ ἀφαιρέσωσιν ἢ νὰ καταστρέψωσι τὸν σῖτον δυστυχῶν τινων γεωργῶν, κατὰ τὴν ὥραν τῆς συγκομιδῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οἱ ἀγροὶ, ἐφ’ ὧν ἦτο ἐσπαρμένος ὁ σῖτος, περιελαμβάνοντο εἰς τὸ κτῆμα τοῦ Διαδόχου, ὅπερ, ὡς γνωστὸν, ἔχει ἔκτασιν διακοσίων τεσσαράκοντα χιλιάδων στρεμμάτων. Καὶ δὲν ἔχει μὲν βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ κτήματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, νὰ καταστείλῃ τὰς αὐθαιρεσίας τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἥτις, παραδόξως, διατελεῖ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κτήματος.
§20Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν εἰς ἄλλα Κράτη ἤθελε συμβῆ ἡ θεομηνία, ἡ ὁποία συνέβη ἐν Ἑλλάδι εἰς πολλὰς τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ ἄλλων νομῶν, οὐχὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶχον ἀνάγκην νὰ συνέλθωσιν, ἵνα ζητήσωσι συνδρομὴν, οὐχὶ ἡ Βουλὴ, οὐχὶ οἱ Βουλευταὶ ἤθελον ὑψώσει φωνὴν, ἵνα παραστήσωσι τὰ δεινοπαθήματα τῶν συμπολιτῶν των, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἤθελε λάβει τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἤθελεν εἰσαγάγει τὰ μέσα πρὸς ἀρωγὴν τῶν παθόντων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα συμβαίνει γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν Κράτος γίνεται. Τί συμβαίνει; Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀμέσως, ὡς εἰ εὑρισκόμεθα ἐν καλῇ καταστάσει, ὡς εἰ μὴ ἔπαθεν οὐδὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ θεομηνίαν, ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν Προϋπολογισμοῦ ἐξ 114,000,000, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ τὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα φόρον. Ἐλησμονήσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἔχει, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Διοίκησιν. Ἡ Διοίκησις ὤφειλε πρὸ παντὸς νὰ φωτίσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους, κατὰ πρῶτον λόγον, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἔλθει εἰς συνδρομὴν τῶν παθόντων. Ἦτο ἀνάγκη, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ φέρῃ ψήφισμα καὶ νὰ ζητῇ βοήθειαν, ἐνῷ ἡ Διοίκησις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐποπτεύῃ καὶ μεριμνᾷ περὶ τῆς εὐημερίας τῶν κατοίκων, νὰ ὑψώσῃ φωνὴν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ δώσῃ πρὸς τοὺς παθόντας ἐκ τῶν καταστροφῶν, καὶ νὰ προλάβῃ διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως; Ἔχομεν παραδείγματα ἀπανταχοῦ τοιαῦτα. Συμβαίνουσι θεομηνίαι; πλήμμυραι; ἀμέσως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Διοικήσεως εἶναι παρόντες, ὅπως ἐξακριβώσωσι τὸ μέγεθος τοῦ δυστυχήματος, καὶ προτείνωσι τὰ μέσα τῆς θεραπείας· οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἀπαλλαγῆς καταστραφείσης ἐπαρχίας ἐκ τῆς φορολογίας, διότι εἶναι αὐτοδικαίως ἀπηλλαγμένη. Πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα, καὶ νὰ γείνωσι θυσίαι, διότι πάντες εἴμεθα συνδεδεμένοι δι’ ἀλληλεγγύης. Πέρυσιν ὕψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, σήμερον ὑψῶ αὐτὴν ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου. Ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀφήσῃ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, ὅπως λύσῃ τὸ κοινωνικὸν αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπείγει· τὴν δὲ πρωτοβουλίαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, νομίζω ὅτι ἦτο ἀτυχὴς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχῃ μεμελετημένον, ὥστε νὰ τὸ γνωρίζῃ, καὶ ἔχων παρεσκευασμένα τὰ μέσα τῆς θεραπείας, νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν ἀρκεῖ νὰ σημειώνωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι εἰσεπράξαμεν τόσα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ταῦτα πρέπει καὶ ν’ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ πρὸς τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας, ἵνα φροντίζῃ περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. Οὐδεμίαν παραχώρησιν ζητοῦμεν, οὐδεμίαν χάριν· ζητοῦμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§21ΔΗΜΟΣΘ. ΚΑΙΡΗΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄνδρου τὸ προϊὸν τῶν ἀμπέλων ἐφέτος ἀπέτυχε τελείως· συνεπῶς καὶ ἡ ἐπαρχία μου δέον νὰ τύχῃ τῆς αὐτῆς νομοθετικῆς προνοίας, ὡς καὶ αἱ παθοῦσαι λοιπαὶ ἐπαρχίαι, καὶ νὰ μὴ φορολογηθῶσιν αἱ ἄμπελοι, ἀφοῦ προϊὸν δὲν παρήχθη, ἢ παρήχθη τόσον μόνον, ὅσον δύναται νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄνδρου, πλὴν τῆς ἀφορίας τῶν ἀμπέλων, ἔχομεν ἀτυχῶς καὶ πλήρη ἀφορίαν τοῦ ἐλαίου, καὶ ἐντελῆ ἀζητησίαν τῶν λεμονίων, ὡς ἐκ τῆς μὴ εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν Τουρκίαν, ἕνεκα τῶν ἀπαγορευτικῶν δασμῶν. Δύναμαι ὅθεν νὰ εἴπω, ὅτι πενία μαστίζει τὸν τόπον ἐκεῖνον τοιαύτη, οἵαν οὐδέποτε ἐνθυμοῦνται οἱ κάτοικοι· καὶ ἐν ᾧ πενία μαστίζει τὸν τόπον, ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων γίνεται μετὰ τοσαύτης αὐστηρότητος, ὡς εἰ μόνον κακοτροπία κατεῖχε τοὺς φορολογουμένους. Ἀπόδειξιν τῆς αὐστηρότητος ταύτης παρέχουν οἱ πίνακες τῶν ταμιακῶν εἰσπράξεων, εἰς τοὺς ὁποίους φαίνεται, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τῶν δέκα μηνῶν τοῦ ἔτους 150,000 δραχμαὶ, καὶ μένουν ὡς καθυστερήματα 7,000 περίπου, αἵτινες πᾶσαι θέλουσιν εἰσπραχθῆ. Κατὰ τῆς τοσαύτης αὐστηρότητος δυσφορεῖ ἡ ἐπαρχία, ἀλλὰ καὶ δὲν γογγύζει. Ἐπιθυμεῖ ὅμως νὰ μάθῃ, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, πρὸς ἄρσιν τῶν ἀπαγορευτικῶν δασμῶν, ἢ μετριασμὸν αὐτῶν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ ἂν ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις ταχεῖαν τὴν περάτωσιν αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει βεβαίως τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὁποία ζημία προκύπτει ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἰς τὰ προϊόντα ἡμῶν, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἡ ἐπαρχία μου πάσχει δεινῶς· ὅλοι οἱ κτηματίαι ἑσπεριδοειδῶν ὑποφέρουσι, καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν κτημάτων των εἶναι βεβαία, ἂν ἡ κατάστασις παραταθῇ ἐπὶ πολύ. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων αὐστηρῶς, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ διευκολύνῃ εἰς τοὺς φορολογουμένους τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ἐὰν οἱ φορολογούμενοι δὲν ἔχουν παραγωγήν, ἐὰν τὰ προϊόντα αὐτῶν δὲν δύνανται διὰ τῆς ἐμπορίας νὰ ἐκποιήσουν, πῶς θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων; Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν πρὸς σύναψιν ἐμπορικῆς συμβάσεως, εἰς ποῖον σημεῖον αὗται εὑρίσκονται, καὶ τίνας ἐλπίδας ἔχει περὶ αὐτῶν. Μετὰ τὴν παροχὴν δὲ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§22ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ εἰσέτι δὲν ἤρξατο ἡ παροχὴ τῶν δανείων ἐκ μέρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἐνῷ γινώσκομεν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης εἶχεν ἀποφασίσει καὶ εἶχε διατάξει τὴν παροχὴν τῶν δανείων αὐτῶν ἀπὸ τῆς 16 λήξαντος μηνός. Διὰ τῶν δανείων τούτων οἱ κάτοικοι τῶν σταφιδοφόρων μερῶν, τῶν ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου καταστραφέντων, ἀναμένουσιν ἐναγωνίως νὰ θεραπεύσωσιν ὄχι μόνον τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν ἔλλειψιν τοῦ σπόρου, τοῦ ὁποίου στεροῦνται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν των. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ σπουδαίαν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἡ μόνη ἀνακούφισις, ἡ ὁποία δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ δοθῇ εἰς τὰ σταφιδοφόρα μέρη. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως δανείου πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ περὶ διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος, τῆς σταφίδος, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν σκέψιν καὶ μίαν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ σήμερον ἐν Πύργῳ παρὰ πολλοῖς, ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ παρακρατήματος. Αἱ ἄμπελοι δέκα καὶ τεσσάρων περίπου ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους κατεστράφησαν παντελῶς, καὶ ἑπομένως οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων στεροῦνται ἀπολύτως οἴνου, ὅστις ὄχι μόνον εἶναι εἶδος πρώτης ἀνάγκης διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ συγχρόνως συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ καλλιέργεια σταφιδαμπέλων καὶ ἀμπέλων ἄνευ οἴνου. Ἑπομένως ἐπικρατεῖ ἐκεῖ ἡ γνώμη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ μέγα μέρος τοῦ παρακρατήματος, ἴσως καὶ 20 ἑκατομμύρια λιτρῶν, πρὸς θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως τοῦ οἴνου· ἐὰν δηλαδὴ ἤθελεν ἀποφασισθῆ νὰ ἐδίδετο εἰς ἕκαστον ὅσον ἤθελε ζητηθῆ παρ’ αὐτοῦ ποσὸν σταφιδοκάρπου πρὸς ἁπλῆν οἰνοποίησιν, ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, ἀφοῦ προηγουμένως μεταβάλλεται εἰς μᾶζαν ἢ εἰς πολτόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐμπορίαν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀμφότεραι αἱ ἀνάγκαι αὗται, καὶ ἡ τῆς στερήσεως τοῦ οἴνου καὶ ἡ τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος, θὰ ἐθεραπεύοντο. Διότι, ἐὰν διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ οἴνου ἤθελε διατεθῆ ποσὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων λιτρῶν, βεβαίως ἡ βιομηχανία θὰ ἠναγκάζετο ν’ ἀγοράσῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ παρακρατήματος. Ἐκτὸς τούτου, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν φορολογουμένων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, διότι ὁμολογουμένως αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν, καὶ δὲν ἔχει καὶ νὰ εἰσπράξῃ τίποτε τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου τούτου, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ ἐκ τούτου ὀφείλοντες νὰ πληρώσουν. Προσέτι παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τῆς Μανωλάδος, τοῦ δήμου Βουπρασίων, ἐναντίον τῶν διαχειριζομένων τὸ κτῆμα τοῦ Διαδόχου, καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν· διότι ἀληθῶς πολλὰ τοιαῦτα παράπονα ἐγείρονται, καὶ φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν συμφέρει, ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν.
§23Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὰς διατάξεις περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένους.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δόξα σοι ὁ Θεός!
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 49).
§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καταθέτω πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ἤτοι τὰς ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δικαστικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν γραφείων τῆς περιφερείας αὐτοῦ. Ἐπίσης καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς, ἤτοι τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν ἀρχῶν περὶ προσαρτήσεως τοῦ δήμου Βρασιῶν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου. Ἐπίσης καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς, περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ἀντεισαγγελέως Κωνσταντινοπούλου, καὶ περὶ τῆς ἀθωώσεως τοῦ συμβολαιογράφου Σοφιανοπούλου. Ἐπίσης καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καρυστίας, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπηρετούντων ἤδη ἐπιστατῶν, βοηθῶν, φυλάκων καὶ ὑπηρετῶν πασῶν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Εἶναι 10–12 ὀλιγώτεροι ἢ ὅσοι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, διότι προσεθέσαμεν 10 ἕως 12 θέσεις ἕνεκα τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων. Πληροφορῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1898 εἴχομεν λάβει πίστωσιν διὰ τροφοδοσίαν ὑποδίκων καὶ καταδίκων δραχ. 1,490,900, ἐδαπανήθησαν 1,481,249.88, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 9,650.12. Κατὰ τὸ 1899 εἴχομεν πίστωσιν 1,490,000 δραχμῶν, ἐδαπανήσαμεν 1,439,587.95, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις δραχ. 50,412.05.
§27Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τί δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ τὴν συντήρησιν;
§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔχωμεν ἀκριβῶς. Αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔχητε μόνον κατὰ προσέγγισιν, ὅταν ἔχητε τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδίκων καὶ τῶν ὑποδίκων.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ περὶ τοῦ προσωπικοῦ;
§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 50).
§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, περὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, ἀφ’ ἧς αὕτη συνέστη, αὐτὸ εἶναι δυσχερὲς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναμένῃ. Διότι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος συνεκροτήθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1855. Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι διαδοχικῶς πολλὰ μέλη διωρίσθησαν, καὶ πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν, ποῦ, πῶς καὶ πότε διωρίσθησαν. Διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναμένῃ.
§33ΔΟΥΝΗΣ. Ὅταν θὰ προσκομίσητε τὰς ἄλλας πληροφορίας, παρακαλῶ νὰ φέρητε καὶ τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ Κράτος διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀστικοῦ κώδικος.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§35ΔΟΥΝΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων, παρακαλῶ νὰ προσαγάγητε καὶ σημείωμα, πόσοι εἶναι οἱ κατάδικοι καὶ πόσοι οἱ ὑπόδικοι ἐν τῷ Κράτει, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν πόση εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν.
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εὐκολώτατον, διότι κατὰ μῆνα ἤδη ἔχομεν κατάλογον τῶν ἐν τῷ Κράτει καταδίκων καὶ ὑποδίκων. Ἐλάβομεν μάλιστα τὴν πρόνοιαν, καὶ τὸν κατάλογον αὐτὸν δημοσιεύομεν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§37Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶχον σκοπὸν, σχετικῶς μὲ τὸ ὑποβληθὲν πρὸ ὀλίγου νομοσχέδιον, «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων», νὰ ὁμιλήσω σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, κατόπιν ἀναφορᾶς συμπολίτου μού τινος. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ τυπωθῇ καὶ ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ σήμερον.
§40Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀναγράφονται αὐθημερὸν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται, καὶ ψηφίζονται κατεπειγόντως, διὰ τοῦτο οἱ νόμοι γίνονται, ὅπως γίνονται, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ τροποποίησις.
§41Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶχον νὰ ὑποβάλω ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σύρου, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, διότι κατόπιν τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου καὶ ἄλλων ἀσθενειῶν, οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲν εἰσέπραξαν οὔτε λεπτόν. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπανειλημμένως εἶχον κάμει λόγον, καὶ μάλιστα πρὸ τριῶν ἡμερῶν συνετάξαμεν μετ’ ἄλλων συναδέλφων νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει μόνον νὰ φροντίζῃ τίνι τρόπῳ νὰ φορολογῇ τὸν πτωχὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ τίνι τρόπῳ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτὸν τὰ μέσα, ἵνα πληρώνῃ τοὺς φόρους του.
§42Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἔθιξε ζήτημα σοβαρώτατον καὶ σπουδαιότατον, μετ’ ἀπορίας δὲ δὲν εἶδον μέχρι τοῦδε νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον πρὸς διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ σταφιδικὸν, ἤτοι ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀπεκαλύφθησαν πολλαὶ ἐλλείψεις, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀποκαλυφθῶσιν ἐλλείψεις, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ἓν κατασκεύασμα πρωτότυπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε γείνῃ εἰς ἄλλο Κράτος, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου ἐγένετο πρότασις, ὅπως ὡς τελευταῖον ὅριον τοῦ παρακρατήματος τεθῇ τὸ 5 ἢ 6% ἀλλὰ διὰ βοῆς καὶ παραζάλης ἀπερρίφθη· ὁ χρόνος ὅμως μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι πολὺ κακῶς ἐπράξαμεν. Διότι ἐκ τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς τῶν 90 περίπου ἑκατομμυρίων λιτρῶν ἠναγκάσθημεν νὰ παρακρατήσωμεν τὰ 9 ἑκατομμύρια, καὶ τοιουτοτρόπως ἐδώσαμεν εἰς τὴν κατανάλωσιν περὶ τὰ 80 μόνον ἑκατομμύρια, οὕτω δὲ ἀπεκλείσαμεν τὴν σταφίδα ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων ἀγορῶν, πλὴν τῆς Ἀγγλικῆς· ἐν δὲ τῇ ἀγορᾷ τῆς Ἀγγλίας ὑπερετιμήθη τόσον, ὥστε βεβαίως σήμερον ἤρξαντο ν’ ἀντικαθιστῶσι ταύτην δι’ ἄλλων εἰδῶν. Πόση δὲ ἡ ἐκ τούτου ζημία, θὰ τὸ ἴδωμεν ἀργότερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ νόμος περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκανόνισε τὰ περὶ τοῦ Συμβουλίου· ἡ Συνέλευσις ὅμως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον αὐτόν, ἀλλὰ προέβη καὶ καθῄρεσε τὸ Συμβούλιον. Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως ἔπραξε τοῦτο· νομίζω ὅμως, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς Συνελεύσεως πληρέστερον. Ἐπίσης δέον νὰ κανονισθῇ καὶ ἕτερον ζήτημα, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γράφονται οἱ μέτοχοι, διότι πολλαὶ καταχρήσεις γίνονται εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς κατασκευῆς μετόχων ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων· ἐκδίδονται δηλαδὴ δελτία εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὔτε εἶχον, οὔτε ἔχουσι καθόλου σταφίδα. Ἐπίσης καὶ πλεῖστα ἄλλα ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν εἶναι παρών, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, διότι ὁ χρόνος ἐπείγει, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν θέλει παρατείνει ἐπὶ πολὺ τὰς συνεδριάσεις της, ὡς ἄλλοτε Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐργασίαι αὐτῆς θὰ λήξουν ταχέως, καὶ δὲν θὰ προλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαρρυθμίσῃ ζήτημα σοβαρώτατον, σπουδαιότατον καὶ ζωτικώτατον διὰ τὸν τόπον.
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλὰ ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι, ὅτι ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν τούτων θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδιον σχετικὸν πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Ἐπίσης θέλομεν ὑποβάλει καὶ νομοσχέδιον σχετικὸν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§44ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου συναδέλφου προέκυψεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐναντίον διατάξεως τοῦ νόμου ῥητῆς, διὰ βοῆς καθηρέθη Συμβούλιον συνεστημένον νομίμως, καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, ὅπερ οὐδένα ἔχει νόμιμον λόγον ὑποστηρικτήν. Ταῦτα ἐγνωρίζομεν ἔξω τῆς Βουλῆς, ἀκούοντες αὐτὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα· ἀλλ’ ἡ παράστασις ἡ ἐνταῦθα, ἣν ἐν παρόδῳ ἐποιήσατο ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἔθηκε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅτε ζήτημα τοιοῦτον τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀφίνωμεν νὰ παρέλθῃ τοῦτο ἀπαρατήρητον. Ἐβεβαιώθη ἐνταῦθα, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ὁρίζει ῥητῶς, πῶς καταρτίζεται τὸ Συμβούλιον τοῦ ἱδρύματος, ὅπερ νόμος ἵδρυσε, καὶ ὅπερ ὀνομάζεται Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου, καὶ ἵδρυσε Συμβούλιον, ὅπερ, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, βεβαίως οὐδεμίαν ἤθελεν ἔχει ἐξουσίαν διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Προκειμένου περὶ ἱδρύματος τοιαύτης σημασίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ διοικῆται ὑπὸ Συμβουλίου, ὅπερ δὲν ἔχει νόμιμον ὑπόστασιν; Προκαλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι θέμα, ὅπερ ἀνάγεται εἰς τὴν Ὑπουργικὴν εὐθύνην, θέλω προκαλέσει προσεχῶς συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται, ὅταν θέλῃ, νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν· νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέθεσεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης προέβη, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, λίαν εἰδήμων περὶ τὰ τοιαῦτα, γινώσκει κάλλιστα, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐντολῆς, ἥτις δίδεται εἴς τινα, δύναται ἡ ἐντολὴ αὕτη νὰ ἀνακληθῇ παρὰ τοῦ ἐντολοδότου, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐκύρωσεν ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ἐφάνη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς προκαλέσῃ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θέλει ἐξετασθῆ, ἐὰν ἡ ἐνέργεια τῆς Συνελεύσεως ὑπῆρξε νόμιμος, ἢ ὄχι.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως τότε θέλομεν συζητήσει, ἀλλὰ πρέπει ἀπὸ σήμερον νὰ ὁρισθῇ τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ θέλομεν συζητήσει καὶ βλέπω, ὅτι μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ θέλομεν συζητήσει, εἶναι, ἐὰν δύναται ν’ ἀνακληθῇ ἡ δεδομένη ἐντολή, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις, δυνάμεναι νὰ στηρίξωσι τὴν γενομένην ἐνέργειαν. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐγὼ ἔθιξα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, εἶναι τοῦτο· ὅταν ὁ νόμος ὁρίζῃ, ὅτι ἵδρυμα ἱδρυθὲν ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ ἐπίβλεψιν εὑρισκόμενον, διοικεῖται ὑπὸ Συμβουλίου, οὗ τὰ μέλη ἀνανεοῦνται κατὰ τὸ ⅓, νομίζω, ἐτησίως, ἐὰν οὕτως ἔχωσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τῆς διοικήσεως τοιούτου ἱδρύματος, χωροῦσιν οἱ κοινοὶ ὅροι τῶν νόμων περὶ ἐντολῆς, ἢ εἶναι κυρία μόνη ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἥτις ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἰδιορρύθμους ἐκείνους μετόχους, εἰς οὓς δίδει δικαιώματα ἀνανεώσεως τοῦ Συμβουλίου, νὰ ἀνατρέψωσι διὰ μιᾶς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ἵνα ἀντικαταστήσωσιν αὐτὸ ἐν συνόλῳ ὑπὸ προσώπων τῆς ἰδίας ἐκλογῆς; Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος προσδοκῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁμιλήσωσιν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, παραβλέψασα τὸν νόμον, καὶ ἐγκρίνασα τὰς πράξεις τῆς Συνελεύσεως τῶν σταφιδοκτημόνων, ἢ κακῶς καὶ ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου.
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ὅπως γείνῃ ἡ συζήτησις θετικωτέρα, θὰ ἦτο καλόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ αὕτη, ὅπως γνωρίζωμεν, ἐὰν καὶ αἱ ἀποφάσεις αὗται τῆς Συνελεύσεως εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ καταστατικόν.
§48Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν καὶ νὰ κατατεθῇ τίποτε. Ὁ νόμος εἶναι τόσον σαφὴς καὶ ῥητός, ὥστε, ἐάν, ὡς ὑποθέτω, δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ λόγος εἶναι πραγματικός. Ὡς γνωρίζετε, εἶχον ἐγερθῆ πολλὰ καὶ βάσιμα παράπονα περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ πρώην Συμβουλίου. Ἀπεδόθησαν κομματικὰ καὶ προσωπικὰ ἐλατήρια, ἐπενεργοῦντα κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Πάντες λοιπὸν εἶπον, ὅτι, καίτοι ἵδρυμα τόσον σπουδαῖον ἀπὸ τῶν πρώτων βημάτων τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ εἰσάγει τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν μεροληψίαν ἐν τῇ Διοικήσει, καὶ ἂν ἐγένετο παραγκώνησίς τις τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ παροραθῇ. Ὅτε ὅμως τώρα βλέπομεν, ὅτι ἦλθεν ἄλλο Συμβούλιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπίσης τὰ αὐτὰ ἐγείρονται παράπονα, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ σημερινοῦ Συμβουλίου ἀποκτᾷ πολλὴν σημασίαν, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, οἵαν προεκάλεσεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφές, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη δικαιολογίαν, ἥτις οὔτε νόμιμος οὔτε καθιερωμένη, φρονῶ, εἶναι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ ἄλλου Δικαστηρίου. Ὁ Ἄρειος Πάγος πιθανὸν νὰ ἀπεφάνθη, ὅτι ἐντολὴ διδομένη παρά τινος πρὸς ἄλλον εἶναι ἀνακλητή· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι συνιστῶνται δυνάμει καταστατικοῦ, ἐγκρινομένου διὰ Διατάγματος, καὶ μάλιστα διὰ νόμου, τὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ τὰ τῆς διαρκείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι δι’ ἐξομοιώσεως ἁπλῶς πρὸς τὴν ἐντολήν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἓν καταστατικόν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον πάντες συνεταιρίσθησαν καὶ συνεβλήθησαν, καὶ ὑπὸ τὸ ὁποῖον συνεφώνησαν ὅτι θὰ ἐκλέγηται καὶ θὰ διευθύνῃ τὸ Συμβούλιον, καὶ θ’ ἀνακαλῆται καὶ θὰ παύῃ ἡ ἐντολὴ τοῦ Συμβουλίου, αἱ συμφωνίαι αὗται δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἢ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταβληθῇ κατὰ ταῦτα αὐτὸ τὸ καταστατικόν· διότι, ἂν καὶ εἷς μόνος ἐκ τῶν μετόχων δὲν συμφωνῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν, ὡς γίνεται, ἔχει τὸ δικαίωμα ἐγκύρως νὰ ἀντιστῇ. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τῶν ἀτόμων. Τὸ ἄτομον περιλαμβάνει ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην βούλησιν ἐν ἑαυτῷ, ἑπομένως δύναται καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ, ἂν δὲν ζημιοῖ ἄλλους, τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν· ἀλλ’ ὅταν τὴν βούλησιν ἀποτελοῦν 200 ἄτομα, δὲν δύνανται τὰ περισσότερα μέλη νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀνακαλοῦσι τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ὅλα τὰ μέλη. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπάρχει καὶ ἄλλο, ὅτι ὡρίζετο, ὅτι τὸ καταστατικὸν θέλει κανονίσει τὰ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου, καὶ, κατὰ τὸ καταστατικὸν, μετὰ τρία ἔτη θ’ ἀνανεοῦται ἐτησίως κατὰ τὸ τρίτον τὸ Συμβούλιον· ἑπομένως κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος καὶ κατὰ τὴν πρώτην συνέλευσιν, τὴν συγκληθεῖσαν, ἔπρεπε διὰ κλήρου, ἢ ὅπως ὁρίζεται, νὰ ἐξέλθῃ τὸ ⅓, καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐξελθόντων. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπέρριψεν ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως τὴν εὐθύνην, ἀντὶ νὰ ἀναλάβῃ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, ὡς τὴν ἐδικαιολόγησεν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, τότε ὑποθέτω, ὅτι καθαρώτερον θὰ ἐκτεθῶσι τὰ πράγματα, καὶ θὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην ἀκριβεστέραν.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι βάσιμος, ἢ ὄχι. Ἐπιτρέπεται ὅμως σήμερον νὰ ἐκφράσω τὴν μεγάλην ἀπορίαν, εἰς ἣν εὑρίσκομαι ἀπέναντι τῶν νομικῶν θεωριῶν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐκάκισεν ἐμὲ διὰ τὴν οὐχὶ νομικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω ἐγὼ περὶ τῆς νομικῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Ὑπάρχει, λέγει, διάταξις νόμου, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ ἐκλέγωνται ἐπὶ τριετίαν, ἀνανεούμενα κατὰ τὸ τρίτον κλπ.· ἀλλ’ ἐπειδὴ διεδόθη ὅτι τὰ μέλη ἐκεῖνα, εἴτε ἕνεκα καταχρήσεων, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων...
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐδικαιολόγησα τὴν σιωπήν μου ἐν τῇ Βουλῇ.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ἐγέννησαν παράπονα, φυσικὸν ἦτο νὰ παραγκωνισθῇ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἴδια παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τῶν διορισθέντων ὑπὸ τῆς νέας Συνελεύσεως, τότε ἐνεθυμήθημεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ λέγομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι παρανομεῖ! Ἐὰν δηλ. οἱ παρανόμως διορισθέντες δὲν ἔδιδον χώραν εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἠγέρθησαν, τότε δὲν ἤθελε γείνῃ λόγος. Ἐπιτραπείτω μοι λοιπὸν, εἰς τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέφερεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησίν μου, νὰ ἀπαντήσω δι’ ἔτι μεγαλειτέρας ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ἐγέννησαν ἐν ἐμοὶ νέαι ὅλως νομικαὶ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξε.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι συγγνωστὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι, μὴ δυνάμενος ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος ν’ ἀπαντήσῃ, προσέφυγεν—ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ—εἰς διαστροφὴν τῶν λόγων μου. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιαύτην θεωρίαν νομικὴν, οἵαν ἀνέφερεν. Ἐγὼ εἶπον, διατὶ μέχρι τοῦδε περὶ τόσον καταφανοῦς καὶ προδήλου παραβάσεως ἑνὸς νόμου δὲν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἶπον, ὅτι πιθανὸν, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ Συμβουλίου, ὅπερ εἶχε καταγγελθῆ πανταχόθεν διὰ τοῦ Τύπου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες, ὑποστηρίζουσαι, ὅτι διηύθυνε μεροληπτικῶς καὶ χαριζόμενον εἰς συγγενείας καὶ κομματικὰ συμφέροντα, διὰ τοῦτο ἠρκέσθησαν καὶ δὲν ἔφεραν τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη ὅμως τὰ αὐτὰ πάλιν ἐπαναλαμβάνονται μὲ τὸ νέον Συμβούλιον, καὶ εἶπον ὅτι πιθανὸν ἡ διάψευσις τῶν ἐλπίδων, ὅτι ἴσως διὰ μιᾶς παραβάσεως τοῦ νόμου καλλίτερον θὰ διηυθύνοντο τὰ τῆς Τραπέζης, ἠνάγκασέ τινας νὰ εἰσαγάγωσι τὸ ζήτημα — ὀλίγον βραδέως, εἶναι ἀληθές, — εἰς τὴν Βουλὴν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ κύριον ζήτημα, ἂν νομίμως καὶ ἰσχυρῶς ἐξελέγη, καὶ ἂν νομίμως καὶ ἰσχυρῶς λειτουργεῖ τὸ νέον Συμβούλιον. Περὶ αὐτοῦ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§53Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Συνέλευσις ἔπαυσε τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, νομίζω ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις τὸ ἔπαυσε διὰ λόγους καταχρήσεως· τοῦτο δὲ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ σταφιδικὸς νόμος ἐξομοιοῖ ῥητῶς τοὺς συμβούλους πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀναγράφων ποινὰς, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ, μέχρι τῆς ποινῆς τῆς προσωρινῆς παύσεως. Ἀφοῦ ὅμως οὐδεμία ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ποινὴ, οὐδ’ ἐπίπληξις, οὐδὲ πρόστιμον, ἐπεβλήθη εἰς οὐδένα τῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε ἦσαν ἀξιότιμοι ἄνθρωποι, ὅπως εἶναι καὶ οἱ νῦν, ἕπεται, ὅτι τὰ παράπονα δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, οὐδὲ εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν οὐδεμία ποινὴ ἐπεβλήθη εἰς τοὺς συμβούλους ἐκείνους, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ σήμερον, ὅτι ἡ Συνέλευσις εὗρε παρατυπίαν, ἢ κατάχρησιν, ἢ ἄλλο τι. Ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ τοὺς παύσῃ, καὶ τοὺς ἔπαυσεν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω νὰ συζητήσω νομικῶς τὸ πρᾶγμα αὐτὸ, διότι δέν μοι εἶναι καὶ εὔκολον· ὁ νόμος ὅμως μόνον τὸν Ὑπουργὸν ἔταξεν, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, εἰς δὲ τὴν Συνέλευσιν ἔδωκε τὸ δικαίωμα, μόνον τὰ δύο μέλη ν’ ἀντικαταστήσῃ, τὰ ἐξερχόμενα διὰ κλήρου, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργὸν ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς προστίμου καὶ παύσεως.
§54ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου συζήτησις μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως μετὰ τοῦ πρακτικοῦ τῆς Συνελεύσεως καταθέσῃ καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνελεύσεως, τὰ δικαιολογοῦντα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶχε περὶ τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία κατάχρησις ἐγένετο.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος περὶ καταχρήσεως.
§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ποῖοι ἄλλοι λόγοι ὑπῆρχον, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν τοιαύτην ἀντικατάστασιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα νόμον, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τὰ μέλη τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ὤφειλε ν’ ἀντιστῇ εἰς τοιαύτην ἀντικατάστασιν. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ νόμου εἶναι καταφανής, καθότι ὁ νόμος ὁρίζει χρονικὸν διάστημα ὑπηρεσίας τῶν συμβούλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ἐὰν ὅμως κατάχρησίς τις ἐπέβαλλεν, οἱονεὶ κατ’ ἀνάγκην, τὴν παράκαμψιν τοῦ νόμου, ὅπως ἀποσοβηθῶσιν ἐξακολουθητικαὶ καταχρήσεις, τότε ἴσως ἠδύνατό τις νὰ συγχωρήσῃ τοιαύτην παράβασιν. Διὰ τοῦτο ἐγώ, ἐπειδὴ τοιαῦται θεωρίαι δύνανται νὰ ἦναι δεδικαιολογημέναι, ἐὰν ὑπάρχωσι στοιχεῖα ἀνάγκης ἐπιβλητικῆς, παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι ὅσα εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐντολῆς καὶ ἀνακλήσεως αὐτῆς εἶναι ἀνεπαρκῆ. Προκειμένου περὶ μετοχικῶν ἑταιρειῶν, συζητεῖται, ἐὰν τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν τοιούτων ἑταιρειῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλῇ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν γνῶμαι συγγραφέων, καθ’ ἃς ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντειλαμένη, καὶ ἑπομένως δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐντολὴν αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοῦτο ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι· διότι ἤδη ἔχομεν νόμον, κυρώσαντα τὸ καταστατικόν, νόμον τάξαντα χρόνον, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ ματαιώσωσι τὰ μέλη τῆς γενικῆς τακτικῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς ἑταιρείας. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἡ θεωρία περὶ τῆς δυνάμεως τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν δύναται νὰ ἦναι χρήσιμοι εἰς ἡμᾶς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλλίτερον, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος; Ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων θὰ εὐκολύνῃ τὴν συζήτησιν. Ἐδῶ δύο ζητήματα φυσικῶς θὰ γεννηθῶσι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Πρῶτον: ἐδικαιοῦτο ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, καὶ ἑπομένως ὁ διορισμὸς τῶν νέων εἶναι ἔγκυρος; Δεύτερον: ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκλογὴν τὴν γενομένην; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσι. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὐτῶν εἶναι πρόωρος σήμερον, καὶ ὅτι καλλίτερον νὰ ἔλθῃ, ὅταν κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά.
§60ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ καταχρήσεων τοῦ προηγουμένου Διοικητικοῦ Συμβουλίου οὐδεὶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω. Ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύγχυσις μεταξὺ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀνωνύμου ἑταιρείας καὶ τῆς ἐντολῆς. Τοῦτο οὐδαμοῦ καὶ εἰς οὐδεμίαν ἑταιρείαν θὰ εὕρῃ τις!...
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ τὸ ὑποστηρίζητε αὐτό.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑποστηρίζω, καὶ ὅταν ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, θὰ συζητήσωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνόμισα ἀναγκαῖον, εἶναι, μετὰ τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα καὶ τὰ ὁποῖα εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι θὰ καταθέσῃ, νὰ καταθέσῃ συνάμα καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις ἀντηλλάγη μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ἢ τοῦ Συμβουλίου, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι ἀναμφισβητήτως τὸ ζήτημα τῶν καταχρήσεων τοῦ προηγουμένου Συμβουλίου...
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε καμμία κατάχρησις.
§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κατάχρησίς τις τοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὑπεύθυνα τὰ μέλη αὐτοῦ ὡς ἄτομα, καὶ οὐχὶ ὡς σύμβουλοι. Ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τότε θὰ συζητήσωμεν.
§66ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Καταχρήσεις εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ προηγουμένου Διοικητικοῦ Συμβουλίου βεβαίως δὲν παρετηρήθησαν, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐξελέγη εἰκοσιπενταμελὴς ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὁμοψήφως κατέκρινε τὴν διοίκησιν τοῦ προηγουμένου Συμβουλίου, καὶ τόσα σκάνδαλα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐξετυλίχθησαν.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν λέγωμεν καταχρήσεις, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοοῦμεν χρηματικὰς καταχρήσεις. Κατάχρησις εἶναι καὶ ἡ παράβασις τῶν νόμων, καὶ ἡ προσωποληψία κλπ. εἶναι κατάχρησις τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Συμβούλιον. Οὐδέποτε λοιπὸν ἐγὼ ἐνόουν κατάχρησιν χρηματικὴν ἀλλ’ εἶπον, ὅτι, ἐὰν συνέβη κατάχρησις, οὐχὶ χρηματική, ἀλλὰ περὶ τὴν διοίκησιν, περὶ τὰ προσωπικὰ, περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, τοῦτο ζητῶ νὰ ἐξετάσωμεν.
§68Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς μεταφέρωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, ἐξ ἴσου σοβαροῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ συνάδελφοί του θὰ λάβωσι τὸν κόπον νὰ τῷ ἀνακοινώσωσιν ὅσα ἔχω νὰ εἴπω. Μοὶ γράφουσι συμπολῖταί μου, διαμένοντες ἐν τῇ περιφερείᾳ Καρδίτσης, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος ἐν τῷ δήμῳ Καλλιφωνίων, ἐσχάτως περιήγαγε τοὺς ἀνθρώπους πάντας εἰς ἀπόγνωσιν· ἐκτρέπεται τῶν καθηκόντων του, καὶ μετέρχεται ὅλα τὰ ἔκτροπα μέσα, ἵνα τοὺς ἐξαναγκάσῃ, ὥστε φίλον του, ἢ μᾶλλον συγγενῆ του ἰατρὸν, μετακληθέντα ἐντεῦθεν πρὸ ἡμερῶν, νὰ τὸν δεχθοῦν ὡς κοντοιᾶτον. Κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διαμένει ἐπὶ 5 ἔτη ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ἐγένοντο πλεῖσται καταγγελίαι καὶ ἐκ μέρους τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ ἐκ μέρους ἰδιωτῶν καὶ ἐκ μέρους τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, κατόπιν τῆς κατὰ τὸν πόλεμον τουρκικῆς κατοχῆς, τῆς Θεσσαλίας, καὶ τὴν μετάβασιν τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων ἐκεῖ, πρῶτος ἔσπευσε νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν, ἣν καὶ πρότερον κατεῖχεν, ὁ ἀστυνόμος Καλλιφωνίων, Κιούσης τὸ ὄνομα, καὶ ἀνθυπασπιστὴς τὸν βαθμόν. Κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ ἐσχάτως ἐγένετο καὶ τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παριστῶσα ὅτι αὐτός, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, παρανόμως μένει ἐν τῇ θέσει του ἐκεῖ, διότι πρὸ ἐτῶν ἐνυμφεύθη γυναῖκα ἐκ Καρδίτσης, κατὰ τὸν νόμον δὲ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθῇ ὑπηρετῶν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ. Ἀλλὰ καὶ τὸ παράπονον τοῦτο δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, καθόσον μάλιστα πάντες, ὑποθέτω, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν γνωρίζουσιν, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἰδίᾳ τὰ εὐτελέστερα, πάντα τρόπον καὶ πᾶν μέσον μετέρχονται πρὸς καταπίεσιν τῶν πολιτῶν. Κατέστησαν αὐτοὺς παρίας, ἐταπείνωσαν τὸ φρόνημα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε βδελύσσεταί τις νὰ βλέπῃ τοὺς πολίτας αὐτοὺς νὰ τρέμωσιν εἰς τὴν θέαν ἑνὸς χωροφύλακος. Καὶ τοῦτο, διατὶ νομίζετε; Διότι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἔμαθον ἓν καὶ μόνον ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅτι ὑπάρχει διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας τιμωροῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀρχῆς· καὶ βλέπετε σωρείαν καταγγελιῶν κατὰ πολιτῶν, ὅτι ἔκαμον ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀρχῆς! Περίπατον πηγαίνουν οἱ χωροφύλακες; ἀντίστασιν κάμνουν οἱ πολῖται κατὰ τῆς ἀρχῆς! Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπί τινας στιγμὰς, διότι ὄντως ἡ κατάστασις εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶναι οἰκτρά. Τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των καθὼς πρέπει, τοὐναντίον μάλιστα, πιέζουσι καὶ τιμωροῦσι τοὺς πολίτας παρανομώτατα, ὁ δὲ ἀστυνόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς πολίτας νὰ δεχθοῦν ἰατρὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐκάλεσεν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ἵνα τὸν ἔχουν κοντοιάτον, ὄχι μόνον παραλογίζεται, ἀλλὰ καὶ κἄτι παραπάνω πράττει. Λοιπὸν, ἢ νὰ τὸν διώξῃ ἀπ’ ἐκεῖ, ἢ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκόν του.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§70Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς εἶναι ἄγνωστα, Κύριοι, τὰ συμβάντα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συνεδριάσῃ χθὲς, ἕνεκα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Τοῦτο δὲν ἐγνωρίζομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς ἤκουσα ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μοὶ γνωρίσῃ, ἐὰν θὰ συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπὴ, καίτοι ἀργούσης τῆς Βουλῆς. Πράγματι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ συνεδρίαζε χθές· τὸν παρεκάλεσα τότε, ἀντὶ τῆς 10 π. μ. ὥρας, καθ’ ἣν συνηρχόμεθα συνήθως, νὰ βραδύνωμεν κατὰ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, ἢ τὸ πολὺ κατὰ ἡμίσειαν ὥραν, ὁπότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὦμεν παρόντες ἅπαντες, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Διότι δέον νὰ γνωρίζητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδέποτε κατήρτισεν ἀπαρτίαν ἡ πλειοψηφία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πλὴν τῆς χθὲς, ὅτε παραδόξως συνετελέσθη τὴν 9ην π. μ. ὥραν, ἐνῷ ἄλλοτε κατηρτίζετο ἀπαρτία μόλις περὶ τὴν 10ην π. μ., ἐνίοτε δὲ καὶ βραδύτερον...
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι βέβαιον.
§72Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι βεβαιότατον. Κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας ἐπρυτάνευε πάντοτε πνεῦμα συναδελφότητος καὶ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων, οὕτως ὥστε εὐρύθμως καὶ κανονικῶς ἔβαινεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν προεξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· εἶχε μάλιστα ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς συνέρχωνται τὴν 9ην π. μ. ὥραν, καὶ παραμένωσι μέχρι τῆς 9½· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν συνετελεῖτο ἀπαρτία, νὰ ἀπέρχωνται διαλύοντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν συνεδρίασιν. Τοῦτο ὅμως οὐδέποτε συνέβη· διότι, καίτοι παρήρχετο ἡ 9½ π. μ., ἐν τούτοις παρεμένομεν, καὶ ἐκ τῶν πρώτων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Χατζῖσκος καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Λεβίδης παρέμενον καὶ μέχρι τῆς 10ης π. μ.· ὑπῆρξαν δὲ ἡμέραι, καθ’ ἃς καὶ μέχρι τῆς 10½ π. μ. παρέμενον, ἀναμένοντες τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας, ὅπως καταρτισθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία καὶ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὕτως εἶχον, Κύριοι, τὰ πράγματα· κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἡμέρας οὐδέποτε ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδρίασε πρὸ τῆς 10ης π. μ., πάντοτε δὲ μετὰ τὴν 10ην π. μ. Φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς μειοψηφίας, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον, ἀγνοοῦντες, ὅτι, ἐνῷ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόκειτο νὰ συνεδριάσῃ, θὰ συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν προσῆλθον τὴν τεταγμένην ὥραν, δηλαδὴ τὴν 9½ π. μ., ἐνῷ, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ Ἐπιτροπὴ ἤρχιζε τὰς ἐργασίας αὐτῆς μόλις τὴν 10ην π. μ. Κατὰ τὴν 10½ π. μ. προσῆλθον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ εἶδον τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας ἐργαζομένους· οὐδὲν ὅμως ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας παρίστατο εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Παρεκάλεσα τότε νὰ μοὶ εἴπωσιν, εἰς ποῖον κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ εὑρίσκοντο, καθόσον εἴχομεν σταματήσει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ εἶχον δηλώσει, ὅτι εἴς τινα μέρη, ἐπὶ τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων, ἤθελον λάβει διὰ βραχέων τὸν λόγον· καὶ ἕτερος δὲ συνάδελφός μου προετίθετο νὰ ποιήσηται ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπί τινων κονδυλίων. Μάλιστα ἀπὸ τῆς προτεραίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ἐβεβαίου, ὅτι δὲν ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἐχωρίζοντο τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὰ ἔσοδα, καὶ οὕτω μόλις τὴν Παρασκευὴν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν προεξέλεγξιν τῶν ἐξόδων. Οὕτω, Κύριοι, εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε μοὶ ἀνηγγέλθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι εὑρίσκοντο εἰς τὴν σελίδα 290 τοῦ Προϋπολογισμοῦ· τουτέστιν εἶχον εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, μοὶ ἐφάνη παράδοξον· δὲν ἔβλεπον ἀφ’ ἑνὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶδον ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁλόκληρον τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ ἠλεκτρικῆς ταχύτητος εἶχον διεξέλθει οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι εὑρίσκοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εὖγέ τους!
§74Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρεκάλεσα αὐτοὺς τότε, ἀφοῦ ἐπροχώρησαν μετὰ τοσαύτης ταχύτητος, νὰ σταματήσωσι μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ἀφοῦ μάλιστα δύο ἐκ τῶν συναδέλφων μας, οἱ κύριοι Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος καὶ Νικόλαος Λεβίδης, εἶχον δηλώσει, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσουν, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος, ἐπὶ δὲ τοῦ τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Λεβίδης. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς ἐκ τῆς διττῆς θέσεως αὐτοῦ, ὡς στρατιωτικοῦ καὶ ὡς πρώην Ὑπουργοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ καὶ γνώμην ἔγκυρον, καὶ πληροφορίας νὰ ζητήσῃ, αἵτινες θὰ διηυκόλυνον τὸ ἔργον μας· καὶ ἡ ἁβρότης δ’ ἀπῄτει, νὰ ἀναμείνωμεν αὐτόν. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης εἶχε δηλώσει, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἤθελε φέρει παρατηρήσεις τινὰς, καὶ μάλιστα εἶπεν, ὅτι ὁ λόγος αὐτοῦ δὲν θὰ διήρκει πλέον τῆς ὥρας. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ οὕτως ἠθέλομεν περατώσει τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀπεκρίθησαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἐπέμενον δὲ νὰ προχωρήσωμεν. Τότε ἐδήλωσα ἐγὼ, ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἔλαβον πράγματι τοῦτον τὴν 10½ π. μ., καὶ ἠναγκάσθην νὰ διακόψω τὰς παρατηρήσεις μου, διότι εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα — ἦτο ἡ 1 μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε εὑρισκόμην εἰς τὸ μέσον τῆς ἀγορεύσεώς μου. — Τοῦτο, Κύριοι, ἔπραξα, ὅπως ἀναστείλω τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠθέλησα ν’ ἀναχαιτίσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὴν ὁρμὴν, μετὰ τῆς ὁποίας ἔβαινεν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς προεξεργασίας, ἄνευ μελέτης τινός. Διότι, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε ποτὲ, ὅτι ἦτο κατορθωτὸν νὰ συζητηθῶσι τὰ πλεῖστα τῶν ἐσόδων καὶ τὰ ἔξοδα τῶν πέντε Ὑπουργείων ἐν διαστήματι 20 λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι καὶ ἀναγινωσκόμενα μόνον ἁπλῶς τὰ κεφάλαια, καὶ χωρὶς νὰ ἐζητεῖτο ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἂν οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀντίρρησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, πάλιν δὲν θὰ ἐξήρκει ὁ ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ἐξετασθῶσι τοσαῦτα ἄρθρα καὶ τοσαῦτα κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τόσον μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος. Οὐχ ἧττον ὅμως ἐνόμιζον, ὅτι, ἀναστελλομένης τῆς ὁρμῆς τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐρχομένων τῶν κυρίων συναδέλφων τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ συνεδριάσει, καὶ συζητουμένου τοῦ πράγματος, θὰ κατενόουν τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσαν, οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὕτως ἠθέλομεν ἀποφύγει νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι πρωτοφανές· ἐγένετο καὶ ἄλλοτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνθυμεῖται ἴσως, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1897, ὅτε παρόντων καὶ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, εἶχε συζητηθῆ ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προετίθετο ὁ κ. συνάδελφος νὰ φέρῃ παρατηρήσεις, καὶ ἰδίᾳ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπάλειψιν, ἢ μᾶλλον τὴν κατάργησιν τῶν Πρεσβειῶν, μετὰ προθυμίας ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς, δὲν προσῆλθεν ἐγκαίρως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις εἶχεν ἤδη προχωρήσει εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς, καὶ εἶχε ψηφίσει κονδύλια ἀνήκοντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν κ. ὁ ἐκ Κρανάας συνάδελφος, ἡ Ἐπιτροπὴ συνῄνεσε προθύμως, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε δηλώσει ὁ κύριος Ρωμᾶνος, ὅτι θὰ ἔφερε τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ, ἤτοι ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε συμβῇ καὶ σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς ἐπὶ μακρὸν ἠγόρευσα, ὅπως ἀναστείλω τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ συμμετάσχωσι καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς ὃ σημεῖον εἴχομεν σταματήσει, ἐξακολουθήσωμεν δὲ εὐρύθμως τὰς ἐργασίας τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν μετὰ τοσαύτης σπουδῆς νὰ προχωρήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς, ἐνῷ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἐγνώριζον μετὰ πόσης εὐσυνειδησίας εἰργαζόμεθα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι, διὰ ν’ ἀποτελέσωμεν ἀπαρτίαν, οἱ κ.κ. Γουναράκης καὶ Ἀναστασόπουλος, ἀναγκαζόμενοι νὰ ἀπέλθωσι τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, παρεκάλεσαν τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς νὰ θεωρῇ αὐτοὺς παρόντας. Πολλάκις τὸ αὐτὸ ἐποίει καὶ ὁ κ. Λεβίδης. Καὶ ὁ κ. Κουμουδοῦρος δὲ καὶ ἐγὼ, καίτοι ἐβλέπομεν, ὅτι προφανῶς ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐν τούτοις παρεβλέπομεν τοῦτο, καὶ ἀφίναμεν ἀκωλύτως νὰ προβαίνωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ φέρωμεν ἔνστασιν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς οὐδέποτε ὑπῆρξε τὸ πνεῦμα τῆς παρελκύσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐν τῇ προεξελέγξει τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα εἰργαζόμεθα καὶ ἐργαζόμεθα, ὅσον ἠδυνάμεθα πλειότερον. Εἴχομεν ὁρίσει τὴν δωδεκάτην τῆς μεσημβρίας, ὅπως διαλύηται ἡ συνεδρίασις, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς παρεμένομεν πολλάκις μέχρι τῆς 12½, καὶ πέραν αὐτῆς ἀκόμη. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπῆρχε λόγος, δικαιολογῶν τὴν τοσαύτην σπουδὴν, καὶ τὴν δι’ ὑφαρπαγῆς ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν ἀπουσίᾳ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐκράτησεν ἡ ἰδέα νὰ παρελκύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐγράφη καὶ ἐλέχθη ἐξ ἐναντίας, ὡς ἐδηλώθη τοῦτο καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς ἐπίστευσεν εἰς τὰς σπερμολογίας ταύτας· μάλιστα δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνέταξε καὶ πρακτικὸν περὶ τούτου. Ἐνῷ δὲ οὐδεμία ἰδέα ὑπῆρχεν ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἦτο δυνατὸν, παρατείνοντες τὰς συζητήσεις, νὰ παρελκύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ τοσαύτη καλὴ πίστις ἐπρυτάνευε παρ’ ἡμῖν, ὥστε δὲν προσήλθομεν κἄν εἰς τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ ἄτοπόν τι, ἐν τούτοις τὰ πάντα παρεβιάσθησαν, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐπιστεύομεν ἡμεῖς, διεπράχθη. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, συνεζητήθησαν εὐρέως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ γενόμενα χθὲς ἔλαβον τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ αὔριον. Ἐγὼ δὲ, ὅστις παρέστην ἐκ τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνέβησαν ὅσα ἀνέφερα, εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν ἱστορικῶς, ὅπως, λαμβάνουσα γνῶσιν αὕτη, προβῇ εἰς οἵαν ἀπόφασιν ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν.
§75Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν γενομένην σήμερον τὴν πρωΐαν εὐρεῖαν συζήτησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν πεπραγμένων ἐν αὐτῇ τὴν χθὲς, ἤλπιζον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν συνάδελφος, εἰσάγων τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἤθελε τοὐλάχιστον φροντίσει νὰ ἀναφέρῃ γεγονότα κατὰ πάντα ἀκριβῆ· διότι αἱ ἀνακρίβειαι, εἰσχωροῦσαι εἰς τοιούτου εἴδους συζητήσεις, δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι νέας παρεξηγήσεις. Ἵνα ἡ Βουλὴ κατανοήσῃ τὴν σημασίαν τῶν γενομένων ἀνακοινώσεων, θέλω παρακαλέσει αὐτὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα δι’ ὀλίγων ἐξιστορήσω πρὸς αὐτὴν τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ μέχρι τοῦδε ὑπ’ αὐτῆς γενόμενα καὶ ἐνώπιον αὐτῆς συζητηθέντα. Ἐξελέγημεν, ὡς γνωστὸν, μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν ἑπομένην Δευτέραν, ἥτις ἦτο ἡ Δευτέρα τῆς προπαρελθούσης ἑβδομάδος, τῇ προσκλήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, συνήλθομεν πρὸς καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα προβῶμεν τουτέστιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας ἡμῶν. Αἱ ἀρχαιρεσίαι ἐπερατώθησαν· ἦτο, ὡς εἶπον, ἡμέρα Δευτέρα, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ σύμπασα ἀνέθετο εἰς ἐμὲ, τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη νὰ ἀναδείξῃ Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως συγκαλέσω αὐτὴν τὴν ἀμέσως ἑπομένην Τετάρτην, τὴν πρωΐαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγκαίρως ἤθελαν ἔχει διανεμηθῆ τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δυστυχῶς τὸ τεῦχος δὲν διενεμήθη τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ τὴν Τρίτην, λίαν ἀργά· ἐγὼ δὲ, θεωρῶν ὅτι δύναμαι νὰ ἑρμηνεύσω μὲ τὴν πραγματικὴν αὐτῆς ἔννοιαν τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐντολὴν, δὲν συνεκάλεσα τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν Τετάρτην τὴν πρωΐαν, ὅπως μὴ λάβωσι τὸν κόπον νὰ προσέλθωσι τὰ μέλη αὐτῆς ἀσκόπως εἰς τὸ Βουλευτήριον, παρεκάλεσα δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ συνέλθωσι τὴν Πέμπτην...
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ πρὸ 15 ἡμερῶν;
§77ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ 16. Συνῆλθε πράγματι ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν Πέμπτην, καὶ δύο ἀμέσως προέκυψαν ζητήματα· πρῶτον μὲν, κατὰ ποίαν ἡμέραν πρέπει νὰ συνέλθωμεν, ὅπως ἐπιληφθῶμεν οὐσιαστικῶς τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δεύτερον δὲ, κατὰ ποίαν ὥραν πρέπει νὰ συνεδριάζωμεν, ἵνα δύνηται εὐχερέστερον νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐργασία. Μακρὰ διεξήχθη συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πάντων μὲν ἡ γνώμη, ὅτι δὲν δύναται ἀμέσως ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς κατ’ οὐσίαν συζητήσεως, ὑπεδείχθη ὅμως ὑπ’ ἐμοῦ λύσις τις μέση, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προαγάγῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς· διότι, ἐνῷ οἱ συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας ἤθελον νὰ ὁρισθῇ ἡ Δευτέρα τῆς κατόπιν ἑβδομάδος, παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ συνέλθωμεν τὸ Σάββατον, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τῶν σχετικῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν ἐσόδων, ν’ ἀνακοινώσωμεν πρὸς ἀλλήλους τὰς ἐντυπώσεις, ἃς ἐκ τῆς μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης μελέτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠθέλομεν ἀποκομίσει, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἕκαστον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς οἱανδήποτε ἤθελε κρίνει αἴτησιν πρὸς χορηγίαν πληροφοριῶν, κατόπιν δὲ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Μετὰ μακρὰν συζήτησιν, καὶ ὅπως μὴ ἐκληφθῶμεν, ὅτι ἐξωθοῦμεν τοὺς συναδέλφους τῆς μειονοψηφίας εἰς συζήτησιν ἐσπευσμένην, μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτοὺς τὴν πλήρη καὶ ἀκριβῆ μελέτην τῶν διαφόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ στοιχείων, συνηνέσαμεν ὁμοφώνως, ὅπως ἡ συζήτησις ἄρξηται τὴν Δευτέραν, καθ’ ἃ ἀπῄτουν οἱ συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτει ἀναβολὴν περαιτέρω, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς συνῄνεσεν εἰς τὴν ταχθεῖσαν ἡμέραν· ἔμεινε δὲ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ὥρας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλύθη. Συνήλθομεν τὴν Δευτέραν, καὶ ἤρξαντο αἱ συζητήσεις, ἐν πρώτοις μὲν περὶ διαφόρων πληροφοριῶν, αἵτινες ἔδει νὰ προσκομισθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ τέλος δὲ περὶ τῆς ὥρας, καὶ ἐγένετο σύντομος συζήτησις, μὴ ἐπιτρέποντος πλέον τοῦ χρόνου, ἵνα ἐπεκτείνωμεν αὐτὴν περαιτέρω· ὡρίσθη δέ, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδριάζῃ τὴν ἐνάτην πρωϊνὴν ὥραν. Ὁρισθείσης δὲ τῆς ἐνάτης, διετυπώθη πρότασις, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ παραμένῃ μέχρις τῆς ἐνάτης καὶ ἡμισείας, ἵνα ἀναμένῃ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας, ἂν δὲ μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης δὲν ἐσχηματίζετο ἀπαρτία, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε οὐδεμία ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ γίνηται, καὶ ἂν πρότερον ἡ ἀπαρτία κατηρτίζετο, πρὶν ἢ δηλ. ἐπιστῇ ἡ ἐνάτη καὶ ἡμίσεια π. μ., ἵνα μὴ ἐκ τῆς βραδείας τυχὸν προσελεύσεως μέλους τινὸς, εἴτε τῆς πλειονοψηφίας, εἴτε τῆς μειονοψηφίας, θεωρηθῇ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν τυγχάνουσι τῆς πλήρους συζητήσεως καὶ διαφωτίσεως ὑπὸ πάντων τῶν δυναμένων νὰ ὑποβοηθήσωσι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἤρξαντο αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ...
§78ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὴν Δευτέραν, ὅτε συνήλθομεν, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς προεπεξεργασίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐγένετο πρότασις ἀναβολῆς, μέχρις οὗ δημοσιευθῶσιν αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Νέγρη καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπεφασίσαμεν τότε, ἀφοῦ παρεμείναμεν μέχρι τῆς 1ῆς ὥρας μετὰ μεσημβρίαν, χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα, ἀπεφασίσαμεν, λέγω, ὅτι θὰ εἰσέλθωμεν, εἴτε δημοσιευθοῦν εἴτε δὲν δημοσιευθοῦν αἱ εἰρημέναι ἀγορεύσεις, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· τὴν δὲ Τρίτην δὲν εἰσήλθομεν, διότι πάλιν προυτάθη ἄλλη πρότασις.
§79ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀκριβέσταται. Παραλείπω δὲ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν λεπτομερῆ ἐν τούτῳ ἐξιστόρησιν τῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ πραχθέντων, ὅπως μὴ ὑπὲρ τὸ δέον ἐπεκταθῶ. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς μειονοψηφίας δύναται βεβαίως νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἑρμινιονίδος Βουλευτοῦ λεχθέντα, διότι ταῦτα εἶναι ἀκριβέστατα. Ἠρξάμεθα λοιπὸν τοῦ ἔργου ἡμῶν, καὶ ἠρξάμεθα ἀπὸ τοῦ πρώτου κεφαλαίου καὶ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου...
§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠρξάμεθα τὴν Τρίτην.
§81ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν Τετάρτην καὶ τὴν Πέμπτην τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπησχόλησε τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδὲν εἶχον δικαίωμα νὰ περιστείλω, ἵνα μὴ ἐκληφθῶ, ὅτι θέλω νὰ περιστείλω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἣν θεωρῶ, ὅτι ἀφῆκα πλήρη, πληρεστάτην. Δὲν πιστεύω δέ, οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, διότι πάντες οὗτοι,— ἀποτείνομαι δὲ ἰδίᾳ εἰς τοὺς τῆς μειονοψηφίας, οἵτινες εἶναι ἐπίσης ἔντιμοι ἄνδρες, — τὰ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκθέσωσι κατ’ ἀλλοῖον τρόπον, παρὰ καθ’ ὃν συνέβησαν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ κεφαλαίου πρώτου διεξήχθη, ἐπαναλέγω, εὐρυτάτη συζήτησις. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἰς τί περιεστράφη; Οὐχὶ εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὰς προβλέψεις του, ἀπεκδέχεται ὡς εἰσπραχθησόμενον ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἀλλ’ εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν καὶ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας· καὶ ἐκεῖ διὰ μακροτάτων ἀντιπαρῆλθον πρὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὅλα τὰ συστήματα τῆς ἐγγείου φορολογίας. Ἠκούσαμεν δὲ ὑποστηριζομένην διὰ μακρῶν τὴν γνώμην περὶ ἐπιβολῆς στρεμματικῆς φορολογίας ὑπὸ μέλους τῆς μειονοψηφίας, διαμαρτυρομένων τῶν ἄλλων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀντίρρησιν προέβαλε κατ’ αὐτοῦ καὶ ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτής, μὴ ἀποδεχόμενος τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης φορολογίας...
§82Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν προέβαλεν ὁ κύριος Τερτίπης.
§83ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν καὶ ἄλλος· ὡς πρὸς σᾶς ὅμως, ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπαλλάξω πάσης εὐθύνης διὰ τοιαύτην πρότασιν περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. Πράττων τοῦτο, νομίζω ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν πλανῶμαι, καὶ ὅτι δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτι τὸ ὑποβαλὸν τὴν τοιαύτην πρότασιν μέλος ἀνήκει εἰς τὴν μειονοψηφίαν...
§84ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι.
§85ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης ἠκούσαμεν εὐχὰς ὑπὲρ τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς. Τινὲς δὲ μάλιστα ἐπρότειναν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπαναφέρῃ τὴν δεκάτην, ἀλλὰ μετὰ συστήματος τείνοντος εἰς ἀποφυγὴν τῶν καταπιέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἰσήχθη ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἄλλοι ὑπεστήριξαν, προβάντες εἰς διατυπώσεις συστήματος, καθ’ ὃ νὰ μὴ δύνανται οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου νὰ καταπιέζωσι τοὺς φορολογουμένους· ἄλλος δὲ συνεβούλευσε τὴν ἐπιβολὴν εἰκοστῆς, τουτέστιν ἑνὸς πέντε ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τοῦ παραγομένου εἰσοδήματος, ἵνα τὸ προϊὸν τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου μὴ ὑπερβῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ νῦν εἰσπραττόμενα, καὶ ἄλλοι ἄλλας προτάσεις ὑπέβαλον...
§86ΚΑΙΡΗΣ. Καὶ πέρυσιν ὑπεβλήθησαν τοιαῦται προτάσεις.
§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης ὑπέβαλε ταύτας.
§88ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν τὰς τοιαύτας προτάσεις, ἀφήσαντες ἐλευθέρως νὰ διατυπωθῶσιν ὑπ’ εὐθύνην τῶν εἰσηγησαμένων αὐτάς.
§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τσιφλικίων δὲν ἐγένετο λόγος;
§90ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὑπεστηρίχθη σύστημα φορολογίας, καθ’ ὃ πᾶν τὸ ἐκ τούτων εἰσπραχθησόμενον νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντισήκωμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ποικίλαι διετυπώθησαν συζητήσεις. Καὶ τέλος, μετὰ δύο ἡμερῶν συζητήσεις, ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἀκριβῶς νὰ τεθῇ ἐξ ἀρχῆς, ἐὰν δηλ. τὸ ἀναγεγραμμένον κονδύλιον εἶχε καλῶς, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, κατὰ πλειονοψηφίαν, τὸ ἐνέκρινε. Μετέβημεν εἶτα εἰς τὸ ἑπόμενον κονδύλιον, ὅπερ ἔσχε τὴν τύχην μακρᾶς ὡσαύτως καὶ ἐπιμεμελημένης συζητήσεως. Αἱ συζητήσεις δὲν ἐλάμβανον πλέον τὸν τύπον διατυπώσεως γνωμῶν καὶ παρατηρήσεων, ἀλλὰ πλήρων ἀγορεύσεων, ἀγορεύσεων ἐξ ἐκείνων, ἃς ἀκούομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ αἵτινες, ἐντεῦθεν ἀπαγγελλόμεναι, ἤθελον τιμήσει τὸ βῆμα, ὑπὸ ἔποψιν ῥητορικῆς καὶ εὐγλωττίας. Ἀλλ’ ὁ χρόνος τῆς Ἐπιτροπῆς παρήρχετο, καὶ ἐπὶ τέλους εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω, οὐχὶ παρατηρήσεις, διότι δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶχον δικαίωμα πρὸς ὁμοτίμους συναδέλφους, μεθ’ ὧν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ συνεργάζομαι, νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, ἀλλ’ ἁπλῶς παράκλησιν, ὅτι καθῆκον εἶχον πάντες νὰ διατυπώνωσιν ἐπὶ τὸ συντομώτερον τὰς παρατηρήσεις αὑτῶν, πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ χρόνου, καὶ ὑπέμνησα εἰς αὐτούς, μετὰ τῆς ὀφειλομένης πρὸς αὐτοὺς ἁβρότητος καὶ εὐλαβείας, ὅτι τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνέθετο εἰς ἡμᾶς ἡ Βουλή, ἔχει πεπερασμένην διάρκειαν, καὶ ὅτι καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἐγκαίρως ὑποβάλωμεν τὰ πορίσματα τῆς ἡμετέρας μελέτης εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα εὐκολύνωμεν αὐτήν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ψηφίσῃ ἐγκαίρως τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον νομίμως καὶ ἐξ ἀνάγκης, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πρεπόντως, γίνεται, τοῦ νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ ἐν μέρει δαπάνας, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχῃ ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ ἐρευνήσει τὰ σχετικὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κονδύλια, ἐπὶ τῇ βάσει τουτέστι δωδεκατημορίων, αἰτουμένων οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ τυχόντος τῆς πλήρους ἐξετάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κατατεθέντος. Ἀλλὰ καὶ αἱ παρακλήσεις μου αὗται δὲν εἰσηκούσθησαν, ἐξηκολούθησε δὲ ἡ αὐτὴ συζήτησις, ἣν δὲν εἶχον τὴν δύναμιν, οὐδὲ τὸ καθῆκον, νὰ παρακωλύσω. Προέβημεν μέχρι τῆς προχθές, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐργαζόμενοι, συνερχομένης τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ καταρτιζούσης συνήθως τὴν ἀπαρτίαν περὶ ὥραν 9½ π. μ. Προέβημεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πρώτων κεφαλαίων τῶν ἐσόδων, καὶ ἐφθάσαμεν, ἐξαντλήσαντες αὐτὰ, μέχρι τῶν μονοπωλίων. Ἐξηντλήσαμεν δηλαδὴ τὰ ἐννέα πρῶτα κεφάλαια ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τοῖς ἐσόδοις 20 κονδυλίων...
§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ φέρητε τὰ πρακτικά.
§92ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὰ ζητήσητε, θὰ προσκομισθῶσιν ἀμέσως. Εἶναι δικαίωμά σας.
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ζητῶ λοιπόν.
§94ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρέλιπον ὅμως καὶ τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ἐφημερίς τις, ἀγνοῶ πόθεν ἀρυσθεῖσα τὰς πληροφορίας αὐτῆς, ἀνέγραψεν εἴδησιν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε δῆθεν πρὸς φίλον του Βουλευτὴν, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ ἡ πλειονοψηφία νὰ προβῇ εἰς μέτρα ἔκτακτα, οἱονεὶ ἔκνομα. Τὸ δημοσίευμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωμεν πάντες, πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰσήγαγεν ἐπισήμως ἐνώπιον αὐτῆς ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, καὶ κατέστησε τοῦτο ἀντικείμενον συζητήσεως. Καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, εἶπον τῷ κυρίῳ συναδέλφῳ, ὅτι αἱ δημοσιεύσεις τῶν ἐφημερίδων δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδὲ τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδωμεν τοιαύτην προσοχὴν, ὥστε νὰ καθιστῶμεν αὐτὰς ἀντικείμενον τῆς ἡμετέρας συζητήσεως καὶ προσοχῆς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἄνευ περαιτέρω ἐξετάσεως τοῦ τοιούτου παρεμπίπτοντος. Ἐδήλωσα αὐτῷ, ὅτι, κατ’ ἐμέ, ἦτο ἀδύνατον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, οἵαν ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ἀνέγραψε, νὰ ἔκαμε πρὸς Βουλευτὴν, διότι τοιαῦται ἀνακοινώσεις δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχεν ἀφορμὴ τοιαύτης τυχὸν σκέψεως, βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον...
§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχον καὶ ἐγώ.
§96ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο ἀπεδέχθη προθύμως ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ζητήσας μόνον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ἐὰν ἡ μειονοψηφία κωλυσιεργεῖ, καὶ ἄν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ σκεφθῇ τις καθ’ ὅν τρόπον ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ἔγραφεν. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προθύμως ἀπεδέχθη τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ προσεκλήθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὑτῆς τὴν τοιαύτην διαβεβαίωσιν, καὶ ἀνέγραψεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον προσοχῆς τὸ δημοσιευθὲν, καὶ ὅτι θεωρεῖ ἀδύνατον νὰ ἐποιήσατο ποτὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρομοίαν ἀνακοίνωσιν, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ τοιαῦται ἀνακοινώσεις, ὡς ἀνεγράφοντο ἐν τῇ ἐφημερίδι, δὲν εἶχοντο βασιμότητος. Ἐγένετο εὐρυτάτη, ὑπὲρ τὸ δέον μάλιστα εὐρεῖα, ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ· ἀλλὰ, διὰ νὰ ἤμεθα πάντες ἐν καλῇ πίστει, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης οὐδεμίαν εἴχομεν ἀφορμὴν ν’ ἀποδώσωμεν τοῖς συναδέλφοις τῆς μειονοψηφίας τάσεις κωλυσιεργίας. Προέβημεν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἥν ἐπῆλθε τὸ ψῦχος, ἤτοι τῆς 28 Νοεμβρίου, καθ’ ἥν ἡ ἀπαρτία τῆς Ἐπιτροπῆς κατηρτίσθη περὶ τὴν δεκάτην π. μ. ὥραν παρὰ ὀλίγα λεπτά. Μὴ γενομένης δὲ ἀντιρρήσεώς τινος, οὐδὲ αἰτήσεως περὶ διαλύσεως τῆς συνεδριάσεως, καὶ παρόντων τριῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ἐκήρυξα τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ προέβημεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν τὸ ψῦχος ἐγένετο δριμύτερον, προχθὲς δηλ. τὴν 29 Νοεμβρίου, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη κατὰ τὴν δεκάτην καὶ τέταρτον π. μ....
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 10 καὶ 25′ π. μ.
§98ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἦτο 10 καὶ ¼. Πιθανὸν τὸ ὡρολόγιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε...
§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν σκέψεών σας, οὐχὶ μεταξὺ τῶν ὡρολογίων σας.
§100ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Τὴν 10 καὶ 25′ λοιπὸν κατηρτίσθη ἡ ἀπαρτία, τῇ συνδρομῇ μελῶν τῆς μειονοψηφίας...
§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε μελῶν αὐτῆς.
§102ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἀδιάφορον.
§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς δεικνύει τὴν καλὴν πίστιν.
§104ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη τῇ συνδρομῇ τῆς μειονοψηφίας τὴν 29 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου. Ἡ βραδύτης τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ἡμέραν ἐκείνην προὐκάλεσεν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ παρατήρησιν, ὅτι, ὡς καταρτίζεται ἡ Ἐπιτροπή, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ ἐγκαίρως εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων αὐτῆς. Ηὐχαρίστησα τὸν κ. συνάδελφον ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ, ἣν ἔδωκεν, ἵνα γείνῃ μέριμνα περὶ τοῦ πράγματος, καὶ ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαλέσω τοὺς δυναμένους, νὰ συστήσωσι πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας προθυμίαν μείζονα πρὸς ἔγκαιρον καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι βεβαίως οἱ κύριοι συνάδελφοι προσήρχοντο μετὰ βραδύτητος, ἥτις, ἐὰν προέβαινεν αὐξανομένη, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ἡμῖν νὰ συνεδριάζωμεν ἢ μόνον ἐπὶ μίαν ὥραν, ἢ καὶ ἡμίσειαν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως τῆς 29 Νοεμβρίου, πρὶν ἢ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τοὺς συναδέλφους τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἐγκαίρως προσέρχωνται, συνέστησα εἰς ἅπαντα τὰ παρόντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὶν λύσω τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Νοεμβρίου, ὅπως ἐνωρίτερον προσέρχωνται εἰς τὸ Βουλευτήριον, διότι εἶναι ἀνιαρὸν οὐ μόνον εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς, νὰ προσερχώμεθα καὶ παραμένωμεν καπνίζοντες, χωρὶς νὰ ἔχωμεν νὰ διεξαγάγωμεν ἔργον τι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Εἶπον ὅμως εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, ὅτι τὴν ἑπομένην, ἤτοι τὴν χθές, θὰ γείνῃ συνεδρίασις, καὶ παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ προσέλθωσι. Τὸ εἶπον εἰς ἐπήκοον πάντων· ἀλλὰ συνέβη ὥστε, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ συνεδριάσῃ χθές, νὰ ἴδω τρεῖς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς μειονοψηφίας, τὸν ἐξ Οἰτύλου φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν ἐκ Βάλτου συγγενῆ μου κ. Στράτον καὶ τὸν ἔντιμον ἐκ Παξῶν φίλον μου κ. Βελλιανίτην, οἵτινες μὲ ἠρώτησαν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνεδριάσῃ ἡ Ἐπιτροπή, μὴ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπήντησα εἰς αὐτοὺς καταφατικῶς, καὶ παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν, προσθεὶς εἰς τὸν τελευταῖον τὴν ἐλπίδα νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ ἔσοδα, διότι ἄλλως, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Ἐπιτροπὴ προέβαινεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων κονδυλίων τῶν ἐσόδων, ἦτο ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς πέρας, ὅτι δὲ, ἐὰν ἐπὶ τὸ συντομώτερον διετυποῦντο αἱ γνῶμαι τῶν συναδέλφων καὶ αἱ προτάσεις αὐτῶν, θὰ ἦτο ἐφικτὸν νὰ περατώσωμεν τὰ ἔσοδα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἐλπίδα ὅθεν μόνον ἐξέφρασα, διότι δὲν ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ τάξω πεπερασμένον θέμα συζητήσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι αὔριον θὰ συζητήσῃ αὕτη μέχρι τοῦ τέλους τῶν ἐσόδων, ἢ ἐπὶ τίνων κεφαλαίων τῶν ἐσόδων, ἢ ὅτι περαιτέρω θὰ ἐξετάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐρχομένου εἰς τὰ ἔξοδα Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς ταῦτα κατέληξεν ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἀπεχωρίσθημεν. Ἦλθεν ἡ 30 Νοεμβρίου, περὶ τῆς ὁποίας ἔρχεται ἡ ἐνώπιον τοῦ Σώματος καταγγελία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παξῶν συναδέλφου...
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνακοίνωσις.
§106ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακοίνωσις, καταγγελία, ὅπως θέλετε.
§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγγελία.
§108ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, καταγγελία. Καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, Κύριοι, εἰς τὰς 9 καὶ 5′ ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς· ἐκεῖ εὗρον τρεῖς συναδέλφους· εἰς τὰς 9 καὶ 15′ εἴμεθα 12 συνάδελφοι, πάντες τῆς πλειονοψηφίας...
§109ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἦσθε ἐν ἀπαρτίᾳ;
§110ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι 12 ἀποτελοῦσιν ἀπαρτίαν... Εἰς τὰς 9 καὶ 15′ ἀπαρτία πλήρης, εἰς τὰς 9 καὶ 25′ παρόντες 13, ἅπαντες τῆς πλειονοψηφίας. Εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων μοὶ εἶπεν: «Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν». Εἶπον εἰς αὐτόν: «Δὲν βλέπω οὐδένα ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς μειονοψηφίας, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὑμεῖς ἐπὶ τῶν ὑπολειπομένων ἄρθρων τῶν ἐσόδων δὲν θὰ ἔχητε ἀντίρρησιν, διότι μόνος ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Χατζῖσκος εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν μονοπωλίων. Ἄρα θ’ ἀναγκασθῶμεν ἀμέσως νὰ προέλθωμεν εἰς ἀποφάσεις. Ἀλλὰ πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς μειονοψηφίας εἴχομεν δηλώσει, ὅτι πρὶν παρέλθῃ ἡ 9½ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωμεν εἰς ἀποφάσεις. Παρῆλθεν ἡ 9½, καὶ οὐδεὶς ἦλθε· παρεμείναμεν, ὅσοι ἤμεθα, μέχρι τῆς 9 καὶ 35′, ἐπέστη ἡ 10 παρὰ 20′, μοὶ εἶπε δὲ τότε εἷς τῶν συναδέλφων, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἀφοῦ εἶχον ἀπαρτίαν, τί ἠθέλατε νὰ πράξω; Ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ...
§111ΡΙΚΑΚΗΣ......
§112ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παραλύσω τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐὰν τοιαύτην ἔχητε γνώμην, διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς... Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδεὶς παρίστατο ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἔλαβον ἄλλο μέτρον, καὶ τοῦτο τῇ ἀδείᾳ τῶν συναδέλφων, ὅπως ἀρθῇ πᾶν πρόσχημα ἀμφισβητήσεως ὡς πρὸς τὸ κῦρος τῶν ἡμετέρων ἐργασιῶν. Ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἴδω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀνερχόμενον τὴν κλίμακα τοῦ Βουλευτηρίου, καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ ἐγὼ ἀνηρχόμην αὐτήν, ἐπρότεινα εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν...
§113Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀπαρτίαν.
§114ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§115ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Τουλάχιστον φεισθῆτε τοῦ Προέδρου.
§116ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἡ ὑψηλοτέρα τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἑκάστην ἡμέραν, πολὺ πρὸ τῆς 10ης τῆς πρωΐας, εἶναι εἰς τὸ γραφεῖόν του. Ἐὰν ὑμεῖς δὲν ἔχητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ προσέρχησθε εἰς τὸ Βουλευτήριον, εἴτε εἰς ἐργασίας Ἐπιτροπῆς, εἴτε πρὸς μελέτην, εἴτε πρὸς διόρθωσιν ἀγορεύσεώς τινος, θὰ σᾶς φαίνεται τοῦτο παράδοξον· ἀλλὰ εἰς ὅσους προσέρχονται πρὸ μεσημβρίας εἰς τὸ Βουλευτήριον εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος παραμένει τὰς πρωϊνὰς ὥρας ἐν αὐτῷ.
§117ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου διότι παραμένει· ἐξέφρασα ἀπορίαν, διατὶ τὸν ἀναμιγνύετε εἰς τὸ πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάσατε.
§118ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πραξικόπημα, κατὰ τὴν γνώμην σας.
§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐνόησα, διατὶ ἰδικιτέρως προσεκαλέσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§120ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἔπραξα τοῦτο ὡς μέτρον πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφισβητήσεως.
§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε εἰς τὴν συνείδησίν σας ὑπάρχει γενικὴ ἀμφιβολία.
§122ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο νὰ συνεδριάσωμεν, ἐν ἀπαρτίᾳ διατελοῦντες, ἐν ἀπουσίᾳ ὅμως τῆς μειονοψηφίας, ἥτις χρησιμεύει ὡς ἔλεγχος καὶ περὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἀπαρτίας...
§123Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πέντε φορὰς ἦσθε ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, καὶ οὐδεμίαν ἐφέραμεν ἔνστασιν.
§124ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐγὼ δὲν τὸ ἀντελήφθην· οὐδέποτε δὲ ἠρχίσαμεν ἄνευ ἀπαρτίας. Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος προσῆλθε, μᾶς ἐχαιρέτισεν, ἀντελήφθη ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ἀπῆλθε.
§125Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπῆλθεν, ἵνα μεταβῇ καὶ ἀναγγείλῃ τὸ αἴσιον γεγονὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μετέβην οὐδαμοῦ· παρέμεινα ἐνταῦθα. Σεῖς γνωρίζετε, ὅτι καθ’ ἑκάστην προσέρχομαι.
§127ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διακόπτων, παρενέβαλεν ἓν παρεμπῖπτον, ὅτι τουτέστιν ἡ Ἐπιτροπὴ πεντάκις εἰργάσθη ἄνευ ἀπαρτίας. Ὡς πρὸς τοῦτο, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἄνευ ἀπαρτίας. Δὲν θεωρῶ δέ, ὅτι εἶναι ἔλλειψις ἀπαρτίας, ἐν ᾗ περιπτώσει, βεβαιωθείσης τῆς ἀπαρτίας, ἐξῆλθε Βουλευτής τις εἰς τὸν ἀμέσως παρακείμενον τῆς αἰθούσης διάδρομον, καλούμενος ὑπὸ φίλου του ἢ συμπολίτου του, ἵνα ἐπανέλθῃ μετ’ ὀλίγας στιγμάς.
§128Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ, προκειμένου νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐδήλωσα, ὅτι δέον νὰ μὲ θεωρῆτε ὡς παρόντα.
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκάματε πολὺ κακά.
§130ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑπεμνήσατε, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐδηλώσατε νὰ σᾶς θεωρῶμεν παρόντα· θέλω ὅμως προσθέσει εἰς τοῦτο, ὅτι, καίτοι ἀπεδέχθην τὴν δήλωσιν, εἶχον ἀπαρτίαν, καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ προεβαίνομεν, χωρὶς νὰ προσυπολογίσωμεν ὑμᾶς.
§131Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ ἐνταῦθα, ὅτι πολλάκις ἐμέτρησα, καὶ ἦσαν ἐννέα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ ἐγὼ ἀπεχώρουν. Ἡ δήλωσις δὲ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἀκριβής.
§132ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε συνάδελφε, ὅτι τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἐξερχομένους τῆς αἰθούσης, οὐχὶ ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὸ Δικαστήριον ἢ εἰς Συμβολαιογραφεῖον, ὡς ἕτερος συνάδελφος ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγου, ἢ ὅπως ἐκτελέσωσιν ἄλλην ἰδικιτέραν αὐτῶν ἐργασίαν, ἀλλὰ μένοντας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, τοὺς ἐθεώρουν πάντας παρόντας, καὶ βεβαίως ἦσαν παρόντες, οὐδέποτε δὲ πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς ἀπαρτίας ἔλαβον ὑπ’ ὄψει Βουλευτὰς ἀναχωροῦντας ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου. Δήλωσιν τοιαύτην ἐκάματε ὑμεῖς, ὑποβοηθοῦντες, συντρέχοντες ἡμᾶς εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἀπαρτίας· καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω. Καὶ ὁ κ. Κατριβάνος ἀπεχώρει ἐνίοτε ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐξηκολουθοῦμεν ἐργαζόμενοι μετὰ τὴν ἀναχώρησίν του, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο, διότι παρεμείναμεν 14. Μὴ συγχέωμεν λοιπὸν τὴν προθυμίαν τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Μεγαρίδος, ὁ ὁποῖος πάντοτε συνέδραμεν ἡμᾶς.
§133Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλαπλῶς.
§134ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, πολλαπλῶς· δὲν ἀμφισβητοῦμεν τοῦτο, οὐδ’ ἀμφισβητοῦμεν τὴν συντομίαν, τὴν ὁποίαν πάντοτε μετεχειρίσθητε, ὁσάκις ἐλαμβάνετε τὸν λόγον, ἵνα φέρητε παρατηρήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, λαμβάνων τὸν πῖλόν του, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν ἐργασίαν του, καὶ ποιούμενος τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποίει, καλῇ τῇ πίστει ἀπεχώρει. Ἡ δήλωσις ὅμως αὐτοῦ δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς ἀπαρτίας. Πάντοτε προσεῖχον νὰ μὴ ὑποπέσω εἴς τι, τὸ ὁποῖον νὰ προκαλέσῃ τὸν ἔλεγχον ὑμῶν, διότι γινώσκω, τί σημαίνει ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ γινώσκω τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τῶν πλειόνων, ἵνα ἡ Ἐπιτροπὴ προβαίνῃ εἰς ἀπόφασιν. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Παξῶν ὡμίλει, καὶ ὡμίλει, καθ’ ὅ ἔχει σύστημα, διὰ μακρῶν, διατυπῶν ἀγόρευσιν πλήρη, ἐάν τις τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκαλεῖτο εἰς τὸν διάδρομον, καὶ ἔδιδε πληροφορίαν τινὰ, ἢ συνωμίλει μετὰ φίλου του, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάζετο καὶ προέβαινεν ἄνευ ἀπαρτίας; Εὐθὺς ὡς ἐπήρχετο στιγμὴ ἀποφάσεως, ἀμέσως ἐφρόντιζον καὶ προσήρχοντο οἱ ἔξω τῆς αἰθούσης...
§135Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἐκαλέσατε πάντας, ἵνα προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν.
§136ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τοῦτο, ἐξηγῶν διατὶ δὲν τὸ ἀποδέχομαι· ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδρίαζεν ἐπὶ τρεῖς ὥρας, ὑμεῖς παρεμένετε συνήθως ἐπὶ τρία τέταρτα μόνον τῆς ὥρας, διότι εἶσθε πολυάσχολος, διότι ἔχετε ἐργασίας ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τὰς ὁποίας ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐγὼ ἀναγνωρίζω. Ἐὰν δὲ τοιαύτην ἔχητε ἀντίληψιν, ὅτι οὐδέποτε προσεκάλεσα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, βεβαίως ἔχετε ἀντίληψιν ἐσφαλμένην, διότι ἡ παρουσία σας ἦτο βραχυτάτη, μόνον δὲ πάντοτε κατὰ τὴν 12ην παρὰ τέταρτον ἤρχεσθε κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς συνεδριάζει τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ παρείχετε εἰς ἡμᾶς τὴν συνδρομήν σας, τὰ φῶτά σας, καὶ ὑπεβάλλετε τὰς γνώμας σας, γνώμας πεφωτισμένας· καθ’ ἃς δὲ ὥρας ὑμεῖς παρίστασθε, ἡ ἀπαρτία τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ παραμενόντων ἦτο διαρκῶς πλέον ἢ ἡ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀπαιτουμένη. Ὅταν ὅμως λέγητε, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν προσεκαλεῖτο ν’ ἀποφασίσῃ ἐν ἀπαρτίᾳ, κινδυνεύετε νὰ ἐξελεγχθῆτε ἐπὶ σοβαρᾷ ἀνακριβείᾳ, ἀποδίδοντες εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅτι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία προέβαινεν εἰς ἀποφάσεις. Μετὰ τὴν βεβαίωσιν ταύτην, ἵνα συνεχίσω τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα, — διότι τὰ παρεμπίπτοντα καὶ αἱ διακοπαὶ ἤγαγόν με εἰς ἐξηγήσεις παρεμπιπτούσας, — ἀφοῦ εἰς τὰς 10 παρὰ 25′ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐγκατέλιπεν ἡμᾶς, εἰς τὰς 10 παρὰ 20′ ἀκριβῶς, καὶ μὲ τὸ ὡρολόγιον ἀνὰ χεῖρας, ἐκήρυξα τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ἐξεφώνησα δὲ τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν σταθῆ τὴν προτεραίαν, τὸ περὶ μονοπωλίων, καὶ ἠρώτησα τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐὰν ἔχει τις τὸν λόγον. Οὐδείς! (γέλως). Γελᾶτε, Κύριοι, ἀλλὰ γελῶντες ἔρχεσθε κατόπιν καὶ λέγετε: «Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 35 λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις;» Τὸ καθῆκον τὸ ἐμὸν ἦτο, νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ὑπάρχει τις ἀντίρρησις...
§137Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐστὲ ἀκριβής. Εἶχε δύο ἀντιρρήσεις ὁ κ. Ναυπλιώτης, εἶχεν ἀντιρρήσεις καὶ ὁ κ. Παπατσώρης.
§138Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτάς.
§139ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Εἰς ποίαν σελίδα εὑρίσκεσθε τότε;
§140ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμεθα εἰς τὴν σελίδα 10, καὶ ὅτε ἔφθασεν ὁ κ. Βελλιανίτης, ἤμεθα εἰς τὴν σελίδα 290...
§141ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Βλέπομεν, ὅτι πολὺ ἄσχημα πράγματα ἐγένοντο (θόρυβος).
§142ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι φαίνεται, ὅτι οὐδέποτε ἐλάβετε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε Προϋπολογισμόν. Φαίνεται ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δι’ ὑμᾶς ὑπῆρξε τυπογραφικὸν δοκίμιον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἠνοίξατε, ἵνα ἴδητε, πῶς μελετᾶται. Προέβην περαιτέρω, Κύριοι, καὶ ἐκφωνῶν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενα, ἐπεκαλέσθην τὴν ψῆφον τῆς Ἐπιτροπῆς...
§143ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δι’ ὅλα ἢ δι’ ἕκαστον;
§144ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἕκαστον· καὶ τοῦτο τὸ βεβαιῶ. Προσθέτω δέ, ὅτι δὲν εἶναι μόνοι οἱ ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς συνεδριάζοντες ἔντιμοι ἄνδρες· φρονῶ ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἶναι ἔντιμοι ἄνδρες, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας συναδέλφων· ὑποθέτω δέ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας θὰ ἔχει εἴς τινα ἐξ αὐτῶν ὑπόληψιν.
§145ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπόληψιν εἰς ὅλους, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἐν ὅλῳ ἢ κατ’ ἄρθρον προεκαλεῖτε τὴν ψῆφον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§146ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἄρθρον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξηντλήθησαν τὰ ἔσοδα, καὶ μετέβημεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ κειμένου συντομωτάτου· ἀνεγνώσθη καὶ τοῦτο, καὶ ἐπερατώθη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ψηφοφορία. Ἦτο ἡ ὥρα 10 παρὰ 8′ ἢ παρὰ 10′, ὅτε ἠρξάμεθα τῆς συζητήσεως τῶν ἐξόδων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Παξῶν συνάδελφος, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ Βουλευτήριον περὶ τὴν 11 παρὰ 20′.
§147ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν δεκάτην καὶ ἡμίσειαν.
§148ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν συνάδελφος, περὶ τὴν ἑνδεκάτην παρὰ εἴκοσιν, εὗρεν ἡμᾶς περὶ τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ, Κύριοι, κατὰ τὴν δεκάτην καὶ δέκα λεπτὰ, προσῆλθε πρῶτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Χατζῖσκος...
§149ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀσθενής.
§150ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὸ γεγονός.
§151ΚΑΙΡΗΣ. Ποῦ σᾶς εὗρε;
§152ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς εὗρεν ἐν ἀρχῇ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ ὑπὸ ἀνάκρισιν ὁ ῥήτωρ; Κύριοι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.
§154Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κάμνουσιν ὑπολογισμὸν τῶν λεπτῶν τῆς ἐργασίας των. Δι’ αὐτὸ ἀκούετε αὐτὰ τὰ ψιθυρίσματα (ἱλαρότης).
§155ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς τὸν κάμουν, ὅσον θέλουν, τὸν ὑπολογισμόν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§157ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφθάσαμεν, λέγω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προέβημεν. Οὐδεμία ἐγένετο ἀντίρρησις, ἐκτὸς μικρῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας συνάδελφοι — ἃς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ μὴ ἐνθυμῶμαι ἀκριβῶς τὰ ὀνόματα αὐτῶν — ὑπέβαλον περὶ προαγωγῆς τῶν Ἐφοριῶν τῶν σχετικῶν ἐπαρχιῶν, καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φυλάκων τῆς σμύριδος...
§158ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὔξησιν δαπανῶν.
§159ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακοπαί.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω;
§162ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς σμύριδος ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου συνάδελφος κ. Ναυπλιώτης. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἁπλῆν εὐχὴν ἐθεώρησεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ καὶ σύστασιν ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἀλλοιώσῃ τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅλον δὲ τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ ποῦ ἄρχεται; Ἀπὸ τῆς σελίδος 28, καὶ περατοῦται εἰς τὴν σελίδα 103...
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ δημοσίου χρέους;
§164ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τοῦτο γνωρίζετε ὑμεῖς, ἀφοῦ διηυθύνατε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, τί συζητεῖται ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ; καὶ τί τίθεται ὑπὸ ψηφοφορίαν;
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλα τὰ ζητήματα.
§166ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα; Καὶ οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες;
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§168ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας ἀφαιρέσητε...
§169Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ καλέσητε ἕνα γραμματέα, διότι θὰ ἔχωμεν ἄλλην συζήτησιν πάλιν (γέλωτες).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κάμετε ἡσυχίαν.
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λέγει διὰ τὸν κ. Σταυρόπουλον, ὅστις ἀνέβη εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§172ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐὰν, λέγω, ἀφαιρέσητε τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ σελίδες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι 75, εἶναι μόνον ἕξ, ἢ μᾶλλον τέσσαρες. Αὐταὶ καὶ μόναι εἶναι προωρισμέναι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἀναλυτικοὶ πίνακες εἶναι βοηθητικὰ στοιχεῖα πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀκριβείας ἑκάστου κεφαλαίου καὶ ἑκάστου ἄρθρου, ἀποτελοῦντες τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τῶν λεπτομερειῶν. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς πάντα τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα. Ἐκφωνεῖται τὸ κεφάλαιον, ἐκφωνεῖται τὸ ἄρθρον τὸ σχετικόν, οὐδεμία ὑποβάλλεται ἀντίρρησις· ὀφείλομεν ἆρά γε νὰ ἐκφωνήσωμεν καὶ τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, ἵνα βραδυπορήσωμεν, καθ’ ὃν τρόπον ἐνόμισαν οἱ νεαροὶ καὶ τὸ πρῶτον εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλὴν συνάδελφοι, ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, πρὸς ἀνάγνωσιν αὐτοῦ τοῦ τεύχους; Οὐχὶ βεβαίως. Ὅτε λοιπὸν οὕτω πως ἐχώρει ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπεξεργασία καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐδεμία διετυποῦτο ἀντίρρησις, εἶναι παράδοξον, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον προέβημεν, διὰ νὰ ἔρχωνται οἱ τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντες μὲ τὸν ὄγκον τῶν σελίδων 290, ἵνα καταπλήξωσι τὴν Βουλήν;
§173ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Πόσα ἄρθρα εἶναι;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσῃ... Μὴ διακόπτετε.
§175ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Διατί;
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§177ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζω. Δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ.
§178ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε τὸν Προϋπολογισμόν, ὡς Βουλευτής, ἵνα τὸν ἔχητε κατ’ οἶκον, καὶ γινώσκετε κάλλιστα τὴν πρόσθεσιν. Ἔχετε ὄρεξιν, κύριε συνάδελφε, βλέπω, νὰ μὲ διακόπτητε. Σᾶς ἀπαντῶ πάντοτε. Μή με ἀναγκάσητε, ὅμως νὰ γείνω μοχθηρός. (Ἱλαρότης). Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριοι, προέβημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἀπολύτως ἐγένετο ἀντίρρησις. Μετέβημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύο καὶ μόνον εἴχομεν ἀντιρρήσεις. Ἡ μὲν μία ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ, θεωρήσαντος ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν, ὅπως ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν κατὰ δύο, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀκριβῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν, ἀποσπῶν ἐκ τῆς δυνάμεως αὑτοῦ τοὺς προέδρους τῶν Συνέδρων, ἀναγκάζεται νὰ συμπληρῶται ἑκάστοτε ἐκ δικηγόρων, τοῦτο δὲ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ὀρθότερον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σπουδαιότητος τῶν ὑποθέσεων, τῶν ἐν τῷ Ἐφετείῳ συζητουμένων. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης εὐχὴν ἁπλῶς ὑπέβαλε, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ κονδύλιον. Παρομοία πρότασις ὑπεβλήθη παρ’ ἑτέρων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως τὰ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐν ταῖς μεγάλαις σχετικῶς πόλεσιν Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δευτέρας τάξεως, προαχθῶσιν εἰς Εἰρηνοδικεῖα πρώτης τάξεως, ὅπως τὸ ὑπηρετοῦν εἰς αὐτὰ προσωπικὸν ἦναι ἐκ τοῦ ἐπιλέκτου προσωπικοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως ὁ σεβαστὸς φίλος μου καὶ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κατριβᾶνος ὑπέβαλε πρότασιν, λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν πταισματικῶν ὑποθέσεων, νὰ συστηθῇ ἐν Μεγαλοπόλει καὶ Πταισματοδικεῖον, ἵνα δύνηται νὰ ἀνακουφισθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖ. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν προτάσεων εὐχὴ ἁπλῶς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Οὐδεμιᾶς δὲ ἄλλης γενομένης ἀντιρρήσεως, ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη περαιτέρω. Ἐξήτασε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐλάχισται τροποποιήσεις ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο κἄν ἀντικείμενον τροποποιήσεων ὁριστικῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν τύπον εὐχῶν διετυπώθησαν. Οὕτως ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι τὸ κονδύλιον τῶν προσφύγων, τὸ ἐξ 100,000 δραχμῶν περίπου ἀναγραφόμενον, εἶναι κατά τι ὑπερβολικόν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου διετυπώθη γνώμη, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς δαπάνας τινὰς, δυναμένας νὰ βελτιώσωσι τὴν παραγωγὴν καὶ ν’ ἀποδώσωσιν ὕστερον πολλαπλάσια τὰ δαπανώμενα διὰ τῆς βελτίονος ἀποδόσεως τῶν φόρων, προέβημεν εἰς σύστασιν, ἵνα, κατὰ τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ γιγνόμενα, ἀποφασισθῇ δαπάνη 30,000 περίπου δραχμῶν πρὸς σύστασιν προτύπου Ἐλαιουργείου, ὡς παραρτήματος Σχολῆς τινος Γεωργικῆς οἱασδήποτε, καὶ οὐχὶ ὡρισμένης, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ παραγωγοὶ τοῦ ἐλαίου νὰ μελετήσωσι καὶ τὸν καλλίτερον τρόπον τῆς καλλιεργείας καὶ τὸν καλλίτερον τρόπον τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, καὶ τὸν καλλίτερον τρόπον τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ, καὶ ἐπιτύχωσι τιμὰς τοῦ προϊόντος αὑτῶν πολλῷ μείζονας. Αὐτὰ εἶναι τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὡς ἀντικείμενα σκέψεως, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπέβαλεν εὐχὰς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Μετέπειτα προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου τεθέντος ὑπὸ συζήτησιν, ἦλθεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής...
§179Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τὸ τέλος.
§180ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε· ἤμεθα εἰς τὴν ἀρχήν.
§181Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Χατζῖσκος δὲν εἶναι ἐδῶ, ἵνα τὸ βεβαιώσῃ.
§182ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι βεβαιώνετε ἓν πρᾶγμα, περὶ οὗ οὐδὲν γινώσκετε. Ἴσως ὁ κ. Χατζῖσκος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀντελήφθη τὸ τέλος, ἐνῷ ἤμεθα εἰς τὴν ἀρχήν.
§183Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζῖσκος δὲν στερεῖται μνήμης.
§184ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων αὐτὸ βεβαιῶ πρὸς ὑμᾶς ἐγώ. Δὲν ἔχει ὅμως σημασίαν τὸ πρᾶγμα, διότι ὁ κ. συνάδελφος ἀπεχώρησε.
§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μεγάλην.
§186ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποδίδητε ὑμεῖς εἰς αὐτὸ σημασίαν μεγάλην, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω τὴν οὐσιαστικὴν αὐτοῦ σημασίαν. Ὁ κ. Χατζῖσκος ἠρώτησε, ποῦ εὑρισκόμεθα, καὶ μαθὼν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀνέμεινεν αὐτὸν, ἵνα ἀκούσῃ τὰς γνώμας του ἐπὶ τῶν μονοπωλίων, προέβη περαιτέρω ἀλλὰ, φθάσασα ἐκεῖ, ὅπου εἶχε φθάσει τὴν στιγμὴν ἐκείνην, λαβὼν τὸν πῖλόν του, καὶ εἰπὼν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, ἀπῆλθε. Μετὰ δέκα λεπτὰ πάντες ηὐχήθημεν καὶ ἐχαιρετίσαμεν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ του (εὖγε! εὖγε!) Βεβαίως. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα. Μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας σᾶς ἐκθέτω τὰ πράγματα. Καὶ ὅτε κατόπιν ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ποῦ εὑρισκόμεθα, καὶ ἔμαθεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν προβῆ, ἐθεώρησεν, ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ παραμείνῃ μεταξὺ ἡμῶν. Ἐλυπήθημεν διὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν κανὲν μέσον νὰ παρακωλύσωμεν τοῦτο.
§187Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ προσθέσω τι. Ὅ,τι λέγετε εἶναι ἀληθές. Ἦλθον εἰς τὰς 10 καὶ ¼ ἢ 10 καὶ 20′.
§188ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 20′.
§189ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔστω. Εἰς τὸ Ρωμαίϊκο ὅλα τὰ ὡρολόγια διαφέρουν. Λοιπὸν παραδέχομαι 10 καὶ 20′. Μὲ ἐχαιρετίσατε, καὶ σᾶς ηὐχαρίστησα. Ἐκάθησα, καὶ ἠρώτησα, ποῦ εὑρίσκεσθε, διότι δὲν εἶδον κανένα ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας. Ἅμα μοὶ εἴπατε, ὅτι εἶσθε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας· τότε ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου πρῶτον, καὶ μετὰ ταῦτα τὴν λύπην μου, ὅτι, ὅπως ἡ μειοψηφία, εἰς τὰς προγενεστέρας ἡμέρας, εἴτε λόγῳ ἀνάγκης, διότι πολλοὶ εἶναι δικηγόροι κλπ., μεθ’ ἁβρότητος προσηνέχθη πρὸς τὴν πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἀπαρτίαν, οὕτω πως ἔπρεπε νὰ πράξῃ καὶ ἡ πλειοψηφία πρὸς τὴν μειοψηφίαν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἡμέραν, καθ’ ἣν οἱ Βουλευταὶ ἀπεφάσισαν νὰ μὴ συνεδριάσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§190ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ὑμᾶς ὅμως εἶπον ῥητῶς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ συνεδριάσῃ· τοῦτο δὲ εἶπον καὶ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ πρὸς τὸν κ. Βελλιανίτην τὸ ἑσπέρας, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ μὴ συνεδριάσῃ.
§191ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Ἀφ’ ἑσπέρας ἐγὼ εἰδοποιήθην. Σᾶς εἶπον μάλιστα ὡρισμένως, ὅτι θὰ ἔλθω, καίτοι ἑώρταζον.
§192ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον.
§193ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, εἶπον πρὸς τὰ συνεδριάζοντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐκπλήττομαι καὶ ἀπορῶ, πῶς προέβη ἡ πλειοψηφία εἰς συζήτησιν, ἀφοῦ ἡμεῖς πάντοτε ἁβροφρόνως ἐφέρθημεν, καὶ τὴν προηγουμένην ἡμέραν ἀπεχωρίσθημεν ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ καὶ ἀγάπῃ.
§194ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ ἀρνηθῶ.
§195ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤδη, τοῖς εἶπον, ἐπειδὴ ἐφθάσατε εἰς τὸ τέρμα τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ εἶσθε περὶ τὰ μέσα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, θεωρῶ περιττὸν ἐγὼ νὰ παρακάθημαι. Καὶ τοὺς ἐχαιρέτισα, καὶ ἀπεσύρθην. Προσέθεσα μόνον αὐτό· ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν λύπην μου, διότι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἡ ἁβρότης πρὸς ἡμᾶς, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἡμεῖς ἐπεδείξαμεν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν.
§196ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἁβρότητος διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς, δι’ ὅσων θὰ εἴπω κατόπιν. Σᾶς εὐχαριστῶ ὅμως, διότι, ὅσα εἴπετε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, πληρέστατα κυροῦσι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ὅτε, Κύριοι, ἐπέστη ἡ ἑνδεκάτη παρὰ εἴκοσι, προσῆλθεν ὁ ἐκ Παξῶν βουλευτὴς ἀξιότιμος κ. Βελλιανίτης· ἤμεθα δὲ εἰς τὰ τελευταῖα ἐντελῶς δύο ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν ἔχει παρατήρησίν τινα, καὶ εἶπεν «οὐχί». Ἐξεφώνησα καὶ τὸ σύνολον τῆς δαπάνης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι εἶναι καλῶς ἀναγεγραμμένον. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι «προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Ὁ κ. Βελλιανίτης ἀμέσως ἐζήτησε τὸν λόγον, καὶ — ὡς πάντοτε, εὐθὺς ἅμα Βουλευτὴς ἐζήτει τὸν λόγον, τὸν ἐλάμβανε — λαβὼν αὐτὸν, ὡμίλησεν ἐφ’ ὅσην ὥραν ἤθελε, διότι οὐδεμία παρενεβλήθη αὐτῷ δυσχέρεια πρὸς πλήρη διατύπωσιν τῶν γνωμῶν αὐτοῦ....
§197Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβέστατον.
§199Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἐπεθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς. Θὰ τὸ εἴπω, καὶ θὰ στηριχθῶ ἐπ’ αὐτοῦ.
§200ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ στηριχθῆτε. Δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι εὐχάριστον, ὅτι ἀκούω, ὅτι τὸν λόγον ἐσεβάσθην, ὅσον ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω, καὶ ἐπροστάτευσα τοὺς ἀγορεύοντας, οὐχὶ ἀπὸ ἄλλο τι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰς διακοπὰς, ὅπως μὴ ἡ διατύπωσις τῶν γνωμῶν τοῦ ἀγορεύοντος συγχέηται. Λοιπὸν ὁ κ. Βελλιανίτης, λαβὼν τὸν λόγον, ἀνέπτυξε περὶ στρατοῦ γενικὰς ἰδέας. Ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ, ἀρξαμένη τῇ ἑνδεκάτῃ παρὰ τέταρτον, διήρκεσε σχεδὸν μέχρι τῆς δωδεκάτης καὶ ἡμισείας, χωρὶς Κύριοι, νὰ περιορισθῇ εἰς ἄρθρον τι τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς, καθ’ ὃ εἶχε πλῆρες δικαίωμα, ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει πρόσφορον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν τελικῶν αὐτοῦ γνωμῶν, ἐξήτασε τὴν ἐν γένει ἀξίαν τοῦ στρατεύματος, διά τε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὑπαξιωματικούς, διὰ τὸν ὁπλισμὸν αὐτῶν, διὰ τὸν στρατωνισμὸν αὐτῶν, διὰ τὸν ἱματισμὸν αὐτῶν, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν, διὰ τὰ λοιπὰ παρεπόμενα ἑνὸς στρατεύματος, ἐμελέτησεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ κατὰ τὸν πόλεμον παρατηρηθέντα, ἐξέθηκεν, ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων, τὰς διαφόρους γνώμας, τὰς ὁποίας ἔν τε τῇ ἡμεδαπῇ καὶ τῇ ἀλλοδαπῇ οἱ περὶ τοῦ τελευταίου πολέμου συγγράψαντες διετύπωσαν περὶ τῶν γενομένων ἐν τῷ πολέμῳ, ἐφώτισεν ἡμᾶς κατὰ πάντα, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μᾶς ἐφώτισε δι’ ἀγορεύσεως, ἥτις παρέσχε καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον ἐν λεπτομερείᾳ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠγνόουν, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ηὐχαρίστησα αὐτὸν, καὶ τὸν συνεχάρην...
§201Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πόσον διήρκεσεν ἡ ἀγόρευσις αὕτη;
§202ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, μίαν ὥραν καὶ τρία τέταρτα περίπου... Ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις δὲν ἐπερατώθη, Κύριοι! Βεβαίως ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ σήμερον διότι ἁπλῶς διεκόπη, ἐπιστάσης τῆς δωδεκάτης καὶ ἡμισείας, καὶ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ μὴ δηλώσαντος μὲν, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐπινεύσαντος εἰς τὴν ἐμὴν δήλωσιν, ὅτι ἴσως θὰ ἐκουράσθη, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀποκάμει συνεδριάζοντες, καὶ πεινῶντες ἐπὶ τέλους. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ πάθημα αὐτὸ ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ τὸ πάθωμεν, καὶ εἰς τὴν δωδεκάτην καὶ ἡμίσειαν νὰ πεινάσωμεν. Οὕτω πως, Κύριοι, ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἐκείνη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν ἀδιαλείπτῳ ἀπαρτίᾳ.
§203Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Παρελείψατε κἄτι.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ἐὰν παρέλειψέ τι, θὰ τὸ εἴπητε ὑμεῖς.
§205ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεφώνησα κανονικῶς ἕκαστον ἄρθρον, μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἔφθασεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τῆς Ἐπιτροπῆς, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας διαμαρτυρίας τῶν ἐλθόντων καὶ ἀποχωρησάντων, παραμεινάσης ἐν ἀπαρτίᾳ ἀδιαλείπτῳ — καὶ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠγόρευε, — διότι εὐθὺς ἅμα ἐπανελήφθη ἔξοδος Βουλευτοῦ τινος οὐχὶ ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλ’ ἐκ τῆς αἰθούσης, καὶ ἀντελαμβανόμην ὅτι δὲν ἤμεθα 12, ἀλλὰ μόνον 11, διέκοπτον τὸν ἀγορεύοντα, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ ἀναμείνῃ μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ δωδέκατος, καὶ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ ἀπομακρύνωνται, διότι, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας συνεδριάζοντες, καὶ ἔχοντες τὰς αἰτιάσεις, τῶν ὁποίων πρῶτος ἤρξατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν συνάδελφος, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ πληρῶμεν κατὰ τρόπον πλέον Ἰουδαϊκὸν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἤμεθα παρόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ τοὐλάχιστον δώδεκα.
§206ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν σᾶς ἐγένετο κανὲν παράπονον;
§207ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Μᾶς εἶπον, ὅτι παρεβιάσαμεν τὰ ἐκ τῆς ἁβρότητος καθήκοντα ἡμῶν... Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, προκύπτει ζήτημα ἁβρότητος, καθὼς ἀκούω. Λυποῦμαι, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐλέγχεται ἐνταῦθα ἐπὶ ἐλλείψει ἁβρότητος. Θὰ ἐλυπούμην ὅμως περισσότερον, ἐὰν ἠλέγχετο ἐπὶ ἐλλείψει νομιμότητος. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ αἰτιάσει διὰ τὴν ἔλλειψιν ἁβρότητος...
§208Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μάθητε μετ’ ὀλίγον.
§209ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, κύριε συνάδελφε, θὰ μάθω. Νομίζω ὅτι ὑμεῖς, ὡς δεινὸς χειριστὴς τοῦ λόγου, θ’ ἀναπτύξητε τὰς ἰδέας σας ἐνταῦθα, καὶ θὰ σᾶς ἀκούσωμεν. Ἐὰν δὲ δὲν συμφωνῶσιν ὡς πρὸς τὰ πραγματικὰ γεγονότα, πιστεύω, ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸν λόγον καὶ ἀναλύσωμεν τὰς ἀνακριβείας, εἰς τὰς ὁποίας τυχὸν ἠθέλετε ὑποπέσει. Διὰ τὴν ἔλλειψιν ἁβρότητος, ἐπαναλαμβάνω, γίνεται αἰτίασις, καὶ γίνεται αἰτίασις διότι δὲν ἀνεμείναμεν τοὺς κ. κ. συναδέλφους ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Καὶ διατὶ αἰτίασις; Διότι ἔπρεπε νὰ λύσωμεν, κατ’ αὐτοὺς, τὴν συνεδρίασιν. Καὶ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι, ἐνῷ ἐκεῖνοι παρέμειναν μεθ’ ἡμῶν μέχρι τῆς δεκάτης καὶ ἡμισείας, — διὰ νὰ ὑπερακοντίσω τοὺς καθόλου ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ — ἡμεῖς δὲν ἀνεμείναμεν μέχρι τῆς δεκάτης καὶ δέκα, ὅπως προσέλθῃ ὁ πρῶτος προσελθὼν ἐκ τῆς μειονοψηφίας κ. Βουλευτής! Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἔντιμον φίλον μου Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ἐρωτῶν: Πρὸς τί παρέμειναν, ὅταν παρέμειναν, πέραν τῆς ἐνάτης καὶ ἡμισείας; Παρέμειναν ἆρά γε, ὅπως προσέλθωσι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας;
§210Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§211ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Παρέμειναν, ὅπως καταρτισθῇ ἀπαρτία· οὔτε ἠδυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν πρότερον, ἀφοῦ ἀπαρτία δὲν εἶχε καταρτισθῆ...
§212Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§213ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως... Ὡμολόγησα πρὸς αὐτοὺς χάριτας κατ’ ἰδίαν, καὶ ὁμολογῶ καὶ δημοσίᾳ πρὸς αὐτοὺς χάριτας ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν τοιαύτην συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν παρέσχον εἰς ἡμᾶς πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας. Ἀλλ’ ἂν οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἐζήτησαν τὴν ἐκτέλεσιν, οὕτως εἰπεῖν, οἰκογενειακῶν ἀποφάσεων, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις μετὰ τὰς ἐννέα καὶ ἡμίσειαν, ἐὰν εἶχον αὐτὴν τὴν ὑπέρμετρον καλωσύνην, νὰ παραμείνωσι μέχρις ὅτου συγκροτηθῇ ἀπαρτία, ἠδύναντο νὰ ἀξιώσωσιν, ἐν ἀπαρτίᾳ διατελοῦντες, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἵνα προσέλθωσιν οἱ ἐκ τῆς μειονοψηφίας; Ἀλλὰ μήπως προέβησαν εἰς τὸ ἔργον εὐθὺς ὡς ἀπαρτία ἐβεβαιώθη; Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ τῆς 9 καὶ 15′ ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ· κατὰ τὴν 9 καὶ 25′ ὑπῆρχε καὶ εἷς πλεονάζων, καὶ ἐν τούτοις ἀφήκαμεν καὶ 15 λεπτὰ τῆς ὥρας· τὴν 10 παρὰ 20′ ἠρχίσαμεν τὴν ἐργασίαν. Καὶ δὲν ἐπεκυρώθησαν μὲν μέχρι τοῦδε τὰ πρακτικὰ, τὰ βεβαιοῦντα πάντα ταῦτα, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν ἀναλαμβάνω πᾶσαν εὐθύνην. Ἀνεμένομεν λοιπὸν περὶ τὰ 25 λεπτὰ τοὺς κυρίους συναδέλφους, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἦλθε. Καὶ τῆς ἁβρότητος τὸ καθῆκον, πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἐξηντλήθη, ἀφοῦ περὶ νομιμότητος δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τι, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε πλέον τὸ καθῆκον νὰ περιμένῃ περισσότερον, διότι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν μᾶς συνήθισαν νὰ ἔρχωνται πάντοτε· ἐπὶ ἡμέρας ἔλειπεν ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτής· κατ’ ἄλλας ἡμέρας ἔλειπεν ὁ κ. Λεβίδης· ἄλλοτε ἔλειψεν ὁ κ. Ἀναστασόπουλος...
§214Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλείψατε καὶ σεῖς.
§215ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ μόνον ἔλειψα, καὶ σᾶς εἰδοποίησα ἐκ τῶν προτέρων. Εὐχαρίστως δὲ εἶδον, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς ἀπουσίας μου μὲ ἀνεπληρώσατε ὑμεῖς διὰ τῆς παρουσίας σας· καὶ σᾶς ὁμολογῶ χάριτας. — Ὁ κ. Γουναράκης ἐπίσης ἔλειψε, κωλυθεὶς ἐξ ἐργασιῶν του, καὶ τοι παρέσχεν εἰς ἡμᾶς πολλάκις τὴν πεφωτισμένην αὐτοῦ γνώμην καὶ συνδρομὴν, καὶ ὁ κ. Λεβίδης, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν τίς ἕτερος ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Καίτοι δὲ εἰδοποιήθησαν ἀπὸ τῆς προτεραίας τὰ μέλη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἤθελε συνεδριάσει, καίτοι παρεκλήθησαν νὰ συνέλθουν, δὲν συνῆλθον. Καὶ ἀφοῦ περιεμένομεν 25 λεπτὰ τῆς ὥρας, ἔπρεπε νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ἐκ τῆς παρουσίας τῆς μειονοψηφίας; Ἐὰν τοιοῦτο προηγούμενον καθιερωθῇ, τότε νομίζω, ὅτι συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι περιττή· διότι, ἂν πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μὴ παρουσιαζομένων τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἤθελον ματαιωθῆ εὐχερῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐπράξαμεν πλῆρες, ὅτι ἐσεβάσθημεν καὶ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ νόμου, καὶ τὴν ἁβρότητα ἐξηντλήσαμεν, κατὰ τὸ μέτρον, ὅπερ ἦτο εἰς ἡμᾶς ἐπιβεβλημένον. Ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγένετο πλήρης, διότι δὲν περιεμένομεν, ἵνα ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Ἐπιτροπῆς μελετήσωμεν τὸ κείμενον αὐτοῦ, ἀλλὰ διενεμήθη τὸ τεῦχος εἰς πάντα τὰ μέλη, ὅπως κατ’ οἶκον μελετήσωσιν αὐτὸ, καὶ, τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας μὴ ἐχόντων νὰ διατυπώσωσιν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων οὐσιωδῶν ἄρθρων, ἡ ἐργασία προέβη ἀπροσκόπτως καὶ ταχέως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι. Πρὸς τί ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς συναδέλφους κατὰ τρόπον δόλιον, ὡς λέγουσι; Ποῖον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν προσκομίσει, εἴτε εἰς ἡμᾶς, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ὑποστηρίζομεν; Ποία ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἤθελε προσπορισθῆ ἡ πλειονοψηφία, ἐξ ἧς ἀπορρέομεν ἡμεῖς, ἐξ ὅλων τούτων, διὰ τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἀδίκως σήμερον μᾶς καταγγέλλουσι; Τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ἔργον προεξελέγξεως, εἶναι ἔργον γνωμοδοτικὸν, καὶ οὐχὶ ἔργον Σώματος ὁριστικῶς ἀποφαινομένου. Οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ἡ ψῆφος καὶ ἡ ἀπόφασις. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ μὴ παραστάντες εἰς τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ μὴ προφθάσαντες νὰ ὑποβάλωσι τὴν γνώμην των, δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο, δόξα τῷ Θεῷ, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτε θὰ ἔχωμεν τὴν συζήτησιν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· ἑπομένως δὲν εἶναι κίνδυνος νὰ καταπνιγῶσιν αἱ γνῶμαί των, ἀλλὰ θὰ προσκομισθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ διερμηνευθῶσιν ἐπαρκῶς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κάθηνται εἰς τὴν μερίδα, εἰς ἣν κάθημαι καὶ ἐγὼ, θὰ τὰς δεχθῶσιν, οὐχὶ πλέον ὡς γνώμας ψυχρὰς, τετυπωμένας ἐν ἐκθέσει, ἐὰν ἦναι ὀρθαὶ, ἀλλ’ ὡς ἀμέσους καὶ ἐναύλους παραστάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ καθ’ ἡμῶν ἐπικρίσεις, καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθησαν, ἔτι δριμύτερον σήμερον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὁπότε ἐπὶ τέσσαρας ὅλας ὥρας ἠκούσαμεν τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἐκ τῆς μειονοψηφίας συναδέλφων, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν οὐδὲ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης νὰ ἐπικυρώσωμεν, δὲν δύνανται νὰ ἦναι δεδικαιολογημέναι· εἰς μάτην δὲ ἀποδίδετε εἰς ἡμᾶς προθέσεις καὶ πράξεις διὰ γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲ ὑμεῖς δύνασθε νὰ ζημιωθῆτε, οὐδὲ ἡμεῖς δυνάμεθα ν’ ἀποκομίσωμεν τὸ παραμικρὸν πολιτικὸν ὄφελος.
§216Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἐντολοδόχοι, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρὸς ἐπιτέλεσιν ἔργου σοβαροῦ, τοῦ κυρίου ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων συνέρχεται. Προσήκει δὲ νὰ λογοδοτήσωμεν, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν κατήγγειλε, — διότι δὲν ἦτο ἀνακοίνωσις, ἦτο καταγγελία, — ὅτι ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδρίᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διεπράχθη τι ἔκτροπον, ἀνατρέπον τοὺς ὅρους τῆς ἁβρότητος, ἀνατρέπον τοὺς ὅρους τῆς νομιμότητος, τοὺς ὅρους τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνεθέσατε εἰς ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταί. Ὀρθῶς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀπολογηθῇ.
§217ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ν’ ἀπολογηθῇ.
§218Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω, ἵνα ἐξιστορήσῃ. Ἀλλ’ ὡς ἦσαν καταγγελία τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, οὕτως εἶναι ἀπολογία τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Καλογεροπούλου. Καὶ τὸν χαρακῆρα τῶν γεγονότων ἔδωκεν ὁ τραχὺς χαρακτηρισμός, εἰς τὸν ὁποῖον προέβη τὴν πρωΐαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Λεβίδης, εἰπὼν, ὅτι πάντα τὰ πεπραγμένα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν εἶναι πλαστά. Καὶ ἐπὶ τῇ συγκινήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς...
§219ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι δὲν ἀπαντῶ εἰς τοιαύτας αἰτιάσεις, διότι θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπέρτερον αἰτιάσεων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Εἶμαι γνωστὸς εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ μὲ καταγγείλῃ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ· ἐὰν δέ τις ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ λέγῃ τοιοῦτόν τι, τὸν καταφρονῶ.
§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ ἐπὶ τῇ συγκινήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, συγκινήσει δικαίᾳ, τὴν ὁποίαν βλέπετε καὶ ἐνταῦθα ἐκρηγνυμένην, παρὰ τὴν ἀπάθειαν, ἥτις χαρακτηρίζει τὸν κ. Καλογερόπουλον, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις εἶναι ὑπέρτερος καταφρονήσεως, ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἐκείνου, εἰπὼν ὅτι ἡ πλαστογραφία, ἣν καταγγέλλει, δὲν ἐφάπτεται τῶν ὁρίων καὶ ποινικῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν τοῦ ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἐλέγχου ἐν τῇ πραγματικῇ ἐρεύνῃ. Διότι δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῇ τάξει. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν διαστήματι ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ ἐξερευνήσητε Προϋπολογισμὸν τοιοῦτον. Τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα δὲν ἤρκει οὔτε εἰς ῥαγδαίαν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων. Ἐγὼ, Κύριοι, βεβαίως, προκειμένου περὶ συναδέλφου, μεθ’ οὗ συνδέομαι, οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς, καὶ πρὸς ὃν ἀμέριστος εἶναι καὶ βαθεῖα ἡ ὑπόληψίς μου, δὲν θέλω μεταχειρισθῆ τὴν τραχεῖαν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ θέλω εἴπει τὰ γεγονότα, ἡ ἐξιστόρησις τῶν ὁποίων καὶ τὸ φῶς τὸ ἐκ τῆς ἐρεύνης, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιχυθῆ, φοβοῦμαι ὅτι θέλει εἶσθαι βαρυτάτη αἰτίασις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅτε, Κύριοι, ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχοντας τὴν τιμὴν καὶ ἐν τῷ παρελθόντι νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τούτου, ἐφιλοδοξήσαμεν, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέση τὰ θεμέλια νέας πολιτικῆς ἀληθοῦς ἐργασίας, καὶ νὰ ἀνοίξῃ νέον πολιτικὸν ὁρίζοντα, ξένον τοῦ ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος, τοῦ γνωστοῦ, καθ’ ὃ συνετελεῖτο τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐφιλοδοξήσαμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς τροχιᾶς ἐκείνης, τῆς συνήθους, τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης, ἐργαζόμενοι, καὶ ὄχι πλανῶντες, ἐν ἔργῳ ὅλως θετικῷ καὶ λογιστικῷ, καὶ εἰσέλθωμεν εἶτα εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων μὲ τὸ ἔργον συντελεσθὲν ὑπὸ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ αὐτὰ τὰ ἰδεώδη. Ὅσοι ἠκολουθήσατε τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, δύνασθε νὰ μαρτυρήσητε, ἂν δὲν εἰργάσθη ἐν ἐπιγνώσει τῶν καθηκόντων της καὶ περὶ τούτου ἂς μαρτυρήσῃ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Λιδωρίκης. Ἀλλ’ ὅτε εἰσήλθομεν ἐφέτος εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἔργον ἤρξατο ὑπὸ προκαταλήψεις. Τίς ἦτο ἡ προκατάληψις; Ἡ πλειονοψηφία εἶχε τὴν προκατάληψιν, ὅτι ἡμεῖς ἐρχόμεθα προαπεφασισμένοι νὰ παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἵνα οὕτω μὴ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἦτο βάσιμος ἡ προκατάληψις; Τὸ ἐναντίον ἀπέδειξεν ἡ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν εἰς τὴν κανονικὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἰσήλθομεν καὶ ἡμεῖς μὲ ἑτέραν προκατάληψιν, ἠρξάμεθα ὅμως μὲ τὴν προκατάληψιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ φωτισθῶμεν, ἀτυχῶς, ἐκ τῶν φώτων τοῦ κ. Καλογεροπούλου, ὁρισθέντος ὡς Προέδρου καὶ διὰ τὴν ἀξίαν του, ἀλλὰ καὶ διότι ἠγγυᾶτο ἡ εὔστροφος εὐφυΐα του τὴν ταχίστην ἀσυζητητεὶ ὑφαρπαγὴν τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ προσδιορισμὸς τῆς ὥρας πρὸς ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ διοίκησις τῆς συζητήσεως, ἡ κατάρτισις αὐτὴ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνεδείκνυον, τί ἐσκοπεῖτο. Ὑπῆρχον 7 μέλη ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἅτινα ὑπέλαβον ὡς προωρισμένα ἵνα φέρωσι τὸ φῶς τῶν πρακτικῶν αὐτῶν γνώσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες διεψεύσθησαν. Ἐξελέγη μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ κ. Παπατσώρης προκληθεὶς δὲ πολλάκις παρ’ ἐμοῦ, ὡμολόγησεν εἰλικρινῶς ἐν τῇ συζητήσει, ὅτι συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἔπειτα ὑπέγραφε τὰ ἀντίθετα! Ὁ κ. Κοττίκας, εἴδομεν ὅτι ἔγραφε καὶ ἐκράτει σημειώσεις ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων, καὶ ἐπιστεύομεν, ὅτι πλούσιον ἀμητὸν ἤθελε παράσχει εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Παρῆλθον ὅμως 2 ἢ 3 ἡμέραι, καὶ κατενοήσαμεν περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Καὶ ἀπεβάλομεν τὴν ἰδέαν, ἀπέναντι τῆς στάσεως τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ χωρήσωμεν σοβαρῶς εἰς τὸ ἔργον, χωρὶς νὰ ὑποληφθῶμεν καὶ ἐλεγχθῶμεν, ὅτι παρακωλύομεν τὴν ἔγκαιρον συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Καὶ ἤρξατο ἡ συζήτησις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἡμέραν ἐγένετο εὐρεῖα ἡ συζήτησις, ἀναγκαία πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ εὐρὺ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ποσῶς μὴ δικαιολογοῦσα τὴν ὑπόνοιαν, ἢ τὴν μομφὴν, ὅτι πρόκειται περὶ σκοπίμου παρελκύσεως τῶν ἐργασιῶν. Εἶναι δὲ παράδοξον, ὅτι ἡ ἱστορικὴ ἀφήγησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοσοῦτον διάφορος εἶναι τῶν συμπερασμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει ἐκ τῆς ἀνελίξεως τῶν πραγμάτων. Ἡμεῖς δὲν ἐπεδιώξαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐκαλεῖτο νὰ διαπράξῃ ἔργον, οἷον πράττουσι πᾶσαι αἱ ἄλλαι Ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, ἡ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αἱ λοιπαί. Ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ποσάκις δὲν κατεδικάσετε τὰς Ἐπιτροπὰς ἐκείνας, ὅτι ἔργα, τὰ ὁποῖα παραπέμπονται εἰς αὐτὰς, ἐπιστρέφουσιν ἐνταῦθα ἄνευ βασάνου καὶ προεξεργασίας; Ἐθεωρήσαμεν, χρηστῷ τῷ συνειδότι, καθῆκον νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας. Καὶ μόλις ἠρξάμεθα ταύτης, μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἀκολουθούσης τὰς ἐπιταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ σιωπή των διεκόπη, μόνον ἵνα ἀκουσθῇ, ὅτι ἡ ἐργασία ἐκείνη τῆς συζητήσεως οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ πολιτικὴ τῆς κωλυσιεργίας! Ἀλλὰ, Κύριοι, παρῆλθον δεκάδες ὅλαι ἐτῶν, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις ἐδίωκον τὸ φάσμα μιᾶς ἰδέας, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην παρουσιάζεται ὁ εὐτυχὴς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προσάγει εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ἔκπληκτον, τὸ εὐτυχὲς γεγονός, οὐχὶ πλέον ἰσοζυγίου, ἀλλὰ περισσευμάτων, τὴν οὐτοπίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μάτην ἀνεζήτει εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ὑπέροχος πολιτικὴ διάνοια τοῦ ἀποθανόντος πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ παρελθόντος ἐγίνετο ἐργασία τις, οἵαν ἐπιτάσσει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα, ἐκπλήττεσθε διότι ἐφάνη διατεθειμένη ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, καὶ ἐκπλήττεσθε, ὅτι τὸ πρῶτον, ὅπερ ἠξίωσεν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο νὰ προσκομισθῶσι πληροφορίαι ἀπέναντι τῶν διαφημισθέντων λαθῶν ἢ παραχαράξεων, τὰς ὁποίας κατήγγειλεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης; Καὶ καθ’ ἣν συζήτησιν ἐβλέπομεν τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἀνακοινωθέντας διὰ τῆς ἐπισήμου εἰσηγητικῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς δημοσιευθείσης ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀκροπόλει», συγκρουομένους πρὸς τοὺς ἀναγεγραμμένους ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προχωρήσωμεν, χωρὶς νὰ προσκομισθῶσιν ἡμῖν αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ διευκρινισθῇ ἡ ἀλήθεια; Ἐπρόκειτο ἐπὶ τέλους νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ὑπάρχει περίσσευμα, ὡς ἐξήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι ἔλλειμμα, ὡς κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς; Τοῦτο ἐζητήσαμεν. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶχε σοβαρὰν σημασίαν ἡ ἔρευνα αὕτη, καὶ ἡ προσκόμισις τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν. Ἀλλ’ ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε διαιωνίσει τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ, ἐμοῦ προτείναντος, ἀπεφασίσθη νὰ εἰσέλθωμεν τὴν ἑπομένην εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, μέχρις οὗ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι. Καὶ πρῶτον ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησεν, ἦτο ὁ ἄμεσος φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν περισσεύματα, — εἶπεν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν — ἂν ὄντως πείθησθε περὶ τῶν περισσευμάτων, ἀπὸ τοῦ πρώτου σημείου τῆς ἐρεύνης δέον νὰ σταθῶμεν, νὰ συζητήσωμεν καὶ κανονίσωμεν τὸ ἔδαφος τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, ὡς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Καλογερόπουλος εἶπεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει καθαρῶς γνωμοδοτικὴν ἀποστολήν. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Δὲν ψηφίζει βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει τὴν περιωρισμένην μόνον ἐντολὴν τῆς ἀριθμητικῆς ἐρεύνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἴδῃ, ἂν πράγματι ἀνεγράφησαν ὀρθῶς, ἢ κατὰ πλάνην, οἱ ἀριθμοί· διότι πρὸς τῇ ἐρεύνη ταύτῃ ὑπάρχει ἡ βαθυτέρα οἰκονομικὴ ἔρευνα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἔρευνα ὅλων τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα βραδύτερον θ’ ἀποτελέσωσι τὰ θέματα τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐνταῦθα. Δὲν εἶναι θεωρίαι αὗται, Κύριοι, ἰδικαί μου· εἶναι διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπιτροπῶν, καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅτε εἴχομεν τὴν ἐπίσημον ἐντεῦθεν ἐξαγγελίαν περισσευμάτων 4,000,000 δραχμῶν, ἔδει νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ πρώτου φόρου. Εἶναι ὁ φόρος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησε τὴν δεκάτην, ἡ δὲ κατάργησις τῆς δεκάτης ὑπῆρξεν ἡ σημαία τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν ἀρχηγοῦ, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἐσείσθη καὶ ἔπεσεν ὁλόκληρον πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν καθεστώς. Ἀλλ’ ὅτε ὕψου τὴν σημαίαν ἐκείνην χάριν τῆς φορολογουμένης τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνήρ: «Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων εἶναι παροδικὸς· ἀντικαθιστῶ τὸν φόρον τὸν ἐπαχθῆ τῆς δεκάτης. Ἀπηλλάγητε τοῦ ζυγοῦ τοῦ τουρκικοῦ· σᾶς ἀπαλλάττω καὶ τῆς δουλείας τοῦ Σπαχῆ, τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς δεκάτης.»
§221Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως θὰ μένῃ πάντοτε ἡ «ἁγία δεκάτη», καὶ θὰ ἐπανέλθῃ ταχέως, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§222Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέσατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ κομβολόγιον τῶν ἁγίων καὶ τὴν ἁγίαν αὐτὴν δεκάτην, χάριν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου.
§223Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ καυχῶμαι πάντοτε, ὅτι ὑψῶ ἐντεῦθεν τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτῆς, ὡς ἔπραξε καὶ ἄλλος πρὸ ἐμοῦ, καὶ θὰ ἐπιμένω, μέχρις ὅτου κατισχύσῃ ἡ «ἁγία δεκάτη».
§224Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ἰδεῶν ἀνακουφίσεως καὶ ἀπελευθερώσεως τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ κατέπεσεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ οἰκοδόμημα τοῦ παρελθόντος, καὶ ἦλθον, ἐκράτησαν νέαι ἰδέαι, καὶ ἦλθον νέοι ἄνθρωποι. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προέτειναν καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν ἀροτήρων, ἐπηγγέλθησαν, ὅτι, ἀφορῶντες εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς γεωργικῆς τάξεως, θεωροῦσι τὸν νόμον τοῦτον προσωρινόν. Ἦτο ἐπίσημος ἐπαγγελία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἦτο ἀνεπίσημος ἐπαγγελία κατ’ ἰδίαν πρὸς πάντας, ὅσοι ηὐτυχήσατε νὰ γνωρίσητε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸν ἄνδρα. Θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἄλλοθεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἠγόρευεν, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν θ’ ἀνέτελλεν ἡ οἰκονομικὴ εὐημερία τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔτεινε πᾶς ὁ ἀγὼν ἐκείνου, ὡς τὸ πρῶτον οἰκονομικὸν μέτρον ὑπέσχετο τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτήρων, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἀπελευθερώσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως. Αἱ ἰδέαι αὗται ἐξηνέχθησαν καὶ συνεζητήθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ ἧς ἐξηρτᾶτο οὐχὶ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις εὐχῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, Κυβέρνησιν μάλιστα ἀκολουθοῦσαν τὸ γενικὸν πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐκλιπόντος, πρὸς προστασίαν τῆς γεωργικῆς τάξεως. Τοιαῦτα ἀπησχόλουν ἡμᾶς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ ὑπομνήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Καὶ ἂν παραδέχησθε ὡς ἀλήθειαν τὰ περισσεύματα, εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ πλέον ἡ ψήφισις Πρωτοδικείων, ἡ ψήφισις Νομαρχιῶν, ἡ ψήφισις θέσεων καὶ δαπανῶν, εἶναι καιρὸς νὰ καταργηθῇ ἢ τροποποιηθῇ ὁ φόρος ὁ βαρύνων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Συνεζητήσαμεν, ὅτι ἡ ἀνακούφισις αὕτη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν περικόπτῃ σήμερον κατά τι τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πολλαπλασίως θὰ τὰ αὐξήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι· διότι ἡ περικοπὴ αὕτη εἶναι ὅ,τι ἡ δαπάνη τῆς ἀρδεύσεως τῶν δένδρων, ἢ ὅ,τι ἡ δαπάνη τῆς λιπάνσεως τῶν ἀγρῶν. Ἦτο ζήτημα κωλυσιεργίας τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἡμᾶς; Καὶ ἠναγκάσθημεν, ἐνῷ καθῆκον τοιοῦτο δὲν εἴχομεν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἡ χρηστὴ ἐργασία ἡμῶν αὕτη, νὰ δηλώσωμεν, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα μόνον δύο ἢ τρία θὰ μᾶς ἀπησχόλουν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν σκληρῶς βαρυνόντων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τῶν φόρων, οἵτινες ἢ κακῶς εἶναι τεθειμένοι, ἢ τόσον κακῶς ἐφαρμόζονται ἐν τῇ εἰσπράξει, ὥστε, ὡς εἶπον καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, κατέστησαν ῥαγιᾶν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὑπόδουλον εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ ἐπαχθὴς φόρος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ καθ’ ἡμέραν ὑποβάλλομεν τηλεγραφήματα καὶ ἀναφοράς, διὰ τῶν ὁποίων διεκτραγῳδοῦνται αἱ ἐκ θεομηνίας τινός, αἱ ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἢ ἄλλης νόσου ἐπελθοῦσαι καταστροφαί, καὶ ἡ ἀδυναμία πληρωμῆς φόρου ἐπὶ προϊόντος καταστραφέντος. Καὶ ἡ κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσῃ, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν μελέτην ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ἕτερον ζήτημα, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων, ὅστις ἐπήνεγκε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ὥστε νὰ διασαλευθῶσιν οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ; Τοιαῦτά τινα ζητήματα ἀμέσως κατ’ ἀρχὰς σοβαρῶς συνεζητήσαμεν, καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν, εἰς ἐργασίαν τόσον κανονικῶς χωροῦσαν, ὥστε νὰ λαμβάνωμεν τὰ συγχαρητήρια τὰ εἰλικρινῆ τῶν συναδέλφων ἡμῶν τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐπράττομεν ἡμεῖς, Κύριοι, συζητοῦντες, παραδόξως ἡ Ἐπιτροπὴ μετεβλήθη εἰς συνέδριον βωβῶν καὶ ἀλάλων, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ὑπελάμβανέ τις τοὺς συναδέλφους τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἄλλους 14 σοφούς! Ἑπτὰ ἦσαν οἱ ἀρχαῖοι σοφοὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ μεταξὺ τῶν ἑπτὰ κατηριθμεῖτο εἷς τοιοῦτος, διότι ἐγνώριζε νὰ σιγᾷ. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἦσαν 14 οἱ Ζήνωνες, οἱ γνωρίζοντες νὰ σιγῶσιν! Ἡμεῖς οὕτως εἰργαζόμεθα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, συνεπεῖς εἰς τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐντολὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν μας ταύτην ὀφείλεται μεταξὺ ἄλλων ἡ ὑποβολὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχεδίου, διορθοῦντος τὰς διατάξεις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων. Ἐν τούτοις, Κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆλθεν ἡ σύγκρουσις, ἐνῷ ἑκατομμύρια ἐσόδων διεξήλθομεν, δὲν εὑρέθη μία γραμμὴ, ἓν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ συζητήσωσιν, ἢ νὰ συμφωνήσωσι μεθ’ ἡμῶν. Τοιαύτην ἐργασίαν αὐτῶν δὲν ὑπελάβομεν οὐδέποτε σοβαράν· τὴν ὑπελάβομεν ὡς ἀθετοῦσαν τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ φενακίζουσαν τὸν λαόν. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα ἐχώρουν ἀπροσκόπτως, καὶ ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν, ἐν διαστήματι ἑπτὰ συνεδριάσεων εἴχομεν χωρήσει, ὡς ἀνέφερεν ἀκριβῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὰ ἔσοδα τῶν μονοπωλίων...
§225ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐντὸς ἕνδεκα συνεδριάσεων.
§226Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἑπτὰ συνεδριάσεων ἐργασίας· διότι ἀφαιρῶ μίαν διὰ τὰς ἀρχαιρεσίας, ἑτέραν διότι ἔλειπε τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφαιρῶ ἄλλην διότι ἔλειπον αἱ ζητηθεῖσαι ἀναγκαιόταται πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐχρειάζοντο...
§227Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πόσα κεφάλαια εἶχον ψηφισθῆ;
§228Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σχεδὸν ὅλα τὰ ἔσοδα. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα, Κύριοι, τῆς ἐργασίας ταύτης, ἣν τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁρίζει, ἀναγράφον, ὅτι εἰδικὴ συζήτησις δέον νὰ γείνῃ κατ’ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἀφοῦ ὑποβληθῇ, τυποῦται, καὶ διανέμεται εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἀποστέλλεται δὲ διὰ τὴν κατ’ ἄρθρον ἐπεξεργασίαν εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπὴν», κατὰ τὸ διάστημα, λέγω, τῆς ἐργασίας ταύτης εἴχομεν ψηφίσει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων 63 ἄρθρα, κατόπιν ἐμβριθοῦς συζητήσεως, — διότι ὑπῆρχον καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, ἂς ὁμολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν μᾶς ἀπησχόλησαν, καὶ παρηρχόμεθα. — Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐργασίας ταύτης ὑπῆρξε πνεῦμά τι παρατάσεως ἢ παρελκύσεως τῶν ἐργασιῶν; ὑπῆρξε πνεῦμά τι ἀσεβείας πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ διαπραχθὲν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ ἡμῶν; Ὄχι, Κύριοι. Διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξ ἀγωγῆς καὶ ἐκ καθήκοντος μὴ δυνάμενος νὰ διαψεύσῃ ταῦτα, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας παρέσχομεν πᾶσαν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπῆρχε πνεῦμα παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν, κωλυσιεργίας, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν λέξιν, ἠδυνάμεθα πρὸ ἑκάστης συνεδριάσεως νὰ περιμένωμεν ἔν τινι δωματίῳ, ἵνα ἀποτελεσθῇ πρῶτον ἀπαρτία ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας. Ἂς ἐγερθῇ ὁ κ. συνάδελφος νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐάν ποτε, ἐκτὸς τῆς προσχεδιασθείσης χθεσινῆς ἀπαρτίας, ὑπῆρξεν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσαν μόνοι των ἀπαρτίαν. Κατὰ τὸ στάδιον τῶν 11 συνεδριάσεων, κατὰ τὸ μέσον τῆς ἐργασίας, ὄντως προσήρχοντο ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τὰ πλείονα, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐξ ἀρχῆς οὐδέποτε ἐβραδύναμεν νὰ παράσχωμεν τὴν τοιαύτην ἡμῶν συνδρομήν. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο. Ἐκ τῆς ἐργασίας ἐκείνης, ἐν ᾧ πολλάκις ἐκ πνεύματος παροξυνομένου ἐκ τῆς σιωπῆς τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας μέλος τι τῆς μειονοψηφίας ἐξετείνετο εἰς συζήτησιν, ἐπείθετο νὰ συντάμῃ τὸν λόγον διὰ κατ’ ἰδίαν συνεννοήσεων, καὶ ἐγένετο πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι μέχρι τῆς σήμερον μὲν θὰ ἦτο περατωμένη ἡ ἔρευνα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, θὰ ἤρχιζε δὲ αὔριον ἡ ἔρευνα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων βεβαίως θὰ εἴχομεν νὰ παρατηρήσωμέν τινα, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ διήρκει ἡ ἐξέτασις αὕτη πλέον τῶν 5 ἢ 6 συνεδριάσεων. Ἔχομεν τὸ διαβεβαιωθὲν γεγονὸς, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοιαύτη ἦτο ἡ πολιτεία ἡμῶν· ἔχομεν τὸ γεγονὸς, ὅτι οὐδέποτε ἠρξάμεθα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, πρὸ τῆς 10ης ὥρας παρὰ τέταρτον π. μ.· ἔχομεν τὸ γεγονὸς, ὅτι τὴν προηγουμένην ἡμέραν τοῦ πραξικοπήματος, ἤτοι τὴν ἡμέραν τῆς Τετάρτης, ἤρξατο ἡ ἐργασία τὴν 10½ πρὸ μεσημβρίας, καὶ ὑπεύθυνοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς τῆς βραδύτητος ταύτης, διότι ἤμεθα ἐκεῖ, καὶ ἤμεθα τρεῖς πρῶτον καὶ πέντε βραδύτερον ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Καὶ ἂν ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν νὰ παρελκύσωμεν τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπόσχωμεν, ἀφοῦ ἡ 9½ εἶχε παρέλθει; Διὰ τῆς πράξεως αὑτῶν, Κύριοι, τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ἠδίκησαν οὐχὶ ἡμᾶς ἀλλ’ ἑαυτὰ, παραβάντα τοὺς ὅρους τῆς νομιμότητος καὶ τοὺς ὅρους τοῦ καθήκοντος τῆς πλειονοψηφίας πρὸς ἡμᾶς. Οὐδεμίαν εὔλογον ἀφορμὴν εἶχον, ἵνα προβῶσιν εἰς τοῦτο. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν συνηθίζω νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου, καὶ λέγω, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο χθὲς ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἦτο ἐνέργεια ἐσκεμμένη, ἦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον προεμελέτησεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐδικαιολογήθη, ὅτι ἀνεκοίνωσε πρόσκλησιν. Περιττὴ ἡ διαβεβαίωσις. Τὸ ἀπέδειξεν ἡ συνεδρίασις ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας· τὸ ἀπέδειξεν ἡ σπουδὴ καὶ παρουσία μελῶν, τὰ ὁποῖα μόλις εἶχον ἀφήσει τὴν κλίνην, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶχον προσέλθει ἢ ἅπαξ μόνον, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἦτο περιττὴ ἡ διαβεβαίωσις, διότι συνήρχοντο καθ’ ἣν ἡμέραν τὸ Σῶμα ἀπεῖχεν, ἐκ παραδόσεως, ἐργασίας, ἀποφεῦγον νὰ ὑπομνήσῃ δι’ ἐργασίας ἀποφράδα ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσαλεύθησαν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, τὴν 30 Νοεμβρίου 1874, ὅτε διεπράχθησαν τὰ περιλάλητα Στηλιτικά...
§229Δ. ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Εἴμεθα ἐμεῖς στηλῖται;
§230Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καλῶ ὑμᾶς στηλίτας, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ὑμᾶς καὶ στύλους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δι’ ὅσα διεπράξατε (θόρυβος). Τὰς διαθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δύσκολον νὰ διακρίνῃ τις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἠξίωσε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς ἡμᾶς ἐγγράφως, οἵτινες εὐπίστως ἐπλανήθημεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν τὸ ἐπίσημον Σῶμα ἀπεῖχε τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, δὲν ἠξίωσε νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ ἐγγράφως. Διατὶ δὲ κρύπτονται ἤδη ὄπισθεν ἀναξίων δικαιολογιῶν; Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅτι ἐτήρησεν ὅλους τοὺς ὅρους τῆς ἁβρότητος. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος ἐκ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πολιτεία ὑμῶν καὶ τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἦτο ἀξία τοιαύτης καυχήσεως. Παρεβιάσατε τοὺς ὅρους τῆς ἁβρότητος· διότι, ἐνῷ ἡμεῖς, ἀείποτε παρόντες, συνεβάλλομεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν, καὶ ἐδηλοῦμεν νὰ μᾶς θεωρῆτε, κύριε Πρόεδρε, παρόντας καὶ ὅτε ἀπηρχόμεθα, ὑμεῖς χθές, παραλείποντες στοιχειῶδες καθῆκον, οὐδόλως προσεκαλέσατε ἡμᾶς. Ἀνεχώρησα ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀποκομίζων τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν συνεδρίασιν χθὲς οὔτε ἐνταῦθα, οὔτε ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Πῶς ἠδυνάμην ἄνευ προσκλητηρίου νὰ ἔλθω ἐνταῦθα; Ἐὰν δὲ, ὡς λέγει, εἰδοποίησε καὶ μέλη τῆς μειονοψηφίας τρία, ἀλλὰ τὰ ἄλλα, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἄνευ προσκλήσεως; Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν εἰδοποιήθησαν μόνον ἑπτά· πῶς συνῆλθον οἱ ἄλλοι, καὶ ἐγένετο ἀπαρτία; Βλέπετε τὸ παράδοξον φαινόμενον, ἡμεῖς μὲν, οἱ παραμείναντες ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς συνεδριάσεως τῆς Πέμπτης μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας, νὰ μὴ ἔχωμεν γνῶσιν τοῦ γεγονότος, ὅτι θὰ εἴχομεν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι θὰ ἤρχιζεν αὕτη ἀπὸ τῆς ἐνάτης καὶ τέταρτον, ἄλλοι δὲ, μὴ παραμείναντες, νὰ ἔχωσιν εἴδησιν, ὅτι ἡ συνεδρίασις θὰ ἤρχιζε τὴν 9 καὶ ¼! Καὶ ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λέγητε τοιαύτας δικαιολογίας! Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἐπεξεργασία δέον νὰ γένηται κατ’ ἄρθρον. Καὶ ἐντὸς 35 λεπτῶν ἐθαυματουργήθη ἡ ἐργασία ἐκείνη, καὶ ἐξετελέσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ βουλευτὴς τῆς πλειονοψηφίας κ. Μέρμηγκας χαριτολογῶν ἐκαυχᾶτο, ὅτι μὲ τὰ τέσσαρα εἰργάσθησαν, ἐννοῶν βεβαίως οὐχὶ τὸν τρόπον, ἀλλὰ τὴν ταχύτητα τῆς ἐργασίας. Παρεβίασαν τοὺς ὅρους τοῦ καθήκοντος καὶ τοὺς ὅρους τῆς νομιμότητος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἀνθρωπίνως, ἀφ’ ἧς ὥρας ἀνηγγέλθη ἡ ἔναρξις τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ἐπερατώθη τὸ ἔργον, μετὰ τῶν διακοπῶν, ἃς ἐπήνεγκεν ἡ παρουσία τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Στράτου, μέχρι τῆς τελευταῖον ἐμφανίσεως καὶ διαμαρτυρίας τοῦ κ. Βελλιανίτου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεξεργασθοῦν, πόσα ἄρθρα, νομίζετε; Ὁ κ. Ἀβέρωφ ἠρώτησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, πόσα εἶναι τὰ ἄρθρα τὰ ψηφισθέντα. Καὶ ἐξήτασα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἄρθρων, καὶ καθ’ ὑπολογισμὸν μὲ τὸ ὡρολόγιον, ἡ ἀπνευστὶ ἀνάγνωσις μόνον ἀπῄτει μίαν ὥραν καὶ δέκα λεπτά. Εἶχον ὑπολειφθῆ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων 105 ἄρθρα, καὶ συνεζητήθησαν ἐκ τῶν ἐξόδων: τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 150 ἄρθρα, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 32 ἄρθρα, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 132, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 95, τοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 100· ἤτοι ἐπεξειργάσθησαν, καθὼς λέγει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, 614 ἄρθρα εἰς 30 λεπτὰ τῆς ὥρας! ἀκριβῶς, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ λέγετε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἶναι σοβαρὰ, ἀληθὴς αὐτὴ ἡ ἐργασία! Καταργήσατε τότε τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, μὴ ἀπασχολεῖτε δὲ καὶ ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ μὴ χλευάζετε οὐδὲ τὴν Βουλὴν, οὐδὲ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ καὶ ἐν εὐσυνειδήτῳ μελέτῃ προσήρχοντο καὶ εἰργάζοντο καὶ ἀπησχολοῦντο. Κύριοι, ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς λάβῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἂς ὑποκριθῇ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ πρόσωπον τοῦ γραμματέως αὐτῆς κυρίου Ναυπλιώτου, καὶ ἂς ἀναγινώσκῃ μόνον τυπικῶς: «Ἄρθρον 1. Τέλη ἀγκυροβολίας καὶ φαρικὰ, διατιθέμενα ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου.— Ὑπάρχει ἀντίρρησις;» Καὶ ἀριθμήσατε τοσαύτας ἀναγνώσεις, ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις 614· λάβετε τὸ ὡρολόγιόν σας, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ χρειασθῶσι δύο ὧραι διὰ τοιαύτην τυπικὴν ἐργασίαν· ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἀντίληψις ἡ ἐξαιρετικὴ τῶν Κυρίων αὐτῶν δικαιολογῇ τοιαύτην σπουδαίαν περάτωσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ὅμως, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι πρῶτοι οἱ καθήμενοι εἰς τὰ ἐδώλια τῶν Ὑπουργῶν ἀποκρούουν, μὴ ἐπιτρέποντες νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ περάτωσις τοῦ σπουδαιοτάτου ἔργου κατὰ τοιοῦτον ταχυδακτυλουργικὸν τρόπον. Εἶναι συζήτησις αὐτὴ, καθ’ ἣν καθορίζεται ἡ δαπάνη δι’ ἓν ἔτος 100 ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ οὔτε μία φωνὴ ἑνὸς Βουλευτοῦ, διαμαρτυρομένη ἢ συζητοῦσα; Πρέπει, Κύριοι, ἀντὶ νὰ δικαιολογῆσθε, νὰ καλύψητε τὸ πρόσωπον! Καὶ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔφθασαν εἰς τὰ ὦτά σας αἱ κραυγαὶ τοῦ λαοῦ; καὶ δὲν ἀνεμνήσθητε τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι καθωρίσθησαν διὰ τὴν σύστασιν τῶν Πρωτοδικείων; καὶ δὲν ἀνεμνήσθητε σχετικῶς νὰ εἴπητε περὶ τῆς ἀσεβοῦς ἐνεργείας τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διορισάσης ἰσοβίους; Καὶ δὲν παρετηρήσατε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις περιλαμβάνει 95 ἄρθρα, ἀναγράφει πίνακας διαφόρων δημοσίων ἔργων, κατὰ δὲ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ Τρικούπη ἐψηφίσθη, ὅταν πρόκηται νὰ ψηφισθῶσι πιστώσεις δι’ ἔργα δαπάνης ἄνω τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προψηφισθῇ νόμος καὶ προϋπολογισμὸς εἰδικὸς πρὸς τοῦτο; Σεῖς δὲ, ἐπιλήσμονες ὅλων τούτων, ἐπεξειργάσθητε ἐντὸς 40 λεπτῶν τῆς ὥρας 614 ἄρθρα, ὄχι εἰσερχόμενοι εἰς τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰ χονδρικὰ κεφάλαια τῶν ἑκατομμυρίων! Εἴδετε ἀπὸ τοῦ 17 κεφαλαίου μέχρι τοῦ 27 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου καθορίζονται αἱ δαπάναι τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων διὰ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων ἢ ὁδῶν, ἢ συντήρησιν αὐτῶν, εἴδετε, ἂν ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει πίναξ, ὁ ὁποῖος νὰ ἀριθμῇ τοὺς νόμους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται πᾶσα πίστωσις, ζητουμένη πρὸς δαπάνην καὶ ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν ἔργων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἦναι ἀκεραία, δὲν εἶναι ὀλιγωτέρα ἠθικῶς καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ λέγετε σοβαρὰν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἐκείνην τὴν ἡμέραν! καὶ λέγετε, ὅτι δὲν παρεβιάσατε τοὺς ὅρους τῆς ἁβρότητος καὶ τῆς νομιμότητος! Μεταξὺ τῶν τόσων κονδυλίων δαπανῶν δὲν ηὕρατε ἓν σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ στοργὴ πρὸς τὸν λαόν, πρὸς τὴν πατρίδα, νὰ σᾶς ὑπαγορεύσῃ μίαν σύστασιν πρὸς περικοπὴν δαπάνης τινός; Μεταξὺ τῶν τόσων καπνεργοστασίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῇ ἡ κατάργησίς τινων ἐκ τούτων; Διήρχετο ὁ κ. Δραγούμης ἐκ Θεσσαλίας, καὶ ἠρώτα, καὶ ἐπληροφορεῖτο περὶ ὑπάρξεως καπνεργοστασίων πολυδαπάνων, ἄνευ εἰσπράξεων. Εἰς μίαν δὲ πόλιν γείτονος ἐπαρχίας τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις ἔλαβεν εὐεργετήματα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, πόσαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ καπνεργοστασίου, τοῦ ἔχοντος κατάστημα, διευθυντὴν, βοηθὸν, κλητῆρα; Πέντε δραχμαὶ κατὰ μῆνα! Ἐκπλήττεσθε; Μὴ ἐκπλήττεσθε, διότι εἶναι πολλὰ καπνεργοστάσια τοιαῦτα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσπράττει οὔτε μίαν δραχμὴν, καὶ ἐν τούτοις διατηρεῖται. Ποῖον εἶναι τοῦτο, Κύριοι; Τὸ καπνεργοστάσιον Φαρσάλων. Εἴσπραξις κατὰ τὸ 1897 μηδέν! κατὰ τὸ 1898 μηδέν! Καὶ δύο χιλιάδες δραχμαὶ δαπάνη κατ’ ἔτος. «Ἀλλὰ τότε ἦτο ὁ πόλεμος», ἴσως εἴπῃ τις. Πλὴν ἔληξεν ὁ πόλεμος, ἦλθε τὸ 1899, καὶ ἐπῆλθεν ἡ κάθοδος τῶν δυστυχεστάτων Θεσσαλῶν εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ἤρξατο λειτουργοῦν τὸ καπνεργοστάσιον ἐκεῖνο. Ἔχομεν εἰσπράξεις τοῦ καπνεργοστασίου αὐτοῦ: τὸν Μάρτιον τοῦ 1899 δραχμὰς 130, τὸν Ἀπρίλιον δραχμὰς 107, τὸν Ἰούνιον δραχ. 70, τὸν Ἰούλιον δραχ. 65, τὸν Αὔγουστον μηδὲν, τὸν Σεπτέμβριον μηδὲν, καὶ ἐξακολουθητικῶς μηδέν! Δὲν εὑρέθη εἷς ἐξ ὅλων τῶν συναδέλφων, οἵτινες οὐδὲ φώτων στεροῦνται, οὐδὲ πείρας, οὐδὲ μελέτης, ἵνα ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν καπνεργοστασίων αὐτῶν! Καὶ ὕστερον λέγετε, ὅτι εἶναι σοβαρὰ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, καὶ ὅτι δὲν παρεβιάσατε τοὺς ὅρους τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ καθήκοντος! Ἐγὼ νομίζω, ὅτι φωρᾶσθε παραβιάσαντες πλέον τι. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀναγράφει, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ σύγκεινται κατὰ τὰ ⅔ ἐκ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας καὶ κατὰ τὸ ⅓ ἐκ μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Διατὶ τὸ λέγει; Δὲν διετάχθη τοῦτο μάτην καὶ ἀσκόπως. Τὰ πάντα ἀληθῶς ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ πλειονοψηφία διευθύνει τὸ Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο, οἱαδήποτε καὶ ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ μειονοψηφία, εἰς τὰ ἑπτὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν οὐδεὶς ἐκ τῆς μειονοψηφίας δύναται νὰ παρακαθήσῃ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ συστάσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, ὁ Κανονισμὸς ἐνεπνεύσθη ἐξ ἄλλων, γενικωτέρων, ἀρχῶν· ἐνόησε τὰ Ἐπιτροπὰς οὐχὶ πολιτικὰ σώματα, ἀλλ’ ἐπιστημονικὰ σωματεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρωθῶσιν αἱ γνώσεις τῶν ἐπιστημόνων, ἡ πεῖρα τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, τῶν γεωπόνων, ἐν γένει τῶν γνωριζόντων τὰ πράγματα τοῦ τόπου. Καὶ ἐκεῖ πλέον ὑπέδειξεν, ὅτι δέον νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ἔρευναι, οὐχὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ κομματισμοῦ, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀληθείας. Καὶ παρεβιάσατε καὶ τοῦτο τὸ πολύτιμον πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ! Ἐκ τούτου αἱ μειονοψηφίαι τῶν Ἐπιτροπῶν δὲν ἔτυχον ποτὲ τοιαύτης ἐλλείψεως ἁβρότητος ἀπὸ τὰς πλειονοψηφίας, καὶ, ἐκτὸς μιᾶς μόνης περιπτώσεως, καθ’ ἣν διεφώνησεν ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ συνεργασθῶσι, καὶ ἀπέσχον οἱ μὲν ἐντεῦθεν, οἱ δὲ ἐκεῖθεν, οὐδέποτε ἄλλοτε παρουσιάσθη ἐργασία Ἐπιτροπῆς τοιαύτη, οἵα ἡ χθεσινὴ ἐργασία. Ἀλλὰ ἐλέχθη: «Μὴ δὲν παρουσιάζεται καὶ ἕτερον γεγονὸς, εἰς τὰ 1888, ὅτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης εἰς 30 λεπτὰ τῆς ὥρας ἐψηφίσθη εἷς Προϋπολογισμός;» Κακὸν βεβαίως τὸ προηγούμενον τοῦτο, μὴ δικαιολογοῦν τὸ χεῖρον νῦν. Ἀλλ’ οἱ ἐντολοδόχοι σας, ἡ Ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθητε τὴν προεξέλεγξιν, εἶχε κἄν συντελέσει τὸ ἔργον της κανονικῶς; Μοὶ ὑπέμνησε ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω αὐτῷ καὶ ἄλλην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὄχι εἰς διάστημα 30 λεπτῶν τῆς ὥρας, ἀλλ’ εἰς διάστημα 15 μόνον λεπτῶν τῆς ὥρας 103 ἀντιπρόσωποι, καθήμενοι ἐνταῦθα, ἑνὸς δὲ ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης, τοῦ μακαρίτου Ρούκη, διαμαρτυρομένου, ἐψήφιζον νόμους ἐπὶ νόμων, καὶ ἐψήφιζον προϋπολογισμοὺς τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία διεσάλευσε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ, ὅπως καὶ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ τολμηροί, ἐξέλιπον, οἵτινες ἠδύναντο νὰ διαπράξωσι καὶ ἠδύναντο νὰ τολμήσωσι τοιαῦτα ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔθνους, ἥτις ἄγρυπνος κρίνει καὶ βλέπει τὰ ἔργα ἡμῶν. Ἔδωσα εἰκόνα εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, τῶν διαπραχθέντων χθές, καὶ εἰς τὴν εἰκόνα ταύτην βλέπετε τὸ πνεῦμα τὸ πρυτανεῦον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἁβρότητος, τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ καθήκοντος, εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀρχομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ γένηται δι’ ἀναδρομῆς καὶ μελέτης καὶ συζητήσεως ἐπὶ τῶν τροχάδην καὶ εἰς ὀλιγίστας στιγμὰς ψηφισθέντων προϋπολογισμῶν πέντε Ὑπουργείων. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἀκούσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν τοῦτο δὲν γένηται ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρῳδῶν πέρυσιν ἕνα ἥρωα τοῦ Σαίκσπηρ, νὰ εἴπῃ: «Εἴμεθα σκιὰ Βουλῆς!». Ἀλλ’ εἴμεθα σκιὰ Βουλῆς διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐργαζόμεθα ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς· εἴμεθα σκιὰ Βουλῆς, διότι κατηντήσαμεν νὰ ἤμεθα σῶμα ἄφωνον καὶ σῶμα βωβόν· εἴμεθα σκιὰ Βουλῆς, διότι ἀπέναντι τῶν ἡμετέρων συνειδήσεων καὶ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τῶν σήμερον πεπραγμένων, ὑποδούλως λέγομεν ναὶ ἢ ὄχι· εἴμεθα σκιὰ Βουλῆς, διότι διαπράττομεν τοιαῦτα, περιάγοντες τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν εἰκόνα ταύτην! Ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι ἐκ τῆς ἀνωτέρας ἀντιλήψεως τῶν γενομένων θὰ ἀναβιώσῃ ἡ νομιμοφροσύνη, καὶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐπῆλθεν ἐπὶ ὁμοίων γεγονότων καὶ ἐπὶ παροξυσμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς φρονίμου παρεμβάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πέπρωται νὰ μὴ συμβῇ τοῦτο, καὶ διαψευσθῇ ἡ ἐλπίς μου, τότε ἀληθῶς κρούεται ὁ κώδων τοῦ κινδύνου τῆς καταπτώσεως τῆς Βουλῆς εἰς πραγματικὴν σκιάν. Ἀλλὰ σεῖς, οἱ ὁποῖοι περιάγετε τὴν Βουλὴν εἰς τὸ σημεῖον τῆς σκιᾶς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ὅταν βραδύτερον ἐμφανισθῆτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τότε διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ ἡ μὲν Βουλὴ θὰ ἀναζήσῃ, ὑμεῖς δὲ θέλετε καταστῆ σκιὰ πολιτική. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§231Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι, νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ἀλλὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέδειξαν ποῖον πνεῦμα ἀληθῶς ἐκυριάρχει εἰς τὰς σκέψεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς συνεζητοῦμεν διὰ μακρῶν, καὶ προσεπαθοῦμεν νὰ παρακωλύσωμεν καὶ νὰ παρελκύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀνέλθω καὶ συνεχίσω τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον διέκοψα, ὅτε ἀνακοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ χθὲς συμβάντα...
§232ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐσκοπεῖτε τὴν παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς· μοὶ ἀποδίδετε γνώμην, τὴν ὁποίαν δὲν διετύπωσα. Εἶπον ἁπλῶς, ὅτι ὄντως διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων συζητήσεων καὶ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας κατὰ τὴν μελέτην τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνετείνατε εἰς τὴν παράτασιν τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀνακόψητε τὴν πρόοδον τῆς μελέτης τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο καὶ μόνον εἶπον.
§233Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ βεβαιοῦτε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε αὐτὴν τὴν στιγμήν;
§234ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον;
§235Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι μακρὸν λόγον ἔκαμαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, οὗ ἕνεκεν παρετάθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς;
§236ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§237Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, κατὰ τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διεξήχθησαν μακραί τινες συζητήσεις, προκειμένου περὶ ὡρισμένων τινῶν φόρων, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον σχηματίσει γνώμην τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὤφειλον νὰ συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἤμην ἴσως ὁ περισσότερον καταναλώσας χρόνον ἐν ταῖς συζητήσεσι τῆς Ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ εἴπωσιν, ἐὰν αἱ μελέται ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας προσεκόμισα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἦσαν μελέται γενόμεναι πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ ἦσαν μελέται, τὰς ὁποίας ἠσπάσθησαν καὶ πολλὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντίθετον ἔχει γνώμην περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἐπιτροπῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος φρονεῖ, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ προεξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφορᾷ εἰς τοῦτο μόνον· ἀναγινώσκεται τὸ κονδύλιον, ἀναφέρονται οἱ ἀριθμοί, ἐρωτᾶται, ἐάν τις ἔχει ἀντίρρησιν, καὶ αἱ ἀντιρρήσεις αὗται πρέπει νὰ ὦσι βραχύταται, νὰ δηλωθῇ ἐγγράφως, εἰ δυνατόν, ἡ ἀσυμφωνία τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν φορολογικῶν νόμων· ὁ κ. Πρόεδρος θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ διὰ μονοσυλλάβων, — ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο — ὅτι ἀντιφωνεῖ ἡ πλειονοψηφία, ὁ δὲ εἰσηγητὴς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα παρ’ ἡμῶν· καὶ οὕτως ἐξακολουθοῦσα ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς, τυπικῶς, θὰ δεικνύῃ ὅτι οὐδένα ἔχει σκοπόν, παρισταμένη ἐκεῖ. Ἀλλ’ οὕτως ἐργάζονται αἱ Ἐπιτροπαί; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; τυπικὴ παράστασις μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἥτις τυφλῶς ἀποδέχεται τὰ ἀναγεγραμμένα ποσά, χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ κρίσεις; Ὅσοι γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον ἐργάζονται αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, θὰ εἴδετε, ὅτι πραγματικὴ καὶ σοβαρὰ ἐργασία, ἡ οὐσιαστικὴ ἐργασία ἐπί τε τῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διεξάγεται κυρίως ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς, καθόσον ἐν τῇ Βουλῇ ἡ συζήτησις λαμβάνει ἐπιδεικτικὸν χαρακτῆρα, καὶ συνήθως δὲν ἀκούεται, ἕνεκα πολλῶν λόγων, ὅ,τι πρέπει νὰ ἀκουσθῇ. Πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Καρτάλης ἤσχαλλε, καὶ ἔλεγεν, ὅτι καταναλίσκω τὸν χρόνον ἐν τῇ Βουλῇ διὰ μακρῶν ἀγορεύσεων. Ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐνθυμηθῇ, πόσον βραχύλογος εἶμαι ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ πόσον σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον, ἀφίνων εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἀναπτύσσῃ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας του ἀκωλύτως. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐκεῖ, ὅπου οἰκογενειακῶς δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν, ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐξαπτόμεθα ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἐκεῖ, ὅπου δὲν θέλομεν νὰ ἐπιδειχθῶμεν ἀγορεύοντες, δυνάμεθα, οὐσιαστικῶς συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναλύοντες τοὺς ἀναγεγραμμένους φόρους, νὰ ἐξενέγκωμεν ὅσας ἔχομεν γνώμας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅστις ἤσχαλλεν, ὅτε ἤκουσε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος καὶ Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰπόντα, ὅτι, ἀφοῦ ὡμίλησα ἐπὶ τρίωρον, μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, τὴν μακρὰν αὐτὴν ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐζήτησε τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἠδύνατο νὰ περιστείλῃ τὴν δυσφορίαν του, καὶ νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι, ἐὰν παρίστατο εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, πολλὰ θὰ ἐδιδάσκετο, μάλιστα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅτε θὰ ἤκουε πράγματα, τὰ ὁποῖα σπουδαίως ἐνδιαφέρουσι τὴν ἐπαρχίαν, ἥν ἀντιπροσωπεύει, θὰ συνέβαινε δὲ, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀκούσωμεν τὰς πεφωτισμένας γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ὁποίου βλέπομεν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μόνον δημοσιευομένας εἰς ἐφημερίδας, εἴτε τῆς Θεσσαλίας, εἴτε τῶν Ἀθηνῶν, γνώμας περὶ τῆς γεωργίας, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠκούσαμεν νὰ φέρῃ τὰ οὐσιώδη αὐτὰ ζητήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδέποτε προσεκόμισεν ἐνταῦθα τὰ φῶτά του, ἵνα φωτίσῃ καὶ ἡμᾶς, διότι ἀποτροπιάζεται τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις. Δὲν εἴχομεν λοιπὸν ἡμεῖς τὴν γνώμην, ὅτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠδυνάμεθα ἀσυζητητεὶ καὶ ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ἐντὸς 35 λεπτῶν τῆς ὥρας, νὰ προεξελέγξωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὰς βουλήσεις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἄλλως ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα τῶν καθηκόντων καὶ τῶν ἔργων ἡμῶν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, οἱαδήποτε καὶ ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἐγένετο συζήτησις, εἴτε παρὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, εἴτε παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερον ἔνιοι τῶν συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας, τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι κατελήγομεν πάντοτε νὰ συμφωνῶμεν εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς· ἐὰν δὲ ἐχώριζεν ἡμᾶς τι κατόπιν, μᾶς ἐχώριζον αἱ πολιτικαὶ ἀντιθέσεις. Οὕτως ἔβαινον αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἔβαινον εὐρρύθμως, καὶ ἔβαινον κανονικῶς. Αἴφνης τὴν χθὲς προσήλθομεν 10 λεπτὰ τῆς ὥρας ἀργότερον τῆς συνήθους ὥρας τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ εὕρομεν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν πέντε Ὑπουργείων ἦσαν ἐψηφισμένοι ἤδη· ἐὰν δὲ δὲν παρενέβαινον ἐγὼ διὰ τῆς ἴσως μακρᾶς ἀγορεύσεως, ἥτις τόσον ἐκοπίασε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, βεβαίως θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, καὶ θὰ εἶχον ψηφισθῆ καὶ τὰ ὑπολειπόμενα δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, ὡς ἐψηφίσθησαν τὰ ἄλλα, οὐδενὸς ὑπάρχοντος, ἀλλὰ καὶ οὐδενὸς ὁμιλήσαντος κατὰ τὴν προεξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, φαίνεται, οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην εἶχεν ἀντίρρησιν. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως ὅμως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἓν ἐξάγεται, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνυπῆρχεν ἡ ἀπόκρυφος ἰδέα, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ παρακωλύσωμεν καὶ νὰ παρελκύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ εὗρον κατάλληλον περίστασιν, καθ’ ἣν ἀπουσιάζομεν πάντες, βραδύναντες κατὰ 25 λεπτὰ τῆς ὥρας, νὰ ὑφαρπάσωσι τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτην ἐργασίαν ἐνόει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Καλογερόπουλος; Ἐνόμιζεν ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνεκροτήθη ἡ Ἐπιτροπὴ, ὠφείλομεν ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας, μὴ ἔχοντες οὔτε αὐτὸ κἂν τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς χεῖρας ἡμῶν, ὅπως μελετήσωμεν καὶ δυνηθῶμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, καὶ παρουσιάσωμεν ταύτας εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Καὶ τοιαύτην ἔχοντες ἰδέαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, διέπραξαν ὅ,τι ἀνεπτύξαμεν ἐντεῦθεν, καταργήσαντες οὕτω τὸν σκοπὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς μόνης Ἐπιτροπῆς, ἥτις δὲν ἔχει τυπικὸν χαρακτῆρα ἐξ ὅλων τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Εὐτυχῶς κατώρθωσα ν’ ἀναχαιτίσω αὐτοὺς, συζητῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἐδήλωσα μάλιστα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐκ τῆς σπουδῆς των ταύτης οὐδὲν ὠφελήθησαν, διότι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἶχον νὰ εἴπω, οἱανδήποτε συζήτησιν καὶ οἱανδήποτε ἔρευναν καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ποιήσωμαι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων, ὧν ἐψηφίσθησαν οἱ προϋπολογισμοί, θὰ εὕρισκον τρόπον νὰ συναρμόσω τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε, συζητῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἴπω ὅσα ἤθελον νὰ παρατηρήσω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, μηδενὸς δυναμένου νὰ μὲ παρακωλύσῃ. Ἐὰν δὲ διαμαρτύρωμαι καὶ ἔφερα τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὸ ἔφερα διότι νομίζω, ὅτι ἀνῃρέθη ὁ σκοπὸς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι παρεβάθη ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅστις βεβαίως δὲν κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἐφήρμοσεν αὐτὸν ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀπούσης τῆς μειονοψηφίας, προβᾶσα εἰς αὐθαιρεσίαν καὶ εἰς ἀληθὲς πραξικόπημα. Οὕτω φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶναι ἄκυρος· ἐὰν δὲ παρουσιασθῇ σήμερον ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἢ ἔκθεσις τυπικὴ, εἶναι ἔκθεσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπόρροια μελέτης, στερεῖται πάσης σημασίας· διότι, οὔτε τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐξήτασαν τὸν Προϋπολογισμὸν, οὔτε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἀντελήφθησαν, κατὰ τίνα τρόπον ἐψηφίσθη οὗτος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἐμελέτησαν τὸν Προϋπολογισμὸν κατ’ οἶκον, ἑπομένως δὲν εἶχον ἀνάγκην τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅπως σχηματίσωσι γνώμην περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θὰ ἔχῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο περιττὸν νὰ ἐξελέγετο καὶ νὰ συνήρχετο ἡ Ἐπιτροπή· ἠδύνατο ἕκαστος, λαμβάνων τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ μελετήσῃ αὐτὸ ἐν τῷ οἴκῳ του, καὶ κατόπιν νὰ ἤρχιζεν ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, νὰ ἐψηφίζετο, ἄνευ συζητήσεως μάλιστα, εἰ δυνατὸν, ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ τοιουτοτρόπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀκούῃ μακρὰς καὶ ὀχληρὰς ἀγορεύσεις, καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἠδύναντο ἐπίσης νὰ μὴ κοπιάζωσι παντάπασιν, ἐρχόμενα εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θὰ παρέμενον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κωφὰ καὶ ἄλαλα, κατὰ τὰς νέας περὶ τῶν Κοινοβουλίων ἰδέας, αἵτινες ἐνεφιλοχώρησαν ἀπό τινος ἐνταῦθα.
§238Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἡμέραν παρελθοῦσαν, φοβερὰν διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα, μοὶ ἀνέμνησεν ἡ πρᾶξις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἡμέραν ἑορτάζει ὡς ἀποτρόπαιον τὸ Κοινοβούλιον, μὴ ἐργαζόμενον κατ’ αὐτήν. Τοιαύτην ἡμέραν ἐπανέφερεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ἐπανέφερεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι ὅμοιαι αἱ περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἰδίας ἐκείνας περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν πραξικοπήματα ἐτελοῦντο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Τότε τὸ Κράτος ἦτο εἰς εὐεξίαν, ὥστε τὰ τοιαῦτα πραξικοπήματα δὲν εἶχον μεγάλην σημασίαν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς χώρας· ἀλλὰ σήμερον γινόμενα ἔχουσι μεγίστην σημασίαν, ἔχουσι καταστρεπτικὸν διὰ τὴν χώραν ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα γινόμενα ὑπὸ Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις, ὡς γνωρίζετε καὶ ὡς καὶ τὸ Σύνταγμα διαλαμβάνει, ἔχει μεγάλην ἀποστολὴν, εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ καταγγέλλων τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ὁ παριστῶν τὸ σύνολον ἐκεῖνο τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους· καὶ, ὡς ἔχουσα τοιαύτην ἀποστολὴν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὄχι μόνον μίαν ἡμέραν, ὄχι μόνον 15 ἡμέρας, ὄχι μόνον ἕνα μῆνα, ἀλλὰ πλέον τοῦ μηνὸς πρέπει νὰ ἐργασθῇ, εἰς τοιαύτας μάλιστα κρισίμους διὰ τὴν πατρίδα περιστάσεις. Διὰ ταῦτα καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχεν ἐκλεχθῆ νέος ἄνθρωπος, τελείως μεμορφωμένος, παρακολουθῶν τὰ γιγνόμενα ἐν Εὐρώπῃ, τὰ γιγνόμενα ἐν Ἀγγλίᾳ, τῷ κοινοβουλευτικωτέρῳ τῶν Κρατῶν, γνωρίζων ποίαν ἀποστολὴν καὶ ποῖα καθήκοντα ἐκπληροῖ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· νέος ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία μέχρι τῆς σήμερον ὑπῆρξεν ἄμεμπτος, καὶ ἐπέβαλλε τὸν σεβασμὸν εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἀπέναντι αὐτοῦ. Καὶ ἐξεπλάγην ἀληθῶς, ὅτε εἶδον, ὅτι τοιοῦτος ἄνθρωπος, τοιοῦτον παρελθὸν καὶ ἐνεστὼς ἔχων, ἐτόλμησε νὰ πραξικοπήσῃ κατὰ τῆς πατρίδος αὐτοῦ! Καὶ σᾶς εἶπε, μεθ’ ὅλης τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς ἀφελείας, ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, οὔτε ὡς Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε ὡς συνάδελφοι! Καὶ κατήγγειλεν ἡμᾶς, ἐν τῇ ἐκτυλίξει τῶν λαβόντων χώραν, ὡς θελήσαντας νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι συνεζητήσαμεν ἐπὶ μακρὸν περὶ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῆς ὥρας τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, καὶ σᾶς εἶπε ταῦτα κατὰ τρόπον, ὡσὰν νὰ ἤθελε νὰ σᾶς ὑποδείξῃ, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ τῆς ἀναβολῆς καὶ αἱ συζητήσεις ἡμῶν ἐγένοντο ἐπὶ σκοπῷ νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅτε προσεκλήθημεν ν’ ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν καὶ συζητήσωμεν, δὲν εἴχομεν τεῦχος Προϋπολογισμοῦ, ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλ’ οὔτε οἱ τῆς πλειοψηφίας. Καὶ ἤθελον οἱ Κύριοι νὰ συζητήσωμεν μὲ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῆς ἐξελέγξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης, καὶ τῶν καταγγελιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ τεῦχος τοὐλάχιστον τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὄχι καὶ τὰς ἀγορεύσεις ἐκείνας, τὰς ἀξιοσπουδάστους. Καὶ ἐπέμενεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συζητήσῃ, δι’ ὅπερ ἠναγκάσθημεν ν’ ἀγορεύσωμεν ἐπὶ μακρὸν ὅλοι οἱ ἀντιφρονοῦντες, καὶ νὰ καταναλώσωμεν οὕτως ἐπὶ ματαίῳ ὅλην τὴν πρωΐαν τῆς πρώτης συνεδριάσεως. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, εὑρίσκετε, ὅτι ἦτο ἄσκοπος καὶ παρακωλυτικὴ ἡ συζήτησις ἐκείνη; Ἐρωτῶ, καὶ ἀπαιτῶ ἀπάντησιν παρ’ ὑμῶν, ἐὰν ἔχητε ἀντίθετον γνώμην· ἠδύνασθε ὑμεῖς νὰ συζητήσητε καὶ ἐπὶ τοῦ εὐτελεστέρου τῶν ἔργων, χωρὶς νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔργον αὐτό; Ὁ κ. Πρόεδρος ἤθελεν ἐρωτήσει τὴν Ἐπιτροπὴν περὶ τοῦ ζητήματος. Καὶ ποῖον ζήτημα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ἐπιτροπή; ποῖον ζήτημα εἶχεν ὁ Πρόεδρος ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε στηρίξει τὰς χεῖράς του; Καὶ ὅμως τολμᾷ νὰ καταγγέλλῃ ἡμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ! Καὶ ἀνεβλήθη ἀληθῶς ἡ συζήτησις, καὶ συνεζητήσαμεν τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν περὶ ἐνάρξεως καθ’ ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν, καὶ ὑπεχωρήσαμεν, ἀφοῦ εἴδομεν, ὅτι ἐπέμενον νὰ ἐργασθῶμεν τὴν πρωΐαν, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν μετὰ ταῦτα ἐκάμομεν, ὁ κ. Πρόεδρος ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἄδειαν ἀπουσίας, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἴχομεν δίκαιον, μὴ θέλοντες νὰ ἐργαζώμεθα τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπέμενε νὰ συνερχώμεθα. Καὶ ἐζητήσαμεν ἄλλην ὥραν, ἵνα συνεδριάζωμεν, ὅπως μὴ παρακωλυθῇ ὁ σκοπὸς τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν τὸ ἐπετύχομεν, ἀλλ’ ἐμείναμεν ὅμως εἰς τὰς θέσεις μας. Καὶ ἤθελον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ν’ ἀναγινώσκωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἐπινεύωμεν καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Ἐπιτροπή! Ἐὰν παρακολουθήσητε τὰ λεχθέντα παρ’ ἡμῶν, Κύριοι, θέλετε κατανοήσει ἀμέσως τὸν σκοπὸν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ θέλετε εἴπει καθ’ ἑαυτοὺς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔσπευδε νὰ ὑφαρπάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της. Ὅτε ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς νὰ προσαγάγῃ τὸ τεῦχος, ἀλλὰ νὰ προσαγάγῃ καὶ τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἔδαφος ἐκλονίσθη εὐθὺς ἀμέσως ὕστερον, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραζαλισθεὶς, ἀνῄρεσε τὰ λεχθέντα, καὶ ἀνέτρεψεν αὐτὰ διὰ τῆς δευτέρας αὑτοῦ ἀγορεύσεως, ἀποδειχθέντα ἀνακριβῆ, καὶ ὡμολόγησεν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ τὰ πρὸ ἡμερῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου λεχθέντα, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἡ μελέτη νὰ γείνῃ ἐπὶ τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας τὸ τεῦχος περιέχει. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐζήτει συζήτησιν ἐπιτροχάδην, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος εὑρίσκεται ὑπὸ ἔλεγχον, καὶ ἀπειλεῖται ἀπὸ δευτέραν χρεωκοπίαν! Καὶ τὸ λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι ἀπειλεῖται ἀπὸ δευτέραν χρεωκοπίαν; Οὐχί. Τὸ λέγει ξένος, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἀνὴρ, οὗτινος ἡ ἀξία δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἐνταῦθα. Τοσοῦτον μεγάλου Κράτους ἀντιπρόσωπος, ἵνα ἔλθῃ ἐνταῦθα, βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων τῆς πατρίδος αὑτοῦ, καὶ ἀνὴρ ὅστις δὲν ἔχει ἴδια συμφέροντα νὰ ὑπηρετήσῃ, ἓν μόνον ἔχων συμφέρον, νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν αὑτοῦ, συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει. Καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους ἐκείνου κατήγγειλε τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, πρὶν ἢ ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν αὑτοῦ, κατήγγειλε ταῦτα, διότι ἠδύνατο νὰ μελετήσῃ καὶ εἶχε τὰ στοιχεῖα νὰ μελετήσῃ Προϋπολογισμὸν, ὅστις ἀντιπροσωπεύει ἐλάχιστον κατὰ ποσὸν μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀντιπρόσωπος. Καὶ ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην καταγγελίαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, καταστροφὴν, ἵνα εἴπω καλλίτερον, τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐπιτρέπεται, ἐπιτροχάδην νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ μόνον νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἔλθωμεν ἔπειτα νὰ ὑποβάλωμεν ἔκθεσιν, λέγοντες κατηγορηματικῶς ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα; Καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἐπὶ τίνος βάσεως θὰ ὑποστηρίξωσι τοιαύτην ἰδέαν, καὶ θ’ ἀνακοινώσωσιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιψηφίσῃ ἀσυζητητεὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Κύριοι, μετὰ τόσης εἰλικρινείας ἐξετελοῦμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τὸ καθῆκόν μας, ὥστε ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ συμπεριφερθῇ καθ’ ὃν τρόπον συμπεριεφέρθη ἐπὶ ζητημάτων, ἐφ’ ὧν μάλιστα ἡ μειοψηφία εἶχε γνώμας ῥιζικὰς, ἐπὶ φόρων εἶχε προδηλώσει τὰς γνώμας αὐτῆς, νὰ ἀγορεύσῃ οὐχὶ ἐπὶ μακρὸν, διότι καὶ ὁ εἷς, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε γνώμην, καὶ ὁ ἕτερος τῶν συναδέλφων δὲν κατηνάλωσαν τὴν ὥραν ἀσκόπως ἀγορεύοντες. Ἐρωτῶ, ὅτε δὲν κατηναλώσαμεν ὥραν ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος ἀγορεύοντες ἡμεῖς, οἵτινες εἴχομεν γνώμας ῥιζικῶς ἀντιθέτους πρὸς τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς πρός τινας φόρους, ἐρωτῶ, παρεκωλύσαμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐγὼ αὐτὸς ἐποιησάμην παρατηρήσεις ἐπὶ διαφόρων κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ περιωρίσθην εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ἀπολογισμῶν καὶ εἴς τινας κρίσεις μου, ἡ ὅλη δὲ ἀγόρευσίς μου δὲν διήρκεσεν οὔτε 10 λεπτὰ τῆς ὥρας. Διατὶ λοιπὸν, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἡ Ἀντιπολίτευσις συμπεριφέρεται κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διατὶ παρῆλθον 12 ἢ 11 ἡμέραι; Ἄς τὸ μάθῃ ἡ Βουλή: Διότι δὲν ἐπροθυμοποιοῦντο ἰδίως τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως, τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἀλλ’ ἤρχοντο εἰς τὰς 10 μέχρι τῆς 10 καὶ 25′, ὥστε ἐλάχιστος χρόνος ἀπέμενε κατόπιν, ἵνα συζητήσωμεν· ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ἀπὸ τῆς 10 καὶ 25′ μέχρι τῆς 12ης νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐργασίας καὶ μὴ προχωρήσωμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον προεχωρήσαμεν, τίς ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ πράξωμεν τοῦτο; Εἰς πόσα σημεῖα τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναταί τις μετ’ ἐπιχειρημάτων νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν τῶν ἀναγραφεισῶν πιστώσεων; Καὶ ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ἡμεῖς ἐπροθυμοποιούμεθα, καὶ αὐτὸ τὸ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, μᾶς ἐχορηγεῖτο, νὰ μὴ τὸ καταναλώσωμεν ἐπὶ ματαίῳ· καὶ θὰ παρετήρησαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐπὶ πολλῶν κονδυλίων δὲν ἐφέραμεν κἄν συζήτησιν. Ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἴχομεν λόγον νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ εἶναι αὐτὸ καὶ μόνον; Ἐγὼ αὐτὸς — καὶ, λυποῦμαι, διότι ἐτράπη τὴν ὁδὸν τοῦ καπνιστηρίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, — εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ποιήσηται παραστάσεις πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως, ἵνα δυνηθῶμεν, κατὰ τὸ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, ὅπερ εἴχομεν πρὸ ἡμῶν, νὰ περατώσωμεν τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ λυποῦμαι, λέγω, διότι ἀπεσύρθη ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀρνηθῇ.
§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀρνεῖται.
§240Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἴχομεν σκοπὸν νὰ μὴ ἐργασθῶμεν εἰλικρινῶς, ἐὰν παρεγνωρίζομεν τὴν ἀποστολήν μας καὶ τὸ καθῆκόν μας, ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν τοιαύτας συστάσεις πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα διαβιβάσῃ ταύτας εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Εἴθισται, ὅταν ἑνὸς Σωματείου ἡ συνήθης κατάστασις τῶν ἔργων μεταβληθῇ, ὁ Πρόεδρος, προκειμένου νὰ καθορίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν, νὰ εἰδοποιῇ πάντα τὰ μέλη ἐγγράφως ἀφ’ ἑσπέρας. Τοῦτο εἶναι γνωστόν. Ἀλλ’ ἔχομεν τούτου καὶ σημερινὴν ἀπόδειξιν τρανοτέραν· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰδοποίησε πάντας ἡμᾶς χθὲς ἐγγράφως περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἔχομεν ἔγγραφον πρόσκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποφασίσας τὴν μεταβολὴν, καὶ μέλλων νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν, διατὶ δὲν μᾶς εἰδοποίησε περὶ τούτου ἐγγράφως, ἵνα ὦσι τὰ μέλη παρόντα; Εἶπεν, ὅτι μὲ προσεκάλεσε, μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ ἔλθω· ἀλλὰ τοῦτο εἶπεν εἰς ἐμὲ καὶ ἄλλους ἁπλῶς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφθάσαμεν ἐγκαίρως, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι θὰ εἴχομεν τὴν ἰδίαν πορείαν. Διατί, ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν, δὲν μᾶς εἰδοποίησεν ἐγγράφως, ὅτι τὴν 9ην ὥραν π. μ. ἔπρεπε νὰ ἤμεθα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο πρόθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ὑφαρπαγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο καὶ ἡ ἀθρόα προσέλευσις κατὰ τὴν 9ην πρωϊνὴν ὥραν ὅλων αὐτῶν, οἵτινες ἄλλοτε μὲν δὲν ἤρχοντο ἐγκαίρως, ἄλλοτε δὲ καθόλου; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἔχω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐγένετο τὸ γενόμενον. Ἦτο ἀνάγκη, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, συνεδριαζούσης, νὰ προσκαλέσῃ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀπαρτία ἢ μή; Ἀμφέβαλλεν, ὅτι ἤθελε γείνῃ πιστευτή, διότι εἶχε κακὴν πρόθεσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτει μάρτυρας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο στηλίτης, καὶ εἶχε μακρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ἤθελε νὰ ἐξασφαλισθῇ, καὶ προσεκάλεσε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὡς μάρτυρα. Ἀλλ’ ἐὰν διατεινώμεθα καὶ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ πραγματικοῦ ἐλέγχου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι αὐθαίρετος ἡ ἰδέα, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς, οὔτε ἠθέλομεν νὰ δείξωμεν πατριωτισμὸν καὶ ὅτι ἐργαζόμεθα καὶ καταπονούμεθα διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον, καὶ ὅτι, γνωστῶν ὄντων τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἠθέλομεν νὰ δείξωμεν τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἐμπειρίαν μας. Ὄχι. Τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καθορίζει διὰ δύο λέξεων τὰ καθήκοντα ἡμῶν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν στηρίζει τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις συζητεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ λέγει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δηλ. αὕτη θεωρεῖ συνταγματικὴν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ ἀντισυνταγματικήν. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προκαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁμιλήσῃ. Καθῆκον ἔχει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τὰ καθήκοντα αὐτῆς, τὰ καθοριζόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἄλλοτέ ποτε Ἐπιτροπαί, καθ’ ὃν τρόπον χθὲς συνεδρίασεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξήλεγχον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐργασίας των ἔχομεν δυστυχῶς ὑπ’ ὄψιν σήμερον. Ταῦτα μᾶς ἔδωκαν, ὡς ἄλλοτε καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶπον, τὴν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, μᾶς περιώρισαν τὴν οἰκονομικὴν ἐλευθερίαν καὶ μᾶς ἐδέσμευσαν τὰς χεῖρας· ἂν δ’ ἐξακολουθήσωμεν οὕτως ἐργαζόμενοι, θὰ ἀπολέσωμεν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἡμῶν! Ἐγὼ, εἰς τὸ ἔργον, εἰς ὃ καλοῦμαι νὰ συντελέσω, πάσῃ δυνάμει θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου καὶ θὰ προσπαθήσω ν’ ἀποτρέψω ἐκείνους, οἵτινες προσπαθοῦσι νὰ μᾶς σύρωσιν εἰς δευτέραν χρεωκοπίαν. Μετὰ τὸν πόλεμον, ἐνόμιζον, ὅτι ἄλλη κατάστασις πραγμάτων ἔπρεπε νὰ ἑδραιωθῇ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν ὡς πολῖται Ἕλληνες καὶ ὄχι ὡς ἀνήκοντες εἰς κόμματα, καὶ εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι εἰς ἡμᾶς μένει νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν τοιαύτην πορείαν, ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ, νὰ ζητήσωμεν νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν, νὰ καταρτίσωμεν Προϋπολογισμὸν ἀληθῆ, πραγματικόν, τὸν ὁποῖον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις αὐτὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν διάδοχον αὐτῆς, διὰ νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα κατὰ τρόπον μὴ ἀπειλοῦντα τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Καὶ ἐνόμισκ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον συνεζητοῦμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συναδελφικῶς, ἡ φωνή μου εἰσηκούσθη, καὶ προσηρχόμην εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου εἰς τὸν εἰσηγητήν, ὥστε νὰ κατωρθωθῇ νὰ μὴ ὑποβάλωμεν διπλᾶς ἐκθέσεις. Τέλος πάντων, πρέπει νὰ μάθητε σεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι ἡ τακτική, ἣν ἠκολουθήσατε μέχρι σήμερον, εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον, καὶ πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν θὰ μᾶς παρεμποδίσητε εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν διὰ τῶν καταγγελιῶν σας ἑκάστοτε, ὅτι δὲν ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκόν μας ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐργαζόμεθα. Πρέπει νὰ μάθητε,—διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἔμαθε πλέον — ὅτι τὰ τοιούτου εἴδους τεχνάσματα καὶ στρατηγήματα παρῆλθον, καὶ ὅτι δὲν θὰ σᾶς παρακολουθήσωμεν εἰς τὸ καταστρεπτικόν σας ἔργον. Ἔχει ὁ λαὸς ἱστορίαν μακρὰν, ἥτις τὸν ἐδίδαξεν, ὅτι τὰ λεγόμενα καὶ δημοσιευόμενα σκοπὸν ἔχουσι νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῶν προσπαθούντων νὰ σᾶς παρεμποδίσωσιν ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῆς καταστροφῆς. Ἐνθυμεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι, ὅτε ἀνήρχετο ὁ μακαρίτης ἀρχηγός των ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, τὰ χρεώγραφα καὶ ὁ χρυσὸς ἀνήρχοντο εἰς τὸ κατακόρυφον, καὶ ὅτε ἔπιπτε, καὶ ἤρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, ταῦτα ἐκυλίοντο εἰς τὴν λάσπην, διὰ νὰ προκαλέσωσι τὴν οἰκονομικὴν συγκίνησιν τοῦ λαοῦ, ὅπως προκαλέσῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη. Ἐνθυμεῖται ὁ λαὸς, ὅτι, ὅτε ἐγένοντο αἱ δωρεαὶ πρὸς τὸν Σπάρταλην, καὶ ἡμεῖς ἐμαχόμεθα διὰ νὰ παρακωλύσωμεν τὰς τοιαύτας δωρεὰς, αἱ καταγγελίαι σας, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν, δὲν εἶχον τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, ἀλλ’ εἶχον σκοπὸν νὰ ματαιώσωσι τὸ ἔργον ἡμῶν. Τὸ νόμισμα αὐτὸ δὲν ἔχει πλέον ἀξίαν, καὶ μὴ τὸ μεταχειρίζεσθε. Ἡμεῖς ἐντεῦθεν θὰ καταγγέλλωμεν τὰ τεχνάσματα ὑμῶν, καὶ θ’ ἀντιτασσώμεθα κατὰ τῆς πορείας ὑμῶν, ὅσον αἱ δυνάμεις μᾶς βοηθοῦσιν. Ἐὰν ἀποκηρύσσητε τὴν πολιτικὴν, ἥτις μᾶς ἔσυρεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, ἡ διευθύνουσα καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ εἴπῃ αὐτῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἐκεῖ, ὅθεν ἤρχισε. Καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς παράσχῃ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ συνέντευξιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μᾶς διαφωτίσῃ περὶ τῶν διαφόρων ἀναγραφομένων πιστώσεων, διὰ νὰ ἔχωμεν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ταῦτα ἐκτελοῦνται εἰς ἄλλας Ἐπιτροπὰς, γνωριζούσας τὸ καθῆκόν των. Εἰς τοῦτο νομίζομεν ὅτι εἶναι καθῆκον ἡμῶν νὰ σᾶς προσκαλέσωμεν. Ἔχετε καθῆκον νὰ μᾶς δώσητε λόγον, καὶ νὰ φέρητε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἐὰν ἀληθῶς ἐπιδιώκητε τὸν ἔλεγχον περὶ τῶν βεβαιουμένων περισσευμάτων, μὴ ἀποφεύγετε διὰ τῆς δῆθεν ἀσθενείας νὰ προσκομίσητε τὰς πληροφορίας, καὶ μὴ προσπαθεῖτε διὰ τῆς ὑφαρπαγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Ἑλλάδος. Πρέπει νὰ εἴπητε εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι θὰ προσέλθητε, ἵνα διαφωτίσητε ἡμᾶς περὶ τῶν ἀποριῶν, ἃς ἔχομεν, καὶ μᾶς δώσητε τὴν ἀληθῆ εἰκόνα· διότι ἄλλως ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν ἔχει ἀποστολήν· τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ σήμερον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ εἶναι εἰκονικὴ παράστασις, ἧς ὄπισθεν κρύπτεσθε, καὶ βιάζεσθε νὰ ὑφαρπάσητε τὸν Προϋπολογισμόν, διὰ νὰ κλείσητε τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἡσυχάσητε ἐπὶ ἕν ἔτος, κυβερνῶντες τὴν πατρίδα ἡμῶν, παρ’ ὅλας τὰς κραυγὰς καὶ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς καταδιώξεως πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων συνετρίψατε. Ἐλπίζω ὅτι, μετὰ τὴν ἰδιαιτέραν συνομιλίαν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀκούσωμεν τῆς φωνῆς τοῦ δευτέρου, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι οὗτος, φιλοδοξῶν νὰ διαπράξῃ τὸ ἀγαθὸν εἰς τὴν πατρίδα, θέλει σπεύσει νὰ τὸ ἀποδείξῃ, ἐπαναφέρων εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολοσμοῦ. Κατὰ τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὡς πρῶτος, ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν, καταλείπων τὴν ἀρχὴν, ν’ ἀφήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος του εἰς καλὴν, ἂν ὄχι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, καὶ θὰ θελήσῃ, ὡς συνήθως πράττει, ν’ ἀκούσῃ πάσας τὰς γνώμας ἐντεῦθεν, θὰ θελήσῃ νὰ ἴδῃ διϋλιζόμενον τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ εἰκόνα παρουσιαζομένην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν φιλόδοξον αὐτοῦ σκοπόν. Ἄλλως, ματαίως ἀνέρχεται εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅταν δὲν ἐπιδιώκῃ τὴν ὑστεροφημίαν αὐτοῦ· θὰ διοικήσῃ καὶ αὐτὸς τὴν πατρίδα, ἐν ὅσῳ τὸν ὑποστηρίζει ἡ πλειοψηφία· ἀλλ’ ὅταν θὰ κατέλθῃ εἰς τὸν τάφον, θὰ ἔχῃ τὰς ἀρὰς τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν δευτέραν χρεωκοπίαν.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος;
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου, διότι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δηλιγιάννη, θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ μακρόν, διὰ ν’ ἀναβάλωμεν;
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ μακρόν.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε αὔριον. Αὔριον, Κύριοι, τὴν τετάρτην ὥραν ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)