1900.11.29
2.790 στίχοι · 21.455 λέξεις · 168 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 29 Νοεμβρίου 1900.
(Τετάρτη).
Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4,25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τῶν βουλευτῶν Στεφ. Δραγούμη καὶ Γ. Παπαδιαμαντοπούλου ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ φαρμακέμποροι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν ὑποβολὴν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐκπονηθέντος παρὰ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Διάφοροι ἔμποροι Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως διὰ νόμου ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐλευθέρα πώλησις τῆς κινίνης.
§2Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μίαν μικρὰν ἐπερώτησιν θέλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι ἀπὼν, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὅτι ἀναπληροῦται παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, καὶ εἰδικώτερον τοῦ δήμου Ἄργους, ἐγένετο δημοπρασία, ἐὰν ἐνεκρίθη ἡ δημοπρασία αὕτη, ἐὰν ἐκοινοποιήθη ἡ ἔγκρισις εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ἐὰν οὗτος ἀνέλαβε τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, καὶ ἂν τὸ Δημόσιον ἐξακολουθῇ εἰσπρᾶττον τὸν φόρον αὐτόν. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Γιώτη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται.
§3Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει παρετήρησα εὐχαρίστως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ἐπὶ τέλους ὑπ’ ὄψιν τὰς δικαίας καὶ ὀχληρὰς καθ’ ἑκάστην παρακλήσεις μου, ὡς καὶ τὰς συστάσεις τοῦ σεβαστοῦ ἡμῶν ἀρχηγοῦ κυρίου Θ. Π. Δηλιγιάννη, ἔστερξε ν’ ἀναγραφῇ, ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 14, τὸ πολυθρύλητον πλέον καταστὰν νομοσχέδιον «περὶ κατασκευῆς λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ». Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ ἔργον, ὅπερ πραγματοποιούμενον θέλει ἐνισχύσει τὴν βιομηχανίαν τῆς χώρας ἀπείρως, ἡ δὲ ἐνίσχυσις τῆς βιομηχανίας εἶναι ἐνίσχυσις ἐθνικὴ, τὸ Κράτος πολλαπλῶς θέλει ὠφεληθῆ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τῆς κατασκευῆς Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλή, προκειμένου περὶ τοιούτων νομοθετημάτων, πάντοτε ἐδείχθη πρόθυμος, πέποιθα δὲ, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοιαύτη θέλει δειχθῆ. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρὸ τριετίας, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἐπιφανὴς πολιτευτὴς, ὁ ἐκ Κέας διαπρεπὴς πολιτευτὴς ὑπέβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ, χάρις εἰς τὸν σεβαστόν μας ἀρχηγὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην, ὄντα τότε πράγματι ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας, ἐψηφίσθη· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του προσέκοψε, καὶ παρέστη ἀνάγκη, ὅπως δι’ ἑτέρου νομοθετήματος, τροποποιουμένου καταλλήλως τοῦ τότε ψηφισθέντος νόμου, καταστῇ δυνατὴ ἡ κατασκευὴ τῆς ἐν λόγῳ Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ. Εὐτυχῶς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θεραπεύει τὸν νόμον τοῦ 1897, καὶ παρέχει ἡμῖν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Σῦρος θ’ ἀποκτήσῃ τὴν σώτειραν διὰ τὴν βιομηχανίαν της Δεξαμενήν. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνᾷ μόνον περὶ φορολογίας τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτὸν τὰ μέσα πρὸς ἐργασίαν, ἵνα δύνηται νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους. Μέσον δὲ τοιοῦτον εἶναι καὶ ἡ κατασκευὴ Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, δι’ ἧς οὐ μόνον ἡ Σῦρος θέλει ὠφεληθῆ, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος σύμπαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ· διότι — ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ — βλέπων τὴν διαμάχην μεταξὺ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐριζόντων τίνος τὰ ἔργα νὰ προταχθῶσιν, ὑποπτεύομαι, ὅτι θὰ ματαιωθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ ἐνδιαφέρομαι.
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω ἀπαντήσεις ἐγγράφους εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀλεξάκη, Πετρίδου καὶ Ραδινοῦ.
§5Δ. ΓΙΔΑΣ. Προκειμένου, κύριοι Βουλευταί, νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θεωρῶ σκόπιμον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἐν γένει. Ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ ὁμοφώνως, καὶ στηρίζεται καθαρῶς ἐπὶ μικρᾶς μελέτης μου· δὲν στηρίζεται ἐπὶ αἰσθημάτων, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐάν που ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι λελανθασμένη, ἢ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἐλπίδας μας περὶ τοῦ Ναυτικοῦ, νὰ τὴν κρίνῃ ἐπιεικῶς...
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσητε, ὅταν θὰ συζητῆται τὸ νομοσχέδιον;
§7ΓΙΔΑΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ Ναυτικόν, Κύριοι, δὲν ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ δύναμιν, ἔχουσαν ἴδιον σκοπόν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ὅλης ἐθνικῆς δυνάμεως, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ὄχι μόνον ἐν δεδομένῃ σχέσει καὶ ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ὅλην ἐθνικὴν δύναμιν, ἀλλὰ καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ ἦναι οὕτω πῶς παρεσκευασμένον, ὥστε ἐν καιρῷ πολέμου νὰ ἐκτελέσῃ ὡρισμένον ἀντικειμενικὸν σκοπόν, ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ γενικοῦ σκοποῦ τοῦ πολέμου. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης στηριζομένη ἡ Αὐστρία, δὲν ἔχει ἴδιον Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀποτελεῖ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, καὶ ἰδίως ὅτι μετὰ τὴν ἔναρξιν αὐτοῦ ἐγένετο μικρὰ σκέψις, ὅπως γείνῃ συνδυασμὸς ἐπιχειρήσεων Ναυτικοῦ καὶ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἡ περίστασις αὕτη, λέγω, μὲ πείθει ν’ ἀποφανθῶ, ὅτι εἰς τὸ Ναυτικὸν δὲν ὑπάρχει ὡρισμένος σκοπὸς, ἀλλὰ τὸ Ναυτικόν μας ἀναπτύσσεται ἄνευ σκοποῦ ὡρισμένου. Οἱ ἐξετάζοντες τὸ Ναυτικόν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν μόνον ἱστορικοὺς λόγους, καὶ ὄχι πολεμικὰ δεδομένα, ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν παραλίων μας εἶναι μεγάλη, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν μέγα καὶ ἰσχυρὸν Ναυτικόν. Μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἡ ναυμαχία τῆς Σαλαμῖνος καὶ ἡ τῶν παραλίων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἔσωσαν, ἐμεγάλωσαν καὶ ἐδόξασαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι τὸ Ναυτικόν μας συνετέλεσε πρὸς ἀπελευθέρωσίν μας κατὰ τὸν μέγαν ἐθνικὸν ἀγῶνα, καὶ ἄλλα παρόμοια. Ἀφίνω εἰς τοὺς ἱστορικοὺς νὰ ἐξετάσωσιν, ἐὰν ἡ μάχη τοῦ Μαραθῶνος εἶναι τῆς αὐτῆς ἀξίας μὲ τὴν ναυμαχίαν τῆς Σαλαμῖνος, ἢ ἂν τὰς Ἀθήνας ὠφέλησε τὸ Ναυτικὸν κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον, ἢ ἂν κατὰ τὸν πόλεμον ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας μας συνετέλεσε περισσότερον τὸ Ναυτικὸν ἢ αἱ πεζικαὶ δυνάμεις. Γνωρίζω μόνον, ὅτι κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον ἡ Γαλλία δὲν ἐχρησιμοποίησε τὸ Ναυτικόν της, καὶ ὅτι ἐπίσης κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 τὸ Ναυτικόν μας δὲν ἠμπόδισε τοὺς Τούρκους νὰ ἔλθωσι μέχρι τῆς Λαμίας. Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν τὸ Ναυτικὸν ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ· θέτω ὅμως τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ μέλλον εἰς τί δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ τὸ Ναυτικόν; Πρὸς τί πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν αὐτό; Πόλεμον ἀποικιακὸν βεβαίως δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν, οὔτε θὰ τολμήσωμεν νὰ σκεφθῶμεν ποτὲ, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν κατὰ θάλασσαν πρὸς Εὐρωπαϊκὴν Δύναμιν. Ἡ μόνη Δύναμις, καθ’ ἧς δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ Ναυτικὸν ἐν καιρῷ πολέμου, εἶναι ἡ Τουρκία. Τὰ ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη δὲν ἔχουσι Ναυτικόν, ἀλλ’ οὔτε φοβοῦνται τοιοῦτο. Λοιπὸν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἀπέναντι ταύτης πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν τὸ Ναυτικόν. Ἀλλὰ πῶς; πρὸς ποῖον σκοπόν; Βεβαίως, ἂν σκεφθῶμεν καλῶς, θὰ εὕρωμεν, ὅτι δι’ ἐπιθετικοὺς σκοποὺς κατὰ τῆς Τουρκίας δὲν μᾶς συμφέρει νὰ παρασκευάσωμεν τὸ Ναυτικόν. Διότι ἡ Τουρκία, ἢ θὰ κάμῃ στόλον ἀξιόμαχον, ἀνώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας, καὶ τότε μόνον, ἔχουσα ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένην τὴν ἐπιτυχίαν, θὰ διατάξῃ νὰ ἐξέλθῃ οὗτος τοῦ Ἑλλησπόντου, ἤ, ὅπως ἔκαμε κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, θὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ κρατῶμεν τῆς θαλάσσης, καὶ τὸ Ναυτικόν μας θὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ἀλλ’ ἴσως ὑπάρξουν ἀντιρρήσεις, ὅτι τὸ Ναυτικόν μας κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ πολλά· π. χ. ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν ἐχθρικῶν παραλίων, νὰ ἐνεργήσῃ ἀποβάσεις, νὰ βομβαρδίσῃ, νὰ ἐκτελέσῃ καταλήψεις νήσων, ἐμπορικὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Τουρκίας κλπ. Ἂς ἐξετάσωμεν ἑκάστην τῶν περιπτώσεων τούτων. Καὶ πρῶτον τὴν ἐπιχείρησιν κατὰ τῶν ἐχθρικῶν παραλίων. Ἰδοὺ τί γράφει περὶ τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Στρατιωτικῆς Ἐπιστήμης». Ἀναγινώσκω ἐν μεταφράσει: «Αἱ ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν παραλίων δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν στρατιωτικὴν σπουδαιότητα, ἣν εἶχον ἄλλοτε. Θὰ περιορισθῶσι τὸ πολὺ εἰς δοκιμὰς καταστροφῆς στρατιωτικῶν ἢ ἐμπορικῶν λιμένων.» Ἀλλ’ ἔχομεν ἀποβάσεις. Διακρίνομεν δύο εἰδῶν τοιαύτας· εἴτε ἀποβάσεις μεγάλων ἀποσπασμάτων πρὸς ἀντιπερισπασμόν, εἴτε μικρῶν ἀποσπασμάτων πρὸς ἀποκοπὴν τῆς συγκοινωνίας. Ἐξετάσωμεν, ἂν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μεγάλας ἀποβάσεις. Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῶν ἀποβάσεων μεγάλων ἀποσπασμάτων ὁ στρατηγὸς Jomini (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποβάσεις εἶναι ἀπὸ τοὺς σπανίως προβλεπομένους χειρισμοὺς τοῦ πολέμου, καὶ τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ τις νὰ κατατάξῃ εἰς τοὺς δυσκολωτέρους, ὅταν λαμβάνωσι χώραν κατέναντι ἐχθροῦ καλῶς παρεσκευασμένου». Καὶ ἀλλαχοῦ λέγει: «Τὰ μεγάλα ἀποσπάσματα δι’ ἀντιπερισπασμὸν στρατιωτικόν, ἢ πολιτικόν, γίνονται κατά τινος Κράτους, ἀναλαβόντος ἤδη μέγαν πόλεμον, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ στρατὸς θὰ λείπῃ μακρὰν τοῦ μέρους τῆς ἀποβάσεως». Ἐπίσης περὶ τῶν αὐτῶν λέγει: «Ὅσον θελκτικὴ καὶ ἂν φαίνηται ἡ ἰδέα τῶν ἀποσπασμάτων, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ταῦτα εἶναι δευτερευούσης σημασίας. Πρέπει τὸν στρατόν μας νὰ τὸν ἔχωμεν πάντοτε συγκεντρωμένον, ὅπως χρησιμεύσῃ ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν, ὅπου θ’ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι νὰ τὸν διασκορπίζωμεν εἰς ἀποσπάσματα.» Ὥστε δὲν εἶναι πιθανότης μεγάλη νὰ ἐκτελέσωμεν ἀπόβασιν μεγάλων ἀποσπασμάτων. Ἐκτὸς τούτου, αἱ μεγάλαι ἀποβάσεις ἀπαιτοῦσι μεγάλην προπαρασκευὴν καὶ ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ μικρὰ ἀποσπάσματα πρὸς ἀποκοπὴν τῆς συγκοινωνίας. Εἰς ποῖα μέρη δυνάμεθα ν’ ἀποβιβάσωμεν καὶ ποίαν συγκοινωνίαν νὰ καταστρέψωμεν; Αἱ συγκοινωνίαι ἐκ τῆς Ἀσίας πρὸς τὴν Εὐρώπην, οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῶμεν πρέπει, ὅτι δύνανται ν’ ἀποκοπῶσιν. Αἱ συγκοινωνίαι ἐντεῦθεν τῆς Ραιδεστοῦ, πρὸς τὴν Μακεδονίαν, πλησιάζουσιν εἴς τινα σημεῖα τὰ παράλια τῆς Θράκης, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβιβάσωμεν ἐκεῖ μικρὰ ἀποσπάσματα, διότι ὁ ἐχθρός, συγκεντρούμενος ταχέως, δύναται νὰ τὰ καταστρέψῃ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν βομβαρδισμῶν. Ποῖα παράλια σκοποῦμεν νὰ βομβαρδίσωμεν; Πάντα κατοικοῦνται παρ’ Ἑλλήνων, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ βομβαρδίσωμεν αὐτά, ὅπως ἐπιφέρωμεν ζημίαν εἰς αὐτούς. Νὰ καταστρέψωμεν ὠχυρωμένα παράλια, ὡς εἶναι τὸ Καραμπουρνοῦ καὶ ἡ Πρέβεζα, εἶναι πολὺ δύσκολον. Ἰδοὺ περὶ αὐτῶν τί γράφει ἡ ἰδία «Ἐφημερὶς τῆς Στρατιωτικῆς Ἐπιστήμης» (ἀναγινώσκει): «Ἐν Σαντιάγῳ τῆς Κούβας οἱ Ἱσπανοὶ εἶχον ἐπὶ τῶν ἐπακτίων πυροβολείων των 10 πυροβόλα παλαιοῦ συστήματος ἐμπροσθόγομα καὶ 8 πυροβόλα ὀπισθόγομα, ἤτοι τῶν 9 ἑκατ., τῶν 15 ἑκατ. καὶ τῶν 16 ἑκατ. Μολονότι ἦσαν τόσον ἀσθενῶς ὡπλισμένα, δὲν ἠδυνήθησαν τὰ ἀμερικανικὰ πλοῖα νὰ τὰ σιγήσωσι καὶ τὰ καταστρέψωσι, καίτοι ἔρριψαν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας 8,000 ὀβίδας.» Καὶ ἀλλαχοῦ γράφει ἡ αὐτὴ ἐφημερὶς (ἀναγινώσκει): «Καὶ τὰ καταδρομικὰ καὶ τὰ θωρηκτὰ εἶναι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ὀβίδων τῶν ἐπακτίων πυροβολείων. Ὅταν οἱ διοικηταὶ τοῦ στόλου ἴδωσιν, ὅτι αἱ ὀβίδες προσβάλλουσι πλοῖόν τι, θὰ ἐξέλθωσιν ἐκτὸς βολῆς πυροβόλου, καὶ θὰ κάμωσι καλῶς, διότι μεγίστη εἶναι ἡ ἀξία ἑνὸς πλοίου, δὲν δύναται δὲ νὰ παραβληθῇ μὲ τὴν μικρὰν βλάβην, ἣν θὰ προξενήσωσιν εἰς τὰ πυροβολεῖα.» Ὥστε ὁ βομβαρδισμὸς δὲν ἔχει μεγάλα ἀποτελέσματα, ἐνῷ συγχρόνως δὲν εἶναι καὶ εὔκολος. Ἐξετάσωμεν τώρα τὸν ἐμπορικὸν ἀποκλεισμόν, ὡς λέγουσί τινες, τῆς Τουρκίας. Ὡς γνωρίζομεν, οἱ πόλεμοι σήμερον δὲν εἶναι μακροχρόνιοι, εἶναι μικρᾶς διαρκείας, οἱ δὲ ἀποκλεισμοὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ μικρᾶς διαρκείας, καὶ προσβάλλουσιν, ἐκτὸς τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, καὶ ξένα συμφέροντα, καὶ ἑπομένως δύσκολον νὰ παραταθῶσι...
§8ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν.
§11ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον νὰ διακοπῇ· ὥστε ἀδίκως ὀργίζεσθε, κύριε Βουλευτά. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ· οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ. Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐννοῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ κανονίζωμεν τὰ ζητήματα, ὡς μᾶς ἐπιβάλλει ὁ Κανονισμός, καὶ ἐπειδὴ οὗτος λέγει, ὅτι πρέπει νὰ προηγῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, ὁ θέλων νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου δύναται νὰ ὁμιλῇ περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, χωρὶς τοῦτο νὰ ᾖναι ἐπερώτησις. Ἐν τούτοις ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ κάμῃ εἰς τὸν ὁμιλοῦντα τὴν παρατήρησιν, ἣν ἐγὼ ἔκαμον.
§13ΓΙΔΑΣ. Εἶπον λοιπόν, ὅτι δύσκολος εἶναι ἐπίσης ὁ ἐμπορικὸς ἀποκλεισμὸς τῆς Τουρκίας, διότι ἡ Τουρκία δὲν εἶναι Κράτος ἐμπορικὸν καὶ βιομηχανικόν, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον γεωργικόν, τὸ ὁποῖον ἀρχῆθεν εἶναι αὔταρκες· ἐκτὸς δὲ τούτου, συνδέεται καὶ μὲ τὴν Εὐρώπην, ὡς γνωρίζετε, σιδηροδρομικῶς, ἑπομένως μικρὰν βλάβην θὰ ἔχῃ εἰς αὐτὴν ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν λιμένων. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς. Λέγουσιν ὅτι ἐν περιπτώσει πολέμου δυνάμεθα νὰ καταλάβωμεν τὰς νήσους. Ἀλλὰ τὰς νήσους πρὸς ποῖον σκοπὸν δυνάμεθα νὰ καταλάβωμεν; Νὰ τὰς καταλάβωμεν πρὸς λείαν; Αὐτὸ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Ἄλλως τε καὶ οἱ κάτοικοι πάλιν αὐτῶν τῶν νήσων εἶναι Ἕλληνες, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ βλάψωμεν αὐτούς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατοχῆς; Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὸν ἀτυχῆ μας πόλεμον δὲν κατελάβομεν τὴν Κρήτην, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν μόλις ὁ τουρκικὸς στρατὸς τῆς ξηρᾶς ἦλθε μέχρι Λαμίας; Τὸ αὐτὸ θὰ πάθωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ὅλας τὰς νήσους ἐὰν καταλάβωμεν, καὶ δὲν νικῶμεν κατὰ ξηράν. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ἀγόμενος, συμπεραίνω, ὅτι τὸ Ναυτικόν μας δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ μόνον πρὸς ἄμυναν τῶν παραλίων μας. Ἀλλ’ ἡ ἄμυνα τῶν παραλίων μας περιλαμβάνει δύο σπουδαίους παράγοντας, τὴν κινητὴν ἄμυναν, ἥτις εἶναι ὁ στόλος, καὶ τὴν μόνιμον, ἥτις εἶναι τὰ ὀχυρώματα ἐπὶ τῆς παραλίας. Ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ συνδυάσωμεν καλῶς αὐτοὺς τοὺς δύο παράγοντας, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ τὴν ἄμυναν καλλιτέραν καὶ διαρκεστέραν καὶ μὲ σχετικῶς πολὺ μικρὰν δαπάνην, διότι δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ τόσον μέγας στόλος. Ἐκτὸς δὲ τούτου, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν προτιθέμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν στόλον μας μόνον πρὸς ἄμυναν, ὅτι ὁ τύπος τῶν πλοίων καὶ ἡ δύναμις αὐτῶν πρέπει νὰ ἦναι ἀλλοία ἢ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἦναι, ἐὰν πρόκειται περὶ ἐπιθετικῶν σκοπῶν· καὶ ὄχι μόνον ἀλλοία, ἀλλὰ καὶ πολὺ μικροτέρας δαπάνης. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ ἕν, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι τολμηρόν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ, ὅτι, ἂν ὀχυρωθῶσι τὰ παράλιά μας, ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ κατασταθῇ σπουδαία βάσις ναυτικῶν ἐπιχειρήσεων ἐν τῇ Μεσογείῳ, καὶ θὰ ἦναι ἐπιζήτητος σύμμαχος ἐν καιρῷ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, διότι βεβαίως, ἐὰν συμβῇ πόλεμός τις, τὰ ὀλίγα πλοῖα, — 4 ἢ 5 — τὰ ὁποῖα θὰ προσθέσωμεν, οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν ἀξίαν, ὅσην ἀξίαν θὰ ἔχωσιν οἱ λιμένες καὶ οἱ κόλποι οἱ ὠχυρωμένοι, τοὺς ὁποίους θὰ δυνηθῶμεν νὰ χορηγήσωμεν, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσουν ὡς καταφύγια καὶ ὁρμητήρια τοῦ στόλου τοῦ συμμαχικοῦ. Ἐγώ, Κύριοι, ἁπλῶς εἶπον μίαν ἰδέαν· οἱ ἁρμόδιοι ἴσως ἔχουσιν ἄλλας, καὶ ἴσως καὶ καλλιτέρας. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν: Οἱαδήποτε γνώμη καὶ ἂν ἐπικρατήσῃ, πρέπει πάντοτε εἰς τὸ Ναυτικόν μας νὰ δοθῇ ὡρισμένος προορισμὸς ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ ὄχι νὰ ἀφεθῇ ὅπως ἦτο ἕως τώρα, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ κανονισθῇ ἐπίσης ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ προορισμοῦ. Πρὸς τούτοις νὰ μὴ συνηθίσωμεν ν’ ἀναμένωμεν ἀπὸ τὸ Ναυτικὸν πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν τὸ παρασκευάζομεν ἐν καιρῷ εἰρήνης· διότι, ἂν ἔλθῃ πόλεμος, θὰ συμβῶσιν ὅσα συνέβησαν κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους δύνανται νὰ βλάψωσι καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ναυτικοῦ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§15ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν μακρὰν χθὲς συζήτησιν, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπέλων, τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα κατεστράφη, λαμβάνω τὴν τιμὴν, ἐξ ὀνόματος καὶ ἄλλων συναδέλφων, νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν, τὴν διανομὴν καὶ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆκόν μου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 48). Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§17ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν δέκα, κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορῶσαν τὸν πταισματοδίκην Ναυπλίου. Ἀνέμενον ἐπὶ δέκα ἡμέρας νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐζήτησα, ἵνα δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἂν αἱ πληροφορίαι αἱ ἐμαὶ ἦσαν ἀσφαλεῖς, ἢ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς αὐτὸν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Ἀλλὰ δυστυχῶς, πρὸς βλάβην μεγίστην τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠμέλησε μέχρι τοῦδε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, ὅπερ εἶχεν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ πάλιν τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα τότε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Τὸν παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἡ ἐνέργεια δ’ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπέδρασεν οὐ μόνον εἰς τὸ Ναύπλιον, ἀλλά, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ ἀλλαχοῦ. Εἰς παραλυσίαν σχεδὸν ἔφθασαν τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω πληροφορίας, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ Δικαστήριον Ἀμφίσσης εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀνικανότητι νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἡ συνεδρίασις τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐματαιώθη τὴν 13 τρέχοντος μηνός. Δὲν γνωρίζω, ἂν περιῆλθε τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἀλλ’ εἴτε περιῆλθεν, εἴτε μή, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον πολλὰς ἑκατοντάδας δραχμῶν ἐζημιώθη ἐκ τῆς ματαιώσεως ἐκείνης τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου. Τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἀμφίσσῃ δὲν ἵστανται εἰς τὴν θέσιν των· καὶ δὲν θέλω σήμερον νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πλέον ἡ θέσις τοῦ εἰρηνοδίκου ἐν Ἀμφίσσῃ εἶναι κενὴ, καὶ τίνες ἀρτίως διωρίσθησαν πάρεδροι τοῦ Εἰρηνοδικείου...
§18ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποίαν συγγένειαν ἔχουσιν.
§19ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποίαν συγγένειαν ἔχουσι, τὸ εὑρίσκομεν ἡμεῖς. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀμφίσσῃ Πλημμελειοδικῶν, τοῦ Νομάρχου Φθιώτιδος καὶ τοῦ Δημάρχου Ἀμφίσσης, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων πρὸ δύο μηνῶν μετέθεσεν ἐκεῖθεν τὸν γραμματέα τοῦ Πρωτοδικείου. Τὰς πληροφορίας ταύτας ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ νὰ ἴδω, πῶς μετέθεσε τὸν γραμματέα τότε συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, καὶ διατὶ ἤδη πρὸ μικροῦ ἐπανέφερε πάλιν αὐτὸν εἰς τὴν Ἄμφισσαν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπερωτήσεις μου, ὅταν εὐαρεστηθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ ὀκνήσῃ πάλιν, καὶ παρέλθωσι τόσον πολλαὶ ἡμέραι, ὅπως παρῆλθον δέκα ὁλόκληροι, ἀφ’ ἧς ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, καὶ τὰ ὁποῖα αὐθημερὸν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἐκ Ναυπλίου καὶ νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ καταθέσῃ.
§20Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ληφθῶσιν ἀντίγραφα τῶν πρακτικῶν τοῦ Πταισματοδικείου, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε, καὶ νὰ μοὶ τὰ στείλῃ. Παρῆλθον ἔκτοτε 6 ἢ 7 ἡμέραι, νομίζω...
§21ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐννέα.
§22ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. καὶ δὲν ἐστάλησαν. Θὰ σταλῶσι βεβαίως σήμερον ἢ αὔριον, καὶ θὰ τὰ καταθέσω. Πρὸς χάριν σας ὅμως, αὔριον θὰ στείλω καὶ νέον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ σπεύσῃ νὰ τ’ ἀποστείλῃ.
§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι πρὸς χάριν μας. Πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως.
§24ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔστω. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς Ἀμφίσσης, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀμφίσσης δὲν εἶναι κενόν. Εἰρηνοδίκης Ἀμφίσσης εἶναι διωρισμένος ὁ κ. Παναγόπουλος.
§25ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε;
§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τώρα.
§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε ἐπῆγε;
§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν μετετέθη ὁ εἰρηνοδίκης. Ὁ Παναγόπουλος εἶναι εἰρηνοδίκης Ἀμφίσσης. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον δὲ Ἀμφίσσης μετετέθη ὁ πρωτοδίκης Μαυρέας, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὴ ἡ ἀκεραιότης καὶ αὐστηρότης. Μένει δ’ ἐνταῦθα ἕνεκα ἀσθενείας τῆς μητρός του, καὶ πρὸ μικροῦ μὲ παρεκάλεσε νὰ τῷ χορηγήσω μίαν μικρὰν ἄδειαν, ἀλλ’ ἐγὼ τῷ παρήγγειλα ν’ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως εἰς τὴν θέσιν του, διότι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία του ἐκεῖ.
§29Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερα νὰ τοῦ δώσῃς ἰσόβιον ἄδειαν (ἱλαρότης).
§30ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὥστε βεβαιοῦτε, ὅτι δὲν εἶναι κενὴ ἡ θέσις τοῦ εἰρηνοδίκου Ἀμφίσσης;
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τώρα εἶναι ὁ Παναγόπουλος. Θὰ λάβω πληροφορίας, καὶ θὰ σᾶς εἴπω.
§32ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν, κύριε Ὑπουργέ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁμιλοῦμεν ἐπισήμως. Βεβαιοῦτε ὅτι δὲν εἶναι ἡ θέσις κενή;
§33ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω καλλίτερον. Τώρα εἶναι ὁ Παναγόπουλος εἰρηνοδίκης.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐξετάσητε, ἂν ἔμενε κενὴ ἡ θέσις, καὶ πόσον καιρόν. Αὐτὸ νὰ ἐξετάσητε, καὶ νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν.
§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§36Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐζήτησα πληροφορίας, διατί, ἀφοῦ τὸ ἐν Νάξῳ Ἑλληνικὸν διδακτήριον ἀπεπερατώθη ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον παρελθόντος ἔτους, δὲν παρεδόθη μέχρι τῆς 28 Σεπτεμβρίου, καὶ διατὶ ἀπὸ τῆς 28 Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον δὲν τὸ κατέλαβε τὸ Σχολαρχεῖον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ ἐπληροφόρησεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πρώτου, διατὶ δὲν παρεδόθη ἀπὸ τῆς 28 Δεκεμβρίου μέχρι τῆς 28 Σεπτεμβρίου, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν 29 Δεκεμβρίου καὶ τὴν 9 Φεβρουαρίου ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ παραδοθῇ, δὲν μοῦ ἀπήντησε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, αὔριον νὰ ἀπαντήσῃ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τοπάλης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πόσα καὶ ποῖα λιμενικὰ ἔργα ἐγένοντο μέχρι σήμερον ἐν τῷ Κράτει. 2) Εἰς πόσον ποσὸν προϋπελογίσθη ἡ δαπάνη ἑκάστου, καὶ τί πράγματι ἐδαπανήθη. 3) Εἰς πόσον χρόνον προϋπελογίσθη ἡ ἀποπεράτωσίς των, καὶ πόσος ἀπῃτήθη δι’ ἕκαστον.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ παρέδρων ἐν Πειραιεῖ, διότι εἶναι δικαιοστάσιον. Πρὸ τοῦ περὶ Ἐθνικοῦ Στόλου... Νὰ προτιμηθῇ, κύριε Βουδούρη. Πολλοὶ Βουλευταί, Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ παρέδρων. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρέδρων τοῦ Εἰρηνοδικείου Πειραιῶς». Ἔχει ἀριθμὸν τέταρτον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νὰ διορισθῶσι πάρεδροι παρά τινι Εἰρηνοδικείῳ ἢ παρ’ οἱῳδήποτε ἄλλῳ Δικαστηρίῳ, διότι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ δὲν ἐπαρκοῦσι, τὸ ἐννοῶ, καὶ εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὸν προορισμὸν τῶν παρέδρων. Νὰ διορίζωνται ὅμως πάρεδροι διότι δὲν ὑπάρχει εἰρηνοδίκης, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ, διότι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸν διορισμὸν παρέδρων παρὰ τοῖς Δικαστηρίοις, καὶ πρὸ πάντων παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις. Ὁ πάρεδρος εἶναι βοηθητικὸς δικαστὴς, καὶ τὸν δικαστὴν κωλυόμενον ἀναπληροῖ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἀλλὰ δὲν λείπει ἡ ἐπίβλεψις τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, καίπερ μὴ λαμβάνοντος μέρος. Νὰ καθιερώσωμεν ὅμως τὸν κανόνα, ὅτι δὲν διορίζομεν εἰρηνοδίκην, ἀλλὰ φροντίζομεν νομοθετικῶς νὰ δημιουργήσωμεν θέσεις παρέδρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δικηγόροι, καὶ οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ κανόνα θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ νὰ δικηγορῶσι καὶ νὰ ἐκτελῶσι καὶ τὰ καθήκοντα δικαστοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§43Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσήχθη λόγῳ ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει εἰρηνοδίκης. Χθὲς ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα Διάταγμα, — τὸ ὁποῖον ταχέως θὰ κοινοποιηθῇ, — διὰ τοῦ ὁποίου διορίζεται εἰρηνοδίκης Πειραιῶς. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἄλλον σκοπὸν, γενικώτερον. Εἶναι προτιμότερον, ἐν Πειραιεῖ, καὶ ὑπάρχοντος εἰρηνοδίκου, νὰ ἦναι πάρεδροι· καὶ πρὸς τοῦτο ἔχω καὶ τὴν γνώμην τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου...
§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Εἶναι προτιμότερον, λέγω, νὰ ἦναι πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναπληρῶσι τὸν εἰρηνοδίκην λυσιτελῶς· καὶ ἐπειδὴ ὁ εἰρηνοδίκης Πειραιῶς ἔχει τόσα καθήκοντα πολλαπλᾶ, ὑπὸ διαφόρων νόμων ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὸν, ἀπασχολεῖται δὲ καὶ ὁ γραμματεὺς, ὅστις ἕνεκα τούτου δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἀναπληροῖ τὸν εἰρηνοδίκην, διὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας.
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὤφειλον νὰ φρονῶ, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν διωρίζετο εἰρηνοδίκης, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσι πάρεδροι. Ἤδη ὅμως παραδέχομαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12.» Θέλετε, κύριε Δηλιγιάννη, νὰ ὁμιλήσητε;
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη ἀνάγνωσις εἶναι.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἦναι τρίτη, νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τέλος πάντων, ἐγὼ, καὶ ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναμαι νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις μου.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ δυνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ μέρος αὔριον, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§53ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δευτέρα συζήτησις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν· τρίτη συζήτησις εἶναι. Ἀναβάλλεται λοιπὸν τὸ πρῶτον. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἔχουσι πολλοὶ τὸν λόγον, ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω, ἂν θὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§55Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§57ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε τὴν σειρὰν τῶν μελλόντων νὰ ἀγορεύσωσι;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαρίστως: Καραπᾶνος, Λεβίδης, Γίδας, —ὁ ὁποῖος, ὑποθέτω, θὰ ἐξώφλησε μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε,—Φικιώρης, Δεληγεώργης, Νέγρης, καὶ ὅσοι ἄλλοι ἐγγραφῶσιν, ἐννοεῖται.
§59Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀνύψωσε τὸ ζήτημα· τελευτῶν ὅμως τὴν ἀγόρευσίν του, κατεβίβασεν αὐτό. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα, ἀπαντῶν εἰς αὐτὸν, λησμονήσω τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔθηκε τέρμα εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Παρεδέχθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἰπὼν ὅτι καθῆκον εἴχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ στόλου, καθῆκον εἴχομεν νὰ προβλέψωμεν περὶ ἀμέσου ἐνισχύσεως τοῦ στόλου τούτου. Ἀλλὰ, λησμονῶν ὅτι ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν, εὐθὺς ἔπειτα ἐν τῇ ἀρχῇ ταύτῃ ἀνεὗρε τρεῖς ἄλλας ἀρχὰς, καὶ διαδοχικῶς τὰς τρεῖς ταύτας ἀρχὰς ἐπολέμησε. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα δι’ ὀλίγων δώσω εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ σήμερον ἀσχολεῖται, τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ χαρακτῆρα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην στόλου. Εἴτε παραδεχθῶμεν τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τοῦ στόλου θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἐθνικὰ αὐτῆς δίκαια, εἴτε παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι διὰ τοῦ στόλου ἐν τῷ μέλλοντι μόνον ἄμυναν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τοῦ στόλου ἐπιβάλλεται. Καὶ ἡ ἰδέα τοῦ στόλου δὲν εἶναι νέα παρ’ ἡμῖν. Αἱ Κυβερνήσεις ἅπασαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἠσχολήθησαν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τοῦ στόλου. Δὲν λησμονεῖτε δὲ, ὅτι Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, συνετέλεσεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, εἰς τὰ ὁποῖα, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον αἱ παράλιοι πόλεις τῆς Ἑλλάδος ὀφείλουσι τὴν σωτηρίαν αὐτῶν. Τότε, Κύριοι, προέβημεν εἰς τὴν παραγγελίαν τῶν θωρηκτῶν ἐκείνων ἐπὶ τῇ βάσει δανείου. Ἀλλ’ ἦτο τότε ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ συνάψῃ δάνειον. Ἀλλὰ, ἐρωτῶ, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθημεν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ παραγγελία τῶν τριῶν θωρηκτῶν; Βεβαίως ὄχι. Τὰ τρία δὲ θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα παρηγγέλθησαν, αὐτὰ καὶ μόνα δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι ναυτικὴν δύναμιν· διότι ἐν τῷ νῷ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρήγγειλαν τὰ θωρηκτὰ ταῦτα, ἦτο παραδεδεγμένον, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ταῦτα εἶχον ἀνάγκην τῶν ἀναγκαίων καταδρομικῶν, ὅτι εἶχον ἀνάγκην τῶν ἀναγκαίων τορπιλλοφόρων, ὅπως τὰ θωρηκτὰ ταῦτα ἀποτελέσωσι μικρὰν ναυτικὴν δύναμιν, δυναμένην ἀποτελεσματικῶς νὰ δράσῃ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην τῆς συμπληρώσεως ταύτης, τὴν συμπλήρωσιν δὲ ταύτην ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ δανείου. Ὤφειλε λοιπὸν νὰ λάβῃ ἅπαντα τὰ δυνατὰ μέτρα, ἵνα δυνηθῇ ἡμέραν τινὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ναυτικὴν αὑτῆς δύναμιν. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς,—καὶ ἐνταῦθα ἔρχεται ἡ δευτέρα ἀρχή, περὶ τῆς ὁποίας ἠσχολήθη, — τοῦτο κατορθοῦται διὰ νέας φορολογίας. Εἶπε τὴν φράσιν «νέας φορολογίας». Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν ἔννοιαν τῆς νέας φορολογίας. Εὐηρεστήθη ὅμως νὰ ἐξηγήσῃ ταύτην. Καὶ τί εἶπεν; «Ἀφαιρεῖτε ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἔσοδά τινα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐχρησίμευον πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἀφαιρουμένων τῶν ἐσόδων τούτων, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα ταῦτα ἀναπληρώσητε διὰ νέας φορολογίας. Καὶ ἰδοὺ ἡ νέα φορολογία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται»... Εἶναι αὕτη καθαρὰ ἡ ἰδέα ὑμῶν;
§61ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀφαιροῦντες ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ἐλάβομεν πρόνοιαν, ὅπως δι’ οἰκονομιῶν ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξοικονομήσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ἀφαιρούμενον ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου κατορθοῦμεν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ποσῶς εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, νὰ προστρέξωμεν δηλ. εἰς νέαν φορολογίαν, ὅπως καλύψωμεν τὴν ἀφαίμαξιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἑπομένως τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθὲν δὲν εἶναι βάσιμον. Δὲν εἶναι βάσιμον, διότι ἐλησμόνησεν ἀκριβῶς τὴν οἰκονομίαν, ἥτις ἐγένετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Μᾶς εἶπεν, ὅτι «ἡ σπουδαιοτέρα πρόσοδος, διὰ τῆς ὁποίας προικίζεται τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, εἶναι ἡ ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν· ἀλλ’ αὐτὴν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποδώσητε εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὅπως κατορθώσητε, ἵνα τὰ παράλια ἡμῶν φωτισθῶσι κατὰ τρόπον, μὴ ἐπιτρέποντα εἰς τοὺς ξένους νὰ ψέξωσιν ἡμᾶς ἐπὶ ἀμελείᾳ πρὸς τοῦτο». Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, ὡς γραφέντα παρὰ ξένων, ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν πολὺ παλαιὰν, ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἥν τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν δὲν ὑπῆρχε.
§63ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ ἔτους.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι πρὸ ἔτους. Ἐὰν ἐξετάσητε καλῶς, θὰ εὕρητε τὴν σημείωσιν ταύτην εἰς τοὺς φαροδείκτας, οἵτινες ἐτυπώθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ σύστασις τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν ἀποδεικνύει τὸ καλὸν τοῦ Ταμείου τούτου. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γείνω ἐγὼ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ, ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνων, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ Ταμεῖον ἐκεῖνο πλεῖστα καλὰ ἔφερεν. Ἐὰν παραβάλητε τὴν κατάστασιν τοῦ φωτισμοῦ τῶν παραλίων ἡμῶν, τὴν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν καὶ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἐὰν παραβάλητε, λέγω, τὴν κατάστασιν ἐκείνην πρὸς τὴν σημερινὴν, θὰ εὕρητε μεγίστην διαφοράν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ μεγίστη αὕτη διαφορά, ἐπειδὴ τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν φωτισμὸν τῶν παραλίων, ἐξετελέσθησαν ἤδη, τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς ἀνῆκον εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν, εἶναι ἐπαρκέστατον, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, εἰς τὴν συμπλήρωσιν, ἐν ἄλλοις λόγοις, τοῦ φωτισμοῦ τῶν παραλίων ἡμῶν. Προκειμένου λοιπὸν, Κύριοι, ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ συμπληρώσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ σκεφθῶμεν ἢ ὅπως ἐσκέφθημεν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ σκεφθῶμεν ἢ προσπαθοῦντες δι’ οἰκονομιῶν, ἐπιβαλλομένων εἰς ἡμᾶς, νὰ καταρτίσωμεν Ταμεῖον, δυνάμενον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συμπληρώσεως τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. «Ἀλλὰ—λέγει ὁ κ. Βουλευτής—δὲν ἐλάβετε μέτρον πρὸς σχηματισμὸν Ταμείου· ἐσκέφθητε μόνον νὰ εὐκολύνητε εἰς ὑμᾶς τὸ μέσον τοῦ νὰ προβῆτε εἰς μέγα δάνειον, ὅπως συμπληρώσητε τὰς πολεμικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας». Νομίζω ὅτι εἰς ταῦτα ἐπαρκῶς ἀπήντησε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος λίαν ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι συμβουλεύει νὰ μὴ γένηται χρῆσις ἄμεσος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πρόκειται νὰ συλλεγῶσιν. Εἶπεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῇ τὸ Κράτος εἰς συλλογὴν τῶν χρημάτων ἐκείνων, νὰ ἀναβάλῃ δὲ ἐπί τινα χρόνον, μέχρις οὗ τὰ μέσα τοῦ Ταμείου τούτου ἀναπτυχθῶσι, τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ταῦτα λέγων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶχε πληρέστατα δίκαιον. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτας ἔχει ἰδέας, οὐδόλως δὲ διανοούμεθα, ὅπως, ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χορηγουμένων μέσων εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, προβῶμεν εἰς τὴν σύναψιν δανείου. Οὐδεμίαν δ’ ἔχομεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς σύναψιν δανείου ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοιοῦτον σκοπὸν, Κύριοι, οὐδέποτε εἴχομεν· εἶναι δεσμός, τὸν ὁποῖον ἀποδεχόμεθα ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, εἴτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ διάδοχος αὐτῆς, ὅταν παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποδείξῃ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τῶν κατ’ ἔτος συλλεγομένων, ἀλλ’ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸ νὰ προβῇ εἰς δάνειον πρὸς ταχυτέραν παρασκευὴν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, θέλει εὕρει τὴν Βουλὴν, ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, πρόθυμον, ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου· ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἀνατίθεται εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσιν εἰδικότητα, προκειμένου περὶ ναυτικῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε· εἶχεν εἰδικότητα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος παρήγγειλε τὰ θωρηκτά; εἶχον εἰδικότητα οἱ ἀποτελοῦντες τότε τὴν Κυβέρνησιν πολῖται; Ἦσαν ἐντελῶς ξένοι πρὸς τὰ ζητήματα τὰ ναυτικά. Ἀλλ’ οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, ἐν τῇ συνειδήσει τῆς εὐθύνης αὐτῶν καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς τὴν παραγγελίαν ἐκείνην, ἔλαβον ὅλα τὰ μέτρα, τὰ δυνάμενα νὰ ἐξασφαλίσωσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς παραγγελίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν. Καὶ τὰ πράγματα, Κύριοι, ἐδικαίωσαν αὐτούς, καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα καλῶς ἐλήφθησαν. Διότι τὰ κατασκευασθέντα θωρηκτὰ ἐπέτυχον, ἐπέτυχον δὲ εἰς βαθμόν, ὥστε ξένοι καὶ ἐντόπιοι νὰ ἐπικροτήσωσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κατεσκευάσθησαν.
§69Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.....
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήγγειλεν, ὅτε ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐξήτασε τὸ ζήτημα, ὅτι εἶχεν ἀπατηθῆ ἐν ταῖς ἐπικρίσεσι ταῖς πολλαῖς, τὰς ὁποίας ἄλλοτε κατὰ τῶν θωρηκτῶν εἶχε κάμει. Οἷοι δήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ ἀποτελέσοντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ταμείου τούτου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν διαχείρισιν τῶν πόρων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Ταμεῖον, οὐδέποτε δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι οὗτοι θέλουσι προβῆ εἰς παραγγελίαν κατασκευῆς πλοίων, χωρὶς νὰ περιφρουρήσωσι τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως ὅλων τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν ἔν τε τῇ ἡμεδαπῇ καὶ τῇ ἀλλοδαπῇ, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν γνώσεων αὐτῶν θὰ δυνηθῶσι νὰ συντελέσωσιν, ὅπως ἡ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς δοθησομένη παραγγελία ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσκομισθῶσι τὰ σχέδια τῶν πλοίων τούτων. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς τοῦτο...
§71ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε... Διότι οὐδεμία Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατόν ποτε νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια τοιαῦτα· διότι πρῶτον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τηρήσῃ μυστικὰ τὰ σχέδια ταῦτα, διότι ἀκριβῶς ἐν τῇ μυστικότητι κεῖται ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπείσθητε πάντες, ὅτι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, εἶναι ἡ ἵδρυσις Ταμείου, ἔχοντος πόρους τοιούτους, οἵτινες νὰ παρέχωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι, εἴτε διὰ τῆς χρήσεως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τὸ Ταμεῖον τοῦτο θέλει ἔχει, εἴτε διὰ τῆς συνάψεως δανείου, ὁπόταν ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ ἤθελε παρουσιασθῆ καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὴν ἀνάγκην ταύτην, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦ νὰ συμπληρώσωμεν τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, εἴτε παραδεχθῆτε τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς ἐπιθετικὸν πόλεμον, εἴτε παραδεχθῆτε τὴν ἰδέαν, ὅτι μόνον πρὸς ἄμυναν θέλουσι χρησιμεύσει, βεβαίως ἐπιβάλλονται· διότι τρία θωρηκτὰ ἄνευ καταδρομικῶν, ἄνευ τορπιλλικῶν, εἶναι δύναμις νεκρὰ, διὰ τῆς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τὴν χρῆσιν, διὰ τὴν ὁποίαν τὰ θωρηκτὰ ταῦτα προορίζονται. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα καθῆκον νὰ δώσω εἰς αὐτὴν, δὲν θέλει διστάσει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Κρίνων δὲ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἔδωσαν, εἶμαι αἰσιόδοξος ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ταμείου τούτου. Εἶμαι ὀπαδὸς, Κύριοι, τῶν εἰδικῶν Ταμείων. Νομίζω, ὅτι τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ παραδείγματι, ἔφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα· ἐλυπήθην δὲ σφόδρα, ὅτε αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Βεβαίως ἡ κατάργησις αὐτοῦ ἐπεβάλλετο καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, διότι τὸ Ταμεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ἐξέλθει τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι διεγράφοντο εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, εἶχεν, οὕτως εἰπεῖν, ἑνώσει τὰ μέσα αὐτοῦ πρὸς τὰ μέσα τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἐξέθετε πάντοτε τὸ Κράτος, ὅπως ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τοῦ Ταμείου ἐκείνου. Οὐδεμίαν ἐπίσης ἔχω ἀμφιβολίαν, καὶ οὐδεὶς, πιστεύω, ἀμφιβάλλει, ὅτι τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν ἔδωκε λαμπρὰ ἀποτελέσματα· οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὰ τέσσαρα Ταμεῖα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἔφεραν ἀποτελέσματα λίαν ἀγαθά. Παραδείγματα ἔχομεν πρόσφατα. Ἀπεφασίσθη, λ.χ. ὅπως φορολογία ἐπιπρόσθετος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ὁρισθῇ εἰδικῶς πρὸς ἕνα σκοπόν, πρὸς κάλυψιν μελλόντων τόκων καὶ χρεωλυσίου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, — καίτοι δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι δὲν εἶναι εἰδικὸν Ταμεῖον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἶναι πόρος ἔχων εἰδικὸν σκοπόν, — καὶ ἰδού, ὅτι ἐκ τοῦ πόρου τούτου ἤδη κατετέθη ποσὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἐν τῷ μέλλοντι δὲ παρέχεται ἡ ἐλπίς, ὅτι διὰ τῶν πόρων τούτων δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, Κύριοι, ὑπεβάλομεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εὐτυχεῖς θὰ λογισθῶμεν, ὅταν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ἵνα διὰ νομοσχεδίου προτείνωμεν τὴν σύστασιν παρομοίου Ταμείου καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Νομίζομεν, ὅτι ἄνευ συστάσεως τοιούτου Ταμείου καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς τὸ ἔργον δὲν συμπληροῦται. Τὸ Ταμεῖον, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον, εἶναι ἀπαρχὴ ἔργου, ὅπερ βεβαίως θὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἄς μὴ μᾶς ταράττῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπιβάλλεται φορολογία· ἂς μὴ σκεφθῶμεν, ὅπως ἐσκέφθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι πρέπει τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τυχὸν δύναται τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ ἐπὶ πόρων εἰδικῶν, ὅτι πρέπει ταῦτα ν’ ἀφιερώσωμεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, περιμένοντες δέκα ἔτη, ὅπως ἀποδοθῶσι ταῦτα ὑπὸ τῆς Θεσσαλίας ἑκατονταπλάσια. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δὲν ἔχομεν ἐλευθερίαν ἀπόλυτον, ἵνα ἐκλέξωμεν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰς παρσκευὰς ταύτας πρέπει νὰ ἐκτελέσωμεν, καὶ ὅτι καθῆκον ἀπόλυτον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ σήμερον, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἡ ἀπαρχὴ αὕτη θέλει φέρει ἡμᾶς εἰς αἴσια ἀποτελέσματα. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα).
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς συμπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων κατὰ τε θάλασσαν καὶ ξηρὰν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ λυθῇ δι’ ἐπιδιώξεως τῶν παρασκευῶν τούτων, ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον. Ὅσα ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς γνῶμαι εἰδικῶν ἀνδρῶν, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου ἡμῶν σήμερον, τὰς ὁποίας γνώμας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέπτυξεν ἐν τῇ Βουλῇ, καθιστῶσι τὸ ζήτημα τῆς συμπληρώσεως τοῦ στόλου ἡμῶν ζήτημα πρώτης τάξεως, ζήτημα ἐπιβαλλόμενον. Ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἀποτελεῖ σχεδὸν νῆσον, νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων αὑτῆς ἄνευ στόλου. Δὲν δύναται δὲ κἄν νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν, γνωρίζοντα ὅτι στοιχεῖον ἀπαραίτητον τῆς προασπίσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους εἶναι ἡ κατασκευὴ στόλου, δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς κατασκευῆς τοιούτου. Ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιδεκτικὴ συζητήσεως, εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ στόλου. Τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ ὡς κατάλληλον τρόπον διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τῆς κατασκευῆς τῶν ἀναγκαίων διὰ τὸν στόλον ἡμῶν πλοίων τὸν σχηματισμὸν εἰδικοῦ Ταμείου. Ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διατελεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν γένει διευθύνονται καὶ διαχειρίζονται, καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης καθίσταται ἀναγκαία εἰς ἡμᾶς. Ἡ ἀρχὴ αὕτη βεβαίως ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον καὶ τὸ ἐπιβλαβὲς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν ἐν γένει, ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ ἀποδοχὴ ταύτης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω, διατὶ ἐγὼ, ὅστις θεωρῶ τὴν σύστασιν τῶν εἰδικῶν Ταμείων ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἐν γένει τῶν Κρατῶν, ὑποστηρίζω τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα εἶναι ἀναμφισβητήτως σήμερον πληγὴ ἐπιβλαβὴς εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν. Διὰ τῆς συστάσεως τῶν Ταμείων τούτων ἀναιρεῖται ἡ ἑνότης τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀποσπῶνται πρόσοδοι τοῦ Κράτους, αἵτινες, ἀφιερούμεναι εἰς ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ δαπανώμεναι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τούτου, καθιστῶσι δυσχερῆ τὴν γενικὴν ἀντίληψιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καθιστῶσι δυσχερῆ τὴν σύγκρισιν τοῦ συνόλου τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, τὴν παραβολὴν τούτων πρὸς τοὺς πόρους του, τὴν μελέτην τοῦ ἐπείγοντος καὶ τοῦ ἀναγκαίου ἑκάστης ὑπηρεσίας καὶ ἑκάστης δαπάνης, παρεμποδίζουσι δὲ οὕτω τὴν σκέψιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς διαθέσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἐν συγκρίσει καὶ ἐν ἀναλογίᾳ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, πόρος ἀνήκων εἰς εἰδικὸν Ταμεῖον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν καθιερώθη, καὶ χρησιμεύσῃ εἰς ἄλλην ἀνάγκην, οἱανδήποτε σπουδαιότητα καὶ οἱονδήποτε ἐπεῖγον καὶ ἂν ἤθελε παρουσιάσει ἡ ἀνάγκη αὕτη. Τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν παρὰ πᾶσι σήμερον τοῖς Κράτεσι, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἰκονομικὰ καλῶς διαχειριζόμενα καὶ ὠργανισμένα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπίσης ὁ ἔλεγχος, κατατεμνόμενος διὰ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, νὰ παρουσιάζῃ τι τὸ τέλειον εἰς τὴν μελέτην τῶν Κοινοβουλίων καὶ τοῦ ἔθνους. Τοῦτο εἶναι ἀνεγνωρισμένον καὶ παραδεδεγμένον εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν καλῶς διαχειριζόμενα, ἐκεῖ, ὅπου ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων χρημάτων ἐπηρεάζεται ἰδίως ἐκ τῶν γενικωτέρων ἀναγκῶν, καὶ ὀλιγώτερον ἐξ ἄλλων λόγων. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, δυστυχῶς, ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων χρημάτων κατ’ ὀλίγον ἐπηρεάζεται ἐκ τῶν γενικωτέρων ἀναγκῶν καὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους, πολὺ δὲ ἐξ ἄλλων γνωμῶν καὶ ἐξ ἄλλων ὑπολογισμῶν καὶ ἐκ συμφερόντων, εἴτε κομματικῶν, εἴτε ἀτομικῶν. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, ὅταν θελήσωμεν νὰ τὸν μελετήσωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, θέλομεν ἴδει δαπάνας ἀγόνους, ἐπιβαρυνούσας τὸ Κράτος, εἴτε ἕνεκα ἀτελείας τῶν ὀργανισμῶν, εἴτε ἕνεκα ἐξυπηρετήσεως συμφερόντων ἰδιαιτέρων, πολιτικῶν τε καὶ ἀτομικῶν. Ἐὰν θελήσωμεν διὰ τῆς γενικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπιβαλλομένην θεραπείαν τῆς κατασκευῆς πλοίων διὰ τὸν στόλον ἡμῶν, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸν πόθον ἡμῶν ἀποτυγχάνοντα καὶ μὴ πραγματοποιούμενον. Διὰ τοῦτο εἰς τὸν ἀτελῆ καὶ πλημμελῆ ὀργανισμὸν τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων χρημάτων ἡμῶν τὸ καλόν τῆς καταδίκης τῶν εἰδικῶν Ταμείων, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς οὐσιῶδες διὰ πάντας τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, τὸ καλὸν τοῦτο ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὲς, ἤθελεν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσαρτήσεως εἰς μηχανὴν ἀτελῶς λειτουργοῦσαν ἑνὸς τμήματος τελειοποιημένου καὶ βελτιοῦντος τὰς τελείας μηχανάς. Ἡ προσάρτησις ἑνὸς τοιούτου τεμαχίου ἤθελε βλάψει τὴν κακῶς λειτουργοῦσαν μηχανὴν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ αὐτήν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος θεωρῶ οὐχὶ καλὴν τὴν σύστασιν εἰδικῶν Ταμείων, νομίζω αὐτὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς, ὁσάκις ἔχωμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἐπιβαλλομένην καὶ σπουδαίαν ἀνάγκην, ὁποία εἶναι ἡ κατασκευὴ πλοίων ἐν τῇ σημερινῇ θέσει τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἀλλὰ, παραδεχόμενοι τὸ ἀνώμαλον τοῦτο μέτρον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σπουδαιότερον περὶ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως τῶν Ταμείων τούτων καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Δὲν πρέπει, παραδεχόμενοι ἓν μέτρον ἔκρυθμον, νὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὰ σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεπέσαμεν, παραδεχθέντες πρό τινων ἐτῶν ἕτερον ἔκρυθμον μέτρον, μὴ ἀποδεκτὸν σήμερον μήτε παρὰ τῆς ἐπιστήμης, μήτε παρὰ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Καὶ ἐκεῖ παρεδέχθημεν ἓν μέτρον μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιστήμην, νομίσαντες, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν, ὅστις ἦτο ἡ προάσπισις τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἡ κατάπτωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ἔφερε τὴν σταφιδικὴν κρίσιν. Πρὸς παρακώλυσιν τῆς καταπτώσεως ταύτης ἐγένετο δεκτὸν μέτρον μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ἐφηρμόσθη. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ προστατευτικὸν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, μετεβλήθη εἰς τραπεζιτικὸν μέτρον, καὶ τείνει νὰ μεταβληθῇ εἰς μέτρον γενναιοδωρίας. Τοιουτοτρόπως ἐφαρμοζόμενα τὰ ἔκτακτα προστατευτικὰ μέτρα, δὲν δύνανται ν’ ἀπολήξωσιν εἰς σωστικὰ ἀποτελέσματα. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα τοῦτο, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ταμείου, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐπιτύχωμεν ἀποτελέσματα ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὰ τοιαῦτα Ταμεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερε προχθὲς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν καὶ ἡ εἰδίκευσις ὡρισμένου πόρου πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, μὲ ὅλας τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας φέρουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀφῆκεν ἀποτέλεσμα, διότι, χάρις εἰς αὐτὸ, ἔχομεν ὁδούς. Τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων ἐπίσης, διότι, χάρις εἰς αὐτὸ, ἔχομεν φάρους, θ’ ἀφήσῃ καὶ τοῦτο ἀποτέλεσμα. Ἐπίσης τὸ Ταμεῖον πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, θὰ φέρῃ ἀποτελέσματα, διότι οἱ πόροι αὐτοῦ εἶναι εἰδικευμένοι. Ἐὰν δὲ δὲν εἰδικεύσωμεν καὶ διὰ τὸν στόλον πόρους, δυνάμεθα νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διατίθενται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κατασκευάσωμεν πλοῖα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον ἤδη, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τῷ τρόπῳ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ταμείου τούτου, ἐὰν θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν. Ἐν πρώτοις δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς πόρους αὐτοῦ, καὶ τὴν διάθεσιν αὐτῶν. Πρῶτον οἱ πόροι τοῦ Ταμείου εἶναι τριῶν εἰδῶν· εἶναι ὁ πόρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἡ σύστασις τοῦ Ταμείου· τοιοῦτος δ’ εἶναι ἡ περιουσία τῆς «Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς» πρὸς κατασκευὴν ἐθνικοῦ στόλου, πρὸς κατασκευὴν πολεμικῶν πλοίων, καὶ τὸ κληροδότημα τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ. Εἴτε ψηφισθῇ τὸ Ταμεῖον τοῦτο, εἴτε μή, οἱ πόροι οὗτοί εἰσιν εἰδικευμένοι· εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ χρησιμοποιηθῶσιν, εἰμὴ εἰς κατασκευὴν πλοίων, ἅμα ὡς τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρήσῃ ἐπίκαιρον. Ἕτερος πόρος εἶναι ὁ πόρος, τὸν ὁποῖον προσδοκᾷ τὸ Ταμεῖον ἐκ γενναιοδωριῶν, κληροδοτημάτων καὶ κληρονομιῶν. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ μὴ βασίσωμεν ἐλπίδας εἰς τὰς προσφορὰς τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὰ κληροδοτήματα· ἀλλ’ ἐπὶ τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ βασίσωμεν θετικόν τινα ὑπολογισμόν. Ἐὰν ἦναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν πολλὰ χρήματα ἐκ κληροδοτημάτων, εἶναι ἐνδεχόμενον ἐπίσης καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν πολλά. Τ’ ἀποτελέσματα δὲ τῆς «Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς», τῆς ἐπὶ τριακονταετίαν λειτουργούσης, μᾶς πείθουσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν χρήματα ἀρκοῦντα, ὅπως ἐπικαίρως κατασκευάσωμεν τὰ πλοῖα, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην. Οἱ πόροι οἱ θετικοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν, εἰσὶν οἱ ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων ἀποσπώμενοι φόροι καὶ προσκολλώμενοι εἰς τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον· εἶναι τὰ τέλη ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, εἶναι ἡ πρόσοδος τῆς Δεξαμενῆς, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ. Οἱ πόροι οὗτοι ἀνέρχονται εἰς 960,000 δραχμάς...
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Βεβαίως, Κύριοι, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο θελήσωμεν νὰ παρακαταθέσωμεν εἰς Τράπεζάν τινα, ὅπως ἐκ τῆς συσσωρεύσεως αὐτοῦ ἀποκτήσωμεν τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον διὰ τὴν κατασκευὴν πλοίων, βεβαίως δὲν πράττομέν τι σοβαρὸν, τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου οὕτως ἐρχόμενοι νὰ θεραπεύσωμεν. Οἱ ἄλλοι πόροι εἶναι τὸ κληροδότημα τοῦ Ἀβέρωφ καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς «Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς». Τὸ κληροδότημα τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ, ὡς εἶπον, εἴτε ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἴτε δὲν ψηφισθῇ, ὑπάρχει, καὶ ὅταν τὰ χρήματα εἰσπραχθῶσι, τὸ Κράτος, καθ’ ὃν τρόπον θ’ ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευάσῃ πλοῖα διὰ τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου, δύναται νὰ κατασκευάσῃ καὶ διὰ τοῦ κληροδοτήματος· διότι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν πρόκειται ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ διευθύνουσα τὸ Ταμεῖον, ν’ ἀποφασίσῃ αὐτὴ ποῖον πλοῖον θὰ ἀγοράσῃ ἢ θὰ κατασκευάσῃ, ἀλλὰ θὰ κληθῶσιν εἰδικοὶ κατασκευασταὶ πλοίων, καὶ ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν θ’ ἀποφανθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὥστε, εἴτε σχηματισθῇ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, εἴτε μὴ, τὸ κληροδότημα τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κατασκευάσῃ τὸ καταδρομικὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ ὁ ἀοίδιμος ἀνὴρ ὁρίζει. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὸ κεφάλαιον τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἄν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευάσῃ πλοῖα, δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ σπεύσῃ νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ τὸ κεφάλαιόν της πρὸς κατασκευὴν πλοίων. Διὰ τοῦτο διέκρινα ἀπ’ ἀρχῆς τριῶν εἰδῶν κεφάλαια. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ἂν τὰς 960,000 δραχμὰς θελήσωμεν νὰ παρακαταθέσωμεν παρά τινι Τραπέζῃ, ἵνα κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τὰ πλοῖα, ἅτινα μᾶς ἀναγκαιοῦσι, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διὰ δαπάνης μικροτέρας τῶν 15 ἑκατομμυρίων, θὰ μᾶς χρειασθῇ δεκὰς ἐτῶν καὶ πλέον...
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δεκὰς, διότι εἰς τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐκάματε, πρέπει νὰ περιλάβητε καὶ τοὺς ἄλλους πόρους.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως καὶ τοὺς ἄλλους· ἀλλ’ ἐννοῶ τὰ 15 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε, βεβαίως.
§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ δέκα καὶ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν ὀφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸν ὑπάρχοντα στόλον, τὸν χρησιμεύοντα εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι πλέον ἢ νῆσος, διότι ἐκ τῆς γεωγραφικῆς αὐτοῦ κατασκευῆς παρουσιάζει πολὺ πλειότερα παράλια, παρὰ ἐὰν ἦτο νῆσος. Ἄν, λέγω, πρόκειται νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ τοποθετήσωμεν τὰς 960,000 δραχμὰς εἰς Τράπεζαν, θὰ χρειασθῇ δεκὰς ἐτῶν καὶ πλέον, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὰ εἰς ἡμᾶς ἀναγκαῖα πλοῖα. Βεβαίως τὸ καταδρομικὸν τοῦ ἀοιδίμου Ἀβέρωφ δύναται ν’ ἀποκτηθῇ ταχύτερον, βεβαίως ἕτερον πλοῖον, ἀγοραζόμενον διὰ τῶν χρημάτων τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, δύναται ν’ ἀποκτηθῇ ταχύτερον, ἀλλὰ συμπλήρωσις τῶν πλοίων ἡμῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ, παρὰ μετὰ παρέλευσιν δεκάδος ἐτῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ ταῦτα. Καὶ ἐνῷ τόσον γλίσχροι ἀποδεικνύονται οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐρχόμεθα διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ ἓν σπουδαῖον μέρος, καὶ νὰ τὸ διαθέσωμεν εἰς ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἐπιδιώκομεν. Διότι ποία εἶναι ἡ ἐπιθυμία μας; ποῖος εἶναι ὁ πόθος ἡμῶν, χάριν τοῦ ὁποίου παρεδέχθημεν τὸ οἰκονομικῶς ἀνώμαλον μέτρον τοῦ εἰδικοῦ τούτου Ταμείου; Εἶναι ἡ κατασκευὴ πλοίων. Παραδεχόμεθα ὅμως διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11, ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου θὰ προσποριζώμεθα καὶ ὁπλισμὸν καὶ εἴδη πολεμικοῦ ὑλικοῦ.
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον θὰ δεχθῶμεν τροπολογίαν.
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσω τὴν πρότασίν μου.
§82Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ τὴν δεχθῶμεν, οὐχὶ διότι τὴν ὑποβάλλετε ὑμεῖς, ἀλλὰ διότι φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὴν δεχθῆτε οὐχὶ διότι τὴν ὑποβάλλω ἐγώ, ἀλλὰ διότι τὴν ἐπιβάλλει ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Δὲν πρόκειται περὶ ἀνακαλύψεως ἰδικῆς μου, μήτε περὶ προθέσεως νὰ ἀφαιρέσῃ τις δόξαν τινὰ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν μοὶ ἐζήτησεν ἰδιαιτέρως τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην μου.
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχητε ἀγόρευσιν προεσχεδιασμένην, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐμποδίσω, ὅπως τὴν ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν ὅμως θέλητε ν’ ἀσχοληθῆτε ἐπὶ θέματος προερχομένου ἐξ ἐλλείψεως, ἣν παρατηρεῖτε ἐν τῷ ἄρθρῳ, νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψητε ἐπ’ αὐτοῦ, διότι πρόκειται νὰ τροποποιήσωμεν αὐτό.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ κάμνω ἀγορεύσεις ἄνευ σκοποῦ. Ἐὰν ἔβλεπον τὸ σύνηθες ὑμῖν πεῖσμα, θὰ ἤμην ἠναγκασμένος ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἀφοῦ παραδέχεσθε νὰ τροποποιήσητε τὸ ἄρθρον, οὐδένα λόγον ἔχω νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς τροπολογίας μου. Θὰ ἀφήσητε λοιπὸν τὸ ὅλον ποσὸν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ταμείου, καὶ δὲν θ’ ἀφαιρέσητε τὸ ἥμισυ αὐτοῦ πρὸς ἄλλους σκοπούς. Ἀλλ’ αἱ 960,000 δραχμαί, συσσωρευόμεναι εἰς μίαν Τράπεζαν, δὲν θὰ παράσχωσιν εἰς τὸ Κράτος τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν, ἵνα θεραπεύσῃ ἐν χρόνῳ βραχεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν. Διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πλοίων ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, οἵαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τότε δὲν ἔχομεν ἢ μόνον τρία πλοῖα, τὰ θωρηκτά, δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς πλοῖα πολέμου, τὰ δὲ ἄλλα μόνον δι’ ὑπηρεσίας ἄλλας δύνανται νὰ χρησιμεύσουν. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἐπιβάλλει, ὅπως ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἐπιτευχθῇ εἰς βραχύτερον χρόνον, δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀναγνωρίσαντες οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον, εἰσήγαγον τὴν περὶ δανείου διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο, ὡς περιεγράφη καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἁπλῆ φενάκη· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ συνομολογηθῇ δάνειον καθ’ ὃν τρόπον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔχομεν, δυστυχῶς, πίστιν, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ δανεισθῶμεν ἄνευ ἐγγυήσεων θετικῶν, ἄνευ παροχῆς ὑποθήκης, ἐπὶ ἁπλῇ ὑποχρεώσει τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς, καθ’ ὃν τρόπον διεξηγάγομεν τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν, δὲν ἀφέθη πεδίον πίστεως, ἐκτὸς τοῦ ἐλέγχου, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλέγχου. Εἰς τὴν πρώτην δὲ περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη δανείου εἰς τὸ Κράτος, ἕνεκα τῆς σπουδῆς, ἥτις μᾶς ὤθησεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἠναγκάσθημεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐλέγχου. Ἡ σπουδὴ δ’ αὕτη ἐξαλείφει καὶ τὴν ἀμυδρὰν ἐλπίδα συνομολογήσεως δανείου μὲ μόνην τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν, ἐὰν φρονίμως ἐφερόμεθα, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἐπιθυμῶ καὶ εὔχομαι νὰ κατορθωθῇ ἡ σύναψις δανείου διὰ τρόπου μὴ ἐλαττοῦντος τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπίζω. Ἠκούσθη, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συνομολόγησις δανείου διὰ λαχείου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπαιτήσεως ἀσφαλείας, ἂν ὄχι ἀνωτέρας, ἀλλὰ βεβαίως ὁμοίας τοῦ κοινοῦ δανείου, ἡ συνομολόγησις δανείου λαχειοφόρου παρουσιάζει ἄλλας, ἀνυπερβλήτους, δυσκολίας. Ἡ συνομολόγησις δανείου λαχειοφόρου δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ χρηματιστικὰ τῆς Εὐρώπης, νὰ γείνῃ δεκτὴ εἰς τὰ Χρηματιστήρια. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ λαχεῖον ἢ τὸ λαχειοφόρον δάνειον, θ’ ἀκολουθήσωμεν, ἢ τὸν τρόπον τῶν λαχειοφόρων δανείων τῆς Ἰταλίας, τὰ ὁποῖα εἶναι χαρτοπαίγνια, ἢ τὸ σύστημα τοῦ λαχείου τῆς ἡμετέρας Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ τὸν μὲν τρόπον τῶν ἰταλικῶν λαχείων καὶ αὐτὴ ἡ Ἰταλία καταδικάζει, καὶ μόνον ἐκ τῆς ἀνάγκης τὸν ἀνέχεται ἀκόμη. Ἐὰν δ’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ συμβαδίζῃ μὲ αὐτὸ τὸ λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ φέρῃ τοσοῦτον ποσὸν, ὥστε, προστιθέμενον τοῦτο εἰς τοὺς ἄλλους πόρους, νὰ μᾶς δώσῃ τάχιον τὴν συσσώρευσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ὧν ἔχει ἀνάγκην ὁ στόλος ἡμῶν. Τὸ ὅτι διὰ δανείου πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἀπαιτουμένου κεφαλαίου, οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρχῃ· ἀλλὰ πῶς θὰ γείνῃ ἡ κεφαλαιοποίησις τῶν πόρων, καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον, μήτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ γείνῃ μνεία τις, μήτε συζήτησις νὰ ἐπέλθῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 11 πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἰδέας, τῆς περιλαμβανομένης ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «πρὸς κατασκευὴν καὶ ἀγορὰν πολεμικῶν πλοίων»· νὰ περιορισθῇ δηλ. ὁ σκοπὸς τοῦ Ταμείου εἰς μόνην τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν κατασκευὴν πλοίων. Ὅταν ἀφαιρεθῇ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11, ἀφαιρεῖται εἷς σκοπὸς ἀτελὴς καὶ ὅλως ἐπιβλαβής. Ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὁλόκληρον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύῃ μόνον διὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ σκοποῦ, δηλαδὴ τῆς ἀγορᾶς πολεμικῶν πλοίων, τὸν σκοπὸν τοῦτον δυνάμεθα ἁπλούστερον νὰ καθορίσωμεν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ.
§86Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἄρθρον 11 λέγει: «Οἱ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος νόμου πόροι τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου δύνανται νὰ διατεθῶσι: αʹ) δι’ ἀγορὰν πολεμικῶν πλοίων, ὁπλισμοῦ αὐτῶν ἢ εἰδῶν πολεμικοῦ ὑλικοῦ διὰ τὴν κατὰ θάλασσαν ἄμυναν τῆς χώρας κλπ.»
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἐδάφιον περὶ δανείου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι, τροποποιούμενον τὸ ἄρθρον, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει· οὔτε θὰ ἐμποδίσῃ ἡ διαγραφὴ αὐτοῦ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ διαπραγματευθῇ δάνειον ἢ ἐπιδιώξῃ ἄλλους συνδυασμοὺς συγκεφαλαιώσεως τῶν πόρων τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν πλοίων, καὶ ζητήσῃ κατόπιν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποβάλει. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁμιλοῦντες περὶ πολεμικῶν παρασκευῶν, νομίζω,—ὅπως καὶ πολλοὶ συνάδελφοι ἀνέφεραν προηγουμένως, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου εἶπεν,—ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν περὶ τοιούτων παρασκευῶν, χωρὶς νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ ἐπὶ ἄλλης ἀνάγκης, ἀνάγκης περισσότερον τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ Κράτος, τῆς ἀνάγκης προμηθείας τοῦ ἀπαιτουμένου ὑλικοῦ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι, ἐνῷ πολλὰ τῶν πλοίων ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία καθιστᾷ αὐτὰ ἁπλοῦν ὑλικόν, εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ δὲν εὑρίσκεται κανὲν ὑλικόν, δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ χρήσιμον· οὔτε ὅπλα, οὔτε πυροβόλα, οὔτε πολεμεφόδια. Δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα, ὅπως καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον, ὅτι, οἱονδήποτε Ναυτικὸν καὶ ἂν ἔχωμεν, δυνάμεθα νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν, μὴ ἔχοντες στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον εἴχομεν Ναυτικόν, τὸ ὁποῖον καθίστα ἡμᾶς κυρίους τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ τοῦτο εἰς οὐδὲν μᾶς ὠφέλησε· κατ’ οὐδὲν παρεκώλυσε τὸν ἐχθρὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς θεωρίας ναυτικάς, διότι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ὅτι οὔτε αὐτὴν τὴν Γαλλίαν ὠφέλησεν ἡ μεγάλη αὐτῆς ναυτικὴ δύναμις ἀπέναντι τῆς ἀσθενείας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἐνώπιον τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶται τὸ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ. Μᾶς παρέχει ὁ νόμος οὗτος βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν πειθαρχίαν αὐστηροτέραν, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς· ἀλλὰ βεβαίως δὲν μᾶς παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικῶν καὶ διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐκγύμνασιν ἀληθοῦς στρατοῦ· δὲν μᾶς παρέχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι μέγα μέρος τοῦ στρατοῦ ἐξ ἀνάγκης ἐπιβεβλημένης δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξετέλει, καὶ τὰ ὁποῖα παρεμποδίζουσι τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Ἐνῷ δὲν ἔχομεν τὰ ἀπαιτούμενα χρηματικὰ ποσὰ, ὅπως συστήσωμεν τὰς πολυτελεῖς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἐπαγγελλόμεθα, ὅτι ἀποσπῶμεν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τὰς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὰς ὁποίας ἐξετέλει οὗτος, καὶ ἀφίνομεν αὐτὸν ἐλεύθερον εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ἐκγύμνασιν καὶ μόρφωσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τούτου. Ἐπιβάλλεται ὅμως ἡμῖν ἡ ἄμεσος φροντὶς περὶ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν βλέπομεν ἄλλην περὶ τούτου φροντίδα, εἰμὴ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἅμα θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ναυτικοῦ, ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐκ τίνων πόρων θὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο. Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ 960,000 δραχμαί, τὰς ὁποίας ὁρίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὔτε ἄλλαι 900,000, τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ ὁρίσωμεν διὰ τῆς συστάσεως ἑτέρου Ταμείου, ὅπως ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν περιμένωμεν καὶ διὰ τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν καὶ διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ νὰ συσσωρεύσωμεν τοὺς εἰδικοὺς τούτους πόρους, βεβαίως δὲν θὰ πράξωμέν τι ἀντάξιον τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ὑπάρχουσι πόροι στρατιωτικοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 2,000,000, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πόροι, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ χρησιμεύσωσιν ὡς πυρὴν συνδυασμοῦ, ὄχι τῶν παλαιῶν συνδυασμῶν τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν, ἀλλὰ συνδυασμοῦ ἀληθοῦς καὶ θετικοῦ. Ἀλλὰ πρὸς ἐπίτευξιν τούτου ἀπαιτεῖται ἡ ἐξυγίανσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ ἠδυνάμεθα ἐν μέρει διὰ μεταρρυθμίσεων καὶ δι’ ἁπλοποιήσεων ὀργανισμῶν τινων καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ καὶ ἐν τῷ ἐκπαιδευτικῷ, ἐν μέρει δὲ διὰ τῆς διαγραφῆς ἀγόνων καὶ προσωπικῶν δαπανῶν, νὰ εὕρωμεν σπουδαιότερον χρηματικὸν ποσόν· ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ποσόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἔγκαιρον ἐπίτευξιν τῆς συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν τοῦ Κράτους δυνάμεων, τῶν μὲν κατὰ θάλασσαν δι’ ἀγορᾶς πλοίων, τῶν δὲ κατὰ γῆν διὰ τῆς προμηθείας τοῦ στρατιωτικοῦ ὑλικοῦ, οὗ ἔχομεν ἀνάγκην. Ἐὰν δὲν εἰδικεύσωμεν πόρους ἀναλόγους πρὸς τὴν ὑφισταμένην ἀνάγκην, δὲν πράττομέν τι σοβαρόν, καὶ δὲν ἐπιδιώκομεν σπουδαίως τὴν θεραπείαν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου χρήματος, ὡς ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τῷ προηγουμένῳ καὶ τῷ ὑποβληθέντι διὰ τὸ 1901, πράττομέν τι ὄχι ὠφέλιμον, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν χώραν. Καθησυχάζομεν τὸν ἑαυτόν μας, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ ὅτι ἐφροντίσαμεν διὰ πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἄλλο τι. Χωρὶς νὰ θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχει ὠφέλειά τις ἐκ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, μὲ τὰς τροπολογίας τὰς ὑποβληθείσας, δὲν πρέπει νὰ μᾶς καθησυχάσῃ καὶ μᾶς πείσῃ ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὴν πατρίδα διὰ τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Οὐδὲ πρέπει νὰ νομίζωμεν, ἐπαναπαυόμενοι εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ σχηματίσωμεν ἄλλο Ταμεῖον διὰ τὸν στρατόν, ἀποσπῶντες ἄλλους δι’ αὐτὸ πόρους, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν καὶ τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Δὲν θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν ταῦτα, ἐὰν δὲν ἐξυγιάνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τῆς ἐξυγιάνσεως αὐτοῦ εὕρωμεν 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα νὰ καθιερώσωμεν εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας ἀνάγκας, ἀρχόμενοι ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἐξ ἧς τρέφεται τὸ Κράτος, καὶ φροντίζοντες οὐσιαστικώτερον καὶ περὶ τῆς θεραπείας τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν.
§88ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατέστησε τὸ ἔργον εὐκολώτερον, καὶ βεβαίως θέλω ἀποκόψει πᾶν ὅ,τι ἤθελεν εἶναι ἄλλως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως ποιήσηται τὰς δηλώσεις, ἃς ἠκούσαμεν. Θέλω λοιπὸν περιορισθῆ εἰς ἐκεῖνα μόνον, ἅτινα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐὰν τυχὸν πεισθῇ ἡ Βουλή, δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐκ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου ἀποτελεσμάτων, νὰ βελτιώσωσιν αὐτό, καὶ νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἐκ πεποιθήσεως φερόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θέλει ἀποβῆ τόσον ὠφέλιμον, ὅσον πάντες ἐπιθυμοῦμεν. Ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀποτυχίας τῶν ἔργων τῆς Ἐπιτροπῆς, περιεῖχεν ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων, ἃς ἐσκόπουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ὑποβάλω. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ ἐκείνῃ ἐμπεριέχεται, ὡς βλέπει ὅστις μετὰ προσοχῆς διέλθῃ αὐτήν, πλήρης ἡ ἔννοια τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν, ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν, ἀπέβλεπον, ὅτε ταύτην διετύπου. Ἡ ἔννοια, ἣν εἶχον ἐν νῷ, καὶ ἣν ἐνόμιζον ὅτι ἔχει καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἀπαλλασσόμενον τοῦ φόρτου τῶν διατάξεων τῶν ἐπὶ μέρους, εἶναι, ὅτι ἱδρύομεν Ταμεῖον ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ, εἶδος τῶν λεγομένων θησαυρῶν πολέμου, παραπλήσιον τῷ ὑπάρχοντι ἐν Πρωσσίᾳ. Τὸ ζήτημα τῆς χρησιμότητος τοιούτου Ταμείου εἶναι περιμάχητον, πανταχοῦ δὲ καὶ πάντοτε τυχὸν τῆς καταδίκης τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὅμως ἐλύθη ὑπὲρ τῆς Πρωσσίας, ὅτε ἐκηρύχθη ὁ Γαλλογερμανικὸς πόλεμος, ἡ δὲ Πρωσσία, μετὰ τὴν νίκην, ἀντὶ νὰ παραιτήσῃ τὸν τοιοῦτον τρόπον τοῦ παρασκευάζεσθαι οἰκονομικῶς εἰς πόλεμον, ἀπ’ ἐναντίας ἐπροίκισεν ἐπὶ πλέον τὸ Ταμεῖον, καὶ ἐξακολουθεῖ διατηροῦσα αὐτό, καίτοι ἡ πίστις αὐτῆς σήμερον εἶναι μεγίστη. Οἱ ἔχοντες γνώμην ἐναντίον τῆς ἱδρύσεως εἰδικῶν Ταμείων πρὸς σκοπὸν χρησιμοποιήσεως τῶν πόρων αὐτῶν εἰς τὰς ἀνάγκας κοινῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Διοικήσεως, καὶ φρονοῦντες, ὅτι τὰ τοιαῦτα εἰδικὰ Ταμεῖα εἶναι ἐπιβλαβῆ, δὲν ἔπεται, ὅτι τὴν τοιαύτην γνώμην ὀφείλουσι νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ ἐπὶ ἱδρύσεως εἰδικῶν Ταμείων, ὁμοίων πρὸς ἐκεῖνα, περὶ ὧν καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Προκειμένου περὶ εἰδικῶν Ταμείων, ὧν ἡ συγκρότησις ἀποβλέπει εἰς ὅλως εἰδικὸν σκοπόν, οἱ κίνδυνοι ἐκλείπουσιν. Ἐὰν καταλλήλως ὀργανωθῶσιν, οὔτε φόβος σπατάλης ὑπάρχει, οὔτε κίνδυνοι καταπατήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Κοινοβούλιον, οὔτε φόβος οἱασδήποτε ζημίας ἐκ τῶν αὐταρχικῶν διαθέσεων τῶν μελλόντων νὰ διαχειρισθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ἐν τῷ Ταμείῳ τούτῳ σωρευθησόμενα. Ἐρευνῶν τὰ τοῦ ζητήματος, καὶ θέλων νὰ ἐνισχύσω ἐν ἐμαυτῷ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καλῶς προτείνεται ἡ ψήφισις τοιούτου Ταμείου τοῦ στόλου, ἐσημείωσα τὴν γνώμην διακεκριμένου οἰκονομολόγου, ὅστις, ἐξετάζων καὶ συζητῶν τὰ ζητήματα διὰ μακρῶν, ἀπολήγει εἰς τὴν ὁμολογίαν, ὅτι ἀληθῶς μὲν ὀλίγα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα δύναταί τις ν’ ἀντιτάξῃ εἰς τοὺς ἐπιστήμονας, τοὺς καταπολεμοῦντας κατ’ ἀρχὴν τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα, τοὺς πολεμικοὺς θησαυρούς, ἀλλ’ ὅτι ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, πρέπει ν’ ἀπέχῃ τις νὰ συμβουλεύηται μόνας τὰς θεωρίας τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὀφείλων νὰ ἐξετάζῃ, μήπως ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη προσάγει ἐπιχειρήματα ἐπικρατέστερα, παρέχοντα τὴν νίκην εἰς τὴν ὑπὲρ ἱδρύσεως τοιούτων πολεμικῶν θησαυρῶν πολιτικὴν γνώμην. Καὶ ἐπὶ τούτου νομίζων καλὸν ν’ ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους γνωστοῦ οἰκονομολόγου, λόγους ἁρμόζοντας ἰδίως εἰς τὰ ἀδύνατα Κράτη, ἀναγινώσκω ὑμῖν τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ ἀναγομένου εἰς τὸ ζήτημα τῶν θησαυρῶν πολέμου κεφαλαίου τοῦ συγγράμματος τοῦ Leroy-Beaulieu (ἀναγινώσκει): «Ἐν συνόψει, ἡ συσσώρευσις πολεμικοῦ θησαυροῦ, ἢ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἢ καὶ εἰς τίτλους ἐθνικοὺς ἢ ξένους, καταδικάζεται σχεδὸν ὁμοφώνως ὑπὸ τῶν οἰκονομολόγων. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν οὐδὲν ἔχει κῦρος ὑπὲρ αὑτῆς, πλεῖσται δ’ ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν ἀπ’ ἐναντίας ἐξετάσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν, οὐχὶ μόνον ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλομεν, υἱοθετοῦντες ἀλλοῖον συμπέρασμα, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ὕπαρξις θησαυροῦ διαθεσίμου παραχρῆμα καὶ ταμιεύματος εὐεξαργυρώτου πορίζει πραγματικὴν δύναμιν εἰς τὴν χώραν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν χώραν τὴν μὴ εὐμοιροῦσαν σταθερᾶς πίστεως, καὶ ὅτι, ἐν ᾗ βιοῦμεν σήμερον τεταραγμένῃ καταστάσει πραγμάτων, τὰ Κράτη, τὰ μὴ βαρυνόμενα ὑπὸ ὑπερβολικῶν βαρῶν, προνοητικῶς ἐργάζονται, ὅτε ἀσφαλίζουσιν εἰς ἑαυτὰ τὴν τοιαύτην ἐπικουρίαν.» Εἶναι, κατὰ ταῦτα, βέβαιον, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη ἀπέναντι τῆς λυσιτελείας τοιούτων Ταμείων ἀναγκάζεται νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐγὼ δὲ ἄνευ δισταγμοῦ προβαίνω εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι θέλω ψηφίσει κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐλπίζων ὅτι δὲν θέλω εὑρεθῆ εἰς τὴν στενοχωρίαν, —εἰς ἣν νομίζω ὅτι καὶ πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις μετ’ ἐμοῦ εὑρίσκεται, —ἐνοχλούμενος ὑπὸ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεως περὶ προσεχοῦς δανείου, ν’ ἀναγκασθῶ, ψηφίζων τὴν ἀρχὴν, νὰ καταψηφίσω ἔπειτα τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω περιορισθέντος τοῦ ζητήματος, θέλω εἴπει ὀλίγα τινά, ἁπλῶς ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τινων σημείων, ἀναγομένων μὲν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἅτινα ὅμως εἶναι οὐσιωδέστερα τῶν ἄλλων, περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι ἐν τοῖς ἄρθροις νὰ ὁμιλήσω. Διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τῶν σημείων τούτων φθάσωμεν νὰ συμφωνήσωμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ καταστῇ τελεσφορώτατον. Δὲν μὲ ἀρέσκει παντελῶς ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένος τρόπος διοικήσεως τοῦ Ταμείου. Οὐχὶ διότι φρονῶ, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ συγκεντρούμενα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐν ἄρθρῳ 5, εἶναι κατώτερα τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἀναβιβάζονται, ἀλλὰ διότι διακρίνω, ὅτι ἐκ τοῦ τοιούτου καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς προκύπτουσι δύο κακά· πρῶτον, ὅτι πρόσωπα ἀκατάλληλα συγκεντροῦνται εἰς Ἐπιτροπὴν, ἔχουσαν οὐχὶ ἁπλῶς τεχνικὸν σκοπὸν, καὶ ἔπειτα, ὅτι συγχέονται καὶ ἐξαλείφονται αἱ εὐθῦναι. Προκειμένου περὶ τοιούτου ἔργου, ἀπαραίτητον ἀποβαίνει νὰ ὑπάρχωσι πλησίον τῶν Ὑπουργῶν σύμβουλοι, οὐχὶ ἁπλῶς ἔχοντες ἀξίωμα, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες, ὧν ἡ γνώμη ἔχει μέγα βάρος, καὶ ἐπὶ τέλους, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, εἶναι ἱκανὴ νὰ διαλύσῃ τὰς ἀντιρρήσεις καὶ τοὺς δισταγμοὺς τῶν πολιτευτῶν, τῶν ἰθυνόντων τὰ πράγματα τῆς χώρας. Προκειμένου περὶ ἔργου, ὁποῖον τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνατιθέμενον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀπαραίτητον μοὶ φαίνεται νὰ ἔχωμεν τὸ σῶμα ἐκεῖνο τὸ συμβουλευτικόν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὅπερ παντελῶς ἐλλείπει ἐξ αὐτοῦ· νὰ ἔχωμεν τὴν ἀνωτάτην ἐκείνην Ἐπιτροπὴν, ἥτις ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα πάντων τῶν Κρατῶν, καὶ ἥτις εἶναι ἰδίᾳ ἀπαραίτητος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὅπου ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ ὀρθότερον ἴσως εἶναι νὰ μὴ κατέχηται ἀναγκαίως ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν, στρατιωτικῶν ἢ ναυτικῶν. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ἐὰν ὑπάρχωσιν ὠργανωμένα τοιαῦτα Συμβούλια, συμφορώτερον ἴσως εἶναι, Ὑπουργὸς νὰ προσλαμβάνηται ἁπλοῦς πολίτης, φέρων τὸ πολιτικὸν ἀντίρροπον εἰς τὰς τεχνικὰς ἰδέας τῶν ἐντεταλμένων νὰ γνωμοδοτῶσι μετὰ κύρους ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτου ἔργου ἐν Κράτει, ὅπερ στερεῖται μέχρι τῆς σήμερον τοιούτου ἀπαραιτήτου Συμβουλίου, νομίζω, ὅτι καλῶς ἐμφανίζεται ἡ περίστασις πρὸς ἵδρυσιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, διδομένης εἰς τοῦτο ἀφορμῆς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐν ἔτει 1895 Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ κ. Μπούμπουλης, τοιαῦτα πρεσβεύων, εἶχε διατετυπωμένον νομοσχέδιον ἱδρύσεως τοιούτου Συμβουλίου παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἐκ δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ἐν χειρογράφῳ, ἅτε μὴ ὑποβληθέντος τότε εἰς τὴν Βουλὴν, παραλαβὼν τὴν ἰδέαν, ἀνάλογόν τι ὑπέδειξα ἐνταῦθα διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ὑπέβαλον. Ἐνόμισα ὀρθὸν, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προτείνω, —ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν ἀντίκειται ὅλως εἰς τὰς ἰδέας αὐτῆς, —ὅπως ἱδρυθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν συμβουλευτικὴ, γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰδικῶν ἀνδρῶν, προϊσταμένη τοῦ Γραφείου τοῦ Ταμείου, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τηροῦντα πᾶσαν τὴν εἰς αὐτὸν ἀνήκουσαν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ὅλην διεύθυνσιν, νὰ ἀφεθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ εὐθῦναι, ἃς ὀφείλει νὰ φέρῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἂν τοιαύτη γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπῆρχε, θὰ εἰργάζετο, ἔχουσα αὐτὴ καὶ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου ὁριζόμενα καθήκοντα, ὡς σύμβουλος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, τῶν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὸ ἔργον καὶ τὸν σκοπόν, ὃν ἐπιδιώκει τὸ ἱδρυόμενον Ταμεῖον, θ’ ἀπεφαίνετο ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων ᾐτιολογημένως, θὰ ὑπέβαλλεν ἐκθέσεις λεπτομερεῖς, μεθ’ ὧν τὴν μελέτην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελε χρησιμεύσει παρὰ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ὡς εἰσηγητὴς τῶν γνωμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, τῆς οὕτω προϊσταμένης τῶν τοῦ Ταμείου τούτου, καὶ τὸ οὕτως ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐγκρινόμενον καὶ περιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Βασιλικῆς ὑπογραφῆς, θὰ ἔφερε τὸ νόμιμον ἀποτέλεσμα. Ἂν τοιαύτη προκαταρκτικὴ μελέτη γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου ἐπρυτάνευε τοῦ ἔργου, ἂν τοιαύτη ἐργασία ὑπεβάλλετο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τοῦτο, ὡς κυβερνητικὴ Ἐπιτροπή, ἀποφαινομένη ἀμετακλήτως, καὶ τὸ ζήτημα διὰ τῆς Βασιλικῆς ὑπογραφῆς ἁρμοδίως καὶ ἀσφαλῶς ἤθελε λύει, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἤθελεν αὐτὸ προσηκόντως προβαίνει. Ὑπὸ τοιούτους δὲ ὅρους αἱ εὐθῦναι ἀφίενται ἀκέραιαι, ἐνῷ ἄλλως, κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, συγχέονται καὶ ἐξαλείφονται, ὡς ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καίτοι ἁπλῶς ἔθηκε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, μὴ ἐπιμείνας περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὑπέδειξεν οὗτος, ὅτι ὁ συνδυασμὸς τοῦ ἄρθρου 5 πρὸς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νομοσχεδίου φέρει εἰς τὸ παράδοξον ἀποτέλεσμα, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ εἰδικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ θέλω ὁμιλήσει εἰδικώτερον, ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐπιβάλλονται ὡς ἐκτελεστέαι, καίτοι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἐκείνῳ πλῆρες. Καὶ ἰδού, τί τὸ ἄρθρον 12 λέγει: «Οὐδεμία διάθεσις χρημάτων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δύναται νὰ γείνῃ, ἄνευ προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς...» Καὶ ἐν παραγράφῳ βʹ: «...λαμβάνονται δὲ αἱ ἀποφάσεις διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἐν ἰσοψηφίᾳ ὑπερισχυούσης τῆς ψήφου τοῦ Προέδρου.» Εἶναι ἄρα ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Διατί; Διότι οὐδὲν δικαίωμα κρίσεως ἐπεφυλάχθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ διότι τῆς ἀποφάσεως μετέσχεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι, ἀφοῦ ἀπεφάσισεν ἤδη ὁ Πρωθυπουργὸς, θέλουσιν ἀρνηθῆ τὴν κρίσιν αὐτοῦ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ἀπεφάσισαν νὰ παραιτηθῶσι. Διότι πρὸς τούτοις, ἐκτὸς αὐτοῦ, ἀπεφάσισαν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὕτως οἱ λοιποὶ τέσσαρες Ὑπουργοὶ ἐγένοντο ἁπλοῦν παρακολούθημα τῶν ἑτέρων τριῶν, τῆς μειονοψηφίας μὴ ἐχούσης φωνὴν ἐπὶ καιριωτάτων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν Ὑπουργῶν ἀποφασίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Καὶ ποίαν θέσιν ἔχει οὗτος ἐν τοιαύτῃ Ἐπιτροπῇ; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει θέσιν ἐνταῦθα ὡς προϊστάμενος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, καὶ ὡς Βουλευτής, ψηφίζων καὶ συζητῶν, ὅταν θελήσῃ νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας, ἀφ’ ἧς προεδρεύει. Ἀλλὰ τίνα θέσιν ἔχει ἐν Ἐπιτροπῇ κυβερνητικῇ, ἐν ᾗ μάλιστα κατ’ ἀνάγκην καταβιβάζεται ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, τιθέμενος δεύτερος, ὄπισθεν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ πάντοτε καὶ ἁπανταχοῦ ἔρχεται πρῶτος μετ’ αὐτοῦ;
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετ’ αὐτόν.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετ’ αὐτοῦ.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετ’ αὐτόν.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετ’ αὐτὸν εἰς ὡρισμένας ὥρας· ἀλλ’ ἐν τῷ ἀξιώματι τῷ ὑψηλῷ τῆς Πολιτείας ἵσταται βεβαίως ἐν τῇ αὐτῇ γραμμῇ. Ὅταν συμπαρουσιάζωνται εἰς ἐπισήμους ὥρας ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀνάγκην ὁ εἷς τῶν δύο προηγεῖται, καὶ προηγεῖται ὁ Πρωθυπουργός, διότι συνδυάζει ἐν ἑαυτῷ δύο ἰδιότητας, καὶ τὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀντιπροσώπου καὶ τὴν τοῦ κυβερνήτου, τοῦ ἔχοντος τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς τε Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι περιβεβλημένος μόνην τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἡμίσεος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πρὸς διεύθυνσιν τῶν βουλευτικῶν ἔργων. Δὲν ἔχει ἄρα παντελῶς θέσιν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ. Δὲν λέγω, ὅτι ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ θεμελιώδους νόμου νὰ περιληφθῇ εἰς τοιαύτας ἐπιτροπάς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἂν τοιοῦτό τι πραχθῇ, κακῶς περιλαμβάνεται, ὅτι δὲν προσήκει ἡ ἐργασία ἡ τοιαύτη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ εἶναι παντελῶς χρήσιμος εἰς τὸ ἔργον ὁ κόπος, εἰς ὃν ἤθελεν ὑποβληθῆ· διότι δὲν ἐλέχθη, ὅτι προσλαμβάνεται ὡς ἔχων εἰδικότητά τινα πρὸς τὸ ἔργον ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Λοιπόν, τρεῖς Ὑπουργοί, καὶ μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τέσσαρες πολιτικοὶ ἄνδρες μετέχουσι τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐξετάσωμεν νῦν, ποῖα τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ναυτικῶν μοιρῶν, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἢ ἐν ἐλλείψει τούτου ὁ τμηματάρχης. Λέγω ὅτι ἡ ἀξία τῶν προσώπων τούτων, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι μεγάλη, ἐκμηδενίζεται ἀπέναντι τῆς παρουσίας τῶν Ὑπουργῶν, διότι πάντες οὗτοι εἶναι νόμῳ ὑποτεταγμένοι εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ὅσον δὲ καὶ ἂν αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἀντιταχθῶσι σθεναρῶς, ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος ἑνὸς ἑκάστου,—δυστυχῶς δὲ, παρ’ ἡμῖν ἰδίως ἐν Ἑλλάδι ἐν τοῖς τοιούτοις οἱ χαρακτῆρες εἶναι ὀλίγον τι ῥευστότεροι τοῦ δέοντος, —ἐπὶ τέλους θὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ γνῶμαι τῶν τριῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς ἃ μέλη θέλει πιθανῶς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συνταχθῆ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι, κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν κείμενα, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς πολιτικὴν μερίδα, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος ἐν τῇ κορυφῇ, ὅπως ἀλλαχοῦ. Ποῖαι λοιπὸν αἱ ἐγγυήσεις, αἱ παρεχόμεναι ἐκ τῆς τοιαύτης συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν. Εὑρίσκω πλήρη σύγχυσιν εὐθυνῶν· εὑρίσκω ἐκμηδένισιν τεσσάρων μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀποτέλεσμα ὠφέλιμον ὑπὲρ τοῦ ἔργου οὐδέν. Ἐνῷ, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τεχνικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις θέλει περιλαμβάνει πᾶν ὅ,τι ὑψηλότερον καὶ ἀρτιώτερον ἔχει ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τῇ ναυτικῇ ἡ Ἑλλάς, ἅπαντας τοὺς ἀνωτάτους βαθμοφόρους, τοὺς τεταγμένους ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἔργου τοῦ ναυτικοῦ, ἥτις, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ καὶ ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, κατόπιν, λέγω, γνωμοδοτήσεως τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, ἱκανῆς νὰ παραγάγῃ ἐργασίαν, ἔχουσαν εἰδικὴν ἀξίαν, καὶ νὰ παράσχῃ συμβουλὰς ἀξίας πολλῆς προσοχῆς, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, μεθ’ ὅλου τοῦ ὄγκου, ὃν προσδίδει αὐτῷ ἡ συγκρότησις ἐξ ὑπευθύνων ἐκλεκτῶν τοῦ ἔθνους, χαιρόντων τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, ἔχει πάντα τὰ ἐφόδια, ὅπως πεφωτισμένως ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως θέλει κατασταθῆ ἐκτελεστή. Ταῦτα δέν μοι φαίνονται ἐπιδεκτικὰ σπουδαίας ἀντιρρήσεως. Ἰδίως δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, σύστημα παραπλήσιον παρεδέχθη ἐπὶ πολὺ μικροτέρας σημασίας ἔργου. Διότι τὸ προτεινόμενον ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου δὲν ἔχει ἀξίωσιν ἀνακαλύψεως· τὸ προτεινόμενον ἐνταῦθα σύστημα εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ταμείου τῶν φάρων. Ἀπαραλλάκτως ἐκεῖ τὰ πράγματα ἔχομεν κεκανονισμένα. Δὲν ἦσαν τόσον ἀναγκαῖοι ἐκεῖ οἱ ἀνώτατοι ἀξιωματικοί, οἱ ἔχοντες τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν, ἃς ζητῶ ἐνταῦθα νὰ παρεμβάλω, ἐτέθησαν οὐχ ἧττον καὶ ἐκεῖ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ἐν γνωμοδοτικῇ Ἐπιτροπῇ συνεργαζόμενοι, καὶ φωτίζοντες τὸν Ὑπουργόν, ὅστις μετὰ μόνην λῆψιν τῆς γνώμης αὐτῶν ἀποφαίνεται. Οὕτω δὲ κατεστάθη ἐφικτὸν εἰς τὸ Κράτος νὰ προικίσῃ διὰ φάρων τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος, ἅτινα ἀληθῶς εἶναι ἀσυγκρίτως τελειότερον σήμερον φωτισμένα ἢ ὅ,τι πρό τινων ἐτῶν, διότι, οὕτως ὀργανωθὲν τὸ ἔργον τοῦ Ταμείου τῶν φάρων, ηὐδοκίμησε τελείως. Λοιπὸν, ἐπαναλέγω, τὸ προτεινόμενον ἐνταῦθα εἶναι ἀντιγραφὴ ἁπλῆ τοῦ ὑπάρχοντος ἐκεῖ. Διὰ ποῖον λόγον αἱ σημεριναὶ καινοτομίαι; Ὅσῳ σπουδαιότερον τὸ ἔργον, τόσῳ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ἡ τοιαύτη πορεία. Διατὶ, προκειμένου τοῦ σπουδαιοτάτου τῶν ἔργων, ἀνετρέψαμεν τὴν μηχανὴν, τὴν οὕτω καλῶς λειτουργήσασαν ἐν Ταμείῳ μικροτέρας σημασίας; Ἐλπίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται θέλουσι πείσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐξετάζουσα τὸ ζήτημα ἐκ νέου μετὰ προσοχῆς, νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην μου. Οὐδὲν ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτῆς. Εἰς αὐτὴν μένει ἡ ἀπόφασις τελεία. Οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν αὐτῆς, ἔχει νὰ παρεμβῇ εἰς τὸ ἔργον. Αὐτὴ θέλει ἀποφασίζει. Θέλει ἀποφασίζει ὅμως αὐτὴ ὁλόκληρος, ἐν συζητήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν ᾧ, ὡς γινώσκομεν πάντες οἱ πολιτευόμενοι, τὰ ζητήματα δὲν λύονται διὰ ψήφων, διότι ἐκεῖ τὸ πᾶν κανονίζεται μετ’ ἀνταλλαγὴν γνωμῶν ὁμοφώνως, καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ἢ δι’ ἀπομακρύνσεως τῶν διαφωνούντων, ἢ διὰ διαλύσεως τοῦ οἰκοδομήματος. Ἐνταῦθα ὅμως, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ νομοσχεδίου, τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ἐγὼ προέβαλον, ἡ ἀκεραιότης ἀφίεται ἄθικτος ἐν τῇ ἀποφάσει. Αὐτὸ ἔχει τὸ πρόσταγμα. Οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες μένουσιν ἁπλῶς γνωμοδοτοῦντες, ἀλλὰ γνωμοδοτοῦντες μετὰ τοιούτων ἐφοδίων καὶ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ὥστε θὰ διστάσῃ πᾶσα Κυβέρνησις νὰ μὴ εἰσακούσῃ τὰς γνώμας αὐτῶν, νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδὸν, ἂν ἄλλη ἐξέτασις, ἄλλαι γνῶμαι, αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν πείσωσιν αὐτὴν, ὅτι πάντως μὴ ὠφέλιμος εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Τοῦτο τὸ προτεινόμενον δὲν μεταβάλλει παντελῶς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι τροπολογία μόνον αὐτοῦ...
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνισχύει μάλιστα.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνισχύει τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπέμεινα δὲ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς λεπτομερείας ταύτης, διότι μοὶ φαίνεται οὐσιωδῶς συνδεδεμένη μετὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Θέλω παρατηρήσει καὶ ἄλλο τι, ἀναγόμενον μὲν εἰς τὰς λεπτομερείας, ὅπερ ὅμως καὶ τοῦτο ἔχει συνάφειαν μετὰ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι τὸ ἄρθρον 1, ὅπερ καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου ἀφίεται ἄθικτον, λέγει ταῦτα μόνον: «Συνιστᾶται εἰδικὸν Ταμεῖον, ὑπὸ τὸν τίτλον Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, σκοπὸν ἔχον τὴν συμπλήρωσιν τῶν ναυτικῶν τοῦ Κράτους δυνάμεων». Καὶ εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ἄρθρον 1. Ἀλλὰ, κατ’ ἀνάγκην, τὸ ἄρθρον 11 εἰδικεύει, διότι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, ποῦ θέλουσι δαπανᾶσθαι τὰ χρήματα. Καὶ πρῶτον ἡ ἔκφρασις μοὶ φαίνεται ἐπικίνδυνος, διότι λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν πρώτῳ ἐδαφίῳ ταῦτα: «Οἱ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος νόμου πόροι τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δύνανται νὰ διατεθῶσι αʹ) δι’ ἀγορὰν πολεμικῶν πλοίων...» Ἀλλὰ πολεμικὰ πλοῖα εἶναι παρ’ ἡμῖν πάντα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν, ἀπὸ τῆς «Κίσσης» μέχρι τῶν «Ψαρῶν». Δὲν ἐπιτρέπεται δ’ ἐν νόμῳ τοιούτῳ νὰ εἴπωμεν ἁπλῶς «πολεμικῶν πλοίων», διότι εἶναι δυνατὸν— ὄχι βεβαίως οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ—νὰ εὑρεθῇ ποτε Ὑπουργὸς, ὅστις νὰ πείσῃ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, ὅτι συμφέρει νὰ ναυπηγηθῇ πλοῖον μὴ ἔχον πολεμικὴν ἀξίαν, χρήσιμον μὲν ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς τὸ Ναυτικὸν—ναυτικὸν μάλιστα Κράτους ἔχοντος ἀνάγκας πολλὰς οἰκονομικὰς, καὶ μὴ δυναμένου πολλάκις νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ,—ἀλλὰ τελείως ἄχρηστον ἐν πολέμῳ. Ἡμεῖς ὅμως ἐνταῦθα δὲν ἀποβλέπομεν εἰς ἔργα εἰρήνης· ἀποβλέπομεν εἰς ἔργα ἐνδεχομένου πολέμου, εἰς ἔργα προπαρασκευαστικὰ, ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἐνδεχομένου πολέμου. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκφρασθῶμεν ἄλλως ἢ ὡς πράττομεν, λέγοντες «πολεμικῶν πλοίων». Ἐκτὸς ἂν εὑρεθῇ ἄλλη κατάλληλος λέξις, πρέπει νὰ εἴπωμεν «πλοίων ἐχόντων πολεμικὴν ἀξίαν». Τότε εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ μέλλων νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ ἀτμοτελωνίδος τινὸς ἢ «Κίσσης» ἐκ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἂν ἡ ἀτμοτελωνὶς καὶ ἡ «Κίσσα» καὶ ἡ «Κίχλα» καὶ ἡ «Χελιδὼν» εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸ Κράτος, τὸ Κράτος θέλει δαπανήσει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§95ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ὅρον προτιμᾶτε ὑμεῖς;
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω προτίμησιν. Μετεχειρίσθην προχείρως τὸν ὅρον «πλοῖα πολεμικῆς ἀξίας», διότι τοῦτον μεταχειρίζονται οἱ Γάλλοι· ἀλλὰ πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλος.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Ταμεῖον εἶναι ὑπὲρ ἐνισχύσεως τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου· θὰ ἦναι πλοῖα τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου τοιαῦτα πλοῖα;
§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μεταγωγικὰ ἠμπορεῖ νὰ ἦναι.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποτελῶσι μέρος τοῦ στόλου.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν παρατήρησιν ὑπέβαλον. Νομίζω δὲ περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ἐξήγησιν. Ἐὰν τὸ ἄρθρον μείνῃ ὡς ἐτέθη, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ποτέ τις, ὅστις, ὄχι βεβαίως ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐκ στενοχωρίας, θέλει δαπανήσει ἐντεῦθεν ὑπὲρ πλοίου μὴ πολεμικοῦ.
§101ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς μάλιστα ἑρμηνεύονται οἱ νόμοι.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐφ’ οὗ θέλω ὁμιλήσει ὅταν ἔλθωσιν αἱ λεπτομέρειαι, εἶναι, ὅτι περιορίζει τὸν σκοπὸν τῶν ἐκ τοῦ Ταμείου τούτου δαπανῶν, διότι λέγει ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου «δύνανται νὰ διατεθῶσι αʹ) δι’ ἀγορὰν πολεμικῶν πλοίων, ὁπλισμοῦ αὐτῶν ἢ εἰδῶν πολεμικοῦ ὑλικοῦ διὰ τὴν κατὰ θάλασσαν ἄμυναν τῆς χώρας». Ἀλλ’ ἡ κατὰ θάλασσαν ἄμυνα τῆς χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι τὸ ὅλον τῆς κατὰ θάλασσαν πολεμικῆς ἐνεργείας τοῦ Κράτους—καὶ φοβοῦμαι, μήπως, ταῦτα λέγων, λυπήσω ὑμᾶς, ἀνενθυμίζων, ὅτι κατὰ ξηρὰν ἐτηρήσαμεν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἄμυναν, ἧς ἡ διεξαγωγὴ αὐστηρῶς εἶχεν ἀποχωρισθῆ ἀπὸ πάσης ἰδέας ἀντεπιθέσεως πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἐπιθέσεων...
§103ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παθητικήν.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, παθητικὴν ἄμυναν... Καὶ εἶναι κακὴ ἡ ἀνάμνησις αὕτη. Θὰ ἐπεθύμουν πολύ, νὰ ἐξεφράζετο τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον περιλαμβάνοντα τὸ ὅλον τοῦ ἔργου τοῦ ναυτικοῦ, ὄχι μόνον τῆς κατὰ θάλασσαν ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ τῆς κατὰ θάλασσαν δράσεως, τῆς οἱασδήποτε. Ἐγὼ ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου διετύπωσα τὸ πρᾶγμα ἄλλως. Ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τούτου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἑρμηνεύσω καὶ ἄλλας διατάξεις τῆς τροπολογίας, ἐφ’ ὧν δὲν θέλω ἐπιμείνει, ἂν θεωρηθῇ ὅτι ἐξέρχονται τοῦ κύκλου τοῦ νομοσχεδίου. «Οἱ πόροι» — λέγω ἐν ἄρθρῳ 10 τῆς τροπολογίας —«καὶ ἡ ἐν γένει περιουσία τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου» (συγχωνεύω δὲ ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον 4, διὰ τὸ ἑνιαῖον) «ἀπαγορευομένης οἱασδήποτε ἄλλης διαθέσεως, εἰδικῶς δὲ τῆς εἰς τὰς τακτικὰς ἐτησίας ἀνάγκας ἀντικαταστάσεως ὑλικοῦ καὶ ἐξαρτημάτων, διατίθενται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐν ἄρθρῳ 5 Ἐπιτροπῆς, ἀποκλειστικῶς μόνον εἰς πρόσκτησιν: 1) πλοίων πολεμικῆς ἀξίας» (ἐνταῦθα ἔχω δεύτερον ἐδάφιον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ), «2) ἱππαγωγῶν καὶ ὁπλιταγωγῶν ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ 3) ἔτι δὲ καὶ εἰς πρόσκτησιν ὁπλισμοῦ καὶ ἐξαρτημάτων τῶν τοιούτων πλοίων καὶ παντὸς εἴδους ναυτικοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, χρησίμου εἰς ἀποβάσεις, ἐπίθεσιν καὶ ἄμυναν.»
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον ἄρθρον τροποποιεῖτε;
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου 11 καὶ τὸ ἄρθρον 4 συνηνωμένα. Ἐν τῇ φράσει τῆς τροπολογίας ταύτης περιλαμβάνεται τὸ ὅλον. Εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ φράσις, ἀλλὰ τὰ τεθειμένα ἐν τῇ τροπολογίᾳ περιλαμβάνουσι τὸ ὅλον. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ εἴπω τὸν λόγον, δι’ ὃν περιέλαβον τὰ ἀναγόμενα εἰς ἀποβάσεις, εἰς ἱππαγωγὰ καὶ ὁπλιταγωγά. Ἐνέδειξα ἁπλῶς διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, ἄνευ προθέσεως ἄλλως νὰ ἐπιμείνω, γνώμην, ἣν ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐκτίμησιν, καθὼς ἔπραξα καὶ ἐν προηγουμένῳ ἄρθρῳ, προκειμένου περὶ πόρων, προκειμένου περὶ προικίσεως τοῦ Ταμείου, νομίσας ὅτι, ἂν μὴ τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον μέρος κεφαλαίων καὶ εἰσπράξεων ἀναγομένων εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς δύναται νὰ παραληφθῇ ἐνταῦθα ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου. Εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην ἐνισχύθην ὑπὸ τῶν παρατηρήσεων, ἃς κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλεν ἐνταῦθα διὰ βραχέων διακεκριμένος ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἡμέτερος συνάδελφος, ὁ κύριος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, ὅστις ἀνέμνησε τὴν Βουλήν, ὅτι συνδέεται στενῶς μετὰ τοῦ ἔργου τοῦ ναυτικοῦ τὸ ἔργον τῶν ἀποβατικῶν σωμάτων, ὑπέδειξεν εἰς αὐτήν, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν περὶ τοῦ θέματος τῶν στρατιωτικῶν ἀποβάσεων ὑπάρχει μελέτη, ἀπὸ ἱκανῶν ἐτῶν γενομένη, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προΐστατο τῶν δημοσίων πραγμάτων τὸ τελευταῖον, ὅτι δὲ εἶναι ὀρθόν, τοιαύτης μερίμνης καταβαλλομένης νῦν περὶ τῆς ναυτικῆς ἡμῶν ἐνεργείας, περὶ προικίσεως τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, εἶναι, διὰ τὰ ἐνδεχόμενα, ὀρθὸν νὰ προνοήσωμεν, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐκ νέου εἰς τὴν δυσχέρειαν, εἰς ἣν εὑρέθημεν ἐν ἔτει 1897, μὴ δυνηθέντες νὰ χρησιμοποιήσωμεν — ἂν τῷ ὄντι εἴχομεν σκοπὸν — οὐδὲν σῶμα στρατιωτικὸν εἰς ἀπόβασιν. Ἡ παρατήρησις εἰς ἐμὲ ἐφάνη ὀρθοτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι, προκειμένου κανονισμοῦ τοῦ συνόλου τῶν θεμάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τοῦ ναυτικοῦ πολέμου, ὃν ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν, ἦτο ἀναγκαία εἰδικὴ μνεία, πρὸς τῇ ἀμύνῃ καὶ τῇ ἐπιθέσει, καὶ τῶν ἀποβάσεων. Διὰ τοῦτο παρενέβαλον τὰ ὁπλιταγωγὰ καὶ τὰ ἱππαγωγὰ, τὰ ὁπλιταγωγὰ ὀλιγώτερον χρήσιμα εἰς ἡμᾶς, ἔχοντας εὐτυχῶς στόλον ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξανόμενον, τὰ ἱππαγωγὰ ἀπαραίτητα, διότι εἶναι δυσχερὴς δι’ ἄλλων πλοίων ἡ μεταφορὰ ἵππων, ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀντιπερισπασμοῦ δι’ ἀποβάσεων. Ἠκούσαμεν λεγόμενα καὶ εἴδομεν γραφόμενα πολλὰ περὶ τοῦ ἐπικινδύνου τῶν τοιούτων κινήσεων· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν διεγράφησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν στρατιωτικῶν συγγραμμάτων καὶ τοῦ ὁρίζοντος τῆς τακτικῆς ἢ τῆς στρατηγικῆς, δὲν δυνάμεθα βεβαίως ἡμεῖς νὰ διαγράψωμεν αὐτὰς, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι χαρακτηρίζονται ὡς σπανίως μὲν χρήσιμοι, πολλάκις δ’ ἐπικίνδυνοι. Τούτων δὲ γενομένων τυχὸν δεκτῶν, ἔρχεται κατ’ ἀνάγκην ἡ ἐρώτησις: ἆρά γε ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δημοσίῳ Ταμείῳ, ἢ δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ μεταξὺ τῶν δημοσίων πόρων ποσὰ, ἅτινα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου, πρώτου τμήματος τοῦ Ταμείου τοῦ Στρατιωτικοῦ, ὅπερ μελετᾷ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἱδρύσῃ, καὶ ὅπερ συνδέεται στενῶς καὶ ἔχει κοινὸν τὸν σκοπὸν μετὰ τοῦ Ταμείου τοῦ Ναυτικοῦ; Ὑπὸ τοιαύτης ἰδέας κινούμενος, ἠρεύνησα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἠρεύνησα δὲ καὶ εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, εὗρον δὲ ποσὰ ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας, ἅτινα ἐφυλάχθησαν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἐξ ἐπαινετῆς προνοίας, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, τοῦ νόμου ΒΤΟΗʹ τοῦ 1896· τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα ἀναγράφονται ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΜΔʹ καὶ ΜΕʹ τοῦ τελευταίου τεύχους τοῦ ἰσολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Λογαριασμὸς ἀνοικτὸς ἐντόκων καταθέσεων κεφαλαίων καὶ τόκων ἐξ ἀντισηκωμάτων καθυστερούντων κληρωτῶν πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ δρ. 754,091. Ἀπόδοσις καταθέσεως ἐπὶ ἐντόκῳ λογαριασμῷ πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ δρ.804,312», ποσὸν διπλοῦν, οὐχὶ ἀνάξιον λόγου, σπουδαιότατον δι’ ἡμᾶς, ὅπερ, εἰσαγόμενον εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, αὐξάνει τοὺς ἀμέσους αὐτοῦ πόρους, καὶ δύναται, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, ἐξ οὗ θέλομεν ἔχει ἓν καταδρομικὸν,—καὶ ἐπαρκεῖ περίπου εἰς τὴν ἀπόκτησιν ἑνὸς καταδρομικοῦ μετὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ προσαγομένου ὑπὸ τῆς περιουσίας τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου,—δύναται, λέγω, νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς ἱκανοὺς ν’ ἀποκτήσωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ εἰς ἐμὲ φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, κατὰ τὰ πρῶτα ταῦτα ἔτη, εἶναι καὶ τὸ ἐπαρκὲς, ν’ ἀποκτήσωμεν τὰ δύο καταδρομικὰ, τὰ ἀπαραίτητα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στόλου τῶν θωρηκτῶν.
§107ΝΕΓΡΗΣ. Ἀνεφέρατε τὸ κονδύλιον «Λογαριασμὸς ἀνοικτὸς ἐντόκων καταθέσεων κεφαλαίων καὶ τόκων ἐξ ἀντισηκωμάτων καθυστερούντων κληρωτῶν πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ στόλου δρ. 754.091». Εἶναι ἀκριβέστατον. Ἀνεφέρατε ὅμως ἐπίσης, ὅτι ἔχομεν τὸ κονδύλιον «Ἀπόδοσις καταθέσεως ἐπὶ ἐντόκῳ λογαριασμῷ πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ δρ. 804,312». Τὸ κονδύλιον τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε κατὰ τὸν πόλεμον, ὅπως χρησιμοποιήσῃ αὐτό. Ὥστε δὲν ὑπάρχει.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ἀπέδωκε. Περὶ τούτου ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ κατετέθη σημείωμα, ὅπερ δὲν ἔχω πρόχειρον.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπρότεινα ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ αὐτοῦ κατὰ τὸ 1899, κατέθηκε δ’ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἐθνιτὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τοῦτο, πλὴν μικροῦ τινος ποσοῦ.
§110ΝΕΓΡΗΣ. Ἰδού· εἶναι ἀναγεγραμμένον.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν ὅμως αὐτὸ τῶν 800,000, τὸ δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1896 κρατούμενον ἰδίᾳ, ἔχει εἰδικώτερον προορισμόν.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον φθάσει εἰς τοῦτο, ἐπιθυμῶν νὰ προλάβω τὴν ἀντίρρησιν. Ἐὰν ἐρευνήσητε εἰς τὴν στήλην «Ὑπόλοιπον κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1900 εἰς χρέωσιν», θέλετε εὕρει καὶ τὰς 754,091 καὶ τὰς 804,312, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι τὰ ποσὰ εὑρίσκονται ἐν τῷ Ταμείῳ. Ἔχομεν τὰ ποσὰ ταῦτα,—ὀλιγώτερα ἢ περισσότερα, ἀδιάφορον, — ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ ἄλλα ποσὰ, ἀποτελοῦσιν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου σπουδαῖον κεφάλαιον, δυνάμενον νὰ διατεθῇ ἀμέσως εἰς τὰ δύο καταδρομικὰ, τὰ ἄλλως ἀπαραίτητα εἰς συμπλήρωσιν τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν τοῦ ἡμετέρου στόλου· διότι, προκειμένου περὶ παρασκευῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ πᾶν θέλει γείνῃ ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἡμῶν καὶ ἄνευ βίας. Λοιπὸν ἐνόμισα, παρακολουθῶν τὴν ἰδέαν, περὶ ἧς ὡμίλησα, ὅτι δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, καίτοι προέβλεπον τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀληθῶς προωρισμένα δι’ ἕτερον σκοπὸν, καὶ ἐπεφυλάχθη ὁ νομοθέτης ἐν τῷ νόμῳ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν ἀποταμίευσιν ταύτην, νὰ ὁρίσῃ τὴν διάθεσιν δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον ποσὸν, κατατεθειμένον ἐν τῇ Τραπέζῃ, προερχόμενον ἐκ προσφορᾶς, ἡ ὁποία μοὶ εἶχε σταλῆ ἐκ Ρουμανίας.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Τοῦτο ἐλησμόνησα· ἀλλ’ εἶναι μικρὸν ποσὸν, 50,000 δραχμῶν. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἱδρύσωμεν Ταμεῖον, ὅπερ θέλει ταμιεύσει ποσὰ ὑπὲρ ἐκπληρώσεως καὶ ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, διατὶ νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τούτου; Διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς γνώμης μου τὸ Ταμεῖον ἐνισχύεται σπουδαίως εἰς πλήρωσιν τοῦ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ σκοποῦ, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς ἀποβάσεις. Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ θίξω καὶ αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐνδεικτικῶς ὑποβάλλων τὴν ἰδέαν καὶ χωρὶς προθέσεις νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτήν. Καὶ εἶπον· ἔχομεν ἐξ ἀνταλλαγμάτων κληρωτῶν 1,400,000 κατὰ τὸ 1899 προϋπολελογισμένα, βεβαιωμένα 1,699,526, εἰσπεπραγμένα δὲ 1,472,904· ἔχομεν δὲ διὰ τὸ 1900, ἐπὶ τῷ αὐτῷ προϋπολογισμῷ, μέχρι Σεπτεμβρίου, βεβαιώσεις 565,153, καὶ εἰσπράξεις 559,228. Ἰδοὺ πόροι ἐτησίως ἐπαναλαμβανόμενοι ἐκ λόγων στρατιωτικῶν. Ἆρά γε τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου, εἶπον, δὲν ἐνδεικνύεται εἰσακτέον εἰς τὸ σήμερον ἱδρυόμενον Στρατιωτικὸν Ταμεῖον, τὸ Ναυτικὸν, τοῦ ἑτέρου καταλιπομένου ἀθίκτου; Καὶ ταῦτα πρὸς ἔνδειξιν ἁπλῆν ἀνέγραψα ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, μὴ θέλων ἄλλως νὰ ἐπιμείνω. Ὁ στρατὸς εἶναι εἷς, ἓν ὅλον πολεμικὸν ἵδρυμα μετὰ τοῦ ἔθνους, ὑποδιῃρημένος εἰς στρατὸν ξηρᾶς καὶ στρατὸν θαλάσσης· ἆρά γε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιαύτη διάκρισις, ὥστε νὰ λάβῃ οὗτος μὲν τὸ ἥμισυ, ἢ τὸ ἓν τρίτον, ὁ δ’ ἕτερος τὸ ἕτερον ἥμισυ, ἢ τὰ δύο τρίτα τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξ ἀντισηκωμάτων κληρωτῶν; Καὶ ἀπέκοψα καὶ εἰσήγαγον εἰς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ διαπλασθὲν Ναυτικὸν Ταμεῖον τὸ ἥμισυ. Ἂν κατ’ ἀρχὴν ἡ ἰδέα αὕτη δὲν κρίνεται δεκτὴ, περιττὸς πᾶς περὶ τῶν ποσῶν τούτων λόγος· ἀλλ’ ἐὰν κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι σφαλερὰ, δὲν πρέπει ν’ ἀναχαιτίσῃ ἡμᾶς ὁ φόβος, ὅτι ἀφαιροῦμεν πόρους ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἵνα παραχωρήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης· διότι καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν τείνουσι. Ταῦτα ὑπελείποντο νὰ εἴπω, σχετιζόμενα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Μετὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζων τὴν ὀρθότητα τῶν ἐνδοιασμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπέφερεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι θέλω ψηφίσει αὐτὸ μετὰ μεγίστης προθυμίας· εὔχομαι δέ, ὅπως τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου φανῶσιν ἀντάξια τῶν ἐλπίδων.
§115Γ. ΡΩΜΑΣ. Καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.
§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων, ὅπως, ἐπωφελουμένη ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἤκουσε, κατορθώσῃ νὰ τροποποιήσῃ καὶ συναρμολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§117ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις θὰ γείνωσιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταί, συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, συνεζήτησαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Αὐτὰς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν, καὶ ἄλλας ἴσως, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναπτυχθῶσιν ἔτι τὴν ἑσπέραν ταύτην παρ’ ἄλλων ῥητόρων, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§120Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· δὲν ἀπέκρυψα δὲ τὴν ἰδέαν μου οὔτε ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, οὔτε ἐκ τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ζῶ, εὐθὺς ὡς τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Εὐχῆς ἔργον ὅμως ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν νομοσχέδιον, ὑψίστην ἔχον ἐθνικὴν σημασίαν, νομοσχέδιον, ὅπερ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας ἐν ἀνοικτῷ, οὕτως εἰπεῖν, ὁρίζοντι, εὐχῆς ἔργον, λέγω, ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐμελετᾶτο ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Διότι ὑπάρχουσι θέματα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, τοιαῦτα, οἷα βεβαίως μετὰ μείζονος ἐλευθερίας καὶ ἐπωφελέστερον ἤθελον συζητηθῆ ἐν εἰδικῇ Ἐπιτροπῇ, ἥτις πάλιν δὲν ἤθελε περιορισθῆ εἰς τὰ φῶτα μόνον τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ἤθελεν ἀκούσει καὶ πρόσωπα, ἅτινα, ὡς ἐκ τῆς ἐμπειρίας αὑτῶν καὶ τῆς εἰδικότητος, ἤθελον εἶσθαι τὰ ἁρμοδιώτατα, ἵνα διαφωτίσωσιν αὐτήν. Διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐν ὀλίγαις τισὶν ἡμέραις, προκειμένου περὶ ζητήματος σοβαρωτάτου, δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν καὶ νὰ ὁρίσωμεν, καὶ νὰ δεχθῶμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλλάδος, τὰς ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ πάλιν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν κατὰ θάλασσαν παρασκευὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς Βασιλικὰ Διατάγματα, ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον, ἅτινα μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἤθελον ἐκδοθῆ. Ἐὰν δὲ αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου πᾶσαι δὲν ἦναι ὀρθαί, συζητήσατε ὅσον θέλετε τὰς λεπτομερείας, ἐκδόσατε ὁσαδήποτε Βασιλικὰ Διατάγματα, οὐδὲν θέλετε κατορθώσει. Λέγω ἄρα, ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα, εἴτε πρόκειται περὶ τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Γαλλίας, εἴτε πρόκειται περὶ τῆς κοινοβουλευτικωτάτης Ἀγγλίας, οὐδέποτε προσεκομίσθησαν ὑπὸ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον τῶν Βουλῶν, εἰμὴ ἀφοῦ ὑπέστησαν τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιστήμης, τῆς πείρας, τῆς εἰδικότητος. Λυποῦμαι ἐπὶ τοιαύτῃ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου, διότι, καὶ δι’ ἐθνικοὺς λόγους ἀκόμη, σήμερον πρὸ πάντων, δὲν εἶναι ἡ μᾶλλον κατάλληλος στιγμή, ἵνα δημοσίᾳ συζητήσωμεν ζήτημα λεπτότατον καὶ λίαν ἀκροσφαλὲς ἅμα. Δὲν ζητῶ νὰ μάθω τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁποία τις εἶναι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ αὕτη ζημιοῦται, ὅταν τοιαῦτα νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις συζητῇ δημοσίᾳ, ἐν τῇ ἀκμῇ σοβαρῶν καὶ λεπτῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, περικυκλούντων καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, συνδεομένων πρὸς τὰ τιμαλφέστατα τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον συνεζητεῖτο παρ’ ἀμφοτέρων τῶν πολιτικῶν μερίδων, Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Συμπολιτεύσεως, ἐν εἰδικῇ Ἐπιτροπῇ, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὡς ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος, ὃν ἔχει, ὅτι οὐδόλως μετὰ ταῦτα ἤθελε συζητηθῆ δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι πάντες ἠθέλομεν δώσει τὰς χεῖρας, εἴτε πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην καθήμεθα, εἴτε πρὸς ἐκείνην, καὶ οὐδεμία φωνὴ ἤθελεν ἐγερθῆ κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐν αὐταῖς ταῖς λεπτομερείαις. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐδέχθη Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ βεβαίως ν’ ἀποφασίσῃ τι ἡ Βουλή, μετὰ δὲ ταῦτα νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀληθῶς δὲν συνῆλθεν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, ἐὰν ἐνεπνέετο ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, ἃς ἐκφέρω, νὰ παρακαλέσῃ, — τί λέγω; — νὰ ἱκετεύσῃ τὰ μέλη τῆς ἐκλεχθείσης Ἐπιτροπῆς, ὅπως συνέλθωσι, μελετήσωσι, φωτισθῶσιν ἀκόμη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, κομίσωσι δ’ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην νομοσχέδιον, ὅπερ τότε ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἡ ἀπαρασάλευτος γνώμη τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἐγώ, Κύριοι, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου καὶ εὐγλώττου κυρίου Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος: «εἶμαι ὑπὲρ τῶν εἰδικῶν Ταμείων.» Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ πεποιθήσεως, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, εἶναι ὑπὲρ τῶν εἰδικῶν Ταμείων. Ἄλλος τις ὅμως, περὶ αὐτῶν τῶν εἰδικῶν Ταμείων, ἐν προγενεστέρᾳ ἐποχῇ, οὐχὶ πολὺ ἀπεχούσῃ τῆς παρούσης, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἠξεύρω, κ. Πρόεδρε, ἐὰν πρέπει νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὰ συμβαίνοντα εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, προκειμένου περὶ συστάσεως εἰδικῶν Ταμείων, ἢ εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν ἡμετέραν. Εἰδικὰ Ταμεῖα ἔσχομεν πολλὰ καὶ διάφορα μέχρι τοῦδε. Ἐκ τῆς πείρας δὲ, τῆς γενομένης ἤδη παρ’ ἡμῖν, ἀπεδείχθη, ὅτι πάντα ταῦτα ἀπέτυχον οἰκτρῶς, οἰκτρότατα. Ἔσχομεν τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ Ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἵνα εἰς ταῦτα καὶ μόνα ἀρκεσθῶ. Καὶ ποία εἶναι ἡ πεῖρα ἡμῶν ἐκ τῶν Ταμείων τούτων; Διεξέφευγον ἀμφότερα τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπαρουσίαζον κατ’ ἔτος ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, ἐδημιούργουν χάος, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή, ἔλεγεν: «Ἰδοὺ πόθεν προέρχονται τὰ ἐλλείμματα ἐκ τῶν Ταμείων τούτων». Καὶ αὐτὸς οὗτος, μετὰ τὴν γενομένην πεῖραν, προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψωσι τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα, πρέπει, ὅπως πᾶν ἔσοδον καὶ πᾶν ἔξοδον τοῦ δημοσίου Ταμείου, καὶ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῶν Ταμείων αὐτῶν νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους... Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τότε ἐξηγέρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ...»
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνος εἶναι αὐταὶ αἱ σκέψεις;
§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε εἶχον αὐτὰς τὰς σκέψεις. Εἶναι ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀγορεύων τότε.
§124ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§125Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Στάης;
§126ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Μὴ ἀδικεῖτε αὐτόν.
§127Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος εἶναι, τέλος πάντων;
§128ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχηγός, οὗτινος τὴν κληρονομίαν ἔλαβον οἱ σήμερον διευθύνοντες τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος, αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν διεμαρτύρετο κατὰ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ τότε ἀγορεύοντος Βουλευτοῦ. Καὶ ἴσως, Κύριοι, ἀναγινώσκων τις τώρα τοὺς λόγους τοῦ εὐγλώττου καὶ τότε καὶ νῦν συναδέλφου, καὶ βλέπων, ὅτι βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εἰδικὸν Ταμεῖον, ἴσως μόλις τώρα κατανοεῖ τις καὶ σπουδαιότατον ἄλλον λόγον, οὗ ἕνεκεν ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπεχώρησε τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· διότι, ἐννοεῖται βεβαίως οἴκοθεν, ὅτι ὁ κατὰ τῶν εἰδικῶν Ταμείων τότε εὐγλωττότατα κηρυσσόμενος εἶναι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἀξιότιμος καὶ σοφὸς τῷ ὄντι συνάδελφος κ. Εὐταξίας. Ἕτερος διαπρεπὴς Βουλευτὴς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλεγεν —ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ εἶχεν ἐγερθῆ ἡ προκειμένη συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ θέμα ἦτο, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ, τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1896 ἔτος, «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου, ὀνομαζομένου «Ταμεῖον κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων», ὅπερ ὅμως διὰ τῶν εὐγλώττων αὐτοῦ ἀποστροφῶν, ἐπικαλούμενος ἀκόμη καὶ τὴν μνήμην τοῦ ἐνδόξου ἀρχηγοῦ τῆς μερίδος ἐκείνης, ὁ καὶ τότε ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς σθεναρῶς ἐπολέμει. Ἕτερος λοιπὸν συνάδελφος τῆς αὐτῆς ἐποχῆς ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Θεωρῶ ἔκτροπον τὸν θεσμὸν τῆς ἱδρύσεως Ταμείου πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, διότι πάντα τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα, τὰ σχηματισθέντα καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφορμὴ εἴτε καταχρήσεων, εἴτε σπατάλης. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ, ἔστω τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιίας καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».—Βλέπετε ὅτι εἶναι καὶ στερεότυποι αἱ ἀγορεύσεις. — «Ἀλλ’ εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἔκτροπον τὸ Ταμεῖον τοῦτο (προσέθετε), τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ, ἀφοῦ θὰ προικοδοτηθῇ μάλιστα ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους»—ὡς προικοδοτεῖται καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. — «Μήπως δὲν εἶναι τὸ Κράτος εἰς θέσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ καταβάλλῃ πᾶσαν δαπάνην, ἔστω καὶ ἔκτακτον;» Ἴσως ὅμως ὁ ἔχων τὰς ἰδέας ταύτας τότε...
§129ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§130ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ... Ἴσως ὅμως ὁ ἔχων τὰς ἰδέας ταύτας τότε ἔπαυσε νὰ καταγίνηται σήμερον μὲ τὴν θάλασσαν, ἕνεκά τινων, λαβόντων χώραν, ἀτυχημάτων κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, ὡς λέγονται τὰ τότε γενόμενα (ἱλαρότης). Καὶ ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ καταγίνηται μὲ τὴν θάλασσαν, ἥτις οὐχὶ φιλοφρόνως ποτὲ ἐδέχθη αὐτὸν, δὲν αἰσθάνεται βεβαίως τὴν ἀνάγκην, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ Ὑπουργείου, εὑρισκόμενος σήμερον εἰς ἀντίφασιν πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἑαυτὸν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως (γέλωτες). Ἀλλ’ ὅτε ἡμεῖς ἐλέγομεν, παραλαβόντες καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅλην, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἰδίᾳ, ἐξ ἀπογραφῆς, ὅτι ἄνευ εἰδικοῦ Ταμείου δυσχερέστατον ἤθελεν εἶσθαι, ἵνα τὰ τοῦ Ναυτικοῦ βελτιωθῶσι, διατὶ, παρακαλῶ, οἱ Κύριοι ἀντέτεινον; Ἂς ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα ἡ μέλλουσα ἱστορία τοῦ ἔθνους. Οὐδὲ ἡ στιγμή, οὐδὲ ὁ χρόνος εἶναι κατάλληλος, ἵνα ἐγὼ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν. Ἠθέλησα μόνον νὰ σημειώσω ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι ἕκαστος, ἔχων ἔν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ τὴν ἱστορίαν αὑτοῦ, ὀφείλει νὰ ᾖναι συνεπὴς, ὀφείλει νὰ δίδῃ λόγον οὐ μόνον ἐπὶ ταῖς παρούσαις πράξεσιν αὑτοῦ καὶ ἐπὶ ταῖς ἰδέαις, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ταῖς παρελθούσαις. Μόνον τότε ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης τὸ καθῆκον, ἡ φιλοπατρία, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον θέλουσιν ὁδηγεῖ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὅμως, ὡς ἐνίοτε συνηθίζομεν, τείνωμεν τὰς χεῖρας οἱ μὲν πρὸς τοὺς δὲ, περικαλύπτωμεν τὸ παρελθὸν, ἢ ὀσάκις θέλωμεν νὰ ἀνασύρωμεν τὴν αὐλαίαν τάπιδα, ἵνα ἴδωμεν τί συνέβη καὶ τίνες εὐθύνονται ἐπὶ τῷ παρελθόντι, ἀμέσως, ὡς ὑπηρέται τοῦ θεάτρου, ὁρμῶμεν εἰς τὴν αὐλαίαν τάπιδα, καὶ καταβιβάζωμεν αὐτὴν, ἵνα μὴ τυχὸν ἀποκαλυφθῇ ὅ,τι συνέβη, βεβαίως, Κύριοι, τότε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερασπισθῶσιν, οὔτε νὰ περιφρουρηθῶσιν, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἐλευθέρους λαούς. Ἐπιθυμοῦμεν βεβαίως τὴν ναυπήγησιν στόλου ἐθνικοῦ. Ἐξυπακούεται ἡ ὕπαρξις Ναυστάθμου καὶ Ὑποβρυχίου Ἀμύνης καὶ Προϋπολογισμοῦ συντελοῦντος καὶ συμφωνοῦντος πρὸς τὴν ναυπήγησιν στόλου ἐθνικοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς ζητοῦμεν τὴν ναυπήγησιν στόλου, ἀφ’ ἑτέρου ἐλαττοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Παράδοξος τῷ ὄντι συναυλία! παράδοξος τῷ ὄντι ἁρμονία! Ὀξύμωρον! Ποῖον εἶναι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἔτους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν; 7,824,947 δραχμαί, ὅτε δὲν εἴχομεν εἰσέτι φαντασθῆ τὸν Ναύσταθμον ἡμῶν πλήρη πολεμικῶν πλοίων, τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν ἁμιλλωμένην πρὸς τὴν τῆς Ἀγγλίας· δὲν εἴχομεν εἰσέτι φαντασθῆ πάντα ταῦτα. Καὶ σήμερον, ὅτε ἀπεφασίσαμεν, τέλος πάντων, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν παρασκευῆς, ἐλαττοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς 7,024,947 δραχμὰς! — οὐδὲ πολὺ, παρακαλῶ, οὐδὲ ὀλίγον, 800,000 δραχμαὶ ἐπὶ ἔλαττον. Πρωτότυποι τῷ ὄντι ἄνδρες εἴμεθα! Ἔξοχος συγγραφεὺς τῆς Γαλλίας, μέλος τοῦ φωταυγοῦς ἐκείνου σωματείου, τῆς Γαλλικῆς, λέγω, Ἀκαδημίας, ναύαρχος περικλεὴς, ὅστις παρηκολούθησεν, ἐκ τοῦ ἐγγὺς μάλιστα, τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τῶν πατέρων ἡμῶν κατὰ τὸ 1821 ἔτος, ὡς κατώτερος ἀξιωματικὸς ἐν τῇ Γαλλικῇ Μοίρᾳ, τῇ πλεούσῃ ἀνὰ τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, ὁ πολὺς Jurien de la Gravière, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ πολλοῦ ἐτόλμησα νὰ γράψω, ὅτι τὸ Ναυτικὸν δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς πολιτικῆς. Δὲν κατάρχονται ἐν τοῖς ναυπηγείοις τῆς ναυπηγήσεως στόλου, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν μέλλουσαν αὑτοῦ χρῆσιν». Τὴν γνώμην ταύτην θέλετε εὕρει ἐν τῇ περιφήμῳ συγγραφῇ τοῦ Γάλλου ναυάρχου «Ἱστορία τοῦ Ναυτικοῦ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων». Ἔγραψε δὲ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος καὶ φιλέλλην ἀνὴρ καὶ τὴν «Ἱστορίαν τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλλήνων ἀγῶνος, κυρίως τοῦ Ναυτικοῦ», ἥτις τῷ ὄντι, Κύριοι, εἶναι εἷς τῶν τιμαλφεστάτων τίτλων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς· διότι ἐκεῖ ὁ μέγας συγγραφεὺς, ὁ πολὺς ναύαρχος, δὲν ἀπηξίωσε νὰ παραβάλῃ τὸν Μιαούλην, τὸν Ἀποστόλην, τὸν Ἀνδροῦτσον, τὸν Παπανικολῆν, τὸν Κανάρην, τὸν Πιπῖνον, ὅλους τοὺς ἥρωας ἀληθῶς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοὺς ναυτικοὺς, πρὸς τὸν Νέλσονα καὶ τοὺς ἄλλους μεγάλους ναυάρχους τοῦ κόσμου, καὶ νὰ δογματίσῃ μάλιστα, ὅτι οἱ ἡμέτεροι ἐν πολλοῖς ὑπῆρξαν καὶ ἀνώτεροι ἐκείνων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς ἐπιχειροῦμεν νὰ καταρξώμεθα τῆς ναυπηγήσεως στόλου ἐν τοῖς ναυπηγείοις, χωρὶς προηγουμένως ἐπιμελῶς καὶ ἐμβριθῶς καὶ ἐν τῷ ἐρημητηρίῳ, οὕτως εἰπεῖν, ἡμῶν, ἐν τῇ εἰδικῇ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπῇ, νὰ γνωρίσωμεν, ὁποία τις ἆρά γε ἔσεται «ἡ μέλλουσα χρῆσις αὐτοῦ». Γνωρίζομεν ἆρά γε κατὰ τίνος, τέλος πάντων, ὁ στόλος οὗτος θέλει κινηθῆ; Ἐρρήθη πρὸ τινος ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι εἶναι γνωστὴ ἡ Ἐπικράτεια ἐκείνη, καθ’ ἧς ἐν τῷ μακρῷ μέλλοντι εἶναι δυνατὸν νὰ κινηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ φυλή. Ἀλλὰ γνωρίζομεν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τί ἡ Ἐπικράτεια ἐκείνη ὡς πρὸς ταῦτα ἐργάζεται; Ὑπάρχει μελέτη ἐν τῷ Ἐπιτελικῷ Τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Ἢ ὑπάρχει τοὐλάχιστον Ἐπιτελικὸν Τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν; Ἴσως μ’ ἐρωτήσῃ τις ἐνταῦθα: «Καὶ διατὶ σὺ δὲν συνέστησες Ἐπιτελικὸν Τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν;» Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Ἢ, ἂν ἐρωτήσωσιν ἐμέ, ἂς ἐρωτήσωσι, παρακαλῶ, καὶ τοὺς διαδόχους ἐμοῦ καὶ τοὺς προκατόχους, διατὶ δὲν συνεστήθη Ἐπιτελικὸν Τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, οὗτινος δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν μνήμην, γνωρίζει διατὶ δὲν συνεστήθη Τμῆμα Ἐπιτελικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν.
§131Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ εἴπητε, κ. Βουλευτὰ, νὰ τὸ μάθωμεν ὅλοι· νὰ μὴ τὸ κρατῆτε μυστικόν.
§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς ἀπάντησιν...
§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν κατηγορῶ ὑμᾶς.
§134ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, τί θέλετε νὰ εἴπητε... Εἰς ἀπάντησιν, πληροφορῶ ὑμᾶς, κ. Βουλευτὰ, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ Ἐπιτελικοῦ Γραφείου, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς συγχαίρω. Πολὺ καλὰ θέλετε πράξει. Νομίζετε, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ συγχαρῶ ὑμᾶς ὡς πρὸς αὐτό;
§136ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Σᾶς ἐσημείωσα.
§138ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχουσι περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ὑπάρχει Ἐπιτελικὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οὐδ’ ὑπῆρξε ποτὲ, ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δὲν εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ἐκλεχθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς, προκαταρκτικῶς διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ δὲν ἐκλήθησαν οὔτε οἱ ἐντὸς οὔτε οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰδικοὶ ἄνδρες, οἱ δυνάμενοι νὰ διαφωτίσωσι τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους περὶ τοῦ παρόντος ζητήματος. Καὶ ὅμως ἡμεῖς, Κύριοι, ἀναλαμβάνομεν νὰ ναυπηγήσωμεν στόλον! Δὲν ἐξητάσθη, Κύριοι, ἡ κατάστασις τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, οὐδὲ συνεζητήθη εὐρέως τὸ θέμα τοῦτο, οὐδὲ εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ γραφέντα περὶ τοῦ ἀτελοῦς εἰσέτι φωτισμοῦ τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος ἐγράφοντο ἄλλοτε, πρὸ τῆς ἱδρύσεως δῆθεν τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἐγώ, Κύριοι, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ δύο ἔτη, γνωρίζω, ὅτι καὶ τὸ Ἀγγλικὸν καὶ τὸ Γαλλικὸν Ναυτικὸν σημειοῦσι «ne pas compter sur son entretien regulier»—«μὴ ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν τακτικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ» (τοῦ φάρου)...
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε ἐγράφοντο αὐτά;
§140ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, κύριε Πρόεδρε.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φωτισμοῦ δι’ ἐλαίου τῶν φάρων τῆς Ἑπτανήσου διὰ πετρελαίου. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἀντικατεστάθη διὰ πετρελαίου ὁ φωτισμὸς ὅλων τῶν φάρων.
§142ΛΕΒΙΔΗΣ. Γνωρίζομεν, κύριε Πρόεδρε, τὰς ἐπισκέψεις, ἃς ὑφίστανται ἀπὸ τῆς δημιουργίας τῶν φάρων καὶ φανῶν ἡμῶν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Κρατῶν, παραπονουμένων ἐπὶ τῷ ἀτελεῖ καὶ κακῷ φωτισμῷ τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων.
§143ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τώρα ὅμως διωρθώθη τὸ πρᾶγμα.
§144ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατά τι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου.
§145ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐδέποτε ἦλθε νὰ μοὶ κάμῃ παραστάσεις ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως, ἀφ’ ἧς εἶμαι Ὑπουργός.
§146ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ἐμὲ ἦλθε.
§147ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οἱ ξένοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει βελτίωσις μεγάλη.
§148ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν φάρων καὶ φανῶν ἀποδεικνύει, σήμερον ἀκόμη, ὅτι πολλὰ εἰσι τὰ ἀτελῆ ἐν τῷ συμπλέγματι τῷ φωτιστικῷ τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι μέχρι τοῦ 1896 ἔτους οὐδέποτε εἶχε ληφθῇ φροντὶς περὶ σημαφορικῶν σταθμῶν!
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§150ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρῶτοι τότε ἡμεῖς ἐσκέφθημεν, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως πεφωτισμένης καὶ εἰδικωτάτης Ἐπιτροπῆς, περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἔτους ποσότητος ἱκανῆς, ἐκ δρ. 42,000 περίπου, πρὸς ἀνέγερσιν σημαφορικῶν σταθμῶν ἐν Κυθήροις, ἐν Ἄνδρῳ, ἐν Ζακύνθῳ. Ἔκτοτε, εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ κτίρια τῶν σημαφορικῶν σταθμῶν ᾠκοδομήθησαν, ἀλλὰ τὰ κτίρια δὲν λειτουργοῦσιν, ἐλλείψει μηχανημάτων. Τί θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτων; Ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι τοσοῦτον σπουδαίως μεμελετημένα, ὅσον ἔδει νὰ ὦσιν. Ἡ οὐχὶ τελεία λειτουργία τοῦ φωτιστικοῦ συστήματος τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἡ ἔλλειψις εἰσέτι λειτουργίας σημαφορικῶν σταθμῶν δὲν ἐπιδρῶσι μόνον ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας τῆς χώρας, δὲν εἶναι μόνον ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς ὅλας τὰς πεπολιτισμένας Ἐπικρατείας, εἰς ὧν τὰ παράλια πλέουσιν ἀνὰ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα, ἀλλὰ ἐπηρεάζουσι καὶ τὴν πολεμικὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, μετ’ ἀφελείας ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, καί, ἀντὶ νὰ σκεφθῶμεν, μήπως ἆρά γε πρὸς τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους ἀδιαρρήκτως συνδέεται ἡ ἐπαύξησις καὶ ἡ ἐνίσχυσις τοῦ φωτισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων; μήπως ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ διαθέτομεν πρὸς κατασκευὴν στόλου, ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν χιλιάδας τινὰς δραχμῶν ἀκόμη διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ φωτισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων; ἀντὶ οὕτω νὰ σκεφθῶμεν, λαμβάνομεν τὰ χρήματα, ὅσα κατὰ τὸν νόμον περισσεύουσιν ἐκ τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, καὶ διαθέτομεν αὐτὰ ἀποκλειστικῶς πρὸς δημιουργίαν τοῦ στόλου, τοῦ μέλλοντος νὰ ἔχῃ σκοτεινὰ παράλια, τοῦ μὴ δυναμένου νὰ γνωρίζῃ τοὺς καιροὺς καὶ τὰς κινήσεις τῶν ἐχθρῶν, ἐλλείψει πλήρους συστήματος φάρων καὶ φανῶν, ἐλλείψει σημαφορικῶν σταθμῶν καὶ μηχανημάτων. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δυστυχῶς, πολὺ ὀλίγον ἐκ τοῦ παρελθόντος διδασκόμεθα. Ἐνθουσιασμὸς ἄκρος, ἔξαλλος κατέλαβεν ἡμᾶς, διότι ὁ κ. Γκίκας Ραγούζης, ὁ κουρεύς μου, παρὰ τῇ Βουλῇ ἔχων τὸ κουρεῖον αὑτοῦ, κατέβαλεν 25 δραχμάς, ὡς πρώτην εἰσφορὰν αὑτοῦ, ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐκ τῶν τριακοσίων ἢ τετρακοσίων κουρέων τῶν Ἀθηνῶν, εἷς καὶ μόνος κατέβαλε, καὶ κατέλαβεν ἡμᾶς ἐνθουσιασμός! Οἱ εὐγενεῖς, οἱ φιλοπάτριδες φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου διωργάνωσαν ἔρανον ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Οὐδεὶς φαντάζεταί ποτε νὰ κατηγορήσῃ αὐτούς. Ἐπαινῶ τῷ ὄντι τὸ φιλότιμον τῶν αἰσθημάτων αὐτῶν, καὶ εἶναι πράγματι ἄξιοι νὰ καλῶνται ἀκαδημαϊκοὶ πολῖται. Ἀλλὰ διὰ τοιούτων μόνων εὐγενῶν ἐλπίδων ἃς μὴ πιστεύωμεν ποτέ, ὅτι δημιουργοῦνται στόλοι καὶ στρατοί. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἔξοχον ἱστορικόν, τὸν μέγαν πολίτην τῆς Ἀγγλίας, τὸν πολὺν λόρδον Μακώλεϋ, ὅστις ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τῆς εἰς τὸν θρόνον ἀναρρήσεως Ἰακώβου τοῦ Βʹ», ἔγραφεν, ὅτι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἑκουσία ἐλευθεριότης, ἀκόμη καὶ ὅταν μέγιστος ἐνθουσιασμὸς καταλάβῃ τοὺς λαούς, δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς φορολογίαν αὐστηρὰν καὶ μεθοδικήν. Ἐννοεῖτε νὰ ἐργασθῆτε σοβαρῶς, καὶ σοβαρῶς νὰ παραστήσητε τὴν Ἑλλάδα ἀξιόμαχον; Ἐννοεῖτε νὰ σκέπτηται περὶ ἡμῶν ὁ ἀντίπαλος; Ζητήσατε τὸν φόρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν φόρον τὸν ἐπιβεβλημένον, τὸν ἴσον, τὸν ἀνάλογον, τὸν διδόμενον, εἴτε τις θέλῃ, εἴτε δὲν θέλῃ. Τότε, πλὴν μόνον τότε δύνασθε νὰ δημιουργήσητε στρατοὺς καὶ στόλους! Ἔχετε, Κύριοι, τὸ ἀστεῖον παράδειγμα — καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρὸς σεβαστὸν συνάδελφον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — ἔχετε τὸ κωμικὸν προηγούμενον τῶν συνδρομῶν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐπὶ πέντε καὶ τριάκοντα συνεχῆ ἔτη συνελέχθησαν μόλις 2,500,000 δραχμαὶ ἐξ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ! ἐλευθέρου καὶ δούλου· ἤτοι μόλις 70,000 δραχμαὶ ἐτησίως! Διότι ἐλάχιστοι ἐν τῷ κόσμῳ ὑποβάλλονται εἰς ἑκουσίας εἰσφοράς, ὀλίγοι εἰσὶν ἐκεῖνοι, ὧν ἡ καρδία πάλλει τόσον εὐγενῶς. Δὲν γνωρίζουσιν ἄλλως ἀσφαλῶς, καὶ πῶς θέλουσι διατεθῆ τὰ χρήματα αὐτῶν. Ὅστις δὲ ἀκούσῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχον ἱδρύσει Ταμεῖον Στόλου Ἐθνικοῦ, καὶ ὅτι μετὰ πέντε καὶ τριάκοντα ἔτη δὲν κατώρθωσαν νὰ εἰσπράξωσιν οὐδὲ 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν, θέλει βεβαίως γελάσει μὲ ἡμᾶς. Αὐταί εἰσιν ἐπὶ τέλους αἱ ἀλήθειαι, αἵτινες πρέπει νὰ ἀκούωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν πικρῶς νὰ κλαύσωμεν. Δὲν ὁμιλῶ ἀφορῶν, Κύριοι, εἰς πρόσωπα, οὐδὲ κατηγορῶ τοὺς διαχειρισθέντας τὸ ἐν λόγῳ Ταμεῖον· ἂν δὲ ζωηρότερον ἴσως ζωγραφίζω τὰ πράγματα, ἀπόδοτε τοῦτο εἰς τὴν εἰλικρίνειάν μου. Δυνατὸν νὰ ἦμαι καὶ ἐν πλάνῃ· ἐπικαλοῦμαι ὅμως, Κύριοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὴν ἐπιείκειαν ὑμῶν. Παρῆλθον πλέον αἱ ἐποχαὶ τῶν ἀρχαίων χρόνων, καθ’ οὕς, ὅτε ἡ Σάμος ἐδεήθη χρημάτων, εἰς τὴν κάθοδον, ὡς λέγουσιν οἱ συγγραφεῖς, ἀπετάθη πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους, οὗτοι δ’ ἐψηφίσαντο νὰ νηστεύσωσιν ἐπὶ μίαν ἡμέραν αὐτοί τε καὶ οἱ ἱκέται καὶ τὰ ὑποζύγια αὐτῶν, καὶ «ὅσον ἐδαπάνα ἕκαστος, τοσοῦτον δοῦναι τοῖς Σαμίοις.» Οἱ μυθικοί, οἱ ἱπποτικοὶ ἐκεῖνοι χρόνοι παρῆλθον ἀνεπιστρεπτεί· οὐδεὶς σήμερον καταβάλλει, ἂν μὴ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐξαναγκασθῇ. Εἴδομεν δά, κατὰ τὰς τελευταίας περιπετείας τῆς Ἑλλάδος, ὅλον ἐκεῖνον τὸν σωρὸν τῶν ἑκατομμυρίων, ὅστις ἐπλήρωσε τὰ Ταμεῖα τοῦ σεβαστοῦ Ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης! Εἰς πόσον, παρακαλῶ, ποσὸν συνεποσώθησαν τὰ πολλὰ ἐκεῖνα ἑκατομμύρια; Νομίζω, εἰς 600 χιλιάδας δραχμάς! Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπαναλέγω, ἐπεθύμουν ὅμως, σοβαρώτερον καὶ πρακτικώτερον νὰ συζητηθῶσιν ἥ τε ἀρχή, ἥ τε οὐσία καὶ αἱ λεπτομέρειαι αὐτοῦ. Καὶ νομίζω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, οὗτινος ἡ μέχρι τοῦδε πορεία δικαιοῖ τοὺς πιστεύοντας, ὅτι ὑμεῖς φρονεῖτε, ὅτι ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι οὐχὶ διὰ τοῦ πείσματος λύονται πρὸ πάντων τὰ ἐθνικὰ ζητήματα· ἀποτείνομαι, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰς τὴν ἐγνωσμένην καὶ ἀναγνωρισθεῖσαν ἐν δέοντι ἐνδοτικότητα ὑμῶν, καὶ παρακαλῶ, καὶ ἱκετεύω ὑμᾶς, ἐν ὀνόματι τοῦ μέλλοντος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δημιουργηθῇ πολεμικοῦ στόλου, νὰ μὴ ἐπιμείνητε ἀπόψε εἰς τὴν συζήτησιν οὐδὲ τῆς ἀρχῆς, οὐδὲ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου. Οὐδὲ πρέπει νὰ φαντασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, λέγων ταῦτα, ἐκφράζω δυσπιστίαν πρὸς αὐτόν, τοὐναντίον δύναται σπουδαίως, ὡς ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος ἀπέκτησε, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωνα διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκλέξατε Βουλευτὰς ἐξ ἑκατέρας τῶν πτερύγων ἐκείνους, οἵτινες δύνανται ὁπωςδήποτε νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλέσατε, ἱκετεύσατε αὐτοὺς ἵνα συνέλθωσι, καὶ οὐχὶ ἐντὸς πέντε, διότι δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, ἀλλ’ ἐντὸς 15 ἢ καὶ 20 ἡμερῶν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ἐργασιῶν ἀνακοινουμένων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, παρακαλούμενον μάλιστα καὶ αὐτὸν νὰ μετάσχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, συνοδευόμενος ὑπὸ ὅλων ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ὧν, εὐτυχῶς, πολὺς εἶναι ὁ ἀριθμός, οἵτινες καὶ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὰ φῶτα κέκτηνται, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς διαφώτισιν τοιαύτης ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς. Καλέσατε κατόπιν τὴν Βουλὴν εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν, παρουσιάσατε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θέσατε αὐτὸ ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ πέποιθα, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ θέλει ἀρνηθῆ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ νὰ ὁρκισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, ὡς οἱονεὶ ἐπὶ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστιανισμοῦ, Εὐαγγελίου τῆς σωτηρίας ἐν τῷ μέλλοντι τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἀλλ’ ὑμεῖς, Κύριοι, κατηρτίσατε καὶ Ἐπιτροπὴν Διοικητικὴν τοῦ Ταμείου, ἧς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ κατανοήσῃ ἐντελῶς τὸν σκοπόν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς ἐκείνης, κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι, ἵνα συλλέγῃ χρήματα. Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, σκοπὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἦναι οὗτος, τίς ἡ ἀνάγκη, παρακαλῶ, τῆς συμπράξεως ἐν αὐτῇ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν ἐλλείψει δὲ αὐτοῦ, τοῦ Προσωπάρχου; Ἄν πρόκειται ἡ Ἐπιτροπὴ κύριον καθῆκον νὰ ἔχῃ τὴν συλλογὴν χρημάτων, τότε καὶ ἐγὼ προτείνω, Κύριοι, νὰ προστεθῇ ἡ Αὐτοῦ Πανιερότης ὁ Μητροπολίτης, ὅστις εἶναι εἰς ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς περὶ ἐράνων μέλος. Παρακαλῶ νὰ προσθέσητε τοὺς Διευθυντὰς τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ τῶν Τραπεζῶν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ πλούτου. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποτὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τοιοῦτον μόνον σκοπόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι διφυής· εἶναι Ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν χρημάτων ἐν γένει, καὶ Ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τῆς βελτιώσεως τῶν θαλασσίων παρασκευῶν τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ Ἐπιτροπὴ, διατὶ δὲν διαιρεῖτε αὐτὴν, ἵνα ἀποτελέσητε δύο Ἐπιτροπάς; Μίαν μὲν πρὸς ἐνίσχυσιν χρηματικὴν τοῦ Ταμείου, ἑτέραν δὲ πρὸς μελέτην τεχνικὴν τῶν ζητημάτων, τῶν συνδεομένων ἀναποσπάστως πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ στόλου; Καὶ ἐνῷ διφυὴς εἶναι ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ἐνῷ ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τὸ στοιχεῖον τὸ χρήσιμον πρὸς τὴν κατὰ θάλασσαν τεχνικὴν παρασκευήν, ἔχετε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου π. χ. μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, παραλείπετε ὅμως στοιχεῖα ἄλλα, ἐπίσης πρὸς τὸν σκοπὸν χρήσιμα. Διότι, ἐνῷ εἶναι βέβαιον σήμερον, ὅτι τὰ ναυτικὰ τοῦ κόσμου δύο κυρίως ἔχουσι τὰς βάσεις, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοὺς Ναυστάθμους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, οὐδαμῶς γίνεται λόγος περὶ παραστάσεως ἐν τῇ τεχνικῇ ταύτῃ Ἐπιτροπῇ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Καὶ ἐνῷ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπάρχει ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅστις δύναται νὰ ἦναι ἄριστος π. χ. ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, πιθανώτατα ὅμως νὰ μὴ κέκτηται οὐδεμίαν γνῶσιν περὶ τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰς μηχανὰς καὶ τοὺς λέβητας τῶν πλοίων, δὲν βλέπω ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τὴν ὕπαρξιν τοῦ τμηματάρχου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τοῦ τμήματος τοῦ Μηχανικοῦ, ὅστις εἶναι ἀνώτατος ἀξιωματικὸς μηχανικός. Καὶ ἐνῷ σήμερον, Κύριοι, ἡ δύναμις τῶν πολεμικῶν πλοίων εἰς δύο κυρίως συνίσταται, εἰς τὴν ταχύτητα, ἣν παράγουσιν οἱ λέβητες καὶ αἱ μηχαναί, ὧν ἀντιπρόσωπος εἶναι ὁ τμηματάρχης τοῦ Μηχανικοῦ, καὶ ἐνῷ ἡ ἑτέρα δύναμις σήμερον τῶν πολεμικῶν πλοίων εἶναι τὸ πυροβολικόν, ἐλλείπει ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τοῦ Πυροβολικοῦ. Περὶ τίνος λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει σκεφθῆ; Ἴσως ῥηθῇ,—καὶ νομίζω ὅτι ἐξ ὑπογείου ἐλέχθη,—ὅτι, ἂν χρειασθῶσι τὰ φῶτα τῶν προσώπων τούτων, καλοῦμεν αὐτοὺς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τότε, διατὶ δὲν καλεῖτε καὶ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἢ τὸν προσωπάρχην ὑμῶν; Ἔπειτα, Κύριοι, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη κινδυνεύει καὶ δι’ αὐτῶν τῶν προσώπων, ἅτινα ἀνεγράψατε, νὰ κατασταθῇ ἑτεροσκελής. Διότι ἔχετε ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν δύο ναυτικῶν μοιρῶν. Ἀλλ’ ἐὰν πρὸς στιγμὴν αἱ ναυτικαὶ μοῖραι διαλυθῶσιν, ἐκ τίνων εἰδικῶν προσώπων θέλει ἀποτελεσθῆ ἡ Ἐπιτροπή; Ἐκ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις πάντοτε εἶναι χερσαῖος, ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις συνήθως εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι χερσαῖος, ἐκ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πάντοτε χερσαίου, καὶ ἐκ προσώπων ἄλλων, οὐδεμίαν ἐχόντων εἰδικότητα διὰ τὸν τεχνικὸν σκοπὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλά, Κύριοι, συζητῶν τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς γενικαῖς αὑτοῦ βάσεσι, διαφωνῶ καὶ πρὸς τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, ὅτι τουτέστι τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου πρέπει δῆθεν νὰ συμπράττωσι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ἐὰν τῷ ὄντι πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ Ταμεῖον πολεμικὸν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, Ταμεῖον τουτέστιν ἐθνικόν, βεβαίως καὶ ἐν τῷ Ταμείῳ τούτῳ θέλουσι συμπεριληφθῆ οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἀληθῶς ὀρθότατα πολλάκις ἐρρήθη, ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ, τέλος πάντων, μελέτη περὶ τῆς ἀπὸ κοινοῦ ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δέον νὰ ἱδρυθῇ καὶ Ταμεῖον Στρατιωτικόν, ἔχον ἐπιτελικὸν συγχρόνως σκοπὸν, ὅπερ διὰ τῶν μελῶν αὑτοῦ θέλει συνέρχεσθαι εἰς ἐργασίαν μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Διότι πλεῖστα τῷ ὄντι ὑπάρχουσι τὰ ζητήματα, ἐν οἷς ἀναγκαία ἐστὶν ἡ συνεργασία τῶν δύο τούτων πολεμικῶν Ὑπουργείων. Μικτὴ ὅμως Ἐπιτροπὴ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου θέλει ἐπιφέρει σύγχυσιν, ἔριδας, διαφωνίας, καταστροφὴν τοῦ σκοποῦ ἡμῶν. Ἤκουσα ὅμως καὶ ἀνακριβείας. Ἐρρήθη, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο οὐδὲ κἂν ἀπόπειρα συνεργασίας τῶν δύο Ὑπουργείων. Περὶ τούτου αἱ ὑπηρεσίαι ἑκατέρου τῶν Ὑπουργείων θέλουσι δώσει ἀντιθέτους πληροφορίας. Διότι καὶ ἐγὼ αὐτός, παραδείγματος χάριν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, προεκάλεσα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τοιαύτην συνεργασίαν, καὶ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς, δι’ ἐγγράφου αὑτοῦ, ὑπ’ ἀριθμὸν 58199 τοῦ 1895 ἔτους, ὥρισε τὸν σοφὸν συνταγματάρχην τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν κ. Λυκούδην, ὅπως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συνεργασθῇ τοῖς ἀξιωματικοῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς ἀπὸ κοινοῦ ἐνεργείας τῶν δύο Ὑπουργείων ἔν τε εἰρήνῃ καὶ δι’ ἐνδεχόμενον πόλεμον. Ἀλλὰ περὶ τούτου, Κύριοι, ὑπάρχει μακρὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἀλληλογραφία. Ἐπανειλημμένως προεκλήθη ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα εἰς τοιαύτην ἀπὸ κοινοῦ συνεργασίαν. Προεκλήθη τῇ 30 Σεπτεμβρίου 1895 ἔτους, δηλ. τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἀνόδου τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ εἰς τὴν πρωθυπουργίαν, ἐμοῦ δ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20199 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· προεκλήθη τῇ 18 Ἰουνίου 1896 ἔτους, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12797 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· προεκλήθη τῇ 12 Ἰουλίου 1896 ἔτους, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14951 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν προεκλήθη τῇ 15 Φεβρουαρίου 1897 ἔτους, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14951 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, οὐδὲν κατωρθώθη. Πρῶτον μὲν ὡς ἐκ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, διότι εἶχε συμβῆ ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἀρμενίας, ἥτις σπουδαίως ἀπησχόλει τὴν Κυβέρνησιν τότε, καὶ δύο ἐπαναστάσεις τῆς Κρήτης, ἔπειτα ὅμως καὶ ὡς ἐκ τῆς πληροφορίας, τῆς σταλείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, περὶ τοῦ ὅτι μέχρι τότε οὐδέποτε ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα εἶχεν ἐργασθῆ προκαταρκτικῶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοσοῦτον σπουδαίου σκοποῦ καὶ καθήκοντος. Διότι, ἰδοὺ τί τῇ 3 Ἰουλίου 1896 ἔτους, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 595 ἐγγράφου της ἔγραφε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα (ἀναγινώσκει): «Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἀπαιτουμένας ποσότητας καλωδίων διὰ τὴν ἄμυναν ἐν γένει τῶν παραλίων τοῦ Κράτους, δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν αὐτὰς προχείρως, καθόσον ἀπαιτεῖται ἀκριβὴς καὶ ἐπισταμένη μελέτη τῶν ἀκτῶν, εἰς ἃς δέον νὰ τεθῶσι καλώδια· τοιαύτη δ’ ἐργασία μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐξετελέσθη.»
§151Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον;
§152ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Διευθυντὴς ὁ τότε τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Βασιλόπαις Γεώργιος. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι οὐδέποτε δῆθεν τὸ Κράτος ἐσκέφθη περὶ κοινῆς ἐργασίας τῶν δύο Ὑπουργείων. Ἐσκέφθη· ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, τὰ ἐμφιλοχωρήσαντα, αἱ μικροφιλοτιμίαι, αἱ ῥαδιουργίαι, αἱ ὑπονομεύσεις, ἄλλαι αἰτίαι, αἵτινες δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας βεβαίως ν’ ἀναπτυχθῶσι, ταῦτα πάντα συνετέλεσαν ἀνέκαθεν εἰς τὴν μὴ πλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πόθου. Πολλάκις, Κύριοι, ἐρρήθη περὶ τῆς ἀνάγκης συστάσεως ἀποβατικῶν ἀγημάτων. Καὶ περὶ τούτου ἐγένετο μελέτη. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν νὰ εἰσέλθω. Ἴσως θέλει δοθῆ ἀφορμὴ ἄλλοτε ν’ ἀναπτυχθῇ καὶ τοῦτο. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι, ἐὰν συνέβησαν συμφοραὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, μία τῶν αἰτιῶν τούτων δὲν ἦτο ἡ ἀδυναμία συγκροτήσεως καὶ ἐνεργείας ἀποβατικῶν ἀγημάτων, λαμβανομένων ἐκ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ἐὰν ἀποβατικὰ ἀγήματα, κατὰ τὸν πόλεμον, ἐκ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ δὲν ἀπεστάλησαν ὅπου ἔπρεπε καὶ ἐπεβάλλετο, τοῦτο εἶναι θέμα, ἀναγόμενον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς εὐθύνης τῆς τότε Κυβερνήσεως, εἰς ἣν σφαῖραν οὐδέποτε ὅμως ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς ἐλλείψεως ἀγημάτων ἀνεξαρτήτων καὶ αὐτοτελῶν τότε τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἐπίσης εἶναι θέμα, ὅπερ εἰσέτι δὲν ἐξητάσθη εὐρέως, — καίτοι πολλάκις κατηγορήθην δι’ αὐτὸ ἀδίκως, — εἶναι θέμα, ὅπερ ὅμως θέλει βεβαίως ποτὲ ἐξετασθῆ, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅταν τὰ πράγματα ἀκόμη ψυχρανθῶσιν. Ἔχω ὅμως, Κύριοι, εἰς χεῖράς μου ἔκθεσιν Ἐπιτροπῆς, ἧς τὸ κείμενον πρώτην ταύτην φορὰν ἀνακοινῶ δημοσίᾳ, ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ προέδρου αὐτῆς Δ. Μιαούλη, πλοιάρχου τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἐκ τοῦ Σ. Γιαλούση, ἀρχιμηχανικοῦ τοῦ στόλου, ἐκ τοῦ Κ. Κοτζιᾶ, πλωτάρχου τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἐκ τοῦ Π. Κουντουριώτου, πλωτάρχου τότε ἐπίσης, ἐκ τοῦ Δ. Ἠπίτου, ἐπίσης πλωτάρχου τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἥτις Ἐπιτροπὴ, δι’ ἐμπεριστατωμένης ἐκθέσεως αὑτῆς, τῆς 19 Μαρτίου 1897 ἔτους, δηλ. κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐπὶ σχετικῶν ἐρωτήσεών μου, ὁμοψήφως ἐγνωμοδότει, ὅτι, ὡς ἔχουσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὡς ἔχουσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκροτηθῶσιν ἀποβατικὰ ἀγήματα ἀνεξάρτητα, ὡς ἐζήτει μετὰ ταῦτα ὁ Τύπος ὁ Ἑλληνικὸς, καὶ κατηγόρει ἡμῶν, διότι δῆθεν δὲν συνεκροτήσαμεν ἀγήματα ἐκ πέντε ἢ καὶ δέκα χιλιάδων ναυτῶν, ἵνα καταλάβωμεν τὰ παράλια τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας, τὰς πόλεις καὶ τὰς νήσους, τοῦθ’ ὅπερ ὅμως διὰ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἠδύνατο νά συντελεσθῇ, ἐὰν ἐνεκρίνετο, βοηθουμένου ὑπὸ τῶν πλοίων. Εἶναι αὕτη ἔκθεσις τεχνικῆς Ἐπιτροπῆς, συγκροτηθείσης ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀρίστων, τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἔν τινι τῶν θυρίδων τοῦ Ἐπιτελικοῦ Ἀρχείου, ὅπερ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου συνεκροτήθη. Τί συνίστα ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη; Συνίστα τὴν κατά τινα ἀριθμὸν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων διὰ ναυτῶν τοῦ καταστρώματος. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ ὥριζε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον κατὰ δυνατήν τινα ἀναλογίαν, ἐν σχέσει πρός τε τὴν χωρητικότητα τῶν πλοίων καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτελείων καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἡ τότε Διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ πολὺ περισσότερον ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν τοιούτων ὁπλιτῶν, ἵνα ὁπωσδήποτε πολυαριθμότερον καταστῇ τὸ ἀποβατικὸν ἄγημα ἑκάστου τῶν πλοίων. Ἀλλὰ διατὶ καὶ διὰ τῶν ἀγημάτων τούτων, διατὶ δι’ ἀγημάτων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν κατελήφθησαν αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πελάγους; Διατὶ δὲν κατελήφθη ἡ Θεσσαλονίκη, ἥτις ἠδύνατο εὐχερέστατα νὰ καταληφθῇ; Διατὶ δὲν ἐγένοντο πολλαχοῦ τῶν παραλίων ἀποβάσεις; Ταῦτα, Κύριοι, πάντα εἰσὶ ζητήματα, περὶ ὧν σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὸν λόγον, διότι, ὁσάκις ἀπόπειρα ἐγένετο, ἵνα ταῦτα διαφωτισθῶσιν, ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους κατελαμβάνετο μὲν ἀμέσως ὑπὸ τῆς φιλοπάτριδος ὁρμῆς τοῦ σχηματίζειν ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὰς, κατελαμβάνετο ὅμως καὶ ὑπὸ τῆς ἀντιθέτου ὁρμῆς ἀμέσως, τοῦ καταστρέφειν καὶ συντρίβειν τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς. Ἠδύνατό τις, Κύριοι, διὰ μακρῶν νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, συνδεομένου λίαν πρὸς ὕψιστα συμφέροντα τοῦ τε Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συνδεομένου τῷ ὄντι στενότατα πρὸς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν σύγκρουσιν πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν. Ἀλλ’ ὡς, Κύριοι, ζητοῦμεν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, νομίζω, ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν βουλομένων νὰ συζητήσωσιν ἡ πλήρης ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἥτις βεβαίως ἀπόλυτος ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἡ συζήτησις ὑπεβάλλετο εἰς τὸν ἔλεγχον Ἐπιτροπῆς τοῦ Κοινοβουλίου, φωτιζομένης, ὡς πολλάκις εἶπον, ἐκ τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἐκ τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ θέλω μὲν ψηφίσει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διότι ὑπὲρ τῶν εἰδικῶν Ταμείων ἤμην καὶ εἶμαι, καὶ διότι ἐλπίζω, ὅτι ἴσως, τέλος πάντων, ἐν τῷ μέλλοντι, δι’ αὐτοῦ τοῦ Ταμείου, καὶ ὡς δημιουργεῖται, δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τοὺς πόθους συμπάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, τὴν κατασκευὴν τουτέστιν ἀξιομάχου στόλου. Ἔν τισιν ὅμως τῶν λεπτομερειῶν εἰμι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω. Δὲν θέλω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀναπτύξει τὰς ἀντιρρήσεις μου ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν· ἤκουσα ὅμως νὰ λέγηται, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνάγκης πολεμικῆς, ἣν θέλομεν δῆθεν θεραπεύσει, μεταχειριζόμενοι πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τοῦ συνομολογηθησομένου, τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, ἅτινα ὅλοι ἠκούσαμεν, τὸ δὲ συνομολογηθησόμενον δάνειον, ἤκουσα πάλιν ἑκατέρωθεν, ὅτι πρόκειται νὰ ᾖναι 15 ἢ 20 τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ὁποία ἦτο, ὁποία εἶναι καὶ ὁποία μέλλει νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἡ ἐξωτερική. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ὅταν κατασκευάζωνται στόλοι, καὶ ὅταν δημιουργῶνται στρατοί, κατὰ τὴν γνώμην καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν πάσης πεπολιτισμένης χώρας, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν οὐ μόνον τὸν ἀντίπαλον γενικῶς, ἀλλὰ καὶ τὰς δυνάμεις, ἃς ἐκεῖνος θέλει διαθέσει καθ’ ἡμῶν. Ὀφείλομεν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ διατελῶμεν ἐν γνώσει τινὶ ὁπωσοῦν τοῦ σημείου ἐκείνου τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὰς θαλασσίας δυνάμεις θέλομεν ἐπιχειρήσει νὰ κινήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ πιστεύω, ὅτι διὰ τοῦ ἱδρυομένου Ταμείου, διὰ τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἁγιωτάτου, ὁμολογῶ, τούτου σκοποῦ, δὲν θέλομεν κατορθώσει ἄλλο τι, εἰμὴ ἀπόπειραν μόνον πρὸς δημιουργίαν στόλου. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὃν ἑκάστοτε ἐλαττοῦμεν, καὶ ἐφέτος μάλιστα ἐλαττοῦμεν κατὰ ἅλματα, ὧν τὸ ῥεκὸρ πιστεύω, ὅτι οὐδὲν ναυτικὸν ἔθνος, οὐδεὶς προϋπολογισμὸς Ὑπουργείου Ναυτικῶν ἔχει ἀπέναντι ἡμῶν· ἐφ’ ὅσον δημιουργοῦμεν προϋπολογισμοὺς κατὰ ἅλματα, λέγω, ἐλαττουμένους, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· ἐφ’ ὅσον καταγινόμεθα κυρίως εἰς τὴν πολυτέλειαν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἱδρύοντες Πρωτοδικεῖα, καὶ πολλαπλασιάζοντες τὸν ἑσμὸν τῶν θεσιθηρῶν· ἐφ’ ὅσον δὲν προσπαθοῦμεν καιρίως νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἐνισχύοντες ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις αὐτῆς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἂς μὴ πιστεύωμεν, ὅτι, καὶ ἂν δαπανήσωμεν 15 ἢ 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν, δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν στόλον, ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀντίπαλος Ἐπικράτεια, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, πρόκειται καὶ αὐτὴ νὰ τείνῃ εἰς τοὺς αὑτοὺς σκοπούς. Ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι πρόκειται νὰ βελτιώσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν Μοῖραν τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ποίων τριῶν θωρηκτῶν; Τῶν ὁποίων οἱ λέβητες σήμερον εἶναι ἀνίκανοι διὰ πλήρη καὶ τελείαν πολεμικὴν δρᾶσιν, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς μηχανικῆς;...
§153Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβέστατον.
§154ΛΕΒΙΔΗΣ. .. λέβητες, ὧν ἡ ἀνακαίνισις θέλει ἀπαιτήσει περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν; Θέλετε δημιουργήσει στόλον. Τίς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ δημιουργήσητε στόλον; Τίς δὲν θέλει χειροκροτήσει ὑμᾶς, ἐὰν κατορθώσητε τοῦτο; Ὅλοι ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐτῶν σκοπῶν καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν διαθέσεων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, γινώσκομεν ὁποία τις εἶναι ἡ ἀξία τῶν ὑπαρχόντων τριῶν θωρηκτῶν; Ἐδαπανήσαμεν δι’ ἕκαστον αὐτῶν 8,666,668 φράγκα καὶ 66/00. Δηλαδὴ, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὸ φράγκον πρὸς 1,60, ἐδαπανήσαμεν δι’ ἕκαστον θωρηκτὸν 13,666,665 δραχμάς. Ἐδαπανήσαμεν ἄρα διὰ τὰ τρία θωρηκτὰ 41,599,995 δραχμάς. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ τρία ταῦτα θωρηκτά, καίτοι ἦσαν καὶ εἶναι πλοῖα μεγάλης δυνάμεως, εἶχον ἔλθει ὅμως τοσοῦτον ἀτελῆ, ὥστε μεταγενεστέρως τὸ Κράτος ἠναγκάσθη δι’ ἐμοῦ νὰ ὁπλίσῃ αὐτὰ διὰ 31 ταχυβόλων, διὰ 300 βολῶν ἀκάπνου πυρίτιδος, τότε πρῶτον εἰσαχθείσης εἰς τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἓν ἕκαστον τῶν 31 ταχυβόλων· ἠναγκάσθη τὸ Κράτος νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὰ θωρηκτὰ ἠλεκτρικὸν φῶς καὶ προβολεῖς ἠλεκτρικούς, ἀναποφεύκτους καὶ ἀναποδράστους διὰ τὴν πολεμικὴν ἱκανότητα τῶν πλοίων, τουτέστι κυρίως διὰ τὴν ἄμυναν αὐτῶν· ἠναγκάσθη νὰ μετακομίσῃ τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀποστακτήρια μηχανήματα, ἵνα τὸ θαλάσσιον ὕδωρ μετατρέπηται εἰς γλυκύ, πρὸς μὴ καταστροφὴν τῶν λεβήτων· ἠναγκάσθημεν νὰ κομίσωμεν τὰ λεγόμενα ἀνελκυστήρια, δι’ ὧν τὰ βλήματα ἀνασύρονται ἀσφαλῶς ἐκ τῶν βληματαποθηκῶν, καὶ τοποθετοῦνται πρὸ τῶν πυροβόλων· ἠναγκάσθημεν νὰ εὑρύνωμεν τὰς πυριτιδαποθήκας τῶν πλοίων τούτων, διότι, ἐνῷ ἦτο βέβαιον, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἔπρεπε νὰ ὁπλισθῶσι διὰ ταχυβόλων, δὲν ὑπῆρχον ὅμως ἀποθῆκαι διὰ τὰ βλήματα αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσητε πόσα τὸ Κράτος ἐδαπάνησε κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896, 1897 καὶ 1898 διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ δι’ ἄλλας ποικίλας ἀνάγκας αὐτῶν, θέλετε εὕρει, ὅτι οὐχὶ 42 μόνον ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ τρία θωρηκτά, ἀλλὰ πολὺ πλείονα. Διότι καὶ νυκτερινοὺς δείκτας (indicateurs Holm) δι’ αὐτὰ ἔφερον, καὶ τεμάχια λεβήτων Belleville (ἀμοιβὰ τῶν τριῶν θωρακωτῶν) καὶ αὐλοὺς χαλυβδίνους τῶν θωρακωτῶν, καὶ συνδέτας, καὶ τρεῖς ἀτμολέβητας Belleville (βοηθητικοὺς), καὶ αὐλοὺς ψυγείων ὀρειχαλκίνους διὰ τὰ θωρηκτά, καὶ πλείστας ἄλλας βελτιώσεις εἰς τὰ θωρηκτὰ ἐπήνεγκον. Ἀλλὰ τάχα, Κύριοι, ἐὰν πρόκειται νὰ δράσῃ ποτὲ ἡ Ἑλλάς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς ἀντίπαλον Δύναμιν, ἥτις κινδυνεύει νὰ κατασταθῇ καὶ ναυτικὴ Δύναμις, (διότι τίς ἐπίστευε πρό τινων ἐτῶν, ὅτι ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια κατὰ ξηρὰν ἤθελε κατασταθῇ ἓν τῶν στρατιωτικωτάτων ἐθνῶν τοῦ κόσμου;) ἐὰν, Κύριοι, ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια καταστῇ καὶ ναυτικὴ Δύναμις, νομίζετε ὅτι εἴμεθα ἀσφαλεῖς πρὸς ἄμυναν καὶ πρὸς ἐπίθεσιν διὰ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἅτινα ἔχετε, ἅτινα δὲ προϊόντος τοῦ χρόνου θέλουσι καὶ παλαιωθῆ;...
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!
§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἕκαστος, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν λόγων αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους· εἰς ὅσα δὲ ἐγὼ λέγω, ἔχω πεποίθησιν. Εὔχομαι νὰ μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν πάλιν νὰ κλαύσωμεν καὶ νὰ μετανοήσωμεν. Ἐπιθυμῶ ὅμως τώρα, ὅσα φρονῶ, νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἐλευθερίαν ἀκόμη δι’ ὀλίγας στιγμὰς, ἵνα ἐκθέσω αὐτά· ἔσομαι δὲ εὐγνώμων. Λοιπὸν ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ τρία θωρηκτὰ ὁμοῦ δραχμαὶ 41,599,995, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 1,60, ἄνευ δὲ τῶν μετέπειτα προσθηκῶν καὶ τῶν βελτιώσεων. Καὶ κατὰ ποίαν ἐποχήν; Ὅτε ἡ εὐθηνία τοῦ σιδήρου ἦτο μοναδική, ἐνῷ σήμερον ὁ σίδηρος εἶναι ὑπερτετιμημένος. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὦμεν σπουδαῖοι, νὰ σκεπτώμεθα σοβαρῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῶμεν τὸν ἔλεγχον εὐσυνειδήτου, πεφωτισμένης καὶ ἐπιστημονικῆς ἐξετάσεως, ὅταν ἰσχυριζώμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωμεν ναυτικὰς δυνάμεις, ὅταν σήμερον πλέον καὶ ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια παρασκευάζηται ναυτικῶς, ὅταν ἔχωμεν τρία μόνον θωρηκτά, ὧν ἡ ἡλικία σήμερον εἶναι δέκα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν. Διαφέρει ἡ ἐποχὴ τοῦ πολέμου, διότι τότε τὸ Τουρκικὸν Ναυτικὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῶν Δαρδανελλίων, ὡς ἐκ τοῦ ὅλως ἀπαρασκεύου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, τορπιλλοβόλα; Ἠκούσαμεν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὰ μὲν Γαλλικά εἰσιν ἄχρηστα πλέον μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ τίς τοῦτο ἠγνόει; Ἠκούσαμεν, ὅτι τὰ Ἀγγλικά εἰσιν ἄχρηστα ἐπίσης. Τίς τοῦτο ἠγνόει; Ἠκούσαμεν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἔχομεν, εἰμὴ ἓξ Γερμανικὰ τορπιλλοβόλα· μάλιστα μετὰ τὸν ἀνατιναγμὸν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12 ἔχομεν πέντε μόνον, καὶ ταῦτα κακουχηθέντα λίαν κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἡλικίας, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, γεροντοκοριτσιῶν....
§157ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Γεροντοπαλληκαριῶν.
§158ΛΕΒΙΔΗΣ. Γεροντοπαλληκαριῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλὰ ἐδῶ, δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω τὴν λέξιν (ἱλαρότης). Λοιπόν, Κύριοι, ὅταν δὲν ἔχητε τορπιλλοβόλα, ἔχητε δὲ μόνον τρία θωρηκτά, ἔχητε δὲ ἀνάγκην ἀπόλυτον καὶ ἄλλων θωρηκτῶν, βεβαίως ἀκόμη τριῶν, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἤτοι δαπάνης, ὡς εἶπον, περίπου 42,000,000 δραχμῶν διὰ τὰ τρία, θέλετε ἔχει ἀνάγκην καὶ 12 τοὐλάχιστον τορπιλλοβόλων. Ἐλαχίστη τιμὴ ἑκάστου τορπιλλοβόλου εἶναι 500,000 φράγκα· λοιπὸν διὰ τὰ 12 τορπιλλοβόλα θέλετε 6,000,000, ἤτοι, πρὸς 1,60 τὸ φράγκον, 9,600,000 δραχμάς. Δὲν ἔχετε ἀντιτορπιλλικά, — διότι, ὅταν ἔχητε θωρηκτὰ καὶ στόλον ἐν γένει, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ ἔχητε καὶ ἀντιτορπιλλικά. — Τρία ἀντιτορπιλλικὰ ἂν ναυπηγήσητε, ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, θέλετε δι’ ἕκαστον αὐτῶν φράγκα 2,000,000, τουτέστιν 6 ἑκατομμύρια φράγκα, ἢ 9,600,000 δραχμάς. Δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ πολεμικὴ ἐνέργεια ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Θὰ ἀμύνησθε ἢ θὰ ἐπιτίθησθε; Ἢ καὶ συναμφότερα, ὅπερ τὸ πιθανώτερον; Ἔχετε ἀνάγκην καταδρομικῶν, καὶ ἔχετε ἀνάγκην τοὐλάχιστον τεσσάρων καταδρομικῶν, ἀξίας ἕκαστον φράγκων 4,000,000, ἤτοι ὁμοῦ 16,000,000 φράγκων, τουτέστι δραχμῶν 25,600,000. Τὰ ποσά, Κύρια, ἅτινα ἐπιτροχάδην ἀνέφερα, ἀποτελοῦσι σύνολον 87,899,995 δραχμῶν, δηλαδή, ἵνα μὴ ὦμεν σχολαστικοί, 88,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅταν συναποτελέσητε τοιαύτην δύναμιν, ἧς ἄφευκτον ἀνάγκην θέλει ἔχει ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἐξακολουθῇ μὴ ἔχουσα ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, — τί διὰ τῆς φράσεως ταύτης ἐννοῶ, θέλω λάβει τὴν τιμὴν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναπτύξω, — ἵνα ἔχητε τοιαύτην δύναμιν εἰς σκάφη πολεμικά, θέλετε ἔχει ἀνάγκην Ναυστάθμου, οὐχὶ βεβαίως οἷος ὁ ὑπάρχων, ἄνευ ὕδατος, Ναυστάθμου οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον φρουρουμένου, οὔτε ὠχυρωμένου, τοσοῦτον μὴ φρουρουμένου, ὥστε ἐπῆλθέ ποτε εἰς τὴν κεφαλὴν κυρίου τινὸς, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ θέσῃ χεῖρα εἰς δύο ἢ τρία τορπιλλικά, ἵνα ἐκστρατεύσῃ εἰς τὴν Κρήτην!
§159Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§160Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ· ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω, τὸ λέγω· ὅ,τι δὲν θέλω νὰ εἴπω, δὲν θὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ τὸ εἴπω. Ἔχετε ἀνάγκην Ὑποβρυχίου Ἀμύνης δι’ αὐτὰ τὰ τορπιλλικὰ καὶ ἀντιτορπιλλικά· ἔχετε ἀνάγκην μεγίστης ποσότητος βαμβακοπυρίτιδος, καλωδίου, ἵνα ἀσφαλίσητε τὰ παράλια ἀπὸ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς· ἔχετε ἀνάγκην, Κύριοι, τορπιλλικῶν σταθμῶν ἐν πλείστοις ἐπικαίροις σημείοις τῆς Ἐπικρατείας· ἔχετε ἀνάγκην νὰ πληρώσητε τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης παντοίων, ποικίλων καὶ πολυτιμοτάτων ὑλικῶν· ἔχετε ἀνάγκην νὰ αὐξήσητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἵνα μὴ εἴπω καὶ τῶν ναυτῶν· ἔχετε ἀνάγκην ἐκγυμνάσεως τῶν ἐπιτελείων τῶν πλοίων καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην Προϋπολογισμοῦ οὐχὶ κατὰ ἑκατομμύρια περικοπτομένου, ἀλλὰ καθ’ ἑκατομμύρια αὐξανομένου. Τί μοι ὁμιλεῖτε, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ, περὶ 15 καὶ 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Ἔχετε ἀνάγκην, — θέλω εἴπει τὸν ἀριθμόν, ἀδιαφορῶν περὶ τῶν κρίσεων οἱουδήποτε, διότι αὕτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, πεποίθησις, ἣν ἤντλησα ἐξ ἀναστροφῆς πρὸς ἐπιστήμονας καὶ διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ Ναυτικοῦ,— ἔχετε ἀνάγκην, Κύριοι, ἑκατὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἂν θελήσητε συνεργασίαν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, τίς ἠξεύρει πόσων ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἔχετε ἀνάγκην διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν! Ἔχετε πυροβόλα; ἔχετε ὑλικὸν πολέμου; ἔχετε στρατῶνας; ἔχετε ἐκπαίδευσιν; ἔχετε συγγράμματα; ἔχετε ἵππους, γεφύρας, ὀχυρωματικὰ ἔργα, ὁδοὺς στρατιωτικάς; Ἔχετε ὅπλα; ἔχετε πολεμεφόδια; Τί ἔχετε; Ἐὰν εἴχετε καὶ τίποτε, αὐτὸ ἡ Λάρισα γνωρίζει τί ἐγένετο. Λοιπόν, Κύριοι, πρέπει νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν πληγῶν τοῦ τραυματίου, — ὅσον καὶ ἂν ταράσσηται, ἀδιαφοροῦντες, — ἐὰν ἐπιθυμῶμεν νὰ σώσωμεν αὐτόν. Ἐὰν δ’ ἐπιθυμῶμεν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ διατηρήσωμεν αὐτὸν ἐν τῇ ζωῇ, μέχρις ὅτου ἔλθῃ τὸ μοιραῖον τέλος, τότε ἂς κομπάζωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ἂς πιστεύωμεν, ὅτι διὰ κερματίων καὶ συνδρομῶν θέλομεν καταρτίσει ἰσχυρὸν στρατὸν καὶ πολυδύναμον στόλον. Καὶ τώρα ἕκαστος θέλει μὲ ἐρωτήσει: «Λοιπόν, ποία εἶναι ἡ γνώμη σου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου;», — δι’ ὅπερ ἐπαινῶ εἰλικρινῶς τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ Ὑπουργείου. — «Ποία εἶναι ἡ γνώμη σου;» Πολλὰ ἐπὶ τούτου δύναταί τις νὰ εἴπῃ. Γενικὴ γνώμη εἶναι, ὅτι θέλομεν ψηφίσει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐλπίζοντες μετὰ τῶν πολλῶν ἐπὶ τὸ θεῖον ἔλεος. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως πολλὰ δὲν ἐλπίζομεν. Διατί; Διότι, Κύριοι, — καὶ εἶπον τοῦτο πολλάκις — ἴσως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἢ δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, διότι δὲν γνωρίζομεν σαφῶς καὶ διαυγῶς καὶ ὡρισμένως, τί πρέπει νὰ θέλωμεν. Ἴσως διότι εἴμεθα μικροί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀφ’ ἑνὸς ἔστειλαν τὸν κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴν (δὲν βλέπω αὐτὸν ἐνταῦθα) εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἵνα συμβιβάσῃ τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Πύλην· ἐπίσης λέγομεν, ὅτι οἱ Βούλγαροι βαρβάρως καὶ ἀγρίως καταπιέζουσι τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ πρέπει νὰ συμπράξωμεν τῇ γείτονι Ἐπικρατείᾳ, ὅπως βοηθήσωμεν τὸν ἀμυνόμενον ἐν Μακεδονίᾳ ἀδελφὸν λαὸν κατά τε τῶν Βουλγάρων, καὶ κυρίως κατὰ τῶν Σλαύων. Ἀφ’ ἑτέρου, μὴ δυνάμενοι νὰ κρυβῶμεν ὄπισθεν τῶν δακτύλων ἡμῶν, δημιουργοῦμεν ἐν τοῖς νεωρείοις τοῦ κόσμου στόλους, ἵν’ ἀντιπαραταχθῶμεν κατὰ τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ. Λέγομεν δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς, διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως — διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πολεμήσωμεν κατὰ τῶν στόλων τῆς Ρουμανίας, ἢ τῆς Βουλγαρίας, ἢ τῆς Σερβίας (ἱλαρότης). Ἰδοὺ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ γνώμη μου· ὅτι, ἀφοῦ ὑπεβάλετε τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐθνικὸν μέν, ἀμελέτητον δέ, ἡ εὐθύνη δέον νὰ ἦναι ἐφ’ ὑμᾶς. Ἐγὼ οὐδενὸς τὴν γνώμην ἐκφράζω, διότι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὰς γνωστὰς πολιτικὰς μερίδας τοῦ Τύπου· ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην ἐμοῦ καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς μὲ ἔστειλαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, μόνον ἐκτεθέντα, ἄνευ συνδυασμοῦ. Θέλω λοιπὸν ψηφίσει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, θέλω προσπαθήσει δὲ εἶτα νὰ ψηφίσω τὰς βελτιώσεις, ἃς ἔντιμοι συνάδελφοι θέλουσι φέρει, ἢ καὶ ἐγὼ διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων θέλω προσπαθήσει νὰ ἐπενέγκω βελτίωσίν τινα, ὡς καὶ ἔπραξα μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη, Κύριοι, εἶναι ἐφ’ ὑμᾶς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σπουδαιολογῶμεν, βεβαίως δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ἐκτὸς ἂν διατελῆτε ἐν πλάνῃ, ὅταν λέγητε, ὅτι ἐπικαλεῖσθε τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δι’ ἑκουσίας εἰσφορὰς, ὧν δυνάμει οὐδὲν μέγα ἔργον ἐγένετο ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ κόσμου. Ἀδύνατον ἄρα δι’ ἑκουσίων εἰσφορῶν νὰ διαπράξητέ τι μέγα. Ἐν τούτοις καὶ φορολογεῖτε, ἀλλὰ φορολογεῖτε κεκαλυμμένως, ὡς ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ἔντιμος συνάδελφος. Ἀλλ’ ἐὰν τέλος πάντων θέλετέ τι πράγματι σπουδαῖον καὶ ἐθνικόν, λάβετε τὸ θάρρος νὰ φορολογήσητε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς. Ἐὰν ἔχητε πολιτικὴν ἐθνικῆς παρασκευῆς κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν, εἴπετε γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ καὶ εὐθαρσῶς ἀπὸ τοῦ βήματος, (εὐτυχῶς δὲν στερεῖται θάρρους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς) εἴπετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: «Θέλεις νὰ ἔχῃς Ναυτικόν; ὀφείλεις νὰ καταβάλῃς ἑκατὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν. Θέλεις νὰ ἔχῃς στρατὸν κατὰ γῆν, ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ; ὀφείλεις νὰ καταβάλῃς ἄλλα 100 ἑκατομμύρια δραχμῶν». Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, Κύριοι. Δὲν δύναται ὁ λαὸς νὰ καταβάλῃ ταῦτα; Δὲν θέλει; Ἀλλάξατε πολιτικὴν ἢ, ἂν ἐμμένητε, παραιτήθητε. Τέλος πάντων ἐκλέξατε μίαν πολιτικὴν, εἴτε ὑμεῖς, εἴτε ὑμεῖς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως παρουσιαζόμεθα ὡς ἔχοντες δῆθεν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἐνῷ οὐδὲν εἴχομεν, οὔτε ἔχομεν ἐν τοῖς πράγμασι, διότι ἐμάθομεν νὰ λέγωμεν ἁπλῶς, ὅτι «μία εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ», οὐδὲν τὸ πρακτικὸν, τὸ φιλόπατρι, τὸ μέγα θέλομεν δυνηθῆ νὰ κατορθώσωμεν. Ἔχετε τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάρρος τὸ πολιτικὸν νὰ εἴπητε ἀπεριφράστως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: «Ἐὰν θέλῃς νὰ ἔχῃς στόλον πολυδάπανον, — διότι τοιοῦτον πρέπει νὰ ἔχῃς, —καὶ στρατὸν πολυάριθμον, —διότι τοιοῦτος σοὶ ἀναγκαιοῖ, —ἔχεις καὶ ἀνάγκην πολυαρίθμων ἑκατομμυρίων». Τότε ἐμπρός! προχωρήσατε, εἴπετε ταῦτα· τὸ δὲ μέλλον καὶ τὰ πράγματα θέλουσι διδάξει ὑμᾶς νὰ κανονίσητε τὴν γνώμην καὶ τὴν πορείαν ὑμῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀποκρύπτετε ἀπὸ τοῦ ἔθνους τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν, οὐδὲν τὸ ἔθνος πρέπει νὰ ἀναμένῃ παρ’ ὑμῶν. Ἤλπισε τέλος πάντων τὸ ἔθνος, ὅτι ἤθελεν ἐπιχυθῆ φῶς, ὅτι ἤθελε ληφθῆ σύντονος φροντὶς περὶ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διεψεύσθησαν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· πιθανὸν ζωηρότερον τοῦ δέοντος νὰ παρέστησα τὰ πράγματα. Αἰτοῦμαι, Κύριοι, τὴν ἐπιεικῆ ὑμῶν γνώμην. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§161Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πλέον ἀργά. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει δεχθῆ τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον, διότι τὸ ζήτημα...
§162ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως θέλει ἡ Βουλή.
§164ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ θέλει ἡ Βουλὴ αὔριον, μάλιστα.
§166ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεκράτησε συνήθεια νὰ μὴ γίνηται συνεδρίασις.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Παρασκευὴν, Κύριοι. Ἀκριβῶς τὴν 4ην ὥραν θὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)