Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Β› Sitting 17

1900.11.28

3,019 rows · 22,657 words · 1 table · 243 turns

Date
1900.11.28
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17

Τῆς 28 Νοεμβρίου 1900.

(Τρίτη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι, ἂν ἄλλοτε τὴν 4 ἢ 4¼ ὥραν μ. μ. δὲν ἦναι παρόντες, θὰ λύω τὴν συνεδρίασιν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν πλανοδίων ἐμπόρων ψιλικῶν εἰδῶν, περὶ ἐλευθέρας καὶ ἀνενοχλήτου ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των.

§2Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ συμπολῖταί μου προσῆλθον σήμερον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των. Αὐτοὶ εἶναι πλανόδιοι ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου ὑπόκεινται πάντοτε εἰς φορολογίαν ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ περιφέρωνται καὶ νὰ πωλῶσι τὰ ψιλικά των εἴδη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νὰ περιφέρωνται παντοῦ ἐθεωρήθη ὄχι ὀρθὸν, ἡ Ἀστυνομία εἶχεν ὁρίσει τὸν παρὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης χῶρον πρὸς τοῦτο. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου τοὺς ἀπέπεμψεν ἐκεῖθεν ἡ Ἀστυνομία, χωρὶς νὰ τοῖς ὁρίσῃ ἕτερον τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ πωλῶσι τὰ ἐμπορεύματά των, καὶ κατέσχεν ἀδίκως τὰ χειραμάξιά των. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις φαίνεται ἀγνοοῦσα τὸ ἄδικον τοῦτο, νὰ διατάξῃ τοὺς ἀστυνόμους ν’ ἀφήσωσιν αὐτοὺς νὰ ἐξασκῶσι πάλιν ἐλευθέρως τὸ ἐπάγγελμά των.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Παναγιώτης Βελισσαρίου καὶ Ἰωάννης Παναγᾶκος, παλαιοὶ κλητῆρες τῆς Βουλῆς, ἀπόστρατοι ὑπαξιωματικοὶ, παρακαλοῦσι νὰ λαμβάνωσι καὶ τὴν σύνταξίν των καὶ τὸν μισθόν των. Εἶναι κλητῆρες τῆς Βουλῆς, συνταξιοῦχοι ὑπαξιωματικοί, καὶ ζητοῦσι νὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξιν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ κλητῆρος. Νομίζω ὅτι ἡ αἴτησίς των εἶναι δικαία, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σταλῇ μετὰ συστάσεως εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ αἴτημά των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸν, εἰμὴ διὰ νόμου.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τούτων δὲν ὑπάγεται εἰς σύνταξιν.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἁρμόδιον νὰ μελετήσῃ τὴν αἴτησιν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον καὶ ἐγώ. Ὁ Λεωνίδας Πολίτης, κάτοικος Πατρῶν, δι’ ἀναφορᾶς του παραπονεῖται ὅτι ἐμποδίζεται ν’ ἀνοικοδομήσῃ τὴν οἰκίαν του, καίτοι ἔχει ἄδειαν τοῦ ἁρμοδίου Νομομηχανικοῦ. Οἱ ἐπιστήμονες φαρμακοποιοὶ Πατρῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ὑποβληθῇ φαρμακευτικὸν νομοσχέδιον, πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτῶν.

§8Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη τοιαύτη ἀναφορά. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.

§9ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μήπως σκέπτεται νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον;

§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ γείνῃ ἐπεξεργασία.

§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πέρυσι τὸ αὐτὸ εἴπετε.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Δ. Σκαλτσογιάννη δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ τοῖς χορηγηθῇ τὸ ἐξ 100 δραχμῶν μηνιαῖον βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ὁ εἰρημένος ὁπλαρχηγός.

§13Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἐκδουλεύσεις πρὸς τὴν πατρίδα τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Σκαλτσογιάννη. Ἀπὸ δύο ὅμως ἐτῶν ὁ μόνος υἱὸς αὐτοῦ, ὅστις ἠδύνατο νὰ διαθρέψῃ τὰ πεινῶντα μέλη τῆς οἰκογενείας του, ἐφονεύθη εἰς τὰς φυλακάς, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, παρά τινος καταδίκου· ἀπέμειναν δὲ δύο θυγατέρες τοῦ ὁπλαρχηγοῦ, μὴ δυνάμεναι νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἐκ φιλανθρωπίας καὶ ἐκ καθήκοντος ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτάς, κατὰ τὴν αἴτησίν των, ἣν συνιστῶ ἰδιαζόντως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§14Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, συνιστῶ θερμῶς, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ χορηγηθῇ τὸ ζητούμενον βοήθημα εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ Σκαλτσογιάννη, διότι ἡ οἰκογένεια Σκαλτσογιάννη εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, αἵτινες ἐπὶ τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐπαναστάσεως ὕψωσαν τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ συνετέλεσαν μεγάλως εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα. Καὶ οὐ μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Σκαλτσογιάννη; εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ἦτο ὁ ἀληθὴς ἀρματωλός, ὅστις ἐπροστάτευσε τοὺς Χριστιανοὺς πολλάκις, καὶ κατέστρεψε τὴν περιουσίαν του, ὑπερασπιζόμενος αὐτούς. Ὅτε δὲ προσῆλθεν εἰς τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον, ὁ Ὄθων τῷ ἐχορήγησε σύνταξιν 150 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε διετήρει. Ὅτε δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1878 εἰς τὴν Ἤπειρον, αὐτὸς πρῶτος, τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς σώματος γενναίων ἀνδρῶν, ἠγωνίσθη, καὶ ἐπληγώθη καιρίως. Ἑπομένως εἶναι δίκαιον, ἡ χήρα τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ νὰ μὴ μένῃ ἄνευ μικρᾶς συντάξεως μετὰ δύο ὀρφανῶν θυγατέρων, ἀλλὰ νὰ προστατευθῇ· καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.

§15Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου. Ὁ κ. Στρᾶτος ἐξέθηκεν ἐν συντόμῳ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ ἀνδραγαθήματα τοῦ μακαρίτου Σκαλτσογιάννη, ὁ ὁποῖος πράγματι, ἐφ’ ὅσον ἐν Ἠπείρῳ ἔμενεν, ἐγένετο ἀληθὴς ἥρως. Αὐτὰ ὅμως τὰ ἀνδραγαθήματα αὐτοῦ κατὰ τῶν Τούρκων διωκτῶν του ἐγένοντο αἰτία ἐντελοῦς ἐξαφανίσεως καὶ τῆς περιουσίας καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ. Ἔκτοτε ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ καὶ προσέφυγεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἔλαβε παρὰ τῶν Κυβερνήσεων μικρὸν βοήθημα. Νομίζω διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ δίκαιον, ὅπως συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ὑπὲρ τῆς πενομένης χήρας καὶ τῶν ὀρφανῶν αὐτῆς, στερουμένων παντελῶς τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως.

§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ζητήματος, ὅπερ ἀφορᾷ ἀληθῶς οἰκογένειαν ἔχουσαν δικαιώματα, νομίζω καλὸν νὰ ἐξετασθῇ, μήπως ἡ σύνταξις, ἡ παρεχομένη εἰς τὸν ὁπλαρχηγὸν Σκαλτσογιάννην, εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐν ἔτει 1883 διὰ νόμου ἐκανονίσθησαν, διότι παρείχοντο ἕως τότε χορηγήματα διὰ Διαταγμάτων ἀνωμάλως. Ἐν ἔτει 1883 ἐκανονίσθησαν τὰ χορηγήματα διὰ νόμου, ῥητῶς διατάξαντος, ὅτι πᾶν μὲν τὸ κεχορηγημένον ἀνεγνωρίζετο, πᾶν δὲ τοιούτου εἴδους χορήγημα ἐφεξῆς δὲν ἐπετρέπετο νὰ δοθῇ ἄνευ νόμου. Ἐὰν τοιοῦτό τι συμβαίνῃ, τότε εὔκολον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως· διότι αὕτη δύναται νὰ ἐξακολουθῇ παρέχουσα εἰς τὴν χήραν καὶ εἰς τὰς θυγατέρας αὐτῆς τὸ χορήγημα τὸ δεδομένον εἰς τὸν ἀποθανόντα ὁπλαρχηγόν. Ἄλλως εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως.

§17ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ Σκαλτσογιάννη διαφέρει, διότι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1863 ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἐπιδόματα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο ἐπὶ Ὄθωνος διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ ἐνέκρινεν αὐτά. Συνεπῶς, ὅσα ἐξ αὐτῶν ἐνεκρίθησαν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, βεβαίως εἶναι νόμιμα.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Οἱ ἐν Ἀθήναις ὀμβρελλοποιοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σύστημα τῆς προσωρινῆς ἀτελείας καὶ ἐπὶ τοῦ βιομηχανικοῦ κλάδου τῆς ὀμβρελλοποιΐας, ὡς πρὸς τὰς πρώτας ὕλας, τὰς χρησιμοποιουμένας εἰς εἴδη ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§19ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αἴτημα τῶν ἀναφερομένων ἐργοστασιαρχῶν, εὔλογον καὶ δίκαιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, πραγματοποιούμενον, δὲν πρόκειται νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, τοὐναντίον θ’ αὐξήσῃ τὰ ἔμμεσα ἔσοδα αὐτοῦ. Ἡ βιομηχανία αὕτη, λαμπρῶς καὶ ἀξιεπαίνως εὐδοκιμήσασα, κατώρθωσε νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ὄχι μόνον κατὰ ποσὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιόν. Ὡς ἀνεπτύχθη αὕτη, δύναται ἐπίσης νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ παρόμοια προϊόντα τῶν ξένων βιομηχανιῶν ἐν ταῖς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἀγοραῖς. Ἀλλ’ ἡ ἔξοδος αὐτῆς ἔχει φραχθῆ διὰ τοῦ δασμολογίου. Οἱ ἀναφερόμενοι, ὡς φαίνεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ των, δὲν ζητοῦσιν ἀτέλειαν ἐπὶ τῶν ὑλῶν, τὰς ὁποίας εἰσάγουσι πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας των ἐν γένει· ζητοῦσιν ἀτέλειαν προσωρινὴν, τουτέστιν ἐπὶ δηλώσει, ἀτέλειαν τῶν ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται δι’ εἴδη ἐξαγόμενα εἰς ξένας ἀγοράς. Ἐνῷ δὲ σήμερον δὲν εἰσάγεται μέγα ποσὸν ἢ μόνον σχεδὸν ὅσον ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, παρεχομένης τῆς τοιαύτης ἀτελείας θὰ εἰσάγηται πολὺ περισσότερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάγηται μεταπεποιημένον, ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τοῦ Δημοσίου βεβαίως, ἀφοῦ θὰ ἦναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Παρεσχέθησαν ἄλλοτε προστασίαι ἄμεσοι ἐπὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ τέλη τὰ ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, τὰ ἐπιβαρύνοντα τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν παρομοίων ἐκ ξένων ἀγορῶν, εἶναι τέλη, τὰ ὁποῖα, ἐάν τις βαθέως ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, θὰ ἴδῃ, ὅτι πληρώνονται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, εἰς κέρδος καὶ ὠφέλειαν τῆς οὕτω προστατευομένης βιομηχανίας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο τοῦτο κακῶς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιβαρύνονται τοιαῦτα εἴδη εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, πολλῷ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν τὴν ζητουμένην ὑπὸ τῶν ὀμβρελλοποιῶν ἀτέλειαν, ἥτις ὄχι μόνον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ δὲν ἀφορᾷ τὴν ὕλην τὴν χρησιμοποιουμένην εἰς τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ ὠφελήσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ ὠφελήσῃ δὲ καὶ τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοιαύτης βιομηχανίας.

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐκπλήρωσις τῆς παρακλήσεως τῶν ἀναφερομένων θέλει ἀποτελέσει βεβαίως ἐνίσχυσιν ἑνὸς κλάδου τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, κλάδου βιομηχανικοῦ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ κατορθωθῇ; Ἡ ἄδεια πρὸς εἰσαγωγὴν ἄνευ πληρωμῆς τελῶν τῶν ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσι πρὸς κατασκευὴν τῶν ὀμβρελλῶν, δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἦναι εὔκολον νὰ παραχωρηθῇ, ἐκ τοῦ φόβου μήπως τὰ εἰσαγόμενα ἀτελῆ χρησιμεύωσι καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, πλὴν τῆς περὶ ἧς πρόκειται βιομηχανίας. Ἀλλ’ ἠδύνατο ἴσως νὰ κατορθωθῇ ἄλλο τι· κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ν’ ἀποδίδωνται εἰς τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐξάγοντας, τὰ τέλη τὰ ἀνάλογα διὰ τὴν ὕλην, ἡ ὁποία διετέθη πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐξαγομένων ὀμβρελλῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι εὔκολον, νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν ταύτην.

§21ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει σπουδαιότητα γενικωτέραν. Μέχρι τοῦδε παρείδομεν τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν βιομηχανίαν. Μέχρι τοῦδε ἐφαίνετο, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ βιομηχανία ἡ ἐν Ἑλλάδι νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν βιομηχανίαν τὴν εὐρωπαϊκὴν, καὶ νὰ στέλλῃ προϊόντα, ἂν ὄχι εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην, τοὐλάχιστον εἰς τὴν Ἀνατολήν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπό τινος φαίνονται λαμβάνοντα ἄλλην τροπήν. Εἶναι σήμερον γνωστὸν, ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν ὑπολείπεται, ὡς πρὸς τὴν φυσικὴν νοημοσύνην πρὸς τὴν τέχνην, οὐδενὸς ἑτέρου ἔθνους. Τὴν φυσικὴν ταύτην ῥοπὴν τοῦ Ἕλληνος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ συντρέξῃ πᾶσαν βιομηχανίαν, δυναμένην νὰ στέλλῃ προϊόντα ἑλληνικὰ εἰς τὴν Ἀνατολήν. Τοῦτο ἤδη ἐγένετο, ἀλλ’ ἐγένετο περιωρισμένως, ἐγένετο, ὡς γνωρίζετε, διὰ τὰ λουκούμια τῆς Σύρου, ἐγένετο διὰ τοὺς ψιαθίνους πίλους. Ἤδη παρουσιάζεται τὸ ζήτημα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὀμβρελλοποιούς. Ζητοῦσι, καθὼς νομίζω ἐλέχθη ταύτην τὴν στιγμήν, νὰ εἰσάγωσιν ὑλικὰ, ἀπαραίτητα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν προϊόντων αὐτῶν, ἀτελῶς· ὁσάκις δὲ κάμνωσιν ἐξαγωγήν, νὰ ἐκπίπτηται τὸ ἀντίτιμον. Βεβαίως, τοῦτο συντρέχει ἤδη πολὺ αὐτούς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ζήτημα νὰ θεωρηθῇ γενικώτερον. Ἔχομεν ἀτελῆ τὴν μέταξαν, ἥτις παράγεται ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ παράγεται τοιαύτη ὄχι ἐπαρκής· μικρὸν μέρος τῆς μετάξης, τῆς χρησιμοποιουμένης ἐν τῷ τόπῳ, παράγεται ἐν αὐτῷ· ὡς ἐκ τούτου καὶ οἱ ὀμβρελλοποιοὶ ἀναγκάζονται νὰ φέρωσι τοιαύτην ἐξ Εὐρώπης. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, ὀμβρελλοποιός τις νὰ μὴ φέρῃ τὴν μέταξαν ἐξ Εὐρώπης, εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀγοράζῃ ἐξ ἄλλου μεγάλου ἐμπορικοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ἂν τὸ ὕφασμα τὸ ἐκ μετάξης εἶναι ἐντόπιον ἤ οὔ. Οὗτος λοιπὸν δὲν θέλει ἀπολαύσει τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπολαύσει οἱ βιομήχανοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι φέρει τὴν μέταξαν ἐξ Εὐρώπης; Νομίζω ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἄδικον. Νομίζω ὅτι ἀδιάφορον εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὁ ὀμβρελλοποιὸς ἠγόρασεν ἀπὸ ἄλλον ἔμπορον τὸ ὕφασμα αὐτοῦ. Θὰ σᾶς φέρω παράδειγμά τι, ὅπως κάλλιον ἐννοήσητε τὸ ζήτημα. Ὡς γνωρίζετε, ἐργοστάσιον ζακχάρεως κατεσκευάσθη ἐν Θεσσαλίᾳ. Σήμερον νομίζω ὅτι δὲν λειτουργεῖ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θέλει λειτουργήσει, καὶ θέλει λειτουργήσει μετ’ ἐπιτυχίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τοὺς κατασκευαστὰς λουκουμίων Σύρου θέλει ἡ Κυβέρνησις ἐρωτήσει: «Ἡ ζάκχαρις, τὴν ὁποίαν ἐπήρατε, εἶναι ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἢ τὴν ἐπήρατε ἐκ τῆς Θεσσαλίας;» Βεβαίως ὄχι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νὰ θεωρηθῇ τὸ ζήτημα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶς ὀμβρελλοποιὸς, ὅστις ἤθελεν ἐξαγάγει ὀμβρέλλας, νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀξίαν τοῦ τέλους τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται, εἴτε ταῦτα ἦλθον ἐξ Εὐρώπης, εἴτε μή. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, Κύριοι, πολλὰ θὰ ἦναι τὰ ὠφέλιμα· οὐ μόνον πληθὺς ἐργατῶν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐργάζωνται ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ βεβαίως δύναται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ αὐξήσῃ καὶ ὁ χρυσὸς, ὁ εἰσαγόμενος ἐξ Εὐρώπης, τὰ δὲ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης συνδρομῆς, διδομένης εἰς τὴν βιομηχανίαν, θὰ ἦναι μέγιστα.

§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονῶ, ὡς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπεμελήθησαν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρέχηται ἑκάστοτε εἰς αὐτὴν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὀρθὸν νὰ παράσχῃ. Ἀπ’ ἐναντίας, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἐξ ὅσων ἐν τῷ παρελθόντι εἶδον, παρακολουθήσας τὸ ζήτημα, ὅτι ἑκάστοτε καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ προθύμως παρέσχον εἰς τὴν βιομηχανίαν ὅ,τι ἐπείσθησαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ ἔχοντες καταστήματα ὀμβρελλοποιΐας—καὶ ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα καὶ ἐν Κερκύρᾳ καταστήματα ἀξιόλογα, τοιαύτην βιομηχανίαν μετερχόμενα, — δὲν ζητοῦσιν ἀτέλειαν, γνωρίζοντες ὁποία εἶναι ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν παροχὴν τοιαύτης ἀτελείας — αὐτὴ ἐκείνη, ἧς ἐμνημόνευσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, — δὲν ζητοῦσι δὲ καὶ ἐπὶ τῶν κατεργαζομένων ὑπ’ αὐτῶν εἰδῶν πλήρη ἀπόδοσιν τέλους, ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ζητεῖται, διότι βεβαίως οἱ ὀμβρελλοποιοὶ δὲν ζητοῦσιν ἀπόδοσιν τοῦ τέλους τοῦ μεταξωτοῦ ὑφάσματος, γινώσκοντες ὅτι τοῦτο, ὑπαρχούσης ἐνταῦθα ἀνεπτυγμένης βιομηχανίας μεταξωτῶν, ἤθελεν εἶναι ἀδύνατον, ἤθελε μάλιστα στρέφεσθαι εἰς ζημίαν ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον εἰσάγει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μεταξωτὸν ὕφασμα, ἐνῷ οἱ ἐντεῦθεν ἔχοντες τὸ ὕφασμα ἤθελον λαμβάνει ἐπιστρεφόμενον τέλος οὐδόλως καταβληθέν. Ἐξαιροῦσι λοιπὸν τὸ ὕφασμα, γινώσκοντες ὅτι καὶ δύσκολον εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανὼν τῆς ἀποδόσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ὑφάσματος, λόγῳ ἀδυναμίας διακρίσεως, ἀλλὰ γινώσκοντες καὶ τοῦτο προσέτι, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας τῆς μεταξουργίας ἐν Ἑλλάδι κατώρθωσε νὰ προμηθεύῃ εἰς τὰ καταστήματα ὕφασμα κατάλληλον πρὸς ἀλεξήλια καὶ ἀλεξιβρόχια. Ζητοῦσιν ἁπλῶς οἱ καταστηματάρχαι ν’ ἀποδίδωται εἰς αὐτοὺς, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς ἐξ Ἑλλάδος ὀμβρελλῶν, τὸ τέλος, ὅπερ κατέβαλον διὰ τὰ μέρη τοῦ σκελετοῦ, τοῦ ἀποτελοῦντος τὰς ὀμβρέλλας, ἅτινα δὲν κατασκευάζονται ἐν Ἑλλάδι, — καίτοι δυνατόν εἶναι νὰ κατασκευασθῶσι— διότι ἡ κατασκευὴ ἐν Ἑλλάδι ἀπαιτεῖ ἵδρυσιν ἰδίων καταστημάτων, δὲν ἐπαρκεῖ δὲ ἡ παραγωγὴ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἱδρύσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπί τινα χρόνον νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τοιαῦτα καταστήματα. Ζητοῦσι λοιπὸν, ὥστε τὰ τέλη, ἅτινα θέλουσι πληρώνει ἐφεξῆς, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν τοιούτων εἰδῶν τῶν ὀμβρελλῶν, ν’ ἀποδίδωνται εἰς αὐτοὺς, καθ’ ὅσον οὗτοι ἐξάγουσιν ἐξ Ἑλλάδος πρὸς πώλησιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ ἐμπόρευμα αὐτῶν. Τὸ αἴτημα τοῦτο, ὡς καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον, δέν μοι φαίνεται παράλογον· ἐπιθυμῶ δὲ νὰ προστεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς ἐκείνους, οἵτινες συνέστησαν τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Εἶχον σκοπὸν ἀπὸ χθὲς καὶ προχθὲς νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο μετ’ ἄλλων εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀνέμενον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνταῦθα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ λυποῦμαι ὅτι ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐν ὥρᾳ, ὅτε οὗτος δὲν εἶναι παρὼν, ὥστε, ἀντιλαμβανόμενος ἀμέσως τῶν γενομένων συστάσεων, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὅτε καὶ ἐλπὶς ἤθελεν ὑπάρχει νὰ ἔχωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εὐκολωτέραν.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ὑπομιμνήσκει παράκλησιν, ὑποβληθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν, ὅπως, σὺν τῷ ὑποβληθέντι φακέλῳ τῆς δικογραφίας Τυπάλδου, ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα ἐπὶ τοῦ προκειμένου μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἰδίως τὴν περὶ τούτου ἀναφορὰν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Τσιτσάρας, μὲ ὀλίγας λέξεις (ἰλαρότης).

§24Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον Σύνοδον παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως, καὶ ἐπιμόνως μάλιστα, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ νὰ διορθωθῇ ἄτοπόν τι, ἢ μᾶλλον παρανομία τις, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ. Ἐκεῖ, παρὰ τὸν νόμον, εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἰς Δημάρχους, καὶ ἀδελφοὺς Δημάρχων, ἰδιώτας, ἐνῷ ὑπάρχουσι πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀναθέτει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε διαταγὰς νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος δὲν ἐξετέλεσε τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Ἡ περαιτέρω διαχείρισις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης παρὰ τῶν εἰρημένων προσώπων, εἰς τὴν ἐκεῖ κοινωνίαν προξενεῖ σκάνδαλον, τελευταίως δὲ, χθὲς μάλιστα, ἔλαβον δύο ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ λέγουσιν, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς κοινωνίας εἶναι ἀπρόσιτον εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαβὼν γνῶσιν ἐπισήμως τῆς καταστάσεως ταύτης, θέλει μεριμνήσει νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον, καὶ νὰ μὴ ἀδικῆται τὸ ἥμισυ ὁλοκλήρου ἐπαρχίας· ὑποθέτω δὲ,—καὶ κολακεύομαι νὰ πιστεύω τοῦτο—ὅτι ταῦτα γίνονται ἐν ἀγνοίᾳ του, διότι ἐνώπιόν μου ἔδωκε πέρυσι διαταγὰς, νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ αἱ διαταγαὶ ἐκεῖναι δυστυχῶς δὲν ἐξετελέσθησαν. Εἶναι ὄντως λυπηρὰ ἡ κατάστασις, νὰ βλέπῃ τις τμηματάρχας μὴ ἀκούοντας διαταγὰς Πρωθυπουργῶν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον· διότι εἰς τοὺς δήμους Ἀγράφων, Παρακαμπυλίων καὶ Ἀπεραντίων, ἐνῷ ὑπάρχουσιν εἰρηνοδίκαι, δημοδιδάσκαλοι καὶ ἀστυνόμοι ἀξιωματικοί, ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀνατεθειμένη ἀπὸ δύο σχεδὸν ἐτῶν εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Δημάρχου τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, ὁ ὁποῖος εἶναι παντοπώλης, καὶ ἀπουσιάζει πάντοτε εἰς τὸ Ἀγρίνιον.

§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω.

§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἐγγράφους τινὰς ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς ἀπουσιάζει, ἵνα καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Ταῦτα συμβαίνουσι δῆθεν πρὸς ἐφαρμογὴν, πράγματι ὅμως πρὸς διαστρέβλωσιν καὶ αὐτῶν τῶν φορολογικῶν νόμων. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἐπερωτήσεων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι συστάσεις πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καθορισθῶσι καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ οἱ τόποι, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται οἱ κάτοικοι νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των καὶ τὰ ζῷά των, καὶ νὰ ξυλεύωνται. Ἀλλ’ ἀντὶ τὸ κακὸν τοῦτο νὰ περισταλῇ ἐκ τῶν συστάσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τοὐναντίον ἐπετάθη εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον. Καὶ ἰδοὺ σήμερον τί μοῦ τηλεγραφεῖ ἡ κοινότης Σιμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας. Τὸ χωρίον αὐτὸ, κύριε Πρωθυπουργέ, κεῖται μεταξὺ βουνῶν ἀσκεπῶν. Εἰς τὰ βουνὰ ἐκεῖνα, τὰ πέριξ τοῦ χωρίου, ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των, καὶ ἐξυλεύοντο οἱ κάτοικοι. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἐπιθυμοῦντες ν’ ἀναδασωθῶσι τὰ πέριξ αὐτοῦ βουνὰ, ἐζήτησαν διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως δύο λόφοι χαρακτηρισθῶσιν ὡς δάση, καὶ ἀπαγορευθῇ ἐκεῖ ἡ βοσκὴ τῶν ζῴων καὶ ἡ ξύλευσις τῶν κατοίκων· τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο διὰ τοῦ δασάρχου. Ἔμεινε λοιπὸν εἷς λόφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐξυλεύοντο οἱ κάτοικοι καὶ ἔβοσκον τὰ ζῷά των. Σήμερον ἰδοὺ τί μοῦ τηλεγραφοῦσιν (ἀναγινώσκει): «Ἔφορος Αὐγέρης» — εἶναι ὁ πρώην ἔφορος, ὁ ὁποῖος μετετέθη, συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, — «δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀμφότερα βουνὰ, Γρουζινὰ καὶ Λαδικὸ, ἀνεκηρύχθησαν πρὸ ἐτῶν δάση. Παρέστησεν Ὑπουργείῳ, ὅτι κοινότης Σιμιάδων ἔχει ἀπεράντους ἐκτάσεις ψευδεῖς. Ὑπουργεῖον διέταξεν ἐνοικίασιν χορτονομῆς λοφίσκου Βρενέζη, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κοινότης ξυλεύεται καὶ νέμεται...»

§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί δικαίωμα ἔχει;

§28ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Παρακαλῶ, ἐπερωτήσατε Βουλῇ, ἵνα ἁρμόδιος Ὑπουργὸς διατάξῃ ἔφορον νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ πληροφορήσῃ Ὑπουργεῖον ἀλήθειαν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ νόμος περὶ κοινοτήτων. Κοινότης δὲν δύναται νὰ ζήσῃ κλεισμένη ἐντὸς τῶν οἰκιῶν της· ἀναγκάζεται μεταναστεύσῃ.» Κύριε Πρωθυπουργὲ, λυποῦμαι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀσθενεῖ. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ ἀντιληφθῆτε τῶν κακῶν τούτων καὶ νὰ διατάξητε, τέλος πάντων, ν’ ἀνασταλῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία παρουσιάζει θλιβερὰν εἰκόνα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀληθῶς διέταξε τὴν ἐκμίσθωσιν τῆς χορτονομῆς τοῦ λόφου Βρενέζη τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Σιμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ἔπραξε τοῦτο, καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης.» Ἀπὸ συστάσεως κόσμου οὐδέποτε ἔγεινε τοῦτο τὸ κακὸν, ὅπερ ἤδη συμβαίνει, διὰ νὰ εἰσπράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀλίγας ἑκατοντάδας δραχμῶν, πρὸς σύγχυσιν τῶν ἀριθμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πλὴν τούτου, πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, τέλος πάντων, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ θέρμανσις τῶν κατοίκων Μαντινείας ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν. Νὰ ὁρίσῃ τὰ δάση, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ξυλεύωνται, καὶ τὰ ἄλλα νὰ φυλάσσωνται. Ἄλλοτε, εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἴχομεν φέρει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ὁρίζοντος φορολογίαν ἐπὶ τῶν καυσοξύλων τῆς βιομηχανίας, διότι ἐν Τριπόλει ὑφίσταται μία βιομηχανία ἀρτισύστατος, ἡ ὁποία κατεστράφη δυνάμει τῶν ἐγκυκλίων αὐτῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλα ἐβεβαίωσεν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διότι, ὅτε τότε ὡμίλουν περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Ὑπουργὸν διαβεβαιώσαντά με, ὅτι, ἂν οἱ βιομήχανοι ἀγοράζωσι τὰ καυσόξυλα ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας, βεβαίως ταῦτα μένουσιν ἀφορολόγητα. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἐβεβαίου ταῦτα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἄλλην ἐγκύκλιον ἐξέδιδε, καὶ ἰδίαν γνώμην διετύπου ὡς νόμον. Ἐφ’ ὅλων τῶν ἐργοστασίων κατέσχον τὰ καυσόξυλα, καὶ ἔστειλαν τοὺς ἐργοστασιάρχας εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ὁ δὲ πταισματοδίκης καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπεδειλίων ν’ ἀποδώσωσι δίκαιον εἰς τοὺς πολίτας. Κατέσχον λοιπὸν τὰ καυσόξυλα, καὶ ἐσταμάτησεν ἡ βιομηχανία. Ὑπόθεσιν ὅμως τινὰ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἔχων πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, τὴν ἔφερα δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος μὲ ἐδικαίωσεν, εἰπὼν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐπέβαλε φόρον εἰς τὰ καυσόξυλα, τὰ πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν προτίθεμαι σήμερον νὰ συζητήσω· παρακαλῶ δὲ, ἐάν τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἤθελε νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, νὰ ἀναβάλῃ μέχρις ὅτου προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἑξῆς ἐγκυκλίους του, ἀφορώσας τὴν φορολογίαν τῶν καυσοξύλων: τὴν ὑπ’ ἀριθ. 33 τῆς 28/2 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ. 19154, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 86 τῆς 5/5 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ. 24448, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 42 τῆς 13/3 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ. 21458, καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 47 τῆς 22/3 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ. 25372.» Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖται νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 240 ἐ. ἔ. ποινικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ τῆς σχετικῆς δικογραφίας. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἂν σεῖς, οἱ μένοντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀντιλαμβάνησθε αὐτῶν τῶν ἐκτρόπων καὶ ληστρικῶν πράξεων, τῶν ἐνεργουμένων εἰς βάρος τῶν συμπολιτῶν μου ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Γίνονται ληστεῖαι καὶ φορολογίαι ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν πολιτῶν, ὧν ἀφαιροῦσι τὴν περιουσίαν! Πλὴν τούτου, δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἴτε μεροληπτῶν, εἴτε μὴ ἐπιβλέπων καλῶς ἐπὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου του, δὲν μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀστυνομίας. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐξεχαρβαλώθη· ἔχομεν μόνον σκιὰν ἀστυνομίας! Ἰδοὺ τί μοι γράφουν ἐκ τοῦ δήμου Κραθίδος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἀστυνόμος ὁ Ἀλέξιος Σπυράκης, ὅστις σφετερίζεται τὰ σύλληπτρα τῶν ἀγροφυλάκων Πλατάνου. Ἐκτὸς τούτου, εἰσῆλθεν εἰς τὸ Δημαρχικὸν κατάστημα, καὶ ἄνευ λόγου συνέλαβε καὶ ἐπροσωποκράτησεν ἰατρόν τινα, ἠγόρευσεν ἐπ’ ἐκκλησίας ἐναντίον τοῦ Δημάρχου, καὶ ὕβρισε τοῦτον ἐν μέσῃ ἀγορᾷ, κλπ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σημείωμα τοῦτο, ὡς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ταγματάρχου κ. Στυμφκλιάδου, τὴν ἀφορῶσαν τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομικῆς περιφερείας τοῦ δήμου Μαντινείας, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι τὸ πρόσωπον, εἰς ὃ ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας Μαντινείας, πρέπει νὰ μένῃ ἐκεῖ, καλῶς· ἄλλως, νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ ἐκτοπίσῃ.

§29Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σιμιάδες. Τὰ παράπονα αὐτῶν εἶναι δίκαια. Διαβεβαιῶ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Τὴν ἀναφορὰν διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κάτοικοι ἄνευ τοῦ λόφου ἐκείνου δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι, καὶ ἡ λέξις μετανάστευσις, ἥτις ἐλέχθη, δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, διότι ἤδη ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας μετηνάστευσαν ὑπὲρ τὰς 3,000.

§30Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανειλημμένως ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀνενδότως μεριμνᾷ περὶ τῆς κανονικῆς καὶ ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Παραδόξως ὅμως, αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν, ἀναιροῦσι τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Εἰρηνοδικεῖον Πειραιῶς ἔχει τὰς περισσοτέρας εἰρηνοδικειακὰς ὑποθέσεις παντὸς ἄλλου Εἰρηνοδικείου τοῦ Κράτους. Ἀπὸ μηνῶν ἤδη ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ. Εἰς τὸ πινάκιον αὐτοῦ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 825, καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι 125 πρὸς διεξαγωγὴν, ἐκκρεμεῖς ἐπίσης, καθ’ ἑβδομάδα δὲ, εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἐγείρονται 100 ἕως 150 ἀγωγαὶ, καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθήσῃ ἐπί τινας ἑβδομάδας ἔτι, θὰ ἔχωμεν χιλιάδας ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν, καὶ οὕτω ἡ στατιστικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ παρουσιάζῃ πλέον τὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα τῆς μειώσεως, θὰ παύσῃ δὲ ἡ ἐκδίκασις πάσης ὑποθέσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ ἀμίσθων παρέδρων, ἀλλὰ δὲν φαίνεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει...

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαίνεται· εἶναι τέταρτον.

§32Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τέταρτον; Δηλαδὴ θὰ ψηφισθῇ μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας!

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω.

§34Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἠγέρθη ἤδη, πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παντὸς ἄλλου, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν θὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις. Εἶναι ἀνάγκη, εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς νὰ δώσωμεν τὰ μέσα, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ Δικαιοσύνη. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς τόσαι ὑποθέσεις.

§35Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπέβαλον Διάταγμα, καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον δημοσιεύεται.

§36Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω πρὸς αὐτόν. Αὕτη προέρχεται ἀπὸ πέντε πολίτας, συλληφθέντας δι’ ἔξοδα ποινικὰ, ἄγοντας δὲ τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των· καὶ ἐνῷ προσάγουσι πιστοποιητικὰ τῆς ἡλικίας των, αἱ ἀρχαὶ δὲν στέργουσι ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν ἡλικίαν των· οἱ ὑπάλληλοι, οἱ συλλαβόντες αὐτοὺς, μένουσιν ἀνένδοτοι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἑβδομηκονταετοῦς ἡλικίας τῶν συλληφθέντων. Δὲν εἶναι δίκαιον, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ παραβαίνωσι στοιχειώδεις διατάξεις τῶν νόμων. Δι’ ὃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ἔξοδα, ἵνα δικαστικῶς ἀνακτήσωσι τὴν ἐκ τοῦ νόμου προστατευομένην προσωπικὴν ἐλευθερίαν των. Ἂν εἶχον χρήματα, βεβαίως ἤθελον πληρώσει τὸ Δημόσιον.

§37Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Προκειμένου κατ’ αὐτὰς νὰ γείνῃ δημοπρασία διὰ τὸ 1901 πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας τῶν ἀγόνων γραμμῶν τῶν νήσων, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀναμνησθῇ τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον γενομένας πρὸς αὐτὴν συστάσεις· τουτέστι, τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ἐκτελοῦν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ τῶν νήσων Κέας, Κύθνου καὶ Σύρου, νὰ προσεγγίζῃ δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Κύθνου κατὰ τὸ θέρος, οὐχὶ χάριν τοπικῶν λόγων, ἀλλὰ χάριν τῶν φοιτητῶν τῶν λουτρῶν· διότι γνωστὸν τοῖς πᾶσι τυγχάνει, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς λειτουργίας τῶν λουτρῶν πνέουσιν αἱ ἐτησίαι λεγόμεναι, ἄνεμοι σφοδρότατοι, οἵτινες ἐμποδίζουσι τὸ ἀτμόπλοιον νὰ προσεγγίζῃ τακτικῶς. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τοὐλάχιστον νὰ ἀρθῇ ὁ ὅρος τῆς δημοπρασίας, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ προσέγγισις ἑτέρων ἀτμοπλοίων εἰς τὰ λουτρά· διότι ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν ἑταιρεία τοῦ Τζὼν ἐμποδίζει πᾶσαν ἄλλην ἑταιρείαν νὰ προσεγγίζῃ εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Κύθνου. Τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀρθῇ εἰς τὴν νέαν σύμβασιν, ἀλλὰ κυρίως νὰ περιληφθῇ εἰς τοὺς ὅρους τῆς ἐνεργηθησομένης πρὸς τοῦτο προσεχῶς δημοπρασίας ἡ ὑποχρέωσις, νὰ προσεγγίζῃ τὸ ἀτμόπλοιον δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὸν λιμένα τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ λειτουργία τῶν λουτρῶν.

§38Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐργάται περὶ τοὺς πεντήκοντα, ἐκ τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου ἐργαζομένων, μοὶ γράφουσιν, ὅτι πρὸ 15 ἡμερῶν ἐν τῇ θέσει «Πηγάδι τοῦ Σερπιέρη» ἐφονεύθη ὁ ἐργάτης Μητρατζᾶς, ὅτι δὲ ὁ θάνατος αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐξακολουθήσουν ἐργαζόμενοι ἐν τῇ θέσει, ἐν τῇ ὁποίᾳ προφανὴς ἦτο ὁ κίνδυνος εἰς ὅλους, ἐκτὸς τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία, τὸ κέρδος μόνον ἐπιδιώκουσα, εἰς οὐδὲν λογίζεται τὴν ζωὴν τῶν ἐργατῶν. Ἐπρόκειτο, Κύριοι, ὡς μοὶ γράφουσιν οἱ ἐργάται οὗτοι, περὶ ἐργασίας τελουμένης ἐν σήραγγι καὶ ἐν σημείῳ αὐτῆς κειμένῳ ἀκριβῶς κάτωθεν ὄγκου τεραστίων διαστάσεων, τοῦ ὁποίου ἡ πτῶσις ἐθεωρεῖτο παρ’ ὅλων ἐπικειμένη. Οἱ ἐργάται, διαγινώσκοντες τὸν κίνδυνον, ἀπέφευγον νὰ ἐργασθῶσιν ἐκεῖ· ἡ Ἑταιρία ὅμως ἐξηνάγκασεν αὐτοὺς νὰ ἐργασθῶσι, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἤργησε νὰ ἐπέλθῃ. Ἀδιαφορῶ, Κύριοι, περὶ τοῦ ἂν ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς συμπολίτης μου ἔχει οἰκογένειαν, καὶ ἂν ἡ οἰκογένειά του θὰ λάβῃ τι ὡς σύνταξιν ἢ περίθαλψιν, καίτοι καλῶς γινώσκω, ὅτι ὑπάρχει κεφάλαιον ἐκ πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, συνειλεγμένον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ τοῦ ὁποίου δυστυχῶς μόνον ἅπαξ, ἢ τὸ πολὺ δὶς, ἐγένετο μέχρι τοῦδε χρῆσις. Ἐκ τοῦ οἰκτροῦ ὅμως θανάτου τοῦ συμπολίτου μου τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, καὶ εἰς τὴν παράκλησιν τῶν πεντήκοντα ἐκείνων ἐργατῶν ὑπείκων, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ, τέλος πάντων, πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν ἐν τοῖς ὑπογείοις ἐκείνοις ἐργαζομένων Ἑλλήνων, καὶ φέρῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἰδίως νὰ προστατεύηται ἡ ζωὴ τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν ᾖναι εἰς θέσιν νὰ συντάξῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὴν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ, ὅπως τὸ πρὸ καιροῦ ὑποβληθὲν τοιοῦτον ἐκ μέρους τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη μὴ λησμονηθῇ, καίτοι ὁ ὑποβαλὼν αὐτὸ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κυβερνητικὴν μερίδα.

§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠδύναντο οἱ τοιοῦτοι μετὰ τόσας παρακλήσεις, τὰς ὁποίας εἰς μάτην ἀπηύθυναν πολλοὶ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, νὰ κινήσωσιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι ὁ νόμος περὶ μεταλλείων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνέθεσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν, τὰ τῆς ἐπιβλέψεως τῶν ἐργασιῶν. Ἑπομένως, ὁσάκις ἐπέρχηται κατάπτωσις καὶ δυστύχημα εἰς ἐργάτην ἐξ ἀμελείας τῶν ἐντεταλμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ ὑπόγεια ἀσφαλιστικὰ ἔργα, νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀναμφισβήτητος. Εἴτε δὲν ἀπέστειλεν, ὡς ὤφειλε, μηχανικὸν, εἴτε ἀπέστειλεν, ἀλλ’ οὗτος ἠμέλησε, καθ’ ἑκατέραν τῶν περιπτώσεων ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται. Ὄπως δήποτε θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ πρέπον νομοσχέδιον, ὡς τὰ ὅμοια, τὰ πανταχοῦ ἤδη νενομοθετημένα οὐ μόνον διὰ τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶν δυστύχημα, συμβαῖνον εἰς ἐργάτας καὶ εὐθύνον τινα, ἢ καὶ τυχηρόν. Ἀνάγκη ὅμως εἶναι νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον.

§40Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, πλέον ἢ εἰκοσάκις ἐγένετο λόγος περὶ τοιούτων δυστυχημάτων. Πῶς δὲν κατωρθώθη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διορισμοῦ ἐπόπτου τῶν ἐργασιῶν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Δεληγεώργης, μοὶ φαίνεται παράδοξον, ἐνῷ τὸ μέτρον συνδέεται μὲ τὴν σωτηρίαν ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων. Ὑπάρχει ἐν Λαυρίῳ Ταμεῖον πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀτυχούντων ἐργατῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει περιουσίαν ὑπὲρ τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐδίδετο περίθαλψις ἐκ 15 δραχμῶν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν παθόντων· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ παραταθῇ ἡ ἀδιαφορία αὕτη τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος ἐξάγουσι πλοῦτον ἐκ τῆς γῆς, χρυσὸν, ἄργυρον καὶ ἄλλα πολύτιμα μέταλλα, καὶ πλουτίζουσι τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ μετὰ προθυμίας τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ παραλάβωμεν ἐκ τῆς Ἰταλικῆς νομοθεσίας, ἔνθα ὑπάρχει τὸ τελειότερον, ἐπεκτείνοντες αὐτὸ ἢ περιορίζοντες εἰς τὸν κύκλον τῶν μεταλλευτικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν, ἢ καὶ εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν ἐργατῶν. Ἔχομεν ἐργάτας σιδηροδρόμων, ἀτμοπλοίων, βιομηχανικῶν ἐργοστασίων, εἰς τὰ ὁποῖα συμβαίνουν δυστυχήματα ἐκ καταπτώσεων, ἐξ ἐκρήξεων λεβήτων ἀτμοπλοίων καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶναι καιρὸς νὰ ἐπεκτείνῃ ἡ Πολιτεία τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς χεῖρα.

§41ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι διπλοῦν. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν ἐπίβλεψιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν μεταλλείων, — καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, — τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι ἡ περίθαλψις τῶν παθόντων. Ἐπὶ τούτου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον νομοσχέδιον. Μέχρι τοῦδε αἱ περιθάλψεις, αἱ διδόμεναι καὶ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκ μέρους τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας τῶν ἑταιρειῶν, εἶναι μηδαμιναί. Αἱ νέαι νομοθεσίαι ἐν Εὐρώπῃ ἀναγράφουσιν, ὅτι, ἐν περιπτώσει δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῆ εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ παθόντος, εἴτε μὴ, οἱ ἐπιτηροῦντες εἶναι ὑπεύθυνοι, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δίδηται εἰς τὸν παθόντα, ἢ εἰς τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ, βοήθεια ἀρκούντως σημαντική. Ὁ ψηφισθεὶς ἐν Γερμανίᾳ νόμος τὸ 1884 ἠνάγκασε τὰς ἑταιρείας νὰ σχηματίσωσι σωματεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ λαμβάνωσιν ὡρισμένα ποσὰ παρὰ τῶν ἑταιρειῶν καὶ διανέμωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς πάσχοντας, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Τὸ τοιοῦτο, νομίζω, παρ’ ἡμῖν ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον, ἄνευ ὀργανισμοῦ διοικητικοῦ ἀνωτέρου ἢ τελειοτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον. Εὐτυχῶς ἡ Γαλλία, μιμουμένη κατὰ τὸ 1898 τὴν Γερμανίαν, καὶ θεωροῦσα ἐπίσης τὰς ἑταιρείας, ἢ τὰς ἐπιχειρήσεις ἐν γένει, ὑπευθύνους διὰ τὰ συμβαίνοντα δυστυχήματα, ὥρισεν, ὅτι διὰ πᾶν δυστύχημα ὀφείλει ἡ ἐπιχείρησις νὰ πληρώνῃ εἰς τὸν παθόντα ἢ τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ βοήθημα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ψηφισθῆ ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γερμανίας. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐστηρίζετο ἰδίως εἰς τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει περιουσία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς προερχομένη ἐξ αὐτῶν τῶν μεταλλείων, περιουσία ἀρκούντως μεγάλη, ἀνερχομένη εἰς 600,000 δραχμὰς, ἐνόμισα, ὅτι ἠδύνατο ἡ περιουσία αὕτη ἐν μέρει νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην πρὸς τοὺς πάσχοντας. Ἐπρότεινα λοιπὸν τότε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανον μέρος ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἑταιρειῶν, καὶ ἥτις θὰ ἐφρόντιζε περὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον θέλει πληρώνει τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν πάσχοντα, τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος πληρωνομένου παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐργοστασιάρχου. Γιγνομένου τούτου, ἐμοιράζετο τὸ βάρος, ὅπερ ἤθελεν ὑποστῆ ὁ ἐργοστασιάρχης. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω, ἂν ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι ὄχι μόνον τὸ ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνέκρινεν. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι σήμερον θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ καὶ τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.

§42Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐκ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν τελευταίαν Σύνοδον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλο νομοσχέδιον. Πέρυσι κατηναλώθη ὁλόκληρος συνεδρίασις εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ περὶ τούτου καὶ προτίθεται ἐντὸς τῆς Συνόδου νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον. Δὲν εἶχεν ὅμως ὑποβληθῆ τοιοῦτον, ἕως ὅτου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἤδη ὡμίλησε. Παρακαλῶ, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀναγραφῇ τὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐκ τῶν πρώτων, διότι καὶ ἐγὼ ἐπιδοκιμάζω κατὰ πάντα τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκων αὐτὸ στηριζόμενον εἰς ἀγαθὰς βάσεις.

§43Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐκ καταπτώσεως ἐν ταῖς ἐργασίαις ταῖς μεταλλευτικαῖς. Εἰς μάτην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν φονευθέντων ἐν ταῖς ὑπογείοις ἐργασίαις ταῖς μεταλλευτικαῖς· δυστυχῶς μέχρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ ῥίψῃ τοιοῦτον φῶς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐπίσημον πίνακα τῶν δυστυχημάτων τούτων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελεν ἐγερθῆ σύσσωμος καὶ ἤθελε ζητήσει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀμέσως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐλάμβανε γνῶσιν, ποία ἡ τύχη τῶν ἀγωγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται ὑπὸ τῶν κληρονόμων τῶν παθόντων, ἢ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἀκρωτηριασθέντων, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῶν Ἑλληνικῶν, καὶ ἂν ἔβλεπεν, ὅτι καὶ τυπικαί, ἄνευ σπουδαιότητος, ἐνστάσεις τῶν ἑταιρειῶν, ὑποβαλλόμεναι, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, καὶ θυσιάζεται οὕτω τὸ οὐσιαστικὸν δίκαιον τῶν παθόντων ἐργατῶν, ἡ Βουλὴ ἔτι μᾶλλον ὁλοψύχως θὰ ἐζήτει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ, ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ ὁπόσα συμβαίνουσι δυστυχήματα, ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ πόσον τὰ Δικαστήρια τὰ Ἑλληνικὰ ἀδικοῦσι τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἐργάτας. Μετὰ πόνου λέγω τοῦτο, διότι προχθὲς ἔτι ἀπερρίφθη μία ἀγωγὴ παθόντος ἐργάτου, μετ’ ἀπόδειξιν διαρκέσασαν δύο ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ἀπερρίφθη διότι ἦτο, ὡς λέγει ἡ ἀπόφασις, νόμῳ ἀστήρικτος, ἄνευ ἄλλης τινὸς αἰτιολογίας. Καὶ βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι «τὸ ἀνώτερον Δικαστήριον, τὸ Ἐφετεῖον, εἶναι ἐδῶ, καὶ δύνασθε ν’ ἀποταθῆτε πρὸς αὐτό». Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ τοῦτο, ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ χαρτοσήμου κατέβαλεν ὁ ἐνάγων, καὶ αὐτὰ δι’ ἐπαιτείας τὰ ἀνεῦρε, καὶ δὲν ἔχει ἑπομένως τὰ μέσα καὶ δὲν ἔχει τὰς δυνάμεις ν’ ἀποταθῇ εἰς δεύτερον Δικαστήριον, ὅπως ἀνορθώσῃ τὸ δίκαιον αὑτοῦ, τὸ τοσοῦτον οἰκτρῶς παραγνωρισθὲν ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου. Ἐὰν, λέγω, τοιαῦτα πράγματα ἐγνώριζεν ἡ Βουλή, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ ἐξηγείρετο, καὶ μιᾷ φωνῇ θὰ ἀπῄτει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὡς γνωστόν, ὑπάρχει καὶ Ταμεῖον περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐργατῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ χρήματα, τὰ ὁποῖα κρατοῦνται ἐκ τῶν ἡμερομισθίων αὐτῶν τούτων τῶν ἐργατῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτοι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ἀπαντᾷ ὁ παθὼν ἐργάτης, ὁ ζητῶν περίθαλψιν, συμφώνως τῷ Διατάγματι τοῦ 1882, δι’ οὗ ἱδρύθη τὸ Ταμεῖον τοῦτο· αἱ διατυπώσεις εἶναι δαπανηραὶ, καὶ ἀπαιτοῦσι χρόνον· διὰ νὰ συνέλθῃ δὲ ἡ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ὁριζομένη ἐπιτροπή, ὅπως ἀποφασίσῃ τὴν ἀπονομὴν περιθάλψεως, παρέρχονται ἕξ μῆνες καὶ πολλάκις καὶ πλέον. Τί δὲ ἀπονέμεται; τί νομίζετε; Ἐπὶ ἓξ μῆνας 15 δραχμῶν μηνιαία περίθαλψις· δηλ. 90 δραχμαί! Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, γίνεται ἔρευνα, ἐὰν ὁ αἰτῶν εἶναι ἐργάτης ἁπλοῦς ἢ ἐργολάβος. Ἠδύνατο ὁ κ. Νέγρης νὰ σᾶς εἴπῃ, τί ἐστὶν ἐργολάβος ἐν ταῖς μεταλλευτικαῖς ἐργασίαις. Ἐργολάβος εἶναι ἐργάτης ἐπὶ κεφαλῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ Δικτάγματι ἐκεῖνο δὲν ἀναφέρεταί τι περὶ ἐργολάβου, ἡ ἐπιτροπὴ εὗρεν, ὅτι οἱ ἐργολάβοι οἱ παθόντες δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσωσι περίθαλψιν, διότι ἡ λέξις ἐργολάβος δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Διάταγμα. Εἰς μάτην παριστάνεται, ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἐν ταῖς μεταλλευτικαῖς ἐργασίαις τοῦ Λαυρίου εἶναι ἐργάται ἐπὶ κεφαλῆς ἄλλων ἐργατῶν, δὲν εἶναι ἐργολάβοι· ἀπόδειξις, ὅτι δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς ὅλον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται ἐκ τῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία ὑπολογίζει τὸ κέρδος αὐτὸ εἰς 5 δραχμὰς, ἤτοι ἡμερομίσθιον, καὶ οὐδὲν πλέον. Εἰς μάτην πάντα ταῦτα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐννοεῖ, γραμματικῶς νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, καὶ ἀδίκως γίνονται παραστάσεις. Παραδόξως ὅμως, ἀφοῦ δὲν ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ δικαίωμα νὰ τύχῃ περιθάλψεως, πῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἑταιρείας νὰ κρατῶσι τὸ ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἡμερομισθίων αὐτῶν;

§44ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἔπειτα εἶναι συντομωτάτη παραγραφή.

§45ΔΟΥΝΗΣ. Ἑπταήμερος. Περαίνων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας πλέον, οὐχὶ ἐν ὀνόματι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν φιλοπόνων καὶ παραγωγῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας, νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ μέτρον τι, θεραπεῦον τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς μίαν τάξιν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τοῖς ἐγκάτοις τοῖς γῆς, ἵνα παρέχωσιν εἰς ἡμᾶς τὸν χρυσόν.

§46Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδόλως ἀντιλέγω, ἵνα ταχθῇ ἐν τοῖς πρώτοις τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ καθήκοντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Πολιτεία, ἵνα ἔρχηται προστατεύουσα καὶ ἐπικουροῦσα εἰς τοὺς δυστυχεῖς τοὺς ἐργαζομένους, οἵτινες κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας των ὑφίστανται τοιαῦτα δυστυχήματα, ὑπάρχει καὶ ἄλλο καθῆκον τῆς Πολιτείας, τὸ ἀστυνομικόν. Ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν μεταλλευτικῶν καὶ μεταλλουργικῶν ἐργασιῶν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνασκεῖ ταύτην δι’ εἰδικῶν, ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν μεταλλείων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη ἐνεργεῖται κατὰ περιόδους χρονικὰς, καὶ ποσάκις ἐντὸς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἢ ἂν ἐνεργεῖται ἐκτάκτως· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι πάντως ἐνεργεῖται. Ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἔχει ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων, διὰ τῶν ὁποίων οὗτος ἐπληροφόρει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐπεθεώρησεν ὅλας τὰς ἐργασίας τὰς μεταλλουργικὰς, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα πρὸς πρόληψιν δυστυχημάτων, καὶ ἑπομένως ἐγένετο δυνατὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὰ ἐπερχόμενα δυστυχήματα προῆλθον ἐξ ἀτελοῦς ἐπιθεωρήσεως, ἢ ἐξ ἀτελοῦς ἐκτελέσεως τῶν συμβουλῶν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλείων περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσε κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900.

§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἔχομεν πλήρη ἰδέαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταθέσω ἐκθέσεις ἀπὸ τοῦ 1900 μέχρι σήμερον.

§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε θὰ ἔχωμεν μίαν εἰκόνα πλήρη.

§51ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον;

§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν ν’ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄντως, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μακρὰ διεξήχθη ἐνταῦθα συζήτησις περὶ τοῦ θέματος τῶν δυστυχῶν ἐργατῶν· ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παρασκευάζεται, ὅτι ἦτο συντετελεσμένη ἴσως ἡ παρασκευὴ καταλλήλου νομοσχεδίου, συμπληροῦντος τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο ἀτελὲς κατασκεύασμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνετο δῆθεν πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν. Παρῆλθε καιρός, παρῆλθον μῆνες, — διότι παρῆλθον καὶ αἱ ἐντυπώσεις ἐκ τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνέπνευσαν τὰς ἀγορεύσεις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, — καὶ θὰ παρέλθῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θὰ παρέλθωσιν αἱ ἀγορεύσεις, καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῇ ἴσως νομοσχέδιον...

§54ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις.

§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. Διότι ἕκαστον δυστύχημα τοιοῦτον, ἐξαγγελλόμενον, μᾶς συγκινεῖ, μᾶς γαλβανίζει, καὶ φέρει τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑποβεβλημένον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἄς μὴ χάνωμεν λοιπὸν τὴν ὥραν.

§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἄλλο εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐδόθησαν δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπαγγελίαι περὶ διορθώσεως γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἴσως τὴν πλειονότητα τῶν δυστυχημάτων ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν μεταλλείων· διότι, ἐὰν συμβαίνωσι δυστυχήματα κατ’ ἔτος, ὅσαι εἶναι αἱ ἡμέραι, ἐκ τυχαίων γεγονότων, καταπτώσεως λίθων ἢ χωμάτων, συμβαίνουσιν ἄλλα δυστυχήματα καθ’ ἡμέραν μεταξὺ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τοὺς κλιβάνους τῶν μεταλλείων. Εἶναι στατιστικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι μετὰ πάροδον δέκα ἐτῶν οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τοὺς κλιβάνους δηλητηριάζονται. Μεταβῆτε εἰς τὸ Λαύριον, κατέλθετε εἰς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην τῶν κλιβάνων, καὶ θέλετε ἴδει ὅλους τοὺς ἐκεῖ ἐργαζομένους ἔχοντας πελιδνὸν τὸ χρῶμα καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ θανάτου ἐπὶ τοῦ προσώπου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δυστυχημάτων ἐν τοῖς μεταλλείοις, δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν ἀποδεικνύει πλήρη τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν τῆς Πολιτείας, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια ἰδίως καὶ περὶ τῶν ἐργατῶν τῶν ἐχόντων ὡρισμένην ἐργασίαν ἐν τοῖς κλιβάνοις τῶν μεταλλείων. Ἀλλὰ πρὸ τῆς νομοθετικῆς ταύτης ἐργασίας προέχει ἕτερον ζήτημα, ζήτημα ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐλλείπει ἡ Κυβερνητικὴ πρόνοια καὶ ἡ περίθαλψις ἡ ἐπίσημος ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν εἰς τοὺς δυστυχεῖς, τοὺς στερουμένους τῆς ζωῆς, ἢ ἀκρωτηριαζομένους· ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου καλύπτονται οἱ νεκροί, ὑπὸ τὰ δυστυχήματα, καλύπτονται καὶ ἐγκλήματα, θαπτόμενα ἕνεκα τῆς πενίας τῶν οἰκογενειῶν, τῶν ὑφισταμένων τὰ ἀδικήματα ταῦτα· διότι αἱ ἑταιρεῖαι σπεύδουσι, καὶ ῥίπτουσιν ἕν τεμάχιον ἄρτου, ἢ γλισχροτάτην τινὰ ἀντιμισθίαν, ἵνα προλάβωσι τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης· διότι οἱ συγγενεῖς οἱ ἀπολειπόμενοι, ἢ τὰ ὀρφανά, ἢ αἱ χῆραι, δὲν ὑποβάλλουσι καταγγελίας ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζει ὁ νόμος φόνους ἐξ ἀμελείας. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβάλλεται, μετὰ τὴν καταγγελίαν, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, νὰ παραγγείλῃ πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην τοὺς διευθυντὰς τῆς ἑταιρείας, τῆς ὁποίας οἱ ἐργάται ὑπέστησαν τὸν θάνατον. Ἐκεῖνοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ φόνου ἐξ ἀμελείας τῶν ἐργατῶν· οἱ μηχανικοὶ εἶναι τὰ ὄργανα, ἀλλ’ οἱ πλειότερον ὑπεύθυνοι τῶν ἀτυχημάτων εἶναι ἐκεῖνοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνομαι, ἂς προσέξῃ εἰς τὰ λεγόμενα, καὶ θὰ σημειώσῃ εἰς τὴν ἱστορίαν του, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὠφελιμώτερον ἔργον διὰ τὴν τύχην τῶν ἐργατῶν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον τὸν ποινικόν, τὸν ἀναγράφοντα ποινάς, μὴ ἐφαρμοζομένας ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγονται διευθυνταὶ ἑταιρειῶν μεταλλείων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη φροντίς, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ προβῇ αὔριον, διὰ παραγγελίας πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἵνα εἰσαγάγῃ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, διότι τὰ ἀδικήματα τῶν φόνων ἐξ ἀμελείας καταδιώκονται ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ δύναται ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ σύρῃ ἐκ τοῦ ὠτὸς εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνους τοὺς μεγάλους, ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν ὁποίων ἐπέρχονται τὰ δυστυχήματα, καὶ ἀφίνονται ἀκαταδίωκτα. Ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἐμερίμνησεν ἀκόμη δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος, ἔχει τὸν νόμον τὸν ποινικόν, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς δικαιοσύνης ἐναντίον τῶν ὑπευθύνων τῶν φόνων τούτων ἐξ ἀμελείας, τῶν ἀδικημάτων τούτων, τῶν αὐξανομένων καθ’ ἡμέραν, θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ δυστυχήματα ταῦτα.

§58Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου κατηργήσαμεν τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, τὸν ἀντικατεστήσαμεν δὲ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ καταργηθεὶς νόμος ἐστηρίζετο ἐπὶ δικαιολογικῆς βάσεως ἀσφαλοῦς καὶ ὑγειοῦς, διότι, κατὰ τὴν βάσιν ταύτην, ἐφορολογεῖτο ὁ παραγόμενος οἶνος, οὕτως ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε νὰ φορολογηθῇ τις χωρὶς ἡ ἄμπελός του νὰ παραγάγῃ οἶνον. Δυστυχῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔπεσεν ὑπὸ τὴν κραυγὴν καὶ τὰς ἀρὰς τῶν φορολογουμένων, οἵτινες κατεπιέζοντο ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου. Τὸ καλλίτερον βεβαίως θὰ ἦτο, νὰ ἐφροντίζομεν τότε νὰ διορθώσωμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ νὰ προφυλάξωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τὰς παντοειδεῖς ἐνοχλήσεις τῶν ἑκάστοτε ἐνοικιαστῶν· ἀλλὰ παρεσύρθημεν ἀπὸ τὸ ῥεῦμα τῆς γενικῆς κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐξεγέρσεως, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ νέον φορολογικὸν καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ φόρος πληρώνεται κατὰ στρέμμα. Καὶ γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα: ὑποχρεοῦται ὁ ἰδιοκτήτης ἀμπέλου νὰ πληρώσῃ φόρον, ἂν ἡ ἄμπελός του δὲν παρήγαγε παντελῶς οἶνον; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλῶ σύντονον τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη αἱ ἄμπελοι δὲν παρήγαγον οὐδὲ σταγόνα οἴνου, ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου· νομίζω δέ, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμπέλων τούτων πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐντελῶς διὰ τὸ τρέχον ἔτος τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἐναντιοφωνία, διότι καὶ ὁ ἰσχύων νόμος ὡς βάσιν δικαιολογικὴν λαμβάνει ἅπαξ μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ γλεύκους κατ’ ὀκᾶν, καὶ τὴν τιμήν, εἰς ἣν τὸ γλεῦκος τοῦτο πωλεῖται. Πρόδηλον ἄρα, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν ἐνόησε νὰ φορολογήσῃ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀμπέλου, ἀλλὰ τὸ προϊόν αὐτῆς· προϊόντος δὲ μὴ ὑπάρχοντος, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ φορολογία. Ἡ ἐναντία ἐκδοχὴ ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, ἀλλὰ περὶ δημεύσεως τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Καὶ αὐτὸ μὲν εἶναι τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ 1900 ἐπιβάλλεται ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης, καθόσον οἱ πλεῖστοι τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν αἱ ἄμπελοι δὲν παρήγαγον διόλου οἶνον, εἶναι ἐν ταυτῷ καὶ ἰδιοκτῆται σταφιδομπέλων, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ κατεστράφησαν ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου. Οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ συμπολῖταί μας περιῆλθον εἰς ἀπόγνωσιν, ἕνεκα τῆς στερήσεως καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων καὶ τῆς ἀδυναμίας νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των. Φαντασθῆτε τώρα, νὰ ζητῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ πληρώσουν καὶ φόρον ἀμπέλων, ἀφοῦ οὐδὲ σταφυλὰς ἔφαγον ἐξ αὐτῶν! Τὸ δίκαιον εἶναι τόσον φανερόν, ὥστε μάταιον κρίνω νὰ ἐπιμείνω εἰς μείζονα τοῦ ζητήματος ἀνάπτυξιν. Διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα προσηκόντως τὰς περιστάσεις, θὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς. Ἀφορμὴν πρὸς ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος ἔλαβον ἐξ ἀναφορᾶς, ἥτις μοὶ ἀπεστάλη ἐκ Πατρῶν, καὶ ἥτις φέρει πλείστας ὑπογραφὰς ἀμπελοκτημόνων συμπολιτῶν μου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλω, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Οἴκοθεν δὲ νοεῖται, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἀπαλλαγῆς δὲν θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν ἀναφορὰν συμπολίτας μου, ἀλλ’ εἰς πάντας τοὺς ἀμπελοκτήμονας, τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι δὲν παρήγαγον διόλου οἶνον.

§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κρατοῦντος νόμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπιφέρω τροπολογίας ἐπὶ τοῦ τότε νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν μου ἀνεφέρετο καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος· ἐπρότεινα τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὑπεστήριξα καὶ ἐπέμεινα νὰ γείνῃ δεκτόν, ὅπως ἡ ἄμπελος, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐσοδείαν ἔμεινεν ἀτρύγητος, ἀπαλλάσσηται παντὸς φόρου. Ἀτυχῶς ἡ τροπολογία αὕτη ἀπερρίφθη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε νὰ ἐξασφαλισθῇ ὡς βεβαιωθησόμενον ἔσοδον ἐκ τῶν ἀμπέλων ποσὸν 2,900,000 δραχμῶν, καὶ δὲν ἔστερξεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας μου ἐκείνης. Ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰς Πάτρας, συμβαίνει καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω. Ἐκεῖ τὸ πλεῖστον τῶν ἀμπέλων κατεστράφη τελείως, ἐγκαταλείφθησαν δὲ ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων αἱ ἄμπελοι κατὰ τὴν ἐσοδείαν χωρὶς νὰ τρυγηθῶσι. Καὶ ὄχι μόνον θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς Μαντινείας νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλά, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, συνεπείᾳ τοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, —καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὅλαις δυνάμεσιν ἀπέκρουσα,— ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἐὰν δὲν τριπλασιασθῇ, βεβαίως θέλει διπλασιασθῆ διὰ τὸ ἔτος 1900, διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ἐξαρτώμενα ἀμέσως ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβον διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ἐπιμείνωσι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐσοδείας τοῦ οἴνου τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ παραστήσωσι ταύτην ὑπερβολικήν. Ἐπέμενον οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, διαταγῇ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡ ἐσοδεία ἐξωγκώθη, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους ηὔξησε· καὶ οὕτω ὁ φόρος ἐδιπλασιάσθη, ἂν μὴ ἐτριπλασιάσθη, χωρὶς οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ λάβωσιν οὔτε λεπτοῦ ἔσοδον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, καὶ παρακαλῶ ὄχι μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, συνισταμένην ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, νὰ συνέλθωσι καὶ συντάξωσι νομοσχέδιον, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιμένωσι, καὶ ν’ ἀπαλλάξωσι τελείως τοὺς ἀμπελοκτήμονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σταφυλὴν παρήγαγον ἐκ τῶν ἀμπέλων των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν τὰς ἀμπέλους των τελείως ἀτρυγήτους. Πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς λόγους, διότι, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς φυσικῆς, ὁ ἀὴρ ἐκ τοῦ ὁποίου σχηματίζονται οἱ λόγοι, εἶναι θερμότερος καὶ ἐλαφρότερος τοῦ τῆς ἀτμοσφαίρας, συνεπῶς ἀνέρχεται, καὶ ἐξατμίζονται οἱ λόγοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο, καταπαύων τὴν ὁμιλίαν μου καὶ συμπεραίνων, προτείνω,—καὶ θὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν ἐπὶ τούτου— προτείνω, λέγω, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παρακαλέσῃ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν ἢ πέντε συναδέλφων, ἥτις νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαλλάσσωνται παντὸς φόρου οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν τὰς ἀμπέλους των ἀτρυγήτους. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ ἔχω τὴν τιμὴν, ἵνα πρὸς τὸ μέρος μου ἔχω καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι μέγας ἀμπελοκτήμων, καὶ ὁ ὁποῖος οὐδὲν συνέλεξεν ἐκ τῶν ἀμπέλων του· ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου, ὅπως οἱ λόγοι μὴ ἐξατμίζωνται.

§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λέγετε, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες—μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ—δὲν πρέπει νὰ πληρώσωσιν ἐφέτος τὸν φόρον, διότι δὲν παρήγαγον τίποτε. Ὅτε ὅμως κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη παρήγομεν τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον εἰσόδημα, καὶ εἴχομεν εὐφορίαν, καὶ ἐλάβομεν σωρείαν χρημάτων, ἐπληρώσαμεν εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ πλέον;

§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐφετεινὴ ἐσοδεία ἦτο καταστροφὴ, δὲν ἦτο ἀφορία.

§62ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφορία ἦτο, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὸ γλεῦκος, ἐπωλήσαμεν αὐτὸ εἰς τριπλασίαν τιμὴν ἐκείνης, εἰς ἣν ἐπωλοῦμεν αὐτὸ ἄλλοτε.

§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε 2,900,000 δραχμὰς, κατὰ τὸ ἐνεστὼς δὲ, ἂν ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, δὲν θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον οὐδὲ λεπτὸν εἰς πολλὰς ἀμπελοφόρους ἐπαρχίας.

§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διότι δὲν ὑπάρχει πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Κατὰ τῆς προτάσεως ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ὀφείλω νὰ ἀντιτάξω ζήτημα τάξεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πρότασις, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προβῇ εἰς σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἑτοιμάσῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὅλοι οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν παρήγαγον—διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν.—Νομίζω ὅτι τακτικὸν εἶναι, ὁ ἔχων τοιαύτας ἰδέας νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, ἢ νομοσχεδίου διατυποῦντος τὴν πρότασιν, νὰ ζητηθῇ ὁ σχηματισμὸς ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προκληθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἤκουσα ποτὲ νὰ διορίσῃ ὁ Πρόεδρος ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον τῇ ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, ἥτις, ἀφοῦ δίδῃ τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, υἱοθετεῖ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει, πῶς θὰ τῇ ὑποβληθῇ. Τακτικόν, μοὶ φαίνεται, εἶναι, ὅπως οἱ ἔχοντες τοιαύτας ἰδέας προβῶσιν εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου, ὑποβάλωσιν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἂν δὲ ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὸν διορισμὸν ἐπιτροπῆς· μετὰ τὴν ὑποβολὴν δὲ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας.

§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀποδέχεται νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι.

§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδόλως εἶπον, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος, ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον κατὰ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν σήμερον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει ἀμέσως νὰ συζητηθῇ, ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Αὐτὰ εἶπον, χωρὶς νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος.

§67ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπλανήθην, κύριε Πρόεδρε, νομίσας πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν συστάσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἀποδέχεται κατ’ ἀρχὴν τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἤδη ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς τελευταίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύεται σαφῶς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀποδέχεται τοιαύτην πρότασιν.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.

§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον, οὔτε ὅτι τὴν ἀποδέχομαι, οὔτε ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχομαι.

§70ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ τοσοῦτον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, νομίσας, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ δίκαιον τοιαύτης προτάσεως, τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πολλοῦ γε καὶ δὴ, νὰ ἀποδέχηται τοιαύτην γνώμην. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὴν τὴν Βουλὴν, πόθεν ζητεῖτε φόρους; καὶ ποῖος εἶναι ὁ αἰτιολογικὸς λόγος τοῦ διδομένου φόρου; Εἶναι βεβαίως τὸ παραγόμενον εἰσόδημα. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ μὴ φρονῶν, ὅτι ποσοστὸν εἰσοδήματος εἶναι ὁ φόρος. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ ἰδιοκτῆται οὐδὲν παρήγαγον, — καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπόλεως οὔτε ὀκᾶν γλεύκους παρήγαγον ἐφέτος, — ποῖον ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀνυπάρκτου εἰσοδήματος θέλετε νὰ δώσωσι; Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ θεομηνία αὕτη τῶν οἴνων, κύριε Πρόεδρε· εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἐπαρχίας ἐνέσκηψε θεομηνία καὶ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, καὶ δὲν παρήχθη οὔτε ποσοστὸν τῆς ἄλλοτε παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν· εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἐπαρχίας πένονται οἱ ἄνθρωποι. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, χωρὶς νὰ παραχθῇ παρὰ τῶν δυστυχῶν γεωργῶν σῖτος, ζητεῖται νὰ πληρωθῇ, καὶ ζητεῖται ἐπίσης φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, χωρὶς νὰ παραχθῇ οἶνος, πόθεν θέλετε νὰ σᾶς δώσωσι τὸν φόρον αὐτόν; Ἐκ τοῦ εἰσοδήματος; Ἀλλὰ τοιοῦτο δὲν παρήχθη. Δὲν ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν παρήχθη τίποτε, ὅτι δὲ καὶ ἐζημιώθησαν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ καλλιεργηταὶ καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, καὶ ὠλιγόστευσαν τὰ κεφάλαιά των, καταβαλόντες ἔξοδα καλλιεργείας· ζητεῖτε νὰ τοῖς ἀφαιρέσητε καὶ ποσότητα κεφαλαίου διὰ καταβολῆς φόρου! Τί θὰ συμβῇ, ἐὰν καὶ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος ἐπέλθῃ ἡ αὐτὴ θεομηνία καὶ δὲν παραχθῇ εἰσόδημα; Θὰ πωλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς ἀμπέλους αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἵνα λάβῃ τὸν φόρον! Εἶναι δίκαιον αὐτό; Ἐπῆλθε θεομηνία, κύριε Πρόεδρε· ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι δὲν παρήγαγον τίποτε, μὴ πληρώσωσι διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ φόρον, ἀφοῦ, κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον, αἱ συμβάσεις λύονται ἐφ’ ὅλων τῶν μισθώσεων, καὶ ὅταν ἐπέλθῃ θεομηνία εἰς κτήματα ἰδιωτικὰ, ὁ μισθωτὴς δὲν πληρώνει, διότι ἀνωτέρα δύναμις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ μὴ παραγάγῃ τι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἔργον δικαιοσύνης ἀπολύτου εἶναι, νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ πληρώσωσιν οἱ ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέστρεψεν ὁ περονόσπορος, φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, οὐδὲν παρήγαγον.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§72Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως συστήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ὑπέβαλεν. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ φόρον ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν εἰσέπραξαν; Διότι ὁ φόρος εἶναι τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ πολίτης, ὅπως ἡ Πολιτεία παράσχῃ εἰς αὐτὸν τὰ μέσα τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας κλπ. Κατὰ πόσον ἡ Πολιτεία παρέχει τοῖς φορολογουμένοις πάντα ταῦτα, κατ’ ἄλλον χρόνον θὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ, λέγω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ εἰσπράξῃ φόρον ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσέπραξαν οὔτε λεπτόν; Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι, παρὰ μόνον νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατεστράφησαν ἐκ τοῦ περονοσπόρου, νὰ συνέλθωσιν, ὅπως συντάξωμεν νομοσχέδιον, καὶ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτό.

§73Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς πράξεως. Ὑπάρχει θετικὸς νόμος, καθ’ ὃν πᾶσα ὑποχρέωσις διαλύεται λόγῳ θεομηνίας. Δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ζητῶ, καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ τίποτε ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀμπελοκτήμονας, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν παρήγαγον, ἀλλ’ ἐκ θεομηνίας κατεστράφησαν. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμογῆς νόμου, καὶ οὐχὶ περὶ νομοθεσίας. Καὶ ναὶ μὲν ἡ φορολογία ἐγένετο στρεμματικὴ, ἀλλ’ ἐγένετο πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς. Ὥστε, ἀφοῦ ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τῆς θεομηνίας, οὐδεμία ὑποχρέωσις ὑφίσταται, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων, καὶ λόγῳ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς καταστραφέντας ἀμπελοκτήμονας πάσης ὑποχρεώσεως.

§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξέφρασε γνώμην, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι τὴν γνώμην του διηρμήνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν...

§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησε πρὸ ἐμοῦ· ἄρα δὲν διηρμήνευσε τὴν γνώμην μου.

§76ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ὡς ἀμπελοκτήμων, ὄχι ὡς Ὑπουργός.

§77ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ (πρὸς τὸν κ. Βουδούρην). Εἰσεπράξατε 16 χιλιάδες ἐφέτος ἐκ τῶν ἀμπέλων σας.

§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρέστησε τὴν ἐφετεινὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν συζήτησιν, ὡς συνήθη ἀφορίαν, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν δὲ πάντοτε γνώμην, ὅτι συμψηφίζονται τὰ καλὰ πρὸς τὰ κακὰ ἔτη, εἶπεν, ὅτι οὐδεμία παραχώρησις πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἐνῷ πασίγνωστον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀφορίας περιοδικῆς, ἀλλὰ περὶ καταστροφῆς λόγῳ ἀσθενείας φοβερᾶς, ἥτις ἐνέσκηψεν ἐφέτος πολὺ γενικωτέρα καὶ φοβερωτέρα ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἔτος, καὶ ἥτις κατέστρεψεν οὐ μόνον ἐν πολλοῖς κτήμασι τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπειλῇ τελείαν καταστροφὴν, ἀπειλεῖ ὅμως μεγάλην ἐλάττωσιν ἐσοδείας καὶ τοῦ ἐρχομένου ἔτους, εἴς τινα δὲ κτήματα ἀπειλεῖ καὶ περισσοτέραν ἐσοδείαν καταστροφήν. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ αὐτὴ καταστροφὴ ἐπῆλθε συγχρόνως καὶ εἰς τὰς σταφίδας, καὶ ὅτι πολλοὶ οὐδὲν εἰσέπραξαν καὶ ἐκ σταφιδοαμπέλων, θὰ ἐννοήσητε, τί θὰ ἐγίνετο, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ζητήσει νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτῶν τὸν φόρον, — ἐὰν, ἐννοεῖται, ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρος δὲν ἐπληρώνετο ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. — Οὐδεὶς σχεδὸν τούτων θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ, ἀφοῦ ἀμφότεραι αἱ ἐσοδεῖαι κατεστράφησαν, καὶ δὲν εἰσεπράχθησαν οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ σταφιδοκτημόνων οὐδεμίαν ἄλλην πρόσοδον πρὸς συντήρησιν ἑαυτῶν ἔχουν, καὶ ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς συντηρήσεώς των, ἔχουν ἀνάγκην καὶ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας καὶ τῶν τόκων τοὐλάχιστον τῶν χρεῶν των — διότι πάντες σχεδὸν εἶναι βεβαρημένοι μὲ χρέη. — Ὅταν τοιούτων κτηματιῶν καταστρέφωνται ἐντελῶς αἱ ἐσοδεῖαι, τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως παρ’ αὐτῶν τῶν δημοσίων φόρων προσλαμβάνει ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Δὲν πρόκειται περὶ μικροτέρας ἐσοδείας. Ἤδη παρουσιάζεται θεομηνία· ὅταν δὲ πρόκειται περὶ θεομηνίας, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι συμψηφίζονται τὰ ἔτη τῆς θεομηνίας μὲ τὰ ἔτη τῆς εὐφορίας. Ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, δὲν θὰ ἐβλέπομεν ὅ,τι βλέπομεν ἀλλαχοῦ. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτε ἐνέσκηψεν ἡ φυλλοξήρα, καὶ διεδόθη σχεδὸν πανταχοῦ αὕτη, καὶ ἐπείσθησαν ὅτι αὕτη ἤρξατο ἀληθῶς καταστρέφουσα τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων, ἡ Κυβέρνησις ἀπήλλαξε κατὰ νομοὺς καὶ ἐπαρχίας καὶ δήμους τοὺς πολίτας παντὸς φόρου, χωρὶς νὰ ἐξετάζῃ, ἂν ἐντὸς τμήματός τινος ὑπῆρχον καὶ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι ἢ δὲν εἶχον προσβληθῆ, ἢ εἶχον μὲν προσβληθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχον καταστραφῆ ἐντελῶς. Δὲν ἦτο τότε καὶ τὸ κακὸν αὐτὸ ἀφορία; Ἐλήφθη ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅπως συμψηφισθῇ μὲ τὰ ἔτη τῆς εὐφορίας; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς φυλλοξήρας ἄλλοτε, τί καθ’ ἡμέραν ἄλλο βλέπομεν ἐν Γαλλίᾳ; Νὰ ψηφίζωνται νόμοι, διὰ πολλὰ τμήματα, ἀπαλλάσσοντες τοὺς πολίτας, ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἀπὸ τῆς φορολογίας. Οὕτω, διότι ἐπῆλθε χάλαζα ἢ πλημμύρα βλάψασα, ἀπαλλάσσουν ἐκ τοῦ φόρου. Εἶναι ἆρά γε ἡ ἐκ τῆς χαλάζης ἢ ἐκ τῆς πλημμύρας καταστροφὴ περισσοτέρα ἢ ἡ ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπελθοῦσα ἐφέτος ἐν Ἑλλάδι, ἡ καταστρέψασα οὐ μόνον τὴν ἐφετεινὴν, ὡς εἶπον, ἐσοδείαν, ἀλλ’ ἀπειλοῦσα καὶ μελλούσας ἐσοδείας; Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ καρποῦ ἐπελθοῦσα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως καὶ τοῦ οἴνου καὶ τῆς σταφίδος. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ ὑποτίμησις αὕτη ἐπῆλθεν ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας ηὔξησαν, λόγῳ τοῦ ῥαντίσματος κατὰ τοῦ περονοσπόρου. Ἡ νέα αὕτη δαπάνη φαίνεται ὅτι θὰ καταστῇ μόνιμος, διότι οἱ μὴ ῥαντίζοντες οὐδεμίαν σχεδὸν ἔχουσιν ἐλπίδα ἐσοδείας ἐκ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν. Τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν παραγωγῶν δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀγνοῇ ἢ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ τὸ ῥάντισμα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται, ὅτι εἶναι σωτήριον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ καὶ πάλιν ἀρωγός, χορηγοῦσα δάνεια καὶ θεϊκὸν χαλκόν, ὅπως γείνῃ τὸ ῥάντισμα παρὰ τῶν κτηματιῶν ἐγκαίρως, ἡ καταστροφὴ θὰ ἦτο μεγαλειτέρα, διότι ἄνευ αὐτῆς θὰ ἦτο μεγαλειτέρα ἡ δυσχέρεια τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὅπως εὕρωσι τὰ μέσα νὰ ῥαντίσουν. Ἡ εὕρεσις τῶν χρημάτων τῆς καλλιεργείας, λόγῳ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν τιμῶν τῶν σταφίδων καὶ τῶν οἴνων, καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀσφαλειῶν, κατέστη δύσκολος σήμερον. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, πρέπει νὰ πιστεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μέσου ἁπλῶς χαριστικοῦ, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἀρέσκωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, εἴτε διὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν, προτείνομεν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀνάγκης ἐξαιρετικῆς, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσωσι νὰ ἐπέλθωσιν ἀρωγοὶ εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἀμπελοκτήμονας.

§79Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι οὔτε τὸ κακὸν τῆς θεομηνίας νὰ διεκτραγῳδήσω, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρακαλέσω διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ μᾶλλον ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβληθῇ· διότι, μέχρις ὅτου συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ, συντάξῃ νομοσχέδιον, ψηφισθῇ τοῦτο, καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, μὲ τὴν ταχύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ φόροι εἰσπράττονται, καὶ μὲ τὴν βραδύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ψηφίζονται, θὰ ἔλθῃ πολὺ ἀργὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι, ἂν ξένος τις ἤκουε τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, θὰ ὑπέθετεν, ὅτι ἡ θεομηνία αὕτη δὲν ὑπῆρξε γενικὴ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μερικὴ, διότι μόνον ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὁμιλεῖ περὶ τῆς θεομηνίας. Δὲν ὑπάρχει ἆρά γε Βουλευτὴς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὁ ὁποῖος ν’ ἀντιπροσωπεύῃ ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ κατεστράφη ἐκ τῆς θεομηνίας, καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ἐγερθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν συζήτησιν ταύτην; Ἠγέρθη μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πέρυσιν ἐθησαυρίσαμεν· ἐγὼ ὅμως δὲν βλέπω νὰ θησαυρίζουν οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ ὅταν αἱ ἄμπελοι εὐφορῶσι, διότι τότε ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε βεβαίως δὲν εἰσπράττει ὁ παραγωγὸς τόσον πολλὰ, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐθησαύρισε. Διατὶ λοιπὸν οἱ Κύριοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀφῆκαν νὰ διερμηνεύσῃ τὴν γνώμην των ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἐγείρεται κανεὶς νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ὄχι, τέλος πάντων, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ περιλάλητον, ὅπως μὴ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὀλίγην ἐπιείκειαν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων;

§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω κανένα λόγον, ἵνα ἀντικρούσω τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, σπουδαίως ἐπιλαμβανομένης τοῦ ζητήματος, ἡ ἀληθὴς θεομηνία, ἥτις ἐνέσκηψεν εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀληθῶς εἰς πολλὰ αὐτῶν δὲν ἐπέτρεψε, σχεδὸν κατὰ γράμμα, οὐδὲ σταγὼν οἴνου νὰ παραχθῇ. Δύναμαι δὲ, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην, τὴν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑποβληθεῖσαν, περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν παθόντων μερῶν ἀπὸ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, δύναμαι τοσούτῳ μᾶλλον ἐλευθέρως νὰ πράξω τοῦτο, καθόσον ἡ ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἔπαθε μὲν ζημίας, ἀλλὰ δὲν ἔπαθεν ἐκ θεομηνίας, καὶ ἐν συνόλῳ ἀπεκόμισε καί τι κέρδος ἐκ τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ κυρίως νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν πράξωμεν τὴν σήμερον, θ’ ἀνακουφίσωμεν μόνον, ἐὰν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις φαίνεται εὔνους εἰς τὸ προτεινόμενον, θ’ ἀνακουφίσωμεν, λέγω, μόνον διὰ τὸ ἐφετεινὸν πάθημα τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Τὸ ἐφετεινὸν πάθημα ἐπῆλθεν ἀκριβῶς, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου, ὃν εἰσαγαγοῦσα πέρυσι, κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ὠφέλιμος. Διότι ὁ φόρος οὗτος ἄγει εἰς καταστροφὴν ἄφευκτον τῆς ἀμπελοφυτείας ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ἐπὶ μακρὰ ἔτη· ὅσον δὲ ταχύτερον καταργηθῇ, τόσον καλλίτερον διὰ τὴν χώραν. Ἐφέτος ἐπῆλθεν ἡ θεομηνία, καὶ πολλοὶ εἰς πλεῖστα μέρη ἐζημιώθησαν, μηδὲν παραγαγόντες. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας τοὺς δήμους ἢ τὰς ἐπαρχίας τὰς παθούσας, τὸ ἑπόμενον ἔτος νομίζετε, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβεν ὁ περονόσπορος, ὅτι τόσον αἱ ἄμπελοι, ὅσον καὶ αἱ σταφιδάμπελοι, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ παραγάγωσιν εἰς πολλὰ μέρη καρπόν; Βεβαίως μέγας ἀριθμὸς στρεμμάτων θὰ μείνωσιν ἄκαρπα, πολὺς ἀριθμὸς στρεμμάτων ἴσως θέλει καὶ ἐξαμπελωθῇ, ὡς λέγουσιν ἐνταῦθα οἱ συνδημόται μου, διότι τὰ κτήματα δὲν εἶναι πλέον ἱκανὰ νὰ παραγάγωσι, καὶ θέλουσι σπεύσει οἱ ἔχοντες αὐτὰ ἀμπελοκτήμονες, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ βάρους, νὰ δηλώσωσιν, ὅτι τόσα στρέμματα ἀμπέλων ἔπαυσαν τοῦ νὰ ἦναι ἄμπελοι, ὡς δύναται ἡ Ἀρχὴ νὰ βεβαιωθῇ, μεταβαίνουσα ἐπὶ τόπου, καὶ ἀπαλλάττουσα αὐτὰ ἔπειτα τῆς φορολογίας. Τὸ δὲ βάρος τοῦ φόρου, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἀμπέλους ἐκείνας, τὰς ἐκριζωθησομένας, καὶ τὸ βάρος, ὅπερ ἐπεβάλλετο εἰς τὰς ἄλλας ἀμπέλους, τὰς ἐκριζωθείσας ἤδη κατὰ χιλιάδας στρέμματα, τὸ βάρος τοῦτο θέλει ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ὅλης τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος. Διότι, ὡς εἶπον ὅτε ἀντετάχθην μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου ἐναντίον τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, ὁ νόμος οὗτος λειτουργεῖ ὡς μάχαιρα δίκοπος, καὶ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, πάντοτε ἀπειλεῖται καταστροφή. Ἐὰν πάθωσιν αἱ ἄμπελοι ἐν Ἀττικῇ ἢ ἀλλαχοῦ, θὰ πληρώσωσιν αἱ ἄμπελοι τῶν ἄλλων μερῶν. Διατί; Διότι προαπαιτεῖται φόρος 2,960,000 δραχμῶν ἀπὸ τῶν ἀμπέλων τῆς χώρας, ὅπου δήποτε καὶ ἂν κῆνται, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ὅσον δήποτε ὀλίγαι. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἐπῆλθε φυλλοξήρα, καὶ ἐξηράνθησαν αἱ ἄμπελοι κατὰ τὰ 9/10, τὸ ὑπόλοιπον ⅒, κατὰ τοῦ νόμου τὸ γράμμα, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸν μέγιστον ὅρον τοῦ φόρου. Διότι ζητεῖται ὁλικῶς φόρος 2,960,000. Καὶ ἂν δὲν παρενετίθεντο αἱ παρατηρήσεις τῶν Βουλευτῶν, τῶν συζητησάντων ἐπὶ τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἐτίθετο ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν 6 δραχμῶν, δὲν ἠξεύρω ποῦ ἠθέλομεν φθάσει...

§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐδηλώθησαν καὶ ὅλαι.

§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ δηλώσεις εἶναι εἰλικρινεῖς. Τουλάχιστον ἐν Ἀττικῇ, ἀμφιβάλλω, ἐὰν δύνασθε νὰ εὕρητε ἀδήλωτον ⅒ ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ δηλωθέντος. Ὁ νόμος εἶναι ἐκ βάσεως καταστρεπτικός, εἶναι ὀλέθριος. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ παλαιοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τοῦ στρεμματικοῦ, ὅστις δὲν εἶχε τὰ ἐλαττώματα τούτου. Αἱ Κυβερνήσεις, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἠναγκάσθησαν νὰ καταργήσωσι καὶ μὴ ἐπαναφέρωσιν αὐτόν. Κατηργήθη ὁ φόρος ἐκεῖνος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ Τρικούπη, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα ἐκείνην μετερρύθμισε τὸ σύστημα τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἀλλ’ εἰσήγαγε τὸ σύστημα, ὅπερ ἐγκατελίπομεν πέρυσι. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἶχε βεβαίως ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ ἦτο ὀρθὸν, καὶ βεβαίως πολὺ δικαιότερον παντὸς ἄλλου συστήματος, σήμερον ἐν Ἑλλάδι δυνατόν. Καὶ ἐνῷ εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἐφαρμοσθὲν ἐπὶ 15 περίπου ἔτη, συνειθίσθησαν οἱ πολῖται, καὶ ἐπλήρωνον οἱ φορολογούμενοι, στενοχωρούμενοι πολλάκις, γογγύζοντες, ὄχι δι’ αὐτὸ τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐνοικιάσεις καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγίνοντο αἱ ἐνοικιάσεις καὶ αἱ βεβαιώσεις, μετὰ τῶν παρακολουθούντων αὐτὰς ἀτόπων· καὶ ἀφοῦ ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος ἐκείνου ἔδειξε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, μετρίασιν τοῦ κακοῦ, οὐδέποτε δὲ κατάργησιν ἐκ βάθρων αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ἵνα ἔπειτα φέρῃ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς ἐγένετο, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μελετήσῃ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ εἰσαγάγῃ ἐγκαίρως νόμον, τροποποιοῦντα ἢ μεταβάλλοντα τὸν ὑπάρχοντα· διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ, καὶ ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔχωμεν διαμαρτυρίας μείζονας ἔτι τῶν ἐφετεινῶν.

§83ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Αἱ γενόμεναι καταστροφαὶ εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἀμπελοφόρους ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἠλείαν, εἶναι γνωσταὶ καὶ ἀναμφισβήτητοι. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει αὐτὰς περισσότερον παντὸς ἄλλου. Καὶ ἠκούσαμεν μὲν πολλὰς ἐκφρασθείσας συμπαθείας καὶ ὑποσχέσεις ἐπιεικείας καὶ συνδρομῆς πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δυστυχίας, διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς φορολογίας καὶ δι’ ἄλλων βοηθημάτων, ἀλλὰ μέχρι σήμερον ἀπέβησαν ὅλα αὐτὰ ἐκφράσεις ἄκαρποι. Διὰ τοῦτο προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον νόμον, ἀπαλλάσσοντα τοὺς παθόντας ἐκ περονοσπόρου ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.

§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς μέγα τὸ ἐπισκῆψαν δυστύχημα, διότι ἡ ἐπισκήψασα νόσος κατέστρεψεν ὄχι μόνον τὴν ἐσοδείαν τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐσοδείαν τῶν ἀμπέλων· ἐπῆλθε δὲ τὸ δυστύχημα, κατὰ κακὴν σύμπτωσιν, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἔτους, καθ’ ὃ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα. Ἀπεκάλυψε δὲ ἡ κακὴ αὕτη σύμπτωσις τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ πάντες οἱ ἄλλοι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων δὲν φορολογεῖται τὸ προϊόν, δὲν ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραχθέντος προϊόντος, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς παραγωγῆς. Ὅταν ὁ φόρος ἐπιβάλληται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου προϊόντος, τότε βεβαίως τηρεῖται ἄκρα δικαιοσύνη, καὶ ἐκτελεῖται ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν φορολογίαν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἕκαστος εἰσφέρει εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ παρήγαγε, καὶ τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ παραγάγῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς νομίμου τάξεως. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐπιβάλληται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐμμέσως, εἴτε ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γῆς, εἴτε ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς παραγωγῆς, εἴτε ἐπὶ τῶν χρηματικῶν κεφαλαίων, τότε βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ ἀδικία, ὅταν οὐδὲν παρήγαγεν ἐκ τῆς ἀμπέλου του ὁ φορολογούμενος, καὶ οὕτω νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ παρ’ ἡμῖν· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς εἶναι αἰσθητότερον τὸ δυστύχημα, διότι ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς φορολογίας, ἐστηρίχθη ἐπὶ βάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ φόβου μὴ τυχὸν τὸ νέον σύστημα ἐλαττώσῃ κατά τι τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀνέγραψεν ἐν τῷ νόμῳ, ἤτοι τὸν ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ ἀφεύκτως ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Καὶ ἂν ἐφέτος ἔν τισι τῶν περιφερειῶν τῆς χώρας ἐπῆλθε τὸ δυστύχημα, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ περονοσπόρου, αἱ περιφέρειαι αὗται, εἴτε ἐπαρχίαι ὁλόκληροι, εἴτε δῆμοι, νὰ μὴ παραγάγωσιν οὔτε ῥᾶγα σταφυλῆς, φαντασθῆτε, ἐὰν ἤθελεν ἐπεκταθῆ τὸ κακὸν, ποία θέλει ἐπέλθει συμφορά! Δύναται νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἔλεγε πρὸ μικροῦ· μικρὰ ἔκτασις, ἑκατὸν, χιλίων, δύο χιλιάδων στρεμμάτων, νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πληρωμὴν ὅλου τοῦ προσδιορισθέντος ποσοῦ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν νόμον, διανέμεται κατ’ ἐπαρχίας καὶ δήμους, καὶ ἐπιβάλλεται κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀφορμὴ, ἵνα παραπονεθῇ τις δι’ ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων εἶχε τὴν ἀτυχίαν, ἀμέσως κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς του ν’ ἀποκαλυφθῇ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντες οἱ τοιοῦτοι φόροι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἀπαιτεῖ βεβαίως νὰ εἰσπράξῃ χρήματα καὶ ἔχει νόμιμον δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὰ χρήματα. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τούτου ἀντιτάσσεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ἡ ὑποχρέωσις τῆς Διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἰδίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι ἡ Διοίκησις, ἂν πληροφορηθῇ ὅτι τὰ δυστυχήματα εἶναι πραγματικὰ, ὅτι πολῖται τοῦ Βασιλείου ἐργαζόμενοι οὐδὲν παρήγαγον, καὶ ὅτι ὀφείλουσιν οὐχ ἧττον νὰ πληρώσωσι φόρον, καίτοι οὐδὲν παραγαγόντες, ἑπομένως ὅτι, ἵνα πληρώσωσιν οὕτω τὸν φόρον, θέλουσιν ἀναγκασθῆ εἴτε νὰ ἐξαντλήσωσι τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἔχουσιν ἐκ παλαιᾶς ἐργασίας των, ὅτε τοῦτο ἐπάγει ὄντως ζημίαν εἰς τὴν παραγωγικὴν κίνησιν, διότι τῶν περισσευμάτων ἡ ἐξάντλησις ἐπάγει τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας, καὶ ἑπομένως τῆς παραγωγῆς, εἴτε, ἂν δὲν ἔχωσι χρήματα ἐκ τοῦ ἀποταμιεύματος αὐτῶν, νὰ ζητήσωσι νὰ παρισθῶσι ταῦτα δανειζόμενοι, ὅτε οὕτω θέλει ἐπιβαρυνθῇ ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν, καὶ ἡ παραγωγική των ἐνέργεια θέλει κατασταθῆ παθητικὴ, ὅτε ἐπίσης ζημία θέλει ἐπέλθει καθολικὴ, διότι θέλει ἐξασθενήσει ἡ παραγωγικὴ δύναμις τῆς χώρας· ἡ Διοίκησις, λέγω, ἔχει καθῆκον νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν φορολογουμένων, ἡ ὁποία ἐζημιώθη, ἤτοι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσέλθωσι καθόλου εἰς τὰς ἀμπέλους των, διότι ἡ νόσος κατέστρεψεν ὅλον τὸ προϊόν αὐτῶν. Εἶναι δ’ εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ἐπῆλθον τοιαῦται καθολικαὶ καταστροφαὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων, εἰς τίνας περιφερείας, καὶ ποίας ἐκτάσεώς εἰσιν αἱ τοιαῦται παθοῦσαι ἄμπελοι. Πῶς δὲ θέλει ἔλθει ἐπίκουρος ἡ Διοίκησις; Προτείνουσα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς παραγωγοὺς τούτους τῆς πληρωμῆς τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων των κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ κατεστράφη ἡ ἐσοδεία αὐτῶν.

§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὅπερ ἀπησχόλησε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν Βουλὴν, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι καὶ αὖθις θέλει ἀπασχολήσῃ εὐρύτερον τὴν Βουλὴν, ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, διότι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ἐργασία καὶ ἔρευνα οὐχὶ μόνον διὰ τὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα, τὰ ἀποδειχθέντα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἔνθα οὔτε ὀκᾶ γλεύκους, οὐδὲ σταφυλὴ παρήχθη, ἀλλ’ ἀπησχόλησε καὶ ὑπὸ γενικωτέραν οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι πρώτη βάσις τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι ἔδει ποσὸν 2,900,000 δραχμῶν ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου, εἶναι βάσις πλημμελής· ἀλλὰ ἡ βάσις αὕτη κατέπεσεν ἀπέναντι τῶν ἐκ τῶν εἰσπράξεων γεγονότων ἐν τῇ συντάξει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901· διότι, ἐνῷ βάσις τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ὁ καταμερισμὸς τῶν 2,900,000 δραχμῶν ἐφ’ ὅλων τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως ὅσον περισσότερα στρέμματα ἐδηλοῦντο, τοσοῦτον ὀλιγώτερος φόρος θὰ κατενέμετο καθ’ ἕκαστον στρέμμα, ἀπεδείχθη ὅτι ἐκ τῶν πεπλανημένων ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ τῶν 1,000,000 στρεμμάτων ἐδηλώθησαν 820,000. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παραδόξως, ἀντὶ νὰ θέσῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βεβαιωθησόμενον ἔσοδον διὰ τὸ 1901 δραχ. 2,900,000, προϋπελόγισε ὡς ἔσοδον διὰ τὸ 1901 δραχ. 2,400,000. Ἔρχεται λοιπὸν πρῶτος παραβάτης τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς εἰσήγαγε, καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εὑρέθη ἀπέναντι γεγονότων, τὰ ὁποῖα κατέρριπτον ὅλους αὐτοῦ τοὺς ὑπολογισμούς. Κύριοι Βουλευταί, ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ὡς εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη, ἐξ ἀρχῆς εἶναι πλημμελὴς, εἶναι ἄστοχος, διότι μετὰ πλείστης σπουδῆς εἰσήχθη, ἵνα καταπέσῃ ὁ παλαιὸς νόμος, ὑπὸ τὰς κραυγὰς τῶν οἰνοπωλῶν καὶ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν καὶ τῶν οἰνοφλύγων. Ἐνόμισαν ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ παλαιοῦ νόμου, τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἤθελον παραγάγει ἐν τῇ πολιτικῇ κονίστρᾳ ὅ,τι παρήχθη εἰς προηγούμενον χρόνον διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τῆς δεκάτης. Ἤμην ἐκ τῶν ὀλίγων Βουλευτῶν, οἵτινες ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ παρέστησα τότε, ὅτι ὁ φόρος δὲν ἦτο ἐπιστημονικὸς, διότι δὲν ἐπεβάλλετο εἰς τὴν παραγωγὴν ἑκάστου. Ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι δυσχερεῖς περιστάσεις ἐν τῇ παραγωγῇ, νὰ συμβῶσι θεομηνίαι, ἀφορίαι, αἵτινες νὰ παραγάγωσι τὰ σημερινὰ ἀποτελέσματα, ὥστε οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποθηκεύσωσι τὰ κτήματά των, ἵνα πορισθῶσι τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ, ὅπως καλλιεργήσωσιν αὐτὰ, νὰ μὴ παραγάγωσι ποσὸν οὐδὲ τῆς ἀξίας τοῦ φόρου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καταδιώκονται τόσον ἀμειλίκτως ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ πρῶτος νόμος ἦτο καταδεδικασμένος εἰς ἀποτυχίαν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα, ἐπιτήδειον πάντοτε πρὸς καταδολίευσιν παντὸς νόμου, εὗρεν ἀμέσως τὰ τρωτὰ τοῦ νόμου. Καὶ βλέπετε τὸ παράδοξον φαινόμενον, συνεπείᾳ τῆς ἐπιτηδείας συντάξεως τῶν πρωτοκόλλων, εἴς τινας μὲν ἐπαρχίας, ὡς ἐν Μεσσήνῃ, ὅλαι αἱ ἄμπελοι νὰ φορολογῶνται μὲ 6 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, εἰς ἄλλας δὲ ἐπαρχίας, ὅπου δὲν εἶναι τόσον ἁπλοϊκοὶ οἱ κάτοικοι, ἢ οἱ διευθύνοντες αὐτοὺς, ὡς ἐν Μαντινείᾳ, νὰ βαρύνωνται πᾶσαι αἱ ἄμπελοι μὲ 1 δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Ἐν τούτοις τότε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀπέκρουε τὸν δεύτερον νόμον, ὅστις εἰς τοὺς πολίτας τοὺς μὴ δηλώσαντας παρεῖχε τὸ μέσον, διὰ τῆς δευτέρας δηλώσεως ν’ ἀποφύγωσι τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως ταύτης...

§86ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον δηλωθῆ τὰ στρέμματα,

§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν σας 25,000 μόνον εἶχον δηλωθῆ.

§88ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδηλώθησαν ἄλλα κατόπιν.

§89Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὑπῆρχον, ἵνα δηλωθῶσι.

§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχον περισσότερα.

§91Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἦσαν ἁπλοϊκοὶ μόνοι οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἦσαν ἁπλοϊκώτεροι καὶ οἱ ἐν τῇ Μαντινείᾳ γεωμέτραι· διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐπαρχία Μαντινείας περιλαμβάνει πλείονα στρέμματα ἀμπέλων. Καὶ ἐνῷ μόνον ὁ δῆμος Κρωπίας ἐδήλωσε 35,000 στρέμματα, καὶ ἐπεβαρύνθη μὲ 6 δραχμῶν φόρον κατὰ στρέμμα, πᾶσα ἡ ἐπαρχία Μαντινείας ἐδήλωσεν 25,000 μόνον στρέμματα, καταβαλοῦσα μόνον 25,000 δραχμάς.

§92ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐδηλώθησαν 48,000 στρέμματα.

§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀκούσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος. Ἀλλ’ ὡς ἔλεγον τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τοῦ ζητήματος, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος μετὰ τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι σύντονον νομοθετικὸν μέτρον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας αἱ ἐπαρχίαι, αἵτινες εἶδον καταστρεφόμενον τὸ προϊὸν τῶν ἀμπέλων, εἴτε ἕνεκα θεομηνίας, εἴτε ἕνεκα νόσων. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἡ αὐτὴ ἀνάγκη θὰ παρουσιασθῇ καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὸ μεθεπόμενον. Ὁ φόρος, ὡς ἐπεβλήθη, δὲν παρουσιάζει τὰς πλημμελείας τὰς παρουσιαζομένας ἐκ μιᾶς θεομηνίας, παρουσιάζει ῥιζικὰς ἀτελείας ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, διότι διαιρεῖ εἰς κατηγορίας τὰς ἀμπέλους, οὐχὶ κατὰ ποιότητα, ἀλλὰ κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ δήμους, ἐνῷ ἡ διάκρισις τῶν ἀμπέλων ἔπρεπε νὰ χωρήσῃ καὶ κατὰ χωρία καὶ κατὰ θέσεις. Βλέπετε, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι Πατρῶν καὶ Ἠλείας οὐδὲν παρήγαγον ἐκ τῶν ἀμπέλων, καὶ ὅμως οἱ μὴ παραγαγόντες καταδιώκονται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς εἶχε παραγωγὴν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀκούονται φωναὶ κατὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐγένετο μεγίστη παραγωγὴ κατά τινας θέσεις, κατὰ δὲ ἄλλας θέσεις οὐδὲ σταφυλὴ παρήχθη, καί, ὡς ἠκούσατε ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἀμπελοκτημόνων, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν κάτοχος μεγάλης ἐκτάσεως στρεμμάτων δὲν παρήγαγεν οὐδὲ μίαν βαρέλαν, ἕτερος δὲ κάτοχος ἐλαχίστων στρεμμάτων παρήγαγε 50 βαρέλας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὁ περονόσπορος ἐπήνεγκε τὴν καταστροφήν, δὲν θέλετε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἕνεκα διαφόρων λόγων οὐδὲ ὀκᾶν γλεύκους παρήγαγον! Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου τούτου δὲν ζητεῖται μόνον ὑπὸ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς ἤκουσα συμφωνοῦντας ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διότι ὁ νόμος, ὡς ἐλειτούργησε, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταπέσῃ, ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες ῥαγδαῖαι ἔρχονται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν.

§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ φέρω νομοσχέδιον.

§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν φέρῃ αὔριον πρότασιν νόμου, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τούτου τοῦ λόγου θὰ φέρῃ νομοσχέδιον. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ζητήσῃ νὰ προλάβῃ τὸ πλῆρες ναυάγιον τῆς νομοθεσίας του ταύτης, διότι ἄλλως θέλει ἴδει, ὅπως ἐξηφανίσθη ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων, νὰ ἐξαφανισθῇ ἡ πλειονοψηφία αὕτη ἐκ τῶν ἀμπελοκτημόνων, οἵτινες, ὁπόταν ἴδωσι τὴν ἀστοργίαν τῶν κυβερνώντων ἐξακολουθοῦσαν, θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἵνα ὀλιγωτέραν στοργὴν ἀποδείξωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτήσατε τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ θ’ ἀκούσητε, ἐὰν ὅσα λέγω δὲν εἶναι ἡ καθολικὴ ἠχὼ τῶν ἐπαρχιῶν, ἂν δὲν ἐδόθη ῥητὴ ἐντολὴ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν μεταβολὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἀλλὰ συμβαίνει ὀλεθριώτερόν τι καὶ διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου. Διότι ἐκτὸς τῆς ἀπειλουμένης γενικῆς ἐκριζώσεως τῶν ἀμπέλων, ἣν ἐξήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἔχομεν καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι μηδενίζεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔξοχοι πολιτικοὶ ἄνδρες προὐνόησαν διὰ τῆς προστασίας τῆς ἀμπελοφυτείας, ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοποιΐας. Θέλετε ἴδει καὶ ταύτην καταστρεφομένην μετὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων, διότι ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας, ἐκ τοῦ περονοσπόρου σήμερον, ἐξ ἄλλης νόσου βραδύτερον, θέλει περιορισθῆ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ μόνον διὰ τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν. Ὅταν περιορισθῆ ἡ ἀμπελοφυτεία, τότε πᾶσα εὐρυτέρα ἐλπὶς περὶ βιομηχανίας οἰνοπνευματοποιΐας καὶ περὶ ἐξαγωγῆς οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ διαλυθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν παρευρίσκετο τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνταῦθα, βεβαίως δὲν θὰ ἔθυε τὰ ὦτά του εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, οὐδὲ θὰ ἔσπευδε νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλα νομοθετικὰ ἔργα. Δὲν ἀνεγνωρίσθη, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὀρθότης μιᾶς ἀντιρρήσεως κατὰ τοῦ νόμου τούτου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ πάγιον τὸ ποσὸν τὸ προελευσόμενον ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἐν τούτοις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον τοῦ φόρου τούτου βεβαιωθησόμενον, ἀντὶ τῶν δραχμῶν 2,900,000, αἵτινες εἶναι ὁ ἀνώτατος κατὰ τὸν νόμον βεβαιούμενος φόρος, ἀνεγράφη ποσὸν μόνον 1,950,000 δραχμῶν, ἐκτὸς ἂν ἔλαβε χώραν πάλιν κανὲν τυπογραφικὸν λάθος. Ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 παρουσιάζει 1,950,000 δραχμῶν προϋπολογισθὲν ἔσοδον.

§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ προϋπολογισθέν.

§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν.

§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἐπιψηφισθέντα τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, περιωρίσθη ὁ εἰσπρακτέος φόρος εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα· ἄνω τῶν τριῶν δραχμῶν δὲν εἰσεπράχθη.

§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμείνατε, παρακαλῶ. Ἀπέναντι τῶν 2,909,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖα ἔδει νὰ ἀναγραφῶσιν, ἐβεβαιώθησαν 2,367,000· εἰσεπράχθησαν δὲ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι τέλους Σεπ]βρίου 1,243,000· προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, εἰσεπράχθη ποσὸν 1,400,000 δραχμῶν, ἤτοι οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐκ τῆς παλαιᾶς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐσόδου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατιδὼν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς τὰς ἀτελείας καὶ πλημμελείας τοῦ νομοσχεδίου, προέβη εἰς μεταβολὴν, διότι ἐξανέστησαν οἱ φορολογούμενοι κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἐξανίστανται καὶ νῦν πρὸς μεταβολὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε διὰ νομοθετήματος ὥρισεν, ἀντὶ τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ τῶν 6 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, τὰς τρεῖς δραχμὰς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, ἐὰν βραδύτερον ἀποδειχθῇ διὰ τῶν νέων ὑπολογισμῶν, ὅτι ἡ ἐπιβλητέα φορολογία τοῦ ἀνωτέρου ὁρίου δέον νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 3 δραχμὰς, τότε τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβῃ τὸ περιπλέον ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἀνέστειλεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πληρωμὴν δυνάμει τοῦ νέου νόμου. Ἀλλὰ συνάμα ἀνέγραφε διάταξιν προνοοῦσαν ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες, κατ’ αὐτὰ πάλιν τὰ πρωτόκολλα, θὰ ὡρίζετο νὰ πληρώσωσι φόρον κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν· ἐὰν δηλαδὴ ἀνεγνώριζον αἱ νέαι ἐπιτροπαὶ, ὅτι ὁ φόρος ἔδει νὰ ἦναι κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, ἐδικαιοῦντο οἱ καταβαλόντες εἰς ἀπόληψιν τοῦ πρότερον πληρωθέντος ἐπὶ πλέον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων πρωτοκόλλων. Οὕτω λοιπὸν ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην ἀποτυχίαν τοῦ νόμου, διότι αἱ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι κατελογίσθησαν μὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 6 δραχμῶν, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ὑπερβαίνουσι παρὰ τὸ δέκατον τοῦ ἐν γένει ποσοῦ τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων. Θὰ ἔχωμεν οὕτως ἀθρόας περιστάσεις ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου εἰς ἀπόδοσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1899 καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900. Ὄτι δὲ ἀνεστάλη ἡ εἴσπραξις, δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι ἐκεῖ, ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ, εἰσεπράχθη ὁ φόρος, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Δημόσιον, ἐξετέλεσεν. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος 400 περίπου ἐκτελέσεις ἐπίκεινται μετὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας. Εἶναι τοῦτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀνεστάλη ὁ φόρος διὰ τὸ 1899...

§100ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο συνέβη ὅπου δὲν ἔγεινεν ἐγκατάστασις ἕνεκα τῆς ἐλαττωματικότητος τοῦ καταλόγου.

§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐλαχίστας ἐπαρχίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποληφθῇ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου νόμου ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὰς προσωρινὰς αὐτοῦ διατάξεις περὶ πληρωμῆς ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων μόνον τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, δηλ. τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς φορολογίας, νῦν, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, διατὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁρίζουσι 2,400,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι 2,942,000; Οὐδὲ ἀπαντᾷ εἰς τὸ ἐρώτημα ἡ εἰσηγητήριος ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σεῖς, οἱ ἐντριβέστεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἐξηγήσατε τὸ πρᾶγμα, καὶ λύσατε τὸ μυστήριον. Ὄταν ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ν’ ἀναγράψῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ δέον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἤτοι δραχ. 2,900,000, ὅταν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ καταλογίσῃ κατὰ στρέμμα εἰς τὰς ἀμπέλους, εἴτε 700 εἴτε 800 χιλιάδες ἀποδειχθῶσι, πῶς γίνεται ἀναγραφὴ δραχ. 2,400,000; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδὼν τὸ ναυάγιον ἐπελθὸν, καὶ λησμονῶν τὴν βάσιν τοῦ νόμου πρὸ τῆς ἀντιλήψεως, ἣν ἔσχεν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀνέγραψε τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐν τῇ ἀναγνωρίσει ταύτῃ ἐπίκειται ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου...

§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει ἐπιρροὴν εἰς τὰς εἰσπράξεις αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη; Ἢ μήπως ἀνεγράφη οὕτως ἐκ φιλανθρωπίας;

§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ νόμου. Φιλανθρωπίαν θὰ ἐπεδείκνυε, μεταβάλλων τὸν νόμον. Τὸ ὡρισμένον δὲ αὐτὸ ποσὸν ἔδει νὰ κατανεμηθῇ, ἐπιβαρῦνον ἀναλόγως τὰ στρέμματα.

§104ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πάλιν τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ κατανεμηθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, προϋπολογίζων τί θὰ εἰσπράξῃ, ἀναγράφει 2,400,000 ὡς εἰσπράξιμον, διότι βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψιν 2,960,000 ὡς βεβαιωθησόμενον.

§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόψῃ. Δὲν τῷ εὔχομαι νὰ μὲ διακόπτῃ πάντοτε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διότι δὲν μοι ἔλυσε τὴν ἀπορίαν, ἴσως διότι δὲν ἀνέγνω τὸν νόμον, ἐνῷ εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§106ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι σαφεστάτη ἡ ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις λέγει καθαρὰ, ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων προϋπελογίσθη εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ σταθερῶς τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐκ τοῦ σχετικοῦ νόμου προώρισται ν’ ἀποδώσῃ. Κατωτέρω δὲ λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καθυστέρησιν 25%, ὑπολογίζει ὡς εἰσπραχθησόμενον ποσὸν 2,400,000.

§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα εἶναι σαφεστάτη ἡ ἀποτυχία τοῦ νομοθετήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀντὶ τῶν 2,940,000 δραχμῶν, ἃς εἶχε τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἀσφαλῶς ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου κλπ., νῦν ἀναγνωρίζει ὅτι μόλις θὰ εἰσπράξῃ 2,400,000, ἃς καὶ ἀναγράφει, ἐνῷ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν κρίνω, ὅτι οὐδὲ 1,900,000 θὰ ἔχωμεν πραγματικὴν εἴσπραξιν, ἣν μόνην, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὤφειλε τότε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1899, καὶ παρουσίασε μεγάλην διαφορὰν τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα· καὶ ὅμως ἀναγράφεται πάλιν ποσὸν πλεονάζον, τὸ ὁποῖον διαψεύδεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἡ ὁποία μάλιστα ἀπήνεγκε τὰ μεγαλείτερα ἔσοδα καὶ τὰ εὐοιωνότερα ἀποτελέσματα. Ταῦτα δὲ λέγω ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου, τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσοῦ ἐκ δραχ. 2,900,000 καὶ οὐχὶ 2,400,000. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον οὔτε ἐκ τῆς εὐφυΐας ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἐκ τῆς φιλανθρωπίας αὐτοῦ, νὰ κανονισθῇ ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδου ἄλλου, παρὰ τοῦ ἐκ τοῦ νόμου ἀπορρέοντος. Ἡ ἀναγραφὴ δὲ τούτου, ὡς γίνεται καὶ ὡς δικαιολογεῖται, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ ναυάγιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ τρανότερον ναυάγιον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἐπίκειται ἡ κατάπτωσις, ἂν μὴ ἐπίκειται ἡ κατάπτωσις τῆς Κυβερνήσεως.

§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλαι αἱ φορολογίαι ἔχουσι τὰ ἐλαττώματά των. Ἑκάστης δ’ αὐτῶν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ μέσα τῆς ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν διορθώσεως αὐτῶν εἰσι γνωστά. Ὁ φόρος ὁ στρεμματικός, ὁ ἀμέσως ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς γῆς, ἔχει ἐπίσης τὰ ἐλαττώματά του. Ταῦτα δ’ εἰσὶ κυρίως τὰ αἴτια, ὡς π. χ. θεομηνίαι, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τὰς γαίας τῶν φορολογουμένων μὴ παραγωγικὰς, εἴτε προσωρινῶς, εἴτε καὶ ὁριστικώτερον. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων τοῦ φόρου τοῦ ὑφισταμένου, τὰ ὁποῖα εἶναι κεφαλαιώδη. Ἔχομεν νόμον λειτουργοῦντα, ὡς ἐψηφίσθη. Ἀντικείμενον δὲ τῆς συζητήσεως εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐκείνων, ὧν αἱ ἄμπελοι, ἕνεκα θεομηνίας, οὐδὲν παρήγαγον. Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λάβῃ αὕτη τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τὰς γαίας ταύτας. Ἀναφέρω τοῦτο, διότι μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀρνῆται νὰ παραδεχθῇ ἀρχὴν πανταχοῦ παραδεδεγμένην, ὅτι αἱ μὴ παραγαγοῦσαι γαῖαι, ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲν παρήγαγον, πρέπει διὰ νομοθετικῆς πράξεως ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου. Ἀντὶ δὲ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ φέρῃ νομοσχέδιον, ἀφῆκε τὸ ἔργον, τὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβαλλόμενον, εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ σχηματισθῇ ἐξ οἱωνδήποτε θελήσωσι νὰ λάβωσι μέρος. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον, ὅπερ προέτεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι κανονικόν. Δὲν θέλω νὰ παρεμποδίσω οὐδένα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἵνα αὕτη φέρῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας τὰς ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν παρήγαγον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτῶν θὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ μεταξὺ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο ἐπηρέασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγράψῃ ὡς εἰσπράξιμον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθησόμενον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει, διότι αἱ εἰσπράξεις ἐξακολουθοῦσιν ἐν ταῖς παθούσαις ἐπαρχίαις. Δὲν πρέπει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τοιούτων σκέψεων ἐπηρεαζομένη, ν’ ἀναβάλῃ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τὰς ἀμπέλους τὰς μὴ παραγαγούσας οἶνον.

§109Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ περονοσπόρου, ὁ ὁποῖος προσέβαλε τὰς ἀμπέλους τῆς Σύρου καὶ τῆς Μυκόνου, αἱ ἐπαρχίαι αὗται εἶναι ἄγονοι ἐντελῶς, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δαπανῶσιν, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, καὶ πρὸς ἐκχέρσωσιν τῆς γῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, παρὰ πάσας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου δι’ ὀλίγα ἔτη οἱ ἀμπελοκτήμονες τόσον τῆς Σύρου, ὅσον καὶ τῆς Μυκόνου, διὰ νόμου λίαν ταχέως ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλήν.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§111ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Σπηλιώτης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ταχέως νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη, ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.» Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀσαφής.

§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ ἀσάφεια, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν, δι’ ἧς λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς φόρου; Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει· πρέπει ὅμως νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ὄχι ὅπως συνεζητήθη σήμερον. Διότι σήμερον συνεζητήθη τί; ὁ νόμος ὁ ἰσχύων. Δὲν ἐννοῶ, κατὰ τί ὁ περονόσπορος δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου...

§114Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου.

§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συνεζήτησε περὶ αὐτοῦ διὰ μακρῶν ἡ Βουλή, ἥτις εἶχε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι νομίζετε, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ τότε ἰσχύοντος νόμου, καὶ ἐπεκρότησε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐψήφισεν ἡ πλειονοψηφία, ἀποτελουμένη οὐ μόνον ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς κυβερνητικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀντιθέτου, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων. Βεβαίως σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα πρὸ περιστάσεων ἀντιξόων, — διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, αἱ περιστάσεις ὑπῆρξαν ἀντίξοοι, — βεβαίως τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν διά τινα μέρη λυπηρά. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν συζητῆτε περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ φόρου τούτου, ἐννοεῖται ὅτι συζητεῖτε περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἀλλὰ τότε, διατὶ νὰ μὴ συζητῆτε καὶ περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῆς ἐμμέσου φορολογίας; Ἢ μήπως νομίζετε, ὅτι ἡ ἔμμεσος φορολογία δὲν ἔχει τὰ ἐλαττώματά της; Παρακολουθεῖτε τὴν ἄμεσον φορολογίαν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν λυπηρῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα καθυστέρησιν μᾶλλον λυπηράν. Μήπως ἡ ἔμμεσος φορολογία δὲν ἔχει τοιαῦτα ἐλαττώματα; Ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς περὶ φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου’ ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὑπάρχει φορολογία ἀδικωτέρα τῆς φορολογίας ταύτης τῆς Ἑπτανήσου;

§116ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δεχόμεθα εὐχαρίστως.

§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχει, διότι παράδοσις αἰώνων καθιέρωσε τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ εἰς ταύτην συνήθισεν ὁ κόσμος. Ἀλλ’ ἄς μοὶ εἴπωσιν οἱ μελετῶντες τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν ἔχωμεν ἔσοδα, δι’ ὧν δὲν καλύπτεται τὸ ἔξοδον τῆς παραγωγῆς, καὶ ὅταν ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ὑποβάλληται εἰς 21%, ὑπάρχει φορολογία ἀνισωτέρα ταύτης; Βεβαίως ὁ λαὸς συνήθισεν εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀπαλλαγῇ, καίτοι αὕτη ἔχει τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἔχει καὶ αὐτή, ἐννοεῖται, καλὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Ὁ ἄμεσος φόρος ἔχει τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔμμεσος φόρος ἔχει τὰ ἰδικά του. Ὁ ἄμεσος φόρος ἔχει τὸ ἐλάττωμα, ὅτι, ὅταν ἔχητε μικρὰν παραγωγήν, ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ὑπερβολικός. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν ἔχητε μεγάλην, ὑπερβολικὴν παραγωγήν, τότε ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐλαφρός; Ἠθέλετε ζητήσει τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, ἐὰν εἴχετε μίαν ἐσοδείαν ἔκτακτον; Βεβαίως ὄχι. Ἑπομένως δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην προεκλήθη, εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τῆς φορολογίας τῆς ἄρτι ἢ τῆς φορολογίας τῆς σήμερον ἰσχυούσης. Ἄδικον δ’ ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τόσον αὐστηρῶς κρίνουσι τὴν φορολογίαν τὴν σήμερον κρατοῦσαν, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ τῶν ἀντιξόων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Τὸ ζήτημα ἦτο ἕτερον· τὸ ζήτημα ἦτο: πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας αἱ ἄμπελοι αἱ οὐδὲν παραγαγοῦσαι;

§118ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.

§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηκολούθησε μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὴν διεξαχθεῖσαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην συζήτησιν, καὶ θέλει ἐμπνευσθῆ ὑπὸ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἡ συζήτησις αὕτη παρήγαγε, διὰ νὰ ἐξετάσῃ, ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἀφήσατε ὅμως αὐτὴν ἐλευθέραν, καὶ μὴ φέρετε πρότασιν, ἡ ὁποία οὔτε διαρρύθμισιν νομικὴν ἔχει, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς θέσιν πολὺ δύσκολον· ἀφήσατε αὐτὴν ἐλευθέραν, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ εὕρῃ, τί πρέπει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ πράξῃ. Ἐὰν δὲ μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρῃ τίποτε πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐρωτῶ, τί ἐμποδίζει οἱονδήποτε ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ φέρῃ πρότασιν, ὄχι πλέον πρότασιν συνιστῶσαν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρότασιν νόμου, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶς ἐπὶ πλέον λόγος εἶναι περιττός.

§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ ὑποβάλω ἐγὼ πρότασιν νόμου.

§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐάν τις ζητήσῃ νὰ συναγάγῃ τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ πρόκειται, δὲν θέλει καταλήξει εἰς σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ὡμιλήσαμεν περὶ ἐλαττωμάτων τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ, καὶ βεβαίως καὶ τοῦτο ἔχει ἐλαττώματα, ἴσως ὀλιγώτερα ἐλαττώματα ἄλλων φόρων, ἔχει ὅμως τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντα τὰ φορολογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦσι τὸν φόρον οὐχὶ ἐν τῷ παραγομένῳ προϊόντι, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὀργάνοις, διὰ τῶν ὁποίων παρήχθη τὸ προϊόν. Ὅ,τι ὅμως δὲν ἐνόησα ἐκ τῶν λεχθέντων ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι, ὅτι ὡμίλησε περὶ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Καὶ ὁ φόρος ὁ νῦν ἐπιβληθεὶς ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπέλων εἶναι ἄμεσος, καὶ ὁ φόρος ὁ πρὸ αὐτοῦ ἰσχύων εἶναι ἄμεσος...

§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ὅλος.

§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄμεσος.

§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι ὅλος.

§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ μὲν φόρος ὁ ἄμεσος δίδει εἰς τὸ Δημόσιον δύο ἑκατομμύρια καὶ ἑξήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμῶν, ὁ δὲ ἔμμεσος διακοσίας ἑξήκοντα πέντε χιλιάδας μόνον. Ὥστε δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐμμέσου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀμέσου φόρου. Ὁ φόρος δὲ ὁ ἄμεσος κυρίως ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἐγγείου. Ἐπίσης δὲν ὑπῆρξε λόγος, ἵνα προταθῇ ἢ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ ἐξέτασιν τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐγένετο ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν συζήτησις, καὶ προετάθη καὶ ὑπὸ Βουλευτῶν ἐξ Ἑπτανήσου καταγομένων ἡ ἀφομοίωσις· τινὲς μάλιστα ἐκ τῶν ἐξ Ἑπτανήσου Βουλευτῶν ἐδήλωσαν ἄλλοτε ἐπιθυμίαν τοιαύτην, διότι ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος θέλει εἰσφέρει ὀλιγώτερον ποσὸν τοῦ κατὰ τὸ ἐνεστὼς σύστημα τῆς φορολογίας εἰσφερομένου εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι ἀπίθανον. Ἀλλὰ νομίζω, — καὶ νομίζουσι σχεδὸν μετ’ ἐμοῦ πάντες — ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίγῃ τις τὰς φορολογίας, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσιν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν...

§126ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀφομοιώσεως.

§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ ἀφομοιώσεως.

§128ΡΙΚΑΚΗΣ....

§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁμιλεῖτε κατόπιν. Ἑπομένως ἡ Ἑλλάς, ὅτε ἡ Ἑπτάνησος ἡνώθη μετ’ αὐτῆς, διετήρησε τὸ σύστημα τὸ φορολογικόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε· δὲν ὑπεστήριξε δὲ ποτὲ σπουδαίως τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ. Ὥστε ἂς ἀφήσωμεν τὴν Ἑπτάνησον· ἂς ἀφήσωμεν καὶ τὸ ἐκεῖ κρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας. Ἄλλο τι κατεδείξαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· κατεδείξαμεν τὴν συμφοράν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθησαν πολλοὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, διότι τὸ προϊόν αὐτῶν κατεστράφη ἐντελῶς, διότι δὲν συνεκόμισαν οὔτε ῥᾶγα σταφυλῆς, διότι δὲν συνεκόμισαν οὔτε σταγόνα γλεύκους, καὶ ὅμως ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὡσανεὶ εἶχον συγκομίσει προϊόν. Ἐὰν ἦσαν εὔποροι ἄνθρωποι, ἐὰν εἶχον ἀποταμιεύματα, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον των, χωρὶς νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐργασία αὐτῶν, χωρὶς νὰ στερηθῶσι τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων ἐπὶ τὸ μέλλον, ἵνα ἐξακολουθήσωσι νὰ καλλιεργήσωσι καὶ παραγάγωσι προϊόν ἐκ τῆς ἀμπέλου, δὲν ἠθέλομεν ἀπευθύνει σύστασίν τινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουσιν ἐξηντλημένοι ἤδη, ἐξαντληθέντες ἀπὸ συμφορὰς πρὸ ἐτῶν ἐπισκηψάσας εἰς τὴν ἄμπελον καὶ τὴν σταφίδα· διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον μάλιστα αὐτῆς, νὰ προνοήσῃ, ἵνα ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς φόρου, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι, διότι οὐδόλως παρήγαγον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὑπάρχον, ἤθελον πληρώσει φόρον αὐτοί; Ποτέ. Τώρα μετεβάλομεν τὸ σύστημα, ἵνα ἐλαφρώσωμεν δῆθεν τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῆς βεβαιώσεως ἢ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τοῦ ὑπάρχοντος· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καταθλίψωμεν αὐτοὺς ἐπὶ τοσοῦτον, ἀπαιτοῦντες παρ’ αὐτῶν καὶ νὰ καταβάλωσι φόρον, ἀφοῦ οὐδὲν παρήγαγον ἐκ τῆς ἀμπέλου αὐτῶν. Αὐτὴν τὴν σύστασιν ἐποιησάμεθα. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἐκβιάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ φέρῃ ἓν νομοσχέδιον. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως εἶναι τόσον καθολικὴ, ὥστε δυσκόλως, νομίζω, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐπιθυμεῖ βεβαίως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Βεβαίως αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι, κατὰ τίνα τρόπον θέλουσι διατυπώσει τὴν πρότασιν. Διότι, καὶ ἂν ἐψηφίζετο ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ, δὲν ἤρκει αὕτη. Αὕτη εἶναι ἐκδήλωσις ἐπιθυμίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡ Κυβέρνησις ὅμως θέλει μελετήσει τὸ θέμα, θέλει συντάξει νομοσχέδιον, θέλει ἐξετάσει τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, θέλει ἐκτιμήσει τὰς περιστάσεις, καὶ θέλει προσδιορίσει οὕτω τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ὠφεληθῇ τις ἐκ τοῦ νόμου παραλόγως, ν’ ἀπαλλαγῶσι δὲ ἐκεῖνοι μόνον, οἵτινες εἶναι ἄξιοι τῆς ἀπαλλαγῆς.

§130Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὑπέβαλον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἄλλοτε συνεφωνήσαμεν ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀφομοίωσις... (θόρυβος).

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν ἔχομεν συζήτησιν περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος.

§132ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ εἴπω δύο λέξεις· διατὶ τὸ εἶπον αὐτό.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατηναλώσαμεν δύο ὥρας εἰς ἄλλην συζήτησιν. Τώρα θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ ἀφομοιώσεως!

§134ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ μὴ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ τις!

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρικάκη, σᾶς παρακαλῶ. Ὑπεβλήθη μία πρότασις. Ἐπὶ τῆς προτάσεως δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, ἐὰν θέλητε, ἀλλ’ ὄχι νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀφομοιώσεως.

§136ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἠξεύρετε διατί; Διότι δὲν θέλετε αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ τὸ πράξητε.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, τί θέλετε νὰ κάμωμεν;

§138ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια!

§139ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Δὶς ἤδη ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· τὴν μὲν πρώτην φορὰν ἐξ ἐπερωτήσεως ἐμοῦ, τὴν δὲ δευτέραν ἐξ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ραδινοῦ. Δεκαπέντε ἡμέραι παρῆλθον, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤκουσε, φαίνεται, τὰ λεχθέντα παρὰ διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ πάλιν ἡ πρότασις. Καὶ ὁ κ. Ραδινὸς ὡμίλησε διὰ μακρῶν καὶ ἄλλοι. Διατὶ λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἐκ νέου;

§140ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ποία πρότασις;

§141ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ὅ,τι ἐλέχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, συμφωνεῖ πληρέστατα πρὸς τὴν πρώτην εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, ὅτι ἡ καταστροφὴ εἶναι τελεία. Καὶ αὐτὴ ἡ πλευρὰ καὶ ἐκείνη δὲν πιστεύω νὰ διαφωνῇ, ὅτι αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν ἐντελῶς, καὶ δὲν συνεκόμισαν οἱ παραγωγοὶ οὔτε ὀκᾶν γλεύκους. Μολονότι ἡ Κυβέρνησις ἔψεξε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὡς ἐπεισόδιον εἶχεν ἄλλο ζήτημα, περὶ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, οὐχ ἧττον ὅλαι αἱ συζητήσεις ἔτειναν ν’ ἀποδείξωσι τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, διότι ἔχει νόμον, πρὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν, τουτέστι νὰ μὴ φορολογήσῃ τοὺς καταστραφέντας. Ἐὰν ἡ Εὔβοια παρήγαγε περισσότερον τοῦ συνήθους, καὶ ἐκέρδισεν ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς τιμῆς, — καὶ ἐκέρδισε πολλαπλασίως, ἀφοῦ ἐπώλησε τὸ γλεῦκος πρὸς 120, ἐνῷ ἄλλοτε ἐπώλησε πρὸς 10 λεπτὰ, — ἂς φορολογηθῇ τριπλασίως· οἱ καταστραφέντες ὅμως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθῶσι. Περὶ ὅλων αὐτῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεφώνησεν, εἰπὼν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὰς καταστροφὰς καὶ τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ ἀφεθῇ ὁ φόρος· ὑπεσχέθη, δὲ ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἴδιος μέτρον τι. Ἐὰν δὲν ὑποβάλῃ τι, ἡ Βουλὴ, ἢ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἀνάγκην, εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου. Ἀποδεχόμενος λοιπὸν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§143Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτήν. Ἐγὼ παρεπονέθην, ὄχι μόνον διὰ τὸν περονόσπορον, ἀλλὰ καὶ διότι τόσον ἡ Μύκονος, ὡς καὶ ἡ Σῦρος, εἶναι ἄγονοι, καὶ δὲν παράγουσι ποτὲ ἀρκετὸν καρπὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν φόρους.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.

§145Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπηλιώτου τὴν υἱοθετῶ ἐγώ. Περὶ δὲ τοῦ ἀγόνου τῆς γῆς τόσον τῆς Σύρου, ὅσον καὶ τῆς Μυκόνου, ἐπιφυλάσσομαι.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὑποβάλετε πρότασιν.

§147Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν ἔχετε εἰς χεῖράς σας.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς χεῖράς μου!

§149Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα. Ἀποσύρω τὴν δευτέραν πρότασιν, καὶ μένει ἡ πρώτη, ἡ περὶ περονοσπόρου.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἰδικήν σας πρότασιν εἰς χεῖράς μου.

§151ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις. Ὁ κ. Σπηλιώτης τὴν ἀπέσυρεν. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§153Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, υἱοθετῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπηλιώτη.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Υἱοθετεῖτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπηλιώτη, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα σας.

§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Γενικῶς.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου.

§157ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ, κύριε Πρόεδρε, περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα, εἶναι βεβαίως τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη διὰ μακρῶν. Ἡ Βουλὴ σύμπασα, μηδενὸς, ὑποθέτω, ἐξαιρουμένου, συναισθάνεται τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς, τῆς ἐπισκηψάσης εἰς ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς τῶν ἀμπελοκτημόνων. Συναισθάνεται τὴν συμφορὰν ταύτην, καὶ διότι συναισθάνεται ταύτην, διὰ τοῦτο διὰ μακρῶν συνεζήτησε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, συνεζήτησεν οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ παρέλθῃ ἐπὶ ματαίῳ ἡ συζήτησις αὕτη, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ μίαν σπουδαίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην νὰ ἐνδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ μετὰ πολλῆς σπουδῆς, μετὰ πολλῆς ἐμβριθείας, διὰ νὰ φέρῃ, εἴτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε διοικητικῶς, μέτρον τι, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ νὰ παρηγορήσῃ τοὺς καταστραφέντας ἐκείνους πληθυσμούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, — παρετήρησα μετὰ λύπης μου, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, — σπεύδων νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ὅτι ἡ πρότασις αὐτοῦ δὲν εἶναι εἰς χεῖράς του, καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο...

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βουλευτά...

§159ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἦτο εἰς χεῖράς του πρότασις τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν μόνον ἡ πρότασις τοῦ κ. Σπηλιώτη, ἡ ὁποία ἀπεσύρθη.

§161ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, προτείνω ἐγὼ καὶ υἱοθετῶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν θέλησιν αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐπιτακτικῶς λάβῃ ἓν μέτρον, τουτέστιν εἰσαγάγῃ λίαν ταχέως νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαλλάσσῃ τοῦ φόρου ὅλους τοὺς καταστραφέντας πληθυσμούς.

§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτής, εἰπὼν τὴν λέξιν «ἐπιτακτικῶς», δὲν ἐσκέφθη περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως ταύτης, διότι ὑποθέτω, ὅτι σέβεται ἀρκούντως τοὺς καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, ἵνα μὴ ἀνεχθῶσιν οὐδέποτε τὴν λέξιν «ἐπιτακτικῶς». Τεθείσης δὲ τῆς προτάσεως, ὅπως ἐτέθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτοῦ, δηλῶ, ὅτι θεωρῶ τὴν ψήφισιν αὐτῆς ὡς ψῆφον δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως δὲν θέλομεν παραμείνει εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει αὐτήν.

§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτακτικῆς δηλώσεως· διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Πρόκειται περὶ συστάσεως.

§164ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, διατὶ διηρεθίσθη ἐπὶ τοσοῦτον ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι τυχὸν διέφυγε τῶν χειλέων μου φράσις, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἄ! σᾶς διέφυγε!

§166ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). «Συστατικῶς» ἐνόει.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, Κύριοι. Εἶναι ἱκανὸς ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ διερμηνεύσῃ τὰς ἰδέας του.

§168ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα τῆς Πολιτείας, τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἂν παρακάθηται εἰς τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ἐγὼ παρακάθημαι ἴσως ἐπὶ μακρότερον χρόνον, καὶ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι συνήθισα νὰ μεταχειρίζωμαι, ὁσάκις ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ φράσεις καὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἀντιβαίνωσιν οὔτε εἰς νόμον τινὰ, οὔτε εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν διέφυγεν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ λέξις, ἡ ὁποία διέφυγε τῶν χειλέων μου, βεβαίως δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Γνωρίζω πολὺ καλὰ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν κάμνει ἐπιταγὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐντολὴν (la delegation) ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην ἀρχὴν, ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἔχει καὶ ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἐνόουν, ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ σύστασιν.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀκούσατε τὴν πρότασιν.

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἄλλη ἐδῶ.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτὴς υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπηλιώτη.

§172Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας, καὶ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπέλων, ὧν ἡ πρόσοδος κατεστράφη, ἀπὸ τοῦ ἐπιβεβλημένου φόρου.»

§173Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι.

§174Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη νὰ μεριμνήσῃ, εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ πρότασις αὕτη.

§175ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον, καὶ ἂν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν δὲν ὑποβάλῃ μέτρον τι, τότε δύναται πᾶς Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου.

§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἀπόρροιαν τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν μετὰ μεγίστης προσοχῆς παρηκολούθησα, ἤθελον ἀπαλλάξει τὴν Βουλὴν τοῦ κόπου, ἵνα τοιαύτη πρότασις ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ. Ἐὰν ὅμως καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας, ἔκαμα, ἐπιμένωσιν, ὅπως ἡ πρότασις ψηφισθῇ, πάντοτε θέλω θεωρήσει, ὅτι ἐν αὐτῇ ὑπάρχει ἔκφρασις δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως τοιαύτην ἔννοιαν θέλω ἀποδώσει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.

§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. Πρόεδρε. Ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει φροντίσει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος κατεστράφη ὑπὸ τῆς νόσου, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐντὸς 10 ἢ 15 ἡμερῶν δὲν εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, τότε ἡ Βουλὴ μένει ἐλευθέρα νὰ προτείνῃ νομοσχέδιον αὐτή. Λοιπὸν διὰ τοῦτο γίνεται ἡ πρότασις αὕτη. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπαλλάσσῃ τὰς ἀμπέλους, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος ἔχει καταστραφῇ ἐντελῶς ἐκ τῆς νόσου, τότε βεβαίως εἶναι περιττὴ ἡ πρότασις.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§179ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρότασις, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, τὸ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν...

§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνιστᾷ.

§181ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ παίζομεν μὲ τὰς λέξεις. Πρόκειται περὶ συστάσεως, ἐχούσης ἔννοιαν ἐπιβολῆς, καὶ τότε εἰς τὸ αὐτὸ καταλήγομεν ἀποτέλεσμα. Διότι ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συστάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων; Ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων προδικάζει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ πρωτοβουλία τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νόμων εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Τί κωλύει, παρακαλῶ, οἱονδήποτε Βουλευτήν, ἕνα ἢ πολλοὺς, νὰ εἰσαγάγωσι νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου; Καὶ ἂν τοῦτο, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, δὲν θέλωσι νὰ πράξωσι, διατὶ θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ τοῦτο, δεσμεύοντες τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειάν της; Ἄλλως τε, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κυβερνητικόν, διότι ἀνάγεται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, ἂν φόρος τις πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, ἐφ’ ὅσον αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν διοίκησιν, ἢ ἂν αὗται εἶναι τόσον ἀνθηραὶ, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν ἀνακούφισιν τῶν φορολογουμένων διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου ἀπαλλακτικοῦ τοῦ φόρου. Τοὐναντίον ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται σήμερον προκαταρκτικῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, καὶ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου· διότι διὰ τῆς συζητήσεως τῆς σημερινῆς ἐπεδιώχθη νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον ἀπαλλακτικόν. Ὅταν ἡ Βουλὴ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην προκαταβολικῶς, μηδεμιᾶς ὑποβληθείσης προτάσεως, τί ἄλλο κάμνει, παρὰ νὰ ἰδιοποιῆται καθήκοντα κυβερνητικά; Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, νὰ φέρῃ γνώμην ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὑποβεβλημένης προτάσεως εἴτε ὑπὸ Βουλευτοῦ, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα, καὶ ν’ ἀποφασίζῃ, ὅτι οὕτως ἢ οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ, βεβαίως ἰδιοποιεῖται κυβερνητικὰ καθήκοντα. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ ὡς συνέπειαν τῆς ἐνστάσεως αὐτῆς τοῦ ἀπαραδέκτου φέρω τὴν πρότασιν, ὅτι ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§182Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ἄλλως ἡ Κυβέρνησις παρίσταται συνεδριάζουσα μεθ’ ἡμῶν ὡς νομοτελεστικὸν σῶμα, ἐνῷ παρίσταται ὡς ἐνασκοῦσα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει ὁ Ἡγεμών. Ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐξασκοῦμεν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχομεν, ὡς Βουλευταὶ, νὰ φέρωμεν προτάσεις. Ἡ πρότασις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι, νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νόμον. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἡ Βουλὴ οὕτως ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ εἶναι ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα, ἢ νομοθετική; Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου θεωρῶ ἀπαράδεκτον, ὡς παραβιάζουσαν θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος.

§183Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ ὑπέβαλον μετὰ τοῦ ἐξ Ὀλυμπίας κ. συναδέλφου, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ εἰθισμένα καὶ εἰς τὰ ἡμέτερα καθήκοντα, δὲν εἶναι ὀρθὰ, διότι πάντοτε οἱ Βουλευταὶ δύνανται νὰ φέρωσι προτάσεις, οἵα ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐφέραμεν. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐφέραμεν τὴν πρότασιν, ὡς σύστασιν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου λέγει, ὅτι οὕτως ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὰ κυβερνητικὰ δικαιώματα. Ἀκριβῶς ὅμως, ὅπως μὴ εἰς ταῦτα εἰσέλθωμεν, ὑπεβάλαμεν τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, μελετῶσα τὸ ζήτημα, λάβῃ μέτρον, ὅπερ αὐτὴ ἤθελεν ἐγκρίνει. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἐρευνήσῃ, ἂν δύναται, ἢ ὄχι, ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ φόρος, καὶ ἂν νομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῇ, θὰ ἔλθῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν της.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις δὲν λέγει αὐτὸ, ἀλλ’ ὅτι συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς.

§185Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος κατεστράφη· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ, καὶ θ’ ἀποφασίσῃ, ἂν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νόμον, ἢ ὄχι. Ὅταν δὲ μελετήσῃ καὶ ἴδῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ, τότε θὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν δύναται. Ποῦ εὑρίσκετε τὸ ἀπαράδεκτον ἐν τῇ προτάσει; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπεν, ἂν θὰ ὑποβάλῃ ἢ μὴ νόμον, ἀλλ’ ὅτι θὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα· δηλαδὴ εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνομεν καὶ ἡμεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν εἶναι ἀπαράδεκτος· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπιμένομεν καὶ παρακαλοῦμεν νὰ τεθῇ ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη εἰς ψηφοφορίαν.

§186Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ οὐσίαν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν συστησάντων, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδεμίαν ἔλαβον πρόσοδον ἐκ τῶν ἀμπέλων των. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δίδει ἔννοιαν εἰς τὰς λέξεις τῆς προτάσεως ἐπιβλητικήν, δικαίως θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καθ’ ὅσον ὅμως ἡμεῖς ἐξηγοῦμεν, ἢ καὶ δυνάμεθα γραμματικῶς νὰ διορθώσωμεν τὸ κείμενον τῆς προτάσεως κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ γείνῃ συζήτησις. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δίκαιον ἔχει κατὰ τοῦτο ὁ κ. Στεφάνου, λέγων, ὅτι παίζομεν μὲ τὰς λέξεις. Ἐὰν ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, εἶναι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει νὰ ἀμυνθῇ, προκειμένου περὶ ζητήματος οἰκονομικοῦ καὶ φορολογικοῦ· διότι θὰ καθιεροῦτο προηγούμενον, ὅπως ἐκ λόγων ποικίλων συνιστᾷ ἡ Βουλὴ καὶ ἐξαναγκάζῃ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ κατάργησιν φόρων. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέβαλον τὴν πρότασιν, τοιοῦτον, οἷον ὑποθέτει ὁ κ. Στεφάνου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν οἱ πολῖται ὑποβάλλουσι καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, λύεται τὸ ζήτημα. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ φέρῃ ἢ νὰ μὴ φέρῃ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡμεῖς πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπόλυτος νόμου, τότε φέρομεν πρότασιν νόμου, καὶ προκαλοῦμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἂν ἔχωμεν τὴν πλειονοψηφίαν, τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἀρχῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ τὴν σύστασιν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, καὶ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἐχούσης τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ συστάσεις, ὅταν νομίζῃ, ὅτι αὗται ἀποτελοῦσι τὸ πόρισμα μιᾶς συζητήσεως.

§187ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῦ κεῖται ἡ διαφωνία, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ θέσῃ ὡς ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ τὴν πρότασιν ταύτην. Μετὰ τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅτι περιέχει ἡ πρότασις ἁπλῆν σύστασιν, δεσμεύεται ἡ Κυβέρνησις; Δύναται νὰ εἴπῃ: «Δὲν ἀκούω τὴν σύστασιν, διότι πείθομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου». Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι περιέχει προδικασίαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτος νόμος, δὲν εἶναι ὀρθή. Μετὰ τὰς γενομένας δηλώσεις, ἡ Βουλὴ, ἐπιθυμοῦσα νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, συνιστᾷ εἰς αὐτὴν νὰ φέρῃ νόμον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δεχθῇ, νομίζω ὅτι ἀντικείμενον διαφωνίας δὲν ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐπιθυμοῦσι νὰ εἰσαχθῇ νόμος τοιοῦτος, ν’ ἀπαλλαγῶσι δηλαδὴ οἱ παθόντες ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις δύναται νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑποδεικνύει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτος νόμος.

§188ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἐνόουν πρότασιν κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν σαφηνίζουν οἱ προτείνοντες, ἀλλὰ διατετυπωμένην καθαρῶς: «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ σκεφθῇ, ἂν δύναται νὰ προτείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς». Τοιαύτη πρότασις ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· ἀλλ’ ἡ λέξις, τῆς ὁποίας γίνεται χρῆσις: «συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νόμον κλπ.», ἐκδηλοῖ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἣν ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Περὶ τῶν τοιούτων δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφανθῇ, διότι ἀγνοεῖ τὰς λεπτομερείας τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, κωλύων τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τοιοῦτον νόμον, τότε, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν προτεινόντων, θὰ ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν εἰσάγει τὸν νόμον· πιθανὸν δὲ οὗτοι νὰ ἀνάγωνται εἰς σκέψεις ἐσωτερικῆς συνειδήσεως καὶ πεποιθήσεως, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπόχρεως εἰς τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὕτη κρίνει πρόσφορα καὶ ἀναγκαῖα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Δὲν ὑποχρεοῦται δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογῆται, ἢ ν’ ἀπολογῆται, διὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν κρίνει ἀναγκαῖα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον μέτρον εἶναι συντελεστικὸν πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν σκοπόν, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας τῆς προτάσεως νόμου, καὶ τότε δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἀποδέχεται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅταν ἡ Βουλὴ ἔρχηται καὶ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν θέλησίν της, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῷ συνταγματικῷ νομίμῳ· περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀποφάσεως; Ἡ Βουλὴ οὕτως ὑποκαθίσταται εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην, ἡ κατατεθεῖσα πρότασις τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ὀλυμπίας καὶ Παξῶν ἐνέχει τὴν ἔννοιαν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ν’ ἀναγκάσῃ αὐτὴν ν’ ἀποσυρθῇ τῆς θέσεώς της. Ἐν ὅσῳ δὲν σκοπεῖ ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καταδηλοῖ, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐκβιάσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται συστάσεις. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι νομομαθὴς, ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπευθύνῃ συστάσεις. Τότε ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παρὰ ἁπλοῦν νομοθετικὸν σῶμα...

§190ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἠμφισβήτησα τὸ δικαίωμα τοῦτο.

§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσον τὸ διημφισβητήσατε, ὥστε διετυπώσατε πρότασιν ἀπαραδέκτου κατὰ προτάσεως, δι’ ἧς ἡ Βουλὴ συνίστα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου... Καὶ διατὶ ἀπευθύνει τοιαύτην σύστασιν; Διότι μόνον διὰ νόμου δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδόλως. Ἀλλὰ διατὶ δὲν προέβαλεν ἡ Βουλὴ τὸν νόμον; Διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα. Διότι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ποίαν ἐπιρροὴν θέλει ἔχει εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν εἰρημένην κατηγορίαν. Διότι πρέπει νὰ ῥυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιόν της οὕτως, ὥστε ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ νὰ μὴ ὠφεληθῶσι καλλιεργηταὶ ἢ ἰδιοκτῆται ἀμπέλων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος δὲν κατεστράφη ἐντελῶς. Ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξακριβώσῃ πάντα ταῦτα, καὶ νὰ διαρρυθμίσῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπονέμῃ συνδρομὴν καὶ προστασίαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες περιῆλθον εἰς τὴν συμφορὰν αὐτήν, νὰ μὴ δώσῃ δὲ ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις, καὶ νὰ προτείνῃ αὐτὸ, μόνον ὅταν ἐκ τούτου δὲν διαταράσσηται ἡ οἰκονομία τοῦ Κράτους. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις, ἡ γενομένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι σύστασις συνταγματικὴ, καὶ ὅτι οἱ ἀξιοῦντες ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἡ Βουλὴ τοιαύτας συστάσεις, ἀθετοῦσι συνταγματικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἡ σύστασις δὲν ἔχει ἐπιτακτικὸν χαρακτῆρα· ἡ σύστασις εἶναι σύστασις. Πρὸς τίνα σκοπόν; ὅπως προτείνῃ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις. Διὰ νὰ προτείνῃ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις, θέλει ἐξετάσει, ἂν δύναται νὰ τὸ προτείνῃ, θέλει ἐξετάσει, μήπως τυχὸν ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν φορολογουμένων φέρῃ ἐλάττωσιν τοσαύτην τῶν ἐσόδων, ὥστε νὰ διαταραχθῇ ἡ οἰκονομία τοῦ Κράτους. Εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῶσιν οὕτω τὰ ὅρια τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου, ὥστε νὰ μὴ ἀνοίξῃ θύρας καταχρήσεων. Ἐὰν ταῦτα ἤθελεν ἐξετάσει, καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, θέλει προσέλθει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραστήσει, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύστασιν αὐτῆς, δι’ αὐτοὺς ἢ δι’ ἐκείνους τοὺς λόγους. Θέλει ἐκτιμήσει τότε τοὺς λόγους ἡ Βουλή, ἥτις δὲν θέλει βεβαίως παραλογισθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἰσχὺν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναστείλωσι τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν πρότασιν, ὅτι δὲν ἔχει ἐπιβλητικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ εἶναι σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἶναι πᾶσαι αἱ συστάσεις, τὰς ὁποίας αἱ Βουλαὶ ἀπευθύνουσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς εἰρημένης συστάσεως.

§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ προσοχῆς, ὅπως συνηθίζω πάντοτε, ὁσάκις ὁμιλῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, παρηκολούθησα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνέπτυξεν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἐνόμισα, ὅτι παρεσκεύαζεν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἰδικῆς μου μᾶλλον ἢ ὑπὲρ τῆς ἰδικῆς του. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐξετάσῃ, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ἂν δύναται νὰ γείνῃ τοιαύτη θυσία ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ περονοσπόρου· ὅτι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν, νὰ διαπλάσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ περιορισθῇ εἰς ἐκείνους, οἵτινες πράγματι ἔπαθον, καὶ δὲν θὰ ἐκταθῇ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔπαθον. Ἀλλὰ ποίαν ἔννοιαν εἶχον αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου ἀπέτεινα, ἢ ἀκριβῶς ταύτην τὴν ἔννοιαν, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἠσχολήθη; Τί ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν; Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἐκφράσει μίαν ἰδέαν· εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι θὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως μὴ πιεσθῶσιν οἱ μὴ παραγαγόντες παραγωγοὶ παρὰ τῶν οἰκονομικῶν ὀργάνων. Ἐνομίζομεν, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης καὶ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρακολουθήσει τὴν δήλωσιν ταύτην, δὲν ἤθελεν ἴσως παρασταθῆ ἀνάγκη, ἵνα νομοθετικῶς λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος, ἠκούσαμεν, ὅτι ἴσως τὰ μέτρα αὐτὰ, τὰ διοικητικὰ, δὲν θὰ ἦσαν ἐπαρκῆ, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νομοθετικοῦ τινος μέτρου, ἐξασφαλίζοντος αὐτά. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφέρῃ γνώμην; Εἶχεν ἀνάγκην, — καὶ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο καὶ ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε παρ’ αὐτῆς, ἐὰν τὴν θεωρῆτε σοβαρὰν, — περὶ τοιούτων μέτρων σκεπτομένη, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἴτε εἰς τὴν παραδοχὴν, εἴτε εἰς τὴν μὴ παραδοχὴν τοῦ μέτρου. Καὶ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις: «Θὰ σκεφθῶ, καὶ θ’ ἀποφασίσω, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διεξήχθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ τὰς ἐκδηλωθείσας γνώμας τῆς τε μειοψηφίας καὶ τῆς πλειοψηφίας.» Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καθαραὶ, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὑποβολῆς προτάσεως, προτάσεως μάλιστα, ἡ ὁποία προσέλαβε τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον τὸ πρῶτον προσέλαβε. Βεβαίως διωρθώθη ἡ πρότασις παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην πεῖραν τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσιν, ὅτι πρότασις μὲ τὴν λέξιν «ἐπιτακτικῶς» δὲν θὰ εἶχεν ἀποτέλεσμα ἢ νὰ ἐγείρῃ τὴν πλειονοψηφίαν σύμπασαν πρὸς ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως. Βεβαίως ἀφῃρέθη ἡ λέξις «ἐπιτακτικῶς», ἀλλ’ ἔμεινεν ἡ πρότασις. Ποία πρότασις; Ὄχι, ὅτι συνιστᾷ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἀφοῦ μελετήσῃ τοῦτο φέρῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὴν ἀπόφασίν της· ἀλλὰ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς πληρωμῆς φόρου οἱ παθόντες ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Αὐτὸς ὁ τύπος ἐδόθη. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συστάσεως ταύτης; Ἢ ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιβολῆς, ἢ οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν. Διότι, ἐὰν ἔχῃ ἔννοιαν ἁπλῆς συστάσεως, τότε, ἐρωτῶ, διατί δὲν λέγετε ἐν τῇ προτάσει, ὅτι «ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν σήμερον, μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της»;

§193Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἔφερα ἐγὼ τὴν πρότασιν, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδετε ὑμεῖς, δίδω καὶ ἐγώ.

§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἔχοντες πεῖραν κοινοβουλευτικὴν ἐννοοῦσιν, ὅτι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὑποβάλλονται μὲ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας δίδει ὁ Α, ὁ Β ἢ ὁ Γ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ ἔχῃ ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιάν της. Ἐὰν δὲν τὴν ἔχῃ ἐν ἑαυτῇ, δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ προστρέξω εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ προτείναντος, διὰ νὰ δώσω τὴν ἔννοιαν εἰς αὐτήν.

§195ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὴν βελτίωσιν τῆς προτάσεως.

§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν, ἐν ὅσῳ ἐν τῇ προτάσει διαβλέπω ἔστω καὶ ἴχνος δυσπιστίας, καθῆκον ἔχω νὰ θέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ὅμως ἐν τῇ προτάσει τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ὑπάρχῃ οὐδὲ ἴχνος ζητήματος ἐμπιστοσύνης, τότε βεβαίως θὰ ἦτο παιδαριῶδες νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.

§197ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὑπεβάλομεν μίαν πρότασιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη περιέχει ἔννοιαν ζητήματος ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οὔτε ἐσκέφθημεν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, εἶσθε ἁρμόδιος νὰ διαρρυθμίσητε καὶ βελτιώσητε τὰ τῆς προτάσεως...

§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ;

§199Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀπομακρυνθῆτε ἐξ αὐτῶν τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας φοβεῖσθε.

§200ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων, καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της.»

§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον εἶναι περιττὸν ἐντελῶς.

§202ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν στιγμήν. Ἐὰν Βουλευτής τις ἔλεγε: «παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποίας μελέτας ἔκαμε τῶν καταστροφῶν τοῦ περονοσπόρου, καὶ ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος», ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοιαύτην ἐρώτησιν; Τοῦτο λέγει ἡ πρότασις: «Παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ φέρῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της.»

§203ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Τίνι τρόπῳ θὰ τὸ φέρῃ;

§204ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προφορικῶς, ἢ ἐγγράφως.

§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος διαφωνίας. Διετυπώθη ἡ πρότασις κατὰ τρόπον τόσον ἀνώδυνον...

§206ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον πεῖσμα θὰ ἐδικαιολόγει τὴν διαφωνίαν.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις. Ἡ μία πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Χριστοπούλου, διαρρυθμισθεῖσα ὡς ἑξῆς: «Συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της.» Ἑτέρα πρότασις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Στεφάνου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι περιλαμβάνει καὶ τὴν ἄλλην. Τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφάνου.

§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ πρότασις τοῦ κ. Χριστοπούλου, ὅπως διετυπώθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἐμπεριέχει ἀκριβῶς τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησεν, ἵνα τεθῶσιν ἐν τῇ προτάσει. Ἡ δὲ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ περιέχει ἀοριστίας τινάς, καὶ τὴν πρότασιν τὴν μετατρέπει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, τὴν πρότασίν μας νὰ καταστήσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ συνιστῶμεν διὰ τῆς προτάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της. Παρακαλοῦμεν δὲ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μας, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει θετικόν τι.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ τεθῇ, διότι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, τοῦ κυρίου Στεφάνου εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Ἑπομένως θὰ ψηφισθῇ αὕτη.

§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφάνου θεωρῆται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἀπωτέρα, καὶ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν ψηφίσει κατ’ αὐτῆς, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφάνου εἶναι τὸ πόρισμα τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν του, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἀντιβαινούσας εἰς τὸ Σύνταγμα.

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι δύο ψηφολέκται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφάνου, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Γεώργιος Κυριαζῆς Ν Γεώργιος Λύρας Ν
Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Λεων. Μελετόπουλος Δημήτριος Τατᾶσος Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Δημήτριος Τσιτσάρας Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ν Κωνστ. Ζῶτος Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
Εὐκλείδης Μπίστης Διονύσιος Στεφάνου Ν
Δημ. Κατρῆς Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας
Κωνστ. Πλατοῦτσας Ν Γεώργ. Ρώμας Ν
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Ο Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Κωνστ. Κοττίκας Ν Χαρ. Σπηλιώτης Ο
Ἰωάννης Καραπάνος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Πέτρος Αὐγερινός
Στέφανος Δραγούμης Ο Χρῆστος Δαραλέξης Ο
Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἄγγελος Πετραλιᾶς
Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ν
Φωκίων Νέγρης Ο Νικόλαος Δαούτης Ο
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Παναγ. Παπαχατζῆς
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Σπ. Ι. Μήλιος Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Βασ. Μαρκεζίνης Ν
Θεόδ. Φλογαΐτης Ο Νικήτας Συνοδινός Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
Γεώργιος Βενιζέλος Τηλέμαχος Δενδρινός Ν
Νικ. Γουναράκης Ο Παν. Μαυροκέφαλος
Κωνστ. Σταυρόπουλος Ν Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Θεόδ. Ζαΐμης Ο
Ἀνδρ. Στρᾶτος Ο Παν. Θρ. Ζαΐμης
Δημ. Κραγιάννης Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
Κωνστ. Τοπάλης Ο Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Περικλῆς Περρωτῆς Ο
Νικόλαος Παπαϊωάννου Ἠλίας Μαυρομιχάλης
Δημήτριος Γίδας Ν Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν
Νικόλαος Τσόγκας Ν Δημ. Τερτίπης Ν
Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Ο Κωνστ. Ζωγλοπίτης Ο
Περ. Ἀλεξάκης Ο Γεώργ. Φραγκίδης Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἰωάν. Καζαμπάκας Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Σπ. Παπαποστόλου
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν
Χαρίλαος Διγενόπουλος Κωνστ. Σαραφιανός Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης Γ. Χατζηνικολῆς Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Παν. Λεβέντης
Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Κ. Δούνης Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Γεώργ. Μέρμηγκας
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Γεώργ. Κόρπας
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης Ο Γεώργ. Θεοτόκης ἠρν.
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν Ἡλ. Ποταμιάνος Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μ. Λαμπρυνίδης
Σπυρίδων Χυτήρης Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Γουλ. Σκάρπας Ν Α. Πετσάλης Ο
Βασίλ. Σαμούλης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Σπ. Ἀγάθος Ν Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Νικ. Καλόσγουρος Γ. Καπετανάκης
Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτιος Μοσχούλας Ν
Παν. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Σπ. Νοταρᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς Ν
Περ. Μεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος Ν
Δημ. Δημητριάδης Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ρωμᾶνος ἠρν.Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Πέτρος Μώρης
Θεόδ. Μαρκέτος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης ἠρν.Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
Παν. Χοντζόπουλος Ν Α. Ρικάκης Ο
Νικ. Τσούχλος Ἀχιλ. Χοιδᾶς
Χαρ. Κ. Βοζίκης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
Θ. Πέρρος Ν Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Ν
Στέφ. Κοπανίτσας Ο Ν. Μισυρλῆς
Γεώργ. Φικιώρης Ο Ν. Καράπαυλος ἠρν.
Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης
Βρασίδας Λεώπουλος Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβὸς Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Νικόλ. Λεωνίδας
Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς Ο
Ἰω. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδᾶτος
Νικ. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος Ο
Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης Ο
Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
Β. Βασιλειάδης Ο Κάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας Ν Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο Γ. Κανούτας
Παν. Μανέτας Ο Νικ. Ταρμπάζης Ν
Ἰω. Μπακόπουλος Ο Θεόδ. Κριεμάδης
Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινός Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν Θ. Σαρσέντης
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Α. Πονηρόπουλος Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Νικολαΐδης Ο Δ. Παπατσώρης Ν
Κ. Τρικούπης Ν Δ. Κατσάνος Ν
Λεων. Δεληγεώργης Ο Α. Σκαλτσοδῆμος Ο
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Ν. Τζανετόπουλος Ν
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ροδόπουλος Ν
Γ. Λυμπερόπουλος Ν Θεόδ. Λιμπρίτης
Περ. Μποῦτος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Νικ. Τσαμαδὸς ἠρν.
Α. Μάτσας Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
Νικ. Κρίσπης Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Ι. Ναυπλιώτης Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἐλ. Μυχώνιος Ο Ι. Τσιριμῶκος Ν
Γεώργ. Σισμάνης Ο Δημ. Κρίτσας Ο
Δ. Φαρμάκης Ν Α. Πλατῆς
Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Χατζῖσκος Ο
Ν. Π. Καλογερόπουλος Ν Δ. Κριεζώτης Ν
Β. Βουδούρης ἠρν.
Γ. Ἀβέρωφ Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 173, ἐξ ὧν 107 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ 60 κατ’ αὐτῆς, τῶν παρόντων 6 Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο παραδεκτή.

§213ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον πλέον.

§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά! δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§215ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἐὰν θέλητε· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§217ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκολουθῶν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ποιμνιοβοσκῆς, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τροποποίησιν εἰς διατάξεις τινὰς τοῦ σχετικοῦ περὶ ταύτης νόμου. Ἐρωτῶ δ’ αὐτὸν ἀπὸ τοῦδε, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει σκέπτομαι νὰ φέρω ἐγὼ αὐτὸς τροποποίησιν τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινος ἀνωμολόγει, ὅτι διατάξεις τινὲς τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὡς αἱ ἀφορῶσαι τὰ σύλληπτρα, εἶναι ἐν βάρος ἢ μία πίεσις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς πολίτας. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται, καὶ περὶ τῶν σχετικῶν αὐτῶν διατάξεων νὰ φέρῃ τροποποίησίν τινα.

§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§219ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Παμίσου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφάνη πάντοτε λίαν πρόθυμος, ἵνα συντελέσῃ εἰς τοιαῦτα ἔργα, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε μόνον ἐν λόγοις. Ἀλλ’ ἐν Μεσσήνῃ εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε δὲν ὠφελοῦσιν οἱ λόγοι. Δι’ ὃ ὁ δήμαρχος Παμίσου ἠναγκάσθη ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου, δι’ ἐγγράφου του, καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως συντρέξῃ αὕτη τοὺς δημότας, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν συντρέχει, ἵνα ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν τὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας κατέστρεψαν αἱ πλήμμυραι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Αἱ καταστροφαὶ εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε οὐ μόνον διεκόπη ἡ μεταξὺ Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης συγκοινωνία, ἀλλὰ καὶ κίνδυνοι ὑφίστανται, καὶ δυστυχήματα συνέβησαν. Εἶναι βεβαίως περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, καθόσον μάλιστα δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν Βουλήν, ὡς ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἁπλῶς μόνον ἀναφέρω τοῦτο, πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῶν λόγων μου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσαγάγῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πόσα συνεισφέρουσιν αἱ διάφοροι ἐπαρχίαι εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. 2) Πόσα χιλιόμετρα ὁδῶν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ἔχουσιν ἐκτελεσθῆ. 3) Ποίας ὁδοὺς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων θεωρεῖ πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἂν εἰς αὐτὰς περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὁδὸς Μεσσήνης–Πυλίας. 4) Εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα Παμίσου, καὶ τίνα ἐν γένει περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν ἔχει λάβει ἡ Κυβέρνησις.

§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ηὐχόμην, ἡ ὑπόθεσις τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου νὰ προεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κεκμηκυῖα. Διὰ τοῦτο περιορίζομαι μόνον νὰ δηλώσω τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐξετάσῃ, ποῖον ἦτο τὸ σχέδιον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθη νὰ γένωνται ἐν τῷ Παμίσῳ, πότε ἤρξατο ἡ ἐργασία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, πόσος χρόνος παρῆλθεν ἔκτοτε, καὶ τίνα ἔργα ἐξετελέσθησαν μέχρι τοῦδε. Διότι τοσαύτας πληροφορίας ἔχω περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως, ὥστε ἐπανειλημμένως ἀπεφάσισα νὰ μεταβῶ αὐτὸς ἐγὼ ἐκεῖ, ἵνα ἀντιληφθῶ τῆς καταστάσεως, διότι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν, μοὶ παρέστησαν, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα γίνονται ἀφορμὴ δαπανῶν ἀσκόπων.

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12».

§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐνταῦθα, καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία του πρὸς συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἄλλως καὶ δὲν κατεπείγει ἡ ὑπόθεσις, διότι ἡ δαπάνη ἐγένετο, καὶ πρόκειται περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ εἴμεθα εἰς καιρὸν πάντοτε νὰ τὸ κυρώσωμεν διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπόν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ κ. Ἐμπειρῖκος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 47) Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Γουναράκης.

§224ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ αὐτὴν τὴν ὥραν;

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριε Βουλευτά, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.

§226Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ὑποστηρίξωμεν ὅλοι, καὶ οὐδεὶς ἔχει σκοπὸν νὰ φέρῃ οἱανδήποτε ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀρχῆς. Βεβαίως πάντες θὰ ἔχωμεν τὴν φιλοτιμίαν, ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ φέρωμεν βελτιώσεις εἰς αὐτό· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος.

§227ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, καὶ αὔριον νὰ μὴ γείνῃ καμμία ἐπερώτησις.

§228Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ χθὲς παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ περιορισθοῦν σήμερον αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις ἡ ὥρα εἶναι 9, καὶ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἐξακολουθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις!

§229Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι προκατειλημμένος κατὰ τῶν γενομένων ἐπερωτήσεων, αἵτινες μᾶς ἔφεραν εἰς τοιαύτην ὥραν, καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ προκαταλήψεως ὁμιλῶ. Ἐὰν ὅμως ἦναί τις προκατειλημμένος, ὅτι αἱ συζητήσεις αἵτινες ἐγένοντο μέχρι τῆς ὥρας ταύτης, ἐγένοντο ἐπίτηδες, ἵνα παρεμποδισθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ φρονῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη προκατάληψις δὲν ὑπάρχῃ, ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἐπιληφθῶμεν κατὰ τοιαύτην ὥραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δ’ ἐπιμένητε, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂς ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ γυναικείων φυλακῶν π. χ., τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ συζήτησιν μακράν.

§230Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καμμία προκατάληψις δὲν ὑπάρχει, ὅτι παρακωλύεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ποσῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, μέχρι μὲν τῆς ἐνάτης ἐπερωτήσεις, τὴν δὲ ἐνάτην νὰ λέγωμεν: «ἆ! δὲν ὑπάρχει καμμία προκατάληψις· ἂς τὸ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν ἑπομένην», καὶ τὴν ἑπομένην νὰ τὸ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν μεθεπομένην, τότε ποῦ θὰ φθάσωμεν;

§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναιρεῖτε ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἔχετε προκατάληψιν· διότι τὸ νὰ λέγητε, ὅτι καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον τὸ αὐτὸ θὰ γείνῃ, σημαίνει ὅτι ἔχετε προκατάληψιν. Σήμερον συνέπεσε τὸ ζήτημα περὶ ἀμπέλων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις παρετάθη μέχρι τῆς ὥρας ταύτης· ἀλλ’ ἐὰν αὔριον ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτὸ, δικαίως τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ ταχέως τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§232ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, οὔτε καμμίαν προκατάληψιν ἔχω· ἀπ’ ἐναντίας ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· νὰ προχωρήσωμεν παρακάτω.

§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἵνα μεταβῶμεν εἰς ἄλλο, σημαίνει ὅτι ὑποτιμῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν τρεῖς ἢ τέσσαρες· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ γυναικείων φυλακῶν δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις.

§236ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ἀναβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο.

§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι συνεδριάζομεν ἀπὸ τριῶν ἑβδομάδων, χωρὶς νὰ πράξωμεν τίποτε. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας ἑβδομάδας δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν τίποτε. Ὑπάρχουσι νομοσχέδια σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὰς. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπάς. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τὴν κατάστασιν ταύτην. Λέγω ὅμως, ὅτι ἐπιθυμητὸν εἶναι νὰ μὴ παραταθῇ, διότι, παρατεινομένης τῆς καταστάσεως ταύτης, βεβαίως οὐδεμία νομοθετικὴ ἐργασία δύναται νὰ γείνῃ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει ν’ ἀσχολῆται εἴτε περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε περὶ πράξεων διοικητικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα συζητῇ μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας τῆς νυκτὸς, ἴσως ἀναγκασθῶμεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως διακόπτηται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν, μεθ’ ὃ νὰ ἐπαναλαμβάνηται, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ δεύτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Λοιπὸν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ περιορίσω τὸ δικαίωμά τινος, νομίζω ὅτι δυνάμεθα, μετὰ διακοπὴν, ἡ ὁποία νὰ γίνεται κατὰ τὴν 8ην ὥραν, νὰ ἐπανερχώμεθα περὶ τὴν 9ην, ὅπως συνεχίζωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν.

§238ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέρχηται καὶ τὴν νύκτα, καὶ συμβουλεύω νὰ μὴ παρακαλέσῃ αὐτήν. Διότι, ἂν πέρυσι καὶ προπέρυσιν ἠθέλησε νὰ καταπονηθῇ ἡ Βουλὴ καθ’ ἑσπέραν, ἐπανερχομένη καὶ παραμένουσα μέχρι τῆς 5ης καὶ 6ης ὥρας τῆς πρωΐας, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τοῦτο καὶ ἐφέτος νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐννοῶ τὰς συνεδριάσεις τὰς νυκτερινὰς ἐπί τινας ἡμέρας, μίαν ἢ δύο ἑβδομάδας, ἔστω· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου νὰ ἀξιῶτε παρ’ ἡμῶν, ὅπως συνεδριάζωμεν καθ’ ἑσπέραν μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θέλουσιν εὐαρεστηθῆ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ κουρασθῶσι, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Μέχρι τοῦδε δὲν νομίζω ὅτι παρελείψαμεν τὸ καθῆκον. Ἔχομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν λίαν ἐλευθέραν, καὶ ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως οὐδὲν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ, ἔμεινεν ἀψήφιστον. Ἓν ἢ δύο νομοσχέδια παρεπέμφθησαν εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι νομοσχέδια, ὡς τὸ περὶ ὁπλοφορίας, νομοσχέδια, ὡς τὸ δικαστικὸν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ προεξεργασίας εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ἐκεῖνο εἶχεν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης ἐπεξεργασίας. Βεβαίως δὲ δὲν ἔπταισε μόνη ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ συνεδριάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι ἅπαντα τὰ μέλη αὐτῆς, πλὴν ἑνὸς ἢ δύο, τὴν ἡμέραν τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, νομίσαντα ὅτι δὲν θὰ συνεκροτεῖτο συνεδρίασις, δὲν προσῆλθον, καθόσον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συνεδριάσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Μόνη ἐργασία ἐκκρεμὴς, ἀλλὰ ὑποστᾶσα ἤδη διπλῆν ἀνάγνωσιν, εἶναι ἡ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν γυναικείων φυλακῶν. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ ἑνὸς παρῆλθε σχεδὸν ἄνευ παρατηρήσεων, εἰς τὴν πρώτην δὲ συζήτησιν μικραὶ παρατηρήσεις προπαρασκευαστικαὶ ἐγένοντο, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν παρεπέμφθη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν γυναικείων φυλακῶν μικραὶ παρατηρήσεις ἐγένοντο, ἃς ἐν μέρει ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ βελτιώσει τοῦ νομοσχεδίου. Τρεῖς πιστώσεις παρουσιάσθησαν, ἐξ ὧν αἱ δύο ἐψηφίσθησαν, ἡ τρίτη δ’ ἔμεινεν ἀψήφιστος, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη. Λοιπὸν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρημέλησε τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἀλλὰ μᾶλλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἑτοίμην ὕλην πρὸς ἐργασίαν, καὶ δι’ ἄλλον λόγον καὶ διότι ἀσθενεῖ ἓν τῶν κυριωτάτων μελῶν αὐτῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις συνήθως τροφοδοτεῖ τὴν Βουλὴν διὰ νομοθετικῆς ὕλης. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πάντα ταῦτα δικαιολογοῦσιν ὅσα εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τακτικὴν νυκτερινῆς ἐργασίας, ἐνῷ εἶναι πρόωρος ἡ ἀξίωσις τοιαύτης ἐργασίας, καὶ ὅτι ἐνδείκνυται ταύτην τὴν ἑσπέραν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιαύτην ὥραν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀναμείνῃ τὴν αὔριον ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἡ Βουλὴ, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον αὐτῆς, θὰ συμπράξῃ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἃς ἔχει δυνάμεις.

§239Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ 10 ἡμερῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς· ἐγὼ παρεδέχθην τὴν γνώμην του, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐσχηματίσθη. Ἡ Βουλὴ ὥρισε τριῶν ἡμερῶν προθεσμίαν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καίπερ ἀποτελῶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς. Παρῆλθον 5 ἡμέραι, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ δεχθῇ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι πρὸ πέντε ἡμερῶν ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀναβάλλεται, διὰ νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προβαλλομένων ἄλλων ζητημάτων, καὶ τὴν ἐνάτην ὥραν προτείνεται ἡ ἔνστασις, ὅτι εἶναι ἀργὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνησυχῶ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει χαρακτῆρα ἐθνικὸν, καὶ ὅταν βλέπω νὰ προΐστανται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ Δηλιγιάννης, ὁ ἔγγονος τοῦ Ἀνδρέου Ζαΐμη καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, εἶμαι ἐντελῶς ἥσυχος περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Διότι Ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας ἡγοῦνται τοιαῦτα ὀνόματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.

§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀρέσκεται εἰς τὰ προσωπικά. Ἀλλὰ τὰ προσκόμματα ποῖος παρενέβαλε; Μήπως ἐγὼ ἐζήτησα ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου; Τὴν ἀναβολὴν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ καλῶς πράξας, διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολήν. Εἶναι γνωστὸν ἐνταῦθα καὶ ἀνωμολογήθη, ὅτι τὴν ἡμέραν τῶν Εἰσοδίων, ὅτε προσεκλήθημεν νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ ἡ Βουλὴ ἤργει, οὐδεὶς μετέβη, ἐκτὸς τοῦ κ. Καρτάλη καὶ δευτέρου τινὸς, οὐδεὶς δὲ ἄλλος οὔτε ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, οὔτε ἐκ τῶν τῆς μειονοψηφίας, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνεδρίασις. Δευτέρα πρόσκλησις δὲν ἐγένετο. Μετὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἐζητήθη νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔφερα ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἀμέσως, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, κατέθηκα τὴν ἐργασίαν, ἣν εἶχον ἑτοίμην, ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἥτις εἶναι ἴσως προωρισμένη νὰ ἐκτιμηθῇ παρ’ ἄλλων ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις τὸ νομοσχέδιον θὰ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ κατηρτισμένον ὅπως ἔχει, ἵνα μὴ εἴπῃ τις, ὅτι ἄλλος, πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν βοηθῶν αὐτοῦ, συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι τὰ ἐθνικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα συμμερίζονται πάντες οἱ Βουλευταὶ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ θέσῃ ἑαυτὸν ὑπεράνω οὐδενὸς, οὔτε Βουλευτοῦ, οὔτε ἄλλου πολίτου. Οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ μὴ σκεπτόμενος περὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ὅσον τοὐλάχιστον σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἔν τισι τῶν λεπτομερειῶν. Μετὰ τοῦτο δὲ αὐτὸς μὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐπέτυχε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ἐναντίον τῆς θελήσεως καὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ἔχει τὴν συνείδησιν, ὅτι συνετέλεσε καὶ αὕτη, ὅσον αὐτὸς, εἰς τὴν ψήφισιν Ταμείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον νὰ περιορίσωμεν ὀλίγον τὰς ἐπερωτήσεις.

§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀρχώμεθα ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας.

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἔλθητε ἐνωρὶς αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
2Τῆς 28 Νοεμβρίου 1900.
3(Τρίτη).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
5καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
6συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι, ἂν
8ἄλλοτε τὴν 4 ἢ 4¼ ὥραν μ. μ. δὲν ἦναι παρόντες, θὰ
9λύω τὴν συνεδρίασιν.
10Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν πλανοδίων ἐμπόρων
11ψιλικῶν εἰδῶν, περὶ ἐλευθέρας καὶ ἀνενοχλήτου ἐξασκήσεως
12τοῦ ἐπαγγέλματός των.
13§2Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ συμπολῖταί μου προσ-
14ῆλθον σήμερον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ παρακαλέσω τὴν
15Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰς τὴν
16ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των. Αὐτοὶ εἶναι πλα-
17νόδιοι ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου ὑπόκεινται πάν-
18τοτε εἰς φορολογίαν ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς
19αὐτοὺς νὰ περιφέρωνται καὶ νὰ πωλῶσι τὰ ψιλικά των εἴδη.
20Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νὰ περιφέρωνται παντοῦ ἐθεωρήθη ὄχι ὀρθὸν,
21ἡ Ἀστυνομία εἶχεν ὁρίσει τὸν παρὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ἐθνι-
22κῆς Τραπέζης χῶρον πρὸς τοῦτο. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου
23τοὺς ἀπέπεμψεν ἐκεῖθεν ἡ Ἀστυνομία, χωρὶς νὰ τοῖς ὁρίσῃ
24ἕτερον τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ πωλῶσι τὰ ἐμπορεύματά
25των, καὶ κατέσχεν ἀδίκως τὰ χειραμάξιά των.
26Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις φαίνεται ἀγνοοῦσα τὸ
27ἄδικον τοῦτο, νὰ διατάξῃ τοὺς ἀστυνόμους ν’ ἀφήσωσιν αὐ-
28τοὺς νὰ ἐξασκῶσι πάλιν ἐλευθέρως τὸ ἐπάγγελμά των.
29§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Παναγιώτης Βελισσαρίου καὶ Ἰωάν-
30νης Παναγᾶκος, παλαιοὶ κλητῆρες τῆς Βουλῆς, ἀπόστρατοι
31ὑπαξιωματικοὶ, παρακαλοῦσι νὰ λαμβάνωσι καὶ τὴν σύντα-
32ξίν των καὶ τὸν μισθόν των. Εἶναι κλητῆρες τῆς Βουλῆς,
33συνταξιοῦχοι ὑπαξιωματικοί, καὶ ζητοῦσι νὰ λαμβάνωσι τὴν
34σύνταξιν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ κλητῆρος. Νομίζω ὅτι ἡ αἴτη-
35σίς των εἶναι δικαία, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σταλῇ μετὰ
36συστάσεως εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
37§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ αἴτημά των δὲν εἶναι δυνα-
38τὸν νὰ γείνῃ δεκτὸν, εἰμὴ διὰ νόμου.
39§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τούτων δὲν ὑπά-
40γεται εἰς σύνταξιν.
41§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομι-
42κῶν εἶναι ἁρμόδιον νὰ μελετήσῃ τὴν αἴτησιν.
43§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον καὶ ἐγώ.
44Ὁ Λεωνίδας Πολίτης, κάτοικος Πατρῶν, δι’ ἀναφορᾶς
45του παραπονεῖται ὅτι ἐμποδίζεται ν’ ἀνοικοδομήσῃ τὴν οἰ-
46κίαν του, καίτοι ἔχει ἄδειαν τοῦ ἁρμοδίου Νομομηχανικοῦ.
47Οἱ ἐπιστήμονες φαρμακοποιοὶ Πατρῶν παρακαλοῦσι τὴν
48Βουλὴν, ὅπως ὑποβληθῇ φαρμακευτικὸν νομοσχέδιον, πρὸς
49προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτῶν.
50§8Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη τοιαύτη ἀναφορά.
51Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
52§9ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
53νήσεως μήπως σκέπτεται νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον;
54§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἀλλὰ πρέ-
55πει προηγουμένως νὰ γείνῃ ἐπεξεργασία.
56§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πέρυσι τὸ αὐτὸ εἴπετε.
57§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ ὁπλαρχηγοῦ
58Δ. Σκαλτσογιάννη δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ τοῖς χορη-
59γηθῇ τὸ ἐξ 100 δραχμῶν μηνιαῖον βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐλάμ-
60βανεν ὁ εἰρημένος ὁπλαρχηγός.
61§13Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἐκδουλεύσεις
62πρὸς τὴν πατρίδα τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Σκαλτσογιάννη. Ἀπὸ
63δύο ὅμως ἐτῶν ὁ μόνος υἱὸς αὐτοῦ, ὅστις ἠδύνατο νὰ δια-
64θρέψῃ τὰ πεινῶντα μέλη τῆς οἰκογενείας του, ἐφονεύθη εἰς
65τὰς φυλακάς, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, παρά τινος κατα-
66δίκου· ἀπέμειναν δὲ δύο θυγατέρες τοῦ ὁπλαρχηγοῦ, μὴ
67δυνάμεναι νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἐκ φιλανθρωπίας
68καὶ ἐκ καθήκοντος ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προσέλθῃ ἀρω-
69γὸς εἰς αὐτάς, κατὰ τὴν αἴτησίν των, ἣν συνιστῶ ἰδιαζόντως
70εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
71§14Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, συνιστῶ
72θερμῶς, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ χορηγηθῇ τὸ ζητούμενον
73βοήθημα εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ Σκαλτσογιάννη, διότι
74ἡ οἰκογένεια Σκαλτσογιάννη εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, αἵτινες
75ἐπὶ τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐπαναστάσεως ὕψωσαν τὰ ὅπλα κατὰ
76τῆς Τουρκίας, καὶ συνετέλεσαν μεγάλως εἰς τὸν μέγαν
77ἀγῶνα. Καὶ οὐ μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ περὶ οὗ ὁ
78λόγος Σκαλτσογιάννη; εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ τῆς ἐποχῆς
79τοῦ Ὄθωνος ἦτο ὁ ἀληθὴς ἀρματωλός, ὅστις ἐπροστάτευσε
80τοὺς Χριστιανοὺς πολλάκις, καὶ κατέστρεψε τὴν περιουσίαν
81του, ὑπερασπιζόμενος αὐτούς. Ὅτε δὲ προσῆλθεν εἰς τὸ
82ἐλεύθερον Βασίλειον, ὁ Ὄθων τῷ ἐχορήγησε σύνταξιν 150
83δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε διετήρει. Ὅτε δ’ ἐπῆλθεν ἡ
84ἐπανάστασις τοῦ 1878 εἰς τὴν Ἤπειρον, αὐτὸς πρῶτος,
85τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς σώματος γενναίων ἀνδρῶν, ἠγωνίσθη, καὶ
86ἐπληγώθη καιρίως. Ἑπομένως εἶναι δίκαιον, ἡ χήρα τοῦ ἀν-
87δρὸς αὐτοῦ νὰ μὴ μένῃ ἄνευ μικρᾶς συντάξεως μετὰ δύο ὀρ-
88φανῶν θυγατέρων, ἀλλὰ νὰ προστατευθῇ· καὶ πρὸς τοῦτο
89παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
90§15Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν
91μου. Ὁ κ. Στρᾶτος ἐξέθηκεν ἐν συντόμῳ τὴν ἱστορίαν καὶ
92τὰ ἀνδραγαθήματα τοῦ μακαρίτου Σκαλτσογιάννη, ὁ ὁποῖος
93πράγματι, ἐφ’ ὅσον ἐν Ἠπείρῳ ἔμενεν, ἐγένετο ἀληθὴς ἥρως.
94Αὐτὰ ὅμως τὰ ἀνδραγαθήματα αὐτοῦ κατὰ τῶν Τούρκων
95διωκτῶν του ἐγένοντο αἰτία ἐντελοῦς ἐξαφανίσεως καὶ τῆς
96περιουσίας καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ. Ἔκτοτε ἠναγκά-
97σθη νὰ προσφύγῃ καὶ προσέφυγεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου
98ἔλαβε παρὰ τῶν Κυβερνήσεων μικρὸν βοήθημα. Νομίζω διὰ
99τοῦτο καὶ ἐγὼ δίκαιον, ὅπως συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κύριον
100Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ὑπὲρ
101τῆς πενομένης χήρας καὶ τῶν ὀρφανῶν αὐτῆς, στερουμένων
102παντελῶς τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως.
103§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ζητήματος,
104ὅπερ ἀφορᾷ ἀληθῶς οἰκογένειαν ἔχουσαν δικαιώματα, νο-
105μίζω καλὸν νὰ ἐξετασθῇ, μήπως ἡ σύνταξις, ἡ παρεχομένη
106εἰς τὸν ὁπλαρχηγὸν Σκαλτσογιάννην, εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵ-
107τινες ἐν ἔτει 1883 διὰ νόμου ἐκανονίσθησαν, διότι παρεί-
108χοντο ἕως τότε χορηγήματα διὰ Διαταγμάτων ἀνωμάλως.
109Ἐν ἔτει 1883 ἐκανονίσθησαν τὰ χορηγήματα διὰ νόμου,
110ῥητῶς διατάξαντος, ὅτι πᾶν μὲν τὸ κεχορηγημένον ἀνεγνω-
111ρίζετο, πᾶν δὲ τοιούτου εἴδους χορήγημα ἐφεξῆς δὲν ἐπε-
112τρέπετο νὰ δοθῇ ἄνευ νόμου. Ἐὰν τοιοῦτό τι συμβαίνῃ, τότε
113εὔκολον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως· διότι αὕτη δύναται νὰ
114ἐξακολουθῇ παρέχουσα εἰς τὴν χήραν καὶ εἰς τὰς θυγατέρας
115αὐτῆς τὸ χορήγημα τὸ δεδομένον εἰς τὸν ἀποθανόντα ὁπλαρ-
116χηγόν. Ἄλλως εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον
117περὶ ἀπονομῆς συντάξεως.
118§17ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ Σκαλτσογιάννη διαφέρει,
119διότι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1863 ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ
120ἐπιδόματα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο ἐπὶ Ὄθωνος διὰ Βασιλικῶν
121Διαταγμάτων, καὶ ἐνέκρινεν αὐτά. Συνεπῶς, ὅσα ἐξ αὐτῶν
122ἐνεκρίθησαν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, βεβαίως εἶναι νόμιμα.
123§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ
124Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
125Οἱ ἐν Ἀθήναις ὀμβρελλοποιοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακα-
126λοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σύστημα τῆς προσωρινῆς
127ἀτελείας καὶ ἐπὶ τοῦ βιομηχανικοῦ κλάδου τῆς ὀμβρελλο-
128ποιΐας, ὡς πρὸς τὰς πρώτας ὕλας, τὰς χρησιμοποιουμένας εἰς
129εἴδη ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
130§19ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης θὰ ἐπι-
131καλεσθῶ τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αἴ-
132τημα τῶν ἀναφερομένων ἐργοστασιαρχῶν, εὔλογον καὶ δί-
133καιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, πραγματοποιούμενον, δὲν πρόκειται
134νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, τοὐναντίον θ’ αὐξήσῃ
135τὰ ἔμμεσα ἔσοδα αὐτοῦ. Ἡ βιομηχανία αὕτη, λαμπρῶς καὶ
136ἀξιεπαίνως εὐδοκιμήσασα, κατώρθωσε νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς
137ἀνάγκας τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ὄχι μόνον κατὰ ποσὸν,
138ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιόν. Ὡς ἀνεπτύχθη αὕτη, δύναται ἐπί-
139σης νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ παρόμοια προϊόντα τῶν ξένων
140βιομηχανιῶν ἐν ταῖς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἀγοραῖς. Ἀλλ’ ἡ
141ἔξοδος αὐτῆς ἔχει φραχθῆ διὰ τοῦ δασμολογίου. Οἱ ἀναφε-
142ρόμενοι, ὡς φαίνεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ των, δὲν ζητοῦσιν ἀτέ-
143λειαν ἐπὶ τῶν ὑλῶν, τὰς ὁποίας εἰσάγουσι πρὸς χρῆσιν τῆς
144βιομηχανίας των ἐν γένει· ζητοῦσιν ἀτέλειαν προσωρινὴν,
145τουτέστιν ἐπὶ δηλώσει, ἀτέλειαν τῶν ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι
146χρησιμοποιοῦνται δι’ εἴδη ἐξαγόμενα εἰς ξένας ἀγοράς. Ἐνῷ
147δὲ σήμερον δὲν εἰσάγεται μέγα ποσὸν ἢ μόνον σχεδὸν
148ὅσον ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς,
149παρεχομένης τῆς τοιαύτης ἀτελείας θὰ εἰσάγηται πολὺ
150περισσότερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάγηται μεταπεποιημένον, ἐπ’
151ὠφελείᾳ καὶ τοῦ Δημοσίου βεβαίως, ἀφοῦ θὰ ἦναι ἐπ’ ὠφε-
152λείᾳ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Παρεσχέθησαν ἄλλοτε προ-
153στασίαι ἄμεσοι ἐπὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, δύναται δέ
154τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ τέλη τὰ ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου βιομηχα-
155νίας, τὰ ἐπιβαρύνοντα τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν παρομοίων ἐκ
156ξένων ἀγορῶν, εἶναι τέλη, τὰ ὁποῖα, ἐάν τις βαθέως ἐξετάσῃ
157τὰ πράγματα, θὰ ἴδῃ, ὅτι πληρώνονται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, εἰς
158κέρδος καὶ ὠφέλειαν τῆς οὕτω προστατευομένης βιομηχα-
159νίας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο τοῦτο κακῶς. Ἀλλ’ ἀφοῦ
160ἐπιβαρύνονται τοιαῦτα εἴδη εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, πολλῷ
161μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν τὴν ζητουμένην ὑπὸ τῶν
162ὀμβρελλοποιῶν ἀτέλειαν, ἥτις ὄχι μόνον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν
163θὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ δὲν ἀφορᾷ τὴν ὕλην τὴν χρη-
164σιμοποιουμένην εἰς τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ
165ὠφελήσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ ὠφελήσῃ δὲ καὶ τὴν κοινωνίαν διὰ
166τῆς ἀναπτύξεως τοιαύτης βιομηχανίας.
167§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐκπλήρωσις τῆς παρακλή-
168σεως τῶν ἀναφερομένων θέλει ἀποτελέσει βεβαίως ἐνίσχυσιν
169ἑνὸς κλάδου τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, κλάδου βιομηχανι-
170κοῦ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ κατορθωθῇ; Ἡ
171ἄδεια πρὸς εἰσαγωγὴν ἄνευ πληρωμῆς τελῶν τῶν ὑλῶν, αἱ
172ὁποῖαι χρησιμεύουσι πρὸς κατασκευὴν τῶν ὀμβρελλῶν, δὲν
173ἠξεύρω, ἂν θὰ ἦναι εὔκολον νὰ παραχωρηθῇ, ἐκ τοῦ φόβου
174μήπως τὰ εἰσαγόμενα ἀτελῆ χρησιμεύωσι καὶ εἰς τὸ ἐμπό-
175ριον, πλὴν τῆς περὶ ἧς πρόκειται βιομηχανίας. Ἀλλ’ ἠδύ-
176νατο ἴσως νὰ κατορθωθῇ ἄλλο τι· κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ν’ ἀπο-
177δίδωνται εἰς τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐξάγοντας, τὰ τέλη τὰ
178ἀνάλογα διὰ τὴν ὕλην, ἡ ὁποία διετέθη πρὸς κατασκευὴν
179τῶν ἐξαγομένων ὀμβρελλῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι εὔκολον, νο-
180μίζω ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν
181πραγμάτων νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν ταύτην.
182§21ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει
183σπουδαιότητα γενικωτέραν. Μέχρι τοῦδε παρείδομεν τὴν
184βοήθειαν, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν βιο-
185μηχανίαν. Μέχρι τοῦδε ἐφαίνετο, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ βιο-
186μηχανία ἡ ἐν Ἑλλάδι νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν βιομηχα-
187νίαν τὴν εὐρωπαϊκὴν, καὶ νὰ στέλλῃ προϊόντα, ἂν ὄχι εἰς
188τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην, τοὐλάχιστον εἰς τὴν Ἀνατολήν.
189Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπό τινος φαίνονται λαμβάνοντα ἄλλην
190τροπήν. Εἶναι σήμερον γνωστὸν, ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν ὑπολεί-
191πεται, ὡς πρὸς τὴν φυσικὴν νοημοσύνην πρὸς τὴν τέχνην,
192οὐδενὸς ἑτέρου ἔθνους. Τὴν φυσικὴν ταύτην ῥοπὴν τοῦ Ἕλ-
193ληνος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ
194συντρέξῃ πᾶσαν βιομηχανίαν, δυναμένην νὰ στέλλῃ προϊ-
195όντα ἑλληνικὰ εἰς τὴν Ἀνατολήν. Τοῦτο ἤδη ἐγένετο, ἀλλ’
196ἐγένετο περιωρισμένως, ἐγένετο, ὡς γνωρίζετε, διὰ τὰ λου-
197κούμια τῆς Σύρου, ἐγένετο διὰ τοὺς ψιαθίνους πίλους. Ἤδη
198παρουσιάζεται τὸ ζήτημα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὀμβρελλο-
199ποιούς. Ζητοῦσι, καθὼς νομίζω ἐλέχθη ταύτην τὴν στιγμήν,
200νὰ εἰσάγωσιν ὑλικὰ, ἀπαραίτητα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν
201προϊόντων αὐτῶν, ἀτελῶς· ὁσάκις δὲ κάμνωσιν ἐξαγωγήν, νὰ
202ἐκπίπτηται τὸ ἀντίτιμον. Βεβαίως, τοῦτο συντρέχει ἤδη
203πολὺ αὐτούς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ζή-
204τημα νὰ θεωρηθῇ γενικώτερον. Ἔχομεν ἀτελῆ τὴν μέταξαν,
205ἥτις παράγεται ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ παράγεται τοιαύτη ὄχι
206ἐπαρκής· μικρὸν μέρος τῆς μετάξης, τῆς χρησιμοποιουμέ-
207νης ἐν τῷ τόπῳ, παράγεται ἐν αὐτῷ· ὡς ἐκ τούτου καὶ οἱ
208ὀμβρελλοποιοὶ ἀναγκάζονται νὰ φέρωσι τοιαύτην ἐξ Εὐρώ-
209πης. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, ὀμβρελλοποιός τις νὰ μὴ φέρῃ
210τὴν μέταξαν ἐξ Εὐρώπης, εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀγοράζῃ ἐξ
211ἄλλου μεγάλου ἐμπορικοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ἂν τὸ ὕφασμα
212τὸ ἐκ μετάξης εἶναι ἐντόπιον ἤ οὔ. Οὗτος λοιπὸν δὲν θέλει
213ἀπολαύσει τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπολαύσει
214οἱ βιομήχανοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι φέρει τὴν μέταξαν ἐξ
215Εὐρώπης; Νομίζω ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἄδικον. Νομίζω ὅτι
216ἀδιάφορον εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὁ ὀμβρελ-
217λοποιὸς ἠγόρασεν ἀπὸ ἄλλον ἔμπορον τὸ ὕφασμα αὐτοῦ. Θὰ
218σᾶς φέρω παράδειγμά τι, ὅπως κάλλιον ἐννοήσητε τὸ ζή-
219τημα. Ὡς γνωρίζετε, ἐργοστάσιον ζακχάρεως κατεσκευά-
220σθη ἐν Θεσσαλίᾳ. Σήμερον νομίζω ὅτι δὲν λειτουργεῖ, ἀλλὰ
221δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θέλει λειτουργήσει, καὶ
222θέλει λειτουργήσει μετ’ ἐπιτυχίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει,
223τοὺς κατασκευαστὰς λουκουμίων Σύρου θέλει ἡ Κυβέρνησις
224ἐρωτήσει: «Ἡ ζάκχαρις, τὴν ὁποίαν ἐπήρατε, εἶναι ἐκ τῆς
225Εὐρώπης, ἢ τὴν ἐπήρατε ἐκ τῆς Θεσσαλίας;» Βεβαίως ὄχι.
226Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νὰ θεω-
227ρηθῇ τὸ ζήτημα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶς ὀμβρελλοποιὸς,
228ὅστις ἤθελεν ἐξαγάγει ὀμβρέλλας, νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ
229τὴν ἀξίαν τοῦ τέλους τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα
230μεταχειρίζεται, εἴτε ταῦτα ἦλθον ἐξ Εὐρώπης, εἴτε μή. Διὰ
231τοῦ τρόπου τούτου, Κύριοι, πολλὰ θὰ ἦναι τὰ ὠφέλιμα· οὐ
232μόνον πληθὺς ἐργατῶν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐργάζωνται ἐν τῷ
233τόπῳ, ἀλλὰ βεβαίως δύναται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ αὐξήσῃ
234καὶ ὁ χρυσὸς, ὁ εἰσαγόμενος ἐξ Εὐρώπης, τὰ δὲ οἰκονομικὰ
235ἀποτελέσματα τοιαύτης συνδρομῆς, διδομένης εἰς τὴν βιο-
236μηχανίαν, θὰ ἦναι μέγιστα.
237§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονῶ, ὡς ὁ ἔντιμος
238προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῆς
239Ἑλλάδος δὲν ἐπεμελήθησαν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν βιο-
240μηχανίαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρέχηται ἑκάστοτε εἰς αὐ-
241τὴν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὀρθὸν νὰ παρά-
242σχῃ. Ἀπ’ ἐναντίας, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἐξ ὅσων ἐν τῷ
243παρελθόντι εἶδον, παρακολουθήσας τὸ ζήτημα, ὅτι ἑκάστοτε
244καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ προθύμως παρέσχον εἰς
245τὴν βιομηχανίαν ὅ,τι ἐπείσθησαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρα-
246σχεθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τοῦ προ-
247κειμένου οἱ ἔχοντες καταστήματα ὀμβρελλοποιΐας—καὶ
248ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα καὶ ἐν Κερκύρᾳ καταστήματα ἀξιόλο-
249γα, τοιαύτην βιομηχανίαν μετερχόμενα, — δὲν ζητοῦσιν ἀτέ-
250λειαν, γνωρίζοντες ὁποία εἶναι ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν παρο-
251χὴν τοιαύτης ἀτελείας — αὐτὴ ἐκείνη, ἧς ἐμνημόνευσεν ὁ ἔν-
252τιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, — δὲν ζητοῦσι δὲ καὶ ἐπὶ τῶν
253κατεργαζομένων ὑπ’ αὐτῶν εἰδῶν πλήρη ἀπόδοσιν τέλους,
254ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ζητεῖται, διότι βεβαίως
255οἱ ὀμβρελλοποιοὶ δὲν ζητοῦσιν ἀπόδοσιν τοῦ τέλους τοῦ
256μεταξωτοῦ ὑφάσματος, γινώσκοντες ὅτι τοῦτο, ὑπαρχούσης
257ἐνταῦθα ἀνεπτυγμένης βιομηχανίας μεταξωτῶν, ἤθελεν εἶ-
258ναι ἀδύνατον, ἤθελε μάλιστα στρέφεσθαι εἰς ζημίαν ἐκεί-
259νων, οἵτινες ἤθελον εἰσάγει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μεταξωτὸν
260ὕφασμα, ἐνῷ οἱ ἐντεῦθεν ἔχοντες τὸ ὕφασμα ἤθελον λαμ-
261βάνει ἐπιστρεφόμενον τέλος οὐδόλως καταβληθέν. Ἐξαι-
262ροῦσι λοιπὸν τὸ ὕφασμα, γινώσκοντες ὅτι καὶ δύσκολον
263εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανὼν τῆς ἀποδόσεως τοῦ τέλους
264ἐπὶ τοῦ ὑφάσματος, λόγῳ ἀδυναμίας διακρίσεως, ἀλλὰ γι-
265νώσκοντες καὶ τοῦτο προσέτι, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἡ ἀνά-
266πτυξις τῆς βιομηχανίας τῆς μεταξουργίας ἐν Ἑλλάδι κα-
267τώρθωσε νὰ προμηθεύῃ εἰς τὰ καταστήματα ὕφασμα κα-
268τάλληλον πρὸς ἀλεξήλια καὶ ἀλεξιβρόχια. Ζητοῦσιν ἁπλῶς
269οἱ καταστηματάρχαι ν’ ἀποδίδωται εἰς αὐτοὺς, κατὰ τὸν
270χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς ἐξ Ἑλλάδος ὀμβρελλῶν, τὸ τέλος, ὅπερ
271κατέβαλον διὰ τὰ μέρη τοῦ σκελετοῦ, τοῦ ἀποτελοῦντος τὰς
272ὀμβρέλλας, ἅτινα δὲν κατασκευάζονται ἐν Ἑλλάδι, — καίτοι
273δυνατόν εἶναι νὰ κατασκευασθῶσι— διότι ἡ κατασκευὴ ἐν
274Ἑλλάδι ἀπαιτεῖ ἵδρυσιν ἰδίων καταστημάτων, δὲν ἐπαρκεῖ
275δὲ ἡ παραγωγὴ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἱδρύσεως, καὶ διὰ τοῦτο
276δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπί τινα χρόνον νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τοιαῦτα
277καταστήματα. Ζητοῦσι λοιπὸν, ὥστε τὰ τέλη, ἅτινα θέ-
278λουσι πληρώνει ἐφεξῆς, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, διὰ τὴν εἰσα-
279γωγὴν τῶν τοιούτων εἰδῶν τῶν ὀμβρελλῶν, ν’ ἀποδίδωνται
280εἰς αὐτοὺς, καθ’ ὅσον οὗτοι ἐξάγουσιν ἐξ Ἑλλάδος πρὸς πώ-
281λησιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ ἐμπόρευμα αὐτῶν. Τὸ αἴτημα
282τοῦτο, ὡς καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελ-
283φοι εἶπον, δέν μοι φαίνεται παράλογον· ἐπιθυμῶ δὲ νὰ προσ-
284τεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς ἐκείνους, οἵτινες συνέστησαν τὴν παραδο-
285χὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν.
286Εἶχον σκοπὸν ἀπὸ χθὲς καὶ προχθὲς νὰ φέρω τὸ ζήτημα
287τοῦτο μετ’ ἄλλων εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀνέμενον νὰ ἐμφα-
288νισθῇ ἐνταῦθα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ λυ-
289ποῦμαι ὅτι ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐν ὥρᾳ, ὅτε οὗτος δὲν εἶναι
290παρὼν, ὥστε, ἀντιλαμβανόμενος ἀμέσως τῶν γενομένων συ-
291στάσεων, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὅτε καὶ ἐλπὶς ἤθελεν
292ὑπάρχει νὰ ἔχωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εὐκολωτέραν.
293§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ὑπομιμνήσκει παρά-
294κλησιν, ὑποβληθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν, ὅπως, σὺν τῷ ὑποβλη-
295θέντι φακέλῳ τῆς δικογραφίας Τυπάλδου, ὑποβάλῃ εἰς τὴν
296Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα ἐπὶ
297τοῦ προκειμένου μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν
298καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἰδίως τὴν περὶ τούτου ἀναφορὰν τοῦ
299Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων.
300Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Τσι-
301τσάρας, μὲ ὀλίγας λέξεις (ἰλαρότης).
302§24Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν τελευταίαν
303ἔκτακτον Σύνοδον παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως, καὶ ἐπιμό-
304νως μάλιστα, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
305μεριμνήσῃ νὰ διορθωθῇ ἄτοπόν τι, ἢ μᾶλλον παρανομία τις,
306ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ. Ἐκεῖ,
307παρὰ τὸν νόμον, εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρε-
308σία εἰς Δημάρχους, καὶ ἀδελφοὺς Δημάρχων, ἰδιώτας, ἐνῷ
309ὑπάρχουσι πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀναθέτει τὴν ὑπη-
310ρεσίαν ταύτην. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
311γὸς ἔδωκε διαταγὰς νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ
312ἁρμόδιος ὑπάλληλος δὲν ἐξετέλεσε τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Ἡ
313περαιτέρω διαχείρισις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης παρὰ τῶν
314εἰρημένων προσώπων, εἰς τὴν ἐκεῖ κοινωνίαν προξενεῖ σκάν-
315δαλον, τελευταίως δὲ, χθὲς μάλιστα, ἔλαβον δύο ἐπιστο-
316λὰς, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ λέγουσιν, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς κοι-
317νωνίας εἶναι ἀπρόσιτον εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν.
318Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαβὼν
319γνῶσιν ἐπισήμως τῆς καταστάσεως ταύτης, θέλει μεριμνή-
320σει νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον, καὶ νὰ μὴ ἀδικῆται τὸ ἥμισυ
321ὁλοκλήρου ἐπαρχίας· ὑποθέτω δὲ,—καὶ κολακεύομαι νὰ πι-
322στεύω τοῦτο—ὅτι ταῦτα γίνονται ἐν ἀγνοίᾳ του, διότι ἐνώ-
323πιόν μου ἔδωκε πέρυσι διαταγὰς, νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον,
324ἀλλ’ αἱ διαταγαὶ ἐκεῖναι δυστυχῶς δὲν ἐξετελέσθησαν. Εἶναι
325ὄντως λυπηρὰ ἡ κατάστασις, νὰ βλέπῃ τις τμηματάρχας
326μὴ ἀκούοντας διαταγὰς Πρωθυπουργῶν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχω-
327σιν ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον· διότι εἰς
328τοὺς δήμους Ἀγράφων, Παρακαμπυλίων καὶ Ἀπεραντίων,
329ἐνῷ ὑπάρχουσιν εἰρηνοδίκαι, δημοδιδάσκαλοι καὶ ἀστυνόμοι
330ἀξιωματικοί, ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀνατεθειμένη
331ἀπὸ δύο σχεδὸν ἐτῶν εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ τὸν ἀδελφὸν
332τοῦ Δημάρχου τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, ὁ ὁποῖος εἶναι
333παντοπώλης, καὶ ἀπουσιάζει πάντοτε εἰς τὸ Ἀγρίνιον.
334§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω.
335§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ
336ἀπευθύνω ἐγγράφους τινὰς ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
337γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς ἀπουσιάζει, ἵνα
338καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι
339χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω.
340Ταῦτα συμβαίνουσι δῆθεν πρὸς ἐφαρμογὴν, πράγματι ὅμως
341πρὸς διαστρέβλωσιν καὶ αὐτῶν τῶν φορολογικῶν νόμων.
342Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἐπερωτήσεων
343ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι συστάσεις πρὸς αὐτὸν τὸν
344κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καθορισθῶσι καὶ ἐν τῇ
345ἐμῇ ἐπαρχίᾳ οἱ τόποι, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται οἱ κάτοι-
346κοι νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των καὶ τὰ ζῷά των, καὶ νὰ ξυ-
347λεύωνται. Ἀλλ’ ἀντὶ τὸ κακὸν τοῦτο νὰ περισταλῇ ἐκ τῶν
348συστάσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τοὐναντίον ἐπετάθη εἰς
349βαθμὸν ἀπίστευτον. Καὶ ἰδοὺ σήμερον τί μοῦ τηλεγραφεῖ ἡ
350κοινότης Σιμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας. Τὸ χωρίον αὐτὸ,
351κύριε Πρωθυπουργέ, κεῖται μεταξὺ βουνῶν ἀσκεπῶν. Εἰς τὰ
352βουνὰ ἐκεῖνα, τὰ πέριξ τοῦ χωρίου, ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἑλ-
353ληνικοῦ Βασιλείου ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των, καὶ ἐξυλεύοντο
354οἱ κάτοικοι. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν οἱ κάτοικοι τοῦ
355χωρίου ἐκείνου, ἐπιθυμοῦντες ν’ ἀναδασωθῶσι τὰ πέριξ αὐ-
356τοῦ βουνὰ, ἐζήτησαν διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως δύο λόφοι χα-
357ρακτηρισθῶσιν ὡς δάση, καὶ ἀπαγορευθῇ ἐκεῖ ἡ βοσκὴ τῶν
358ζῴων καὶ ἡ ξύλευσις τῶν κατοίκων· τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο
359διὰ τοῦ δασάρχου. Ἔμεινε λοιπὸν εἷς λόφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
360καὶ ἐξυλεύοντο οἱ κάτοικοι καὶ ἔβοσκον τὰ ζῷά των. Σή-
361μερον ἰδοὺ τί μοῦ τηλεγραφοῦσιν (ἀναγινώσκει):
362«Ἔφορος Αὐγέρης» — εἶναι ὁ πρώην ἔφορος, ὁ ὁποῖος με-
363τετέθη, συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, —
364«δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀμφότερα βουνὰ, Γρουζινὰ καὶ Λα-
365δικὸ, ἀνεκηρύχθησαν πρὸ ἐτῶν δάση. Παρέστησεν Ὑπουρ-
366γείῳ, ὅτι κοινότης Σιμιάδων ἔχει ἀπεράντους ἐκτάσεις ψευ-
367δεῖς. Ὑπουργεῖον διέταξεν ἐνοικίασιν χορτονομῆς λοφίσκου
368Βρενέζη, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κοινότης ξυλεύεται καὶ νέμεται...»
369§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί δικαίωμα ἔχει;
370§28ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα (ἐξα-
371κολουθεῖ ἀναγινώσκων):
372«Παρακαλῶ, ἐπερωτήσατε Βουλῇ, ἵνα ἁρμόδιος Ὑπουρ-
373γὸς διατάξῃ ἔφορον νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ πληροφορήσῃ
374Ὑπουργεῖον ἀλήθειαν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ νόμος περὶ κοινο-
375τήτων. Κοινότης δὲν δύναται νὰ ζήσῃ κλεισμένη ἐντὸς τῶν
376οἰκιῶν της· ἀναγκάζεται μεταναστεύσῃ.»
377Κύριε Πρωθυπουργὲ, λυποῦμαι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
378Οἰκονομικῶν ἀσθενεῖ. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ ἀντιληφθῆτε
379τῶν κακῶν τούτων καὶ νὰ διατάξητε, τέλος πάντων, ν’ ἀνα-
380σταλῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία παρουσιάζει θλιβερὰν
381εἰκόνα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς
382ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει):
383«Παρακαλεῖται νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
384κονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀληθῶς διέ-
385ταξε τὴν ἐκμίσθωσιν τῆς χορτονομῆς τοῦ λόφου Βρενέζη τῆς
386περιφερείας τοῦ χωρίου Σιμιάδων τοῦ δήμου Μαντινείας, καὶ
387ἐν τίνι δικαιώματι ἔπραξε τοῦτο, καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν
388Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης.»
389Ἀπὸ συστάσεως κόσμου οὐδέποτε ἔγεινε τοῦτο τὸ κακὸν,
390ὅπερ ἤδη συμβαίνει, διὰ νὰ εἰσπράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
391Οἰκονομικῶν ὀλίγας ἑκατοντάδας δραχμῶν, πρὸς σύγχυσιν
392τῶν ἀριθμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
393Πλὴν τούτου, πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον
394Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, τέλος πάν-
395των, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ θέρμανσις τῶν κατοίκων Μαντινείας
396ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν. Νὰ ὁρίσῃ τὰ δάση, ἐκ τῶν ὁποίων πρέ-
397πει νὰ ξυλεύωνται, καὶ τὰ ἄλλα νὰ φυλάσσωνται.
398Ἄλλοτε, εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ
399ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἴχομεν φέρει τὸν λό-
400γον ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ὁρίζοντος φορολογίαν ἐπὶ τῶν καυσο-
401ξύλων τῆς βιομηχανίας, διότι ἐν Τριπόλει ὑφίσταται μία
402βιομηχανία ἀρτισύστατος, ἡ ὁποία κατεστράφη δυνάμει τῶν
403ἐγκυκλίων αὐτῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ
404ὁποῖος ἄλλα ἐβεβαίωσεν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν παρελθοῦ-
405σαν Σύνοδον, διότι, ὅτε τότε ὡμίλουν περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ
406βήματος, ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Ὑπουργὸν διαβεβαιώσαντά με,
407ὅτι, ἂν οἱ βιομήχανοι ἀγοράζωσι τὰ καυσόξυλα ἐν τῇ ἀγορᾷ
408πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας, βεβαίως ταῦτα μένουσιν ἀφο-
409ρολόγητα. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἐβεβαίου ταῦτα ὁ κύριος Ὑπουρ-
410γὸς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἄλλην ἐγκύκλιον ἐξέδιδε, καὶ ἰδίαν
411γνώμην διετύπου ὡς νόμον. Ἐφ’ ὅλων τῶν ἐργοστασίων κα-
412τέσχον τὰ καυσόξυλα, καὶ ἔστειλαν τοὺς ἐργοστασιάρχας
413εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ὁ δὲ πταισματοδίκης καὶ οἱ Εἰσ-
414αγγελεῖς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουρ-
415γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπεδειλίων ν’ ἀποδώσωσι δίκαιον εἰς
416τοὺς πολίτας. Κατέσχον λοιπὸν τὰ καυσόξυλα, καὶ ἐσταμά-
417τησεν ἡ βιομηχανία. Ὑπόθεσιν ὅμως τινὰ, κύριε Πρωθυ-
418πουργὲ, ἔχων πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, τὴν ἔφε-
419ρα δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου,
420καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος μὲ ἐδικαίωσεν, εἰπὼν, ὅτι ὁ νόμος αὐ-
421τὸς δὲν ἐπέβαλε φόρον εἰς τὰ καυσόξυλα, τὰ πρὸς χρῆσιν
422τῆς βιομηχανίας. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν προτίθε-
423μαι σήμερον νὰ συζητήσω· παρακαλῶ δὲ, ἐάν τις τῶν ἀξιοτί-
424μων συναδέλφων ἤθελε νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, νὰ ἀναβάλῃ
425μέχρις ὅτου προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ. Τὰ
426ἔγγραφα ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ εὐαρε-
427στηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰς
428ἑξῆς ἐγκυκλίους του, ἀφορώσας τὴν φορολογίαν τῶν καυσο-
429ξύλων: τὴν ὑπ’ ἀριθ. 33 τῆς 28/2 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ.
43019154, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 86 τῆς 5/5 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ.
43124448, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 42 τῆς 13/3 1900, ἀριθ. πρωτοκόλ.
43221458, καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 47 τῆς 22/3 1900, ἀριθ. πρω-
433τοκόλ. 25372.»
434Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖ-
435ται νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 240
436ἐ. ἔ. ποινικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ τῆς σχε-
437τικῆς δικογραφίας.
438Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἂν σεῖς, οἱ μένοντες ἐν
439ταῖς ἐπαρχίαις, ἀντιλαμβάνησθε αὐτῶν τῶν ἐκτρόπων καὶ
440ληστρικῶν πράξεων, τῶν ἐνεργουμένων εἰς βάρος τῶν συμ-
441πολιτῶν μου ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Γίνονται
442ληστεῖαι καὶ φορολογίαι ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξου-
443σίας κατὰ τῶν πολιτῶν, ὧν ἀφαιροῦσι τὴν περιουσίαν!
444Πλὴν τούτου, δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἴτε
445μεροληπτῶν, εἴτε μὴ ἐπιβλέπων καλῶς ἐπὶ τῆς δικαιοδο-
446σίας τοῦ Ὑπουργείου του, δὲν μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀστυνο-
447μίας. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐξεχαρ-
448βαλώθη· ἔχομεν μόνον σκιὰν ἀστυνομίας! Ἰδοὺ τί μοι γρά-
449φουν ἐκ τοῦ δήμου Κραθίδος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων.
450Ἐκεῖ ὑπάρχει ἀστυνόμος ὁ Ἀλέξιος Σπυράκης, ὅστις σφε-
451τερίζεται τὰ σύλληπτρα τῶν ἀγροφυλάκων Πλατάνου. Ἐκ-
452τὸς τούτου, εἰσῆλθεν εἰς τὸ Δημαρχικὸν κατάστημα, καὶ
453ἄνευ λόγου συνέλαβε καὶ ἐπροσωποκράτησεν ἰατρόν τινα,
454ἠγόρευσεν ἐπ’ ἐκκλησίας ἐναντίον τοῦ Δημάρχου, καὶ ὕβρισε
455τοῦτον ἐν μέσῃ ἀγορᾷ, κλπ.
456Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ση-
457μείωμα τοῦτο, ὡς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ταγματάρχου κ. Στυμ-
458φκλιάδου, τὴν ἀφορῶσαν τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομικῆς
459περιφερείας τοῦ δήμου Μαντινείας, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι τὸ
460πρόσωπον, εἰς ὃ ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας
461Μαντινείας, πρέπει νὰ μένῃ ἐκεῖ, καλῶς· ἄλλως, νὰ προσ-
462παθήσῃ νὰ τὸ ἐκτοπίσῃ.
463§29Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἀναφο-
464ρὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σιμιάδες. Τὰ παράπονα αὐ-
465τῶν εἶναι δίκαια. Διαβεβαιῶ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν ἐξ
466ἰδίας ἀντιλήψεως. Τὴν ἀναφορὰν διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουρ-
467γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κάτοικοι ἄνευ τοῦ λόφου ἐκεί-
468νου δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι, καὶ ἡ λέξις μετανάστευσις, ἥτις
469ἐλέχθη, δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, διότι ἤδη ἐκ τῆς ἐπαρχίας
470Μαντινείας μετηνάστευσαν ὑπὲρ τὰς 3,000.
471§30Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπανει-
472λημμένως ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀνενδότως μεριμνᾷ
473περὶ τῆς κανονικῆς καὶ ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης
474παρ’ ἡμῖν. Παραδόξως ὅμως, αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας βλέπο-
475μεν, ἀναιροῦσι τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
476Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Εἰρη-
477νοδικεῖον Πειραιῶς ἔχει τὰς περισσοτέρας εἰρηνοδικειακὰς
478ὑποθέσεις παντὸς ἄλλου Εἰρηνοδικείου τοῦ Κράτους. Ἀπὸ
479μηνῶν ἤδη ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ. Εἰς τὸ πινάκιον αὐτοῦ ὑπάρ-
480χουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 825, καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι
481125 πρὸς διεξαγωγὴν, ἐκκρεμεῖς ἐπίσης, καθ’ ἑβδομάδα δὲ,
482εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἐγείρονται 100 ἕως 150 ἀγωγαὶ,
483καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθήσῃ ἐπί τινας ἑβδομά-
484δας ἔτι, θὰ ἔχωμεν χιλιάδας ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν, καὶ οὕτω
485ἡ στατιστικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ
486παρουσιάζῃ πλέον τὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα τῆς μειώ-
487σεως, θὰ παύσῃ δὲ ἡ ἐκδίκασις πάσης ὑποθέσεως.
488Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
489ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ ἀμίσθων παρέδρων, ἀλλὰ
490δὲν φαίνεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει...
491§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαίνεται· εἶναι τέταρτον.
492§32Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τέταρτον; Δηλαδὴ θὰ ψηφισθῇ μετὰ δε-
493καπέντε ἡμέρας!
494§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω.
495§34Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἠγέρθη ἤδη, πρέπει νὰ
496προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παντὸς ἄλλου, ἡ δὲ Βουλὴ
497δὲν θὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις. Εἶναι ἀνάγκη, εἰς τὴν πόλιν τοῦ
498Πειραιῶς νὰ δώσωμεν τὰ μέσα, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ Δικαιο-
499σύνη. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς τόσαι ὑπο-
500θέσεις.
501§35Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
502Ὑπέβαλον Διάταγμα, καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον δημοσιεύεται.
503§36Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰ-
504κονομικῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
505κῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ ὑπ’
506ὄψιν τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω πρὸς αὐτόν. Αὕτη
507προέρχεται ἀπὸ πέντε πολίτας, συλληφθέντας δι’ ἔξοδα ποι-
508νικὰ, ἄγοντας δὲ τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των·
509καὶ ἐνῷ προσάγουσι πιστοποιητικὰ τῆς ἡλικίας των, αἱ ἀρ-
510χαὶ δὲν στέργουσι ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν ἡλικίαν των· οἱ ὑπάλ-
511ληλοι, οἱ συλλαβόντες αὐτοὺς, μένουσιν ἀνένδοτοι, μεθ’ ὅ-
512λην τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἑβδομηκονταετοῦς ἡλικίας τῶν συλ-
513ληφθέντων. Δὲν εἶναι δίκαιον, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ
514παραβαίνωσι στοιχειώδεις διατάξεις τῶν νόμων. Δι’ ὃ παρα-
515καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνεργήσῃ
516ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν
517ἔχουσιν ἔξοδα, ἵνα δικαστικῶς ἀνακτήσωσι τὴν ἐκ τοῦ νό-
518μου προστατευομένην προσωπικὴν ἐλευθερίαν των. Ἂν εἶ-
519χον χρήματα, βεβαίως ἤθελον πληρώσει τὸ Δημόσιον.
520§37Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Προκειμένου κατ’ αὐτὰς νὰ γείνῃ δημο-
521πρασία διὰ τὸ 1901 πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγ-
522κοινωνίας τῶν ἀγόνων γραμμῶν τῶν νήσων, θὰ παρακα-
523λέσω τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀναμνησθῇ τὰς κατὰ τὴν τελευ-
524ταίαν Σύνοδον γενομένας πρὸς αὐτὴν συστάσεις· τουτέστι,
525τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ἐκτελοῦν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν
526μεταξὺ Πειραιῶς καὶ τῶν νήσων Κέας, Κύθνου καὶ Σύρου,
527νὰ προσεγγίζῃ δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Κύ-
528θνου κατὰ τὸ θέρος, οὐχὶ χάριν τοπικῶν λόγων, ἀλλὰ χά-
529ριν τῶν φοιτητῶν τῶν λουτρῶν· διότι γνωστὸν τοῖς πᾶσι
530τυγχάνει, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς λειτουργίας τῶν λου-
531τρῶν πνέουσιν αἱ ἐτησίαι λεγόμεναι, ἄνεμοι σφοδρότατοι,
532οἵτινες ἐμποδίζουσι τὸ ἀτμόπλοιον νὰ προσεγγίζῃ τακτι-
533κῶς. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, τότε θὰ
534παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τοὐλάχιστον νὰ ἀρθῇ ὁ
535ὅρος τῆς δημοπρασίας, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ προσέγγισις
536ἑτέρων ἀτμοπλοίων εἰς τὰ λουτρά· διότι ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν
537ἐκτέλεσιν τῶν ἀγόνων γραμμῶν ἑταιρεία τοῦ Τζὼν ἐμπο-
538δίζει πᾶσαν ἄλλην ἑταιρείαν νὰ προσεγγίζῃ εἰς τὰ λουτρὰ
539τῆς Κύθνου. Τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀρθῇ εἰς τὴν νέαν σύμ-
540βασιν, ἀλλὰ κυρίως νὰ περιληφθῇ εἰς τοὺς ὅρους τῆς ἐνεργη-
541θησομένης πρὸς τοῦτο προσεχῶς δημοπρασίας ἡ ὑποχρέω-
542σις, νὰ προσεγγίζῃ τὸ ἀτμόπλοιον δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὸν
543λιμένα τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ
544ἡ λειτουργία τῶν λουτρῶν.
545§38Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐργάται περὶ τοὺς πεντήκοντα, ἐκ τῶν
546ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου ἐργαζομένων, μοὶ γράφουσιν,
547ὅτι πρὸ 15 ἡμερῶν ἐν τῇ θέσει «Πηγάδι τοῦ Σερπιέρη»
548ἐφονεύθη ὁ ἐργάτης Μητρατζᾶς, ὅτι δὲ ὁ θάνατος αὐτοῦ
549ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἠνάγκασε
550τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐξακολουθήσουν ἐργα-
551ζόμενοι ἐν τῇ θέσει, ἐν τῇ ὁποίᾳ προφανὴς ἦτο ὁ κίνδυνος
552εἰς ὅλους, ἐκτὸς τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία, τὸ κέρδος μόνον
553ἐπιδιώκουσα, εἰς οὐδὲν λογίζεται τὴν ζωὴν τῶν ἐργατῶν.
554Ἐπρόκειτο, Κύριοι, ὡς μοὶ γράφουσιν οἱ ἐργάται οὗτοι,
555περὶ ἐργασίας τελουμένης ἐν σήραγγι καὶ ἐν σημείῳ αὐτῆς
556κειμένῳ ἀκριβῶς κάτωθεν ὄγκου τεραστίων διαστάσεων,
557τοῦ ὁποίου ἡ πτῶσις ἐθεωρεῖτο παρ’ ὅλων ἐπικειμένη. Οἱ
558ἐργάται, διαγινώσκοντες τὸν κίνδυνον, ἀπέφευγον νὰ ἐρ-
559γασθῶσιν ἐκεῖ· ἡ Ἑταιρία ὅμως ἐξηνάγκασεν αὐτοὺς νὰ ἐρ-
560γασθῶσι, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἤργησε νὰ ἐπέλθῃ.
561Ἀδιαφορῶ, Κύριοι, περὶ τοῦ ἂν ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς συμπο-
562λίτης μου ἔχει οἰκογένειαν, καὶ ἂν ἡ οἰκογένειά του θὰ λάβῃ
563τι ὡς σύνταξιν ἢ περίθαλψιν, καίτοι καλῶς γινώσκω, ὅτι
564ὑπάρχει κεφάλαιον ἐκ πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων
565δραχμῶν, συνειλεγμένον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ τοῦ
566ὁποίου δυστυχῶς μόνον ἅπαξ, ἢ τὸ πολὺ δὶς, ἐγένετο μέχρι
567τοῦδε χρῆσις. Ἐκ τοῦ οἰκτροῦ ὅμως θανάτου τοῦ συμπολί-
568του μου τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, καὶ εἰς τὴν παράκλησιν
569τῶν πεντήκοντα ἐκείνων ἐργατῶν ὑπείκων, παρακαλῶ τὴν
570Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ, τέλος πάντων, πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν ἐν
571τοῖς ὑπογείοις ἐκείνοις ἐργαζομένων Ἑλλήνων, καὶ φέρῃ νό-
572μον, διὰ τοῦ ὁποίου ἰδίως νὰ προστατεύηται ἡ ζωὴ τῶν πτω-
573χῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν ᾖναι εἰς θέσιν
574νὰ συντάξῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὴν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ,
575ὅπως τὸ πρὸ καιροῦ ὑποβληθὲν τοιοῦτον ἐκ μέρους τοῦ ἐξ
576Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη μὴ λησμονηθῇ, καίτοι ὁ ὑπο-
577βαλὼν αὐτὸ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κυβερνητικὴν μερίδα.
578§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠδύναντο οἱ τοιοῦτοι μετὰ τόσας
579παρακλήσεις, τὰς ὁποίας εἰς μάτην ἀπηύθυναν πολλοὶ καὶ
580ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, νὰ κινήσωσιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ
581Δημοσίου, διότι ὁ νόμος περὶ μεταλλείων εἰς τὴν Κυβέρνη-
582σιν ἀνέθεσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν, τὰ τῆς ἐπιβλέψεως
583τῶν ἐργασιῶν. Ἑπομένως, ὁσάκις ἐπέρχηται κατάπτωσις
584καὶ δυστύχημα εἰς ἐργάτην ἐξ ἀμελείας τῶν ἐντεταλμένων
585ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ ὑπόγεια ἀσφαλιστικὰ
586ἔργα, νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀναμφι-
587σβήτητος. Εἴτε δὲν ἀπέστειλεν, ὡς ὤφειλε, μηχανικὸν, εἴτε
588ἀπέστειλεν, ἀλλ’ οὗτος ἠμέλησε, καθ’ ἑκατέραν τῶν περι-
589πτώσεων ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται. Ὄπως δήποτε θ’ ἀναγκα-
590σθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ πρέπον νομοσχέδιον, ὡς
591τὰ ὅμοια, τὰ πανταχοῦ ἤδη νενομοθετημένα οὐ μόνον διὰ τὰ
592μεταλλεῖα, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶν δυστύχημα, συμβαῖνον εἰς
593ἐργάτας καὶ εὐθύνον τινα, ἢ καὶ τυχηρόν. Ἀνάγκη ὅμως
594εἶναι νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον.
595§40Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τι-
596μὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, πλέον ἢ εἰκοσάκις ἐγένετο
597λόγος περὶ τοιούτων δυστυχημάτων. Πῶς δὲν κατωρθώθη
598νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διορισμοῦ ἐπόπτου τῶν ἐργασιῶν,
599περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Δεληγεώργης, μοὶ φαίνεται παράδο-
600ξον, ἐνῷ τὸ μέτρον συνδέεται μὲ τὴν σωτηρίαν ἀνθρωπίνων
601ὑπάρξεων. Ὑπάρχει ἐν Λαυρίῳ Ταμεῖον πρὸς περίθαλψιν
602τῶν ἀτυχούντων ἐργατῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει περιουσίαν ὑπὲρ
603τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ τὰ τελευταῖα
604ἔτη ἐδίδετο περίθαλψις ἐκ 15 δραχμῶν εἰς τὰς οἰκογενείας
605τῶν παθόντων· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, καὶ
606δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ παραταθῇ ἡ ἀδιαφορία αὕτη τῆς Κυβερ-
607νήσεως πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος ἐξά-
608γουσι πλοῦτον ἐκ τῆς γῆς, χρυσὸν, ἄργυρον καὶ ἄλλα πολύ-
609τιμα μέταλλα, καὶ πλουτίζουσι τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πο-
610λιτείαν. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι πρόθυμος νὰ
611ψηφίσῃ μετὰ προθυμίας τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δυ-
612νάμεθα νὰ παραλάβωμεν ἐκ τῆς Ἰταλικῆς νομοθεσίας, ἔνθα
613ὑπάρχει τὸ τελειότερον, ἐπεκτείνοντες αὐτὸ ἢ περιορίζοντες
614εἰς τὸν κύκλον τῶν μεταλλευτικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν, ἢ καὶ
615εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν ἐργατῶν. Ἔχομεν ἐργάτας σιδηρο-
616δρόμων, ἀτμοπλοίων, βιομηχανικῶν ἐργοστασίων, εἰς τὰ
617ὁποῖα συμβαίνουν δυστυχήματα ἐκ καταπτώσεων, ἐξ ἐκρή-
618ξεων λεβήτων ἀτμοπλοίων καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων. Δι’ ὅλους
619αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶναι καιρὸς νὰ ἐπεκτείνῃ ἡ Πολιτεία
620τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς χεῖρα.
621§41ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι διπλοῦν. Τὸ πρῶτον
622ἀφορᾷ τὴν ἐπίβλεψιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ
623ἔχῃ ἐπὶ τῶν μεταλλείων, — καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ
624λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, — τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι ἡ
625περίθαλψις τῶν παθόντων. Ἐπὶ τούτου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ
626ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον
627νομοσχέδιον. Μέχρι τοῦδε αἱ περιθάλψεις, αἱ διδόμεναι καὶ
628ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκ μέρους τῶν ταμείων ἀλληλο-
629βοηθείας τῶν ἑταιρειῶν, εἶναι μηδαμιναί. Αἱ νέαι νομοθεσίαι
630ἐν Εὐρώπῃ ἀναγράφουσιν, ὅτι, ἐν περιπτώσει δυστυχήμα-
631τος, τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῆ εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ πα-
632θόντος, εἴτε μὴ, οἱ ἐπιτηροῦντες εἶναι ὑπεύθυνοι, καὶ ἐνό-
633μισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δίδηται εἰς τὸν παθόντα, ἢ εἰς τοὺς
634κληρονόμους αὐτοῦ, βοήθεια ἀρκούντως σημαντική. Ὁ ψη-
635φισθεὶς ἐν Γερμανίᾳ νόμος τὸ 1884 ἠνάγκασε τὰς ἑταιρείας
636νὰ σχηματίσωσι σωματεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ λαμβάνωσιν ὡρισμένα
637ποσὰ παρὰ τῶν ἑταιρειῶν καὶ διανέμωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς
638πάσχοντας, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Τὸ τοιοῦτο, νομίζω,
639παρ’ ἡμῖν ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον, ἄνευ ὀργανισμοῦ διοικητι-
640κοῦ ἀνωτέρου ἢ τελειοτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σή-
641μερον. Εὐτυχῶς ἡ Γαλλία, μιμουμένη κατὰ τὸ 1898 τὴν
642Γερμανίαν, καὶ θεωροῦσα ἐπίσης τὰς ἑταιρείας, ἢ τὰς ἐπιχει-
643ρήσεις ἐν γένει, ὑπευθύνους διὰ τὰ συμβαίνοντα δυστυχή-
644ματα, ὥρισεν, ὅτι διὰ πᾶν δυστύχημα ὀφείλει ἡ ἐπιχείρησις
645νὰ πληρώνῃ εἰς τὸν παθόντα ἢ τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ βοή-
646θημα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ψηφισθῆ ἐν τῇ Βουλῇ
647τῆς Γερμανίας.
648Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
649πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐστηρίζετο ἰδίως εἰς τὴν Γαλλικὴν
650νομοθεσίαν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρ-
651χει περιουσία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς προερχομένη
652ἐξ αὐτῶν τῶν μεταλλείων, περιουσία ἀρκούντως μεγάλη,
653ἀνερχομένη εἰς 600,000 δραχμὰς, ἐνόμισα, ὅτι ἠδύνατο ἡ
654περιουσία αὕτη ἐν μέρει νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην πρὸς τοὺς
655πάσχοντας. Ἐπρότεινα λοιπὸν τότε τὴν σύστασιν ἐπιτρο-
656πῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανον μέρος ἀνώτεροι ὑπάλλη-
657λοι τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἑταιρειῶν, καὶ ἥτις θὰ ἐφρόν-
658τιζε περὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον θέλει πλη-
659ρώνει τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν πάσχον-
660τα, τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος πληρωνομένου παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐργο-
661στασιάρχου. Γιγνομένου τούτου, ἐμοιράζετο τὸ βάρος, ὅπερ
662ἤθελεν ὑποστῆ ὁ ἐργοστασιάρχης. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
663Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω, ἂν
664ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι
665ὄχι μόνον τὸ ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνέκρινεν. Ἐλπίζω
666λοιπὸν, ὅτι σήμερον θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὸ
667νομοσχέδιον τοῦτο ὄχι μόνον ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν
668διάταξιν, ἀλλὰ καὶ τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
669§42Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Παρακαλῶ
670ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐκ τῶν πρώτων τὸ νο-
671μοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν τελευταίαν Σύνοδον ὑπὸ τοῦ
672ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ὑπο-
673βάλῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλο νομοσχέδιον. Πέρυσι κατηναλώθη
674ὁλόκληρος συνεδρίασις εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἀπολύτως
675ἀναγκαίου τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ὁ δὲ κ.
676Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μερι-
677μνᾷ περὶ τούτου καὶ προτίθεται ἐντὸς τῆς Συνόδου νὰ ὑπο-
678βάλῃ νομοσχέδιον. Δὲν εἶχεν ὅμως ὑποβληθῆ τοιοῦτον, ἕως
679ὅτου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλε τὸ νομο-
680σχέδιον, περὶ οὗ ἤδη ὡμίλησε.
681Παρακαλῶ, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον
682ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀναγραφῇ τὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐν
683τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐκ τῶν πρώτων, διότι καὶ ἐγὼ ἐπι-
684δοκιμάζω κατὰ πάντα τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκων αὐτὸ στη-
685ριζόμενον εἰς ἀγαθὰς βάσεις.
686§43Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀκριβῆ
687γνῶσιν τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐκ κατα-
688πτώσεως ἐν ταῖς ἐργασίαις ταῖς μεταλλευτικαῖς. Εἰς μάτην
689κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς
690τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν φονευθέντων ἐν
691ταῖς ὑπογείοις ἐργασίαις ταῖς μεταλλευτικαῖς· δυστυχῶς μέ-
692χρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυ-
693πουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ ῥίψῃ τοιοῦτον φῶς.
694Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐπίσημον πίνακα τῶν δυστυχημά-
695των τούτων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελεν ἐγερθῆ σύσσωμος καὶ
696ἤθελε ζητήσει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀμέσως. Ἐὰν
697ἡ Βουλὴ ἐλάμβανε γνῶσιν, ποία ἡ τύχη τῶν ἀγωγῶν, αἱ
698ὁποῖαι ἐγείρονται ὑπὸ τῶν κληρονόμων τῶν παθόντων, ἢ
699ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἀκρωτηριασθέντων, ἐνώπιον τῶν Δι-
700καστηρίων τῶν Ἑλληνικῶν, καὶ ἂν ἔβλεπεν, ὅτι καὶ τυπι-
701καί, ἄνευ σπουδαιότητος, ἐνστάσεις τῶν ἑταιρειῶν, ὑποβαλ-
702λόμεναι, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, καὶ θυσιάζεται οὕτω τὸ οὐ-
703σιαστικὸν δίκαιον τῶν παθόντων ἐργατῶν, ἡ Βουλὴ ἔτι μᾶλ-
704λον ὁλοψύχως θὰ ἐζήτει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τού-
705του. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ, ἡ Βουλὴ
706ἀγνοεῖ ὁπόσα συμβαίνουσι δυστυχήματα, ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ
707πόσον τὰ Δικαστήρια τὰ Ἑλληνικὰ ἀδικοῦσι τοὺς δυστυ-
708χεῖς ἐκείνους ἐργάτας. Μετὰ πόνου λέγω τοῦτο, διότι προ-
709χθὲς ἔτι ἀπερρίφθη μία ἀγωγὴ παθόντος ἐργάτου, μετ’ ἀπό-
710δειξιν διαρκέσασαν δύο ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ἀπερρίφθη διότι
711ἦτο, ὡς λέγει ἡ ἀπόφασις, νόμῳ ἀστήρικτος, ἄνευ ἄλλης
712τινὸς αἰτιολογίας. Καὶ βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι «τὸ
713ἀνώτερον Δικαστήριον, τὸ Ἐφετεῖον, εἶναι ἐδῶ, καὶ δύνα-
714σθε ν’ ἀποταθῆτε πρὸς αὐτό». Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ
715εἴπῃ τοῦτο, ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ
716ὁποῖα διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ χαρτοσήμου κατέβαλεν ὁ ἐνάγων,
717καὶ αὐτὰ δι’ ἐπαιτείας τὰ ἀνεῦρε, καὶ δὲν ἔχει ἑπομένως τὰ
718μέσα καὶ δὲν ἔχει τὰς δυνάμεις ν’ ἀποταθῇ εἰς δεύτερον Δι-
719καστήριον, ὅπως ἀνορθώσῃ τὸ δίκαιον αὑτοῦ, τὸ τοσοῦτον οἰ-
720κτρῶς παραγνωρισθὲν ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου.
721Ἐὰν, λέγω, τοιαῦτα πράγματα ἐγνώριζεν ἡ Βουλή, εἶμαι
722πεπεισμένος, ὅτι θὰ ἐξηγείρετο, καὶ μιᾷ φωνῇ θὰ ἀπῄτει τὴν
723ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
724Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὡς γνωστόν, ὑπάρχει καὶ Ταμεῖον
725περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐργατῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
726Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ χρήματα, τὰ ὁποῖα
727κρατοῦνται ἐκ τῶν ἡμερομισθίων αὐτῶν τούτων τῶν ἐργα-
728τῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτοι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ἀπαντᾷ ὁ
729παθὼν ἐργάτης, ὁ ζητῶν περίθαλψιν, συμφώνως τῷ Διατάγ-
730ματι τοῦ 1882, δι’ οὗ ἱδρύθη τὸ Ταμεῖον τοῦτο· αἱ διατυ-
731πώσεις εἶναι δαπανηραὶ, καὶ ἀπαιτοῦσι χρόνον· διὰ νὰ συν-
732έλθῃ δὲ ἡ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ὁριζομένη ἐπιτροπή,
733ὅπως ἀποφασίσῃ τὴν ἀπονομὴν περιθάλψεως, παρέρχονται ἕξ
734μῆνες καὶ πολλάκις καὶ πλέον. Τί δὲ ἀπονέμεται; τί νομί-
735ζετε; Ἐπὶ ἓξ μῆνας 15 δραχμῶν μηνιαία περίθαλψις· δηλ.
73690 δραχμαί! Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, γίνεται ἔρευνα, ἐὰν ὁ αἰ-
737τῶν εἶναι ἐργάτης ἁπλοῦς ἢ ἐργολάβος. Ἠδύνατο ὁ κ. Νέγρης
738νὰ σᾶς εἴπῃ, τί ἐστὶν ἐργολάβος ἐν ταῖς μεταλλευτικαῖς ἐρ-
739γασίαις. Ἐργολάβος εἶναι ἐργάτης ἐπὶ κεφαλῆς. Ἐπειδὴ δὲ
740ἐν τῷ Δικτάγματι ἐκεῖνο δὲν ἀναφέρεταί τι περὶ ἐργο-
741λάβου, ἡ ἐπιτροπὴ εὗρεν, ὅτι οἱ ἐργολάβοι οἱ παθόντες δὲν
742ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσωσι περίθαλψιν, διότι ἡ λέξις ἐρ-
743γολάβος δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Διάταγμα. Εἰς μάτην παρι-
744στάνεται, ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἐν ταῖς μεταλλευτικαῖς ἐργασίαις
745τοῦ Λαυρίου εἶναι ἐργάται ἐπὶ κεφαλῆς ἄλλων ἐργατῶν, δὲν
746εἶναι ἐργολάβοι· ἀπόδειξις, ὅτι δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς ὅλον
747τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται ἐκ τῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’
748ἡ Ἑταιρεία ὑπολογίζει τὸ κέρδος αὐτὸ εἰς 5 δραχμὰς, ἤτοι
749ἡμερομίσθιον, καὶ οὐδὲν πλέον. Εἰς μάτην πάντα ταῦτα. Ἡ
750ἐπιτροπὴ ἐννοεῖ, γραμματικῶς νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Διάταγμα
751ἐκεῖνο, καὶ ἀδίκως γίνονται παραστάσεις. Παραδόξως ὅμως,
752ἀφοῦ δὲν ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ δικαίωμα νὰ
753τύχῃ περιθάλψεως, πῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἑταιρείας νὰ
754κρατῶσι τὸ ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἡμερομισθίων αὐ-
755τῶν;
756§44ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἔπειτα εἶναι συντομωτάτη παραγραφή.
757§45ΔΟΥΝΗΣ. Ἑπταήμερος.
758Περαίνων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν
759ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας πλέον, οὐχὶ ἐν ὀνόματι τοῦ κα-
760θήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν φιλο-
761πόνων καὶ παραγωγῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι
762τῆς φιλανθρωπίας, νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ μέτρον τι, θεραπεῦον
763τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς μίαν τάξιν Ἑλ-
764λήνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τοῖς ἐγκάτοις τοῖς γῆς, ἵνα
765παρέχωσιν εἰς ἡμᾶς τὸν χρυσόν.
766§46Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
767§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδόλως ἀντιλέγω, ἵνα ταχθῇ
768ἐν τοῖς πρώτοις τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
769Ἀλλὰ πλὴν τοῦ καθήκοντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Πο-
770λιτεία, ἵνα ἔρχηται προστατεύουσα καὶ ἐπικουροῦσα εἰς τοὺς
771δυστυχεῖς τοὺς ἐργαζομένους, οἵτινες κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
772ἐργασίας των ὑφίστανται τοιαῦτα δυστυχήματα, ὑπάρχει
773καὶ ἄλλο καθῆκον τῆς Πολιτείας, τὸ ἀστυνομικόν. Ἡ ἀστυ-
774νομικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν μεταλλευτικῶν καὶ
775μεταλλουργικῶν ἐργασιῶν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
776Ἐσωτερικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνασκεῖ
777ταύτην δι’ εἰδικῶν, ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν
778μεταλλείων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη ἐνεργεῖται
779κατὰ περιόδους χρονικὰς, καὶ ποσάκις ἐντὸς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἢ
780ἂν ἐνεργεῖται ἐκτάκτως· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι πάντως ἐνεργεῖ-
781ται. Ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
782θέλει ἔχει ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων, διὰ
783τῶν ὁποίων οὗτος ἐπληροφόρει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐπεθεώρη-
784σεν ὅλας τὰς ἐργασίας τὰς μεταλλουργικὰς, ὅτι κατὰ τὴν
785ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα πρὸς πρόληψιν
786δυστυχημάτων, καὶ ἑπομένως ἐγένετο δυνατὸν εἰς τὸ Ὑπουρ-
787γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὰ ἐπερχόμενα δυσ-
788τυχήματα προῆλθον ἐξ ἀτελοῦς ἐπιθεωρήσεως, ἢ ἐξ ἀτελοῦς
789ἐκτελέσεως τῶν συμβουλῶν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
790Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
791νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ
792ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλείων περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων, τὰς
793ὁποίας ἐξετέλεσε κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900.
794§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἔχομεν πλήρη
795ἰδέαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταθέσω ἐκθέσεις ἀπὸ τοῦ
7961900 μέχρι σήμερον.
797§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
798§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε θὰ ἔχωμεν μίαν εἰκόνα πλήρη.
799§51ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναγραφῇ
800εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον;
801§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ Κυβέρνη-
802σις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν ν’ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον
803μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
804§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄντως, κύριε Πρόεδρε, κατὰ
805τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μακρὰ διεξήχθη ἐνταῦθα συζή-
806τησις περὶ τοῦ θέματος τῶν δυστυχῶν ἐργατῶν· ὑπὸ τὰς ἐν-
807τυπώσεις δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
808Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παρασκευάζεται,
809ὅτι ἦτο συντετελεσμένη ἴσως ἡ παρασκευὴ καταλλήλου νο-
810μοσχεδίου, συμπληροῦντος τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο ἀτελὲς κατα-
811σκεύασμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνετο δῆθεν πρόνοια ὑπὲρ
812τῶν ἐργατῶν. Παρῆλθε καιρός, παρῆλθον μῆνες, — διότι πα-
813ρῆλθον καὶ αἱ ἐντυπώσεις ἐκ τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα
814ἐνέπνευσαν τὰς ἀγορεύσεις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, — καὶ
815θὰ παρέλθῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θὰ παρέλθωσιν αἱ
816ἀγορεύσεις, καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῇ ἴσως νομοσχέδιον...
817§54ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις.
818§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ... Διότι ἕκαστον δυστύχημα
819τοιοῦτον, ἐξαγγελλόμενον, μᾶς συγκινεῖ, μᾶς γαλβανίζει,
820καὶ φέρει τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.
821§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑποβεβλημένον τὸ νομοσχέδιον, καὶ
822ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν
823πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἄς μὴ χάνωμεν λοιπὸν
824τὴν ὥραν.
825§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόε-
826δρε. Δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ.
827Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἄλλο εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ
828ὁποῖον ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐδό-
829θησαν δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπαγγελίαι περὶ διορθώσεως γεγονό-
830των, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἴσως τὴν πλειονότητα τῶν δυσ-
831τυχημάτων ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν μεταλλείων· διότι, ἐὰν συμ-
832βαίνωσι δυστυχήματα κατ’ ἔτος, ὅσαι εἶναι αἱ ἡμέραι, ἐκ
833τυχαίων γεγονότων, καταπτώσεως λίθων ἢ χωμάτων, συμ-
834βαίνουσιν ἄλλα δυστυχήματα καθ’ ἡμέραν μεταξὺ τῶν ὑπη-
835ρετούντων εἰς τοὺς κλιβάνους τῶν μεταλλείων. Εἶναι στατι-
836στικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι μετὰ πάροδον δέκα ἐτῶν οἱ ὑπη-
837ρετοῦντες εἰς τοὺς κλιβάνους δηλητηριάζονται. Μεταβῆτε εἰς
838τὸ Λαύριον, κατέλθετε εἰς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην τῶν κλιβά-
839νων, καὶ θέλετε ἴδει ὅλους τοὺς ἐκεῖ ἐργαζομένους ἔχοντας
840πελιδνὸν τὸ χρῶμα καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ θανάτου ἐπὶ τοῦ
841προσώπου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν
842Βουλήν, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δυστυχημάτων ἐν τοῖς
843μεταλλείοις, δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν ἀποδεικνύει πλήρη τὴν
844νομοθετικὴν πρόνοιαν τῆς Πολιτείας, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια
845ἰδίως καὶ περὶ τῶν ἐργατῶν τῶν ἐχόντων ὡρισμένην ἐργα-
846σίαν ἐν τοῖς κλιβάνοις τῶν μεταλλείων.
847Ἀλλὰ πρὸ τῆς νομοθετικῆς ταύτης ἐργασίας προέχει ἕτε-
848ρον ζήτημα, ζήτημα ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν Ὑπουργόν.
849Ἐλλείπει ἡ Κυβερνητικὴ πρόνοια καὶ ἡ περίθαλψις ἡ
850ἐπίσημος ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν εἰς τοὺς δυστυχεῖς, τοὺς στε-
851ρουμένους τῆς ζωῆς, ἢ ἀκρωτηριαζομένους· ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου
852καλύπτονται οἱ νεκροί, ὑπὸ τὰ δυστυχήματα, καλύπτονται
853καὶ ἐγκλήματα, θαπτόμενα ἕνεκα τῆς πενίας τῶν οἰκογε-
854νειῶν, τῶν ὑφισταμένων τὰ ἀδικήματα ταῦτα· διότι αἱ ἑται-
855ρεῖαι σπεύδουσι, καὶ ῥίπτουσιν ἕν τεμάχιον ἄρτου, ἢ γλισχρο-
856τάτην τινὰ ἀντιμισθίαν, ἵνα προλάβωσι τὸ ἔργον τῆς Δικαιο-
857σύνης· διότι οἱ συγγενεῖς οἱ ἀπολειπόμενοι, ἢ τὰ ὀρφανά,
858ἢ αἱ χῆραι, δὲν ὑποβάλλουσι καταγγελίας ἐπὶ τῶν ἀδικη-
859μάτων τούτων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζει ὁ νόμος φόνους ἐξ
860ἀμελείας.
861Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβάλλεται, μετὰ
862τὴν καταγγελίαν, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
863Φθιώτιδος, νὰ παραγγείλῃ πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ εἰσα-
864γάγῃ εἰς δίκην τοὺς διευθυντὰς τῆς ἑταιρείας, τῆς ὁποίας οἱ
865ἐργάται ὑπέστησαν τὸν θάνατον. Ἐκεῖνοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι
866τοῦ φόνου ἐξ ἀμελείας τῶν ἐργατῶν· οἱ μηχανικοὶ εἶναι τὰ
867ὄργανα, ἀλλ’ οἱ πλειότερον ὑπεύθυνοι τῶν ἀτυχημάτων εἶναι
868ἐκεῖνοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον
869ἀπευθύνομαι, ἂς προσέξῃ εἰς τὰ λεγόμενα, καὶ θὰ σημειώσῃ
870εἰς τὴν ἱστορίαν του, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὠφε-
871λιμώτερον ἔργον διὰ τὴν τύχην τῶν ἐργατῶν, ἐφαρμόζων
872τὸν νόμον τὸν ποινικόν, τὸν ἀναγράφοντα ποινάς, μὴ ἐφαρμο-
873ζομένας ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγονται διευθυνταὶ
874ἑταιρειῶν μεταλλείων.
875Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη φροντίς, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὸν
876κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ προβῇ αὔριον, διὰ παραγ-
877γελίας πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἵνα εἰσαγάγῃ δι’ ἀπ’ εὐ-
878θείας κλήσεως, διότι τὰ ἀδικήματα τῶν φόνων ἐξ ἀμελείας
879καταδιώκονται ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ δύναται ὁ κ. Εἰσαγ-
880γελεὺς νὰ σύρῃ ἐκ τοῦ ὠτὸς εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορου-
881μένου ἐκείνους τοὺς μεγάλους, ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν
882ὁποίων ἐπέρχονται τὰ δυστυχήματα, καὶ ἀφίνονται ἀκατα-
883δίωκτα. Ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἐμερίμνησεν ἀκόμη δι’ εἰδικοῦ
884νομοθετήματος, ἔχει τὸν νόμον τὸν ποινικόν, τὸν ὁποῖον δύ-
885ναται νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς δικαιοσύνης ἐναν-
886τίον τῶν ὑπευθύνων τῶν φόνων τούτων ἐξ ἀμελείας, τῶν ἀδι-
887κημάτων τούτων, τῶν αὐξανομένων καθ’ ἡμέραν, θὰ θέσῃ
888τέρμα εἰς τὰ δυστυχήματα ταῦτα.
889§58Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην
890Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου κατηργήσα-
891μεν τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, τὸν ἀντικατεστή-
892σαμεν δὲ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τῆς κατὰ στρέμμα φορο-
893λογίας. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ καταργηθεὶς
894νόμος ἐστηρίζετο ἐπὶ δικαιολογικῆς βάσεως ἀσφαλοῦς καὶ
895ὑγειοῦς, διότι, κατὰ τὴν βάσιν ταύτην, ἐφορολογεῖτο ὁ παρα-
896γόμενος οἶνος, οὕτως ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε νὰ φορολο-
897γηθῇ τις χωρὶς ἡ ἄμπελός του νὰ παραγάγῃ οἶνον. Δυστυ-
898χῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔπεσεν ὑπὸ τὴν κραυγὴν καὶ τὰς ἀρὰς
899τῶν φορολογουμένων, οἵτινες κατεπιέζοντο ὑπὸ τῶν ἐνοικια-
900στῶν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου. Τὸ καλλίτερον βεβαίως θὰ ἦτο,
901νὰ ἐφροντίζομεν τότε νὰ διορθώσωμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ νό-
902μου ἐκείνου, καὶ νὰ προφυλάξωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τὰς
903παντοειδεῖς ἐνοχλήσεις τῶν ἑκάστοτε ἐνοικιαστῶν· ἀλλὰ
904παρεσύρθημεν ἀπὸ τὸ ῥεῦμα τῆς γενικῆς κατὰ τοῦ νόμου
905αὐτοῦ ἐξεγέρσεως, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ νέον φορο-
906λογικὸν καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ φόρος πληρώνεται κατὰ
907στρέμμα. Καὶ γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα: ὑποχρεοῦται ὁ ἰδιο-
908κτήτης ἀμπέλου νὰ πληρώσῃ φόρον, ἂν ἡ ἄμπελός του δὲν
909παρήγαγε παντελῶς οἶνον; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ
910ὁποίου προκαλῶ σύντονον τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνή-
911σεως καὶ τῆς Βουλῆς.
912Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη αἱ ἄμπελοι δὲν παρή-
913γαγον οὐδὲ σταγόνα οἴνου, ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου· νομίζω
914δέ, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμπέλων τούτων πρέπει ν’ ἀπαλ-
915λαγῶσιν ἐντελῶς διὰ τὸ τρέχον ἔτος τῆς πληρωμῆς τοῦ φό-
916ρου. Οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἐναντιοφωνία,
917διότι καὶ ὁ ἰσχύων νόμος ὡς βάσιν δικαιολογικὴν λαμβάνει
918ἅπαξ μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων, ἀλλὰ καὶ τὴν
919παραγωγὴν τοῦ γλεύκους κατ’ ὀκᾶν, καὶ τὴν τιμήν, εἰς ἣν
920τὸ γλεῦκος τοῦτο πωλεῖται. Πρόδηλον ἄρα, ὅτι ὁ νομοθέ-
921της δὲν ἐνόησε νὰ φορολογήσῃ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀμπέλου,
922ἀλλὰ τὸ προϊόν αὐτῆς· προϊόντος δὲ μὴ ὑπάρχοντος, δὲν δύ-
923ναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ φορολογία. Ἡ ἐναντία ἐκδοχὴ ἤθελε
924μᾶς φέρει εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
925φορολογίας, ἀλλὰ περὶ δημεύσεως τῆς περιουσίας τῶν πο-
926λιτῶν.
927Καὶ αὐτὸ μὲν εἶναι τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ
928καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπαλ-
929λαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ 1900 ἐπιβάλλε-
930ται ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης, καθόσον οἱ πλεῖστοι τῶν
931ἀμπελοκτημόνων, ὧν αἱ ἄμπελοι δὲν παρήγαγον διόλου
932οἶνον, εἶναι ἐν ταυτῷ καὶ ἰδιοκτῆται σταφιδομπέλων, αἱ
933ὁποῖαι καὶ αὐταὶ κατεστράφησαν ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου. Οἱ
934ἀτυχεῖς αὐτοὶ συμπολῖταί μας περιῆλθον εἰς ἀπόγνωσιν,
935ἕνεκα τῆς στερήσεως καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων
936καὶ τῆς ἀδυναμίας νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των. Φαν-
937τασθῆτε τώρα, νὰ ζητῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ πληρώσουν καὶ
938φόρον ἀμπέλων, ἀφοῦ οὐδὲ σταφυλὰς ἔφαγον ἐξ αὐτῶν! Τὸ
939δίκαιον εἶναι τόσον φανερόν, ὥστε μάταιον κρίνω νὰ ἐπι-
940μείνω εἰς μείζονα τοῦ ζητήματος ἀνάπτυξιν. Διὰ τοῦτο οὐ-
941δεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα προση-
942κόντως τὰς περιστάσεις, θὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ σχετικὸν
943νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς.
944Ἀφορμὴν πρὸς ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος ἔλαβον ἐξ ἀνα-
945φορᾶς, ἥτις μοὶ ἀπεστάλη ἐκ Πατρῶν, καὶ ἥτις φέρει πλεί-
946στας ὑπογραφὰς ἀμπελοκτημόνων συμπολιτῶν μου. Τὴν
947ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλω, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυ-
948βέρνησις. Οἴκοθεν δὲ νοεῖται, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἀπαλλαγῆς
949δὲν θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν ἀναφο-
950ρὰν συμπολίτας μου, ἀλλ’ εἰς πάντας τοὺς ἀμπελοκτήμονας,
951τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι δὲν παρήγαγον διόλου οἶνον.
952§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κρα-
953τοῦντος νόμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπι-
954φέρω τροπολογίας ἐπὶ τοῦ τότε νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσή-
955γαγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μεταξὺ
956τῶν τροπολογιῶν μου ἀνεφέρετο καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν
957πρὸ ὀλίγου διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος·
958ἐπρότεινα τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὑπεστήριξα καὶ ἐπέμεινα
959νὰ γείνῃ δεκτόν, ὅπως ἡ ἄμπελος, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐσο-
960δείαν ἔμεινεν ἀτρύγητος, ἀπαλλάσσηται παντὸς φόρου. Ἀτυ-
961χῶς ἡ τροπολογία αὕτη ἀπερρίφθη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
962Οἰκονομικῶν ἤθελε νὰ ἐξασφαλισθῇ ὡς βεβαιωθησόμενον ἔσο-
963δον ἐκ τῶν ἀμπέλων ποσὸν 2,900,000 δραχμῶν, καὶ δὲν
964ἔστερξεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας μου ἐκείνης. Ὅ,τι
965συμβαίνει εἰς τὰς Πάτρας, συμβαίνει καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαν-
966τινείας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω. Ἐκεῖ τὸ πλεῖστον τῶν
967ἀμπέλων κατεστράφη τελείως, ἐγκαταλείφθησαν δὲ ὑπὸ τῶν
968ἀμπελοκτημόνων αἱ ἄμπελοι κατὰ τὴν ἐσοδείαν χωρὶς νὰ τρυ-
969γηθῶσι. Καὶ ὄχι μόνον θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς Μαν-
970τινείας νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, τὸν ὁποῖον
971ἐπλήρωσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλά, κατὰ τὰς πλη-
972ροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, συνεπείᾳ τοῦ συμπληρωτικοῦ νό-
973μου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς
974Βουλῆς, —καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὅλαις δυνάμεσιν ἀπέκρουσα,—
975ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἐὰν δὲν τρι-
976πλασιασθῇ, βεβαίως θέλει διπλασιασθῆ διὰ τὸ ἔτος 1900,
977διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ἐξαρτώμενα ἀμέσως ἀπὸ
978τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβον διαταγὴν τοῦ κ.
979Ὑπουργοῦ, νὰ ἐπιμείνωσι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐσοδείας
980τοῦ οἴνου τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ
981παραστήσωσι ταύτην ὑπερβολικήν. Ἐπέμενον οἱ κύριοι ἐκεῖ-
982νοι, διαταγῇ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡ
983ἐσοδεία ἐξωγκώθη, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους ηὔξησε· καὶ
984οὕτω ὁ φόρος ἐδιπλασιάσθη, ἂν μὴ ἐτριπλασιάσθη, χωρὶς οἱ
985ἀμπελοκτήμονες νὰ λάβωσιν οὔτε λεπτοῦ ἔσοδον.
986Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ
987ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, καὶ παρακαλῶ ὄχι μόνον
988τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον
989τὴν Βουλήν, συνισταμένην ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους,
990νὰ συνέλθωσι καὶ συντάξωσι νομοσχέδιον, εἰς τὴν ἐπιψήφι-
991σιν τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιμένωσι, καὶ ν’ ἀπαλλάξωσι τελείως τοὺς
992ἀμπελοκτήμονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σταφυλὴν πα-
993ρήγαγον ἐκ τῶν ἀμπέλων των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν τὰς
994ἀμπέλους των τελείως ἀτρυγήτους. Πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει
995νὰ περιοριζώμεθα εἰς λόγους, διότι, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς
996φυσικῆς, ὁ ἀὴρ ἐκ τοῦ ὁποίου σχηματίζονται οἱ λόγοι, εἶναι
997θερμότερος καὶ ἐλαφρότερος τοῦ τῆς ἀτμοσφαίρας, συνεπῶς
998ἀνέρχεται, καὶ ἐξατμίζονται οἱ λόγοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἀπο-
999φασίσῃ νὰ προβῇ εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα.
1000Διὰ τοῦτο, καταπαύων τὴν ὁμιλίαν μου καὶ συμπεραίνων,
1001προτείνω,—καὶ θὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν ἐπὶ τούτου—
1002προτείνω, λέγω, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παρακαλέσῃ τὸν κύριον
1003Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν ἢ πέντε συνα-
1004δέλφων, ἥτις νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
1005ἀπαλλάσσωνται παντὸς φόρου οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι
1006ἀφῆκαν τὰς ἀμπέλους των ἀτρυγήτους. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ
1007ἔχω τὴν τιμὴν, ἵνα πρὸς τὸ μέρος μου ἔχω καὶ τὸν κ. Πρω-
1008θυπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι μέγας ἀμπελοκτήμων, καὶ ὁ ὁποῖος
1009οὐδὲν συνέλεξεν ἐκ τῶν ἀμπέλων του· ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν
1010ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ.
1011Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ σχη-
1012ματισθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου, ὅπως οἱ λό-
1013γοι μὴ ἐξατμίζωνται.
1014§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λέ-
1015γετε, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες—μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκατα-
1016λέγομαι καὶ ἐγὼ—δὲν πρέπει νὰ πληρώσωσιν ἐφέτος τὸν
1017φόρον, διότι δὲν παρήγαγον τίποτε. Ὅτε ὅμως κατὰ τὰ
1018παρελθόντα ἔτη παρήγομεν τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον
1019εἰσόδημα, καὶ εἴχομεν εὐφορίαν, καὶ ἐλάβομεν σωρείαν χρη-
1020μάτων, ἐπληρώσαμεν εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ πλέον;
1021§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐφετεινὴ ἐσοδεία ἦτο καταστροφὴ,
1022δὲν ἦτο ἀφορία.
1023§62ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφορία ἦτο, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο,
1024ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὸ γλεῦκος, ἐπωλήσαμεν αὐτὸ
1025εἰς τριπλασίαν τιμὴν ἐκείνης, εἰς ἣν ἐπωλοῦμεν αὐτὸ ἄλλοτε.
1026§63ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ Δη-
1027μόσιον εἰσέπραξε 2,900,000 δραχμὰς, κατὰ τὸ ἐνεστὼς δὲ,
1028ἂν ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, δὲν θὰ εἰσ-
1029έπραττε τὸ Δημόσιον οὐδὲ λεπτὸν εἰς πολλὰς ἀμπελοφόρους
1030ἐπαρχίας.
1031§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς
1032τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διότι δὲν ὑπάρχει πρότασις, ἐπὶ
1033τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Κατὰ τῆς προτάσεως ὅμως τοῦ ἀξιο-
1034τίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ὀφείλω νὰ ἀντιτάξω ζή-
1035τημα τάξεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πρότασις,
1036ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προβῇ εἰς σχηματισμὸν ἐπιτρο-
1037πῆς, ἡ ὁποία νὰ ἑτοιμάσῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
1038ἀπαλλαγῶσιν ὅλοι οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς πληρωμῆς τοῦ
1039φόρου, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν παρήγαγον—διότι αὐτὴ
1040εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν.—Νομίζω ὅτι τα-
1041κτικὸν εἶναι, ὁ ἔχων τοιαύτας ἰδέας νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν,
1042καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, ἢ νομοσχεδίου δια-
1043τυποῦντος τὴν πρότασιν, νὰ ζητηθῇ ὁ σχηματισμὸς ἐπιτρο-
1044πῆς, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
1045δίου νὰ προκληθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Διότι μέχρι τοῦδε
1046δὲν ἤκουσα ποτὲ νὰ διορίσῃ ὁ Πρόεδρος ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία
1047νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον τῇ ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, ἥτις, ἀφοῦ
1048δίδῃ τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, υἱοθετεῖ νομο-
1049σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει, πῶς θὰ τῇ ὑποβληθῇ. Τα-
1050κτικόν, μοὶ φαίνεται, εἶναι, ὅπως οἱ ἔχοντες τοιαύτας ἰδέας
1051προβῶσιν εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου, ὑποβάλωσιν αὐτὸ
1052εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἂν
1053δὲ ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἐπιτροπὴ τῆς
1054Βουλῆς μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε νὰ προβῶμεν
1055εἰς τὸν διορισμὸν ἐπιτροπῆς· μετὰ τὴν ὑποβολὴν δὲ τῆς
1056ἐκθέσεως αὐτῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας.
1057§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, κύριε Πρόεδρε, τὴν
1058ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπο-
1059δέχεται νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον, δὲν ἔχω νὰ
1060προσθέσω τι.
1061§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδόλως εἶπον,
1062ὅτι ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Εἶπον,
1063ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ.
1064ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος, ἐντολῇ τῆς
1065Βουλῆς, σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ συντάξῃ νομοσχέ-
1066διον κατὰ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν σήμερον.
1067Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, καὶ
1068τότε ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέ-
1069πει ἀμέσως νὰ συζητηθῇ, ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
1070Αὐτὰ εἶπον, χωρὶς νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ
1071ζητήματος.
1072§67ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπλανήθην, κύριε Πρόεδρε, νομίσας πρὸς
1073στιγμὴν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν
1074συστάσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἀποδέχεται κατ’
1075ἀρχὴν τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἤδη ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς τελευ-
1076ταίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύεται σαφῶς, ὅτι ὁ κ.
1077Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀποδέχεται τοιαύτην πρό-
1078τασιν.
1079§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
1080§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον, οὔτε ὅτι
1081τὴν ἀποδέχομαι, οὔτε ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχομαι.
1082§70ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1083γὸς νὰ δηλώσῃ τοσοῦτον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς εἰς
1084τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, νομίσας, ὅτι ὁ κ. Πρόε-
1085δρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ δίκαιον
1086τοιαύτης προτάσεως, τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1087Κυβερνήσεως, πολλοῦ γε καὶ δὴ, νὰ ἀποδέχηται τοιαύτην
1088γνώμην. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1089αὐτὴν τὴν Βουλὴν, πόθεν ζητεῖτε φόρους; καὶ ποῖος εἶναι ὁ
1090αἰτιολογικὸς λόγος τοῦ διδομένου φόρου; Εἶναι βεβαίως τὸ
1091παραγόμενον εἰσόδημα. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ μὴ
1092φρονῶν, ὅτι ποσοστὸν εἰσοδήματος εἶναι ὁ φόρος. Ἀλλ’ ἀφοῦ
1093οἱ ἰδιοκτῆται οὐδὲν παρήγαγον, — καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν,
1094ὅτι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπό-
1095λεως οὔτε ὀκᾶν γλεύκους παρήγαγον ἐφέτος, — ποῖον ποσο-
1096στὸν ἐκ τοῦ ἀνυπάρκτου εἰσοδήματος θέλετε νὰ δώσωσι;
1097Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ θεομηνία αὕτη τῶν οἴνων, κύριε
1098Πρόεδρε· εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἐπαρχίας ἐνέσκηψε θεομηνία
1099καὶ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, καὶ δὲν παρήχθη οὔτε ποσοστὸν τῆς
1100ἄλλοτε παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν· εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἐπαρ-
1101χίας πένονται οἱ ἄνθρωποι. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ φόρος τῶν ἀρο-
1102τριώντων κτηνῶν, χωρὶς νὰ παραχθῇ παρὰ τῶν δυστυχῶν
1103γεωργῶν σῖτος, ζητεῖται νὰ πληρωθῇ, καὶ ζητεῖται ἐπίσης
1104φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, χωρὶς νὰ παραχθῇ οἶνος, πόθεν θέ-
1105λετε νὰ σᾶς δώσωσι τὸν φόρον αὐτόν; Ἐκ τοῦ εἰσοδήματος;
1106Ἀλλὰ τοιοῦτο δὲν παρήχθη. Δὲν ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
1107δὲν παρήχθη τίποτε, ὅτι δὲ καὶ ἐζημιώθησαν οἱ ἰδιοκτῆ-
1108ται καὶ οἱ καλλιεργηταὶ καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιερ-
1109γείας, καὶ ὠλιγόστευσαν τὰ κεφάλαιά των, καταβαλόντες
1110ἔξοδα καλλιεργείας· ζητεῖτε νὰ τοῖς ἀφαιρέσητε καὶ ποσό-
1111τητα κεφαλαίου διὰ καταβολῆς φόρου! Τί θὰ συμβῇ, ἐὰν
1112καὶ τὸ ἐλευσόμενον ἔτος ἐπέλθῃ ἡ αὐτὴ θεομηνία καὶ δὲν
1113παραχθῇ εἰσόδημα; Θὰ πωλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1114νομικῶν τὰς ἀμπέλους αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἵνα λάβῃ τὸν
1115φόρον! Εἶναι δίκαιον αὐτό; Ἐπῆλθε θεομηνία, κύριε Πρόε-
1116δρε· ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα οἱ ἰδιοκτῆται,
1117οἱ ὁποῖοι δὲν παρήγαγον τίποτε, μὴ πληρώσωσι διὰ τὸ ἔτος
1118αὐτὸ φόρον, ἀφοῦ, κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον, αἱ συμβάσεις
1119λύονται ἐφ’ ὅλων τῶν μισθώσεων, καὶ ὅταν ἐπέλθῃ θεομηνία
1120εἰς κτήματα ἰδιωτικὰ, ὁ μισθωτὴς δὲν πληρώνει, διότι ἀνω-
1121τέρα δύναμις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ μὴ παραγάγῃ τι.
1122Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἔργον δικαιοσύνης ἀπολύτου εἶναι, νὰ
1123συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ πλη-
1124ρώσωσιν οἱ ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέστρεψεν
1125ὁ περονόσπορος, φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἀφοῦ, ὡς εἶπον,
1126οὐδὲν παρήγαγον.
1127§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1128§72Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον,
1129ὅπως συστήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότι-
1130μος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ὑπέβαλεν. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐν-
1131τελῶς δεδικαιολογημένη· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Πολι-
1132τεία νὰ λάβῃ φόρον ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν εἰσέ-
1133πραξαν; Διότι ὁ φόρος εἶναι τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰσοδήματος,
1134τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ πολίτης, ὅπως ἡ Πολιτεία παράσχῃ
1135εἰς αὐτὸν τὰ μέσα τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιου-
1136σίας, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας κλπ. Κατὰ πόσον ἡ Πο-
1137λιτεία παρέχει τοῖς φορολογουμένοις πάντα ταῦτα, κατ’ ἄλ-
1138λον χρόνον θὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ, λέγω, πῶς εἶναι δυνατὸν
1139ἡ Πολιτεία νὰ εἰσπράξῃ φόρον ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν
1140εἰσέπραξαν οὔτε λεπτόν;
1141Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1142δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι, παρὰ μόνον νὰ παρακαλέσω τοὺς
1143συναδέλφους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ κτή-
1144ματα κατεστράφησαν ἐκ τοῦ περονοσπόρου, νὰ συνέλθωσιν,
1145ὅπως συντάξωμεν νομοσχέδιον, καὶ παρακαλέσωμεν τὴν
1146Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτό.
1147§73Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθε-
1148τικῆς πράξεως. Ὑπάρχει θετικὸς νόμος, καθ’ ὃν πᾶσα ὑπο-
1149χρέωσις διαλύεται λόγῳ θεομηνίας. Δυνάμει τοῦ νόμου τού-
1150του ζητῶ, καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ τίποτε
1151ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀμπελοκτήμονας, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν παρή-
1152γαγον, ἀλλ’ ἐκ θεομηνίας κατεστράφησαν. Πρόκειται περὶ
1153ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμογῆς νόμου, καὶ οὐχὶ περὶ νομοθεσίας.
1154Καὶ ναὶ μὲν ἡ φορολογία ἐγένετο στρεμματικὴ, ἀλλ’ ἐγέ-
1155νετο πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς. Ὥστε, ἀφοῦ ἡ
1156παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τῆς θεομηνίας, οὐδεμία ὑποχρέω-
1157σις ὑφίσταται, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ νομίζω, ὅτι
1158ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἐξ-
1159ακρίβωσιν τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων, καὶ λόγῳ τοῦ
1160ὑπάρχοντος νόμου ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς καταστραφέντας ἀμ-
1161πελοκτήμονας πάσης ὑποχρεώσεως.
1162§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1163δὲν ἐξέφρασε γνώμην, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι τὴν γνώμην του
1164διηρμήνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν...
1165§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησε πρὸ ἐμοῦ·
1166ἄρα δὲν διηρμήνευσε τὴν γνώμην μου.
1167§76ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ὡς ἀμπελοκτήμων, ὄχι ὡς
1168Ὑπουργός.
1169§77ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ (πρὸς τὸν κ. Βουδούρην). Εἰσεπράξατε
117016 χιλιάδες ἐφέτος ἐκ τῶν ἀμπέλων σας.
1171§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρέ-
1172στησε τὴν ἐφετεινὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν
1173συζήτησιν, ὡς συνήθη ἀφορίαν, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν δὲ
1174πάντοτε γνώμην, ὅτι συμψηφίζονται τὰ καλὰ πρὸς τὰ κακὰ
1175ἔτη, εἶπεν, ὅτι οὐδεμία παραχώρησις πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τὸ
1176παρελθὸν ἔτος εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἐνῷ πασίγνωστον,
1177ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀφορίας περιοδικῆς, ἀλλὰ περὶ κατα-
1178στροφῆς λόγῳ ἀσθενείας φοβερᾶς, ἥτις ἐνέσκηψεν ἐφέτος πολὺ
1179γενικωτέρα καὶ φοβερωτέρα ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἔτος, καὶ
1180ἥτις κατέστρεψεν οὐ μόνον ἐν πολλοῖς κτήμασι τὴν ἐφετει-
1181νὴν ἐσοδείαν, ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπειλῇ τελείαν καταστροφὴν,
1182ἀπειλεῖ ὅμως μεγάλην ἐλάττωσιν ἐσοδείας καὶ τοῦ ἐρχομέ-
1183νου ἔτους, εἴς τινα δὲ κτήματα ἀπειλεῖ καὶ περισσοτέραν
1184ἐσοδείαν καταστροφήν. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ αὐτὴ
1185καταστροφὴ ἐπῆλθε συγχρόνως καὶ εἰς τὰς σταφίδας, καὶ ὅτι
1186πολλοὶ οὐδὲν εἰσέπραξαν καὶ ἐκ σταφιδοαμπέλων, θὰ ἐννοή-
1187σητε, τί θὰ ἐγίνετο, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ζητήσει νὰ πλη-
1188ρώσωσι καὶ αὐτῶν τὸν φόρον, — ἐὰν, ἐννοεῖται, ὁ ἐπὶ τῆς
1189σταφίδος φόρος δὲν ἐπληρώνετο ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. —
1190Οὐδεὶς σχεδὸν τούτων θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πλη-
1191ρώσῃ, ἀφοῦ ἀμφότεραι αἱ ἐσοδεῖαι κατεστράφησαν, καὶ
1192δὲν εἰσεπράχθησαν οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Μὴ
1193λησμονῶμεν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ
1194σταφιδοκτημόνων οὐδεμίαν ἄλλην πρόσοδον πρὸς συντήρη-
1195σιν ἑαυτῶν ἔχουν, καὶ ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς συντηρή-
1196σεώς των, ἔχουν ἀνάγκην καὶ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας
1197καὶ τῶν τόκων τοὐλάχιστον τῶν χρεῶν των — διότι πάντες
1198σχεδὸν εἶναι βεβαρημένοι μὲ χρέη. — Ὅταν τοιούτων κτη-
1199ματιῶν καταστρέφωνται ἐντελῶς αἱ ἐσοδεῖαι, τὸ ζήτημα τῆς
1200εἰσπράξεως παρ’ αὐτῶν τῶν δημοσίων φόρων προσλαμβάνει
1201ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Δὲν πρόκειται περὶ μικροτέρας ἐσο-
1202δείας. Ἤδη παρουσιάζεται θεομηνία· ὅταν δὲ πρόκειται
1203περὶ θεομηνίας, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι συμψηφίζονται
1204τὰ ἔτη τῆς θεομηνίας μὲ τὰ ἔτη τῆς εὐφορίας. Ἂν τοῦτο
1205ἦτο ἀληθὲς, δὲν θὰ ἐβλέπομεν ὅ,τι βλέπομεν ἀλλαχοῦ. Εἰς
1206τὴν Γαλλίαν, ὅτε ἐνέσκηψεν ἡ φυλλοξήρα, καὶ διεδόθη σχε-
1207δὸν πανταχοῦ αὕτη, καὶ ἐπείσθησαν ὅτι αὕτη ἤρξατο ἀλη-
1208θῶς καταστρέφουσα τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων, ἡ Κυ-
1209βέρνησις ἀπήλλαξε κατὰ νομοὺς καὶ ἐπαρχίας καὶ δήμους
1210τοὺς πολίτας παντὸς φόρου, χωρὶς νὰ ἐξετάζῃ, ἂν ἐντὸς τμή-
1211ματός τινος ὑπῆρχον καὶ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι ἢ δὲν εἶχον
1212προσβληθῆ, ἢ εἶχον μὲν προσβληθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχον κατα-
1213στραφῆ ἐντελῶς. Δὲν ἦτο τότε καὶ τὸ κακὸν αὐτὸ ἀφορία;
1214Ἐλήφθη ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅπως συμψηφισθῇ μὲ τὰ ἔτη τῆς εὐ-
1215φορίας; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς φυλλοξήρας ἄλλοτε, τί καθ’
1216ἡμέραν ἄλλο βλέπομεν ἐν Γαλλίᾳ; Νὰ ψηφίζωνται νόμοι,
1217διὰ πολλὰ τμήματα, ἀπαλλάσσοντες τοὺς πολίτας, ἕνεκα
1218ἄλλων λόγων, ἀπὸ τῆς φορολογίας. Οὕτω, διότι ἐπῆλθε χά-
1219λαζα ἢ πλημμύρα βλάψασα, ἀπαλλάσσουν ἐκ τοῦ φόρου.
1220Εἶναι ἆρά γε ἡ ἐκ τῆς χαλάζης ἢ ἐκ τῆς πλημμύρας κατα-
1221στροφὴ περισσοτέρα ἢ ἡ ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπελθοῦσα
1222ἐφέτος ἐν Ἑλλάδι, ἡ καταστρέψασα οὐ μόνον τὴν ἐφετεινὴν,
1223ὡς εἶπον, ἐσοδείαν, ἀλλ’ ἀπειλοῦσα καὶ μελλούσας ἐσοδείας;
1224Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ καρποῦ
1225ἐπελθοῦσα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως
1226καὶ τοῦ οἴνου καὶ τῆς σταφίδος. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ
1227ὑποτίμησις αὕτη ἐπῆλθεν ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ δαπά-
1228ναι τῆς καλλιεργείας ηὔξησαν, λόγῳ τοῦ ῥαντίσματος κατὰ
1229τοῦ περονοσπόρου. Ἡ νέα αὕτη δαπάνη φαίνεται ὅτι θὰ κα-
1230ταστῇ μόνιμος, διότι οἱ μὴ ῥαντίζοντες οὐδεμίαν σχεδὸν
1231ἔχουσιν ἐλπίδα ἐσοδείας ἐκ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν. Τὴν κατά-
1232στασιν αὐτὴν τῶν παραγωγῶν δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀγνοῇ
1233ἢ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1234μὴ γείνῃ τὸ ῥάντισμα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται, ὅτι εἶναι σωτή-
1235ριον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία θὰ
1236ἐπέλθῃ καὶ πάλιν ἀρωγός, χορηγοῦσα δάνεια καὶ θεϊκὸν
1237χαλκόν, ὅπως γείνῃ τὸ ῥάντισμα παρὰ τῶν κτηματιῶν ἐγ-
1238καίρως, ἡ καταστροφὴ θὰ ἦτο μεγαλειτέρα, διότι ἄνευ αὐτῆς
1239θὰ ἦτο μεγαλειτέρα ἡ δυσχέρεια τῶν ἀμπελοκτημόνων,
1240ὅπως εὕρωσι τὰ μέσα νὰ ῥαντίσουν. Ἡ εὕρεσις τῶν χρη-
1241μάτων τῆς καλλιεργείας, λόγῳ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν τιμῶν
1242τῶν σταφίδων καὶ τῶν οἴνων, καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀσφα-
1243λειῶν, κατέστη δύσκολος σήμερον.
1244Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, πρέπει νὰ πιστεύσῃ ἡ Κυ-
1245βέρνησις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μέσου ἁπλῶς χαριστικοῦ,
1246τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἀρέσκωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, εἴτε διὰ
1247νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν, προτείνομεν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ
1248ἀνάγκης ἐξαιρετικῆς, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ καὶ τὴν Βουλὴν
1249καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσωσι νὰ ἐπέλθωσιν ἀρωγοὶ
1250εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἀμπελοκτήμονας.
1251§79Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι οὔτε τὸ κακὸν τῆς
1252θεομηνίας νὰ διεκτραγῳδήσω, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρα-
1253καλέσω διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρω-
1254θυπουργὸς, ἢ μᾶλλον ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβληθῇ· διότι,
1255μέχρις ὅτου συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ, συντάξῃ νομοσχέδιον, ψη-
1256φισθῇ τοῦτο, καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, μὲ τὴν ταχύ-
1257τητα, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ φόροι εἰσπράττονται, καὶ μὲ τὴν βρα-
1258δύτητα, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ψηφίζονται, θὰ ἔλθῃ πολὺ
1259ἀργὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι, ἂν
1260ξένος τις ἤκουε τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, θὰ ὑπέθετεν, ὅτι
1261ἡ θεομηνία αὕτη δὲν ὑπῆρξε γενικὴ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μερικὴ,
1262διότι μόνον ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὁμιλεῖ
1263περὶ τῆς θεομηνίας. Δὲν ὑπάρχει ἆρά γε Βουλευτὴς ἐκ τῆς
1264πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὁ ὁποῖος ν’ ἀντιπρο-
1265σωπεύῃ ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ κατεστράφη ἐκ τῆς θεο-
1266μηνίας, καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ἐγερθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν συζήτη-
1267σιν ταύτην; Ἠγέρθη μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
1268ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πέρυσιν ἐθησαυρίσαμεν· ἐγὼ ὅμως δὲν
1269βλέπω νὰ θησαυρίζουν οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ ὅταν αἱ ἄμ-
1270πελοι εὐφορῶσι, διότι τότε ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους εἶναι τόσον
1271μικρὰ, ὥστε βεβαίως δὲν εἰσπράττει ὁ παραγωγὸς τόσον
1272πολλὰ, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐθησαύρισε. Διατὶ λοιπὸν οἱ
1273Κύριοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀφῆκαν νὰ διερμηνεύσῃ τὴν
1274γνώμην των ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἐγείρε-
1275ται κανεὶς νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν
1276ὄχι, τέλος πάντων, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ περιλάλητον,
1277ὅπως μὴ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὀλίγην ἐπι-
1278είκειαν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων;
1279§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω κανένα λόγον,
1280ἵνα ἀντικρούσω τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων,
1281ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, σπουδαίως ἐπι-
1282λαμβανομένης τοῦ ζητήματος, ἡ ἀληθὴς θεομηνία, ἥτις ἐνέ-
1283σκηψεν εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀληθῶς εἰς πολλὰ
1284αὐτῶν δὲν ἐπέτρεψε, σχεδὸν κατὰ γράμμα, οὐδὲ σταγὼν οἴ-
1285νου νὰ παραχθῇ. Δύναμαι δὲ, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην, τὴν
1286ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑποβληθεῖσαν, περὶ ἀπαλ-
1287λαγῆς τῶν παθόντων μερῶν ἀπὸ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέ-
1288λων, δύναμαι τοσούτῳ μᾶλλον ἐλευθέρως νὰ πράξω τοῦτο,
1289καθόσον ἡ ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω,
1290ἔπαθε μὲν ζημίας, ἀλλὰ δὲν ἔπαθεν ἐκ θεομηνίας, καὶ ἐν
1291συνόλῳ ἀπεκόμισε καί τι κέρδος ἐκ τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς.
1292Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ κυρίως νὰ ἐπι-
1293στηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν πρά-
1294ξωμεν τὴν σήμερον, θ’ ἀνακουφίσωμεν μόνον, ἐὰν τυχὸν ἡ
1295Κυβέρνησις φαίνεται εὔνους εἰς τὸ προτεινόμενον, θ’ ἀνακου-
1296φίσωμεν, λέγω, μόνον διὰ τὸ ἐφετεινὸν πάθημα τοὺς ἀμπε-
1297λοκτήμονας. Τὸ ἐφετεινὸν πάθημα ἐπῆλθεν ἀκριβῶς, ἵνα
1298ἀποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ
1299καταργήσεως τοῦ φόρου, ὃν εἰσαγαγοῦσα πέρυσι, κατώρθωσε
1300νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ὠφέλιμος. Διότι ὁ φόρος οὗ-
1301τος ἄγει εἰς καταστροφὴν ἄφευκτον τῆς ἀμπελοφυτείας ἐν
1302Ἑλλάδι, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ἐπὶ μακρὰ
1303ἔτη· ὅσον δὲ ταχύτερον καταργηθῇ, τόσον καλλίτερον διὰ
1304τὴν χώραν.
1305Ἐφέτος ἐπῆλθεν ἡ θεομηνία, καὶ πολλοὶ εἰς πλεῖστα
1306μέρη ἐζημιώθησαν, μηδὲν παραγαγόντες. Ἀλλὰ καὶ ἂν
1307τυχὸν ἡ Κυβέρνησις υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων
1308συναδέλφων καὶ ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας τοὺς δήμους ἢ
1309τὰς ἐπαρχίας τὰς παθούσας, τὸ ἑπόμενον ἔτος νομίζετε,
1310Κύριοι, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβεν ὁ περονόσπορος, ὅτι
1311τόσον αἱ ἄμπελοι, ὅσον καὶ αἱ σταφιδάμπελοι, θὰ ἦναι εἰς
1312θέσιν νὰ παραγάγωσιν εἰς πολλὰ μέρη καρπόν; Βεβαίως
1313μέγας ἀριθμὸς στρεμμάτων θὰ μείνωσιν ἄκαρπα, πολὺς ἀριθ-
1314μὸς στρεμμάτων ἴσως θέλει καὶ ἐξαμπελωθῇ, ὡς λέγουσιν ἐν-
1315ταῦθα οἱ συνδημόται μου, διότι τὰ κτήματα δὲν εἶναι πλέον
1316ἱκανὰ νὰ παραγάγωσι, καὶ θέλουσι σπεύσει οἱ ἔχοντες αὐτὰ
1317ἀμπελοκτήμονες, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ βάρους, νὰ δηλώ-
1318σωσιν, ὅτι τόσα στρέμματα ἀμπέλων ἔπαυσαν τοῦ νὰ ἦναι
1319ἄμπελοι, ὡς δύναται ἡ Ἀρχὴ νὰ βεβαιωθῇ, μεταβαίνουσα
1320ἐπὶ τόπου, καὶ ἀπαλλάττουσα αὐτὰ ἔπειτα τῆς φορολογίας.
1321Τὸ δὲ βάρος τοῦ φόρου, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἀμπέλους
1322ἐκείνας, τὰς ἐκριζωθησομένας, καὶ τὸ βάρος, ὅπερ ἐπεβάλλετο
1323εἰς τὰς ἄλλας ἀμπέλους, τὰς ἐκριζωθείσας ἤδη κατὰ χιλιά-
1324δας στρέμματα, τὸ βάρος τοῦτο θέλει ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἀμ-
1325πέλων ὅλης τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος. Διότι, ὡς εἶπον ὅτε
1326ἀντετάχθην μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου
1327ἐναντίον τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, ὁ νόμος οὗτος λει-
1328τουργεῖ ὡς μάχαιρα δίκοπος, καὶ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ,
1329πάντοτε ἀπειλεῖται καταστροφή. Ἐὰν πάθωσιν αἱ ἄμπελοι
1330ἐν Ἀττικῇ ἢ ἀλλαχοῦ, θὰ πληρώσωσιν αἱ ἄμπελοι τῶν ἄλ-
1331λων μερῶν. Διατί; Διότι προαπαιτεῖται φόρος 2,960,000
1332δραχμῶν ἀπὸ τῶν ἀμπέλων τῆς χώρας, ὅπου δήποτε καὶ ἂν
1333κῆνται, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ὅσον δήποτε ὀλίγαι. Ἐὰν
1334ὑποθέσητε, ὅτι ἐπῆλθε φυλλοξήρα, καὶ ἐξηράνθησαν αἱ ἄμ-
1335πελοι κατὰ τὰ 9/10, τὸ ὑπόλοιπον ⅒, κατὰ τοῦ νόμου τὸ
1336γράμμα, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸν μέγιστον ὅρον τοῦ φόρου.
1337Διότι ζητεῖται ὁλικῶς φόρος 2,960,000. Καὶ ἂν δὲν παρεν-
1338ετίθεντο αἱ παρατηρήσεις τῶν Βουλευτῶν, τῶν συζητησάν-
1339των ἐπὶ τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἐτίθετο ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν 6
1340δραχμῶν, δὲν ἠξεύρω ποῦ ἠθέλομεν φθάσει...
1341§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐδηλώθησαν καὶ ὅλαι.
1342§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ δηλώσεις εἶναι εἰ-
1343λικρινεῖς. Τουλάχιστον ἐν Ἀττικῇ, ἀμφιβάλλω, ἐὰν δύνασθε
1344νὰ εὕρητε ἀδήλωτον ⅒ ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ δηλωθέν-
1345τος.
1346Ὁ νόμος εἶναι ἐκ βάσεως καταστρεπτικός, εἶναι ὀλέθριος.
1347Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ παλαιοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων,
1348τοῦ στρεμματικοῦ, ὅστις δὲν εἶχε τὰ ἐλαττώματα τούτου.
1349Αἱ Κυβερνήσεις, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἠναγκάσθησαν νὰ
1350καταργήσωσι καὶ μὴ ἐπαναφέρωσιν αὐτόν. Κατηργήθη ὁ
1351φόρος ἐκεῖνος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προεδρευομένης ὑπὸ
1352τοῦ Τρικούπη, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα ἐκείνην
1353μετερρύθμισε τὸ σύστημα τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1354Τρικούπη, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἐπανῆλ-
1355θεν εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἀλλ’ εἰσήγαγε τὸ
1356σύστημα, ὅπερ ἐγκατελίπομεν πέρυσι. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο
1357εἶχε βεβαίως ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ ἦτο ὀρθὸν, καὶ
1358βεβαίως πολὺ δικαιότερον παντὸς ἄλλου συστήματος, σήμε-
1359ρον ἐν Ἑλλάδι δυνατόν. Καὶ ἐνῷ εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο,
1360ἐφαρμοσθὲν ἐπὶ 15 περίπου ἔτη, συνειθίσθησαν οἱ πολῖται,
1361καὶ ἐπλήρωνον οἱ φορολογούμενοι, στενοχωρούμενοι πολλά-
1362κις, γογγύζοντες, ὄχι δι’ αὐτὸ τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐνοι-
1363κιάσεις καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγίνοντο αἱ ἐνοικιάσεις καὶ
1364αἱ βεβαιώσεις, μετὰ τῶν παρακολουθούντων αὐτὰς ἀτόπων·
1365καὶ ἀφοῦ ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος ἐκείνου ἔδειξε τὸ
1366κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ
1367ἐπιδιώξῃ μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, μετρίασιν τοῦ
1368κακοῦ, οὐδέποτε δὲ κατάργησιν ἐκ βάθρων αὐτοῦ τοῦ συ-
1369στήματος, ἵνα ἔπειτα φέρῃ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀμ-
1370πέλων.
1371Ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς ἐγένετο, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἐπι-
1372καλεσθῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μελετήσῃ
1373ἐκ νέου τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ εἰσα-
1374γάγῃ ἐγκαίρως νόμον, τροποποιοῦντα ἢ μεταβάλλοντα τὸν
1375ὑπάρχοντα· διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι
1376ἀδύνατον νὰ ζήσῃ, καὶ ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔχωμεν δια-
1377μαρτυρίας μείζονας ἔτι τῶν ἐφετεινῶν.
1378§83ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Αἱ γενόμεναι καταστροφαὶ εἰς
1379ὅλας σχεδὸν τὰς ἀμπελοφόρους ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν
1380Ἠλείαν, εἶναι γνωσταὶ καὶ ἀναμφισβήτητοι. Ἡ Κυβέρνησις
1381γνωρίζει αὐτὰς περισσότερον παντὸς ἄλλου. Καὶ ἠκούσαμεν
1382μὲν πολλὰς ἐκφρασθείσας συμπαθείας καὶ ὑποσχέσεις ἐπιει-
1383κείας καὶ συνδρομῆς πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δυστυχίας, διὰ
1384τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς φορολογίας καὶ δι’ ἄλλων βοηθημά-
1385των, ἀλλὰ μέχρι σήμερον ἀπέβησαν ὅλα αὐτὰ ἐκφράσεις
1386ἄκαρποι. Διὰ τοῦτο προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
1387συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον νό-
1388μον, ἀπαλλάσσοντα τοὺς παθόντας ἐκ περονοσπόρου ἀπὸ τοῦ
1389φόρου τῶν ἀμπέλων.
1390§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς μέγα τὸ ἐπισκῆ-
1391ψαν δυστύχημα, διότι ἡ ἐπισκήψασα νόσος κατέστρεψεν ὄχι
1392μόνον τὴν ἐσοδείαν τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐσο-
1393δείαν τῶν ἀμπέλων· ἐπῆλθε δὲ τὸ δυστύχημα, κατὰ κακὴν
1394σύμπτωσιν, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἔτους, καθ’ ὃ ἐπρόκειτο
1395νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα. Ἀπεκάλυψε δὲ
1396ἡ κακὴ αὕτη σύμπτωσις τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ νό-
1397μος περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ πάντες οἱ ἄλλοι νό-
1398μοι, διὰ τῶν ὁποίων δὲν φορολογεῖται τὸ προϊόν, δὲν ἐπι-
1399βάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραχθέντος προϊόντος,
1400ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς παραγωγῆς. Ὅταν
1401ὁ φόρος ἐπιβάλληται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου προϊόν-
1402τος, τότε βεβαίως τηρεῖται ἄκρα δικαιοσύνη, καὶ ἐκτελεῖ-
1403ται ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν φορολογίαν, κατὰ
1404τὸν ὁποῖον ἕκαστος εἰσφέρει εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἀναλό-
1405γως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ παρήγαγε,
1406καὶ τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ παραγάγῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν
1407τῆς νομίμου τάξεως. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐπιβάλληται ὁ φόρος
1408ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐμμέσως,
1409εἴτε ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γῆς, εἴτε ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς
1410παραγωγῆς, εἴτε ἐπὶ τῶν χρηματικῶν κεφαλαίων, τότε βε-
1411βαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ ἀδικία, ὅταν οὐδὲν παρή-
1412γαγεν ἐκ τῆς ἀμπέλου του ὁ φορολογούμενος, καὶ οὕτω νὰ
1413ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ παρ’
1414ἡμῖν· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς εἶναι αἰσθητότερον τὸ δυστύχημα, διότι
1415ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη τὸ παλαιὸν σύ-
1416στημα τῆς φορολογίας, ἐστηρίχθη ἐπὶ βάσεως, τὴν ὁποίαν
1417ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ φόβου μὴ τυχὸν τὸ νέον
1418σύστημα ἐλαττώσῃ κατά τι τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου Τα-
1419μείου, ἀνέγραψεν ἐν τῷ νόμῳ, ἤτοι τὸν ἐκ τῶν προτέ-
1420ρων προσδιορισμὸν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον
1421πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ ἀφεύκτως ἐκ τῆς φορολογίας τῶν
1422ἀμπέλων. Καὶ ἂν ἐφέτος ἔν τισι τῶν περιφερειῶν τῆς χώ-
1423ρας ἐπῆλθε τὸ δυστύχημα, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ περο-
1424νοσπόρου, αἱ περιφέρειαι αὗται, εἴτε ἐπαρχίαι ὁλόκλη-
1425ροι, εἴτε δῆμοι, νὰ μὴ παραγάγωσιν οὔτε ῥᾶγα σταφυλῆς,
1426φαντασθῆτε, ἐὰν ἤθελεν ἐπεκταθῆ τὸ κακὸν, ποία θέλει
1427ἐπέλθει συμφορά! Δύναται νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ
1428ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἔλεγε πρὸ
1429μικροῦ· μικρὰ ἔκτασις, ἑκατὸν, χιλίων, δύο χιλιάδων στρεμ-
1430μάτων, νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πληρωμὴν ὅλου τοῦ προσδιορι-
1431σθέντος ποσοῦ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν νόμον, δια-
1432νέμεται κατ’ ἐπαρχίας καὶ δήμους, καὶ ἐπιβάλλεται κατὰ
1433στρέμμα ἐπὶ τῶν ἀμπέλων.
1434Βεβαίως δὲν εἶναι ἀφορμὴ, ἵνα παραπονεθῇ τις δι’ ἀδικίαν,
1435ἡ ὁποία ἐπῆλθε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Τὸ σύστημα τῆς κατὰ
1436στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων εἶχε τὴν ἀτυχίαν, ἀμέ-
1437σως κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς του ν’ ἀποκαλυ-
1438φθῇ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντες οἱ τοιοῦ-
1439τοι φόροι.
1440Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει
1441τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἀπαιτεῖ βεβαίως νὰ εἰσπράξῃ χρήματα
1442καὶ ἔχει νόμιμον δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὰ
1443χρήματα. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τούτου ἀντιτάσ-
1444σεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ἡ ὑποχρέωσις τῆς Διοι-
1445κήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἰδίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1446Ἐσωτερικῶν· διότι ἡ Διοίκησις, ἂν πληροφορηθῇ ὅτι τὰ δυσ-
1447τυχήματα εἶναι πραγματικὰ, ὅτι πολῖται τοῦ Βασιλείου
1448ἐργαζόμενοι οὐδὲν παρήγαγον, καὶ ὅτι ὀφείλουσιν οὐχ ἧττον
1449νὰ πληρώσωσι φόρον, καίτοι οὐδὲν παραγαγόντες, ἑπομένως
1450ὅτι, ἵνα πληρώσωσιν οὕτω τὸν φόρον, θέλουσιν ἀναγκασθῆ
1451εἴτε νὰ ἐξαντλήσωσι τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν
1452ἔχουσιν ἐκ παλαιᾶς ἐργασίας των, ὅτε τοῦτο ἐπάγει ὄντως
1453ζημίαν εἰς τὴν παραγωγικὴν κίνησιν, διότι τῶν περισσευ-
1454μάτων ἡ ἐξάντλησις ἐπάγει τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγι-
1455κῆς ἐργασίας, καὶ ἑπομένως τῆς παραγωγῆς, εἴτε, ἂν δὲν
1456ἔχωσι χρήματα ἐκ τοῦ ἀποταμιεύματος αὐτῶν, νὰ ζητήσωσι
1457νὰ παρισθῶσι ταῦτα δανειζόμενοι, ὅτε οὕτω θέλει ἐπιβα-
1458ρυνθῇ ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν, καὶ ἡ παραγωγική των ἐνέργεια
1459θέλει κατασταθῆ παθητικὴ, ὅτε ἐπίσης ζημία θέλει ἐπέλθει
1460καθολικὴ, διότι θέλει ἐξασθενήσει ἡ παραγωγικὴ δύναμις
1461τῆς χώρας· ἡ Διοίκησις, λέγω, ἔχει καθῆκον νὰ ἔλθῃ ἐπί-
1462κουρος εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν φορολογουμένων, ἡ ὁποία
1463ἐζημιώθη, ἤτοι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν
1464ἠδυνήθησαν νὰ εἰσέλθωσι καθόλου εἰς τὰς ἀμπέλους των,
1465διότι ἡ νόσος κατέστρεψεν ὅλον τὸ προϊόν αὐτῶν. Εἶναι
1466δ’ εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ἐπῆλθον τοιαῦται καθολικαὶ
1467καταστροφαὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων, εἰς τίνας περι-
1468φερείας, καὶ ποίας ἐκτάσεώς εἰσιν αἱ τοιαῦται παθοῦσαι ἄμ-
1469πελοι. Πῶς δὲ θέλει ἔλθει ἐπίκουρος ἡ Διοίκησις; Προτεί-
1470νουσα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς
1471παραγωγοὺς τούτους τῆς πληρωμῆς τοῦ στρεμματικοῦ φό-
1472ρου τῶν ἀμπέλων των κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ κατεστράφη ἡ
1473ἐσοδεία αὐτῶν.
1474§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ φόρου ἐπὶ
1475τῶν ἀμπέλων, ὅπερ ἀπησχόλησε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν
1476Βουλὴν, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι καὶ αὖθις θέλει ἀπασχο-
1477λήσῃ εὐρύτερον τὴν Βουλὴν, ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτρο-
1478πὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
1479ἀποτελῶ μέρος, διότι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογι-
1480σμοῦ ἐγένετο ἐργασία καὶ ἔρευνα οὐχὶ μόνον διὰ τὰ ἀτυχῆ
1481ἀποτελέσματα, τὰ ἀποδειχθέντα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἔνθα
1482οὔτε ὀκᾶ γλεύκους, οὐδὲ σταφυλὴ παρήχθη, ἀλλ’ ἀπησχό-
1483λησε καὶ ὑπὸ γενικωτέραν οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἐκεῖνο, τὸ
1484ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι πρώτη
1485βάσις τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι ἔδει ποσὸν
14862,900,000 δραχμῶν ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ ἐπιβαλλο-
1487μένου φόρου, εἶναι βάσις πλημμελής· ἀλλὰ ἡ βάσις αὕτη
1488κατέπεσεν ἀπέναντι τῶν ἐκ τῶν εἰσπράξεων γεγονότων ἐν
1489τῇ συντάξει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901· διότι, ἐνῷ βά-
1490σις τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ὁ καταμερισμὸς τῶν 2,900,000
1491δραχμῶν ἐφ’ ὅλων τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων καθ’ ὅλον
1492τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως ὅσον περισσότερα στρέμματα ἐδη-
1493λοῦντο, τοσοῦτον ὀλιγώτερος φόρος θὰ κατενέμετο καθ’ ἕκα-
1494στον στρέμμα, ἀπεδείχθη ὅτι ἐκ τῶν πεπλανημένων ὑπολο-
1495γισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ τῶν
14961,000,000 στρεμμάτων ἐδηλώθησαν 820,000. Ὡς ἐνθυ-
1497μεῖσθε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παραδόξως,
1498ἀντὶ νὰ θέσῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βεβαιωθησόμενον ἔσοδον
1499διὰ τὸ 1901 δραχ. 2,900,000, προϋπελόγισε ὡς ἔσοδον διὰ
1500τὸ 1901 δραχ. 2,400,000. Ἔρχεται λοιπὸν πρῶτος παρα-
1501βάτης τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς εἰσήγαγε, καὶ ἐψήφισεν
1502ἡ Βουλή, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εὑ-
1503ρέθη ἀπέναντι γεγονότων, τὰ ὁποῖα κατέρριπτον ὅλους αὐ-
1504τοῦ τοὺς ὑπολογισμούς.
1505Κύριοι Βουλευταί, ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ὡς εἰσήχθη καὶ
1506ἐψηφίσθη, ἐξ ἀρχῆς εἶναι πλημμελὴς, εἶναι ἄστοχος, διότι
1507μετὰ πλείστης σπουδῆς εἰσήχθη, ἵνα καταπέσῃ ὁ παλαιὸς
1508νόμος, ὑπὸ τὰς κραυγὰς τῶν οἰνοπωλῶν καὶ τῶν ἀστικῶν
1509πληθυσμῶν καὶ τῶν οἰνοφλύγων. Ἐνόμισαν ὅτι διὰ τῆς κα-
1510ταργήσεως τοῦ παλαιοῦ νόμου, τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κατανα-
1511λώσεως, ἤθελον παραγάγει ἐν τῇ πολιτικῇ κονίστρᾳ ὅ,τι
1512παρήχθη εἰς προηγούμενον χρόνον διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ
1513νόμου τῆς δεκάτης. Ἤμην ἐκ τῶν ὀλίγων Βουλευτῶν, οἵτι-
1514νες ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ παρέστησα
1515τότε, ὅτι ὁ φόρος δὲν ἦτο ἐπιστημονικὸς, διότι δὲν ἐπεβάλ-
1516λετο εἰς τὴν παραγωγὴν ἑκάστου. Ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλ-
1517θωσι δυσχερεῖς περιστάσεις ἐν τῇ παραγωγῇ, νὰ συμβῶσι
1518θεομηνίαι, ἀφορίαι, αἵτινες νὰ παραγάγωσι τὰ σημερινὰ
1519ἀποτελέσματα, ὥστε οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ
1520ὑποθηκεύσωσι τὰ κτήματά των, ἵνα πορισθῶσι τὰ ἀναγκαῖα
1521ποσὰ, ὅπως καλλιεργήσωσιν αὐτὰ, νὰ μὴ παραγάγωσι
1522ποσὸν οὐδὲ τῆς ἀξίας τοῦ φόρου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατα-
1523διώκονται τόσον ἀμειλίκτως ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουρ-
1524γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1525κῶν παρετήρησεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ πρῶτος νόμος ἦτο κατα-
1526δεδικασμένος εἰς ἀποτυχίαν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα,
1527ἐπιτήδειον πάντοτε πρὸς καταδολίευσιν παντὸς νόμου, εὗρεν
1528ἀμέσως τὰ τρωτὰ τοῦ νόμου. Καὶ βλέπετε τὸ παράδοξον
1529φαινόμενον, συνεπείᾳ τῆς ἐπιτηδείας συντάξεως τῶν πρωτο-
1530κόλλων, εἴς τινας μὲν ἐπαρχίας, ὡς ἐν Μεσσήνῃ, ὅλαι αἱ
1531ἄμπελοι νὰ φορολογῶνται μὲ 6 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, εἰς
1532ἄλλας δὲ ἐπαρχίας, ὅπου δὲν εἶναι τόσον ἁπλοϊκοὶ οἱ κά-
1533τοικοι, ἢ οἱ διευθύνοντες αὐτοὺς, ὡς ἐν Μαντινείᾳ, νὰ βα-
1534ρύνωνται πᾶσαι αἱ ἄμπελοι μὲ 1 δραχμὴν κατὰ στρέμμα.
1535Ἐν τούτοις τότε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀπέ-
1536κρουε τὸν δεύτερον νόμον, ὅστις εἰς τοὺς πολίτας τοὺς
1537μὴ δηλώσαντας παρεῖχε τὸ μέσον, διὰ τῆς δευτέρας δη-
1538λώσεως ν’ ἀποφύγωσι τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως
1539ταύτης...
1540§86ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον δηλωθῆ τὰ στρέμματα,
1541§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν σας
154225,000 μόνον εἶχον δηλωθῆ.
1543§88ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδηλώθησαν ἄλλα κατόπιν.
1544§89Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὑπῆρ-
1545χον, ἵνα δηλωθῶσι.
1546§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχον περισσότερα.
1547§91Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἦσαν ἁπλοϊκοὶ μό-
1548νοι οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἦσαν ἁπλοϊκώτε-
1549ροι καὶ οἱ ἐν τῇ Μαντινείᾳ γεωμέτραι· διότι εἶναι γνωστὸν
1550ὅτι ἡ ἐπαρχία Μαντινείας περιλαμβάνει πλείονα στρέμματα
1551ἀμπέλων. Καὶ ἐνῷ μόνον ὁ δῆμος Κρωπίας ἐδήλωσε 35,000
1552στρέμματα, καὶ ἐπεβαρύνθη μὲ 6 δραχμῶν φόρον κατὰ στρέμ-
1553μα, πᾶσα ἡ ἐπαρχία Μαντινείας ἐδήλωσεν 25,000 μόνον
1554στρέμματα, καταβαλοῦσα μόνον 25,000 δραχμάς.
1555§92ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐδηλώθησαν 48,000 στρέμ-
1556ματα.
1557§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀκούσῃ ὁ κ. Μπα-
1558κόπουλος.
1559Ἀλλ’ ὡς ἔλεγον τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τοῦ ζητήμα-
1560τος, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος μετὰ τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι
1561σύντονον νομοθετικὸν μέτρον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν
1562Βουλήν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας αἱ ἐπαρχίαι, αἵ-
1563τινες εἶδον καταστρεφόμενον τὸ προϊὸν τῶν ἀμπέλων, εἴτε
1564ἕνεκα θεομηνίας, εἴτε ἕνεκα νόσων. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα,
1565ἡ αὐτὴ ἀνάγκη θὰ παρουσιασθῇ καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος
1566καὶ κατὰ τὸ μεθεπόμενον. Ὁ φόρος, ὡς ἐπεβλήθη, δὲν πα-
1567ρουσιάζει τὰς πλημμελείας τὰς παρουσιαζομένας ἐκ μιᾶς
1568θεομηνίας, παρουσιάζει ῥιζικὰς ἀτελείας ἐκ τῶν διατάξεων
1569αὐτοῦ, διότι διαιρεῖ εἰς κατηγορίας τὰς ἀμπέλους, οὐχὶ κατὰ
1570ποιότητα, ἀλλὰ κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ δήμους, ἐνῷ ἡ
1571διάκρισις τῶν ἀμπέλων ἔπρεπε νὰ χωρήσῃ καὶ κατὰ χωρία
1572καὶ κατὰ θέσεις. Βλέπετε, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι Πατρῶν καὶ
1573Ἠλείας οὐδὲν παρήγαγον ἐκ τῶν ἀμπέλων, καὶ ὅμως οἱ μὴ
1574παραγαγόντες καταδιώκονται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ
1575τῶν ἀμπέλων. Ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς εἶχε παραγωγὴν, καὶ δι’
1576αὐτὸ δὲν ἀκούονται φωναὶ κατὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ὑπὸ
1577τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι, ἐν ταῖς
1578ὁποίαις ἐγένετο μεγίστη παραγωγὴ κατά τινας θέσεις, κατὰ
1579δὲ ἄλλας θέσεις οὐδὲ σταφυλὴ παρήχθη, καί, ὡς ἠκούσατε
1580ἀπὸ ἀντιπροσώπους ἀμπελοκτημόνων, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
1581τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν κάτοχος μεγάλης
1582ἐκτάσεως στρεμμάτων δὲν παρήγαγεν οὐδὲ μίαν βαρέλαν,
1583ἕτερος δὲ κάτοχος ἐλαχίστων στρεμμάτων παρήγαγε 50 βα-
1584ρέλας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν,
1585εἰς τὰς ὁποίας ὁ περονόσπορος ἐπήνεγκε τὴν καταστροφήν,
1586δὲν θέλετε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων,
1587αἱ ὁποῖαι ἕνεκα διαφόρων λόγων οὐδὲ ὀκᾶν γλεύκους παρή-
1588γαγον!
1589Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου τούτου δὲν ζητεῖται μόνον ὑπὸ
1590τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς
1591ἤκουσα συμφωνοῦντας ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψη-
1592φίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διότι ὁ νόμος, ὡς
1593ἐλειτούργησε, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταπέσῃ, ὑπὸ τὰς ἐν-
1594τυπώσεις, αἵτινες ῥαγδαῖαι ἔρχονται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν.
1595§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ φέρω νομοσχέδιον.
1596§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1597Μαντινείας δὲν φέρῃ αὔριον πρότασιν νόμου, εἶναι βέβαιον,
1598ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τούτου τοῦ λόγου
1599θὰ φέρῃ νομοσχέδιον. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ζητήσῃ νὰ
1600προλάβῃ τὸ πλῆρες ναυάγιον τῆς νομοθεσίας του ταύτης,
1601διότι ἄλλως θέλει ἴδει, ὅπως ἐξηφανίσθη ἐκ τοῦ περονοσπό-
1602ρου ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων, νὰ ἐξαφανισθῇ ἡ πλειονο-
1603ψηφία αὕτη ἐκ τῶν ἀμπελοκτημόνων, οἵτινες, ὁπόταν ἴδωσι
1604τὴν ἀστοργίαν τῶν κυβερνώντων ἐξακολουθοῦσαν, θὰ ἐπιβά-
1605λωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἵνα ὀλιγωτέραν στορ-
1606γὴν ἀποδείξωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτήσατε τοὺς Βου-
1607λευτὰς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ θ’ ἀκούσητε, ἐὰν ὅσα λέγω
1608δὲν εἶναι ἡ καθολικὴ ἠχὼ τῶν ἐπαρχιῶν, ἂν δὲν ἐδόθη ῥητὴ
1609ἐντολὴ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των νὰ
1610ἐπιτελέσωσι τὴν μεταβολὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας.
1611Ἀλλὰ συμβαίνει ὀλεθριώτερόν τι καὶ διὰ τὴν παραγω-
1612γὴν τῶν ἀμπέλων ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου. Διότι ἐκτὸς τῆς
1613ἀπειλουμένης γενικῆς ἐκριζώσεως τῶν ἀμπέλων, ἣν ἐξήγ-
1614γειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἔχομεν καὶ τὸ γεγονὸς,
1615ὅτι μηδενίζεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔξοχοι πολιτικοὶ ἄνδρες
1616προὐνόησαν διὰ τῆς προστασίας τῆς ἀμπελοφυτείας, ἡ βιο-
1617μηχανία τῆς οἰνοποιΐας. Θέλετε ἴδει καὶ ταύτην καταστρε-
1618φομένην μετὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων, διότι ἡ παρα-
1619γωγὴ τῶν ἀμπέλων ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας, ἐκ τοῦ περο-
1620νοσπόρου σήμερον, ἐξ ἄλλης νόσου βραδύτερον, θέλει περιο-
1621ρισθῆ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ μόνον διὰ τὴν
1622ἐγχώριον κατανάλωσιν. Ὅταν περιορισθῆ ἡ ἀμπελοφυτεία,
1623τότε πᾶσα εὐρυτέρα ἐλπὶς περὶ βιομηχανίας οἰνοπνευματο-
1624ποιΐας καὶ περὶ ἐξαγωγῆς οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν
1625θὰ διαλυθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν πα-
1626ρευρίσκετο τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνταῦθα, βεβαίως δὲν θὰ ἔθυε
1627τὰ ὦτά του εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, οὐδὲ θὰ ἔσπευδε
1628νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλα νομοθετικὰ ἔργα.
1629Δὲν ἀνεγνωρίσθη, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὀρθότης μιᾶς ἀντιρ-
1630ρήσεως κατὰ τοῦ νόμου τούτου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1631ὁρισθῇ πάγιον τὸ ποσὸν τὸ προελευσόμενον ἐκ τῆς φορολο-
1632γίας τῶν ἀμπέλων. Ἐν τούτοις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς
1633ἔσοδον τοῦ φόρου τούτου βεβαιωθησόμενον, ἀντὶ τῶν δραχ-
1634μῶν 2,900,000, αἵτινες εἶναι ὁ ἀνώτατος κατὰ τὸν νόμον
1635βεβαιούμενος φόρος, ἀνεγράφη ποσὸν μόνον 1,950,000 δραχ-
1636μῶν, ἐκτὸς ἂν ἔλαβε χώραν πάλιν κανὲν τυπογραφικὸν λά-
1637θος. Ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ
1638ἔτους 1899 παρουσιάζει 1,950,000 δραχμῶν προϋπολογι-
1639σθὲν ἔσοδον.
1640§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ προϋπολογισθέν.
1641§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι λά-
1642θος τυπογραφικόν.
1643§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἐπιψηφισθέντα
1644τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, περιωρίσθη ὁ εἰσπρακτέος φόρος
1645εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα· ἄνω τῶν τριῶν δραχμῶν δὲν
1646εἰσεπράχθη.
1647§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμείνατε, παρακαλῶ.
1648Ἀπέναντι τῶν 2,909,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖα ἔδει νὰ
1649ἀναγραφῶσιν, ἐβεβαιώθησαν 2,367,000· εἰσεπράχθησαν δὲ
1650ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1899 μέχρι τέλους Σεπ]βρίου 1,243,000·
1651προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, εἰσε-
1652πράχθη ποσὸν 1,400,000 δραχμῶν, ἤτοι οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ
1653ἐκ τῆς παλαιᾶς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐσόδου.
1654Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατιδὼν ἐν τῇ ἀρχῇ
1655τῆς ἐφαρμογῆς τὰς ἀτελείας καὶ πλημμελείας τοῦ νομοσχε-
1656δίου, προέβη εἰς μεταβολὴν, διότι ἐξανέστησαν οἱ φορολο-
1657γούμενοι κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἐξανίστανται καὶ νῦν πρὸς μετα-
1658βολὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1659τότε διὰ νομοθετήματος ὥρισεν, ἀντὶ τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ
1660τῶν 6 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, τὰς τρεῖς δραχμὰς, ἀλλὰ μὲ
1661τὴν ἐπιφύλαξιν, ἐὰν βραδύτερον ἀποδειχθῇ διὰ τῶν νέων
1662ὑπολογισμῶν, ὅτι ἡ ἐπιβλητέα φορολογία τοῦ ἀνωτέρου ὁρίου
1663δέον νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 3 δραχμὰς, τότε τὸ Δημόσιον νὰ
1664ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβῃ τὸ περιπλέον ποσὸν, τοῦ
1665ὁποίου ἀνέστειλεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πληρωμὴν δυνάμει τοῦ
1666νέου νόμου. Ἀλλὰ συνάμα ἀνέγραφε διάταξιν προνοοῦσαν
1667ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες, κατ’ αὐτὰ πάλιν τὰ πρωτόκολλα, θὰ
1668ὡρίζετο νὰ πληρώσωσι φόρον κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν· ἐὰν
1669δηλαδὴ ἀνεγνώριζον αἱ νέαι ἐπιτροπαὶ, ὅτι ὁ φόρος ἔδει νὰ
1670ἦναι κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, ἐδικαιοῦντο
1671οἱ καταβαλόντες εἰς ἀπόληψιν τοῦ πρότερον πληρωθέντος
1672ἐπὶ πλέον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων πρωτοκόλλων.
1673Οὕτω λοιπὸν ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην ἀποτυχίαν τοῦ νόμου,
1674διότι αἱ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι κατελογίσθησαν μὲ τὸν ἀνώτα-
1675τον ὅρον τῶν 6 δραχμῶν, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ὑπερβαί-
1676νουσι παρὰ τὸ δέκατον τοῦ ἐν γένει ποσοῦ τῶν στρεμμάτων
1677τῶν ἀμπέλων. Θὰ ἔχωμεν οὕτως ἀθρόας περιστάσεις ὑπο-
1678χρεώσεως τοῦ Δημοσίου εἰς ἀπόδοσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ
16791899 καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900. Ὄτι δὲ ἀνεστάλη
1680ἡ εἴσπραξις, δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι ἐκεῖ, ὅπου ἦτο δυνα-
1681τὸν νὰ εἰσπραχθῇ, εἰσεπράχθη ὁ φόρος, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἦτο δυνα-
1682τὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Δημόσιον, ἐξετέλεσεν. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
1683Μεγαρίδος 400 περίπου ἐκτελέσεις ἐπίκεινται μετὰ 10 ἢ
168415 ἡμέρας. Εἶναι τοῦτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ
1685τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀνεστάλη ὁ φόρος
1686διὰ τὸ 1899...
1687§100ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο συνέβη ὅπου δὲν
1688ἔγεινεν ἐγκατάστασις ἕνεκα τῆς ἐλαττωματικότητος τοῦ
1689καταλόγου.
1690§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐλαχίστας ἐπαρχίας.
1691Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποληφθῇ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευ-
1692ταίου νόμου ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐν τῷ Προ-
1693ϋπολογισμῷ κατὰ τὰς προσωρινὰς αὐτοῦ διατάξεις περὶ πλη-
1694ρωμῆς ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων μόνον τριῶν δραχμῶν κατὰ
1695στρέμμα, δηλ. τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς φορολογίας, νῦν, ὅτε
1696ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, διατὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1697τῶν Οἰκονομικῶν ὁρίζουσι 2,400,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου
1698ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι 2,942,000; Οὐδὲ
1699ἀπαντᾷ εἰς τὸ ἐρώτημα ἡ εἰσηγητήριος ἔκθεσις τοῦ κ.
1700Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σεῖς, οἱ ἐντριβέστεροι περὶ τὰ
1701οἰκονομικὰ, ἐξηγήσατε τὸ πρᾶγμα, καὶ λύσατε τὸ μυστή-
1702ριον. Ὄταν ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1703μικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ν’ ἀναγράψῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ
1704δέον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἤτοι δραχ.
17052,900,000, ὅταν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ
1706καταλογίσῃ κατὰ στρέμμα εἰς τὰς ἀμπέλους, εἴτε 700 εἴτε
1707800 χιλιάδες ἀποδειχθῶσι, πῶς γίνεται ἀναγραφὴ δραχ.
17082,400,000; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδὼν τὸ
1709ναυάγιον ἐπελθὸν, καὶ λησμονῶν τὴν βάσιν τοῦ νόμου πρὸ
1710τῆς ἀντιλήψεως, ἣν ἔσχεν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀνέγραψε τὸ
1711ποσὸν αὐτό. Ἐν τῇ ἀναγνωρίσει ταύτῃ ἐπίκειται ἡ μετα-
1712βολὴ τοῦ νόμου...
1713§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει ἐπιρροὴν εἰς τὰς εἰσπράξεις
1714αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη; Ἢ μήπως ἀνεγράφη οὕτως ἐκ
1715φιλανθρωπίας;
1716§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ τὸ πο-
1717σὸν τοῦτο ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ νόμου. Φιλανθρωπίαν θὰ ἐπεδεί-
1718κνυε, μεταβάλλων τὸν νόμον. Τὸ ὡρισμένον δὲ αὐτὸ ποσὸν
1719ἔδει νὰ κατανεμηθῇ, ἐπιβαρῦνον ἀναλόγως τὰ στρέμματα.
1720§104ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πάλιν τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ κατανεμηθῇ.
1721Ὁ κ. Ὑπουργὸς, προϋπολογίζων τί θὰ εἰσπράξῃ, ἀναγράφει
17222,400,000 ὡς εἰσπράξιμον, διότι βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψιν
17232,960,000 ὡς βεβαιωθησόμενον.
1724§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιο-
1725νίδος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόψῃ. Δὲν τῷ εὔχομαι
1726νὰ μὲ διακόπτῃ πάντοτε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διότι δὲν
1727μοι ἔλυσε τὴν ἀπορίαν, ἴσως διότι δὲν ἀνέγνω τὸν νόμον,
1728ἐνῷ εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογι-
1729σμοῦ.
1730§106ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι σαφεστάτη ἡ ἐν τῷ τεύχει
1731τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1732τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις λέγει καθαρὰ, ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ
1733φόρου τῶν ἀμπέλων προϋπελογίσθη εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ
1734σταθερῶς τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐκ τοῦ σχετικοῦ νόμου προώρι-
1735σται ν’ ἀποδώσῃ. Κατωτέρω δὲ λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν
1736ὑπ’ ὄψιν καθυστέρησιν 25%, ὑπολογίζει ὡς εἰσπραχθησό-
1737μενον ποσὸν 2,400,000.
1738§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα εἶναι σαφεστάτη ἡ ἀπο-
1739τυχία τοῦ νομοθετήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
1740κῶν. Ἀντὶ τῶν 2,940,000 δραχμῶν, ἃς εἶχε τὸ δημόσιον
1741Ταμεῖον ἀσφαλῶς ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ
1742οἴνου κλπ., νῦν ἀναγνωρίζει ὅτι μόλις θὰ εἰσπράξῃ 2,400,000,
1743ἃς καὶ ἀναγράφει, ἐνῷ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ πα-
1744ρελθὸν κρίνω, ὅτι οὐδὲ 1,900,000 θὰ ἔχωμεν πραγματικὴν
1745εἴσπραξιν, ἣν μόνην, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
1746ὤφειλε τότε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι ἔλη-
1747ξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1899, καὶ παρουσίασε μεγάλην διαφορὰν
1748τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα· καὶ ὅμως ἀναγρά-
1749φεται πάλιν ποσὸν πλεονάζον, τὸ ὁποῖον διαψεύδεται ἐκ
1750τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἡ ὁποία μάλι-
1751στα ἀπήνεγκε τὰ μεγαλείτερα ἔσοδα καὶ τὰ εὐοιωνότερα
1752ἀποτελέσματα. Ταῦτα δὲ λέγω ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποχρεώ-
1753σεως, ἣν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου, τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπο-
1754λογισμῷ ποσοῦ ἐκ δραχ. 2,900,000 καὶ οὐχὶ 2,400,000.
1755Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον οὔτε ἐκ τῆς εὐφυΐας ἑνὸς Ὑπουρ-
1756γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἐκ τῆς φιλανθρωπίας αὐτοῦ, νὰ
1757κανονισθῇ ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδου ἄλλου, παρὰ τοῦ ἐκ τοῦ νό-
1758μου ἀπορρέοντος. Ἡ ἀναγραφὴ δὲ τούτου, ὡς γίνεται καὶ ὡς
1759δικαιολογεῖται, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ ναυάγιον τοῦ κ.
1760Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ τρανότερον ναυάγιον τῆς
1761ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἐπίκειται ἡ κατάπτωσις,
1762ἂν μὴ ἐπίκειται ἡ κατάπτωσις τῆς Κυβερνήσεως.
1763§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλαι αἱ φορολογίαι ἔχουσι τὰ ἐλατ-
1764τώματά των. Ἑκάστης δ’ αὐτῶν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ
1765μέσα τῆς ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν διορθώσεως αὐτῶν εἰσι
1766γνωστά. Ὁ φόρος ὁ στρεμματικός, ὁ ἀμέσως ὁ ἐπιβαλλόμε-
1767νος ἐπὶ τῆς γῆς, ἔχει ἐπίσης τὰ ἐλαττώματά του. Ταῦτα
1768δ’ εἰσὶ κυρίως τὰ αἴτια, ὡς π. χ. θεομηνίαι, αἱ ὁποῖαι κα-
1769θιστῶσι τὰς γαίας τῶν φορολογουμένων μὴ παραγωγικὰς,
1770εἴτε προσωρινῶς, εἴτε καὶ ὁριστικώτερον. Δὲν θέλω νὰ ὁμι-
1771λήσω περὶ τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων τοῦ φόρου τοῦ ὑφιστα-
1772μένου, τὰ ὁποῖα εἶναι κεφαλαιώδη. Ἔχομεν νόμον λειτουρ-
1773γοῦντα, ὡς ἐψηφίσθη. Ἀντικείμενον δὲ τῆς συζητήσεως εἶ-
1774ναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς στρεμματικῆς φορολο-
1775γίας ἐκείνων, ὧν αἱ ἄμπελοι, ἕνεκα θεομηνίας, οὐδὲν παρή-
1776γαγον. Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τῆς ὑποβολῆς νομο-
1777σχεδίου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λάβῃ
1778αὕτη τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τὰς γαίας ταύτας.
1779Ἀναφέρω τοῦτο, διότι μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τὸν κ. Πρόε-
1780δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀρνῆται νὰ παραδεχθῇ ἀρχὴν παν-
1781ταχοῦ παραδεδεγμένην, ὅτι αἱ μὴ παραγαγοῦσαι γαῖαι,
1782ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲν παρήγαγον, πρέπει διὰ
1783νομοθετικῆς πράξεως ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου. Ἀντὶ δὲ νὰ
1784παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ φέρῃ νομοσχέδιον, ἀφῆ-
1785κε τὸ ἔργον, τὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβαλλόμενον, εἰς ἐπι-
1786τροπὴν, ἥτις νὰ σχηματισθῇ ἐξ οἱωνδήποτε θελήσωσι νὰ
1787λάβωσι μέρος. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον, ὅπερ προέτεινεν ὁ κ.
1788Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι κανονικόν. Δὲν θέλω
1789νὰ παρεμποδίσω οὐδένα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅπως ὑπο-
1790βάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρ-
1791νησις, ἵνα αὕτη φέρῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ζητήσῃ τὴν
1792ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας τὰς
1793ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν παρήγαγον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπαλ-
1794λαγὴ αὐτῶν θὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ μεταξὺ τῆς
1795βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο
1796ἐπηρέασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπιθυ-
1797μεῖ νὰ ἀναγράψῃ ὡς εἰσπράξιμον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ βε-
1798βαιωθησόμενον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει, διότι
1799αἱ εἰσπράξεις ἐξακολουθοῦσιν ἐν ταῖς παθούσαις ἐπαρχίαις.
1800Δὲν πρέπει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τοιούτων σκέψεων
1801ἐπηρεαζομένη, ν’ ἀναβάλῃ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, διὰ
1802τοῦ ὁποίου νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τὰς
1803ἀμπέλους τὰς μὴ παραγαγούσας οἶνον.
1804§109Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν
1805Βουλὴν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ περονοσπόρου, ὁ ὁποῖος προσέβαλε
1806τὰς ἀμπέλους τῆς Σύρου καὶ τῆς Μυκόνου, αἱ ἐπαρχίαι αὗ-
1807ται εἶναι ἄγονοι ἐντελῶς, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες εἶναι ὑπο-
1808χρεωμένοι νὰ δαπανῶσιν, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς καλλιερ-
1809γείας, καὶ πρὸς ἐκχέρσωσιν τῆς γῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον,
1810παρὰ πάσας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου
1811δι’ ὀλίγα ἔτη οἱ ἀμπελοκτήμονες τόσον τῆς Σύρου, ὅσον καὶ
1812τῆς Μυκόνου, διὰ νόμου λίαν ταχέως ὑποβαλλομένου εἰς
1813τὴν Βουλήν.
1814§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν
1815λόγον.
1816§111ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν
1817πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ.
1818§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Σπηλιώτης
1819ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν:
1820«Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τα-
1821χέως νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἡ παρα-
1822γωγὴ κατεστράφη, ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ στρεμματικοῦ
1823φόρου τῶν ἀμπέλων.»
1824Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀσαφής.
1825§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νο-
1826μίζω ὅτι ἡ ἀσάφεια, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὴν πρότα-
1827σιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι
1828ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ. Διότι, πῶς εἶ-
1829ναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν, δι’ ἧς λέγει ὁ κ.
1830Βουλευτὴς, ὅτι συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νομο-
1831σχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς φόρου; Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάρχουσι
1832περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει· πρέπει
1833ὅμως νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ὄχι ὅπως συνεζητήθη σήμε-
1834ρον. Διότι σήμερον συνεζητήθη τί; ὁ νόμος ὁ ἰσχύων. Δὲν
1835ἐννοῶ, κατὰ τί ὁ περονόσπορος δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν
1836συζήτησιν τοῦ νόμου...
1837§114Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ
1838ὑπάρχοντος νόμου.
1839§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συνεζήτησε περὶ αὐτοῦ διὰ μακρῶν ἡ
1840Βουλή, ἥτις εἶχε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι
1841νομίζετε, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ
1842τότε ἰσχύοντος νόμου, καὶ ἐπεκρότησε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νο-
1843μοσχεδίου, ὅπερ ἐψήφισεν ἡ πλειονοψηφία, ἀποτελουμένη
1844οὐ μόνον ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς κυβερνητικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς
1845ἀντιθέτου, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων. Βεβαίως σήμερον, ὅτε
1846εὑρισκόμεθα πρὸ περιστάσεων ἀντιξόων, — διότι πρέπει νὰ
1847ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, αἱ περι-
1848στάσεις ὑπῆρξαν ἀντίξοοι, — βεβαίως τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρ-
1849ξαν διά τινα μέρη λυπηρά. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν συζη-
1850τῆτε περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ φόρου τούτου, ἐννοεῖται ὅτι
1851συζητεῖτε περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῆς ἀμέσου φορολογίας.
1852Ἀλλὰ τότε, διατὶ νὰ μὴ συζητῆτε καὶ περὶ τῶν ἐλαττωμά-
1853των τῆς ἐμμέσου φορολογίας; Ἢ μήπως νομίζετε, ὅτι ἡ ἔμ-
1854μεσος φορολογία δὲν ἔχει τὰ ἐλαττώματά της; Παρακο-
1855λουθεῖτε τὴν ἄμεσον φορολογίαν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν λυπη-
1856ρῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα καθυστέ-
1857ρησιν μᾶλλον λυπηράν. Μήπως ἡ ἔμμεσος φορολογία δὲν
1858ἔχει τοιαῦτα ἐλαττώματα; Ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότι-
1859μος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς περὶ φορολογίας τῆς Ἑπτα-
1860νήσου’ ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὑπάρχει φορολογία ἀδι-
1861κωτέρα τῆς φορολογίας ταύτης τῆς Ἑπτανήσου;
1862§116ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δεχόμεθα εὐχαρίστως.
1863§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχει, διότι παράδοσις αἰώ-
1864νων καθιέρωσε τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ εἰς ταύτην
1865συνήθισεν ὁ κόσμος. Ἀλλ’ ἄς μοὶ εἴπωσιν οἱ μελετῶντες τὸ
1866ζήτημα τοῦτο, ὅταν ἔχωμεν ἔσοδα, δι’ ὧν δὲν καλύπτεται
1867τὸ ἔξοδον τῆς παραγωγῆς, καὶ ὅταν ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος
1868ὑποβάλληται εἰς 21%, ὑπάρχει φορολογία ἀνισωτέρα ταύ-
1869της; Βεβαίως ὁ λαὸς συνήθισεν εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην,
1870καὶ δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀπαλλαγῇ, καίτοι αὕτη ἔχει τ’ ἀποτελέ-
1871σματα ταῦτα, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου συμφέρον-
1872τος, ἔχει καὶ αὐτή, ἐννοεῖται, καλὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ
1873δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Ὁ ἄμεσος φόρος ἔχει
1874τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔμμεσος φόρος ἔχει τὰ
1875ἰδικά του. Ὁ ἄμεσος φόρος ἔχει τὸ ἐλάττωμα, ὅτι, ὅταν
1876ἔχητε μικρὰν παραγωγήν, ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ὑπερβολικός.
1877Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν ἔχητε μεγάλην, ὑπερβολικὴν παρα-
1878γωγήν, τότε ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐλαφρός; Ἠθέλετε ζη-
1879τήσει τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, ἐὰν εἴχετε μίαν ἐσοδείαν
1880ἔκτακτον; Βεβαίως ὄχι. Ἑπομένως δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα,
1881τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην προεκλήθη, εἶναι τὸ
1882ζήτημα περὶ τῆς φορολογίας τῆς ἄρτι ἢ τῆς φορολογίας τῆς
1883σήμερον ἰσχυούσης. Ἄδικον δ’ ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τό-
1884σον αὐστηρῶς κρίνουσι τὴν φορολογίαν τὴν σήμερον κρατοῦ-
1885σαν, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ τῶν ἀντιξόων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς
1886ὁποίας διατελοῦμεν. Τὸ ζήτημα ἦτο ἕτερον· τὸ ζήτημα ἦτο:
1887πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας αἱ ἄμπελοι αἱ οὐδὲν
1888παραγαγοῦσαι;
1889§118ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
1890§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηκο-
1891λούθησε μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὴν διεξαχθεῖσαν κατὰ τὴν
1892ἑσπέραν ταύτην συζήτησιν, καὶ θέλει ἐμπνευσθῆ ὑπὸ τῶν
1893ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἡ συζήτησις αὕτη παρήγαγε, διὰ
1894νὰ ἐξετάσῃ, ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἀφήσατε ὅμως
1895αὐτὴν ἐλευθέραν, καὶ μὴ φέρετε πρότασιν, ἡ ὁποία οὔτε
1896διαρρύθμισιν νομικὴν ἔχει, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ μᾶς
1897φέρῃ εἰς θέσιν πολὺ δύσκολον· ἀφήσατε αὐτὴν ἐλευθέραν,
1898ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ εὕρῃ, τί πρέπει ἐν τῇ περι-
1899πτώσει ταύτῃ νὰ πράξῃ. Ἐὰν δὲ μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν
1900τινων ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρῃ τίποτε πρὸς λύσιν τοῦ ζητή-
1901ματος, ἐρωτῶ, τί ἐμποδίζει οἱονδήποτε ἐκ τῶν κυρίων Βου-
1902λευτῶν νὰ φέρῃ πρότασιν, ὄχι πλέον πρότασιν συνιστῶσαν
1903τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρότασιν νόμου, καθ’ ὃ ἔχει
1904δικαίωμα, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ;
1905Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶς ἐπὶ πλέον λόγος εἶναι περιττός.
1906§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ ὑποβάλω ἐγὼ πρότασιν
1907νόμου.
1908§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐάν τις ζητήσῃ νὰ συναγάγῃ
1909τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο σήμερον ἐπὶ
1910τοῦ ζητήματος, ὅπερ πρόκειται, δὲν θέλει καταλήξει εἰς σύ-
1911στασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς μεταβολὴν τοῦ φορολογι-
1912κοῦ συστήματος. Ὡμιλήσαμεν περὶ ἐλαττωμάτων τοῦ συ-
1913στήματος τοῦ φορολογικοῦ, καὶ βεβαίως καὶ τοῦτο ἔχει ἐλατ-
1914τώματα, ἴσως ὀλιγώτερα ἐλαττώματα ἄλλων φόρων, ἔχει
1915ὅμως τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντα τὰ φο-
1916ρολογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦσι τὸν φόρον οὐχὶ
1917ἐν τῷ παραγομένῳ προϊόντι, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὀργάνοις, διὰ τῶν
1918ὁποίων παρήχθη τὸ προϊόν. Ὅ,τι ὅμως δὲν ἐνόησα ἐκ τῶν
1919λεχθέντων ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι, ὅτι
1920ὡμίλησε περὶ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Καὶ ὁ φόρος ὁ νῦν
1921ἐπιβληθεὶς ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπέλων εἶναι ἄμεσος,
1922καὶ ὁ φόρος ὁ πρὸ αὐτοῦ ἰσχύων εἶναι ἄμεσος...
1923§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ὅλος.
1924§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄμεσος.
1925§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι ὅλος.
1926§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ μὲν φόρος ὁ ἄμεσος δίδει εἰς
1927τὸ Δημόσιον δύο ἑκατομμύρια καὶ ἑξήκοντα πέντε χιλιάδας
1928δραχμῶν, ὁ δὲ ἔμμεσος διακοσίας ἑξήκοντα πέντε χιλιάδας
1929μόνον. Ὥστε δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐμμέσου, ἀλλὰ περὶ τοῦ
1930ἀμέσου φόρου. Ὁ φόρος δὲ ὁ ἄμεσος κυρίως ἀντικατεστάθη
1931διὰ τοῦ ἐγγείου.
1932Ἐπίσης δὲν ὑπῆρξε λόγος, ἵνα προταθῇ ἢ συστηθῇ εἰς τὴν
1933Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ ἐξέτασιν τὸ σύστημα τὸ φορολογι-
1934κὸν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐγένετο ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν συζήτη-
1935σις, καὶ προετάθη καὶ ὑπὸ Βουλευτῶν ἐξ Ἑπτανήσου κατα-
1936γομένων ἡ ἀφομοίωσις· τινὲς μάλιστα ἐκ τῶν ἐξ Ἑπτανήσου
1937Βουλευτῶν ἐδήλωσαν ἄλλοτε ἐπιθυμίαν τοιαύτην, διότι
1938ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος θέλει εἰσφέρει ὀλιγώτερον πο-
1939σὸν τοῦ κατὰ τὸ ἐνεστὼς σύστημα τῆς φορολογίας εἰσφερο-
1940μένου εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι
1941ἀπίθανον. Ἀλλὰ νομίζω, — καὶ νομίζουσι σχεδὸν μετ’ ἐμοῦ
1942πάντες — ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίγῃ τις τὰς φορολογίας, αἱ ὁποῖαι
1943ἰσχύουσιν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν...
1944§126ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀφομοιώσεως.
1945§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ ἀφομοιώσεως.
1946§128ΡΙΚΑΚΗΣ....
1947§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁμιλεῖτε κα-
1948τόπιν.
1949Ἑπομένως ἡ Ἑλλάς, ὅτε ἡ Ἑπτάνησος ἡνώθη μετ’ αὐ-
1950τῆς, διετήρησε τὸ σύστημα τὸ φορολογικόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρ-
1951χε· δὲν ὑπεστήριξε δὲ ποτὲ σπουδαίως τὴν μεταβολὴν αὐ-
1952τοῦ. Ὥστε ἂς ἀφήσωμεν τὴν Ἑπτάνησον· ἂς ἀφήσωμεν
1953καὶ τὸ ἐκεῖ κρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας. Ἄλλο τι
1954κατεδείξαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· κατεδείξαμεν τὴν συμφο-
1955ράν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθησαν πολλοὶ τῶν ὑποκειμένων
1956εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, διότι τὸ προϊόν αὐτῶν
1957κατεστράφη ἐντελῶς, διότι δὲν συνεκόμισαν οὔτε ῥᾶγα στα-
1958φυλῆς, διότι δὲν συνεκόμισαν οὔτε σταγόνα γλεύκους, καὶ
1959ὅμως ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὡσανεὶ εἶχον
1960συγκομίσει προϊόν.
1961Ἐὰν ἦσαν εὔποροι ἄνθρωποι, ἐὰν εἶχον ἀποταμιεύματα,
1962ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον των,
1963χωρὶς νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐργασία αὐτῶν, χωρὶς νὰ στερηθῶσι
1964τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων ἐπὶ τὸ μέλλον, ἵνα ἐξακολουθήσωσι
1965νὰ καλλιεργήσωσι καὶ παραγάγωσι προϊόν ἐκ τῆς ἀμπέλου,
1966δὲν ἠθέλομεν ἀπευθύνει σύστασίν τινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν·
1967ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουσιν ἐξηντλημένοι ἤδη, ἐξαντλη-
1968θέντες ἀπὸ συμφορὰς πρὸ ἐτῶν ἐπισκηψάσας εἰς τὴν ἄμπε-
1969λον καὶ τὴν σταφίδα· διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι εἶναι ἔργον
1970τῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον μάλιστα αὐτῆς, νὰ προνοήσῃ,
1971ἵνα ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς φόρου, τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ
1972πληρώσωσι, διότι οὐδόλως παρήγαγον.
1973Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὑπάρχον,
1974ἤθελον πληρώσει φόρον αὐτοί; Ποτέ. Τώρα μετεβάλομεν τὸ
1975σύστημα, ἵνα ἐλαφρώσωμεν δῆθεν τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ
1976τὰς καταπιέσεις τῆς βεβαιώσεως ἢ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φό-
1977ρου τοῦ ὑπάρχοντος· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καταθλίψωμεν αὐ-
1978τοὺς ἐπὶ τοσοῦτον, ἀπαιτοῦντες παρ’ αὐτῶν καὶ νὰ κατα-
1979βάλωσι φόρον, ἀφοῦ οὐδὲν παρήγαγον ἐκ τῆς ἀμπέλου αὐ-
1980τῶν. Αὐτὴν τὴν σύστασιν ἐποιησάμεθα. Βεβαίως δὲν πρόκει-
1981ται νὰ ἐκβιάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ φέρῃ ἓν
1982νομοσχέδιον. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως εἶναι τόσον καθολικὴ, ὥστε
1983δυσκόλως, νομίζω, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ νὰ δηλώσῃ, ὅτι
1984ἐπιθυμεῖ βεβαίως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις ἀπὸ τοὺς
1985κυρίους Ὑπουργούς. Βεβαίως αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρί-
1986νωσι, κατὰ τίνα τρόπον θέλουσι διατυπώσει τὴν πρότασιν.
1987Διότι, καὶ ἂν ἐψηφίζετο ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ἐξ Ἠλείας
1988Βουλευτοῦ, δὲν ἤρκει αὕτη. Αὕτη εἶναι ἐκδήλωσις ἐπιθυ-
1989μίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡ Κυβέρνησις ὅμως θέλει μελε-
1990τήσει τὸ θέμα, θέλει συντάξει νομοσχέδιον, θέλει ἐξετάσει
1991τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, θέλει ἐκτιμήσει
1992τὰς περιστάσεις, καὶ θέλει προσδιορίσει οὕτω τὰ κατὰ τὸν
1993νόμον τοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ὠφεληθῇ τις ἐκ τοῦ νόμου παρα-
1994λόγως, ν’ ἀπαλλαγῶσι δὲ ἐκεῖνοι μόνον, οἵτινες εἶναι ἄξιοι
1995τῆς ἀπαλλαγῆς.
1996§130Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διακο-
1997πὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα,
1998ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὑπέβαλον αὐτὴν τὴν
1999παρατήρησιν, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἄλ-
2000λοτε συνεφωνήσαμεν ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ
2001ἡ οἰκονομικὴ ἀφομοίωσις... (θόρυβος).
2002§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν ἔχομεν συζήτησιν περὶ αὐ-
2003τοῦ τοῦ θέματος.
2004§132ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ εἴπω δύο λέξεις· διατὶ τὸ εἶπον αὐτό.
2005§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατηναλώσαμεν δύο ὥρας εἰς ἄλλην συ-
2006ζήτησιν. Τώρα θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ
2007ἀφομοιώσεως!
2008§134ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ μὴ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ τις!
2009§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρικάκη, σᾶς παρακαλῶ. Ὑπεβλήθη
2010μία πρότασις. Ἐπὶ τῆς προτάσεως δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε,
2011ἐὰν θέλητε, ἀλλ’ ὄχι νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀφομοιώσεως.
2012§136ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἠξεύρετε διατί; Διότι δὲν θέλετε αὐτὸ τὸ
2013ζήτημα νὰ τὸ πράξητε.
2014§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, τί θέλετε νὰ κάμωμεν;
2015§138ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λόγια!
2016§139ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Δὶς ἤδη ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ
2017ζητήματος· τὴν μὲν πρώτην φορὰν ἐξ ἐπερωτήσεως ἐμοῦ,
2018τὴν δὲ δευτέραν ἐξ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ραδινοῦ. Δεκαπέντε
2019ἡμέραι παρῆλθον, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν
2020ἤκουσε, φαίνεται, τὰ λεχθέντα παρὰ διαφόρων ἀξιοτίμων
2021συναδέλφων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἀνα-
2022βληθῇ καὶ πάλιν ἡ πρότασις. Καὶ ὁ κ. Ραδινὸς ὡμίλησε διὰ
2023μακρῶν καὶ ἄλλοι. Διατὶ λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἐκ νέου;
2024§140ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ποία πρότασις;
2025§141ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ὅ,τι ἐλέχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, συμ-
2026φωνεῖ πληρέστατα πρὸς τὴν πρώτην εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν
2027ἔκαμεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, ὅτι ἡ καταστροφὴ εἶναι
2028τελεία. Καὶ αὐτὴ ἡ πλευρὰ καὶ ἐκείνη δὲν πιστεύω νὰ δια-
2029φωνῇ, ὅτι αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν ἐντελῶς, καὶ δὲν συνε-
2030κόμισαν οἱ παραγωγοὶ οὔτε ὀκᾶν γλεύκους. Μολονότι ἡ
2031Κυβέρνησις ἔψεξε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὡς ἐπεισόδιον εἶ-
2032χεν ἄλλο ζήτημα, περὶ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας,
2033οὐχ ἧττον ὅλαι αἱ συζητήσεις ἔτειναν ν’ ἀποδείξωσι τὴν
2034δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον καὶ ἡ κοι-
2035νωνία καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, διότι ἔχει νόμον,
2036πρὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας,
2037αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν, τουτέστι νὰ μὴ φορο-
2038λογήσῃ τοὺς καταστραφέντας. Ἐὰν ἡ Εὔβοια παρήγαγε
2039περισσότερον τοῦ συνήθους, καὶ ἐκέρδισεν ἐκ τῆς ὑπερβολι-
2040κῆς τιμῆς, — καὶ ἐκέρδισε πολλαπλασίως, ἀφοῦ ἐπώλησε
2041τὸ γλεῦκος πρὸς 120, ἐνῷ ἄλλοτε ἐπώλησε πρὸς 10 λε-
2042πτὰ, — ἂς φορολογηθῇ τριπλασίως· οἱ καταστραφέντες ὅμως
2043δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθῶσι.
2044Περὶ ὅλων αὐτῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεφώνησεν,
2045εἰπὼν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὰς καταστροφὰς καὶ τὴν ἀνάγκην,
2046ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ ἀφεθῇ ὁ φόρος· ὑπεσχέθη, δὲ ὅτι μετ’
2047ὀλίγον θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἴδιος μέτρον τι. Ἐὰν δὲν ὑποβάλῃ τι,
2048ἡ Βουλὴ, ἢ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἀνάγκην, εἴμεθα ἐλεύ-
2049θεροι νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου.
2050Ἀποδεχόμενος λοιπὸν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2051Κυβερνήσεως, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
2052§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν
2053λόγον.
2054§143Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου,
2055τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2056Συμβουλίου δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτήν. Ἐγὼ παρεπονέθην,
2057ὄχι μόνον διὰ τὸν περονόσπορον, ἀλλὰ καὶ διότι τόσον ἡ
2058Μύκονος, ὡς καὶ ἡ Σῦρος, εἶναι ἄγονοι, καὶ δὲν παράγουσι
2059ποτὲ ἀρκετὸν καρπὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχουν νὰ πληρώ-
2060σουν φόρους.
2061§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
2062§145Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπηλιώτου τὴν υἱο-
2063θετῶ ἐγώ. Περὶ δὲ τοῦ ἀγόνου τῆς γῆς τόσον τῆς Σύρου,
2064ὅσον καὶ τῆς Μυκόνου, ἐπιφυλάσσομαι.
2065§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὑποβάλετε πρότασιν.
2066§147Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν ἔχετε εἰς χεῖράς σας.
2067§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς χεῖράς μου!
2068§149Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα.
2069Ἀποσύρω τὴν δευτέραν πρότασιν, καὶ μένει ἡ πρώτη, ἡ
2070περὶ περονοσπόρου.
2071§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἰδικήν σας πρότασιν εἰς χεῖ-
2072ράς μου.
2073§151ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου
2074τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ ἡ πρό-
2075τασις.
2076§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις. Ὁ κ. Σπηλιώτης
2077τὴν ἀπέσυρεν.
2078Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
2079§153Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, υἱοθετῶ τὴν πρότασιν τοῦ
2080κ. Σπηλιώτη.
2081§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Υἱοθετεῖτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπη-
2082λιώτη, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα σας.
2083§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Γενικῶς.
2084§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
2085Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ
2086φόρου.
2087§157ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ, κύριε Πρόε-
2088δρε, περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κατα-
2089λήξῃ εἰς συμπέρασμα, εἶναι βεβαίως τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐξη-
2090τάσθη διὰ μακρῶν. Ἡ Βουλὴ σύμπασα, μηδενὸς, ὑποθέτω,
2091ἐξαιρουμένου, συναισθάνεται τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς, τῆς
2092ἐπισκηψάσης εἰς ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς τῶν ἀμπελοκτημό-
2093νων. Συναισθάνεται τὴν συμφορὰν ταύτην, καὶ διότι συναι-
2094σθάνεται ταύτην, διὰ τοῦτο διὰ μακρῶν συνεζήτησε κατὰ
2095τὴν ἑσπέραν ταύτην, συνεζήτησεν οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ πα-
2096ρέλθῃ ἐπὶ ματαίῳ ἡ συζήτησις αὕτη, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ μίαν
2097σπουδαίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην νὰ
2098ἐνδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ
2099μετὰ πολλῆς σπουδῆς, μετὰ πολλῆς ἐμβριθείας, διὰ νὰ
2100φέρῃ, εἴτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε διοικητικῶς, μέτρον τι,
2101τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ νὰ παρηγορήσῃ τοὺς
2102καταστραφέντας ἐκείνους πληθυσμούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2103Βουλῆς, — παρετήρησα μετὰ λύπης μου, καὶ διὰ τοῦτο ἔλα-
2104βον τὸν λόγον, — σπεύδων νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2105ταξιν, ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ὅτι ἡ πρότα-
2106σις αὐτοῦ δὲν εἶναι εἰς χεῖράς του, καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο...
2107§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βουλευτά...
2108§159ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
2109Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἦτο
2110εἰς χεῖράς του πρότασις τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ.
2111§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν μόνον ἡ πρότασις τοῦ κ.
2112Σπηλιώτη, ἡ ὁποία ἀπεσύρθη.
2113§161ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε,
2114προτείνω ἐγὼ καὶ υἱοθετῶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέ-
2115βαλεν ὁ κ. ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν
2116ἐπιθυμίαν καὶ τὴν θέλησιν αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
2117ἡ Κυβέρνησις ἐπιτακτικῶς λάβῃ ἓν μέτρον, τουτέστιν εἰσα-
2118γάγῃ λίαν ταχέως νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ
2119ὁποίου νὰ ἀπαλλάσσῃ τοῦ φόρου ὅλους τοὺς καταστραφέντας
2120πληθυσμούς.
2121§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὑπο-
2122θέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτής, εἰπὼν τὴν
2123λέξιν «ἐπιτακτικῶς», δὲν ἐσκέφθη περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέ-
2124ξεως ταύτης, διότι ὑποθέτω, ὅτι σέβεται ἀρκούντως τοὺς
2125καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, ἵνα μὴ ἀνεχθῶσιν οὐδέ-
2126ποτε τὴν λέξιν «ἐπιτακτικῶς». Τεθείσης δὲ τῆς προτάσεως,
2127ὅπως ἐτέθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτοῦ,
2128δηλῶ, ὅτι θεωρῶ τὴν ψήφισιν αὐτῆς ὡς ψῆφον δυσπιστίας
2129πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως δὲν θέλομεν παραμείνει
2130εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει αὐτήν.
2131§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτακτι-
2132κῆς δηλώσεως· διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ
2133προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Πρόκειται περὶ συστάσεως.
2134§164ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόε-
2135δρε, διατὶ διηρεθίσθη ἐπὶ τοσοῦτον ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι
2136τυχὸν διέφυγε τῶν χειλέων μου φράσις, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν
2137εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρω-
2138θυπουργός.
2139§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἄ! σᾶς διέφυγε!
2140§166ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). «Συστατικῶς» ἐνόει.
2141§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, Κύριοι. Εἶναι ἱκανὸς ὁ
2142κ. Βουλευτὴς νὰ διερμηνεύσῃ τὰς ἰδέας του.
2143§168ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2144ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὕπατον ἀξίωμα τῆς Πολιτείας, τοῦ Πρωθυ-
2145πουργοῦ, ἢ ἂν παρακάθηται εἰς τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης
2146ταύτης ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ἐγὼ παρακάθημαι ἴσως ἐπὶ
2147μακρότερον χρόνον, καὶ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι συνήθισα
2148νὰ μεταχειρίζωμαι, ὁσάκις ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ
2149φράσεις καὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἀντιβαίνωσιν οὔτε εἰς νό-
2150μον τινὰ, οὔτε εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν διέφυγεν, ἐπανα-
2151λαμβάνω, ἡ λέξις, ἡ ὁποία διέφυγε τῶν χειλέων μου, βε-
2152βαίως δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε ν’ ἀποδώσῃ
2153εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Γνωρίζω πολὺ καλὰ, ὅτι ἡ
2154Βουλὴ δὲν κάμνει ἐπιταγὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ
2155ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελε-
2156στικῆς ἐξουσίας, καὶ ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐντολὴν (la
2157delegation) ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην ἀρχὴν, ἔχει καὶ ἡ Κυβέρ-
2158νησις τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἔχει καὶ ἡ
2159Βουλή. Ἐγὼ ἐνόουν, ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ σύστασιν.
2160§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀκούσατε τὴν πρότασιν.
2161§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἄλλη ἐδῶ.
2162§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτὴς υἱοθετεῖ τὴν
2163πρότασιν τοῦ κ. Σπηλιώτη.
2164§172Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότα-
2165σιν (ἀναγινώσκει):
2166«Συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζή-
2167τημα τῆς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας, καὶ προτείνῃ εἰς τὴν
2168Βουλὴν νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπέλων, ὧν ἡ πρόσο-
2169δος κατεστράφη, ἀπὸ τοῦ ἐπιβεβλημένου φόρου.»
2170§173Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι.
2171§174Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2172ἐδέχθη νὰ μεριμνήσῃ, εἶναι ὅλως περιττὴ ἡ πρότασις αὕτη.
2173§175ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2174εἶπε νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον, καὶ ἂν ἐντὸς ὀλίγων ἡμε-
2175ρῶν δὲν ὑποβάλῃ μέτρον τι, τότε δύναται πᾶς Βουλευτὴς
2176νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου.
2177§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐνό-
2178μιζον ὅτι αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην εἰς τὴν Βου-
2179λήν, ὡς ἀπόρροιαν τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν μετὰ μεγί-
2180στης προσοχῆς παρηκολούθησα, ἤθελον ἀπαλλάξει τὴν Βου-
2181λὴν τοῦ κόπου, ἵνα τοιαύτη πρότασις ὑποβληθῇ καὶ ψηφι-
2182σθῇ. Ἐὰν ὅμως καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας, ἔκαμα,
2183ἐπιμένωσιν, ὅπως ἡ πρότασις ψηφισθῇ, πάντοτε θέλω θεω-
2184ρήσει, ὅτι ἐν αὐτῇ ὑπάρχει ἔκφρασις δυσπιστίας πρὸς τὴν
2185ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως τοιαύτην ἔννοιαν
2186θέλω ἀποδώσει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
2187§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. Πρόεδρε.
2188Ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
2189γικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει
2190φροντίσει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ
2191φόρου τῶν ἀμπέλων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος κατε-
2192στράφη ὑπὸ τῆς νόσου, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐντὸς 10 ἢ 15
2193ἡμερῶν δὲν εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, τότε ἡ Βουλὴ
2194μένει ἐλευθέρα νὰ προτείνῃ νομοσχέδιον αὐτή. Λοιπὸν διὰ
2195τοῦτο γίνεται ἡ πρότασις αὕτη. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
2196Ὑπουργείου πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι διατεθειμέ-
2197νος νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπαλλάσσῃ τὰς
2198ἀμπέλους, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος ἔχει καταστραφῇ ἐντελῶς
2199ἐκ τῆς νόσου, τότε βεβαίως εἶναι περιττὴ ἡ πρότασις.
2200§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ
2201τῆς προτάσεως.
2202§179ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρό-
2203τασις, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ὑπερβαίνει
2204τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, τὸ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς
2205τὴν Κυβέρνησιν...
2206§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνιστᾷ.
2207§181ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ παίζομεν μὲ τὰς λέξεις. Πρόκειται
2208περὶ συστάσεως, ἐχούσης ἔννοιαν ἐπιβολῆς, καὶ τότε εἰς τὸ
2209αὐτὸ καταλήγομεν ἀποτέλεσμα. Διότι ποία εἶναι ἡ ἔννοια
2210τῆς συστάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον
2211ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων; Ἡ Βουλὴ ἐκ
2212τῶν προτέρων προδικάζει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου.
2213Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ πρωτοβουλία τῆς εἰσαγωγῆς τῶν
2214νόμων εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ
2215εἰς τὴν Βουλήν. Τί κωλύει, παρακαλῶ, οἱονδήποτε Βουλευ-
2216τήν, ἕνα ἢ πολλοὺς, νὰ εἰσαγάγωσι νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς
2217τοῦ φόρου; Καὶ ἂν τοῦτο, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον,
2218δὲν θέλωσι νὰ πράξωσι, διατὶ θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Κυ-
2219βέρνησιν νὰ πράξῃ τοῦτο, δεσμεύοντες τὴν ἐλευθέραν ἐνέρ-
2220γειάν της;
2221Ἄλλως τε, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας εἶναι κατ’
2222ἐξοχὴν κυβερνητικόν, διότι ἀνάγεται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως
2223τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία
2224νὰ κρίνῃ, ἂν φόρος τις πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, ἐφ’ ὅσον αἱ πρόσ-
2225οδοι τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν διοίκησιν, ἢ ἂν
2226αὗται εἶναι τόσον ἀνθηραὶ, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν ἀνα-
2227κούφισιν τῶν φορολογουμένων διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νομοσχε-
2228δίου ἀπαλλακτικοῦ τοῦ φόρου. Τοὐναντίον ἡ Βουλὴ εἰσέρ-
2229χεται σήμερον προκαταρκτικῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην,
2230καὶ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εἰσαγω-
2231γὴν νομοσχεδίου ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου· διότι διὰ τῆς συ-
2232ζητήσεως τῆς σημερινῆς ἐπεδιώχθη νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνη-
2233σις, ὥστε νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον ἀπαλλακτικόν.
2234Ὅταν ἡ Βουλὴ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην προκα-
2235ταβολικῶς, μηδεμιᾶς ὑποβληθείσης προτάσεως, τί ἄλλο κά-
2236μνει, παρὰ νὰ ἰδιοποιῆται καθήκοντα κυβερνητικά; Ἐννοῶ
2237πολὺ καλὰ, νὰ φέρῃ γνώμην ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὑποβεβλημένης
2238προτάσεως εἴτε ὑπὸ Βουλευτοῦ, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
2239σεως· ἀλλὰ νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα, καὶ ν’ ἀποφασίζῃ, ὅτι
2240οὕτως ἢ οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ, βεβαίως ἰδιοποιεῖται κυβερ-
2241νητικὰ καθήκοντα. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι
2242ἀπαράδεκτος, καὶ ὡς συνέπειαν τῆς ἐνστάσεως αὐτῆς τοῦ
2243ἀπαραδέκτου φέρω τὴν πρότασιν, ὅτι ἡ Βουλή, μετὰ τὰ
2244λεχθέντα, πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2245§182Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον
2246κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι ἄλλως ἡ Κυβέρνησις παρίστα-
2247ται συνεδριάζουσα μεθ’ ἡμῶν ὡς νομοτελεστικὸν σῶμα, ἐνῷ
2248παρίσταται ὡς ἐνασκοῦσα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὴν
2249ὁποίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει ὁ Ἡγεμών. Ἡμεῖς ἐν-
2250ταῦθα ἐξασκοῦμεν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχομεν, ὡς Βουλευταὶ,
2251νὰ φέρωμεν προτάσεις. Ἡ πρότασις ἐπὶ τοῦ προκειμένου
2252εἶναι, νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νόμον. Εἶ-
2253πεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἡ Βουλὴ οὕτως ἐπεμ-
2254βαίνει εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ εἶναι
2255ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα, ἢ νομοθετική;
2256Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου θεωρῶ ἀπαρά-
2257δεκτον, ὡς παραβιάζουσαν θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύ-
2258ματος.
2259§183Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
2260ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν
2261ἀπὸ κοινοῦ ὑπέβαλον μετὰ τοῦ ἐξ Ὀλυμπίας κ. συναδέλ-
2262φου, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ εἰθισμένα καὶ εἰς τὰ
2263ἡμέτερα καθήκοντα, δὲν εἶναι ὀρθὰ, διότι πάντοτε οἱ Βου-
2264λευταὶ δύνανται νὰ φέρωσι προτάσεις, οἵα ἐκείνη, τὴν
2265ὁποίαν ἡμεῖς ἐφέραμεν. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ ὑποδείξωμεν
2266εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐφέραμεν
2267τὴν πρότασιν, ὡς σύστασιν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύν-
2268θου λέγει, ὅτι οὕτως ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὰ κυβερνη-
2269τικὰ δικαιώματα. Ἀκριβῶς ὅμως, ὅπως μὴ εἰς ταῦτα εἰσέλ-
2270θωμεν, ὑπεβάλαμεν τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, μελε-
2271τῶσα τὸ ζήτημα, λάβῃ μέτρον, ὅπερ αὐτὴ ἤθελεν ἐγκρίνει.
2272Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ μελετή-
2273σῃ τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἐρευνήσῃ, ἂν δύναται, ἢ ὄχι, ν’ ἀφαι-
2274ρεθῇ ὁ φόρος, καὶ ἂν νομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαι-
2275ρεθῇ, θὰ ἔλθῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν της.
2276§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις δὲν λέγει αὐτὸ, ἀλλ’ ὅτι συνι-
2277στᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλα-
2278γῆς.
2279§185Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προ-
2280τείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμ-
2281πέλων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος κατεστράφη· ἀλλ’ ἡ Κυβέρ-
2282νησις θὰ μελετήσῃ, καὶ θ’ ἀποφασίσῃ, ἂν δύναται νὰ ὑπο-
2283βάλῃ τοιοῦτον νόμον, ἢ ὄχι. Ὅταν δὲ μελετήσῃ καὶ ἴδῃ, ὅτι
2284δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ, τότε θὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν
2285τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν δύναται. Ποῦ εὑρίσκετε τὸ ἀπαρά-
2286δεκτον ἐν τῇ προτάσει; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπεν, ἂν
2287θὰ ὑποβάλῃ ἢ μὴ νόμον, ἀλλ’ ὅτι θὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρ-
2288νησις τὸ ζήτημα· δηλαδὴ εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνο-
2289μεν καὶ ἡμεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὑπεστήριξεν,
2290ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν εἶναι ἀπαράδεκτος· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπιμέ-
2291νομεν καὶ παρακαλοῦμεν νὰ τεθῇ ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη εἰς
2292ψηφοφορίαν.
2293§186Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ οὐσίαν ὑπὲρ τῆς
2294γνώμης τῶν συστησάντων, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐκεῖ-
2295νοι, οἵτινες οὐδεμίαν ἔλαβον πρόσοδον ἐκ τῶν ἀμπέλων των.
2296Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, ὀφείλω νὰ ὁμολο-
2297γήσω, ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δίδει ἔννοιαν εἰς τὰς λέ-
2298ξεις τῆς προτάσεως ἐπιβλητικήν, δικαίως θέτει ζήτημα ἐμ-
2299πιστοσύνης. Καθ’ ὅσον ὅμως ἡμεῖς ἐξηγοῦμεν, ἢ καὶ δυνά-
2300μεθα γραμματικῶς νὰ διορθώσωμεν τὸ κείμενον τῆς προτά-
2301σεως κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
2302νήσεως, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ γείνῃ συζήτησις.
2303Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δίκαιον ἔχει κατὰ τοῦτο
2304ὁ κ. Στεφάνου, λέγων, ὅτι παίζομεν μὲ τὰς λέξεις. Ἐὰν
2305ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, εἶναι κατὰ
2306τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει νὰ ἀμυνθῇ, προκειμένου περὶ ζη-
2307τήματος οἰκονομικοῦ καὶ φορολογικοῦ· διότι θὰ καθιε-
2308ροῦτο προηγούμενον, ὅπως ἐκ λόγων ποικίλων συνιστᾷ ἡ
2309Βουλὴ καὶ ἐξαναγκάζῃ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ κατάρ-
2310γησιν φόρων. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα ἐκεί-
2311νων, οἱ ὁποῖοι προέβαλον τὴν πρότασιν, τοιοῦτον, οἷον ὑπο-
2312θέτει ὁ κ. Στεφάνου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἀποδεχθῇ
2313ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν
2314καὶ εἰς τὴν Βουλὴν οἱ πολῖται ὑποβάλλουσι καὶ εἰς τὸν Βα-
2315σιλέα, καὶ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἡμεῖς
2316εἰς τὴν Κυβέρνησιν, λύεται τὸ ζήτημα.
2317Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ φέρῃ ἢ νὰ μὴ
2318φέρῃ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡμεῖς πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγ-
2319κη ἀπόλυτος νόμου, τότε φέρομεν πρότασιν νόμου, καὶ προ-
2320καλοῦμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἂν ἔχωμεν τὴν πλειο-
2321νοψηφίαν, τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν
2322τῇ ἀρχῇ.
2323Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
2324ἀποδεχθῇ τὴν σύστασιν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα, καὶ ἐξασφα-
2325λίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἐχούσης τὸ δικαίωμα νὰ
2326κάμνῃ συστάσεις, ὅταν νομίζῃ, ὅτι αὗται ἀποτελοῦσι τὸ πό-
2327ρισμα μιᾶς συζητήσεως.
2328§187ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῦ κεῖ-
2329ται ἡ διαφωνία, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ θέσῃ ὡς
2330ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ τὴν πρότασιν ταύτην. Μετὰ τὴν
2331δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅτι περιέχει ἡ πρότασις ἁπλῆν
2332σύστασιν, δεσμεύεται ἡ Κυβέρνησις; Δύναται νὰ εἴπῃ: «Δὲν
2333ἀκούω τὴν σύστασιν, διότι πείθομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη
2334ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου». Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ.
2335Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι περιέχει προδικασίαν, ὅτι πρέ-
2336πει νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτος νόμος, δὲν εἶναι ὀρθή. Μετὰ τὰς
2337γενομένας δηλώσεις, ἡ Βουλὴ, ἐπιθυμοῦσα νὰ λάβῃ πρόνοιαν
2338ἡ Κυβέρνησις, συνιστᾷ εἰς αὐτὴν νὰ φέρῃ νόμον. Ἐὰν ἡ Κυ-
2339βέρνησις δὲν δεχθῇ, νομίζω ὅτι ἀντικείμενον διαφωνίας δὲν
2340ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐπιθυ-
2341μοῦσι νὰ εἰσαχθῇ νόμος τοιοῦτος, ν’ ἀπαλλαγῶσι δηλαδὴ
2342οἱ παθόντες ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
2343ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις δύναται νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι
2344ἡ Βουλὴ ὑποδεικνύει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτος
2345νόμος.
2346§188ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἐνόουν πρότασιν κατὰ τὴν ἔν-
2347νοιαν, τὴν ὁποίαν σαφηνίζουν οἱ προτείνοντες, ἀλλὰ διατε-
2348τυπωμένην καθαρῶς: «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνη-
2349σιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ σκεφθῇ, ἂν δύναται νὰ προ-
2350τείνῃ νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς». Τοιαύτη πρότασις ἀνάγεται
2351εἰς τὰ καθήκοντα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν ὁ κ. Βουλευ-
2352τὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· ἀλλ’
2353ἡ λέξις, τῆς ὁποίας γίνεται χρῆσις: «συνιστᾶται εἰς τὴν Κυ-
2354βέρνησιν νὰ φέρῃ νόμον κλπ.», ἐκδηλοῖ ἀπόφασιν τῆς Βου-
2355λῆς, ἣν ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Περὶ τῶν τοι-
2356ούτων δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφανθῇ,
2357διότι ἀγνοεῖ τὰς λεπτομερείας τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως.
2358Ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, κωλύων τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τοιοῦ-
2359τον νόμον, τότε, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν προτεινόντων, θὰ ἦναι
2360ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ νὰ
2361εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν εἰσάγει τὸν νόμον· πιθανὸν δὲ
2362οὗτοι νὰ ἀνάγωνται εἰς σκέψεις ἐσωτερικῆς συνειδήσεως καὶ
2363πεποιθήσεως, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ
2364ζητήσῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι
2365ὑπόχρεως εἰς τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν
2366Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὕτη κρίνει πρόσφορα καὶ ἀναγ-
2367καῖα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Δὲν ὑποχρεοῦται δὲ ἡ
2368Κυβέρνησις νὰ δικαιολογῆται, ἢ ν’ ἀπολογῆται, διὰ μέτρα,
2369τὰ ὁποῖα δὲν κρίνει ἀναγκαῖα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ,
2370ὅτι τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον μέτρον εἶναι συντελεστικὸν πρὸς
2371τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν σκοπόν, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πρωτο-
2372βουλίας τῆς προτάσεως νόμου, καὶ τότε δύναται νὰ γείνῃ
2373συζήτησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους,
2374δι’ οὓς δὲν ἀποδέχεται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον. Δι’ αὐτοὺς
2375τοὺς λόγους, ὅταν ἡ Βουλὴ ἔρχηται καὶ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ
2376εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν θέλησίν της, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ
2377δικαίῳ καὶ ἐν τῷ συνταγματικῷ νομίμῳ· περιορίζει τὴν ἐλευ-
2378θερίαν τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δε-
2379σμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀποφάσεως; Ἡ
2380Βουλὴ οὕτως ὑποκαθίσταται εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνή-
2381σεως. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην, ἡ κατατεθεῖσα πρότασις
2382τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ὀλυμπίας καὶ Παξῶν ἐνέχει τὴν
2383ἔννοιαν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
2384§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
2385νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτὸς ἐὰν
2386θέλῃ ν’ ἀναγκάσῃ αὐτὴν ν’ ἀποσυρθῇ τῆς θέσεώς της. Ἐν
2387ὅσῳ δὲν σκοπεῖ ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς
2388τὴν Κυβέρνησιν, καταδηλοῖ, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐκβιάσῃ αὐτήν.
2389Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυ-
2390βέρνησιν, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται συστάσεις.
2391Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι νομομαθὴς,
2392ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπευθύνῃ συστά-
2393σεις. Τότε ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παρὰ ἁπλοῦν νομοθετικὸν
2394σῶμα...
2395§190ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἠμφισβήτησα τὸ δικαίωμα τοῦτο.
2396§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσον τὸ διημφισβητήσατε,
2397ὥστε διετυπώσατε πρότασιν ἀπαραδέκτου κατὰ προτάσεως,
2398δι’ ἧς ἡ Βουλὴ συνίστα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ νό-
2399μον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου... Καὶ διατὶ ἀπευθύνει
2400τοιαύτην σύστασιν; Διότι μόνον διὰ νόμου δύνανται ν’ ἀπαλ-
2401λαγῶσιν οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη νὰ ἐκ-
2402βιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν; Οὐδόλως. Ἀλλὰ διατὶ δὲν προέβα-
2403λεν ἡ Βουλὴ τὸν νόμον; Διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξε-
2404τάσῃ τὸ πρᾶγμα. Διότι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ποίαν ἐπιρροὴν
2405θέλει ἔχει εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ
2406τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν εἰρημέ-
2407νην κατηγορίαν. Διότι πρέπει νὰ ῥυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιόν
2408της οὕτως, ὥστε ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ νὰ μὴ ὠφεληθῶσι
2409καλλιεργηταὶ ἢ ἰδιοκτῆται ἀμπέλων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσο-
2410δος δὲν κατεστράφη ἐντελῶς. Ἁρμοδία εἶναι ἡ Κυβέρνησις
2411νὰ ἐξακριβώσῃ πάντα ταῦτα, καὶ νὰ διαρρυθμίσῃ ἓν νομο-
2412σχέδιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπονέμῃ συνδρομὴν καὶ προστασίαν εἰς
2413ἐκείνους, οἵτινες περιῆλθον εἰς τὴν συμφορὰν αὐτήν, νὰ μὴ
2414δώσῃ δὲ ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις, καὶ νὰ προτείνῃ αὐτὸ,
2415μόνον ὅταν ἐκ τούτου δὲν διαταράσσηται ἡ οἰκονομία τοῦ
2416Κράτους.
2417Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις, ἡ γενομένη πρὸς τὴν Κυ-
2418βέρνησιν, εἶναι σύστασις συνταγματικὴ, καὶ ὅτι οἱ ἀξιοῦντες
2419ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἡ Βουλὴ τοιαύτας
2420συστάσεις, ἀθετοῦσι συνταγματικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
2421Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἡ σύστασις δὲν ἔχει ἐπιτακτικὸν χαρακτῆρα·
2422ἡ σύστασις εἶναι σύστασις. Πρὸς τίνα σκοπόν; ὅπως προ-
2423τείνῃ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις. Διὰ νὰ προτείνῃ νομοσχέ-
2424διον ἡ Κυβέρνησις, θέλει ἐξετάσει, ἂν δύναται νὰ τὸ προ-
2425τείνῃ, θέλει ἐξετάσει, μήπως τυχὸν ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν φορο-
2426λογουμένων φέρῃ ἐλάττωσιν τοσαύτην τῶν ἐσόδων, ὥστε νὰ
2427διαταραχθῇ ἡ οἰκονομία τοῦ Κράτους. Εἶναι δυνατὸν νὰ
2428προσδιορισθῶσιν οὕτω τὰ ὅρια τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου,
2429ὥστε νὰ μὴ ἀνοίξῃ θύρας καταχρήσεων. Ἐὰν ταῦτα ἤθελεν
2430ἐξετάσει, καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπλη-
2431ρωθῇ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, θέλει προσέλθει εἰς τὴν Βου-
2432λὴν καὶ παραστήσει, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύ-
2433στασιν αὐτῆς, δι’ αὐτοὺς ἢ δι’ ἐκείνους τοὺς λόγους. Θέλει
2434ἐκτιμήσει τότε τοὺς λόγους ἡ Βουλή, ἥτις δὲν θέλει βεβαίως
2435παραλογισθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἰσχὺν
2436λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναστείλωσι τὴν Κυ-
2437βέρνησιν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς.
2438Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς
2439τὴν πρότασιν, ὅτι δὲν ἔχει ἐπιβλητικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’
2440εἶναι σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἶναι πᾶσαι αἱ
2441συστάσεις, τὰς ὁποίας αἱ Βουλαὶ ἀπευθύνουσιν εἰς τὰς Κυβερ-
2442νήσεις, μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆ-
2443φόν μου ὑπὲρ τῆς εἰρημένης συστάσεως.
2444§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ προσοχῆς, ὅπως
2445συνηθίζω πάντοτε, ὁσάκις ὁμιλῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
2446Βουλευτής, παρηκολούθησα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ
2447τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνέπτυξεν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι τὴν
2448φορὰν ταύτην ἐνόμισα, ὅτι παρεσκεύαζεν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ
2449τῆς γνώμης τῆς ἰδικῆς μου μᾶλλον ἢ ὑπὲρ τῆς ἰδικῆς του.
2450Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα αὐ-
2451τοῦ. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι ἔργον
2452τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐξετάσῃ, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ
2453κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ἂν δύναται νὰ γείνῃ τοιαύτη
2454θυσία ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ περονοσπόρου· ὅτι ἔργον τῆς
2455Κυβερνήσεως εἶναι, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν, νὰ
2456διαπλάσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξασφα-
2457λίσῃ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ περιορισθῇ εἰς ἐκείνους, οἵτι-
2458νες πράγματι ἔπαθον, καὶ δὲν θὰ ἐκταθῇ εἰς ἐκείνους, οἵτι-
2459νες δὲν ἔπαθον. Ἀλλὰ ποίαν ἔννοιαν εἶχον αἱ δηλώσεις, τὰς
2460ὁποίας ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου ἀπέτεινα, ἢ ἀκρι-
2461βῶς ταύτην τὴν ἔννοιαν, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βου-
2462λευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἠσχολήθη; Τί ἔλεγον πρὸς τὴν Βου-
2463λήν; Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι
2464διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέ-
2465ματος τούτου διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἐκ-
2466φράσει μίαν ἰδέαν· εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι θὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως
2467μὴ πιεσθῶσιν οἱ μὴ παραγαγόντες παραγωγοὶ παρὰ τῶν οἰ-
2468κονομικῶν ὀργάνων. Ἐνομίζομεν, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως ταύ-
2469της καὶ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρακολουθήσει
2470τὴν δήλωσιν ταύτην, δὲν ἤθελεν ἴσως παρασταθῆ ἀνάγκη,
2471ἵνα νομοθετικῶς λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν συ-
2472ζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὅλου ζητήματος, ἠκούσαμεν, ὅτι ἴσως τὰ
2473μέτρα αὐτὰ, τὰ διοικητικὰ, δὲν θὰ ἦσαν ἐπαρκῆ, ἀλλ’ ὅτι
2474θὰ ἦτο ἀνάγκη νομοθετικοῦ τινος μέτρου, ἐξασφαλίζοντος
2475αὐτά. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου
2476ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφέρῃ γνώμην; Εἶχεν ἀνάγκην, —
2477καὶ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο καὶ ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε παρ’ αὐτῆς, ἐὰν
2478τὴν θεωρῆτε σοβαρὰν, — περὶ τοιούτων μέτρων σκεπτομένη,
2479νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύναν-
2480ται νὰ συντελέσωσιν εἴτε εἰς τὴν παραδοχὴν, εἴτε εἰς τὴν μὴ
2481παραδοχὴν τοῦ μέτρου. Καὶ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις: «Θὰ σκε-
2482φθῶ, καὶ θ’ ἀποφασίσω, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις,
2483αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διεξήχθησαν ἐντὸς τῆς
2484Βουλῆς, καὶ τὰς ἐκδηλωθείσας γνώμας τῆς τε μειοψηφίας
2485καὶ τῆς πλειοψηφίας.»
2486Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι
2487ἦσαν καθαραὶ, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὑποβολῆς προτάσεως,
2488προτάσεως μάλιστα, ἡ ὁποία προσέλαβε τὸν χαρακτῆρα,
2489τὸν ὁποῖον τὸ πρῶτον προσέλαβε. Βεβαίως διωρθώθη ἡ πρό-
2490τασις παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην πεῖραν τῶν
2491κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσιν, ὅτι
2492πρότασις μὲ τὴν λέξιν «ἐπιτακτικῶς» δὲν θὰ εἶχεν ἀποτέ-
2493λεσμα ἢ νὰ ἐγείρῃ τὴν πλειονοψηφίαν σύμπασαν πρὸς ἀπόρ-
2494ριψιν τῆς προτάσεως. Βεβαίως ἀφῃρέθη ἡ λέξις «ἐπιτακτι-
2495κῶς», ἀλλ’ ἔμεινεν ἡ πρότασις. Ποία πρότασις; Ὄχι, ὅτι
2496συνιστᾷ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ
2497τοῦ ζητήματος, καὶ ἀφοῦ μελετήσῃ τοῦτο φέρῃ ἐνώπιον αὐ-
2498τῆς τὴν ἀπόφασίν της· ἀλλὰ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
2499φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς
2500πληρωμῆς φόρου οἱ παθόντες ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Αὐτὸς ὁ
2501τύπος ἐδόθη. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συστάσεως ταύ-
2502της; Ἢ ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιβολῆς, ἢ οὐδεμίαν ἔχει
2503ἔννοιαν. Διότι, ἐὰν ἔχῃ ἔννοιαν ἁπλῆς συστάσεως, τότε,
2504ἐρωτῶ, διατί δὲν λέγετε ἐν τῇ προτάσει, ὅτι «ἡ Βουλὴ
2505συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς
2506συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν σήμερον, μελετήσῃ τὸ
2507ζήτημα καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν με-
2508λετῶν της»;
2509§193Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἔφερα ἐγὼ τὴν πρότασιν,
2510αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδετε ὑμεῖς, δίδω καὶ ἐγώ.
2511§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἔχοντες πεῖραν κοινο-
2512βουλευτικὴν ἐννοοῦσιν, ὅτι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλον-
2513ται εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὑποβάλλονται μὲ ἐξηγήσεις, τὰς
2514ὁποίας δίδει ὁ Α, ὁ Β ἢ ὁ Γ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ ἔχῃ
2515ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιάν της. Ἐὰν δὲν τὴν ἔχῃ ἐν ἑαυτῇ, δὲν
2516δύναμαι ἐγὼ νὰ προστρέξω εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ προτείναν-
2517τος, διὰ νὰ δώσω τὴν ἔννοιαν εἰς αὐτήν.
2518§195ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὴν
2519βελτίωσιν τῆς προτάσεως.
2520§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν, ἐν ὅσῳ ἐν τῇ προτάσει δια-
2521βλέπω ἔστω καὶ ἴχνος δυσπιστίας, καθῆκον ἔχω νὰ θέσω
2522ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ὅμως ἐν τῇ προτάσει τῶν κυρίων
2523Βουλευτῶν δὲν ὑπάρχῃ οὐδὲ ἴχνος ζητήματος ἐμπιστοσύνης,
2524τότε βεβαίως θὰ ἦτο παιδαριῶδες νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζή-
2525τημα τῆς ἐμπιστοσύνης.
2526§197ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ,
2527ὑπεβάλομεν μίαν πρότασιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ πρότασις
2528αὕτη περιέχει ἔννοιαν ζητήματος ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον
2529ἡμεῖς οὔτε ἐσκέφθημεν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύ-
2530την, νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, εἶσθε ἁρμόδιος νὰ
2531διαρρυθμίσητε καὶ βελτιώσητε τὰ τῆς προτάσεως...
2532§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ;
2533§199Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ... κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
2534ν’ ἀπομακρυνθῆτε ἐξ αὐτῶν τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας φο-
2535βεῖσθε.
2536§200ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ λεχθέντα
2537ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν:
2538«Συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα
2539τῆς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων, καὶ ὑποβάλῃ
2540εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της.»
2541§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον εἶναι
2542περιττὸν ἐντελῶς.
2543§202ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν στιγμήν. Ἐὰν Βου-
2544λευτής τις ἔλεγε: «παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ εἴπῃ,
2545ποίας μελέτας ἔκαμε τῶν καταστροφῶν τοῦ περονοσπόρου,
2546καὶ ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος», ἡ Κυβέρνησις δὲν
2547ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοιαύτην ἐρώτησιν; Τοῦτο
2548λέγει ἡ πρότασις: «Παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ με-
2549λετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ φέρῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της.»
2550§203ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Τίνι τρόπῳ θὰ τὸ φέρῃ;
2551§204ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προφορικῶς, ἢ ἐγγράφως.
2552§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει πλέον λό-
2553γος διαφωνίας. Διετυπώθη ἡ πρότασις κατὰ τρόπον τόσον
2554ἀνώδυνον...
2555§206ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον πεῖσμα θὰ ἐδικαιολόγει τὴν
2556διαφωνίαν.
2557§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων κηρύσσεται περατωμένη ἡ
2558συζήτησις.
2559Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις. Ἡ μία πρότασις εἶναι ἡ
2560τοῦ κ. Χριστοπούλου, διαρρυθμισθεῖσα ὡς ἑξῆς:
2561«Συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζή-
2562τημα τῆς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων καὶ ὑπο-
2563βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της.»
2564Ἑτέρα πρότασις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Στεφάνου, ἔχουσα
2565ὡς ἑξῆς:
2566«Ἡ Βουλή, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2567ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
2568διάταξιν.»
2569Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι περιλαμβάνει
2570καὶ τὴν ἄλλην.
2571Τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Στε-
2572φάνου.
2573§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ πρότασις τοῦ κ.
2574Χριστοπούλου, ὅπως διετυπώθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἐμπεριέχει ἀκρι-
2575βῶς τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς
2576ἐζήτησεν, ἵνα τεθῶσιν ἐν τῇ προτάσει. Ἡ δὲ πρότασις τοῦ
2577κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ περιέχει ἀοριστίας τινάς, καὶ τὴν
2578πρότασιν τὴν μετατρέπει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡμεῖς
2579δὲν ἐννοοῦμεν, τὴν πρότασίν μας νὰ καταστήσωμεν ζή-
2580τημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ συνιστῶμεν διὰ τῆς προτάσεως
2581εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς καταστρο-
2582φῆς τῶν ἀμπέλων, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς βρα-
2583χυτάτης προθεσμίας τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της. Παρα-
2584καλοῦμεν δὲ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τὴν
2585ἰδικήν μας, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει θετικόν τι.
2586§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸν Κανονισμόν,
2587νὰ τεθῇ, διότι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, τοῦ κυρίου
2588Στεφάνου εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Ἑπομένως θὰ ψηφισθῇ αὕτη.
2589§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Στε-
2590φάνου θεωρῆται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἀπωτέρα, καὶ τεθῇ εἰς
2591ψηφοφορίαν, δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν ψηφίσει κατ’ αὐτῆς, διότι
2592ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφάνου εἶναι τὸ πόρισμα τῶν συνταγ-
2593ματικῶν θεωριῶν του, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἀντιβαινούσας
2594εἰς τὸ Σύνταγμα.
2595§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
2596Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι δύο ψηφολέκται.
2597Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφάνου, τὴν
2598ὁποίαν ἠκούσατε, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν
2599λέγουσιν Ὄχι.
2600(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2601ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Κασσαβέτη καὶ Περ. Ἀλε-
2602ξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
2603ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2604Ἀνδρέας Πεταλᾶς Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2605Γεώργιος Κυριαζῆς Ν Γεώργιος Λύρας Ν
2606Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
2607Λεων. Μελετόπουλος Δημήτριος Τατᾶσος Ν
2608Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Δημήτριος Τσιτσάρας Ο
2609Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ν Κωνστ. Ζῶτος Ν
2610Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
2611Εὐκλείδης Μπίστης Διονύσιος Στεφάνου Ν
2612Δημ. Κατρῆς Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
2613Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας
2614Κωνστ. Πλατοῦτσας Ν Γεώργ. Ρώμας Ν
2615Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Ο Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
2616Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
2617Κωνστ. Κοττίκας Ν Χαρ. Σπηλιώτης Ο
2618Ἰωάννης Καραπάνος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
2619Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Πέτρος Αὐγερινός
2620Στέφανος Δραγούμης Ο Χρῆστος Δαραλέξης Ο
2621Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἄγγελος Πετραλιᾶς
2622Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ν
2623Φωκίων Νέγρης Ο Νικόλαος Δαούτης Ο
2624Νικ. Γιαννηκώστας Ν Παναγ. Παπαχατζῆς
2625Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ν Σπ. Ι. Μήλιος Ν
2626Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Βασ. Μαρκεζίνης Ν
2627Θεόδ. Φλογαΐτης Ο Νικήτας Συνοδινός Ν
2628Δημ. Γ. Ράλλης Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
2629Γεώργιος Βενιζέλος Τηλέμαχος Δενδρινός Ν
2630Νικ. Γουναράκης Ο Παν. Μαυροκέφαλος
2631Κωνστ. Σταυρόπουλος Ν Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
2632Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Θεόδ. Ζαΐμης Ο
2633Ἀνδρ. Στρᾶτος Ο Παν. Θρ. Ζαΐμης
2634Δημ. Κραγιάννης Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
2635Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
2636Κωνστ. Τοπάλης Ο Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
2637Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
2638Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Περικλῆς Περρωτῆς Ο
2639Νικόλαος Παπαϊωάννου Ἠλίας Μαυρομιχάλης
2640Δημήτριος Γίδας Ν Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν
2641Νικόλαος Τσόγκας Ν Δημ. Τερτίπης Ν
2642Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
2643Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Ο Κωνστ. Ζωγλοπίτης Ο
2644Περ. Ἀλεξάκης Ο Γεώργ. Φραγκίδης Ν
2645Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἰωάν. Καζαμπάκας Ο
2646Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Σπ. Παπαποστόλου
2647Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν
2648Χαρίλαος Διγενόπουλος Κωνστ. Σαραφιανός Ν
2649Ἀρ. Πετροπουλάκης Γ. Χατζηνικολῆς Ν
2650Γ. Λ. Πετροπουλάκης Παν. Λεβέντης
2651Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Κ. Δούνης Ο
2652Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Γεώργ. Μέρμηγκας
2653Γεώργ. Ἀνδρίτσος Γεώργ. Κόρπας
2654Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν
2655Μιχαὴλ Στελλάκης Ο Γεώργ. Θεοτόκης ἠρν.
2656Μιχαὴλ Θεοτόκης Ν Ἡλ. Ποταμιάνος Ο
2657Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μ. Λαμπρυνίδης
2658Σπυρίδων Χυτήρης Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
2659Γουλ. Σκάρπας Ν Α. Πετσάλης Ο
2660Βασίλ. Σαμούλης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2661Σπ. Ἀγάθος Ν Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
2662Νικ. Καλόσγουρος Γ. Καπετανάκης
2663Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτιος Μοσχούλας Ν
2664Παν. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
2665Σωτ. Κροκιδᾶς Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
2666Σπ. Νοταρᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς Ν
2667Περ. Μεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος Ν
2668Δημ. Δημητριάδης Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
2669Ἄθως Ρωμᾶνος ἠρν.Ἀνάργ. Σιμόπουλος
2670Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
2671Ἀντ. Μομφερρᾶτος Πέτρος Μώρης
2672Θεόδ. Μαρκέτος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
2673Σπ. Ε. Στάης ἠρν.Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
2674Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
2675Παν. Χοντζόπουλος Ν Α. Ρικάκης Ο
2676Νικ. Τσούχλος Ἀχιλ. Χοιδᾶς
2677Χαρ. Κ. Βοζίκης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
2678Θ. Πέρρος Ν Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης Ν
2679Στέφ. Κοπανίτσας Ο Ν. Μισυρλῆς
2680Γεώργ. Φικιώρης Ο Ν. Καράπαυλος ἠρν.
2681Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης
2682Βρασίδας Λεώπουλος Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ν
2683Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβὸς Ν
2684Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2685Ν. Καραστέργιος Νικόλ. Λεωνίδας
2686Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς Ο
2687Ἰω. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδᾶτος
2688Νικ. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος Ο
2689Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
2690Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης Ο
2691Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
2692Ξενοφ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
2693Β. Βασιλειάδης Ο Κάρολος Βιτάλης
2694Ἀθαν. Εὐταξίας Ν Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
2695Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο Γ. Κανούτας
2696Παν. Μανέτας Ο Νικ. Ταρμπάζης Ν
2697Ἰω. Μπακόπουλος Ο Θεόδ. Κριεμάδης
2698Ἠλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινός Ν
2699Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
2700Ἀθ. Κατριβᾶνος Ν Θ. Σαρσέντης
2701Ἠλίας Κοσσονᾶκος Α. Πονηρόπουλος Ν
2702Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Ἀναστασόπουλος
2703Γ. Νικολαΐδης Ο Δ. Παπατσώρης Ν
2704Κ. Τρικούπης Ν Δ. Κατσάνος Ν
2705Λεων. Δεληγεώργης Ο Α. Σκαλτσοδῆμος Ο
2706Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Ν. Τζανετόπουλος Ν
2707Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ροδόπουλος Ν
2708Γ. Λυμπερόπουλος Ν Θεόδ. Λιμπρίτης
2709Περ. Μποῦτος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
2710Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Νικ. Τσαμαδὸς ἠρν.
2711Α. Μάτσας Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
2712Νικ. Κρίσπης Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
2713Ι. Ναυπλιώτης Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2714Ἐλ. Μυχώνιος Ο Ι. Τσιριμῶκος Ν
2715Γεώργ. Σισμάνης Ο Δημ. Κρίτσας Ο
2716Δ. Φαρμάκης Ν Α. Πλατῆς
2717Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Χατζῖσκος Ο
2718Ν. Π. Καλογερόπουλος Ν Δ. Κριεζώτης Ν
2719Β. Βουδούρης ἠρν.
2720Γ. Ἀβέρωφ Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
2721§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 173, ἐξ ὧν 107
2722ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ 60 κατ’ αὐτῆς, τῶν παρόντων 6
2723Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆφον.
2724Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο παραδεκτή.
2725§213ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον πλέον.
2726§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά! δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Νομίζω
2727ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2728§215ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ,
2729πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2730§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἐὰν θέλητε· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
2731πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2732§217ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκολουθῶν τὴν γνώμην
2733τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν, σχετικῶς πρὸς τὸ
2734ζήτημα τῆς ποιμνιοβοσκῆς, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,
2735ἐὰν σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τροποποίησιν εἰς διατάξεις
2736τινὰς τοῦ σχετικοῦ περὶ ταύτης νόμου. Ἐρωτῶ δ’ αὐτὸν
2737ἀπὸ τοῦδε, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει σκέπτομαι νὰ φέρω
2738ἐγὼ αὐτὸς τροποποίησιν τούτου.
2739Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινος ἀνωμολόγει, ὅτι διατάξεις
2740τινὲς τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὡς αἱ ἀφορῶσαι τὰ
2741σύλληπτρα, εἶναι ἐν βάρος ἢ μία πίεσις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς
2742τοὺς πολίτας. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ
2743τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται, καὶ περὶ τῶν σχετικῶν αὐτῶν
2744διατάξεων νὰ φέρῃ τροποποίησίν τινα.
2745§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
2746§219ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν
2747κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον
2748σημεῖον εὑρίσκονται τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Παμίσου. Ὀφεί-
2749λω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2750ἐφάνη πάντοτε λίαν πρόθυμος, ἵνα συντελέσῃ εἰς τοιαῦτα
2751ἔργα, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε μόνον ἐν λόγοις. Ἀλλ’ ἐν
2752Μεσσήνῃ εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε δὲν ὠφελοῦσιν οἱ
2753λόγοι. Δι’ ὃ ὁ δήμαρχος Παμίσου ἠναγκάσθη ν’ ἀπευθυνθῇ
2754πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–
2755Πελοποννήσου, δι’ ἐγγράφου του, καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν
2756Ἑταιρείαν, ὅπως συντρέξῃ αὕτη τοὺς δημότας, ἀφοῦ ἡ Κυ-
2757βέρνησις δὲν συντρέχει, ἵνα ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν προτέραν
2758κατάστασιν τὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας κατέστρεψαν αἱ πλήμ-
2759μυραι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Αἱ καταστροφαὶ εἶναι τόσον
2760μεγάλαι, ὥστε οὐ μόνον διεκόπη ἡ μεταξὺ Καλαμῶν καὶ
2761Μεσσήνης συγκοινωνία, ἀλλὰ καὶ κίνδυνοι ὑφίστανται, καὶ
2762δυστυχήματα συνέβησαν. Εἶναι βεβαίως περιττὸν νὰ ἀνα-
2763γνώσω τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, καθόσον μάλιστα δὲν ἔχει σχέσιν
2764μὲ τὴν Βουλήν, ὡς ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῶν
2765Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἁπλῶς μόνον ἀναφέρω τοῦτο,
2766πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῶν λόγων μου.
2767Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
2768προσαγάγῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας:
27691) Πόσα συνεισφέρουσιν αἱ διάφοροι ἐπαρχίαι εἰς τὸ Τα-
2770μεῖον τῆς ὁδοποιΐας. 2) Πόσα χιλιόμετρα ὁδῶν ἐν ἑκάστῃ
2771ἐπαρχίᾳ ἔχουσιν ἐκτελεσθῆ. 3) Ποίας ὁδοὺς τὸ τμῆμα τῶν
2772δημοσίων ἔργων θεωρεῖ πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἂν εἰς αὐτὰς
2773περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὁδὸς Μεσσήνης–Πυλίας. 4) Εἰς ποῖον
2774σημεῖον εὑρίσκονται τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα Παμίσου, καὶ τίνα
2775ἐν γένει περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν ἔχει λάβει ἡ Κυβέρνησις.
2776§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ηὐχόμην, ἡ ὑπόθεσις τῶν
2777ἔργων τοῦ Παμίσου νὰ προεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καταλ-
2778λήλῳ ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κεκμηκυῖα. Διὰ τοῦτο
2779περιορίζομαι μόνον νὰ δηλώσω τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ.
2780Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐξετάσῃ, ποῖον ἦτο τὸ σχέ-
2781διον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθη νὰ γέ-
2782νωνται ἐν τῷ Παμίσῳ, πότε ἤρξατο ἡ ἐργασία πρὸς ἐκτέ-
2783λεσιν τῶν ἔργων τούτων, πόσος χρόνος παρῆλθεν ἔκτοτε,
2784καὶ τίνα ἔργα ἐξετελέσθησαν μέχρι τοῦδε. Διότι τοσαύτας
2785πληροφορίας ἔχω περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως, ὥστε ἐπα-
2786νειλημμένως ἀπεφάσισα νὰ μεταβῶ αὐτὸς ἐγὼ ἐκεῖ, ἵνα ἀντι-
2787ληφθῶ τῆς καταστάσεως, διότι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι
2788μοὶ ἐδόθησαν, μοὶ παρέστησαν, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα γί-
2789νονται ἀφορμὴ δαπανῶν ἀσκόπων.
2790§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2791ταξιν.
2792Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ
2793νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
2794τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12».
2795§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2796Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐνταῦθα, καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ παρου-
2797σία του πρὸς συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἄλ-
2798λως καὶ δὲν κατεπείγει ἡ ὑπόθεσις, διότι ἡ δαπάνη ἐγέ-
2799νετο, καὶ πρόκειται περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ
2800εἴμεθα εἰς καιρὸν πάντοτε νὰ τὸ κυρώσωμεν διὰ τῆς ψήφου
2801τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
2802§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπόν.
2803Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Τα-
2804μείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου».
2805Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ
2806κ. Ἐμπειρῖκος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
2807ράρτημα, ἀριθ. 47)
2808Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Γου-
2809ναράκης.
2810§224ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ αὐτὴν τὴν ὥραν;
2811§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριε Βουλευτά,
2812δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
2813§226Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ὑποστη-
2814ρίξωμεν ὅλοι, καὶ οὐδεὶς ἔχει σκοπὸν νὰ φέρῃ οἱανδήποτε
2815ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀρχῆς. Βεβαίως πάντες θὰ ἔχωμεν τὴν
2816φιλοτιμίαν, ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ φέρωμεν βελτιώσεις εἰς
2817αὐτό· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος.
2818§227ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, καὶ αὔριον
2819νὰ μὴ γείνῃ καμμία ἐπερώτησις.
2820§228Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ
2821χθὲς παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ περιορισθοῦν σήμερον
2822αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ
2823νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις ἡ ὥρα εἶναι 9, καὶ μέχρι τῆς ὥρας
2824ταύτης ἐξακολουθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις!
2825§229Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι προκατειλημμένος
2826κατὰ τῶν γενομένων ἐπερωτήσεων, αἵτινες μᾶς ἔφεραν εἰς
2827τοιαύτην ὥραν, καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ προκαταλήψεως ὁμιλῶ.
2828Ἐὰν ὅμως ἦναί τις προκατειλημμένος, ὅτι αἱ συζητήσεις
2829αἵτινες ἐγένοντο μέχρι τῆς ὥρας ταύτης, ἐγένοντο ἐπίτηδες,
2830ἵνα παρεμποδισθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐλεύ-
2831θερος νὰ τὸ φρονῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ. Ἀλλ’ ἐὰν τοι-
2832αύτη προκατάληψις δὲν ὑπάρχῃ, ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων
2833ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἐπιληφθῶμεν κατὰ τοιαύτην ὥραν τῆς συ-
2834ζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δ’ ἐπιμένητε, ὅτι πρέπει νὰ
2835προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂς ἐπιληφθῶμεν
2836τῆς συζητήσεως ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ γυναικείων
2837φυλακῶν π. χ., τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ συζήτησιν μακράν.
2838§230Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καμ-
2839μία προκατάληψις δὲν ὑπάρχει, ὅτι παρακωλύεται ἡ ψήφι-
2840σις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει
2841ποσῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν καθ’
2842ἑκάστην ἑσπέραν ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, μέχρι μὲν
2843τῆς ἐνάτης ἐπερωτήσεις, τὴν δὲ ἐνάτην νὰ λέγωμεν: «ἆ!
2844δὲν ὑπάρχει καμμία προκατάληψις· ἂς τὸ ἀναβάλωμεν διὰ
2845τὴν ἑπομένην», καὶ τὴν ἑπομένην νὰ τὸ ἀναβάλωμεν διὰ
2846τὴν μεθεπομένην, τότε ποῦ θὰ φθάσωμεν;
2847§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναιρεῖτε ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἔχετε
2848προκατάληψιν· διότι τὸ νὰ λέγητε, ὅτι καὶ αὔριον καὶ με-
2849θαύριον τὸ αὐτὸ θὰ γείνῃ, σημαίνει ὅτι ἔχετε προκατάληψιν.
2850Σήμερον συνέπεσε τὸ ζήτημα περὶ ἀμπέλων, ἕνεκα τοῦ
2851ὁποίου ἡ συζήτησις παρετάθη μέχρι τῆς ὥρας ταύτης· ἀλλ’
2852ἐὰν αὔριον ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτὸ, δικαίως τότε ὁ κ. Ὑπουρ-
2853γὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσῃ, ὅπως
2854ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ ταχέως τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
2855§232ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, οὔτε καμμίαν προ-
2856κατάληψιν ἔχω· ἀπ’ ἐναντίας ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ
2857ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δι’ αὐτὸ παρα-
2858καλῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔ-
2859ριον.
2860§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· νὰ προχωρήσωμεν παρακάτω.
2861§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ νομο-
2862σχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἵνα μεταβῶμεν
2863εἰς ἄλλο, σημαίνει ὅτι ὑποτιμῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
2864§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἐγγε-
2865γραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν τρεῖς ἢ τέσσαρες· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νο-
2866μοσχεδίου περὶ γυναικείων φυλακῶν δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρ-
2867χωσιν ἀντιρρήσεις.
2868§236ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ἀναβάλωμεν
2869τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο.
2870§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι δυνά-
2871μεθα ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2872ἐπεθύμουν νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι συνεδριάζομεν ἀπὸ τριῶν ἑβδο-
2873μάδων, χωρὶς νὰ πράξωμεν τίποτε. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει
2874δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως·
2875ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας ἑβδομάδας δὲν ἠδυ-
2876νήθημεν νὰ πράξωμεν τίποτε. Ὑπάρχουσι νομοσχέδια σπου-
2877δαῖα, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὰς. Γνωρίζετε
2878πολὺ καλὰ, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παραπομπῆς εἰς
2879ἐπιτροπάς. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τὴν κατά-
2880στασιν ταύτην. Λέγω ὅμως, ὅτι ἐπιθυμητὸν εἶναι νὰ μὴ
2881παραταθῇ, διότι, παρατεινομένης τῆς καταστάσεως ταύτης,
2882βεβαίως οὐδεμία νομοθετικὴ ἐργασία δύναται νὰ γείνῃ. Ἐὰν
2883ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει ν’ ἀσχολῆται εἴτε περὶ τῶν πρά-
2884ξεων τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε περὶ πράξεων διοικητικῶν, αἱ
2885ὁποῖαι ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα συζητῇ μέ-
2886χρι τῆς ἐνάτης ὥρας τῆς νυκτὸς, ἴσως ἀναγκασθῶμεν νὰ ζη-
2887τήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως διακόπτηται ἡ συνεδρία-
2888σις ἐπὶ μίαν ὥραν, μεθ’ ὃ νὰ ἐπαναλαμβάνηται, διότι ἄλ-
2889λως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ δεύτερον καθῆκον, τὸ
2890ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
2891Λοιπὸν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ
2892περιορίσω τὸ δικαίωμά τινος, νομίζω ὅτι δυνάμεθα, μετὰ
2893διακοπὴν, ἡ ὁποία νὰ γίνεται κατὰ τὴν 8ην ὥραν, νὰ ἐπα-
2894νερχώμεθα περὶ τὴν 9ην, ὅπως συνεχίζωμεν τὰς ἐργασίας
2895ἡμῶν.
2896§238ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγ-
2897κην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ
2898ἐπανέρχηται καὶ τὴν νύκτα, καὶ συμβουλεύω νὰ μὴ παρα-
2899καλέσῃ αὐτήν. Διότι, ἂν πέρυσι καὶ προπέρυσιν ἠθέλησε νὰ
2900καταπονηθῇ ἡ Βουλὴ καθ’ ἑσπέραν, ἐπανερχομένη καὶ παρα-
2901μένουσα μέχρι τῆς 5ης καὶ 6ης ὥρας τῆς πρωΐας, δὲν νο-
2902μίζω ὅτι πρέπει τοῦτο καὶ ἐφέτος νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐννοῶ
2903τὰς συνεδριάσεις τὰς νυκτερινὰς ἐπί τινας ἡμέρας, μίαν ἢ
2904δύο ἑβδομάδας, ἔστω· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου νὰ
2905ἀξιῶτε παρ’ ἡμῶν, ὅπως συνεδριάζωμεν καθ’ ἑσπέραν μέχρι
2906τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θέλουσιν εὐαρεστηθῆ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ
2907νὰ κουρασθῶσι, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Μέχρι τοῦδε δὲν
2908νομίζω ὅτι παρελείψαμεν τὸ καθῆκον. Ἔχομεν τὴν ἡμε-
2909ρησίαν διάταξιν λίαν ἐλευθέραν, καὶ ἐκ τῆς ἡμερησίας δια-
2910τάξεως οὐδὲν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ
2911ψηφισθῇ, ἔμεινεν ἀψήφιστον. Ἓν ἢ δύο νομοσχέδια παρε-
2912πέμφθησαν εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι νο-
2913μοσχέδια, ὡς τὸ περὶ ὁπλοφορίας, νομοσχέδια, ὡς τὸ δι-
2914καστικὸν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ προεξεργα-
2915σίας εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ
2916Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ἐκεῖνο εἶχεν ἀνάγκην
2917τῆς τοιαύτης ἐπεξεργασίας. Βεβαίως δὲ δὲν ἔπταισε μόνη ἡ
2918Ἀντιπολίτευσις, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ συνεδριάσῃ ἡ ἐπι-
2919τροπὴ, διότι ἅπαντα τὰ μέλη αὐτῆς, πλὴν ἑνὸς ἢ δύο, τὴν
2920ἡμέραν τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, νομίσαντα ὅτι δὲν θὰ
2921συνεκροτεῖτο συνεδρίασις, δὲν προσῆλθον, καθόσον αὐτὴ ἡ
2922Κυβέρνησις εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συνεδριάσῃ
2923κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Μόνη ἐργασία ἐκκρεμὴς, ἀλλὰ
2924ὑποστᾶσα ἤδη διπλῆν ἀνάγνωσιν, εἶναι ἡ περὶ τοῦ νομο-
2925σχεδίου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν
2926γυναικείων φυλακῶν. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων ἡ
2927δευτέρα συζήτησις τοῦ ἑνὸς παρῆλθε σχεδὸν ἄνευ παρατη-
2928ρήσεων, εἰς τὴν πρώτην δὲ συζήτησιν μικραὶ παρατηρήσεις
2929προπαρασκευαστικαὶ ἐγένοντο, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν παρε-
2930πέμφθη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν
2931τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν γυναικείων φυλακῶν μικραὶ παρα-
2932τηρήσεις ἐγένοντο, ἃς ἐν μέρει ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
2933Δικαιοσύνης, ἐπὶ βελτιώσει τοῦ νομοσχεδίου. Τρεῖς πιστώ-
2934σεις παρουσιάσθησαν, ἐξ ὧν αἱ δύο ἐψηφίσθησαν, ἡ τρίτη
2935δ’ ἔμεινεν ἀψήφιστος, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2936τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ περὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ νομοσχέδιον ἐψη-
2937φίσθη. Λοιπὸν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρημέλησε
2938τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἀλλὰ μᾶλλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν
2939ἑτοίμην ὕλην πρὸς ἐργασίαν, καὶ δι’ ἄλλον λόγον καὶ διότι
2940ἀσθενεῖ ἓν τῶν κυριωτάτων μελῶν αὐτῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς
2941ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις συνήθως τροφοδοτεῖ τὴν Βουλὴν
2942διὰ νομοθετικῆς ὕλης.
2943Λέγω λοιπὸν, ὅτι πάντα ταῦτα δικαιολογοῦσιν ὅσα εἶπον,
2944ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρ-
2945μόσῃ τακτικὴν νυκτερινῆς ἐργασίας, ἐνῷ εἶναι πρόωρος ἡ
2946ἀξίωσις τοιαύτης ἐργασίας, καὶ ὅτι ἐνδείκνυται ταύτην τὴν
2947ἑσπέραν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
2948κατὰ τοιαύτην ὥραν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ σπου-
2949δαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ
2950ὁμιλήσωσι, καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀναμείνῃ τὴν αὔριον ἡ Κυβέρνη-
2951σις, ὅτε ἡ Βουλὴ, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον αὐτῆς, θὰ συμ-
2952πράξῃ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἃς ἔχει δυνάμεις.
2953§239Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ
2954νομοσχέδιον περὶ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου κατέθεσα εἰς
2955τὴν Βουλὴν πρὸ 10 ἡμερῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ
2956Ἀττικῆς ἐζήτησε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς· ἐγὼ παρεδέ-
2957χθην τὴν γνώμην του, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐσχηματίσθη. Ἡ
2958Βουλὴ ὥρισε τριῶν ἡμερῶν προθεσμίαν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ
2959φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
2960ἐξ Ἀττικῆς, καίπερ ἀποτελῶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν
2961προσῆλθεν εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς. Παρῆλθον 5 ἡμέραι,
2962ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα
2963ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ δεχθῇ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν
2964διάταξιν τὸ νομοσχέδιον.
2965Τὸ νομοσχέδιον εἶναι πρὸ πέντε ἡμερῶν ἀναγεγραμμένον
2966εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀναβάλλεται,
2967διὰ νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προβαλλομένων ἄλ-
2968λων ζητημάτων, καὶ τὴν ἐνάτην ὥραν προτείνεται ἡ ἔνστα-
2969σις, ὅτι εἶναι ἀργὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἀναβλη-
2970θῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον.
2971Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνησυχῶ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
2972νομοσχεδίου τούτου· εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει χα-
2973ρακτῆρα ἐθνικὸν, καὶ ὅταν βλέπω νὰ προΐστανται τῆς Ἀντι-
2974πολιτεύσεως ὁ Δηλιγιάννης, ὁ ἔγγονος τοῦ Ἀνδρέου Ζαΐμη
2975καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, εἶμαι ἐντε-
2976λῶς ἥσυχος περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Διότι Ἀντιπολίτευ-
2977σις, τῆς ὁποίας ἡγοῦνται τοιαῦτα ὀνόματα, δὲν εἶναι δυνα-
2978τὸν νὰ μὴ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
2979§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀρέ-
2980σκεται εἰς τὰ προσωπικά. Ἀλλὰ τὰ προσκόμματα ποῖος πα-
2981ρενέβαλε; Μήπως ἐγὼ ἐζήτησα ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν
2982ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου; Τὴν ἀναβολὴν
2983ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ καλῶς πρά-
2984ξας, διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
2985νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δεχθῇ
2986τὴν ἀναβολήν. Εἶναι γνωστὸν ἐνταῦθα καὶ ἀνωμολογήθη,
2987ὅτι τὴν ἡμέραν τῶν Εἰσοδίων, ὅτε προσεκλήθημεν νὰ συνε-
2988δριάσωμεν, καὶ ἡ Βουλὴ ἤργει, οὐδεὶς μετέβη, ἐκτὸς τοῦ
2989κ. Καρτάλη καὶ δευτέρου τινὸς, οὐδεὶς δὲ ἄλλος οὔτε ἐκ τῶν
2990μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, οὔτε ἐκ τῶν τῆς μειονοψηφίας, διότι
2991ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνεδρίασις. Δευ-
2992τέρα πρόσκλησις δὲν ἐγένετο. Μετὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἐζη-
2993τήθη νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
2994καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔφερα ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἀμέσως, ἀνελθὼν
2995τὸ βῆμα, κατέθηκα τὴν ἐργασίαν, ἣν εἶχον ἑτοίμην, ἵνα
2996ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἥτις εἶναι ἴσως προωρισμένη
2997νὰ ἐκτιμηθῇ παρ’ ἄλλων ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις τὸ νομο-
2998σχέδιον θὰ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ κατηρτισμένον ὅπως ἔχει,
2999ἵνα μὴ εἴπῃ τις, ὅτι ἄλλος, πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν
3000βοηθῶν αὐτοῦ, συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ.
3001Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ ἦναι βέ-
3002βαιος, ὅτι τὰ ἐθνικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα συμμερίζονται πάν-
3003τες οἱ Βουλευταὶ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ θέσῃ
3004ἑαυτὸν ὑπεράνω οὐδενὸς, οὔτε Βουλευτοῦ, οὔτε ἄλλου πολί-
3005του. Οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ μὴ σκεπτόμενος περὶ τοῦ Ναυ-
3006τικοῦ, ὅσον τοὐλάχιστον σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3007Ναυτικῶν. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ
3008θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἔν τισι τῶν λεπτομερειῶν. Μετὰ
3009τοῦτο δὲ αὐτὸς μὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐπέτυχε
3010νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ἐναντίον τῆς θελήσεως
3011καὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις
3012θέλει ἔχει τὴν συνείδησιν, ὅτι συνετέλεσε καὶ αὕτη, ὅσον
3013αὐτὸς, εἰς τὴν ψήφισιν Ταμείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
3014§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον νὰ περιορίσωμεν ὀλίγον τὰς
3015ἐπερωτήσεις.
3016§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀρχώμεθα ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας.
3017§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3018Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἔλθητε ἐνωρὶς αὔριον.
3019Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.)