1900.11.27
1.901 στίχοι · 14.717 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 27 Νοεμβρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως» μοὶ ἐδήλωσε, κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της ἡ ἐπιτροπή, καὶ παρακαλεῖ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἤθελον μελετήσει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔχουσι νὰ ὑποβάλωσι παρατηρήσεις, νὰ τὰς ὑποβάλωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἢ ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, διὰ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως οὕτω κατορθωθῇ νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Καλοφωτιᾶς, ἐκ τοῦ χωρίου Φραντζῆ τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν, δι’ ἀναφορᾶς του ὑποστηρίζει τὴν ἀνάγκην συστάσεως Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας.
§4ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι Βουλευτὴς αὐτός;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὀγδόου Ὑπουργείου Γεωργίας (ἱλαρότης). Οἱ ἐν Χαλκίδι κρεοπῶλαι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπέβαλον ὅμοιον ὑπόμνημα τῶν κρεοπωλῶν τῆς πόλεως Μεγάρων καὶ ἐν γένει τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, οἵτινες ἀσπάζονται τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδημοσίευσεν ἡ Ἑταιρεία «Αὐτοβοήθεια κρεοπωλῶν ἐν Ἀθήναις», οὕτως εἰπεῖν δέ, πάντοθεν, ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ὁμοία φωνὴ ἠκούσθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸν νόμον ὀργανώσῃ κατὰ τρόπον συμφερώτερον πρὸς τοὺς κρεοπώλας, οὐχὶ δὲ ἀσύμφορον καὶ πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Δ. Τσᾶτσος κατέθηκεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τίνος ἀντικειμένου;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ διαφόρους πληροφορίας.
§10ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μυστικὰ δηλαδή;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταχωρισθῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὰ πρακτικά. Δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναγινώσκωμεν ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κύριος Κ. Α. Κουμουνδοῦρος ζητεῖ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποστείλῃ ἐκ νέου εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13/17 καὶ ἀπὸ 16 Νοεμβρίου ἐ.ἔ. ἐγγράφου τοῦ Προέδρου διαβιβασθεῖσαν αὐτῷ ἀναφορὰν τῶν ἐκ Καυκάσου προσφύγων. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ἔχω νὰ ὑποβάλω ἔγγραφον ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ προσκομίσῃ, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ὅπως πιστεύω, τὰς ἐνιαυσίους ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ἁπάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι λειτουργούντων ἰδιωτικῶν σχολείων, ἑλληνικῶν τε καὶ ξένων, κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὰ ἰδιωτικὰ σχολεῖα ἅπαντα εἴτε ἐγχώρια, εἴτε ξένα, τῇ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἱδρυμένα ἐν Ἑλλάδι, ὑπόκεινται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ διακριτικῶς εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἁρμοδίων ἐπιθεωρητῶν, τῶν ὑπὸ τῶν νόμων ὡρισμένων. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως ἁπάντων τῶν σχολείων, ἑλληνικῶν τε καὶ ξένων, κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω πρῶτον. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παθὼν, ὡς μανθάνω, ἐκ νέου ταύτην τὴν ἑσπέραν, δὲν εἶναι παρὼν, καὶ διὰ τοῦτο ἀφίνω κατὰ μέρος ζητήματα, ἅτινα μόνη ἡ παρουσία αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ εὐκρινῆ, καὶ περιορίζομαι εἰς ἓν μόνον, ἐφ’ οὗ δύναμαι νὰ ἐλπίσω ἀπάντησιν, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐν τῷ ζητήματι ἁρμοδιωτάτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τούτου ἀπόντος τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένοντο τῇ Κυβερνήσει παρατηρήσεις ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὁποῖαι, ἐξ ἀφορμῆς τῆς προκηρύξεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ, καὶ ἂν ἀπήντησεν εἰς αὐτάς· ἐν περιπτώσει δὲ καταφατικῇ, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἀπαντήσεις.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπληροφορήθην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἐπηρώτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὡς γνωρίζετε, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εἶχε ζητήσει, ὅτε ἔδωκε τὴν συναίνεσιν αὐτῆς, ὅπως λάβῃ μέρος εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν προσόδων πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δύο ἐθνικῶν δανείων, ὧν τὸ ἓν διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης καὶ τὸ ἕτερον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πύργου–Μελιγαλᾶ, εἶχε ζητήσει, λέγω, ν’ ἀνακοινωθῶσιν αὐτῇ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰ δάνεια ταῦτα. Κατ’ αὐτὰς ἐδημοσιεύθη πρόγραμμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, σχετικὸν πρὸς τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ. Τοῦ προγράμματος τούτου φαίνεται ὅτι δὲν ἐστάλη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀντίγραφον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου. Ἕνεκα τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου παρεπονέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη αὐτῇ τὸ πρόγραμμα τοῦτο πρὶν ἢ δημοσιευθῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου ὁ Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι λίαν ἀργὰ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ προγράμματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ἔσφαλε τὸ γραφεῖον αὐτῆς, μὴ ἀποστεῖλαν ἀντίγραφον τοῦ προγράμματος τούτου. Αὐτὰ εἶναι τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ταυτίζεται πρὸς τὰς πληροφορίας, ἃς ἔξωθεν καὶ ἐγὼ εἶχον. Πιστεύω ὅτι δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα, ἅτε ἔχοντα ἀντικείμενον ἁπλοῦν, καὶ περιέχοντα ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις, περὶ ὧν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἀπαγορεύεται νὰ γένηται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ εἴπω τινὰ περὶ τοῦ θέματος, φρονῶν ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα. Φρονῶ ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ, εἴτε ἐκοινοποιήθη εἴτε δὲν ἐκοινοποιήθη τι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οἱανδήποτε κοινοποίησιν, καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις τοιαῦτα πρὸς αὐτὴν τίθενται ζητήματα, νὰ μελετᾷ, πρὶν ἢ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἀρκούντως ἐκ τῶν συμπεφωνημένων μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων περιωρίσθη ἡ αὐτοτέλεια τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλομεν δὲ νὰ ὦμεν εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ζηλότυποι τῶν ἡμετέρων δικαίων, ὅσα εἰς ἡμᾶς ὑπελείφθησαν μετὰ τὴν περικοπὴν τῆς αὐτοτελείας ἡμῶν. Τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται, καθωρίσθη ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΨΞʹ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, τῷ κυροῦντι τὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ. Ὁ νόμος οὗτος, κυρῶν τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, σαφέστατα ἐδήλωσε, μέχρι ποίου σημείου εἶναι ἐψηφισμένη καὶ συμπεφωνημένη ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεμίχθη κατὰ λυπηρὰν καὶ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τῆς Τραπέζης, ἣν δυστυχῶς ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, μόνον καὶ μόνον ἵνα ἐξασφαλίσῃ διὰ τῆς παρεμβάσεως αὐτῆς τὴν ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων τακτικὴν πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ συνομολογουμένου δανείου. Ἡ Ἐπιτροπὴ παρενεβλήθη, παρακληθεῖσα, — ἢ καὶ ἱκετευθεῖσα, ἂν κρίνῃ τις περὶ τούτου ἐκ τοῦ ὕφους τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον κατετέθησαν, — ἵνα, παρεμβάλλουσα τὸ κῦρος αὐτῆς, πείσῃ τοὺς μέλλοντας νὰ δανείσωσιν ἐγχωρίους, ὅτι ἀσφαλῶς δανείζουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ παντὸς ἀσφαλίσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εὔκολον τὴν δημοσίαν ἔκδοσιν δανείου, ἐξ οὗ αὕτη ἀρύεται οὐχὶ μικρὸν κέρδος. Τὰ ἄρθρα 24 καὶ 25 τῆς συμβάσεως, τὰ κυρωθέντα καὶ ἀποτελοῦντα σήμερον ἄρθρα νόμου, σαφῶς ὁρίζουσιν, ὅτι ταῦτα μόνα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα τὰ ἄρθρα ὁρίζουσι τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχομεν ἴδιον ἄρθρον ἐν τῇ συμβάσει, τὸ ἄρθρον 20, ὅπερ ἀνατίθησιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κρίσιν τῆς Τραπέζης τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἄνευ ὑποχρεώσεως εἰς οὐδεμίαν πρὸς οὐδένα κοινοποίησιν. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ ἐκθέσῃ τὸ δάνειον τοῦτο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καθ’ ἣν τιμὴν καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐγκρίνῃ, εὐθυνομένη πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἐμπρόθεσμον τοῦ δανείου, ὡς ἀνωτέρω, τμηματικὴν καταβολήν.» Ὅτε ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συμβάσεως, ἀνακοινωθείσης ἐπισήμως εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ γνωστῆς αὐτῇ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ἔρχεται καὶ δίδει, οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ εἰς μόνην τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα — «δικαιοῦται» — νὰ ἐκθέσῃ τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καθ’ ἣν τιμὴν καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐγκρίνῃ, ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νόμου, ἡ διδοῦσα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ θέσῃ ζητήματα τοιαῦτα, ἀξιώσεις τοιαύτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀξιώσεις τοιαύτας καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἥτις εἶναι ἐλευθέρα; Οὐδεμία διάταξις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπερέβη τὰ ὅρια, τὰ διαγεγραμμένα εἰς αὐτὴν, καὶ βεβαίως, ἂν τὸ ζήτημα ἀνενεχθῇ ἐκεῖ, ὅπου δύναται ν’ ἀνενεχθῇ, ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, θέλει ἀκούσει τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἔχῃ ὀλιγώτερον ζῆλον.
§15Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἄλλα δύο ἄρθρα; Ἀναγνώσατε καὶ αὐτά.
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἄλλα δύο ἄρθρα περιγράφουσιν ὡρισμένως τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἔχει ἡ Ἐπιτροπή, καὶ εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα ἐν συντόμῳ πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα. Ἂν θέλητε, καὶ ὁ νόμος εἶναι πρόχειρος ἂς μοὶ δοθῇ ἓν ἀντίτυπον, καὶ θέλω σᾶς ἀναγνώσει αὐτά. Δὲν εἶχε λοιπὸν παντελῶς δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ διατυπώσῃ τοιαύτας ἀξιώσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν, μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἁβρότητος, ἥτις ὀφείλεται πρὸς αὐτήν, — ξένην μάλιστα — δημοσίᾳ καὶ ἐπισήμως ἐγκατεστημένην ἐν Ἑλλάδι...
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἅμα ἔγεινεν ὁ νόμος καὶ ἐδέχθημεν τὸν ἔλεγχον εἰς τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, εὐλάβεια δὲν στέκει. Ἀφοῦ ὑπεβλήθημεν μόνοι μας εἰς τὸν ἔλεγχον διὰ τὰ ἐσωτερικὰ δημόσια χρέη, παραπονούμεθα!
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔπαθε ζημίας καὶ ἔπαθε καὶ ἐλάττωσιν τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ κύπτωμεν τὴν κεφαλὴν, καὶ νὰ δεχώμεθα καθ’ ἡμέραν ἐπέκτασιν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων, καὶ καθ’ ἡμέραν ἐπέκτασιν τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἡμετέρων δικαιωμάτων...
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἰσχυροί.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς ἀκριβῶς οἱ ἀδύνατοι ὀφείλουσι σὺν τῷ νόμῳ νὰ λέγωσι πάντοτε, ὑψηλὰ ἔχοντες τὴν κεφαλήν, τὰ δίκαια αὐτῶν, καὶ οἱ ἰσχυροί, ὅτε σὺν τῷ δικαίῳ ἀποτείνονται πρὸς αὐτοὺς, πρῶτοι αὐτοὶ ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον, καὶ πρὸς τοὺς ἀδυνάτους πολλάκις εὐκολώτερον, παρὰ πρὸς τοὺς δυνατούς. Τοῦτο εἶναι προαιώνιον δίδαγμα· ὁσάκις δὲ Κράτη μικρὰ ᾐσθάνθησαν τὴν δύναμιν τοῦ δικαίου ὑπὲρ ἑαυτῶν, καὶ ἐγνώρισαν πῶς νὰ παραστήσωσιν αὐτὸ, πάντοτε τὰ Κράτη τὰ μικρὰ μετὰ τῆς δυνάμεως τοῦ δικαίου ἐνίκησαν. Ἔλεγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου τὴν προκήρυξιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀξιώσῃ τοιαύτην εἴδησιν ἀνακοίνωσιν· ἀλλὰ καὶ διότι πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἁπλοῦ τύπου, ἀναξίου λόγου, ἔπρεπε ν’ ἀπέχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ νὰ θέλῃ νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι εἶναι δεδεσμευμένη· γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι εἴμεθα δέσμιοι, καὶ ἦτο περιττὴ εἰς τὴν ἀτυχίαν ἡμῶν ἐπέμβασις, ἥτις ὑπὸ πάντων τῶν κανόνων ἀπαγορεύεται. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑψώσω φωνὴν διαμαρτυρίας, πεποιθὼς, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω τὴν λύπην μου, διότι ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην δὲν ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σπουδαιότητος τοιαύτης, οἵαν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διότι δὲν πρόκειται περὶ δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἠξίου ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου νὰ ἐξασκήσῃ, οὐδὲ περὶ μειώσεως μεγαλειτέρας τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ σύμβασις διά τε τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης καὶ τὸν σιδηρόδρομον Μελιγαλᾶ– Πύργου, ὁ ὅρος, ὁ τεθεὶς ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ τῶν συμβληθέντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἀνέλαβε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μελιγαλᾶ–Πύργου, ἦτο, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἀναλάβῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων διὰ τὰ δάνεια τοῦ Κράτους, τὰ περισσεύματα, ἵνα ταῦτα χρησιμεύσωσι πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου. Ἐζητήθη τότε ἡ συναίνεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὅρου τούτου, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔδωκε ταύτην. Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἐγγράφου τῆς ἀποδοχῆς ἡ Ἐπιτροπὴ παρεκάλει, ὅπως τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς δάνεια τῇ ἀνακοινωθῶσι. Τί τὸ ἄτοπον ὑπάρχει ἐν τῇ παρακλήσει ταύτῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀνακοινωθῶσιν εἰς αὐτὴν τὰ ἔγγραφα ταῦτα; Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχει τι ἄτοπον ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ. Ἐδημοσιεύθη τὸ πρόγραμμα, καὶ οὐδεὶς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εἶχε δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἦτο δικαίωμα τῆς Τραπέζης νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ὁπόταν ἤθελεν ἐγκρίνει. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, συμφώνως πρὸς τὴν παράκλησίν της, ἐζήτησε νὰ τῇ ἀνακοινωθῇ τὸ πρόγραμμα τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ δάνειον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις. Δὲν βλέπω κατὰ τί ἡ αἴτησις αὕτη, καὶ ἡ εὐγενῶς, ὡς μοὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διατυπωθεῖσα παράκλησις, ὅπως σταλῇ πρὸς αὐτὴν τὸ πρόγραμμα, ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπιθυμεῖ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅπως ἴδῃ, μήπως ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον εἶναι προσβλητικὸν πρὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Θέλει νὰ ἴδῃ, ἂν τὸ ἀποσταλὲν ἔγγραφον εἶναι διατετυπωμένον οὕτως, ὥστε νὰ περιέχῃ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸ Κράτος, καὶ ἂν ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διετυπώθη κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησεν ἀκριβῶς τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Τότε θὰ γεννηθῇ ζήτημα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων, καὶ ἔρχεται τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐγγράφων παρ’ ἄλλων ἀπευθυνομένων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τοῦ ἀπευθύνοντος, ὅπως ταῦτα ἀνακοινωθῶσι. Δὲν πιστεύω ἄλλως, ὅτι ὑπάρχει δυσκολία, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφός μου θέλει καταθέσει ταῦτα. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ δυνάμενον νὰ ἐγείρῃ τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ οὐδὲν δικαιολογοῦν τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν οὗτος ἐπέρριψε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, καταθέτω ἔγγραφα, ἐν τοῖς ὁποίοις ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης θέλει εὕρει ἀπάντησιν εἰς διάφορα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν, ὡς πρὸς τὰ ὕδατα τοῦ Θριασίου πεδίου. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τούτων, διότι προτιμότερον εἶναι νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ τότε θέλω λάβει τὸν λόγον. Καταθέτω καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Μπέσμαν. Ἐπίσης τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων ὑπέβαλεν εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐρωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Καταθέτω ἐπίσης ἔγγραφον ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη περὶ παραχωρήσεως ἐκτάσεως ἐν Δομοκῷ πρὸς σύστασιν Ὀθωμανικοῦ Νεκροταφείου. Ἐπίσης καταθέτω πίνακα τῶν ἀναγερθέντων καὶ ἐπισκευασθέντων ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀνεγέρσεως καὶ διακοσμήσεως νέου ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἐν Πάτραις», καὶ νομοσχέδιον «περὶ λιθοκτίστου ναυτικῆς Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ».
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 44–45).
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀφῆκεν ἡμῖν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησα· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἄδεια τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀνακοινωθῶσι· διότι ἔγγραφα ἀνταλλασσόμενα μεταξὺ γραφείων ἐν τῷ τόπῳ, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ ἕτερον τῶν γραφείων ξενικὸν χαρακτῆρα, εἶναι ἔγγραφα δημοσίας ὑπηρεσίας, οὐδὲν περιέχουσι τὸ διπλωματικὸν ἀπόρρητον, οὐδὲ τὸν χαρακτῆρα ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς ἔχουσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζω ὅτι περισσότερον ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἅτινα, πιστεύω ὅτι, λεγόμενα παρ’ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, καὶ πιστῶς παριστάνοντα τὸ αἴσθημα τὸ κοινὸν, δίδουσι στήριγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν μεῖζον ἐκείνου, ὅπερ ἔχει ἐξ ἑαυτῆς. Ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὅν οἱ λόγοι μου ἐπικουρίαν ἐσκόπουν καὶ δύνανται ἴσως νὰ φέρωσι, περὶ δυσαρεσκείας, ἣν ἐγὼ ᾐσθάνθην. Δυσαρέσκειαν προσωπικὴν ἐγὼ δὲν ᾐσθάνθην καμμίαν· ἀλλ’ ὡς πολίτης Ἕλλην, ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι ἀλγεινὸν αἴσθημα, ὁσάκις τοιαῦτα πράττωνται· καὶ δὲν ὑπάρχει πολίτης Ἕλλην, ὅστις αἰσθάνεται ὀλιγώτερον τὸ ἄλγος ἢ ὅσον ἐγὼ, ὅτε θίγεται οὐ μόνον ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ κυριαρχία. Ἂν μέχρι τινὸς ἐδέχθημεν δεσμὰ ἐπὶ μέρους τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ἐδάφους, κατ’ αὐτὰς τὰς δηλώσεις, τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα γενομένας, ἐμείναμεν ἐλεύθεροι ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου ἐδάφους, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ, μήπως διὰ τῶν πράξεων, τῶν παραλείψεων ἢ τῆς ἀνοχῆς ἡμῶν ἐπιτρέψωμεν νὰ καθιερωθῇ καταπάτησις τοῦ ἐδάφους τούτου τοῦ ἐλευθέρου. Ἐκ τῆς τοιαύτης εὐαισθησίας, ἐκ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει πᾶς Ἕλλην νὰ ἀμύνηται τῶν ἰδίων, ὡρμήθην καὶ εἶπον ὅσα εἶπον. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι ταῦτα βλάπτουσιν αὐτόν, ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ. Ἐγώ, ὅσα ἐλέχθησαν, τὰ εἶπον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν.
§24Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πολὺ ἀργὰ ἐνεθυμήθημεν τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν· ταύτην ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτε ἐψηφίζομεν τοὺς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐδίδομεν τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ξένων καὶ διὰ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια. Τότε ἐγὼ ὕψωσα τὴν φωνήν μου, καὶ διεμαρτυρήθην. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε διὰ τὰ δάνεια τὰ ἐξωτερικὰ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθωμεν εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν, μόνον ἐμπόδιον εὕρομεν τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Μᾶς ἐγένοντο προτάσεις νὰ συνομολογήσωμεν τὰ δάνεια ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, ἀλλ’ ἀπεκρούσαμεν τὸν ξένον ἔλεγχον. Ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, καὶ ὑπὸ τὴν ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην ἐδέχθημεν αὐτόν, ἀλλὰ συναισθανόμεθα τὸ ἄλγος τῆς προσβολῆς τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Τί κάμνουσι σήμερον εἰς πᾶσαν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν συνομολογοῦμεν; Μᾶς ζητοῦσι τὸν ἔλεγχον, δηλαδὴ μᾶς λέγουσι: «δὲν σᾶς πιστεύομεν», καὶ ἡμεῖς τὸν δεχόμεθα. Ὥστε πρὸς τί ὁμιλοῦμεν περὶ ἀξιοπρεπείας ἐθνικῆς; Εἶπον, ὅτι θεωρῶ ἀνιαρὸν καὶ ἀνούσιον νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτας ἀρχὰς, καὶ θὰ ἴδητε εἰς τί θὰ καταντήσωμεν μέχρι τέλους· ἐν παντὶ θὰ ὑποβαλλώμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον!
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀναδράμω μέχρι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ξένου ἐλέγχου. Δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὅστις δὲν θλίβεται, ἀναμιμνησκόμενος ὅτι ἠκρωτηριάσθη ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία, καὶ ὅτι τὸ Κράτος περιέπεσεν εἰς μείωσιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Τὸν ἔλεγχον δὲν ἐδέχθημεν, οὐδ’ εἴχομεν δικαίωμα νὰ δεχθῶμεν αὐτόν. Ὁ ἔλεγχος ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲ καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ δεινὸν εἶναι μέγα, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ συντελῆται διὰ τοῦ ἐλέγχου μείωσις τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ἐμποιῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ζωηρότατον τὸ ἐνδιαφέρον· τοῦτο δὲ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συναισθάνηται, ἐπισκοποῦσα τὰς σχέσεις ταύτας ἐν πᾶσι, καὶ νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὰς, διότι δὲν πρέπει οὐδὲ νὰ στέργωμεν, ἵνα ἡ Διεθνὴς τοῦ Ἐλέγχου Ἐπιτροπὴ ἐκτείνῃ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα αἱ συμβάσεις καὶ οἱ νόμοι ἔταξαν, οὐδ’ ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ προβαίνῃ εἰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς μὴ μαρτυροῦσαι τὴν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἄμυναν, ἀλλ’ ὡς μαρτυροῦσαι τὴν ὑπεκφυγὴν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν. Ἐγὼ διετέλουν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, φίλος μου δὲ μοὶ ἐσύστησε νὰ ἀναγνώσω ἐφημερίδα, διδοῦσαν εἰδήσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως· ἕνεκα τούτου δ’ ἐσκόπουν νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προλαβών με ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέφερεν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συνταχθῶ οὐδὲ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἔχω, οὐδὲ μὲ τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ προβάλῃ ἀντίρρησίν τινα εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου τῶν ἐγγράφων. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει φέρει ἀντίρρησιν, διότι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλε, δὲν ὑποστηρίζει τὸν δισταγμόν του. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφων πολιτικῆς φύσεως, ἢ περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ἐμπιστευτικά· πρόκειται περὶ σχέσεων οἰκονομικῶν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, τὰ ἔγγραφα δὲ ταῦτα οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσιν ἀπόρρητα· εἶναι δὲ ἔγγραφα δημοσίας τάξεως, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν πάντων. Δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα.
§26ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς δύο ἐπερωτήσεις: 1) Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὀνομαστικοὺς καταλόγους τῶν παραδοσάντων σμύριδα ἐργατῶν ἐκ τῶν ὅρμων Λυῶνος καὶ Μουτσούνας, χωριστὰ ἑκάστου ὅρμου, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. μέχρι σήμερον. 2) Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί διέταξε διὰ δύο κληρωτοὺς τοῦ δήμου Τραγαίας, οἵτινες ἀπηλλάγησαν κατὰ τὴν ἐφετεινὴν κλήρωσιν τῶν στρατευσίμων δυνάμει πλαστῶν πιστοποιητικῶν· νὰ ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ἅπασαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν.
§27Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεστάλη εἴς τινας τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ εἰς ἐμὲ τηλεγράφημα ἐκ Φιλιατρῶν ὑπὸ ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ, παρακαλούσης ν’ ἀνακληθῇ ἡ ἐκεῖθεν μετάθεσις τοῦ ἀστυνόμου κ. Καλλιανέση, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγοροῦσι καὶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης καὶ ἐκθέσεις πασῶν τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως ἐκείνης. Ἔχω καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ! ἄ! ἄ!
§29Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Κύριοι, εἶναι ἀσύνηθες ν’ ἀνακοινῶνται ἀναφοραὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοσοῦτον σύνηθες τυγχάνει τὸ ἐναντίον, νὰ βλέπωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐξεγειρόμενον κατὰ τῶν βιαιοπραγιῶν καὶ τῶν παρανομιῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι προσῆκε ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῶν Φιλιατρῶν, ὅστις ἐν συλλαλητηρίῳ συνῆλθεν, ἵνα καταφανῇ ποία εἶναι ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς παραδόξου καὶ ἀπροσδοκήτου μεταθέσεως τοῦ ἀστυνόμου κ. Καλλιανέση, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, ὡς οὐδὲ τοὺς πολίτας, τοὺς τηλεγραφοῦντας ὡς ἐπιτροπὴ τῆς πόλεως τῶν Φιλιατρῶν. Ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι εἰς τὰ ἑκάστοτε καταγγελλόμενα ἐντεῦθεν περὶ ἀστυνομικῶν παρανομιῶν καὶ παρεκτροπῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔδωσε τὰ ὦτα, διὰ τοῦτο καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, ἵνα διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ τὴν σύστασιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Διότι τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλ’ ἐκ μιᾶς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν παρέλιπον ν’ ἀναγνώσω, ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν ὑπόληψιν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως· διότι φαίνεται, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος μετετέθη διότι, ὡς τηλεγραφοῦσι, πολιτικὸς φίλος τῆς Κυβερνήσεως παρέπεισε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τοὺς ἀναβοήσαντας ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τοῦ τηλεγραφήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ποσῶς προσωπικῶς δὲν ἐνδιαφέρομαι. Ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ἐκ Τρυφυλίας, πρὸς οὓς βεβαίως ἠδύνατο ν’ ἀποσταλῇ τὸ τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἴσως ὁ λαὸς τῶν Φιλιατρῶν ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, πρὸς τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ ἄλλους, ὡς καὶ εἰς ἐμέ, ἵνα μὴ δώσωσι χαρακτῆρα πολιτικὸν εἰς τὴν μετάθεσιν, καὶ μὴ φανῇ, ὅτι τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον τοιαύτην ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, θέλει διορθωθῇ κατ’ ἀπαίτησιν πολιτικῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐπιδιορθοῦται μόνον μετὰ τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ λαοῦ καὶ μετ’ ἀναγνώρισιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δικαίαν, καὶ οὐχὶ κομματικήν, τῶν παραπόνων, τῶν οὕτω θαρραλέως διαβιβαζομένων πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§30ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Νάξου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μυκωνίου. Ἐπίσης καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βάλτου βουλευτοῦ κ. Στράτου. Ἐπίσης καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε τμηματάρχου κ. Δ. Φανδρίδου περὶ τῶν κεφαλαίων καὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν κληροδοτημάτων, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 10 Παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἔτους 1894.
§31Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ζητῶ τὸν λόγον.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλετε, παρακαλῶ, μέχρις ὅτου ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου, ἀφοῦ ζητήσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§33ΔΟΥΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§34Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον.
§35Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καταθέτω τὰς ἀπαντήσεις: αʹ) Διὰ τὰ ἐπιμίσθια τῶν ὁπλοδιορθωτῶν καὶ βʹ) διὰ τὰς μεταβολὰς τὰς ἐπενεχθείσας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντας, δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΨΑʹ, ὡς καὶ διὰ τὰς μεταβολὰς τῶν φαλαγγιτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΖʹ.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, αἱ ἀπαντήσεις τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνομεν αὐτοῖς, νὰ μᾶς στέλλωνται ἐκ τοῦ Γραφείου, διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωμεν πάλιν τὰς ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς.
§37ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἤδη θ’ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν, ἀπευθυνθεῖσάν μοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἀφορῶσαν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον ἀνδραγαθήσαντας ἢ ὅπως δήποτε διακριθέντας. Γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἴτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ προκατόχου μου κ. Κουμουνδούρου, εἴτε καὶ προγενεστέρως, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς — εἶχε συστηθῆ ἐπιτροπή τις...
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προγενεστέρως.
§39ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. ὅπως ἐξετάσῃ τὰς διαφόρους ὑποβληθείσας ἐκθέσεις ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὄντως ἠσχολήθη ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἀνδραγαθησάντων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἀπέληξεν εἰς ὁριστικὸν συμπέρασμα, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν καὶ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων...
§40ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Ἐκ τίνων ἀπετελεῖτο ἡ ἐπιτροπή;
§41ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρόεδρος ἦτο ὁ στρατηγὸς κ. Βάσσος.
§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἐπιτροπαὶ ἐγένοντο, κύριε Ὑπουργέ. Τῆς τελευταίας μέλος ἦτο καὶ ὁ κ. Δροσινός.
§43ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρόεδρος ἦτο ὁ στρατηγὸς Βάσσος, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν νὰ ἦναι τοιοῦτος. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἐφ’ οὗ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ στηριχθῇ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀμοιβῶν, διότι προτείνονται πολλοί, παρὰ πολλοί, ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ προαγωγῆς ἢ ἀμοιβῆς οἱασδήποτε αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ διατάξω τὴν σύστασιν, ὑπὸ τὸν αὐτὸν πρόεδρον, νέας ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν, διότι μεταξὺ ἐκπληρώσεως καθήκοντος καὶ ἀνδραγαθήματος ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ ἐν πολέμῳ. Πᾶς στρατιωτικὸς ἐν πολέμῳ ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, παραμένων ἐν τῇ θέσει αὐτοῦ καὶ μαχόμενος· ἐννοεῖται, ὅτι τοιουτοτρόπως ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀνδραγαθεῖ· ἀνδραγαθεῖ ἐκεῖνος, ὅστις ἐπιτίθεται κατὰ τῶν ἐχθρικῶν θέσεων, ἡγούμενος τμήματος τοῦ στρατεύματός του, ἐκεῖνος, ὅστις κυριεύει πυροβόλα ἢ σημαίας, καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔδει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐκθέσεων, ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὗται ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, μετὰ τὴν μάχην, μετὰ τὴν συμπλοκὴν, καὶ ὄχι βραδύτερον, ὡς λόγου χάριν μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, μετὰ πάροδον δύο ἢ πλειόνων μηνῶν. Πάντα ταῦτα λοιπὸν ἡ νέα ἐπιτροπὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα· διότι ὁμολογουμένως ὑπάρχουσιν ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν ἀνδραγαθίαν, οἱ ὁποῖοι, καίτοι πληγωθέντες, ἐξηκολούθησαν μαχόμενοι, ὡς λόγου χάριν ἐν Γριμπόβῳ. Τούτους βεβαίως πρέπει ν’ ἀμείψῃ ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακριβωθῶσι προηγουμένως αὐτοὶ καὶ μόνοι, καὶ οὐχὶ πᾶς ὁ μετασχὼν τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο ἔκρινα καλὸν νὰ συστήσω τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τούτους, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ταχέως θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§44ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἤλπιζον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἄρτης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Δυστυχῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως σέβω καὶ τιμῶ, τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν τὸ ἔρριψεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας...
§45ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε...
§46ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διότι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴπετε, ὅτι θὰ συστήσητε νέαν ἐπιτροπὴν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου στρατηγοῦ κ. Βάσσου, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν θὰ ὑποβάλητε πάλιν τὰς ἐκθέσεις τῶν διευθυνάντων σώματα κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τούτων θ’ ἀποφασίσῃ καὶ αὖθις ἡ ἐπιτροπή. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄρτης καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφοι ἔθιξαν, ἦτο ὄντως ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἦτο ἄξιον καὶ τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ὁμολογουμένως, κύριοι συνάδελφοι, ὁ πόλεμος κατέδειξεν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ πολλὰ τὰ κενὰ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν συστηματικὴν πρόνοιαν πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν τούτων σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς ἀμοιβῆς τῶν διακριθέντων καὶ τραυματισθέντων κατὰ τὸν πόλεμον ὑπαξιωματικῶν, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως ἐκτάκτων Στρατοδικείων κατὰ τὸν πόλεμον, τὰ ὁποῖα νὰ προικισθῶσι μὲ ἐξαιρετικὴν ὅλως δικαιοδοσίαν καὶ τὰ ὁποῖα νὰ ἦναι ὑποχρεωμένα καὶ νὰ παρακολουθῶσι τὸ στράτευμα, εἶναι ζήτημα ἄξιον συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς διοργανώσεως ἐπὶ νέων ὅλως βάσεων τοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος κρατεῖ περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ· διότι, ἐὰν κατὰ τὸν πόλεμον ἐλειτούργουν τὰ Στρατοδικεῖα καὶ ἐτουφεκίζοντο οἱ πρῶτοι τυχὸν φυγάδες, δὲν θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ ἐλεεινοῦ θεάματος τῆς φυγῆς ἐνίων ἐκ Λαρίσης καὶ Φαρσάλων, εὑρεθέντων εἰς Βόλον καὶ Μῶλον· διότι, ἂν οἱ φυγάδες οὗτοι, οἱ ἐπιλήσμονες τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν σημαίαν ἡμῶν καθηκόντων αὑτῶν, ἐγνώριζον, ὅτι ὄπισθεν αὐτῶν ἡ χεὶρ τῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης ἀμείλικτος καὶ σιδηρᾶ θὰ ἔπιπτεν ἐπὶ τοῦ αὐχένος αὐτῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς σωτηρίας τοῦ σαρκίου αὐτῶν διὰ τῆς φυγῆς δὲν θὰ ἐκυριάρχει παρ’ αὐτοῖς, οὐδὲ θὰ ἐκράτει παρὰ τῷ λαῷ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον καὶ νῦν ἔτι κρατεῖ παρ’ αὐτῷ ἐπὶ τῇ θέᾳ συνταγματάρχου τινὸς ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων!...
§47Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§48ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν πολὺ, νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν παρουσιάζετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διότι ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει, προτοῦ προχωρήσητε, ἐὰν οἱ φυγάδες, τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεσθε, ἔφυγον ὅτε ὁ στρατὸς ἦτο ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ ἐμάχετο, ἢ ἔφυγον κατόπιν, ὅτε ὑπεχώρησεν ἐκ Λαρίσης καὶ ἐντεῦθεν. Διότι ἀλλάσσει φάσιν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἔφυγον μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τῆς Λαρίσης. Ἐὰν ἔφυγον τότε, ἄλλοι λόγοι προεκάλεσαν τὴν ὑποχώρησιν αὐτῶν· ἐὰν ἔφυγον κατὰ τὰς συμπλοκὰς τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τότε εἶναι λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσητε τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἔντιμον συνάδελφον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα, διότι ἄλλως θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, καὶ ἡ ὁποία θὰ προκληθῇ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, καὶ ἂν ἔτι δὲν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις.
§50ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι οἱ Ἕλληνες στρατιῶται ἐγκατέλειψαν τὰς τάξεις αὑτῶν, ὅτε εὑρίσκοντο εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρός, οὐδ’ ἔκαμα διάκρισιν βαθμοῦ. Δὲν μὲ ἀφῆκεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου· διότι, ἐὰν μὲ ἄφινε νὰ συμπληρώσω αὐτήν, θὰ ἔλεγον, ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσαν βεβαίως αἱ πολλαπλαῖ συνθῆκαι, εἰς τὰς ὁποίας μοιραίως εὑρέθη τὸ στράτευμα, διότι βεβαίως μοιραίως εὑρέθη τὸ στράτευμα εἰς αὐτάς, καὶ ἂς ἀναζητηθῶσι τὰ αἴτια ἀπὸ τοὺς δυναμένους καὶ γνωρίζοντας ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν ταῦτα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς πρώτης γραμμῆς ἄνευ ἀρχηγῶν, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές...
§51Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ ἀρχηγὸς ἦτο παρών, κύριε Βουλευτά. Ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ ἦσαν παρόντες.
§52ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ὁ κλοιὸς τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ ὁ φόβος τῆς ἀμειλίκτου τιμωρίας βεβαίως συγκρατοῦσι τὰ στρατεύματα ἐν πολέμῳ, καὶ ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τοῦ ἀτόλμου στρατιώτου, καὶ τὸν ἄτολμον τοῦτον στρατιώτην καθιστῶσι τολμηρὸν καὶ οὐχὶ ἀμνήμονα τῶν πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα ὑποχρεώσεών του. Ἐὰν οἱ 300 ἐν Θερμοπύλαις ἐγνώριζον, ὅτι ὄπισθεν αὑτῶν δὲν θὰ εὕρισκον τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀτίμωσιν, βεβαιωθῆτε, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ἐκλέϊζον τὰς σελίδας τῆς ἱστορίας τῆς Σπάρτης...
§53Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ὕβρεως, τῆς ἀπευθυνομένης πρὸς τοὺς ἥρωας ἐκείνους. Αὕτη εἶναι ὕβρις. Ἡ ἱστορία δὲν τὸ παραδέχεται.
§54ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον συναίσθησιν τῶν καθηκόντων των ἐκεῖνοι· δὲν ἐπολέμησαν διὰ φόβον.
§55ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ ἀτέλεια ὑπάρχει ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, καὶ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὑπὲρ πατρίδος γνωρίζοντα νὰ ἀποθνήσκῃ, διαπλάττουσιν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος, ὅπως διέπλασαν οἱ νόμοι τοῦ Λυκούργου τοὺς τριακοσίους.
§56Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῶν 300 Σπαρτιατῶν, ἐπολέμησαν ἐν Θερμοπύλαις καὶ οἱ 700 Θεσπιεῖς, τοὺς ὁποίους, δύναταί τις εἰπεῖν, ἠδίκησεν ἡ ἱστορία, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸν νόμον, ὅστις, καθ’ ὑμᾶς, ἠπείλει τοὺς Σπαρτιάτας. Οἱ 700 Θεσπιεῖς δὲν εἶχον κανένα τοιοῦτον νόμον, καὶ ὅμως ἐπολέμησαν ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν Λεωνίδαν, καὶ ἔπεσαν μέχρις ἑνός. Νομίζω λοιπόν, ὅτι συγχέετε τὴν ἱστορίαν· δὲν λέγω, ὅτι προσβάλλετε αὐτὴν, διότι τοῦτο εἰς οὐδένα εἶναι δυνατόν.
§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀγγελιαφόρος δὲν ἐδέχετο ν’ ἀναχωρήσῃ, ἐνῷ, ὅταν εἶχε τοιαύτην ἐντολὴν, δὲν ἠπειλεῖτο οὐδὲ ἡ ζωή του, οὐδὲ ἡ τιμή του.
§58ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν πρεσβεύω καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ θάρρους ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁ κ. συνάδελφος δύναται νὰ μὲ διαδεχθῇ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας πρεσβεύει αὐτός.
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία· δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου.
§60ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ ἱστορία λέγει, ὅτι οἱ 300 ἔπεσαν ἐν Θερμοπύλαις ὑπὸ τὸν Λεωνίδαν. Ἀλλ’ οἱ 300 ἦσαν Σπαρτιᾶται, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὀργανισμὸν στρατιωτικὸν καὶ νόμους, οἵτινες κατέστησαν αὐτοὺς μνήμονας τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρεώσεών των. Ἐὰν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν τοιοῦτον ὀργανισμὸν ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῷ στρατῷ, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον ὁμιλῶ, βεβαίως καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ὡμιλοῦμεν περὶ φυγάδων.
§61Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου κανεὶς νόμος δὲν ἠπείλει τοὺς στρατιώτας ἐκείνους, εἴτε τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι, ἐὰν ἔφευγον κατὰ τὴν μάχην, ἤθελον καταδικασθῆ καὶ ἤθελον ἀτιμασθῆ. Εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, ὅπου ὁ Μπαϊρακτάρης ἐμάχετο ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος, 29 ἀξιωματικοὶ ἔφιπποι καὶ πεζοὶ ἔπεσαν, ἐπιτιθέμενοι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, εἰς ἔδαφος ἀνωφερὲς, πάντες ὄρθιοι, καὶ στρατιῶται καὶ ἀξιωματικοί, καὶ ὁ νόμος ὁ στρατιωτικὸς ἦτο ὁ αὐτός, ὁποῖος ἦτο καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς ὅλον τὸ στράτευμα.
§62ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω τῆς μάχης τοῦ Γριμπόβου, ὡς ἀξιωματικὸς ἰατρὸς εἰς τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς...
§63Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο τὴν ἀνέφερα, διότι ἦσθε μάρτυς.
§64ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ἀνδρεία, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὁ στρατὸς κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην, μοὶ ἀφῄρεσε τὴν ἀπογοήτευσιν, ἡ ὁποία ἐκράτει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δεσμίαν τὴν ψυχήν μου...
§65Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον ἡ μάχη αὕτη.
§66ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπειδὴ τὴν ἀνέφερεν ὁ κ. τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§68ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. Διότι 34 ὄντως ἀξιωματικοὶ ἐτέθησαν ἐκτὸς μάχης καὶ ὑπερχίλιοι στρατιῶται, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνδρείου συνταγματάρχου Μπαϊρακτάρη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, Κύριοι. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τοῦ στρατεύματος, οὐδὲ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ στράτευμα, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουσιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἐγὼ θέλω, ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα, κατόπιν ἑνὸς τοιούτου ἀτυχοῦς πολέμου, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λάβῃ. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τοῦ στρατεύματος, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἔφεδρος ἀξιωματικὸς, καὶ ἐγὼ μετέσχον τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ὀρθῶς ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι τὸ στράτευμα ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὅπου διῳκήθη καλῶς.
§69Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Περιττὸν εἶναι, νομίζω, τὸ «αὐτὸς ἔφα». Καλὰ θὰ ἐκάμνετε νὰ λέγητε ὅ,τι γινώσκετε ὑμεῖς ὁ ἴδιος.
§70ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀνέφερα τοῦτο διότι ὁ κύριος Σμολένσκης ἦτο ταξίαρχος, καὶ ἐλάχιστοι τὸν ἐμιμήθησαν.
§71Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν θὰ κρεμασθῶμεν ὅλοι ἀπὸ τὴν γνώμην ἑνός.
§72ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ καὶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις παντὸς καθήκοντος δὲν ἀποβλέπει εἰς ἀμοιβὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ κυριεύσῃ φρούριον, ἢ νὰ ἁλώσῃ πυροβόλον ὁ στρατιώτης, ὁ ἐπιζητῶν τὴν ἀμοιβὴν, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἐκτελεῖ τις τὸ καθῆκόν του. Βεβαίως ὁ ῥιψοκινδυνεύων ὑπὲρ τῆς πατρίδος δικαιοῦται πρὸ παντὸς ἀμοιβῆς, διότι τὸ αἴσθημα τοῦ ἐγὼ ἔχει ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀνεπτυγμένον, ἡ ἐκπλήρωσις ὅμως παντὸς καθήκοντος ἀποβλέπει μοιραίως πρὸς ἀμοιβήν· ἐὰν δὲ οἱ ὑπὲρ πατρίδος ῥιψοκινδυνεύοντες τύχωσιν ἀμοιβῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, θὰ γεννήσωσι τὴν ἅμιλλαν μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατεύματος, καὶ θὰ γείνωσιν οὕτως ὑπόδειγμα φιλοτίμου πρωτοβουλίας καὶ εὐγενοῦς ἁμίλλης εἰς τοὺς κατωτέρους. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἐπὶ τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασεν ὁ πόλεμος ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, θέσωμεν τὸν θεμέλιον λίθον τῆς ἀνορθώσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος ἀνέφερε τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν προέβαλον οἱ ἐξ Ἄρτης καὶ Ἐπιδαύρου Λυμηρᾶς κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι εὐτυχὴς, διότι ἀναπολῶ εἰς τὴν μνήμην μου καὶ πρὸς ὑμᾶς ἀναφέρω τρεῖς ἐκ τῶν τραυματιῶν τῆς μάχης τοῦ Γριμπόβου, τῶν ὁποίων ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπιδέσω ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μάχης τὰ τραύματα. Εἷς ὑπενωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Θεμιστοκλῆς Τζαμαλούκας, ἔλαβε δύο πληγὰς, τὴν μίαν ἐπὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς, ὡς ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὴν ἑτέραν ἐπὶ τοῦ λαγονίου ὀστοῦ, τὴν μὲν μίαν ἐλαφρὰν, τὴν δὲ ἄλλην καιρίαν. Ὅτε ἦλθε πρὸς ἐμὲ, ἵνα ἐπιδέσω τὰς πληγάς του, ἠρώτησα αὐτὸν, εἰς ποῖον λόχον ἀνῆκε. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦτο πλησίον τοῦ ἁλωθέντος ὑπὸ τὸν Γερογιάννην χαρακώματος, καὶ ὅτι ἐμάχετο ὑπὸ τὸν ὑπομοίραρχον Σπένδον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐγὼ ἐπέδεσα τὰς πληγάς του, καὶ διέταξα αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὸ χειρουργεῖον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸ Ἰμαρὲτ, καὶ κατόπιν εἰς τὸ νοσοκομεῖον Ἄρτης. Αὐτὸς ὅμως εἰς ἀπάντησιν μοὶ εἶπε: «Κύριε ἀνθυπίατρε, θὰ μεταβῶ εἰς τὸν λόχον μου πάλιν»! Ἐγὼ τῷ εἶπον τότε: «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ μεταβῇς εἰς τὸν λόχον, διότι ἡ μία τῶν πληγῶν σου εἶναι βαρεῖα». Αὐτὸς δὲν ὑπήκουσε, καὶ τότε διέταξα δύο ἀστυφύλακας νὰ τὸν δεσμεύσωσι καὶ τὸν ὁδηγήσωσιν εἰς τὸ ἐν Ἰμαρὲτ εὑρισκόμενον χειρουργεῖον...
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπροβιβάσθη;
§74ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Αὐτὸν τὸν ὑπενωμοτάρχην τὸν εὗρον πρὸ δύο μηνῶν ἐνταῦθα, καὶ τὸν εἶδον, ὅτι ἦτο ἀκόμη ὑπενωμοτάρχης! Ἤδη ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Μοιραρχίαν Κυπαρισσίας. Τελευταῖον τὸν εὗρον ἐν Κυπαρισσίᾳ, καὶ τὸν ἠρώτησα, ἐὰν πρόκειται νὰ προβιβασθῇ.—«Ὄχι», μοὶ ἀπήντησε.—«Καὶ πόσον χρόνον ὑπηρετεῖς εἰς τὸ στράτευμα;»—«Ὑπηρετῶ μίαν δεκκετίαν, καὶ ὡς ὑπενωμοτάρχης ὀκτὼ ἔτη.» Ἐννοεῖται, ἐκίνησα τὴν κεφαλήν μου, καὶ ὅτε ἐπέστρεψα εἰς Ἀθήνας, μετέβην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶπον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στράτευμα. Ἕτερος ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς, ὀνόματι Γαρδίκης, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν, αὐτὸς ἐπίσης φέρει δύο τραύματα, ἐξ ὧν τὸ ἓν διαμπερὲς τοῦ θώρακος, καὶ παρουσιάζει σπάνιον φαινόμενον ἰάσεως, ἀφοῦ διετρήθη διαμπὰξ ὁ πνεύμων, ὅπως τοῦ Θεοδωρακάκου, ἤδη εἰρηνοδίκου καὶ τότε ἐφέδρου δεκανέως. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων, ἢ μᾶλλον ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν οἱ ἀξιωματικοί, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ὁποίων ὁ Γαρδίκης ἐπολέμει, ἐγνώρισα, ὅτι αὐτὸς ἐπολέμησεν ὡς ἥρως, ἐπέδεσα δ’ ἐγὼ τὰ τραύματα καὶ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ χρόνον τινὰ δὲν τὸν ἔβλεπον. Πρό τινος χρόνου ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ἐπειδὴ τοῦ ἐπέδεσα κατὰ τὸν πόλεμον τὰς πληγὰς, νὰ τῷ δώσω ἓν πιστοποιητικὸν, ὅτι ἐτραυματίσθη κατὰ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου. Τῷ λέγω: «Εἰς τί θὰ σοῦ χρησιμεύσῃ αὐτό;»— «Θὰ ζητήσω ν’ ἀποστρατευθῶ», μοὶ ἀπαντᾷ, «διότι ἡ Πολιτεία τοιουτοτρόπως μᾶς ἀμείβει!» Ἕτερος ἐπίσης ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς, ὀνόματι Κρητικός, ἐκ Σπάρτης, καὶ αὐτὸς ἔλαβε δύο πληγὰς διὰ τεμαχίου ὀβίδος, καὶ κατέστη ἀνίκανος, καὶ ἠναγκάσθη, ἀπογοητευθείς, ν’ ἀποστρατευθῇ μὲ τὸν βαθμόν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν μάχην τῶν Πέντε Πηγαδίων, τὴν ὁποίαν διηύθυνεν ὁ γενναῖος ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐκεῖ εἷς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, ὀνόματι Ζαφειρόπουλος, λαβὼν δὲν γνωρίζω πόσα τραύματα, ἐφόνευσεν ἰδίᾳ χειρὶ Τοῦρκον ἀξιωματικόν. Τὸν ἔφεδρον αὐτὸν ἀξιωματικόν, Κύριοι, ἡ Πολιτεία, πρὸς ἥν ἀπευθύνομαι,—διότι δὲν ὡμίλησα περὶ προσώπων, οὔτε περὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἢ ἐκείνης, οὔτε περὶ τῆς ἀνικανότητος ἢ μὴ τῶν σωματαρχῶν, οὔτε περὶ ἐγκαταλείψεως θέσεων, ὅπως ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. συνάδελφος, διακόψας με, εἶπε, διότι ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀτελείας τῶν νόμων, δι’ αὐτὸ δὲ εἶπον, ὅτι πρέπει ν’ ἀναθεωρήσωμεν καὶ παρουσιάσωμεν ἐπὶ νέων βάσεων τὸν νόμον περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ νομοθετήσωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν ἐκτάκτων Στρατοδικείων, ἅτινα νὰ παρακολουθῶσιν ἐν ἐκστρατείᾳ τὸ στράτευμα, καὶ νὰ προικισθῶσι μὲ ἐξαιρετικὴν δικιοδοσίαν,— ἡ Πολιτεία, λέγω, αὐτὸν τὸν ἀξιωματικὸν ἐτοποθέτησεν εἰς ἕν καφενεῖον ἐν Κερκύρᾳ ὡς ὑπηρέτην!
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα εἶναι ἀστυφύλαξ.
§76ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροβιβάσθη!
§77ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἦτο ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός.
§78ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα εἶναι ἀστυφύλαξ· ἐπροβιβάσθη!
§79ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀπὸ Δήμαρχος ἔγεινε κλητήρ!
§80ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον!
§81ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀναμετρήσωμεν μετὰ συνέσεως καὶ προσοχῆς τὸ βάθος τῶν ἀτελειῶν ἡμῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ στρώνωμεν τὴν κλίνην ἡμῶν, ὅπως ἐστρώναμεν αὐτὴν πρὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1897, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν καὶ εἰς τοὺς ἀντιπάλους λαοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐξ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, κατόπιν ἑνὸς τόσον ἀτυχοῦς πολέμου, οὐδεὶς οὐδαμόθεν οὐδὲν ἐδιδάχθη.
§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τετράκις, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ ἀπησχόλησε, συνιστῶντα ἢ ἐπερωτῶντα τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς, ἂν ἔλαβον μέτρα, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβον ὑπὲρ προαγωγῆς ἢ ἀμοιβῆς διαπρεψάντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον Ἑλλήνων ὑπαξιωματικῶν. Σήμερον εἶναι ἡ τελευταία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως ἔρχεται τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ ὁ λαμβάνων σήμερον τὸν λόγον, διὰ τελευταίαν φορὰν, δὲν ἀτενίζει πρὸς τὸ τέλος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἠτένιζεν ἡ Βουλὴ προηγουμένως, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν θεραπείαν, διότι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο ἀλλοία τῆς ἀπαντήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο περίπου ἐτῶν ἔδιδεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κουμουνδοῦρος. Εἶχον συστηθῆ ἐπιτροπαὶ, καὶ πάλιν ἐπιτροπαὶ, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιτροπῶν πρόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ αἱ κρίσεις ἀναβάλλονται, ἵνα ἔλθῃ τέλος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπὶ τοσοῦτον ἐβράδυνεν ἡ ἀμοιβὴ αὕτη. Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔνδειξις ἢ ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἐκφυλισμοῦ ἦσαν τὰ γενόμενα οὐχὶ κατὰ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ τὰ μετὰ τὸν πόλεμον. Ἡ ἔλλειψις δικαιοσύνης μετὰ τὸν πόλεμον ἀπέδειξε καὶ ἐξήλειψε καὶ τὴν ὑστάτην ἐλπίδα ἐπανορθώσεως τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα κατεφάνησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἡ ἔλλειψις δικαιοσύνης πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, εἴτε ἀξιωματικῶν, εἴτε ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἐκηλίδωσαν τὴν ἁγνὴν, τὴν ἔνδοξον χιλιετηρίδων ἐθνικὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν, ἡ ἔλλειψις δικαιοσύνης καὶ ἀμοιβῆς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν, εἴτε ὀλίγοι, εἴτε πολλοὶ ἂν ἦσαν οὗτοι. Εἴδομεν τὰ Στρατοδικεῖα, δικάσαντα κατὰ δεκάδας, κατὰ ἑκατοντάδας, τοὺς ἀξιωματικοὺς ἢ ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ῥιψάσπιδας, καὶ εἷς δὲν εὑρέθη, ἵνα ταχθῇ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν τυφεκίων τῶν Ἑλλήνων ὁπλιτῶν, οἵτινες θὰ ἐτιμώρουν ἕνα ἐπὶ τέλους ὑπεύθυνον τοῦ στρατιωτικοῦ ὀνείδους τοῦ τελευταίου πολέμου. Ἐζητήθη νὰ καταπέσωσι τὰ τείχη τῶν Στρατοδικείων, καὶ ἀποκαλυφθῶσιν αἱ εὐθῦναι καὶ αἱ ἀλήθειαι τοῦ πολέμου τούτου· ὑψώθησαν φωναὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, καὶ συνεστήθησαν ἐπιτροπαί· ἀλλ’ εἶναι φλέγοντες ἄνθρακες τὸ ζήτημα, καὶ ἀπομακρύνεται ὁ δάκτυλος, ἡ ἔρευνα. Καὶ ὅμως ἐρευνήσατε, ἂν πονῆτε τὴν πατρίδα καὶ τὸν στρατόν. Τὰ νομοσχέδια οὐδὲν ἔχουσι νὰ ὀργανώσωσιν, ἂν δὲν ἐπέλθῃ τιμωρία ἢ ἀμοιβὴ, καὶ ἂν δὲν ἐπιχυθῇ πλῆρες φῶς ἐπὶ τῶν γενομένων δι’ ὅλους, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωνται οὗτοι, ἢ ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὑψηλὰ ἢ χαμηλὰ, ἢ ἀξιωματικοὶ ἢ ὁπλῖται εἶναι. Οὐδεμίαν εἴδομεν τιμωρίαν οὐδενὸς, οὐδένα εἴδομεν πεσόντα ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης· εἴδομεν μόνον, ὀλίγους μῆνας κατόπιν, ἑκατοντάδων ἀξιωματικῶν αὐξανομένας τὰς ἐπωμίδας! Ἠδύναντο τὰ στελέχη νὰ μείνωσι μὲ κατωτέρους ἀξιωματικούς, ἀλλ’ οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ ἀπῄτουν τὴν αὔξησιν! Δὲν συνεζητήθη τὸ ζήτημα, ἵνα ἀποδειχθῇ, κατὰ τίνα τρόπον ἐγένοντο οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι· ἀλλ’ ἀναφέρω γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασιν ἐν τῷ Στρατοδικείῳ, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνεῦρον ἰδίοις ὄμμασιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο εἷς τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν θεωρηθέντων ὡς ὑπευθύνων διὰ τὴν ἀποφράδα ἡμέραν τῆς ὑποχωρήσεως τῆς Λαρίσης, καὶ ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ Δικαιοσύνη ἔθηκε τὴν χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐδίκασεν αὐτὸν ἐν τῷ δευτέρῳ Στρατοδικείῳ, κατηγορούμενον ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, καὶ κατεδίκασεν αὐτὸν, ἀλλὰ εἶπεν ἅμα: «Ναί! περιῆλθεν ὁ κατηγορούμενος εἰς ἀκαταλόγιστον ἕνεκα τοῦ πανικοῦ», καὶ ἐσώθη οὕτως ἡ κεφαλή του. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας σημειοῦν οἱ προβιβασμοὶ καὶ τὸν ῥιψάσπιδα ἐκεῖνον ἀξιωματικὸν προβιβασθέντα! Ὑπῆρξεν ἀμοιβὴ διὰ τοὺς ῥιψάσπιδας ἐκείνους, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμοιβὴ, καὶ συνεζητήθη, ἂν πρέπει νὰ δοθῇ, ἢ ὄχι, τοιαύτη εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπαξιωματικούς, τῶν ὁποίων ἡ ἐνέργεια, ἔστω καὶ μερίδος αὐτῶν, ἐν τῇ δράσει ἐκείνῃ τῇ πολεμικῇ ὡμολογήθη καὶ ἐκ τῶν ἔσω καὶ ἐκ τῶν ἔξω, τῶν εἰδότων τὰ τοῦ πολέμου ἐκείνου. Τὸ σῶμα τῶν Ἑλλήνων ὑπαξιωματικῶν ἐτίμησε τὴν πατρίδα καὶ τὸν στρατὸν, καὶ ὅμως, ἀπέναντι τῆς γενικῆς ταύτης ἐντυπώσεως, καὶ ἀπέναντι τῶν πραγματικῶν τούτων γεγονότων, οὗτοι μαραίνονται, οὗτοι δὲν ἀμείβονται, καὶ ἡ ἔλλειψις τοιαύτης δικαιοσύνης πρὸς ἀμοιβὴν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπόδειξις τοῦ ἐκφυλισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον περιεπέσαμεν μετὰ καὶ πρὸ τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου. Εἶπεν ὁ προλαλήλας, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀνέφερεν ὀνόματα ὑπαξιωματικῶν, καὶ πᾶς, ὅστις παρηκολούθησε τὰς δίκας πάσας ἐν τοῖς Στρατοδικείοις, εἶδεν ὄντως εἰκόνας, αἵτινες ἠνάγκαζον πάντα Ἕλληνα νὰ κύψῃ τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ αἴσχους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνορθώνῃ αὐτὴν ἀπέναντι φαεινῶν εἰκόνων, αἵτινες παρήλασαν εἴτε ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Γριμπόβου, εἴτε ἐν τῇ μάχῃ τῶν Πέντε Πηγαδίων, εἴτε καὶ ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Δομοκοῦ. Κατ’ αὐτὰς ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί, οἵτινες ἐστήριζον ἀκόμη τὰς τελευταίας ἐλπίδας, αἵτινες ὤφειλον νὰ ὑπάρχωσι πρὸς ὕπαρξιν τοῦ ἰδεώδους τῆς πατρίδος καὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐδικαίουν πάντα βλέποντα καὶ ἀκούοντα τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος ὑπὸ τούτων νὰ ὁμολογῇ, ὅτι ὁ ἀγὼν δὲν ἐπεράνθη, καὶ ὅτι δὲν ἐξέλιπε πᾶσα ἐλπὶς περὶ ἀνορθώσεως. Ἐν τούτοις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἔχων τὰς εἰκόνας ταύτας, — καὶ τὰς ἔχει οὐχὶ ἐξ ἐκθέσεων γενομένων ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, διότι κατὰ τὰς σπουδαίας μάχας, καθ’ ἃς ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των οἱ ὑπαξιωματικοὶ δὲν ὑπῆρξαν συνήθως ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις περὶ τῶν κατωτέρων αὐτῶν, καὶ διηύθυνον τμήματα στρατοῦ ὑπαξιωματικοί, — ὁ Ὑπουργός, λέγω, τῶν Στρατιωτικῶν ἀναβάλλει τὴν ἀπόφασίν του! Ἤμην εἰς τὸ δεύτερον Στρατοδικεῖον, ὅτε ἐδικάζετο ἀξιωματικός, ὅστις ἓν ἐλάττωμα ἔσχεν, ὅτι ὑπερέβη, ἀντὶ νὰ παραλίπῃ, τὸ καθῆκόν του. Ὁ ὁδηγῶν τὸν στρατὸν εἶχε διατάξει αὐτὸν ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἔδαφος τῶν Πέντε Πηγαδίων μετὰ 15 ἱππέων· πηγαίνει καὶ ἀναγνωρίζει αὐτὸ καὶ πέραν τῶν Πέντε Πηγαδίων, καὶ ὅτε ὁ ἀρχηγὸς τὸν διέταξε νὰ ἐπιστρέψῃ, οὗτος παρέμεινε, καὶ ἠγωνίσθη, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήχθη εἰς δίκην!...
§83ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν τοῦ ἐξήλωσαν τὰ γαλόνια;
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοῦ τὰ ἐξήλωσαν, διότι ἐφιλοτιμήθησαν πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἐκστρατείας τῆς Ἠπείρου, οἵτινες διεφώνουν εἰς πάντα καὶ συνεφώνουν εἰς ἓν καὶ μόνον, τίς ἐξ αὐτῶν νὰ ἐξάρῃ πλειότερον τὸ ἔργον τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Τὰ ἐξήλωσεν ὅμως αὐτός, καὶ τὰ ἔρριψεν εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Πολιτείας, καὶ ἀπῆλθεν, ἐμπορευόμενος εἰς τὴν Αἴγυπτον!
§85ΤΙΝΕΣ. Τίς ἦτο;
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ὁ ἀνθυπίλαρχος Μπάρακλης. Ὑπῆρξαν ὑπαξιωματικοί, — περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσῃ τις τὰς ἐκθέσεις, — ὑπῆρξαν ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ ἀμειφθῶσιν, ἐσύρθησαν εἰς τὰ ἕδρανα τοῦ Στρατοδικείου, καὶ ἦλθεν ἡ σθεναρὰ φωνὴ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Κουμουνδούρου, καὶ εἶπεν, ὅτι ἦσαν ἥρωες! Περὶ τοιούτων ὑπαξιωματικῶν συζητεῖτε, ἂν πρέπει νὰ τύχωσιν ἱκανοποιήσεως, ἂν ἐπιτρέπηται ἢ μὴ νὰ τύχωσιν ἐπωμίδων! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι οἱ κανονισμοί, Κύριοι, οἵτινες ἀναγράφουσι τὰς περιπτώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναται νὰ προαχθῇ ὁ πτωχὸς ὑπαξιωματικὸς εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡ νεωτέρα στρατιωτικὴ νομοθεσία ἔθεσε φραγμὸν διὰ τῆς συστάσεως τῶν Σχολῶν, ἀφῆκεν ὅμως μίαν θυρίδα ἀνοικτὴν, τὴν στρατιωτικὴν ἀρετήν. Θεωρεῖταί τις ὡς ἀνδραγαθήσας, ὅταν κυριεύσῃ πυροβόλον ἢ σημαίαν ἢ φρούριον· ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται πλέον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Πέντε Πηγαδίοις στρατοῦ, καὶ, ἐρωτηθεὶς περὶ ὡρισμένων ὑπαξιωματικῶν, ἂν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, λέγῃ, ὅτι ὄρθιοι, εἰς τὸ πλευρόν του, ἐμάχοντο, καὶ προῆλθον εἰς συμπλοκὴν ἀγκάλην μὲ ἀγκάλην μὲ τοὺς ἀντιπάλους, καὶ ὅτι, ὅτε ἐσύρθη κατάκοπος ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐρρίφθη εἰς ἕνα χάνδακα, αὐτοὶ ἐξεπλήρουν καθήκοντα στρατιώτου καὶ ἀξιωματικοῦ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, τίνων ἄλλων ἐκθέσεων ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργός; Περὶ τοιούτων ὑπαξιωματικῶν ἀναβάλλεται ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ἀμοιβὴ ἀπὸ τετραετίας, καὶ περὶ τοιούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἅτινα θ’ ἀποτελέσωσι τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ νὰ προβῇ ἐπὶ τέλους εἰς ἀμοιβὴν, ἢ νὰ κόψῃ ἐπὶ τέλους τὴν ἐλπίδα, μετὰ τῆς ὁποίας μόνον παραμένουν εἰς τὰς τάξεις των οἱ τοιοῦτοι ὑπαξιωματικοί! Καὶ ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὡς δικαιολογία τῆς τοιαύτης ἀδικαιολογήτου βραδύτητος, τί; ὅτι πλῆθος μέγα εἶναι οἱ διαπρέψαντες. Ἀλλ’ ἐὰν διέπρεψαν πάντες, ἢ πολλοὶ εἶναι οἱ διαπρέψαντες, ἀπὸ τῆς κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τῶν ἐπιτροπῶν ἐξαρτᾶται ὁ κανονισμός. Καὶ ὑπῆρχον ἀμοιβαὶ διὰ τῆς ἐπωμίδος τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ὑπῆρχον ἀμοιβαὶ δι’ ἑνὸς Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος, καὶ ὑπῆρχον ἀμοιβαὶ διὰ προαγωγῆς εἰς ἀνωτέραν ἐπωμίδα ὑπαξιωματικοῦ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, κανονίζων βαθμιαίως καὶ κατὰ τμήματα τὰς ἀμοιβὰς, ἀλλ’ ἔπρεπεν εἰς τὸν Καιάδαν τοῦ μέλλοντος νὰ ῥιφθῶσι τὰ καθήκοντα ταῦτα; Ἐγὼ, Κύριοι, λέγω καὶ τὰ ὕστατα ταῦτα ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν, δύσελπις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχω τι ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τούτων τῶν ὑπαξιωματικῶν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἔπρεπεν ὅμως νὰ δειχθῇ καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ ἄλλων, ὅτι ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἤμειψεν αὐτοὺς, ἀναγνωρίσασα τὸ ἔργον των καὶ διὰ λόγων ἐντεῦθεν καὶ διὰ πανηγυρικῶν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ. Ἀλλ’ οἱ ὑπεύθυνοι εἰς τὴν βραδύτητα ταύτην, ἂν ὄντως κήδωνται τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, οὗτινος ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα εἶναι τὸ σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἂς μὴ ἐξακολουθήσωσι βραδύνοντες. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπικαλούμεθα ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, δὲν εἶναι καθῆκον μόνον πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, εἶναι καθῆκον πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὸν στρατὸν, ὅστις, δὲν θὰ παρέλθῃ καιρὸς, καὶ θέλει ἴδει τοὺς ἐκλεκτοὺς ἄνδρας ἐξ ἀπογνώσεως καὶ ἀπογοητεύσεως καταλείποντας τὸν στρατὸν, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθον μετὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς ἰδέας νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ὅπερ ἐξεπλήρωσαν μὲν ἐκεῖνοι, διστάζω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἐξεπλήρωσαν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ἀρχηγοὶ ἐν τῷ στρατεύματι. (Εὖγε! εὖγε!).
§87Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐξ Ὀλυμπίας ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς παροχῆς τῶν ἀμοιβῶν. Ἐγὼ χαίρω πολὺ, διότι εὑρέθημεν σύμφωνοι, ἢ μᾶλλον οἱ κ. Βουλευταὶ εὑρέθησαν σύμφωνοι μετ’ ἐμοῦ, πρὸ πάντων ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅστις διέκρινε τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παράσχῃ ἀμοιβὰς εἰς τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ διαπρέψαντας· καὶ περὶ αὐτῶν ἐγὼ ὡμίλησα. Ἡ μέχρι τοῦδε βραδύτης τῆς ἀπονομῆς ἀμοιβῆς εἰς τοὺς ὁπλίτας, τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον προσενεγκόντας ἐξαιρέτους ὑπηρεσίας, ἀποδοτέα εἰς τὴν μὴ ἐξακρίβωσιν τῶν ἀληθῶς ἀξίων ἀμοιβῆς. Συνεπῶς ἡ ἀναβολὴ αὕτη ἦτο ἀναπόφευκτος. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καθῆκον νὰ ἐξακριβώσῃ, νὰ ἐξελέγξῃ, καὶ νὰ κατατάξῃ τούτους εἰς κατηγορίας. Ἀναντιρρήτως ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία δικαιολογεῖ ἐπαρκῶς τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου. Ἔπαινος πρὸ πάντων ὀφείλεται εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις μετὰ μεγίστης λεπτομερείας ἐξήτασε τὸν πίνακα τῶν μελλόντων νὰ προβιβασθῶσι καὶ ἀμειφθῶσιν· ἀλλ’ ἐνταῦθα προσκρούει νῦν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὸ πλῆθος τῶν προταθέντων. Διότι μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι 100 ἢ 200 ἢ 300· εἶναι χιλιάδες...
§88ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ διακριθέντες;
§89ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ προταθέντες.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τίνος προταθέντες;
§91ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπὸ τῶν διαφόρων διοικητῶν τῶν στρατιωτικῶν μονάδων. Δὲν εἶχον τεθῇ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§92ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πληγωθέντες τοὐλάχιστον, κύριε Ὑπουργέ;
§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου εἰργάσθην, καὶ ἐτέθησαν τὰ ὅρια, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι ποίαν ὁδὸν θ’ ἀκολουθήσωμεν. (Διάλογοι.)
§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ζαφειρόπουλος καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, δὲν ἔχουν ἀνάγκην προτάσεως οὐδὲ στρατηγοῦ, διότι ἐκεῖνοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των, ἔχουσι τὰς πληγάς των.
§95ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἡμέτερον καθῆκον εἶναι, νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν· δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς αὐθαιρέτους καὶ αὐτοβούλους πράξεις. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν καταστάσει εὑρισκομένων τῶν πραγμάτων, ἔχω καθῆκον νὰ ἐξακολουθήσω τὸ ἔργον μου, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν εἶναι δυσχερές, ὅπως ἦτο μέχρι τοῦδε, διότι σήμερον ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα, καὶ ἡ ἐπιτροπή, συντόνως ἐργαζομένη,—ἐργαζομένη, ἐννοεῖται, ὡς οἱ κανονισμοὶ καὶ οἱ νόμοι διαγράφουσι,—δύναται ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ προτείνῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας, περὶ ὧν συνηγόρησαν πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄπελπις, ὡς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς νέας ἐπιτροπῆς.
§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, πρὸ μικροῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὶ ἔλεγεν. Ἔλεγεν, ὅτι ἐπιτροπή, συσταθεῖσα πρὸ τετραετίας, ἐξακολουθεῖ ἐργαζομένη, ὅπως εὕρῃ τίνες εἰσὶν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ διακριθέντες ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ αὕτη, μετὰ τετραετίαν, δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτῆς, καὶ νὰ φέρῃ τὸν πίνακα ἐκεῖνον τῶν ἀληθῶς διακριθέντων, τῶν διαπραξάντων ἄξιόν τι ἐν τῷ πολέμῳ, ὅπως προαχθῶσιν! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκίνει περιλύπως, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀγόρευσιν, τὴν κεφαλήν, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἄπειροι ὑπαξιωματικοὶ διεκρίθησαν ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ. Εἰς τὴν ψυχὴν τὴν ἰδικήν μου ἐγεννήθη ἀντίθετον αἴσθημα, ἐπεχύθη εὐφροσύνη, διότι τοσοῦτος ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐφαίνετο διαπρέψας· διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ποιήσωμαι τὴν διάκρισιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐποιήσατο, καθορίζων τὰς διαγραφομένας ὑπὸ τῶν κανονισμῶν ἰδιότητας τῶν ἀνδραγαθησάντων, τῶν διαπρεψάντων, τῶν ἀριστευσάντων καὶ τῶν ἐκπληρωσάντων τὸ ἑαυτὸν καθῆκον ἐν πολέμῳ. Τὸ ἐκπληροῦν τινα τὸ καθῆκόν του ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ὅταν ἔχῃ ἀντιμέτωπον τὸν θάνατον, αὐτὸ εἶναι ὁ ἀληθὴς ἡρωϊσμός, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνδραγαθία, αὐτὸ εἶναι ἀληθῶς ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ τοῦ ὑπερτάτου καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα του, καὶ ὅταν διαπρέψῃ τις εἰς αὐτό, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἔχει ἀντιμέτωπον τὸν θάνατον, εἶναι ἡρωϊσμός, καὶ ἀρκεῖ τοῦτο, ἵνα ἐπισύρῃ τὸν θαυμασμὸν καὶ προκαλέσῃ τὸ γέρας· τὸ νὰ ἁλώσῃ τις φρούριον, τὸ νὰ ἁρπάσῃ σημαίαν, τὸ νὰ καταλάβῃ τηλεβόλον, εἶναι ἐκ τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἁπλᾶ ἄτομα, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται, δὲν δύνανται νὰ διαπράξωσι, διότι τὸ νὰ κυριευθῇ φρούριον, θὰ τὸ κυριεύσῃ στρατὸς ὁλόκληρος, καθόσον δὲν δύναται εἷς στρατιώτης ἢ εἷς ὑπαξιωματικὸς νὰ καταλάβῃ αὐτό. Τέλος πάντων ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, μετὰ τετραετῆ ἐργασίαν, νὰ ἔχῃ ἀποπερατώσει τὸ ἔργον αὐτῆς, καὶ ἠδύναντο νὰ προταθῶσι πρὸς προαγωγὴν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων, ὅσοι ἠδύναντο νὰ ἀναγνώσωσι τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὑποβληθείσας παρὰ τῶν σωματαρχῶν ἐκείνων, τῶν παρευρεθέντων εἰς τὰς μάχας, καὶ ὅτι εἶδον αὐτοὺς μαχομένους, ἢ εἶδον αὐτοὺς ὁδηγοῦντας σώματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ὁδηγῶσιν ἀξιωματικοί, οἵτινες ἔφευγον ἢ ἐκρύπτοντο ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, πάντες οὗτοι ὡμολόγησαν, ὅτι ἠνδραγάθησαν. Καὶ ἐνῷ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτούς, τοὺς ἀνδραγαθήσαντας, παρῆλθε τετραετία, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ δοθῇ αὐτοῖς ἡ προσήκουσα ἀμοιβή, διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, τοὺς φεύγοντας ἢ κρυπτομένους πρὸ τῶν ἐχθρικῶν σφαιρῶν, οὓς εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον ἐδικάζοντο ἐν τῷ Στρατοδικείῳ, διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους ἔπεσε βροχὴ ἀστερώδης εἰς τὰς ἐπωμίδας των! Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς τάξεως ταύτης τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὑπάρχει καὶ ἄλλη τάξις μαχητῶν, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐπέβαλλε νὰ προσέλθωσι τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, οὓς οὐδεὶς νόμος ἔφερεν εἰς τὸν πόλεμον· εἶναι ἡ τάξις τῶν Φιλελλήνων. Ἐκεῖνοι ἦλθον ἀπὸ τὰς μακρινὰς αὐτῶν πατρίδας ἐξ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν χώραν τῶν μεγάλων παραδόσεων καὶ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν· ἐκεῖνοι ἦλθον, ἐπολέμησαν μεθ’ ἡμῶν, ἔχυσαν τὸ αἷμά των, καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἀπῆλθον ἐντεῦθεν, δὲν ἔλαβον οὔτε σημεῖον κἄν, ἀναμιμνῆσκον αὐτοῖς τὸν ἀγῶνα, οὗτινος μετέσχον, οὔτε ἔγγραφόν τι εὐαρεσκείας! Ἀπῆλθον ἐντεῦθεν ἄγνωστοι, ὡς ἄγνωστοι ἦλθον! Ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν εὐγνωμοσύνην ἐξέφρασε πρὸς τὰ γενναῖα ἐκεῖνα τέκνα, ἅτινα αὐθορμήτως προσῆλθον καὶ ἔχυσαν τὸ αἷμά των μεθ’ ἡμῶν! Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔλαβε μέχρι τοῦδε μέτρον τι ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐπολέμησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἴτε εἰς τὴν φάλαγγα τῶν Φιλελλήνων, εἴτε εἰς ἕτερα σώματα, ἐὰν ἐγένετο διάκρισίς τις πρὸς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, πολλοὶ τῶν ὁποίων κατεῖχον διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῷ στρατῷ τῆς ἑαυτῶν πατρίδος. Ἐγώ, Κύριοι, ἐγνώρισα τὸν μαρκήσιον Καρούτση, ἀξιωματικὸν τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶχε λάβει ἄδειαν διὰ Παρισίους, ἔφυγε δ’ ἐκ Παρισίων καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ καταταχθῇ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ μὲ τὸν βαθμὸν αὑτοῦ, κατετάχθη ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης, καὶ ἐπολέμησε καθ’ ὅλας τὰς μάχας, ἀπὸ τῶν συνόρων μέχρι τοῦ Δομοκοῦ. Ἄπειροι δ’ εἰσὶν οἱ οὕτω πολεμήσαντες. Ἐν τούτοις οὐδεμία ἐδόθη ἀμοιβὴ εἰς τοὺς γενναίους αὐτοὺς ἄνδρας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας! Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ ἡ τετραετὴς προεξεργασία ἐπιτροπῆς τινος, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐκφρασθῇ πρὸς αὐτούς, ἂν ὄχι ἄλλο τι, μία εὐαρέσκεια, ὡς ἀνάμνησις τοῦ ἀγῶνος, εἰς ὃν αὐθορμήτως προσῆλθον, καὶ πολλοὶ ἔβαψαν μὲ τὸ αἷμά των τὴν γῆν μας. Διότι εἶναι ἀληθῶς ὀδυνηρὸν νὰ βλέπῃ τις, ἐκείνους μὲν μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ ἐρχομένους νὰ πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τὴν δὲ Ἑλλάδα ἀδιαφοροῦσαν καὶ μηδαμῶς περὶ αὐτῶν σκεπτομένην!
§97Η. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὁλόκληρος τετραετία παρῆλθε, χωρὶς νὰ ληφθῇ καμμία πρόνοια, ἐλπίδας πολὺ μικρὰς πρέπει νὰ ἔχωμεν, ὅτι μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου θὰ ληφθῇ σήμερον τοιαύτη. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέσεισε, παραστήσας τοῦτο ὡς τὸ μέγα κώλυμα τῆς μὴ ἀμοιβῆς, τῆς μὴ ἱκανοποιήσεως τῶν διαπρεψάντων ἐν τῷ πολέμῳ ὑπαξιωματικῶν, νομίζω ὅτι ἐν τῷ ἔργῳ θ’ ἀποδειχθῇ οὐσιωδῶς ἠλαττωμένος· διότι, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν μέγας μὲν ἀριθμὸς ἀπεχώρησεν ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἄλλοι δὲ κατετάχθησαν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἄλλοι προήχθησαν δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου· ὥστε ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὑπαξιωματικῶν μικρὸς μένει ἀριθμὸς, δικαιούμενοι νὰ προβιβασθῶσιν, ἢ ἄλλως ἱκανοποιηθῶσι, λόγῳ καλῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός των κατὰ τὸν πόλεμον, ἢ λόγῳ τραυμάτων. Δὲν ἠξεύρω ποῖον μέτρον ἔλαβε, διότι βεβαίως, ἐὰν παρατάξῃ εἰς τὸν κατάλογον πάντας τοὺς προταθέντας ὑπὸ πάντων τῶν σωμάτων, χωρὶς νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ αὐτῶν, χωρὶς νὰ γείνῃ σύγκρισις τῶν ἐχόντων πλείονα δικαιώματα κατὰ τὰς ἐκθέσεις τὰς συνοδευούσας τὰς προτάσεις, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐξαχθῇ τὸ πόρισμα, εἰς ὃ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ στηρίξῃ τὰς προτάσεις περὶ τῶν ἐκ τῶν προτεινομένων μᾶλλον δικαιουμένων, βεβαίως τὸ ἔργον θὰ ἦναι σχεδὸν ἀκατόρθωτον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ νὰ ἐκκαθαρίσῃ δηλονότι ἐκ τῶν προταθέντων πολλῶν τοὺς δικαιουμένους ὀλίγους. Ὡς πρώτη τάξις ἠδύνατο νὰ ληφθῶσιν οἱ τραυματισθέντες καὶ δείξαντες καλὴν διαγωγὴν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἔχοντες πολυετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ κατ’ αὐτὴν διακριθέντες πάντοτε. Ἂν πρόκειται νὰ ληφθῇ μέτρον τι, δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ τοῦτο συντόνως, ἵνα διασκεδασθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ ἐν τῷ στρατῷ διαπρέψαντες ῥίπτονται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ περιφρονοῦνται, καὶ ἵνα ἐμπνευσθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ καταταχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐλπίδα, ὅτι ἐκπληροῦντες καλῶς τὸ καθῆκόν των θὰ τύχωσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀμοιβῆς δικαίας. Διότι δὲν πρέπει νὰ κρυβῇ, ὅτι σήμερον κρατεῖ πεποίθησις, ὅτι ἀστόργως φέρεται ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς διαπρέψαντας, πεποίθησις, ἣν γεννᾷ ἡ παρατήρησις, ὅτι οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον, καὶ ὅτι κρύπτεται ἡ Πολιτεία ὄπισθεν τούτου, ὅτι ἀκόμη δὲν ἔλαβε καιρόν. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ τοιοῦτο μέτρον, πρέπει νὰ λάβῃ αὐτὸ καὶ κατὰ μέτρον χρόνου προσῆκον, καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ἦναι πρὸ πολλοῦ ἱκανοποιημένοι, καὶ τῶν ὁποίων ἐλησμονήθησαν τέλεον αἱ ἐν τῷ πολέμῳ ὑπηρεσίαι. Ἂς μὴ παρατείνῃ τὴν κατάστασιν τῆς ἐκκρεμότητος, ἡ ὁποία ἐγείρει δικαίως ἐρεθισμὸν, καὶ ἡ ὁποία καὶ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ δὲν ὠφελεῖ ὡς ἐλπὶς, ἐλπὶς παρατεινομένη πολὺ, ἐλπὶς ἥτις φαίνεται ἐμπαιζομένη, καὶ εἰς τὴν ματαίωσιν ὁδηγουμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου.
§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς τὸν στρατὸν τοῦ 1897 συνδέομαι, Κύριοι, συγγενικῶς διὰ τοῦ αἵματος καὶ τοῦ θανάτου· εἶχον ἑπομένως καθῆκον νὰ σκεφθῶ περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅτε διηύθυνα τὰ τοῦ στρατοῦ, κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν πατὴρ μεριμνᾷ περὶ τῶν τέκνων αὑτοῦ, ἀδελφὸς περὶ ἀδελφοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ πρῶτον μου μέλημα, ὅτε ἦλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἦτο, νὰ φροντίσω περὶ τῶν τέκνων καὶ τῶν συζύγων καὶ τῶν γονέων ἐκείνων, οἵτινες ἔπεσαν· καὶ ἡ Βουλή, τῇ εἰσηγήσει μου, ἐψήφισε νόμον περὶ τούτων, καὶ ἡ μέριμνά μου κατεδείχθη ἄμεσος καὶ ταχεῖα. Εἶχον καθῆκον νὰ φροντίσω, οὐχὶ μόνον περὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀξιωματικῶν· διότι δὲν εἶναι μόνον ὑπαξιωματικοὶ οἱ παροραθέντες καὶ ἀδικηθέντες, εἶναι καὶ ἀξιωματικοί, οἵτινες παρωράθησαν ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις ὤφειλε νὰ σεβασθῇ πλειότερον αὐτούς, ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις ἔλαβε τὸν ἀνώτατον βαθμὸν τοῦ στρατεύματος, ἐρειδόμενος ἐπὶ τῶν ὤμων τοσούτων ἀνδρείων! Ἐὰν δὲν ἐλύθη πρεπόντως τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, οὔτε ἐγὼ πταίω, οὔτε ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Πταίει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι αὐτὸς συνεσκότισε τὰ πάντα, ἐκδοὺς τὴν περιλλάλητον διαταγὴν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ πάντας, ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ καὶ θέσεως, κατὰ τὸν πόλεμον, ἵνα συστήσωσιν ἢ κατηγορήσωσιν ἀδιακρίτως, καὶ ὕψωσεν οὕτω τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως, τόσον ἐπισήμως ἐγκαθιδρύσας τὸ ἀντιπειθαρχικὸν πνεῦμα· καὶ οὕτως εἴδομεν ἀθῴους συρομένους εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, καὶ οὕτως εἴδομεν συνιστωμένους ἀνθρώπους, οἵτινες οὐδαμῶς ἀντιμετώπισαν τὸν ἐχθρὸν, οὔτε ἤκουσαν πυροβόλον. Ἀλλὰ μήπως ἠρκέσθη εἰς τὴν διαταγὴν ἐκείνην; Συνέστησε παρανόμως μίαν μεγάλην ἐπιτροπὴν, τὴν ἐξελεγκτικὴν λεγομένην, ἥτις ἐπηύξησε τὴν σύγχυσιν ἀνυπολογίστως, ὥστε νὰ καταστῇ ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες πραγματικῶς ἀντιμετώπισαν τὸν θάνατον. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ πρώτη φροντίς μου ὑπῆρξε, νὰ καλέσω τὸν στρατηγὸν Βάσσον, πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν συστάσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ, μετὰ θάρρους ἀποτεινόμενος πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐλπίζων, διότι καὶ αὐτὸς πρὸς ἐκείνους συγγενὴς ἦτο, νὰ τῷ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ στρατηγὸς τότε μοὶ ἐπέδειξε διὰ μελανῶν χρωμάτων τὸν κυκεῶνα, εἰς ὃν εἶχε περιπλακῆ ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ζητήματος, κυκεῶνα ἀληθῆ, Κύριοι. Καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἵνα μὴ καταδικάζηται ἡ Πολιτεία ἀδίκως. Ἀξιωματικοί, οἵτινες δὲν ηὐτύχησαν νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρὸς, συνίστων ὑπαξιωματικούς, ὡς ἡρωϊκῶς πολεμήσαντας παρὰ τὸ πλευρόν των! (αἴσθησις)...
§99ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι...
§100Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ἀξιωματικοὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐφοδιοπομπῶν, μὴ παρευρεθέντες εἰς μάχην, ἐβεβαίουν, ὅτι διεκρίθησαν οἱ ὑπ’ αὐτοὺς ὑπαξιωματικοὶ μαχόμενοι... Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθω εἰς πλείονας λεπτομερείας. Ὅτε ὁ στρατηγὸς μὲ ἔκαμε κοινωνὸν τῶν λεπτομερειῶν τούτων, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην τῆς δυσκολίας τοῦ ζητήματος, πρὸ ἀδιεξόδου εὑρεθεὶς, ἐζήτησα ἀναβολὴν, καὶ παρεκάλεσα τὸν στρατηγὸν, νὰ λάβῃ τὸν κόπον, εἰς ἄλλην ἡμέραν, ὅτε ἤθελον τὸν ζητήσει, νὰ ἔλθῃ, ὅπως ὁμιλήσωμεν πάλιν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Διότι μοὶ ἐπεβάλλετο, νὰ σκεφθῶ, τί ἔπρεπε νὰ πράξω δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἀληθῶς ἠνδραγάθησαν. Καὶ ἀνδραγαθία δὲν εἶναι μόνον ἡ ἅλωσις πυροβόλου, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ θέτῃ τις τὸ στῆθός του προμαχῶνα, ἵνα σταματήσῃ τὸν ἐφορμῶντα ἐχθρὸν, ἵνα σώσῃ τὸν ὑποχωροῦντα στρατὸν, εἰς ὃν ἀνήκει. Καὶ τοιοῦτον ὑπαξιωματικὸν ἔσχον ὑπὸ τὰς διαταγάς μου, ὅστις τετραυματισμένος ἐπέμενε νὰ σταματήσῃ τὸν ἐχθρόν. Καὶ τοιοῦτον ἀξιωματικὸν εἶχον κατὰ τὴν ὑποχώρησιν ἐκείνην, ὅστις ἔσωσε τὰ συντρίμματα τοῦ τάγματός μου ἐκ τῆς κυκλωτικῆς κινήσεως τοῦ ἐχθροῦ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ ἡμῖν τελείως τὴν γραμμὴν τῆς ὑποχωρήσεως. Καὶ τοὺς ἀναφέρω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, διότι πρέπει νὰ τιμῶνται οἱ τοιοῦτοι ἄνδρες. Ὁ ὑπαξιωματικὸς εἶναι ὁ λοχίας Μοσχολέας...
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ὁ δὲ ἀξιωματικὸς εἶναι ὁ ὑπολοχαγὸς Βαρβιτσιώτης.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ παρέμειναν εἰς τὸν πύργον τῶν Πέντε Πηγαδίων, συγκεντροῦντες τὰ πυρά των κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἵνα ὑποχωρήσωμεν μὲ ὀλιγωτέρας ζημίας· καὶ θὰ τοὺς ἀναφέρω. Εἶναι ὁ Κακογιάννης καὶ ὁ Κυπριώτης. Ἔχομεν λοιπὸν ἀξιωματικοὺς, ἔχομεν ὑπαξιωματικοὺς, οἵτινες ἠνδραγάθησαν, διὰ τοὺς ὁποίους ἤμην ὑπόχρεως νὰ μεριμνήσω. Ἀλλ’ ὅτε μοὶ ὑπεβλήθησαν τὰ ζητήματα, ὡς μοὶ ὑπεβλήθησαν, εἶχον ἀνάγκην νὰ σκεφθῶ, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν. Τὸ ζήτημα δι’ ἐμὲ ἦτο σημαντικὸν καὶ ἐπιβεβλημένον, διότι εἰς δύο αἱματηρὰς μάχας, τὴν μίαν τῶν ὁποίων προσωπικῶς διηύθυνα, καὶ τὴν ἄλλην, τοῦ Γριμπόβου, εἰς ἣν παρέστην θεατὴς, εἰς δύο αἱματηρὰς μάχας ἤμην μάρτυς, καὶ ἐγνώρισα τὴν αὐταπάρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Θέλω δὲ ἀποδείξει, ὅτι ἦσαν ἄδικοι οἱ ὑπαινιγμοὶ τοῦ πρώτου λαλήσαντος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τοῦ στρατεύματος. Ὁ λαὸς, Κύριοι, τῆς Κερκύρας δὲν θεωρεῖται λαὸς πολεμικὸς, ἀλλὰ λαὸς τῶν ἀσμάτων καὶ τῶν ἐρώτων. Ἐγὼ ὅμως πρέπει νὰ βεβαιώσω γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ, ἀπὸ τῆς ἐπισημοτάτης ταύτης θέσεως, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος ἐπολέμησεν, ὡς δὲν ἐπολέμησαν ἴσως ἄλλοι, ἐξ ἐπαρχιῶν θεωρουμένων πολεμικῶν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἤρχοντο τετραυματισμένοι εἰς τὸ χειρουργεῖον, ἐπέδενον τὰς πληγάς των καὶ μετέβαινον πάλιν, πρόθυμοι καὶ ἐνθουσιῶντες, εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρός.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§106Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοιοῦτον λαὸν, δὲν δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ τὴν ὕβριν, ἥτις προσάπτεται καθ’ ἑκάστην κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὸ ἄλλων, καὶ ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας ἐν μέρει, ὡς λιποψυχήσαντος. Ὤφειλον λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σκεφθῶ, καὶ μετὰ μακρὰν σκέψιν προσεκάλεσα τὸν στρατηγὸν, καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν νὰ διακρίνωμεν εἰς τρεῖς κατηγορίας τοὺς συνιστωμένους ὑπαξιωματικούς. Γνωρίζομεν, εἶπον, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀρχηγῶν, γνωρίζομεν καὶ ἐκ τῆς φήμης, ποῖα σώματα ἔλαβον μέρος εἰς τὰς μάχας, καὶ ποῖα ἔτι ἐνεκαρτέρησαν περισσότερον, καὶ γνωρίζομεν τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀξιωματικῶν πάντων, γνωρίζομεν καὶ ἐκ φήμης καὶ ἐξ ἐκθέσεων, τίνες ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των ζωηρότερον. Λαμβάνοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀναλόγως ἐκτιμῶντες τὰς ἐκθέσεις, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένην φήμην, δυνάμεθα εὐκόλως νὰ διακρίνωμεν τὰς κατηγορίας. Καὶ λέγω περὶ φήμης, διότι ἔχω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν πειστικὸν παράδειγμα. Εἷς ὑπαξιωματικὸς, ὀνόματι Πλατανιᾶς, θανασίμως τετραυματισμένος, δὲν ἔφευγεν ἐκ τῆς γραμμῆς τοῦ πυρός· τὸν ἔσυραν εἰς τὸ χειρουργεῖον, ἐπέδεσαν τὰς πληγάς του, καὶ αὐτὸς ἐπέμενε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ θανάτου.
§107Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἔφεραν εἰς τὸν «Εὐαγγελισμόν», καὶ πρὶν θεραπευθῇ ἔφυγε πάλιν, καὶ ἔπαθε τὰ αὐτὰ εἰς τὸν Δομοκόν, καὶ τὸν ἐπανέφεραν πάλιν εἰς τὸν «Εὐαγγελισμόν».
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§109Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἔχομεν τοιούτους ὑπαξιωματικοὺς λοιπόν, τοὺς ὁποίους —δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη—θὰ κατατάξωμεν εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν. Εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν θὰ ταχθῶσιν ἐκεῖνοι τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες δὲν διεκρίθησαν μὲν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀλλ’ ἐπετέλεσαν μετὰ ποιᾶς τινος ἐπιδείξεως τὸ καθῆκόν των· καὶ ἔχομεν ὑπαξιωματικοὺς τοιούτους ἐκ φήμης καὶ ἐξ ἐκθέσεων· καὶ ἀναφέρω ἕνα, τὸν ὁποῖον ἐγνώρισα, ὅστις, ἐνῷ ἦτο σιτιστής, ἐζήτησεν ἄδειαν παρὰ τοῦ λοχαγοῦ του, παρέδωκε τὴν ὑπηρεσίαν του εἰς τὸν δεκανέα βοηθόν του, δρομαῖος δ’ ἀπῆλθεν εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρὸς, εἰς τεσσάρων ὡρῶν ἀπόστασιν, καὶ μαχόμενος γενναίως ἔμεινε τελευταῖος, μετ’ ὀλίγων ἀνδρῶν, εἰς θέσιν ἐπίκαιρον καὶ σημαντικήν, ἵνα δώσῃ τὸν καιρὸν πρὸς τοὺς ἐν Κραβασαρᾷ μαχομένους καὶ ὑποχωροῦντας νὰ ὑποχωρήσωσιν εὐχερέστερον. Ἔχομεν, τέλος, καὶ τὴν τρίτην κατηγορίαν, οὓς δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐκείνους δηλαδή, οἵτινες μόνον κατὰ τὰς ἀναφερθείσας ἐκθέσεις ἐπολέμησαν ὄρθιοι καὶ ἡρωϊκῶς. Ὑπάρχουν λοιπὸν αἱ πληροφορίαι αὗται, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρωθῇ μία γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ὑποβάλῃ ὁ στρατηγός. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἥτις ἐδόθη πρὸς τὸν στρατηγόν, ἐδόθη κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς ὑπουργίας μου, δηλαδὴ καθ’ ὃν χρόνον ἐπέκειτο ἡ ἀποχώρησίς μου, καθ’ ὃν χρόνον, ἀποφεύγω νὰ εἴπω, διατὶ δὲν ἔφθασα εἰς τὸν σκοπόν μου. Τίνες περιστάσεις ἐμεσολάβησαν ἔκτοτε, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ. Δὲν νομίζω μετὰ ταῦτα, ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν πλέον εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν τελείαν καὶ ἱκανοποιητικὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίως τὴν δημοσιογραφίαν, νὰ παύσῃ πλέον γράφουσα, ὡς γράφει, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἕν βλέμμα ἂν ῥίψῃ τις ἐπὶ τῶν μαχῶν, θὰ πεισθῇ ἀκραδάντως, ὅτι εἶναι ἄδικος, ἂν μήτι ἄλλο, ὁ ὑπαινιγμός, ὅτι ὁ στρατὸς ἐλιποψύχησε καὶ ὑπεχώρησεν ἄτακτος, διότι ἦτο λιπόψυχος. Δὲν θὰ κατέλθω σήμερον εἰς τὰς λεπτομερείας, θὰ ἔλθῃ ὅμως στιγμή, ἵνα θέσω τὰς εὐθύνας, ὅπου ἀνήκουν. Καὶ ἂν εἶχον, ὡς Ὑπουργός, τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰ τοῦ στρατεύματος προσωπικῶς, εἶχον αὐτήν, διότι, ἂν ἐσώθησαν πολλοί, ἐσώθησαν διότι ἐσώθη καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν. Τὴν ἐξήγησιν τῶν λόγων μου τούτων, ἐν συζητήσει, τὴν ὁποίαν θὰ προκαλέσωμεν πολὺ ταχέως ἴσως, θὰ τὴν παράσχω εὐκρινῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως. Ἐάν τις, λέγω, ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, θὰ ἴδῃ, ὅτι εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, κατὰ τὰς πρώτας συμπλοκὰς οὐδεὶς ὑπαξιωματικὸς ἐτράπη εἰς φυγήν, οὐδεὶς ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν αὐτοῦ. Μόνον ὅτε διετάχθη—ὅπως διετάχθη—ἡ ὑποχώρησις, ἐπῆλθεν ἡ σύγχυσις, καὶ πανικὸς εἴς τινα σώματα. Θὰ ἴδῃ ὡσαύτως, ὅτι εἰς τὸν Δομοκόν, ὅπου παρετάχθη, ἔμεινεν εὐσταθὴς εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὅτι ἡ ἐκεῖ ἀποτυχία δὲν ὀφείλεται εἰς ἔλλειψιν θάρρους ἐκ μέρους τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀπροσεξίαν ἑνὸς ταξιάρχου περὶ τὴν διάταξιν τῶν τμημάτων τῆς ὑπ’ αὐτὸν ταξιαρχίας, μὴ ἐξελεγχθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ καθῆκον, ἂν δεχθῶμεν τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως νικήσωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἐν Βελεστίνῳ, τοῦ ὁποίου τὰς μάχας δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κανόνων τῆς τακτικῆς, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται ἐξετέλεσαν λαμπρῶς τὸ καθῆκόν των. Εἷς λόχος ἀπέναντι τριῶν ταγμάτων ἐπὶ μακρὰς ὥρας ἐμάχετο περιφανῶς εἰς τὴν κλεῖδα τῆς τοποθεσίας, τάγμα δέ, ἐπὶ κεφαλῆς ὄντος τοῦ διοικητοῦ του, ἐτίθετο τολμηρῶς ἐν μέσῳ τριῶν πυρῶν, ἵνα ἐξαναγκάσῃ τὰ τρία τάγματα τοῦ ἐχθροῦ πρὸς ὑποχώρησιν, ὅπως κρατήσῃ ὁ λόχος τῆς τοποθεσίας τὴν κλεῖδα. Ἐκεῖ ἔπιπτον ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖται, καὶ ἐκεῖ ἐτραυματίζετο ὁ ταγματάρχης...
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἦτο ὁ ταγματάρχης;
§111Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κοψίδας. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσατε τοῦ μετασχόντος αὐτῆς, ὅτι 32 ἀξιωματικοὶ ἔπεσαν. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον νὰ ὁμολογήσῃ, ἐὰν δὲν ἔφθασαν ἔφιπποι ἀξιωματικοὶ μέχρι 400 μέτρων ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ ἐχθρικοῦ πυρός, καὶ ἂν ὑπὸ τὰ σκέλη αὐτῶν δὲν ἐφονεύθησαν οἱ ἵπποι των.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνος;
§113Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὸ τὰ σκέλη τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Δράκου ἐφονεύθη ὁ ἵππος του, καὶ ἕτερος ἀντισυνταγματάρχης, ὁ Μάνεσης, ἐπληγώθη ἔφιππος, ἐκτελῶν ἔφοδον. Ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Γριμπόβου ἀπεδείχθη, ὅτι εἴμεθα γνήσια καὶ ἀντάξια τέκνα τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1821. Ἀνερριχῶντο οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται, ὅπως ἐκτοπίσωσι τὸν ἐχθρὸν τῆς ὀχυρᾶς θέσεώς του, καὶ τὸν ἐξετόπισαν εἰς τὸ δεξιὸν τῆς παρατάξεως τοῦ Μπαϊρακτάρη. Ὁ Χόρτης, ὁ Καμάρας, ὁ Γρίβας μὲ ἕνα λόχον ἐξετόπισαν ἐκ τριῶν ὀχυρωμάτων τὸν ἐχθρόν, καὶ ἂν ἔφθανεν ἐν καιρῷ ἡ ἐνίσχυσις, θὰ κατελαμβάνετο τὸ Γρίμποβον ὅλον ἐξ ἐφόδου. Ἐγὼ ἀνήγγειλα μάλιστα τὴν ἐκτόπισιν ἐκείνην πρὸς τὸν συνταγματάρχην, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσῃ τὸ δεξιόν του· εὐθὺς δ’ ἔλαβον τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ συνταγματάρχου καὶ ταξιάρχου μου Γκολφινοπούλου, καὶ μὲ μίαν ὀρεινὴν πυροβολαρχίαν καὶ ἕνα οὐλαμὸν πεδινοῦ πυροβολικοῦ παρετάχθην εἰς τὸ ἀριστερὸν τῆς παρατάξεως τοῦ Μπαϊρακτάρη, καὶ συνέδραμον τὸν Μάνεσην κατὰ τὴν ἐπίθεσίν του, καὶ ἐκράτησα τὸν ἐχθρόν, ὅτε ὁ Μάνεσης ἐπληγώθη καὶ ἀπεσύρθη συνεπῶς τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Ὁ λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ ἦτο ὁ Μηλιώτης καὶ ὁ ὑπολοχαγὸς ὁ Χατζησαράντης. Τοιαῦτα ἔχοντες δεδομένα, δὲν δύνανται νὰ ὁμιλῶσι καὶ γράφωσι κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1897.
§114Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ποίων ἀξιωματικῶν καὶ περὶ ποίου στρατοῦ εἶπον ἐγώ; Ὑπῆρξαν μεμονωμένα γεγονότα, ὑπῆρξαν καὶ πρόσωπα τοιαῦτα, ἄξια εὐφήμου μνείας· ὑπῆρξαν ὅμως ἄλλα, ἄξια τιμωρίας καὶ στιγματισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τολμηρὰ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνάνδρων καὶ φυγάδων ἀξιωματικῶν δὲν δύναται νὰ βαρύνῃ σύμπαντα τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὅστις μένει εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ὑπόληψίς σας καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου τὸν ἔταξε. Τὰ μεμονωμένα γεγονότα δὲν ἀποτελοῦσι τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ στρατοῦ ὅλου, καὶ οἱ ἀξιωματικοί, ὀλίγοι ἢ πολλοί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθον τὰ ἀτυχῆ γεγονότα τῆς τροπῆς καὶ τοῦ ὀνείδους, δὲν ἀποτελοῦσι τὸ ὅλον σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν. Ὑπὲρ ἐκείνων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τι παρ’ οἱουδήποτε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑψωθῇ φωνὴ ἀποπλύνουσα αὐτούς. Καὶ τὰ λεχθέντα περὶ μεμονωμένων γεγονότων καὶ τῶν ἀναξίων ἀξιωματικῶν, οὐδαμῶς πρέπει νὰ νοηθῇ, ὅτι ἀπηυθύνοντο καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ, ἢ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν.
§115Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν μελετήσητε τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν Κρατῶν, δὲν θὰ ἴδητε μίαν ἀπηλλαγμένην τοιούτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος. Ὅλοι οἱ στρατοί, ὅλου τοῦ κόσμου, ἔχουσιν ἀληθῶς τοιαῦτα γεγονότα, ἀλλ’ οὐδέποτε τὰ ἔθνη ἐστηρίχθησαν ἐπὶ μεμονωμένων γεγονότων, ἵνα σχηματίσωσι γνώμην, ὥστε νὰ κατηγορῶσι τοῦ ἑαυτῶν στρατοῦ. Καὶ ὁ ἀγγλικὸς στρατός, ὁ πολεμῶν εἰς τὸ Τράνσβααλ, ἔχει μεμονωμένα γεγονότα, ἀλλ’ ἡ δημοσιογραφία τῆς Ἀγγλίας ἔκλεισε τὸ στόμα, καὶ δὲν προπηλακίζει τὸν ἀγγλικὸν στρατὸν καὶ τὸ γόητρον αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους. Τὰ παρ’ ἡμῖν μάλιστα μεμονωμένα γεγονότα δὲν εἶναι ἄξια τῶν διαπραξάντων αὐτά, καὶ ἀλλαχοῦ δέον ν’ ἀναζητηθῇ ἡ ἄκρα τοῦ μίτου, τοῦ ὁδηγοῦντος πρὸς τὸ βάθος τῆς ἀληθείας. Καὶ ὅταν ἀρχίσῃ ἡ εὐρεῖα συζήτησις ἐν ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, καὶ διαταχθῇ νὰ κλεισθῶσιν αἱ θύραι, τότε θὰ κατέλθω εἰς λεπτομερείας, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, δὲν ἀνήκει εἰς τὰ μεμονωμένα ἄτομα τοῦ στρατοῦ. Εἶπον τέλος τινὲς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι πάντα τὰ τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ κανονισθῶσι νομοθετικῶς, ἵνα μὴ παρουσιάζωνται ἐν πολέμῳ κενὰ τῆς νομοθεσίας. Ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, καὶ νὰ τεθῇ ἀσφαλῶς τὸ στράτευμα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν. Πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, — διότι δὲν εἶναι Κυβέρνησις μόνον οἱ Ὑπουργοί, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τοῦτο, ὅπερ βουλεύεται περὶ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος, — πρέπει πρῶτον νὰ ζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, καὶ κατὰ ταῦτα νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν ἡμῶν, διότι οὕτω μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν καλὰ καὶ γενναῖα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν ἡμῶν εἰλικρινῶς, καὶ οὐχὶ ὑπερθεματίζοντες εἰς εὐνοίας, διὰ ν’ ἀνέλθωμεν ἢ μείνωμεν εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἐδώλια. Ὀφείλομεν νὰ λησμονήσωμεν τὰ ἐδώλια ἐκεῖνα, καὶ νὰ συζητήσωμεν πράγματι ὡς πρῶτοι πολῖται, μηδὲν συμφέρον ὑπολογίζοντες, μηδεμίαν ἔχοντες ἀπωτέραν βλέψιν ἀτομικὴν, καὶ οὕτω νὰ καταστρώσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς πάσας τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὸν Βασιλέα: «Αὕτη εἶναι ἡ πορεία, ἣν ὀφείλετε ν’ ἀκολουθήσητε ὡς πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα». Εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν νὰ πρυτανεύῃ ἡ καλὴ πίστις, νὰ βασιλεύῃ ὁ ὀρθὸς λόγος, νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἀλήθεια, ἵνα καταστήσωμεν σεβαστὴν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὅταν εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν βασιλεύῃ τὸ συμφέρον, ἡ ἔμμονος ἰδέα νὰ ἤμεθα εὐμενεῖς, ὅπως καταλάβωμεν τὰ ὑπουργικὰ ἐδώλια, ἢ ὅπως ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος, βεβαίως αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν θὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα πολὺ χειροτέραν ἧτταν τῆς πρό τινος· καὶ ἂν ἐκείνη ἐπήνεγκε τὴν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς χώρας, ἡ νέα ἧττα θὰ ἔχῃ ἄφευκτον ἀποτέλεσμα τὴν ὁλοσχερῆ τοῦ καθεστῶτος ἀνατροπήν, καὶ πάσης ἐλπίδος τὴν τελείαν ἐξάλειψιν. Ἐν ὅσῳ δὲν σκεπτόμεθα οὕτω, φρόνιμον εἶναι, νὰ μὴ θέτωμεν ἐπὶ τοῦ τάπητος τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλ’ ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ κύπτωμεν τὴν κεφαλὴν, νὰ ἀνεχώμεθα τὸ παρελθόν, καὶ μόνον εἰς τὸν Ὕψιστον νὰ ἐλπίζωμεν, ὅπως κανονίσῃ τὸ μέλλον. (Συγκίνησις καὶ ἐπιδοκιμασίαι πανταχόθεν).
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις παρέστησε τὰ πράγματα σαφέστερον ἢ πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε κατὰ τὰς δύο προηγουμένας Συνόδους, καὶ ὅτι ἐκ τῶν σήμερον μετὰ τοσαύτης παρρησίας καὶ εὐγλωττίας λεχθέντων προέκυψε λευκότερος ὁ τύπος τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Καὶ ἐξ ὅσων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσε, καὶ ἐξ ὅσων οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, καὶ ἰδίως ὁ τελευταῖον καταβὰς τοῦ βήματος, ὁ καὶ εἰδικώτερος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, διὰ τὰς πολλαπλᾶς αὐτοῦ ἐργασίας ἐν τῷ στρατιωτικῷ ζητήματι, εἶπε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, προέκυψεν, ὅτι ἡ γενομένη μέχρι τοῦδε ἐξέτασις, ἡ δυστυχῶς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη παραταθεῖσα ἐν ἀοριστίᾳ, ἤγαγεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἔχομεν ἐργασίαν, ἐφ’ ἧς στηριζομένη εἰδικὴ ἐπιτροπή, καλῶς ἐκλελεγμένη, νὰ δυνηθῇ νὰ παραγάγῃ ἀποτελέσματα, δι’ ὧν θέλει ἐπὶ τέλους τεθῇ τέρμα εἰς ὑπόθεσιν ἐπὶ τοσοῦτον βραδύνασαν, ἥτις, ἂν ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ἐκκρεμὴς, θ’ ἀποτελέσῃ ἀληθὲς σκάνδαλον. Ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἑσπέραν ταύτην δοθεῖσαν ἐν πλήρει συναισθήσει τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει, καὶ τῆς εὐθύνης, ἣν φέρει, ὅτι θέλει ἀμέσως προβῆ, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, εἰς σύστασιν ὁριστικῆς καὶ τελευταίας ἐπιτροπῆς, ἥτις, ποιουμένη τὴν διανομὴν ἐκ τῶν σωρῶν, καὶ καλῶς κοσκινίζουσα πρόσωπα καὶ πράγματα, θέλει ὑποβάλει τὰ συμπεράσματα αὐτῆς ἐκεῖ, ὅπου κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν. Οὕτω θέλει δυνηθῆ, ὡς ἔχει καθῆκον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προκαλέσῃ τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν καὶ προβῇ εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ἐὰν ἐκ τῆς ἐξετάσεως, ἥτις θέλει ἐκτελεσθῆ, ἐνδειχθῇ ἀνάγκη προνοίας τοιαύτης. Ἐὰν δὲ τοὐναντίον προταθῇ ἀπόρριψις, καθῆκον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ διαγράψῃ τὸ πᾶν. Ἐὰν ἐκ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς προτάσεως, ἥτις θέλει ἐπακολουθήσει, προκύψῃ, ὅτι μεταξὺ τῶν πολλῶν ὑπάρχουσιν ὀλίγοι, ἄξιοι νὰ λάβωσι τὴν ἀμοιβὴν ἐκείνην, ἣν καὶ ὁ νόμος ἔχει προωρισμένην, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι κρίνουσι δοτέαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ σπεύσῃ, ἐκτελῶν τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον ἔργον, νὰ δώσῃ τὰς ἀμοιβάς, ἀφοῦ παρῆλθεν ἤδη ὁ καιρός, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ποιναί.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§118ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κρίνω ὅτι ἐξηντλήθη τὸ θέμα, καὶ παραιτοῦμαι.
§119Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ὅτε ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ ἄνδρες ἐκπληρώσαντες μετ’ ἀφοσιώσεως καὶ αὐταπαρνήσεως τὸ καθῆκόν των κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἀνδραγαθήσαντες ἔτι· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦ ζητήματος τῶν ἀμοιβῶν προέχει πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας τῶν λιποψυχησάντων καὶ ἐγκαταλιπόντων ὁλοκλήρους πόλεις καὶ ὅλα τὰ ἐφόδια τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν ἐχθρόν· διότι πρεσβεύω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των ἐκείνη, ἥτις ἐνθαρρύνει καὶ ἐξεγείρει τὸν ζῆλον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν μὴ ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των. Ἐγνώρισα πολλοὺς ἐκ τῶν διαπρεψάντων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, πάντες δὲ οὗτοι, οἱ ἀνδρεῖοι καὶ φιλότιμοι ἄνδρες, δὲν παραπονοῦνται διότι δὲν ἠμείφθησαν, ἀλλὰ παραπονοῦνται διότι δὲν ἐτιμωρήθησαν οἱ ἀποδειχθέντες ἄνανδροι καὶ φυγάδες. Τοῦτο κυρίως ἔτρωσε βαθύτατα καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τιτρώσκῃ τὴν καρδίαν αὐτῶν. Οὐδεὶς αὐτῶν ζητεῖ, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, νὰ ἀμειφθῇ διότι ἐξεπλήρωσε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἐπιμόνως πᾶς ἀνδρεῖος καὶ φιλότιμος στρατιώτης, εἶναι ἡ τιμωρία ἐκείνων, οἵτινες ἐγκατέλιπον εἰς τὸν ἐχθρὸν ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὁλόκληρον τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, φεύγοντες ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐκ δειλίας, — διότι πιστεύω, ὅτι δὲν ἡττήθημεν. Ἠκούσατε τόσα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀνέφερε, τὰ πλεῖστα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὅταν ἐν μιᾷ μάχῃ, τῇ τοῦ Γρυμπόβου, πίπτωσι τόσοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ὅσους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ τοιούτους ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας ἔχων στρατὸς δὲν εἶναι στρατὸς φυγάδων, ἐὰν διατασσόμενος νὰ ὑποχωρήσῃ ὑπεχώρει, πειθαρχῶν.
§120Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἦναι γενναῖος ὁ στρατός· πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἰσάριθμος.
§121ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των κατὰ τὴν ὥραν τῆς μάχης, καὶ οὐδαμοῦ ἔφυγον πρὸ τοῦ ἐχθροῦ ἕνεκα ἥττης ἢ δειλίας, ἀλλὰ πάντοτε ὑπεχώρησαν συνεπείᾳ διαταγῶν τοῦ ἀρχηγοῦ. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ εὐρεῖα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ γνωσθῇ, τί ἔπραξεν ἕκαστος ἐν τῷ πολέμῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρχουν προτάσεις τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν περὶ χιλιάδων ἀνδραγαθησάντων. Ἀλλ’ ἀφοῦ τόσοι προτείνονται ὡς ἀνδραγαθήσαντες, οὐδένα δὲ σχεδὸν ἔχομεν τιμωρηθέντα δι’ ἐγκατάλειψιν θέσεως, ἢ διὰ δειλίαν, πῶς λέγετε, ὅτι ἡττήθημεν; Καταλαμβάνετε, Κύριοι, αἰσθάνεσθε, ὁπόσον μέγα κακὸν, διὰ νὰ μὴ εἴπω αἶσχος, εἶναι δι’ ἓν ἔθνος, νὰ παρίσταται ὁ στρατός του ῥίψασπις καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τιμωρήσῃ μηδ’ ἕνα δι’ ἐγκατάλειψιν θέσεως ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ; Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ὅπως, ἀντὶ νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ παρακαλῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξεύρῃ τοὺς ἀνδραγαθήσαντας καὶ νὰ ἀμείψῃ αὐτοὺς, ἀσχοληθῶμεν ἡμεῖς εἰς τὸ νὰ ζητήσωμεν τοὺς ἐνόχους φυγῆς ἐκ δειλίας πρὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ τιμωρήσωμεν αὐτοὺς δι’ ὑψηλοτέρους λόγους, νὰ μάθῃ ὅμως ὁ κόσμος ὅλος, ποῖοι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ἐθνικῆς ταύτης καταστροφῆς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει ἢ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐπιθυμῶ πολὺ, καὶ ἐκφράζω τὴν εὐχὴν,—διότι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἐπιβάλω—ὅπως τάχιστα ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς εἰδικὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐξετασθῇ, καὶ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· διότι δυστυχῶς, ὀλίγον μετὰ τὸν πόλεμον, διεστράφη ἡ ἀλήθεια καὶ παρὰ τῆς δημοσιογραφίας, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γινώσκομεν.
§122Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐξήγησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ αὕτη, ὡς πρὸς τοὺς ἀνδραγαθήσαντας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς. Εἰς ἐμὲ ἔμεινεν ἡ ἑξῆς ἀπορία· τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῶσι διὰ τοὺς ἀνδραγαθήσαντας εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν, θὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ διὰ τοὺς ἐν Κρήτῃ ἀνδραγαθήσαντας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς; Καὶ περὶ αὐτῶν, νομίζω, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι καὶ ἐξ αὐτῶν πολλοὶ ἠνδραγάθησαν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§124Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, κύριε Πρόεδρε;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§126ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§128Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι νὰ πραγματοποιηθοῦν ἐπὶ τέλους αἱ σημεριναὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαγγελίαι· ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ παρημελήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ φθάσῃ εἰς ὁριστικὸν πέρας. Καὶ εἶναι λυπηρὸν σύμπτωμα διὰ τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἤθη, ὅτι, ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, ἐπαγγελλόμεθα τὰ βέλτιστα, καὶ αὐστηρῶς ἐπικρίνομεν τοὺς ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅταν δ’ ἔλθωμεν ἐντὸς αὐτῆς, ἢ λησμονοῦμεν τὰς ὑποσχέσεις μας, ἢ ἀναγκαζόμεθα νὰ κύπτωμεν τὸν αὐχένα πρὸ ἄλλων θελήσεων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων αἱ ἰδικαί μας προαιρέσεις, ὅσον ἀγαθαὶ καὶ ἂν ᾖναι, οὐδετεροῦνται. Λέγω ταῦτα ἐξ ἀφορμῆς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος. Καὶ δὲν ἠδύνατο τάχα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ δώσῃ μίαν ὀρθὴν καὶ δικαίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ ποῖος ἄλλος ἦτο ἁρμοδιώτερος νὰ πράξῃ τοῦτο; Εἶπε, πρὸς δικαιολογίαν του, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας, διότι ὁ προκάτοχός του, στρατηγὸς Σμολένσκης, εἶχε δώσει τοιαύτας διαταγὰς, ὥστε ἡ ὑπόθεσις περιεπλέχθη καὶ ἐπεσκοτίσθη τόσον πολὺ, ὥστε δὲν ἦτο πλέον εὔκολος ἡ ταχεῖα διαφώτισις αὐτῆς. Δὲν δύναμαι εἰς τοῦτο νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἐντίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ. Φρονῶ ἐξ ἐναντίας, ὅτι ἐπὶ ἐννέα μῆνας, καθ’ οὓς ἔμεινεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχε καιρὸν νὰ θέσῃ ἐκποδὼν πᾶσαν δυσκολίαν, καὶ νὰ καταρτίσῃ τὸν κατάλογον τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, ὅσοι ἀπεδείχθησαν ἄξιοι ἀμοιβῆς δι’ ἐξαιρετικὰς τυχὸν ὑπηρεσίας, ἃς εἶχον προσφέρει κατὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλαχοῦ κεῖται λοιπὸν ἡ ἀληθὴς αἰτία, δι’ ἣν τὸ ζήτημα μένει καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ μένον ἄλυτον, μέχρις οὗ ἐντελῶς λησμονηθῇ. Ἡ αἰτία ὑπάρχει εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν θέλησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, προκειμένου περὶ τῶν πολεμικῶν ἀτυχημάτων μας, ἔχουν γνώμην ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς. Ἐκεῖνοι φωνάζουν, ὅτι περὶ οὐδενὸς, εἴτε ἀξιωματικοῦ, εἴτε ὑπαξιωματικοῦ, εἴτε στρατιώτου, πρέπει νὰ γίνεται λόγος, ὡς ἐπιδείξαντος στρατιωτικὰς ἀρετὰς, καὶ μάλιστα ἐξαιρέτους, κατὰ τὸν πόλεμον. Ἐξ ἐναντίας οὗτοι ὑπεστήριξαν ἀνέκαθεν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως ὑπῆρξεν ἐν τῷ πολέμῳ ἀσύντακτος, ἄνευ πειθαρχίας, ἀπειροπόλεμος, λιπόψυχος, καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνίκανος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρόν. Οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ ταῦτα ὑποστηρίζοντες ἐργάζονται ἐπὶ σχεδίου προδιαγεγραμμένου καὶ ὡρισμένου, δύσκολον δὲ εἶναι νὰ εἴπῃ τις σήμερον, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἐστέφθη ὑπὸ ἐπιτυχίας. Ἡ εὐθύνη διὰ τὰ πολεμικὰ ἀτυχήματά μας μετετοπίσθη, οἱ ὅροι ἀνεστράφησαν, οἱ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των παρηγκωνίσθησαν καὶ περιεφρονήθησαν, οἱ δὲ κυρίως ὑπεύθυνοι ἐπὶ ταῖς τοῦ πολέμου συμφοραῖς ἐπέπλευσαν, καὶ ἐγένοντο τιμηταὶ καὶ διῶκται ἐκείνων, οἵτινες δὲν ὑστέρησαν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός των. Τὸ καταχθόνιον αὐτὸ σύστημα ἔρριψε βαθείας τὰς ῥίζας ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἡ δὲ θέλησις τῶν ἐξυπηρετούντων αὐτὸ εἶναι ἡ δεσπόζουσα καὶ κυριαρχοῦσα. Αὐτὸς εἶναι ὁ φοβερὸς σκόπελος, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη δυστυχῶς νὰ παρακάμψῃ οὔτε ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης, οὔτε ὁ κ. Κόρπας, οὔτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Εἶναι ἀστεῖον δὲ νὰ νομίζωμεν, ὅτι θὰ τὸν παρακάμψῃ ὁ νῦν Ὑπουργὸς κ. Τσαμαδὸς, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ περὶ σχηματισμοῦ νέας ἐπιτροπῆς, τὰ εἶπε διὰ νὰ παρέρχηται ὁ καιρός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ.
§129Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Θεωρῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον, κατόπιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἐπειδὴ ὅμως εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος τότε εἶχον παρακαλέσει ἐπὶ τούτου τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νῦν κ. συνάδελφον ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπανειλημμένως εἶχον φέρει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφέρω τὴν ἑξῆς γνώμην, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπιτροπῆς θέλει παραταθῆ πολὺ, ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν ὁ τέως καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἕνα πίνακα 65 ὑπαξιωματικῶν παλαιῶν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, καὶ ἐπειδὴ πάντες οὗτοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, νομίζω δίκαιον νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν πρὶν ἢ ἀποφανθῇ περὶ ὅλων τῶν ἐπιτελεσάντων τὸ καθῆκόν των. Νομίζω, ὅτι ἡ σύστασίς μου αὕτη εἶναι δικαία, καὶ δὲν θέλει ἐπιβαρύνει πολὺ τὸν Προϋπολογισμόν.
§130Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§131Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὤδινεν ὄρος, καὶ ἔτεκε μῦν! «Αἱ θύραι τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ κλεισθῶσιν! Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν σέβεται τὴν Βουλήν! σέβεται μόνον τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν, τοὺς λοιποὺς δὲ συναδέλφους δὲν νομίζει ἀξίους ἀπαντήσεως! Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θέλει νὰ προσαγάγῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἢ δὲν γινώσκει τοὺς νόμους, ἢ τοὺς γινώσκει, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς!» Καὶ ἐξ ἀφορμῆς τίνος ἐπερωτήσεως, Κύριοι, μοὶ ἀπευθύνονται τοιοῦτοι λόγοι; Τί ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου; Μοὶ ἐζήτησε νὰ προσαγάγω πίνακα τῶν εἰσπράξεων ἐμμίσθων Προξενικῶν ἀρχῶν. Τὸν πίνακα τοῦτον προσήγαγον, ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς τὸν εὗρεν ἐσφαλμένον. Τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνὰ χεῖράς του, ἵνα τὸν παραβάλω πρὸς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔδωσεν· ἔσχε δὲ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ τὸν πίνακά του, καὶ εἶδον, ὅτι ὁ πίναξ αὐτοῦ εἶναι ὅμοιος πρὸς τὸν ἰδικόν μου. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ τὸν πίνακά του καὶ τὸν παρ’ ἐμοῦ κατατεθέντα, καὶ παραβληθῶσιν οἱ δύο πίνακες, θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ οἱ δύο πίνακες εἶναι ὅμοιοι. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένος ὁ πίναξ, ὅτι ἴσως ἐπλαστογραφήθη παρ’ ἐμοῦ! Ποία διαφορά, ὡς εἶπον καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, καὶ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔδωσεν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μοὶ ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς εἰσπράξεις ὡρισμένων 53 Προξενικῶν ἀρχῶν, καὶ τὸν πίνακα τοῦτον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν· ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς εἰσπράξεις 61 Προξενικῶν ἀρχῶν· αἱ εἰσπράξεις αὗται εἶναι κατὰ 16,000 δραχμὰς ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφοντο ἐν τῷ ἰδικῷ μου πίνακι,—ἐννοῶ τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα τῶν εἰσπράξεων ἑκάστου πίνακος, — ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐσημειοῦτο ἀπέναντι ἑκάστης Προξενικῆς ἀρχῆς, ἦτο τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς δύο πίνακας. Τὸ ἄθροισμα βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦναι διάφορον, ἀφοῦ εἰς τὸν ἕνα πίνακα, τὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀναγράφονται αἱ εἰσπράξεις 61 Προξενικῶν ἀρχῶν, εἰς δὲ τὸν ἰδικόν μου αἱ εἰσπράξεις 53 μόνον. Τίς λοιπὸν ἀγνοεῖ τοὺς ἀριθμούς; τίς ἐφωράθη ἀγνοῶν ἀριθμοὺς κατὰ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα; ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ὁ Ὑπουργός, ὅστις ἔχει σήμερον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου προξενικῶν τελῶν ὑπὸ τῶν ἐν Τουρκίᾳ καὶ Αἰγύπτῳ ἐμμίσθων Προξενικῶν ἀρχῶν, προερχομένων ἐκ τοῦ ἡμίσεος τῶν διαμονητηρίων καὶ κληρονομικῶν τελῶν τῶν καταργηθέντων διὰ τοῦ νέου Προξενικοῦ νόμου Προξενικῶν Πρακτορείων». Καὶ ἀναφέρει τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκούσω νὰ γίνεται πλέον λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν ἁμαρτωλῶν Προξενικῶν Πρακτορείων. Ποίων δὲ Προξενικῶν Πρακτορείων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐζήτησε τὰς εἰσπράξεις; Πλείστων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐλειτούργησαν, καὶ μοὶ λέγει: «Ποῦ εἶναι τὰ βιβλία τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων;»—τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐλειτούργησαν. Καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ πρακτορεῖα (ἀναγινώσκει) «Βεγγάζης, Ζέδδας, Νικομηδείας, Τριπόλεως τῆς Βαρβαρίας, Χιλῆς, Χοδέϊδας, Ποντοηρακλείας» καὶ πλεῖστα ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πύλη οὐδέποτε ἐχορήγησε τὰ ἐκτελεστήρια, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν ἀπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, οὔτε πρὸ τοῦ 1882, ὅτε ἀκόμη εὐκολώτερον ἔδιδε τὰ ἐκτελεστήρια, οὔτε μετὰ ταῦτα. Ἐν τούτοις βεβαίως ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῶν τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων μερικά, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργησαν. Τίνι τρόπῳ οἱ προξενικοὶ πράκτορες ἐξετέλουν τὴν ὑποχρέωσιν, ἥτις τοῖς ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν νόμων, γνωρίζομεν πάντες οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Ὑπὸ τοῦ νόμου ὅμως τὴν μόνην ὑποχρέωσιν εἶχον, ὅπως, ὁσάκις ζητηθῶσι, προσαγάγωσι τὰ βιβλία τοῦ ἐλέγχου. Τὰ βιβλία δὲ τοῦ ἐλέγχου σπανίως ἐζητοῦντο, ὅτε δ’ ἐζητοῦντο, ἐλάχιστοι ἐκ τῶν πρακτόρων ἐπροθυμοποιοῦντο νὰ τὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐκ τῶν τελῶν τούτων τῶν διαμονητηρίων τὰ ἡμίση εἰσέπραττον αἱ ἔμμισθοι Προξενικαὶ ἀρχαί, εἰς τὰ βιβλία δὲ ἐλέγχου τῶν ἐμμίσθων τούτων Προξενικῶν ἀρχῶν κατεχωρίζοντο καὶ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τῶν προξενικῶν πρακτόρων. Ἐστέλλοντο δὲ τὰ βιβλία ἐλέγχου πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὄχι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν μῆνες ὁλόκληροι, ὅπως καταστρωθῶσιν οἱ πίνακες, οὓς ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, καὶ πρέπει νὰ γείνωσιν ἀνασκαφαὶ ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἵνα εὑρεθῶσι τὰ μετὰ τὸ 1882 βιβλία ἐλέγχου τῶν Προξενικῶν ἀρχῶν. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν μὲ πολλὰς λεπτομερείας. Ἀρκετὰ εἶπον. Κρίνω δὲ περιττὸν νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν ἐκ μεταφράσεων τακριρίων εἰσπράξεων, περὶ ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής. Ἐκ μεταφράσεων τακριρίων δὲν εἰσπράττονται τέλη, εἰμὴ εἰς ἐκείνας τὰς Προξενικὰς ἀρχὰς, ὅπου ὑπάρχει ἔμμισθος διερμηνεύς· ἐν τούτοις καὶ εἰς τὰς ἄλλας Προξενικὰς ἀρχὰς, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἔμμισθος διερμηνεὺς, δύναται νὰ συμβῇ νὰ εἰσπράττηται ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν συμποσοῦται οὔτε εἰς ἑκατοντάδας τινὰς δραχμῶν δι’ ὅλας τὰς Προξενικὰς ταύτας ἀρχάς, καὶ περὶ οὗ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ λόγος. Ποίαν σχέσιν ἔχουσι πάντα ταῦτα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὰ ἐννοῶ. Τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτῆς ἐξ Οἰτύλου, καὶ αἵτινες ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ταύτας ἔδωσα προθύμως, ὡς καὶ πάντοτε ἐπροθυμοποιήθην νὰ ἀπαντήσω πρὸς οἱονδήποτε τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅστις εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ ἐπερωτήσεις συντάσσωνται καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθησαν αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ γενναίου στρατιώτου, ὅστις μετὰ τόσης αὐθεντικότητος ὁμιλεῖ, ὁσάκις πρόκηται περὶ ζητημάτων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν, λέγω, αἱ ἐπερωτήσεις συντάσσωνται καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθη ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἔχω ἆρά γε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς διορθώσω, ὅπως τῷ ἀπαντήσω; Ἐπειδὴ ἔκαμε λόγον καὶ περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ ναυτιλιακῶν τελῶν, ὀλίγα μόνον θὰ εἴπω, ὅπως ἐξηγήσω τίνι τρόπῳ ἔχει συνταχθῇ ἡ ἐπερώτησις (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ ἄρθρον 250 τοῦ ΧΝϚʹ Προξενικοῦ νόμου, ἐδάφ. γʹ —εʹ, τὰ ξένα ἀτμόπλοια, τὰ ἔχοντα ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν τακτικοῦ δρομολογίου, ὑποβάλλονται εἰς τέλη προξενικά...» Οὔτε τὸ ἄρθρον 250 ἐπιβάλλει τοιαῦτα τέλη εἰς τὰ ξένα πλοῖα, οὔτε τὰ ἐδάφια γʹ, δʹ καὶ εʹ τοῦ ΧΝϚʹ νόμου ἐπιβάλλουσι τοιαῦτα τέλη. Ὤφειλον ἆρά γε ἐγὼ νὰ διορθώσω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ; (ἀναγινώσκει): «...Συνεπῶς παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ τῶν ἐμμίσθων παραλίων Προξενικῶν ἀρχῶν ἐκ τῶν ξένων ἀτμοπλοίων κατὰ τὰ ἔτη 1894, 1895, 1898 καὶ 1899». Ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται τοιαῦτα λάθη; Παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἔμαθον, ὅτι ἐφημερίς τις ἐδημοσίευσεν ὁλόκληρον κύριον ἄρθρον περὶ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν, αἵτινες δῆθεν καταργοῦνται διὰ τοῦ νέου νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Καὶ ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ἥτις ἠρύσθη τὰς πληροφορίας ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἐξ ἧς ἠρύσθη αὐτὰς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐλεεινολόγησε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ χάσῃ δῆθεν περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ξένων πλοίων, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἐσφαλμένην γνώμην τοῦ ἀρθρογράφου τῆς ἐφημερίδος, ἢ κατὰ τὴν γνώμην, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τοῦ δόντος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὰς πληροφορίας ταύτας, διὰ τοῦ νέου νόμου τὰ τέλη ταῦτα κατηργήθησαν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπαρκῶς ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἦσαν ἀνακριβεῖς. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅπως μὲ φιλικὸν θάρρος τῷ ἀπευθύνω μίαν σύστασιν, τὴν σύστασιν, εἰς τὸ ἑξῆς, ὁσάκις ὁμιλῇ πρὸς τὴν Βουλήν, ν’ ἀσχολῆται εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐμβριθέστατος, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος θὰ τὸν ἀκούωμεν ὁμιλοῦντα, νὰ μὴ ἀσχολῆται δὲ εἰς ζητήματα τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἄγνωστα εἰς αὐτόν.
§132Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§134ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 46).
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι 9½.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, πρὸ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως δύο λέξεις. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», τοῦ ὁποίου τὴν σπουδαιότητα ὅλη ἡ Βουλὴ κατανοεῖ, ἔχουσι ζητήσει πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τὸν λόγον, καὶ εἰκάζω, ὅτι θὰ γείνῃ συζήτησις μακρά. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ ὑποβάλωσιν αὔριον ἐπερωτήσεις, νὰ περιορίσωσι τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, ὅπως εἰσέλθωμεν ἐγκαίρως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, καὶ κατορθώσωμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 20′ μ. μ.)