1900.11.25
2.746 στίχοι · 20.739 λέξεις · 213 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1900.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατούμενοι κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ προσμετρηθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Στράτος ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐντείλῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον: 1) Πίνακα τῆς κατ’ ἔτος κατασκευῆς κοινῶν ἀνθράκων, ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1900, ἐκ τῶν δασῶν τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, εἰς ὀκάδας, καὶ ἕτερον τῆς ὑλοτομίας, εἰς μέτρα ἢ βάρη, δι’ οἰκοδομὰς καὶ ἄλλης ἀνάγκης κατασκευάς, τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας, καὶ τὰς θέσεις, ἐν αἷς ἐξετελεῖτο κατ’ ἔτος ἡ ἀνθρακοποιΐα. 2) Τί εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος ἐκ τῆς ἀνθρακοποιΐας, καὶ πόσον ἐκ τῆς οἰκοδομικῆς ὑλοτομίας. 3) Κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, ποῖοι ἐχρημάτισαν τμηματάρχαι ἢ διευθυνταὶ τοῦ δασικοῦ τμήματος, καὶ ἀπὸ ποίου χρόνου ἕως ποίου ἕκαστος.» Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1899, γνωστὸν εἶναι, ὅτι συνῆλθεν ἐν Χάγῃ τῶν Κάτω Χωρῶν Συνδιάσκεψις, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας, ὅπως μελετήσῃ τὴν παραδοχὴν μέτρων, συντελούντων εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀφορμῶν πολέμων. Εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν ταύτην κληθέντα ἔλαβον μέρος πάντα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης καὶ ἡ Ἑλλάς· ἐπίσης αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς, τὸ Μεξικόν, ἡ Ἰαπωνία καὶ ἄλλα Κράτη. Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνδιασκέψεως ταύτης καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐνέκριναν, βεβαίως δὲν ἔμειναν ἐντελῶς εὐχαριστημένοι οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀπολύτου εἰρήνης, ἀλλὰ βεβαίως ἐγένοντο διεθνεῖς συμφωνίαι ὑπὲρ τῆς εἰρήνης σπουδαιόταται, τὰς ὁποίας μετά τινα χρόνον πιθανώτατα θὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ ἄλλαι. Τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν καὶ τῶν μέτρων ἡ Βουλὴ ἡμῶν δὲν ἔλαβε γνῶσιν. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ ἐφημερίδι τῇ ἐπισήμῳ τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ γενόμεναι δεκταὶ διατάξεις ἐν τῷ Συνεδρίῳ ὁρίζεται ὅτι θ’ ἀποτελῶσιν ἐφεξῆς μέρος τοῦ δημοσίου δικαίου τῆς Γαλλίας, καὶ λαμβάνονται τὰ πρέποντα μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν διατάξεών τινων, περιεχομένων εἰς τὰ πρωτόκολλα τοῦ Συνεδρίου τῆς Χάγης. Αἱ συμβάσεις αὗται εἶναι σπουδαιόταται, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν. Ἡ πρώτη σύμβασις ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Εἰς αὐτὴν τὴν τελικὴν πρᾶξιν περιέχονται σπουδαιόταται ἐκθέσεις. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως αἱ ἀποφάσεις αὗται, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μὴ καταστῶσι γνωσταί. Θὰ μελετήσῃ, ποῖον τρόπον νομίζει μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως καταστήσῃ αὐτὰς γνωστὰς καὶ εἰσαγάγῃ ἐπίσης ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μετὰ τῶν ξένων Κυβερνήσεων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀνακοίνωσις πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν συμβάσεων καὶ τῶν διακηρύξεων αὐτῶν μεταπεφρασμένων, ὡς τὰς ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο ὁ προσφορώτερος τρόπος. Αἱ συμβάσεις αὗται καὶ διακηρύξεις πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Βεβαίως διὰ Διατάγματος Βασιλικοῦ ἐπίσης θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ ἡμῶν, διότι ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι ταύταις ὁ Βασιλεὺς ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι ὁ μόνος ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, ἵνα διαπραγματεύηται καὶ ἔρχηται εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς εἰς τὰς διεθνεῖς διαπραγματεύσεις ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, πότε εἶναι ἀναγκαία. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ἀπαιτοῦσα τὴν ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς, ὡς νομοθετικοῦ σώματος, διότι ἐν αὐταῖς, οὔτε περὶ ἐμπορικῶν συμφερόντων γίνεται λόγος, οὔτε περὶ παραχωρήσεων, τὰς ὁποίας, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ, οὔτε ἀποφάσεις λαμβάνονται, βαρύνουσαι ἀτομικῶς τοὺς πολίτας, διότι αὗται εἶναι αἱ τρεῖς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ Σύνταγμα ἀπῄτησε νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν αἱ συνθῆκαι. Ἀκριβῶς δ’ εἰπεῖν, οὔτε ὑποβάλλονται αὗται εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε εἶναι ὑποχρεωμένη, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, νὰ κάμῃ τὴν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις· ἀνακοινώσεις ποιεῖται ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις πρόκηται περὶ συνθηκῶν εἰρήνης ἢ συμμαχιῶν· νῦν δὲν πρόκειται περὶ τούτων. Τὸ Κράτος ἡμῶν διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ ὑπέγραψεν ἄλλου εἴδους ὑποχρεώσεις διεθνεῖς. Ἀναγκαίως ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως διὰ Διατάγματος, καὶ οὕτω θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ θ’ ἀποτελέσωσιν ὑποχρεωτικὸν μέρος αὐτῆς· ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὰς ὑποβάλῃ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ πάντως πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι, ἂν δὲν ἀνήκουν μεταξὺ ἐκείνων, περὶ ὧν ἀπαιτεῖται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ψῆφος τῆς Βουλῆς, πρόκειται οὐχ ἧττον περὶ ἀποδοχῆς νέων διεθνῶν διατάξεων καὶ ὑποχρεώσεων τοῦ ἡμετέρου Κράτους, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχουν σπουδαιοτάτας συνεπείας εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, ὀφείλει ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος κωλύων αὐτὸν ν’ ἀπαντήσῃ σήμερον, νὰ ἐξηγήσῃ τίνα γνώμην ἔχει. Ἐνόμισα ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ μετασχόντα τῆς Συνδιασκέψεως τῆς Χάγης, ἤρξαντο δημοσιεύοντα καὶ εἰσάγοντα εἰς τὴν νομοθεσίαν αὐτῶν τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, πρέπει καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ πράξῃ τοῦτο.
§3Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ ἀπολύτως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ προτίθεται ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς συμβάσεις, αἵτινες συνωμολογήθησαν ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Αἱ συμβάσεις κατ’ αὐτὰς μεταφράζονται, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ δυνηθῶ νὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἐπικυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως.
§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, πρὸς οὓς ἀπηύθυνα ἐπερωτήσεις, νὰ λάβουν τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀπαντήσωσι. Τί γίνεται διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν βασάνων, τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου;
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς παρηγγέλθη νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις προχθές.
§6Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πρό τινων ἡμερῶν ἀπηύθυνε τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἄν ἀνεκλήθη ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰς ἣν εἶχε διορισθῆ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε διάστημα ὑπηρετῶν ὡς πληρεξούσιος Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ἀντ’ αὐτοῦ διωρίσθη ὁ ἐν Αἰγύπτῳ πολιτικὸς πράκτωρ κ. Ἰωάννης Γρυπάρης, καθ’ ἃ διεδόθη, ἰδίως δέ, ἂν ἀληθεύει ἡ διά τινος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐφημερίδος δημοσιευθεῖσα εἴδησις, ὅτι ὁ κ. Γρυπάρης δὲν ἔστερξε ν’ ἀναλάβῃ τὴν νέαν ταύτην ἐντολήν, καὶ ἂν ἦτο γνωστὸς τῆς ἀποποιήσεως αὐτοῦ ταύτης ὁ λόγος. 2) Ἂν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπηρετεῖ ὡς πληρεξούσιος Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει διὰ τὰς μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης διαπραγματεύσεις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Τίνες δὲ λόγοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει (Ministre Plenipotentiaire) δὲν ὑπήγοντο εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν καθηκόντων τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ἐκήρυξεν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ.» Ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, νομίζω ὅτι πρὸ πάντων ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ τὴν 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1897 ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διώρισε τὸν κ. Διονύσιον Στεφάνου πληρεξούσιον ἐν Κωνσταντινουπόλει. Τὸ Διάταγμα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπὸ 23 λήγοντος Ἡμέτερον Διάταγμα, προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν: Διορίζομεν ὡσαύτως ἡμέτερον πληρεξούσιον πρὸς διαπραγμάτευσιν ἐν Κων)πόλει καὶ ὑπογραφὴν τῆς ὁριστικῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ τῶν εἰς συμπλήρωσιν αὐτῆς προωρισμένων συμβάσεων τὸν κ. Διονύσιον Στεφάνου.» Πλὴν τοῦ Διατάγματος τούτου, προεκλήθη καὶ ἕτερον ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν, τὴν 1 Ὀκτωβρίου, δι’ οὗ ὡρίζετο ἡμερησία ἀποζημίωσις εἰς τὸν πληρεξούσιον τῆς Κυβερνήσεως κ. Στεφάνου (ἀναγινώσκει): «Ἐγκρίνεται, ἵνα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καταβάλλωνται τῷ κυρίῳ Διον. Στεφάνου δι’ ἀποζημίωσιν δραχμαὶ ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἓξ καὶ 30 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην.» Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἴσχυσε μέχρι τῆς 5 Ἀπριλίου 1899, ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἀρχήν, ἐκάλεσε τὸν κ. Διονύσιον Στεφάνου εἰς Ἀθήνας, καὶ προεκάλεσε Βασιλικὸν Διάταγμα τὴν 5 Ἀπριλίου 1899, δι’ οὗ ἔπαυσε καταβαλλομένη ἡ ἀποζημίωσις. Τὴν 12 Σεπτεμβρίου 1899, ὅτε καὶ πάλιν διετάχθη ὁ κ. Στεφάνου νὰ μεταβῇ εἰς Κων)πολιν, προεκάλεσε νέον Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκ νέου ὡρίσθη, ὅπως δίδωται ἀποζημίωσις εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον ἡ αὐτή, ἡ ὁποία ἐδίδετο καὶ πρότερον. Τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην ἐλάμβανε μέχρι τῆς 27 Ἰουνίου, ὅτε περιωρίσθη τὸ ποσὸν τῶν 196 δραχμῶν καὶ 30 λεπτῶν εἰς 100 φρ. χρυσᾶ. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἴσχυε μέχρι τῆς 5 Ὀκτωβρίου. Τὴν 5 Ὀκτωβρίου, ὅτε ὁ κ. Στεφάνου ἐκλήθη ἐνταῦθα, προεκλήθη νέον Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη, ὅτι ἀπὸ τῆς 2 Ὀκτωβρίου, ἐπιούσης τῆς ἐνταῦθα ἐπιστροφῆς τοῦ κ. Στεφάνου, ἤθελε παύσει καταβαλλομένη αὐτῷ ἡ ἀποζημίωσις. Τὰ Διατάγματα ταῦτα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1899 προεκλήθη Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπαυσεν ἡ προσδιωρισμένη χορηγία εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐθεωρήθη ἀνακληθεῖσα ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ; ἢ ἔπαυσε μόνον ἡ χορηγία καὶ ἐξηκολούθησεν ὑφισταμένη ἡ ἐντολή;
§8ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔπαυσε μόνον ἡ χορηγία.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δεύτερον, ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωτε, καὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπηύθυνα.
§10ΡΩΜΑΝΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω εἰς ὅλα. Ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον ν’ ἀρχίσω ἀπαντῶν πρῶτον εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα. Θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§12ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἤδη τίθεται τὸ ἐρώτημα: «Εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν κ. Στεφάνου;» Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐξεταστέον ἤδη, ἐὰν ὁ κ. Στεφάνου, ἐκτελῶν χρέη πληρεξουσίου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἦτο ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος. Ὅπως ᾖ τις δημόσιος ὑπάλληλος, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπηρετῇ ἐν θέσει νενομοθετημένῃ, ἡ ὑπηρεσία δὲ, ἥτις ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Στεφάνου, δὲν εἶναι ὑπηρεσία θέσεως νενομοθετημένης, διότι οὐδαμοῦ τοῦ νόμου ἀπαντᾷ ἡ θέσις τοῦ «Πληρεξουσίου». Μὴ οὔσης λοιπὸν τῆς θέσεως ταύτης νενομοθετημένης, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὁ κ. Στεφάνου ὡς δημόσιος ὑπάλληλος. Ἀλλ’ οὐδ’ ὡς ἔμμισθος ὑπάλληλος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ κ. Στεφάνου, ἀφοῦ ἔμμισθος ὑπάλληλος θεωρεῖται μόνον ὁ ὑπάλληλος ὁ διοριζόμενος εἰς θέσιν καὶ λαμβάνων μισθὸν κεκανονισμένον διὰ νόμου. Ἀλλὰ μισθὸς κεκανονισμένος διὰ νόμου δὲν ἦτο ἡ ἡμερησία ἀποζημίωσις, ἣν ἐλάμβανεν ὁ κ. Στεφάνου. Ὡς ἐκ τούτου φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν συντρέχουσιν οἱ ὅροι τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται, ὅπως εἰς Βουλευτὴν ἀνατεθῶσι καθήκοντα ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἔχομεν ὅμως παραδείγματα, ὅτι εἰς Βουλευτὴν ἀνετέθη ποτὲ διὰ Β. Διατάγματος ὑπηρεσία ἔκτακτος, καὶ ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἔλαβεν ὁ Βουλευτὴς ἀποζημίωσιν. Τὴν 3 Μαΐου τοῦ 1891, ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὁ κ. Διονύσιος Στεφάνου διωρίσθη διὰ Β. Διατάγματος, διατελῶν βουλευτὴς Ζακύνθου, μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος Ἐπιτροπῆς, ὡρίσθη δὲ αὐτῷ καὶ ἀποζημίωσις κατ’ ἀποκοπὴν διὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ ἐργασίαν του. Ταῦτα πάντα θὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτάκτου ἀποστολῆς, περὶ θέσεως μὴ νενομοθετημένης καὶ περὶ μισθοῦ μὴ κεκανονισμένου διὰ νόμου, ὁ κ. Στεφάνου δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ οὐδ’ ἔμμισθος ὑπάλληλος, οὐδὲ δημόσιος ὑπάλληλος. Ἄλλη ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς: «Ἐξακολουθεῖ ὁ κύριος Στεφάνου νὰ ὑπηρετῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει;» Δὲν ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Στεφάνου νὰ ὑπηρετῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει, διότι διετάχθη, ὅπως, ληγούσης τῆς ἀποστολῆς του, ἐπανέλθῃ, ἀφοῦ ἀποπερατώσῃ τὴν σύνταξιν ὑπομνήματος εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὰ ὑπομνήματα τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων, τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Διαιτησίαν. Ἅμα δ’ ὡς ἀπεπεράτωσε τὴν ἐργασίαν ταύτην, κατὰ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἐπανῆλθε τὴν 1 Ὀκτωβρίου εἰς Ἀθήνας, ἔκτοτε δὲ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκτελῶν ὑπηρεσίαν.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνεκλήθη ὅμως.
§14ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ἀνεκλήθη τὸ Διάταγμα· ἀνεκλήθη μόνον τὸ Διάταγμα τῆς μισθοδοσίας του. «Ὑπὸ ποίαν ὅμως ἰδιότητα εὑρίσκεται ὁ κ. Γρυπάρης ἐν Κωνσταντινουπόλει;» ἐπηρώτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Τοῦ κ. Μαυροκορδάτου ζητήσαντος κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἐπιμόνως, διὰ λόγους ὑγείας, ἄδειαν ἀπουσίας, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ν’ ἀναθέσῃ εἰς γραμματέα Πρεσβείας τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, τούτου δ’ ἕνεκα ἐκάλεσε τὸν κ. Γρυπάρην, διπλωματικὸν πράκτορα ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἀνέθηκεν αὐτῷ τὴν διεύθυνσιν τῆς Πρεσβείας. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, ὁ κ. Γρυπάρης ἀνεπλήρου αὐτὸν οὐ μόνον εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πρεσβείας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς σχέσεις τοῦ πληρεξουσίου τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς διαιτητάς, καὶ εἰς τὰς σχέσεις του πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν συμβάσεων. Ἐξηκολούθησε δ’ ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, νὰ ἐκπληροῖ τὰ χρέη ταῦτα. Ἐννοεῖται, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν κ. Μαυροκορδᾶτον, τί εἶχε πράξει κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας αὐτοῦ. Τούτου ἕνεκα διετάχθη νὰ παραμείνῃ ἐπί τινας ἡμέρας εἰσέτι ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἤδη δὲ ἔλαβε διαταγὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐν Καΐρῳ θέσιν του, καὶ μετά τινας ἡμέρας θ’ ἀπέλθῃ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ διαδιδόμενον, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν στέργει νὰ ἐκδώσῃ ἐκτελεστήρια εἰς πλείονας τοῦ ἑνὸς Γενικοὺς Προξένους τῆς Ἑλλάδος· ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουσιν ἤδη διωρισμένοι ἐν Αἰγύπτῳ δύο Γενικοὶ Πρόξενοι, ἂν ἡ εἰρημένη ἄρνησις τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἦτο γνωστὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτε προεκάλει τὸν διορισμὸν καὶ δευτέρου Γενικοῦ Προξένου ἐν Αἰγύπτῳ.» Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προξενικοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, ὡς νόμου, ὁ ἐν Αἰγύπτῳ διπλωματικὸς πράκτωρ ἀνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Αἰγύπτου ἐδήλωσεν αὐτῷ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δυσχερὴς ἡ ἀναγνώρισις Γενικοῦ Προξένου καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἀφοῦ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον ἐν Αἰγύπτῳ, τοῦ ὁποίου προΐσταται διπλωματικὸς πράκτωρ, θὰ ἑδρεύῃ εἰς τὸ ἑξῆς ἐν Καΐρῳ. Εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Αἰγυπτίου Ὑπουργοῦ ὁ διπλωματικὸς πράκτωρ ἀντέταξεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα συνηγόρουν, ὅπως ἀναγνωρισθῇ καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γενικὸς Πρόξενος.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ διπλωματικὸς πράκτωρ, ποῖος;
§16ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. Γρυπάρης, ὅστις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐν Καΐρῳ... Ἀντέταξε, λέγω, ὁ κ. Γρυπάρης τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα συνηγόρουν, ὅπως καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑφίσταται Γενικὸν Προξενεῖον, καὶ οὐχὶ Προξενεῖον, ὡς ἐνόμιζεν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ. Τότε ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Αἰγύπτου ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει ν’ ἀναγνωρίσῃ προσωρινῶς,—διότι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις πάντοτε προσωρινῶς ἀναγνωρίζει τοὺς Προξένους, ὁριστικὴ δὲ ἀναγνώρισις ζητεῖται παρὰ τῆς Πύλης —ν’ ἀναγνωρίσῃ, λέγω, προσωρινῶς δύο Γενικοὺς Προξένους, τὸν μὲν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, τὸν δὲ ἐν Καΐρῳ, ὅτι ὅμως τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἀλεξανδρείας, διοριζομένου Γενικοῦ Προξένου καὶ ἐν Καΐρῳ, πρέπει νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Πύλης. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσωρινῶς θ’ ἀναγνωρισθῶσιν ἀμφότεροι οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Γρυπάρη ἐξ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊρον, διότι ἐφρόνει, ὅτι τάχιστα ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου μετεφέρετο ἡ ἕδρα ἐξ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊρον· προέβη δὲ καὶ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Γεννάδη ἐκ τῆς ἐν Χανίοις θέσεώς του, εἰς ἣν διετέλει διωρισμένος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου, εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων διορισμῶν ζητήσῃ παρὰ τῆς Πύλης τὴν ἀναγνώρισιν ἀμφοτέρων τῶν Γενικῶν Προξένων. Ἤδη ἐζητήθη ἡ ἀναγνώρισις αὕτη, καὶ ἡ Πύλη ἀπήντησεν, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλω εὐχαρίστως ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ μὴ ζητήσω νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής. Ὅταν ἐν καιρῷ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις, ὅταν ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἀποφασίσῃ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁριστικῶς δύο Γενικοὺς Προξένους ἐν Αἰγύπτῳ, τότε θέλομεν συζητήσει, ἵνα μὴ τώρα ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα· διότι, ἀφοῦ εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὁριστικὴ ἀναγνώρισις ὑπὸ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν προέβαινον ἀπὸ τοῦδε εἰς συζήτησιν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ὅμως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος διωρίσθη πληρεξούσιος ἐν Κωνσταντινουπόλει, διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ προτείνω, ἵνα συζητήσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατ’ ἄλλην ἡμέραν, ἣν ὑμεῖς ἠθέλετε ἐγκρίνει, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐνοχλήσω. Ἀναγκαῖον εἶναι νὰ συζητήσωμεν καὶ θεωρητικῶς τὸ ζήτημα, διότι δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ γίνωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀναθέσεις ὑπηρεσίας δημοσίας εἰς Βουλευτάς. Ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίθεσίς τις τῆς ἀναθέσεως εἰς τὸν Βουλευτὴν Ζακύνθου τῶν καθηκόντων τοῦ πληρεξουσίου πρὸς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπροτείνατε δύο λόγους· τὸν πρῶτον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου εἶχε διορισθῆ πληρεξούσιος, καὶ οὐχὶ πληρεξούσιος Ὑπουργός. Ὁ λόγος μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἄξιος συζητήσεως. Τὸν δεύτερον, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ μισθὸς αὐτοῦ δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ὑπάρχει θέσις νενομοθετημένη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ὑπῆρξε μὲν διορισμὸς διὰ Διατάγματος ἁπλοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε πρόνοια οὐδ’ ἐν τῷ νόμῳ, οὐδ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τοῦτο ἰδίως μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμον, καὶ ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην ἡμέραν νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου. Μένει ἡ τρίτη ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς εὐηρεστήθητε νὰ κάμητε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐξακολουθεῖ πάντοτε νὰ ἦναι πληρεξούσιος ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ κυρίου Γρυπάρη εἰς Κων)πολιν οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, ἀφοῦ ὁ πρέσβυς εἶχεν ἀπέλθει ἐκεῖθεν ἐπ’ ἀδείᾳ, τὸ δὲ προσωπικὸν τῆς Πρεσβείας δὲν ἐκρίθη ὅτι ἠδύνατο νὰ διευθύνῃ τὴν Πρεσβείαν. Περὶ τούτου δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, διότι ἠδύνατο τοιοῦτον νὰ διαταχθῇ μέτρον. Ἀλλὰ ἡ δευτέρα δικαιολογία, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέσις νενομοθετημένη διὰ νόμου, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις εἰδική, ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ταῦτα εἶναι δεκτικὰ συζητήσεως, καὶ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν θέλητε, τὴν Δευτέραν, τὴν Τρίτην, τὴν Τετάρτην.
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Δευτέραν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ὅμως καὶ τοὺς ἄλλους κυρίους Ὑπουργούς, ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν κατέθηκαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσιν αὐτάς· διότι ἔλαβον μὲν τοιαύτας ἐπί τινων τῶν ἐπερωτήσεών μου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πλείστων δὲν κατετέθησαν ἔτι τοιαῦται.
§20Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ θὰ σᾶς τὰς δώσω τὴν Δευτέραν.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶχεν ἀπευθύνει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσα χρήματα καὶ κατὰ τίνας ἐποχὰς διέθεσε τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον Κερκύρας ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου, ἢ τοῦ λιμένος Κερκύρας. Δυνάμει τίνος ἀποφάσεως ἢ τίνος πράξεως τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον προέβη εἰς τὰς δεούσας ὑπὲρ τοῦ λιμένος δαπάνας, ἢ πρὸς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον χορηγίας.» Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς θὰ εὕρῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Ἐπίσης ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῶν Λιμενικῶν Ταμείων ἐν γένει. Ὑποβάλλω πίνακα, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὁποίου θὰ δικαιολογήσῃ ἴσως τὴν βραδύτητα τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ, διότι ἀπῃτεῖτο νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ τὰς προσθέτους πληροφορίας.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν Λιμενικῶν Ταμείων τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1896, 1897, 1898 καὶ 1899, ὡς καὶ τῶν χορηγηθέντων ὑπ’ αὐτῶν ποσῶν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη εἰς ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας συνεστήθησαν τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα. Θέλετε εὕρει ὅλας τὰς πληροφορίας ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον καταθέτω.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πίναξ οὗτος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 42).
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι ἀπήντησα εἰς ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτὸς μιᾶς ἴσως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε προχθές. Ὁ κ. Μπακόπουλος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πρώην εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Φύλλων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης Εὐγγέλου Ἀνδρεάδου. Καταθέτω σημείωμα καὶ ἔγγραφα καὶ πρωτόκολλα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ὁ κ. Λαμπρυνίδης ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὸ ὑπὸ στοιχεῖον ΠΑʹ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ναυπλιέων, δι’ οὗ εὔχεται, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου «περὶ ἀδείας χρήσεως εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δήμου τῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατατεθειμένων χρημάτων», καὶ ἄλλα τινὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§28ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν, ἂν ἦναι δυνατόν.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι περιττόν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τοπικὰ συμφέροντα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Πέρρος ἐπηρώτησε περὶ τῶν ὁρίων τῶν δήμων Πάρνωνος τῆς Κυνουρίας καὶ Οἰνοῦντος τῆς Λακεδαίμονος. Καταθέτω τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Φικιώρης ἐπηρώτησε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰς Ἀμερικὴν μεταναστῶν Λακεδαίμονος. Καταθέτω τὰς πληροφορίας, ὅσαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι χθές. Ἐλλείπουσι πληροφορίαι δύο δήμων, ὁ δὲ Νομάρχης Λακωνίας, τὸν ὁποῖον καὶ τηλεγραφικῶς πάλιν διέταξα νὰ ὑποβάλῃ ταύτας, ἀνήγγειλεν, ὅτι δὲν τὰς ἔλαβεν ἀκόμη· ἀλλ’ ἐζήτησα καὶ πάλιν, ὅπως ὑποβληθῶσι τάχιστα, ἵνα καταθέσω καὶ ταύτας.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ κατατεθεῖσαι εἶναι πολλῶν δήμων;
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅλων τῶν δήμων, ἐκτὸς δύο.
§32ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, ὅταν κατατεθῶσι καὶ τῶν δύο ἄλλων δήμων, νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, διότι θὰ προκληθῇ συζήτησις.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τηλεγραφικῶς ἐπανέλαβον τὴν διαταγήν μου πρὸς τὸν Νομάρχην, καὶ ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι τρίτην ἤδη φορὰν ὑπέμνησε τὴν διαταγὴν εἰς τοὺς Δημάρχους.
§34ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἡ παράκλησίς μου εἶναι νὰ τυπωθῶσι, διότι θὰ προκληθῇ συζήτησις.
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν στατιστικὴν ὁ Νομάρχης κατήρτισεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαβατηρίων τῶν ἐκδοθέντων;
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν Δημάρχων.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν ὑπάρχουν ἐκθέσεις τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐξ Ἀμερικῆς περὶ τῶν ἐκεῖ διαμενόντων μεταναστῶν, καλὸν θὰ ἦτο, ἄν καὶ περὶ αὐτῶν ἐφρόντιζεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄν ἔχῃ τοιαύτας πληροφορίας, θὰ τὰς καταθέσῃ.
§40ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων ἀφορώντων τὴν ἐνοικίασιν τοῦ τηλεγραφικοῦ καταστήματος Δίβρης. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν ὑδάτων, κύριε Πρωθυπουργέ;
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν Δευτέραν θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔμεινε προχθὲς νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν κληροδοτημάτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδόθησαν ἀκόμη.
§45ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ καταθέσω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον καταρτίζω ἤδη.
§46Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω πίνακα, ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, περὶ τῶν ἐν Βορείῳ, Κεντρῴᾳ καὶ Νοτίῳ Ἀμερικῇ προξενικῶν ἀρχῶν.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυσκολία νὰ τυπωθῇ ὁ μικρὸς αὐτὸς πίναξ.
§48ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἄν ἦναι εὔκολον, ἂς τυπωθῇ.
§49Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὴν δικογραφίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βονίτσης κύριος Μαυρομμάτης ἐζήτησε, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου Κωνστ. Τυπάλδου. Περιέχει ἡ δικογραφία ὅλην τὴν ἐνέργειαν, ἥτις ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως· τουτέστιν ἀνακρίσεις, ἐξετάσεις μαρτύρων, ἀποστολὴν ἀνακριτοῦ εἰς Βόνιτσαν κλπ. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου, ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα, αἱ ἀπολογίαι αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοὺς τηλεγραφητὰς, καὶ ἐν γένει πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§50ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν δικογραφίαν ἐπὶ ἀποδείξει.
§51ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἄνευ ἀποδείξεως σᾶς τὴν ἐμπιστεύομαι.
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ λέγει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§53ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Προχθὲς ἠρνήθητε δι’ ἄλλην δικογραφίαν· δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον «ἐπὶ ἀποδείξει».
§54ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἄλλη ἡ φύσις τῆς μιᾶς ὑποθέσεως, καὶ ἄλλη τῆς ἄλλης. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς εἶναι, ὅτι ὁ ὑποπλοίαρχος Τυπάλδος ἠθωώθη παμψηφεὶ, καὶ ὑπάρχει τὸ δεδικασμένον ὑπὲρ αὐτοῦ. Καταθέτω ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου μετὰ καταστάσεως, ἐμφαινούσης τὰς εἰσπράξεις τῆς Δεξαμενῆς κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη, συμφώνως μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται κατὰ μέσον ὅρον;
§56ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν εἰσεπράχθησαν περὶ τὰς 300,000 δραχμαὶ, ἤτοι περὶ τὰς 30 χιλιάδες κατ’ ἔτος. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι εἶναι πολλὰ πολεμικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα καθαρίζονται ἐν τῇ Δεξαμενῇ, χωρὶς νὰ τοῖς ζητηθῇ τίποτε, ἐξ ἁβρότητος, διότι δὲν πληρώνομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰς ἰδικάς των Δεξαμενάς. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἔπρεπε νὰ λάβω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰδοποιεῖ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔχει ἄχρηστον ὑλικὸν πρὸς πώλησιν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διατάσσει τὴν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, καὶ τὸ χρῆμα εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Κατὰ συνέπειαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι τὸ ἁρμόδιον νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐζήτησα τὰς πληροφορίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας καὶ καταθέτω.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως θὰ ἦτο καλὸν, εἰς τὸ μέλλον νὰ διαταχθῇ τὸ Λογιστήριον νὰ διακρίνῃ εἰς δύο κατηγορίας τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ· ἤτοι ἐκ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ ἐκ πωλήσεως τοιούτου τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης.
§58ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ τοιαύτας πληροφορίας, διότι, καθὼς λέγει, τὸ χρῆμα ἀδιακρίτως εἰσέρχεται εἰς τὸ Ταμεῖον.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσῃ τοιαύτην πληροφορίαν, ὅταν ἓν μέρος τοῦ προϊόντος ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ εἰσάγηται εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν;
§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχετε λάθος. Εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν δὲν εἰσάγεται οὔτε λεπτόν. Νὰ μᾶς ὑποδείξητε τὸν νόμον. Καταθέτω καὶ μίαν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περὶ τῶν διϋλιστηρίων, ὧν ἐγένετο προμήθεια ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου.
§61Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν πλείστων κατοίκων τῶν Παξῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς παραπονοῦνται, ὅτι ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν τήρησιν τῆς συγκοινωνίας ἐν ταῖς ἀγόνοις γραμμαῖς Ἑταιρεία Τζὼν–Μὰκ–Δούαλ δὲν ἐκτελεῖ τακτικῶς τοὺς πλόας της, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσέγγισιν τῶν Παξῶν. Τοῦτο δὲ προέρχεται οὐχὶ ἐκ λόγων τρικυμίας, ὅτε θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ παράλειψις, ἀλλ’ ἐξ ἰδιοτροπίας ἁπλῆς τῶν πλοιάρχων, ἢ ἀβελτηρίας αὐτῶν, ὡς καὶ ὁ ἐκεῖ τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος βεβαιοῖ. Οὗτος μάλιστα ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, ὅτι τὸ πλοῖον δὲν προσήγγισεν ἐκεῖ ἐν νηνεμίᾳ διὰ νὰ παραλάβῃ τοὺς φακέλλους τοὺς ταχυδρομικούς· πρὸς τούτοις δὲ, ὁσάκις προσεγγίζῃ, μένει μόνον ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς, καὶ οὐδέποτε ἀποβιβάζει εἰς Παξοὺς ἐμπορεύματα, οὐδὲ παραλαμβάνει τοιαῦτα ἐκ Παξῶν δι’ ἄλλους λιμένας. Ὡς ἐκ τούτου πολλὰ συμβαίνουσι τὰ ἄτοπα καὶ ζημίαι πολλαί. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐκτελῶνται συμφώνως τῇ συμβάσει αἱ προσεγγίσεις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ ἀστυνόμος Λαμίας Μπάρμπανος διατελεῖ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ποῦ εἶναι τοποθετημένος.» Ὁ κ. Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§63Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ συνάδελφός μου κ. Ραδινὸς ἔκαμε σύστασιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κατασκευὴ γεφύρας τῆς Ἁγίας Μονῆς. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ ἔλαβον τηλεγράφημα παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἡ συγκοινωνία διεκόπη τελείως καὶ ὅτι εὑρίσκονται ἐν ἀποκλεισμῷ. Ἡ Ἁγία Μονὴ εἶναι προάστειον τῶν Τρικκάλων, τὸ ὁποῖον χωρίζεται ἀπὸ τῆς πόλεως διὰ τοῦ ποταμοῦ. Διὰ τῆς γεφύρας ταύτης, ἡ ὁποία ἤδη κατεκλύσθη ὑπὸ τῶν ὑδάτων, συγκοινωνοῦσιν οὐ μόνον οἱ κάτοικοι τοῦ προαστείου, ἀλλὰ καὶ τὸ πλεῖστον τῆς ἐπαρχίας, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ δήμους, ὧν τέσσαρες εἶναι ἐκεῖθεν τοῦ ποταμοῦ τούτου. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα ὁπωσδήποτε προχείρως νὰ ζευχθῇ ἡ γέφυρα, μέχρις ὅτου καταστῇ δυνατὴ μόνιμος κατασκευὴ τῆς γεφύρας ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Πέραν τῆς Ἁγίας Μονῆς καὶ τῆς γεφύρας ταύτης διέρχεται ὁ Πηνειὸς ποταμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχουσι κατασκευασθῆ τὰ βάθρα τῆς γεφύρας, στερεώτατα καὶ μεγάλης ἀξίας, ἐπίσης χρησιμωτάτης εἰς τὴν συγκοινωνίαν, διότι δι’ αὐτῆς τέσσαρες δῆμοι ἐκ τῶν ἑπτὰ συγκοινωνοῦσι μὲ τὰ Τρίκκαλα, καὶ τρεῖς τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης συγκοινωνοῦσιν ἐπίσης μὲ τὰ Τρίκκαλα. Καὶ ἐνῷ τὰ βάθρα ταῦτα εἶναι πρὸ τεσσάρων ἐτῶν κατεσκευασμένα, ἐν τούτοις τὸ σιδηροῦν κατάστρωμα τῆς γεφύρας δὲν κατωρθώθη εἰσέτι νὰ τεθῇ ἐπ’ αὐτῆς, ἵνα οὕτως ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία. Ἀληθὲς, ὅτι ἐπῆλθε κώλυμα ἕνεκα τοῦ θανάτου τοῦ ἐργολάβου καὶ τῶν ἐγερθεισῶν διενέξεων μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς συζύγου τοῦ ἐργολάβου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀρκετὸς χρόνος παρῆλθεν, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα· διότι εἶναι ἄδικον, ἕνεκα διενέξεων τοιούτων, νὰ ὑποφέρωσιν ὁλόκληροι πληθυσμοί. Ὑποβάλλω τὴν σύστασιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα σπεύσῃ καὶ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν κατοίκων ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν ἰδίως ἐν Τρικκάλοις. Ἐπίσης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπιθυμῶ νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἓν ἐκ τῶν συχνάκις ὑποβαλλομένων παραπόνων τοῦ λαοῦ εἶναι τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὸς κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δασονομικῆς· ἰδίᾳ δὲ τὸ παράπονον τοῦτο καταδηλοῦται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας...
§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως καὶ τῶν Μεγάρων.
§65ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. καθόσον εἶναι γνωστόν, ὅτι αὐταὶ αἱ δύο ἐπαρχίαι, αἵτινες συναποτελοῦσι τὸν νομὸν Τρικκάλων, κατέχονται κατὰ τὰ τρία τέταρτα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπὸ δασῶν. Ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολεῖται, δυστυχῶς, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ συντάσσῃ καθ’ ἑκάστην πρωτόκολλα ἐναντίον τῶν πολιτῶν, τοῦτο δ’ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀσχολῆται τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τρικκάλων ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους μέχρι σήμερον εἰς τὴν ἐκδίκασιν ὑποθέσεων, στηριζομένων εἰς τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐὰν δὲν ἦναι πλαστά, ἐὰν δὲν ἦναι ψευδῆ, εἶναι ὅμως ἔργα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν κἄν νὰ γνωρίζωσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐνεργῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐν τῇ δασονομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Βεβαίως τὰ περὶ τούτου θέλω ἀναπτύξει, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ ὅλων, ὅσα ἀνέφερα ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου. Θέλω δὲ νὰ μάθω, πόσαι ὑποθέσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Τρικκάλων ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, ἢ ἐπὶ φθορᾷ δασῶν, καὶ πόσαι τοιαῦται εἰσήχθησαν καὶ ἐξεδικάσθησαν μέχρι τοῦδε ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Τρικκάλων. Εἶναι εὐκολώτατον νὰ γνωσθῇ ἐκ τῶν πρωτοκόλλων. Πόσαι χιλιάδες δένδρων εἶναι, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο πρωτόκολλα. Θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς ἑκατοστύας χιλιάδων ἴσως ἀνέρχεται ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Θὰ ἴδητε, κύριε Πρόεδρε προσέτι, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ἄρτι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἔμειναν γράμμα νεκρόν. Οὔτε καλύβη, οὔτε καυσόξυλα, οὐδὲ τίποτε ἀπολύτως δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, διότι πάντες, ὅσοι ἐτόλμησαν νὰ θέσωσι χεῖρα ἐπὶ τῶν δασῶν, αὐτοὶ διῆλθον διὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐφευρέθη ἐν Τρικκάλοις νέος φόρος δασονομικὸς, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ φορολογούμενοι πληρώνουσι τέλη βαρύτατα καὶ ἔξοδα δικαστικὰ πλεῖστα. Θὰ ἴδητε ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ βεβαίως θὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἡ ἐπερώτησίς μου νὰ λάβῃ χώραν ἑτέρα συζήτησις, καὶ νὰ ληφθῇ μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ σώζωνται μὲν τὰ δάση, ἀλλὰ καὶ οἱ πολῖται ἀπὸ τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς διαγωγῆς— δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω ὁποίας διαγωγῆς—τῶν δασονομικῶν ὀργάνων. Ὑποβάλλω καὶ γραπτὴν περὶ τούτου ἐπερώτησιν. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἐπερώτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶν αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα διαλαμβάνοντα: 1) Τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας δάση, ἅτινα κατέχονται ὡς ἰδιόκτητα ἢ κοινοτικά, καὶ ὧν οἱ Ὀθωμανικοὶ τίτλοι (ταπία) ἐθεωρήθησαν ὡς ψευδεῖς ἢ πλαστοί, κατὰ βεβαίωσιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ὀθωμανικοῦ Κτηματολογίου (Δεφτὲρ–χανέ). 2) Τὰς κοινότητας καὶ τὰ ἄτομα, ἅτινα κατέχουσι καὶ διεκδικοῦσι τὰ δάση ταῦτα, ὡς κοινωτικὰ ἢ ἰδιόκτητα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψευδῶν ἢ πλαστῶν τούτων τίτλων. Συνάμα νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐζητήθη καὶ ἐβεβαιώθη τὰ ψευδὲς ἢ ἡ πλαστότης τῶν τίτλων τούτων. Πρὸς τούτοις δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποίαν ἔκαμεν ἐνέργειαν κατὰ τῶν μεταχειρισθέντων τοὺς τίτλους τούτους. Ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ἔχει θέσει ἐν ἀμφιβόλῳ τὰ τῆς κυριότητος, τὰ τῆς κατοχῆς, ἐν γένει δὲ τὰ τῆς καταστάσεως τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης περιουσίας ἐν Τρικκάλοις καὶ Καλαμπάκᾳ. Θὰ διευκρινισθῇ ἐκ τούτου, ἐὰν ἀληθῶς αἱ κοινότητες ἢ οἱ ἰδιῶται εἶναι ἢ δὲν εἶναι κύριοι καὶ ἰδιοκτῆται τῶν δασῶν τούτων· θὰ γνωρισθῇ ἐπίσης εἰς τοὺς ὑλοτομοῦντας καὶ τοὺς ἐμπόρους, ἐὰν δύνανται ἢ δὲν δύνανται νὰ συμβάλλωνται πρὸς ἰδιώτας ἢ πρὸς κοινότητας, ἢ ἐὰν πρέπει νὰ τρέπωνται πρὸς τὸ Δημόσιον· διότι ἐγεννήθησαν σπουδαιότατα παράπονα, ἐπῆλθον δὲ καὶ μεγάλαι ζημίαι πολλάκις εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καταγίνονται εἰς τὰ τῆς ὑλοτομίας οἰκοδομησίμου ξυλείας, ἕνεκα δὲ τούτου μεγάλη ἐπῆλθεν ὀπισθοδρόμησις εἰς τὸν σπουδαιότατον τοῦτον κλάδον τοῦ ἐμπορίου ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέστη ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, δι’ οὗ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν νὰ πληρώνῃ τέλη πρὸς μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἶναι δὲ τὰ τέλη ταῦτα βαρύτατα, διότι ὡρίσθησαν εἰς 2% ἐπὶ τῶν τελῶν τῶν εἰσαγομένων δι’ ὅλων τῶν Τελωνείων τῆς Θεσσαλίας ἐμπορευμάτων, ¼ τοῦ λεπτοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἀλεύρων, καὶ 1 λεπτ. κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου καὶ ἐξαγομένου καπνοῦ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν τελῶν, τὸ μέχρι σήμερον εἰσπραχθὲν παρὰ τῶν διαφόρων Τελωνείων τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο κατετέθη, καθ’ ἃ ὁρίζει ὁ νόμος, εἰς τὸ ἐν Βόλῳ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω πληροφορίας, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πολὺ μέγα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σχετίσω τὴν περίπτωσιν ταύτην πρὸς μίαν ἄλλην περίπτωσιν, σχετικὴν πρὸς τὴν ἐφετεινὴν παραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἰσήχθησαν ἔξωθεν, διὰ τῶν Τελωνείων, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν δημητριακοὶ καρποὶ εἰς Θεσσαλίαν, πρὸς δὲ τούτοις τὸ εἶδος τῶν εἰσαχθέντων καρπῶν. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι σχετικὴ καὶ ἄλλη ἐπερώτησίς μου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Νομαρχῶν τῆς Θεσσαλίας, διὰ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται ὁποία τις ἦτο ἡ παραγωγὴ ἡ ἐφετεινὴ ἐν Θεσσαλίᾳ. Διότι, ἐνῷ διὰ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, καθ’ ἃ ἐγράφη ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ ὡς εἶπον προχθὲς, διεσαλπίζετο, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἀρίστη, ἐν τούτοις εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι μέχρι πρὸ δύο μηνῶν εἶχον εἰσαχθῆ 3 ἑκατομμύρια ὀκάδων σίτου εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἰς τὴν ἐριβώλακα Θεσσαλίαν, εἰς τὴν σιτοπαραγωγὸν Θεσσαλίαν, σίτου ῥωσσικοῦ, ἵνα τροφοδοτηθῇ ἡ Θεσσαλία!
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν εἰσήχθησαν ταῦτα;
§67ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Βεβαίως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐκ τούτων δὲ θ’ ἀποδειχθῶσι δύο τινά· πρῶτον, ὅτι τὰ τέλη, τὰ διὰ τὴν μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, φθάνουν εἰς ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς μελέτης τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσαλίᾳ, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ σημερινὴ κατάστασις εἶναι πᾶσα ἄλλη ἢ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν οἱ Νομάρχαι νὰ παραστήσωσι διὰ τῶν ἐκθέσεών των. Καὶ μίαν τελευταίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπὸ μηνῶν ἤδη, κύριε Πρόεδρε, τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν Τρικκάλων ἐνεργοῦσι δύο διανομεῖς. Ἐγὼ ὁ ἴδιος μετέβην εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον Τρικκάλων, καὶ ἠρώτησα τὸν Διευθυντὴν τοῦ Τηλεγραφείου, ἕνεκα τίνος λόγου ἔχει ἀφεθῆ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία πόλεως καὶ ἐπαρχίας ὁλοκλήρου, οἷα εἶναι τὰ Τρίκκαλα, εἰς τὰ ὁποῖα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία εἶναι ζωηρὰ πολὺ, διὰ ποῖον λόγον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ταχυδρομείου ἔχει ἀφεθῆ εἰς δύο διανομεῖς, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου καθ’ ὁλοκληρίαν μετερρυθμίσθησαν καὶ ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τηλεγραφείου μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι πολλάκις ἀνεφέρθη, παρακαλῶν ν’ ἀποσταλῇ προσωπικὸν ἐπαρκὲς καὶ διὰ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐν τούτοις δὲν κατωρθώθη μέχρι σήμερον ν’ ἀποσταλῇ οὔτε εἷς ὑπάλληλος, ὅστις ν’ ἀσχολῆται εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ταχυδρομικῆς, ὅστις νὰ ἦναι ὑπεύθυνος δι’ ὅσα συμβαίνουν ἐν τῷ ταχυδρομείῳ Τρικκάλων, καὶ ν’ ἀσφαλίζῃ καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς πολίτας, διότι εἰς χεῖρας αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐμπιστευθῶσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν οἱ πολῖται. Ἐπειδὴ ὅμως μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐπῆλθε διόρθωσις, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἕνεκα τίνος λόγου ἀφέθη νὰ διαπράττηται εἰσέτι τὸ ἔκτροπον τοῦτο ἐν Τρικκάλοις, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἀναφοραὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Τηλεγραφείου, — ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσι τοιαῦται, — διὰ τῶν ὁποίων αὐτὸς παριστᾷ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὰς δυσχερείας, πρὸ τῶν ὁποίων προσκόπτει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ταχυδρομείου ἐν Τρικκάλοις, καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάρχει.
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐχαριστῶ, διότι εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω παρ’ αὐτοῦ. Ἐκ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιοῦται, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ, περὶ τοῦ ὁποίου ἠρώτησα, ἔμεινεν ἐλλειμματίας δραχμῶν 6,255, καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ ἐπαύθη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1898. Ἀλλὰ βεβαιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἐπελήφθη εἰσέτι τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό.
§70ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ διαβεβαιῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ ληφθῶσι σύντονα μέτρα. Πρὸ ἡμερῶν ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀπό τινος ἀπουσιάζει, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκτελεῖται ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων ἐν Τριπόλει. Πολλάκις, κύριε Πρωθυπουργὲ, παρέστην μάρτυς τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν, ὄχι ἐφαρμόζεται, ἀλλὰ στραγγαλίζεται ὁ νόμος, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου αὐτοῦ τελοῦσιν ὄργια τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ συνεκινήθην ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κατηράσθην τὴν ὥραν, καθ’ ἣν εὑρέθην ἐν Τριπόλει. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Τριπόλεως πτωχῆς τινος ῥαπτρίας, παραπονουμένης διὰ τὴν ἐναντίον αὐτῆς ἐνεργουμένην καταδίωξιν πρὸς πληρωμὴν φόρου ἐπιτηδεύματος. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν χρήζει σχολίων.
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω γνῶσιν.
§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι ἔχετε γνῶσιν. Σᾶς παρακαλῶ μόνον νὰ διατάξητε νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ δώσω διαταγήν.
§74ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι μία πτωχὴ, κατοικοῦσα ἔν τινι στενωπῷ τῆς Τριπόλεως, καὶ ἐργαζομένη πρὸς πορισμὸν ἄρτου. Ἡ ἀστυνομία τὴν ἔχει πολιορκήσει ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, διὰ νὰ καταδικάσῃ τὰ ὀρφανά της εἰς τὸν διὰ τῆς πείνης θάνατον. Τέλος πάντων πρέπει νὰ παύσουν αὐταὶ αἱ ἀσχημίαι. Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναρρώσῃ καὶ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἐζήτησα, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ ἱσπανικὸς κηρὸς, ὁ εὑρισκόμενος ἐν Τριπόλει, κατηναλώθη ὁλόκληρος πρὸς σφράγισιν τῶν καταστημάτων καὶ τῶν ἐργαστηρίων, τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦσι καὶ ἡμᾶς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐσφράγισαν τὰ καταστήματα ταῦτα.
§75Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐνίοτε καὶ καθήκοντα καὶ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκπλήρωσις εἶναι ἀνιαρά. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ὡς θὰ ἴδητε, κύριοι Βουλευταὶ, ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλιγίστας στιγμὰς διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπάρχει ἀτελευτήτως ἐκκρεμὲς ζήτημα, τοῦ ὁποίου καὶ τὰς δυσχερείας καὶ τὰς δυσκολίας πρῶτος ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἐκκρεμὲς, καὶ χρήζει λύσεώς τινος, ἔστω οἵας δήποτε· τὸ ζήτημα τῆς οἵας δήποτε ἀμοιβῆς τῶν ἀνδραγαθησάντων, ὅπως λέγεται συνήθως, ὑπαξιωματικῶν. Γνωρίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἄλλοτε εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσητε, ὅτι μεριμνᾶτε περὶ αὐτῶν, γνωρίζω δ’ ἐπίσης, ὅτι εἶχε συστηθῆ μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία εἰργάζετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νῦν σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἔχητε, νὰ μὴ δώσητε πληροφορίαν τινὰ, ἡ ὁποία, διδομένη, δὲν θὰ μείνῃ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ θὰ δοθῇ καὶ δι’ ὅλον τὸν κόσμον, θὰ σᾶς παρακαλέσω, καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ πράξητε ὅ,τι νομίζετε προσῆκον, ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς λυθῇ τὸ ζήτημα.
§76Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς νὰ ἀναμείνῃ μέχρι τῆς Δευτέρας.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐγένετο ἐξαιρετική τις ἐνέργεια ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν πληγωθέντων ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Γριμπόβου· νομίζω, ὅτι περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις ἰδιαιτέρα καὶ ἐνέργειά τις παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μετὰ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ φέρῃ περὶ τῶν ἀνδραγαθησάντων ἐν γένει ὑπαξιωματικῶν, προσκομίσῃ εἰδικώτερον καὶ τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, ἐκ τῶν ὁποίων γνωρίζω καὶ ἐγώ τινα, ὁ ὁποῖος καὶ πληγὰς φέρει καὶ ἀκρωτηριασμὸν ὑπέστη, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον πάντοτε ἐδόθη διαβεβαίωσις ἀμοιβῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο.
§78ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἔμαθον, εἶχεν ἀποστείλει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως εἰς τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅπως φέρωσι τὰς ἐπ’ αὐτοῦ κρίσεις των. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὅ,τι ἤκουσα εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀληθές, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκ μέρους τῶν Συμβουλίων τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου γνωμοδοτήσεων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αἱ ἐκθέσεις αὗται ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀνετέθη νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§79ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὑπεβλήθησαν.
§80ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἤθελον νὰ καταγγείλω εἰς αὐτὸν τὰ διαβιβασθέντα μοι ἐκ Ναυπλίου παράπονα κατὰ τοῦ ἐκεῖ Διευθυντοῦ τοῦ Καπνοκοπτηρίου, ὅστις ἀτόπως ἐπετέθη καθ’ ἑνὸς ἐντιμοτάτου ἐμπόρου καὶ κτηματίου, ὅστις πολλὰς ὑπηρεσίας παρέσχεν εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ τουμπεκίου, συνεργαζόμενος μετὰ ἐμπόρων τοῦ Πειραιῶς, κατὰ τοῦ κτηματίου κ. Ἰωάννου Φίλη, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐνήργησε πράξεις μὴ συμφώνους πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Καταγγέλλων τοῦτο, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ.
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τῶν ὀλίγων λόγων, κύριοι Βουλευταί, οὓς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν σκοπῶ οὔτε νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ μομφὴν νὰ ἐγείρω ἐναντίον αὐτῆς. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ὑπέρτατον καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, μετὰ τοσαῦτα ζητήματα, ἅτινα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εὐλόγως καὶ δικαίως ἐζήτησεν, ἀφορῶντα μὲν τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, σκοποῦντα δὲ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ, διότι νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καθῆκον ἔχει ἱερώτατον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι γιγνομένων. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν,—οὐχὶ πλέον εἰδικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὸ ζήτημα, ὅπερ θέλω πραγματευθῆ δι’ ὀλίγων, δὲν εἶναι τῆς εἰδικῆς σφαίρας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως,—ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ψευδῆ εἰσὶν ἆρά γε τὰ τηλεγραφούμενα καὶ τὰ γραφόμενα περὶ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ σφαγῶν καὶ δηώσεων κατὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ὑπὸ Βουλγαρικῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, ἢ ἀληθῆ τυγχάνουσιν ὄντα; Ἐὰν ὦσι ψευδῆ τὰ ἀγγελλόμενα, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν σοβαροὶ, καὶ μηδαμῶς περὶ τούτων νὰ ποιώμεθα λόγον. Ἐὰν ὅμως ὦσι καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἀληθῆ, καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ, ἐνισχύουσα τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ἀγῶνι, ὅνπερ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι διεξάγει, καθῆκον, λέγω, ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, καίτοι ἀντιπροσωπεύει Κράτος ἡττημένον καὶ πεπτωκός, νὰ ὑψώσῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, ἄνευ διακρίσεως πολιτικῆς μερίδος, τὴν φωνὴν αὐτῆς, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐνώπιον τοῦ Πολιτισμοῦ καὶ τῆς Χριστιανωσύνης. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ψευδῆ τὰ γραφόμενα καὶ τὰ τηλεγραφούμενα ἐκεῖθεν, διότι καλῶς γνωρίζω ἐξ ἄλλων, ὅλως ἰδιωτικῶν, πληροφοριῶν, ὅτι ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια ἀπεφάσισε τέλος πάντων νὰ λάβῃ μέτρα τινὰ περὶ τῆς ἐκεῖ καταστάσεως. Εἰσὶν ἆρά γε ἐπαρκῆ τὰ μέτρα, ἅτινα ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια ἔλαβεν; Ὁποῖά τινά εἰσι ταῦτα; Ἐνίσχυσεν ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀγῶνα τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ὡς πρὸς τοῦτο, ἐὰν ἀγὼν αὐτῆς πραγματικὸς καὶ σπουδαῖος ὑφίσταται; Περὶ τούτων πάντων ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Πολλάκις οἱ Πρόξενοι ἡμῶν, οἱ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι ὄντες διωρισμένοι, ἐθεάθησαν προστατεύοντες τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, περιφερόμενοι ἐν ταῖς ἀγυιαῖς καὶ ταῖς λέσχαις τῶν Ἀθηνῶν. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, τοὐλάχιστον ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ, ἔνθα ἀγριώτατος ἀγὼν διεξάγεται κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, οἱ Πρόξενοι ἡμῶν εἰσιν ἆρά γε πάντες εἰς τὰς θέσεις αὑτῶν, ἐκεῖ, εἰς τὰς ἐπάλξεις; Ἐκτελοῦσι τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Θρησκείαν καθῆκον; Χρησιμεύουσιν, ὡς ἐκ τῶν φώτων καὶ τῆς θέσεως αὐτῶν, ὡς πρόσκοποι καὶ ὁδηγοὶ τῆς ἐκεῖ Τουρκικῆς ἐξουσίας; Τὸν ἀγῶνα τοῦτον θεωρῶ ἀγῶνα κοινὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας· οὐδὲ δειλιῶ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Διότι, ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, ἴσως ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ λεχθῇ, ὅτι ἐγγύς ἐστὶν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ἀναγκάζουσι τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ ὑψώσῃ τὸν Σταυρὸν παρὰ τὴν Ἡμισέληνον, καὶ ὡς ἀδελφοὶ Σταυρὸς καὶ Ἡμισέληνος, εἰλικρινῶς διδόντες τὰς χεῖρας, ν’ ἀμυνθῶσιν ἐναντίον μεγάλου καὶ κοινοῦ ἐχθροῦ, ὅστις ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς πλέον δεικνύει τοὺς ὀδόντας αὑτοῦ κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, κατὰ τῆς Χριστιανωσύνης καὶ τῆς Ἐλευθερίας, ὑποσκάπτων ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἐδόθη εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐννοήσῃ τέλος πάντων, ὅτι ἡ προστασία τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς σήμερον πλέον ἐστὶν αὐτὸ τοῦτο ὅρος ἀπαραίτητος τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμαν. Αὐτοκρατορίας, μέχρις οὗ ἐπέλθωσιν αἱ μεγάλαι εὐρωπαϊκαὶ μεταβολαί; Προσεπάθησε διὰ τῶν μέσων, ἅτινα διαθέτει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ, νὰ πείσῃ τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, — ἐπαναλαμβάνω δὲ τοῦτο, ἵνα ἀκουσθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, τήν τε ἐλευθέραν καὶ τὴν δούλην, — ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ προστασία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι ἐστὶν αὐτὸ τοῦτο ὅρος ἀπαραίτητος καὶ ἐπείγων αὐτῆς τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας ἐν Εὐρώπῃ; Ἡ ἐξαφάνισις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν ἐπέπρωτο ν’ ἀναδείξῃ μέγα Κράτος καὶ ἀσφαλὲς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ἴσως ἔπρεπε νὰ ὑποθάλπῃ καὶ νὰ ἐξεγείρῃ παρὰ τῇ γείτονι ἐχθρικὰς καθ’ ἡμῶν διαθέσεις. Ἀλλ’ ἡ πτῶσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ πτῶσις τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἔσονται, — μηδεὶς ἂς ἀμφιβάλλῃ — ὁ προάγγελος τῆς ἀμέσου πτώσεως αὐτῆς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐν τε τῇ Εὐρώπῃ πλέον καὶ ἀλλαχοῦ· τὸ δὲ Ὀθωμανικὸν Κράτος θέλει διαδεχθῆ Αὐτοκρατορία ἄλλη, ἥτις, κατὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, — δὲν τὸ κρύπτω — θέλει φυγαδεύσει τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἄλλων πολλῶν λαῶν τῆς γῆς. Δὲν βλέπει ἆρά γε ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια τὴν μεμελετημένην καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ἐπιστημονικῷ τῷ τρόπῳ καὶ καθ’ ἑκάστην ἐνασκουμένην καταδίωξιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας; Τυφλώττει ἆρά γε ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια πρὸς τὰ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν τοῖς Πατριαρχείοις τῶν Ἱεροσολύμων συμβαίνοντα; Δὲν βλέπει, ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τοῦ χρόνου, καθ’ ὃ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία, ἐὰν γενναίως δὲν ἀμυνθῶσιν, ἀναμφισβητήτως θέλουσι πάθει ἐν Ἱεροσολύμοις ὅ,τι ἔπαθον τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Ἀντιοχείας; Ἀγνοεῖ τάχα ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια τὰ ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ἐκ προμελέτης καὶ μετὰ πολλῆς τῆς τέχνης διαδραματιζόμενα εἰς τὸ καταφύγιον τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὸ Ἅγιον ἐκεῖνο Ὄρος, τὸν Ἄθω; Ἀγνοοῦμεν λοιπὸν ἡμεῖς, ὅτι ὁ Ἄθως εἶναι ἡ Ἀκρόπολις, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, τῆς Χαλκιδικῆς, ἡ δὲ Χαλκιδικὴ ἐστὶν ἡ Ἀκρόπολις τοῦ Αἵμου; Καὶ τί ἀρά γε συμβαίνει; Εἶναι ἀνάγκη διὰ πολλῶν λέξεων νὰ περιγράψω, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόσχημα θρησκευτικῆς προαιρέσεως καὶ θρησκευτικῆς ἀφοσιώσεως ὁ Πανσλαυϊσμὸς ἐσφηνώθη ἐν τῇ Χαλκιδικῇ διὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, προσπαθῶν νὰ χωρίσῃ τὰς Ἀθήνας ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς Θρᾴκης; Ἀγνοοῦμεν, ὅτι ἐκ τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὧν τὰ ἐννέα δέκατα πρό τινων ἐτῶν ἦσαν Ἕλληνες χριστιανοί, ἀγνοοῦμεν, λέγω, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἰς δεκακισχιλίους μοναχοὺς σήμερον ἀνερχόμενος, κατὰ τὸ ἥμισυ, Κύριοι, ἀνήκει εἰς τοὺς Σλαύους;
§82Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, εὐτυχῶς, κατὰ τὸ ἥμισυ.
§83Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἕν πέμπτον.
§84Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν πληροφορίας ἀνδρὸς πεπαιδευμένου, λογίου καὶ εἰδικοῦ, καθ’ ἃς ὁ Πανσλαυϊσμὸς σχεδὸν ἐξισοῦται πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκεῖ μοναχῶν. Διαφέρει ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας. Περὶ πάντων τούτων τῶν ζητημάτων ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως δι’ ὅσων εἶπον δὲν προκαλῶ συζήτησιν κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, ἐὰν πρὸς ταύτην δὲν ἦναι ἑτοίμη ἡ Κυβέρνησις. Βεβαίως δι’ ὅσων εἶπον, Κύριοι, καὶ ὡς ἐν ἀρχῇ προανήγγειλα, οὔτε ἔλεγχον, οὔτε μομφὴν ἐγείρω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, πολλοῦ γε καὶ δή. Ὑπάρχουσι ζητήματα ἄλλα, ἐφ’ ὧν δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον, καὶ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐὰν ἠναγκάσθην ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἔπραξα, Κύριοι, τοῦτο, μὴ ἀμφιβάλλετε, διότι ἐθεώρησα, ὅτι ἄπελπι ἤθελεν εἶσθαι διὰ τοὺς δούλους πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, τὸν διεσπαρμένον εἰς τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θρᾴκην, εἰς τὰς νήσους τοῦ Ἀρχιπελάγους, εἰς τὰς ἀπεράντους ἐκτάσεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἄπελπι ἤθελεν εἶσθαι, ἀφοῦ ἐνταῦθα ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐξονυχίζομεν καὶ τὰ ἐλάχιστα τῶν ζητημάτων, ἐὰν δὲν ἠκούετο φωνή τις καὶ διαμαρτυρία, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς, διὰ ζήτημα, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως θέλει υἱοθετήσει, βεβαίως, δὲν ἀμφιβάλλω, θέλει προσπαθήσει νὰ διαφωτίσῃ.
§85Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν, Κύριοι, Βουλαὶ μεγάλων Κρατῶν, συζητοῦσαι περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, θεωροῦσιν, ὅτι πρώτιστον καθῆκον αὑτῶν εἶναι, ἵνα μετὰ μεγίστης προσοχῆς συζητῶσι τὰ θέματα ταῦτα, φρονῶ, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται κυρίως εἰς Βουλὴν μικροῦ Κράτους. Πρέπει οἱ λαμβάνοντες τὸν λόγον καὶ ἀσχολούμενοι περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς νὰ μὴ λησμονῶσί ποτε, ποῖα δύνανται νὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα λέξεων καὶ φράσεων, αἵτινες ῥίπτονται ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου, ἀλλὰ τὰς ὁποίας δικαιοῦταί τις νὰ ἁρπάσῃ, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηριζόμενος, δὲν ἠξεύρω ποίας ἰδέας νὰ σχηματίσῃ περὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ ἔθνους, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ταῦτα εἰπὼν ἀνήκει. Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν ἐθνικὰ συμφέροντα, —καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ταῦτα λέγων σκοπῶ νὰ μεμφθῶ οἱονδήποτε, —δὲν πιστεύω ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀναπτύσσοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολιτικὰ προγράμματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, κηρύσσοντες μὲ ποίαν Δύναμιν πρέπει νὰ συνεργασθῶμεν, ἐναντίον ποίας Δυνάμεως πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν. Ταῦτα λέγοντες, λησμονοῦμεν ὁποῖα ἔχομεν καθήκοντα εὐγνωμοσύνης, λησμονοῦμεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν, ἵνα τὰ καθήκοντα ταῦτα μηδέποτε λησμονήσωμεν. Βεβαίως ἡ εὐγνωμοσύνη δὲν δύναται ν’ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἑτέρων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱερὰ, τῶν καθηκόντων ἡμῶν τῶν ἐθνικῶν. Ἐγκλήματα καὶ κακουργήματα διαπράττονται ἐν Μακεδονίᾳ· τὸ γινώσκομεν πάντες. Τίνες οἱ διαπράττοντες ταῦτα, ἐπίσης τὸ γινώσκομεν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι ὠφελοῦμεν τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκομεν τὴν λύσιν, ἀποκαλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλο ἔθνος ἔθνος δολοφόνων.
§87Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἀπεκάλεσα ἐγώ· τὸ ἀπεκάλεσεν ἡ συνείδησις ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχουσι Βούλγαροι δολοφόνοι, ὡς δολοφόνους ἀπεκάλεσεν αὐτοὺς ἡ συνείδησις ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἔθνος Βουλγαρικὸν δολοφόνον. Ἔθνη δολοφόνα δὲν ὑπάρχουσιν. Ὑπάρχουσιν ἄτομα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ στιγματισθῶσιν, ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐστιγμάτισεν ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δικαιοῦσθε νὰ στιγματίσητε, ὡς δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ στιγματίσω, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ τὰ κακουργήματα ταῦτα διαπράττοντες, ἵνα τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ ἄτομα ταῦτα ἀνήκουσι, καλέσητε δολοφόνον. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Τοιαῦτα λέγοντες, Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Κακουργήματα διεπράχθησαν, κακουργήματα διαπράττονται. Καὶ ἂν τὰ κακουργήματα ταῦτα ἐξήγειραν τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὑποθέτω, ὅτι παραδέχεσθε, ὅτι ἐξήγειραν καὶ τὴν συνείδησιν ἡμῶν· ὑποθέτω, ὅτι παραδέχεσθε, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα τὰ κακουργήματα ταῦτα ἐγέννησαν ἐν ἡμῖν, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσαμεν, ὅτι μετήλθομεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο ἡμῖν, ἵνα προσπαθήσωμεν ν’ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ καταστάσεως, ἥτις ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξιν ἀνδρῶν ἐχόντων τὴν αὐτὴν καταγωγὴν, οἵαν καὶ ἡμεῖς. Τί πρὸς τοῦτο ἐπράξαμεν, δὲν νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, πρέπει νὰ ἦναι πεπεισμένη, ὅτι τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐξετελέσαμεν. Οἱ Πρόξενοι ἡμῶν εἶναι εἰς τὰς θέσεις των· οἱ Πρόξενοι ἡμῶν ἔλαβον διαταγὰς, ἵνα ὑποβοηθήσωσι πᾶσαν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν περιστολὴν κακουργημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκουσιν, ἵνα τὸν ἐθνισμὸν αὐτῶν ἀρνηθῶσιν οἱ εἰς τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν ἀνήκοντες. Ἀλλ’ ὁ ἐθνισμὸς ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν θέλει ὑποκύψει εἰς τοιαῦτα μέσα· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει τοσαύτη ζωτικότης ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ, ὥστε θέλει δυνηθῇ καὶ κατὰ τῶν μέσων αὐτῶν, τῶν αἰσχρῶν, νὰ παλαίσῃ, καὶ ἐν τῇ πάλῃ ταύτῃ νὰ νικήσῃ, καὶ ἐκ τῆς πάλης ταύτης νὰ ἐξέλθῃ νικητής. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ δεξιῶν).
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἑλλάδος, οὐδεὶς ἠρώτησε, καὶ νομίζω ὅτι δὲν προσήκει ν’ ἀποτείνῃ τις τοιαύτην ἐρώτησιν. Τὸ πρόγραμμα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλο ἢ τὸ πρόγραμμα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὸ δὲ πρόγραμμα τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶναι τὸ φρόνημα, αἱ παραδόσεις, οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἑπομένως πεπείσμεθα, ὅτι πᾶν Ὑπουργεῖον Ἑλληνικὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἰμὴ τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ προγράμματος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, περὶ τοῦ ὁποίου λόγος δὲν πρόκειται νὰ γένηται σήμερον, ὑπάρχουσι καθήκοντα κυβερνητικὰ, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν· διότι δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐπὶ ὡρισμένων περιπτώσεων, τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ πρὸς προστασίαν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἢ τῶν Ἑλλήνων τῶν ὁμοφύλων, τῶν Χριστιανῶν, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι προσήκει νὰ ποιήσωμαι τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην ἀπέναντι τῶν ἀπολύτων ἀπαγορεύσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ. Μέχρι τοῦδε, κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ κατὰ τὴν πρὸ ταύτης, δὲν ἐγένετο λόγος περὶ ἐξωτερικῶν πραγμάτων καὶ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀποκύημα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι ζήτημα ἐλέγχου καὶ εὐθύνης ὀφειλομένης. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐξετάσῃ, καὶ ἡ Βουλὴ ἐδείχθη, ὅτι εἶχε διάθεσιν νὰ τὸ ἐξετάσῃ, καὶ προέβη εἰς πράξεις, εἰς σχηματισμὸν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς· καὶ οὐ μόνον ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα, ἀλλὰ καὶ ἡ πρὸ ταύτης. Ἀλλ’ ἐγένοντο ἐργασίαι; ἢ δὲν ἐγένοντο παντάπασιν; Ἐγένετο ἔναρξις ἐργασίας, ἣν παρέλυσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρχῆθεν δὲν ἔστεργον νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ θέματα ταῦτα, οὐδὲ νὰ δοθῇ δι’ αὐτὰ εὐθύνη τις; Μήπως ἡ παραλυσία ἐματαίωσε πᾶσαν ἐργασίαν γενομένην, ἐμηδένισε δ’ οὕτω τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς; Δὲν εἶναι τοῦτο ἀδίκημα πρὸς πρόσωπα, διότι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι δικαιοσύνην· εἶναι ὅμως ἀδίκημα πρὸς τὸν τόπον, διότι ὁ τόπος εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ διαφωτισθῇ περὶ τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων· δεῖται δὲ τῶν τοιούτων φώτων καὶ περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ, ἵνα ἐπισκευάσῃ καὶ ἀνορθώσῃ. Ἐὰν ὅμως οὐδὲν ἔτι εἴπομεν περὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, ἐὰν δὲν παρεπονέθημεν ἔτι κατὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἢ περὶ τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ πρὸς διαρρύθμισιν κανονισμοῦ συμφερόντων Ἑλληνικῶν, εἴτε ἐμπορικῶν, εἴτε πολιτικῶν, τοῦτο ἐπράξαμεν εὐλαβούμενοι τὸ ἀκροσφαλὲς τῶν θεμάτων καὶ τὸ μέγεθος τῶν συμφερόντων. Δύναμαι ὅμως σήμερον, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς γενικὰς, διότι ἡ παροχὴ τῶν πληροφοριῶν τούτων οὐδένα ἀπειλεῖ κίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἐκκρεμῆ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, κατὰ ποῖον χρόνον ἤρξαντο ἀκριβῶς αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμβάσεως καὶ πρὸς συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως· δεύτερον, κατὰ τίνα χρόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐποιήσατο ἔκκλησιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἵτινες διὰ τῆς συνθήκης ἐτάχθησαν, ἵνα κρίνωσιν ἐπὶ τῶν διαφωνιῶν τῶν δύο Κρατῶν. Δὲν ζητῶ σήμερον περισσότερα, εἰμὴ τὰς χρονολογίας ταύτας, διότι αὗται θέλουσι μοὶ ἐνδείξει τὴν ἀρχὴν τῶν διαπραχθέντων λαθῶν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὀφείλω ν’ ἀρχίσω τὰς παρατηρήσεις μου.
§90Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ πρώην Γυμνασιάρχου Πειραιῶς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Γυμνασίου Πειραιῶς καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. Πρὸς τούτοις, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θέλω αἰτιολογήσει.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 43). Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληροφορίας τινὰς ἤθελον νὰ ζητήσω παρὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, τὰς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): 1) «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, περιέχοντα ὀνομαστὶ τὰς ὑπαρχούσας διευθύνσεις καὶ ἄλλα ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ γραφεῖα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1897, 1898, 1899 καὶ 1900. 2) Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα: αʹ) Πόσοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἢ ἄλλων ὅπλων ἀπεσπάσθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1898, 1899 καὶ 1900. βʹ) Πόσοι ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἢ ἄλλου σώματος προσεκολλήθησαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν αὐτῶν ἐτῶν. γʹ) Πόσοι χωροφύλακες καὶ στρατιῶται προσεκολλήθησαν εἰς αὐτὴν καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων. δʹ) Πόσοι ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἀπησχολήθησαν καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν αὐτῶν ἐτῶν εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.» Νομίζω, ὅτι εἶναι πραγματοποιήσιμον.
§93Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινά.
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι χρόνον· ἡμέρας τινάς. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, σχετίζονται μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω αὐτὰς πρὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ.
§95ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσον τὸ δυνατόν, πρὸ τῆς ψηφίσεως.
§97ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλω τὴν αἴτησιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: «αʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν εἰς ἕκαστον δῆμον δοθεῖσαν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1898, 1899 καὶ 1900. βʹ) Πίνακα τῶν εἰς ἕκαστον δῆμον δοθεισῶν καθ’ ἕκαστον τῶν αὐτῶν ἐτῶν προκαταβολῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου, χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὰς πληροφορίας...
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ συμπληρώσω τὴν πληροφορίαν;
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαρίστως.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ παρακληθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν δοθεισῶν χρηματικῶν βοηθειῶν εἰς τοὺς δήμους πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900.
§102Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ 1898.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ᾖναι καὶ τὸ 1897.
§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀπουσιάζει, καὶ ἐξ αὐτοῦ δὲν θὰ ὠφεληθῶ καὶ ἐγώ, ὅπως μάθω, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν αὗται, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ δοθῶσι. Καταθέτω σημείωμα, ὅπως λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν.
§105ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διατὶ δὲν τὰς ἀναγινώσκετε;
§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν θέλητε, εὐχαρίστως.
§107ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν: αʹ) Κατάλογον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 καὶ τῶν προϋπολογιζομένων τοιούτων τῆς χρήσεως 1900: 1) ἐκ τῶν συντάξεων· 2) ἐκ τοῦ Δημοσίου χρέους· 3) ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· 4) ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· 5) ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· 6) ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· 7) ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· 8) ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· 9) ἐκ τῶν ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.» Ὑποθέτω,—καὶ τοῦτο, νομίζω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ,—ὅτι οἱ πίνακες τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1898 καὶ 1899 εἶναι ἕτοιμοι, διότι ἀνέφερε τοιούτους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμόν.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιέλαβε καὶ τὸ Στρατιωτικὸν τμῆμα;
§110Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὄχι. Δὲν ἔκαμα διαφορὰν μεταξὺ τῶν ψηφισθέντων, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει δυσκολία.
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ 1899.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῶν ἀδιαθέτων τοῦ 1899, ἀλλὰ τῶν ποσῶν τῶν ἀντιστοίχων τῶν πιστώσεων αὐτῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900.
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἔχει πίνακας.
§114Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἐννοεῖτε τῆς χρήσεως τοῦ 1899, τοὺς ὁποίους θέλω ὑποβάλει ὡρισμένως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῶν πιστώσεων τοῦ 1900, θέλω ὑποβάλει πίνακα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας εἰκάζομεν, κρίνοντες ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δαπανῶν, ὅτι θέλομεν ἔχει εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως.
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ὁριστικὸν πίνακα, διότι δὲν ἔχετε ἀκόμη τοῦ 1900. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως εἶπεν, ὅτι ἔχει τοιοῦτον κατὰ προσέγγισιν.
§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δι’ ὅλον τὸ ἔτος.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὡρισμέναι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἑκάστου Ὑπουργείου.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, κρίνων ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δαπανῶν, δύναμαι νὰ εἰκάσω τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ χρῆσις τοῦ 1900 θέλει ἀφήσει.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν;
§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ὡς γινώσκετε, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ ζητήσῃ ταύτας παρὰ τῶν συναδέλφων του, ὑποθέτω δὲ, ὅτι οἱ συνάδελφοί του θέλουσι δυνηθῆ, ἵνα κατὰ προσέγγισιν εἴπωσιν. Ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ εἰκασιῶν. Κατὰ προσέγγισιν.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι εἰκασιῶν.
§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰκασιῶν βασιζομένων ἐπὶ προϋπολογισμῶν.
§123Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ εἰκασιῶν καὶ προϋπολογισμῶν ὑπάρχει διαφορά.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐξήγησα πόθεν ἡ εἰκασία προέρχεται. Εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ὑπολογίζω πόσαι θὰ ἦναι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως.
§125Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὅτι εἶναι σύμφωνοι, τὸ ἐξηγεῖ καὶ ἡ χρῆσις τῶν προϋπολογισμῶν τούτων. Ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω καὶ τὰ ἄλλα τρία Ὑπουργεῖα.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἄλλαι ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ 1900.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου.
§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσθέτω: «τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὥρισε ποσὰ ὡρισμένως. Ἑπομένως ὑπάρχουσι.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. Ἐννοεῖτε ὅμως, ὅτι, ὅτε ὥρισεν αὐτὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὥρισεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πινάκων, τῶν συνταχθέντων παρὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων.
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). «βʹ) Σημείωσιν δεικνύουσαν πόσα κιβώτια πετρελαίου κατηναλώθησαν ἐντὸς τῶν πρώτων δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900, καὶ πόσα τοιαῦτα προϋπολογίζει, ὅτι θὰ καταναλωθῶσιν ἐντὸς τῶν δύο ἑπομένων μηνῶν. γʹ) Πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ ἀπροβλέπτων ἐσόδων τοῦ κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 1 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. δʹ) Σημείωσιν, δεικνύουσαν, ἐκ τίνων καταβολῶν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου παρὰ τῶν τριῶν Δυνάμεων προέρχεται ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν δραχμῶν 7,602,420, ἡ ἀναγραφεῖσα ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1900. εʹ) Πίνακα, κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ κεφάλαιον ἐσόδων, τῶν ἐκκαθαρισμένων καὶ ἀνανεωθέντων παλαιῶν χρεῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1900, κατὰ τὸν νόμον ΒΧϞΔ. ϛʹ) Κατάλογον τῶν δήμων, τῶν καταβαλόντων τὴν διὰ τὰς δαπάνας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰσφορὰν αὐτῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἕκαστος δῆμος κατέβαλεν, ὡς καὶ τῶν δήμων τῶν καθυστερούντων τὴν εἰσφοράν των ταύτην.» Ὥστε ζητῶ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκτὸς τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλαι αἱ ἄλλαι εἶναι εὔκολοι.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπαντῶντος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς αἴτησιν προσκομίσεως πληροφοριῶν, σχετιζομένων πρὸς τὸ τίμημα τοῦ πωλουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ, ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτοῦ ἐλέγετο, ὅτι προσκόμισις πληροφοριῶν εἶναι δυσχερὴς, διότι τὸ ὑλικὸν, τὸ πωλούμενον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πωλεῖται ἀθρόον, καὶ δὲν ὑπάρχουσι λογαριασμοὶ διακεκριμένοι. Ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τοῦτο δὲν συμβιβάζεται πρὸς γεγονότα παραγόμενα ἐκ νόμου ὑφισταμένου, καὶ ὑπέδειξα ἓν γεγονός: ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ Ταμείου φάρων καὶ φανῶν, τὸ Ταμεῖον φάρων καὶ φανῶν πορίζεται πόρους ἐτησίως ἐκ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, οὗτινος ἡ πώλησις, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, γίνεται διακεκριμένως, καὶ οὕτω τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου εἰσάγεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν· διότι, ἂν ἡ πώλησις ἐγίνετο συλλήβδην, ἡ τοιαύτη διάθεσις τοῦ χρήματος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματωθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι, ὅταν φροντίσω νὰ καταδείξω αὐτῷ τὴν διάταξιν, θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Λοιπὸν ἐφρόντισα νὰ κοπιάσω, ἵνα εὕρω τὴν διάταξιν, καὶ πρὸ παντὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900–1901 ὑπέβαλε προϋπολογισμοὺς τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἐν οἷς ὑπάρχει κεφάλαιον ἐσόδων ἐξ ἀχρήστου ὑλικοῦ· τοῦτο ἀγνοῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ παρατηρήσαντος τὴν ἀσάφειαν, νὰ ὑποδείξῃ τὴν τοιαύτην διάταξιν. Καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωλῆται ἀθρόον τὸ ὑλικὸν, ἀλλὰ διακεκριμένως. Διότι ἕκαστον μέρος ἀχρήστου ὑλικοῦ ἔχει ἴδιον προορισμόν· ἄλλο εἰσάγεται εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Ναυτικοῦ, ἄλλο, τὸ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἀλλαχοῦ. Τοιαῦτα διατάσσει ὁ νόμος περὶ φάρων καὶ φανῶν, ὅστις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε λέγει ἐν ἄρθρῳ 2: «Πόροι κλπ. ἐδαφ. γʹ. Τὸ προϊὸν τῆς ἐκποιήσεως ἀχρήστων εἰδῶν ὑλικοῦ, ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων.» Πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν περιλαμβάνουσι πρόβλεψιν περὶ τοῦ ὑλικοῦ ἐκείνου, τοῦ ἐξαρτωμένου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δηλαδὴ τοῦ φαρικοῦ ὑλικοῦ, ὅπερ πωλεῖται κεχωρισμένως, κρατεῖται δὲ λογαριασμὸς εἰδικός. Τοῦτ’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ περὶ παντὸς ἄλλου ὑλικοῦ· καὶ ὅταν δὲν γίνεται, γεννᾶται εὐθύνη.
§133Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν ἀμάθειάν μου ἀπέναντι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ 15 μόνον μῆνας Ὑπουργὸς, ὁ δὲ κ. Δραγούμης διετέλεσεν Ὑπουργὸς 15 ἔτη, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὡς τὰ παρέστησε. Συζητουμένου πρὸ ἡμερῶν τοῦ ζητήματος τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου, μοὶ φαίνεται, ὅτι προέβην εἰς ἐξηγήσεις, καὶ, ὡς ἠκούσατε, ἄχρηστον ὑλικὸν τοῦ Ναυστάθμου ἐννοοῦμεν τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν, τὸ ἐξερχόμενον ἐκ τῶν πλοίων, τουτέστι λέβητας ἀχρήστους, διάφορα ὑλικὰ ἐκ σιδήρου. Τὸ ἐκ τοῦ ἀχρήστου τούτου ὑλικοῦ ἔσοδον τὸ παραχωροῦμεν, ὡς εἴπομεν, εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ λαμβάνει μέρος καὶ τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν, καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει οὕτω· διότι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τούτου τὸ ἀντίτιμον λαμβάνει τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου· τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν οὐδὲν λαμβάνει· τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ μοὶ δείξῃ τὸν νόμον, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε μὲ ἀποδείξει πλανώμενον, φέρων τὸν νόμον τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὅτι δηλαδὴ καὶ τοῦτο λαμβάνει ἐκ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ. Καὶ τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο; Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, λέγομεν περὶ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τῶν φάρων καὶ φανῶν; ἢ τοῦ Ναυστάθμου; Τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν τῶν φάρων καὶ φανῶν εἶναι οἱ τενεκέδες τοῦ πετρελαίου, οἱ ὁποῖοι πωλοῦνται εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὅταν τὸ πετρέλαιον καταναλωθῇ, καὶ τὸ ἀντίτιμον εἰσάγεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὐκόλως λύει τὰ ζητήματα· ἔχει μεγάλην ἱκανότητα περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνω συζητῶν μετ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔτι καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐγένετο λόγος μόνον περὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησεν ὡς εἰ ἠγνόει τὸ νομοσχέδιον αὑτοῦ. Διότι, ἂν τὸ ἐγνώριζε, θὰ ἔβλεπεν ἐν αὐτῷ, ὅτι γίνεται λόγος ἐν ἐδαφίῳ γʹ «περὶ παντὸς ἐκποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Πᾶν ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ὑλικὸν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι μόνον ἁπλᾶ δοχεῖα πετρελαίου ἀποτελοῦσι τὸ ὑλικὸν τῶν φάρων καὶ φανῶν. Τὸ αὐτό, ὡς ἂν ἰσχυρίζετο, ὅτι τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν τοῦ Ναυτικοῦ ἀποτελοῦσιν ὀλίγα δοχεῖα. Τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν δύναται νὰ ἦναι μικρόν, ἀνάξιον λόγου πρᾶγμα, ἀλλὰ δύναται νὰ ἦναι καὶ σπουδαιότατον· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προέτεινε πρὸ ὀλίγου νὰ κηρυχθῶσιν ὁλόκληρα σκάφη τινὰ ἄχρηστα καὶ ἐκποιηθῶσιν. Ἀλλὰ δυνατὸν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νὰ πωληθῶσιν ὡς ἄχρηστα καὶ ὁλόκληρα μηχανήματα φάρων. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ σπουδαίας ἀξίας ὑλικοῦ. Ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γενικῶς περὶ ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, εὔλογος ἦτο ἡ ἰδέα ἐκείνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ καθορίσωσι τὰ τοῦ ἀχρήστου πολεμικοῦ ὑλικοῦ, καὶ εὔλογος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅστις ὑπέδειξεν, ὅτι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ σαφὴς διάκρισις, διότι ὑπάρχει ὑλικὸν εἰσαγόμενον εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα, ὅπερ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα πρέπει νὰ πωλῶνται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐξ ἐκείνης τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὁρμηθείς, ἐξήτασα τὸ ζήτημα. Καὶ πρῶτον πόρισμα τῆς ἐρεύνης προέκυψεν, ὅτι καὶ τὸ ὑλικὸν τῶν φάρων καὶ φανῶν ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἠδυνήθην ἔπειτα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦτο ὑπὸ κειμένου νόμου διακρίνεται, καὶ εἰσάγεται τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἐκ τούτου ἄρα ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πώλησις τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ δὲν γίνεται ἀθρόα, ἀλλὰ διακεκριμένως. Τοῦτο δὲ καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα διατάξεων εἰδικῶν νόμων. Ἐκ τούτων ἀπεδείχθη προδήλως ἡ παρατήρησίς μου ὀρθή. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι διὰ τῆς φράσεως «δοχεῖα πετρελαίου» καὶ διὰ λόγων, οἵους αὐτὸς διετύπωσεν εἰς ἀπάντησιν, ἀποκρούονται αἱ τοιαῦται παρατηρήσεις τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐχόντων δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ πληροφορίας, εἶναι κύριος νὰ μένῃ εὐχαριστημένος ἐξ ἑαυτοῦ.
§135Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τίποτε. Ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἤκουσε καὶ ἐμέ, καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4368 ἢ 4362 διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸν ὑποναύαρχον κ. Κριεζῆν. Ἡ διαταγὴ αὕτη φέρει ἡμερομηνίαν 4 Μαρτίου 1900.» Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§137Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρῆλθεν ὁλόκληρος ἡ πρώτη τριμηνία, ἴσως καὶ τὸ πλεῖστον τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1901, καὶ ὅμως εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Εὐρυτανίας ἑλληνοδιδάσκαλοι δὲν ὑπάρχουν· μόνον εἷς σχολάρχης ὑπάρχει, διευθύνων τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη βλάπτει μεγάλως τοὺς σπουδάζοντας μαθητάς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ἑλληνοδιδασκάλων συμπληρωθῶσι.
§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἑλληνοδιδασκάλους, καὶ θέλω τοὺς διορίσει.
§139ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ἴδιον ἔλεγε χθὲς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔχει ἀντεισαγγελεῖς, καὶ ἐγὼ τοῦ ὑποδεικνύω ἕνα, τὸν Μιχαλινούδην, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὸν βαθμὸν Ἄριστα. Διατὶ δὲν τὸν διορίζει;
§140ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ὑπόχρεως νὰ εὕρῃ ἑλληνοδιδασκάλους, καὶ οὐχὶ οἱ Βουλευταί, ὅταν μάλιστα αὕτη τοὺς ἀπολύῃ ἄνευ οὐδενὸς λόγου.
§141Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν ἐνταλμάτων πληρωμῆς τῶν ἐργολαβιῶν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τρέχοντος ἔτους, μὲ τὴν σημείωσιν τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐξετελέσθησαν αἱ πληρωθεῖσαι ἐργασίαι. Ἐπίσης ὁμοίαν κατάστασιν διὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1899. Δεύτερον, παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποίας δαπάνας ἀπῄτησεν ἡ προμήθεια τοῦ νέου γραμματοσήμου καὶ τῶν ἐπιστολικῶν δελταρίων, καὶ εἰς ποῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ Οἰκονομικῶν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ σχετικὴ πίστωσις.»
§142ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των εἰς ἓν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τὸ ἄρθρον 3, καθ’ ὃ «πόροι τοῦ Ταμείου εἶναι καὶ τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης». Ἐπὶ τῇ εὐαρέστῳ ἐλπίδι, ὅτι εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης τῶν Ἀντικυθήρων θέλουσιν εὑρεθῆ ἀρχαιότητες, βεβαίως τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον θὰ ἐγείρῃ ἀξιώσεις. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦναι νὰ εἰσαγάγωσιν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νόμον, ἐν ᾧ νὰ ἀναγράφηται, ὅτι αἱ εὑρεθησόμεναι ἀρχαιότητες δὲν ὑπάγονται εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 πόρους τοῦ εἰρημένου Ταμείου.
§143Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἀπενεμήθησαν Βασιλικαὶ χάριτες εἰς διαφόρους καταδίκους ἀφ’ ἧς τυγχάνει Ὑπουργός.
§144ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς προηγουμένην ἀγόρευσίν μου ἐξέθηκα. Ποίαν φροντίδα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὸ ἐν τῷ χωρίῳ Τσίβασι ἀργοῦν δημοτικὸν σχολεῖον; Ἐπὶ 19 ἔτη μένουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ Βλαχόφωνοι κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως σχολείου εἶναι ἀγράμματοι.
§145ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀνατεθειμένα οὐχὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Σᾶς παραπέμπω ἐκεῖ, διὰ νὰ εὕρητε τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας σας.
§146Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἰτία τῆς παραμελήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1895, ἀλλὰ ἡ σύγκρουσις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§147ΣΤΑΗΣ. Αὐτὰ τὰ συνεζητήσαμεν καὶ ἄλλοτε.
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μανθάνω, ὅτι ἐστάλη δημοδιδάσκαλος εἰς τὸ χωρίον, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοιούτου δημοδιδασκάλου, ὅστις ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του, καὶ οὕτω θ’ ἀφίνωμεν νὰ ἐπέρχηται παραλυσία γενικὴ πέραν παντὸς ὁρίου; Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ ἐξουσία μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἐπέρχηται πλήρης παραλυσία.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 806,015.12.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχουσι τροπολογίαι τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§153Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσετέθη εἰς τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου δευτέρου ἡ φράσις: «τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης διατηρουμένης». Δὲν ἐννοῶ ὁποία ἡ χρησιμότης τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἐξ αὐτῆς ἀφαιροῦνται τὰ κεφάλαια καὶ πᾶσα ἄλλη δρᾶσις καὶ ἐνέργεια αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ παράπλευρος ὕπαρξις καὶ λειτουργία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωκε, παρὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νῦν ἱδρυόμενον Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μᾶλλον δύναται νὰ φέρῃ δυσχερείας παρὰ διευκόλυνσιν, ἀφοῦ, ὅ,τι πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ, ἂν θὰ εἰσπραχθῇ καὶ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Δυσκόλως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ προσφέρῃ τις ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ θὰ κληροδοτήσῃ δι’ αὐτῆς, ὑπάρχοντος ἐπισημοτέρου ὀργάνου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σκοποῦ, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§154Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου παρετήρησα, ὅτι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου δευτέρου, δηλαδή: «Πᾶσα ἡ κινητὴ περιουσία τῆς πρὸς σχηματισμὸν ἐθνικοῦ στόλου Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς κλπ.», δὲν εἶναι νομοθετικῶς ὀρθόν. Μολονότι οὐδεὶς ἀντιτείνει, ὅπως ἡ περιουσία αὕτη ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Ταμείου, οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο κατὰ τρόπον συμφωνότερον πρὸς τοὺς νόμους. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι κατὰ νόμον νομικὸν πρόσωπον. Ἂν θεωρηθῇ, καὶ φαίνεται ὅτι θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὑφιστάμενον τὸ νομικὸν αὐτὸ πρόσωπον, νομίζω, ὅτι τὴν περιουσίαν του δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ διὰ νόμου ἡ Βουλὴ, ἂν μὴ πρότερον κηρύξῃ αὐτὸ διαλελυμένον· διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ περιουσίαν καὶ νομικοῦ προσώπου, ἔστω καὶ δυνάμει νόμου, ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀφοῦ τοιαύτην ἐπιβάλλει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα. Ὡς δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ φυσικὸν πρόσωπον, ἄνευ δικαιώματος καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως, διὰ νόμου νὰ ἀφαιρέσητε περιουσίαν αὐτοῦ, οὕτω καὶ ἀπὸ νομικὸν πρόσωπον· διότι οὐδεμίαν διάκρισιν ποιεῖται ὁ νόμος, ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν, μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου προσώπου. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ νομικῶν προσώπων, ὁσάκις ταῦτα διαλύωνται, καὶ δὲν ὁρίζηται νομίμως εἰς τίνα περιέρχεται μετὰ τὴν διάλυσιν ἡ περιουσία αὐτῶν, ἑπομένως δὲν ὑπάρχῃ ὁ διάδοχος αὐτῶν, ὡς ἐπὶ τῶν φυσικῶν προσώπων, τῶν ἐγκαταλιμπανόντων συγγενεῖς, ταῦτα ἀποβαίνουν ἄκληρα, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει διάταξις, ὅτι τῶν ἀκλήρων αἱ περιουσίαι περιέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον, βεβαίως, διαλυομένης τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, διάδοχος ἐν τῇ περιουσίᾳ αὐτῆς εἶναι τὸ Κράτος. Οὕτω τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχε καλῶς. Ἀλλ’ εἰς τὴν δευτέραν τροποποίησιν, ἣν προέτεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λέγει, ὅτι διατηρεῖ αὐτήν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνασύστασις· ἡ ἀνασύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἔπρεπε νὰ γείνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον· ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ πρότερον καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διαδοχή· ἔπρεπε τὰ ἴδια πρόσωπα ἀκολούθως, ἢ ἄλλα πρόσωπα, μετὰ τὴν διάλυσιν, νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αἴτησιν, ὅπως ἀνασυσταθῶσι, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἔγκρισις καὶ ἀνασύστασις αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τὴν θεωρεῖ ἐξακολουθοῦσαν· ἐν τούτοις ἀφαιρεῖ τὴν περιουσίαν αὐτῆς. Εἶμαι διὰ τοῦτο τῆς γνώμης, ἢ νὰ διαλυθῇ πρότερον ἡ Ἐπιτροπή, τὸ νομικὸν πρόσωπον, καὶ τότε ἀναγκαίως διάδοχος τῆς περιουσίας αὐτῆς θὰ ἦναι τὸ Κράτος, ἢ νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος, οὐχὶ δὲ ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅστις προσκρούει εἰς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα.
§155Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπον διαλυόμενον τὸ νομικὸν αὐτὸ πρόσωπον,— τοῦτο εἶπον καὶ προχθές, — διότι ἡ ἐν αὐτῷ ἐργασία τῶν συναδέλφων καὶ ἐμοῦ προσθέτει βάρος. Προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, καὶ σᾶς ἀπησχόλησα διὰ μακρῶν. Σήμερον δὲν θὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, δι’ οὓς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις τῆς Ἐπιτροπῆς· θὰ προσθέσω ἄλλο τι σήμερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ἡ Ἐπιτροπή, κατ’ ἐμέ, πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διότι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς συλλογεὺς χρημάτων, καὶ θὰ ἦναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων, τοὐλάχιστον ἐκ τῶν οὐχὶ ἀσημάντων, πόρων τοῦ νέου Ταμείου, τὸ ὁποῖον σήμερον ἡ Κυβέρνησις δημιουργεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συγχωνεύσεως, τῆς μεταβιβάσεως τῆς περιουσίας καὶ τῆς περαιτέρω λειτουργίας τῆς Ἐπιτροπῆς, προὐνόησεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐγγράφου εὐγενοῦς καὶ φιλόφρονος, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη ν’ ἀποστείλῃ πρὸς τὴν «πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου Ἐπιτροπὴν», καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι νὰ καταστήσω πρὸς ὑμᾶς γνωστήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δι’ ἐγγράφου αὐτοῦ, νομίζω τῆς 16 Νοεμβρίου, ἀνήγγειλε πρὸς τὴν «Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου», ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μεριμνῶσα περὶ τῆς πληρεστέρας καταρτίσεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, προβαίνει εἰς νομοθετικὸν μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἀποτεταμιευμένης περιουσίας τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ὅτι εὐχαριστεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τοὺς μέχρι τοῦδε καταβληθέντας κόπους καὶ ἐνεργείας αὐτῆς πρὸς συλλογὴν χρήματος, — καὶ τὸ χρῆμα τοῦτο, σημειώσατε, δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, διότι ἀνῆλθε μέχρι τοῦδε εἰς τρία περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, — καὶ εὐελπιστεῖ, ὅτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη καὶ παρέχουσα, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν συνδρομήν της πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, περὶ οὗ νομοθετοῦμεν σήμερον. Ἡ «Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου», συνελθοῦσα, μάλιστα ἐκτάκτως, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνέταξε πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως θ’ ἀνακοινωθῇ πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον, καὶ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. Εἶναι συντομώτατον (ἀναγινώσκει): «Συνελθόντες σήμερον, τῇ 18 Νοεμβρίου 1900, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν «Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου», κατὰ πρόσκλησιν τοῦ προεδρεύοντος ἀντιπροέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Γ. Νικολαΐδου, — ἀναπληροῦντος τὸν τακτικὸν Πρόεδρον αὐτῆς, τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Πρίγκηπα Γεώργιον, — εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν, καὶ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νομοσχέδιον περὶ «συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», ὡς καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22861 ἀπὸ 16 Νοεμβρίου ἐν. ἔτους ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐμπεφορημένοι δὲ ἐκ τῆς διαθέσεως καὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ συμβάλωμεν εἰς εὐόδωσιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἀποφασίζομεν: αʹ) Προσφέρομεν πρὸς τὸ «Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», ἅμα ὡς τοῦτο καταρτισθῇ νομίμως, ἅπασαν τὴν χρηματικὴν περιουσίαν τῆς «Ἑταιρίας πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου», ἣν ἐκπροσωποῦμεν, κατὰ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, φυλαττομένων, ὡς εἰκός, τῶν ὅρων καὶ τῶν διατάξεων τῶν διαθετῶν. βʹ) Ἐκχωροῦμεν πρὸς τὸ αὐτὸ «Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου» τὰς ἐτησίας προσόδους τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῆς «Ἑταιρίας πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου» καὶ τὰ κατ’ ἔτος περιερχόμενα εἰς αὐτὴν ἐκ κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν ἢ δωρεῶν, ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινήτων κτημάτων καὶ ἐξ ἐπιδικάσεως ἐκ τῶν ὑφισταμένων ἐκκρεμῶν δικῶν, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν διαθηκῶν, παρακρατοῦντες ἐκ τῶν προσόδων τούτων τὰς δικαστικὰς δαπάνας καὶ τὰ ἔξοδα γραφείου καὶ ἐπισκευῆς, περιφρουρήσεως καὶ διαφυλάξεως ἀκινήτων.»
»Ὁ Ἀντιπρόεδρος
»Γ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ.
»Ὁ Γραμματεὺς
»Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
Τὰ μέλη Ἀλέξ. Κανελλόπουλος, Θεμ. Κανάρης, Γ. Κουντουριώτης, Π. Μανέτας, Χ. Δροσίνης, Ἀθ. Κατριβᾶνος, Ἐπ. Ἐμπειρῖκος, Ἀρ. Γλαράκης, Ι. Ν. Μπότασης». Τὸ πρακτικὸν τοῦτο ἀνακοινοῦται πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον δι’ ἐγγράφου, καὶ οὕτω πως κανονίζεται, ὡς ἡμεῖς τοὐλάχιστον φρονοῦμεν, ὀρθῶς καὶ πρεπόντως, καὶ ἂς — προστεθῇ καὶ τοῦτο — δὲν κόπτεται, χάρις εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ σχέσις ἡ δημιουργουμένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταξὺ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον ἱδρύομεν, καὶ τῆς ὑφισταμένης Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ συλλέγηται χρῆμα πλέον τι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ συνελέγετο ἄνευ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, κατά τινας μυριάδας δραχμῶν ἐτησίως· διότι, ὡς εἶπον ὑμῖν καὶ προχθὲς, τὰ μικρὰ ἐκεῖνα ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἀπετελέσθη τὸ μέγα χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης συνελέγησαν. Ἔλαβον χθὲς ἐπιστολὴν ἐκ Σπάρτης τοῦ φίλου μου Ἀριστείδου Κόκαλη, πολιτικοῦ συνταξιούχου καὶ ἀρκετὰ εὐπόρου, ἐν ᾗ, μετὰ φιλοφρονητικὰς τινας ἐκφράσεις διὰ τὸν λόγον μου, τὸν ὁποῖον ἔκαμα περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι σκέπτεται νὰ μετατρέψῃ τὴν διαθήκην του, ἵνα ἐγκαταλίπῃ τι καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, χάριν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Αὐτὸ τὸ ἀναφέρω ὡς ἁπλοῦν παράδειγμα. Οὕτω πως σκέπτονται πολλοὶ νὰ συνεισφέρωσι ποσὰ εἰς τὴν «Ἐπιτροπὴν πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου». Καθ’ ἡμέραν ἔχομεν προσφοράς, δωρεάς· ἐνόμιζον δ’ ὅτι ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ ζητήσω τὰς τελευταῖον γενομένας προσφοράς, ἐξ ὧν θὰ ἐβλέπατε, ὅτι τὰ ποσὰ δὲν εἶναι ἀνάξια λόγου, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι προσφέρονται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία, χάρις εἰς τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον ἐνήσκουν τὰ πρώην μέλη αὐτῆς, τὰ ὀνόματα τοῦ Κανάρη, Νικοδήμου, Ψύλλα καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, κατέκτησε τὰς συνειδήσεις τοῦ κόσμου, καὶ, χάρις καὶ εἰς τοὺς συμβολαιογράφους καὶ τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν τοὺς συντάσσοντας τὴν διαθήκην των, πολλοὶ ἀφίνουν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ποσά. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὑπὲρ τοῦ νέου Ταμείου, ὅπως τοῦτο συνιστᾶται, τοῦ «Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», δὲν θὰ γίνηται τοῦτο, διότι τοῦτο θεωρεῖται οἱονεὶ Δημόσιον. Καὶ ναὶ μὲν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Δραγούμης, ὅτι εἰς τὸ Δημόσιον προσήνεγκον πολλοί, καὶ βεβαίως προσήνεγκον καὶ προσφέρουσι καθ’ ἑκάστην, διότι δὲν θεωροῦσι τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἀναξιόπιστον...
§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ μεγαλείτερα ποσά.
§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως... Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐκεῖ πολὺ μεγάλα ποσά. Ἔχομεν ἐκεῖ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν τοῦ Ἀγκᾶ, ἔχομεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν τοῦ Νικοδήμου, ἔχομεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν τοῦ Βαρύκα. Περιουσίαι ἐκ 50,000, 80,000 καὶ 100,000 καὶ 200,000 δραχμῶν προσηνέχθησαν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν θέλῃ, νὰ διασκευάσῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: Νὰ περιλάβῃ τὸ κληροδότημα τοῦ Γεωργίου Ἀβέρωφ καὶ τὸ τοῦ Βασσάνη, εἰς δὲ τὸ τρίτον ἐδάφιον, ὅπου ἀναγράφονται οἱ νέοι πόροι τοῦ Ταμείου, ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο (ἀναγινώσκει)...
§158Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἴδιον εἶναι. Δηλαδή, ὅτι δὲν τὰ πέρνομεν, ἀλλὰ μᾶς τὰ δίδουσι.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει διαφορά.
§160ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡμεῖς τὸ θεωροῦμεν εὐτύχημα. Ὅπως εἶπον καὶ προχθές, ὑμεῖς δ’ ἐπεβεβαιώσατε, πολλάκις προσήλθομεν πρὸς ὑμᾶς λέγοντες: «Ἔχομεν χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀνερχόμενα εἰς τόσον ποσόν. Θέλετε νὰ τὰ χρησιμοποιήσητε, κύριε Ὑπουργέ; Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ πάρητε τὰ χρήματα». Δὲν μαχόμεθα ἐδῶ περὶ λέξεων, οὐδὲ φιλοτιμίαν τινά, μὴ θιγομένην βεβαίως, θέλομεν νὰ περισώσωμεν· ἀλλὰ λέγω, πῶς ἐγὼ νομίζω, ὅτι διασκευάζεται τὸ νομοσχέδιον καλλίτερον.
§161ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἄλλως τε, κύριε Βουλευτὰ, —μὲ συγχωρεῖτε, —ἐγὼ κατήρτισα τὸ νομοσχέδιον οὕτω πως, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι σεῖς ἤλθετε ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ εἴπετε, ὅτι ἔχετε χρήματα εἰς τὴν διάθεσίν μου.
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὐδ’ ἀντιλέγω πρὸς ὅσα εἶπον ἄλλοτε καὶ πρὸς ὑμᾶς ἰδιαιτέρως καὶ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς διασκευῆς τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται. Καὶ ὅταν γίνηται συζήτησις περὶ τῆς καλλιτέρας διασκευῆς τοῦ νομοσχεδίου, τότε βεβαίως ἀνταλλάσσονται γνῶμαι. Εἶναι καὶ συνταγματικώτερον.
§163Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς εἴπετε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ὅτι ἔχουσιν ἐγερθῆ δίκαι ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε, τὰ Δικαστήρια ἀνεγνώρισαν τὴν νομικὴν ὑπόστασιν τῆς Ἑταιρείας;
§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλέον ἢ χιλιάκις.
§165ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίαν, — καὶ ἂν δὲν δύνασθε ἀπόψε, αὔριον.— Πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ δημοσιότητι, καὶ ὑμεῖς προχθὲς ἀνεφέρατε, ὅτι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις τινές.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρονται εἰς τὸν ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον σᾶς διένειμε προχθὲς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§167ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν ὑπευθύνων, καὶ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ληφθέντα κατὰ τῶν ὑπευθύνων, ἔφεραν ἀποτελέσματα, καὶ τίνα.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ἐγένετο μία κατάχρησις δραχμῶν 172,000. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσεπράξαμεν μέχρι τέλους τοῦ λήξαντος ἔτους δραχμὰς 101,000· εἰσπράττομεν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δραχμὰς 30,000· ὑπολείπονται δὲ 41,000. Ἀπέναντι αὐτῶν λαμβάνομεν — ὅπως ἐλαμβάνομεν μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ λαμβάνωμεν ἀσφαλέστατα καὶ θετικώτατα — κατ’ ἔτος 2,000 καὶ 3,000 δραχμάς. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν θὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τῆς μεγάλης ἐκείνης καταχρήσεως, τῆς ἀνελθούσης εἰς 172,000 δραχμάς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην κατάχρησιν, τὴν τελευταῖον συμβᾶσαν, τοῦ Νικολάου Ἀναστασίου, διαχειριστοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, πλαστογραφήσαντος γραμμάτιόν τι ἔντοκον, εἰσπράξαντος αὐτὸ καὶ ἀποδράντος, τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως: Ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν ἐξηργύρωσε γραμμάτιον, μεταβιβασθὲν αὐτῇ διὰ πλαστογραφημένης ὑπογραφῆς τοῦ τότε προεδρεύοντος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μακαρίτου Γκίκα, δραχμῶν 65,000, διατελοῦσα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν μεταβιβάζονται δι’ ὀπισθογραφήσεως εἰς κανένα. Ἐν ἀγνοίᾳ τούτου διατελοῦσα ἡ Τράπεζα, ἐπῆρε τὸ γραμμάτιον ἐκεῖνο, καὶ ἐπλήρωσε τὰς 65,000 δραχμὰς, ἐξαπατηθεῖσα παρὰ τοῦ ἀποδράντος ἐκείνου, ὅτι ἐπρόκειτο τὰ χρήματα νὰ παραλάβῃ ἀμέσως ὁ Πρόεδρος μακαρίτης Γκίκας. Τὰ Δικαστήρια ἤδη ἀπεδέχθησαν τὴν λύσιν ταύτην, καὶ κατελόγισαν εἰς βάρος τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἔχομεν τοὐλάχιστον πρωτόδικον ἀπόφασιν, καὶ τώρα ἡ ὑπόθεσις εἶναι εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Ὥστε καὶ ἐκεῖθεν δὲν ἐχάσαμεν τὸ σημαντικὸν τοῦτο ποσόν. Ὁ αὐτὸς καταχραστής, ὁ ἀποδράς, εἶχε κατὰ διαφόρους καιροὺς, κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ἀταξίας, ἡ ὁποία ἐκράτει εἰς ὅλα τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι ἕνεκα τοῦ πολέμου, εἶχε νοσφισθῆ καὶ διάφορα μικρὰ ποσὰ κατὰ διαλείμματα, περὶ τὰς 15,000 ἢ 17,000 δραχμάς.
§169ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. 15,000.
§170ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὰς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν, οὐδὲ κανὲν μέτρον νὰ λάβωμεν, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία περιουσία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι γνωστὸν ποῦ ὑπάρχει καὶ ποῦ ζῇ σήμερον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ χρήματος. Νῦν δὲ, ὡς ἔχουσιν ἀπὸ ἑνὸς ἔτους τὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ἔλεγον καὶ προχθές, εἶναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξησφαλισμένα τὰ χρήματα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὥστε θὰ ηὐχόμην, παντὸς σωματείου καὶ πάσης ἑταιρείας καὶ οἱουδήποτε ἀνθρώπου ἀκόμη τὰ χρήματα νὰ ἦσαν ἠσφαλισμένα, ὡς εἶναι τὰ ἡμέτερα· διότι καὶ τὰ ἐλάχιστα ποσὰ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 4½%· ταμίας δὲ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι αὐτὸς ὁ ταμίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Θεμιστοκλῆς Κανάρης, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐξαιρετικῶς δὲ, μὲ αὐτὸν τὸν πρόσθετον εὐνοϊκὸν διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν ὅρον, εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν καὶ μετὰ παρέλευσιν ὁσουδήποτε χρόνου καὶ ἂν ἀποσυρθῶσι τὰ χρήματα, ὁ τόκος θὰ μετρηθῇ αὐτῇ πρὸς 4½%, οὕτω δὲ θὰ γείνῃ καὶ ἡ μεταβίβασις σήμερον εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ γίνεται ἐπὶ πάντων τῶν φιλανθρωπικῶν σωματείων.
§172Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀντιλέξω εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς· ἐξ ἐναντίας ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ νομικὴν ὕπαρξιν πρόσωπον νομικὸν μὴ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο, δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πολλάκις, καὶ βλέπομεν καθ’ ἡμέραν καὶ ἐν τῇ διοικητικῇ πρακτικῇ...
§173ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν Δικαστηρίων.
§174Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. .. βλέπομεν καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε τοῦτο τὸ Καταστατικὸν, ἐκεῖνο τὸ Καταστατικὸν τοῦ δεῖνα πολιτικοῦ ἢ φιλανθρωπικοῦ Συλλόγου, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχουσι βάσιν ὅσα λέγονται περὶ τῆς ἀνάγκης δῆθεν Κυβερνητικῆς ἀδείας πρὸς ὕπαρξιν νομικοῦ προσώπου. Εὐτυχῶς ἀπόφασίς τις τοῦ Ἀρείου Πάγου, παραδεχομένη τοῦτο, δὲν ὑπάρχει· ἴσως ὑπάρχει ἀπόφασις ἄλλου Δικαστηρίου. Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ἀληθῶς παράδοξον· διότι βεβαίως, κατὰ τοὺς Ῥωμαϊκοὺς καὶ τοὺς Βυζαντινοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσι παρ’ ἡμῖν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ νομικὸν πρόσωπον ἄνευ ἀδείας τοῦ Ἡγεμόνος. Ῥητῶς μάλιστα λέγουσιν οἱ Ῥωμαϊκοὶ νόμοι, ὅτι, καὶ ἂν συμβῇ ποτε νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτο νομικὸν πρόσωπον, δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ δέχηται δωρεὰς, ἢ κληροδοτήματα. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται κατηργήθησαν ὑπὸ ῥητοῦ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ἄρθρου, τοῦ ἄρθρου 11, ὅπερ λέγει αὐτολεξεὶ, ἐὰν, ὡς ἐλπίζω, ἡ μνήμη δὲν μὲ πλανᾷ: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ ὑπαγάγωσιν αὐτὸ εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐλήφθη σχεδὸν αὐτολεξεὶ ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος. Ἐν Βελγίῳ ὑπεστηρίχθη μάλιστα, ὅτι ὄχι μόνον Ἑταιρεία οἱαδήποτε, μὴ ἀποβλέπουσα εἰς κερδοσκοπικοὺς σκοποὺς, ἀλλὰ καὶ κερδοσκοπικὴ Ἑταιρεία, δηλ. ἐμπορικὴ, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀδείας μετὰ τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη καὶ ἡ ἄλλη γνώμη· πολλοὶ εἶπον, ὅτι πᾶσα Ἑταιρεία, ἥτις δὲν ἔχει καθαρῶς κερδοσκοπικὸν σκοπὸν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κερδοσκοπικὴ Ἑταιρεία. Παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις, διότι εὐτυχῶς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει ὡρίσθη ῥητῶς ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι πᾶσα ἄλλη Ἑταιρεία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐκτὸς τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου. Ἑπομένως παρ’ ἡμῖν οἱοσδήποτε συνεταιρισμὸς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τινὸς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ συνεταιρισμὸς οὗτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὡς ἐνάγων ἢ ἐναγόμενος, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ οἱανδήποτε δωρεὰν, συνεισφορὰν κλπ., διότι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δὲν ἰσχύουσιν. Ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις, κεφάλαιον μάλιστα ὁλόκληρον τοῦ Ποινικοῦ ἡμῶν Νόμου, τὸ περὶ ἀθεμίτων ἑνώσεων καὶ ἑταιρειῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι ἀποτελεῖ ἔγκλημα τιμωρητέον ὁ ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως συνεταιρισμὸς καὶ ἡ ἄνευ ἐγκρίσεως εἴσπραξις ὑπ’ αὐτοῦ χρημάτων. Ἀλλ’ ὁλόκληρον ἐκεῖνο τὸ κεφάλαιον κατηργήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν παράδοξον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζηται ἡ γνώμη αὕτη σήμερον παρ’ ἡμῖν. Μόνον αἱ ἀνώνυμοι ἐμπορικαὶ Ἑταιρεῖαι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ Κυβερνητικῆς ἀδείας. Ἐὰν ἐπιτρέπητε, προσθέτω, ὅτι εὐχάριστον θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν ἴσχυε καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις· διότι σήμερον, πανταχοῦ σχεδὸν, διὰ τῶν νεωτέρων νόμων κατηργήθη ἡ ὑπαγωγὴ εἰς ἄδειαν Κυβερνητικὴν καὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τοῦ παρόντος, μὴ καταργηθέντος ἢ μεταρρυθμισθέντος τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι ἔχουσι βεβαίως ἀνάγκην κυβερνητικῆς ἀδείας, οὐδεμία ὅμως ἄλλη Ἑταιρεία καὶ οὐδὲν νομικὸν πρόσωπον.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν μετέχει σπουδαιότητος. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη, εἶναι, ἂν ἡ κατὰ τὸ 1864 συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ κτήσεις ἰδίας, καὶ νὰ διαχειρίζηται αὐτάς. Ἀλλὰ τότε ἠρωτήθη: «ἐὰν εἶναι νομικὸν πρόσωπον, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ ἡ σύστασις αὐτῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος; Μήπως εἶναι Ἑταιρεία;» Καὶ ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι εἶναι συνεταιρισμός. Ὁ συνεταιρισμὸς οὗτος ἔχρηζε τῆς ἀδείας τοῦ Ἡγεμόνος, κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν νόμον, ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα, δι’ οὗ ῥητῶς ἐκηρύχθη, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται ἐλευθέρως, δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια τοιαύτη πρὸς σύστασιν τῶν συνεταιρισμῶν τούτων. Τῶν προτεινομένων ἐρωτημάτων καὶ τῶν διδομένων ἀπαντήσεων ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ἐξέτασις μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς οὐδὲν συντελεῖ· διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ συσταθεῖσα κατὰ τὸ 1864, δὲν εἶναι νομικὸν πρόσωπον, φρονῶ δ’ ὅτι δὲν εἶναι οὔτε Ἑταιρεία. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι ἀληθὴς ἐπιτροπή, σύλλογος πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ συντρέξωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος των. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔκρινεν, ὅτι ἐξωτερικοὶ λόγοι παρεκώλυον αὐτὴν νὰ προτείνῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συστήσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν πρὸς συλλογὴν χρηματικῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· ὑπῆρχε δὲ μεγίστη ἀνάγκη ναυτικῆς τινος παρασκευῆς, ἡ ἀνάγκη δ’ αὕτη εἶχε κατασταθῆ λίαν αἰσθητὴ μετά τινα τότε χρόνον, ὅτε ἐξερράγη ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, διότι, ταύτης ἐκραγείσης καὶ προβάσης, τὰ πλοῖα τοῦ Ὀθωμανικοῦ στόλου ἐδέσποζον τῆς Μεσογείου, Ἑλληνικὸν δὲ μικρὸν ἀτμόπλοιον, καταδιωχθὲν ὑπ’ αὐτῶν, προσέφευγεν εἰς τὸν λιμένα τῶν Ἀντικυθήρων. Ἡ συσταθεῖσα τότε Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἀνέλαβε ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Ἀφοῦ ἐκωλύετο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῶν χρόνων ἐκείνων νὰ προκαλέσωσι νόμον περὶ τούτου, διότι τὸ ἄγγελμα τοιούτου νόμου ἤθελεν ἑρμηνευθῆ ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ὅτι ἡμεῖς παρασκευαζόμεθα ναυτικῶς· ἀφοῦ δὲ εἶχεν ἐκραγῆ, ἢ ὑπεκρίνετο τότε ἡ ἔκρηξις τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, ἡ Εὐρώπη ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεκίνει τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, καὶ ὅτι αὕτη δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα, δὲν ἐξερράγη ἕνεκα τῶν κακώσεων καὶ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ὁ Χριστιανικὸς πληθυσμὸς τῆς Νήσου ὑφίστατο ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλ’ ὑπεκινεῖτο ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως δὲν πρέπει κανεὶς ν’ ἀναζητήσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν ὅρων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι ἀνέγραψαν, εἴτε διὰ τοὺς συνεταιρισμοὺς, εἴτε διὰ τὴν σύστασιν ὁμάδος πρὸς συλλογὴν εἰσφορῶν. Ἐὰν μάλιστα ἤθελε ζητήσει τις τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουσι τὰς εἰσφορὰς, ἤθελεν ἀναμνησθῆ, ὅτι ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐχαρακτηρίζετο ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον ὡς πταῖσμα, διότι ἐδέχετο καὶ ἐζήτει εἰσφορὰς χρημάτων ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς νὰ ζητῇ τις εἰσφορὰς χρημάτων, οὐχὶ μόνον διὰ λόγους πολιτικοὺς, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ λόγους ἀστυνομικοὺς, προφυλάξεως τῶν πολιτῶν ἀπὸ ἀπάτας, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται ἐνίοτε, ὅταν δέκα ἢ πλείονες ἄνθρωποι συνέρχωνται, καὶ, προβάλλοντες ἕνα εὐγενῆ σκοπὸν, ὁ ὁποῖος ἑλκύει τὰ πλήθη καὶ ἐνθουσιάζει τοὺς λαοὺς, ζητῶσι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἰδιοποιοῦνται καὶ κλέπτουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἤθελε ζητηθῆ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῶσιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὰ ὁποῖα καὶ δημοσίᾳ διὰ προκηρύξεων ἐζήτουν χρήματα, καὶ δὲν ἐδέχοντο μόνον, ἀλλ’ εἰσέπραττον χρήματα δημοσίᾳ καὶ ἀπροκαλύπτως. Ἡ Ἐπιτροπὴ λοιπὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἦτο ὑποκατάστατος τῆς Διοικήσεως, ἔμμεσος καὶ πλαγία ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, οἱ Ὑπουργοὶ δ’ αὐτοὶ ἐξέδιδον ἐγκυκλίους, καὶ ἐκάλουν τὸν κόσμον νὰ παρέχῃ εἰς αὐτὴν εἰσφορὰς χρηματικάς. Ἐγὼ αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξέδωκα οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ τρεῖς ἐγκυκλίους, παρακαλῶν καὶ συνιστῶν εἰς τοὺς Προξένους τῆς Ἑλλάδος καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νὰ προτρέπωσι τοὺς ὁμογενεῖς καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ εἰσφέρωσιν ὅσα ἂν προαιρῶνται χρήματα εἰς τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον ἔργον, συντελούμενον, ἤθελε παράσχει τὴν ἀπαιτουμένην ναυτικὴν δύναμιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀμύνηται καὶ ὑπερασπίζῃ τὰ ἐθνικὰ αὑτοῦ δικαιώματα. Οὐδ’ εἶχεν ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου Ἐπιτροπὴ τοῦ νομικοῦ προσώπου τὰ δικαιώματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτει χρήματα, διὰ νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ σχηματισθῇ ναυτικὴ δύναμις· δὲν προέβη ὅμως αὕτη ποτὲ νὰ διαθέσῃ τὰ συλλεχθέντα χρήματα εἰς ἀγορὰν πλοίων, ἢ εἰς κατασκευὴν τοιούτων. Τὰ ἔργα ταῦτα ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ συλλεχθέντα χρήματα. Οὕτω κατεσκευάσθη τὸ πλοῖον «Ναύαρχος Μιαούλης» ὑπὸ τὴν ἐπιστασίαν καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς Εὐρώπης, ἔνθα ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῇ τὸ μέτρον, ἂν προεβάλλετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς σκοποῦν τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης ἀνὰ τὴν χερσόνησον τὴν Ἑλληνικήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἔφερεν ἀποτελέσματα, διότι, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος διενεμήθη τῇ φροντίδι τοῦ συναδέλφου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ γραμματέως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, αὕτη ἔχει διαθέσιμον, ἤτοι ὑπόλοιπον διαχειρίσεως, 1,391,121.18 δραχμῶν, μεῖον δραχ. 208,858.19, αἱ ὁποῖαι παριστῶσι τὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων κτημάτων τῆς Ἐπιτροπῆς· ἑπομένως ἔχει νῦν διαθέσιμον ποσὸν δρ. 1,182,267.99. Ἐδαπάνησε δὲ καί...
§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν ἑκατομμύριον διὰ τὸν «Μιαούλην», καὶ 200,000 δραχμὰς εἰσήνεγκεν ὡς εἰσφορὰν εἰς τὸ Κράτος.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ὅλῳ δρ. 1,200,000. Ὑπολείπεται ποσὸν δρ. 1,182,267.99, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λάβῃ νῦν τὸ Ὑπουργεῖον. Τῷ ὄντι ἡ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου Ἐπιτροπὴ κατώρθωσε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 34 ἐτῶν, νὰ συλλέξῃ περὶ τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, πρέπει δὲ νὰ εὐχαριστήσωμεν τοὺς φιλοπάτριδας συμπολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, νὰ ποιήσωμεν δὲ εὐλαβῆ μνείαν καὶ ἐκείνων τῶν φιλοπατρίδων ἀνδρῶν, οἵτινες κατὰ τὸ παρελθὸν εἰργάσθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀπῆλθον δ’ ἤδη ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον. Διὰ τοὺς εἰρημένους λόγους, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία οὐδὲ ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι προσφέρει εἰς τὸ συνιστώμενον Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τὰ χρήματα, διότι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν συνέλεξε ταῦτα ἡ Ἐπιτροπή, ἤτοι ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς κατασκευὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀφοῦ δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λέγει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα διαθέσῃ αὐτὰ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἑπόμενον ἦτο, τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα πρὸς τοῦτο, καὶ πρὸς τοῦτο συνέλεξεν ἡ Ἐπιτροπή, τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ἱδρυόμενον διὰ τοῦ νόμου τούτου Ταμεῖον ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὠφείλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ἔγγραφον, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν αὐτό.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπικρίνω ὑμᾶς, διότι ἐπράξατε τοῦτο διὰ τοῦ ἐγγράφου ὑμῶν. Ἀλλά, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρόκειται νὰ συστηθῇ Ταμεῖον Ἐθνικοῦ Στόλου. Τὸ Ταμεῖον τοῦτο δὲν προορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ χρησιμεύσῃ μόνον σήμερον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δηλαδὴ νὰ πορισθῇ νῦν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, εἴτε διὰ συνεισφορῶν, εἴτε διὰ δωρεῶν, εἴτε διὰ κληροδοτημάτων, εἴτε διὰ δανείων, διὰ νὰ κατασκευάσῃ ἓν ἢ δύο πλοῖα, μετὰ τοῦτο δὲ νὰ διαλυθῇ, ἀλλὰ συνιστᾶται τὸ Ταμεῖον τοῦτο, ἵνα διαρκῶς λειτουργῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ὄχι μόνον, ὅπως πορισθῇ τὰ χρήματα τὰ ἀναγκαῖα, ἵνα κατασκευασθῇ νῦν ἓν θωρηκτόν, ἢ ἓν καταδρομικόν, ἢ ἓν τορπιλλικόν, ἢ ἓν ἀντιτορπιλλικόν, ἀλλ’ ἵνα ὑπάρχῃ διαρκῶς ἐργαζόμενον ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἑπομένως τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δὲν ἔχει μόνον σκοπὸν νὰ ἀγοράζῃ πλοῖα, ἀλλὰ καὶ νὰ συντηρῇ αὐτὰ καὶ νὰ ἐπισκευάζῃ αὐτά, νὰ δαπανᾷ δ’ οὕτω διὰ πάσας ἐν γένει τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ὥστε τοῦ λοιποῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν θέλει ζητεῖ ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον χρήματα, ἵνα θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου, καὶ συντηρῇ τὸν στόλον καὶ τὸν αὐξάνῃ, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου δὲν ἤθελον ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας. Τοιαῦτα Ταμεῖα ἐγὼ τὰ κρίνω χρησιμώτατα. Δὲν ἔχω δὲ τὴν γνώμην ταύτην σήμερον μόνον. Κατὰ τὸ 1891, ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ εἶχε κατασταθῆ γνωστὴ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ κατάστασις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ κατάστασις τῶν ὀργάνων τῶν πολεμικῶν μοὶ ἐγένετο γνωστή. Βεβαίως τότε ἡ κατάστασις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὀργάνων τῶν πολεμικῶν τοῦ στρατοῦ ἦτο κρείσσων τῆς ἐνεστώσης, διότι νῦν μόλις δύο ἔτη ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθημεν νὰ περιπλακῶμεν, κατὰ τὸν πόλεμον δὲ τοῦτον κατεστράφησαν καὶ ἐξηντλήθησαν τὰ πλεῖστα τοῦ ὑλικοῦ, καὶ αὐτὰ δὲ τὰ ὀλίγα συντηρούμενα, ἐφ’ ὅσον ἐγένετο, ἕνεκα τοῦ πολέμου, ὑπερβάλλουσα χρῆσις αὐτῶν, καὶ ταῦτα σχεδὸν ἀπώλεσαν τὴν χρησιμότητά των. Κατὰ τὸ 1891 λοιπὸν εἰργαζόμην ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ φίλου μου ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος τυγχάνει σήμερον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ παρεσκευάσαμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο εἰδικὸν Ταμεῖον, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα ἔμελλον νὰ διατίθηνται πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν Ὑπουργείων· σώζεται δ’ ἔτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνδεκα ἄρθρα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, συνιστᾶτο ὡσαύτως Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετίθετο ἡ διοίκησις τοῦ Ταμείου τούτου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπροικίζετο διὰ διαφόρων πόρων. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἕνεκα συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν θέλησιν ἡμῶν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπαύθημεν τότε, ἕνεκα τούτου δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν, τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἔπαυσα ἔχων τὴν γνώμην ταύτην, φρονῶν, ὅτι τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα, δηλ. τὰ Ταμεῖα, τὰ συνιστώμενα πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, εἰργάσθησαν ἐν τῷ Κράτει λυσιτελῶς, ὁσάκις δὲ ἦναι δυνατὸν νὰ συστηθῶσι τοιαῦτα, θέλουσι καλῶς ὡσαύτως ἐργασθῆ. Τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται πλέον, εἶχε προορισμὸν κοινωφελῆ καὶ χρησιμώτατον, καὶ, ἐφ’ ὅσον εἰργάσθη, εἰργάσθη λυσιτελῶς. Καὶ ὅταν δὲ δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ σύστασις Ταμείου εἰδικοῦ, εἰσῆγον ἐν τοῖς ψηφιζομένοις νόμοις διατάξεις, δι’ ὧν ἐξῃροῦντο ὡρισμένα τινὰ ἔσοδα, προοριζόμενα εἰς εἰδικὸν σκοπόν. Ὑφῄρεσα π. χ. οὕτως ἐκ τοῦ ἐσόδου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ποσὸν ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ δημοσίου Ταμείου, καὶ κατετέθη κεχωρισμένον ἔν τινι Τραπέζῃ ἐπὶ τόκῳ, αὐξανόμενον, προορισθὲν διὰ τοῦ νόμου πρὸς τὸν σκοπὸν οἰκοδομῆς δημοτικῶν διδακτηρίων, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀγορᾶς διδακτικῶν ὀργάνων, σκευῶν καὶ ὑλικοῦ τῶν διδακτηρίων. Καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἔφερε καρποὺς, διότι, ὡς ἠκούσατε προχθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐσχηματίσθη ἤδη κεφάλαιον σεβαστὸν, καὶ ἤρχισεν ἡ οἰκοδομὴ τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων. Ἐὰν τυχὸν δὲν τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, εἴτε ὡς πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῶν σχολείων, εἴτε ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς βαθμιαίας οἰκοδομῆς αὐτῶν, τοῦτο εἶναι ζήτημα εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ Ταμεῖον ὅμως λειτουργεῖ λυσιτελῶς. Κατὰ τὸ 1896 ὡσαύτως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν εἴκοσι καὶ πλέον χιλιάδας πολιτῶν, κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου κατέθηκε τότε ἐν τῇ Βουλῇ, οἵτινες εἶχον περιπέσει εἰς πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἐχαρακτήριζον πλημμέλημα, φυγοστρατήσαντες, ἤτοι μὴ προσελθόντες εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὰς γενομένας τρεῖς ἐπιστρατείας, καὶ οἵτινες ἔπρεπε νὰ δικασθῶσιν ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, ἐφανταζόμην δὲ τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῆ, ἐὰν 20 χιλιάδες πολιτῶν ἀπεσπῶντο ἀπὸ τὰ ἔργα των καὶ ἐσύροντο εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποστῆ ἡ κοινωνία, ἐὰν κατεδικάζοντο πάντες οὗτοι οἱ πολῖται, ὡς ἤθελον πάντως καταδικασθῆ, καὶ τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ἤθελον ὑποβληθῆ, τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἔσπευσα, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ἵνα διδάξωμεν μὲν εἰς αὐτούς, τοὺς μὴ ἐκτελέσαντας τὸ καθῆκόν των, ὅτι παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅτι εἶναι διὰ τοῦτο ἄξιοι τιμωρίας, ἀλλὰ ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τὰς εἰρημένας ζημίας· διὰ τοῦτο κατεφύγομεν εἰς τιμωρίαν χρηματικὴν, ἐπρότεινα δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, ὅπως τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ εἰσπραχθῇ παρὰ τῶν πολιτῶν τούτων, διατεθῇ ἀποκλειστικῶς πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Καὶ εἰσηνέχθησαν ἀληθῶς ἔκτοτε χρήματα πολλά. Σύμφωνον πρὸς ταῦτα καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εὑρίσκω, καὶ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες συνεργάζονται μετ’ ἐμοῦ καὶ εἰσι πολιτικοὶ φίλοι μου, ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὸν πόλεμον. Βεβαίως δὲν εἶναι τὸ πρόγραμμα τῶν διαφημισθεισῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ προγράμματι ἡ παρασκευὴ θαλασσίας δυνάμεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ συμπλήρωσις καὶ βελτίωσις τῶν κατὰ ξηρὰν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους εἶναι ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἵποντο ἀμέσως μετὰ τὸ πρῶτον καὶ καθολικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν συμφωνήσει ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν. Τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐκρίνομεν πρώτην φροντίδα καὶ πρώτην πρὸ πάσης ἄλλης ἀσχολίαν ἡμῶν. Ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, θέλει μεταβάλει τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, καὶ θέλει κατασταθῇ ὑπηρέτης πιστὸς καὶ λυσιτελέστατος εἰς τὴν Πολιτείαν, ἣν θέλει καταστήσει ἱκανὴν, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Πρωτίστη δὲ τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του, καὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὸ παρασκευασθὲν παρ’ ἡμῶν τὸ 1891 νομοσχέδιον, ἀνεγνωρίζομεν περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Αἱ διαφημισθεῖσαι μεταρρυθμίσεις, αἱ προβαλλόμεναι βελτιώσεις ἐν τοῖς κλάδοις τῆς Διοικήσεως, εἴδετε βεβαίως ποῖαι ἦσαν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦσαν σπουδαῖαι, καὶ ἂν ἦσαν ἀνεγνωρισμέναι καὶ ὁραταὶ, αὗται σκοποῦσι πάντοτε τὰς ἀνάγκας τοῦ καθημερινοῦ βίου, εὐκολίας τῶν πολιτῶν· ἀλλὰ πρὸ τῶν εὐκολιῶν, πρὸ τῆς εὐμαρείας αὐτῆς τῶν πολιτῶν ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς εὐμαρείας τοῦ Κράτους, περὶ τῆς ἀνέσεως καὶ τῆς εὐμαρείας τοῦ ἔθνους, διότι ἡ φροντὶς αὕτη σκοπεῖ καὶ παρασκευάζει τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις ἡμῶν, πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν ὑποχρεώσεων τῶν κυβερνώντων, ἡ φροντὶς αὕτη σκοπεῖ καὶ παρασκευάζει τὴν διάσωσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς δὲν ἐπιζητεῖται διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας διελάλησε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἂν αὗται ἦσαν σκόπιμοι καὶ σπουδαῖαι· ἐξ ἐναντίας ἡ ἕνεκα αὐτῶν διασπάθησις τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου Ταμείου καὶ ἡ ἕνεκα αὐτῶν ἐπελθοῦσα ἔντασις τῆς φορολογικῆς δράσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνισχύει τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἀλλ’ ἐξασθενίζει καὶ παραλύει αὐτὴν, ἐξαντλοῦσα τὰ πενιχρὰ ἀποταμιεύματα τῶν παραγωγῶν. Τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν ἐνισχύει πρὸ πάντων ἡ βελτίωσις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ. Καὶ ἐψηφίσθησαν δύο νόμοι, τοὺς ὁποίους πάντες ὑπεστηρίξαμεν, ὁ νόμος περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μέχρι τῶν ὁρίων, καὶ ὁ νόμος περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Πύργου– Κυπαρισσίας· παραλείπω δὲ νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας προέβαλον κατὰ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν διὰ τῶν νόμων ἐκείνων ἐπιτραπεῖσαν ἐπέκτασιν τοῦ διεθνοῦς οἰκονομικοῦ ἐλέγχου, καὶ αἵτινες ἦσαν συνταγματικαὶ, παραλείπω τὴν λεπτομέρειαν ταύτην τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας προέβαλον· ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων ἡ δι’ αὐτῶν βελτίωσις τῆς συγκοινωνίας, αὕτη ἐνισχύει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἐνισχύει αὐτὴν ὡσαύτως, καὶ περισσότερον ἢ ἡ κατασκευὴ τῶν δύο σιδηροδρόμων, ἡ κατασκευὴ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἥτις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ἵνα συνδέσῃ τὰ μεσόγεια πρὸς τοὺς κόλπους τῆς θαλάσσης καὶ τὰς παραλίας· ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ἀνεστάλη, καὶ ἡ ἀρξαμένη καὶ προχωρήσασα κατασκευὴ τοιούτων ἀναγκαιοτάτων ὁδῶν ἀνεστάλη, θέλουσι δὲ καταστραφῆ τὰ κατασκευασθέντα τμήματα αὐτῶν κατὰ τοὺς χειμῶνας, καὶ ἀπολεσθῆ τὰ δαπανηθέντα μέχρι τοῦδε χρήματα. Πολλαχοῦ ὑπάρχουσι τέλματα καὶ ἕλη, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποξηράνωμεν· ἔχομεν ποταμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ γεφυρώσωμεν. Πάντα ταῦτα, πᾶσα ἐργασία καὶ φροντὶς πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας, πᾶσα ἐνίσχυσις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, πᾶσα μέριμνα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς καλῆς πίστεως καὶ κραταίωσιν αὐτῆς, πάντα ταῦτα τείνουσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καλῆς παραγωγῆς, ταῦτα δ’ ἤθελον συντελέσει καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δὲν βελτιώνουσιν, ἀλλὰ ξηραίνουσι καὶ νεκρώνουσιν οἱ εἰσπράκτορες τοῦ Δημοσίου, οἱ ζητοῦντες νὰ εἰσπράξωσι διὰ πάσης αὐστηρότητος καὶ καταθλίψεως περισσότερα, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἀπὸ ὅσα εἰσέπραττον τὸ παρελθὸν, ἐνῷ οἱ πόροι τοῦ Κράτους εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, μὴ ἀντέχοντες εἰς τὰς φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Ἀλλὰ, εἰ καὶ τοιαῦτά εἰσι τὰ φρονήματα ἡμῶν, δηλαδὴ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, πάντες ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν κατ’ ἀρχὴν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον,—καίτοι κρίνομεν αὐτὸ πρωθύστερον,—διότι τέλος πάντων ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς σκοποῦμεν πάντως νὰ ἐφαρμόσωμεν· ἑπομένως ἡμεῖς δὲν διαφωνοῦμεν κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω δ’ ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι ἀποχρώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν διαφωνοῦσιν ὡσαύτως· οὕτω δὲ δὲν θέλομεν ἀρνηθῆ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· ζητοῦμεν μόνον νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιφέρωμεν ἀντιρρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν καθέκαστα αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις ὁμολογῶ, ὅτι, εἰ καὶ πολλὴν ἔχω ὑπόληψιν πρὸς τὰ ὑπάρχοντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μεταξὺ τῶν ὁποίων διαπρέπει φιλόπατρις ἀνὴρ, ὁ κ. Γεώργιος Νικολαΐδης, τῆς φιλοπατρίας τοῦ ὁποίου ἔλαβον ἁπτὰ δείγματα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, κατὰ μὲν τὰ πρῶτα ἔτη ἐπισκοπῶν μακρόθεν τὸν ἄνδρα, ἐργαζόμενον ὑπὲρ συμφερόντων ἐθνικῶν, κατὰ τὰ τελευταῖα ὅμως ἔτη καὶ ἐγγύθεν καὶ πολλάκις ἐν πλήρει μετ’ αὐτοῦ συνεννοήσει, προθύμως πάντοτε παρέχων ὅσην ἠδυνάμην συνδρομὴν εἰς τὰς προσπαθείας αὐτοῦ καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συμπραττόντων ἐπὶ ζητημάτων ἐθνικῶν, μολονότι, λέγω, τιμῶ τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου Ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον καθιστᾷ περιττὴν πλέον τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, ἀφοῦ παρουσιάζεται τὸ Κράτος ἐπαγγελλόμενον, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ εἰς τὸ μέλλον Ἐπιτροπὴν, ἵνα συλλέξῃ καὶ εὕρῃ πόρους, ὅπως πορισθῇ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς βελτίωσιν τοῦ στόλου καὶ ἐνίσχυσιν αὐτοῦ, ὅταν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ Κράτος αὐτὸ ἀναγράφῃ ὡς ἕν τῶν καθηκόντων τῆς συνιστωμένης ἐπισήμου Ἐπιτροπῆς τὸ νὰ δέχηται συνεισφορὰς καὶ ἐράνους καὶ κληρονομίας καὶ κληροδοτήματα, ἤτοι νὰ πράττῃ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κύριον καὶ μόνον ἔργον τῆς ὑπαρχούσης νῦν Ἐπιτροπῆς. Τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ὁ σκοπὸς εἶναι εὐγενὴς, καὶ τὸ ἔργον ἀγαθόν· ἀλλ’ ἂν διατηρηθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ δʹ § τοῦ ἄρθρου 3, ἤτοι ἂν ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου συνιστωμένη Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἀναλάβῃ καὶ τὸ μόνον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει ἡ μέχρι τοῦ νῦν λειτουργοῦσα Ἐπιτροπή, ἀφαιρεῖται πλέον τὸ ἔργον αὐτῆς· ἂν δ’ ἀμφότεραι ἐκπληρῶσι τὸ αὐτὸ ἔργον, ἀνταγωνισμὸς θέλει ἐγερθῇ πάντως μεταξὺ τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, ἡ δὲ νῦν ὑπάρχουσα, εἰ καὶ ἀποτελουμένη ἀπὸ ἄνδρας ἀξίους πάσης τιμῆς καὶ σεβασμοῦ, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν κυβερνητικὴν, ἥτις θέλει συγκεντρώσει αὐτὴ καὶ τὰς δωρεὰς καὶ τὰς εἰσφορὰς καὶ τὰ κληροδοτήματα. Διὰ τοῦτο δὲν ἐγκρίνω τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι, καὶ ἂν διατηρηθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ δʹ § τοῦ ἄρθρου 3, καὶ ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους, θέλει δυνηθῆ νὰ ἐργασθῇ καὶ λειτουργήσῃ ἡ ὑπάρχουσα τανῦν Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Τίνα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἢ νὰ συλλέγῃ χρήματα, νὰ δέχηται δωρεὰς, κληροδοτήματα καὶ κληρονομίας; Ἀλλὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀναλαμβάνει ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Κυβερνητικὴ, ἡ ὁποία περιβάλλεται δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς ἐπισημότητος, ἡ ὁποία, ὡς περιλαμβάνουσα τὰ πρώτιστα μέλη τῆς συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀπολαμβανούσης τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ πιστοτέρα ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν μάλιστα ἤθελον λειτουργήσει παραλλήλως αἱ δύο Ἐπιτροπαὶ, ἡ συγκέντρωσις πασῶν τῶν εἰσφορῶν καὶ δωρεῶν εἰς τὴν μίαν ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ, ὡς ἐκδηλοῦσα ὄχι εὐλάβειαν καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν ἄλλην. Ἡ μία, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη, περιβεβλημένα καὶ ταῦτα τὸν ὄγκον καὶ τὸ κῦρος τῆς δημοσίας ἀρχῆς, θέλει ἀπορροφήσει πᾶσαν τὴν ἐργασίαν· ἡ δὲ ἑτέρα, καίπερ ἀποτελουμένη ἀπὸ πρόσωπα σεβαστὰ, δὲν θέλει ἔχει πλέον οὐδὲν στάδιον ἐργασίας. Δὲν κρίνω δ’ εὔλογον νὰ εἰσαγάγωμεν ἀνταγωνισμὸν· διότι ἡ ἅμιλλα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ εἰς ἀνταγωνισμὸν πάντως θέλει καταλήξει. Οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέγραψεν ὡς πόρους τοῦ συνιστωμένου Ταμείου, εἶναι ἤδη καθωρισμένοι· γνωρίζομεν δὲ πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα τὸ συνιστώμενον Ταμεῖον θέλει πορισθῇ ἐξ ἑκάστου τῶν πόρων τούτων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν, ἐπρόλαβον ἡμέραν τινὰ, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ δηλώσω πρὸς αὐτὸν, ὅτι διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ. Καὶ ἡ διαφωνία μου δὲν εἶναι μόνον, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἐὰν τὸ ὑλικὸν εἶναι ἄχρηστον, βεβαίως πρέπει νὰ ἐκποιῆται, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἄχρηστον ὑλικὸν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὅλον, ἐκ πολλῶν μερῶν αὐτοτελῶν συντεθειμένον καὶ λειτουργοῦν, ὅταν, διαλυομένου τοῦ ὅλου εἰς τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸ αὐτοτελῆ μέλη, ἕκαστον τούτων κεχωρισμένον, ἤ τινα τούτων, κεχωρισμένα καὶ μεμονωμένα, δὲν ἦναι ἄχρηστα, ἀλλ’ ἔχωσι χρησιμότητα. Ὑποθέσατε τὴν διάλυσιν ἑνὸς θωρηκτοῦ, καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὰ μέρη πάντα ἤ τινα τοῦ διαλυομένου θωρηκτοῦ ἔχουσιν αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ χρησιμότητα, καὶ δύνασθε νὰ τὰ πωλήσητε, καὶ θὰ πορισθῆτε τόσον χρῆμα, ὅσον θὰ ἀνέρχηται ἴσως εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου ἑνὸς νέου θωρηκτοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι πωλεῖτε τὰ ὑπάρχοντα τηλεβόλα, ἢ τὰ ὑπάρχοντα τουφέκια τοῦ Γκρᾶ, ἵνα ἀγοράσητε ἄλλα. Ἐὰν ὅλα ταῦτα πωλήσητε ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, θεωρῶ ὅτι ἀδικῆτε τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἄχρηστον ὑλικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον, ἁπλοῦν καὶ μεμονωμένον, εἶναι ἄχρηστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, ἑπομένως δὲν εἶναι συντεθειμένον ἀπὸ διάφορα ἄλλα. Ἕνα λέβητα φθαρέντα, μὴ δεκτικὸν ἐπισκευῆς, ἄχρηστον εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἐγὼ θεωρῶ αὐτὸν ἄχρηστον ὑλικόν· ἓν πλοῖον ὅμως, κρινόμενον ἄχρηστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, δὲν πρέπει νὰ πωληθῇ ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, ἀλλὰ νὰ διαλυθῇ, καὶ τὰ διάφορα μέρη αὐτοῦ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀντικατάστασιν ἄλλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ναυστάθμου, ἢ ἂν δὲν χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἦναι ὅμως χρήσιμα εἰς τὴν ἰδιωτικὴν βιομηχανίαν, δὲν πρέπει νὰ πωληθῶσιν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον.
§180Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ; Ὅταν πλοῖόν τι, ὡς ἄχρηστον κριθέν, διαλύηται,—καὶ τοιοῦτον εἶναι νῦν ἡ παλαιὰ «Ἀμφιτρίτη» —ὅσα μὲν ὑλικὰ αὐτοῦ χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, ἀποτίθενται κατὰ μέρος, καὶ χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Ναυστάθμου, εἰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς ἄλλα πλοῖα, πᾶν δὲ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον, ῥίπτεται κατὰ μέρος, καὶ πωλεῖται ὡς ἄχρηστον ὑλικόν.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἄχρηστον ὑλικόν, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ἦναι δ’ ἄχρηστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου, δὲν ἦναι ὅμως ἄχρηστον εἰς τὴν βιομηχανίαν, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἐκποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ, ἀλλ’ ὅταν ἐκποιῆται, τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ πρέπει νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ὑποθέσατε ἓν ἱστίον· αὐτὸ δύναται νὰ ἦναι ἄχρηστον διὰ τὸν Ναύσταθμον, ὄχι ὅμως καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν, ἥτις δύναται νὰ τὸ ἀγοράσῃ καὶ τὸ χρησιμοποιήσῃ ὡς ἱστίον, καὶ οὐχὶ ὡς ἄχρηστον ξύλον.
§182Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε δὲν εἶνε τίποτε ἄχρηστον.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτό. Ὑποθέσατε λέβητα ἐφθαρμένον· οὗτος εἶναι ἄχρηστος διὰ τὸν Ναύσταθμον, ὡς λέβης δὲ εἶναι ἄχρηστος καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν, καὶ μόνον ὡς ὕλη μετάλλου δύναται νὰ πωληθῇ.
§184Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω, ὅτι ἄχρηστον ὑλικὸν πρέπει νὰ ὀνομάζωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς θεωρεῖται τοιοῦτο. Νομίζω ὅτι οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ εἶναι διάφοροι, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ἡ πώλησις τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ τίνος ἀχρήστου ὑλικοῦ; ὑλικοῦ ἀπολύτως ἀχρήστου· ὡς π. χ. ὡς ἄχρηστοι ἵπποι πωλοῦνται οἱ ἐξ ἐλατωμάτων ἢ ἐκ γήρατος ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ὑπηρεσίαν καὶ ἐργασίαν, καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν διατίθεται ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου· ἵπποι πλεονάζοντες τῆς δυνάμεως πωλοῦνται πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου Ταμείου. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ὑποθέτω ὅτι θὰ θεωρηθῇ καὶ τὸ ὑλικὸν τὸ ἄχρηστον τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ μὲν ἄχρηστον ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ μεταβαίνει εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἐνῷ τὸ ἄχρηστον ὑλικόν, περὶ οὗ πρόκειται, μεταβαίνει πάλιν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ὁ στόλος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ.
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνεζήτησα τότε διὰ μακρῶν καὶ πρὸς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην καὶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀτελὲς ὄν, καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦ ἐκποιουμένου ὑλικοῦ τὸ ἀντίτιμον θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸ Ταμεῖον τὸ Μετοχικὸν τοῦ στρατοῦ, ἢ εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, εἴτε διότι, στρατιωτικὸς ὤν, θέλει κατά τινα χρόνον ὠφεληθῆ καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς εὐπορίας τοῦ στρατιωτικοῦ Ταμείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσάγεται τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐκποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ, εἴτε διότι, καὶ αὐτὸς ἂν δὲν θέλῃ ὠφεληθῆ, θέλουσιν ὠφεληθῆ ὅμως ἄλλοι στρατιωτικοί, μέλη τοῦ στρατοῦ. Κατώρθωσα τότε νὰ περιορίσω τὴν εὐρυτάτην ἑρμηνείαν, ἣν ἔδιδον εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ. Βεβαίως ἄχρηστον ὑλικὸν χαρακτηρίζω οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄχρηστον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στόλου, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Ναυστάθμου οὔτε ὡς ὕλη, ἥτις θέλει μεταποιηθῆ. Ἐπέμεινα εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐνθυμούμενος ὅτι ἔντιμος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἀνεβιβάσθη εἰς ἀνώτατον ἀξίωμα ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπέθανεν, — ὑποθέτω δ’ ὅτι πάντες ἐννοεῖτε τίνα λέγω, τὸν μακαρίτην Ἐργαστηριάρην, — ὅτι ὁ χρηστότατος οὗτος ἀξιωματικὸς εἶχεν ἀντιθέτους γνώμας, καὶ ὅτι, ὅτε ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ροβέρτος Ρώμας, ἔτυχε νὰ παρατύχω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύο δ’ ὥρας ἠγωνιζόμην, ὅπως πείσω τὸν ἀληθῶς ἔντιμον ἐκεῖνον ἀξιωματικὸν νὰ μεταβάλῃ τὰς ἰδέας, ἃς εἶχε, καὶ αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὑπὲρ τῆς εὐρυτάτης ἑρμηνείας τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ. Μίαν ἔτι παρατήρησιν σκοπῶ νὰ προβάλω, ἡ ὁποία ὅμως δὲν τείνει εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ παρατήρησίς μου εἶναι, ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ συνιστωμένη Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου νὰ διαθέσῃ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θέλει συγκεντρώνει ἐν τῷ Ταμείῳ αὐτῆς, πρῶτον διότι καὶ ἡ εὕρεσις τοῦ δανείου δύναται νὰ κατασταθῇ βραδύτερον εὐκολωτέρα, ὅσον δ’ εὐκολωτέρα κατασταθῇ, τόσον εὐθηνότερον θέλει πορισθῆ τὸ δάνειον, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ σπουδὴ πρὸς προμήθειαν τῶν πλοίων, τῶν ὁποίων θέλει ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀνάγκη, δύναται νὰ ἦναι ἐπιζήμιος. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μοιρῶν, ἤθελεν ὑποθέσει τις, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ περιληφθῶσιν ἐν αὐτῇ καὶ οἱ ἀνώτεροι ἐπιτελεῖς τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ· ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γνώμης, ἣν περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀρχηγῶν τῶν μοιρῶν ἔχουσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ ἦναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, πληρῶσι τὰς πεποιθήσεις, βεβαίως εἶναι περιττὸν νὰ προστεθῶσιν οἱ ἐπιτελεῖς, εἴτε τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, εἴτε τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης· ἀλλ’ εἶναι πάντοτε ἄγνωστον, ἐάν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει πληρῶσι νῦν τὰς πεποιθήσεις, θέλουσι καὶ διηνεκῶς πληροῖ αὐτὰς οἱ διοικηταὶ τῶν μοιρῶν τοῦ στόλου. Ἐὰν δ’ οὕτω θέλωσιν ἔχει τὰ πράγματα, ἴσως δύναταί τις νὰ κρίνῃ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ μετάσχωσι τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἀνώτεροι ἐπιτελεῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ σύμπραξις ἐπιτελέως καὶ ἂν δὲ πρὸ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1897 δὲν εἶχέ τις τὴν γνώμην ταύτην, ἡ μικρὰ μέν, ἀλλ’ ἀτυχὴς πεῖρα αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου, πείθει, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ πρόσληψις αὐτοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερον περὶ τούτου, ἀφοῦ πρόκειται περὶ προσώπων, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη τοιαύτην ἀπεφήνατο ἤδη γνώμην περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν.
§186Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἑσπέραν, κύριε Πρόεδρε, θὰ περιορισθῶ εἴς τινας παρατηρήσεις, ἃς προκαλεῖ τὸ ἄρθρον 2. Ἠμφισβητήθη ἀπολύτως, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι νομικὸν πρόσωπον, ἢ διότι, διὰ νὰ ἦναι νομικὸν πρόσωπον, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ νομίμως, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐνεκρίθη — τοὐλάχιστον δὲν φαίνεται, δὲν βεβαιοῦται ὅτι ἐνεκρίθη — διὰ πράξεως Κυβερνητικῆς, δὲν εἶναι τοιοῦτον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, ἀπολύτως ν’ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι πρόσωπόν τι εἶναι νομικὸν πρόσωπον, διότι τοῦτο τὸ διαγράφει ὁ νόμος καὶ τὸ ἀναγνωρίζει ἡ νομολογία. Πᾶσα ὁμὰς προσώπων, ἥτις ὠργανώθη διά τινος κανονισμοῦ πρὸς ὡρισμένον θεμιτὸν σκοπὸν, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτᾷ περιουσίαν καὶ νὰ μεταβιβάζῃ αὐτὴν, νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων διὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, εἶναι νομικὸν πρόσωπον. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε περὶ τοιαύτης ὁμάδος φυσικῶν προσώπων, πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν δρώντων, ὅτι εἶναι ἄλλο ἢ νομικὸν πρόσωπον, διότι ὅλοι συμφωνοῦσιν, ὅτι, ὅταν ἀπαντῶνται τὰ προσόντα ταῦτα εἰς τὴν ὁμάδα, εἶναι νομικὸν πρόσωπον, μὲ κεχωρισμένα δικαιώματα, ἀνεξάρτητα τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα φυσικῶν προσώπων· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἡ ἁπλῆ θέλησις αὐτῶν δὲν ἀρκεῖ· ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἔγκρισις ἡ Κυβερνητική. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἔγκρισιν διὰ συλλογὴν χρημάτων ἁπλῶς ὑπὸ πολιτῶν. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ὁμάδα πολιτῶν ἐπιτρέπεται καὶ διὰ θεμιτὸν σκοπὸν νὰ συλλέγῃ χρήματα ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ νομικοῦ προσώπου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως πρόκειται περὶ νομικοῦ προσώπου, καὶ, ἂν ἐπῆλθεν ἔγκρισις Κυβερνητικὴ, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ χρήματα, καὶ νομίμως εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ παρίσταται. Τὴν περιουσίαν δὲ ταύτην, ἣν οὕτω συνέλεξε, δὲν δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα δυνάμει νόμου νὰ παραλάβωμεν· διότι οἱ συλλέξαντες τὰ χρήματα πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν τὰ συνέλεξαν, τὸν σκοπὸν δ’ αὐτὸν ἐκπληροῖ καὶ τὸ Κράτος διὰ τοῦ νομικοῦ προσώπου, ὅπερ ἤδη συνιστᾷ. Τοῦτο πάντοτε εἶναι αὐθαιρεσία. Πρέπει νὰ τηρηθῶσιν οἱ νόμοι, διότι πάντοτε πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως περιουσίας ἄλλου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠμφισβήτησεν, ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ ἀναγκαία ἡ ἀπαίτησις ἀναγνωρίσεως τῶν νομικῶν προσώπων, ὅπως ἔχωσιν ὑπόστασιν νομικήν. Ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη ἔγκρισις καὶ ἀναγνώρισις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ Σύνταγμα διὰ ῥητῆς διατάξεως ἐπέτρεψεν, ὅπως οἱ Ἕλληνες ἐλευθέρως συνεταιρίζωνται. Πρόκειται λοιπὸν, κατ’ αὐτὸν, περὶ συνεταιρισμοῦ καὶ ἐν ταῖς ὁμάσιν αὐταῖς, τοῖς συλλόγοις καὶ ταῖς ἐπιτροπαῖς, οἵα ἡ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὅπερ ῥητῶς ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα, συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, μὲ τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν τοῦ ν’ ἀποτελῶσι νομικὰ πρόσωπα, μὲ τὸ δικαίωμα αὐτῶν τοῦ ἀποκτᾷν καὶ μεταβιβάζειν ἀντικείμενα περιουσίας, καὶ παρίστασθαι διὰ τοῦ ἠθικοῦ προσώπου, διακεκριμένου τῶν φυσικῶν προσώπων, ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἐνόησε νὰ ἐπιτρέψῃ σύστασιν νομικοῦ προσώπου κεχωρισμένου καὶ ξένου ἀπὸ τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ἀπολύτως καὶ ἀπεριορίστως, ἄνευ δηλ. ἀδείας τοῦ Κράτους, διότι δυνατὸν πολλάκις συνεταιρισμοὶ τοιοῦτοι, καθιεροῦντες δι’ ἰδιαιτέρων καταστατικῶν τὸ δικαίωμα τοῦ συλλέγειν χρήματα καὶ περιουσίαν πρὸς οἱουσδήποτε σκοποὺς, οὐ μόνον φιλανθρωπικοὺς, ἀλλὰ καὶ θρησκευτικοὺς καὶ πολιτικοὺς, ν’ ἀποπλανήσωσι πολλοὺς, συλλέξωσι περιουσίαν καὶ καταστῶσιν ἐπίφοβοι εἰς τὴν κοινωνίαν, τὴν Πολιτείαν, τὴν τάξιν. Ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι ἐλεύθερος, ὅταν δὲν δημιουργῇ νομικὰ πρόσωπα μὲ ἴδια δικαιώματα. Ἐὰν παρ’ ἡμῖν δὲν παρουσιάσθη ἕως τώρα τοιοῦτος κίνδυνος, εἰς ἄλλα Κράτη παρουσιάσθησαν πολλάκις τοιοῦτοι κίνδυνοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν τὰ πρόσωπα ταῦτα, τοὺς συνεταιρισμοὺς αὐτοὺς ἐθεώρησαν ὡς ὑπόπτους οἱ νόμοι, καὶ ἀπῄτησαν, ὅπως τὸ Κράτος, ἐν ἐπιγνώσει τοῦ σκοποῦ, ὃν ἑκάστοτε ἐπιδιώκουσιν, ἐπιτρέπῃ, ἢ μὴ, νὰ συνιστῶσι νομικὸν πρόσωπον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη πάντοτε καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα συνιστῶνται ἀδείᾳ Κυβερνητικῇ. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα τοιαύτην ἱστορίαν ἔχει. Ἐνῷ δηλαδὴ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατήρτισε τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ σήμερον ἰσχύει, περιείχοντο διατάξεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ φέρωσιν εἰς τοιαύτην ἐξήγησιν, ἀπηλείφθησαν ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ τὸ ἄρθρον, ὡς σήμερον ὑπάρχει, κατὰ τὰς ἑρμηνείας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐν αὐτῇ ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν, τοιαύτην ἔλαβε καὶ ἔχει ἔννοιαν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, ὅτι ἔχει καὶ τὸ ἡμέτερον· ἐνῷ ἐν Βελγίῳ ἔπαυσεν ἡ ἄδεια, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, ἔπαυσε δηλαδὴ καὶ δὲν ἰσχύει ὁ περιορισμὸς, ὅστις ὑπάρχει ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Νόμῳ, καὶ καθ’ ὃν δὲν δύναται νὰ συσταθῇ ἀνώνυμος ἑταιρεία ἄνευ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τοῦτο ἐπῆλθεν ἕνεκα εἰδικοῦ νόμου...
§187Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ἄλλο. Ἐν τῷ Βελγικῷ Συντάγματι ὡρίσθη ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καὶ ὡρίσθη ὡς ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν, σχεδὸν αὐτολεξεί. Ἐκεῖ λοιπὸν ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις, ἐὰν κατηργήθη, δυνάμει τοῦ περὶ συνεταιρισμῶν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ διάταξις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου περὶ ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν, ἐὰν δηλ. εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ καθιεροῦντος τὸν συνεταιρισμὸν, καὶ ἐμπορικὴ ἑταιρεία ἀνώνυμος, ἄνευ Βασιλικῆς ἐγκρίσεως. Καὶ αἱ γνῶμαι διῃρέθησαν. Οἱ μὲν διετείνοντο, ὅτι ἡ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι διάταξις τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος κατήργησε καὶ τὴν περὶ ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν διάταξιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ συστηθῇ ἀνώνυμος ἑταιρεία ἄνευ Βασιλικοῦ Διατάγματος, οἱ δὲ τοὐναντίον ἐφρόνουν, ὅτι τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ καταρτίζειν κερδοσκοπικὰς ἑταιρείας, ὁποῖαι αἱ ἀνώνυμοι ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι. Ὅθεν ἀνάγκη ὑπῆρχε νὰ ζητῆται ἡ Βασιλικὴ ἔγκρισις διὰ τὴν ἔγκυρον σύστασιν ἀνωνύμου ἐμπορικῆς ἑταιρείας, κατὰ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ὅπερ καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀκριβῶς, ὅπως ἀποτραπῇ ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἂν κατηργήθη ἡ ἀνάγκη ἀδείας διὰ τὴν σύστασιν ἀνωνύμων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ διασαφηθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἑταιρεία δύναται νὰ συσταθῇ, πλὴν τῶν ἀνωνύμων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου.
§188ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει ἐπιρροὴν, διότι πρόκειται περὶ τύπου, οὐχὶ περὶ οὐσίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει μεγάλην σημασίαν, ἂν ἤθελε καθιερωθῆ, ὅτι οὐδεμία ἀπαιτεῖται ἔγκρισις τῆς Κυβερνήσεως δι’ οἱανδήποτε ἑταιρείαν, δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ εἶπον τὴν γνώμην μου, ἀντλῶν αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ Βελγικόν. Παρέρχομαι ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀπὼν ἐκ τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διεξήγαγε μακρὰν ἀλληλογραφίαν μετὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ πολιτικοῦ πράκτορος τῆς Ἀλεξανδρείας, καίτοι κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, καὶ ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν, δὲν νομίζω πρέπον νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἀναβάλω διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ὅτε θέλει παρίστασθαι καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ σπεύσω ν’ ἀνακαλέσω ὅ,τι εἶπον κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμπεριφορὰν τῶν ἐκτελεστῶν ἐπί τινων ζητημάτων. Εἶχον μάθει, ὅτι οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης δὲν εἶχον συμμορφωθῆ πρὸς τὴν διαθήκην, ἵνα ποιήσωνται διανομὴν τῶν μερισμάτων τῆς ἐκκαθαρισμένης περιουσίας, ἥτις εὑρίσκετο εἰς χεῖράς των, ἀναλόγως καὶ ἐξ ἴσου πρὸς πάντας τοὺς δικαιουμένους κληροδόχους ἐπὶ τῶν ὀγδοήκοντα ὀγδοηκοστῶν τῆς περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ. Τοῦτο εἶχον ἀκούσει, καὶ τοῦτο συνέβη πράγματι. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μανθάνω τὴν ἐξήγησιν τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν κληροδόχων, λαμβανόντων μικρότερον ποσὸν, καὶ ἄλλων, λαμβανόντων μεγαλείτερον. Ἐν τῇ διαθήκῃ τοῦ Ἀβέρωφ γίνεται διάκρισις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόληψιν τῶν κληροδοτημάτων παρὰ τῶν διαφόρων κληροδόχων. Διὰ τοὺς μὲν λέγει, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐκκαθαρισθησόμενον τῶν κληροδοτημάτων θέλει κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οἱ κληροδόχοι θὰ λαμβάνωσι τοὺς τόκους τῶν κατατεθησομένων χρημάτων· δι’ ἄλλους λέγει, ὅτι θέλουσιν ἀμέσως λάβει τόσα ὀγδοηκοστά. Οἱ ἐκτελεσταὶ ἐνόμισαν, ὅτι συμμορφοῦνται πρὸς τὸ γράμμα τῆς διαθήκης καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ διαθέτου, ἐὰν εἰς ἐκείνους μὲν τῶν κληροδόχων, περὶ ὧν ἡ διαθήκη λέγει ὅτι θέλουσι λάβει τόσα ὀγδοηκοστὰ, παραδώσωσιν εἰς τίτλους τὸ ἐκ τῆς κινητῆς περιουσίας ἀναλογοῦν μέρος, δι’ ἐκείνους δὲ, δι’ οὓς διατάσσεται νὰ κατατεθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πωλήσωσι πρὶν τὰ διάφορα χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν κινητὴν περιουσίαν τοῦ Ἀβέρωφ, καὶ ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ προελευσομένου ἐκ τῆς πωλήσεως καταθέσωσι τὸ ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Συμφώνως πρὸς ταῦτα ἐξεκαθαρίσθη, ὅτι ἀνελόγουν τόσα χρεώγραφα τῆς κληρονομίας εἰς τοὺς κληροδόχους, καὶ προσέτι, ὅτι ἀνελόγουν ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς, διαιρουμένης εἰς ὀγδοηκοστὰ, τόσα ὀγδοηκοστὰ εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν ἄλλων κληροδόχων, τῶν ὁποίων τὰ κληροδοτήματα ἔπρεπε νὰ κατατεθῶσι καὶ κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν κληροδόχοι, λαβόντες 7 ἢ 8 χιλιάδας λίρας ἐκ τῆς κινητῆς περιουσίας τοῦ Ἀβέρωφ, ἐνῷ ἄλλοι ἔλαβον, καίτοι δικαιούμενοι εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, 2,000 λίρας μόνον, διότι αὐτοὶ ἔχουσι δικαιώματα καὶ ἐπὶ τῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπωλήθησαν. Περὶ τοῦ τρόπου τούτου τῆς διανομῆς θέλω λάβει τὸν λόγον, ὅταν θὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ ἀλληλογραφία αὐτοῦ ἐν πολλοῖς συμφωνεῖ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω, καὶ τὰς ὁποίας θέλω ἀναπτύξει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§190Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νῦν τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, κατὰ δὲ τὴν τρίτην θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις ὅλας τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§192ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς» νὰ προστεθῇ «ὡς ἀντιπροέδρου». Βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡγεῖται.
§193ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θ’ ἀναπληρεῖ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν περιπτώσει κωλύματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Νὰ μὴ τεθῇ ὁ ὅρος «ἀντιπρόεδρος».
§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, τότε πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§196ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἱεραρχίας δὲν θίγεται. Ἐγένετο ὅμως λόγος, ὅτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ στοιχεῖον στρατιωτικόν, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§198ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂς τεθῇ ὁ ἐπιτελάρχης.
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀντιλέγω εἰς τὴν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τοῦ Ταμείου εἰσαγωγὴν τοῦ ἐπιτελάρχου, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ ἐπιτελάρχης εἶναι ἀλλοδαπός. Μὴ συγχέετε τὴν θέσιν τοῦ συνταγματάρχου, ἣν κατέχει σήμερον, νομίζω, ὁ κ. Σαπουντζάκης, μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, ὅστις εἶναι ξένος, καὶ ἕως ὅτου μεταβληθῇ ὁ νόμος τὰ πράγματα θὰ μείνωσιν οὕτω.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ὁ ξένος;
§201ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ διοικήσῃ τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, θὰ ἔχῃ στρατιωτικὴν ἀποστολήν; ἢ ἁπλῶς οἰκονομικὴν περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ταμείου; Ἐὰν θὰ ἔχῃ καὶ στρατιωτικήν, ἂν πρόκειται δηλαδὴ νὰ κανονίσωμεν τὸ εἶδος τῆς θαλασσίας παρασκευῆς, τὸν τρόπον τῆς ὑπερασπίσεως ἢ ἐπιθέσεως, τὰ περὶ τοῦ ναυτικοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου καὶ τὰ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ κατὰ θάλασαν στρατοῦ καὶ περὶ ναυτικοῦ προγράμματος, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένη, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔχει.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων εἶναι πολλάκις πολῖται.
§203ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς, τὰ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας ἐπιβλέπει ἢ ἐπιτηρεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἠδύνατο ἐνταῦθα νὰ τεθῶσι διατάξεις προσομοιάζουσαι ταῖς τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§205Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ βαθμὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναφερομένων ἀξιωματικῶν;
§206Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐθέσαμεν γενικῶς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, διότι ἄλλως, ἂν ὁρίσωμεν τὸν βαθμόν των, θὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ λαμβάνωμεν ἐξ αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§208ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τῆς λέξεως «χρηματόγραφα» τί ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον; Τὰ χρεώγραφα ἢ καὶ τοὺς ἄλλους τίτλους;
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὺς διαφόρους τίτλους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§211Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν συντακτῶν αὐτοῦ· διότι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀναιρεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ. μ).