1900.11.24
3,232 rows · 24,548 words · 304 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 24 Νοεμβρίου 1900.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀναστασόπουλος κατέθηκε τηλεγράφημα πρὸς αὐτὸν ἐκ Πόρου τοῦ Ι. Γκίκα, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀναιτίως στρατιῶται ἀστυνομίας Μεθάνων, διαταγῇ ἀστυνομεύοντος ἐνωμοτάρχου, μὲ καταδιώκουσιν ἐπὶ δύο ἡμέρας. Ἐπολιόρκησαν ἀπόψε ἐν Μεγάλῳ Χωρίῳ οἰκίαν μου, ἔσφαξαν ὄρνιθας, ἐκτύπησαν ἔγγυον χοῖρον, ἔκαυσαν 600 ὀκάδας καυσόξυλα, ἐκτύπησαν θύραν οἰκίας μου, ἀπειλοῦντες ἐντὸς αὐτῆς θυγατέρας καὶ σύζυγόν μου: «πουτάναις, ἀνοίξατε, ἄλλως θὰ σᾶς καύσωμεν». Καὶ ταῦτα διότι, ὡς ἔμαθον, κατηγγέλθη γαμβρός μού τις, ὅτι ἀφήρεσε συγχωρίου του ἄροτρον. «Φυγοδικῶ, φοβούμενος δάρσιμον.»
§2Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατηγγέλθη ὅτι ἀφῄρεσέ τι;
§3ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῦ ἔγειναν αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε;
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ Μέθανα. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐστάλη καὶ πρὸς τὸν κ. Ρέπουλην. Διὰ τὸ παράδοξον δὲ καὶ τὸν ὀρμαθὸν τῶν ἀδικημάτων, κατέθηκα αὐτὸ εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς, νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα, ὅτε τὸ ἀκούω, βεβαίως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπευθύνω ἐρώτημα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ παρέχει πρὸς τοῦτο ἀφορμὴν δημοσίευμά τι, ὑπὸ τύπον ἀνακοινωθέντος, καταχωρισθὲν ἐν ἐφημερίδι μεγάλην ἐχούσῃ κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἐμπρός». Ἀναγινώσκω τὸ δημοσίευμα τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν ὁ κ. Θεοτόκης, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς πέντε ἢ ἕξ Βουλευτὰς νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς κωλυσιεργίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ δεχθῇ πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ τρέχοντος μηνός. Ἐν ᾗ περιπτώσει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν λήξῃ ἡ συζήτησις, ἡ δὲ μειοψηφία δεικνύῃ διαθέσεις παρατάσεως αὐτῆς, ἡ πλειοψηφία θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς μεμονωμένως, ποιουμένη δήλωσιν περὶ τῆς ἀρνήσεως τῆς μειοψηφίας νὰ ὑπογράψῃ ταύτην.» Τὸ δημοσίευμα τοῦτο, ἄν ὄντως ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου δὲν ἀκολουθῶ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου ὅμως ἀναγνωρίζω τὸ σύστημα τῆς ἁβρότητος, μεθ’ οὗ πολιτεύεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ὅπως σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ νὰ ἐξακολουθήσητε, βεβαιῶ ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ἔκαμα, οὐχὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν, μετὰ τῆς ὁποίας εἰς οὐδεμίαν διατελῶ σχέσιν, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς ἄλλην τινὰ, καθόσον μάλιστα μετ’ οὐδεμιᾶς ἐφημερίδος διατελῶ εἰς σχέσεις πολιτικάς. Οὐδεμίαν ἀνακοίνωσιν ἔκαμα, ὄχι εἰς τὸν συντάκτην τῆς ἐφημερίδος ταύτης, ἀλλ’ εἰς οὐδένα, περὶ τοῦ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ δημοσιογράφος ἀναφέρει. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτὴν πᾶσα ἐπιμονὴ εἶναι ἐντελῶς περιττή.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι εἰς τοιαύτην θὰ προήρχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δήλωσιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ δημοσιευθέντα ταῦτα ἀπετέλουν ὕβριν πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ὕβριν πρὸς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνεπιστεύθη τὸ προεξελεγκτικὸν ἔργον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν εἶπε ταῦτα. Εἶναι ὅμως προφανές, ὅτι ταῦτα ἀναγράφονται ἀκριβῶς, ἵνα διασείσωσι τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ, ἵνα πτοήσωσιν ἴσως τοὺς ἁπλουστέρους. Τὴν εὐθύνην τούτων δὲν ἔχει βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι ἄηθες πρὸς τὸν πολιτικόν του βίον. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ ἄλλα δημοσιεύματα τοιοῦτόν τινα σκοπὸν ἔχουσιν, ἵνα ὡς μορμολύκεια, οὕτως εἰπεῖν, ἀπειλῶν ἐξέλθωσιν ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας, ἢ καὶ ἄλλων Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, ὅπως συγκρατήσωσι τούτους ἐν ταῖς τάξεσιν, ἐν αἷς μένουσιν.
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάξιος ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δέχεται τοιαύτας ἀπειλὰς καὶ τὰς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ μορμολύκεια ταῦτα δὲν θὰ φοβίσωσί τινα, ὅπως καὶ ἄλλα ῥήματα, τεθέντα ἀσεβῶς εἰς τὰ χείλη προσώπων ἐν τῷ πολιτεύματι ἀνωτέρων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ὅμως δὲν εἶναι θέματα, ὅπως ἐρευνηθῶσι τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἐξενεχθεισῶν μομφῶν, εἴτε ἐπισήμως, εἴτε ἀνεπισήμως, περὶ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον διαπράττει ἡ μειοψηφία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς τῆς διαβεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γενομένην, ἔχομεν καὶ ἔγγραφον δήλωσιν τῆς πλειοψηφίας, ἀναγνωριζούσης τὴν εὐσυνειδησίαν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐπιτελοῦμεν τὸ ἔργον ἐκεῖνο. Καθ’ ἡμέραν γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡμεῖς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπου νυχθημερὸν ἐργαζόμεθα, —ἐργαζόμεθα τέσσαρας ὥρας τὴν πρωΐαν, ἀλλ’ ἐργαζόμεθα καὶ τὴν νύκτα, ἵνα παρεσκευασμένοι προσέλθωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἑπομένης πρωΐας, — οὐδὲν πράττομεν...
§12ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπολογηθῆτε.
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπολογούμεθα· ἐλέγχομεν.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον;
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέγχομεν τοὺς ἐλέγχοντας τὸ ἔργον τῆς μειοψηφίας. Καὶ εἶναι ἐδῶ μέλη τῆς πλειοψηφίας. Οἱ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ μᾶς διαψεύσωσιν, ἂς παρουσιασθῶσιν.
§16Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐγράφη ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαῦτα νὰ εἴπῃ εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα. Συνεπῶς διεψεύσθησαν πάντα ἐπισήμως. Ἄν λέγωνται ἔξω, εἰς τὴν ἀγορὰν, ἄλλο ζήτημα.
§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν ἡ Βουλὴ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ἀξιώσεις τοῦ γραμματέως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐν τῇ ἰδιότητί του καὶ τῷ κύρει τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, διαβεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐργασία μέχρι τοῦδε εἶναι ἀξία τῆς ἀποστολῆς, ἣν ἐνεπιστεύθη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἡμεῖς δὲ θέλομεν προέλθει καὶ ἐξακολουθήσει εἰς τὸ ἔργον, νομίζοντες ὅτι ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀφέθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν κανονίζεται μὲ τὸ ῥοῦπι, οὔτε μὲ τὸ μέτρον, ἀλλὰ μὲ τὴν σοβαρότητα τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν.
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιμείνω εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Οὐδεμίαν δήλωσιν τοιαύτην ἔκαμα εἰς κανένα. Οὐδὲν δικαίωμα εἶχον νὰ κάμω τοιαύτας δηλώσεις, διότι ἔργον ἐμὸν δὲν εἶναι νὰ κρίνω περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ μειοψηφία φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Αὐτὸ εἶναι ἔργον εἰδικόν. Ἐγὼ δὲ, μὴ λαμβάνων μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναμαι νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ καθήκοντα ταῦτα ἐκτελοῦνται. Ὁπωσδήποτε, εἶναι ἔργον τῆς μειοψηφίας νὰ κρίνῃ, ἂν τὰ καθήκοντα αὐτῆς ἐκτελεῖ καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα· οὐδέποτε δὲ θέλω ἐπιτρέψει εἰς ἐμαυτὸν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς τακτικῆς τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ περὶ ἀπειλῶν δῆθεν πρὸς συγκράτησιν τῆς πλειοψηφίας, τὸν παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οὐδέποτε θέλω μετέλθει τοιαῦτα μέσα πρὸς συγκράτησιν τῆς πλειοψηφίας. Ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζεται παρὰ τῆς πλειοψηφίας, θέλει μείνῃ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν. Μόλις ἡ πλειοψηφία ἐγκαταλείψῃ αὐτὴν, θέλει ἀποχωρήσει τῆς θέσεως αὐτῆς, διότι τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῆς. Πρὸς διατήρησιν δὲ τῆς ἐξουσίας οὐδέποτε θέλω μεταχειρισθῆ τὰ μέσα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής.
§19ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Πολὺ ὡραῖα!
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ φαίνονται ὀρθαί. Ἐὰν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις περὶ τῶν γραφομένων ὑπό τινων ἐφημερίδων, ὡς λεχθέντων δῆθεν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, περὶ τῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὑποθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον δειχθῆ τὰ γραφέντα, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητα, δὲν προσῆκε νὰ ἐνοχληθῇ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής· διότι ὁ κριτὴς αὐτοῦ καὶ ὁ κριτὴς τῆς μειοψηφίας καὶ πάντων ἡμῶν δὲν εἶναι οὔτε αἱ ἐφημερίδες, αἱ γράφουσαι, οὔτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ οἱ Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐν ὅσῳ δὲ ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν εὐσυνειδήτως, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐπιδοκιμασίας οὐδενός. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον μέρος τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος μοὶ ἐφάνη πολὺ σοβαρὸν, καθόσον μάλιστα κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας ἀποτελεῖ συνέχειαν ἄλλου ἀτόπου, λαβόντος χώραν πρὸ δύο ἐτῶν, ὅτε ὁ Βασιλεὺς περιηγεῖτο ἐν τῇ Πελοποννήσῳ. Εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἡ ὑψίστη Ἀρχὴ, ἥτις ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ πολιτειακοῦ· οὐδεὶς δύναται νὰ ἀτενίσῃ πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ νὰ ἐγγίσῃ αὐτόν· οὔτε ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ δημοσιεύῃ γνώμας τοῦ Βασιλέως, ἢ νὰ ἀναγγέλλῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν κρίσεις περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Καὶ ἂν ἤθελε τυχὸν ὁ Βασιλεὺς ἐξενέγκει γνώμην τινὰ, ὁ ἀκούσας ἀναιρεῖ τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ὀφειλομένην εὐλάβειαν, διατυμπανίζων ποῖα ἤκουσε τυχὸν παρὰ τοῦ Βασιλέως. Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ διερμηνεύηται εἴτε ὑπὸ Ὑπουργῶν, εἴτε ὑπὸ πολιτῶν, ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως· διότι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ἡ πλειοψηφία, καὶ τὸ ὁποῖον διατηρεῖται ἐν τῇ θέσει αὑτοῦ, τοῦτο ἀρκεῖ, ἵνα πληροφορῶνται πάντες, ἵνα διαλαλῆται ὑπὸ πάντων, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, οἱ Ὑπουργοὶ βεβαίως δὲν ἤθελον εἶσθαι εἰς τὰς θέσεις αὑτῶν· καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκόμη οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας, ἤθελον ἐκπέσει τῆς Ἀρχῆς, ἂν εἶχον ἀπολέσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἀποφασίσει ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Ἀρχήν. Καὶ ὑπάρχουσι παραδείγματα τοιαῦτα ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν. Οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς ἐπαύθημεν ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, καίτοι εἴχομεν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ γράφηται, ἢ νὰ διαδίδωται, ἢ νὰ δημοσιεύηται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι εἶναι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖόν του. Βεβαίως εἶναι εὐχαριστημένος ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖόν του· διότι, ἐὰν δὲν ἦτο εὐχαριστημένος, δὲν ἤθελον εἶσθαι οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς θέσεις των. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνηται μνεία τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βασιλέως; Τίς ἠμφισβήτησε τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνετέθησαν εἰς αὐτόν; Ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τῶν Ὑπουργῶν του. Ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, τὸ γνωρίζομεν· εἶναι περιττὸν νὰ μᾶς ἀναγγελθῇ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει διαλύσει τὴν Βουλήν, ἐὰν αὕτη ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· καὶ δὲν εἶναι μόνον περιττόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἡ ἐνάσκησις δύναται νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἐπηρεασμόν τινα ἐπὶ τῶν ἀσθενεστέρων χαρακτήρων τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ἡ τοιαύτη ἀναγγελία ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Πῶς λοιπὸν τολμῶσι ν’ ἀναμιγνύωσι τὸν Βασιλέα εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν τοῦτον; Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ προβάλῃ τις: «Διατί μεριμνᾶτε περὶ τῶν γραφομένων ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων;» Παντάπασι δὲν μεριμνῶ ἐγὼ περὶ τῶν τοιούτων φληναφημάτων· ἡ πολιτικὴ δὲ συμπεριφορά μου, ἡ ἐν γένει πολιτεία μου δεικνύει, ὅτι δὲν μεριμνῶ παντάπασι περὶ τῶν γραφομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἀλλὰ τὰ γραφόμενα ταῦτα δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις· ἂν δὲ ἤθελον πιστευθῆ παρὰ τοῦ λαοῦ, μειοῦσι πάντως τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ Στέμμα. Ἐγὼ δὲ τὰ μάλιστα ἀνησυχῶ, ἵνα ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ Στέμμα τῶν πολιτῶν μήποτε μειωθῇ· ἐκπλήσσομαι δὲ, ὅταν τοιαῦτα ἀγγέλματα δημοσιεύωνται ἀπὸ δημοσιογράφους, οἵτινες τυγχάνουσιν ἐγγύτατα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οἵτινες καὶ περὶ τὰ Ἀνάκτορα ἀκόμη περιστρέφονται, ὡσεὶ προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὄντως σοβαρόν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ μόνον ἵνα δηλώσω ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ, καίτοι δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι οὕτως ἐσκέπτετο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἰδίως διὰ νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι μόνον τὰ λεχθέντα, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὸ καθῆκον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ φροντίζωσι νὰ μὴ λαμβάνωσιν χώραν τοιαῦτα, διότι προσέτι, κατά τινας περιπτώσεις, ὁ Ποινικὸς Νόμος χαρακτηρίζει ἀξιόποινον τὴν μνείαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ καὶ ὅταν κατὰ τοὺς νόμους δὲν ἦναι αὕτη ἀξιόποινος, δὲν ἀπαλλάσσονται οἱ Ὑπουργοὶ τῆς εὐθύνης, ὅταν οἱ ταῦτα πράττοντες πρόσκηνται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὗτοι ἔχουσι δικαιώματα νὰ ἐνασκῶσι τὴν προσήκουσαν καταστολήν, ὅπως παύσωσι νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οὐδείς, Κύριοι, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, ἥτις ἀτόπως γίνεται, εἶναι ἀξία καταδίκης. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα, ἵνα τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἀναμίξῃ εἰς τὴν κομματικὴν διαπάλην. Καταδικάζω ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν τῇ κομματικῇ διαπάλῃ θέλουσι νὰ ἀναμίξωσι. Δὲν λησμονῶ ὅμως, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως δὲν γίνεται μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέφερεν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἀπὸ δύο μηνῶν ἐγράφετο καὶ ἀνεκοινοῦτο εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἅμα τῇ ἀφίξει του θέλει διώξει τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Βεβαίως οὐδεὶς ἀπέδωκε σπουδαιότητα εἰς τὰ γραφόμενα ἐκεῖνα, ὡς οὐδεὶς πρέπει ν’ ἀποδώσῃ σπουδαιότητα εἰς τὰ γραφόμενα κατ’ ἀντίθετον ἔννοιαν. Κύριοι, φρονῶ, ὅπως φρονεῖτε βεβαίως καὶ ὑμεῖς, ὅτι Κυβέρνησις συνταγματικὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐν ὅσῳ δὲν ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἐν ὅσῳ δὲν ἀπολαμβάνῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς. Ὅπως ὑπάρξῃ, πρέπει τὰ δύο ταῦτα νὰ συνυπάρξωσιν. Ἡ Κυβέρνησις, μένουσα εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, βεβαίως ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, βεβαίως ἔχει τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅπως ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε θέλει μεταχειρισθῆ ἀπειλὰς εἴτε διαλύσεως, εἴτε χρήσεως προνομίων τοῦ Στέμματος, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Στέμμα, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ προεξοφλήσῃ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει διαλύσει τὴν Βουλήν, ἢ δὲν θέλει διαλύσει τὴν Βουλήν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐνασκεῖ ὁ Βασιλεύς, ὅταν θέλῃ καὶ ὅταν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο...
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Καταδικάζω ἑπομένως τὰ γραφόμενα. Ἐὰν δὲ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, πλησιάζουσι τοὺς Ὑπουργούς, τοιαῦτα γράφωσιν, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι τοιαῦτα γράφουσιν ὑπὸ ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον καταδικάζει τὰ γραφόμενα ταῦτα, καὶ οὐδέποτε θέλει ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ τῶν δῆθεν ἀπειλῶν, βασισθῇ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν κυβερνητικὴν πορείαν, ἣν ἐχάραξεν, ἐφ’ ὅσον ἔχῃ τοὺς δύο αὐτοὺς ὅρους, δηλαδὴ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς.
§24Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀποδοκιμάζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀτόπως ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως. Καὶ περὶ ἐκείνων μέν, οἱ ὁποῖοι γράφουσιν ὑπὸ ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην, οὐδεὶς ἔχει νὰ εἴπῃ τι. Ἁρμοδία εἶναι ἡ Δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατήγγειλε ῥητῶς, ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἀτόπως ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, εὑρίσκεται δυστυχῶς καὶ ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, ἐκδίδει ἐφημερίδα, καὶ ὅστις πλησιάζει τοὺς Ὑπουργούς. Περὶ τούτου δὲν μᾶς εἶπε τίποτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μᾶς εἶπε τίνα γνώμην ἔχει. Δὲν ἠδύνατο ἆρα γε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ποιῆται χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως; Δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχει διορίσει διὰ Β. Διατάγματος; Ποῖος, σᾶς παρακαλῶ, διευθύνει τὴν «Ἐφημερίδα», ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην δημοσιεύει ἀπειλὰς κατὰ τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους δῆθεν τοῦ Βασιλέως; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὴν διευθύνει αὐτὸς ὁ Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Διατὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ὁμιλεῖ περὶ αὐτοῦ διόλου, ἀλλὰ λέγει: «πάντες, ὅσοι πλησιάζουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, γράφουσιν ὑπὸ ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην»; Τοῦτο δύναται νὰ ἦναι ἀκριβές, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχῃ καμμίαν ἐπ’ αὐτῶν δικαιοδοσίαν ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν ὅμως ἔχῃ δικαιοδοσίαν ἐπ’ αὐτῶν, τότε τὴν εὐθύνην τὴν ἠθικὴν τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς νὰ συμπεριφέρωνται ὅπως προσήκει εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ μάλιστα ἀνωτέρους.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ. Εἰπὼν ὅσα εἶπον εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, εἶχον ὑπ’ ὄψιν δημοσιευθέντα τινὰ περὶ δῆθεν ἀνακοινώσεως δύο ὑπαλλήλων...
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ Ὑπουργῶν.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδήλωσα, ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν παραδέχομαι, ὅτι δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ κάμωσιν ἀνακοινώσεις περὶ τῶν λεχθέντων. Ἐγράφη, ὅτι δύο ὑπάλληλοι ἔκαμαν ἀνακοινώσεις εἰς τινας ἐφημερίδας· ἐκάλεσα αὐτοὺς καὶ προέβην εἰς ἀνακρίσεις, μὲ ἐβεβαίωσαν δὲ, ὅτι οὐδέποτε τοιοῦτόν τι ἔπραξαν, καὶ ὅτι, τοὐναντίον, διέψευσαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των τὰ δημοσιευθέντα ὡς δῆθεν ἀνακοινωθέντα παρ’ αὐτῶν. Πλέον τούτου οὐδὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω. «Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, πῶς ἀνέχεσθε διευθυντὴν ἐφημερίδος νὰ ἦναι ὑπάλληλος;» Δὲν γνωρίζω ὑπάλληλον διευθυντὴν ἐφημερίδος. Τὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων κ. Ρούκην εὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· δὲν τὸν διώρισα ἐγώ. Ἅμα ὡς ἀνέλαβον τὴν ἀρχὴν, ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ τῷ εἶπον, ὅτι ὑπάλληλος καὶ διευθυντὴς ἐφημερίδος δὲν δύναται νὰ ἦναι· μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάμιξιν ἔχει πλέον μὲ τὴν «Ἐφημερίδα», καὶ ὅτι ἀπεμακρύνθη τῆς διευθύνσεως αὐτῆς, διότι βεβαίως ὑπάλληλος καὶ διευθυντὴς ἐφημερίδος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτοῦ ταύτας ἕτερόν τι δὲν δύναμαι νὰ πράξω.
§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ γινώσκων, ὅτι ἡ «Ἐφημερὶς», ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἀγγελιαφόρος τῆς Αὐλῆς, γράφεται ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, καὶ ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ ἔμπνευσιν. Ἂν δὲν δύναμαι ταύτῃ τῇ στιγμῇ νὰ προσαγάγω ψηλαφητὰς περὶ τούτου ἀποδείξεις, τὸ γεγονὸς οὐχ ἧττον παραμένει ἀφιλονίκητον, καὶ ποιοῦμαι περὶ τούτου ἔκκλησιν εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§29Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Χαίρω πολὺ, κύριοι Βουλευταὶ, διότι τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἔθεσε ζήτημα ἀρκετὰ σπουδαῖον, σπουδαιότερον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις συζητηθέντων. Βεβαίως δὲν θὰ ἐλέγξω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει, ὅταν λαλῇ, τί λέγει. Ἀπήντησεν ὁ εἷς ἀρχηγὸς εἰς τὸν ἄλλον, τὸν καὶ προϊστάμενον τῆς πλειονοψηφίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω ἐγὼ, εἶναι, νὰ μὴ δίδηται προσοχὴ εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι αὗται γράφουν ὅ,τι θέλουν, καθότι «ὁ Τύπος εἶναι ἐλεύθερος». Δὲν ἔγραψαν δι’ ἐμὲ, ὅτι ἐπῆρα ἀπὸ τὸν κ. Ρώμαν ἓν ἑκατοστάρικον; δὲν ἔγραψαν, ὅτι εἰς τὸ Ναύπλιον διεπληκτίσθην μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρενέβη καὶ δὲν συνελήφθην; Δὲν γράφουν καθ’ ἑκάστην ἐναντίον μου; Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἀπαντῶ. Ὡς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὅστις ἐπιμένει λέγων, ὅτι γράφεται ἡ «Ἐφημερὶς» ἀπὸ τὸν Α ἢ Β, λέγω ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων· ἐν τούτοις οὐδεμία ἀπόδειξις ὑπάρχει, ὅτι οὗτος γράφει ἐφημερίδα. Ἦτο πρίν, ὡς γνωρίζομεν, δημοσιογράφος, καὶ δύναται νὰ δημοσιογραφῇ, δὲν δύναται ὅμως κανεὶς νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι καὶ τώρα συντάκτης τῆς «Ἐφημερίδος» ὁ κ. Ρούκης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, καὶ ὑμᾶς, κύριε Ἀναστασόπουλε, εἶναι, νὰ μὴ προσέχητε εἰς τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων. Αἱ ἐφημερίδες καὶ ὁ λαὸς εἶναι δύναμις, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι αἱ πραγματικαὶ δυνάμεις· ἡ δημοσιογραφία καὶ ὁ λαὸς εἶναι δυνάμεις ἀρνητικαὶ καὶ οὐχὶ θετικαί· πρῶτον εἶναι ὁ Βασιλεὺς καὶ δεύτερον ἡ Βουλή. Κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του ὁ λαὸς, τότε εἶναι ἀπόλυτος κυρίαρχος.
§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην, Κύριοι, τακτικὴν Σύνοδον, ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ ὁποίου ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: «Συνιστῶνται Πρωτοδικεῖα εἰς τοὺς νομοὺς, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ἑδρεύοντα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ. Ἡ περιφέρεια δὲ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐνεργείας τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν ὁρισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπίσης διὰ Β. Διατάγματος δύναται νὰ μεταβληθῇ ἐφ’ ἅπαξ ἡ περιφέρεια τῆς δικιοδοσίας τῶν ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων.» Ὡς γνωστὸν ὑμῖν, τὴν 14 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐξεδόθη Διάταγμα ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου τούτου, δι’ οὗ συνιστῶνται Πρωτοδικεῖα ἐν Λεβαδείᾳ, Κορίνθῳ, Εὐρυτανίᾳ καὶ Γυθείῳ. Ἐκδοθέντος καὶ δημοσιευθέντος τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ νόμου περὶ συστάσεως νέων Πρωτοδικείων, ἀπορίας ἄξιον τυγχάνει, διατὶ τὸ εἰρημένον Διάταγμα, πρὸς πλήρη ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, δὲν ποιεῖται μνείαν περὶ τῆς ὑπαγωγῆς ὡρισμένων ἐπαρχιῶν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Πρωτοδικείων τῆς πρωτευούσης τῶν νομῶν, εἰς ἃ ὑπήχθησαν αὗται· συγκεκριμένως δὲ τοιοῦτόν τι συμβαίνει, προκειμένου περὶ τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἰθάκης. Ἐὰν ὑπῆρχον προσκόμματα, κωλύματα, οἰκονομικοὶ λόγοι καὶ ἀντιθέσεις γνωμῶν καὶ δοξασιῶν, ὑπῆρχον μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῶν νέων Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατώρθωσε νὰ παρακάμψῃ τοὺς σκοπέλους καὶ νὰ ὑπεκφύγῃ τὰς προκυψάσας δυσχερείας, δημοσιεύσας τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, ἀγνοῶ πῶς δὲν περιέλαβε διάταξιν περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, ἀφοῦ μάλιστα ἡ δυστυχὴς αὕτη ἐπαρχία πλειστάκις καὶ ἐπανειλημμένως ἐξεδήλωσε καὶ ᾐτήσατο τοῦτο δι’ ἀναφορῶν, συλλαλητηρίων καὶ δημοψηφισμάτων, ἀνέκφραστον δὲ χαρὰν ᾐσθάνθη ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ εἰρημένου νόμου, ἀναμένουσα ἐναγωνίως τὴν ἔκδοσιν καὶ τοῦ οἰκείου Διατάγματος, ὅπως δικαστικῶς ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος, οὗ ἐγγύτατα κεῖται. Συμβαίνει δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ἂς τὸ ὀνομάσω ἄτοπον, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, δικαστικῶς μὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Λάρισαν, δασικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, οἰκονομικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων, καὶ διοικητικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος, εἰς ἥν, πάνυ εὐλόγως, καὶ δικαστικῶς δέον νὰ ὑπαχθῇ. Τούτων ἕνεκεν ἀναγκάζομαι, ἐπιμένων, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος δηλώσῃ, τίνος ἕνεκα δὲν ὑπήχθη ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας καὶ δικαστικῶς, διότι πιθανῶς νὰ ὑπάρχῃ σοβαρώτερός τις λόγος, μὴ ἐπιτρέπων τοῦτο, ὅτε μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐρωτήσω, τίς ὁ λόγος οὗτος, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἐν ἡμῖν γεννηθεῖσα ἀπορία διὰ τὴν τοιαύτην παράλειψιν. Ἐπὶ τοῦ βήματος δὲ εὑρισκόμενος, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ὅπως ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δίδρης τῆς ἐπαρχίας, ἧς τυγχάνω ἀντιπρόσωπος, τέλεον καταστραφέντος καὶ ἐρημωθέντος κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, αἰτουμένων ἵνα δωρηθῶσιν αὐτοῖς τὰ χορηγηθέντα βοηθήματα ὑπὸ τὸν τύπον δανείων· διότι, ἂν ζητηθῇ ἡ εἴσπραξις τούτων, θέλουσιν ἀναμφηρίστως ὑποστῇ μείζονα καταστροφὴν καὶ ἀνεπανόρθωτον τῆς ἐκ τοῦ πολέμου προσγενομένης αὐτοῖς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συντάσσομαι τῇ γνώμῃ τῶν κυρίων ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, τῶν ὑποστηριξάντων προσομοίαν αἴτησιν, οὐ μόνον ἐπὶ τῆς σκληρᾶς ἀνάγκης, πάνυ εὐλόγως καὶ δικαίως, ἐρειδομένην, ἀλλὰ καὶ ὑποδεικνυομένην ὑπὸ τῶν διδαγμάτων τῆς νεωτέρας περὶ διεθνοῦς δικαίου ἐπιστήμης, καθ’ ἣν ἔργον, σκοπὸς καὶ τέλος ἔμφρονος καὶ φιλανθρώπου νομοθέτου καὶ κυβερνήτου εἶναι ἡ σμίκρυνσις καὶ ἐλάττωσις διὰ διαφόρων τρόπων καὶ παροχῶν τῶν ἐξ ἀτυχοῦς πολέμου προσγενομένων ζημιῶν, καὶ ἡ ἀνακούφισις τῶν δεινῶν, ὅσα ὑπέστησαν οἱ κατακτηθέντες ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, δι’ ἀρωγῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τῶν μὴ ὑποστάντων τοιαύτας ζημίας ὁμαιμόνων ἀδελφῶν. Πέποιθα δέ, ὅτι, ὑπὸ τοιούτων ἐμφορουμένη αἰσθημάτων ἡ Κυβέρνησις, θέλει τείνει εὐήκοον οὖς εἰς τὴν εὔλογον, δικαίαν καὶ φιλάνθρωπον τῶν εἰρημένων κατοίκων αἴτησιν καὶ παράκλησιν.
§31ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ, διὰ τίνα λόγον ἡ ἐπαρχία Ἰθάκης δὲν ὑπήχθη δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος, ἐνῷ περὶ τούτου ἔχει καὶ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων.
§32ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἵνα ἐξευρεθῇ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων εἴς τινα μέρη, καὶ ἀνευρεθῶσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγένετο τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος ἀπεφάσισε νὰ ὑπαγάγῃ τοὺς δήμους Θυρέας καὶ Βρασιῶν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου, καὶ ἰδίως τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Θὰ φανῇ δὲ ἐκεῖθεν, ὅτι οὐχὶ τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῶν πολιτῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐκυριάρχησεν ἐν ταῖς σκέψεσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλὰ λόγοι κομματικοί, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν πολιτῶν τῶν δύο τούτων δήμων καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν τούτοις νὰ συζητήσω ἐκτενέστερον περὶ τούτου, ἀφοῦ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§33Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, σχετικῶς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Τσιριμώκου λεχθέντα, ν’ ἀπαντήσῃ, διατὶ δὲν ὑπήχθη ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος.
§34Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον περιορισθῆ, κύριοι Βουλευταί, κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου ἐπὶ τῷ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμένει νὰ μὴ διορίζῃ Εἰσαγγελέα εἰς τὴν κενὴν θέσιν τῆς Εἰσαγγελίας Πατρῶν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Ἔλεγον τότε, ὅτι ἡ ἀσύγγνωστος αὕτη ὀλιγωρία τῆς Κυβερνήσεως ἀποβαίνει ἀνυπολογίστου ζημίας πρόξενος εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, περιττὸν δὲ νὰ εἴπω, πόσον ὀλεθρίως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει κοινωνικῆς καταστάσεως ἡ ἐλαττωματικότης τῆς λειτουργίας τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Εἶχον μάλιστα ζητήσει νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων τῆς περιφερείας του, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι παρῆλθον ἤδη ὀκτὼ ἡμέραι, δὲν προσήγαγε τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Ἐν τούτοις ἡ παράλειψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν μ’ ἐνδιαφέρει πολύ, διότι προσέρχομαι ἐφωδιασμένος μὲ σημειώσεις ἀκριβεῖς, ἐξηγμένας ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιθεωρηθέντων γραφείων. Θὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ δι’ αὐτῶν, ὅτι ἡ ἐπιμονή μου, ὅπως προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶναι οὔτε ἄδικος, οὔτε μικρᾶς προσοχῆς ἀξία. Κατὰ τὰς σημειώσεις λοιπόν, ἃς ἔχω ὑπ’ ὄψιν, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πατρῶν ὑπάρχουσι ποινικαὶ ὑποθέσεις πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον 3355, περατωμέναι δὲ ἀπὸ ἀνακριτὰς καὶ ὑποβεβλημέναι εἰς τὸν Εἰσαγγελέα 386, ἀπὸ δὲ τοὺς εἰρηνοδίκας ἐπίσης περατωμέναι 4625, καὶ ἐκκρεμεῖς εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα 1058. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ὑπῆρχον πρὸ τριῶν μηνῶν, ὅτε συνετάχθη ἡ ἔκθεσις, ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέσεις εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Πατρῶν 9,425. Ἀλλὰ μήπως εὑρίσκεται εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἡ Εἰσαγγελία Μεσολογγίου; Ἀκούσατε καὶ τὰ κατ’ αὐτήν. Πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον 2903, περατωμέναι ἀπὸ τοὺς ἀνακριτὰς πρὸς ἔκδοσιν βουλευμάτων 685, περατωμέναι ἀπὸ εἰρηνοδίκας 9755, ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν ἀνάκρισιν 303. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 13,646. Οὐδὲ εἶναι καλλιτέρα ἡ κατάστασις τῆς Εἰσαγγελίας Ἠλείας. Ἰδοὺ καὶ ταύτης ἡ εἰκών. Πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον 5872, περατωμέναι ἀπὸ ἀνακριτὰς 369, ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας ἐπίσης περατωμέναι 1669, καὶ ἐκκρεμεῖς εἰς ἀνακρίσεις 922. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 8,832. Οὕτω δὲ ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων εἰς μόνας τὰς τρεῖς ταύτας Εἰσαγγελίας ἀνέρχεται εἰς τριάκοντα δύο περίπου χιλιάδας, ἐξ αὐτῶν δὲ χρονολογοῦνται πλεῖσται ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ 1894! Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπελπιστικὴ καὶ ἀξιοθρήνητος κατάστασις τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης εἰς μόνας, ὡς εἶπον, τὰς τρεῖς Εἰσαγγελίας· ἀφίνω δὲ ὑμᾶς νὰ κρίνητε καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν λοιπῶν δεκαεννέα. Καὶ ἐρωτῶ, τί πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπελπιστικῆς ταύτης καταστάσεως ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπὶ δύο σχεδὸν ἤδη ἔτη διευθύνει τὰ κοινά; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν! Ἀλλ’ ἐλησμόνησα. Ηὔξησε τὰ Πρωτοδικεῖα, προσθέσασα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 19 καὶ ἄλλα 4, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργήσουν, Θεοῦ θέλοντος, κατὰ τὸν ἐπιόντα Σεπτέμβριον. Καὶ ἐγένετο τὸ θαῦμα τοῦτο ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις πρὶν γείνῃ Ὑπουργὸς ἔλεγε καὶ ἔγραφε δημοσίως, ὅτι καὶ τὸ νὰ σκέπτηταί τις περὶ αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων εἶναι ἔγκλημα! Καὶ ἂν περιωρίζοντο εἰ τὸ νὰ μὴ πράξωσί τι ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦτο θὰ ἦτο τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Ἀλλά, δυστυχῶς, δι’ ὧν ἐνεργοῦσι καὶ πράττουσι, γίνονται πρόξενοι καὶ θετικῆς ζημίας, καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως. Μετέθεσαν ἐκ Πατρῶν τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἀφίνουν τὴν θέσιν κενὴν ἐπὶ τόσους μῆνας. Διὰ λόγους φατριαστικοὺς μετέθεσαν εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους καλὸν δικαστὴν, ὅστις ἦτο καὶ ἀνακριτὴς, καὶ εἰργάζετο μετ’ ἐξαιρετικῆς φιλοπονίας καὶ φιλοτιμίας.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος ἦτο αὐτός;
§36Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ζηλήμων.
§37ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κρατεῖ τὸν γαμβρόν τοῦ κ. Κανακάρη.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, κρατεῖ τὸν γαμβρὸν τοῦ κυρίου Κανακάρη· ἀλλ’ ὁ κ. Σουλτάνης—διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται—εἶναι ἱκανὸς καὶ ἔντιμος δικαστής. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος, ὅπως μὴ συμφωνήσω μαζύ σας, ὅτι ἡ ἐν Πάτραις διατήρησις δικαστοῦ συνδεθέντος διὰ στενῆς συγγενείας μὲ τοὺς κυρίους Ρούφους εἶναι ἔκτροπος.
§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν στέλλεται Εἰσαγγελεὺς εἰς Πάτρας;
§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτᾷ ἐμὲ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διατὶ δὲν στέλλεται Εἰσαγγελεὺς εἰς Πάτρας! Θὰ ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἀντιστρέψω τὸ ἐρώτημα, καὶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ἂν γνωρίζει αὐτὸς, διατὶ δὲν στέλλεται Εἰσαγγελεύς.
§41ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῦ νὰ γνωρίζω ἐγώ!
§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάθετέ το λοιπὸν ἀπὸ ἐμὲ, ὅστις δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν διορίζεται Εἰσαγγελεὺς, καὶ ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν γίνονται αἱ ἄλλαι ἀπαραίτητοι δικαστικαὶ μεταβολαὶ, καὶ ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπάρχει ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἀλλαχοῦ, εἶναι ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν συμφωνοῦν εἰς τὴν μοιρασιά! Ἄλλους θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἄλλους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἄλλους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τρόπον ὥστε δὲν δύνανται νὰ καταλήξουν εἰς ὁριστικὴν συνεννόησιν καὶ συμφωνίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως ἐπάγεται τὴν ἐκκρεμότητα εἰς βάρος τῆς κοινωνίας. Εἶπον ὅτι ἐκ Πατρῶν μετέθεσε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἕνα τῶν ἀνακριτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὸν Πύργον δὲν ἔπραξε τὰ ἴδια; Ὑπῆρχεν ἐκεῖ εἷς μόνιμος ἀντεισαγγελεύς, ὅστις ἦτο ζηλωτὴς τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν μετέθεσε δυσμενῶς, διότι δὲν ἦτο ἀρεστὸς εἰς τοὺς φίλους του.
§43ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀκεραιότατος.
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως, ὡς ἠκούσατε, ὑπάρχουν ἐν Πύργῳ ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέσεις 9,000!
§45ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγένοντο 5 ἢ 6 μεταθέσεις τοῦ ἀντεισαγγελέως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§46ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταβατικός.
§47ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς Μεσολόγγιον, ἔνθα, ὡς εἶπον, ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις περὶ τὰς 13,000, ὑπάρχει εἷς μόνος Εἰσαγγελεύς. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος εἶναι κάλλιστος, ἀλλὰ τί νὰ κάμῃ μόνος του; Εἶναι συγγενὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν διώρισε λόγῳ συγγενείας, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ὁ διορισμὸς αὐτός. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι τὸν εἶχε κατ’ ἀρχὰς τοποθετήσει εἰς Ζάκυνθον, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο ἀρεστὸς εἰς τοὺς ἐκεῖ κυβερνητικοὺς φίλους, τὸν μετέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρῶτον μὲν εἰς Κυπαρισσίαν, κατόπιν δὲ εἰς Μεσολόγγιον, ὅπου τὸν ἀφῆκεν ἄνευ ἀντεισαγγελέως, ἵνα μὴ δύνηται, παρ’ ὅλην τὴν καλήν του θέλησιν, νὰ ἐπιφέρῃ αἰσθητὴν βελτίωσιν. Καὶ ἔπειτα μᾶς ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ ἐνημερότητος τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, καὶ καυχᾶται διὰ τὸ κατόρθωμα τοῦτο! Ἀλλὰ ποῦ εὑρέθη αὐτὴ ἡ ἐνημερότης τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Ἐφετείων; Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν εἶναι πολὺ μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι ἐνήμερον, σήμερον δὲ ἀνεγίνωσκον ἐπιστολὴν ἐκ Ναυπλίου, καθ’ ἣν τὸ ἐκεῖ Ἐφετεῖον εἶναι πελαγωμένον, διότι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἡ ἀναμφισβήτητος ἱκανότης καὶ ἔκτακτος φιλοπονία τοῦ κ. Προέδρου, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέθεσεν ἐκεῖθεν τέσσαρας ἐφέτας, ἵν’ ἀνταποκριθῇ εἰς πόθους καὶ ἐπιθυμίας οὐδὲν τὸ κοινὸν ἐχούσας πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Οὐδὲ πιστεύω, ὅτι τὰ λοιπὰ πολιτικὰ Δικαστήρια διατελοῦσιν εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὧν μίαν ἀποτελεῖ καὶ τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῇ τις ὡς ἀκριβῆ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ἐνημερότητος τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, ποίαν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀπέναντι τῆς οἰκτρᾶς εἰκόνος, ἣν μᾶς παρουσιάζει ἡ ἐξηρθρωμένη καὶ ξεχαρβαλωμένη Ποινικὴ Δικαιοσύνη; Ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς κομπορρήμονος ἀγορεύσεώς του κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 καταλήγει εἰς βέβαιον περίσσευμα τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἄν ἡ περὶ τοῦ περισσεύματος διαβεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τώρα δέχομαι, πρὸς χάριν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀληθῶς τὸ ἔτος 1899 ἀφῆκε περίσσευμα ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ἐρωτῶ: πόθεν προέρχονται τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Δὲν προέρχονται ἀπὸ τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ; Ἀλλὰ τότε τί δίδετε εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν φόρων του; Ὅταν δὲν λαμβάνητε πρόνοιαν περὶ τῆς Δικαιοσύνης, τί δικαίωμα ἔχετε νὰ ἐπικαλῆσθε ὡς μέγα τι κατόρθωμα, ὅτι εἰσεπράξατε δι’ ἀπηνῶν καὶ ἀδυσωπήτων καταδιώξεων ἑκατὸν ἕνδεκα ἑκατομμύρια δραχμῶν; Θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ καυχᾶσθε διὰ τὰς μεγάλας εἰσπράξεις καὶ διὰ τὰ περισσεύματα, ἂν ἠδύνασθε ν’ ἀποδείξητε συγχρόνως, ὅτι τὰ ἐκ τῶν φόρων προερχόμενα ἑκατομμύρια δαπανῶνται μετὰ φειδοῦς καὶ σκοπιμότητος ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς καὶ εὐημερίας τοῦ λαοῦ, ὅστις τὰ πληρώνει. Ὅταν ὅμως ἀφίνητε τὴν Δικαιοσύνην νὰ σήπηται καὶ νὰ φθείρηται ἐντὸς τῶν τελμάτων τῆς ἀδρανείας καὶ ἀδιαφορίας σας, οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ μεγαλαυχῆτε διὰ τὰ περισσεύματα, ἂν πράγματι ὑπάρχουν τοιαῦτα. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν στεφάνους, διότι δὲν εἶσθε ἄξιοι αὐτῶν. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον κυβερνᾶτε, κατέστητε ἄξιοι ἐκδιώξεως ἐκ τοῦ ναοῦ τῆς τῶν δημοσίων πραγμάτων διευθύνσεως, διότι μετεβάλετε ἀληθῶς τὸν ναὸν τοῦτον εἰς οἶκον γενικῆς συναλλαγῆς, ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν καὶ ἀπεχθεστέραν αὐτῆς μορφήν.
§48ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἠλείαν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Δικαστηρίου· διότι, ἐνῷ τὸ προσωπικὸν μέχρι πρό τινος ἀπετελεῖτο ἀπὸ 6 μόνον δικαστάς, προσέθηκεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις 2, καὶ νῦν ἀποτελεῖται τὸ Πρωτοδικεῖον ἀπὸ 8 δικαστάς· ἐργάζεται δὲ τὸ Πλημμελειοδικεῖον συντονώτατα, δὶς τῆς ἑβδομάδος, ἀνὰ δύο ἡμέρας, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε εἰσήγοντο 50–60 ὑποθέσεις, σήμερον εἰσάγονται 90 ἕως 100. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἀντεισαγγελέα κ. Κωνσταντινόπουλον, οὗτος μετετέθη ἐκεῖθεν διότι ἦλθεν εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Μελετόπουλον, ἕνα τῶν ἀκεραιοτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους.
§49Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγράφη ἔν τινι ἐφημερίδι, ἐπανελήφθη δὲ καὶ ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, τοῦ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πρωτοδικῶν κ. Κωνσταντινόπουλος μετετέθη ἐκ Πύργου διὰ τῆς παρεμβάσεως ἡμῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι παρακληθεὶς δῆθεν παρ’ ἡμῶν δὲν ἔστερξε νὰ μᾶς ὑπηρετήσῃ, ὡς ἀνταπόκρισίς τις ἐκεῖθεν ἀνέφερεν, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ποιήσωμαι τὴν ἑξῆς δήλωσιν ἐνώπιον ἁπάσης τῆς Βουλῆς. Εὐθὺς ὡς εἶδον, ἐν Πύργῳ εὑρισκόμενος, ἀναγραφεῖσαν τὴν εἴδησιν ἐκείνην, προέβην εἰς τὴν ἑξῆς ἐνέργειαν· ἐτηλεγράφησα ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ἵνα μεταβῇ ἐκεῖ καὶ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν. Ὁ κ. Ὑπουργός, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου ἐκείνην, διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα, ὅστις μεταβὰς καὶ ἐνεργήσας αὐστηρὰς ἀνακρίσεις, ἀπήντησεν, ὅτι τὰ γραφέντα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Πρωΐᾳ», σχετικῶς πρὸς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως Κωνσταντινοπούλου ἐκ Πύργου, εἶναι κακοήθεις συκοφαντίαι, ἀποτέλεσμα τοῦ πολιτικοῦ ἐκεῖ ἀνταγωνισμοῦ, ὅστις τελεῖται κατὰ τρόπον ἐπαίσχυντον.
§50Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαρίστως, Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον, καὶ εὐγνωμονῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Πατρῶν, διότι μοὶ ἔδωκε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω τὰ ἀφορῶντα τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην. Θὰ τ’ ἀναπτύξω δὲ ἐνώπιον ὑμῶν ἐν λεπτομερείᾳ, καὶ θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι σήμερον ὁμολογουμένως ἡ κατάστασις τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης εἶναι πολὺ κρείσσων τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο ἄλλοτε. Λυποῦμαι μόνον, διότι δὲν ἔχω σήμερον—θὰ τοὺς ἔχω ὅμως αὔριον, διότι εἶναι πλήρεις,—τοὺς πίνακας τῆς στατιστικῆς, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῶσιν ὅσα λέγω. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν ἔλεγχον, καὶ εὐχαρίστως τὸν ἀποδέχομαι· τὸν ἔλεγχον ὅμως τὸν ἐννοῶ περιοριζόμενον ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ περιορίζηται, Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, ἔπρεπε νὰ παραβάλῃ τὴν κατάστασιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης τὴν σημερινὴν πρὸς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εὕρομεν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πῶς ἐγὼ ἐπανειλημμένως, εἰς παρελθούσας Συνόδους, ἀδιαφορῶν ποῖοι ἐκάθηντο εἰς τὰς ἕδρας ἐκείνας,—καὶ ὅταν φίλοι μου ἀκόμη ἐκάθηντο,—διεξετραγώδησα τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης...
§51ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§52ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Μοὶ ἦτο λοιπὸν ἐπιβεβλημένον, ὅσον εἰς οὐδένα ἄλλον, νὰ φροντίσω περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς. Καὶ λέγω ὅτι ἐφρόντισα, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ φροντίσῃ τις δι’ ἐπανειλημμένων διαταγῶν, δι’ ἐπανειλημμένων ἐγκυκλίων ἐπεζήτησα ἀπό τε τοὺς ἀνακριτὰς καὶ τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, ὅσον οἷόν τε, ἐνημερότητα. Ἔχω δὲ τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι σήμερον ὑπόδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς, —κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔλαβον,—δὲν εἶναι παρὰ μόνον, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, 5, καὶ 2 ἀρχαιότεροι. Ὅτε δὲ ἡμεῖς παρελάβομεν τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, καὶ ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τί εὑρῆκα; Εὑρῆκα, Κύριοι, ὑποδίκους κρατουμένους ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν ὑποδίκων ἀπὸ ἑνὸς ἔτους καὶ πλειότερον. Πῶς ἐπετεύχθη τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο; Δι’ ἐπανειλημμένων διαταγῶν, δι’ ἐπανειλημμένων παραινέσεων. Σήμερον δ’ ἔχετε τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεζητεῖτε πάντοτε, ἡ ὑποδικία νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν μικρά. Ἐγὼ δὲ οὐδ’ εἰς αὐτὸ ἠρκέσθην· ἐνῷ 5 μόνον κρατοῦνται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ἐζήτησα καὶ σήμερον ἀκόμη τὸν λόγον τῆς κρατήσεως αὐτῶν, καὶ ἠξίωσα τὴν ταχίστην περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων. Καὶ ὅμως, Κύριοι, μὲ αἰτιῶνται! Διὰ τοῦτο ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ὅρια. Μὲ κακίζουν, Κύριοι, διότι μένει κενὴ ἡ Εἰσαγγελία τῶν Πατρῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ μῆνας ἤδη μένει ἡ Εἰσαγγελία τῶν Πατρῶν κενή. Ἀλλά, Κύριοι, εἰς τὰς Πάτρας διευθύνει τὴν Εἰσαγγελίαν ἀντεισαγγελεὺς ἱκανώτατος, παρὰ τῷ Εἰσαγγελεῖ δ’ ἐκείνῳ εἶναι καὶ ἀντεισαγγελεύς, καὶ διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, θὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν δύο αὐτῶν δὲν ὑστέρησε τῆς προηγουμένης ἐνεργείας. Ποῦ προσκόπτει, Κύριοι, ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη; Προσκόπτει εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τὰς Εἰσαγγελίας, προσκόπτει εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα...
§53ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο μένει;
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Ποῖα μέτρα ἐλάβομεν καὶ διὰ τὰ τρία ταῦτα σημεῖα; Ἐκεῖ, ὅπου πρῶτον κυρίως ἀπαντᾶται τὸ κακόν, εἶναι ἡ συσσώρευσις τῶν δικογραφιῶν ἐν ταῖς Εἰσαγγελικοῖς γραφείοις. Διατί; Διότι δὲν ὑπάρχουσι Πλημμελειοδικεῖα ἀρκετὰ πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῶν. Καὶ ἠκούσατε τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Πατρῶν εἰπόντα, ὅτι εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πατρῶν εἶναι χίλιαι ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς, ἕτοιμαι πρὸς εἰσαγωγὴν, καὶ ἐρωτῶντα: «τί ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης;» Δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ πλειότερον ἀφ’ ὅ,τι ἔκαμεν. Ὑπεχρέωσε τὰ Δικαστήρια νὰ αὐξήσωσι τὰς συνεδριάσεις αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, πότε ἄλλοτε τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πατρῶν ἐδίκασε τόσα πλημμελήματα, ὅσα σήμερον; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ...
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§56ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ, παρὰ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδέας μου.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσάγονται ὀγδοήκοντα ὑποθέσεις. Ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι θὰ ἦτο ὑπεράνθρωπον νὰ δικάζουν τρεῖς δικασταὶ καὶ δύο ἐπικουρικοὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ὀγδοήκοντα ὑποθέσεις. Τί γίνεται λοιπόν; Ἐκδικάζεται μόνον τὸ ἓν τρίτον τῶν ὑποθέσεων, καὶ τὰ δύο τρίτα ἀναβάλλονται· καὶ οὕτως ἐρχόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ μεριμνήσητε, ὅπως καταστῇ ἐπαρκὲς τὸ προσωπικὸν τοῦ Πλημμελειοδικείου;
§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπόν ἐν τρισὶ συνεδριάσεσιν εἰσάγονται 240 ὑποθέσεις, ἤτοι καθ’ ἑβδομάδα, καὶ οἱ δικασταὶ, καίπερ ἐργαζόμενοι ὑπερανθρώπως, ἀδυνατοῦσι νὰ ἐπαρκέσωσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πταίει, ἂν οἱ δικασταὶ, ὑπερανθρώπως ἐργαζόμενοι, δὲν ἐπαρκοῦν; Τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; Ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἀκόμη ἀριθμὸς πλημμελειοδικῶν.
§59ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ κάμητε, καὶ πρέπει.
§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν εὐθύνει ἡμᾶς, ἂν δὲν προσετέθη ἀριθμὸς δικαστῶν, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων.
§61ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἆ! ἆ!
§62ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ λόγου, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν δικαστὰς ἄλλους, παρὰ τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους. Ἡμεῖς δ’ ἐφέραμεν νόμον, βλέποντες τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἠλαττώσαμεν τὴν θητείαν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων εἰς ἓν ἔτος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τοὺς προβιβάσωμεν, καὶ ἐπροβιβάσαμεν πάντας, ὅσοι συνεπλήρωσαν τὴν θητείαν των. Λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πταίει, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπερανθρώπως, ἐπαναλαμβάνω, ἐργαζομένων, δὲν ἐπαρκεῖ; Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὰς Εἰσαγγελίας. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων ἐπέτυχε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πολιτικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἀπέβη ἐπιβλαβὴς ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου κατηργήθησαν οἱ ἀντεισαγγελεῖς, καὶ ἐπετράπη, ἵνα οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι ἐπὶ ἑξαμηνίαν ἐργάζωνται εἰς τὰς Εἰσαγγελίας. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε ποίαν ἐργασίαν δύνανται νὰ προσφέρουν νέοι τὸ πρῶτον εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ γνωρίζοντες, ὅτι προσωρινῶς θὰ διευθύνωσι τὴν Εἰσαγγελίαν. Αἱ Εἰσαγγελίαι εἶχον ἀνάγκην πεπειραμένων ὑπαλλήλων...
§63ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν διορίζετε τοιούτους;
§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἔχω. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι μόνον προϋπηρετήσαντες πρέπει νὰ διορισθῶσι, καὶ δὲν ἔχομεν τοιούτους. Ἐὰν ἔχητε ἱκανοὺς προϋπηρετήσαντας, τοὺς διορίζω ἀμέσως. Ἀντεισαγγελεῖς δὲ εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἔχομεν πέντε· δύο ἐδῶ, ἕνα εἰς τὰς Πάτρας, ἕνα εἰς Ναύπλιον καὶ ἕνα ἐν Τριπόλει...
§65ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑμεῖς συνεστήσατε τέσσαρα Πρωτοδικεῖα.
§66ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Λοιπὸν ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν εἰς τὰς Εἰσαγγελίας μένουσιν ἐκκρεμεῖς αἱ δικογραφίαι, μὴ κατορθουμένου νὰ ἐπεξεργασθῶσι. Μὲ ἠτιάθησαν,—καὶ δέχομαι τὸν ἔλεγχον διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα,—μὲ ἠτιάθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ ἐνταῦθα, ὅτι μετέθεσα τὸν ἀντεισαγγελέα Κωνσταντινόπουλον ἐξ Ἠλείας εἰς Κυπαρισσίαν.
§67ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ πόσον χρόνον, ἀφ’ ἧς ἐπῆγεν εἰς Ἠλείαν;
§68ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ ἕνα μῆνα... Μεταθέτω τὸν Κωνσταντινόπουλον ἀπὸ τὰς Καλάμας...
§69ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ τὸν μετεθέσατε;
§70ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ λόγους ὑπηρεσίας μετετέθη εἰς τὴν Ἠλείαν, καὶ μετετέθη διότι ἡ κατάστασις τῆς Εἰσαγγελίας τῆς Ἠλείας, ὡς τὴν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἀπῄτει Εἰσαγγελέα. Ἐπανειλημμέναι ἦσαν αἱ αἰτήσεις...
§71ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπὸν διατὶ τὸν μετεθέσατε ἀπὸ ἐκεῖ;
§72ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι ἦλθεν ἀμέσως εἰς ῥῆξιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπιμόνως ἐζήτει τὴν μετάθεσίν του. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲ, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς φέρω, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον ἀποφασίσει τὴν μετάθεσίν του· ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν ἐπανειλημμένως μοὶ ἐζήτει νὰ πέμψω Εἰσαγγελέα εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, διότι ἡ Εἰσαγγελία ἐκείνη ἐσταμάτησεν. Ἐκ τῶν χρονολογιῶν δὲ τῶν ἐγγράφων θὰ πεισθῆτε, ὅτι μετὰ πέντε ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τότε ἀπεφάσισα τὴν μετάθεσιν. Καὶ ἐπειδὴ εἶπόν τινες, ὅτι μετετέθη τῇ αἰτήσει τοῦ βουλευτοῦ Στεφανοπούλου, διέταξα εὐθὺς νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις περὶ τοῦ λεχθέντος, ὅτι μετετέθη διότι δὲν ἐπέτρεψε νὰ δίδωνται δικογραφίαι εἰς δικηγόρους. Δὲν ἠρκέσθην δὲ μόνον εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐν Ἠλείᾳ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ καὶ, μετὰ τὴν βεβαίωσιν αὐτὴν, καθ’ ἣν διεβεβαιοῦτο ὅτι εἶναι ψευδέστατον τοῦτο, παρήγγειλα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ μετέβη εἰς Ἠλείαν, ἵνα ἐξετάσῃ· ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐξετάσεως ἐκείνης εἶναι, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο, οἱ ἴδιοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἦτο πιθανὸν νὰ καταθέσουν τοῦτο, εἶπον ὅτι εἶναι ψευδέστατον. Μὲ κακίζουν, Κύριοι, διότι μετέθεσα τὸν κ. Ζηλήμονα. Ἐν πρώτοις πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν συγκροτεῖται σήμερον τόσον ἐπιτυχῶς, ὅσον ἴσως οὐδὲν ἄλλο Πρωτοδικεῖον· ἔχει δὲ προστεθῆ ἀκόμη καὶ εἷς δικαστὴς πέραν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ. Καὶ ἔπειτα λέγετε, ὅτι δὲν ἔλαβον πρόνοιαν περὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν! Δὲν ἤκουσα νὰ εἴπουν τίποτε θετικὸν καὶ ὡρισμένον περὶ τῆς διαχειρίσεώς μου ὡς Ὑπουργοῦ. Διαχειρίζομαι ἐπὶ 18 ἤδη μῆνας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ αἱ αἰτιάσεις ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, διατὶ μετετέθη ὁ Κωνσταντινόπουλος, διατὶ μετετέθη εἷς Εἰσαγγελεὺς καὶ εἷς πρωτοδίκης ἢ ἐφέτης. Ὅτε δὲ μετετίθεντο κατὰ δεκάδας οἱ Εἰσαγγελεῖς, κατὰ δεκάδας οἱ πρωτοδίκαι, τότε τὰ πράγματα εἶχον ἄλλως. Μὲ κακίζουν ἀκόμη, διατὶ μετέθεσα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ζακύνθῳ Πλημμελειοδικῶν—καὶ οἱ λέγοντες ταῦτα ὁμολογοῦσιν, ὅτι εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων Εἰσαγγελέων.—Τὸν μετέθεσα τῷ ὄντι παρὰ τὴν θέλησίν του, ἀλλὰ τὸν μετέθεσα, διότι ἡ κατάστασις τῆς Εἰσαγγελίας Μεσολογγίου ἦτο οἰκτρά· διότι ὁ ἐκεῖ Εἰσαγγελεὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχεν ἀποδειχθῆ μὴ δυνάμενος νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ σταλῇ καὶ ἐστάλη ὁ Εἰσαγγελεὺς Ζακύνθου ἐκεῖ, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι ἐκεῖ θὰ κάμῃ τὸ στάδιόν του...
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ κάμῃ τὰ ἴδια ἀλλοῦ ὁ μετατεθεὶς Εἰσαγγελεύς; Τί ἐκάματε δι’ αὐτόν;
§74ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔκαμα μόνον τοῦτο· παρέπεμψα τὴν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν μετατεθέντα Εἰσαγγελέα Μεσολογγίου, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, τὸν ἁρμόδιον νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἀναβάλλεται πολὺν καιρόν.
§76ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τοῦ Εἰσαγγελέως ἔργον. Θὰ φέρω πληροφορίας καὶ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταδειχθῇ, ποία ἐργασία ἐγίνετο πρὶν εἰς τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια, καὶ ποία νῦν. Θὰ ἴδητε, ὅτι κατὰ τὸ 1899 τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια ἔκαμαν ἐργασίαν διπλασίαν, ἐξέδωκαν βουλεύματα διπλάσια παρ’ ἄλλοτε, ἐξεδικάσθησαν ὑποθέσεις διπλάσιαι παρ’ ἄλλοτε. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν δύναμιν τοῦ Ἡρακλέους, βεβαίως δὲν δύναμαι 70 χιλιάδας ἀνακρίσεις ἐν ἑνὶ ἔτει νὰ τὰς περατώσω· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀριθμῶν θὰ φανῇ, καὶ θὰ πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς, — διότι πάντες πιστεύω, εἰλικρινῶς καὶ ἄνευ προκαταλήψεως κρίνουν, — θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἐργασία ἡ καταβληθεῖσα, ἂν δὲν ἐπέφερε τέλειον τὸ ἀποτέλεσμα, ἠλάττωσεν ὅμως σπουδαίως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, τῶν παρά τε τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις καὶ τῶν ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν· θὰ πεισθῆτε δέ, ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη, γοργῶς καὶ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχέως ἐργαζομένη, ἠλάττωσε κατὰ μέγιστον ἀριθμὸν τὸ κακὸν τῆς ὑποδικίας, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εὐλόγως παρεπονεῖτο.
§77ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀγορεύων εἶπεν: «Ὑποδείξατέ μου ἀντεισαγγελεῖς προϋπηρετήσαντας, ἵνα τοὺς διορίσω ἀμέσως». Τῷ ὑποδεικνύω ἀμέσως τοιούτους τρεῖς· εἶναι ὁ Τσιμπουράκης, ὁ Καρακᾶς καὶ ὁ Εὐστράτιος Ἰωαννίδης.
§78ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τέλειος κάτοχος τοῦ λόγου καὶ ἐμπειρότατος, κατώρθωσεν, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος τῷ ἐγένετο δι’ ὅσα δὲν ἔπραξε, κατώρθωσε, λέγω, νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα, νὰ πλέξῃ δὲ ἑαυτῷ ἐγκώμια δι’ ὅσα οὐχὶ αὐτὸς ἔπραξεν, ἀλλὰ δι’ ὅσα ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης ἐπράχθησαν· δι’ ἐπιχειρημάτων δηλαδή, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐξηρθρωμένη, — καὶ δὲν συμφωνῶ κατὰ τοῦτο μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, — ἀλλ’ ἔχει ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία τῇ ἐμπρέπει, καὶ εἶναι ἀξία θαυμασμοῦ, διότι, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καταβάλλονται, ἵνα καταστήσωσι τὴν Δικαιοσύνην θεραπαινίδα τῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν, ἡ Δικαιοσύνη ἀνθίσταται, ἀμυνομένη κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ τὴν ποδηγετῇ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της. Ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον κάμνει ἡ κατάστασις τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐν Πάτραις καὶ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ μέρη τὰ πλησίον τῶν Πατρῶν. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης· ἡ Δικαιοσύνη κρατεῖ ἐν ἑαυτῇ ὅ,τι κρατεῖ, ἀλλὰ τὸ κρατεῖ ἀγωνιζομένη ἀπέναντι ὅλων τῶν ἐπιθέσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερα. Τί δὲ ἔκαμε διὰ τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις; Ἰδοὺ τὸ ζητούμενον. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ κάμῃ τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τίποτε πλειότερον· δὲν ἤλπιζον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι, ὅτι καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μονονουχὶ ζητεῖ νὰ τῷ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης· προεκάλεσε δὲ ἡμᾶς ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι οὐδεμία ἄλλη ποτὲ Κυβέρνησις ἔκαμεν ὀλιγωτέρας δικαστικὰς μεταβολὰς ἀφ’ ὅσας ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Τοιαύτη δὲ μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις, ὥστε ἀπὸ χθὲς ἀνέτρεξα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀνεύρω τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν μεταθέσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ σχηματίσω ἐντεῦθεν καὶ ἐγὼ πεποίθησιν, καὶ νὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ εὐσυνειδήτως νὰ ἐκφράσω τὴν ζητουμένην εὐγνωμοσύνην μου πρὸς αὐτόν. Δὲν θὰ καταγείνω εἰς λεπτομερείας, διότι ἄλλως καὶ δὲν ἐπεράτωσα εἰσέτι τὰς σχετικὰς ἐρεύνας μου. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσχηματίσθη κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου 1899, ἐπρόκειντο δὲ ἐκλογαὶ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1899. Πᾶσαι μεταβολαὶ ἐγένοντο εἰρηνοδικῶν; Προσέξατε, παρακαλῶ, διὰ νὰ χαρακτηρήσητε ἀκριβῶς τὴν πορείαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς Δικαιοσύνης. Εἰρηνοδικεῖον Μεγαλοπόλεως. Ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως (ἀρχαὶ Ἀπριλίου τοῦ 1899) μέχρι τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν (Σεπτέμβριος τοῦ 1899) μεταβολαὶ 4. Εἰρηνοδικεῖον Πάρνωνος, μεταβολαὶ 4. Εἰρηνοδικεῖον Μήλου, 3. Εἰρηνοδικεῖον Ἀνάφης, 4. Σίφνου 3. Τρικκαίων 3. Τρικολλώνων 3. Νυμφασίας 3. Ἐν συνόλῳ δὲ ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν δὲν ὑπῆρξαν ἢ ἐλάχιστα, πέντε ἢ δέκα, Εἰρηνοδικεῖα, τῶν ὁποίων τὸ προσωπικὸν νὰ μὴ μετεβλήθη. Αὐτὴ εἶναι μέριμνα ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης! Ἀλλὰ θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἔλθω καὶ εἰς ἄλλα Δικαστήρια; Νομίζετε ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνασκεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβάζειν καὶ μεταθέτειν τοὺς δικαστὰς, τοῦ πληροῦν τὰς κενὰς θέσεις;
§79ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ....
§80ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θέλω νὰ παραπονεθῶ, ὅτι παρατείνετε τὴν κατάστασιν τὴν ἐκκρεμῆ. Ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος δὲν συνεπληρώσατε τὰς θέσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ παραλύσῃ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ἔχετε ἐπὶ ἓν ἔτος ὁλόκληρον ἀφήσει κενὰς τὰς θέσεις Προέδρων Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν· γνωρίζομεν δὲ πάντες, διατὶ τὰς ἀφίνετε κενάς. Δὲν εἶναι ὁ λόγος, ὅτι δὲν εὑρίσκετε τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα διὰ τὰς θέσεις ταύτας· τὰ πρόσωπα εἶναι ἐνδεδειγμένα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένα ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐνδεικνύωσι πρὸς ὑμᾶς τὰ πρόσωπα πρὸς προαγωγὴν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ξεχαρβάλωμα τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτής· εἶναι δὲ θαῦμα, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη μένει εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου μένει, καὶ διὰ τοῦτο ἐξέφρασα τὸν θαυμασμόν μου πρὸς αὐτὴν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ν’ ἀναφέρωμεν περιστατικὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ ἀνώτερα, καὶ ὄχι εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἀναφέρω περιστατικὰ, δὲν ἔχω εἰς χεῖράς μου, κύριε Ὑπουργὲ, τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀπαιτουμένους, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασισθῶ καὶ νὰ ἐλέγξω, διότι δὲν συνεπλήρωσα, ὡς εἶπον, τὰς ἐρεύνας μου. Ὑμεῖς ἀνήλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἀνεφέρατε ἀριθμοὺς, καὶ παρεστήσατε ὅ,τι παρεστήσατε. Ὅταν λάβω τοὺς ἀριθμοὺς, θὰ ἐλέγξω. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ διακηρύξω, εἶναι, ὅτι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀνώτεροι, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ πρωτοδίκου καὶ ἄνω, κατέστησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ὑμῶν ἀεικίνητοι· καὶ ὁ λόγος τῶν ἀλλεπαλλήλων αὐτῶν μεταθέσεων δὲν δίδεται ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐδόθη ὁ λόγος τῆς μεταθέσεως τοῦ Κωνσταντινοπούλου ἐκ Πύργου, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη ὁ λόγος τῆς τετραπλῆς μεταθέσεως τοῦ Κωνσταντινοπούλου ἐκ τῶν ἄλλων Εἰσαγγελιῶν.
§81ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μετετέθη ὁ κ. Κωνσταντινόπουλος ἐκ Πύργου, δὲν εἶναι ὑπηρεσιακός· εἶναι...
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§83ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφίνω τὸν κ. Κωνσταντινόπουλον. Ποῖοι οἱ λόγοι τῶν ἀλλεπαλλήλων μεταθέσεων τοῦ πρωτοδίκου κ. Φλασκάκη; ποῖοι οἱ λόγοι τῶν ἀλλεπαλλήλων μεταθέσεων ἄλλων πρωτοδικῶν; Τίς λόγος σοβαρὸς ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταθέσῃ ἐντεῦθεν τὸν ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Κοσσονᾶκον καὶ τὸν ἐφέτην Τραμουντάναν; Νομίζετε, ὅτι, ὁσαδήποτε καὶ ἂν λέγητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ πιστεύσωμεν; Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ γνωρίζομεν διὰ τίνας λόγους γίνονται αἱ μετακινήσεις τῶν προσώπων ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Τοιαῦτα εἶναι ἐν γένει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖτε ἔπαινον· μέτρα τείνοντα εἰς ξεχαρβάλωμα τῆς Δικαιοσύνης, μέτρα τὰ ὁποῖα ὑμεῖς αὐτὸς κατηγγέλλετε ἄλλοτε ὡς ἐγκλήματα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης.
§84Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδείχθη ἐπιτηδειότατος χειριστὴς τοῦ λόγου, διότι ὁμιλῶν μᾶς εἶπε: «Τί μου κατηγορεῖτε; Τὴν μετάθεσιν τοῦ Κωνσταντινοπούλου, τοῦ Εἰσαγγελέως Ζακύνθου καὶ τοῦ Ζηλήμονος ἐκ Πατρῶν.» Καὶ ἐδικαιολόγησε ταύτας. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως ν’ ἀπαντήσῃ ἀκριβῶς εἰς ὅ,τι τῷ εἶπον, δὲν ἐδικαιολόγησε διόλου, διατὶ ἀφίνει τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πατρῶν μὲ ἕνα μόνον ἀντεισαγγελέα, ὅστις, εὐτυχῶς διὰ τὰς Πάτρας, εἶναι καὶ ἱκανώτατος καὶ ἐντιμότατος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπαρκεῖ μόνος. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναμένει νὰ προέλθωσιν ἐκ τῶν νηπιαγωγείων Εἰσαγγελεῖς, καὶ ὅταν ἀνδρωθῶσι, τότε νὰ πληρώσῃ τὰς ἕδρας ἐκείνας. Δικηγόρος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὤφειλε νὰ τοὺς εὕρῃ, διότι πλέον παντὸς ἄλλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πολὺ καλὰ τὰ πρόσωπα, καὶ νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὴν Εἰσαγγελίαν ἐκείνην, καὶ νὰ μὴ μένῃ χηρεύουσα Εἰσαγγελία, ἡ ὁποία φέρει τὸ βάρος τριῶν ἐπαρχιῶν. Ἐρευνῶν τις τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας κατήγγειλεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, βλέπει ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη κατήντησεν ὡς τὰ Ὑπουργεῖα· οἱ προφυλακισμένοι ἀναγκάζονται νὰ προστρέχωσιν εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἐκλιπαροῦντες οὐδὲν ἕτερον ἢ νὰ σταλῇ περατωμένη ἡ ὑπόθεσίς των, ἢ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς· καὶ ἐπὶ τέλους κατηντήσαμεν, κανεὶς νὰ μὴ πιστεύῃ, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι, ἀλλ’ ὅτι, ὅστις δύναται, καὶ ἡ ὑπόθεσίς του προτιμᾶται, καὶ τὸ βούλευμά του ἐκδίδεται· ἀλλ’ ὅστις δὲν ἔχει τὰ μέσα, θὰ κάθηται εἰς τὴν φυλακήν! Ἀλλ’ ἄλλο, Κύριοι, εἶναι τὸ σπουδαιότερον καὶ σοβαρώτερον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπήντησεν ἱκανοποιητικῶς. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκάθητο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην τὴν ἰδίαν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὅμως, ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐκράτει τότε, καὶ τῇ εἶπεν: «140 χιλιάδες ποινικαὶ ὑποθέσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς. Τί κάμνετε; ποῦ εἶσθε;» Σήμερον λέγει: «Ἀπὸ 70 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀνέλαβον ἐκκρεμεῖς πρὸς ἀνάκρισιν ὑποθέσεις, τὰς κατεβίβασα εἰς 68 ἢ 67 χιλιάδας». Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν βαίνωμεν καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφίνει νὰ βαίνωσι τὰ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως θὰ ζητήσωμεν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι διακανονισμὸν δικαίου, καὶ ἀφοῦ φθάσωμεν νὰ ἤμεθα οἱ ἡμίσεις κατηγορούμενοι, τότε θὰ ζητήσωμεν καὶ θὰ φέρωμεν νόμον εὐεργετικὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν ὅλους τοὺς παλαιοὺς ἐγκληματίας, λέγοντες αὐτοῖς: «εἶσθε ἐλεύθεροι καὶ ἀθῶοι· καταργοῦμεν τὰς δίκας!» Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: «τί νὰ σᾶς κάμω;» Ὡς βλέπετε, εἶναι χειριστὴς τοῦ λόγου ἐπιτηδειότατος, καὶ ἀγαθώτατος ἄνθρωπος (ἱλαρότης). Τί νὰ μᾶς κάμητε; Νὰ ἐνισχύσητε τὰ Δικαστήρια. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο; Νὰ τιμωρήσητε τοὺς μὴ ἐργαζομένους. Δὲν ἀρκεῖ καὶ τοῦτο; Νὰ λάβητε μέτρα νομοθετικά. Ἰδοὺ τί κάμνουν οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως ἐκείνης· ἄλλως παραιτοῦνται. (Εὖγε!).
§85Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ συζήτησις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν λειτουργούσης Δικαιοσύνης πολλάκις προεκλήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς πᾶσαν στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα τοῦτο προκαλεῖται, εὑρέθη πρόθυμος ν’ ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ εὑρέθη πρόθυμος ν’ ἀπαντήσῃ, μίαν καὶ μόνην ἔχων ἰδέαν, φρονῶν ὅτι μίαν καὶ μόνην ἔχει μέριμναν, φρονῶν ὅτι μίαν καὶ μόνην ἔχει ἐντολήν, πῶς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἐμειώθησαν. Καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦτο ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ εἴπῃ, ὅτι κατώρθωσε νὰ μειώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν. Ἀλλ’ ἆρά γε τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης τοῦτο εἶναι τὸ ὕψιστον, τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες ζήτημα; Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, ἔβλεπον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀσχολούμενον περὶ τὴν οὐσίαν τῆς ἀπονεμομένης δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, θὰ ἔχαιρον, καὶ θὰ ἐπεκρότουν αὐτόν, ἐὰν ἀπεδείκνυεν, ὅτι καὶ μικρόν τι βῆμα βελτιώσεως ἐποιήσατο ἡ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀπονομῆς τοῦ κατ’ οὐσίαν δικαίου. Βλέπων ὅμως, ὅτι οὐδαμῶς προσέχει εἰς τὸ οὐσιῶδες αὐτὸ ζήτημα, βλέπων ὅτι ἀδιακόπως περιστρέφεται εἰς ζήτημα στατιστικὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσεων, θλίβομαι βαθέως, καὶ θλίβομαι διότι δὲν κατενοήθη, τίς ὁ προορισμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἔργον τῶν μεταθέσεων, τὸ ἔργον τῶν παύσεων, τὸ ἔργον τῶν προβιβασμῶν βεβαίως δὲν εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον εἷς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως δίκαιον νὰ ἀπευθύνωμεν μόνον κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παράπονα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνονται αἱ μεταθέσεις, οἱ προβιβασμοὶ καὶ ἡ ἄλλη κίνησις τοῦ προσωπικοῦ τῆς λειτουργίας τῶν Δικαστηρίων· διότι γνωρίζομεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ὥστε πᾶς Ὑπουργὸς, ὅστις ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττεν. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν περιωπὴν τῆς κυρίας ἀποστολῆς του, ἤτοι τῆς τελεσφόρου ἐποπτείας πρὸς ἀπονομὴν τοῦ κατ’ οὐσίαν δικαίου. Εἶπε πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ ὅσον αὗται εἶναι ὑπὸ ἀνάκρισιν, ἢ ἐν Συμβουλίοις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὰ Συμβούλια ἐκδίδουσι τὰ βουλεύματα αὐτῶν, ἢ τὰ Δικαστήρια τὰς ἀποφάσεις των, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾷ περὶ τοῦ ἂν τὸ κατ’ οὐσίαν δίκαιον ἀπονέμεται παρ’ ἡμῖν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ φρονεῖ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾷ, πῶς ἀπονέμεται παρ’ ἡμῖν ἡ δικαιοσύνη, διατὶ δὲν ἐμερίμνησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται καλῶς; Διατὶ δὲν ἐμερίμνησε νὰ ἀποδείξῃ ἐσφαλμένην τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην παρ’ ὁλοκλήρῳ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ὅτι δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀπονέμεται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρετήρησεν, ὅτι οὐσιῶδες στοιχεῖον τῆς λειτουργίας παρ’ ἡμῖν τῶν Δικαστηρίων, οὐσιῶδες στοιχεῖον τῆς ἀποδείξεως παρ’ ἡμῖν εἶναι ὁ ὅρκος. Ὁ ὅρκος δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἀσφαλὲς τεκμήριον ἀποδείξεως τοῦ δικαίου, ἀφοῦ ἡ ψευδορκία παρ’ ἡμῖν δὲν τιμωρεῖται. Ἔλαβε τὸν κόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπὶ ψευδορκίᾳ μηνύσεις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι βάσιμοι, καταλήγουσιν εἰς ἀπαλλακτικὰ βουλεύματα; Καὶ ὑπάρχει ἀπειρία μηνύσεων ἐπὶ ψευδορκίᾳ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· εἶδον δὲ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσεται τῆς κατηγορίας ἐπὶ ψευδορκίᾳ κατηγορούμενός τις, παραπεμφθεὶς παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἀπαλλάσσεται, καίτοι ἐβεβαίωσεν ἐνόρκως τὸ ἀντίθετον τοῦ περιεχομένου ἰδίας αὐτοῦ ἐπιστολῆς, ἣν καὶ ὡμολόγησε! Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, δὲν ἐμερίμνησε νὰ ἀνορθώσῃ τὸ μέσον τοῦτο τὸ ἀποδεικτικὸν, τὸ τοσοῦτον ἀναγκαῖον, τὸ ἀπαραίτητον; Ὅταν παρ’ ἡμῖν μεταδοθῇ καὶ ῥιζωθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν τιμωρεῖται ἡ ψευδορκία, τὰ πλεῖστα τῶν δικαιωμάτων καταποντίζονται, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας συντρίβεται, καὶ οὕτω θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν οἱ ἐπιτηδειότεροι καὶ οἱ ἔχοντες χρήματα θὰ γίνωνται κύριοι κτημάτων ἀλλοτρίων, διότι οὐδεὶς θέλει αἰσθάνεσθαι τὸν φόβον, ὅτι θέλει τιμωρηθῆ ψευδορκῶν. Παρετήρησεν ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια ἐργάζονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος καταπονεῖ τοὺς δικαστὰς, καταπονεῖ τοὺς δικηγόρους, καὶ συντελεῖ εἰς τὴν κακὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Παρετήρησεν, ὅτι δὶς τῆς ἑβδομάδος, κατὰ Τετάρτην καὶ Σάββατον, ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ συνεδριάζοντι συνέρχονται ἐν ὅλῳ 400 καὶ πλέον δικηγόροι, ἄλλοι τόσοι ἴσως καὶ πλέον διάδικοι καὶ 10 ἢ 12 δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι μένουν ἐπὶ ὥρας τρεῖς καὶ τέσσαρας, χωρὶς νὰ πράττωσιν ἀπολύτως τίποτε; Τί γίνεται εἰς τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας; Ἐκφώνησις ὀνομάτων. Οὔτε ἀνταλλαγὴ ἐγγράφων γίνεται, οὔτε ἐργασία τις, ὅπως δήποτε χρήσιμος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων, γίνεται· αἱ δὲ προτάσεις, αἱ μεταξὺ τῶν διαδίκων ἀνταλλασσόμεναι, κατατίθενται μετὰ εἰκοσιτετράωρον! Διατὶ δὲν παρετήρησεν αὐτὸ τὸ ἐπιβλαβὲς ἄτοπον; Παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι μετὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τῆς λειτουργίας τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων συνδέεται καὶ ἡ λειτουργία τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, καὶ ἑπομένως σχετίζεται ὁ τρόπος αὐτὸς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς στατιστικῆς αὐτοῦ ἐπὶ ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικῶν; Διατὶ δὲν ἐμερίμνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν τοῦτο; Θεραπεύων τὸ κακὸν τοῦτο, ἤθελεν ἐξοικονομήσει χρόνον εἰς τοὺς δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο ν’ ἀσχοληθῶσι καὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης τὴν κρείσσονα ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, καὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τὴν ταχυτέραν τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Θεραπεύων τὸ κακὸν τοῦτο, ἤθελεν ἀπαλλάξει τοὺς δικηγόρους ἐκ τῆς ἀπωλείας πολυτίμου δι’ αὐτοὺς χρόνου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀείποτε ἔσπευσε νὰ προσαγάγῃ εἰς ἡμᾶς πίνακας στατιστικούς· ἐνθυμοῦμαι δὲ, μετὰ τίνος θριαμβευτικοῦ τόνου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προπαρασκευὴν τοῦ τεύχους αὐτοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι τότε, ὅτι εἰς ἐπερώτησιν, ἣν ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει, καὶ δι’ ἧς ἐζήτουν νὰ μάθω, πόσοι εἶναι οἱ προφυλακισμένοι, ἀπήντησεν ὅτι «τελεῖται ἐργασία σπουδαιοτάτη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον θέλει ἴδει τὸ φῶς καὶ θέλει διανεμηθῆ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης θὰ ἀρυσθῆτε μέγα φῶς»! Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν καὶ τῶν συζητηθεισῶν παρὰ διαφόροις Δικαστηρίοις, οὐδὲν πλέον ὑπάρχει, καὶ οὐδὲν ἀπολύτως φῶς ἐπεχύθη δι’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς σκοτεινῆς ἀχλύος, τῆς καλυπτούσης τὴν θλιβερὰν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῇ εἰσαγωγῇ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν· ὑπάρχει πίναξ, ἀναφέρων πόσας πειθαρχικὰς ποινὰς ἐπέβαλον εἰς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1894–1898. Τὸ δικαίωμα τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, ἀσκούμενον ἐπὶ τῶν δικαστῶν διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ κατ’ οὐσίαν δικαίου, διὰ τὴν εὐλαβῆ τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι εὐεργετικόν, βεβαίως ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς καταπεπτωκυίας Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Καὶ εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτε εἶδον ὅτι ἐπεβλήθησαν πειθαρχικαὶ ποιναὶ κατὰ τὰ τρία ἔτη 790, ὅτι αἱ πειθαρχικαὶ αὗται ποιναὶ εἶχον ἐπιβληθῇ εἰς δικαστὰς διὰ τὸν μὴ σεβασμὸν τοῦ νόμου, ἢ διὰ τὴν μὴ ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς οὐσίας ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων. Τί ὅμως ἀποδεικνύεται, Κύριοι; Ἐκ τῶν 790 ἐπιβληθεισῶν πειθαρχικῶν ποινῶν μόνον ἕνδεκα ἐπεβλήθησαν εἰς ἐφέτας, μόνον 4 εἰς Προέδρους Πρωτοδικῶν, μόνον 60 εἰς πρωτοδίκας, μόνον 6 εἰς Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, 2 εἰς ἐμμίσθους παρέδρους, καὶ 126 εἰς εἰρηνοδίκας· ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι, ἤτοι 581, ἐπεβλήθησαν εἰς δημοσίους ὑπηρέτας, εἰς δικαστικοὺς κλητῆρας, εἰς γραμματεῖς, ὑπογραμματεῖς, συμβολαιογράφους, καὶ 8 εἰς δικηγόρους. Ἀλλ’ ἠρεύνησα διὰ τίνας λόγους ἐπεβλήθησαν αἱ ἕνδεκα ποιναὶ εἰς τοὺς ἐφέτας, αἱ 4 εἰς τοὺς Προέδρους Πρωτοδικῶν, αἱ 60 εἰς πρωτοδίκας, καὶ αἱ ἐπιβληθεῖσαι εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους καὶ εἰρηνοδίκας, καὶ εὗρον, ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπεβλήθη ἀναφορικῶς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ἀπονεμομένης δικαιοσύνης· πᾶσαι αἱ ποιναὶ αὗται ἐπεβλήθησαν διὰ παραβάσεις ἄλλας, διὰ μὴ μετάβασιν ἐμπρόθεσμον εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν διετάχθησαν νὰ μεταβῶσι, καὶ δι’ ἄλλας ὁμοίας αἰτίας. Ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀγνοεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, πῶς ἀπονέμεται ἡ οὐσία τῆς δικαιοσύνης· ἀγνοεῖ, ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ δικάζοντες καὶ καταδικάζοντες ἄνευ νόμου· ἀγνοεῖ, ὅτι, διαστρεβλοῦντες τοὺς νόμους, στραγγαλίζουσι τὸ δίκαιον, καὶ καταστρέφουσι πολίτας καὶ οἰκογενείας. Ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ μὴ φέρῃ πλέον εἰς ἡμᾶς στατιστικὰς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσεων, διότι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς βλέπομεν ἀναγραφομένους, δὲν εἶναι ἀριθμοὶ παριστῶντες ἀκριβῶς τὴν ἐγκληματικότητα ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ· εἶναι ἀριθμοὶ ἀπορρέοντες ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν ἱκανῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, ἵνα προεξεργάζηται εὐσυνειδήτως καὶ συμφώνως τῷ νόμῳ τὰς ὑποβαλλομένας μηνύσεις, ὧν αἱ πλεῖσταί εἰσιν ἀβάσιμοι καὶ ὅλως ἀνάξιαι προσοχῆς. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως εὐσυνειδήτου καὶ πεφωτισμένης προεξεργασίας βλέπετε πολλάκις, ὁ ἀδικούμενος νὰ καταδικάζηται, ὁ δὲ ἀδικῶν νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄρρητον εὐχαρίστησιν νὰ βλέπῃ τὸ θῦμά του καὶ τιμωρούμενον, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ νόμου! Ραπίζει τις, καὶ εὐθὺς σπεύδει καὶ καταγγέλει τὸν ῥαπισθέντα, ὡς δῆθεν ῥαπίσαντα· ὅταν δὲ ὁ ἀδικηθεὶς προσέλθῃ μετὰ τῶν μαρτύρων του, ἀποστέλλονται εἰς τὰς φυλακὰς αὐτὸς καὶ οἱ μάρτυρές του, ὡς ὕποπτοι ψευδορκίας, διότι τὸ Δικαστήριον πολλάκις δὲν ἔχει τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναζητῇ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ καταδικάζει συμφώνως ταῖς καταθέσεσι τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, καὶ οὕτως ἡ ἀδικία θριαμβεύει! Εἰς ταῦτα ὤφειλε νὰ προσέχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὴν θεραπείαν τούτων ἔπρεπε ν’ ἀναζητήσῃ, καὶ οὐχὶ νὰ μεριμνᾷ ἀποκλειστικῶς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκρεμῶν ὑποθέσεων. Φρονῶ ὅτι δέον τὸ ζήτημα τοῦτο ν’ ἀπασχολήσῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα λίαν σοβαρῶς. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἔτυχε νὰ δικηγορῆτε, ἢ δὲν ἔτυχε νὰ ἔχητε ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δικάζωνται ὑπὸ εὐμενῶς διακειμένων πρὸς ὑμᾶς δικαστῶν, δὲν θέλετε ἐννοήσει πόσον δίκαιον ἔχει ὁ λαὸς νὰ μὴ ἔχῃ οὐδὲ κόκκον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν ἀπονεμομένην δικαιοσύνην. Ἀλλ’ εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σκεπτόμενον περὶ Δικαιοσύνης, καὶ εἶδον αὐτὸν εἰσάγοντα νόμον περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνατροπῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀβλαβέστερος πάντων, ἴσως καὶ χρήσιμος ὑπό τινας ἐπόψεις. Εἶδον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν σοβαρῶς σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν μεριμνᾷ ὄντως περὶ βελτιώσεως τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἰσχύοντες δὲν ἀποδίδουσι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, νομίζω ὅτι κακῶς ἤρξατο. Ἤρξατο ἀπὸ τῆς στέγης, ἀντὶ ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῶν θεμελίων, πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ νέου οἰκοδομήματος τοῦ νομοθετικοῦ παρ’ ἡμῖν. Εἶδον καὶ ἄλλα τινά, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν εἶδον ἀπολύτως σοβαρᾶς ἐργασίας, ἐνδεικνυούσης ὅτι σοβαρῶς μεριμνᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα φέρῃ βελτίωσιν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πανδήμως εἶναι γνωστά. Περαίνων εὔχομαι, κύριοι Βουλευταί, εἴτε ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ἄλλος τις, τὸ ζήτημα τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ ζήτημα τῆς κατ’ οὐσίαν ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, νὰ τὸ λάβῃ σοβαρώτερον ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ μεριμνήσῃ. Διότι αὐτὴ ἡ πεποίθησις κρατεῖ καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τοῖς ξένοις, ὅτι ἐν Ἑλλάδι τὸ δίκαιον, ἐν ὅσῳ δὲν προστατεύεται παρ’ ἰσχυροῦ, ὁσονδήποτε καὶ ἄν προστατεύηται παρὰ τοῦ νόμου, τὸ δίκαιον δὲν ἀπονέμεται, ἀλλ’ ἀπόλλυται.
§86Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι αἰφνιδίως καὶ σπασμωδικῶς ἔρχεται πάντοτε τὸ ζήτημα περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, ὅπερ ἔδει ν’ ἀπασχολήσῃ εἰδικῶς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐλέγχηται ἐπὶ τῇ μεταθέσει ἑνὸς ἀντεισαγγελέως, πάντοτε λαμβάνει ἀφορμὴν νὰ διασαλπίζῃ καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ὅτι ἐν τῷ βωμῷ τῆς Θέμιδος πρέπει ν’ ἀνεγερθῇ αὐτῷ ἀνδριάς, διότι αὐτὸς μόνος ἀνώρθωσε τὴν Δικαιοσύνην! Τὴν ἑσπέραν ταύτην μάλιστα ἐπείσθην, ὅτι πολὺ μὲ ἀγαπᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· διότι, ὁσάκις ἐπιτίθηνται κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐλέγχωσιν αὐτὸν ἐπὶ ταῖς πράξεσι κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἀρέσκεται νὰ μνημονεύῃ τῶν προκατόχων. Ἐν τῇ διοικήσει δὲ τῶν τῆς Δικαιοσύνης ἄμεσος προκάτοχος ἔτυχε νὰ ἦμαι ἐγώ. Ὅταν λέγητε λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι παρελάβατε τὴν Δικαιοσύνην εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντῶ.
§87Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν ἐνόησα ποτὲ ὑμᾶς.
§88ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἄς ἐξετάσωμεν λοιπόν, τίνα ἔργα παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀνατρέψῃ τὰ κατ’ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ μομφὰς, καὶ ἀποδείξῃ συγχρόνως τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Πάντοτε μίαν στατιστικήν. Δυστυχῶς δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν στατιστικὴν ταύτην, ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἐδημοσιεύθη ἀπόσπασμα αὐτῆς διὰ πολλῶν ἐφημερίδων, καὶ ἐγένετο παραβολὴ δύο τριμηνιῶν, τῆς πρώτης τριμηνίας τοῦ ἔτους 1899 πρὸς τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1900, καὶ ἀπεδεικνύετο, ὅτι κατὰ τὴν τριμηνίαν τοῦ 1899 ἐδικάσθησαν ὀλιγώτεραι ὑποθέσεις παρ’ ὅσαι ἐδικάσθησαν κατὰ τὴν ἀντίστοιχον πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1900. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1899 τὸ Κράτος διετέλει ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, ὅτε δὲν ἠδύναντο ἑπομένως νὰ λειτουργήσωσι κανονικῶς τὰ Δικαστήρια, ὅπως λειτουργοῦσιν εἰς τὰς συνήθεις χρονικὰς περιόδους ὁμαλῆς ἐνεργείας. Τοιουτοτρόπως ὅμως δύναται νὰ παραβάλῃ τὴν στατιστικὴν τῶν Δικαστηρίων τοῦ 1900 πρὸς τὴν στατιστικὴν τοῦ 1897, ὅτε δηλαδὴ ἐμαίνετο ὁ πόλεμος, καὶ ὑπῆρχε πλῆρες δικαιοστάσιον, καὶ θὰ ἐξαγάγῃ ἀναμφιβόλως τελειότερα συμπεράσματα περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καυχώμενος μόνον ἐπὶ τοῖς κατορθώμασι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκδικασθεισῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ νομίζεται ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐργασίας διακρίνεται ἡ ἀκριβὴς ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης; Νομίζεται ὅτι ἐκ τῆς ἐσπευσμένης καὶ σωρηδὸν ἐκδικάσεως τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἀποδεικνύεται ἡ ἀληθὴς ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης; Εἴπετε ὅτι ἔχομεν ὀλιγωτέρους ὑποδίκους ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅτι ὑπάρχει ἐνημερότης ἐν τῇ καταδιώξει τῶν ἀδικημάτων. Πῶς λοιπὸν συμβιβάζονται αἱ διαβεβαιώσεις σας πρὸς τὰ διαδιδόμενα, ὅτι τὸ ἔγκλημα ὑπερῆρε τὴν κεφαλὴν ἐν Ἑλλάδι; Μήπως οἱ ὑπόδικοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν καὶ διαφεύγουσι τὰς στατιστικάς σας;
§89Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Ἐγὼ εἶπον, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι σήμερον εἰς ὅλον τὸ Κράτος ὑπάρχουσιν ὑπόδικοι 1500, ἐξ ὧν ὑποδίκων οἱ μὲν ἔχουσιν ἐκκρεμεῖς τὰς ὑποθέσεις των ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, οἱ δὲ εἶναι ὑπὸ ἀνάκρισιν. Τοιοῦτοι εἶναι 480, ἐξ ὧν 5 κρατοῦνται ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου, καὶ οἱ ἄλλοι κρατοῦνται ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, ἐκτὸς ἑνὸς, ὅστις κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς τῶν Ἀθηνῶν, νομίζω, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου.
§90Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ εἷς ἀπὸ τοῦ Μαΐου.
§91Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὑπάρχει, διότι, ὅτε προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα δικασθῇ, εὑρέθη ὅτι ἦτο παράφρων, καὶ τὸ Δικαστήριον ἠρνήθη νὰ τὸν δικάσῃ· κατὰ συνέπειαν μένει ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἐζητήσαμεν νὰ τὸν εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Φρενοκομεῖον, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώσωμεν ἐκεῖ. Ἐγὼ συνωμίλησα μετ’ αὐτοῦ, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἄριστα ἐκεῖ, καὶ δὲν θέλει νὰ ἐξέλθῃ. Ἐσχάτως διέταξα νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἰατρῶν, ἵνα βεβαιωθῇ τί πάσχει.
§92ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγένετο παρατήρησις εἰς αὐτὸν περὶ τῆς μὴ ἐνημερότητος τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διατάξῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς ἀνακριτὰς νὰ περατώσωσιν ὡς οἷόν τε τάχιον τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Δὲν ἐλέγχω αὐτὸν ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλὰ τί συνέβη; Εἰσήχθησαν αἱ ὑποθέσεις ἐσπευσμένως, εἰσήχθησαν ἀπαράσκευοι, συνέβη δὲ, ἐν μέσαις Ἀθήναις, νὰ κλητεύωνται καὶ μάρτυρες, ὧν δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ταυτότης. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις ἦσαν παμπληθεῖς. Καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τότε παρετήρησεν, ὅτι αἱ περισσότεραι ἀποφάσεις ὑπῆρξαν ἀθωωτικαί! Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο λίαν φυσικόν. Ἢ αἱ μηνύσεις ἦσαν ψευδεῖς, ἢ ἡ σπουδὴ πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν γραφείων τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπέτρεπε τελείαν τῶν ὑποθέσεων διεξαγωγήν. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τὰ τρωτὰ μέρη τῆς Δικαιοσύνης; Ἂν ὑμεῖς ἠνορθώσατε τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, καὶ ἐνεργῇ αὕτη τελείως καὶ ἀπροσκόπτως, πῶς τὸ ἔγκλημα, ἀπὸ τοῦ Ταινάρου μέχρι τοῦ Ὀλύμπου, ὑπερῆρε τὴν κεφαλὴν, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀναγινώσκομεν ἀδικήματα λαμβάνοντα χώραν; Ἐν μέσῳ Ἀργοστολίῳ συνέβη φόνος τοῦ συμπολίτου μου Στίβα, ἀκούονται δὲ ἐν Ἑλλάδι καὶ κρούσματα ληστοπραξιῶν...
§93ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Οὐδὲν τοιοῦτο γνωρίζομεν.
§94ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Λοκρίδα καὶ ἀλλαχοῦ ἀκούονται τοιαῦται πράξεις.
§95ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Θὰ φέρωμεν στατιστικὴν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων.
§96ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν στατιστικὴν πρέπει νὰ φέρητε, καὶ ὄχι ἀριθμὸν ἀποφάσεων· διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων δὲν ἀποδεικνύει τελείως τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλα εἰσὶ τὰ στοιχεῖα, ἄλλο τὸ σύστημα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Λέγετε, ὅτι ἐργάζεσθε, ὅτι εἶσθε Κυβέρνησις μεταρρυθμιστῶν· καὶ ὅμως οὐδὲν μεταρρυθμιστικὸν ἔργον μέχρι σήμερον ἐπράξατε· ἐλάχιστα δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, ὑποστηρίζονται παρ’ ἡμῶν, ὁσάκις ἀνάγωνται εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως...
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως;
§98ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ μάλιστα. Ἀλλὰ τρεῖς Σύνοδοι μέχρι τοῦδε διέρρευσαν, καὶ ποίας μεταρρυθμίσεις ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ εἰσηγάγετε; Ἐφέρατε τὸ νομοσχέδιον τῆς καταργήσεως τοῦ μηνυτοῦ· θεσμοῦ, ὅστις ἦτο νεκρός. Καταλαβόντες ἀπαράσκευοι τὴν ἐξουσίαν, ἐφέρατε νομοσχέδια φύρδην μίγδην, ἄνευ συστήματος, καὶ περιφέρετε δίσκον ἐπαίτου πρὸς τοὺς διαφόρους νομικούς, ἐκλιπαροῦντες παρ’ αὐτῶν νομοσχέδια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς Δικαιοσύνης, ἣν δέον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή. Ποῖα τὰ μεταρρυθμιστικὰ ἔργα σας; Μήπως μετερρυθμίσατε τοὐλάχιστον τὸν Εἰρηνοδικειακὸν κλάδον, ὅπως διεκήρυττεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐν τῷ προγράμματί του; Μετεθέσατε μόνον 500 εἰρηνοδίκας ἐντὸς μικροῦ, καὶ ἐσαλεύθη ἡ δημοσία τάξις, διότι οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι τὰ ὄργανα τῆς ἀνακρίσεως, ἑκάστη δὲ τούτων μετάθεσις ἀφίνει ἐκκρεμεῖς 400 ὑποθέσεις, ποινικάς τε καὶ πολιτικάς. Ἐκεῖνοι, οἵτινες κατάγονται ἐξ ἐπαρχιῶν, αἰσθάνονται βεβαίως περισσότερον τ’ ἀποτελέσματα τῆς καταστάσεως ταύτης. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἔχητε Ποινικὴν Δικαιοσύνην διὰ τῆς ἐπιδείξεως τῶν πινάκων τῆς στατιστικῆς τῶν γραφέων σας;
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§100ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πῶς εἶναι τοῦτο δυνατόν, ὅταν οἱ εἰρηνοδίκαι χορεύωσι διαρκῶς, ὅταν δὲν ἀφίνητε κανένα σταθερῶς εἰς τὴν θέσιν του, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, οὔτε τὰ ποινικὰ, οὔτε τὰ πολιτικά; Καὶ δύναται μὲν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ, — καὶ βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ, —ἀλλ’ ἡ χρῆσις τῆς μεταθέσεως πρέπει νὰ συμφωνῇ πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀδικαιολόγητος δὲ μοὶ φαίνεται ἡ ἀναστάτωσις τοῦ κατωτέρου δικαστικοῦ προσωπικοῦ, πρὸς βλάβην τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας...
§101ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δύο λέξεις.
§102ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῆτε οὐδὲν δικαιολόγημα περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, ὑμεῖς, ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὑποσχεθεῖσα νὰ μεταρρυθμίσῃ καὶ ἀνορθώσῃ τὰ πάντα, καὶ ὑποστηριζομένη ὑπὸ ἰσχυρᾶς πλειοψηφίας. Ἔπρεπε νὰ φροντίσητε τοὐλάχιστον περὶ τοῦ Εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου. Σήμερον ἔχομεν 235 εἰρηνοδίκας. Ἡ Ρουμανία περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, ἐνῷ ἔχει πληθυσμὸν τριπλάσιον τῆς Ἑλλάδος, εἰς 111...
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι τριπλάσιον πληθυσμόν.
§104ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ὅμως διπλάσιον... Ὁ εἰρηνοδίκης πρέπει νὰ γένηται ἴσος τῷ πρωτοδίκῃ καὶ κατὰ βαθμὸν καὶ κατὰ μισθόν. Τὰ Εἰρηνοδικεῖα σήμερον πρέπει νὰ ἱδρύωνται μόνον διὰ νόμου, οὐχὶ διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν.
§105Γ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Ρουμανίαν Εἰρηνοδικεῖα, ἀλλὰ μονομελῆ Δικαστήρια.
§106Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν οἱ κυρίως εἰρηνοδίκαι ὀνομάζονται πραίτορες· ἀλλ’ ὑπάρχει πρὸς διάκρισιν καὶ ἄλλο εἶδος Εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου, ἐν τοῖς χωρίοις καὶ ταῖς ἐξοχαῖς· εἶναι τὰ κοινωνικὰ ἢ ἀγροτικὰ Δικαστήρια, τὰ συγκροτούμενα ἐκ πολιτῶν ὁρκωτὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δικάζουσιν ἀνεξόδως μικρὰς ὑποθέσεις, πέντε ἢ δέκα φράγκων. Οἱ χωρικοὶ δὲν δύνανται σήμερον παρ’ ἡμῖν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἕνεκα τῶν βαρέων τελῶν, καὶ καταφεύγουσι πολλάκις εἰς τὴν χειροδικίαν· καὶ ἔχομεν ἐγκλήματα ἕνεκα μικρῶν ποσῶν. Αὐταὶ εἶναι μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας περιέμενον ἐγὼ, ὅτε ἀνεγίνωσκον τὰ πομπώδη προγράμματά σας. Ὑμεῖς ὅμως ἔρχεσθε διαρκῶς, ἀπὸ τῆς Αʹ Συνόδου μέχρι σήμερον, καὶ ἐπισείετε μίαν στατιστικὴν, ὅτι αἱ ὑποθέσεις ἐμειώθησαν, ἐνῷ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη καρκινοβατεῖ, πρὸ ὀλίγων δὲ ἡμερῶν παρεπονεῖτο Βουλευτὴς, ὅτι ὁ Δήμαρχος Λεβαδείας ἐπὶ ἓν ἔτος εἶναι ὑπόδικος!...
§107ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§108ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατηγορούμενος, τέλος πάντων... Καὶ ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἠλαττώθησαν, ὅτι οἱ ὑπόδικοι εἶναι ὀλιγώτεροι! Ἀλλ’ ἔστω, εἶσθε ἀξιέπαινος διὰ τὸ κατόρθωμα τῆς ἐνημερότητος τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν Δικαστηρίων· ἀλλ’ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὅτε ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι πράγματι ἀρχαιολογικὸν κατασκεύασμα, τί ἐπράξατε; Ἐπὶ τρεῖς Συνόδους δὲν εἶδον ποῖοι νόμοι ἐψηφίσθησαν, μεταρρυθμίζοντες καὶ βελτιοῦντες οὐσιωδῶς τὴν δικαστικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, εἰμὴ μόνον τὸν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νόμον. Καὶ οὗτος διὰ τῆς βίας σχεδὸν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ σχεδὸν ἐπεβλήθη ὑπὸ τῆς κοινωνίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ λάβῃ τὸν τύπον μόνον...
§109ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν εἶναι ὀργανισμός.
§110ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Ἀλλὰ καὶ τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχέδιον εἰσήχθη δειλῶς. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦτο παρ’ ἡμῶν ἕτοιμον, ἀνέγραφε τὴν κατάργησιν κατ’ ἀρχὴν μετ’ ἐξαιρέσεων. Ἀλλ’ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν παρασκευάσει, συνωδεύετο ὑπὸ ἑτέρου, περὶ συναλλαγματικῆς, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπορικῆς πίστεως, κατὰ τὸν τύπον τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ. Ὁ νόμος περὶ συναλλαγματικῆς, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, πρέπει νὰ βελτιωθῇ· πρέπει νὰ προσάγηται εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ διατάσσηται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς, ὅπως ἐπὶ τῶν συμβολαίων. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως εἶναι μεταρρυθμιστικὸν, καὶ εἴδετε μετὰ πόσης προθυμίας ἡ Βουλὴ συνέδραμε πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ.
§112ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅλα δὲν εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ. Συνιστᾶται ἐπιτροπὴ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, καὶ συντάσσει τὸ νομοσχέδιον.
§113ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν λοιπὸν οὔτε ἐν τῷ ἐμπορικῷ οὔτε ἐν τῷ ποινικῷ κλάδῳ κατωρθώσατε νὰ ἐπιφέρητέ τινα βελτίωσιν, ἐνῷ παρῆλθον τόσαι Βουλευτικαὶ Σύνοδοι, δὲν πρέπει νὰ καυχᾶσθε διὰ τὰ στατιστικά σας μόνον κατορθώματα. Ἐργάζεσθε ὅμως καὶ διὰ τὸν ἀστικὸν κώδικα! Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ θέματος τούτου, θὰ ἴδωμεν ποῖον σύστημα ἐφαρμόζετε, καὶ τίνας ἰδέας ἔχετε. Ἐν γένει καλῶς θὰ πράξητε νὰ ἐργάζησθε ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ φροντίσητε, μήπως, ὅταν παραδώσητε εἰς ἄλλον τὸ χαρτοφυλάκιον, ἐγκαταλείψητε αὐτὴν καὶ τὴν δικαστικὴν νομοθεσίαν εἰς οἰκτρὰν ὄντως κατάστασιν.
§114Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠρνήθη, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀθλιότητα, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Δικαιοσύνη· περιωρίσθη δὲ μόνον, δι’ ὑπεκφυγῶν ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν, ὅτι διὰ τῶν πράξεων καὶ παραλείψεών του συντελεῖ εἰς τὴν ἐπίτασιν τῆς ἀθλιότητος. Καὶ περὶ μὲν τῶν ὑπεκφυγῶν τούτων οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀπεδόθη εἰς αὐτὰς ἡ προσήκουσα ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐκτίμησις. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν ἐπίσημον δήλωσιν, καθ’ ἧς νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑψώσω φωνὴν ἐντόνου διαμαρτυρίας. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι διὰ λόγους οἰκονομικοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο εἶναι πολὺ τολμηρὸν, καὶ ἀποτελεῖ ἀληθῆ πρόκλησιν κατὰ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἑκατὸν δεκαπέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν φόρους ζητοῦν νὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς τῷ 1901, καὶ ὅμως λέγουν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις δὲν ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ μέτρων ῥιζικῶν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης! Ἀλλ’ ἐὰν μὲ τὰ 115 ἑκατομμύρια τῶν φόρων δὲν δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν Δικαιοσύνην, τότε πρὸς ποίους ἄλλους σκοποὺς σπουδαιοτέρους πρέπει νὰ δαπανῶμεν; Τί τὰ θέλομεν τότε τὰ ὑπερωκεάνεια ταξείδια, καὶ τὰ Ἀνάκτορα καὶ τόσα ἄλλα ταξείδια; Τί μᾶς ὁμιλοῦν περὶ ἐνισχύσεως καὶ συμπληρώσεως στόλων; Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν λέγοντες, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξοδεύωμεν διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἐνῷ ἑκατομμύρια πολλὰ δαπανῶμεν πρὸς σκοποὺς ἀμφιβόλου σκοπιμότητος, τότε θὰ εἰπῇ, ὅτι τὸ Κράτος αὐτό, — λέγω δὲ τοῦτο, ἵνα τὸ ἀκούσῃ καὶ ὁ Βασιλεὺς, — τὸ Κράτος αὐτό, τὸ Βασίλειον αὐτὸ δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγὼ, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι τὸ ἀσάλευτον θεμέλιον καὶ ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος; Πῶς λοιπὸν τολμᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀναστηλώσεως τῆς οἰκτρῶς καταπεπτωκυίας Δικαιοσύνης, δὲν ἔχομεν νὰ δαπανήσωμεν ὅσα χρειάζονται, ἐνῷ γνωρίζει, ὅτι ἀσκόπως ἢ σχεδὸν ἀσκόπως σκορπίζονται πολλὰ ἑκατομμύρια ὑπὸ διαφόρους προφάσεις; Ἀγνοεῖ, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ προσποιεῖται ὅτι ἀγνοεῖ, ποῖαι ὑψηλαὶ ἰδέαι ἐκράτησαν ἀπ’ αἰώνων καὶ κρατοῦσι περὶ Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐὰν, ὡς διεκήρυξε πρὸ μικροῦ, δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ πράξῃ τι ἀποτελεσματικὸν ὑπὲρ αὐτῆς, τότε ποῖον γόητρον, ποῖον θέλγητρον, ποίαν ἠθικὴν ἀπόλαυσιν τῷ παρέχει τὸ χαρτοφυλάκιον; Εἶναι, νομίζω, καιρὸς νὰ ὑψωθῶμεν ὀλίγον ὑπεράνω τῆς πνιγηρᾶς καὶ μεμολυσμένης ἀτμοσφαίρας, ἐν ᾗ κατατρίβομεν τὸν πολιτικόν μας βίον. Ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ τάξωμεν τὴν ὑπὲρ ἀνορθώσεως καὶ ἀναστηλώσεως τῆς Δικαιοσύνης μέριμναν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀσχολίαν καὶ φροντίδα. Ἐδῶ κεῖται ἡ ἀληθὴς ἐθνικὴ καὶ πατριωτικὴ ἐργασία, ἄνευ τῆς ὁποίας κινδυνεύει νὰ καταστῇ προβληματικὴ, ὡς εἶπον ἤδη, καὶ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία μας.
§115ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ ᾖναι· εἶναι ἐπίσης πανθομολογούμενον, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις, ἀφ’ ὅτου ἐθεσπίσθη ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, ἔλαβε σπουδαίαν μέριμναν περὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος. Φρονῶ ὅμως, ὅτι διὰ τοιαύτης προχείρου συζητήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ τοῦτο. Θὰ ηὐχόμην νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἢ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§116Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ δὲν συμφωνῶ, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἐσκέφθη περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίᾳ τῆς Ποινικῆς. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, θὰ εὕρωμεν λειτουργοῦσαν κανονικώτατα τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην. Δὲν θέλομεν εὕρει τὰ δύο ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ἐδῶ ἐπαναλαμβανόμενα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἰδίως περὶ τῶν λόγων τῆς διαφορᾶς καὶ τῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων. Ποία ἡ κατάστασις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων τότε καὶ νῦν; Τὸ κατ’ ἐμέ, ἐπειδὴ πολὺ ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν γνώμην μου περὶ τῶν αἰτίων, ἅτινα προὐκάλεσαν τὴν σημερινὴν κατάπτωσιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Πρῶτον αἴτιον εἶναι τὰ ὄργανα, εἰς ἃ ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀντεισαγγελέων ἔφερε μέγα κακόν. Εἰς παρῳχημένας ἐποχὰς ἀπὸ τοῦ ἀντεισαγγελέως ἤρχιζεν ἡ κλῖμαξ τῶν λειτουργῶν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, διὰ δὲ τῆς προαγωγῆς εἰς πρωτοδίκην καὶ ἀνακριτὴν καὶ ἀκολούθως εἰς Εἰσαγγελέα κατηρτίζετο ὁ ἔχων τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐγκρατέστατος καὶ ἐμπειρότατος. Σήμερον οἱ Εἰσαγγελεῖς διορίζονται ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων, ἐνῷ ὁ νόμος καθιέρωσε τοῦτο ὡς ἐξαίρεσιν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον περὶ προσόντων, τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ὡς ἐξαίρεσις, καὶ σήμερον ἐγένετο κανών. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁ μακαρίτης Δημητριάδης, παλαιὸς δικηγόρος, εἶπε: «Κύριοι, ἡμᾶς τοὺς παλαιοὺς δικηγόρους διατί μᾶς ἀποκλείετε, ἀφοῦ ὑπηρετήσαμεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπαύσεως, λαμβάνοντες μίαν δικαστικὴν θέσιν πρὸς ἱκανοποίησιν; Δόσατέ μας τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν θέσιν Εἰσαγγελικήν.» Καὶ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συνεκινήθη ἐκ τούτου, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ δικηγόρος μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἡ κατάχρησις δὲ τῆς διατάξεως ταύτης καθιέρωσε τὸν τοιοῦτον διροισμὸν ὡς κανόνα, καὶ οὕτως ἀπεκλείσθησαν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οὓς Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ὥρισεν ὑποψηφίους διὰ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Σήμερον στρατολογοῦμεν ἐκ τῶν δικηγόρων τοὺς Εἰσαγγελεῖς. Σήμερον κατηργήσατε τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, οἵτινες μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν καθίσταντο ἄλλοτε ἄριστοι ἀνακριταὶ καὶ Εἰσαγγελεῖς, καὶ εἰσήξατε τοὺς δικαστικοὺς παρέδρους, οὓς ὅμως ἀποκλείετε ἀπὸ τὴν εἰσαγγελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοὺς προετοιμάζετε διὰ μόνην τὴν δικαστικήν. Διατὶ ἐθεωρήσετε τὴν θέσιν ταύτην ἀναξίαν προσοχῆς, ἐνῷ εἶναι οὐσιωδεστάτη; Διατὶ παραπονεῖσθε, ὅτι αἱ Εἰσαγγελίαι ἔχουσι τὰ γραφεῖα πλήρη δικογραφιῶν, ἐνῷ δὲν παρασκευάζετε ἐκείνους, οἵτινες εἶναι ἁρμόδιοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας; Παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἔλλειψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διορθωθῇ· πρέπει νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἀντεισαγγελεῖς, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον νὰ διορίζωνται Εἰσαγγελεῖς οἱ δικηγόροι ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦνται κατάλληλοι διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν διότι πολλοὶ τούτων διεκρίθησαν. Δεύτερος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ πολλαὶ ἀνακρίσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς παρὰ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις· καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ εἰρηνοδίκαι. Ἀλλὰ τί περιμένετε ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι, βεβαρυμένοι μὲ πολιτικὰς δίκας, ὀφείλουσι ν’ ἀσχολῶνται καὶ εἰς ποινικὰς ἀνακρίσεις, ἐνῷ διατελοῦσιν ὑπὸ τὸν διαρκῆ φόβον τῆς μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως, πιεζόμενοι καὶ ἀπειλούμενοι καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων κομματαρχῶν; Διότι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν περιηγάγομεν τοὺς εἰρηνοδίκας, αὐτὴν τὴν δυστυχεστέραν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐνῷ ὁ νόμος τοὺς περιέβαλε μὲ σπουδαιότατα καθήκοντα! Αὐτὴ ἡ μικρὰ θέσις τοῦ εἰρηνοδίκου, τὸν ὁποῖον ἀξιοῦτε νὰ μεταθέτητε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἀνέθηκαν σπουδαιότατα καθήκοντα. Ἔπρεπε νὰ ἦναι σεβαστὸς ὁ εἰρηνοδίκης, ὅστις περιβάλλεται μὲ πολλὰ δικαιώματα· ἐὰν δὲ ὁ νόμος δὲν περιέβαλε καὶ ἐκείνους μὲ ἰσοβιότητα, ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι.
§117ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ μὲ εὐθύνας ὅμως.
§118ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ δυστυχέστερος ὑπάλληλος, ἐπαναλαμβάνω. Τὸν ἐφορτώσατε μὲ διοικητικὰ καθήκοντα, τὸν ἐφορτώσατε μὲ οἰκονομικά, τὸν ἀνεμίξατε εἰς ὑπηρεσίας, αἵτινες συνδέονται μὲ τὴν πολιτικήν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ δυστυχὴς νὰ ἐπηρεάζηται καὶ νὰ ἀπειλῆται, καὶ νὰ φοβῆται τοὐλάχιστον τὴν μετάθεσίν του. Ἀφήσατέ τον εἰς τὰ δικαστικά του καθήκοντα, ἀπαλλάξατέ τον ἀπὸ ὅλας τὰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τῷ ἀνεθέσατε, καταστήσαντες αὐτὸν τὸ ἀντικείμενον τῶν κομματικῶν ἐπιθέσεων, καὶ καταστήσατέ τον ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δικαστικοῦ καθήκοντός του. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἂς τηρῇ διαρκῆ ἐπιτήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ εἰρηνοδίκης νὰ συναισθάνηται. Σήμερον δὲν προσέχει εἰς μόνην τὴν ἐπίβλεψιν τῶν Εἰσαγγελέων, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ περιποιηθῇ καὶ τὸν ἰσχύοντα ἐν τῷ τόπῳ, διὰ νὰ μὴ τὸν μεταθέσῃ ἢ τὸν παύσῃ. Καὶ ὅταν λέγω τὸν ἰσχύοντα, δὲν ἐννοῶ μόνον τὸν ἰσχύοντα Βουλευτήν, ἀλλ’ ἰδίως τοὺς ἐπιτοπίους πολιτικοὺς κομματάρχας, οἵτινες δὲν εἶναι ὀλίγοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καθ’ ἡμέραν εἰς συνάφειαν ἄμεσον μὲ ἐκεῖνον τὸν δυστυχῆ, τοῦ ὁποίου τὴν εὐσυνειδησίαν διὰ χιλίων μέσων ἀπειλοῦσι καὶ ἐπιβουλεύονται. Λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ μὴ ἔχητε χιλιάδας ὑποθέσεων ἐκκρεμεῖς; πῶς θέλετε νὰ μὴ ἔχητε τοιαύτην Ποινικὴν Δικαιοσύνην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὑψώνομεν τὴν φωνὴν ἐπανειλημμένως, νομίζοντες ὅτι οὕτω θὰ ἐμπαίξωμεν τὸν δυστυχῆ αὐτὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀκούει καὶ δὲν μᾶς ἐννοεῖ, μὴ θέλοντες νὰ προσπαθήσωμεν νὰ διορθώσωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἀληθῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἰδίως ὁ λαὸς ἐνδιαφέρεται;
§119ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι ἐλήφθη σπουδαία πρόνοια περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Πῶς ἐλήφθη σπουδαία πρόνοια περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔχωμεν τοιαύτην κατάστασιν φυλακῶν;
§120ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἰδικόν μου, ἐννοῶ.
§121ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. .. ἐνῷ εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ἔχομεν ἓν Πανεπιστήμιον διὰ νὰ ἐξέρχωνται ἐπιστήμονες, καὶ ἔχομεν 22 Πανεπιστήμια κακουργίας; Ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὰς φυλακὰς ἐξέρχεται κακουργότερος παρ’ ὅσον ἦτο ὅτε εἰσῆλθε, καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἰσήρχετό τις εἰς αὐτάς. Πῶς ἐλήφθη σπουδαία πρόνοια περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἰσχύῃ τὸ αὐτὸ μισθολόγιον τοῦ 1836 διὰ τοὺς δυστυχεῖς δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ ὑπαλλήλους, ἐνῷ ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων οἱ μισθοὶ ηὐξήθησαν.
§122ΤΙΝΕΣ. Καὶ τῶν Βουλευτῶν ἀκόμη.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§124ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Πῶς ἐλήφθη σπουδαία πρόνοια περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔχωμεν νομικοὺς συμβούλους μὲ 800 δραχμῶν μισθόν, καὶ ἔχωμεν Ἀρεοπαγίτας μόνον μὲ 400; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ 400 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ νὰ ἐργασθῶσιν ὅπως πρέπει; Πῶς ἐλήφθη σπουδαία πρόνοια περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν δὲν λειτουργῇ δίκαιος καὶ ἀκριβὴς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν πράξεων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν; Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σπουδαία πρόνοια· πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ συζητηθῇ τὸ ζήτημα σπουδαίως εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, κατ’ ἐμέ.
§125Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Περὶ τοῦ λόγου, ὅστις προεκάλεσε τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Νομίζω, ὅτι ἡ αἰτία, ἣν προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν μετάθεσιν ταύτην, δὲν εἶναι ἡ ἀληθής. Ἡ ἀφορμὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ συμπολιτευόμενος βουλευτὴς κ. Ἀθανασιάδης, ἐπισκεφθεὶς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας καὶ μὴ τυχὼν καταλλήλου ὑποδοχῆς παρὰ τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως, ἠξίωσε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν μετάθεσίν του, καὶ ἐπετεύχθη αὕτη, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς προσβληθείσης φιλοτιμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ οὐχὶ διὰ λόγους ὑπηρεσιακούς, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν.
§126Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνακριβέστατον αὐτό.
§127ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό, κύριε Πρόεδρε, διότι μετὰ τὸ συμβεβηκὸς αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, παρῆλθον τρεῖς μῆνες ἔκτοτε (θόρυβος).
§128Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε;
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κάμετε ἡσυχίαν. Ὁ κ. Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§130ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ παρακαλέσω νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις περὶ τόσον ὑψηλοῦ θέματος, συζήτησις πολὺ καταβιβάζουσα αὐτό. Αἱ συχνὰ ἀκουόμεναι φωναὶ περὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐν πολλοῖς δίκαιαι. Μέριμνα σοβαρὰ πρέπει νὰ ληφθῇ, καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον, αὐτὸ πρῶτον νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά του μετὰ γενναιότητος εἰς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καὶ καθ’ ὅλας του τὰς ὄψεις. Συζητήσεις ὅμως, ὁποῖαι αἱ ἐρχόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ἑκάστην, περὶ προσωπικῶν ζητημάτων καὶ ὡρισμένων δικῶν, καταγγέλλουσαι γεγονότα μεμονωμένα, καὶ προκαλοῦσαι προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, διασύρουσι τὴν Δικαιοσύνην, καὶ βλάπτουσιν ἀκόμη περισσότερον τὸ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην αἴσθημα, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ παρέχωσιν ἐλπίδα ἀγαθοῦ τινος ἀποτελέσματος. Τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἔκαμέ τι περὶ Δικαιοσύνης, ἐνῷ εἶναι αὕτη εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἶναι τολμηρόν. Ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνωνται συζητήσεις περὶ Δικαιοσύνης, ὁποῖαι γίνονται σήμερον, εἶναι ἐπίσης βέβαιον. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κλεισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις, νὰ προσκληθῇ δὲ ὁ Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὅσα τῷ ζητοῦνται, καὶ ἀφοῦ συλλεχθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, καὶ ἀφοῦ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος, νὰ ὁρισθῇ εἰδικὸς χρόνος καὶ ῥητὴ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, ἵνα γείνῃ μεμελετημένη σκέψις καὶ ληφθῇ ὥριμος ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ ἦναι ῥιζική. Θὰ ἦτο δὲ εὐχῆς ἔργον, ἂν ἦτο δυνατόν, ἡ τοιαύτη συζήτησις νὰ προηγηθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ τεθῶσιν αἱ βάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα περὶ Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ θεωρῶ ἀδύνατον. Ὅταν ἀκούω, ὅτι θεσμῶν δικαστικῶν μεταβολαὶ εἰσάγονται διὰ νομοσχεδίων, δὲν σᾶς κρύπτω, ὅτι τρέμω· διότι ἠξεύρω ποίων βλαβῶν γίνονται πρόξενα. Χθὲς ἀκόμη ἐγένετο μακρὰ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐννοίας ἑνὸς νόμου, ψηφισθέντος ἄρτι, καὶ ἀφορῶντος εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως τῶν διορισμῶν καὶ τῶν παύσεων, καὶ ἀνωμολογήθη, ὅτι ὁ νεκρὸς ἐκεῖνος νόμος δίδει ἀφορμὴν εἰς μεγάλας διχογνωμίας. Ὁσάκις πρόκηται νὰ εἰσαχθῶσι νόμοι, ἀφορῶντες εἰς ἰδιωτικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν οὑτωσὶ ἐσπευσμένως, ὥστε νὰ ἦναι βέβαιον, ὅτι θὰ τύχωσιν ἀτελοῦς ἐλέγχου, τότε ἀσφαλῶς πρέπει νὰ προβλέπωμεν, ὅτι θὰ γείνωσι νόμοι γεννῶντες διχογνωμίας καὶ παράγοντες βλάβας τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ὀρθότερον εἶναι ὅθεν νὰ μὴ εἰσάγωνται. Ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δεῖται ἀνακαινίσεως γενναίας, εἶναι βέβαιον. Οὔτε Ἐμπορικὸν Νόμον ἔχομεν, οὔτε ἡ Ποινικὴ Δικονομία εἶναι ἐπαρκὴς, οὔτε ὁ Ποινικὸς ἡμῶν Νόμος εἶναι διερρυθμισμένος συμφώνως πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ θεωρίας, οὔτε ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων μας, ὡς ἐφηρμόσθη, πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ μένων. Ὁ Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον ἀκούομεν συνήθως λέγοντα τὰς συνήθεις φράσεις: «λόγοι ὑπηρεσίας ὑπηγόρευσαν», «ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ» καὶ τὰ τοιαῦτα, πρὸς δικαιολογίαν του, ἂς πιστεύσῃ, ὅτι δὲν δικαιολογοῦσι τὴν κακὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Προσωπικοῦ ἀνεπάρκειαν δὲν πάσχομεν· τοὐναντίον πάσχομεν προσωπικοῦ πληθώραν καὶ ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, ὅπως καὶ ἐν τῇ Διοικήσει, ἀλλὰ πρὸ πάντων πάσχομεν κακὴν κατανομὴν τοῦ προσωπικοῦ, ἔλλειψιν ἐπιτηρήσεως καὶ ἔλλειψιν πίστεως τῶν δικαστῶν εἰς τὴν διοικοῦσαν αὐτοὺς ἀρχήν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δὲν δύνανται, ἐπαναλέγω, νὰ συζητηθῶσιν οὕτως ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὅσους εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ν’ ἀφήσωσι μὲν τὴν συζήτησιν, νὰ ἐπιφυλαχθῶσι δὲ καὶ νὰ ἐπιζητήσωσιν, ὅπως κληθῶμεν προσεχῶς νὰ συζητήσωμεν ἐν ἐκτάσει περὶ τούτου, καὶ νὰ προκαλέσωμεν ἄλλοτε τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος.
§131ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ποταμιάνου.
§132ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Παρακαλῶ. Ἐγὼ προηγοῦμαι, διότι ἐζήτησα τὸν λόγον.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§134Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην λήξασαν διὰ τὴν σήμερον. Ἀείποτε ἀντετάχθην εἰς τὰς τοιαύτας συζητήσεις, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν τόσον δημοσίᾳ κακολογίαν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, πράττω τοῦτο, διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Μομφερράτου νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Μομφερράτος — καὶ δὲν λέγω τοῦτο προσωπικῶς δι’ αὐτὸν — εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ληστεία λυμαίνεται τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ Ταινάρου μέχρις Ὀλύμπου. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν...
§135ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτὸ (θόρυβος).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχίαν.
§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω διότι τὸ εἴπετε σεῖς.
§138ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν λέγητε φράσεις ἄλλας...
§139ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἔγκλημα» καὶ ἡ «ληστεία», εἴπετε.
§140ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὄχι «λῃστεία».
§141ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι «λῃστεία».
§142ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Συμμορίαι λυμαίνονται τὴν Ἑλλάδα, εἶπε. Τί εἶναι λοιπόν; Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι συμμορίαι ἐμπόρων, οὔτε τραπεζιτῶν!
§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τοιοῦτον ἐκφράζει ἐκεῖνο, οὗτινος γίνεται δυστυχῶς συχνάκις χρῆσις ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ συχνότερον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ. Πράξεις κοινόταται, πράξεις ἀνάξιαι καὶ μνείας καὶ ἀναγραφῆς κἄν, ἀναγράφονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸν Τύπον ὑπὸ τὸ ὄνομα «λῃστεία». — «Λῃστεία ἐν Πειραιεῖ!», — «ἡ λῃστεία τῆς Ἀκροπόλεως!» — διότι λωποδύτης τις κοινότατος ἥρπασε τὸ ὡρολόγιον μιᾶς Ἀμερικανίδος, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς! Τὸ νὰ συνδέῃ δὲ ὁ Τύπος ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ Τύπος ὁ γραφόμενος ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλλησμοῦ, ἐν Ἀθήναις, τὸ νὰ συνδέῃ τὸ ὄνομα τῆς Ἀκροπόλεως μὲ τὴν ἔννοιαν λῃστεία, εἶναι, σᾶς βεβαιῶ, ἀντεθνικὸν, διότι ἀντηχεῖ εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς. — «Λῃστεία ἐν τῇ Ἀκροπόλει», «λῃστεία ἐν Λοκρίδι», «λῃστεία ἐν Μεγάροις», λῃστεία παντοῦ! — Παντοῦ ἀναγινώσκετε εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν ἐπικεφαλίδα «λῃστεία»! Σπεύδετε νὰ ἴδητε, ποία εἶναι ἐκείνη ἡ λῃστρικὴ πρᾶξις. — «Δύο ἄγνωστοι, συλλαβόντες τὸν ἀγωγέα Α. Β. καθ’ ὁδὸν, ἀφῄρεσαν ἀπ’ αὐτοῦ ἕνα ἄρτον καὶ δραχμὰς τρεῖς καὶ ἑξήκοντα λεπτά!...»
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δὲν τὸν ἐφόνευσαν...
§145ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν τὸν ἐφόνευσαν... Δὲν ἠξεύρω πῶς χαρακτηρίζετε ὑμεῖς οἱ νομικοὶ τὴν πρᾶξιν, — διότι ἐγὼ ἐσπούδασα μὲν τὴν ἐπιστήμην πρὸ 25ετίας, ἀλλὰ δὲν ἤσκησα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, — ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων ἀναγραφῶν ἀδικεῖται ὁ τόπος. Ἐπελήφθην δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα παρακαλέσω, — ἐὰν ἡ παράκλησίς μου γείνῃ δεκτὴ παρὰ τῶν ὁμοτίμων ἐνταῦθα — νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, διὰ νὰ μὲ ἀκούσῃ ὁ Τύπος καὶ νὰ παύσῃ νὰ κακολογῇ τὸν τόπον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, — κακολογεῖ δὲ τὸν τόπον ἄνευ προθέσεως. Ἔρχεται συμπολίτης μού τις ἐξ Ἀμερικῆς· τὸν συναντῶ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος· τὸν δέχομαι μετὰ δεκαετῆ ἀπουσίαν, καὶ τὸν μακαρίζω, διότι ἐπανῆλθεν ὑγιὴς, διὰ νὰ μείνῃ εἰς τὸν τόπον του, καὶ νὰ ζήσῃ ἐν αὐτῷ ἥσυχος. «Πῶς ἠμπορῶ, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, νὰ ζήσω ἐγὼ ἐδῶ; πῶς ἠμπορῶ νὰ ζήσω μὲ αὐτὴν τὴν λῃστείαν;» — μοὶ ἀπαντᾷ, καὶ σχεδὸν ἔτρεμε, διότι ἐφοβεῖτο, εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος! (συγκίνησις). «— Καὶ πῶς ἔχεις αὐτὴν τὴν γνώμην;» «— Καθ’ ἡμέραν διαβάζω εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ λῃστείας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Ἀθήναις!» Ἔρχεται εἷς κύριος ἐκ Σμύρνης, ὁ ὁποῖος, κατὰ σύμπτωσιν, εἰς ὥραν μὴ συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, μὲ συνήντησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μόνον μελετῶντά τι· ἦλθε νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ ἐκεῖνος τὸ Βουλευτήριον. Συνῆψα ὁμιλίαν μετ’ αὐτοῦ. Μεταξὺ ἄλλων μοὶ λέγει: «Ἡμεῖς ἀποροῦμεν διὰ τὰ γινόμενα ἐδῶ, καὶ μᾶς κακολογεῖ καὶ ὁ ξένος Τύπος καὶ πᾶς ἄλλος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· πρὸ πάντων δὲ διὰ τὴν λῃστείαν!!» Ἐρωτῶ καὶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ποία εἶναι ἡ λῃστρικὴ συμμορία, ἡ ὁποία λυμαίνεται σήμερον τὴν Ἑλλάδα; Καὶ γίνεται τίποτε περισσότερον ἐνταῦθα παρ’ ὅ,τι εἰς τὴν Ἰταλίαν διαρκῶς, συστηματικῶς; Καὶ γίνεται τίποτε παρ’ ὅ,τι εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Γερμανίαν, παρ’ ὅ,τι εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς χώρας; Δὲν γίνεται μόνον ἐδῶ. Ἔχομεν ὅμως μίαν μανίαν, ἔχομεν μίαν τάσιν, τοῦ αὐτοεξευτελισμοῦ...
§146Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τούτου τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Τοῦτο ὅμως, διότι ἔχει προσκολληθῆ καὶ ἔχει ἐπικολαφθῆ εἰς τὸ ὄνομα τὸ Ἑλληνικὸν ἡ λῃστεία ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, ἀπὸ τῆς τουρκοκρατίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀρματωλῶν καὶ κλεφτῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἐπαράτου ἐκείνου βιβλίου τοῦ Ἀμποῦ, καὶ συνεδέθη τὸ ὄνομα τῆς ληστείας μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνος, καὶ μόλις ἀκούομεν ληστείαν, ἐρωτῶμεν: «Ποῦ;» — «Εἰς τὴν Ἑλλάδα! Ποῦ ἀλλοῦ;!!» Συνιστῶ λοιπὸν καὶ παρακαλῶ — εἰς δὲ τὴν δημοσιογραφίαν συνιστῶ τοῦτο θερμῶς — νὰ ἀποφεύγῃ τὴν ἄνευ ἐλέγχου ἀναγραφὴν τοῦ ὀνόματος τῆς ληστείας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἀνήκει. Ἂν συμβῇ ληστεία, ἀκριβῶς αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐντεταλμένοι, οἱ μεθ’ ἡμᾶς, — ἂς εἴπω οἱ μεθ’ ἡμᾶς — νὰ ἐνεργήσωσι, νὰ ἀναγράφωσι, νὰ πληροφορῶσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῆς κοινωνίας. Βεβαίως νὰ ἀναγράφωσι ληστείας· ἀλλὰ νὰ ἦναι ληστρικαὶ πράξεις. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ ἤρχετο τὸ ζήτημα, ὅτι θὰ μοὶ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω ταῦτα σήμερον, θὰ ἐλάμβανον ἑκατὸν ἡμερῶν ἐφημερίδας, οἱασδήποτε ἐποχῆς, καὶ θὰ σᾶς ἀνεγίνωσκον ἑκατὸ ληστείας, ἐκ τῶν ὁποίων καμμία εὐτυχῶς δὲν εἶναι «ληστεία»! Δυσφημεῖται ὁ τόπος μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δυσφημεῖται παρὰ τοῖς ξένοις, καὶ δυσφημεῖται παρὰ τοῖς Ἕλλησιν. Ἦλθεν ἐξ Ἀμερικῆς φίλος μού τις ἐκ τοῦ χωρίου Νιάτα τοῦ δήμου Ἕλους, καὶ ὅτε τῷ εἶπον, ὅτι θὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ νὰ ἴδῃ τοὺς οἰκείους του καὶ νὰ ζήσῃ ἐκεῖ καὶ αὐτός, ὁ τόσον ἀνεπτυγμένος: «Καὶ πῶς ἠμπορῶ νὰ ὑπάγω;» μοὶ ἀπαντᾷ. «Λέγω νὰ ὑπάγω, καὶ νὰ μείνω 2–3 ἡμέρας, διότι ἐγὼ βλέπω καθ’ ἡμέραν ἐδῶ, πῶς σκοτώνουν, φονεύουν, κλέπτουν τοὺς ἀνθρώπους, καὶ λέγω νὰ κρύψω καὶ τὸ ὡρολόγιόν μου, καὶ νὰ μὴ τὸ δείξω εἰς κανένα!» — Ποῦ, Κύριοι; Εἰς τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηρὰν, ὅπου τὸ ὄνομα «ληστεία» εἶναι τόσον γνωστὸν, ὅσον εἰς ἐμὲ τὰ Κινεζικά! (ἱλαρότης). Συνιστῶ λοιπὸν νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κακολογία τοῦ τόπου, ἡ ὁποία μᾶς βλάπτει τὰ μέγιστα. Σημειώσατε καὶ τοῦτο. Ὑπάρχει ἐν Βουλγαρίᾳ Πρακτορεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποστολὴν ἀποκλειστικὴν ταύτην: νὰ κόπτῃ τὰς ἐφημερίδας τὰς Ἑλληνικὰς, αἱ ὁποῖαι γράφουσιν ὅλας αὐτὰς τὰς κακὰς πράξεις, καὶ ν’ ἀποτελῇ δι’ αὐτῶν λεύκωμα· τούτου δὲ θὰ κάμωσι χρῆσίν ποτε οἱ Βούλγαροι, ὅταν, ὅπως νομίζουσιν ἐκεῖνοι, θὰ δικασθῇ τὸ ζήτημα τῆς Μακεδονίας παρά τινος Δικαστηρίου, καὶ θὰ δείξωσι παρὰ τίνος διοικεῖται καλλίτερον μία χώρα, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἢ ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Δὲν ἀφίνουσι δὲ καμμίαν ἐκ τῶν πράξεων, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀναγράφωσιν εἰς τὸ μητρῷον ἐκεῖνο, μητρῷον ἀτιμώσεως διὰ τὸ κακόν μας, ἐνῷ εὐτυχῶς δὲν εἴμεθα ἄξιοι...
§148ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖνοι εἶναι κακοῦργοι καὶ δολοφόνοι!
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· εἶναι κακοῦργοι καὶ δολοφόνοι. Παρίσταται εἰς τὰς ἐφημερίδας μεγαλοποίησις κοινοτάτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀλλοῦ εἰς τὰ «Διάφορα» θὰ ἐγράφοντο. Καὶ φόνοι καὶ κλοπαὶ καὶ ἄλλαι πράξεις, ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἠθικὴν, ἢ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, ἀναγράφονται ἀλλοῦ μὲ τὰ ἀρχικὰ στοιχεῖα τοῦ ὀνόματος τοῦ δράστου. Εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας τοῦτο συμβαίνει συνήθως. — «Ὁ λεγόμενος Α. Β. διέπραξε τοῦτο καὶ ἐκεῖνο».— Μὲ τρεῖς στίχους! Ἐδῶ, μόλις γείνῃ τι, νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ περιγράψωμεν διὰ τίτλων πηχυαίων, νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν καὶ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην καὶ τὴν τετάρτην καὶ τὴν πέμπτην ἡμέραν! Γεγονότα συνήθη, συνηθέστατα, λαμβάνοντα χώραν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς. Θὰ κομίζω βεβαίως γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, ἐὰν θελήσω νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἐντὸς τοῦ Λονδίνου σᾶς λέγει ἡ ἀστυνομία, ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν τάδε συνοικίαν· ἐὰν δὲ μεταβῆτε, δὲν ἐγγυῶμαι ποσῶς περὶ τῆς ἀσφαλείας σας». Συνέβη εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, ἐπισκεπτόμενον τὸν περίφημον ναὸν τοῦ Στρατσβούργου, ὅπου εἶναι τὸ θαυμάσιον ἐκεῖνο ὡρολόγιον, ὄχι ἁπλῶς, ὡς συνήθως λέγομεν, ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν δωδεκάτην ὥραν τῆς μεσημβρίας, ὅτε συνέρχεται κόσμος πολὺς ἐκεῖ, ἵνα ἴδῃ κινούμενα τὰ μηχανήματα ὅλα τοῦ ὡρολογίου· συνέβη, λέγω, εἰς ἐμὲ νὰ ἀκούσω ἀστυφύλακα, ἱστάμενον εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ καὶ φωνάζοντα εἰς δύο γλώσσας, Γερμανιστὶ καὶ Γαλλιστὶ—τὸ ὡρολόγιον κεῖται εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ ναοῦ τοῦ Στρασβούργου, τοῦ περιφήμου αὐτοῦ Γοτθικοῦ οἰκοδομήματος —: «Κύριοι, προσέχετε τὰ ὡρολόγιά σας καὶ τὰ βαλάντιά σας»!! (ἱλαρότης). Ἐντὸς τοῦ ναοῦ παροῦσα ἡ ἀστυνομία, δὲν ἀναλαμβάνει καμμίαν εὐθύνην!! Φωνάζει δὲ τοῦτο εἰς δύο γλώσσας, εἰς Γερμανικὴν καὶ Γαλλικὴν, ὁ ἀστυφύλαξ, ἐπαναλαμβάνω, ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, ἐν πόλει, ἡ ὁποία διοικεῖται διὰ σιδηρᾶς χειρὸς καὶ ὑπὸ τὸν στρατιωτικὸν νόμον...
§150ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως εἰς τὸ Λονδῖνον δὲν γίνεται τὸ ἴδιον;
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παντοῦ... Διατὶ ἡμεῖς νὰ μεγαλοποιῶμεν τὰ συμβαίνοντα κακά; διατὶ νὰ ἐξευτελίζωμεν τὸν τόπον μας; Θὰ ἐπεθύμουν, ἡ φωνή μου αὕτη νὰ εὕρῃ ἠχὼ καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).
§152Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ διεξαγομένη σήμερον γενικὴ συζήτησις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης εἶναι οὐ μόνον καθόλου ματαιοπονία, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι εὐχάριστος· ἀλλ’ εἶναι λυπηρὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ἀναπτύσσωνται λεπτομέρειαι ἐπὶ θεμάτων τοιούτων, ἐπὶ βλάβῃ μιᾶς τῶν ἀνωτέρων ἐξουσιῶν τῆς πατρίδος μας. Λέγω δὲ ὅτι ματαιοπονοῦμεν, διότι ἀλλαχοῦ ἔγκειται τὸ κακὸν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀνεχθῇ νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐν πεποιθήσει ἐσχημάτισα, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐπί τινα χρόνον νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· συνεδύασα δὲ πρὸς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεώς μου τὴν προηγουμένην δικαστικὴν πεῖράν μου. Φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ζήτημα Προϋπολογισμοῦ· καὶ μὴ ἐκλάβῃ τις, ὅτι ὁμιλῶ μόνον περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ κυρία ἀφορμὴ, ἥτις ἠραίωσε τὰ Δικαστήρια ἐκ προσώπων, ἅτινα ἠδύναντο ἔτι ἐπωφελῶς νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ ἔκλεισεν ἀφ’ ἑτέρου τὰς θύρας εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν των ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο τὸ μόνον, ὅτι σήμερον πάσχομεν ἐξ ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ· ἡ ἀνεπάρκεια δὲ δὲν εἶναι μόνον κατ’ ἀριθμὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιόν. Μὴ ἔχετε ἐλπίδα βελτιώσεως τῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ὅσῳ ἀγωνιζόμεθα, ἵνα διὰ περιωρισμένου ἀριθμοῦ δικαστῶν ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν κατὰ μέρος Δικαστηρίων· μὴ ἐλπίζετε, ἐν ὅσῳ ἔχετε τοῦτο τὸ παράχορδον, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ συνεδριάζωσιν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα πέντε δικασταὶ, ὑπάρχουσι Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι παρὰ μόνον τρεῖς ἢ τέσσαρας τὸ πολὺ τακτικοὺς δικαστάς. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ἡ Διοίκησις, μὴ δυναμένη νὰ συμπληρώσῃ τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῶν τακτικῶν, ἀναπληροῖ τοὺς μὴ ὑπάρχοντας δικαστὰς διὰ δικηγόρων· πράττει δηλαδὴ κατὰ κανόνα ὅ,τι ὁ Ὀργανισμὸς προβλέπει ὡς ἐξαίρεσιν, ἥτις δυστυχῶς κατέστη κανὼν γενικός. Πῶς θέλετε νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ Δικαιοσύνη εἰς τὰς ἀνάγκας της, ὅταν αἱ θέσεις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων μένουν κεναὶ, καὶ ἀναπληρῶνται ὑπὸ δικηγόρων, ἢ ἐκ τῶν νεωτέρων δικαστῶν, οἵτινες ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν Δικαστηρίων; Ὑπάρχουν Δικαστήρια — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅσοι τυγχάνουσι δικηγοροῦντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, — εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ διαρκῶς ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ δικηγόρου. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνεπάρκειαν οὐ μόνον προσωπικοῦ δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ προσωπικοῦ Εἰσαγγελικοῦ. Τοῦτο δὲ τί συνεπάγεται; Ὅτι ὁ ἔλεγχος, ἡ ἐπιτήρησις, ἡ ἐπίβλεψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐνασκῆται παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων ἐπὶ τῶν Δικαστηρίων, ἐξέλιπε σχεδὸν ἐντελῶς, διότι ὁ προσωρινὸς δὲν δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὸν τακτικὸν δικαστὴν, ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἐὰν ὑπάρχῃ, δὲν ἐπαρκεῖ. Ἔλεγον, ὅτι ἔχομεν ἀνεπάρκειαν προσωπικοῦ οὐ μόνον κατ’ ἀριθμὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιόν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι — καὶ δὲν θέλω νὰ προσβάλω κανένα, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν πρόσωπα, — εἶναι γνωστὸν, λέγω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον ν’ ἀποχωρήσωσι· διὰ τοῦτο ἐπεκράτησε τὸ σύστημα, ἐκ τῆς ἀνάγκης ἐπιβληθὲν, νὰ καταρτίζηται τὸ προσωπικὸν τῶν Δικαστηρίων ἀνάμικτον, ἐκ καλῶν καὶ ἐξ ἀνικάνων δικαστῶν, εἰς δὲ τὰ πολυάσχολα Δικαστήρια, ὅπου ἀπαιτεῖται ἀνώτερος ἀριθμὸς δικαστῶν, ἔχομεν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, πλειονοψηφίαν ἀνικάνων, καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς δουλεύουν. Πῶς δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν οὗτοι, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα οἱ δικασταὶ, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσιν, ἀποχωρήσωσιν, ἀνυψωθῇ δὲ ἡ θέσις τῶν δικαστῶν τῶν δυναμένων νὰ ἐργασθῶσι; Πρέπει πρὸς τούτοις νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως, νὰ κανονισθῶσι δὲ ἐπαρκέστερον καὶ τὰ τῆς μισθοδοσίας, διότι, — μὴ ἀπατώμεθα — ἐν ὅσῳ ὁ ὑπάλληλος δὲν πληρώνεται ἐπαρκῶς, ἐν ὅσῳ ἰσχύει τὸ μισθολόγιον τοῦ 1859, ὅτε αἱ ἀνάγκαι αἱ κοινωνικαὶ ἦσαν πολὺ διάφοροι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐξασφαλίζετε τὴν οἰκονομικὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ, μὴ ἔχετε ἐλπίδα, ὅτι δύνασθε νὰ ἀνοίξητε, ὡς προσήκει, τὴν θύραν τοῦ Δικαστηρίου καὶ νὰ καταστήσητε αὐτὴν προσιτὴν εἰς πάντας τοὺς ἔχοντας ἐπιθυμίαν νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλ’ ἐπιζητοῦντας ἕτερα, ἐπωφελέστερα, βιοποριστικὰ ἔργα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, μὴ σᾶς ξιππάζῃ ἡ στατιστική· ὁ πραγματικὸς ἀριθμὸς δὲν εἶναι τοσοῦτος. Καὶ ἴσως ἀπορήσητε διὰ τὴν βεβαίωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν δίδω ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα τοῦτο, καὶ γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅσοι δικηγορεῖτε, ὅτι ἡ διατύπωσις μηνύσεως εἶναι πρᾶγμα εὐκολώτατον, ὅτι διὰ τὸ παραμικρὸν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχει τις κατ’ ἄλλου, ἐπιδίδει μήνυσιν· ἐπειδὴ δὲ αὕτη γράφεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, δὲν κοστίζει τίποτε. Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ μηνύοντες συνήθως διατυποῦσι τὰς μηνύσεις ἐν στιγμῇ ὀργῆς καὶ ἐρεθισμοῦ· τὴν ἁπλῆν ἀμυχὴν χαρακτηρίζουσιν ὡς τραῦμα, τὴν ἀνταλλαγὴν ὕβρεων χαρακτηρίζουσιν ὡς ἄδικον ἐπίθεσιν, τὸ ῥάπισμα ἐνίοτε ὡς ἀπόπειραν ἀναιρέσεως κλπ. Δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας, περὶ ἧς ὡμίλησα, δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐνασκῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ νόμος, νὰ προεξετάζωσι τὰς μηνύσεις, καὶ ν’ ἀπορρίπτωσι διὰ προβουλεύματος ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι καταγγέλλουσι πράξεις ἀνεγκλήτους. Τουναντίον, ἰδοὺ συνήθως τί γίνεται: τὴν ἐνέργειαν δὲν ἐπαρκεῖ νὰ κάμνῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἐλλείψει δὲ ἀντεισαγγελέως, τοῦτο πράττει τὸ ἄλλο κατώτερον προσωπικὸν τῆς Εἰσαγγελίας· ὅσας μηνύσεις λαμβάνει, τὰς παραπέμπει ἄνευ προεξελέγξεως εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν πταισματοδίκην, ἵνα ἐνεργήσωσιν ἀνακρίσεις· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ μήνυσίς τις σοβαρωτέρα, παραπέμπεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα πρὸς ἐξέτασιν, καὶ διὰ τοῦτο σωρεία ὁλόκληρος μηνύσεων συσσωρεύεται πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ὁ εἰρηνοδίκης εὑρίσκεται βεβαρυμένος ὑπὸ πολλῶν ἐργασιῶν, διότι ἡ νεωτέρα νομοθεσία προσέθεσεν εἰς αὐτὸν καὶ καθήκοντα ἐκλογικὰ, καὶ καθήκοντα διοικητικὰ, καὶ καθήκοντα ἀστυνομικὰ, καὶ καθήκοντα φορολογικὰ, καὶ τότε θὰ ἐννοήσητε, ἂν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐὰν ἀναγράψῃ τις ἐν καταλόγῳ τὰ διάφορα καθήκοντα τοῦ εἰρηνοδίκου, θὰ καταληφθῇ ὑπὸ τρόμου, πῶς αὐτὸς ὁ γίγας, πῶς αὐτὸς ὁ Ἄτλας δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Ἐκ τούτου δὲ αἱ ἀνακρίσεις μένουν ἀνενέργητοι, καὶ ἐξογκοῦται καθ’ ἑκάστην ὁ ἀριθμός των. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀποστάσεις, λάβετε ὑπ’ ὄψιν π. χ. τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ Δικαστηρίου εὑρίσκεται ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ τὰ ἄκρα τοῦ νομοῦ εἰς τὰ Φουρνά· πῶς θὰ κατορθώσῃ νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας, καὶ πῶς οὗτοι θὰ ἔλθωσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος; Τὸ αὐτὸ συμβαίνει οὐ μόνον εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα, καὶ εἰς τὴν Ἀνάκρισιν καὶ εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, ὃν ἀναφέρουσιν αἱ στατιστικαὶ, τῶν 66 χιλιάδων ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων μόλις ἀναβαίνει μέχρι τῶν 40,000· αἱ 26,000 εἶναι μηνύσεις ἄνευ σημασίας. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ δικαστικοῦ προσωπικοῦ. Ἐὰν ἐξετάσητε τὸν Προϋπολογισμὸν, θὰ ἴδητε κονδύλιον διὰ 146 πρωτοδίκας καὶ ἐμμίσθους παρέδρους δι’ ὅλον τὸ Κράτος· ἐὰν λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν σημερινῶν Πρωτοδικείων καὶ τὰς ἀνάγκας ἑκάστου αὐτῶν, θὰ πεισθῆτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανείμητε τοὺς 146 δικαστὰς εἰς τὰ 22 Πρωτοδικεῖα, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ἕκαστον πλήρη τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀπαιτούμενον, καὶ τὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας ἐνίων ἐξ αὐτῶν. Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως, πῶς ζητοῦμεν τὰ ἀδύνατα; πῶς ζητοῦμεν, τὰ Δικαστήρια αὐτὰ, τὰ ἀτελῆ κατὰ τὸ προσωπικὸν, νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν των, καὶ νὰ ἦναι ἐνήμερα; Εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τί πταίει ὁ δυστυχὴς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Μήπως ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτοῦ, μὴ ἔχοντος ἐπαρκῆ τὰ οἰκονομικὰ μέσα, νὰ φέρῃ θεραπείαν; Ἐδοκίμασα, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ εὑρέθην ἀπέναντι σκοπέλου ἀνυπερβλήτου, τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τῆς δαπάνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν ὅσῳ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἀποφασίζομεν νὰ λάβωμεν μέτρα ῥιζικὰ, ὁποῖα ἀκροθιγῶς ὑπέδειξα, διότι δὲν ἤμην παρεσκευασμένος πρὸς τοιαύτην συζήτησιν, μὴ ἐλπίζωμεν· εἶναι ματαιοπονία, ὄνειρον, ν’ ἀποκτήσωμεν Δικαιοσύνην, λειτουργοῦσαν ὅπως πάντες ποθοῦμεν...
§153Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἶναι ζήτημα συστήματος.
§154ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ αὐτὰ ὡς δικαστὴς καὶ δικανικὸς δὲν τὰ ἐννοῶ. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύστημα Δικαιοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι μία, καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀπονομῆς αὐτῆς εἷς. Λοιπὸν τί σύστημα Δικαιοσύνης ἀναφέρετε;
§155Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν κάμνει τὸ χρῆμα τὸν χαρακτῆρα.
§156ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὁ δικαστὴς, ὅστις σκέπτεται περὶ τῆς δαπάνης τῆς αὔριον, δὲν θὰ ἐξετάσῃ καλῶς τὴν δικογραφίαν, ἐὰν ἡ κοιλία του παίζει βιολὶ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον (ἱλαρότης)· δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μελετήσῃ. Ζητεῖτε ἀπ’ αὐτὸν φῶτα, ζητεῖτε τὴν γνῶσιν ξένης τινὸς γλώσσης, ζητεῖτε νὰ ἔχῃ καὶ Βιβλιοθήκην, — ἴσως δὲ καὶ πολλοὶ τῶν δικαστῶν δὲν ἔχουν παρὰ ξηροὺς τοὺς κώδικας καὶ λιθογραφημένας παραδόσεις τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, — ζητεῖτε ἀπ’ αὐτὸν τὸν δικαστὴν νὰ ἀπονέμῃ τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὸν πληρώνετε μὲ 250 δραχμὰς, καὶ μετὰ διετίαν μὲ 300 δραχμὰς, ἂν ἦναι δὲ καὶ ἔγγαμος, τετέλεσται! λιμοκτονεῖ! Τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας εἶναι τὸ πρωτεῦον, ἐν ὅσῳ δὲ ἡ μισθοδοσία δὲν αὐξάνει, δὲν δύναται νὰ ἦναι τὸ Δικαστήριον προσιτὸν εἰς τοὺς δυναμένους ἐπαρκῶς νὰ ἐργασθῶσι, διότι προτιμῶσι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα, ἐξασφαλίζοντα αὐτοῖς τὴν οἰκονομικὴν ἀνεξαρτησίαν. Δευτερεῦον θεωρῶ τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας τοῦ προσωπικοῦ· διότι πρὶν ἢ σκεφθῶμεν, περὶ ἐκλογῆς προσωπικοῦ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς ἐπαρκῶς νὰ τὸ πληρώνωμεν. Καλοὶ οἱ νόμοι περὶ προσόντων, — ὁ νόμος περὶ ἐμμίσθων παρέδρων ηὐδοκίμησεν, — ἀλλ’ ὀφείλομεν πρὸς τούτοις νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν, διότι τὸ προσωπικὸν αὐτῶν δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἐν ὅσῳ τὰ δύο ταῦτα δὲν ἀσφαλίσωμεν, εἶναι περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης.
§157Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, εἰπόντος ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του, ὅτι εἶναι ματαιοπονία ἡ συζήτησις αὕτη· καὶ ὅμως ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεώς του ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδόλως εἶναι ματαιοπονία· διότι ἔφερεν εἰς φῶς πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια πολλῆς συζητήσεως, χάριν τῆς βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐξεταζομένη, δύναται νὰ προαγάγῃ τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν παραγωγὴν τῶν πολιτῶν, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ Ἔθνους, διότι εἰς αὐτὴν ἐλπίζει πᾶς ὁ ἐργαζόμενος, ὅπως προσπορίσῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ παρεμπιπτόντως, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐξ ἀρχῆς, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἠλείας καὶ ἐκ Ναυπλίου Βουλευτῶν, ἵνα ὁρισθῇ εἰδικὴ πρὸς τοῦτο ἡμέρα. Εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀκούηται ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ζήτημα Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν διόρθωσιν, διότι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν τὰ Δικαστήρια. Καὶ πότε νὰ λέγωνται ταῦτα; Ὅτε αὐξάνομεν τὰ Δικαστήρια, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸς βελτίωσιν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν συμφερόντων. Κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐδόλως εἶναι ζήτημα αὐξήσεως τῶν μισθῶν ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ τιμὴ καὶ ὁ χαρακτὴρ δὲν ἔγκεινται εἰς τὴν χρηματικὴν ἐπάρκειαν τῶν προσώπων. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα ὑπαλλήλων, καὶ μάλιστα ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ, οἵτινες πένονται, ἀλλὰ ποτὲ δὲν παρεξετράπησαν, ἢ ἠμέλησαν τὰ καθήκοντά των, ἕνεκεν ἀνεπαρκείας τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Εἶναι ἐλάχιστα τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ὑπῆρξαν, οὐχὶ δὲ καὶ σήμερον, δικαστῶν δωροδοκουμένων κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Σήμερον, πιστεύω, οὐδὲν τοιοῦτον παράδειγμα θέλετε εὕρει. Μάλιστα δὲ, καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι σήμερον σπάνιοι εἶναι καὶ οἱ ἐκ πολιτικῶν ἐπηρεασμῶν παρεκτρεπόμενοι δικασταί· καὶ τοῦτο λέγω πρὸς τιμήν των. Τοὐναντίον βλέπω αὐτοὺς, ἐξ ἀλόγου ζήλου καὶ ἐξ αὐτορεκλαμαρισμοῦ, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων των, καταδιώκοντας τοὺς πολιτικούς, καὶ ἐν δικαίῳ εὑρισκομένους, ὅταν παρουσιάζωνται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, εἴτε Βουλευταὶ, εἴτε Δήμαρχοι, εἴτε κομματάρχαι. Τοῦτο εἶναι μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται, ὄχι πλέον ἐξ ἄλλου τινὸς, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίβλεψιν καὶ ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῶν δικαστῶν· καὶ τοιοῦτοι εἶναι κυρίως οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν. Συνέβη ἐν Σπάρτῃ, κύριοι Βουλευταὶ, νυκτερινὴ ἐπίθεσις μετὰ τραυματισμοῦ κατὰ δικαστοῦ, καὶ πάντες οἱ πολῖται ἐλυπήθημεν διὰ τὸ κακὸν τοῦτο· ἀλλ’ ἐν τούτοις οὐδεὶς συνεπάθησεν ὑπὲρ τοῦ τραυματισθέντος δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ ὅτι δὲν παρέβαινε τὰ καθήκοντά του διὰ δῶρα ἢ διὰ πολιτικοὺς λόγους, οὐχ ἧττον εἶναι ἐπιβλαβέστατος καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ἀκρίτως καταδικάζει καὶ τιμωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως, καὶ μόνον ἐξ ἀκαταλογίστου ἐγωϊσμοῦ, διὰ νὰ ἀκούηται, ὅτι εἶναι αὐστηρὸς καὶ ἀνεπηρέαστος. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν παρουσιαζόμενον ἐνώπιόν του κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ τύχῃ νὰ φέρῃ κολλάρον ὑψηλόν! Νομίζει, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ δικαστοῦ, νὰ τιμωρῇ αὐστηρῶς, ἢ νὰ ἐξευτελίζῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας του πάντα, ὅστις δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν μόρφωσιν καὶ κατὰ τὴν κοινωνικὴν τάξιν! Τὸν δικαστὴν τοῦτον ἠναγκάσθησαν οἱ νομοταγέστατοι πολῖται τῆς Σπάρτης νὰ τραυματίσωσιν ἐν ὥρᾳ νυκτός. Ἀπεστάλη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἰς Σπάρτην, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ἦλθεν οὗτος, καὶ ἔμαθε παρ’ ὅλων τῶν δικηγόρων καὶ παρ’ ὅλων τῶν πολιτῶν περὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ τοῦ δικαστοῦ καὶ πάντων τῶν ἐν Σπάρτῃ δικαστῶν, καὶ ἐν τούτοις, πλὴν τῆς μεταθέσεως τοῦ τραυματισθέντος, οὐδὲν ἄλλο ἐνηργήθη· καὶ ἐκ τούτου πιστεύω, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν ἀνέφερεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ περὶ τῶν ἄλλων δικαστῶν, οἵτινες παραπλησίαν πρὸς τὸν τραυματισθέντα συμπεριφορὰν δεικνύουσιν. Αὐτὰ δύναται νὰ περιορίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίβλεψιν τῶν κατωτέρων δικαστῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν. Δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς ὑπέβαλε.
§158ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ὑπέβαλον πρότασιν· γνώμην ἐξέφερα.
§159ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐζητήσατε μάλιστα νὰ κατατεθῶσι καὶ ἔγγραφα...
§160ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ τὰ προσκομίσῃ.
§161ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις εἰδικὴ ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου καὶ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ ζητήματος. Καὶ συνιστῶ, ὅπως δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα εἰδικὴ πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου.
§162Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐξακριβώσεως τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ζήτημα δυνάμενον ὁπωσδήποτε εἰς τὸ διάστημα ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ διευκρινισθῇ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐν πολλοῖς ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβολῆς ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ἡμῶν νόμων, ὡς πολλάκις καὶ ἀπὸ πολλοῦ ὑπέδειξα· ἀλλὰ τοῦτο θεωρῶ δευτερεῦον· κύριον θεωρῶ τὸ ζήτημα τῆς προσηκούσης ἐνοργανώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ καὶ τοῦτο, ὅπερ εἶναι ἀκριβῶς ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ θεμελιωθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ βελτιωθῇ ἐν γένει ἡ κατάστασις τῆς Πολιτείας. Ἐν ὅσῳ ἡ κατάστασις τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν γένει, ἐν ὅσῳ ἡ Πολιτεία ἡμῶν σύμπασα εὑρίσκεται ἐν ᾗ ἤδη ἀτελεῖ καταστάσει, εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ ἐπέλθῃ γνησία καὶ ἀκριβὴς ἀπονομὴ τῆς πολιτικῆς ἢ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Μέτρα τινὰ δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐν μέρει βελτίωσιν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ περιμένῃ τις τέλειόν τι καὶ πλῆρες. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ παραστήσῃ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ περὶ τούτου, ἀπαιτεῖται ὡρῶν πολλῶν κατανάλωσις, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἤδη ὁ κατάλληλος καιρός. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ κατὰ τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, εἰδικῶς καὶ συστηματικῶς, καὶ προτίθεμαι τότε νὰ λάβω τὸν λόγον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ πρότασίς σας δὲν ἔχει ἀφετηρίαν θετικόν τι ζήτημα· διότι ἀκαδημαϊκῶς δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι Νομικὸς Σύλλογος. Ἑπομένως δὲν δύναμαι οὐδὲ νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν, τοιαύτην οὖσαν, τὴν πρότασιν.
§164ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη συζήτησις εἶναι ἄκαιρος, ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ ἄλλη ἡμέρα καὶ ὥρα, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὴν πρότασιν ταύτην υἱοθέτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος. Ἰδοὺ πῶς, νομίζω, δύναται νὰ διατυπωθῇ· ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, τίνι τρόπῳ δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πρότασις τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Τοῦτο δύναται νὰ κάμῃ, ὁπόταν θέλῃ, ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§166ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ἐν ἀρχῇ ἡ συζήτησις δὲν ἦτο οἵα κατέληξεν. Ἡ πρόθεσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, λαβόντος τὸν λόγον, ἦτο νὰ ἐλέγξῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν κακὴν διοίκησιν τῶν δικαστικῶν προσώπων· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ θέματος τούτου ἐξετράπη ἡ συζήτησις, καὶ ἀνῆλθεν εἰς θέμα ὅλως ἀκαδημαϊκόν, καὶ ἤρξατο συζήτησις, ὅλως ἐξ ἀπροόπτου, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης. Βεβαίως δὲν εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐρρύθμως λειτουργεῖ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει· συμφωνῶ πρός τινας τῶν γνωμῶν, τῶν ἐξενεχθεισῶν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, διαφωνῶ ὅμως πρὸς αὐτοὺς, ὅτι τὸ καθαρὸν ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ζήτημα Προϋπολογισμοῦ. Γνωρίζω δικαστὰς, καὶ ἰδίως τοὺς δικαστὰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οἱ ὁποῖοι μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, καὶ λίαν ἐπαρκῶς...
§167ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὐδεὶς εἶπε τὸ ἐναντίον.
§168ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Οἱ δικασταὶ ὅμως ἐκεῖνοι δὲν ἀφίνονται ἐλεύθεροι ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, καὶ πρὸς τοῦτο ζητῶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, τῶν ἐπιθεωρησάντων ἅπαντα τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Εἰσαγγελίας τοῦ Κράτους. Ἰδίᾳ δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, δι’ ὧν παριστᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κατήγγειλέ τινα τῶν ἐφετῶν, τῶν ὑπηρετούντων παρὰ τῷ Ἐφετείῳ Ναυπλίου, νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὰς καταγγελίας ἐκείνας, ὡς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν δὲ, κύριε Πρόεδρε, εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τότε θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλήν, τίς ὁ πειρασμός, ὁ παραλύων τὴν Δικαιοσύνην ἐν γένει.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως, κύριε Πρόεδρε, ἰδίως δὲ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οἱ ὑπερασπισταὶ αὐτοῦ, προέκυψεν, ὅτι τὸ κακὸν ἔγκειται εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε κακὴν διοίκησιν λόγῳ τῶν νόμων, οἵτινες σήμερον κεῖνται, εἴτε κακὴν διοίκησιν, διότι δὲν ὑποβάλλονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νόμοι πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Πάντα, ὅσα ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐλέχθησαν παρὰ τῶν φίλων του, ἀνάγονται εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης· διότι, ὅταν λέγηται, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν εἶναι μία τῶν αἰτιῶν τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, γίνεται λόγος περὶ παραλείψεως τῆς προσηκούσης ἐνεργείας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἐὰν δὲ οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δὲν ἐπαρκῶσιν, ἔπρεπε καὶ περὶ φυλακῶν νὰ εἰσαχθῶσι νόμοι, βελτιοῦντες αὐτάς. Λέγεται πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν δίδεται ἐπαρκὴς μισθὸς εἰς τοὺς δικαστάς. Τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρὰ αἰτία τοῦ κακοῦ παρ’ ἡμῖν. Νομίζω ὅτι τὸ κακὸν κεῖται εἰς τὸ σύστημα, τὸ κρατοῦν, τῆς πολιτικῆς παρ’ ἡμῖν, ἥτις καὶ εἰς τὰ δικαστικὰ ἀναμιγνύεται, δηλ. καὶ εἰς τὰ τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς Δικαιοσύνης. Ἀληθῶς δύναταί τις νὰ καταγγείλῃ καὶ τὴν ἀστικὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην, ὡς πάσχουσαν ἀπὸ τοὺς ἐπηρεασμοὺς τῆς πολιτικῆς, τῆς κομματικῆς πολιτικῆς, ἣν διεξάγουν Ὑπουργοὶ, ὑπάλληλοι, Βουλευταὶ, κομματάρχαι. Ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα καὶ δικασταὶ ἁδρῶς πληρωνόμενοι σήμερον ὑποκύπτουσιν, ἐὰν βεβαίως θὰ ὑποκύψωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον. Εἴτε ὁ χαρακτὴρ τῶν δικαστῶν βλάπτει αὐτοὺς σήμερον, εἴτε ἡ πίεσις καὶ ἡ περίθαλψις τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν φίλων αὐτῶν, καὶ γίνονται ἐνίοτε ὄργανα μεροληπτικῆς ἐνεργείας καὶ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, οἱ δικασταὶ οὗτοι καὶ μὲ μεγαλείτερον μισθὸν δὲν θὰ παύσωσιν ἐπηρεαζόμενοι. Ἐλέχθη προσέτι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ προσωπικὸν, —τὸ ὁποῖον εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ὡς ὀρθὸν,—ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης· διότι ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ εἶναι ἡ συνεπάγουσα τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐνημερότητος καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ὡς λόγος τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας προετάθη καὶ ἡ παρατήρησις, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν μεγάλους μισθοὺς, θὰ λαμβάνωμεν εὐκόλως ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ κλάδου ἱκανωτέρους δικαστάς. Ἀλλ’ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνονται σήμερον κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, οὐδόλως στρέφονται εἰς τὰ τῆς ἱκανότητος τῶν δικαστῶν. Νομίζω, τοὐναντίον, ὅτι οἱ σημερινοὶ δικασταὶ εἶναι ἀρτιώτερον κατηρτισμένοι ἢ οἱ πρὸ αὐτῶν, καὶ ὅτι σπανίως δύναταί τις νὰ παραπονεθῇ σήμερον κατ’ ἀποφάσεως δικαστοῦ, ὡς προϊόντος ἀτελοῦς καταρτισμοῦ καὶ μορφώσεως τῶν δικαστῶν, ἢ ἀτελῶν φώτων νομικῶν. Αἱ ἀτέλειαι προέρχονται ἐξ ἄλλων αἰτιῶν. Ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον συχνὰ ἀκούομεν πρὸς δικαιολογίαν τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, ὅτι ἐλλείπουσι δικαστικὰ κτίρια, καὶ ὅτι, ὅταν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀλλαχοῦ εὐτυχήσωμεν νὰ ἔχωμεν μέγαρα δικαστικὰ, θὰ ἔχωμεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδωμεν τὴν Δικαιοσύνην διαλάμπουσαν καὶ διανεμομένην καλλίτερον. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι γελοῖα, διότι εἶναι ἐντελῶς ξένα πρὸς τὴν ποιότητα τῶν δικαστῶν καὶ πρὸς τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τὰ αἴτια ἀνάγονται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ διευθύνων Ὑπουργὸς, ὅστις καὶ δραστηριώτερον ὀφείλει νὰ ἐργάζηται, καὶ τὰ νομοθετήματα τὰ προσήκοντα ὀφείλει νὰ μελετᾷ καὶ εἰσάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τί διὰ τῶν προταθέντων μέσων ἡ ἀκεραιότης τῶν δικαστῶν καὶ ἡ εὐσυνειδησία δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὅταν ὑπάρχῃ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὑπόθεσιν, ὅστις, ἐνῷ γινώσκει περὶ δικαστοῦ, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς φοβερὸν παράπτωμα, λαβὼν χρήματα, ὅπως ἐκδώσῃ ἀπόφασιν μεροληπτικὴν, οὐδὲν ἐνήργησε κατ’ αὐτοῦ;
§170ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.
§171ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ λέγω ἐγώ. Ἰσχυρίζομαι δ’ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζηται σοβαρῶς παρ’ οἱουδήποτε ἐνταῦθα, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, ἢ καλλιτέρας μορφώσεως αὐτῶν καὶ καλλιτέρας διὰ τοῦτο στρατολογίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων, θὰ ἐπιτύχωμεν καλλιτέραν Δικαιοσύνην, ὅταν γνωρίζωμεν πόθεν τὸ κακὸν, καὶ ὅταν βλέπωμεν Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι παραβάσεις ἐπονειδίστους τῶν δικαστῶν, καὶ οὐδὲν ἐνεργοῦσιν ἐκ τῶν διατασσομένων ὑπὸ τῶν νόμων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει...
§172Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν γνωρίζω κανένα.
§173ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ποῖος εἶναι;
§174ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δύναμαι νὰ τὸ εἴπω ἰδιαιτέρως. Δημοσίως δὲν πρέπει. Ὅταν ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἐπιτρέψῃ, τότε βεβαίως δύναμαι νὰ τὸ εἴπω καὶ δημοσίᾳ. Πῶς θέλετε νῦν νὰ ὁμιλήσω ἄνευ ἀποδείξεων περὶ προσώπων, ὄχι μόνον περὶ τοῦ προσώπου τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνου, ὅστις μετὰ τοῦ δικαστοῦ συνέπραξε; Τοῦτο θὰ ἦτο καταγγελία συνεπαγομένη δικαστικὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ διατὶ τὸ λέγω; Τὸ λέγω οὐχὶ διότι θέλω νὰ φέρω μομφήν· ἂν ἤθελον νὰ φέρω μομφὴν ἄνευ ἀποδείξεων, δὲν θὰ ἐπεκαλούμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τὴν ἀνάμιξιν. Εἶμαι ὅμως διατεθειμένος ν’ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ γνωρίζει, ἐκτὸς ἐὰν μὲ ἠπάτησεν ἐκεῖνος, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ κατέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν γνωστόν. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀντιστῶ εἰς τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, περὶ προσδιορισμοῦ ἡμέρας, ὅπως εὐρύτερον συζητηθῶσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἑσπέρας ταύτης συνετέλεσεν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης κυρίως ἔχουσιν ἀφορμὴν εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ὅτι ἢ πρέπει νὰ γείνῃ ἐφαρμογὴ δραστικωτέρα καὶ αὐστηροτέρα τῶν κειμένων νόμων, ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, ἅτινα δύνανται νὰ βελτιώσωσι καὶ νὰ καταστήσωσι τὴν παρ’ ἡμῖν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καλλιτέραν ἢ ὅσον σήμερον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξε τὸ ζήτημα αὐτό.
§176Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὄχι. Τὸ ζήτημα δύναται νὰ ἐπανέλθῃ, ὅταν Βουλευτής τις θελήσῃ νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ.
§177Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν βραδύνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, ἐγὼ θὰ τὸ ἐπαναφέρω.
§178Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Δικαιοσύνης, θὰ συστήσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἑξῆς γεγονός. Εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Θηβῶν ὑπηρετεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰρηνοδίκης τις, ὅστις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ἐξ Ἀμφίσσης. Ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος πρὸ ἓξ μηνῶν ὑπάνδρευσε τὴν ἀδελφήν του μετὰ δικηγόρου τινὸς ἐν ἐνεργείᾳ ἐν Θήβαις. Ἤθελον λοιπὸν ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ ἂν ἔλαβε γνῶσιν, πῶς ἀφίνει τὸν κ. εἰρηνοδίκην αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου Θηβῶν, ἀφοῦ ἐγένετο ἀφορμὴ σκανδάλου; Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ὑπάνδρευσε τὴν ἀδελφήν του μὲ δικηγόρον ἐκεῖ, θέλει σπεύσει νὰ τὸν μεταθέσῃ.
§179ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προηγουμένως εἶπε, συνεπείᾳ ἀνταποκρίσεως ἐκ Πύργου, δημοσιευθείσης εἰς τὴν ἐφημερίδα «Πρωΐαν», δι’ ἧς κατηγγέλθη, ὅτι ὁ τέως ἀντεισαγγελεὺς Ἠλείας κ. Κωνσταντινόπουλος μετετέθη ἐκ Πύργου, διότι δῆθεν αὐτὸς ἔθηκε τέρμα εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐκεῖ συνήθειαν, νὰ μεταφέρωνται αἱ δικογραφίαι ἐκ τοῦ Εἰσαγγελικοῦ γραφείου εἰς τὸν οἶκον τῶν Στεφανοπούλων πρὸς ἐξέλεγξιν, καὶ διότι δῆθεν ἠρνήθη εἰς ἐμέ τι, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα, ὡς μειοῦν τὸ δικαστικὸν γόητρον, διετάχθη, συνεπείᾳ αἰτήσεως ἡμῶν, παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν καὶ μετέβη εἰς Πύργον, καὶ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Ἐπίσης εἰς τὴν αὐτὴν ἐφημερίδα ἐδημοσιεύθη ἀναφορὰ πολίτου τινὸς ἐκ Πύργου, τοῦ Ἀνδρέου Κατσάμπουλα, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ὁποίας κατηγγέλλετο, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν ἐνήργησεν εἰκονικὴν κλήρωσιν ἐνόρκων, συνεπείᾳ ἀπαιτήσεως ἡμῶν, πρὸς ἀθώωσιν ἑνὸς κατηγορουμένου, δικασθέντος ἀπὸ τὸ Κακουργοδικεῖον Πύργου, καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Πύργῳ Συνέδρων κατὰ τὴν δίκην ταύτην εἶχον μεταβληθῆ εἰς συνηγόρους τοῦ κατηγορουμένου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ δικογραφία τῆς δίκης ταύτης ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ εὑρίσκεται ἐνταῦθα, ἢ καὶ ἂν δὲν εὑρίσκεται ἐνταῦθα, νὰ παραγγείλῃ τὴν προσαγωγὴν τῆς δικογραφίας αὐτῆς, διότι πρόκειται νὰ λάβω περὶ τούτου τὸν λόγον.
§180ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ συμβολαιογράφου πρόκειται;
§181ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Περὶ τοῦ συμβολαιογράφου.
§182ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τοῦ μένοντος ἔτι ἐν Πύργῳ;
§183ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§184ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ λύει τὸ ὅλον ζήτημά σας.
§185ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μένει ἐν Πύργῳ ὁ συμβολαιογράφος οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δημότης Πύργου.
§186ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ τυπικὸν μέρος εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν, ἡ οὐσία ὅμως, ὅτι αὐτὸς ἔζη ὡς δικαστικὸν πρόσωπον ἐν Πύργῳ, παρεῖχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικασθῇ εἰς ἄλλην περιφέρειαν, καὶ ὄχι ἐν Πύργῳ.
§187ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εἶχεν ὁρισθῆ νὰ δικασθῇ ἐν Ζακύνθῳ, ἀλλὰ συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τριῶν ἰατρῶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ μεταφορά του καὶ ἀπὸ δωματίου ἀκόμη εἰς δωμάτιον, ἔμεινε νὰ δικασθῇ ἐν Πύργῳ. Ἄλλως τε τοῦτο γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ κοινωνία Πύργου.
§188ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι τώρα καλά; (ἱλαρότης).
§189ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων παμψηφεὶ τὸν ἠθώωσε, καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων εἶχον λάβει μέρος καὶ ὁ κ. Πᾶνος Λαμπρινόπουλος, πρώην βουλευτὴς, καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Ψημμένος, μεγαλέμπορος, καὶ ὁ κ. Γεώργιος Σακκᾶς, ὅλοι φίλοι τῶν ἡγετῶν τῆς «Πρωΐας», καὶ ἄλλοι λαμπροὶ πολῖται. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα. Περιορίζομαι μόνον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐκφράσω ἓν παράπονον. Ἐδικαιούμην νὰ ἔχω τὴν εὐλογωτάτην ἀξίωσιν, ἵνα οἱ ἀσκοῦντες τὴν πασίγνωστον ἐπὶ τῆς ἐφημερίδος «Πρωΐας» ἐξουσίαν, οἱ ἡγέται τῆς «Πρωΐας», πρὶν ἢ ἀποδεχθῶσιν ἢ ἐγκρίνωσι τὴν δημοσίευσιν τῶν τοιούτων ἀνταποκρίσεων καὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, ἐξελέγξωσι προηγουμένως τὴν ἀκρίβειαν τῶν περιεχομένων, ἢ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀπευθύνωσιν αὐτοὶ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπηύθυνα, καὶ νὰ ζητήσωσιν αὐτοὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωσι, τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ὑστέρων, καὶ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην εἰς τοὺς δεινῶς ὑβρισθέντας καὶ τὴν ποδοπατηθεῖσαν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος. Ὤφειλον νὰ σταματήσωσι πρὸ τοῦ μεγέθους τῆς ἐκ τῶν καταγγελλομένων ἐθνικῆς ζημίας. Διότι ἀληθῶς φρίττω, ὅταν συλλογίζωμαι ποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐνεποίησεν εἰς τὴν ἐκτὸς τῆς Ἠλείας κοινωνίαν, — διότι ἡ κοινωνία τῆς Ἠλείας γνωρίζει τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, καὶ οἰκτείρει τοὺς ψευδολόγους, — ποίαν, λέγω, ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὴν ἐκτὸς τῆς Ἠλείας κοινωνίαν καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον τὸ ἄκουσμα, ὅτι μία Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, νὰ ἐπιτρέπῃ, ἢ νὰ ἀνέχηται, ἢ νὰ μὴ γινώσκῃ, ὅτι αἱ δικογραφίαι ἐξέρχονται τοῦ Εἰσαγγελικοῦ γραφείου καὶ μεταφέρονται πρὸς ἐξέλεγξιν εἰς ἰδιωτικὸν οἶκον, καὶ ὅτι ἓν Δικαστήριον Ἐφετῶν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ κάμῃ εἰκονικὴν κλήρωσιν ἐνόρκων, διὰ νὰ ἀθωώσῃ ἕνα πλαστογράφον! Βεβαίως θὰ ἔρριξαν· θὰ εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἔμεινεν ὄρθιον εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς νὰ ἐκτραγῳδήσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην. Ὤφειλον τοὐλάχιστον νὰ σταματήσωσι πρὸ τῆς ἐξυβρίσεως τῶν φίλων των, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἠλείας κ. Μελετόπουλος, ἀρχαῖος δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ἔντιμος γόνος ὑπηρετησάσης τὸν τόπον οἰκογενείας, εἶναι φίλος των, καὶ ὑπ’ αὐτῶν διωρίσθη, καὶ πρὸ δύο μηνῶν ἡ «Πρωΐα» ἔγραφε περὶ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι λαμπρὸς λειτουργὸς τῆς Θέμιδος, καὶ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἀμερολήπτως· διότι οἱ ἐφέται Γριμάνης καὶ Ἀντωνόπουλος καὶ Στεφανόπουλος καὶ Ἀγγελόπουλος καὶ Μελετόπουλος εἶναι ἐπίσης φίλοι των, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐξυβρίσουν...
§190ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ δικασταὶ εἶναι φίλοι των; Οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι φίλοι.
§191ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν τοὺς κακολογῶ· δὲν εἶναι ἄτοπον νὰ ἦναι φίλος ὁ δικαστής· εἶναι κοινωνικοὶ φίλοι των· εἶναι ἐντιμότατοι δικασταί... Εἰς δὲ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, τὸ ὁποῖον ἐδίκασε τὸν κατηγορούμονον ἐκεῖνον, καὶ τὸ ὁποῖον παμψηφεὶ τὸν ἠθώωσε — καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ μὲ διαψεύσῃ...
§192ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ ἠξεύρει αὐτό;
§193ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. .. εἰς τὸ Δικαστήριον αὐτό, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, εἶχον λάβει μέρος καὶ ὁ κ. Πᾶνος Λαμπρινόπουλος, πρώην βουλευτής, φίλος των, καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Ψημμένος, φίλος των, καὶ ἄλλοι φίλοι των. Αὐτοὶ λοιπὸν, ἂν δὲν ἠθώωσαν παμψηφεὶ τὸν κατηγορούμενον, ἂς μὲ διαψεύσουν. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς· διότι, ὅταν ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐξέρχηται τῶν ὁρίων τῆς ὀφειλομένης ἀμοιβαίας ἁβρότητος καὶ εὐπρεπείας τῶν πολιτευομένων, καὶ τῆς εὐγενοῦς περὶ τὰ καλὰ ἁμίλλης, καὶ κατέρχηται εἰς τὸ ταπεινὸν ἔδαφος τῶν προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων καὶ ἀμοιβαίων προπηλακισμῶν, — καὶ εἰς τοῦτο συντελεῖ καὶ ἡ ἀκολασία τοῦ Τύπου, — τοῦτο ἀποβαίνει ὀλέθριον εἰς τὸν τόπον, διότι τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν πολιτευομένων ἀσκεῖ μεγίστην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων, τῶν τε ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, τοῦ Ἔθνους.
§194ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ γράφουσι, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου, διὰ τὸ ὁποῖον πρό τινων ἡμερῶν ἐστάλη τηλεγράφημα ἐκ δήμων τινῶν τῆς Πυλίας, νομίζω δὲ, καὶ τῆς Μεσσήνης. Παραπονοῦνται οἱ ἐκεῖ κάτοικοι, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα στεροῦνται τελείως ὁδῶν ἁμαξιτῶν καὶ ὅτι χείμαρροι πολλοὶ προξενοῦσι μεγάλα δυστυχήματα κατ’ ἔτος· ὅτι ὁδὸς δὲν ὑπάρχει, συνδέουσα τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Μεσσήνης μετὰ τῶν δήμων Μεσσήνης καὶ ἄλλων. Φρονῶ ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἐπέτρεπον τὰ οἰκονομικά μας νὰ γείνῃ ἡ ὁδὸς αὕτη, ἔδει τοὐλάχιστον νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διατάξῃ νὰ ζευχθῶσιν οἱ χείμαρροι αὐτοὶ προχείρως, ἔστω καὶ διὰ ξυλίνων γεφυρῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ὦσι βαταὶ, ἵνα μὴ παθαίνωσι τὰ μαρτύρια, ὅσα νῦν πάσχουσιν, οἱ κάτοικοι, καὶ νὰ δύνανται νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα των ἀσφαλῶς. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, καὶ ἐλπίζω νὰ ληφθῇ ἐκ μέρους τοῦ τελευταίου πρόνοια ταχεῖα.
§195ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐρωτήματά τινα καὶ ἀπορίας μου, ἃς ὑποβάλω ἐγγράφως, καὶ ν’ ἀπαντήσῃ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§197ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 16 ἔχει ἐγγραφῆ εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς πρώτην συζήτησιν...
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔγεινε λάθος· εἶναι εἰς δευτέραν.
§199ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Δεύτερον παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο αὔριον ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», διότι εἶναι ἀναγκαιότατον.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§201ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 426,674. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχ. 806,015,12» ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχ. 1674». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν.
§205Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ἄλλοι. Κατ’ αὐτὰς, διὰ τὰς φυλακὰς τὰς γυναικείας, τὰς ὁποίας ἔχομεν σήμερον ἐν τῷ Κράτει, καταβάλλομεν 8800 δραχμὰς ἐτησίως δι’ ἐνοίκιον. Ἐπίσης καταβάλλομεν διὰ τὰς αὐτὰς φυλακὰς εἰς μισθὸν ἐπιστατριῶν δρ. 2940. Τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὰς ἐπιστατρίας ἴσως σᾶς φαίνεται μικρόν· ἀλλ’ εἶναι τόσον, διότι τὸ ἐνοίκιον περιλαμβάνει καὶ τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ διὰ τὰς ἐπιστατρίας. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι αἱ φυλακαὶ αὗται, ἂν μείνουν, θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ πληρώνωνται μὲ τὸ ἴδιον ἐνοίκιον, ἐκτὸς τῶν φυλακῶν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπίσης ὑποβάλλω πίνακα τοῦ ἀριθμοῦ ὅλων τῶν καταδίκων γυναικῶν τῶν ἐπαρχιῶν, μετὰ σημειώσεως τοῦ ἐγκλήματος, δι’ ὃ κατεδικάσθησαν, καὶ τοῦ χρόνου, δι’ ὃν κατεδικάσθησαν. Θὰ ἴδητε ἐν τῷ πίνακι τὰς πράξεις, δι’ ἃς κατεδικάσθησαν, τὰς ἐπιβληθείσας ποινὰς, τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν κατάγονται, τὰ ἐπαγγέλματά των. Εἶναι πληρέστατος ὁ πίναξ. Κατὰ τὸν πίνακα αὐτὸν, κρατοῦνται 116 γυναῖκες...
§206Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσαι διὰ χρονικὸν διάστημα ἄνω τῶν ἓξ μηνῶν;
§207ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω τοῦτο ἀκριβῶς, διότι ὁ πίναξ ἔχει ἐκείνας μόνον, ὅσαι εἶναι μέχρι δύο ἐτῶν· τὰς κάτω τῶν δύο ἐτῶν δὲν περιέχει ὁ πίναξ· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι 35 αἱ κάτω τῶν δύο ἐτῶν.
§208ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε μένουν περὶ τὰς 80.
§209ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν δὲ, ἐπειδὴ ἐγένετο πολὺς λόγος χθές...
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ θὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ, εἶναι περιττὸν ν’ ἀνακοινωθῶσι νῦν λεπτομέρειαι.
§211ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ὅμως, αὔριον νὰ γείνῃ ἡ τύπωσις.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕως αὔριον νὰ γείνῃ ἡ τύπωσις.
§213ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ καταθέσω τὸν πίνακα, καὶ ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλει, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ἄλλως εἶμαι πρόθυμος καὶ τώρα νὰ δώσω ὅλας τὰς πληροφορίας.
§214Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν εἴχετε ὑποβάλει ἔκθεσιν, καὶ περιελαμβάνετε τὰς πληροφορίας αὐτὰς, δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ δαπάνη αὕτη τῆς ἐκτυπώσεως· ἀλλ’ οὐδέποτε αἱ ἐκθέσεις βεβαιοῦσι περὶ τίνος πρόκειται. Ἐκ τούτου αὐτὴ ἡ δαπάνη, ἡ ἀτελεύτητος, τῆς ἐκτυπώσεως, ἐνῷ θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἀναθέσητε εἰς ἕνα ὑπάλληλον νὰ λάβῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πίνακος, καὶ νὰ συμπεριληφθῶσι ταῦτα ἐν τῇ ἐκθέσει.
§215ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὡς εἶπον, ὁ πίναξ θὰ κατατεθῇ, καὶ ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλει, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν. Εἴδετε πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλακισμένων. Ὑποτιθεμένου λοιπὸν, ὅτι 80 εἶναι αἱ κατάδικοι, ἔχομεν τροφοδοσίαν 80 ἀτόμων· θὰ ἔχωμεν διαφορὰν τροφοδοσίας περὶ τὰς 7,300 δραχμάς· διότι σήμερον λαμβάνουν οἱ κατάδικοι ἀπὸ 10 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ζήσουν, θὰ ἐνδυθοῦν, θὰ ὑποδυθοῦν κλπ. Ἐπειδὴ δὲ εἰς αὐτὰς τὰς καταδίκους θὰ δώσωμεν τροφοδοσίαν, οἵαν καὶ εἰς τὸ Ἀβερώφειον, ἥτις φθάνει μέχρι 35 λεπτῶν τὴν ἡμέραν κατ’ ἄτομον, — τόσον τοῖς δίδομεν· εἶναι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον δίδομεν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Συγγροῦ καὶ εἰς τὸ Ἀβερώφειον· 35 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δαπανῶνται ὅλα· ἀφίνουν καὶ περισσεύματα μικρά...
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν πληροφορίαν περὶ τῆς ποιότητος τῆς τροφῆς;
§217ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὴν «Ἀδελφότητα τῶν Κυριῶν», ἥτις ἐπιβλέπει τὴν τροφὴν, καὶ βεβαιοῖ, ὅτι εἶναι ἀρίστη. Ἔχομεν καὶ διὰ μισθοὺς 14,160 δραχμάς...
§218Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατ’ ἔτος;
§219ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα... Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ αὐτὰς τὸ ποσὸν 1560 δραχμῶν, τὰς ὁποίας δίδομεν σήμερον δι’ ἐνοίκιον καὶ μισθὸν τῆς ἐπιστατρίας Ἀθηνῶν, ἔχετε ποσὸν 12,600 δραχμῶν ἐτησίως. Προσθέσατε εἰς τὰς 12,600 καὶ 7,300 διὰ τροφοδοσίαν, καὶ θὰ ἔχητε ὁλικὸν ποσὸν δαπάνης ὑπέρτερον τῆς σήμερον καταβαλλομένης 19,900 δρ. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ δαπάνη ἡ πλειοτέρα, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 διὰ τὰς γυναικείας φυλακάς.
§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πόσοι κατάδικοι εἶναι ἐν τῷ Ἐφηβείῳ Ἀβέρωφ;
§221ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διακόσιοι.
§222ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ δαπάνη φθάνει ἐν ὅλῳ εἰς 75,000 δραχμάς;
§223ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Περὶ τὰς 70–75 χιλιάδας.
§224ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περιλαμβάνει καὶ τροφήν;
§225ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὰ πάντα.
§226ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε δὲν ἀνέρχεται εἰς 3,000,000, ὅσα εἴπετε, ὅτι θ’ ἀπῃτοῦντο, ἐὰν ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα γενικῶς.
§227ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν κάμητε λογαριασμὸν ἐπὶ 7 χιλιάδων καταδίκων, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§229Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ ἑξάμηνον διάστημα εἶναι ὀλίγον, διότι ὑπάρχουσι δύο ἀποτελέσματα, προερχόμενα ἐκ τῆς μεταφορᾶς τῶν καταδίκων γυναικῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιακῶν φυλακῶν εἰς τὴν κεντρικὴν φυλακήν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ἥτις γεννᾶται εἰς πάντας, ὅτι ἡ μεταφερομένη εἰς τὴν κεντρικὴν φυλακὴν κατεδικάσθη ἐπὶ βαρυτέρῳ ἐγκλήματι· τοῦτο δ’ ἐνέχει τι τὸ προσβλητικώτερον ἀπὸ τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν διανύει ἐν τῇ ἐπαρχιακῇ φυλακῇ. Μία γυνὴ, ἡ ὁποία, καταδικαζομένη ἐν τινι ἐπαρχίᾳ, δὲν ἀποτίει τὴν ποινὴν αὑτῆς ἐν τῇ ἐπαρχιακῇ φυλακῇ, ἀλλὰ μεταφέρεται εἰς Ἀθήνας, βεβαίως ἐν τῷ τόπῳ αὐτῆς θὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐτιμωρήθη βαρέως, ὅτι ἡ ποινὴ αὐτῆς εἶναι βαρεῖα. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι ἡ μεταφορὰ γυναικὸς καταδικασθείσης εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν θὰ προκαλέσῃ δαπάνην καὶ χρονοτριβὴν, διότι μέχρις ὅτου ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας, ὅπου κατεδικάσθη, καὶ φθάσῃ ἕως ἐδῶ, θὰ χρειασθῇ ἕν χρονικὸν διάστημα, καὶ θ’ ἀποτίσῃ ἐν τῇ κεντρικῇ φυλακῇ ἴσως τεσσάρων μηνῶν ποινὴν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον. Νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν μεταφορὰν, καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις ἡ ἠθικὴ τῆς γυναικὸς, ἡ ὁποία θὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν κεντρικὴν φυλακὴν, δὲν εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν διαμονὴν αὐτῆς ἐπὶ 4 ἢ 5 μῆνας ἐν τῇ κεντρικῇ φυλακῇ. Μήτε διδασκαλίας ἀναλόγου θὰ τύχῃ αὕτη ἐν τῇ κεντρικῇ φυλακῇ, μήτε ἄλλου τινὸς πλεονεκτήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἑξάμηνον εἶναι ὀλίγον. Εἰς τὰς κεντρικὰς φυλακὰς, τὰς ἐχούσας χαρακτῆρα σπουδαιότερον τῶν ἐπαρχιακῶν, δὲν μεταφέρεται, εἰμὴ ἡ καταδικαζομένη εἰς ποινὴν βαρυτέραν· οὕτω δὲ ἁπανταχοῦ χαρακτηρίζεται ἡ μεταφερομένη εἰς τὴν κεντρικὴν φυλακήν. Τὴν γνώμην ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ τὴν παραδεχθῇ ἢ ὄχι.
§230ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ὑπόνοιαι τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ κατὰ θεωρίαν εἶναι δεδικαιολογημέναι· εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως θὰ γείνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Διότι ὅλα τὰ συνήθη ἐγκλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ὑποπίπτουσιν αἱ γυναῖκες ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐπισύρουσι ποινὴν πέραν τῶν ἕξ μηνῶν. Ποῖα εἶναι τὰ ἐγκλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα συνήθως ὑποπίπτουσιν αἱ γυναῖκες ἐν Ἑλλάδι; Αἱ μικροκλοπαί, αἱ ἐπιθέσεις, αἱ ἐξυβρίσεις, αἱ αἰκίαι. Εἰς οὐδὲν τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους ποινὴ ἄνω τῶν 6 μηνῶν. Ἐὰν τὰ Δικαστήρια ἀναγκασθοῦν νὰ ἐπιβάλουν εἰς γυναῖκας ποινὴν πλέον τῶν 6 μηνῶν, βεβαίως ἡ ποινὴ θὰ ὑπερβαίνῃ πολὺ τοὺς 6 μῆνας, διότι θὰ πρόκηται περὶ ἐγκλήματος μεγάλου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ ὅριον τῶν 6 μηνῶν εἶναι ἐπαρκές.
§231ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι χθές, ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ γενικῶς ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι εἰς ἄλλα διαμερίσματα θέλουσιν εἰσάγεσθαι αἱ γυναῖκες αἱ καταδικασθεῖσαι εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινήν, καὶ εἰς ἄλλα αἱ καταδικασθεῖσαι εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ παρακαλῶ νὰ τεθῇ αὔριον.
§232Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§233ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς νομίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ μεταφέρωνται αἱ κατάδικοι γυναῖκες; Δὲν ἐννοῶ νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῷ Διατάγματι· πλὴν νομίζω, ὅτι εἶναι ἕν τῶν ζητημάτων, δι’ ἃ ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα ἐκ μέρους τοῦ νομοθέτου προσοχή· διότι τὸν ἄνδρα κατάδικον, ἐὰν θέλητε νὰ μεταφέρητε, εἶναι εὐκολώτερον, ἀλλὰ διὰ τὴν μεταφορὰν γυναικῶν, καὶ μάλιστα νέων, πρέπει νὰ καταβληθῇ περισσοτέρα προσοχή. Δι’ ἀμφοτέρους ἀπαιτεῖται νὰ ληφθῶσι μέτρα ἀσφαλείας πάντοτε, χωρὶς νὰ ἐξευτελίζωνται ἐνώπιον τοῦ κόσμου· ἀλλὰ διὰ τὰς γυναῖκας καλὸν εἶναι, ὀλιγώτερον νὰ ἐκτίθηνται εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας.
§234Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «αἱ καταδικασθεῖσαι εἰς φυλάκισιν ἀνωτέραν τῶν 6 μηνῶν». Τί ἐννοεῖ; Ὑποθέσατε ὅτι ἀπαγγέλλεται διὰ τῆς ἀποφάσεως ποινὴ 6 μηνῶν ἐν ὅλῳ, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου λέγει, ὅτι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἀφαιρεῖται, καὶ ὑπολείπονται, λόγου χάριν, πρὸς ἔκτισιν 4 μῆνες. Τί θὰ γείνῃ τότε; Θὰ μεταφερθῇ ἡ τοιαύτη κατάδικος εἰς τὰς κεντρικὰς γυναικείας φυλακάς;
§235ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μεταφερθῇ.
§236ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ· διότι, ὡς ἔχει ἡ λέξις «καταδικασθεῖσαι», ἐννοεῖ τὸ ὅλον τῆς ποινῆς.
§237Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς καταδίκης».
§238ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἔχει ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων χθὲς εἶπον ὑπέβαλον τὴν τροποποίησιν, ἣν ὑπέδειξα χθές, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα, καὶ δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ αὐτήν, χωρὶς κατ’ οὐδὲν νὰ ζημιωθῇ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ὑπῆρχε περὶ αὐτῆς, ὅτε εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον. Δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων συναδέλφων,—διὰ νόμου νὰ παρέχηται δημοσία ὑπηρεσία καθαυτὸ εἰς πρόσωπα ἄγνωστα. Γνωστὸν εἶναι ἐν τῇ κοινωνίᾳ σήμερον, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης ἀποτελεῖται ἐκ 15 ἢ 20—δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς—κυριῶν, αἵτινες ἐργάζονται φιλανθρώπως καὶ λίαν ἀξιεπαίνως ὑπὲρ παντοίων σκοπῶν ἀγαθοεργῶν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν ποῖαι θὰ ἦναι αὔριον, μεθαύριον· δὲν ἐννοῶ δέ, πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ παρασχεθῇ ὑπούργημα δημόσιον εἰς μέλη ἱδρύματος, ὅπερ καθ’ ἡμέραν μεταβάλλεται. Τί σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα ν’ ἀναμίξῃ γυναῖκας εἰς τὴν διοίκησιν τῶν φυλακῶν: Ζητεῖ, ὀρθότατα, εἰς τὰ τῆς διαίτης τῶν καταδίκων ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἰς τὰ τῆς κοσμίας συμπεριφορᾶς, εἰς τὰ τῆς ἐν γένει τάξεως καὶ εὐκοσμίας νὰ ἀναμίξῃ ἀκριβῶς τὰς ἁρμοδιωτάτας παντὸς ἄλλου, τὰς γυναῖκας. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως κωλύεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, νὰ διορίσῃ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν γυναικῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, οἱασδήποτε κρίνῃ καταλληλοτέρας: Ὅπως τοῦτο πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, τί θέλει ἐνεργήσει; Θέλει ἀποταθῇ διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα, ἵνα ζητήσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν διορισμὸν ἐκείνων, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει καταλληλοτέρας.
§241ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι σύγκειται μόνον ἐκ κυριῶν.
§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ γυναικῶν ἀποτελουσῶν τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα. Τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ λεγόμενα. Εἴτε ἄρρενες εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, εἴτε θήλειαι, εἴτε ἄρρενες καὶ θήλειαι, τὸ ζήτημα εἶναι τὸ αὐτό. Λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται διὰ νόμου ν’ ἀναθέσητε δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰς ἄγνωστα πρόσωπα. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ δημοσίου ἱδρύματος, δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ σωματείου δημοσίου, περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν Ἐφετείων, περὶ σωματείων, ἐν οἷς ὑπηρετοῦσιν ἄνδρες, διωρισμένοι ἤδη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ διὰ τοῦτο δυνάμενοι νὰ δεχθῶσι παντοίας ἐντολὰς παρ’ αὐτῆς, ἐὰν θελήσῃ ὁ νομοθέτης· πρόκειται περὶ προσώπων αὐθορμήτως συλλεγομένων ἐκ τῆς κοινωνίας, αὐθορμήτως προσερχομένων ἐκεῖ, πρὸς ἄλληλα συνεννοουμένων, καὶ ἐξ ἀλλήλων λαμβανόντων τὸν διορισμὸν ἐν τῇ τάξει, ἐν ᾗ εὑρίσκονται. Τοῦτο ἰσχυρίζομαι· ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται διὰ νόμου νὰ διορίζωμεν ἡμεῖς τὰ πρόσωπα ταῦτα εἰς διαρκῆ ὑπηρεσίαν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπιπροσθέτω δὲ τοῦτο· ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις,—ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος,—δι’ ὅσων ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἠθέλησε ν’ ἀποταθῇ εἰς γυναῖκας, καὶ εἰς ταύτας ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐποπτείαν, εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδέαν, καὶ λέγω, ὅτι καλῶς ἔπραξε. Καὶ ἐγώ, κυβερνῶν, ἤθελον τὸ αὐτὸ ζητήσει ἤθελον ζητήσει ὑπηρεσίαν ἐπιστασίας καὶ ἐποπτείας ἐπιτροπῆς γυναικῶν, διότι θεωρῶ αὐτὰς καταλληλοτάτας εἰς τὸ τοιοῦτον ἔργον. Λοιπόν, ἐὰν τοῦτο θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι καλῶς πράττει· ἀλλὰ ὀρθὸν εἶναι νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κρατήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ νόμῳ τὸ δικαίωμα, διὰ Β. Διατάγματος νὰ διορίσῃ αὐτὴ τὴν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν, εἴτε ἐκ γυναικῶν, εἴτε ἐξ ἀνδρῶν σύγκειται ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης. Ἐὰν τοῦτο γείνῃ ἀποδεκτὸν, πάντως πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ὅπερ λέγει, ὅτι κατὰ πρότασιν αὐτοῦ τούτου τοῦ σωματείου διορίζεται ἓν μέλος τῆς Ἐφορείας. Ἐγὼ ἐνταῦθα προσέθηκα, εἰς ἀντικατάστασιν τούτου, νὰ μετέχῃ δικαιωματικῶς τῆς Ἐφορείας ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, διότι δὲν γνωρίζω πρόσωπον ἁρμοδιώτερον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ὅπως μετέχῃ τῆς Ἐφορείας τῶν φυλακῶν· καὶ ὅμως τοῦτο τὸ πρόσωπον ἀποκλείεται.
§243ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§244ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς εὐδόκιμος νομικὸς, ὡς ὑμεῖς, καὶ τέως Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοιαύτην δικαιολογίαν προβάλλετε.
§245ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Φέρεται καὶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἀβερωφείου.
§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἂν ἦναι ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ Ἀβερωφείου, βεβαίως κακῶς ἐτέθη· βεβαίως ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Μάουερ δὲν θὰ ἐτίθετο ποτὲ τοιαύτη διάταξις. Καθὼς εἶναι δυνατὸν νὰ συμπράξῃ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως παρ’ Ἐφέταις, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δύναται νὰ συμπράξῃ καὶ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, κατὰ πλείονα δὲ λόγον ἔχει ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος ἁρμοδιότητα καὶ δικαίωμα νὰ συμπράξῃ ἢ ὁ προταθησόμενος ὑπὸ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος ἰδιώτης. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ διαγράψῃ τὰ ἐδάφια, ἅπερ ὑπέδειξα, καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ δεχθῇ νὰ θέσῃ ἐκεῖνα, ἅτινα περιλαμβάνουσιν αἱ τροπολογίαι μου, ὑποτροπολογοῦσα ταύτας, ἐὰν κρίνῃ εὔλογον.
§247Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα εἶναι ἀντιγραφὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τοῦ Ἀβερωφείου Ἐφηβείου. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν Ἀδελφότητα αὐτὴν ἀνεγνωρισμένην, ὡς σωματεῖον ἐπιτηροῦν ἐν τῷ Ἀβερωφείῳ κατὰ μείζονα δὲ λόγον, ἀφοῦ τὴν ἔχομεν ἀνεγνωρισμένην καὶ δυναμένην νὰ ἐπιτηρῇ λυσιτελῶς τὸ κατάστημα τοῦ Ἐφηβείου, δυνάμεθα νὰ τὴν ἔχωμεν καὶ ἐνταῦθα, εἰς φυλακὰς γυναικείας. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει, ἀλλὰ μόνον ἐπιτήρησιν. Ἡ Ἐφορεία προτείνει, ἡ Ἐφορεία διευθύνει. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος λέγει: «ἂς ἀφήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέγῃ ὁποίας θέλει». Ἀλλὰ τότε θὰ γείνῃ καὶ τοῦτο εὐεργέτημα, καὶ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ διορίζει τὴν Α, αὔριον τὴν Β, καὶ μεθαύριον τὴν Γ, καὶ θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν διαμάχην, ἐνῷ δυνάμεθα διὰ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ ὅλα ταῦτα, ἀφοῦ, ὡς σᾶς εἶπον χθὲς, αὕτη ἐκπληροῖ ἄριστα τὸ καθῆκόν της· ἐπιτηρεῖ καὶ ἐποπτεύει τὰ Νοσοκομεῖα, τὰς τροφὰς τὴν καθαριότητα, εὑρίσκεται δὲ εἰς ἄμεσον συνενόησιν μὲ τὴν δωρήτριαν, τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν, εἰς τὴν ὁποίαν παρέχει καὶ πληροφορίας περὶ τῆς καθαριότητος τῶν φυλακῶν, περὶ τῆς τροφοδοσίας, περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν ἐν γένει· καὶ τοῦτο ὠφελεῖ σημαντικῶς, καὶ ἡ Α. Μ. ἔλαβε πολλάκις μέτρα ὠφελιμώτατα περὶ τῶν καταστημάτων τούτων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τὴν ἑτέραν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, νὰ ὁρισθῇ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§248ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διαγραφομένου τοῦ ἄλλου.
§249ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἓν μέλος, ἄνδρα, ἐννοεῖται, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης, ὁ Ὑπουργὸς δ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν διορίζῃ, ἢ νὰ μὴ τὸν διορίζῃ.
§250ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε ἢ νὰ τὸν διορίσητε.
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§252ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐν γένει, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ Ἐφηβεῖον, ὑπὸ τὰς διατάξεις αὐτὰς, λειτουργεῖ θαυμασίως. Ἂς μὴ μεταβάλωμεν λοιπὸν τὰ καλῶς κείμενα.
§253Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάμιξις τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔχει τι τὸ ἔκρυθμον. Βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, νὰ μὴ ἀνεγνωρίζετο ὡς ἀρχὴ ὑφισταμένη καὶ δρῶσα εἰς τὰ ζητήματα τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη· ἑπομένως, ἂν ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης αὔριον διαλυθῇ, ἢ εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ λειτουργήσῃ, τὸ Κράτος θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διορθώσῃ τὸν νόμον καὶ τοῦ Ἐφηβείου καὶ τὸν παρόντα. Νομίζω ὅμως, ὅτι, καθιστῶντες ἓν σωματεῖον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητι, δὲν πρέπει ν’ ἀναμίξωμεν αὐτὸ καὶ εἰς τὸν διορισμὸν τῆς Ἐφορείας. Ὁ διορισμὸς τῆς Ἐφορείας πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἡ ἐπιτηρητικὴ ὅμως ἐπιτροπὴ θὰ σύγκειται ἐκ κυριῶν, αἵτινες θὰ ἀσχολῶνται εἰς ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα δυσκόλως δύνανται ν’ ἀσχοληθῶσιν ἄνδρες. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητι ὑπάρχωσι καὶ ἄνδρες, πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσιν οὗτοι τοῦ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἔχῃ καθήκοντα ὅλως γυναικεῖα, καθήκοντα καθαριότητος, ἐπιβλέψεως, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ φυλακῶν γυναικείων.
§254ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μέλη τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος εἶναι ἄρρενες καὶ θήλειαι.
§255Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Σύλλογος τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος ἀπαρτίζεται ἀπὸ γυναῖκας, αὗται δ’ ἐκλέγουσι μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τρεῖς κυρίας, αἵτινες ἀπαρτίζουσι τὴν ἐπιτηροῦσαν ἐπιτροπήν. Σήμερον αἱ κυρίαι Κεχαγιᾶ, Πλατύκα καὶ Νάζου εἶναι αἱ ἐπιτηροῦσαι καὶ τὸ Ἐφηβεῖον καὶ τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Ἐκτὸς τούτων, τὸ σωματεῖον ὁλόκληρον ἐκλέγει καὶ ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης· τὸ πρόσωπον δὲ αὐτὸ προτείνεται ἀπὸ τὰς κυρίας αὐτάς.
§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ αὐτό.
§257ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§258Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἦσαν δύο· πρῶτον: εἶναι πρέπον, εἰς νόμον δημόσιον νὰ μεσολαβήσῃ, λαμβάνον θέσιν δημοσίας ὑπηρεσίας, σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει κοινωνικὴν ἀποστολὴν καὶ χαρακτῆρα, καὶ ὅπερ δὲν εἶναι ἀΐδιον, ὅπως ὁ νόμος; Δεύτερον, ὁ κύριος Δραγούμης δὲν ἀπέκρουσε τὴν παρεμβολὴν αὐτῆς τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν μάλιστα σύγκηται ἐκ Κυριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅταν συμβῇ νὰ ἐκλίπῃ τὸ σωματεῖον τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, ὁ Ὑπουργὸς θὰ εὑρεθῇ ἐν δυσκολίᾳ, μὴ δυνάμενος νὰ εὕρῃ ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ διὰ μιᾶς προτάσεως θὰ διευκολύνω τὸ ζήτημα· ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης, νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ συνιστᾷ τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ μελῶν αὐτῆς.
§259ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θ’ ἀποφασίσῃ, τί θὰ δεχθῇ καὶ τί δὲν θὰ δεχθῇ· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν ἐπὶ τῶν δύο ἑπομένων θεμάτων. Πρῶτον, ἐὰν τὸ ἄρθρον μείνῃ ὅπως ἔχει, πρέπει, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ὁρίσητε ἐκ πόσων μελῶν θὰ σύγκηται ἡ ἐπιτροπή...
§260ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐκ τριῶν.
§261ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Καὶ δεύτερον, πρέπει νὰ ὁρίσητε, ἐντὸς τίνων ὁρίων θὰ κανονισθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τὰ ὅρια τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης.
§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁρίζει ὁ νόμος· ὑπὸ τὴν Ἐφορείαν.
§263ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ εἶναι καλὸν, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ τεθῶσι τὰ ὅρια.
§264ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα καὶ τὸν νόμον περὶ τοῦ Ἐφηβείου, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀπεδείχθη ἀρίστη.
§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀπεδέχθην τὸ σύστημα ἐν τῷ νόμῳ, δι’ οὗ ὠργανώθη τὸ Ἐφηβεῖον, ὁδηγηθεὶς ἔκ τινος πείρας. Ὅτε διετέλουν ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὸ 1860, καὶ ὑπηρέτουν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Γαλλίας, ἐζήτησα νὰ ὑπηρετήσω ἐπί τινας ἡμέρας καὶ ἐν τοῖς καταστήμασι τοῖς φιλανθρωπικοῖς καὶ τοῖς Σωφρονιστικοῖς, τοῖς ἐξαρτωμένοις ἀπὸ τῆς Διευθύνσεως τῶν τῆς δημοσίας βοηθείας, τῆς Assistance Publique. Καὶ ὑπηρέτησα καὶ ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Φρενοκομείων καὶ τῶν φυλακῶν καὶ τῶν ἄλλων φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων· π. χ. ὑπηρέτησα ἐν τῇ Institution de jeuns Aveugles, καὶ ἐν τῇ Institution des Sourds et Muets, καὶ ἐν τοῖς Νοσοκομείοις τῆς Charité καὶ τῆς Laboisière, καὶ ἐν τοῖς Νοσοκομείοις τῶν ἀναρρωνυόντων καὶ ἀναρρωνουσῶν τῶν Bincénnes. Ἡ ὑπηρεσία τελεῖται ἐκεῖ ἀπὸ τὰς Sœurs de Charité. Αὐταὶ ἔχουσιν ὅλην τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Διευθυντοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιοῦτον Τάγμα· ἐὰν ὅμως αἱ κυρίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν γνωρίζω, εἰμὴ μόνον μίαν ἢ δύο, συνήντησα δὲ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ἐὰν αἱ κυρίαι αὗται κατορθώσωσι νὰ ἐκπληρώσωσιν ὅ,τι ἐκεῖ ἐκπληροῦσιν αἱ Sœurs de Charité, βεβαίως αἱ εἰρημέναι κυρίαι θέλουσι προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 4 τὰ μετὰ τὰς λέξεις «Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης» διαγράφονται, καὶ προστίθενται ἀντ’ αὐτῶν τὰ ἑπόμενα: «καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δηλαδὴ τῇ προσθήκῃ μετὰ μὲν τὴν ἐν στίχῳ τετάρτῳ τῆς πρώτης παραγράφου λέξιν «Ἐφετῶν» τῶν λέξεων «τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν», μετὰ δὲ τὴν ἐν στίχῳ πρώτῳ τῆς τελευταίας παραγράφου λέξιν «καὶ» τῆς λέξεως «γυναικεία», ἀφαιρουμένου τοῦ ἑπομένου ἄρθρου «ἡ», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§267Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἓν δεύτερον, τὸ ὑπὲρ τοῦ Κράτους, εἶναι πολύ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξω τὰς οἰκονομικὰς τάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ εἰς πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον θὰ μὲ εὕρῃ πρόθυμον εἰς ὑποστήριξιν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τοῦτο, διότι τοῦτο πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ οἰκονομικόν. Πρόκειται νὰ δαπανηθῇ ποσὸν τριπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἶναι δαπάνη χρήσιμος καὶ ἀναγκαία. Νομίζω ὅτι, ὡς εἰς τὰς πλείστας φυλακὰς ἐν Εὐρώπῃ τὸ Κράτος ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας τοῦ φυλακισμένου δὲν λαμβάνει ἢ ἐλάχιστον ποσὸν, τὸ ἓν δέκατον περίπου, τοῦτο πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς. Τρεῖς λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν· πρῶτον, διότι, ἐφ’ ὅσον οἱ φυλακισμένοι θὰ λαμβάνωσι πλειότερον κέρδος ἐκ τοῦ προϊόντος, περισσότερον θὰ ἐργάζωνται· δεύτερον, διότι τὸ πενιχρὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνωσιν αἱ ἐργαζόμεναι κατάδικοι γυναῖκες, θὰ καταστῇ ἀσήμαντον, ὅταν λάβῃ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ τὸ Κράτος· τρίτον, διότι δυνατὸν ἀκριβῶς τὸ κεφάλαιον, ὅπερ θὰ κερδίζῃ ἡ φυλακισμένη, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον τάξεως καὶ πειθαρχίας ἐν τῇ φυλακῇ· διότι ἡ τιμωρία ἡ λογικωτέρα, ἡ προξενοῦσα περισσοτέραν ἐντύπωσιν καὶ ὀλιγωτέραν βλάβην, εἶναι ἓν πρόστιμον, ἐπιβαλλόμενον τῇ φυλακισμένῃ, ὅταν δὲν σέβηται τὴν πειθαρχίαν καὶ τὸν κανονισμόν. Ἐὰν δὲ τοῦτο ληφθῇ ἐκ τοῦ ἡμίσεος, δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου. Διὰ τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι τὸ ἔσοδον τῆς ἐργασίας 80 γυναικῶν θὰ ἦναι λίαν εὐτελὲς, θὰ ἦναι ποσὸν 3,000 ἢ 4,000 δραχμῶν, ὅπερ δὲν δύναται ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικά μας, οὔτε νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἀνέγερσιν φυλακῶν, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἰδέαν, καὶ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἠθικοποιήσεως καὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν φυλακισμένων.
§268ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμφωνῶ ἐν μέρει πρὸς τὸν προλαλήσαντα. Ἐγὼ θὰ ἐθεώρουν ἐπιτυχέστερον, ἂν δὲν ὡρίζετο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ ἥμισυ ἀδιακρίτως δι’ οἱανδήποτε κατάδικον, ἀλλ’ ἐκανονίζετο τὸ ποσοστὸν ἀναλόγως τῆς ποινῆς. Αἱ γυναῖκες, αἵτινες μένουσι μικρὸν χρόνον ἐν τῇ φυλακῇ, αὐταὶ, διότι ὑπέπεσαν εἰς ἐλαφρότερον ἔγκλημα, καὶ διότι εὐθὺς πρέπει νὰ εὑρεθῶσι μὲ μικρὸν κεφάλαιον, δίκαιον νὰ ἔχωσι μεγαλείτερον ποσοστὸν ἐκ τῆς ἐργασίας των, αἱ δὲ καταδικαζόμεναι εἰς μακρότερον χρόνον φυλακίσεως νὰ λαμβάνωσι μικρότερον ποσοστὸν, διότι ὑπέπεσαν εἰς βαρύτερον ἔγκλημα, καὶ διότι ἐξέρχονται μετὰ μακρότερον χρόνον καὶ ἔχουν ἕνεκα τούτου ἀρκετὸν κεφάλαιον. Εἰς τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιμένω. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παρατήρησίν μου περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ΒΨΚΘʹ, ὁ ψηφισθεὶς τελευταῖον, περὶ τοῦ Ἀβερωφείου Ἐφηβείου. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς λέγει, ὅτι κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ἕν, καὶ τὸ ἄλλο ποσὸν δίδεται εἰς πρώτην ἀναζήτησιν. Ὁ ὅρος «εἰς πρώτην ἀναζήτησιν» φέρει τόκον.
§269Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φέρει μικρόν.
§270ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν δίδει 3%.
§271ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ταῦτα κατατίθενται εἰς ταμιευτήρια· ἀλλὰ τοιοῦτον ἔχει μόνη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§272Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχουν καὶ ἄλλαι.
§273ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς πρώτην ἀναζήτησιν ἔχομεν τόκον πολὺ μικρότερον τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως, ἐνῷ σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δίδει οὔτε 2% εἰς πρώτην ἀναζήτησιν.
§274ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ταμιευτήρια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς πρώτην ἀναζήτησιν δέχονται χρήματα.
§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ὅρος, ὁ ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ, εἰς πρώτην ἀναζήτησιν, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν δίδομεν εἰς αὐτὸν καταχρηστικῶς. Διότι, ἐὰν καταθέσωμεν χρήματα ἐν Τραπέζῃ εἰς πρώτην ἀναζήτησιν, λαμβάνομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ λάβωμεν τόκον, ἢ νὰ λάβωμεν τόκον μικρότερον. Ὁ σκοπὸς τοῦ ὅρου τούτου εἶναι ἄλλος· εἶναι, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ χρήματα, ὅταν ἐγκρίνῃ. Τότε θέλει ἔχει τοὺς λογαριασμοὺς, καὶ θέλει λαμβάνει ὅσα πρέπει νὰ κρατήσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ δίδῃ δὲ ὅσα κατὰ τὸν νόμον ἀνήκουσιν εἰς τὸν φυλακισμένον. Ὁ καταδικασθεὶς ἐπὶ ἕξ ἔτη θέλει ἔχει τὰ χρήματά του τοκισμένα.
§276ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύναται νὰ φέρῃ ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα διὰ 2 ἢ 3 ἔτη.
§277ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ χρήματα κατατίθενται ἀθρόως.
§278Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ κεφάλαιον διαιρεῖται εἰς δύο· τὸ ἥμισυ λαμβάνει τὸ Κράτος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ καταστήματος, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ λαμβάνουσιν οἱ κατάδικοι. Ὅπως λειτουργεῖ τὸ Ἀβερώφειον, ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὸ ἥμισυ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, διὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἐφοδιασθῶσιν οἱ κατάδικοι μὲ βιβλιάρια.
§279ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ταμιευτηρίου.
§280Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκω ποῦ στηρίζεται ἡ αὐθαίρετος διάταξις, νὰ λαμβάνωμεν ἀπὸ τὰς πτωχὰς φυλακισμένας τὸ ἥμισυ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας των. Τοῦτο ἀναιρεῖ πάντα ὅρον ἀνθρωπισμοῦ καὶ δικαιώματος πρὸς ἐργασίαν.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἰσήχθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§282Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε σημείωμα, καθ’ ὃ ἡ δαπάνη πρὸς τροφὴν ἑκάστου φυλακισμένου ἐν τῷ Ἀβερωφείῳ Ἐφηβείῳ ἀνέρχεται εἰς 30 λεπτὰ· ἔχομεν δὲ εἰς γνῶσιν, ὅτι ἡ γυναικεία ἐργασία ἀποφέρει 1,20 καθ’ ἡμέραν.
§283Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι δά!
§284Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κατάστημα τῶν ἀπόρων γυναικῶν δίδει 1,50–2 δραχμάς.
§285ΣΚΟΥΖΕΣ. Δίδει καὶ 30 μόνον λεπτά.
§286Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τοιαύτη ἀφαίρεσις ἰδιάζει μᾶλλον εἰς ἀνδράποδα, τῶν ὁποίων δὲν ἀποτιμᾶται ἡ ἐργασία. Ἀφ’ ἧς τὸ δικαίωμα τῆς γυναικείας ἐργασίας ἀναγνωρίζεται, τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ διὰ τὰς φυλακὰς ὅ,τι μόνον δαπανᾷ. Ἐκ τούτου θὰ προέτεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων λαμβάνηται μόνον τὸ ¼ ὑπὲρ τοῦ Κράτους.
§287Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ δικαιολογικὸς λόγος τῆς διατάξεως ταύτης, προκειμένου περὶ φυλακῶν, εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος κατὰ χάριν δίδει τὸ ἥμισυ εἰς τοὺς φυλακισμένους, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς ἐργασίαν, καὶ δὲν δικαιοῦνται εἰς ἀμοιβὴν διὰ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐργασίαν των. Εἰς τὸν φυλακισθέντα ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἐργασίαν, καὶ τὸ Κράτος ἐπιεικῶς παρέχει αὐτῷ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐργασίας του. Διὰ τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας.
§288ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ δικαιολογικὸς λόγος εἶναι καὶ ἄλλος. Τὸ Κράτος δίδει τὰ ὄργανα τῆς ἐργασίας καὶ τοὺς διδασκάλους, προμηθεύει τὴν ἐργασίαν, καὶ ἀσφαλίζει καὶ ἐνεργεῖ τὴν εἴσπραξιν. Δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας δαπανᾷ, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ μέρος τῶν τοιούτων αὑτοῦ δαπανῶν παρὰ τῶν καταδίκων. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἡμίσεος εἶναι πολύ· καλὸν δὲ θὰ ἦτο, ἂν μέρος αὐτοῦ ὡρίζετο πρὸς βελτίωσιν τῆς διαίτης καὶ τῆς τροφῆς τῶν καταδίκων· διότι τὸ ποσὸν, ὅπερ προσδιορίζεται πρὸς συντήρησιν τοῦ καταδίκου, δὲν δίδει αὐτῷ τὰ μέσα πρὸς βελτίωσιν τῆς διαίτης καὶ τῆς τροφῆς αὐτοῦ.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§291ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 8 λέγεται: «Διευθύντρια διορίζεται ἡ ἔχουσα δίπλωμα τοῦ Ἀρσακείου, ἢ ἄλλου Διδασκαλείου». Ποίου ἄλλου Διδασκαλείου; Δὲν γνωρίζω ἄλλο.
§292Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον· εἶναι ἤδη τὸ Ζάππειον.
§293ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τεθῇ «ἄλλου ὁμοταγοῦς Διδασκαλείου».
§294Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει).
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§296Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε, προκειμένου περὶ τροφοδοσίας, ὅτι οἱ κατάδικοι λαμβάνουσιν ἕκαστος 10 λεπτά.
§297Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). 30. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφηρμόσθη εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον δίδεται κατάλληλος τροφὴ εἰς τοὺς καταδίκους, δὲν περιωρίσαμεν, διὰ λόγους οἰκονομικοὺς, εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Συγγροῦ, Κερκύρας, Ἀβέρωφ, καὶ θὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐδῶ.
§298Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει τοῦτο νὰ καθορισθῇ· ὅταν πρόκηται ὁ φυλακισμένος νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ μόνον τῆς ἐργασίας του, ἡ τροφοδοσία του νὰ κανονίζηται εἰς 30 λεπτά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ ἀντίτιμον τῆς τροφοδοσίας 7,000 καταδίκων εἶναι 10 λεπτὰ καθ’ ἡμέραν δι’ ἕκαστον εἰς ὅλας τὰς φυλακάς. Στηρίζεται δὲ ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836, διότι αὐτὸ κανονίζει τὰ τῆς τροφοδοσίας. Δίδει λοιπὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν τροφοδοσίαν, ἣν θεωρεῖ κατάλληλον, εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς, καὶ πρέπει, ἀντὶ τῶν 10 λεπτῶν, νὰ τεθῇ 30, διὰ νὰ μὴ γείνῃ κατάχρησίς τις. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία μου εἶναι ὀρθή.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν.)
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου».
§301ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δέκα ἡ ὥρα. Δὲν θὰ φάγωμεν; Ἄσιτοι θὰ μείνωμεν ἀπόψε;
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν διατάξῃ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα. Ἐγὼ γνωρίζω τὰ δικαιώματά μου, ὅπως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μου.
§303ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 20′ μ. μ.)