| 663 | 1,435,000 | ἐκ δημοσίου χρέους | |
| 664 | 1,000,000 | ἐξ ἀποσβέσεως παλαιῶν ὀφειλῶν | |
| 665 | 500,000 | ἐξ εἰσπράξεων ἐκ πωλήσεως δημοσίων κτημάτων | |
| 666 | 900,000 | ἐξ εἰσπράξεων καθυστερουμένων | |
| 667 | 1,600,000 | ἐκ προκαταβολῶν εἰς δήμους | |
| 668 | 5,435,000 | ἐν ὅλῳ |
1900.11.18
1.593 στίχοι · 11.869 λέξεις · 1 πίνακας · 172 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
τῆς 18 Νοεμβρίου 1900.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δραγούμη διορθωθέντα καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως, συνέστησα τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀπὸ τοὺς ἑξῆς κ.κ. βουλευτάς: Κ. Σταυρόπουλον, Α. Μομφερρᾶτον, Ι. Μπακόπουλον, Ἀλέξ. Πονηρόπουλον, Διον. Στεφάνου, Ν. Τριανταφυλλᾶκον, Δ. Βοκοτόπουλον, Δ. Τσᾶτσον καὶ Θ. Πέρρον.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φλογαΐτην ὄχι;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαία ἐκτίμησις· καὶ τὸν κ. Φλογαΐτην, ἂν δέχηται.
§4Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν εἶμαι ἀναγκαῖος.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά! Δέχεται, δέχεται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ἀποτελέσοντας τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ συνέλθωσι τὸ ταχύτερον, ἵνα προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας των. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς: Οἱ κάτοικοι Ἀμαλιαπόλεως ζητοῦσι τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ δήμου αὐτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναφορὰν ταύτην οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀντών. Καρτάλης, Α. Κασαβέτης, Α. Φιλιππίδης, Ν. Παπαϊωάννου, Δ. Γίδας καὶ Α. Πλατῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20). Ὁ Θεοφάνης Μουλῖνος παρακαλεῖ νὰ χορηγηθῇ αὐτῷ πίστωσις πρὸς ἔκδοσιν τοῦ περὶ ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς συγγράμματός του. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 21). Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Ραδινὸς ἐπηρώτησε περὶ ἀποπερατώσεως τῆς γεφύρας Ἁγίας Μονῆς. Εἰς ἀπάντησιν πληροφορῶ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19,617 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου διετάχθη ὁ καταρτισμὸς προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ξυλίνου καταστρώματος Ἁγίας Μονῆς. Διὰ σιδηροῦν κατάστρωμα οὐδεὶς ἐργολάβος παρουσιάσθη· ἑπομένως διετάχθη ἡ κατασκευὴ ξυλίνου καταστρώματος. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἐκ καταναλώσεως γραμματοσήμου καὶ λοιπῶν εἰδῶν ἐνσήμου εἰσπραχθέντων ποσοστῶν καὶ τῆς διανομῆς αὐτῶν. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐν ᾧ περιλαμβάνονται τὰ ποσοστὰ τὰ εἰσπραχθέντα καὶ ἡ γενομένη διανομὴ αὐτῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, εἰς οὓς διενεμήθησαν τὰ ποσοστὰ ταῦτα, δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ζητῇ καὶ ὀνομαστικὸν κατάλογον ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων.
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· βαθμοὺς μόνον θέλω.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ διέταξα νὰ καταρτισθῇ πίναξ τοιοῦτος, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ περιλαμβάνωνται ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἑκάστου γραφείου, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν κατηρτίσθη ὁ πίναξ οὗτος· ἀπαιτεῖται χρόνος τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν πρὸς καταρτισμὸν τοῦ πίνακος.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ;
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. Ἐδῶ ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρὰ τῶν διαφόρων γραφείων. Ἡ μόνη πληροφορία, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ δώσω, εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐν τῷ Ταχυδρομείῳ Ἀθηνῶν ἐδόθη εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἐπαρχιῶν ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰς 1500 δραχμάς. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε τοῦτο θὰ ἴδητε ὅταν ὑποβληθῇ ὁ πίναξ ὁ περιλαμβάνων τὴν διανομὴν τῶν ποσοστῶν.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, νὰ τυπωθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22).
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Φικιώρης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου Λακεδαίμονος τὰς ἐκθέσεις τῶν Δημάρχων τῆς δικαιοδοσίας του περὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν εἰς Ἀμερικὴν μεταναστευόντων Λακεδαιμονίων.» Διὰ σημερινοῦ τηλεγραφήματος διετάχθη ὁ Νομάρχης Λακεδαίμονος, ὅπως ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας περὶ τῶν μεταναστεύσεων ἐξ ἑκάστου δήμου. Μόλις λάβω τὰς πληροφορίας, θὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀγροφυλακῆς ὁ κ. Βουλευτὴς συνέστησε νὰ ληφθῇ σύντονος πρόνοια πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, καὶ ᾐτήσατο νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῶν Νομαρχῶν, αἵτινες, προκληθεῖσαι παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καταθέτω ὅλας ταύτας τὰς ἐκθέσεις μὲ πίνακα σημειοῦντα τὴν ἐποχὴν τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον τὰ πανταχόθεν ἐγειρόμενα παράπονα κατὰ τοῦ λειτουργοῦντος νῦν συστήματος καθιστῶσι λίαν ἀναγκαῖον. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω σήμερον, διότι οἱ παραγγελθέντες πίνακες δὲν κατηρτίσθησαν εἰσέτι. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βιτάλης παρεπονέθη χθὲς, πρῶτον ὅτι ἐν Σύρῳ ὑπηρετοῦσι μόνον 22 ἀστυφύλακες. Καταθέτω πίνακα, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι ὑπηρετοῦσι ταύτην τὴν στιγμὴν 36. Δεύτερον, ἤλεγξε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν προέβη εἰς τὴν μετάθεσιν ἀστυνόμου τινὸς, ὁ ὁποῖος ἐνυμφεύθη σύζυγον, ἥτις ἔχει καταγωγὴν ἐκ Σύρου. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ὁ πατὴρ αὐτοῦ κατήγετο ἐκ Σπάρτης, ὅτι ἐγκατεστάθη ἀργότερον ἐν Σύρῳ, δὲν εἶναι δὲ ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐπίσης. Ἑπομένως ὀρθῶς καὶ νομίμως ἐνήργησα, μὴ διατάξας τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει παράπονόν τι. Τέλος παρακαλεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας, ἐνῷ τὸ Δημόσιον εἶχε μισθώσει δι’ ἀστυνομικὸν κατάστημα οἰκίαν τοῦ δήμου πρὸς 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐγκατέλειψε τὴν οἰκίαν ἐκείνην, καὶ ἐμίσθωσεν ἑτέραν οἰκίαν πρὸς 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅτε ἤκουσα τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἐξεπλάγην, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθῶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, εἶναι νὰ μὴ ἐπιτρέπω ποτὲ αὔξησιν ἐνοικίου ἢ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ, καὶ διαταγὴν ἔχω δώσει εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ὅταν πρόκηται περὶ αὐξήσεως ἐνοικίων καὶ κατὰ πέντε ἔστω δραχμὰς, νὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν μου· δὲν ὑπέθετον δὲ, ὅτι ἤθελε διαλάθει τὴν προσοχήν μου αὔξησις 400 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Δὲν ἀπήντησα ἀμέσως, διότι ἐπεφυλασσόμην νὰ φέρω ἔγγραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω σήμερον. Εἶναι τὸ συμβόλαιον τῆς μισθώσεως τῆς οἰκίας τοῦ δήμου, ἐξ οὗ ἐξάγεται, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη τοῦ δήμου εἶχε μισθωθῆ πρὸς 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἔληξεν ἡ μίσθωσις, καὶ ὁ ἀστυνόμος παρεπονέθη, ὅτι ἡ οἰκία αὕτη εἶναι ὑγρὰ καὶ ἀνήλιος, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὃν σκοπὸν εἶχε μισθωθῆ. Δὲν ἐνήργησα ἀμέσως, μὴ θελήσας νὰ βασισθῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ διέταξα τὸν Νομομηχανικόν, ἵνα ἐπισκεφθῇ τὴν οἰκίαν τοῦ δήμου, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ τὴν ἑτέραν οἰκίαν, ἣν κύριός τις, οὗ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, εἶχε προσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἠρκέσθην, ἀλλ’ ἐπεφόρτισα δύο ἰατροὺς, ὅπως ἐξετάσωσιν ἀμφοτέρας τὰς οἰκίας. Καταθέτω δὲ τὰς ἐκθέσεις τοῦ τε μηχανικοῦ καὶ τῶν ἰατρῶν, ἐξ ὧν ἐξάγεται, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ οἰκία τοῦ δήμου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀστυνομικὸν κατάστημα, ἄνευ κινδύνου προφανοῦς τῆς ὑγείας τῶν ἐκεῖ ἀστυφυλάκων. Προέβην δὲ εἰς μίσθωσιν τῆς ἑτέρας οἰκίας, ἀλλὰ ταύτην δὲν ἐμίσθωσα πρὸς 450 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀλλὰ πρὸς 150 μόνον. Ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ὁμολογήσει, ὅτι παρεσύρθη εἰς πλάνην ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῷ ἔδωκαν τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὡμίλησα κατόπιν ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον, καὶ τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἔλεγε 450 δραχμὰς τὴν τριμηνίαν.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε, κ. Πρόεδρε, ἂν ἐγκρίνητε, νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 23–25).
§19Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶμαι λίαν ὑπόχρεως, Κύριοι, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπανέφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι δίκαιον, ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει καὶ πλήρει πεποιθήσει ν’ ἀποφανθῇ, τίς ἐξ ἡμῶν τῶν δύο, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ἐγὼ, εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Θέλω λοιπὸν παρακολουθήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν κατὰ σειρὰν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις, ἃς ἔφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς ὅσα εἶπον προηγουμένως. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐχρεώθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 μὲ τὸ δημόσιον χρέος τὸν μῆνα Ἰούλιον. Εὑρίσκω τῳόντι ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Ζʹ εἰς τὴν κατάστασιν, τοῦ Ἰουλίου, ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπιστώθη μὲ 12,364,000. Ἡ ἐγγραφὴ αὕτη εἶναι ἐν πλήρει τάξει. Εὑρίσκω ἐπίσης ἐν τῇ καταστάσει τῆς 30 Σεπτεμβρίου νέαν χρέωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ νέαν πίστωσιν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, πιστουμένης μὲ τὸ ἀντίτιμον 3,898,331, καὶ ἀπαρτίζονται οὕτω τὰ ποσὰ τῶν 16,764,797, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως. Δὲν ἀνέφερα τὴν εἰς χρυσὸν πίστωσιν ἐξ 149,859, χάριν συντομίας, διότι ἐπρόκειτο περὶ διαφορᾶς οὐχὶ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ἑκατομμυρίων. Πῶς λοιπὸν, ἀφοῦ συμφώνως μὲ τὰ ἤδη γενόμενα, ὡς εἴρηται, συμφώνως μὲ τὸ πρέπον, ὁσάκις ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 χρεώνεται μὲ κονδύλια τοῦ δημοσίου χρέους, πιστοῦται ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, μὲ ὅμοιον ποσόν, πῶς δὲν συνέβη τοῦτο διὰ τὴν διαφορὰν μεταξὺ 16,764,757, δι’ ὧν εἶναι πιστωμένη ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, καὶ τῶν 25,182,153.31, δι’ ὧν εἶναι χρεωμένος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1900; Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι, ἀντὶ νὰ πιστωθῇ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ἐπιστώθη ἄλλη μερίς.
§21Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ὅτι, ἐὰν ἠθέλετε ἀνατρέξει εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, ἠθέλετε εὕρει τὸ ποσὸν τῶν 300,000 φράγκων εἰς χρυσόν. Δεύτερον ἐὰν εἴχετε παρακολουθήσει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ προϊὸν τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων δανείου εἰσήρχετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἠθέλετε εὕρει, ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου εἶχε μείνει ποσὸν φρ. 7,000,000 περίπου, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν εἰς χρυσὸν παλαιῶν δανείων, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων, καὶ οὔτε ἐπληρώθη δι’ ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς δρ. 7,590,000. Ἡ αὐτὴ ἀρχὴ ἐτηρήθη καὶ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὑμεῖς διηυθύνετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἠκολούθησα λογιστικὸν σύστημα ἐλαττωματικὸν, εἰς τοῦ συστήματος τούτου τὴν ἐφαρμογὴν ἐπταίσατε πρῶτος ὑμεῖς.
§22ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτε εὑρισκόμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν εἶχεν ἀκόμη πληρωθῇ τὸ δημόσιον χρέος τοῦ 1899.
§23Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπληρώθη μέρος τοῦ δημοσίου χρέους ἐντὸς τοῦ 1899 ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου, δηλ. ἐκ τοῦ ὑπολοίπου αὐτοῦ, ἀνερχομένου εἰς φρ. 7,000,000 εἰς χρυσόν. Τὰ 7 ταῦτα ἑκατομμύρια πότε εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; εἰς ποίαν κατάστασιν ἀναφέρονται ὡς ἔσοδον, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο ἐντὸς τοῦ 1900 ὁ κανονισμὸς καὶ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Δημοσίου τῆς νομισματικῆς αὐτῶν διαφορᾶς, ἀντὶ νὰ γείνῃ τοῦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσήχθη τὸ ποσὸν τῶν 7,000,000 φρ. εἰς χρυσὸν ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ;
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἰδιαιτέρα μερὶς τοῦ δανείου τούτου εἰς τὰ δημόσια βιβλία.
§25ΝΕΓΡΗΣ. Λέγετε ὅτι μέρος τῶν τόκων τῶν δανείων ἡμῶν τοῦ 1898 ἐπληρώθη ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου. Τοῦτο εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι ὅλως ἐσφαλμένως λέγεται. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι εἴχομεν χρυσὸν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου, τὸν χρυσὸν δὲ τοῦτον ἠγόρασεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, ὡς ἤθελεν ἀγοράσει χρυσὸν ἐκ τῆς Ἀγορᾶς.
§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον.
§27ΝΕΓΡΗΣ. Ἄν τὸν χρυσὸν τοῦτον μετὰ τὴν ἀγορὰν διέθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὲρ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων, τοῦτο βεβαίως δὲν σημαίνει ὅτι οἱ τόκοι ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ ἠγγυημένου δανείου. Οἱ τόκοι ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, δι’ ὧν ἠγοράσθη ὁ χρυσός, καὶ ἡ μερὶς αὕτη ὤφειλε νὰ πιστωθῇ διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων. Ἄν ἄλλως ἐγένετο, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐγένετο κακῶς, καὶ οὕτω δικαιολογεῖται πληρέστατα ἡ παρατήρησις, ἣν ἔκαμον. Ἀλλὰ μὲ ἐμέμφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγένετο ὁμοία ἐγγραφή. Ἀκριβῶς τὸ ἐσφαλμένον τῆς ἐγγραφῆς ταύτης κατιδὼν, ἐζήτησα παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς διαμονῆς μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸν ἐντελῆ χωρισμόν, ἐν τοῖς λογαριασμοῖς, τοῦ δανείου ἀπὸ τῶν ἐγγείων προσόδων, ἀλλ’ ἐπελθούσης τῆς παραιτήσεως ἡμῶν, ἡ συνεννόησις δὲν εἶχε φθάσει εἰς πέρας. Κρίνατε λοιπόν, ὁποίαν δύναμαι νὰ ἔχω εὐθύνην διὰ τὰς ἐγγραφὰς ταύτας.
§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν πίνακα τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας ἀναγράφεται μόνον τὸ ὑπόλοιπον, διὰ τὸ ὁποῖον χρεώνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ πιστοῦται ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή.
§29ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συνεπέρανα, ὅτι δέον νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ 97 ἑκατομμύρια, ἤτοι εἰς τὰ ἔξοδα μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, ἕτερα 13, καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὰ 110 ἑκατομμύρια. Δὲν συνεπέρανα τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἐσφαλμένη, ὡς εἶναι αὕτη, καὶ εἰς τοῦτο ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὡς ὤφειλον.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι, ἐὰν εἰς τὰ 97 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν πίνακα τῆς Γεν. Ληψοδοσίας, προστεθῶσι καὶ τὰ μήπω πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 13 ἑκατομμύρια, τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀνέρχονται εἰς 110 ἑκατομμύρια, καὶ οὐχὶ εἰς 104,500,000.
§31ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι κακῶς κατηρτισμένη καὶ τοῦτο ἀπέδειξα ἀρκούντως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἡ οὐσία, καὶ πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτήν. Ἐπὶ πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε περὶ τῶν πλεονασμάτων, ὅτι ταῦτα διανέμονται ἐντὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους, συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δέον ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους τούτου. Ἀλλ’ ἄλλο εἶναι ἡ διανομὴ καὶ ἄλλο ἡ ἐγγραφή. Τὸ ἄρθρον δὲ 3 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου λέγει ῥητῶς, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀπαιτήσεις ἀναγράφονται εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἥτις φέρει τὸ ὄνομα τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀπεκτήθησαν τὰ δικαιώματα. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, Κύριοι, τὰ πλεονάσματα πότε παράγονται; Ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ αἱ εἰσπράξεις γίνονται; ἢ καθ’ ἣν στιγμὴν διανέμονται; Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν ἐπὶ τῶν πλεονασμάτων ἀποκτῶνται τὸ ἔτος, καθ’ ὃ καὶ εἰσπράττονται παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου· ὀφείλουσι λοιπὸν νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους τούτου. Ὁ νόμος εἶναι ῥητός, καὶ οὐδεμία παρερμηνεία εἶναι δυνατή. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταλάβητε εἰς ποῖον χάος εὑρισκόμεθα, θέλω ἐπὶ στιγμὴν παραδεχθῆ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι μόνον 500,000 δραχ. πίστωσιν θὰ ζητήσῃ διὰ τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1900...
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ 1900, εἶπον δύο ἑκατομμύρια.
§33ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τὸ δημόσιον χρέος εἴπετε 500 χιλιάδας.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 πιθανὸν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ προταθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 500,000· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, εἶπον, ὅτι πιθανὸν νὰ προταθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν δυνατὸν νὰ ἐξιχθῇ μέχρι 2 ἑκατομμυρίων.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ μόνον διὰ τὸ δημόσιον χρέος;
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν γένει.
§38ΝΕΓΡΗΣ. Ἔστω. Ἂς ὑπολογίσωμεν ὁποίαν νέαν πίστωσιν πρέπει νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸ δημόσιον χρέος διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ἀφοῦ δὲν ὁρίζει ταύτην ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔμειναν πλεονάσματα ἐκ τοῦ 1898, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὸ 1900 ἐκ δραχμῶν 576.545.
§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§40ΝΕΓΡΗΣ. Αἱ 576,545, κατὰ τὴν εἰσήγησιν, ἣν ὑμεῖς αὐτὸς ἐκάμετε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ΒΧΗΔʹ περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, δὲν ἐχρεοῦντο κατὰ τὸ 1899, ἀλλ’ ἔμενον πρὸς χρέωσιν τοῦ 1900. Ἐξ ἄλλου μέρους τὰ πλεονάσματα τοῦ 1899, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν δέον νὰ χρεωθῶσι τὸ 1900, εἶναι 2,213,627.75. Προσθέτοντες τὰ δύο ποσὰ, ἔχομεν πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸ 1900 τὸ ποσὸν 2,790,172. Ἀπέναντι τούτου τί εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900; Μόνον 1,367,133· ἤτοι 1,423,039 ὀλιγώτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ μὴ παραδεχθῇ τὸ συμπέρασμα τοῦτο, εἰς ὃ ἄγει ἡ ἑρμηνεία, ἣν δίδει εἰς τοὺς νόμους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὅπως καὶ ἂν ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος, ὑπάρχει χάος εἰς τὴν λογιστικὴν τοῦ Κράτους, καὶ χάος μέγιστον. Θέλω ἤδη ἀπαντήσει εἰς τὴν τρίτην ἀντίρρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶπεν ἡμῖν, ὅτι προϋπελογίσθη ἀπέναντι τῶν 5% ἐπὶ τῶν 70% τῶν τοκομεριδίων τῶν δανείων εἰς χρυσὸν ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1898 τὸ ποσὸν 918,687 χρ. φρ. τὸ 1898, καὶ ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν ἅπαντα. Ἀληθῶς ἐκ τῶν 918,687 φρ. χρ. ἐπληρώθησαν τὸ 1898 φρ. 388,392, τὸ 1899 φρ. 93,575, τὸ ὅλον 481,968, καὶ μένει ἀκυρωθὲν ὑπόλοιπον ἐκ 436,719 φρ. χρ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκπέσῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει νόμος ὁρίζων τὰ περὶ τούτου. Τὸ ὑπόλοιπον εἶναι δάνειον ἀνῆκον εἰς τὸ δάνειον τὸ ἠγγυημένον, διότι ῥητῶς λέγει ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ἐν ἄρθρῳ δεκάτῳ: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προμηθευθήσεται διὰ δανείου τὰ ἀναγκαῖα ποσά: αʹ) Πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1897. βʹ) Πρὸς ἐξόφλησιν ἢ μετατροπὴν τοῦ εἰς χρυσὸν κυμαινομένου χρέους. γʹ) Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πληρωμῶν, αἵτινες ἐνεργηθήσονται κατὰ τὸ 1898 εἰς τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν τοῦ ὑφισταμένου εἰς χρυσὸν χρέους τοῦ Κράτους, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 1, 14 καὶ 15 τοῦ συνημμένου τῷ παρόντι νόμῳ Κανονισμοῦ.» Εἰς τὰ ἄρθρα 1 καὶ 15 τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ φέρονται ἀκριβῶς τὰ 5% ἐπὶ τῶν 70% τῶν τοκομεριδίων, περὶ ὧν εἴρηται. Ὥστε τὰ 918,687 φρ. εἶναι προϊόν δανείου, καὶ ὅσα δὲν ἐπληρώθησαν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν μερίδα τῶν δανείων. Οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκπέσῃ αὐτὸ ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ χάος ἐπιτείνεται. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνωσε τὴν ἀγόρευσίν μου ἐν τῷ «Νεολόγῳ» τῆς χθές, ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν του ἐν τῇ «Ἀκροπόλει», καὶ δυστυχῶς ὁμολογῶ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐξέλθω τοῦ χάους, εἰσῆλθον ἔτι βαθύτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ 1900 ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων περίσσευμα 1,631,000 δραχμῶν, καὶ λέγει τὰ ἑξῆς αὐτολεξεί: «Τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν προϋπελογίσθη ὡς ἀνελευσόμενον εἰς δραχ. 2,180,000· ἐβεβαιώθη μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ποσὸν ἐκ δραχ. 2,730,000, εἰσεπράχθη δὲ ποσὸν 2,094,921.» Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνακριβές. Ἡ κατάστασις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου παρουσιάζει εἴσπραξιν μόνον 205,079 δραχμῶν. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐκ τῶν ἀνακριβῶν τούτων στοιχείων ἐξάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς συμπεράσματα περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ 120,000 δραχμάς.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἴσως εἶναι λάθος.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὰς καταστάσεις, ἃς ἐπικαλεῖσθε. Ἴσως παρεισέφρησε τυπογραφικὸν λάθος ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγορεύσει μου. Ἀντὶ ν’ ἀναφέρῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀναφέρει τὴν τοῦ 1900, ὡς πρὸς τὰς ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου εἰσπράξεις.
§43Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κάμετε ἐκπεσμὸν ἀπὸ τὸ περίσσευμα, καὶ θὰ εὕρητε τὸ λάθος.
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος, διότι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ σημειωθέντα ποσὰ αὐξήσεων ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων εἰσὶν ὑπολελογισμένα ἀκριβῶς καὶ βασίμως.
§45ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζετε περὶ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν;
§46ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ οὕτω.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν, τότε καὶ αἱ 2,000,000 δραχμαὶ ἀντιπροσωπεύουσιν εἴσπραξιν τοῦ 1899, καὶ οὐχὶ τοῦ 1900.
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Ὁ κ. Νέγρης εἶπεν, ὅτι ἐμνημόνευσα 2,000,000 περίπου εἰσπραχθέντα, καὶ εὑρίσκει εἰς τὴν κατάστασιν 205,000. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἐνῷ ἀναφέρεται εἰς ἄλλην κατάστασιν, τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔχει εἰσπραχθῆ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου.
§50ΝΕΓΡΗΣ. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους ἐνταῦθα, ἂς ἴδωμεν περαιτέρω.
§51Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διασαφήσατε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τί ἐννοεῖτε εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ 1900.
§52ΝΕΓΡΗΣ. Σᾶς ἀνέγνωσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τίποτε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος. Ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργός: «Ὁ φόρος τῶν περιβολίων προϋπελογίσθη εἰς 30,000. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθη ποσὸν 36,000, εἰσεπράχθη ποσὸν 38,000». Τοῦτο εἶνε ἀνακριβές, διότι εἰσεπράχθησαν μόνον 6,232.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν ἐξάγετε τὰ συμπεράσματα αὐτά;
§54ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς 30 7)βρίου 1900. «Τρίτον, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν προϋπελογίσθη εἰς δραχ. 100,000. Μέχρι τέλους παρελθόντος Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθησαν 338,000». Ἀνακριβές, διότι ἐβεβαιώθησαν ἐξ ἰδιωτικῶν βοσκῶν δρ. 8,303, ἀντὶ 338,000.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 εἶναι δεδημοσιευμένη ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1900. Ὥστε δυνάμεθα ἐξ αὐτῆς νὰ ἐξαγάγωμεν συμπεράσματα. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐβεβαιώθησαν δραχ. 2,592,000.
§56ΝΕΓΡΗΣ. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν εἰσεπράχθησαν δραχ. 197,000, ἐνῷ βλέπω, ὅτι εἶναι βεβαιωμένα 8,303, καὶ ἔχομεν εἰσπεπραγμένα 2,445. Εὑρισκόμεθα εἰς χάος ἢ οὔ;
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 8,206.
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι μίαν πρὸς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, διὰ ν’ ἀπαλλάξω καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἀπὸ περαιτέρω ἀσκόπου συζητήσεως. Συνετάχθη ἤδη ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ λήξαντος μηνὸς Ὀκτωβρίου τῆς χρήσεως τοῦ 1900...
§59ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναγκαιοτάτη.
§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἴσως ἐδόθη καὶ εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Ὥστε μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ δημοσιευθῇ. Ἐξ ἐκείνης τῆς καταστάσεως θέλετε ἐξαγάγει συμπεράσματα μᾶλλον βάσιμα. Αἱ περὶ τῶν αὐξήσεων τῶν ἐσόδων ἐκτιμήσεις μου δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς μόνα τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1889 καὶ εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§62ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ δύο διακεκριμένων πραγμάτων. Τὸ ἓν εἶναι, πόσα πράγματι εἰσεπράχθησαν καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐτὰ θὰ τὰ εὕρωμεν εἴτε ἐν τῇ καταστάσει τοῦ Ὀκτωβρίου, εἴτε ἐν ἄλλαις πληροφορίαις. Ἀλλὰ τὸ ἄλλο εἶναι, ποίας καταστάσεις πρέπει νὰ πιστεύωμεν· διότι, ἐὰν μᾶς εἰσάγωνται ἐνταῦθα καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι ψευδεῖς ἀριθμοὺς, δὲν ἐννοῶ, πῶς δυνάμεθα οὕτω νὰ ἐξαγάγωμεν ἀκριβῆ συμπεράσματα.
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσαι αἱ καταστάσεις εἶναι ἀκριβεῖς, ἀκριβέσταται.
§65ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐννοεῖτε ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀμέσων φόρων. Ὅλα σχεδὸν τὰ ἄρθρα ἀναφέρονται λελανθασμένα ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐννοεῖτε, ὅτι μετὰ τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαγάγῃ συμπέρασμα βάσιμον· οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαγάγῃ συμπέρασμα, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι θ’ ἀφήσουν πλεόνασμα 1,600,000. Δὲν λέγω ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀφήσουν, καὶ νὰ μὴ μοῦ λέγῃ αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶπον τοιοῦτόν τι, διότι δὲν τὸ εἶπον. Λέγω, ὅτι ἐκ τῶν συλλογισμῶν του οὐδὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἵνα ἐννοηθῇ τὸ σύστημα τῶν ἐκτιμήσεων καὶ συλλογισμῶν, καθ’ ὃ ὥρισα τὰς πιθανὰς αὐξήσεις, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω ἓν παράδειγμα. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνεγράφη τὸ ἐξ ἐγγείου φόρου τοῦ ἐλαίου ἔσοδον ὡς ἀνελευσόμενον εἰς τὸ ποσὸν δρ. 1,700,000. Αἱ ἐνοικιάσεις σχεδὸν ἐπερατώθησαν. Μέχρι τοῦδε ἐβεβαιώθη, ὅτι αἱ ὁριστικαὶ ἐνοικιάσεις δίδουσι πρόσοδον εἰς τὸ Δημόσιον δραχ. 2,200,000. Σημειώσας ὡς πιθανὴν αὔξησιν δραχ. 450,000, ὑπελόγισα ἐσφαλμένως;
§67ΝΕΓΡΗΣ. Περὶ ἐλαίου, Κύριοι, δὲν ὡμίλησα, διότι εὗρον εἰς τὰς καταστάσεις σημειωμένον μηδὲν εἰς τὰς βεβαιώσεις, μηδὲν εἰς τὰς εἰσπράξεις.
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικώτατον, διότι δὲν εἰσεπράχθη εἰσέτι οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου. Ὠφείλετε νὰ γινώσκητε, ὅτι, κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, ἡ πρώτη δόσις τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐλαίου εἰσπράττεται τὸν Δεκέμβριον, ἡ δευτέρα τὸν Ἰανουάριον, καὶ ἡ τρίτη τὸν Φεβρουάριον· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι εἰσπεπραγμένος ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάχθη ἡ κατάστασις.
§69ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὅταν ζητῆτε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ νόμους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἔχωμεν νέας δαπάνας, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὰς νέας ταύτας δαπάνας.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐξηγήσαμεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.
§71ΝΕΓΡΗΣ. Πρέπει οἱ συλλογισμοὶ ὑμῶν νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν. Ὅταν ἁπλῶς λέγητε: «σᾶς τὸ λέγω καὶ πιστεύσατέ με», βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι, «ὅσην καὶ ἂν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς λόγους ὑμῶν, δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης νὰ στηρίξωμεν συμπεράσματα ἀφορῶντα τὰ κυριώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους».
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του μεταδίδων εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, στηρίζεται ἐπὶ τῶν δημοσίων βιβλίων καὶ ἐγγράφων.
§73ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν ταῦτα περὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπίσης νὰ ἐπιμείνω ὀλίγον εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ πωλήσεως δημοσίων κτημάτων. Ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι τὸ 1900 θ’ ἀφήσῃ πλεόνασμα 400,000 ἄνω τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ ἰδοὺ ποῦ στηρίζει τοὺς ὑπολογισμούς του. Τὸ 1899, Κύριοι, ὁ φόρος οὗτος ἀπέφερε 845,843 δραχ. ἔσοδα, ἀπέναντι βεβαιωθέντων 2,789.000. Ἐβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1900 δραχ. 2,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 183,000. Συμπέρασμα: θὰ ἔχωμεν 1½ ἑκατομμύριον εἰσπράξεις.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶπον, ὅτι προώδευσεν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐπὶ τῇ παραδόσει τῶν παραχωρητηρίων πάντες οἱ λαμβάνοντες ταῦτα καὶ βεβαιούμενοι περὶ τῆς ὁριστικῆς καὶ ἐκκαθαρισμένης ὀφειλῆς των προσέρχονται καὶ πληρώνουσιν, ἐνῷ πρότερον, ἀκαθαρίστου οὔσης τῆς ὀφειλῆς αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου μὴ ἐκδιδομένων τῶν παραχωρητηρίων, πάντες ἠρνοῦντο τὴν καταβολὴν τῶν προσωρινῶν δόσεων.
§75ΝΕΓΡΗΣ. Τέλος πάντων, κατὰ τὴν τελευταίαν κατάστασιν, κύριε Ὑπουργὲ, εἰσεπράχθησαν 183,000· ἄλλως, κ. Ὑπουργὲ, διὰ τὸ 1901 ὑμεῖς ὑπελογίσατε 1,116,000 δρ. Πῶς λοιπὸν προβλέπετε 1½ ἑκατομμύριον διὰ τὸ 1900;
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τίνος μηνὸς εἰσεπράχθησαν 183,000;
§77ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1900.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τί ὑπόλοιπον θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον;
§79ΝΕΓΡΗΣ. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς 1½ ἑκατομμύριον.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀδύνατον.
§81ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον μετ’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Δὲν θὰ τὸν λάβω. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ, ὅπως δικαιολογηθῶ, διότι προχθὲς ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μέχρις οὗ κάλλιον ἐρευνήσωμεν τὴν ἄλλην οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Ἤδη θὰ ἐπείσθητε, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν, ἕνεκα τοῦ σκότους, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Οὐχ ἧττον ὅμως ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ σκότους κατώρθωσα νὰ διακρίνω μερικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναπτύξω. Βεβαίως διὰ τὸ 1901 δὲν εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ συζητήσωμεν. Πρέπει νὰ μελετηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ ὅταν θὰ συζητήσωμεν αὐτὸν, τότε θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυνάμεθα ἐκ τοῦ 1900 νὰ ἐξαγάγωμεν συμπεράσματά τινα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουσι νύξιν περὶ τοῦ τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν κατὰ τὸ 1901. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει ὡς πιθανὸν περίσσευμα τοῦ 1900 δραχ. 4,538,000. Ἀλλὰ παρέλειψε τὰ ἑξῆς ποσά. Πρὸ ὀλίγου σᾶς ὡμίλησα περὶ τοῦ δημοσίου χρέους. Σᾶς ἀπέδειξα ὅτι, συμφώνως μὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἔχωμεν εἰς μόνον τὸ δημόσιον χρέος, ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, 1,400,000 πρόσθετον δαπάνην. Διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔστω καὶ 100,000 νὰ ἐλαττώσῃ, ἐπειδὴ ἐκ τῶν πλεονασμάτων τούτων ἐκράτησεν ὁ Ἔλεγχος 95,000 φρ. χρυσᾶ, ὅπως τὰ δώσῃ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1901, καίτοι παρήχθη τὸ δικαίωμα τῶν δανειστῶν κατὰ τὸ 1899, ἀφαιρῶ καὶ ταῦτα, Κύριοι, καὶ οὕτως ἡ διαφορὰ εἶναι 1,262,000...
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πλεόνασμα.
§83ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ ἐκ τῶν πλεονασμάτων δαπάνη, ἥτις πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι μόνον τοῦτο; Ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι θέλομεν ἔχει διαφορὰν δύο ἕως τριῶν λεπτῶν εἰς τὸ συνάλλαγμα. Κύριοι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι τῆς τιμῆς συναλλάγματος 1,65 τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ὄψεως καρποῦνται οἱ δανεισταὶ κατὰ 60%, μένουσιν εἰς ἡμᾶς τὰ 40%. Λοιπὸν δι’ ἕκαστον λεπτὸν αὔξησιν τοῦ συναλλάγματος ἔχομεν ζημίαν οὐχὶ ἑνὸς λεπτοῦ ἀκεραίου δι’ ἀγορὰν χρυσοῦ, ἀλλ’ ἑνὸς λεπτοῦ ἧττον 60%, ἤτοι 4/10 τοῦ λεπτοῦ· ἤτοι ἐπὶ δραχμῶν 14,458,471.60 τὸ ποσὸν 57,800 δραχμῶν, καὶ τοῦτο δι’ ἕκαστον λεπτὸν διαφορὰν συναλλάγματος. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τριῶν λεπτῶν διαφορὰν, φθάνομεν εἰς 173,400 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ 1,262,000, καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς 1,435,000 δραχμὰς, αἵτινες ὀφείλουν νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον χρέος.
§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόλοιπον πιστώσεως 164,000 φράγκα.
§85ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο, τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν δελτίων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ μὲ τοὺς δανειστὰς, δὲν δύναται νὰ καθαρισθῇ, παρὰ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, κατὰ τὸ ἄρθρον 16, τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, ὅτε δηλαδὴ ἀκυροῦνται τὰ μὴ παρουσιασθέντα δελτία τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσοδα 1,000,000 ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσι, λέγει ὅτι αἱ παλαιαὶ ὀφειλαὶ θὰ πληρώνωνται εἰς δέκατα, καὶ ὅτι τὸ πρῶτον δέκατον θὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ βιβλία τοῦ Κράτους εἶναι χρεωμένα μὲ κονδύλια προερχόμενα ἐκ τῶν ὀφειλετῶν τῶν δήμων, καὶ ὅτι διαγραφὴ τοιούτων κονδυλίων δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἁπλῶς διὰ τῆς γλυφίδος. Εἶναι ἐπάναγκες, τὰ ποσὰ, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι χρεωμένα τὰ βιβλία τοῦ Κράτους, ν’ ἀποσβεσθῶσι καταλλήλως. Καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις εἰδικοὶ νόμοι προέβλεπον, ὅτι ἡ ἀπόσβεσις θὰ ἐγίνετο διὰ χρεώσεως προϋπολογισμῶν ὡρισμένων ἐτῶν. Εἰς τὸν νόμον τὸν τελευταῖον, Κύριοι, περὶ τούτου οὐδεὶς λόγος ἐγένετο. Ποῖον τὸ συμπέρασμα; Ὅτι ἐνόει ἡ Βουλὴ, ὅτι τὰ κονδύλια ταῦτα ἤθελον ἀποσβεσθῇ κανονικῶς διὰ τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται ἀπέναντι αὐτῶν. Διότι, ἀφοῦ δωροῦμεν τὴν ὀφειλὴν, αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς δαπάνη πραγματοποιουμένη καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ δωρεά. Γενομένης δὲ τῆς δωρεᾶς διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ἐντὸς τοῦ 1900, δέον ἡ δαπάνη ν’ ἀναγραφῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900 καὶ τῶν ἑπομένων χρήσεων. Χρεωστοῦσι δὲ οἱ δῆμοι ἑκατομμύρια ὁλόκληρα· ἤτοι ἐκ τῶν ὀφειλῶν πρὸ τοῦ 1897 δρ. 4,419,678, καὶ ἐκ τῶν ὀφειλῶν μέχρι τοῦ 1898 δρ. 2,279,633· τὸ ὅλον 6,699,311. Ὁ νόμος ἐπέτρεψε νὰ διαγραφῶσι τὰ μὲν 4,419,678 ἐντελῶς, τὰ δὲ 2,279,633 κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἡ διαγραφὴ διὰ γλυφίδος δὲν γίνεται εἰς τὰ τοιαῦτα κονδύλια· θὰ γείνῃ διαγραφὴ δι’ ἀποσβέσεως. Ὀφείλουσι ταῦτα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔξοδα, καὶ ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 καὶ τοὺς ἑπομένους. Βεβαίως λοιπὸν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ὡς ἔξοδον ἴσον ποσὸν μὲ τὰ εἰσπραττόμενα πρὸς ἀπόσβεσιν τμηματικὴν τῶν ὀφειλῶν. Λοιπὸν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ θεωρήσω, ὅτι τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον προσέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἔσοδον, ἔχει καὶ τὸ ἀντίστοιχον ἔξοδον. Ἐξ ἄλλου πρὸ ὀλίγου σᾶς ὡμίλησα περὶ τῆς πωλήσεως τῶν δημοσίων κτημάτων. Εἶπον ὅτι εἰσεπράξαμεν 845,000 κατὰ τὸ 1899, καὶ ἀπέδειξα ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξωμεν 1,500,000. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πράττω τι αὐθαίρετον, παραδεχόμενος ὅτι ἴσως εἰσπράξωμεν 1,000,000, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως 1,500,000. Ὡς ἐκ τούτου ἐλαττώνω τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ ἥμισυ ἑκατομμύριον ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἀλλ’ ἕτερον κονδύλιον, Κύριοι, εἶναι ἄξιον λόγου. Εἶναι τὸ κονδύλιον τῶν καθυστερουμένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τί βλέπω εἰς τὴν τελευταίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἀνὰ χεῖρας ἔχομεν; Ὅτι προϋπελογίσθησαν 3½ ἑκατομμύρια, εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1,958,000. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τὰ καθυστερούμενα ἰδίως εἰσπράττονται κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ ἦσαν τὸ πολὺ κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας ἀνάλογοι πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐννέα πρώτων, πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, εἰμὴ εἴσπραξιν 2,600,000 δρ. Λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα ἐλαττώνω τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ 900,000 δραχμάς. Τέλος ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν μου ὑπέδειξα, ὅτι γίνονται προκαταβολαὶ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπέδειξα δὲ, ὅτι τοιαῦται ἐγένοντο καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἤτοι κατὰ τὸ 1897 δραχ. 1,202,667, τὸ 1898 δρ. 834,535, τὸ 1899 δρ. 1,341,425, καὶ ὅτι ἔχουσι προκαταβληθῆ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 1,733,273 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Κύριοι, ἐξακολουθῶ ἐπιμένων, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα ἐδόθησαν ἀνεπιστρεπτεὶ, καὶ ὅτι αὐξάνουν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα νὰ προσθέσωμεν δαπάνην, ἂν ὄχι 1,700,000, τοὐλάχιστον 1,600,000. Οὕτω δέον νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὰ ἑξῆς ποσά:
| 1,435,000 | ἐκ δημοσίου χρέους |
| 1,000,000 | ἐξ ἀποσβέσεως παλαιῶν ὀφειλῶν |
| 500,000 | ἐξ εἰσπράξεων ἐκ πωλήσεως δημοσίων κτημάτων |
| 900,000 | ἐξ εἰσπράξεων καθυστερουμένων |
| 1,600,000 | ἐκ προκαταβολῶν εἰς δήμους |
| 5,435,000 | ἐν ὅλῳ |
Καὶ ἀπέναντι τούτων ἔχομεν τὸ δῆθεν πλεόνασμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ 4,538,381. Δηλαδὴ τὸ πλεόνασμα μετατρέπεται εἰς 900,000 δρ. ἔλλειμμα, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐλαττώσω τὰς αὐθαιρέτους ἐκτιμήσεις τῶν ἀμέσων φόρων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τὸ 1900 οὐδεμία τῶν δαπανῶν, ἃς ἤθελεν ἐπιφέρει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, ἐγένετο· καὶ αὗται ἀνέρχονται εἰς ὁλόκληρα ἑκατομμύρια. Ὁποίαν ἤδη γνώμην δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν διὰ τὸ 1901; Ὄχι εὐχάριστον βεβαίως, καὶ διότι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχῃ εἰσπράξει τὸ 1,000,000 ἐξ ἀπροβλέπτων, καὶ διότι κατ’ αὐτὸ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ εἰρημένοι νόμοι. Καὶ ἐν τούτοις πρόκειται νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸ 1901 νὰ παραχωρήσῃ μέρος τῶν εἰσπράξεων αὐτοῦ, περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, εἰς τὸ σχηματιζόμενον Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Βεβαίως ἐκτιμῶ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, βεβαίως μόνη ἡ ἰδέα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀξιόμαχον στόλον, συγκινεῖ ὅλους ἡμᾶς βαθύτατα. Οὐδὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν πόθον τοῦτον. Τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν συμμεριζόμεθα ἅπαντες. Ἡ διαφωνία μας εἶναι, ὅτι ἴσως προώρως ζητεῖται ἡ πίστωσις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἐνδεχόμενον, ἀντὶ νὰ φέρῃ τὰ ποθούμενα ἀποτελέσματα τὸ μέτρον τοῦτο, νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὰ ἀντίθετα. Πρόσφορον δὲ νομίζω, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, καίτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ πικρίας ἀνέφερε τὰς εὐχὰς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς πρὸς περιορισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, πρόσφορον, λέγω, νομίζω νὰ ἀναγνώσω τὰς συμπαθεῖς γνώμας αὐτῆς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπὲρ αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἐξαρτᾶται τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς φρονήσεώς της. Ἐὰν ἐπιδοθῇ διὰ τῆς ἐργασίας, τῆς ἡσυχίας, τῆς εἰρήνης, εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γεωργικῶν αὐτῆς πόρων, τὴν ἐνθάρρυνσιν τῆς ἀρτιγεννήτου αὐτῆς βιομηχανίας, τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἐμπορικῶν αὐτῆς σχέσεων, ἡ οἰκονομικὴ αὐτῆς κατάστασις θὰ ἑδραιωθῇ ταχέως, ἡ εὐεργετικὴ αὐτῆς ἐπιρροὴ θὰ ἐξαπλωθῇ εἰς τὴν σφαῖραν ἐνεργείας, τὴν προωρισμένην αὐτῇ, καὶ βοηθουμένη εἰς τὸ εὐγενὲς τοῦτο ἔργον ὑπὸ τῶν συμπαθειῶν τῶν Δυνάμεων, θὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν εὐγενῶν καὶ καρτερικῶν αὐτῆς προσπαθειῶν νὰ κατακτήσῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν θέσιν, ἣν ὥρισαν αὐτῇ αἱ ἔνδοξοι ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος.»
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§87ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλω πρῶτον νὰ ἐξηγήσω, διατὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ὁμολογουμένως εἶχεν ἑτοιμάσει ἡ Κυβέρνησις, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, δὲν περιείχετο ὁλόκληρον τὸ κονδύλιον τῶν πλεονασμάτων. Ὅλοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, περὶ τοῦ ποῖα ποσὰ θὰ θεωρηθῶσιν ὡς πλεόνασμα καὶ ποῖα ὄχι· ἦτο λοιπὸν ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ περιορίσω τὰ πλεονάσματα, ἐπιφυλαττόμενος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διαφωνίας νὰ ζητήσω νέαν πίστωσιν. Δεύτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἠγγυημένον δάνειον μόλις ἐπήρκεσε νὰ πληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897. Ἀλλ’ ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω αὐτὸν, ὅτι τὸ ἠγγυημένον δάνειον, ἀφοῦ ἐπλήρωσε τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν ἐξ 93,936,420 φράγκων, ἀφοῦ ἐπλήρωσε τὸ κυμαῖνον χρέος ἐκ 31,356,658 φράγκων, ἀφοῦ ἐπλήρωσεν ἓν ὑπόλοιπον ἐκ 3,394,000 τοῦ ἰδίου κυμαίνοντος χρέους, ἀφοῦ ἐπλήρωσεν ὅσα ἄλλα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου διὰ τὸ 1898, ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπέμειναν τὰ ἑξῆς ποσὰ, τὰ ὁποῖα διένειμον· τὸ μὲν 1898 δραχ. 13,672,352, τὸ δὲ 1899 δραχ. 8,359,117, καὶ μένει εἰσέτι ἓν μικρὸν ὑπόλοιπον. Λοιπὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅσα εἶπον ἦσαν ἐντελῶς ἀκριβῆ, καὶ ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἀριθμῶν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦσαν ἀνακριβῆ. Οὐδένα ἀριθμὸν ἔφερα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦτο ἐπίσημος. Περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἐν τούτοις τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτῆς εἶναι ὁ Προϋπολογισμός. Ἡ σχέσις λοιπὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας εἶναι στενωτάτη· τὰ πλεῖστα τῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν ταῖς διαφόροις μερίσι τῆς Γεν. Ληψοδοσίας, ἀναγράφονται καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε εἰς τὰ ἔσοδα, εἴτε εἰς τὰ ἔξοδα. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι, ὅταν ἀποδεικνύηται ὅτι ἔξοδά τινα δὲν χρεοῦνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ συσσωρεύονται ἔτος κατ’ ἔτος, καὶ φθάνουν εἰς ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ: ποία χρῆσις θέλει χρεωθῇ μὲ αὐτά; ἢ πότε θὰ τὰ εἰσπράξωμεν; Εἰς τοῦτο δὲν ἐδόθη ἀπάντησις.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, πρὶν ἢ καταβῇ τοῦ βήματος, παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ταχέως θέλομεν φθάσει εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν θέλομεν ἐξακριβώσει πάσας τὰς λεπτομερείας, τὰς συναφεῖς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901. Διὰ τοῦτο προέθετο νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἦτο πρόωρος. Τὴν συζήτησιν ὅμως ταύτην, ἣν ἐσκόπει νὰ καταδείξῃ ὡς πρόωρον, προεκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφεθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐνεποίησαν εἰς αὐτὸ αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ ὧν ἐζήτει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἦσαν πεπλανημέναι, καὶ ὅτι αἱ κρίσεις αὐτοῦ δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Δὲν ἐπικρίνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν εἶχε τὴν προθυμίαν ταύτην, νὰ ἀναιρέσῃ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· ἐπικρίνω ὅμως αὐτὸν, ζητοῦντα νὰ καταδείξῃ, ὅτι αἱ παραστάσεις αὗται τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἦσαν ἀναγκαῖαι, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰς ἀναβάλῃ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρετήρησα ὅμως ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον νομίζω ἥκιστα ἁρμόζον εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παριστᾷ, ὅτι εὑρίσκεται πρὸ χάους, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἕνεκα τοῦ χάους τούτου διεταράχθη τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ εἴπῃ ἀνακριβείας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι εὑρίσκεται πρὸ χάους, τὸ πάθημα τοῦτο τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἦτο ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι δὲ μόνος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις εὑρίσκεται πρὸ τοῦ χάους· πάντες ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτοῦ τοῦ χάους, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον βλέπομεν βαθύτερον τὸ χάος τοῦτο, καθόσον ἅπαν τὸ παρελθὸν, δεκαετία ὁλόκληρος, ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἦσαν πάντοτε πεπλανημέναι. Βεβαίως, Κύριοι, προσεχῶς θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, καὶ θέλομεν ἐξακριβώσει καὶ ἐξελέγξει πάντα ταῦτα, καὶ θέλομεν κρίνει, ἐὰν εἶναι εὔλογοι αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἢ ἐὰν εἶναι εὔλογοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πάντοτε κατέληξεν εἰς τοιούτους ἰσχυρισμούς. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν, ἀνεῦρον καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον, παρεμπιπτόντως ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἄδειαν, ἵνα ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο ἔκρινα ἄξιον νὰ μὲ ἀναγκάσῃ ν’ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο συνίστατο εἰς τὰς τοσαύτας πεπλανημένας ἀναγραφὰς ἐν ταῖς καταστάσεσι ταῖς δεδημοσιευμέναις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες τῳόντι κατέπληξαν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ τὸν ἠνάγκασαν νὰ δηλώσῃ, ὅτι εὑρίσκεται πρὸ χάους. Νομίζω ὅτι τοῦτο δίδει ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἀναγραφὰς ταύτας, ἵνα ἴδῃ, ἐὰν τῳόντι εἶναι πεπλανημέναι, ἢ ἐὰν εἶναι ἀκριβεῖς, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν ὅσα εἶναι ἀκριβῆ, νὰ μὴ ἀφήσῃ δὲ ἡμᾶς ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν ταῖς εἰρημέναις καταστάσεσι δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν· ἓν μόνον λέγω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγὼ ὡμολόγησα ἀνακρίβειαν ἐν ταῖς δημοσιευθείσαις καταστάσεσιν. Οὐδέποτε εἶπον τοῦτο· πᾶσαι αἱ καταστάσεις, αἱ δημοσιευθεῖσαι διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, περιέχουσιν ἀκριβείας. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγορεύσει μου ὑπάρχῃ λάθος τι, τὸ λάθος εἶναι τυπογραφικὸν, αἱ καταστάσεις ὅμως περιέχουσιν ἀκριβείας. Ἑπομένως παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἐὰν πρόκειται νὰ κρίνωσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἢ περὶ τῶν βλέψεων καὶ τῶν ἐκτιμήσεων, νὰ μεταχειρισθῶσι τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τῶν καταστάσεων τούτων, πεπεισμένοι ὅτι ἐγὼ οὔτε νῦν οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι θέλω ἀμφισβητήσει ταῦτα.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ βεβαιώσητε, ὅτι αἱ καταστάσεις αἱ δημοσιευθεῖσαι εἶναι ἀκριβεῖς· αἱ καταστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι ἐτυπώθησαν. Ἐὰν εἶναι ἀκριβεῖς ἢ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, δὲν ἀποδίδομεν τὴν πλημμέλειαν εἰς ὑμᾶς· ἔχομεν ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ μάθωμεν, ἐὰν εἶναι ἀκριβεῖς· διότι, ἐὰν δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἡ ἀνακρίβεια αὐτῶν μᾶς ἀποπλανᾷ. Ἐὰν αἱ καταστάσεις εἶναι πεπλανημέναι ἕνεκα τυπογραφικῶν λαθῶν, μᾶς εἶναι ἀδιάφορον· διότι τὸ ἀποτέλεσμα δι’ ἡμᾶς εἶναι τὸ αὐτὸ, ὅτι πλανώμεθα ἀπὸ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσητε τὴν διαβεβαίωσιν, ἐὰν εἶναι ἀκριβεῖς.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε καὶ πρότερον ὑπελάβετε ὅτι ἐγὼ ἀνωμολόγησα τὸ ἡμαρτημένον τῶν καταστάσεων, εἶπον ὅτι δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον μόνον, ὅτι, ἐὰν ἔν τινι ἀναγραφῇ, ἔν τινι καταστάσει ὑπάρχῃ τι λάθος τυπογραφικὸν, βεβαίως περὶ τούτου θέλω δώσει ἐξηγήσεις· ἀλλὰ περὶ ἁμαρτήματος τῶν καταστάσεων οὐδέποτε εἶπον.
§92ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου προέκυψεν, ὅτι ἀριθμοὶ ἀπαγγελθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν εἰσπράξεων, τοὺς ἀναγεγραμμένους ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1900 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου. Καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, δὲν ἀνεκοίνωσε τὸν πίνακα τούτων· διότι, ἂν ἀνακοίνου τὸν πίνακα, ἠθέλομεν ἔχει τοὺς αὐτοὺς ἀριθμούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δι’ ὅσων εἶπε τότε καὶ δι’ ὅσων ἐπανέλαβεν ἀπόψε, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχεν ἐνώπιον αὑτοῦ σημειώματα, ἐξ ὧν ἠρύετο ἀριθμούς, οὓς ἀνεκοίνου εἰς ἡμᾶς. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει αὐτὸν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἑτέραν δήλωσίν του, ὅτι δὲν ἦτο μὲν εὔκολος τότε ἡ δημοσίευσις τοῦ πίνακος τοῦ Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ὅτι προσεχῶς θέλει εἶναι εὔκολος, ἤθελον, λέγω, παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1900, ἐξ οὗ θέλει δυνηθῆ ἡ Βουλή, καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ σπεύδουσα εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ν’ ἀντιπαραβάλῃ τοὺς ἐν αὐτῇ ἀριθμοὺς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀπαγγελθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὰ σημειώματα, περὶ ὧν ἔλεγεν ἀπόψε εἰς ἡμᾶς, καὶ τὴν παραβολὴν ταύτην ποιούμεναι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ δυνηθῶσι νὰ κρίνωσιν, ἐὰν ὑπάρχει τι λάθος. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θελήσῃ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ πίνακος τούτου, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τὰ πράγματα.
§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ δημοσιευθῇ, τὸ εἶπον καὶ πρότερον. Περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πράγματος δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι πιθανὸν ἔν τινι καταστάσει νὰ ὑπάρχῃ τυπογραφικόν τι λάθος, τὰ ἐξαγόμενα ὅμως πάντοτε εἶναι ἀκριβῆ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1900.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§95Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς μοὶ ἐζήτησε πρὸ τριῶν ἡμερῶν νὰ φέρω πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Εἰρηνοδικείων Μαντινείας, σχετικῶς πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους, καὶ περὶ τῶν Ἐφετείων Ναυπλίου καὶ Ἀθηνῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας δίδω σήμερον. Ἐξ αὐτῶν μανθάνετε, ὅτι 78 μόνον ἀνακοπαὶ ἐγένοντο κατ’ ἀποφάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Μαντινείας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐκ τῶν ὁποίων 73 ἐγένοντο δεκταί. Ἐζήτησε δεύτερον σημείωσιν, πόσαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ναυπλίου καὶ πόσαι ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ἀθηνῶν, καὶ διατὶ ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν.
§96Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ μετεθέσατε τοὺς ἐφέτας ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀφήσατε τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου ἔρημον;
§97ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ἀθηνῶν εἶναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 400 καὶ πλέον· ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ναυπλίου, κατὰ σημείωσιν ἀκριβῆ τοῦ Προέδρου, εἶναι ἐκκρεμεῖς 1100. Ἐν τῷ Ἐφετείῳ ὅμως Ναυπλίου, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους ἦσαν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 3 χιλιάδες, εἰς τὸ διάστημα δὲ τοῦτο ἐμειώθη ὁ ἀριθμὸς εἰς χιλίας, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν δὲ τοῦ Προέδρου, ἱκανωτάτου καὶ φιλοπονωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους θὰ ἦναι ἐνήμερον, διότι ἐκ τῶν χιλίων ὑποθέσεων αἱ ἡμίσεις, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Προέδρου, θὰ διαγραφῶσιν, αἱ ἄλλαι δὲ ἡμίσεις βεβαίως θὰ ἐκδικασθῶσι κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς ὑπολοίπους, καὶ τοῦτο διότι, καίτοι ἐλλιπὲς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ἐξέδοτο κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον ἀποφάσεις, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ Προέδρου, 300.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόσοι ἐφέται εἶναι ἐν Ἀθήναις;
§99ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἄλλοτε εἶχε 19 καὶ ἀληθῶς εὕρισκον τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν ὑπέρμετρον, καὶ τὸν περιώρισα εἰς 17· καὶ σήμερον ὑπηρετοῦσι 17 μόνον. Οἱ μετατεθέντες δὲ ἐκ Ναυπλίου ἐφέται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν εἶναι πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι κατ’ αὐτὰς, λίαν προσεχῶς, θέλει συμπληρωθῆ καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου.
§100Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δυστυχῶς ἀπό τινος χρόνου τὸ Εἰρηνοδικεῖον Πειραιῶς εὑρίσκεται ἐν χειρίστῃ καταστάσει, καὶ τοῦτο διότι ἀπέθανεν ὁ εἰρηνοδίκης, καὶ μόνος ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἐκτελῶν τὰ καθήκοντα τοῦ εἰρηνοδίκου, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ διορισμοῦ εἰρηνοδίκου, διότι περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι μεριμνᾷ ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τὸν κείμενον νόμον, ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν εἰρηνοδικειακῶν παρέδρων ἐν Πειραιεῖ. Διότι ἐν Πειραιεῖ, ἐνῷ ἡ πόλις εἶναι πολυανθρωποτάτη, πολυανθρωποτέρα ἴσως πασῶν τῶν πόλεων, ὅπου ἑδρεύουσι Πρωτοδικεῖα, ἐν τούτοις ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου ἀναπληροῖ τὸν εἰρηνοδίκην. Εἶναι καλὸν, ὁ Πειραιεὺς νὰ ἐξισωθῇ κατὰ τοῦτο πρὸς τὰς πόλεις, ὅπου ὑπάρχουσι Πρωτοδικεῖα, καὶ νὰ διορίζωνται καὶ ἐκεῖ δύο πάρεδροι ἐκ τῶν ἐπιστημόνων. Εὐτυχῶς δὲ ὁ Πειραιεὺς ἔχει πολλοὺς ἐπιστήμονας, κατοικοῦντας ἐκεῖ, καὶ εἶναι εὔκολον ἑπομένως νὰ ἐξευρεθῶσι πάρεδροι, δυνάμενοι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ εἰρηνοδίκου, εἰς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ.
§101Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι πλήρεις. Κατὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, τῷ ἐζήτησα νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐμὲ, εἰς πόσα τμήματα συνεδριάσεων διαιρεῖται τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, καὶ ποῖοι ἐφέται ἀποτελοῦσι μέρος ἑκάστου τῶν τμημάτων. Διότι ἐκ τούτου ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου διαιρεῖται εἰς δύο τμήματα συνεδριάσεων, καὶ οἱ αὐτοὶ ἐφέται λαμβάνουσι μέρος εἰς ἀμφότερα τὰ τμήματα, καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ ἐγγεγραμμέναι ἐν τοῖς διαφόροις πινακίοις τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 1100, ἐμπορικαὶ, συνοπτικαὶ καὶ συνήθεις, αἱ δημοσιευθεῖσαι δὲ ἀποφάσεις ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου τῳόντι ἀποτελοῦσιν ἀριθμὸν σεβαστὸν, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν...
§102Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Πόσοι ἐφέται εἶναι τώρα;
§103Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπτά. Ἦσαν 11, καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέθεσεν 4 εἰς Ἀθήνας, ἵνα φανῇ εὐάρεστος εἰς τοὺς κ. κ. ἐφέτας, καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου τὸ ἀφῆκεν ἔρημον ἐφετῶν. Λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις, καὶ τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς διασκέψεις τῶν βουλευμάτων, 3 ἐφέται καὶ 2 δικηγόροι, καὶ τοῦτο ἐγένετο μόνον ἵνα φανῇ εὐάρεστος ὁ κ. Ὑπουργὸς εἴς τινας τῶν ἐφετῶν· καὶ ἐνῷ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως φιλοπόνως ἐργάζεται, ἦτο σχεδὸν ἐνήμερον καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ πινάκια, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει 17 ἐφέτας ἐδῶ, καὶ μετέθεσε 4 ἐκ Ναυπλίου, χωρὶς νὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ. Ἐνδιαφέρομαι, Κύριοι, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, διότι ἡ δικαστικὴ περιφέρεια, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ἐγὼ καὶ οἱ συμπολῖταί μου, ὑπάγεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, καὶ ἐνῷ ἐπιχειροῦμεν δίκας, αἱ δίκαι αὗται ναυαγοῦσι πρὸ τοῦ πινακίου τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπ’ ἀρκετοὺς χρόνους ἐδικηγόρησεν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, καὶ δὲν δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ· ἀντὶ δὲ, ὡς ὤφειλε, νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, τὸ ἐξησθένησεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἡ δικαιοσύνη κατέστη, εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον, ἄγνωστος. Δίδετε τροφὴν εἰς τὴν στρεψοδικίαν, ἀντὶ νὰ πατάξητε αὐτὴν διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσε, τὰς ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τῶν Εἰρηνοδικείων Μαντινείας, σχετικῶς πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους, θέλω λάβει τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ, τὰς ἀφορώσας ἐπίσης τοὺς φορολογικοὺς νόμους.
§104Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωσα πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀκριβέσταται, ὡς συνήθως πράττω. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, εἶπον ὅτι συγκροτεῖται ἤδη ἀπὸ 17 ἐφέτας, οἵτινες ἀποτελοῦσι 4 τμήματα· τὸ πρῶτον σύγκειται ἐκ 5 μελῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Προέδρου, τὰ δὲ τρία ἄλλα σύγκεινται ἐκ τεσσάρων μελῶν. Αἱ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς ἐν Ναυπλίῳ εἶναι 1100. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ἐπίσης ὑπὲρ τῆς ἐνημερότητος τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι ὑπηρέτησα παρὰ τῷ Ἐφετείῳ Ναυπλίου ἐπὶ 30 ἔτη, καὶ ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγώ, ὅσον τοὐλάχιστον καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι πρὸ τῆς διευθύνσεως ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου εἶχε 3,000 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, καὶ εἶχε 10 ἐφέτας, εἰς οὓς ἐγὼ εἶχον προσθέσει ἕνα, καὶ ἔγειναν 11, εἶχε δέ, ὡς εἶπον, 3,000 ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς. Τότε λοιπὸν ἦτο ἡ κατάστασις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέμνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ἐδικάζοντο αἱ ὑποθέσεις μετὰ ἔτη. Σήμερον ὅμως, ὅτε ἀπὸ 3,000 ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς κατωρθώθη νὰ εἶναι μόνον χίλιαι, καὶ κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Προέδρου θὰ ᾖναι ἐντελῶς ἐνήμερον τὸ Ἐφετεῖον εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, νὰ κακίζωμαι ἐγὼ ἐπὶ τούτῳ, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ αἰτίασις εἶναι ἀδικωτάτη. Ἔχω δὲ τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὄχι μόνον τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ Δικαστήρια τοῦ Κράτους ἔγειναν σχεδὸν ἐνήμερα περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Ἔγειναν δὲ ἐνήμερα καὶ ἕνεκα τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν ἀδιακόπως ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν των. Σήμερον εἰς τὰ 22 Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους μόνον 5,000 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ὑπάρχουσι, καὶ ἐξέδωκαν κατὰ τὸ 1899 ἀποφάσεις 7,000 πλέον τῶν ἐκδιδομένων ἄλλοτε, τὰ δὲ Ἐφετεῖα Ἀθηνῶν, Λαρίσης καὶ Πατρῶν, εἶναι ἐνήμερα, καὶ μόνον τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου ἔχει 1000 ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν Δικαστηρίων σήμερον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν τῶν τεσσάρων ἐφετῶν, δὲν ἔγεινεν αὕτη ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, ἀλλὰ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἤτοι πρὸ μηνὸς μόνον, καὶ ἔμεινεν ἀτελὲς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, διότι πρέπει νὰ γείνωσι προαγωγαί, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ γείνωσι πρὸ τῆς ἐπανόδου τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως· κατ’ αὐτὰς δέ, ὡς εἶπον, θὰ γείνωσιν αὗται. Δὲν βλέπω λοιπὸν τίποτε, τὸ ὁποῖον παραβλέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ καθῆκόν του.
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐγὼ δὲν ἤλεγξα ἐπὶ ἀνακριβείᾳ διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δώσῃ· ἐλέγχω ὅμως αὐτὸν ἐπὶ ἀνακριβείᾳ δι’ ὅσα εἶπεν ἤδη. Ἐγὼ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Πρωτοδικείων δὲν ὡμίλησα· ἤλεγξα μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀστοργίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε πρὸς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου· διότι ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μετέθεσε τὸν ἐφέτην Ἀντωνόπουλον, καὶ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τὸν ἐφέτην Παπαπᾶνον, ὀλίγον δὲ κατόπιν τὸν ἐφέτην Ναύτην καὶ τὸν ἐφέτην Καψάλην.
§106Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν ποινικῶν δικαστηρίων τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἤτοι τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων. Ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ἢ μᾶλλον συζητεῖται πολὺ μεταξὺ τῶν νομικῶν, ἐὰν ἡ δικαιοδοσία τῶν στρατιωτικῶν ποινικῶν Δικαστηρίων πρέπει νὰ κανονίζηται ratione personae ἢ ratione materiae. Μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησεν ἡ πρώτη γνώμη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὸν νόμον τῆς 30 Σεπτεμβρίου (19 Ὀκτωβρίου) 1821, τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τῶν Γάλλων, ἀνεγράφη ἡ ἀρχή, ὅτι μόνον τὰ ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ὑπήχθησαν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, καὶ κατόπιν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Γερουσίας, ἡ ἐπιφορτισθεῖσα, ἐπὶ τῆς Παλινορθώσεως, κατὰ τὸ ἔτος 1829, τὴν Σύνταξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ἠκολούθησεν· ὁ νόμος ὅμως τοῦ 1857 παρεδέχθη ἀντίθετον ἀρχήν, καὶ ὑπήγαγεν ὅλα τὰ παραπτώματα τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, καίτοι εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν διετυποῦντο ἀρχαὶ πολὺ μᾶλλον ἐλευθέριοι. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐν Εὐρώπῃ ἡ κοινὴ γνώμη ἐδείχθη καὶ δείκνυται ὁσημέραι ἐπὶ πλέον δύσπιστος πρὸς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ ἐκδικάσεως ἀδικημάτων τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἀπευθυνομένων κατὰ πολιτῶν. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καινοτομίαν εἰσήγαγεν ἡ Γερμανικὴ Στρατιωτικὴ Ποινικὴ Δικονομία τοῦ 1898, ἥτις εἰσήγαγε καὶ ἄλλας καινοτομίας. Κατ’ αὐτήν, εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν Στρατοδικείων (kriegsgerichte) λαμβάνουσι μέρος καὶ εἷς ἢ δύο εἰδικοὶ σύμβουλοι (kriegsgerichtsrath), λαμβανόμενοι οὐχὶ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πολιτῶν. Καὶ εἰς μὲν τὰ κατώτερα στρατιωτικὰ Δικαστήρια οἱ εἰδικοὶ σύμβουλοι (δικασταὶ νομικοὶ) συμμετέχουν ἐν μειοψηφίᾳ ἀπέναντι τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν· ὁ ἀριθμὸς ὅμως τῶν πολιτικῶν δικαστῶν εἰς τὸ Ἀνώτερον Στρατιωτικὸν Δικαστήριον τῆς Αὐτοκρατορίας, τὸ Ἀκυρωτικὸν, ὡς εἰπεῖν, ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅταν συζητῆται αἴτησις ἀναιρέσεως, στηριζομένη εἰς παραβίασιν δικονομικοῦ τύπου ἢ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτικοῦ νόμου· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ Ἀκυρωτικὸν συγκροτεῖται ἐκ τεσσάρων πολιτικῶν δικαστῶν καὶ τριῶν στρατιωτικῶν. Ἡ σπουδαιοτέρα δὲ καινοτομία, ἣν εἰσήγαγεν ἡ Γερμανικὴ Δικονομία, σχετικῶς πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων, περὶ ἧς προεῖπον, εἶναι ἡ ἑξῆς· ἐν ἄρθρῳ 4 αὐτῆς, δεχθεῖσα ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ συμπλοκῶν ἢ ἐξυβρίσεων μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ πολιτῶν, δὲν ὑφίσταται λόγος τις, ὅπως ἐπιλαμβάνωνται τῶν τοιούτων διαφορῶν τὰ Στρατοδικεῖα, ὑπήγαγε τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ Δικαστήρια. Χθὲς δὲ τηλεγραφικῶς ἀνηγγέλθη, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Βουλὴ κατήργησεν ἐν γένει τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, ὑπαγαγοῦσα ὅλα τὰ ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ Δικαστήρια. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἔχομεν πολλὰ πρόσφατα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια κατεδείχθησαν ἄγαν ἐπιεικῆ, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων γενομένων παρὰ στρατιωτικῶν κατὰ πολιτῶν, παρ’ ἡμῖν, ὅπου βλέπομεν καθ’ ἑκάστην, ὅτι πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων ἀκυροῦνται παρὰ τῶν Ἀναθεωρητικῶν διὰ παραβίασιν τῶν τύπων, παρ’ ἡμῖν, ὅπου σπανιώτατα στρατιωτικὸς ἀδικήσας πολίτην κατεδιώχθη καὶ κατεδικάσθη, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ἐπὶ τέλους πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ πρότασις, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, θέτει ἕνα φραγμὸν εἰς μελλούσας αὐθαιρεσίας, καὶ ἐξασφαλίζει κατὰ τι μέτρον τὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων κατὰ πολιτῶν. Ἐσκέφθην ὅτι δυνάμεθα, συνδυάζοντες τὰς παρ’ ἡμῖν περιστάσεις, ν’ ἀφήσωμεν μόνα τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα εἰς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, τὰ δὲ διαπραττόμενα κατὰ πολιτῶν κοινὰ ἀδικήματα νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ Δικαστήρια· τοιαῦτα δὲ εἶναι τὰ τῆς ἐξυβρίσεως, τῆς συκοφαντίας, προσβολῆς τιμῆς, ἀδίκου ἐπιθέσεως, τραυμάτων, παρανόμου βίας καὶ ἀπειλῆς, αὐτοδικίας, κλοπῆς κλπ. Ὁ Μέγας Ναπολέων, Κύριοι, ὁμιλῶν περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ὅπερ νῦν ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶπεν: «On est citoyen Français avant d’ être soldat». Διετύπωσε, Κύριοι, θαυμασίως ἐν βραχυτάτῃ φράσει μεγάλην ἀλήθειαν· ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ πολίτου προέχει τῆς ἰδιότητος τοῦ στρατιώτου, ὅτι εἶναι ἐπικρατεστέρα τῆς τοῦ στρατιώτου· παρ’ ἡμῖν δὲ, ὅπου οἱ στρατιωτικοὶ περὶ πολλοῦ ποιοῦνται τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου, παρ’ ἡμῖν, ὅπου δὲν ὑπάρχει τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἐν τοῖς ὁποίοις τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα εἶναι ἀκμαῖον, δὲν εἶναι ἀνακόλουθον νὰ ἤμεθα ὀλιγώτερον φιλελεύθεροι τῶν Γερμανῶν; δὲν εἶναι ἀνακόλουθον νὰ καταρτίζωμεν τὰ Στρατοδικεῖά μας μόνον ἐξ ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ μὴ ἐξαιρῶμεν κἂν τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν τὰ κατὰ πολιτῶν ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν; Τὸ κοινὸν αἴσθημα, Κύριοι, ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐφεξῆς ἡ δέουσα πεποίθησις περὶ ἐπαρκείας τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, καὶ θ’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς ἐκδεδηλωμένην ἐπιθυμίαν τῆς κοινῆς γνώμης, ψηφίζοντες νόμον, καθ’ ὃν ἐφεξῆς θὰ καλῶνται νὰ δίδωσι λόγον τῶν κατὰ πολιτῶν ἀδικημάτων οἱ στρατιωτικοὶ ἐνώπιον τῶν κοινῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω νῦν διὰ μακρῶν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως διὰ μακρῶν θὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεώς μου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ ν’ ἀναγράψῃ τὴν πρότασιν ταύτην ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ σειρὰν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον...
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦτον, θὰ πρασφέρωμεν ὑπηρεσίαν, οὐ μόνον εἰς τὴν Δικαιοσύνην, οὐ μόνον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οὐ μόνον εἰς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι πολλάκις, ἀδικούμενοι ἐκ τῶν τοιούτων παραπτωμάτων τῶν στρατιωτικῶν, δὲν λαμβάνουσι δικαστικὴν ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ στράτευμα. Ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦτον, Κύριοι, θὰ προσφέρωμεν σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στρατεύματος, τὴν ὁποίαν αἱ παρεκτροπαὶ εὐαρίθμων εὐτυχῶς στρατιωτικῶν σπουδαίως καταρρίπτουσι.
§109Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου παρατηρῶ, ὅτι ἡ δημοσιογραφία ἀναφέρει, ὅτι ἀξιωματικός τις, Κωστοῦρος ὀνόματι, διέπραξε μέγα πραξικόπημα κατά τινος γυναικός. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές· παρεπέμφθη ὅμως ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, ἐδικάσθη καὶ ἠθωώθη!
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ροδοπούλου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 26).
§111Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ λησμονήσας καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο, ἐξετράπη εἰς ὕβρεις ἐναντίον τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ συμβόλου τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἅπαντες περὶ πολλοῦ, ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας. Δὲν θέλω νὰ παίξω πρόσωπον d’ Artagnan, καὶ νὰ ἐκδικήσω ἐγὼ τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι χθὲς ἠνέχθημεν τὰς ἐκφράσεις τὰς ὑβριστικὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, χωρὶς οὐδεμία νὰ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία...
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ὕβρισε τὴν σημαίαν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὅστις νὰ ὑβρίσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν.
§113ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐν τούτοις, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν τὸ ἔπραξε χθές, καὶ ὑπῆρξαν πολλοὶ καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν φίλων, μεθ’ ὧν συμπράττει, οἵτινες ἠγανάκτησαν διὰ τὰ λεχθέντα, ἀλλ’ ἀγνοῶ διατὶ δὲν διεμαρτυρήθησαν.
§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν δὲν ἐξέφερεν ὕβριν.
§115ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ ἦσθε παρὼν, κύριε Βουλευτά.
§116ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ χρησιμεύσω ὡς ἐκδικητὴς, ἀλλὰ θέλω νὰ παρατηρήσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἐκφρασθέντα ἀνευλαβῶς κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἐκ τῶν νόμων καὶ ἐκ τῆς ἠθικῆς νὰ ἐκφράζηται μετὰ σοβαρότητος καὶ ἀξιοπρεπείας, ἁρμοζούσης εἰς Ἕλληνα Βουλευτήν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὰ λεχθέντα, ἐὰν ἡ Βουλὴ πράγματι συνησθάνθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνησθάνθην, ἀναγινώσκων σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς φράσεις τὰς ἀνευλαβεῖς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν. Ἐὰν δ’ ἤμην παρὼν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίαν, βεβαίως δὲν ἤθελον τηρήσει σιγήν.
§117Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἅπαντες ἤμεθα χθὲς παρόντες, καὶ δὲν ἠκούσαμεν νὰ ὑβρισθῇ ἡ σημαία, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τοιοῦτό τι.
§118ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὑμεῖς, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ κάθησθε εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, ἀναλαμβάνετε τὴν ὑπεράσπισίν του; ἐὰν ὅμως ἄλλος τις, ἀνήκων εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, ἔλεγεν ὅσα εἶπεν οὗτος, θὰ ἐξηγείρεσθε, καὶ θὰ ἐπαρουσιάζετε, πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς προσβληθείσης σημαίας καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅλα τὰ τρόπαια, ἀπὸ τῆς Σαλαμῖνος καὶ τοῦ Μαραθῶνος μέχρι σήμερον, καὶ ὡς κεραυνοὺς θὰ ἐρρίπτετε αὐτὰ κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀσεβοῦς.
§119Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα, ἡ Κυβέρνησις παροῦσα, ἡ Ἀντιπολίτευσις παροῦσα, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτρέψωσι νὰ ὑβρισθῇ ἡ σημαία, ἢ οἱ ἀξιωματικοί. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, κατέκρινεν ἀξιωματικὸν, διαταχθέντα νὰ ἐκτελέσῃ διαταγὴν, ὅτι δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὴν, χωρὶς οὔτε τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ ἀναφέρῃ.
§120Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τσιτσάρας ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τινὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ ἡμῶν νομῷ παρεξετράπησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε περιήχθη εἰς πλήρη παραλυσίαν ἡ διοίκησις ἐν Εὐρυτανίᾳ· ἀνέφερε μάλιστα καὶ ὡρισμένας πράξεις ὡς διαπραχθείσας ὑπ’ αὐτῶν. Ἀνέφερεν, ὅτι ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος ἐξεβίασε πολίτην, καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ δραχμὰς 600, ὅτι ἕτερος ὑπαξιωματικὸς, ἐκτελῶν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀντὶ νὰ ἐνασκῇ τὰ ἀστυνομικὰ αὑτοῦ καθήκοντα, ἐνασκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ λαθρεμπόρου, πωλῶν λαθραῖον καπνὸν καὶ σιγαρόχαρτον· ὅτι εἷς ὑπενωμοτάρχης, ἐκτελῶν χρέη δασάρχου, ἀντὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν κλπ., κατεγίνετο νὰ ἐπιφέρῃ σκάνδαλα ἐν τῇ πόλει τοῦ Καρπενησίου, καὶ τελευταῖον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρό τινων μηνῶν διώρισεν ἀνεγνωρισμένον λαθρέμπορον ὡς δημοδιδάσκαλον. Δὲν ἀπήντησα χθὲς εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν, διότι ἐπεθύμουν νὰ προσκομίσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποδείξεις, δι’ ὧν θὰ προσπαθήσω νὰ ἀναιρέσω τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Καὶ ἄρχομαι ἐκ τοῦ ἀστυνόμου. Κατέφυγον εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἵνα ἐρωτήσω, ἐὰν κατηγγέλθη ὁ ἀστυνόμος τοῦ δήμου Κτημενίων, τὸν ὁποῖον ὑπῃνίξατο ὁ κ. συνάδελφος ὡς ἐκβιάσαντα πολίτην τινὰ, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι τοιαύτη καταγγελία δὲν ἐδόθη.
§121Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αὐτοὶ ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κύριε συνάδελφε, καὶ ἡ καταγγελία θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
§122ΖΩΤΟΣ. Ἐὰν ἐπεδόθη καταγγελία εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ὁ κ. Βουλευτὴς, συνεπείᾳ διακοπῆς, ἀνέμιξεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τὸν κ. Ζυγομαλᾶν καὶ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί συνέβη ἐν τῷ εἰρημένῳ δήμῳ, εἰς τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, ἀνεμίχθη καὶ οὗτος. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν δικηγόρον αὐτοῦ, ὅστις μοὶ ἔδωκεν ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταθέσητε ἐπιστολήν;
§124ΖΩΤΟΣ. Ὄχι τὴν ἀπόφασιν. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, πληρεξούσιος τῆς κοινότητος Χαλίων...
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ὀλίγον ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ μάθῃ τὴν ὑπόθεσιν;
§126ΖΩΤΟΣ. Ἐνδιαφέρει ὅμως ἐμὲ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου νομῷ δὲν συμβαίνουσιν ἐκβιάσεις ὑπὸ τῶν ἀστυνόμων κατὰ τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἐκτελοῦνται τὰ τῶν νόμων, καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ ὁ ἀστυνόμος προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν.
§127ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§128ΖΩΤΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῇ ἄδεια συντηρητικῆς κατασχέσεως ἐπὶ ποιμνίων εἰσκομισθέντων εἰς λειβάδιον τῆς κοινότητος Χαλίων, ἐκμισθωθὲν εἰς κτηνοτρόφους Εὐρυτᾶνας ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ μισθώματος, διότι ἀμφέβαλλεν, ἐὰν οἱ ποιμένες θὰ ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τὸ μίσθωμα. Ὁ κ. Πρόεδρος παρέπεμψε τὴν αἴτησιν εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ τὸ Δικαστήριον ἐπέτρεψε τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸν κ. Ζυγομαλᾶν, καὶ διώρισε μεσεγγυοῦχον τὸν ἀστυνόμον Αὐλίδος. Ὁ κ. ἀστυνόμος προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν ποιμνίων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὸ λειβάδιον· ἀλλ’ ἐπειδή τινα τούτων εἶχον ἀναχωρήσει πρὶν ἐνεργηθῇ ἡ κατάσχεσις, καὶ μετέβησαν εἰς Εὐρυτανίαν, ἔπεμψε τὴν δικογραφίαν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅστις παρέδωσεν αὐτὴν εἰς δικαστικὸν κλητῆρα, καὶ οὗτος κατέσχε τὰ ποίμνια· συνεπείᾳ δὲ τῆς κατασχέσεως ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸ ἐνοίκιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀντέστησαν εἰς τὴν κατάσχεσιν οἱ κύριοι τῶν ποιμνίων, ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ὁ ἀστυνόμος, βλέπων ἀπόφασιν δικαστικὴν, καὶ συμμορφούμενος πρὸς τὸν νόμον, ἐχορήγησε συνδρομὴν ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτῶν στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἐὰν τοῦτο εἶναι παράβασις τῶν νόμων ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου, διότι εἷς πολίτης, ὀφείλων πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ λειβαδίου, ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ τὴν ὀφειλὴν, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὸν ὑπενωμοτάρχην, τὸν ἐκπληροῦντα ἀστυνομικὰ καθήκοντα εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων, ὀνόματι Δ. Πρωτοπαπᾶν. Ἐπειδὴ ἦτο τοποθετημένος πρὸ τριετίας καὶ πλέον εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, κατὰ τὴν 13 Ἰουλίου δι’ αἰτήσεώς του ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μετατεθῇ εἰς ἑτέραν ἀστυνομίαν, διότι ὑπηρετῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ἀπέκτησε καὶ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ διαταγῆς του ὑπ’ ἀριθ. 43,274 τῆς 24 Ἰουλίου, ἤτοι μετὰ ἕνδεκα ἡμέρας,—καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀπεραντίων διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ αἴτησις ἐδῶ παρῆλθον 5 ἢ 6 ἡμέραι,—τὸν μετέθεσεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν τοῦ δήμου Εὐρυτάνων. Μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως ἐξηκολούθει νὰ ἐνεργῇ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀναπληρῶν τὸν ἀπουσιάζοντα ἀστυνόμον μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ ἀντικαταστάτου αὐτοῦ· ἀλλ’ ἕνεκα ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας ἡμέραν τινὰ μετέβη εἰς χωρίον τι τοῦ δήμου μετά τινων τῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ χωροφυλάκων· ἐκεῖ, εἰς τὸ χωρίον, κατέλυσεν εἰς μαγαζεῖόν τι, καὶ μετέβη εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Οἱ χωροφύλακες, οἱ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, κατέσχον καπνὸν λαθρεμπορικὸν 115 δράμια, καὶ 3 κόλλας σιγαροχάρτου, συνέταξαν δ’ ἔκθεσιν κατασχέσεως, καὶ μεταβάντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, παρέδωσαν τὰ κατασχεθέντα εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην· ἀνεκοίνωσαν δὲ τοῦτο καὶ εἰς τὸν Μοίραρχον. Ἐγένοντο δὲ ταῦτα τὴν 10 Αὐγούστου, ὅτε ὁ εἰρημένος ὑπαξιωματικὸς διετέλει ἐν μεταθέσει. Πιθανὸν ὁ ὑπενωμοτάρχης νὰ εἶχε τὸν καπνὸν τοῦτον, ὅστις νὰ μὴ ἦτο φορολογημένος, καὶ νὰ ἔκαμνε χρῆσιν αὐτοῦ, οὐχὶ βεβαίως πωλῶν αὐτὸν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως κατασχέσεως. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ὁ Μοίραρχος, λαβὼν γνῶσιν τῆς ἐνεργηθείσης κατασχέσεως ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων, εἰδοποίησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, μόλις λαβὸν γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2,433 διαταγῆς του ἀπὸ 25 Αὐγούστου ἀπήλλαξε τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων τὸν εἰρημένον ὑπενωμοτάρχην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ἀστυνομικὰ ὄργανα. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τρίτον, τὸν δασάρχην, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θ’ ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι ἀνάξιον τοῦ κόπου. Ἀπουσιάζοντα τὸν δασάρχην ἀνεπλήρου εἷς ὑπενωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, συνῆψε σχέσεις ἐρωτικὰς μετά τινος ὑπηρετρίας· τοῦτο εἰς τὰ αὐστηρὰ ἤθη τοῦ τόπου μας δὲν ἦτο εὐάρεστον, καὶ προεκάλεσε σκάνδαλον· καταγγελθείσης δὲ τῆς πράξεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦτο διέταξεν ἀμέσως ἀνακρίσεις, καὶ ἐβεβαιώθη ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀνάξιον λόγου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δημοδιδάσκαλον, ἐὰν οὗτος εἶναι πράγματι λαθρέμπορος καὶ ἔχει δικαστικὴν ἀπόφασιν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου οἱ καταδικαζόμενοι ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου ὄχι μόνον εἰς ποινὴν ὑποβάλλονται, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκτόπισιν, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι δημοδιδάσκαλος. Ἐξήτασα καὶ πῶς διωρίσθη. Πλεῖστα ὅσα σχολεῖα, ὡς γνωρίζετε, εἰς πολλὰς ἐπαρχίας εἶναι κενὰ, ἐλλείψει δημοδιδασκάλων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Εὐταξία, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, δι’ ἀνακοινώσεως πρὸς τὰς ἐφημερίδας προσεκάλεσε τοὺς ἐκτὸς ὑπηρεσίας δημοδιδασκάλους καὶ ἐπιθυμοῦντας νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις. Συνεπείᾳ τῆς εἰδοποιήσεως ταύτης ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοδιδάσκαλος ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διωρίσθη. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ὡς καὶ περὶ τῆς βασιμότητος τῶν καταγγελιῶν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐν σχέσει πρὸς τὴν διοίκησιν ἐν Εὐρυτανίᾳ.
§129Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἂς μὴ ταράσσηται ἡ Βουλή, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς καταστάσεως ἐν Εὐρυτανίᾳ, ὑπὸ ἔποψιν διοικήσεως. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, μετὰ τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ, ἤθελε καὶ αὐτὸς συνηγορήσει ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐπαρχίας παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις Ὑπουργοῖς, ὅπως βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν. Μετὰ λύπης ὅμως παρετήρησα σήμερον, ὅτι, καίτοι μετεχειρίσθη διόπτρας, ὅπως ἐξακριβώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων, περιέπεσεν εἰς ἀνακριβείας. Διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δασάρχην Εὐρυτανίας, τὸν ὑπενωμοτάρχην, οὗτος διέπραξεν, οὐχὶ μικρὰ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐγκλήματα· ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἠνέχθη ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ τὸν ἠνέχθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὸ μὲν Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ σπουδαίως ἐκ τῆς ἐκεῖ διαμονῆς του, οἱ δὲ πολῖται νὰ μὴ τύχωσιν οὐδενὸς εὐεργετήματος τοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν δημοδιδάσκαλον, περὶ τοῦ ὁποίου εἴπετε, κύριε συνάδελφε, αὐτὸς εἶναι ἐγνωσμένης λαθρεμπορικῆς ἱκανότητος (ἱλαρότης)· κατεδικάσθη ὡς λαθρέμπορος δίς· τὸ ὅτι δὲ δὲν διετάχθη ἡ ἐκτόπισις αὐτοῦ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Τὰ Δικαστήρια ἐσχάτως μόλις ἔλαβον τὸ μέτρον τοῦ νὰ ἐφαρμόζωσι τὴν διάταξιν αὐτήν.
§130Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτόπισιν.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§132ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀστυνόμου εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατασχέσεως τῶν ποιμνίων, ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ παρατηρήσῃ τὴν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας διετάσσετο ἡ κατάσχεσις τῶν ποιμνίων, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει οὐδαμοῦ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν ἐκμισθωτῶν· κατὰ συνέπειαν ὁ ἀξιότιμος ἀστυνόμος, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπεράσπισιν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἀνέλαβεν ἀπόψε, ἔπρεπε νὰ παρατηρήσῃ καὶ νὰ ἴδῃ, ἐὰν ὑπῆρχον ὀνόματα τῶν κτηνοτρόφων, καθ’ ὧν ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ἠξίου νὰ ἐπιβάλῃ δικαστικὴν κατάσχεσιν. Ἀφοῦ ὀνόματα δὲν ὑπῆρχον, δὲν εἶχεν καμμίαν ὑποχρέωσιν ὁ ἀστυνόμος νὰ παράσχῃ συνδρομήν. Ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἔλαβε καὶ ἔγγραφον τοῦ εἰρηνοδίκου Κτημενίων, δι’ οὗ εἰδοποιεῖτο, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλ’ οὗτος, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰρηνοδικείου, ἔλαβε συνοδείαν στρατιωτικὴ, συνέλαβε τοὺς ποιμένας, τοὺς ἀφώπλισε, συνέλαβε τὰ ποίμνια καὶ τὰ κατεκράτησεν, ἐπὶ δύο ἡμέρας, καὶ οὕτως ἠνάγκασε τοὺς ποιμένας νὰ πληρώσουν 600 δραχμάς. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὄντως ἀξιοθρήνητον καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν, δημοσίας ἀσφαλείας, τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ἀλλ’ ἀφοῦ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ, θὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα δημοσίων ὑπαλλήλων, οὓς ἀνέχεται ἡ Κυβέρνησις. Καὶ πρῶτον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Εὐρυτανίας, ὑπὲρ οὗ ἰδιαζόντως ἐνδιαφέρεται ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, διετάχθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 10 Ἰουνίου, νὰ ἐνεργήσῃ ἀπαρίθμησιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ὅτε λήγει τὸ φορολογικὸν ἔτος 1900. Ὁ κ. οἰκονομικὸς ἔφορος ἀφῆκε καὶ παρῆλθεν ὁλόκληρον τὸ διάστημα αὐτὸ, καὶ ἐνήργησεν ἀπαρίθμησιν τὴν 7 Ὀκτωβρίου 1900 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ἐνῷ ὁ μὴν αὐτὸς εἶναι προωρισμένος διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901, καὶ οὕτως ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ἀπὸ 22 πρωτόκολλα 2000 δραχμάς. Ἠνέχθητε ἐπὶ τρία ἔτη, κύριε συνάδελφε, εἰς τὸν δῆμόν σας ὡς εἰρηνοδίκην ἄνθρωπον κλασικῆς ἀνικανότητος, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,—τὸν κ. Σφαέλον, μεθ’ ὅλας τὰς παραστάσεις τῶν πολιτῶν...
§133ΖΩΤΟΣ. Ἀπελύθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§134ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἠξεύρετε πῶς ἀπελύθη; Τῇ παρακλήσει τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἐπιθεωροῦντος τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ὅστις τὸν ἐξήλεγξε, καὶ ἐθαύμασε τοὺς μαργαρίτας τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ, ἐξ ὧν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς κατοικίας σου, διὰ νὰ ἔλθῃς εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου εἶναι μεγάλη, καὶ αὐτὴ εἶναι ἀρκετὴ ποινὴ διὰ σὲ, διὰ τοῦτο σὲ ἀπαλλάσσω!» (ἱλαρότης). Νομίζω ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας, κύριε συνάδελφε, εἶναι, ἀντὶ νὰ ἀναλάβητε τὴν ὑπεράσπισιν τοιούτων ὑπαλλήλων, νὰ ἐξαναγκάσητε τοὺς Ὑπουργοὺς ν’ ἀπαλλάξωσι τὴν ἐπαρχίαν ἀπ’ αὐτούς.
§135Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν μένει κενὴ ἡ θέσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀνεξήγητος καὶ ἀσύγγνωστος αὕτη παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως ἀποβαίνει πρόξενος ἀνυπολογίστου ζημίας εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ καίριον τραῦμα κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἄξιον μακρᾶς καὶ σοβαρᾶς συζητήσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ γεγονότα τινὰ, ἐπισήμως μεμαρτυρημένα, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων τῆς περιφερείας του, ὅπως μετὰ τοῦτο προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§136ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἆρά γε δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ ἐπερωτηθέντες πρὸ τεσσάρων καὶ πέντε ἡμερῶν, ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὰ ἁπλᾶ ἐκεῖνα θέματα, ὑπὲρ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναδιφήσωσι τὰ ἀρχεῖα τῶν Δικαστηρίων, ἵνα λάβωσι πληροφορίας ὁμοίας ἐκείνων, ἃς δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Ἠρώτησα πρῶτον, ἐὰν ὑπάρχουσι πληροφορίαι περὶ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου τοῦ ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ, καὶ ἔπειτα, διατὶ ἀπελύθη τῆς θέσεως ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ ἐν Αἰγύπτῳ Διεθνεῖ Ὑγειονομικῷ Συνεδρίῳ ὁ ἰατρὸς κ. Βαλασσόπουλος.
§137Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως ἀπαντῶ, ὅτι οὐδεμία πληροφορία ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας;
§139ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, διότι ἄλλως ἡ συζήτησις θὰ ἔλθῃ καὶ ἄνευ τῆς ἀπαντήσεως ὑμῶν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνειακῷ δασμολογίῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου».
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἐκ μέρους μου δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι νομοσχέδιον, ὅπερ δύναται νὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν οὕτως, ἄνευ ἐξετάσεως.
§143Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οὐδεὶς ζητεῖ νὰ τὸ ψηφίσητε ἄνευ ἐξετάσεως· νὰ τὸ ἐξετάσητε.
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, δηλῶν ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔχω σκοπὸν νὰ συντελέσω εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσωσιν, ὅπως, γενομένης ἤδη τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, συγκροτηθησομένην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, καὶ παρακληθησομένην, ἐντὸς μικρᾶς προθεσμίας, δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, νὰ φέρῃ τὴν ἐργασίαν αὑτῆς ἐνταῦθα.
§145ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποδέχομαι τὴν γνώμην νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ τάξητε προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν βίαν νὰ ψηφισθῇ ἀνεξετάστως νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς ἐθνικὸν σκοπόν.
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλως τε κατὰ τῆς ἀρχῆς δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Νομίζω μάλιστα, ὅτι 5 ἡμέραι εἶναι πολλαί.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, κύριε Δραγούμη;
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ λάβω. Βεβαίως, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος θελήσῃ νὰ καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ συμπράξῃ τις μετ’ αὐτῆς, θὰ λάβω.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, τί ἐννοεῖτε;
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ζήτημα κρίσεως. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἕτοιμος νὰ λάβω μέρος.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν παραδείγματα καταρτισμοῦ ἐπιτροπῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀποκλείηται ἡ σύμπραξις ἀντιπολιτευομένων;
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι δὲν ἔχομεν παραδείγματα, καὶ ἐλπίζω καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἔχωμεν παραδείγματα.
§153ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα νὰ καταρτίσητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ συνεργασθῇ καὶ ὁ κ. συνάδελφος.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ μὲ παρακαλέσητε, διότι, ὁσάκις κατήρτισα ἐπιτροπὰς, εἴδετε πῶς τὰς κατήρτισα. Προβαίνομεν κατωτέρω. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁπλοφορίας.
§155Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἀπαραιτήτως.
§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι ἔχει τερατώδεις διατάξεις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ προθεσμίας πρὸς συζήτησιν τῶν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων Ἀθηνῶν εἰσαγομένων προσωπικῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἀγωγῶν».
§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε;
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως διενεμήθη. Ἂν δὲ ὑμεῖς δὲν ἐλάβετε τοῦτο, θὰ ἐγένετο κατὰ σύμπτωσιν.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἔλαβον σήμερον μετὰ μεσημβρίαν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι χρήσιμον, διότι δίδει προθεσμίαν εἰς τὸ Δημόσιον, διὰ νὰ μὴ δικάζηται ἐρήμην.
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακὸν, ἐντελῶς τυπικόν.
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο, τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑπεβάλλετο κοινῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ συνεργασίαν αὐτῶν, διότι πρόκειται περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§164ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προσχωρεῖ.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε νὰ ὑπογράψῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπογράφει κατόπιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§167ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ δίκαι περὶ ἐκτελέσεως;
§168Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καταργηθῇ ἡ προτίμησις.
§169ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ τεθῇ μόνον: «ἀπαγορεύεται ἡ συντόμευσις τῶν προθεσμιῶν».
§170ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι σοβαρὸν, καὶ θὰ ἐγείρῃ πολλὴν συζήτησιν.
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω λοιπὸν νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ.)