1900.11.17
3.027 στίχοι · 22.979 λέξεις · 248 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 17 Νοεμβρίου 1900.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 45′ μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, χθὲς ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν θέλῃ ἄλλην ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ν’ ἀποφανθῇ. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἐγκαίρως, ἄλλως ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύω τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν τὴν κεκανονισμένην ὥραν δὲν ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν 4ην ὥραν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀπὸ αὔριον λοιπὸν τὴν 4ην ὥραν θὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶχεν ὑποβάλει προχθὲς τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, πόσοι τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελούντων καὶ τῶν προϋπηρετησάντων, κατετάχθησαν μεταξὺ τῶν συνταξιούχων δυνάμει τοῦ ΒΧΚΔʹ νόμου τῆς 10 Ἰουλίου 1899 περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς συνταξίμου καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνων, τῶν ὁποίων ὁ βαθμὸς δὲν παρεῖχεν αὐτοῖς πρὸ τοῦ εἰρημένου νόμου τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Προσέτι πόσαι συντάξεις ηὐξήθησαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, καταλογισθείσης ὡς συνταξίμου καὶ τῆς κατὰ τὸν μνημονευθέντα νόμον χαρακτηρισθείσης ὡς τοιαύτης, τίνων, καὶ πόση ἐνεκρίθη αὔξησις ἑκάστης αὐτῶν.» Ὑποβάλλων σημείωμα πρὸς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως, παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ τὸ Γραφεῖον ἐπακριβῶς, διότι εἶναι ἀδύνατον τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ γνωρίζῃ τοῦτο.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην πληροφορίαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων καταδίκων, παρακαλούντων, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ βελτιώσεως τῆς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀθλίας διαίτης των.
§6Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίσης ἀνακοινῶ ἀναφορὰν τῶν ἐν Πύργῳ ἐμπόρων, τῶν καταδικασθέντων ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου εἰς πρόστιμον, αἰτουμένων τὴν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου ἀπαλλαγήν των. Ἐπίσης ἀναφορὰν τῶν κανατοποιῶν καὶ ὑλοτόμων Βυτίνης, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς αὐτοὺς πάσης ὑλοτομίας.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὰ Δασαρχεῖα Γορτυνίας καὶ Μαντινείας, ἐὰν ὑπάρχει ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ βόσκησις τῶν κτηνῶν καὶ ἡ ξύλευσις τῶν κατοίκων, διότι οἱ δασάρχαι, ἁμιλλώμενοι πρὸς ἀλλήλους πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν, καταστρέφουσι ταῦτα, καὶ τὰ καταστρέφουσι διότι οὔτε σπιθαμὴν ἀφῆκαν πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων, πρὸς βόσκησιν δηλαδὴ τῶν κτηνῶν των καὶ ξύλευσιν αὐτῶν, καὶ οὕτω καὶ ἡ Γορτυνία καὶ ἡ Μαντίνεια κατεδικάσθησαν εἰς τὸν διὰ ψύξεως θάνατον. Βεβαιωθῆτε ὅτι καυσόξυλα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προμηθευθῶσιν οἱ χωρικοί, διότι οἱ δασάρχαι καὶ οἱ δασοφύλακες κατάσχουσι τὰ τοιαῦτα, ὄχι διότι ἐξυλεύθησαν ἀπὸ ἀπηγορευμένα δένδρα ἢ εἰς ἀπηγορευμένα μέρη, ἀλλὰ διότι τυγχάνει νὰ εὑρίσκωσιν ἐν τῷ φορτίῳ καί τι καυσόξυλον χλωρόν, τὰ ἐναποθέτουσι δὲ εἰς τὴν μάνδραν τῆς αὐλῆς τοῦ Δασαρχείου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν δασάρχην Τριπόλεως πληροφορίας, πόσα φορτία καυσοξύλων κατεσχέθησαν, καὶ πόσα ἐκ τούτων ἐπωλήθησαν ἐν δημοπρασίᾳ. Προσέτι, ἂν κατεσχέθησαν μέρη ἀρότρων, καὶ τί ἀπέγειναν. Διότι, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸν νόμον, τὰ μέρη τῶν ἀρότρων ἐπιτρέπεται ἀτελῶς νὰ ὑλοτομῶνται, ἐπειδὴ δὲ χωρικοί τινες ἐκ Μαντινείας ὑλοτόμησαν ξύλα χρήσιμα δι’ ἄροτρα, ὄχι ἀπὸ δάση, ἀλλ’ ἀπὸ πλατάνους ἐν κτήμασιν αὐτῶν ὑπάρχοντας, ὁ δασάρχης κατέσχεν αὐτά. Οἱ χωρικοὶ ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος διέταξε τὸν δασάρχην νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ, ἀλλ’ ὁ δασάρχης δὲν τὰ ἐπέστρεψε, προφασιζόμενος ὅτι μόνον μέχρι δέκα τεμαχίων δικαιοῦται ἕκαστος νὰ ὑλοτομήσῃ, ἐνῷ τοιοῦτος περιορισμὸς δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν ὄντως ἔδωσε τοιαύτας ὁδηγίας πρὸς τοὺς δασάρχας, καὶ ὁ κ. Σάμιος ἠρνήθη ὅτι ἔδωσε τοιαύτας, καὶ ἠπόρησε πῶς ἐγένετο τοῦτο. Ἐν τούτοις καυσόξυλα δὲν ἔχομεν ἐν Τριπόλει, ξυλάνθρακας δὲν ἔχομεν, νὰ βοσκήσωμεν τὰ κτήνη μας δὲν δυνάμεθα. Τὸ αὐτὸ πάσχει καὶ ἡ Γορτυνία. Εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Τριπόλεως, διασκεδαζόντων τῶν δασαρχῶν καὶ δασοφυλάκων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φυλαχθῶσι τὰ δάση. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶν τούτων.
§9Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσχάτως, συνεπείᾳ πυρκαϊῶν, αἵτινες συνέβησαν ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀττικῆς, ἐξέδωκε διαταγὰς, καὶ ἐγκυκλίους ἴσως, πρὸς ἅπαντα τὰ Δασαρχεῖα, ἰδίως ἀφορώσας τὸ Δασαρχεῖον Εὐρυτανίας, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαγορεύει, παρὰ τὸν νόμον, τὴν ξύλευσιν ἐν γένει. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῇ Εὐρυτανίᾳ τὰ δάση ἀφθονοῦσιν, ἀλλ’ οἱ δασάρχαι δὲν δίδουσιν ἀδείας πρὸς ξύλευσιν, οὔτε ἀτελῶς, οὔτε ἐπὶ πληρωμῇ· οἱ ἄνθρωποι συλλαμβάνονται, ἐλλείψει ἀδειῶν, καθ’ ἑκάστην, καὶ ἔρχονται κατ’ ἀγέλας ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, διατί; διότι ζητοῦσι νὰ τοῖς δοθῇ ἄδεια, εἴτε νὰ ξυλευθῶσιν ἀτελῶς, εἴτε ἐπὶ πληρωμῇ, καὶ δὲν τοῖς δίδεται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ πίνακι τὰς θέσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας νὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ προμηθεύωνται ξύλα ἐπὶ πληρωμῇ, καίτοι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν νόμον, ὅπως ἀτελῶς ξυλεύωνται, ἀλλὰ τουλάχιστον νὰ γίνεται ἡ ξύλευσις, ἔστω καὶ ἐπὶ πληρωμῇ.
§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἐγερθέντος τούτου ζητήματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ὅτε πέρυσιν εἰσήγαγε τὸν ὄντως εὐεργετικὸν νόμον περὶ δασῶν, δὲν προεῖδεν, ὅτι προήγετο ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου ἡ ἰσχύς, δηλ. ἡ κατάχρησις τῶν δασικῶν ὀργάνων. Μεταξὺ τῶν διατάξεων περὶ τῶν καυσοξύλων ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, νομίζω, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὄχι μόνον διοικητικὴ πρόνοια δέον νὰ ληφθῇ τὸ ταχύτερον, ἀλλὰ καὶ νομοθετική, ἵνα ψηφισθῇ διάταξις μεταβάλλουσα τὸ καθεστώς. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ δασῶν ὑπάρχει ἄρθρον, καθ’ ὃ «οὐδὲν δασικὸν προϊὸν δύναται νὰ ἐξαχθῇ, χωρὶς νὰ προηγηθῇ πρωτόκολλον ἐξελέγξεως». Ἡ διάταξις περὶ συντάξεως πρωτοκόλλου εἶναι ἀντιγραφὴ σοφῶν εὐρωπαϊκῶν νόμων, ἢ καὶ ἰδικῶν μας προγενεστέρων νόμων, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ δασικῶν προϊόντων μεγάλων ποσῶν, ἰδίως ποσῶν ἑτοιμαζομένων ἵνα ἐξαχθῶσιν. Ἀλλ’ οἱ δασάρχαι ἐφήρμοσαν τὴν διάταξιν ταύτην ἐπὶ παντὸς δασικοῦ προϊόντος, καὶ δὴ καὶ ἐφ’ ἑνὸς φορτίου καυσοξύλων. Ἐν τῷ δάσει λοιπὸν ξυλεύεται ὁ χωρικὸς καὶ κατασκευάζει ἄνθρακας, ἀλλὰ μόλις τοὺς κατασκευάσῃ καὶ πρόκειται νὰ τοὺς μεταφέρῃ, ἀπαγορεύεται ἡ μεταφορά, κατὰ τὴν τοιαύτην τοῦ νόμου ἑρμηνείαν ὑπὸ τῶν δασικῶν ὀργάνων, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμείνῃ ἐπὶ 8 ἡμέρας, ἵνα ἐνεργηθῇ ἡ ἐξέλεγξις καὶ συνταχθῇ τὸ σχετικὸν πρωτόκολλον. Ἑπομένως εἰς μίαν δασικὴν περιφέρειαν ἕξ ὡρῶν, ὅπου ὑπάρχουσι τοιοῦτοι ὑλοτόμοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσιν 100 ὄργανα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πρόνοιαν ταύτην τοῦ νόμου, ἤτοι νὰ ἐπιτραπῇ τότε μόνον νὰ μεταφέρωσι τὰ δασικὰ προϊόντα, ὅταν συνταχθῇ πρωτόκολλον ἐξελέγξεως. Ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δασάρχης δέον νὰ ὁρίσῃ τὰς θέσεις, εἰς ἃς νὰ συγκεντρῶνται τὰ δασικὰ προϊόντα, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκεῖ νὰ γίνηται ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν. Καὶ πέρυσι μὲν εἶχεν ὁπωσδήποτε καλῶς κανονισθῆ τοῦτο· ὁ ὑλοτόμος, ὅστις ἐξυλεύετο ἢ ἠνθρακεύετο ἐν τῷ δάσει τῆς Κινέτας ἢ ἐν τῷ δάσει τῆς Εἰδυλλίας, ὤφειλε νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα του, ὁριζομένου ὡς τόπου συγκεντρώσεως διὰ μὲν τὸν δῆμον Μεγάρων τῆς πόλεως Μεγάρων, διὰ δὲ τὸν δῆμον Ἐλευσῖνος τῆς κωμοπόλεως Μάνδρας· τοιουτοτρόπως δὲ οἱ ὑλοτόμοι, ἀφοῦ κατεσκεύαζον τοὺς ἄνθρακας, τοὺς μετέφερον εἰς τὸν τόπον τῆς συγκεντρώσεως, συνετάσσετο δὲ τότε τὸ πρωτόκολλον ἐξελέγξεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεκλείετο πᾶσα κατάχρησις. Ἐφέτος ὅμως ὁ κ. δασάρχης ὥρισε, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχε, διὰ τὸν δῆμον Μεγάρων θέσεις πρὸς συγκέντρωσιν τῶν δασικῶν προϊόντων δάση ἀπέχοντα 5–6 ὥρας ἀπὸ τὰ Μέγαρα. Ἀλλ’ εἷς ὑλοτόμος, ὁ ὁποῖος θὰ κατασκευάσῃ 500 ὀκάδας ξυλανθράκων, δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ αὐτοὺς εἰς τόσην ἀπόστασιν, καὶ νὰ περιμένῃ ἐκεῖ ἐπὶ 10–20 ἡμέρας τὸν δασάρχην, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὸ προϊόν, ἐκτιθέμενος τοιουτοτρόπως εἰς κινδύνους καταστροφῆς τοῦ προϊόντος του καὶ κλοπῆς αὐτοῦ. Τὸ ἴδιον ἐγένετο διὰ τὸν δῆμον Ἐλευσῖνος· ἀντὶ τῆς Μάνδρας, ὡρίσθησαν θέσεις συγκεντρώσεως διάφορα δάση. Ἐπίσης διὰ τὸν δῆμον Εἰδυλλίας. Περὶ τούτου ὑπεβλήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μακροτάτη ἀναφορά, ὑποδεικνύουσα τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ τούτου, ἀλλὰ συνάμα ὑποδεικνύουσα καὶ τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ τοιαύτη διόρθωσις· διότι θὰ ἦναι ἐκεῖ τὸ ἄγρυπνον ὄμμα τῶν ἄλλων ἀρχῶν, τῶν ἐπίσης φειδομένων τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἐπίσης ὑπεβλήθη μακροτάτη ἀναφορὰ εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ τὴν μελετήσῃ, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι αἱ ὁρισθεῖσαι δασικαὶ θέσεις ὡς τόποι συγκεντρώσεως πρέπει νὰ μεταβληθῶσι καὶ νὰ ὁρισθῶσιν ὡς εἰς τὸν παλαιὸν χρόνον, πρὸς ὄφελος καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
§11Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ δυσκολία, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν ἐκκοπὴν μόνον ξηρῶν καυσοξύλων, οἱ δασοφύλακες ἀπαγορεύουσι καθ’ ὁλοκληρίαν σχεδὸν τὴν ἐκκοπὴν καυσοξύλων, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ δασικὴ ὑπηρεσία, οὕτως ἔχοντος τοῦ νόμου. Εἶναι λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ διορθωθῇ τὸ κακὸν τοῦτο διὰ νομοθετικῆς προνοίας.
§12Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν περὶ ἀποπερατώσεως τῆς γεφύρας τῆς Ἁγίας Μονῆς, προαστείου τῆς πόλεως Τρικκάλων. Τὰ βάθρα τῆς γεφύρας ταύτης πρὸ ἐτῶν ἔχουσιν ἀνεγερθῆ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροῦ καταστρώματος, χωρὶς οὐδεὶς νὰ παρουσιασθῇ πρὸς ἀνάληψιν τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, ὡς προϋπολογισθέντος ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν τῆς δαπανηθησομένης μετὰ τὴν τηλικαύτην τῆς τιμῆς τοῦ σιδήρου ἀνύψωσιν. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν σύνταξιν ἢ νέου προϋπολογισμοῦ, συμφώνου μὲ τὴν ἀπαιτηθησομένην πραγματικὴν δαπάνην, ἢ νέου σχεδίου ἀποπερατώσεως τῆς γεφύρας διὰ λιθίνου τόξου, ἂν τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ ὡς κατορθούμενον δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν. Ἡ ὁπωσδήποτε ἐπισκευὴ τῆς γεφύρας ταύτης, μόνης ἐξυπηρετούσης τὴν συγκοινωνίαν τριῶν ὁλοκλήρων ὀρεινῶν δήμων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, δύο ἑτέρων ἐπίσης πεδινῶν πολυκριθμοτάτων, καὶ τοῦ προαστείου Ἁγίας Μονῆς μετὰ τῆς πόλεως Τρικκάλων, εἶναι λίαν ἐπείγουσα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τ. Μπασιᾶς κατέθηκε σύστασιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς κατὰ τὰς δύο παρελθούσας Συνόδους συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημόσια ἔργα τῆς ἐπαρχίας Πάλλης. Ἤδη δὲ παρακαλῶ, ὅπως ἐγκριθῇ ἡ δαπάνη τῆς ἐπισκευῆς τῆς εἰσόδου εἰς χωρίον Ἁγία Θέκλη καὶ τῶν τεχνικῶν ἔργων αὐτῆς, ἧς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα διεβιβάσθησαν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4080 καὶ ἀπὸ 23 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου τῆς Νομαρχίας Κεφαλληνίας. Ἐπίσης παρακαλῶ, ὅπως διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος νομομηχανικὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν ὡς πρὸς τὸ τμῆμα τῆς εἰσόδου εἰς τὸ χωρίον Σκηνιὰ, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ἡ δαπάνη τυγχάνει ἐλαχίστη, ἀναλαμβάνοντος τοῦ δήμου τὰ ἁπλᾶ ἔργα.»
§14Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, συζητουμένου προχθὲς τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, διάφοροι συνάδελφοι ὑπέβαλον διαφόρους ἐρωτήσεις, καὶ ἐζήτησαν διαφόρους πληροφορίας. Καὶ πρῶτον ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης ὑπέβαλεν ἐγγράφως τὰς ἀκολούθους ἐρωτήσεις: 1) «Πόση εἶναι ἡ κινητὴ περιουσία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.» Ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου ἀνέλαβεν ὁ συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ καὶ Γραμματεὺς τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, νὰ κομίσῃ ἐκ τοῦ γραφείου αὐτῆς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε.
§15Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετέθησαν ἤδη εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς 300 ἀντίτυπα, ἐπειδὴ δὲ χθὲς δὲν ἐγένετο συνεδρίασις καὶ δὲν προσῆλθον πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἡ διανομὴ αὐτῶν θὰ γείνῃ σήμερον. Σήμερον κατέθεσα καὶ τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα προχθές.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 6)
§17Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δευτέρα ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: «Πόσον εἶναι τὸ διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ κληροδοτηθὲν ποσὸν ὑπὲρ τῆς ναυπηγήσεως καταδρομικοῦ πλοίου.» Κύριοι, ὡς γνωστὸν τὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἀβέρωφ εἰσέτι δὲν ἐκαθαρίσθησαν, καὶ συνεπῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ὡρισμένας πληροφορίας εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν. Κατὰ τὰς πληροφορίας ὅμως τὰς ἐξωδίκους, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἐλπίζομεν ὅτι τὸ ἀναλογοῦν ἐκ τῆς περιουσίας πρὸς κατασκευὴν καταδρομικοῦ πλοίου πιθανὸν νὰ φθάσῃ εἰς 2,500,000 εἰς χρυσόν. Ἐγκαταλείπει διὰ τῆς διαθήκης του τὰ 20 ὀγδοηκοστὰ τῆς περιουσίας του πρὸς κατασκευὴν καταδρομικοῦ πλοίου.
§18ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Κατὰ θετικὰς πληροφορίας, τὸ ἓν ὀγδοηκοστὸν θὰ ἦναι ἄνω τῶν 5,000 λιρῶν· ἴσως πλησιάσῃ εἰς τὰς 6,000. Λοιπὸν τὸ ὁλικὸν ποσὸν διὰ τὴν ναυπήγησιν τοῦ καταδρομικοῦ θὰ ἦναι ἄνω τῶν 100,000 λιρῶν.
§19Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προανέφερα. Τρίτη ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἶναι ἡ ἑξῆς: «Πόσον τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκον μέρος τῶν κατὰ τὸν νόμον εἰσπραττομένων ἐξ ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν τελῶν.» Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον καταθέτω, ἐξάγεται, ὅτι, κατὰ τὸν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὰ εἰσπραττόμενα ἐξ ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν τελῶν προϋπολογίζονται εἰς 750,000 χρυσᾶ φράγκα καὶ εἰς δραχμὰς 130,000. Ἐκ τούτων, κατὰ τὸν νόμον, τὰ ἡμίση ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἀποδιδόμενα εἰς δραχμάς· κατὰ συνέπειαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἔμεινεν ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ τῶν 750,000 φράγκων καὶ τὸ ἥμισυ τῶν ἀπομεινάντων 750,000 εἰς τραπεζογραμμάτια· τουτέστιν, ἂν ὑπολογίσητε τὸ φράγκον πρὸς 1,60, εἶναι ἡ διαφορὰ 450,000 δραχμαὶ, καὶ 375,000 τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν ἀπομενόντων εἰς δραχμὰς, ἤτοι 825,000, καὶ τὸ ἥμισυ τῶν 130,000, τῶν εἰσπραττομένων εἰς τραπεζογραμμάτια, ἤτοι 65,000· ἐν ὅλῳ 890,000 δραχμαί. Ἐπηρώτησεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, «ἂν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐκποιουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ ἀποδίδονται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο, καὶ πόσα.» Μέχρι τοῦδε δὲν ἐδίδετο τίποτε. Δυνάμει νόμου, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, δίδεται ἓν τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν καὶ ἓν τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ.
§20Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δὲν λαμβάνει τίποτε;
§21Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τίποτε.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3, παράγραφος, Θʹ, τοῦ νόμου ΑΡΟΗʹ τῆς 14 Ἀπριλίου 1884, δίδονται ὡς ἔσοδα τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τὰ ἕρμαια καὶ τὰ ναυάγια, τὰ εἰς τὸ Δημόσιον περιερχόμενα· προσέτι, κατὰ τὴν παράγραφον ΙΑʹ, δίδονται τὰ ἐκ τοῦ πυθμένος τῆς θαλάσσης διασωζόμενα πράγματα. Αὐτὰ ἐννοεῖτε ἄχρηστον ὑλικόν;
§23Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡμεῖς, ἀναγράφοντες τὰς λέξεις «ἄχρηστον ὑλικόν», ἐννοοῦμεν τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν τὸ ἐκποιούμενον εἰς τὸν Ναύσταθμον, τουτέστι λέβητας πεπαλαιωμένους, τοὺς ὁποίους ἐξάγομεν ἐκ τῶν πλοίων, τὰ ὑλικὰ τὰ ἐκ τῶν διαλυομένων πλοίων, καὶ πᾶν ἐν γένει τὸ περιττεῦον ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Δὲν ἐννοοῦμεν τὰ ναυάγια κλπ.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδετε ὑμεῖς, ὅτι θεωρεῖτε ἄχρηστον ὑλικὸν τὰ μέρη τῶν διαλυομένων πλοίων, διαφωνῶ.
§25Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἄλλη ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἶναι: «πόσα κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν τὰ εἰσπραχθέντα δικαιώματα ἐκ τῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ πλωτῆς Δεξαμενῆς». Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὁ κ. Λεβίδης ἀπηύθυνε τὴν ἰδίαν ἐρώτησιν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ κ. Λεβίδης ἠρώτησε, πόσα τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω σήμερον, διότι χρειάζεται ἐργασία διὰ νὰ συλλεγῶσιν αἱ πληροφορίαι, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιφυλάσσομαι μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ ἀπαντήσω. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης ἀπηύθυνε τὰς ἀκολούθους ἐρωτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως προσκομίσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Τίνα εἶναι τὰ ὡς ἄχρηστα χαρακτηρισθέντα πλοῖα, ἓν πρὸς ἕν». Ἔχω ἐδῶ σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ὅτι ὡς ἄχρηστα ἐκρίθησαν τὰ τορπιλλικὰ Γαλλικῆς κατασκευῆς ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 5, τὰ τορπιλλικὰ Ἀγγλικῆς κατασκευῆς ὑπ’ ἀριθ. 6, 7, 8, 9, 10 καὶ 17 καὶ ἡ ἀτμοτελωνὶς «Πειραιεύς». Ἀλλά, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ μοὶ δοθῶσι καὶ αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὡρίσθη διὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰς ὑπολοίπους ἀτμοτελωνίδας, αἱ ὁποῖαι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, θεωροῦνται ὡς ἐντελῶς ἄχρηστοι. Ἐπίσης ἐπηρώτησε, «τίνα εἶναι τὰ παροπλισθέντα πλοῖα». Εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα. Ὡσαύτως, «τί εἰσεπράχθη ἐξ ἐκποιήσεως τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στόλου κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη, ἔτος πρὸς ἔτος». Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης παρακαλῶ νὰ ἀναμείνῃ ὀλίγας ἡμέρας, διότι ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὰ χρήματα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας θὰ λάβω τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Ὡσαύτως ἐπηρώτησε, «τί εἰσπραχθήσεται εἰδικῶς ἐξ ἑκάστου τῶν ὡς ἀχρήστων χαρακτηρισθέντων πλοίων». Ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου ἔχω τὴν ἀκόλουθον ἀπάντησιν. Ὅπως εἶπον προχθές, τὰ πλοῖα ταῦτα, καταδικασθέντα, μένουν ἀνέπαφα εἰς τὸν Ναύσταθμον. Δι’ ἀναφορᾶς του εἷς κύριος ἐζήτησε νὰ τὰ ἀγοράσῃ—διὰ δημοπρασίας, ἐννοεῖται,— αὐτούσια. Διέταξα τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ τῶν πλοίων αὐτῶν, νὰ ὑπολογίσωσι τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν διάλυσιν τῶν πλοίων αὐτῶν, καὶ πόσον ὑλικὸν θὰ ἐξαχθῇ ἐξ ἑνὸς ἑκάστου, διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν, ἂν συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ διαλυθοῦν καὶ νὰ πωληθοῦν τὰ ὑλικὰ αὐτῶν, ἢ νὰ πωληθῶσιν αὐτούσια. Ἡ ἐργασία αὕτη γίνεται ἤδη, καὶ θὰ κρίνῃ ἡ ὑπηρεσία περὶ τοῦ συμφερωτέρου εἰς τὸ Δημόσιον. Ἄλλη ἐρώτησις: «Τί εἰσεπράχθη κατ’ ἔτος καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη ἐκ δικαιωμάτων Δεξαμενῆς;» Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω νῦν· ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἦμαι εἰς θέσιν μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ὅτε θὰ ἔχω τὰς αἰτηθείσας ἐκ τοῦ Ναυστάθμου σχετικὰς πληροφορίας. Ἄλλη ἐρώτησις: «Ἄν ὑπηρετῶσιν ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τῶν πλοίων τούτων, τίς πρόνοια λαμβάνεται περὶ αὐτῶν;» Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ἀπήντησα προχθές, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦσιν ἀξιωματικοί, διότι τὰ πλοῖα αὐτὰ εἶναι τραβηγμένα ἔξω, ὑπὸ τοὺς νεωσοίκους. Ἄν ὅμως ὑπηρέτουν καὶ ἀξιωματικοί, βεβαίως ἤθελον τοὺς θέσει εἰς διαθεσιμότητα, διότι τὸ Κράτος δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ ἄχρηστα πλοῖα, διὰ νὰ ἔχουν θέσιν οἱ ἀξιωματικοί. Ἄλλη ἐπερώτησις: «Νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἀχρηστίας τῶν ἐν λόγῳ πλοίων». Ἔχω ἐδῶ, Κύριοι, ὅλα τὰ πρωτόκολλα...
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον;
§27Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχω τὰ πρωτόκολλα ὅλα ἐδῶ. Φρονεῖτε ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ διαλύσῃ τὰ πλοῖα;
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Ἴσως εἶναι τυπικὴ ἡ ἄδεια, διότι βεβαιοῦται τὸ ἄχρηστον τῶν πλοίων δι’ ἐκθέσεων, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια αὕτη. Τὸ Κράτος δαπανᾷ καὶ κατασκευάζει ἓν πλοῖον· τὸ πλοῖον αὐτὸ κατόπιν διαλύεται· τὸ Κράτος πρέπει νὰ συγκινήσῃ νὰ διαλυθῇ.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι μία φράσις «ἄχρηστον ὑλικόν»· ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ἦναι χρήσιμον ὡς πλοῖον, καὶ τότε ἐκποιοῦμεν πλοῖον.
§30Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρὰ τῶν ἁρμοδίων, τῶν διαταχθέντων νὰ ἐπιθεωρήσωσι τὰ πλοῖα, τὰ πλοῖα αὐτὰ ἐκρίθησαν ἄχρηστα, καὶ πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι πλοῖα ἄπειρα διελύθησαν, χωρὶς ποτε νὰ ζητηθῇ ἡ πρὸς τοῦτο ἄδεια τῆς Βουλῆς.
§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν γερμανικῶν τορπιλλοβόλων εἴπετε, ὅτι εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν;
§32Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Σᾶς εἶπον περὶ δύο γαλλικῶν καὶ ἓξ ἀγγλικῶν. Ἐδῶ εἶναι ὅλα τὰ πρωτόκολλα. Τελευταία ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι «νὰ προσαχθῇ τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἀπόσπασμα τῆς διαθήκης Ἀβέρωφ.» Καταθέτω ταῦτα εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ τὰ περαιτέρω.
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς διαθήκης τοῦ Ἀβέρωφ, ἐζητήθησαν δὲ ἀντίτυπα παρὰ πολλῶν κυρίων Βουλευτῶν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι διέταξα τὴν ἀνατύπωσιν αὐτῆς, καὶ αὔριον θέλει διανεμηθῆ.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ οἱ πίνακες οἱ κατατεθέντες νὰ τυπωθῶσι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή.
§36Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Βελλιανίτης ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις διετάχθη νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ καταστραφὲν τορπιλλοβόλον καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της περὶ τῶν αἰτίων τοῦ ἐπελθόντος δυστυχήματος. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην θέλω καταθέσει εἴτε αὔριον, εἴτε τὴν Δευτέραν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν καταθέτω ταύτην ἀμέσως, εἶναι, ὅτι ἓν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὑποπλοίαρχος κ. Μπούμπουλης συνέπεσε ν’ ἀπουσιάζῃ, διαταχθεὶς ν’ ἀναχωρήσῃ δι’ ὑπηρεσίαν. Ὅλα τὰ ἄλλα μέλη ὑπέγραψαν· ἐπειδὴ ὅμως πρέπει νὰ ὑπογραφῇ καὶ παρὰ τοῦ κ. Μπούμπουλη, τῷ ἀπεστάλη ἡ ἔκθεσις εἰς Πάτρας, ὅπου διαμένει, καὶ εὐθὺς ὡς ἐπιστραφῇ θέλω καταθέσει ταύτην. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπερώτησε: αʹ) Πόσους πλοῦς ἐξετέλεσεν ἕκαστον πλοῖον, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1900 (μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συντάξεως τοῦ πίνακος) καὶ πόσων μιλίων ἕκαστον. βʹ) Πόσους τόννους γαιανθράκων κατηνάλωσεν ἕκαστον πλοῖον καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τοῦτο. γʹ) Πόσοι τόννοι γαιανθράκων ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, λήγοντος τοῦ ἔτους 1899. δʹ) Πόσοι τόννοι γαιανθράκων ἠγοράσθησαν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1900. εʹ) Ποῖαι αἱ τιμαὶ, καθ’ ἃς ἠγοράσθησαν ἐν ἔτει 1899, καὶ ποῖαι ἐφέτος. ϛʹ) Ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀγορασθέντων γαιανθράκων, ἢ ὀφείλεται ὑπόλοιπόν τι, καὶ πόσον; ζʹ) Ποῖα πλοῖα ἐπεσκευάσθησαν, μικρὰς ἢ μεγάλας ἐπισκευὰς, ἐν ἔτει 1900, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπισκευὰς ἑνὸς ἑκάστου. ηʹ) Ὁποῖα ὑλικὰ ἐπισκευῶν, διακεκριμένως κατ’ εἶδος καὶ κατὰ ποσότητα, καὶ ὁπόσης ἀξίας ἠγοράσθησαν ἐν ἔτει 1900. θʹ) Ἐξωφλήθη ὅλον τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ἢ μέρος, καὶ πόσον; ιʹ) Ὁποῖα καὶ ὁπόσα, κατ’ εἶδος, ὑλικὰ ἐπισκευῶν ὑπελείποντο εἰς τὰς ἀποθήκας κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1899.» Κύριοι, βεβαίως ἔχω πλήρη ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντῶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, καὶ βλέπετε, ὅτι μετὰ προθυμίας πράττω τοῦτο. Ἀλλ’ αἱ ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς, εἶναι τοιαῦται, ὥστε βεβαίως οὔτε εἷς μὴν δὲν θ’ ἀρκέσῃ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ὑπηρεσία νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἵνα ὑποβάλω ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι εἴτε ἀμελῶ, εἴτε ἀναβάλλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἔχω ὑποχρέωσιν. Κάμνω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι ἡ ὑπηρεσία, εἰς ἣν διεβίβασα τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, εὐθὺς ἀμέσως ἤρχισε τὰς ἐργασίας της, ἀλλὰ μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι οὔτε μὴν δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Δύνασθε δὲ καὶ ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κρίνητε, ἐὰν αἱ πληροφορίαι αὗται ἦναι δυνατὸν νὰ συλλεγῶσιν ἐντὸς βραχυτέρου χρόνου. Ἐν τούτοις εἶμαι εἰς θέσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ καὶ μοὶ ἐπιτρέπῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, νὰ δώσω ἐκ τοῦ προχείρου μερικὰς πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, χωρὶς, ἐννοεῖται, ν’ ἀπαλλάσσωμαι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀκεραίας τὰς πληροφορίας, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ. Καὶ πρῶτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησε, «πόσους πλοῦς ἐξετέλεσεν ἕκαστον πλοῖον, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1900 (μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συντάξεως τοῦ πίνακος) καὶ πόσων μιλίων ἕκαστον». Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω ἀμέσως, πόσα μίλια διέτρεξεν ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης», καὶ πόσαι αἱ δαπάναι τοῦ ταξειδίου αὐτοῦ. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ πρώτη σύστασις, ἣν ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἔκαμεν, ἦτο νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ μέτρον τῶν ὑπερωκεανείων πλόων δι’ ἑνὸς πολεμικοῦ πλοίου. Ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Βασιλέα, οὗ τὴν γνώμην ἠσπάσθην, καὶ διετάχθη ἡ μετάβασις τοῦ «Μιαούλη» εἰς τοὺς λιμένας τῆς Εὐρώπης. Ὁ «Μιαούλης» κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διέτρεξεν 8,740 μίλια, καὶ κατηνάλωσε χιλίους πεντακοσίους τόννους γαιανθράκων. Βεβαίως δὲν εἶναι μόνον τὸ ἀντίτιμον τῶν γαιανθράκων, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν δαπάνην τοῦ ταξειδίου· εἶναι καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ μισθοῦ εἰς χρυσὸν, οὐχὶ, ὥς τινες ὑποθέτουσιν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι διπλοῦς μισθοὺς εἰς χρυσόν· μόνον ὁ κυβερνήτης λαμβάνει διπλοῦν μισθὸν, λόγῳ ἐξόδων παραστάσεως, οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι μόνον τὸν μισθόν των εἰς χρυσόν. Ἐκτὸς τούτων κατηναλώθη καὶ ἐλάχιστον ποσὸν εἰς ὑλικὰ, ἔλαιον κλπ., καὶ ἐκτὸς αὐτῶν καὶ 6,000 φράγκα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ κυβερνήτης λόγῳ παραστάσεως. Ἐκτὸς τούτων εἶναι καὶ τὰ τηλεγραφικὰ ἔξοδα...
§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι πολλὰ αὐτά;
§38Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦσαν 6,000 φράγκα, νομίζω· κατὰ τὸ τρέχον δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ 1000.
§39Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὥστε τὸ ὅλον τῆς δαπάνης πόσον εἶναι;
§40Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ἀκούσητε. Ὁποίας ὠφελείας πρόξενος ἐγένετο ὁ πλοῦς τοῦ «Μιαούλη» ὁ περυσινὸς, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἐγὼ, διότι ὅλοι τὸ γνωρίζετε. Τὸ πλοῖον μετέβη εἰς πλείστους ὅσους Εὐρωπαϊκοὺς λιμένας, καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἁπανταχοῦ μετ’ ἀκρατήτου ἐνθουσιασμοῦ. Ἡ σημαία ἡμῶν ἡ πολεμικὴ διὰ πρώτην φορὰν περιῆλθε τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς λιμένας, καὶ ἔτυχεν ἐξαιρετικῶν τιμῶν. Ἐκτὸς δὲ τῆς ἠθικῆς ὠφελείας μεγίστη ὠφέλεια προῆλθε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκγυμνάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν, οἵτινες ἐξῆλθον τῶν στενῶν θαλασσῶν καὶ ἔπλευσαν διὰ τῶν Ὠκεανῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἕνεκα τῶν ταξειδίων αὐτῶν μελετῶσι, καταγίνονται, ἐργάζονται. Ἀπέναντι τῆς δαπάνης, ἣν ἐγὼ θεωρῶ ἀναξίαν λόγου, ἔχομεν ὅλα αὐτὰ τὰ ὠφελήματα. Ἀλλὰ, Κύριοι, διὰ τὰς δαπάνας αὐτὰς γνωρίζετε ὅτι δὲν σᾶς ἐζήτησα ἔκτακτόν τινα πίστωσιν, οὔτε διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὔτε διὰ τὸ παρόν...
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἴτησις στατιστικῆς τινος πληροφορίας ἀποτελεῖ ἔλεγχον;
§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ ἀδικεῖτε πολύ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο, οὔτε μὲ ἐλέγχει τις νομίζω ὅμως, ὅτι δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ πλοῦς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐγένετο χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς οὔτε κατὰ ἓν δεκάλεπτον. Ἐφρόντισα νὰ διαχειρισθῶ τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ὁ πλοῦς τοῦ «Μιαούλη» νὰ γείνῃ καὶ ἡ Θωρηκτὴ Μοῖρα νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μασσαλίαν χάριν τῶν ἑορτῶν, καὶ τὰ δύο θωρηκτὰ νὰ ὑποστῶσιν ἐπισκευάς, — διότι διὰ τὸ ἕν, τὰ «Ψαρὰ», εἶχε ζητηθῆ πίστωσις, διότι εἶχε πάθει βλάβην τινὰ, — καὶ ἡ Μοῖρα ἡ Θωρηκτὴ ἐπὶ 4 μῆνας νὰ εὑρίσκηται ἐν ἐνεργείᾳ, χωρὶς ἐν τούτοις οὐδεμία ἔκτακτος πίστωσις νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀπ’ ἐναντίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἔτους 1899 ἀφῆκεν ἀδιάθετον πίστωσιν ἐκ 464,000 δραχμῶν. Ἤδη περὶ τοῦ πλοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀπάντησις εἰς τὰς πολλὰς ἐρωτήσεις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ...
§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ λέβητες τοῦ «Μιαούλη» ἐλειτούργουν καλῶς;
§44Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λίαν καλῶς· κατὰ τὸν δεύτερον μάλιστα πλοῦν ἡ μηχανὴ ἐλειτούργησεν ἄριστα. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔκθεσιν, διὰ νὰ ἴδητε πόσον καλῶς ἐπεσκευάσθη ἡ μηχανὴ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ καὶ πῶς ἐλειτούργησε. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὁ «Μιαούλης» διέτρεξε 13,120 μίλια. Ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν Μεσόγειον, προσήγγισεν εἰς τὴν Μαδέραν, εἰς τὰς Καναρίους νήσους, εἰς τὸ Πράσινον Ἀκρωτήριον, εἰς τὴν Μαρτινίκαν, εἰς τὴν νῆσον Ἅγιον Θωμᾶν, εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν, Νέαν Ὑόρκην, Βοστώνην, Βερμούδας νήσους, Ἀζόρας, Γιβραλτὰρ, Βαρκελώνην, Μασσαλίαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἢ αὔριον, καταπλέει εἰς τὸν Πειραιᾶ. Διήνυσε τὸ πλοῖον, ὡς εἶπον, 13,120 μίλια, καὶ κατηνάλωσε 1100 τόννους γαιανθράκων.
§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσους κατηνάλωσε τὴν πρώτην φοράν;
§46Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 1500 τόννους. Οἱ δὲ λόγοι τῆς μικροτέρας κατὰ 53% καταναλώσεως κατὰ τὸ 1900 εἶναι γνωστοί. Διότι πρῶτον ἐφέτος ἡ μηχανὴ εἶχε τελείως ἐπισκευασθῆ, δεύτερον ὡς ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ἱστιοφορίας, καὶ τρίτον διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ σκάφος ἔπλεε μὲ ταχύτητα μεγαλειτέραν, καὶ, ὡς γνωρίζετε, ὅταν ἡ ταχύτης ἦναι μεγαλητέρα, ἀπαιτεῖται περισσοτέρα καύσιμος ὕλη.
§47Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου κατεσκεύασε τὸ πλοῖον αὐτό.
§48Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ πλοῖον μετέβη εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Διέταξα τὸν κυβερνήτην αὐτοῦ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, ὅτε τὸ πλοῖον εὑρίσκετο εἰς Φιλαδέλφειαν, ἥτις ἀπέχει δύο ὥρας τῆς Βοστώνης. Δυστυχῶς ὁ Πρόεδρος ἀπουσίαζεν εἰς ἐκδρομὴν ἕνεκα τῶν προεδρικῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ πλοῖον, μὴ δυνάμενον νὰ ἀναμένῃ, ἀνεχώρησε καὶ μετέβη εἰς Νέαν Ὑόρκην καὶ Βοστώνην. Ἐκεῖ εἰδοποιήθη, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐπεθύμει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του ὁ κυβερνήτης μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Δεκαὲξ ὥρας ἀπεῖχεν ἡ Βοστώνη τῆς Βασιγκτῶνος, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἐξέφρασε τοιαύτην ἐπιθυμίαν, ὁ κυβερνήτης μετέβη. Καταθέτω τὴν ἔκθεσίν του, διὰ νὰ ἴδητε ὁποίων τιμῶν ἔτυχον ὁ κυβερνήτης καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὁποίων ἐνθέρμων δεξιώσεων. Μετέβη, ἀκολουθούμενος παρὰ τεσσάρων ἀξιωματικῶν, κατ’ ἀρχὰς εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ εἶτα εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τῇ συνοδείᾳ αὐτοῦ εἰς τὸν Λευκὸν Οἶκον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεμένομεν τοιαύτας ἐκδηλώσεις ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανούς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1821 ἐδείχθησαν εἰς πάσας τὰς ἐθνικάς μας περιστάσεις φιλελληνικώτατοι.
§50Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου, ἥτις ἀναφέρει τὰ τῆς ὑποδοχῆς, καὶ τὴν προσφώνησιν τοῦ κυβερνήτου καὶ τὴν ἀντιφώνησιν τοῦ Προέδρου;
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§52Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν). Τὸ πλοῖον, Κύριοι, ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Βοστώνην, διευθυνόμενον εἰς τὰς Ἀζόρας νήσους. Τὸ διάστημα αὐτὸ διέτρεξε κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ τῶν ἱστίων· ὑπέστη δὲ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τρικυμίαν μεγάλην. Τὰ γυμνάσια καθ’ ὅλον τὸν πλοῦν δὲν ἔπαυσαν. Ἡ ὠφέλεια, ὡς βλέπετε, εἶναι μεγίστη καὶ ἠθικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν ναυτῶν. Τώρα βεβαίως πρέπει νὰ μάθητε καὶ ποία εἶναι ἡ δαπάνη αὐτοῦ τοῦ ταξειδίου, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐχὶ μικρὰν ὠφέλειαν, ἐπαναλαμβάνω, παρήγαγε, καὶ ἠθικῶς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐκγυμνάσεως τῶν ναυτῶν. Ἡ δαπάνη εἶναι ἡ ἑξῆς, Κύριοι, ἡ ὁποία θὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἔκτακτος πίστωσις δὲν θέλει ζητηθῆ. Χιλίους ἑκατὸν τόννους γαιανθράκων κατηνάλωσεν ὁ «Μιαούλης» κατὰ τὸν πλοῦν, ὁ ὁποῖος διήρκεσε τέσσαρας μῆνας καὶ δεκατέσσαρας ἡμέρας, καὶ ἑκατὸν τόννους κατηνάλωσεν εἰς τὰς δοκιμάς, τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὶν ἢ ἀφήσῃ τοὺς Ἑλληνικοὺς λιμένας. Χίλιοι διακόσιοι τόννοι, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κυβερνήτης μᾶς ἔστειλεν, ὑπολογίζονται πρὸς τεσσαράκοντα πέντε φράγκα κατὰ μέσον ὅρον ὁ τόνος, —διότι, Κύριοι, τὸ πλοῖον ἐπρομηθεύθη ἄνθρακας εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου εἶναι πολὺ εὐθηνοί, —καὶ οὕτως ἡ δαπάνη εἰς ἄνθρακας ἀνέρχεται εἰς 54,000 φράγκα. Ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι περίπου 10,000 φράγκα, διαφορὰ μισθοδοσίας χρυσοῦ ἀπὸ χαρτονόμισμα· 6,000 φράγκα εἶναι τὰ ἔξοδα παραστάσεως, καὶ περὶ τὰς 10,000 φράγκα —δὲν θὰ φθάσουν, ἀλλὰ κατ’ ἀνώτατον ὅριον, —εἶναι τὰ ἔξοδα τῶν πλοηγῶν, τῶν τηλεγραφημάτων, τῶν ὑλικῶν, ἐλαίου κλπ. Συνεπῶς τὸ ταξείδιον αὐτὸ δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 80,000 φράγκα. Τώρα ἀφίνω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ κρίνητε, ἂν μία δαπάνη τοιαύτη εἶναι ἀξία λόγου, προκειμένου περὶ τῶν ὠφελειῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλόες αὐτοὶ ἔγειναν πρόξενοι.
§53Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἔτος νὰ γίνωνται.
§54Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης δαπάνης ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσῃ. Οἱ πλόες οὗτοι, Κύριοι, εἶναι ὠφελιμώτατοι καὶ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν πληρωμάτων. Οἱ ἀξιωματικοί, Κύριοι, ἤδη καταγίνονται. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν αὐτῶν, ὅτι σπεύδουσι καὶ ζητοῦσι, παρακαλοῦντες ποῖος νὰ προτιμηθῇ διὰ τὸ ἑπόμενον ταξείδιον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ χώραν. Κατακλύζεται καθ’ ἑκάστην ἡ οἰκία μου ἀπὸ ἀξιωματικούς, ζητοῦντας νὰ εἰσέλθωσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου. Δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι εὐχάριστον, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἔμενον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἄεργοι καὶ μὴ ἔχοντες τί νὰ κάμωσιν; Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην εὐθὺς ἀμέσως νὰ σᾶς δώσω.
§55Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πόσοι εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐπὶ τοῦ πλοίου;
§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μετρήσατε, ἂν ἀγαπᾶτε, παρακαλῶ. Ὁ πλοίαρχος καὶ ὁ ὕπαρχος δύο, ἕξ ὑποπλοίαρχοι (ὀκτὼ), ἕξ ἀνθυποπλοίαρχοι (δεκατέσσαρες), ὀκτὼ σημαιοφόροι (22), ὁ ἰατρὸς τοῦ πλοίου (23), δύο ἀξιωματικοὶ οἰκονομικοὶ (25), ἐκτὸς τῶν μηχανικῶν, ἐννοεῖται.
§57Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ ἡ δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ μόνον τὴν μόρφωσιν 25 ἀξιωματικῶν;
§58Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφορᾷ τὴν μόρφωσιν 25 ἀξιωματικῶν, ἀφορᾷ τὴν ἐκγύμνασιν 200 ναυτῶν, ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἡ ὁποία μεταβαίνει εἰς λιμένας Εὐρωπαϊκούς. Ἴσως, Κύριοι, σᾶς ἀπησχόλησα πολὺ, καὶ μὲ συγχωρεῖτε. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἐρωτᾷ νὰ μάθῃ, δι’ ἕκαστον πλοῖον πόσοι ἄνθρακες ἐδαπανήθησαν, πόσα μίλια διέτρεξε κλπ., ἔχῃ τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃ καὶ διὰ κανὲν ἄλλο πλοῖον, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τῷ δώσω τὴν πληροφορίαν. Λόγου χάριν διὰ τὴν «Ἀμφιτρίτην», ἐὰν ἔχῃ τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃ, ἔχω τὸ σημείωμα ἕτοιμον. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀναμείνῃ νὰ δώσω καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην μαζὺ μὲ τὰς ἄλλας πληροφορίας, εἶμαι ἐπίσης πρόθυμος.
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν σᾶς ψέγω, ἐὰν δὲν προσάγητε σήμερον τὰς πληροφορίας. Ἐὰν ἔχητε αὐτὰς, δόσατέ τας. Ἐὰν δὲν τὰς ἔχητε, ἀναβάλετε νὰ τὰς δώσητε.
§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀναβάλλω.
§61Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ προτείνετε νὰ ἐρωτήσωμεν διὰ τὴν «Ἀμφιτρίτην», διότι αὐτὸ δὲν μᾶς τρομάζει νὰ ἐρωτήσωμεν, ὅταν ἔχωμεν ἐπιθυμίαν νὰ ἐρωτήσωμεν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§63Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§64ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, μετριοφρόνως ὑπέβαλον ἐπερωτήσεις τινὰς, αἵτινες δὲν εἶχον ἀξίωσιν νὰ λάβωσι τὴν εὐρεῖαν ἀπάντησιν, ἣν ἠκούσαμεν, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· διότι ἐγὼ ἁπλῶς ἐζήτησα στατιστικὰς πληροφορίας, σκοπὸν ἐχούσας νὰ διαφωτίσωσιν ἡμᾶς, βοηθήσωσιν εἰς τὴν ἔρευναν τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ καθοδηγήσωσιν εἰς τὰς ληφθησομένας περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀποφάσεις. Ἡ πρόθεσίς μου, ὑποβάλλοντος τὰς ἐρωτήσεις, ἦτο ἤδη προηγγελμένη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, διότι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτε ἐπερατοῦτο ἡ συζήτησις ἡ ἐπὶ τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου δυστυχήματος τοῦ τορπιλλοβόλου τοῦ παθόντος ἐν Σαλαμῖνι, εἶχον ἐκδηλώσει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μελετήσῃ, διαρκοῦντος τοῦ διαλείμματος τοῦ μεταξὺ τῶν δύο Συνόδων, τὸ ζήτημα, ἂν δὲν ἔπρεπε τέλος πάντων ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπικρατεῖ ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδιαιτέρως ἐν Γαλλίᾳ, ἣν μιμούμεθα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δηλαδὴ νὰ ἀναγράφηται ἐτησίως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ πλοῖον πᾶσα ἡ διὰ τὸ πλοῖον γενησομένη δαπάνη, — διὰ τὸ πλοῖον τὰ ὑλικὰ τῆς ἐπισκευῆς, διὰ τὸ πλοῖον οἱ γαιάνθρακες, διὰ τὸ πλοῖον τὸ ἔλαιον, διὰ τὸ πλοῖον πᾶσα δαπάνη ἀναγομένη εἰς αὐτὸ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος.— Ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε, ἐν τῇ ταραχῇ, ἣν προεκάλεσεν ἡ συζήτησις ἐκείνη, περὶ τὸ τέλος ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει μεγάλην προθυμίαν πρὸς τοῦτο· ἀλλ’ ἡ προθυμία, βλέπω, ἐξητμίσθη, καὶ ἐφέτος ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπανέρχεται ἀπαράλλακτος, ὅπως καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπελήφθη τῆς εὐκαιρίας, ἵν’ ἀποτείνῃ αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ἐπερώτησιν, καὶ εἰς αὐτὴν ἀπαντήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, περὶ θεμάτων, ἅτινα οὐδένα ἀπησχόλουν,—ἐξ ἀφορμῆς τοῦ δῆθεν ἀορίστου τῶν ἐνταῦθα γενομένων ἐπερωτήσεων, — περὶ θεμάτων, περὶ ὧν οὐδεὶς ἐκρίθη ἀναγκαῖος λόγος, οὐδεὶς ψόγος, οὐδεὶς ἔλεγχος. Καὶ περιέγραψεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ τοῦ πλοῦ τοῦ «Μιαούλη», τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου, ἀναπτύξας τὰς ὠφελείας τὰς ἐξ αὐτοῦ—περὶ ὧν οὐδεὶς ἐδήλωσεν ἀμφιβολίαν.— Καὶ ὡμίλησε περὶ Βοστώνης καὶ περὶ Οὐασιγκτῶνος, καὶ ἔδειξεν ἡμῖν τὴν εἰκόνα τῆς ὑποδοχῆς, ἥτις ἐγένετο ἐκεῖ, ἣν ἄλλως τε καὶ εἴχομεν ἀναγνώσει εἰς τὰς ἐφημερίδας. Τίς ἠρώτησε περὶ τούτου, ἢ τίς ἐπήνεγκεν ἔλεγχον, προκειμένου περὶ τῶν δύο πλόων τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη» καὶ περὶ τῶν χιλιάδων μιλίων, ὅσας διήνυσε, καὶ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ περὶ τῆς δαπάνης; Οὐδείς. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πληροφορίας περὶ εἰδικῶν θεμάτων. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν εἶναι καὶ τόσον δύσκολοι, ὅσον ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παραστήσῃ, ἀπαντῶν καὶ λέγων ὅτι ἀπαιτεῖται χρόνος, καὶ ὑποδεικνύων ὅτι ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἐπερωτησάντων ἔλεγχος, ἐνῷ δὲν ἐγένετο ἔλεγχος, αὐτὸς δὲ ἐλέγχων τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες ὑπέβαλον τόσον πολυπλόκους ἐρωτήσεις!...
§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διόλου.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολυπλοκωτάτας τῷ ὄντι ἐρωτήσεις! πόσα μίλια διέπλευσεν ἕκαστον πλοῖον κατὰ τὸ ἔτος, καὶ πόσους γαιάνθρακας ἐδαπάνησεν! — διότι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ μισθοῦ ἀξιωματικῶν, οὐδὲ περὶ οὐδενὸς ἄλλου.— Ἀπόδειξις, λέγω, τῆς εὐκολίας, ὅπως προσαχθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις, εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ὅτι προσήχθησαν αἱ δυσκολώταται πασῶν πληροφορίαι. Καὶ δυσκολώταται πασῶν πληροφορίαι εἶναι αἱ περὶ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη», ὅστις ἔτι καὶ νῦν πλέει, καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερον τὸ ἡμερολόγιον αὐτοῦ ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τούτοις τοῦ πλοίου, οὗτινος τὸ ἡμερολόγιον δὲν κατέχομεν, οὐδ’ αὐτὸς ὁ Ὑπουργός, ἔχομεν στατιστικὰς, αἵτινες ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν γαιανθράκων ὑπῆρξαν κατὰ τὸ 1900 χίλιοι ἑκατὸν τόννοι, καὶ κατὰ τὸ 1899 περισσότεροι, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἠκούσαμεν. Ἐνῷ λοιπὸν τούτου τοῦ πλοίου ἔχομεν τὴν δαπάνην τῶν γαιανθράκων, ἐρωτῶ, δύσκολον εἶναι νὰ ἔχωμεν, ἐκ τῶν ἡμερολογίων αὐτῶν ἀρυόμενοι, τὴν δαπάνην τῆς «Κίσσης», τῆς «Ὕδρας», τῶν «Σπετσῶν», οἱουδήποτε ἄλλου πλοίου, καὶ αὐτῆς τῆς «Ἀμφιτρίτης», περὶ ἧς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, τοιουτοτρόπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν;
§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἔχωμεν ὅλων τούτων τῶν πλοίων διηυθετημένας τὰς δαπάνας, καὶ διὰ γαιάνθρακας καὶ δι’ ἐπισκευὰς εἰδικάς. Περὶ μισθῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἠρώτησα, ἀλλὰ λέγω καὶ περὶ μισθῶν ἀξιωματικῶν, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, εἶναι τὸ πρᾶγμα εὐκολώτατον. Αἱ πληροφορίαι θέλουσιν ἐξαχθῆ ἐκ τῶν ἡμερολογίων τῶν πλοίων, αἱ περὶ γαιανθράκων καὶ αἱ περὶ μιλίων· αἱ δὲ περὶ τῶν μισθῶν δὲν θέλουσι βεβαίως προσκρούσει εἰς δυσχέρειάν τινα. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἀπαιτήσουν αἱ πληροφορίαι χρόνον τινὰ, ἐγὼ δὲν θέλω ὑποβάλει παράπονον. Ἀλλὰ, καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὡς σήμερον ἔχουσι, δὲν ἤθελον ὑποβάλει κανὲν παράπονον, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, δὲν ἐδείκνυεν ὅτι δὲν ἐγκρίνει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑποβάλλονταί τινες ἐπερωτήσεις, καὶ ὅτι διαβλέπει πάντοτε εἰς αὐτὰς σκοποὺς, οἵτινες δὲν ἠξεύρω τίνας κύκλους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ταράττουσιν. Ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν θέλω παντάπασι δυσανασχετήσει, οὔτε θέλω ζημιωθῆ, οὔτε καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ζημιωθῆ ἐκ τούτου, ἂν αἱ πληροφορίαι ὑμῶν, αἵτινες ὅπως συλλεχθῶσιν, ἀπαιτεῖται τόσος χρόνος, παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ 15 ἡμέρας καὶ μετὰ ἕνα μῆνα. Ἐγὼ ἐδήλωσα ἐπερωτῶν, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται ἔχουσι μὲν σχέσιν τινὰ ἴσως καὶ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, ἀλλ’ ἰδίως εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, οὗτινος ἡ ἐπεξεργασία ἤρξατο ἤδη σήμερον, θέλει συζητηθῆ μετὰ ἕνα περίπου μῆνα, ἂν μετὰ ἕνα μῆνα,—ἀλλ’ ὄχι βραδύτερον, διότι, βλέπω, ὁ κ. Ὑπουργὸς φοβεῖται μήπως βραδύνῃ καὶ πέραν τοῦ μηνὸς ἡ προσκόμισις τῶν πληροφοριῶν, — ἂν, λέγω, καὶ μετὰ ἕνα μῆνα, περὶ τὸ τέλος τῶν 30 ἡμερῶν, ἃς ὑπολογίζομεν, ἔχῃ τὰς πληροφορίας, νομίζω ὅτι ἐγκαίρως ὅπως δήποτε θὰ ἔχῃ αὐτὰς ἡ Βουλὴ, καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν. Ἐφιστῶ δὲ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τούτου, ὅτι σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶναι οὗτος καὶ μόνος, νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὰ κατὰ πλοῖον δαπανώμενα εἴτε εἰς γαιάνθρακας, εἴτε εἰς ἐπισκευὰς, νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς ἑκάστου πλοίου τὴν κίνησιν, — διότι ταῦτα εἶναι οὐσιωδέστατα, καὶ ἔχει καθῆκον καὶ θέλει νὰ ζητήσῃ νὰ γνωρίσῃ αὐτὰ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, — νὰ γνωρίζωμεν δὲ ταῦτα, ἵνα δυνηθῶμεν ἴσως νὰ πείσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι συμφέρει νὰ διαρρυθμισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου καθ’ ὃν τρόπον σήμερον διαρρυθμίζονται ἄλλων καλῶς κυβερνωμένων Ὑπουργείων τῶν Ναυτικῶν οἱ προϋπολογισμοὶ, ὅπως γινώσκῃ ἕκαστος, λαμβάνων τὸν πίνακα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνὰ χεῖρας, ποία ἡ δαπάνη ἡ εἰς ἕκαστον πλοῖον ἀπαιτουμένη, νὰ γινώσκῃ, ὅτι ἡ ἐπισκευὴ τοῦ Α πλοίου, ἥτις ἐπείγει περισσότερον τῆς τοῦ Β καὶ πρέπει νὰ προτιμηθῇ, ἐπισπεύδεται ὀλιγώτερον, προτιμωμένου τοῦ Β. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις, ἡ κριθεῖσα περίπλοκος. Ἐλπίζω δέ, ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν.
§69Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία μὲ ἤκουσε, δὲν δύναται παρὰ νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἐγὼ, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας ὡμίλησα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Τί εἶπον, Κύριοι; Εἶπον ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδω ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα παντὸς Βουλευτοῦ. Αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωτικὸν δι’ ἐμέ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶ. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι αἱ ἐρωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βουλευτοῦ εἶναι τόσαι, ὥστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, πρὸ τῆς παρελεύσεως τοὐλάχιστον ἑνὸς μηνὸς, ἡ ὑπηρεσία νὰ συγκεντρώσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε: «Πῶς κατωρθώσατε νὰ ἔχητε πληροφορίας, πόσους τόννους γαιανθράκων κατηνάλωσεν ὁ «Μιαούλης», ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε πληροφορίας πόσους τόννους γαιανθράκων κατηνάλωσαν πλοῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος;» Ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ, ἐὰν ὁ «Μιαούλης» ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, μήπως νομίζετε ὅτι ἀγοράζει εἰς τοὺς διαφόρους λιμένας, εἰς τοὺς ὁποίους προσεγγίζει, γαιάνθρακας χωρὶς εὐθὺς ἀμέσως τηλεγραφικῶς νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Τὸ Ὑπουργεῖον γνωρίζει μέχρι καὶ τοῦ ἑνὸς τόννου τοὺς γαιάνθρακας, τοὺς ὁποίους ἠγόρασεν ὁ «Μιαούλης» εἰς ὅλους τοὺς λιμένας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, πόσους τόννους γαιανθράκων κατηνάλωσεν ἕκαστον πλοῖον, ἐὰν αὐτὴν τὴν πληροφορίαν θέλητε, θὰ σᾶς τὴν δώσω αὔριον. Δὲν εἶναι δύσκολον πρᾶγμα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐπίσης ἐὰν θέλητε τὴν πληροφορίαν, πόσοι γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1900, καὶ ταύτην δύναμαι νὰ δώσω ἀμέσως. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν καὶ κατηναλώθησαν κατὰ τὸ 1900 τόσοι, ὅσους ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀναφέρει. Μηδὲ εἷς τόννος ἐπὶ πλέον. Δὲν πρόκειται νὰ ζητηθῇ πίστωσις μήτε δι’ ἕνα τόννον γαιανθράκων. Ἐφρόντισα ὥστε νὰ μὴ ὑπερβῇ ἡ δαπάνη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἐπίσης σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ὀφείλομεν μήτε ἓν λεπτόν. Ἐπίσης σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἔλαβον τὸ μέτρον, νὰ ἀγοράσω τὰ ὑλικὰ τοῦ στόλου ἐκ τῆς Εὐρώπης, καταργήσας τὸ σύστημα τὸ προϋπάρχον, νὰ ἀγοράζωσιν ὑλικὰ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τοῦ Πειραιῶς—καίτοι λυποῦμαι, διότι βεβαίως ζημιώνονται καταστήματα εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἔχει διαφορὰν τιμῆς 20 καὶ 25%, καὶ διαφορὰν ποιότητος 50%.
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, οὕτως ἐγένετο.
§71Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά. Σᾶς συγχαίρω. Ἐπίσης πληροφορῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου εἶναι πλήρεις ὑλικῶν, ὅτι οὐδεμία ὑπέρβασις ἐγένετο εἰς τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὅτι δὲν ὀφείλομεν μήτε ἓν λεπτόν.
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ δὲν ἀξιῶ νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίας τοιαύτας. Ἔχετε ὑπηρεσίαν. Μὴ κοπιάζετε. Διατάξατε τὴν ὑπηρεσίαν σας, ὅταν δυνηθῇ, μετὰ 15–20 ἡμέρας, νὰ γράψῃ πάντα ταῦτα ἐν σημειώματι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναγνώσωμεν.
§73Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ, ἐγὼ σᾶς εἶπον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ὅτι θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Σᾶς προειδοποίησα, διὰ νὰ μὴ νομίζητε ὅτι ἡ βραδύτης προέρχεται ἀπὸ κακήν μου πρόθεσιν. Ἐὰν δὲ δευτερολογῶ, πράττω τοῦτο διότι ἐξεφράσατε ἀπορίαν, ὅτι ἔδωκα πληροφορίας διὰ τὸν «Μιαούλην» καὶ δὲν δίδω διὰ τὰ ἄλλα πλοῖα. Λοιπὸν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκα διὰ τὸν «Μιαούλην», σᾶς δίδω καὶ διὰ τὰ ἄλλα πλοῖα. Ἐδῶ ὅμως ζητεῖτε πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Ποῖα πλοῖα ἐπεσκευάσθησαν, μικρὰς ἢ μεγάλας ἐπισκευὰς, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς ἐπισκευὰς ἑνὸς ἑκάστου.» Ἀνάγκη νὰ λάβητε ὑπομονὴν, μέχρις οὗ ἡ ὑπηρεσία δυνηθῇ νὰ συγκεντρώσῃ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄρχεται λίαν προσεχῶς ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα παράσχῃ εἰς ἡμᾶς ἁπλουστάτας τινὰς πληροφορίας. Πόσοι τόννοι γαιανθράκων κατηναλώθησαν κατὰ τὸ 1899, καὶ ἐπὶ πόσῃ τιμῇ κατ’ ἀνώτατον καὶ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἠγοράσθησαν, πόσοι κατηναλώθησαν κατὰ τὸ 1900 καὶ ἐπὶ πόσῃ τιμῇ κατ’ ἀνώτατον καὶ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἠγοράσθησαν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, πρό τινων ἐτῶν, ἴσως τεσσάρων ἢ πέντε, εἶχε γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι μετὰ πέντε ἔτη πρέπει πάντως νὰ ἀνακαινισθῶσιν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν, καὶ νὰ γένωνται εἰς αὐτοὺς ἐπισκευαί, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν κατὰ τὸ 1899 καὶ 1900 ἐδαπανήθη τι πρὸς ἐπισκευὴν τῶν θωρηκτῶν.
§75Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ καταθέσῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς ἀφορμῆς τῆς ἐκρήξεως τοῦ τορπιλλοβόλου, τὸ ὁποῖον ἀνειλκύσθη μετὰ τὸ ἐπισυμβὰν δυστύχημα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἐκτὸς αὐτοῦ εἶχον ζητήσει καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς καταστάσεως καὶ τῆς ἱκανότητος ὅλων τῶν πλοίων τοῦ στόλου, διότι νομίζω ὅτι ἐπιτροπὴ συσταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἐπισκεφθῇ τὰ πλοῖα ταῦτα, ἐξήτασεν αὐτὰ καὶ συνέταξε τὰ οἰκεῖα πρωτόκολλα. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως ἤθελον ἐκφράσει καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιθυμίαν μου νὰ κατέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἔκθεσιν, ἐξ ἧς ἀποσπάσματα μόνον μᾶς ἀνέγνωσε, τὴν ἔκθεσιν δηλαδὴ τὴν ἀφορῶσαν τὸν πλοῦν τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη». Εὐφρόσυνον ἀληθῶς ἐνεποίησαν εἰς ἡμᾶς ἐντύπωσιν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ πληρώματος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἀναγνωσθέντα καὶ ἀφορῶντα εἰς τὰς τιμὰς, αἱ ὁποῖαι παρεσχέθησαν εἴς τε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πλοίου καὶ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, δὲν πρέπει νὰ διαθρύπτωσιν ὑπερβαλλόντως τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν φιλοτιμίαν, καὶ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ταῦτα ἐγένοντο ἐξαιρετικῶς διὰ τὸ ἡμέτερον πλοῖον· διότι αὐταὶ εἶναι τιμαὶ κεκανονισμέναι, αἵτινες γίγνονται καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς τὰς σημαίας πάντων τῶν πλοίων, ἅτινα εἰσπλέουσιν εἰς ξένους λιμένας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει μετὰ τοσαύτης κομπορρημοσύνης νὰ λαλῶμεν σήμερον περὶ τῆς ἐντυπώσεως, ἣν ἐμποιεῖ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἐν τῇ ξένῃ· διότι ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, ἥτις πραγματικῶς πανένδοξος παρελήφθη ἀπὸ τὰ πλοῖα τοῦ Μιαούλη καὶ τὰ πυρπολικὰ τοῦ Κανάρη, δὲν ἐκυμάτισεν εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς λιμένας φέρουσα τὴν αἴγλην τῶν ἐνδόξων παραδόσεων αὑτῆς, διότι δὲν παρῆλθον — καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἀπεριφράστως ἡ ἀλήθεια — πολλὰ ἔτη ἀπὸ τοῦ τελευταίου πολέμου, καὶ ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅτι διετάσσοντο τότε οἱ διοικοῦντες τὰ Ἑλληνικὰ σκάφη νὰ εἰσπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ δὲν εἰσέπλευσαν...
§76Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβέστατον.
§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ἀκριβέστατον. Ἐγὼ διετέλεσα μέλος ἀμφοτέρων τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ εἶδον τὰς προσκομισθείσας διαταγὰς ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου. Καὶ κατεκρίθη ἐντεῦθεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Λεβίδης, ἀλλὰ κατεκρίθη ἡ μορφὴ καὶ τὸ ὕφος τῶν τηλεγραφικῶν διαταγῶν του. Ἀλλ’ ἐὰν δύναταί τις νὰ ἐλέγξῃ τὸ ὕφος τῶν τηλεγραφημάτων ἐκείνων, δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὸ φιλολογικὸν αὐτῶν μέρος, ὅπερ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰς εὐθύνας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τοῦ δόντος τὰς διαταγὰς ἐκείνας. Διότι ἡ οὐσία τῶν διαταγῶν ἦτο, ὅτι εἶχε διαταχθῆ ὁ στόλος νὰ προσβάλῃ τὰ φρούρια τοῦ Καραμπουρνοῦ, καὶ τὰς διαταγὰς ταύτας δὲν ἐξετέλεσεν· εἶχε διαταχθῆ νὰ εἰσπλεύσῃ εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ δὲν εἰσέπλευσε...
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ παρακούσας;
§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τίνες οἱ μὴ ὑπακούσαντες, εἶναι πασίγνωστοι. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οὐδεμία διαταγὴ ἐξετελέσθη, καὶ αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις, ἐφ’ ὧν τόσας ἐβασίζομεν ἐλπίδας ἐπιτυχίας, περιῆλθον εἰς ἐγκληματικὴν ἀδράνειαν, ἡ δὲ κατάκρισις ἐρρίφθη εἰς τὸ ὕφος τῶν διαταγῶν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ.
§80Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπετε, κύριε Βελλιανίτη, ὅτι πολλάκις κατηγορήθην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τὰ λαβόντα κατὰ τὸν πόλεμον χώραν.
§81Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν κατηγορήθητε διὰ τὰς τηλεγραφικὰς διαταγάς σας, κατηγορήθητε ὑπὸ τὴν φιλολογικὴν αὐτῶν ἔποψιν. Τοῦτο ὅμως εἶναι ζήτημα φιλολογικὸν, ὅπερ δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεις.
§82Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Περὶ μὲν τοῦ φιλολογικοῦ ὕφους τῶν διαταγῶν, ἴσως Ἀκαδημία τις κατὰ τὸν μέλλοντα χρόνον θέλει λάβει τὸν κόπον νὰ καταγείνῃ· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν οὐσίαν αὐτῶν, οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐτόλμησε νὰ καταγγείλῃ τι. Ἐκεῖνο ὅπερ γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι δύο συνεστήθησαν ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ, καὶ ᾤχοντο ἀπιοῦσαι ἀμφότεραι, χωρὶς νὰ φέρωσιν ἔκθεσιν. Ἐὰν δέ τις θελήσῃ νὰ ἐγερθῇ καὶ κατηγορήσῃ, ἀμέσως θέλει λάβει τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, καὶ κατὰ ταύτην ἀκόμη τὴν στιγμήν.
§83Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν εὑρεθῶσι κατακριταὶ τῶν διαταγῶν σας, θὰ λάβωσι τὴν ἁρμόζουσαν ἀπάντησιν· ἀλλ’ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι τὰς διαταγάς σας ἐκείνας ὑπηγόρευσεν ὁ πατριωτισμὸς ὑμῶν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅτε ἀνεγινώσκετο ἐνταῦθα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐξέπληξε καὶ ἐνεθουσίασε τὸν κόσμον ἡ σημαία ἡ Ἑλληνικὴ, ἐξέπληξεν αὐτὸν ἡ παλαιὰ σημαία, τὴν ὁποίαν δαφνοστεφῆ ἐχαιρέτιζεν ἡ αὔρα ἐπὶ τῶν ἱστῶν τῶν πλοίων τοῦ Μιαούλη καὶ τοῦ Κανάρη· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπλήξῃ αὐτὸν ἡ σημαία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης», διότι ἐγνώριζον οἱ ξένοι, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ὅτι, ἐνῷ δὲν εἴχομεν ἐχθρὸν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας, ὁ στόλος μας ἔφευγε πρὸ τῆς σκιᾶς τοῦ ἀνυπάρκτου τουρκικοῦ στόλου.
§84Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγητε τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς!
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τοῦ θεϊκοῦ χαλκοῦ. Γνωστὴ εἶναι ἡ χρησιμότης τοῦ θεϊκοῦ χαλκοῦ, ὡς γνωσταί εἰσιν αἱ μέχρι τοῦδε καταστροφαὶ, τὰς ὁποίας ὁ περονόσπορος ἐπήνεγκεν εἰς τὰς σταφιδοφόρους καὶ οἰνοφόρους ἐπαρχίας· γνωστὸν δὲ εἶναι ἐπίσης, ὅτι αἱ καταστροφαὶ αὗται δὲν προελήφθησαν, εἴτε διότι δὲν ἐγένετο χρῆσις θεϊκοῦ χαλκοῦ, εἴτε διότι δὲν ἐγένετο χρῆσις ἐπίκαιρος καὶ ἐπαρκής. Πανταχόθεν ὑπεδηλώθη ἡ παράκλησις, ὅπως ὁ θεϊκὸς χαλκὸς εἰσάγεται ἀτελῶς, διότι κατὰ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος θὰ γένηται βεβαίως χρῆσις αὐτοῦ εἰς ποσότητα ἀσυγκρίτως μείζονα τῆς γενομένης κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ δὲ εὐθηνὸν τοῦ θεϊκοῦ χαλκοῦ θέλει συντελέσει εἰς τοῦτο, ὅτι καὶ οἱ μὴ ἔχοντες πολλὰ τὰ μέσα θὰ δυνηθῶσι νὰ ποιήσωνται χρῆσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου προτείνεται καὶ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ τοῦ παλαιοῦ χαλκοῦ, διότι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἐργοστάσιον κατασκευάζον θειϊκὸν χαλκόν· καὶ δὲν δύναται μὲν νὰ κατασκευάσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ὅσον χρειάζεται, δύναται ὅμως ἡ ποσότης ἡ κατασκευαζομένη ὑπ’ αὐτοῦ νὰ ἀνέλθῃ μέχρι 200,000 ὀκάδων. Ὅπως τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο δυνηθῇ νὰ κατασκευάσῃ θειϊκὸν χαλκὸν εὐθηνόν, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀτελείας τοῦ χαλκοῦ τοῦ παλαιοῦ. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Βασιλικοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1674 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 426,674. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχ. 806,015.12. Εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην περιλαμβάνεται καὶ τὸ τίμημα τοῦ πετρελαίου, τὸ πληρωθὲν ἤδη.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 7–10)
§87Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθησαν παρὰ διαφόρων κ. Βουλευτῶν πολλαὶ ἐπερωτήσεις. Νομίζω καθῆκόν μου νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία νὰ μοὶ προσκομίσῃ τοιαύτας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ᾐτήσατο νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, πόσα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας φορολογίας ἐπὶ τῶν ζώων ἐβεβαιώθη ὅτι ὑπάρχουσι ζῶα, μικρὰ καὶ μεγάλα, προσέτι δέ, πόσα ἐδηλώθησαν στρέμματα ἀμπέλων, καὶ πόσος ὁ εἰσπραττόμενος φόρος ἐκ τῶν ἀμπέλων. Καταθέτω σημείωμα περὶ τούτων.
§88Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσι;
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀδύνατον· ἀλλ’ ἐὰν ἀποφασισθῇ νὰ τυπώνωνται ὅλαι αἱ κατατιθέμεναι πληροφορίαι, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν κατεπειγόντων καὶ χρησιμωτέρων ἔργων.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλοῦμεν νὰ τυπωθῶσιν.
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε προσέτι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, «ἐὰν προσεκλήθη ἀλλοδαπὸς ὀργανωτὴς τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ἐξετέλεσε τοιαύτην ὑπηρεσίαν.» Καταθέτω σημείωμα, περιλαμβάνον πάσας τὰς πληροφορίας, ὅσαι ἐζητήθησαν. Ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ζητεῖ τὴν πληροφορίαν, «πόσον ἅλας ὑπάρχει εἰς τὰς διαφόρους ἁλυκὰς τοῦ Κράτους.» Πᾶσαι αὗται αἱ πληροφορίαι χορηγοῦνται διὰ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον καταθέτω.
§92ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ συστήματος τοῦ κρατοῦντος ἐν Κυθήροις, προκειμένου περὶ ἅλατος;
§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πληροφορίαν ταύτην θὰ ὑποβάλω αὔριον. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίαν, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη καὶ ὡς σπουδαιοτέρα τῶν ἄλλων: «Νὰ πληροφορήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε χρήματα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὑπὸ τύπον δανείου, δυνάμει τίνος νόμου συνωμολογήθη τὸ δάνειον, ἐπὶ τίνι τόκῳ ἔλαβε τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ ἐκ τίνος κεφαλαίου θὰ πληρώσῃ τοῦ δανείου τούτου τοὺς τόκους.» Δάνειον οὔτε ἐζητήθη, οὔτε συνωμολογήθη, οὔτε μετὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, οὔτε μετ’ ἄλλου. Ὡς γνωστόν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐκ νόμου τὴν ἄδειαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ δέχηται ἐντόκους καταθέσεις καὶ νὰ ἐκδίδῃ ἔντοκα γραμμάτια μέχρι 10,000,000 δραχμῶν. Ὅτε ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ τοιαῦτα ἔντοκα γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνήρχετο εἰς 3,971,719,20, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπληρώνετο τόκος 5%. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν τόκον ἠλάττωσα εἰς 4%, καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπον, ὅτι καὶ πάλιν ἐγίνοντο καταθέσεις, τὸν ἠλάττωσα εἰς 3%. Ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου αἱ ἔντοκοι παρὰ τῷ δημοσίῳ ταμείῳ καταθέσεις ἠλαττώθησαν εἰς τὸ ποσὸν 1,172,000· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο εἶναι σήμερον ἐν κυκλοφορίᾳ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἰδίᾳ τὸ Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχεν εἰς ἔντοκα γραμμάτια καταθέσει ποσὸν ἐκ δραχ. 1,533,000. Κατὰ τὴν λῆξιν τῶν γραμματίων τούτων, διότι, ὡς γινώσκετε, κατὰ τριμηνίαν ἐκδίδονται τὰ γραμμάτια ταῦτα, ᾐτήσατο τὴν πληρωμὴν τῶν ληξιπροθέσμων, ἥτις καὶ ἐγένετο προθύμως, ἀπέμεινε δὲ ὀφειλόμενον τὸ ποσὸν δραχμῶν 700,000. Καὶ τοῦτο δὲ, ἂν ἐζητεῖτο, ἤθελε πληρωθῆ προθύμως. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἀποδίδουσι τόκον 3%· τὸν τόκον τοῦτον δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρωσιν ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσαν νὰ παραμείνωσι παρὰ τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ· ὅταν εὕρωσι συμφερώτερον τρόπον διαθέσεως καὶ ζητήσωσι τὸ ποσὸν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη δυσκολία ν’ ἀποδοθῇ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κραναίς κ. Μαρκέτος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν τελῶν, εἰς ἃ ὑποβάλλονται τὰ Ἑπτανησιακὰ πλοῖα. Τὸ περὶ τούτου σημείωμα κατατίθεται εἰς τὸ Προεδρεῖον· ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρεκλήθη νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: «ἐὰν πλοῖον ἑπτανησιακὸν, ἐκτελοῦν πλόας ἐν ἄλλοις λιμέσι, τελεῖ φόρον». Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι θὰ τελῇ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον τελοῦσι καὶ τὰ ἄλλα πλοῖα. Ἡ πληροφορία αὕτη ἐδόθη κατόπιν καὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Νάξου κ. Μυκώνιος ζητεῖ πληροφορίας περὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἡ ἐντεῦθεν ἀναχώρησις ἑνὸς δημοσίου εἰσπράκτορος τοῦ Ταμείου τῶν εἰσπράξεων, φέροντος τὸ ὄνομα Ι. Χατζηπέτρος. Κατατίθεται τὸ περὶ τούτου σημείωμα. Ἐκ τούτου θέλει πληροφορηθῆ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεξῄρεσεν ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος, ἀνέρχονται εἰς 20,000 δραχμάς. Εἶχε δὲ καταθέσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, λόγῳ ἐγγυήσεως, δρ. 2,000· ὥστε τὸ ἔλλειμμα μειοῦται κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐνεγράφη ὑποθήκη εἰς μίαν οἰκίαν, ἣν ἔχει ἐν Νάξῳ, ἐκ τῆς ἐκποιήσεως δ’ αὐτῆς εἶναι πιθανὸν ν’ ἀποζημιωθῇ τὸ Δημόσιον. Ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος συνελήφθη ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐκρατήθη παρὰ τῷ Διευθυντηρίῳ τῆς Ἀστυνομίας. Εὑρέθησαν δ’ ἐπ’ αὐτοῦ χρήματα καὶ ἐπιταγαὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Τραπέζης 451 ὀθωμανικῶν λιρῶν, εὑρέθησαν δ’ ἔτι 24 λίραι. Ὅλα ταῦτα παραμένουσιν ἐν τῷ Διευθυντηρίῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ τὸν μὲν συλληφθέντα ἀπέλυσε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Ὀθωμανικὴ ἀρχὴ, λόγῳ ἐλλείψεως διεθνοῦς συμβάσεως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ χρήματα, ἐλπίζω ὅτι θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου Βουλευτὴς ἠρώτησεν ἐπίσης, ἐὰν ἐπαύθησαν δύο τῶν φυλάκων τῆς σμύριδος, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς κρατεῖται εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Σύρου, ὁ δὲ δεύτερος φυγοδικεῖ, καὶ ἂν ἡ σμύρις εὑρίσκεται ὑπὸ φύλαξιν ἐν Νάξῳ. Εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι παρὰ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καταδιώκονται οἱ φύλακες, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποσταλῶσι χωροφύλακες, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ σμύρις, ἡ ἐκεῖ συγκεντρωμένη. Ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Ὡς πρὸς τοὺς φύλακας τούτους, ἀνέμενον τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, ἵνα μὴ διὰ τῆς ἀπολύσεως προδικάσω τὴν τύχην αὐτῶν.
§94Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ νομοθετικά τινα μέτρα κατὰ τῆς λαθρεμπορίας τοῦ καπνοῦ.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου ἐγένετο μελέτη, διημείφθησαν δὲ πολλαὶ σκέψεις μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων. Ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, θὰ ὑποβάλωμεν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου ἐζήτησε προσέτι νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, πόση σμύρις μετηνέχθη ἐκ Νάξου εἰς Σῦρον· παρατηρῶ δὲ, ὅτι μεταξὺ τῆς ποσότητος τῆς μετενεχθείσης εὑρέθη καὶ σμύρις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ παρὰ τῶν ἀγοραστῶν. Διέταξα νὰ μοὶ δοθῶσι πληροφορίαι, ὄχι παρὰ τοῦ τελώνου, παρὰ τῷ ὁποίῳ εὑρίσκεται, ἀλλὰ παρ’ εἰδικῶν προσώπων. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν, ἐπὶ 4 χιλιάδων τόννων εὑρέθη ποσότης σμύριδος εἰς μικρὰ τεμάχια καὶ μετὰ χώματος ἀναμεμιγμένη ἐξ 70 τόννων, ἥτις δὲν ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῶν ἀγοραστῶν.
§96ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὡς πρὸς τοὺς φύλακας, παρατηρῶ ὅτι, ἀφοῦ εἶναι προφυλακισμένοι, ἔπρεπε ν’ ἀπολυθῶσιν ἀμέσως· διότι, ἐὰν ἐκδοθῇ ἀθωωτικὸν βούλευμα, οὗτοι θὰ σᾶς ζητήσουν τὰς ἀποδοχὰς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εὑρίσκονται ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ θὰ τὰς ζητήσουν ἴσως δικαστικῶς. Ὡς πρὸς τὴν σμύριδα τῆς Νάξου, παρατηρῶ ὅτι ἔχετε ἐν Σύρῳ εἰς τὸ Τελωνεῖον τόννους ἀχρήστους πλέον τῶν 80.
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον 70. Αὔριον θὰ σᾶς φέρω τὴν ἔκθεσιν.
§98ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοί σας δὲν σᾶς εἶπον τὴν ἀλήθειαν.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κ. κ. Ζαλοκώστας καὶ Λύβας διετάχθησαν νὰ ζητήσωσι πληροφορίας.
§100ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ κ. Λύβας δὲν μετέβη εἰς τὸν περίβολον τοῦ ὅρμου Μουτσούνας, καὶ ἐπληρώσατε διὰ μεταφορὰν εἰς Σῦρον καὶ εἰς τοὺς ἐργάτας 4,140 δραχμὰς, καὶ ἡ σμύρις σας εἶναι ἄχρηστος· καὶ τοῦτο, διότι ὁ Διευθυντὴς δὲν παρίσταται εἰς τὴν ἐξόρυξιν καὶ εἰς τὴν παράδοσιν. Τοιοῦτον Διευθυντὴν ἔχετε, ὅστις κάθηται ἐντὸς τῆς Νάξου καὶ ἐκδίδει πλαστὰ γραμμάτια, καὶ καταχρῶνται οἱ φύλακες καὶ ἄλλοι τὸ τίμημα τῆς ἀχρήστου ταύτης σμύριδος. Οἱ δὲ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι μετέφεραν εἰς τὸν περίβολον τὴν σμύριδα ταύτην, δικαιοῦνται νὰ πληρωθῶσι.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐργατικὰ δικαιώματα διὰ τὴν μετενεχθεῖσαν εἰς Σῦρον σμύριδα ἐπληρώθησαν.
§102ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν ἐπληρώθησαν οἱ ἐργάται, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν ἄγνωστοι. Περιμένουσι δὲ 20 ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἐφόρτωσεν ἕκαστος ἀπὸ 50 καντάρια ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον, καὶ δὲν ἐξέδωκεν εἰσέτι ὁ Διευθυντὴς τὰ γραμμάτια, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν ὑπὸ ἄλλα ὀνόματα, καὶ τὰ κατεχράσθη.
§103Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὅπερ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπέβαλεν. Ἤλπιζον ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πατὴρ τοῦ λαϊκοῦ ἱδρύματος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μετ’ εὐγνωμοσύνης καὶ εὐλαβείας ἀναφέρουσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, ἤθελε προβῆ εἰς ὑποβολὴν καὶ νομοσχεδίου, θεραπεύοντος τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι κατεδείχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου χρήζουσαι νομοθετικῆς προνοίας...
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι δασμολογικὸν καὶ ἐντελῶς κεχωρισμένον παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου περὶ σταφίδος. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ ἤδη τὸ ζήτημα τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§105ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων ἐγένετο πρὸ μηνὸς καὶ προέβη εἰς ἀποφάσεις, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο σήμερον νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιοῦν τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι κατεδείχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει τὰς ἀποφάσεις τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτάς. Λαμβάνων ὅμως ἀφορμὴν ἐξ εἰδοποιήσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἐν Πύργῳ καταστήματος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κ. Βουροκλῆ, ἣν θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, θὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπ’ αὐτῆς (ἀναγινώσκει)... Ὡς βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος, τοῦ ἐν Πύργῳ, ζητεῖ τὴν ἐξ ὁλοκλήρου βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, καὶ τὴν βεβαίωσιν ἐλλείψεως παντὸς πόρου διὰ τοὺς μετόχους, ἵνα μὴ προβῇ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὴν διαγραφὴν αὐτῶν· συγχρόνως δὲ ἀπαιτεῖ νὰ προσαγάγωσι προσηκούσας ἀποδείξεις, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ τὸ εἶδος αὐτῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσιν αἱ ἀποδείξεις αὗται; Ἂν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐννοῇ, ὅτι προσήκουσαι ἀποδείξεις εἶναι τὰ πιστοποιητικὰ τῶν Δημάρχων, εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλοὶ τούτων θὰ δώσωσιν εἰς τοὺς φίλους των τοιαῦτα, θὰ ἀρνηθῶσι δὲ εἰς τοὺς ἀντιπάλους. Πρέπει, Κύριοι, νὰ γνωρίζητε, καὶ βεβαίως γνωρίζετε, ὅτι ὁ περονόσπορος ἐνέσκηψεν ἐξαιρετικῶς εἰς τὰς ἐπαρχίας Τριφυλίας, Ὀλυμπίας, Ἠλείας καὶ Πατρῶν. Ἐν Ὀλυμπίᾳ δὲ κυρίως εἰς τοὺς δήμους Βώλακος, Σκιλλοῦντος καὶ Ἀρήνης· ἐκεῖ ἡ παραγωγὴ ἐκ 17 ἑκατομμυρίων ἀπέδωκε μόνον 300 χιλιάδας ἐφέτος καὶ εἰς τοὺς τρεῖς δήμους. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἷς ἐπιστήμων σταφιδοκτηματίας ἑκατὸν περίπου στρεμμάτων παρῆγεν εἰς τὸ παρελθὸν ἄνω τῶν 50 χιλιολίτρων, κατὰ τὸ ἐνεστὼς ὅμως ἔτος δὲν παρήγαγεν οὐδὲ κόκκον σταφίδος, καὶ ἐνῷ ἐκ τῶν ψιχίων τῆς τραπέζης αὐτοῦ ἐτρέφοντο ἄλλοτε ἄλλοι, ἐφέτος τὰ ψιχία αὐτῆς θὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως συντηρήσωσι τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Νομίζετε ὅτι ὁ Δήμαρχος, ἀρνούμενος, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ, νὰ παράσχῃ αὐτῷ πιστοποιητικὸν τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐλλείψεως παντὸς πόρου, εὑρίσκεται πρὸ ἀρνήσεως καθήκοντος; Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δύναται δικαιωματικῶς νὰ ἀρνηθῇ νὰ παράσχῃ πιστοποιητικὸν τοιούτου περιεχομένου, ἡ οἰκογένεια τοῦ ἐπιστήμονος, ἂν δὲν πένηται, ζῇ ὅμως σήμερον ἐκ τῶν ψιχίων, ἅτινα ἄλλοτε ἔρριπτεν εἰς τοὺς πτωχούς. Εἶναι ὅθεν δυνατόν, Κύριοι, ὁ ἐπιστήμων, ἢ καὶ πᾶς ἄλλος σταφιδοκτηματίας, ὅστις μετὰ μόχθου συντηρεῖ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ μετὰ ψυχικῆς ὀδύνης ἀποτίει τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του, εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ ἐξοφλήσῃ καὶ τὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν Σταφιδικὴν ὑποχρέωσίν του, κατόπιν μιᾶς τοιαύτης καταστροφῆς; Καὶ εἶναι δίκαιον, ἐν τῇ ἀπολύτῳ ταύτῃ ἀδυναμίᾳ τῶν μετόχων, ἡ Τράπεζα νὰ ἀπειλῇ καταδιώξεις καὶ ἀποστέρησιν τῆς ἐν τῷ μέλλοντι παροχῆς δανείου, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ καλλιεργήσωσιν; Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μεγαλειτέραν φειδὼ περὶ τὴν χρῆσιν μέτρων ἐκβιαστικῶν κατὰ τῶν μετόχων, ἔστω καὶ ἂν περιορίζωνται ταῦτα εἰς ἀπειλὰς μόνον. Ἄς περιέλθωσι δύο τῶν Συμβούλων τὰ καταστραφέντα μέρη, ἂς συλλέξωσι σαφεῖς καὶ ὡρισμένας πληροφορίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἂς κανονισθῇ ἡ τύχη τῶν παρασχεθέντων δανείων. Διότι δὲν τολμῶ νὰ σκεφθῶ, οὐδὲ δύναται νὰ διέλθῃ τοῦ νοός μου, ὅτι οἱ ἰθύνοντες τὰς τύχας τῆς Τραπέζης θὰ στερήσωσι τοῦ εὐεργετήματος τῶν δανείων ὁλοσχερῶς καταστραφέντας μετόχους, δεομένους οὐχὶ τῶν ἀπειλῶν περὶ καταδιώξεως καὶ διαγραφῆς αὐτῶν ἀπὸ τοιούτων, ἀλλὰ τῆς ἀμέσου συνδρομῆς καὶ ἐπικουρίας καὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι πᾶν ἀντίθετον μέτρον ἔσεται καὶ ἀλυσιτελὲς καὶ ἀπάνθρωπον.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐν Πύργῳ καταστήματος, εἶναι προγενέστερον. Ὄτε εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προήλθομεν εἰς συνεννόησιν, ὅπως διὰ τῆς ἀποστολῆς καταλλήλων προσώπων εἰς τὰ παθόντα μέρη γείνῃ ἡ προσήκουσα ἔρευνα καὶ ἐφαρμοσθῇ μετὰ δικαιοσύνης τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ, τῆς παροχῆς δανείων.
§107Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ θεωρηθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ ἀμέσως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ πρότερον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§110ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895, ὃν ὀφείλει τὸ Κράτος εἰς τὸν ἀείμνηστον Πετρίδην καὶ τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν πολιτευτήν, εἶναι εὐεργετικὸς, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Χάρις τῷ εὐεργετικῷ τούτῳ νόμῳ, δυνάμεθα σήμερον νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ βραδύτερον ἴσως εἰς τὰ τῆς ἀνωτέρας. Ὁ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος, ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἀρτιότητι, ὡς ἔργον ἀνθρώπινον, ἔχει τὰς ἀτελείας του, ἃς διεῖδεν εὐθὺς κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητής του, δι’ ὃ καὶ ἐζήτησε διὰ τριῶν ἀλλεπαλλήλων νόμων τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Οὐ μόνον δὲ διὰ τῶν τριῶν τούτων νόμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ ΒΤΞΘʹ τῆς 2 Μαρτίου 1896, ὁ ΒΤϞΖʹ τῆς 5 Ἀπριλίου 1896 καὶ ὁ ΒΥΛϚʹ τῆς 16 Δ)βρίου 1896, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐζήτησε τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ νομοσχεδίου εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ προσωρινοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη τὴν 16 Δ)βρίου 1896, μὴ ἐπιψηφισθέντος ὅμως δυστυχῶς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει διατάξεις εὐεργετικὰς εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν τότε ἀνωμάλων πολιτικῶν περιστάσεων δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν πρόσκτησιν τῶν τριῶν συμπληρωματικῶν νόμων καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπάρχουσι καὶ πάλιν πλημμέλειαι ἐν τῷ νόμῳ ΒΤΜΘʹ, τῶν ὁποίων δύο εἶναι αἱ κυριώτεραι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· πρῶτον τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς τετραετοῦς φοιτήσεως ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, καίτοι ὁ νομοθέτης ἐπέτρεψε καὶ τὴν ἑξαετῆ φοίτησιν κατ’ ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ὅμως δυστυχῶς, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου, ἀπέτυχε, διότι ἐπὶ δύο περίπου χιλιάδων δημοτικῶν σχολείων μόνον 43 ἀρρένων ἐν τοῖς 16 νομοῖς τοῦ Κράτους, περὶ ὧν ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας, εἶναι πλήρη, καὶ 12 θηλέων, ἐξ ὧν ἓξ εἶναι πεντατάξια καὶ πέντε ἑξατάξια. Ἡ πλημμέλεια αὕτη, ἡ καθιερωθεῖσα διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 19 τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου, ἐζητήθη νὰ θεραπευθῇ διὰ τοῦ πέμπτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1896, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «... Ἀλλ’ ὁ ἀπὸ τῆς τετάρτης τάξεως πλήρους σχολείου ἐξηγμένος μαθητὴς κατατάσσεται ἄνευ ἐξετάσεως εἰς τὴν πρώτην τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ὁ ἀπὸ τῆς πέμπτης εἰς τὴν δευτέραν τοῦ ἑλληνικοῦ, καὶ ὁ ἀπὸ τῆς ἕκτης πλήρους εἰς τὴν τρίτην τοῦ ἑλληνικοῦ.» Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς, ὡς εἶπον, εἶναι ὁ ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸς πολιτευτὴς, σῴζονται, ἔστω καὶ μερικῶς, τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ καθιεροῦται ἡ ἑξαετὴς δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, διότι, ὡς ἔχει ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ΒΤΜΘʹ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι πλήρη ἑξατάξια δημοτικὰ σχολεῖα, ἀφοῦ οἱ ἀποφοιτῶντες ἐξ αὐτῶν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστῶσιν εἰσιτηρίους ἐξετάσεις ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις, εἶναι δὲ εὐνόητον, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ σχολάρχου καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων εἶναι νὰ κατατάξωσιν αὐτοὺς οὐχὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ἢ τρίτῃ τάξει, ὡς πρέπει νὰ καταταχθῶσιν, ἀλλ’ ἐν τῇ πρώτῃ τάξει. Οὐδεὶς δ’ εἶναι τόσον ἀνόητος, ὥστε ν’ ἀπολέσῃ 2 ἔτη, φοιτῶν ἐν τῇ Δʹ ἢ τῇ Εʹ τάξει τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ὁπόταν, εἴτε ἀπὸ τῆς Δʹ εἴτε ἀπὸ τῆς Ϛʹ ἀποφοιτήσῃ, πάντως θὰ καταταχθῇ εἰς τὴν Αʹ τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Ἐὰν ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον τῆς 16 Δεκεμβρίου 1896, τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα θὰ ἦσαν πάμπολλα ἐν τῷ Κράτει. Ὅτι ἡ φοίτησις ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἡ τετραετὴς εἶναι ἀνεπαρκὴς, δὲν εἶναι ζήτημα· ὅτι πανταχοῦ σήμερον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις φοιτήσεως θεωρεῖται ἡ ἑξαετία, εἶναι πανθομολογούμενον. Εὐτυχῶς ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ ἀνεγνωρίσθη καὶ παρ’ ἡμῖν, δι’ ὃ περιττὴ καθίσταται ἡ εὐρυτέρα αὐτῆς ἀνάπτυξις. Ἡ δευτέρα οὐσιώδης, κατὰ τὴν γνώμην μου, πλημμέλεια τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὁ θεσμὸς τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπέτυχε. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ κατὰ γενικὸν κανόνα δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀποτύχῃ ὁ θεσμὸς τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἀπήρτισαν πρόσωπα ὅλως ξένα πρὸς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ Ἐπίσκοπος ἢ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος βεβαίως δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως ὁ κτηματίας ἢ ὁ ἐπιστήμων ἰατρὸς ἢ δικηγόρος δὲν εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐκφέρωσι γνώμην πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Γυμνασιάρχης ἴσως εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Πρόσωπα λοιπὸν ὅλως ἀναρμόδια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ, τοῦ ἀληθῶς εὐεργετικοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης προέθετο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια καταρτίζονται ὑπὸ προσώπων, οὐ μόνον ἀναρμοδίων πρὸς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’, ὡς ἀπέδειξεν ἡ λυπηρὰ πεῖρα, ἐκ προσώπων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀνηκόντων εἰς τὰς φατρίας. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσιν ἄλλως, ἀφοῦ εἰς συγκρότησιν αὐτῶν συντελοῦσι κατὰ τὰ ⅘ τὰ μᾶλλον φατριαστικὰ σωματεῖα τοῦ τόπου, τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ὅτι πρέπει Συμβούλιόν τι νὰ ῥυθμίζῃ καὶ διοικῇ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καθόλου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ Συμβούλιον ἑνιαῖον καὶ ἀνεξάρτητον κατὰ τὸ ἐφικτόν. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις σήμερον διευθύνεται ὑπὸ 26 Ἐποπτικῶν Συμβουλίων κατὰ 26 διαφόρους τρόπους καὶ κατὰ 26 φατριαστικοὺς τρόπους. Ἀναμφιβόλως ἡ διοίκησις τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει ν’ ἀνατεθῇ καὶ πάλιν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ· ἀναμφιβόλως πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς πρόσωπα ὅλως ξένα τῶν τῆς πολιτικῆς. Καὶ διὰ τοῦτο κατέγεινα, ὅσῃ μοι δύναμις, ἵνα καταρτίσω Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, εἰς ὃ ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις καθόλου τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν αἱ προσπάθειαί μου ἐπέτυχον, θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροποποίησιν, ἡ ὁποία θὰ τείνῃ εἰς τοῦτο κυρίως, εἰς τὸ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς λειτουργοὺς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τὰς ξένας ἐπιδράσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωσταί. Αὗται εἶναι αἱ δύο οὐσιώδεις τροποποιήσεις, ἃς διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου φέρω ἐπὶ τοῦ εὐεργετικοῦ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἐν ἰσχύϊ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως...
§111Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, ποῖοι θ’ ἀποτελῶσι τὸ νέον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον φέρετε;
§112ΣΤΑΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις, ἃς περιεῖχε καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ τὴν 16 Δεκεμβρίου 1896, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὰς ἀναφέρω. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.» Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ἄξιον ἀπορίας, Κύριοι, πῶς ἄνδρες ἱκανοὶ καὶ εἰδικοί, διοικήσαντες τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν διεῖδον, ὅτι ἡ ἀποτυχία τῆς διδασκαλίας ἐν τοῖς σχολείοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης μεθοδικῆς καταρτίσεως τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ὑπάρχει ἐπιστήμη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς θεωρίας νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὴν πρᾶξιν, ἄνευ εἰδικῆς πρὸς τοῦτο σπουδῆς. Εἰς τὸν ἰατρὸν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος, ἐὰν μὴ ἐπέλθῃ ἡ πρακτικὴ αὐτοῦ ἄσκησις· εἰς τὸν δικηγόρον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος, ἐὰν μὴ ἀσκηθῇ πρακτικῶς ἐπὶ διετίαν. Δυστυχῶς μόνον εἰς τὸν λειτουργὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπιτρέπεται παρ’ ἡμῖν, ἵνα ἐξασκήσῃ τὸ ὕψιστον τῶν ἐπαγγελμάτων, κατ’ ἐμὲ δέ, καὶ τὸ δυσχερέστατον πάντων, διότι πρόκειται περὶ μορφώσεως πνεύματος καὶ ψυχῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς παιδαγωγικῆς προπαιδείας. Τοῦτο δὲ μόνον ἐν Ἑλλάδι γίγνεται· οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ἐπιτρέπεται ἡ ἐξάσκησις τοῦ διδασκαλικοῦ ἐπαγγέλματος, ἄνευ προπαιδείας εἰδικῆς πρὸς τοῦτο. Τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον καταρτίζει φιλολόγους, καταρτίζει ἐπιστήμονας, ἀλλὰ βεβαίως δὲν καταρτίζει διδασκάλους. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει διεῖδεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1878, καὶ ἵδρυσε τὸ πρῶτον Διδασκαλεῖον ἐν Ἀθήναις, εἰς τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ὀφείλεται ἡ ἀνύψωσις, ἡ βελτίωσις καὶ ἡ τελειοποίησις, πρὸς ἣν μικρὸν κατὰ μικρὸν βαίνομεν, τοῦ προσωπικοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἄνευ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν κατὰ τὸ 1878, ματαίως θὰ ἠγωνιζόμεθα, ὅπως βελτιώσωμεν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ προγραμμάτων καὶ νομοσχεδίων...
§113ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τότε, κύριε Ὑπουργέ;
§114ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης, ἔχων γενικὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων τὸν ἀοίδιμον Πετρίδην. Ὅ,τι ἐγένετο διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀκριβῶς αὐτὸ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Δὲν θὰ ἐπιτρέπηται τοῦ λοιποῦ ν’ ἀναλάβωσι θέσιν δημοσίαν οἱ ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου ἐξερχόμενοι, πρὶν ἢ ἐκμάθωσι τὴν μεγάλην ἐπιστήμην τοῦ διδάσκειν. Ἐγὼ, Κύριοι, δι’ ἰδίας καὶ ἐπιμόνου μελέτης, εὐτυχήσας νὰ εὕρω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ποσὸν 233,052 δραχμῶν ἀδιάθετον ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς Διάταγμα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, τῆς 8 Μαΐου 1880, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγόρευσε πᾶσαν δαπάνην ἐκ τῶν τόκων τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, ἵν’ ἀναχαιτίσῃ τὴν ἄσκοπον καὶ ἄστοργον χρῆσιν τῶν ἱερῶν τούτων χρημάτων, διέθεσα τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ἀποστολὴν ἐξ μὲν διδακτόρων τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς εἰς τὴν πεφημισμένην Σχολὴν τῶν Παρισίων, τὴν École Normale Supérieure, τὸ ἀνώτερον Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξέρχονται οἱ καθηγηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐν Γαλλίᾳ, πρὸς ἐκμάθησιν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης, καὶ ἰδίᾳ τῆς παιδευτικῆς καθόλου μεθόδου, ἐξ δ’ ἑτέρων τοιούτων πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς μαθήματα ἐμπορικὰ καὶ βιοτεχνικά. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς κ. Παναγιωτόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶχεν ἔλθει εἰς προκαταρκτικὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας δὲ τῆς ἐμῆς ἐπετεύχθη ἡ ἔγκρισις ἐκ μέρους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως περὶ εἰσαγωγῆς νέων διδακτόρων τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ ἀνώτερον τῆς Γαλλίας Διδασκαλεῖον, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς εἰσέρχονται οἱ Γάλλοι ὑπήκοοι, τιμὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐξαιρετικὴ, δι’ ὃ ἔσπευσα νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς Σχολῆς κ. Ὡμόλλ, ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ μεσάζον πρόσωπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετύχομεν τοῦ εὐεργετήματος τούτου. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐπανόδου ἐκ τοῦ ἀνωτέρου Διδασκαλείου τῆς Γαλλίας τῶν ἡμετέρων διδακτόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσι καὶ ὡς διευθυνταὶ καὶ καθηγηταὶ τοῦ νέου Διδασκαλείου καὶ τῶν ἄλλων εἰδικῶν Σχολῶν, πρέπει νὰ ἀνεχώμεθα τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ συντελῶμεν καὶ ἡμεῖς, οἱ τὰ πράγματα ἐκ πείρας γινώσκοντες, εἰς τὴν περαιτέρω αὐτῆς διαφθοράν; Βεβαίως οὐχί. Εὐτυχῶς ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν εἰδικοὶ παιδαγωγοί, ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δυνάμενοι νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἱδρύεται ἑπομένως ἐν Ἀθήναις Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι οἱ διδάκτορες καὶ προλύται τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ οἱ προλύται τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, οἱ βουλόμενοι ν’ ἀναλάβωσι δημοσίαν θέσιν, νὰ φοιτῶσιν ἐπὶ ἓν ἔτος, μετὰ τὸ πέρας τοῦ ὁποίου θὰ ὑποστῶσι δοκιμασίαν, καὶ ἐὰν ἐπιτύχωσι, θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀναλάβωσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Δὲν νομίζω δίκαιον νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους ἢ προϋπηρετήσαντας ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις. Παρέχεται εἰς τούτους οὐ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐν τῷ Διδασκαλείῳ φοιτήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποστῶσι τὴν δοκιμασίαν ἄνευ φοιτήσεως πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ διπλώματος. Ὑπάρχουσι δὲ τοιοῦτοί τινες ἄριστα κατηρτισμένοι, δυνάμενοι νὰ ὑποστῶσιν ἐπιτυχῶς τὴν δοκιμασίαν, ἐὰν μάλιστα τύχωσιν εἰδικῆς τινος προπαιδείας. Εἰς περισσοτέρας λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιφυλάττομαι νὰ εἰσέλθω κατὰ τὴν συζήτησιν. Τελευταῖον νομοσχέδιον περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλω τὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Συνέταξα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τ’ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος οὗτος ἔφερε διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ὡς ἔχουσι σήμερον, Κύριοι, τὰ καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσητε βελτίωσιν τῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι γνωστὰ τοῖς πᾶσι τὰ λαμβάνοντα χώραν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μ’ ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ ἐξεύρω τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν· φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι πάντες ὑμεῖς, ἄνευ ἐξαιρέσεως, καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ σήμερον ἡ ὑπηρεσία βελτίωσιν τῶν τοῦ προσωπικοῦ, ἐν ὅσῳ ἡ τύχη αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐλαχίστην πνοὴν κομματικοῦ ἀνέμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσητε βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐν ὅσῳ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας τῆς Ἑλλάδος εἶναι δυνατὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ σφενδονισθῇ εἰς τὴν ἑτέραν ὁ οἰκογενειάρχης καὶ ὁ ἱκανὸς ὑπάλληλος, ἤ, ἔτι χεῖρον, νὰ στερηθῇ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Τὸ κακὸν τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, θεραπεύεται διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Συνιστᾶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνώτερον Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὰ καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύοντα. Ἐννοεῖται, ὅτι παρ’ ἡμῶν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ ἄλλαι διάφοροι συνθῆκαι τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως συνεπτύχθησαν τὰ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὅσον εἶναι δυνατόν. Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον θ’ ἀπαρτίζηται ἐκ 5 προσώπων. Ἡ στρατολογία τῶν προσώπων τούτων δὲν εἶναι εὐχερής. Ἐζητήσαμεν νὰ στρατολογήσωμεν ἀπὸ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπὸ τοὺς γενικοὺς γραμματεῖς καὶ τμηματάρχας τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τοὺς γυμνασιάρχας καὶ τοὺς διευθυντὰς τῶν Διδασκαλείων. Ἀλλ’ ἡ ἀκτὶς τοῦ κύκλου τούτου εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε θὰ ἦτο κίνδυνος, μὴ τυχὸν δὲν εὕρωμεν τὰ κατάλληλα πρόσωπα πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο ἐτέθη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται καὶ διαπρεπὴς λόγιος νὰ διορισθῇ μέλος τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, λόγιος ὅμως, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος νὰ μὴ δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ...
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ περὶ τούτου;
§116ΣΤΑΗΣ. Ἡ αὐτὴ ἀπορία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἐπὶ πολὺ ἀπησχόλησε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἐγένετο σκέψις ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ τῶν Σχολῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου νὰ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν.
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, τί γίνεται ἐν Γαλλίᾳ.
§118ΣΤΑΗΣ. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, διὰ πολλοὺς λόγους. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι, ἂν ἀνατεθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ διαπρεποῦς λογίου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἡ ἐκλογὴ θὰ ἐξασφαλισθῇ, κατὰ τὸ δυνατόν· ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος αὕτη πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠτιολογημένως πρέπει νὰ δημοσιεύηται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὰς λεπτομερείας ὅμως ταύτας θὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν τοῦτο Συμβούλιον ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τῶν 26 Ἐποπτικῶν Συμβουλίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα καταργοῦνται διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν τοῦτο Συμβούλιον εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητον· ἡ θητεία αὐτοῦ διαρκεῖ ἐπὶ πενταετίαν, καθ’ ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Τελευταῖον ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ περὶ ἐξετάσεων ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ὁ τίτλος μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἀρκεῖ νὰ πείσῃ πάντα περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῆς νομοθετήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη τῇ ὑποδείξει τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Αἱ ἐξετάσεις αἱ εἰσιτήριοι κανονίζονται μόνον γραπταὶ, διότι τὸ πλῆθος τῶν φοιτητῶν εἶναι τοσοῦτον, ὥστε δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ ἐξέτασις καὶ γραπτῶς καὶ προφορικῶς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περιέχεται διάταξις, δι’ ἧς τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεως ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ εἶναι πέντε συναπτὰ, μετὰ τοῦ διπλώματος ὅμως θὰ χορηγῆται καὶ ἡ ἰατρικὴ ἄδεια. Αἱ διατάξεις αὗται θὰ ἰσχύσωσι διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ἀπὸ τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1901. Καίτοι, Κύριοι, μόλις τέσσαρες μῆνες συνεπληρώθησαν, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τούτοις ἐξεπλάγην ἐκ τῆς μελέτης διαφόρων ὑποθέσεων, ἀναγομένων εἰς τὰς Μονὰς τοῦ Κράτους. Ἡ διασπάθησις τῆς μεγάλης ταύτης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἡ ἀκηδία τῶν ἐντεταλμένων τὴν φρούρησιν τῆς περιουσίας ταύτης, ἡ ὁποία, κατὰ μετριωτάτους ὑπολογισμοὺς, ἀνέρχεται εἰς 60,000,000 δραχμὰς καὶ πλέον, ἡ μείωσις τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι ὑποχρεωμένος, ὡς ἁπλοῦς θεατὴς, νὰ παρατηρῇ, διότι δυστυχῶς, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως καὶ διαχειρίσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν, διότι ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ διαχείρισις ἀνήκει εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν δημολογιστὴν αὐτοῦ, δημολογιστὴν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι οὔτε κἂν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἀλλ’ ἀμείβεται ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν Μονῶν. Μία φωνή. Ἔχει τὰ τυχηρά του!
§119ΣΤΑΗΣ. Ταῦτα εἶναι, Κύριοι, τὰ πορίσματα τῆς μικρᾶς μελέτης μου. Εἰς τοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς τῶν Μονῶν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέρχονται εἰς 2,500,000 δραχ. περίπου. Ἔχω πρόχειρον τὸν τελευταῖον πίνακα, τὸν δημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὸ ἔτος 1900. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 τὰ ἔσοδα τῶν Μονῶν προϋπελογίσθησαν εἰς 2,368,503, κατὰ τὸ 1897 εἰς 2,298,437, κατὰ τὸ 1898 εἰς 2,200,000 καὶ κατὰ τὸ 1899 εἰς δραχ. 2,157,000. Παρατηρεῖτε ὅτι ἡ κλῖμαξ εἶναι φθίνουσα. Ἀπέναντι δὲ τῶν εἰσοδημάτων τούτων τῶν 2,500,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν ἐσόδων, ἔχομεν ἐτησίας δαπάνας 1,500,000, κατ’ αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν Μονῶν, ἤτοι πλεόνασμα ἐτήσιον ἐξ 1,000,000 περίπου. Ἀλλ’ οὐ μόνον περίσσευμα δὲν ὑπάρχει ἐτήσιον, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τακτικὸν ἔλλειμμα, καὶ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἐξαναγκάζονται πολλάκις αἱ Μοναὶ νὰ καταβάλλωσιν ἐξ ἀντιτίμου προερχομένου ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινήτων αὐτῶν κτήσεων, πολλαὶ δὲ Μοναὶ, οὐ μόνον τοὺς φόρους αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ καταβάλλωσιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἀσήμαντον εἰσφορὰν τοῦ θείου κηρύγματος καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ ὃ ἀναγκάζονται νὰ ἐκποιῶσι κτήματα αὐτῶν. Δικαίως δὲ τὴν 19 Ἰανουαρίου 1894 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος διεμαρτυρήθη ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ ἀπαλλοτριώσει τῶν κτημάτων τῶν ἱερῶν Μονῶν δι’ ἐντονωτάτου ἐγγράφου αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ διαμαρτυρία ἐκείνη, περὶ ἧς ἔγραψε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κύριος Λεβίδης φυλλάδιον, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ὑπάρχουν Μοναὶ, Κύριοι, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα δὲν εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Ἡ Μονὴ Πεντέλης ἔχει 164,603 δραχμὰς ἐτήσιον εἰσόδημα φαινομενικῶς, πραγματικῶς δὲ ἴσως ἄνω τῶν 200,000 δραχμῶν. Ὅλον τὸ ἐτήσιον τοῦτο εἰσόδημα, τὸ κολοσσιαῖον, διασπαθίζεται ἐτησίως. Ἡ Μονὴ Πετράκη ἔχει 113,128 δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα, καὶ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο δαπανᾶται ὑπὲρ 16 μοναχῶν καὶ 6 δοκίμων, τοὐλάχιστον φαινομενικῶς! Ἡ Μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ ἔχει 51,000 ἐτήσιον εἰσόδημα, ἡ Μονὴ Προφήτου Ἠλιοῦ 62,000, ἡ Μονὴ τῶν Ταξιαρχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου 1,290,000. Καὶ ἐν τούτοις ἐξαναγκάζονται ἐνίοτε νὰ ἐκποιῶσι κτήματα, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὑτῶν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ γινώσκων τὰ τοιαῦτα διαπράττει ἔγκλημα, μὴ ζητῶν τὴν συνδρομὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἵνα ἐπέλθῃ τέλος πάντων θεραπεία τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Εἶναι βεβαιωμένον, Κύριοι, ὅτι συνετὴ διαχείρισις τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν θέλει ἀποδώσει ἐτησίως τοὐλάχιστον πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ ἀποτυχία δὲ τῆς διοικήσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἀνετέθη αὕτη εἰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ διοικητικὰς ἀρχὰς, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ θίξω οὐδὲ κατὰ κεραίαν τὰ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Μοναστηριακῶν Συμβουλίων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, νὰ περιορίσω τὴν διαχειριστικὴν αὑτῶν δικαιοδοσίαν εἰς μόνα τὰ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς καὶ ταῖς συμπληρωματικαῖς πιστώσεσιν ἀναγραφόμενα. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ διαχείρισις τῶν μεγάλων τούτων περιουσιῶν ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπείαν, τῆς ὁποίας πρόεδρος εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, μέλη δὲ ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Βασιλικὸς αὑτῆς Ἐπίτροπος, εἷς Ἀρεοπαγίτης, ὁ καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ Νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ ἐπιτροπεία εἶναι δεκαμελής· ὅ,τι ἐξέχον ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, περιέχεται ἐν αὐτῇ, οὐ μόνον δὲ ἐξέχον ὑπὸ τὴν ἔποψιν θέσεως, ἀλλὰ καὶ εἰδικότητος, διότι ὑπάρχει ἐν αὐτῇ ὁ καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ὁ Νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ Μητροπολίτης, ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ ἓν τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου...
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ τίνα τίθεται αὐτὴ ἡ ἐπιτροπεία;
§121ΣΤΑΗΣ. Ὑπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ πρόεδρος αὐτῆς.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται· εἶναι οὕτω ἐλέγχων καὶ ἐλεγχόμενος.
§123ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Τὸ κύριον ἔργον τῆς ἐπιτροπείας ταύτης εἶναι ὁ ὁριστικὸς καταρτισμὸς τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Μονῶν. Τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια θὰ συντάσσωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτῶν, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, τοὺς ὁποίους θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένα νὰ μεταβιβάζωσιν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον καὶ τὸν Νομάρχην, οὗτοι δὲ ἐντὸς 15 ἡμερῶν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ ἐπιτροπεία ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως κονδυλίων, οὐχὶ δὲ προσθέσεως τοιούτων, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιβεβλημέναι διὰ νόμων ἢ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων. Ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἐκ τῆς καταλλήλου διαχειρίσεως τῶν μεγάλων αὐτῶν περιουσιῶν θὰ μείνῃ σπουδαῖον περίσσευμα, ὅπερ θὰ κατατίθηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ θέλει ἀπαρτίσει τὸ Ταμεῖον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Σκοπὸς τοῦ Ταμείου τούτου θὰ ᾖναι ἡ ἀποκλειστικὴ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκ τοῦ Ταμείου τούτου θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ μισθοδοτηθῇ ὁ Κλῆρος τῆς Ἑλλάδος, καὶ τότε θὰ ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ ἡ Πολιτεία τὴν μόρφωσιν ἀληθοῦς Κλήρου. Ἄλλη τροποποίησις, φερομένη διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι αἱ Μοναὶ τοῦ λοιποῦ θὰ ὑπερασπίζωνται ὡς καὶ τὸ Δημόσιον. Αἱ δίκαι τῶν Μονῶν, ὡς πάντες γινώσκετε, πολλαπλασιάζονται, διαιωνίζονται, φέρουν σπουδαίας δαπάνας εἰς τὰς Μονὰς, καὶ ἐπὶ τέλους, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἀπόλλυνται. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνατίθεται ἡ ὑπεράσπισις τῶν Μονῶν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
§124ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§125ΣΤΑΗΣ. Αἱ Μοναὶ θὰ δωσιδικῶσιν ἐν Ἀθήναις, ὡς καὶ τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ προσωρινῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ γίνωνται ἐνώπιον τῶν κατὰ τόπους Εἰρηνοδικῶν. Κατεβλήθη, Κύριοι, πᾶσα φροντὶς, ἵνα μὴ τὸ καθεστὼς θιγῇ, οὔτε μεταβληθῇ, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον, διὰ τοῦτο δὲ περιελήφθη καὶ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἐφαρμόζονται διὰ τὰς Μονὰς τὰς διατελούσας μέχρι τοῦδε ὑπὸ ἰδιόρρυθμον διοίκησιν· εἶναι δὲ τοιαῦται ἱκαναί...
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως πίνακα τῶν Μονῶν τῶν ὑπὸ ἰδιόρρυθμον διοίκησιν;
§127ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο ἐζητήθη ἤδη καὶ παρ’ ἄλλου Βουλευτοῦ, καὶ ὑπεσχέθην, ὅτι πρὸ τῆς συζητήσεως θέλω καταθέσει πίνακα τῶν εἰς ἐμὲ γνωστῶν. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προσπαθεῖ νὰ καταρτίσῃ τακτικοὺς πίνακας πολλῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ ἐμὲ, οὐδὲ ὑμᾶς νὰ εὐχαριστήσῃ. Βασανίζομαι ἐπὶ 40 ἡμέρας, ἵνα καταρτίσω πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσας ὑποθέσεις ἔχει ἑκάστη Μονὴ ἀναθέσει εἰς διαφόρους δικηγόρους, πόσας ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις, τοῖς Ἐφετείοις καὶ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐπὶ τέλους τίνες εἶναι οἱ δικηγόροι τῶν Μονῶν, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσα. Ἐπὶ τέλους ἀπέστειλα εἰδικὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν Μονὴν Πετράκη, ἵνα μάθῃ, ποῖαι ἦσαν αἱ δαπάναι τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τῶν δικηγορικῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τὸ 1899. Μετὰ δυσχερείας δ’ ἔμαθον, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὑπὸ τῆς Μονῆς Πετράκη εἰς δικηγορικὰ δικαιώματα 6,988 δραχμαὶ, καὶ εἰς δικαστικὰ ἔξοδα 2,518, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 9,506. Τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενα ἔξοδα καὶ αἱ καθόλου δαπάναι πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν 170 Μονῶν τοῦ Κράτους θ’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τὸ δαπανώμενον σήμερον ὑπὸ τριῶν μόνον Μονῶν χάριν δικηγορικῶν ἀποζημιώσεων καὶ δικαστικῶν ἐξόδων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ συμπέρασμα ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀντὶ πάσης ἄλλης εὐρυτέρας αὐτοῦ ἀναπτύξεως (ἀναγινώσκει): «Συγκεφαλαιῶν προσθέτω, ὅτι προέχοντες σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι: Τελεία ἀποχὴ πάσης μεταβολῆς, θιγούσης τὴν ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν τῶν Μοναστηριακῶν Συμβουλίων καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, περιφρούρησις καὶ διάσωσις πασῶν τῶν Μονῶν ἀπὸ τῆς ἀναποφεύκτου διαλύσεως, ἣν ἡ προϊοῦσα καταστροφὴ τῶν περιουσιῶν αὐτῶν ἀναγκαίως ἤθελε μικρὸν κατὰ μικρὸν προκαλέσει, καὶ ἐν τέλει ἵδρυσις, ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν προσόδων αὐτῶν, καὶ οὐχὶ, οὐδὲ κατὰ λεπτὸν, διὰ περικοπῆς τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἄνετον αὐτῶν συντήρησιν πόρων, Ταμείου κατ’ ἀλήθειαν Ἐκκλησιαστικοῦ, τοῦ ὁποίου οἱ πόροι θέλουσι διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, πρώτης ἀνάγκης θεραπευομένης, ὡς εἴρηται, τῆς μορφώσεως καὶ μισθώσεως ἐνοριακοῦ Κλήρου ἀξίου τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, ἀναζωπυρήσεως καὶ καλλιεργείας τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν παρὰ τῷ λαῷ, ὧν ἄνευ αὐταὶ τῆς κοινωνίας αἱ βάσεις διασαλεύονται καὶ ὑποχωροῦσιν.» Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θίγει συμφέροντα πολλαπλᾶ καὶ πολυποίκιλα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θὰ γεννήσῃ, ἐὰν ἤδη δὲν ἐγέννησεν, ἀντιδράσεις· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος, ἵνα διασώσῃ τὴν μεγάλην περιουσίαν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ πορισθῇ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὁμολογουμένως θὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τῆς Ἐκκλησίας, θέλει ψηφίσει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τροποποιοῦσα αὐτό, ὡς ἤθελε νομίσει ὀρθότερον. Διότι ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἐπαγγέλλομαι οὔτε τὸν σοφὸν, οὔτε τὸν ἀναμορφωτὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας. Μικρὰ πεῖρα καὶ ἔτι μικροτέρα μελέτη, ἣν αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις ἐπέτρεψαν, μὲ ἔπεισαν, ὅτι πρὸς ἔναρξιν βελτιώσεως τῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῶσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ μικροῦ νὰ ἀναπτύξω. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν δικαίῳ, θὰ ἦμαι εὐτυχὴς, διότι καὶ ἐγὼ θέλω χορηγήσει πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς Πολιτείας τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 11–15).
§129Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ νομοσχέδια θὰ ὑποστῶσι τὴν αὐτὴν τύχην, ἣν ὑπέστησαν καὶ ἐκεῖνα τοῦ προκατόχου του· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μ’ ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι Ὑπουργὸς, ὅστις εἰς χρονικὸν διάστημα τεσσάρων μόλις μηνῶν δὲν ἄφησε λίθον ἐπὶ λίθου εἰς τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδια πρὸς βελτίωσιν δῆθεν τῆς Παιδείας. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ σήμερον τὰ νομοσχέδιά του, ἵνα φέρω μαζύ μου σημειώσεις τινὰς, ἐξ ὧν θὰ ἔβλεπεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ματαίως θ’ ἀνεζήτει τις εἰς τὸ παρελθὸν τολμήματα παραπλήσια πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπετόλμησεν ὁ τετράμηνος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κατὰ τοῦ κλάδου, ὃν ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ διευθύνῃ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, προκειμένου μόνον περὶ τῶν Πατρῶν, ἡ διαγωγὴ τοῦ κυρίου τούτου Ὑπουργοῦ ὑπῆρξε τόσον ἔκνομος καὶ τόσον ἔκτροπος, ὥστε προεκάλεσεν οὐ μόνον τὴν ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν βδελυγμίαν τῆς κοινωνίας. Ἔπαυε τοὺς καθηγητὰς τὴν μίαν ἑβδομάδα, ἵνα τοὺς ξαναδιορίσῃ τὴν ἄλλην. Προῆγε τοὺς καθηγητὰς εἰς γυμνασιάρχας, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τοὺς ὑπεβίβαζε πάλιν εἰς καθηγητάς. Μετέθετε σχολάρχας, καὶ κατόπιν τοὺς ἔπαυεν. Ὑπεβίβαζε καθηγητὰς εἰς σχολάρχας, καὶ ἐν γένει ἐνήργει ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀσέμνους καὶ ἀκόσμους μετακινήσεις καὶ μεταβολὰς, εἰς τρόπον ὥστε πολλοὶ, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὰ γιγνόμενα, ἀπέδιδον αὐτὰ εἰς λίαν ταπεινὰς ἀφορμὰς, ἀφ’ ὧν ὡρμῶντο ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσηγοῦντο τὰς ἀθρόας ταύτας καὶ ἀπρεπεῖς μεταβολάς. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ δώσω πίστιν εἰς διαδόσεις τοιαύτας, αἵτινες δυστυχῶς καὶ δι’ ἐντύπου καὶ ἐνυπογράφου δημοσιεύματος ἐκυκλοφόρησαν, ἀλλὰ διὰ τούτου θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν ἕνας Ὑπουργὸς ἐν ἐλαφρᾷ συνειδήσει προβαίνῃ εἰς ἀπροκάλυπτον καὶ σκανδαλώδη παραβίασιν τῶν κανόνων τῆς εὐπρεπείας, ἐκθέτει κατ’ ἀναπόφευκτον συνέπειαν ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν ἐννοεῖ τὰ πάντα νὰ θυσιάσῃ εἰς τὸν βωμὸν τοῦ φατριασμοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι, ἵνα ἐν μιᾷ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων ἐκθέσω ἐν λεπτομερείᾳ καὶ κατ’ ὄνομα τὰς ἐνεργηθείσας μεταβολὰς καὶ ἀναστατώσεις, ὁπότε θὰ πεισθῶσι πάντες, ὅτι οὐδεμίαν λέγω ὑπερβολήν.
§130ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ προλάβῃ ὁ ἐκ Πατρῶν κ. Βουλευτὴς νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν ἐποιήσατο μνείαν, διότι ἐγὼ αὐτὸς μετά τινας ἡμέρας, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῶν πράξεών μου ὡς Ὑπουργοῦ· θ’ ἀποδείξω δὲ, ὅτι οὐδέποτε κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως διέπραξεν ὀλιγωτέρας μεταβολὰς εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων —διότι περὶ τῶν μεταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν πρόκειται, ἀφοῦ αὗται ἐκτελοῦνται ὑποχρεωτικῶς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, δυνάμει τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου,—οὐδέποτε, λέγω, Ὑπουργὸς διέπραξεν ὀλιγωτέρας μεταβολὰς τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ἐνεργηθεισῶν ἐν ἴσῳ χρονικῷ διαστήματι. Ἑπτακοσίας εἴκοσιν ἐν ὅλῳ μεταβολὰς ἐνήργησα. Μεταθέσεις, διορισμοὶ, ἀπολύσεις, καὶ πάλιν μεταθέσεις, ἀπολύσεις καὶ διορισμοὶ περιέχονται εἰς τὸν ῥηθέντα ἀριθμόν. Ἠναγκάσθην δὲ νὰ ἐνεργήσω βραδύτερον τὰς μεταβολὰς—ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐγένοντο πολλαὶ διπλαῖ—διότι ἐκάλεσα ἐνταῦθα 256 διδάκτορας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα ἐκγυμνασθῶσιν εἰς ὑποδειγματικὴν διδασκαλίαν. Ἐκ τῶν 256 τούτων διδακτόρων τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς βεβαιῶ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, ὅτι μόνον 4 ἀπελύθησαν. Ἐγὼ δὲ μόνος γινώσκω, διὰ ποίων ἀγώνων ἐπετεύχθη ἡ μὴ ἀπόλυσις περισσοτέρων. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι, ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ σώσητε τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, περιορίσατε διὰ νόμων τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, μὴ ζητεῖτε δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ πράγματα ὑπεράνθρωπα. Ἐνθυμοῦμαι τοῦ μακαρίτου Πετρίδου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ τόσα ἔψαλλον διὰ τὰς ἀπείρους διδασκαλικὰς μεταβολὰς, ὁ ὁποῖος κατ’ ἰδίαν ἐν ἰδιαιτέρῳ δωματίῳ, παρακειμένῳ τῷ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, δικαιολογούμενος, μοὶ ἔλεγε: «Τί ἐπιθυμεῖτε; Νὰ διαλύσω ἐγὼ τὴν πλειοψηφίαν;» (θόρυβος).
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαψεύδω, ὅτι ὁ μακαρίτης Πετρίδης σᾶς εἶπε τοιοῦτό τι.
§132ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ διαψεύσητε, κύριε Βουλευτὰ, διότι δύνανται νὰ διαψεύδουν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ στοιχεῖα πρὸς τοῦτο, ὑμεῖς δὲ δὲν ἔχετε τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ἀφοῦ δὲν παρευρέθητε εἰς τὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου λεχθέντα. Δὲν εἶπον δὲ ταῦτα, ἵνα κατηγορήσω τοῦ ἀειμνήστου Πετρίδου, ὁ ὁποῖος ἔπραξεν ὅσα ἔπραξεν, ἵνα σώσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅπερ καὶ πράγματι κατώρθωσε. Μὴ κρυπτώμεθα, Κύριοι, ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας. Ἡ ἀνόρθωσις τῶν κακῶς κειμένων δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἢ μόνον διὰ νόμων περιοριστικῶν τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ (θόρυβος).
§133Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τῶν ἠθῶν. Διὰ τῶν νόμων δὲν θὰ κατορθώσητε τίποτε, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἤθη.
§134ΣΤΑΗΣ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ στιγμῇ δὲν μορφοῦνται τὰ ἤθη. Καὶ σεῖς, ἐὰν ἦσθε Ὑπουργὸς,...
§135ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην, βεβαίως θὰ ἔπλαττον ἄλλα ἤθη, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ χαραχθῇ νέα ὁδὸς πρὸς πραγματικὴν βελτίωσιν. (Διάλογοι).
§136ΣΤΑΗΣ. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ θὰ λογοδοτήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πράξεών μου, ὡς Ὑπουργοῦ. Ἐλπίζω δὲ ν’ ἀπαντήσω διὰ πραγμάτων, καὶ ὄχι διὰ λέξεων, καὶ εἰς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μὲ διέκοψαν.
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξελέγξω τὰς πράξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην· μετὰ πολλῆς μου εὐχαριστήσεως ἤκουσα αὐτοῦ, ὅτε πρὸ ὀλίγου ὡμίλει ἐνταῦθα, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ φέρῃ τὸν ἀπολογισμὸν τῶν πράξεών του, καὶ ὅταν ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τότε θὰ λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ ὑμᾶς, καὶ νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ, ὄχι ὅ,τι τῷ εἶπεν ὁ μακαρίτης Πετρίδης, ἡ ἀλήθεια τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ βεβαιωθῇ, ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῇ ζωῇ, ἀλλ’ ὅ,τι εἶπον ἐγὼ πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην (δεικνύει τὸ ἀριστερὸν τοῦ βήματος) κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· διότι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τιμῶ ἰδιαζόντως καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς φίλον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Μοὶ εἶπε λοιπὸν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι αὐτὸς ἤθελε μείνει ἄκαμπτος καὶ ἀνένδοτος, καὶ δὲν θὰ τῷ ἦτο δυνατὸν νὰ καμφθῇ οὔτε ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ὁλοκλήρου. Καὶ ὀφείλω, ὡς Τριπολίτης, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ὄντως διένειμε μετὰ μεγάλης δικαιοσύνης τὸ διδασκαλικὸν κρέας, ὄχι κατ’ ἄτομον, οὔτε κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ κατὰ δράμιον, μεταξὺ τῶν δύο Ἀγάδων τῆς ἐπαρχίας μου, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὅταν φέρῃ τὸν ἀπολογισμόν του ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι διώριζε σχολάρχας καὶ καθηγητὰς ἔχοντας θέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων τοὺς ἀπέλυε μετὰ τὸν διορισμόν των εἰς τὴν νέαν θέσιν, καὶ οὕτως ἐπί τινα χρόνον αὐτοὶ κατεῖχον δύο θέσεις. Τοιαῦτα διατάγματα θέλετε ἴδει ἄπειρα. Πρέπει νὰ μάθητε ἓν καὶ μόνον, κύριοι Βουλευταί, — καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας. — Ἐγγίζομεν εἰς τὸν Δεκέμβριον, καὶ τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Πελοποννήσου στερεῖται καθηγητοῦ τῶν Μαθηματικῶν, διότι οἱ δύο Ἀγάδες τῆς Τριπόλεως δὲν συμφωνοῦσι ποῖος θὰ λάβῃ τὸ κρέας αὐτὸ τοῦ καθηγητοῦ τῶν Μαθηματικῶν· ἐγγίζομεν εἰς τὸν Δεκέμβριον, καὶ τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Πελοποννήσου στερεῖται καθηγητοῦ τῶν Φυσικῶν καὶ διδασκάλου τῶν τεχνικῶν μαθημάτων. Καὶ εἶναι Διδασκαλεῖον τοῦτο; Καὶ εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδια περὶ πρακτικῆς διδασκαλίας, ἐνῷ ἔχομεν Διδασκαλεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Κράτος, καὶ δὲν συνεπληρώθη εἰσέτι, λήγοντος τοῦ Νοεμβρίου, τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ! Ὁ λόγος εἶναι, διότι ὁ κ. Βάρβογλης καὶ ὁ κ. Ζέγγελης δὲν συμφωνοῦσι περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ διορίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ἐπὶ πρωτοβουλίᾳ τῶν πράξεών του καὶ λόγων του διακρινόμενος ὡς ἄτομον, ἀλλὰ κύπτων καὶ ἕρπων πρὸ τοῦ ἐλαχίστου Βουλευτοῦ ὡς Ὑπουργός. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ συμπληρώσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Διδασκαλείου ὁ κ. Ὑπουργός, δυσαρεστουμένου τοῦ κ. Ζέγγελη ἢ τοῦ κ. Βάρβογλη; Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ Διδασκαλεῖον, τοῦ Δεκεμβρίου ἐγγίζοντος, μένει ἄνευ καθηγητοῦ τῶν Μαθηματικῶν καὶ ἄνευ διδασκάλου τῶν τεχνικῶν μαθημάτων. Εἴχομεν, Κύριοι, μέχρι τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν Τριπόλει δύο πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα ἑξατάξια, οἱ ἐκ τοῦ ἑνὸς δὲ τούτων ἀπολυόμενοι μαθηταὶ κατετάσσοντο, οὐχὶ ἐν τῇ πρώτῃ τάξει τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐν τῷ Σχολαρχείῳ, καὶ διεκρίνοντο μεταξὺ τῶν συμμαθητῶν των. Εἰς τὸ ἕτερον δημοτικὸν σχολεῖον, τὸ Πρότυπον τοῦ Διδασκαλείου, σχολεῖον ἑξατάξιον, ἐνεγράφησαν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐν τῇ ἕκτῃ τάξει ἀρκετοὶ μαθηταί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ δύο Ἀγάδες τῆς ἐπαρχίας, ἣν καὶ ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω, δὲν συμφωνοῦσι περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ διδασκάλου τῆς ἕκτης τάξεως, διέλυσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἕκτην τάξιν τοῦ Προτύπου, καὶ τὴν διέλυσε πότε; ὅτε εἶχε παρέλθει ὁ χρόνος τῆς ἐγγραφῆς τῶν μαθητῶν παρὰ τοῖς ἄλλοις Ἑλληνικοῖς σχολείοις, καὶ οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι περιέρχονται τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγυιὰς τῆς Τριπόλεως, καὶ θλίβονται οἱ γονεῖς των, διότι οὔτε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον τοὺς δέχονται, οὔτε διδάσκαλον διορίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ Πρότυπον τοῦ Διδασκαλείου, καὶ τοῦτο διότι δὲν δίδουσιν εἰς αὐτὸν τὴν ἄδειαν ὁ κ. Βάρβογλης καὶ ὁ κ. Ζέγγελης. Τέλος πάντων διορίσατε οἷον θέλετε καθηγητὴν τῶν Μαθηματικῶν, διορίσατε διδασκάλους τῶν τεχνικῶν μαθημάτων οἵους θέλετε ἐν τῷ Διδασκαλείῳ, διορίσατε ὅντινα θέλετε διδάσκαλον ἐν τῇ ἕκτῃ τάξει τοῦ Προτύπου, ἀλλὰ δόσατε τὰ μέσα εἰς τοὺς παῖδας τῆς Τριπόλεως καὶ τῆς Πελοποννήσου νὰ μάθωσι γράμματα.
§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογουμένως δὲν ὑπάρχει καθηγητὴς τῶν Φυσικῶν καὶ τῶν Μαθηματικῶν ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς Τριπόλεως, διότι παρῃτήθη ὁ πρώην τοιοῦτος ἕνεκα νόσου, μὴ ἐπιτρεπούσης αὐτῷ τὴν διδασκαλίαν. Ἀσχολοῦμαι δὲ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ἁρμοδίου καθηγητοῦ, ὅπως διορίσω αὐτὸν εἰς τὴν κενὴν ταύτην θέσιν. Ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς ἕκτης τάξεως τοῦ Προτύπου, δὲν πρέπει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ αἰτιᾶται ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου, προτάσει τοῦ ὁποίου διελύθη ἡ τάξις, ἐλλείψει μαθητῶν.
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δόσατε τὴν ἄδειαν νὰ ἐγγραφῶσιν οἱ μαθηταὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα.
§140ΣΤΑΗΣ. Ἄλλο ζήτημα. Ζητήσατε τὴν ἄδειαν ταύτην ἁρμοδίως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα λάβητε τὴν κατάλληλον ἀπάντησιν, ἀλλὰ μὴ λέγετε ἀνακριβείας εἰς τὴν Βουλήν.
§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι εἶναι αὗται;
§142ΣΤΑΗΣ. Ἐκεῖναι, περὶ ὧν ὡμιλήσατε.
§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίσατε ποῖαι εἶναι αἱ ἀνακρίβειαι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνακρίβειαι.
§144Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μεταξὺ ἄλλων καὶ ὅτι πρέπει διὰ νόμων νὰ περιφρουρήσωμεν τοὺς δημοσίους ἐν γένει ὑπαλλήλους κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς τῆς πλειονοψηφίας. Αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθὸν καὶ σωτήριον· ἀλλὰ πᾶς ἄλλος θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ, πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Καὶ δὲν μοὶ λέγει, παρακαλῶ, ὁ κ. Ὑπουργός, εἰς τί τοῦ ἐχρησίμευσεν ὁ νόμος ὁ ἐξασφαλίζων τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν κατὰ τῶν μεταθέσεων διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους; Ἀπὸ τῆς πέμπτης Αὐγούστου μέχρι τῆς λήξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἀπαγορεύονται κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν αἱ μεταθέσεις, καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεβίασε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραβιάζῃ τὸν ἐν λόγῳ νόμον κατὰ τρόπον ἐμβάλλοντα καὶ τοὺς μᾶλλον αἰσιοδόξους εἰς ζωηρὰς ἀνησυχίας περὶ τῆς τηρήσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἀτυχοῦς ταύτης χώρας. Θέλετε δὲ νὰ μάθητε καὶ κατὰ τίνα μέθοδον τελεῖται ἡ παραβίασις; Ἰδοὺ αὐτή. Δύο εἶναι οἱ ἐν χρήσει τρόποι. Ἢ ἀπολύεται ἐκεῖνος ποῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν διορίζεται εἰς τὸ μέρος, ὅπου θέλουν νὰ τὸν μεταθέσουν, ἢ ἀναφέρουν εἰς τὸ διάταγμα ψευδῶς, ὅτι ἡ μετάθεσις γίνεται τῇ αἰτήσει τοῦ μετατιθεμένου· ἂν δὲ τολμήσῃ ὁ δυστυχὴς καθηγητὴς ἢ διδάσκαλος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς αἰτήσεως, τότε λαμβάνει τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἀπολύεται. Αὐτὰ, μάλιστα, Κύριοι, αὐτὰ κάμνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ σήμερον ἀκόμη, καὶ ἔπειτα ἔχει τὴν τόλμην νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδια καὶ νὰ ὁμιλῇ περὶ νόμων, αὐτός, ὅστις τόσον ἀνευλαβὴς καὶ τόσον ἀσεβὴς καταδεικνύεται καὶ ἀπέναντι τῶν νόμων καὶ ἀπέναντι τῆς δημοσίας ἠθικῆς!
§145Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καίτοι κεκμηκυῖαν τὴν Βουλήν, θὰ παραλέσω νὰ δεχθῇ νὰ ὑποβάλω τέσσαρα νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, μεταρρυθμιζομένων τῶν περὶ ἐκτελέσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ἐπιψήφισιν ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως ἡ Βουλή, πανταχόθεν δὲ συνιστᾶται ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ. Τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ αὐτοῦ, ἐκπληρῶν, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ξενοφῶντος Ψαρρᾶ, μεθ’ οὗ συνειργάσθην. Τοῦτο πληροῖ πάσας τὰς ἀνωμαλίας τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, συντέμνει τὰς προθεσμίας, καθιεροῖ τύπους ὀλιγωτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ νῦν ἡ Δικονομία, καθιστᾷ ὀλιγοδαπανωτέραν τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπιτρέπει εἰς ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον κατεκυρώθη τὸ κτῆμα, διὰ μόνης τῆς κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος. Ἐλπίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ πληρωθῇ οὐσιώδης ἀνάγκη τῆς ἐγγείου κτήσεως. Ἐὰν σήμερον δίδονται τόσον σπανίως τὰ κεφάλαια εἰς τὴν ἔγγειον κτῆσιν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ κυριωτέρα τῶν αἰτιῶν εἶναι ἡ περὶ ἐκτελέσεως νομοθεσία, διότι αὕτη δίδει χώραν, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, νὰ ὑπόκηνται οἱ δανεισταὶ εἰς ἐνστάσεις ἀπείρους, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τέλος, καὶ ἂν μετὰ μακρὸν δικαστικὸν ἀγῶνα κατορθώσῃ ὁ δανειστὴς νὰ λάβῃ τίτλον τινὰ, δὲν δύναται νὰ τὸν ἐκτελέσῃ. Ὅλα ταῦτα λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, νομίζω ὅτι κατεπειγόντως θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην αὐτοῦ.
§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης;
§148ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ μεγαλειτέρα ἐπιτροπή, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως συστήσῃ τοιαύτην ἐκ τῶν ἐμπειροτέρων ἐν τῇ Βουλῇ νομομαθῶν, ἀνεξαρτήτως μερίδων, εἰς ἃς οὗτοι θ’ ἀνήκωσιν. Ἡ κατάστασις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν κυρίως, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ διαχείρισις τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ εἶπε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου λίαν ὀρθῶς, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡ δικαστικὴ, ἡ ἰσχύουσα παρ’ ἡμῖν, ἀποτελοῦσα πλέον ἀρχαιολογικὸν ἀντικείμενον, εἶναι τῳόντι ἡ τροχοπέδη, εἰς ἣν περιπλέκεται ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἶναι ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως ὅλων τῶν δικαστικῶν νόμων. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τούτου. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀτυχῶς ὁ καιρὸς ὁ ἀπαιτούμενος εἰς τὴν Βουλήν. Πέρυσιν ὑπέβαλον πολλὰ νομοσχέδια δικαστικά, ἐξ ὧν κατώρθωσα ἑνὸς καὶ μόνου, τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, νὰ ἐπιτύχω τὴν ψήφισιν. Ἀλλὰ μένουσιν ἐκκρεμῆ τὸ περὶ προσόντων, τὸ περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ κλπ., νεκρὰ εἰς τὸ γραφεῖον τῶν ἐπιτροπῶν. Τὸ νομοσχέδιον δ’ ἐκεῖνο περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐπέτυχε πληρέστατα, διότι δὲν εἴδετε οὔτε τὴν δημοσίαν πίστιν καταστραφεῖσαν, οὔτε τὴν ἐμπορικὴν, ὡς ἠπειλεῖτο ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, γενομένου νόμου, ἐσώθησαν ἑκατοντάδες συμπολιτῶν σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς εὐγνωμονοῦσι. Δεύτερον νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσάγω, εἶναι ἐκεῖνο, δι’ οὗ καθιεροῦται τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διαρκοῦντος τοῦ δικαστικοῦ ἔτους.
§149Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι ἐπὶ ἕν, ἐπὶ τρία ἔτη πρέπει.
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ γείνωσι τύραννοι οἱ δικασταί.
§151ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ γείνωσι τύραννοι, τὸ νομοσχέδιον ἠκολούθησε μέσην ὁδόν· διότι μόνον διαρκοῦντος τοῦ δικαστικοῦ ἔτους καθιεροῦται ἡ μονιμότης, καὶ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις.
§152Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων;
§153ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τῶν εἰρηνοδικῶν, πρωτοδικῶν, Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων καὶ Πρωτοδικείων. Τρίτον νομοσχέδιον ὑποβάλω περὶ ὀργανισμοῦ τῶν ἱδρυομένων γυναικείων φυλακῶν. Τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν γνωρίζετε πάντες, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀσφαλῶς, ὅτι γυναικείας φυλακὰς δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ φύλαξις τῶν γυναικείων φυλακῶν καὶ ἡ ἐπιτήρησις αὐτῶν ἀνατίθεται εἰς γυναῖκας μισθοδοτουμένας πρὸς 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐν αἷς πολλάκις συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ἐνοίκιον τῶν φυλακῶν. Γυναικείας φυλακὰς δὲν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, αἱ γυναῖκες δὲ, αἱ ἀποτίουσαι τὴν ποινὴν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἶναι ἐλεύθεραι σχεδόν. Ἡ Α. Μεγαλειότης ἡ Βασίλισσα, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ καρδία εἶναι ἀκένωτος πηγὴ φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθοεργιῶν, ἵδρυσε κατάστημα γυναικείων φυλακῶν, τὸ ὁποῖον πληροῖ τοὺς ὅρους τῶν νεωτέρων συστημάτων περὶ φυλακῶν. Τὸ κατάστημα τοῦτο, ἱδρυθὲν παρὰ τὸ Ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ, ἐδώρησεν ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα εἰς τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος. Συνέπεια τῆς δωρεᾶς ταύτης εἶναι, νὰ κανονισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ καταστήματος· τὸ νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ἔχει τὸν σκοπὸν αὐτόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἰς ὃ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ἀφοῦ μάλιστα τὸ κατάστημα εἶναι ἕτοιμον, καὶ περὶ τὰς 10 Ἰανουαρίου 1901 θὰ ἦναι ἱκανὸν νὰ δεχθῇ τὰς καταδίκους ὅλου τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ λοιπὸν, μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης νὰ ἔχει ψηφισθῆ, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ μεταφέρωμεν εἰς αὐτὸ τὰς γυναῖκας τὰς καταδίκους.
§154Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πόσας γυναῖκας χωρεῖ;
§155ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τὰς 80, ὅσαι περίπου εἶναι ὅλαι αἱ κατάδικοι.
§156ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἂν αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτός;
§157ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω ν’ αὐξηθῇ. Τέταρτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ κανονίζον τὰς δαπάνας τῆς στατιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπὸ 15 ἐτῶν ὑπάρχει συνήθεια ν’ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 10,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται κατὰ βούλησιν ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶναι ἀνώμαλον, διότι ἡ πίστωσις αὕτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς οὐδένα νόμον στηρίζεται. Κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ κανονίζονται τὰ περὶ τούτου.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16–19).
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις (ἀναγινώσκει): «1) Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατεσκευάσθησαν εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν οἱ 25 σταθμοὶ, δι’ οὓς ἐχορηγήθη διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ κεφαλαίου 16 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου πίστωσις 150,000 δραχμῶν, ἀναλογοῦσα εἰς 6,000 δραχμὰς δι’ ἕκαστον σταθμόν. 2) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἐκτάκτων λογιστῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀνανεώσεως καὶ διαγραφῆς τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν, κατὰ τὸν περὶ τούτου ΒΧΛΔʹ νόμον τῆς 24 Μαρτίου 1900, πόσους δὲ διώρισε τοιούτους, καὶ ἐπὶ πόσῃ ἀντιμισθίᾳ ἕκαστον. 3) Σχετικῶς πρὸς τὸν ΒΨΛΖʹ νόμον τῆς 10 Ἀπριλίου 1900, παρακαλεῖται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν παρεχωρήθη ἐν Δομοκῷ τὸ ζητηθὲν πρὸς σύστασιν Ὀθωμανικοῦ Νεκροταφείου γήπεδον, πόσης ἦτο ἐκτάσεως, πόσον προσδιωρίσθη τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τίνος ἐπληρώθη. 4) Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνων βάσεων προσδιωρίσθη εἰς 90,000 δραχμὰς τὸ κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωτέον εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν Κερκύρας ποσὸν ἕνεκα τῆς παραδόσεως εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους τῆς ἁλυκῆς Κερκύρας, ὡς διετάχθη διὰ τοῦ ΒΨΒʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1900. 5) Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα χρήματα καὶ κατὰ τίνας ἐποχὰς διέθεσε τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον Κερκύρας ὑπὲρ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου ἢ τοῦ λιμένος Κερκύρας, δυνάμει δὲ τίνος ἀποφάσεως ἢ τίνος πράξεως τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον προέβη εἰς τὰς δεούσας ὑπὲρ τοῦ λιμένος δαπάνας ἢ πρὸς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον χορηγίας. Ὁ ͵ΒΧΝΗʹ νόμος τῆς 27 Μαρτίου 1900, δι’ οὗ ὑπεχρεώθη τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον νὰ χορηγῇ κατ’ ἔτος 30,000 δραχ. εἰς τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον Κερκύρας, ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ἡ χορηγία αὕτη γίγνεται ἀνθ’ ὅσων ὁ δῆμος ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ προσόδων κατὰ περιόδους ἔχει καταβάλει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀποκλειστικῶς ἐπιβαρυνόντων τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Κερκύρας. 6) Παρακαλοῦνται οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν προέβησαν εἰς πράξεις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ͵ΒΧΜʹ νόμου τῆς 15 Ἰουλίου 1899, καὶ τίνας. Ἐζήτησαν παρὰ Κράτους τινὸς ἀξιωματικὸν ἢ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν; Παρὰ τίνος Κράτους; Ποία ἐδόθη ἀπάντησις παρὰ τοῦ Κράτους, πρὸς ὃ ἀπέτειναν τὴν αἴτησιν, καὶ τίς προεβλήθη λόγος τῆς ἀρνήσεως; Ἂν εὗρεν ὑποδοχὴν, διατὶ δὲν ἦλθον ἔτι οἱ ἀλλοδαποὶ ἀξιωματικοὶ, ἢ πότε θέλουσιν ἔλθει; Ἂν τυχὸν προετάθησαν ὅροι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τίνες οἱ προταθέντες ὅροι; Ἂν εἶχον ἐνδειχθῆ παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν οἱ βαθμοὶ τῶν ζητηθέντων ἀξιωματικῶν, τίνες ἦσαν οἱ βαθμοί, οὓς οἱ Ὑπουργοὶ προέβαλον; Ἐπειδὴ δὲ ἀντηλλάγησαν περὶ τούτου ἔγγραφα, παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ καταθέσωσι ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. 7) Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνεγράφη δι’ ἐνοίκιον τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τόσον ποσὸν, ὅσον εἶχε δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1896. Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 εἶχεν ἀναγραφῆ δι’ ἐνοίκιον τῶν ἄλλων προξενικῶν καταστημάτων πίστωσις δραχμῶν 84,840, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε κατορθωθῆ νὰ μὴ δαπανηθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ πίστωσις, εἰμὴ μόνον 75,764.50, ἤτοι ἐπετεύχθη οἰκονομία δρχ. 9,075.41. Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνεγράφη πίστωσις δραχ. 75,000 μόνον, ἐνῷ κατὰ τὴν περὶ ἐνοικίων διάταξιν τοῦ νέου νόμου θέλουσι κατοικεῖ καὶ οἱ Πρόξενοι ἐν τοῖς καταστήμασι, τὰ ὁποῖα θέλουσι χρησιμεύσει ὡς προξενικὰ γραφεῖα, ἑπομένως τὰ μέχρι τοῦδε μεμονωμένα τοιαῦτα θέλουσιν εἶσθαι στενόχωρα, θέλουσι δὲ μισθωθῆ ἄλλα οἰκήματα, εὐρυχωρότερα, καὶ ἑπομένως θέλουσιν αὐξηθῆ τῶν προξενικῶν καταστημάτων τὰ ἐνοίκια.»
§160Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω δύο ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ἡ παράτασις τῆς συνεδριάσεως δὲν δίδει καιρὸν νὰ ἀναπτύξω αὐτὰς διὰ μακρῶν, τὰς ὑποβάλλω συντομώτατα. Ἐν πρώτοις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι «καὶ ἄλλο κάρρο μὲ ξιφολόγχας περιήρχετο σήμερον τὰς ὁδοὺς, πωλοῦν αὐτὰς δημοσίᾳ εἰς τὸ κοινόν». Πόθεν προέρχονται αὐταὶ αἱ ξιφολόγχαι; Εἶναι τοῦ Δημοσίου;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ; Ὁ ἔμπορος:
§162Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πῶς ἐπιτρέπεται αὐτό;
§163ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι ἀπὸ τὰ ὅπλα τοῦ πολέμου.
§164Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, καὶ φρονῶ ὅτι καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς τὸ αὐτὸ συμβαίνει, ὅτι πολλαὶ ἔκτροποι πράξεις καὶ παραλείψεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων κατορθώνεται νὰ μὴ ὑποπίπτωσιν εἰς τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Καὶ ἐνῷ γνωρίζω τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου ἐπέτρεπον εἰς ἐμαυτὸν νὰ κάμνῃ τὴν ἀφελῆ σκέψιν, ὅτι, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ ἔλθωσιν εἰς γνῶσιν ἄμεσον τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ὄντως ἀποδεδειγμέναι ἔκτροποι πράξεις δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι ἤθελον σπεύσει νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθ’ ἑαυτοὺς, τιμωροῦντες τοὺς ὑπαλλήλους, ἐὰν ἦναι ἔνοχοι, ἄλλως ἱκανοποιοῦντες καὶ ἀμείβοντες αὐτούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα μὲ διέψευσαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μὲ διαψεύδωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἀφέλειά μου νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀναχρονισμός. Διότι, ἐνῷ ἀπὸ τριμηνίας σχεδὸν, ἐπισήμως καὶ διὰ τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων Πλημμελειοδικῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ διὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τῆς δημοσιογραφίας, κατηγγέλθησαν πράξεις τινὲς, τῶν ὁποίων καὶ ὁ τίτλος μόνος εἶναι ἀρκετὸς νὰ ἐμποιήσῃ τὴν φρίκην εἰς τὸν ἀναγνώστην, οἷον «ἀστυνόμοι λαθρέμποροι», «ἀστυνομικαὶ ἐκβιάσεις», «δασάρχης ἀπαγωγεὺς», δυστυχῶς οὐδεμία ἐλήφθη μέχρι σήμερον πρόνοια. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, δυστυχῶς εἶναι ἀληθῆ. Καὶ εἶναι μὲν ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι τινὲς τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν σπασμωδικῶς διέταξαν μέτρα τινὰ, ἀλλὰ ταῦτα κατέληξαν εἰς τὸ μηδὲν, ὡς συνήθως. Καὶ ἐνῷ παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος καὶ δὲν γίνεται τίποτε, σήμερον λαμβάνω ἐπιστολὴν, ἐξ ἧς μανθάνω, ὅτι ὁ ἀστυνόμος συνελήφθη ὑπὸ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὀργάνων ὡς λαθρέμπορος, πωλῶν καπνὸν καὶ σιγαρόχαρτον ἐκ λαθρεμπορίας προερχόμενον, καὶ ἐνῷ ὤφειλε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα διακρίνεται διὰ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν ἐπιμέλειαν περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ μὴ παραλείψῃ εὐκαιρίαν τοιαύτην κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, καθ’ οὗ ἐνηργήθη ἀνάκρισις, δι’ ἧς ἀπεκαλύφθη τὸ ἔγκλημα, ἀντὶ, λέγω, νὰ πράξῃ τοῦτο, ὥστε νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἐν λόγῳ λαθρέμπορος ἀστυνομεύων, πρὸς παραδειγματισμόν, οὗτος ἐμερίμνησεν, ὥστε νὰ τοποθετηθῇ πάλιν ὡς ἀστυνόμος ὁ ἔντιμος οὗτος ἀστυνομεύων, ὅστις εἶναι ὁ ὑπενωμοτάρχης Πρωτόπαπας, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἀπὸ δύο ἐτῶν εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας, νομίζω, καὶ ἔκαμε περιουσίαν ὁλόκληρον ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους. Τοῦτο, νομίζω, περιέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου...
§165Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὄχι.
§166ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν σᾶς συμφέρει νὰ τὸ ὁμολογήσητε (θόρυβος). Οὐχ ἧττον κρατήσατε σημείωσιν, καὶ ὅταν τελειώσω, ἔρχεσθε καὶ μὲ ἀνασκευάζετε. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἔκαμε περιουσίαν, πιέζων τοὺς κατοίκους. Καίτοι δὲ ἐπὶ δύο ἔτη ἐγένοντο τ’ ἀπαιτούμενα παράπονα, δυστυχῶς οὐδεμία βελτίωσις ἐπῆλθεν, οὐδεμία θεραπεία. Εἰς τὸ Δασαρχεῖον Εὐρυτανίας, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστὸν, ἂν δὲν ἦναι τὸ μεγαλείτερον, εἶναι ὅμως ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μεγάλα, καίτοι ἐγένοντο αἱ δέουσαι παραστάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι παρεκλήθη ἡ ὑπηρεσία καὶ παρ’ ἐμοῦ προσωπικῶς καὶ παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως ἀποστείλῃ δασάρχην, ἐν τούτοις, δι’ εὐνοήτους λόγους, κατωρθώθη, ὥστε ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη δασάρχης νὰ ἦναι εἷς ὑπενωμοτάρχης. Ἐνῷ δὲ ἐπέμφθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας δασάρχης ἀξιωματικὸς ὕστερον ἀπὸ δύο ἔτη, κατωρθώθη συγχρόνως, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ οὗτος ἐν Εὐρυτανίᾳ ἢ μόνον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἔπειτα νὰ ἐκσφενδονισθῇ ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν εἰς τὸ Γύθειον, διὰ νὰ συλλέξῃ ἐκεῖ βαλανιδόκαρπον, ὡσὰν νὰ μὴ ὑπῆρχον ἄλλοι δασάρχαι, ἢ ἄλλα ὄργανα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ Κράτος! Ὁ ἐκβιαστὴς ἀστυνόμος, Κύριοι, ὁ καὶ ἀξιωματικὸς, ἐπιλαθόμενος τῶν ἰδίων αὑτοῦ καθηκόντων, εἰσεχώρησεν εἰς τὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐξετέλει καθήκοντα Εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ, προβὰς καὶ εἰς ἐκβιάσεις· ὑπεχρέωσεν ἀνθρώπους, συμπολίτας ἀτυχῶς τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Ζώτου, νὰ πληρώσωσι δραχμὰς 600, χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, καὶ οὔτε ἀπόδειξιν κἂν ἔδωσεν εἰς αὐτούς.
§167Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατηγγέλθη;
§168ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κατηγγέλθη ἐπισήμως καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο.
§169ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Πῶς ἐπῆρε τὰς 600 δραχμάς;
§170ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀκούσατε. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, γνωστὸς εἰς πάντας ὑμᾶς, ἔχει κτῆμα ἀκίνητον ἐν Εὐβοίᾳ· τὸ κτῆμα τοῦτο ἐξεμίσθωσε τὸ 1897 εἰς ἕνα ποιμένα, τὸν Α. Κατὰ τὰ ἤθη τῶν ποιμένων, αὐτοὶ λαμβάνουσι καὶ σμίχτας, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ κυρίου τοῦ κτήματος, τοῦ κυρίως ἐκμισθωτοῦ, ὑποχρεοῦνται δὲ μόνον ἀπέναντι τοῦ ὑπεκμισθωτοῦ, ἀπέναντι τοῦ ἀρχιποιμένος, τοῦ τσέλιγκα. Προσέλαβε λοιπὸν ὁ τσέλιγγας Α ἐκεῖ καὶ σμίχτας, οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἐτελείωσεν ὁ χρόνος τῆς μισθώσεώς των, ἐπλήρωσαν εἰς τὸν τσέλιγκαν τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς ἐνοίκιον, παρέλαβον τὰ ζῷά των καὶ ἔφυγον. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶχε λαμβάνειν παρὰ τοῦ ἀρχικοῦ μισθωτοῦ, τοῦ τσέλιγκα, ἐθεώρησε καλὸν νὰ ζητήσῃ πρᾶξιν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν, ὅπως κατάσχῃ τὴν περιουσίαν του, τὴν ὁποίαν πρᾶξιν ὁ Πρόεδρος τῷ παρέσχεν, ὅπως κατάσχῃ τὰ ποίμνια τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν τσέλιγκαν, καὶ ὄχι τὰ ποίμνια τῶν ὑπεκμισθωτῶν. Τὰ πράγματα ὅμως ἤλλαξαν μετὰ πάροδον δύο ἐτῶν. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἀπέστειλεν ἐντεῦθεν, μὲ τὴν πρᾶξιν τοῦ Προέδρου, δικαστικὸν κλητῆρα, ὁ ὁποῖος συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ τσέλιγκα, συνέλαβε τὰ πρόβατα τῶν ὑπενοικιαστῶν, καὶ τῇ συνδρομῇ τοῦ κ. ἀστυνόμου Κτημενίων ἐξεβίασεν αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμήν. Ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ συλλάβῃ τὰ πρόβατα καὶ ἀπειλήσῃ ὅτι θὰ στείλῃ αὐτὰ εἰς τὴν Αὐλίδα, ἐξαναγκάσας οὕτω τοὺς ἀνθρώπους νὰ πληρώσωσι, χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Προσέτι, κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου ἡ ὕπαρξις καπνοῦ λαθραίου, καὶ διετάχθη ὁ ἀστυνόμος Ἀγραίων νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάσχεσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ οὗτος διηυκόλυνε τὸν λαθρέμπορον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸ μὲν Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ οὐκ ὀλίγα, ὁ δὲ λαθρέμπορος νὰ μείνῃ καθαρὸς καὶ ἁγνὸς ὡς περιστερά. Ὁ λαθρέμπορος δὲ αὐτός, δυστυχῶς εἶναι δημοδιδάσκαλος, ἔχει δὲ εἰς τὴν ῥάχιν του δύο καταδικαστικὰς ἀποφάσεις ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καὶ δύο ἄλλας ἐπὶ ζωοκλοπῇ. Ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως...
§171Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον.
§172ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν ὑπάρχει, διότι συνεκροτήθη παρανομώτατα, παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις ἐν Εὐρυτανίᾳ ἐν ὀλίγοις. Ἐγὼ, ἐννοεῖται, δὲν ἀπελπίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, λαβόντες ἤδη ἐπισήμως γνῶσιν τῶν πραγμάτων, θὰ τιμωρήσωσι τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, ἢ, ἂν δὲν θελήσωσι νὰ τοὺς τιμωρήσωσι, τοὐλάχιστον θὰ τοὺς ἀπομακρύνωσιν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς παράδειγμα εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μοὶ λύσῃ μίαν ἀπορίαν. Χθὲς ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ὑπεβλήθη διάταγμα περὶ ἀπολύσεως ἑνὸς Δημάρχου τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι αὐτὸς, ὢν δικαστικὸς κλητὴρ, δὲν παρῃτήθη πρὸ 40 ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, κατὰ τὸν νόμον. Πολὺ θὰ ηὐχαριστούμην, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἔλυε τὴν ἀπορίαν αὐτήν· διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ δικαστικὴ ἀπόφασις, κυροῦσα μίαν ἐκλογὴν, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται πλέον νὰ ἀκυρώσῃ αὐτήν.
§173Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τοὺς κυρίους, οἵτινες ὑπέβαλον ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ δοθῇ μία πληροφορία καὶ νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως παύσωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα γίνονται, καὶ γίνονται ὄχι καθ’ ὅλων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ μόνον κατὰ τῶν πολιτικῶν φίλων τοῦ ἀδελφοῦ μου, καὶ γίνονται ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς κομματάρχας ἐντοπίους. Πολλάκις παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχὴν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, ἀλλὰ δὲν ηὐτύχησα νὰ τύχω τῆς προσοχῆς αὐτοῦ. Ἤδη τολμῶ νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι σήμερον τοὐλάχιστον θὰ δώσῃ προσοχήν· ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος ἐντονώτερον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, καὶ μοὶ γράφει ἀνὴρ, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ γραφόμενα ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀστυνομία, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχουσα τὸν κομματάρχην τοῦ τόπου, εἴς τι χωρίον τοῦ δήμου Ἀριστομένους, ἀπέκλεισε τοὺς φίλους τοὺς ἰδικούς μας, οἵτινες ἐφυγαδεύθησαν ἀπὸ τὸ χωρίον, καὶ τὸ ἀπόσπασμα συνεπλάκη μετὰ τῶν γυναικῶν, καὶ ἐπηκολούθησε λεηλασία τῶν οἰκιῶν, καὶ τὸ πρᾶγμα ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἡ ἐπαρχία, ἣν ἀντιπροσωπεύει ὁ ἀδελφός μου καὶ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἄλλοτε ἐγὼ, εἶναι ἡ ἐπαρχία, ἥτις ἐδίδαξεν ἄλλοτε εἰς τὰ παρεκτρεπόμενα ὄργανα τῆς ἐξουσίας τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τοὺς νόμους τοὺς καθεστηκότας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέλθῃ τιμωρὸς τῶν γενομένων παρεκτροπῶν, δηλῶ εἰς αὐτὴν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν καὶ θέλει λάβει τὸ αὐτὸ δίδαγμα.
§174Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑπὸ χθεσινὴν ἡμερομηνίαν ἔλαβον ἀναφορὰν πολυσέλιδον, ὑπογεγραμμένην παρὰ λίαν ἐντίμων καὶ εὐϋπολήπτων συμπολιτῶν μου, δι’ ἧς καταφαίνεται, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Σύρου ἐξίκετο εἰς σημεῖον, καθ’ ὃ ὄχι μόνον τὴν ταχίστην μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ προσελκύσῃ, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους τὴν προσοχὴν νὰ προκαλέσῃ, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, ὅτι ἡ διασάλευσις τῆς τάξεως εἴς τινα ἐπαρχίαν εἶναι κακίστη ἀρχὴ διὰ τὴν γείτονα τοιαύτην. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσῃ ὅ,τι δυνατὸν καὶ ὅσον τάχιστα. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ ὡρισμένων καὶ ἀναμφισβητήτων γεγονότων, ἅτινα οὐδόλως, δύναταί τις εἰπεῖν, κολακεύουσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διά τε τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων καὶ τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐν συγκρίσει προγενεστέρων Κυβερνήσεων. Οὐδένα λανθάνει τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἡ κρηπὶς παντὸς πεπολιτισμένου ἔθνους, καὶ ἐξ αὐτῆς κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία ἑνὸς τόπου, καὶ δὴ ἐμπορικοῦ, ὅπως ἡ ἐμὴ ἐπαρχία. Ἡ σημερινὴ δύναμις τῆς ἀστυνομίας Ἑρμουπόλεως ἀποτελεῖται ἀπὸ 22 ἀστυφύλακας, ἐξ ἑνὸς ἀστυνόμου καὶ ἑνὸς ὑπαστυνόμου, ἀριθμοῦ ὅλως ἀνεπαρκοῦς διὰ μίαν ἐπαρχίαν ὡς ἡ Ἑρμούπολις, ἀλλὰ καὶ ἥκιστα ἐπιτηροῦντος τὴν φρούρησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἀπηνῶς φορολογουμένων πολιτῶν. Σᾶς ἀριθμῶ, κ. Βουλευταί, ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν τὰ ἐν μιᾷ δεκαπενθημερίᾳ λαβόντα χώραν ἐγκλήματα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καὶ εὐελπίζομαι, ὅτι θὰ μὲ δικαιώσητε διὰ τὴν ἀπασχόλησιν ταύτην. 1) Ὁ Στεφάνου ἢ Ψαρράκος, ἀνερχόμενος εἰς Σῦρον, ἐληστεύθη, ἐν μέσῃ ὁδῷ παρ’ ἀνθρώπων μετημφιεσμένων, ἐσώθη δ’ ὡς ἐκ θαύματος τῶν ὀνύχων τῶν τεράτων αὐτῶν. 2) Ὁ Ἀντώνιος Βαμβακάρης, ἐργολάβος, κατερχόμενος τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, ἐληστεύθη καθ’ ὅμοιον τρόπον. 3) Ὁ Π. Στεφάνου, ὄχι μόνον ἐληστεύθη εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν τὴν ἐπιοῦσαν, ἀλλὰ ζητήσας προστασίαν ἀπό τινα παρατυχόντα ἐνωμοτάρχην, ἔλαβε τὴν περιλάλητον ἀπάντησιν: «μὲ τῆς ὑγείας σου!» 4) Ὁ Ἰταλὸς Χανὲ τὴν αὐτὴν ὑπέστη τύχην, ἀλλ’ ὡς ξένος δὲν ἔσχε τὴν ἐλαφρότητα ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν κ. ἐνωμοτάρχην, ὅπως τῷ ἐπαναλάβῃ τὴν ἰδίαν φράσιν, ἀλλὰ πρὸς τὸν κ. Πρόξενον τῆς Ἰταλίας, ὅστις κατὰ τὸ ἐφικτὸν μεριμνᾷ περὶ τῶν ὑπηκόων των. Κατόπιν τῆς καταστάσεως ταύτης, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀστυνομίαν ταύτην, ἵνα μὴ, ὡς ἤδη δυστυχῶς συμβαίνει, ἀναγκάζωνται οἱ πλεῖστοι τῶν βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων, ὡς ἐπὶ παραδείγματι οἱ κ. κ. Λαγουρὸς, Θανόπουλος καὶ λοιποὶ, νὰ ἔχωσιν ἰδίους φρουροὺς πρὸς φύλαξιν τῶν καταστημάτων των, ὅπερ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδόλως κολακεύει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατιδὼν ὅτι ἡ διασάλευσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας Σύρου ὠφείλετο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀδράνειαν τοῦ κ. ἀστυνόμου, ἔσπευσε νὰ τὸν μεταθέσῃ, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἓν ταξείδιον τοῦ κ. ἀστυνόμου μέχρις Ἀθηνῶν, ἤρκεσεν, ὅπως ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς μετανοήσῃ διὰ τὴν ἄδικον (!) μετάθεσίν του καὶ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς Σῦρον. Χάριν τῶν ἀποκεντρωτικῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἑπομένως τῆς πολεμικῆς του κατὰ τῆς συναλλαγῆς, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω καὶ τὴν ἀκόλουθον ἐνέργειάν του, ἐξ ἧς καταφαίνεται ἀριδήλως, πόσον ἀστόργως διασπαθίζεται ὁ δημόσιος πλοῦτος, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἔχει καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀβολοῦ ἀνάγκην. Ἐν Σύρῳ ὑπάρχει μεγαλοπρεπὲς δημοτικὸν μέγαρον, ὀφειλόμενον εἰς τὸν ἀείμνηστον Δ. Βαφειαδάκην, ὅπερ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐστοίχισε περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὸν δῆμον, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ἦτο ἐγκατεστημένον τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, καὶ, δύναμαι εἰπεῖν, λίαν ἀξιοπρεπῶς, ἀντὶ ἐλαχίστου μηνιαίου ἐνοικίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅμως, δι’ εὐνοήτους λόγους, ἔστερξεν εἰς ἐνοικίασιν ἀστυνομικοῦ καταστήματος ἀντὶ δραχ. 450 μηνιαίως. Πιθανὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἔχῃ ἐναντίας ἰδέας περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων, καὶ τόσον γενναιόδωρος ἐδείχθη· ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῇ, ὅτι ὑπεράνω τῶν κομματικῶν ἀπαιτήσεων καὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἵσταται αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τὸ ἀπαιτοῦν εἴπερ ποτὲ φειδὼ καὶ στοργὴν πρὸς τὸ δημόσιον χρῆμα, σεβασμὸν δὲ πρὸς τὰς δικαίας ἀξιώσεις τοῦ παντοιοτρόπως φορολογουμένου πτωχοῦ λαοῦ.
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ὅλων αὐτῶν παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε ἔγγραφον σημείωσιν, ἰδίως περὶ τοῦ τελευταίου, ἵνα σᾶς φέρω τὴν ἀπάντησιν.
§176Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§177Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν πολυθρύλητον σύμβασιν περὶ τῆς Στυμφαλίας, τὴν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καίτοι δὲ παρῆλθε τοσοῦτος χρόνος ἔκτοτε, οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν πάσχουσιν ὑπὸ τῆς αὐτῆς, εἰμὴ καὶ ὑπὸ μείζονος λειψυδρίας. Καὶ βεβαίως, ὡς βαίνουσι τὰ τοῦ ζητήματος περὶ ἐπαυξήσεως τῶν ὑδάτων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων, θέλει ἐπέλθει τὸ προσεχὲς θέρος, καὶ θέλομεν εὑρίσκεσθαι, ὡς πρὸς τὴν πρόοδον τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐξ οὗ ἀνεχωρήσαμεν, δηλαδὴ ἐν τῇ ἐποχῇ τῆς ὑποβολῆς τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ὅπως ἄρα δώσω ἀφορμὴν εἴς τε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μελετήσωσι καὶ σκεφθῶσι τὰ περὶ τούτου, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω ἔγγραφόν τινα ἐπερώτησιν, μὴ ἀναπτύσσων αὐτὴν, μηδὲ ἐλέγχων τινὰ, ἀλλ’ ἀναμένων νὰ δοθῶσιν αἱ δέουσαι πληροφορίαι, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίσῃ, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ πρὸς τοῦτο κατάλληλος στιγμή. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς ποιοῦσα, μετεπέμψατο ἐνταῦθα τὸν πολὺν τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ κόσμου ὅλου ὑδραυλικὸν κ. Μπέσμαν, ὅστις ἀνέλαβε νὰ διαφωτίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ βελτίονος λύσεως τοῦ ὑδραυλικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Ἐρωτῶ, τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἐσχημάτισε γνώμην τινὰ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μπέσμαν περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων; Καὶ ἐὰν ναὶ, τίς αὕτη; Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς πολυσελίδου τοῦ σοφοῦ αὐτοῦ ὑδραυλικοῦ ἐσχημάτισε γνώμην περὶ λύσεώς τινος τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος, ἐποιήσατο ἔναρξιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης ταύτης; Ἐπίσης, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ παραχωρήσεως πιστώσεως 300,000 δραχμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, διότι καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγνωμοδότησεν ὁ κ. Μπέσμαν ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκθέσει αὐτοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πόσα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, συγχρόνως δὲ καὶ τίνα γνώμην ἐσχημάτισε τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ἐκεῖθεν διοχετεύσεως ὕδατος. Νὰ ὑποβληθῶσι, παρακαλῶ, αἱ μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσαι ἐκθέσεις περὶ τῶν ἐκεῖ ἐργασιῶν, ὡς καὶ αἱ ἀναλύσεις αἱ χημικαὶ τῶν ὑδάτων. Θέλει ἐπαρκέσει ἡ πρὸς τοῦτο χορηγηθεῖσα πίστωσις τῶν δραχ. 300,000; Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ὅλων, κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα πολλὰ ἠκούσαμεν καὶ πολλὰ ἐγράφησαν περὶ εὑρέσεως ὑδάτων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν. Πρωίαν δέ τινα ἐξυπνήσαντες, ἠσθάνθημεν χαρὰν μεγάλην, διότι ἐμάθομεν, ὅτι πρὸς ἀναψυχὴν ἴσως περιοδεία τις τοῦ κ. Νομάρχου Ἀττικῆς πρὸς τὰ μέρη τῆς Βάρης συνετέλεσεν, ὅπως πηγαὶ ὕδατος εὑρεθῶσι καὶ κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὕδωρ. Ἐπειδὴ ὅμως πολλὰ περὶ τούτου καὶ μετὰ πολλῆς πλατύτητος ἐγράφησαν, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἔχουσι σπουδαιότητά τινα τὰ περὶ ὕδατος ἐν τῇ περιφερείᾳ Βάρης γραφέντα, καὶ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκεῖ ἐργασιῶν, καὶ τί δι’ αὐτὰ ἐδαπανήθη;» Παρακαλῶ δὲ νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αἱ περὶ τούτου ἐκθέσεις, ὡς καὶ ἡ χημικὴ ἀνάλυσις τοῦ ὕδατος. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ σημείωμα, ἐμφαῖνον τὴν ποσότητα τοῦ ἐν τῇ Δεξαμενῇ τῶν Ἀθηνῶν ὕδατος κατὰ τὸν Ἰούλιον καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1899 ἔτους, καὶ κατὰ Ἰούλιον καὶ Νοέμβριον τοῦ 1900 ἔτους. Ἐπίσης (ἀναγινώσκει): «Τί ἐδαπανήθη ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Δημοτικῆς Ἀρχῆς τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὑτῆς μέχρι τοῦδε, διὰ τὰ ὑδραυλικὰ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἰδίᾳ διὰ μισθώσεις ἢ ἀγορὰς ὑδάτων, δι’ ὑδραυλικὰς μελέτας καὶ ἐρεύνας, δι’ ἐπισκευὰς καὶ κατασκευὰς ὑδραγωγείων, διὰ μισθοὺς ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν, τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων, ἕνεκα τῶν ἐργασιῶν τούτων; — Ταῦτα δὲ πάντα εἰδικῶς καὶ διακεκριμένως. — Τίνα ἔργα ἐξετέλεσεν ἡ ἐνεστῶσα Δημοτικὴ Ἀρχὴ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, αʹ) πρὸς ἀσφαλῆ διατήρησιν καὶ ὑγιεινὴν διοχέτευσιν τοῦ ὑπάρχοντος ὕδατος, καὶ βʹ) πρὸς ἐπαύξησιν αὐτοῦ; Ὑπάρχει σχέδιον τῶν ὑδραγωγείων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν; Ἄν ὑπάρχῃ, νὰ κατατεθῇ ἀντίγραφον αὐτοῦ μετὰ ὑπομνήματος.» Ἐπίσης ὅμως πολὺ ἀπησχόλησε πάντας τοὺς κατοίκους τοῦ Ἄστεως τὸ ἐπ’ ἐσχάτων ἀναφυὲν ζήτημα ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ Ἀθηναίων περὶ προτάσεών τινων τοῦ ἄλλοτε ἀρχιμηχανικοῦ καὶ ὑδραυλικοῦ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου ἡμῶν κ. Πρωτοπαπαδάκη. Περὶ τούτου πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ πολλὰ ἐγράφησαν· διῃρέθησαν δὲ αἱ γνῶμαι εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, «τίνα ἀπόφασιν ἔλαβεν ὁ δῆμος Ἀθηναίων περὶ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος ἐπ’ ἐσχάτων; Καὶ εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰς προτάσεις Πρωτοπαπαδάκη; Πῶς καὶ διατὶ προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην; Καὶ, εἰ δυνατὸν, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ περὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης γνώμην. — Ἐμελετήθησαν, καὶ ἐλήφθη ἀπόφασίς τις περὶ τῶν προτάσεων τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος Σταμάτας κ. Α. Ἠλιοπούλου, ἀναδεχομένου τὴν παροχὴν μεγάλης ποσότητος ὕδατος ἐκ τοῦ κτήματος αὐτοῦ; Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ, καὶ νὰ δοθῇ, εἰ δυνατὸν, πᾶσα σχετικὴ πληροφορία.» Καὶ τελευταῖον ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, «πῶς σκέπτεται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ λύσῃ τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων». Εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας βεβαίως δὲν ζητῶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ δοθῶσιν ἀπαντήσεις· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν δυνηθῇ, θέλει ἀπαντήσει εἰς ἁπάσας, ἢ εἰς ὅσας εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἀπαντήσω. Ἐπειδὴ ὅμως μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσί τινες, ἔχουσαι ἀνάγκην πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ ἀντληθῶσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀναβάλλω τὴν ἀπάντησιν· θέλω δὲ ἀπαντήσει ὅταν λάβω τὰς πληροφορίας. Θέλω δὲ προσαγάγει καὶ πᾶσαν πληροφορίαν σχετιζομένην πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ ἀπάντησις, ἡ σχετιζομένη πρὸς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ δῆμος Ἀθηναίων, θέλῃ βραδύνει. Ὅπως δήποτε ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, ἴσως αὔριον ἢ τὴν Δευτέραν, θέλω δώσει ἀπάντησιν εἰς ὅλα.
§179ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, χθὲς σᾶς παρεκάλεσα περὶ τῆς ἀστυνομίας Νάξου. Σήμερον ἔρχομαι, κατ’ ἀπαίτησιν τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ἀποσταλῇ ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, διότι ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας, μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου, διοικεῖται ἀπὸ ἕνα ὑπενωμοτάρχην Εὐσταθιάδην, ἀδελφὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου τοῦ εἰς τὴν ἀστυνομίαν Τραγαίας διατελοῦντος, ὁ ὁποῖος κατηγγέλθη ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι συμβαίνει· ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδίδει διαταγὰς αὐστηρὰς περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, ὁ ἐνωμοτάρχης Εὐσταθιάδης ἀκούσατε τί γράφει πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον (ἀναγινώσκει): «Σᾶς ἀποστέλλω ἄνω τῆς ἡμισείας ὀκᾶς καπνόν, κατὰ τὴν κατάσχεσιν τοῦ ὁποίου δὲν τὸν ἐζυγίσαμεν, ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπὸ σύγχισίν του, ἀντὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἶναι 300 δράμια, μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι μία ὀκᾶ, καὶ τόσον ἔχομεν εἰς τὸ πρωτόκολλον, καὶ συγγνώμην, διότι ὁ καπνὸς εἶναι ἐλλιπής. Σᾶς παρακαλῶ δέ, πρὶν ἐκδώσητε καμμίαν ἀπόφασιν, περιμένετέ με μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ’ποῦ θὰ ἔλθω κάτω, νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἱερέως, ὅστις τυγχάνει πολὺ φίλος μας». Δηλαδή: «μὴ ἐκδόσητε καμμίαν ἀπόφασιν, διότι εἶναι φίλος τοῦ κόμματος».
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὰ γράφει;
§181ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ ἐνωμοτάρχης πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον. Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολή του ἡ πρωτότυπος. Λοιπὸν εἶναι νὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ; Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, εἰς ὅ,τι ἔχετε ἱερόν, νὰ τὸν μεταθέσητε, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα, ὅτε τὰ μανθάνω, βεβαίως.
§183Δ. ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Πῶς ἦλθεν εἰς χεῖράς σας αὐτὴ ἡ ἐπιστολή;
§184ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς.
§185Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Μὴ ζητεῖς ἀπαντήσεις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι θὰ δώσω ἐγὼ αὐτὰς τὰς ἀπαντήσεις. Ὡμίλησεν ὁ κύριος συνάδελφος περὶ τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐνωμοτάρχου Τραγαίας, ὡς δῆθεν κατασχόντος ἡμίσειαν ἢ μίαν ὀκᾶν καπνοῦ, καὶ ἀποστείλαντος αὐτὸν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Νάξου, καὶ δι’ ἐπιστολῆς συστήσαντος τὸν κατηγορούμενον Ἰωάννην Μανικλῆν, ἱερέα οἰκονόμον, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐξεδικάσθη τελευταῖον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Σύρου, τὸ δὲ Πλημμελειοδικεῖον Σύρου, ὡς παρέστησαν πάντες οἱ Βουλευταὶ Κυκλάδων εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι πολὺ αὐστηρόν, καὶ δὴ ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δι’ ἓν κυτίον σπίρτων κατεδίκασε κατηγορούμενον καφεπώλην τινὰ ἐκ Σύρου εἰς τριετῆ φυλάκισιν καὶ εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ δύο ἔτη. Ὁ καπνός, περὶ οὗ πρόκειται, προήρχετο ἐκ ναυαγήσαντος εἰς θέσιν Ἁγιὰν τῆς Νάξου πλοίου. Κἄποιος παρέδωκεν εἰς τὸν εἰρημένον ἔντιμον καὶ σεβαστὸν ἱερέα Ἰωάννην Μανικλῆν εἰς τεμάχιον χάρτου περιτετυλιγμένον καπνόν, ἡμίσειαν περίπου ὀκᾶν. Γενομένης γενικῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης ὑπό τε τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ ἀστυνόμου Τραγαίας πρὸς ἀνακάλυψιν κλαπέντων ναυαγίων, ὁ ἱερεὺς ἀπέδωκε τὸν εὑρεθέντα παρ’ αὐτῷ καπνὸν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην, ὅστις συνέταξε πρωτόκολλον κατασχέσεως, καὶ τὸ ἀπέστειλεν εἰς τὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκόμενος Ξύδης, ὅστις δὲν ἐπέβαλεν αὐτῷ καμμίαν ποινήν, ἣν ἐπέβαλεν ὁ διάδοχός του. Ἐν τούτοις ὁ εἰρημένος ἱερεὺς κατηγγέλθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ πρὸ ἑνὸς περίπου μηνὸς ἐδικάσθη ἐν Σύρῳ καὶ ἠθωώθη παμψηφεὶ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, διότι ἀπεδείχθη παρ’ ὅλων τῶν μαρτύρων καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως κατασχέσεως, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀθῷος, καὶ ὅτι ὁ καπνὸς δὲν προήρχετο ἐκ λαθρεμπορίου, ἀλλ’ ἐκ ναυαγήσαντος πλοίου. Ἡ δὲ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Μυκώνιος, εἶναι πλαστή, γραφεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐφόρου, τοῦ καταχραστοῦ Ξύδη, κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς δι’ ὁμοίας πράξεις, καὶ ἀπολυθέντος τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ δὲ ἐνωμοτάρχης Εὐσταθιάδης, ὁ ὁποῖος ἐστάλη εἰς τὴν ἀστυνομίαν Τραγαίας πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, καὶ ὑπηρέτησε καὶ προηγουμένως, εἶναι ὁ μόνος ἐνεργῶν θρησκευτικώτατα τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, καθ’ οὗ οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη. Παρουσιάσθη μίαν φορὰν εἷς καταγγείλας αὐτὸν τότε, ἀλλὰ διατί; διότι δὲν ἤθελε νὰ γείνῃ ὄργανον τοῦ κ. Μυκωνίου, ὡς ἐγίνοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἶχεν ἀστυνόμον τὸν ἀξιωματικὸν Καρελᾶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔγραφεν ὁ κ. Μυκώνιος: «τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα νὰ φυλακίζῃς καὶ δέρῃς, τὸν δεῖνα δὲ καὶ δεῖνα ν’ ἀφίνῃς ἐλευθέρους!» Ἀναχωρῶν δ’ ἐκ τῆς Νάξου ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ἐπεδείκνυε τὰς ἐπιστολὰς, καὶ ἐγὼ τοῦ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ κάμνῃ χρῆσιν αὐτῶν, ἀλλ’ ὤφειλεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ζητήσῃ μετάθεσιν, ἢ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσῃ τὸν εἰρημένον Καρελᾶν νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐπιστολὰς τοῦ κυρίου Μυκωνίου, διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, τίνα ὄργανα εἶχεν ὁ κύριος Μυκώνιος, καὶ τίνα ἐννοεῖ καὶ σήμερον νὰ ἦναι.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτὰ, κύριε Βουλευτά. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γράψῃ οὕτω εἷς Βουλευτής.
§187ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀφῆστε, κύριε Πρόεδρε, καὶ θὰ τὸν φτειάσω ἐγὼ (γέλωτες).
§188ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ Καρελᾶς, ὁ ὁποῖος ἐστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Μαυρομιχάλη τότε, διετάχθη νὰ φύγῃ ἐκ τῆς Τραγαίας, νὰ μείνῃ δὲ εἰς τὴν πόλιν. Αὐτὸς ἀνεγίνωσκε τὰς ἐπιστολὰς δημοσίᾳ, καὶ τότε ἐγὼ τοῦ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν: «Διατί, ἀφοῦ εἶσαι ἀξιωματικός, δὲν περιεφρόνησες τοιαύτας ἐπιστολὰς, παρὰ ἔρχεσαι σήμερον καὶ αἰτιᾶσαι, ὅτι ὁ ἰσχυρὸς τῆς ἡμέρας Μυκώνιος ἔκαμεν αὐτὸ καὶ αὐτό;» Κατηγγέλθησαν δὲ τότε ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖ, οὐχὶ ὑπὸ φίλων μου ἀλλ’ ὑπὸ φίλων τοῦ κ. Μυκωνίου. Τίς τῶν ὑπαλλήλων σήμερον κατηγγέλθη, πλὴν τοῦ ἐφόρου Ξύδη καὶ τοῦ γραμματέως αὐτοῦ διὰ πλαστογραφίαν, λόγῳ παρανόμου φορολογίας ἑνὸς ἐντίμου καπνεμπόρου, ὀνόματι Ν. Τσίκνα, ὃν ἐζημίωσαν πλέον τῶν 2,000 δραχμῶν; Ἀνέφερεν ὁ κ. Μυκώνιος, ὅτι κατηγγέλθη ὁ ἐνωμοτάρχης Εὐσταθιάδης ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ὅτι δῆθεν ἐπλαστογράφησεν ἀποδεικτικὸν ἀστυνομικῆς διατάξεως χάριν φίλων του, ἵν’ ἀποφύγωσι τὰς συνεπείας. Ἡ ἐφημερὶς «Πρωΐα» ἔγραφε, τῇ εἰσηγήσει βεβαίως τοῦ κ. Μυκωνίου, καὶ τὸ πιστεύει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι μετετέθησαν ἐκ Τραγαίας ἓξ εἰρηνοδίκαι, διότι δὲν ἐγένοντο ὄργανά μου. Θέλω νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ ἂν ἔτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτας πληροφορίας τοῦ ἔδωκε· διότι ἄλλοι μὲν τῶν μετατεθέντων προὐκάλεσαν αὐτοὶ τὴν μετάθεσίν των, εἷς δὲ τούτων ἔπαθε διανοητικῶς, καὶ ἐπαύθη.
§189ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρει ὁ Ὑπουργός;
§190Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Περὶ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής;
§191ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Εἶναι πλαστή. Ἐπινοήματα αὐτοῦ καὶ τῆς συντροφίας αὐτοῦ.
§192ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Συντρόφους ἐγὼ δὲν ἔχω. Σὺ τὴν ἔχεις τὴν συντροφίαν. (Θόρυβος καὶ γέλως ἐξ ἀριστερῶν).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§194ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅσους ὑπαλλήλους διώρισες, εἶναι μέσα εἰς τὰς φυλακάς· ἐπιστάται, σμυριδωρύκται, ἔφοροι, εἰρηνοδίκαι, γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων... (Θόρυβος).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Μυκώνιε.
§196ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ κ. Εὐσταθιάδης, καθ’ οὗ οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη, μένει ἐκεῖ, ἐκπληρῶν θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν του· πάντα δὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μυκωνίου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδεικνύονται ἐπισήμως, εἶναι ψεύδη ἀναιδέστατα.
§197ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πολὺ καλά. Κατέβα κάτω, καὶ σὲ διορθώνω! (γέλωτες).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μυκώνιε, δὲν ἁρμόζει.
§199ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· μὲ εἶπε ψεύστην, κύριε Πρόεδρε.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε.
§201ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ εἶπεν ὅτε κατέβη.
§202ΚΡΙΣΠΗΣ. Κατ’ ἰδίαν πρέπει νὰ τὰ λέγητε αὐτά.
§203ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, κύριε Κρίσπη. Κύριοι, ὁ Εὐσταθιάδης ἦτο εἰς τὴν ἀστυνομίαν Τραγαίας πρὸ τοῦ 1895, καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1895 ἔδειξε φατριαστικὴν διαγωγὴν ἐναντίον μου, καίτοι εἶχεν ὑποχρεώσεις πρὸς ἐμέ· ἐδέησε δὲ νὰ ζητήσω τὴν μετάθεσίν του. Ἀλλ’ ἅμα ἦλθε τὸ νῦν Ὑπουργεῖον, ἀμέσως ἐπανῆλθεν οὗτος εἰς Τραγαίαν, καὶ μετετέθη ὁ ἀξιωματικός. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἐμερίμνων ποτὲ δι’ ἀστυνόμον, καὶ δὲν ἐμερίμνων διότι εἶχον πεποίθησιν, ὅτι, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ὑπάγει εἰς Νάξον, πάντοτε θὰ μὲ ἐσέβετο, διότι ἤμην ἀξιωματικός. Ὥστε δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ συνθηκολογήσω μὲ τὸν ἀξιωματικὸν ἢ τὸν ὑπαξιωματικόν. Ὁ κ. Ναυπλιώτης ὅμως, ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσι τὰς παρανόμους ἀξιώσεις τῶν φίλων του, μετέθετεν αὐτούς. Καὶ ὁ φίλος του ἐνωμοτάρχης διευθύνει τὴν ἀστυνομίαν Τραγαίας κατὰ τὰς ὀρέξεις τῶν φίλων τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἔχει δὲ ὁ κ. Ναυπλιώτης τὸν ἀδελφὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου Εὐσταθιάδου ἑλληνοδιδάσκαλον εἰς τὸ Σχολαρχεῖον Τραγαίας, ἕτερον ἀδελφόν του ὑπενωμοτάρχην εἰς τὴν ἀστυνομίαν Νάξου, καὶ τὸν θετόν του δημοδιδάσκαλον, δηλαδὴ ὁλόκληρον τὴν γενεὰν Εὐσταθιάδου! (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Ναυπλιώτου).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ.
§205ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν (θόρυβος).
§206ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ποίους δὲ ὑπαλλήλους ἔφερεν; Ἕνα ἔφορον τυφλόν, ὅστις διὰ νὰ βάλῃ τὴν ὑπογραφήν του, τοῦ ἔθετον μίαν ῥίζαν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἔθετε τὴν χεῖρά του καὶ ὑπέγραφε (γέλωτες). Στέλλει νέον ἔφορον καὶ νέον γραμματέα, οἵτινες συλλαμβάνονται παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Σύρου ὡς πλαστογράφοι τηλεγραφήματος, καὶ εὑρίσκονται ἤδη προφυλακισμένοι...
§207ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Τὸν ἔφορον Ξύδην;
§208ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα... Μεταθέτει τὸν εἰρηνοδίκην Τραγαίας, καὶ ἀφίνει τὸν γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου, διὰ νὰ δικάζῃ κατὰ τὰς ὀρέξεις τῶν φίλων του καὶ τοῦ φίλου του ἐνωμοτάρχου Εὐσταθιάδου, ἐμποδίζων τὴν μετάβασιν παντὸς διοριζομένου εἰρηνοδίκου. Ἐπὶ τέλους ὁ περίφημος οὗτος γραμματεὺς καταγγέλλεται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ δι’ ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις του, συλλαμβάνεται, προφυλακίζεται, καὶ πρόκειται νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ ἐνταῦθα Κακουργιοδικεῖον τὴν 4 προσεχοῦς Δεκεμβρίου. Οἱ φύλακες τῆς σμύριδος τοῦ ὅρμου Μουτσούνας ἥρπασαν 10,000 καντάρια σμύριδος, καὶ ὁ εἷς εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ δὲ ἕτερος φυγοδικεῖ. Ἀφίνω τὸν εἰσπράκτορα Χατζηπέτρον, δραπετεύσαντα μὲ 22,000 δραχμάς, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἔπειτα θέλει νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχει διορίσει τιμίους ὑπαλλήλους, ὡς τὸν ἑαυτόν του! (γέλωτες).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, ἐτελείωσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου.
§210ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς προκύπτει, ὅτι προτείνεται ἡ ἔγκρισις δαπάνης 610,080 δραχμῶν διὰ τὰ τρία κεφάλαια, τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα: Κεφάλαιον «Ἀποζημιώσεως Βουλευτῶν». Κεφάλαιον «Ἔξοδα Γραφείου Βουλῆς». Κεφάλαιον «Ἔξοδα Βιβλιοθήκης Βουλῆς». Ἐν δὲ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους προτείνεται νὰ ψηφίσωμεν μόνον δραχμὰς 578,620 διὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἐντεῦθεν προκύπτει διαφορὰ μεταξὺ τῶν 610,080 καὶ τῶν 578,620 δραχμῶν 31,460. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδέχεται τὴν διαφορὰν ταύτην;
§211Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶχον λάβει καιρὸν νὰ ἀναγνώσω τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ Ἐπιτροπή. Πρὸ ὀλίγου ἐπληροφορήθην, ὅτι ἀναγράφεται ὡς ἀποζημίωσις ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν τὸ ποσὸν δραχμῶν 2,000, ἀντὶ τῶν 1800, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφοντο ἄλλοτε. Ἔσπευσα, νομίζων ὅτι δὲν εἶχε τυπωθῆ, νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν συντάξασαν τὸν προϋπολογισμὸν Ἐπιτροπὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ ἢ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἀποζημίωσις μείζων τῶν δραχ. 1800, καθόσον τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐγκρίνετε τοῦτο; Ἂν δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐγκρίνει τοῦτο, θέλω καταβῆ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ θετικὴν γνώμην καὶ διστάζῃ ν’ ἀποφανθῇ, τότε θὰ κρατήσω τὸ βῆμα ἐπὶ πολλὴν ὥραν.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν τὸ ἀποδέχεται.
§214ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§215ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶμαι μέλος τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν πότε συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος· ἡ μειοψηφία δὲν προσεκλήθη. Εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν παρατηρῶ, ὅτι ἀνεγράφησαν ἔξοδα 610,080 δραχμῶν, ἐνῷ πέρυσιν ἦσαν 537,290· ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 46,800 διὰ τὸ περιπλέον τῶν 2000 διὰ τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἔχομεν ὑπέρβασιν 25,990. Πόθεν προέκυψεν αὕτη; Προέρχεται ἐκ στολῶν κλητήρων, 2000· πέρυσιν ἦτο 800 δραχμαί. Νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ πληρώνωμεν τοὺς κλητῆρας καὶ νὰ τοὺς ἐνδύωμεν κατὰ πᾶν ἑξάμηνον. Φωτισμὸς 3000, ἐνῷ εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον ἦσαν 2000· χάρτης ἐκτυπώσεως 2000, ἐνῷ πέρυσιν ἦσαν 1000· γραφικὴ ὕλη 2000, ἐνῷ πέρυσι ἦσαν 300 δραχμαί· δετικὰ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν 1500, ἐνῷ πέρυσι ἦσαν 500· θέρμανσις, πέρυσι 250 δραχμαί, τώρα 700.
§216ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Σύνοδος πέρυσι συνῆλθε καλοκαῖρι.
§217ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τότε πῶς ἔβαλαν θέρμανσιν;
§218ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τύπους.
§219ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τέλος πάντων, ποῦ εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἐξωδεύθη; Πέρυσιν ἦσαν 3 στενογράφοι πρώτης τάξεως, ἐφέτος τέσσαρες. Ἔχομεν καὶ δύο δοκίμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν πέρυσι.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν φυτώριον, διὰ νὰ ἀναπληρῶμεν τοὺς ἀποχωροῦντας. Ὡς πρὸς τοὺς στενογράφους, καταργεῖται εἷς τῆς τρίτης τάξεως.
§221ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Βιβλιοθήκην. Ἔχομεν αὔξησιν μισθοδοσίας τοῦ ἐπιμελητοῦ ἀπὸ 170 εἰς 240 ἄνευ νόμου. Αὔξησιν δι’ ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὑπαλλήλων 840 δραχμάς. Ἀγορὰν βιβλίων 4000. Ἐὰν κατ’ ἔτος ἠγοράζομεν τόσα βιβλία, ὅσην πίστωσιν δίδομεν, θὰ εἴχομεν γεμᾶτα ὅλα τὰ δωμάτια ἀπὸ βιβλία. Τέλος βλέπω παντοῦ αὔξησιν. Φαίνεται ὅτι ἐνοήσαμεν, ὅτι ἔχομεν πλεόνασμα, καὶ πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἰσολογισμόν.
§222ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριοι Βουλευταὶ, ὡς τέως ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἐφορίαν εἰσήχθησαν ἐκ δωρεῶν 2100 τόμοι, καὶ ἐξ ἀγορᾶς 800 τόμοι, περιλαμβανομένων καὶ τῶν περιοδικῶν καὶ τῶν ξένων ἐφημερίδων. Μεταξὺ τῶν πρώτων δωρητῶν εἶναι ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, ὅστις ἐδωρήσατο τὴν ἔκθεσιν Αὑτοῦ. Δεύτερος ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἐδώρησε τόμους 1338, πολυτελῶς δεδεμένους, περιέχοντας τὰ πρακτικὰ τῶν Βουλῶν...
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέλλονται τοιαῦτα ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη.
§224ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν τοιαύτας δωρεὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλήρεις. Τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ καὶ ἐδάφιον ἔνατον κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου, δὲν ἐδαπανήθη ἐπὶ ματαίῳ, ὡς ἐφοβεῖτο τότε ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπᾶνος, διότι ἐγένετο ἔναρξις τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ καταλόγου τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξετυπώθη τὸ πρῶτον τεῦχος, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ περιοδικά. Εἶναι ἑτοίμη ἐργασία πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου τῶν βιβλίων τῶν νομικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ὁ νῦν ἔφορος κ. Κανάρης θέλει συνεχίσει τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 7,000 καὶ οὐχὶ 5,000, ὡς ἦτο κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, διότι συμπεριελήφθη καὶ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἀγορὰν χάρτου· οὐκ ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἀνεγράφη τὸ πρῶτον ἡ πίστωσις αὕτη. Ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, ἡ ἀξία τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνεκτίμητος, καὶ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ πίστωσις τῶν 7,000 δραχμῶν εἶναι ἀνεπαρκής. Οἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες ὑπάλληλοι καὶ τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ἵνα φέρωσι τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου εἰς πέρας· εὔχομαι δὲ, εἰς προσεχῆ Σύνοδον ἡ πίστωσις αὕτη νὰ αὐξηθῇ.
§225Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὴν τέως ἰδιότητά σας, ὡς ἐφόρου, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε καὶ τὴν παρεχομένην ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐργασίαν.
§226ΣΤΑΗΣ. Μὲ ἐπρολάβατε. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς τέως ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, νὰ εὐχαριστήσω τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς πάντας, ἄνευ ἐξαιρέσεως, διὰ τὴν ἐργατικότητα καὶ τὴν προθυμίαν αὐτῶν. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Διότι ὑπάλληλοι μὴ καλῶς μισθοδοτούμενοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶσι καρποφόρως. Συνιστῶ λοιπὸν τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, καὶ βεβαιῶ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη θ’ ἀποδοθῇ πολλαπλασίως.
§227Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι διαμένετε ἐν Ἀθήναις λαμβάνετε ἀφορμὴν νὰ ἐπισκέπτησθε τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, καὶ εἴδετε βεβαίως καὶ ἐξετιμήσατε τὴν ἔκτακτον, τὴν ἀσυνήθη, τὴν ἀκάματον, τὴν μοναδικὴν ἐργασίαν, δι’ Ἕλληνας ὑπαλλήλους, καὶ τὴν ἐπιμέλειαν, ἣν κατέβαλε πᾶν τὸ προσωπικὸν πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ μέλους τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον συνενοῖ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ τέως ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω ὅτι θέλει τύχει τῆς ἀποδοχῆς καὶ ἐκτιμήσεως ὅλων ὑμῶν. Συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ κ. Στάη.
§228Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος, διότι ἡ ὑπηρεσία ἡ προσφερομένη ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἶναι ἀξία τῆς προνοίας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ὡς καὶ ἡ προτεινομένη αὔξησις διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, τῶν ὁποίων τὴν ἐργασίαν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω πρότασιν καὶ περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ διεκπεραιωτοῦ τῆς Βουλῆς...
§230Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἡ συζήτησις αὕτη γίνεται.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, «οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται διὰ τὸ προσωπικὸν πέραν τοῦ ἀναγεγραμμένου μισθολογίου ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ». Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ προηγηθῇ καὶ ἡ ψήφισις τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 77 τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§232Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα τόσον προχείρως νὰ ψηφίσωμεν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ συζητηθῇ. Τό γε νῦν, ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου αἱ πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ λειτουργοῦντι Κανονισμῷ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅταν βραδύτερον ἔλθῃ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τότε πάλιν ἐπανερχόμεθα.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὲρ τοῦ διεκπεραιωτοῦ. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ πρότασις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§234Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι εἶχεν ἀξίαν ἡ ὑποβληθεῖσα παρατήρησις, ὅτι ἡ σύγκρισις τῶν ὑποβληθεισῶν πιστώσεων πρὸς τὰς ἐψηφισμένας περιέχει διαφορὰν εἰς προσθήκην νέων θέσεων καὶ αὔξησιν μισθοδοσιῶν, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπερέβη τὸ ἔργον της. Ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθόν. Συμφωνῶ λοιπὸν, νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἶχεν ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§235ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μία καὶ μόνη αὔξησις ὑπάρχει· ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐπιμελητοῦ καὶ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου.
§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ προσθήκη τῶν στενογράφων.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ προσθήκη τῶν στενογράφων, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ ἀναγκαιοτέρα ὅλων τῶν μεταβολῶν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἐντὸς ὀλίγου δὲν θὰ ἔχωμεν στενογράφους, ἂν δὲν ἔχωμεν δοκίμους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκγυμνάζωνται διὰ μικρᾶς μισθοδοσίας, καὶ νὰ δύνανται ν’ ἀναπληρῶσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποχωρήσωσιν ἐντὸς ὀλίγου. Λοιπὸν ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ.
§238Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται ἓν ζήτημα νομιμότητος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν...
§239Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔθεσα ἐγώ.
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν Κανονισμόν. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεγαρίδος ἦτο ὁ πρῶτος ἀνακινήσας τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ὅτι νομιμώτερον καὶ πρακτικώτερον εἶναι νὰ διορθωθῇ ὁ προϋπολογισμὸς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν, καὶ νὰ ψηφισθῇ συμφώνως πρὸς αὐτόν· νὰ συζητήσωμεν δὲ χωριστὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθοδοσιῶν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προσθήκης προσωπικοῦ. Διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ δὲ βραδύτης εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἑπομένως εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ διωρθωμένος ὁ προϋπολογισμὸς, εἴτε ἀπόψε, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις αὕτη, εἴτε αὔριον, καὶ κατόπιν νὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν φέρω καμμίαν γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας, οὐδ’ ἐξηνέχθη ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν γινομένων προτάσεων, ἀλλὰ τὴν γνώμην του ἕκαστος Βουλευτὴς δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ φέρῃ, ὅταν ὑποβληθῇ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§241Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ ἂν δὲν τὴν ὑποβάλωσιν ἄλλοι.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ψηφίζεται εἷς προϋπολογισμὸς ὅμοιος μὲ τὸν παρελθόντα, ἐπιφυλασσομένης τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς προτάσεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ψηφίσῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ παραλείπονται αἱ αὐξήσεις, αἱ στηριζόμεναι εἰς μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς εἶναι ἡ προσθήκη τῶν δοκίμων στενογράφων καὶ δύο ἢ τρεῖς αὐξήσεις μισθοδοσιῶν.
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ αὐξήσεων ἐπενεχθεισῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ αὐξήσεις αὗται θὰ ἐπενεχθῶσιν ὅταν μεταβληθῇ ὁ Κανονισμός. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλων αὐξήσεων.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναί τινες αὐξήσεις, μὴ στηριζόμεναι εἰς μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ· διότι παρετηρήθη π. χ., ὅτι δὲν ἐπήρκεσεν ὁ χάρτης, καὶ προστίθεται πίστωσις. Τοῦτο δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀφαιροῦνται αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς καὶ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν. Αἱ ἄλλαι αὐξήσεις δύνανται νὰ ψηφισθῶσι.
§247ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, συμφώνως πρὸς τὸ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ἀναγεγραμμένον μισθολόγιον.)
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς δραχ. 559,140. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.).