1900.11.15
2,154 rows · 16,801 words · 115 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
τῆς 15 Νοεμβρίου 1900.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πάντες ἐνθυμεῖσθε μετὰ ποίας προθυμίας κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας. Ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1899, ἐπὶ 16 ὁλόκληρα ἔτη, τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἀπεδείχθη, κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, καταθλιπτικὸν καὶ ἐπαχθὲς εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου τούτου ἦτο ἐπιβεβλημένη καὶ ἀναπόφευκτος· οὔτε ἦτο δυνατὸν ἡ ἀποτυχία τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τῆς ἐφαρμοσθείσης ἐπὶ τῆς πρώτης Δυναστείας, ν’ ἀποθαρρύνῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ διστάσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ὁ κύριος Ὑπουργός, γνώστης βαθὺς τῶν οἰκονομικῶν καὶ τελείως ἠσκημένος εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, ἐπεδίωξε τελειότερον σύστημα ἐν τοῖς ὅροις τοῖς διέπουσι τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ· διέγνω τότε, ὅτι ἀμφότεροι οἱ ὅροι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ μηχανισμὸς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἐξαρτώμενοι ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως χωρικῶν πραγματογνωμόνων ἀκαταλλήλων, πλημμελῶς γιγνομένης, καθίστων ἀνέφικτον καὶ τὸν ἀκριβῆ κατὰ στρέμμα προσδιορισμὸν τῶν ἀμπέλων καὶ τὴν δικαίαν κατανομὴν τοῦ φόρου εἰς τὰς διαφόρους κλάσεις. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων ὅρων ἐπέστησε περισσότερον τὴν προσοχήν του, καὶ ἐπεζήτησε τὴν βελτίωσιν τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἣν καὶ ἐπέτυχε διὰ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον συστήματος, τοῦ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καλλιτέρου. Τὸ μόνον ἐλαττωματικὸν τοῦ συστήματος τούτου καὶ πάντων τῶν συστημάτων, τῶν στηριζομένων ἐπὶ τῆς φορολογίας οὐχὶ τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ τῶν ὀργάνων τῶν συντελούντων εἰς τὴν παραγωγὴν, εἶναι ὅτι ἀποβαίνουσιν ἄδικα καὶ καταθλιπτικὰ, ὅταν ἕνεκα διαφόρων καιρικῶν περιστάσεων ἀντιξόων καταστραφῇ ἢ μειωθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ φορολογουμένου προϊόντος. Ἡ περίστασις αὕτη παρουσιάσθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου· ἀσθένεια τῶν ἀμπέλων, πρώτην φορὰν ἐμφανισθεῖσα καὶ χαρακτηρισθεῖσα ὡς περονόσπορος, κατέστρεψεν ἐξ ὁλοκλήρου τὰς ἀμπέλους τῆς ἐπαρχίας μου. Δὲν ἠθέλησα χθές, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων τῆς ἐπαρχίας του, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶμαι τῆς ἀρχῆς νὰ βεβαιῶ πάντοτε δι’ ἀποδείξεων τοὺς λόγους μου· δὲν εἶχον δὲ χθὲς τὰς ἀποδείξεις ταύτας. Σήμερον ἔχω ἐπίσημον ἔγγραφον περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1900 ἐν τῷ δήμῳ Τρικκαίων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ 1899, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ὅπως πεισθῆτε περὶ τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ἀπέναντι τοιαύτης καταστροφῆς ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δεδικαιολογημένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀμπελοκτημόνων τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
§3Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀνέφερεν ἀριθμοὺς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, θ’ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Μεσολογγίου, διότι περὶ αὐτοῦ γνωρίζω· θ’ ἀναφέρω ὅσους ὑπέβαλεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Μεσολογγίου. Ἐν τῷ δήμῳ Μεσολογγίου, ἐνῷ κατ’ ἔτος παράγονται 25,000 βαρελῶν, ἐφέτος παρήχθησαν μόνον 500. Ὁμοίαν ἐλάττωσιν ὑπέστη καὶ ἡ παραγωγὴ τῶν ἄλλων δήμων τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἥτις ὑπέστη καταστροφὰς, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι, ὡς αἱ τῶν Τρικκάλων, Πατρῶν, Ἠλείας, Ζακύνθου, Λοκρίδος. Παντοῦ παρουσιάζονται τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αὗται δὲν εἶναι ἐκ τῶν δυναμένων νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συνήθεις, τὰς ὁποίας καλύπτουσιν αἱ εὐφορίαι ἄλλων ἐτῶν, καὶ τὰς ὁποίας δικαίως τὸ Κράτος φορολογεῖ, ἀλλ’ εἶναι τέλειαι καταστροφαὶ, ἐξομοιούμεναι πρὸς θεομηνίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ποιῶνται ἐξαιρέσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν. Βεβαίως τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν πραγματικὴν ἑκάστοτε παραγωγὴν, ἀλλὰ τὸ Κράτος καὶ ἡ Βουλὴ ἐπὶ καταστροφῶν δὲν πρέπει νὰ ὀχυρώνωνται ὄπισθεν τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, καὶ ἀπέναντι τοιούτων ζημιῶν νὰ ζητῶσι φόρους παρ’ ἀνθρώπων, οἵτινες οὐδὲν παρήγαγον. Ὅ,τι ζητοῦμεν εἶναι λογικὴ καὶ ἀναγκαία συνέπεια τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπερ καθιέρωσεν ἡ Κυβέρνησις, τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, συστήματος ἀνίσου καὶ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον, μόνον ἂν ὁ φόρος κατὰ στρέμμα ἦναι ἐλάχιστος, δύναται νὰ εἰσπράττηται καὶ καθ’ ἃ ἔτη πᾶσα ἐσοδεία κατεστράφη. Ἄν ἡ φορολογία ἐπεβάλλετο ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν ἀμπέλων, οὐδὲν θὰ εἴχομεν σήμερον νὰ ζητῶμεν ὑπὲρ τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων, διότι οὐδένα ὤφειλον νὰ πληρώσουν φόρον. Ἀλλ’ ὅταν ὁ φόρος ἐπιβάλληται ἀνεξαρτήτως τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, ὁ δὲ φόρος αὐτὸς ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἦναι βαρὺς, δύσκολον εἶναι, τὸ Κράτος νὰ κωφεύσῃ εἰς τὰς εὐλόγους αἰτήσεις τῶν φορολογουμένων, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου, ἀφοῦ οὐδὲν παρήγαγον· ὅταν ἐν Μεσολογγίῳ, ἀντὶ 25,000 βαρελῶν, παρήγαγον μόνον 500, ὁμοίας δὲ καταστροφὰς ὑπέστησαν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ εἰσακούσῃ τὰ παράπονά των κατὰ τῆς ἀδίκου φορολογίας. Διότι τὰς 500 αὐτὰς βαρέλας μήπως παρήγαγον ὅλοι οἱ παραγωγοὶ τοῦ Μεσολογγίου; Τὰς παρήγαγον τινὲς μόνον, ἕνεκα πιθανῶς ἰδιαιτέρων περιστάσεων. Οἱ πλεῖστοι ὅμως οὐδὲν ἀπολύτως παρήγαγον. Πρὸς τοιούτους λοιπὸν ἀμπελοκτήμονας θ’ ἀποταθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ζητῶν νὰ πληρώσωσι φόρους. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιούτων ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθῆκον ἔχει, αὐτὸς νὰ εἰσηγήσηται εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ, ὡς ἐζητήθη χθὲς παρά τινος τῶν κ. συναδέλφων, ἀναβολὴν τῆς εἰσπράξεως, ἀλλ’ ἀπαλλαγὴν ἐντελῆ ἀπὸ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου. Παρουσιάζονται ἐν τῇ φορολογίᾳ τοσαῦτα ἐξ ἄλλων φόρων πλεονάσματα, ὥστε νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ καταστροφὴ τῶν ἀμπέλων καὶ ν’ ἀφεθῇ ὁ φόρος, διότι καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι, ἐπὶ τοιούτων τουλάχιστον φόρων, νὰ μὴ καταπιέζῃ καὶ ἐξαντλῇ τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ ἄνευ προκαταλήψεως τὰ τῆς καταστάσεως ταύτης. Ὅμοιαι ἀπαλλαγαὶ καὶ ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν μὴ ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῆς προσόδου, γίνονται σχεδὸν κατ’ ἔτος εἰς πάντα τὰ Κράτη, καὶ τὸ παράδειγμα αὐτῶν τοὐλάχιστον ἂς ἐνισχύσῃ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ κρατοῦντος συστήματος φορολογίας τῶν ἀμπέλων συνέβαλον καὶ ἐγώ, ἵνα καταρτισθῇ ὅπως κατηρτίσθη. Κατὰ τὴν ψήφισιν ὅμως αὐτοῦ καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπεστηρίξαμεν ν’ ἀπαλλαγῇ πάσης φορολογίας ἡ ἄμπελος ἡ ἐγκαταλειπομένη κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐσοδείας ἀτρύγητος, ὡς μὴ παραγαγοῦσα καρπόν, καὶ συνεπῶς οὐδὲν εἰσόδημα δοῦσα κατὰ τὸ φορολογήσιμον ἔτος. Ἀλλὰ τότε ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑποστηριζομένου ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἦτο, ὅτι ἔπρεπε παντὶ τρόπῳ τὸ βεβαιούμενον καὶ εἰσπραττόμενον ἔσοδον ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ν’ ἀνέρχηται εἰς 2,900,000 δραχμάς, ὅσαι δηλ. ἐβεβαιώθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἐκ τοῦ ἐπαράτου φόρου τοῦ οἴνου. Εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτής, ἐβεβαιοῦντο κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον καὶ ἐπίσημον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἀμπέλων, τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν Ἑλλάδι, ἐγκατελείφθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τῆς ἐσοδείας ἀτρύγητοι. Δὲν ἔχω νὰ ἀναφέρω ἀριθμοὺς εἰς τὴν Βουλήν, διότι δυστυχῶς ἡ στατιστικὴ ἐν Ἑλλάδι, ἂν δὲν ἦναι ἄγνωστος ἐντελῶς, εἶναι ὅμως ἔτι εἰς τὰ σπάργανα. Βεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλὴν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, ἣν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ λόγοι μου, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας, πλὴν τῶν ἀμπέλων τῶν κειμένων εἰς τὸ βόρειον μέρος τῆς Τριπόλεως, πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐγκατελείφθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀτρύγητοι. Κατ’ ἀνάγκην ἐγενόμην ἀπό τινων ἐτῶν ἀμπελοκτήμων, μετέβην δὲ κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ τρυγητοῦ μετὰ τοῦ καλλιεργητοῦ τῆς ἀμπέλου μου, ἵνα ὁρίσω τὴν ἡμέραν τοῦ τρυγητοῦ, παρέστην ὅμως πρὸ θεάματος ἀπελπιστικοῦ, διότι οὐδεμία σταφυλὴ ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀμπέλῳ μου, καὶ ἀπεμακρύνθην ἐκεῖθεν, εὐχαριστήσας τὸν καλλιεργητήν μου διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς μὲ ἐκάλεσεν, ἵνα παραστῶ εἰς τὴν συλλογὴν εἰσοδήματος ἀνυπάρκτου, καὶ οὕτως ἡ ἄμπελος ἐγκατελείφθη ἀτρύγητος. Ἡ ὁλικὴ καταστροφὴ τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων ἐν Μαντινείᾳ ἐβεβαιώθη οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς Τριπόλεως, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων γεωπόνων, οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν εἰς Τρίπολιν. Αἱ ἐπαρχίαι Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως καὶ Μαντινείας δὲν παρήγαγον γλεῦκος, καὶ ὅμως ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἐνῷ, ἂν δὲν ἀντικαθίστατο ὁ φόρος τοῦ οἴνου διὰ τοῦ τῶν ἀμπέλων, βεβαίως τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελεν εἰσπράξει κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος οὔτε λεπτόν. Ἀλλ’ ἐνῷ, ἐὰν ὑφίστατο ὁ καταργηθεὶς φόρος, δὲν ἤθελεν εἰσπράξει τίποτε, δὲν θὰ ἦναι ἄστοργον, ἐὰν τὸ Δημόσιον, ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι φόρους ἐπὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον οὐδὲν παρήγαγον εἰσόδημα, ἀλλὰ καὶ ἐπεβάρυναν τοὺς κυρίους αὐτῶν διὰ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, ἅτινα, προκειμένου περὶ ἀμπέλων, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητα; Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εἰς τὰ μέρη, ἐν οἷς ὑπάρχει παντελὴς καταστροφὴ τῶν ἀμπέλων, ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοῦ φόρου τούτου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἐπαναλέγω δὲ, ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας ὑπεστήριξα ὅ,τι προεῖπον. Ἀλλὰ τότε ἐκυριάρχει τὸ πνεῦμα, ὅπως εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ φόρου τούτου 2,900,000. Ἀντεῖπον τότε εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, λέγων ὅτι ἀπὸ τῆς θεσπίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου αἱ κατὰ καιροὺς πλειονοψηφίαι τῆς Βουλῆς ὑπερεθεμάτιζον ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου. Διότι κατ’ ἀρχὰς ὁ φόρος οὗτος ἦτο ἐλάχιστος ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς τοῦ οἴνου, ἀλλὰ κατόπιν ἀνῆλθεν εἰς 3 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τότε, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ὁ ὑπερθεματισμὸς ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὑπῆρχεν ὁ λόγος τῆς διασώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς προλήψεως τοῦ ἀτυχήματος τῆς πτωχεύσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πτώχευσις ἐπῆλθε καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος διερρυθμίσθησαν οὕτως, ὥστε νὰ μὲ ἀναγκάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σπεύσω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐκ Τριπόλεως διὰ νὰ λάβω μέρος εἰς τὰ περισσεύματα, φρονῶ ὅτι, ἀντὶ νὰ διανείμωμεν πρὸς ἀλλήλους τὰ περισσεύματα, προτιμότερον εἶναι νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὰ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν φορολογουμένων ἀμπελοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μέρος τῆς φορολογουμένης τάξεως, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται πᾶσα εὐνομουμένη Πολιτεία. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ δειχθῇ τόσον πλεονέκτης εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν πλεονασμάτων καὶ θελήσῃ νὰ πιέσῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ σπεύσῃ εἰς ἀνακούφισιν αὐτῆς πρὶν ἢ αὕτη ἀναγκασθῇ νὰ κρούσῃ τὴν θύραν τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς ἐξοικονόμησιν ὀλίγου ἄρτου. Ἐπιτραπείτω μοι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ Μαντινείᾳ δύο εἰδῶν προϊόντα παράγονται, οἱ δημητριακοὶ καρποὶ καὶ ὁ οἶνος, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων καὶ τούτου ἡ παραγωγὴ τέλεον κατεστράφη, καὶ ἐνῷ οἱ γεωργοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, οἱ Ἕλληνες στρατιῶται, ὡς κυνηγοὶ ἔμπειροι, κυνηγοῦσι πάντα πολίτην πρὸς πληρωμὴν φόρου, εἴτε ὀφειλομένου, εἴτε μή. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπειδὴ κρατῶ τὸ βῆμα, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ὑπερβολικὰ ἢ ἀνακριβῆ λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ αὕτη ν’ ἀπευθύνω ἐπερωτήσεις τινὰς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνω τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ζῶ διαρκῶς μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν μου, ἀφ’ ἑτέρου, ὅτε συνέβησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἐρωτήσεών μου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βεβαιώσῃ ἐπισήμως, μικροῦ δεῖν ἐλιθοβολούμην ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, θεωρησάντων καὶ ἐμὲ ὑπεύθυνον διὰ τὰς αὐθαιρεσίας τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἐκτρεπομένων εἰς πρωτοφανεῖς παρανομίας. Περιήρχοντο καὶ ἐσφράγιζον τὰ καταστήματα δι’ ἱσπανικοῦ κηροῦ, ἵνα ἐκβιάσωσι τοὺς καταστηματάρχας νὰ δηλώσωσιν, ὅτι μετέρχονται καὶ ἄλλο ἐπιτήδευμα, πλὴν τοῦ δηλωθέντος ὑπ’ αὐτῶν, καὶ ἐβλέπατε τὸν ἱσπανικὸν κηρὸν, φέροντα τὴν σφραγῖδα τῆς ἀστυνομίας, ἐπὶ τῶν θυρῶν τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον πτωχεύσει ἀκόμη, ἀλλ’ ἐξηκολούθουν καὶ ἐξακολουθοῦν καὶ νῦν ἐργαζόμενα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Πόσοι ἐκ τῶν ἐν Τριπόλει ἐπιτηδευματιῶν ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσι, καὶ πόσοι ἐκ τούτων ἐπλήρωσαν μείζονα τοῦ ἁπλοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὡς μετερχόμενοι πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπαγγέλματα διὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900; 2) Διὰ πόσους καὶ τίνας ἐπιτηδευματίας τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα συνέταξαν ἐκθέσεις, βεβαιούσας ὅτι μετέρχονται ἄνευ ἀδείας ἐπιτηδεύματα ἐν Τριπόλει κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη; 3) Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων ἐκθέσεων ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Μαντινείας ἐξέδωκεν ἀποφάσεις ἐπιβαλλούσας πρόστιμον συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ͵ΒΦϞΔʹ νόμου τοῦ 1899, καὶ εἰσεπράχθησαν τὰ τοιαῦτα πρόστιμα; 4) Ὁποῖα μέσα μετεχειρίσθησαν αἱ ἐν Τριπόλει ἁρμόδιαι ἀρχαὶ πρὸς ἐξαναγκασμὸν τῶν ἐπαγγελματιῶν, ὅπως δηλώσωσι τὸ ἐπιτήδευμά των ἢ πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπιτηδεύματα; 5) Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ ἐν Τριπόλει ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἐσφράγισαν δι’ ἱσπανικοῦ κηροῦ διάφορα βιομηχανικὰ καταστήματα, ἐν οἷς καὶ κατοικοῦσιν οἱ βιομήχανοι, ὅπως ἐξαναγκάσωσι τοὺς διευθυντὰς αὐτῶν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι μετέρχονται καὶ ἄλλο ἐπάγγελμα, πλὴν τοῦ δηλωθέντος κυρίου αὐτῶν ἐπαγγέλματος; Καὶ πόσοι ἐκ τούτων ὑπεχρεώθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου καὶ δι’ ἄλλο ἐπιτήδευμα, πλὴν ἐκείνου, ὃ εἶχον δηλώσει; 6) Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Μαντινείας συνέταξε συμπληρωματικοὺς καταλόγους ἐπιτηδευματιῶν διὰ τὴν Τρίπολιν καὶ διὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900; Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν τοιούτων καταλόγων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 9 § 2 καὶ 3 καὶ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ͵ΒΦϞΔʹ νόμου τοῦ 1899, καὶ εἰδοποίησε τοὺς ἐν τοῖς καταλόγοις τούτοις ἐγγεγραμμένους, ἵνα φέρωσι τὰς ἀντιρρήσεις των κατὰ τῆς ἐγγραφῆς των; Ἡ σύνταξις τῶν τοιούτων καταλόγων ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεων τῶν ἐπιτηδευματιῶν; ἢ ἐκθέσεων τῆς ἀστυνομίας καὶ ἀποφάσεων τοῦ ἐφόρου; Οἱ τοιοῦτοι κατάλογοι παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐδήλωσαν πολλοὶ τὸ ἐπιτήδευμά των, καὶ ἐν τούτοις ὁ ἔφορος συνέταξε συμπληρωματικὸν κατάλογον, χωρὶς νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ, καὶ εἰς τοῦτον ἐνέγραψεν αὐτοὺς, οἱ δὲ χωροφύλακες κυνηγοῦσιν αὐτοὺς διὰ τὴν πληρωμὴν καὶ ἄλλων ἐπιτηδευμάτων, πλὴν τῶν πληρωθέντων. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, καὶ οὕτως ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι, καὶ οὕτω συλλέγονται οἱ φόροι, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἔλλειμμα ἢ τὸ περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους! Καταθέτω γραπτὴν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ κατεπειγόντως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἰδίως ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω, εἰς ποίαν κατάστασιν διατελεῖ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, εἰς πόσα τμήματα διαιρεῖται, καὶ ποῖοι ἐφέται ἀποτελοῦσιν ἕκαστον τμῆμα, καὶ πόσαι ὑποθέσεις εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὰ διάφορα πινάκια τοῦ Ἐφετείου αὐτοῦ. Τὰς αὐτὰς πληροφορίας θέλω καὶ περὶ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, διότι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου ἔμεινεν ἔρημον ἐφετῶν, καὶ οὕτως ἡ στρεψοδικία εὑρίσκει πολλὴν τροφήν. Πλὴν τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖοι εἰρηνοδίκαι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας ὑπάρχοντα Εἰρηνοδικεῖα, καὶ πότε ἕκαστος τῶν νῦν εἰρηνοδικῶν ἀνέλαβεν ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις τούτοις τὰ καθήκοντά του; Πόσαι ὑποθέσεις εἰσὶν ἐγγεγραμμέναι εἰς τὰ πινάκια τοῦ Εἰρηνοδικείου Βορείου πλευρᾶς Τριπόλεως; Ἐπίσης, πόσαι ἀνακοπαὶ ἐπιτηδευματιῶν κατοίκων Τριπόλεως εἰσήχθησαν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Βορείου πλευρᾶς Τριπόλεως κατὰ τὸ ἔτος 1900 καὶ κατ’ ἀποφάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐπιβαλλουσῶν αὐτοῖς πρόστιμον ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἔκβασις τῶν τοιούτων δικῶν; Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὸ ταχύτερον, διότι θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν.
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν Μαντινείας πληροφορίας θὰ σᾶς φέρω αὔριον, τὰς δ’ ἄλλας ἀργότερον.
§6ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν γνωρίζετε περὶ τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω καὶ τὴν ἀπάντησίν σας περίπου. Θέλω ὅμως νὰ βεβαιωθῶ ἐπισήμως.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὄντως σχετικὸν ὅ,τι θέλω εἴπει πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς, εἶναι ὅμως σχετικώτερον τὸ θέμα πρὸς τὸ ζήτημα, μὲ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη χθὲς ἡ Βουλή. Ὅτε ἐξαπίνης συνεζητήθη τὸ ζήτημα περὶ τῆς προστασίας ὑπὲρ τῶν προσφύγων ἐκ Καυκάσου Ἑλλήνων, ἐρρίφθη πρὸς δικαιολογίαν τῆς τε ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς στοργῆς καὶ τῆς ἀπαθείας πρὸς τὰ δεινοπαθήματα ἐκείνων ἡ περισσὴ στοργὴ πρὸς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας. Ἰδοὺ στάδιον, ἰδοὺ ἔδαφος, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὴν στοργὴν ταύτην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους. Διότι ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας αἱ ἄμπελοι ὑπῆρξαν ἄκαρποι, καὶ ἐν τούτοις λίαν καρποφόροι οἱ νόμοι περὶ στρεμματικῆς φορολογίας διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὴν στοργὴν τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν βλέπομεν ἐνσαρκουμένην εἰς τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὅπερ καταλήγει εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν στοργὴν δὲ ταύτην θέλομεν ἴδει ἐνσαρκουμένην, ἢ μᾶλλον τιθεμένην ἐν εἴδει δέρματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὰ ἑκατομμύρια τῶν περισσευμάτων του. Καθόσον κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίνεται ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐλπὶς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Ἕλληνος. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπῆρξαν ἢ ὑπάρχωσιν ἢ θὰ ὑπάρξωσιν οἱ δυσπίστως ἔχοντες πρὸς τὰ ἐξενεχθέντα περὶ περισσευμάτων ἑκατομμυρίων, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν διάκειμαι τόσον δυσπίστως, διότι θέλω ἀποδείξει, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐγένετο ἡ εἴσπραξις, καταπιεστικὴ ἐν πλείστοις καὶ ἀντίνομος, ὥστε δὲν θὰ ἦναι παράδοξον καὶ ἀπροσδόκητον νὰ ἐπέλθωσι τὰ ἐξαγγελθέντα περισσεύματα. Ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἐλθόντες ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ὑμῶν, οἱ σχόντες ἄμεσον ἀντίληψιν τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως καὶ τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ φορολογούμενοι τῶν κωμῶν καὶ τῶν μικρῶν πόλεων, ὑμεῖς, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας προαγορεύσας συνάδελφος, δύνασθε νὰ δώσητε τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμὸν τοῦ πράγματος, ὑμεῖς δύνασθε νὰ εἴπητε, ἐὰν οἱ γηραιότεροι φορολογούμενοι συμπολῖταί σας ἐνθυμοῦνται ὅμοιον τρόπον εἰσπράξεως, δύνασθε νὰ εἴπητε, ἐὰν κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ναῷ τοῦ Κυρίου, καὶ δὴ εἰς τὰς θύρας αὐτοῦ, ἐνθυμοῦνται βεβήλως νὰ παραμονεύωσιν, ἵνα ἐκ τοῦ ἐδάφους τοῦ ἱεροῦ συλλάβωσι τοὺς δημοσίους ὀφειλέτας, οἱ εἰσπράκτορες ἢ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἐξουσίας. Ὑμεῖς δύνασθε νὰ δώσητε τὴν εἰκόνα τῆς δι’ ἱσπανικοῦ κηροῦ σφραγίσεως τῶν καταστημάτων οὐ μόνον εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις τῆς Ἀρκαδίας, ἀλλὰ καὶ εἰς πάσας τὰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, — καὶ ἂς ἐγερθῇ τις νὰ μὲ διαψεύσῃ, — θὰ εἴπητε, ἂν ἐνθυμεῖται ποτὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοιαύτας ἐκτελέσεις καὶ τοιαύτας καταπιέσεις πρὸς εἴσπραξιν 10 δραχμῶν ὀφειλομένου φόρου ἐπιτηδεύματος. Ὑμεῖς θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐκτίθενται εἰς πλειστηριασμὸν τὸ ἄροτρον καὶ ἡ κατοικία τοῦ πτωχοῦ χωρικοῦ, ἦτο σπανία. Ὑμεῖς θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι τὸ ἄγαν συντηρητικὸν πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐμεσολάβησεν, ὥστε νὰ μὴ διασαλευθῇ ἄρδην ἡ δημοσία τάξις. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐρευνηταὶ τῶν πραγμάτων, βεβαίως οὗτοι κρίνουσιν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δεινοτάτης καταπιέσεως, εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν στοργὴν τῶν κυβερνώντων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἀντίνομος, σχεδὸν ἐγκληματικὴ, καὶ ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι πλημμελεστάτη ἡ ἐφαρμογὴ νόμου πλημμελοῦς, ἡ ἐφαρμογὴ οὐ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀρχὴν, λαμβανομένης τῆς ἐντολῆς τῆς πλημμελείας ταύτης ἀπὸ τῶν ἐγκυκλίων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἐὰν συντελεσθῇ περίσσευμα, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν θὰ ἦναι παράδοξον, διότι κινδυνεύει ὁ πτωχὸς Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ φορολογούμενος νὰ ὑποστῇ τὸ πάθημα τοῦ ἥρωος σχολαστικοῦ τῶν Αἰσωπείων μύθων, ὅστις ὄντως ἐξέμαθε τὸν ὄνον αὑτοῦ νὰ μὴ τρώγῃ, ἀλλ’ εἶδε καὶ τὸ τέλος αὑτοῦ μετὰ τοῦ τέλους τῶν σπουδῶν. Καὶ ἂν κατωρθώθη τὸ περίσσευμα, τὸ παρουσιαζόμενον ὄντως, ὡς θέλομεν ἴδει διὰ τῆς ἀνελίξεως τῶν ἀριθμῶν κατὰ τὴν ὥραν τὴν συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπετεύχθη διὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἐπιέσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀπερροφήθη πᾶσα ἰκμὰς αὐτοῦ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἀλλ’ ὑπάρχουσι χρονικὰ στάδια, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐπέρχονται τὰ εἰσοδήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε δὲ ἐνεργεῖται ἡ εἴσπραξις· ἀλλ’ εἰς ἀκαίρους στιγμὰς ἀνεπτύχθη ἡ ἀνηλεὴς ἐκείνη εἴσπραξις, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε μὲν τὰ αἴσια ταῦτα ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἐφ’ ἅπαξ μόνον, καὶ θὰ ἐπέλθῃ τάχιστα ἡ ἀντίδρασις, ὁ κάματος κατὰ τὰς μελλούσας χρήσεις. Ἐρωτῶ, εἶναι ἔνδειξις ἐπιεικείας, εἶναι ἀπόδειξις στοργῆς ὁ τοιοῦτος τρόπος τῶν εἰσπράξεων; Ἀλλ’ εἶναι καὶ ζήτημα ἐλέγχου, ὅταν βλέπωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀντινομοῦσαν. Καὶ παρηκολούθησα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν δύο τελευταίων φορολογικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ὅτι δὲν εἶναι φορολογικοὶ, καὶ ἠκούσαμεν περὶ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὅτι δὲν εἶναι φορολογικὸς, καὶ ἠκούσαμεν περὶ τοῦ νόμου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὅτι δὲν εἶναι φορολογικὸς, ἀλλ’ εἶναι διαρρυθμιστικὸς τῆς κρατούσης φορολογίας. Ὅτε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηγγέλλετο, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ποσὰ θεωρηθέντα ὑπέρογκα, εἶπον ἐγὼ ἐκ τῆς θέσεως μέλους τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης τοῦ Βουλευτοῦ, ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὰ ὑπολογιζόμενα τὸ ὄντως εἰσπραχθησόμενον ποσὸν κατὰ ἑκατομμύριον. Καὶ ὄντως αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ 1,500,000 ἐπὶ πλέον ἐκ μόνων τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αὗται ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τοῦ νόμου; Τί κατήγγειλε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας; Ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν ἓν καὶ δύο καὶ δέκα ἐπιτηδεύματα. Εἶμαι εἰς θέσιν, Κύριοι, διὰ πραγμάτων νὰ ἀποδείξω εἰς τοὺς δυσανασχετοῦντας ἐπὶ ταῖς ἀνακοινώσεσιν, ὅτι πολῖται ἐκ Μεγάρων 5 καὶ 6 ἐπιτηδεύματα ἐπλήρωσαν, καὶ ἔχω τὰ διπλότυπα, ἔχω καὶ τὰς δηλώσεις, ἔχω δὲ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν εἰρηνοδικῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐνωτιζόμενοι τῶν ἐγκυκλίων τῶν ἐκπεμπομένων καθ’ ἡμέραν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένοντο ὄργανα τῆς εἰσπρακτικῆς ταύτης ὁρμῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀληθές, ναὶ ἢ οὔ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πληθὺς συμπολιτῶν ὑμῶν σᾶς ὑπέβαλε παράπονα, ὅτι, ἐνῷ εἰς οὐδὲν ἐπιτήδευμα ὑπήγοντο, αἴφνης ἐγένοντο ἀποφάσεις ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ ἑκόντες ἄκοντες ὑπήχθησαν εἰς ἓν ἐπιτήδευμα, χωρὶς τοιοῦτό τι νὰ ἐπαγγέλλωνται; Εἶναι ἀληθές, ναὶ ἢ οὔ, ὅτι σᾶς κατηγγέλθη, ὅτι, ἐνῷ ἐδήλωσαν καὶ ἐπλήρωσαν τὸν νόμιμον φόρον ἐπιτηδεύματος, ἐξαίφνης εὑρέθη βραδύτερον, ὅτι ὑπήγοντο καὶ εἰς ἕτερον ἐπιτήδευμα καὶ εἰς ἑτέραν σχετικήν, πλὴν μείζονα, φορολογίαν; Καὶ ὅταν ἔχωμεν διηκριβωμένα πάντα ταῦτα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν περισσευμάτων, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων εἰσεπράχθησαν; Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ σχετικὸν πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ἑκάστη ἐπερώτησις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν θ’ ἀναγνώσω, κρύπτει καὶ μίαν παρανομίαν, τὴν ὁποίαν κατάφωρον θέλει μόνον ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν ποιήσει. Ἐγένετο ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας· οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, πεισθέντες, ἐν θριάμβῳ καὶ διὰ κραυγῶν ἐψηφίσατε νόμον, ὅστις ὑπεδούλωσεν εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα τὸν ἀτυχῆ παραγωγὸν ἀμπελοκτήμονα, ὅστις τὸν τελευταῖον ἱδρῶτα τῆς ἐργασίας του κατηνάλωσεν εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην σύρεται εἰς τὰς φυλακάς, διότι ἡ παραγωγὴ τῆς ἀμπέλου δὲν ἀπήνεγκεν εἰς αὐτὸν οὐδὲ τὸν φόρον τὸν ἐπαχθέντα αὐτῷ διὰ τῆς ἀνισορρόπου ἐκείνης φορολογίας, τῆς στρεμματικῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, κύριοι Βουλευταί, ἐνομίζομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι εὕρισκέ τις τὸ ἔδαφος τῆς ἀληθείας, τῆς μαθηματικῆς ἀληθείας· ἀλλ’ ἀπό τινος καιροῦ οἱ ἀριθμοὶ ἤλλαξαν μορφήν, δίκην Πρωτέως. Καὶ ἀφίνω τοὺς ἀριθμούς, οἵτινες ἀναπηδῶσιν ὡς ὑπὸ τὴν Βολταϊκὴν στήλην, ἢ ὡς ὑπὸ τὴν μαγγανείαν τοῦ βλέμματος, τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ θὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς ἄλλους ἀριθμούς, ἀριθμοὺς περὶ τῆς φορολογίας τῆς ἐπισήμου, ἄλλα τῆς μιᾶς ἀρχῆς βεβαιούσης καὶ ἄλλα τῆς ἄλλης. Ἐκ δὲ τῆς μιᾶς ἀρχῆς πρὸς τὴν ἄλλην ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ ποσὰ δεκάδων χιλιάδων εἰς μίαν μόνην ἐπαρχίαν, εἰς ἕνα μόνον δῆμον. Καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ τὸ πρῶτον τοῦτο θέμα (ἀναγινώσκει): «Ἐβεβαιώθη ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου Μεγάρων, διὰ δημόσιον, ὁδικὸν καὶ δημοτικόν, ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 62,979, κατὰ τὰς ἐν τοῖς βιβλίοις χρεώσεως τοῦ ταμίου. Ἐν τούτοις ἐν τοῖς χρηματικοῖς καταλόγοις, τοῖς ἐν ταῖς χερσὶ τοῦ εἰσπράκτορος εὑρισκομένοις πρὸς εἴσπραξιν, παρουσιάζεται εἰσπρακτέον ποσὸν δραχ. 74,460, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 11,482. Πόθεν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ αὕτη; Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παράσχῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.» Κύριοι, ἔσχον τὴν πρόνοιαν νὰ λάβω ἐπίσημον ἀντίγραφον καὶ τοῦ καταλόγου τοῦ παραδοθέντος πρὸς τὸν εἰσπράκτορα καὶ τοῦ ποσοῦ κατὰ πρώτην κατηγορίαν ἀμπέλων, κατὰ δευτέραν κατηγορίαν ἀμπέλων, εἰσπρακτέου κατὰ στρέμμα. Εἶναι δὲ ἀκριβὴς ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον σᾶς δεικνύω. Καὶ ὁ μὲν πίναξ ὁ ἐπίσημος, ὁ ἐν τοῖς Ταμείοις, δίδει ποσὸν εἰσπρακτέον 62,979 δραχμῶν ὁ δὲ πίναξ ὁ δοθεὶς πρὸς τὸν εἰσπράκτορα δίδει ποσὸν εἰσπρακτέον δραχμῶν 74,460, αἵτινες καὶ εἰσεπράχθησαν.
§8Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶναι τὸ 20%, τὸ ἐκ προσθέτου τέλους, ἀκριβῶς.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, γνωρίζω ἀκριβῶς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Οἱ πολῖται ἦσαν ἐμπρόθεσμοι.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ἰανουάριος φέρει τὸ ἐκπρόθεσμον.
§11ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1901 θὰ ἦσαν ἐκπρόθεσμοι.
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτε ἀνεπτυγμένοι πολῖται τῶν Μεγάρων, Κύριοι, ἀντελήφθησαν τὰ γεγονότα ταῦτα, καὶ ἐζήτησαν τὴν γνώμην μου, ἵνα ἀποφύγουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ δικαιωθῇ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ πλείονος, συνεβούλευσα αὐτοὺς νὰ πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως καὶ τὸ ὑπερβάλλον.
§13ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν φορολογίαν ἀφορᾷ ἡ σημείωσίς σας; τῶν ἀμπέλων;
§14Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ἀμπέλων, βεβαίως.
§15Κ. ΖΩΤΟΣ. Τίνος ἔτους; τοῦ 1900;
§16Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1899 ἢ 1900, ἀδιάφορον. Ἔχω τὸν πίνακα. Ἐγὼ θέλω τὴν ἐξήγησιν ταύτην παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὰς ἀρχάς· διότι, ἐὰν συνέβαινε τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ εἴχομεν τὴν ἐξήγησιν ταύτην παρὰ τοῦ ταμίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντιμότατος ὑπάλληλος· ἀλλὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην δὲν τὴν ἔδωκεν, ἀλλ’ ἐξέφρασε καὶ αὐτὸς τὴν ἰδίαν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζουσι πάντες. Πῶς δικαιολογεῖται ἡ μείζων αὕτη εἴσπραξις; Ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως θέλει δείξει εἰς ὑμᾶς προϊοῦσαν τὴν καταπίεσιν καὶ τὴν ἀντίνομον εἴσπραξιν ἀπὸ τὸν πτωχὸν φορολογούμενον λαὸν, ὅστις, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἀπὸ ἐλευθέρου πολίτου μετεβλήθη εἰς τέλειον ῥαγιᾶν! Πλεῖστοι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος (εἶναι ἡ δευτέρα ἐπερώτησις) ἐπλήρωσαν φόρον ἐπιτηδεύματος ὑλοτόμου καὶ ἄλλων ἐπιτηδευμάτων, προνοουμένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου, κατονομαζομένων δὲ ἐκεῖ· ἐνῷ δὲ ὤφειλον οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, ταμίας καὶ ἔφορος, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἐγκύκλιον ὑπ’ ἀριθ. 50 ἐ. ἔ. τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ συντάξωσι τὰ προσήκοντα πρωτόκολλα καὶ ν’ ἀποδώσωσι τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραχθέντα ἐναντίον τοῦ νόμου, ὅστις τοὺς ἀπαλλάσσει διὰ τῆς τελευταίας εὐεργετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, οὐδὲν τοιοῦτον πρωτόκολλον ἐγένετο· σπεύδουσιν οἱ ταμίαι νὰ ζητῶσιν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους πολίτας, ἀλλὰ δὲν σπεύδουσι καὶ ν’ ἀποδώσωσι τὰ ἀχρεωστήτως ληφθέντα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν σπεύδει νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς ὁ κύριος Ὑπουργός· ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις τιμωρεῖ καὶ εἰσάγει εἰς τὰ Δικαστήρια ἀστυνόμους ἀμελήσαντας τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἔχω ἐδῶ τὸν κατάλογον, κατὰ τὸν ὁποῖον μόνον ἐν τῇ πόλει τῶν Μεγάρων ὀφείλονται 3,000 δραχμαὶ, εἰσπραχθεῖσαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Δὲν θὰ περικοπῇ λοιπὸν κατά τι τὸ ἐξαγγελθὲν περίσσευμα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξαγγελθεῖσα στοργὴ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Καὶ χωρεῖ τὸ τοιοῦτον σύστημα τῶν εἰσπράξεων καὶ παραβάσεων τοῦ νόμου! (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (εἶναι ἡ τρίτη ἐπερώτησις) νὰ ὑποβάλῃ: 1) πίνακα τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ποσῶν ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. 2) Πίνακα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐν Μεγαρίδι πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΔʹ, κατὰ παραβολὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιτηδευματιῶν διὰ τὸ 1900. 3) Πίνακας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐφόρου κατὰ διαφόρων ἐπιτηδευματιῶν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνακοπῶν κατ’ αὐτῶν καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀποφάσεων τῶν εἰρηνοδικῶν, μετὰ διακρίσεως, τίνες ἦσαν ἀπαλλακτικαί.» Τί συμβαίνει, Κύριοι; Ἢ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸν πρότερον χρόνον ἀσυστόλως ἔθετε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ δημοσίου πλούτου, μὴ ὑπαγόμενος εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἢ ἀσυστόλως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία σήμερον θέτει τὴν χεῖρα ἐπὶ μὴ ἐπιτηδευματιῶν, καὶ εἰσπράττει παρὰ τῶν πολιτῶν, ὑποβαλλομένων εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν, φόρους μὴ ὀφειλομένους· διότι θὰ ἴδητε ἐκ τοῦ προσαχθησομένου πίνακος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι 400 μόνον ἐν μιᾷ μικρᾷ ἐπαρχίᾳ κατεδιώχθησαν ὡς μὴ δηλώσαντες, καὶ οὐχὶ διότι δὲν ἐδήλωσαν, ἀλλὰ διότι ἐδήλωσαν ἓν κάρρον ἀνῆκον εἰς μίαν οἰκογένειαν, ἔχουσαν τέσσαρας υἱούς, συντάσσεται πρωτόκολλον, καὶ ἐκδίδεται ἀπόφασις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἐναντίον καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν τεσσάρων υἱῶν, καὶ ἐπλήρωσαν πάντες οὗτοι τὸ ἐπιτήδευμα δι’ ἓν κάρρον χρησιμοποιούμενον ὑφ’ ὅλης τῆς οἰκογενείας! Καὶ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὠφείλετο ὁ φόρος ὑπὸ τοῦ ἑνός. Ἀλλὰ δὲν ὠφείλετο ὑπ’ οὐδενός· διότι ἐν τῷ νόμῳ, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως, ἀπηγορεύθη αὕτη ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ δύο ἐκ τῶν ἀροτήρων ἢ ἑνὸς ζώου. Ἐξηγήθη τότε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας οἱ γεωργοὶ ἔχουσιν ἕνα ἀροτῆρα, ἕνα ἡμίονον ἢ ἕνα ἵππον χρησιμοποιούμενον εἰς τὰς γεωργικὰς αὐτῶν ἐργασίας διὰ τοῦ κάρρου, διότι τὰ κτήματα αὐτῶν εἶναι εἰς ἀπόστασιν δύο ἢ τριῶν ὡρῶν ἐκ τοῦ τόπου τῆς κατοικίας των, καὶ οὐχὶ πρὸς χρῆσιν ἐπαγγέλματος καρραγωγέως. Ὑπάρχει τὸ δίτροχον αὐτὸ καὶ ὁ ἵππος ἢ ὁ ἡμίονος, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν ἰδίαν γεωργικὴν χρῆσιν. Εἰς οὐδὲν ἴσχυσαν αἱ παραστάσεις αὗται, αἱ πραγματικαὶ καὶ νόμιμοι, ἐναντίον τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα κατέστησαν περιδεῆ ἐκ τῶν αὐστηρῶν ἐγκυκλίων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἠκολούθησαν αὐτάς. Θέλομεν ἴδει λοιπόν, ἐκ τῶν 400 αὐτῶν νέων ἐπιτηδευματιῶν, κατὰ τίνα τρόπον ἐγένοντο αἱ εἰσπράξεις, ὥστε, ἂν δὲν πεισθῇ τις περὶ τῆς καταπιέσεως καὶ τῆς παρανόμου ἐνεργείας, πολὺ θὰ διστάσῃ νὰ παραδεχθῇ τὸ πνεῦμα τὸ πατρικόν, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων καὶ ἐν τῇ εἰσπράξει τοῦ φόρου τούτου. Καὶ προχωρῶ εἰς τὴν τετάρτην ἐρώτησιν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ͵ΒΦΟΔʹ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ὁρίζεται, ὅτι ἡ διαδικασία ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων κλπ. γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἄρα καὶ ἡ ἐκδιδομένη ἀπόφασις, συμφώνως τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου δέον νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς τέλος. Ἐν τούτοις ἐν ἑκάστῃ ἀποφάσει ὁρίζεται πρόσθετος φορολογία ἐκ δραχ. 13 διὰ τέλη! Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἑρμηνεύσῃ ἐπισήμως τὸν νόμον.» Δηλαδὴ σὺν τῇ ἀποφάσει τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, τῇ ἐπιβαλλούσῃ τὸ πρόστιμον, διότι τυχὸν δὲν ἐδήλωσέ τις, ἐπιβάλλονται καὶ 13 δραχμαὶ ἔξοδα, καὶ ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 35 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐκεῖ, ὅπου ῥητῶς ὡρίσατε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου πρέπει νὰ γίνηται ἡ διαδικασία. Ἂς εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ μίαν ψαλίδα, ἵνα περικόψῃ τὰ ἐξαγγελθέντα περισσεύματα, διότι ὀφείλονται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰ τοιουτοτρόπως ἀχρεωστήτως εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων, τῶν ταμιῶν καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐφαρμόζωσι τὸ ἄρθρον 35 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἀτελὴς γίνεται καὶ ἡ ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν διαδικασία. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων. Αἱ δύο τελευταῖαι ἐπερωτήσεις θ’ ἀποδείξωσι τὸν παρανομώτατον τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ τελευταίου νόμου ͵ΒΧϞΒʹ, τοῦ μεταρρυθμίσαντος τὸν προηγούμενον νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀνακοπῶν τῶν ἐπιτηδευματιῶν γίνεται ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου. Κατὰ τὸν παρελθόντα νόμον, ὅστις μετερρυθμίσθη, ἁρμόδιος εἰρηνοδίκης ἐθεωρεῖτο, Κύριοι, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς κατοικίας τοῦ ἀνακόπτοντος· καὶ λίαν ὀρθῶς, διότι προενόησεν ἡ Βουλή, ὅτι ἠδύνατό τις, μὴ δηλώσας ἕν ἐπιτήδευμα, καὶ βλέπων ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν ἓν πρόστιμον τριῶν δραχμῶν, νὰ ὑποβάλῃ μίαν ἀνακοπήν· ἀλλὰ ὁ κάτοικος τοῦ Μαραθῶνος διὰ τὴν ἀνακοπὴν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ 25 δραχμὰς, ἐρχόμενος εἰς τὸ Βʹ Εἰρηνοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα δικάσῃ τὴν ἀνακοπήν του. Διὰ τοῦτο, λίαν ὀρθῶς, ὡς ἁρμόδιοι εἰρηνοδίκαι εἶχον θεωρηθῆ διὰ τῆς τοιαύτης ὀρθῆς καὶ δικαίας διατάξεως οἱ εἰρηνοδίκαι τῶν κατοικιῶν τῶν ἀνακοπτόντων. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ κυβερνητικοὶ καὶ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταί, εὕρομεν τρωτόν τι ἐν τῇ παλαιᾷ διατάξει. Τὸ τρωτὸν δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἁρμοδιότητι τοῦ εἰρηνοδίκου, εὑρίσκετο ἐν τῇ διαδικασίᾳ, ἡ ὁποία ἐτηρεῖτο, διαδικασίᾳ διοικητικῇ, ἡ ὁποία ἔδιδεν ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ παρίσταται, καὶ εἰς τὸν δικαστὴν αὐθαιρέτως νὰ ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασίν του, χωρὶς νὰ παρίσταται ὁ ἀνακόπτων. Καὶ ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, καὶ ἀπεφασίσθη διὰ τοῦ τελευταίου τούτου ἄρθρου, ὅτι «ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ τῆς 31 Ἰουνίου 1899 ἀνακοπῶν τῶν ἐπιτηδευματιῶν γίγνεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.» Ἡ ἐξήγησις αὕτη ἦτο ἀναγκαία, ἵνα καθορισθῇ, ὅτι ἔπρεπε δικαστικὴ διαδικασία νὰ λαμβάνῃ χώραν, καὶ οὐχὶ διοικητική, καὶ νὰ παρίσταται διὰ τοῦ συνηγόρου του ὁ ἀνακόπτων. Τί δὲ ἐγένετο;...
§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὸν νόμον αὐτόν;
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὸν νόμον αὐτόν, κύριε συνάδελφε. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, ὀνόματα καὶ πράγματα. Ὁ Θεμιστοκλῆς Φραγκούλης καὶ ὁ Γεώργιος Παπαγεωργίου ἐκ Σαλαμῖνος, καρραγωγεῖς, εἶχον δηλώσει ἐγκαίρως,—καὶ ἔχω τὸν ἀριθμὸν τῆς δηλώσεως, — εἶχον πληρώσει τὸν φόρον. Ὁ Θεμιστοκλῆς Φραγκούλης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.... διπλοτύπου ἐκδοθέντος καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.... ὁμοίου δραχμὰς 8,80, ἤτοι εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἔξαφνα, συνεπείᾳ καταγγελίας, μὴ ἐρευνηθείσης ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, μὴ ἐρευνηθείσης ὑπὸ τοῦ κ. ἐφόρου, κατ’ ἐπιπολὴν δικάσαντος, ἐκδίδεται ἀπόφασις, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν πρόστιμον 50 δραχμῶν· ἀνέκοψεν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου Σαλαμῖνος ἐντὸς 15 ἡμερῶν, εἶχεν ὅλα τὰ μέσα, προσήγαγε τὰ διπλότυπα, προσήγαγε τὰς δηλώσεις ἀλλὰ στηριζόμενος ὁ κ. εἰρηνοδίκης εἰς ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥν ζητῶ νὰ κατατεθῇ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐπερωτήσεώς μου, εἶπε διὰ τῆς ἀποφάσεώς του: «Εἶμαι ἀναρμόδιος! Ἁρμόδιον εἶναι τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῶν Μεγάρων, τῆς κατοικίας τοῦ ἐφόρου». Καὶ τοιουτοτρόπως ἔχασε τὴν ὑπόθεσίν του ὁ κατ’ οὐσίαν ἔχων δίκαιον πολίτης. Ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰς, ἐπισυνάψας ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ τῶν νομίμων διατυπώσεων καὶ τῶν νομίμων πληρωμῶν, ἃς κατέβαλον οἱ πολῖται οὗτοι. Ἀλλὰ τί θέλει πράξει ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Τὸ στάδιον τῶν 15 ἡμερῶν τῆς προθεσμίας πρὸς ἀνακοπὴν ἐξέπνευσε· τίς θέλει φροντίσει περὶ τούτων; Καὶ τὸ δίκαιον τὸ τυπικὸν, καὶ τὸ δίκαιον τὸ οὐσιαστικὸν ἀνῃρέθησαν διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνῃρέθησαν τὰ τοῦ νόμου καὶ τὰ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις, ὅτε ἐψήφιζε ταῦτα, ἤθελε τὸν πολίτην ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μὴ τὸν ἀπασχολήσῃ ἀπὸ τῆς ἐργασίας του, ἐξαναγκάζουσα αὐτὸν νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τόπου εἰς τὸν ἄλλον, καὶ νὰ μὴ τὸν ὑποβάλῃ εἰς δαπάνας περιττὰς καὶ πολλάς. Καὶ καταλήγω, Κύριοι, εἰς τὴν τελευταίαν ἐπερώτησιν, ἥτις ἔδαφος ἔχει διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος τὴν γενέτειραν πόλιν τοῦ κ. Μπακοπούλου, τὴν Τρίπολιν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὸν νόμον τὸν πρῶτον περὶ ἐπιτηδευμάτων, τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ θέλων νὰ ἐνασκήσῃ ὁπωσδήποτε τὸ ἐπιτήδευμά του «ὀφείλει νὰ προκαταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ἥμισυ ποσὸν ἐκ τοῦ ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος, δι’ ὃν εἶναι χρεωμένος εἰς τὸν ὁριστικὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐὰν τοιοῦτος φόρος καθυστερῆται. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν κατέστη ὁριστικὸς ὁ φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων κλπ., ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ ἐκ τοῦ ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος κλπ.» Ἐφρονοῦμεν ὅλοι, ὅτι, ὅταν τις δηλώσῃ τὸ ἐπιτήδευμά του εἰς μίαν πόλιν καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, δύναται νὰ περιοδεύσῃ εἰς ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἢ δι’ ἐμπορίαν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐμπορικῶν πανηγύρεων ὁ ἔμπορος νὰ περιηγηθῇ τὴν Τρίπολιν, ἢ νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν, ὅπου ἐγένετο ἡ τελευταία πανήγυρις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί συνέβη; Μεταβαίνει ὁ ἐκ Μάνδρας πολίτης Γ. Σακελλαρίου, ἔχων δηλώσει τὴν ἐξ ἰδίων κτημάτων παραγομένην ῥητίνην του, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς παραγωγῆς τοῦ γλεύκους εἰς Τρίπολιν, ἵνα τὴν πωλήσῃ, καὶ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν πωλεῖ τὴν ῥητίνην· ἀλλὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα βεβαιοῦσιν ἀμέσως, ὅτι μετῆλθε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ῥητινεμπόρου, καὶ ἐκδίδουν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Καὶ ἀνακόπτει ὁ φορολογούμενος τὴν ἀπόφασιν, ἀλλ’ ὁ εἰρηνοδίκης ἀπορρίπτει τὴν ἀνακοπήν. Τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ νόμου ἐπάγουν εἰς τὸν πολίτην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσῃ τὸ ἐπιτήδευμά του καὶ νὰ πληρώσῃ. Ἀλλ’ οὕτω πρέπει τὸ ἐμπόριον νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ σύνορα τῆς κατοικίας τοῦ ἐμπορευομένου· διότι, ἐὰν οὗτος μεταβῇ εἰς ἄλλην πόλιν, πρέπει ἐκ δευτέρου νὰ πληρώσῃ.
§19Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ εἰρηνοδίκης;
§20Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω, τίς ἦτο ὁ εἰρηνοδίκης.
§21Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτας διαταγὰς ἔδωσε τὸ Ὑπουργεῖον.
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί δὲ συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἦτο ὄντως, Κύριοι, σκοτεινὸς ὁ νόμος, καὶ ἠδύνατο στενὴ διάνοια νὰ δώσῃ τοιαύτην ἑρμηνείαν ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων, πάντως ὅμως πνεῦμα ταμιευτικὸν θὰ διέβλεπέ τις εἰς τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐτέθη διάταξις, αἴρουσα τὸ σκοτεινὸν ἐκεῖνο σημεῖον· ποία δὲ εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη; Εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 7 § 4 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτηδευματίαι, οἵτινες ἐξεπλήρωσαν τὰς περὶ δηλώσεως καὶ πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος νομίμους αὐτῶν ὑποχρεώσεις, δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ αὐτὸ ἢ ἄλλο ἐπιτήδευμα προσκαίρως καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσιν, ἐὰν ἡ πρόσκαιρος αὕτη ἐξάσκησις δὲν ὑπερβαίνῃ ἐν ἑκάστῃ πόλει τὸν μῆνα.» Ἔρχεται λοιπὸν ὁ νέος νόμος καὶ δίδει φῶς εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν οἰκονομικῶν ὀργάνων, εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς εἰρηνοδικειακῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ μένει ἡ σκοτεινὴ ἀρχὴ τοῦ παρελθόντος, καὶ ἐκ τούτου ἐξακολουθεῖ ἡ παράνομος λειτουργία καὶ εἴσπραξις, ὡς ἐξέθεσα. Δύναται βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ τοιούτων καταφώρων ἀδικιῶν κατὰ πολιτῶν, νὰ στηριχθῇ εἰς τοὺς τύπους, εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ νὰ μὴ ἐνεργήσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ πράγματα, χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Ἀρχῆς, χάριν τοῦ κύρους τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι γίνονται σεβαστοὶ, μόνον ὅταν ἐφαρμόζωνται καλῶς, δύναται νὰ προέλθῃ εἰς διοικητικὸν μέτρον ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων τῶν παρανόμως εἰσπραχθέντων. Ἐὰν, Κύριοι, πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐπερωτήσεων ὑπέβαλον, καὶ περιμένω τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς δεούσας πληροφορίας, δὲν τύχωσι διορθώσεώς τινος, τότε, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι πρὸς τῷ νέῳ κεφαλαίῳ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ «Τυχηρὰ», ὅπου 1,400,000 δραχμαὶ κατὰ τρόπον παράδοξον ὡς ἔσοδα ἀναγράφονται, δέον νὰ προστεθῇ ἀκόμη ἓν κεφάλαιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὑπὸ τὸν τίτλον: «Ἔσοδα ἐκ δημοσίων λῃστοπραξιῶν!».
§23ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ χορηγηθῶσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ, ἐνῷ τὸ ἀνακαινισθὲν Ἑλληνικὸν σχολεῖον Νάξου ἦτο ἕτοιμον πρὸς παράδοσιν ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον π.ἔ., δὲν παρεδόθη μέχρι τῆς 28 Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ., καὶ διατὶ, ἐνῷ ἤδη παρεδόθη ἀπὸ τῆς 28 Σεπτεμβρίου, δὲν ἐγκατεστάθησαν μέχρι σήμερον οἱ μαθηταὶ, ἀλλὰ πληρώνει τὸ Δημόσιον ἐνοίκιον 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα; «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ποσὸν κατεχράσθη ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου Χατζηπέτρος. Ἄν οὗτος συνελήφθη, ἂν ἐπ’ αὐτοῦ ἢ ἀλλαχόσε εὑρέθησαν χρήματα, τί ποσόν, καὶ ἂν ταῦτα περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διατὶ δὲν ἀπέλυσε μέχρι σήμερον τοὺς φύλακας Μουτσούνας, ἐνῷ ὁ μὲν εἷς εὑρίσκεται ἀπὸ τριῶν μηνῶν ἐν προφυλακίσει, ὁ δὲ φυγοδικεῖ, καὶ ἡ σμύρις τοῦ ὅρμου τούτου εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τυχόντος. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου τοῦ τελώνου Σύρου, πόσοι τόννοι κακῆς ποιότητος σμύριδος μετεφέρθησαν μέχρι σήμερον ἐκ τῶν ὀρυχείων εἰς τὸ Τελωνεῖον πρὸς πώλησιν, καὶ ἀπερρίφθη αὕτη ἀπὸ τοὺς ἀγοραστάς.»
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξενοφῶν Κυριαζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§25Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἓν δικαστικὸν ἐπεισόδιον συνέβη προχθές, Δευτέραν· περὶ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ αἱ ἐφημερίδες ἀνέφεραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ, ἀνέφεραν δὲ καὶ πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχον καμμίαν θετικὴν πληροφορίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ εὑρίσκηται ἐν ἀπάτῃ, ὡς καὶ τὴν δημοσιογραφίαν καὶ τὸ κοινόν, διότι ἐγράφη ψευδῶς, ὅτι ὡς Βουλευτὴς ἠθέλησα νὰ ἐνασκήσω πίεσιν πολιτικὴν ὑπὲρ συγγενοῦς μου. Ὀφείλω λοιπόν, Κύριοι, νὰ κάμω μικράν τινα ἐξιστόρησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ Πανουργιᾶς, δήμαρχος ὢν Λεβαδείας, ὑπέστη καταδίωξιν ἐκ μέρους ἀντιπάλων του ἐν τῇ Λεβαδείᾳ· κατηγγέλθη ἐπὶ ἀπιστίᾳ, ἐπὶ νοσφίσει δημοτικῶν χρημάτων καὶ ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτε ἦτο ἀνακριτὴς ὁ κ. Ἀλεξάνδρου, ἐκλήθη ὁ Πανουργιᾶς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατηγορίαν. Προσῆλθεν ἐνταῦθα ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ ἐζήτησε νὰ ἐξετασθῇ, ἀλλὰ κατ’ ἀτυχίαν του τότε ὁ Ἀλεξάνδρου εἶχε παύσει νὰ ᾖναι ἀνακριτής, καὶ ἀνετέθησαν τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα εἰς τὸν Δ. Σκοῦφον· προσῆλθεν ὁ Πανουργιᾶς ἐνώπιον τοῦ κ. Σκούφου, ὅστις τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει καιρόν, καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν θέλει τὸν καλέσει. Ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι σήμερον παρῆλθεν ἓν ἔτος καὶ δύο μῆνες, καὶ ὁ Πανουργιᾶς δὲν ἐκλήθη, ἵνα ἐξετασθῇ διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην παντάπασι, καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ κατηγορίαν ἐπὶ 14 μῆνας! Ἐν τῷ μεταξὺ, κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, κατηγορήθη ἐπὶ νοσφίσει δημοτικῶν χρημάτων ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ συνελήφθη καὶ παρέδωκε τὴν διαχείρισίν του εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἐφυλακίσθη, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μένει ἐν ταῖς φυλακαῖς· συγκατηγορεῖται δὲ καὶ ὁ Γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας, καὶ ἀπηγγέλθη κατηγορία καὶ κατὰ τοῦ Δημάρχου Λεβαδείας ἐπὶ ἀπιστίᾳ καὶ νοσφίσει δημοτικῶν χρημάτων. Ἐξητάσθησαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πολλοὶ μάρτυρες, μετέβη εἰς τὴν Λεβάδειαν δὶς ὁ ἀνακριτὴς Σκοῦφος, ἐπήγαινε καὶ ἤρχετο, καὶ οὐδὲν ἔπραττε. Τὸν παρεκάλεσα νὰ περατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν αὐτήν, καὶ πρὶν ἢ περατώσῃ αὐτὴν ἐκάλεσε τὸν Δήμαρχον Λεβαδείας καὶ τὸν Γραμματέα τῆς Δημαρχίας, ὅπως ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν· διεμήνυε δὲ ὁ ἀνακριτὴς οὗτος πρὸς ἐμέ, νὰ μὴ προσέλθῃ ὁ Δήμαρχος, διότι ὑπόκειται (ὁ ἀνακριτὴς) εἰς μεγίστην πίεσιν, ὅτι ἔχει ἐφιάλτην ἐπάνω του, ἵνα προφυλακίσῃ τὸν Δήμαρχον, καὶ δὲν δύναται νὰ πράξῃ κατ’ ἄλλον τρόπον...
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐφιάλτης;
§27Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐν τῇ σειρᾷ τῶν γεγονότων. Ἐζήτησα λοιπὸν παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ νὰ μάθω, τί συμβαίνει· καίτοι δὲ ἐπὶ τόσον χρόνον ἔχει τὴν δικογραφίαν, οὐδέποτε προσῆλθεν οὔτε πρὸς αὐτόν, οὔτε πρὸς ἄλλον ποτὲ δικαστὴν ἢ ἀνακριτήν, ἵνα ἐνασκήσω πολιτικὴν ἐπιρροήν, ἔστω καὶ διὰ παρακλήσεων ἢ δι’ ἄλλων μέσων· ἀλλ’ ἠναγκάσθην προχθὲς νὰ προσέλθω πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν τὸν εὗρον ἐν τῷ γραφείῳ του, τὸν συνήντησα ὅμως ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καὶ τὸν ἐχαιρέτισα: «Καλὴ ’μέρα σας, κὺρ Δημητράκη.—Καλὴ ’μέρα σας.—Ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν. — Δὲν ἔχω καιρόν. — Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται πολὺς καιρός· ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς ἐμποδίσω· ἐνῷ περιπατοῦμεν, δύναμαι νὰ σᾶς ζητήσω μίαν πληροφορίαν. Μοὶ διεμήνυσες διὰ στενοῦ σου συγγενοῦς, ὅτι πιεζόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν θέλεις προφυλακίσει τὸν Δήμαρχον Λεβαδείας, καὶ τὸν ἀναγκάζεις οὕτω νὰ φυγοδικῇ. Ποῖοι λόγοι σὲ ἀναγκάζουν νὰ σχηματίσῃς πεποίθησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Δημάρχου, ὥστε νὰ διατάξῃς τὴν προφυλάκισίν του; Ἐὰν πιέζησαι νὰ πράξῃς τοῦτο, σὲ παρακαλῶ νὰ ἀναθέσῃς τὴν δικογραφίαν εἰς ἄλλον ἀνακριτήν». Ὁ κ. Σκοῦφος περιφρονητικῶς μοὶ ἀπαντᾷ: «Δὲν ἔχω νὰ σοῦ δώσω λόγον, καὶ πήγαινε». Λέγω τότε πρὸς αὐτόν: «Γνωρίζω τὸν ἐφιάλτην, ὁ ὁποῖος σὲ πιέζει. Ὁ ἐφιάλτης εἶμαι ἐγὼ αὐτὸς, καὶ οὐδεὶς ἄλλος, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὑποθέσει ἡ κοινωνία καὶ ὅστις ἠθέλησε καὶ δι’ ἄλλων τρόπων καὶ μέσων καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸν Βασιλέα νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ Κυριαζῆς, πιεζόμενος χάριν τοῦ γαμβροῦ του, ἀναγκάζεται νὰ ψηφίσῃ τὸν ὑποψήφιον τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν Κυβέρνησιν ὑποστηρίζω ἐν πεποιθήσει, καὶ μόνον εἰς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος μὲ ἐκλέγει, δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἐπὶ τῇ πολιτικῇ μου πορείᾳ.» Διεμήνυε δὲ ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ὅτι ζητοῦν ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Λεβαδείας νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του εἰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς· πράγματα ἀνακριβῆ. Τὴν ἀκρίβειαν δύνασθε νὰ ζητήσητε ἀλλαχοῦ, καὶ ταύτην θέλω σᾶς ἐκθέσει, καὶ ὀφείλει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων μας καὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα παρεκτρέπονται τῶν καθηκόντων των. Ὁ ἐφιάλτης, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἐπίεζε τὸν ἀνακριτὴν Σκοῦφον νὰ μὴ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τὸν Δήμαρχον Λεβαδείας, ἤμην ἐγώ. Κατὰ τὸ ἔτος 1897 ὁ ἀνακριτὴς Σκοῦφος συνέζη μετὰ μιᾶς γυναικὸς ἀμφιβόλων ἠθῶν· ἡ ἀμφιβόλων ἠθῶν αὕτη γυνὴ μετέβαινε παρά τινι ἀργυραμοιβῷ... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης).
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ δὲν λέγονται ἐν τῇ Βουλῇ.
§29Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τοιοῦτοι βαρύτατοι λόγοι, τοιαῦται κατηγορίαι προσωπικαὶ κατὰ προσώπου ἀπόντος δὲν ἐπιτρέπονται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. Τί εἶναι αὐτά!
§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ δι’ ἐπερωτήσεως ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως, ὄχι ὅμως καὶ νὰ γείνῃ ἐδῶ εἰκὼν βίου κοινωνικοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐρήμην ἐνταῦθα κατηγορεῖται.
§32Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πολὺ καλά· παραιτοῦμαι. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν λοιπὸν αὐτὴν, περὶ τῆς ὁποίας παραιτοῦμαι νὰ ἐξηγήσω τὰ πράγματα, ἔχω μίαν ἀπόφασιν ἐδῶ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει)...
§33Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀπέτισε τὴν ποινήν του, καὶ δὲν δύνανται νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐν τῇ Βουλῇ. Μετὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ποινῆς οὐδεὶς γίνεται ἀντικείμενον ἐλέγχου.
§34Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρω ἀπόφασιν;
§35Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν καταγγείλητε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχετε, καὶ μάλιστα ὅταν τὸ πρόσωπον τὸ ὑβριζόμενον δὲν ἦναι παρόν.
§36Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ποινήν· εἶναι γνωστή. Παρακαλῶ, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ προσώπων ἀπόντων, νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§37Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὴν καταδίωξιν αὐτὴν τὴν ἔκαμα ἐγὼ, κύριε Ὑπουργέ.
§38Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅταν θέλητε, δύνασθε νὰ τὸ ζητήσητε νομίμως. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφήσατε τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξιστόρησιν.
§39Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἰδοὺ καὶ ἄλλη ἀπόφασις, ἡ ὁποία μένει ἀνεξέλεγκτος ἀκόμη (ἀναγινώσκει). Ἔχομεν λοιπὸν δύο κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ. Ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὰς στείλητε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἢ οὔ;
§40Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Διατὶ φέρετε μόνον κατ’ αὐτοῦ; Θὰ ὑπάρχωσι καὶ κατ’ ἄλλων. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρητε μόνον καθ’ ἑνός, πρέπει νὰ φέρητε καθ’ ὅλων.
§41Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πῶς δὲ διαχειρίζεται τὴν δικαιοσύνην, ἔχω ἀπόφασιν ἑτέραν τοῦ Ἐφετείου, πολιτικήν.
§42ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§43Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ (ἀναγινώσκει).
§44ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μόδα, ἡ ὁποία εἰσήχθη ἀπὸ ἔτους ἐδῶ· σᾶς βάλλουν νὰ κάμητε μίαν ἐπερώτησιν, διὰ νὰ παρασκευάσητε μεταθέσεις δικαστῶν.
§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος πιέζει τὸν κ. Σκοῦφον νὰ μὴ ἀθωώσῃ τὸν Δήμαρχον;
§46ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ἐγκαλέσατε τὸν Ὑπουργὸν, καὶ μὴ ὑβρίζετε πρόσωπα ἀπόντα.
§47Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν τὰ γνωρίζει αὐτὰ ὁ Ὑπουργός. (Ἀναγινώσκει).
§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Κυριαζῆς, ποῖος πιέζει τὸν δικαστὴν αὐτὸν καὶ θέλει νὰ βάλῃ τὸν Δήμαρχον εἰς τὴν φυλακὴν, ποῖος ἔχει συμφέρον νὰ ἐμβῇ ὁ Δήμαρχος εἰς τὴν φυλακὴν, ἵνα κενωθῇ ἡ θέσις τοῦ Δημάρχου, διὰ νὰ καταλάβωμεν, ἂν πιέζηται ἀπὸ πολιτικοὺς ὁ κ. Σκοῦφος.
§49Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Αὐτὸς εἶχε κατ’ ἐμοῦ πάθος, καὶ τὸ ἐγνώριζον, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ ἴδω μέχρι ποίου σημείου ἤθελε φθάσει ἡ μοχθηρία του, ἡ ἐναντίον ἐμοῦ, ὥστε νὰ ἐνοχοποιήσῃ καὶ ἄλλα πρόσωπα.
§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα πρόσωπα;
§51Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὁ Λάππας καὶ ὁ Μπουφίδης.
§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἶναι σπουδαῖον. Πολλάκις ἐρρίφθησαν ὑπαινιγμοὶ κατὰ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης ἀφῃρημένως, πολλάκις δὲ καὶ συγκεκριμένως, ὡς ἀπόψε, κατὰ τοῦ κ. Σκούφου. Ὁσάκις ἤκουσα ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης τοιοῦτον ἔλεγχον ἐξερχόμενον τῶν ὁρίων, ὕψωσα φωνὴν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, διότι μεμονωμένα γεγονότα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἀναφέρωνται πρὸς κλονισμὸν τοῦ γενικοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκολουθῶ τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ προλαλήσας. Σέβομαι αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐννοῶ τὸν πόνον, ὅστις ὑπηγόρευσεν αὐτῷ τὰ λεχθέντα, ἀκριβῶς δὲ ὁ πόνος οὗτος ὁ ἱερὸς μόλις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐκτροπήν, εἰς ἣν περιῆλθεν. Ἀλλὰ φέρων τὸ ζήτημα, καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἔφερεν, ἠδίκησε καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν γαμβρόν του καὶ τὴν Δικαιοσύνην· διότι, ἂν εἶχε τὸ θάρρος νὰ σύρῃ τὸ παραπέτασμα καὶ ν’ ἀποκαλύψῃ τὰ ἀληθῶς ὄπισθεν αὐτοῦ κρυπτόμενα, θὰ ἐχειροκρότει ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Λέγει ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐφιάλτης. Ποῦ ὑπάρχει; Ἐν μιᾷ στιγμῇ μᾶς ἔφερε μεταξὺ δύο ἑδράνων, μεταξὺ τοῦ καθημένου ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ καθημένου ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι τοιαῦτα διεφημίσθησαν ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ ταῖς ἀγυιαῖς. Ἐὰν τοιαῦτα κατήγγελλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἠρχόμεθα εἰς σοβαρὰν συζήτησιν, διότι ἦτο πλέον ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀμυνθῶμεν ἐναντίον τῶν κατηγοριῶν, ὅτι ἐπεμβαίνομεν παντοῦ, καὶ θέτομεν τὸν δάκτυλον ἡμῶν παντοῦ, καὶ ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὰ ἄδυτα τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων ἢ τῶν δικαστικῶν συνειδήσεων. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀνακριτοῦ πᾶν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ὑπὸ πίεσιν εὑρέθη, ἢ καὶ ὅτι ἀπὸ πάθος ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνήργησε· διότι, ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθές, δὲν θὰ ἠκούομεν, ὅτι δῆθεν παρήγγειλεν εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν κατηγορούμενον νὰ φυγοδικήσῃ, διὰ νὰ μὴ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον τῆς προφυλακίσεως. Ἂν τοιοῦτόν τι ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διστάσωμεν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς μᾶς εἶπε «παρήγγειλεν»· ἀλλὰ μεταξὺ παραγγέλλοντος καὶ παραγγελλομένου ὑπάρχουσι μεσολαβοῦντες, οἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκπροσωπῶσι τὴν ἀκρίβειαν. Ἐγὼ ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἕνα ὑπεύθυνον βλέπω, τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἂς τὸ εἴπῃ ἀπεριστρόφως, ἂν φρονεῖ, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς οὗτος δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του ἐν τῇ ὑποθέσει ἐκείνῃ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, χάριν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Σώματος, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἔλθῃ καθὼς ἦλθε τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει τὸ στάδιον τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τῆς καταγγελίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἡμεῖς θὰ ἠρχόμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Ἐὰν ἐβλέπομεν διστάζοντα τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ἐὰν ἐβλέπομεν παράνομον ἐνέργειαν ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ἐφιάλτου, ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, τότε ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα, ἵνα ἐλεγχθῇ οὐχὶ ὁ δικαστής, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργός, ὁ τηρῶν οὐχὶ πλέον εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος κατὰ τοιοῦτον τρόπον σύρει τὴν ἄσπιλον χλαμύδα τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἰλύν. Ἐν ὅσῳ ὅμως μασσημένα λόγια ἐλέχθησαν περὶ τῶν προσώπων, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν, αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτής, τοῦ ὁποίου ἡ σύνεσις καὶ ἡ εἰλικρίνεια εἶναι γνωστή, θὰ ἐγερθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, καὶ θὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν δι’ ὅσα εἶπεν ἐναντίον ἑνὸς δικαστοῦ διακεκριμένου, ἐκ πάθους ἐκμεταλλευομένου, ὡς μὴ ἔδει, ὑπὸ ἄλλων προσώπων. Ἔχει τὸ θάρρος νὰ μᾶς ὀνομάσῃ τοὺς ἐφιάλτας; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς δὲν φέρει αὐτοὺς, νομίζω ὅτι εἰς ἀλλοῖα συμπεράσματα ὤφειλε νὰ καταλήξῃ. Ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ ὑπολαμβάνω, ὅτι ἐκ λόγου μόνον κλονισμοῦ τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωπικῆς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Σκούφου ἔφερε τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸν σκοπὸν νὰ ἀνακαλύψῃ τοὺς ἐφιάλτας τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς τοὺς εἴπῃ, καὶ θὰ μᾶς εὕρῃ ὅλους συναγωνιστάς του ἐν τῷ τοιούτῳ ἀγῶνι, τὸν ὁποῖον θ’ ἀνοίξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος.
§53Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου, μόνον ἵνα μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκώφευσεν, ἔστω καὶ εἰς διαδόσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μόλις ἔλαβε γνῶσιν τῶν διατρεξάντων, ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω, εἶναι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται, ἐπερατώθη, καὶ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ περατωμένη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα πρὸς ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος· τὸ κατασχετήριον δ’ ἐξεδόθη τυπικῶς, διότι, ὡς γνωστὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ κατασχετήριον. Γνωρίζω, καὶ γνωρίζουν πρὸ πάντων ὅσοι εἶναι ἔμπειροι περὶ τὰ νομικὰ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ὅσῳ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐδικαιοῦτο καὶ ἠδύνατο νὰ διακόψῃ ἀνακρίσεις! Ἓν ἔχει καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ αὐτὸ ἐπιφυλάσσεται νὰ πράξῃ ὅταν ἡ ὑπόθεσις περατωθῇ ὁριστικῶς, τότε ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαγωγὴν ἑκάστου τῶν δικαστικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν· καὶ θὰ ἐλέγξῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτοὺς παρεκκλίναντας, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐσταμάτησα μέχρι τοῦ σημείου τούτου· ἐκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, εἰς ὃν ὁ νόμος ἀνατίθησι τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἀνακρίσεων, τῷ συνέστησα τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τὸν παρεκάλεσα προσωπικῶς νὰ ἐπιβλέψῃ μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὅ,τι λοιπὸν ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔπραξε, καὶ τὸ ἔπραξεν ἐν συνειδήσει τοῦ καθήκοντός του. Πέραν τούτου οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ.
§54Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπητε, ἐὰν ἦλθον ἐγὼ ποτὲ νὰ σᾶς εἴπω τίποτε, ἢ νὰ σᾶς παρακαλέσω, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὸν γαμβρόν μου. Ἐγὼ ἀφῆκα τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ καθῆκον αὑτῆς.
§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§56Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Οὔτε εἰς τὸν ἀνακριτὴν, οὔτε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, οὔτε εἰς οὐδένα ἄλλον προσῆλθον, οὔτε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἀνώτερα πάσης μομφῆς. Ἐὰν ὑπάρχουν που καθάρματά τινα, ταῦτα συντόμως θὰ καθαρισθοῦν.
§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Κυριαζῆ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. Κυριαζῆς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατήγγειλε τὸν συνάδελφον κ. Λάππαν ὡς ἀναμιχθέντα...
§58Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν κατήγγειλα τὸν κ. Λάππαν, οὔτε τὸν κ. Μπουφίδην. Ἐγὼ εἶχον παράπονον ἀτομικὸν κατὰ τοῦ κ. Σκούφου.
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Κυριαζῆς ὑπῃνίσσετο τὸν κ. Μπουφίδην καὶ τὸν κ. Λάππαν. Καὶ ἐγὼ ἔμαθον, ὅτι δὲν ἀνεμίχθη οὔτε ὁ κ. Μπουφίδης, οὔτε ὁ κ. Λάππας, ἀλλ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει συγγενῆ τὸν ἀντίπαλον τοῦ Πανουργιᾶ, καὶ ὅτι τάχα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπενέβη (γέλωτες). Αὐτὸ ἔμαθον ἐγώ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακάς τινας, οὓς ἀναφέρω ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον καταθέτω, διότι μᾶς καλεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθωμεν εἰς συνεδρίασιν αὔριον, ἐνῷ μόλις πρὸ ὀλίγου ἐλάβομεν τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τουλάχιστον πρέπει νὰ λάβωμεν καιρὸν νὰ τὸν ἀναγνώσωμεν. Δὲν προφθάνομεν. Ἀλλὰ βιάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πάρῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ καταθέσῃ ἐγκαίρως τοὺς πίνακας, διότι ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶμεν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν κωλυσιεργίαν.
§60Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Σοβαρώτατον καὶ ζωτικώτατον ζήτημα ἐγείρεται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀκατάσχετον ῥεῦμα μεταναστεύσεως εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχει. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι πρέπει σοβαρώτατα νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς τοιαύτην σοβαρὰν ἐξέτασιν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γινώσκωμεν διαφόρους στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἡλικίας τῶν μεταναστευόντων, περὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα οὗτοι μετέρχονται ἐκεῖ, περὶ τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων διὰ τὴν μετάβασίν των, περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλουσιν ἐκεῖθεν, περὶ τῶν ἐπανερχομένων, καὶ περὶ τῆς ὑγείας αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Νομάρχην Λακεδαίμονος, ὅπως δι’ ἐγκυκλίου του ζητήσῃ παρὰ τῶν Δημάρχων τῆς δικαιοδοσίας του, ὅπου κυρίως τὸ τῆς μεταναστεύσεως ῥεῦμα ὁσημέραι ἐξογκοῦται, ἐκθέσεις περὶ τοιούτων στατιστικῶν πληροφοριῶν. Ὁ κ. Νομάρχης, καὶ ὁ ἀρτίως μετατεθεὶς ἐκεῖθεν κ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ διαδεχθεὶς αὐτὸν κ. Ἱερομνήμων, ἀναγνωρίζοντες τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου, προεκάλεσαν τοὺς Δημάρχους τῆς δικαιοδοσίας των, καὶ πάντες οὗτοι ὑπέβαλον ἐκθέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ πολλὰς δύνανται νὰ ἀρυσθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου πληροφορίας, ὄχι μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὴν περιστολὴν τῆς μεταναστεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου Λακεδαίμονος νὰ ὑποβάλῃ πάσας τὰς ἐκθέσεις τῶν Δημάρχων, καὶ ταύτας νὰ προσκομίσῃ οὗτος εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὴν σπουδαιότητα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πιστεύω ὅτι ἀναγνωρίζει. Μάλιστα ἤθελον παρακαλέσει, ἡ πρὸς τὸν κ. Νομάρχην παραγγελία νὰ γείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον· αὔριον, εἰ δυνατόν. Ἐκτὸς τούτου, ἕτερον ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὴν σοβαρότητα πάντες ἀνεγνωρίσαμεν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠρνήθη, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐπιβάλητε βάρη νέα εἰς τὸν λαόν, ἤ, ὅπως σεῖς νομίζετε, ὄχι νέα βάρη, ἀλλὰ νὰ κατορθώνητε νὰ εἰσπράττητε πληρέστερον τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, πρέπει νὰ ἐνισχύσητε τὴν παραγωγὴν καὶ νὰ προστατεύσητε τὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἐγκαταλελειμμένη ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιμένων καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τῶν χωροφυλάκων ἢ ἀστυφυλάκων. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε λάβει περὶ τούτου πρόνοιαν, καὶ ἐζήτησεν ἐκθέσεις παρὰ τῶν Νομαρχῶν.
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰργάσθη περὶ τούτου.
§62ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ἵνα ἐν γνώσει πασῶν τῶν γνωμῶν αὐτῶν καὶ τῶν λεπτομερειῶν περὶ τοῦ ζητήματος συζητήσωμεν τοῦτο καὶ καταρτίσωμεν νόμον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ λαοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου καθ’ ἑκάστην ζητοῦμεν νέας θυσίας.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μὲ ἓν ὁλόκληρον ἑκατομμύριον, πρέπει νὰ δοθῇ ὀλίγος καιρός, ἵνα μελετηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὁ νέος, ὅπως ἴδωμεν, ἂν δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τοιοῦτον βάρος. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν βεβαίως θέλει νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τοὐναντίον ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν πατριωτικόν, ἀλλ’ ὑποθέτομεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ἀκόμη εἰς γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου, ὥστε νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μέχρις οὗ ἴδωμεν ὁποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος ἐν πλήρει γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι, ἀφαιρουμένων ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν προσόδων, διὰ τῶν ὁποίων προικίζεται τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, οὐδεμία δυσχέρεια θέλει ἐπέλθει εἰς αὐτὸν, συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, καθόσον μάλιστα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς αὐτὸ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, οὐδ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§66Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τοιαύτην ἀναβολήν· ἐζήτησα ν’ ἀναβληθῇ μόνον μέχρις ὅτου μελετήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν.
§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὐδένα κομματικὸν χαρακτῆρα ἔχει· ἀφορᾷ εἰς σκοπὸν ἐθνικὸν μέγιστον· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος θέλει ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται ἡ σύστασις Ταμείου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς μεγάλης ἰδέας τῆς ἐνισχύσεως τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω μίαν τροποποίησιν. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει σήμερον Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν διενοήθη νὰ διαλύσῃ τὴν ὑπάρχουσαν ταύτην Ἐπιτροπήν· τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι πρέπει ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ παραμείνῃ, διότι εἶναι χρήσιμος, καὶ θὰ συνεργάζηται μεθ’ ἡμῶν, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Δι’ αὐτὸ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 φέρω τὴν ἀκόλουθον μεταβολήν: «Πᾶσα ἡ κινητὴ περιουσία τῆς πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ πᾶν τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων αὐτῆς, διατηρουμένης τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν διαθηκῶν, δι’ ὧν ἐκληροδοτήθησαν εἰς τὸν Ἐθνικὸν Στόλον κληροδοτήματα.»
§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν θεωρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει κομματικὸν χαρακτῆρα, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ θὰ ἔχω ὅλην τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀναβολὴν, ὅπως ἐν γνώσει ψηφίσωμεν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπισπεύδηται ἡ ψήφισις αὐτοῦ, θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, καὶ τοῦτο θέλω πράξει μετὰ λύπης.
§69Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσι ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίζῃ ἐν γνώσει. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, περὶ τῆς γνώσεως τῆς Βουλῆς τῶν δυνατῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τῆς διατάξεως τῶν ἐσόδων τούτων, εἶναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου πᾶς Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν. Προσέτι ἕτερον ζήτημα εἶναι, ἐὰν δυνάμεθα νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν περιουσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ποία ἡ περιουσία καὶ ἡ κατάστασις αὐτῆς, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐζήτησα τὸ Καταστατικὸν καὶ τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ προσαγάγῃ. Οὐδεὶς δύναται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ παντὸς τρόπου ἡ ἐνίσχυσις τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐπιθυμίας, τοῦ πόθου τούτου, τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ καρδίᾳ παντὸς Ἕλληνος. Ἀκριβῶς πρὸς ἐπιτυχίαν ἀσφαλῆ τοῦ σκοποῦ ἡμῶν πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα· διότι, ἐὰν δὲν μελετήσωμεν αὐτὸ καλῶς, εἶναι φόβος, μήπως πράξωμεν ἀνάλογόν τι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπράξαμεν καὶ εἰς προηγουμένην Σύνοδον, νὰ ψηφίσωμεν δηλ. νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστος. Πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ὑψηλοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθετήματος, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς Ἕλληνος, καὶ πάντων ἡμῶν, πρέπει τὸ ζήτημα νὰ μελετηθῇ καλῶς, ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἐπιμονή, ὅπως συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τοῦτο δὲν παραβλάπτει τὴν μελέτην αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως πρέπει νὰ προσκομισθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι πληροφορίαι, καὶ νὰ γείνῃ ὅσον οἷόν τε πλήρης ἡ μελέτη αὐτοῦ.
§71Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστον· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὴν σοβαρότητα τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, πᾶσα ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὐδένα κομματικὸν χαρακτῆρα ἔχει· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου οἱ πόροι εἶναι καθαροί. Πρόκειται περὶ Ταμείου, τὸ ὁποῖον προικίζεται διὰ τῶν προσόδων τῶν φάρων καὶ φανῶν, τὰς ὁποίας σήμερον λαμβάνει τὸ Δημόσιον, περὶ Ταμείου, τὸ ὁποῖον προικίζεται διὰ τῶν ἐσόδων τῆς πλωτῆς Δεξαμενῆς, τὰ ὁποῖα σήμερον λαμβάνει τὸ Δημόσιον, περὶ Ταμείου τὸ ὁποῖον προικίζεται διὰ τῶν εἰσοδημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀχρήστων ὑλικῶν τοῦ Ναυστάθμου. Ἐγὼ ἐν τούτοις, μὴ ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀποδεχόμενος ὅμως τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ν’ ἀναβάλῃ δὲ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν μέχρις οὗ προσκομισθῶσι καὶ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ κύριοι Βουλευταί.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ δοθῶσι πληροφορίαι τινές: 1) Πόση εἶναι ἡ κινητὴ περιουσία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. 2) Πόσον, ἐὰν ἐκαθαρίσθη, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κληροδοτεῖ ὁ ἀοίδιμος Ἀβέρωφ διὰ τῆς διαθήκης του ὑπὲρ τῆς ναυπηγήσεως καταδρομικοῦ πλοίου. 3) Ἐὰν διά τινος τῶν ἐκδοθέντων μέχρι τοῦδε νόμων δὲν παρεχωρήθη εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἐκποιουμένου ἑκάστοτε ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ 4) Πόσα εἶναι τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἔσοδα τῆς πλωτῆς Δεξαμενῆς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν).
§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ αὐτῷ λέγεται, ὅτι μεταβιβάζεται ἡ περιουσία τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ψηφιζομένου Ταμείου. Μεταβιβάζεται ἡ περιουσία, ἐνῷ παραμένει ἡ Ἐπιτροπή. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος· ἑνὸς προσώπου δηλονότι νομικοῦ ν’ ἀφαιρῆται ἡ περιουσία ἄνευ ἀποζημιώσεως. Βεβαίως ἔχει τὴν ἐξουσίαν τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ τὴν περιουσίαν παντὸς πολίτου, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ὑφισταμένου λοιπὸν τοῦ προσώπου, οὗτινος ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἡ ἀφαίρεσις αὐτῆς σύμφωνος πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον, ἄνευ ἀποζημιώσεως. Καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῶν διατυπώσεων τῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ὠφελείας, ἵνα λάβῃ τὴν περιουσίαν ταύτην. Ἀρκεῖ ν’ ἀποταθῇ πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἡ περιουσία αὐτῆς θὰ δωρηθῇ πρὸς τὸ νέον Ταμεῖον. Τοιουτοτρόπως τὰ μέλη ταῦτα θὰ ἴδωσιν ἱκανοποιουμένην καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν, ὅτι συνετέλεσαν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου Ταμείου, ὅπερ ὑπόσχεται, λόγῳ μεγαλειτέρων μέσων καὶ λόγῳ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους, σπουδαιότερα ἀποτελέσματα. Δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν λοιπὸν, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία λαμβάνει τὴν περιουσίαν ἑνὸς σωματείου, καὶ εἰσάγει αὐτὴν εἰς ἄλλο Ταμεῖον, διότι εἶναι ἄτοπον. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται δι’ ἄλλου τρόπου, συμφώνου πρὸς τοὺς νόμους καὶ παραπλησίου πρὸς τὸν ὑποδειχθέντα παρ’ ἐμοῦ, νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι ζητεῖ.
§75Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐννοῶ περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται, λέγετε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν περιουσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν χωρὶς ν’ ἀποζημιώσωμεν τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ διαφόρους ἀξιοτίμους κυρίους, ὑπὸ τὴν ἐπίτιμον προεδρίαν, νομίζω, τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, ὅτι δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐσχηματίσθη ἵνα συλλέξῃ χρήματα διὰ τὸν Ἐθνικὸν Στόλον. Ἤδη γίνεται εἷς νόμος, δι’ οὗ συνιστᾶται ἓν Ταμεῖον, ὅπερ ἔχει τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὃν καὶ ἡ Ἐπιτροπή. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ λέγομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Στόλου: «Τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὸν ἴδιον σκοπὸν, δι’ ὃν προορίζεται τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου, πρέπει νὰ τὰ λάβῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν ἴδιον σκοπόν.» Τί πρόκειται λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἄνευ ἀποζημιώσεως;
§76Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς ἀπορίας, ἣν ἐξέφρασε. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἥτις ἔχει ἀποστολὴν νὰ συλλέγῃ χρήματα δι’ αὐτόν. Πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν συνιστᾶται καὶ τὸ Ταμεῖον διὰ νέου νομοσχεδίου: ἄρα, λέγει, τὰ χρήματα τῆς Ἐπιτροπῆς δύναται νὰ λάβῃ τὸ νέον Ταμεῖον. Ὅταν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξετάζωνται τὰ ζητήματα, δύναται πᾶς τις νὰ φθάσῃ εἰς τὰς λύσεις, ὅπως τὰς θέλει. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τοῦ ὑπάρχοντος Ταμείου συνέστη δι’ ἐγκρίσεως τοῦ Κράτους νομίμως, καὶ εἰργάσθη νομίμως, συλλέγον χρήματα. Ἂν δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ, παρανόμως θὰ συνέλεγε χρήματα διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν συνέλεξεν αὐτά. Ὑπάρχει τὸ ἠθικὸν πρόσωπον αὐτὸ, ὅπως ὑπάρχει καὶ πᾶν φυσικὸν πρόσωπον, καὶ ἔχει ἐπίσης δικαιώματα. Εἶναι ἀδύνατον, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει τὸ ἠθικὸν αὐτὸ πρόσωπον, νὰ εἴπωμεν αὐτῷ: «Λαμβάνω τὰ χρήματά σου, διότι ἐγὼ δύναμαι καλλίτερον νὰ ἐκτελέσω τὸν σκοπόν σου.» Τοῦτο δὲν εἶναι νόμιμον. Εἶναι αὐθαίρετον. Ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ Ἐπιτροπὴ, δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν οὕτω τὸ χρῆμα αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι διατηρεῖται ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ἑπομένως ἔχομεν πρόσωπον, ὅπερ δύναται ν’ ἀποκτᾷ, ν’ ἀπαλλοτριοῖ, καὶ νὰ διαχειρίζηται, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, τὴν περιουσίαν της. Δύναται νὰ τὴν μεταβιβάσῃ, ἂν θέλῃ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τῆς ἀφαιρεθῇ. Πρέπει νὰ διαλυθῇ τὸ σωματεῖον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἄνευ ἀποζημιώσεως μεταβίβασις τῆς περιουσίας αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θεωρῇ ἀβάσιμον τὴν παρατήρησίν μου. Προσκρούει εἰς τὸν νόμον ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ μεταβίβασις καὶ ἡ συγχώνευσις τῆς περιουσίας τῆς ὑπαρχούσης Ἐπιτροπῆς μετὰ τῆς περιουσίας τοῦ νέου Ταμείου. Εἶναι εὔκολον τὸ πρᾶγμα, νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐννοῶ διατὶ δὲν θέλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰ καθεστῶτα, διατὶ δὲν προσφεύγει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν· ἐκτὸς ἐὰν τὴν θεωρῇ μὴ ὑπάρχουσαν. Πιθανὸν νὰ εὗρεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ καλῶς ὑπάρχουσαν, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίας. Πᾶσα Ἐπιτροπή, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὡς ἠθικόν, ὡς νομικὸν πρόσωπον, καὶ νὰ δύνηται ν’ ἀποκτᾷ, διαχειρίζηται καὶ μεταβιβάζῃ τὴν περιουσίαν αὐτῆς, πρέπει νὰ συγκροτηθῇ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Συνεκροτήθη αὕτη οὕτως; Ἂς τὸ ἐξετάσῃ. Προσφέρω οὕτω καὶ ἄλλην διέξοδον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς ὅ,τι λέγω. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως ἀναγνωρίζει τὴν Ἐπιτροπήν.
§77Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῦ ὑπάρχει ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας; Πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν περιουσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ τὴν μεταχειρισθῶμεν εἰς ἄλλας ἐργασίας; Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι γίνεται Ταμεῖον Ἐθνικοῦ Στόλου, ἔνθα συγχωνεύονται καὶ τὰ χρήματα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὰ ὁποῖα συνηθροίσθησαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν.
§78Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διαφωνία περὶ τὴν διατύπωσιν ὑπάρχει.
§79ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν λεχθέντων μεταξὺ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἐγέννησε τὸ δεύτερον ἄρθρον, δεικνύεται, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν φαίνεται, τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὁποῖον τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, ποῦ στηρίζεται τοῦτο, καὶ ἂν ὑπάρχει ἔγκρισις αὐτοῦ. Διότι ἤκουσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς νομίμου ὑπάρξεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν δὲ αὕτη δὲν συνεκροτήθη νομίμως, ὡς νομικὸν πρόσωπον, ἡ Πολιτεία ἥτις, ὡς ἐπόπτις καὶ ἐγγυήτρια τῆς ὑπάρξεως τῶν νομικῶν προσώπων, παρεμβαίνει καὶ τακτοποιεῖ τὰς ὑποθέσεις τούτων, ἔχει καθῆκον νὰ παρεμβῇ καθ’ ὃν οἱ νόμοι ὑποδεικνύουσι τρόπον. Πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀποτελοῦντα τὴν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν τῆς γεννήσεως καὶ τῆς νομίμου ὑπάρξεως τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ταῦτα δὲν εἶναι δύσκολον νὰ προσκγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν αὔριον. Ἴσως τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἐγεννᾶτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προσῆγε τὴν τροπολογίαν, ἣν ἠκούσαμεν, καὶ δὲν προσέδιδεν εἰς τὸ ἄρθρον χαρακτῆρα παραδοξότατον· διότι, ἐνῷ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἀφαιροῦμεν τὸ χρῆμα τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπιφυλασσόμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ὑπόλοιπον, καὶ μόνον ἐπὶ τῶν ἀκινήτων δὲν θέτομεν ἀμέσως χεῖρα, κηρύσσομεν ἐν τούτοις, ὅτι ὑφίσταται ἡ Ἐπιτροπή. Παρακαλῶ, διὰ ποῖον λόγον καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐψηφίσθη, ἐὰν αὕτη ἐψηφίσθη νομίμως τῇ ἐγκρίσει τοῦ Κράτους; Πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα συλλέξῃ χρήματα παρὰ τῶν ἁπανταχοῦ ὁμογενῶν ἢ φιλλελλήνων, καὶ διὰ τούτων κατασκευάσῃ αὐτὴ αὕτη πρὸς παράδοσιν εἰς τὸ Κράτος πολεμικὰ πλοῖα, ἢ χορηγήσῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διευκολύνῃ τὴν πρόνοιαν αὐτῆς πρὸς κατασκευὴν στόλου. Τοιαύτη ἡ θέσις τῆς Ἐπιτροπῆς· παρακολούθημα κυβερνητικόν, διευκολῦνον τὴν ἐργασίαν τὴν κυβερνητικὴν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐξήσεως τοῦ στόλου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἱδρύει αὐτὴ Ναυτικὸν Ταμεῖον, διοικούμενον ὑπὸ προσώπων τῆς ὑπηρεσίας, παρεχόντων πολὺ μείζονας ἐγγυήσεις εἰδικότητος καὶ ἱκανότητος, πρὸς τί νὰ ὑπάρχῃ ἐφεξῆς ἡ τοιαύτη Ἐπιτροπή; Ὁσάκις τοιούτου εἴδους ἰδιωτικαὶ ἐπιτροπαὶ ἱδρύθησαν, πάντοτε ὑπῆρξε πρόνοια νὰ ὁρισθῇ, ὅτι εὐθὺς ὡς ὑπάρξῃ δημόσιον ἵδρυμα, τὸν αὐτὸν ἐπιδιῶκον σκοπὸν, θέλει παύει, ὡς πλεονάζουσα, ἡ λειτουργία τοῦ ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος. Φέρω παράδειγμα τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας. Αὕτη ἱδρύθη τὸ 1836, ὅτε τὸ Κράτος δὲν εἶχεν ἵδρυμα δημόσιον πρὸς προστασίαν τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας. Τότε τὰ διατάγματα συνετάσσοντο μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Καὶ τὸ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης διάταγμα λέγει εἰς τὸ τέλος, ὅτι εὐθὺς ὡς ὑπάρξῃ ἐπίσημον ἵδρυμα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν, παύει ὑφισταμένη ἡ ἰδιωτικὴ ἐπιτροπή. Κατὰ ταῦτα, ἀφοῦ εἶναι ἀπαραίτητον, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀφαιρεθῇ πᾶσα ἡ περιουσία ἡ κινητὴ καὶ τὰ ἔσοδα τῆς ἀκινήτου ἀπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τούτῳ εἰδικῶς ἱδρυάμενον Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, κατεστάθη προδήλως ἄχρηστος ἡ παρουσία τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ὑποστῇ τὸν φυσικὸν θάνατον, ὅστις ἐνδείκνυται ἐκ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνέστη τὸ Ταμεῖον. Οὕτω νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ, ἅμα ὡς προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα.
§80Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Προτοῦ ἔλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, θὰ προσκομίσω ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§81Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ λυθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ν’ ἀφεθῶσιν ἄνευ ἀπαντήσεως τινὰ τῶν λεχθέντων, ἀφορῶντα εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς «Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐκλεχθεὶς πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους τῇ ψήφῳ τῶν τέως ἀποτελούντων αὐτήν. Ἐν τῇ Βουλῇ παρακάθηνται καὶ πέντε ἕτεροι συνάδελφοί μου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ, οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀλέξ. Ζαΐμης, Κατριβᾶνος, Μανέτας καὶ Ἐμπειρῖκος καὶ ὁ Διομήδης Κυριακός. Εἰς ἐμὲ, τῇ ψήφῳ τῶν συναδέλφων, ἀνετέθησαν (διότι καὶ ἔδειξα προθυμίαν ὅτι ἤθελον ν’ ἀναλάβω) πρὸ τεσσάρων μηνῶν τὰ καθήκοντα τοῦ Γραμματέως· ὑπὸ τὴν ἰδιότητα δὲ ταύτην ἐνόμισα ὅτι εἶναι ἐμὸν καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνασκευάσω καὶ διασαφήσω τινὰ τῶν λεχθέντων. Δὲν πρόκειται νὰ πραγματευθῶ ἐνταῦθα ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς «Ἐπιτροπῆς πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου». Ὀλίγισται ὅμως λέξεις εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ ὡς διαφωτίζουσαι ὑμᾶς καὶ ὡς χρησιμεύουσαι εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ πλείστων παρὰ διαφόρων συναδέλφων ὑποβληθεισῶν ἐντεῦθεν ἐρωτήσεων. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνέστη τῷ 1866 κατὰ τρόπον τοιοῦτον: Πλεῖστοι φιλοπάτριδες ἄνδρες, ἑκατοντάδες ὅλαι τῶν ἀρίστων καὶ κρατίστων τότε ἔν τε τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ Πολιτείᾳ, συνῆλθον τῇ εἰσηγήσει, ἀλλὰ δὴ καὶ τῇ προσκλήσει τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν, καὶ ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος ἕνεκα τῆς Κρητικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐσκέφθησαν ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ μέριμνα πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἦσαν τότε χρόνοι ἐπικρατήσεως τοῦ πατριωτικοῦ φρονήματος. Συνῆλθον λοιπὸν τῇ 30 Ὀκτωβρίου τοῦ 1866 εἰς τὸ Βαρβάκειον Λύκειον καὶ συσκεφθέντες ἀπεφάσισαν τὴν ἵδρυσιν «Ἑταιρείας πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου». Ὥρισαν δ’ ἐξ ἑαυτῶν ἀμέσως 25μελῆ Ἐπιτροπήν, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ σύνταξις τοῦ Καταστατικοῦ καὶ πᾶσα ἄλλη χρειώδης φροντίς. Τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην ἀπετέλεσαν τὰ ἐπισημότατα πρόσωπα τῆς Ἑλλάδος. Ἀκούσατέ τινα τῶν ὀνομάτων, ὅσα ἐνθυμοῦμαι προχείρως, καὶ μὴ συγκινηθῆτε, ἐὰν δύνασθε: Κωνσταντῖνος Κανάρης, ὁ στολοκαύτης, Γενναῖος Κολοκοτρώνης, υἱὸς τοῦ μεγάλου στρατηλάτου τῆς Πελοποννήσου, Κωνσταντῖνος Νικόδημος, Δημήτριος Βούλγαρης, Σπυρ. Τρικούπης, Ἀθαν. Μιαούλης, Γ. Ψύλλας, Α. Μοναρχίδης, Θρ. Ζαΐμης, Χ. Χριστόπουλος, Διομ. Κυριακός, Ἰωάννης Σοῦτσος, Εὐστάθ. Σῖμος, Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος, Μ. Ρενιέρης, Ν. Νέγρης, Γεώρ. Σταύρου, Κ. Λομβάρδος, Π. Γιαννόπουλος, Δ. Μ. Βότσαρης, Δ. Μαυροκορδᾶτος, Π. Παπαρρηγόπουλος, Β. Οἰκονομίδης καὶ Δ. Μουτσόπουλος. Οἱ ἀοίδιμοι οὗτοι ἄνδρες καὶ δύο ἔτι ἐπιζῶντες, ὁ γεραρὸς πολιτευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Σκαλτσούνης, συνέταξαν τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας, συνεκάλεσαν πάλιν τὴν Συνέλευσιν, πάλιν εἰς τὸ Βαρβάκειον, τῇ 20 Νοεμβρίου, καὶ ἐζήτησαν τὴν ψῆφον αὐτῆς. Τὸ Καταστατικὸν ἐνεκρίθη. Ἀποτελεῖται ἐξ ὀλιγίστων ἄρθρων συντομωτάτων. Εἶναί τι ἀρχαϊκὸν κατασκεύασμα ἐν τῇ ἁπλότητι αὐτοῦ καὶ σημαντικόν. Θὰ δοθῇ εὐκαιρία, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκτιμήσητε καὶ ὑμεῖς αὐτὸ οὕτω μετὰ 24 ὥρας, ὅτε θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τοῦτο, ὡς Γραμματεὺς τῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οὕτω προχείρως ἐνεργοῦντες, ἀπέδειξαν ὅτι δὲν συνίστων «Σύλλογον», ἢ «Ἑταιρείαν», ἢ «Σωματεῖον», οἷα πολλὰ τῶν μετὰ ταῦτα. Ἵδρυσαν Ἑταιρείαν σοβαράν, μέλλουσαν σπουδαίως νὰ ἐργασθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅστις ἐνέπνεεν αὐτούς. Τὸ Καταστατικὸν ἐκεῖνο οὐδέποτε ἐνεκρίθη διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἐκ τούτου αἱ ἀμφιβολίαι τοῦ σεβαστοῦ πολιτευτοῦ καὶ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ μου κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἴσως ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ὑφίσταται νομίμως...
§82Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχει τοῦτο σημασίαν.
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ περιμείνατε, παρακαλῶ, ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα προβῶ κατὰ σειρὰν ἱστορικὴν, ἐφ’ ὅσον δύναμαι προχείρως καὶ ὅλως ἀπαρασκεύως... Διὰ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρείας ἱδρύετο δεκαπενταμελὴς «Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν Ἀθήναις» πρὸς διάκρισιν τῶν «εἰδικῶν ἐπιτροπῶν» τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ «Ἑταιρεία πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου» ἐκείνη, ἡ νῦν ὑφισταμένη ὡς «Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου», ἀνεγνωρίσθη πλέον ἢ χιλιάκις παρὰ τοῦ Κράτους ὡς ἀνέκαθεν νομίμως ὑφισταμένη. Ἀνεγνωρίσθη, χορηγηθείσης αὐτῇ δι’ ἐγγράφου τοῦ ἀειμνήστου πολιτικοῦ ἀνδρὸς Κουμουνδούρου ἀτελείας ταχυδρομικῆς. Ἀνεγνωρίσθη ὅτε ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν παλαιῶν πρὸς κατασκευὴν τοῦ εὐδρόμου «Ναυάρχου Μιαούλη», τοῦ πλοίου τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον καιρὸν ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ γείνῃ πολὺς λόγος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ περὶ τῆς ἡμετέρας σημαίας, ἥτις εὐτυχῶς εἶχε περισωθῆ καὶ ἐπὶ τοῦ τελευταίου πολέμου ἀλώβητος καὶ ἄσπιλος. Τῷ 1878 ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἐν ᾧ παρεκάθητο καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτικὸς ἀνὴρ κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης, καὶ οὗ τὸ πρακτικὸν σώζεται ἐν τοῖς ἀρχείοις, φέρον καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου πατρός μου, ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ προσφορὰ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν πρὸς κατασκευὴν πλοίου τινὸς, καὶ δὴ καταδρομικοῦ, καταβάλλοντος τοῦ Δημοσίου τὸ ἐπὶ πλέον τῆς δαπάνης, ἐὰν ἤθελεν ἀπαιτηθῇ ἐπὶ πλέον. Νομίζω ὅτι ἐξωδεύθησαν τότε 2,300,000 δραχμαὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεγνωρίσθη παρ’ ὑμῶν ἔτι, κύριοι Βουλευταὶ, τῷ 1892, ὅτε ἐκ τοῦ μεγάλου κληροδοτήματος ὑπὲρ σκοποῦ τοπικοῦ ἐν Μεσολογγίῳ τοῦ Κωνσταντίνου Ξενοκράτους, τοῦ ἐν Ρουμανίᾳ ἀποβιώσαντος, προσῆλθε φέρων 80,000 φράγκα χρυσᾶ ὁ ἀνεψιὸς ἐκείνου καὶ ἐπίσης κληροδότης πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν Γ. Κυριαζῆς, ἡ δὲ Βουλὴ, ἀποδεχομένη τὰ χρήματα ταῦτα, τὰς 4,000 εἰκοσάφραγκα, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, — δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος διὰ νὰ ἐπιδείξω ὑμῖν τὴν ἀπόφασιν, — δι’ ἧς ἀπεδέχετο τὰ χρήματα ταῦτα, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ κληροδότου, διότι ὑπῆρχεν ὅρος ἐν τῇ διαθήκῃ: «τὰ χρήματα νὰ διατεθῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων.» Ἡ δὲ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ὑμεῖς, τῇ εἰσηγήσει τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Χαριλάου Τρικούπη, ἀπεφήνατο, ὅτι «ἀποδέχεται τὰ χρήματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ξενοκράτους, καὶ διαβιβάζει αὐτὰ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς». Πλὴν δὲ τούτων ἔχομεν καὶ πλείστας ἄλλας ἀναγνωρίσεις...
§84Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς συμβολαιογράφους νὰ ὑπομιμνήσκωσι τοῖς διαθέταις τὸν ἐθνικὸν στόλον.
§85Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν καὶ τὸ βάρος — τοῦτο πρέπει νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ αὐτὸς — καὶ τοὺς κόπους νὰ ἐκτελῶ τὰ καθήκοντα Γραμματέως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τρεῖς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπισημοποίησαν — ἐὰν ἦτο ἀνάγκη καὶ ἄλλης ἐπισημοποιήσεως — τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔστερξε νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς Προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν, τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς συμβολαιογράφους, τετάρτην, πέμπτην ἢ ὀγδόην ταύτην, συνιστῶν τὸ «ἐθνικὸν» ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Τέσσαρας μᾶλλον Ὑπουργοὺς ἔπρεπε νὰ ὀνομάσω. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὐηρεστήθη, ἐπὶ τῇ παρακλήσει μου τῇ προφορικῇ, δι’ ἧς συνώδευσα ἔγγραφον τοιαύτην, νὰ διαβιβάσῃ ἔγγραφά τινα ἡμῶν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, ἢ δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον ἄλλον λόγον, πρὸς τὰς 367 Ἑλληνικὰς Προξενικὰς ἀρχάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ ἐκδώσῃ ὁμοίαν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, ἐνισχύων δι’ αὐτῆς ἔγγραφον ἡμῶν πρὸς ἐκείνους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὐηρεστήθη, οὐ μόνον ν’ ἀποστείλῃ ἐγκύκλιον τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπογράψῃ — ὅπερ ἴσως καὶ διὰ τοὺς ἄλλους κ. κ. Ὑπουργοὺς ἠδυνάμην νὰ εἴπω, διότι δὲν ἠρνήθησαν νὰ μοὶ κάμωσιν αὐτὴν τὴν τιμὴν, νὰ ὑπογράψωσιν ὅλοι τὰ σχέδια τῶν ἐγκυκλίων, ὡς ἐγὼ συνέταξα αὐτάς...
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τριάκοντα καὶ ἑνὸς ἐτῶν, προεδρεύοντος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἀειμνήστου Θρασυβούλου Ζαΐμη, δὶς ἐξεδόθησαν ἐγκύκλιοι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς Προξένους ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ Εὐρώπῃ, διὰ τῶν ὁποίων παρεκαλοῦντο οἱ Πρόξενοι νὰ συνιστῶσι καὶ νὰ πείθωσι τοὺς ἐκεῖ ὁμογενεῖς, ἵνα συνεισφέρωσι χρήματα ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ δὲ τῆς ὑμετέρας πρωθυπουργίας τοῦ 1895 καὶ ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σκουζὲς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξέδωκεν ὁμοίαν ἐγκύκλιον. Ἀλλ’ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν. Πρῶτος Πρόεδρος ὑπῆρξεν ὁ ὑποστράτηγος Γενναῖος Θ. Κολοκοτρώνης. Ἤρχισε τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Γνωρίζετε, ἐλπίζω, πάντες, ὅτι ὁ ἀοίδιμος Κωνσταντῖνος Νικόδημος, ὁ ὑποναύαρχος, κατέλιπε τὴν περιουσίαν αὑτοῦ ὁλόκληρον ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου...
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο Πρόεδρος.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Διετέλεσε Πρόεδρος... Καὶ τὴν οἰκίαν αὑτοῦ κατέλιπεν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὑπὸ τὸν ὅρον, οὐδέποτε νὰ ἐκποιηθῇ, ἀλλ’ αἰωνίως νὰ συνεδριάζῃ ἐκεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· ἐν αὐτῇ δὲ μέχρι σήμερον διατηροῦνται τὰ γραφεῖα τῆς Ἐπιτροπῆς. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης διῆλθον ἅπασαι αἱ ἐπιφανέσταται προσωπικότητες, τὰς ὁποίας ἔσχεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1866 καὶ μετὰ ταῦτα: Τρικοῦπαι, Ζαΐμαι, Ἰω. Κολοκοτρώνης, Ἐπ. Δεληγεώργης, Τισσαμενὸς, Βαλαωρίτης, Κουντουριώτης, Σταματέλος, Καλλιφρονᾶς, Φίλων, Αὐγερινὸς, Σωτηρόπουλος, Γκίκας, Γουδῆς, Δοκὸς, Χατζηαναργύρου, Παλάσκας, καὶ ἐκεῖνοι, οὓς ὠνόμασα ἐν ἀρχῇ, καὶ ἄλλοι, οὓς δὲν δύναταί τις εὐκόλως ν’ ἀπαριθμήσῃ. Πάντα τὰ ἐπισημότατα πρόσωπα τῆς χώρας ἔν τε τῇ κοινωνίᾳ καὶ τοῖς πολιτικοῖς ἀξιώμασιν ἀπετέλεσαν κατὰ καιροὺς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην. Ἀποθνησκόντων τῶν μὲν, ἢ παραιτουμένων, ἢ ἀπουσιαζόντων ἐξ Ἀθηνῶν, ἐξελέγοντο ἄλλοι. Συνέβη ὅμως, Κύριοι, τὸ ἑξῆς περίεργον. Αὕτη εἶναι Ἐπιτροπὴ μεγάλου Σώματος, ἱδρυθέντος, ὡς εἶπον ἤδη, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἑταιρεία πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἀλλ’ ἐκ τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων ἑταίρων, τῶν ἐγγραφέντων ἐπὶ πληρωμῇ δώδεκα δραχμῶν ἐτησίας συνδρομῆς, σήμερον δὲν ὑπάρχει οὐδὲ εἷς! Πάντες ἐξέλιπον, ἀποθανόντες, ἢ βαθμηδὸν ἀποχωρήσαντες. Σώζεται λοιπὸν μόνον ἡ Ἐπιτροπὴ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἑταιρεία, ἡ ἀποτελεσθεῖσα ἐκ τῶν Πανελλήνων, δύναταί τις εἰπεῖν, πρὸς ἐργασίαν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Κατὰ δὲ τὸ Καταστατικὸν, ἄρθρον 11 νομίζω, ὁσάκις μέλος τι ἐκλίπῃ διὰ τοῦ θανάτου, ἢ διὰ παραιτήσεως, ὅπερ σπανίως παρουσιάσθη, οἱ περισωζόμενοι ἀναπληροῦσι διὰ τῆς ψήφου αὐτὸ, ἐκλέγοντες ἄλλον ἐκ τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, τὰ ὁποῖα νομίζουσι κατάλληλα. Τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν σήμερον ἀποτελοῦσι, πλὴν τῶν πέντε κυρίων συναδέλφων, οὓς ὠνόμασα, καὶ ἐμοῦ, οἱ ἑξῆς: ὁ προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Νικολαΐδης, ἀνὴρ ἄξιος σεβασμοῦ καὶ δικαίας ἐκτιμήσεως. Γνωρίζετε πάντες τὸν εὐθαλῆ ἐκεῖνον πρεσβύτην, ὁ ὁποῖος διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν ἐθνικὴν ἐνδιαφέρεται θερμῶς καὶ εἰλικρινῶς. Ὁ κ. Ἰω. Μπότασης, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐμποιεῖ ὑμῖν, εἶμαι βεβαιότατος, τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν, οἵαν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ γεραροῦ κ. Νικολαΐδου, ὁ κ. Γ. Κουντουριώτης, πλοίαρχος τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ὑπασπιστὴς τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως, ὁ κ. Α. Γλαράκης, νομικὸς σύμβουλος, ὁ κ. Χ. Δροσίνης, ἀρχαῖος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ὁ κ. Α. Κανελλόπουλος, μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ὁ κ. Θεμ. Κανάρης, ἄλλοτε βουλευτὴς καὶ νῦν ταμίας τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὅστις εἶναι καὶ ταμίας τοῦ Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Τῆς Ἐπιτροπῆς προεδρεύει ἡ Α.Β. Ὑψηλότης ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος, ὡς τακτικὸς Πρόεδρος· ἔχομεν δὲ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν ἀκόμη, τὴν ἀνωτέραν, ὑπὲρ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι, ὅτε ὁ Πρίγκηψ ἐκαλεῖτο ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἡγεμονίαν ἐν Κρήτῃ, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀντικατασταθῇ ἐν τῇ προεδρίᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅτι θέλει νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν, διότι εἶχε τὴν ἐλπίδα (ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑψώσω πάλιν ἐντεῦθεν τὴν φωνὴν τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ὕψωσα περιχαρής, ἐπὶ τῇ προσμειδιώσῃ ἑνώσει τῆς Κρήτης), ὅτι ταχέως θέλει δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα νὰ προεδρεύσῃ αὐτοπροσώπως, ἀδιάφορον ἂν διὰ μακρὸν ἢ βραχὺν χρόνον, τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐξέφρασε τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν πρὸς τὸν ἡμέτερον Ἀντιπρόεδρον: νὰ διατηρηθῇ ὁ Πρίγκηψ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, διότι ἔχει πολλὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐργασθῇ, ὅπως εὐοδωθῇ ὁ σκοπὸς αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔχει ἔγκρισιν ἀληθῶς τυπικὴν διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλ’ ἔχει τόσας ἐγκρίσεις ἐκ μέρους ἀνεξαιρέτως ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διετέλεσαν ἔκτοτε, ἔχει τόσην ἀναγνώρισιν τῶν ἐνεργειῶν της παρὰ πασῶν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ ἐν γένει τοῦ Πανελληνίου, ὥστε ἡ τυπικὴ ἔγκρισις διὰ Β. Διατάγματος, νομίζω, εἶναι ὅλως περιττή. Εἶπεν ἤδη τοῦτο νομικῶς καὶ ὁ κ. Φλογαΐτης. Θὰ σπεύσω νὰ διατάξω νὰ σταλῇ αὔριον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ν’ ἀνατυπωθῇ, τὸ Καταστατικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἐπιτροπή, ἐκεῖνο τὸ στοιχειῶδες, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ θεωρῇ τις ὡς ἔγγραφον ἱστορικὸν μεγάλης ἀξίας καὶ πατριωτικῶν φρονημάτων. Θὰ ὑποβάλω — καὶ ὑπάρχουσιν ἤδη τόσα ἀντίτυπα τετυπωμένα, ὅσα χρειάζονται διὰ τοὺς κ. Βουλευτὰς,—τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1899, ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται ὡς ἐν κατόπτρῳ ἅπασα ἡ κινητὴ καὶ ἀκίνητος περιουσία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ σήμερον ἔχει περιουσίαν 1,200,000 δραχ. εἰς χρήματα μετρητά, κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἐπὶ τόκῳ 4½% ἐτησίως, καὶ ἕτοιμα πάντοτε εἰς τὰς διαταγὰς αὐτῆς εἰς πρώτην ζήτησιν — τοῦτο εὐηρεστήθη νὰ βεβαιώσῃ πρὸς τὸν ἡμέτερον Ἀντιπρόεδρον ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης — ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ, καὶ ἂν ἔτι ἤθελον ἀποσυρθῆ πρότερον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ δαπανηθῶσι πρὸς κατασκευὴν πλοίου. Ἔχει δὲ ἡ Ἐπιτροπή, πλὴν τοῦ 1,200,000 δραχμῶν εἰς χρήματα, καὶ περιουσίαν ἀκίνητον, ἀξίας δραχμῶν 200 χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα, συνισταμένην ἐξ οἰκιῶν καὶ οἰκοπέδων καί τινων ἀγρῶν ἐκτὸς τῆς πόλεως. Τὴν περιουσίαν ταύτην δὲν ἐξεποίησε μέχρι τοῦδε, διότι, ὡς κεῖνται τὰ κτήματα ταῦτα, θέλουσιν ἀποδώσει περισσότερον κέρδος, ὑπερτιμώμενα, ἀναβαλλομένης τῆς πωλήσεώς των διά τινα καιρόν, παρὰ ἐὰν ἐπωλοῦντο καὶ κατετίθετο τὸ χρῆμα πρὸς 4% εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη συναγείρει τὸ χρῆμα αὐτὸ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ προβαίνῃ εἰς ὑποβοήθησιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατασκευὴν στόλου, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ παραγγείλωμεν, οὔτε νὰ διατάξωμεν τὴν ναυπήγησιν πλοίων, οὔτε νὰ ἐπιστατήσωμεν εἰς αὐτήν. Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις πράττει καλῶς, κανονίζουσα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν διατήρησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς ἐπαύξησιν τῶν πόρων τοῦ σήμερον ἱδρυομένου «Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Ἡμεῖς ἐκεῖ τί ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ συλλέγωμεν χρῆμα, ὅπερ πάντοτε ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, ἐντολῇ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κύριος Ἐμπειρῖκος καὶ ἐγὼ, μεταβάντες, ἠρωτήσαμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν κρίνει εὔκαιρον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν, τοῦτο ἢ ἐκεῖνο κατασκευάζουσα—δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἐνταῦθα τί...
§91ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη τότε, εἰπών: «Ὄχι, ἀλλὰ θὰ σκεφθῶμεν ἀργότερα». Σήμερον ἰδοὺ, κανονίζονται τὰ πράγματα καλῶς διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως εἶναι χρησιμωτάτη, κύριε ἐξ’ Ἀττικῆς συνάδελφε. Θέλω δὲ προσπαθήσει νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν τὸν λόγον. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφει πόρους τοῦ Ταμείου τοὺς ἑξῆς: Πρῶτον, τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκον μέρος τῶν φαρικῶν τελῶν καὶ τῶν τῆς ἀγκυροβολίας· δεύτερον, τὰ ἐκ τῆς πλωτῆς Δεξαμενῆς εἰσπραττόμενα· τρίτον, τὰ ἐκ τοῦ πωλουμένου ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ· τέταρτον, τὰς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου δωρεὰς, κληρονομίας ἢ κληροδοσίας· πέμπτον δὲ, τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων τοῦ Ταμείου. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δωρεὰς, κληρονομίας ἢ κληροδοσίας τὸ συνιστώμενον Ταμεῖον δὲν λαμβάνει εὐκόλως. Πρέπει δὲ, ἀφοῦ διατηρεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, νὰ τεθῇ ἐκεῖ καὶ ἕκτον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Τὰ κατ’ ἔτος εἰσπραττόμενα ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Τοῦτο δὲ δέον νὰ θεωρῆται εἷς τῶν πλουσίων πόρων τοῦ «Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», τὸ ὁποῖον συνιστᾶτε, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου....
§93Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπανελάβητε.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τοῦτο ἐγγράφως διατετυπωμένον ἐν τῷ ἀντιτύπῳ τούτῳ. Λάβετε, παρακαλῶ. (Παραδίδει τὸ φύλλον). Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως πρέπει, ἐπαναλέγω, νὰ διατηρηθῇ. Πρῶτον διότι διαχειρίζεται τὰ ἀκίνητα, τῶν ὁποίων ἡ φροντὶς δὲν θὰ ἦναι ὁμοία, ἐὰν περιέλθωσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Δεύτερον, διότι διεξάγει δίκας, καθόσον κληρονόμοι τινὲς τῶν κληροδοτῶν ὑπὲρ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μὴ σεβόμενοι τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα ἐκείνων, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας. Τρίτον, ἡ «Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου» κατήντησε γνωστοτάτη καθ’ ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν, ἀσκοῦσα γόητρόν τι ἐπὶ τῶν συνειδήσεων πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Βλέπετε ἐνίοτε συγκινητικωτάτας δωρεὰς, τὰς ὁποίας καταλείπουσιν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐπίσημα πρόσωπα, ἀλλὰ συχνότερον ἀνεπισημότατα καὶ ἀφανεῖς ὑπάρξεις. Τέταρτον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη συγκεντροῖ, ἐπαναλέγω, τὰ αἰσθήματα καὶ δονεῖ τὰς πατριωτικὰς χορδὰς τῶν καρδιῶν ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων πρὸς κατάλειψιν χρηματικοῦ ποσοῦ, ἐνῷ τοῦτο δὲν θὰ συμβαίνῃ ὑπὲρ τοῦ «Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου», ὅπως τοῦτο γίνεται σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νέον Ταμεῖον φαίνεται ὡς δημόσιον, εἰς τοῦτο δὲ δὲν τολμᾷ ὅστις δὲν εἶναι Βασσάνης ἢ Ἀβέρωφ νὰ καταλίπῃ 500 δραχμὰς, ἢ 100 ἢ 50 ἢ 15 μόνον! Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀτομικῶς, εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπον διαλυομένην τὴν Ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶ τοῦ προσθέτου εἰς τὰς λοιπὰς ἀσχολίας μου βάρους τῶν καθηκόντων τοῦ Γραμματέως αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ εὐχαρίστως — δηλῶ τοῦτο — εἶμαι διατεθειμένος νὰ παράσχω τὴν μικρὰν συμβολὴν τῶν ὑπηρεσιῶν μου, ἐφ’ ὅσον δύναμαι, ἐὰν διατηρηθῇ. Ἀλλὰ τονίζω καὶ αὖθις τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι μία ἐγγύησις εἰς πλείστους ὅσους ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι αὐτοὶ μὲν θὰ δώσωσι, πρὸς τὸ Δημόσιον δὲ, ὡς συμβαίνει, κατὰ παράδοξον ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, κύριε Δραγούμη, δὲν θὰ δώσωσιν, ἐνῷ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐπαναλέγω, θὰ δώσωσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκδίδει κατ’ αὐτὰς, ἴσως μετὰ 25 ἢ 30 ἡμέρας, ὑπὸ τὸν τίτλον «Γενικὴ Ἔκθεσις τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς», ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν της, ἡ ὁποία τυγχάνει συγχρόνως καὶ τμῆμα τῆς συγχρόνου ἱστορίας, θὰ ἦναι δὲ, ὡς κρίνω, μία πατριωτικωτάτη καὶ λίαν συγκινητικὴ σελίς. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἡμῶν συνέταξεν αὐτήν. Συνετάχθη, ὡς εἰπεῖν, ἀφ’ ἑαυτῆς· ἡμεῖς δὲ ἐξηγάγομεν αὐτὴν ἐκ τῶν ἀρχείων, ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἐκ τῶν ἐπιστολῶν, ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐν γένει τῆς Ἑταιρείας. Θὰ ἦναι τι συγκινητικώτατον καὶ χαρακτηριστικώτατον τῆς ἡμετέρας ἐποχῆς ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐν τῷ δημοσιεύματι τούτῳ θέλομεν ἐκθέσει καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ πράγματα, ὡς συνέβησαν. Δὲν εἶναι μυστικόν, ὅτι δὶς ἢ τρὶς συνέβησαν κρούσματά τινα βλάβης ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρείας. Καὶ ἐπὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι, ἐπὶ τῇ νῦν εὐκαιρίᾳ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δὲν ἀπολογοῦμαι ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, οὔτε ὑπὲρ οὐδενὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς σήμερον τυγχάνει καλλιτέρας ἐκτιμήσεως καὶ τύχης ἐπὶ τῷ γενικῷ ἀγαθῷ...
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Τοῦτο πρέπει νὰ μὴ παραλειφθῇ σήμερον. Πράγματι συνέβησάν τινες καταχρήσεις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ...
§97ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κλοπαί.
§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κλοπαί. Καταχρήσεις... Ἡ τελευταία εἶναι ἡ γνωστὴ ἀπόδρασις τοῦ διαχειριστοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς Νικολάου Ἀναστασίου, — ἀνθρώπου θεωρουμένου παρὰ παντὸς τοῦ κόσμου ὡς ἐντιμοτάτου, — ἀπόδρασις μετὰ πλαστογραφίαν, διὰ τῆς ὁποίας συναπήνεγκε μεθ’ ἑαυτοῦ ἓν ποσὸν 65,000 δραχμῶν, ἐξαργυρώσας κακῶς καὶ παρανόμως, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἐγερθεῖσα δίκη, ἐν τῇ Τραπέζῃ τῶν Ἀθηνῶν γραμμάτιον ἔντοκον τοῦ Δημοσίου, πλαστογραφήσας τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Γκίκα. Πλὴν δὲ αὐτῆς ἀνεκαλύφθησαν καί τινες ἄλλαι καταχρήσεις τοῦ ἰδίου, ἀνερχόμεναι εἰς 18,000 δραχμάς. Εὐτυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ζημιωθῇ αὐτὴ τὰς 65,000 δραχμὰς, διότι ἐκέρδισεν ἤδη τὴν δίκην, πρωτοδίκως τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ συνέβη καὶ προηγουμένη τις κατάχρησις, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβε δρακόντεια ὁμολογουμένως μέτρα, καὶ ἐξησφάλισεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, τὰ δίκαιά της. Ἐκ τῶν ἀπαχθεισῶν 170,000 δραχμῶν ἀνεκτήσαμεν τὰς 100,000, ἐφέτος θὰ λάβωμεν ἑτέρας 30,000, κατ’ ἔτος δὲ ἀπολαμβάνομεν εἰσοδήματα ἐκ τῶν σωζομένων περιουσιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔβλαψαν τὴν Ἐπιτροπήν. Μόλις συνέβη ἡ κατάχρησις αὕτη τοῦ Ἀναστασίου, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιάν ποτε, διὰ τὴν παγκοίνως γνωστὴν ἐντιμότητα αὐτοῦ, προεκλήθη ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξελέγξῃ τὴν περιουσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ τότε δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν — ὑμεῖς νομίζω, κύριε Βουδούρη, — ὥρισεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν καὶ τὸ ταμεῖον ἡμῶν, Ἀπετελεῖτο δ’ ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ κ. Χαλαράκη, ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ τοῦ κ. Ἰω. Μπάσδελη, οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Κράτους...
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ἀναστασίου ἦτο μέλος;
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διαχειριστὴς ἔμμισθος.
§101Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ διέταξα.
§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Τώρα ἐνθυμοῦμαι... Ὑπέβαλε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἔκθεσιν ἐπίσημον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς γενομένης τότε καταχρήσεως. Μετὰ ταῦτα συνελθόντες οἱ τέως ὑπάρχοντες ἐν τῇ Κεντρικῇ Ἐπιτροπῇ, προστεθέντες δὲ καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι μετὰ ταῦτα ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ προστεθῶμεν, ὁ κ. Γλαράκης, ὁ κ. Μανέτας, ὁ κ. Ἐμπειρῖκος, ὁ κ. Διομήδης Κυριακός, ὁ κ. Θεμ. Κανάρης καὶ ἐγὼ, ἐλάβομεν πρὸς περιφρούρησιν τοῦ χρήματος τῆς Ἐπιτροπῆς μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως δύναται νὰ καυχᾶται πᾶς τις, τιμίως διαχειριζόμενος πρὸ πάντων ἀλλότρια χρήματα. Τὸ χρῆμα, μόλις ὑπερβῇ τὰς 500 δραχμὰς, κατατίθεται εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅθεν οὐδέποτε αἴρεται. Τὸ χρῆμα κατατίθεται ἐπὶ τόκῳ. Ταμίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι ὁ αὐτὸς ταμίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὄνομα ἐνδοξότατον, τιμιώτατον, γνωστότατον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὁ πρώην βουλευτὴς Ν. Ψαρῶν κ. Θεμιστοκλῆς Κανάρης. Εἶναι δὲ τόσον καλῶς περιφρουρημένα σήμερον τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε θὰ ηὐχόμην, ὅλων τῶν σωματείων οὕτω νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένα τὰ συμφέροντα. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πρέπει νὰ διατηρηθῇ, κατ’ ἐμέ· ἀναγνωριζομένη δὲ σήμερον ὑπὸ τοῦ νόμου, θέλει καταστῆ μεγαλειτέρα ἐγγύησις δι’ ἐκείνους, οἵτινες θὰ καταλείπωσι χρήματα. Κατὰ σύμπτωσιν σήμερον ἀπεσφράγισα ἔγγραφον τοῦ συμβολαιογράφου Ἄρτης κ. Ἰω. Τσίτσα, ἀνδρὸς φιλτάτου τῷ Ἐθνικῷ Στόλῳ, ἀναγγέλλοντος, ὅτι ἄνθρωπός τις κατέλιπεν ἑκατὸν δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐπίσης ἐν Ἄρτῃ γυνή τις κατέλιπε διακοσίας δραχμάς. Ἀποθνήσκει μετ’ ὀλίγον καὶ ὁ σύζυγός της, ὁ καὶ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης αὐτῆς, καὶ καταλείπει καὶ αὐτὸς ἑκατὸν δραχμάς. Προχθὲς ἐκ Σμύρνης εἶχεν ὁ Ἐθνικὸς Στόλος κληροδοσίαν 8,500 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν διὰ μέσου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καθ’ ἡμέραν δ’ ἔχομεν εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὸ λόγιον «εἴ γάρ κεν σμικρὸν ἐπὶ σμικρῷ καταθοῖο καὶ θαμὰ τοῦθ’ ἔρδεις, τάχα κεν τὸ μέγα γένοιτο», ἀπετέλεσαν τὰ ἑκατομμύρια. Ἔχομεν μέχρι τοῦδε περὶ τὰ 3,000,000 εἰσπράξεις. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐπιτροπὴ, δὲν θὰ τὰ εἴχομεν αὐτά. Ἔχομεν ἐπίσης καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ εὐδρόμου «Ναυάρχου Μιαούλη». Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ χρῆμα τότε, δὲν θὰ προσείλκυε τὴν Κυβέρνησιν, ἧς, ὡς εἶπον, ἀπετέλει τότε μέλος καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, νὰ κατασκευάσῃ τὸ ὡραῖον πλοῖον, καὶ δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον αὐτὸ, δὲν θὰ εἴχομεν δὲ καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιδείξωμεν τὴν σημαίαν μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν...
§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ πατριωτικὸν δάνειον;
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ποῦ νὰ ἐνθυμηθῶ ὅλα, προχείρως ἐντεῦθεν καὶ ἐν σπουδῇ ὁμιλῶν! Τοῦ πατριωτικοῦ ἐλάβομεν 20,000 ὁμολογίας, καταβαλόντες δραχμὰς 200,000, καὶ ἔχομεν σήμερον 16,000 τοιούτων, ἑκάστης τιμωμένης μόνον 3 δραχμάς. Καὶ εἰς ἄλλας μετέσχεν ἡ Ἐπιτροπὴ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐμπιστευτικὸν χαρακτῆρα· ὑπάρχουσι δὲ περὶ τούτων ἔγγραφα ἐπὶ τῆς προεδρίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης. Ἔχομεν ἔγγραφα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Γ. Μπούμπουλη, καὶ αὐτὸν τιμῶντα καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξαίροντα. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δημοσιεύονται. Θὰ προσαγάγω τὸ Καταστατικὸν, τοῦ ὁποίου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἀνατύπωσιν. Θὰ διατάξω δὲ νὰ προσκομισθῶσι 250 ἀντίτυπα τοῦ ἀπολογισμοῦ, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ἵνα ἐν γνώσει προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν. Νομίζω ὅμως ἀναγκαιότατον νὰ διατηρηθῇ ἡ «Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς σχηματισμὸν Ἐθνικοῦ Στόλου», διότι, ὡς ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα ἐκ τοῦ ἐγγὺς, εἶναι χρησιμωτάτη πρὸς προσέλκυσιν τῶν μικρῶν εἰσφορῶν, αἵτινες δὲν προσέρχονται εἰς τὴν μεγάλην θύραν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι ἐκεῖ ἐντρέπονται, ἐν ᾧ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου προσέρχονται. Πρέπει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ διατηρηθῇ, διότι τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς θ’ ἀποτελέσωσιν ἕνα πόρον τοῦ νέου Ταμείου ἀξιόλογον· διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ἀναγνωρίσεως αὐτῆς θὰ δύναται νὰ εἰσπράττῃ ἐτησίως πολλὰς μυριάδας δραχμῶν. (Εὖγε!).
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην, προὐκάλεσε δ’ ἔτι τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅστις λίαν σαφῶς εἰς πάντας κατέστησε γνωστὸν τὸν βίον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, ἠγνόει τὰ τῆς γενέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἠγνόουν δὲ, ὁμολογῶ, καὶ ἐγὼ τὰ κατ’ αὐτήν. Διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει γένεσιν οὐχὶ ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὸ παρ’ ἡμῖν καθεστὼς, πρὸς τὸ συνήθως γιγνόμενον. Δὲν λέγω ὅτι ἔχει γένεσιν παράνομον· ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι Ἐπιτροπὴ, κατὰ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως, ὁμοία πρὸς τὰς Ἐπιτροπὰς τὰς ἄλλας, ἃς βλέπομεν καθ’ ἡμέραν συνιστωμένας ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐγεννήθη ἐκ λόγων εὐγενῶν, ἐν ὥρᾳ ἐθνικοῦ ὀργασμοῦ, ἀνεγνωρίσθη δὲ ὑπὸ τῆς κοινωνίας καὶ σιωπηρῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς· καίτοι δ’ ἐγεννήθη οὐχὶ ἐντελῶς ἐννεάμηνος, καὶ ἴσως οὐδὲ νόμῳ βιώσιμος, ὅμως ζῇ, καὶ ἀνεγνωρίσθη, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἆρά γε ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀκούσωμεν ἐνταῦθα ἀπολογίαν ὑπὲρ τῆς Ἐπιτροπῆς; Πολλοῦ γε καὶ δή· οὐδέποτε ἀνεγνωρίσθη ἐν Ἑλλάδι χρησιμωτέρα ἐπιτροπὴ ταύτης, ἐξ ἐντιμοτάτων μελῶν, ἐκ χρηστῶν πολιτῶν ἀποτελουμένης, φιλοτίμως ἐργασθέντων ὑπὲρ ἐθνικοῦ σκοποῦ, ἣν ἐχρησιμοποίησεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, καὶ ἥτις παρήγαγεν ἀποτελέσματα, περὶ ὧν περιττὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἐπαναλάβω, χρησιμώτατα εἰς τὸν σκοπὸν, οὐχὶ βεβαίως τόσον, ὅσον ἐπεθύμει, διότι δὲν ἐξηρτᾶτο τὸ πᾶν ἐξ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν χορηγῶν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ἂν προετείνετο ταύτην τὴν στιγμὴν διὰ νομοθετήματος νὰ ἀνοργανωθῇ καὶ τεθῇ ὁλόκληρος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἔργου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, δὲν ἤθελον ἐγὼ φέρει ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ἥτις ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου σήμερον δὲν τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἱδρυομένου νέου Ταμείου, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, εὑρίσκεται ὅλως μετέωρος· διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἔμεινεν ἵδρυμα μὴ ἔχον ἑταίρους. Ὅπως δυνηθῇ νὰ ὑπάρξῃ ὡς ἵδρυμα, πρέπει ἐνταῦθα ὑφ’ ἡμῶν ν’ ἀναδιοργανωθῇ, διότι, ἐξαφανισθέντων τῶν ἱδρυτῶν, οὐδεὶς ὑπάρχει σήμερον ὁ κατὰ νόμον δυνάμενος νὰ διοργανώσῃ αὐτήν. Ποῖος θὰ ψηφίσῃ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς τὸ ἐλλεῖπον; Ἂν θελήσητε σήμερον νὰ συγκαλέσητε πρὸς τοῦτό τινας, θὰ προκαλέσητε τὸ ὑπάρχον Συμβούλιον, ἵνα καταρτίσῃ Καταστατικόν· ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ μέλη αὐτοῦ οὐδ’ εἶναι κἄν ἑταῖροι· τὰ μέλη ἐκλέγονται ἐκ τῶν ἀρίστων πολιτῶν, ἀλλ’ οὐδὲν οὐδαμόθεν ἔχουσι νόμιμον δικαίωμα, οὐδεμίαν οὐδαμόθεν ἐντολὴν, συνερχόμενα νὰ καταρτίσωσι Καταστατικὸν καὶ ὀργανώσωσι τὸ ἵδρυμα. Ἡ Ἐπιτροπὴ μένει, ὡς εἶπον, μετέωρος· ἀλλὰ καὶ τὸ χρῆμα καὶ ἡ περιουσία αὐτῆς καταντᾷ εἰς χεῖρας αὐτῆς ἄχρηστος. Ἐφεξῆς ὁρίζεται, ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου θὰ διοικῆται κατ’ ἐντολὴν τοῦ Κράτους· εἰς αὐτὸ θὰ συλλέγηται τὸ χρῆμα, δι’ οὗ θέλει κατασκευασθῇ ὁ Στόλος. Καὶ αὐτὰ τὰ ἀκίνητα τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἔχουσι λόγον μνείας ἢ ὅπως ὁρισθῇ, ὅτι θὰ πωληθῶσιν. Εὐθὺς ὡς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου λάβῃ ἀνάγκην 200 ἢ 300 χιλιάδων δραχμῶν, θὰ ζητήσῃ τὴν ἐκποίησιν, καὶ θὰ γείνῃ ἡ ἐκποίησις· ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐντίμων τούτων ἀνδρῶν, περὶ ὧν εἶπον, τῶν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τεινόντων, θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐκποιήσῃ τὰ κτήματα καὶ μεταβιβάσῃ τὸ χρῆμα εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Στόλου. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ μείνῃ τότε ἔχουσα μόνον τὰ ἀρχεῖα· δὲν θέλει ἔχει οὐδὲ οἰκίαν ὡς κατάστημα· διότι ἡ οἰκία, ἐν ᾗ ἑδρεύει σήμερον, εἶναι κληροδότημα τοῦ ἀοιδίμου ναυάρχου Νικοδήμου ὑπὲρ τοῦ Στόλου, καὶ θὰ ἐκποιηθῇ καὶ αὕτη. Οὐδὲν ἄρα μένει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἢ μόνον ἡ ἐντολὴ νὰ δέχηται τὰ κληροδοτήματα καὶ τὰς δωρεὰς τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ὅπως παραχρῆμα μεταβιβάζῃ αὐτὰς εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Γίνεται ἁπλοῦς διεκπεραιωτής. Ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη δύο σωμάτων, ἑνὸς ἐπισήμου καὶ ἑνὸς ἡμιεπισήμου, ὅπως λαμβάνωσι τὰς δωρεὰς ταύτας καὶ διαχειρίζωνται, καὶ κατὰ τί τοῦτο συντελεῖ ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ταῦτα προορίζονται; Λέγει ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι εἰς τὸ Δημόσιον οὐδεὶς προσφέρει ἢ δυσκόλως προσφέρει, ὅτι δὲ εἰς ἐπιτροπὰς προσφέρουσιν εὐκολώτερον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἰς τὸ Δημόσιον προσφέρουσιν ὅλοι, καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὀλίγοι· καὶ τὸ ἀποδεικνύω. Παρακαλῶ, ποῖος ἀφῆκεν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὅσα παρέδωκεν ὁ ἀείμνηστος Πάγκας εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, μετεχόντων τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν διαχείρισιν ἐπισήμως; Ποῖος προσήνεγκεν εἰς Ἐπιτροπὴν οὕτως, ὡς αὐτός, 1,600,000 δραχμάς; Ποῖος προσέφερεν εἰς Ἐπιτροπὴν τὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἃς εἰς τὸ Κράτος, διαχειριζόμενον διὰ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἐν Ἐπιτροπῇ ἀποτελουμένῃ ἐξ αὐτῶν, ἐκ τοῦ Μητροπολίτου, τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλων, ἀφῆκεν ὁ ἀείμνηστος Ἠπειρώτης Τσούφλης; Ποῖος προσήνεγκεν εἰς Ἐπιρτοπὴν τὸ κληροδότημα, ὅπερ εἰς τὸ Κράτος προσήνεγκεν ὁ ἀποθανὼν Κερκυραῖος Ἠπειρώτης Δομπόλης, ὅπερ μετὰ τέσσαρα ἔτη θέλομεν ἔχει, ἀνερχόμενον εἰς τρία ἑκατομμύρια ῥούβλια, διὰ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον; Ποῖος εἰς Ἐπιτροπὴν προσήνεγκεν ὅσα ὁ Ἀβέρωφ, ὅσα ὁ Συγγρὸς, ὅσα οἱ Ζάππαι εἰς τὸ Κράτος, μετ’ ἐντολῆς, τὸ Κράτος νὰ διοργανώσῃ τὰς Ἐπιτροπὰς τὰς ἐπισήμους καὶ ὑποτεταγμένας, καθιστῶν αὐτὰς ὑπευθύνους ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Ἀσφαλέστερος τρόπος διαθέσεως χρημάτων ὑπὲρ δημοσίων σκοπῶν οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἄλλος ἢ ὁ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν διὰ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, οὓς ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἡγεμόνος φέρουσιν εἰς τὰ πράγματα. Ἀσφαλὴς τώρα ἐγγύησις οὐδεμία ἄλλη δύναται νὰ εὑρεθῇ, διότι ἄλλη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας καὶ ἄλλη ἡ τῶν ἰδιωτικῶν σωματείων. Καὶ πᾶς, ὅστις ἀνεμίχθη ποτὲ εἰς τὰ τῶν σωματείων τούτων, εἶδε ποίους κινδύνους διατρέχει καὶ ἡ ἔντιμος αὐτοῦ μέριμνα, ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτῶν δὲν ἔχει, πολλοῦ γε καὶ δὴ, τὴν ἀσφάλειαν τὴν πλήρη, ἣν ἡ διαχείρισις τῶν εἰς δημοσίους ἄνδρας παραδιδομένων χρημάτων. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ὑπέμνησε πρᾶγμα, περὶ οὗ δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ὁμιλήσω, ἂν δὲν ἐγίνετο ὑπ’ αὐτοῦ λόγος· ὅτι ἐγένοντο μόνον δύο ἢ τρεῖς καταχρήσεις εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅτι ὅμως ἐγένοντο, καίτοι κατεβάλλετο ἱκανὴ φροντὶς, καὶ οὐδεὶς παρέλειπε τὸ καθῆκον, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προλάβῃ αὐτὰς καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν τραπέντα εἰς φυγὴν, καθ’ ὃν τρόπον τρέπονται οἱ εἰσπράκτορες καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς φυγήν. Ἀλλὰ μεταξὺ τούτων καὶ ἐκείνων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραβολή. Γνωρίζω ὅτι ἀπωλέσθησαν ἄλλοτε χρήματα ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας 85 χιλιάδες· ἀλλ’ ἐπανῆλθόν ποτε εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῆς, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς ὃν σκοπὸν ἦσαν προωρισμένα; Ὄχι. Διατί; Διότι οὐδεὶς ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο τρόπος. Ἀλλ’ ἂν εἶχον κλαπῆ ἐκ τοῦ Δημοσίου, ἤθελον ἀπολεσθῆ διὰ τὸν εἰδικὸν σκοπόν; Ὄχι. Διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ὁ ἀσφαλὴς ἐγγυητής, ὅστις ἤθελεν ἀποδώσει αὐτά· διότι χρήματα προωρισμένα εἰδικῶς ὑπὲρ εἰδικοῦ σκοποῦ δὲν ἀπόλλυνται εἰς ζημίαν αὐτοῦ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπόλλυνται μόνον εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Λοιπόν, ὅταν παρουσιάζηται ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ταμείου περιβαλλομένου δι’ ἁπασῶν τῶν ἀσφαλειῶν καὶ ἐγγυήσεων τῶν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς δημοσίας περιουσίας, καὶ διευθυνομένου ὑπὸ δημοσίων ἀνδρῶν, τὸ Ταμεῖον τοῦτο εἶναι προφανῶς ἀνώτερον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θέλετε νὰ διατηρηθῇ αὕτη, ἥτις μετεβλήθη εἰς ἁπλοῦν διεκπεραιωτήν. Ἀλλὰ γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὴν διεκπεραίωσιν συνήθως συμβαίνει ἡ ἀπώλεια τῶν χρημάτων μεταξὺ τοῦ ἀποστέλλοντος καὶ τοῦ παραλαμβάνοντος. Δὲν εἶναι μόνον περιττὴ ἡ Ἐπιτροπή· εἶναι καὶ ἐπιβλαβής. Τὸ Ταμεῖον ἀρκεῖ. Τὰ χρήματα θὰ πέμπωνται εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, θὰ εἰσέρχωνται ὑπὸ ἰδίαν μερίδα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἐκεῖ εἶναι ἀσφαλέστατα· οὐδὲ λεπτὸν ἐχάθη ποτὲ ἐκ χρημάτων, ἅτινα διαχειρίζεται τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν τυχὸν ἐγένετό ποτε παραμέλησις περὶ τὴν κατάστασιν αὐτῶν τοκοφόρων, ὡς ἐπὶ τοῦ Τριανταφυλλιδείου κληροδοτήματος, πάλιν τὸ Κράτος αὐθόρμητον ἀπέδωκε τοὺς τόκους. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὀφείλομεν νὰ προσενέγκωμεν μὲν φόρον τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης εἰς πάντας, ὅσοι εἰργάσθησαν ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐθνικοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ νομοθετήσωμεν τὸ προσῆκον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Ἐπιτροπὴν συμφέρει ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐγὼ δὲν θέλω ἐγείρει ἀντίρρησιν· ἂν ὅμως ἐπιμείνῃ εἰς τὰς νέας διατάξεις, τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδένα ἔχει λόγον ὑπάρξεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁρίζονται τὰ πρόσωπα, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται ἡ μέλλουσα νὰ διοικήσῃ τὸ Ταμεῖον Ἐπιτροπή. Ταῦτά εἰσιν, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, σπουδαῖα, διότι, ὡς παρετηρήσαμεν, λαμβάνουσι μέρος ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κλπ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἔχει κυρίως ναυτικὸν σκοπὸν, ὅστις θέλει πραγματοποιεῖσθαι διὰ τῶν τεχνικῶν πρὸ πάντων γνώσεων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, παρατηρῶ ἔλλειψίν τινα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ σπουδαιοτάτην. Ἐνῷ ἔχομεν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης τὸν ἑκάστοτε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις βεβαίως δύναται νὰ ἦναι σοφώτατος ἀνὴρ, ἀλλὰ νὰ ἀγνοῇ πολλὰ πράγματα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ναυτικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, τὸ αὐτὸ δὲ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐνῷ τοιουτοτρόπως, λόγῳ τῶν ἀξιωμάτων τῶν μελῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ παρίσταται λίαν σπουδαία, θέλει κινδυνεύει πολλάκις νὰ μὴ γνωρίζῃ, τί ἔχει νὰ πράξῃ. Θεωρῶ λοιπὸν οὐσιωδεστάτην παράλειψιν τοῦ ἄρθρου, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Τμηματάρχης παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τοῦ Μηχανικοῦ Τμήματος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι οὐσιώδης, νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸν Τμηματάρχην τοῦ Μηχανικοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, διότι αὐτὸς εἶναι εἰς θέσιν κρείττονα παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζῃ τὸ σπουδαιότατον σήμερον ζήτημα διὰ τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν, τὸ ζήτημα τῶν μηχανῶν τοῦ Στόλου. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι μέλος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ Τμηματάρχης παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τοῦ Τμήματος τοῦ Πυροβολικοῦ, διότι δύο σήμερόν εἰσιν αἱ δυνάμεις τῶν πλοίων, αἱ μηχαναὶ καὶ τὸ πυροβολικόν. Ἤθελον μάλιστα τολμήσει νὰ ζητήσω, ὅπως μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἀποτελέσῃ καὶ ὁ ἑκάστοτε Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου κλάδου, τοῦ κλάδου τῶν τορπιλλῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἃς ἐπιφέρω εἰς τὸ ἄρθρον 5, νομίζω, ὅτι ἐπωφελῶς διὰ τὸ Ταμεῖον, ὅπερ συνιστᾷ, θέλει πράξει, καθορίζων ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ εἶπον.
§109Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ διατηρεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καλὸν εἶναι ν’ ἀντιπροσωπεύηται διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ προβλεπομένῃ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου.
§110Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ διοικῇ, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ εἰς αὐτὴν θὰ λαμβάνωσι μέρος ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι ἄλλος παρὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλλείπει, κατ’ ἐμὲ, σπουδαιότατον πρόσωπον μετὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἐξ ἴσου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἠξεύρω, πῶς ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ἰδέα ἀντιθέσεως μεταξὺ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Νομίζομεν ὅτι, ὅπου εἶναι ὁ εἷς, πρέπει νὰ φεύγῃ ὁ ἄλλος, καὶ ὅτι οὐδέποτε σύμπραξις, συμμελέτη καὶ συναπόφασις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ τῶν δικαίων ἡμῶν, μίαν ἑνιαίαν δύναμιν, ἡ ὁποία τότε μόνον δύναται νὰ παρέχῃ σπουδαίας ἐλπίδας ἐπιτυχίας, ἐὰν ἐν μεμελετημένῃ συμπράξει ἐνεργῇ. Νομίζω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§111Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲ καταργηθῇ ἡ σήμερον ὑπάρχουσα Ἐπιτροπὴ, νομίζω ἐπίσης καλὸν, ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν αὕτη μέχρι τοῦδε νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς.
§113ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς αʹ συζήτησιν).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 5). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 10′ μ. μ.)