1900.03.23
4.517 στίχοι · 34.568 λέξεις · 425 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 23 Μαρτίου 1900.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κατοίκων Πλατάνου, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Ἀρήνης, διαμαρτυρηθέντος ἐν συλλαλητηρίῳ κατὰ τῆς ἑνώσεως τῆς κατασκευασθησομένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας μετὰ τῆς γραμμῆς Πύργου–Κατακώλου. Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν συζύγων καὶ τέκνων τῶν ὁπλοδιορθωτῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ἀπὸ 18 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ὡρίσθη ἐπιμίσθιον εὐτελὲς ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ αἰτουμένων τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τεχνίτου.
§2ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν ἀναφορὰν τῶν συζύγων τῶν ὁπλοδιορθωτῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὴν τελευταίαν πρᾶξιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν εἰς τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν τῇ 18 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῶν ὁπλοδιορθωτῶν τὴν ἀμοιβὴν τὴν διδομένην εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ προηγουμένως δημοσιευθὲν καὶ ἐπισήμως κεκυρωμένον τιμολόγιον, καὶ δίδει εἰς αὐτοὺς, ἀντὶ τῆς ἀκριβῆς τοῦ τιμολογίου ἐκείνου, ἐπιμίσθιον ἐλάχιστον, ἤτοι δραχ. 9 διὰ τοὺς δεκανεῖς, 13 διὰ τοὺς λοχίας καὶ 17 διὰ τοὺς ἐπιλοχίας, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐξ αὐτῶν δαπανῶσι καὶ διὰ τὰ χρήσιμα εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ ὑλικά. Οἱ ὁπλοδιορθωταὶ οὗτοι, ἀρχαῖοι ὑπαξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ, ἐκπαιδευθέντες ἐν τῷ Ὁπλοστασίῳ καὶ τεχνῖται γενόμενοι, καὶ ἀπολυθέντες τοῦ στρατοῦ μέ τινα βαθμὸν, ἐζήτησαν νὰ καταταχθῶσιν ὡς ὁπλοδιορθωταὶ εἰς τὰ διάφορα συντάγματα τῶν ὅπλων, εἰς ἃ ὑπηρετοῦσιν, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὸ τιμολόγιον, ὅπερ ἐξησφάλιζεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν τὸν ἄρτον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνακατατάξεως αὐτῶν ὑπῆρχεν ἓν τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε ποία ἀμοιβὴ θὰ ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς πρὸς τῷ μισθῷ τοῦ βαθμοῦ των δι’ ἑκάστην ἐπιδιόρθωσιν· τὸ τιμολόγιον αὐτὸ ἐχρησίμευεν εἰς αὐτοὺς ὡς μέτρον περὶ τοῦ ἂν πρέπει ἢ μὴ νὰ καταταχθῶσιν αὖθις εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὸ τιμολόγιον αὐτὸ βραδύτερον, κατὰ τὸ 1898, νομίζω, ἢ τὸ 1895, μετεβλήθη, καὶ ἠλαττώθησαν κατὰ πολὺ αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς ὁπλοδιορθωτὰς ἀμοιβαί, περιωρίσθησαν μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ ποσὸν 35 λεπτῶν διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν ἑκάστου ὅπλου, οὕτω δὲ τὸ εἰσόδημά των ἠλαττώθη τότε οὐσιωδῶς· ἀλλὰ παρέμειναν καὶ πάλιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἐσχάτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀγνοῶ εἰς τίνας παραστάσεις ἐνδίδων, ἐξέδωκε τὸ περὶ οὗ ἡ ἀναφορὰ διάταγμα; ὅπερ λέγει εἰς αὐτούς: «Θὰ λαμβάνητε τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ σας καὶ ἐπιμίσθιον 9 δραχμὰς οἱ δεκανεῖς, 13 οἱ λοχίαι καὶ 17 οἱ ἐπιλοχίαι»· οὐδὲν πλέον. «Διὰ πᾶσαν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμνητε, λέγει τὸ διάταγμα) οὐδεμίαν θὰ σᾶς δίδω ἀποζημίωσιν οὐδὲ δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητέ τι διὰ τὰς διορθώσεις.» Ἐὰν λοιπὸν χρειάζωνται ἄνθρακας, ἔλαιον ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ὑλικόν, ἢ ἐὰν τὰ ἐργαλεῖά των, — τὰ ὁποῖα, σημειώσατε, εἶναι ἰδικά των, πλὴν τοῦ ἄκμονος καὶ τοῦ φυσητῆρος, ἅτινα δίδει τὸ Δημόσιον, — καταστρέφωνται καὶ πρέπῃ ν’ ἀντικαθιστῶνται, ταῦτα πάντα θὰ ἦναι εἰς βάρος των. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἄδικος, καὶ ἕνεκα ταύτης οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν βεβαίως θ’ ἀποχωρήσουν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἀνακατετάσσοντο ὡς ὁπλοδιορθωταί, ἀλλοιοῦνται τόσον οὐσιωδῶς καὶ μονομερῶς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου μόνου. Ἐὰν ἀποχωρήσωσιν οὗτοι, δυσκόλως θὰ εὕρῃ τὸ Δημόσιον ἄλλους, ἵνα τοὺς ἀντικαταστήσῃ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄδικον τὸ μέτρον, διότι ἐφαρμόζεται εἰς μίαν τάξιν τεχνιτῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον· διότι βεβαίως μὲ μίαν δραχμὴν καὶ 50 λεπτὰ, ἢ καὶ μὲ 2 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν, δὲν δύνανται, τεχνῖται ὄντες, νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἐγένετο εἰς αὐτοὺς ἀδικία· διότι, ἐνῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ἴδιόν τι μικρὸν ἐργοστάσιον ἐκτὸς τοῦ στρατῶνος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξετέλουν ἰδιωτικὰς ἐργασίας, καὶ τοῦτο ἀπηγορεύθη εἰς αὐτούς...
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γίνονται οἰκονομίαι!
§4ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως ἡ εὐχὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ οἰκονομιῶν, ἀρχομένη ἀπὸ τοὺς ὁπλοδιορθωτάς, διακωμωδεῖται. Ἀλλὰ διακωμωδεῖται καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐνόμισεν ὅτι θὰ κάμῃ οἰκονομίας, ἀφαιροῦσα τὸν ἄρτον ἀπὸ τοὺς τεχνίτας αὐτούς. Οἱ ὁμοιόβαθμοι πρὸς τοὺς ὁπλοδορθωτὰς τεχνῖται, οἱ ἐν τοῖς συνεργείοις τοῖς δημοσίοις ἐργαζόμενοι, ἀμείβονται διπλασίως σχεδὸν ἢ ὅσον ἀμείβονται οἱ ὁπλοδιορθωταί, ἐργάζονται δὲ ὥρας ὀλιγωτέρας, καὶ δὲν τρέχουσι τὸν κίνδυνον τῶν μεταθέσεων, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἐκτεθειμένοι οἱ ὁπλοδιορθωταί· διότι δύναται ἡ ὑπηρεσία τὸν ὁπλοδιορθωτὴν τὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ τάγματι τῶν Τρικκάλων, λόγου χάριν, νὰ τὸν μεταθέσῃ εἰς τὸ τάγμα τῶν Καλαμῶν· ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ὁπλοδιορθωταὶ εἶναι οἰκογενειάρχαι. Φρονῶ ὅτι, ἀντὶ νὰ αὐξάνωμεν τὸν μισθὸν τῶν προξένων κατὰ 500,000 δραχμὰς, δίκαιον εἶναι νὰ μὴ ἀφαιρῶμεν τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειαρχῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη, ἐπὶ 40 περίπου ἔτη οἱ πλεῖστοι, ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ.
§5Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας συναδέλφου λεχθέντων περὶ τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα ἐκ μέρους μου ἀνάπτυξις αὐτοῦ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καλῶς γινώσκω, ὡς ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, τὰς ἀνάγκας τῶν ὁπλοδιορθωτῶν, ὡς καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας οὗτοι προσφέρουσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, νομίζω ὅτι δικαίως δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασίν μου πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδικήματος, τοῦ προσγενομένου αὐτοῖς ἐσχάτως. Ὑποθέτω ὅτι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καταργοῦσα τὰ ἐπιδόματα, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν εἰς τοὺς ὁπλοδιορθωτάς, ἀναλόγως τῆς ἐργασίας, ἣν οὗτοι ἔκαμνον, εἶναι μηδαμινὴ καὶ ἀναξία ἐντελῶς προσοχῆς. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων τὰς παραστάσεις καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ὁπλοδιορθωτῶν καὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι, γνωρίζοντες τὰ πράγματα, ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ συστήσωμεν τὸ δίκαιον αὐτῶν, θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ παραπέμψῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν, δυναμένων νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, μελετῶσα τὰ πράγματα, θέλει προβῆ εἰς συστάσεις ὅλως ἀντιθέτους πρὸς τὰς ἀποφάσεις, ἃς ἡ ὑπηρεσία ἐσχάτως ἔλαβε.
§6Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ἀπαντήσω αὔριον, κομίζων καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§7Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐτυχεῖ ἀποτυχίᾳ τῆς κατὰ τοῦ πρίγκηπος καὶ τῆς πριγκηπίσσης τῆς Οὐαλλίας ἀποτολμηθείσης ἀποπείρας, φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ ἐκδηλώσωσι τὰ αἰσθήματα αὐτῶν, καὶ ἑπομένως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ἵνα διαβιβασθῶσι τὰ συγχαρητήρια αὐτῶν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως.
§8ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ὁμόφωνος, καὶ θέλει ἐκτελεσθῆ.
§10Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν χθὲς ὑποβληθεισῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σιδηροδρομικῶν συμβάσεων ἤθελον παρακαλέσει θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ τὴν προέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Ἀγρινίου μέχρις Ἄρτης. Ἡ γραμμὴ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, θέλει ἐξυπηρετήσει ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν Μεσολογγίου, Τριχωνίας καὶ Ἀκαρνανίας μετὰ τοῦ νομοῦ τῆς Ἄρτης, ἀλλὰ θέλει καταστήσει καὶ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ ὅλης τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Ἑλλάδος λίαν σύντομον. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν σπουδαιοτάτης ἀνάγκης. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν πρὸς μελέτην τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ φροντίσῃ, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον ὑποβληθῇ σύμβασις περὶ προεκτάσεως αὐτῆς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου.
§11Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνιστῶντο 4 συνεργεῖα. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τρία μόνον συνεργεῖα, τινὲς δὲ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ, ἀποβλέποντες εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν 4 συνεργεῖα, ὅπερ καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν θὰ συστήσῃ τὰ 4 ταῦτα συνεργεῖα, καὶ εἰς τίνας ἐπαρχίας. Ἐὰν πράγματι τὰ συστήσῃ, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐπαρχίαν τῶν Θηβῶν. Ἡ ἐπαρχία τῶν Θηβῶν ἔχει 15,000 παραχωρητήρια, καὶ νομίζω ὅτι δικαιοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ζητήσωσι νὰ τακτοποιήσωσι τοὺς μετὰ τοῦ Δημοσίου λογαριασμούς των καὶ λάβωσι τὰ παραχωρητήριά των.
§12Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν κατωρθώθη νὰ συσταθῶσι τὰ συνεργεῖα, τὸν γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη, ἐζητήθη ὡς προσὸν διὰ τοὺς καταταχθησομένους ὑπολογιστὰς τῶν συνεργείων τὸ προσὸν γραφέως βʹ τάξεως ἢ ἀπολυτήριον Γυμνασίου μετὰ διετοῦς ὑπηρεσίας. Τοιοῦτοι δὲν προσῆλθον ἢ 5, καὶ οὕτω δὲν κατωρθώθη νὰ συγκροτηθῶσι τὰ συνεργεῖα. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει, ὅπως καὶ οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου διορίζωνται ὑπολογισταὶ, τὰ συνεργεῖα θὰ καταρτισθῶσι πλήρη, τότε δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐκ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς χρεῶν, θὰ σταλῶσι συνεργεῖα.
§13ΔΑΟΥΤΗΣ. Τότε θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιταχύνητε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου θὰ εὕρῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθέντος ἐκ τῆς χορηγηθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 πιστώσεως δραχμῶν 30,000 πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ νέου Φαλήρου. Ἐπίσης καταθέτω κατάλογον τῶν διευθυνόντων τὰ τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ γραφεῖα γʹ τάξεως, τὸν ὁποῖον εἶχε ζητήσει δι’ ἐπερωτήσεώς του ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Καπετανάκης θὰ εὕρῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τῆς ὁδοῦ Ἀρεοπόλεως–Γυθείου κτημάτων, περὶ ὧν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐποιήσατο λόγον προχθές. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριχωνίας κ. Κατσάνος ἐπηρώτησε περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Λιδωρικίου εἰς Προυσσὸν, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Ἀρακυνθίων, καὶ ἐζήτησε νὰ μάθῃ διατὶ ἐσταμάτησεν ἡ χάραξις τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ἐν τῷ σημειώματι, ὅπερ καταθέτω, θὰ εὕρῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων κ. Κριεμάδης ἐπηρώτησε περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν γεφυρῶν Ἀλῆ–Ἐφένδη καὶ Βαζούρια, ποίαν ἐνέργειαν ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον καταθέτω, ὑπάρχουσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι. Ὁ νομομηχανικὸς Τρικκάλων τηλεγραφικῶς διετάχθη νὰ ὑποβάλῃ τοὺς σχετικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν περὶ ὧν πρόκειται γεφυρῶν, καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τηλεγραφικῶς τὴν ἀπαιτηθησομένην δαπάνην, ὅπως διατάξωμεν ἀμέσως τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν. Καταθέτω ἐπίσης ἔκθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν γενικὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας θὰ εὕρῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας χθὲς ἐζήτησεν. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Νεζεροῦ. Ὑπεβλήθη αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας εἷς γεωπόνος ζητεῖ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ταύτης...
§15ΚΡΙΤΣΑΣ. Περὶ τῆς Ἀσκορίδος πρόκειται;
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς κτήματος πρὸς παραχώρησιν αὐτοῦ εἰς τὸν συνοικισμὸν Κουτσούφλιανης. Ὡς εἶπον ἤδη ὑμῖν, ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν χωρίου τινὸς, Μοκόσι, τὸ ὁποῖον οἱ Κουτσουφλιανῖται εὗρον κατάλληλον, ὅπως συνοικισθῶσιν ἐκεῖ· εἶχον δὲ γνωρίσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαπραγματεύσεις διεξήγοντο πρὸς ἀγορὰν τοῦ χωρίου τούτου. Εὐτυχῶς αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀπέληξαν εἰς εὐάρεστον σημεῖον, καὶ ἠδυνήθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν συμβολαίου πρὸς ἀγορὰν 46 μεριδίων ἐκ τῶν 72 ἐν ὅλῳ, εἰς ὅσα διαιρεῖται τὸ κτῆμα τοῦτο, κατ’ αὐτὰς δὲ πρόκειται ἕτερα 10 μερίδια ν’ ἀγορασθῶσι, καὶ πιστεύω ὅτι ἐντὸς ὀλίγου τὸ ὅλον κτῆμα θ’ ἀγορασθῇ. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ ἀγορᾶς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὸ Δημόσιον ἔπειτα παραχωρήσῃ αὐτὸ κατὰ παράκλησιν.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, καὶ αὔριον ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§18ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύνασθε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μᾶς πληροφορήσητε, ἂν ὅλοι οἱ Κουτσουφλιανῖται ἔμειναν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος;
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν πληροφορίαν, ἂν ἀνεχώρησάν τινες καὶ μετέβησαν εἰς τὸ Τουρκικόν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης θὰ ζητήσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἅμα ὡς λάβω θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ σκοπεῖται ἡ διόρθωσις λάθους, τὸ ὁποῖον παρεισέφρησεν εἰς τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος. Πρόκειται περὶ φόρου ἐπιβληθέντος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἀντὶ ἐν τῷ νόμῳ νὰ γραφῇ «ἡ νῆσος Λευκὰς», ἐγράφη «ἡ πόλις Λευκὰς»· ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ. Ὑποβάλλω ὡσαύτως σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑδρευούσης Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «Ligne Franco-Belge» συνομολογηθείσης συμβάσεως. Ὑποβάλλω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν ἐπί τινων ὁδῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περιελήφθησαν ὅλαι αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν ἄλλοτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀναγκαῖαι. Τέλος ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδεύσεως δημοσίᾳ δαπάνῃ τεσσάρων νέων ἐν Γεωργικαῖς ἐπιστημονικαῖς καὶ πρακτικαῖς Σχολαῖς τῆς Ἑσπερίας. Περὶ τούτου ἀνεγράφη ἀνάλογον ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ νόμος. Εἶναι, Κύριοι, ἀνάγκη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν, ὅπως δι’ ἀποστολῆς νέων παρασκευάσωμεν εἰς τὸ μέλλον καλοὺς γεωπόνους, ὁ λαμπρὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει ψηφισθῇ καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεκδέχομαι πολὺ καλὰ ἀποτελέσματα, ὁ περὶ τῶν Γεωργικῶν σταθμῶν, κατ’ ἀνάγκην θὰ παύσῃ λειτουργῶν, ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ὁ νομοθέτης ἀπέβλεπε. Δυστυχῶς, ὡς ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἡμῖν γεωπόνων εἶναι πολὺ περιωρισμένος, ἐπειδὴ δὲ ἀπό τινος καιροῦ μεγάλη, ὡς φαίνεται, ἐδόθη ὤθησις εἰς τὰ τῆς γεωργίας, πολλοὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου γεωπόνων, λαβόντες προτάσεις συμφερούσας αὐτοῖς καὶ μισθοὺς πολὺ ἀνωτέρους ἐκείνων, οὓς ἐλάμβανον ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἐγκατέλιπον τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὅπως ἀναλάβωσιν ἰδιωτικὰς ἐργασίας. Τοιουτοτρόπως κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἐστερήθημεν δύο τῶν καλλιτέρων γεωπόνων, οἱ ὁποῖοι εὗρον μισθὸν 12,000 δραχ. κατ’ ἔτος καὶ ἑπομένως ἐγκατέλειψαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, δυστυχῶς δὲ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν καθίσταται ἀδύνατος, διότι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἔχοντες τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα, καίτοι ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπηνέχθησαν μεταρρυθμίσεις τινὲς εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων. Διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, τούτων ἠλπίζομεν ὅτι θὰ ἦτο εὔκολος ἡ εὕρεσις προσώπων, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι ὀλίγα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἂν εὕρῃ τοὺς προβαλλομένους λόγους ἐπαρκεῖς, προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατόπιν διαγωνισμοῦ θὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀποσταλησόμενοι εἰς τὴν Ἑσπερίαν ὑπότροφοι πρὸς σπουδὴν τῆς γεωργίας;
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως, καὶ αὐστηροτάτου μάλιστα διαγωνισμοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 216–221).
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκης ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων ἀφορώντων εἴς τινα τῶν ἐν Πάτραις ὑποταμιῶν. Πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, κατατίθενται. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βόλου κ. Τοπάλης ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τινος Α. Ἀναστασίου, μὴ λαβόντος εἰσέτι τὴν ὀφειλομένην αὐτῷ ἀποζημίωσιν· ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Πεταλᾶς περὶ ἑτέρου εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπαγομένου. Κατατίθενται τὰ σχετικὰ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς ἐπερωτήσεις. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχμῶν 110,000 διὰ τὴν μετατροπὴν τοῦ πρώην Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν εἰς δεύτερον Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον καὶ περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως 110,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 222). Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§25Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, τὸ πέμπτον Στρατοδικεῖον κατηργήθη, πᾶσαι δὲ αἱ δικογραφίαι, αἱ ἐκκρεμεῖς μείνασαι παρ’ αὐτῷ, ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ Στρατοδικείου τούτου εἶχον ἐκδώσει πολλὰ κατασχετήρια κατὰ λιποτακτῶν καὶ ἄλλων ἐπὶ ἄλλαις πράξεσι κατηγορουμένων, οἵτινες προσαγόμενοι βίᾳ προφυλακίζονται, ἡ δὲ προφυλάκισίς των παρατείνεται ἀδίκως, διότι, ὡς εἶπον, αἱ δικογραφίαι, ἀποσταλεῖσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παραμένουσιν ἐκεῖ, χωρὶς νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τῶν λειτουργούντων δύο Στρατοδικείων πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων. Δι’ ὃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ διαβιβασθῶσιν αἱ δικογραφίαι αὗται εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ ἑτέρου τῶν δύο Στρατοδικείων, ἵνα οἱ θέλοντες ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἐμφανισθῶσι καὶ ἀποφύγωσιν οὕτω τὴν καταδίωξιν, εἰς ἣν ὑπόκεινται, ἐπισπευσθῇ δὲ ἡ ἐκδίκασις τῶν κατηγοριῶν τῶν προφυλακισμένων. Ἐπίσης ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπιστολαὶ, ἃς ἐξ Ἀλεξανδρείας ἔλαβον, μοὶ ἀνακοινοῦσιν, ὅτι ἐνεποίησεν ἐκεῖ ὀδυνηρὰν αἴσθησιν ἡ συμμετοχὴ τοῦ ὑποπροξένου κ. Σκάση εἰς διαγωνισμὸν πρὸς κατάληψιν μιᾶς θέσεως ἐν τῇ Δημαρχίᾳ Ἀλεξανδρείας. Τοῦτο ἐκρίθη ἐκεῖ ὡς λίαν ἄτοπον, διότι ὁ κ. Σκάσης διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης ἐμείωσε τὸ γόητρον τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ φέρει. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τούτου, καὶ ἂν νομίζει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς Ἕλληνα δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἰδιώτης καὶ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς ἄλλους ἰδιώτας διὰ θέσιν ξένην καὶ μὴ δημοσίαν.
§26Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπέτυχεν εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτόν;
§27ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω· μοὶ γράφουσι μόνον, ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ αἴτησις περὶ συμμετοχῆς του εἰς τὸν διαγωνισμόν.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους κατῆλθεν εἰς τὸν διαγωνισμόν.
§29ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν ἐπίσημον γνῶσιν ἔχω τοιαύτης ὑποθέσεως· ἤκουσα μόνον, ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη. Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ζητήσω ἐξ Ἀλεξανδρείας πληροφορίας παρὰ τοῦ αὐτόθι πολιτικοῦ πράκτορος, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς πληροφορίας ταύτας θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§31Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργός, περὶ ἀποστολῆς νέων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς τελειοποίησιν αὐτῶν εἰς τὰ τῆς γεωπονίας, μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον περὶ γεωργικῶν σταθμῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι διὰ τοῦ περὶ τούτων νόμου ὡρίσθη ἐν τῷ πρώτῳ, νομίζω, ἢ τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θέλει ἀρχίσει ἀπὸ τῶν γεωργικωτέρων νομῶν τοῦ Κράτους. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι γεωργικοὶ εἶναι καὶ οἱ νομοὶ καὶ αἱ ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας συνεστήθησαν μέχρι τοῦδε γεωργικοὶ σταθμοί· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι γεωργικώτεροι νομοὶ τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, ἢ τῶν νομῶν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ μετὰ τὴν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει. Ἐν τούτοις παραδόξως ὁ νόμος περὶ γεωργικῶν σταθμῶν δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐνῷ ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος εἰς ἄλλα τμήματα τοῦ Κράτους. Μέχρι τοῦδε φέρεται ὡς ἐπιχείρημα,—τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν,—δι’ οὗ δικαιολογεῖται ἡ μὴ μέχρι τοῦδε σύστασις γεωργικῶν σταθμῶν ἐκεῖ, ἔνθα δὲν συνεστάθησαν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ κεκτημένοι τὰ προσόντα, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν γεωργικῶν σταθμῶν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν συνεστήθησαν τοιοῦτοι ἐν Θεσσαλίᾳ· τοῦτο δὲ πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ καὶ ἀναπληρώσῃ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ γεωργικῶν σταθμῶν ἀναπληροῦται ἡ ἔλλειψις αὕτη, διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου συνιστῶνται μὲν γεωργικοὶ σταθμοὶ, τῶν ὁποίων ἡ διεύθυνσις ἀνατίθεται εἰς γεωπόνους, ἔχοντας τὰ προσόντα, ἅτινα καθορίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, ὧν ὅμως ὑπάρχει ἔλλειψις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νομοθέτης προεῖδεν ἴσως τὴν ἔλλειψιν, ἐν ᾗ σήμερον εὑρισκόμεθα, ὥρισεν ὅτι δύνανται νὰ συσταθῶσι καὶ ἀγροκήπια, τῶν δὲ ἀγροκηπίων τούτων ὁ σκοπὸς καὶ ὁ προορισμὸς εἶναι ἐπίσης ἐπωφελὴς, ὡς εἶναι καὶ ὁ τῶν γεωργικῶν σταθμῶν. Ἡ διεύθυνσις τῶν ἀγροκηπίων δύναται νὰ ἀνατίθηται εἰς ἀποφοίτους τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν ἐν Ἑλλάδι· δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ παραδεχθῇ, ὅτι τοιοῦτοι νέοι, ἔχοντες ὅλα τὰ προσόντα, τελειοποιηθέντες, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ τελειοποιηθῶσιν, ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Γεωργικαῖς Σχολαῖς, ὑπάρχουσι πολλοὶ, τρεῖς δὲ γνωρίζω ἐγὼ ἐκ Τρικκάλων, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἄνευ τῆς ἐργασίας, δι’ ἣν ἐσπούδασαν, ἀσχολούμενοι εἰς τὰς οἰκιακὰς αὐτῶν ὑποθέσεις, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ ἔργα, δι’ ἃ προωρίσθησαν, μὴ καθιστάμενοι οὕτω ἐπωφελεῖς εἰς τὸν τόπον, ὡς ἠδύναντο νὰ ὦσι πολλαχῶς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοιοῦτοι ἀπόφοιτοι τῶν Ἑλληνικῶν Γεωργικῶν Σχολῶν ἠδύναντο κάλλιστα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς διεύθυνσιν ἀγροκηπίων. Θεωρῶ δ’ ἀπαραίτητον νὰ συσταθῶσιν ἀγροκήπια καὶ ἐν Τρικκάλοις καὶ ἐν Λαρίσῃ καὶ ἐν Καρδίτσῃ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἐξαρτώμενα ἀπὸ τῆς ἐν Ἀϊδινίῳ Γεωργικῆς Σχολῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς ταύτης, ὅστις εἶναι, ὡς γνωστόν, τελειότατα κατηρτισμένος, καὶ ὅστις δύναται νὰ διευθύνῃ ἐκεῖθεν τὰ ἀγροκήπια ταῦτα, καὶ οὕτω νὰ ἀναπληρώσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἔλλειψιν ταύτην, μέχρις ὅτου καταρτιζόμενοι οἱ νέοι, οἵτινες πρόκειται μετ’ ὀλίγον χρόνον νὰ μεταβῶσιν εἰς Εὐρώπην, ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν διεύθυνσιν γεωργικῶν σταθμῶν, συνιστωμένων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Τὴν σύστασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζω, δὲ, ὅτι θὰ μελετήσῃ αὐτὴν καὶ θὰ θελήσῃ νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, ἀφοῦ πεισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νόμου περὶ γεωργικῶν σταθμῶν, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύστασιν ἀγροκηπίων, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ μέχρις οὗ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ σύστασις μονίμων γεωργικῶν σταθμῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἤθελον παρακαλέσει ἐπίσης τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν γνωρίζει ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατ’ εἰσήγησιν τοῦ δημάρχου Πιαλίων τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἐνώπιον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ εἰρημένου δήμου γενομένην, ἐξεδόθη ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Συμβούλιον τοῦτο συνιστᾷ τὴν κατάργησιν τῶν πλείστων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ λειτουργούντων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἔκαμε τὴν εἰσήγησιν ταύτην ὁ δήμαρχος Πιαλίων, εἶναι ἀκριβής· λέγεται ὅμως, ὅτι προέβη εἰς ταύτην διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ μεγαλείτερα περισσεύματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ θελήσῃ νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἂν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτον ψήφισμα, νὰ διατάξῃ, ὅπως τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοὐλάχιστον μὴ λάβῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ μὴ παύσωσι λειτουργοῦντα τὰ σχολεῖα πρὸς βλάβην τῶν κατοίκων, ὅπερ ἐπιδιώκει ὁ εἰρημένος δήμαρχος.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει, καὶ αὔριον θέλω προσκομίσει τὰς δεούσας πληροφορίας.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§34Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμαλιαπόλεως τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ὅπερ, διερμηνεῦον τὴν ἐπιθυμίαν ἁπάντων τῶν κατοίκων Ἀμαλιαπόλεως, ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὅπως ὁ δῆμος Ἀμαλιαπόλεως ἀποσπασθῇ ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Συνηγορῶ ἐνθέρμως, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ πόθου τῶν κατοίκων Ἀμαλιαπόλεως, διότι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουσι, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀκρίβειαν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, εἶναι σοβαρώτατοι καὶ βασιμώτατοι. Οἱ κάτοικοι Ἀμαλιαπόλεως μετώκησαν εἰς τὸν νῦν δῆμον Ἀμαλιαπόλεως μετὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, δὲν ἔπαυσαν δ’ ἔκτοτε νὰ ἦναι στενῶς συνδεδεμένοι μετὰ τοῦ Βόλου, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ κέντρον ὅλων τῶν σχέσεων αὐτῶν, τῶν τε ἐμπορικῶν καὶ τῶν ἀστικῶν. Λόγος σοβαρώτερος ἀκόμη εἶναι καὶ ἡ μεγάλη διαφορὰ τῶν ἀποστάσεων μεταξὺ Ἀμαλιαπόλεως καὶ Λαμίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ Ἀμαλιαπόλεως καὶ Βόλου ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ Ἀμαλιάπολις ἀπέχει τῆς Λαμίας ὑπὲρ τὰς 15 ὥρας, ἐνῷ τοῦ Βόλου ἀπέχει μόνον μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, εὑρίσκεται δὲ ἐν τακτικῇ καὶ καθημερινῇ συγκοινωνίᾳ μετ’ αὐτοῦ. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ δικαιοτάτου τούτου πόθου τῶν κατοίκων τῆς Ἀμαλιαπόλεως.
§35ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἐπιθυμία τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀμαλιαπόλεως εἶναι νὰ ὑπαχθῶσι διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν νομὸν Βόλου. Ἐγώ, καίτοι λυποῦμαι, διότι ἀποχωρίζομαι ἀγαπητοτάτων συμπολιτῶν μου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν αἴτησίν των ταύτην, ὑπηρετῶν τὸν δίκαιον αὐτῶν πόθον καὶ τὸ πραγματικὸν αὐτῶν συμφέρον· διότι ἤθελεν εἶναι σκληρὸν νὰ ἀντιδράσωμεν κατὰ τῆς αἰτήσεώς των ταύτης, ἐνῷ ὁ δῆμος οὗτος κεῖται εἰς μικροτάτην ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ Βόλου, καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων αὐτοῦ ἐξυπηρετοῦνται καλλίτερον, ἐὰν ὑπαχθῇ οὗτος εἰς τὸν νομὸν Βόλου. Πρὸς τοῦτο δ’ ἑνόνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου.
§36Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατόπιν τῶν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων κ. κ. συναδέλφων ἐκτεθέντων νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι εἰς τὴν δικαίαν σύστασίν των. Λέγω μόνον, ὅτι πολλοὶ λόγοι δικαιολογοῦσι τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τῶν κατοίκων Ἀμαλιαπόλεως, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν των.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Συνοδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§38Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ δώσωσι μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Ὁ τελευταῖος νόμος περὶ μεταλλείων ἐξήρεσε τοῦ δικαιώματος τῆς παραχωρήσεως παρὰ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου διάφορα μεταλλεῖα, ἐν οἷς τὴν βαρυτίνην καὶ τὸν γλυσόλιθον (talc). Ἤδη ἀπό τινος χρόνου ὁ δηλώσας πρὸ δεκαετίας τὴν ἔκτασιν τὴν περιέχουσαν τὸν γλυσόλιθον ἐν Τήνῳ, πληροφορηθεὶς ὅτι γίνονται ἐκεῖ ἐργασίαι παρά τινων προσώπων καὶ ἐξαγωγὴ τοῦ μεταλλεύματος τούτου, ἐπέδωκε δύο ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἑτέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν κατήγγειλε τὴν παράνομον ταύτην ἐκμετάλλευσιν, ἀλλ’ αἱ ἀναφοραὶ αὗται οὐδεμίαν ἔλαβον ἐνέργειαν, ἐξακολουθοῦσι δὲ οἱ λαθραίως ἐργαζόμενοι ἐπὶ τοῦ μεταλλείου ἐκείνου τοῦ Δημοσίου νὰ ἐξάγωσι καθ’ ἑκάστην μετάλλευμα, χωρὶς αἱ ἀρχαὶ νὰ δύνανται νὰ ἐμποδίσωσιν αὐτοὺς καὶ χωρὶς νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον τὸν πρὸ πολλοῦ ὁρισθέντα φόρον· ὁ φόρος δὲ τοῦ μεταλλεύματος τούτου εἶναι 10 δραχμαὶ κατὰ τόννον, καὶ ἑπομένως ὑφίσταται τὸ Δημόσιον μεγάλην ζημίαν. Δὲν γνωρίζω τίνας πληροφορίας ἔδοσαν περὶ τούτου αἱ ἀρχαὶ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, γνωρίζω μόνον, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς παρέσχον τῇ Νομαρχίᾳ Κυκλάδων οἱ ἐν Τήνῳ ἀστυνόμοι, εἶναι αἱ ἑξῆς. Οἱ μὲν λέγουν, ὅτι «μανθάνομεν ὅτι ἐργάζονται, ἀλλ’ εἶναι πολὺ μακρὰν, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τόσον πολὺ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν μας»· ἄλλοι λέγουν, ὅτι δὲν ἐργάζονται. Τοιαύτας πληροφορίας ἔλαβον ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τῆς Νομαρχίας. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς ἐν Μήλῳ βαρυτίνης γίνεται λαθραία ἐξαγωγή, καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες, Κύριοι, πρὸ ἐτῶν ἡλίκος πάταγος ἐγένετο ἐνταῦθα, προκειμένου περὶ λαθραίας ἐξορύξεως 600,000 τόννων βαρυτίνης. Καὶ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ μικροῦ πράγματος, πρόκειται περὶ ἀργύρου καθαροῦ, καὶ ἐνθυμεῖσθε ποῖα νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν τότε, καὶ πόσαι ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἐν τούτοις πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐξακολουθεῖ καὶ πάλιν παρανόμως ἑταιρεία τις ἐργαζομένη ἐκεῖ καὶ ἐξάγουσα λαθραίως τὴν βαρυτίνην. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἂν δηλ. γίνεται πραγματικῶς, ἀλλὰ τὸ πρῶτον δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, διότι γνωρίζω τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ἐλατήρια αὐτῶν. Ἐν προσεχεῖ δὲ συνεδριάσει θὰ ἐκθέσω πάντα, ἂν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν προνοήσωσι περὶ σωτηρίας τῶν μεταλλείων τούτων τοῦ Δημοσίου.
§39ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ τῶν μεταλλείων ἔχουσι βεβαίως οὐχὶ καλῶς. Καθ’ ὅσον ἀνάγονται τὰ κατ’ αὐτὰ εἰς πράξεις τοῦ Δημοσίου, ἐζήτησα καὶ ὑπεβλήθησαν πίνακες. Ἐκ τῶν δύο πινάκων, οἵτινες κατετέθησαν, μοὶ δίδεται τὸ ἐνδόσιμον εἰς νέας ἐρωτήσεις καὶ συζητήσεις. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐργασιῶν ἐν τῇ Βουλῇ αἱ ἐπείγουσαι δὲν ἐπέτρεψαν τοῦτο. Θέλω προσεχῶς ζητήσει τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ ἰδίως τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν καθυστεροῦντα φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς ἐτησίας, ἥτις ἀποτελεῖ σπουδαῖον ποσόν. Ἀλλὰ περὶ αὐτῆς δὲν ἔχομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀναλελυμένως τὰ κονδύλια, ἵνα ἴδωμεν ποῖοι οἱ κερδαίνοντες καὶ μὴ καταβάλλοντες καὶ τίνες οἱ κερδαίνοντες καὶ καταβάλλοντες. Πολλὰ τὰ παράδοξα μοὶ φαίνεται ὅτι καλύπτουσιν οἱ πίνακες οὗτοι, οἵτινες ἐδόθησαν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ δυνηθῶ νὰ διατυπώσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπερωτήσεις, εἰς ἃς ἐλπίζω νὰ ἔχωμεν ταχεῖαν ἀπάντησιν.
§40Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἑταιρεία τις ὀρυκτολογικὴ ἢ ὀρυκτολόγος τις ἐζήτησε τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐκμεταλλευθῇ σμύριδα ἐν τῇ νήσῳ Πάρῳ.
§41Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε αἴτησις τοιαύτη νὰ ὑποβληθῇ, οὔτε ὑπεβλήθη, διότι κατὰ τὸν νόμον παραχώρησις σμύριδος δὲν δύναται νὰ γείνῃ, εἰμὴ διὰ νόμου.
§42ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§44ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν ἐγένετο τοιαύτη αἴτησις, καὶ ἂν ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τούτου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποστείλῃ ὀρυκτολόγον, ἵνα ἐξετάσῃ, ἂν ἐν ταῖς νήσοις Πάρῳ καὶ Φολεγάνδρῳ ὑπάρχει ὀρυχεῖον σμύριδος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐκεῖ δύναται νὰ γείνῃ ἐξόρυξις καὶ ἐκμετάλλευσις σμύριδος πρὸς συναγωνισμὸν μὲ τὴν σμύριδα τὴν ἐξαγομένην ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει σμύρις ἐν ταῖς νήσοις, περὶ ὧν ὡμιλήσατε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐξαγωγῆς ἐκεῖθεν πρὸς συναγωνισμὸν μὲ τὴν ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας ἐξαγομένην, ἀφοῦ ἔχομεν ὅσην θέλομεν Ναξίαν σμύριδα καὶ ἀρίστης ποιότητος.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγνώριζα ἀπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Κορυθίου συμβαίνουσι ταχυδρομικὰ ἄτοπα, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν εἶναι καὶ ἔκνομον, δὲν ἐνόμισα ὅμως πρέπον νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι τὰ ἐθεώρουν μικροῦ λόγου ἄξια. Ἤδη ἐξ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον, μανθάνω ὅτι τὰ ἄτοπα ταῦτα ἐπετάθησαν, καὶ τρέχουν κίνδυνον αἱ ἐπιστολαὶ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου ἐκείνου. Ἀνέφεραν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Στενοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἄτοπα ταῦτα. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ταχυδρομείων, ὅπου ἔχουν συσταθῆ ταχυδρομικὰ γραφεῖα, ἡ διεύθυνσις τῶν γραφείων αὐτῶν ἀνατίθεται εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅπου δὲ δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα, ἀνατίθεται εἰς τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουν οὔτε σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι, ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις εἰς ἰδιώτας. Ἐν Βερσοβᾷ ὑπάρχει καὶ δημοδιδάσκαλος καὶ σιδηροδρομικὸς σταθμάρχης· ἐν τούτοις ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις τοῦ ἐκεῖ ταχυδρομικοῦ γραφείου εἰς ἰδιώτην, ἐκεῖ δὲ τὰ πάθη εἶναι λίαν ἀνεπτυγμένα, καὶ συμβαίνουν οὕτω πολλὰ ἄτοπα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ ἐκεῖ ταχυδρομικοῦ γραφείου ἢ εἰς τὸν σταθμάρχην τοῦ σιδηροδρόμου ἢ εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον. Ἄτοπον δὲ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἔκνομον, συμβαίνει εἰς τὸ Στενόν. Τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὸν ἱερέα, ἐνῷ ὑπάρχει ἐκεῖ στάσις σιδηροδρομικὴ καὶ στασιάρχης, εἰς ὃν πρέπει νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ ταχυδρομείου.
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα, καὶ θέλω συμμορφωθῆ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Γυθείου ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ψηφισθῇ νόμος, δι’ οὗ νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ δῆμος ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀκτὼ χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας δίδει εἰς τὸ Γυμνάσιον, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν καὶ τῶν περισσευμάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον τὸ λιμενικὸν ταμεῖον θὰ πραγματοποιήσῃ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὑπολειπομένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος, καὶ δι’ ἄλλων πόρων ἀκόμη τοῦ δήμου αὐτοῦ δυνηθῆ νὰ φέρῃ ὕδωρ εἰς τὴν πόλιν, διότι διὰ τοῦ ὕδατος τοῦ ὑπάρχοντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ πόλις τοῦ Γυθείου εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ὡς ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς πόλεως καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ηὔξησεν ἐπαισθητῶς. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν αἴτησιν τοῦ δήμου τούτου ὀρθὴν καὶ δικαίαν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη θ’ ἀπεστάλη καὶ εἰς τοὺς δύο Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Γυθείου, οἱ ὁποῖοι, ὡς καλλίτερον γνωρίζοντες τὰ πράγματα, θὰ συντελέσωσι βεβαίως, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Γυθείου γείνῃ ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἀρθῆ ἡ μεγάλη διὰ τὴν πόλιν ἐκείνην δυσκολία καὶ μὴ σταματήσῃ ἡ προσέλευσις τῶν ξένων καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου, ἐξ ὧν πολλὰς καὶ μεγάλας ὠφελείας θέλει ἀπολαύσει ἅπασα ἡ ἐπαρχία. Καταθέτω τὸ ψήφισμα, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πραγματοποιήσει τὴν δι’ αὐτοῦ ἐκφραζομένην εὐχήν.
§49Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅμοιον ψήφισμα ἔλαβον ἀπὸ χθὲς καὶ ἐγὼ, πιστεύω δὲ, ὅτι ἔλαβε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Ἀριστείδης Πετροπουλάκης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ποσὸν χρημάτων διατιθέμενον ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Γυθείου πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, τὸ ὁποῖον συντηρεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερον, ὅπως δυνηθῇ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἄλλον σκοπὸν, διότι τὰ ἔργα τὰ λιμενικὰ ἐν Γυθείῳ συντελέσθησαν, τὸ δὲ Γύθειον νῦν ἔχει ἀνάγκην ὕδατος, καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλω παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, ὅπως χορηγήσῃ ποσὸν χρημάτων, ὅπερ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· ἐθεώρησα ὅμως ἄσκοπον καὶ τὴν σύστασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ λόγον περὶ τούτου νὰ κάμωμεν, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ θέλων νὰ λέγῃ ταῦτα ἄνευ ἀποτελέσματος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει, πῶς νὰ περιποιηθῇ τοὺς συμπολίτας του, κολακεύων αὐτοὺς, ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀνάγκην, καὶ ἐσιωπήσαμεν, διότι γνωρίζουν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δαπάναις τοῦ Δημοσίου συντηρηθῆ εἰς τὸ μέλλον τὸ Γυμνάσιον Γυθείου, πολὺ δικαίως ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τὸ αὐτὸ καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἰς τῶν ὁποίων τὰς ἐπαρχίας ὑπάρχουσι δημοσυντήρητα Γυμνάσια, καὶ ἑπομένως ἤθελεν εἶναι ματαία ἡ παράκλησίς μας. Ἔχω ἄλλως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰ ὑπὸ μελέτην τῆς Βουλῆς ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια καθορίζεται, ὅπως εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν ἀναλάβῃ ὑποχρεωτικῶς τὸ Δημόσιον τὴν δαπάνην πρὸς συντήρησιν τῶν Γυμνασίων, ψηφιζομένων δὲ τῶν νομοσχεδίων τούτων, φυσικῶς θ’ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων τῶν διαφόρων δήμων χορηγούμενον πρὸς συντήρησιν Γυμνασίων, καὶ τότε θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως διὰ τῆς ποσότητος τῶν χρημάτων ἐκείνων ἐπιτραπῇ εἰς τὸν δῆμον Γυθείου νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον εἰλικρινῶς καὶ σαφῶς νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω δὲ περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι.
§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν πολιτεύομαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου, ἑπομένως δὲν ἔχω κανένα λόγον, οὔτε πολιτικὸν συμφέρον...
§51Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ἀποτείνομαι πρὸς τὸν δήμαρχον, ὄχι πρὸς ὑμᾶς. Τοὐναντίον σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐδείξατε.
§52Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ καθῆκον ἐξεπλήρωσα.
§53Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον διὰ τὸν δήμαρχον, ὁ ὁποῖος ἔστειλεν εὐχήν. Ἡ εὐχὴ εἶναι λαμπρὰ, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ.
§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκεῖθεν, εἶναι εἰδικώτεροι, διότι γνωρίζουσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας των. Ἐγὼ ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι δύο φρέατα μόνον ἔχει τὸ Γύθειον, καὶ ταῦτα ἀπομεμακρυσμένα, συνεπῶς καθίσταται δύσκολον εἰς τὴν πόλιν νὰ προμηθεύηται ὕδωρ. Τὸ δὲ ὕδωρ τῶν φρεάτων τούτων, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἁλμυρὸν καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι πόσιμον.
§55Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§56Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔπραξα τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου ἐκείνου, παρακληθεὶς πρὸς τοῦτο.
§57ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Γυθείου δὲν ἔχει ἐπαρκὲς χρηματικὸν ποσὸν, ὥστε νὰ φέρῃ ὕδωρ. Μέχρι τοῦδε οὐδὲν περισσεύει ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον καὶ κατορθώσῃ νὰ ὑδρευθῇ ἡ πόλις, ἡ ὁποία μόνον ὕδατος ἀνάγκην ἔχει, διότι τὰ δύο ἐν Γυθείῳ ὑπάρχοντα φρέατα εἶναι ὑφάλμυρα καὶ ἀνεπαρκῆ οὐ μόνον εἰς πληθυσμὸν 5,000 κατοίκων, καὶ ἴσως 10,000, εἰς ὅσους προβλέπεται ὅτι θὰ φθάσῃ ἡ πόλις τοῦ Γυθείου, ἀλλὰ καὶ εἰς πληθυσμὸν 200 κατοίκων. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
§58Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην ὕδατος, καὶ ὄχι μόνον ἀναγνωρίζω, αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀναγράψει ἐν ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ἐκπαιδευτικῷ, ὅτι τὸ Δημόσιον θ’ ἀναλάβῃ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Γυθείου, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἄλλαι πόλεις, ὡς τὰ Φιλιατρά, ἡ Μεσσήνη, ἡ Ἄμφισσα, ἡ Λευκὰς καὶ τόσα ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα ἔχουν Γυμνάσια συντηρούμενα ὅπως συντηρεῖται τὸ Γυμνάσιον Γυθείου, ἂν προηγουμένως ἐζητεῖτο ἡ διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου συντήρησις τοῦ Γυμνασίου τούτου, ἤθελον ἐγείρει φωνὴν καὶ θὰ ἔλεγον: «διατὶ μόνον τὸ Γύθειον καὶ ὄχι καὶ ἡμεῖς;», ἑπομένως θὰ ἦτο ματαία ἡ παράκλησίς μου, δὲν ἐπέμεινα, ἀφοῦ μάλιστα τὸ Γύθειον ἐγένετο πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι κατὰ νόμον θέλει τύχει τοῦ εὐεργετήματος νὰ ἔχῃ Γυμνάσιον συντηρούμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἐπεφυλάχθην δὲ, ἵνα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον νὰ συνάψῃ δάνειον, ἀφοῦ ἀπαλλαχθῇ ἐκ τῶν βαρῶν τοῦ Γυμνασίου, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐπιτευχθῇ ἡ ὕδρευσις τῆς πόλεως Γυθείου, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον ὕδατος, διότι καὶ ἀριθμὸν μέγαν κατοίκων ἔχει, καὶ μέλλον λαμπρὸν περιμένει ὁ τόπος ἐκεῖνος.
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἔντιμος συνάδελφος, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καὶ τὸ δάνειον πρέπει νὰ λάβωσι δι’ ἐγγυήσεως καὶ τὰς 8,000 δραχ. τοῦ Γυμνασίου, καὶ ἄλλους ἀκόμη δημοτικοὺς φόρους νὰ ἐπιβάλωσι, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐπιτύχωσι ποσὸν δανείου, δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην, περὶ ἧς πρόκειται. Δι’ αὐτὸ ἔκαμαν αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιέμενον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέσῃ σημείωμα, σχετικὸν μὲ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Νέγρης, καὶ ἐπειδὴ δὲν κατέθηκε τὸ σημείωμα τοῦτο, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω τὴν παράκλησίν μου, διότι νομίζω ἀναγκαιοτάτην τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν. Τὸ σημείωμα εἶναι περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τῶν δήμων ἐκ τοῦ στατῆρος καὶ τοῦ κοιλοῦ, διότι ἡ πληροφορία αὕτη συνδέεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχετικὸν νομοσχέδιον.
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ κατέθηκα, διότι ἔκ τινων ταμείων δὲν ἦλθον ἔτι ἀπαντήσεις. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἕως αὔριον θὰ ἦναι συγκεντρωμέναι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ συζητήσωμεν ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν καθυστερούντων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ ἄλλων δημοσίων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν ἕως αὔριον. Διότι μόνον χάριν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι χρήσιμοι αἱ πληροφορίαι.
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω τὰς μέχρι τοῦδε ληφθείσας πληροφορίας, καὶ ἂν ἕως αὔριον ἔλθωσι καὶ αἱ ὑπόλοιποι, θέλω καταθέσει καὶ αὐτάς.
§65Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐντεῦθεν ἐγένετο λόγος παρ’ ἐμοῦ, καὶ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας ἀπὸ πολλοῦ, ἢ μᾶλλον ἀπὸ ἐτῶν, ἄλλοτε μὲν δι’ ἔλλειψιν ἐπιθεωρητοῦ, ἤδη δὲ διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ σεβασμιωτάτου ἀρχιερέως ἐκεῖθεν, ὄντος μέλους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀργεῖ. Τοιαῦτα συμβαίνουσι καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου οἱ ἀρχιερεῖς ἀπεσπάσθησαν παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ. Ἀπὸ τοῦ 1896 κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐπισκόπων εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ τοιοῦτο μέτρον δὲν ἐψηφίσθη μέχρι τοῦδε. Ἤδη ἡ ἀνάγκη εἶναι πλέον καταφανὴς, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ μεταβληθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἂν μὴ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπολείπεται ἐπαρκὴς χρόνος πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν νέων ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ πληροῖ τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι ἄλλως καὶ μέχρι τοῦ ἑπομένου ἔτους ὁ νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας καὶ εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἄλλους νομοὺς, ἕνεκα τῆς μὴ συμπληρώσεως τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, δὲν θὰ λειτουργήσῃ. Τὸ κακὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν προσγίγνεται, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναπτύξω.
§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει πράγματι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὧν οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μένωσιν ἐν Ἀθήναις, διότι εἶναι μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἕνεκα τούτου ἀργοῦσι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, πρὸς μεγάλην βλάβην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ἐκανονίζετο τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι δύσκολον θὰ ἦναι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, παρεσκεύασα ἤδη νομοσχέδιον, ὅπως ἄτοπά τινα, τὰ ὁποῖα κατεδείχθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θεραπευθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλω ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον.
§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νῦν νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προκειμένου περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην τινὰ, ἡ ὁποία ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἐγένετο δεκτὴ, ἀλλὰ τῇ διαμαρτυρίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγκατελείφθη. Γνωρίζων τὴν κατάστασιν καὶ τὰς διαθέσεις ἀρχιεπισκόπων τινῶν, ὑπεστήριξα τότε, ὅπως ὁ ἀρχιεπίσκοπος μὴ ἀποτελῇ μέρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ τότε νομοσχεδίου καὶ ἤδη νόμου ἀντὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου καὶ ἐπισκόπου ἐτέθη ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ τότε διεμαρτυρήθη, λέγουσα: «Διατὶ νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν;» Ἠναγκάσθη δὲ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν διάταξιν, καὶ ἐτέθη πάλιν ὁ ἐπίσκοπος. Δὲν γνωρίζω, τὶ γίνεται ἐν τοῖς ἄλλοις νομοῖς· ἐν τῷ νομῷ ὅμως Ἀρκαδίας ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐλειτούργησε, διότι ὁ ἀρχιεπίσκοπος δὲν θέλει νὰ μένῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του, πολλῷ δὲ μᾶλλον νῦν, ὅτε ὁ σεβασμιώτατος οὗτος εἶναι μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δὲν γνωρίζω ποίους λόγους ἔχει ὁ ἀρχιεπίσκοπος ν’ ἀντιπαθῇ πρὸς τὴν Τρίπολιν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ νὰ πληρώσῃ τουλάχιστον τὴν χηρεύουσαν αἰωνίως θέσιν τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, ὁ ὁποῖος, καίτοι ὑπάρχει, δὲν θέλει οὔτε νὰ ἀκούσῃ κἂν τὴν Τρίπολιν, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξε καὶ ἥτις εἶναι ἡ ἕδρα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του. Ἔγεινε πλούσιος ἐκ τῆς Τριπόλεως ὁ κύριος αὐτὸς, Τρίπολιν ὅμως νὰ μὴ ἀκούσῃ! Οὔτε τὸ θέρος, οὔτε τὸν χειμῶνα ἔρχεται ἐκεῖ. Ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶναι εἷς εἰσπράκτωρ, ἐνδεδυμένος τὰ καλογηρικὰ ἐνδύματα (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ πολλῶν ἑδωλίων), οὐδέποτε δ’ ἔμεινεν ἐν Τριπόλει...
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγητε τοιαῦτα.
§69ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ ὅταν οἱ πολῖται παραπονῶνται εἰς τὸν ἀρχιεπίσκοπον ἐκεῖνον δι’ ἐκτροπόν τι, γινόμενον ἢ ἀπὸ μέρους τοῦ κατωτέρου κλήρου ἢ ἀπὸ μέρους ἄλλων, προφασίζεται καὶ αὐτὸς, ὅτι ἡ πολιτικὴ πταίει! «Δὲν μὲ ἀφίνει, ἀδελφὲ, ἡ πολιτικὴ!» λέγει. Ἡ πολιτικὴ δηλαδὴ, ἡ ὁποία τὸν κατέστησε ἀνεξάρτητον, ἡ ὁποία τοῦ ἔδωκε θέσιν καὶ ἀξίωμα στρατηγοῦ καὶ πρόσοδον χιλίων δραχμῶν κατὰ μῆνα! Ὅταν λοιπὸν ἀνατίθηται εἰς αὐτὸν καθῆκόν τι καὶ δὲν τὸ ἐκτελῇ, προφασίζεται ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι πρόσκομμα. Βεβαιῶ ὅμως, πρὸς τιμὴν τῶν πολιτευομένων τῆς ἐπαρχίας μου, ὅτι οὐδεὶς εὑρίσκεται εἰς σχέσιν πρὸς αὐτόν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία αἰωνίως ἐν χηρείᾳ εὑρίσκεται.
§70ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λεχθέντα περὶ τῆς προθέσεως, ὅπως ἀχθῇ νομοσχέδιον αὔριον κανονίζον τὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, μοὶ παρέχουσιν ἀφορμὴν νὰ εἴπω γνώμην, ἥτις δὲν γνωρίζω ἂν ἐλέχθη ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἢ ὅτε προετείνετο ἡ μεταρρύθμισις, ἥτις, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἠστόχησε. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ὑποβάλω γνώμην τότε, διότι δὲν εὑρισκόμην ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος, οὗ τὰς βάσεις κρίνω ἐπιτυχούσας, ἀλλ’ ὅστις ἔχει καί τινας ἐλλείψεις ἐπιδεκτικὰς βελτιώσεως ἄνευ θίξεως τῆς βάσεως αὐτοῦ, ἂν εὑρισκόμην ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἤθελον προτείνει τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ὁλόκληρον, οἱ ἱερωμένοι ἀποκλείονται ἀπὸ πάσης λειτουργίας, ἀπὸ πάσης ὑπηρεσίας, συνδεδεμένης μετὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ ταῦτα ἱερωμένοι δὲν εἰσάγονται εἰς ὑπηρεσίας πολιτικάς, ἀκριβῶς ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἴσως ἐκ παραδρομῆς, ἀνετέθησαν εἰς ἱερωμένους, τοὺς ἀρχιερεῖς, ὑπηρεσίαι καθαρῶς πολιτικαί· διότι οὐχὶ μόνη ἡ ἐποπτεία τῶν γραμμάτων ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς,—δι’ ἣν βεβαίως ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, οἱ πεπαιδευμένοι, εἶναι οἱ καταλληλότατοι, ὅπως ἐποπτεύωσι τὰ τῆς μορφώσεως τῆς νεολαίας,— ἀλλ’ ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς καὶ πολιτικὴ ἐξουσία, ἐξουσία πειθαρχικὴ ἐπὶ τῶν διδασκάλων, οὓς ἡ Πολιτεία ἔταξεν εἰς τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐκ τῆς ψήφου τοῦ ἀρχιερέως ἐξαρτᾶται καὶ ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία, ἐξαρτᾶται καὶ ἡ ἀπόλυσις, ἐνίοτε δὲ καὶ ὁ διορισμὸς τοῦ διδασκάλου. Ἀλλὰ τοῦτο ἀντιβαίνει πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συνόλου τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, καὶ νομίζω καλὸν, ἀφοῦ δίδεται ἀφορμὴ σήμερον νὰ μεταρρυθμισθῶσι τὰ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ νόμου, νὰ ληφθῇ ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη· ἂν δὲ τυχὸν πεισθῇ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ, ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἱερωμένους ἀπὸ τοιούτων καθηκόντων.
§71Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς τῶν πολιτευομένων τολμᾷ νὰ πλησιάσῃ τὸν ἐπίσκοπον Μαντινείας. Ὄχι! τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ πολιτευταὶ δὲν θέλουσι νὰ τὸν πλησιάσωσι. Κατὰ τοῦ ἐπισκόπου Μαντινείας δὲν παρεπονέθην διότι μεταβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας, ἀλλὰ διότι οὐδέποτε μένει ἐν Τριπόλει, προτιμᾷ δὲ νὰ διαμένῃ ἐν Ἀθήναις, εἰς τὴν ἐξοχικὴν οἰκίαν του ἐν Πατησίοις, ὅπου ἔχει μέγαρον, ἐν δὲ Τριπόλει δὲν ἔχει οὐδὲ καλύβην, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ δαπανήσῃ τι.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, ὀφείλω ὅμως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀντέταξεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα ἀντικρούσῃ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, προσέφυγεν εἰς ἐπιχειρήματα ξένα πρὸς τὸ θέμα. Διότι ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην, οὔτε ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρύνωμεν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καθηκόντων, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν κληρικῶν ὡς διδασκάλων, τοὺς κληρικούς· κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, μετὰ τῆς προσθέτου παρατηρήσεως, ὅτι συμφωνῶ ὁσάκις πρόκειται περὶ κληρικῶν ἐγγάμων, διότι οἱ ἄγαμοι, οἱ καλόγηροι, ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ παραμένωσιν ἐν τοῖς μοναστηρίοις, εἰς ἅ ἀφιερώθησαν, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ θέσεων ἐκκλησιαστικῶν, αἵτινες κατ’ ἀνάγκην δίδονται εἰς ἱερονομάχους. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι οἱ ἄγαμοι ὑπερεπλεόνασαν ἀπό τινος ἐν ταῖς πόλεσιν, ὑπερεπλεόνασαν εἰς τὰς ἐνορίας. Δὲν ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις ἐνορία, ἥτις δὲν ἔχει ἕνα ἢ δύο καλογήρους ἀγάμους ἐφημερεύοντας. Κατὰ πόσον δὲ συνάδει τοῦτο πρὸς τὰς παραδόσεις τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινωνίας τὰς ἕξεις καὶ τὰς ἀξιώσεις, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἴπω νῦν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται περὶ τοῦ κλήρου τοῦ ἐγγάμου, νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶναι μέγιστον ἁμάρτημα, ἂν ἀπὸ τῶν πεπαιδευμένων κληρικῶν ἀφαιρέσητε τὴν διδασκαλίαν, καὶ ἔχω ἀποδείξεις, ὅτι διδάσκαλοι κληρικοὶ ὑπῆρξαν χρησιμώτατοι. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ κληρικῶν, εἰς οὓς ἀναθέτομεν διοίκησιν, πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐν ἀναμίξει μετὰ πολιτικῶν ὑπαλλήλων, εἰς οὓς δίδομεν δικαιώματα διορισμοῦ καὶ παύσεως, λέγω ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἥτις ἐφρόντισε νὰ θέσῃ ἐκτὸς παντὸς πολιτικοῦ ἀξιώματος τοὺς κληρικούς. Τοῦτο ὑπεστήριξα, οὐδέποτε δὲ ἐφαντάσθην νὰ κατηγορήσω τοὺς ἐγγάμους κληρικοὺς, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, εἶναι μέλη τοῦ κόσμου τοῦ μὴ ζῶντος ἐν μοναστηρίοις, περὶ ὧν φρονῶ, ὅτι δύνανται νὰ ἦναι χρηστοὶ καὶ χρήσιμοι διδάσκαλοι.
§74Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§75Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρετήρησα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὁσάκις ἐνταῦθα ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀναμιγνύομεν τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν αἴγλην αὐτῆς, καὶ συγκινούμεθα, καὶ ἡ αἴγλη τείνει νὰ μᾶς κάμῃ νὰ λησμονήσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν ἓν ἄλλο αἴσθημα, τὸ αἴσθημα τῆς σιωπῆς καὶ τῆς σιγῆς. Αὐτὸ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Μπακοπούλου, προέρχεται ἐκ τῆς συναισθήσεως ἡμῶν, ὅτι νοσεῖ ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἀφοῦ νοσεῖ, ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῆς. Περιῆλθον πλεῖστα τῆς Ἑλλάδος μέρη, καὶ οὐδαμοῦ εὗρον αἴσθημα θρησκευτικόν· δὲν εὗρον αἴσθημα θρησκευτικὸν οὐδὲ παρ’ αὐτοῖς τοῖς ἐπισκόποις (θόρυβος καὶ διακοπαί). Οὐδένα κατηγορῶ. Ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως διοικῶνται κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς Ἐκκλησίας, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀνόρθωσις μιᾶς Πολιτείας ἄνευ τῆς ἀνορθώσεως τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐνταῦθα, ἔνθα περὶ πολλῶν ἄλλων μεριμνῶμεν, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μεριμνήσωμεν ἐμβριθῶς περὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀφήσατε τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Γνωρίζομεν ὅτι ἡ θρησκεία ἡμῶν εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μετὰ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία, καθ’ ὃν τρόπον διοικεῖται δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἐθνικόν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως ταύτης, οὐδὲ νομίζω ὅτι καλοῦμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, εἴτε ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλεν ἐπὶ τῆς ἀναμίξεως τῶν ἐπισκόπων εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, εἴτε ἐπὶ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶπε περὶ τοῦ ἐπισκόπου Μαντινείας καὶ Κυνουρίας. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀποτελοῦσι θέμα ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα νὰ προτείνωσι τοὺς νόμους· ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρόκειται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασις νόμου τοιούτου. Αἱ παραστάσεις δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας ἀνάγονται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπισκόπου Κυνουρίας καὶ Μαντινείας, εἶναι δὲ ἀκροσφαλὲς νὰ προβῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον, διότι τὰ καθήκοντα τῶν ἐπισκόπων εἰσὶ καὶ πνευματικά, ἐφ’ ὧν δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ ἀναμιχθῶμεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος διευθύνει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, θέλει ἀπευθύνει τὰς προσηκούσας παραστάσεις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως ληφθῇ μέτρον περὶ τῶν ἐνταῦθα καταγγελθέντων καὶ ἐπέλθῃ ἡ προσήκουσα θεραπεία. Ἐσκόπουν δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ ἑτέρου τινός. Ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς, μετέβαλε τὰ τῆς διοικήσεως τῶν Ἐπισκοπῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνομοθετήθησαν ἐπὶ τῶν τοπικῶν περιφερειῶν, αἵτινες προσδιωρίσθησαν δι’ ἑκάστην Ἐπισκοπὴν, γνωρίζομεν ὅτι οἱ κανόνες ἐπιτρέπουσιν, ἵνα ἡ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία ἀκολουθῇ τὴν πολιτικήν· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως ὡρισμένης περιφερείας ἀπὸ ἐπισκόπου, εἰς ὃν αὕτη εἶχεν ἀνατεθῆ ὅτε ἐχειροτονήθη ἐπίσκοπος, ἐνῷ ὁ ἐπίσκοπος οὗτος εἶναι ἔτι ἐν τῇ ζωῇ, καὶ ὑπαγωγῆς αὐτῆς εἰς ἄλλον ἐπίσκοπον, ἐπιτρέπεται τοῦτο ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας; δὲν ἀντιβαίνει δὲ εἰς τὰς παραδόσεις αὐτῆς; δὲν μεταβάλλει τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐχειροτονήθη ὁ ἐπίσκοπος; Δὲν πρόκειται νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα, καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τῆς μελέτης αὐτοῦ τὸ πόρισμα. Τὸ θέμα, ὅπερ προβάλλω πρὸς μελέτην, ἀνάγεται εἰς τὰ ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος γενόμενα, ὅπου ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἐχειροτονήθη ἀρχιεπίσκοπος Πατρῶν καὶ Ἠλείας, ἀφαιρεῖται δὲ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ἐπαρχία Ἠλείας, ἥτις ἔχει τὸν ἀρχιεπίσκοπον Πατρῶν, καίτοι οὗτος εἶναι ἔτι ἐν τῇ ζωῇ.
§77Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ Πτωχοκομείου σχετικῶς πρὸς τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ. Φέρω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δώσω ἀφορμὴν πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἀφῆκε κληροδότημα 20,000 λιρῶν εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτοῦ ἀρνεῖται νὰ παραλάβῃ τὸ κληροδότημα τοῦτο, διότι δὲν θέλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ἡ τελευταία θέλησις τοῦ διαθέτου. Ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, γνωρίζων τὴν κατάστασιν τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου ἱδρύματος, ἀναφέρει ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ κατάστημα κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ παρέχῃ πλήρη τὴν ἐγγύησιν τῆς καλῆς αὐτοῦ λειτουργίας· ἀνέθηκε μάλιστα διὰ τῆς διαθήκης του εἰς τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν νὰ ἀναλάβῃ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος, ἀλλ’ ἡ Α. Μ. ἠρνήθη πᾶσαν ἀνάμιξιν πρὶν ἢ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐλεήμονος Ἑταιρείας καὶ τεθῶσιν ἀρχαὶ ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὸ Νοσοκομεῖον τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ». Νομίζω ὅτι εἶναι εὔλογον καὶ δίκαιον νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἡ κοινωνία καθησυχάσῃ καὶ οἱ ἁπανταχοῦ φιλάνθρωποι πεισθῶσιν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διαθέτουσιν εἰς σκοποὺς φιλανθρωπικοὺς, δὲν λαμβάνουσιν ἀγνώστους διευθύνσεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἂν σκέπτεται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Ὁ διαθέτης λέγει, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Πτωχοκομείου εἶναι στίγμα καὶ αἶσχος διὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ νὰ ἐκφρασθῇ δὲ οὕτω ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, σημαίνει, ὅτι καλῶς ἐγίνωσκε κατὰ τίνα τρόπον διευθύνεται τὸ Πτωχοκομεῖον καὶ πῶς γίνεται ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας αὐτοῦ· διὰ νὰ προφυλάξῃ δ’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ διὰ νὰ καταστήσῃ ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του ἵδρυμα, ὅπερ αὐτὸς ἵδρυσε, τὸ ἐπροικοδότησε γενναίως διὰ τῆς τελευταίας αὐτοῦ βουλήσεως, ἀλλὰ συγχρόνως ὥρισεν, ὅτι ὀφείλει τὸ ὑπάρχον Συμβούλιον τοῦ καταστήματος νὰ μεταβληθῇ, καὶ τὸ Καταστατικὸν αὐτοῦ ἐκ βάθρων νὰ μεταρρυθμισθῇ, διότι οὐδεμίαν ἐνέπνεεν αὐτῷ ἐμπιστοσύνην. Θεωρῶ δὲ, ὅτι θὰ ᾖναι ὕβρις πρὸς τὸν ἀείμνηστον Συγγρὸν, ἐὰν δὲν ληφθῇ μέτρον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἡ τελευταία αὐτοῦ βούλησις νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ἡ κοινωνία ἡμῶν ν’ ἀποκτήσῃ καθίδρυμα ἀντάξιον τῆς περιωπῆς, εἰς ἣν ὀφείλει νὰ εὑρίσκηται τὸ κατάστημα τοῦτο. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ λάβῃ περὶ τούτου μέριμναν, καὶ ἀκριβῶς ἔφερα τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐν τῇ διαθήκῃ διαγραφομένην ὑπὸ τοῦ διαθέτου λύσιν, ζητήσῃ τὴν λῆψιν ἐκτάκτου μέτρου πρὸς νομοθετικὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου. Τὸ Πτωχοκομεῖον διοικεῖται δυνάμει Καταστατικοῦ, ἐγκριθέντος διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τῆς πρώτης συστάσεως αὐτοῦ, εἰς ἐποχὴν παλαιὰν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸ 1864· ἔκτοτε δὶς ἐγένετο τροποποίησις αὐτοῦ, κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893, ἐγκριθεῖσα ἐπίσης διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦ Πτωχοκομείου λειτουργεῖ δυνάμει Καταστατικοῦ ἐγκεκριμένου διὰ Β. Διατάγματος. Ὡς γινώσκει ἡ Βουλὴ, ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἀφῆκε σπουδαιότατον κληροδότημα ὑπὲρ τοῦ Πτωχοκομείου, ἐπειδὴ ὅμως εἶχε λόγους νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πτωχοκομείου δὲν εἶναι οἱ καταλληλότεροι διὰ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ὑπέδειξε νέον τρόπον διοικήσεως τοῦ Πτωχοκομείου. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, φαίνεται, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Πτωχοκομείου ἀρνεῖται τὴν ἀποδοχὴν τοῦ κληροδοτήματος, μὴ θέλον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἡ διαθήκη περιλαμβάνει. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ ὑπὲρ τοῦ Πτωχοκομείου κληροδότημα τοῦ Συγγροῦ ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν 20,000 λιρῶν, ἤτοι 800,000 περίπου δραχμῶν, τουτέστιν εἶναι σχεδὸν ἴσον πρὸς ὅλην τὴν περιουσίαν, ἣν σήμερον ἔχει τὸ Πτωχοκομεῖον. Σημειώσετε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ Πτωχοκομεῖον διοικεῖται ὑπὸ Συμβουλίου ἐκλεγομένου ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας, ἅτινα, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Πτωχοκομείου, εἰσφέρουσιν ἐτησίως εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν 1100 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι μέλη μιᾶς Ἑταιρείας, εἰσφέροντα ποσὸν μόνον 1100 δραχμῶν κατ’ ἔτος, εἶναι κύρια νὰ διαθέσωσι τὴν τύχην τοῦ Πτωχοκομείου καὶ ν’ ἀπορρίψωσι κληροδότημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τοῦ Πτωχοκομείου;
§79Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Τί ἰσχυρίζονται;
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἰσχυρίζονται τίποτε. Ἐπειδὴ αἱ φράσεις τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ ὡς πρὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Πτωχοκομείου δὲν ὑπῆρξεν ἀρεσταὶ εἰς τὰ μέλη τὰ διευθύνοντα αὐτὸ, ἰσχυρίζονται ταῦτα, ὅτι δὲν δύναται νὰ τοῖς ἐπιβάλλῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ Καταστατικοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ νομικοῦ προσώπου, τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ διὰ διατάγματος νὰ κανονίσῃ τὰ κατ’ αὐτό. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα ἄξιον νομοθετικῆς προβλέψεως. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀποδοχὴ κληροδοτήματος τόσον σπουδαίου, διὰ τοῦ ὁποίου, καταρτιζομένης καὶ καλλιτέρας διοικήσεως, δύναται πράγματι τὸ Πτωχοκομεῖον νὰ καταστῇ ἄξιον τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἱδρύθη. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικοῦ μέτρου· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ κανονίσω τὸ ζήτημα τοῦτο.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· θέλω δ’ ἐκθέσει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι τὰ τοῦ Πτωχοκομείου πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ διατάγματος. Ἡ περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων νομοθεσία εἶναι γνωστὴ καὶ λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1836, τὸ δὲ Πτωχοκομεῖον, ὡς κατάστημα ἀγαθοεργὸν, ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν νομοθεσίαν ταύτην διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ δήμου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κεῖνται. Ἐξαίρεσις εἶναι ὅταν ταῦτα ἐσυστήθησαν ὑπὸ συλλόγων ἢ ἑταιρειῶν διὰ Καταστατικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς ἐνέκρινε διὰ Β. Διατάγματος, ἀναγνωρίσας τοὺς συλλόγους ἢ τὰς ἑταιρείας ταύτας ὡς νομικὰ πρόσωπα. Τὸ Πτωχοκομεῖον οὕτω πῶς συνεστήθη καὶ λειτουργεῖ· ἀλλὰ τελευταῖον ἡ διαθήκη τοῦ Συγγροῦ προώρισε δι’ αὐτὸ περιουσίαν ἐπαρκῆ, ὅπως λειτουργῇ εἰς τὸ μέλλον ἐν κύκλῳ εὐρυτέρῳ. Πρόκειται τάχα ἕνεκα τούτου ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς νομοθεσίας τοῦ 1836, τῆς κανονιζούσης τὰ τῆς διοικήσεως τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, νὰ μεταβάλωμεν δὲ ἢ ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ καταστήματος; Πᾶσα μεταβολὴ τῆς διοικήσεως ἐπάγει μεταβολὴν τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ καταστήματος, τοιαύτη δὲ μεταβολὴ δὲν δύναται νὰ γένηται, εἰμὴ καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθη τὸ Καταστατικὸν τοῦ καταστήματος· ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τῆς νομοθεσίας τοῦ 1836, αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ διὰ νόμου.
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς. Ἐὰν τὸ Πτωχοκομεῖον θεωρηθῇ ὡς ἀγαθοεργὸν κατάστημα, ὑποβαλλόμενον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε, τότε θὰ ἦτο δυνατὴ ἴσως ἡ λῆψις νομοθετικοῦ μέτρου πρὸς μεταβολὴν τῶν διατάξεων τούτων, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ τὸ ἀγαθοεργὸν τοῦτο κατάστημα εἰς τὰς διατάξεις τὰς γενικῶς ἐφαρμοζομένας ἐπὶ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι περὶ τούτου δὲν πρόκειται, ἀλλὰ τὸ κατάστημα τοῦτο θεωρεῖται ὡς ἑταιρεία, ἥτις ἐν ἀρχῇ τῆς συστάσεώς της προέτεινε ἓν Καταστατικὸν, τὸ ὁποῖον, ὡς συμβαίνει εἰς πλείστας ἑταιρείας, ἐνεκρίθη διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Πτωχοκομείου ἀνήκει εἰς τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Φιλελεήμονα Ἑταιρείαν, φρονῶ ὅτι οὔτε διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, οὔτε διὰ νόμου δυνάμεθα ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς, διότι οὔτε διὰ νόμου, οὔτε διὰ Β. Διατάγματος δυνάμεθα νὰ στερήσωμεν τὰ μέλη ταῦτα τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι ἔχουσιν. Ὥστε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δυσχερείας. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγαθοεργοῦ καταστήματος, τότε ἀπαιτεῖται νόμος. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν — καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθότερον — ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀγαθοεργοῦ καταστήματος, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ διάταγμα, — καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι οὐδέποτε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, προκειμένου περὶ τοῦ Πτωχοκομείου, ἐφηρμόσθη, διότι δὲν διοικεῖται τὸ Πτωχοκομεῖον ὡς ἐκανόνισε τὸ διάταγμα, ἀλλ’ ὑπὸ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐκλογὴν ἐγκρίνει τὸ Ὑπουργεῖον, — τότε εὑρισκόμεθα πρὸ δυσκολίας τὴν ὁποίαν οὔτε διάταγμα, οὔτε νόμος δύναται νὰ ἄρῃ. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι πρόκειται περὶ νομικοῦ προσώπου, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ἐκανονίσθη διὰ διατάγματος, ἑπομένως διὰ διατάγματος δύναται νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τῆς διοικήσεως ταύτης. Μία ἔνστασις χωρεῖ μόνον, ὅτι δυνάμει τῆς γνώμης, ἣν ὑποστηρίζω, ἐλλείπει ἡ πρότασις τῶν ἀποτελούντων τὴν ὑποτιθεμένην ἑταιρείαν. Ἀλλὰ παρέστησα εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἐτησία εἰσφορὰ τῶν ἑταίρων τούτων ἀνέρχεται εἰς χιλίας δραχμάς· γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται ἀνίσχυρος ἀπέναντι τοιαύτης εἰσφορᾶς καὶ οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Πτωχοκομείου δωρεὰ τοσοῦτον σημαντική, ὡς ἡ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ ὑπὲρ τοῦ Πτωχοκομείου καταλειφθεῖσα; Ἔθεσα τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ ἦμαι εὐτυχής, ἐὰν ἀκούσω τὴν γνώμην τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι διοικητικόν, εἶναι ζήτημα καθαρῶς νομικόν. Ὅτε ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦ 1836 περὶ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ὁ δῆμος Ἀθηναίων, δι’ ὧν εἶχε μέσων, ἐσύστησε διάφορα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε καὶ περὶ τῆς προστασίας τῶν πτωχῶν καὶ τῶν γερόντων· τὸ κενὸν αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ ὁμὰς πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν ἑταιρείαν, ἥτις εἰργάσθη πρὸς ἵδρυσιν Πτωχοκομείου, τὸ Καταστατικὸν δ’ αὐτῆς ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἔχει δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν κτήσεων καὶ τῆς περιουσίας τοῦ Πτωχοκομείου, νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἀνεπλήρωσε τὴν διοίκησιν, ἥτις δὲν εἶχε δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρεία νὰ ἐκπληρώσῃ. Τοιαύτας ἐργασίας διαφόρων ὁμάδων φιλανθρώπων πολιτῶν ὀφείλομεν μετ’ εὐγνωμοσύνης νὰ ἀναφέρωμεν, διότι ἀπὸ σκοποῦ ἀγαθοῦ ὡρμήθησαν. Τώρα ὅμως τὴν Φιλελεήμονα Ἑταιρείαν, τὴν ἱδρύσασαν τὸ Πτωχοκομεῖον, πρέπει ν’ ἀντικαταστήσῃ ἡ Πολιτεία, τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος περιῆλθεν ἤδη εἰς θέσιν, ἕνεκα τῆς διαθήκης τοῦ Συγγροῦ, νὰ προνοήσῃ αὐτὸ περὶ ἱδρύσεως φιλανθρωπικοῦ καταστήματος, τοῦ Πτωχοκομείου; ἑπομένως τὸ Κράτος πρόκειται αὐτὸ νὰ συστήσῃ Πτωχοκομεῖον; καὶ τὸ Πτωχοκομεῖον θέλει ὑπαχθῆ εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν ἀνήκουσι πάντα τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους; Τοῦτο διὰ νὰ γείνῃ, ἀπαιτεῖται νόμος, διότι διὰ διατάγματος τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γένηται, εἶναι ἡ ἀνάκλησις τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεκρίθη τὸ Καταστατικὸν τοῦ Πτωχοκομείου. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ γένηται νέος κανονισμὸς, διὰ διατάγματος βεβαίως δὲν δύναται νὰ διαταχθῇ τοῦτο. Διὰ νόμου ἐλήφθη πρόνοια διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν Φρενοκομείων, τὰ ὁποῖα τελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας, καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ καὶ Φρενοκομεῖα ἰδιωτικὰ, ἡ Πολιτεία δὲ διὰ νόμου κανονίζει τὰ τῆς ἐπιτηρήσεως αὐτῶν. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι ἐπιστημονικὸν, δὲν πρόκειται δὲ νὰ τὸ λύσωμεν ἡμεῖς· πρέπει δὲ νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην τῶν ἁρμοδίων.
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι βεβαίως νομικὸν, συζητῶ δὲ αὐτὸ προκληθεὶς ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Μίαν μόνον παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐκ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεώς του φαίνεται πιστεύων, ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ συστήσωμεν Πτωχοκομεῖον, δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ἐπαρκεῖ τὸ νῦν Πτωχοκομεῖον· ἀλλὰ λησμονεῖ τι, ὅπερ εἶναι σπουδαῖον, ὅτι τὸ Πτωχοκομεῖον τὸ σήμερον λειτουργοῦν ἔχει περιουσίαν, καὶ περιουσίαν σπουδαίαν, ἀνερχομένην εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου, διότι τὸ Πτωχοκομεῖον ἔχει νῦν 45 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχει 55 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἔχει μίαν ὁμολογίαν τῆς Τραπέζης διὰ δραχμὰς 12,000, ἔχει 32 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἔχει 8 μετοχὰς τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας, ἔχει οἰκίας τινὰς κλπ. Ταῦτα πάντα προέρχονται εἴτε ἐκ κληροδοτημάτων, εἴτε ἐξ εἰσφορῶν, ὁ δὲ χῶρος, ἔνθα ἐκτίσθη τὸ κατάστημα τοῦτο, ἐδωρήθη παρὰ Μονῆς τινος, διὰ δαπάνης δὲ κυρίως τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ ἐκτίσθη τὸ οἰκοδόμημα, ἐκτίσθη καὶ ὁ ναὸς αὐτοῦ. Πρόκειται λοιπὸν σήμερον οὐ μόνον νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καὶ τὴν περιουσίαν, ἣν διὰ τοῦ κληροδοτήματός του ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς κατέλιπεν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς περιουσίας ταύτης, τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαιότερα. Καὶ ἐνταῦθα γεννᾶται τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλεγον πρὸ ὀλίγου ὑμῖν· ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι ἡ περιουσία αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, δὲν δύναται διὰ διατάγματος νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ἠθικοῦ τούτου προσώπου· ἀλλ’ ἐὰν ἡ περιουσία ἀνήκει εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον ὡς πιστεύω ἀκραδάντως, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἑταιρείας προσωπικῶς, φρονῶ ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ἱδρύματος δύνανται νὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Β. Διάταγμα εἶναι πρᾶξις διοικήσεως, ἀνάγεται δὲ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ συστηθῇ καὶ λειτουργήσῃ, εἰμὴ μόνον ὅταν τὸ Κράτος ἐγκρίνῃ τὴν σύστασιν αὐτῆς, ἐκδίδεται ὑπὸ τῆς Διοικήσεως τὸ διάταγμα, δι’ οὗ ἐγκρίνονται ἡ σύστασις καὶ τὸ Καταστατικόν. Σκοπεῖτε ν’ ἀνακαλέσητε τὴν ἄδειαν, ἥτις ἐδόθη; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνακαλέσητε τὴν ἄδειαν, ἥτις ἐδόθη, τί θέλει συμβῆ;
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ διατάγματος θὰ κανονίσῃ ἡ Πολιτεία τὰ τῆς περιουσίας.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ διάταγμα εἶναι μέτρον ἐγκρῖνον τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρείας. Ἄν ἀνακαλέσητε αὐτὸ, δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδὲ διοίκησις Πτωχοκομείου, οὐδὲ Πτωχοκομεῖον. Ὅθεν πῶς θέλουσι κανονισθῆ τὰ μετὰ ταῦτα; Βεβαίως διὰ νόμου, διότι ἡ περιουσία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν Φιλελεήμονα Ἑταιρείαν, τὴν διευθύνουσαν τὰ τοῦ Πτωχοκομείου, ἐδόθη πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ Πτωχοκομείου, ὅταν δὲ ἡ ἑταιρεία δὲν ὑπάρχῃ πλέον, ἡ περιουσία αὕτη μένει ἐκτεθειμένη.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἤκουσα τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ ὁμολογῶ ὅτι συνεζήτησα τὸ ζήτημα μετὰ νομομαθῶν μεγάλης ἀξίας· ἀλλ’ εὗρον καὶ παρ’ αὐτοῖς δισταγμόν· καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν γινώσκουσι πῶς θὰ δοθῇ ἡ λύσις. Βλέπετε ὅτι ἐν τῷ δισταγμῷ εὑρισκόμεθα πάντες...
§89ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ νόμος δὲν εἶναι καλλίτερος ἀπὸ τὸ διάταγμα;
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Τὸ διάταγμα προκαλεῖται ὑπὸ τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐντεταλμένη νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως περιουσία προωρισμένη δι’ ἕνα σκοπὸν συντελέσῃ πρὸς τοῦτον. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ, ἀντιλαμβανομένη ὅτι ἡ διαχειριζομένη τὰ τοῦ Πτωχοκομείου ἐπιτροπὴ δὲν διαχειρίζεται αὐτὰ κατὰ τρόπον συμβάλλοντα εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν τὸ Πτωχοκομεῖον ἱδρύθη καὶ ὑφίσταται, οὐδεὶς, λέγω, ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἀρχὴ νὰ ἄρῃ τὴν ἄδειαν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Γεννᾶται λοιπὸν ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ἀρθείσης ἢ καταργηθείσης τῆς διοικήσεως τοῦ Πτωχοκομείου, —καὶ δύναται νὰ προβῇ εἰς τοῦτο ἡ διοικητικὴ ἀρχή,— τὰ μέλη τὰ συνεισφέροντα, ὡς εἶπον, χιλίας τριακοσίας δραχμὰς κατ’ ἔτος...
§91ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δώδεκα χιλιάδας.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ βλέπω εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1898, ὅτι ἡ εἰσφορὰ τῶν ἑταίρων ἀνέρχεται εἰς 1374 δραχμάς... Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἂν οἱ ἑταῖροι, οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουσι ποσὸν 1300 δραχμῶν κατ’ ἔτος, δύνανται ὄχι μόνον νὰ διαθέσωσι κατὰ βούλησιν, διὰ τῆς ἐκλογῆς, ἣν θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι, τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Πτωχοκομείου, τοῦ ὁποίου τὴν σπουδαιότητα παρέστησα πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐὰν δύνανται διὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μεγάλου κληροδοτήματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον κατέλιπεν ὁ μακαρίτης Συγγρός. Εἶναι ζήτημα νομικὸν, καὶ δυστυχῶς δὲν εἶδον συμφωνούσας τὰς γνώμας τῶν νομομαθῶν. Λέγετε, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν δυσκολιῶν νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου δὲν λύονται τὰ πάντα.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπομεν τοῦτο διότι δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Διοίκησις· ἁρμοδιότητα ἔχει νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ ἑταιρίαν τινά. Ἀλλ’ ἀνακαλουμένου τοῦ διατάγματος, ἑταιρεία δὲν ὑπάρχει πλέον. Πῶς λοιπὸν θέλει διατεθῆ ἡ περιουσία αὐτῆς; Δύναται τοῦτο νὰ γένηται διὰ διατάγματος; Διὰ τοῦτο ἔχω βεβαίαν γνώμην ἀρνητικήν.
§94ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε...
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§96ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἔφερα τὸ ζήτημα, φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀνατεθῇ ἡ λύσις αὐτοῦ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς νομομαθεῖς. Δὲν πρέπει νὰ λυθῇ ἐνταῦθα.
§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐὰν τὰ μέλη τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας συνεισφέρουσι μονάδας ἢ δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἀναμφισβητήτως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομικὸν πρόσωπον, ὅπερ ἐσχηματίσθη συμφώνως πρὸς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἀπαιτοῦσαν τὴν συναίνεσιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ προσώπων, τὸν προσδιορισμὸν ὡρισμένου σκοποῦ καὶ τὴν παραδοχὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Καταστατικοῦ, καθ’ ὃ ἡ ἕνωσις τῶν προσώπων τῶν φυσικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ νομικὸν πρόσωπον, θέλει λειτουργεῖ. Ὅταν τὸ Κράτος ἐγκρίνῃ τὸ Καταστατικὸν τοῦ νομικοῦ προσώπου, ἓν μόνον ἐπιφυλάσσει ἑαυτῷ δικαίωμα, νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνέστη τὸ νομικὸν πρόσωπον. Οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει, ἐκτὸς βεβαίως δικαιωμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος δίδει εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὰ ὁποῖα λύονται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόσωπον ἀποκτήσῃ ἔπειτα, εἴτε διὰ δωρεῶν ἢ κληροδοτημάτων, εἴτε δι’ οἱασδήποτε ἄλλης ἐργασίας, περιουσίαν ἀσυγκρίτως ἀνωτέραν τῆς ἐκ συνεισφορᾶς τῶν ἀτόμων, δὲν μεταβάλλεται ἐκ τούτου ἡ ἐξουσία, ἣν τὸ Καταστατικὸν ἀπονέμει εἰς τὰ μέλη τ’ ἀποτελοῦντα τὴν ἑταιρείαν. Τὰ μέλη ταῦτα, ἐφ’ ὅσον συμμορφοῦνται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ, εἶναι κύρια νὰ διευθύνωσι καὶ διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τοῦ ἀνωνύμου καὶ ἠθικοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἐὰν τὰ μέλη ταῦτα, ἐὰν ἡ διοίκησις τοῦ νομικοῦ προσώπου παρεβίασε τὸν σκοπὸν ἢ τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ, τότε τὸ Κράτος ἓν μόνον ἔχει δικαίωμα, ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ Καταστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἐκύρωσεν. Ἀλλ’ ἀνακαλοῦν τὸ Καταστατικὸν, βεβαίως δι’ ἄλλου διατάγματος, ὀφείλει νὰ βασισθῇ εἰς παράβασιν τοῦ Καταστατικοῦ καὶ μὴ ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομικοῦ προσώπου. Ἀλλὰ τότε παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἤγειρε· τί θὰ γείνῃ ἡ περιουσία, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκκειμένη, ἀφοῦ τὸ ἠθικὸν πρόσωπον ἀπέθανε; — διότι βεβαίως διὰ τῆς ἀνακλήσεως...
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπέθανε.
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διατάγματος δὲν ὑφίσταται. Ὅταν ἀνακληθῇ τὸ διάταγμα καὶ πρόκειται περὶ τοῦ τί θὰ γείνῃ ἡ περιουσία τοῦ προσώπου, τότε ἔρχεται τὸ ζήτημα, ὅτι μόνον διὰ νόμου δύναται ἡ Πολιτεία νὰ καθορίσῃ τί θὰ γείνῃ ἡ περιουσία τοῦ μὴ ὑπάρχοντος ἠθικοῦ προσώπου. Τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ ζήτημα. Ὑπάρχουσι λόγοι ἀνακλήσεως τοῦ διατάγματος, ἐὰν δὲν παραδεχθῇ τὸ Ἀδελφᾶτον τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ; παραβιάζεται ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τοῦ φιλανθρωπικοῦ καταστήματος καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ; Ἐὰν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ ζήτημα ἁπλοποιεῖται, καὶ μένει μόνον τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας τοῦ νομικοῦ προσώπου.
§100ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἑταιρεία ἡ συστᾶσα καὶ σκοπὸν τῆς συστάσεως αὐτῆς ἔχουσα τὴν ἵδρυσιν Πτωχοκομείου, ὡς ἀνώνυμος, ἐδεῖτο τῆς κυρώσεως τῆς Κυβερνήσεως, διὰ ν’ ἀποτελέσῃ νομικὸν πρόσωπον. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα, ἐγκρίνουσα τὸ Καταστατικὸν τῆς ἑταιρείας ταύτης, νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν τῶν ὅρων αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ τὸ ἔπραξε τότε, δὲν νομίζω ὅτι τὴν δικαιολογεῖ ἡ περὶ ἐλευθέρου συνεταιρισμοῦ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν κατήργησε κατ’ ἐμὲ τὰς περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Ἤδη ἓν μόνον ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ ἱδρύματος τούτου, νὰ ἄρῃ δὲ ἀπὸ τοῦ νομικοῦ τούτου προσώπου τὴν ἰδιότητα τῆς νομικῆς αὐτοῦ ὑποστάσεως, τὴν διὰ τοῦ διατάγματος ἀπονεμηθεῖσαν αὐτῷ. Ὑπάρχει δὲ περίστασις νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις· ἀρκεῖ, νομίζω, ἡ ἄρνησις τοῦ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ κληροδότημα τοῦτο, ἢ ἄρνησις τοῦ νὰ προαχθῇ, νὰ τελειοποιηθῇ τὸ ἵδρυμα τοῦτο καὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ διοίκησις τοῦ Πτωχοκομείου· καὶ ὀρθῶς ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἡ περιουσία τοῦ ἱδρύματος εἰς τίνα ἀνήκει; Θὰ ἀνήκῃ εἰς τὰ μέλη τῆς ἑταιρείας; Τὰ διὰ δημόσιον φιλανθρωπικὸν σκοπὸν ἀδείᾳ τοῦ Κράτους συλλεγέντα χρήματα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος διὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ὥρισε. Δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῶσι ταῦτα, ὅπως διατεθῶσι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τὴν ἀναθέτουσαν εἰς τοὺς δήμους τὴν ἐπιτήρησιν τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, διότι οὐχὶ διὰ τῆς περιουσίας τῆς δημοτικῆς συνεστήθη τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Παρόμοιον ζήτημα, οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως, ἐλύθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰπόντος ὅτι τὰ διὰ δημόσιον σκοπὸν κατατεθέντα χρήματα, ἅμα τὸ πρόσωπον, εἰς ὃ ἐπετράπη ἡ συλλογὴ τῶν χρημάτων, ἀπώλεσε τὴν ἄδειαν τοῦ ἐκτελεῖν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο ἡ συλλογὴ τῶν χρημάτων, ἢ ἐξέλιπε τοῦτο, τὸ Δημόσιον ἔχει δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συλλεγέντα χρήματα, ὡς κύριον, καθὼς καὶ τὰ διὰ τῶν χρημάτων τούτων ἀγορασθέντα ἀντικείμενα. Ἐλύθη δὲ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ μακαρίτου Θεοφίλου Καΐρη. Ὅτε διὰ τὸ κτίριον καὶ τὰ ἔπιπλα τοῦ Ὀρφανοτροφείου αὐτοῦ ἠγέρθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀγωγὴ διεκδικοῦσα τὸ ἵδρυμα, ὡς κατασκευασθὲν ἐκ χρημάτων συλλεγέντων ὑπὸ ἰδιωτῶν, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδέχθη, ὅτι τὸ κατάστημα κατεσκευάσθη ἐκ τῶν δι’ ἐράνων συλλεγέντων χρημάτων πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν δημόσιον, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Ὁ κληρονόμος τοῦ μακαρίτου Θεοφίλου, ἀδελφὸς αὐτοῦ Δημήτριος, δι’ ἀνταγωγῆς ἐζήτησε τὴν ἀξίαν τῶν ὀργάνων, ἅτινα αὐτὸς δι’ ἰδίων χρημάτων ἠγόρασε, καὶ τὰ διὰ συντήρησιν τῶν ὀρφανῶν, καὶ ἐπὶ τούτου διεξήχθη μακρὰ δίκη. Ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ περιουσία ἡ σκοπὸν δημόσιον ἐξυπηρετοῦσα καὶ συλλεγεῖσα παρὰ τῶν πολιτῶν διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους, ἀνεγνώρισεν ὀρθῶς ὁ Ἄρειος Πάγος. Αἰρομένης τῆς ἀδείας τοῦ νομικοῦ προσώπου, τὸ Κράτος πρέπει νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἢ νὰ ἱδρύσῃ ἄλλο νομικὸν πρόσωπον, τὸν ἴδιον σκοπὸν ἐπιδιῶκον. Τὸ πρόσωπον τοῦτο φρονῶ ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ ἱδρύσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ προσώπου αὐτοῦ τελεῖται οὕτω πλήρης, καὶ ἡ περιουσία αὐτοῦ διατηρεῖται κατὰ τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ σωματείου. Διὰ τοῦτο τὸν διὰ νόμου διακανονισμὸν θεωρῶ ὀρθόν· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἀνάκλησις τοῦ διατάγματος τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ πρέπει νὰ προηγηθῇ, διότι ἴσως διὰ τοῦ μέσου τούτου τὰ μέλη τῆς Φιλοπτώχου Ἑταιρείας θέλουσιν ἀναγνωρίσει ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶσι τὸ κληροδότημα, καὶ ὅτι ἡ πρόνοια τοῦ μεγάλου φιλανθρώπου Συγγροῦ πρέπει νὰ εἰσακουσθῇ ἐν πᾶσι, διότι καὶ πεῖραν τῶν πραγμάτων ἐκεῖνος εἶχε μεγάλην. Ἐπίσης πρέπει νὰ μνημονεύσω τὴν φρόνιμον πρόνοιαν αὐτοῦ, ὅπως περιλάβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἱδρύματος καὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἡμετέρας Βασιλίσσης, τῆς τόσον φιλανθρώπως μεριμνώσης περὶ τῶν τοιούτων ἱδρυμάτων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὐοδώσεως αὐτῶν. Ὁ Ὑπουργὸς, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ νόμον, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἀρνουμένη ἡ ἑταιρεία νὰ δεχθῇ τὸ κληροδότημα Συγγροῦ ὑπὸ τοὺς ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ τιθεμένους ὁρισμούς.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θεωρῶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νόμου· καὶ λέγω ἀναμφισβήτητον, διότι, καὶ ἂν ἀμφίβολον κατὰ τι ὑποτεθῇ τὸ πρᾶγμα, νομίζω ὅτι πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ προηγηθῇ νόμος. Ἂν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος, ὅπερ γεννᾷ ἡ ἄρνησις τοῦ Πτωχοκομείου νὰ δεχθῇ τὸ κληροδότημα Συγγροῦ, διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, θὰ ἔχωμεν δίκας. Ἑπομένως δὲν εἶναι πρέπον νὰ σταματήσῃ πᾶσα ἐργασία τοῦ Πτωχοκομείου καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιῆται τὸ κληροδότημα ἕως ὅτου περατωθῶσιν αἱ δίκαι. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία λοιπὸν, πρέπει νὰ προηγηθῇ νόμος· τοῦτο δὲ νομίζω ἀναμφισβήτητον. Πρόκειται περὶ νομικοῦ προσώπου, καὶ τοιοῦτον πρόσωπον, ὡς γνωστὸν, δὲν ὑπάρχει, δὲν συνιστᾶται, οὐδὲ λειτουργεῖ, ἢ δυνάμει τοῦ νόμου. Διὰ νὰ δύναται ὁμὰς ἀνθρώπων νὰ συλλέγῃ χρήματα, ν’ ἀποκτᾷ, ν’ ἀπαλλοτριοῖ, νὰ διαχειρίζηται περιουσίαν, πρέπει νόμος ῥητῶς νὰ ἐπέτρεψε τοῦτο. Ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἔχει παράστασιν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δικαστηρίων. Τὰ ἠθικὰ πρόσωπα κοινοῦ συμφέροντος παράγουν τὴν ὕπαρξιν αὑτῶν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Κράτους. Νόμος συνήθως ὁρίζει, ὅτι, ὁσάκις ὑπάρχουν ὡρισμέναι περιστάσεις, δύναται νὰ δοθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἄδεια διὰ διατάγματος, ἵνα ὁμὰς φυσικῶν προσώπων, ὡρισμένον θεμιτὸν σκοπὸν ἐπιδιώκουσα, ἐργασθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ αὐτὸν δι’ ἐράνων, δωρεῶν, κληροδοτημάτων. Τὸ ἠθικὸν αὐτὸ πρόσωπον εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένον ἀπὸ τῶν συνιστώντων αὐτὸ φυσικῶν προσώπων· ἔχει ἴδια δικαιώματα καὶ ἴδια καθήκοντα, ἰδίας ὑποχρεώσεις. Ἀπὸ τοιαύτης πηγῆς προῆλθε καὶ τὸ Πτωχοκομεῖον. Ἤδη ἄρνησις τοῦ Συμβουλίου ἀδικαιολόγητος καὶ ἀντικειμένη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ Πτωχοκομείου, τοῦ ν’ αὐξήσῃ δι’ ἀποδοχῆς κληροδοτήματος τὴν περιουσίαν αὐτοῦ καὶ χρησιμοποιήσῃ εἰς βοήθειαν πασχόντων συμπολιτῶν ἡμῶν, δυσχεραίνει τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Ἀρνοῦνται οἱ σύμβουλοι, εἴτε ἐκ προσωπικῆς φιλοτιμίας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, νὰ δεχθῶσι σπουδαιότατον κληροδότημα, ἰσοδυναμοῦν σήμερον πρὸς τὴν ὅλην περιουσίαν τοῦ Πτωχοκομείου, καίτοι ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτοῦ ἀπόλυτον. Ὅταν ὅμως Κυβέρνησις, διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἐπιτρέψασα νὰ συσταθῇ τὸ Πτωχοκομεῖον, πείθηται ὅτι, ἐξ ὧν πράττει καὶ σκοπεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀντιτίθεται πρὸς τὸ σκοπὸν, χάριν τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ συσταθῇ, δύναται διὰ διατάγματος ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδειαν αὐτήν. Περὶ τούτου οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι δηλονότι δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀνακαλέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρᾶξιν, ἐξ ἧς παρήχθη τὸ νομικὸν αὐτὸ πρόσωπον. Οὕτω παύει ὑπάρχον τὸ Πτωχοκομεῖον. Ἀλλ’ ἂν δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα τὸ συστῆσαν τὸ Πτωχοκομεῖον, γεννᾶται τὸ ζήτημα, τί θὰ γείνῃ ἡ περιουσία, ἥτις μετὰ τὴν διάλυσιν θέλει εὑρεθῆ εἰς χεῖρας τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ φυσικῶν προσώπων; Νόμος δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διαχειρίσεως, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ ἐλέγχου τῆς Διοικήσεως ἐπὶ τῆς διαχειρήσεως τῆς περιουσίας τοῦ νομικοῦ προσώπου, οὔτε ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς περιουσίας αὐτῆς μετὰ τὴν διάλυσιν, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ νομικοῦ προσώπου. Εἰδικώτερον, τί θέλει γείνῃ ἡ περιουσία, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον Ἀθηνῶν; Νομίζω ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος γενικοῦ νόμου, κανονίζοντος τὰ περὶ τούτου, πρέπει εἰδικὸς νόμος νὰ ψηφισθῇ, ἵνα κανονίσῃ εἰς τίνα θέλει ἀνήκει ἐφεξῆς ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας τοῦ Πτωχοκομείου. Αὕτη βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ἅτινα ὁπωσδήποτε συνεισήνεγκον αὐτὴν ἄλλοτε ὑπὲρ τοῦ Πτωχοκομείου. Ἐφ’ ὅσον ἡ συνεισφορὰ δὲν ἐγένετο ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, καὶ ἐφ’ ὅσον τοιοῦτος ὅρος δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ διατάγματος, ἡ ἐπάνοδος αὐτῆς εἰς τοὺς ἀρχαίους κυρίους μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ ἠθικοῦ προσώπου δὲν εἶναι παραδεκτή. Ὁ ἄνευ ὅρου ἢ περιορισμοῦ δίδων τι εἰς ἠθικὸν πρόσωπον παύει ἐντελῶς διατηρῶν ἢ ἀνακτῶν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἢ διαθέσεως ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ περιουσία ἠθικοῦ τινος προσώπου, διὰ διατάγματος ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐγκριθέντος, δὲν παύει ἀνήκουσα καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτοῦ εἰς τὸν γενικώτερον σκοπὸν, εἰς τὸ κοινῆς ὠφελείας ἔργον, δι’ ὃ ἐπετράπη ἡ σύστασις καὶ ὑπὲρ οὗ τεταγμένον εἶναι μόνον τὸ Κράτος νὰ μεριμνᾷ. Εἰς τὸν σκοπὸν κατελείφθησαν αἱ δωρεαὶ καὶ κληροδοσίαι, ὑπὲρ αὐτοῦ αἱ παντοῖαι συνεισφοραὶ, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν συγκροτούντων τὸ ἠθικὸν πρόσωπον φυσικῶν προσώπων. Ἐπειδὴ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτοῦ δὲν λειτουργεῖ πλέον ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ἠθικοῦ προσώπου, ἔπαυσεν ἡ περιουσία ἀνήκουσα αὐτῷ καὶ διοικουμένη ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔπαυσεν ἀνήκουσα εἰς τὸν σκοπὸν, ὑπὲρ οὗ συνελέχθη. Ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἰδιωτικὸν κέρδος ἢ ὠφέλεια, ὅτε ἡ περιουσία περιέρχεται εἰς τοὺς συγκροτοῦντας τὸν συνεταιρισμὸν μετόχους, ἀλλὰ σκοπὸς γενικωτέρας ὠφελείας, ἡ περιουσία θὰ περιέλθῃ οὐχὶ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὴν διαχειριστικὴν ἐπιμέλειαν αὐτοῦ, μέχρις οὗ νόμος, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, κανονίσῃ τὰ τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν εἶχε προορισθῆ. Τοιοῦτος νόμος παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει, ἄνευ δὲ νόμου δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς κανονισμὸν τῶν τῆς περιουσίας τοῦ Πτωχοκομείου μετὰ τὴν τυχὸν διάλυσιν αὐτοῦ. Ὁ νόμος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ, θέλει ὁρίσει οὐ μόνον τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς νῦν κεκτημένης περιουσίας τοῦ Πτωχοκομείου, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ καταλιμπανομένης, ὡς ἐπίσης θέλει κανονίσει κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν αἱ περιουσίαι αὗται ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν εἶχε συσταθῆ τὸ Πτωχοκομεῖον καὶ ὑπὲρ οὗ κατελείφθησαν καὶ συνελέχθησαν αἱ περιουσίαι ἐκεῖναι. Τὸ Κράτος δὲν κωλύεται διὰ τοῦ νόμου καὶ διοικητικῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἄλλου ἱδρύματος Πτωχοκομείου. Αὐτή, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ συμφωνοτέρα πρὸς τὸν νόμον, τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ τὴν διάθεσιν τῶν δωρητῶν λύσις.
§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγετε καὶ ἐπαναλαμβάνετε νὰ διαλυθῇ τὸ Πτωχοκομεῖον. Ἐὰν διαλυθῇ τὸ Πτωχοκομεῖον, τότε ποῖος θὰ δεχθῇ τὸ κληροδότημα; Διότι τὸ κληροδότημα ἀφίνει ὁ Συγγρὸς εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον. Ἐὰν τοῦτο διαλυθῇ, Πτωχοκομεῖον δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ὑπάρχει νομικὸν πρόσωπον πρὸς ἀποδοχὴν τοῦ κληροδοτήματος. Τί γίνεται τότε; Φθάνομεν εἰς ἀπώλειαν τοῦ κληροδοτήματος δι’ ἄλλης ὁδοῦ. Ὥστε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν λύσιν, δι’ ἧς νὰ ὑφίσταται τὸ Πτωχοκομεῖον· διότι, ἐὰν δὲν ὑφίσταται τὸ Πτωχοκομεῖον, δὲν ὑφίσταται οὔτε κληροδότημα.
§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε, Πρόεδρε, κατέχεσθε ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σταματήσῃ ἀπέναντί τινων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖτε ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα. Νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἀνακληθῇ διὰ διατάγματος νέου τὸ διάταγμα τὸ ἐπιτρέψαν ἄλλοτε τὴν σύστασιν τοῦ νῦν Πτωχοκομείου, καὶ ὑπολειφθῇ μία περιουσία, ἡ περιουσία αὕτη δὲν δύναται πλέον κατὰ τὴν γνώμην σας οὔτε νὰ διατεθῇ, οὔτε ν’ ἀποτελέσῃ περιουσίαν, ἥτις θὰ ὑπηρετήσῃ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλο ἠθικὸν πρόσωπον, τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον καὶ ὁ μακαρίτης Συγγρὸς ἐνόει νὰ ᾖναι τὸ Πτωχοκομεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον κατέλιπε τὸ κληροδότημα αὐτοῦ. Οἱ δισταγμοί σας εἶναι ἀδικαιολόγητοι. Ὁ νόμος θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ κληροδότημα τὸ καταλειφθὲν διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Ἀνδρέου Συγγροῦ πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, ὅπερ ἐγκρίνει αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ ὅπερ εἶναι τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύει ὁ διαθέτης, ἤτοι τὸ Πτωχοκομεῖον, ἀλλὰ ὑπὸ διοίκησιν ἄλλην, ἣν ὁ νόμος θὰ παραδεχθῇ ὅτι εἶναι ἡ διοίκησις, ἥτις πρέπει νὰ συγκροτηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει ὁ ἀοίδιμος Συγγρὸς, ὅπως παραλάβῃ τὸ κληροδότημα. Δὲν δίδετε τὴν πρέπουσαν βαρύτητα εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει, οὔτε ἐκ τῆς διαθήκης, ἥτις ἀπαιτεῖ βεβαίως εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον νὰ παραδοθῇ τὸ κληροδότημα, οὔτε ἐξ ἄλλης διατάξεως νόμου, ἀδυναμία, ὅπως καὶ τὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία θὰ ὑπολειφθῇ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος Πτωχοκομείου, ἀναλάβῃ νὰ διαχειρισθῇ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τοῦ Πτωχοκομείου Ἀθηνῶν ἄλλο Συμβούλιον, καὶ τὴν περιουσίαν τὴν ὁποίαν κατέλιπεν ὁ ἀοίδιμος Συγγρός. Τὸ Κράτος διὰ Β. Διατάγματος δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν περὶ συστάσεως Πτωχοκομείου, ὅταν πείθηται, ὅτι τοῦτο δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν συνέστη. Ἀλλὰ μόνον νόμος δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἡ περιουσία τοῦ Πτωχοκομείου περιέλθῃ ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ εἰς ἄλλο Πτωχοκομεῖον, νῦν ἱδρυόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου. Ἄλλως ἄνευ νόμου, διὰ διατάγματος, θὰ περιπλακῶμεν εἰς δίκας. Μόνον ὁ νόμος δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀπέναντι τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς διάταγμα ἁπλοῦν, θὰ γεννηθῶσιν ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν προετάθησαν καὶ πολὺ περισσότερον ἐν μέσῳ δικηγόρων, οἵτινες βεβαίως θὰ διαιωνίσωσι τὴν ὑπόθεσιν.
§106ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δύναται διὰ διατάγματος νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα τὸ ἐγκρῖναν τὸ καταστατικὸν τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ, διότι καὶ ἡ Φιλελεήμων Ἑταιρεία εἶναι μία ἀνώνυμος ἑταιρεία, ὡς πᾶσαι αἱ ἄλλαι, ὑποκειμένη εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ λόγους μὴ τηρήσεως τῶν ὅρων τοῦ Καταστατικοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνακαλεῖ τὸ διάταγμα. Ἐδῶ ὅμως ἀρχίζουν αἱ συνέπειαι, τῶν ὁποίων μίαν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀκριβῶς θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του. Ἀνακαλεῖται τὸ διάταγμα. Τότε τί γίνεται; Νομίζω, ὅτι φυσικὴ συνέπεια εἶναι, ὅτι διαλύεται ἡ ἑταιρεία, μὴ δυναμένη νὰ λειτουργήσῃ, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπερχομένης τῆς διαλύσεως, ποῖον θὰ ἦναι τὸ πρῶτον ἀποτέλεσμα; Δὲν ἀσχολοῦμαι περὶ τῶν 20 ἢ 50 μελῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προσφέρουσι τὴν μικρὰν εἰσφορὰν τῶν χιλίων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀλλὰ περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Πτωχοκομείου, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἐκ δωρεῶν. Νομίζω ὅτι τρέχομεν τὸν ἑξῆς κίνδυνον· οἱ δωρηταί, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν, εἴτε χρήματα εἴτε ἀκίνητα, θὰ εἴπωσιν, ὅτι, «διαλυθείσης τῆς ἑταιρείας, εἰς τὴν ὁποίαν προσεφέραμεν ἡμεῖς τὰ κτήματα ἢ τὰ χρήματα ἡμῶν, ἀνακαλεῖται ἡ δωρεὰ, καὶ ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιστραφῶσι τὰ κτήματα ἢ τὰ χρήματα, διότι βεβαίως τὰ προσεφέραμεν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὡρισμένου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ σύστασις τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας»...
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ κἄτι θὰ λέγῃ καὶ τὸ Καταστατικὸν περὶ αὐτοῦ.
§108ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Λοιπὸν θ’ ἀρχίσωσι δίκαι περὶ ἐπιστροφῆς τῶν δωρημάτων, τῶν ὑπὸ διαφόρων δωρητῶν δοθέντων εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ἀνακαλοῦμεν τὸ διάταγμα, καὶ δι’ ἑνὸς ἄλλου διατάγματος ἱδρύομεν...» Τί θὰ ἱδρύσητε; Θὰ ἱδρύσητε ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι, δηλαδὴ ἀνώνυμον ἑταιρίαν; Δὲν δύνασθε νὰ ἱδρύσητε ὑμεῖς ἀνώνυμον ἑταιρίαν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐγκρίνητε τὴν σύστασιν ἀνωνύμου ἑταιρείας...
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀνωνύμου ἑταιρίας.
§110ΣΚΟΥΖΕΣ. Οὕτω λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον· αὐτὸν τὸν τύπον φέρει· εἶναι μία ἑταιρεία, οὐχὶ βεβαίως πρὸς κερδοσκοπίαν, ἀλλὰ δι’ ἀγαθοεργὸν σκοπὸν, ὑπὸ τὸν τύπον ἀνωνύμου ἑταιρείας. Τώρα, ὅταν ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα, τὸ νέον διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσητετε, τί θὰ λέγῃ; Ὅτι ἱδρύει ἡ Κυβέρνησις ἑταιρείαν ἀγαθοεργὸν ὑπὸ τὸν τύπον ἀνωνύμου ἑταιρείας; Δὲν δύνασθε. Πρέπει νὰ συσταθῇ ἀνώνυμος ἑταιρία, καὶ ὑμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐγκρίνητε αὐτήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ διατάγματος, καὶ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐπέλθωσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ συνέπειαι περὶ ἐπιστροφῆς τῶν δωρεῶν, καὶ τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῆτε, ἐὰν συστήσητε νέαν ἑταιρείαν, —διότι τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ πράξητε, —προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἑτοιμάσητε σχέδιον νόμου, ὥστε ἅμα ὡς ἀνακαλέσητε τὸ διάταγμα, αὐτοστιγμεὶ διὰ νόμου νὰ διαθέσητε τὰ τῆς περιουσίας τοῦ Πτωχοκομείου, καὶ νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον τὸ ἵδρυμα, πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ ὁποίου ἐδόθησαν τὰ δωρήματα ἐκ μέρους τῶν δωρητῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ περιέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὐθὺς ὡς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, τοῦ διευθύνοντος τὸ Πτωχοκομεῖον, ἴδωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη καὶ νομοθετικῶς νὰ προβῇ εἰς τὸ νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κύριοι θὰ πεισθῶσιν, ὅτι κακὴν ὁδὸν ἐτράπησαν, καὶ θὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ διαθέτου, ὅπως μὴ ἀπολεσθῇ διὰ τὸν σκοπὸν, τὸν πράγματι εὐεργετικὸν, τὸ μέγα αὐτὸ κληροδότημα· διότι ἄλλως οἱ κύριοι αὐτοὶ θὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη καὶ νομοθετικῶς νὰ προβῇ, εἶναι ἐλαχίστης ἐνεργείας καὶ ἐλαχίστου χρόνου ζήτημα νὰ ἐξαναγκασθῶσι πρὸς τοῦτο. Θὰ σᾶς ὑποδείξω τοῦτο τὸ μέσον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ ἑταῖροι οἱ καταβάλλοντες εἶναι 50 ἢ 60. Ὅταν θέλῃ τις μίαν μεταβολὴν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐγγράψῃ 50 φίλους του, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει καμμίαν ὑπόνοιαν ὅτι θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ κατάστημα, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι, νὰ κάμῃ 50 ἑταίρους, νὰ καταθέσῃ ἀπὸ 12 δραχ. δι’ ἕκαστον, ἐν ὅλῳ δραχ. 600, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ τότε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κυρίους αὐτούς: «Κύριοι, κακῶς διεχειρίσθητε τὰ τοῦ Πτωχοκομείου...»
§111Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Αὐτὰ εἶναι εἰκονικὰ πράγματα.
§112ΣΚΟΥΖΕΣ. «... Ἐπειδὴ δὲ ἀρνεῖσθε νὰ ἐργασθῆτε πρὸς τὸ καλὸν τοῦ καταστήματος, εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου ἐκλήθητε, ἡμεῖς αἴρομεν ἀφ’ ὑμῶν τὴν διεύθυνσιν, καὶ τὴν ἀναθέτομεν εἰς ἄλλο Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποδέχεται τὸ κληροδότημα». Ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι τὸ Συμβούλιον, εὐθὺς ὡς ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Κυβέρνησις καὶ νομοθετικῶς ἀκόμη νὰ προβῇ, θὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸ ὀρθὸν, τὸ πρακτικὸν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ καταστήματος.
§113Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐτέθησαν ὀρθῶς τὰ ζητήματα. Κυρίως ἡ δυσχέρεια προκύπτει ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Πολιτεία, ὅπως σώσῃ τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ σώσῃ, μήτε ἐὰν προβῇ εἰς τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήτε ἐὰν προβῇ εἰς τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· διότι καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἑτέραν περίπτωσιν ἀναγκαίως ἐκλείπει τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεψεν ὁ διαθέτης, καὶ τότε τὸ κληροδότημα αὐτοῦ ἐπανέρχεται ἀναγκαίως εἰς τὸν κληρονόμον. Εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ὁ κληρονόμος προτίθεται νὰ τὸ διαθέσῃ ἢ θὰ τὸ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπως τίθεται σήμερον, εἶναι, πῶς θὰ διασωθῇ τὸ κληροδότημα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον σήμερον διοικεῖ αὐτήν, δὲν ἤθελε παραδεχθῇ νὰ τὸ δεχθῇ ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Φρονῶ ὅτι κατὰ τύπους τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, δὲν θεωρῶ ὅμως, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε διοίκησις τοῦ Πτωχοκομείου καὶ τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας δικαιολογεῖ αὐτὸ τὸ πεῖσμα, τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσει, ὅπως μὴ μεταβληθῶσι τὰ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ· ἐξ ἐναντίας ἐγὼ αὐτὸς εὑρέθην εἰς θέσιν, εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ ἐλέγξω τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον διαχειρίζεται τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Πτωχοκομείου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ, ἐκλείπει ἀναγκαίως τὸ νομικὸν πρόσωπον. Πρόκειται περὶ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἔχω μάλιστα τὸ διάταγμα ἐνώπιόν μου. Τὸ διάταγμα εἶναι τῆς 24 Σεπτεμβρίου τοῦ 1864, καὶ τὸ διάταγμα περιλαμβάνει τὸν ὅρον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνεται εἰς πάντα τὰ διατάγματα, δι’ ὧν κυροῦνται οἱοιδήποτε συνεταιρισμοί· περιλαμβάνει τὴν διάταξιν: «Ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἀνακαλέσωμεν τὴν ἡμετέραν ἔγκρισιν ἐν περιπτώσει μὴ τηρήσεώς τινος τῶν ὅρων τοῦ ὑμετέρου Καταστατικοῦ». Καὶ ἀναμφισβητήτως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως ὅρου τινὸς τοῦ Καταστατικοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ του, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἄμεσος συνέπεια τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διατάγματος θὰ ἦτο, ὅτι θὰ ἐξέλειπε τὸ νομικὸν πρόσωπον, ἐντεῦθεν δὲ, ὅτι θὰ ἐξέλειπεν ἀναγκαίως καὶ ὁ κληροδόχος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεψεν ὁ διαθέτης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὑπέδειξεν, ὅτι διὰ νόμου ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο· ἀλλὰ πάλιν ὁ νόμος θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταργήσῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεψεν ὁ διαθέτης, καὶ νὰ ἐκλίπῃ τὸ κληροδότημα, ὅπερ οὕτω θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὸν κληρονόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δυσχέρεια, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα καὶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μιᾶς ἔτι μεγαλειτέρας δυσχερείας. Δὲν πρόκειται νὰ θίξωμεν μόνον τὴν προσωπικὴν φιλοτιμίαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας· πρόκειται νὰ θίξωμεν κεφαλαιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἥτις ἀφίησιν ἐλεύθερον τὸν συνεταιρισμὸν μεταξὺ πολιτῶν Ἑλλήνων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος συνεστήθη ἡ Φιλελεήμων Ἑταιρεία, συνεκροτήθη δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς Καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον φέρει χρονολογίαν τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1864 καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἐπεκυρώθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας, 25 Σεπτεμβρίου 1864. Τὸ Καταστατικὸν αὐτὸ καθορίζει τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως, καὶ ἐννοεῖται ὅτι, ἀφοῦ καθωρίσθη ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ Καταστατικοῦ ἐκ μέρους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐν τῇ ἀνεξελέγκτῳ αὑτοῦ κρίσει, ἤθελε θεωρήσει, ὅτι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους χορηγεῖται τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, δὲν εἶναι συμφέροντες εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ καταστήματος. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀνακληθῆ τὸ διάταγμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, βεβαίως τὸ διάταγμα αὐτὸ θὰ ἦτο ἄκυρον. Ἀλλὰ, λέγω, καὶ ἂν εἶναι ἔγκυρον τὸ διάταγμα, πάλιν δὲν σῴζεται τὸ νομικὸν πρόσωπον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τὸ κληροδότημα. Καὶ τότε τί ὑπολείπεται; Ὑπολείπεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Καταστατικοῦ ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Μέλη τῆς Ἑταιρείας ταύτης εἶναι πάντες οἱ τακτικοὶ ἑταῖροι καὶ οἱ εὐεργέται, ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες. Καὶ τακτικοὶ μὲν ἑταῖροι εἶναι οἱ τακτικῶς κατὰ μῆνα ἢ κατ’ ἔτος συνεισφέροντες κατὰ προαίρεσιν ἐλέη ὄχι ὀλιγώτερα τῶν 12 δραχμῶν κατ’ ἔτος, εὐεργέται δὲ οἱ χιλίας τοὐλάχιστον δραχμὰς ἐφάπαξ προσενεγκόντες». Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον εἰσφέρει πλείονα τῶν νῦν ὑπαρχόντων μελῶν καὶ ἤθελον καταταχθῆ ὡς μέλη τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας ἄλλοι, ἀναμφισβητήτως ἡ πλειονοψηφία αὐτῶν, ἡ οὕτω καταρτισθησομένη, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Καταστατικοῦ συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, διὰ νὰ δυνηθῇ κατόπιν ν’ ἀποδεχθῇ τὸ κληροδότημα. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἔχετε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀντίθετον, ἐν ὅσῳ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν ἐγκρίνῃ τὴν τροποποίησιν τῆς διοικήσεως τοῦ Πτωχοκομείου, μήτε διὰ διατάγματος, μήτε διὰ νόμου δύνασθε νὰ μεταβάλητε αὐτό· διότι σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ἀντλεῖ ἐκ τῆς διατάξεως τῆς συνταγματικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐλεύθερος ὁ συνεταιρισμὸς μεταξὺ πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ προσβάλωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς 1100 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι εἰσφέροντες 1100 δραχμὰς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψωσι κληροδότημα, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς 80 ἐτῶν εἰσφορὰς; — διότι πρόκειται περὶ 800,000 δραχμῶν. — Δὲν τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὡς εἶπον, Συνταγματικὸν, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, τί συνεισφέρει τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἢ τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἐκλέγουσι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον διοικοῦσιν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐκλέγουσι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἔχουσι τὴν ἐντολὴν ταύτην ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ καὶ ἐξ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὴν Φιλελεήμονα Ἑταιρείαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτὸ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῆς. Δὲν εἶναι δὲ περιουσία χιλίων δραχμῶν, εἶναι περιουσία ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἡ ὁποία συνελέγη διὰ τῆς ἐπιμελείας αὐτῶν καὶ ἡ ὁποία διαχειρίζεται μέχρι σήμερον διὰ τῆς ἐπιμελείας αὐτῶν. Δὲν δύνασθε σήμερον νὰ τοὺς ἀπαλλοτριώσητε ἀπὸ αὐτὴν τὴν διαχείρισιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐγκρίνουσι τὴν μεταβολὴν τοῦ Καταστατικοῦ. Σήμερον ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεψεν ὁ διαθέτης· ἀλλ’ αὔριον ἔχετε μίαν ἄλλην διάταξιν, μίαν ἄλλην διαθήκην, ἡ ὁποία ὁρίζει τὰ ἀντίθετα: «ἀφαιρέσατε τὴν διοίκησιν ἀπὸ τὴν Βασίλισσαν, καὶ δόσατέ την εἰς τὴν πριγκίπησαν Σοφίαν». Καὶ τί θὰ κάμητε; Θὰ ἔλθητε πάλιν εἰς νέαν σύγκρουσιν πρὸς τὸ νέον Διοικητικὸν Συμβούλιον, διότι θεωρεῖτε ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν νέαν δωρεάν. Λοιπὸν ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθητε τῆς δυσχερείας, εἶναι αὐτὸς, νὰ φροντίσητε νὰ καταρτίσητε πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία νὰ προτείνῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Καταστατικοῦ.
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἐκλέγονται τὰ μέλη;
§115Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Μέλη τῆς ἑταιρείας ταύτης εἶναι πάντες οἱ τακτικοὶ ἑταῖροι καὶ οἱ εὐεργέται, ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες. Καὶ τακτικοὶ μὲν ἑταῖροι εἶναι οἱ τακτικῶς κατὰ μῆνα ἢ κατ’ ἔτος συνεισφέροντες κατὰ προαίρεσιν ἐλέη ὄχι ὀλιγώτερα τῶν 12 δραχμῶν κατ’ ἔτος, εὐεργέται δὲ οἱ χιλίας τοὐλάχιστον δραχμὰς ἐφάπαξ προσενεγκόντες.» Δὲν ἔχει λοιπὸν παρὰ νὰ καταθέσῃ τις τὰς 12 δραχμὰς, ἵνα γείνῃ ἑταῖρος ἀμέσως, γίνεται δὲ εὐεργέτης, ἅμα ὡς καταθέσῃ τὰς χιλίας δραχμάς...
§116ΣΚΟΥΖΕΣ. Προβλέπει πότε γίνεται ἡ Συνέλευσις τῶν ἑταίρων; Κατ’ ἔτος;
§117Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ διετίαν. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Καταστατικοῦ λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐκλέγεται ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἐπὶ διετίαν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ κατὰ σχετικὴν πλειονοψηφίαν· καὶ τὰ μὲν πέντε πρῶτα μέλη ἀδιακρίτως μεταξὺ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ τακτικῶν ἑταίρων, τὰ δὲ λοιπὰ δέκα, εἰ δυνατὸν, ἀνὰ δύο μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἑταίρων τῶν τεσσάρων τῆς πόλεως τμημάτων καὶ τοῦ Πειραιῶς.» Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ θεωρῶ ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἑταιρείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῶσι μήτε διὰ διατάγματος, μήτε διὰ νόμου, ὡς προέβαλεν ὁ ἐκ Γόρτυνο ἀξιότιμος Βουλευτὴς, τὰ τῆς ἐποπτείας ἀνήκουσιν ἀναγκαίως εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Γόρτυνο ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι πάντα τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐποπτεύονται ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, οἱοσδήποτε συνεταιρισμὸς, ἀποβλέπων εἰς ἀγαθοεργόν τινα σκοπὸν, νὰ ἐκφύγῃ τῆς ἐποπτείας αὐτῆς, ἣν διαγράφει ὁ δημοτικὸς νόμος. Ἐντεῦθεν, καὶ ὅτε κατηρτίσατε ὑμεῖς τὴν Φιλελεήμονα Ἑταιρείαν, ἀναγκαίως ὑπήχθητε εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν δημοτικόν. Τὰ τῆς ἐποπτείας ἀνήκουσιν ἐντελῶς εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται ἡ ἐποπτεία ἢ ἐπὶ ὅλων τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἢ ἐπὶ ὡρισμένου καταστήματος· ἐὰν δὲ διὰ τῆς ἁπλῆς μεταβολῆς τῆς ἐποπτείας δύναται νὰ φθάσῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὸν σκοπὸν μιᾶς καλλιτέρας διοικήσεως τῶν τοῦ Πτωχοκομείου, βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ συμβουλεύσω, ὡς συνεβούλευσεν ὑμᾶς ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, νὰ μὴ διστάσητε ἀμέσως νὰ προβῆτε εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐπιβληθῆ ἰδιαίτερος τρόπος ἐποπτείας, ἐκτὸς τοῦ τρόπου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διαγράφει ὁ δημοτικὸς νόμος, ἐπὶ τοῦ καταστήματος αὐτοῦ, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων καταστημάτων εὑρισκομένων ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας ἀνήκει εἰς τὴν Πολιτείαν, ὡς δὲ διαγράφει ὁ δημοτικὸς νόμος, ὅτι ἡ ἐποπτεία ἐπὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων γίνεται παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἐπίσης διὰ νεωτέρου νόμου, μεταρρυθμίζοντος τὰς διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου, δύνασθε τὴν ἐποπτείαν αὐτὴν νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς ἄλλα πρόσωπα, καὶ νὰ τὴν ἐνασκήσητε κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διαγράφει ὁ δημοτικὸς νόμος.
§118Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς ὅ,τι ἤθελον νὰ εἴπω εἶναι παρεμφερὲς πρὸς ὅ,τι εἶπεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συμπολίτης μου. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐπέλθῃ καμμία μετατροπὴ εἰς τὰ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ ζητηθῇ αὕτη ὑπὸ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην, ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας ἐκείνης· διότι, ἁπλῶς ἀναγνωριζομένης ἑταιρείας τινὸς διὰ Β. Διατάγματος, μεταβολὴ τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἢ μόνον κατ’ αἴτησιν τοῦ Διοικητικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου. Καὶ τοῦτο, προκειμένου περὶ ἐμπορικῆς ἑταιρείας, διότι ἐπὶ ἄλλων ἑταιρειῶν οὐδ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἀδείας· βεβαίως ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ νόμου νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τὰ τῆς ἑταιρείας, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐνεκρίθη ἐγκύρως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι ὅλα τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ὑπάγονται ἀκριβῶς εἰς τὸν δῆμον, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καὶ δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ δημοτικοῦ νόμου· τοῦτο δὲ δὲν συμβαίνει μόνον παρ’ ἡμῖν, συμβαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ, τῆς ὁποίας ἡ νομοθεσία ἀντεγράφη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, κατὰ τὸ πλεῖστον παρ’ ἡμῶν εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον. Γεννᾶται ὅμως τὸ ζήτημα,—διότι ἀκριβῶς τὰ ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα διευθύνονται ὑπὸ Ἀδελφάτου, ὅπερ καταρτίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων νόμου, ὅστις στηρίζεται εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον, — δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οἱονδήποτε ζάπλουτον ἄνδρα ἢ καὶ εἰς ἑταιρείαν τινὰ πολυταλάντων νὰ καταρτίσωσιν ἑταιρείαν, φιλανθρωπικὸν κατάστημα, διευθυνόμενον ὑπ’ αὐτοῦ τούτου ἢ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρείας; Βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις τὸ ἀντίθετον, καὶ τοῦτο παρεδέχθησαν καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι δηλαδὴ, ἐνῷ ἀκριβῶς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα διευθύνονται ὑπὸ τῶν Ἀδελφάτων, οὐχ ἧττον, ἐὰν καταρτισθῇ ἑταιρεία τις καὶ συστήσῃ αὕτη φιλανθρωπικὸν κατάστημα, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διευθύνῃ αὐτὴ τοῦτο, δὲν δύναται ἐκεῖ διόλου νὰ ἐπεμβῇ ὁ δῆμος. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ἂν δι’ οἱονδήποτε λόγον θεωρηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῇ τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκυρώθη τὸ Καταστατικὸν τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου καταστήματος, ἢ ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐκλίπῃ τὸ Συμβούλιον, ὅπερ διευθύνει τὰ τοῦ καταστήματος ἐκείνου, περιέρχεται ἀμέσως τὸ κατάστημα ἐκεῖνο τὸ ἀγαθοεργὸν εἰς τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τοῦ δήμου, κατὰ τὸν νόμον τὸν δημοτικὸν καὶ τὸν νόμον περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐὰν ἑπομένως ὑποτεθῇ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακληθῇ τὸ διάταγμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ, διότι παρεβιάσθησαν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἄμεσος κύριος τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἀγαθοεργοῦ ἱδρύματος, τοῦ ἀπὸ τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας πηγάζοντος, εἶναι τὸ Ἀδελφᾶτον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καταρτισθησόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ θεωρηθῇ αὐτὸς ὁ δῆμος ὡς δυνάμενος νὰ διαχειρισθῇ ἀπ’ εὐθείας, ἐνῷ ὑπάρχει Φιλελεήμων Ἑταιρεία. Ἑπομένως νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι καλὸν διὰ νόμου νὰ ὁρισθῶσι τὰ τῆς ἐποπτείας τῶν ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων ἐκείνων, ἅτινα δὲν διευθύνονται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν Ἀδελφάτων, καὶ νὰ κατορθωθῇ οὕτω πως διὰ τῆς ἐποπτείας ταύτης νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ζητήματος.
§119Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Τί ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἔχομεν διαθέτην, ὁ ὁποῖος λέγει ἐν τῇ διαθήκῃ του: «καταλείπω κληροδότημα ὡρισμένον εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον Ἀθηνῶν». Ἐρωτᾶται λοιπὸν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Συμβούλιον τοῦ Πτωχοκομείου ἀρνηθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ κληροδότημα, ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια; Δύο θέματα μοὶ φαίνεται ὅτι ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠρώτησεν: «εἶναι ἀνάγκη νὰ προκληθῇ νόμος, ὅπως ἐπιβληθῇ ἡ θέλησις εἰς τὸν εὐαγῆ τοῦτον οἶκον, εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον, ἵνα ἀποδεχθῇ τὸ ἐπωφελὲς κληροδότημα, ναὶ ἢ οὔ; Ἢ ἀπαιτεῖται διάταγμα ἁπλῶς;» Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τινὲς τῶν προλαλησάντων κατέχονται ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ὑπάρχει ἀνώνυμος ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἵδρυσε τὸ Πτωχοκομεῖον. Ἀλλ’ εἴτε ἀνώνυμος ἑταιρεία, εἴτε φιλάνθρωποι ἰδιῶταί εἰσιν οἱ ἱδρυταί, ὁ σκοπὸς εἶναι τὸ Πτωχοκομεῖον, δηλαδὴ εὐαγὴς οἶκος. Περὶ τοιούτου ἱδρύματος ἔχομεν ἁπλουστάτας διατάξεις καὶ σαφεῖς ἐν τῷ ἀστικῷ νόμῳ. Τί γίνεται, ὅταν κληροδότημα ἐγκαταλείπηται εἰς εὐαγῆ οἶκον; Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὔτε νόμου, οὔτε διατάγματος, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον δυστροπῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὸ κληροδότημα, ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ἥτις ἀσκεῖ τὴν ἀστυνομίαν ἐπὶ τῶν εὐαγῶν οἴκων, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸ τὴν θέλησίν της. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λυθῇ ἐκ τοῦ προχείρου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐπιβολῆς εἰς τὸ Πτωχοκομεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς καταθέσαντας τὰ ποσὰ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Σκουζές...
§120ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§121ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ ἀνωνύμου ἑταιρείας καὶ περὶ μετόχων. Ἐνταῦθα ἔχομεν μᾶλλον εὐαγῆ οἶκον, ὅστις διατελεῖ ὑπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν... Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἀστυνομικῶς ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, ποῖα ἄλλα μέτρα δέον νὰ ληφθῶσιν; Ἐξήνεγκόν τινες τὴν γνώμην, ὅτι ἀνάγκη νὰ διαλυθῇ τὸ ἵδρυμα· ἀλλ’ ὡς παρετήρησε λίαν ὀρθῶς ὁ κ. Ράλλης, ἐὰν διαλυθῇ τὸ Πτωχοκομεῖον, ἐξαφανίζετε τὸν κληροδόχον...
§122ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν διαλύεται τὸ Πτωχοκομεῖον, ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως, τὸ Πτωχοκομεῖον μένει.
§123ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀπευθύνετε παρατήρησιν πλημμελῆ, ἐνῷ εἶσθε διακεκριμένος νομικός. Ὅταν λέγητε, ὅτι διαλύετε τὴν διοίκησιν ἑνὸς εὐαγοῦς οἴκου, ἀνατρέπετε τὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας. Ἐὰν δὲν τὸ διαλύητε, ἀλλὰ μεταβάλλητε τὸ νομικὸν πρόσωπον, τότε ἀντιτίθεσθε εἰς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὅστις ἐνόησε νὰ καταλίπῃ τὸ κληροδότημα αὐτοῦ εἰς τὸ νέον νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς θὰ δημιουργήσητε.
§124ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. (Διάλογοι).
§125ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν περιπτώσει λοιπόν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ γνώμη τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Πτωχοκομείου, ἐμμένων εἰς τὴν δυστροπίαν, τότε ἴσως ἀπαιτεῖται πρόνοια νομοθετική. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ πάντοτε βεβαίως δύναται καὶ εἰς τὸ Καταστατικὸν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της ταύτην, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ζητήματα δύνανται διὰ νόμου νὰ λυθῶσι.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λύονται ὅμως διὰ τοιούτων συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον βεβαίως τὸν λόγον, ἵνα προσθέσω καὶ ἐγὼ γνώμην εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ἂν μὴ ἐνεθάρρυνε καὶ ἐμὲ, ὡς καὶ τοὺς ἄλλους, αὐτὴ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀποστροφὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ζητήσαντος παρ’ αὐτῆς γνώμην ἐπὶ θέματος ἀληθῶς σπουδαίου·— καὶ ἐπειδὴ εἶναι σπουδαιότατον τὸ θέμα, δὲν ἀπόλλυται ἡ ὥρα, ὡς ἀκούω λεγόμενον. — Ἐγὼ θὰ δειχθῶ τολμηρότερος τῶν μέχρι τοῦδε ὁμιλησάντων, καὶ θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τοὺς ἀκούοντας ἐμοῦ νὰ ἦναι ἐπιεικεῖς, διότι ἔχω νὰ προσκρούσω εἰς τὰς γνώμας τὰς μέχρι τοῦδε ἀκουσθείσας εἴτε δεξιὰ, εἴτε ἀριστερὰ, καίτοι ἐν πολλοῖς συναντώμεθα. Προκειμένου νὰ λύσῃ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ ζήτημα τὸ ἀναφυὲν, τί πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν; ποῖον εἶναι τὸ νομικὸν πρόσωπον, ὅπερ ἔχει ἀπέναντι αὐτῆς; τὸ πρόσωπον τὸ νομικὸν εἶναι ἑταιρεία, ἢ εἶναι ἄλλο τι ὑπὸ τύπον ἑταιρείας ἱδρυμένον; Κατ’ ἐμὲ, τὸ νομικὸν πρόσωπον δὲν εἶναι ἑταιρεία· εἶναι «εὐαγὲς ἵδρυμα», εὐαγὲς ἵδρυμα, ὅπερ δὲν ἵδρυσεν εὐεργετικός τις ἀνὴρ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἢ καὶ προηγουμένως, ἀλλ’ ὅπερ ἵδρυσεν ἡ θέλησις δέκα, εἴκοσι, τριάκοντα ἢ πεντήκοντα ἀγαθοποιῶν ἀνδρῶν, συνελθόντων ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἀναγνωρισάντων ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ πόλει Πτωχοκομεῖον καὶ ἱδρυσάντων τοῦτο διὰ πρώτης καταβολῆς, δηλωσάντων δὲ μετὰ τὴν ἔγκρισιν, ἣν ἔλαβον, τῆς πράξεώς των ταύτης ὑπὸ τῆς Πολιτείας, — διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν ἠδύναντο νὰ ἐνεργήσωσι τελεσφόρως καὶ ἐγκύρως, — δηλωσάντων πρὸς πᾶσαν τὴν κοινωνίαν, ὅτι πᾶς τις γίνεται μέτοχος τοῦ ἔργου αὐτῶν καὶ συνδρομητὴς τοῦ ἱδρύματος εὐθὺς ὡς θελήσῃ νὰ καταβάλῃ ὡρισμένον ποσὸν, — διότι Πτωχοκομεῖον δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ βεβαίως ἄλλως ἢ τὸ συντηρούμενον διὰ τῶν ἐλεῶν, ἅτινα εἰς αὐτὸ συντρέχουσιν. Ἵδρυσαν λοιπὸν ὀλίγοι ἄνδρες, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν κοινωνίαν, εὐαγὲς ἵδρυμα, ἀπαραλλάκτως καθ’ ὃν τρόπον ἤθελεν ἱδρύσει αὐτὸ ὁ ἀγαθοεργὸς ἀνὴρ, ὅστις διὰ τῆς διαθήκης του ἤθελεν εἴπει «ἱδρύω ἐν Ἀθήναις Πτωχοκομεῖον, προικίζων αὐτό». Ἡ πρᾶξις ἐνταῦθα ἦτο μικροτέρα· ἡ πρᾶξις, ἂν ἱδρύετο διὰ μεγάλου κληροδοτήματος, ἤθελεν εἶναι μεγαλειτέρα, ἀλλὰ τὸ πλασθὲν εἶναι τὸ αὐτό· «εὐαγὲς ἵδρυμα, ἱδρυθὲν ὑπὸ ἰδιωτῶν, ὅπως λειτουργήσῃ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας». Τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εὐθὺς ὡς ἡ θέλησις ὑπῆρξε νὰ ἱδρυθῇ, ὑπάρχει καὶ προστατεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου· ἐγένετο νομικὸν πρόσωπον, καίτοι εὐθὺς ἐν ἀρχῇ δὲν ἐζωογονήθη εἰς βίον ἐνεργόν. Πῶς ζωογονεῖται τὸ ἵδρυμα τοῦτο; Ζωογονεῖται διὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς διοικήσεως, ἣν οἱ μὲν συνελθόντες ὥρισαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸ, ἐνέκρινε δὲ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ διοίκησις δὲν ἐγέννησεν αὐτὴ τὸ νομικὸν τοῦτο πρόσωπον, τὸ αὐθυπάρκτως λειτουργοῦν διὰ τῆς διοικήσεως, ἣν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ ἡ Πολιτεία ὅτε ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν τῶν συνελθόντων πρὸς ἵδρυσιν αὐτοῦ. Οὕτως ἐξηκολούθησε νὰ διοικῆται τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καὶ οὕτω διοικούμενον ἀπέκτησε τὰς δωρεὰς τῆς κοινωνίας, μικρὰς ἢ μεγάλας, πάσας ῥιπτομένας ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος καὶ ὄχι ἐπὶ τῶν διοικητῶν τοῦ ἱδρύματος. Ἔρχεται ὅμως ὥρα, καθ’ ἣν προσκόπτει τὸ ἵδρυμα. Πῶς; προσκόπτει διοικητικῶς. Λάβετε ἓν παράδειγμα· οἱ μακαρίται Ζωσιμάδες ἢ οἱ Ζάππαι ἵδρυσαν ἵδρυμά τι ἀγαθοεργόν, Πτωχοκομεῖον, καὶ ὥρισαν ὅτι τοῦτο θέλει διοικεῖσθαι ὑπὸ ὡρισμένων προσώπων, καὶ μετὰ τὴν ἔκλειψιν τῶν προσώπων τούτων ὑπὸ ἄλλων· λάβετε ὡρισμένον χρόνον, μετὰ 40 ἢ 50 ἔτη· ἐκεῖνοι, οἵτινες καλοῦνται ὑπὸ τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν νὰ διοικήσωσι τότε, ἀρνοῦνται νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν· δὲν ὑπάρχουσι διοικηταί· τί γίνεται τὸ ἵδρυμα; ἀπωλέσθη; — Βεβαίως ὄχι. — Ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ ζωογονήσῃ ἐκ νέου τὸ ἵδρυμα τὸ ὑφιστάμενον, τὸ μὴ νεκρωθέν; — Ἡ Πολιτεία. Λοιπὸν ἡ Πολιτεία θέλει ἔχει τὴν φροντίδα νὰ διατηρήσῃ τὸ ἐν ὑποστάσει ἵδρυμα, τὸ ὑπὸ τῆς κοινωνίας ἱδρυθὲν καὶ εἰς τῆς Πολιτείας τὴν ἐποπτείαν ἐμπεπιστευμένον, νὰ ἀνοργανώσῃ τὰ κατ’ αὐτό. Πῶς θέλει τὸ ἀνοργανώσει; Κατὰ τὸ πολίτευμα, ὅπερ ἔχει,— καὶ ἔχομεν πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, — θὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Βουλήν· θὰ προτείνῃ νόμον· ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλει κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὁ νόμος, καὶ τὸ ἵδρυμα θέλει ἐκ νέου ὀργανωθῇ. Μένει κατ’ οὐσίαν ἀναλλοίωτον, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλην διοίκησιν. Οὕτω τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἐννοηθῶσιν ἐνταῦθα. Οἱ ἑταῖροι, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, εἶναι μηδέν, καὶ ὀρθῶς ἐθεώρησεν αὐτοὺς μηδὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ πρέπον νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶναι ἄξιον πολλῆς μελέτης καὶ δι’ ἄλλα ἱδρύματα ἐν Ἑλλάδι, ἅτινα πρέπει νὰ σωθῶσι. Τί σημαίνει ἑταῖρος; Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἑταῖρος· — εἴμεθα ἁπλοῖ συνεισφορεῖς· οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχομεν· οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἱδρύματος, ὥστε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ διαθέσεως τῆς περιουσίας ταύτης. Ἐξακολουθοῦμεν διὰ τῆς εἰσφορᾶς ἡμῶν νὰ συντηρῶμεν τὰ τοῦ Πτωχοκομείου· εὐθὺς ὅμως, ὡς τὰ τοῦ Πτωχοκομείου δὲν εὐοδοῦνται, εὐθὺς ὡς καταρρέουσι, θὰ ἔλθῃ ἡ Πολιτεία νὰ ἀναλάβῃ τὰ τῆς ἀνορθώσεως τοῦ ἱδρύματος, καὶ θ’ ἀνατεθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν μόνην ἐξουσίαν, ἥτις ὑπολείπεται δυναμένη νὰ πράξῃ τι ἔγκυρον, νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ ζήτημα συμφώνως πρὸς τὴν πρόθεσιν τῶν ἱδρυτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, ἥτις, νομίζω, καὶ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§129Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κύριος Δραγούμης. Σαφέστατα ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, ὅτι μᾶς ἐσύγχισεν ἡ λέξις ἀνώνυμος ἑταιρεία, καὶ συζητοῦμεν ἄνευ ἐννοίας περὶ τοῦ τί γενήσεται ἡ περιουσία της. Ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ Καταστατικὸν τῆς Φιλελεήμονος Ἑταιρείας, ἡ περιουσία αὕτη τοῦ Πτωχοκομείου κατὰ νόμον θεωρεῖται καὶ εἶναι ἔρημος περιουσία. Ὅθεν ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιμεληθῇ περὶ ταύτης, —καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην ἐδήλωσα καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, —καὶ ἄνευ νόμου. Ὑπάρχει νόμος ἐπαρκὴς διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν, παυομένης τῆς διοικήσεως, ἤτοι ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης δικαιοῦνται νὰ διορίζωσι προσωρινὸν ἐπίτροπον. Ἐπὶ τῶν ἄλλων ἑταιρειῶν προβλέπεται ἡ λύσις τῆς ἑταιρείας, προβλέπεται καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς περιουσίας τῆς ἑταιρείας. Ἐπὶ τῶν ἑταιρειῶν τῶν ἀνωνύμων, ἐπὶ τῶν φιλανθρωπικῶν ἑταιρειῶν ἰδίως, οὔτε ἡ λύσις προβλέπεται, οὔτε ἡ διαχείρισις· ἄρα διαλυομένης τῆς ἑταιρείας εἶναι ἔρημος ἡ περιουσία. Τὸ πολὺ–πολὺ ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς σχολάζουσα περιουσία, καὶ νὰ διορισθῇ διαχειριστὴς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν· ἐκτὸς δὲ τούτου δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Πολιτεία «ἀποδέχομαι τὸ κληροδότημα, διότι μετὰ τὴν παῦσιν τῆς διοικήσεως τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν ἐρήμην περιουσιῶν εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης τῶν δωρεῶν τῶν δοθεισῶν πρὸς ἵδρυσιν τοῦ καταστήματος».
§130Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι παρὰ πολὺ τολμηρὰ, διότι ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα αὐτῆς θὰ ἦναι ἡ ἀποθάρρυνσις παντὸς συνεταιρισμοῦ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ συνεταιρισθῶσι, δύνανται νὰ φοβῶνται, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθῃ ἄλλος τις νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον, νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς συνεταιρίσθησαν. Διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς γνώμης ἑνὸς, ἥτις θὰ κατισχύσῃ τῆς γνώμης ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεταιρίσθησαν. Βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου. Ἔφερεν ὡς παράδειγμα περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐκλείψει τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ διαθέτης· τότε βεβαίως ἡ Πολιτεία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ. Ἀλλ’ ἐδῶ ἐξέλιπε; Βεβαίως ὄχι. Πῶς ἡ Πολιτεία θὰ ἐπέμβῃ νὰ καταργήσῃ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐγκαθιδρύθη διὰ τοῦ Καταστατικοῦ; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν, εἶναι ὀρθότατον, ὅτι, ἀφοῦ ἐκλείψουν τὰ πρόσωπα, δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις διανομῆς. Ἡ περιουσία αὐτὴ ἀνήκει εἰς φιλανθρωπικὸν σκοπόν· τότε ἀναμφισβητήτως ἡ Πολιτεία ἐπιλαμβάνεται τοῦ δικαιώματος νὰ ἐγκαταστήσῃ νέαν διοίκησιν, καὶ ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τοῦ φιλανθρωπικοῦ. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μιᾶς διοικήσεως ὑφισταμένης, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν μήτε διὰ νόμου, μήτε διὰ Β. Διατάγματος.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὁ προλαλήσας τὸ στηρίζει ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εἰπὼν ὅτι δὲν δύναται ἡ Πολιτεία οὔτε διὰ νόμου οὔτε διὰ διατάγματος νὰ παρέμβῃ. Τὸ Σύνταγμα βεβαίως λέγει, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται, χωρὶς πρὸς τοῦτο ν’ ἀπαιτῆται ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ σύστασις ἠθικῶν προσώπων δὲν εἶναι ἁπλοῦς συνεταιρισμός· εἶναι ἵδρυσις νέων προσώπων, ἄλλων παρὰ τοὺς συνεταιριζομένους καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν, δι’ ἣν τὸ Κράτος, χάριν αὐτῆς τῆς ἀσφαλείας τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς τάξεως, ὀφείλει νὰ παρεμβαίνῃ. Ἄνευ λοιπὸν ἀδείας αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦτα ἱδρύματα. Διὰ τοῦτο καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι μόνον διὰ διατάγματος συνιστῶνται καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον δύνανται νὰ συνιστῶνται ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως συνεταιρισμοὶ ὑπὲρ σκοπῶν γενικῶν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Πρίγκηπα τῆς Οὐαλλίας, Διάδοχον τοῦ Ἀγγλικοῦ Θρόνου, τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων μετὰ βαθείας συγκινήσεως ἐπληροφορήθη, ὅτι ἡ Ὑμετέρα Β. Ὑψηλότης μικροῦ δεῖν ἐγένετο θῦμα μυσαρᾶς ἀποπείρας, καὶ ἐνετείλατό μοι ὁμοφώνως, ἵνα ἀπευθύνω Αὐτῇ τὰ ἑαυτῆς συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ διασώσει, τῇ βουλήσει τῆς Θείας Προνοίας, τῶν πολυτίμων ἡμερῶν τῆς Ὑμετέρας Β. Ὑψηλότητος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ν. Μπουφίδης.»
§134ΦΩΝΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δούνης.
§136ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει βλέπω ἀναγεγραμμένην ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 77 πρότασιν νόμου, ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Νέγρη, «περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν τοῖς μεταλλείοις, μεταλλουργείοις κλπ.» Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε πολλάκις τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἡ τάξις τῶν ἐργατῶν τῆς ἀρτιπαγοῦς παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας πολλαχῶς ἀδικεῖται ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως προνοίας νομοθετικῆς πρὸς διακανονισμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἐν περιπτώσει εἴτε ἀπωλείας τῆς ζωῆς, εἴτε ἀκρωτηριασμοῦ αὐτῶν. Εὐτυχῶς ἀνὴρ δοκιμώτατος εἰς τὰ τοιαῦτα, πεῖραν μακρὰν ἔχων, ὁ κύριος Νέγρης, συνέταξεν ἄρτιον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἀγνοῶ διατὶ, ἡ Κυβέρνησις δὲν υἱοθέτησεν ἀμέσως καὶ δὲν ἔφερε πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως οὕτω λυθῇ ἓν τῶν ζητημάτων τῶν ἐδιαφερόντων μίαν μεγάλην τάξιν ἐργατικὴν, ἀπασχολούντων δὲ σήμερον καὶ τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἵνα ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην, διότι εἶναι ἐργάται καὶ δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ διεκδικήσωσι τὰ δίκαιά των πρὸς τὰς μεγάλας ἑταιρείας, κατὰ τῶν ὁποίων ἐγείρουσιν ἀγωγάς, οὕτω δὲ καθίσταται ἀνεπαρκὴς ἡ ἀπονομὴ δικαιοσύνης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. Νέγρης, τὰ ζητήματα αὐτὰ διακανονίζονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν θ’ ἀπασχοληθῇ πλέον ἡ Δικαιοσύνη, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἀδικῶνται οἱ ἐργάται οἱ προσβαλλόμενοι ἐκ διαφόρων δυστυχημάτων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστουμένη προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πληροῖ μίαν ἐκ τῶν ἐνδεδειγμένων ἀναγκῶν τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐργατῶν παρ’ ἡμῖν.
§137Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἐν τῇ αὐρινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐκ τῶν πρώτων. Ἐγὼ εἶχον ἀκριβῶς καὶ ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν πλείστων ὅσων ἐργατῶν τοῦ Λαυρίου σήμερον, ἣν δὲν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτῆς παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ ἐκ τῶν πρώτων περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Νέγρη, νομοσχέδιον, ὅπερ καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἱκανοποιεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον τὰς ἀνάγκας τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ὡς καλῶς συντεταγμένον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τοῦ τελευταίου Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1897 περὶ ἐργατῶν. Εἶναι τῷ ὄντι ἐπάναγκες νὰ ψηφισθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἤθελον τυχὸν ἀποδειχθῇ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀτέλειαι, εἶναι δυνατὸν κατόπιν ὁπωσδήποτε νὰ γείνῃ συμπλήρωσις. Πέποιθα ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀρκούντως ἱκανοποιητικὸν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐργατῶν, διότι, ὡς προεῖπον, εἶναι ἐπεξειργασμένον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου περὶ τούτου Γαλλικοῦ νόμου, τοῦ πρὸ δύο ἐτῶν ψηφισθέντος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου», ὡς ἐτροποποιήθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων», ὡς ἐτροποποιήθη. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν δι’ αὔριον ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω ἀπόφασιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἀναβληθῇ ἕως αὔριον, ὄχι περαιτέρω. Ἀλλ’ ἂν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἔχει κώλυμα, τότε θὰ σιωπήσω.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον ν’ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 217,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων», ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 223).
§147Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς συνεπληρώθη μάλιστα διὰ τῆς τελευταίας τροπολογίας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἄξιον ψηφίσεως κατὰ πάντα· ὑπάρχουσιν ὅμως διατάξεις τινὲς, τῶν ὁποίων ἡ μεταρρύθμισις θὰ συντελέσῃ ἀκριβῶς, ἵνα καταστῇ ἔτι τελειότερον. Ἐν πρώτοις μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν «ὁ ἐτήσιος φόρος ἐπιτηδεύματος ἑκάστου τῶν πλανοδίων καὶ τῶν ἐν ὑπαίθρῳ μεταπρατῶν ὁρίζεται διὰ πρωτοκόλλου τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου», εἶναι καλὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἐξ ὁλοκλήρου, καταργουμένου ἐντελῶς τοῦ φόρου τοῦ διὰ τοὺς πλανοδίους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν καταγωγὴν αὑτῆς ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1867, δὲν ἐφηρμόσθη ὅμως, καὶ ἂν ἐπιτρέπηται ποτὲ νὰ μὴ ἐφαρμόζηται διάταξις κειμένου νόμου, ἀκριβῶς δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ὀρθῶς δὲν ἐφηρμόσθη, διότι οἱ πλανόδιοι εἰσπράττουσι τόσον ὀλίγα, ὥστε εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον. Εἷς τῶν μεγάλων οἰκονομολόγων τῆς παρελθούσης ἑκατονταετηρίδος, ὅστις ἰδίως ἠσχολήθη εἰς τὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας, γράψας εἰδικὴν πραγματείαν, ὁ Dupuisnode, λέγει ὅτι ἐκεῖνοι μόνον οἱ ἐπιτηδευματίαι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν, οἵτινες ἢ πορίζονται ὁπωσδήποτε τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐν ἀνέσει καὶ ἑπομένως δύνανται νὰ καταβάλλωσιν ἓν μέρος τοῦ εἰσπραττομένου ποσοστοῦ, ἢ ἔχουσιν ὁπωσδήποτε ἀσφαλὲς εἰσόδημα, βέβαιον, οὐχὶ τὸ πρῶτον ἀποδυόμενοι εἰς τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀκολουθήσωσιν· ἀκριβῶς δὲ ὁμιλεῖ κατὰ τῆς φορολογίας τῶν πλανοδίων, ἥτις καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἤρξατο τότε ὑποστηριζομένη. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διαγραφῇ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ἄρθρον 2, τὸ περὶ πλανοδίων πωλητῶν καὶ μεταπρατῶν ἐν ὑπαίθρῳ· οὕτω δὲ, δύναταί τις εἰπεῖν, ἐξαλείφεται ἓν ἐκ τῶν μεγάλων κακῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶναι καθιερωμένα, προκειμένου περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος...
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζετε καλλίτερον νὰ ὑποβάλητε τὰς παρατηρήσεις σας εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν;
§149ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καίτοι δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλά, ἐν τούτοις συμμορφοῦμαι πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν σας.
§150Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει ὑπεστήριξε μετὰ θέρμης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀσχολεῖται ἢ μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· κατώρθωσε μάλιστα νὰ καθορίσῃ εἰς ἑκατομμύρια τὰ νέα φορολογικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Οὐδὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀξιῶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπαίνους διὰ τὴν Κυβέρνησιν, φρονῶ ὅμως, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀξιῶ παρ’ αὐτοῦ καὶ παρ’ οἱουδήποτε ἑτέρου Βουλευτοῦ νὰ μὴ ἀναφέρωσιν ἀριθμοὺς ἀνακριβεῖς. Σήμερον παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα προβάλῃ σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεταρρυθμίσῃ τὸν λειτουργοῦντα νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι πρῶτος ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι, ὡς συνετάχθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1867 ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἶναι ἐν πολλοῖς ἀτελής, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἰδίᾳ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις. Χθὲς ἠγόρευσε, φροντίζων νὰ ἐξεγείρῃ τὴν μῆνιν οὐχὶ τοῦ λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν, διότι πρὸ πάντων αὐτὸν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, σήμερον ἐσκέφθη νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Σύρου...
§152ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πάντοτε ἐπὶ καλῇ πίστει.
§153ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἀπέδωκα εἰς ὑμᾶς κακὴν πίστιν... Σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, παρουσιάζεται συνήγορος τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπρότεινε ν’ αὐξήσῃ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μεγάλων, ὅπως ἐλαφρώσωμεν τὰ βάρη τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἡ πρότασίς του ἤθελεν εἶναι συζητήσιμος· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπονομεύει τοὺς ἐργοστασιάρχας καὶ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καὶ παρεμβάλλει προσκόμματα ἀνυπέρβλητα εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ καθορίσῃ συγκεκριμένως τὰ παρεμβαλλόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσκόμματα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προέτεινεν ἢ προτείνει τὴν ἐπιβολὴν φόρων νέων ἐπὶ τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν, αἱ αἰτιάσεις αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι βάσιμοι. Ἀναμφισβήτητον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα νέον φόρον ἐπέβαλεν, οὐδὲ αὔξησιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων, διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτείνει τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου πολλῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἰδίως ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν συνηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν ἀναγνώσει ἐπιμελῶς τὸ νομοσχέδιον, ἤθελεν ἰδεῖ πολλὰς τάξεις ἐπιτηδευματιῶν ἀπαλλασσομένας, καὶ ἄλλων κλάσεων τὸν φόρον ἐλαττούμενον· ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὸ ⅓ ἐλαττοῦται ὁ φόρος τῶν ἀγωγέων καὶ ἁμαξηλατῶν, τῶν δὲ κιβωτοποιῶν καὶ βαρελοποιῶν ὁ φόρος ἐλαττοῦται εἰς τὸ ἥμισυ. Ἀναγινώσκων ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι βελτιοῦται φορολογικῶς ἡ θέσις τῶν ἀτμοκινήτων ἐργοστασίων οἰνοπνευματοποιΐας ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς αὐτῶν· ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἀπαλλάσσονται ἐντελῶς τοῦ φόρου οἱ ἀκονισταὶ μαχαιρῶν καὶ ψαλίδων, οἱ ἁλιεῖς, οἱ κτίσται, οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες, οἱ καθαρισταὶ καπνοδόχων, οἱ κήρυκες, οἱ παιχνιδιάτορες, οἱ σοβατζῆδες, οἱ τσιμπουκοποιοὶ, οἱ ἀγρευταὶ βδελλῶν, οἱ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ξυλουργοὶ ἢ μαραγκοὶ, οἱ χρωματισταὶ, οἱ ὑλοτόμοι καυσοξύλων (οἱ ἐργαζόμενοι ἄνευ πριόνης), οἱ καλαφάται ἐπὶ ἡμερομισθίῳ, οἱ πλανόδιοι κτενοποιοὶ, οἱ λατόμοι, οἱ καπνοκόπται καὶ οἱ σιγαροποιοὶ, οἱ ἀνθρακεῖς γαιανθράκων ἢ ξυλανθράκων καὶ οἱ ἐπὶ μισθῷ ἢ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐργάται, οἱ ἁμαξηλάται καὶ οἱ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων ὑπάλληλοι τῶν τροχιοδρόμων καὶ οἱ διοικοῦντες ἁμάξας μὴ ἀνηκούσας αὐτοῖς· ἐλαττοῦται δὲ κατὰ τὸ τρίτον σχεδὸν ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλόμενος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων καὶ τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναγκαῖον νὰ ποιήσηται μνείαν καὶ τῆς προσθήκης, ἡ ὁποία γίνεται ὡς πρός τινα ἐπιτηδεύματα. Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν δίδω εἰς τὰς προσθήκας, αἱ ὁποῖαι γίνονται, γίνονται δὲ μόνον διότι διάφοροι ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων ἐπανειλημμένως ἐζήτησαν νὰ περιληφθῶσι τὰ ἐπιτηδεύματα ταῦτα. Καὶ ἂν ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 13 ἤθελεν ἀπαλειφθῆ, οὐδεμίαν ἤθελον δώσει σημασίαν, καθόσον τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα ἐπιτηδεύματα ὑπὸ δύο ἢ τριῶν ἀντιπροσωπεύονται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἐργοστάσιον κατασκευῆς φακέλων ἢ ἐμπορικῶν βιβλίων ἓν μόνον ὑπάρχει, κατασκευαστὴς ἢ πωλητὴς ἀπομιμημάτων ἀρχαιοτήτων εἷς μόνος, ἐργοστάσιον χειροκίνητον κατασκευῆς ταινιῶν ἓν ἢ δύο καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, κατασκευαστὴς σὲλτς εἷς μόνον, καὶ οὕτω καθεξῆς...
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί εἶναι τὸ ἐργοστάσιον ἀνελκύσεως πλοίων;
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ νεωλκεῖον Σύρου. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὤφειλε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν νόμων τῶν λειτουργούντων περὶ τῶν φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἡ σύστασις αὐτὴ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἶναι ὄντως ὀρθή· ἂν δὲ δὲν παρετηρεῖτο παρ’ ἡμῖν τὸ φαινόμενον, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως φορολογικοῦ τινος νόμου, προκύπτει ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἰδέα, ὅτι σκοπὸς τῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι ἡ αὔξησις τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἤθελον ἐξ ἀρχῆς ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως πάντων σχεδὸν τῶν ὑφεστώτων φορολογικῶν νόμων· ἀλλ’ ὅταν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου συντομωτάτου, οὗτινος σκοπὸς εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τοῦ φόρου ἢ ἡ ἐλάττωσις τοῦ νῦν ἐπιβαλλομένου ὡς πρός τινας ἐπιτηδευματίας, προκαλῶνται τοσοῦτον διεξοδικαὶ συζητήσεις, νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἤθελον προτείνει νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων ἄρτιον, ἤθελον ἀρκέσει δύο ἢ τρεῖς ἑβδομάδες πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προβληθεῖσαν σύστασιν περὶ μεταρρυθμίσεως ῥιζικῆς τοῦ ὑφεστῶτος νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν εἶναι ἢ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη· ὅπου ἔχουσι φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, δὲν ἔχουσι φόρον ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, οὕτω δὲ ν’ ἀποτελῇ 4% ἐπὶ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων· προσέθηκε δὲ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου εἰσπράτουσιν 25,000,000, τὸ ποσὸν εἶναι ὀλιγώτερον, ἐν Βελγίῳ δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον. Ὡς φαίνεται, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν προϋπολογισμοὺς τῆς Γαλλίας οὐχὶ προσφάτους· διότι, ἐὰν εἶχε προσφάτους, ἤθελον ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς περιωρίσθη εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐνῷ ὤφειλε τὴν περὶ τούτου μελέτην του νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς ἄλλους φόρους, ἐπιβαλλομένους ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν παρ’ ἡμῖν συνίσταται εἰς 6–8% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ εἶναι 35%, ἐν Αὐστρίᾳ δὲ 45 ....
§156ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ εἰς τὸν δημόσιον φόρον περιλαμβάνεται καὶ ὁ δημοτικός.
§157ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ἡμῖν ὁ δημοτικὸς φόρος εἶναι 20% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου· ὥστε, ἐὰν εἰς τὸ 6% προσθέσητε καὶ τὸν δημοτικὸν φόρον, θὰ ἔχητε 7,20%. Καταφανὴς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 6, τοῦ 7 ἤ τοῦ 8%, τοῦ ὑπάρχοντος παρ’ ἡμῖν, καὶ τοῦ 45%, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἀλλαχοῦ! Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι εὐχάριστον νὰ βλέπωμεν Βουλευτὰς ἐπιστήμονας, γινώσκοντας καλῶς τὰ περὶ φορολογίας, νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι παρ’ ἡμῖν τοσοῦτον οἱ φόροι ἐξωγκώθησαν, ὥστε ἀποτελοῦμεν πρότυπον Βασίλειον!
§158Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὶς, κύριοι Βουλευταί, ἐπέμενον νὰ προταχθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ὅτε δυστυχῶς ἔληξαν αἱ συνεδριάσεις πρὶν ἢ συζητηθῇ, καὶ τὴν χθὲς, ὅτε εὐηρεστήθη ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ὡς κατεπείγουσαν. Ὁ λόγος τῆς ἐπιμονῆς μου εἶναι ἁπλούστατος. Ὁ προηγούμενος νόμος, ὅστις, ὑποβληθεὶς παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐψηφίσθη κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον, περιέχει διατάξεις πιεστικωτάτας, ὧν τὸ ἄδικον διορθώνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἰδίως ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑπέβαλε τοὺς ἐπιτηδευματίας εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου τοῦ 1899 καὶ 1900 σχεδὸν συγχρόνως, καὶ ὡς ἐκ τούτου πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν κατέστησαν ὑπερήμεροι, ἐπαπειλούμενοι νὰ πληρώσωσι καὶ πρόσθετον φόρον 20% καὶ τόκον. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δίδεται προθεσμία πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τοῦ 1900 μακροτέρα, καὶ ἀπαλλάσσονται ἤδη τοῦ προστίμου οἱ μὴ πληρώσαντες τὸν φόρον τοῦ 1900, ἄν τοῦτον πληρώσουν μέχρι τέλους Ἀπριλίου. Καὶ ἄλλας ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ ἐλαφρύνσεις τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, αἵτινες πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰσήχθησαν καὶ νέαι διατάξεις ἐπιβαρυντικαί, καὶ εἰς ταύτας ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξαλειφθῶσι. Καὶ πρῶτον, κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἀπηλλάσσοντο πάσης φορολογίας οἱ ναυτικοί, λεμβοῦχοι καὶ κυβερνῆται πλοίων μέχρι δέκα τόννων, ἐνῷ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν· τὸ δὲ χειρότερον, ἀφίνεται ὁ προσδιορισμὸς τοῦ φόρου εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου. Δηλαδὴ θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι εἰς φόρον ἄγνωστον, ἐνῷ εἰς οὐδεμίαν, νομίζω, νομοθεσίαν ἀφίνεται ὁ φόρος ἄγνωστος. Ἀφίνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν ἔφορον καὶ τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ὁρίσωσι κατὰ βούλησιν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀμφιβολία εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀναγκάσῃ τὸν ἐπιτηδευματίαν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἐπιτήδευμά του.
§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐπὶ τῶν πλανοδίων φόρος δὲν εἶναι ἄξιος μνείας, ἐπιβάλλεται δὲ μόνον διότι πάντες οἱ ἄλλοι, οἱ διατηροῦντες καταστήματα καὶ πωλοῦντες τὰ αὐτὰ εἴδη, παραπονοῦνται, καὶ εὐλόγως, ὅτι, ἐνῷ οὗτοι ὑποβάλλονται εἰς μείζονας δαπάνας πρὸς διατήρησιν καταστημάτων, ἡ ἀσυδοσία τῶν πλανοδίων καθίστησι τὸν μεταξὺ αὐτῶν συναγωνισμὸν ἄνισον. Προσετέθησαν δὲ εἰς τὰς φορολογητέας τάξεις καὶ οἱ πωλοῦντες διὰ πλοιαρίων, διότι εἰς τὰς πόλεις τὰς παραλίους ὑπάρχουσι πλοιάρια, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσιν ὀπώρας καὶ ἄλλα εἴδη, καὶ τὰ πλοιάρια ταῦτα μεταβάλλονται εἰς καταστήματα, παντοπωλεῖα, οὗ ἕνεκεν πάντες οἱ ἔχοντες καταστήματα παραπονέθησαν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν φόρον τινά· ἐπειδὴ δὲ τὰ κέρδη αὐτῶν παραλλάσσουσιν, ἀφέθη εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ κανονίσωσι τὸν φόρον. Ἡ διάταξις, καθ’ ἣν αἱ ἀρχαὶ καθορίζουσι τὸν ὑπὸ τῶν πλανοδίων πληρωτέον φόρον, ὑπηγορεύθη ὑπὸ εὐγενοῦς ὑπὲρ αὐτῶν προαιρέσεως.
§160Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παραδέχομαι πληρέστατα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ὡς εἶναι αἱ διατάξεις αὗται διατετυπωμέναι, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔχωμεν κακὰ ἀποτελέσματα. Εὐθὺς, ὡς ἀφήσητε τοὺς ὑπαλλήλους, ἔστω καὶ ἀνωτέρους τοῦ ἐφόρου καὶ εἰρηνοδίκου, ἐλευθέρους νὰ ὁρίσωσι τὸν φόρον, θὰ θεωρήσωσιν ἑαυτοὺς ὑποχρεωμένους νὰ ὑπολογίσωσι φόρον ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνώτερον, διότι τὸ πνεῦμα τὸ ταμιευτικὸν ὑπάρχει πανταχοῦ.
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ παραχωρήσεις πρέπει νὰ ἔχωσιν ὅρια, ἵνα μὴ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§162Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θέλω ἤδη ἐξετάσει τὰ τῶν πλανοδίων. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πλανόδιος εἶναι καὶ ὁ πωλῶν τὰ κάστανα καὶ τὰ στραγάλια, ὡς καὶ ὁ ὀνηλάτης, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον πωλεῖ σταφυλάς.
§163ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, καταλέγεται καί τις ἐξαίρεσις, ἥτις ἐκ λάθους τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου δὲν ἐνεγράφη, ὅτι δηλ. ἐξαιροῦνται οἱ πλανόδιοι, οἵτινες πωλοῦσιν ὀπώρας καὶ λαχανικά.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§165Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ προσθέσητε ἐν γένει τοὺς πωλοῦντας προϊόντα τῆς γῆς ἢ τῆς κτηνοτροφίας. Γνωρίζεται ὅτι ἔμπροσθεν τῆς ἀγορᾶς ἔρχονται αἱ χωρικαὶ καὶ πωλοῦσιν ὠά.
§166ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ὑπήχθησαν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος οἱ ἀνὰ τὰς ὁδοὺς πωλοῦντες ὠά. Εἰς οὐδένα κατάλογον φορολογικὸν θὰ εὕρητε φορολογούμενον πωλοῦντα ὠὰ ἢ γάλα ἀνὰ τὰς ὁδοὺς. Εἰς οὐδενὸς τῶν ὑπαλλήλων τὸν νοῦν ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ καταλέξῃ εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τὰ τοιαῦτα ἐπαγγέλματα.
§167ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν δὲν λεχθῇ σαφῶς ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι οἱ τοιοῦτοι δὲν ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν, πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ φόβος, μήπως κλητὴρ ἢ ἀστυνόμος δύστροπος ἐπιφέρῃ δυσκολίαν εἰς τοὺς πωλοῦντας τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος προϊόντα. Ἐν τῇ τελευταίᾳ τροπολογίᾳ μετὰ μεγίστης εὐχαριστήσεως ἀνέγνων, ὅτι ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου οἱ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν ὑπάλληλοι τοῦ τροχιοδρόμου καὶ οἱ διοικοῦντες ἁμάξας ἀλλοτρίας κυριότητος, ἕνεκα τοῦ γλίσχρου μισθοῦ αὐτῶν. Νομίζω ὅμως δίκαιον νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο εἰς ἅπαντας τοὺς ἐπὶ μισθῷ ὑπαλλήλους, τοὺς ἀπολαμβάνοντας δραχμὰς ἑκατὸν κατὰ μῆνα, ἢ ἔλαττον τῶν ἑκατόν. Ὁ μισθὸς οὗτος εἶναι τόσον γλίσχρος, ὥστε συνήθως μόλις ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ μισθοδοτουμένου. Ἀφοῦ δὲ ἀπαλλάσσονται, ὡς εἶναι λίαν δίκαιον, οἱ κτίσται, οἱ σοβαντζῆδες, οἱ μαραγκοί, οἱ χρωματισταί, οἱ καλαφάται, οἱ λατόμοι, οἵτινες βεβαίως ἀπολαμβάνουν ἄνω τῶν ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα, εἶναι ἐπίσης δίκαιον νὰ ἀπαλλαχθῶσι καὶ οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες λαμβάνουσι μισθὸν ὀλιγώτερον τῶν 100 δραχμῶν. Ἂν τὴν διάταξιν ταύτην ἐπίσης παραδεχθῆτε, κύριε Ὑπουργὲ, θέλετε εὐεργετήσει τάξιν ἀπόρων πολιτῶν, οἵτινες θὰ σᾶς ἦναι εὐγνώμονες.
§168Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἔνθερμος θιασώτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι πολλαὶ βελτιώσεις τοῦ κρατοῦντος ἤδη νόμου, βελτιώσεις τὰς ὁποίας ἴσως καὶ ἄλλοι ὑπέδειξαν κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ὑπέδειξα, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν καθέκαστα, ὅπως ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν προσοχὴν, μεθ’ ἧς ἤκουσε τὰς εἰσηγήσεις μου τότε, ἃς καὶ περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δεχθεὶς ταύτας ὡς ὀρθάς. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἂν μὴ ἡ προκειμένη συζήτησις ἐλάμβανε τὰς διαστάσεις, ἃς ἔλαβε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐγένετο ἀφορμή, ὅπως γείνῃ συζήτησις ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἶναι δὲ ἀπόρροια τῆς ἐξελίξεως τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Δὲν γνωρίζω διατὶ ταράσσονται τὰ νεῦρα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁσάκις τις τῶν ἀντιπολιτευομένων ἢ ἄλλων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ποιεῖται μνείαν τῆς φορολογίας, ἥτις διὰ νομοθετημάτων ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἅμα ὡς γείνῃ τοιαύτη μνεία, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῶν φορολογικῶν ἰδιοτήτων, αἱ ὁποῖαι τῷ ἀποδίδονται. Ἂς ἴδωμεν, ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθοί, ἢ εἶναι τοιοῦτοι οἱ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, ἐτροποποιήθη ἡ φορολογία τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ τὰ χείρω ἢ μή. Οὐδέποτε, Κύριοι, ἐπέκρινα τὸν νόμον, τοὐναντίον προὐκάλεσα τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἣν οὗτος ἔλαβε καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν καὶ πληρωμὴν τῶν φόρων. Κατὰ τοῦτο εὑρίσκω τὸ νομοθέτημα τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὡς ἔχον πλείονα καλὰ ἢ τὰ τῶν ἀρχαιοτέρων νόμων, καθόσον βεβαιοῦται ὁ φόρος ἀνελλιπῶς, καὶ ἅμα τῇ βεβαιώσει γίνεται καὶ ἡ πληρωμὴ μέρους τοῦ φόρου. Δὲν εἶναι ἀληθεῖς ἑπομένως οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς σήμερον ἤλλαξε γνώμην καὶ ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ ἄλλον μὲν ὁρισμὸν ἔδωκε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, τὴν διακοπεῖσαν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐσφαλμένος, ἄλλον δὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκριβέστερος. Καὶ ἰδοὺ ἓν καλὸν, ὅπερ προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὁρισθῇ δηλ. ἀκριβέστερον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν, ἂν διὰ τῆς νέας φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐτριπλασιάσθησαν οἱ φόροι, ναὶ ἢ οὔ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τούτου, διότι μόνη ἡ ἀνάγνωσις τῆς διατάξεως τοῦ νόμου δεικνύει τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. Ἐπαινῶ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου, διότι μέχρι τοῦδε, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, πᾶς ἔχων κοινωνικήν τινα θέσιν βαρύνουσαν, μετερχόμενος ἐπάγγελμά τι, ἀπέφευγε τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἔχει πολλὰ προσόντα ὁ νόμος, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλλεται φόρος καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐπεβάλλετο μέχρι σήμερον...
§169ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τίνα ὁρισμὸν εἶχε δώσει ἄλλοτε;
§170ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω... Δὲν ἔχετε ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ γνωρίζητε τοὺς νόμους, διὰ νὰ πεισθῆτε ἂν ηὔξησεν ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων. Οἱ πληρόνοντες τοιούτους φόρους γινώσκουσι τὴν αὔξησιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς διασκευῆς τῆς δικονομίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, πρόκειται καὶ περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1867 μέχρι τοῦ 1899 ψηφισθέντες νόμοι περὶ ἐπιτηδευμάτων ἀνέρχονται εἰς 18 ἐν ὅλῳ. Τὸ 1867 ἐθεσπίσθη ὁ πρῶτος νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων ἐν Ἑλλάδι, ἐν δὲ τῷ μεταξὺ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων ἢ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, ἐγκρινομένων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δι’ ἀλλεπαλλήλων νόμων, πάντοτε καὶ ὅλως ἀμεθόδως ηὔξανεν ὁ φόρος οὗτος, ἀλλ’ ἕκαστος ἐπαγγελματίας ἐπεβαρύνετο μὲ φόρον ἑνὸς μόνου ἐπαγγέλματος, τοῦ ἐπικρατεστέρου. Ἀλλὰ τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ φόρου εἶναι ὁ τερατώδης νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην νύκτα τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, τερατώδης ἰδίως διὰ τὰς δύο αὐτοῦ διατάξεις, ἃς θέλω σᾶς ἀναγνώσει. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, πᾶς ὁ μετερχόμενος πολλὰ ἐπαγγέλματα ὑποβάλλεται εἰς τόσα ἐπιτηδεύματα, ὅσα εἶναι τὰ ἐπαγγέλματα, ἅτινα μετέρχεται, ἤτοι δι’ ἕκαστον ἐπάγγελμα ὑποβάλλεται εἰς χωριστὸν ἐπιτήδευμα. Εἶναι τοῦτο αὔξησις τοῦ φόρου ἢ οὔ; Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς, κατὰ τὴν παράγραφον βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 1899 (ἀναγινώσκει): «Δι’ ἕκαστον, ἐμπόριον, βιομηχανίαν ἢ ἐπιτήδευμα καὶ δι’ ἕκαστον κατάστημα ἐπιδίδεται ἰδία δήλωσις.» Ἡ δὲ δήλωσις πρέπει νὰ συνοδεύηται μὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, τοῦ ἐπιβαλλομένου διὰ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο...
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πνεῦμα τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι τοιοῦτον.
§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς ἐν νῷ· τί ἀναφέρει ῥητῶς ὁ νόμος, βλέπω ἐγώ. Ὅ,τι εἶχεν ἐν νῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ διετύπωσεν εἰς ἐγκυκλίους· ἀλλ’ αἱ ἐγκύκλιοι εἶναι παράνομοι ἀπέναντι τοῦ νόμου, σαφεστάτου γραμματικῶς, καὶ ἂν οἱ ἔφοροι ἐκ φόβου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν προὐτίμησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς ἐγκυκλίους, ὑπακούοντες εἰς ταύτας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ῥητὴν καὶ σαφῆ διάταξιν τοῦ νόμου, τὰ δικαστήρια θέλουσιν ἐφαρμόσει τὸν νόμον καὶ ὄχι τὰς ἐγκυκλίους. Ἐγκύκλιοι μάλιστα ἀντικείμεναι πρὸς τὸν νόμον ἀποτελοῦσιν ἀδίκημα, οὐδεὶς δὲ ὑπάλληλος ἔχει δικαίωμα, ἔστω καὶ Ὑπουργὸς, νὰ ἐκδίδῃ ἐγκυκλίους ἀντικειμένας εἰς τὸν νόμον. Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης ἐπαγγελλόμενός τις τὸν δικηγόρον ὀφείλει νὰ πληρόνῃ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ δικηγόρου· ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ ἐπαρκῆ ἔσοδα ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ μετέρχηται καὶ μικρόν τι ἐμπόριον, ἐὰν ἀποθηκεύσῃ π. χ. σῖτον πρὸς μεταπώλησιν, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ σιτεμπόρου· ἐὰν δὲ ὁ αὐτὸς κυκλοφορήσῃ καὶ χρήματά τινα, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ καὶ ἐπιτήδευμα τοκιστοῦ ἢ τραπεζίτου. Ἐὰν δὲ δὲν πληρώσῃ τὰ πολλαπλᾶ ταῦτα ἐπιτηδεύματα, τί συμβήσεται κατὰ τὸν νόμον; Ἀπαντᾷ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου, καθ’ ἣν, ἐὰν δὲν ἔχητε πληρώσει τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ δικηγόρου, δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε τὰ δικηγορικά σας δικαιώματα· ἐὰν δ’ ἔχητε κυκλοφορήσει χρήματά τινα καὶ δὲν ἔχητε πληρώσει καὶ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ τοκιστοῦ, δὲν δύνασθε νὰ εἰσπράξητε τὰ χρήματά σας ταῦτα, διότι ὁ ἐναγόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀγωγῆς σας, ἀφοῦ δὲν ἔχετε πληρώσει ἐπιτήδευμα τοκιστοῦ, ἡ δὲ ἀγωγή σας θέλει ἀπορριφθῆ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ ἐγκυκλίους ἑρμηνευτικὰς τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἄντικρυς ἀντικειμένας πρὸς αὐτόν. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διορθοῦνται τὰ τοιαῦτα ἄτοπα. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἂν ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο τοιαύτη, οἵα ἐκείνη, ἥτις φαίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ πρὸς τοῦτο ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἐκδόσεως ἄχρι τῆς τετάρτης, ἐφ’ ἧς ἤδη συζητοῦμεν. Ἐκ τῶν διαφόρων ἐκδόσεων τοῦ νομοσχεδίου, τῶν εἰσαχθεισῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς μετατροπὴν τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1899, δὲν δεικνύεται, ὅτι πρόθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀλλ’ ἡ ἀρχικὴ αὐτοῦ πρόθεσις ἦτο νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ μᾶλλον τοὺς μικροεπαγγελματίας διὰ φόρου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον νῦν εἶναι ἡ τετάρτη ἔκδοσις. Ἰδοὺ ὅμως τί λέγει τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξήσῃ ἔτι μᾶλλον τὸν ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων φόρον, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τῆς πρώτης ἐκδόσεως τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατηγορία Αʹ. Κλάσις Αʹ. 1. Κατασκευασταὶ πωμάτων ἐκ φελοῦ. 2. Κατασκευασταὶ κηρωτοῦ (τσιρώτου). 3. Κατασκευασταὶ ἐπιγραφῶν καταστημάτων. 4. Ἐπιδιορθωταὶ λαμπῶν. 5. Κατασκευασταὶ παιδικῶν παιγνίων. 6. Κατασκευασταὶ κρισαρῶν. 7. Κατασκευασταὶ βαφῶν πρὸς στίλβωσιν ὑποδημάτων. 8. Κατασκευασταὶ μελάνης. 9. Μυλωνάδες πευκοφλοιοῦ ἢ γύψου. Κλάσις Βʹ. 1. Κατασκευασταὶ ἱσπανικοῦ κηροῦ. 2. Κατασκευασταὶ σφραγίδων ἐξ ὀρειχάλκου ἢ ἄλλου μετάλλου ἢ ἐκ καουτσούκ. 3. Ἐπιδιορθωταὶ ποδηλάτων. 4. Ταριχευταὶ ἰχθύων. 5. Ἐργοστάσιον κατασκευῆς φακέλων ἢ ἐμπορικῶν βιβλίων. 6. Πωλητὴς ἰxθυοκόλλης. 7. Λιθοξόος ἐπὶ ἡμερομισθίω. 8. Κατασκευαστὴς ἢ πωλητὴς ἀπομιμημάτων ἀρχαιοτήτων. Κλάσις Εʹ. 1. Ἐργοστάσιον χειροκίνητον κατασκευῆς ταινιῶν. 2. Πωληταὶ γεμενίων ἢ καλεμκερίων. 3. Πωληταὶ οἰκοδομησίμων ὑλῶν, ἤτοι ἀσβέστου ἢ κεράμων, πορσελάνης ἢ ἄλλων εἰδῶν. Κατηγορία Βʹ. Κλάσις Δʹ. 1. Διευθυνταὶ φροντιστηρίων πρὸς ἐκμάθησιν ἐπιστήμης ἢ τέχνης. 2. Κατασκευασταὶ σέλτς. Κλάσις Ϛʹ. 1. Οἰνέμπορος. 2. Ἔμπορος βιομηχανικῶν προϊόντων. Κατηγορία Γʹ....» Ἡ κατηγορία αὕτη περιλαμβάνει 18 βιομηχανικὰς τάξεις. Μετὰ τὴν πρώτην ἔκδοσιν εἰσάγεται ἡ δευτέρα ἔκδοσις, δι’ ἧς ἐν ἄρθρῳ 12 ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος 39 ὅλαι βιομηχανικαὶ τάξεις. Μετ’ οὐ πολὺ εἰσάγεται ἡ τρίτη ἔκδοσις, διὰ τῆς ὁποίας ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος οὐχὶ 37, ἀλλὰ 18 μόνον βιομηχανικαὶ τάξεις, αἵτινες μένουσι καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ ἐκδόσει, τῇ σήμερον διανεμηθείσῃ. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, τὴν ἐξέλιξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ κατὰ τὰς πρώτας ἐμφανίσεις του ἐπηύξανε τοὺς φόρους τοῦ ἐπιτηδεύματος, κατὰ δὲ τὴν τετάρτην κατέληξεν εἰς τὴν ἀνακούφισιν, διότι ἀπαλλάσσονται τινες μικροεπαγγελματίαι, παρὰ τῶν ὁποίων καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τοιοῦτος φόρος, διότι «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος»· καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς μακρὰς συζητήσεις, ἃς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διεξήγαγεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἠνάγκασε καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνεύρῃ ὁρισμὸν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἀκριβέστερον ἐκείνου, ὃν αὐτὸς οὗτος εἶχε δώσει κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε, πρὸς ἔκπληξίν μας, εἶχε δηλώσει οὗτος, ὅτι ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος «εἶναι τὸ τίμημα τῆς ἀδείας, ἣν χορηγεῖ ἡ Πολιτεία πρὸς τὰ μέλη αὑτῆς, ἵνα ἐργάζωνται», ἐνῷ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι φόρος τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ ἐπιτηδευματίου. Βεβαίως ὁ ἱστορικὸς λόγος τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι αὐτός. Ὅτε οἱ λαοὶ ἐδεσπόζοντο ὑπὸ ὡρισμένων δεσποτῶν, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐργασθῶσιν, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ἄδειαν παρὰ τῶν αὐθεντῶν των. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὰ πάντα μετεβλήθησαν, καὶ οἱ λαοὶ ἀπὸ δούλων μετετράπησαν εἰς κυριάρχους, ἡ δὲ Πολιτεία ζητεῖ μέρος τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν ὡς φόρον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζων ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν πρώτην κοινωνικὴν περίοδον, ἐδήλωσε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἀδείας ἢ τὸ τίμημα τῆς ἀδείας τοῦ μετέρχεσθαί τινα ἐπάγγελμά τι, τῆς ἀδείας τῆς διδομένης παρὰ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἀκριβέστερον ὁρισμὸν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, εἰπὼν ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος...
§173ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου εἶναι τὸ ἀκριβέστερον. Εἰσόδημα δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐκ διαφόρων πηγῶν, πρόσοδος δὲ ἐκ μόνου τοῦ ἐπαγγέλματος ὑπάρχει.
§174ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἡ ἀπὸ 7 Δεκεμβρίου 1899 πρώτη ἔκδοσις τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται φόρος ἐπιτηδεύματος, ἐπὶ 42 ἐν ὅλῳ ἐπαγγελμάτων, κατὰ τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἀνέγνωσα. Προσέξατε καὶ θὰ ἴδητε τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐξανίσταται, ὅταν ἐγκαλῆται ὑπό τινος, ὅτι κατέχεται ὑπὸ φορομανίας καὶ αὐξάνει τοὺς φόρους, διαμαρτυρόμενος ὅτι ἀδίκως ἐβαπτίσθη φορομπήκτης...
§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον πρότερον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἄρθρον 13, χωρὶς οὐδεμία νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου διόρθωσις. Ἐπειδὴ ὅμως παρατηρῶ, ὅτι θὰ προκληθῇ μακρὰ συζήτησις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ αὐτὸ δι’ αὔριον, νὰ συζητήσῃ δὲ σήμερον ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότατα. Ἐὰν πρόκειται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταναλώσωμεν ὅλην τὴν ἑσπέραν, καθ’ ὃ σύστημα φαίνεται ὅτι καθιέρωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§176ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἐξανίσταται ὁ κ. Ὑπουργός!
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προετάθη ἡ ἀναβολὴ, κύριε Μπακόπουλε.
§178ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐξακολουθήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πρότασιν ἀναβολῆς, ἀξιῶν νὰ κανονίσῃ αὐτὸς τὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ ἐξανίσταται, μόλις καταγγέλλεται ἐνταῦθα ἡ πρόθεσις αὐτοῦ περὶ ἐπαυξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν...
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Μπακόπουλε, σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι θ’ ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τοιούτου εἴδους συζήτησις.
§180ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ, συζητῶν, ἰδικήν μου χάριν... Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει μετὰ τὴν τετάρτην αὐτοῦ ἔκδοσιν καὶ μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας συζητήσεις, εἶναι κατά τι ἀνακουφιστικὸν τῶν φορολογουμένων τάξεων. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς μακρὰς συζητήσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον ἐβελτιώθη, καὶ ζητῶ νὰ βελτιωθῇ ἀκόμη ἐπὶ τὰ κρείττω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη βελτιώσεις τινὰς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μικροπλανοδίους ἐμπόρους καὶ πωλητὰς λαχανικῶν καὶ ὀπωρῶν. Καὶ ἵνα ἀποδείξω ὅτι ἀκριβῆ εἶπον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς... (Θόρυβος).
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§182ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη ἀπειλοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσω ὁμιλῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ ἀποσύρει. Ἀλλ’ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν συζητῶ περὶ τῶν προβάτων μου, ἀλλὰ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὃν καὶ ὑμεῖς ἀντιπροσωπεύετε, οἱ τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελοῦντες, οἵτινες ὅμως θέλετε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, νὰ τὸν σπάσητε εἰς τοὺς φόρους. Θέλω δ’ ἐξακολουθήσει τὴν συζήτησιν ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§184Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὸ τέλος τῆς πέμπτης παραγράφου θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς λέξεις: «Τὸ ἕτερον τῶν φύλλων παραδίδεται εἰς τὸν δηλοῦντα»· διότι ὁ δηλωτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του.
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§186ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς μεταβολή. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προπληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ δὲ ἐπιτήδευμα οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ποσοστὸν τοῦ κέρδους τῆς ἐργασίας τοῦ ἐπιτηδευματίου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἥμισυ πρὶν ἢ ἀπολαύσῃ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ, ἀφοῦ μάλιστα δὲν γνωρίζει, ἂν θὰ ζήσῃ κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας, ἵνα εἰσπράξῃ ὅ,τι ἐπλήρωσεν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει νὰ προπληρόνηται καθ’ ἑκάστην τριμηνίαν τὸ τέταρτον. Νομίζω ὅτι εἶναι δικαιότατον.
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία ὡς πρὸς τὸ βάρος αὐτῆς, κρίνεται ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεώς της. Βεβαίως φορολογία ἐπιβάλλουσα ὑπερβολικὴν πίεσιν κατὰ τὴν εἴσπραξιν εἶναι φορολογία βαρυτέρα ἐκείνης, ἥτις εἰσπράττεται ἄνευ τοιαύτης πιέσεως. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροποποιήσεων αὐτοῦ, διότι διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ βαρεῖα φορολογία καὶ περὶ τοῦ ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι, καθιστῶν ἕνα νόμον πιεστικώτερον, καὶ εἰσπράττων περισσότερα παρ’ ὅσα εἰσέπραττε πρότερον, δὲν φορολογεῖ τὸν λαόν. Ἐγὼ φρονῶ —καὶ ἄλλοι, νομίζω, παραδέχονται—τὸ ἐναντίον, καὶ ἡ ἐκδοχὴ αὕτη, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἡ γενικωτέρα. Ἐνταῦθα διὰ τὴν εἴσπραξιν ἐπιβάλλεται μία νέα ἐπιβάρυνσις, διότι ἐκτὸς τῆς ἀποδείξεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἰσχύων νόμος παρ’ ἑκάστου τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ἡ προτεινομένη τροπολογία ἀπαιτεῖ καὶ δήλωσιν ἐπιπρόσθετον, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ προηγουμένου ἔτους. Εἶναι μία φροντὶς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἐπιπρόσθετον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ ταμίου καὶ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον αὐτοῦ· μετὰ τὴν ἐνόχλησιν καὶ τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ, τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, πρέπει πάλιν νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν ταμίαν, ἵνα λάβῃ τὴν δήλωσιν, καὶ νὰ χάσῃ χρόνον καὶ νὰ ὑποστῇ ἐνοχλήσεις. Νομίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν περιέχῃ τοῦτο μικράν τινα τακτοποίησιν εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐφόρου, ἡ τακτοποίησις καὶ διευκόλυνσις τῆς ἐργασίας τοῦ ἐφόρου εἶναι ὀλιγώτερον προτιμητέα ἀπὸ τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ φορολογουμένου. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον, ἂν ἔλειπεν ἡ διατύπωσις ἡ ἐπιβαλλομένη, ὅπως ὁ ἐπιτηδευματίας αὐτὸς ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ νέου εἰς τὸν ταμίαν διὰ νὰ λάβῃ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, διατύπωσις ἡ ὁποία καθιστᾷ πιεστικώτερον καὶ ἑπομένως ἔτι βαρύτερον κατὰ ποιὸν τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιδιώκεται νὰ γείνῃ ἐλαφρότερος· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ἂν ἐπιμένῃ ὅτι δὲν ἐπεβαρύνθησαν οἱ ἐπιτηδευματίαι διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει, ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς, ὅτι ἐπεβαρύνθησαν οὗτοι, καὶ ἔδειξε μάλιστα, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπιτηδευματίαι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβαρύνθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐθεώρησε καλὸν, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸ ὅλον τῆς μομφῆς τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον ἐπιτηδευμάτων τινῶν. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ τοῦτο εἶναι μελετημένον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις, ἥτις εὐκολύνει ὀλίγον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐφόρου, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει τὸν φορολογούμενον, εἶναι περιττή.
§189Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει καί τι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Ἡ παράγραφος ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ δηλώσεις πρέπει νὰ περιέχωσι καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, ὅτι ὁ δηλωτὴς κατέβαλε τὸ ἥμισυ τοῦ ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους, δι’ ὃ γίνεται ἡ δήλωσις, καὶ ὅτι ἐξώφλησε τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἂν ὁ δηλωτὴς ἐχρεώθη ὁριστικῶς μὲ τοιοῦτον φόρον διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. «Δήλωσις, μὴ φέρουσα τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον βεβαίωσιν δὲν εἶναι δεκτή.» Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικόν, διότι δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ ὑμᾶς, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς νέας ποινῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης διὰ τὴν μὴ καταβολὴν τοῦ φόρου. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1899 ἀναγράφει τὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσι τὸν φορολογούμενον· πρῶτον, δὲν δικαιοῦται οὗτος νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός του· δεύτερον, δύναται νὰ καταδιωχθῇ καὶ ποινικῶς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ τρίτον, τῷ ἐπιβάλλεται τὸ 20% καὶ ὁ πρόσθετος φόρος. Ἀλλὰ σήμερον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρέλειψαν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην πρὸς τὸ Δημόσιον, δηλ. νὰ δηλώσωσι καὶ νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν, ἐπιπροστίθεται μία νέα ποινὴ, ἡ ποινὴ δὲ αὕτη ἔγκειται εἰς τὸ ἀπαράδεκτον τῆς δηλώσεως διὰ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει, ἑπομένως ἔχομεν μίαν ποινὴν διὰ πρᾶξιν τελεσθεῖσαν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐπιβαλλομένην νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικόν.
§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει, διὰ νὰ πληρώσῃ ὁ πολίτης τὸν φόρον του, νὰ καταδιωχθῇ ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος καὶ διὰ προσωπικῆς ἴσως κρατήσεως. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην· φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἀναγράφοντες εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους ὑλικὰς ζημίας κατὰ τῶν δυστροπούντων ἢ ὀλιγωρούντων, οὕτως ὥστε ἕκαστος τῶν φορολογουμένων, τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ προσέρχηται οἴκοθεν καὶ ἀποτίνῃ τὴν ὀφειλήν του. Τοῦτο κατωρθώθη ἀφ’ ἧς ἐνομοθετήθη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ὅταν εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν τοῦ ἔτους δὲν πληρώσῃ τις τὸν φόρον του, πληρόνει πρόσθετον τέλος 20% καὶ τόκον ὑπερημερίας. Ἔκτοτε παρετηρήθη τὸ φαινόμενον, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων σπεύδουσι πάντες οἱ φορολογούμενοι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τοὺς βιάσῃ, οὕτω δὲ κατωρθώθη νὰ ἐμπνευσθῇ εἰς τοὺς πολίτας τὸ συναίσθημα τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεων. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῇ διατάξει, περὶ ἧς συζητοῦμεν.
§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§192Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 εἰσάγει τρεῖς σπουδαιοτάτας κατ’ ἐμὲ μεταβολὰς εἰς τὸν κείμενον νόμον. Πρῶτον, ὁρίζει διὰ τῆς δηλώσεως προθεσμίαν μέχρι τῆς 20 Ἰανουαρίου· δεύτερον, ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδίδωσι τὰς δηλώσεις καὶ πρὸς τὸν δήμαρχον· τρίτον, ἐπιβάλλει αὐτοῖς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅταν δηλώνουν, νὰ λαμβάνουν πιστοποίησιν, ὅτι κατέβαλον καὶ τὸν φόρον τοῦ προηγουμένου ἔτους· καὶ τέταρτον, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ ὁριστικὸς ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπιτρέπεται, ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ φορολογικοῦ καταλόγου. Τινὲς ἐξ αὐτῶν τῶν μεταβολῶν εἶναι εὐκολίαι, ἄλλαι ὅμως ἐπιβαρύνσεις. Ὁ Ἰανουάριος, εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος μὴν, ὅπως καταβάλληται ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἡ πρὸς τὸν δήμαρχον ἐπίδοσις διὰ τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν τοὺς ἀγροτικοὺς ἦτο βεβαίως εὐκολία· διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς πρὸς τὸν δήμαρχον ἐπιδόσεως δυσχέρειά τις παρεμβάλλεται· ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔρχεται τρίτον τὸ θέμα τὸ ἀπασχολῆσαν καὶ προηγουμένως τινὰς τῶν συναδέλφων, ὅτι δηλ. ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἐπιτηδευματίαν νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, ὅτι ἐπλήρωσε καὶ τὸν φόρον τοῦ προηγουμένου ἔτους. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ τελευταίου λαλήσαντος συναδέλφου, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν ἀφορᾷ τὸ ἔτος 1900. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παράγραφον, νομίζω ὅτι τὰ τοῦ ἄρθρου δὲν ἔχουσι πλήρως, διότι λέγεται (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901 καὶ ἐφεξῆς ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους, δι’ ὃ δὲν ὑπάρχει ὁριστικὸς φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ φορολογικοῦ καταλόγου.» Λέγει «ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου.» Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ πληρωθῇ ἡ τρίτη καὶ τετάρτη δόσις, δὲν ἔχει καταρτισθῆ ἀκόμη ὁ ὁριστικὸς κατάλογος, τί θὰ γίνεται τότε; Μήπως καὶ τότε ἡ πληρωμὴ δὲν θὰ γίνηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου καταλόγου; Διατί ὁ νόμος νὰ λέγῃ «ἡ πληρωμὴ μόνον τοῦ ἡμίσεος»; Τὸ ἥμισυ νομίζω ὅτι παρέλκει, καὶ προτείνω νὰ τεθῇ: «Ἀπὸ τοῦ 1901 καὶ ἐφεξῆς ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους...» κλπ., διότι ἄλλως θὰ γενηθῇ τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα φορολογικὸν κατάλογον θὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ τρίτου τετάρτου, δηλ. τοῦ τελευταίου ἡμίσεος...
§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν προκαταβολήν. Θὰ κανονισθῇ κατόπιν ὁ φόρος.
§194ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, κατὰ τίνα φορολογικὸν κατάλογον θὰ πληρώνωνται καὶ αἱ ἑπόμεναι δόσεις αὐτοῦ. Ὁ νόμος ὁ κείμενος λέγει, ὅτι πληρώνεται ἐπίσης ὁ ἥμισυς φόρος, ἐν ἐλλείψει ὁριστικοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐπιτηδεύματος τῆς ἧττον φορολογουμένης τάξεως. Τοῦτο κατηργήθη ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος φόρου θὰ γείνῃ ἡ καταβολὴ τῶν ἑπομένων δύο δόσεων, ἂν ὁ ὁριστικὸς κατάλογος δὲν ἔχει ἔτι καταρτισθῆ; Τοῦτο δὲν σαφηνίζεται ἐν τῷ νόμῳ, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σαφηνισθῇ. Εἶναι ἐπίσης ἄδηλον, τί θὰ γείνῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ νέος φορολογικὸς κατάλογος μεταβάλῃ τὸ βάρος τοῦ ἐπιτηδευματίου τοῦ ἤδη καταβαλόντος τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὑποθέτω ἐν παραδείγματι, ὅτι τὸν ὑποβάλλει εἰς μικρότερον φόρον ἢ εἰς βαρύτερον φόρον· τί θὰ γίνηται τότε; Βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιστρέφηται αὐτῷ τὸ ἐπὶ πλέον καταβληθέν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ μένῃ ἐκκρεμὴς διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ταμία, καὶ νὰ δύναται νὰ τῷ ἀντιταχθῇ παρὰ τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ὅτι, «ἀφοῦ ἅπαξ ἐπλήρωσες οὐδὲν ἔχεις πλέον νὰ ἀναλάβῃς». Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο· διότι, ἐὰν ὀφείλῃ τις ὀλιγώτερα, ὀλιγώτερα πρέπει καὶ νὰ πληρώσῃ, ἐὰν δὲ περισσότερα ὀφείλῃ, περισσότερα πρέπει νὰ πληρώσῃ. Ἀλλὰ ταῦτα ἄνευ ἀναβολῶν καὶ ἀμφισβητήσεων. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπρότεινον, ἡ ἀνάληψις τοῦ τυχὸν περιπλέον καταβληθέντος φόρου νὰ γίνηται δι’ ἥσσονος ἀναλόγως καταβολῆς τῆς ἑπομένης δόσεως, ἡ δὲ συμπλήρωσις τοῦ τυχὸν περιπλέον ὀφειλομένου νὰ γίνηται κατὰ τὴν καταβολὴν τῆς ἑπομένης ἐπίσης δόσεως. Ἐπειδὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ εἰσάγονται ἐπιβαρύνσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν πληρωμὴν τὴν ἀκριβῆ καὶ ἔγκαιρον τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, μολονότι εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ἀνήκει ἡ περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ἀναφέρω, νομίζω ὅτι καθίστανται περιτταὶ πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ συνιστάμεναι εἰς τὴν ἐπὶ δικαστηρίου παράστασιν, τὴν ἀπαράδεκτον ἄνευ προσαγωγῆς τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ὁ διάδικος ἐπλήρωσε τὸν φόρον· διότι, ὅταν ζητῶμεν προπληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ ἄνευ τῆς προπληρωμῆς αὐτῆς ἀπαγορεύωμεν τὴν ἔκδοσιν ἀδείας, ὅταν καὶ διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἐπιβάλληται ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς κατὰ τὰ ἑπόμενα καὶ ἄνευ τῆς πληρωμῆς δὲν δύναταί τις νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ, δὲν ἐννοῶ τί θέλομεν τὰ ἐκβιαστικὰ μέσα, τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ τῆς παραστάσεως ἐν δικαστηρίῳ, καὶ διατὶ ἀπαιτοῦμεν νὰ μὴ δύναταί τις νὰ παρίσταται, ἐὰν μὴ ἔχῃ ἐν τῷ θυλακίῳ αὐτοῦ ἢ παρὰ τῷ Γραμματεῖ κατατεθειμένην τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματός του. Προτείνω λοιπὸν, ἐπικαλούμενος τὴν αὐστηρότητα τῶν μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἀκριβοῦς τοῦ φόρου πληρωμῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησε συντελεστικὰ, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἀκριβῆ πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι τὰ θεωρῶ περιττὰ, καίτοι φαίνονται συντελεστικά.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, ὅτι ἡ διάταξις τῆς τρίτης παραγράφου ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόζηται αὕτη ἀπὸ τοῦ 1901, ἀλλὰ βεβαίως τὸ γράμμα τῆς διατάξεως ταύτης δὲν ἐννοεῖ τοῦτο. Τὸ γράμμα τῆς διατάξεως ταύτης ἐννοεῖ, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἢ ὁ ταμίας ἢ ὁ ὑποταμίας δὲν θὰ δεχθῇ δήλωσιν ἐπιτηδευματίου, ἐὰν ἡ δήλωσις αὕτη δὲν περιέχει...
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε, διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου;
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς θὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διορθωθῇ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέκρουσε, τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι σπουδαιοτάτη ἐπιβάρυνσις ἡ ἐπιπρόσθετος ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ παράγραφος αὕτη εἰς τὸν φορολογούμενον. Ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς φορολογουμένους, μόνοι των νὰ προσέρχωνται διὰ νὰ πληρόνωσι τοὺς φόρους των, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεῶται τὸ Κράτος νὰ καλῇ αὐτοὺς, ἢ νὰ μεταβαίνῃ νὰ εὑρίσκῃ αὐτοὺς, ἢ νὰ τοὺς προειδοποιῇ, ἢ νὰ πράττῃ ὅ,τι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων κελεύει, ἡ θεωρία αὕτη εἶναι θεωρία ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐπικρατεῖ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς δὲν ἔχει δικαιώματα καὶ ἐλευθερίας, ἀλλ’ εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς θεωρεῖται ὅτι ὀφείλει νὰ δουλεύῃ καὶ ὑπηρετῇ τὸ Κράτος. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο καὶ τὸ χαράτσι, διότι ὑπεχρέωνε τὸν μὴ Ὀθωμανὸν, τὸν κατοικοῦντα ἐν Τουρκίᾳ, νὰ φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸ χαράτσι, ἔφθανε δὲ μέχρι τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ, καὶ τοῦτο ἦτο τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τιμωρίας, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἀμελοῦντα νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον του. Ἡ θεωρία εἶναι ἡ αὐτὴ, καὶ ὅταν ἀφορᾷ τὴν στέρησιν τῆς ἐργασίας τοῦ φορολογουμένου καὶ μεταβάλῃ αὐτὸν εἰς ὑπηρέτην τοῦ ταμείου· ὁσάκις δ’ οὗτος ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἀδυνατῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς ὑπηκοότητος, τὸν στερεῖ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐργάζεσθαι. Ἡ θεωρία αὕτη ἐφαρμόζεται κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐπιβάλλει μὲν τιμωρίαν τινὰ, αὔξησιν τοῦ φόρου ἐν περιπτώσει μὴ ἐμπροθέσμου πληρωμῆς, ἀλλὰ δὲν καταδικάζει τὸν φορολογούμενον νὰ ἀπολέσῃ τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον φορολογεῖται, ἢ τὸ ἐπάγγελμα, διὰ τοῦ ὁποίου ζῇ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως ὁρίζεται, ὅτι, ἐὰν δὲν αἰσθανθῇ τὸ καθῆκόν του ὁ φορολογούμενος, ὅτι εἶναι εἰσπράκτωρ τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὀφείλει, τὸ Δημόσιον τὸν τιμωρεῖ διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐπιτηδεύματός του. Ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι βεβαίως ὑγιὴς θεωρία, ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἡ θεωρία τῶν ἐθνῶν τῶν μὴ πεπολιτισμένων, ἐὰν δὲ μένωσι λείψανά τινα εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τῆς τοιαύτης φορολογίας, ταῦτα εἶναι λείψανα ἑνὸς παρελθόντος, λείψανα τὰ ὁποῖα ἐκλείπουν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τὴν φορολογίαν, ἐφ’ ὅσον βελτιοῦται ἡ ὑπηρεσία ἡ οἰκονομικὴ τῶν Κρατῶν αὐτῶν. Ἡμεῖς δ’ ἐπαναφέρομεν τὴν θεωρίαν ταύτην, ἐπιβαρύνοντες τοὺς φορολογουμένους διὰ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ἵνα ἐν τῇ δηλώσει περιέχωνται καὶ ὅσα ἀπαιτεῖ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ τοῦ ἄρθρου 1.
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν σκοπῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διότι ὁμολογουμένως εἶναι θεωρία παλαιὰ, ἀναγομένη εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἴσχυε τὸ χαράτσι. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι, διότι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον εἶναι σαφὲς (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ 1901 καὶ ἐφεξῆς ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, δι’ ὃ δὲν ὑπάρχει ὁριστικὸς φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου φορολογικοῦ καταλόγου...»
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλο εἶπον ἐγώ, καὶ ἄλλο ἀνασκευάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ εἶπον διατὶ τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος πληρόνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ καταλόγου;
§200ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τό γε νῦν ἔχον τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου πληρόνεται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ὅπως ἐφοδιασθῇ ὁ ἐπιτηδευματίας δι’ ἀδείας. Πρότερον εἴχομεν καταλόγους, τοὺς ὁποίους ἐθεωροῦμεν ἐλαττωματικῶς συντεταγμένους, καὶ δι’ αὐτὸ παρεδέχθημεν εἰς τὸν πρῶτον νόμον, τὸν ψηφισθέντα, ὅτι πρέπει ὁ ἐπιτηδευματίας νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον τῆς ἔλασσον φορολογουμένης τάξεως· ὅταν ὅμως ἔχωμεν καταλόγους ὁριστικούς, καταρτισθέντας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων, ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνεται ἡ πληρωμὴ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν.
§201ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, ἐπὶ τίνι βάσει θὰ πληρωθῇ τὸ ἕτερον ἥμισυ;
§202ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει.
§203ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ λέγετε.
§204ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία.
§205Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ φορολογούμενος, συμμορφούμενος πρὸς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1, πληρόνει τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τῆς ἧττον φορολογουμένης τάξεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην ὁ ἔφορος, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν φορολογούμενον αὐτὸν, τὸν κατατάσσει εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν μὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου. Τοῦτο εἶναι ἄδικον. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ φορολογούμενος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν, διὰ νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ ὑποθέτω ὅτι αὕτη ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πρότασιν, ἣν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς προέβαλεν, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθή. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν δύναται δὲ ν’ αὐξήσῃ ὁ φόρος ἄνευ εἰδοποιήσεως τοῦ φορολογουμένου, δυναμένου νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, δικαζομένας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐκδικαζούσης τὰ κατὰ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου παράπονα.» Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ λαμβάνῃ εἴδησιν ὁ φορολογούμενος, ὅτι κατετάχθη εἰς τὸν κατάλογον μὲ ἀνώτερον φόρον, ὥστε νὰ συμμορφώνηται πρὸς τὸν νόμον. Διότι ἠξεύρετε τί συνέβη κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου; οἱ φορολογούμενοι ἐδήλωσαν καὶ ἐπλήρωσαν τὸν ἐλάσσονα ὅρον τοῦ φόρου, διότι ὁ κατάλογος τοῦ 1899 δὲν εἶχε συνταχθῆ, καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον ὅτι ἐπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, βλέπουν αἴφνης τὸν χωροφύλακα καὶ τοὺς ὁδηγεῖ εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ἐκπροθέσμους διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἐὰν λοιπὸν τεθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα, διορθοῦται ἡ ἔλλειψις αὕτη.
§206Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι περιττὸν, διότι θὰ ἐκτεθῇ ὁ κατάλογος καὶ θὰ λάβωσι γνῶσιν.
§207ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ἄρθρον 1. Ἐν αὐτῷ δὲν λαμβάνει καμμίαν πρόνοιαν περὶ τῶν νήσων μας, πῶς καὶ ποῦ θὰ ἐπιδίδωσιν οἱ ἐν αὐταῖς ἐπιτηδευματίαι τὰς δηλώσεις αὑτῶν εἰς τὸν ἔφορον, τὸν ταμίαν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουσι, διότι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἶναι μακρὰν 5 ἕως 8 ἡμέρας, κατὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων μας. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῇ ὁ νόμος, ὅτι πρέπει νὰ μεταβαίνουν ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας διὰ νὰ ὑποβάλλωσι τὰς δηλώσεις των καὶ πληρόνωσι τὰ ἐπιτηδεύματά των.
§208Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ δηλώσεις ἐπιδίδονται εἰς τὴν πλησιεστέραν ἀρχὴν, μὴ ἐξαιρουμένου τοῦ οἰκείου δημάρχου ἢ εἰρηνοδίκου.
§209ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μίαν διευκρίνησιν ζητῶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου λέγει, ὅτι ἡ δήλωσις ἐπιδίδεται εἴτε εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον, εἴτε εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν ἢ ὑποταμίαν· τὸ τρίτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι αἱ δηλώσεις πρέπει νὰ περιέχωσι καὶ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ὁ δηλωτὴς ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ἡ βεβαίωσις αὕτη δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἐπισύναψις τοῦ διπλοτύπου τῆς πληρωμῆς τοῦ προηγουμένου ἔτους, διότι δὲν δύναται νὰ στερηθῇ αὐτοῦ ὁ φορολογούμενος, ἀφοῦ ἔχει ἀνάγκην, κατὰ τὸν νόμον, πολλάκις νὰ ἐπιδεικνύῃ αὐτό. Ὅθεν ὁ ταμίας, λαμβάνων τὴν αἴτησιν, αὐτὸς ἔχει καθῆκον νὰ βεβαιώσῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ταμίας παραλείψῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, τότε ἐπέρχονται αἱ συνέπειαι τοῦ ἑτέρου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ δήλωσις, χωρὶς νὰ φέρῃ τὴν βεβαίωσιν. Λοιπὸν θὰ δώσω τὴν δήλωσίν μου εἰς τὸν ταμίαν καὶ θ’ ἀναφέρω ἐν τῇ δηλώσει μου τὸ διπλότυπον τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τοῦ προηγουμένου ἔτους, αὐτὸς δ’ ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν βεβαίωσιν· ἀλλ’ ἂν ὁ ταμίας, εἰς τὸν ὁποῖον συσσωρεύονται ὅλαι αὗται αἱ δηλώσεις, παραλείψῃ τὴν βεβαίωσιν ταύτην, τί θὰ γείνω ἐγὼ ὁ ἐπιτηδευματίας; ποία ὑποχρέωσις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ταμίαν νὰ κάμῃ τὴν βεβαίωσιν; Οὐδεμία. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀντὶ νὰ λέγῃ τὸ ἐδάφιον, ὅτι αἱ δηλώσεις πρέπει νὰ περιέχωσι καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ταμίου, ὅτι ὁ δηλωτὴς ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ προηγουμένου ἔτους, πρέπει νὰ λέγῃ, ὅτι αἱ δηλώσεις δέον νὰ ἀναφέρωσι τὸ διπλότυπον, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ δηλωτὴς κατέβαλε κλπ.
§210Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀντικείμενον τῶν ὁδηγιῶν ἡ ἐκτέλεσις.
§211ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ λέγετε «βεβαίωσιν», ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ κάμητε καὶ δήλωσιν, ἁπλῆν ἔστω, ἀναγραφησομένην εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι βεβαίωσιν ἐννοεῖτε τὴν ἀναγραφὴν τοῦ διπλοτύπου, τοῦ βεβαιοῦντος τὴν πληρωμήν. Ἐὰν τοῦτο εἴπητε, νομίζω ὅτι ἀρκεῖ, διότι ἡ βεβαίωσις δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ταμίαν, καὶ ὁ ταμίας δυνατὸν νὰ μὴ κάμῃ αὐτήν· διατὶ νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ ἀπαραδέκτου ὁ φορολογούμενος;
§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἵνα καταστῇ εὐκρινεστέρα ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, προτείνω τὴν ἑξῆς μεταβολὴν (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1901 καὶ ἐφεξῆς ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους, δι’ ὃ δὲν ὑπάρχει ὁριστικὸς φορολογικὸς κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων, μέχρις οὗ οὗτος συνταχθῇ, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ὁριστικοῦ καταλόγου. Προκειμένου δὲ περὶ μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν ὁριστικῷ φορολογικῷ καταλόγῳ ἐπιτηδευματιῶν, ἡ πληρωμὴ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῆς ἧττον φορολογουμένης τάξεως.»
§213ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περὶ τῆς βεβαιώσεως τί φρονεῖτε;
§214ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντικείμενον ὁδηγιῶν. Οἱ ταμίαι ὑποβάλλονται εἰς πρόστιμον καὶ ἄλλας ποινάς. Ἐν ταῖς ὁδηγίαις θὰ δηλωθῇ, ὅτι, ὅταν ἐν τῇ δηλώσει ἀναφέρηται ἡ χρονολογία καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ διπλοτύπου, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου, βεβαίως ὁ ἔλεγχος ἀποβαίνει εὐχερής.
§215Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος δὲν ἀποδίδει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἔδοσεν εἰς αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεφώνησε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος...
§216ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.....
§217Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδημονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ σφάλμα εἶναι ἰδικόν του, διότι μοὶ ἀπέδωκε γνώμας καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας, οὐδέποτε εἶχον· διότι εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ φορολογούμενοι ἔπρεπε νὰ καταδιώκωνται. Ἐγὼ δὲν εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1899, ἦτο ἐντελῶς τοκογλυφικὸν καὶ ἔκτροπον· τὸ εἶπον ἀποβλέπων εἰς τὰς συνεπείας, αἵτινες ἕπονται κατὰ τῶν μὴ δυναμένων νὰ πληρώσουν ἐγκαίρως, διότι ἐκεῖνοι ἐπιβαρύνονται ὄχι μόνον μὲ τὸν φόρον τὸν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ μὲ 20% περιπλέον, καὶ ἀναγκάζεται ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἐπαχθῆ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ μειώσῃ. Ἐπίσης ἄτοπος εἶναι ὁ ψηφισθεὶς νόμος, ὁ περιέχων τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν προκαταβάλλεται ὁ φόρος· διότι ἐξαναγκάζετε τὸν φορολογούμενον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν προκαταβάλῃ τὸν φόρον, τὸν ἐξαναγκάζετε νὰ μὴ μετέλθῃ τὸ ἐπάγγελμά του, καὶ τοῦτο εἶναι ἔκτροπον, διότι ὁ νόμος, ὅταν ἐπιβάλλῃ φόρον ἐπιτηδεύματος, τὸν ἐπιβάλλει εἰς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἐπιτηδευματίας, ἐνῷ σήμερον τὸν εἰσπράττομεν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἂν θὰ μετέλθῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Κατὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἐπαχθεστάτη ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὡς καὶ ἡ διάταξις, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται ἡ πληρωμὴ 20% περισσότερον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ καταβάλῃ ἐγκαίρως τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τροπολογίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, ἐτροποποίησε τὴν τρίτην παράγραφον ἐν ἀρχῇ αὐτῆς ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1901 καὶ ἐφεξῆς παραδιδόμεναι δηλώσεις πρέπει νὰ περιέχωσι...» κλπ. Εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς πέμπτης παραγράφου προσέθηκε τὰ ἑξῆς: «Τὸ ἕτερον φύλλον τῆς δηλώσεως ἐπιστρέφεται τῷ δηλωτῇ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§219ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς διὰ πλοιαρίων μεταφέροντας καὶ πωλοῦντας ἐμπορεύματα, ζητῶ μίαν διασάφησιν. Ἐρωτῶ, ὅλα τὰ πλοιάρια αὐτὰ θὰ πληρόνουν, ἢ μόνον τὰ πλοιάρια τὰ ὁποῖα διαρκῶς, ἐπὶ μῆνας, μένουσιν εἰς τὴν παραλίαν καὶ πωλοῦσι τὰ ἐμπορεύματά των; Διατὶ τὰ πλοῖα τῆς πατρίδος μου, τῶν ὁποίων οἱ πλοίαρχοι μὲ τὸ προσωπικόν των πηγαίνουν μόνοι των καὶ κόπτουν ξύλα καὶ ἔρχονται καὶ τὰ πωλοῦν, θὰ πληρώνωσι φόρον, ἀφοῦ οἱ ὑλοτόμοι μένουν ἀφορολόγητοι; Τὰ Θηραϊκὰ πλοῖα φορτώνουν Θηραϊκὴν γῆν καὶ ἔρχονται καὶ τὴν πωλοῦν εἰς τὸν Πειραιᾶ, μένουσι δ’ ἐκεῖ ὀλίγας ἡμέρας, ἕως ὅτου πωλήσουν τὸ φορτίον των, καὶ ἔπειτα ἀναχωροῦσιν. Ὑπάρχουσιν ὅμως πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἓξ καὶ πλέον μῆνας παραμένουσιν εἰς τὸν λιμένα, εἰς ὃν καταπλέουν, καὶ πωλοῦν τὰ ἐμπορεύματά των. Αὐτὰ μένουν διαρκῶς σχεδὸν ἐκεῖ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ διασάφησις, διότι ἄλλως ὁλόκληρον τὸ ναυτικὸν τῶν μικρῶν καὶ μεγάλων πλοίων θὰ πληρόνῃ ἐπιτήδευμα· δὲν βλέπω δὲ τὴν ναυτιλίαν αὐξάνουσαν ἢ προοδεύουσαν τόσον πολὺ, ὥστε νὰ τῇ ἐπιβάλωμεν καὶ φόρον· οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως τῇ προσθέσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν φόρον, κατόπιν μάλιστα τοσούτου λόγου καὶ τόσων συζητήσεων, ἃς ἡ Βουλὴ προχθὲς ἔκαμε πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας.
§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι πολλοὶ πλοίαρχοι, καταγινόμενοι εἰς τοιαύτην ἐργασίαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας. Γνωρίζω ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ὅτι φορτόνουσι πέπονας, ὑδροπέπονας ἢ ντομάταν καὶ διάφορα χόρτα, καὶ ἔρχονται εἰς Πειραιᾶ ἢ ἀλλαχοῦ καὶ πωλοῦσιν αὐτὰ λιανικῶς ἢ χονδρικῶς οἱ πλοίαρχοι· αὐτοὶ δὲ εἶναι πολὺ πτωχοὶ ἄνθρωποι, καὶ πολλάκις, ἐνῷ ἐμπορεύονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ζημιοῦνται. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δίκαιον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοιαύτην φορολογίαν; Ἀφοῦ οἱ ναυτιλλόμενοι ὑποβάλλονται εἰς μίαν φορολογίαν, δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόσθετον.
§221Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται μόνον περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουν τὰ πλοῖά των εἰς ἐμπορικὰ καταστήματα, ὄχι δὲ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται, ὅπως μείνωσιν ὀλίγας μόνον ἡμέρας, ἵνα πωλήσουν ἀμέσως τὸ φορτίον των, εἴτε πέπονες εἶναι τοῦτο, εἴτε Θηραϊκὴ γῆ κλπ.
§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ἑξῆς, ὑποβάλλω. Τὸ ἄρθρον 2 ὁμιλεῖ οὐ μόνον περὶ τῶν πλανοδίων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐν ὑπαίθρῳ μεταπρατῶν, παρ’ ἀμφοτέρων δὲ ἀπαιτεῖ, ὅπως προπληρόνηται ὁλόκληρος ὁ φόρος τοῦ ἔτους. Ὁ φόρος διὰ τοὺς πλανοδίους, ὅταν ἐξαιρέσῃ τις τινὰς, τοὺς ὁποίους δὲν εὑρίσκει ἐξαιρουμένους ἐν τῷ ἄρθρῳ, καὶ τοὺς ὁποίους ἐξαιρεῖ ὁ Γαλλικὸς νόμος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι οὐδὲν ἔχει τὸ ἄτοπον. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν ὑπαίθρῳ μεταπράτας, ὑπάρχει τι τὸ ἄτοπον νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς τὴν προπληρωμὴν τοῦ φόρου ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, ἐνῷ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐπιτηδευματίας ζητοῦμεν τὸ ἥμισυ μόνον νὰ προκαταβάλωσιν· εἶναι ἄτοπον, λέγω, καὶ ἄδικον, διότι ἐπὶ τῶν ὑπαιθρίων μεταπρατῶν δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐπὶ τῶν πλανοδίων, οἱ ὁποῖοι δύνανται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀπέλθουν. Τοῦτο ἔχει καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος, ὅστις οὐ μόνον τοὺς μεταπράτας τοὺς ἐν ὑπαίθρῳ ὑποβάλλει εἰς τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἐξαιρεῖ καὶ πολλοὺς τῶν πλανοδίων παντὸς φόρου, ἐξ ὧν τινας δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς, ἂν ἐγκρίνῃ, τοὺς περιλάβῃ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις. Οὕτω τοὺς μεταπράτας τοὺς ἐν ὑπαίθρῳ ὑποβάλλει εἰς τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ φόρου, ἐξαιρεῖ ὅμως τοὺς κρεοπώλας, τοὺς παντοπώλας καὶ ἄλλους τινὰς μεταπράτας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μόνιμον ἔκθεσιν (étal) ἢ μονίμους θέσεις ἐν ταῖς ἀγοραῖς, ὅλους δὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς πωλητὰς σαρώθρων, ἀγαλματίων, ἰχθύων, τυρῶν, ὠῶν, χόρτων, καρπῶν, βουτύρου καὶ ἄλλων μικρῶν βρωσίμων εἰδῶν, ἐξαιρεῖ παντὸς φόρου. Πάντας τούτους ἄδικον εἶναι νὰ φορολογῇ ὁ νόμος, ὡς καὶ τοὺς ὁμοίους μονίμους ἐπιτηδευματίας, ἀλλ’ ἔτι ἀδικώτερον νὰ ὑποβάλλῃ εἰς προκαταβολὴν τοῦ ὅλου φόρου.
§223ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὰ πλοιάρια τί ἔγεινεν;
§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου ἀφορᾷ εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ πλοιάρια, τὰ ὁποῖα μεταβάλλονται εἰς καταστήματα ἐμπορικά· περὶ ἐκείνων μόνον πρόκειται.
§225Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ ὄγκος τοῦ πλοιαρίου.
§226ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, ἓν ἄλλο παράδειγμα. Τὰ κάρβουνα...
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Ράλλης.
§228Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει μὲ τὴν μικρὰν ἡμῶν ναυτιλίαν. Δὲν δύνανται βεβαίως τὰ μικρὰ αὐτὰ πλοιάρια καὶ οἱ κυβερνῆται αὐτῶν νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῇν, μένοντα εἰς τοὺς λιμένας, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι νηολογημένα, καὶ ἐντεῦθεν ἀναγκάζονται νὰ μετέλθουν αὐτὸ τὸ ἐμπόριον, προσεγγίζοντες εἰς διαφόρους λιμένας. Λαμβάνουν λοιπὸν προϊόν τι καὶ τὸ μεταφέρουν εἰς ἄλλον λιμένα, ὅπου τὸ πωλοῦν. Βεβαίως αὐτὸ ζημιοῖ τοὺς ἐμπόρους ἐκείνου τοῦ λιμένος, ὅπου οἱ πλοίαρχοι αὐτοὶ καταφεύγουν πρὸς πώλησιν τοῦ προϊόντος των· ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν ἕπεται, ὅτι οὗτοι πρέπει ἐκ νέου νὰ φορολογηθῶσιν.
§229Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν φορολογοῦνται, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πλοιάρια εἶναι κάτω τῆς χωρητικότητος, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς ἐπιβολὴν φόρου.
§230Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ μέσον αὐτό;
§231ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ τελευταία παράγραφος.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 ἀναγινώσκεται).
§234ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδηλώσατε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δέχεσθε τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 13, καὶ εἶναι καταργητέον τοῦτο μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 7. Διὰ τοῦτο λοιπὸν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου ͵ΒΦϞΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 καταργεῖται.»
§235Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι θὰ συνήνουν εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐγὼ ζητῶ νὰ ὑποβάλω εἰς φόρον πολλοὺς ἐπιτηδευματίας, εἶπον, ὅτι δὲν προτείνω τοῦτο ἐκ λόγων ταμιευτικῶν. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1899.
§236ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δύο λέξεις παρακαλῶ. Ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν καὶ ἀνέπτυσσον τὰς μεταρρυθμιστικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου, τότε κατὰ συγκυρίαν εἴπετε ὑμεῖς: «Ἐγὼ συναινῶ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 13». Ὑπέλαβον λοιπὸν, ὅτι ἐνοεῖτε ὅτι ἠθέλετε συναινέσει εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲ ἐπῆλθεν ἡ παρατήρησις, θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἡ αἴτησίς μου εἶναι δικαία. Ἄλλως εἶναι περιττὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι τὸ ἄρθρον 4 καθιστᾷ ἐπαχθέστερον τὸν νόμον. Ἰδοὺ διατί· διότι πάλιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα αἴτησις σχέσιν ἔχουσα πρὸς οἱονδήποτε ἐπιτήδευμα, ἂν δὲν προσάγηται δήλωσις τοῦ ἐπιτηδεύματος ἐκείνου, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ζητεῖται διὰ πολλὰ ἐπαγγέλματα, ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι ἐξασκούμενα, φόρος, ἀλλὰ ζητεῖται μόνον διὰ τὸ ἐπιβαρυνόμενον μὲ τὸν μείζονα φόρον. Ζητεῖται δηλαδὴ ἓν καὶ μόνον ἐπιτήδευμα. Τότε τίς ἡ ἀνάγκη τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου; Τὸ ἄρθρον 13 εἶναι ἡ κύρωσις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου, ὁ μετερχόμενος πολλὰ ἐπιτηδεύματα εἰς ἓν ἢ πολλὰ καταστήματα ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ πολλὰς δηλώσεις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου, διὰ πᾶσαν ἐνοχὴν, διὰ πᾶσαν δίκην ἔχουσαν σχέσιν μὲ οἱονδήποτε ἐπάγγελμα, πᾶσα αἴτησις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐὰν δὲν προσαχθῇ δήλωσις διὰ τὸ ἐπιτήδευμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν ὁπωσδήποτε ἡ δίκη.
§237ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§238ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§239ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω...
§240ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἡ διαταγή σας δὲν ἔχει τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τοὺς ἐφόρους. Ἐγὼ π. χ. εἶμαι δικηγόρος καὶ τοκιστής. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ πληρώσω τὸ ἐπιτήδευμα ἢ τοῦ δικηγόρου ἢ τοῦ τοκιστοῦ· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ζητήσω ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου δικηγορικὰ δικαιώματα, ἢ δὲν δύναμαι τὰ χρήματά μου νὰ τὰ εἰσπράξω, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου. Μὴ νομίζετε ὅτι ἡ δι’ ἐγκυκλίου διαταγή σας πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ ὕπαρξις λοιπὸν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου εἶναι ὅλως περιττή. Διατί; Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγνώσθη ἀκόμη, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἰδοὺ τί ζητεῖται (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι ἐξασκῶν πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐπιτηδεύματα ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου διὰ τὸ ἐπάγγελμα, ὅπερ συνεπάγεται τὴν ἀνωτέραν φορολογίαν...» Ἐγὼ π. χ. ἐνασκῶ πολλὰ ἐπιτηδεύματα, τὸ μεγαλείτερον δὲ ἐπιτήδευμα τὸ πληρόνω ὡς δικηγόρος· ἀλλ’ ἀγωγή μου ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, σχέσιν ἔχουσα μὲ τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα μετέρχομαι, πῶς θὰ γείνῃ δεκτή, ἂν δὲν προσαχθῇ δήλωσις, ὅτι μετέρχομαι ἐκεῖνα τὰ ἐπαγγέλματα, ἐξ ὧν προέρχεται αὕτη; Προσέξατε εἰς τοῦτο πολύ...
§241ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἕνα φόρον θὰ πληρώσῃ ὁ ἐπιτηδευματίας, τὸν ἀνώτερον.
§242ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου. Λοιπόν, ἐὰν δὲν κατηργήσητε τὸ ἄρθρον 13, ματαιοπονοῦμεν συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον.
§243ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
§244ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ νόμος, δὲν εἶναι ἡ γνώμη μου.
§245ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 ὑποχρεοῖ τὸν παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος...
§246ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος.
§247ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ... Παρενοήθη μία ἄλλη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο, δι’ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα μετήρχετό τις, νὰ γείνῃ χωριστὴ δήλωσις. Αὕτη κατηργήθη, ὁ δὲ ἐπιτηδευματίας ὑποχρεοῦται νὰ δίδῃ μόνον μίαν δήλωσιν. Ἑπομένως θὰ λαμβάνῃ μίαν ἄδειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀναφέρωνται καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐπιτηδεύματα. Θὰ παρουσιασθῇ π. χ. ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἷς, μετερχόμενος τὸν δικηγόρον καὶ ἔχων νόμιμον ἄδειαν πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματός του, ὡς ἐνάγων πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένων αὐτῷ δικαιωμάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ αὐτῷ ὁ Πρόεδρος, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται δεκτὴ ἡ ἀγωγή του.
§248ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου, ἵνα ἀντιληφθῆτε, Κύριοι, τί ἐννοῶ ἐγὼ καὶ τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία αἴτησις ἀφορῶσα εἰς ἀναγνώρισιν ἢ ὑπεράσπισιν δικαιωμάτων ἢ ἀπαιτήσεων, προερχομένων ἐκ δοσοληψίας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν ἐμπορίου βιομηχανίας ἢ ἐπιτηδεύματος ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων, ἢ ἔχουσα σχέσιν πρὸς ταῦτα, γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἢ ἄλλων ἀρχῶν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παρόντος νόμου ἀδείας, καί, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο τελευταίας τριμηνίας τοῦ ἔτους, τοῦ ἀποδεικτικοῦ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.»
§249ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐπλήρωσε φόρον ἐπιτηδεύματος;
§250ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε δικηγόρος καὶ πληρόνετε ἐπιτήδευμα δικηγόρου. Κάμνετε μίαν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας· ἡ ἀγωγή σας εἶναι ἀπαράδεκτος... (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§251ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§252ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, κάμετε ἡσυχίαν.
§254Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἄλλην ἀπορίαν γεννᾷ τὸ ἄρθρον 4. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διὰ νὰ ἀναγνωρισθῶσι δικαιώματα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἑνὸς ἐπιτηδευματίου οἱουδήποτε, πρέπει οὗτος ἀπολύτως νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου. Ἡ διάταξις αὕτη μένει ἀκεραία, καὶ πᾶς ἐπιτηδευματίας, παρουσιαζόμενος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ ζητῶν τὴν ἀναγνώρισιν δικαιωμάτων του, ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἐνῷ μένει ἀκεραία ἡ διάταξις αὕτη, ἔρχεται ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ προσαγωγὴ τῆς ἀδείας καὶ τοῦ ἀποδεικτικοῦ πληρωμῆς τοῦ φόρου διατάσσεται μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ ταμίου, ἢ καὶ τῇ αἰτήσει τρίτου τινός...» Ἐνῷ λοιπὸν μένει ἀκέραιον τὸ ἄρθρον 13, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἡ παρουσίασις τῆς ἀποδείξεως τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ὅπως ἀναγνωρισθῶσι δικαιώματα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἔρχεται ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἡ προσαγωγὴ τῆς ἀποδείξεως πληρωμῆς τοῦ φόρου, παρὰ μόνον ἐὰν τὸ ζητήσῃ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἢ ὁ ταμίας.
§255Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βαρύνεται ἡ θέσις των, κύριε Βουλευτά;
§256Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅταν τὸ ζητῇ εἷς ἰδιώτης, ἡ αἴτησις δὲν γίνεται δεκτή, ἐὰν μὴ συνοδεύηται ὑπὸ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ταμίου περὶ τῆς παρανόμου ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος.
§257ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βαρύνεται ἡ θέσις του.
§258Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπόλυτος διάταξις, ἡ ὁποία μένει ἀκεραία, εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει.
§259ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμᾶτε τὴν ἀπάλειψιν;
§260Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ προτιμῶ καὶ θεωρῶ καλλίτερον νὰ λείψῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀφίνει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ταμίου ἢ τοῦ ἐφόρου νὰ εὐνοήσῃ ἢ μὴ ἕνα οἱονδήποτε ἐπιτηδευματίαν καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ ἢ μὴ τὴν προσαγωγὴν τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιτηδευματίου. Πᾶς ἐπιτηδευματίας, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐφόρου. Γνωρίζει ἑπομένως, ὅτι ὑποχρεοῦται εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει ὄντως ἰσότης δικαιοσύνης. Ἡ ὑποχρέωσις εἶναι βαρεῖα, ὅπως καὶ ἡ φορολογία, ἀλλὰ τουλάχιστον ὑποχρεοῦνται πάντες, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι αὕτη δὲν μεταβάλλει τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος ἄρθρου, ὁ ἐπιτηδευματίας δὲν γνωρίζει, ἂν ἀπαιτεῖται ἢ μὴ ἡ παρουσίασις τῆς ἀποδείξεως πληρωμῆς τοῦ φόρου· θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ἂν τρίτος τίς ζητήσῃ τοῦτο, θὰ καταφύγῃ εἰς τὸν ταμίαν ἢ τὸν ἔφορον. Πλάττεται οὕτω μία νέα ἐξουσία, καὶ νέα ἐξουσία ὑπαλλήλου φορολογικοῦ, δυναμένου νὰ ζητήσῃ ἢ μὴ ἀπὸ τὸν φορολογούμενον τὴν προσαγωγὴν τῆς ἀποδείξεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ ὑφισταμένη διάταξις.
§261ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ τρίτος, ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν, θὰ λάβῃ πιστοποιητικὸν τοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ταμίου.
§262Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τῇ τελευταίᾳ ὅμως περιπτώσει, ἡ αἴτησις δὲν γίνεται δεκτή, ἐὰν δὲν συνοδεύηται ὑπὸ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ταμίου περὶ παρανόμου ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος.»
§263ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπόν;
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Καραπάνον). Δὲν εἶσθε μελετημένος, φαίνεται (ἱλαρότης).
§265Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως ἀξιέπαινος, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ νομοθέτου, ὅπως ἐπιτυγχάνηται ὅσον δυνατὸν πλερεστέρα ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ εἴσπραξις, νὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ ἀναιρῶσιν ἄλλα δικαιώματα τοῦ φορολογουμένου πολλῷ σπαιδαιότερα καὶ πολυτιμότερα. Διὰ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων πράγματι ἐπεζητήθη ἡ ἐξασφάλισις τῆς πληρεστέρας βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου αὐτοῦ καὶ ἡ ἴση ἀληθῶς διανομή, διότι πρότερον ὁμολογουμένως δὲν εἰσεπράττετο παρ’ ὅλων τῶν φορολογουμένων ὁ φόρος οὗτος· ἀλλὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπενόησε πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ του, νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ὑπερβολικὰ, ἀναιροῦντα, ὡς εἶπον πρότερον ἄλλοι ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος, δηλαδὴ τοῦ διὰ τῆς ἐργασίας πορισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, νομίζω ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, προσθήκη τοῦ ὁποίου εἰσάγεται διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρνῆται ἡ Πολιτεία εἰς οὐδένα. Ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου, τῆς ἀρνήσεως τῆς δικαιοσύνης, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ἰσχύοντος νόμου παρέχει ἀφορμὴν πρὸς ἐπαύξησιν τῆς στρεψοδικίας, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον δυσφημίζεται ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ παρ’ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας παρέχουσιν ἀφορμὰς εἰς πολλὰς εὐκολίας πρὸς στρεψοδικίαν καὶ παρέλκυσιν τῶν δικῶν...
§266ΑΓ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ οἱ δικηγόροι.
§267ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὄχι οἱ δικηγόροι, κύριε Μεταξᾶ. Οἱ δικηγόροι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι τοιαῦται, καὶ διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ψηφίζετε καὶ ὑποστηρίζετε, ἐπαυξάνετε τὰς πηγὰς τῆς στρεψοδικίας, ἀντὶ νὰ προσπαθῆτε διὰ παντὸς τρόπου νὰ βελτιώσητε τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅπως καὶ αὐτοὶ οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ὡς νομίζετε, νὰ στρεψοδικῶσι, μὴ εὑρίσκωσιν ἔδαφος πρόσφορον εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν στρεψοδίκων διαθέσεών των. Εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν, καὶ ὄχι νὰ παρεμβάλλωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς φορολογικοὺς νόμους εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν πρὸς περισσοτέραν περιπλοκὴν τῶν διατάξεων αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο κυρίως ἐπιμένω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, τὴν ἀνάμιξιν φορολογικῶν νόμων εἰς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι πολὺ θὰ βλάψῃ τὴν δικαιοσύνην ἡ δημιουργία νέων ἀφορμῶν πρὸς στρεψοδικίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἀντὶ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν εἰσάγει διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§268ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό.
§269ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο θεωρῶ ὀρθότερον καὶ λογικώτερον, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ παραδεχθῇ.
§270Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μὲ προέλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος, διότι ἀκριβῶς εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα θέλω νὰ καταλήξω. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὸ ἄρθρον 13 τοῦ κρατοῦντος νόμου, τοῦ ὁποίου τροποποίησιν εἰσάγει διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κακῶς ἐψηφίσθη τότε καὶ κακῶς λειτουργεῖ...
§271Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε τὸ εἶπον ἐγὼ τότε, δὲν τὸ ὑπεστήριξε κανείς.
§272ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅπως ἐψηφίσθη τότε, τὴν νύκτα ἐκείνην!...
§273Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολλάκις, Κύριοι, ἐνταῦθα ἀκούομεν, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν διαφόρων νομοσχεδίων εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ, ἀλλὰ πολλάκις ἡ μομφὴ αὕτη ῥίπτεται ὅλως τυχαίως· ἐν τῇ συζητουμένῃ ὅμως διατάξει θὰ σᾶς πείσω, ὅτι ὀρθῶς ἐλέχθη τοῦτο. Διὰ νὰ κατανοήσωμεν τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως, πρέπει νὰ κατανοήσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Τὸ ἄρθρον 13, τὸ περιέχον τὴν κύρωσιν καὶ κλεῖδα τοῦ ὅλου νόμου,—ὡς εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε πρὸ ὀλίγου τὸν παρεκάλεσα νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου,—τὸ ἄρθρον 13, λέγω, τί ἄλλο καθιεροῖ ἢ τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐδήλωσε τὸ ἐπιτήδευμα αὑτοῦ, τίθεται ἐκτὸς τοῦ νόμου; Λάβωμεν ἓν παράδειγμα. Εἶσθε ἐπαγγελματίας, οἱοσδήποτε, καὶ λαμβάνετε μίαν παραγγελίαν παρ’ ἑνὸς πολίτου καὶ τὴν ἐκτελεῖτε,—μὴ λησμονοῦμεν δὲ, ὅτι οἱ πονηροὶ ἐπωφελοῦνται ἐκ τῶν νόμων· ἐνῷ οἱ ἀγαθοὶ προσκρούουσι φανερῶς εἰς τοὺς νόμους, οἱ πονηροὶ παρακάμπτουσι τούτους καὶ ὠφελοῦνται.—Λαμβάνετε λοιπὸν μίαν παραγγελίαν καὶ τὴν ἐκτελεῖτε· ἀλλὰ δὲν ἔχετε δήλωσιν, διότι δὲν συνεμορφώθητε πρὸς τὸν νόμον.—Τὸ ὅτι πάντες ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν τοὺς νόμους, εἶναι βεβαίως μία fictio, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ πολῖται, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ Πολιτεία· ἀλλ’ εἶναι πλάσμα μόνον.—Λοιπὸν ὁ ἀγαθὸς πολίτης δὲν ἐγνώριζε τὸν νόμον, δὲν ἐδήλωσεν ἑπομένως τὸ ἐπιτήδευμά του· ὁ πονηρὸς παραγγέλλει εἰς αὐτὸν μίαν παραγγελίαν πέντε, δέκα, εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν· ἐκτελεῖ τὴν παραγγελίαν ὁ ἀγαθὸς πολίτης, καὶ τὴν λαμβάνει ὁ πονηρὸς, ὅστις κατόπιν ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ. Ὁ ἐκτελέσας τὴν παραγγελίαν χρηστὸς πολίτης ἐνάγει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὸν δυστροποῦντα, ἀλλ’ ὁ πονηρὸς πρὸ τῶν δικαστηρίων ποιεῖται τὴν ἔνστασιν: «Κύριε, δὲν ἔχετε ἀγωγήν.—Μὰ διατί;—Διότι δὲν συνεμορφώθητε πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔναγχος ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἐν μεσονυκτίοις ὥραις, καὶ δὲν ἐδηλώσατε τὸ ἐπιτήδευμά σας.» —Καὶ ἡ ἀγωγὴ ἀπορρίπτεται διὰ τὸν λόγον τοῦτον! Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸν τὸν πολίτην, καὶ τότε ἀκόμη, μετὰ τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς του, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον, νὰ πληρώσῃ καὶ καταστήσῃ τὴν ἀγωγήν του παραδεκτήν;
§274Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§275Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τότε ἡ διάταξίς σας ἴσως θὰ ἦτο συνταγματική. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἀκριβῶς ταύτην ζητῶ τὴν βελτίωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποκλειστικῶς ἀρνῆσθε πᾶσαν ἀγωγὴν εἰς πᾶσαν σχέσιν, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐξ ἐπιτηδεύματος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καθ’ ὃ τὸ ἐπιτήδευμα αὑτοῦ ὁ ἐπιτηδευματίας ἐξήσκησε παρὰ τὸν νόμον;... Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 13, εἶναι δυνατὸν τοιαύτην διάταξιν νὰ περιέχῃ νόμος ἐλευθέρου Κράτους; Εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ τίθηνται ἐκτὸς τῶν νόμων οἱ πολῖται; Εἶναι δυνατὸν, Πολιτεία, τῆς ὁποίας βάσις εἶναι πρωτίστως ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἀρνῆται δικαιοσύνην εἰς τοὺς πολίτας;
§276Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ εἰς τὸν προηγούμενον νόμον ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ ἣν ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν δικηγόρον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του, ἂν δὲν ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§277ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη ἐνέχει πολλοὺς κινδύνους δικαστικούς. Καὶ κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσιν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου καὶ τοῦ κ. Δραγούμη, ἀπηλείφθη ἡ τοιαύτη διάταξις ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου. Φαντασθῆτε ὅτι κατ’ αὐτὴν δὲν θὰ δύναταί τις νὰ καταγγείλῃ τινὰ καὶ ἐπὶ κλοπῇ, ἂν ἀντιταχθῇ αὐτῷ ἡ ἔνστασις, ὅτι ὡς ἐπιτηδευματίας δὲν ἐπλήρωσε τὸν φόρον! Ἀφοῦ ἔχετε τόσας ἄλλας αὐστηρὰς ῥήτρας, διατὶ προσθέτετε καὶ ταύτην, ἥτις θὰ γεννήσῃ δίκας;
§278Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπορῶ, πῶς γίνεται τόσος λόγος περὶ διατάξεως, ἥτις ἐφηρμόσθη.
§279ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν τὴν ἐφήρμοσαν τὰ δικαστήρια. (Θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν).
§280Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ προαγορεύσαντες κ. Βουλευταὶ ἐκ Μαντινείας καὶ ἐκ Ναυπλίας ἔχουσι δίκαιον. Ὑποθέσατε ὅτι εἰσάγεται ὑπόθεσις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· αὕτη θὰ δικασθῇ ἴσως μετὰ 5 ἔτη· ἐν τῷ μεταξὺ ἀποθνήσκει ὁ ἐνάγων, ὅστις δὲν προσήγαγε τὴν ἀπόδειξιν πληρωμῆς τοῦ φόρου. Ἡ ἀγωγή του εἶναι ἀπαράδεκτος. Παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε ἀπὸ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ (Θόρυβος).
§281Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσα ἐλέχθησαν εἶναι ὑπερβολαί. Φόβους μόνον παρουσιάζουσιν οἱ ἀντιλέγοντες καὶ σκιὰς (Θόρυβος).
§282ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου εἶχε λόγον ὑπάρξεως (Θόρυβος).
§283Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποσύρομεν τὸ ἄρθρον (Θόρυβος). Σεῖς συζητεῖτε, ὅπως καταψηφίσητε τὴν ἀρχήν, ἐφ’ ἧς βασίζεται ὁ τελευταῖος νόμος. Τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν. Δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι πρὸς τοιαύτην συζήτησιν. Σεῖς θέλετε νὰ καταργήσητε τὸν ὑφιστάμενον νόμον· ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἐὰν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐννοεῖτε νὰ συζητήσωμεν, ἡμεῖς ἀποσύρομεν τὸ νομοσχέδιον (Θόρυβος).
§284ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτα πείσματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα (Θόρυβος).
§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε χθὲς ἐζητήσατε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ συνήνεσα, δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τέσσαρας ὥρας ὁ ὑφιστάμενος νόμος. Ἑπομένως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον (Θόρυβος).
§286ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία θὰ πείσῃ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀποσύρῃ τὴν δήλωσίν του... (διαλογικαὶ συζητήσεις).
§287Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀποσύρω τίποτε.
§288ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐβλέπετε, ὅτι αἱ γινόμεναι συζητήσεις ὁρμῶνται ἀπὸ σκοποῦ νὰ παρεμποδίσωσι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἴχετε δίκαιον· ἀλλὰ βλέπετε ὅτι γίνονται πρὸς βελτίωσιν τοῦ νόμου, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι πολλαὶ τῶν προτάσεων ἡμῶν ἐγένοντο δεκταί· ἀφοῦ δὲ παραμένομεν ἐνταῦθα, ἐργαζόμενοι καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ συζητοῦμεν οὐχὶ ὅπως παρεμποδίσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως εὐκολύνωμεν αὐτὸ, δὲν ἔχει λόγον ἡ δήλωσις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἂν τὰ νομοσχέδια ἔρχωνται ἀτελῆ. Ἡμεῖς συζητοῦμεν χάριν τοῦ λαοῦ, καὶ σεῖς λέγετε πρὸς ἡμᾶς: «ἢ παύετε τὴν συζήτησιν, ἢ ἀποσύρομεν τὸ νομοσχέδιον». Τοιαύτη τακτικὴ δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὴ (Θόρυβος).
§289Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἑκατέρωθεν παρεξήγησις. Ἡ ὥρα, καθ’ ἣν συζητοῦμεν, ἡ ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν ἐπὶ θέματος θίγοντος εἰς τὰ καίρια τὰς πεποιθήσεις τῶν πολλῶν ἤγαγον εἰς συζήτησιν ζωηροτέραν καὶ ἐπανάληψιν τοῦ λόγου πολλάκις ὑπὸ τῶν αὐτῶν, παρὰ τὸν Κανονισμόν. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βελτιοῖ σπουδαίως τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν· εἶναι λοιπὸν συμφέρον εἰς πάντας, ἂν ἔχῃ ἀτελείας τινὰς, νὰ τὰς ἀποκρούσωμεν ἐν ἠρεμίᾳ, καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου δὲν ἔχω τόσους φόβους, ὅσους ἐξεδήλωσαν οἱ προαγορεύσαντες, καὶ νομίζω ὅτι τὸ παρελθὸν ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τοῦ λόγου μου, καίτοι γνωρίζομεν τὰς τάσεις πρὸς στρεψοδικίαν, αἵτινες ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπορρίψεως. Οὐδὲν δικαίωμα ἀπόλλυται· ἡ ἀγωγὴ, δὲν σημαίνει ἡ διάταξις ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ μόνον, ὅτι ἀναστέλλει τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ τὸ Δικαστήριον, καὶ παραπέμπει τὸν μὴ ἔχοντα τὴν ἀπόδειξιν, ἵνα λάβῃ αὐτὴν καὶ ἐπανέλθῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐνέχει δυσχερείας τινὰς ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, καὶ θὰ ὑπάρξωσι καὶ ζημίαι, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τὸ ἐλαττωματικὸν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι αὐταὶ ζημίαι εἶναι ἁμαρτήματα τοσοῦτον μεγάλα, ὥστε δι’ αὐτὰ νὰ ἀνατραπῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἄλλως εἶναι ὠφέλιμον. Ἂν ἐγὼ προέκειτο νὰ κυβερνήσω τὴν ὑπόθεσιν, ἴσως θὰ ἐπειθόμην ὅτι ἄνευ μεγάλης ζημίας ἠδύνατο νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι σήμερον, ἐξ ὅσων ὑπεχρεώθησαν νὰ καταβάλωσι τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, σπανιωτάτη περίπτωσις θὰ ὑπάρξῃ, καθ’ ἣν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων θέλει ἐμφανισθῆ τις μὴ ἔχων καταβεβλημένον τὸν φόρον τοῦτον. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται τὴν διαγραφὴν, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ματαιωθῇ ἡ ὅλη συζήτησις.
§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τοῦδε νομίζω, ὅτι οὐδὲν παράδειγμα εἴδετε πείσματος κατὰ τὰς συζητήσεις· ἀπ’ ἐναντίας ὑπεχώρησα, καὶ πέραν ἴσως τοῦ δέοντος, εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις, ἡ Κυβέρνησις δ’ ἔχει δώσει ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου δεῖγμα τῆς ὑποχωρήσεως ταύτης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ἀριθμὸν 49 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐδέχθημεν νὰ προτιμηθῇ. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ὥρας ἀκούω συζητήσεις περὶ φόρων ἐν γένει, περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἐν γένει δὲ παρεστάθημεν ὡς θέλοντες νέους φόρους νὰ ἐπιβάλωμεν, ἐνῷ παρουσιάζομεν νόμον ἀπαλλάσσοντα τοῦ φόρου· καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦσι συζητοῦντες ἐπὶ τέσσαρας ἤδη ὥρας! Νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα, ὅταν γιγνώσκῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἔχομεν πολλὰς συνεδριάσεις ἀκόμη, ὅπως ἐργασθῶμεν, νὰ ἐρωτήσω, εἶναι ὠφέλιμος ἡ συζήτησις αὕτη; εἶναι πρέπον νὰ συζητῶμεν τὴν ὥραν ταύτην περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἐὰν εἶναι φόρος βαρύνων τὸ εἰσόδημα; Εἶναι σύστημα αὐτὸ συζητήσεως νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως ἑνὸς νόμου; Νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ συζητῆτε, καὶ πᾶς, ὅστις παρηκολούθησε τὴν συζήτησιν ταύτην, θὰ μὲ ἐδικαίωσε, παρακαλοῦντα νὰ παύσωσιν αἱ συζητήσεις αἱ μὴ σχετικαὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§291Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 4, ἀντὶ «Ἡ προσαγωγὴ τῆς ἀδείας καὶ τοῦ ἀποδεικτικοῦ πληρωμῆς τοῦ φόρου διατάσσεται μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου...» κλπ. νὰ τεθῇ: «Ἡ προσαγωγὴ τοῦ ἀποδεικτικοῦ πληρωμῆς τοῦ φόρου διατάσσεται ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου...» κλπ.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§293Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τινὰ ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου σήμερον, ἰδίως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, μετεβλήθησαν. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ εἰς ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶναι μεταβεβλημένα. Ἐννοεῖτε ὅτι ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν μεταβολήν;
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§295Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνταῦθα ἠδύνατο νὰ γείνῃ μία διόρθωσις, δηλ. νὰ ἀναγραφῇ φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων καταστημάτων 2%, ἐὰν ὁ ἐτήσιος μισθὸς ἢ αἱ ἀποδοχαὶ ἑκάστου αὐτῶν ἀνέρχωνται εἰς δρ. 1000 ἕως 3000.
§296Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μέχρι τοῦδε, προκειμένου νὰ κανονισθῇ ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν ὑπαλλήλων ἑνὸς καταστήματος, ἔπρεπε ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ κατ’ ἐπώνυμον οἱ ὑπάλληλοι ἑκάστου ἐπιτηδευματίου, ἐργοστασιάρχου ἢ ἐμπόρου. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ Α μεγαλέμπορος εἶχεν ὑπαλλήλους τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα, κατ’ ὄνομα ἀναγραφομένους· ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεχώρει ἐκ τοῦ καταστήματος ὁ δεῖνα ὑπάλληλος, ὁ δὲ ἐπιτηδευματίας καταστηματάρχης προσελάμβανεν ἕτερον ὑπάλληλον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἦτο ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν νέαν. Ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἀπαλλάσσει τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸν ἔμπορον, ὁρίζον ὅτι ἅπαξ θὰ δηλώσῃ ὁ προϊστάμενος ἐπιτηδευματίας τοὺς ὑπαλλήλους του κατ’ ἀριθμόν.
§297ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν ἄλλοις λόγοις ὁ φόρος μεταφέρεται εἰς τοὺς καταστηματάρχας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7).
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§299Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, νομίζω, εἶχεν ἐρωτηθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοὺς χαρακτηρίζει ὡς ἐπιτηδευματίας, καὶ ἀπήντησεν ὄχι. Τὸ ἄρθρον 8 λέγει: «Ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες, μὴ ὄντες ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπῶλαι, πωλοῦσιν ἐν πλείοσι τῆς μιᾶς ἀποθήκης, εἴτε αὐτοπροσώπως εἴτε δι’ ὑπηρετῶν, τοὺς ἐκ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν προερχομένους οἴνους, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ΒΦΚΔʹ τῆς 30 Ἰανουαρίου 1899, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν φόρον τῶν διατηρούντων πολλὰ καταστήματα ἐπιτηδευματιῶν.» Ἤτοι ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ πωλοῦντες ἐν ταῖς κατοικίαις αὐτῶν τὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν προερχόμενον οἶνον. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωσι καὶ πωλῶσι τὸν οἶνόν των τοῦτον ὄχι ἐν ταῖς κατοικίαις αὑτῶν, ἀλλ’ ἐν ἀποθήκῃ τινί, θὰ πληρόνωσι φόρον ἐπιτηδεύματος;
§300Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μέχρι τοῦδε οἱ ἀμπελοκτήμονες οἱ πωλοῦντες τὸν οἶνόν των λιανικῶς ἐπλήρονον φόρον· τώρα ἀπαλλάσσονται.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§302Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ἐνέχει τι τὸ ἄδικον· διότι, ἐάν τις ἐπιτηδευματίας ἀναγκασθῇ τὸ προηγούμενον ἔτος ν’ ἀφήσῃ τὸ ἐπιτήδευμά του, καταδικάζεται νὰ μὴ ἀναλάβῃ οἱονδήποτε ἄλλο ἐπάγγελμα εἰς τὸ μέσον τοῦ ἑπομένου ἔτους· διότι, ἐὰν θελήσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους, θὰ πληρώσῃ φόρον ἐπιτηδεύματος δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§304Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τοὺς ἀγωγεῖς. Οἱ ἀγωγεῖς ὑπάγονται εἰς τὴν Γʹ κατηγορίαν· ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἰσότης φορολογικὴ νὰ πληρόνῃ ὁ Ἀθηναῖος ἀγωγεὺς ἢ ὁ τῆς πρωτευούσης νομοῦ τὸ αὐτὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πληρόνει ὁ ἀγωγεὺς τοῦ τελευταίου χωρίου οἱασδήποτε ἐπαρχίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ διορθωθῇ ἡ ἀνισότης αὕτη, καὶ νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ φόρου εἰς δύο τάξεις. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλον λόγον, σχετικὸν πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τοῦ ὁδικοῦ. Διὰ τοὺς ἀγωγεῖς τῶν χωρίων ἡ πληρωμὴ φόρου ὁδικοῦ ἐκ δραχμῶν δέκα, περιοριζομένη ἤδη εἰς δραχμὰς πέντε, δὲν μοὶ φαίνεται δεδικαιολογημένη, διότι ἀκριβῶς εἰς τὰ χωρία, δι’ ὧν διέρχεται ἁμαξιτὴ ὁδὸς, ὑπῆρξεν ἐπιζήμιος πρὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀγωγέως· ἡ ἀρχὴ δὲ, ἡ ὁποία ἔπεισε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τῶν 10 δραχμῶν εἰς 5, μοὶ φαίνεται ἀρκοῦσα ν’ ἀπαλλάξῃ ἐντελῶς τοῦ φόρου τοὺς ἀγωγεῖς τούτους, ἢ ἄλλως νὰ διαιρέσῃ αὐτοὺς εἰς δύο τάξεις.
§305Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν πρότασίν σας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλαττοῦται. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ὁδικὸν φόρον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς μικρὸς τοιοῦτος φόρος, ἐπιβληθεὶς ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων.
§306Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Οἱ ἰδιοκτῆται ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος δραχμῶν ἑκατὸν δι’ ἑκάστην ἅμαξαν. Δὲν γνωρίζω εἰς τίνα φορολογικὴν κατηγορίαν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν ἐν ταῖς πόλεσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαλλαγῶσι πάσης φορολογίας οἱ ἰδιοκτῆται ἁμαξῶν, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται διὰ τὴν ἐργασίαν των, ἐκεῖνοι δηλαδή, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσι δι’ εὐκολίαν ἀπὸ τῶν οἰκιῶν των εἰς τὰ κτήματά των καὶ τἀνάπαλιν. Δὲν γνωρίζω πῶς θὰ φορολογηθῶσιν οὗτοι· ἐπὶ τῇ βάσει τίνος δικαιολογητικοῦ λόγου; Μήπως ἡ τοιαύτη ἅμαξά των χρησιμεύει αὐτοῖς πρὸς κερδοσκοπίαν ἢ πρὸς πολυτέλειαν; Ἀπηλλάξατε τοὺς καρραγωγεῖς, τοὺς κατ’ ἐπάγγελμα ἐργαζομένους, καὶ ζητεῖτε νὰ φορολογήσητε ἁμάξας ὑπηρετούσας αὐτὸ τὸ κτῆμα! Τοῦτο νομίζω ἄδικον καὶ μὴ ὀρθόν.
§307Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ἔχοντες ἁμάξας πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, βεβαίως δὲν εἶναι ἁμαξηλάται, οὔτε καρραγωγεῖς· εἶναι πολῖται εὔποροι, δι’ οὓς δὲν εἶναι βαρὺς ὁ φόρος.
§308ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὀρθὴ, προκειμένου περὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν ἰδιοκτητῶν ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι ὑπάρχουσι μικροκτηματίαι εἰς μέρη μικρὰ, ἔχοντες ἁμάξας μικρὰς μεθ’ ἑνὸς ἵππου διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ κτήματός των. Ἡ φορολογία τῶν 100 δραχμῶν εἶναι δι’ αὐτοὺς πολὺ μεγάλη.
§309Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διάκρισις τοῦ πληθυσμοῦ δὲν ἔχει σημασίαν εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Δύναται μόνον νὰ γείνῃ διάκρισις τῶν ἁμαξῶν, καὶ οἱ μὲν ἰδιοκτῆται ἁμαξῶν συρομένων ὑπὸ δύο ἵππων νὰ πληρώνωσι δραχμὰς 100, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται ἁμαξῶν συρομένων ὑφ’ ἑνὸς ἵππου νὰ πληρώνωσι δραχμὰς 50.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, προστίθενται ἐν τέλει τῆς τετάρτης παραγράφου, μετὰ τὰς λέξεις «δραχμῶν ἑκατὸν, δι’ ἑκάστην ἅμαξαν», αἱ λέξεις «ἐὰν αὕτη σύρεται ὑπὸ δύο ἵππων, πεντήκοντα δὲ, ἐὰν σύρεται ὑφ’ ἑνὸς ἵππου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κύριος Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§311Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀτμοκίνητον ἐργοστάσιον οἰνοπνευματοποιΐας μὲ ἐτησίαν παραγωγὴν 500 ἢ καὶ 1000 ὀκάδων δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἑπομένως αἱ ὑποδιαιρέσεις αἱ γενόμεναι ἐπὶ ἐτησίας παραγωγῆς κάτω τῶν 2000 ὀκάδων οὐδένα λόγον ἔχουσι. Λόγον ἔχει ἡ σύνταξις τοῦ ὅλου ἄρθρου νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀποτελῇ συμπλήρωμα τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων, λόγον ἔχει τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐξοντώσεως τῶν ἐπαγγελματιῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἐπαγγελματιῶν τοῦ κέντρου. Ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια παράγουσιν οἰνόπνευμα, τὰ βʹ κατηγορίας 500 ὀκάδας, τὰ δὲ ἄλλα περισσότερον τῶν χιλίων ὀκάδων καθ’ ἡμερονύκτιον. Ἤδη, ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο ψηφισθῇ ὡς ἔχει, θὰ συμβῇ ὅ,τι ἐπιδιώκεται νὰ συμβῇ, θὰ πληρόνῃ τὸν αὐτὸν φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ὁ οἰνοπνευματοποιὸς τοῦ Πειραιῶς καὶ ὁ οἰνοπνευματοποιὸς τῆς Τριπόλεως καὶ ὁ οἰνοπνευματοποιὸς οἱασδήποτε ἄλλης κωμοπόλεως ἢ χωρίου, τὸν ἐκ δραχμῶν 500. Ἀνεξαρτήτως τοῦ κύκλου τῆς καταναλώσεως καὶ τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας διεξάγει ἕκαστος τούτων, θὰ πληρώνωσι πάντες δραχμὰς 500, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια παράγοντα κάτω τῶν 2,000 ὀκάδων ἐτησίως. Φορολογικὴ ἀνισότης ἐπὶ βλάβῃ τῶν μικρῶν ἐπαγγελματιῶν!
§312ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι λάθος.
§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐπεβλήθη ἀπὸ τῆς 24 Σεπτεμβρίου 1899 διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ὅπερ ἐκυρώθη διὰ νόμου κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου. Ἐν αὐτῷ ἀνεγράφη φόρος δι’ ἕκαστον τοιοῦτον ἐργοστάσιον δραχμῶν χιλίων...
§314Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐτησίας παραγωγῆς.
§315ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὅτε συνεζητεῖτο ἐκεῖνος ὁ νόμος, ἐγένοντο πολλαὶ παρατηρήσεις· παραδεχθεὶς δὲ τὸ βάσιμον αὐτῶν, προέτεινα τὴν ἐλάττωσιν εἰς δραχμὰς 500. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ φόρου τούτου ἠγέρθησαν παράπονα, ὧν ἕνεκα προέτεινα νέαν διαρύθμισιν τοῦ ἄρθρου.
§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς.
§317ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. «Ἡμερησίας» πρέπει νὰ λέγῃ.
§318ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Παρεισέφρησε προφανῶς τυπογραφικὸν λάθος. Τὸ «ἐτησία» νὰ γείνῃ «ἡμερησία», ὡς ἔχει ἐν τῷ νόμῳ.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς διωρθώθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§320Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπ’ αὐτοῦ ἐδήλωσα, ὅτι θὰ προστεθῶσι καὶ οἱ πλανόδιοι καὶ ἐν ὑπαίθρῳ ὀπωροπῶλαι καὶ λαχανοπῶλαι εἰς τοὺς ἀπαλλασσομένους τοῦ φόρου.
§321ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀντ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νὰ προστεθῇ καλλίτερον «οἱ πωληταὶ ἐδωδίμων».
§322ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ συμπεριλάβωμεν πολλοὺς, ἐνῷ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι νὰ περιλάβῃ τοὺς πενεστέρους, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ πωληταὶ λαχανικῶν καὶ ὀπωρῶν. Ἐπίσης νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν εἰσιτηρίων τοῦ τροχιοδρόμου ὑπάλληλοι.
§323ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον ιηʹ νὰ περιλάβητε καὶ τοὺς ἀσβεστοποιοὺς, διότι εἶναι πτωχοὶ ἄνθρωποι.
§324ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀσβεστοποιοὶ κερδίζουσι πολλὰ, καὶ δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀπαλλαχθῶσι.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλάξωμεν ὅλους τοῦ φόρου;
§326ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσοι ἐργάζονται ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐντὸς καταστημάτων καὶ λαμβάνουσι 2½ ἢ 3 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§327ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θελήσετε νὰ ἀρχίσωμεν διακρίσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσωμεν πλέον. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδείξῃ τις τὸν μισθόν. Πάντες οἱ ἐπὶ μισθῷ ἐργαζόμενοι θὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἔχουσι ἔλασσον τῶν 900 δρ. μισθὸν κατ’ ἔτος.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§329ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πέμπτῃ κλάσει τῆς Αʹ κατηγορίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐδέχθητε· καὶ ἰδοὺ αὗται. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ «οἱ πωληταὶ οἰκοδομησίμων ὑλῶν, ἤτοι ἀσβέστου ἢ κεράμων, πορσελάνης ἢ ἄλλων εἰδῶν» Τοῦτο ἴσως εἶναι πολὺ ὀρθὸν διὰ τὰς Ἀθήνας, διότι ἐν Ἀθήναις εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος τοιοῦτοι· ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ γεωργοὶ, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον, μὴ ἔχοντες γεωργικὰς ἐργασίας, ἀντὶ νὰ περιφέρωνται εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, συντηροῦσι μίαν ἀσβεστοκάμινον, κατασκευάζοντες ἐν αὐτῇ ἄσβεστον ἢ κεράμους, ἵνα ἐξοικονομῶσι τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας των. Εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνωσι καὶ οὗτοι ἐπιτήδευμα κεραμοποιῶν ἢ ἀσβεστοποιῶν; Ἐν Τριπόλει διατηροῦνται ὑπὸ γεωργῶν κατὰ τοὺς δύο αὐτοὺς μῆνας δέκα τοὐλάχιστον κάμινοι ἀσβέστου καὶ κεράμων. Πρέπει λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ μετερχόμενοι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ, νὰ πληρόνωσι καὶ φόρον πωλητῶν οἰκοδομησίμων ὑλῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος τοιοῦτοι;
§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ πρόκειται περὶ πωλητῶν οἰκοδομησίμων ὑλῶν.
§331ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτοι εἶναι καὶ οἱ κατασκευασταὶ ἀσβέστων καὶ κεράμων.
§332ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτας ἐξαιρέσεις, διότι μόνον οἱ πωληταὶ τῶν ὑλῶν τούτων πληρόνουσι τώρα φόρον. Δύσκολος εἶναι ἄλλως τε ἡ διάκρισις τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος πωλητῶν καὶ τῶν ἐπὶ μῆνάς τινας τοῦ ἔτους μετερχομένων τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο.
§333ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐξαίρεσις χάριν τοῦ δικαίου.
§334ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δύναται νὰ τεθῇ ἐν παρενθέσει: «οἱ ἐκ συστήματος πωληταί».
§335ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ γείνῃ καὶ δήλωσις εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι «οἱ κατὰ τὸ θέρος κατασκευάζοντες ἄσβεστον καὶ κεράμους δὲν ὑποβάλλονται εἰς τοιοῦτον φόρον».
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλλίτερον νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, καὶ νὰ γείνῃ μόνον ῥητὴ μνεία εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι ἄλλως θὰ δώσητε χώραν εἰς καταχρήσεις.
§337Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς ἄλλα μέρη ὅμως συμβαίνει κατὰ τὸν χειμῶνα, ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Μπακόπουλος. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ «κατὰ τὸ θέρος», διότι οὕτω δὲν θὰ ὑπαχθῶσι πάντες οἱ τοιοῦτοι εἰς τὸ εὐεργέτημα.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταστρέψητε τὸ ἄρθρον, ἐὰν θέσητε τὸ «ἐκ συστήματος».
§339ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 10 τῆς τρίτης κατηγορίας ἔχετε «ἐλάσσονος τῶν 1000», ἐνῷ πρέπει νὰ τεθῇ «ἐλάσσονος τῶν 10,000».
§340Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα· εἶναι τυπογραφικὸν λάθος.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
§342ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἰς τοὺς πωλητὰς πορσελλάνης πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ πωληταὶ ὀρυκτῶν.
§343ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὀρυκτῶν.
§344Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν νὰ μὴ ἀναγράφῃ τὰ ποδήλατα εἰς φορολογίαν... (Θόρυβος).
§345ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! ἆ!
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας, βλέπετε, ἀπερρίφθη διὰ βοῆς.
§347ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἆ!» αὐτὸ εἶναι ἀπρεπέστατον... Λέγω τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ, ἀπὸ ἀπόψεως γυμναστικῆς. Τὸ ποδήλατον τώρα μόλις ἤρχισε νὰ διαδίδηται ἐπαισθητῶς ἐδῶ, εἶναι δὲ μία ἀπὸ τὰς ἀσκήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, νὰ ἐνισχύσωμεν. Αἱ ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ποδηλάτων εἰσπράξεις δὲν θὰ ἀνέλθωσιν εἰς περισσοτέρας τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἢ καὶ πέντε χιλιάδων δραχμῶν σήμερον, ἐνῷ, ἂν ἀφεθῇ ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη νὰ εἰσαχθῶσι τὰ ποδήλατα καὶ κυκλοφορήσωσιν ἄνευ φορολογικῶν βαρῶν, αἱ ἐξ αὐτῶν εἰσπράξεις θὰ ἦναι τότε μεγαλείτεραι. Καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα Προέδρου Γυμναστικοῦ Συλλόγου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὴν χρησιμότητα δὲ τοῦ ποδηλάτου πάντες γνωρίζετε. Ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου εἶδον ἀναγεγραμμένον ὅ,τι δὲν περιέμενον νὰ ἴδω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, μετὰ τόσας συζητήσεις περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. «Οἱ ἰδιοκτῆται πλέον τῶν τριῶν ἀτμοπλοίων», λέγει ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 13, «ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν τοῦ ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἐπιβεβλημένου εἰς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας». Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον ὄχι μόνον ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν. Τρία πλοῖα νὰ ἀποτελῶσιν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν ὡς πρὸς τὸν φόρον, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ταῦτα δὲν συμβιβάζονται πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας.
§348Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὴν φορολογίαν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν. Συνέβη ὥστε νὰ ὑπάρχωσι πλοῖα ἀποτελοῦντα οἱονεὶ ἑταιρείαν χωρὶς νὰ ἦναι ἐσχηματισμένη ἑταιρεία. Παρεπονοῦντο λοιπὸν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐκρίθη δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν, ὅσοι εἰσὶν ἰδιοκτῆται ἀτμοπλοίων.
§349Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου. Νομίζω μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τριπλάσιος φόρος εἰς τὸ ποδήλατον, διότι τοῦτο εἶναι εἶδος πολυτελείας. Ἀφοῦ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τοὺς ἀσβεστοποιοὺς καὶ εἰς ἄλλους πτωχοὺς ἐργατικούς; ἀνθρώπους, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὰ ποδήλατα 30 καὶ 40 δραχμῶν;
§350Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀτμοπλοίων δὲν εἶναι ὀρθός. Διότι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν, ὡς πολλάκις ἐλέχθη, τὴν ἀτμήρη ναυτιλίαν, ἀφοῦ μάλιστα εὑρίσκεται ἔτι ἐν ἐμβρυακῇ καταστάσει καὶ ἀφοῦ τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τούτου τὸ Δημόσιον, εἶναι ἐλάχιστον. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἰδιοκτῆται ἀτμοπλοίων δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐταὶ αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι.
§351Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅ,τι γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, γίνεται λόγῳ ἰσότητος. Ὅταν ληφθῶσι μέτρα τινὰ διὰ τὴν ναυτιλίαν ἐν γένει, τότε μεταξὺ τῶν μέτρων αὐτῶν θὰ ᾖναι καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας καὶ τῶν ἑταιρειῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων.
§352ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤρξατο ἀναπτυσσόμενος κλάδος τις ναυτιλίας ἀτμοπλοϊκός, φορτηγῶν ἀτμοπλοίων διαχειριστής. Πρὸς τοῦτο κατατίθενται χρήματα ὑπὸ πολλῶν. Αὐτὰ τὰ ἀτμόπλοια δὲν ἐκτελοῦσι πλόας ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐκτελοῦσιν ἐξωτερικοὺς πλόας καὶ εἶναι ἀποκλειστικῶς φορτηγά. Αὐτὰ τώρα, κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν, ἐνῷ οὐδαμῶς πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοιαύτην, διότι διαγωνίζονται πρὸς τὰς ξένας ἑταιρείας, καὶ πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσι. Τοῦτο νομίζω.
§353Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη μιᾶς διορθώσεως; διότι εἴς τινα ἐπαγγέλματα ἐπιβάλλεται ἐκ νέου φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθέντος, περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων. Οὕτω τὰ ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια λιθοτομίας φορολογοῦνται ἐκ νέου διὰ δραχμῶν 300, ἐνῷ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου (ἄρθρον 13, κατηγορία Γʹ, ἐδάφ. 6) φορολογοῦνται ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνηται μία καὶ ἡ αὐτὴ διάταξις.
§354ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§355Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ αὐτὸ παρατηρῶ καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον 2. «Ὁ ἔχων δίτροχα ἢ μονότριχα ποδήλατα πρὸς ἐνοικίασιν». Καὶ οὗτος ἐπίσης φορολογεῖται διὰ τοῦ τελευταίου νόμου (ἄρθρον 13, κατηγορία Βʹ, κλάσις βʹ). Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνηται φορολογία ὑφισταμένη ἤδη. Λοιπὸν νὰ διαγραφῇ.
§356Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον 6 τῆς τρίτης κατηγορίας, ἐκ δὲ τῶν ἐδαφ. 1 καὶ 2 νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «διτρόχου ἢ μονοτρόχου» καὶ «δίτροχα ἢ μονότροχα».
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει).
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§359Γ. ΛΥΡΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον τῆς 30 Ἰουνίου 1899, οἱ κάτοικοι πρωτευουσῶν καὶ χωρίων ἐχόντων πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 3,000 ψυχῶν ὀφείλουν νὰ δηλώνωσι τὸ ἐπιτήδευμά των· ἀλλὰ διὰ τοὺς λοιποὺς ἐπιτηδευματίας ἰσχύει ὁ παλαιὸς νόμος κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἤτοι συντάσσει τὸν κατάλογον εἷς δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ καὶ πᾶς πολίτης δύναται δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν ἔφορον νὰ προσθέσῃ ὅσους βούλεται ὡς ἐπιτηδευματίας. Κατὰ δὲ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς συμβαίνουν πλειστάκις τοσαῦτα ἔκτροπα, ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, εἴτε ἕνεκα ἀγνοίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ καὶ ἐκ λόγων κομματικῶν, ὥστε πολλοὶ ἐκ τῶν πράγματι ἐπιτηδευματιῶν ἀπαλλάσσονται, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ἄλλοι μὴ ἐπιτηδευματίαι ὑποχρεοῦνται εἰς ἄδικον φορολογίαν. Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἐπιτηδευματίαι ὑποχρεῶνται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ δηλώνωσι τὸ ἐπιτήδευμά των.
§360Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ, εἶναι ὄντως ὀρθὴ, διότι παρετηρήθη, ὅτι, ὅπου δὲν ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, αἱ καταχρήσεις καὶ αἱ πιέσεις εἶναι μείζονες, διότι συντάσσονται οἱ κατάλογοι ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἢ ὑπὸ κατωτέρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Εὐλόγως κατ’ ἀκολουθίαν προβάλλεται ἡ πρότασις, ὅπως ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1901 καὶ ἐφεξῆς ὁ νόμος τῆς 30 Ἰουνίου 1899 καὶ ὁ παρὼν ἐφαρμόζωνται ὅλως ἀδιακρίτως (θόρυβος).
§361ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούομεν.
§362ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις καὶ παρ’ ἄλλων, ὅτι τὸ σύστημα τὸ πρότερον κρατοῦν καὶ νῦν ἐφαρμοζόμενον ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτηδευματίας τῶν πόλεων τῶν ἐχουσῶν πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 3,000 εἶναι λίαν πιεστικόν, καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ φορολογούμενοι, οἱ ἐπιτηδευματίαι τῶν μικρῶν αὐτῶν πόλεων, βλέποντες τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον φορολογοῦνται οἱ κατοικοῦντες τὰς μεγάλας πόλεις, ὅλοι ἐπιζητοῦσι τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοζόμενον εἰς τὰς ἐχούσας ἀνώτερον πληθυσμὸν πόλεις, διότι εὑρίσκουσι πλείονας ἐγγυήσεις ὑπ’ αὐτό. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 15 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1901 καὶ ἐφεξῆς ὁ νόμος τῆς 30 Ἰουνίου 1899 καὶ ὁ παρὼν ἐφαρμόζονται ἐφ’ ὅλων τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἀδιακρίτως.»
§363ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλὸν εἶναι αὐτό.
§364ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ. Εἶναι αὕτη μία νέα πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τὰ 9/10 τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους.
§365ΛΥΡΑΣ. Διατί νὰ μὴ ὑπάγωνται;
§366ΒΟΖΙΚΗΣ. Διότι δὲν θέλουν νὰ ὑπάγωνται. Ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν μοὶ φαίνεται βάσιμος, διότι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἐπεδίωξαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ τελευταίου φορολογικοῦ νόμου, διότι ἀκόμη οἱ χωρικοὶ πληθυσμοὶ δὲν κατενόησαν ὑπὸ ποίας διατυπώσεις θὰ ὑπάγωνται, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτῶν ὁ φορολογικὸς οὗτος νόμος τῶν ἐπιτηδευμάτων. Δὲν γνωρίζουσιν οὐδὲ δηλώσεις νὰ κάμωσι βεβαίως, οὐδὲ τὸν ταμίαν δύνανται νὰ ἀνεύρωσιν, ὁ ὁποῖος ἀπέχει ἀπὸ τὸ χωρίον του 20 ὥρας, οὐδὲ τὸν ὑποταμίαν ἢ τὸν εἰσπράκτορα. Δὲν τὸ ἐζήτησαν λοιπόν. Αὐτὸ εἶναι διὰ τὰς πόλεις καλὸν, ἀλλὰ διὰ τὰ χωρία εἶναι ἐπαχθέστατον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ περιληφθῶσι τὰ χωρία τὰ ἔχοντα κάτω τῶν 3,000 πληθυσμὸν εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀναστάτωσιν, ἐὰν γείνῃ ὅ,τι ζητεῖτε.
§367Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ δηλώσεις πρὸς τοῦτο θὰ γίνωνται δεκταὶ καὶ παρὰ τῶν δημάρχων. Κατὰ τὸ σύστημα δὲ, τὸ ὁποῖον τώρα ἐλήφθη διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσπρακτόρων, δὲν ὑπάρχει δῆμος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἑδρεύῃ τακτικὸς εἰσπράκτωρ· ἑπομένως καὶ αὐτὴ ἡ δυσκολία αἴρεται. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ διάταξις δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν φορολογικὸν ἀλλὰ πανταχόθεν μοὶ παρέστησαν, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ὑφίστανται πολλὰς πιέσεις καὶ πολλὰς ἀδικίας, καὶ ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ εἰς τὰς μεγαλοπόλεις.
§368ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ προσέξωσι, καὶ νὰ ἔλθωσιν ἐπίκουροι ἐμοῦ εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλει ἐπὶ τῆς τελευταῖον ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τροπολογίας, διότι διὰ ταύτης ἐφαρμόζεται διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένοντο τόσαι συζητήσεις ἐπὶ τόσας νύκτας καὶ ταύτης τῆς Συνόδου καὶ τῆς παρελθούσης, ἐπὶ τῶν 9/10 τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐννοήσωσιν οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν αἱ καταπιεστικαὶ ἀληθῶς διατυπώσεις τοῦ νόμου τούτου τοῦ φορολογικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξ ἄλλου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, διὰ τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας μέγαν πληθυσμὸν καὶ συνεπῶς πολλοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ μεγάλα ἐπαγγέλματα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δημοσίων προσόδων, εἶναι καλός. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τί συμβαίνει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καὶ ἐκεῖθεν πείθομαι, ὅτι ὅλα, ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ὅτι ἐπιθυμοῦσιν οἱ μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ εἰσαχθέντος τελευταῖον φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀληθῆ, διότι εἰς τοὺς ὀρεινοὺς τοὐλάχιστον δήμους τῆς ἐπαρχίας μου, μετὰ τῶν ὁποίων ἔρχομαι εἰς διηνεκῆ συνάφειαν, γνωρίζω ὅτι εἶναι κατευχαριστημένοι, διότι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, καὶ μακαρίζουσι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀπηλλάγησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ὅτι δὲν τὸ θέλουσιν οἱ κάτοικοι, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἁρμόζουσαι κυρίως εἰς πόλεις, ὅπου τὰ μέσα καὶ αἱ εὐκολίαι εἶναι ἄπειροι, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς χωρικοὺς πληθυσμοὺς, ὄχι μόνον διότι δὲν δύνανται οὗτοι νὰ κατανοήσωσιν οὐδὲ νὰ διατηρήσωσι τὰς διατυπώσεις αὐτὰς, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ ἀποστάσεις τῶν διαφόρων χωρίων πρὸς τὰς ἕδρας τῶν ταμιῶν καὶ τῶν ὑποταμιῶν εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωμεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς φορολογουμένους ἐκπροθέσμους καὶ παραβαίνοντας τὸν νόμον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὑποκειμένους δὲ εἰς τὰς φοβερὰς συνεπείας του. Ἡ προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῶν δηλώσεων εἶναι εἰκοσαήμερος, ἀπὸ 1 μέχρις 20 Ἰανουαρίου, οἱ κάτοικοι δὲ τῶν 6 ὀρεινῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου καθ’ ὅλον τὸν Ἰανουάριον ἀπουσιάζουσι, καὶ ἀπουσιάζουσιν, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ὅπου ἐργάζονται,—καὶ τοῦτο δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι πάντες οἱ συνάδελφοι τῶν σταφιδοφόρων μερῶν — ὥστε δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ προτεινομένη διάταξις.
§369Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἡ τροπολογία πρόκειται νὰ προλάβῃ ἀδικήματα...
§370ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπιβάλῃ ἀδικήματα.
§371ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Τὴν φατριαστικὴν συμπεριφορὰν τῶν συντασσόντων τοὺς καταλόγους εἰς τοὺς μικροὺς δήμους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις, παρακαλῶ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§372Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§374Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐργαζόμεθα ἀπὸ τὰς 5 ὅλα ἔχουν συζήτησιν.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐκ τοῦ κτήματος Σοφάδων χρέους τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλένης Γ. Ζαρίφη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκχωρηθέντων ὀφειλετῶν αὐτῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἁλικῶν εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους.
§377ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ περὶ ἁλικῶν παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι.
§378Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί;
§379ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἁλικῶν εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους» δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄλλου, τοῦ «περὶ πολυετοῦς ἐργολαβίας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους».
§380Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνεβάλομεν χθές, κατὰ πρότασιν ὑμῶν. Θέλομεν τὸ ἀναβάλει καὶ ἀπόψε.
§381Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἁλικῶν εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους, τὸ Δημόσιον ἀναδέχεται τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα πληρόνῃ κατ’ ἔτος εἰς τὴν διαχειριστικὴν ἐπιτροπὴν Κερκύρας 90,000 δραχμὰς, ἡ εἴσπραξις ὅμως ἡ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος θὰ περιέλθῃ ὁλόκληρος εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, ἑπομένως θὰ καταλογισθῇ ὡς εἴσπραξις τῶν ὑπεγγύων προσόδων.
§382Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξαιρεῖται ἡ ἁλικὴ αὕτη, ὅπως ἐξαιρεῖται καὶ ἡ τῆς Ζακύνθου.
§383Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ τοῦτο· πῶς ἐξαιρεῖται; Διότι ἄλλως χαρίζομεν 60%...
§384ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα, διότι τὸ Μονοπώλιον περιελήφθη εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὴν ἐπιβολήν του ἁλικῶν. Τὰ ἄλλα δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους.
§385Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν ἰδιαιτέρα μερίς.
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§387Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, στίχῳ πρώτῳ, μετὰ τὴν λέξιν «ἁλικῶν» νὰ προστεθῇ «ἢ τῆς πόλεως Κερκύρας» ἐν δὲ τῷ τελευταίῳ στίχῳ, μετὰ τὰς λέξεις «πρὸς παραγωγὴν» νὰ προστεθῇ «ἢ πρὸς ἀγοράν».
§388Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί; Ἀγοράζετε ἅλας;
§389ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι συνέβη τελευταῖον ἕνεκα τῶν βροχῶν νὰ μὴ παραγάγῃ.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐτησίας χορηγίας ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κερκύρας πρὸς τὸν δῆμον Κερκυραίων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕνατον θ’ ἀναβληθῇ.
§393ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Διατὶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ ἕνατον νομοσχέδιον;
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ζητοῦν ν’ ἀναβληθῇ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δέκατον.
§395ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσουν πολλοί. (Διάλογοι).
§396Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ δέκατον; (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ καὶ ἀναλόγου συντάξεως εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ κλπ.)
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἑνδέκατον, «περὶ πολυετοῦς ἐργολαβίας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους», ἀναβάλλεται, καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δωδέκατον. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Νηπιακοῦ Ἐπιμελητηρίου Μελᾶ συμβάσεως περὶ πεντηκονταετοῦς μισθώσεως τῆς ἐπὶ τῆς πλατείας Λουδοβίκου μεγάλης οἰκίας Μελᾶ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΕʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§400Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ ὁ μισθὸς τοῦ ἀρχικελευστοῦ αʹ τάξεως ὁπλίτου καὶ τοῦ ἀρχικελευστοῦ αʹ τάξεως οἰακιστοῦ νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς 160, ἀντὶ 180.
§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) «περὶ ὁρισμοῦ θέσεως καὶ προσόντων ἀρχιμουσικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ», καὶ 2) «περὶ φωτισμοῦ τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός»).
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ συστάσεως ταμείων χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6.
§404Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἄρθρον 6 νὰ ἀπαλειφθῇ.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ 5 μένει τελευταῖον;
§406ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ᾼΡΟΗʹ νόμου» καὶ 2) «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν Ναυστάθμῳ καὶ τὴν κατασκευὴν δύο ἀποθηκῶν αὐτόθι κλπ.»)
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΥΟΑʹ νόμου τῆς 7 Φεβρουαρίου 1897 ἔτους περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§409Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΟΑʹ τῆς 7 Φεβρουαρίου 1897 ἔτους ὁρισθέντες ἀριθμοὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ καταργοῦνται καὶ ὁρίζονται ὡς ἑξῆς: Ἀρχίατροι τρεῖς, ἐξ ὧν εἷς Ὑγειονομικὸς Ἐπιθεωρητής, εἷς Πρόεδρος τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ Διευθυντὴς τοῦ συνισταμένου Ὑγειονομικοῦ Γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ εἷς Διευθυντὴς τοῦ Ναυτικοῦ Νοσοκομείου. Ἐπίατροι τέσσαρες, ἐξ ὧν εἷς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν (Γραφεῖον Ὑγειονομικὸν), εἷς Ὑποδιευθυντὴς τοῦ Ναυτικοῦ Νοσοκομείου, εἷς Διευθυντὴς τοῦ Θεραπευτηρίου τοῦ Κεντρικοῦ Προγυμναστηρίου καὶ εἷς εἰς τὸν στόλον» κλπ., ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 224). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ΨΒʹ νόμου περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§411Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «εἰς δὲ τὸν ὑποδιευθυντὴν αἱ αὐταὶ ἀποδοχαὶ ἐπιτελοῦς μετὰ τῶν ἐξόδων τῆς τραπέζης».
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 225). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΒΧΙʹ τῆς 7 Ἰουλίου 1899 περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§413Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ τῆς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν γενομένης προσθήκης, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἢ δίπλωμα ἀπολυτήριον τῆς ἐν Χάλκῃ Θεολογικῆς Σχολῆς, τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἢ τῆς ἐν Ἀθήναις Ριζαρείου Σχολῆς.»
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 226). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν Ε. Καραβαγγέλη.
§415ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–10 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§418Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ὡς ἑξῆς: «Ἐξαιρετικῶς διατηροῦνται τὰ δικαιώματα ταῦτα ὑπὲρ τοῦ δήμου Πειραιῶς, εἰσπραττομένων ἐκ τούτων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος.»
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πονηροπούλου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν).
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας προθεσμίας πρὸς παραίτησιν ἀπὸ δηλωθεισῶν γαιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§421ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλω, κύριε Πρόεδρε, τροπολογίαν.
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 227).
§423ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ταχυδρομικὰ νομοσχέδια ἀναβάλλονται ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐπισκοπικῆς περιφερείας Καρυστίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ προσαρτήσεως τοῦ χωρίου Βενέτου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, ὑπαγομένου εἰς τὸν δῆμον Ζαγορᾶς).
§424ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ ἕως ἐδῶ.
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 45′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).