1900.03.22
3.647 στίχοι · 28.294 λέξεις · 262 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 22 Μαρτίου 1900.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κορωπὶ δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Κρωπίας. Οἱ ἐν Πάτραις ἐμπορομεσῖται δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα πρὸς προστασίαν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν περὶ τούτου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἔλαβον. Ὁ κύριος Π. Θ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Π. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΠΘʹ τῆς 19 Μαρτίου 1897 ἀπεφασίσθη ἡ διακανόνισις καὶ διευθέτησις τῆς κοίτης τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ. Ἡ ὁλικὴ δαπάνη πρὸς τοῦτο ὑπελογίσθη τότε εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 260,000. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 ἐχορηγήθη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 30,000, ἥτις δὲν ἐχρησιμοποιήθη. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 ἐχορηγήθη ἐπίσης ποσὸν 30,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ὡσαύτως ἴσον ποσόν. Διὰ τῶν πιστώσεων αὐτῶν ἐγένετο μέχρι τοῦδε χρήσιμος ἐργασία, ἀλλ’ ὑπολείπεται τμῆμα ἑξακοσίων περίπου μέτρων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ περατωθῇ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ χειμῶνος, ἐντὸς τοῦ 1900, ὅπως ἀσφαλισθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε συντελεσθέντα ἔργα, διότι αὐτὸ τὸ τμῆμα πρόκειται νὰ ἑνώσῃ δύο ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποπερατωθῆ. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ ψηφισθέντι ἄρθρῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπαρκεῖ, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὁ ἐργολάβος ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου 37,000 δραχμὰς διὰ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσεν ἤδη· ὥστε, ἂν ἡ πίστωσις μείνῃ ὡς ἔχει ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὁ ἐργολάβος οὔτε θ’ ἀποπληρωθῇ κἄν, τὸ Δημόσιον θὰ τῷ ὀφείλῃ ἔτι 7,000 δραχμὰς, καὶ αἱ ἐργασίαι θὰ διακοπῶσιν, ὅλα δὲ τὰ ἔργα, ἅτινα ἔχουσι συντελεσθῆ μέχρι τοῦδε, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθη ποσὸν 90,000 δραχμῶν, θὰ καταστραφῶσιν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον αὐτὴν τὴν ζημίαν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Θ. Ζαΐμη πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν, ὅπως ἡ ἀδιάθετος πίστωσις τοῦ 1897 μετατεθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 204). Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Α. Πεταλᾶς ὑποβάλλει σύστασιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ὅπως μὴ προβῶσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων παρ’ ἐκείνων, οὓς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ἀπαλλάσσει παντὸς φόρου ἐπιτηδεύματος.»
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῆς ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαρίσης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς εἶχεν ἐκχωρηθῆ κατὰ τὸ 1889 εἰς ἑταιρείαν, ἥτις δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβε, καὶ ἑπομένως ἐκηρύχθη ἔκπτωτος κατὰ τὸ 1894. Ἔκτοτε ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διῴκησαν τὴν χώραν, προσεπάθησαν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον διεκόπη ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας· ὑπῆρχον δὲ λόγοι σπουδαῖοι ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ ἔργου τούτου· ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ πάντων ὡμολογεῖτο ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐκτελούμενον ἤθελε συνδέσει σιδηροδρομικῶς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Εὐρώπην, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος προσετέθη μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρείας, ἡ διάσωσις σπουδαιοτάτου κεφαλαίου, δαπανηθέντος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα· γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου ἄνευ ἐξακολουθήσεως τῶν ἔργων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὴν καταστροφὴν τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ καταβληθῇ πρὸς συντήρησιν τῶν ἔργων τούτων. Δυστυχῶς, ἕνεκα περιστάσεων ἀνωμάλων, εἶχε καταστῆ ἀδύνατον μέχρι τοῦδε νὰ προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς σύμβασιν μετά τινος ἑταιρείας πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἔργου. Ὡς αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, προσεπαθήσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἠσχολήθημεν πολὺ, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν λύσιν αὐτοῦ· εὐτυχῶς δὲ, ὑπεβλήθησαν πρό τινος καιροῦ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι μετὰ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἐξηκολούθησαν, κατέληξαν εἰς τὸ αἴσιον ἀποτέλεσμα τῆς συνομολογήσεως συμβάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σήμερον εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἡ ἑταιρεία «Συνδικάτον κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἐν Ἀνατολῇ Limited» ἀναλαμβάνει τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων μέχρι Δεμερλῆ, δηλ. ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Δεμερλῆ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἠρχίσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρείας ταύτης, σκοπὸς ἡμῶν ἦτο νὰ διαπραγματευθῶμεν τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαρίσης. Ἀλλ’ αἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἑταιρείας ἦσαν τοιαῦται, τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μέχρι Λαρίσης ἔργων ἦτο τοσοῦτον, ὥστε, ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας, ἠθέλομεν βαρύνει, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ὑπὲρ τὸ δέον τὸ Δημόσιον, καὶ ἠθέλομεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἴσως ὑπερβαινούσας τὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβωμεν ταύτας. Τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναλάβει τὸ Δημόσιον, ἐὰν τὰς προτάσεις τὰς τότε γενομένας ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ, ἤθελεν ὑπερβαίνει τὰ 2,200,000 φράγκα χρυσᾶ κατ’ ἔτος. Ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ὑπέρογκον, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην νὰ ἀναλάβωμεν. Ἡ ἑταιρεία τότε, βλέπουσα ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἔτρεχον κίνδυνον νὰ μὴ ἀπολήξωσιν εἰς ἀποτέλεσμα, προέβαλεν εἰς ἡμᾶς ἑτέραν πρότασιν, προέβαλεν εἰς ἡμᾶς τὴν πρότασιν, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Δεμερλῆ ἀντὶ ποσοῦ 35,000,000 φρ. χρυσῶν, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἐγγύησιν τόκου πρὸς 5%. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο γνωστόν, ὅτι ἀδύνατον ἦτο διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἔργον, ἡ ἑταιρεία ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἀναλάβῃ νὰ συνεισφέρῃ αὐτὴ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου ποσὸν ἐκ τοῦ ἑταιρικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου 8,000,000 δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐζήτει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐγγύησιν τόκου, ἀλλ’ ἐζήτει τόκον 6% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου πραγματοποιηθῆ μετὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκαίων τῆς ἐκμεταλλεύσεως δαπανῶν. Τὴν πρότασιν ταύτην τῆς ἑταιρείας ἀπεδέχθημεν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν ἦτο, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος φθάσῃ μέχρι Λαρίσης. Αὐτὸς ἦτο ὁ πρῶτος ἡμῶν σκοπὸς, αὐτὸς δὲ εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον αἱ προσπάθειαι εἴτε ἡμῶν εἴτε διαδόχου ἄλλης Κυβερνήσεως πρέπει νὰ τείνωσιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο γνωστὸν σήμερον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὸν, ἂν ἡ ἕνωσις τοῦ σιδηροδρόμου ἡμῶν μετὰ τῶν Τουρκικῶν σιδηροδρόμων θέλει γείνῃ διὰ θέσεως, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλῃ τὴν διὰ Λαρίσης διέλευσιν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν πρότασιν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ σταματήσῃ ὁ σιδηρόδρομος μέχρι Δεμερλῆ· διότι, ἂν μὲν ἡ ἕνωσις γείνῃ διὰ Τεμπῶν, τότε βεβαίως θέλει παρουσιασθῆ ἀνάγκη, ἵνα ὁ σιδηρόδρομος προεκταθῇ μέχρι Λαρίσης, ἐκεῖθεν δὲ διὰ Τεμπῶν ἑνωθῇ μετὰ τῶν σιδηροδρόμων τῶν Τουρκικῶν· ἐὰν δὲ ἡ ἕνωσις γείνῃ δι’ Ἐλασσῶνος, θέλει παρουσιασθῆ καὶ πάλιν ἀνάγκη, ἵνα ἡ γραμμὴ προεκταθῇ μέχρι Λαρίσης· ἐὰν ὅμως γείνῃ διὰ Καλαμπάκας πρὸς τὰ Σκόπια, βεβαίως τότε δὲν θὰ ἐπιβληθῇ ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἑνώσεως τῶν σιδηροδρόμων ἡ μέχρι Λαρίσης προέκτασις, ἀλλ’ ἡ προέκτασις αὕτη θέλει ὑπαγορευθῆ ἐκ λόγων ἀφορώντων εἰς ἐσωτερικὰ συμφέροντα, ἐκ λόγων ἀφορώντων εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Λαρίσης καὶ τῶν περὶ αὐτὴν χωρῶν. Ἐσκεύφθημεν, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ νὰ σταματήσῃ ὁ σιδηρόδρομος μέχρι Δεμερλῆ, διὰ τὸν λόγον τὸν σπουδαῖον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον ἐπίσης σπουδαῖον λόγον, διότι, ἂν ἤθελε παρ’ ἡμῶν ἀπαιτηθῆ, ὅπως σήμερον συνομολογηθῇ, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος θέλει φθάσει μέχρι Λαρίσης, ἠθέλομεν ἀπὸ σήμερον ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον μὲ τοὺς τόκους τοὺς ἀναγκαίους διὰ τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Δεμερλῆ ἐξακολουθήσῃ μέχρι Λαρίσης. Λέγων ἀπὸ σήμερον, ἴσως δὲν εἶμαι ἐν ἀπολύτῳ ἀκριβείᾳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ τὸ κεφάλαιον τῶν 35,000,000 εἰς δύο δόσεις, τῶν ὁποίων ἡ μία δύναται νὰ καταβληθῇ τὸ πρῶτον ἔτος, ἡ δὲ ἑτέρα τὸ τρίτον, ἠθέλομεν βεβαίως βαρύνει τὸ Δημόσιον διὰ τῶν τόκων τῆς πρώτης δόσεως, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους μέχρι τοῦ τελευταίου τῆς κατασκευῆς, — ἡ δὲ κατασκευὴ θέλει διαρκέσει ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, — ἠθέλομεν δὲ βαρύνει ἐπίσης αὐτὸ διὰ τῶν τόκων τῆς δευτέρας δόσεως, ἀπὸ τοῦ τρίτου ἔτους μέχρις ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων ἕως Δεμερλῆ. Ἦτο δὲ περιττὸν, κατὰ τὰς σκέψεις ἡμῶν, νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τοιαύτην ὑποχρέωσιν, καὶ ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ἡ ἑταιρεία ἀναλάβῃ ῥητὴν ὑποχρέωσιν, ὁψέποτε ἡ Κυβέρνησις,—μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ σιδηρόδρομος ἤθελε φθάσει εἰς Δεμερλῆ, καὶ δύο ἔτη μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην,—ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον νὰ προεκτείνῃ τὴν γραμμὴν μέχρι Λαρίσης, ὅπως, λέγω, ἡ ἑταιρεία ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ τὸ δάνειον τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης, ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐπὶ τιμῇ ὁριζομένῃ ἐν τῇ συμβάσει, ἀναλάβῃ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ἑπομένως διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐξασφαλίζεται ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης, ἀπαλλασσόμεθα καὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα προανέφερα. Διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἡ ἑταιρεία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Δεμερλῆ κατασκευάσῃ εἰς τὸ διάστημα τεσσάρων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρείας. Ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα τὸ πρῶτον τμῆμα, τὸ μέχρι Λεβαδείας, κατασκευάσῃ ἐντὸς δύο ἐτῶν, τὸ δὲ ἕτερον, τὸ μέχρι Δεμερλῆ, ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν. Ἀναλαμβάνει προσέτι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ Ἑλληνικὴν ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον θὰ ἀνέρχηται εἰς 10,000,000, ἐξ ὧν 8,000,000 θὰ ᾖναι προωρισμένα διὰ τὴν κατασκευὴν (διότι, ὡς προεῖπον, ἡ κατασκευὴ τοῦ ὅλου ἔργου θέλει γείνῃ διὰ κεφαλαίου 35,000,000 εἰς χρυσὸν, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει τὴν ἐγγύησιν τοῦ τόκου,) τὸ ὁποῖον μετοχικὸν κεφάλαιον θ’ ἀπολαμβάνῃ τόκον 6%, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον παρουσιασθῆ πλεονάσματα μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ὡρίσθη ἐν τῇ συμβάσει ὁ τύπος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία θέλει κρατεῖ κατ’ ἀποκοπὴν ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων, ὅπως καλύπτῃ πάσας τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, συμπεριλαμβανομένων ἐν αὐταῖς καὶ τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, καὶ πάσης ἐν γένει δαπάνης, ἐκτὸς ἐκείνων, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν σταθμῶν καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ: αʹ) Ἐπὶ ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς εἰσπράξεως κατωτέρας ἢ ἴσης πρὸς 6,000 δραχμὰς ποσὸν ἐτήσιον ἴσον πρὸς 4,800 δραχμὰς δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον ἐν ἐκμεταλλεύσει. βʹ) Ἐπὶ ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς εἰσπράξεως, περιλαμβανομένης μεταξὺ 6,000 καὶ 18,000 δραχμῶν, ποσὸν ἐτήσιον δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον ἐν ἐκμεταλλεύσει ἐκ 2,700 δραχμῶν, πλέον 35% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς εἰσπράξεως. γʹ) Ἐπὶ ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς εἰσπράξεως ἀνωτέρας τῶν 18,000 δραχμῶν ἐτήσιον ποσὸν δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον ἐν ἐκμεταλλεύσει ἐκ 50% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου εἰσπράξεως.
§7ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑταιρεία πότε θὰ συστηθῇ;
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν. Δυστυχῶς αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη εὑρίσκεται, δὲν ἐπέτρεπον εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἐν ὅσῳ τὰ πράγματα τῆς Ἀγγλίας εὑρίσκονται ἐν ᾗ θέσει σήμερον εὑρίσκονται, ἡ ἑταιρεία ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἑπομένως ἔθεσεν ὡς ὅρον, ὅτι ἡ ἑταιρεία θέλει συστηθῇ τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ὁριστικὴν κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν Τράνσβαλ... (κίνησις).
§9ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ὁ πόλεμος;
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ὁ πόλεμος, δὲν θὰ συστηθῇ ἡ ἑταιρεία. Ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα... Ἐννοεῖται ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη μὲ ὑποχρεοῖ νὰ κάμω ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ τις τὰ ἀδύνατα. Ὅταν ἀπαιτῶνται δύο θελήσεις, ἡ ἐπιδίωξις τοῦ ἀδυνάτου ὑπὸ μιᾶς θελήσεως, μὴ συμπραττούσης καὶ τῆς ἑτέρας, ἀπολήγει εἰς τὸ μηδέν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλομεν ν’ ἀπολήξωμεν εἰς τὸ μηδὲν, ἐδέχθημεν πρότασιν, ἡ ὁποία βεβαίως ἔχει αὐτὸ τὸ κακὸν, ὅτι δὲν συνιστᾶται ἡ ἑταιρεία ἀμέσως· ἀλλὰ οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν συνιστᾶται ἀμέσως, εἶναι τοσοῦτον φανεροὶ καὶ εἰς ἕκαστον εὔληπτοι, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη ἵνα ἐπιμένῃ τις.
§11ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρείας.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ἔργα θ’ ἀρχίσωσιν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρείας. Εἶναι προθεσμία, ἡ ὁποία πάντοτε ἐν ταῖς συμβάσεσιν ἀναγράφεται, καὶ ἑπομένως ἀπὸ τῆς στιγμῆς, δύναταί τις εἰπεῖν, τῆς συστάσεως τὸ ἔργον ἀρχίζει, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς συστάσεως εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία νὰ παρασκευάσῃ τὰ σχέδια καὶ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, καθὼς δὲ γνωρίζετε, δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἔργον ἄνευ ἐγκρίσεως τῶν σχεδίων. Ἑπομένως δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἀμέσως ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρείας τὰ ἔργα ἀρχίζουσιν. Ἡ καταβολὴ, Κύριοι, τοῦ κεφαλαίου τοῦ συνισταμένου ἐκ 35,000,000 φρ. χρυσῶν θέλει γείνῃ ὡς ἑξῆς· 8,000,000 τὸ πρῶτον ἔτος, 9,000,000 τὸ δεύτερον, 9,000,000 τὸ τρίτον, 9,000,000 τὸ τέταρτον. Δικαιοῦται ὅμως ἡ ἑταιρεία νὰ καταθέσῃ τὸ ὅλον κεφάλαιον εἰς δύο δόσεις, τὴν μίαν ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους καὶ τὴν δευτέραν ἐντὸς τοῦ τρίτου ἔτους. Ἐπιτρέπεται δὲ εἰς αὐτὴν, ὅπως ἐκδώσῃ τὸ ὅλον δάνειον εἰς μίαν φορὰν, ἀλλὰ τότε ἀπαιτεῖται ῥητὴ συναίνεσις τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον κεφάλαιον, τὸ ἀποτελούμενον ἐκ 10,000,000, ἐξ ὧν τὰ 8,000,000 εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς, θέλουσι κατατεθῆ 1½ ἑκατομμύριον κατὰ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρείας, 2½ ἑκατομμύρια μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἄρξεται ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ τμήματος Λεβαδείας, 2½ ἑκατομμύρια μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ τμήματος μέχρι Λαμίας, καὶ 4,000,000 καθ’ ἣν στιγμὴν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις μέχρι Δεμερλῆ. Ἐκ τῶν δύο τούτων, οὕτως εἰπεῖν, κεφαλαίων θέλουσι πληρόνεσθαι τὰ ἔργα τὰ ἐκτελεσθησόμενα. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἐπὶ ἑκάστης πιστοποιήσεως, ἡ ὁποία ἤθελε γείνῃ, τὸ μὲν Κράτος θέλει πληρόνει τὸ ποσὸν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰ 35,000,000 φρ. χρυσᾶ, ἡ δὲ ἑταιρεία τὸ μέρος τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰ 8,000,000 δραχμῶν, τὰ προωρισμένα διὰ τὴν κατασκευήν. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔργου, περὶ τῆς ἀξίας δηλαδὴ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως ὁρισθείσης πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Ὡς γινώσκετε, ἡ κατασκευὴ τῆς ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαρίσης γραμμῆς εἶχεν ἐκχωρηθῆ ἐν ἔτει 1899 εἰς τὴν ἑταιρείαν Ἔκερσλεϋ διὰ ποσὸν 52,317,780 φρ. χρυσῶν. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπιστοποιήθησαν ἔργα ἀξίας 21,804,000. Ἀφαιρουμένων δὲ τῶν κρατήσεων, ἐπληρώθησαν τῇ ἑταιρείᾳ 19,726,443.
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὲ τὰ ὑλικά;
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅλη ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ὑπὸ τῆς παλαιᾶς ἑταιρίας Ἐκερσλέϋ, ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς 21,804,000. Ἐκ τούτων ἀφαιρουμένων τῶν κρατήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἐπληρώθησαν τῇ ἑταιρείᾳ 19,726,443. Ἀλλὰ, καθὼς γινώσκετε, ὁ μηχανικὸς ὁ Γερμανὸς, ὁ προσκληθεὶς ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων, καὶ ὁ ὁποῖος μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἐμελέτησε τὰ ἔργα, εὗρεν ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς τὴν ἑταιρείαν Ἐκερσλέϋ ἄνω τῆς ἀξίας τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, ὡς ἐκ τοῦ ἐλαττωματικοῦ τοῦ τύπου τοῦ barême, τὸ ὁποῖον εἶχε γείνῃ τότε, 3,500,000.
§15ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε ἐξετελέσθησαν μόνον τὰ ὁμαλὰ ἔργα.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί. Ἑπομένως ὑπελόγισεν ὅτι ἐπληρώθη ποσὸν ἐπὶ πλέον 3,500,000. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπώλεσε τὸ Δημόσιον, διότι, καθὼς γινώσκετε, τὸ Δημόσιον κατέσχε τὴν ἐγγύησιν, ἡ ὁποία ἀνήρχετο εἰς 2,000,000 φράγκα, καὶ ἑπομένως, ἂν ἐπληρώθη ποσὸν κατὰ 3½ ἑκατομμύρια ἀνώτερον, ἐννοεῖται ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κατέπεσε. Κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ταύτην, ἡ ἀξία τῶν ἔργων, ὡς βλέπετε, ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ ὡς ἀνερχομένη εἰς 19,000,000 φράγκα. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα ἔχουσι τὴν ἀξίαν ἐκείνην, ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔργα ταῦτα ἐξετελέσθησαν πρὸ ἓξ ἐτῶν, καὶ ἑπομένως, ἐλλείψει ἐντελοῦς ἐπιτηρήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι σήμερον ἔχουσι τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τοὺς στρωτῆρας, γινώσκομεν ὅτι στρωτῆρες ἐγκαταλελειμμένοι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κατὰ μέγα μέρος κατεστραμμένοι, καὶ ἑπομένως ἐκ τούτου καὶ μόνου ἐπέρχεται μία διαφορὰ σπουδαιοτάτη.
§17ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἀξίαν ἔχει αὐτὸ τὸ ὑλικὸν σήμερον;
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἡμετέρα ὑπηρεσία ὑπολογίζει εἰς 15,000,000. Οἱ ξένοι ὅμως, οἱ ἐκτιμήσαντες τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων τούτων, δὲν ἐξετίμησαν ταῦτα ἄνω τῶν 12 ἢ 13 ἑκατομμυρίων. Ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολὺ δύσκολον, Κύριοι, νὰ ὁρίσω τὴν ἀξίαν τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, ὡς ἐπίσης εἶναι δυσκολώτατον νὰ ὁρίσω τὴν ἀξίαν τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων. Ἴσως ἀληθεύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ, παρ’ οἱουδήποτε συντασσόμενοι, ὀλίγην ἀξίαν ἔχουσι. Λέγω δὲ ταῦτα, βασιζόμενος οὐ μόνον εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν, τὴν ὁποίαν τινὲς εὐαρεστοῦνται νὰ χαρακτηρίζωσι πολλάκις ὡς λίαν ἀτελῆ, ὡς διατελοῦσαν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὑπολογισμῶν τῶν ξένων, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι παρ’ ἄλλης ἑταιρείας ἐπὶ τοῦ ἔργου τούτου, αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι παρά τινος ὁμάδος μόνον μέχρι Λαμίας, αἱ προτάσεις αἱ μὴ ὁριστικαί, ἀλλ’ αἱ ἐν σχεδίῳ, οὕτως εἰπεῖν, ὑπάρξασαι, παρουσιάζουσι μεγάλας διαφορὰς ἐκτιμήσεως, οὐ μόνον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτελεσθησομένων, μεταξὺ τῶν ξένων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀξίαν ταύτην. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις παρ’ ὁμάδος ἄλλης σοβαρᾶς, ἡ ὁποία ἔχει κατασκευάσει πολλοὺς σιδηροδρόμους, ἀλλὰ καὶ αὗται διαφέρουσι κατὰ 12 ἢ 13 ἑκατομμύρια τῶν προτάσεων, αἵτινες ἀπετέλεσαν τὰς βάσεις τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ ἄλλος κατασκευαστής, μεγάλην ἁρμοδιότητα ἔχων, ἠσχολήθη περὶ τοῦ ἔργου τούτου, σκοπῶν νὰ ἀναλάβῃ αὐτό· ἐμελέτησε τὴν γραμμὴν μέχρι Λαμίας, καὶ ὥρισε τὴν ἀξίαν, τὴν ἀπολύτως ἀναγκαίαν, ὅπως ἡ γραμμὴ ἐκτελεσθῇ, ἀναλαμβανούσης τῆς ἑταιρείας τὰ ἔργα τὰ ἤδη ἐκτελεσθέντα, εἰς 1,100,000 λίρας στερλίνας, δηλ. εἰς 27,500,000 φράγκα χρυσᾶ. Ὅταν βλέπωμεν τοσαύτην διαφορὰν μεταξὺ τῶν ἐκτιμήσεων μηχανικῶν εἰδικῶν ξένων, μελετησάντων τὸ ἔργον μετὰ προσοχῆς, ἂς μὴ ἐκπληττώμεθα, ἀκούοντες ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς ἡ ἀξία τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων. Ὁπωσδήποτε, ἡ πρότασις ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης, εἶναι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τιμῆς τοῦ ἔργου, ἡ οἰκονομικωτέρα πασῶν, ὅσαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ ἐφελκύσω τὴν ἡμετέραν προσοχὴν καὶ ἐπὶ ἄλλου ὅρου τῆς συμβάσεως, ὃν θεωρῶ σπουδαιότατον. Ἡ ἑταιρεία ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν 35,000,000 χρυσῶν φράγκων, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν κατασκευὴν, ὑποχρεοῦται, δυνάμει τῆς συμβάσεως, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει παραδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν, ποσὸν 22 ἑκατομμυρίων 500 χιλιάδων, πρὸς 1,46 τὸ φράγκον. Τὸ ποσὸν ὡρίσθη εἰς 22,500,000, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 35,000,000, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν τὸ Δημόσιον, ἓν μέρος προσδιωρίσθη πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ ἐξ Εὐρώπης, καὶ θὰ δαπανηθῇ εἰς χρυσὸν, ἕτερον μέρος ὡρίσθη διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐν τῷ τόπῳ, καὶ προωρίσθη νὰ καταβληθῇ εἰς χαρτονόμισμα. Ἐπετύχομεν, ὅπως ἡ ἑταιρεία δώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ Κράτος πρὸς 1,46 τὸ φράγκον. Ὁ ὅρος οὗτος ἀποτελεῖ πραγματικὴν ὠφέλειαν διὰ τὸ Δημόσιον, διότι μία τῶν δύο ὑποθέσεων πρέπει νὰ γείνῃ· ἢ ὅτι τὸ συνάλλαγμα θὰ ἐξακολουθήσῃ οἷον ὑπάρχει σήμερον, πρὸς 1,60, καὶ τότε ἀναμφιβόλως τὸ Κράτος δύναται νὰ πορισθῇ 22,500,000 πρὸς 1,46, ἔχον τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ 1,46 καὶ 1,60, ἢ ὅτι κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη σὺν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς συμβάσεως μέγα ποσὸν χρυσοῦ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἵνα τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν καταβολὴν τῶν τοκομεριδίων, ἀγορασθῇ ἐνταῦθα, καὶ ὅτι ἑπομένως θέλει ἐπέλθει ἐλάττωσις τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, καὶ τότε πάλιν εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποδοθῇ ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ὥστε πάλιν τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ κέρδος. Νομίζω ὅτι ἔδωσα καθαρὰν ἰδέαν τῶν σπουδαιοτέρων ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἡ σύμβασις ἐτυπώθη ἤδη καὶ θέλει διανεμηθῆ εἰς ὑμᾶς σήμερον, θὰ ἔχητε δὲ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσητε αὐτὴν ἐπισταμένως, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν θέλομεν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὅρων.
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος ὅρος ἐν τῇ συμβάσει;
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὶν ἢ περατώσω τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἔχω καθῆκον νὰ ἀσχοληθῶ καὶ περὶ ὅρου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εἷς ἐκ τῶν σπουδαίων, κυρίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἑταιρεία, ἀναλαμβάνουσα τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου ἀντὶ ποσοῦ 35,000,000 φράγκων, λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς δάνειον πρὸς πορισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου· ἀλλ’ ἄνευ ἐγγυήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ αὐτό. Διὰ τοῦτο τὸ Κράτος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγυηθῇ 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Ἡ ἑταιρεία ἐζήτησεν, ὅπως ἡ ἐγγύησις αὕτη ᾖ πραγματικὴ, ἐζήτησε δὲ ὡς ὅρον τῆς πραγματικῆς ἐγγυήσεως ταύτης, ἵνα ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν παρὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς εἰσπραττομένων πόρων πρὸς καταβολὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν ἐθνικῶν δανείων λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ τοκοχρεωλυσίου τοῦ νέου δανείου· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ ἐγγύησις δίδεται ὑπὸ τοῦ Κράτους, πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ αὐτῆς ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν, ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν ποσῶν τῶν εἰσπραττομένων ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διατεθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς κάλυψιν τοῦ τοκοχρεωλυσίου τοῦ νέου δανείου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου ἀναλαμβάνει, ὅπως καὶ τὸ ποσὸν τὸ μὴ προωρισμένον πρὸς κάλυψιν τῶν ὀφειλομένων τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν δανείων καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πρὸς κάλυψιν τοῦ τοκοχρεωλυσίου τοῦ νέου δανείου (διάλογοι).
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνεδέχθη ἀπ’ εὐθείας;
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τούτου θέλομεν ἀσχοληθῆ κατὰ τὴν συζήτησιν (Θόρυβος). Ἀκούω ὅτι ἐπιμένετε ἐπὶ τοῦ ὅρου τούτου, καὶ θὰ ἀπαντήσω ὅ,τι ἄλλοτε εἶπον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ εἰλικρινῶς πιστεύων ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν σήμερον ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου νὰ εὑρεθῶσι 35,000,000. Ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ πιστεύων τοῦτο, εἶμαι πρόθυμος νὰ τῷ παραχωρήσω τὴν ἀρχήν. Τὸ ζήτημα τίθεται καθαρῶς: Νομίζετε ὅτι ὁ ὅρος οὗτος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ γείνῃ ὁ σιδηρόδρομος; Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ εἴπητε ὅτι δὲν θὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐ μόνον ἐφέτος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πολλὰ εἰσέτι ἔτη θὰ ἦναι ὅρος ἀπολύτως ἀναγκαῖος καὶ ἀπαραίτητος, ὅπως τὸ δάνειον συνομολογηθῇ, λέγω εἰς τοὺς κυρίους τοὺς ταρασσομένους: Θέλετε νὰ γείνῃ ὁ σιδηρόδρομος; ἢ θέλετε νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ χρέους τοῦ διὰ τοῦ Ἐλέγχου ἐγγυηθέντος; Οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα. Ἐννοῶ ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ χώραν εἰς συζητήσεις, εἰς ἃς ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν...
§23ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δὲν ἠκούσαμεν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἡ ἑταιρεία.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἑταιρεία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών της ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν 1,500,000, ἐξ ὧν κατέθεσεν ἤδη 750,000 κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, εἶναι δὲ ὑπόχρεως, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρείας νὰ καταθέσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον...
§25ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μεταβάλλεται ἡ γραμμὴ ἡ ἤδη ἐσχεδιασμένη;
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεμία γίνεται μεταβολή. Παρέλιπον καθέκαστά τινα τῆς συμβάσεως, διότι ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ δώσω γενικὴν ἰδέαν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν καθέκαστα. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ὑποβολὴν ἑτέρου σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Πύργου εἰς Κυπαρισσίαν καὶ ἀπὸ Καλόνερο εἰς Μελιγαλᾶ». Ὡς γινώσκετε, ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ εἶχε παραχωρηθῆ τὸ 1890 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρείας τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν. Ἐκτελεσθείσης ἤδη τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον Ἀχαΐας–Πύργου–Καλαμῶν. Ὑπεβλήθησαν δὲ πρὸ τοῦτο προτάσεις ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων ἐγένοντο διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἀπέληξαν εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω νῦν. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης ἀνέρχεται εἰς 11,750,000 δραχμὰς. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀναλαμβάνει νὰ χορηγήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκδοθῆ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 90%, τὸ δὲ Δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγυηθῇ τόκον 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Ὡρίσθη δὲ ἡ δαπάνη ἡ ἀναγκαία πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κ. Γκοτλὰν γενομένης μελέτης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μελετῶν, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἔκαμε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν αὐτῆς τῆς ἑταιρείας· τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ κ. Γκοτλὰν πρὸς κατασκευὴν, δὲν ἀφίσταται πολὺ τοῦ σήμερον ὁρισθέντος, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σημερινὴ ὑπερτίμησις τῶν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν. Ἡ ἑταιρεία ἀναλαμβάνει, ἵνα τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον ἐκτελέσῃ ἐντὸς προθεσμίας 29 μηνῶν, ἀναλαμβάνει δὲ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ ὑπὸ τὸν τύπον ἐκμεταλλεύσεως τὸν ἐν τῇ συμβάσει ὁριζόμενον. Ἔχομεν τὴν ἰδέαν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης μεγάλως ἐξυπηρετοῦνται σπουδαιότατα συμφέροντα τῆς Πελοποννήσου, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν μελέτην αὐτῆς δὲν θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως. Καὶ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ περιλαμβάνεται ὁ ὅρος ὁ ἐν τῇ προγενεστέρᾳ συμβάσει περιληφθεὶς, διότι, ὡς εἶπον, τὸ Δημόσιον ἐκεῖ ἐγγυᾶται τόκον 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Πρὸς ἀσφάλειαν δὲ τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία πρόκειται τὸ δάνειον αὐτὸ νὰ χορηγήσῃ, παρεχωρήθη αὐτῇ τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Οἱ ὅροι οἱ ἐν τῇ συμβάσει τεθέντες, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κατασκευῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐθεωρήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως λίαν συμφέροντες· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει εὕρει αὐτοὺς τοιούτους καὶ θέλει ἐγκρίνει αὐτοὺς διὰ τῆς ψήφου της.
§27Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ταύτης εἶχε παραχωρηθῆ ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων. Νομίζω ὅτι εἶχε παραχωρηθῆ τότε καὶ ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης, καὶ εἶχε γείνῃ μελέτη ἐπ’ αὐτῆς. Παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ προσαγάγητε τὰς σχετικὰς τῆς παραχωρήσεως τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης ἐκθέσεις μετὰ τῆς μελέτης.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων ὑμῶν, ὡς καὶ περὶ τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύλον. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις ὑμῶν καὶ τῶν πληθυσμῶν, οὓς ἀντιπροσωπεύετε, ὡς ἐπιθυμία αὐτῆς ἦτο νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τῶν Βουλευτῶν Πυλίας, ἧς ἐπίσης γινώσκομεν τὰς ἀνάγκας, διότι διερμηνεὺς αὐτῶν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τυγχάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκτὸς τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἵτινες ἐν τῇ Βουλῇ ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ καίτοι εἴχομεν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως περιληφθῶσι καὶ αἱ γραμμαὶ αὗται, ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως γείνῃ δάνειον διὰ ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀντὶ τῆς ἐν τῇ συμβάσει καθοριζομένης γραμμῆς ὁρισθῇ ἄλλη τις. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, δὲν ἦτο δυνατὸν, καὶ ἂν ἀκόμη ἐφρονοῦμεν ὅτι ἦτο προτιμοτέρα ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης, ἀντὶ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως κατασκευασθησομένης, νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, διότι ἡ ἑταιρεία οὐδεμίαν εἶχε διάθεσιν, ἵνα τὴν γραμμὴν ταύτην κατασκευάσῃ, καθόσον ἀντέκειτο αὕτη εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν αὐτῇ, ὅπως ἑνώσῃ τὸ δίκτυον, ἥτις ἕνωσις θέλει εὐκολύνει αὐτὴν μεγάλως εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ὅλης γραμμῆς, διότι θέλει ἐπιτρέψει τὴν κυκλοφορίαν ὅλου τοῦ τροχίου αὐτῆς ὑλικοῦ. Περιελάβομεν ἐν τῇ συμβάσει ῥήτραν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἑταιρεία αὕτη ὑποχρεοῦται, ὀψέποτε ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εὕρει τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς κατασκευὴν τῶν δύο τμημάτων Λεονταρίου μέχρι Σπάρτης καὶ Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου, νὰ κατασκευάσῃ καὶ τὰς γραμμὰς ταύτας καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν ὑφ’ οὓς ὅρους ἀναλαμβάνει τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Βόλου–Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν». Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἐπὶ μήκους δεκατριῶν περίπου χιλιομέτρων, δι’ ἧς τὸ Πήλιον μεγάλως θέλει ὠφεληθῆ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως τόκων, ἀλλὰ περὶ ἐγγυήσεως χιλιομετρικῆς ἀποδόσεως.
§29ΠΕΤΑΛΑΣ. Ποίαν ἐγγύησιν δίδει τὸ Δημόσιον διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην;
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δίδει καμμίαν ἐγγύησιν.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δίδει ἐγγύησιν τόκων, ἀλλὰ χιλιομετρικῆς ἀποδόσεως. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων τῇ συνδρομῇ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐν τῷ λιμένι Ναυπλίου κλπ. πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἔργων διὰ τὴν προέκτασιν τῆς ἀποβάθρας Μύλων». Ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν ἀποβάθρας ἐν Μύλοις εἰς βάθος τριῶν μέτρων, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἔδαφος ἦτο τοιοῦτον, αἱ γενόμεναι προσχώσεις ἐκεῖ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἀδύνατον ἦτο ἡ ἀποβάθρα αὕτη νὰ ᾖ ὠφέλιμος· οὐδεμία ἐμπορικὴ κίνησις ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ διὰ τοῦ μέρους ἐκείνου· ἄλλως δὲ τὸ μέρος ἐκεῖνο εἶναι τόσον νοσῶδες, ὥστε, καίτοι πολλὰ παρῆλθον ἔτη ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ ἑταιρεία κατεσκεύασε τὸν σιδηρόδρομον ἐν Μύλοις, οὐδεὶς συνοικισμὸς σπουδαῖος ἐγένετο ἐκεῖ. Ἐκρίθη τότε, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἵνα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε δαπανηθῆ ἀσκόπως ἐν Μύλοις, δαπανηθῇ ἐν Ναυπλίῳ πρὸς βελτίωσιν τοῦ λιμένος Ναυπλίου. Ἀνέλαβε δὲ ἡ ἑταιρεία διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἵνα δαπανήσῃ ποσὸν 100,000 δραχμῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Ναυπλίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἑταιρεία, ἐγκαταλείπουσα τὴν ἀποβάθραν τῶν Μύλων, ἠδύνατο νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μεταβιβασθῆ εἰς τὸ μέλλον οὐχὶ ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν καὶ τὰ λοιπὰ μέρη, ἀλλ’ ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν κλπ., ἤθελον ἐπιβαρυνθῆ διὰ τῶν διοδίων τῶν 20 χιλιομέτρων μεταξὺ Ναυπλίου καὶ Μύλων, κατωρθώσαμεν, ὅπως ἡ ἑταιρεία ἐλαττώσῃ κατὰ πολὺ τὰ διόδια τῶν 20 χιλιομέτρων· ἠλάττωσε δὲ ταῦτα κατὰ τὰ ⅗, καὶ ἀπήλλαξε πάσης δαπάνης τὰ σιτηρὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελον μεταφέρεσθαι. Νομίζομεν ὅτι διὰ τῆς λύσεως ταύτης, ἐνῷ οὐδόλως βλάπτεται μέρος, ὅπερ οὐδεμίαν ἐλπίδα ἔχει προόδου ἐν τῷ μέλλοντι, ὑποβοηθοῦμεν πολὺ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ναυπλίου, δίδομεν εἰς τὸ ἐμπόριον ἕνα λιμένα, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς δαπάνης, ἥτις θέλει γείνῃ ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, θέλει καταστῆ ἱκανὸς, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου. Παρέλειψα, ὑποβαλὼν τὰ τέσσαρα ταῦτα νομοσχέδια, νὰ προσθέσω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ κυρωθῶσιν, ἤθελον ἐφαρμοσθῆ, βεβαίως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν θέλει αὐξήσει τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου κατὰ τρόπον λίαν αἰσθητόν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι, ὅταν αἱ συμβάσεις αὗται ἐκτελεσθῶσιν ἐντελῶς, καὶ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον ὑπόχρεον νὰ καταβάλῃ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων, νὰ καταβάλῃ τὸν τόκον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λεχωνίων–Μηλεῶν, ἐὰν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι οὐδεμίαν δίδουσιν ἀπόδοσιν, βεβαίως τὸ βάρος τοῦτο θὰ ἦναι λίαν σπουδαῖον. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, ὡς πρὸς τοῦτο, εἶμαι αἰσιόδοξος. Νομίζω ὅτι μέγα μέρος τοῦ βάρους θέλει καλυφθῆ ὑπὸ τῶν εἰσπράξεων μετὰ τὴν προαφαίρεσιν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐλπίζω δ’ ὅτι τοῦτο θέλει πραγματοποιηθῆ δι’ ὅλας τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς, εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ὁποίων ἀφορῶσιν αἱ συμβάσεις, ἃς ὑπέβαλον σήμερον. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, μήκους 90 περίπου χιλιομέτρων, θέλει ἀποδώσει κατὰ χιλιόμετρον ὅ,τι ἀποδίδουσιν αἱ ἕτεραι γραμμαὶ, αἱ ἐν λειτουργίᾳ, τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ τόκος, ὃν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 560,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, θέλει κατὰ πολὺ μειωθῆ. Διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου, οἱ σήμερον λειτουργοῦντες, εἴς τινα μέρη ἀποδίδουσιν 8 καὶ 9 χιλιάδας δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, εἰς ἄλλα δὲ μέρη 7 χιλιάδας, ὑπολογίσωμεν δ’ ἔστω ὡς χιλιομετρικὴν ἀπόδοσιν τῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ τὸ κατώτατον τοῦτο ὅριον τῶν 7,000 δραχμῶν, ἐξ αὐτῶν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 4,200 δραχμῶν, εἰς ὃ ἀνέρχεται ἡ δαπάνη τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἡ γραμμὴ αὕτη θέλει ἀφήσει εἰς ἡμᾶς περίσσευμα 3 χιλιάδων δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον· ὥστε ἐπὶ 90 χιλιομέτρων θὰ ἔχωμεν περίσσευμα 270,000 δραχ., καὶ τοῦτο ἀμέσως, διότι αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ Πελοποννήσου, αἱ λειτουργοῦσαι σήμερον, εὐθὺς μετὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν ἔδωκαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα, καὶ ἑπομένως τὸ βάρος τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου δὲν εἶναι ἀνώτεραι τῶν δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀνέρχεται εἰς 560,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, θέλει μειωθῆ ἐπαισθητῶς. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς– Δεμερλῆ–Συνόρων ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς θὰ εὑρεθῇ ὅρους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ἐπίσης, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος οὗτος ἐν τῷ τμήματι κυρίως τῷ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαμίας θέλει ἀποδώσει εἰσπράξεις πολὺ ἀνωτέρας τῶν ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως, καὶ ἑπομένως μέγα μέρος τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει διὰ τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, θέλει καλυφθῆ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Τὰ αὐτὰ δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς καὶ διὰ τὸν μικρὸν σιδηρόδρομον τοῦ λιμένος Ναυπλίου. Τὰ αὐτὰ ἐπίσης δύναμαι νὰ εἴπω, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου Βώλου–Λεχωνίων, καὶ διὰ τὴν μέχρι Μηλεῶν προέκτασιν...
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγγυᾶται δι’ αὐτὴν τὸ Δημόσιον;
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Χιλιομετρικῶς. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύουσιν αἱ συμβάσεις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει καλυφθῆ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν ἐκμεταλλεύσεως. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον, εἶναι σπουδαῖον. Ἀλλ’ εἶναι τὸ βάρος τοιοῦτον, ὥστε πρὸ αὐτοῦ νὰ σταματήσωμεν; εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων; Ἐπὶ δέκα ὅλας ἡμέρας μακρὰς ἠκούσαμεν συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Παρέστησαν ὅλοι οἱ λαβόντες μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντες, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι κακή, οὐχὶ διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους βαίνουσι κακῶς,—ἠναγκάσθησαν ἀπ’ ἐναντίας νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου βαίνουσιν ἄριστα,—ἀλλὰ παρέστησαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ὡς κακὴν «ἕνεκα τῶν ὑπερβολικῶν δαπανῶν, ἃς σπάταλος Κυβέρνησις διαπράττει, καὶ συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι κακή». Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, εἰς ἣν δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω, διότι καὶ ἡ στιγμὴ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ πράξω τοῦτο, ἓν μόνον διεῖδον, ὅτι πάντες ὡμολόγησαν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους βαίνουσιν αὐξάνουσαι πάντοτε. Ὅλοι ἐφθάσαμεν συζητοῦντες τί; ἐὰν αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ θὰ ἦναι 112 ἑκατομμύρια ἢ θὰ ἦναι 107 ἢ 108 ἑκατομμύρια. Καὶ τοῦτο μὲν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἐξόδων, εἴχομεν καὶ ἐκεῖ τι τὸ λίαν παρήγορον, ὡς πρὸς τὰς ἡμετέρας σκέψεις· διότι εἴχομεν τὴν ὁμολογίαν λίαν διαπρεπῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὴ ἀνδρῶν οἵτινες διῴκησαν χθὲς τὴν χώραν καὶ θὰ διοικήσωσιν αὐτὴν καὶ αὔριον, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ ποσοῦ 66 ἑκατομμυρίων κατὰ τοὺς μὲν, 65 κατὰ τοὺς δὲ, 63 κατ’ ἄλλους ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ ἀνησυχεῖτε; Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους μὲ 66 ἑκατομμύρια, ἐξ ἄλλου δὲ ὁμολογεῖτε, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ θετικὰ ὑπερβαίνουσι τὰ 107 ἢ 108 ἑκατομμύρια, προσθέσητε δὲ καὶ τὸ βάρος τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ἔχητε περισσεύματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐπιτρέπουν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνησυχίας ν’ ἀναλάβητε καὶ τὸ πρόσθετον βάρος τῶν σιδηροδρομικῶν συμβάσεων. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπητε ἴσως, ὅτι ὑμεῖς δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἐπιχειρήματα περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν...
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν Ἑλλάδι αἱ Κυβερνήσεις ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἡ διάρκεια αὐτῶν δὲν εἶναι μεγάλη, ὅταν δὲ ταῦτα πραγματοποιηθῶσι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ κατέχωσι τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας καὶ μετὰ τοσαύτης τέχνης συζητοῦσι, περιορίζοντες τὰς δαπάνας εἰς 63 ἢ 65 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπεναντίας ἐξακολουθήσωμεν ἡμεῖς μένοντες ἐν τῇ ἀρχῇ, ἡμεῖς ἔχομεν ἰδέας ἐντελῶς διαφόρους πρὸς τὰς ἰδέας ὑμῶν, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι, ὅπως ὑμεῖς εἶσθε. Τὴν ἀπαισιοδοξίαν ὑμῶν ἀπέδειξα ἐντελῶς ἀβάσιμον. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἴμεθα αἰσιόδοξοι, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν ᾗ καταστάσει εὐηρεστήθητε νὰ παραστήσητε ἡμῖν ὅτι εὑρίσκεται· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος εὐπορεῖ· ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι ἡ εὐπορία αὕτη εἶναι φαινομενικὴ, ὅτι, ἐὰν αἱ Ἀθῆναι εὐποροῦσι, τοῦτο προέρχεται διότι ἐν Ἀθήναις κατοικοῦσιν ἄτομά τινα τῆς περιουσίας τοῦ κυρίου Καραπάνου· ἡμεῖς, ἀποβλέποντες εἰς τὰς καταθέσεις τῶν Τραπεζῶν, λέγομεν ὅτι αὗται δὲν εἶναι περιουσία ὀλίγων ἀτόμων, ἀλλ’ εἶναι πράγματι πλοῦτος τοῦ λαοῦ, καὶ οὐδένα λόγον ἔχομεν ν’ ἀπαισιοδοξῶμεν. Βλέπομεν τὴν γεωργίαν καθ’ ἑκάστην βελτιουμένην...
§36Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μαραινομένη.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι μαραινομένην, διότι, ἐὰν ἐξετάσητε τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου καὶ παραβάλητε αὐτὴν πρὸς ἄλλας ἐποχὰς, θὰ τὴν ἴδητε ἐν ἀρίστῃ καταστάσει... Βλέπομεν τὸ ἐμπόριον ἐν λαμπρᾷ καταστάσει· ἐὰν δ’ ὑπάρχωσι πόλεις τινὲς, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἐμπόριον δὲν ἀνθεῖ, δὲν δύνασθε ἐκ τῶν πόλεων τούτων νὰ κρίνητε περὶ τοῦ ὅλου, διότι φυσικῶς ὑπάρχουσι πόλεις, τῶν ὁποίων ἄλλοτε τὸ ἐμπόριον εὑρίσκετο ἐν λαμπρᾷ καταστάσει καὶ ἤκμαζεν, αἵτινες νῦν εὑρίσκονται ἐν παρακμῇ, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλαι, αἵτινες προοδεύουσι καὶ ἀκμάζουσιν. Ἐν συνόλῳ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ ἐμπόριον ἀκμάζει, ὅτι ἡ ναυτιλία ἡμῶν προοδεύει, καὶ προοδεύει γιγαντιαίοις βήμασιν. Ἀποβλέψατε εἰς τὴν ἀτμήρη ναυτιλίαν, καὶ εἴπετε, τί ὑπῆρχε πρό τινων ἐτῶν καὶ τί ὑπάρχει σήμερον. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν εἶναι ἐκείνη, ἣν εὐηρεστήθητε νὰ παραστήσητε εἰς ἡμᾶς· ἀποδεικνύει δὲ τοῦτο καὶ ἕτερον γεγονὸς, ἡ πρόοδος, ἡ ὁποία ἐπετελέσθη ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ ἡ ὁποία ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτελεσθῇ ἄνευ οἰκονομικῆς εὐρωστίας. Πάντες βλέπουσι, τί ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, τὸν ὁποῖον εὐαρεστούμεθα νὰ καταδικάζωμεν, ἐγένετο, καὶ ὁποῖαι κολοσσιαῖαι πρόοδοι κατὰ τὰ τελευταῖα εἴκοσιν ἔτη ἐπετελέσθησαν. Ταῦτα δὲ πάντα ἀπαδεικνύουσιν, ὅτι ὑπῆρξαν ἀποταμιεύματα, δι’ ὧν ἡ πρόοδος αὕτη ἐγένετο. Ὅταν δὲ βλέπωμεν προϊούσας τὰς εἰσπράξεις, ὅταν βλέπωμεν ὅτι αἱ αὐξήσεις τῶν ἐσόδων ἔφθασαν εἰς τὸ προϋπολογισθὲν παρ’ ἡμῶν ποσὸν τῶν 104,000,000 δραχμῶν, ὅταν βλέπομεν ὅτι θὰ φθάσουν εἰς 107,000,000, κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὑμῶν τῶν ἰδίων, ὑπάρχει λόγος νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀπαισιοδοξίαν ὑμῶν; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅσον εἴμεθα αἰσιόδοξοι, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν ἡμῶν τὴν οἰκονομικήν. Προκειμένου νὰ συντελεσθῶσιν ἔργα, ἐξ ὧν θέλει προέλθει ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ εὐημερία τοῦ τόπου, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ παρασκευάσωμεν νέους φόρους, ἵνα ὦμεν ἕτοιμοι ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον θέλει γεννηθῆ ἐκ τῶν συμβάσεων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνομεν εἰς ὑμᾶς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· προτείνομεν δὲ τὴν αὔξησιν ταύτην ἐπὶ εἴδους οὐχὶ πρώτης ἀνάγκης, προτείνομεν αὐτὴν ἐπὶ εἴδους, ἐξ οὗ οἱ ἐμπορευόμενοι μεγάλα καρποῦνται κέρδη. Ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη θὰ φέρῃ ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ καλύψῃ καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν συμβάσεων αὐτῶν τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τῶν συμβάσεων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 205–208).
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἐπιβαλλόμενον νῦν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἐκ δραχμῶν 5 καὶ λεπ. 80 κατ’ ὀκᾶν αὐξάνει εἰς δραχμὰς 8, ἤτοι ἐπιβάλλεται αὔξησις δραχμῶν 2 καὶ λεπ. 20 κατ’ ὀκᾶν· ἐπὶ ὑπολογισμοῦ δὲ ἐτησίας καταναλώσεως καπνοῦ 1,200,000 ὀκάδων φρονοῦμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ δραχμὰς 2,500,000 περίπου. Εἶναι ἡ μόνη φορολογικὴ αὔξησις, ἥτις προτείνεται ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀναιρεθῇ τὸ ἐπανειλημμένως ἐντεῦθεν ῥηθὲν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν αὐξήσεις φορολογικὰς, διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸν ἐπιβληθέντα ἐλάχιστον φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, πάντες οἱ ἄλλοι φορολογικοὶ νόμοι οὐδεμίαν ἐπήνεγκον αὔξησιν τοῦ ὑφισταμένου φορολογικοῦ ποσοστοῦ· ἡ μόνη ἀληθὴς αὔξησις εἶναι ἡ προβαλλομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ῥήτορες διακεκριμένοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτε ἐνώπιον συλλόγων ἐκλογικῶν ἠγόρευον, καὶ ὅτε ἐντεῦθεν ἀνέπτυσσον τὸ πολιτικόν των πρόγραμμα, προέβαλλον τὴν γνώμην, ὅτι δύναται νὰ συντελεσθῇ τὸ ἀπολειφθὲν ἡμιτελὲς ἔργον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων διὰ μόνων τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ πολιτευτὴς, ὅστις τοιαῦτα ἐπηγγέλλετο ἀγορεύων πρὸς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἀνῆλθε βραδύτερον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ δὲν ἠδυνήθη τὰς ἐπαγγελίας του ταύτας νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἰσχυρίσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως νὰ περιορισθῶσιν εἰς μόνον τὸ ποσὸν τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων, ὑπελόγισε δὲ τὰς εἰσπράξεις ὑπὲρ τὰ 95 ἑκατομμύρια, καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς μειώσεως τῶν δαπανῶν νὰ προκύψῃ πλεόνασμα, χρησιμοποιηθησόμενον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἡμιτελοῦς ἔργου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Ὡς ἄρθρον πολιτικοῦ προγράμματος προέβαλεν, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει ν’ αὐξήσῃ τὰ φορολογικὰ βάρη ἐπὶ ἑνὸς προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν τῶν πηγῶν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου· ῥητῶς μάλιστα ἐμνημόνευσε τοῦ προϊόντος ἡμῶν, τοῦ καπνοῦ, καὶ προέβαλεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν, ὅτε τὸ δικαίωμα τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν καταναλισκόμενον καπνὸν ἀπὸ τεσσάρων δραχμῶν ηὐξήθη εἰς 5 δρ. καὶ λεπ. 20, ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλισκομένου. Ταῦτα λέγων, δὲν εἶχεν ἄδικον, διότι ὄντως κατὰ τὸ 1899, περὶ τὸ τέλος αὐτοῦ, ηὐξήθη τὸ δικαίωμα τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ κατὰ δραχ. 1,20 δι’ ἑκάστην ὀκᾶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον δ’ ἔτος ὄντως αἱ εἰσπράξεις ἠλαττώθησαν, ἀλλὰ δὲν ἠλλαττώθησαν διότι ηὔξησε τὸ φορολογικὸν ὅριον, ἠλαττώθησαν διότι οὐδεμίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεδείκνυε στοργὴν ὑπὲρ τοῦ φόρου τούτου· ἐφρόνει μάλιστα, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου συστήματος, τοῦτο δὲ, διότι ἀνεχώρει ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράττῃ τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσα ἔπραττον οἱ προκάτοχοί του, καὶ ἐπὶ τούτῳ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ κατηργεῖτο ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων· ἀλλὰ καίτοι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, ἐνεδοίασε νὰ θέσῃ αὐτὸ εἰς ἐνέργειαν. Κατὰ τὸ 1886, ὅτε διεδέχθη αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη, ἀνεκάλεσε τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἀπὸ τοῦ 1886 αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος προβαίνουσιν εἰς αὔξησιν, προβαίνουσι δὲ εἰς αὔξησιν ἕνεκα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὅστις τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ αἵτινες ὑπέβαλον εἰς διατυπώσεις τοὺς κατόχους καπνῶν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβλήθησαν αὐστηραὶ ποιναὶ κατὰ τῶν παραβιαζόντων τὸν φορολογικὸν τοῦτον νόμον. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πάντες οἱ καταδολιευόμενοι καὶ περιγράφοντες τὸν νόμον τοῦτον μετεχειρίζοντο ὡς ὄργανα τῆς λαθραίας κοπῆς τοὺς ὑπηρέτας αὐτῶν ἢ ἑτέρους μηδεμίαν ἔχοντας συνείδησιν τῶν ποινῶν κατὰ τῶν λαθρεμπόρων τοῦ καπνοῦ. Οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ οἰκονομικοῦ, ἐχαρακτήρισαν τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν ὡς Κυβέρνησιν τῶν ἄκρων δαπανῶν, ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα τῶν ἄκρων δαπανῶν· ἐπιδιώκομεν τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ τὰς ἐπιδιώκομεν ἐκεῖ, ὅπου αὗται συμβιβάζονται πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ κυβερνητικοῦ μηχανισμοῦ· ἐπιδιώκομεν τὰς οἰκονομίας μέχρις ἐκεῖ, ὅπου δὲν δύνανται νὰ παραβλάψωσιν αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν προβάλλονται ἐντεῦθεν ἰδέαι περὶ περικοπῆς δαπανῶν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ἐρρυμουλκήθησαν ἐκ τοῦ ῥεύματος τῶν οἰκονομιῶν, καὶ προῆλθον εἰς περικοπὰς πιστώσεων ποσοῦ οὐκ εὐκαταφρονήτου· βραδύτερον ὅμως παρετηρήθη, ὅτι οὐ μόνον αὐτὴ αὕτη ἡ λειτουργία τοῦ κυβερνητικοῦ μηχανισμοῦ ἐχαλαρώθη, ἀλλὰ καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἠλαττώθησαν· ὡς ἐκ τούτου δὲ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπανῆλθον αἱ δαπάναι ὡς πρότερον. Ἐγὼ αὐτὸς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑψώσω κατὰ τὸ 1880 τὴν σημαίαν τῶν μεγάλων οἰκονομιῶν, εἷς δὲ τῶν ὅρων τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀναρρήσεως τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἦτο ἡ αὐστηρὰ περικοπὴ τῶν δαπανῶν· ἐπῆλθον δὲ πράγματι τοιαῦται οἰκονομίαι, ἀλλὰ διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων οὐ μόνον δὲν προελήφθη ὁ κίνδυνος, ὁ ἀπειλῶν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ δικαιοσύνη ὑπέστησαν αἰσθητὴν χαλάρωσιν, καὶ αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἠλαττώθησαν, μικρὸν δὲ κατὰ μικρὸν ἐπανήλθομεν εἰς τὸ πρῴην καθεστώς. Οὕτω δὲ ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἐπελήφθησαν τῶν οἰκονομιῶν μετ’ ἀξιεπαίνου καὶ χρηστῆς προαιρέσεως, δὲν κατώρθωσαν ὅμως νὰ ἐπενέγκωσι τοιαύτας οἰκονομίας, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ προληφθῇ τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον ἡμῶν. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνίστα ἡμῖν νηστείαν, μετὰ τὴν γενομένην ἐκ τοῦ πολέμου ἐκκαθάρισιν, μέχρι τουλάχιστον τοῦ 1903. Διὰ τῆς νηστείας ὅμως, ἤτοι τῆς περικοπῆς τῶν δεκτικῶν τοιαύτης δαπανῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν τὸ χρηματικὸν κεφάλαιον, οὗτινος ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσης. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἄποψιν ἐξετάζοντες τὰ τοῦ θέματος, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐκτέλεσις μεγάλων δημοσίων ἔργων πρωτίστης ἀνάγκης δὲν εἶναι ἐφικτὴ διὰ τῆς ὑφεστώσης φορολογίας καὶ μόνης. Συνεζητήσαμεν ἤδη διὰ βραχέων περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας, τὰς ἐπιβαλλομένας ἡμῖν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι διὰ τῆς περικοπῆς αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν αὔξησίν τινα τῆς ὑφεστώσης φορολογίας, ἐκεῖ, ὅπου νομίζομεν ὅτι δὲν παραβλάπτονται αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας. Ἁπανταχοῦ φορολογία τοῦ καπνοῦ ἐθεωρήθη ὡς φορολογία δεδικαιολογημένη ὑπὸ πλείστων ὅσων ἐπιστημονικῶν καὶ οἰκονομικῶν λόγων, διότι οἱ καταναλίσκοντες τὸν καπνὸν δὲν καταναλίσκουσί τι, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἀποβαίνει εἰς αὐτοὺς ἀδύνατος ἡ ὕπαρξις, καθόσον ὁ καπνὸς δὲν θεωρεῖται ὡς ἐκ τῶν ἀναγκαίων πρὸς διατροφὴν καὶ συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν. Ὡς ἐκ τούτου πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, πάντα τὰ Κράτη, τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα ἐν τῷ πολιτισμῷ, ἐπιβάλλουσι βαρύτατον φόρον εἰς τὸν καπνὸν, τινὰ δὲ παρεδέχθησαν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διότι ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ εἰσπράττουσι μεγάλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα παρέχουσι τὰ μέσα, ἵνα ἐπαρκῶσιν εἰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου λίαν κοινωφελεῖς. Ἡμεῖς δὲν διστάζομεν ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐσκέφθημεν, διότι ἀνεχωροῦμεν πάντοτε ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἄνευ τῆς δημιουργίας νέων πόρων ἀποβαίνει εἰς ἡμᾶς ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων μεγάλων δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐσταματήσαμεν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς πάσης περὶ τούτου συμφωνίας, διότι ἐσχηματίσθη γενικὴ σχεδὸν δημοσία γνώμη ἀντίθετος πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μονοπωλίου, διότι ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ κατορθώσαντες νὰ πιστεύσωσιν οἱ καπνοπαραγωγοὶ καὶ οἱ μετερχόμενοι τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου πρόκειται πᾶσαι αὗται αἱ τάξεις νὰ καταστραφῶσιν. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τοῦ ῥεύματος ἐκείνου τῆς κοινῆς γνώμης, τὸ ὁποῖον ὑπελάβομεν ὡς δυνάμενον νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν διὰ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως συζητήσεων. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλίου, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν καὶ τὴν ἰδέαν τῆς συζητήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, διότι, ὡς προηγουμένως εἶπον, ὑπελογίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τούτων δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια περίπου δραχμῶν. Πιθανὸν νὰ προβληθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπιβαρύνεται διὰ φόρου μείζονος ὁ καπνὸς, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις ἔσεται ἐλάσσων. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν τὰς περιφρουρήσεις, αἵτινες τὸ πρῶτον καθιερώθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1892, ἐπιτείνωμεν εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάσωσι προσκόμματα εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον ἐργασίαν τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἐὰν καθιερώσωμεν τὰς ἀναγκαίας περιφρουρήσεις διὰ νέων νομοθετικῶν διατάξεων, καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς ἣν τιμὴν σήμερον πωλεῖται πρὸς τοὺς καταναλωτὰς ὁ καπνὸς, βεβαίως περιλαμβάνεται μέγα κέρδος, τὸ ὁποῖον δύναται κατά τι νὰ ἐλαττωθῇ, χωρὶς οἱ μετερχόμενοι τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν τοῦ καπνοῦ νὰ ζημιωθῶσι, φρονοῦμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν περιφρουρήσεων τούτων νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν, ἂν ὄχι μείζονα, κατανάλωσιν. Ἡ ἐπιβολὴ φόρου 2 δραχμῶν καὶ 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἀναλογεῖ πρὸς δύο δέκατα τοῦ λεπτοῦ εἰς ἕκαστον σιγαρέτον. Τοιαύτη τις λοιπὸν προσθήκη, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ἀνεπαίσθητος· φρονοῦμεν δὲ, ὅτι, ἐὰν οἱ μεγάλοι ἐπιχειρηματίαι ἐπωφεληθῶσι τῶν ἀδειῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία παρέχει εἰς αὐτοὺς, ὅπως ἱδρύσωσιν ἰδιωτικὰ καπνοκοπτήρια καὶ ἐν αὐτοῖς κατεργαζόμενοι τὸν καπνὸν ἀναπτύξωσι καὶ προαγάγωσι τὴν βιομηχανίαν τῆς σιγαροποιΐας, θὰ συντελέσωσιν, ὅπως οὐ μόνον μὴ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις τοῦ καπνοῦ τοῦ καταναλισκομένου, ἀλλ’ ἴσως, ὅπως ἐπέλθῃ καί τις ὑποτίμησις. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀσχοληθῶ εἰς μείζονας ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκτιμῶσα τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις μίαν μόνον νομίζει ἀναγκαίαν νὰ ποιήσηται δήλωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ θεωρεῖ ἀρρήκτως συνδεδεμένον πρὸς τὰς περὶ σιδηροδρόμων συμβάσεις, τὰς ὁποίας προέβαλε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ψηφισθῶσι μόνον αἱ συμβάσεις ἄνευ τοῦ περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν· ἀντιθέτως δὲ, ἐὰν ψηφισθῇ μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἄνευ τῶν συμβάσεων, καὶ πάλιν τοῦ νομοθετήματος τούτου ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ μὴ ποιήσηται χρῆσιν. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀρρήκτως συνδεδεμένα τὰ δύο νομοσχέδια.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 209).
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελε καὶ πάλιν μνησθῆ ἐμοῦ οὐχὶ ἐπικαίρως· δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι καὶ ἡ κατὰ τύπους ἐγερθεῖσα συζήτησις παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρουσιάζει τοιαύτην ἀντίθεσιν πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, ὅσην ἀντίθεσιν παρουσιάζουσιν ἐν γένει καὶ αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ γεγονὸς, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν, ἀνέρχεται εἰς τὸ 1887. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τότε, θέλων καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν φρονούντων τὰ αὐτὰ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας νὰ παρακωλύσω τὴν δανειστικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν πίεσιν τῆς χώρας διὰ τῆς φορολογίας, ἐποιησάμην ἀνάπτυξιν ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζον τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ διοικηθῇ διὰ 70 μέχρις 75 ἑκατομμυρίων· ὑπεστήριζον δὲ τοῦτο, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία τῶν μονοπωλίων ἐπὶ τοῦ τόπου, καθόσον ἐπίστευον ἀκραδάντως, ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ, καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἔντιμον καὶ λογικὴν συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ὅπως καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν διοίκησιν τῆς χώρας διὰ τῶν 70 ἢ 75 ἑκατομμυρίων. Δὲν εἰσηκούσθην. Ἐπεβλήθησαν οἱ φόροι, οἵτινες ἐπεβλήθησαν, ἐξηκολούθησεν ἡ δανειστικὴ πολιτική. Ποῖα τ’ ἀποτελέσματα; Ἡ χρεωκοπία, ὁ πόλεμος. Ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας; Βεβαίως ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, τῆς ὁποίας ἡ κατάστασις ἐὰν συγκριθῇ μεταξὺ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1900, ἐπὶ 14 ἔτη, πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ ἕτερα 14 ἔτη πρὸ τοῦ 1887, βεβαίως θὰ εὑρεθῇ, ὅτι εἶναι κολοσσιαία αὕτη, καὶ νᾶνος ἡ ἀνάπτυξις ἡ ἐπελθοῦσα μετὰ τὸ 1887. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάπτυξις διὰ τῶν πόρων τῆς χώρας ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων, ἥτις, ὡς εἶπον, συζητῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλεται εἰς τὰ χρεωκοπήσαντα τὸ Δημόσιον δάνεια. Ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων τινῶν ἔργων εἶναι τὸ εὐτελὲς τίμημα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ εὐτελὲς τίμημα τῆς περιστολῆς τῆς αὐτοτελείας τῆς χώρας. Ἀλλὰ νομίζω περιττὸν νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἔρχεται, ὡς εἶπον, ὅλως διόλου παρακαίρως, καὶ ἐνθυμίζει τὸ κοινῶς λεγόμενον, ὅτι μικρὸς μαθητὴς, δαρεὶς ὑπὸ συμμαθητοῦ του, ἐνόμισε πρέπον νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν πατέρα αὐτοῦ. Δὲν ἐνόμισαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, πρὶν ἢ φέρωσιν ἐνώπιον ἡμῶν τὰς συμβάσεις τῶν σιδηροδρόμων· ἠσθάνθησαν τόσον ἀσθενὲς τὸ ἔδαφος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἠθέλησαν νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν συμβάσεων, ἀναμφισβητήτως ἐπωφελῶν, ἀναμφισβητήτως ἀποδεκτῶν παρὰ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυσσε πάλιν τὴν αἰσιοδοξίαν ἐκείνην, ἥτις ἔφερε πρὸ ἐτῶν τὴν χώραν ἐκεῖ, ὅπου τὴν ἔφερε,—καὶ δὲν ἠξεύρομεν ποῦ ἀκόμη θὰ τὴν φέρῃ,—ἐνῷ προέβλεπεν αὔξησιν ἐσόδων, περιέμενον δὲ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγνωρίζομεν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ ὑποβληθῇ, ἀπ’ ἐναντίας κατέληξε λέγων, ὅτι, καίτοι αἰσιοδοξοῦντες, καίτοι βλέποντες ἑκατομμύρια πανταχόθεν...
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό. Νὰ λέγητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον.
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Καίτοι αἰσιοδοξοῦντες, καίτοι βλέποντες ὅτι ἡ κατάστασις ἡμῶν εἶναι ἀνθηρά...
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶπον.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀνθηρὰ κατάστασις περιέχει ἑκατομμύρια... «Καίτοι βλέπομεν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων βαίνει προϊοῦσα πάντοτε, καίτοι δὲν βλέπομεν ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, οὐχ ἧττον ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ φόρους»! Ἕν πρᾶγμα, Κύριοι, δύναται νὰ δώσῃ τὸ μέτρον τῆς ἀκριβείας, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Συνωμολογήθησαν συμβάσεις, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Κυβέρνησις ἐγγυᾶται εἰσπράξεις ὡρισμένας ἐκ σιδηροδρόμων, οἵτινες πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν,— ἀφίνω τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτοὶ οἱ σιδηρόδρομοι θ’ ἀποδώσωσι ταχέως ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως καλύψῃ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου, τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον, — ἀλλὰ πότε θ’ ἀρχίσει τὸ βάρος τὸ ἐκ τῶν συμβάσεων νὰ βαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Διὰ μὲν τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης θ’ ἀρχίσῃ βεβαίως μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη, διότι πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ πολέμου, πρόκειται δὲ νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου, καὶ πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου βεβαίως μῆνάς τινας μετὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Κατὰ συνέπειαν κατὰ τὸ ἔτος 1900, τοῦ ὁποίου ὑπολείπονται ἐννέα μῆνες, βεβαίως τὸ Δημόσιον οὐδὲν θὰ ἔχῃ νὰ καταβάλῃ διὰ τὸ δάνειον τοῦτο· ὥστε οὐδεμία παρουσιάζεται ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς διὰ νέων φόρων ἐντὸς τοῦ 1900, ὅτε τὸ Δημόσιον οὐδὲν θὰ ἔχῃ νὰ καταβάλῃ. Ἐὰν δὲ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τι τὸ βάσιμον καὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐπιδεικτικῶν αἰσιοδοξιῶν, ἦτο εἰς καιρὸν νὰ περιμείνῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς, νὰ ἴδῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1900, καὶ ἂν ἐπείθετο καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι ἐπλανήθη εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν του, τότε ἠδύνατο νὰ προτείνῃ τὴν ἐξεύρεσιν ἄλλων πόρων καὶ ἄλλων μέσων πρὸς κάλυψιν τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι σοβαρά, βεβαίως δὲ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ ζητούμενος νὰ ψηφισθῇ, δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν χρημάτων ἐντὸς τοῦ 1900 καὶ εἰς τὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ 1900. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπιβάλλει φόρους· εἰς τὰ ἄλλα φορολογικὰ νομοσχέδια ἠρνεῖτο νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς συζητήσεως θεμάτων ἀφορώντων τὸν προϋπολογισμόν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ στιγμή. Ἤθελεν εἶσθαι λίαν εὐχάριστον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ἠκούομεν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε πράγματι θὰ συνεζητοῦμεν τὰ θέματα ταῦτα. Θὰ ἤμεθα τότε ἐν καιρῷ καταλλήλῳ, ὅπως συζητήσωμεν, καὶ ἢ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ἢ πείσωμεν ὑμᾶς περὶ τῶν γνωμῶν ἡμῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ καθέκαστα τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως θὰ συζητηθῶσι ταῦτα, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ. Ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐξῆλθον τῶν ὁρίων τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Νομίζω ὅτι εἰσάγων συμβάσεις ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πλήρους ἐκτελέσεως τῶν συμβάσεων τούτων θὰ βαρύνωσι τὸ Δημόσιον· ἦτο δὲ πολὺ φυσικὸν νὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα τὰ βάρη ταῦτα θὰ ἔχωσιν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς θὰ παραδεχθῇ, ὅτι σκοπός μου δὲν ἦτο νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῶν ὀλίγων φράσεων, τὰς ὁποίας εἶπον. Ὁ λόγος, ὅτι δὲν ἀπηντήσαμεν τότε, δὲν ἀποκλείει ἡμᾶς εἰς τὸ μέλλον, ἵνα τὰς ἰδέας μας διατυπώσωμεν, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ εἴπητε, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰς ἰδέας ταύτας διατυποῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι δὲν τὸ ἐπράξαμεν τότε...
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἄλλως τε κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ, οἷος ὁ κ. Καραπάνος, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖραν πολλὴν τῶν παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, δὲν ἠξεύρω, πῶς τοιαύτην κατηγορίαν καθ’ ἡμῶν μετὰ τοσαύτης θέρμης σήμερον ὑπεστήριξεν, ἀφοῦ, ἂν ἡ μνήμη του τὸν ὑπηρετῇ ἀκόμη καλῶς, θὰ γινώσκῃ βεβαίως, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ τακτικὴ, ἡ πάντοτε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ κρατοῦσα. Πολὺ σπανίως ἔχομεν Κυβερνήσεις συζητούσας τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκτίθενται τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἐν πλάτει, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖ τὴν συζήτησιν, διότι ἐν αὐτῷ ἀποδεικνύεται, ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως· πολλάκις δὲ εἴδομεν κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας, τῶν ὁποίων ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ παρ’ ἡμῖν, τηροῦντες τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἐκρίναμεν καλὸν νὰ τηρήσωμεν.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποτέ.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποται κριταὶ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν εἶσθε μὲν ὑμεῖς, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς· εὐχαριστοῦμεν δὲ διὰ τὰς κρίσεις ὑμῶν, καὶ νομίζομεν ὅτι δὲν παρελίπομεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῆς συζητήσεως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, πῶς ἐν τῇ αἰσιοδοξίᾳ, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν, προτείνομεν σήμερον αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, προκειμένου περὶ βαρῶν, τὰ ὁποῖα θὰ βαρύνωσι τὸ Κράτος μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ τινος διαστήματος. Καὶ βεβαίως τὸ χρονικὸν διάστημα δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀλλ’ εἶναι διάστημα πολὺ διάφορον...
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πέραν τοῦ 1900.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως τὸ 1900 δὲν θὰ βαρύνωσι τὸ Κράτος, ἀλλ’ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει,—καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὸ γινώσκει κάλλιστα,—ὅτι αὔξησις φορολογίας οἱασδήποτε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ ἀμέσως τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης προσδοκῶνται. Εἶναι ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ὅλοι παραδέχονται, καὶ ἑπομένως ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦσι πανταχοῦ, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιβάλλομεν σήμερον τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἵνα ἐφαρμοζομένης τῆς αὐξήσεως ταύτης ἔχωμεν τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων. Ἑπομένως δὲν πιστεύω ὅτι ἡ ἐπίκρισις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ σήμερον λόγος περὶ καπνοῦ. Εἶναι δὲ πεπεισμένος περὶ τῆς ἀληθείας ταύτης καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅστις τὸ γινώσκει κάλλιστα, διότι τὸν βλέπω ὅτι ὑπομειδιᾷ...
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπομειδιῶ διὰ τὸ ἀσθενὲς τῶν ἐπιχειρημάτων.
§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ θεωροῦμεν στενῶς συνδεόμενον, ἀρρήκτως μάλιστα συνδεόμενον, πρὸς τὰς συμβάσεις, καὶ ὅτι δὲν θέλομεν παραδεχθῆ τὴν ψήφισιν τῶν συμβάσεων τούτων ἢ καθ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον, τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον, ψηφισθῇ· ἐκτὸς ἐὰν ἄλλα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου εὐαρεστηθῶσι νὰ ὑποδείξωσιν αὔξησιν ἄλλην ἄλλων πόρων, ἐξ ἧς δύναται νὰ προκύψῃ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ προσδοκώμενον.
§55ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἅπαντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὗρον ὅτι τὰ ἔσοδα βαίνουσι καλῶς, καὶ μόνον ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἐξέφρασαν γνώμην, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπέρογκα. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος κακῶς ἀντελήφθη τῶν ἀγορεύσεων· διότι ἐξ αὐτῶν ἀπεδείχθη, ὅτι ὄχι μόνον τὰ ἔξοδα ἐξογκοῦνται καταπληκτικῶς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσοδα ἐλαττοῦνται ἐπικινδύνως. Ὑπενθυμίζω αὐτῷ, ὅτι ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον ἀπέδειξα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὰ ἔσοδα ἐλαττοῦνται ὄχι μόνον ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως καὶ αὐτῶν τῶν ταμιακῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι αἱ τελευταῖαι αὗται ὑστεροῦσι κατὰ τὸ 1899 κατὰ πέντε καὶ πλέον ἑκατομμύρια τῶν τοῦ 1898. Ἔφερα εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῶν λόγων μου τὸ ἀκαταπολέμητον ἐπιχείρημα, ὅτι τὰ κεφάλαια τὰ χρηματικὰ, ἃ διέθετε τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898, ἠλαττώθησαν καθ’ ὅλον τὸ 1899 κατὰ 8,671,000. Καὶ ἐπειδὴ μοὶ δίδεται νῦν ἡ εὐκαιρία, προσθέτω σήμερον, ὅτι καὶ τ’ ἀποταμιεύματα τῶν ἐνσήμων ἐν τοῖς διαφόροις ταμείοις τοῦ Κράτους ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ 1899 κατὰ 1,265,500. Ἂν λάβωμεν δ’ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ταῦτα ἀντιπροσωπεύουν χρῆμα τοῦ Δημοσίου, καὶ προσθέσωμεν τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν εἰς τὰ 8,671,000, ἔχομεν ποσὸν 9,936,500 δραχμῶν, παριστάνον τὴν ἐλάττωσιν τῶν χρηματικῶν κεφαλαίων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1899. Βλέπομεν λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἀνέρχεται σχεδὸν εἰς 10,000,000 δραχμάς. Καὶ βεβαίως εἰς τὰ δέκα ταῦτα ἑκατομμύρια περιλαμβάνονται τὰ 3,855,000, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἀναλήψεως ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως τῶν ὅσα εἶχεν ἀφήσει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν φόρτωσιν τῆς σταφίδος κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897, διότι ταῦτα εἶναι ἀποθέματα προηγουμένων ἐτῶν, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ ταῦτα κατηναλώθησαν τὸ 1899, καὶ ἓξ ἔτι ἑκατομμύρια περιπλέον τῶν εἰσπράξεων. Ἐνώπιον λοιπὸν τοιούτων ἀποτελεσμάτων, πῶς νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ γενικῶν πομπωδῶν φράσεων; Ἂς ἀναιρέσῃ πρῶτον τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἀνεφέραμεν, καὶ τότε εὐχαρίστως θέλομεν συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ, Κύριοι, νὰ εἴπω σήμερον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τοσοῦτον διετυμπάνισε μέχρι τοῦδε ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὴ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις τοσοῦτον περιεφρόνησε τὴν Βουλὴν, ὅσον αὐτή. Τοσαῦτα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀποδεικνύοντα ὄχι μόνον τὰς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐσφαλμένους, καὶ οὐδεμία ἐδόθη εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀκαταμάχητα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπάντησις. Τοῦτο εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὸ Σῶμα ὁλόκληρον, διότι πλεῖστα ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἀνέμενον, ὡς καλῶς γινώσκω, νὰ ἀναιρέσῃ τὰ λεχθέντα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ αὕτη δυστυχῶς δὲν ἠξίωσεν αὐτοὺς τοιαύτης χάριτος.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἐξηγήσητε τὴν σιωπὴν ὡς ἀσέβειαν.
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβη πέραν τοῦ προσήκοντος, ὀνομάσας ἡμᾶς ἀσεβεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ ν’ ἀγορεύσωμεν καὶ ὅταν δὲν θέλωμεν ν’ ἀγορεύσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐκρίθη προτιμοτέρα τῆς ἀπαντήσεως ἡ σιγή· τοῦτο ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐγένετο παρ’ ἀνδρῶν γνωριζόντων κάλλιστα τὰ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, διότι πολλάκις αἱ Βουλαὶ περιέρχονται εἰς τοσαύτην στενοχωρίαν, δι’ ἔλλειψιν χρόνου ὡς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὥστε οἱ κυβερνῶντες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ἀπασχολῶσι τὰς Βουλὰς διὰ συζητήσεων διεξοδικῶν, ὅταν μάλιστα νομίζωσιν, ὅτι τὸ καθῆκον αὑτῶν ἔπραξαν, συντάξαντες καὶ προβαλόντες τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ παρασχόντες πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νομίζει, ὅτι, ἐπειδὴ ἠγόρευσε, κατώρθωσε νὰ πείσῃ καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἰδέας του. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δὲν ἔπεισεν ἑαυτὸν, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, διὰ νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἶχε κατορθώσει προηγουμένως νὰ πείσῃ ἑαυτὸν, βεβαίως ὅμως δὲν ἔπεισε τὴν Βουλήν. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσε πρὸ ὀλίγου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὡς ἀφετηρίαν ἢ ὑποστήριξιν τοῦ συμπεράσματός του, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ ὑπολαμβάνουσιν ὡς παράγοντας ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἰσχυρίσθη ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ χρηματικὴ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898 ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ἦτο κρείσσων. Δὲν ἐσκέφθη δὲ, ὅτι ἡ χρηματικὴ αὕτη κατάστασις οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους· ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1898 ἅπασα ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν δανείων ἐπληρώθη ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ ἠγγυημένου δανείου, ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τῶν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔμεινεν ἀδιάθετον καὶ μετηνέχθη ὡς ὑπόλοιπον εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1899. Κατὰ τὸ ἔτος ὅμως 1899 τὸ ποσὸν τοῦτο ἠλαττώθη, διότι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου δὲν ἐπληρώθη ἢ μόνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ χρέους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς χρηματικῆς καταστάσεως τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898 καὶ τῆς τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899. Ἀλλ’ ὑπὸ τῶν γινωσκόντων τὰ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἡ χρηματικὴ κατάστασις ὡς ὄρος, ὡς βάσις, ὡς ἀφετηρία διὰ τὴν μελέτην τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, διότι ἡ χρηματικὴ αὕτη κατάστασις παρουσιάζει ἀποτελέσματα ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς ταχυτέρας ἢ βραδυτέρας ἐκκαθαρίσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων καὶ ἐκ διαφόρων μεταβολῶν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τουτέστιν ἐκ τῆς ἀναλήψεως παρακαταθηκῶν καὶ ἐκ προσθήκης τούτων. Παρετηρήθη δὲ εἰς τὰ ἔτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον περισσεύματα, ὅτι ἀκριβῶς τῶν 12 πρώτων μηνῶν ἡ διαχείρισις εἶχε πληρωμὰς μείζονας τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἄλλη διαχείρισις ἄλλων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς ἔλλειμμα. Πάντα ταῦτά εἰσι στοιχειώδη, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἀπό τινος χρόνου ἀπασχολεῖται, πάνυ ἀξιεπαίνως, εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, δὲν τὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ἵνα στηρίξῃ μορφὴν καθ’ ἡμῶν ἐπὶ ἀσεβείᾳ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν τοιαύτην ἀσέβειαν.
§58ΝΕΓΡΗΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπερίμενε νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω ὅσα ἤκουσα. Βεβαίως ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἀκολουθοῦσι τοὺς χρηματικοὺς λογαριασμοὺς δὲν δύνανται ἢ νὰ βεβαιώσουν τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Ἐν τούτοις ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω ὀλίγα, ἅτινα δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ σᾶς πείσουν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ὅτι ὅσα εἶπον ἐγὼ εἶναι ἀκριβέστατα. Τί εἶπον ἐγώ; Εἶπον ὅτι τὸ Δημόσιον εἶχε ποσὸν χρημάτων διαθεσίμων τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1898, πρὸς ἐξακρίβωσιν δὲ τούτου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἶχε τὸ Δημόσιον ἐν Εὐρώπῃ ἐκ τοῦ δανείου καὶ ὅσα ἄλλα διέθετεν ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰ τελωνεῖα, εἰς τὰ ταμεῖα, ὅσα εἶχε κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν· τὸ αὐτὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899. Καὶ χωρὶς νὰ ἦσθε οἰκονομολόγοι, Κύριοι, δύνασθε νὰ συμπεράνητε, ὅσοι εἶσθε βιομήχανοι, ὅσοι διευθύνετε περιουσίαν, ὅτι διαφορὰ τοσοῦτον σπουδαία εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰς δύο εἰρημένας ἐποχὰς δὲν δύναται νὰ προκύπτῃ, εἰμὴ ἀπὸ ἔλλειμμα. Ἐπερίμενα νὰ μοὶ εἴπῃ ἄλλο τι ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπεν· ἐπερίμενα νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἀριθμοί μου δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἠδύναντο νὰ ἦναι καὶ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ δὲν τὸ εἶπε. Καὶ δὲν τὸ εἶπε διότι τὰ κονδύλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἀφαιρεθῶσι, τὰ ἀφῄρεσα, καὶ ἦσαν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἠλαττώθησαν κατὰ 1,700,000 δραχμὰς, ἦτο τὸ Βασσάνειον κληροδότημα, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐκ 500,000 δραχμῶν, ἦσαν δραχ. 200,000, αἵτινες παρεδόθησαν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Πάντα ταῦτα ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εὗρον τὸ ἔλλειμμα τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια προέρχονται ἐκ τῆς ἀναλήψεως τῶν ἀνηκόντων τῷ Δημοσίῳ ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, τὰ δὲ 6 ἑκατομμύρια εἶναι ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα βεβαίως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι βεβαίως, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἔχει σαφῆ ἰδέαν περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὑπάρχῃ ἐν τῷ ταμείῳ ἀπόθεμά τι χρηματικόν, τοῦτο καὶ μόνον ἀποτελεῖ τὴν ἐνεργητικὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἐν τούτοις δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μεῖζον ποσὸν χρημάτων μὴ εὑρισκόμενον ἐν τῷ ταμείῳ, ἀποτελοῦν ὅμως ἐνεργητικὸν τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐγίνωσκε τὸν στοιχειώδη τοῦτον κανόνα, ἔπρεπε, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ παθητικὸν τοῦ Δημοσίου, νὰ μεταδώσῃ ἡμῖν τὴν εἰκόνα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους· τοιαύτην ὅμως δὲν μετέδωκεν. Εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 τὸ χρηματικὸν ἀπόθεμα τοῦ Δημοσίου ἦτο ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅ,τι ἦτο κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898. Παρατηρῶ καὶ πάλιν εἰς αὐτόν, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἐνεργετικῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου. Μόνη ἡ κατάστασις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας δεικνύει τὸ ἐνεργητικὸν καὶ παθητικόν, καὶ οὐχὶ ἡ ποσότης τοῦ ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις χρηματικοῦ ἀποταμιεύματος. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὸ ἐνεργητικὸν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 εἶναι κρεῖσσον τοῦ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898. Ἀλλ’ ὅταν, μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐπιμένητε εἰς τὴν χρηματικὴν κατάστασιν, καὶ αὐτὴν παρουσιάζητε ὡς ἀφετηρίαν, ὡς βάσιν πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἐνεργητικῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου, βεβαίως εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς ἀπομακρύνω.
§60ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀπαντήσῃ προχθές, ὅτε ἐγὼ συζητῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέφερα τοὺς διαφόρους λογαριασμούς, ἤθελον δείξει τοὺς πίνακας, ἐξ ὧν ἐξάγεται, ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν πάντα, καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, εἶναι βέβαιον· ἀλλ’ ἀτυχῶς σήμερον δὲν ἔχω τοὺς πίνακας τούτους ἀνὰ χεῖρας.
§61Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὔτε θέλω συζητήσει ἐπὶ τῶν συμβάσεων, διότι ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις θὰ γείνῃ ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα· ἀλλὰ νομίζω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦδε κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις τὸν σιδηρόδρομον τὸν ἄλλοτε Πειραιῶς–Λαρίσης–Συνόρων περιέκοψε, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπέβαλε, παρὰ τὰς γενομένας ἄλλοτε ἀποφάσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἠκρωτηριασμένον. Διότι ὁ σιδηρόδρομος νῦν πρόκειται νὰ φθάσῃ μόνον μέχρι τοῦ Δεμερλῆ. Ἡ γραμμὴ ἡ μέχρι Λαρίσης καὶ συνόρων μένει μετέωρος. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τῆς Λαρίσης, ἀφοῦ ἤδη ὑπεγράφη καὶ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ σήμερον, κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, διότι οὕτω δοθείσης ἀφορμῆς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, θὰ ἐξηγήσῃ οὗτος τοὺς λόγους, δι’ οὓς τοιοῦτον ὑπέβαλεν ἀτελῆ καὶ ἠκρωτηριασμένον σιδηρόδρομον, ἀφοῦ οὐδένα σπουδαῖον λόγον, δικαιολογοῦντα τὸν ἀκρωτηριασμὸν αὐτοῦ, ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ μόνος λόγος, ὃν ἀνέφερεν, εἶναι ὅτι, ἂν ἐξετελεῖτο ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους καὶ τὸ τμῆμα ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης, θὰ ἐπεβαρύνοντο τοσοῦτον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὥστε δὲν ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις πρέπον νὰ τὸ δεχθῇ. Ἀλλ’ ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τὸ τμῆμα τὸ ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης δὲν θ’ ἀπῃτοῦντο περισσότερα τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων, καὶ αὐτῶν μόνων ὁ τόκος θὰ ἐβάρυνε τὸ Δημόσιον, ὅτι δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός ἐξεδήλωσε τοσαύτην αἰσιοδοξίαν διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τοσαύτην ὁμοίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ ἀποδόσει ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀπορεῖ τις, πῶς τοιαύτην δικαιολογίαν ἐκ τῆς ἐλλείψεως μέσων δι’ ἐγγύησιν τεσσάρων ἀκόμη ἑκατομμυρίων, δηλ. 250,000 δραχμῶν, ἐπεκαλέσθησαν, καὶ διὰ τοιαύτην περιεκόπη ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ τοῦτο νὰ μὴ φρονῶ, ὅτι λόγοι οἰκονομικοὶ ὑπηγόρευσαν τὸ τοιοῦτον μέτρον, διότι τοσοῦτον μικρὰ εἶναι ἡ διαφορά, ὥστε δὲν ἐξηγεῖται ἡ ἀπόφασις ὑμῶν· ὑποθέτω μᾶλλον, ὅτι χωρὶς νὰ ἔχωμεν συνείδησιν, τοῦ πράγματος,— καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπραξε τοῦτο ἐπ’ αὐτῷ τῷ λόγῳ,—χωρὶς, λέγω, νὰ ἔχωμεν συνείδησιν τοῦ πράγματος, ὑπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον σιδηροδρόμου ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ τὰ συμφέροντα ἴσως ἐπαρχίας τινὸς, ἥτις εἶναι δικαιολογημένη, ζητοῦσα ὅπως ὑπὲρ ἑαυτῆς καρπωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν μακρότερον χρόνον τὴν ὑπάρχουσαν ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τὸ Κράτος ὅμως δὲν δικαιολογεῖται ἐνώπιον τῆς χώρας, δεχόμενον, ὅπως τὰ συμφέροντα μιᾶς ἑταιρείας ἢ μιᾶς πόλεως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ κατισχύοντα κανονίσουν τὰ συμφέροντα τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Λαρίσης–Συνόρων, σιδηροδρόμου, τὸν ὁποῖον ἐπεζήτησε καὶ ἐπεχείρησε πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ Κράτος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέστη μεγάλας χρηματικὰς θυσίας, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε δάνειον, ὅπερ βαρύνει ἔτι τὴν χώραν, καὶ ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ συμπληρωθῇ, ἀπῄτει δαπάνην πάντως μικροτέραν τῆς ἀρχικῆς. Ἀλλὰ δὲν βλέπω μόνον τοῦτο ἐν τῇ κατασκευῇ τοῦ σιδηροδρόμου, ὡς προτείνεται, ὅτι δηλονότι πρέπει νὰ ἐξαρτήσωμεν τὰ τῆς διευθύνσεως τοῦ σιδηροδρόμου οὐχὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων συμφερόντων, ἀλλ’ ἐκ τῶν συμφερόντων ἄλλων, δηλ. ἐκ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς ὑποδείξει μίαν ἡμέραν ἡ ὅμορος ἐπικράτεια, ἥτις ὅμως, χωρὶς νὰ κατηγορήσω τὰς προθέσεις αὐτῆς, ἐξ ἄλλων προθέσεων ἄγεται ἢ ἐξ οἵων ἡμεῖς. Ἄλλα τὰ συμφέροντα ἐκείνης, ἄλλα τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς ἄλλους λόγους, οἵτινες δὲν εἶναι ἐμπορικοὶ καὶ συγκοινωνίας, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν πᾶσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους τοὺς καθαρῶς χρηματικούς, τοὺς καθαρῶς ὑλικούς, καὶ λέγω ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἔπρεπε νὰ βαδίσωμεν ἐπὶ τοιαύτης βάσεως. Ἐγὼ τὸν σιδηρόδρομον θεωρῶ κυρίως καὶ πρὸ πάντων ἔργον ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἔργον συγκοινωνίας μετὰ τῆς Εὐρώπης, ὄχι διότι παραγνωρίζω τὰ μεγάλα ἀποτελέσματα, ἰδίως τὰ ἠθικά, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἕνωσις τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ συμφέροντα ἡμῶν, τὰ ὑλικὰ, εἶναι πολὺ μεγαλείτερα καὶ σπουδαιότερα τῶν ἐκ τῆς συγκοινωνίας μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ὑπερτιμῶμεν εἰς βαθμὸν ἐξικνούμενον μέχρι τοῦ γελοίου τὴν ἰδέαν, ὅτι συνδεόμενοι σιδηροδρομικῶς μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων θὰ καταστῶμεν ἄλλο Ἐλδοράδον. Νομίζω ὅτι ἡ μεγαλειτέρα ὠφέλεια τοῦ σιδηροδρόμου θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας. Ὅσον περισσότερα τῆς χώρας ἡμῶν κέντρα συνδέομεν πρὸς ἄλληλα διὰ σιδηροδρόμου ταχείας συγκοινωνίας, δηλαδὴ διὰ πλατέος σιδηροδρόμου, τόσον περισσότερον ὠφελοῦμεν αὐτήν. Διὰ τοῦτο οὐδὲν ἐκ τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἔστω καὶ μὲ παρεκτροπήν τινα ἀπὸ τῆς εὐθείας ἠδυνάμεθα νὰ προσεγγίσωμεν καὶ συνδέσωμεν πρὸς τὰ μεγαλείτερα κέντρα τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς, πρέπει νὰ παραγκωνίζωμεν. Ἀρκεῖ ἡ δαπάνη νὰ καλύπτηται. Λοιπὸν οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐσωτερικῆς ὠφελείας, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικὴν, θεωρῶ σπουδαίους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπεκαλέσθη, ὅπως παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σιδηρόδρομον, οἷον ἐπαρουσίασεν αὐτὸν, ἄνευ δηλ. συνδέσμου μετὰ τῆς Λαρίσης, καὶ ἄνευ ἀνεξαρτησίας περὶ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὸ τέρμα τῆς γραμμῆς, διεύθυνσιν συμφέρουσαν εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος. Ταῦτα ἐθεώρησα δίκαιον γενικῶς καὶ πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν νὰ καταγγείλω εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς συμβάσεως.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ εἰς ταῦτα θεωρῶ πρέπον ὀλίγα τινὰ νὰ ἀπαντήσω. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην, ἀκούων τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου ἀποδίδοντα εἰς ἡμᾶς ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ δὲν ἠξεύρω ποίαν ὑστεροβουλίαν...
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἐνόουν τοιοῦτόν τι.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. δὲν ἠξεύρω ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τίνων συμφερόντων. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς τοιαῦτά τινα ἤθελεν ἀποδώσει ἡμῖν.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐνόουν ὑμᾶς, ὅτι εἴχετε τοιούτους λόγους ἢ συμφέροντα.
§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν ἐκ τῶν μικρῶν τούτων συμφερόντων ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ λάβω ταῦτα ὑπ’ ὄψιν. Ἐξέθηκα, νομίζω, διὰ τρόπου λίαν σαφοῦς, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σύμβασιν, οἷα ὑπεβλήθη ἐνώπιον ὑμῶν. Περὶ Λαρίσης τί εἶπον; Εἶπον ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχει ὅρος, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται ἡ Κυβέρνησις, ὅταν θελήσῃ,—αὔριον, ἂν θέλῃ,—δύναται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ θὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ ἔργα μέχρι Δεμερλῆ, καὶ δύο ἔτη μετὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἡ ἑταιρεία καταβάλῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐφ’ οἷς ὅροις καταβάλλει τὰ 35 ἑκατομμύρια, ὅπως κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον ἐπὶ ποσῷ ὁριζομένῳ ἐν τῇ συμβάσει, ὅπως ἐκμεταλλευθῇ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον... Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ Μεσολογγίου, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ συστήματος τοῦ ἐδικοῦ μου καὶ τοῦ συστήματος τοῦ ἐδικοῦ σας; ὅτι ἐγὼ ἐξοικονόμησα τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν πληρώσει διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος μεταξὺ Δεμερλῆ καὶ Λαρίσης, ὅτι ἐξοικονομήσαμεν τοὺς τόκους τούτους, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα, καθ’ ἣν στιγμὴν θελήσῃ, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ, τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Τοῦτο εἶναι ἀσυζήτητον· κατὰ τούτου οἱ ἰσχυρισμοὶ ὑμῶν οὐδόλως δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν. Ἀλλ’ ἔρχεται δεύτερον ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι κατ’ αὐτὸν ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης εἶναι σιδηρόδρομος ἐσωτερικῆς μόνον συγκοινωνίας, τοπικῆς συγκοινωνίας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν κέρδη ἀμύθητα ἐκ τῆς ἑνώσεως τοῦ σιδηροδρόμου ἡμῶν μετὰ τοῦ σιδηροδρόμων τῆς Εὐρώπης. Παρακαλῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν Μεσολογγίου νὰ μοὶ εἴπῃ, εἶπον ἐγώ, ὅτι, ἂν συνδεθῶμεν μετὰ τῶν σιδηροδρόμων τῶν Εὐρωπαϊκῶν, θὰ ἔχωμεν ἀμύθητα κέρδη; Οὔτε τὸ εἶπον, οὔτε τὸ πιστεύω. Πιστεύω ὅμως τι, τὸ ὁποῖον ἐκπλήσσομαι πῶς δὲν πιστεύει ὁ κύριος Δεληγεώργης, ὅτι ὕψιστα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλουσι τὴν ἕνωσιν ταύτην, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ὑλικῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδώσῃ ὁ σιδηρόδρομος διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν προϊόντων καὶ ἐμπορευμάτων, θὰ φέρῃ πρόοδον μεγίστην εἰς τὸν τόπον, διότι τόπος, ὁ ὁποῖος θὰ ᾖναι εἰς σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Εὐρώπης, μεγάλως θὰ κερδίσῃ ὑπὸ ἔποψιν ἠθικήν...
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικὴν καὶ οἰκονομικὴν καὶ τοιαῦτα ὠφελήματα ἐκ τῆς ἑνώσεως βεβαίως προσδοκᾷ καὶ ἅπασα ἡ Βουλή...
§69ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἑπομένως πρόκειται περὶ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν μετὰ τῶν σιδηροδρόμων τῆς Εὐρώπης ἕνωσιν. Ἀλλ’ ἐδῶ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς μίαν ἀπὸ ἐκείνας τὰς θεωρίας, εἰς τὰς ὁποίας πολλοὶ ἀρέσκονται: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτάξωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν εἰς τὴν θέλησιν ἑτέρων, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ σημείου τῆς ἑνώσεως!» Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, εἶναι δυνατὸν ταῦτα σοβαρῶς νὰ λέγωνται; εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι προκειμένου περὶ ἑνώσεως σιδηροδρόμων δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία δύο θελήσεων; εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν: «ἢ ἐδῶ θὰ ἑνωθῶμεν, ἢ δὲν ἑνούμεθα»; Ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, ἵνα συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως, θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα ἡμῶν, καὶ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ προασπίσωμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ μόνης τῆς θελήσεως ἡμῶν θὰ κανονισθῇ. Τοιαῦτα ζητήματα, ἡ πεῖρα μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν λύονται ποτὲ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἑτέρου μόνον τῶν διαφερομένων. Ὁ δὲ σιδηρόδρομος μέχρι Δεμερλῆ ποίαν ἄλλην ὠφέλειαν ἔχει; Ἐκτὸς τῆς οἰκονομίας, περὶ ἧς ἔκαμα λόγον, ἡ ὁποία οἰκονομία ἀφίνει ἄθικτον τὸ ζήτημα τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσης, ἔχει καὶ ἓν ἄλλο πλεονέκτημα, ὅτι μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς Δεμερλῆ καὶ ὅπως φθάσωμεν εἰς Δεμερλῆ, τέσσαρα ὅλα ἔτη ἀπαιτοῦνται, θὰ ᾖναι δὲ δυνατὸν μέχρι τότε τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως νὰ λυθῇ, καὶ νὰ γινώσκωμεν, ἐὰν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἕνωσιν, πρόκειται νὰ διέλθωμεν διὰ Λαρίσης. Τότε βεβαίως θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν σιδηρόδρομον μέχρι Λαρίσης. Ἀλλὰ πρὶν σκεφθῶμεν ποίαν διεύθυνσιν πρέπει νὰ λάβωμεν, ἡ ἐπέκτασις διὰ τοπικοὺς λόγους δὲν πρέπει νὰ γείνῃ. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, καὶ ἀπέναντι τῶν πραγμάτων δὲν ἰσχύουν αἱ θεωρίαι. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε, ὅτι «ἐθυσιάσατε τὴν θέλησίν σας καὶ ἐφέρατε κολοβὸν σιδηρόδρομον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἐλπίδας τὰς ἐθνικάς». Ἐφέραμεν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκτελεῖται τὸ μέγιστον μέρος τοῦ σιδηροδρόμου ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐφέραμεν σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας, ἄνευ ὑπερβολικοῦ κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν βάρους, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ σιδηρόδρομος 302 χιλιομέτρων. Μέχρι δὲ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἤτοι ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, ἐλπίζω ὅτι θὰ ᾖναι λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα Δεμερλῆ–Λαρίσης, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο μένει εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν τῶν τεσσάρων τούτων ἐτῶν θελήσῃ δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ κυβερνήτης, ἐκτὸς ἴσως τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος κυβερνήτης, ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸ δάνειον διὰ τὸ τμῆμα τὸ μεταξὺ Δεμερλῆ–Λαρίσης κατὰ τὸ τέλος τῆς τετραετίας, ἤθελε, δὲν ἠξεύρω διατί,—ἴσως διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς μὴ βασίμους ἀπαιτήσεις τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης,—ὁ ὁποῖος, λέγω, ἤθελεν ἀπὸ σήμερον ἀναλάβει εἰς βάρος τοῦ Κράτους τόκους πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου, τὸ ὁποῖον δύναται κάλλιστα νὰ ἐκτελέσῃ χωρὶς νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῶν τόκων τούτων.
§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, καθ’ ἣν δι’ αὐτοῦ, ὅπερ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, μὴ συνομολογήσασα σύμβασιν σήμερον ἢ μέχρι Δεμερλῆ, καὶ ἀφήσασα τὸ τμῆμα ἀπὸ Δεμερλῆ μέχρι Λαρίσης, ἠθέλησε νὰ οἰκονομήσῃ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου ποσὸν, ὅπερ ἤθελε καταβάλει πολὺ πρὶν τῆς ὥρας, αὕτη δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητος. Τὸ ἐπιχείρημα ἄλλως τοῦτο δύναμαι ν’ ἀνασκευάσω δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθηκεν. Ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει περιλαμβάνεται τρόπος κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἔν τινι μέρει, ὃν ἐγὼ δὲν ἐπιδοκιμάζω. Ἔχομεν ὁπωσδήποτε τρόπον, τὸν ὁποῖον, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη καὶ ἐνέγραψεν ἐν τῇ συμβάσει, ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ τμήματος Δεμερλῆ–Λαρίσης. Τί σᾶς εἶπεν, εἰσηγούμενος τὴν σύμβασιν; ὅτι δι’ ἓν ποσὸν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, νομίζω, ἅπερ ἤθελον χορηγηθῆ ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι τῆς ὁδοῦ, συνεφωνήθη νὰ λαμβάνηται τόκος μέχρις ἕξ τοῖς ἑκατὸν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ τὸ τμῆμα ἐπίσης, τὸ ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισαν, θὰ ἠδύνατο κατὰ τὸν αὐτὸν ὅρον νὰ συνομολογήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν, δηλ. ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπράττεσθαι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων νὰ λαμβάνῃ 6% ἡ ἑταιρεία. Οὕτω πως οὐδὲν ἤθελε πληρόνει ἡ Κυβέρνησις. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι λόγοι οἰκονομικοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν περικοπὴν ἑνὸς τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι συμφέροντα τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ σιδηροδρόμου ἐπέδρασαν. Οὗτος φοβεῖται, ὅτι, ἂν ἤθελεν ἑνωθῆ ἡ Λάρισα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μετὰ Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, θὰ ἐστερεῖτο μεγάλου μέρους τῶν κερδῶν. Τοῦτο ἐπέδρασε, δὲν ἐννοῶ ἀπευθείας καὶ φανερὰ ἐπὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπέδρασεν, ἵνα σχηματισθῇ ἐν τῷ τμήματι τοιαύτη τις ἰδέα, ὅτι πρέπει ὁ σιδηρόδρομος μέχρις ἐκεῖ μόνον νὰ φθάσῃ. Βεβαίως ἐτέθη ὁ ὅρος, ὀψέποτε θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ γραμμὴ καὶ μέχρι Λαρίσης, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον. Δὲν ἐννοῶ ἄλλως διατὶ, ἀφοῦ ἡ δαπάνη θὰ ἦτο μικρὰ, δὲν συμπληροῦται ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἔργον. Διὰ τοῦτο μᾶλλον δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ λόγος τῆς ἑνώσεως τῶν σιδηροδρόμων ἐν ἄλλῳ σημείῳ, παρὰ ἐν ἐκείνῳ τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει ἡ Λάρισα, ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος σταματήσῃ νῦν ἐν Δεμερλῇ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐκφράζω νῦν τὴν γνώμην, ἣν πρὸ πολλοῦ ἐσχημάτισα, ὅτι δὲν εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ ἑνωθῶμεν σιδηροδρομικῶς μετὰ τῶν Τουρκικῶν σιδηροδρόμων, οὔτε εἰς τὸ σημεῖον, ὅπερ θὰ ὑποδείξῃ ἡ Τουρκία, οὔτε ἐγγὺς τῆς Λαρίσης. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλονίκης ταχέως, διότι κατερχόμενοι μέχρι τοῦ Τσάγεζι καὶ ἐγκαθιστῶντες ἐκεῖ συγκοινωνίαν μετ’ αὐτῆς δι’ ἀτμοπλοίων, θὰ ἠδυνάμεθα καὶ τετράκις τῆς ἡμέρας νὰ ἤμεθα εἰς συγκοινωνίαν μετὰ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλονίκης. Ἡ γνώμη δὲ ἡ ὀρθοτέρα δι’ ἡμᾶς εἶναι, νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἕνωσιν πρὸς τὰ παράλια, παρὰ ἀνερχόμενοι εἰς τὰ ὄρη τῆς Μακεδονίας, ὅπου, ἐσφαλμένως παρὰ πολλῶν πιστεύεται, ὅτι καλλίτερον θέλουν ὑπηρετηθῆ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Πάντα ταῦτα νομίζω θεωρίας, καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμέμφθη ἐμοῦ, ὅτι ἐπὶ θεωριῶν βασίζομαι, καὶ ἐπῄνεσεν ἑαυτὸν ἐπὶ πρακτικῷ πνεύματι, νομίζω ὅτι αὐτὸς μᾶλλον βασίζεται ἐπὶ θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ποτὲ δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν λόγοι οὔτε οἰκονομικοί, οὔτε ἐμπορικοί, δικαιολογοῦντες τὴν μεταβολὴν τῶν σχεδίων καὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπ’ ἀρχῆς ἐπεκράτησαν, ὅτε ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσης ἐσχεδιάσθη. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, παροτρυνομένου ὅπως κανονίσῃ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου οὕτως, ὥστε νὰ ᾖναι δυνατόν ποτε ἡ ὅμορος ἐπικρατεία νὰ θελήσῃ νὰ συνδεθῶμεν, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν νὰ συνδεθῇ μεθ’ ἡμῶν ἐκεῖ, ὅπου ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ συνδεθῶμεν, καὶ ὄχι ἡμεῖς νὰ περιμένωμεν νὰ ὑποδείξῃ ἡμῖν ἡ Τουρκία ποῦ πρέπει νὰ συνδεθῶμεν. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία τοῦ παραγκωνισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἔτυχεν, ἡ Λάρισα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὡμίλησα κατὰ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν. Τουναντίον ὡμολόγησα τὰ μεγάλα κέρδη τὰ ἠθικὰ, ἅτινα θέλει ἀποκομίσει ἐκ τῆς ἑνώσεως ταύτης ἡ ἡμετέρα χώρα. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα τοῦ τόπου ἡμῶν εἶναι ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἔγκεινται ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῇ ταχείᾳ τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν μεγάλων κέντρων τοῦ τόπου. Εἰς τοῦτο προσέχων, δὲν εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῆς ἑνώσεως πρὸς τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς σιδηροδρόμους, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ταῦτα εἶναι συγκριτικῶς δευτερεύοντα, καὶ οὐδέποτε πρέπει νὰ θυσιάσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ συμφέροντα εἰς τὰ ἐξωτερικά, θυσιάζονται δὲ, ὅταν τὴν γραμμὴν κατεσκευάζωμεν καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ χάριν τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρὸς ἐξυπηρέτησιν δηλ. τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς τοῦ τόπου ἀνάγκας καὶ ὠφελείας. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κείμεθα εἰς τὸ ἄκρον τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅτι συνδεόμεθα τοσοῦτον μετὰ τῆς Δύσεως διὰ θαλάσσης, ὥστε δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου τοσαύτη κίνησις καὶ τόσα κέρδη, ὅσα πολλοὶ πιστεύουσι. Καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὴν Θεσσαλονίκην, ἡ ὁποία βεβαίως ὠφελήθη ἐκ τῆς ἑνώσεως τῶν σιδηροδρόμων τῶν Τουρκικῶν μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον τουλάχιστον δὲν ἐπαρουσίασεν ἔκτακτα κέρδη καὶ ὠφελείας, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται ὅλα, ὅσα ὑπὲρ Θεσσαλονίκης πολλοὶ ἤλπιζον. Ἡ θαλασσία συγκοινωνία σήμερον, καὶ λόγῳ τῆς μεγάλης ταχύτητος καὶ λόγῳ τῆς εὐθηνίας τῶν ναύλων, ἀφαιρεῖ μέγα μέρος τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως, ἥτις ἀνῆκεν ἢ ἐπιστεύετο ὅτι θ’ ἀνήκῃ εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω ἐκφράζων τὴν λύπην μου, ὅτι δὲν ἐλύθη ὅπως ὅλοι ἀνεμένομεν, ὅπως ὅλοι ἐπίστευον, ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς εἶχε σχεδιασθῆ, τὸ ἔργον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι τὰ κακῶς γενόμενα, διότι καὶ τὸ ἀποκοπὲν τμῆμα δύναται νὰ κατασκευασθῇ ἀπὸ τοῦδε, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεως τῶν ἡμετέρων μετὰ τῶν Τουρκικῶν σιδηροδρόμων νὰ ἐκλέξωμεν τὸ σημεῖον, ὅπερ νομίζομεν, ὅτι εἶναι τὸ συμφορώτερον. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὰς ἐπαμφοτερίσεις καὶ τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὴν ἀβεβαιότητα, ὑπὸ τῶν ὁποίων κατείχετο, καὶ κατέχεται ἀκόμη, ἡ Κυβέρνησις, ὑπογράψασα τὴν σύμβασιν. Ἔπρεπε μᾶλλον εὐκρινῆ καὶ καθαρὰν νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιμείνῃ, ὑπερνικῶσα ἢ μὴ ὑπερτιμῶσα τὰς δυσκολίας, οἱασδήποτε φύσεως καὶ ἂν ἦσαν. Ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐπιμείνασα εἰς τὰ ἀνέκαθεν, ἔσφαλε, καὶ ἀνέλαβε μεγάλην εὐθύνην.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Γουναράκην. Μίαν ἐπερώτησιν θέλω νὰ ὑποβάλω, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι ὕστερον.
§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἡ κατατετμημένη καὶ μερικὴ συζήτησις ἐπὶ τόσῳ σοβαροῦ ζητήματος, ὡς γίνεται, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἐν ταῖς συνηθείαις ταῖς κοινοβουλευτικαῖς. Τόσον ἀκαίρως ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως, ὥστε μικροῦ δεῖν νὰ κατέλθωμεν σήμερον ἔτι καὶ εἰς τὰ νευρικώτατα ζητήματα περὶ τοῦ εἴδους τῶν μελλόντων νὰ κατασκευασθῶσι wagons, τὰ ὁποῖα θὰ διατεθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Λαρίσης. Ἀλλὰ εἰς τὸ γιγνομένον δὲν πταίουσιν οἱ ὁμιλήσαντες, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ νῦν. Πταίει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τῆς τακτικῆς τῆς ἐξαιρετικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, καθ’ ἣν ὑποβάλλουσα νομοσχέδιόν τι εἰσηγεῖται τὰ περὶ αὐτοῦ, παράγει μίαν ἐντύπωσιν, καὶ ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ σιωπῶμεν. Μετὰ παρέλευσιν δ’ ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε ἔχουσι λησμονηθῆ τὰ παρ’ αὐτῆς λεχθέντα, ἀναγκάζει ἕκαστον ἐξ ἡμῶν τῶν ἀντιφρονούντων νὰ παρερχώμεθα ἐπὶ τὸ βῆμα, περιοριζομένη τότε, ὡς διδάσκαλος, νὰ βαθμολογῇ τὴν ἀξίαν ἑκάστου ῥήτορος, καὶ ἐπὶ τέλους, κλίνουσα τὴν κεφαλὴν, νὰ δηλοῖ, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσῃ! Ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς ἡμᾶς, κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς ὑποβολῆς τῆς συμβάσεως περὶ τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, καίτοι ἀπαράσκευοι, καίτοι ἐξ ἐνέδρας καταλαμβανόμενοι, ἐντεῦθεν, λέγω, ἡ ἀνάγκη, ὅπως ὁμιλήσωμεν, ἐκφέροντες τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, τῶν ἐσόδων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καλυφθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἔθετο τὸ ζήτημα πολὺ εὐκρινῶς, ἀλλ’ ἔθετο αὐτὸ ἀδιαιρέτως, καὶ εἶπεν: «Ἡμεῖς, ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν θέλητε τὰς δαπάνας, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι δὲν θέλετε αὐτὴν τὴν συγκοινωνίαν». Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαόν: «Ἡμεῖς μέχρι τῆς σήμερον εἰς δύο Συνόδους ἐδώκαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὲρ τὰ 4,000,000 δραχμῶν, ἅτινα ἦσαν νέον βάρος φορολογικὸν διὰ τὸν λαὸν, καὶ ταῦτα τὰ ἑκατομμύρια ὑπεραρκοῦσι διὰ νὰ κατασκευάσῃ τοὺς σιδηροδρόμους». Θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτόν: «Θέλομεν τοὺς σιδηροδρόμους, ὧν ὁ μέχρι Λαρίσης ἔπρεπε καὶ πρὸ καιροῦ νὰ εἶχε συντελεσθῆ· ἀλλ’ ἐνῷ ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τέσσαρα ἑκατομμύρια νέων φόρων, καὶ ἐνῷ ἀπαιτοῦνται δύο καί τι πλέον, ἑπομένως ὑπάρχουσι καὶ περισσεύματα ἐκ τῶν ψηφισθέντων, ἐν τούτοις ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια. Καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια, ἀπὸ ἀρχῶν ἐκπορευομένη περὶ μεγάλης τῆς χώρας ἐπαρκείας, διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνιστᾷ ἡμῖν αἰσιοδοξίαν, ἀφοῦ τόσον εἶναι ἀκμαῖος ὁ πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος!» Ἀλλ’ ἐν τούτῳ διαφωνοῦμεν. Καὶ διαφωνοῦντες δυνάμεθα ν’ ἀναιρέσωμεν πολὺ εὐχερῶς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων πείθεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀκμῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ δύναται εὐχερῶς ν’ ἀποτίσῃ καὶ τὴν νῦν ζητουμένην φορολογίαν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀκμὴν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ λαοῦ, ὅτι «αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου αὐξάνονται». Ἀλλὰ πρέπει νὰ διακρίνωμεν, Κύριοι, τὰ πράγματα. Αἱ εἰσπράξεις εἶναι δύο εἰδῶν· εἶναι οἱ ἄμεσοι φόροι, εἶναι καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι. Ἡμεῖς, ἔχοντες ἐμμέσους φόρους, ἰδίως τοὺς μεγίστους τελωνειακοὺς, τοὺς δασμοὺς, ὀφείλομεν ἐπὶ ποινῇ θανάτου ἐκ πείνης νὰ πληρώσωμεν αὐτοὺς, διότι εἶναι ἐπὶ ἀντικειμένων πρωτίστης ἀνάγκης κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπιβεβλημένοι. Βεβαίως, δὲ, ἐφ’ ὅσον ἐπιβάλλετε φόρους, θὰ εἰσπράττητε, ἀλλὰ θὰ εἰσπράττητε μειοῦντες τὰς ἀπολαύσεις τοῦ λαοῦ, εἰς τὰς ὁποίας συνήθισεν οὗτος. Ἐκ τῶν εἰσπράξεων λοιπὸν τῶν ἐκ τοῦ τελωνείου δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ νοήσωμεν ἀσφαλῆ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου τὴν οἰκονομικήν. Μόνον ὁ βαθμὸς τῆς εὐχερείας ἢ δυσχερείας, καθ’ ὃν εἰσπράττονται οἱ ἄμεσοι φόροι, δίδει τὸν κανόνα τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται ὁ λαός, ἀποτίνων φόρους. Ὅταν δὲ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν περὶ τούτου, τότε θὰ ἴδωμεν τὰς ἀράς, τὰς ὁποίας ἐκπέμπει ὁ λαός, ὅταν ζητῆται ὁ ἄμεσος φόρος παρ’ αὐτοῦ. Ταῦτα θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαόν, ταῦτα θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν τοιαύτην πλειονοψηφίαν, ὁποῖοι σεῖς εἶσθε. Θὰ εἴπωμεν δὲ ταῦτα εὐκρινῶς. Καὶ δὲν πρέπει νὰ σκοτίζωμεν τὰ καθαρὰ αὐτὰ γεγονότα διὰ τῶν πολυπλόκων ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν λαὸν σκοτίζουσι, μὴ δυνάμενον νὰ ἀντιληφθῇ ποῦ εὑρισκόμεθα, καὶ ἡμᾶς ἐσκότισαν ἐνταῦθα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. «Νὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός», λέγουσι, «διότι εὑρίσκεται ἐν ἀκμῇ οἰκονομικῇ»! «Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές», εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τινὲς πόλεις τῆς χώρας καταπίπτουσιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἀνορθοῦνται οἰκονομικῶς· εἶναι κοινωνικὸς ὁ νόμος τῆς ἐναλλαγῆς ταύτης». Ἀλλ’ ὄχι! Πᾶσαι αἱ πόλεις τῆς Ἑλλάδος οἰκονομικῶς καταπίπτουσι. Μία καὶ μόνη ἀνέρχεται, καὶ αὕτη εἶναι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν μετὰ τοῦ Πειραιῶς. Ἡ δὲ οἰκονομικὴ ὑπεροχὴ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς...
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ Καλάμαι; αἱ Πάτραι;
§76ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αἱ Πάτραι; Τὰς δυστυχεῖς Πάτρας ἄφετε. Ἐν μέτρῳ τινὶ —συμμερίζομαι τὴν γνώμην ὑμῶν, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ τινί, —ὁ Βόλος· ὄχι πολὺ αἱ Καλάμαι. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι πόλεις, Τρίπολις, Ναύπλιον, Αἴγιον, Μεσολόγγιον καὶ πληθὺς ἄλλων πόλεων, πᾶσαι αἱ μεσόγειοι πόλεις τῆς Πελοποννήσου, πᾶσαι αἱ πόλεις, πλὴν ὁπωσδήποτε τοῦ Ἀγρινίου ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, πᾶσαι διατελοῦσιν ἐν καταπτώσει οἰκονομικῇ.
§77Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοκίζουσι μὲ 6% ὅσα θέλετε.
§78ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατὰ χιλιάδας μεταναστεύουσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν.
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐρχόμενον ἔτος δὲν θὰ ἔχωμεν φορολογουμένους, διότι ἔφυγαν ὅλοι.
§80Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ τὸ νὰ μεταναστεύωσιν, ὡς ἐμπόριον τὸ κάμνουσι.
§81ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζετε, Κύριοι, ἴσως πάντες, ποία μεταβολὴ ἐπῆλθεν ἐν τῇ διανομῇ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου εἰς τὰς τάξεις τὰς διαφόρους τῆς κοινωνίας, καὶ μὴ γνωρίζοντες τοῦτο, φρονεῖτε ὅτι, ἀφοῦ ὁ φόρος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, δὲν θὰ ἦναι σπουδαῖον τὸ βάρος, ὅπερ θὰ ἐπιβαρύνῃ ἓν ἐλάττωμα. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε, ὅτι μὲ τὴν ὕψωσιν τοῦ συναλλάγματος εἰς 1,70 καὶ 1,80 ὁ μισθὸς τοῦ ἐργάτου, ὁ ὁποῖος λαμβάνει δύο καὶ τρεῖς δραχμάς, ἐμειώθη πλέον ἢ κατὰ τὸ ἥμισυ; Ὅσοι παρακολουθεῖτε τὰς τιμὰς τοῦ ἐργατικοῦ μισθοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου ἐκ τριῶν δραχμῶν ἔμεινε τὸ αὐτὸ ὀνομαστικῶς, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς τοῦ νομίσματος, ἑπομένως πραγματικὸν εἶναι τὸ ἥμισυ, ὅταν ἀναλογισθῇ τις καὶ τοὺς ἐμμέσους φόρους, οὓς ἀποτίνει αὐτὸ τὸ γλίσχρον ἡμερομίσθιον. Καὶ ἐνῷ ἡ ἐργατικὴ τάξις ἀποτελεῖ τὸν μέγιστον πληθυσμὸν, ὅστις θὰ ὑποστῇ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ,—διότι δὲν κανονίζεται καὶ ποιότης διὰ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, ὅπως φορολογῶμεν τοὺς εὐπόρους περισσότερον,—δικαιολογεῖτε τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος ὁ καπνὸς εἰς τῶν πολιτῶν τὴν ὑγείαν! Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῶν φόρων ἐμειώσατε τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, περιορίσαντες εἰς τὸ κατώτατον ὅριον τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ τὰ μέσα πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ, τί ἀφίνετε εἰς αὐτόν; Ἕν καὶ μόνον, τὴν θλίψιν αὐτοῦ, τὴν θλίψιν καὶ στενοχωρίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ ἀτυχὴς πτωχὸς μὲ ἓν σιγάρον ζητεῖ ν’ ἀνακουφισθῇ. Αὐτὸ τὸ μέσον τῆς ἀνακουφίσεώς του ἐπιθυμεῖτε νῦν νὰ ἐπιβαρύνητε ἔτι μᾶλλον διὰ τῆς φορολογίας, ἣν δικαιολογεῖτε διὰ τῶν κοινῶν καὶ προχείρων ἐπιχειρημάτων τῆς βλάβης, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ὁ καπνὸς εἰς τὴν ὑγείαν! Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνήθισεν εἰς τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ, ἀποκόπτει καὶ ἀπὸ τῶν τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς κοινωνικῆς του παραστάσεως δαπανῶν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ πάθος αὐτοῦ, τὸ ἐλάττωμα αὐτοῦ.
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον ἐλάττωμα,—ὅλοι τὸ ἔχομεν,—εἶναι ἀπόλαυσις.
§83ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἂν τὸ ὑποθέσωμεν ὡς ἐλάττωμα, καθὼς ἰσχυρίζονται ἄλλοι, βλέπετε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐνῷ ὑφίσταται τὴν οἰκονομικὴν διδασκαλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλεται νῦν καὶ ὑπὸ τὴν ἰατρικήν του ἐποπτείαν! Ἐλησμόνησα καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα νὰ ἀναιρέσω, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη πρὸς ἀπόδειξιν τῆς εὐπορίας τοῦ λαοῦ: «Ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Τραπέζας πολλὰ ἀποταμιεύματα», εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν οἱ τοῦτο λέγοντες τὴν αἰτίαν τῶν ἀποταμιευμάτων. Τὰ ἀποταμιεύματα ὑπάρχουσι διότι δὲν προσέχετε ἐκεῖ, ὅπου ὀφείλετε κυρίως νὰ προσέχητε, ὑπάρχουσιν ἀποταμιεύματα διότι εἶναι δυσχερὲς ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν νὰ διατεθῇ κεφάλαιον, ὑπάρχουσι διότι ἡ μόνη διάθεσις ἡ ἀσφαλὴς ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν εἶναι ἡ πρὸς οἰκοδομὴν οἰκιῶν ἐν Ἀθήναις. Ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν εἶναι δυσχερὲς μετ’ ἀσφαλείας νὰ δανείσητε, διότι εἶναι δυσχερὲς νὰ λάβητε ὅ,τι ἠθέλετε δανείσει. Καθ’ ἡμέραν δὲ ὁ κεφαλαιοῦχος δανείζων ἀπειλεῖται καὶ ὑπὸ τῶν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν αἰσθημάτων ὑμῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγκάζουσι νὰ φέρητε νόμους, διὰ νὰ ματαιώσητε τὰ δικαιώματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται οὕτω νὰ αὐξάνωσι τὰ ἀποταμιεύματα τὰ ἐν ταῖς Τραπέζαις. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως οἰκονομικῆς διατελοῦντος τοῦ λαοῦ, δὲν προβάλλετε τουλάχιστον ὡς δικαιολογίαν τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ὅτι ἀνάγκη μεγίστη σᾶς πιέζει, ἀλλ’ ἐπιχειρεῖτε νὰ ἐμπνεύσητε εἰς ἡμᾶς τὴν αἰσιοδοξίαν, ὅτι τοῦτο πράττετε, ἐρειδόμενοι ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀκμῆς τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν σεῖς καὶ μόνον βλέπετε! Καὶ οὕτω δικαιολογοῦντες τὴν φορολογίαν, παρέχετε εἰς ἡμᾶς τὴν εὔλογον ἀφορμὴν νὰ πιστεύσωμεν εἰς τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι μᾶς κατέχουσιν, ὅτι δηλαδὴ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ ζητούμενος παρ’ ὑμῶν, δὲν θὰ θέση τέρμα εἰς τὰς αἰτήσεις σας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐξακολουθήσητε καὶ ἄλλην νὰ ἐπιβάλλητε βαθμηδὸν φορολογίαν, συνεπεῖς πρὸς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ! Ἀλλὰ πρέπει, Κύριοι, νὰ τεθῇ εὐκρινῶς τὸ ζήτημα. Ἐδώσαμεν νέους φόρους εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι ἔπρεπε μετὰ τὰ ἀτυχήματα ἡμῶν οὐδὲν νὰ παράσχωμεν. Ἀρνοῦνται ὅτι εἶναι νέα φορολογία ἡ φορολογία τοῦ 1,700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον κατὰ πρώτην φορὰν διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων; Ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς ἰσχυρίσθην, καὶ νῦν ἐπιμένω, καὶ οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ προσαύξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατὰ 1,700,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι νέα φορολογία, νέον βάρος. Ὁ λαὸς, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἓν σύνολον, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν οἰκονομικὴν δύναμιν. Ἂν ἀφαιρῆτε ἀπ’ αὐτοῦ ἑκατὸν, προδήλως ἀφαιρεῖτε ὀλιγώτερον ἢ ὅταν ἀφαιρῆτε ἀπ’ αὐτοῦ 102. Μέχρι τινὸς, μέχρι τῆς ἐλεύσεως ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφορολογεῖτο μὲ ὡρισμένον ποσὸν ὁ λαὸς ἐν τῷ συνόλῳ του, ἐφορολογεῖτο μὲ ἑκατὸν ἢ μὲ ἑκατὸν δύο ἑκατομμύρια δραχ. Ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀρχῇ, διὰ τῶν νόμων τῶν δρακοντείων, τοὺς ὁποίους οὗτος κατεσκεύασε, πληρόνει ὁ λαὸς πολὺ πλειότερα. Προηγουμένως ἐπλήρονε διὰ φόρον ἐπιτηδευμάτων 2,000,000 δραχμάς. Ἀπὸ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἥτις τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐψηφίσθη, θὰ πληρόνῃ ὁ λαὸς 3,700,000. Τὰ 3,700,000 δραχ. δὲν εἶναι ἀνώτερα τῶν 2,000,000; Πόθεν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια; πόθεν τὸ 1,700,000; Δὲν εἶναι μείωσις τῶν ἀποταμιευμάτων τοῦ λαοῦ τὸ ποσὸν αὐτὸ, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ γεωργία, νὰ προαχθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ τῆς χώρας δυνάμεις;
§84Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πληρόνουσιν ὀλιγώτερα τῶν ὅσα ἐπλήρονον.
§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Γ. Πετροπουλάκην). Δὲν ἀνεγνώσατε τὸν νόμον, φαίνεται (θόρυβος).
§86ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ σοφιστευώμεθα, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Εὕρετε δέκα ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ καὶ εἴπετε εἰς αὐτούς: «Μέχρι τοῦδε ἐπληρόνατε δέκα, ἀπὸ σήμερον θὰ πληρόνητε δώδεκα· πότε ἐπληρόνατε περισσότερον; χθὲς ἢ σήμερον;» Ἡ ἀπάντησις εἶναι γνωστή. Πῶς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις; Διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ὅτι εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δι’ αὐτοῦ τῶν μέτρου ἔφερε τὴν ἰσότητα περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, τίς ἀρνεῖται; Διὰ τοῦτο συγχαίρομεν αὐτῷ. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἄλλο ζήτημα, περὶ οὗ δὲν πρόκειται. Ἡμεῖς ἐπικρίνομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἐνῷ διὰ τῶν νέων μέτρων του ἐπεβάρυνε τὸν λαὸν ἐν τῷ συνόλῳ του κατὰ 1,700,000 δραχμὰς, ἔστω διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἰσότητα, δὲν θέλει νὰ διαθέσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμων. Ἡμεῖς λέγομεν εἰς αὐτόν: «σ’ ἐβοηθήσαμεν διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐπιτηδευμάτων νὰ αὐξήσῃς τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου κατὰ 1,700,000 δραχμάς, ἀλλὰ ζητεῖς καὶ ἄλλα παρ’ ἡμῶν χάριν τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων. Θέλομεν τοὺς σιδηροδρόμους, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νέους φόρους, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέων φόρων.»
§87Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ὄντως λυπηρὸν, Κύριοι, ὅτι ἔγκριτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἄλλας πρεσβεύουσιν ἀρχὰς, ἄλλας ὑποστηρίζουσι παρερχόμενα ἐπὶ τὸ βῆμα. Ὁ πρὸ ἐμοῦ ταύτην τὴν στιγμὴν καταλιπὼν τὸ βῆμα ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπῆρξε καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ καὶ συγγραφεύς· διὰ τῶν συγγραφῶν τούτων καὶ δι’ ὅσων ἐδίδαξεν, ὑπεστήριζεν ἄλλα δόγματα οἰκονομολογικὰ καὶ δημοσιονομικὰ, ὅλως ἀντίθετα ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν συνηγόρει πρὸ ὀλίγου...
§88ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ποτέ!
§89ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐλησμόνησε τὸν καθηγητὴν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σφιγμόμετρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως μιᾶς χώρας τὸ ποσὸν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεκήρυξεν αὐτὸ τὸ σφιγμόμετρον! Ἐν τούτοις, ὅταν τις ἀναγνώσῃ τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ὅλα τὰ ἐγχειρίδια τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, θέλει ἀπαντήσει μίαν στοιχειώδη ἀρχὴν, ἀναγομένην εἰς τὰ τεκμήρια τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως πάσης χώρας, θέλει εἴδει, ὅτι τὸ ἀλάνθαστον σφιγμόμετρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς τόπου εἶναι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἐξαιρέσει μόνον τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἡ πρόοδος τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν παρ’ ἡμῖν μόνον εἰς τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀποδίδεται; Καὶ τίς, ἀναγνώσας τοὺς ἐμπορικοὺς ἡμῶν πίνακας, δὲν εἶδεν, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν εἰσαγωγικὰ τέλη, ἐκτὸς τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὑπερεδιπλασιάσθησαν; Καὶ πόθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις; Ὀφείλεται εἰς φαινόμενόν τι ὑπερφυσικὸν ἢ μεταφυσικόν; Ἀποδίδεται βεβαίως εἰς τὴν εὐπορίαν τοῦ λαοῦ. Ὁ μὴ ἔχων ἐπαρκῆ χρηματικὰ μέσα δύναται ν’ ἀγοράσῃ ὅ,τι δὲν τῷ εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον; Ἤθελον ἐννοήσει τὸν κ. Βουλευτήν, ἂν ἔλεγεν, ὅτι πᾶς τις εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀγοράσῃ τὰ εἴδη τῆς τροφῆς αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, οἷον ἄλευρα, ὄσπρια, κλπ., ἐὰν ἔλεγεν ὅτι πᾶς τις εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀγοράσῃ ξυλείαν ἢ ἕτερόν τι εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγκης, διότι οὗτος καὶ τὰ τελευταῖα αὐτοῦ ἀποταμιεύματα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξαντλήσῃ πρὸς προμήθειαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ὑφασμάτων, ἐξ ἐκείνων ἅτινα δὲν εἶναι χρήσιμα εἰς τὸν λαὸν καὶ τὰς ἐργατικὰς ἰδίως τάξεις, ὅταν πρόκηται περὶ καφέ, περὶ σακχάρεως, περὶ χαβιαρίου, περὶ ὑφασμάτων πολυτελείας καὶ περὶ ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὸν βίον τοῦ σχετικῶς ἀπόρου τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δανεισθῇ οὗτος διὰ νὰ ἐνδύσῃ τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα μὲ ἐσθῆτα πολυτελῆ; Ἐὰν τὸ ἔπραξεν εἷς, βεβαίως δὲν τὸ πράττει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Εἶναι βεβαίως ὁ πράττων ἄφρων, εἶναι εἷς μεταξὺ χιλίων, εἷς μεταξὺ δέκα χιλιάδων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διακρίνεται διὰ τὴν λιτότητα αὐτοῦ, διὰ τὴν περὶ τὰς δαπάνας οἰκονομίαν καὶ ἐν γένει διὰ τὴν σωφροσύνην του. Ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρέρχηται ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο Βουλευτής, ὅστις ἐδίδαξε τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην, καὶ νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἡ τεραστία αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν δὲν εἶναι ἐνδεικτικὴ τῆς προϊούσης εὐπορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οἱ ἄμεσοι φόροι, μάλιστα ὑπὸ τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν φορολογικὸν σύστημα, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μέσον ἐκτιμήσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀλλὰ μήπως εἰς τοῦτο μόνον ἔσφαλεν; Εἶπε καί τι ἄλλο, χεῖρον, ὅτι ἡμεῖς κατὰ 4,000,000 εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ, τὸ ἔλασσον τοῦ ἑνὸς ἔτους, ηὐξήσαμεν τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· τουτέστιν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, αὔξησιν 4,000,000. Καὶ ἄλλοτε, ἐντεῦθεν ἀγορεύων, ἐπεκαλέσθην πάντας τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς νὰ εἴπωσιν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ αὐξήσεις τῆς φορολογίας, ἐφ’ αἷς καταγγέλλουσιν ἡμᾶς. Ἀνωμολόγησα, ὅτι μίαν καὶ μόνην αὔξησιν, γνωστὴν εἰς πάντας, προετείναμεν, τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων. Ἀλλ’ αὕτη διὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπελογίσθη εἰς δραχ. 250,000, διὰ δὲ τὸ 1900 ὑπολογίζεται ὡς δυναμένη ν’ ἀποφέρῃ πρόσοδον μέχρι δραχμῶν 500,000...
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τῶν ζώων;
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκετε ὅτι δὲν ἐπεβλήθη φόρος νέος ἢ ἀνώτερος ἐπὶ τῶν ζώων. Μετεβλήθη μόνον ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως, πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ἐπιτευχθέντα ἤδη, τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς τάξεως τῶν κτηνοτρόφων ἀπὸ τῶν πιέσεων καὶ καταχρήσεων, εἰς ἃς ὑπεβάλλοντο. Πάντες ἐπικαλοῦνται τὸν φόρον τὸν μεταρρυθμίσαντα τὸν νόμον περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, νόμον, ὅστις οὐδεμίαν ἐπήνεγκε μεταβολὴν εἰς τὸ ποσὸν τῶν φόρων, τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ προηγουμένων νόμων. Ἰσχυρίσθησαν ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον τῇ εἰσηγήσει μου ἐψήφισεν ἡ Βουλή, εἰσεπράχθη ἢ μᾶλλον εἰσπραχθήσεται ποσὸν ἀνώτερον, μὴ ὑπερβαῖνον τὰς δραχ. 1,300,000. Ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ αὔξησιν φορολογίας. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν ἕτεροι Βουλευταὶ ἰσχυρίζοντο τὸ τοιοῦτον, ὑπελάμβανον ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον, τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν νὰ ἀναιρέσω. Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα πρὸ ὀλίγου, ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι αὔξησις φορολογίας, ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναιρέσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ, ὅστις ἀπεδόθη εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι πάντες οἱ φορολογούμενοι ἀποτελοῦσι μίαν δέσμην, ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, εὐθὺς δ’ ὡς εἰσπράττετε παρὰ πάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑποκειμένων εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος ποσόν τι ἀνώτερον τοῦ πρότερον εἰσπραττομένου, ἔστω καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως τοῦ εἰς ἕκαστον εἶδος ἐπιτηδεύματος ἐπιβαλλομένου φόρου, αὐξάνετε τὴν φορολογίαν ἐν γένει. Ἕτερος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ἐξ Ἄρτης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἔλεγεν, ὅτι, ἂν εἰσπράττονται νῦν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων περισσότερα τῶν ὅσα εἰσεπράττοντο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ αὔξησιν φορολογίας, διότι αἱ καθυστερήσεις τῶν βεβαιωθέντων φόρων ἀνάγονται εἰς τοὺς πενεστέρους τῶν φορολογουμένων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι, ἂν ἐξετάσητε τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καθ’ ἃ αἱ καθυστερήσεις ἐξικνοῦντο μέχρι 49%, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ καθυστεροῦντες ἀνήκουσιν εἰς τὰς εὐπορωτέρας τάξεις καὶ οὐχὶ εἰς τὰς πενεστέρας, διότι τοῦ φόρου τὴν πληρωμὴν ὑπεκφεύγουσιν οἱ ἰσχυρότεροι, τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων ἐφαρμοζομένων ἀπηνῶς κατὰ τῶν πενεστέρων. Ἐὰν εἰσπράττεται δὲ περισσότερον ποσὸν ἐκ τῆς δικαιοτέρας κατανομῆς τοῦ φόρου, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς ἀπέναντι τοῦ νόμου ἰσότητος πάντων τῶν φορολογουμένων, τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἀποτελεῖ αὔξησιν φορολογίας, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποτελεῖ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς λογικῆς διαρρύθμισιν φορολογικήν. Κατὰ θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις παντὸς φόρου δέον νὰ ῥυθμίζωνται οὕτως, ὥστε πάντες οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὸν φόρον νὰ πληρώνωσιν αὐτόν. Τί ὅμως συνέβαινε μέχρι πρό τινος παρ’ ἡμῖν; Καὶ ὁ φορολογικὸς κατάλογος συνετάσσετο ἐλλαττωματικῶς, καὶ ἡ εἴσπραξις ἐνηργεῖτο ἐλλιπῶς, οὕτω δὲ τινὲς μὲν τῶν ἐπιτηδευματιῶν δὲν ἐνεγράφοντο εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον, ἕτεροι δὲ ἐγγραφόμενοι κατώρθουν νὰ μὴ πληρώνωσι. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ πρώην καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλάττωμα σπουδαῖον, οὐδ’ ἐπιτρέπεται διὰ τῆς διορθώσεως αὐτοῦ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ εἴσπραξις ἀνωτέρου ποσοῦ τοῦ πρότερον εἰσπραττομένου. Ἀλλ’ ὅταν ἀναμφισβήτητον ἦναι, ὅτι οὐδενὸς ἐπιτηδεύματος, οὐδενὸς ἐπιτηδευματίου ὁ φόρος ηὔξησε διὰ τοῦ τελευταίου νόμου· ὅταν ἀναμφισβήτητον ἦναι, ὅτι διὰ τῆς ὑπεκφυγῆς τοῦ φόρου ὑπό τινων ἐπιτηδευματιῶν ἐκλείπει ἡ ἰσότης καὶ ἀποβαίνει ἀδύνατος ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν μετερχομένων τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα, διότι ὁ μὲν νομοταγὴς καὶ χρηστὸς δικηγόρος, ἰατρός, ἔμπορος, σανδαλοποιὸς κλπ. πληρόνει τὸν νόμιμον φόρον, ὁ δὲ μὴ νομοταγὴς κατορθώνει νὰ μὴ πληρόνῃ αὐτόν· ὅταν πάντες παραδέχωνται, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος, ὁ τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ ψηφισθείς, ἦρε τὴν φορολογικὴν ταύτην ἀνισότητα, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ηὔξησε τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευματιῶν; Εἶναι τῳόντι λυπηρόν, τοιαῦτα δόγματα νὰ ὑποστηρίζωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ Βουλευτοῦ, ὅστις ἐδίδαξε τὴν Πολιτικὴν Οἰκονομίαν. Κατεχόμενος δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ παραστήσῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ὡς αὐξήσασαν τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ λαοῦ καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀναφέρῃ ὡς αὐξήσαντα τὴν φορολογίαν ἕτερόν τινα νόμον, πλὴν τοῦ διαρρυθμίσαντος τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, παρέτρεξε τὸ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινα τὴν ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀπαλλαγὴν πλείστων μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν του καὶ ἓν παράδειγμα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ἔλεγε, 10 ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρονον πρότερον ἀνὰ 10 δραχμάς, ἤτοι ἐπλήρονον καὶ οἱ 10 ἐν ὅλῳ δραχμὰς 100. Νῦν, ὑπὸ τὸν νέον νόμον, εἰσπράττετε παρ’ αὐτῶν 120. Δὲν αὐξάνετε τὸν φόρον; Τὰ πράγματα ὅμως ἀπαντῶσιν εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι καὶ πρότερον ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν 120 δραχμὰς καὶ ἐπλήρονον μόνον 100, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐπλήρονον πρὶν τὰς 100 δραχμὰς οἱ ἓξ μόνον ἐκ τῶν 10 ἐπιτηδευματιῶν. Δικαίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι νὰ μὴ παρέχῃ τὴν ὑποστήριξίν του εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν, τὸν ἀξιοῦντα εἰδικότητα οἰκονομικῶν γνώσεων, νὰ ὑποστηρίζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ηὔξησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ λαοῦ κατὰ 4,000,000 δραχ., νὰ ὑποστηρίξῃ δὲ τοῦτο, ἐνῷ καλῶς γινώσκει, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς ἓν καὶ μόνον ἠσχολήθη εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας πρὸς δικαιοτέραν κατανομὴν τῶν ὑπαρχόντων φόρων. (Χειροκροτήματα).
§92ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τίνα ἀπατῶσιν ἐνταῦθα; Τί εἶπον ἐγώ; καὶ εἰς τί ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶπον ἐγὼ περὶ ἰσότητος καὶ φορολογίας περὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου; Καθ’ ὅσον δ’ ὡμίλησα περὶ τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας περὶ τὴν εἴσπραξιν, δὲν ἐπῄνεσα μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐπήρχετο ἡ ἰσότης περὶ τὴν εἴσπραξιν; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι τοῦτο: Εἶπον, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, κατωρθώθη, ὅπως ἀντὶ τῶν συνήθων εἰσπράξεων ἐκ 2 ἑκατομμυρίων δρ. εἰσπράττωμεν 3,700,000, διατὶ τὰ περιπλέον, ἤτοι τὸ 1,700,000, ἅτινα διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων λαμβάνομεν παρὰ τοῦ λαοῦ, δὲν διαθέτετε εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἀλλ’ ἔρχεσθε σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ζητεῖτε καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια παρ’ ἡμῶν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δύναται ν’ ἀγανακτῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐλησμόνησα τὰς ἀρχάς μου ἐνταῦθα ἀλλ’ ἐγὼ ἀτυχῶς ἓν μέγα ἀτύχημα ἔχω, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐνόησα ἐμαυτὸν ὡς πολίτην, οὐδέποτε ἤλλαξα ἀρχάς. Εἶμαι ἐν τῷ βίῳ συνεπὴς εἰς τὰς πράξεις μου, εἶμαι συνεπὴς εἰς τοὺς λόγους μου. Οὐδαμοῦ δ’ ἐν συγγράμματι ἰδικῷ μου θὰ εὕρητε ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχει ἐναντίον ἐκείνων, ἅτινα εἶπον. Ἐθαύμασα, ἀκούσας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι τὰ συνήθη ὑφάσματα, ἐξ ὧν αἱ εἰσπράξεις αἱ τελωνειακαὶ, δὲν εἶναι ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενα πολυτελείας, καὶ ἑπομένως ὅτι ὁ στενοχωρούμενος οἰκονομικῶς δύναται νὰ περικόψῃ ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν πρὸς ἀγορὰν ὑφασμάτων. Ἐντεῦθεν δὲ συνήγαγε τὸν κανόνα, ὅτι, καθ’ ὅσον βλέπομεν τὰς εἰσπράξεις αὐξανομένας, κατὰ τοσοῦτον δέον νὰ πειθώμεθα, ὅτι καθίσταται εὐπορώτερος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ τὰ ὑφάσματα εἶναι ἀντικείμενα πρωτίστης ἀνάγκης διὰ τὴν μέσην ἰδίᾳ τάξιν, ὡς καὶ διὰ τὴν κατωτέραν, ἥτις κατατυραννεῖται καὶ καταφορολογεῖται διὰ τῶν μεγάλων δασμῶν! Πῶς! θέλετε νὰ περιβληθῇ μὲ φύλλα συκῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ οὕτω ἐνδεδυμένος νὰ ἐξέρχηται εἰς τὰς ὁδούς; Δύναται εὐκόλως νὰ περικόψῃ, στενοχωρούμενος, τὴν περὶ τὴν συνήθη ἐνδυμασίαν δαπάνην; Ἀλλ’ ἀγνοοῦσι, φαίνεται, ὅτι «τὸ ποσὸν τοῦ βάρους φόρου τινὸς ἐν χώρᾳ τινὶ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸν βίον, ὃν κατὰ συνήθειαν διάγει ὁ λαὸς τῆς χώρας ταύτης.» Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς χώρας ἐν τῷ ἐνεστῶτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν αἱ συνήθεις δὲν ἐγένοντο ἀνώτεραι τῶν αὐξηθεισῶν προσόδων; Βεβαίως, ἂν ἔχοντες τὰς σημερινὰς προσόδους εἴχομεν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου τῆς φουστανέλλας καὶ τοῦ τσαρουχιοῦ, θὰ ἤμεθα πλουσιώτεροι, ὡς πλουσιώτεροι εἶναι οἱ Βούλγαροι, παρ’ οἷς αἱ ἀνάγκαι αὔξονται ὀλιγώτερον τῆς προόδου τῶν προσόδων των. Οὕτω δ’ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ποῖον ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποτιμᾷ τὰ πράγματα; νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν συνήθη βίον, καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι «τὰ ὑφάσματα εἶναι πολυτέλεια, ὁ σάπων εἶναι πολυτέλεια» καὶ τὰ παρόμοια; Ἀλλ’ οἱ τοιαῦτα ἰσχυριζόμενοι δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι φέρω ὡς ἐνδυμασίαν ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, ἀφοῦ ἄνευ αὐτῆς τῆς ἐνδυμασίας, οὐδὲν ἐχούσης τὸ πολυτελὲς, ἀλλὰ μόνον τὰ ἀναγκαῖα πρὸς κοινωνικήν μου παράστασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίσταμαι ἐνώπιον ὑμῶν; Δὲν εἶναι ζήτημα ἡ ἐνδυμασία μου αὕτη κοινωνικῆς συντηρήσεως; Καὶ ἂν ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ περικόψω τὴν δαπάνην δι’ αὐτὴν, θὰ ἠδυνάμην νὰ εὑρίσκωμαι μεθ’ ὑμῶν; Μόνον οἰκονομολόγοι ἀπὸ τοιούτων ἀρχῶν ὁρμώμενοι ῥυθμίζουσι τὰς ἐνεργείας αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας. Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπέ τι πλειότερον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἀναιρέσω. Ἐπανερχόμενος μόνον εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, περὶ τῶν δέκα ἀνδρῶν, ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι οὗτοι, ἐν συνόλῳ λαμβανόμενοι, βεβαίως ἐπιβαρύνονται κατὰ 2 δραχμὰς πλειότερον, ὅταν φορολογῶνται διὰ 10 δραχμῶν παρὰ ὅταν φορολογῶνται διὰ δραχ. 12. Αἱ δύο δραχμαὶ εἶναι νέον βάρος δι’ αὐτοὺς ἐν συνόλῳ, τὸ δὲ βάρος δὲν μεταβάλλει ἡ συγχρόνως διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ βάρους ἐπερχομένη ἰσότης περὶ τὴν εἴσπραξιν. Διὰ τοῦτο ἐπήνεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ τὸν ἐπήνεσα λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν προαίρεσιν τοῦ μέτρου. Ἂν ὑπολογίσω ταύτην, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀποδώσω τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων οὐχὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος, ἀλλ’ εἰς τὸ πάθος τῆς φορολογικῆς ἀδηφαγίας τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον προσεφέραμεν 1,700,000 δραχμὰς διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§93ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ, παρακαλούντων, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἁρμοδίως νὰ θέτωσιν ἴδιον σῆμα ἐπὶ τῶν κιβωτίων τῶν περιεχόντων σταφιδόκαρπον Ἐρινεοῦ. Παρακαλῶ δὲ νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης.
§94Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: αʹ) Τὸν σχετικὸν φάκελλον τῶν ὑπὸ τοῦ ἄλλοτε νομάρχου Ἀχαϊοήλιδος κ. Θρ. Ἀγγελοπούλου Ἀθανάτου ἐνεργηθεισῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων κατὰ τοῦ τότε ταμίου Πατρῶν κ. Ι. Κυριακοῦ. βʹ) Τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ ἔκθεσιν παραδόσεως τοῦ δημοσίου ταμείου Πατρῶν ὑπὸ τοῦ ταμίου κ. Ι. Κυριακοῦ πρὸς τὸν διαδεχθέντα αὐτὸν κ. Τρύφ. Ἀναστασόπουλον. γʹ) Τὸν σχετικὸν φάκελλον περὶ τῆς ἀνακαλυφθείσης ἰδιοποιήσεως δραχ. 100,000 ὑπὸ τοῦ ταμίου Πατρῶν κ. Ι. Κυριακοῦ διὰ πλαστογραφήσεως τοῦ εἰς διαταγὴν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἐκδοθέντος γραμματίου. δʹ) Τὰς ἐκθέσεις τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες ἐπεθεώρησαν τὸ δημόσιον ταμεῖον Πατρῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διευθύνσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ταμίου κ. Ι. Κυριακοῦ· ἂν δὲ δὲν ἐγένοντο κατὰ τὴν διάρκειαν ταύτην ἐπιθεωρήσεις, τίνες εἰσὶν οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ, εἰς ὧν τὴν δικαιοδοσίαν ὑπήγετο τότε τὸ ταμεῖον αὐτό; Προσθέτως δὲ σήμερον παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ καὶ τὸν σχετικὸν φάκελον μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Τρύφ. Ἀναστασοπούλου περὶ τῆς παραδόσεως τοῦ δημοσίου ταμείου Λακεδαίμονος ὑπὸ τοῦ ταμίου κ. Ι. Κυριακοῦ.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω προσκομίσει πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα δὲν περιέχονται ἐν τῇ ἐκκρεμεῖ ποινικῇ δικογραφίᾳ. Εὐθὺς δ’ ὡς περατωθῇ ἡ ποινικὴ καταδίωξις, θέλω καταθέσει καὶ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα.
§96ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν εἶχε παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἐκπεπτωκυῖαν ἑταιρείαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Λεονταρίου–Σπάρτης–Ξηροκαμπίου, καὶ τὴν μελέτην περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης.
§97ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ αἰσιοδοξίαι, τὰς ὁποίας ἐπηγγείλατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὰς σιδηροδρομικὰς συμβάσεις, μὲ κάμνουν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Ὁπόσον τὸ χρηματικὸν ποσὸν, εἰς ὃ ἀνῆλθον αἱ ἀνεκκαθάριστοι εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐξ ὅλων τῶν γραμμῶν αὐτῆς καὶ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀπὸ τοῦ 1896 ἄχρι τέλους τοῦ 1899. 2) Πόσαι αἱ δαπάναι τῆς κινήσεως καὶ τῶν ἀντιμισθιῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν αὐτῆς καθ’ ἕκαστον τῶν ἀνωτέρω ἐτῶν, καὶ ἐν γένει ποῖα καὶ πόσα τὰ ἐτήσια ἔξοδα τῆς ἑταιρείας ἄνευ τοῦ πρὸς τοὺς μετόχους μερίσματος. 3) Πόσα τὰ χρέη τῆς ἑταιρείας, ἐσωτερικά τε καὶ ἐξωτερικά. 4) Πόσους τόκους ὀφείλει ἡ ἑταιρεία αὕτη. Καὶ 5) Πόσα εἶναι τὰ κόμιστρα κατ’ ὀκᾶν καὶ χιλιόμετρον ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας, καὶ πόσα ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Μύλους καὶ ἐκεῖθεν εἰς Τρίπολιν καὶ Καλάμας.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ συνωμολογήθη τύπος ἐκμεταλλεύσεως, ὁρίζεται δὲ ποσὸν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως 4,200 δραχμῶν ἐτησίως κατὰ χιλιόμετρον. Ἵνα κρίνωμεν ἑπομένως περὶ τοῦ εἰσπρακτέου ποσοῦ τῶν τόκων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ κατὰ χιλιόμετρον ἀκαθάριστα ἔσοδα τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐκ τούτων θ’ ἀφαιρέσωμεν τὰς 4,200 δραχμὰς, καὶ ὅ,τι περίσσευμα ὑπάρξῃ, θὰ τὸ λάβῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ λογαριασμῷ τῶν τόκων.
§99ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ζητῶ, εἶναι λίαν ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συζήτησιν. Καταθέτω δὲ καὶ γραπτὴν σημείωσιν περὶ τούτων.
§100Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μέλος τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ὑποβάλλω τὸ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διαβιβασθὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην πρὸς μελέτην νομοσχέδιον «περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων», καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ὅσον τάχιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′ μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§103Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Σήμερον ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγκυκλίου του ἔχει προσκαλέσει ἅπαντας τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας, ὅπως φροντίσωσι τὸ ταχύτερον νὰ εἰδοποιήσωσι τοὺς ἐπιτηδευματίας, ἵνα καταβάλωσι καὶ τὴν δευτέραν δόσιν τοῦ ἐπιτηδεύματος τοῦ 1900, ἄλλως θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς πρόστιμον 20% καὶ τόκον. Αὐτὴ ἡ πρόσκλησις, γενομένη εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται ἀκριβῶς νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐπιτηδευματίας ἀπὸ τοῦ προστίμου τούτου, νομίζω ὅτι παρέχει ὑποψίαν, ὅτι δὲν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο, ὅπως ἐκλείψῃ πᾶσα ὑποψία, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων».
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§105Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶχον παρακαλέσει ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ δώσῃ διαταγὰς εἰς τοὺς ταμίας, νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐκείνων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ προτίμησιν, ἢ νὰ δώσῃ διαταγὴν εἰς τοὺς ταμίας νὰ μὴ εἰσπράττωσι τὸν φόρον ἀπὸ τῶν ἐπιτηδευματιῶν αὐτῶν.
§106Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν φορολογικῶν νόμων, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἐπιτηδευμάτων νομοσχεδίου· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγκυκλίου που ἡρμήνευσεν ἠπιώτερον τὸν νόμον, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὐτοῦ ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ μεταβολὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ἐν ἄρθρῳ 13 ἔχει ῥητὴν διάταξιν, ἣν τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἐφαρμόζωσι, καὶ ἑπομένως αἱ ἐγκύκλιοι εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσωσιν. Ἐρωτῶ πάντας τοὺς συναδέλφους, ἐκείνους οἵτινες ἐπλήρωσαν φόρον ἐπιτηδεύματος, ὡς δικηγόροι, ἐὰν ἔχωσιν εἰς κυκλοφορίαν χρήματά τινα, τίνι τρόπῳ θέλουσιν εἰσπράξει ταῦτα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου; Δύναται νὰ τὰ εἰσπράξουν, ἐὰν δὲν μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος αὐτός; Καὶ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι ὑπάρχει, ὡς προεῖπον, διάταξις τοῦ νόμου ἐν ἄρθρῳ 13, καθ’ ἣν πᾶσα ἀγωγή, πᾶσα αἴτησις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, προερχομένη ἐξ οἱουδήποτε ἐπιτηδεύματος καὶ σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο, δὲν εἶναι παραδεκτή, ἐὰν δὲν προσαγάγῃ ὁ αἰτῶν τὴν ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου διὰ τὸ ἐπιτήδευμα, ἐξ οὗ ἡ ἀγωγή. Πληρόνετε φόρον πλήρη ὡς δικηγόρος, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ εἰσπράξητε τὰ χρήματά σας, ἐὰν δὲν προσαγάγητε ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπληρώσατε καὶ ἐπιτήδευμα τοκιστοῦ. Κατὰ τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν τοῦ νόμου, ὅσα ἐπαγγέλματα μετέρχεταί τις, τόσα καὶ ἐπιτηδεύματα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Ἐὰν οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι μέχρι τοῦδε, σεβόμενοι τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ἀνέστελλον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἠθέλομεν ἔχει ἐξέγερσιν. Ἀλλὰ βεβαίως αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργοῦ οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὅταν ἀντίκηνται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ φέρῃ σήμερον τὰς τροπολογίας, ἃς ὑπεσχέθη, ἂς φέρῃ ταύτας κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦναι αὔριον ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐν ἀρχῇ· κατὰ δὲ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ φέρω τὰς ἀναγκαίας τροπολογίας.
§108Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, νὰ προταχθῇ μὲν τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει αὔριον, ὅτε θὰ φέρῃ τὰς τροποποιήσεις, ν’ ἀναγνωσθῇ ὅμως νῦν εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων» εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§111ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἔχει γείνῃ δεκτὴ κατὰ τὴν 26ην συνεδρίασιν τῆς 5 Φεβρουαρίου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§113ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως αὔριον, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας θέλει φέρει.
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως. Οὕτω γίνεται πάντοτε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων ὑποβάλλουσι τροπολογίαν οἱ βουλευταὶ Κυνουρίας κ. κ. Χοντζόπουλος καὶ Πέρρος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 210). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης βʹ παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 82 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου.
§116ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἔνστασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ χθές, τῇ προτάσει τοῦ ἐκ Κυνουρίας βουλευτοῦ κ. Βοζίκη ἐδέχθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι χθὲς εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νέον νομοσχέδιον, μετατρέπον τελείως τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν χθεσινὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο τροπολογία τοῦ πρώτου.
§118ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο τελεία μεταβολὴ αὐτοῦ. Ἐὰν παραβάλητε τὰ δύο νομοσχέδια, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ πρῶτον τελείως μετεβλήθη διὰ τοῦ δευτέρου. Μόλις δὲ σήμερον περὶ τὴν μεσημβρίαν διενεμήθη ἡμῖν τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι διάφορον τοῦ πρώτου, διότι, ἐνῷ τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 38 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ δεύτερον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 82 αὐτοῦ. Κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν, δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον πρὶν ἢ παρέλθωσιν 24 ὧραι ἀπὸ τῆς διανομῆς αὐτοῦ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον, ἵνα ἤμεθα ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§119Μ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται, νομίζω, ν’ ἀποφανθῇ νῦν περὶ τῆς ἀμέσου συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη σήμερον· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ δέχηται καὶ θεωρῇ αὐτὸ κατεπεῖγον, δύναται νὰ συζητηθῇ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§121ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15 οἱ αἰτοῦντες τοῦτο.
§123ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Χειρότερον θὰ ἦναι, ἂν θελήσητε νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, ἢ μᾶλλον νὰ καταργηθῇ.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ Κανονισμοῦ· πρόκειται περὶ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον διενεμήθη μὲν σήμερον, ἀλλ’ ὅπερ ἡ Βουλὴ ἐκήρυξε κατεπεῖγον, καὶ διὰ τοῦτο δύναται νὰ συζητηθῇ νῦν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐδέχθην τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, καὶ ἐσκόπουν ν’ ἀφήσω τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν αὐτὸ κατεπεῖγον, καὶ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ. Ζητεῖτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν εἶσθε 15.
§126ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα... (Θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§128ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον προτιμήσει νὰ μὴ ἐνεφανίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι προφανῶς γινώσκομεν πάντες, ὡς ἄλλως τε καὶ λεχθὲν μεταξὺ ἡμῶν ἰδιαιτέρως, ὅτι λόγον δὲν ἔχει πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος γενέσθαι, ἀλλὰ πρόνοιαν περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἐκκρεμὴς ἐκλογὴ ὑπάρχει σήμερον μία μόνη, ἡ τῶν Πατρῶν, ἄλλαι δὲν ἐπίκεινται, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν σκοπεῖ βεβαίως διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐμποδίσῃ τὴν παράστασίν τινων, τῶν μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα, μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐν Πάτραις κατὰ τὴν ἐκλογήν. Ἐπιθυμία ἄρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ὁ λόγος δὲν εἶναι οὗτος, προφανῶς εἶναι, ὅπως συγκαλύψῃ παράπτωμα, εἰς ὃ περιέπεσαν ἄνδρες ἀξιότιμοι κατὰ πάντα, ἀλλὰ μὴ ἔχοντες δικαίωμα, ὅπως παρίστανται ὡς μέλη ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἐὰν κατεβάλλετο περὶ τοῦ παραπτώματος τούτου πρόνοια ἔξω τῆς Βουλῆς, πρόνοια δι’ ἣν ἤθελον φέρει εὐθύνην οἱ προνοοῦντες, τότε καλῶς· οὗτοι ἤθελαν φέρει εὐθύνην, δι’ ἣν ἐγὼ ἤθελον δώσει πλήρη ἄφεσιν. Διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οἱ ἐκ τῶν ἡμετέρων συναδέλφων μετασχόντες τῶν ἐκλογικῶν ἐργασιῶν ἐν θέσει μέλους τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἔπραξαν τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς προθέσεως· πρᾶγμα ὅπερ δὲν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης, ἂν, εἴτε ἀγνοοῦντες ὅτι τοιαύτη ἀπαγόρευσις ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ, εἴτε—καὶ ἂν τυχὸν ἐγνώριζον ταύτην—λησμονήσαντες αὐτὴν, προέβησαν εἰς τὴν ἀπαγορευομένην πρᾶξιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, καίτοι γινώσκω τὸν νόμον,—καὶ ὀφείλουσι πάντες νὰ γινώσκωσιν αὐτὸν,—καίτοι ἐμελέτησα αὐτὸν, ἄν μοι ἀπηυθύνετο πρόσκλησις, διαρκούσης ἐκλογῆς τινος, καὶ ἐνδιεφερόμην ὑπέρ τινος τῶν ὑποψηφίων, πιθανὸν νὰ μὴ ἀπεῖχον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν ἤθελον ἔχει ἀνάμνησιν τῆς εἰδικῆς διατάξεως. Γινώσκω δὲ, ὅτι ἄλλοι, κληθέντες μέλη ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, δὲν ἐνεθυμήθησαν ὅτι ὑπάρχει διάταξις ὁμοία ἐκείνης, ἣν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, εἰμὴ καθ’ ἣν ὥραν ἤκουσαν, ὅτι γίνεται λόγος περὶ παραβάσεως αὐτῆς παρ’ ἡμετέρων συναδέλφων, καὶ ὅτι γίνεται λόγος περὶ εὐθυνῶν, ἃς φέρουσιν οὗτοι. Δὲν ἠκούσθη, ἐξ ὅσων ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνάμιξις ἡμετέρου συναδέλφου συνοδεύεται ὑπὸ σκανδάλου· οὐδὲν ἠκούσθη τὸ μεταβάλλον τὴν θέσιν τῶν ἡμετέρων συναδέλφων ἀπὸ ἁπλῶν πταιστῶν, εἴτε λόγῳ λήθης ἢ ἀμνημοσύνης, εἴτε λόγῳ ἀγνοίας τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, εἰς ἐπηρεαστάς· δὲν ἠκούσθη τι τὸ μαρτυροῦν περὶ αὐτῶν, ὅτι ἀναμιχθέντες ὡς μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐκλογὴν διέπραξάν τι τὸ σκανδαλῶδες, τὸ βίαιον, τὸ καταδολιευόμενον τὰ δικαιώματα τῶν ὑποψηφίων. Ἀλλὰ βεβαίως παρευρισκόμενοι ἐκεῖ μεθ’ ὅλου τοῦ κύρους τοῦ ἀξιώματος αὑτῶν, ἀδύνατον ἦτο διὰ τῆς παρουσίας αὑτῶν νὰ μὴ συντελέσωσιν εἰς τροπήν τινα γνωμῶν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἤθελον ἐγὼ κρίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐνασκοῦσα ὅπερ ἔχει δικαίωμα τοῦ νὰ προτείνῃ ἀμνηστίαν τῆς τοιαύτης πράξεως, ἤθελε πράξει κατὰ καθῆκον τὸ ὀρθόν. Ἂν δ’ ἐτύγχανον ἐγὼ κυβερνήτης, δὲν ἤθελον διστάσει, πρώτην ταύτην φορὰν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νῦν ἰσχύοντος Συντάγματος, νὰ προτείνω τῷ Βασιλεῖ, ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, τὴν ἀπονομὴν ἀμνηστίας εἰς τὸ πολιτικὸν παράπτωμα,—διότι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ παραπτώματος.—Τοῦτο νομίζω ὅτι ἐνεδείκνυτο, καὶ οὐδεὶς ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν Ἑλλάδι, ὅστις ἤθελεν ἀρνηθῆ εἰς τοὺς πέντε συναδέλφους τὴν τοιαύτην συγγνώμην. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκρινεν οὕτως. Ἐνόμισε τὸ θέμα πολὺ λεπτὸν, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μὴ μελετήσασα καλῶς τὰ πράγματα, προσήγαγε πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον, ὅπερ ἔθιγε τὸ ἄρθρον 82 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, χθὲς δὲ, ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, προέκειτο νὰ συζητηθῇ, ἀνεκαλύφθη ὅτι ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους ὠκοδόμουν ἢ ἐπ’ ἐκείνου, ἐφ’ οὗ ὤφειλον νὰ οἰκοδομήσωσι. Καὶ δὲν ἠξεύρω τίς ὁ ἀνακαλύψας τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐκυκλοφόρησεν ἡμίφυλλον μικροσχήμου χάρτου, ἐφ’ οὗ, μετὰ προφανοῦς μεγάλης διαφορᾶς γραφικοῦ χαρακτῆρος,— συνέπεσε ζητήσας νὰ ἴδω τὴν πρότασιν, ὅπως μελετήσω αὐτὴν,—συμπεριελαμβάνετο καὶ ἡ σήμερον τυπωθεῖσα ὑπὸ συζήτησιν πρότασις. Ἀστοχωτέρα διατύπωσις ἐκείνης, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δύσκολον νὰ ὑπάρξῃ· ἀστοχωτέρα ταύτης ἡ πρώτη, καὶ μετὰ τὴν πρώτην ἀστοχίαν ἠλπίζετο ὅτι δύο Ὑπουργοὶ ἡνωμένοι ἤθελον δυνηθῆ νὰ φέρωσι κρεῖττόν τι, κάλλιον συντεταγμένον. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὁ συντάξας τὴν πρότασιν. Πολὺ ὑποθέτω, ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ ἐντίμου συναδέλφου, ὅστις τὴν ὥραν ἐκείνην προχείρως ἠσχολήθη καὶ ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, οἱ δὲ Ὑπουργοί, πρόθυμοι νὰ δώσωσι πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν καὶ ὑπέβαλον αὐτὴν ὡς ἰδίαν. Ἀκούσατε, πῶς ἔχει ἡ πρώτη πρότασις. «Ἡ παράγραφος πρώτη τοῦ ἄρθρου 38», λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ, «περιέχει προσόντα μὴ ἀπαντῶντα ἐν τῇ κειμένῃ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγράφει λόγους ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως καθηκόντων μέλους ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς μὴ συνᾴδοντας μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου.» Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἡ διάταξις τοῦ νομοθέτου, ἥτις σκοπὸν εἶχε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοῖς Βουλευταῖς νὰ ἦναι μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μὴ ἀναμιγνύωνται ὡς δικασταὶ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἐκείναις, ἐν αἷς εἶναι καὶ δικαζόμενοι, ὅπως μὴ ἀναμιγνύωνται ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ταῖς δημοτικαῖς, ἀφ’ ὧν πάντοτε τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἀπέχωσιν οἱ Βουλευταί, ὥστε νὰ ἔχῃ γνησιώτερον χαρακτῆρα τὸ προϊόν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ ἐννοήσω, πῶς ἡ διάταξις αὕτη δὲν συνάδει πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ἀπ’ ἐναντίας ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, — ἡ Ἑλληνικὴ Συνέλευσις, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, — ἐψήφισε τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας, διότι ἠθέλησεν, οἱ Βουλευταί, — οὐχὶ οἱ ὑποψήφιοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὑτῶν, ἀλλ’ οἱ Βουλευταί, — νὰ μὴ δύνανται νὰ ἵστανται ἐκεῖ δικασταὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν συναδέλφων αὑτῶν, μεθ’ ὧν συνεργάζονται καὶ θέλουσι συνεργασθῆ, ἐπίσης νὰ μὴ ἦναι μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, διοικοῦντα τὰς ἐκλογὰς καὶ παράγοντα δημάρχους ὄργανα αὑτῶν. Τοῦτο ἦτο ἐν τῇ προθέσει τοῦ νομοθέτου, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νῦν. Ἀλλά, φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησε ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐγκαταλείψασα τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, εἰσήγαγε δεύτερον πρὸς ἐπιψήφισιν, μὴ θελήσασα νὰ εὕρῃ ἄλλην λύσιν, τὴν ἔξω τῆς Βουλῆς. Κατ’ οὐσίαν ἡ νέα πρότασις οὐδὲν ἔχει τὸ ψεκτόν. Ἀλλ’ ἀκούσατε, παρακαλῶ, πῶς ἔχει ἡ διατύπωσις (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἄρθρον 82 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου προστίθεται § βʹ, ὡς ἑξῆς: «Μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐξαιρούμενα κατὰ τὸ ἄρθρον 38 καὶ ἐκπληρώσαντα τοιαῦτα καθήκοντα δὲν καταδιώκονται, οὔτε τιμωροῦνται, ἐὰν δὲν ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις αὐτῶν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς, ἀποδεικνυομένη ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς.» Τὸ ἄρθρον 38 δὲν ἐξαιρεῖ κανένα· περὶ ἐξαιρέσεως δὲν γίνεται λόγος ἐν τῷ ἄρθρῳ 38. Τὸ ἄρθρον 38, ὅπερ εἶναι συντεταγμένον οὐχὶ καὶ αὐτὸ μετὰ πολῆς ἐπιτυχίας, λέγει τὰ ἑπόμενα: «...ὁ δήμαρχος συντάσσει κατάλογον ἐκ τῶν ὀνομάτων ἐκείνων τῶν γινωσκόντων γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν δημοτῶν, ὅσοι διετέλεσαν ποτὲ, ἀλλὰ δὲν διατελοῦσι προϊστάμενοι δημοσίας τινὸς ὑπηρεσίας,... δικαστικοὶ λειτουργοὶ,... πληρεξούσιοι,... ἢ Βουλευταί, ἢ δικηγόροι κλπ. κλπ.» Λοιπὸν οἱ ἐκτελέσαντες ὑπηρεσίαν εἰς ὡρισμένας τινὰς θέσεις καὶ οἱ Βουλευταί, ὅσοι διετέλεσαν, ἀλλὰ δὲν διατελοῦσι πλέον ὄντες Βουλευταί, ἔχουσι τὰ προσόντα, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν κατάλογον. Ὅσοι δὲ εἴτε διετέλεσαν εἴτε διατελοῦσι δικηγόροι κλπ. ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὰ προσόντα νὰ ἐγγραφῶσι. Τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἐν τῇ νέᾳ προτάσει ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, λέγον ὅτι «μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐξαιρούμενα κατὰ τὸ ἄρθρον 38 δὲν τιμωροῦνται, ἐὰν δὲν ζητηθῇ ἡ ἐξαίρεσις αὐτῶν κλπ.», δὲν ἀποκλείει σήμερον τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες ὅτε συνετάσσετο ὁ κατάλογος δὲν ἦσαν Βουλευταί, καὶ διὰ τοῦτο καλῶς ἐτέθησαν ἐν τῷ καταλόγῳ τὰ ὀνόματα αὐτῶν, δὲν ἀποκλείει, λέγω, αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπήν, διότι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον τῆς προτάσεως, οὐδὲν λέγει περὶ τούτου. Τὸ κείμενον ἐν τῷ νόμῳ ἄρθρον ἀποκλείει ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸν κατάλογον ἐκείνους, οἵτινες ὅτε ἐγένετο ὁ κατάλογος ἦσαν Βουλευταί· ἀλλ’ ἐκείνους οἵτινες ὅτε ἐγένετο ὁ κατάλογος δὲν ἦσαν Βουλευταί, εἶναι ἱκανὸν αὐτὸ νὰ ἀποκλείσῃ τῆς ἐν τῇ ἐφορευτικῇ ἐπιτροπῇ συμπράξεως, ὅτε γίνεται ἡ ἐκλογὴ καὶ εὑρίσκονται ἐν τῷ καταλόγῳ καλῶς ἐγγεγραμμένοι; Λοιπὸν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 38 αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ κριθῶσιν ὅτι δὲν ἔχουσι τὰ πρὸς σύμπραξιν προσόντα...
§129Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ εἶπον τὰ δικαστήρια.
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἴσως, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τῆς προτάσεως εἶναι ἀτελές.
§131ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ διόρθωσις εἶναι ὀρθή· ἀλλὰ τὰ δικαστήρια εἶπον, ὅτι καὶ ὅταν τις ἦναι Βουλευτής...
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀρθῶς εἶπον τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ προκειμένου νὰ διορθώσωμεν τὸν νόμον, ὀφείλομεν νὰ διορθώσωμεν αὐτὸν ἐντελῶς... Πρώτη ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ πρότασις. Λέγει ἔπειτα (ἀναγινώσκει): «... καὶ ἐκπληρώσαντες τοιαῦτα καθήκοντα δὲν καταδιώκονται, οὔτε τιμωροῦνται, ἐὰν δὲν ζητηθῇ ἡ ἐξαίρεσις αὐτῶν.» Διαδικασία περὶ ἐξαιρέσεως δὲν εἶναι γνωστὴ ἐν τῇ δικονομίᾳ τῇ ἐκλογικῇ. Ὑπὸ τίνος νὰ ζητηθῇ καὶ παρὰ τίνος νὰ ζητηθῇ; Ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν; ἀπὸ τίνων νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν καὶ πότε; Ταῦτα δὲν ὁρίζει τὸ ἐν τῇ προτάσει ἄρθρον. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν, καὶ πρὸς τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἐμὲ δὲν συγκινεῖ ἡ περίπτωσις αὕτη, μόνον καθ’ ὅσον πρόκειται ν’ ἀπαλλάξωμεν ἐνοχλήσεων τοὺς ἡμετέρους συναδέλφους· ἐμὲ καθιστᾷ προσεκτικὸν τὸ μέλλον, καὶ διὰ τὸ μέλλον πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι παραπλήσια. «Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς» εἶναι φράσις, ἥτις δὲν ἁρμόζει εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἐνάρξεως «τῆς ψηφοφορίας»· ἄλλο δὲ ψηφοφορία καὶ ἄλλο ἐκλογή. Ἡ ἐκλογὴ ἄρχεται πρὸ τῆς ψηφοφορίας, ἄρχεται ἀπὸ τῆς προτεραίας, ὅτε γίνεται ἡ τοποθέτησις τῶν καλπῶν...
§133ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως... Λοιπὸν, ὅταν λέγῃ τις «πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς», ἀνατρέχει εἰς χρόνον πολὺ ἀπώτερον, εἰς χρόνον καθ’ ὃν οὐδ’ ὑπάρχει κἂν ἀρχὴ, εἰς ἣν νὰ δύναται νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἔνστασις ἡ περὶ ἐξαιρέσεως, ἥτις τὸ πρῶτον νῦν εἰσάγεται. Ἀλλ’ ἔχει ἡ πρότασις καὶ ἄλλο τι ἄτοπον. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔννοια αὐτῆς εἶναι «πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας». Καὶ μήπως καλύπτει ἡμᾶς τοῦτο; Παντελῶς. Διότι ἄρχεται ἡ ψηφοφορία τὴν ὀγδόην τῆς πρωΐας, (ἂς ὑποθέσωμεν τὸν χειμῶνα) καὶ τὴν ὀγδόην καὶ ἡμίσειαν ἐμφανίζεται τὸ μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, οἱοσδήποτε ἐκ τῶν μὴ ἐχόντων τὸ προσὸν, διότι διατελεῖ ἐν ἀξιώματι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, εἰς Βουλευτής, καὶ κάθηται ἐκεῖ μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀποπέμπον τὸν παραπληρωματικὸν αὐτὸς, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, δὲν δύναται νὰ τιμωρηθῇ, διότι δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ κατ’ αὐτοῦ ἔνστασις, διότι ἡ ἔνστασις ὁρίζεται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς...
§135Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόντος τοῦ τακτικοῦ μέλους καὶ ἐλθόντος τοῦ ἀναπληρωματικοῦ, δὲν δύναται τοῦτο ν’ ἀντικατασταθῇ ὕστερον.
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ πράγματα οὕτω γίνονται, καὶ καλῶς. Φέρω δὲ καὶ παράδειγμα. Ὑποθέσατε ὅτι ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς μένει μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ δήμου, ἢ καὶ ἔξω τοῦ δήμου, καὶ ἕνεκα οἱουδήποτε ἐμποδίου φθάνει δέκα ἢ εἴκοσι λεπτὰ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκλογῆς καὶ προσέρχεται δηλοῦν, ὅτι θέλει νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ· θὰ τῷ εἴπητε: «Κύριε, δὲν ἦσθε παρὼν ἐξ ἀρχῆς»; Δὲν δύνασθε τοιοῦτόν τι νὰ εἴπητε. Αὐτὸς λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ δίκης ἀρξαμένης, ὅτε δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος ἐν τῷ μέσῳ προσερχόμενος ὁ δικαστὴς, πρόκειται περὶ λειτουργίας πολιτικῆς, εἰς ἣν ἔχει ἕκαστος δικαίωμα, ὅταν φθάσῃ, νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του.
§137ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πᾶσαν στιγμήν.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἄλλη ἔλλειψις τοῦ ἄρθρου, περὶ ἧς πρόκειται νὰ προνοήσωμεν. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου: «ἐὰν δὲν ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις αὐτοῦ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς». Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ φράσις ἡ δι’ ἄλλης χειρὸς προστεθειμένη εἰς τὸ χειρόγραφον, διότι ὁ ἀρχικὸς συντάκτης τῆς προτάσεως ἐνταῦθα εἶχε σταθῆ, ἀλλ’ ἄλλος, ὡς φαίνεται, παρετήρησεν, ὅτι οὕτως εἶναι ἀτελὲς τὸ ἄρθρον, καὶ προσέθηκεν: «ἀποδεικνυομένη ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς». Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀποδεικνυομένη; Ἡ ἐξαίρεσις. Ἄρα ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὄχι μόνον νὰ ὑπάρξῃ ἔνστασις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξαίρεσις, περὶ ἧς ἡ ἔνστασις, ν’ ἀποδεικνύηται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς, δηλαδὴ νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις περὶ τῆς ἐξαιρέσεως, διότι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια. «Ἐξαίρεσις» δὲν εἶναι τὸ ζητούμενον, «ἐξαίρεσις» εἶναι τὸ ἤδη ἀπονεμηθέν. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ, ἀποτελούμενον ἐκ πέντε στίχων, ἔχει, νομίζω, ἕξ ἐλλείψεις...
§139ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί μένει λοιπόν;
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίποτε δὲν μένει. Τοῦτο δ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, παρεσκεύασα τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται κατ’ οὐσίαν (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 82 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1877 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν ὑποβάλλονται οἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς στερούμενοι τῶν ἐν ἄρθρῳ 38 ὁριζομένων προσόντων καὶ μὴ ἀπέχοντες τῆς ἐκτελέσεως καθηκόντων ἐν τῇ ἐφορευτικῇ ἐπιτροπῇ, ἂν ἀποδεικνύηται ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν πρακτικῶν, ὅτι διὰ παρατηρήσεως ἢ ἐνστάσεως ἐζητήθη ἡ ἀποχὴ αὐτῶν κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 57 ὁριζόμενα.» Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐν τῷ νέῳ ἄρθρῳ ἐπαναλαμβάνομεν τὰς φράσεις ἁπάσας τὰς ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ, ἐνῷ ἔχομεν καὶ τὴν λέξιν «παρατήρησις,» ἐλαφροτέραν τῆς «ἐνστάσεως».
§141Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πολὺ ὡραῖα!
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρὰ τίνος;
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν λέγω παρὰ τίνος, ὡς περιττὸν, διότι προέβλεψα νὰ παραπέμψω εἰς τὸ ἄρθρον 57, ὅπερ ὁρίζει τίνες εἶναι οἱ ὑποβάλλοντες τὰς ἐνστάσεις.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§145ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν, διότι παρεδέχθη ἡ Βουλή.
§147Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὰ γεγονότα τὰ ἀφορῶντα τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 38. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἤθελε περιλάβει ἀπαλλαγὴν ὄχι μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, ζητηθῇ ἡ ἐξαίρεσις, ἀλλὰ καὶ διαρκούσης τῆς ἐκλογῆς...
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ τροπολογία μου τὸ περιλαμβάνει.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει «κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς».
§150ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. τότε δύναταί τις μὲν νὰ εἴπῃ, ὅτι γίνεται ἄτοπόν τι, διότι ἐκ τῶν ὑστέρων μεταβάλλεται νόμος, ἀφοῦ δηλονότι ὑπέπεσάν τινες εἰς παράβασιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν μεταβάλλει τὴν οὐσίαν τοῦ κειμένου νόμου· διότι, ὅταν λέγωμεν ὅτι, ὁσάκις ἐζητήθη πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἡ ἐξαίρεσις, ἢ ἐζητήθη κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἡ ἐξαίρεσις, τότε μόνον τιμωρεῖται ὁ παραβάτης, ἐννοεῖται ὅτι ἀφίνομεν τὰ κείμενα ὅπως ὑπάρχουσι, διότι, ἂν εὑρεθῶσιν ἐκλογεῖς ἀντιθέτων φρονημάτων καὶ προβάλωσι τοιαύτην ἔνστασιν, — καὶ θὰ εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ὅτε ἔμαθον ὅτι ἐξελέγη μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Βουλευτὴς, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκλογῆς δὲν ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωνται τοιαύτην ἔνστασιν, διότι ἐνεπιστεύθησαν τὸ πρόσωπον, — ἐννοεῖται ὅτι τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται. Εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀδιάφορον, ἂν ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐτέθησαν αἱ διατάξεις, δὲν θέλουσι νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτῶν. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὠφελοῦμεν μὲν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ποινῆς, διότι ὑπέπεσαν ἐν ἀγνοίᾳ των εἰς τὴν παράβασιν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου διατηροῦμεν τὴν οὐσίαν τοῦ νόμου, ἥτις εἶναι νὰ τιμωρῆται ὁ παραβάτης, ὅταν, μαθὼν τὴν παράβασιν διὰ τῆς ἐνστάσεως ἑνὸς ἐκλογέως, ἐπέμεινε ν’ ἀποτελῇ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα καὶ ἐν γνώσει ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 211). Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 217,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§152ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐδέχθη πρότασίν μου, ἵνα προταχθῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 27... Κύριε Πρωθυπουργέ, βεβαιωθῆτε ὅτι εἶναι χρησιμώτατον νομοσχέδιον. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ὑπεσχέθητε.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς τὸ ἑσπέρας παρεπονέθητε ὅτι δὲν εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ εἴπομεν ὅτι θέλομεν τὸ ἀναγράψει· καὶ πράγματι τὸ ἀνεγράψαμεν εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ συζητηθῇ, καὶ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ συζητηθῇ.
§154ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόψε.
§155ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν.
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 217,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τακτοποιήσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐκ τοῦ κτήματος Σοφάδων χρέους τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλένης Γ. Ζαρίφη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκχωρηθέντων ὀφειλετῶν αὐτῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§159Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 1 παραλείπεται οὐσιώδης διάταξις. Ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ εἰσηγητικῇ ἀναφέρεται, τὸ ποσὸν τῶν καθυστερουμένων μέχρι τέλους τοῦ 1900 τόκων ὑπερημερίας ἀνέρχεται εἰς 7,344 λίρας ὀθωμανικὰς, προστίθεται δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ κεφάλαιον ποσὸν μόνον 4,000 λιρῶν ὀθωμανικῶν. Ἀνάγκη ἑπομένως ὁ νόμος νὰ εἴπῃ ῥητῶς, ὅτι ἀφίενται αἱ ὑπόλοιποι τόκοι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ προστεθῇ «ἀφιεμένου αὐτοῖς τοῦ ποσοῦ τῶν 4,000 λιρῶν ὀθωμανικῶν». Τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ κεφαλαίου 20,400 λιρῶν ὀθωμανικῶν καὶ 4,000, ἤτοι τὸ ὅλον ποσοῦ 24,400 λιρῶν ὀθωμανικῶν, οἱ τόκοι θ’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1900, καὶ θὰ πληρωθῶσι τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1901 καὶ ἐφεξῆς, κατ’ ἐτησίας δόσεις. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, μέχρι τοῦ 1900 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν οἱ τόκοι, πλὴν 4,000 λιρῶν ὀθωμανικῶν, καταβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοῦτο πρέπει σαφῶς νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα δύνηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς πληρωμῆς τοῦ περιπλέον τῶν 4,000 λιρῶν ποσοῦ τόκων. Λοιπὸν, ἐὰν τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοῦτο, παρακαλῶ νὰ τεθῇ. Δὲν δύνασθε ἄνευ διατάξεως νόμου νὰ κάμητε ἄφεσιν χρέους.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι, ὅταν ἐν τῷ νόμῳ ῥητῶς ὁρίζηται ἡ ὀφειλὴ, πᾶσα προσθήκη εἶναι περιττή. Ἐν τούτοις θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν σας, καὶ ἂν κρίνω ἀναγκαῖον, θὰ τὴν δεχθῶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἐδάφ. βʹ, παραπέμπει εἰς τὸν νόμον ΥΛϚʹ τῆς 29 Μαΐου 1871, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ εἰς ποίας διατάξεις τοῦ νόμου τούτου παραπέμπει τὸ ἄρθρον, δὲν σαφηνίζεται. Μεταξὺ ἐν τούτοις τῶν διατάξεων τοῦ ΥΛϚʹ νόμου εἶναι καὶ ἡ διάταξις, ὅτι ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας εἶναι 12%, ἐνῷ δι’ ἄλλου νόμου, μεταγενεστέρου, ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων εἶναι 8% μόνον. Λοιπὸν πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ΥΛϚʹ περὶ τόκου ὑπερημερίας 12%;
§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐννοεῖ τοῦτο.
§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε ποίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου ἐννοεῖ;
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο μόνον νὰ σαφηνισθῇ, ἐὰν αἱ κατηργημέναι διατάξεις δύνανται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν ἰσχύϊ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ μία διάταξις κατηργημένη ἐν ἰσχύϊ, πρέπει ῥητῶς νὰ ἀναφέρηται ἐν τῷ νόμῳ.
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ διάφοροι γνῶμαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πλὴν αὐτοῦ τὸ ἐδάφιον βʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «... ἀπαλλασσομένων τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὀφειλετῶν τῆς τε πρὸς ἀλλήλους καὶ τῆς μετὰ τῶν ἄλλων συναγοραστῶν τοῦ κτήματος ἀλληλεγγύης»· δηλαδὴ μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν θὰ παύσῃ ἡ ἀλληλεγγύη, καὶ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐγγραφὴν κατὰ μέρος ὑποθηκῶν ἐπὶ τῶν μεριδίων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην δυνάμει τῆς διανομῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 675 τοῦ 1893 ἀποφάσεως τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν. Ἡ διάταξις αὕτη περιέχει καὶ κινδύνους, δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἀδικήματα· διότι, ἂν τὰ μερίδια τὰ ὁποῖα ἠγόρασάν τινες τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, δὲν ἐξασφαλίζουν, ἢ ἐὰν ὑπάρχουν ὀφειλέται, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν, ποία ἀσφάλεια τότε θὰ ὑπάρχῃ; Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ εἰσήγαγεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅτι θὰ δύναται νὰ διανέμωνται τὰ χρέη δι’ ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν ἐπὶ τῶν μεριδίων ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἰδιοκτητῶν, πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ περὶ τῆς ἀσφαλείας ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πλέον ἰδιοκτησίαν καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὸ πλειστηρίασμα ἑνὸς μεριδίου, οὗτινος ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐκπλειστηρίασιν, διότι ὁ ὀφειλέτης δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ, παρουσιάζει ἔλλειμμα, διότι π. χ. καθυστεροῦνται τόκοι, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὸ πλειστηρίασμα, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἀλληλεγγύη, βεβαίως ἡ ζημία θὰ καλυφθῇ, ἐνῷ μὴ ὑπαρχούσης ἀλληλεγγύης τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ ζημίαν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς ζημίαν τυχὸν τὸ Δημόσιον, ζητοῦν δι’ ἐκτελέσεως νὰ πληρωθῇ ἐκ μεριδούχων, ὧν ἡ μερὶς καὶ τὸ ἐκπλειστηρίασμα δὲν ἐπαρκεῖ εἰς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς του. Καλὸν ἡ διανομὴ καὶ ἡ παῦσις τῆς ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ τοῦτο ὁσάκις δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου. Ἡ ζημία δ’ αὕτη, ἣν τὸ νομοσχέδιον προκαλεῖ, εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀδικαιολόγητος, ὅσον προέρχεται ἐκ καταστάσεως πρὸ τοῦ νομοσχεδίου ὑπαρχούσης. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ εὕρῃ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ περιέλθῃ τὸ Δημόσιον εἰς τοιαύτην θέσιν καὶ ζημιωθῇ, διότι θὰ ζητήσῃ νὰ πλειστηριάσῃ μερίδιόν τι. Ἄλλως τὸ νομοσχέδιον εἶναι μὲν ὑπὲρ τῶν ἀξιοχρέων μεριδούχων, ἀλλὰ καὶ πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Κακὸν νὰ βαρύνωνται διὰ τῆς ἀλληλεγγύης καὶ οἱ μὴ κύριοι ὀφειλέται ἐκ τῶν μεριδούχων, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο ἡ συμφωνία, καὶ αὕτη δὲν πρέπει νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τούτου, παρατηρῶ ὅτι ἐκτὸς τῆς αὐτουσίας ἐντόκου καταθέσεως τῶν εἰσπράξεων, ὅπως ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου, παρά τινι τῶν Τραπεζῶν, καλὸν θὰ ἦτο, εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ κατατίθενται αὗται καὶ εἰς χρεώγραφα, διότι ἡ αὐτουσία κατάθεσις τῶν χρημάτων ἐπὶ τόκῳ θὰ φέρῃ μικροτέραν πρόσοδον. Ὁ τόκος τῶν καταθέσεων σήμερον εἶναι μικρότερος τοῦ τόκου τῶν δανείων τῶν δημοσίων. Ἐκτὸς τούτου δύναται αὔριον ἡ Τράπεζα, παρὰ τῇ ὁποίᾳ θὰ καταθέσητε τὰς εἰσπράξεις ταύτας, νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον. Ὑποθέσατε ὅτι νῦν ὁ τόκος τῶν καταθέσεων παρὰ τῇ Τραπέζῃ εἶναι 3%, αὔριον δὲν ἐμποδίζεται ἡ Τράπεζα νὰ ὁρίσῃ τὸν τόκον εἰς 2%. Δὲν θεωρῶ δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀναγκαῖον νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον εἰς μακροχρόνιον κατάθεσιν, ἵνα ἔχῃ μείζονα τόκον. Τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερον ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν κατάθεσιν, ὅταν θέλῃ. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο συμφερώτερον ν’ ἀγορασθῶσι χρεώγραφα τοῦ Κράτους ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, διότι ὅσον περισσότερον Δημόσιον καὶ ἰδιῶται ἀγοράζομεν χρεώγραφα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, τόσον ταχύτερον πλησιάζομεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὃν βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ περιττὸν ἄνευ ζημίας τῶν πιστωτῶν του. Ἀρκετὰ ἔπαθε καὶ ἀρκετὴν πεῖραν ἀπέκτησεν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι διαχειρίζηται τὰ οἰκονομικὰ αὑτοῦ μετὰ περισσοτέρας φειδοῦς καὶ τάξεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἀναμίξεως τῶν ξένων ἐλεγκτῶν. Ἡ συγκέντρωσις τῶν τίτλων τῶν δανείων ἡμῶν εἰς χεῖρας ἑλληνικὰς, ἣν ὀφείλουσι πρὸ πάντων τὸ Κράτος καὶ τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα νὰ ἐπιδιώξωσι συστηματικῶς, θέλει σπουδαίως συντελέσει μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ταχυτέραν χειραφέτησιν. Διὰ τοῦτο, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, συνιστῶ αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ ὑποστηρίξω ἐκθύμως τὴν πρότασιν, ἣν τελευταῖος ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, διότι εἶναι πρότασις, ἥτις ἐντελῶς συνᾴδει πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς σκέψεις, ἃς ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ἐγὼ, μελετῶν κατ’ ἰδίαν τὰ τοῦ θέματος τούτου, ἔχω. Δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον δισταγμὸς, ὅπου ὑπάρχει δημόσιον χρῆμα πρὸς τοποθέτησιν, χρῆμα ἱδρυμάτων ἐξαρτωμένων ἐκ τοῦ Δημοσίου, χρῆμα κληροδοτημάτων, χρῆμα οἱονδήποτε, ὅπερ εἶναι ὡρισμένον ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας ἢ ἀπολήγει εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, δισταγμὸς, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ χρήματος τούτου πρέπει νὰ γίνεται κατὰ προτίμησιν, — τηρουμένων βεβαίως τῶν προσηκουσῶν προφυλάξεων, ὅπως μὴ ἀγοράζῃ τις εἰς ὑπερβολικὴν τιμὴν, — νὰ γίνεται κατὰ προτίμησιν εἰς τίτλους τῶν παλαιῶν ἡμῶν δανείων εἰς χρυσόν. Διότι ἡ ἐξαγορὰ τῶν τίτλων τούτων καὶ ἡ συγκέντρωσις εἰς τὴν Ἑλλάδα παρέχει σπουδαιότατον στοιχεῖον, δυνάμενον νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ μεγάλου ἀριθμοῦ ἑκατομμυρίων, ἀσφαλίζον εἰς ἡμᾶς ταχυτέραν τὴν λύσιν τῶν χειρῶν. Δύναται ν’ ἀντιταχθῇ, ὅτι ἀγορὰ χρεωγράφων εἰς χρυσὸν, καθ’ ὃν χρόνον εἶναι ὑπερτετιμημένη ἡ ἐπικαταλλαγὴ, εἶναι πρᾶξις ὄχι φρόνιμος· κατὰ γενικὸν κανόνα, τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιαύτης ὠφελείας, ὁποίαν ὑπέδειξε δι’ ὀλίγων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἡ ἀπώλεια ποσοῦ τινος ἕνεκα τῆς ἐπικαταλλαγῆς βεβαίως στρέφεται εἰς ὠφέλειαν ὁριστικήν...
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπώλεια.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναται νὰ ἦναι ἀπώλεια, διότι θὰ μεταχειρισθῆτε δραχμὰς πρὸς ἀγορὰν χρεωγράφων εἰς χρυσὸν διατιμωμένων. Ἐνταῦθα δὲν ἐμφανίζεται, ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ ὅλον εἶναι εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ δραχμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται δισταγμὸς, διότι ἡ προσωρινὴ ἐκείνη ἀπώλεια στρέφεται εἰς ὠφέλειαν πολὺ μεγαλειτέραν τῆς ἀπωλείας, ἣν ὑφιστάμεθα διὰ τὴν ἀγοράν· καὶ ὅστις μελετήσει τὸ ζήτημα, θέλει φθάσει βεβαίως εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἤδη παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἶναι τὰ χρεώγραφα ταῦτα τὰ Ἑλληνικὰ τῶν παλαιῶν δανείων ὑποτιμημένα εἰς 40–41 λίρας ἐπὶ τῶν 100 λιρῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν κατορθώσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ συγκεντρώσῃ ἀντὶ 40 καὶ 45 καὶ 50% ἐν τῇ χώρᾳ ὡς οἷόν τε πλείονας τίτλους τῶν παλαιῶν δανείων εἰς χρυσὸν, κατορθώνει οὕτω νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ μέρος τοῦτο τῶν δανείων εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς. Ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι συγκεντροῦμεν τὸ ὅλον, ἠθέλομεν ἔχει ἐκ τούτου τὴν ὠφέλειαν, ὅτι ἀντὶ 552,000,000 εἰς χρυσὸν ὀφειλομένων ἠθέλομεν πληρώσει τὸ ἥμισυ. Δὲν λέγω ὅτι τοιαύτη εἰς τὸ ἥμισυ ἐξαγορὰ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ὅλου, διότι ἐφ’ ὅσον ἀγοράζομεν καὶ ἐξοφλοῦμεν τίτλους τῶν δανείων τούτων, ἐφ’ ὅσον ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς κυκλοφορίας τίτλοι, ἐπὶ τοσοῦτον βεβαίως ὑψοῦται ἡ τιμὴ, ἀλλ’ ἡ ὕψωσις, ὅταν ἡ ἀγορὰ γίνηται μεθοδικῶς καὶ μετὰ προνοίας, ἐπέρχεται βραδεῖα, καὶ θέλομεν πάντως προφθάσει νὰ ἐξαγοράσωμεν κάτω τοῦ ἀρτίου· ἐὰν δέ ποτε εὐτυχήσωσιν οἱ μεθ’ ἡμᾶς νὰ ἴδωσι τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος πλησιάζουσαν εἰς τὸ ἄρτιον, τότε θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ εὕρωσι τὸ ὅλον ὑπόλοιπον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν παλαιῶν δανειστῶν ἡμῶν ἐν νέῳ δανείῳ, ὅπερ ἡ πίστις τῆς χώρας θὰ ἐπιτρέπῃ τότε ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεστέρους, εἰς τιμὴν πάντοτε κατωτέραν τοῦ ἀρτίου, ἢ ἔστω καὶ εἰς τὸ ἄρτιον. Διὰ ταῦτα ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ἵνα παραστήσω τὰ ὀλίγα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκθύμως ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖ ὅπου ἀναφέρει τὰς Τραπέζας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ὅπου ἐλπίζω ὅτι θὰ προσθέσῃ τὴν ἀγορὰν χρεωγράφων, νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ ἐπίθετον «προνομιούχους», διότι μόνον εἰς τοιαύτας Τραπέζας σήμερον πρέπει νὰ τοποθετῶνται τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κληρώσεως στρατευσίμων Θεσσαλίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§175Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἕνεκα τῶν περιστάσεων. Ἀλλὰ θεωρῶ ἄτοπον, ἀφοῦ ἀπαλλάττομεν αὐτοὺς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, νὰ τοὺς ῥίπτωμεν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, μὴ λαμβάνοντες ἓν μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως γείνωσι στρατιῶται, ἂν ὄχι τελείως ἠσκημένοι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον μὲ τὰ στοιχεῖα στρατιωτικῆς τινος μορφώσεως. Δὲν λέγω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται δυνάμει τῶν κειμένων νόμων νὰ τοὺς καλέσῃ εἰς ἀσκήσεις. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ νόμος, ἀπαλλάσσων ἐντελῶς αὐτοὺς, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ τινὰ πρόνοιαν, ὅπως διδαχθῶσι τοὐλάχιστον τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐτίθετο ἐν τέλει, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ Β. Διατάγματος μετὰ πίστωσιν προηγουμένην,—διότι θὰ ἦναι πέραν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἣν ἐτησίως ὁ νόμος ἐπιτρέπει, καὶ ὅπως λάβῃ γνῶσιν διὰ τῆς πιστώσεως ἡ Βουλὴ,—ὅτι δύναται, λέγω, νὰ καλέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀσκήσεις. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἐλαμβάνετο πρὶν ἰδιαιτέρα πρόνοια περὶ τῶν οὕτως ἀγυμνάστων εἰς τὰς τάξεις τῆς ἐφεδρείας μεταβαινόντων.
§176Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ νομοθεσία ἡμῶν προβλέπει περὶ τῶν ἀσκήσεων τῶν ἐφέδρων, περὶ τῆς κλήσεως αὐτῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετοῦς διαμονῆς των ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ· ἑπομένως, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ κληθῶσιν ἔφεδροι πρὸς ἀσκήσεις, θὰ κληθῶσι καὶ οὗτοι μετὰ τῶν ἡλικιῶν, εἰς ἃς ἀνήκουσι. Καὶ ἀκριβῶς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, νὰ τάξῃ αὐτοὺς, τοὺς μήπω κληρωθέντας, εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας, ἀναλόγως τῆς ἡλικίας, τὴν ὁποίαν ἄγουσιν, οὕτως ὥστε, καλουμένης τῆς ἐφεδρείας, νὰ προσέλθωσι καὶ οὗτοι πρὸς ἀσκήσεις. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἰδιαιτέρα πρόνοια περὶ τούτου.
§177ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ὁμοιάζουν τοὺς ἄλλους ἐφέδρους.
§178ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐφέδρων ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς μὴ ἀσκηθέντων ποσῶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἁλικῶν εἰς τὸ Μονοπώλιον τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τις τὸν λόγον;
§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ὀρθῶς, καὶ ὅτι ἀποκτᾷ κέρδος τὸ Κράτος διὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὰς ἁλικὰς τὰς ἄλλας καὶ τῆς τελευταίας ἁλικῆς, ἥτις ἔμενεν ἔξω τοῦ νομήματος αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν κατὰ πόσον ἡ θυσία, ἣν ὑφίσταται τὸ Κράτος ὅπως ἀποκτήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ἡμῖν μεταβιβαζόμενον, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ κέρδος, ὅπερ ἀποκτῶμεν, καὶ ἤθελον παρακαλέσει, ἂν ἦτο εὔκολον, νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἥτις εἶναι ἀπὸ ἐτῶν ἐκκρεμὴς, καὶ ἰδίως τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν θέλομεν δυνηθῆ νὰ κρίνωμεν, ἂν αἱ τιμαὶ, αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμέναι, εἶναι ἀνάλογοι.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κυρκύρας πρὸς τὸν δῆμον Κερκυραίων).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ζωοκλοπῆς νόμου.
§184Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύο προτάσεις νόμων περὶ ζωοκλοπῆς ἔχουσιν ὑποβληθῆ· ἡ μία ὑπὸ τῶν κ. κ. Τσόγκα καὶ Φαρμάκη καὶ ἡ ἑτέρα ὑπὸ τοῦ κ. Κατσάνου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων τούτων συνέταξα αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἐγκαίρως.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 212).
§186Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§187ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτο κατὰ τῆς ζωοκλοπίας. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν. Καὶ κατὰ τὸ 1879 ὑπεβλήθη πρότασις, ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑπογεγραμμένη, ἥτις ἐγέννησεν ἐνταῦθα μακροτάτας συζητήσεις καὶ ἀπέληξεν εἰς ἀποτυχίαν, καίτοι ὁ εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν, ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης, εἶχε μεμελετημένον τὸ ζήτημα καὶ μετὰ πολλῆς θέρμης ὑπεστήριξεν αὐτό. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἀπεδείχθη προτιμότερον νὰ μείνωμεν μακρὰν πάσης νεωτέρας ἀποφάσεως. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ἐγὼ εἰργάσθην τότε καὶ συνέταξα νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπίας, ὅπερ ἐνόμιζον τελειότερον τῶν ἄλλων τῶν ὑποβληθέντων, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησα καὶ νὰ εἰσαγάγω αὐτό. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι εἰς λίαν ἀκατάλληλον ὥραν ἤχθη πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον τοιοῦτο, στενῶς συνδεόμενον μετὰ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀποτελοῦν τμῆμα τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐφ’ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γένηται συζήτησις ἐσπευσμένως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ ἂν ἔτι παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἀκριβεστέραν διαρρύθμισιν, ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος πρὸς ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλὴν ἤθελε παράσχει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν καιρὸν νὰ παραγάγῃ ἔργον ἄξιον τοῦ ποινικοῦ νόμου,—διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι περὶ παραρτήματος αὐτοῦ πρόκειται.—Διὰ τοῦτο προτείνω, ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ κατορθώσῃ νὰ παρασκευάσῃ ἐγκαίρως ἐργασίαν ἀξίαν λόγου καὶ ἐπιψηφίσεως, προθύμως θέλομεν ψηφίσει.
§188ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς μοι ἐπιτρέψουν οἱ συνάδελφοι τῶν μεσογείων ἐπαρχιῶν νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι ἀγνοοῦσιν εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασεν ἡ ζωοκλοπία εἰς τὰς ἐπαρχίας, διότι πραγματικῶς ἐκεῖ ἔφθασεν εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἔχομεν νόμον περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου· ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ δὲ ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ, καθ’ ἣν οἱ συλλαμβανόμενοι ὡς λαθρέμποροι ὑφίστανται τὴν ποινὴν τῆς ὑπερορίας, περιωρίσθη τὸ λαθρεμπόριον. Αὐτὸ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω ὄχι μόνον ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀξιωματικός, διότι διετέλεσα ἀνώτερος ἐπόπτης εἰς πολλοὺς νομούς. Διατὶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μὴ προτιμηθῇ; Βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι τοιοῦτος νόμος θὰ γείνῃ πρόξενος καὶ ἑτέρου καλοῦ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι τίποτε ἄλλο δὲν φοβοῦνται ἢ τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς, διοικούμενα ἀπὸ ὑπαξιωματικοὺς ἀξέστους καὶ ἀγροίκους, καταπιέζουν, ὅπου καὶ ἂν μεταβοῦν, τοὺς πτωχοὺς χωρικούς. Ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, θὰ ἐκλείψῃ ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεως τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Ἂν δὲ τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ ἐλλείψεις τινὰς, ταύτας δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ μὴ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἀπόψε δὲν ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ζητεῖτε νὰ μὴ γείνῃ ἀπόψε ἐπιτροπή· δὲν θὰ γείνῃ.
§190Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπέβαλον ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Φαρμάκη, ἔχων πεποίθησιν, ὅτι παρέχω μεγίστην ὑπηρεσίαν οὐ μόνον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ κατόχους ζώων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἐν γένει ἀσφάλειαν. Φρονῶ δὲ,—καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων ἔχει ἐναντίαν γνώμην,— ὅτι μόλις γείνῃ γνωστὸν, ὅτι τοιοῦτος νόμος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πάντες οἱ ζωοκλέπται θὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα.
§191Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Συμφωνῶν πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων, συνηγορῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας κατ’ ἐξοχὴν ζωοτροφικῆς, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ ζωοκλοπὴ ὄχι μόνον οὐσιωδῶς βλάπτει καὶ ζημιοῖ τὴν κτηνοτροφίαν, ἥτις εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἡμῶν καὶ εἷς τῶν κυριωτέρων πόρων τοῦ βίου μας, ἀλλὰ πολλάκις καὶ συνηθέστατα γίνεται πρόξενος καὶ ἄλλων κακῶν μεγίστων, ὡς π. χ. ἀναιρέσεων, φόνων, τραυματισμῶν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τούτων τῆς φυγοδικίας καὶ τῆς λῃστείας. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐσχάτως ἀνεχώρησα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ἅπαντες οἱ συμπολῖταί μου μίαν καὶ μόνην σύστασιν μοὶ συνέστησαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν σύστασιν, ὅπως προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν νομοσχεδίου μὲ τὰς πλέον αὐστηρὰς διατάξεις πρὸς καταστολὴν τῆς ζωοκλοπῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μάστιξ ἡ λυμαινομένη τὰς ζωοτροφικὰς ἐπαρχίας. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἵνα συζητηθῇ αὔριον.
§192ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύο λέξεις. Παρατηρῶ ὅτι οἱ συνάδελφοι ἐνόμισαν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον προετάχθη, καὶ οὐδεὶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προταχθῇ, τοὐναντίον ἡμεῖς πρῶτοι εἴπομεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μὴ ἀπολεσθῇ ὁ χρόνος. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης παραπομπῆς· ἀλλ’ ἔχομεν πεῖραν, ἥτις λέγει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ συζητήσῃ ἄνευ ἐπεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἐπιτροπῇ, εἶναι κυρία.
§193Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ὀρθαὶ, καὶ ἔπρεπεν εἰς ἄλλο ζήτημα νὰ διορισθῇ ἐπιτροπή· ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ζωοτρόφων ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔχουν, τῶν πραγμάτων τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι ἡ ἐκτόπισις εἶναι τὸ δραστικώτερον μέτρον κατὰ τῶν ζωοκλεπτῶν, καὶ τὴν λῆψιν τούτου τοῦ μέτρου ὁμοφώνως συνιστῶσιν ὡς συντελεστικὴν, καὶ δι’ αὐτὸ συνηγορῶ καὶ ἐγὼ, ἵνα συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὥστε ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ζωοκλοπῆς ἀναβάλλεται, ὅπως προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν νομοσχεδίων ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας» καὶ «περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 213 καὶ 214). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ καὶ ἀναλόγου συντάξεως εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ κλπ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολυετοῦς ἐργολαβίας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους.
§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι. Παρακαλῶ νὰ μὴ συζητηθῇ ἀπόψε. Ἦτο ἀδύνατον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας νὰ μελετήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Νηπιακοῦ Ἐπιμελητηρίου Μελᾶ συμβάσεως περὶ πεντηκονταετοῦς μισθώσεως τῆς ἐπὶ τῆς πλατείας Λουδοβίκου μεγάλης οἰκίας Μελᾶ.
§198ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Κατ’ ἀρχὴν οὐδὲν ἔχει τις νὰ εἴπῃ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθόσον, καὶ ἂν ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους εἶναι μείζων τῆς μέχρι τοῦδε, ὁπωσδήποτε τὸ ποσὸν αὐτῆς γίνεται χρήσιμον εἰς δημωφελὲς ἔργον, διότι εἰσάγεται εἰς ἵδρυμα σκοπὸν ἔχον τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀμέσου βάρους, ὅπερ συνεπάγεται εἰς τὸ Κράτος, διότι πρόκειται περὶ 18,000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου σχέδιον συμπληρώσεως τοῦ καταστήματος τοῦ σημερινοῦ Ταχυδρομείου διὰ δαπάνης 30,000 δραχμῶν, συμπληρώσεως τοιαύτης, ὥστε τὸ κατάστημα νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ταχυδρομικὰς ἀνάγκας ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Ἂν σχέδιον τοιοῦτον ὑπάρχῃ καὶ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διατὶ νὰ δαπανῶμεν 18 χιλιάδας ἐτησίως, ἀντὶ νὰ δαπανήσωμεν μόνον 30 χιλιάδας ἐφάπαξ, ἐπιβαρυνόμενοι ὑπὸ μόνου τοῦ τόκου αὐτῶν, ἤτοι, πρὸς 5%, διὰ δραχ. 1500 ἐτησίως; Ἴσως συνᾴδει μᾶλλον πρὸς τὰς περιστάσεις νὰ προτιμήσωμεν τὸ ὀλιγώτερον δαπανηρὸν, φροντίζοντες, ὥστε νὰ διατεθῶσι τὰ τοῦ ἱδρύματος Μελᾶ ἐπωφελῶς κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐὰν ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ φέρῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, βεβαίως δὲν θέλω ἐπιμείνει.
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὔριον θὰ φέρω τὰς πληροφορίας, ἀλλὰ δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι τὸ βάρος τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἦναι τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ Δημόσιον ἠναγκάσθη νὰ μισθώσῃ οἰκίας τινὰς συμπληρωτικῶς διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον τὸ ὑπάρχον κτίριον τοῦ Ταχυδρομείου δὲν ἐπαρκεῖ εἰς ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ μίσθωμα τοῦ καταστήματος τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τὰ μισθώματα τῶν οἰκιῶν, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον νὰ μισθώσῃ διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ ἐπαυξήσεως τοῦ χρησιμοποιουμένου νῦν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν κτιρίου, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι κατόπιν ἐξετάσεως ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ διὰ τῆς ἐπαυξήσεως ταύτης τὸ κτίριον δὲν θὰ ἦτο ἐπαρκές. Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ κτηρίου τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος. Ὁπωσδήποτε αὔριον θέλω καταθέσει πίνακα, περιλαμβάνοντα ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πληρόνομεν εἰς ἐνοίκια διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν Ἀθηνῶν.
§200ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως καταστήσω εὐκόλους τὰς ἐρεύνας ὑμῶν, λέγω ὅτι, ἐμοῦ εὑρισκομένου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τότε, ὑπεβλήθη τὸ σχέδιον, ὑπεδεικνύετο δὲ, ὅτι διὰ δαπάνης ἐν ὅλῳ 30,000 δραχμῶν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ προσθήκη, ἧς ἦτο δεκτικὸν τὸ ὑπάρχον κατάστημα. Δυνατὸν νὰ ἦσαν ἐσφαλμένοι οἱ ὑπολογισμοί, ἀλλ’ ἡ μελέτη ὑπῆρχε, δὲν προεχωρήσαμεν δὲ τότε εἰς τὸ ἔργον διὰ λόγους οἰκονομικούς. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ἦναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν εἰς αὐτὸ 30,000 δραχμαὶ, βεβαίως ἡ λύσις εἶναι οἰκονομικωτέρα.
§201Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μήπως εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Τσίλερ;
§202ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὔριον θὰ φέρω πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΕʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ ὁρισμοῦ θέσεως καὶ προσόντων ἀρχιμουσικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Περὶ φωτισμοῦ τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ συστάσεως ταμείων χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ᾼΡΟΗʹ νόμου. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν Ναυστάθμῳ καὶ τὴν κατασκευὴν δύο ἀποθηκῶν αὐτόθι κλπ. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΥΟΑʹ νόμου τῆς 7 Φεβρουαρίου 1897 ἔτους περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ͵ΨΒʹ νόμου «περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν».
§206Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§207Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ νόμος αὐτὸς ὑπεβλήθη διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Δὲν μεταβάλλεται τίποτε. Ὁ νόμος εἶναι ἐδῶ (δεικνύει ἓν βιβλίον). Ὁ νόμος αὐτὸς μετεφράσθη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ. Τὸ Γαλλικὸν ναυτικὸν δὲν ἔχει τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου. Κατὰ συνέπειαν παρέλειψαν εἰς τὸν νόμον τὸν παλαιὸν νὰ κάμωσι λόγον περὶ πλωτάρχου. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τοῦ δοκίμου μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ πλωτάρχου, τὰ δύο τρίτα τῶν προβιβασμῶν γίνονται κατ’ ἀρχαιότητα, τὸ δὲ λοιπὸν τρίτον κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως. «Εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου προβιβάζονται οἱ μὲν ἡμίσεις κατ’ ἀρχαιότητα, οἱ δὲ λοιποὶ κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἀντιπλοιάρχου καὶ ἀνωτέρω οἱ ναυτικοὶ ἀξιωματικοὶ προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως.»
§208Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, δι’ αὐτὸ ἐτέθη καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§210ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, οἱ ὁποῖοι φέρουσι βαθμὸν πλωτάρχου, προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου ἐπίσης προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ φαρμακοποιοὶ, οἱ φέροντες τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου, προβιβάζονται ἐπίσης κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως, μόνον οἱ μάχιμοι πλωτάρχαι δὲν προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως.
§211Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος νόμου· δὲν δύναται τώρα νὰ διαγραφῇ.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου.
§213ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§215Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ προσοχῆς νὰ μὲ ἀκροασθῆτε, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι δικαία. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου λαμβάνει κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον μισθὸν ξηρᾶς, ἡ δὲ ὑπηρεσία του ὡς Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου δὲν λογίζεται ὡς ὑπηρεσία θαλάσσιος. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον ἄτοπον λαμβάνει χώραν· ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας ἐν Πόρῳ, ὁ φέρων βαθμὸν πλοιάρχου, ὁ μένων εἰς τὸ ἐν Πόρῳ Προπαιδευτήριον, ὁ μὴ ταξιδεύων, ὁ μένων ἐκεῖ διαρκῶς, εἰς τὸ Προπαιδευτήριον, εἰς τὴν ξηρὰν, αὐτὸς ὁ πλοίαρχος λαμβάνει μισθὸν θαλασσίου ὑπηρεσίας...
§216ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον λαμβάνει τώρα ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου.
§217Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. 600 δραχμάς.
§218ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§219ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαιότατον ν’ ἀναγνωρισθῇ ὡς θαλάσσιος ὑπηρεσία καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου.
§220ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ πλοίαρχος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας, λαμβάνει δραχμὰς 920, καὶ ἡ ὑπηρεσία του λογίζεται ὡς ὑπηρεσία θαλάσσιος. Διότι, ὡς γνωρίζετε, ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν δὲν κάμῃ τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν του, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ. Κυβερνήτης θωρηκτοῦ ἐν ἐφεδρείᾳ εὑρισκομένου εἰς τὸν Ναύσταθμον, (τὸ ἐν ἐφεδρείᾳ σημαίνει ὅτι εἶναι ἠγκυροβολημένον εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ δὲν ταξιδεύει) φέρων βαθμὸν πλοιάρχου, λαμβάνει δραχμὰς 830 κατὰ μῆνα...
§221Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ μισθοὶ, διότι εἶναι μεγάλοι.
§222ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ... Ἀντιπλοίαρχος, κατὰ ἕνα βαθμὸν δηλαδὴ κατώτερος τοῦ πλοιάρχου, κυβερνήτης πλοίου ἐν ἐφεδρείᾳ εἰς τὸν Ναύσταθμον λαμβάνει κατὰ μῆνα δραχμὰς 658, καὶ ἡ ὑπηρεσία του θεωρεῖται ὑπηρεσία θαλάσσιος, καὶ ἀποκτᾷ αὐτὸς δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν. Πλοίαρχος Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ἡ δευτέρα ἀρχὴ μετὰ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ἔχων ὅλην τὴν ἐργασίαν τοῦ στόλου, λαμβάνει μόνον δραχ. 600 καὶ δὲν ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ, διότι δὲν θεωρεῖται θαλάσσιος ἡ ὑπηρεσία του! Βλέπετε λοιπὸν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται. Εἷς ἀντιπλοίαρχος λαμβάνει μεγαλείτερον μισθὸν ἀπὸ τὸν πλοίαρχον καὶ ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ, διότι ἀποκτᾷ τὰ προσόντα· εἷς πλοίαρχος, ἀρχηγὸς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας, μένων διαρκῶς εἰς τὸν Πόρον, ἔχει μισθὸν 920 δραχμῶν, ἔχει θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ὁ δὲ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου ἔχει μόνον 600 δραχμάς!
§223ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 600 ὑποχρεώσεις.
§224ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ 600 ὑποχρεώσεις. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, πιστεύσατε, σᾶς λέγω ἐν εἰλικρινείᾳ. Ἐγὼ συνεχῶς λαμβάνω ἀνάγκην νὰ μεταβῶ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλ’ ἀποφεύγω, διότι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, εὐγενῶς φερόμενος, θέλει νὰ μὲ περιποιηθῇ, καὶ ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας. Ὁσάκις δὲ ἀναγκάζομαι νὰ μεταβῶ, μεταβαίνω πάντοτε μετὰ μεσημβρίαν, διὰ νὰ μὴ ὑποβάλλω τὸν ἄνθρωπον εἰς δαπάνας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Τὸν Ναύσταθμον ἐπισκέπτονται συχνάκις καὶ ξένοι ἀξιωματικοὶ, τοὺς ὁποίους εἶναι ἠναγκασμένος ὁ Διευθυντὴς νὰ περιποιῆται, δαπανῶν ἐξ ἰδίων. Φαντασθῆτε λοιπὸν, ἂν δύναται νὰ τῷ ἐπαρκέσῃ μόνον δι’ αὐτὰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας ὁ μισθὸς ξηρᾶς, τὸν ὁποῖον λαμβάνει. Μὴ νομίζετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐγένετο διὰ τὸν νῦν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου...
§225ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νῦν Διευθυντὴς ἐπώλησε τὰ σπήτια του!
§226ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐγὼ, ἂν ἐπώλησε τὰ σπήτιά του. Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ δέχεται νὰ γείνῃ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου μὲ 600 δραχμὰς τὸν μῆνα,—διὰ νὰ γείνῃ δὲ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, πρέπει νὰ ᾖναι ὑποναύαρχος ἢ πλοίαρχος,— διότι ὁ μὲν ὑποναύαρχος, ἐκτελῶν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, λαμβάνει 1224 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι ὑπερδιπλάσιον μισθὸν τοῦ μισθοῦ, ὃν λαμβάνει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ὁ δὲ πλοίαρχος ἐν θαλασσίῳ ἐπίσης ὑπηρεσίᾳ λαμβάνει δραχ. 854. Κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς ἀξιωματικὸς δέχεται νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον ὡς Διευθυντής. Νομίζω δὲ, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀφεθῶσι καὶ αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ ἐλεύθεραι, ὥστε, ὁπόταν θελήσῃ νὰ τοποθετήσῃ ἕνα ἀξιωματικὸν εἰς τὸν Ναύσταθμον, νὰ δύναται νὰ τὸν εὕρῃ.
§227Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὁ ὑποδιευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν;
§228ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως.
§229Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λαμβάνει πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον;
§230ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι.
§231Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω κἂν, τίς εἶναι ὁ ὑποδιευθυντὴς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ αὐτοῦ.
§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δικαιότατον.
§233Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παραδόξως παρατηρῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐξισώσωμεν τοὺς μισθοὺς βαθμοφόρων, κλίνομεν πάντοτε εἰς τὴν ἐξίσωσιν τούτων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν παριστωμένων ὡς ἀδικουμένων, ἐνῷ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους νομίζω ὅτι ἐπέβαλλε νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἐξίσωσιν τῆς ἀνισότητος αὐτῆς μᾶλλον διὰ τῆς μειώσεως τῶν μισθῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι περισσότερα. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ Προπαιδευτικῇ Μοίρᾳ, ἢ ἐν ἄλλαις θέσεσιν ἐν τῇ ξηρᾷ, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐξομοιοῦνται πρὸς τὴν ἐν θαλάσσῃ ὑπηρεσίαν, εἶναι ἄνισος, ὡς μεγαλειτέρα ἐν σχέσει πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ἂς ἐλαττώσῃ τὴν μισθοδοσίαν καὶ ἐκείνων, χωρὶς βεβαίως νὰ παραβλάψῃ τὰ δικαιώματα αὐτῶν πρὸς προαγωγήν. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἐξόδων παραστάσεως ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, διότι ὑποδεχόμενος ξένους καὶ ἄλλους ἐπισήμους εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλληται εἰς μεγάλας δαπάνας, ἂς ζητήσῃ διὰ τὰς δαπάνας ταύτας νὰ δοθῇ ἐπιχορήγησις, ὄχι ὅμως νὰ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν. Ἄλλοτε πάλιν, προκειμένου περὶ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἐπειδὴ ὑπῆρχε διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν λοιπῶν ὅπλων, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν καὶ τὴν ἄρσιν τῆς διακρίσεως διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ εἰκοσαδράχμου ἀπὸ τοῦ μισθοῦ τῶν πρώτων, ηὐξήσαμεν τὸν μισθὸν καὶ τῶν ἄλλων, καὶ ἐπεβάλομεν νέα βάρη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν Διατί; Διότι ἐκρίναμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κατευνάσωμεν οὕτω τὴν ὀργὴν τῶν παραπονουμένων διὰ τὰς τοιαύτας διακρίσεις! Ἐὰν τὸ Κράτος εὑρίσκετο ὑπὸ ἄλλας οἰκονομικὰς περιστάσεις, θὰ ἐνόουν τὴν τακτικὴν ταύτην τῶν αὐξήσεων, ἀλλὰ σήμερον τοιαῦται αὐξήσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται, ἀφοῦ ἀναγκάζεται τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλλῃ νέας φορολογίας, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τοιαύτας δαπάνας, ἀδικαιολογήτους καθ’ ὁλοκληρίαν μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐθνικὴν καταστροφήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ μειωθῇ καὶ ὁ μισθὸς τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ ξηρᾷ, διότι πράγματι εἶναι ἀδικαιολόγητον, ἐνῷ ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ξηρᾷ, νὰ λαμβάνωσι μισθὸν θαλασσίου ὑπηρεσίας.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...
§235ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§237ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ δεύτερος νόμος ὁ προσωπικὸς, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν ἤδη νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κύριος Κουτσοῦκος...
§238ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§239ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Πρὸ πολλοῦ τὸν κ. Κουτσοῦκον τὸν κατελάμβανε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Εἶχεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ μείνῃ αὐτὸς ἰσόβιος Διευθυντὴς, καὶ ἐγένετο νόμος προσωπικὸς ὑπὲρ αὐτοῦ, νὰ μὴ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν. Ἔμεινε λοιπὸν ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, βεβαίως στέργων νὰ λάβῃ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, ὅταν δὲν προσφέρῃ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀποδοχῶν θαλασσίων καὶ ἀποδοχῶν ξηρᾶς πρέπει νὰ ᾖναι πραγματική. Πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀρνηθῇ θαλασσίους ἀποδοχὰς εἰς πάντα μὴ προσφέροντα θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἂν δὲ ὁ ἐν Πόρῳ Διευθυντὴς τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας κακῶς λαμβάνῃ θαλασσίους ἀποδοχὰς, τοῦτο πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ διορθώσῃ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ὄχι εἰς τὸ ἓν ἄτοπον νὰ ζητῇ νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλο. Μήπως ὅτε ἐζήτησε νὰ μείνῃ ἰσόβιος Διευθυντὴς ὁ νῦν τοιοῦτος, δὲν ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ἐλάμβανεν ἀποδοχὰς τῆς ξηρᾶς; Νομίζω ὅτι εἶναι πλέον ἢ ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθῇ ψηφίζουσα νόμους προσωπικούς. Τοῦτο εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ χάριν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπολήψεως, καὶ χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§240Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, τὸν ὁποῖον πάντοτε διακρίνει ἄκρα ὀρθοφροσύνη, κατὰ τὴν περίπτωσιν ὅμως ταύτην εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου πράγματι ἔχει μεγάλας ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελέσῃ, ἔχει δὲ καὶ δαπάνας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην, καὶ πράγματι ὑποφέρει, μὴ δυνάμενος νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς πολλαπλᾶς δαπάνας, ἃς ἡ θέσις του συνεπάγεται. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ τοῦ νῦν Διευθυντοῦ, ἀλλὰ περὶ πάντων τῶν Διευθυντῶν. Αὔριον, ἂν ὁ κ. Κουτσοῦκος ἀποχωρήσῃ, δὲν θὰ εὕρητε τὸν ἀντικαταστάτην του, διότι οὐδεὶς δέχεται νὰ ἀναλάβῃ τοιαῦτα βάρη καὶ νὰ πάσχῃ οἰκονομικῶς, νὰ μὴ δύναται δὲ, ἀναλόγως τῶν ἀπαιτήσεων καὶ τοῦ βαθμοῦ του καὶ τῆς θέσεώς του, νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν, ἥτις, Κύριοι, νομίζω ὅτι οὐκ ὀλίγον συντελεῖ εἰς τὴν καλὴν λειτουργίαν πάσης ἐξουσίας καὶ δὴ πολεμικῆς. Μηδεὶς δὲ ἂς ὑπολάβῃ, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι προσωπικὸν, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὸ παραστήσουν. Δὲν ἀφορᾷ ποσῶς, ἐπαναλαμβάνω, τὸν κ. Κουτσοῦκον, ἀφορᾷ τὴν εὐπρόσωπον παράστασιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ οὐδεμία ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§241Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς συμπίπτει τὸ δεύτερον νῦν νὰ εἰσάγηται νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὸν κ. Κουτσοῦκον. Κατ’ ἐμὲ, οἱ νόμοι οὗτοι δὲν εἶναι προσωπικοὶ, ὡς ἐλέχθη καὶ πιστεύεται ἴσως. Παρεκλήθη καὶ κατὰ τὸ 1892 ὁ κ. Κουστοῦκος νὰ μείνῃ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δὲν ἐπέτρεπεν αὐτῷ τοῦτο, ἐγένετο νόμος, ὅπως οἰκονομήσῃ τὸ πρᾶγμα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὡς ἠκούσατε, ὅτι δὲν εὑρίσκει τὸν κατάλληλον ἀξιωματικὸν, ἵνα διευθύνῃ τὸν Ναύσταθμον. Πράγματι δὲ ὁ κ. Κουτσοῦκος εἶναι δυσαναπλήρωτος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκείνῃ. Καὶ κατὰ τὸν πόλεμον, ὃν πρὸ δύο ἐτῶν διεξηγάγομεν, ἂν ἔχωμεν νὰ ἐπιδείξωμέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ τιμᾷ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἡ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ γενομένη τότε πυρετώδης κίνησις, αὐτόχρημα ἀμερικανικὴ, ὡς πρὸς τὴν ταχύτητα καὶ δραστηριότητα, δι’ ἧς κατωρθώθη εἰς ὀλίγας ἡμέρας νὰ παραδοθῶσιν εἰς χρῆσιν τῆς Κυβερνήσεως 37 ἕτοιμα καὶ ἑτοιμοπόλεμα πλοῖα. Ἂν δὲ ταῦτα δὲν ἔσχον τὸν καιρὸν ἢ τὴν εὐκαιρίαν νὰ πολεμήσωσι, τοῦτο οὐδὲν ἔχει κοινὸν πρὸς τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Κουτσούκου. Πρόκειται λοιπὸν περὶ προσώπου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν δυσαναπληρώτου, πρὸς ὃ ὀφείλομεν πραγματικὰς ὑποχρεώσεις. Ὥστε κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§242Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσοι ἔχουσι γνῶσιν τῶν κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ἀληθῶς σπουδαιοτάτη, καὶ ὅτι ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ Διευθυντοῦ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κανονίζομεν τὴν κίνησιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων. Ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ κατάστασις τῶν σκαφῶν, ἡ συντήρησις καὶ ὁ διοργανισμὸς τῶν πληρωμάτων, ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις, ὁ Διευθυντὴς δὲ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἀντικαθίσταται εὐκόλως, ὡς συμβαίνει εἰς ἄλλας θέσεις. Τὸ Κράτος λοιπὸν ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτὸν διὰ τὴν ζημίαν, ἥτις τῷ προσγίγνεται διότι δὲν ἐκτελεῖ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν· ἄλλως δ’ ἤκουσα, ὅτι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὰς ἰδιότητας τοῦ νῦν Διευθυντοῦ καὶ τὴν εἰδικότητά του.
§243ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξετάζω ἐκ περιωπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ καὶ δεύτερον προσωπικὸν νόμου ὑπὲρ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Δὲν εἶναι νῦν ἡ στιγμὴ νὰ συζητήσωμεν, ἂν παρέσχεν ἢ μὴ ὑπηρεσίας ὁ κ. Διευθυντὴς, καὶ ποίας. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διεύθυνσις τοῦ κ. Κουτσούκου ἐν τῷ Ναυστάθμῳ πολλῶν κακῶν ἐγένετο καὶ θὰ γείνῃ πρόξενος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Προσθέτω δ’ ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὡρισμένου ἀκριβῶς προσώπου, πρέπει ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ψηφοφορία νὰ γείνῃ μυστικὴ (Θόρυβος). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΧΙʹ τῆς 7 Ἰουλίου 1899 περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§245ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ τὸ πέρυσι ψηφισθὲν, ὑποβάλλω μίαν παρατήρησιν. Ἡ διάταξις αὐτοῦ σκοπὸν ἔχει νὰ ὁρίσῃ τὰ προσόντα τῶν ἱερέων, καὶ ὁρίζει ταῦτα οὕτως· ὅτι προσλαμβάνονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἱερεῖς κεκτημένοι δίπλωμα προλύτου ἢ διδάκτορος τῆς Θεολογικῆς ἢ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Δηλαδὴ ἀντικαθίσταται νῦν ἢ μᾶλλον συμπληροῦται ἡ περυσινὴ διάταξις, λεγομένου ὅτι δύναται καὶ προλύτης τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς νὰ διορισθῇ, ὡσεὶ προέκειτο περὶ ὡρισμένου προσώπου. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν θέλω νὰ εἴπω...
§246Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν γνωρίζω τίς θὰ διορισθῇ, καὶ δέχομαι νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις ὡς ἔχει εἰς τὸν περυσινὸν νόμον.
§247ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, προκειμένου νὰ κανονισθῶσι προσόντα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἐκτὸς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ὑπάρχει καὶ ἡ Ριζάρειος Σχολὴ, ἐξ ἧς ἐξέρχονται ἱερεῖς καλῶς κατηρτισμένοι, ἀλλ’ ὑπάρχει ἔτι ἡ Σχολὴ τῆς Χάλκης καὶ ἡ περίπυστος Σχολὴ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἂν εὑρεθῶσιν ἐκεῖθεν ἱερεῖς, ἀποκλείομεν αὐτοὺς τῆς ἐν τῷ Ναυτικῷ ὑπηρεσίας. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἀείμνηστος Γερμανὸς, ἂν ἔζη καὶ δὲν ἦτο Μητροπολίτης, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσληφθῇ ἱερεὺς τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Ἀνατολῆς ὑπάρχουσιν ἱερωμένοι πολλῆς ἀξίας. Ἐκ τούτων ἐνταῦθα ἔχομεν νῦν τὸν Πενταπόλεως Διευθυντὴν τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Ἀλλὰ καὶ οὗτος δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῇ ἱερεὺς τοῦ Ναυτικοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, καὶ ἂν πεισθῆτε, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι ὀρθαὶ, νὰ περιλάβητε καὶ τὰς Σχολὰς, ἃς ἀνέφερα.
§248Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς ἔτι ἱερέως, διότι οἱ πέρυσι προσληφθέντες δύο κατὰ τὸν νόμον ἐτοποθετήθησαν ὁ μὲν ἐν Πόρῳ, ὁ δὲ ἐν Ναυστάθμῳ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην καὶ τρίτου, ἵνα τοποθετηθῇ εἰς τὴν Μοῖραν. Ἤδη ἐλήφθη τὸ μέτρον καὶ κατασκευάζονται ἐκκλησίαι εἰς τὰ τρία θωρηκτά· ὁ ἱερεὺς δὲ οὗτος θὰ παρακολουθῇ τὸν στόλον. Ὡς πρὸς τὰ προσόντα, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἐκ τῶν Σχολῶν, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐξερχόμενοι.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δραγούμη, γενομένην δεκτὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, προστίθενται ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις: «ἢ τῆς Ριζαρείου Σχολῆς καὶ τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν Χάλκης καὶ Σταυροῦ (Ἱεροσολύμων).» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν Ε. Καραβαγγέλη. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ γείνῃ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ. (Παρατίθεται μία ψηφοδόχος κάλπη ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος.) Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Γ. Φικιώρη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 128. Ἐκ τούτων 121 εἰς τὸ Ναί, καὶ 7 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτή. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§252Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 215). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως προθεσμίας πρὸς παραίτησιν ἀπὸ δηλωθεισῶν γαιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως)
§254Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν οἱ πληρώσαντες διὰ τὰς δηλωθείσας ὑπ’ αὐτῶν γαίας θ’ ἀπαλλαγῶσι τῆς δευτέρας πληρωμῆς ἀπὸ τῆς δηλώσεως, καὶ δεύτερον, ἂν θὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ πληρωθέντα ὑπ’ αὐτῶν ποσὰ εἰς τὸ Δημόσιον.
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους.
§257Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε νὰ ἀναγνώσωμεν πρῶτον τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, καὶ κατόπιν τὰ συζητοῦμεν.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ψηφισθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἔχετε καιρὸν νὰ τὰ μελετήσητε καὶ ἐπιφέρητε τὰς παρατηρήσεις σας κατὰ τὰς δύο ἄλλας ἀναγνώσεις. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν» καὶ «περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων».
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§260ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Φθάνει πλέον, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§261ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 68 τῆς ἡμερησίας διατάξεως, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. (Θόρυβος καὶ φωναί).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ παύσωσιν αἱ φωναὶ, οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).