1900.03.21
3,020 rows · 23,052 words · 292 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47.
Τῆς 21 Μαρτίου 1900.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης, δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ἡ ἐμπορικὴ ἑταιρεία Ζάνου καὶ Ῥὼς καὶ οἱ Σ. Τσάκωνας καὶ Φ. Λίτσας δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ οἰνοπνευμάτων ͵ΒΧΚΖʹ νόμου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, τοὺς κατασκευάζοντας ποτὰ, σὺν τῷ φόρῳ ἐπιτηδεύματος καὶ τὸ δέκατον αὐτοῦ ἐπὶ πλέον.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, παρακαλῶ, τὸν λόγον, ὅταν ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Παλαμᾶ, ἐξάγονται τὰ ἑξῆς: πρῶτον, ὅτι ὁ δημόσιος κατήγορος, ἄνευ οὐδεμιᾶς μηνύσεως, μιμούμενος τοὺς συναδέλφους του τοὺς ἐν Ὀλυμπίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἐξήταζον τὸν καλόγηρον ἂν εἶναι ἀρσενικὸς ἢ θηλυκὸς, ἐπενέβη εἰς μίαν οἰκογένειαν ἐντίμου ἀνθρώπου, ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς μηνὸς εἶχε νυμφευθῆ εἰς Λάρισαν, ἦτο δὲ γνωστόν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅτι ἦτο νυμφευμένος, καὶ μετέβη ἀπὸ Λαρίσης εἰς Παλαμᾶν, ὅπως ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του· προσεκάλεσεν αὐτὸν καὶ τὴν σύζυγόν του ἐπὶ προσβολῇ τῶν ἠθῶν, ἐνῷ ἀπὸ τρία παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρόσφατα, παρατηροῦμεν ὅτι οἱ ἀστυνόμοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται τὰ χρηστὰ ἤθη· ὁ εἷς εἶναι γνωστὸς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ καλογήρου, ὁ ἄλλος ἐπεμβαίνει εἰς τὰ οἰκογενειακὰ καὶ τὴν τιμὴν μιᾶς οἰκογενείας, ὁ τρίτος ἁρπάζει τὴν κόρην τῆς χήρας καὶ τὴν ἐξετάζει ἂν εἶναι παρθένος ἢ ὄχι. Καταλαμβάνετε ποῦ ἐφθάσαμεν; Λοιπὸν κάμνω λόγον, καὶ τὸν κάμνω μετ’ ἐπιμονῆς, διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει οἱ κύριοι αὐτοὶ νὰ σταματήσωσι πλέον, διότι, ἐνόσῳ ἦσαν κοτζαμπάσιδες καὶ ἔδερναν τὸν κόσμον, ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, ἀλλὰ τώρα ἤρχισαν νὰ ἐπεμβαίνουν, καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν οἰκογενειῶν! Καταγγέλλουσιν ἓν ἔντιμον ἀνδρόγυνον, ὅτι συζῇ παρανόμως, ὅτι δὲν εἶναι νυμφευμένοι, χωρὶς νὰ τοὺς καταγγείλῃ κανεὶς,—διότι ἐξήτασα ἄν ὑπάρχει μήνυσις, καὶ δὲν ὑπάρχει.— Ὁ εἰρηνοδίκης δὲ, ἐν τῇ σοφίᾳ του, τί ἔκαμε; Παρουσιάσθησαν μάρτυρες καὶ εἶπον: «μάλιστα τοὺς γνωρίζομεν, ἐστεφανώθησαν εἰς τὴν Λάρισαν»· ἔφεραν δὲ καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐστεφάνωσε. Ἀλλὰ τί λέγει, νομίζετε, ὁ εἰρηνοδίκης; «Ἐπειδὴ ἐκ τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον, δὲν ἐξάγεται ἐὰν ὁ γάμος εἶναι νόμιμος, καὶ δὲν ὑπάρχει νόμιμον κώλυμα συγγενείας ἢ ὄχι, ἀναβάλλω τὴν δίκην, διὰ νὰ φέρητε τὴν ἄδειαν τοῦ ἀρχιερέως». Ἦλθε καὶ ἡ ἄδεια τοῦ ἀρχιερέως, ὁ δὲ πταισματοδίκης μετὰ τοῦ δημοσίου κατηγόρου, τί νομίζετε ὅτι κάμνει; «Ἀθωοῦνται, λέγει, διότι ὁ γάμος εἶναι νόμιμος, ἀλλὰ τοῖς ἐπιβάλλω χρηματικὴν ποινὴν 50 δραχμῶν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ ἀστικοῦ κώδικος». Καὶ τί λέγει τὸ ἄρθρον 76 τοῦ ἀστικοῦ κώδικος; «Ἐὰν ὑπάρξῃ ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ δικαστηρίου ἀμφισβήτησις περὶ ὑπάρξεως γάμου, ὁ δὲ γάμος βεβαιωθῇ ὅτι ἔλαβε χώραν, δύναται τὸ δικαστήριον, εἰς τοὺς συζύγους τοὺς παραμελήσαντας τὴν δήλωσιν τοῦ γάμου ἐνώπιον τοῦ ληξιάρχου νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον 20 ἕως 200 δραχμῶν. Οὐδὲ ἁρμόδιος ἦτο ὁ πταισματοδίκης, διότι τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ πολιτικοῦ δικαστηρίου, οὐδὲ σχέσιν καμμίαν εἶχε μὲ τὸ προκείμενον, καὶ ἐν τούτοις ἐπέβαλε χρηματικὴν ποινὴν 50 δραχμῶν. Παρατηρῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ μὲν δημοσίου κατηγόρου εἶναι ἀχρειεστάτη, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀποπέμψῃ τῆς ὑπηρεσίας αὐτὸν, καὶ τὸν ἀποπέμψῃ ἀμέσως, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ τὸν διδάξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐμπεπιστευμένη εἰς αὐτὸν ἡ δημοσία ἠθικὴ διὰ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν χρηστῶν ἠθῶν, διότι αὐτὸς φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ χρηστὰ ἤθη, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι· ὡς πρὸς δὲ τὸν εἰρηνοδίκην, ὅτι οὗτος ἀπέδειξε κουφότητα ἐντελῶς ἀσύγγνωστον καὶ ὡς πρὸς τὴν πρώτην ἀπόφασιν περὶ ἀποδείξεως, τὴν ὁποίαν διέταξε, διότι δὲν ἦτο ἔργον ἰδικόν του νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπῆρχε κώλυμα γάμου, πολὺ δὲ περισσότερον ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, ὅτε ἐπέβαλε τὴν χρηματικὴν ποινήν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ ὡς πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην τὰ κατὰ νόμον.
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν παρέπεμψα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως ἔμαθον, ὅτι αὐτὸς διωρίσθη τελευταῖον, καὶ νομίζω ὅτι διωρίσθη ἀπὸ σᾶς, δὲν σᾶς συγχαίρω δι’ αὐτήν σας τὴν ἐκλογήν.
§7ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἐξετέθη ἐνταῦθα ἡ ὑπόθεσις, κύριε Πρόεδρε,—διότι δὲν εἶδον τὰ ἔγγραφα,—εἶναι ἐκ τῶν κακοηθεστάτων, ἃς δύναταί ποτε ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Βουλή. Ἦτο βεβαίως παρεσκευασμένη ἡ ἀνάμιξις εἰς οἰκογενειακὰς σχέσεις, ἥτις ἐνέπαιζε καὶ ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς κοινωνίας καὶ ὑπέβαλεν εἰς στενοχωρίας καὶ ἀδημονίαν ἀνδρόγυνον, ὅπερ κανεὶς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ πῶς κατηρτίσθη, ἀφοῦ ἦτο ἀνδρόγυνον τυπικῶς ἀνεγνωρισμένον. Καὶ τί μὲν ἔπραξεν ὁ διοικῶν τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἶναι ζήτημα, ὅπερ θὰ ἐξετάσω ὅταν θὰ ἦναι παρὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ πρόνοια, ἥτις ἐλήφθη, περὶ τιμωρίας εἰρηνοδίκου, ὅστις οὐχὶ ἐκ κουφότητος, ὡς εἶπεν ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας, ἀλλ’ ἐκ κακοήθους διαθέσεως βεβαίως ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξε, διότι κουφότης δὲν συνάδει πρὸς τὸ εἶδος τῆς ἐνεργηθείσης πράξεως. Δὲν ἠξεύρω πῶς ὀνομάζεται ὁ εἰρηνοδίκης αὐτός...
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Δ. Παπᾶς.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἰρηνοδίκης ἔχων δίπλωμα διδάκτορος καὶ διωρισμένος ἐν ἔτει 1899 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πρωτοείσακτος εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκ τῶν διδακτόρων τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῇ ὡς κούφως διεξαγαγὼν τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἐνῷ εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις εἶναι προϊὸν σκευωρίας καταρτισθείσης μεταξὺ τοῦ διευθύνοντος τὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ διευθύνοντος τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Παλαμᾷ, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν κήδεται εἷς ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ἐπαρχίᾳ οἰκογενειῶν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως αὐστηρότατα τιμωρήσῃ τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν τοιαύτην κακοήθη πρᾶξιν ἐνεργήσαντα.
§10Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἔχουν δίκαιον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι εἶναι τόσον μεγάλη ἡ κακοήθεια τοῦ εἰρηνοδίκου αὐτοῦ, ὥστε καμμία πειθαρχικὴ ποινὴ δὲν τὴν θεραπεύει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι προὐκάλεσε διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τὴν καταδίωξίν του καὶ τὴν παῦσίν του. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, τότε ἡ συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ τὸν ἀπολύσῃ.
§11Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ εἰρηνοδίκαι, ὡς γνωστόν, δὲν παύονται παρὰ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Ἐγὼ διέταξα τὴν καταδίωξίν του, μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲ τοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία, ὡς καλῶς γνωρίζετε, θὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισίν μου, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ τῷ ἐπιβάλω τὴν δέουσαν τιμωρίαν.
§12ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν δημόσιον κατήγορον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, διότι ἐκεῖνος εἶναι ὁ πρωταίτιος, καὶ, ὡς ἀξιεπαίνως ἔπαυσε τὸν ἄλλον ἀστυνόμον, νὰ παύσῃ καὶ αὐτὸν ἀμέσως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν νομοσχεδίων ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ δεμάτων καὶ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων κλπ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 193 καὶ 194).
§15Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων...
§16Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
§17ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην ἀξίαν διὰ τὴν ναυτιλίαν μας, νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστεῖται, νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρὶν τυπωθῇ, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ναυτιλίας, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ συνεδριάζουσα, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συμπεριελήφθη ὅ,τι ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ κατόπιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἡ Βουλή.
§20ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον παρεδόθη χθὲς εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία τὸ ἐπεξειργάσθη καὶ ἔφερε τροποποιήσεις τινὰς, αἵτινες καὶ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὰς κατηρτίσθη. Δὲν ἔχω ὅμως δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
§21ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον, καὶ κατόπιν παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐκολώτερον καὶ καλλίτερον θὰ συζητηθῇ, ἐὰν πρὶν τυπωθῇ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195).
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦτο παρὼν πρὸ μικροῦ, ὅτε ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ποτοποιῶν ἐν Ἀθήναις, ἐν ταυτῷ δὲ καὶ οἰνοπνευματοποιῶν, παραπονουμένων ὅτι ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῆς ποτοποιΐας καὶ εἰς τὸ δέκατον τοῦ φόρου τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Ἰσχυρίζονται οἱ ἀναφερόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἔδει νὰ ὑποβληθῶσιν, ἀφοῦ εἶναι οἰνοπνευματοποιοὶ βʹ κατηγορίας, εἰς τὸ ⅒ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς βʹ κατηγορίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2, ἐδάφ. Γʹ § προτελευταία, «ἐὰν τὰ ποτὰ κατασκευάζωνται παρ’ οἰνοπνευματοποιοῦ βʹ κατηγορίας, εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο προστίθεται ἓν δέκατον τοῦ ἐτησίου δικαιώματος, ὅπερ εἶναι ἐπιβεβλημένον κατὰ τὸν παρόντα νόμον διὰ τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν αὐτοῦ τῆς δευτέρας κατηγορίας». «Εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο», δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τὸ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου προσδιοριζόμενον καὶ ὅπερ εἶναι δικαίωμα οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας. Οἱ ἀναφερόμενοι εὑρίσκονται ὑποβεβλημένοι, νομίζω, εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον τοῦ δικαιώματος ἐκείνου, ἂν δὲ φορολογηθῶσι διὰ τοῦ δεκάτου τοῦ ἐλαχίστου ἐκείνου ὅρου, θέλουσι φορολογηθῆ ἐλαφρότερον ἢ ἂν ζητηθῶσι νὰ πληρώσωσι πρὸς τῷ δικαιώματι ἐκείνῳ καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ποτοποιΐας. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ θέματος.
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μελετήσω τὴν ἀναφορὰν, θὰ ἐξετάσω, καὶ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω δώσει τὰς πληροφορίας.
§25Ν. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ. Κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ ἔτους 1896 ἐνωκιάσθη ὁ ἔγγειος φόρος τοῦ ἐλαίου καὶ ἐλαιῶν τῆς ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1897 τῆς ἐπαρχίας Βόλου ἀντὶ δραχμῶν 404,600. Κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, ὤφειλον οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ καταβάλωσι κατὰ δόσεις τὸ ποσὸν τοῦτο μέχρι τῆς 15 Μαρτίου 1897, πράγματι δὲ οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι συνεμορφώθησαν πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως καὶ κατέβαλον εἰς τὸ ταμεῖον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν. Πλὴν μετὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα τοῦ πολέμου οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1897, ὅτε ἔληξεν ἡ ἐνοικίασις. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἠναγκάσθησαν οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι νὰ ἀναφερθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναλογίαν τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ζημία, ἡ ὁποία προσεγένετο εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, διότι εἶναι γνωσταὶ αἱ εἰσπράξεις κατὰ μέσον ὅρον τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐξεδήλωσε πολλάκις εἰς ἡμᾶς, ὅτι καὶ τὰ κακῶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενα καλῶς εἰσπράττονται· νομίζω ὅμως, ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναγκάζονται οἱ μετὰ τοῦ Δημοσίου ἔχοντες δοσοληψίας νὰ τὸ ἐνάγωσιν, ὡς τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας· δὲν εἶναι δὲ πρέπον, οἱ πολῖται νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως εὕρωσι τὸ δίκαιόν των ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν εἰρημένων ἐνοικιαστῶν, καὶ νὰ ἀποφανθῇ, τί πρέπει νὰ γείνῃ. Νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἢ μᾶλλον νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατέβαλον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1897· δὲν εἶναι δὲ, ἐπαναλαμβάνω, δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ ποίαν ὑπέστησαν ζημίαν. Ὑποβάλλω τὴν σύστασιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§26ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν ἐφημερίδι τῆς 16 καὶ 17 τρέχοντος μηνὸς ἀνέγνων κατηγορητήριον κατὰ τοῦ πρώτου ὑποταμίου Πατρῶν. Κατηγορεῖται ὁ ὑποταμίας αὐτὸς ἐπὶ νοσφίσει ποσοστῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους Πατρῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Τὴν κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1899 ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μήνυσιν κατὰ τοῦ Αʹ ὑποταμίου Πατρῶν ἐκ μέρους τοῦ πρωτοκολλητοῦ τῆς Ἐφορίας Πατρῶν καὶ πᾶσαν σχετικὴν ἐνέργειαν. 5) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1545 καὶ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1898 ἀναφορὰν τοῦ ἐφόρου Πατρῶν κατὰ τοῦ αὐτοῦ ὑποταμίου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. 3) Τὰς ὑπ’ ἀριθ. 7791 καὶ 7792 ἀπὸ 2 Ἰανουαρίου 1899 καὶ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 437 ἀπὸ 29 Ἰανουαρίου 1899 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1349 ἀπὸ 30 Μαρτίου 1899 ἀναφορὰς τοῦ ἐφόρου Πατρῶν πρὸς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον, ἀφορώσας τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τῶν ποσοστῶν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐφορίας Πατρῶν· καὶ 4) Τὰς ὑπ’ ἀριθ. 910 καὶ 2061 ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Αʹ Ὑποταμίαν Πατρῶν, δι’ ὧν οὗτος καλεῖται εἰς ἀπολογίαν, τὴν ἀπολογίαν ταύτην καὶ πᾶσαν σχετικὴν ἐπὶ τούτων ἐνέργειαν.
§27Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὸ σημείωμα, ἵνα τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν.
§28ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ καταθέσῃ ταχέως, διότι πάντα ταῦτα εὑρίσκονται πρόχειρα ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εὕρῃ νὰ τὰ ἀναζητήσῃ ἀμέσως.
§29Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν ὑψηλοτέρων κοινωνικῶν καὶ ἠθικῶν νόμων εἶναι ὁ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ καθήκοντος. Ὁ ὑπακούων αὐτῷ ἐξυψοῦται ἀναλόγως τοῦ εἰς ὃ ἀφοσιοῦται ἀντικειμένου καὶ τῆς ἐμπνεούσης αὐτὸν ἰδέας. Ὁμολογεῖται δὲ πάντων ἱερώτερον καὶ ἀνώτερον ἡ Πατρὶς, καὶ δικαίως τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς ἀγωνιζομένους τιμῶσι πολυτρόπως, εὐγνωμονοῦντες οἱ λαοὶ, καὶ ἐπιφυλάσσει αὐτοῖς τοὺς ὡραιοτέρους στεφάνους ἡ Ἱστορία. Καὶ πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς Μεγάλης Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ἡ συνείδησις ὁλοκλήρου τῆς πεπολιτισμένης ἀνθρωπότητος διὰ τῶν ἐξοχωτέρων αὐτῆς ὀργάνων τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ αἰσθήματος, διὰ μεγάλων συγγραφέων καὶ ποιητῶν, ἐξήνεγκε τὸν μεγαλείτερον τῶν ἐπαίνων, ὅτε ἀπέδειξαν ζῶσαν τὴν μέχρι τότε νεκρὰν νομιζομένην Ἑλλάδα, καὶ «Ἕλληνες», ἔνθους ἀναφωνεῖ ἐστεμμένος ποιητὴς, Λουδοβῖκος ὁ Αʹ, «Ἕλληνες εἶσθε οἱ ἀρχαῖοι!» Ἀλλ’ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς γενεᾶς τῆς δόξης ἀπῆλθον, καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος ἐπιζῶσι νῦν τινες, λοχαγοὶ καὶ ταγματάρχαι. Ὡς δὲ καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν, καθῆκον ἐκπληρῶν ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ εἴπω, δὲν δικαιοῦνται ἀτυχῶς οἱ ἄνδρες οὗτοι, τυχόντες ἤδη δύο βαθμῶν, κατὰ τὸν νόμον ΣΘʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1867, ἄρθρ. 2, νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ἀλλ’ ἂν μακρόβιοι ἐκεῖνοι ἐκδηλῶσιν ὅλην τὴν δύναμιν τῆς λαϊκῆς ζωῆς, ὑπερβάντες τὰ συνήθη τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ὅρια, πρὸς ἃ ὁ νομοθέτης ὑπολογίσας ἥρμοσε καὶ ὥρισε τοὺς βαθμοὺς, οὓς ἠδύναντο νὰ λάβωσιν, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ τοὺς ἀφήσωμεν καθηλωμένους ἐπὶ τοσοῦτον ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ καὶ πενομένους, ἀλλ’, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἀνετώτερόν πως νὰ καταστήσωμεν αὐτοῖς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βίου. Διὸ παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέπηται ὁ εἰς ἕνα ἔτι ἀνώτερον βαθμὸν προβιβασμὸς τῶν λοχαγῶν καὶ ταγματαρχῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος, τῶν λαβόντων τοὺς δύο βαθμοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΣΘʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1867, τηρουμένων τῶν ἄλλων διατάξεων τούτου. Εἰσὶ δὲ οἱ ἐπιζῶντες οὗτοι ἀγωνισταὶ, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, οὐχὶ πολλοὶ, τρεῖς ταγματάρχαι καὶ δώδεκα λοχαγοί. Αὐξανομένης δὲ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, προβιβαζομένων, κατὰ δραχμὰς 50 περίπου κατὰ μῆνα, ἡ ὅλη δαπάνη εἶναι ἀναξία λόγου, οὐδὲ θέλω μάλιστα νὰ τὴν ἀναφέρω, ἀφοῦ ἄλλως θὰ προσέβαλλον τὸ τῆς ὑπερηφανίας καὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ αἴσθημα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ περατώσω τὸν λόγον, δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπιζώντων τούτων ἀγωνιστῶν ἐξέχει ἡ σεβαστὴ μορφὴ τοῦ αἰωνοβίου γέροντος, περὶ οὗ καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδρίᾳ εἶπον, Ἀποστόλου Μαυρογένους, τοῦ μοναδικὸν ἀληθῶς ὄντος παράδειγμα, ἀνθρώπου τρεῖς ἰδόντος αἰῶνας. Ἐγεννήθη τὸ 1797, διῆλθεν ὅλον τὸν δέκατον ἕνατον αἰῶνα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν εἰκοστὸν, εὐσταλὴς καὶ πλήρης ὑγείας. Ἐν ἄλλῃ κοινωνίᾳ αὐτὸ μόνον τὸ γεγονὸς θὰ καθίστα αὐτὸν ἄξιον γενικῆς προσοχῆς καὶ ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ. Εἶναι ἡ ἐξοχωτέρα ἔκφρασις τῆς φυσικῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἠθικῆς, οὐχὶ ἐν βαθμῷ συνήθει. Ἀνήκει εἰς τὴν γνωστὴν ἐπίσημον οἰκογένειαν τῶν Μαυρογενῶν, ἀπόγονος ἡγεμόνων τῆς Βλαχίας καὶ Μολδαβίας, αὐτὸς δὲ οὗτος ἄριστα βιώσας, ὡς ἐπιστήμων καὶ ἰατρὸς, καὶ ἀγωνισθεὶς ὑπὲρ πατρίδος, πολλάκις ἐν μάχαις πληγωθεὶς καὶ ἀριστεύσας. Οὕτω δὲ, καὶ χάριν αὐτοῦ μόνου τοῦ Ἀποστόλου Μαυρογένους, φρονῶ ὅτι ἐπεβάλλετο καθῆκον νὰ ψηφισθῇ νόμος, οὗ κατάλληλον σχέδιον ὑποβληθήσεται τῇ Βουλῇ, ἐλπίζω, ὡς οἷόν τε τάχιον, ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Ταῦτα δὲ λέγων ὑπὲρ τῶν ἐπιζώντων ἀγωνιστῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι διερμηνεύω καὶ τοῦ λαοῦ καὶ ὑμῶν πάντων ἐδῶ τὸ αἴσθημα καὶ τὸ φρόνημα. Ἀλλ’ ἔχων τὸν λόγον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη καὶ ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, οὐχ ἧττον σπουδαίου. Δὲν ἔχει τοῦτο, ὡς ἴσως νομίσῃ τις, τοπικὴν σημασίαν, ἀλλὰ γενικήν. Ὡς γνωστόν, ἓν τῶν θεμελιωδῶν, πρωτογενῶν τοῦ ἀνθρώπου δικαιωμάτων εἶναι καὶ τὸ τῆς ἰδιοκτησίας, τασσόμενον ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὸ τῆς αὐτοσυντηρήσεως, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος κλπ. Δι’ αὐτοῦ ὑποτάσσεται ἡ προωρισμένη εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου ἄλογος φύσις, καὶ τίθεται ἓν τῶν ἀσφαλεστέρων θεμελίων τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀνέκαθεν δ’ ἀνεγνωρίσθη ἀπρόσβλητον οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Διὸ καὶ τὰ Συντάγματα τῶν διαφόρων ἀντιπροσωπικῶν ἐπικρατειῶν ὁρίζουσι ῥητῶς, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, καὶ μετὰ προηγουμένην πάντοτε ἀποζημίωσιν. Τοῦτο ὥρισε καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 17. Ἀλλ’ ἀτυχῶς πολλάκις παρεβιάσθη ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις. Ἔδει νὰ τεθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν κατάλληλος ὀργανικὸς νόμος, ὥστε καὶ τὴν ἀρχὴν τὴν πιστοποιοῦσαν τὴν δημοσίαν προφανῆ ἀνάγκην νὰ ὁρίζῃ, καὶ ποινὰς αὐστηρὰς νὰ ἐπιβάλλῃ κατὰ τῶν προβαινόντων εἰς κατάληψιν ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας. Ἄν τοιοῦτος νόμος ὑπῆρχε, βεβαίως δὲν θὰ ἀνέμενον ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ οἱ κάτοικοι Ἀρεοπόλεως, τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ἀποζημίωσιν. Πρὸ πολλοῦ κατελήφθησαν κτήματα αὐτῶν χάριν τῆς κατασκευῆς τῆς δημοσίας ὁδοῦ Ἀρεοπόλεως–Γυθείου. Οἱ κατάλογοι τῶν δικαιουμένων εἰς ἀποζημίωσίν εἰσιν ἤδη συντεταγμένοι. Ὑπολείπεται δὲ νῦν μόνον, ὅπως ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἐνεργήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐκτίμησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡ ἀποζημίωσις ἐνεργηθήσεται. Ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὴν καλῶς νοουμένην ἰδέαν τοῦ καθήκοντος τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνιστῶ, ὅπως, ὡς οἷον τε τάχιον, διατάξῃ τὰ δέοντα.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὴν σύστασίν σας ἐγγράφως, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα.
§31Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν φαλαγγιτῶν, κατ’ ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, ἐκφρασθεῖσαν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, εἶχον ἕτοιμον, καὶ τὸ ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς. Πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχουσι 17 ἔτι ζῶντες φαλαγγῖται ἐκ τοῦ πολυαρίθμου ἄλλοτε σώματος τῆς Φάλαγγος· ἐκ τούτων οἱ 3 εἶναι ταγματάρχαι, οἱ δὲ λοιποὶ 14 λοχαγοί, κατόπιν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ὅστις ἐχορήγησε δύο βαθμοὺς εἰς ἕκαστον φαλαγγίτην. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προτείνομεν τὴν ἀπονομὴν ἑνὸς ἔτι βαθμοῦ εἰς τοὺς ἐπιζῶντας φαλαγγίτας, οὕτως ὥστε νὰ προαχθῶσιν οἱ μὲν 3 εἰς ἀντισυνταγματάρχας, οἱ δὲ 14 εἰς ταγματάρχας. Ἡ ὁλικὴ δαπάνη, ἡ ἐτησίως προκύψουσα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἦναι περὶ τὰς 10,000 δραχμάς. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196).
§33Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τῆς παρούσης Συνόδου ὄντος ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ λόγου περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, εἶχον λάβει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ ἀνέπτυξα τὰς γνώμας, ἃς εἶχον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καταλήξας εἰς ὑποβολὴν προτάσεως νόμου, σκοπὸν ἐχούσης τὴν συμπλήρωσιν διατάξεών τινων τοῦ ἰσχύοντος περὶ ζωοκλοπῆς νόμου, ἣν πρότασιν καὶ ἀνέπτυξα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, σχετικὴν ἢ παραπλησίαν, καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Βονίτσης καὶ Ναυπακτίας ἄνευ τινὸς ἀναπτύξεως. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν ἐφρόνουν ὅτι ἔθετον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἄρτιόν τι, ἀλλ’ ἐφρόνουν ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιχέων τὰ φῶτα αὑτοῦ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης, ἤθελε καταρτίσει ἄρτιόν τι, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ παραδόξως βλέπω σήμερον ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Βονίτσης καὶ Ναυπακτίας συναδέλφων. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, δὲν λέγω ταῦτα ἐκ ζηλοτυπίας πρὸς τοὺς κ. κ. συναδέλφους, ἢ ἐκ φόβου μήπως μὲ ὑπερβάλωσιν εἰς τὸ ἔργον τοῦ νομοθετεῖν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δίκαιον ἦτο, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ καταμερίσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ νομοθετεῖν, δίκαιον, λέγω, ἦτο νὰ καταστήσῃ καὶ ἡμᾶς κοινωνοὺς καὶ μετόχους, ἵνα ἔχωμεν ἥσυχον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἀπολαμβάνομεν ἴσης ἐκτιμήσεως. Ἑπομένως παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως ἄρῃ τὸ ἀδίκημα τοῦτο δι’ ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τῆς ἐμῆς προτάσεως, ἣν θέλω ὑποστηρίξει, ἀναπτύσσων αὐτὴν ἐν δέοντι χρόνῳ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ διατάξῃ πρό τινων μηνῶν τὸν νομομηχανικὸν Αἰτωλοακαρνανίας, ὅπως ποιήσηται μελέτην πρὸς κατασκευὴν βατῆς ἢ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελον ἐγκρίνει οἱ ἁρμόδιοι, ἀπό τινος σημείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Ναυπακτίας, διηκούσης διὰ τῶν χωρίων Σομπονίκου–Προστοβᾶς–Στρηγανιῶν καὶ τῆς γνωστῆς εἰς τοὺς μηχανικοὺς θέσεως Τσακανίκανι, καὶ ληγούσης εἰς Προυσσὸν, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Ἀρακυνθίων τῆς Εὐρυτανίας, ἥτις, ἑνουμένη μετὰ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Προυσσοῦ–Καρπενησίου, σκοπὸν προέθετο τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας τῶν πληθυσμῶν Εὐρυτανίας καὶ Τριχωνίας. Ἀλλὰ, καίτοι τόσος παρῆλθε χρόνος, οὐδεμία ἐγένετο μελέτη, καὶ ἡ διαταγὴ μένει νεκρά. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν διαταγήν του πρὸς τὸν νομομηχανικὸν, ὅπως γένηται ἡ μελέτη αὕτη, συνταχθῇ δὲ καὶ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ἵνα τοὐλάχιστον συμπεριληφθῇ εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους πρὸς συντέλεσιν τῆς εἰρημένης ὁδοῦ, ἀναγκαιοτάτης εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει εὑρισκομένης συγκοινωνίας τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, ἀξίων κρείττονος τύχης.
§34Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, κύριε Πρόεδρε, εἶχε σχηματισθῆ τάγμα ἀνδρῶν ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ τάγμα αὐτὸ εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν Ἤπειρον, ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην κ. Μπαϊρακτάρην, ἐπολέμησε δὲ καὶ διεκρίθη. Μετὰ τὸν πόλεμον οἱ σωματάρχαι, καὶ ἰδίᾳ ὁ διοικητὴς αὐτοῦ κ. Μπαϊρακτάρης, προέτειναν ἐνωμοτάρχας τινὰς, διακριθέντας ἐν τῷ πολέμῳ, ὅπως προαχθῶσιν ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Αἱ συστάσεις αὗται παρεπέμφθησαν εἰς τὴν μεγάλην ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία ἔκτοτε εἰς οὐδὲν προέβη, καὶ, ὡς πληροφοροῦμαι, δὲν ἔλαβεν ἔτι ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις ταύτας. Οἱ ἐνωμοτάρχαι οὗτοι, οἵτινες εἶναι οἱ πλεῖστοι διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπεβλήθησαν εἰς ἐξετάσεις πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐφέροντο πάντοτε εἰς τὸν κατάλογον μεταξὺ τῶν προβιβαστέων. Ἀλλὰ συμβαίνει τὸ ἀκόλουθον ἄτοπον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι ἐνωμοτάρχαι, οἵτινες ἔχουσι στρατιωτικὴν εὐαρέσκειαν, διότι ἔτυχε νὰ συλλάβωσι φυγόδικόν τινα, ἢ νὰ ἐκτελέσωσιν ἄλλην τινὰ παραπλησίαν ὑπηρεσίαν, ἥτις παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς εὐαρέσκειαν ὑπουργικὴν, ἐκ τῆς εὐαρεσκείας δὲ ταύτης ἀποκτῶσι δικαίωμα πρὸς προαγωγὴν, προστιθεμένων κατὰ τὴν βαθμολόγησιν 200 ἀριθμῶν, οὕτω δὲ δὲν ἔρχονται εἰς ἴσην μοῖραν οἱ διαγωνιζόμενοι καθόλου, διότι οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἵτινες διεκρίθησαν οὐ μόνον ἐν τῷ πολέμῳ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἐξετάσεις, φέρονται δὲ πάντοτε μεταξὺ τῶν προβιβαστέων, ἔρχονται πάντοτε κάτωθεν τῶν ἐνωμοταρχῶν, οἵτινες ἔχουσιν ὑπουργικὴν εὐαρέσκειαν, διότι, ὡς εἶπον, οὗτοι κατὰ τὴν βαθμολογίαν λαμβάνουσι 200 ἀριθμοὺς πλέον τῶν λοιπῶν συναδέλφων των. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ οἱ ἐνωμοτάρχαι, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἔχουσι διακριθῆ ἐν πολέμῳ, καὶ ἑπομένως ἔχουσι τὰς μεγαλειτέρας ἀξιώσεις μεταξὺ τῶν συστρατιωτῶν των, ὅπως ἐκφρασθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ὑπουργικὴ εὐαρέσκεια, νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ αὕτη, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει δώσωσιν ἐξετάσεις ἐκ νέου, νὰ μὴ πάθωσι τὸ αὐτὸ, ὅπερ ἔπαθον κατὰ τὰς προηγουμένας ἐξετάσεις, καὶ ἐκπέσωσιν εἰς τὸν κατάλογον κάτω τῶν ἄλλων, οἵτινες ἔχουσιν ὑπουργικὴν εὐαρέσκειαν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω καὶ σημείωμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορῶν εἰς αἴτησιν ὑπαξιωματικῶν τινων, οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει εἰσιτηρίους ἐξετάσεις διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν.
§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ἐμὲ ἐγένετο καὶ τὸ ἑξῆς παράπονον, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπαξιωματικοὶ σωμάτων, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μακρότερος χρόνος, καθ’ ὃν λαμβάνονται αἱ ποιναὶ ὑπ’ ὄψιν, ἐνῷ ἄλλοι ὑπόκεινται εἰς συντομώτερον. Μοὶ ἐγένετο δηλαδὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ π. χ. ὑπολογίζονται ἐπὶ διετίαν αἱ ποιναὶ αἱ ἐπιβληθεῖσαι τυχὸν εἰς αὐτοὺς, ἐνῷ εἰς ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν μόνον ἡ ἐντὸς τοῦ ἔτους τιμωρία. Ἐκτὸς ὅμως τούτου καὶ ἄλλο τι συμβαίνει ἄτοπον, φυσικὸν μὲν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον φέρει εἰς ἄδικα ἀποτελέσματα. Εἰς τὰς ἐξετάσεις προσέρχονται καὶ ὑπαξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες ἐν διαφόροις γραφείοις καὶ ὑπαξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες ἐν τοῖς συντάγμασιν. Οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τοῖς συντάγμασι φυσικῶς δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ποινὰς συχνότερον παρ’ ὅσον δίδουσιν οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν γραφείοις. Βλέπομεν διὰ τοῦτο ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον ὑπηρετοῦσιν ἐν τοῖς συντάγμασι, διότι ἐτοποθετήθησαν ἐν στρατιωτικοῖς γραφείοις, ἑπομένως μὴ ἐρχομένους εἰς ἐπαφὴν, μεθ’ ὅλας τὰς ἀφορμὰς δυσαρεσκειῶν καὶ παραβάσεων τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, καὶ μὴ δίδοντας ἀφορμὰς πρὸς ποινάς, νὰ παρουσιάζωσι διαγωγὴν καλλιτέραν, δηλ. ἀπηλλαγμένην ποινῶν περισσότερον παρ’ ὅσον παρουσιάζουσιν οἱ ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον ἔμειναν ἐν τοῖς συντάγμασιν. Οὗτοι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ποινὰς, ἀλλ’ εἶναι ὑπαξιωματικοὶ ἀφ’ ἑτέρου, μορφωθέντες καλλίτερον ἐν τοῖς συντάγμασι καὶ ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, παρ’ ὅσον οἱ διαμείναντες ἐν γραφείοις. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ προσπαθήσῃ, δι’ ὧν ἂν ἐγκρίνῃ μέτρων, ὅπως ἐπέλθῃ οἰκονομία τις, φέρουσα εἰς δικαιότερα ἀποτελέσματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον πρὸς προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§37Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἔχει εἰδικῶς μελετήσει, διότι πρὸ πάντων οἱ ἔχοντες ἀνάγκην προστασίας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ δράσαντες κατὰ τὸν πόλεμον, διότι αὐτοὶ προσέφεραν ἐν κινδύνῳ ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελον δώσει τὴν πρέπουσαν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν ἐμεσολάβει ἡ ἐπιθεώρησις, διότι καὶ μὲ τὸν στρατηγὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, συνεζήτησα ἐπανειλημμένως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ εἴχομεν καθορίσει τὴν κλίμακα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἡ ἐξέτασις τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων. Μολονότι, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει μελετήσει τὸ ζήτημα καλῶς, θὰ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, συνεννοούμενος καὶ μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ἀνάγκῃ δὲ, θὰ εὕρῃ καὶ ἐμὲ πρόθυμον εἰς συνεργασίαν.
§38Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ διορθωθῇ, καὶ ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ, διότι κατά τι Β. Διατάγματι οἱ ὑπαξιωματικοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἢ μετὰ ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας ἐν τοῖς συντάγμασι, καὶ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐν τοῖς γραφείοις. Ἑπομένως, ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἐφηρμόζοντο, τότε ἐκ περιτροπῆς πάντες οἱ ὑπαξιωματικοὶ θὰ διήρχοντο ἀπὸ τὰ γραφεῖα καὶ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, καὶ οὕτως ἤθελεν ἐκλείψει τὸ ἄτοπον.
§39ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον οἱ ὑπαξιωματικοὶ διαφόρων ὅπλων ἐξεπλήρωσαν μετὰ θάρρους τὸ καθῆκόν των, πλεῖστοι δὲ τούτων τυγχάνουσιν ὑποψήφιοι διὰ τοὺς βαθμοὺς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ κλπ. Δυστυχῶς ὅμως περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, καίτοι αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ πρὸ καιροῦ ὑπέβαλον συστάσεις περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς αὐτῶν. Σήμερον, προκειμένου νὰ γείνῃ ἔλεγχος ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, δέον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ σπεύσῃ, ὅπως τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς ἀμείψῃ ἠθικῶς, δι’ ἐκφράσεως εὐαρεσκείας, ἣν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν βαθμολόγησιν αὐτῶν· διὰ δὲ τοὺς μὴ τυγχάνοντας ὑποψηφίους ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν ἂς ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ μέλλοντι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ πράξῃ ὅ,τι δίκαιον.
§40Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς ἐπαίνου εἰς ὑπαξιωματικούς τινας προκαλεῖ ἀνησυχίας εἰς τὰς γιγνομένας ἐξετάσεις κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον· ἐν τούτοις, κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις πᾶς ὑπαξιωματικὸς, καὶ ἰδίως τῆς χωροφυλακῆς, —διότι οὗτοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀσχολοῦνται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, — ὅστις ἤθελε διαπράξει ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, οἷον σύλληψιν λῃστοῦ ἢ ἐπικινδύνου φυγοδίκου, οὗτος, τῇ συστάσει τῶν ἀρχῶν, κατὰ τοὺς τύπους, οἵτινες εἶναι διαγεγραμμένοι ἐν ταῖς διατάξεσι, λαμβάνει ἔπαινον, ὅστις τὰ μάλα συμβάλλει εἰς τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ, προκειμένου νὰ προαχθῇ ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, ἢ καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Εὑρὼν ὀλίγας τοιαύτας ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς, ἔκρινα καλὸν νὰ διεξαγάγω ταύτας, ἰδίως κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν, καθόσον ἡ διεξαγωγὴ αὐτῶν ἀναποδράστως ἐπηρεάζει τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων, καὶ ἂν ὑπάρχῃ στιγμή, καθ’ ἣν οἱ ἔπαινοι εἶναι χρήσιμοι, εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἣν οὗτοι πρόκειται νὰ ὑποστῶσι διαγωνισμὸν πρὸς προαγωγήν, καθ’ ὃν ἡ βαθμολογία τῶν διακεκριμένων πράξεων λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὡς πρὸς αὐτοὺς πλειότερον τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρουσιάσθη ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν διαπρεψάντων ἐν πολέμῳ. Ὅπως ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς ἀνέπτυξε, τινὲς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, διαπρέψαντες κατὰ τὸν πόλεμον, ἔδει καὶ οὗτοι ν’ ἀποκτήσωσι τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἐπαίνου. Ἄν τοῦτο καὶ μόνον ἦτο τὸ ζήτημα, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ λυθῇ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου εἶναι γενικώτερον· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς μόνους τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες βεβαίως εἶναι ὀλίγοι τὸν ἀριθμόν...
§41ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δέκα, νομίζω.
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα... Ἀλλὰ τὸ ζήτημα περιπλέκεται μὲ τὴν ἀμοιβὴν τῶν λοιπῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν διαπρεψάντων κατὰ τὸν πόλεμον, εἴτε οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ πεζικόν, εἴτε εἰς τὸ ἱππικόν, πυροβολικὸν κλπ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὡς γνωστὸν ὑμῖν, ἀπὸ πολλοῦ εὕρηται ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ ἔλθῃ εἰς πόρισμα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπονομὴν ἐπαίνων εἰς ἐνίους τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα θὰ μένῃ ἐκκρεμές, μέχρις οὗ εὐαρεστηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας της. Πρὸς τοῦτο δ’ ἐγὼ ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καταθέτω τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ζητηθείσας συμπληρωματικὰς πληροφορίας περὶ τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν προμήθειαν τῆς ἐρέας τοῦ στρατοῦ, ἤτοι τὰς διακηρύξεις τῆς δημοπρασίας καὶ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ λοχαγοῦ Δ. Μιχαλοπούλου, τοῦ ἀποστρατευθέντος ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας, περὶ οὗ ἐποιήσαντο χθὲς λόγον οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Σύρου καὶ Φθιώτιδος, παρέχω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ἀληθῶς λάθος τι, τὸ ὁποῖον ὅμως δυστυχῶς ἐγένετο ἕνεκα ὑπαιτιότητος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου λοχαγοῦ. Εἰς τὸ μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου, τὸ γενικὸν δηλ. μητρῷον τοῦ στρατοῦ, τὸ περιλαμβάνον πάντας τοὺς ἀξιωματικούς,—καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Κρίτσα χθὲς λεχθέντων,—ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος λοχαγὸς εἶναι ἐγγεγραμμένος ὡς γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1840, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μητρῴου τούτου ἀπεστρατεύθη κατὰ τὸ 1896 λόγῳ ὁρίου ἡλικίας. Καθ’ ὃν χρόνον ὅμως ἐπρόκειτο νὰ διακανονισθῇ ἡ σύνταξις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μετὰ τῶν λοιπῶν ἐγγράφων ἀπεστάλη ἐκ τῆς Καταχωρίσεως τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἓν ἔγγραφον εἰδικόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀντίγραφον τοῦ μητρῴου τοῦ Σώματος, εἰς ὃ λοχαγὸς Μιχαλόπουλος ὑπηρέτει...
§43ΚΡΙΤΣΑΣ. Τῆς κατατάξεως.
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα... Καὶ τὸ ὁποῖον τὸν ἔφερε μὲ ἡλικίαν μικροτέραν, ἤτοι ὡς γεννηθέντα τὸ 1843. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1882 καὶ 1883, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν οἱ νόμοι περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ ἐτάσσετο προθεσμία ἕξ μηνῶν εἰς τοὺς ἔχοντας νὰ ὑποβάλωσιν ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἀνακριβοῦς ἐγγραφῆς τῆς ἡλικίας των, αὐτὸς οὐδεμίαν ἐποιήσατο ἔνστασιν περὶ διορθώσεως τοῦ μητρώου.
§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δεδικαιολογημένος.
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε νὰ συμπληρώσω... Καὶ ἐντεῦθεν τοῦτο κατέστη ὁριστικόν. Ἑπομένως οὐδεμία πρᾶξις ἢ διόρθωσις τοῦ μητρώου ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γένηται κατόπιν. Ὁ ἀξιωματικὸς λοιπὸν αὐτὸς, κατὰ τὸ 1896 ἀποστρατευθεὶς καὶ λαβὼν γνῶσιν τῆς ἀληθοῦς ἡλικίας του, ὤφειλε τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ποιήσηται ἔνστασιν καὶ διαμαρτυρίαν, ὅτι κακῶς ἐνεγράφη ἐν τῷ μητρώῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μὲ ἡλικίαν ἀνωτέραν, ἤτοι ὡς γεννηθεὶς τὸ 1840. Συνεπῶς οὐδεμία ἀπομένει σήμερον ἐνέργεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς αὐτὸν μένει νὰ ἐνεργήσῃ δικαστικῶς. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἐτάχθη εἰς ἀποστρατείαν, ἥτις, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ τελευταία κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ, μεταβαίνοντος εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, καὶ ἂν προφανῶς συνέβη λάθος καὶ παρανόμως ἐτάχθη αὐτὸς εἰς ἀποστρατείαν, διὰ διατάγματος ν’ ἀκυρώσωμεν τὸ διάταγμα τὸ ἀποστρατεῦσαν αὐτόν. Ὥστε, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδὲν ἔχω νὰ πράξω.
§47Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δύο κυρίως λόγους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀποφανθεὶς ὅτι ὁ λοχαγὸς Μιχαλόπουλος ἔπρεπε ν’ ἀποστρατευθῇ ὡς καταληφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας κατὰ τὸ 1896. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀληθῶς εἰς τὸ μέγα μητρῶον, τὸ φυλασσόμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ λοχαγὸς Μιχαλόπουλος εἶναι ἐγγεγραμμένος ὡς γεννηθεὶς τὸ 1840, ἐδήλωσε δὲ ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς μετ’ ὀλίγον, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἤλεγχε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λοχαγοῦ πρὸς κανονισμὸν τῆς συντάξεώς του, ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸ σὺν ἄλλοις ἐγγράφοις καὶ τὸ μητρῶον κατατάξεως, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, ὅτι ὁ λοχαγὸς ἐκεῖνος ἐγεννήθη ἐν ἔτει 1843. Τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἓν ἐρώτημα· πόθεν συνετάχθη τὸ μητρῶον τοῦ λοχαγοῦ ἐκείνου ἐν τῷ μητρώῳ τῷ μεγάλῳ; Ἐξ ὅσων γινώσκω, τὸ μητρῶον τοῦτο τῶν ἀξιωματικῶν συντάσσεται, κατὰ κανόνα ἀπαράβατον, ἐκ τῶν μητρώων τῆς κατατάξεως, τὰ ὁποῖα ὀφείλωσι τὰ Σώματα νὰ ὑποβάλλωσι μετὰ τὴν κατάταξιν ἑκάστου ἀτόμου. Ἐκεῖνο εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς πρέπει νὰ στηριχθῶμεν, ὅπως ἀνεύρωμεν τὴν ἀληθῆ ἡλικίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προβαίνων περαιτέρω, ἐπεκαλέσθη καὶ ἕτερον λόγον, δι’ ὃν δῆθεν ὁ λοχαγὸς εἶναι ἀποκεκλεισμένος τοῦ δικαιώματος νὰ κάμῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου περὶ ἀποστρατεύσεώς του· ὁ λόγος δ’ οὗτος εἶναι, ὅτι ὁ λοχαγὸς μετὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον τοῦ 1882 ὤφειλεν ἐντὸς ἕξ μηνῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐνστάσεις του ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν αὑτοῦ καὶ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν λοχαγὸν, διότι, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, αὐτὸς κατεῖχε τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ τὸ ὄνομά του ἐν ἐπετηρίδι δὲν ἀνεγράφετο, οὔτε ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ ἀνειχθῇ που, διότι οὐδὲν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐγίνωσκεν. Οὕτω καὶ οἱ δύο λόγοι, οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἐνεργηθέντων, πίπτουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἡμεῖς, ζητοῦντες τὴν διόρθωσιν τῶν εἰς τὸν Μιχαλόπουλον ἀφορώντων, δὲν ζητοῦμεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀκυρώσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἀποστρατεύσεως. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ χθὲς ἐζητήσαμεν μόνον νὰ σπεύσῃ ἡ ὑπηρεσία νὰ ὁμολογήσῃ τὸ προσγενόμενον εἰς τὸν εἰρημένον λοχαγὸν ἀδίκημα, καὶ οὕτω διευκολύνῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις.
§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος. Νομίζω ὅτι, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν τοῦ Νόμου τοῦ 1882, δὲ θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπεν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, καθὼς καὶ ὁ τοῦ 1883, προῆλθεν ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας,—ἀδιάφορον ὑπὸ ποίαν ἡλικίαν ἦτο ἕκαστος τῶν ἀξιωματικῶν ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ γενικὸν μητρῷον, ἀδιάφορον ἐὰν ἦτο μέγας ἢ μικρὸς τὴν ἡλικίαν,—ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγεννήθησαν ὑποχρεώσεις, διότι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καθιστᾷ τὸν ἀξιωματικὸν περιωρισμένον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ἑπομένως παρέσχομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἂν ἤθελον κρίνει ὅτι τὸ μητρῷον κακῶς ἀνέγραψε τὴν ἡλικίαν αὐτῶν, ὅπως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας διορθώσωσι τὰ τῆς ἡλικίας των, ἐὰν δύνανται, διὰ πράξεως ληξιαρχικῆς, ἢ δι’ ἀντιγραφῆς τῶν μητρῴων τῶν Σωμάτων ἢ τῶν Σχολῶν. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος, ὃν ἐγὼ γνωρίζω καλλίτερον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἔπρεπεν, ἀφοῦ εἶδε τὸ ἐσφαλμένον τῆς ἡλικίας του ἐν τῷ μητρῴῳ, νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν διόρθωσιν, περὶ ἧς προενόησεν ἡ Πολιτεία· ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ταῦτα λέγων, δὲν ἕπεται ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον. Ὡμολόγησα ὅτι εἰς τὸ μητρῷον ὑπῆρξε λάθος, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν, εὐθὺς ὡς ἐβεβαιώθη ὅτι ἐγένετο παράνομος ἢ μᾶλλον παράτυπος ἀποστράτευσις, νὰ ἀκυρώσω τὸ διάταγμα. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μόνον τὸ μητρῷον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ οὐχὶ τὰ μητρῷα τῶν Σωμάτων· ἑπομένως δὲν φρονῶ, ὅτι ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑφίσταται νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ αἱ συνέπειαι εἶναι πολλαί. Ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ παραπέμπει εἰς τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· ἀλλὰ καὶ ταύτην ἀποκρούω, διότι θὰ ἦναι γνώμη ἁπλῆ καὶ οὐχὶ ἀπόφασις. Προτιμῶ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸν κ. Μιχαλόπουλον νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαιά του ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα καὶ προφανῶς θέλει λάβει.
§50Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σὺν τῇ περιπτώσει τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἐγένετο λόγος καὶ περὶ ἄλλης περιπτώσεως, ἥτις εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐρρήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος ὁ καθιερῶν τὴν ἑξάμηνον προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις τοῦ μητρῴου, ὁ κ. Μιχαλόπουλος δὲν ἦτο ἀξιωματικὸς, ἦτο ἀνθυπασπιστὴς, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μητρῷον, ἐνεγράφη μετὰ ταῦτα, ὅτε ἐγένετο ἀξιωματικός· ὁ νόμος δὲν τὸν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ προθεσμία ἡ ἑξάμηνος ἤρχισεν ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἀξιωματικός. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος «...Τὴν περὶ διορθώσεως τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν σημειουμένης ἡλικίας αἴτησιν ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως... δημοσιεύσεως τοῦ περὶ προβιβασμοῦ αὐτῶν εἰς βαθμὸν ἀξιωματικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος οἱ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου προσκτησόμενοι τὸν βαθμὸν τοῦτον». Λοιπὸν δύναται Ὑπουργός τις, ὡς καὶ Δικαστήριον, ἑρμηνεῦον κατὰ γράμμα τὸν νόμον, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὡς συνετάχθη, ἂν καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἄλλο, ὅπερ ὅμως δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς, δὲν ἔλαθεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἤθελον ἀποκτήσει τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ μετὰ τὴν πάροδον τῶν ἓξ μηνῶν ἤθελον ἐγγραφῆ ἐν τῷ μητρῴῳ.
§51Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῆκε τοὺς μὴ καταγινομένους εἰς τὰ τοιαῦτα εἰς τὸ σκότος. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ ἔτους 1882, προβιβαζομένους εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀφ’ ἧς κοινοποιηθῇ τὸ διάταγμα περὶ προβιβασμοῦ αὐτῶν ἄρχεται ἡ ἑξάμηνος προθεσμία.
§52Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶπον ὅτι ἡρμηνεύθη ὁ νόμος οὕτως, ὅτι εἰς τοὺς προβιβαζομένους παρέχει ἑξάμηνον προθεσμίαν.
§53ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἡ ἑξάμηνος προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ διατάγματος τοῦ προβιβασμοῦ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§55Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δικογραφίαν τινὰ, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι εἷς στρατιώτης ἀσθενὴς εἰσῆλθεν εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον καὶ ἐφονεύθη ἐξ ἀμελείας. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ δίκη ἐξετυλίχθη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ὅτι συνηγόρησεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, καὶ ὅτι ἔφεραν δύο νοσοκόμους μόνον. Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ, καθ’ ἣν φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, καὶ ἀπορῶ πῶς διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὄχι μόνον οἱ συγγενεῖς τοῦ φονευθέντος, ἀλλ’ ὅλος ὁ στρατιωτικὸς κόσμος διατελεῖ ἐν συγκινήσει. Παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§56Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωμα περὶ τούτου, κύριε Βουλευτά.
§57Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§58ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του κατὰ τὴν ἤδη γενομένην ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου ἐπὶ δύο κατηγαριῶν αὐτοῦ, ἐφ’ ὧν γίνεται κατάφωρος ἡ καταδολίευσις τοῦ νόμου. Πρῶτον ἐπὶ τῆς κατηγορίας 184, τῆς ἀφορώσης τὴν διάκρισιν μαλλίνων καὶ μαλλινοβαμβάκων ὑφασμάτων. Τὰ μάλλινα ὑφάσματα ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν ἀνάλογον τοῦ βάρους αὐτῶν, κατόπιν ἕπονται τὰ μαλλινοβάμβακα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν πολὺ μικρότερον, ἴσως εἰς τὸ τέταρτον τοῦ δασμοῦ τῶν πρώτων. Γίνεται δὲ ὡς ἑξῆς ἡ καταδολίευσις. Ἐν τῷ πνεύματι τοῦ δασμολογίου ὁ βάμβαξ πρέπει νὰ ᾖναι ἴσος μὲ τὸ μαλλίον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ῥητῶς ἐκφράζεται τὸ δασμολόγιον...
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν σύστασίν σας ἐν σημειώματι, διότι, ὅσα καὶ ἂν εἴπητε τώρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐνθυμηθῶ.
§60ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐπίσης συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον μὲ τὸν τυπογραφικὸν χάρτην, τὸν δι’ ἐφημερίδας προωρισμένον. Ὁ χάρτης αὐτὸς εἰσάγεται δι’ ὅλας τὰς χρήσεις, διότι τὸ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχον ὑδάτινον σημεῖον εἶναι ἀδιόρατον, καὶ οὕτω καταδολιεύεται ὁ νόμος. Παρακαλῶ λοιπὸν ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν κατηγοριῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἡ καταδολίευσις αὕτη ζημιοῖ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, πρότασις νόμου ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν, τυποῦται, διανέμεται καὶ ἔπειτα, μετὰ 24 ὥρας, ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ παρῆλθον πολλάκις 24 ὧραι, καὶ πρότασις ὑποβληθεῖσα ὑπὸ 6 ἢ 7 Βουλευτῶν περὶ ὡρισμένου θέματος, ἤτοι «περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῆς θέσεως διοικητοῦ ἢ συμβούλου Τραπεζῶν προνομιούχων κλπ. πρὸς τὸ ἀξίωμα Ὑπουργοῦ ἢ Βουλευτοῦ», δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπειδὴ τοῦτο ὑποθέτω ὅτι διέφυγε τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καθόσον σκοπὸν ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ νὰ φέρω τὸν λόγον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§63Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ δεχθῶσιν, ὅπως κατὰ προτίμησιν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὅπερ εἶναι τὸ μόνον ἀνακουφιστικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε, εἶναι νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀπαλλάσσεται ὅλη ἡ ἐργατικὴ τάξις ἀπὸ δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις της φόρον. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔθεσεν αὐτὸ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 46 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τοῦτο δηλοῖ ἐγκατάλειψιν τοῦ νομοσχεδίου.
§64Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐξ ἐκείνων, διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ὁποίων θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις.
§65Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀμφιμερῆ παράκλησιν θέλω ἀπευθύνει. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς παρακλήσεώς μου ἀπευθύνεται πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι δὲ παρεμφερὲς πρὸς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Δραγούμη. Πάντες παραπονούμεθα, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς δὲν ἐργάζονται, καὶ ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν βουλευτικῶν ἐπιτροπῶν ἠτόνησε καθ’ ὁλοκληρίαν. Πρὸ ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως συνέστησε πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὑμεῖς δὲ διωρίσατε ἐπιτροπὴν ἐξ ἑπτὰ συναδέλφων, ὅπως ἐξετάσωσι τὰς δύο προτάσεις νόμων, τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σταυροπούλου, περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποιν. Δικονομίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, λίαν ἐπιμελῶς ἐργασθεῖσα, συνέταξε πρότασιν νόμου, ἥτις διενεμήθη, ἀλλὰ δὲν ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς...
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον θὰ ἐγγραφῇ.
§67ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Πᾶσα ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὸ ἐπεῖγον τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἰδέαν μου χρήζει μεταβολῆς ἐπὶ τὰ βελτίω. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως πρὸ παντὸς ἄλλου κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς παρακλήσεώς μου ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν, ἣν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς, ὅπως συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων. Ἡ πραγματοποίησις τῆς προτάσιως ταύτης ἐπιβάλλεται ὄχι μόνον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐθυμοτυπίας, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζεται ἡ συζήτησις τῶν διαφόρων νομοθετημάτων, τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κύριε Πρόεδρε, ἑσπέραν τινὰ συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τὸ μεταρρυθμίζον τὸν τερατώδη ὄντως νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων,—διότι τερατωδέστερον νόμον δὲν εἶδεν ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ἕως τώρα,—κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν δὲ τῆς δευτέρας συζητήσεως αὐτοῦ διέκοψεν ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Ἐν τούτοις, ἀντὶ εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αὐτὸ χθὲς μὲν ἦτο ἐγγεγραμμένον ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 52, σήμερον δὲ εἶναι ὑπὸ τὸν ἀριθ. 46. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐλησμόνησεν ἤδη τὰ ἐπιχειρήματα τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, θέλων ν’ ἀπαντήσῃ εἰς παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, διέκοψε τὴν ἀγόρευσίν του, διότι ἡ συνεδρίασις ἐλύθη. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν ὀφείλουσιν οἱ διευθύνοντες τὴν πλειονοψηφίαν νὰ συνεχίσουν τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὅπως διορθωθῇ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ι. Γ. Ροῦφος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὁρισμοῦ ἡμέρας ἐνάρξεως φορτώσεως τῆς διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν ξηρᾶς σταφίδος». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς αʹ § τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου.
§70Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐδάφιον βʹ, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)...
§71Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε τὸ τροπολογεῖτε.
§72ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Προτείνομεν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 82 τοῦ νόμου παράγραφος βʹ, ὡς τὴν ἀνέγνωσα. Τὸ ἄλλο μέρος τοῦ νομοσχεδίου μένει ὡς ἔχει.
§73ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι μόνον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποσύρῃ αὐτὸ, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον ἡ ὑποβολὴ προσωπικῶν ὅλως νομοσχεδίων. Πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ καταργηθῇ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ὑπέπεσαν εἰς τὴν παράβασιν αὐτὴν τινὲς τῶν συναδέλφων κατὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, τοιούτους νόμους ψηφίσωμεν, θὰ δείξωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἡμεῖς πρῶτοι δὲν σεβόμεθα τοὺς νόμους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς Βουλῆς, χάριν τοῦ δικαίου, χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐντεῦθεν λαμβάνει τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἄλλως πᾶσα πλειονοψηφία θὰ ἀμνηστεύῃ τοὺς παραβαίνοντας τοὺς νόμους, ἀντιποιουμένη τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, πρὶν ἢ ἀκόμη ἐκδοθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις καὶ ὑποστῇ ὁ παραβάτης τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.
§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§75Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον προσωπικὸν, ὅσον παρεστάθη, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὑπὸ Βουλευτῶν ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου, καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις ἀπαλλάττουσα τοὺς Βουλευτὰς αὐτοὺς λόγῳ τῆς ἀγνοίας τοῦ νόμου, δι’ ἔλλειψιν δολίας προαιρέσεως, ὡς ἐξεδόθη καὶ ἄλλοτε ἀπόφασις ἀπαλλάττουσα νομικὸν σύμβουλον ὡς παραβάντα τὸν αὐτὸν νόμον ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ἤδη πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἢ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου; Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τὸ ἀπέσυρε δὲ διὰ τῆς τροπολογίας του ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, εἶναι τροπολογία αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μερικὴ, ἢ εἶναι κατάργησις τοῦ νομοσχεδίου; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τροπολογίας ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ἐντελῶς ἄσχετον, διότι κατὰ τὸ ἀρχῆθεν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 38 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, κατὰ τὴν τροπολογίαν τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 82. Ἔχομεν λοιπὸν νέον νομοσχέδιον, καὶ δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθοτάτη· διότι, εἴτε θεωρηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ὡς τροπολογία τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἴτε ὡς νέον νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἑπομένως νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία.
§77ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος κ. συνάδελφος ἐκ Κυνουρίας, εἶχον σκοπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασις αὕτη, ἡ ἀνεπίδεκτος ἀντικρούσεως, ἐγένετο εὐτυχῶς δεκτή, ἓν μόνον ὑπολείπεται νὰ πράξω, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὶν ἢ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν αὔριον. Δὲν φρονῶ ὅτι προκειμένου περὶ Βουλευτῶν, καίτοι γνωρίζω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐγένετο ἡ ἀπαγόρευσις, μεγάλη θέλει εἶναι ἡ ζημία ἐκ τῆς ἀμέσου ἀναμίξεως τῶν Βουλευτῶν, ὡς μελῶν, εἰς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι καὶ ἐγκρίνω τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἀποβλέπει εἰς ἐξαφάνισιν τῶν ἐν τῷ παρελθόντι, ἤτοι εἰς θέμα, ὅπερ ἀνήκει εἰς ἄλλων τὴν κρίσιν καὶ ὄχι εἰς τὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι θὰ ἦναι λίαν ἐπιζήμιος ἡ πρότασις αὕτη, ἂν ψηφισθῇ, διότι δίδομεν εἴσοδον εἰς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς εἰς πάντας τοὺς δημαρχικοὺς παρέδρους, εἰς πάντας τοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ὑπαλλήλους, οἵτινες, ἔχοντες τρόπον νὰ ἐμποδίζωσι τὴν ἀναγραφὴν ἐνστάσεων ἐν τοῖς πρακτικοῖς, θὰ παρεισάγωνται ἐν ταῖς ἐφορευτικαῖς ἐπιτροπαῖς καὶ θὰ διευθύνωσι τὴν ἐκλογήν. Εἰς τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα οὐδὲν ὑπάρχει τὸ μὴ ὕποπτον· οἱ ἐντιμότατοι ἄνδρες εἶναι ὕποπτοι· ὕποπτοι καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ Ὑπουργοί· καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ἀνώτατοι ὑπάλληλοι εἶναι ὕποπτοι. Πολίτευμα, ὅπερ ἀπαιτεῖ διὰ πᾶν πρᾶγμα ἔλεγχον καὶ εὐθύνην παρὰ παντός, ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ὁ ἐντιμότατος τῶν ἀνδρῶν δὲν θέλει πιστευθῆ, ἐὰν δὲν ἀποδείξῃ τῆς πράξεώς του τὸ ὀρθόν. Ὅλοι εἶναι ὕποπτοι, ὑποπτότατοι δὲ οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προκειμένου περὶ ἐκλογῶν, παραδίδετε τὰς ἐκλογὰς, ἀντὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς δημοτικούς...
§78ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές.
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠκούσατε τὸ ἄρθρον;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ βλέπετε ὅτι ἀνεβλήθη...
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἵνα μὴ ἔχωμεν μακρολογίας...
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν συζητηθῇ, αὔριον, τότε ὁμιλεῖτε.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ Κυβέρνησις· διότι, ἐὰν παρουσιασθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς ἐψηφισμένον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§85ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπείας, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν θέλω μακρηγορήσει, ἀναλύων λεπτομερῶς τὰ κατ’ αὐτὸ, διότι τούτου προηγεῖται μακρὰ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διεξηγοῦσα τόσον τὸ πνεῦμα, ὅπερ διήκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅσον καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Λαμβάνων τὸν λόγον, προτίθεμαι ἁπλῶς διὰ βραχέων νὰ ἀναπτύξω εἰς ὑμᾶς τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιτροπεία, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τοῦτο. Ἐλπίζω δ’ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην θ’ ἀκουσθῇ καὶ ἡ πεφωτισμένη γνώμη τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῶν ἐχόντων κῦρος, ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος αὐτῶν, εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ὥστε νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως νόμος προξενικὸς, ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερος, καθόσον τοῦτο εἶναι ἡ ἐπιθυμία οὐ μόνον τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ πάντων ἡμῶν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πάσης καλῶς κειμένης Πολιτείας ὑποχρέωσις ὑπάρχῃ, διὰ νόμου νὰ ὑπερασπίζῃ καὶ προάγῃ τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συμφέροντα, συνήθως μόνον ἐμπορικὰ, τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, ἱερὸν ὑπέχει ἡ Ἑλλὰς καθῆκον ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων, οἵτινες δρῶσιν ἰδίως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι δὲν λανθάνει ὑμᾶς, ὅτι καλὸς προξενικὸς νόμος εἶναι ἄρρηκτος κρίκος, συνδέων τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα πρὸς τοὺς ὑπηκόους αὑτῆς, εἶναι ἰσχυρότατος παράγων ἐπαφῆς τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος πρὸς τὰ τέκνα αὑτῆς τὰ ἐν τῇ ξένῃ, ἅτινα, ὡς ἐκ τῆς ἀποδημικῆς τάσεως, διὰ τῆς ἰδιοφυΐας αὑτῶν, διὰ τῆς ποικιλοτρόπως ἐκδηλουμένης δραστηριότητός των πρὸς τὴν ἐμπορίαν προπορεύονται εἰς τὸ ἔργον τῆς ἱστορικῆς ἀποστολῆς τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπιτροπεία, θεωρήσασα ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει τὰ στοιχεῖα τῆς βελτιώσεως τοῦ κειμένου νόμου, ὃν ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ διατηρεῖ, ἐπρότεινεν ὁμοφώνως τὴν παραδοχὴν τούτου, ἐπενεγκοῦσα μόνον ἐν τοῖς καθέκαστα παρατηρήσεις τινὰς, ὧν τὴν ἀνάπτυξιν διὰ βραχέων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, τῶν κυριωτέρων τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν. Εὐρεῖα συζήτησις ἐγένετο, ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ. Σκληρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι συνηθέστατα τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα δὲν διαχειρίζονται οἱ δυνάμενοι τελεσφόρως νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῶν ἔξω ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ταῦτα παρέχονται ὡς δῶρα εἰς ἀνθρώπους τῆς ἑκάστοτε ἰσχυούσης πολιτικῆς, οἵτινες μεταβαίνοντες ἐκεῖσε, ὡς μόνον ἔργον ἔχουσι τὸ χρηματίζεσθαι. Διὰ τοῦτο, πλὴν ἑνὸς συναδέλφου, πάντες ἐπεκρότησαν εἰς τὴν πρότασιν τῆς καταργήσεως τῶν ἐν Τουρκίᾳ καὶ Αἰγύπτῳ προξενικῶν πρακτορείων. Ὁ ἀντιτείνας εἰς τοῦτο συνάδελφος προέβαλεν, ὅτι ἡ ἀποτυχία ἐν τοῖς προσώποις δὲν ἐπάγεται κατάργησιν θεσμοῦ καθ’ ἑαυτὸν δυναμένου νὰ θεωρηθῇ καλός. Ἀλλὰ πάντα τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπείας δὲν συνεφώνησαν εἰς τοῦτο, διότι ἐνόμιζον ὅτι τελεσφορώτερον δύναται ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἴτε ἱδρυομένων, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη, Ὑποπροξενείων, εἴτε ἀνατιθεμένης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ προξενικοῦ πράκτορος εἰς ὑπηκόους ἀπὸ πολλοῦ ἐκεῖ ἐγκατεστημένους καὶ γνωρίζοντας τὰ πράγματα κάλλιον τῶν ἔξωθι ἀποστελλομένων. Ἐπίσης ζωηρὰν συζήτησιν ἤγειρε τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τοῦ Λιμεναρχείου ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκ τῶν συναδέλφων τινὲς ἐπείσθησαν εἰς παραστάσεις, ὅτι τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Λιμεναρχεῖον ἐπέχει τόπον προνομίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἕτεροι ἦσαν τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε τοῦτο νὰ καταργηθῇ. Ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Λιμεναρχείου ἐξηκολούθησεν ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις, εἰς μίαν δὲ τούτων ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ προσέλθῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅστις ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ πρὸς ἡμᾶς καὶ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ Λιμεναρχεῖον δὲν ἀποτελεῖ προνόμιον προξενικὸν ἰδιαίτερον, καὶ ὅτι ἐγένετο τοιαύτη τις χρῆσις κακὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης, ὥστε ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καταργηθῇ τὸ Λιμεναρχεῖον ἐκεῖνο. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι πάντα τὰ μέλη δὲν ἐπείσθησαν τελείως, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπεία κατείχετο καὶ ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ Λιμεναρχείου, ὡς τοιαύτη ἀποτελοῦσα οἱονεὶ de facto προνομίαν, τότε παρεκλήθη καὶ ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐν τελευταίῳ ἐδαφίῳ ὁ ἐπιφορτισμένος τὰ καθήκοντα τοῦ λιμενάρχου Γραμματεὺς τοῦ Προξενείου φέρῃ τὸν τύπον λιμενάρχου. Τότε, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ἐπιτροπεία, πρὸς εὐχερεστέραν παροχὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰς τοὺς ναυτιλλομένους, ἐπρότεινε νὰ συσταθῇ ἐν Γαλατᾷ εἰδικὸν Λιμενικὸν Γραφεῖον, καὶ τοῦτο ἀφέθη εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ἡ διατήρησις τοῦ Λιμεναρχείου, ὡς ἔχει ἤδη ἐν τῷ νόμῳ. Ἐπίσης ἤγειρε συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπεία ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν τὸ δικαίωμα πρὸς παροχὴν ἀδείας ἀπουσίας εἰς τοὺς ἐμμίσθους προξενικοὺς ὑπαλλήλους ἀφῃρέθη ὑπὸ τῆς ἀμέσως προϊσταμένης αὐτῶν ἀρχῆς, διότι μεγάλαι καταχρήσεις ἐγίνοντο τῶν παρεχομένων ἀδειῶν ὑπὸ τῶν ταύτας λαμβανόντων, οἵτινες, ἐρχόμενοι εἰς Ἀθήνας, συνήθως ἐπὶ πολὺν διατρίβουσι χρόνον, πρὸς ἀνυπολόγιστον βλάβην τῆς ὑπηρεσίας. Τότε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχον ὑπηρεσίαν μακρὰν καὶ εὐδόκιμον ἐν τῷ προξενικῷ σταδίῳ, εἶπεν ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ, διότι ὁ προϊστάμενος πρεσβευτὴς ἢ πρόξενος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἐπεῖγον τῆς τοιαύτης παροχῆς ἀδείας, καὶ ὅτι ὑπὸ ὅρους διδόμενον τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς ἀρχῆς, δὲν παρέχει φόβον, μήπως γείνῃ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπεισεν ἡμᾶς, καὶ ἡ πρότασις δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπείας. Πάντες, ἐκτὸς τοῦ ῥηθέντος μέλους, ἐθεώρησαν σκόπιμον τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἡ ἄδεια μόνον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν κατ’ εὐθείαν δύναται νὰ δίδεται, διότι, ὡς ἐκ τῶν μέσων τῆς νῦν συγκοινωνίας, τὸ κατεπεῖγον δύναται διὰ τηλεγραφήματος νὰ γείνῃ γνωστὸν τῷ Ὑπουργῷ, ὥστε νὰ μὴ ἐπίκηται κίνδυνος βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ ζητοῦντος τὴν τοιαύτην ἄδειαν. Εὐρεῖαν ἐπίσης συζήτησιν προὐκάλεσε τὸ ἄρθρον τὸ καθορίζον τὰ προσόντα τῶν δυναμένων νὰ διορισθῶσι γενικοὶ πρόξενοι. Καὶ ἐκεῖ αἱ γνῶμαι τῆς ἐπιτροπείας ἐδιχάσθησαν, καὶ ἄλλα μὲν μέλη ὑπεστήριξαν, ὅπως οἱ γενικοὶ πρόξενοι γίνωνται ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας (de carriére), ἄλλα δὲ τοὐναντίον· οἱ τελευταῖοι δ’ οὗτοι ἔφεραν καὶ παραδείγματα ἀνδρῶν διαπρεψάντων εἰς θέσεις Γενικῶν Προξένων καὶ ἔξωθεν ληφθέντων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα περιττὸν θεωρῶ νὰ ἀναφέρω, ὡς γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν. Τοιαῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν παραδείγματα, ἠθέλησαν ν’ ἀφήσωσιν ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν Γενικῶν Προξένων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἐδέχθημεν προσόντα, ἐκεῖ ἔχομεν τὸ καλλίτερον προσωπικόν· ἀπόδειξις δὲ προφανὴς τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστικῶν καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀναμφισβητήτως εἶναι εὐδοκιμώτεροι τῶν ὑπαλλήλων παντὸς ἄλλου κλάδου, διότι πάντες εἰσάγονται δυνάμει προσόντων καὶ ἐξετάσεων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπεία ἀπέβλεψεν εἰς τὸ ὅτι ὁ Γενικὸς Πρόξενος δύναται νὰ λαμβάνηται καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ἕνεκεν εἰδικῶν προτερημάτων δύναται ἐπαξίως καὶ εὐστόχως τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ἀξίωμα νὰ διαχειρίζηται, ἔταμε μέσην ὁδὸν, καὶ ἐπρότεινεν, ὅπως δύνωνται τρεῖς ἐκ τῶν Γενικῶν Προξένων νὰ διορίζωνται ἄνευ προσόντων. Τὸ ἄρθρον 21 εὐρεῖαν προὐκάλεσε καὶ τοῦτο συζήτησιν εἰς τὴν ἐπιτροπείαν. Ἄλλα μὲν μέλη ἠθέλησαν νὰ γείνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει, ἕτερα δὲ ἐζήτησαν τὴν πλήρη ἀπάλειψιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, διότι διέβλεπόν τι τὸ προσωπικὸν ἐν αὐτῷ. Κατὰ πλειονοψηφίαν ὅμως ἡ ἐπιτροπεία παρεδέχθη, ὅπως, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τοῦτο, ἀπαλειφθῇ τελείως, ἐὰν δὲ ἀποδεχθῇ τοῦτο, νὰ τεθῶσιν ἀντὶ τῶν λέξεων «γραμματέως Αʹ τάξεως» αἱ λέξεις «τμηματάρχου Βʹ τάξεως», καὶ ἐκταθῇ οὕτω τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς μέχρι τοῦ τμηματάρχου Βʹ τάξεως. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ κ. Βελλιανίτου, ὅστις κατηγορηματικῶς συμφωνεῖ πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ κ. Καρτάλης συμφωνεῖ πρὸς τοῦτο, ἐκ παραδρομῆς δὲ δὲν ἐμνημονεύθη τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει. Ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐθίχθη τὸ ζήτημα, ὅτε συνεζητεῖτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τῆς μεταβολῆς τῶν Προξενείων Κάρδιφ, Μελίτης καὶ Ἀμβέρσης ἐξ ἀμίσθων εἰς ἔμμισθα· λαβὼν δὲ τότε καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, εἶπον ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ, καὶ ὅτι αὕτη κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ἐὰν αἱ παρασχεθησόμεναι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίαι, αἱ ἀποβλέπουσαι εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν εἰρημένων Προξενείων, εἶναι ἐπαρκεῖς, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τούτων εἰς ἔμμισθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε τὰς πληροφορίας ταύτας, ἡ δὲ Βουλὴ, κρίνουσα καὶ ἐκτιμῶσα, δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο, ἐὰν θελήσῃ. Ἐπίσης ἡ μεταβολὴ Προξενείων τινῶν ἐμμίσθων εἰς Γενικὰ καὶ Ὑποπροξενείων εἰς Προξενεῖα ἤγειρε πολλὴν συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ, ἀλλὰ κρίνω περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰς διαφόρους ταύτας γνώμας, μὴ ἐχούσας μεγάλην ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἐν γένει συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅσοι τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχον τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα γνώμην ἐπὶ τούτου δύνανται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκθέσωσι ταύτην. Ὀφείλω ὅμως νὰ τονίσω τὴν ἐπιμονὴν τοῦ βουλευτοῦ Θηβῶν κ. Δαούτη, ὅπως τὸ ἐν Βηρυτῷ Προξενεῖον προαχθῇ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς ἐπισημότητος τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ ἐν Ἀντιοχείᾳ Πατριαρχείου. Τὴν πρότασιν ταύτην, τόσον ζωηρῶς καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἁδρῶν ὑποστηριχθεῖσαν, ἡ ἐπιτροπεία παρεδέχθη, καὶ ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Οὐσιώδη μεταβολὴν φέρει ἡ ἐπιτροπεία εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Εἰς πάντας εἶναι γνωστὴ ἡ γλισχρότης τοῦ μισθοῦ, ὃν λαμβάνουσιν οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα ἐν τῇ ξένῃ, ὡς ἐκ τῆς καταπληκτικῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Διὰ τοῦτο ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου—διότι πολλαὶ ἐγένοντο συζητήσεις ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ, καὶ διάφοροι ἐξηνέχθησαν γνῶμαι, πᾶσαι τείνουσαι εἰς τὸ ὅτι ἐκ παντὸς τρόπου δέον νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, — τινὲς μὲν προέβαλον, ὅτι οἱ μισθοὶ πρέπει νὰ πληρώνωνται εἰς χρυσὸν, ἔστω καὶ ἐλαττουμένων τῶν νῦν κατὰ 10%, ὅπως ἄλλοτε...
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποτὲ δὲν ἐπληρώνοντο εἰς χρυσόν.
§87Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὸ τοῦ 1886.
§88ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ συναλλάγματος.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ τὸν παρόντα νόμον οὐδέποτε ἐπληρώθησαν εἰς χρυσόν.
§90ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγων ὅτι πληρόνονται εἰς χρυσὸν, δὲν ἐννοῶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παρόντος. Τοῦτο εἶναι γνωστόν... Ἐπειδὴ ὅμως ἡ διακύμανσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς δὲν ἤθελε παράσχει εἰς ἡμᾶς βέβαιον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, διαταράττουσα οὕτω τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπεία, καίτοι ἐπεθύμει τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας μείζονα, ἵνα οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος εὐπρεπῶς παριστῶσι ταύτην ἐν τῇ ξένῃ, ἀπεδέχθη ὁμοφώνως τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἐπίσης ἡ ἐπιτροπεία εἶδεν ἐπανερχομένην ἐν ἰσχύϊ τὴν διάταξιν περὶ τῆς θέσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων, ἐπιτυγχανομένης οὕτως ἑνιαίας καὶ ὀλιγοδαπανωτέρας ἐπιθεωρήσεως, διότι ταύτην ἐθεώρησε χρησιμωτάτην καὶ πολλὰ ὑπισχνουμένην διὰ τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν καθόλου καλὴν λειτουργίαν τῶν προξενικῶν ἡμῶν ἀρχῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος διεφώνησεν ὡς πρὸς τοῦτο...
§91Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ διεφώνησα εἰς πολλά. Θὰ τὸ δηλώσω βραδύτερον.
§92ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι μόνον... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μὴ θελήσας νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, προέτεινε, εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως αὐξηθῶσι τὰ προξενικὰ τέλη τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐν Αἰγύπτῳ, τεθῶσι δὲ τοιαῦτα καὶ ἐν Ρουμανίᾳ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐχὶ εὐχαρίστως ἤκουσε τοῦτο ἡ Ἐπιτροπεία, ἐγένετο δὲ συζήτησις μεγάλη ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ προέδρου μάλιστα αὐτῆς, ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Γ. Ρώμα, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ στέρξαντος τὴν τοιαύτην αὔξησιν καὶ τὴν τοιαύτην εἰσαγωγὴν, καὶ ἰσχυριζομένου ὅτι τοῦτο ἴσως γείνῃ ἀφορμὴ ν’ ἀλλάξωσι πολλοὶ τῶν ὑπηκόων ἡμῶν ὑπηκοότητα. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας προσεκόμισεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐπείσθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπείας ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αὔξησιν ταύτην καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων τελῶν καὶ ἐν Ρουμανίᾳ, μόνον προβάλλουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ὅπως ἡ τελευταία (τῶν περιακτῶν) κατηγορία Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Ρουμανίᾳ μένῃ ἀφορολόγητος. Ἐπίσης δὲ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τῶν νῦν διὰ τὰ διαβατήρια πληρονομένων τελῶν, καὶ ταύτην εὗρε δικαίαν καὶ χρήσιμον. Αὗται, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξαν αἱ κεφαλαιώδεις παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπεία λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, εἰς αὐτὴν δ’ ἀπόκειται, ὅπως διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς κυρώσῃ ταύτας. Αἰσθάνομαι ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά, τὰ ὁποῖα ὀψιμώτεραι μελέται ἐπὶ τοῦ θέματος, κατ’ εἰσήγησιν ἀνδρῶν γνωριζόντων τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο, μὲ ἄγουσι ν’ ἀναφέρω ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ ἐν τῇ μεσογείῳ Μικρᾷ Ἀσίᾳ παντελὴς σχεδὸν ἔλλειψις προξενικῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν εἶναι ἤδη αἰσθητοτάτη, διότι συνετελέσθη ἐκεῖ ῥαγδαία σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, ἐπιφέρει μεγάλας κοινωνικὰς μεταβολὰς καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν ἀποικιακήν· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην οὐκ ὀλίγην ῥοπὴν ἔσχε καὶ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον. Ὑπάρχουσι τρεῖς ἐκεῖ πόλεις, τὸ Ἰκόνιον, τὸ Δορύλλειον καὶ ἡ Ἄγκυρα, ἐν ταῖς ὁποίαις νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ, ἂν μὴ Προξενεῖα βʹ τάξεως, τοὐλάχιστον Ὑποπροξενεῖα, διότι τὰ τρία ταῦτα μέρη εἶναι κεντρικοὶ σταθμοὶ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, αἵτινες ἐστρώθησαν ἐκεῖ, τὸ δὲ Δορύλλειον, ἀρχαία πόλις, τουρκιστὶ καλουμένη Ἐσκὶ–Σεχὶρ, ἡ πρωτεύουσα τῆς Φρυγίας, κεῖται ἀκριβῶς εἰς τὸ μέσον τῶν σιδηροδρομικῶν συμπλεγμάτων Κωνσταντινουπόλεως–Δορυλλείου–Ἰκονίου, Κωνσταννουπόλεως–Δορυλλείου–Ἀγκύρας καὶ Σμύρνης–Ἀγκύρας· ἐκεῖ δὲ, ἐνῷ πρὸ εἰκοσιπενταετίας ὑπῆρχον 80 μόλις Ἕλληνες, ἤδη ὑπάρχουσιν ἄνω τῶν 4000, ὁλονὲν δὲ ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν αὐξάνει. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀποστέρξῃ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως καὶ ἐκεῖ ἀντιπροσωπευθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς, διότι αἱ ἀντίστοιχοι ἐν τοῖς παραλίοις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ εἶναι εἰς ἀρκετὰ μακρὰν ἀπόστασιν, καὶ δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ παρέχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τοὺς ἐκεῖ ὑπηκόους Ἕλληνας, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν καθῆκον ἔχει νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῷ φιλοτίμῳ ἀγῶνι, ὃν ἐκεῖ διεξάγουσι. Βλέπων δὲ ἐκ προσκομισθέντος πίνακος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ περίσσευμα τῶν μελλουσῶν προξενικῶν εἰσπράξεων, νομίζω ὅτι σκοπιμώτερον δὲν δύναται νὰ διατεθῇ τοῦτο ἢ εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν τριῶν τούτων Ὑποπροξενείων, ἅτινα, ἐνθαρρύνοντα τὸν ἐκεῖ Ἑλληνισμόν, δύνανται νὰ συνεπικουρήσωσιν εἰς τὸ ἀθόρυβον ἐθνικὸν ἔργον, ὅπερ οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες ἀπεργάζονται.
§93ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ηὐτύχησα, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρίσταμαι ἐνταῦθα κατὰ τὴν λεγομένην πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου,—λέγω δὲ λεγομένην, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ πῶς ἐγένετο ἡ πρώτη συζήτησις καὶ πῶς ἐγένετο ἡ πρώτη ἐπιψήφισις αὐτοῦ.—Ἐὰν ἐτύγχανον παρὼν, θὰ ἐξέφραζον καὶ τότε, ὡς ἐκφράζω τώρα, τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς, ἐνῷ ὑπάρχουσι τόσα σπουδαῖα νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, συνδεδεμένα μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐτέθη μεταξὺ τῶν πρωτίστων νομοσχεδίων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, νομοσχέδιον, ὅπερ (ὡς θ’ ἀποδειχθῇ, ὅταν διὰ μακρῶν γείνῃ ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν καθέκαστα) καὶ μάταιον ἐν πολλοῖς εἶναι, καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοὐναντίον δ’ ἔχει σχέσιν μεγάλην μὲ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπως τοῦτο μελετηθῇ καλλίτερον ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, νὰ προβῇ δὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων μᾶλλον κατεπειγόντων.
§94Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ προλαλήσαντος. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς καὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ὑπὲρ τὰ 18,000,000 αὔξησιν προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, ὅσοι ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν περὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει ἀρχὴν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς ὑπαλλήλους, ἡ ἀρχὴ δὲ αὕτη εἶναι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ἔξω ὑπαλλήλων. Δὲν πιστεύω δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος προλαλήσας κύριος Μαυρομμάτης, ὁ ὁποῖος ἐφ’ ἱκανὰ ἔτη ὑπηρέτησεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νὰ μὴ αἰσθάνηται πόσον γλίσχρος εἶναι ὁ μισθὸς τῶν ἔξω Ἑλλήνων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἰδίως μετὰ τὰ τελευταῖα ἀτυχῆ γεγονότα ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς ἔξω ὑπαλλήλους ἡμῶν· οὐδεμίαν δ’ ἄλλην ἐνίσχυσιν δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς ἢ νὰ τοῖς δώσωμεν τὰ μέσα νὰ ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς, καὶ νὰ παριστῶσι τὴν Κυβέρνησιν, τὴν μεγαλειότητα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Κράτους ἐν πάσῃ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀπορρίψῃ τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν, θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§95ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά, ἵνα συμβουλεύσω εἰλικρινῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐπαγγελία, ἣν νομίζω ὅτι ἤκουσα ἐκφερομένην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτε καί, ἀκούσας τὴν ἐπαγγελίαν, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ παρεμβάλω δυσχέρειάν τινα εἰς τὴν ψήφισιν ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει. Νομίζω ὅτι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν συμφέρει κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ κείμενον ἐκεῖνο, εἰς ὃ πέπεισμαι ὅτι μοιραίως ὑποχρεοῦται νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὴ πρὸς ἑαυτὴν σκεπτομένη, μὴ καταφεύγουσα εἰς ξένον τινά. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν εἰς δευτέραν συζήτησιν, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, δὲν σκοπεῖ μόνον εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ὡρισμένων καὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν, ἃς ἀναγνωρίζω ὅτι δεδικαιολογημένως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ, ὅπως πληρώσῃ, ἀλλ’ ἔχει παρεμπεπλεγμένας παντοίας διατάξεις, δι’ ὧν θίγεται ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα οὐ μόνον τὸ Προξενικὸν, ἀλλὰ καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς πρεσβευτικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει βάσιν εἰδικὴν, καὶ σπουδαιοτάτην, φορολογικὴν, καὶ βάσιν αὐξήσεως δαπανῶν, περὶ ὧν οὐδὲν δύναμαι νῦν νὰ εἴπω, διότι καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τούτου. Κατὰ πόσον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀσφαλεῖς αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως; Αἱ προβλέψεις περὶ δαπάνης ἐπὶ πλέον 252,000 δραχμῶν εἶναι θετικαὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ αἱ μόναι, διότι παραβλέπονται θέματα, ἅτινα, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ εἰσαγάγωσι δαπάνας κατὰ πολὺ μελλούσας ν’ αὐξήσωσι τὸ ποσὸν τῶν 252,000 δραχμῶν, ἃς βλέπομεν ἐν τῷ σημειώματι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αἱ δὲ φορολογικαὶ προβλέψεις, ἃς τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει, ἄδηλον εἶναι κατὰ πόσον καὶ κατὰ πολλοστημόριον θὰ κυρωθῶσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ προβλέψεις αὗται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκτείνονται ἐπὶ θεμάτων τοιούτων, ὥστε, ἐὰν τυχὸν ψηφισθῶσι καὶ ἐφαρμοσθῶσι τὰ προτεινόμενα, κινδυνεύετε νὰ ἴδητε διαρρέον μέγα πλῆθος πολιτῶν Ἑλλήνων ἐκ τῶν ἐγκατεστημένων ἔν τισι χώραις τῆς Εὐρώπης, καὶ διὰ τῆς διαρρυθμίσεως αὐτῆς συμπληρουμένην τὴν καταστροφὴν, ἣν καθημερινῶς ὑφίσταται τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐν χώραις, οἵα ἡ Ρωσσία, ἐν χώραις, οἵα ἡ Ρωμουνία, ὅπου καθημερινῶς οἱ Ἕλληνες ἀφομοιοῦνται πρὸς τοὺς Ρώσσους καὶ τοὺς Ρωμούνους, ὅπου καθημερινῶς οἱ Ἕλληνες ἀπόλλυνται διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐρχόμεθα δὲ ἡμεῖς, διὰ διατάξεων, αἵτινες λόγον ἔχουσι βεβαίως ἄξιον ἐκτιμήσεως, τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀντισηκώσωμεν τὰς δαπάνας, ἃς ὁρίζομεν ἐν τῷ νόμῳ, διὰ φόρου, ὅστις καθ’ ἑαυτὸν δὲν θεωρεῖται ὑπερβολικὸς, ἐρχόμεθα, λέγω, νὰ συντελέσωμεν εἰς συμπλήρωσιν τῆς καταστροφῆς, περὶ ἧς προηγουμένως ὡμίλησα. Τὸ ὅτι μέλος τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διεφώνησε κατὰ τοῦτο, καὶ τὸ μέλος τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γινώσκουσιν ἄριστα τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐν Ρωμουνίᾳ, ἀρκεῖ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ κινδύνου περὶ κακοῦ, μέλλοντος νὰ ἐπέλθῃ...
§96ΖΑΠΠΑΣ. Τίς εἶναι αὐτὸς, κύριε συνάδελφε;
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Γ. Ρώμας.
§98Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ λησμονῶμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὰ τελευταῖα ἡμῶν παθήματα ἁπανταχοῦ εἶναι ἠλαττωμένη τῶν Ἑλλήνων ἡ προστασία, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἠλαττωμένης προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ μείζων ἐμφανίζεται ἡ εὐκολία, ὅπως ὑποστείλωσι τὴν σημαίαν, —ἵνα εἴπω τὴν φράσιν τὴν προχθὲς ἐνταῦθα ἀκουσθεῖσαν,— καὶ μεταβάλωσιν ἐθνικότητα οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἵτινες εὐκόλως συσχηματίζονται πρὸς τὰ ξένα, ὅταν τὸ συμφέρον δυστυχῶς ὠθῇ αὐτοὺς εἰς τοιοῦτον συσχηματισμόν. Τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντες οἱ γνωρίζοντες τὸν χαρακτῆρα τὸν Ἑλληνικὸν καὶ τὸ εὐμετάβλητον καὶ τὸ εὐόργητον καὶ τὸ ταχὺ εἰς λῆψιν ἀποφάσεων, μεθ’ ἃς ἡ μεταμέλεια εἰς οὐδὲν συντελεῖ· καὶ ἡμεῖς οἱ ἐνταῦθα βουλευόμενοι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων πρέπει νὰ προσέξωμεν, μήπως ὠθήσωμεν περισσότερον, ἀντὶ νὰ ἀναστείλωμεν, τὸ κακόν, μήπως δώσωμεν ἡμεῖς ἀφορμὴν εἰς ἐπαύξησιν αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἶχεν ἀνάγκην νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, αἵτινες ἰδίως μετὰ τὸν πόλεμον ἐμφανίζονται ἐν ταῖς μὴ χριστιανικαῖς χώραις, ἠδύνατο ἐν ὀλίγοις ἄρθροις νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἤθελεν εὕρει τὴν Βουλήν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁμόφωνον ἐν τοῖς κυριωτάτοις πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ περιλάβῃ καὶ ἄλλα τινὰ θέματα, δύο ἢ τρία καθαρῶς προξενικά, ἅτινα ἀληθῶς συντελοῦσιν εἰς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, ἐν οἷς φρονῶ ὅτι πρωτεύει καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῆς καταργηθείσης ἐπιθεωρήσεως, πρωτεύει καὶ λόγῳ σπουδαιότητος τῆς ἐργασίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ,—τῆς ἑνιαίας ἐργασίας ἐπιθεωρητοῦ εἰδικοῦ,—καὶ λόγῳ ἔτι οἰκονομίας, διότι τοιαύτη ἐργασία, ἐνῷ θὰ ἦναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κρείττων τῆς γιγνομένης ἐκ διαλειμμάτων σήμερον, θὰ ἦναι καὶ οἰκονομικωτέρα, δὲν θέλει δὲ ἀποσπᾷ τοὺς προξένους ἀπὸ τῶν ἄλλων καθηκόντων αὐτῶν, μεταβαλλομένων εἰς ἐπιθεωρητὰς προσωρινούς, διεξάγοντας τὸ ἔργον ἄνευ ἑνότητος καὶ ἄνευ πνεύματος παραδόσεως, ὡς ὁ διαρκὴς ἐπιθεωρητής, οὐχὶ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου. Ἂν συμφώνως πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν, ἣν νομίζω ὅτι ἤκουσα ἐκφερομένην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσήγετο τὸ νομοσχέδιον οὕτως ἀπεψιλωμένον ἀπὸ τῶν προσθέτων, θὰ ἦτο βεβαίως λίαν εὔκολος ἡ ψήφισις αὐτοῦ. Καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι συμβουλεύω εἰλικρινῶς τὴν τοιαύτην τροποποίησιν, διότι, ἐὰν ἡ τοιαύτη τροποποίησις δὲν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ χειρίστη τιμωρία, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ νὰ ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἡ Ἀντιπολίτευσις· διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ψηφιζόμενον ὡς ἔχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ πλῆρες, θέλει δὲ προσκόψει ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐμπόδια ἀνυπέρβλητα, καὶ θέλει ἐκτεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην προσθήκης δαπάνης 500,000 περίπου δραχμῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Βλέπω δέ, ὅτι ἔχετε μόνον 252,000, κύριε Ὑπουργέ...
§100Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατί;
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θίγω ἁπλῶς τὰ θέματα διὰ νὰ δείξω διὰ ποίους λόγους ζητῶ τὴν ἀναβολήν... Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, θέλει ἀναγκασθῆ εἰς δαπάνην 500,000 περίπου δραχμῶν, ἐνῷ βεβαίως δὲν θέλει ἐκ τῆς ἄλλης πλευρᾶς λάβει τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς κάλυψιν αὐτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θαυμάζει, πῶς τοῦτο λέγω· ἀλλὰ δύο καὶ μόνον παραδείγματα ἐκ τοῦ προχείρου—διότι μέχρι τοῦδε δὲν συνεπλήρωσα τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας,—θέλουσι δείξει εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, πόσον ἀνεπαρκὴς ὑπῆρξεν ἡ πρόνοια τῶν μελετησάντων τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ἀπαραίτητον νὰ καταργήσῃ τοὺς ἀναπληρωτὰς τῶν προξένων, διότι ὁ θεσμὸς τῶν ἀμίσθων ἀναπληρωτῶν τῶν προξένων εἶναι ἀτελέστερος βαίως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀναπληρώσεως διὰ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ οἱ ἀναπληρωταὶ ἀναπληροῦσι τοὺς προξένους καὶ ὑποπροξένους, ἐν αὐτῇ τῇ ἕδρᾳ τοῦ Προξενείου λαμβανόμενοι. Εὑρίσκονται ἐν τῷ τόπῳ, ἐκλέγονται μεταξὺ τῶν ἐγκρίτων Ἑλλήνων τῆς περιφερείας, καὶ ἀπόντος τοῦ προξένου, λαμβάνοντες εἰς ἀποζημίωσιν τὸ τμῆμα τῆς μισθοδοσίας, οὗ στερεῖται ὁ πρόξενος, ἀναπληροῦσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προξενικῶν καθηκόντων. Παρὰ πολὺ συχνὰ γεννῶνται αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀναπληρώσεως, πολὺ εὐκολώτερον ἢ ὅ,τι ἔδει νὰ γεννῶνται, διότι δυστυχῶς ἐπεκράτησε νόσος εἰς τὸν Προξενικὸν ἡμῶν κλάδον, ὀλίγοι νὰ ἐπιθυμῶσι νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς θέσεις αὑτῶν, οἱ δὲ πλεῖστοι ὀρέγονται τὴν πρωτεύουσαν, ὅπου συναθροιζόμενοι μένουσιν ἀργοὶ, ἀλλὰ καρπούμενοι τὸν μισθόν. Λοιπὸν, ἂν δέκα μόνον ἀναπληρώσεις ἔχετε, θὰ ἔχητε ἀμέσως δέκα ἔξοδα μεταβάσεως καὶ δέκα ἔξοδα ἐπιστροφῆς, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ὁδοιπορικαὶ δὲν κανονίζονται λίαν οἰκονομικῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν...
§102Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ τὸν πίνακα τὸν ἰδικόν σας.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γινώσκω τὸν πίνακα· ὁ πίναξ δὲν ἐκυρώθη τῇ προτάσει μου, παρεσκευάσθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐκυρώθη τῇ προτάσει τοῦ κυρίου Κοντοσταύλου, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετ’ ἐμὲ, καὶ καλῶς ἐτέθη. Ἀλλὰ καὶ ὁ πίναξ, ὅστις συνετέλεσεν οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναγκαίως εἶναι δαπανηρός· διότι ἡ συγκοινωνία, περὶ ἧς προβλέπει, γίνεται μετὰ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, καὶ αἱ ἀποστάσεις εἶναι μεγάλαι καὶ ἡ δαπάνη εἰς χρυσὸν, ὁ δὲ χρυσὸς μετατρέπεται εἰς δραχμάς. Καὶ σήμερον μὲν μετατρέπεται, ὡς καὶ ὑμεῖς ἐν τοῖς περὶ ἐσόδων ὑπολογισμοῖς ὑμῶν πράττετε, τὸ φράγκον πρὸς 160, ἀλλὰ τὰ 160 ἐνταῦθα εἶναι βεβαίως ἐπιζήμια, ἐνῷ τὰ 160, ἅτινα ὑπολογίζετε ὑμεῖς εἰς τὸν λογαριασμὸν τῶν εἰσπράξεων, θέλουσι φέρει ἀποτελέσματα ἀλλοῖα ἐκείνων, ἅτινα ὑμεῖς προσδοκᾶτε. Δεύτερον παράδειγμα εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν ἔχει πολὺ ἀνωτέραν δαπάνην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπελόγισε τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκ τῶν τελῶν, ἅτινα ἐνταῦθα ἀνέγραψε, πρὸς 160 λεπτὰ τὸ φράγκον καὶ οὕτω μετέτρεψε τὰ κονδύλια, ἅτινα κατώρθωσε νὰ ἀναγράψῃ ἐπὶ τοῦ πίνακος, εἰς 252,000 δραχμὰς, ὡς προϊόν τῆς νέας φορολογίας, ἣν, Κύριος οἶδε, πότε θέλει δυνηθῆ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ μέχρι τίνος ὁρίου. Μετατρέψας διὰ τοῦ 160 ἀνέγραψε δρ. 359,824, ἀντιπαρέθηκε ταύτας πρὸς τὰς 252,968, τὴν δαπάνην, καὶ εὗρε καὶ περίσσευμα—ἐκ τῶν γνωστῶν περισσευμάτων—100,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει ὅτι πᾶσα προσπάθεια ἐν Ἑλλάδι καταβάλλεται πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς βαρῶν· εἰς τοῦτο ἐργαζόμεθα, εἰς τοῦτο ἀσχολεῖται ὅλη ἡ χώρα, καὶ τοῦτο πάντες ποθοῦμεν· ἐὰν τοῦτο κατορθωθῇ μετά τινα χρόνον νὰ ἔχωμεν,—εἴχομεν τὴν ἐπικαταλλαγὴν ἐντὸς τοῦ 1898 μεταξὺ 145 καὶ 150,—ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ἐλαττωθῇ καὶ πάλιν,—ὅπως ἐργαζόμεθα, ἵνα ἐπιτύχωμεν,—ποῦ εἶναι αἱ 359,000; Θὰ ἐλαττώσωμεν ἀναλόγως τὸ προβλεπόμενον ἔσοδον· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εὐοδοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα καὶ ἐλαττωθῇ καὶ κάτω τοῦ 150, ποῦ εἶναι αἱ 359,000; Καὶ ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς ἰσοτιμίας, ποῦ εἶναι αἱ 359,000; Βεβαίως ἀπώτατον εἶναι τὸ προσδοκώμενον πρᾶγμα, καὶ δὲν θέλομεν ἴδει αὐτὸ εἰς προσεχῆ χρόνον, ἀλλ’ οἱ νομοθετοῦντες, ταῦτα πάντα ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε φέρουσιν ὑπολογισμοὺς, ἵνα ἀποδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν συνεπάγεται δαπάνην τὸ νομοθέτημα τὸ ὑπ’ αὐτῶν προτεινόμενον. Ἀκούω λεγόμενον, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, σήμερον μάλιστα, οἱ ἐξωτερικοὶ ὑπάλληλοι νὰ πληρωθῶσι περισσότερον. Δὲν βλέπω διατὶ εἶναι πλέον ἀπαραίτητον ἢ ὅ,τι πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Γνωρίζω καλῶς τοὺς λόγους, τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα μεταχειρίζονται οἱ τοιαῦτα προτείνοντες· ἀλλὰ γνωρίζω καὶ ὅτι οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι εὑρέθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς πολὺ χείρονα θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον, διότι εὑρέθησαν ζῶντες, κακῶς μὲν, ἀλλὰ συντηρούμενοι καὶ δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὅτε ἡ ἐπικαταλλαγὴ εἶχε φθάσει εἰς τὰ 185. Καὶ οἱ ἐσωτερικοὶ ὑπάλληλοι γινώσκω πῶς ζῶσι...
§104ΔΑΟΥΤΗΣ. Διαφέρουσι.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν διαφέρουσι καὶ πολύ. Ὁ τμηματάρχης, ὅστις ζῇ ἐν Ἀθήναις καὶ ἔχει δαπάνας μεγάλας, διότι ὁ βίος εἶναι ἐν Ἀθήναις ὄχι εὐθηνὸς, καὶ ἔχει οἰκογένειαν πολυάριθμον, καὶ ἀναγκάζεται νὰ διατρέφῃ τὴν οἰκογένειάν του διὰ 380 δραχμῶν, δὲν εὑρίσκεται εἰς καλλιτέραν θέσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑπαλλήλου.
§106ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δαπανῶσιν εἰς χρυσόν.
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν διαφέρει. Ἐννοῶ, ὅταν τὸ Κράτος ᾖναι εἰς θέσιν, ὅτι ὀφείλει νὰ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς, ὡς ὀφείλει καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ νὰ αὐξήσῃ αὐτούς· ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ποῖοι εἴμεθα καὶ πόσον μικροὶ καὶ πτωχοί· μὴ λησμονῆτε, ὅτι πᾶσαι τῶν μισθῶν αἱ αὐξήσεις πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐπὶ προδιαγεγραμμένου σχεδίου, ἀφοῦ κατασταθῇ καθαρῶς γνωστὴ ἡ δύναμις ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας, καὶ ἂν ἐπιτρέπῃ ἢ ὄχι νὰ δαπανήσωμεν εἰς τοιαύτας αὐξήσεις. Ταῦτα μὲν, διότι μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ζητήσας ν’ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς ὡς δείγματα τοῦ τί δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδέχετο νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ προσαγάγῃ αὔριον ἢ μεθαύριον τὸ νομοσχέδιον οὕτως ἀπογεγυμνωμένον ἀπὸ τῶν περιττῶν καὶ ἐπιζημίων, τὸ νομοσχέδιον θέλει βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἐν πάσῃ εὐκολίᾳ· ἐὰν ὅμως τὸ νομοσχέδιον μείνῃ ὁποῖον εἶναι, ἓν τῶν δύο θέλει συμβῆ· ἢ θέλει ψηφισθῆ ἀσυζητεὶ, καὶ τότε θὰ μείνῃ ἀκεραία ἡ εὐθύνη τοῦ παραχθησομένου εἰς βάρος ἐκείνων, οἵτινες θέλουσιν οὕτω ψηφίσει, ἢ θέλει συζητηθῆ κατὰ τρόπον, ὅστις θέλει φέρει τοιαύτην περιπλοκὴν, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἐγκαίρως, πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἐκτὸς ἂν ἐγκαταλειφθῶσι τὰ ἄλλα νομοθετήματα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ ληφθῶσιν αἱ παρατηρήσεις αὗται ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιόν της, ὅπως μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐπηγγέλλετο πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§108Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἀνυπομόνως ἀνέμενον, ὅπως ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου πάντες ὁμολογοῦμεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἔχουσαν κῦρος· ἐν τούτοις δὲν μὲ ἔπεισαν οἱ λόγοι του, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὔτε ὡς πρὸς τὴν τῆς διασκευῆς νέου νομοσχεδίου. Ἡ ἄλλη ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφορᾷ...
§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τῆς οὐσίας, κύριε Ὑπουργέ.
§110ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσων ὡμιλήσατε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω... Ἡ ἄλλη ἀντίρρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς τὰς εἰσπράξεις, αἵτινες κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν ὡρίσθησαν ἀκριβῶς. Εἰς τοὺς πίνακας, οὓς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγράφονται αἱ μέλουσαι εἰσπράξεις, αἱ κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου πραγματοποιηθησόμεναι· ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι ὑπερβολικῶς ὑπελογίσθησαν εἰς 359,000 δραχμὰς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Πρὸς τούτοις φρονεῖ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι καὶ αἱ δαπάναι, εἰς ἃς θὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον ὡς ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἀνώτεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν, δηλ. ἀντὶ 224,000 δραχμῶν φρονεῖ ὅτι αἱ δαπάναι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 500,000 δραχ. Ὀλίγας λέξεις ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως πείσω αὐτὴν, ὅτι καὶ οἱ δύο ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐσφαλμένοι. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν δεύτερον ἰσχυρισμὸν, ὁ κύριος Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι μόνον τὰ ὁδοιπορικὰ,—διότι περὶ ἄλλου δὲν ὡμίλησεν,—ἅτινα θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὸ ἑξῆς διὰ τὰς ἀναπληρώσεις τριῶν ἢ τεσσάρων προξένων κατ’ ἔτος, θὰ ἀνέλθουν εἰς ὑπέρογκον ποσόν. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως οἱ ἑκάστοτε ἀποστελλόμενοι πρὸς ἀναπλήρωσιν προξενικῶν θέσεων ὁρίζωνται ἐκ τῶν ἐγγυτέρων προξενικῶν ἀρχῶν, οὕτως ὥστε αἱ δαπάναι τῆς μεταβάσεως νὰ μὴ ὦσι πολὺ σπουδαῖαι, φρονῶ δὲ, ὅτι 20 ἕως 30 χιλιάδες δραχμῶν κατ’ ἔτος θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν πρὸς ἀναπλήρωσιν ἀποστελλομένων προξενικῶν ὑπαλλήλων...
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς ὁποίας δὲν ἔχετε ἐδῶ ἀναγεγραμμένας.
§112ΡΩΜΑΝΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει ἓν γενικὸν κονδύλιον ὁδοιπορικῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ ἔχετε ἀναγεγραμμένον ὅμως. Τὸ περιελάβετε εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§114ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ τὸ ὑποβάλω ἐγκαίρως διὰ δηλώσεως. Ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἀναπληρώσεις δι’ ἰδιωτῶν, ὡς ἐκτενῶς ἐξετέθη ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχουν τόσα τὰ κακὰ, ὥστε βεβαίως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθελε προτείνει τὴν τροποποίησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως ταύτης· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἤθελε τὴν προτείνει καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι εἷς τῶν κυριωτέρων λόγων, διὰ τὸν ὁποῖον σήμερον τόσαι αἰτιάσεις ἐκφέρονται κατὰ τῶν προξενικῶν ἡμῶν ἀρχῶν, εἶναι ἡ ἀναπλήρωσις αὐτῶν δι’ ἰδιωτῶν. Ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἀπολύτως ἐναντίος εἰς τὴν ὑπὸ ἰδιωτῶν ἐνάσκησιν τῶν προξενικῶν καθηκόντων, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐν Τουρκίᾳ προξενικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν, ἐξ ἑνὸς μὲν νὰ καταργήσωμεν τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ ἔχωμεν ἰδιώτας ἀναπληρωτὰς τῶν προξένων καὶ Γενικῶν Προξένων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μᾶς εἶπεν, ὅτι περὶ τοὺς δέκα πρόξενοι συνήθως διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις...
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔφερα παράδειγμα.
§116ΡΩΜΑΝΟΣ. .. ὅτι οἱ πρόξενοι διαρκῶς ὀνειρεύονται τὴν πρωτεύουσαν, καὶ δὲν θέλουσι νὰ μένωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Περὶ τούτου ἐλήφθη φροντὶς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ· αὐστηραὶ διατάξεις ἐτέθησαν, αἵτινες θέλουσιν ἐμποδίσει εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐν Ἀθήναις διαμονὴν τῶν προξένων. Οὔτε προσκολλήσεις πλέον ἐπιτρέπονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε ἐπ’ ἀδείᾳ διαμονὴ ἐνταῦθα πέραν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς εὑρίσκει ὑπερβολικοὺς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω ὀλίγους ἀριθμοὺς, ὅπως πεισθῇ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον οἱ πρόξενοι νὰ ἐξακολουθήσωσι μισθοδοτούμενοι ὡς μέχρι σήμερον. Οἱ μισθοὶ τῶν προξένων, ὡς γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ ὁ ἐκ Βονίτσης ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅστις ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ τόσον εὐδοκίμως διετέλεσεν ἀνώτερος προξενικὸς ὑπάλληλος, ὡρίσθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ μεταξὺ χαρτονομίσματος καὶ χρυσοῦ. Ἐνθυμεῖται δὲ ὁ ἐκ Βονίτσης ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι κατὰ τὸ 1881, ὅτε τὸ πρῶτον ἐντεῦθεν δι’ ἐγκυκλίου ὡρίσθη ὅτι οἱ μισθοὶ θὰ πληρώνωνται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πάντες οἱ πρόξενοι ἀνηνέχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς ὃ παρέστησαν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ζήσωσι μὲ τοιούτους μισθούς. Ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ ὅτι ἀνέγνωσα ποτὲ μίαν σθεναρὰν ἔκθεσιν τοῦ ἐκ Βονίτσης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔλεγεν, ὅτι εἶναι γελοῖοι οἱ μισθοὶ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ζήσωσιν οἱ πρόξενοι μὲ τοιούτους μισθούς...
§117ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ.....
§118ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω. Ἡ Ἰταλία δίδει εἰς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Γενικὸν Πρόξενόν της 27,500 φράγκα, εἰς τὸν ἐν Καΐρῳ Διπλωματικὸν Πράκτορα 50,000 φράγκα, εἰς τὸν ἐν Τύνιδι Γεν. Πρόξενον 30,000 φράγκα, εἰς τὸν ἐν Βηρυτῷ 18,000. Θέλετε δὲ νὰ μάθητε, τί δίδει ἡ Σερβία εἰς τοὺς Γενικοὺς Προξένους της; 17,000 χρυσᾶ φράγκα εἰς ἕκαστον ἐτησίως. Ἡμεῖς δὲ προτείνομεν τί διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Προτείνομεν, ὅπως οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ, Σμύρνῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει Γεν. Πρόξενοι λαμβάνωσιν ἕκαστος 1280 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀντὶ χιλίων, ἃς λαμβάνουν σήμερον.
§119ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. 9,000 φράγκα χρυσᾶ δηλαδὴ ἐτησίως.
§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων εἶναι γελοῖοι.
§121ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ προσωπικὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι κακόν· ὑπάρχουν ἄριστοι πρόξενοι· βεβαίως καὶ μεταξὺ τῶν προξένων ὑπάρχουσί τινες ἄχρηστοι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν ταῖς ἄλλαις ὑπηρεσίαις. Νομίζετε, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν εἶναι κατώτερον τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἄλλων ἀρχῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἔχομεν ἀρίστους προξένους, καὶ δύναμαι νὰ ὀνομάσω ὡς τοιούτους τὸν Πολιτικὸν ἡμῶν Πράκτορα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ κ. Γρυπάρην, τὸν κ. Εὐγενειάδην, τὸν κ. Φίλωνα καὶ πολλοὺς ἄλλους· δὲν μοὶ φαίνεται δὲ δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι οἱ πρόξενοι οὗτοι δὲν εἶναι ἄξιοι αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των. Καὶ ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ αὐξήσεις τῶν προξενικῶν τελῶν, τὰς ὁποίας προτείνομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Μία τῶν κυριωτέρων εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ τέλους τῶν διαμονητηρίων ἐν Αἰγύπτῳ, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναμφιβόλως θέλομεν εἰσπράξει 43,000 φράγκα χρυσᾶ. Ὁ πίναξ, ὅστις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει ἀποδείξει εἰς πάντα ἐπιθυμοῦντα νὰ φωτισθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡ εἴσπραξις αὕτη εἶναι βεβαιοτάτη. Καὶ ἰδοὺ διατί. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ τὰ διαμονητήρια πληρόνονται τακτικώτατα...
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι τόσον τακτικά. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἐκ πείρας, τί συνέβη ἄλλοτε. Γνωρίζω ὅτι ἦλθε στιγμὴ, καθ’ ἣν ἠναγκάσθην μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν, τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, νὰ συσκεφθῶμεν περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν διαμονητηρίων...
§123ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν Αἰγύπτῳ.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐν Αἰγύπτῳ... Ἐφαρμόζοντες τὴν διάταξιν νόμου, δι’ ἧς δικαιοῦται ὁ πρόξενος καὶ ἔχει καθῆκον νὰ ἀρνηθῇ τὴν προστασίαν αὐτοῦ εἰς τὸν πολίτην τὸν μὴ πληρώσαντα τὸ διαμονητήριόν του καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ συμβουλεύσωμεν εἰς τοὺς ἐρωτῶντας, ἂν πρέπει νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν των ταύτην, ὅτι πρέπει νὰ τὴν μεταχειρισθῶσι μετὰ πολλῆς περισκέψεως, διότι ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστρέψωμεν τοὺς ὑπηκόους μας.
§125ΔΑΟΥΤΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, συνέβαινε μέχρι τοῦ 1885.
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς μετὰ τὸ 1885, ὅτε συνέβαινεν ὅ,τι σᾶς εἶπον.
§127ΡΩΜΑΝΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἃς προεκάλεσα πρὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους, μὲ ἔπεισαν ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ, ἐνῷ βεβαίως τοῦτο ἐν Τουρκίᾳ δὲν συμβαίνει, τὰ διαμονητήρια εἰσπράττονται τακτικώτατα, ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι λίαν προθύμως πληρόνουσι τὰ διαμονητήριά των, ἔχω δὲ λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχουσιν οἱ ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνες, ὅπως αὐξηθῇ τὸ τέλος τῶν διαμονητηρίων. Πάντες οἱ ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνες ὁμολογοῦσιν, ὅτι οἱ μισθοὶ, τοὺς ὁποίους δίδομεν εἰς τοὺς προξένους ἡμῶν, εἶναι ἀνεπαρκεῖς, προτιμῶσι δὲ νὰ ἴδωσι τὸν πρόξενον λαμβάνοντα μισθὸν ἀνώτερον καὶ ζῶντα ἀξιοπρεπέστερον ἢ νὰ φορολογῶνται ὀλιγώτερον. Ἄλλως ἡ φορολογία αὐτῶν εἶναι τόσον ἐλαφρὰ, ὥστε ἡ αὔξησις αὐτῆς δὲν θὰ ἦναι διόλου ἐπαισθητή. Ἐξ Αἰγύπτου λοιπὸν ἔχομεν 43,000 φράγκων αὔξησιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐθνικῆς ζημίας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν νῦν ἀμίσθων καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐμμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν, ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν θέλει ἀμφισβητήσει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις αὐτῶν θέλουσιν εἰσέλθει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι μέχρι τοῦδε τὰς εἰσπράξεις ταύτας ἐκαρποῦντο οἱ ἄμισθοι πρόξενοι, εἰς τὴν θέσιν τῶν ὁποίων θέλομεν διορίσει ἐμμίσθους...
§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συζητεῖτε τὴν οὐσίαν, ἐνῷ ἔχομεν ζήτημα ἀναβολῆς.
§129ΡΩΜΑΝΟΣ. .. Καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταβαλλομένων εἰς ἐμμίσθους τέως ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν ἔχομεν βεβαίαν αὔξησιν 46,000 φρ. χρυσῶν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ τέλη διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ. Ὁμολογῶ ὅτι μετά τινος ἐνδοιασμοῦ προέβην εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως περὶ διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἀπαλειφομένου τοῦ ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλομεν εἰς τοὺς χειρώνακτας καὶ τοὺς ἐργάτας τέλη διαμονητηρίων, ὡς πρὸς τοὺς τραπεζίτας, τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς ἐπιστήμονας ἐλαφρὸν τέλος διαμονητηρίων δὲν θὰ ἦτο ἐπαισθητόν...
§130ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ρουμανίαν; Δὲν ζητεῖ κανείς.
§131ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν προξένων ἐμφαίνεται, ὅτι 2200 Ἕλληνες κατ’ ἔτος προσφεύγουσι κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰς προξενικὰς ἀρχάς.
§132ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι Ἑβραῖοι αὐτοὶ, καὶ διὰ τοῦτο αἱ προξενικαὶ ἀρχαὶ ἐν Ρουμανίᾳ εὑρίσκονται καθ’ ἑκάστην εἰς συγκρούσεις μὲ τὰς ἀρχάς.
§133ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου πίνακος ἐμφαίνεται ὅτι ἔχομεν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τῶν δαπανῶν, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω, ὅπως δεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἀπαλείψω πάσας τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τέλη διαμονητηρίων ἐν Ρουμανίᾳ. Αἱ λοιπαὶ αὐξήσεις δὲν προέρχονται ἐκ νέων τελῶν· τὰ πλεῖστα τῶν τελῶν τούτων ἐπεβάλλοντο, ἀλλ’ ἐπληρόνοντο καταχρηστικῶς εἴς τινας προξενικὰς ἀρχὰς, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πρόξενοι ἐζήτουν τοιαύτας, ἐνῷ εἰς ἄλλας, ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν ἦτο σαφὴς, δὲν ἐπληρόνοντο. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀδείας γάμων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐπληρόνοντο εἰς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει, νομίζω, ὄχι δὲ καὶ εἰς τὰς ἄλλας προξενικὰς ἀρχάς. Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ὑπηκόων ἡμῶν ἐν Ρωσσίᾳ, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀνεύρω που ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ποῦ ἀνεὗρε ἀναγραφομένην τοιαύτην αὔξησιν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις, ἥτις ὁρίζει, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς τὰ τέλη πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες ἐπλήροναν εἰς τοὺς ἀμίσθους προξένους, θὰ εἰσπράττωνται εἰς τὸ μέλλον εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔδωκε χώραν εἰς τὴν παρεξήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς θὰ ἔχωμεν αὔξησιν ὡς πρὸς τὰς δαπάνας. Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο θὰ συμβῇ ὅταν τὸ φράγκον φθάσῃ εἰς τὸ ἄρτιον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι ἐν τοιαύτῃ εὐτυχεῖ περιπτώσει καὶ οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ πληρόνωνται ὀλίγον καλλίτερα. Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ἥτις εἶναι κατὰ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὑπὲρ τῆς ἀμέσου συζητήσεως αὐτοῦ.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀλιγίστας λέξεις εἰς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων προηγουμένως εἶπον, καὶ ἴσως εἶναι δι’ ἐμὲ καὶ ἡ τελευταία συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀποφεύγω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ἐπιθυμῶ καὶ νὰ ἴδω αὐτὸ ψηφιζόμενον. Θέλω νὰ παρατηρήσω μόνον, ὅτι οἱ μισθοὶ, ὡς εἶναι προσδιωρισμένοι εἰς τὸν νόμον, δὲν ἀνατρέχουσι εἰς τὸ 1877, διότι κατὰ τὸ 1877 πολλοὶ τούτων ἦσαν ὡρισμένοι μείζονες ἢ ὅ,τι σήμερον μεταβάλλονται. Ἀλλ’ ἐν ἔτει 1885 ὁ τότε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀνελθὼν κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὗρεν ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δὲν ἐδικαιολόγουν μισθοὺς τοσοῦτον διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος βαρεῖς, καὶ περιέκοψέ τινας αὐτῶν. Τούτους τοὺς περικοπέντας τότε μισθοὺς ἔρχεται νὰ αὐξήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὥστε δὲν εἶπεν ἀκριβῶς, ὅτι αὐξάνει τοὺς μισθοὺς τοῦ 1877· αὐξάνει καί τινας τῶν ἄλλων μισθῶν, ἀλλ’ αὐξάνει καὶ ἐκείνους, οὓς περιέκοψεν, ἐν γνώσει βεβαίως τῶν πραγμάτων, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅστις πιστεύω ὅτι καὶ αὐτὸς ἐγίνωσκε τὰς ἀνάγκας τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων καὶ εἶχε μεμελετημένα τὰ πράγματα μετὰ προσοχῆς. Ὅτε δ’ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ κόμμα τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις συνέταξε τὸ νομοσχέδιον τὸ Προξενικὸν καὶ ἐπέτυχε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐφήρμοσε πρῶτος κατὰ τὸ 1882, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἐπέτρεπον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τοὺς πρώτους μισθοὺς, καὶ ἀφῆκεν αὐτοὺς ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἀντίθετος αὐτοῦ εἶχεν ὁρίσει Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τὸ ἀκριβὲς καὶ διὰ τὴν ἔνδειξιν, ὅτι δὲν ὁρίζει πτωχὸν καὶ μικρὸν Κράτος τοὺς μισθοὺς αὐτοῦ ἢ κατὰ λόγον τῶν ἀπαραιτήτων πραγματικῶν ἀναγκῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ἁπασῶν τῶν ἀξιώσεων πολυτελεστέρας παραστάσεως τῶν προξένων, εἰς ἃς ἐπαρκοῦσιν ὀλίγα Κράτη, ἐκεῖνα ἅτινα ἀνέφερεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἅτινα, ὡς γνωστὸν, ἔχουσι προϋπολογισμοὺς δισεκατομμυρίων καὶ πληθυσμοὺς δεκάδων ἑκατομμυρίων...
§135ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ Σερβία;
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Σερβία δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρηται, ὡς οὐδὲ ἡ Ρουμανία, διότι ἡ Σερβία καὶ ἡ Ρουμανία δὲν ἔχουσι προσωπικὸν προξενικὸν μέγα, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν προξενικὸν προσωπικὸν μέγα κατ’ ἀνάγκην, διότι ὁ βίος τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀσίᾳ καὶ ἐν Ἀφρικῇ καὶ ἐν Ἀμερικῇ νὰ ἔχωμεν προξένους. Ἠναγκάσθημεν, συμβιβάζοντες τὰ πράγματα, νὰ πλάσωμεν προξένους ἀμίσθους· διατί; Δὲν ἐγνωρίζομεν ὅτι οἱ ἄμισθοι πρόξενοι εἶναι κατὰ κανόνα κατώτεροι τῶν ἐμμίσθων; Ἐγνωρίζομεν τοῦτο καλῶς, ἀλλ’ ἐγνωρίζομεν καὶ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξελέξαμεν εἰς πολλὰς πόλεις τοὺς κρείττονας μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ ξένων, καὶ ἀνεθέσαμεν εἰς αὐτοὺς ἀμισθὶ τὰ καθήκοντα τὰ προξενικά. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐκεῖνο ἀκριβῶς, ὅπερ ἐπεθυμοῦμεν. Ἄν ἤμεθα εἰς θέσιν τοιαύτην, οἵαν ἐπιθυμοῦμεν, πρῶτος θὰ προέτεινον τὴν μετατροπὴν τῶν μισθῶν τῶν προξένων εἰς χρυσὸν, διότι ἐμελέτησα τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ ἐγνώρισα αὐτὰς, καὶ ἠναγκάσθην ἐκ τούτου τοῦ λόγου νὰ εἰσαγάγω ἄλλοτε νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, ψηφισθέντα, καθ’ ὃν, ἂν αἱ εἰσπράξεις αἱ ἐν τοῖς Προξενείοις ἀρκοῦσι, πληρόνονται ἐξ αὐτῶν οἱ διακοσιάδραχμοι ὑπάλληλοι εἰς χρυσὸν, —διότι τοῦτο ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ πράξῃ, παρέχον εἰς αὐτοὺς τρόπον βίου ἀνετωτέρου. — Τοιαῦτα ἐμελετήθησαν τότε, ὅτε τὰ πράγματα τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐφαίνοντο ἀνθηρότερα ἢ σήμερον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ὑπερβῶμεν τὸ μέτρον τὸ τεθὲν ὑπὸ δύο ἀλληλοδιαδόχων Κυβερνήσεων, τελείως ἀντιθέτων ἐν πᾶσι, καὶ ἐν τούτοις ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐχουσῶν συμπίπτουσαν τὴν γνώμην, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἔνδειξις σπουδαία καὶ ἀξία νὰ ἐπιστήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν προσοχήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, τῶν μελλόντων ν’ ἀποστέλλωνται, ὅπως ἀναπληρῶσι τοὺς προξένους, διότι καταργοῦνται οἱ ἄμισθοι ἀναπληρωταί, κρίνει μέτριον, διότι θέλουσι προσκαλεῖσθαι οἱ πλησιέστεροι· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι πλησίον εἰς αὐτοὺς ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, ἀπώτεροι, προσκαλούμενοι ὡσαύτως. Εἶπεν ὅτι καὶ ἄλλοτε οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἀνεπληροῦντο ὑπὸ ὑπαλλήλων ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας στελλομένων, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι σήμερον κανονικῶς στέλλονται ἔμμισθοι ἀναπληρωταί, ἐνῷ τοιαύτη ἀποστολὴ συνέβαινε τότε σπανιώτατα, εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀποστολῆς εἰδικοῦ προξενικοῦ ὑπαλλήλου ἢ διπλωματικοῦ, ἵνα ἀναπληρώσῃ πρόξενόν τινα εἰς πολὺ σπουδαίαν θέσιν, διότι ὁ ἀναπληρωτὴς δὲν ἐπήρκει εἰς ἀναπλήρωσιν κατὰ τὰς εἰδικὰς ἐκείνας περιστάσεις· προκειμένης δὲ τοιαύτης ἐκτάκτου ἀναπληρώσεως, ὁ νόμος γενικῶς ὥριζεν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῷ ὑπάρχοντι μισθῷ, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν ἐπέτρεπε νὰ δίδηται ποτὲ εἰς αὐτὸν ἀποζημίωσις ὑπερβαίνουσα τὸν μισθὸν τῆς θέσεως. Ἀλλὰ σήμερον κατὰ κανόνα ἀποστέλλοντες ἀναπληρωτὴν τοῦ ἀπόντος ἢ ἄλλως κωλυομένου προξένου, θέλετε πληρόνει ὁλόκληρον τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ καὶ προσέτι τὸ διὰ τὴν θέσιν ὁριζόμενον μέρος τῆς ἐπιχορηγήσεως ἢ τοῦ μισθοῦ...
§137ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ λαμβάνῃ τὸν μισθόν του.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι πάντοτε οὕτω. Ὁπωσδήποτε ταῦτα ἠθέλησα νὰ εἴπω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὅσον φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός. Βλέπω ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰργάσθησαν πολλοί· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐργασία ἐγένετο ὄχι μετὰ πολλῆς τῆς προσοχῆς, ὅτε βλέπω ὅτι ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ περιλαμβάνονταί τινα, οἷον τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἐπαναλαμβάνεται εἰς πλεῖστα ἄρθρα. Τὸ νομοσχέδιον ἀντικαθιστᾷ,—παρατίθενται ἀπέναντι τὰ ἄρθρα τοῦ κειμένου νόμου,—ἀντικαθιστᾷ π. χ. τὸ ἄρθρον 24 δι’ ἄλλης διατάξεως, ἥτις λαμβάνει τὴν θέσιν ἐκείνου καὶ συσσωματοῦται ἐν τῷ νόμῳ τῷ ΧΝϚʹ. Κατὰ κανόνα, αἱ διατάξεις αἱ παραπέμπουσαι εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ΧΝϚʹ, ἐν τοῖς ἄρθροις τοῖς μεταρρυθμιζομένοις δὲν παραπέμπουσιν ἐσωτερικῶς εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, οὗτινος μέρος ἀποτελοῦσι τὰ μεταρρυθμιζόμενα ἄρθρα, ἀλλὰ παραπέμπουσιν ὡς εἰς νόμον ἄλλον...
§139ΡΩΜΑΝΟΣ. Παραπέμπουσι καὶ εἰς τὸν ἴδιον νόμον.
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Παραδείγματος χάριν, τὸ ἄρθρον 24, ὅπερ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν ἄρθρῳ 9, τίθεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ἐν τελευταίᾳ παραγράφῳ τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀναπληρωταὶ οὗτοι, πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των, ὀμνύουσι τὸν ἐν τοῖς ἄρθροις 4 τοῦ νόμου τούτου» (δηλαδὴ τοῦ νομοσχεδίου) «καὶ 6 καὶ 7 τοῦ ΧΝϚʹ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ΑΦΛΔʹ, ὁριζόμενον ὅρκον.» Παραπέμπει δηλαδὴ τὸ ἄρθρον πρῶτον μὲν εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τούτου, δηλαδὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔπειτα εἰς τὸν ΧΝϚʹ νόμον...
§141ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ψηφισθησόμενον ἄρθρον 24, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἄρθρον αὐτοῦ τοῦ ΧΝϚʹ. Πρέπει ἄρα νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ ἴδιον κείμενον τοῦ νόμου, εἰς ὃ ἀνήκει.
§143ΡΩΜΑΝΟΣ. Παραπέμπει καὶ εἰς τὸν ἴδιον νόμον. (Διάλογοι καὶ θόρυβος).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάθε ἄλλο παρὰ περὶ ἀναβολῆς πρόκειται.
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς γίνεται ἐνταῦθα ὅ,τι, ἂν μετεβάλλετο π. χ. ὁ κῶδιξ ὁ Ναπολεόντειος. Ὅτε μεταβάλλεται ὁ Ναπολεόντειος κῶδιξ καὶ ἀντικαθίσταται ἓν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον τὸ νέον, παραπέμπον εἰς ἄλλην διάταξιν τοῦ κώδικος, λέγει: «κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου τούτου...»
§146ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ νόμος ΧΝϚʹ, ὅστις ἦτο καὶ εἶναι ὁ κῶδιξ.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κατασταθῶ ἀντιληπτός.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ λύσωμεν πρῶτον τὸ περὶ ἀναβολῆς ζήτημα;
§149Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καταδεικνύει τὰς ἀσαφείας, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀναβολή.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν τελειώνομεν.
§151ΡΩΜΑΝΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Τὸ ἴδιον εἶναι. Καλὸν εἶναι ν’ ἀναφέρηται καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ ΧΝϚʹ νόμου.
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ φρονεῖτε ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον, ἔχει καλῶς· δοκιμάσατε. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολήν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, βεβαίως θὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει δύο λέξεις νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Προὐτάθη ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ. Συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνταπήντησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας πάλιν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ οὕτω μένουσιν ἐντυπώσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐνῷ συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἵνα μίαν ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τούτων ἀνατρέψω. Λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής: «πῶς ἔρχεσθε σήμερον νὰ καταστρέψητε ἔργον, τὸ ὁποῖον δύο ἰσχυρὰ κόμματα ἐσεβάσθησαν;»...
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῶν μισθῶν μόνον εἶπον.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τῶν μισθῶν... «Δύο ἰσχυρὰ κόμματα, προεδρευόμενα ὑπὸ τοιούτων ἀνδρῶν, γινωσκόντων τὴν κατάστασιν ἡμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν τὰς ἐξωτερικὰς, ὥρισαν τοὺς μισθοὺς, καὶ ὥρισαν αὐτοὺς κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ, καὶ ἔρχεσθε σήμερον ὑμεῖς καὶ προσθέτετε δαπάνην!» Πρῶτον ζήτημα· προσθέτομεν δαπάνην; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καθαρῶς ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν προστίθεται δαπάνη, διότι ἐκ τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι διὰ τὸν ἐπιβαλλομένων τελῶν θὰ εἰσπραχθῶσι, θέλει εἰσπραχθῆ τὸ σήμερον προστιθέμενον ποσόν. Αἱ εἰσπράξεις αὗται καλύπτουσιν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν πινάκων καὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν προξενικῶν ἡμῶν ἀρχῶν,—τῶν ὁποίων τὴν ἀκρίβειαν οὐδένα ἔχω λόγον ν’ ἀμφισβητήσω—τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης. «Ἀλλὰ», λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, «ἔστω καὶ τοῦτο· ποῖος ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἐνῷ δύο κραταιὰ κόμματα ἐθεώρησαν, ὅτι οἱ μισθοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐπαρκεῖς;» Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ ἰσχυρὰ ταῦτα κόμματα ἐκανόνιζον τὰ τῶν μισθῶν, εἰς τὰ 1885 καὶ 1886, ἡ ἐπικαταλλαγὴ δὲν ἦτο οἵα σήμερον. Εἰς τὰ 1885 δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ, εἰς δὲ τὰ 1886 δὲν εἴχομεν ἢ 10% ἕως 12% διαφοράν. Ἂς ὑπολογίσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τὰς χιλίας δραχμὰς μὲ 12½ διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι τότε οἱ ὑπάλληλοι ἐλάμβανον εἴτε χίλια φράγκα κατὰ μῆνα, εἴτε ἐννεακόσια, ἀλλὰ σήμερον λαμβάνουσιν οἱ ἔχοντες μισθὸν χιλίων δραχμῶν ἑξακόσια μόνον φράγκα. Μ’ ὅλην δὲ τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία γίνεται, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀπολαυὴν ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ ἰσχυρὰ ἐκεῖνα κόμματα εὗρον, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο ἐπαρκές. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, καὶ ἡ ἐντύπωσις ἡ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου παραχθεῖσα δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι τοιαύτη, οἵαν προσεδόκα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ αἰρομένου, δὲν ἤκουσα ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ διά τινων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὑπενόουν ὅτι θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τὴν μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ εἶπον τότε, μὴ γνωρίζων τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἤθελον ἀντιτάξει εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ, ὅτι ὑπάρχουσι θέματά τινα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μὴ ἐπαρκῶς μεμελετημένα, δὲν θὰ εἶχε καμμίαν δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις τότε, ἵνα τὰ ἄρθρα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ θέματα ταῦτα ἀφαιρέσῃ καὶ περιορισθῶμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κανονίζονται ἐπαρκῶς καὶ κατὰ τρόπον ἀντιληπτόν. Ταῦτα εἶπον τότε, καὶ ταῦτα λέγω καὶ τώρα. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δικαιολογοῦσι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντα παρ’ ἡμῶν νομοσχέδια εἶδον πάντοτε παρὰ τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀντιτασσομένην τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἂν εἶχε γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ἢ μετὰ τοσαύτης ἀκολουθίας ἰδεῶν εἴδομεν ἀναπτυσσομένην παρὰ τῶν κυρίων τῶν καθημένων ἐκεῖθεν, οὐδὲν νομοθετικὸν ἔργον, προταθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε ψηφισθῆ· καὶ βεβαίως, κατὰ τὴν κρίσιν ὑμῶν, εὐτυχὴς θὰ ἦτο ἡ Ἑλλάς, ἂν οὐδὲν νομοθετικὸν ἔργον, ἐξ ὅσων προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις, ἤθελε γείνῃ δεκτόν· ἀλλ’ αὗται εἶναι σκέψεις ἰδικαί σας, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἀποδεχθῶ. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ζητήσητε τὴν ἀναβολήν. Ἐννοῶ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ἐκ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν. Ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψωσι λόγοι, οἱ ὁποῖοι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι τροπολογίαι τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῇ ταύτας, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι θέλομεν ἀποδεχθῆ αὐτάς, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς κομματικὸς σκοπὸς δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος, ὅπως χωρισθῶμεν εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′ μ. μ.
§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· εἰς τὰς 9 καὶ 30′ θὰ ἐπανέλθωμεν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§159Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 82 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου», ἀποσύροντες τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ὑποβάλει, «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου».
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 198). Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Βάλτου κ. Στράτος. Ἑτέραν τροπολογίαν ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Πεταλᾶς. Ἀμφότεραι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199 καὶ 200). Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§161ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι πολλὰ τῶν Προξενικῶν ἡμῶν πραγμάτων εἶναι τὰ χρήζοντα διορθώσεως, καίτοι φρονῶ ὅτι ἡ ἁθρόα καὶ σύγχρονος ἀφ’ ἑνὸς βελτίωσις τῶν μισθῶν τῶν προξένων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σύστασις ἐμμίσθων Προξενείων θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἱκανὸν ποσὸν, διότι ἡ μὲν δαπάνη θὰ γείνῃ βεβαίως, ἡ αὔξησις δὲ τῶν ἐσόδων εἶναι ἐλπιζομένη καὶ οὐχὶ βεβαία. Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, λέγω ὅτι εἶναι καὶ ἀναγκαία καὶ δικαιοτάτη. Ἄλλοτε, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἑτοιμάσει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἠμποδίσθην δὲ νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι ἦσαν ἐκκρεμεῖς αἱ περὶ συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν διαπραγματεύσεις· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ αὔξησις, ὡς γίνεται νῦν, δὲν θὰ ὠφελήσῃ τοὺς προξένους, ὅσον ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἤθελον δὲ συστήσει αὐτῷ, ὅπως κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπενέγκῃ, ἐὰν συμμερίζεται τὸ ὀρθὸν τῶν σκέψεών μου, τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ μᾶλλον συντελεστικὸν τῆς αὐξήσεως, ἣν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐλάμβανε μέτρα, ὥστε ὁ μισθὸς τῶν προξένων νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν, διότι γνωστὸν εἶναι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὰ προξενικὰ, ὅτι ἡ πληγὴ τῶν προξένων εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποί των. Ἄλλοτε ἐπετρέπετο, οἱ ἔχοντες διαχείρισιν πρόξενοι νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν των ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων, νὰ διαβιβάζωσι δὲ τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰσπράξεων εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον. Ἀλλ’ ἀπό τινων ἐτῶν ἀπηγορεύθη τοῦτο, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος πᾶς πρόξενος νὰ ἔχῃ πληρεξούσιον ἐν Ἀθήναις ὁ ὁποῖος νὰ εἰσπράττῃ τὸν μισθὸν αὑτοῦ. Ἀλλ’ οἱ πληρεξούσιοι οὗτοι, συχνὰ συνέβαινε λαμβάνοντες τὸν μισθὸν, νὰ λησμονῶσιν, ἕνεκα ἴσως ἀσχολιῶν, νὰ στέλλωσι τὸ χρῆμα. Ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι πολλοὶ πρόξενοι ὑπέβαλλον περὶ τούτου παράπονα καὶ δι’ ἀναφορῶν καὶ δι’ ἐπιστολῶν, εἶχον δὲ φθάσει αἱ καταχρήσεις μέχρι ποσοῦ καὶ 5,000 δραχμῶν. Ἕνεκα τούτου εἶχον σκεφθῆ τότε νὰ συντάξω νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδικοῦ γραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, λογιστικοῦ καὶ ταμιακοῦ. Ἡ δαπάνη, ἥτις ἤθελεν ἀπαιτηθῆ διὰ τὴν σύστασιν τοιούτου γραφείου, δὲν θὰ ὑπερέβαινε τὰς 8 ἕως 9 χιλιάδας δραχμὰς, προορισμὸς δὲ αὐτοῦ θὰ ἦτο, νὰ συγκεντροῖ κατὰ μῆνα τοὺς λογαριασμοὺς τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων, καὶ ἐντὸς τῶν 5 ἢ 6 πρώτων ἡμερῶν νὰ γίνεται ἡ τακτοποίησις καὶ κατόπιν δι’ ἐπιταγῆς νὰ ἀποστέλλῃ ὁ ταμίας οὗτος τοὺς μισθοὺς εἰς τοὺς προξένους. Οὕτω δὲ ἀπηλλάσσοντο οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ πρόξενοι τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχουν ἐν Ἀθήναις πληρεξουσίους, οἵτινες, ὡς προεῖπον, εἶχον καταντήσει δι’ αὐτοὺς πληγή. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἤδη συνεστήθη τὸ γραφεῖον αὐτὸ, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, ὡς καὶ ἐγὼ εἶχον κανονίσει τοῦτον τῇ ὑποδείξει τῆς ὑπηρεσίας. Ἤθελον συστήσει πρὸς τούτοις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τροπολογίαν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς συναδέλφου κ. Πεταλᾶ, καθ’ ἣν εἰς 5 ἢ 6 μέρη τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας τοποθετοῦνται ὡς γραμματεῖς Προξενείων ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἡ πρότασις αὕτη, ὑποβληθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ ὡς σχέδιον νόμου τὸ 1896 ἢ 1897, εἶχε ψηφισθῆ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ αἱ τότε ἐπελθοῦσαι περιστάσεις ἐματαίωσαν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἤδη, ὅτε ἐπῆλθον ὁμαλαὶ περιστάσεις, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἀσπασθῇ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θὰ κριθῇ παρὰ πάντων χρήσιμος. Εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω παρατηρήσεις.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§164Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 καταργεῖται ἡ θέσις τοῦ λιμενάρχου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς θέσεως τοῦ λιμενάρχου, διότι ἡ θέσις αὕτη θεωρεῖται ἐν Κωνσταντινουπόλει ὡς προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραιτώμεθα τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ὧν ἓν ὁ Ἑλληνισμὸς συνήθισε νὰ θεωρῇ καὶ τὴν θέσιν τοῦ λιμενάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος ναυτικὸν, καλὸν εἶναι νὰ διατηρηθῇ ἡ θέσις αὕτη.
§165Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παραδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προνομίου. Ὁ λιμενάρχης εἶναι ὑπάλληλος προξενικὸς, ὅστις ἐξασκεῖ τὰ λιμενικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὡς προνόμιον ἔχει ὁ Γενικὸς Πρόξενος, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν λιμενάρχην, ἔχομεν τὸ προνόμιον νὰ διορίσωμεν· ἐν τούτοις δέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§166ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι θεωρεῖται προνόμιον, εἶναι ὅτι καὶ ἡ Ρουμανία, ἐξασκοῦσα τὸ προνόμιον τοῦτο, διώρισε λιμενάρχην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§168Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σπουδαίου νομοθετικοῦ ἔργου, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων καὶ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ μονίμου ἐπιθεωρητοῦ. Νῦν δὲ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 7, ὅτι αὐξάνει ἡ συγκεντρωτικὴ δύναμις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅσοι δ’ ἔχομεν ἀνέκαθεν κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἡ ἄδεια, ὡς διατυποῦται, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀφίναμεν ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην ἀρχήν, ἵνα ἐξετάζῃ, κατὰ τὰς διδομένας περιστάσεις, τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν αἰτεῖται ἄδειαν προξενικός τις ὑπάλληλος. Ἐὰν παρετηρήθη πολλάκις τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ περιφέρωνται ἐν Ἀθήναις προξενικοὶ ὑπάλληλοι μακρὰν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, εἰς τοῦτο συνετελέσαμεν ἡμεῖς. Οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ σθένος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὸ τοιοῦτον.
§169ΔΑΟΥΤΗΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ ἰσχύουσα διάταξις τοῦ νόμου· ἡ προϊσταμένη προξενικὴ ἢ διπλωματικὴ ἀρχὴ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, αὐτὴ νὰ χορηγῇ ἢ μὴ δεκαπενθήμερον ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸν ζητοῦντα τοιαύτην προξενικὸν ὑπάλληλον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς γενικώτερα συμφέροντα, καὶ δὲν πρέπει νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον εἰς τοιαύτας λεπτομερείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§171Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–11).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§173Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μεταξὺ τῶν δύο τελευταίων ἐδαφίων παρακαλῶ νὰ προστεθῇ νέον ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς: «Αἱ περὶ δοκιμασίας ἀνωτέρω διατάξεις ἰσχύουσι μόνον διὰ τοὺς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου διορισθησομένους ἀκολούθους.» Εἰς δὲ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, ἀντὶ τῶν λέξεων «λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν» νὰ τεθῇ «ἐξασκήσας τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐπὶ διετίαν».
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§175Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, μετὰ τὰς λέξεις «τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας» νὰ προστεθῇ «ὁ παρ’ αὐτῇ λιμενάρχης».
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§177Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «δύναται νὰ διορισθῇ ὑποπρόξενος ὁ ἐπὶ πενταετίαν ὑπηρετήσας ὡς πρῶτος διερμηνεὺς Γεν. Προξενείου», νὰ παραδεχθῇ τὴν διάταξιν ὡς ἔχει ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ· ἤτοι νὰ τεθῇ: «ὡς διερμηνεὺς Γενικοῦ Προξενείου ἢ Προξενείου»· διότι, ἀφοῦ ἔχομεν νέους ὑπηρετοῦντας ὡς διερμηνεῖς, οἱ ὁποῖοι φέρουσι δίπλωμα τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, εἶναι ἄδικον νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ προσόντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι.
§178Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πολὺ καλά· δέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§180Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῇ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καθ’ ἣν εἰς τὰς θέσεις τῶν Γενικῶν Προξένων δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἐξ ἄλλων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας κλάδων καὶ ἔξωθεν αὐτῆς, ἄνευ εἰδικῶν προσόντων, διότι, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξα καὶ τὰ περισσότερα μέλη αὐτῆς ἀπεδέχθησαν, ἔχομεν παραδείγματα προσώπων, τὰ ὁποῖα διεκρίθησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον ληφθῆ ἔξωθεν τῆς ὑπηρεσίας· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι, ὅτε ἤμην ἐν Κωνσταντινουπόλει, πολὺς λόγος ἐγίνετο περὶ τοῦ Παλαιολόγου, ὡς διακριθέντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, καίτοι δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἦτο πρὶν Εἰσαγγελεὺς ἢ δικηγόρος καὶ εἰσήχθη εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον ἀπὸ τὸν Καλλιγᾶν. Ὅτε δ’ ἐγὼ διετέλουν ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐνθυμοῦμαι Γενικὸν Πρόξενον τὸν μακαρίτην Ἀναστάσιον Βυζάντιον, ὁ ὁποῖος ἐπίσης δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, πάντες ὅμως ἐνθυμούμεθα, καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐπίσης, ποῖος ἦτο ὁ Ἀναστάσιος Βυζάντιος. Σήμερον ἔχομεν τὸν κύριον Γρυπάρην, τὸν τελειότερον, τολμῶ νὰ εἴπω, ἐξωτερικὸν ὑπάλληλον.
§181Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δαούτη, καὶ παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 16 ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 41 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΒΤΛΕʹ, μεταρρυθμίζεται ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὰς θέσεις τῶν Γεν. Προξένων δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἐξ ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἔξωθεν αὐτῆς. Εἰς τὴν θέσιν προξένου αʹ τάξεως δύναται νὰ προβιβασθῇ ὁ ἔμμισθος πάρεδρος μετὰ τριετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν.»
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§184Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, ἀντὶ «μετὰ διετίαν» νὰ τεθῇ «μετὰ τριετίαν». Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 19 καὶ 20, ὡς ἔχουσι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται):
§186ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἄρθρον 21, κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω διατὶ ἐτέθη· ἀλλὰ τὸ λεκτικὸν αὐτοῦ μοὶ φαίνεται τόσον σκοτεινόν, ὥστε καλλίτερον νὰ ἔλειπεν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος, δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον.
§187ΘΕΟΔ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, φρονῶ ὅτι τὸ ἄρθρον 21 δέον νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, οὔτε διαγραφόμενον, ἀλλ’ οὔτε καὶ τροποποιούμενον. Τὴν γνώμην ταύτην διετύπωσα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συνεφώνουν μὲ τὴν ἐμὴν γνώμην, συνετάσσετο δὲ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι μετέγνων, οὕτω δὲ φέρομαι ἐγὼ ὡς μειονοψηφῶν. Ἀληθῶς ἡ μεταλλαγὴ τῆς γνώμης τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων οὐδόλως ἐπηρέασε τὴν ἰδικήν μου· ἐξακολουθῶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ἔχω αὐτὴν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως εὐρύτερον κἄπως ἀναπτύξω ταύτην. Τὸ συζητούμενον 21 ἄρθρον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, οὗτινος ὁ κ. Σκουζὲς ζητεῖ τὴν διαγραφὴν, ὡς ἀσαφοῦς, ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸν ὁποῖον οὐχὶ ἅπαξ ἐφήρμοσεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ὥστε, ἂν ὑπῆρχεν ἀσάφειά τις, ὑπῆρχεν ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, δὲν εὐθύνεται δ’ ἐπὶ τούτῳ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ προσετέθη μόνον ἡ ῥῆσις: «καὶ τἀνάπαλιν μέχρι τοῦ βαθμοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως ἐν τῇ κεντρικῇ, διπλωματικῇ ἢ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐὰν συνεπληρώθη ἐν τῷ κατωτέρῳ βαθμῷ τριπλάσιος χρόνος τοῦ διὰ τὴν προαγωγὴν ἀπαιτουμένου ἐλαχίστου χρονικοῦ ὁρίου.» Ὅπως ἐννοήσητε τὸν λόγον, ὅστις προεκάλεσε τὴν προσθήκην ταύτην ἐν τῷ ἄρθρῳ, δέον ν’ ἀνατρέξητε εἰς τὸ ἄρθρον 59 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ἡ προαγωγὴ εἰς ὑποπροξένους τῶν γραμματέων τῶν Προξενείων. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, «οἱ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου γραμματεῖς Προξενείων, ὡς καὶ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ὑποπροξένους ἢ αʹ γραμματεῖς Γενικῶν Προξενείων ἢ καὶ τοῦ ἀνωτέρω Προξενικοῦ Γραφείου μετὰ ἑνὸς ἔτους πραγματικὴν προξενικὴν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν». Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου βλέπετε μετὰ πόσης εὐχερείας δύνανται νὰ προαχθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπροξένου, ὅστις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται νέος τρόπος διαγωνισμοῦ, ὅστις δὲν ὑφίσταται ἐν τῷ κρατοῦντι νόμῳ. Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρον 58 δύνανται ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου νὰ διορισθῶσιν ὡς γραμματεῖς βʹ τάξεως οἱ κεκτημένοι δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Νομικῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, πρωτεύσαντες δὲ ἐν διαγωνισμῷ. Οἱ οὕτως εἰσερχόμενοι ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸν βαθμὸν γραμματέως βʹ τάξεως δύνανται μετὰ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ὅστις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπροξένου. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νομοσχεδίου εὐχερεστάτη καθίσταται ἡ ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος ἀπόκτησις τοῦ βαθμοῦ γραμματέως αʹ τάξεως. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὅπως φθάσῃ τις μέχρι τοῦ βαθμοῦ τούτου, ἔδει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ βʹ τάξεως γραφέως, καὶ εἶτα εἰς τὸν τοῦ ἀκολούθου, νὰ ὑπηρέτησεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον ἐπὶ τριετίαν, καὶ ὡς γραμματεὺς Προξενείου ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον, ἤτοι ὤφειλε νὰ διανύσῃ ὑπηρεσίαν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἑπτὰ ὁλοκλήρων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐγνώρισα ὑπαλλήλους, οἵτινες εἶναι κοσμήματα ἀληθῆ τῆς διπλωματικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, οἵτινες διανύουσι δωδεκαετίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὅμως δὲν προήχθησαν εἰσέτι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ὃν μετὰ τοσαύτης εὐχερείας δύνανται νὰ λάβωσιν οἱ διὰ τῶν προσόντων τῶν ἄρθρων 58 καὶ 59 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νέοι ὑπάλληλοι. Τὴν ἀδικίαν δὲ ταύτην ζητεῖ νὰ ἄρῃ ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου τούτου, οὗ τὴν ἀπάλειψιν ζητεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Πρόκειται, ψηφιζομένης τῆς προσθήκης ταύτης, νὰ προαχθῇ ὑπάλληλος ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων, εὐδοκιμώτατα ὑπηρετῶν ἀπὸ δώδεκα ὅλων ἐτῶν, καὶ ὅμως, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διὰ τίνας λόγους, ὁ ὑπάλληλος οὗτος εὑρίσκεται εἰσέτι ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως, κινδυνεύει δὲ νὰ ἴδῃ ἰσοβάθμους του τοὺς διὰ τοῦ ἄρθρου 58 εἰσερχομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νέους ὑπαλλήλους. Ἰδοὺ ἡ ἀδικία, Κύριοι, ἥτις προσγίγνεται, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος ὁ προκαλέσας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν προσθήκην τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 21. Οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζουσι τίς εἶναι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, καὶ γνωρίζουσιν ἐπίσης, πόσον εἶναι ἄξιος κρείττονος τύχης.
§188Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προσωπικὴ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ εἶναι λόγος, ὅπως διαγραφῇ.
§189ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον ἰδιαίτερον διὰ τὸν ὡρισμένον αὐτὸν ὑπάλληλον, τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ὄχι νὰ καταστρέψωμεν χάριν αὐτοῦ τὸν νόμον.
§190ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὔτε ὁ νόμος καταστρέφεται, ὡς νομίζει ὁ κ. συνάδελφος, οὔτε ἡ διάταξις εἶναι προσωπική. Πρόκειται ν’ ἀπονεμηθῇ δίκαιον εἰς ὑπάλληλον διακεκριμένον, μακροχρονίως ὑπηρετοῦντα καὶ παραγκωνισθέντα, εἰς ὑπάλληλον ὅστις, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ ῥῆσις αὕτη, κινδυνεύει νὰ ἴδῃ τοὺς νεωστὶ εἰσερχομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ὃν ἵνα ἀποκτήσῃ οὗτος, διήνυσε δωδεκαετίαν ὁλόκληρον, καὶ διήνυσεν αὐτὴν λίαν εὐδοκίμως. Ποῦ εὑρίσκετε λόγους προσωπικοὺς, ὑπαγορεύοντας τὴν ῥῆσιν ταύτην, ὥστε κινεῖται ἡ ἀγανάκτησις ὑμῶν; Ἐὰν θελήσητε νὰ διαγράψητε τὴν ῥῆσιν ταύτην, θέλετε ἀδικήσει διακρινόμενον ὑπάλληλον, γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία δὲν ἔχει πολλοὺς τοὺς διακρινομένους, ὅταν δὲ ὑπάρχωσί τινες καὶ ἀδικῶνται, στοιχειῶδες καθῆκον εἶναι, διδομένης εὐκαιρίας, νὰ ἀρθῇ τὸ ἀδίκημα, καὶ νὰ μὴ ἀφίνωνται οὗτοι φθειρόμενοι ἐν ἀπογοητεύσει.
§191Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐφάνη ἔχον προσωπικὸν χαρακτῆρα, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πιστευθῇ τοῦτο. Ὡς ἐπληροφορήθην ἐσχάτως, ὁ ὑπάλληλος διὰ τὸν ὁποῖον ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ πᾶς Ὑπουργὸς νὰ ἐνδιαφέρηται, διότι εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὑπάλληλος οὗτος μετὰ τρεῖς μῆνας ἢ δύο μῆνας δύναται νὰ προβιβασθῇ, εἴτε διατηρηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, εἴτε διαγραφῇ· ἀλλὰ δέχομαι νὰ διαγραφῇ.
§192Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μείνῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον· ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν βλάπτεται κατ’ οὐδὲν ὁ εἰδικὸς αὐτὸς ὑπάλληλος, δὲν ἐπιμένω· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πᾶσαν θέλει καταβάλει φροντίδα, ὅπως ὑπάλληλος τόσον ἱκανὸς τύχῃ τῆς ὀφειλομένης ἱκανοποιήσεως.
§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐχαρακτηρίσθη τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς προσωπικόν. Προσωπικὸν δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον, προσωπικὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ ἀπαλείψητε αὐτό. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πολὺ ὀρθῶς ἀνέγραψε τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀφοῦ ἄλλως, κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, πολῖται μηδεμίαν ἔχοντες ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν αὐτὴν βαθμίδα, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καταλάβει ὑπάλληλοι διανύσαντες δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν εὐδόκιμον, καὶ ὑπηρεσίαν τοιαύτην, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐξέχοντες τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ὑπηρέτησαν, κολακευτικωτάτας ὑπὲρ αὐτῶν συστάσεις ἔγραψαν οὐ μόνον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Βασιλέα καὶ τὴν Βασίλισσαν. Δὲν εἶναι προσωπικὸς λόγος ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι ἀπονομὴ δικαιοσύνης πρὸς ὑπάλληλον, τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως κατεπάτησαν τὴν ἀρχαιότητα, καὶ ζητεῖται νῦν νὰ διαφυλαχθῇ αὕτη, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς κατωτέραν μοῖραν πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὔτε ὑπηρεσίας ἔχουσιν, οὔτε τὰ προσόντα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου.
§194Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἐξηγήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων, καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ἔδωκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρατηρῶ, ὅτι πρόκειται διὰ διατάξεως νομοθετικῆς περὶ προσόντων νὰ δοθῇ εὐκαιρία, ὅπου ἀμειφθῇ ὑπάλληλος διακριθεὶς, τὸν ὁποῖον ἀγνοῶ. Νομίζω, ὅτι νομοθετοῦντες περὶ προσόντων δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὑπάλληλον διακριθέντα· δὲν ἐννοῶ δὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν διὰ νόμου περὶ προσόντων νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἱκανότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἴσως, ἀλλ’ ἥτις δὲν ἔχει τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν. Δυοῖν θάτερον· ἢ τὸ πρόσωπον αὐτὸ δὲν διακρίνεται ἐπὶ ἱκανότητι, ἢ δὲν ἔχει τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀποδίδουσι. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ προσόντων, πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ καὶ νὰ προσέχωμεν εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς, νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι λίαν ἔκτροπον νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς ἀξιώσεις περὶ ἱκανοποιήσεως προσώπου ἢ προσώπων, καὶ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κύριον καθῆκον ἔχομεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι σύστημα νομοθετήσεως προσόντων αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν, ἐξαιρετικὴ δὲ διάταξις, εἰσαγομένη εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διοργανώσῃ ὁλόκληρον κλάδον, δὲν δύναται, οὕτω διασκευαζομένη, ἢ νὰ καταστῇ τὸ μικρόβιον τῆς καταστροφῆς τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ τούτου. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι προσωπικαὶ σκέψεις ἐπικρατοῦσιν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου, περὶ οὗ τοσαύτη γίνεται συζήτησις. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θέλει νὰ ὑποχωρήσῃ ἐνώπιον τῶν γενομένων ἀντιρρήσεων, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει προσωπικὸς σκοπὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λησμονήσῃ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι εἰσάγει προσόντα ἐπὶ καταπατήσει ὅλων τῶν δικαίων ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ προσόντα βασιζόμενα ἐπὶ πολυχρονίου ὑπηρεσίας εἰς κατωτέραν τάξιν, διὰ νὰ προσμετρῶνται τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας εἰς κατώτερον βαθμὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ τινος εἰς ἀνώτερον, ὅταν τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ νῦν κατεχομένῳ βαθμῷ δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ προβιβασμοῦ καὶ δὲν ὑφίστανται οὕτω τὸ ἐκ τοῦ νόμου τεκμήριον τῆς ἱκανότητος, τὸ στηριζόμενον εἰς ὑπηρεσίαν ὡρισμένης χρονικῆς διαρκείας ἐν ὡρισμένῳ βαθμῷ.
§195Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν οὔτε ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι πρόκειται περὶ συγγενοῦς μου,—καὶ τοῦτο οὐδόλως δυσκολεύομαι νὰ ὁμολογήσω,— οὔτε ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβε· ζητῶ μάλιστα ν’ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι, καίτοι πολὺς ὁ πάταγος περὶ αὐτοῦ, οὐδαμῶς ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται. Χαίρω, διότι εἶδον τὸν κ. ἐκ Χαλκίδος πολιτευτὴν νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, χαίρω καὶ τὸν συγχαίρω ἐπὶ τῇ μεταβολῇ του ταύτῃ, προκειμένου περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἀφοῦ τοῦ λοιποῦ, ἀποτασσόμενος τούτοις, θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους...
§196ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποῖον λόγον εὑρίσκετε μεταβολήν μου;
§197ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Διὰ καθηγεσίας τινὰς τοῦ Πανεπιστημίου.
§198Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ διακόπτωσι.
§199ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Ἀβέρωφ). Δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ κυρίου Γαζέπη.
§201ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἐδῶ τοῦ Γαζέπη τὸ ζήτημα;
§202Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κύριος Καλογερόπουλος εἶναι ἐναντίος τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, εὐτυχῶς ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων, ἀλλὰ περὶ ὑπηρεσιακῆς ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς ὑπάλληλόν του, ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συμμερίζεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Οὐδεμία σύστασις, οὐδεμία παράκλησις ἔλαβε χώραν παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος οὐδένα ἄλλον ἔχει ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἐκτὸς αὐτῆς συνήγορον, πλὴν ἐμοῦ, μεθ’ οὗ διὰ στενῆς συνδέεται συγγενείας. Ἐγὼ ὅμως, καίτοι τιμῶ τοὺς κατέχοντας τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, οὐδέποτε ἐνίσχυσα αὐτοὺς διὰ τῆς ψήφου μου, συνεπῶς οὔτε δικαίωμα εἶχον οὔτε καταδέχομαι νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε αὐτὴν οὔτε ἄλλην οἱανδήποτε χάριν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐζήτησα τοιαύτην παρὰ Κυβερνήσεως, ἧς ἐτύγχανον φίλος, καὶ ἡ ὁποία ἠδίκησε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, μὴ προβιβάσασα τοῦτον, ἀλλὰ ἄλλους, πολὺ αὐτοῦ νεωτέρους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων συνεπῶς κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης του...
§203Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἠδικήθη, καὶ νὰ ἐπανορθώσωμεν τὴν ἀδικίαν. Ἡ ἐπανόρθωσις τῆς ἀδικίας δὲν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα.
§204Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ δικαίου ἢ ἀδίκου, θὰ κρίνητε ὑμεῖς... Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ λέγει, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ διατελέσας εἰς κατώτερον βαθμὸν ἐπὶ χρόνον τριπλάσιον ἐκείνου, ὅστις ἀπαιτεῖται διὰ νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, ἐὰν τουτέστιν ἀπαιτοῦνται δύο ἔτη κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὑπάλληλος ὁ διατελέσας ἐπὶ 6 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ δικαιοῦται νὰ προβιβασθῇ. Τώρα ἠδικήθη ἢ ὄχι; Ὁ ὑπάλληλος οὗτος διετέλεσε γραμματεὺς Προξενείου ἐπὶ 6 ἔτη, μετὰ τοῦτο προβιβάζεται εἰς ὑποπρόξενον, διατελεῖ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ ἀπὸ ὑποπροξένου ὑποβιβάζεται εἰς γραμματέα δευτέρας τάξεως, ἤτοι εἰς βαθμὸν ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸν τοῦ γραμματέως Προξενείου. Εἶναι ἴσως βαθμὸς ἠθικῶς ἀνώτερος, διότι ἀνήκει εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ γραμματεὺς Προξενείου ἰσοφαρίζει πρὸς ὑπουργικὸν γραμματέα δευτέρας τάξεως· ὥστε ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἐπανῆλθεν εἰς ἣν ἦτο πρότερον θέσιν, καὶ πρόκειται ἤδη νὰ προβιβασθῇ. Ἀλλὰ δὲν ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον. Δὲν ἐνδιαφέρει τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, περὶ ὃν ἠγέρθησαν φωναὶ καὶ πάταγος.
§205ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν τὸ πρᾶγμα.
§206Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Περὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐγείρεται πάταγος, διότι εἶναι προσωπικόν. Φοβερὸν προσωπικὸν ζήτημα, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν αὔριον, καὶ αἱ τροπολογίαι αὐτοῦ, αἱ ὑποβληθεῖσαι σήμερον ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, δὲν ἔχουσι προσωπικὸν χαρακτῆρα, καὶ ὡς τοιοῦτον ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ψηφίσῃ ὁ κ. Καλογερόπουλος!...
§207ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχει δίκαιον.
§208Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε· ἀρκετὰ κατασιγάζω τὰ νεῦρά μου καὶ τὴν ταραχήν μου... Καὶ φωνάζει ὁ κύριος Καλογερόπουλος νὰ σωφρονήσωμεν καὶ νὰ μὴ ψηφίζωμεν νομοσχέδια προσωπικά!
§209ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν βλέπω κατωτέρας ὑπηρεσίας νὰ προσμετρῶνται εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, βεβαίως θὰ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην...
§210ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Ζαΐμη...
§211Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἐκσπῶ πολὺ ἡσύχως... Τὸ διάβημα τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι περγαμηνὴ δικαιοφροσύνης διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, περγαμηνὴ ἱκανότητος διὰ τὸν κύριον Μητσόπουλον, διότι οὐδέποτε παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὐδ’ ἄλλος τις δι’ αὐτόν. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος μόνος ἐνδιαφέρομαι, πᾶν ἄλλο ἐσκεπτόμην ἢ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἣν δὲν ἐνισχύω, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος οὐδὲν συμφέρον ἢ λόγον ἄλλον εἶχεν ἢ τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ ἐκτίμησιν. Ἤδη ἐξεγείρεται ἡ Βουλὴ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δέχεται ν’ ἀποσύρῃ τὸ ἄρθρον 21. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὸ ἀποσύρῃ. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, διὰ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ προσλαμβάνωνται εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν δικηγόροι ἔχοντες κεκτημένην ἱκανότητα, καὶ οἱ τοιοῦτοι μετὰ ἓν ἔτος θὰ δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν· θὰ γίνωνται γραμματεῖς Προξενείων μετὰ μίαν δοκιμασίαν, καὶ μετὰ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν καὶ ἕνα διαγωνισμὸν ὑποπρόξενοι. Θὰ ἔχουν τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ὃν ἔχει ὁ Α ἢ Β ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ 12 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ δύο διαγωνισμούς. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀδικία διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει προσωπικὸς λόγος· ἁπλῆ μόνον καὶ καθαρὰ ἐκτίμησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, καὶ ἐπανόρθωσις ἀδικήματος.
§212Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψεν, ὅτι, ἐὰν ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21, θὰ φαίνηται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 58 ὡς οὐχὶ πολὺ δεδικαιολογημένη. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δύναται σήμερον νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ γείνῃ ἡ δέουσα τροποποίησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρήσεως τὰ ἄρθρα 22–28).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
§215ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἔχῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρατηρῶ ὅτι δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ Προξενείου Σφὰξ, ἐνῷ ἀξιεπαίνως ὁ κ. Ὑπουργὸς φροντίζει περὶ τῶν Προξενείων Τριπόλεως καὶ Βεγγάζης. Εἰκάζω ὅτι τοῦτο παρελείφθη ἐξ ἀβλεψίας, διότι ἐκεῖ, ἐν Σφὰξ δηλαδή, γίνεται μεγίστη συγκέντρωσις τῶν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς ἁλιευόντων σπογγαλιευτικῶν πλοίων. Πολλὰ πλοῖα μεταβαίνουσιν ἐκεῖ καὶ διαμένουσιν ἐπὶ 4 ἢ 5 μῆνας κατ’ ἔτος, τινὰ δὲ καὶ δι’ ὅλου τοῦ ἔτους. Δέον ἄρα νὰ ὑπάρχῃ Ἑλληνικὴ προξενικὴ ἀρχή. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις λόγος καθιστῶν ἀδύνατον τὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἵδρυσιν Προξενείου, ἀλλ’ ὁ νόμος δέον νὰ μὴ παραλείψῃ τοῦτο διὰ τὸ μέλλον.
§216Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ Προξενεῖον ἐν Κάρδιφ καὶ ὑποπροξενεῖον ἐν Σφάξ.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§218Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου καταργεῖται τὸ Ὑποπροξενεῖον Γρεβενῶν, ὡς παρατηρῶ. Τὸ Ὑποπροξενεῖον τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, διότι ἡ θέσις τῶν Γρεβενῶν εἶναι τὸ κεντρικώτερον σημεῖον, δι’ οὗ συγκοινωνοῦμεν μετὰ τῆς Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας. Τὸ μόνον σημεῖον τῆς δράσεως ἡμῶν εἶναι ἐκεῖ· ἄλλο δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ Ἐλασσῶνος μέχρις Ἰωαννίνων εἶναι τόσον μέγα διάστημα, τριῶν ἡμερῶν, καὶ ὅμως οὐδεμία προξενικὴ ἀρχὴ ὑπάρχει. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Τουρκία ἤγειρεν ἀντιρρήσεις ἄλλοτε πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἐκτελεστηρίων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ καταργήσωμεν τὸ σπουδαιότατον αὐτὸ Προξενεῖον, ἀφοῦ εἰς τὸ μέλλον πιθανὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐκτελεστηρίων. Ὅλα τὰ Προξενεῖα τοῦ Κράτους δὲν δύνανται ν’ ἀντισταθμίσωσιν— ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν—τὴν σπουδαιότητα καὶ μεγάλην σημασίαν, ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν, ἣν ἔχει τὸ Προξενεῖον τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον τῆς συγκοινωνίας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας. Τὰ αὐτὰ λέγω καὶ περὶ τοῦ Προξενείου Σκόδρας, ὅπερ δέον νὰ συστηθῇ.
§219ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ τμήματι τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, ἀγορεύων διὰ μακρῶν, ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην συστάσεως προξενικῶν ἀρχῶν καὶ ἐν Ἀγκύρᾳ, Ἰκονίῳ καὶ Δορυλλαίῳ. Ἤθελον νὰ μάθω, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ προηγουμένῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, προὐτείνετο σύστασις Προξενείου δευτέρας τάξεως ἐν Ἰκονίῳ. Ἐκτιμῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα παρέστησα τὴν ἀνάγκην τῆς προασπίσεως τῶν ὁλονὲν ἀναπτυσσομένων ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν τῇ μεσογείῳ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, δὲν θέλει διστάσει, φρονῶ, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου καὶ συστήσῃ ἐκεῖ Προξενεῖα δευτέρας τάξεως, ἢ τοὐλάχιστον Ὑποπροξενεῖα, ἀποσκοποῦντα τὴν προστασίαν τῶν πολλαπλῶν, ὡς εἶπον, συμφερόντων τῶν ἐκεῖσε ἀποικούντων ὑπηκόων ἡμῶν.
§220Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἀνεγράφη τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, εἶναι, ὅτι δὲν εἶχε μελετηθῆ ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι, ἀφοῦ μελετηθῇ τὸ ζήτημα διὰ μεταβάσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, νὰ λάβω ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασιν.
§221Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν ἑξῆς ζητημάτων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 29. Μεταξὺ τῶν Γενικῶν Προξενείων, τὰ ὁποῖα συνιστῶνται, εἶναι καὶ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἱεροσολύμων. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἀλεξανδρείας, εἶμαι συμφωνότατος, διότι μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ πολιτικοῦ πράκτορος, δυνάμει τοῦ νόμου, ἐξ Ἀλεξανδρείας εἰς Κάϊρον, πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προήγαγε τὴν Ἀλεξάνδρειαν εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, διότι, προκειμένου περὶ Ἀλεξανδρείας, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖ τὸ ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, νομίζω ὅτι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πόλιν δικαιοῦται ἡ Ἀλεξάνδρεια νὰ ἔχῃ Γενικὸν Προξενεῖον. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ὁ λόγος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προαγάγῃ τὴν Ἀλεξάνδρειαν εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Πατριάρχου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ αὐτὸς λόγος ἠνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προαγάγῃ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. Διὰ νὰ ᾖναι ὅμως συνεπής, ἔπρεπε νὰ προαγάγῃ καὶ τὴν Βηρυτὸν εἰς Γενικὸν Προξενεῖον. Λέγω δὲ διὰ νὰ ᾖναι συνεπής, διότι, ἀφοῦ προήγαγε τὴν Ἀλεξάνδρειαν λόγῳ τῆς ἕδρας τοῦ Πατριάρχου, καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ λόγῳ τῆς ἕδρας τοῦ Πατριάρχου, ὁ αὐτὸς λόγος εἶναι καὶ ἐδῶ, δηλ. ἡ ἕδρα τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ θελήσῃ νὰ γείνῃ καμμία διάκρισις καὶ νὰ τεθῇ ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας εἰς κατώτερον βαθμόν.
§222Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μετατεθῇ ἡ Βηρυτὸς ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν Προξενείων εἰς τὴν τῶν Γενικῶν Προξενείων, νὰ προστεθῇ δὲ Προξενεῖον ἐν Σκόδρᾳ καὶ ὅμοιον «ἐν Σερβίοις (ἑδρεῦον αὐτόθι ἢ ἐν Ἐλασσῶνι)», καὶ Ὑποπροξενεῖον ἐν Γρεβενοῖς, ἀντὶ τῶν Ἁγίων Σαράντα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§224Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ προστεθῇ βʹ ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς: «Εἰς θέσιν γραμματέως τῶν ἐν Σοφίᾳ καὶ Κάϊρῳ Γενικῶν Προξενείων διορίζονται οἱ ἔχοντες τὰ διὰ τὸν γραμματέα αʹ ἢ βʹ τάξεως ἢ τμηματάρχην αʹ ἢ βʹ τάξεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ὁριζόμενα προσόντα. Ἡ ὑπηρεσία τῶν γραμματέων τούτων, οἵτινες πλὴν τοῦ μισθοῦ τοῦ βαθμοῦ των λαμβάνουσι καὶ ἐπιχορήγησιν ἐκ δραχ. τετρακοσίων πεντήκοντα κατὰ μῆνα, ἐξομοιοῦται πρὸς τὴν τῶν ὁμοιοβάθμων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν Πρεσβειῶν.» Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης οἱ γραμματεῖς τῶν Γενικῶν Προξενείων Καΐρου καὶ Σόφιας θὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς γραμματεῖς Πρεσβειῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 31–33).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§226Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ μισθολόγιον καὶ ὁ λιμενάρχης, ὡς καὶ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προέτεινα διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν Γεν. Προξενείων Καΐρου καὶ Σόφιας.
§227ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἂν καὶ ἐπιφυλάσσομαι, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τῆς μισθοδοσίας, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι, καίτοι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, δὲν συμφωνῶ ὅμως εἰς τὸν τρόπον τῆς αὐξήσεως. Θὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀντὶ ἡ μισθοδοσία νὰ γίνεται κατὰ τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ γίνηται κατ’ ἄλλον τρόπον· θὰ ἦτο δηλ. εὐχῆς ἔργον, ἂν οἱ ἐξωτερικοὶ ὑπάλληλοι ἐπληρόνοντο εἰς χρυσόν. Λέγω δὲ, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ πληρώνωνται εἰς χρυσὸν, πρῶτον διότι ἠθέλομεν ἀποφύγει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἐπρότεινε, καὶ δεύτερον διότι ἠθέλομεν ἀπαλλάξει τοὺς ἐξωτερικοὺς ἡμῶν ὑπαλλήλους τῆς φροντίδος, προκειμένου περὶ λήψεως τοῦ μισθοῦ των, νὰ τρέχωσι νὰ ἀγοράζωσι συνάλλαγμα, πολλάκις πληρόνοντες ἀκριβά. Καὶ ἠθέλομεν προλάβει τοῦτο, μόνον ἂν ἐπετρέπετο νὰ πληρώνωνται εἰς χρυσὸν, ὅπως εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη, μηδὲ τῆς Τουρκίας ἐξαιρουμένης, ἡ ὁποία τοὺς ἐξωτερικοὺς ὑπαλλήλους της πληρώνει εἰς χρυσόν. Διὰ νὰ ἴδητε δὲ πόσον τὰ ἄλλα Κράτη κήδονται τῆς ὑπολήψεως τῶν ἐξωτερικῶν αὑτῶν ὑπαλλήλων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ Αὐστρία, ἥτις ἔχει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ προλάβῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν, ὅταν πρόκηται οἱ ὑπάλληλοί της νὰ πληρωθῶσιν, ἔχει λάβει τὸ μέτρον νὰ ἀφαιρῇ ἐκ τῶν μισθῶν μόνον 20%, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καί, διὰ νὰ μὴ τοὺς ἀπασχολῇ εἰς τὸ νὰ ζητῶσι συνάλλαγμα, ἔχει κανονίσει, ὥστε νὰ πληρώνωνται ἑκάστην πρώτην τοῦ μηνὸς ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν Loyd. Τὸ ἔκαμε διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, διὰ νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι οἱ ὑπάλληλοι. Ὁποίας δὲ συνεπείας ἔχει τοῦτο, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῇ,—καὶ ἔστω βέβαιος ὅτι μεγάλην προστασίαν θέλει παράσχει εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς ὑπαλλήλους,—ἀντὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ πληρόνωνται εἰς χαρτὶ, νὰ πληρόνωνται εἰς χρυσὸν, ἔστω καὶ ὀλιγώτερα παρ’ ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ μισθολογικῷ πίνακι τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35–41 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται).
§229Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ, στίχ. αʹ καὶ ιγʹ, ἡ προθεσμία τῶν τριάκοντα ἡμερῶν νὰ γείνῃ 20 ἡμερῶν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 42, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται).
§231Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐδῶ ἔχω τροπολογίαν. Αἱ δύο τελευταῖαι σειραὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου «ἢ ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος κλπ.» ἀπαλείφονται. Προστίθενται δὲ δύο νέα ἐδάφια, ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 22 (51 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου) καὶ 24 τοῦ παρόντος νόμου (56 ΧΝϚʹ νόμου) ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐπιθεωρητήν. Ἐπιτρέπεται ἡ εἰς ἰσόβαθμον προξενικὴν θέσιν μετάθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὡς καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ διεύθυνσις Γενικοῦ Προξενείου, χηρευούσης τῆς θέσεως ἢ ἀπουσιάζοντος ὁπωσδήποτε τοῦ Γεν. Προξένου.»
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 44 καὶ 45, ὡς ἔχουσι).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται).
§234Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ «ἄλλως εἰσπράττεται πάγιον ἐκ δραχ. ἕνδεκα», νὰ τεθῇ «ἂν ὅμως ἴσον ἢ ἀνώτερον, εἰσπράττεται πάγιον ἐκ δραχ. ἕνδεκα».
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 46, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 47–52, ὡς ἔχουσι).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 53 (ἀναγινώσκεται).
§237Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνταῦθα ν’ ἀπαλειφθῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰ διαμονητήρια ἐν Ρουμανίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἔχει).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 55 (ἀναγινώσκεται).
§239Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνταῦθα εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. Ὁ ἀριθμὸς τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου νὰ γείνῃ 242 ἀντὶ 342. Νὰ προστεθῶσι δὲ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνῃ καὶ Ἀλεξανδρείᾳ, ἔνθα τὸ ὅλον ποσοστὸν 10% ἀποδίδεται εἰς τοὺς εἰσπράκτορας.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 55, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 56, ὡς ἔχει).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 57 (ἀναγινώσκεται).
§241Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 57 τίθεται ἓν ἄλλο ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζομεν τὰ τέλη, ἅτινα ἀναγκάζονται νὰ πληρόνωσι τὰ ἀτμόπλοια τὰ προσεγγίζοντα εἰς διαφόρους λιμένας τοῦ ἐξωτερικοῦ, περὶ ὧν ἐποιήσατο χθὲς λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Τὸ ἄρθρον 250 τοῦ νόμου ΧΝϚʹ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται τέλη λεπτῶν 14 ἐπὶ ἑκάστου τόννου εἰς τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἔχοντα χωρητικότητα μέχρι 300 τόννων, τὸ ἄρθρον τοῦτο τροποποιεῖται, προστιθεμένου ἐν τέλει αὐτοῦ ἑνὸς ἐδαφίου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιροῦνται τῆς πληρωμῆς τῶν ἐν τοῖς ἐδαφ. 1–5 τελῶν τὰ ἀτμόπλοια, ὅσα δυνάμει συμβάσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκτελοῦσιν ἀνελλιπῶς ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμὴν τῶν τελῶν μόνον ἐν τῷ πρώτῳ ἐκτὸς τοῦ Κράτους λιμένι τῆς ἀνόδου καὶ ἐν τῷ πρώτῳ ἐπίσης τῆς καθόδου, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς δύο τοὐλάχιστον προσεγγίσωσι λιμένας, ἄλλως ἀπαλλάσσονται πάσης πληρωμῆς ἐν τῷ λιμένι τῆς καθόδου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀτμόπλοιόν τι παραμείνῃ ἔν τινι λιμένι ὑπὲρ τὰς 48 ὥρας ἄνευ ἀνωτέρας βίας, στερεῖται τῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀτελείας διὰ τὸν εἰρημένον λιμένα.» Ἡ τροποποίησις αὕτη ἐγένετο καὶ κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νέον ἄρθρον 57, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§243Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται τώρα 58. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 58, ὡς ἔχει).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 58 τοῦ νομοσχεδίου, 59 κατὰ τὴν νέαν τάξιν...
§245ΔΑΟΥΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῇ δύο τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐν τοῖς Προξενείοις τοῖς παλαιοῖς εἶναι πολλοὶ γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα. Νομίζω ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν γραφέων τούτων ἔχουσιν ὀκταετῆ ἢ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, εἶναι δίκαιον νὰ προαχθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς μίαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν νὰ δύνανται οὗτοι μετὰ ὀκταετῆ ἢ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν νὰ προαχθῶσιν εἰς ὑποπροξένους. Ἐπίσης ἔχω μίαν ἄλλην τροπολογίαν. Ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, καταργεῖτε τὰ Προξενικὰ Πρακτορεῖα, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λάβητε πρόνοιάν τινα περὶ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὡς πρακτόρων. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐπὶ 8 καὶ 10 ἔτη, ἐν Τουρκίᾳ μάλιστα, γνωρίζουσι δὲ καὶ τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν. Ὅσοι λοιπὸν ἔχουσι τὰ προσόντα ταῦτα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μένουν εἰς τοὺς δρόμους. Ὅλοι οἱ νόμοι, οἱ ψηφισθέντες μέχρι τοῦδε, προέβλεπον περὶ τῶν παλαιῶν ὑπαλλήλων. Ἐλπίζω ὅτι θέλετε δεχθῆ τὰς τροπολογίας ταύτας.
§246Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὴν πρώτην πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, ἔχω μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας λαμβάνεται φροντὶς διὰ τοὺς γραφεῖς, ὅπως μετὰ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν ἀποκτῶσι τὸν τίτλον τοῦ προξενικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως...
§247Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πολὺ τὸ διάστημα;
§248ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ δεκαετίαν.
§249ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔστω... Καὶ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν δ’ αὐτῶν, λαμβάνεται πρόνοια νὰ κανονίζηται αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ γραμματέως βʹ τάξεως. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχουν περὶ τὰς 30 δραχμὰς ἐπὶ πλέον ὡς σύνταξιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δηλαδὴ τὴν περὶ διορισμοῦ πρώην πρακτόρων εἰς προξενικὰς θέσεις, λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία των δὲν ὑπῆρξεν ἐν γένει τόσον εὐδόκιμος, ὥστε νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς προσόντα, ὅπως διορισθῶσι. Καταθέτω τὴν προσθήκην, περὶ ἧς εἶπον, ἵνα ψηφισθῇ ὡς ἄρθρον 59.
§250ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προτεινομένη προσθήκη, ἥτις θὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 59 κατὰ τὴν νέαν τάξιν, ἔχει ὡς ἑξῆς.
§252ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τοὺς παρὰ Γενικοῖς Προξενείοις καὶ τῷ Προξενικῷ Γραφείῳ τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας γραφεῖς, τοὺς διορισθέντας μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ ΧΝϚʹ νόμου δυνάμει τῶν ὁρισθέντων ὑπ’ αὐτοῦ προσόντων, διατελέσαντας δὲ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ εὐδοκίμως ἐπὶ δεκαετίαν συνεχῆ, δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ ὁ ἐπὶ τιμῇ βαθμὸς προξενικοῦ γραμματέως. Εἰς τοὺς ἀποκτῶντας δὲ δυνάμει τῶν νόμων περὶ συντάξεων δικαίωμα εἰς σύνταξιν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπολογίσωσι πρὸς σχηματισμὸν τοῦ μέσου ὅρου τοῦ μισθοῦ τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας των τὸν μισθὸν τὸν ἀνήκοντα εἰς τὸν βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως ἐκ δραχ. 190, ἐὰν κανονίζοντες σύνταξιν ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ἔχωσι δεκαετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν ὡς γραφεῖς, οἱ δ’ ἔχοντες εἰκοσαετῆ τοιαύτην τὸν ἀνήκοντα εἰς τὸν βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως μισθὸν ἐκ δραχ. 240. Τὰ τῶν κρατήσεων ἐπὶ τῶν μισθῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κανονισθῇ ἡ σύνταξίς των, θέλουσι ῥυθμισθῆ κατὰ τὰ ἰσχύοντα περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν ἐκ κρατήσεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.»
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νέον ἄρθρον 59, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 58 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται ἤδη ἄρθρον 60 (ἀναγινώσκεται).
§254Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ ἐδαφίῳ 2, στίχ. τρίτῳ, ἀντὶ «καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν» νὰ τεθῇ «καὶ ἀσκήσαντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐπὶ διετίαν.»
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§256Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην τρίτου ἐδαφίου, ὡς ἑξῆς: «Οἱ κεκτημένοι τὰ ἄνωθι προσόντα (ἤτοι ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν) καὶ διετῆ ἄμισθον προξενικὴν ὑπηρεσίαν διορίζονται κατόπιν δοκιμασίας ἢ διαγωνισμοῦ ἐν τῇ Γαλλικῇ γλώσσῃ.»
§257Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέσατε τὴν τροπολογίαν σας διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§258ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μάλιστα, τὴν καταθέτω.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κύριος Ζάππας κατέθηκεν ἑτέραν τροπολογίαν. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 202–203). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 60, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 59 τοῦ νομοσχεδίου, 61 κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).
§260Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 61, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 60 τοῦ νομοσχεδίου, 62 κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).
§262Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ ὡς πέμπτος νόμος καταργούμενος ὁ νόμος ΑΦΛΖʹ τῆς 28 Μαΐου 1887. Οὕτω δὲ ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν καταργουμένων νόμων ἀνέρχεται εἰς 13 ἀντὶ 12.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 62, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§264Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταῖον ἄρθρον (63) τὸ ἑξῆς: «Ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ὁρισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος.»
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 63, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Δαούτης.
§266Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Πρὶν διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς εἶχον ἀπευθύνει μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας τὰ Προξενικὰ Δικαστήρια Κωνσταντινουπόλεως, Σμύρνης καὶ Ἀλεξανδρείας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἶχον ἐκδώσει. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἔκαμα, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον, ἐγνώριζον ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν δύο Προξενικῶν Δικαστηρίων Κωνσταντινουπόλεως καὶ Σμύρνης ἠλαττώθησαν κατὰ πολύ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ηὔξησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου Ἀλεξανδρείας. Ὑπέβαλον δὲ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι ἐπεθύμουν ἕνεκα τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ἵνα ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Προξεν. Δικαστηρίου καὶ ἡ θέσις ἑνὸς παρέδρου δικαστοῦ τοῦ ἐν Σμύρνῃ καταργηθῶσι, διότι φρονῶ, ὅτι εἷς δικαστὴς ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ εἷς ἐν Σμύρνῃ ἀρκοῦσιν, ἵνα ἐκπληρῶσι τὰ εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένα καθήκοντα· διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ὑποθέσεις τῶν δικαστηρίων τούτων κατὰ πολὺ ἠλαττώθησαν. Ἤθελον δέ, ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Προξενικοῦ Δικαστηρίου νὰ γείνῃ τοιοῦτος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, διότι καὶ αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Προξεν. Δικαστηρίου ηὐξήθησαν, καὶ ἕτερος λόγος συνηγορεῖ πρὸς τοῦτο, ἡ ἵδρυσις Κακουργιοδικείου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Τὰς παραστάσεις δὲ ταύτας ὑπέβαλεν ἁρμοδίως καὶ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀλεξανδρείας δι’ ἰδιαιτέρου ὑπομνήματος, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς γνωρίζει τὸ ὑπόμνημα τοῦτο.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§268ΔΑΟΥΤΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, θὰ ἐπείσθη περὶ ὅσων εἶπον καὶ θέλει δεχθῆ νὰ περιορίσῃ εἰς δύο ἐν ὅλῳ τὰς θέσεις τῶν παρέδρων δικαστῶν εἰς τὰ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Σμύρνῃ Προξ. Δικαστήρια, τὴν δὲ θέσιν τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Προέδρου νὰ τὴν μεταφέρῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν μὲ ἕνα μόνον πάρεδρον δικαστήν, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201).
§270ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔ! αὔριον πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὰς πιστώσεις.
§272Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις ἀπόψε, παρακαλῶ νὰ προτιμηθοῦν τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια.
§273Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων κατὰ σειράν, καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἐπί τινος ἐξ αὐτῶν, τὸ ἀφίνομεν.
§274ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα κεκμηκότες οἱ πάντες ἀπὸ χθές. Ἀρκετὰ εἰργάσθη ἡ Βουλὴ σήμερον μέχρι τῆς ὥρας ταύτης· αὔριον πάλιν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ οἱουδήποτε νομοσχεδίου ἤθελεν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, τὸ ἀναβάλλομεν. Ἐπὶ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας ἐὰν ἐργασθῶμεν ἀκόμη, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν ὑπηρεσιακά τινα νομοσχέδια.
§276ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅλα τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ συζητηθῶσι, καὶ θὰ συζητηθῶσιν· ἐν τοιαύτῃ ὅμως ὥρᾳ, καὶ ὅπως εἴμεθα κεκμηκότες ἀπὸ χθές, δὲν δύναταί τις νὰ συζητήσῃ.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν οἰκοπέδου ποίαν συζήτησιν ἔχει;
§278ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἄς περάσῃ αὐτό.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ ἱδρύσεως Ναυτικῆς Σχολῆς ποίαν συζήτησιν ἔχει;
§280ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἂς περάσῃ. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) «περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου εἰς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀνέγερσιν Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς», καὶ 2) «περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ»).
§281ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὔριον πλέον, κύριε, Πρόεδρε.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ κληρώσεως στρατευσίμων Θεσσαλίας;
§283ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἂς περάσῃ, ὄχι ὅμως ἄλλο. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κληρώσεως στρατευσίμων Θεσσαλίας).
§284ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσωμεν πλέον.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναί τινα ὑπηρεσιακά.
§286ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι πλέον ἄλλο.
§287ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχουν συζήτησιν.
§288ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι! Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ προβῶ ὅπου δὲν θέλω.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προβῆτε.
§290ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅσα δὲν ἔχουν συζήτησιν, κύριε Ἀλεξάκη.
§291ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐμπαίζομαι ἐγώ... Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, κύριε Πρόεδρε.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 50′ μ.μ.)