1900.03.08
4,010 rows · 32,112 words · 216 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 8 Μαρτίου 1900.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάδικοι ἐκ τῶν φυλακῶν Χαλκίδος δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσιν, ὅπως ὑπολογισθῇ εἰς τὴν ποινὴν αὐτῶν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως.
§2Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τέλους ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Ν. Βουσάκης, κάτοικος Ἀθηνῶν, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην ἐφευρέσεώς του, δι’ ἧς ἀνυψοῦται τὸ ὕδωρ εἰς οἱονδήποτε ὕψος. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἐκ τῶν παθόντων ἐκ τῆς ἐν ἔτει 1896 πλημμύρας τοῦ Ἰλισσοῦ δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ διανεμηθῇ αὐτοῖς τὸ ψηφισθὲν βοήθημα. Πρὸς τοὺς βουλευτὰς Ζακύνθου κ.κ. Κ. Λομβάρδον, Ἀλέξ. Ῥώμαν καὶ Γ. Ῥώμαν ἀπεστάλη ἐκ Ζακύνθου τηλεγράφημα τῆς οἰκογενείας Βολτέρα, αἰτουμένης τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τοῦ κακοποιήσαντος τὸν μοναχὸν Ἀγάπιον Βολτέραν ἀστυνόμου Ἀνδριτσαίνης.
§5Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μετὰ τὴν γενομένην δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εὐθὺς ὡς κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, ὅτι ἀπέπεμψε τῆς ὑπηρεσίας τὸν παρεκτραπέντα ἐνωμοτάρχην, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ διαταγὰς, ὅπως τάχιστα εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος καὶ ἐνεργηθῇ ἡ κατ’ αὐτοῦ καταγγελία.
§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνθυμηθῇ τοὺς ἐκ πλημμύρας παθόντας καὶ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ ὑπόλοιπον τῶν βοηθημάτων.
§7Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν ἐκ πλημμύρας παθόντων. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δυσκολεύεται νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ, τίνες εἶναι οἱ ζημιωθέντες. Οἱ ἀναφερόμενοι διαβεβαιοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει κατάλογος, καὶ ὅτι ἔμειναν σύμφωνοι, ἵνα διανεμηθῇ αὐτοῖς ἀναλόγως τὸ ποσὸν αὐτό. Εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ὑποβάλληται τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ λόγοι φιλανθρωπίας ἐπιβάλλουσι.
§8ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐβαρύνθην νὰ ὁμιλῶ, καὶ ἐβαρύνθη καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούῃ. Νομίζω ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ δηλωθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς παθόντας· εἰς τοῦτο δὲ πιστεύω ὅτι συνηγορεῖ καὶ πᾶσα ἡ Βουλή. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ὑποβάλλω παραπλησίαν ἀναφοράν καὶ τῶν πέρυσιν ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντων, διότι ἐγένετο καὶ περὶ αὐτῶν λόγος, ἤκουσα δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει γνῶσιν περὶ τοιούτων ζημιῶν. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω ἐνταῦθα τὰ ὀνόματα πάντων τῶν παθόντων, θέλει δὲ πεισθῆ, ἐὰν ἐρευνήσῃ, ὅτι ἐγένετο εἴς τινας τούτων τελεία καταστροφή. Συναφὲς εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐν τῷ χωρίῳ τῶν Κουκουβαούνων συμβάντων. Ἐκεῖ ἐπελήφθησαν κατασκευῆς τάφρων, ὅπως μετοχετευθῶσιν ἀλλαχοῦ τὰ ὕδατα· τὸ ἔργον ὅμως δὲν ἐπερατώθη, καὶ ἔχει ἀνάγκην προσθέτου τινὸς ἐργασίας, ἥτις νὰ ἀσφαλίζῃ ἐντελῶς τὸ χωρίον· περὶ τούτου δὲ παρακαλοῦσιν οἱ κάτοικοι νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ σταλῇ ἐπὶ τόπου μηχανικός. Παρακαλοῦσιν ἔτι οἱ κάτοικοι, μὴ ἐπιμένοντες εἰς τὰ τοῦ βοηθήματος, διότι δὲν εἶναι βέβαιοι, ὅτι θέλουσιν ἐπιτύχει αὐτὸ, νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κατάρτισις τοῦ σχεδίου τοῦ χωρίου των, ἵνα δυνηθῶσι ν’ ἀνοικοδομήσωσι τὰς καταστραφείσας οἰκίας. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐκδοθῇ ἐπὶ τέλους τοῦτο τὸ σχέδιον.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐπιμονή τινων Βουλευτῶν, καὶ μάλιστα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, θεωροῦντος ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν εἶναι δικαία, διότι ἡ ὑπηρεσία μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἢ δύο μόνον ἀναφορὰς ὑποβεβλημένας, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει κατάλογον. Ἠρώτησα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἀπήντησαν. Ἤδη μοὶ δίδεται κατάλογος, τὸν ὁποῖον θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν.
§10Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀναφέρει, ὅτι ὑπάρχει κατάλογος.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα καὶ τὸν Μητροπολίτην, ὅστις εἶναι Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ὡς πρὸς τοὺς παθόντας ἐν Πειραιεῖ, συνέστησα ἐπιτροπὴν ἐκ μηχανικῶν, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ βεβαιώσῃ περὶ τῶν γενομένων ζημιῶν.
§12Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μου, δὲν παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν, ὅτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑποβληθὲν ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως Φαλιατρῶν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας. Εἶναι ἀληθὲς ἐν πρώτοις, ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη θὰ ἐξυπηρετήσῃ πολλὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ἡ γραμμὴ ἐπεκταθῇ μέχρις αὐτῆς, διότι ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ὑπερβαίνει τὰς δέκα χιλιάδας, ἡ δὲ παραγωγὴ αὐτῆς ὑπερβαίνει τὰ 15 ἑκατομμύρια λιτρῶν σταφιδοκάρπου. Τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἐν γένει ἐμπορικὴ κίνησις παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως ζητήσῃ νὰ ἀπολαύσῃ τοῦ εὐεργετήματος τῆς συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὐχὴν ταύτην, ἣν ἐκφράζει ὁ λαὸς τῶν Φαλιατρῶν, ἵνα λάβῃ ταύτην ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Φρονῶ, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ἀπαιτηθησομένη διὰ τὴν ἐπέκτασιν γραμμῆς δεκατριῶν περίπου χιλιομέτρων ἐπὶ ἐδάφους ὁμαλοῦ καὶ πεδινοῦ, δὲν θὰ ἦναι ἀξία πολλοῦ λόγου, ἵνα ἀποκρουσθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν. Ἡ γραμμὴ δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπανηρὰ ἔργα τεχνικὰ, ἡ δὲ Ἑταιρεία ἐλάχιστα θέλει δαπανήσει, ἐνῷ πολλὰ θὰ ὠφεληθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§14Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σκοπὸν εἶχον νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς ὅσα χθὲς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν τοῦ πολέμου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπουσιάζει, ἀναβάλλω. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησίν μου περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου Φιλιππουπόλεως.
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ παρελθόντι πολλάκις παρετηρήθη, ὅτι ἡ θέσις ἐνίων πολιτῶν, τυγχανόντων διοικητῶν ἢ ὑποδιοικητῶν ἢ συμβούλων προνομιούχων Τραπεζῶν ἢ ἄλλων ἑταιρειῶν, τυγχάνει ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν θέσιν, ἣν ἐν τῇ Πολιτείᾳ κατέχουσιν, οὕτω δὲ καὶ ἐκτροπά τινα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν, ἐὰν τὸ κατὰ γενικὴν συνείδησιν ἀσυμβίβαστον δὲν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναγράφεται, ὅτι τὰ ἔργα τοῦ συμβούλου καὶ τοῦ διοικητοῦ ἢ ὑποδιοικητοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς οἱανδήποτε πολιτικὴν θέσιν, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐξαιρουμένου. Ἐὰν δὲ αὐτὸ τὸ πιστωτικὸν ἵδρυμα εὑρίσκῃ ἀσυμβίβαστα τὰ καθήκοντα τῶν ὑπαλλήλων του πρὸς τὰ ἔργα τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις δύναται νὰ γείνῃ καὶ Ὑπουργὸς, πολλῷ μᾶλλον δέον νὰ εὕρῃ ἡ Πολιτεία, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ ἔργα τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐν πιστωτικῷ τινι καταστήματι. Ἐὰν αἱ σκέψεις αὗται εἶναι ὀρθαὶ, ὀρθότεραι ἀκόμη καθίστανται μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὅστις ἐδημιούργησεν ἐξαιρετικὴν θέσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐν τῷ τόπῳ, διότι ἀπὸ πιστωτικὸν κατάστημα, ὑποτασσόμενον εἰς τοὺς καθεστῶτας νόμους τοῦ Κράτους, μετὰ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον ἰδιάζουσαν ἔχει θέσιν, διότι ἔγεινε τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐλέγχου, καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβε μεγάλας δοσοληψίας πρὸς τοὺς ἐγχωρίους, καὶ περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἐξαιρετικὴν θέσιν, ὥστε πολλάκις ἀντιστρατεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἐκ τῆς φύσεως τῶν ζητημάτων, πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω πολλὰ παραδείγματα, ὅπως ἀποδείξω τὸ ἀσυμβίβαστον, ἀλλὰ τὰ παραλείπω, ἵνα μὴ προσκρούσω εἰς τὸ δημούσιον τῶν προσώπων. Αἱ παρατηρήσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὡρίμασαν, παρώρμησαν ὁμάδα Βουλευτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νὰ ὑποβάλῃ περὶ τούτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ἄξιον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, εἶναι δὲ ὑπογεγραμμένον ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν, τῶν κ. κ. Δραγούμη, Μπακοπούλου, Μαυρομμάτη, Βελλιανίτου καὶ ἄλλων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὖθις, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὸ ζήτημα τοῦτο ζωηρῶς συνεζητήθη τελευταῖον καὶ ἐν τῷ Ἀμερικανικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅπου καὶ διὰ πολυθορύβων παραδειγμάτων κατεδείχθησαν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ προλάβῃ, καὶ ἅτινα ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ.
§16Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς ΙΔʹ Βουλευτικῆς Περιόδου ὅμοιον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη παρὰ τῶν κυρίων Γ. Φιλαρέτου, Μαστραπᾶ, Ραζέλου καὶ ἐμοῦ μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 140).
§18ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ἔχω νὰ προσθέσω τοῦτο, ὅτι πέρυσιν ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐδήλωσα προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὁ τότε βουλευτὴς Βόλου κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε νομοσχέδιον εὐρυτέρας ἐννοίας ἢ τὸ παρὸν,— καὶ ἴσως εἶναι ὀρθοτέρα ἡ πρόνοια, ἣν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐλάμβανεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦσαν ὥριμα τὰ πράγματα πρὸς τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ἧς ἡ ἐξέτασις δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, νὰ ἀναβληθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι. Ἔχομεν ἱδρύματα προνομιοῦχα οὐ μόνον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ὑπεγγύων Προσόδων, ἥτις εἶναι καὶ αὐτὴ προνομιοῦχος, ἀφοῦ συνεδέθη στερρῶς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ξένων δανειστῶν καὶ ὠργανώθη εἰς ἵδρυμα ὑποτεταγμένον εἰς τὸν Ἔλεγχον, οἱ ἀποτελοῦντες δὲ μέρος τῶν ἱδρυμάτων τούτων, ὡς ἄνθρωποι, εἶναι ἀδύνατον ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ νὰ συμβιβάσωσι δύο ἀντίθετα καθήκοντα, καὶ νὰ προτιμήσωσιν ἀσφαλῶς πάντοτε τὸ δημόσιον συμφέρον ἀντὶ τοῦ συμφέροντος τῶν ἱδρυμάτων, εἰς ἃ ἀνήκουσι. Τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Τοιοῦτον δὲ σκοπὸν ἔχον, εἶναι σπουδαιότατον δεῖγμα προνοίας φρονίμου τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅπερ φρονῶ ὅτι θὰ δοθῇ, ἂν ἀποφασίσῃ αὕτη, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ θέσῃ τέρμα εἰς τὸ κακὸν, ὅπερ γεννᾷ ἡ ἄδεια τοιαύτης ἀντιπροσωπεύσεως συμφερόντων ἐν τελείᾳ ἀντιθέσει διακειμένων.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις, ἃς θέλω ἀνακοινώσει. Ἡ Μάδυτος εἶναι κωμόπολις Ἑλληνικὴ καὶ πολυάνθρωπος, κειμένη ἐν Θράκῃ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα μηνὸς Ἕλλην τις δυστυχῶς ἐκεῖ, οὗτινος δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα, ὅπως μὴ συσχετισθῇ τοῦτο πρὸς τὸ τοῦ ἀρχαίου Ἐφιάλτου, κατήγγειλε τὸν δήμαρχον τῆς Ἑλληνικῆς ἐκείνης κωμοπόλεως, τῆς ἀκραιφνῶς Ἑλληνικῆς, ἥτις ἀνθεῖ καὶ λόγῳ τοῦ ἐμπορίου καὶ λόγῳ τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως τῶν κατοίκων αὐτῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ δήμαρχος καὶ οἱ ἔφοροι καὶ οἱ δημογέροντες τῆς Ἑλληνικῆς ἐκείνης κωμοπόλεως κατὰ τὴν σύγκρουσιν ἐκείνην, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, παρέσχον δῆθεν χρήματα ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος, ἔστειλαν δὲ δῆθεν καὶ ἐθελοντάς. Ἀλλ’ οὔτε τὸ ἓν, Κύριοι, εἶναι ἀκριβὲς, οὔτε τὸ ἄλλο, διότι, ἐξ ὅσων ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ἐκ Μαδύτου οὔτε χρήματα οὔτε ἐθελονταὶ ἀπεστάλησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ἀγῶνα. Ἐν τούτοις τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Ἕλληνος ἐκείνου καὶ καταγγελθέντα εἰς τὴν Τουρκικὴν ἀρχὴν συνετέλεσαν, ἵνα ὅ τε δήμαρχος τῆς κωμοπόλεως καὶ 22 ἔφοροι καὶ δημογέροντες κληθῶσιν εἰς ἀνάκρισιν καὶ βληθῶσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἐκ Μαδύτου ἐπεβιβάσθησαν πλοίου τινὸς καὶ ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Καλλίπολιν, ἐκεῖ δὲ ἐπὶ ἕνα ἤδη καὶ πλέον μῆνα διατελοῦσιν ἐν φυλακῇ. Φίλος μού τις, ὅστις ἐνεθυμήθη, ὅτι ὑπήρξαμεν ποτὲ συμφοιτηταὶ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, μοὶ ἔγραψεν ἐκεῖθεν ἐν ἐκτάσει περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, παρακαλῶν με, ὅπως ἐπισήμως συστήσω τῷ ἀξιοτίμῳ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργῷ τὴν μελέτην αὐτῆς· τοῦτο δὲ καὶ πράττω, πεποιθὼς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπειδὴ συμβαίνει μεταξὺ τῶν συλληφθέντων νὰ ὑπάρχωσι καί τινες ὑπήκοοι Ἕλληνες, θέλει λάβει τὰ προσήκοντα μέτρα.
§20Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πληροφορία, ἥτις ἀνεκοινώθη εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐπιβεβαιοῦται καὶ ἐξ ἐπισήμου ἐκθέσεως τοῦ ἐν Ἀνδριανουπόλει ἡμετέρου Προξένου. Τῇ 17 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ὁ ἐν Ἀδριανουπόλει ἡμέτερος Πρόξενος ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι 23 Ἕλληνες ἐφυλακίσθησαν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἔστειλαν εἰς Ἑλλάδα χρηματικὰς συνδρομὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου. Ἀμέσως ἔσπευσεν ὁ Πρόξενος νὰ ποιήσηται τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τῷ Γενικῷ Διοικητῇ, κατόπιν δὲ τῶν παραστάσεων τοῦ Προξένου ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔδωκε διαταγὴν ἀποφυλακίσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, δυστυχῶς ὅμως οὐχὶ καὶ τῶν Ὀθωμανῶν ὑπηκόων, οἵτινες ἔμειναν εἰς τὰς φυλακάς. Ἐν τούτοις ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία προέβη εἰς παραστάσεις παρὰ τῇ Πύλῃ, ἐπικαλουμένη τὸ ἄρθρον 5 τῆς συνθήκης, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται ἀμνηστεία εἰς πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε ἀναμιχθέντας εἰς τὰ τοῦ πολέμου. Ἐλπίζομεν δ’ ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι ἀπεφυλακίσθησαν.
§21Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ συλληφθέντες ἀδίκως συνελήφθησαν· ἑπομένως δι’ ὅσων θὰ εἴπω δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἐπερωτήσαντος συναδέλφου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁμολογουμένως τοῦτο ἀποτελεῖ παραβίασιν δικαίου· εἶναι παράβασις τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω ἀφ’ ἑτέρου ὑμῖν, ὅτι, ὅτε ἡ σύλληψις αὕτη ἐγένετο γνωστὴ ἐν Λαρίσῃ, διεδόθη ὅτι τοῦτο ἔπραξεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις οὐχὶ διότι πράγματι ἐβεβαιώθη ὅτι οἱ Χριστιανοὶ οὗτοι, οἱ συλληφθέντες, ἦσαν ἔνοχοι τῆς ἀποδοθείσης αὐτοῖς πράξεως, ἀλλὰ διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ μετέλθῃ τὰ ἀντίποινα δι’ ὅσα ἡ Δικαιοσύνη ἐν Λαρίσῃ ἔπραξεν ἐναντίον Ὀθωμανῶν, ὑποπεσόντων, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐν Λαρίσῃ δικαστηρίων, εἰς ὁμοίας παραβάσεις ἐκείνων, ἃς ἀποδίδει ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰς τοὺς εἰρημένους Ἕλληνας. Δι’ αὐτῶν δὲν ἐννοῶ οἱανδήποτε γνώμην νὰ ἐκφράσω ἐπὶ τοῦ γεγονότος. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν ἁρμόδιον συνάδελφον αὐτοῦ νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν πράγματι συνέβη τι ἐν Λαρίσῃ, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ἔστω καὶ ὡς πρόφασις τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄν, ὅπερ δὲν πιστεύω, τοιοῦτόν τι ἔλαβε χώραν, νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν ἐκεῖ, ὅπως ἐπιμελῶς ἀποφεύγωσι νὰ δίδωσιν ἀφορμὰς μὴ δεδικαιολογημένας εἰς τοιαύτας ἀντεκδικήσεις, αἵτινες καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ζημιοῦσιν ἡμᾶς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§23Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγοῦνται ἄλλοι.
§25Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐν τούτοις λάβετε τὸν λόγον· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ζητῆτε ἐγκαίρως αὐτόν.
§27Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἴθισται πάντοτε νὰ ἐρωτᾷ ὁ Πρόεδρος, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα ἐν ἀρχῇ. Ἀφοῦ ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσω ἐκ νέου.
§29Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν ἐλυμαίνετο τμήματά τινα τῆς Πελοποννήσου εἷς δεινὸς λῃστοφυγόδικος, χάρις δὲ εἰς τὰ σύντονα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τότε ἡ Διοίκησις, καὶ χάρις εἰς τὴν τελεσφόρον συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ πολῖται τῶν μερῶν ἐκείνων παρέσχον εἰς τὴν Διοίκησιν, συνελήφθη, εἰσήχθη εἰς δίκην καὶ κατεδικάσθη εἰς 11 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά. Πρό τινος χρόνου ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἐνῷ ἡ Διοίκησις τῶν ἐν Ναυπλίῳ φυλακῶν εἶχε λάβει ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως διαφυλάττηται μετὰ πολλῆς προσοχῆς ὁ κατάδικος ἐκεῖνος, Ἀβραμέας ὀνομαζόμενος, διότι πάντοτε ἐζήτει τρόπον νὰ ἀποδράσῃ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀπέστειλε τοῦτον εἰς Καλάμας, ὅπως δικασθῇ ἐνώπιον τῶν αὐτόθι Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ κλοπῇ ἑνὸς ὅπλου. Μετεφέρθη δὲ πράγματι εἰς Καλάμας. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐδικάσθη, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ του, ἀπέδρα! Εἷς φίλος μου ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς τὴν σύλληψιν αὐτοῦ τότε...
§30Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Ἀβραμέας, περὶ τοῦ ὁποίου ποιεῖσθε λόγον, εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ρίου· ἡ ἱστορία δὲ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ φίλος σας, ἀφορᾷ ἄλλον Ἀβραμέαν.
§31Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ λῃστοφυγοδίκου Ἀβραμέα.
§32Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τοῦ λῃστοφυγοδίκου τούτου ἐλήφθη πρόνοια νὰ κρατῆται εἰς τὰς φυλακὰς Ρίου. Ἄλλος Ἀβραμέας εἶναι ὁ δραπετεύσας.
§33Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχει καὶ δεύτερος Ἀβραμέας· τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει εἷς κατάδικος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἀποδράσῃ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐλήφθησαν τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς σύλληψιν τοῦ Ἀβραμέα, τοῦ κατορθώσαντος νὰ ἀποδράσῃ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπικίνδυνος, πνέει δὲ μένεα κατὰ τῶν πολιτῶν, οἵτινες συνέτρεξαν εἰς τὴν σύλληψίν του, καὶ σκοπεῖ νὰ ἐκδικηθῇ αὐτούς. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δοθῇ ἐξήγησις, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν ἔπρεπε ν’ ἀποστείλῃ εἰς Καλάμας τοιοῦτον ἐπικίνδυνον κατάδικον. Ὑποβάλλω δὲ περὶ τούτου καὶ γραπτὴν ἐπερώτησιν.
§34Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠθέλησε νὰ πεισθῇ ἐξ ἀρχῆς, τῷ κάμνω γνωστὸν, ὅτι ὁ Ἀβραμέας, ὁ καταδικασθεὶς εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀληθῶς φυγόδικος ἀπὸ τοὺς ἐπικινδύνους, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε λῃστὴς, ὁ πατὴρ δὲ αὐτοῦ καὶ ὁ πάππος κατοικοῦν εἰς τὰ Φιλιατρὰ, συνελήφθη πρὸ ἐτῶν καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς Ρίου. Ὁ ἕτερος Ἀβραμέας ἦτο καταδεδικασμένος εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἦλθεν εἰς Καλάμας ὡς μάρτυς, καὶ μεταβὰς εἰς τὰς φυλακὰς Ἀλεξανδράκη, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ἀπέδρα. Ἡ Δικαιοσύνη βεβαίως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συλλάβῃ πάντα ἐγκληματίαν, ἔστω καὶ εἰς φυλάκισιν 10 ἡμερῶν καταδικασθέντα· ἀλλὰ λέγω ταῦτα, ἵνα ἀπαλλάξω τὸν κύριον συνάδελφον ἀπὸ τὴν ταραχὴν καὶ τὸν φόβον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος διέκοψε χθὲς τὸν λόγον του, δὲν εἶναι παρών· ὡς δὲ πληροφοροῦμαι, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ σήμερον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ἀντ. Βιτάλης, ἀλλ’ ἀπουσιάζει. Τὸν λόγον ἔχει μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Γ. Πετροπουλάκης.
§36Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω· ἀλλ’ ἐδήλωσα ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἀπουσιάζει, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§37Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει λοιπὸν τὸν λόγον ὁ κύριος Στράτος.
§39ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπίστευον ὅτι σήμερον ὁ ἐπιφανὴς πολιτευτὴς καὶ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελεν συνεχίσει τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν του, ἡ ὁποία ἦτο λίαν ἐνδιαφέρουσα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ στρατιωτικὸν νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ ἀσθένεια δὲν ἠμπόδιζεν αὐτὸν νὰ ἔλθῃ σήμερον, βεβαίως εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας του ἤθελε καθορίσει πολὺ κάλλιον τὰ ἀφορῶντα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἴτε ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας του, εἴτε ὡς πρὸς τὸ συνταγματικὸν ἢ μὴ τῶν διατάξεών του. Ἀπὸ μέρους μου ἐκφράζω μεγάλην λύπην, διότι ἡ ἀπουσία αὕτη φέρει μεγίστην δυσκολίαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἤλπιζον μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ ἐπιφανεστάτου τούτου πολιτευτοῦ, τοῦ μόνου ἐπιζῶντος ἐκ τῆς χορείας τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, οἵτινες κατέτριψαν τὴν ζωὴν των ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ Κουμουνδούρου, Ζαΐμη, Δεληγεώργη, Τρικούπη, Λομβάρδου κλπ., ἤθελεν ἀναβάλει τὴν συζήτησιν, διότι πιθανῶς αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ δυνηθῇ ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ὠφεληθῶσι καὶ οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην πεῖράν του καὶ ἀπὸ τὴν διαύγειαν τοῦ νοός του. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ πράξῃ τοῦτο σήμερον. Ὤφειλον, Κύριοι, νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν καὶ τὴν παράκλησιν συγχρόνως, πεπειθὼς ὅτι ἡ ἔξοχος ὁμιλία ἡ χθεσινὴ, συνεχιζομένη, ἤθελε συντελέσει μεγάλως· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὸ θέλετε, ἂς τερματίσωμεν τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔστω καὶ ἂν εὑρεθῶμεν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς ὁμιλίας ἐκείνης, εἰς τὸ σκότος. Δὲν εἶμαι πολιτικὸς φίλος τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη,—ἄλλοτε ἤμην—ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ὑπῆρξεν οὗτος καὶ εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων ἀνδρῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη συζητεῖται μετὰ τοσούτου πείσματος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει τόσην συγκίνησιν καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, εἶναι βέβαιον ὅτι ἔχει τόσας πλημμελείας, ὅσας παριστᾷ ἡ μεγάλη συγκίνησις. Ἀλλ’ εἶναι ἡ συγκίνησις πραγματική; εἶναι συγκίνησις, ἡ ὁποία πράγματι παριστᾷ τὴν μεγάλην σπουδαιότητα τοῦ νομοθετήματος τούτου; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως ἔχει τὴν σοβαρότητά του, ἀλλὰ δὲν ἔχει τοιοῦτον μέγεθος, ὁποῖον παρεστάθη διὰ τοῦ συζητήσεως. Πόθεν προέκυψεν ἡ ἔκτροπος ἰδέα, ὅτι διὰ τῆς νομοσχεδίου τούτου ἦτο φόβος, ὅτι οἱ συνταγματικοὶ θεσμοί μας ἢ ὁ στρατὸς ἢ ἄλλο τι δύνανται νὰ πάθωσι; Δύο εἰσὶν οἱ λόγοι, κατ’ ἐμέ. Ὁ πρῶτος λόγος προέρχεται ἐκ τῆς περιληπτικότητος τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις, νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συνίσταται ἀπὸ 13 ἄρθρα. Ἐγὼ ὁμολογῶ, μεθ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι καὶ ἡ σύνθεσις καὶ ὁ εἱρμὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐν γένει δὲν εἶναι ἀνάλογα τῆς βαθείας πείρας καὶ τῆς κρίσεως αὐτοῦ. Καὶ ἕνεκα τῆς ὑπολήψεως, ἣν ἔχω οὐχὶ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοί, πρὸς αὐτὸν, δὲν ἀπέδωκα τοῦτο ὡς ἀνῆκον εἰς τὸν ἴδιον, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἄλλης χειρὸς ἐπεδόθη αὐτῷ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, εἴτε αὐτὸς συνέταξε τοῦτο, εἴτε παρ’ ἄλλου ἐπεδόθη αὐτῷ, ἡ περιληπτικότης του καὶ ἡ συντομία δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ φέρῃ συγκίνησιν πανταχοῦ καὶ νὰ δώσῃ εἰς ἕκαστον τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ ὅ,τι ἤθελε. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὅτι εἴμεθα μεσημβρινὸν ἔθνος, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχομεν τὴν ἀπαθῆ ψυχραιμίαν τῶν βορείων λαῶν, οἵτινες κρίνουσι τὰ πράγματα ὀρθότερον. Δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὀξύνοιαν μεγαλειτέραν καὶ φαντασίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὴν ἤρεμον σκέψιν, δι’ ἧς βασανίζονται καταλληλότερον τὰ πράγματα. Δὲν εὑρίσκει τις ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, πολλοὺς ἀνθρώπους ἔχοντας τὴν αὐτὴν ἰδέαν ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τοῦτο γίνεται ἐνταῦθα. Διὰ τοῦτο ἕκαστος ἐκ τῆς μεγάλης συντομίας τοῦ νομοσχεδίου ἐσχημάτισε τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο κατηρτίσθη παρ’ ἄλλης χειρός. Πρώτη λοιπὸν αἰτία κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ μεγάλη περιληπτικότης αὐτοῦ. Δευτέρα, ἀλλὰ καὶ οὐσιωδεστέρα καὶ πραγματικωτέρα αἰτία εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχωσι μίαν ἱκανοποίησιν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ὑπέστη τὴν τύχην αὐτήν· καὶ ἡ Γαλλία ὑπέστη παρομοίαν τιμωρίαν, καὶ αὕτη ὄχι μόνον τοὺς ὀργανισμούς της κατεδίκεσεν, ἀλλὰ καὶ γενναῖον στρατηγὸν, τὸν Μπαζαὶν, ὁ ὁποῖος εἰς τρεῖς μάχας κατὰ τριπλασίου γερμανικοῦ στρατοῦ ἀντετάχθη, κατεδίκασεν εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἡ Ἰταλία ἄλλοτε ἔπαθεν ὅμοια, καὶ ἡ Σερβία εἰς τὰ 1876 ἐδοκίμασε τὰ αὐτά. Ἐν γένει τὰ ἔθνη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζητοῦσι μεταλλαγὰς, καὶ ἕκαστος, ἐννοεῖται, κρίνων κατ’ ἴδιον τρόπον, ἀποδίδει τὰ ἀτυχήματα εἰς διάφορα αἴτια. Παρ’ ἡμῖν ἀπεδόθη τὸ κακὸν εἰς τὸν κακὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Διαδόχου καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ἀτυχήσαντες μάλιστα κατὰ τὸν πόλεμον, ἀπέδωκαν τοῦτο εἰς τὸν κακὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο θὲ ἐξετάσω εὐρέως ἐν καιρῷ, ἀλλ’ ἤδη ἐν μέρει θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος εἶναι ὁ ὑπαίτιος τῶν ἀτυχιῶν μας· τοῦτο δὲ κυρίως ἔχει ὡς ἀντικείμενον ἡ ἀπό τινων ἡμερῶν συζήτησις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤδη πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ἂν ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἂν ἔτι παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἦτο ὑπαίτιος τῆς κακῆς καταστάσεως καὶ τῆς ἀτυχίας τοῦ στρατοῦ, ἂν ἠδύνατο ἡ παροῦσα ἢ ἡ προγενεστέρα Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τέλειον ὀργανισμὸν πρὸς ἐφαρμογὴν ἐν τῷ Κράτει. Μετὰ τὸν πόλεμον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦλθεν ὁ κύριος Σμολένσκης. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις οὔτε τὴν λαμπρὰν διαγωγήν του ἐν τῷ πολέμῳ, οὔτε τὴν βαθεῖαν γνῶσιν, ἣν ἔχει, τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, διότι, ὄχι μόνον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων ἐσπούδασεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐν Βελγίῳ Στρατιωτικῇ Σχολῇ, διέμεινε δὲ ἐπὶ δύο ἔτη καὶ εἰς τὸν γερμανικὸν στρατόν· κεκτημένος δὲ καὶ βαθεῖαν κρίσιν καὶ νοημοσύνην, ἠδύνατο, ἐλθὼν ὡς Ὑπουργὸς, νὰ ἐργασθῇ καὶ φέρῃ τέλειον, ὅσον ἔνεστιν, ὀργανισμόν. Ἀλλ’ εἶχε τὸν καιρὸν ὁ κύριος Σμολένσκης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὰ πλεονεκτήματά του, νὰ ἐργασθῇ διὰ τοιαῦτα μέτρα, ἀφοῦ ἐπὶ 14 μῆνας, καθ’ οὓς διετέλεσεν Ὑπουργὸς, ὁ Ἐτέμ πασσᾶς εὑρίσκετο ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συντηρῇ 60 ἕως 70 χιλιάδας στρατιώτας; Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶχε καιρὸν, καὶ ἀποχωρῶν τῆς ἐξουσίας δὲν ἄφησε παρὰ προσωρινόν τινα ὀργανισμὸν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν μόνον τῆς καθ’ ἑκάστην ὑπηρεσίας. Μετ’ αὐτὸν ἦλθεν ὁ κύριος Κόρπας, ὅστις ἔμεινεν ὀλίγον χρόνον, καὶ μετ’ αὐτὸν, ὅτε πλέον τὸ ἔθνος ἔλαβε Κυβέρνησιν τῆς Βουλῆς, ἦλθεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε οὗτος ὑπέβαλε τὸν νόμον περὶ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ ἠρώτησα ἀπ’ εὐθείας αὐτὸν, ἐὰν σκέπτεται καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὸν ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν νὰ χρησιμοποιήσωσι διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ προβαίνων αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοῦτο, θὰ παρέδιδεν ἕτοιμον τὸν ὀργανισμὸν εἰς τὸν ἀλλοδαπόν. Καὶ εἶπον τοῦτο, διότι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἔχων ὑπομονὴν ἕως οὗ ἔλθῃ ὁ ξένος ἀξιωματικὸς, εἴτε Γάλλος ἢ Γερμανὸς ἢ Ἄγγλος, ἢ ἄλλος τις, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σύντροφον διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπιστήμονα βαθὺν καὶ ἔμπειρον. Ὁ τότε ὅμως Ὑπουργὸς εἰργάσθη μόνος, καὶ παρεσκεύασεν ὀργανισμόν, ὃν ἐσκόπει νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν ἀλλοδαπὸν ὀργανωτήν, ὅπως ἐφαρμόσῃ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶχε τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν, ἀφοῦ ἐφάνη πολὺ καλὸς στρατιώτης, ἀφοῦ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἀξίως τοῦ ὀνόματος, ὅπερ φέρει, ἐπίστευσε, λέγω, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναφανῇ καὶ ὀργανωτὴς τοῦ στρατοῦ, ὅπως καὶ ὁ κύριος Λυκούδης ἐπίστευσεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ πλήρη ὀργανισμὸν αὐτοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας, ἀλλ’ ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, προκειμένου περὶ ὀργανισμοῦ, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ ὑπερασπίσῃ τις μίαν θέσιν δι’ ἑνὸς τάγματος, μίαν πόλιν διὰ μιᾶς ταξιαρχίας κλπ. Εἶναι πολὺ μεγαλείτερον καὶ ὑψηλότερον· ἀπαιτεῖ βαθεῖαν γνῶσιν ὄχι μόνον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομικῆς. Εἶναι τόσον δύσκολον πρᾶγμα εἷς ὀργανισμὸς, ὥστε εἰς μίαν ὁλόκληρον Πρωσσίαν ὁ Scharnhorst, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὁ εὐεργέτης τοῦ Πρωσσικοῦ στρατοῦ, ἤρχισεν εἰς τὰ 1808, μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἰέννης, τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπεράτωσεν αὐτὸν κατὰ τὸ 1813. Δι’ αὐτὸν, διακεκριμένον ὡς Ὑπουργὸν καὶ ὡς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ Ἐπιτελείου, δὲν ἤρκεσεν οὔτε ἓν οὔτε δύο ἔτη, ἀλλ’ ἐχρειάσθη πέντε ὁλόκληρα ἔτη διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ κἄτι τι τέλειον. Ἔκτοτε ἐδέησε νὰ παρέλθουν 60 ἔτη, διὰ νὰ ἀναφανῇ εἷς Roon, ἵνα ἀνακαινίσῃ ἐντελῶς τὰ τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦδε εἷς Cissey εὑρέθη παρὰ τοῦ ὀξυδερκοῦς ὀφθαλμοῦ τοῦ Thiers, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ δημιουργήσῃ κἄτι τι διὰ τὸν γαλλικὸν στρατὸν εὐδόκιμον, καὶ ἐν τούτοις ὁ γαλλικὸς στρατὸς δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὴν τελειότητα τοῦ γερμανικοῦ! Εἶναι μέγα ἔργον εἷς ὀργανισμός! Διὰ τοῦτο ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀντὶ νὰ ἐπιμένῃ ἐπὶ ἕξ μῆνας δημιουργῶν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἐπιμένῃ μέχρι παραιτήσεως νὰ φέρῃ τὸν ἀλλοδαπὸν ὀργανωτήν, ὃν ἡ Βουλὴ τῷ ἐχορήγησε, μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ συνειργάζετο λαμπρά, διὰ νὰ μὴ κατέχῃ τὴν ἕδραν τοῦ σήμερον ὁ κύριος Τσαμαδός.
§40Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§41ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Ἡ κατάστασις αὕτη προώθησε τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, διότι, ὡς εἶπον, ἡ κοινωνία περιέμενε μεταλλαγὴν ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον· ὁ κόσμος ἔσχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἦτο ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ταύτης, ὅτι νέος ὀργανισμὸς ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἀναχθῇ ὁ στρατός μας εἰς περιωπήν. Ὁ κύριος Τσαμαδὸς βεβαίως ἐπὶ χρόνον τινὰ εἶχεν ἐργασθῆ καὶ διηύθυνε τὸ Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον, καὶ εἶτα συνυπούργησε τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ, ἐλθὼν δὲ νῦν ὡς Ὑπουργὸς, βεβαίως δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα περισυλλέξῃ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε, τὰς ἰδέας καὶ τὰς σκέψεις του, καὶ οὕτω νὰ φέρῃ ὁλοκληρωτικὸν ὀργανισμόν. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ διατελῶσιν εἰς ἣν σήμερον κατάστασιν, ἥτις, δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι λυπηρά. Λοιπὸν ἠναγκάσθη νὰ φέρῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, σκεπτόμενος ἵνα μετ’ αὐτὸ φέρῃ καὶ τὸν ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν ὀργανωτήν, μεθ’ οὗ καὶ μετὰ τοῦ Βασιλέως συνεργαζόμενος νὰ συντάξῃ τὸν ὀργανισμὸν, ὅστις ἀπαιτεῖται, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, τῆς ἠθικῆς ἀναπτύξεώς του καὶ τοῦ μέλλοντος, πρὸ παντὸς ὅμως τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἔθνους, διότι τὰ ἔθνη καὶ ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἔχουσιν ἕκαστον ἴδιον προορισμὸν, οἱ δὲ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ δὲν συντάσσονται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας τοῦ ἔθνους, ὡς τοῦτο γίνεται εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη. Πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ θέσις τῶν ἐθνῶν, διότι τὰ μὲν εἶναι φύσει ἀμυντικὰ, τὰ δὲ θέσει, ἑπομένως οἱ ὀργανισμοὶ αὐτῶν πρέπει νὰ ἦναι ἀμυντικοί. Ἄλλα ἐπεράτωσαν τὸν προορισμόν των, καὶ ἑπομένως ὁ ὀργανισμός των δὲν δύναται πλέον παρὰ νὰ ἔχῃ εὐρύτητα περὶ τὴν ἄμυναν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς ἐπιθέσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ ὀργανισμῷ δέον νὰ πρυτανεύῃ καὶ ἡ Βασιλικὴ σκέψις, ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως, ὅστις, ὡς κυρίαρχος τοῦ ἔθνους, ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν. Ἑπομένως πᾶς ὀργανισμὸς καὶ τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν ἐθνῶν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας καὶ τῆς Βασιλείας πρῶτον, ἐκ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ ταῦτα, ἥτις διαθέτει τοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Λοιπὸν ἐὰν ἤρχετο ἐγκαίρως ὁ ἀπαιτούμενος ὀργανωτὴς, βεβαίως μία τοιαύτη συνεργασία ἔδει νὰ λειτουργήσῃ, ὅπως συντελεσθῇ ἔργον τέλειον. Καὶ διὰ τοῦτο, ὑποθέτω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ὀλίγος χρόνος, ὅπως μελετήσῃ καὶ ὁ ἴδιος τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τοσαῦτα νομοσχέδια φορολογικὰ, νὰ ἴδῃ ἐπίσης, κατὰ πόσον ταῦτα θὰ πραγματοποιηθῶσι, καὶ κατὰ πόσον δύναται τὸ Κράτος νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ μέλλον τὰ μέσα διὰ τὴν ὕπαρξιν τελείου στρατοῦ, διὰ δὲ τῆς συνεργασίας τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ νὰ καταρτισθῇ ἔργον τέλειον. Ἐπαναλέγω, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιαύτη ἰδέα ἐπεκράτησεν εἰς τὸν κ. Τσαμαδὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπῆρε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ συνταγματάρχου κ. Λυκούδη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ καλὸς, ἵνα τὸν παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου,—μικρὸν διαφέροντος πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ κυρίου Λυκούδη,—ὅστις ἠδύνατο ἐπίσης κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ ἰδέα λοιπὸν τελειοτέρου ὀργανισμοῦ, μᾶλλον ἁρμόζοντος τῇ Ἑλλάδι ἀπέναντι τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παρεκίνησε τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ στρατὸς μέχρι τοῦδε ἐβάδισεν ἄνευ οὐδεμιᾶς πυξίδος; εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἀπὸ τοῦ 1843 καὶ ἐντεῦθεν δὲν εἶχε τὸν ὁδηγὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου διηύθυνε τὰ βήματά του; Ὅστις λέγει τοῦτο, δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1859 ὀργανισμὸς τοῦ ἀειμνήστου Δημητρίου Βότσαρη, τὸν ὁποῖον ἐπίσης ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, διότι ἐκεῖνος προέβλεπεν ὄχι μόνον περὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ καὶ περὶ στελεχῶν ἀκόμη ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ. Ὁ νόμος τοῦ 1859 καθώριζεν ἀκριβῶς, ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἦναι τὰ στελέχη στρατοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ὁποῖα ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ. Ἐὰν τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔκτοτε κατ’ ἔκτασιν παρηκολούθει τὸ Κράτος, εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897 βεβαίως ἡ ἐφεδρεία μας θὰ ἦτο πολὺ διαφορετικὴ, συγχρόνως δὲ δὲν θὰ ἀπέλειπον οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἤθελον καθοδηγήσει τὸν στρατόν μας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ὁποῖα ὁ Φὸν–δὲρ–Γκὸλτς λέγει εἰς τὴν συγγραφήν του, ὅτι δηλαδὴ «ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἦτο κατά τινας χιλιάδας περισσότερος καὶ εἶχε τὰ στελέχη του πλήρη, τ’ ἀποτελέσματα ἴσως θὰ ἦσαν διαφορετικά.» Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ἐψηφίσθησαν διάφοροι ὀργανισμοὶ, ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1880, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1882, μετὰ τούτους δὲ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1884, ὅστις κατὰ τὸ 1885 μετερρυθμίσθη ἐπὶ τὸ τελειότερον παρὰ τοῦ ἐντίμου ἐν ἀποστρατείᾳ νῦν ἀντιστρατήγου κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος δὲν παρέλειψε τίποτε, καὶ ὥρισε περὶ ὅλων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ εἰρήνης χρησιμοποιοῦνται, ὡς καὶ ἐν καιρῷ πολέμου δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ὁ ἁρμόδιος τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μεταξᾶς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ οὔτε τὰ περὶ ἐπιμελητείας κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1885, τὸν παρὰ τοῦ ἀντιστρατήγου κ. Μαυρομιχάλη συνταχθέντα, οὔτε τὸ διάταγμα τοῦ 1885 ἰδίᾳ περὶ ἐπιμελητείας. Ἐὰν δὲν τῷ ἐδόθη καιρὸς, εἰς τοῦτο ἴσως δὲν πταίει ὁ τότε Ὑπουργὸς, ἢ μᾶλλον παραίτιοι ἦσαν αἱ αἴφνης ἐπελθοῦσαι δυσπραγίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυνον τὸ ἔθνος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ἡ στρατιωτικὴ ἐξουσία, εἴτε ἡ πολιτικὴ, νὰ διευθύνῃ δεόντως τὰ τοῦ πολέμου. Ὑπῆρχον λοιπὸν ἐν τῷ στρατεύματι ὀργανικῶς ὅλα τὰ διδόμενα, τῇ ἐργασίᾳ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἐχρησιμοποιοῦντο, ἢ ἐὰν ὑπῆρχε καιρὸς, ἵνα τὰ χρησιμοποιήσωσιν, ὁ στρατὸς δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Εἶπον, Κύριοι, πόθεν προέκυψεν ἡ πρώτη συγκίνησις διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ πῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐθεωρήθη ἐντελῶς ἔκτροπον. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης καὶ ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης δικαίως ἐζήτησαν τότε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡμερῶν τινων προθεσμίαν, τεσσάρων ἢ πέντε, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν καὶ ἄλλων Βουλευτῶν, ἐχόντων μεγάλην πεῖραν περὶ τὰ στρατιωτικὰ, ἵνα συνταχθῇ μία ἔκθεσις, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τότε παρεδέχετο τοῦτο, διότι βεβαίως θὰ ἐσυντομεύοντο τὰ μέγιστα αἱ ἀναπτύξεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κυρίως δὲ θὰ κατενοεῖτο ἡ ἰδέα, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δικαίως οἱ εἰρημένοι κ. Βουλευταὶ ἐζήτησαν τοῦτο, εἶναι, ὅτι ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ ταῦτα νὰ φέρῃ τροποποιήσεις. Τοῦτο ἐδικαίωσε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ζητήσαντας τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, παρ’ ἡμῖν νὰ γένηται ἄλλως. Εἰς τὰ ἄλλα Κράτη βεβαίως ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ εὐκολίαι τῆς συντάξεως τῶν νομοσχεδίων· εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὰ νομοσχέδια δὲν συντάσσονται ὑπὸ τῶν τμηματαρχῶν, συνεργαζομένων μόνον μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὰ τοῦ στρατοῦ· διότι ἐκεῖ προσκαλοῦνται οἱ στρατιωτικοὶ ἐπιθεωρηταὶ, ἐκεῖ προσκαλοῦνται αἱ συμβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐν ταῖς Ὑπουργείοις, καὶ ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ συνεργάζονται, διὰ νὰ προκύψῃ κἄτι τι ὀρθὸν, κἄτι τι τέλειον. Εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραπέμπονται εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη δὲν σχηματίζονται βεβαίως ὅπως σχηματίζονται παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, τουτέστιν ἐκ τῶν κομμάτων καὶ μόνον, ἀλλὰ πάντοτε σχηματίζονται ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἔχει εἰδικότητα καὶ τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν εἰς τὸν κλάδον του. Τοῦτο ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν πρὸ τοῦ 1880, ἀλλὰ σήμερον δυστυχῶς τὰ πάντα παραδίδομεν εἰς τὸ κόμμα! Ἐκτὸς τούτου ἡμεῖς μόνοι καὶ ἡ Σερβία μετὰ τῆς Βουλγαρίας ἔχομεν μίαν μόνην Βουλὴν, τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουσι δύο Βουλὰς, ἡ δὲ Γερουσία, ἡ Λυδία λίθος, διορθοῖ τὰ λάθη τῆς Βουλῆς, καὶ τοιουτοτρόπως παράγεταί τι, τὸ ὁποῖον ἔχει κῦρος, καὶ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἐν τάχει, ἐν μιᾷ νυκτὶ, ψηφίζονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἴτε δὲν ἐφαρμόζονται ὅλως διόλου, εἴτε ἐφαρμοζόμενα γίνεται ἀνάγκη νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον. Καὶ ἀλλοίμονον, Κύριοι, —δὲν τὸ λέγω δὲ διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ διὰ τὴν σημερινὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις δύναται μίαν ἡμέραν ἐπίσης νὰ ἔλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, τὸ λέγω διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ διὰ πᾶσαν Ἀντιπολίτευσιν—ἀλλοίμονον, λέγω, εἰς πᾶσαν Ἀντιπολίτευσιν ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν θελήσῃ διὰ τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων νὰ ἐπιφέρῃ τροποποιήσεις! Βεβαίως θ’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὴν ἀμέσως ἡ μομφὴ τῆς κωλυσιεργίας. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ κωλυσιεργία παρ’ ἡμῖν τὸ τοιοῦτον, ἀφοῦ πέρυσι νύκτας ὁλοκλήρους διήλθομεν ἐνταῦθα διὰ νὰ περάσωμεν 80–90 νομοσχέδια, ἐφέτος δ’ ἐπίσης μέχρι τοῦδε εἶναι ἀναγεγραμμένα πλέον τῶν 80 νομοσχεδίων, καὶ Κύριος οἶδε πόσα ἄλλα θὰ παρουσιασθῶσιν; Ὅταν μία Βουλὴ παρατείνῃ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν τὰς συνεδριάσεις της, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσι καὶ ἐμπόδια ἐξ ἀντεγκλήσεων; Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδηται διάθεσις κωλυσιεργίας εἰς τὴν ἐπιμονὴν, ὅπως ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ ἔργον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ὁ λαὸς νὰ ἐννοῇ, καὶ νὰ δύνανται οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι νὰ ἐφαρμόσουν. Ὅτε ἐπεζητήθη ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε νὰ μὴ γείνῃ τοῦτο, καὶ ἐγένετο ψηφοφορία, τότε ἐνεθυμήθην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐν ὅλῃ τῇ ἁβρότητι, πρὸ ἔτους, ἐν ὅλῃ τῇ εὐγενείᾳ, ἡ ὁποία πράγματι τὸν χαρακτηρίζει, ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ πάντα τὰ μεταρρυθμιστικὰ νομοσχέδιά του νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν τόσον εὐπρεπῆ τότε ἀγόρευσιν καὶ παράκλησίν του, ἡ ὁποία τῷ ἔκαμνε μεγάλην τιμὴν, διότι ἔθετε μίαν νέαν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσι πλέον αἱ μεγάλαι ἀντεγκλήσεις, ὅτι τὸ ἔθνος εἰσῆλθεν εἰς νέαν σταδιοδρομίαν, καὶ αἱ ἀντεγκλήσεις δὲν πρέπει νὰ φέρωσι δυσκολίαν εἰς τὴν πορείαν του. Θὰ τὸν παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ἔχῃ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του, χάριν καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας καὶ χάριν τοῦ ἔθνους, τὴν ὡραίαν ἐκείνην ἀγόρευσίν του. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ συγκίνησις ἡ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπῆλθε μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν, ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν κοινωνίαν. Τοῦτο τὸ εἶχον ἀκούσει πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπίστευον. Ὅτε ὅμως ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Κυβερνήσεως εἶδον ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἄλλοι μὲν ἀπεσύρθησαν, ἄλλοι ἠρνήθησαν ψῆφον, ὑπῆρξαν δὲ καὶ οἱ καταψηφίσαντες, τότε ἐπείσθην, ὅτι ἐν τῇ στρατιωτικῇ κοινωνίᾳ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κακῶς ἐχαρακτηρίσθη. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐμελέτησα, ὅσον ἠδυνάμην, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐπείσθην ὅτι ἔχει ἀγαθοποιὸν σκοπόν. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐπιμονῇ του ἐζήτησε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ ἐκηρύχθην καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπείσθην περὶ τοῦ ἀγαθοποιοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπείσθην ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἔκτροπον, ὅτι δὲν εἶναι σύλληψις κακῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι ἓν ἁπλοῦν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, μετὰ διετῆ ἀπουσίαν ἐκ τοῦ στρατοῦ, μίαν ἐργασίαν τέλος πάντων, διότι ἡ Α. Ὑψηλότης, ἀφ’ ὅτου τελευταῖος πάντων ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Λαμίαν, ἀπὸ τὸν στρατὸν τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα, ἔκτοτε διαμένει μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, διότι οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐνεθυμήθη, ὅτι ὁ Διάδοχος ἦτο ἀρχηγὸς, καὶ ὅτι ἔδει νὰ ἐξακολουθήσῃ παραμένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ μας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἰδέα αὕτη καὶ ἡ πεποίθησις, ἡ ὁποία μὲ προήγαγεν ἵνα ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἰδέα ὅτι ἡ Α. Ὑψηλότης πρέπει νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ δευτέρα τις ἐποχή, ὡς ἡ τοῦ 1897, ὅτε πάλιν ὁ ἴδιος δύναται νὰ διοικήσῃ τὸν στρατὸν, καὶ ἂν σήμερον δὲν ἐξακολουθήσῃ ἔχων τὴν πεῖραν τῶν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, πεῖραν ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην αὐξάνει ἐν Εὐρώπῃ, καὶ πρέπει νὰ τὴν παρακολουθῇ, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ἱκανὸς διοικητὴς, ἵνα ὁδηγήσῃ τὸν στρατὸν εἰς τὴν νίκην. Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας, κυρίως τρία ἔχει μέρη, αʹ) τὸ διοικητικὸν, ὅπερ ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν, ἤτοι τὴν διοίκησιν τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διευθυνόντων τὰς διαφόρους στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας καὶ καταστήματα, βʹ) τὸ οἰκονομικὸν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐξέλεγξις, καὶ γʹ) τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν. Ὁ γερμανικὸς στρατὸς καὶ ὁ ἀγγλικὸς εἶναι ὀλίγον ἰδιόρρυθμοι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παρ’ ἡμῖν ἔχει δύο περιόδους, λίαν διακεκριμένας ἀλλήλων, τὴν περίοδον τοῦ 1843–1862, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος αἱ Βουλαὶ δὲν εἶχον τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχουσιν, ἑπομένως ὁ ἀοίδιμος Ὄθων ἠδύνατο ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ κρατῇ τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνεπῶς νὰ ἔχῃ τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον, ἐκλέγων αὐτὸ μεταξὺ τῶν καταλληλοτέρων ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον ἑπομένως ὅλην τὴν δύναμιν, διότι ἠρύοντο αὐτὴν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ ὀργανισμοῦ ἢ περὶ οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος. Αἱ συνεννοήσεις ἐγίνοντο μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Βασιλέως, καὶ μετὰ ταῦτα ἀνεκοινοῦντο εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδυσκολεύετο νὰ χορηγήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἐν τῇ περιόδῳ λοιπὸν ἐκείνῃ, τῇ ἀπὸ τοῦ 1843 ἕως τοῦ 1862, διωρίσθησαν Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ στρατηγὸς Σπυρομήλιος, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ δημιουργὸς διαφόρων νόμων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς πείρας καὶ μόνον ὁρμώμενος ἔκαμε τὰ πρῶτα γυμνάσια διαφόρων ὅπλων εἰς τὸν στρατὸν τῶν Ἀθηνῶν, ἔδωσε τὴν πρώτην ἀρχὴν,—ἣν δυστυχῶς μετὰ ταῦτα δὲν παρηκολούθησαν οἱ ἄλλοι,—ὁ στρατηγὸς Καλλέργης, ὅστις ἔφερε τὴν τάξιν εἰς τὸν στρατὸν, διότι διέλυσε τὰ τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς, καὶ ἐφήρμοσε τοὺς Γαλλικοὺς κανονισμοὺς κατὰ συντάγματα, ὁ ὁποῖος ὅμως, ὡς Ὑπουργὸς τότε, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ διοικήσῃ πολὺν χρόνον τὰ τοῦ στρατοῦ. Κατόπιν ὁ στρατηγὸς Σμόλενιτς, ὁ ὁποῖος, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι τότε ἐξῆλθον ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ὡς ἀξιωματικὸς, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις διὰ τῶν ἀρίστων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, διὰ τῆς μεγάλης ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε, κατέστρεψεν ὅλας τὰς ὀρδὰς τὰς λῃστρικὰς, αἱ ὁποῖαι ἠπείλησαν καὶ αὐτὰς τὰς πύλας τῆς πρωτευούσης, καὶ ἔφερε τὴν τάξιν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Βότσαρης, ὅτε ἦλθεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχε μελετήσει ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ἰσχύοντα τότε ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἐφήρμοσεν ἐν Ἑλλάδι ὅ,τι κάλλιστον ὑπῆρχεν ἐν τῇ Γαλλίᾳ. Ἐξ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν, ἐξ αὐτοῦ ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν κατηργήθη εἰσέτι, τὸν νόμον τοῦ 1859, περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως δυστυχῶς μετὰ τὸ 1862 δὲν ἐφηρμόσθη, ἐξ αὐτοῦ ἔχομεν τοὺς νόμους περὶ προβιβασμῶν· καὶ τέλος ὁ ἀείμνηστος Βότσαρης, διὰ τῆς μεγάλης του παιδείας καὶ διὰ τῆς μεγάλης του ἱκανότητος, καὶ δι’ ἐπιτροπῆς ἐκ καταλλήλων προσώπων, τὰ ὁποῖα μετ’ ἐπιμελείας πάντοτε ἐξέλεγε, κατώρθωσε νὰ δώσῃ εἰς τὸν στρατόν μας περὶ πάσης ἀνάγκης νόμους καὶ Β. Διατάγματα, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ σήμερον ἀκόμη πολλάκις ἀναγκαζόμεθα νὰ προσφεύγωμεν, διὰ τὴν εὐκρίνειαν καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτῶν. Ἀφοῦ πλέον ἔλειψεν ἡ δρᾶσις αὐτῶν τῶν τεσσάρων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν πολλὰ καλὰ εἰς τὸν στρατὸν, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς διοργανωταὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἱ νεώτεροι δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, — καθ’ ἣν ἤμην καὶ ἐγὼ ἐν τῷ στρατῷ ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ, — ἐκ τοῦ ἑξῆς. Ἐστάθμευον ἐν Πύλῳ ὑπηρετῶν, ὅτε ἦλθεν ἓν γαλλικὸν σύνταγμα, διότι ὁ λέβης τοῦ ἀτμοπλοίου, ἐφ’ οὗ ἐπέβαινεν, εἶχε βλαβῆ, καὶ παρέμεινεν ἐπὶ 15 ἡμέρας· ἐκεῖ διέμενον τότε δύο λόχοι τοῦ πεζικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐξήρχοντο καθ’ ἑκάστην καὶ ἔκαμνον ἀσκήσεις πυκνῆς τάξεως καὶ ἀσκήσεις ἀκροβολιστικάς. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ γαλλικοῦ συντάγματος καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ παρίσταντο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γυμνασίων τῶν δύο λόχων τοῦ πεζικοῦ κατενθουσιασμένοι, καὶ πολλάκις εἰς τὸν φρούραρχον Πύλου, ὅστις ἦτο ὁ φιλέλλην ταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ Πηνειὼ, πολλάκις εἰς αὐτὸν ἐξέφρασαν ἄπειρα συγχαρητήρια, καὶ ἐγνωμοδότησαν μάλιστα, ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ λόχοι ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς λόχοι τῆς Αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν τότε ὁ μακαρίτης Βότσαρης ἐπέφερεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ, διότι εἶχεν ἐφοδιάσει αὐτὸν διὰ παντὸς ὑλικοῦ. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλὰ, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τοῦ 1859–1861 ὑπῆρχε σκέψις δράσεως κατὰ τῆς Τουρκίας μετὰ τοῦ περιωνύμου Γαριβάλδου, ὃν δυστυχῶς ἀπέτρεψε τὸ ῥεῦμα τῆς κοινῆς γνώμης, ὅπερ ἀτυχῶς ἔστρεψαν κατὰ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος αἱ Ἀγγλικαὶ ἐνέργειαι, λόγῳ τῆς ἀκεραιότητος τῆς φίλης των τότε Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἡ διοίκησις τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων ἐφάνη τοσοῦτον ἱκανὴ καὶ τοσοῦτον παραγωγὸς εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1843–1862, ἐφάνη ἆρά γε ἐπίσης τοιαύτη καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν; Καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἄλλοι ἐξέφρασαν, ὅτι ἄνευ μέσων πολλῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς, δὲν δύναται νὰ παγιωθῇ μόνιμος στρατὸς μετὰ τῆς ἐφεδρείας του, ἐπαρκὴς, ἵνα δυνηθῇ μίαν ἡμέραν τὸ ἔθνος νὰ ἐκπλύνῃ τὴν ἧτταν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἐσχάτως. Ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πάντες οἱ πολιτευόμενοι συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ κάμῃ οὔτε βῆμα, ὅσον ἱκανὸν στρατὸν καὶ ὅσον πολυάριθμον καὶ ἂν ἔχῃ, ἐὰν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δὲν τὸ θέλουν. Ἐντεῦθεν, ἐκ τῆς τοιαύτης ἰδέας, ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ 1878 ἐτέθη τέρμα πλέον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν διετέθησαν ποτὲ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν χάριν τοῦ στρατοῦ πλέον τῶν 6–7 ἑκατομμυρίων, διότι ἡ θεμελιώδης ἰδέα ἦτο ἡ οἰκονομία. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους κατὰ τὰ 1863–1880 ἀνήρχοντο εἰς 40–45 ἑκατομμύρια, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πλέον τοῦ ⅙, ἤτοι πλέον τῶν 6–7 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐνεργήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ. Περιήχθησαν λοιπὸν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ πράξωσι τὸ καλὸν ἐν τῷ στρατῷ, νὰ μὴ δύνανται νὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν πρόοδον. Μετὰ τὸ 1878, ἕνεκα τῶν ἐπιστρατεύσεων, ηὔξησαν τὴν δαπάνην τὴν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς 11 ἑκατομμύρια. Ἀπὸ τοῦ 1882 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἀνέλαβεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συνηύξησε μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους· τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἔφθασαν τὰ 80–90 ἑκατομμύρια, ἑπομένως εἶχε πλέον τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο τότε αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς—νὰ αὐξήσῃ καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπὸ 11 ἑκατομμύρια νὰ τὰ κάμῃ 18, πολλάκις δὲ 20 ἢ καὶ περισσότερα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γενικῆς ταύτης ἰδέας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάσις παντὸς στρατοῦ, διότι ἠξεύρετε πολὺ καλὰ καὶ τὸ ἀρχαῖον ῥητὸν «δεῖ δὴ χρημάτων, καὶ ἄνευ τούτων οὐδέν ἐστι γενέσθαι», ἐκτὸς λοιπὸν τῆς ἰδέας ταύτης ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι· οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε ὑπῆρξαν ὅλαι αἱ ἱκανότητες—ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπῄτει ἡ πρόοδος τοῦ στρατοῦ; Ὄχι. Διατί; Διότι ὅλη ἡ δύναμις πλέον δὲν ἦτο ὡς ἡ τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τοῦ 1862, ὅτε ὑπέρτατος κυριάρχης ἦτο ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἔδιδεν ὅλην τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὸ δοκοῦν, κατὰ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας· ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν ὅλη ἡ δύναμις, ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστική, ἀνῆκεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ, διότι διέτρεξα ὅλας τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, ὅτι πολλάκις εὑρέθησαν Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἱκανοί, οἵτινες ἐπεζήτησαν νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπρεπε διὰ τὸν στρατόν, ἀλλ’ οἱ Πρωθυπουργοὶ τοὺς ἐσταμάτησαν· διατί; διότι, ὡς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ἐθεμελιώθη ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ Κράτος, οἱασδήποτε στρατιωτικὰς δυνάμεις καὶ ἂν ἔχῃ, δὲν δύναται νὰ κάμῃ βῆμα πρὸς τὰ ἔξω ἄνευ τῆς θελήσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πρὸς τί τότε νὰ δίδωνται τὰ χρήματα τοῦ ἔθνους δωρεὰν, ἄνευ σκοποῦ; Προτιμότερον νὰ διατίθενται εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς τὴν συγκοινωνίαν, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν ἄλλην τοῦ Κράτους εὐημερίαν. Καὶ οὕτω τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ἐτέθη εἰς δευτέραν μοῖραν. Τὴν ἰσχὺν λοιπὸν ταύτην, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἐδόθη εἰς τοὺς Πρωθυπουργοὺς, οἱ Πρωθυπουργοὶ τὴν ἐξεμεταλλεύθησαν, ὄχι βεβαίως ἐπὶ κακῷ τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ πεπλανημένῃ ἰδέᾳ, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐν γένει πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας καὶ ὄχι πρὸς τὴν πρόοδον, τὴν ἀπαιτουμένην, τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀφήσωσιν Ὑπουργὸν, μὴ ἔχοντα μέγα κῦρος, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ παραμικρὸν χάριν τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἀγαθώτερος μεταξὺ τῶν ἐπιφανεστάτων πολιτικῶν μας, ὁ ὁποῖος ἀκαίρως ἀπῆλθε δυστυχῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος εἰς τὰ 1870–1871, —ἤμην δὲ τότε τμηματάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, —ἀποθανόντος τοῦ μακαρίτου Βότσαρη, ἐπ’ ὀλίγον χρόνον διετέλεσεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προσέλαβε δὲ ἀκολούθως ἀντὶ τοῦ Βότσαρη τὸν στρατηγὸν Σμόλενιτς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ὀλίγον στενὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, παρετήρησεν ἐν τῇ μεγάλῃ του πείρᾳ, ὅτι ὤφειλε νὰ φέρῃ οἰκονομίας τινάς. Ὁ Σμόλενιτς δὲν ἦτο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἦτο ἀξιωματικὸς ἀνώτερος διαπρεπὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ἐξ ἧς προσελήφθη ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο δ’ ἀνὴρ πολὺ ἀνεξαρτήτου χαρακτῆρος, ἀξιωματικὸς σοφὸς καὶ πεπειραμένος, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν τελευταίαν ἐγκύκλιον, τὴν ἐκδιδομένην παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγνώριζε πολὺ καλλίτερα ἀφ’ ὅ,τι ἡμεῖς οἱ νεώτεροι γνωρίζομεν τὰς ἐγκυκλίους διαταγὰς κλπ. Ἀντέστη λοιπὸν κατ’ ἀρχάς, δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ καμμίαν οἰκονομίαν, καὶ ἐν τούτοις ἐξηναγκάσθη παρὰ τοῦ Κουμουνδούρου νὰ οἰκονομήσῃ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1870–1871, διὰ καταργήσεως πολλῶν θέσεων, διὰ μεταθέσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν εἰς ἀργίαν πρὸ πάντων, ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἢ 800 χιλιάδων δραχμῶν· δηλαδὴ ἀπὸ 7–7½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατεβίβασε τὰ ἔξοδα εἰς 6½ ἑκατομμύρια. Λάβετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1870–1871, καὶ θὰ ἴδητε αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω. Ἐπίσης ὁ ἀείμνηστος Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ στρατιωτικὰ, δύναμαι νὰ εἴπω, περισσότερον παντὸς ἄλλου πολιτικοῦ ἦτο κατηρτισμένος, ἐνόησε τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἔτει 1876 ἔφερε τὸν νόμον τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἐξηκολούθει λειτουργῶν, θὰ καθίστα ὅλον τὸ ἔθνος ἔνοπλον, διὰ τῶν στρατοπέδων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος εἶχε συστήσει. Καίτοι δ’ ἐνόει τὸν μέγαν σκοπὸν τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὰ 1874, ὅτε εἶχεν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν Δημήτριον Γρίβαν, τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἄλλον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του ποτὲ δὲν ἀνεγνώριζε, διότι ἦτο προσωπικότης πρώτης τάξεως, διότι ὅτε ἦλθεν ὡς Ὑπουργὸς παρεκλήθη πρὸς τοῦτο, καὶ οὔτε διὰ τῆς θύρας οὔτε διὰ τῶν παραθύρων ἦλθεν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἰδίας του δυνάμεως, αὐτὸν, λέγω, τὸν Γρίβαν τὸν ἐξηνάγκασε κατὰ τὸ 1873–1874 νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ σκέψεις τινὰς, τὰς ὁποίας εἶχε τότε περὶ στρατοῦ, διότι ἀπῄτει ὁ Γρίβας τὴν αὔξησιν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ εἰς πρόσωπα ὡς τὸν Σμολένσκην, τὸν Δ. Γρίβαν καὶ τὸν Ἀντώνιον Μαυρομιχάλην, ὅστις διεκρίθη ὡς εἷς τῶν ὀργανωτικωτέρων στρατιωτικῶν μας, διότι, ὁσάκις ἦλθεν Ὑπουργὸς, ὅ,τι διωργάνωσε, παρουσιάζει τελειότητά τινα, ἂν δ’ ἔμενεν ἐλεύθερος, ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ πολλὰ καλὰ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ εἰς αὐτοὺς, λέγω, οἱ ὁποῖοι καὶ λόγῳ βαθμοῦ καὶ λόγῳ πείρας, ἀλλὰ πρὸ πάντων λόγῳ προσωπικότητος, διεκρίνοντο, καὶ εἰς αὐτοὺς οἱ Πρωθυπουργοὶ ἐπέδρασαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἔκαμνον οὗτοι (οἱ Πρωθυπουργοὶ) ὅ,τι ἤθελον, καὶ ὄχι οἱ Ὑπουργοί. Αὐτὴ ἡ ἔκτασις, τὴν ὁποίαν ἔδωσα εἰς τὸ ζήτημα, ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὰ πρὸ τοῦ 1862 καὶ τὰ μετὰ τὸ 1862, ἀποδεικνύει, νομίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν ἔχασε τὴν δύναμίν της καὶ λειτουργεῖ μὲν, ἀλλὰ λειτουργεῖ πειθηνίως, ὄχι ἀνεξαρτήτως. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν αὐτῶν, ὡς καὶ ὁ κ. Τσαμαδὸς, ἔχουσι χαρακτῆρα ἀνεξάρτητον, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργοὶ ὑπείκουν εἰς ὅ,τι μᾶλλον ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποφαίνεται, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν κυρίαν εὐθύνην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀδυναμίαν τῆς ὑπουργικῆς θέσεως, ἐσκέφθην ὅτι, προκειμένου νὰ μὴ ἔχῃ τις παρὰ Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἔχουν αὐτοτέλειαν, ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως τῆς πρωθυπουργικῆς, θὰ ἦτο προτιμότερον, μέρος τῆς ἐξουσίας αὐτῆς τῶν Ὑπουργῶν ν’ ἀποχωρίσωμεν καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, καὶ ἕνεκα τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν ἔχει, καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, δύναται ἀξιοπρεπῶς νὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία μὲ παρεκίνησε νὰ δεχθῶ τὸ νομοσχέδιον, καίτοι ἀντιπολιτευόμενος ἐκ τῶν σφόδρα. Κύριοι, δὲν πρέπει εἰς τὸ Κράτος μας νὰ ἐκφεύγωμεν τῆς ὁδοῦ τῆς λειτουργίας τῶν κανονισμῶν, τῶν λειτουργούντων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Εἴμεθα Κράτος νέον, ἑβδομήκοντα μόλις ἐτῶν βίον ἀριθμοῦν· δυνατὸν καὶ ἡμεῖς νὰ παρεκκλίνωμεν, ἀλλὰ τότε μόνον, ὁπόταν ὅ,τι καλὸν ἔχει ἡ Εὐρώπη τὸ παραδεχώμεθα καὶ τὸ ἐφαρμόζωμεν μὲ τὴν καρδίαν καὶ μὲ τὸν νοῦν. Καὶ πῶς ἐν Εὐρώπῃ, Κύριοι, λειτουργεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων; Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκτὸς δύο Κρατῶν, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων λειτουργεῖ ἀπαραλλάκτως ὡς εἰς τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον, ὡς πρὸς τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἐπιτελικήν. Ὁ Bronsart von Schellendorff, διαπρεπέστατος Γερμανὸς στρατιωτικὸς συγγραφεύς, ὅστις δὶς ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς, καὶ νομίζω ὅτι ἀκόμη εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ περιώνυμον σύγγραμμά του «περὶ Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας» λέγει, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἐν τῇ Γερμανίᾳ ἐσχηματίσθησαν τὰ corps d’ armée (τὰ σώματα στρατοῦ), ἀφ’ ὅτου ὁ Ὑπουργὸς κυρίως τῶν Στρατιωτικῶν μέγα μέρος τῆς διοικητικῆς του ὑπηρεσίας, δηλαδὴ τῆς ἀμέσου διοικήσεως τῶν σωμάτων καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, ἐξεφορτώθη, ἡ γραφειοκρατία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐσυντομεύθη εἰς τὸ ἥμισυ. Οὕτω δὲ ὄχι μόνον δαπάναι μεγάλαι ἠλαττώθησαν εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐνήμερος, διότι ὑποθέσεις, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ὁποίων ἀπῃτοῦντο 15 ἕως 20 ἡμέραι, ἐπερατοῦντο μετὰ ταῦτα εἰς δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Ἄλλο πλεονέκτημα ἐπῆλθεν, ὅτι, ἐνῷ περὶ τὰ διακόσια πρόσωπα καὶ πλέον ἐνήργουν ὑπηρεσίαν ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὴν κίνησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μηχανισμοῦ τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ, ἐσυντομεύθη κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ προσωπικὸν τοῦτο, καὶ πρῶτος αὐτὸς, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ στρατάρχου Roon, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1862, ἐλθὼν Ὑπουργὸς, ἐπέφερε νέαν ἀβαρίαν, διότι ἐν Πρωσσίᾳ ἀνέκαθεν εἶχον τὰ corps d’ armée, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1874, ὅτε ἀνέλαβεν οὗτος τὸ Ὑπουργεῖον, ἐφόρτωσεν ἐκ νέου μέγα μέρος τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ σώματα. Ἡ Γερμανία, ὡς γνωρίζετε, ἔχει 18 σώματα, καὶ ἡ Γαλλία 19. Οὗτος εἰς ἕκαστον Γερμανικὸν σῶμα ἔδωσεν ἕνα intendant διὰ τὴν ἐπιμελητείαν, ὅστις ἔχει ὅλην τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, τὰς δημοπρασίας κλπ. Συνεπῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνει μόνον τὰς ἀναφορὰς ἑκάστου ἀρχηγοῦ σώματος, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρηται περὶ τῶν λεπτομερειῶν. Οὕτω, ὅταν ἐξαντλήσουν τὸ χρῆμα, ζητοῦσι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἄλλα χρήματα, συγχρόνως δὲ τῷ ὑποβάλλουν καταστάσεις δι’ ὅλα, μεταθέσεις, μετακινήσεις σωμάτων καὶ τὰ τοιαῦτα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠπλοποιήθη ὅσον ἔνεστιν ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτοὶ οἱ προβιβασμοὶ γίνονται διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν (ἐφ’ οὗ ἐφιστῶ πολὺ τὴν προσοχήν σας). Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν σωμάτων στρατοῦ, ὡς πρὸς τὰς ἐπιθεωρήσεις, δὲν ἔδωσαν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως ἀλλ’ ἔθεσαν ἄλλους ἐπιθεωρητὰς, ἤτοι στρατηγοὺς τοῦ πεζικοῦ διὰ τὸ πεζικὸν, στρατηγοὺς τοῦ πυροβολικοῦ ἐπιθεωρητὰς διὰ τὸ πυροβολικὸν, καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱππικοῦ διὰ τὸ ἱππικόν. Κατ’ κατ’ ἐμὲ, ἔχουν δίκαιον. Λυποῦμαι δὲ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, ὑποθέτω, ἔχει μελετήσει αὐτὸ τὸ ζήτημα, δὲν τὸ ἔλαβεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν. Πᾶς ἀρχηγὸς σώματος δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἐν αὐτῷ καὶ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Αἱ περιστάσεις αἱ ἀνθρώπιναι δυστυχῶς πολλάκις φέρουν τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν εἰς τὴν θέσιν νὰ μορφώνῃ ἀδίκως τὴν χειροτέραν ἰδέαν περὶ ἑνὸς καλοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ σώματός του. Καὶ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Εἷς τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν μας, ὅστις δυστυχῶς, ἀπογοητευθεὶς, διὰ τὴν κακὴν τύχην τοῦ στρατοῦ ἀπεχώρησε τῆς ὑπηρεσίας, ἀποστρατευθείς, ὁ Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ἀνώτερος ἀξιωματικός, ὃν ἐγνώρισα κατὰ βάθος καὶ ἐξετίμησα διὰ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ δραστηριότητα, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὸν πόθον τοῦ νὰ ὑπηρετῇ ἀόκνως τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, διῴκει τὸ σύνταγμά του οὕτως, ὥστε τοῦτο πράγματι ἦτο τὸ πρότυπον τῶν συνταγμάτων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ ἓξ ἔτη, καθ’ ἃ ἤμην φρούραρχος,—καὶ ὅσοι εἶσθε Ἀθηναῖοι, γνωρίζετε πῶς διῳκήθη ἡ φρουρὰ Ἀθηνῶν κατὰ τὴν φρουραρχίαν μου,—οὐδέποτε ἔλαβον τὸ ἐλάχιστον παράπονον ἀπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἐκτελοῦντος πᾶσαν διαταγὴν τοῦ Φρουραρχείου πάνυ προθύμως, διὸ καὶ ἀξιωματικούς του καὶ ὑπαξιωματικοὺς σπανίως ἔλαβον ἀφορμὴν, ἵνα τιμωρήσω. Τοιαύτη καὶ τοσαύτη ἦτο ἡ προσοχή του καὶ ἡ διδασκαλία καὶ ἐπὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἐπὶ τοὺς ὑπαξιωματικούς! Καὶ ἐν τούτοις, διοικῶν τὸ σύνταγμά του, ἕνεκα ἀπειθειῶν ἑνὸς τῶν λοχαγῶν του, προερχομένων μόνον ἐκ τῆς δυσκολίας αὐτοῦ περὶ τὴν ἔκφρασιν, ἣν εἶχε πολὺ στενόχωρον, ἔλαβε κακίστην ἰδέαν περὶ αὐτοῦ. Τότε δὲν ἤμην φρούραρχος, ἀλλ’ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἀρχηγείου, ὑπὸ τὸν ὑποστράτηγον Ἡρ. Πετμεζᾶν. Ὑπεβλήθη λοιπὸν τότε ἀναφορὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, δι’ ἧς οὗτος ἐζήτει τίποτε ὀλιγώτερον ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ καταστατικοῦ νόμου ἐναντίον τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, ἀξιωματικοῦ ὁ ὁποῖος ἦτο ὑγιέστατος, εὐπρεπὴς, κάτοχος ξένων γλωσσῶν, τοῦ Γερογιάννη. Διατί; Διότι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρου εὐλαβέστατα τὸ καθῆκόν του, ὡς εἶπον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ καλῶς καὶ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ἐξεπλάγην, καὶ ἐσύστησα μᾶλλον νὰ μετατεθῇ ἐκ τοῦ συντάγματος αὐτοῦ, διότι ἐπρόκειτο νὰ σχηματισθῇ Συμβούλιον, διὰ νὰ ἀποταχθῇ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἐν Ἠπείρῳ διέπρεψε καὶ ἐφάνη λίαν χρήσιμος. Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐνεθυμήθη τίνα πρότασιν εἶχε πρότερον κάμει κατ’ αὐτοῦ, θὰ μετεμελήθη βεβαίως. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐν γένει καὶ οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι σωματάρχαι, πολὺ δὲ περισσότερον οἱ μεγάλοι, πολλάκις ἐκ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνουν διὰ πρόσωπα (ἀξιωματικούς), ἅτινα π. χ. χαιρετῶσι τοὺς ἀνωτέρους μετὰ προθυμίας, διάκεινται πρὸς αὐτὰ συμπαθῶς, ἐνῷ πρὸς ἄλλα πρόσωπα ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, ἀσημάντων ἐνίοτε, διάκεινται οὐχὶ συμπαθῶς. Διὸ εἰς τοὺς μεγάλους στρατούς, Γαλλίας, Γερμανίας, Αὐστρίας Ἰταλίας, ὑπάρχουν χωριστὰ οἱ διέποντες τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, χωριστὰ οἱ διέποντες τὴν ἐπιθεώρησιν. Κυρίως διὰ τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστον, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς βεβαίως δὲν θὰ ἐπεβαρύνετο πολὺ, ἂν διὰ τὸ πεζικὸν ὑπῆρχον εἰς τὰς τρεῖς Μεραρχίας εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταὶ, ἐπίσης διὰ τὸ ἱππικόν, ὅπως τὸ πυροβολικὸν ἔχει ἴδιον ἐπιθεωρητὴν καὶ τὸ μηχανικὸν ἐπίσης. Αἱ Ἐπιθεωρήσεις τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἐπιθεωροῦσαι τὰ συντάγματα, νὰ προτείνουν αὐταὶ αἱ ἴδιαι τοὺς ἀξίους πρὸς προβιβασμὸν, ἢ νὰ ὑποδεικνύουν τοὺς στασίμους. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἦτο πολιτικός, οὐχ ἧττον ἐνόει κάλλιστα τὰ στρατιωτικά, εἰς τὰ 1888, ὅτε διέταξε γενικὴν ἐπιθεώρησιν, δὲν ἄφησεν ἕνα μόνον ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην διὰ τὰ τοῦ στρατοῦ μας, ἀλλὰ διώρισεν ἕνα ἐπιθεωρητὴν ἵνα ἐπιθεωρήσῃ τὰ Ἀρχηγεῖα, συνάμα δὲ διέταξε τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ μηχανικοῦ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ μηχανικὸν, καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ πυροβολικοῦ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ πυροβολικὸν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρήσεων νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐν καιρῷ τὸ Ὑπουργεῖον ἀποφανθῇ μετὰ τοῦ Βασιλέως περὶ τοῦ προβιβασμοῦ ἢ τῆς στασιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Λοιπὸν εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν Γαλλίαν καὶ τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ Κράτη ὑπάρχει διαφορά τις εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀποκεντρώσεως, ἥτις εἰς τὰ μεγάλα Κράτη ἐγένετο, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὰ μικρὰ, ὅπως εἶναι ἡ Σουηδία, ἡ Νορβηγία ἡ Ὁλλανδία, τὸ Βέλγιον κλπ. Εἰς τὰ τελευταῖα ἐξακολουθεῖ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἦναι συγκεντρωτική· εἰς ταῦτα λειτουργοῦσιν ἄλλαι περιστάσεις, καὶ ταύτας ἐξήγησα ἐξυπαρχῆς. Ἐκεῖ ἐνεργοῦσι τὰ τοῦ στρατοῦ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῶν Ἡγεμόνων των· οἱ Πρωθυπουργοὶ δὲν ἀναμιγνύονται. Ἀλλ’ ἐκεῖ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι διαρκεῖς, μένουν 4, 5 καὶ 10 ἔτη, (ὡς ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν Δανίᾳ, ὅστις ἔχει δεκαετῆ ὑπηρεσίαν καὶ πλέον,) εἶναι μόνιμοι, καὶ οὕτω δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἔχουσι συγχρόνως τὸν καιρὸν νὰ κάμνουν τὸ καλόν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν διὰ νὰ ἐνεργοῦν αὐτοτελῶς, ἀλλ’ ἐξαρτῶνται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τοὺς Πρωθυπουργοὺς (οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἔχουν διαφορετικὰς ἰδέας), ἀφοῦ χρησιμεύουν μόνον ὡς ὄργανα, πρὸς τίνα λόγον νὰ συγκεντρώνηται ὅλη ἡ ὑπηρεσία εἰς αὐτοὺς, καὶ νὰ μὴ διανέμηται καὶ ἀνήκῃ εἰς τὰ σώματα αὐτά; Ἀλλὰ μήπως καὶ παρ’ ἡμῖν σήμερον δὲν εἶναι ἀποκεντρωμένη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ χαρτί; Μετὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, τὸν ψηφισθέντα διὰ τοῦ νόμου ΑΛΖʹ τοῦ 1882, ἐπῆλθε τὸ διάταγμα τῆς 17 Ἀπριλίου 1882, ὁρίζον τὰ τῶν Ἀρχηγείων. Καὶ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ἀπορρέον ἐκ τοῦ νόμου καὶ βασιζόμενον εἰς τὸν νόμον, ἔδιδε δικαιώματα πλήρη εἰς τὰ Ἀρχηγεῖα. Εἶτα ἐπῆλθον οἱ νόμοι ΑΡϞΑʹ τῆς 30 Μαρτίου 1884, ΑΤΚΓʹ τῆς 25 Δεκεμβρίου 1885, ΑΤΞΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1886, τροποποιοῦντες τὸν ΑΛΖʹ. Ἠκολούθησεν αὐτοὺς μετὰ ταῦτα ὁ νόμος ΑΦΛΓʹ τοῦ 1887, ὅστις διῄρει τὸ Κράτος εἰς τρεῖς περιφερείας διὰ Β. Διατάγματος, ὁ νόμος ΑΦΛΙʹ ἰδίου ἔτους, ὁ ΑΩΚϚʹ τῆς 13 Μαΐου 1890, καὶ τέλος ὁ νόμος ΒΡΟϚʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1893. Εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία ἦτο πλήρης, ὡς αἱ τῶν Μεραρχιῶν κατὰ τὸ 1877, διὰ τοὺς ἀρχηγούς. Ἐπίσης καθιερώθησαν διὰ νόμου αἱ Γενικαὶ Ἐπιθεωρήσεις, καὶ διωρίσθησαν γεν. ἐπιθεωρηταὶ, καὶ ἄλλας τόσας φορὰς τὰς κατήργησαν, ἰδόντες τὰ αὐτὰ πλεονεκτήματα δικαιοδοσίας. Τὰ Ἀρχηγεῖα ἢ αἱ Μεραρχίαι λοιπὸν εἶχον πλήρη δικαιώματα. Μόνον δὲν ἠδύναντο ἐντὸς τῆς περιφερείας, τὴν ὁποίαν εἶχον, νὰ μεταλλάσσωσι τὴν θέσιν τῶν σωμάτων ἄνευ ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ προτείνωσι τοὺς προβιβασμούς ἢ τοὺς στασίμους, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα, πλέον τῶν χιλίων δραχμῶν νὰ δαπανῶσι, καὶ τοῦτο δὲ τοῖς ἀφῃρέθη ἀκολούθως· εἶχον πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶσιν ἐπιθεωρήσεις καὶ ἐπὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ κατεῖχον ὅλην τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των. Τουτέστι τὸ διάταγμα τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἀρχηγείων ἔδιδεν εἰς αὐτὰ πλεονεκτήματα καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀποδίδομεν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἰς τὸν Διάδοχον, πλὴν τῶν τῆς χωροφυλακῆς. Διότι τότε ἡ χωροφυλακὴ, ὡς εἶπον, ὑπέκειτο εἰς τὰ Ἀρχηγεῖα, ὡς ὑπόκειται μέχρι τῆς σήμερον, ἐνῷ κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον αὕτη ἀφαιρεῖται. Ἀλλ’ ὁ καταμερισμὸς αὐτὸς, ἡ ἀποκέντρωσις αὕτη τῆς δυνάμεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις ἀπεδόθη διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1882, εἶναι βέβαιον ὅτι ἔμεινεν; Ἐχορηγήθη, ἀλλὰ δὲν ἔμεινεν. Οἱ Ὑπουργοὶ, ζηλότυποι τῶν ὑπηρεσιῶν των, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀφῄρεσαν ἀπὸ τὰ Ἀρχηγεῖα ὅλα τὰ δικαιώματα, διότι ἀτυχῶς ἦτο διάταγμα, δὲν ἦτο νόμος· ἂν ἦτο νόμος, οἱ ἀρχηγοὶ θὰ εἶχον πληρέστατα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ νόμου παρὰ τῶν Ὑπουργῶν. Τοιουτοτρόπως οἱ Ὑπουργοὶ ἠδύναντο διὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας νὰ ἁρπάζωσι τὰ συντάγματα ἀπὸ τὴν μίαν περιφέρειαν καὶ νὰ τὰ τινάζωσιν εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν, καὶ νὰ παίρνωσι τὰ τάγματα ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ τὰ τινάζωσιν εἰς τὸ ἄλλο, κατὰ τὸ δοκοῦν, ἢ, ὅπως αὐτοὶ ἐδικαιολογοῦντο, διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους! Τοιουτοτρόπως, καίτοι οἱ δυστυχεῖς ἀρχηγοὶ εἶχον ἓν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τοῖς ἐδίδοντο πλήρη δικαιώματα, ὁ χάρτης αὐτὸς ἔμενεν ἄχρηστος. Διατί; Ἕνεκα τῆς ζηλοτυπίας τῆς κεντρικῆς μᾶλλον ὑπηρεσίας, τοῦ νὰ διαχειρίζηται αὐτὴ τὴν ὑπηρεσίαν, χάριν τῆς πολιτικῆς, τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἔμενον ἄχρηστα, ὅπως διατελοῦσι τοιαῦτα ἀκόμη καὶ σήμερον, καὶ ἀπόδειξις τὸ Ἀρχηγεῖον Μεσολογγίου, διοικούμενον ἀπὸ πολλοῦ ὑπὸ ἀντισυνταγματάρχου, ἐνῷ ὑπάρχουσι καὶ συνταγματάρχαι καὶ ὑποστράτηγοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἢ ἐν διαθεσιμότητι. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἀρχηγείων ἐχάθη, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς νόμος καὶ νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τοῖς Ἀρχηγείοις. Σᾶς ἐφόβισε, Κύριοι, ἡ ἰδέα, ὅτι ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνονται διὰ τοῦ νόμου τούτου καὶ μεταφέρονται εἰς χεῖρας τοῦ ἀντιστρατήγου, εἴτε ὁ Διάδοχος εἶναι οὗτος, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, καὶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὡς παρετήρησα χθὲς, ἀνέπτυξεν αὐτὸς ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ κύριος Δηλιγάννης. Πλάνη! Πᾶσα ἡ ἐξωτερικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου βεβαίως συγκεντροῦται ἀπὸ τῶν Μεραρχιῶν, ὅπως εἶπον πρότερον, εἰς ἓν πρόσωπον τοῦ στρατοῦ. Πρὶν ἕκαστον Ἀρχηγεῖον εἶχε τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν, καὶ ἑπομένως, συμφώνως πρὸς τὸ διάταγμα τοῦ 1882, εἶχε τὰ δικαιώματά του πλήρη. Σήμερον, καταργουμένων τῶν Ἀρχηγείων, αἱ Μεραρχίαι, ἀντικαθιστῶσαι ταῦτα, βεβαίως θὰ ἔχωσι δικαιώματα· δὲν θὰ ἔχωσιν ὅμως τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον πρότερον τὰ Ἀρχηγεῖα. Διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν πρώην Ἀρχηγείων,—τῶν ἰσχυόντων εἰσέτι, διότι δὲν κατηργήθησαν ἀκόμη,—αὐτὴ καὶ μόνη συγκεντροῦται εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἡ ἐξωτερίκευσις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου, ὄχι δὲ καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας του. Ἐσφαλμένως, Κύριοι, χθὲς ὁ κ. Δηλιγιάννης—καὶ ἐλυπήθην πολὺ, διότι εἶναι ὁ ἐντριβέστερος ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἕλληνας εἰς τὰ τῶν νόμων,—ἐνόμισεν, ὅτι ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπορροφῶνται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲν ἐλυπούμην νὰ καταναλώσω ἀδίκως τὰς ὥρας σας, θὰ σᾶς ἔφερον ἀμέσως τὸ Θεσμολόγιον, τὸν νόμον τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος μορφώνει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐβλέπετε, ὅτι μία μόνον ὑπηρεσία ἐντελῶς θὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διαχωρίζεται εἰς 13 τμήματα, πλὴν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Ἀπὸ τὸ Τμῆμα τοῦ Πεζικοῦ οὐδὲν φεύγει. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει πλήρη τὰ δικαιώματά του, καὶ ἐπὶ τῶν ἀδειῶν, ὅταν αὗται ὑπερβαίνωσι τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ.
§42Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ αἱ μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν;
§43ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε ἀκολούθως, διότι εἶμαι κουρασμένος καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀπαντῶ. Κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 17 Ἀπριλίου 1882, προκειμένου περὶ τῶν Ἀρχηγείων, εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀρχηγοὶ νὰ χορηγῶσιν ἀδείας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα· ὅτε δ’ ὑπερέβαινε τὰ δικαιώματά των, ἡ ἄδεια ἐζητεῖτο παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ, καὶ θὰ τὸ ὁρίσῃ Β. Διάταγμα, ὡς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 11. Θὰ ἦναι ὡρισμένον τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν τιμωριῶν, ἃς θὰ ἐπιβάλλῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἀδειῶν, ἃς θὰ χορηγῇ. Διὰ τὸ πλέον δὲ τούτου ποῦ θὰ ἀποτείνηται; Εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ὁ Ὑπουργὸς, ἂν πρόκειται περὶ αἰτήσεων ἀδειῶν τοῦ πεζικοῦ, θὰ ἐνεργῇ τὰς ἀδείας διὰ τοῦ τμήματος τοῦ Πεζικοῦ. Ἂν πρόκειται διὰ πειθαρχικὰς ποινὰς, θὰ ἐνεργῇ, ἂν αὗται ἦναι πλέον τῶν δύο μηνῶν, διὰ τοῦ τμήματος τοῦ Προσωπικοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκην τοῦ τμήματός του, ὥστε δι’ αὐτοῦ ἑκάστοτε νὰ χορηγῇ τὰς ζητουμένας λεπτομερεῖς πληροφορίας, χάριν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, διότι καὶ αὐτὸς ἔχει μεγάλην εὐθύνην. Λοιπὸν δὲν δύναται τὸ Ἀρχηγεῖον παρὰ νὰ ἔχῃ τὸ καθῆκον, ὄχι μόνον κατὰ μῆνα, ἀλλὰ καὶ κατὰ δεκαήμερον, ὅπως ἔχουσι τὰ Ἀρχηγεῖα, νὰ ὑποβάλλῃ καταστάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα διὰ τὸ πεζικόν. Διὰ τὸ πυροβολικὸν ὡσαύτως. Δὲν δύναται πολὺ περισσότερον νὰ ἀφαιρέσῃ οὔτε ἓν ἰῶτα ἀπὸ τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ, διότι τὸ πυροβολικὸν ἐκτὸς τοῦ προσωπικοῦ του, οὗ ἔχει τὴν διεύθυνσιν, ἔχει καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ, ἔχει τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ἔχει τὴν διεύθυνσιν τοῦ Σχολείου βολῆς πυροβολικοῦ, τέλος πάντων ἐν τῇ διευθύνσει του ἐμπεριέχονται τόσα πράγματα, ἐξ ὧν οὐδὲν ἕτερον ἀποσπᾶται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἢ αἱ κατὰ περιφερείας Ἀποθῆκαι, καὶ ὄχι ὅλαι. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς θὰ ἔχῃ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν καὶ τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ὡς καὶ τὴν τῶν ἀδειῶν· ποῦ; εἰς τὰ σώματα ἐκεῖνα τῶν Μοιρῶν. Παραδείγματος χάριν, ἑκάστη Μεραρχία ὑποθέσατε ὅτι ἔχει σύνταγμα πυροβολικοῦ. Βεβαίως τὰς ὑπηρεσίας τοῦ συντάγματος ἐκείνου θὰ τὰς ἐποπτεύῃ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ πυροβολικοῦ. Ἀλλ’ ὅλη ἐκείνη ἡ ὑπηρεσία ποῦ ἀλλοῦ θὰ συγκεντρῶται παρὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δηλαδὴ εἰς τὸν Ὑπουργόν; Τὸ Μηχανικὸν τμῆμα ἐπίσης δὲν δύναται νὰ λείψῃ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Διότι δὲν εἶναι ἡ Διεύθυνσις μόνον τοῦ Μηχανικοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ὑλικόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τμήματα, τὸ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κλπ. Αὐτὰ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Τὸ τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ ἐπίσης ἔχει πολλὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ὑπάγεται μόνον τὸ προσωπικὸν εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ. Ἔχει τὸ τμῆμα τοῦτο ὅλα τὰ καταστήματα, ἔχει ὅλας τὰς κατασκευὰς ἢ ἐπισκευὰς καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἔκτασις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Μηχανικοῦ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ. Ὁ Γενικὸς ἀρχηγὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ τὸ Commandement. Ποῦ; Εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοιουτοτρόπως θὰ διαχειρίζηται καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ Μεραρχίᾳ καὶ τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Μεραρχίᾳ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσίν των θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς· θὰ παρίσταται ἐν γένει εἰς τὰς ἀσκήσεις των, καὶ θὰ ἐνεργῇ τὰς ἐπιθεωρήσεις των, εἰς ὃ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, διότι δὲν ἤθελον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἔφερε πικρίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐνήργησαν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον, ὅτε κατὰ τὸ 1895 ἐνήργησε τὴν ἐπιθεώρησιν, μὲ ὅλην τὴν ἀμεροληψίαν του, καὶ τὴν εὐθύτητα τῆς συνειδήσεώς του,—διότι καὶ τότε παρήχθησαν πλεῖστα παράπονα,—δὲν ἤθελον, λέγω, τὸ ζήτημα τῆς ἐπιθεωρήσεως νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἡ ἀνωτάτη διοίκησις, διὰ τὸ ὁμοιόμορφον. Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι μέχρι τοῦδε, ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ ἑκάστου Ἀρχηγείου, ἦτο πολὺ διάφορος ἡ ἐργασία αὐτοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς ἔκαμνεν ὅ,τι ἤθελεν. Ἀλλ’ ὅταν προΐσταται εἷς ἐπὶ τῶν τριῶν, πάντοτε ἡ ἐργασία ἑκάστου δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ κλίνῃ πρὸς τὸ ὁμοιόμορφον...
§44Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν διακοπὴν πέντε λεπτῶν, διὰ νὰ ἀναπαυθῇ ὁ ῥήτωρ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἠρώτησα, ἀλλὰ δὲν θέλει.
§46ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, δηλοῖ μόνος του, ὅτι δὲν θέλει.
§48ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρ’ ἡμῖν ἦτο ἀποκεντρωτική. Ἀλλ’ ἡ ζηλοτυπία τῶν Ὑπουργῶν, θελόντων νὰ περιέρχωνται τὰ πάντα εἰς αὐτοὺς, χωρὶς νὰ ἔχωσι δύναμιν,—διότι, ὡς προεῖπον, ἡ δύναμις ἀνῆκεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἀλλαχοῦ,—ὁ χαρακτὴρ πολλάκις τῶν Ὑπουργῶν, ὁτὲ μὲν δεσποτικός, ὁτὲ δὲ ἐπιεικής, ὅλα ταῦτα συνέτειναν, ἀπὸ ἀποκεντρωτικοῦ, ὅπως ἦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμει τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1877 περὶ Μεραρχιῶν καὶ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 17 Ἀπριλίου 1882 περὶ δικαιοδοσίας Ἀρχηγείων, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου ΑΦΛΓʹ τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος διῄρει εἰς τρεῖς περιφερείας ὅλον τὸ Κράτος, νὰ γείνῃ συγκεντρωτικὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὠργανωμένη παραλλήλως πρὸς τὰ μικρὰ Κράτη καὶ πρὸς τὰ μεγάλα, ἐκτὸς τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Διαφορὰ πολὺ σπουδαία ὑπάρχει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ. Εἰς τὰ μικρὰ Κράτη ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εὕρηται ἐντὸς τῶν Ὑπουργείων, εἶναι τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου. Τοιαύτην δὲ ὁ νόμος τοῦ 1887 κυρίως ἐμόρφωσε καὶ τὴν ἡμετέραν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν ἐξετάσητε τὸν Γαλλικὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι ὅμοιος, λέξιν πρὸς λέξιν, πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ δεύτερον Γενικὸν Ἐπιτελεῖον, ὑπάρχουσι δηλαδὴ ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν εἰς τὰ σώματα στρατοῦ (corps d'armée), καὶ ὁ διευθύνων τὸ ἐπιτελικὸν τμῆμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας, αὐτὸς οὗτος εἶναι καὶ ὁ ἡγούμενος ὅλου τοῦ ἐπιτελικοῦ σώματος. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς κατὰ τὸ 1880, ἀγνοῶ πῶς, κατωρθώθη νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην κακὴν ἰδέαν περὶ τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, καὶ ἐν τῇ ἰδέᾳ τοῦ νὰ προσφέρῃ τὰ φῶτά του, ὅπως καταρτίσῃ αὐτὸ μίαν ἡμέραν καλλίτερον, τὸ κατήργησεν. Ἐν τῇ προνοίᾳ του δὲ, ὅπως συνεισφέρῃ νὰ γείνῃ καταλληλότερον, ἀφοῦ τὸ κατήργησε, δὲν ἐνεθυμήθη μετὰ ταῦτα πλέον νὰ τὸ ἀνασυντάξῃ, καὶ τοιουτοτρόπως ἔμεινε δυστυχῶς κατηργημένον, ἐκτὸς μόνον πέντε ἢ ἓξ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν, ἐν οἷς καὶ ἐγώ. Οὕτως εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1880 εἶδος ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, διότι εἰς τὰ 1880 καὶ 1882 οἱ νόμοι ΩΛΗʹ καὶ ΑΛΖʹ διετύπωσαν ἀρχάς τινας κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργοῦ Φὼρ ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ κλίκα ἀξιωματικῶν τινων, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, παρέπεισε τὸ 1880 τὸν Τρικούπην νὰ δεχθῇ τὴν κατάργησιν τοῦ σώματος· ἀλλ’ ἔλαβε τότε τοὐλάχιστον τὴν πρόνοιαν ἐκεῖνος, κἄτι νὰ γείνῃ, δηλ. ὥρισεν, ὅτι εἰς τὸ σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται παρὰ ὑπολοχαγοὶ ἐξελθόντες ἐκ Σχολῆς στρατιωτικῆς. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἠδύναντο κἄπως νὰ καταρτισθῶσιν ἀξιωματικοὶ διακεκριμένοι ἐν σώματι ἐπιτελικῷ, δυναμένῳ ὠφελίμως νὰ χρησιμοποιηθῇ, καὶ οὐχὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ὡς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, κατὰ τὰς ἐπιστρατεύσεις, ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα πρὸς ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1884 κατήργησε πάντα, καὶ τὰ Ἐπιτελεῖα ἔμειναν πλέον ἔρημα παντὸς ἀξιωματικοῦ σπουδαίου, ἀπομεινάσης ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν! Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τῶν Ἀρχηγείων ἢ Μεραρχιῶν ἐδίδετο ἔκτοτε οὐχὶ εἰς τὸν ἔχοντα τὰ προσόντα, ἀλλ’ εἰς τὸν ἔχοντα συμφέροντα ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ σώματος. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἀρχηγείων, διότι δὲν εἶχον ταῦτα τοὺς καταλλήλους ἀξιωματικούς. Καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ἐν Ἠπείρῳ, ὅτε παρέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν ὁ φιλότιμος, ἀλλ’ ἀτυχὴς τότε συνταγματάρχης κ. Θρ. Μάνος, δὲν εὗρε τὸ ἐλάχιστον ἴχνος ἐργασίας, ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε παρέλαβεν ὁ Διάδοχος ἐν Θεσσαλίᾳ τὴν γενικὴν ἀρχηγίαν, εὗρε τὸ ἐκεῖ Ἀρχηγεῖον ἔχον μόνον ἓν πρωτόκολλον καὶ τοὺς φακέλλους τῆς ὑπηρεσίας! Τόσον δὲ παρημελήθη ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν γενικὴν τοῦ στρατοῦ ἐκπαίδευσιν κατ’ οὐδέν, εἴτε πρακτικῶς, εἴτε θεωρητικῶς. Εὐτυχῶς πέρυσιν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Βουδούρης, ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἔφεραν νομοσχέδιον περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὅπερ καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἕκαστος ὀργανωτὴς ἤθελε φέρει καὶ ἀξιωματικόν τινα, ἀνώτερον ἢ κατώτερον. Δίδεται δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ἐκείνου εἰς τὸν ὀργανωτὴν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τὸ δικαίωμα τῆς ἀνωτάτης διευθύνσεως τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἢ τῆς ἀνωτάτης ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ἢ καὶ ἀμφότερα. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὴ προπαρασκευάζει τὰ πάντα οὐ μόνον διὰ πόλεμον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλα τὰ μέσα τοῦ πολέμου. Ἑπομένως τοιαύτην ὑπηρεσίαν, τοιαύτην δύναμιν δὲν δύνασθε νὰ χορηγήσητε παρὰ εἰς πρόσωπα ὑψίστης ἱκανότητος, ἀλλὰ καὶ ὑψίστης ἐμπιστοσύνης. Ἐνῷ λοιπὸν χορηγοῦμεν διὰ νόμου εἰς ἀλλοδαπὸν τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν τοῦ Κράτους, —διότι ὁ ὀργανωτὴς οὗτος θὰ διασκευάζῃ τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ περὶ μέλλοντος πολέμου τῆς Ἑλλάδος σχέδια, καὶ θὰ ἦναι ἐν γνώσει πάντων τῶν μυστηρίων τοῦ Κράτους,—ἐνῷ εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν αὐτὸν δίδετε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁσάκις ἂν θέλῃ, δυσπιστεῖτε νὰ χορηγήσητε τὰ τῆς διοικήσεως τριῶν μεραρχιῶν εἰς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον! Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι σοβαρόν. Κύριοι, ἀπὸ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δύο ἄρθρα ἔχουσι σπουδαιότητα, ἐθεωρήθησαν δηλαδὴ ὡς ἔχοντα τοιαύτην, τὸ 6 καὶ τὸ 11. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βασιλειάδης, βουλευτὴς Λοκρίδος, μεθ’ ὅλην τὴν πεῖραν καὶ τὴν νοημοσύνην του, ἐξέφρασε γνώμην ἐναντίαν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ τῶν μεράρχων θέλουσι κανονισθῆ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος· δηλαδὴ κανονισμὸς διὰ Β. Διατάγματος θὰ ὁρίζῃ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ταξιάρχων καὶ μεράρχων, διότι τὰ δικαιώματα τούτων εἶχον μὲν κανονισθῆ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 17 Ἀπριλίου 1882, ἀλλὰ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταργεῖται τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τροποποιουμένης κατά τι καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι χορηγοῦνται μὲν δικαιώματά τινα εἰς τὸν Γενικὸν ἀρχηγόν, ἀλλ’ ἀφαιροῦνται ἄλλα, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νέος κανονισμὸς νὰ ἀναγράψῃ, ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Πολλάκις ἄλλοτε συνέβη,—διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ μακαρίτου Σούτσου καὶ τοῦ Σαπουντζάκη καὶ τοῦ Βασ. Πετμεζᾶ, καὶ γνωρίζω τὰ περὶ τούτου,—πολλάκις, λέγω, συνέβη, ὁ μέραρχος νὰ ἀσθενήσῃ, ἢ νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, καὶ δὲν ἐκανονίζετο ποῖος ἤθελε παραλάβει τὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα, ὅταν ἐπὶ 15 ἡμέρας ὁ μέραρχος ἀπουσίαζεν, ἀνελάμβανε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ὅστις εἶναι συνταγματάρχης εἰς τὰς μεραρχίας, ἢ ὑποστράτηγος εἰς σῶμα στρατοῦ, καὶ τοῦτο διότι εἶναι ἐν γνώσει τῆς ὅλης ὑπηρεσίας, ἐξ οὗ καὶ κανονίζει σκοπιμώτερον τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται. Τοιαύτας λεπτομερείας τὸ διάταγμα τοῦ 1882 δὲν εἶχεν· ἁπλῶς μόνον ἀνέγραφε τὰ τῆς δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος.
§49ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα τὸν νόμον τοῦ 1882, ἀλλὰ τὸν τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος ἐκανόνιζε τὰ καθήκοντα τῶν μεράρχων καὶ ταξιάρχων.
§50ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν πρέπει ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ νὰ κανονισθῶσιν οὐ μόνον τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ, καθὼς καὶ τοῦ μεράρχου καὶ τοῦ ταξιάρχου, διότι δι’ ὅλα τὰ ἄλλα προβλέπει ὁ κανονισμὸς τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ τί ἄλλο ὁρίζει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Γεν. Διοικητὴν, ἤτοι κανονισμὸν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ Γενικὸς ἀρχηγὸς θὰ κάμνῃ τὰς ἐπιθεωρήσεις καὶ θὰ διοικῇ, ὡς καὶ ὁ μέραρχος. Ὅμοιος ὑπάρχει κανονισμὸς διά τε τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικόν, καὶ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ 1888, ὅτε ὁ μακαρίτης Τρικούπης διέταξε νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις ἰδίᾳ καθ’ ἕκαστον ὅπλον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὅτι δίδει δικαιώματα τόσον μεγάλα, ὥστε ὁ ἀρχηγὸς νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει, ἐνῷ ἁπλῶς χορηγοῦνται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πάντοτε οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Κόρπας, ὅτε ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὑπέβαλε καὶ ὀργανικὸν νόμον περὶ ἀνασχηματισμοῦ τῶν τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως, ἀλλ’ ἀτυχῶς, ἐπελθούσης ὑπουργικῆς μεταβολῆς, οὐδὲν ἐψηφίσθη. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ τῆς Ἐπιθεωρήσεως, ἔχω ἐναντίαν γνώμην τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Εἰς τὰ μεγάλα ἔθνη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μικρά, ὅπως ἐν Δανίᾳ, ὑπάρχουν ἐπιθεωρηταὶ ἴδιοι διὰ τὰ διάφορα σώματα, ἤτοι διὰ τὸ πεζικὸν, τὸ πυροβολικὸν κλπ. Ἡ Δανία εἶναι Κράτος οὐχὶ μεγαλείτερον τοῦ ἰδικοῦ μας· μόλις 80 ἑκατομμύρια δρ. εἶναι τὰ ἔσοδά της, ἐνῷ τὰ ἰδικά μας εἶναι 100 ἑκατομμύρια. Ἐν τούτοις ἔχει 5 ταξιαρχίας καὶ δύο μεραρχίας· αἱ ταξιαρχίαι διοικοῦνται ὑπὸ στρατηγῶν, αἱ δὲ μεραρχίαι, ὑπὸ ἀντιστρατήγων, Γενικὸς δὲ ἀρχηγὸς θεωρεῖται ὁ Διάδοχος. Ἡ μικρὰ αὕτη δύναμις ἔχει ἐν εἰρήνῃ 20–25 χιλιάδας στρατοῦ, ἐν πολέμῳ δὲ δύναται νὰ παρατάξῃ ἕως 180,000, μὲ πλήρη στελέχη, ὁπλισμὸν καὶ πολεμεφόδια ἄπειρα. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ζηλοτυποῦσι τὴν θέσιν τοῦ ὑποστρατήγου, ὡς ἡμεῖς, οἵτινες, ὅταν πρόκηται νὰ προβιβασθῇ εἷς ὑποστράτηγος, χαλᾷ ὁ κόσμος, καὶ κατακραυγάζει ὁ Τύπος, ἀγνοῶν ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχουν αἱ μεγαλείτεραι μονάδες καὶ μεγάλοι βαθμοὶ, αἱ μικραὶ μονάδες δὲν κάμνουν τὸ καθῆκόν των. Ἡ Δανία λοιπὸν ἔχει δύο ἀντιστρατήγους διὰ τὰς μεραρχίας της, πέντε ὑποστρατήγους διὰ τὰς ταξιαρχίας, δύο ὑποστρατήγους ἐπιθεωρητὰς εἰς τὸ πεζικὸν, ἐπιθεωρητὰς ὑποστρατήγους διὰ τὸ ἱππικὸν, πυροβολικὸν, μηχανικὸν, καὶ οἱ εἰδικοὶ οὗτοι ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι καὶ μόνοι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιθεωρήσεως, συνεπῶς δὲν πλανῶνται, διότι δὲν ἔχουσιν ἀντιπαθείας, μὴ ὄντες εἰς ἀδιάκοπον συνάφειαν μὲ τὸν στρατὸν, μόνον δ’ ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἔτους ἐνεργοῦντες τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ δὲν ὑπάρχει παρ’ αὐτοῖς οὔτε μνησικακία κατ’ οὐδενός, οὔτε ἰδιαιτέρα εὔνοια πρός τινα. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν, τὸ αὐτὸ ἔδει νῦν νὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὸν ἡμέτερον στρατὸν, ἢ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Πρέπει δηλ. νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ ἐπιθεωρηταὶ ὦσιν ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι, εἰδικοὶ δι’ ἕκαστον ὅπλον, ἐὰν θέλωμεν αἱ ἐπιθεωρήσεις νὰ ἔχωσιν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τὸ ἀνέπτυξα ἐπαρκῶς, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι δὲν εἶναι ἔκτροπον, ὅτι δὲν ἔχει τὸν μπαμπούλαν· εἶναι τοὐναντίον ἀναγκαιότατον, εἶναι ὅπως τὰ διάφορα ἄρθρα, τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονιστικὰ τῶν Μεραρχιῶν καὶ Ἀρχηγείων, ἅτινα διακανονίζουσι τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν σωμάτων καὶ τὰς ἐπιθεωρήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θεωρῶ καλὸν καὶ ἀναγκαῖον, κατά τι μόνον χρῆζον τροποποιήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 6, ἐπειδὴ φέρω καὶ τροποποίησιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν πέρυσι ψηφισθέντα, περὶ ξένου ὀργανωτοῦ, ὅλη ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐπιτελικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεταβαίνει εἰς χεῖρας τοῦ ὀργανωτοῦ, εἰς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπομένει μόνον τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας καὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως· οὐδεμία ἄλλη ἐργασία. Εἴτε λοιπὸν ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος ὀργανωτὴς εἶναι προσκεκολλημένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἴτε μὴ, εἴτε δηλαδὴ μένει ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ καταστήματος, εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ, τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν θὰ τὴν διευθύνῃ πλέον αὐτὸς, διότι ὁ νόμος τῷ δίδει πλῆρες τὸ δικαίωμα, ἐὰν δὲν τὴν εὕρῃ καλὴν, ὡς εἶναι σήμερον, νὰ τὴν κανονίσῃ αὐτός. Σήμερον, Κύριοι, αὐτὸν τὸν ὀργανωτὴν — ὁ ὁποῖος ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔλθῃ — διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸν θέτετε ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Διαδόχου, ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία αὕτη νομίμως μεταβαίνει εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ αʹ ἐδάφιον, διότι ὁ ὀργανωτὴς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ὁ διευθυντὴς τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἦναι καὶ ἐπιτελάρχης τοῦ Διαδόχου. Δὲν δύνασθε ν’ ἀποσπάσητε αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ πέρυσι τὴν ἐχορηγήσατε ὑμεῖς αὐτοί. Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν τὸν ὀργανωτὴν αὐτὸν, τὸν ξένον, τὸν εἴχετε μόνον ἐπιθεωρητὴν καὶ οὐχὶ ἀρχηγὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ὑπῆρξεν ἥ ἀμφισβήτησις, καὶ ὑπάρχει ἀκόμη, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία παρὰ τῷ Γενικῷ Ἐπιθεωρητῇ θὰ ληφθῇ ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι, ἐὰν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν στρατιωτικὸν κόσμον, εἶναι ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἐπιτελικὴ μεταβαίνει εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀλλὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἐχορηγήσατε εἰς τὸν ξένον ὀργανωτὴν, καὶ σήμερον, ὅτε ὑπάγετε ταύτην ὑπὸ τὸν Διάδοχον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δεύτερος Ἕλλην μετὰ τὸν πατέρα του, τὸν Βασιλέα, τὴν ἀρνεῖσθε! Ἑτέραν ἀπορίαν φέρει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου· δηλαδὴ λέγουσί τινες, κατὰ τὰς ἀπουσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἤτοι τοῦ Διαδόχου, τί θὰ συμβαίνῃ; Ἀλλὰ βεβαίως τοιαῦτα δὲν θὰ συμβαίνωσιν ἤδη, ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διότι βεβαίως, ὅταν ἀναλάβῃ τὰ νέα καθήκοντά του ἡ Α. Ὑψηλότης, τὰ ταξείδια εἰς τὴν Εὐρώπην θὰ περιορισθῶσι, καὶ μόνον ὅταν θ’ ἀπουσιάζῃ ἡ Α. Μεγαλειότης, θ’ ἀναγκάζηται ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν Βασιλείαν ὁ Διάδοχος. Ἀπουσιάζοντα τὸν Γενικὸν Διοικητήν, λέγει τὸ ἄρθρον, ὁ ἀρχαιότερος μέραρχος θὰ ἔλθῃ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ· κατὰ συνέπειαν ὁ μέραρχος ὁ Ἕλλην, ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης, θὰ ἔχῃ ὡς ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου του τὸν ἀλλοδαπὸν ἀντιστράτηγον ἢ ὑποστράτηγον· ἀλλ’ ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι ὁ ὑποστράτηγος τῆς Γαλλίας ἢ τῆς Γερμανίας δὲν ἔχει βεβαίως τὸν ἀντίστοιχον εἰς τὸν τόπον μας. Αὐτὸς λοιπὸν θὰ ἦναι ὁ ἐπιτελάρχης τοῦ Α ἢ τοῦ Β, τοῦ ἀντικαθιστῶντος τὸν Γενικὸν Διοικητήν; Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ εἰς τὸν τόπον μας ἡ ζηλοτυπία διὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν ἀνωτάτων βαθμῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας εὑρέθημεν ἠναγκασμένοι τελευταῖον, διὰ νὰ σχηματίσωμεν ἓν Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον διὰ τὸν συνταγματάρχην Χρ. Μπότσαρην, νὰ καλέσωμεν καὶ τὸ ναυτικὸν ἀκόμη, ἵνα συμπαρεδρεύσῃ, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, λέγω, αὐτὴ ἡ ζηλοτυπία, πολὺ ἐνδεχόμενον ὁ μέραρχος αὐτὸς νὰ ἦναι μόνον συνταγματάρχης. Τί θὰ συμβῇ δὲ τότε; Νομίζω ὅτι θὰ εὕρητε πολὺ δίκαιον καὶ πολὺ ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀλλοδαπὸς ὀργανωτὴς ἔχῃ βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ συνταγματάρχου, τότε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπιτελάρχου θὰ ἐκπληροῖ εἷς τῶν συνταγματαρχῶν. Ταῦτα λέγω, Κύριοι, διότι ἔμαθον,—ὄχι αὐθεντικῶς, ἐννοεῖται, ἀλλ’ ἀκαδημαϊκῶς,—ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις περὶ πολλοῦ ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς καὶ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης καὶ ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, καὶ ὑπάρχει μεγάλη ἐλπὶς, ὅτι διακεκριμένος ἀξιωματικὸς τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ θὰ ἔλθῃ ὡς ὀργανωτής. Τότε εὐελπίζομαι, ὅτι ὄχι μόνον τὰ τοῦ Ἐπιτελικοῦ σώματος θὰ καταρτισθῶσι καλῶς, ἀλλὰ καὶ ὁ Διάδοχος, ὅστις θὰ ἦναι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ἔχων πλησίον του ἕνα διακεκριμένον, πεπειραμένον καὶ ἐπιστήμονα στρατιωτικὸν, θὰ εὑρίσκηται ἐν ἀρίστῃ συνυπηρεσίᾳ καὶ συνεργασίᾳ μετ’ αὐτοῦ, αὕτη δὲ θὰ ἦναι τόσον σπουδαία, ὥστε εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἡ πατρίς μας εὑρεθῇ εἰς ὁμοίαν περίστασιν πρὸς τὴν τοῦ 1897, θὰ ἔχῃ ὁ Διάδοχος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ὅλην τὴν ἱκανότητα νὰ διοικήσωσι τὰ τοῦ στρατοῦ μας πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τῆς πατρίδος. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, ν’ ἀναζητήσῃ πανταχοῦ τὸν ὀργανωτὴν, ἔστω καὶ Ἄγγλον, ἢ καὶ Δανὸν, διότι καὶ τὸ Δανικὸν Ἐπιτελεῖον εἶναι λαμπρότατον. Διότι οἱοσδήποτε ἀξιωματικὸς, διὰ νὰ συνεργάζηται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὸν Διάδοχον, πρέπει νὰ ἔχῃ πολὺ ὑψηλὸν τὸ ἀνάστημα, ἀφοῦ θὰ ἦναι ἐπιτελάρχης καὶ σύμβουλος τοῦ Διαδόχου. Ἡ δὲ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, πιστεύσατε ὅτι ἔχει ὅλον τὸν πόθον νὰ ἐργασθῇ. Τέσσαρα ἔτη ὑπηρετήσας πλησίον τοῦ Διαδόχου, εὗρον ἐν αὐτῷ, ὄχι μόνον καρδίαν καθαρῶς ἑλληνικωτάτην, ἀλλὰ καὶ χαρακτῆρα δίκαιον καὶ αὐστηρόν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι χρειάζεται ἱκανώτατος ἄνθρωπος, διὰ νὰ συνεργασθῇ μετὰ τοῦ Διαδόχου, πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐμπνέῃ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, διά τε τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν διάνοιαν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε διετέλουν Φρούραρχος Ἀθηνῶν, ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἡ Α. Ὑψηλότης, ἔχων ἀπείρους ἀσχολίας, διότι δὲν εἶχε τὴν ὑπηρεσίαν μόνον τοῦ Ἀρχηγείου, ἀλλ’ ἐξετέλει καὶ μέρος τῶν καθηκόντων τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὡς Διάδοχος, ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι ἕνεκα τῶν πολλαπλῶν ἀσχολιῶν του δὲν ἠδύνατο πλέον τῶν δύο ἢ τριῶν ὡρῶν νὰ διαθέτῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀρχηγείου. Μ’ ὅλην δὲ τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἀναφερομένων αὐτῷ, ἔνιαι διαταγαί του πρὸς ἐμέ, ὡς Φρούραρχον, ἦσαν ἄδικοι, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ὡς ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, τὰς λεπτομερείας τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ὅταν εἷς τμηματάρχης οἱοσδήποτε καὶ οἱασδήποτε ὑπηρεσίας θελήσῃ νὰ δολιευθῇ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ὑπηρεσίας, κατορθώνει τοῦτο καὶ διὰ τὸν νοημονέστερον. Ὑπῆρξε λοιπὸν περίστασις, καθ’ ἣν μοὶ ἐγένοντο δύο παρατηρήσεις οὐχὶ δικαίως. Ἀνεφέρθην ἐγγράφως, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην· ἔλαβον τότε ἀνὰ χεῖρας τοὺς κανονισμοὺς καὶ παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα, ἐξέθηκα αὐτῷ τὰ συμβαίνοντα. Πράγματι δέ, δικαιώσας με ὁ Διάδοχος, ὁ ἴδιος ἰδιοχείρως διέγραψε τὸ περιεχόμενον τῶν διαταγῶν του. Λοιπόν, ὡς προεῖπον, καὶ ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ἀγάπη τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου πρὸς τὸν στρατὸν καὶ τὸν τόπον του ὑπάρχει, ἀλλὰ δέον νὰ συνυπάρχῃ καὶ ὁ κατάλληλος συνεργάτης αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἦναι ξένος καὶ οὐχὶ ἐντόπιος. Ἂν εἶναι ἐντόπιος, ὅλον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ φέρῃ τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς προσδοκῶμεν καὶ ἡ Βουλὴ προσδοκᾷ. Κύριοι, κατηνάλωσα πολλὴν ὥραν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω μετὰ τόσας ὥρας, αἱ ὁποῖαι κατηναλώθησαν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα, ὁ ὑπ’ ἐμοῦ καταναλωθεὶς χρόνος νὰ ἦναι ὁ εἰς μάτην καταναλωθείς.
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τοὐναντίον.
§52ΣΤΡΑΤΟΣ. Προσεπάθησα νὰ μεταδώσω ὑμῖν ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηθίζουσι νὰ προσφέρωσι θυμιάματα. Ἐὰν προσέφερον θυμιάματα, δὲν θὰ εὑρισκόμην μέχρι σήμερον, ἐπὶ 15 ἤδη ἔτη, εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Εἶμαι εἰς τὸ τέρμα τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ζωῆς μου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἐξ ἀνάγκης ἐγενόμην Βουλευτής, πάντοτε ἠγάπησα τὸν στρατὸν, οὐδέποτε δὲ στρατόπεδον μὲ εἶδεν ἀπόντα, παρὰ μόνον ὅταν τὰ παρασκήνια τῆς πολιτικῆς τοῦ 1897 προετίμησαν ἀντ’ ἐμοῦ ἄλλους, νεωτέρους κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλ’ οὐχὶ ἱκανωτέρους, καὶ ἀπέστειλαν αὐτοὺς πρὸς διοίκησιν στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ ἐκπλήρωσιν καθηκόντων, ἅπερ οὐδέποτε ἐξετέλεσαν ὡς ἐγώ. Ἑπομένως ἡ μόνη μου εὐχὴ εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι διότι ἐκ μόνου αὐτοῦ δύνανται νὰ τελεσφορήσωσιν αἱ εὐχαί μου καὶ αἱ εὐχαὶ τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ διότι ὁ Διάδοχος κέκτηται τὴν δύναμιν, ὡς υἱὸς τοῦ Βασιλέως μας, νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἑκάστοτε Πρωθυπουργὸν διὰ πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται εἰς τὸν στρατόν, καὶ ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Κόρπας καὶ πᾶς ἄλλος, ὁ Διάδοχος θὰ τὸ πράξῃ, οὐδὲν δὲ θὰ ἀρνῆται αὐτῷ πᾶς Πρωθυπουργός, ἀγαπῶν τὸν τόπον του καὶ ἐπιθυμῶν τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ. Δεύτερον ζήτημα εἶναι, ὅτι, γενομένης τῆς ἀρχῆς ταύτης, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἄφιξις τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ καὶ ἡ ἐργασία αὐτοῦ ἐπὶ ἀρτίου ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον οὔτε ἐγὼ, ὅστις ἔχω μεγαλειτέραν πεῖραν ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, — καὶ πιστεύω νὰ τὸ ὁμολογῇ — διότι ὑπηρέτησα καὶ ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἐπιτελείου καὶ ὡς ἐπιτελάρχης, οὔτε πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ὑπηρέτησαν, θὰ ἠδύναντο νὰ κατορθώσουν. Ἡ συνεργασία ὅμως θὰ φέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα, διότι καὶ ἡ Α. Ὑψηλότης δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐργασθῇ ἀποτελεσματικῶς, χάριν ἑαυτοῦ καὶ τῆς Βασιλείας. Ἐν τέλει σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα παρῳχημένην ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία, τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις ἦτο εἰς ἐλεεινοτάτην κατάστασιν, ἔχουσα δρόμους ἀθλίους, μὲ πεζοδρόμια ἀπὸ σχιστοὺς λίθους, μὲ ῥεύματα καὶ λόφους, καὶ ἐθεωρεῖτο κάθε ἄλλο παρὰ πρωτεύουσα, ἀνέλαβε νὰ εὐπρεπίσῃ, ἐπὶ δημάρχου Σκούφου, καὶ ἐνῷ ὁ δῆμος δὲν εἶχεν ἄνω τῶν 300,000 δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα, ἡ Ἀμαλία ἔφερε ξένον ἀρχιτέκτονα, τὸν Γάλλον Daniel, εἰς ὃν ἐχορήγησεν ὅλα τὰ μέσα, καὶ οὕτω κατέστησαν αἱ Ἀθῆναι μία ἀπὸ τὰς ὡραιοτέρας πόλεις τῆς Εὐρώπης, ὥστε καὶ ἡμεῖς νὰ σεμνυνώμεθα καὶ οἱ ξένοι νὰ θαυμάζουν τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οὕτως ὑποθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ καλὴ ἀπαρχὴ διὰ τὸν στρατόν· τοῦτο δὲ καὶ εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, καὶ αἱ προσπάθειαί μου πρὸς τοῦτο ἀποβλέπουν. (Εὖγε! εὖγε!)
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὀγδόη ὥρα, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Ἀντ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§55Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Στράτου, εἶναι δύσκολον ἀληθῶς εἰς ἐμὲ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπιχειρῶ· μοὶ εἶναι ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ πράξω τοῦτο, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου, προκειμένου μάλιστα περὶ τόσον βαρυσημάντου νομοσχεδίου, περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον μεγάλως θὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν τύχην τῆς πατρίδος ἡμῶν· διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, τοῦ προωρισμένου νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τελεσφόρως. Ἔχων δὲ τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ μέρος τοῦ στρατεύματος, διττῶς αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσω τὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ψῆφόν μου, καθόσον φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γενόμενον νόμος, μεγάλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἕνεκα τῶν περιωρισμένων στρατιωτικῶν γνώσεών μου φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νικήσωμεν, μονομαχοῦντες μετὰ τῆς Τουρκίας, ὁ πόλεμος ὅμως ὁ τελευταῖος ἀρχικῶς ἐπαρουσίασε καταφανεῖς καὶ εἰς τὸν λαὸν ἀκόμη τὰς ἐλλείψεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας θεωρῶ ὑπαιτίους τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, καὶ ἰδίως τὴν σημερινὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἐφάνη ἄστοργος πρὸς τὸν στρατόν. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ ἀρνηθῶ καὶ τὸν δίκαιον ἔπαινον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν καὶ σεβαστὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ἔκαμε τὰς γενναίας ἐκείνας προμηθείας τοῦ στρατοῦ. Ἴσως ἐνοχλῶ τὴν πλειονοψηφίαν, λέγων εἰς αὐτὴν ὅτι ἐφάνη ἄστοργος διὰ τὸν στρατὸν, διότι, ἐνῷ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης ἠγόραζεν, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀντίθετος μερὶς, ἐρχομένη εἰς τὰ πράγματα, ἐπώλει αὐτό· κατ’ ἀτυχῆ δὲ σύμπτωσιν, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνετέλει εἰς τὸ κακούργημα τοῦτο...
§56Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταφανῶς δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν προσβολῆς.
§58Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αἱ λέξεις μᾶς ἐνοχλοῦν, αἱ πράξεις ὄχι, ἀτυχῶς! Ἄστοργος ἀληθῶς ἐφάνη ἡ πλειονοψηφία· καὶ εἶναι ἀληθῶς βαρεῖα ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι αἱ ὑποχωρήσεις αἱ ἄθλιαι κατὰ τὸν πόλεμον ἐπῆλθον χάριν οἰκονομίας 85 ἢ 90 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἤτοι ποσοῦ πολὺ μικροτέρου ἐκείνου, δι’ οὗ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπεβάρυνε τὸν πτωχὸν λαὸν διὰ τῶν ψηφισθέντων δυσβαστάκτων φόρων, καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐδικαιολόγει μὲ τὸ πρόσχημα τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ. Μήπως ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ δὲν συνῆπτε πάντοτε τὸ κόμμα ὑμῶν τὰ δάνεια; Λέγω δὲ 90 ἑκατομμύρια φράγκα, καίτοι τὸ ζήτημα τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ζήτημα 60 μόνον ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησε πολλὰς ἐπιτροπὰς πρὸς ἐκλογὴν ἐπαναληπτικῶν ὅπλων καὶ πυροβόλων, καταλλήλων πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατεύματος· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ποσῶς, ὅτι ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα παρὰ τοῖς συναδέλφοις του Ὑπουργοῖς, ὅπως εἰσακουσθῇ, καὶ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς ἀγορὰν τῶν εἰρημένων ὅπλων κλπ., πλὴν δὲν εἰσηκούσθη, καὶ ἔμεινε μόνον μὲ τὴν σύστασιν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ εὐθύνεται, καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦμαι ἐναντίον του καὶ τὸν κατηγορῶ· διότι ὤφειλε νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως τὰ ποσά, τὰ ψηφιζόμενα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξοδεύωνται εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν δὲν εἰσηκούετο, νὰ καταθέσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τοῦ σημερινοῦ ἐξασφαλίζεται ὁ στρατὸς ὁπωσδήποτε, διότι θὰ εἰσακούηται ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν χάριν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου· δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξαγνίζεται ἀπέναντι τοῦ στρατεύματος, ἀναγνωρίζων τὰ κακῶς πεπραγμένα παρ’ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο εἶναι καὶ ἀξιέπαινος, διότι παρουσιαζόμενος σήμερον διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὁμολογεῖ ὅτι ἔσφαλε, διοικήσας οὕτω ἐπὶ τόσον χρόνον τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ στράτευμα ἀνάλογον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προορισμοῦ. Ἀναθέτων δὲ νῦν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, ἐξασφαλίζει τὰ ποσά, τὰ προωρισμένα πρὸ ἐξάσκησιν καὶ τῆς ἐφεδρείας ἀκόμη, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀπορροφῶνται εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ θὰ χορηγῶνται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν στρατὸν, ὡς τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν δανείων κλπ. Εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ζήτημα 60 ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε: «ἐὰν εἴχομεν τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸν πόλεμον, ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ νικήσωμεν;» Ὄχι βεβαίως,—διότι σᾶς εἶπον προηγουμένως ποίαν ἰδέαν ἔχω περὶ τῆς μονομαχίας τῶν δύο Κρατῶν,—ἀλλὰ θὰ ἦσαν τοὐλάχιστον αἱ ὑποχωρήσεις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀξιοπρεπέστεραι. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν ὁπλισμὸν θεωρῶ ὡς πρώτην ἔλλειψιν, ἡ ὁποία παρουσιάσθη κατὰ τὸν πόλεμον εἰς τὸ στράτευμα. Δευτέρα ἔλλειψις ἐπίσης εἶναι — μικροῦ μὲν ποσοῦ, 10 ἢ 15 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ σπουδαία, — ἡ ἀνεπάρκεια τῶν στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς. Εἴδετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐνῷ παρέμενον τόσοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἐν Ἀθήναις, διότι δὲν ὑπῆρχον θέσεις, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸν πόλεμον, εἰς τοὺς κατωτέρους τί ἐγίνετο; ποία ἔλλειψις παρουσιάσθη; Εἰς τὰ τάγματα διοικηταὶ τῶν λόχων ἦσαν ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοί! Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ διοικηθῇ ὁ στρατὸς δι’ αὐτῶν; Ἀλλ’ ἐὰν διετίθετο τὸ ποσὸν τῶν 10 ἢ 15 ἑκατομμυρίων δρ. εἰς τὴν κατάρτισιν στελεχῶν κατωτέρων βαθμῶν, ὡς καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διαθέτομεν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν, τῶν πλεονασάντων κατὰ τὸν πόλεμον, ἢ μᾶλλον τῶν ἀνακαλυφθέντων ὡς πλεονασάντων κατὰ τὸν πόλεμον, ἐὰν διετίθετο καὶ ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐπαρουσιαζόμεθα μὲ στελέχη πλήρη δι’ ἐλαχίστης δαπάνης; Τρίτη ἔλλειψις, ἡ ὁποία παρουσιάσθη κατὰ τὸν πόλεμον, εἶναι ἡ τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν ἐφέδρων ἀνδρῶν, ὡς καὶ ἡ τῶν ἀνωτέρας μονάδας διοικούντων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατηγορεῖται, ὅτι εἶχε τάσιν πρὸς τὰς ἐπιστρατεύσεις· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀνώτερον πολιτικὸν, καὶ δὲν θὰ τὸ θίξω ποσῶς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγώ, ὡς ἀξιωματικός, ἐν τῷ στρατεύματι ἀντελήφθην, εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος μας ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι καὶ αὕτη, διότι διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως κατώρθωσε νὰ ἴδωσι μεγάλα γυμνάσια οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί μας, καὶ νὰ ἐκγυμνασθῶσιν ὁπωσδήποτε οἱ ἔφεδροι, μολονότι καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον εἰς τὸ τάγμα μου μὲ παρεκάλουν οἱ στρατιῶται νὰ τοὺς διδάξωσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ τὴν χρῆσιν τοῦ κλεισιοσκοπίου, ἣν εἶχον λησμονήσει. Ἦσαν στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν γενναιότατα καὶ ἀπέδειξαν ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, δὲν ἐγνώριζον ὅμως οὔτε τὸ κλεισιοσκόπιον, διότι ἦσαν ἔφεδροι τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν, ἑπομένως πρὸ ἐτῶν πολλῶν εἶχον ἀποχωρήσει τοῦ στρατεύματος...
§59Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἦσαν γυμνασμένοι.
§60Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Ἐγὼ ὑπηρετῶ εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη καὶ ἔλαβον μέρος εἰς ὅλα τὰ γυμνάσια, μικρὰ καὶ μεγάλα, καὶ ἠξεύρω ἂν ἐγυμνάσθησαν ἢ ὄχι.
§61ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πῶς δὲν ἐγυμνάσθησαν;
§62Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὴ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ μεγάλα γυμνάσια τῶν κληρωτῶν, τὰ γενόμενα εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὰ περίχωρα, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσητε, ἂν προσκαλοῦνται κατ’ ἔτος οἱ ἔφεδροι εἰς ἀσκήσεις.
§63ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ποῖον ἦτο αὐτὸ τὸ τάγμα;
§64Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἦτο τὸ 9ον ἔμπεδον τάγμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς τελευταίας πρὸ τοῦ πολέμου ἡμέρας κατηρτίσθη, καὶ οὗτινος οἱ ἄνδρες εἶχον συνεπῶς λησμονήσει ἐντελῶς τὰ γυμνάσια. Λοιπὸν, ἵνα ἐπισπεύσω τὴν ἀγόρευσίν μου, τὰ τρία αὐτὰ σοβαρὰ ζητήματα, αἱ τρεῖς αὗται ἐλλείψεις ἦσαν ἡ αἰτία τῆς ἀτυχίας εἰς τὸν πόλεμον καὶ πρώτη ἔλλειψις πασῶν ἦτο τὸ μειονέκτημα τοῦ ὅπλου· διότι εἴδετε, τί ἀπεδείχθη κατὰ τὸν πόλεμον· ἡμεῖς εἴχομεν πυροβόλα τῶν 7, 5, δύο δὲ μόνον πυροβολαρχίαι εἶχον τῶν 8, 7, ἐνῷ οἱ Ὀθωμανοὶ εἶχον τῶν 9 καὶ 10, 5, καὶ πάλιν εἴδετε πόσον γενναίως ἐπολέμησαν οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ μας, ἔχοντες μάλιστα τὸ ⅓ τῶν πυροβολαρχιῶν τῶν Τούρκων. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐχθρὸν, ἀφοῦ ἤμεθα ὑποδεέστεροι καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὅλου στρατεύματος; Ὅσα δ’ ἔκαμε τὸ πυροβολικόν μας εἶναι ἀληθῶς θαύματα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἤμεθα ὑποδεέστεροι οὐ μόνον κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν πυροβόλων καὶ τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ποιὸν ἀτυχῶς τοῦ ὑλικοῦ, διότι οἱ Ὀθωμανοὶ εἶχον ὑλικὸν ὅλως νέον. Αὗται ἦσαν αἱ ἐλλείψεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς ἡμῶν ἡττήθη καὶ ὑπεχώρησε. Τί ζητεῖτε ἤδη εὐθύνας ἀπὸ τὸν Διάδοχον, ὅστις ἄλλως ἐστάλη εἰς τὰ σύνορα τὴν τελευταίαν ὥραν, οὐχὶ ἵνα πολεμήσῃ, ἀλλ’ ἵνα συγκρατήσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ πᾶσαν πρόωρον ἔναρξιν ἐχθροπραξιῶν καὶ ἀντιπειθαρχικῶν κινημάτων, εἰς ἃ οἱ σταυραετοὶ ἤθελον νὰ ἐξωθήσωσιν αὐτόν; Ὁ στρατὸς, ἐπαναλαμβάνω, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ὅσον ἠδύνατο, ὑπὸ τὰς συνθήκας, εἰς ἃς διετέλει· καὶ φέρω παράδειγμα τὸ τάγμα μου, τὸ 9ον ἔμπεδον, τὸ ὁποῖον, ἀποτελούμενον ἐκ 1300 ἀνδρῶν, γενναίων μὲν καὶ ἐνθουσιώντων, ἀλλ’ ἀγυμνάστων, διῳκεῖτο ὑπὸ δύο ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ δύο ἀποστράτων τοιούτων. Ἐθαύμασα κατὰ τὰς μάχας τῆς Θεσσαλίας τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἄνδρας, καίτοι οὐδαμοῦ εἶδον οὗτοι τὸν διοικητὴν αὐτῶν, ἀλλὰ διῳκοῦντο καθ’ ἅπασαν τὴν μάχην ὑπὸ τῶν διοικητῶν ἑτέρων συμπαρατεταγμένων ταγμάτων, τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Νικολαΐδου καὶ τοῦ ταγματάρχου Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι ἐνεθάρρυνον καὶ διηύθυνον οὐ μόνον τὰ ἑαυτῶν τάγματα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἡμέτερον, ὅπερ εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ βλέπῃ ἢ μᾶλλον νὰ βλέπῃ διαρκῶς κεκρυμμένον τὸν διοικητήν του, κατὰ δὲ τὴν στιγμὴν τῆς ὑποχωρήσεως ν’ ἀπολέσῃ αὐτὸν ἐντελῶς. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ παραπονώμεθα, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, οὐδὲ νὰ ἐπιτιθέμεθα κατὰ τοῦ Διαδόχου καὶ νὰ συκοφαντῶμεν αὐτὸν διὰ τὰς ὑποχωρήσεις, καὶ νὰ συζητῶμεν σήμερον, ἂν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἢ μὴ τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς αὐτὸν, ὡς ἔπραξεν ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Γαρουφαλιᾶς, ὅστις ἤλεγξεν αὐτὸν ὡς φυγάδα κλπ. Δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν εἰς τὰς κρίσεις μας, διότι ἐλεγχόμεθα παρ’ εἰδικῶν. Καὶ ἐγὼ κατὰ τὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886, λοχίας ὤν, εἰκοσαετὴς τὴν ἡλικίαν, ἐν Ἄρτῃ, αὐτὰς τὰς ἰδέας εἶχον, ὅτι προδιδόμεθα, ὅτι μᾶς προδίδει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τότε ἀρχηγὸς, μάλιστα δὲ μετ’ ἄλλων ὑπαξιωματικῶν φίλων μου προέβημεν εἰς κίνημά τι, ὅπως παρασύρωμεν τὸν στρατὸν τῆς Ἄρτης εἰς πόλεμον· μᾶς ἀντελήφθη ὅμως εὐτυχῶς ἡ ὑπηρεσία τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ δὲ στρατηγὸς, πρὸς τιμωρίαν, μᾶς ἔστειλε διὰ ξηρᾶς εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐξ Ἀθηνῶν πάλιν διὰ ξηρᾶς εἰς Λάρισαν· καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα αὐτὸ, σᾶς βεβαιῶ, ἐν πεποιθήσει ἐφρόνουν καὶ ἐφώναζα, ὅτι προδιδόμεθα, διότι τοιαῦται ἦσαν τότε αἱ στρατιωτικαί μου γνώσεις. Τὸ αὐτὸ ἔπαθεν ἀπόψε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος κ. Γαρουφαλιᾶς, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς εἰσόδου μου εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι πατριώτης, εἶναι εὔγλωττος, ἀλλὰ δὲν μελετᾷ τὰ στρατιωτικά. Ὁ κύριος Γαρουφαλιᾶς δὲν ἐδίστασε νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορητήριον κατὰ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, ὡς μὴ ἐκτελεσάντων δῆθεν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον· ἐπὶ τῇ διαμαρτυρίᾳ δὲ ἐμοῦ καί τινων ἄλλων συναδέλφων, ἐξῄρεσεν ἡμᾶς, ἀφήσας νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἐπρόκειτο διὰ τοὺς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ εἴπω τινά, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, διὰ νὰ μάθῃ καὶ ὁ λαὸς, ὅτι συκοφαντεῖται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ πεισθῇ ἂν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του ὁ στρατὸς καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας. Ἐκ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου ἀξιωματικοὶ βουλευταὶ ἐκ τῶν παρόντων ἐνταῦθα εἶναι ὁ κύριος Τ. Παπαδιαμαντόπουλος καὶ ὁ κ. Γουλιμῆς. Ἀπὸ τὸν ταγματάρχην κ. Γουλιμῆν, σᾶς βεβαιῶ, καὶ ὡς λαβὼν μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἐξ ὅσων γνωρίζω ἐκ τῶν συνδιαλέξεών μου, ὁ στρατὸς εἰς τὸν πόλεμον ἦτο εὐχαριστημένος· τὴν μεγάλην δ’ αὐτοῦ ἀξίαν γνωρίζω καὶ ἐγὼ καλῶς, διότι εἶχον τὴν τύχην νὰ τὸν ἔχω καθηγητὴν εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον. Περὶ δὲ τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου γνωρίζω καλῶς, ὅτι τὸ βουλευτικόν του ἀξίωμα τὸ ὀφείλει εἰς τὴν κατὰ τὸν πόλεμον δρᾶσίν του· ἀρκεῖ, ὅτι ὑπηρέτησεν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐξετέλεσε πάσας τὰς ἀνατεθείσας αὐτῷ ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ ποτε παρ’ οὐδενός. Ἑπομένως δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν. Ἔχω ὅμως πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ἤδη μετεμελήθη πικρῶς δι’ ὅσα εἶπεν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε συζητουμένων στρατιωτικῶν θεμάτων, διότι ἄλλοτε μὲν ἐγείρομεν θόρυβον καὶ ἐξογκοῦμεν ζητήματα ἐντελῶς ἐπουσιώδη, διαστρεβλοῦντες μάλιστα αὐτὰ, ἄλλοτε δὲ ἀντιπαρερχόμεθα ἕτερα σοβαρώτατα. Σᾶς ἀναφέρω ἓν ἐξ αὐτῶν. Πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ κατηγορήθησαν ὡς φυγάδες, καὶ ἐσύρθησαν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἀλλὰ, κατὰ τὴν ἐπικρατήσασαν ἐπιείκειαν, ἠθωώθησαν διὰ πλειονοψηφίας· ὅπερ σημαίνει, ὅτι τὸ Στρατοδικεῖον δὲν ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ αὐτοῖς τὴν αὐστηροτάτην ποινὴν τῆς πράξεώς των, καίτοι ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἡ διαγωγή των ἦτο οὐχὶ ἄμεμπτος. Κατὰ τῶν τοιούτων ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τί ἐνήργησεν; Ἐφρόντισε ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς τοῦ στρατεύματος; Οὐχί· διότι ἡ συναλλαγὴ δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο. Καὶ φρονεῖτε ὅτι ἀναλαμβάνοντος τοῦ Διαδόχου τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἡ συναλλαγὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἀπαίσιον ἔργον της; Ἐγὼ δὲν νομίζω τοῦτο. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔχει μεγαλείτερον συμφέρον ἢ ὁ Διάδοχος, ὅπως ὁ στρατὸς ὀργανωθῇ τελείως καὶ ἐκκαθαρισθῇ. (Διαλογικὴ συζήτησις). Γενόμενος ἀρχηγὸς ὁ Διάδοχος, θὰ προλάβῃ πᾶν ἀντιπειθαρχικὸν διάβημα τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς τὸ τῆς Λέσχης, ὅπερ ἐγένετο μόνον καὶ μόνον διότι, καίτοι ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ, καίτοι ἦτο Διάδοχος, δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ προβῇ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς συνταγματαρχῶν καὶ ἀντισυνταγματαρχῶν πλεοναζόντων, διὰ τῆς μεθόδου τῶν γενικῶν θέσεων. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, πῶς ἠδύνατο ἡ Α. Ὑψ. νὰ ἀναμιχθῇ, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι ἀρχηγοὶ ἐπρότεινον πρὸς προβιβασμὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους; Καὶ πῶς ἠδύνατο ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς ἰσχυούσης τότε πολιτικῆς μερίδος, ἥτις θὰ ἐξεμεταλλεύετο τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἔλεγεν, ὅτι ζητεῖ νὰ κάμῃ Μοναρχίαν ὁ Διάδοχος; Μήπως ὅτε μετέβη, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἢ ὡς Διάδοχος, —δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς—εἰς τὴν διαδήλωσιν τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, ἵνα προλάβῃ βεβαίαν καὶ ἀναπόφευκτον αἱματοχυσίαν, δὲν κατηγορήθη; Καὶ ἀπεδείχθη μὲν ἀληθῶς, ὅτι ἐπρόλαβε τὴν αἱματοχυσίαν, καὶ τὸν εὐγνωμονεῖ ἀκόμη ἐπὶ τούτῳ ὁ λαὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ ὁ στρατὸς, ὅστις φυσικῶς, ἀναγκαζόμενος, θὰ ἐξετέλει διαταγὰς προερχομένας ἐκ πολιτικῆς ἐμπαθείας, κατηγορήθη ὅμως ὁ Διάδοχος τότε καὶ ἐσυκοφαντήθη ποικιλοτρόπως. Διὰ πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως μὴ φέρωμεν εἰς δύσκολον θέσιν καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτας διαδηλώσεις, ἀλλὰ νὰ γνωρίζωσιν ὅτι θὰ ἐνεργῶσιν ἀμερολήπτως καὶ χωρὶς οὐδὲν νὰ φοβηθῶσιν. Ἐνθυμηθῆτε δὲ, τί ἀπήντησεν ὁ τότε Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας κ. Βλαχόπουλος εἰς τὸν Διάδοχον κατὰ τὴν διαδήλωσιν ἐκείνην, καίτοι στρατιωτικός. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου θὰ διατάσσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ διαταγή του θὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ στρατιώτου, καὶ ὄχι ὅπως συμβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου ἡ ἀστυνομία Σύρου, φέρ’ εἰπεῖν, δὲν ἐκτελεῖ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς εἰς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ χθὲς σᾶς ἔλεγον, τῶν φρυγάνων, διὰ τὸ ὁποῖον προεκλήθη μεγάλη ἀλληλογραφία, καὶ ἔχω τὰ ἔγγραφα, ἅτινα αὔριον θὰ καταθέσω...
§65ΦΩΝΑΙ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐπιχείρημα! Εὖγε!
§67Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Φίλοι μου, δὲν ἐπιτρέπετε εἰς Βουλευτήν, καὶ μάλιστα ἀξιωματικόν, ν’ ἀπομακρύνηται τοῦ θέματος καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ὁ μὲν καὶ ὁ δέ... Λοιπὸν ἐξακολουθῶ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατάσσει διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13831 διαταγῆς, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος δὲν τὸν ἀκούει! «Ἔχω τὸν Βουλευτήν μου», σοῦ λέγει ὁ ἀστυνόμος! Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερον καὶ εἰς τὸν στρατόν...
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τώρα πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω. Ἐγὼ θὰ λάβω ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὴν περίστασιν.
§69Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα, σᾶς εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ δὲν ἀδικῶ ὑμᾶς, οὔτε τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς μεμφῶ. Τὸ ἔφερα μόνον ὡς παράδειγμα.
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι πραγματικῶς λαμπρὰ ἐπιχειρήματα, κύριε Βιτάλη. Ἀλλὰ τί ἀπέγεινεν ὁ δῆμος;
§71Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διὰ τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα, τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, εἰς τὴν Ἰταλίαν πρὸ δύο μηνῶν ἐπὶ 40 ἡμέρας κατεγίνοντο καὶ συνεζήτουν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως αὐτῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ μὲ ἀπαλλάξητε τῆς ἀπαντήσεως, διότι δὲν ἐμελέτησα εἰσέτι τὸ ζήτημα αὐτὸ (ἱλαρότης). Ἀναθέτοντες, Κύριοι, τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον, κατορθώνομεν ἐν τῷ προσώπῳ του, ὡς προεῖπον, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε διαθέτει διὰ τὸ στράτευμα, νὰ ἐξοδεύηται ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐπιμένῃ ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ νὰ πείσῃ τοὺς συναδέλφους του νὰ μὴ ζητοῦν αὔξησιν τῶν Νομαρχιῶν, οὔτε τῶν Πρωτοδικείων, ἅτινα θέλουσι φυλακὰς, καὶ αἱ φυλακαὶ θέλουσι Μοιραρχίας, θέλουσιν Οἰκονομικὰς Ἐφορίας, Ταμεῖα κλπ. Ὅλα, βλέπετε, εἶναι ἀλληλένδετα. Δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ αὐτὸ, καίτοι ἀντιπολιτευόμενος, συντελῶ εἰς τὴν ἀπαρτίαν, καὶ μόλις ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐδήλωσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ρούφου, ὅτι, ἂν ἦναι 117 Βουλευταὶ ὑπουργικοὶ παρόντες, ἐγὼ θὰ ἦμαι ὁ 118ος, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι εὐεργετῶ τὸν στρατόν· διότι ἀναλαμβάνων τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἡ Α. Ὑψηλότης, θέτει μεταξὺ στρατοῦ καὶ συναλλαγῆς ἕνα βράχον, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ μετακινήσῃ, καὶ θὰ παύσῃ οὕτω ἡ ῥουσφετολογικὴ κλῖμαξ...
§72Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσας βαθμίδας ἔχει;
§73Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. διὰ τὴν ὁποίαν ῥουσφετολογικὴν κλίμακα ἐγένοντο καὶ τὰ Λαρισαϊκά. Ναί! Ἀπόψε θὰ μάθητε ὅλοι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι μὲ μεγάλην λεπτότητα μᾶς ἠπείλησεν ἕτερος τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι θὰ εἴπῃ καὶ τὰ κινήματα τὰ Λαρισαϊκά, καὶ ἐκεῖνο καὶ τοῦτο. Ἡ στάσις λοιπὸν ἐκείνη τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Λαρίσης ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ῥουσφετολογικὴν κλίμακα. Πιστοὶ τοῦ κόμματος τότε, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ, θέσιν των, ἔγραφον εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ: «Σήμερον ἔρχεται διαταγὴ ν’ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δύο στρατιῶται· θὰ ἦναι οἱ φίλοι μας δεῖνα καὶ δεῖνα». Ἐλάμβανεν ὁ ἀρχηγὸς τὴν ἐπιστολὴν, ἐκάλει τὸν συνταγματάρχην καὶ τῷ ἔλεγε: «θὰ κοινοποιηθῇ τοιαύτη διαταγὴ αὔριον· νὰ στείλητε αὐτὸν καὶ αὐτόν»· ὁ συνταγματάρχης ἀμέσως τὸν ταγματάρχην, ὁ ταγματάρχης τὸν λοχαγὸν, ὁ λοχαγὸς τὸν ἐπιλοχίαν, καὶ ὁ ἐπιλοχίας ἐξετέλει τὸ ρουσφέτι! Ἐν ᾗ περιπτώσει λοιπὸν ἐνέδιδον ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, τὸ ῥουσφέτι ἐπετυγχάνετο. Ἂν ὅμως ὄχι, ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἵτινες, σεβόμενοι ἑαυτοὺς, δὲν ἐνέδιδον! Ἤρχιζεν ὁ διωγμός! ἐθεωροῦντο ἀντιπειθαρχικοὶ, μετετίθεντο, καὶ ἡ ἐκδίκησις ἔφθανε μέχρι τῆς παραγκωνίσεώς των κατὰ τοὺς προβιβασμούς! Ταῦτα, Κύριοι, παρέλυσαν τὸν στρατόν! Αὐτὴ ἐν ὀλίγοις εἶναι ἡ ῥουσφετολογικὴ κλῖμαξ, ἡ ὁποία παρέλυσε τὸν στρατὸν, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν σήμερον νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ νὰ μείνῃ ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ διὰ νὰ θέσῃ φραγμὸν, ὡς προεῖπον, μεταξὺ τῆς συναλλαγῆς, δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς, καὶ τοῦ στρατοῦ...
§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἔγεινε καὶ δι’ ἄλλο Ὑπουργεῖον τοιοῦτο νομοσχέδιον;
§75Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγκληματεῖ ἡ Κυβέρνησις, μὴ ὑποβάλλουσα τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· θὰ ἔλθῃ ὅμως στιγμὴ, ὑποθέτω, καθ’ ἣν θέλει ὑποβάλει καὶ τοῦτο, ὅταν θὰ ἴδῃ τὴν βελτίωσιν, ἥτις θὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῷ στρατῷ διὰ τῆς νέας διοικήσεως.
§76Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Λέσχης.
§77Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα, ἀφοῦ ἔχετε ὑπομονήν. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω, μόνον καὶ μόνον διότι καὶ τοῦτο συντελεῖ, ἵνα πεισθῆτε καὶ ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἦτο πάλιν τὸ φλέγον αὐτὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης τῶν γενικῶν θέσεων κατώρθουν νὰ προβιβάζωνται ὑπεράριθμοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ὅτε ἦσαν ἐκ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, ἔπραττον τοῦτο διότι ἐθεώρουν αὐτοὺς ἱκανωτέρους,—καὶ ἴσως νὰ ἦσαν καὶ τοιοῦτοι,— οἱ ἄλλοι ὅμως ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος ἔβλεπον ὅτι προέκυπτον δύο κακά· πρῶτον, ὅτι δὲν κατηρτίζοντο στελέχη ἐκ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, δεύτερον, ὅτι ἦσαν ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῆς Πολιτείας... Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν. Εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἠμπορῶ νὰ θίξω. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο εἶναι τοιοῦτον, ὥστε, ἐὰν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τάχιστα, ἠδυνάμην ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας νὰ ὁμιλήσω...
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο τὸ φρονιμώτερον πρᾶγμα, ποῦ θὰ ἔκαμνες.
§79Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς συμβουλάς σας! Ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἠτιολόγησε. Πρόσφατον παράδειγμα θὰ σᾶς φέρω, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ περὶ τούτου. Ἐνθυμηθῆτε τὸ πρὸ τινων ἡμερῶν ἐγερθὲν ζήτημα τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μαυρολίδου μεταξὺ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ νῦν τοιούτου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀφ’ ἑτέρου. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος παρέστησε τὸν ἀξιωματικὸν ὡς ἀδικηθέντα, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔθεσεν αὐτὸν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, ὁ δὲ κ. Βουδούρης ἐδήλωσεν, ὅτι, ἐὰν ἦτο ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος ὑπὸ τὰς διαταγάς του, θὰ ἔθετεν αὐτὸν εἰς ἀπόταξιν.
§80Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαιότατα!
§81Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λοιπὸν βλέπετε μεταξὺ τριῶν Ὑπουργῶν τρεῖς διαφόρους γνώμας! Εἶναι ἀναγκαία λοιπὸν ἡ ἀρχηγία τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου εἰς τὸν στρατὸν ἢ ὄχι; (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§82ΦΩΝΑΙ. Ἀριστούργημα! ἀριστούργημα! Εὖγε! εὖγε!
§83Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς αὐθαιρεσίας, ἐρωτῶ, μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ναυτικοῦ ἐφήρμοσε τὰς αὐθαιρεσίας αὐτάς; Δὲν γνωρίζω καλῶς, οὐδὲ ἔχω καιρὸν σήμερον νὰ ἐξετάσω τοῦτο, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοσχεδίου· τοῦτο ὅμως θ’ ἀποδείξωσι τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ ἡ ὑπόληψις, ἡ τύχη ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν, τί γίνεται; Περιμένετε μετὰ δέκα ἢ δεκαπέντε ἔτη νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ὅτι δικαίως ἢ ἀδίκως ἀπετάγησαν! Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ ἀγαθοῦ σκοποῦ αὐτὴ ἡ αὐθαιρεσία ἐξασκεῖται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν· εἶναι ὅμως αὐθαιρεσία τοιαύτη, ἡ ὁποία δηλητηριάζει τὴν φιλοτιμίαν πλείστων ἀξιωματικῶν, καὶ καταστρέφει τὰς οἰκογενείας των. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου πατάσσεται καὶ αὕτη, εὐτυχῶς διὰ τὸν στρατόν. Ἐφάνη ὅτι ἔκαμε θόρυβον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διότι συνέπεσε νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἶχε παρεξηγηθῆ εἰς τὸν κύκλον τῶν ἀξιωματικῶν σωμάτων τινῶν.
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξηγήθη;
§85Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε... Εἰς τὰ σώματα τοῦ πεζικοῦ, ἱππικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ. Ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δικαιολογούμενος διὰ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων, διότι προῆγε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ, εἶπεν ὅτι τῶν ἄλλων ὅπλων οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι διαφόρου προελεύσεως. Βεβαίως δι’ αὐτῆς τῆς φράσεως ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι διαφόρων κατηγοριῶν, δηλ. τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ἐκ τῆς δεῖνα Σχολῆς κλπ. Ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτὸ τὸ παρεξηγήσαμεν εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ἐντύπωσις δ’ ἔμεινε. Τοῦτο ἴσως συνετέλεσεν εἰς τὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μικρὰν ἀντίδρασιν, ἴσως δὲ συνετέλεσεν, ὥστε καί τινες ἐξ ὑμῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καίτοι συμπολιτευόμενοι, νὰ ἀρνηθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ ψῆφον. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς πλειονοψηφίας θέλουν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀντελήφθην, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἀποδεικνύεται, διότι ἔμειναν εἰς τὴν ἀπαρτίαν, ὅπως ἐγώ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὅλοι τὸ θέλομεν. Ἐπίσης καὶ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως οἱ κύριοι Κόρπας καὶ Στράτος. Παρουσιάσθησαν μόνον εἷς ἢ δύο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ καὶ οὗτοι, ὑποθέτω, εἶναι ἐναντίοι ἐξ ὑπερβολικῆς ἀγάπης πρὸς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον, ἀναλογιζόμενοι τὰς εὐθύνας, ἃς ἀναλαμβάνει. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ὅλοι τὸ θέλομεν τὸ νομοσχέδιον. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐφάνη ὑπέρ· ὁπωσδήποτε, ὅπως ἐνόησα τουλάχιστον ἐγώ, τὸ θέλει. Ὁ κύριος Καραπάνος ἐπίσης εἶπεν, ὅτι εἶναι ζήτημα χρήματος, — καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος θὰ ὁμιλήσω. — Ὁ κύριος Ζαΐμης ἀναφανδὸν ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ὥστε γίνεται εἷς θόρυβος δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ λόγου, παρέρχονται δὲ τόσαι ἡμέραι, χωρὶς νὰ ἐννοηθῇ ὁ λόγος, ἐνῷ ὅλοι τὸ θέλομεν...
§86ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι εὐχῆς ἔργον, εἶπεν ὁ κύριος Ρέπουλης.
§87Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ὄντως εὐχῆς ἔργον, κύριε συνάδελφε καὶ λοχαγέ μου, διότι θὰ παύσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, γινομένου νόμου, ἡ πολιτικὴ φαγέδαινα, ἥτις κατατρώγει τὸ σπλάγχνα τοῦ στρατεύματος. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Ἀλλὰ πάντες σκεπτόμεθα δυστυχῶς, τίνι τρόπῳ θὰ γίνεται ἡ δουλιά μας, — τινὲς ἐξ ὑμῶν μᾶλλον, διότι οἱ ἄλλοι θὰ δικαιολογηθῶμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας: θὰ εἴπωμεν ὅτι «αὐτὸς εἶναι ὁ ψηφισθεὶς νόμος· μὴ ζητεῖτε παράνομα πράγματα». Καὶ δὲν θὰ ζητῶσι.
§88Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι κρατεῖτε εἰς τὸ στράτευμα τὸν γυναικάδελφόν σας κ. Ρέγκλην, καίτοι ἀσθενεῖ διαρκῶς ἐπὶ 3 ἔτη! (Θόρυβος). Θὰ λείψῃ, εἶπον, ἡ πολιτικὴ φαγέδαινα, ἥτις κατατρώγει τὰ σπλάγχνα τοῦ στρατεύματος, καὶ τότε βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀναγραφῇ χρυσοῖς γράμμασιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου! Σᾶς λέγω δὲ τοῦτο οὐχὶ ὡς Βουλευτής, ἀλλ’ ὡς 20 ἐτῶν στρατιώτης. Δὲν ἔχω τὰς γνώσεις ἄλλων ἀξιοτίμων στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ὅσα λέγω εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶδον ἰδίοις ὄμμασι, καὶ προέρχονται ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς εἰλικρινείας. Φοβοῦνταί τινες, εἴτε διότι δὲν εἶδον τὴν Μελέτην τοῦ ὀργανισμοῦ, εἴτε διότι ἀπὸ σκοποῦ ἐρρίφθη ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τοῦ μέλλοντος ὀργανισμοῦ θὰ εἰσπηδήσωσιν οἱ ἀντισυνταγματάρχαι τοῦ μηχανικοῦ εἰς τὸ πεζικόν. Ὑποθέτω ὅτι ἀνεγράφη τοῦτο εἰς τὴν Μελέτην τοῦ Διαδόχου, διότι ἐν τῷ αὐστριακῷ στρατῷ οἱ ἀντισυνταγματάρχαι τοῦ μηχανικοῦ μετατίθενται εἰς τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν τοιοῦτόν τι, διότι παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀνεφάρμοστον τοῦτο. Ὑποθέτω ἄλλως, ὅτι ὁ Διάδοχος ἔρριψε τὴν ἰδέαν εἰς τὸν ὀργανισμὸν πρὸς βολιδοσκόπησιν τῆς πειθαρχίας (διακοπαί). Ναί, Κύριοι, εἶναι ἀνεφάρμοστον παρ’ ἡμῖν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ εἶναι ἐπίσης καλοί, ὡς οἱ τοῦ μηχανικοῦ. Ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν προσφέρει εἰς τὸ ἔθνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι τοιαύτη, ὥστε παμψηφεὶ πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ, ἄνευ κομματικῶν ὑπολογισμῶν. Δεύτερον βλέπετε, ὅτι ἐκτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μόνος ἐγὼ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μειώσω τὴν ἐντύπωσιν, ἣν παρήγαγεν εἰς τὸν λαὸν ἡ μακρὰ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Λοιπὸν ἐξακολουθῶ. Ὄχι μόνον εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχει εἰσπηδήσει τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ εἰς τὸ πεζικόν, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστευτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ· π. χ. γραμματεὺς συντάγματος τοῦ πεζικοῦ εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐπιτιθέμεθα κατὰ τοῦ Διαδόχου, διότι ἔρριψε σχετικὴν ἰδέαν.
§89Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Κατηργήθη τὸ τοιοῦτον ἐν Γαλλίᾳ.
§90Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, εἶναι πρόσφατον. Ἐννοῶ δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἔχοντας brevé, δηλ. πτυχίον τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς. Ἔρχεται ἕτερον ζήτημα, χάριν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, τὸ ζήτημα τῶν μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν. Φαντασθῆτε ἀξιωματικὸν οἰκογενειάρχην, ἐν καιρῷ χειμῶνος, διότι εἷς κομματάρχης δυσηρεστήθη μετ’ αὐτοῦ, νὰ μετατίθηται ἐκ Τυρνάβου εἰς Ἀθήνας! Τὸ κακὸν τοῦτο παύει διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἡ λεπτομέρεια αὕτη θὰ κανονισθῇ, ὡς μανθάνω, διὰ Β. Διατάγματος. Προκειμένου λοιπὸν περὶ γενικῶν τοποθετήσεων, καλὸν εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, ὄχι διότι πρεσβεύω, ὅτι πρέπει νὰ συνθηκολογῇ μὲ τὸν Ὑπουργὸν ὁ ἀξιωματικός,—ποσῶς, διότι ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ μεταβαίνῃ ὅπου διαταχθῇ,—ἀλλὰ τὰ λέγω χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀξιωματικῶν. Διότι πῶς θέλετε ὁ ἀξιωματικὸς νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ τὴν μεθόριον γραμμήν, ὅπου δὲν ἐπλήρωνεν ἐνοίκιον, εἰς Ἀθήνας, ὅπου δι’ αὐτὸν ὁ βίος εἶναι δύσκολος; Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προκαλέσῃ δηλώσεις τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, διότι περὶ τούτων μόνον ἐνδιαφέρομαι, καθόσον εἶναι γλίσχρος ὁ μισθός των, οὐχὶ δὲ περὶ τῶν ἀνωτέρων, διότι ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἱκανώτεροι, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων μονάδων. Διὰ τοὺς κατωτέρους ὅμως ἀξιωματικοὺς δέον νὰ ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα, διότι πιθανὸν νὰ γείνουν μεταβολαί τινες ἕνεκα τῶν ἀπαιτήσεων τῆς πολιτικῆς. Εἴθε, κύριοι Βουλευταί, νὰ συνεληροῦτο τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο νομοσχέδιον διὰ τῆς προσθήκης τοῦ ὅρου, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν δέον νὰ ᾖναι στρατιωτικοί, ἵνα κάλλιον γνωρίζωσι τὰς ἀνάγκας τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν φτώχια των...
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὰ μεγάλα Κράτη εἶναι πολιτικοὶ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοί.
§92Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἰς τὰ μεγάλα Κράτη συμβαίνει, οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι νὰ ᾖναι πολιτικοί, ἀλλ’ ἐκεῖ ἄλλως ἀσκεῖται ἡ διοίκησις· ἐν Ἀγγλίᾳ π. χ. ὁ Ὑπουργὸς εἶναι πολίτης, ἀλλ’ οὐδὲν δικαίωμα ἀναμίξεως ἔχει ἐν τῷ στρατεύματι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διαιρεῖται εἰς δύο μεγάλα τμήματα, τὸ κυρίως στρατιωτικὸν καὶ τὸ οἰκονομικόν· τοῦ πρώτου προΐσταται εἷς Γενικὸς Ἀρχηγός, (ὥστε, βλέπετε, καὶ ἐκεῖ ἔχουν Γενικὴν Διοίκησιν) τοιοῦτος δὲ εἶναι σήμερον ὁ στρατηγὸς Οὐόλσελεϋ, τοῦ δευτέρου προΐσταται εἷς πολιτικὸς ὑπάλληλος· ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει ἢ ὡς μεσάζων μεταξὺ στρατοῦ καὶ Κοινοβουλίου. Τὸ Ναυτικὸν ἔχει τὸ Συμβούλιον τῶν Λόρδων τοῦ Ναυαρχείου, ὥστε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν χρησιμεύει εἰς ὅ,τι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ πολλάκις Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συμβαίνει νὰ ᾖναι πολίτης, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, μολονότι εἶναι χώρα δημοκρατουμένη, ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τούτου εἶναι λίαν περιωρισμένη, καθόσον οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται καὶ οὐδὲν ἀποφασίζεται πρὶν ἢ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ τῶν πλέον διακεκριμένων στρατηγῶν τῆς Γαλλίας. Ταῦτα σᾶς λέγω περὶ τῶν Κρατῶν τῶν διεπομένων ὑπὸ φιλελευθέρων πολιτευμάτων· εἶναι δὲ περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἀσκεῖται ἡ ἀνωτάτη διοίκησις ἐν Αὐστρίᾳ, Ῥωσσίᾳ καὶ Γερμανίᾳ. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ διακόψαντός με συναδέλφου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεν. Διοικήσεως προκύψαντα, λέγω ὅτι θεωρῶ ἀσέβειαν τὸν παραλληλισμὸν τῆς σημερινῆς διοικήσεως μὲ τὴν μέλλουσαν διοίκησιν τοῦ Διαδόχου.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ τῆς ὑποχωρήσεως;
§94Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑποχωρήσεως. Μὴ ἀπομακρυνόμεθα τοῦ θέματος. Ἦτο ἄλλως γνωστὸν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι ὁ στρατὸς ἤθελεν ὑποστῆ αὐτήν, διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθεσα προηγουμένως. Κηρύσσομαι λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι θὰ τελεσφορήσῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατεύματος ἐν τῷ προσώπῳ, ὡς Ἀρχηγοῦ, τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ προσωπικοῦ ἔχει καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους μας, αὐτὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, ἵνα ἐκπλύνῃ τὸ αἶσχος τοῦ στρατοῦ, τὸ αἶσχος ἐκεῖνο, τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν συναλλαγήν. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης παρεκλήθη, ὡς ἠκούσατε χθὲς τὸ ἑσπέρας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Δηλιγιάννη, νὰ μεταβῇ καὶ συγκρατήσῃ τὸν στρατὸν, ὃν ἤθελον νὰ παρασύρωσιν οἱ Σταυραετοί. Καὶ ὅμως εἰς αὐτὸν ἀπεδόθη ἡ εὐθύνη τῆς ἀποτυχίας τοῦ στρατοῦ ἡμῶν! αὐτὸς ἔπιε τὸ πικρὸν ποτήριον! Ἀπόδειξις δὲ τρανωτάτη, πόσον σοβαρῶς σκέπτεται νὰ ἐργασθῇ διὰ τὸ στράτευμα, εἶναι, ὅτι πάραυτα ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ ξένον ἐπιτελάρχην, ἔχων πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτος, θὰ ἐπιτύχῃ. Καὶ ἀπόδειξις οἱ στρατοὶ τῶν μικρῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου· διότι πανταχοῦ, ὅπου ἀπεστάλησαν Ρῶσσοι ἀξιωματικοὶ ἀναδιοργανωταὶ, ἐπέτυχον, καὶ εἴδετε ποῖος στρατὸς παρουσιάσθη εἰς τὴν Ρουμανίαν κατὰ τὸ 1877, ποῖος εἰς τὴν Βουλγαρίαν κατὰ τὸν Βουλγαροσερβικὸν πόλεμον. Δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἦναι Γερμανὸς ὁ ἡμέτερος ὀργανωτής· ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτος εἶναι, θὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ἔργου του πληρέστατα. Καὶ ἀπόδειξις ὁ τουρκικὸς στρατὸς, οὗ ἡ ἀξία ὀφείλεται εἰς τοὺς Γερμανοὺς διοργανωτὰς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται διὰ τὴν ἱστορίαν, ὀφείλουσι δὲ λόγον καὶ εἰς τὸν Αὐτοκράτορά των, γνωστὸν διὰ τὴν αὐστηρότητά του. Ὁ Γερμανὸς διοργανωτὴς πρὸς τοῖς ἄλλοις θὰ πατάξῃ τὴν συναλλαγὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸν γερμανικὸν στρατόν. Παρουσιάζεται ὅμως καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρε μέγαν θόρυβον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι ἀνεύθυνος ὁ Διάδοχος,— τὸ ζήτημα αὐτὸ θέτω ἐν τῇ ἀριστερᾷ σειρᾷ,—εἶναι ὅμως γνωστὸν εἰς ὅλους ἡμᾶς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, καίτοι ἔχουσιν εὐθύνην, οὐδέποτε ἔδωσαν λόγον τῶν πράξεών των μέχρι σήμερον. Καὶ ἀπόδειξις τρανωτάτη τὸ χθεσινὸν ἐνταῦθα ἐπεισόδιον. Ἔρχεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὃν κατηγορεῖτε ὡς ὑπεύθυνον τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, καὶ θέλει νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὸν πόλεμον, ἵνα καταρρίψῃ τὰς συκοφαντίας, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν θέλετε. Τί κάμνει ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή; Λοιπὸν ἀνεύθυνος ὁ Διάδοχος, ἀνεύθυνοι οἱ Ὑπουργοί! Νὰ θέσωμεν τὸ σημεῖον τῆς ἰσότητος καὶ ν’ ἀποτελέσωμεν μίαν ταυτότητα· ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὁ μὲν Ὑπουργὸς εἶναι διαβατικὸς, καὶ ἑπομένως δὲν εὐθύνεται ἀπολύτως, διότι θὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν διαδεχθησόμενον αὐτὸν Ὑπουργὸν, ὁ δὲ Διάδοχος, ἐπειδὴ εἶναι μόνιμος, θὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην.
§95ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς! Εὖγε!
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κωλυσιεργεῖτε!
§97Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγώ! Ποτὲ, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου! Παρεπονέθη, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καρτάλης, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρώτην φορὰν ἤκουσα ἀγορεύοντα τὸν κύριον Καρτάλην, καὶ πολὺ μοῦ ἤρεσεν ἡ ὁμιλία του· νομίζω ὅμως, ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ θέματος, καὶ ἐπειδὴ καὶ σεῖς μὲ προκαλεῖτε, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων, διότι ἐμὲ ἀποκλειστικῶς ἐπειράξατε, διότι ἐγὼ ἤμην ὁ ὑποβαλὼν πρὸ μηνὸς, δὶς ἢ τρὶς, ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις περὶ τούτου, ἂν δηλ. ἐξ ἐπαγγέλματος, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἔπραξα τοῦτο, ἢ τὸ ἔπραξα κατ’ ἀνάγκην. Ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας κατά τινα νύκτα, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ σκανδαλώδους ζητήματος τῆς συμβάσεως τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, καὶ τὴν ἔνστασιν ταύτην ἐνέκρινε κατόπιν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς σιωπῆς του, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν ἐπρόκειτο νὰ ὑποθηκευθῶσιν αἱ ὁδοὶ τοῦ Κράτους ἐπὶ 30 ἔτη, διὰ νὰ κάμωμεν ἕνα Βουλευτὴν ἑκατομμυριοῦχον! Δὲν ἔλαβεν ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς 20,000 ἁμαξηλάτας, τοὺς ὁποίους ῥίπτει εἰς τὸν δρόμον, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ὁρίσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, ὅτι θὰ προτιμηθῶσιν ὡς ὁδηγοὶ οἱ ἁμαξηλάται, διότι αἱ ἅμαξαι αὐτῶν θὰ ἦναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὸ μέλλον ἔξω τῶν πόλεων, καὶ διότι ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ἀφορῶντος τὴν συγκοινωνίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐχὶ ἀμοίρου στρατιωτικῆς σημασίας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδένα ὅρον ἐζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ. Φρονεῖτε ὅτι ἀρχηγοῦντος τοῦ Διαδόχου τοιαῦτα ζητήματα θὰ παρήρχοντο ἄνευ προσοχῆς; Ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ ὃ ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, εἶναι τὸ περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ μὲ ἱκανοποίησεν ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ ἀπέσυρε, καὶ προσεκάλεσε ξένον μηχανικὸν πρὸς ἐξέτασιν αὐτοῦ, καὶ ἐσταμάτησεν οὕτως ὀλίγον τὸ Χρηματιστήριον. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μία ἄγρυπνος καὶ δραστηρία Διοίκησις, οἵα ἔσεται ἡ τοῦ Διαδόχου, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ λόγον ἐπεμβάσεως· διότι θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, ὅπερ καὶ διδακτικὸν ἤθελεν εἶσθαι δι’ αὐτούς, καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν συμφέρον εἰς τὸ Κράτος. Ἑτέραν τοιαύτην ἔνστασιν ὑπέβαλον καὶ περὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἐτροποποίησεν. Ἐπίσης ἀντετάχθην καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ καταπιέσῃ τὸν λαόν, ἐνῷ τοὐναντίον ὅλων τῶν νομοσχεδίων τῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὑπερψήφισα, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν μερίδα, εἰς ἣν ἀνήκω. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον νὰ φορολογῆται ὁ πτωχὸς λαός; Διὰ ποῖον λόγον νὰ ψηφίζηται τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως; Μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γείνουν νέοι νομάρχαι, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσι πρόσωπα, διὰ νὰ ἐνοικιασθῶσιν οἰκίαι φίλων κομματαρχῶν ὡς νομαρχιακὰ καταστήματα! Καὶ πάντα ταῦτα ἐκ τῆς ῥάχεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατεύματος· διότι εἰς τὴν σπατάλην ταύτην προβαίνετε, λαμβάνοντες τὰς πιστώσεις τὰς προωρισμένας διὰ τὸν στρατόν, τὸν ἀκέφαλον. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ Διάδοχος, δὲν θὰ συνέβαινε τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα σωτηρίας, πάλιν τὸ ἔργον μένει ἀτελές, διότι ἀφίνομεν ὁλόκληρον σῶμα στρατοῦ ἀπροστάτευτον, εἰς ὃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ θέσῃ κεφαλήν· ὑπενθυμίζω ὅμως αὐτῷ, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐτέθη τοιαύτη, ἀλλ’ ἀπεκόπη. Τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι ἡ χωροφυλακή, τῆς ὁποίας οἱ ὄντως φιλότιμοι ἀξιωματικοί, λόγῳ τῆς νῦν καταστάσεως, δὲν δύνανται ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς συναλλαγῆς. Καὶ ἔλαβε μὲν πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναθέσας τὴν διοίκησιν αὐτῆς εἰς ἴδιον ἀρχηγόν, ἀλλὰ καὶ οὗτος νομίζω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῶν πιέσεων τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία ἔθεσε τοὺς ὄνυχας αὑτῆς πρωτίστως εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ χωροφυλακή, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὸ μόνον σῶμα, ὅπερ ἔρχεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μεθ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι αὕτη πρωτίστως ἔδει νὰ χειραφετηθῇ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ νὰ προστατευθῇ κατὰ πάσης ξένης ἐπιρροῆς. Ἐπιτυγχάνοντες τοῦτο, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν κατὰ μέγα μέρος τὴν ἀμερόληπτον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ μείνωσιν ἀκαταδίωκτοι οἱ φυγόδικοι, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐπεμβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅτι δὲν θὰ μένωσιν ἐντάλματα ἀνεκτέλεστα, ὅτι δὲν θὰ ὑλοτομῶνται παρανόμως τὰ δάση, οὐδὲ θὰ παραβλέπηται τὸ λαθρεμπόριον, οὐδὲ θὰ παρουσιάζωνται σκάνδαλα, ὅμοια ἐκείνου, ὅπερ ἐσχάτως συνετάραξε τὴν κοινωνίαν καὶ κατήσχυνε τὸ στράτευμα, δηλαδὴ τὸ σκάνδαλον τὸ ἀστυνομικὸν Λευκαδίου κλπ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι στράτευμα, διότι, πλὴν τοῦ ὅτι ἔχει ἰδίαν ἐν πολέμῳ ἀποστολὴν, παρ’ ἡμῖν ἐχρησιμοποιήθη, καὶ ἐν μελλούσαις περιστάσεσι θέλει πάλιν χρησιμοποιηθῆ, καὶ ὡς στράτευμα μάχιμον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν εἶναι πτωχὸν, καὶ ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην θέλει χρησιμοποιήσει πᾶν ἔνοπλον σῶμα αὑτοῦ. Κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον τοῦ 1870 οἱ Γάλλοι, ἀφοῦ ἀπώλεσαν τὸν τακτικὸν αὑτῶν στρατὸν, περισυνέλεξαν ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν ἅπαντας τοὺς πυροσβέστας, καὶ αὐτοὺς τοὺς δασοφύλακας, καὶ τοὺς ἔστειλαν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν· εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι τὰ σώματα ἐκεῖνα διέπρεψαν, ὡς οἱ ἄριστοι τῶν στρατῶν. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὡς δύναμιν στρατοῦ πεζικοῦ τοὺς χωροφύλακας, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀστυφύλακας; Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἐτίμησαν ἐν Γριμπόβῳ τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀμείψῃ τοὺς οὕτω γενναίως πολεμήσαντας ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀστυφύλακας. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Θὰ ηὐχόμην καὶ ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἐτίθετο ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Διαδόχου, διότι οὕτω μόνον θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ βελτίωσις τοῦ σώματος τούτου, οὗτινος οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἰσι πάντες σχεδὸν διδάκτορες ἢ τελειόφοιτοι τῆς Νομικῆς. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκαταλείπει εἰς τὴν τύχην του τὸ σῶμα τοῦτο. Διατὶ νὰ ἀφίνωμεν τοὺς ἐπιστήμονας τούτους ἀξιωματικοὺς ἀπροστατεύτους ἀπέναντι καὶ τοῦ τελευταίου κομματάρχου, οὗτινος αἱ παράνομοι ἀπαιτήσεις δὲν ἤθελον ἐκτελεσθῆ; Εἰς τὴν παραμικρὰν ἄρνησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ κομματαρχίσκος αὐτὸς ἀπαιτεῖ τὴν μετάθεσίν του, καὶ τὴν ἐπιτυγχάνει δυστυχῶς, καὶ πολλάκις τηλεγραφικῶς! Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ σῶμα αὐτό...
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μοναρχία;
§99Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὴ φοβεῖσθε, Κύριοι· οὐδεὶς τοιοῦτος φόβος ὑπάρχει, παρ’ οὐδενὸς ἀπειλεῖται τὸ πολίτευμα. Καὶ ἠκούσατε, ὅτι ὁ διαπρεπὴς ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς κ. Δραγούμης, προκειμένου περὶ Μοναρχίας, εἶπεν ὅτι τὰ 16 πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν πυρῆνα τοῦ κυβερνῶντος σήμερον κόμματος, συνεφώνησαν νὰ περιορίσουν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης τὸ διάβημα ἐκεῖνο τῶν φίλων του ἀπεκάλεσεν ἀποτρόπαιον. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ τὸ ἀποκαλέσω κωμικὸν, διότι οὔτε οἱ 16 οὔτε οἱ 116 ἐπιφανεῖς ἢ ἀφανεῖς τῆς Βουλῆς θὰ κατορθώσουν νὰ μεταβάλουν ἢ νὰ περιορίσουν τὸ Σύνταγμα, διότι τοῦτο φρουρεῖται ἀσφαλῶς ὑπὸ τριῶν ἀγρύπνων φυλάκων, τοῦ Βασιλέως, τοῦ λαοῦ καὶ τῆς δημοσιογραφίας...
§100Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων.
§101Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαὸς καὶ πατριωτισμὸς εἶναι τὸ αὐτό. Ἀλλ’ ἡσυχάσατε, κύριε συνάδελφε, πλὴν τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ λαοῦ, τὸ Σύνταγμα, ὡς εἶπον, φρουρεῖται ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅστις, ὡς πάντες οἱ ξένοι ὁμολογοῦσι καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ ἀναγνωρίζετε, εἶναι ὁ πατριωτικώτερος καὶ εὐφυέστερος τῶν Ἑλλήνων. Πρέπει λοιπὸν τὸ ἔργον νὰ γείνῃ πλῆρες, δηλαδὴ καὶ ἡ χωροφυλακὴ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Διαδόχου. Ἕτερος λόγος, δι’ ὃν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὁ τῶν προβιβασμῶν, καὶ μάλιστα μετὰ τὸν πόλεμον, διότι σήμερον εἶναι ζήτημα, ἐὰν ὁ διοικητὴς δύναται νὰ προτείνῃ τὸν λοχαγὸν διὰ ταγματάρχην, ἢ τὸν ὑπολοχαγὸν διὰ λοχαγὸν, ἢ νὰ τὸν θεωρήσῃ στάσιμον, διότι οὗτος θὰ τῷ εἴπῃ ἀμέσως «πῶς μὲ θεωρεῖς στάσιμον, ἀφοῦ ἐγὼ σὲ ἔχω καταγγείλει ἐπὶ δειλίᾳ;» Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω τὸ ἑξῆς. Πρὸ τῶν ὀμμάτων μου ἐπολέμουν δύο ταγματάρχαι· ὁ εἷς ἀπεμακρύνθη καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς μάχης, ὁ δὲ ἄλλος, ὁ κύριος Βασιλείου, ἐπολέμησε γενναίως, διοικήσας ἐξ ἀνάγκης καὶ τὸ τάγμα τοῦ ἄλλου...
§102ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δι’ αὐτὸ ἔμεινε στάσιμος!
§103Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τρεῖς φορὰς παρεπέμφθη εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον! Ὁ δὲ ταγματάρχης, ὁ ὁποῖος ἔφυγε, προβιβάζεται εἰς ἀντισυνταγματάρχην κατ’ ἐκλογὴν, «διὰ τὴν ἐν τῷ πολέμῳ δρᾶσίν του!» Διότι βεβαίως ὁ ἀρχηγὸς δὲν τὸν ἐγνώριζεν· ἔβλεπεν ἀξιωματικὸν σοβαρὸν, ἀλλὰ δὲν ἤξευρε, πῶς διῴκησε κατὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε, πῶς θὰ γνωρίζῃ ὁ Διάδοχος τὴν ἱκανότητα ἑκάστου ἀξιωματικοῦ; Ὁ Διάδοχος εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς διῴκησεν εἰς τὸν πόλεμον μέχρι τέλους, καὶ ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς μάχας, προκινδυνεύων καὶ ἐκτιθέμενος· συνεπῶς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζει, τί ἀξίζει ἕκαστος ἀξιωματικός.
§104Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς πράττων ἐξετίθετο, διότι οἱ κανονισμοὶ δὲν ἐπιτρέπουν νὰ πηγαίνῃ ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὴν πρώτην γραμμήν.
§105Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀφοῦ εἶχε στρατὸν ἀγύμναστον κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ἀνεπαρκεῖς, τί ἠθέλετε νὰ πράξῃ; Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐδὲν ὑπῆρχε παρεσκευασμένον, ἀφοῦ οὔτε περὶ ἐπιμελητείας ἐλήφθη ποτὲ φροντὶς, καὶ κατὰ τὸν πόλεμον ἡ ὑπηρεσία τῆς μεταφορᾶς ἀνετέθη εἰς ἐντοπίους ἀγωγεῖς Θεσσαλοὺς, οἵτινες ἐτρέποντο εἰς φυγὴν καὶ ἐνέβαλλον τὸν πανικὸν εἰς τὸν στρατόν...
§106ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὄχι Θεσσαλούς.
§107Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔχετε δίκαιον· εἰς Συμαίους, οἱ ὁποῖοι, ἐφ’ ὅσον μὲν ἐπληρώνοντο προκαταβολικῶς καὶ ἐφ’ ὅσον ἔβλεπον ὅτι ἐλάμβανον περισσότερον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἔμενον· ὅτε δ’ ἔβλεπον ὅτι θὰ ἐπληρώνοντο περισσότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐπήγαινον ἐκεῖ, ἢ ἀπέκοπτον τὰ σχοινιὰ τῶν ζῴων, καὶ ἐτρέποντο εἰς φυγὴν, μεταδίδοντες τὸν πανικόν.
§108ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόθεν ἦσαν οἱ ἀγωγεῖς αὐτοί;
§109Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀπὸ παντοῦ. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
§110ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὄχι Θεσσαλοί.
§111Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρὸς χάριν σας, ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι ἦσαν Συριανοὶ (ἱλαρότης). Δι’ αὐτὸν τὸν πανικὸν, ὁ ὁποῖος προῆλθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κατηγορήθημεν, Κύριοι, παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Γαρουφαλιᾶ ὡς προδόται! Καὶ δι’ ἡμᾶς μὲν εἶναι ἀδιάφορον· ἀλλὰ διὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐσυκοφαντήθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἡ Α. Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, διότι αὐτὸς διέταξε τὰς ὑποχωρήσεις, ἐσυκοφαντήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐσυκοφαντήθη καὶ ἡ Κυβέρνησις Ράλλη, ἐσυκοφαντήθη τέλος τὸ ἰδιαίτερον Γραφεῖον τῶν Ἀνακτόρων... Τὰ ἐνθυμεῖσθε πόσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας...
§112ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἴσως ἐνόει τὴν δρᾶσιν τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ.
§113Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πολὺ ἄξιος αὐτὸς ὁ νέος βουλευτὴς κ. Γαρουφαλιᾶς, διότι κατώρθωσεν ἀπόψε εἰς ἓν τέταρτον, ἀγορεύων, νὰ πειράξῃ ὅλον τὸν κόσμον (ἱλαρότης). Ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν συζήτησιν μεταξὺ τοῦ βουλευτοῦ Τυρνάβου κυρίου Λιμπρίτου καὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ κλοπῆς ἑνὸς ζώου ἐκ μέρους γνωστοῦ ἀξιωματικοῦ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· ἠξεύρω μόνον, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ κατὰ τὸν πόλεμον Θεσσαλός τις ἐπαρουσιάσθη, παραπονούμενος ὅτι στρατιώτης τοῦ σώματός μου τοῦ ἔκλεψε τὸ ζῷόν του· ἐγὼ ἀμέσως συνέταξα μήνυσιν, ἣν ἔδωκα εἰς τὸν Θεσσαλὸν νὰ ὑπογράψῃ. Εἶχον μάλιστα ὡς γραφέα στρατιώτην τινὰ ἐκ Καλαμπάκας, ὀνόματι Ρούβαλην, εὐφυέστατον νέον, ὅτε ἤμην ὑπασπιστὴς κατὰ τὴν μάχην τῶν Φαρσάλων, καὶ αὐτὸς ἐγνώριζε τὸν Θεσσαλὸν, οὗτινος ἐκλάπη ὁ ἵππος, καὶ αὐτὸς εἶδε, πῶς ἐδιώχθη παρὰ τοῦ ταγματάρχου μου ὁ Θεσσαλὸς, ὅστις ἐζήτει τὸν ἵππον του. Ἀλλὰ ὁ ταγματάρχης αὐτὸς, Κύριοι, σήμερον καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῦ διοικοῦσι τὸ στράτευμα, καὶ γνωμοδοτοῦσι περὶ τῆς τύχης τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀξιωματικῶν! Ἀλλ’ εἶναι ἔκτακτα αὐτὰ εὐτυχῶς· ἓν ἢ δύο τοιαῦτα συνέβησαν εἰς τὸν στρατόν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ὅμως αὐτοὶ παραμένουσιν εἰσέτι εἰς τὸν στρατόν· ἀλλ’ ὅταν ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ὁ Διάδοχος, θὰ φύγουν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ὀλίγοι τὸ γνωρίζουν. Σήμερον, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκλεισθῶσι τῶν προβιβασμῶν αὐτοὶ οἱ δύο ζωοκλέπται ἀξιωματικοί. Διὰ νὰ βεβαιωθῆτε δὲ περὶ τούτου, ἀποταθῆτε εἰς τὸν ἐκ Κορινθίας ἀξιωματικὸν κ. Τόμπρον, τὸν συμπολίτην τοῦ συναδέλφου κ. Νοταρᾶ. Αὐτὸς κατήγγειλε τὸν ταγματάρχην του, καὶ διότι τὸν κατήγγειλεν, ἔμεινε δέκα μῆνας εἰς τὴν φυλακήν! Ὁ κύριος Νοταρᾶς παρέστη εἰς τὴν δίκην αὐτὴν καὶ ἔφριξεν, ἡ δὲ καταγγελία, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ὁ κ. Τόμπρος, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπέδωκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ δικαστικὸς κλητὴρ Παναγιώτου, ἐχάθη, φαίνεται, διὰ τῆς μεθόδου τῆς συναλλαγῆς. Σταματῶ ἐδῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω περισσότερον, καὶ διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι εἰς τὸ μέλλον μόνον διὰ τοῦ Διαδόχου δύναται νὰ διοικηθῇ ὁ στρατός...
§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διόλου.
§115Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ἔλθητε τότε ἰδιαιτέρως αὔριον, νὰ σᾶς εἴπω σπουδαιότερα. Ἐτρομάξατε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθέσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον· ἀλλ’ ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ ἀρχηγὸς ἀπέναντι τῆς γνώμης τοῦ μεράρχου ἢ ταξιάρχου ἢ διοικητοῦ συντάγματος οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ. Ἤκουσα τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἐπικαλῶνται ξένους συγγραφεῖς. Ἀλλ’ ἐδῶ ἁπλούστατα τί γίνεται; Μεταβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ὀνομασία τῶν τριῶν Ἀρχηγείων εἰς τρεῖς Μεραρχίας. Μέχρι τοῦδε ὁ Διάδοχος ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ. Τρίτον Ἀρχηγεῖον στρατοῦ ὅμως εἶναι τὰ 9/10 τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν ἤλλαξαν τὰ ὀνόματα· ἀντὶ ἀρχηγοῦ μέραρχος, καὶ ἀντὶ ἀρχηγοῦ τῶν 9/10 ἀρχηγὸς τοῦ ὅλου. Ἀλλ’ εἶπον οἱ φρονοῦντες τὰ ἀντίθετα, ὅτι «στρατὸν δὲν ἔχομεν, εἰμὴ ὀλίγα στελέχη· ποίαν διοίκησιν θ’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον;» Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ πρόκειται· διὰ νὰ κάμωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ ἐκπαιδεύσωμεν τὰ στελέχη, καὶ διὰ νὰ ἐκπαιδεύσωμεν τὰ στελέχη, πρέπει πρῶτον νὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν αὐτά... Ἀλλ’ ἔχουν δίκαιον, διότι δὲν εἶναι στρατιωτικοὶ καὶ δὲν γνωρίζουν, ὅτι διὰ νὰ καταρτισθῇ στρατὸς, πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ στελέχη...
§116Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ τὸ κεφάλι.
§117Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Φυσικὰ, τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ κορμὸς, καὶ οἱ μὲν ἀξιωματικοὶ εἶναι ἡ καρδία, ὡς καὶ τὸ Ἐπιτελικὸν σῶμα, οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ τὰ νεῦρα αὐτοῦ, κατὰ τὸν στρατηγὸν Λεβάλ.
§118Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τὰ πόδια;
§119Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἰς τὰ νεῦρα συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ πόδια. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πολλοὶ πολῖται ἔπαθον ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι ἄριστοι στρατιωτικοί.
§120ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ πόδια, ὡς ἠξεύρετε, ἔπαιξαν τὸν μεγαλείτερον ρόλον κατὰ τὸν πόλεμον.
§121Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνῆκον εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν· ἑπομένως νὰ τὰ εἰπῆτε εἰς ἐκείνους, οἵτινες διώριζον ὑπαλλήλους μὲ τὰ χρήματα, ἅτινα ἦσαν προωρισμένα διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ. Ἀναθέτοντες λοιπὸν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον, θὰ κατορθώσωμεν νὰ θέσωμεν τὴν βάσιν τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν μόρφωσιν τῶν στελεχῶν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῶν, ἐφαρμοζομένων μάλιστα τῶν νέων νόμων περὶ χωροφυλακῆς καὶ περὶ ἀστυνομίας, ἡ ὁποία ἐπίσης ἔχει μεγάλην ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως. Προτιμότερον μάλιστα εἶναι, οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί, ἐκλεγόμενοι καὶ Βουλευταὶ, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπου θὰ καταρτίζωνται καλλίτερον μὲ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀκούωσιν ἐδῶ ἀπὸ διαπρεπεῖς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, καὶ θὰ ἔχωσι καὶ καιρὸν νὰ μελετῶσι, παρὰ νὰ μένωσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ὅπου οὐδὲν ἄλλο μανθάνουσι, παρὰ πῶς ἐνεργεῖται ἡ συναλλαγή...
§122Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μερικοὶ μάλιστα ἐλέρωσαν καὶ τὰς χειρίδας τῆς στολῆς των, ἕνεκα τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρεσίας των...
§123Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, καὶ φρονῶ ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐρχόμενοι εἰς τὸ στράτευμα αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐλέρωσαν τὴν στολήν των, θὰ δώσωσι λόγον, ὅταν ἦναι μόνιμος ἀρχηγὸς ἡ Α. Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος.
§124Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς ποίους θὰ δώσωσι λόγον;
§125ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ κηλιδοκαθαρτήριον (γέλωτες).
§126Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε πολλοὶ συγχρόνως (ἱλαρότης). Νὰ σᾶς εἴπω δὲ, πῶς ἐγίνοντο αἱ καταγγελίαι κατὰ τῶν ἀστυνόμων, οἵτινες ἐλέρωνον τὰς χειρίδας τῆς στολῆς των. Ἐδίδετο ἡ καταγγελία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἔδιδεν εἰς τὸν εἰσηγητὴν διὰ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου πρὸς ἐνέργειαν, ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἦτο ἀναμεμιγμένος φυσικῶς καὶ πολίτης, τὴν παρέπεμπον εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, καὶ ἐκεῖ ἡ Πολιτικὴ τὴν ἐσταμάτα. Ἀλλὰ τώρα θὰ κατορθώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τὸν Διάδοχον, νὰ παύσῃ ἡ παραπομπὴ αὕτη τῆς καταγγελίας εἰς τὰ ντουλάπια τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι μόνον διοριζομένου τοῦ Διαδόχου γενικοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἐφαρμοζομένων τῶν νόμων περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, θὰ κατορθώσωμεν βαθμηδὸν καὶ τὴν ἐφεδρείαν μας νὰ ἐκγυμνάσωμεν καὶ τὰ στελέχη μας νὰ συμπληρώσωμεν ὁπωσδήποτε...
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰ λοιπά.
§128Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος εἶπε «καὶ τὰ λοιπὰ», καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα θὰ σᾶς εἴπω αὔριον, κύριε Χατζηπέτρε. Μετὰ τὸν πόλεμον τὸν Γαλλογερμανικὸν τοῦ 1870 τὰ πρῶτα νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας, ἦσαν τὰ στρατιωτικὰ, ἅτινα ἐν ἀρχῇ ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ εἶτα εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, διότι διὰ νὰ ἀναδιοργανωθῇ ὁ στρατὸς, πρέπει πρῶτον νὰ ἐκκαθαρισθῇ· ἡ ἐκκαθάρισις δὲ εἶναι τὸ δυσκολώτερον ἔργον. Μετὰ τὸ 1870 ἡ Γαλλία κατώρθωσε, τὸ μὲν ⅓ τῶν ἀξιωματικῶν ν’ ἀπομακρύνῃ τοῦ στρατοῦ, μὲ τὸ δεύτερον ⅓ ἔκαμε Σχολὰς πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πόλεμον ἔδειξαν τόσας ἐλλείψεις, τὸ δὲ τελευταῖον ⅓ ἀφῆκεν εἰς τὸ στράτευμα ὡς πρώτην ὕλην, ἐκ περιτροπῆς δὲ εἰσήρχοντο οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἰς τὰς Σχολάς. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Γαλλία σήμερον ἔχει. Τοῦτο ἐπιζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον. Ἐὰν δὲ τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν δὲν φαίνεται σπουδαῖον, δὲν ἔχει δίκαιον. Ἂς ἔχῃ ὑπομονὴν, καὶ μετὰ παρέλευσιν 8 ἕως 10 ἐτῶν θὰ ἴδῃ ποῖον στρατὸν θὰ καταρτίσῃ ἡ Α. Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Βάλτου κ. Στράτου περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου, ἤκουσα νὰ φέρωνται παραδείγματα, πόσους στρατηγοὺς πρέπει νὰ ἔχωμεν κλπ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ στελέχη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ προικίσωσι τὸν στρατὸν μὲ στρατηγούς· ἀφοῦ δὲν ἔχομεν στελέχη, ὁ σκοπὸς εἶναι τυπικὸς, διὰ νὰ φαίνηται ἡ βάσις τῆς ἐργασίας, διὰ νὰ δοθῇ τὸ ὄνομα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις σήμερον δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ, ὄχι ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, —διότι συνταγματάρχαι καὶ στρατηγοὶ ἔχουσι τὸν αὐτὸν μισθὸν, —ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει καὶ ἡ Α. Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος καὶ ὁ ξένος ὀργανωτὴς νὰ ὑποβάλωσι πρῶτον εἰς ἐξετάσεις τοὺς κυρίους συνταγματάρχας καὶ ἔπειτα νὰ τοὺς κάμωσι στρατηγοὺς, ἐὰν ἔχουν σκοπὸν νὰ κάμωσι καλοὺς στρατηγούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κάθε ἄλλο, φρονῶ, σκέπτεται παρὰ περὶ προβιβασμῶν στρατηγῶν, καὶ ἐστενοχωρήθην, σᾶς βεβαιῶ, διότι ἴσως τὸν ἐνοχοποιοῦσι διὰ τοῦτο, ὡς ὑποψήφιον (ἱλαρότης). Ὁ κύριος Στράτος, ὁμιλῶν περὶ τῆς πληρώσεως τῶν βαθμῶν τοῦ ὑποστρατήγου, ἔφερεν ὡς ἐπιχείρημα τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρέθημεν πρό τινων ἡμερῶν, νὰ καλέσωμεν ἐκ τοῦ ναυτικοῦ ἀξιωματικοὺς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Στρατοδικείου διὰ τὴν δίκην τοῦ συνταγματάρχου κ. Χρ. Βότσαρη. Καὶ ἐνεθυμήθην ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Θεοφιλόπουλος, τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἔθνους ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔκαμε στρατηγὸν, ἦτο ναύτης μὲ τὸν Κανάρην κατ’ ἀρχὰς, ἔκαμε δὲ θαύματα, καθὼς γνωρίζετε, ὡς ναυτικὸς, κατόπιν δὲ καὶ εἰς τὴν ξηρὰν τὰ αὐτά. Λοιπὸν καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς σημερινῆς ἐπιστήμης γνωρίζω, ὅτι, ἐκτὸς ἐλαχίστης διαφορᾶς ὡς πρὸς εἰδικά τινα ζητήματα, ὁ ὑποναύαρχος εἶναι ὑποστράτηγος, καὶ ὁ ὑποστράτηγος εἶναι ὑποναύαρχος. Μοὶ κάμνει ὅμως ἐντύπωσιν τοῦτο, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔλαβε ποτὲ πρόνοιαν νὰ καταρτίσῃ Ἐπιτελεῖον, ὅπερ νὰ συνεργάζηται καὶ μὲ ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς, καὶ τότε ἡ κοινωνία θὰ ἔβλεπε, πῶς συνδέονται τὰ δύο αὐτὰ σώματα. Φρονοῦσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι διὰ τῆς στολῆς ἐπιβάλλονται οἱ ἀξιωματικοὶ, ὅτι τὰ γαλόνια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκπαιδεύουσι τὸ στράτευμα, ὅτι τὰ παράσημα εἶναι τὰ ἐπιβάλλοντα τὴν πειθαρχίαν. Ἀπατῶνται. Εἶσαι ἱκανός; Θὰ σὲ ἀναγνωρίσῃ ἀμέσως ὁ ἀξιωματικός, ὁ στρατιώτης· θὰ ἐπιβάλῃς τὸν σεβασμὸν εἰς τοὺς κατωτέρους σου ἀξιωματικούς, οἱανδήποτε στολὴν καὶ ἂν φέρῃς. Εἶσαι ἀνίκανος; Θ’ ἀπολαμβάνῃς τῶν στρατιωτικῶν χαιρετισμῶν τυπικῶς, εἰς τὴν συνείδησιν ὅμως τῶν ὑποδεεστέρων θὰ ἐκπέσῃς, καὶ θὰ γελῶσιν οἱ ὑποδεέστεροι μὲ τοὺς ἀνωτέρους, ὅπως γελῶμεν μὲ τοὺς φέροντας τὰ ἐκ τῶν χορῶν παράσημα εἰς τοὺς χορούς. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας· ἐπειδὴ μάλιστα ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι μικρά, προσπαθοῦμεν πάσῃ δυνάμει νὰ τοὺς ἐκπαιδεύσωμεν περισσότερον...
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐπολέμησαν.
§130Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ παράπονον ἔχω κατὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς, ὅτι, ἐνῷ διὰ τὰς μικρὰς ἁψιμαχίας τοῦ 1886 ἐκάμομεν 150 ἀνδραγαθήσαντας ἀξιωματικοὺς ἕνεκα τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς, ἕνεκα τῆς ῥουσφετολογικῆς μάστιγος, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον δὲν ἐκάμομεν τίποτε πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν ἐκάμομεν τουλάχιστον δύο ἢ τρεῖς ἀνθυπασπιστὰς ἀπὸ κάθε τάγμα. Πάντως ὅμως τὰ ἀδικήματα ταῦτα, ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι θέλουσι διορθωθῆ, ὅταν ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ἡ Α. Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ οἱ τέως Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησαν ἐπιτροπὴν καὶ ἐφρόντισαν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς διαβατικῆς των ὑπουργίας δὲν κατώρθωσαν νὰ φέρουν κανὲν ἀποτέλεσμα, καὶ οὕτως οἱ γενναῖοι ὑπαξιωματικοὶ μένουσι παρηγκωνισμένοι. Εἶναι δύσκολον ἀληθῶς τὸ ἔργον, διότι 2 ἢ 3 ἀξιωματικοί, οἱ φυγάδες ἐκεῖνοι διοικηταί, δι’ εὐνοήτους λόγους, ἐπρότειναν ὅλους τοὺς ὑπαξιωματικοὺς των πρὸς προβιβασμὸν ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ. Ἀλλὰ καὶ τὴν δυσκολίαν ταύτην θὰ κατορθώσῃ, ἐλπίζω, διὰ τῆς δυνάμεώς του ὁ Διάδοχος νὰ ἄρῃ. Ἓν ἄλλο, Κύριοι, θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τοῦ Ἐπιτελικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξα πρὸ μικροῦ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ Ἐπιτελικὸν σῶμα εἶναι ἡ καρδία τοῦ στρατεύματος· ἀπόδειξις δὲ τρανωτάτη εἶναι, ὅτι δύο ἢ τρεῖς ταγματάρχαι τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν ἔγειναν τότε, ἐν οἷς καὶ ὁ κύριος Κόρπας. Σκεφθῆτε λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν τότε δὲν εἶχε καταργηθῆ τὸ σῶμα τοῦτο, καὶ ἂν ἐξηκολούθουν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ διέρχωνται διὰ τοῦ διϋλιστηρίου ἐκείνου, τί λαμπρὸν σῶμα θὰ εἴχομεν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναθέτοντες τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, θὰ κατορθώσωμεν βαθμηδὸν νὰ καταρτίσωμεν τοιοῦτον σῶμα. Εἶπόν τινες: «τί τὸν θέλετε τὸν στρατόν; τί τὸν θέλετε τὸν διοργανωτήν; τί θέλετε τοῦτο; τί θέλετε ἐκεῖνο; Δὲν ἐφέραμε τὸν Vosseur;» Μήπως, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι παρέσχε μικρὰς ὑπηρεσίας ὁ Vosseur; Πλείστας, Κύριοι, ὑπηρεσίας παρέσχεν. Ἕνεκεν ὅμως τῆς ὥρας δὲν προβαίνω νὰ ἐκθέσω τὰς ὑπηρεσίας ταύτας...
§131ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί; Πρέπει νὰ τ’ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ νὰ τὰ μάθωμεν.
§132Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἰδού, φίλε μου, τί γίνεται. Οἱ μὲν στρατιωτικοὶ τὰ γνωρίζουν, οἱ δὲ πολιτικοὶ, καὶ ἂν τὰ ἀκούσουν, δὲν τὰ ἐννοοῦν· ὥστε περιττὸν νὰ κωλυσιεργῶ.
§133Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἐγένετο μέγας θόρυβος τότε, νὰ μὴ ἔλθῃ ὁ Vosseur.
§134Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὅπως κάμνετε σήμερον ὑμεῖς, καίτοι γνωρίζετε, ὅτι εἶναι καλὸν τὸ νομοσχέδιον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§136Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι μὲ φωνάς, κύριοι Βουλευταί, ἀλλὰ δι’ ἐπιχειρημάτων. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης κυρίου Καραπάνου ἐθίχθη τὸ ζήτημα, ποῦ θὰ εὕρωμεν τὸ χρῆμα, διὰ νὰ κάμωμεν στρατὸν ἄξιον νὰ διοικηθῇ ἀπὸ τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον. Καίτοι εἶπον ὀλίγα τινὰ περὶ τούτου θὰ προσθέσω νῦν περισσότερα. Ἀναθέτοντες τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, θέλομεν ἐπιτύχει, ὥστε οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὰ κύρια αὑτῶν ἔργα· ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν καὶ ἐγὼ αὐτὸς θὰ ἐπιθυμήσω εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἦμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, βλέπων τὴν πρόοδον τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως θὰ περιορισθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ κύρια αὑτοῦ ἔργα. Θ’ ἀλλάξουν τότε πρόσωπον· πιθανὸν νὰ ἔλθῃ εἷς ἄλλος ἐδῶ, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἄλλας ἰδέας καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὴν παροῦσαν ἢ τὴν μέλλουσαν, εἰς γενικὰ μέτρα. Ἐλπίζω ὅτι τοῦτο θὰ κατορθωθῇ, καὶ ἂν δὲν γείνῃ τελείως, ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀργομίσθων καὶ τῆς πολυτελείας, οἷον νομαρχῶν καὶ λοιπῶν, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ ῥουσφετολογικὴ τάσις. Καὶ δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν πολυτελῶν ἐκείνων θέσεων μετὰ τὴν χρεωκοπίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ προεκάλεσε, μετὰ μίαν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, τῆς ὁποίας αὐτὴ εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς, μετὰ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, τὸ δὲ χρῆμα, τὸ ὁποῖον διέθεσε διὰ τὰς θέσεις ταύτας, νὰ τὸ διαθέσῃ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, ὅτε δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ κύριος Καραπᾶνος νὰ εἴπῃ, ὅπως ἐγὼ ἐνόησα, ὅτι τῷ ἀρέσκει μὲν τὸ νομοσχέδιον, εἶναι καλὸν, ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὸ χρῆμα τὸ ἀπαιτούμενον; Ἡ Κυβέρνησις ὁμοιάζει μὲ τὸν ἄσωτον οἰκογενειάρχην, ὅστις, ἀφοῦ κατεσπατάλησε τὸ χρῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνετηρεῖτο ἡ οἰκογένειά του, διπλασιάζει τὰ ἔξοδά του. Καὶ πάντα ταῦτα, Κύριοι, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας οἱ Βουλευταὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς, οἱ καθαροὶ λεγόμενοι Τρικουπικοὶ, ἢ κυβερνητικοὶ, δὲν ἦσαν περισσότεροι τῶν 60 ἢ 70· κατόπιν, νομίζω, ἔγειναν κἄποιοι συνδυασμοὶ μὲ τὰ χαρτοφυλάκια, μὲ τὰς αὐτομολήσεις, μὲ τὰς προσκολλήσεις τῶν ἀνεξαρτήτων, ἐπῆλθε δὲ καὶ ἡ συναλλαγὴ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, καὶ τοιουτοτρόπως κατωρθώθη καὶ ἐγένετο αὐτὴ ἡ κραταιὰ πλειονοψηφία, ἥτις ἀδικεῖ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν μας... (διακοπαί).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§138Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, κατὰ διαταγὴν τοῦ Αὐτοκράτορος, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Αὐτοκράτορος εἶναι, πάντα τὰ νομοσχέδια νὰ συζητῶνται ἐν ἐκτάσει καὶ ἐπισταμένως, νὰ ἐκφέρῃ δ’ ἕκαστος ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, διότι τότε καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ μετὰ περισσοτέρας προθυμίας, ἔχω πλήρη γνῶσιν τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώνῃ τοὺς νόμους. Αὐτὸ εἶπεν ὁ Αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος εἰς τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως καὶ ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ στενοχωρώμεθα διὰ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι πρέπει νὰ γείνωσι γνωστοὶ καὶ εἰς τὸν λαὸν οἱ λόγοι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μορφώσῃ καὶ ὁ λαὸς γνώμην καὶ μὴ πλανᾶται ἀπὸ τὴν δημοκοπίαν, ὡς ἐγὼ αὐτὸς, Κύριοι, τὸ ἔπαθον πρὸ ἡμερῶν, ὅτε ἦλθον καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ συνέρχονται καὶ συσκέπτονται εἰς τὸ Γουδὶ, καὶ τὸ ἐπίστευσα ἐν ἀρχῇ, μέχρις ὅτου ἐρωτήσας ἀξιωματικοὺς φίλους μου, ἔμαθον ὅτι ὅλα ἦσαν διαδόσεις. Κηρύσσομαι λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν εἰς αὐτὸ, καθόσον εἶναι ἡ βάσις τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατεύματος, δι’ οὗ θὰ δυνηθῶμεν νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δικαιώματα καὶ συμφέροντα, καὶ ν’ ἀποπλύνωμεν τὸ αἶσχος τοῦ τελευταίου πολέμου. Ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς τοῦ κυβερνῶντος νῦν κόμματος εἶπεν, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι θὰ ζήσῃ διὰ τοῦ στρατοῦ (διακοπαί).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Νὰ παύσουν οἱ διάλογοι.
§140Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τοὺς διακόπτοντας, λέγω ὅτι ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα μέχρι σήμερον, ὅτι ἡ Βασιλεία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς θέτει εἰς τὸν δρόμον τῆς συνταγματικῆς τροχιᾶς, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον παρά τινων, χάριν δημοκοπίας, ὅτι ἡ Βασιλεία σκέπτεται τὰ ἐναντία. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον, εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, ἤκουσα ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς (δεικνύει τὴν δεξιάν): «νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν τροχιάν!» Ἠπόρησα, καὶ ἠρώτων ἐμαυτόν: «μήπως πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ Συντάγματος;» Εὐτυχῶς δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου. Ἦσαν θεωρίαι κεναί! Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἐπρόκειτο δηλαδὴ νὰ πεταχθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ζαΐμης μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Συζητουμένης τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐν τῷ τμήματι, ἤκουσα τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τότε Πρόεδρον τοῦ τμήματος ἀγορεύοντα κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναφέροντα θεωρίας περὶ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ εἶδον ὅτι πάντες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ τῶν ἀδελφῶν του, ὡς παρανόμως δῆθεν ἐκλεγέντων, δι’ ἐκβιάσεων κλπ. Δύο μόνον τότε ἠρνήθησαν ψῆφον, ἐγὼ δὲ ἔδωσα ψῆφον ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Διατί; διότι ἤξευρα ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγόρουν τότε τὸν κ. Ζαΐμην, εἶχον κάμει χειρότερα ἄλλοτε, καὶ μέλλουσιν ἴσως νὰ ἐξακολουθήσουν τὴν αὐτὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν βλέπετε καὶ οἱ νεώτεροι τώρα (θόρυβος).
§141Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἴπετε καὶ τὸ περίφημον ἐκεῖνο λόγιον!
§142Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διότι κατηγορεῖτο ὁ κύριος Ζαΐμης, ὅτι ἔκαμεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του 40 ὑπαλλήλους· καὶ ἐπειδὴ εἶναι τέσσαρες ἀδελφοί...
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τρεῖς.
§144Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον 10. Δηλ. ἔκαμεν ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα εἰς τὰς ἐπαρχίας των σήμερον πράττουσιν οἱ συμπολιτευόμενοι Βουλευταί. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον, ὅτι καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, θὰ ἔπραττον τὰ αὐτά. Δὲν βλέπω λοιπὸν εἰς τί χρησιμεύουσιν αἱ συνταγματικαὶ θεωρίαι, τὰς ὁποίας προβάλλετε εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ποῦ εἶναι ὁ κίνδυνος τοῦ Συντάγματος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐγὼ τὸ ἑξῆς ἀντελήφθην ἐκ τῆς πείρας περὶ τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὅπως καὶ ὁ Τύπος γράφει, ὅτι εἶναι πολὺ εὐφυὴς ὁ Βασιλεύς. Λοιπὸν ἀφοῦ ἔχει τοιαύτην εὐφυΐαν, νομίζετε ὅτι θέλει νὰ περιβληθῇ μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ Μονάρχου, διὰ νὰ εὕρωμεν αὔριον ἀφορμὴν νὰ ἀρχίσωμεν τὰς συνωμοσίας, ἐνῷ σήμερον εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ ἠξεύρει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ὑπὸ ἄλλας συνθήκας; (διακοπαί). Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἀνεχώρησαν ἐκ Λαμίας, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, χάριν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας· μὴ λησμονεῖτε, ὅτι μᾶς ἔδωσαν οἱ Εὐρωπαῖοι τὴν Θεσσαλίαν χάριν τῆς Β. Οἰκογενείας, μᾶς ἔδωσαν τὴν Ἑπτάνησον χάριν αὐτῆς, καὶ προχθὲς πάλιν τὴν Κρήτην, καίτοι ἤμεθα ἡττημένοι. Ἄς ἤμεθα λοιπὸν εὐγνώμονες, καὶ ἂς ἀποδείξωμεν τοῦτο, ψηφίζοντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Στράτου, δὲν θὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνωσι πολλαὶ τροπολογίαι, καθόσον μάλιστα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ὀλίγας μόνον ἀτελείας ἔχει. Ἄλλως ἡ τροπολογία αὕτη, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, νομίζω ὅτι συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἑπομένως εἶναι περιττή. Ἐν τέλει, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἀνησυχῶ ποσῶς διὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ὁ Διάδοχος, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ Διάδοχος ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν εὐθυνῶν ἀναλαμβάνει τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θέλει φέρει εἰς πέρας αἴσιον τὸ μέγα αὐτὸ ἔργον. (Διακοπαί). Ἐπειδὴ ἴσως περισσότερον τοῦ δέοντος φαίνομαι ὑπερμαχῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ πιθανὸν νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι πράττω τοῦτο διὰ νὰ κολακεύσω τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον, σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸν ταγματάρχην καὶ βουλευτὴν κ. Γουλιμῆν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Διαδόχου καὶ ἐθεωρεῖτο εὐνοούμενος, ἀλλὰ μεθ’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερε κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτε κατόπιν παρεπέμφθη εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, οὐδόλως ἀνεμίχθη ὁ Διάδοχος, καὶ εἴδετε, ὅτι ἦτο ὁ μόνος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς ἀπόταξιν, παρανόμως. Οὔτε θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον, ὡς ἀξιωματικὸς, νὰ τεθῶ αὔριον μεταξὺ τῶν στασίμων, ἐὰν ἤμην ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε κολακεύω διὰ νὰ προβιβασθῶ κατ’ ἐκλογὴν, διότι δύναμαι νὰ δώσω εἰς πάντα θέλοντα ἐξ ὑμῶν ἀριθμὸν ἐκθέσεων, εὑρισκομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δι’ ὧν προτείνεται ὁ προβιβασμός μου κατ’ ἐκλογήν. Ὥστε, ἂν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶμαι χάριν κολακείας, ἀλλὰ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ ἐξ ἔρωτος πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα· εἶναι δὲ ἐδῶ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι διὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ του τὸν παρεκάλεσα καὶ μοὶ ἐπέτρεψε, καίτοι εἶμαι Βουλευτὴς, νὰ ἦμαι καὶ μαθητὴς τῆς Ἱππευτικῆς Σχολῆς. Συνεπῶς ἔχομεν διάθεσιν νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὴν πρόοδον αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ ἐκ τῆς πολιτικῆς, ὅπερ ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐξ ἔρωτος ὑπερβολικοῦ πρὸς τὸ στράτευμα κάμνω τοῦτο, καὶ ὄχι διὰ νὰ κολακεύσω· καὶ ἔφερα παράδειγμα τὸν ταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ καὶ βουλευτὴν ἐκ Βονίτσης κ. Γουλιμῆν, ὅστις ἐπλήρωσε τὰς ἁμαρτίας τοῦ στρατεύματος· σᾶς ἀναφέρω δὲ καὶ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ ναυτικοῦ Ραυτόπουλον, ὅστις ἐπλήρωσε τὰς ἁμαρτίας τοῦ ναυτικοῦ. Καίτοι καὶ οὗτος ἀπήλαυε τῆς εὐνοίας τῆς Αὐλῆς, ἐγκατελείφθη ὅμως, διότι κατεχράσθη τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ὄτε παρεπέμφθησαν οἱ κ. κ. Γουλιμῆς καὶ Ραυτόπουλος εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐπέμβῃ ὁ Διάδοχος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ τεθῶσιν οὗτοι εἰς ἀπόταξιν. Ἀλλὰ σεβόμενος τοὺς νόμους, δὲν τὸ ἔπραξε. Συνεπῶς δύνασθε, Κύριοι, νὰ ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι ἡ Α. Β. Ὑψ. ὁ Διάδοχος θὰ διοικήσῃ ἀμερολήπτως, ὅπως καὶ μέχρι σήμερον. Φοβεῖσθε τοὺς περιστοιχοῦντας τὸν Διάδοχον! Καίτοι δὲν πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, δι’ ὀλίγων θὰ σᾶς εἴπω. Φοβεῖσθε ἴσως τὸν ἀντισυνταγματάρχην τοῦ μηχανικοῦ κ. Πάλλην. Ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων ἱκανῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ μας, καὶ εἴθε νὰ εἴχομεν πολλοὺς ἱκανοὺς καὶ χαρακτῆρας ὡς αὐτόν. Ὁ Δούσμανης ἐπίσης εἶναι ἐπιστήμων καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Ὁ Σωτήλης ἐπίσης ἱκανὸς, καὶ ἐδείχθη εἰς τὸν πόλεμον τοιοῦτος... Μήπως φοβεῖσθε τὸν Χατζηπέτρον; Ἡσυχάσατε, διότι ὁ Διάδοχος ἔχει ἕκαστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀναλόγως τῆς εἰδικότητός του. Δὲν ἐπιχειρῶ δι’ ἄλλων πειστικωτέρων ἐπιχειρημάτων νὰ σᾶς πείσω, διότι πᾶν ὅ,τι λέγω, ἐκ πεποιθήσεως τὸ λέγω, πολλοὶ δ’ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὸν χαρακτῆρά μου.
§145ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§146Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, ἂν κολακεύω ἢ ὄχι, σᾶς λέγω ὅτι, ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς στρατιώτης, κατήγγειλα πάντοτε τοὺς παρεκτρεπομένους ἀνωτέρους μου. Ἔχει καταλάβει ἐπίσης ὁ φόβος τινὰς ἐξ ὑμῶν, μήπως δοθῶσιν εἰς τὸ σῶμα τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, τὸ μηχανικὸν, ὅλαι αἱ θέσεις αἱ γενικαί. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε ὅτι ὁ Α. Ὑψηλότης εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ; Ἑπομένως πρέπει νὰ φοβῆσθε μᾶλλον μήπως ὁ Διάδοχος δείξῃ περισσοτέραν ἀγάπην καὶ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἐπιχειρήματα αὐτὰ, διὰ νὰ φοβώμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπισπεύσω τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ὀλίγα μόνον θὰ εἴπω ἐπὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἅτινα δὲν ἀνέφεραν οἱ προαγορεύσαντες. Ἡ δευτέρα παράγραφος τῆς ἐκθέσεως ταύτης λέγει: «Τὰ κυριώτερα πλεονεκτήματα τῆς τοιαύτης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, γενικῶς καταφανῆ, εἶναι τὰ ἀκόλουθα... δʹ) Ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων, μὴ ὑποκειμένων οὕτως εἰς τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρεσίας ἢ τῆς πλάνης, ἣν δύναται νὰ συνεπαγάγῃ ἡ ὑπέρμετρος συγκέντρωσις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Εἶναι μία ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πέρυσιν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔλεγον τότε: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, ἀφοῦ ἀπὸ πρωΐας μέχρι μεσημβρίας δέχεται τοὺς συμπολιτευομένους Βουλευτὰς, ἀπὸ τῆς μεσημβρίας δὲ μέχρι τῆς ἑσπέρας τοὺς συνεπαρχιώτας του ψηφοφόρους;» Συνεπῶς τὸ μόνον μέσον διορθώσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι νὰ παραδώσωμεν ὁπωςδήποτε αὐτὸν εἰς τὸν Διάδοχον. Κατωτέρω λέγει ἡ αὐτὴ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. «... Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ διάφοροι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, στερουμένου τῶν ἀναγκαίων χρηματικῶν πόρων κλπ., ἐξέκλιναν τὸν στρατὸν τοῦ κυρίου αὐτοῦ προορισμοῦ,...ἐξέκλινε κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ἡ Διοίκησις ἀπὸ τῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν βασίζονται οἱ στρατιωτικοί μας νόμοι καὶ κανονισμοί...» Καὶ δὲν εἴδομεν, κύριοι Βουλευταὶ, πυροβολητὰς μεταβαίνοντας πρὸς εἴσπραξιν φόρων; καὶ σκαπανεῖς ἀσχολουμένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς; ὡς ὑπηρέτας δὲ εἰς τὰς ἐνταῦθα Στρατιωτικὰς Σχολὰς χωροφύλακας καὶ νοσοκόμους;
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νοσοκόμους!
§148Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν εἶδον· ἀλλ’ ἐνδεχόμενον καὶ νοσοκόμοι νὰ ἐπῆγαν. Λοιπὸν διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ θὰ κατορθώσωμεν νὰ παύσωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, δηλ. δὲν θὰ ἀπέρχηται ὁ στρατιώτης εἰς τὴν ἑστίαν του, μετὰ διετῆ διαμονὴν ἐν τῷ στρατεύματι, ἀγύμναστος. Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε γυμνασμένους ἐφέδρους, ἀφοῦ ἀπέρχεται ὁ κληρωτὸς ἀγύμναστος; Ὁ λαὸς πληρώνει διὰ νὰ γυμνάζηται ὁ στρατιώτης, ἡμεῖς δὲ τὸν στέλλομεν ἀλλοῦ, εἰς τὰς Μοιραρχίας, εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, πρὸς συνοδίαν φυλακισμένων, πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἕτερον κλπ. Ἕνεκα τῆς συναλλαγῆς ἀποσπῶμεν τοὺς ὁπλίτας ἀγυμνάστους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς διάφορα στρατιωτικὰ γραφεῖα, Φρουραρχεῖα κλπ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἄτοπα θὰ παύσουν μόνον διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς Γεν. Διοικήσεως εἰς τὸν Διάδοχον, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην κλπ., τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ῥιζικῶς μετεβλήθη. Διότι ἐκτὸς τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καί τινες τῶν στρατιωτικῶν συναδέλφων, ἠκούσατε καὶ τὰς ἐξηγήσεις καὶ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἔκαμεν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἀποριῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ δι’ ὧν μᾶς ἔπεισεν ἀδιστάκτως. Ἂς μὴ φοβώμεθα λοιπόν. Οὐδὲν τὸ Σύνταγμα ἔχει νὰ πάθῃ. Προϊστάμενος εἶναι αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Εἷς φραγμὸς μόνον ἐτέθη μεταξὺ στρατεύματος καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἱεραρχία ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῆται πλήρης, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ παρατηρῇ, νὰ ἐπιπλήττῃ, νὰ τιμωρῇ, νὰ ἐγκρίνῃ, νὰ ἀπορρίπτῃ, ὑφίσταται. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ νῦν, ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγάς του, ὡς ἀρχηγὸν, τὸν Διάδοχον, πολλάκις ἔσχε τὸ θάρρος νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ἔγγραφα αὐτοῦ. Καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του. Ἀφοῦ λοιπὸν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τὸ ἔπραξε, σήμερον διατί φοβούμεθα ὅτι δὲν θὰ τὸ πράξῃ; Οὔτε κἂν πρέπει νὰ συζητῆται τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, σᾶς διαβεβαιῶ καὶ πάλιν, δὲν μοῦ ἤρεσαν αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι, διότι μετέβαλον ῥιζικῶς σχεδὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ εἶμαι ἀπηλπισμένος ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ἥτις παρουσιάσθη εἰς τὸν πόλεμον. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ οὕτω τὸ νομοσχέδιον εἶναι εὐεργετικόν. Μὴ χανώμεθα μὲ τὰς λέξεις. Ἂς ῥίψωμεν, Κύριοι, ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν μικρῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου, καὶ ἂς ζηλεύσωμεν ὀλίγον τὴν πρόοδον αὐτῶν. Ἂς ἀναθέσωμεν τὴν ἀρχηγίαν εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα, ἵνα ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ. Ἐννοῶ τὸ ζήτημα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἐν περιλήψει δὲ θὰ σᾶς εἴπω περὶ τούτου, λαμβάνων τὸν μέσον ὅρον τοῦ ὁρίου τοῦ παραδεδεγμένου παρὰ τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσι καὶ τοῖς τοῦ Αἵμου. Παρ’ αὐτοῖς ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ ἀξιωματικῶν ὑπάρχει διαφορὰ ὁρίου ἡλικίας 5 ἕως 10 ἐτῶν...
§149Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς αὐτό;
§150Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀποδείξατέ το.
§151Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς παρ’ αὐτοῖς ἔχει ὅριον ἡλικίας τὸ 52ον ἔτος μέχρι τοῦ 55, ἐνῷ ἡμεῖς, ἔχομεν τὸ 65–67, καὶ πάλιν καταφεύγομεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἢ ἐνοχλοῦμεν τὸν Πρωθυπουργὸν, ἢ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον ἰσχυρὸν, ὡς ὁ κ. Στάϊκος, διὰ νὰ διορθώσωμεν τὸ μητρῷον τῆς ἡλικίας μας καὶ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ στρατεύματος ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας. Ἐν ἑνὶ λόγῳ μᾶς ἀναγκάζει ἡ κατάστασις αὐτὴ τοῦ στρατεύματος νὰ παθαίνωμεν ἀπὸ ψύχωσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποθάνωμεν εἰς τὸ στράτευμα, καὶ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ ὅλοι!
§152ΦΩΝΑΙ. Μπράβο! Μάλιστα, μάλιστα!
§153Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριοι, διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς Γεν. Διοικήσεως εἰς τὸν Διάδοχον ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια πρωτίστως περὶ τούτου. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, διότι εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν.
§154ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ θὰ περάσωμεν!
§155Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον. Ἐκ τῆς παραμονῆς ἐν τῷ στρατῷ τῶν λίαν γεγηρακότων ἀξιωματικῶν προκύπτει τὸ μέγα ἄτοπον, ὅτι οἱ νεώτεροι ἀξιωματικοί, παραμένοντες ἐπὶ μακρὸν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, ἀπογοητεύονται, καὶ τέλος γηράσκουσι καὶ αὐτοὶ ἄνευ ἱκανοποιήσεως, ὥστε καταντᾷ ὁ στρατός μας ν’ ἀποτελῆται ἀποκλειστικῶς ἐξ ἀξιωματικῶν γεγηρακότων καὶ ἐξηντλημένων, ἤτοι ἀνικάνων. Ἐγὼ ὑπηρετῶ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη...
§156Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἐξήλθετε τῆς Σχολῆς;
§157Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἴσως ἔχω τὸν ὀλιγώτερον χρόνον ὡς ἀνθυπολοχαγός. Ἀλλ’ ἐὰν ῥίψω ἓν βλέμμα εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ ἴδω ἀνθυπολοχαγοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ ὑπηρετοῦντας ἐπὶ 14 ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, θὰ ἴδω ὑπιάτρους (ὑπολοχαγοὺς), ὡς τὸν Τζώρτζην, Χρηστίδην καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας, ὑπηρετοῦντας ἐπὶ 15 ὁλόκληρα ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, θὰ ἴδω ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ ὑπηρετοῦντας ἐπὶ 12 ἢ 13 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ...
§158Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν εἰσῆλθον εἰς ὀργανικὴν θέσιν.
§159Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα, φυσικά· ἀλλὰ δὲν τοὺς προβιβάζετε! Εἶναι λεπτομέρεια, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἰσῆλθον ἀκόμη. Ἔχουσιν εἰσέλθει ὅμως εἰς ὀργανικὰς θέσεις συνταγματάρχαι καὶ ἀντισυνταγματάρχαι διὰ τῆς μεθόδου τῶν γενικῶν θέσεων. Ὅλα ἐν τάξει φαίνονται αὐτά. Καὶ τὸ λέγω ἀπαντῶν εἰς τὸν τέως κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν τολμᾷ νὰ πράξῃ ἄλλως ἕνεκα τῆς πολιτικῆς...
§160ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μπᾶ! Διατί;
§161Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διότι ἐγώ, ὁ συμπολιτευόμενος Βουλευτής, θὰ τῷ εἴπω: «ἢ θὰ κάμητε τὸν τάδε συνταγματάρχην καὶ θ’ ἀνοίξητε αὐτὴν τὴν θέσιν, ἢ φεύγω ἀπὸ τὸ κόμμα, ἢ δὲν θὰ ἔλθω εἰς τὴν ἀπαρτίαν!»
§162ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰπέτε τα λοιπόν!
§163Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἑπομένως, χάριν μεγαλειτέρων συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοὺς πλουσίους μισθοὺς τῶν συνταγματαρχῶν.
§164ΑΛΕΞΑΚΗΣ...
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὴ διακόπτετε!
§166ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δικαίωμά μου.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδόλως.
§168Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βοηθοῦμεν τὸν ἀγορεύοντα εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του.
§169Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε συνταγματάρχα (ἱλαρύτης). Σημειώσατε ὅμως, ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῶν διακοπῶν δύνανται νὰ παρατείνωσι τὴν ἀγόρευσίν των. Φαίνομαι μὲν, ὅτι ἐνδίδω, ἀλλὰ παραλείπω ἄλλα, ἅτινα θὰ ἐξέθετον· καὶ οὕτω οὐδὲν κερδίζουσιν οἱ προκαλοῦντές με νὰ κωλυσιεργῶ. Ἔχων συναίσθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη, ὡμίλησα λίαν περιληπτικῶς. Ἄλλως ἔχω τόσον ὑλικὸν, ὥστε δύναμαι ἐπὶ πέντε ὅλας ἡμέρας νὰ ἀγορεύω. Εἶναι τὸ ζήτημα ἁπλούστατον, ἀλλὰ τὸ ἐκάματε πολὺ σοβαρὸν, κύριε ἀντισυνταγματάρχα. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι ἔχω ἐκπεφρασμένην γνώμην, καὶ διότι ἄλλοι ἠσχολήθησαν εἰς τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ μικράν τινα ἐξήγησιν. Τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, καὶ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο; Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ δεχθῆτε νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «αἵτινες ὅμως ὑπάγονται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2». Διότι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγει ὅτι «ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα, δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ Χωροφυλακὴ, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ». Τὸ ζήτημα, βλέπετε, εἶναι ὀλίγον σκοτεινόν. Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν νὰ ἔλθῃ αὔριον ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ ἢ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ νὰ εἴπῃ «θέλω νὰ μετατεθῶ εἰς στρατολογικὸν γραφεῖον», ἢ «θέλω νὰ καταλάβω αὐτὴν τὴν ὀργανικὴν θέσιν τοῦ πεζικοῦ», ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, πρῶτον νὰ δεχθῇ τὴν συμπλήρωσιν, δηλαδὴ τὴν ἐπεξήγησιν, τὴν ὁποίαν δίδω, καὶ δεύτερον, νὰ δηλώσῃ, εἰ δυνατὸν, ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ ἢ τοῦ μηχανικοῦ ἢ τοῦ ἱππικοῦ ἢ τῆς χωροφυλακῆς νὰ τοποθετηθῇ εἰς Στρατολογικὸν Γραφεῖον. Ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα εἶναι στελέχη ταγμάτων ἐφεδρείας πεζικοῦ. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην του. Ἐξετάζω ἤδη τὸν Πίνακα Γʹ τοῦ νομοσχεδίου. Πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν βλέπουσι πουθενὰ ἐγγεγραμμένους ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἐπιτελείου. Ποίου ὅπλου θὰ ἦναι οἱ ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ἀναφερόμενοι ἀξιωματικοί; Διότι ὑπάρχουσιν ὑπόνοιαι, ὅτι τὸ πεζικὸν θὰ παροραθῇ κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἐπιτελείου. Ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, οἱ ἀξιωματικοὶ ὅμως τοῦ πεζικοῦ παραπονοῦνται. Διατὶ ὅλαι αἱ θέσεις νὰ ἦναι γενικαί; Καὶ πῶς ἀφίνομεν αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀνεκαθάριστον, ἀφοῦ ἔχει γείνῃ τόσος πάταγος διὰ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων, καὶ ἀφοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ διεσάλευσε τὴν πειθαρχίαν, καὶ ἕνεκα αὐτοῦ ὁ εἷς μισεῖ τὸν ταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ ἄλλος τὸν τοῦ μηχανικοῦ, οὗτοι δὲ ὑποβλέπονται μεταξύ των, λόγῳ ὅτι ὁ εἷς προάγεται εἰς βάρους τοῦ ἄλλου; Ὥστε καθαρίσατε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καίτοι φρονῶ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἐπιτελείου δὲν θὰ παροραθῇ τὸ πεζικὸν, καὶ πρέπει ἅπαντες νὰ ἔχωσι πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Α. Β. Υ. τὸν Διάδοχον, ὅστις, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ καταρτίσῃ τὰ Ἐπιτελεῖα ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν ὅλων τῶν σωμάτων, καὶ αὐτοῦ τοῦ πεζικοῦ. Εἰς τὸν πίνακα τοῦτον, περὶ συνθέσεως Ἐπιτελείου ταξιαρχίας, ἔχουσιν ὑποβάλει τροπολογίαν οἱ ἐκ τῶν συναδέλφων ἀξιωματικοὶ κ. κ. Γιαννικώστας, Τερτίπης, Γ. Κυριαζῆς καὶ Ἀναγνωστόπουλος, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης ταξιαρχίας» τὰ ἑξῆς: «ὁ ἀρχαιότερος τῶν διοικητῶν τῶν δύο συνταγμάτων». Προσέξατε, παρακαλῶ, διότι τὸ ζήτημα εἶναι λεπτόν...
§170ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι περιττόν. Ἐννοεῖται ὁ ἀρχαιότερος ἐκ τῶν δύο.
§171Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ τὸ διευκρινήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§172Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ λέγω.
§173Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ λέγετε· ἀλλ’ εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ «ἥξεις ἀφίξεις ἐν πολέμῳ οὐ θνήξεις».
§174ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν δύο.
§175ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Μὴ ἐπιμένετε, κύριε Γουλιμῆ· τὸ ἐνόησεν ὁ κύριος Βιτάλης.
§176Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δέον λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προστεθῇ «ὁ ἀρχαιότερος τῶν διοικητῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ταξιαρχίαν συνταγματαρχῶν», ἵνα διευκρινηθῇ. Διότι ἐγὼ δὲν ὑποπτεύομαι, οὔτε δίδω πολλὴν προσοχὴν εἰς ἀσήμαντα πράγματα, ἀπέναντι τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὸ κάμνω διὰ τὴν σύμπνοιαν τοῦ στρατεύματος, καὶ νὰ μὴ νομίζητε, ὅτι δύνασθε οὕτω νὰ μᾶς γελᾶτε, κύριοι ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων (ἱλαρότης). Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ καταδείξῃ διὰ τῆς διοικήσεώς του, ὅτι ἀμερολήπτως θὰ διεξαγάγῃ τὸ μέγα ἔργον, ὅπερ ἡ πατρὶς τῷ ἀναθέτει, ὅτι θὰ ἐργασθῇ μᾶλλον τελεσφόρως καὶ πολὺ κάλλιον ἢ ὅσον ἡμεῖς φανταζόμεθα. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἔχουσα πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἔπραξεν ἔργον ἀγαθόν.
§177ΦΩΝΑΙ. Μπράβο! μπράβο!
§178Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἠσχολήθησαν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι οἰκτρά. Μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου Βουλευτὴς παρέστησεν ὅτι ὁ στρατὸς εὑρίσκεται εἰς λυπηρὰν καὶ εἰς ἀνθηρὰν ἐν ταὐτῷ κατάστασιν· λυπηρὰν μὲν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, ἀλλ’ εἴδετε ἐξ ἄλλου, ὅτι φάλαγξ ὁλόκληρος στρατιωτικῶν, Ὑπουργῶν, ἀρχηγῶν, στρατηγῶν, ἐπιτελῶν, διήλασεν ἐνώπιόν μας, ὅλων μεγαλοφυῶν, ὅλων ἐξόχων, οἵτινες ὅμως φαίνεται ὅτι τὰ φῶτά των ἐξήντλησαν κατὰ τὰς ὥρας τῆς εἰρήνης, ὥστε δὲν ὑπῆρχε πλέον τίποτε ἐκ τούτων, ὅπως χρησιμοποιηθῇ καθ’ ὃν χρόνον τὸ ἔθνος εἶχεν ἀπόλυτον τὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ ἔχουσιν ἄριστα, καὶ φρονῶ ὅτι ἔδει νὰ ληφθῶσι μέτρα, νὰ ὑποβληθῶσι νομοσχέδια, δι’ ὧν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ θὰ ἀνεπλάσσετο, ὅπως κατασταθῇ οὗτος ἄξιος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, ὃν ἔχει πᾶς στρατὸς, νὰ προασπίσῃ τουτέστι τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας, καὶ ν’ ἀποπλύνῃ τὴν ὕβριν, ἥτις προσεγένετο εἰς τὰ ὅπλα αὐτοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Τὴν γνώμην ταύτην περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ δὲν ἐσχημάτισα χθὲς, δὲν ἐπήγασεν αὕτη ἐκ τῆς μελέτης τῶν τελευταίων γεγονότων τοῦ πολέμου· εἶχον ταύτην πολὺ πρὸ αὐτοῦ, καὶ ὅτε ἐνθουσιώδεις συνάδελφοι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, μὴ ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὰς ἶνας τοῦ ἐγκεφάλου αὐτῶν, ἀλλ’ ὠθούμενοι ἀπὸ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας των, ὑπεδαύλιζον τὰ φιλοπόλεμα αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λαλοῦντες, εἴτε εἰς δημοσίας συνεντεύξεις ἐκφέροντες τὰς γνώμας αὐτῶν, ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκόν μου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν πολιτικῶν ἐφημερίδων νὰ εἴπω ἀπεριφράστως, ὁποίαν εἶχον γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ὑποδείξω ὁποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα, ἐν ᾗ περιπτώσει στρατὸς ἀνοργάνωτος, οἷος ὁ ἡμέτερος, ἐνήργει πολεμικῶς. Δὲν ἀπῃτεῖτο βεβαίως μεγάλη πολιτικὴ ὀξυδέρκεια πρὸς τοῦτο· ἡ κοινὴ γνῶσις τῶν πραγμάτων μόνον ἤρκει. Ἐγνώριζον βεβαίως, ὅτι ἡ φωνή μου δὲν εἶχε τὸ κῦρος, οὐδὲ τὴν δύναμιν, ὅπως ἀναστείλῃ τὴν φιλοπόλεμον ὁρμὴν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι εἶχον καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ εἴπω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου, καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἀτυχῶς ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο χείρων ἐκείνης, ἣν ὑποπτευόμην. Διότι, ἐνῷ ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι στρατός, οἷος ὁ ἡμέτερος, στρατὸς ἀνοργάνωτος, ὁδηγούμενος ὑπὸ ἀρχηγῶν, οἵτινες ἐν εἰρήνῃ οὐδέποτε διῴκησαν στρατιωτικὴν μονάδα ὑπερτέραν ἑνὸς συντάγματος, οὐδέποτε δὲ μεραρχίας ἢ ταξιαρχίας, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ πρὸς πολέμιον, οὗτινος ὁ στρατὸς πηγάζει ἐκ φυλῆς πολεμικωτάτης, καὶ διωργανώθη τελείως ὑπὸ Γερμανοῦ στρατηγοῦ τῆς περιωπῆς τοῦ Baron von der Goltz, ὡδηγεῖτο δὲ ὑπὸ ἀρχηγῶν, οἵτινες ἐγνώριζον οὐ μόνον νὰ ὁδηγῶσιν αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθνήσκωσιν ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν· ἐνῷ ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ νικηφόρος κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ὁ ἑλληνικὸς στρατός, εἰς τὴν καρδίαν μου, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὑπελάνθανεν ἀπόκρυφός τις ἐλπίς, ὅτι θὰ διεσώζοντο ἀκόμη καὶ παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ αἱ πολύτιμοι ἐκεῖναι προγονικαὶ ἀρεταί, αἱ ἀρεταὶ τῆς ἐθελοθυσίας καὶ τοῦ καθήκοντος, αἵτινες ἠγλάϊσαν τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν καὶ κατὰ τὰς μᾶλλον δυσχειμέρους ἐποχάς, ἃς διήνυσεν ἡ φυλὴ ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶχε, φαίνεται, εἰσδύσει βαθέως καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς κοινωνίας. Διότι ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπεκάλυψεν ὁ πόλεμος, δὲν ἦσαν τὰ ἕλκη τοῦ στρατοῦ, δὲν ἦσαν μόνον ἡ ἀσυνταξία καὶ τὸ ἀνοργάνωτον αὐτοῦ, δὲν ἦτο ἡ παράταξις στρατιωτικοῦ συρφετοῦ, ὡς ἔλεγε συνάδελφός τις ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἦσαν καὶ τὰ κοινωνικὰ ἕλκη, ἅτινα παρεσκεύασαν τὴν καταπλήσσουσαν κοινωνικὴν λιποψυχίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀνανδρίαν τῆς ἡμετέρας χώρας. Τὰ γεγονότα εἶναι πρόσφατα, Κύριοι, καὶ πάντες τὰ ἐνθυμεῖσθε. Ἔναυλοι τηροῦνται βεβαίως εἰς τὰ ὦτά σας ἀκόμη αἱ ἀγορεύσεις τῶν φιλοπολέμων ῥητόρων τῆς Βουλῆς, οἵτινες ἐκραύγαζον ἐντεῦθεν, ὅτι ὀφείλομεν ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ πολεμήσωμεν, καὶ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν θὰ διατηροῦνται αἱ εἰκόνες τῶν διαδηλώσεων τῶν πολιτῶν τῆς πρωτευούσης, ὧν ἡγοῦντο οἱ ἀρειμάνιοι ζητωπόλεμοι, ὡς ὠνόμασεν αὐτοὺς λίαν προσφυῶς ὁ λαός. Καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε τὰς ἐκδηλώσεις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοὺς ὁρμαθοὺς τῶν τηλεγραφημάτων, ἅτινα ἐπλημμύρουν τὸ Γραφεῖον τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ἐνθυμεῖσθε συγχρόνως, ὅτι μόλις ἔπνευσεν ἡ πρώτη ἀτυχὴς πνοὴ ἐκ τῶν συνόρων καὶ ἐσήμανεν ἡ ὑποχώρησις, θὰ ἐνθυμεῖσθε τοὺς ἀγαθοὺς ἀστοὺς τῆς πρωτευούσης, οἱ ὁποῖοι πρό τινων ἡμερῶν ἐκραύγαζον μέχρι καταπονήσεως τῶν φωνητικῶν των ὀργάνων ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ὠχροὺς καὶ πελιδνοὺς διερχομένους τὰς ὁδοὺς, καὶ διερωτῶντας, πότε θὰ ὑπογραφῇ τέλος αὐτὴ ἡ συνθήκη, αὐτὴ ἡ ἀνακωχή, ἵνα καταστῇ γαλήνιος ἡ ἐκ τοῦ τρόμου μαστιζομένη ψυχή των. Καὶ ὑπεγράφη εὐτυχῶς ἡ συνθήκη ἐκείνη, καὶ ἐκρατήθη ἡ ὁρμὴ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν παρέστημεν εἰς τὸ οἴκτιστον θέαμα, νὰ ἴδωμεν τοὺς πολίτας τῶν Ἀθηνῶν οὐχὶ ἁρπάζοντας τὰ ὅπλα ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν, ἀλλὰ φυγαδευομένους προτοῦ ἀκόμη ἡ Ἀττικὴ αὔρα κυματίσῃ τὴν πρασίνην σημαίαν τοῦ προφήτου. Μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν τοιούτων στρατιωτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἑλκῶν, ἐφανταζόμεθα πάντες, ὅτι ἡ πρώτη κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ ἐλθοῦσα μετὰ τὸν πόλεμον, θὰ ἔσπευδε νὰ εἰσαγάγῃ νομοθετήματα ἀναδιοργανοῦντα τὸν στρατὸν, νομοσχέδια συντελοῦντα εἰς βελτίωσιν τῆς ἐκλελυμένης κοινωνίας. Ἀλλ’ ἀντὶ τοιαύτης φύσεως νομοσχεδίων, εἴδομεν ὑποβαλλόμενα μὲ τοὺς καλάθους νομοσχέδια διοικητικά, νομοσχέδια οἰκονομικά, μακροσκελῆ καὶ πολυάρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς χρόνος, οὐ μόνον ὅπως μελετήσῃ καὶ διανυχίσῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ἀναγνώσῃ κἂν ταῦτα. Καὶ ὅμως τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀμελέτητα καὶ ἀκατάρτιστα ἐν τοῖς πολλοῖς, ἐψηφίσθησαν ἐν μιᾷ νυκτὶ ἀσυζητητί, ἀναγινώσκοντος ἀπνευστὶ τοῦ γραμματέως, καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Τὰ πλεῖστα δὲ ταῦτα ἀτροφικὰ γεννήματα τῆς παρελθούσης Συνόδου, οὕτω συλληφθέντα, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ζήσωσιν οὔτε τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν εἶδον τὸ φῶς· καὶ τὰ δημοσιευθέντα δὲ καὶ ἐφαρμοσθέντα τὰ εἴδετε χωλαίνοντα καὶ φθισιῶντα, καὶ εἶναι καὶ αὐτὰ προωρισμένα νὰ ὑποστῶσιν ὅ,τι ὑφίστανται τὰ πνευματικὰ γεννήματα, τὰ συλλαμβανόμενα ἐν ὥραις μεταμεσονυκτίοις, ὅτε ἡ Βουλὴ εἶναι ἐξηντλημένη σωματικῶς, καὶ ἔχει ἀμβλυνθῇ ἡ διάνοια αὐτῆς. Καὶ ἠπόρουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος καὶ ὁ ἐκ Βόλου κ. Καρτάλης, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργεῖ ἐναντίον τοιαύτης νομοθετικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις! Ἀληθῶς δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι διὰ τῆς κωλυσιεργίας ἐμπεδοῦται τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ὁσάκις μοὶ ἐδόθη περίστασις, τὸ ἀπέδειξα, παραμείνας ἐν τῇ συνεδριάσει καὶ συντελέσας εἰς τὴν συγκρότησιν ἀπαρτίας. Δὲν φρονῶ ὅμως, ὅτι καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία πρέπει νὰ διεξάγηται καθ’ οἷον τρόπον διεξάγεται. Διότι κατὰ τίνα τρόπον διεξάγεται ἡ σοβαρωτέρα ἐργασία τῆς Βουλῆς; Ἡ Κυβέρνησις εἰς ἑκάστην Σύνοδον ὑποβάλλει ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῆς ἑκατοντάδας μακροσκελεστάτων νομοσχεδίων, ὧν δὲν ὑπάρχει, ὡς εἶπον, ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος οὐ μόνον πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς ἁπλῆν ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ περιττὴν τὴν μελέτην καὶ τὴν συζήτησιν, θεωρεῖ δὲ ὡς ζήτημα φιλοτιμίας τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Τί ἕπεται ἐκ τούτου; Παρατείνονται αἱ συνεδριάσεις ἐπὶ ματαίῳ, πρὸς παρέλκυσιν τῆς ψηφίσεως, ἐκφωνοῦνται μακρότατοι λόγοι, ἐξαντλοῦντες τὴν ὑπομονὴν πάντων, ἡ δὲ Κυβέρνησις καραδοκεῖ, ὅπως εὕρῃ τὴν Βουλὴν εἰς στιγμὴν ἐξαντλήσεως σωματικῆς, μὴ ἀντιλαμβανομένην ποῖον ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων ἀναγινώσκεται, ὅπως ὑφαρπάσῃ ταῦτα. Καὶ βλέπετε οὕτω τὰ ἐξαμβλώματα ἐκεῖνα τῶν νόμων, τὰ ἀλληλοαναιρούμενα, ἅτινα εἰς ἑκάστην νέαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον φέρονται ἐκ νέου, ἵνα συμπληρωθῶσι καὶ μεταβληθῶσι. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι σοβαρὰ νομοθετικὴ ἐργασία Κοινοβουλίου, καὶ ἂν μ’ ἐρωτήσητε, ποῖον εἶναι προτιμότερον, ἡ κωλυσιεργία ἢ ἡ τοιαύτη νομοθετικὴ ἐργασία, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι προτιμῶ τὴν κωλυσιεργίαν.
§179ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἔλειπεν ἡ κωλυσιεργία, οἱ νόμοι θὰ συνεζητοῦντο καλλίτερον.
§180ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συζητοῦμεν τόσας ἡμέρας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ δὲν ἠκούσαμεν ἀκόμη κανένα Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τόσα ζητήματα, εἰς τόσας ἀπορίας, αἵτινες γεννῶνται εἰς ἡμᾶς· διότι ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψαν ζητήματα στρατιωτικά, ζητήματα πολιτικά, ζητήματα δυναστικά, καὶ ὅμως δὲν ἠκούσαμεν τοὺς σιγῶντας Ὑπουργοὺς νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα καὶ λύσωσι τὰς ἀπορίας ἡμῶν.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡμίλησε δὶς ἤδη. Πιθανὸν ν’ ἀπουσιάζετε, καὶ δὲν τὸν ἠκούσατε.
§182ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐδῶ ἤμην καὶ τὸν ἤκουσα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡμίλησε τόσον συγκεχυμένως καὶ ἀσαφῶς, ὥστε, ἀντὶ νὰ ἀρθῶσιν αἱ πρῶται ἀπορίαι, προέκυψαν νέαι. Ἡμεῖς ἀνεμένομεν νὰ ἴδωμεν εἰσαγόμενον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, περὶ οὗ μετὰ τοσαύτης θέρμης ὡμίλησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Οἰτύλου συνάδελφος,—καὶ ὡμίλει βεβαίως ἐκφράζων τὴν γενικὴν τῆς Κυβερνήσεως γνώμην,—ἀντὶ ὅμως τοῦ ὀργανισμοῦ, ὃν ἀνεμένομεν, ὅπως ὑποβληθῇ, αἴφνης πρωΐαν τινὰ παρέστημεν πρὸ μιᾶς ὑπουργικῆς μεταβολῆς καὶ πρὸ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τοσοῦτον ἀσαφοῦς, ὥστε δὲν δυνάμεθα ἀκριβῶς νὰ ἐννοήσωμεν, τί δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διακρίνομεν βεβαίως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως μέχρι τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, καθ’ ἃ ἔλεγον οἱ πρώην φίλοι του καὶ ὁ μὴ φίλος πολιτικὸς, ἀλλὰ φίλος ἀτομικὸς, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεζήτησε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ κύριος Βασιλειάδης, εἶχεν ὅλως ἀντίθετον γνώμην τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεώς του καὶ δι’ ὅσων προφορικῶς ἐξέθεσεν ἐντεῦθεν, δηλοῦντα, ὅτι ἐθεώρει τοὺς μέχρι τοῦδε Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνικάνους ἐντελῶς, ὅπως ὀργανώσωσι καὶ πλάσωσι τὸν στρατὸν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ παρέχει ἐλπίδας, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ κάλλιον ἢ ὡς ἐξεπλήρωσε τοῦτο κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν φρονεῖ ὅτι οἱ προγενέστεροι Ὑπουργοὶ δὲν ἔπραξαν τίποτε, δὲν ἔπρεπε νὰ προεξοφλήσῃ τὸ μέλλον διὰ τοὺς μέλλοντας Ὑπουργούς. Ἐὰν αἰσθάνεται ὅτι ἡ Θεία Πρόνοια δὲν παρέσχεν αὐτῷ τὴν ἰδιοφυΐαν ἐκείνην, ἥτις διακρίνει τοὺς ὀργανωτὰς τῶν στρατῶν, ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἄλλως εὐδοκίμως διευθύνει, ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ διαπλάσωσι τὸν στρατὸν συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν πάντων ἡμῶν καὶ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν πάσχω καὶ ἐγὼ, ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἐκ τῆς ψυχοπαθείας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πάσχουσι κοινῶς οἱ Ἕλληνες, ὅταν ἦναι ἀντιπολιτευόμενοι, βλέποντες τότε τοὺς θεσμοὺς κινδυνεύοντας· δὲν βλέπω ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ζητοῦντες νὰ σφετερισθῶσι τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν βλέπω οὐσιαστικὸν κίνδυνον τοῦ Συντάγματος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν βλέπω ὅμως καὶ ὅτι διατρέχει κίνδυνον τὸ Σύνταγμα ἐκ τῶν κάτω, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι ἅπαξ, νομίζω, ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ ἐκωλυσιέργησεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε κατὰ τίνα τρόπον προεκλήθη ἡ κωλυσιεργία ἐκείνη, καὶ δύνασθε νὰ εἴπητε, ἂν αὕτη ἦτο κωλυσιεργία συστηματικὴ, ἢ ἦτο ἀπάντησις εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνεζήτει, καὶ εἰς τὴν ἰταμότητα, μεθ’ ἧς ἀπηυθύνετο πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχω καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐξήνηγκεν ἐντεῦθεν ἰδιορρύθμους ἀληθῶς συνταγματικὰς θεωρίας περὶ τῆς θέσεως τοῦ Βασιλέως ἐν κοινοβουλευτικῇ Πολιτείᾳ. Ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴν, λέγοντα ὅτι θέλει τὸν Βασιλέα ὁ λαὸς ὑπεύθυνον, καὶ δὲν θεωρεῖ τὸ Στέμμα ὡς κόσμημα τιθέμενον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ θεωρεῖ ὡς περικεφαλαίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ κεφάλι ἐργάζεται, καὶ ὅταν ἡ διάνοια ἀστοχήσῃ, συμπαρασύρεται καὶ τὸ Στέμμα μετὰ τῆς κεφαλῆς.
§183ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; Δὲν εἶπον ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀρχὴ ὑπεύθυνος. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὡς πᾶς λαὸς, θεωρεῖ καὶ τὴν Βασιλείαν ἠθικῶς ὑπεύθυνον, καὶ ἐπειδὴ συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπον, ὅτι θέλουσι τὸ Στέμμα, ἵνα θαμβῇ διὰ τῆς αἴγλης αὐτοῦ τὸν λαὸν, παρετήρησα αὐτοῖς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τὸ Στέμμα οὐχὶ διὰ τὴν αἴγλην αὐτοῦ μόνον, ἀλλὰ διότι θεωρεῖ αὐτὸ καὶ ὡς περικεφαλαίαν σιδηρᾶν, ἡ ὁποία περισφίγγει τὸ Βασιλικὸν κεφάλι εἰς σκέψεις καὶ φροντίδας· ἐὰν δὲ νομίσῃ (ὁ λαὸς), ὅτι τὸ Στέμμα δὲν εἰργάσθη προσηκόντως εἰς ἐθνικήν τινα ὑπόθεσιν, καταρρίπτει τὰ περὶ ἀνευθύνου συνταγματικὰ πλάσματα, καὶ ζητεῖ εὐθύνας πραγματικάς. Τοῦτο εἶπον.
§184ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος ἐδῶ ἀκριβῶς διίσταμαι. Σᾶς ἀνέφερε καὶ ἄλλας συνταγματικὰς θεωρίας· σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ 32 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατίθεται ἡ ἀρχηγία τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης εἰς τὸν Βασιλέα, ἐθεσπίσθη μόνον, ὅπως περιστείλῃ τὴν εἰσβολὴν τῆς πολιτικῆς ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἀναφέρεται καὶ ἀναγράφεται εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα ὅλων τῶν Κρατῶν, ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγράφεται εἰς πάντα τὰ Συντάγματα, δὲν ὑπάρχει ἑρμηνευτὴς οἱουδήποτε Συντάγματος καὶ ἰδίως τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου τῆς Ἀγγλίας, τῆς πηγῆς ταύτης πάντων τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ὅστις δὲν λέγει, ὅτι ὁ τίτλος οὗτος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης εἶναι ὁ φανταστικώτερος τίτλος, ἐξ ὅσων κέκτηνται οἱ Βασιλεῖς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμὰς ἐκ συγγράμματος διαπρεποῦς ἑρμηνευτοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος, τοῦ Kracher, ὅστις εἰκονίζει τὴν ἀληθῆ θέσιν τοῦ Βασιλέως ἐν ταῖς αὐτοδιοικουμέναις Πολιτείαις (ἀναγινώσκει): «Ἐν ἀρχῇ τῆς Ἀγγλικῆς ἐπαναστάσεως, λέγει ὁ διάσημος συγγραφεὺς, ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ παρὰ Καρόλου τοῦ Αʹ, νὰ μὴ ὀνομάζηται τοῦ λοιποῦ οὔτε Ὑπουργὸς, οὔτε ὁμότιμος τοῦ Βασιλείου, ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ν’ ἀποβάλῃ τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ὁ μονάρχης ἀπήντησεν: «Ἐὰν ἐδεχόμην ὅ,τι αἰτεῖσθε, δύνασθε εἰσέτι νὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιόν μου μὲ ἀσκεπῆ κεφαλὴν, δύνασθε προσέτι νὰ ἀσπάζησθε τὴν χεῖρά μου καὶ νὰ μὲ ἀποκαλῆτε Μεγαλειότατον· αἱ λέξεις καὶ ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως, ἐκπεφρασμένη ὑπὸ τῶν δύο Βουλῶν, θὰ μένῃ πάντοτε ὁ τύπος τῶν διαταγῶν σας. Ἠδυνάμην καὶ νὰ ἐνεργήσω, ὥστε νὰ φέρω ἐνώπιόν μου τὴν ἐπίχρυσον ῥάβδον καὶ τὸ ξίφος, καὶ νὰ τέρπωμαι ἐπὶ τῇ θέᾳ τοῦ σκήπτρου καὶ τοῦ Στέμματος, ἅπερ εἰσὶ κλάδοι ἀπεξηραμένοι, οἵτινες δὲν θέλουσιν ἀνθίσει ἐπὶ πολὺ, διότι τὸ στέλεχος ἔσεται νεκρόν. Ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὴν πραγματικὴν ἰσχὺν θέλω εἶσθαι τοῦ λοιποῦ εἰκὼν, σημεῖον, σκιὰ Βασιλέως.» Καὶ ὅμως, τὸ φάντασμα, ὅπερ περιΐπτατο ἔμπροσθεν τῆς ἐντρόμου φαντασίας Καρόλου τοῦ Αʹ, κατέστη ἔκτοτε πραγματικὸν, ἡ δὲ εἰκὼν, ἣν ἐχάραττε, μεγεθύνων τὰ ἀμαυρὰ χρώματα, εἶναι σήμερον ἡ πιστὴ εἰκὼν τοῦ Συνταγματικοῦ Βασιλέως. Ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς κλίνει γόνυ ἐνώπιον τοῦ σκήπτρου καὶ τοῦ Στέμματος, καὶ κατὰ θεωρίαν παράγει τοὺς νόμους του καὶ τὴν πολιτικήν του ἀπὸ τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος, πληροῖ ὁλόκληρον τὴν χώραν διὰ τοῦ σεβαστοῦ ὀνόματός της. Οἱ ἀπεξηραμένοι κλάδοι ἤνθισαν πάλιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ θερμοκηπίου, μακρὰν τῶν ἀνέμων, τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ θορύβου. Ἡ πραγματικὴ δύναμις ἐγένετο ἄφαντος, καὶ κατὰ τοῦτο ὁ μονάρχης κατέστη ὅ,τι ὁ ἀτυχὴς Στούαρτ προέβλεπεν, εἰκὼν, σημεῖον, μορφὴ, σκιὰ ἀνωφελής. Μικρὸν ἐνδιαφέρει, ἐὰν ὁλόκληρον ἔθνος ὑψοῖ τὴν εἰκόνα ταύτην ἐπὶ ὑψηλοῦ στυλοβάτου, ὅπως γονυπετήσῃ εἰς τοὺς πόδας της· ἡ λαμπροτέρα εἰκὼν δὲν δύναται νὰ καταστῇ σὰρξ καὶ αἷμα· τὸ φάντασμα ἀδυνατεῖ πεπρωμένως νὰ γείνῃ κακοῦ πρόξενον. Οὐχὶ ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα ῥητῶς ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοῦ μονάρχου τὰ προνόμια καὶ δικαιώματα, ἅτινα ὁ Κάρολος μετὰ τοσαύτης δεινότητος καὶ εὐγλωττίας ἐπροστάτευε, διότι διά τινος συνταγματικοῦ ἐπινοήματος ἡ Βασίλισσα πάντοτε διορίζει τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς πατρικίους καὶ τοὺς στρατηγοὺς, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει τὸ Κοινοβούλιον προσδιορίζει τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐκλέγει λόρδους καὶ ἀξιωματικούς. Νομίμως ὁ στρατὸς δὲν ὑπάρχει παρὰ διὰ τῆς ἐτησίας ψηφίσεώς του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, καὶ ἀπὸ τῆς μάχης τοῦ Δέτιγκεν οὐδεὶς Ἡγεμὼν ὡδήγησεν αὐτόν. Ἡ ἀρχιστρατηγία δυνάμει ἀνήκει σήμερον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ πολέμου, λειτουργὸν προσδιοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Βασιλέως ἐν συνταγματικῇ Πολιτείᾳ. Καὶ πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ σοφῶς ἔθεσε τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς τὴν θέσιν ταύτην τὸν Βασιλέα.
§185ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Μόνον ἡ Ἀγγλία· οὐδὲν ἕτερον Συνταγματικὸν Κράτος.
§186ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ Ἀγγλία εἶναι ἡ μήτηρ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, αἱ δὲ διατάξεις, περὶ ὧν ἀνέφερα, ἐλήφθησαν ἀπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος καὶ παρ’ ἡμῖν.
§187ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ περιστατικὸν, ὅπερ ἀνεφέρατε, Καρόλου τοῦ Αʹ, ἀνάγεται εἰς στρατολογίαν δυνάμεων στρατιωτικῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν. Ὁ Κάρολος ἐζήτει τὸ δικαίωμα νὰ στρατολογῇ.
§188ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ περιστατικὸν, ὅπερ ἀνέφερα, ἀνάγεται εἰς τὰ πρῶτα τῆς Ἀγγλικῆς ἐπαναστάσεως ἔτη. Τὸ Κοινοβούλιον ἐζήτει, οὐ μόνον νὰ παύσῃ ὁ Κάρολος ὀνομαζόμενος ὁμότιμος τοῦ Βασιλείου καὶ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποβάλῃ τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ὁ Κάρολος δὲν ἐδέχθη ταῦτα, καὶ γνωρίζετε πάντες, ποῖον ἦτο τὸ θλιβερὸν τέλος τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης ἐβάδισαν ἄλλως τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ πράγματι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔμεινεν ἢ ἁπλῆ σκιὰ, φάσμα ἀδυνατοῦν πεπρωμένως νὰ γείνῃ κακῶν πρόξενον. Ὁ Βοῦλβερ Λύττων ἐν τῷ πεφημισμένῳ αὑτοῦ συγγράμματι «περὶ Ἀγγλίας καὶ Ἄγγλων» καθορίζει σαφέστερον τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ ἀδιαφιλονίκητον δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν ἐλευθέρως τοὺς συμβούλους του. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μεγαλοπρεπὴς ἀπάτη, λέγει ὁ περίδοξος συγγραφεὺς, διότι πράγματι τὸ Κοινοβούλιον ἐκλέγει αὐτούς. Οἱ ἀρχηγοὶ ἐκείνου τῶν δύο κομμάτων, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ἰσχυρότερον, καλοῦνται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀδιάφορον ἂν ὁ Βασιλεὺς τὸ θέλῃ ἢ δὲν τὸ θέλῃ.» Εἶπον ὅτι πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ σοφῶς ἐτέθη ἐν τῷ Συνταγματικῷ πολιτεύματι ὁ Βασιλεὺς εἰς θέσιν τοιαύτην, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ. Ἔπρεπε νὰ θέσωσιν ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς διαμάχης καὶ τῶν ἐκ ταύτης παθῶν τὸν Βασιλέα, ἵνα καταστήσωσι πράγματι ἀνεύθυνον τοῦτον καὶ μὴ τὸν ἀφήσωσι νὰ προστρίβηται ἐν τῇ διοικήσει, διότι προστριβόμενος, θὰ ἤρχετο ὥρα, καθ’ ἣν θὰ συνετρίβετο. Καὶ μόνον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Βασιλεῖς ἐσφετερίσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκεῖ εἰς πρώτην πολιτικὴν θύελλαν, εἰς πρώτην κοινωνικὴν καταιγίδα παρεσύρθησαν καὶ Θρόνοι καὶ Στέμματα· ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου οἱ Βασιλεῖς ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Σύνταγμα, ἐκεῖ αἱ πολιτικαὶ θύελλαι ἦλθον καὶ παρῆλθον, Κυβερνήσεις συνετρίβησαν καὶ Βουλαὶ διελύθησαν, ἀλλ’ αἱ Δυναστεῖαι ἔμειναν ἀκλόνητοι εἰς τὴν θέσιν των, ὅπως διασώσωσιν ἐκ τῶν ἐρειπίων ὅ,τι ἠδύνατο νὰ σωθῇ. Εἰς τὴν ἀκαδημαϊκὴν ταύτην συζήτησιν ἤχθην, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, διότι ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ ἡμέτερος Βασιλεὺς ἐξῆλθε τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Σύνταγμα· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν τεσσαρακονταετίαν, καθ’ ἣν βασιλεύει, οὐδέποτε ὑπερεπήδησε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει. Δὲν δύναμαι ἐπίσης, Κύριοι, νὰ συμμερισθῶ καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἔχουσιν, ὅτι ὁ Διάδοχος, ὡς κατ’ οὐσίαν ἀνεύθυνος, δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἀρχηγίαν ἐν τῷ στρατῷ, διότι, ὅπως πάντες ὅσοι ἠγόρευσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶπον, ὁ Διάδοχος ἤδη κατέχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ παρακάμψωμεν κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει εἰς μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ κατέχῃ ἀξιώματα καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν τοὐλάχιστον, ἀφοῦ βλέπω τὴν ἐπιμονὴν πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, νὰ διατυπώσωμεν τὰ περὶ αὐτοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐπιβουλὴ κατὰ τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν, ὅτι ὑπάρχει παραβίασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, καὶ νομίζω, ὅτι λεκτικῶς, ὅτι φραστικῶς πρέπει νὰ διαμορφωθῇ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ὑπόνοια καὶ ὑποψία τοιαύτη. Διότι οἱ γνωρίζοντες τὸν Διάδοχον, οἱ παρακολουθήσαντες αὐτὸν ἐν τῇ βραχείᾳ αὐτοῦ δράσει, εἰσὶ πεπεισμένοι—καὶ εἷς ἐκ τούτων εἶμαι καὶ ἐγὼ—περὶ τοῦ ἀρίστου τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, περὶ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὰς ἰδέας του, ἀλλὰ καὶ τῆς νομιμοφροσύνης καὶ τῆς ἀμεροληψίας αὐτοῦ· εἰς τὴν γνώμην δὲ, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ Διαδόχου, βασιζόμενος, νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι, εἴτε προστεθῶσιν εἴτε δὲν προστεθῶσιν ἄλλαι φράσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, διαλευκαίνουσαι τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος αὐτοῦ, πάντως δὲν ἔχουσι νὰ κινδυνεύσωσιν οἱ θεσμοὶ, ἀπὸ μέρους τοῦ Διαδόχου τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ σκέπτηται οὕτω καὶ ὁ λαός. Ὁ λαὸς εἶναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, καὶ δὲν ὀφείλει νὰ μείνῃ οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, οὐδ’ ἡ παραμικρὰ ὑπόνοια, ὅτι ἔχουσι νὰ πάθωσι ταῦτα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τοῦτο δέον νὰ ᾖναι ἡ πρωτίστη μέριμνα τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος. Διότι ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον γεννᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶναι ὁ φόβος τοῦ σφετερισμοῦ ἀλλοτρίων δικαιωμάτων ἀπὸ μέρους τοῦ Διαδόχου· ὁ φόβος, ὁ ὁποῖος γεννᾶται ἐν ἐμοὶ, εἶναι κυρίως ὁ κίνδυνος, ὃν δύναται νὰ διατρέξῃ ἡ Δυναστεία, ὁ κίνδυνος, ὃν ἔχῃ νὰ διατρέξῃ ὁ Διάδοχος, καὶ μετὰ τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ Διαδόχου δύναται νὰ διατρέξῃ κινδύνους καὶ τὸ ἔθνος. Ἐκ τῆς ἀναπτυχθείσης μέχρι τοῦδε συζητήσεως τί προέκυψεν; Ἐλέχθη ὅτι ἠρευνήθησαν αἱ αἰτίαι αἱ γεννήσασαι τὴν κατάστασιν ταύτην ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης προέκυψεν, ὅτι ἡ ἀνόρθωσις αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἀνάπλασις αὐτοῦ θὰ ἐπιτευχθῇ μόνον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ ἀρθῶσιν αἱ φθοροποιοὶ αὗται αἰτίαι. Καὶ ἠκούσατε ποῖαι ἦσαν αἱ αἰτίαι καὶ αἱ ἀφορμαὶ, αἱ γεννήσασαι τὴν ἀξιοδάκρυτον ταύτην κατάστασιν, αἱ παραφθείρασαι τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ καὶ καταρρίψασαι τὸ φρόνημά του. Εἶναι τὰ μπιλιετάκια τῶν πολιτευομένων, περὶ ὧν ἐλάλει προχθὲς ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γίδας, εἶναι ἡ εἰσπήδησις τῆς πολιτικῆς ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ὡς ἔλεγον ἄλλοι συνάδελφοι. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ μπιλιετάκια ταῦτα, διότι ὡς πολιτευόμενον δὲν μὲ βαρύνει ἡ συνείδησις τῆς ἀποστολῆς οὐδ’ ἑνὸς τοιούτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ ἐὰν πράγματι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου πιστεύουσιν, ὅτι αὐταὶ εἶναι αἱ αἰτίαι, δεικνύουσιν ὅτι οὐδόλως ἠρευνήθησαν τὰ αἴτια, οὐδόλως ἐμελετήθησαν αἱ ἀφορμαὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀσυνταξίας μας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐπέμβασις διέφθειρε τὸν ἀνύπαρκτον στρατὸν ἡμῶν. Διότι ἐν τῷ ἀθροίσματι τῶν ὁπλοφόρων, ὅπερ καλοῦμεν ἡμεῖς στρατὸν, οὐδέποτε ὑπῆρξαν τὰ στοιχεῖα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἰσχὺν τοῦ ἀληθινοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα τὰ ἀποτελοῦντα τὸν ἀληθῆ στρατόν; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ μικρὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν γνώμην διαπρεπεστάτου συγγραφέως, τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ Derrecagaix «Ἡ ἰσχὺς τοῦ στρατοῦ ἐξαρτᾶται, λέγει ὁ Γάλλος στρατηγὸς, ἐκ δύο στοιχείων. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ τῆς ὑλικῆς δυνάμεως, ἥτις δίδεται ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἥτις περιλαμβάνει τὴν στρατολογίαν, τὴν σύνταξιν (constitution du commandemment) τῆς διοικήσεως, τὴν σύμπτυξιν τῶν δυνάμεων, τὴν δύναμιν, τὴν σύνθεσιν τῶν στελεχῶν, τὸν ὁπλισμὸν, τὴν τεχνικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὰ μέσα τῆς ἀναχορηγίας σιτήσεως καὶ μεταφορᾶς. Δεύτερον στοιχεῖον εἶναι ἡ ἠθικὴ δύναμις, ἥτις συνήθως πολὺ παραμελεῖται καὶ ἥτις δημιουργεῖται ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς μορφώσεως, τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς πειθαρχίας.» Ὁ δὲ διάσημος συγγραφεὺς τῆς «Κριτικῆς καὶ τῆς Ἱστορίας τῶν πολέμων τῆς Ἰταλικῆς ἐπαναστάσεως» συμπληροῖ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἰσχὺν ἑνὸς Κράτους. Ὁ συγγραφεὺς εἶναι ὁ Jomini. «Ἡ πραγματικὴ δύναμις Κράτους τινὸς στρατιωτικῶς, λέγει ὁ Jomini, προέρχεται ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ὀργανισμοῦ του, τοῦ φρονήματός του, τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀρχηγῶν του, ἐκ τῶν μέσων τῆς στρατολογίας, τῶν ὀργανικῶν συνθηκῶν τῶν σωμάτων, τῆς εὐφυΐας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Γενικῶν Ἐπιτελείων του, τῆς μεγαλοψυχίας τῶν διοικούντων στρατηγῶν, καὶ τέλος τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου.» Τὰ μεγάλα πολεμικὰ ἀποτελέσματα δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἢ διὰ τῆς ἑνώσεως πάντων τούτων τῶν μέσων. Διότι, ἐὰν ἡ ἐπιδεξιότης τοῦ ἀρχηγοῦ εἶναι ἡ πρώτη ἐγγύησις τῆς ἐπιτυχίας, ὁ ἀρχηγὸς οὗτος θὰ νικήσῃ μάχας ἄνευ ἀποτελέσματος, ἐὰν τὸ ἔθνος ἀρνῆται τὰς ἀναγκαίας θυσίας. Βλέπετε, Κύριοι, ὁποῖα καὶ ὁπόσα στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ὑπάρξῃ στρατὸς, ὁποῖα ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ κεφάλαια χρειάζονται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω παρ’ ἐκείνων, οἵτινες μετὰ τοσαύτης σφοδρότητος ὁμιλοῦσιν ἐνίοτε περὶ τῶν πολιτευομένων τοῦ τόπου τούτου, ἂν ὑπῆρξαν ποτὲ ἐν τῷ στρατῷ μας τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ὅπως διαφθείρῃ αὐτὰ ἡ πολιτική. Ποία διαφθορὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἐπὶ σώματος ἐντελῶς ἀνυπάρκτου, δι’ ὃ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐδαπανήσαμεν μέχρι τοῦδε;
§189ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ δημιουργήσωμεν στρατόν.
§190ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ζητεῖτε νὰ δημιουργήσητε στρατὸν, καὶ εἶναι λίαν ἀμφίβολον, ἂν κατορθοῦται τοῦτο διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὅταν λέγητε ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τὸν στρατὸν, δεικνύετε ὅτι δὲν ἐμελετήθησαν τὰ αἴτια τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀσυνταξίας. Γνωρίζετε ὅτι ἔχομεν τὸν πλημμελέστατον νόμον περὶ γενικῆς στρατολογίας, νόμον καθαρῶς ταμιευτικὸν, δημιουργοῦντα τὴν φυλὴν τῶν ἀπαλλαγέντων, καὶ ὅτι μᾶς λείπουσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ στρατός. Καὶ ἀφοῦ οὐδὲν ἔχομεν ἐκ τῶν ἀποτελούντων στρατὸν πραγματικὸν, ἐρχόμεθα ἐντεῦθεν καὶ λέγομεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τοῦτον! Διὰ νὰ φθαρῇ τι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως ὑποστῇ τὴν φθοράν· ἀλλὰ τὸν ἀσύστατον, τὸν ἄϋλον αὐτὸν στρατὸν, τὸν ἀπὸ καταβολῆς Ἑλλάδος εὑρισκόμενον εἰς ἐλεεινοτάτην κατάστασιν, οὔτε ἡ πολιτικὴ ἔφθειρεν, οὔτε τὰ μπιλιετάκια τοῦ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἑπομένως ὁ στρατὸς οὗτος, εἴτε διευθύνεται ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, εἴτε ὄχι, εἶναι στρατὸς ἀνύπαρκτος, εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, στρατὸς ὁπλοφόρων, εἶναι, ὡς εἶπεν Εὐρωπαῖος στρατιωτικὸς συγγραφεὺς, συρφετὸς, καὶ μὲ τοιοῦτον στρατὸν, μεθυσθὲν τὸ ἔθνος, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ πόλεμον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν αὐτὸν διαρκῶς ὑποχωροῦντα ἀπὸ τῆς Πίνδου καὶ τοῦ Ὀλύμπου μέχρι τῶν στενῶν τῶν Θερμοπυλῶν, ὅπου ἐσταμάτησε, τῇ εὐρωπαϊκῇ ἐπεμβάσει εὐτυχῶς, ὅπως μὴ μολυνθῇ καὶ τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐχύθη τόσον αἷμα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Λεωνίδου μέχρι τοῦ Ἀθανασίου Διάκου. Τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης καταστάσεως δὲν εἶναι βεβαίως αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν οἱ στρατιωτικοὶ συνάδελφοι, οἱ ἀγορεύσαντες, καὶ τὰ ὁποῖα διαλανθάνουσι διὰ μέσου τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δύνανται νὰ γράφωνται σθεναρῶς ταῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας, δύνανται νὰ κηρύττωνται εὐγλώττως ἐντεῦθεν, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι τὰ πραγματικὰ αἴτια, καὶ ἂν ὡς τοιαῦτα θεωροῦνται παρ’ αὐτῶν καὶ τῶν περὶ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂν πιστεύουσιν ὅτι διὰ τῆς ἐξοβελίσεως αὐτῶν θέλει δημιουργηθῆ στρατὸς, ἔστωσαν βεβαιότατοι οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ διοικῶν τὸν στρατὸν, εἴτε Ὑπουργὸς εἶναι οὗτος, εἴτε Διάδοχος, οὐδὲν θέλει κατορθωθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Διότι ἄλλαι εἶναι αἱ ἀφορμαὶ καὶ αἰτίαι, καὶ ἄλλα ἀπαιτοῦνται μέτρα, ὅπως καταστῇ ὁ στρατὸς ἱκανὸς, ἵνα δράσῃ ἐν πολέμῳ. Ἀπαιτοῦνται τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν παρέχει ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, οὐδὲ ἂν ἀφαιρέσητε τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀναθέσητε ταύτην εἰς τὸν Διάδοχον, διότι, εἴτε ἐξακολουθῶσι νὰ στέλλωνται τὰ μπιλιετάκια, εἴτε οὐδεμίαν αὐτὰ τύχωσι θέσιν ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, κατ’ οὐδὲν θέλουσι συντελέσει ταῦτα εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ στρατοῦ. Τὰ πρόσωπα θὰ ἀλλάξωσι βεβαίως, ἀλλὰ τὰ πράγματα θὰ μένωσι τὰ αὐτὰ, καὶ ἐφ’ ὅσον μένωσι τὰ αὐτὰ, ὁ στρατὸς θὰ ἦναι ὁ αὐτὸς, εἴτε ὁ κ. Τσαμαδὸς διοικῇ αὐτὸν, εἴτε ὁ Διάδοχος ἀρχηγῇ αὐτοῦ. Διότι ἐπὶ τέλους τί εἶναι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἡ συζήτησις; Μὴ εὑρίσκετε διὰ μέσου τῶν ἄρθρων αὐτοῦ ἀπόκρυφόν τινα θησαυρὸν, ὃν θὰ χρησιμοποιήσητε, διὰ νὰ διαπλάσητε στρατόν; Μὴ εὑρίσκετε ἀδήλους τινὰς πόρους, οὓς θὰ διαθέσητε, ὅπως πληρώσητε τὰς ἀποθήκας ὑλικοῦ; Μήπως εὑρέθησαν ἀπροόπτως τὰ χρήματα, δι’ ὧν ὀργανοῦντες τὸν στρατὸν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐφαρμόσητε ἕνα οἱονδήποτε ὀργανισμὸν; Ποῦ εἶναι τὰ χρήματα ταῦτα; ποῦ εἶναι τὰ νεῦρα καὶ τὸ αἷμα, ὅπερ ἀπαιτεῖται, ὅπως δοθῇ ψυχὴ καὶ ζωὴ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ; Τὰ νεῦρα δὲ παντὸς στρατοῦ ἐν πολέμῳ καὶ εἰρήνῃ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Ἀρχίδαμος, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μένουσιν ἀναλλοίωτα, τὰ χρήματα. Ὅταν δὲν ἔχητε χρήματα, τί ζητεῖτε; Θὰ μετακαλέσητε ἐνταῦθα ἕνα ὀργανωτήν; Εἴτε Γερμανὸς, εἴτε Γάλλος εἶναι ὁ ὀργανωτὴς, θὰ συντάξῃ ἕνα ὀργανισμὸν, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, δὲν θὰ ὑπάρχωσι τὰ μέσα, ὅπως ἐφαρμοσθῇ οὗτος. Καὶ ἠκούσαμεν ἀληθῶς τοῦ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ, εἰπόντος, ὅτι ὁ Διάδοχος, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὑτοῦ, θὰ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις πρὸς αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ 16 ἑκατομμυρίων αἴφνης εἰς 30 ἑκατομμύρια. Αἱ ἁπλοϊκαὶ αὗται ἰδέαι, γνωρίζετε κατὰ πόσον δύνανται νὰ ὦσιν ἐφαρμόσιμοι. Ἂν ζητηθῶσι ταῦτα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ τῷ εἴπῃ: «Δὲν ἔχομεν ἄλλα χρήματα· ἀρκεσθῆτε εἰς ὅσα τὸ Κράτος διαθέτει». Καὶ βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ περιορίζῃ αὐτὸν μέχρι τῶν ἀναγραφομένων ποσῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τότε βεβαίως θὰ ἔχητε πάλιν τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Λεβίδης, προϋπολογισμὸν μισθοτροφοδοσιῶν· δὲν θὰ ἔχητε τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύνησθε νὰ συγκαλέσητε ἡλικίας ἐφεδρείας, διὰ νὰ γυμνάζωνται οἱ ἄνδρες, οὔτε νέον σύστημα ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὔτε χρήματα, ὅπως ἀποκτήσωμεν σύνορα παρὰ τὴν μεθόριον ἰσχυρὰ, οὔτε γενικὰ γυμνάσια θὰ δύνασθε νὰ ἐκτελῆτε, ὅπως ἐκπαιδεύσητε τὸν στρατὸν, τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς, ὅπως προπονούμενοι ἐν εἰρήνῃ καταστῶσιν ἱκανοὶ νὰ ὁδηγήσωσι τὸν στρατὸν νικηφόρως ἐν πολέμῳ. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε χρήματα διὰ ταῦτα, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ποῖον λόγον δύναται νὰ ἔχῃ ὀργανισμὸς ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μὴ δυνάμενος νὰ ἐφαρμοσθῇ, δι’ ἔλλειψιν χρημάτων; Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν χρήματα, πρέπει νὰ ἀρκώμεθα εἰς τὰς εὐχὰς, ἃς ἀναπέμπουν ἐντεῦθεν ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Μόνον διὰ χρημάτων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὀργανισμός. Ἴσως αἱ μέλλουσαι γενεαὶ δυνηθῶσι νὰ ἴδωσιν ἐφαρμοζόμενον τοῦτον, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς καὶ αἱ καθ’ ἡμᾶς γενεαὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἴδωμεν ἐφαρμοζόμενον τὸν ὀργανισμόν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ἐνταῦθα μετὰ τοσαύτης θέρμης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Διὰ τῆς διεξαχθείσης ὅμως ἐνταῦθα συζητήσεως πιστεύετε, —ἐὰν δίδετε πίστιν βεβαίως εἰς ὅσα λέγετε,—ὅτι ἅμα ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ Διάδοχος ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, πιστεύετε ὅτι τοῦτο θέλει χρησιμεύσει ὡς μαγικὴ ῥάβδος, ἥτις θὰ παραγάγῃ στρατὸν, ἀντὶ τοῦ σημερινοῦ, τοῦ ἀπολέμου καὶ ἀσυντάκτου, συντεταγμένον ὅπως οἱ τῶν στρατιωτικῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου; Ἄνευ τῆς διπλασιάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται εἰς μαγικὴν ῥάβδον νὰ μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον· καὶ ἐνῷ οὐδὲν θέλει κατορθωθῆ, ἁπλῶς μόνον θέλει δημιουργήσει ζητήματα καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν Δυναστείαν. Διαβουκολοῦμεν τὸν λαὸν, λέγοντες ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ λύεται τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως· γεννῶμεν ἐλπίδας, ἐξάπτομεν τὴν φαντασίαν τοῦ λαοῦ, ἀναμένοντος μεγάλα καὶ σπουδαῖα· ὅλα δὲ ταῦτα ἐν ἀποτυχίᾳ θὰ ξεσπάσωσι κατὰ τῆς προσφιλοῦς κεφαλῆς τοῦ Διαδόχου μίαν ἡμέραν. Διότι τί θέλει προκύψει ἐξ αὐτοῦ; Θὰ ἀναθέσητε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἐκχωροῦντες πολλὰ ἐκ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Διάδοχος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, τῇ ἀκριβεῖ καὶ δικαίᾳ, τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ἀφεύκτως θὰ γεννήσῃ παράπονα. Διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως καὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν. Τὰ τρία ταῦτα δικαιώματα δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὅσον γράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐνασκούμενα ὑπὸ τοῦ Διαδόχου, διότι αὐτὰ θὰ γεννήσωσι διχονοίας καὶ πάθη ἐν τῷ στρατῷ, καὶ θὰ βλέπητε ταῦτα ἐξογκούμενα καὶ φερόμενα φοβερὰ μίαν ἡμέραν κατὰ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε προχθὲς τὸ ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης, ἧς Πρόεδρος διετέλει, νομίζω, τότε ὁ Διάδοχος· ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ τὴν αἰτίαν, τὴν προκαλέσασαν τὸ ἀντιπειθαρχικὸν αὐτὸ κίνημα. Γνωρίζετε ὅμως πάντες τὴν αἰτίαν ταύτην. Τότε ἐνηργήθησαν προβιβασμοὶ, ὁ δὲ Διάδοχος ἐνήσκει τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν. Μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προβιβασθέντων ἦσαν ἀξιωματικοί, οὓς ὅλος ὁ στρατὸς ἐθεώρει ὡς τοὺς ἱκανωτάτους, ἀλλὰ καὶ ὅλος πάλιν ὁ στρατὸς ἐθεώρει αὐτοὺς ὡς τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας τοῦ Διαδόχου. Καὶ τὸ ἁπλοῦν καὶ ἀσήμαντον τοῦτο περιστατικὸν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ ἀντιπειθαρχικὸν ἐκεῖνο κίνημα, καὶ εἴδετε τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ῥίπτοντας τὴν παραίτησίν των εἰς τὸν Διάδοχον. Ἦτο τοῦτο ἔκφρασις ἀποδοκιμασίας τῶν πράξεων τοῦ ἐνασκοῦντος τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν Διαδόχου...
§191Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω ἐγὼ οὐδεμίαν διακοπήν.
§193Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τότε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§195ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοιαῦτα ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα ἀπεύχομαι, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχωμεν συχνότατα, ἀφοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως, τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῆς προτάσεως πρὸς προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν.
§196Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐνοήσατε καλῶς τὸ νομοσχέδιον.
§197ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διόλου ἀπίθανον, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προσπαθοῦμεν νὰ μαντεύσωμεν, ὡς ἐκ τῆς ἀσαφείας αὐτοῦ.
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέπτυξεν αὐτὸ, ἀλλὰ σεῖς δὲν θὰ ἦσθε, φαίνεται, ἐδῶ τὴν ὥραν ἐκείνην.
§199Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἂς τυπωθῶσι λοιπὸν αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι, εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνεπτύχθη οὕτως, ὥστε νὰ ἐννοήσωμεν αὐτό. Δὲν ἐλέχθησαν ὅσα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§200ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ζητήσατε πληροφορίας.
§201ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ τὰς πληροφορίας ταύτας ζητοῦμεν καὶ δὲν λαμβάνομεν ἀτυχῶς.
§202Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οἱ κύριοι Βελλιανίτης καὶ Γουναράκης δὲν εἶναι στρατιωτικοί· μεθ’ ὅλην δὲ τὴν ἐκτίμησιν, ἣν ἔχω εἰς τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὰς γνώσεις των, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσωσι νομοσχέδιον στρατιωτικόν.
§203ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν πταίω ἐγὼ τότε.
§204ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐλπίζω νὰ μὲ διαδεχθῆτε εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς καταστήσητε καταληπτὸν τοῦτο. Ἐνῷ τοιαῦτα κακὰ, ἔλεγον, Κύριοι, θὰ δημιουργῶνται ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ Διαδόχου, ἐξ ἄλλου ὁ λαὸς, πιστεύων εἰς τὰς ἐπαγγελίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἀναμένῃ βεβαίως νὰ ἴδῃ ἀναδιοργανούμενον τὸν στρατὸν συμφώνως πρὸς τοὺς πόθους αὑτοῦ. Καὶ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν θέλει μεταβάλει ἐκ τῶν κακῶς ἐχόντων, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν καὶ τὴν ἀδάμαστον θέλησιν τοῦ Διαδόχου, ὅστις, γνωρίζω ὅτι ἐμφορεῖται ὑπὸ τῶν εὐγενεστέρων αἰσθημάτων καὶ ἔχει ὡς ὄνειρον τὴν στρατιωτικὴν ἀνάπλασιν, οὐχ ἧττον πᾶσαι αὗται αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις θέλουσι ναυαγήσει, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ χρῆμα, ὅπως κατορθώσῃ νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ. Ἐν περιπτώσει δὲ ἀποτυχίας, θὰ πιστευθῇ παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέσων, ἀλλὰ προῆλθεν ἐκ τῆς ἀνικανότητος καὶ ἀνεπαρκείας τοῦ Διαδόχου.
§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πιστεύετε ὑμεῖς αὐτό· ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην.
§206ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πιθανὸν ὁ Διάδοχος νὰ θέλῃ νὰ ἀναλάβῃ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην ταῦτα, πιθανὸν νὰ θέλῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, ἀπέναντι τῆς ἐπιθυμίας, ἣν ἔχει, ὅπως ἴδῃ τὸν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος καὶ τῶν πόθων τῆς φυλῆς· πιθανὸν νὰ θέλῃ νὰ πέσῃ θῦμα τῆς ἰδέας τοῦ ταύτης. Ὅλα τὰ αἰσθήματα ταῦτα εἶναι εὐγενῆ, ἀλλ’ ὅμως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς, ἂν πρέπει καὶ ἂν συμφέρει νὰ ἀναθέσωμεν αὐτῷ τοιαύτας εὐθύνας, ἂν πρέπει νὰ θέσωμεν αὐτὸν ἀντιμέτωπον τοσούτων κινδύνων. Ἡ Δυναστεία εἶναι κεφάλαιον ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ σπαταλᾷ τις ὅπως θέλει, πρὸ παντὸς δὲ ὁ κατέχων αὐτό. Καὶ ἂν δὲν ἐγνώριζον πόθεν προέρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σᾶς βεβαιῶ, θὰ ὑπέθετον, ὅτι ἐπιβουλή τις ἐξυφαίνεται κατὰ τοῦ Στέμματος. Οὕτω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐνῷ οὐδὲν ἐκ τῶν κακῶν τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ στρατῷ θέλει ἄρει, προτίθεται νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους κατὰ τῆς Δυναστείας, κινδύνους κατὰ τοῦ ἔθνους, καὶ τοὺς κινδύνους τούτους φοβούμενος, θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν δι’ αὔριον ἀναβολήν.
§209ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§210ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν δὲν συναινέσῃ, θὰ ὁμιλήσω.
§211ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους συζητοῦμεν!
§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λευκάδος, ἂν ἔχομεν ἑβδομάδας ὁλοκλήρους, ἀλλὰ βεβαίως ἐκ τῶν ἑβδομάδων τούτων οὐδεμία ὥρα κατηναλώθη ὑπ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν ὡμίλησα. Ἐζήτησα, διὰ βραχέων ἀγορεύσας, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἡ ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπερρίφθη ἡ πρότασίς μου. Καὶ μετέπειτα εἰς παρεμπεσοῦσάν τινα συζήτησιν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπί τινα λεπτά. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος κατὰ τρόπον κατ’ ἀνάγκην ὀλίγον τι ἐκτεταμένον, ἀλλὰ μὴ ὑπερβαίνοντα πολὺ τὸ σύνηθες μέτρον τῆς παραμονῆς μου ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι συνήθως δὲν μακρηγορῶ. Νομίζω ὅτι εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ ἔχοντα τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τόσον σπουδαίου θέματος, ὀφείλεται διευκόλυνσις, ὅπως πράξωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, καθ’ ὃν αὐτοὶ κατὰ πεποίθησιν νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτοὺς τρόπον. Εἶναι δὲ βεβαίως ἡ ὥρα τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ τὸ καθῆκον, ὡς ἤθελεν ἐκπληρωθῆ ἐν ὥρᾳ τῇ προσηκούσῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἤθελον συναινέσει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὔριον. Ἡ σημερινὴ συμπεριφορὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παραμελησάντων πᾶσαν ἐπερώτησιν, ἵνα ἀρχίσῃ ἐνωρὶς ἡ συζήτησις, ἀποδεικνύει ὅτι αὔριον ἡ δευτέρα συζήτησις, μὴ ὑπαρχουσῶν καὶ ἄλλων ἐγγεγραμμένων, ἐκτὸς ἴσως τοῦ κ. Γουναράκη, θὰ φθάσῃ εἰς πέρας. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἡ ἀναβολή, ἥτις χθὲς ἐδόθη διότι εἷς τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὑρέθη κεκοπιακώς, δὲν θὰ δοθῇ σήμερον, ὅτε εἰς πολὺ πλέον προκεχωρημένην ὥραν ὁ αὐτὸς λόγος προβάλλεται; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία δὲν συναινέσωσι, βεβαίως ἡ πρᾶξις αὐτῶν δὲν θὰ ἦναι πρᾶξις νομιμόφρων, ἀλλὰ θέλω βεβαίως ὑποταχθῆ εἰς αὐτὴν καὶ θέλω λάβει τὸν λόγον.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, ὅταν ἡ αἴτησις διατυποῦται ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ἢ νὰ ἀπαντήσῃ διὰ τῆς ἀποδοχῆς ταύτης. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ ἐξηγήσω, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παρατείνῃ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης τὰς συζητήσεις. Δὲν λησμονεῖτε ὅτι ἑπτὰ ὅλαι συνεδριάσεις κατηναλώθησαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἀνεπτύχθησαν καὶ οἱ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου λόγοι καὶ οἱ κατ’ αὐτοῦ, εἴμεθα δὲ ἀκόμη εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν αὐτοῦ· δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι ἐπὶ ὀλίγας ἔτι ἑβδομάδας δύνανται νὰ παραταθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες, ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας κατοικούντων Βουλευτῶν. Ὑπάρχει δὲ ἐργασία μεγάλη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιτελεσθῇ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ὑπάρχουσιν αἱ πιστώσεις ὅλαι, αἱ ὁποῖαι εἰσέτι δὲν ἐψηφίσθησαν, μένει ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ συζητηθῇ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ὑποβληθῶσι σιδηροδρομικαὶ συμβάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συζητήσῃ, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ὑπηρεσιακὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα πάντα ὑποχρεοῦσι καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παρατείνῃ τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς δευτέρας πρωϊνῆς ὥρας. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι ἀσθενὴς, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παραμένω ἐδῶ. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, εἰλικρινῶς νὰ εἴπητε, ἐγένετο, ἢ ὄχι, κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου; Ὅλοι εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωμεν, τί πρέπει καὶ τί δύναται νὰ λεχθῇ. Ἀφίνω ὑμᾶς αὐτοὺς κριτὰς, ἵνα εἴπητε, ἂν ἐλέχθησαν μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν, ἂν δὲν παρετάθη ἡ συζήτησις πέραν τοῦ σημείου, μέχρι τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο νὰ παραταθῇ.
§214Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἀπέναντι αἰτήσεως διατυπωθείσης ὅπως διετυπώθη ἡ αἴτησις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καίτοι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν, ὅπως λάβῃ τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, δὲν θέλομεν νὰ παρακωλύσωμεν αὐτὸν, ὅπως συζητήσῃ ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως, καὶ θέλομεν διακόψει τὴν συζήτησιν, πράττοντες, σήμερον ἀκόμη ὅ,τι χθὲς ἔπραξεν ἡ Συμπολίτευσις, διακόψασα τὴν συνεδρίασιν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως διακοπῇ αὕτη. Ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς, οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀρτίας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι βεβαίως σύστασις τοιαύτη ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἔχω ἐλπίδα νὰ γείνῃ δεκτὴ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῶν ὁποίων πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ κήδηται, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα, λαμβάνοντες πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, μείνητε κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἔργων, ἅτινα κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται ὑπὲρ τῶν ἔργων τούτων νὰ διαθέσωσι.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 30′ τῆς πρωίας τῆς ἐπιούσης).