1900.03.06
5.381 στίχοι · 42.522 λέξεις · 338 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 6 Μαρτίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Π. Πετρίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, διὰ τίνα λόγον ὁ νομάρχης Κορινθίας, πρὸς ὃν ἐστάλη τὸ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1899 ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Πελλήνης περὶ διορισμοῦ γραμματοδιδασκάλου ἐν τῷ χωρίῳ Βλαντούσια τοῦ Κωνστ. Σπηλιώτη, προτεινομένου ὡς καταλλήλου, ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προτάσεως ταύτης, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ.» Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Κ. Χατζηπέτρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120).
§2Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐπερωτήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ πρῶτον ὁ ἐξ Ὀλυμπίας βουλευτὴς κ. Κανελλόπουλος ἐπηρώτησε περὶ πράξεώς τινος τοῦ ἀστυνόμου Ἀνδριτσαίνης. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον χθὲς μόλις, ἀμέσως δὲ σήμερον ὑπέβαλον διάταγμα περὶ ἀπολύσεως τοῦ ἀστυνόμου τούτου· ἐζήτησα δὲ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν αὐτοῦ. Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Πετρίδης ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα σχετικὸν πρὸς τὴν δαπάνην δραχμῶν 570,764 διὰ μικρὰ βοηθήματα, σχετικὰ ὅλα πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Φικιώρης ἐζήτησεν, ὅπως προσαγάγω τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα τὴν δημοπρασίαν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ παραλιακοῦ τμήματος τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ζακύνθου–Βασιλικοῦ. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης ἐπηρώτησε περὶ ὁδῶν τινων ἐν Ἀττικῇ καὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν, ἰδίως περὶ τοῦ τμήματος τοῦ ἀπὸ Κηφισίας μέχρι Κατηφοριᾶς κλπ. Καταθέτω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ εὕρῃ ὅλας τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§3Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, παρακαλῶ.
§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τμήματος τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἐλευσῖνος εἰς Μέγαρα. Καταθέτω σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν του. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ἐζήτησεν, ὅπως καταθέσω πίνακα, ἐμφαίνοντα, τίνες παραχωρήσεις μεταλλείων ἐγένοντο μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1886, τίνες ἐκπτώσεις ἐγένοντο σχετικῶς πρὸς τὰς παραχωρήσεις ταύτας κλπ. Τοὺς πίνακας αὐτοὺς καταθέτω. Αἱ λοιπαὶ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησεν, ἀφορῶσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διεβίβασα τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παρασκευάσῃ ταύτας. Ἐπίσης, νομίζω, ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ὑποβάλω, συμφώνως πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον, ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐργασιῶν τῶν μὴ ἀποπερατωθέντων ἐντὸς τοῦ 1899 δημοσίων ἔργων, τῶν ἐγκεκριμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ φέροντος τὸ ὄνομα τοῦ εἰρημένου ἔτους, καὶ τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην δαπάνην ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ληφθείσας πιστώσεις. Καταθέτω τὸν πίνακα αὐτόν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Δούνης ἐζήτησεν, ὅπως καταθέσω ἔγγραφά τινα, σχετικὰ πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους τοῦ δήμου Αὐλῶνος. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ἂν διατηρεῖται ἐν τῇ θέσει βοηθοῦ ἐν τῷ νοσοκομείῳ τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων ὁ ἀπὸ ἓξ μηνῶν ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, ὡς κληρωτός, Γ. Φωτεινός. Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως δὲ ταύτης θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος βοηθὸς ἐξακολουθεῖ ὑπηρετῶν, ἀλλὰ δὲν μισθοδοτεῖται ἀφ’ ἧς ἡμέρας κατετάχθη εἰς τὸν στρατόν. Ὁ βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Καΐρης ἐζήτησεν, ὅπως καταθέσω ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς δημοτικόν τινα σύμβουλον, ὁ ὁποῖος διατελεῖ καὶ δικαστικὸς κλητὴρ ἔμμισθος. Καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§5ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέλειψε νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς ἰδικήν μου ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ἀστυνόμου Ὀλυμπίων τῆς Ἠλείας. Σχετικῶς πρὸς ταύτην ἔλαβον καὶ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον καταθέτω.
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔδωκα διαταγήν, ὅπως μοὶ παρασχεθῶσι καὶ περὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης πληροφορίαι.
§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσι πίνακες, παριστῶντες, ὑπὸ τύπον ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ, τὰς γενομένας δαπάνας τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Ἔκτοτε ἐνῃσχολεῖτο τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πρὸς κατάρτισιν τῶν πινάκων αὐτῶν. Λαμβάνω δὲ νῦν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τούτους. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μὴ τυπωθῶσι, διότι ὡς ἐκ τοῦ ὄγκου αὐτῶν θὰ βραδύνῃ ἡ ἐκτύπωσις καὶ δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τοῦ αἰτήσαντος αὐτούς. Ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν ἀπολογισμὸς τοῦ 1898 δεικνύει τὰς δαπάνας κατὰ γενικὸν κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησεν εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν καὶ ὑπεβλήθησαν πίνακες λεπτομερεῖς.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τύπωσις αὐτῶν δύναται νὰ βραδύνῃ τόσον, ὥστε νὰ μὴ χρησιμοποιηθῶσι, τὸ δὲ Ἐθν. Τυπογραφεῖον εἶναι λίαν βεβαρημένον καὶ ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐξ ἄλλων. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ᾐτήσατο ὡσαύτως νὰ κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ 1897 τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας νὰ δοθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην κατατεθὲν χρηματικὸν ποσὸν ἐκ στρατιωτικῶν ἀντισηκωμάτων εἰσπραχθέντων κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1896 καὶ κατὰ τὴν πρώτην τοῦ 1897. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅπερ ᾐτήσατο ὁ κύριος Βουλευτής, καταθέτω. Φέρει χρονολογίαν 7 Μαρτίου 1897 καὶ εἶναι ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ κ. Μεταξᾶ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Πράγματι δὲ παρίστανται λεπτομερῶς αἱ γενόμεναι δοσοληψίαι ἐπὶ τοῦ χρήματος τοῦ προερχομένου ἐξ ἀντισηκωμάτων κατατεθειμένων εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἠτήσατο πληροφορίας τινὰς περὶ μεταλλείων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθηκε τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγὼ καταθέτω τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν ὁμοῦ μὲ τὰς ἄλλας.
§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολλαὶ, καὶ θὰ βραδύνῃ ἡ τύπωσις. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δ. Ράλλης ἠτήσατο νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν περὶ τὸ τέλος τοῦ 1898 ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1899 ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου καὶ ἐνσήμων πλεονάσματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἡ συλλογὴ τῶν ἐγγράφων τούτων Γαλλιστὶ καὶ Ἑλληνιστὶ κατατίθεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλοῦνται δὲ οἱ ἐπιθυμοῦντες, νὰ μελετήσωσι ταῦτα, ὅπως φωτισθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀμφότερα τὰ κείμενα, τό τε Γαλλικὸν καὶ ἡ μετάφρασις αὐτοῦ, κατατίθενται εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς ἠτήσατο κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης. Ἐκ τοῦ κατατιθεμένου πίνακος ἐξάγεται, ὅτι ὄντως αἱ εἰσπράξεις τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης εἰσὶν ἐλάχισται. Τοῦτο εἶχε καταργηθῆ κατὰ τὸ 1897 τῇ προτάσει μου, ἀλλ’ εἶχεν ἐπανασυσταθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου. Ἐγὼ δὲ, εὑρὼν αὐτὸ συνεστημένον, δὲν τὸ κατήργησα, διότι ζητήσας πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔμαθον, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Καπνοκοπτηρίου ἐκείνου δὲν εἶναι ταμιευτικὴ, ἀλλὰ μᾶλλον προληπτικὴ τῶν λαθρεμπορίων, διότι ὁ καπνὸς μεταφέρεται εἰς Σπάρτην ἐκ Γυθείου, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐν Σπάρτῃ διευθυντής, δύνανται νὰ λαμβάνωσι χώραν καταχρήσεις. Ἡ ὑπηρεσία νομίζει, ὅτι ἡ ὕπαρξις εἰδικοῦ ὑπαλλήλου εἶναι χρήσιμος. Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος κ. Βουλευτὴς ἐπίσης ἠτήσατο καὶ ἄλλας τινὰς πληροφορίας· ἤτοι ἐὰν παρὰ τὴν διάταξιν νόμου τινὸς, ὃν ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐπερωτήσει του, ὑπάρχουσι προσκεκολλημένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάλληλοι τῶν ἐπαρχιακῶν γραφείων, καὶ ἂν ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ ἐργάζεταί τις, ὅστις μὴ φέρων ἰδιότητα ὑπαλλήλου λαμβάνει μέρος εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ γνῶσιν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Καταθέτω ἐπὶ τούτῳ τὸ προσῆκον σημείωμα.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε καὶ σημείωσιν τῶν ἐξόδων τῶν Καπνοκοπτηρίων Οἰτύλου καὶ Φαρσάλων.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ Καπνοκοπτηρίου Λαυρίου.
§14Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχει καὶ ἔγγραφόν τι περὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβετε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης, νὰ κατατεθῇ καὶ τοῦτο.
§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐγὼ δὲν συνέστησα τὸ Καπνοκοπτήριον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ προκάτοχός μου.
§16ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἶναι τοὐλάχιστον αἱ πληροφορίαι αὗται ἀληθεῖς;
§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ὑπηρεσιακαί. Αἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀρχαὶ ὑποβάλλουσι πάντα τὰ στοιχεῖα, ὧν λαμβάνουσι γνῶσιν οἱ Ὑπουργοί.
§18ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ, αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ κατατεθῶσι. Διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἐν Σπάρτῃ οὐδέποτε συνέβη ἢ κατηγγέλθη λαθρεμπόριον καπνοῦ· ὥστε τὸ Καπνοκοπτήριον, νομίζω, οὐδένα λόγον ἔχει. Νομίζω ἄλλως, ὅτι αἱ ἐπιτόπιοι ἀστυνομικαὶ καὶ ἐφοριακαὶ ἀρχαὶ εἶναι ἱκαναὶ πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπως μὴ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ματαίαν δαπάνην 185 δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐγὼ κατέθηκα τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν μέχρις οὗ λάβητε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν ἐνεγράφησαν πιστώσεις δι’ ἐκτέλεσιν διαφόρων δημοσίων ἔργων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέδειξε, καίτοι τοῦτο ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὅτι ἔπρεπεν αἱ δαπάναι αὗται νὰ κυρωθῶσι δι’ εἰδικοῦ νόμου, καθόσον κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον τοῦ 1894 ἔπρεπε δι’ εἰδικοῦ νόμου αἱ πιστώσεις αὗται νὰ ψηφίζωνται. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων δημοσίων ἔργων, ἤτοι προσθήκης μιᾶς ἀποθήκης εἰς τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, ἐπεκτάσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν κλπ. Εἶναι εἰδικὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν, ὅπως ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις αὕτη χρησιμοποιηθῇ. Ἐπίσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ δραχμῶν 170,000 διὰ τὴν ἀνέγερσιν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν εἶναι αὕτη νέα πίστωσις· ἐψηφίσθη δι’ εἰδικοῦ νόμου εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ὅπως γένηται ἡ προσήκουσα μελέτη καὶ συνταχθῶσι τὰ διαγράμματα καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης, ἐμεσολάβησεν ἀρκετὸς χρόνος, ἡ δὲ πίστωσις αὕτη μετηνέχθη ἀπὸ τοῦ 1899 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1990. Ἐπίσης ὑποβάλλεται δήλωσις, ὅπως προσαρτηθῶσιν εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 οἱ προϋπολογισμοὶ διαφόρων ἄλλων ἔργων, δι’ ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται δαπάνη ἐλάσσων τῶν δραχμῶν 10,000. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐκδοθέντων εἰς βάρος τῶν πιστώσεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς κατασκευὴν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, πιστώσεων, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐξεδόθησαν χωρὶς νὰ γένωνται αἱ ἀπαιτούμεναι δαπάναι. Πρὸς διόρθωσιν τοῦ λάθους ἐκείνου ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, ὅπως τακτοποιηθῶσιν αἱ ἀφορῶσαι εἰς τοῦτο ληψοδοσίαι. Μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν διόρθωσιν τῆς δεξαμενῆς Ὑπάτης ἐξ 23,000 δραχμῶν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 9690 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται μεταβολὴ πιστώσεώς τινος ἐγγραφείσης διὰ προσθήκης πιστώσεως δραχμῶν 1,975,000 καὶ ἐκπτώσεως πιστώσεως δραχμῶν 742,500. Ἐν τῇ ἐκθέσει θέλει παρατηρήσει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ πίστωσις, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν κεχορηγημένην πίστωσιν τοῦ 1899, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 455,246. Αὕτη εἶναι ἡ γενομένη αὔξησις τῶν πιστώσεων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διαφορὰ τῶν ἐκπιπτομένων πρὸς τὰ πληρονόμενα.
§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις θέλει πείσει τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, ὅτι ἡ γενομένη ὑπ’ αὐτοῦ παρατήρησις, ὅτι ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων θέλει ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1899 κατὰ 4,000,000, δὲν εἶναι βάσιμος. Ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν, θέλει πεισθῇ, ὅτι μόνον διὰ δραχμὰς 455,000 προσετέθη πίστωσις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Τὸ λάθος δὲ τοῦτο προέρχεται ἔκ τινος πλάνης, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς καὶ προκάτοχός μου, ὑπολαμβάνων, ὅτι τὰ ⅗ τῶν πλεονασμάτων, δηλαδὴ τὰ λαμβανόμενα εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους, διανέμονται εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους ἡμῶν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ὅστις μελετήσει ἐπισταμένως τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ πλεονάσματα ἑκάστου ἔτους τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατανέμονται εἰς τὰς πιστώσεις τῶν δημοσίων χρεῶν τῶν ἀμέσως ἑπομένων ἐτῶν, ἑπομένως ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἀμέσως ἑπομένων ἐτῶν. Ἄρα αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὰ ⅗ τῶν πλεονασμάτων τοῦ 1898 πρέπει νὰ ἐγγραφῶσι καὶ ἐνεγράφησαν ἐν ἔτει 1899, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγγραφῶσι πρότερον, μὴ ὄντος συντεταγμένου τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς...
§22ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς;
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνετάχθη ἀκόμη. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀπηύθυνα τέσσαρα ἔγγραφα διὰ τὴν βραδύτητα αὐτήν, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι ἐντὸς 10 ἡμερῶν θὰ ᾖναι συντεταγμένη καὶ θὰ ἔχωμεν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους 1900 καὶ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ἐνδεικνύονται νῦν μεταβολαί τινες ἐπενεκτέαι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 τῶν τε ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Δι’ ὃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μίαν δήλωσιν, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἐπενεκτέας μεταβολὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Κατὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, εἰς τὰ κεφάλαια τῶν ἀμέσων φόρων ἐπέρχεται μείωσις 800,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. Τὴν μείωσιν ταύτην ἀνεκοίνωσα κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἐξηγήσας καὶ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ὑπάρχει. Κατόπιν ὅμως ὑπολογισμῶν, διότι ὁ φόρος οὗτος τὸ πρῶτον εἰσάγεται...
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπατε 800,000 δραχμῶν.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τότε. Ἀλλὰ σήμερον ἔχω ἀκριβῆ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐνοικιάσεως ὅλων τῶν δήμων. Ὅτε ἐπρόκειτο ὁ νόμος οὗτος νὰ ἐκτελεσθῇ, προσεκλήθησαν πᾶσαι αἱ ἀρχαί, ἵνα διὰ πρωτοκόλλων καθορίσωσι τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἐφ’ οὗ ἔδει νὰ διεξαχθῶσιν αἱ δημοπρασίαι. Ὁ ἐλάχιστος δὲ οὗτος ὅρος ἤθελε τεθῆ ὡς ἀφετηρία τῶν μελλόντων νὰ συναγωνισθῶσι. Κατὰ τὰ πρωτόκολλα ταῦτα τῶν ἐλαχίστων ὅρων καθωρίσθη τὸ ποσὸν εἰς 2,250,000 περίπου. Κατὰ τὸν πίνακα τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπελογίζετο πλεόνασμα τῶν ἐλαχίστων ὅρων μεταξὺ 30 ἕως 40. Ὡς ἐκ τούτου ὑπελογίσθη, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ ἀνήρχετο εἰς 3,300,000. Ἀλλὰ βραδύτερον, ὅτε ἤρξατο τῶν δημοπρασιῶν ἡ ἐνέργεια, αἱ ἀρχαὶ πολλῶν ἐπαρχιῶν ἐζήτησαν τὴν μείωσιν τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλοὶ φρονοῦντες, ὅτι ὑπῆρξε καὶ δειλία τις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάσθησαν ὡς ἐνοικιασταὶ, διότι ὁ φόρος τὸ πρῶτον ἐφηρμόζετο καὶ διότι τινὲς εἶχον ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῶν διαφόρων τοῦ νόμου διατάξεων. Τὰ βεβαιωθέντα ἐν τούτοις ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν ἐπιβάλλουσι τὴν μείωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ 800,000 δραχ. Ἐνδεικνύεται ὅμως καὶ ἑτέρα τις αὔξησις εἰς τὰ ἔσοδα. Εὑρισκόμεθα νῦν εἰς τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία ἀπεταμιεύθη εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἡ ὁποία ἐξεποιήθη σχεδὸν ὁλόκληρος, ἡ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως τῆς σταφίδος ταύτης προκύπτει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διὰ φόρον ἔγγειον τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα καὶ διὰ τὰ ἔξοδα, ἅτινα κατέβαλε τὸ Δημόσιον, ποσὸν δραχμῶν 1,259,321, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως δέον ν’ ἀναγραφῇ ὡς ἔσοδον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. Ἀλλ’ ἐπέρχεται καὶ ἄλλη τις μεταβολὴ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὡς γνωστὸν, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων ὁ δημοτικὸς φόρος, ἢ μᾶλλον ἡ δημοτικὴ εἰσφορὰ, βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου, κατανέμεται δὲ πρὸς τοὺς διαφόρους δήμους μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει ἐργασίας μιᾶς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ σχετικὸς νόμος. Δέον κατ’ ἀκολουθίαν νὰ εἰσαχθῇ ὡς δημόσιον ἔσοδον, συνάμα δὲ καὶ ὡς ἔξοδον· εἶναι δὲ γνωστὸν τὸ ποσὸν τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς δήμους, ἤτοι 432,000 δραχ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναγράφεται ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν τῶν ἐξόδων, ἵνα λογιστικῶς τακτοποιηθῇ ἡ τοῦ ἐσόδου τούτου εἴσπραξις καὶ ἀπόδοσις.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ὑπολογίζεται τὸ εἰσπραχθησόμενον ἔσοδον ἐν ὅλῳ ἐκ τῆς σταφίδος τοῦ 1898 εἰς 1,268,000 δρ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο προϋπελογίζετο τότε διὰ τὸ 1899, διότι ἤθελεν εἰσπραχθῆ τὸ 1899.
§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγράφη ὅμως, — γίνεται δὲ μνεία περὶ τούτου ἐν ταῖς ἐκθέσεσι, — δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, οὔτε εἰς τὸν τοῦ 1900.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως προκύπτει, ὅτι τὸ ὑπελογίζετε εἰσπρακτέον ἐκ τοῦ κεφ. 8, 3.
§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐποιούμην λόγον ἐν τῇ ἐκθέσει, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι διαρκοῦντος τοῦ 1899 ἤθελεν εἶσθαι ἅπαν τὸ προϊὸν διατεθειμένον, καὶ ἑπομένως ἤθελεν εἶσθαι εἰσηγμένον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ χρῆμα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατωρθώθη, οὕτω δὲ μετεβιβάσθη ἀναγκαίως εἰς τὸ 1900.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ κεφάλ. 8, 3 τῶν προβλέψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899.
§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὡς εἶπον πρότερον, ἐνδείκνυνται καὶ μεταβολαί τινες, ἐπενεκτέαι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1900. Αἱ μεταβολαὶ αὗται προτείνονται διὰ δηλώσεως, ἥτις περικλείει πάσας τὰς μεταβολὰς ἐν πίναξιν ἀναγράφουσι τὰς μεταβολὰς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ παραδείγματι, προστίθεται πίστωσις δραχμῶν 780,000, ἐκ τῶν ὁποίων 430,000 ἀνάγονται εἰς τὴν δημοτικὴν εἰσφορὰν ἐκ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν αὔξησις δραχ. 3,535· εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης αὔξησις δραχ. 112,464· εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αὔξησις δρ. 1,213, 428, ἐκ τῶν ὁποίων περίπου 500,000 προέρχονται ἀπὸ δαπάνας κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ποσὸν δραχμὰς 180,000 ἀπὸ πιστώσεις ἀναγκαίας διὰ τοὺς ναοὺς τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προστίθενται δραχμαὶ 36,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 1,026, 000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οὐδεμία ἐπέρχεται μεταβολή. Εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐπίσης οὐδεμία μεταβολή. Οὕτω, κατὰ τὰς δύο ταύτας δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὴν γνώμην παριστῶσι πάσας τὰς μεταβολὰς τὰς ἐνδεικνυομένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1900, θέλομεν ἔχει ὡς συμπέρασμα, ὅτι τὰ ἔσοδα διὰ τῶν γενομένων προσθηκῶν καὶ μειώσεων ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 112, 256, 849, τὰ δὲ ἔξοδα διὰ τῶν γενομένων ἐπίσης προσθηκῶν καὶ μειώσεων εἰς δραχ. 111,168,497, ἀπομένει δὲ μικρόν τι περίσσευμα. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δύο καθαρῶς ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἓν τούτων διορθώνει μίαν ἔλλειψιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ κατασχετήρια καὶ αἱ δηλοποιήσεις τοῦ πλειστηριασμοῦ κοινοποιοῦνται μόνον εἰς τοὺς ταμίας, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, πολλοὶ τοιοῦτοι πλειστηριασμοὶ διεξάγονται ὑπὸ τῶν ὑποταμιῶν. Ἡ ἔλλειψις αὕτη τοῦ ἰσχύοντος νόμου προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι, ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος οὗτος, ὑποταμίαι δὲν ὑπῆρχον, τὰ δὲ Ὑποταμεῖα ἐδημιουργήθησαν βραδύτερον. Αὕτη λοιπὸν ἡ ἔλλειψις διορθοῦται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἐπίσης εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ συζητῶνται αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου εἰσαγόμεναι ὑποθέσεις, αἱ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου ἰδίως, ἵνα μεσολαβῇ χρόνος τις, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐξευρίσκῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, διότι πολλάκις εἰσάγονται τοιαῦται ὑποθέσεις, κοινοποιεῖται τὸ δικόγραφον εἰς τὸ σχετικὸν Τμῆμα, μέχρις οὗ δὲ ζητηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι, ἀπαιτεῖται χρονικόν τι διάστημα. Εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γηπέδου ἐκκλησιαστικοῦ, ἢ μᾶλλον δημοσίου, πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τότε εἶχε καθορίσει γήπεδά τινα, κείμενα ἐπὶ τῆς Πειραϊκῆς χερσονήσου, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ βραδύτερον ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ γήπεδα ταῦτα εἶναι ἀκατάλληλα, ἐζητήθη δὲ ἡ παραχώρησις ἄλλων γηπέδων. Ἐπειδὴ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ περιγράφονται τὰ γήπεδα, πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἕτερος νόμος διὰ τὴν παραχώρησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς ἓν τῶν οἰκοπέδων τούτων ὑπάρχει περιπλοκή τις, προελθοῦσα ἐκ τούτου, ὅτι ὅλοι, ὅσοι εἶχον ἀγοράσει γήπεδα κείμενα ἐν τῇ Πειραϊκῇ χερσονήσῳ, δὲν ἐπρονόησαν ἐντὸς ἓξ μηνῶν νὰ δηλώσωσι τὴν περὶ παραιτήσεως ἐπιθυμίαν των, ἐξεδηλώθη δὲ καὶ ὑπ’ αὐτῶν καὶ ὑπ’ ἄλλων τινῶν ἡ ἐπιθυμία νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς παράτασις τῆς προθεσμίας, ἣν ἔταξεν ὁ σχετικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου χορηγεῖται τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωνται τὴν δήλωσιν ἐντὸς δύο μηνῶν. Ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκδηλώσει τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως τῇ παραχωρηθῇ ἓν δημόσιον γήπεδον πρὸς ἀνέγερσιν Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς. Ἡ προκάτοχος ἡμῶν Κυβέρνησις ὑπεσχέθη τὴν παραχώρησιν ἑνὸς γηπέδου, ἀνέβαλε δὲ τὴν ὑποβολὴν νόμου μέχρις οὗ ἤθελε καθορισθῆ ὁριστικῶς ἡ τοῦ μέτρου τούτου ἐφαρμογὴ διὰ τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀναγκαίων χρημάτων. Τελευταίως ἐγένετο δήλωσις ἐκ μέρους τῆς Αὐστριακῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὰ χρήματα εὑρέθησαν. Ἐπὶ τούτῳ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Εἰς τὸ προηγούμενον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος εἰς τὴν οἰκογένειαν Καραβαγγέλη διὰ τῆς παροχῆς βοηθήματος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συνταχθὲν καὶ ὑπογραφὲν παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Χορηγοῦνται δι’ αὐτοῦ τῇ οἰκογενείᾳ Καραβαγγέλη 200 δραχμαὶ κατὰ μῆνα.
§32ΦΩΝΑΙ. Εὖγε! εὖγε! Αὐτὸ εἶναι δίκαιον.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ δὲ τὴν οἰκογένειαν Βελέντζα;
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δάσωσις καὶ ἀναδάσωσις ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἔργον ὑπὸ πολλῶν λόγων ἐπιβαλλόμενον. Τελευταίως ἐσχηματίσθη καὶ ἑταιρεία, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τῆς πριγκηπίσσης Σοφίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὸ ἔργον τοῦτο μετὰ πολλῆς θέρμης. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο καὶ ἡ συνδρομὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως κατορθωθῇ ἀπαλλοτρίωσις λόφων τινῶν καὶ ἐδαφῶν, ἅτινα πρέπει ν’ ἀναδασωθῶσι χάριν τῆς ὑγείας τῶν παρακειμένων πόλεων ἢ χωρίων. Πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον. Ὅσοι ἀπετέλουν μέρος τῆς παρελθούσης Περιόδου ἐνθυμοῦνται ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποδεχθῆ πρότασιν τῆς χήρας τοῦ ἀοιδίμου Γεωργίου Ζαρίφη, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν συντήρησιν τῶν Ζαριφείων Διδασκαλείων ἐν Φιλιππουπόλει δι’ ἐτησίας καταβολῆς χιλίων λιρῶν, τῆς κυρίας Ζαρίφη ἐκχωρησάσης εἰς τὸ Δημόσιον τὰς ὁποίας εἶχεν ἀπαιτήσεις κατὰ τῶν χωρικῶν τῶν Σοφάδων, τῶν ἀγορασάντων τὸ κτῆμα, ἐκ λιρῶν 20,400. Καὶ ἡ μὲν Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὴν ἣν ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, διότι ἤδη κατέβαλε καὶ καταβάλλει τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὰ Διδασκαλεῖα ποσὸν, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ χωρίον Σοφάδες ὑπέστη καταστροφὴν ὁλοκληρωτικὴν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Εὑρέθησαν ἑπομένως οἱ ὀφειλέται οὗτοι τοῦ Δημοσίου εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ πληρώσωσι τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὀφειλάς. Οὗτοι εἶναι ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν κεφαλαίου ἐξ 20,400 λιρῶν καὶ τόκων ἐξ 8,000 περίπου λιρῶν, κατὰ τὸ συμβόλαιον τὸ μεταξὺ τῆς κυρίας Ζαρίφη καὶ αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ παρασχεθῇ αὐτοῖς, ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου, εὐκολία τις, ἵνα δυνηθῶσιν ἐκ τῆς ἐργασίας των νὰ πληρώσωσι τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος των. Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ ἀκριβῶς εἰς τὴν παροχὴν τῶν εὐκολιῶν τούτων, ὅπως ἐντὸς δέκα ἐτῶν πληρώσωσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὴν ὀφειλήν των μετὰ τόκου 5%. Οὕτως ἐνόμισα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε εἰς τὰ ἑπόμενα δέκα ἔτη νὰ πληρώνωμεν χιλίας λίρας πρὸς συντήρησιν τῶν Διδασκαλείων καὶ νὰ ἔχωμεν ἓν πλεόνασμα, νὰ ἔχωμεν δ’ εἰς τὸ τέλος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον, κατατιθέμενον εἰς τὴν Τράπεζαν, νὰ ἀποδίδῃ χιλίας λίρας, οὕτω δὲ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἔχῃ αἰωνίως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς τῶν χιλίων λιρῶν. Τὰ καθυστερούμενα πρὸ τὸ Δημόσιον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν δήμων περιῆλθον εἰς κατάστασιν ἐπιβάλλουσαν ἰδιαιτέραν μέριμναν. Αἱ πρὸ τὸ Δημόσιον ὀφειλαὶ μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1895, κατὰ τὰ δημόσια βιβλία, ἀνέρχονται εἰς 183,500,000 δραχμάς. Σημειωτέον, ὅτι εἰς ταῦτα περιλαμβάνονται καὶ ὀφειλαὶ πρὸς τὸ Δημόσιον πρὸ τοῦ 1851, καὶ περιλαμβάνονται ἄνευ λόγου, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1882 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Καλλιγᾶς, πεπεισμένος ὅτι αἱ μέχρι τοῦ 1851 ὀφειλαὶ δὲν ἦσαν εἰσπράξιμοι, εἰσηγήσατο νόμον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν διαγραφὴν πασῶν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1851, ἐξαιρέσει μόνον τῶν ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως, ὡς λέγει ὁ νόμος, τὰ δὲ μετὰ ταῦτα, μέχρι τοῦ 1886, τὰ ὑπήγαγεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀνανεώσεως, ὅπως πληρωθῶσιν εἰς δέκα ἔτη. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἐλαττωματικὸς κατὰ δύο τινά· δὲν ἀνέγραψε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διαγραφὴ τῶν μέχρι τοῦ 1851 καθυστερούντων, δὲν κατέστησε δὲ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀνανεώσεις τῶν ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1886 ὀφειλῶν, ὅπως γείνῃ τακτοποίησις εἰς τὰ δημόσια βιβλία. Σήμερον, ἐὰν ἐξετάσῃ τις, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν διαφόρων ταμείων τοῦ Κράτους, θὰ ἴδῃ φακέλλους ἐρριμμένους τῇδε κἀκεῖσε, περιλαμβάνοντας παραστατικὰ τῶν παλαιῶν χρήσεων, φακέλλους δεδεμένους καὶ παραδεδομένους ἀπὸ προκατόχου εἰς διάδοχον, χωρὶς κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ ἐξετάζῃ τὰ τῶν καθυστερούντων καὶ νὰ διακρίνῃ τὰς ὀφειλὰς τὰς προερχομένας ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1851 ἀπὸ τὰς ὀφειλὰς τὰς προερχομένας ἀπὸ τοῦ 1851 μέχρι τοῦ 1886, οὕτω δὲ αἱ ὀφειλαὶ αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὰς μέχρι τοῦ 1886 χρήσεις ἀπέβησαν ἀνεπίδεκτοι εἰσπράξεως. Δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ ὀφειλαὶ αὗται εἶναι πραγματικαί, ὅτι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελε προσενεχθῇ αὐστηρότερον πρὸς τοὺς ὀφειλέτας τούτους, ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν εἴσπραξιν, διότι αἱ πλεῖσται ἐκ τῶν καθυστερήσεων τούτων προέρχονται ἀπὸ ἐλαττωματικὰς βεβαιώσεις, πλεῖσται ἀνάγονται εἰς πρόσωπα ἐκλιπόντα, ἄλλαι δ’ ἀνάγονται εἰς πρόσωπα οὐδέποτε ὑπάρξαντα. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ταμείων περιῆλθεν εἰς ἀνωμαλίαν μεγίστην, ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν δημοσίων ταμείων κατέστη ἀνέφικτος. Εἶναι πρέπον μία τις πρόνοια νὰ ληφθῇ. Οὐχ ἧττον ἡ κατάστασις τῶν δήμων, ὡς πάντες γινώσκετε, ἐξαιρέσει ἴσως δύο ἢ τριῶν δήμων τοῦ Κράτους, εἶναι οἰκτρά· περιῆλθον οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς δήμους εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲ τὰ πρὸς μισθοδοσίαν τῶν κλητήρων αὐτῶν ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Ἰδιαιτέρως δὲ ἡ κατάστασις τῶν δήμων εἶναι δυσχερὴς καὶ ἀπεγνωσμένη ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐκεῖ μάλιστα συνέβη καί τι ἄλλο ὡς πρὸς τὰ ὀφειλόμενα πρὸς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, δημάρχους, δημογραμματεῖς, δημοδιδασκάλους, κλητῆρας Δημαρχείων, ἐνοίκια δημοτικῶν καταστημάτων κλπ. Πάντα ταῦτα ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἀνάγκης ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ Β. Διατάγματος, προκληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1897, κυρωθέντος δὲ διὰ νόμου, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν προκαταβολικῶς εἰς βάρος τῶν δήμων, καὶ οὕτω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ποσὸν 400,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη πρὸς τοῦτο, κατελόγισεν εἰς βάρος τῶν οἰκείων δήμων. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τό γε νῦν νὰ διοικηθῶσι μὲ τὰ ὑπάρχοντα ἔσοδα. Ὅτε δὲ οἱ ταμίαι ἐπεχείρησαν νὰ ἐνεργήσωσι συμψηφισμὸν τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν, πάντες οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς δήμους ἐξηγέρθησαν καὶ παρεπονήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καθίσταται τοιουτοτρόπως ἡ λειτουργία τῶν δήμων ἀνέφικτος. Τοιοῦτόν τι περίπου, μέ τινας διαφορὰς, γίνεται εἰς ἅπαν τὸ Κράτος. Ὅ,τι δὲ κυρίως ἐπιβαρύνει τὴν κατάστασιν τῶν δήμων, εἶναι ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη εἰς τοὺς δήμους εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως ἕκαστος τῶν δήμων ἔχῃ 2,000 δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἵνα οἰκονομῇ τὰς ἀπαραιτήτους αὐτοῦ ἀνάγκας. Ὅτε εἰσήχθη τὸ νῦν ἔτι λειτουργοῦν ἀστυνομικὸν σύστημα, κατηργήθη ἡ διάταξις τοῦ προηγουμένου νόμου, καθ’ ἣν οἱ δῆμοι ἐλάμβανον τουλάχιστον δισχιλίας δραχμάς. Ἔκτοτε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν πλείστων δήμων κατέστη δυσχερεστέρα. Μετὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀναγράφεται εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους πίστωσις ἑνὸς μέχρις ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ὅπως τὸ Κράτος ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους· ἀλλὰ μέχρις ὅτου οἱ δῆμοι οὗτοι κατορθώσωσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἀρωγὴν τοῦ Δημοσίου, τὸ Δημόσιον ἦτο ἠναγκασμένον νὰ προκαταβάλλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν, οὕτω δὲ ὀφείλονται ὑπὸ τῶν διαφόρων δήμων 13,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων 3,000,000 περίπου ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τελευταίου νόμου. Ὅταν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον, θέλετε λάβει περὶ πάντων τούτων τὴν προσήκουσαν ἰδέαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, κανονίζεται ἡ διαδικασία, καθ’ ἣν θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἀποφασισθεῖσα διαγραφὴ ἐκ τῶν βιβλίων τῶν μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1851, συμπεριλαμβανομένης καὶ ταύτης, καθυστερούντων. Δεύτερον διαγράφονται ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων τὰ ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1852 μέχρι τοῦ 1900 καθυστεροῦντα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν μελετηθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, καὶ ὅταν ἐξετασθῶσιν οἱ λόγοι, οἱ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ ἀναγραφόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ αὐτὸ προθύμως.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ αἱ δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121–137).
§36Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκης ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ παῦσις τοῦ συμβολαιογράφου Ι. Εὐθυμίου. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ κατατίθενται. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Φλογαΐτης ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν κατηγγέλθησαν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Κατατίθεται ὁ πίναξ οὗτος καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 202 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ἐδημοσιεύθη πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐν ταῖς δημοσίαις ἀποθήκαις εἰσαχθέντος σταφιδοκάρπου, εἴτε πρὸς ἀπόδοσιν ἀντιτίμου τῶν τεσσάρων δραχμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἠλαττώθη ὁ πληρωτέος ὑπὸ τῶν παραγωγῶν κατὰ χιλιάδα λιτρῶν φόρος, εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν 15 τοῖς ἑκατὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895 ὤφειλον νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας οἱ ἐξάγοντες τὸν σταφιδόκαρπον. Κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ταύτην, τὸ ποσὸν τοῦ εἰσαχθέντος σταφιδοκάρπου ἀνῆλθε κατὰ μὲν τὸ 1895 εἰς λίτρας 27,084,748, κατὰ τὸ 1896 εἰς λίτρας 37,364,850, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1897 εἰς λίτρας 32,176,800· τὸ ὅλον εἰς λίτρας 96,626,398. Ἐπωλήθησαν δ’ ἐκ τούτων κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 λίτρα 60,191,933, καὶ ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1897 λίτραι 27,945,389. Τὸ ὅλον τοῦ ἐκποιηθέντος ποσοῦ ἀνῆλθεν εἰς λίτρας 88,137,322. Καὶ εἰσεπράχθησαν ἐξ ἀντιτίμου σταφιδοκάρπου δραχ. 5,128,692.02, καὶ ἐξ ἐλλειμμάτων ἀποθηκαρίων δραχ. 35,707.58· τὸ ὅλον δραχ. 5,164,400.60. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ νὰ συνταχθῇ καὶ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, δηλῶν τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας εἰσήχθη καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν ἐν ταῖς δημοσίαις ἀποθήκαις, ἢ τὰ τελωνεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξήχθη, καὶ πίναξ δηλῶν τὰς διαφόρους τιμὰς, ἐφ’ αἷς ἐπωλήθη ὁ ἐκποιηθεὶς σταφιδόκαρπος, καὶ τὸ ποσὸν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπωλήθη ἐπὶ ἑκάστῃ τῶν τιμῶν.
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐφικτόν.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἄρτι ἀπομακρυνθέντος ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προκατόχου τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀναζητήσῃ τοὺς περὶ προμηθείας τῶν ἐρεῶν καὶ τῆς ἱπποφορβῆς φακέλλους, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ προκηρύξεις τῶν δημοπρασιῶν, αἱ περιλαμβάνουσαι τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἦσαν δεκταὶ αἱ μειοδοτικαὶ προτάσεις, ὡς καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν δημοπρασιῶν, καὶ τέλος τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων αἱ δημοπρασίαι αὗται ἐκυρώθησαν, καὶ ἐγένοντο δεκτὰ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν...
§40Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τίνος ἐποχῆς;
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκείνης, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ προκάτοχός σας.
§42Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, κύριε Πρόεδρε, τῆς ὑποβολῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου Καραβαγγέλη, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τυπωθῇ, τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν αὕτη ἔχει, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ ὑπὲρ ἑτέρας οἰκογενείας, τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰωάννου Βελέντζα, συγκειμένης ἐκ τῆς συζύγου του καὶ τέκνων, τοῦ Βελέντζα, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ Καραβαγγέλης ἀχωρίστως εἰργάσθη καὶ ἀπέθανε...
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ Δημαρᾶς.
§44ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐκτὸς τῶν οἰκογενειῶν Βελέντζα καὶ Δημαρᾶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, νομίζω, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τὰς ἀδελφὰς ἄλλου θύματος, ἑνὸς δυτικοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος ἐσφάγη ἐν Βόλῳ καθ’ ὃν χρόνον κατείχετο ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος, ὁ ἐκ Κυκλάδων καταγόμενος, ἐτόλμησε νὰ τελέσῃ δοξολογίαν ἐπὶ τῇ διασώσει τοῦ Βασιλέως ἐκ τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσεως τοῦ Καρδίτση. Ὁ ἱερεὺς οὗτος ὠνομάζετο...
§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δαλέζιος. Τὸν ἐνθυμεῖται τὸ ἔθνος ὅλον.
§46ΚΡΙΤΣΑΣ. Δαλέζιος, μάλιστα. Οὗτος ἐγκατέλιπε δύο ἀδελφάς, στερουμένας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέθεσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ συστήσω καὶ ταύτας εἰς τὴν εὔνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Καλὸν λοιπὸν κρίνω νὰ συντάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἕτερον νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ περιληφθῶσιν ὅλαι αὗται αἱ ἀπορφανισθεῖσαι οἰκογένειαι, καὶ οὐχὶ ἡ τοῦ Καραβαγγέλη μόνον, τῆς ὁποίας οὐχὶ ὀλιγώτερον δικαιοῦνται εἰς μικράν τινα περίθαλψιν καὶ αἱ ἄλλαι.
§47Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ φονευθέντος δυτικοῦ ἱερέως Δὸν Δαλεζίου διότι εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρίσκονται αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ, ὥστε δὲν ἐντρέπομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι λιμοκτονοῦσι, καίτοι ἀνήκουσιν εἰς μίαν τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν τῆς ἄνω Σύρου!
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§49Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, τῶν Τρικκάλων, μακρὸν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου πολλοὶ κάτοικοι ἀγροτικοῦ τινος διαμερίσματος παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἀγροφυλάκων τῶν διορισθέντων εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν μοὶ διαβιβάζονται τοιαῦτα παράπονα κατ’ ἀγροφυλάκων. Ἡ ἀγροφυλακή, ὅπως ἔχει σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ, ὄχι μόνον δὲν ἐκπληροῖ τὸν μέγαν αὑτῆς προορισμὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον καθίσταται πρόξενος μεγάλης βλάβης καὶ ἀνυπολογίστων ζημιῶν εἰς τὴν γεωργίαν. Τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς διέπει ὁ νόμος τοῦ 1856, τοῦ ὁποίου αἱ ἀτέλειαι ἔχουσιν ἀναγνωρισθῆ ὑφ’ ὅλων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Δυστυχῶς ὅμως ὑπὸ οὐδεμιᾶς τούτων ἐλήφθη ἀπόφασις ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀτελεστάτου τούτου νόμου. Τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἔχει ἄμεσον σχέσιν ὄχι μόνον μὲ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν πρόοδον τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καθόλου οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας ἡμῶν καὶ τὴν ἐν γένει δύναμιν αὐτῆς. Ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια εἶναι τὸ πολυτιμότερον ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον πᾶσα Πολιτεία ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν γεωργίαν της. Διὰ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας ἀναπτύσσεται ἡ πρὸς τὴν ἐργασίαν ἀγάπη τῶν λαῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήρτηται ἡ παραγωγικὴ ἱκανότης αὐτῶν, ἡ εὐημερία ἑπομένως καὶ ἡ πρόοδός των. Ἄνευ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας γεωργία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν στατιστικὴν τῆς γεωργίας ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἀποδείξωμεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον παρ’ ἡμῖν ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια, ἵνα ἰδίως ἀποδείξωμεν δι’ ἀριθμῶν τὰς ἀγροζημίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἔτος λαμβάνουσι χώραν εἰς τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν. Πέρυσι περιελθὼν πολλὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας, ἐκ τοῦ προχείρου συνέλεξα ἀριθμοὺς ἐμφαίνοντας κατὰ μέσον ὅρον τὰς ἀγροζημίας ταύτας, ὄντως καταπληκτικάς· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἔχω σήμερον πρόχειρον τὴν σημείωσιν ἐκείνην, ἵνα πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς περὶ τῆς ἀνυπολογίστου ἀξίας τῶν ἀγροζημιῶν τούτων. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ πιστεύσω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος αἱ ἀγροζημίαι εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅσον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἴσως εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, εἴτε ἕνεκεν ἀφθονίας εἰς ταύτας τῶν χέρσων γαιῶν, ὅπως εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας, εἴτε ἕνεκεν εὐστοχωτέρας διακανονίσεως ἐκ μέρους τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν βοσκησίμων γαιῶν, εἴτε ἕνεκεν ἐπικρατήσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας πλειοτέρου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν, εἴτε ἕνεκεν εὐσυνειδητοτέρας ἐκ μέρους τῶν ἀγροφυλάκων ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, ἢ ἐπιμελεστέρας καὶ αὐστηροτέρας ἐκ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐπιβλέψεως ἐπὶ τῶν καθηκόντων τῶν ἀγροφυλάκων, αἱ ἀγροζημίαι εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας ἴσως εἶναι ἀνάξιαι λόγου, μηδαμιναί. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ αἱ ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ποιμνίων ζημίαι ἐπὶ τῶν ἀγρῶν ἡμῶν εἶναι τόσον μεγάλαι, καὶ ὁ κίνδυνος τόσον προφανὴς, ὥστε παρίσταται ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνορθώσεως τῆς ἀγροτικῆς ἡμῶν ἀσφαλείας καὶ τῆς ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς. Διότι, κύριοι Βουλευταί, ἐκτὸς τῶν ἀγροζημιῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, δέον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἄλλας ζημίας, αἱ ὁποῖαι προσγίγνονται εἰς τὴν γεωργίαν, ὅταν ὁ χωρικὸς ἦναι ἠναγκασμένος ἐν περιπτώσει ἀγροζημίας τινὸς νὰ τρέχῃ ἀπειράκις τοῦ ἔτους εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του, ὑποβαλλόμενος οὕτω εἰς θυσίας καὶ χρήματος καὶ χρόνου ἰδίως πολυτίμου. Ἐγὼ μάλιστα εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀγροτικῆς ἀσφαλείας ἀποδίδω καὶ ἕτερον μεγαλείτερον κακόν· ἀποδίδω εἰς ταύτην τὴν τάσιν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τοὺς χωρικοὺς ἡμῶν, ὅπως ἐπιδιώκωσι τὸν βίον καὶ τὰ ἔργα τῶν πόλεων, τὸ ἐμπόριον, τὰς ἐπιστήμας, τὴν ὑπαλληλίαν, τὴν θεσιθηρίαν ἐν γένει. Ὅταν ὁ χωρικὸς εὑρίσκηται εἰς διηνεκῆ πάλην πρὸς τοὺς ποιμένας, πάλην ἐπικίνδυνον πολλάκις καὶ εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ζωήν, ὅταν καθημερινῶς βλέπῃ τοὺς καρποὺς τῆς ἐπιμόχθου ἐργασίας του καταστρεφομένους, ἄλλοτε μὲν πρὸς ἐκδίκησιν, ἄλλοτε δὲ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀλλοτρίων συμφερόντων, βεβαίως συνηθίζει νὰ θεωρῇ τὰς γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις ὡς βαρυτάτας, καὶ βεβαίως ἀποστρέφεται καὶ ἐγκαταλείπει ταύτας. Ὅλοι δὲ βεβαίως συμφωνεῖτε μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη ὑπὸ τῶν χωρικῶν τοῦ κυρίου αὐτῶν ἔργου καὶ ἡ φυγάδευσις αὐτῶν ἐκ τοῦ χωρίου των πρὸς τὰς πόλεις συντελεῖ ὄχι μόνον εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς γεωργίας, τῆς ὁποίας οὕτως ἡ ἐπιμέλεια καὶ θεραπεία ἐπαφίνεται εἰς τὰς ἀμαθεστέρας καὶ τὰς πτωχοτέρας τάξεις, τὰς μὴ δυναμένας καὶ ταύτας νὰ λάβωσι τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰς πόλεις, ἀλλὰ συντελεῖ ἐπίσης τὰ μέγιστα εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, τὴν παρατηρουμένην εἰς τὰς πόλεις ἡμῶν. Δὲν εἶναι κατάλληλος, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὥρα, ὅπως διὰ μακρῶν ἀναλύσω τὸν νόμον τοῦ 1856 καὶ ὑποδείξω πρὸς ὑμᾶς ἁπάσας αὐτοῦ τὰς ἀτελείας. Θὰ περιορισθῶ μόνον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, πᾶς ἰδιοκτήτης ἢ καὶ ἐνοικιαστὴς καὶ ἑνὸς μόνου στρέμματος γῆς ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα πρὸς ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὁ κάτοχος διακοσίων π. χ. στρεμμάτων. Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δύνανται δέκα μικροκτηματίαι, κάτοχοι ἕκαστος δύο στρεμμάτων γῆς, νὰ διορίσωσιν αὐτοὶ τὸν ἀγροφύλακα τῆς περιφερείας ἐκείνης παρὰ τὴν θέλησιν πέντε μεγαλοκτηματιῶν, ἀντιπροσωπευόντων ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ χιλιάδας ὁλοκλήρους ἕκαστος στρεμμάτων γῆς. Ἀναλογίσθητε ἤδη τὰς ζημίας τὰς προσγιγνομένας εἰς τὴν γεωργίαν, ἐὰν οἱ μικροκτηματίαι ἐκεῖνοι τυγχάνωσι συγχρόνως καὶ ποιμένες. Ἀναφέρω μόνον, ὅτι πολλοὶ ποιμένες πλειστάκις κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τῶν ἀγροφυλάκων ἐνοικιάζουσι μικρὰ τμήματα γῆς, ὅπως καὶ μόνον λαμβάνωσι μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, καὶ ἀποτελοῦντες αὐτοὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐκλέγωσιν ἀγροφύλακας τῆς ἀρεσκείας των. Ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἰσχύοντος περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου ἐπαφίει εἰς τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς παρέδρους τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζουν αὐτοὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς καὶ νὰ προσκαλῶσι τοὺς διαφόρους ἰδιοκτήτας πρὸς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ εἰδοποιῶνται ἐγκαίρως ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ μάλιστα ἐὰν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τυγχάνουν πολιτικῶς ἀντίθετοι τῶν δημάρχων; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, κτηματίαι ὄντες, ἀνεμίχθητε εἰς τοιαύτας ἐκλογὰς ἀγροφυλάκων, βεβαίως θὰ ἔχετε ἀντιληφθῆ ὁπόσην σπουδαιότητα ἀποδίδουν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο οἱ χωρικοί, καὶ βεβαίως δύνασθε νὰ κρίνητε κατὰ πόσον τυγχάνει εἰς τὸν δήμαρχον συμφέρουσα ἡ ἐκλογὴ ἀγροφυλάκων τῆς ὑποδείξεώς του. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ πρόσκλησις τῶν διαφόρων ἰδιοκτητῶν ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας καὶ καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους, ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν διεξάγεται ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβλέψεως· πολλάκις ὀνόματα ἀγραμμάτων ἐκλογέων — καὶ οἱ περισσότεροι ἐκλογεῖς εἶναι τοιοῦτοι — ἐγγράφονται ὑπὸ τὰ ὀνόματα ἄλλων ἀντ’ ἄλλων ὑποψηφίων. Ποῖος θὰ ἐξελέγξῃ τοὺς πρακτικογράφους, ἀντιπροσώπους τοῦ δημάρχου, δυναμένους οὕτω κατὰ βούλησιν νὰ πλαστογραφήσωσι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς; Ὁ νομάρχης κατὰ τύπον μόνον ἐπιθεωρεῖ τὰ πρακτικὰ ταῦτα, διότι, πολὺ φυσικῶς, δὲν δύναται μακρόθεν νὰ γνωρίζῃ ὅλα τὰ λαμβάνοντα χώραν κατὰ τὴν ἐκλογήν· ἐὰν ὅμως καταγγελθῇ αὐτῷ παρατυπία τις, ὡς λαβοῦσα χώραν, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας. Ὁ νομάρχης δύναται ἑπομένως νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν ἐκλογὴν ταύτην, καὶ νὰ διατάξῃ νέαν ἐκλογήν. Ποῖοι ὅμως συνήθως σπεύδουσι νὰ μεταδώσωσι τὰς ἰδιαιτέρας ταύτας πληροφορίας εἰς τὸν νομάρχην; Μόνον οἱ ἐλαυνόμενοι ἐξ ἀγαθῆς στοργῆς πρὸς τὴν καλλιτέραν φύλαξιν τῶν κτημάτων τοῦ τόπου των; ἢ καὶ οἱ ὠθούμενοι ἐκ τῆς ἀνάγκης πρὸς ὑποστήριξιν τῶν κομματικῶν αὐτῶν συμφερόντων; Ἡ δευτέρα περίπτωσις, Κύριοι, εἶναι ἡ συνηθεστέρα. Ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ κάθοδος εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἑτέρου προσώπου, τοῦ Βουλευτοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς οἰκτρᾶς ὄντως ταύτης καταστάσεως εἶναι, ὅτι τὸ κόμμα κατορθώνει, πάντοτε σχεδόν, αὐτὸ ἐπὶ ξένης περιουσίας, ἐπὶ ξένης ἰδιοκτησίας νὰ διορίζῃ τοὺς ἀγροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἀγροφύλακες, οὕτω διοριζόμενοι, δὲν ἀντιπροσωπεύουσι καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦσιν ἑπομένως τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, παρὰ τῶν ὁποίων δὲ, ἐξελέχθησαν, ἀλλὰ τὰ κομματικὰ συμφέροντα τοῦ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε καὶ διώρισεν αὐτούς. Φαντάσθητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔχετε τραπεζιτικόν τι ἢ ἐμπορικὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε σεῖς κατ’ ἀρέσκειαν καὶ κατὰ τὴν ἐμπιστοσύνην σας νὰ διορίσητε τοὺς ὑπαλλήλους σας, ἀλλὰ διορίζουσιν αὐτοὺς ἄλλοι, ὅλως ξένοι πρὸς τὰ συμφέροντά σας, ὅλως ξένοι πρὸς τὴν περιουσίαν σας, καὶ ἀναλογίσθητε τὸ μέγεθος τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία προσγίγνεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἵτινες τυχὸν διάκεινται ἐχθρικῶς πρὸς τὴν ἑκάστοτε ἰσχύουσαν πολιτικὴν μερίδα. Ὁ ἀγροφύλαξ τοῦ κόμματος, ὁ ἀγροφύλαξ ὁ διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ, οὐδέποτε δύναται νὰ καταγγείλῃ, ἐν περιπτώσει ἀγροζημίας, ὡς ζημιωτάς, τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, καὶ δὴ ἂν τυχὸν οὗτοι κατέχωσι βαθμόν τινα ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη ὑποδούλωσις τοῦ ἀγροφύλακος εἰς τὴν θέλησιν τοῦ τελευταίου κομματαρχίσκου εἶναι μία ἐκ τῶν κυρίων ἀφορμῶν, ὥστε τὴν θέσιν ταύτην νὰ μὴ ἐπιζητῶσιν οἱ καλλίτεροι καὶ ἐντιμότεροι κάτοικοι τῶν χωρίων, ἀλλ’ οἱ πτωχότεροι καὶ οἱ μᾶλλον ἀσυνείδητοι ἐξ αὐτῶν, οἱ δὲ ἀγροφύλακες τοῦ φυράματος τούτου σπανίως ἐπισκέπτονται τοὺς ἀγροὺς, τῶν ὁποίων ἀνέλαβον τὴν φύλαξιν. Συνήθως διέρχονται τὰς ἡμέρας των ἀσχολούμενοι εἴτε εἰς τὰς ἰδιωτικάς των ἐργασίας, ἐὰν ἔχωσι τοιαύτας, εἴτε εἰς τὰ διάφορα οἰνοπωλεῖα, ὅπου πίνουσι καὶ χαρτοπαίζουσιν, εἴτε εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ὅπου προσέρχονται συνήθως, ὅπως ψευδορκήσωσι· λέγω δὲ, ὅπως ψευδορκήσωσι, διότι σπανιώτατα ὁ ἀγροφύλαξ καταγγέλλει, ἐν περιπτώσει ἀγροζημίας τινὸς, τοὺς πράγματι ζημιωτάς. Οὗτοι πρέπει νὰ ἦναι ἀκαταδίωκτοι, διότι ἢ θὰ ἦναι, ὡς προεῖπον, φίλοι τοῦ κόμματος, ἢ, ἂν δὲν ἦναι φίλοι τοῦ κόμματος, θὰ ἦναι συνέταιροι τοῦ ἀγροφύλακος. Πιστεύσατέ μοι, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον τῶν ἀγροφυλάκων, μόλις διορισθῶσι τοιοῦτοι, καὶ ὅλων τῶν συγγενῶν αὐτῶν εἶναι νὰ σπεύσωσι νὰ ἀγοράσωσιν, ἂν δὲν ἔχωσι, πρόβατα καὶ αἶγας. Οἱ ἀγροφύλακες τοῦ φυράματος τούτου ἐπενόησαν καὶ εἰσπράττουσι παρὰ τῶν ποιμένων φόρον, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιτηδεύματος. Βεβαίως οἱ ποιμένες οἱ πληρώνοντες τὸν φόρον τοῦτον ὄχι μόνον δὲν ζημιοῦνται, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ὠφελοῦνται σημαντικῶς, διότι θὰ ἦναι ἐλεύθεροι εἰς τὴν βόσκησιν τῶν ποιμνίων των. Ὅσον περισσότερα μάλιστα πληρώνουσιν οἱ ποιμένες εἰς τὸν ἀγροφύλακα, τόσον μεγαλειτέραν χάριν καὶ ἐπιείκειαν θὰ εὕρωσι παρ’ αὐτῷ, μεγαλειτέραν δηλονότι ζημίαν θὰ προξενήσουν εἰς τοὺς ξένους ἀγρούς. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἀγροφύλαξ νὰ ἀφήσῃ νὰ ζημιωθῇ κτῆμά τι, ὅταν ἐκ τοῦ νόμου ἦναι ὑποχρεωμένος ἢ νὰ ὑποδείξῃ τοὺς ζημιωτὰς, ἢ νὰ πληρώσῃ ὁ ἴδιος τὴν ζημίαν; Ἀλλοίμονον εἰς τὸν χωρικὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν ἀγρῶν αὑτοῦ, ἀλλὰ διὰ τῶν δικαστηρίων θὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τοὺς καρποὺς τῆς ἐργασίας του! Καὶ ἂν αἱ ἑκάστοτε γιγνόμεναι ζημίαι καταλογίζωνται εἰς βάρος τοῦ ἀγροφύλακος, ὁπόσας ἐξ αὐτῶν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ οὗτος, ἀφοῦ, ὡς γνωστὸν, τυγχάνῃ ὁ μᾶλλον ἀφερέγγυος, ὁ πτωχότερος κάτοικος τοῦ χωρίου; Ἡ μικρὰ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ὀφείλει κατὰ νόμον διοριζόμενος νὰ παράσχῃ, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς κάλυψιν ὅλων τῶν ἀγροζημιῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν περιφέρειαν ἀνέρχονται εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν; Ἰδοὺ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τινες τῶν ἀτελειῶν, τινὲς τῶν ἐλλείψεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς. Τὰς ἀτελείας ταύτας, ὡς προεῖπον ὑμῖν, ἀνεγνώρισαν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ διὰ διαφόρων ἐγκυκλίων πρὸς τοὺς νομάρχας ἐπεδίωξαν νὰ περιορίσωσι τὰ ἐξ αὐτῶν προερχόμενα κακά. Ἀνέγνωσα ἐγκύκλιόν τινα διαταγὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κυριακούλη Π. Μαυρομιχάλη, (ὅστις δυστυχῶς ἀπουσιάζει τῆς αἰθούσης ταύτην τὴν στιγμὴν) τὴν ὁποίαν ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ Σεπτέμβριον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1896 ἀπέστειλε πρὸς τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους, ὑποδεικνύων εἰς αὐτοὺς τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς, καὶ ἐπιζητῶν τὰς πρακτικὰς αὐτῶν γνώμας πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ κύριοι νομάρχαι συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν πολύτιμον ταύτην διαταγὴν, ἥτις ἀληθῶς τιμᾷ τὸν ἐκδόντα αὐτὴν Ὑπουργόν· ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ἡ ἀγροφυλακὴ ἔκτοτε ἐλάχιστα ἐβελτιώθη, ὅτι οἱ ἀγροφύλακες παραμένουσιν οἱ αὐτοὶ, πρὸς βλάβην μεγίστην τῆς γεωργίας. Σήμερον, κύριοι Βουλευταὶ, παρίσταται εἴπερ ποτὲ ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνορθώσεως τῆς ἀγροτικῆς ἡμῶν ἀσφαλείας, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐν τῇ μερίμνῃ τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὑπὲρ τῆς γεωργίας, δὲν θ’ ἀναβάλλῃ ἐπὶ πλέον τὴν μελέτην τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος. Ἓν μόνον παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὴν ἐργασίαν αὑτῆς πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου μὴ λησμονήσῃ τὸ γεωργικώτερον τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, τὴν Θεσσαλίαν, τῆς ὁποίας αἱ συνθῆκαι τῆς καλλιεργείας διαφέρουσι πρὸς τὰς συνθήκας τῆς καλλιεργείας τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐβασίλευεν ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ στυγνοτέρα δουλεία, αἱ ἁρπακτικαὶ διαθέσεις τῶν Σπαχήδων καὶ τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ ὑπεδούλωσαν τὰ πλεῖστα χωρία αὐτῆς ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς τυραννίας των. Ἔκτοτε ἐδημιουργήθησαν ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ τσιφλίκια, καὶ ἔκτοτε διεκρίθησαν ἐν αὐτοῖς δύο τάξεις, ἡ τῶν ἀρχόντων καὶ ἡ τῶν ἀρχομένων· ὁ κύριος, ὁ αὐθέντης, ἀφ’ ἑνὸς, ὁ δοῦλος, ὁ ραγιᾶς, ἀφ’ ἑτέρου. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων στοιχείων, ἐντελῶς κατ’ ἐμὲ ἀνομοίων, δὲν ἔχομεν ἀγροληπτικὰς σχέσεις, καθωρισμένας διὰ νόμου. Τὸν νόμον ἀναπληροῖ ἁπλῶς τὸ ἔθιμον. Κατὰ τὸ ἔθιμον λοιπὸν τοῦτο τοὺς ἀγροφύλακας ἑκάστης περιφερείας μέχρι τινὸς διώριζον κατ’ οὐσίαν κυρίως αὐτοὶ οἱ καλλιεργηταὶ, τῇ τυπικῇ μόνον συγκαταθέσει, τῇ ἁπλῇ μόνον ἐπικυρώσει τοῦ αὐθέντου· τοῦ χρόνου ὅμως προϊόντος, οἱ διάφοροι Ὀθωμανοὶ ἰδιοκτῆται, ἀγαπῶντες μᾶλλον τὴν χλιδὴν καὶ τὰς ἀναπαύσεις τοῦ ἀνέτου βίου τῶν πόλεων, παρὰ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν ἀγρῶν, ἀπεμακρύνοντο τῶν κτημάτων αὑτῶν, εἴτε ἐνοικιάζοντες ταῦτα, εἴτε ἐμπιστευόμενοι τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῶν εἰς ἐπιστάτας. Οἱ διάφοροι οὗτοι ἐνοικιασταὶ ἢ ἐπιστάται, ὅπως καρπωθῶσι περισσότερα κέρδη ἐκ τῆς ἐπιστασίας ἢ ἐνοικιάσεως αὐτῶν, ἐπολλαπλασίαζον τὰς καταπιέσεις ἐπὶ τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξηναγκάζοντο τοιουτοτρόπως νὰ ἐνδίδωσι καὶ εἰς τὰς μᾶλλον παραλόγους ἀπαιτήσεις αὐτῶν. Οὕτω σὺν τῷ χρόνῳ τὰ πράγματα ἔβαινον ἐπὶ τὰ χείρω, καὶ οὕτω, προκειμένου σήμερον τοῦ λόγου περὶ ἀγροφυλακῆς, κατώρθωσαν οὗτοι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἰδιοποιηθῶσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων, ὡς ἀποκλειστικὸν αὐτῶν προνόμιον! Σήμερον ὅμως, Κύριοι, ὁπότε σκεπτόμεθα, πῶς ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς δούλους γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τοῦ ζυγοῦ τῆς τυραννίας, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη ἀγογγύστως καὶ μὲ ἰώβιον ὑπομονὴν ὑποφέρουσιν, ἐλπίζω ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀναγνώρισιν ἑνὸς δικαιώματός των, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ αὐθαιρεσία ἐσεβάσθη καὶ ἀνεγνώρισεν. Ὁ ἀγροφύλαξ, Κύριοι, διορίζεται οὐχὶ ὅπως φυλάξῃ τὸ ἔδαφος τῶν ἀγρῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἰδιοκτήτης ἀρνεῖται εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας πᾶσαν κυριότητα, ὁ ἀγροφύλαξ διορίζεται, ὅπως προφυλάξῃ τὸ προϊὸν τῆς γῆς, τοὺς καρποὺς τῶν ἀγρῶν· ἐκ δὲ τῶν καρπῶν τούτων μόνον τὸ ⅓ ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην (ὁμιλῶ περὶ τοῦ νομοῦ μου), τὰ δὲ ⅔ εἰς τὸν καλλιεργητήν. Κατὰ ποῖον λοιπὸν δίκαιον, κατὰ ποίαν λογικὴν, οἱ μὲν ἔχοντες τὰ ἐλάχιστα δικαιώματα ἐπὶ τῶν καρπῶν νὰ διορίζωσιν αὐτοὶ αὐθαιρέτως καὶ κατὰ βούλησιν τοὺς ἀγροφύλακας, οἱ δὲ ἔχοντες τὰ πλειότερα δικαιώματα οὔτε κἂν νὰ ἐρωτῶνται κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων; Γνωρίζω πολλοὺς ἐπιστάτας τσιφλικίων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνάψει συμφωνίας μυστικὰς μετὰ κτηνοτρόφων, καὶ ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλευθέραν βόσκησιν τῶν ποιμνίων των ἀντὶ ὡρισμένου τιμήματος. Ἐκ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία ἐντεῦθεν θέλει προκύψει εἰς τοὺς ἀγροὺς, ὁ μὲν ἰδιοκτήτης, ὁ ἀφέντης, ὅστις συνήθως ἀπουσιάζει τοῦ κτήματος καὶ δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν καταχρήσεων, θὰ ζημιωθῇ τὸ ⅓ τῆς ὅλης ζημίας, οἱ χωρικοὶ ὅμως, οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν βρέχουσι μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου των τὴν ξένην γῆν, θὰ ζημιωθῶσι τὰ ⅔ τῆς ὅλης ζημίας. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον τοῦτο; Καὶ δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα ψήφου πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει τὸ μεγαλείτερον συμφέρον νὰ φυλάσσωνται τὰ κτήματά μας καλῶς; Τὴν γνώμην ταύτην λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, πεποιθὼς ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς ἰσχύοντος νόμου, δὲν θὰ παροραθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς πολυπληθεστέρας καὶ ἐργατικωτέρας τάξεως τοῦ Θεσσαλικοῦ πληθυσμοῦ, τῆς τάξεως ἐκείνης, ἐκ τῆς ὁποίας πολλὰ δύναται νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸ μέλλον ὄχι μόνον ἡ Θεσσαλία, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς.
§50Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἀγροφυλακῆς ἤλπιζον ὅτι ἤθελε πολὺ ἐφελκύσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πράγματι ἤθελε νὰ φανῇ μεταρρυθμιστική. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ λάβῃ στατιστικὴν περὶ τῶν αἰτίων τῶν διαφόρων ἐγκλημάτων, ἤθελεν ἀνεύρει ἐν αὐτῇ, ὅτι τοὐλάγιστον τὰ 9/10 τῶν ἐγκλημάτων ἀφορμὴν ἔχουσι τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς, ἑπομένως θὰ ἐπείθετο, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιζητῇ δι’ ἄλλων νομοσχεδίων νὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἢ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἢ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν γεωργικῶν σκευῶν καὶ κτηνῶν ἀπὸ τῆς κατασχέσεως, ἤθελε κυρίως μεριμνήσει περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς διέπεται εἰσέτι ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1836. Λυπηρὸν δὲ, Κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν, κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, τοῦ νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνέμεινεν εἰς τὸν αὐτὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, διατηρήσασα ῥητῶς ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν τόσον ἀτελῆ καὶ καταστρεπτικόν. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τάχιστα μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐὰν θέλει πράγματι, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει, νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν πατρίδα του, νὰ περιορίσῃ καὶ τὴν ἐγκληματικότητα καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κυρίως, καὶ προσαγάγῃ μάλιστα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀξιόλογον μελέτην τοῦ δημάρχου Καστορίου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶναι μελέτη εἰλημμένη ἐκ τῆς πείρας, καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας κατηρτισμένη. Ἐὰν ταύτην λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσῃ ἐπισταμένως, πιστεύω ὅτι θὰ βοηθηθῇ μεγάλως πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀγροφυλακῆς.
§51Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν· μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν δὲ τοῦ γεγονότος τούτου, ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐργασθῆ, ὅπως ἐπέλθῃ ἐπανόρθωσις ἀδικήματος προξενηθέντος εἰς συμπολίτην μού τινα ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκ τοῦ ὑπερμέτρου ζήλου, — ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην τινὰ φράσιν, — ὅστις διακρίνει συνήθως τὰ πλεῖστα τῶν δικαστικῶν προσώπων παρ’ ἡμῖν. Ἐλπίζω δὲ συγχρόνως, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ γεγονότος τούτου θέλει ζητήσει νὰ ἐπισπευσθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου (τοῦ ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς παρουσιασθέντος) τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως, διότι ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν μία τάσις τῶν διοικητικῶν προσώπων εἰς τὸ προφυλακίζειν, ἡ ὁποία ἴσως πλησιάζει εἰς τὸ αὐθαίρετον. Πρὸ μηνὸς εἷς τῶν κρατουμένων ὑποδίκων διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς παρακρατήσεως παρέστησεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα ἑαυτὸν ἀσθενῆ, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, πειθόμενος ὅτι τῷ ὄντι ἠσθένει οὗτος, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, διέταξε τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ ὑποδίκου· ὁ ὑπόδικος δὲ οὗτος, ἐξελθὼν, διέλαθε τὸν συνοδεύοντα αὐτὸν ἀστυφύλακα, καὶ ἀπέδρα. Ἅμα ἀνηγγέλθη τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν, συλλαμβάνουσι τὸν ἀδελφὸν τοῦ ὑποδίκου, ἄνθρωπον μηδεμίαν οὐδέποτε δόντα ἀφορμὴν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, φιλησυχώτατον πολίτην, καὶ λησμονοῦντες τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἀδελφοὶ, καὶ ἂν ἀποδεδειγμένως συνήργησαν εἰς ἀδίκημα διαπραχθὲν ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν των, δὲν τιμωροῦνται, τὸν προφυλακίζουσι, καὶ ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν προφυλάκισιν αὐτὴν, τὴν παρὰ τὸν νόμον γενομένην, γράφουσιν εἰς τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως, ὅτι ἐνήργησεν ὁ ἀδελφὸς ἐξ ἰδιοτελείας, τουτέστι πλάττουσι τὸ τερατῶδες δημιούργημα, ὅτι ὁ ἀδελφὸς ἐπλήρωσε τὸν ἀδελφόν του, ἵνα συνεργήσῃ εἰς τὴν ἀπόδρασίν του! Τοιαῦτα ἀδικήματα, Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, δι’ οἱονδήποτε λόγον, δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐπιδιώκῃ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, λέγω, εἰς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ κατασκευάζῃ ἐγκλήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν.
§52ΔΟΥΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§53ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Γινώσκετε κάλλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, ποίαν ἔκτασιν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ μηνὸς ἤδη κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν πολὺ, νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ ἀποφυλάκισις αὐτοῦ, ὅλως αὐθαιρέτως κρατουμένου. Ἐπειδὴ, Κύριοι, εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, πολὺ δὲ σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευθύνω καὶ θερμήν τινα παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρό τινων ἡμερῶν ἐπαύθη ὁ νομάρχης Ἠλείας κύριος Παγώνης, καὶ ἡ παῦσις αὕτη ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας τῆς πατρίδος μας σχεδὸν ὡς πραξικόπημα! Ἔγραψε πολλὰ περὶ αὐτῆς, ἐκάκισε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν παῦσιν ταύτην, ἐξῆρε τὰς ἀρετὰς τοῦ παυθέντος νομάρχου εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, εἴς τινα δὲ ἐφημερίδα ἡ παῦσις αὕτη ἀνέπνευσεν ἄρθρον φλογερώτατον, ἄρθρον εἰδικόν! Ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ ἐξῄροντο αἱ ἀρεταὶ τοῦ κυρίου Παγώνη μέχρι δυσθεωρήτου ὕψους, καὶ ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ ἐκείνῳ αἱ ἐκφράσεις τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς ἀποτελοῦσι βαρεῖαν ὕβριν κατὰ τῶν πολιτευτῶν τῆς πατρίδος. Ἔγραφεν ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ὅτι τοιοῦτοι νομάρχαι, ὁποῖος παρίστατο ὁ παυθεὶς κ. Παγώνης, δὲν ἀρέσκουσιν εἰς τοὺς πολιτευτὰς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι εἶναι φίλοι τῶν ζωοκλεπτῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως οἱ ζωοκλέπται δὲν δύνανται νὰ ἐνασκήσωσι τὸ ἔργον των εὐχερῶς, πρὸς ὄφελος τῶν πολιτευτῶν, ὅταν τοιοῦτοι νομάρχαι διοικῶσι!...
§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§55ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε πρῶτον, καὶ ὅταν τελειώσω λέγετε ὅ,τι θέλετε. Κύριοι συνάδελφοι, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον, οὔτε ἠδυνάμην νὰ ἔχω, πρὸς τὴν παῦσιν τοῦ κ. Παγώνη· ἐπειδὴ ὅμως θέλω ν’ ἀποκαλυφθῶσι καὶ νέαι ἄλλαι ἀρεταὶ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐμπνεύσωσι μίαν ἔτι φορὰν ἓν τοιοῦτον ἄρθρον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ὁ νομάρχης αὐτὸς πρὸ δύο μηνῶν μετεκλήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐνταῦθα διὰ λόγους ὑπηρεσιακούς. Προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ συνεπείᾳ τῆς ἐγγράφου αὐτῆς διαταγῆς, συγκαλεῖ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος Κατακώλου, καὶ ἐν τῇ μερίμνῃ βεβαίως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀναστηλωτὴς αὐτὸς τῆς διοικήσεως εἶχε περὶ τῆς εὐοδώσεως τῶν ἔργων τοῦ λιμένος, ἐνεθυμήθη ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ διεπραγματεύετο μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειόν τι διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν διαφόρων ἔργων. Συγκαλεῖ λοιπὸν τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ λαμβάνει παρ’ αὐτῆς ἐντολὴν, ὅπως ἐδῶ ἐρχόμενος, δι’ ὑπηρεσιακοὺς λόγους, ὡς προεῖπον, ἐνεργήσῃ καὶ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου ἐκείνου, καὶ ἐπειδὴ δὲν θὰ τῷ ἤρκουν ἴσως αἱ ἀποδοχαὶ, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε, καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν, ἐψήφισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν. Ὁ κ. νομάρχης τότε λαμβάνει τὸ ἀντίγραφον τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ καὶ διευθύνεται εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Πύργῳ καὶ ζητεῖ παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ αὐτοῦ νὰ τῷ καταβληθῇ τὸ ποσὸν αὐτό· ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης τῷ λέγει: «Δὲν δύναμαι νὰ τὸ καταβάλω, διότι ἐψήφισε μὲν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλὰ πρέπει τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐγκριθῇ καὶ ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς». Ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης εἶναι εἷς τῶν ἐντιμωτάτων ἀνθρώπων, διαβεβαιοῖ δὲ τὸ γεγονὸς, —τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν διεβεβαίου αὐτὸς, δὲν ἤθελον βεβαίως πιστεύσει,— ὅτι ὁ νομάρχης διεβεβαίωσε τὸν Διευθυντὴν, ὅτι ἡ ἐγκριτικὴ διαταγὴ ἐστάλη τηλεγραφικῶς, ἀλλ’ ἐλησμόνησε νὰ λάβῃ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ μαζῆ του. Πείθεται ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης καὶ πληρόνει τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὸν νομάρχην. Ἔρχεται ὁ νομάρχης ἐδῶ, καὶ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ θὰ ἐστάλη ἡ ἐγκριτικὴ διαταγὴ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ φρονῶ, ὅτι πολὺ ἐπιεικῶς ἔκρινε τὰ πράγματα, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ τίποτε ἐκ τοῦ πτωχοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κατακώλου, ἀφοῦ ἤρχετο ὁ νομάρχης ἐδῶ χάριν ὑπηρεσίας καὶ ἐπληρόνετο. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν ἐνέκρινε τὸ ψηφισθὲν ποσὸν, ἐλαττῶσαν μόνον αὐτὸ εἰς 500 δραχμάς. Ἤθελον νὰ ζητήσω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν αἱ 300 δραχμαὶ, αἱ περιπλέον ληφθεῖσαι, ἐπεστράφησαν ἀπὸ τὸν παυθέντα νομάρχην...
§56ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς ποῖον νὰ ἐπιστραφοῦν;
§57ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, ἢ εἰς τὸν μετρήσαντα τὸ ποσὸν Διευθυντὴν τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης.
§58ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπαύθη;
§59ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐρωτῶ, οὔτε γνωρίζω διατὶ ἐπαύθη, οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι δικαίωμα ἐμοῦ ἢ ὑμῶν νὰ ἐρωτήσωμεν διατὶ ἐπαύθη.
§60ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δικαίωμά μας βεβαίως εἶναι νὰ ἐρωτήσωμεν.
§61ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ ἐρωτήσω διατὶ ἐπαύθη· ζητῶ μόνον πληροφορίαν περὶ τῆς ἀποδόσεως ἢ μὴ τοῦ περιπλέον ληφθέντος ποσοῦ, διὰ νὰ ἀνακαλυφθῶσι καὶ νέαι ἀρεταὶ τοῦ νομάρχου αὐτοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου ὑβρίσθη μία ὁλόκληρος τάξις.
§62ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§63ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποία ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἐν Ἠλείᾳ Νομαρχίας, ἐὰν αὕτη ἐδαπανήθη καὶ ἐξηντλήθη ὁλόκληρος, ἐὰν ἐλήφθη ἀνάγκη νέας πιστώσεως καὶ διατί· νὰ προσαγάγῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πίνακα τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν διὰ τὴν Νομαρχίαν, καὶ τῆς δαπάνης, ἥτις ἐγένετο δι’ αὐτά. Ἐλπίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας πιστεύω ὅτι θέλει προσαγάγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ πείσωσι τὴν δημοσιογραφίαν τὴν Ἑλληνικὴν, τὴν τοσαῦτα ἀληθῶς προσενεγκοῦσαν ἀγαθὰ εἰς τὴν πατρίδα μας, ὅτι σπεύδει πολὺ, καὶ ὅτι πολλάκις στηριζομένη ἐπὶ ἐδάφους ὄχι ὑγιοῦς, ἐκτοξεύει βαρείας ὕβρεις κατ’ ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ φείδηται πολὺ, ἐὰν τῷ ὄντι φείδεται τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν τοῦτο χορηγεῖ πρὸς αὐτήν.
§64Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νομάρχης Παγώνης, ὁ παυθεὶς, εἶναι γνωστὸς εἰς τοὺς περισσοτέρους τῶν συναδέλφων, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι εἶναι ἀνώτερος χρημάτων.
§65Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάξιον καὶ νὰ λέγηται τοιοῦτόν τι περὶ Παγώνη ἐν τῇ Βουλῇ. Τοσοῦτον εἶναι ἀνώτερος.
§66Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ στιγμὴ, ἀφ’ ἧς λάβῃ γνῶσιν τῶν λεχθέντων περὶ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου, καὶ θ’ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητα αὐτοῦ.
§67ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατήγγειλα τίποτε.
§68Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀνεκοίνωσε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἄφησε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ πρώην νομάρχης διέπραξε πρᾶξιν ἀναξίαν ἐντίμου ἀνδρός.
§69ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγκληματικήν!
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγκληματικὴν προσέτι διότι ἐξηπάτησεν ἀρχὴν ἄλλην καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς ἓν ποσὸν χρημάτων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, σπουδάσας τὰ νομικὰ, δὲν γνωρίζει τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ φέρω κρίσιν ἐπ’ αὐτοῦ· εἰς ἐμὲ ἓν ἀνήκει νὰ εἴπω, καὶ τὸ λέγω, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ συμπολίτης μου κ. Παγώνης εἶναι ἀνώτερος χρημάτων, καὶ προκαλῶ τοὺς ἐκ Καλαμῶν καὶ τοὺς ἐκ Μεσσήνης ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ πάντα γνωρίσαντα αὐτὸν νὰ εἴπωσι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι βεβαιώσει πάντες, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διαβεβαιῶ ἐντεῦθεν, εἶναι ἀκριβές. Ὁ δὲ κ. Παγώνης, εὐθὺς ὡς λάβῃ γνῶσιν τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει σπεύσει νὰ διαψεύσῃ αὐτὰ καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς πάντας τί ἀληθῶς συνέβη. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἐξ Ἠλείας ἔντιμος συνάδελφος, οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ προσθέσω, διότι, ἐὰν καὶ μίαν λέξιν προσθέσω, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ προσβάλω τὸν ἐγωισμὸν τοῦ ἐντίμου ἐκείνου ἀνδρὸς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀδικήσω αὐτὸν, τὴν τιμιότητα τοῦ ὁποίου γνωρίζει ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ συστηθῇ ἀπὸ τὸν ἐξ Ἠλείας ἀξιότιμον συνάδελφον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ μέρος τοῦ παραπόνου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, βεβαιῶ, — καὶ τὸ βεβαιῶ μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, — ὅτι ὁ κύριος Παγώνης οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχεν, ὅτι ἤθελον γραφῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τῶν πολιτευομένων κλπ. ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος· κατελυπήθη δὲ διὰ τὰ γραφέντα, καὶ ἂν δὲν εἶχε τὴν ὑπερηφάνειαν, ἣν ἔχει, προτοῦ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ ἤθελε δηλώσει πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν λύπην του ταύτην, δὲν τὸ ἔπραξεν ὅμως, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐκλιπαρεῖ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέναντι τῆς ληφθείσης παρ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σημειωθῇ αὐτὸ, — τὸ λέγω ἐπισήμως, τὸ βεβαιῶ ἐπὶ τῇ τιμῇ μου, — ὅτι ὁ κύριος Παγώνης δὶς καὶ τρὶς μοὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του δι’ ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζει ὁ Παγώνης, ὅτι, ὅταν ὑπάλληλος, ὡς αὐτὸς, διατελῇ εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀνάξιον αὐτοῦ διὰ τοιούτων μέσων νὰ παρίσταται εἰς τὸ κοινὸν ὅτι εἶναι ἔκτακτος, ὅτι εἶναι τίμιος, ὅτι διαχειρίζεται τὴν ὑπηρεσίαν του μὲ κἄποιον πνεῦμα ἐξαιρετικὸν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ προϊσταμένη αὐτοῦ ἀρχὴ, φέρεται πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὰ δημόσια ἀξιώματα οὐχὶ προσηκόντως. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ πράξῃ τοῦτο. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔσπευσα νὰ διακόψω τὸν συνάδελφον, ὅπως τῷ δώσω τὴν δέουσαν ἐξήγησιν· ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπέτρεψε, θέλων νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀπέναντι τῶν ὅσων ἔγραψαν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ κατὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ προέβη εἰς τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, διὰ τὴν ὁποίαν θέλει εὑρεθῆ εἰς δύσκολον θέσιν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτε θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Παγώνη...
§71Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ μονομαχίαν;
§72Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι μὲ μονομαχίαν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ζητήσῃ μονομαχίαν ἀπὸ Βουλευτὴν, ὅταν οὗτος ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ Βουλευτοῦ, βεβαίως, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κύριος Παγώνης ἤθελε μετρήσει τὸ ἀνάστημά του πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴν, τὸν ἐκτοξεύσαντα τοιαύτην βαρεῖαν κατηγορίαν κατ’ ἀπόντος ἀνθρώπου.
§73Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Παγώνης εἶναι πρόσωπον λίαν ἀξιότιμον. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν φωνήν μου πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος.
§74Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἢ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὸν ἄνδρα, ἔχουσι περὶ αὐτοῦ, οὔτε θὰ ἀρνηθῶ, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ Καλαμῶν, προκαλούμενοι, τὰ αὐτὰ θὰ μαρτυρήσωσιν. Ἐγώ, Κύριοι, ἐξέθηκα γεγονότα. Ἐκ τῆς προσαγωγῆς τῶν πράξεων, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύονται τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ κρίνητε, ἂν εἶπον τὴν ἀλήθειαν ἢ ὄχι. Τὴν ἐκτίμησιν δὲ τῶν γεγονότων ἀφίνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον αὐτῆς· διότι ὅσα ἐγὼ εἶπον δὲν τὰ ἐστήριξα εἰς λόγους, τὰ ἐστήριξα εἰς ἔγγραφα ἀποδεικνύοντα τὰ λεχθέντα.
§75ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ τα εἰς τὴν οὐσίαν.
§76ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὅταν λοιπὸν μελετήσητε τὰ ἔγγραφα, τότε θὰ κρίνητε τὰ πράγματα, καὶ ἂν ἐγὼ συκοφαντῶ, ἢ ἁπλῶς διηγοῦμαι, ὡς χρονογράφος, πιστῶς τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσι.
§77Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας προέτεινε τὴν παῦσιν τοῦ κ. Παγώνη. Ἡ ἔκθεσις βεβαίως ὑπάρχει. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχῃ.
§78ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα;
§79ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα. Διὰ νὰ ἴδωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπαύθη ὁ κύριος Παγώνης.
§80Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιλαμβάνηται καὶ ἐξελέγχῃ τὴν διαγωγὴν ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν εὑρεθῇ ὅτι ὁ ὑπάλληλος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων του ἐξετέλεσεν ἀξιοποίνους πράξεις, ὑπάρχει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς καταγγελίας ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς· δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως, νομίζω, ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται εἰς συζητήσεις περὶ διαγωγῆς προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶναι πλέον ἰδιώτης, τυγχάνον δὲ καὶ ἀπὸν, δὲν δύναται ν’ ἀπολογηθῇ. Δὲν ἐπιτρέπεται, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος νὰ καταγγέλλωνται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπεκφεύγουσιν ἐντελῶς τοῦ ἐλέγχου.
§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Κατακώλου εἶχεν ἀνάγκην δανείου τινὸς, καὶ ἂν ἐζήτησε νὰ ἔλθῃ ὁ νομάρχης εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ διέταξε τὸν νομάρχην νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ νομάρχου, ἔδωκε πρὸς αὐτὸν χρηματικόν τι ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδουσι καὶ εἰς τοὺς νομάρχας καὶ εἰς τοὺς δημάρχους τὰ Συμβούλια, ὁσάκις οὗτοι πρόκειται νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ τὰς ἕδρας των εἰς τὴν πρωτεύουσαν, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τοιαύτας ὑποθέσεις, αὐτὸ δὲν εἶναι πρᾶξις ἀξιόποινος ἢ μεμπτέα. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχωσι νὰ διαθέτωσι χρήματα περισσότερα τοῦ γλίσχρου αὐτῶν μισθοῦ καὶ προσέρχωνται ἀρωγὰ τὰ ἱδρύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως καὶ τῆς παραστάσεως αὐτῶν, ἐὰν αὐτὰ τὰ ἱδρύματα ψηφίζωσι ποσά τινα, ἵνα διευκολύνωσι τὴν μετάβασιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων των, αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον, καὶ ἐρχόμενον ἐν τῇ Βουλῇ, δύναται νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν τιμὴν ἑνὸς ὑπαλλήλου. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ διευκολύνῃ — ἐὰν εἶναι καὶ τοῦτο ἀληθὲς — τὸν νομάρχην, ἐρχόμενον ἐδῶ, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐνταῦθα παραμονῆς του. Μήπως ὑπῆγε καὶ ἤνοιξε τὸ ταμεῖον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔλαβε τὰ χρήματα ὁ κύριος Παγώνης; Ἢ ἂν ὁ κ. Παγώνης, βιαζόμενος νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἦτο ἴσως ἑτοίμη πρὸς συζήτησιν, προσῆλθεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἶπεν: «ἰδοὺ τί ἐψήφισεν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή· βεβαίως αὐτὰ θέλουσιν ἐγκριθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· δόσατέ μοι προκαταβολικῶς τὰ χρήματα· εἶμαι ὁ νομάρχης· θὰ μεταβῶ εἰς Ἀθήνας πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, θὰ σᾶς τὸ καταθέσω ἀμέσως», τί πρὸς τοῦτο; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε μόνον 500 καὶ οὐχὶ 800 δραχμὰς, τοῦτο ἐγένετο ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Παγώνη, ὅστις οὐδ’ ἔλαβε κἂν γνῶσιν τῆς ἐγκρίσεως ταύτης, διότι ὁ νομάρχης, ὡς γνωρίζετε, μετέβη εἰς Καλάμας, περιμένων τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε μόνον πεντακοσίας δραχμὰς καὶ ὄχι ὀκτακοσίας, τί πρὸς τὸν Παγώνην; Ἐγὼ αὐτὸς, ἐὰν ἐγνώριζον τοῦτο, ἤθελον σπεύσει νὰ καταθέσω ἀμέσως τὸ χρῆμα, διότι, γνωρίζων τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα τοῦ κ. Παγώνη, εἶχον πεποίθησιν, ὅτι ἅμα οὗτος ἐλάμβανε γνῶσιν τοῦ πράγματος, ἤθελε σπεύσει νὰ ἀποδώσῃ τὸ χρῆμα. Διὰ 300 δραχμὰς νομίζετε ὅτι ἦτο ἄξιος ὁ Παγώνης νὰ λησμονήσῃ ἑαυτόν; Ἀπατᾶσθε. Κρίνετε ἐξ ὑποκειμένου ἴσως... (διαμαρτυρίαι).
§82ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε!...
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον). Κύριε Βουλευτά!...
§84Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω ὅτι, ὅταν ὕβριζεν αὐτὸς ἐντίμους ἀνθρώπους ἐδῶ...
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Καθῆκον ἔχετε, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ συναδέλφου, νὰ μὴ ἐκφράζησθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ θέσητε εἰς τὴν θέσιν του τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ὕβρισεν ἀπόντα.
§87Χ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὕβρισεν· ἐξέθηκε γεγονότα.
§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Στεφανόπουλε, νὰ σᾶς ἀκούσω.
§89ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ὑβρίζητε τοὺς Βουλευτάς! Δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τὸν κύριον Παγώνην, δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτίθησθε κατὰ Βουλευτῶν ὅλως ἀδίκως.
§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἀξιώσητε αὐτὸ ἐκ μέρους μου, πρέπει νὰ σέβησθε σεῖς τὸν ἑαυτόν σας (θόρυβος).
§91ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἐσεβάσθην ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους. Οὐδέποτε παρεξετράπην.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἀξιώσητε παρ’ ἐμοῦ νὰ κρατῶ γλῶσσαν εὐπρεπῆ, πρέπει νὰ μὴ δίδητε πρῶτοι ὑμεῖς τὸ παράδειγμα. Δὲν ἐννοῶ προσωπικῶς ὑμᾶς, διότι ὑμεῖς δὲν εἴπετε τίποτε. Ἐννοῶ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ κυρίου Παγώνη.
§93ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν περιμένετε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής;
§94ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ὕβρισα καθόλου ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Ἐγὼ ἐξέθηκα γεγονότα. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζητε συναδέλφους, διότι θέλετε νὰ ὑπερασπίσητε τὸν Παγώνην. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὕβρισάν ποτε, οὔτε ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπρέπουσιν αἱ ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατ’ ἐμοῦ. Τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζετε καὶ σεῖς πολὺ καλῶς, ὑποθέτω.
§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἴπετε ὅτι ὁ κ. Παγώνης ἔλαβε χρήματα, ἐκβιάσας, οὕτως εἰπεῖν, τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ ἐδείξατε διὰ τῆς ὁμιλίας σας...
§96ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἐξεβίασε τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν. Εἶπον ὅτι εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἐν Πύργῳ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης δὲν εἶπε τὰ ἀληθῆ.
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Ἐζήτησα νὰ σᾶς διακόψω, καὶ δὲν μου ἐπετρέψατε.
§98ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν σᾶς ὕβρισα.
§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ. Περιμένετε νὰ μὲ ἀκούσητε. Σεῖς εἴπετε, ὅτι ὁ κ. Παγώνης μετεχειρίσθη τρόπον τινὰ ψυχολογικὴν βίαν.
§100ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτον... Παρακαλῶ, κύριε Σπηλιάδη, μὴ διακόπτετε.
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ εἴπω ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω, καὶ θὰ ἴδητε... Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπον.
§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ νῆμα τῆς ἰδέας μου καὶ νὰ μὴ διακόψῃ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σπηλιάδη, μὴ διακόπτετε.
§106ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται ὕβρεις, κύριε Πρόεδρε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ περὶ αὐτοῦ ἐγὼ ἔκαμον τὰς προσηκούσας παρατηρήσεις. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ διακόπτητε.
§108Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος συνάδελφος διὰ τῶν φράσεων, δι’ ὧν ἐξιστόρησε τὸ πρᾶγμα, ὑπέδειξεν ὅτι ὁ κ. Παγώνης μετεχειρίσθη ψυχολογικὴν βίαν διὰ νὰ πάρῃ τὰς 800 δραχμὰς, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπῆγεν εἰς τὸν Τραπεζίτην καὶ τὸν ἐξηπάτησε διὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὰς 800 δραχμὰς, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι τηλεγραφικῶς θὰ ἔλθῃ ἡ ἔγκρισις. Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ νομικὸς, πῶς χαρακτηρίζει αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν; Ἐγὼ τὸν κ. συνάδελφον, ὡς πολίτην, ὡς ἄτομον, τὸν τιμῶ. Τί εἶπον ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος ἔσπευσε νὰ τὸν ὑπερασπίσῃ; —διότι ἴσως δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν μόνος του ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν τιμήν του,— τί εἶπον ἐγώ; Εἶπον ὅτι ὕβρισε τὸν κύριον Παγώνην, καὶ ὅτι ὁ κ. Παγώνης διὰ τριακοσίας δραχμὰς δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς· εἶναι ἀνώτερος χρημάτων· τὸν γνωρίζουν καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν· τὸν γνωρίζει ὁ κύριος Φικιώρης, καὶ τὸν προκαλῶ νὰ βεβαιώσῃ περὶ αὐτοῦ.
§109Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐντιμότατος.
§110Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ, ὄχι περὶ ὀκτακοσίων, ἀλλὰ καὶ περὶ 15,000 δραχ. ἐὰν ἐπρόκειτο καὶ τὸ ἐμάνθανεν, ἂν δὲν θὰ τὰς κατέθετεν ὁ κ. συνάδελφος ἀμέσως ὑπὲρ τοῦ κ. Παγώνη. Τί εἶπον λοιπὸν ἐγώ; ὅτι ἔπρεπε νὰ κρίνῃ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ὁ κύριος Παγώνης νὰ καθυστερήσῃ τὰς 300 δραχμὰς, διὰ τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἔλαβε γνῶσιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κύριος Παγώνης εὑρίσκετο ἐν Καλάμαις, οὔτε ἐγνώριζε τί ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ἐγνώριζε τί ἔγγραφον ἐστάλη εἰς Πύργον, οὔτε ἐγνώριζε τί ἔγγραφον ἔλαβεν ἡ Τράπεζα, οὔτε εἶχε σχέσιν πρὸς τὴν Ἠλείαν πλέον· διότι, εὐθὺς ὡς συνηντήθη μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐδῶ, ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ ἦναι νομάρχης. Λοιπὸν εἶπον, ὅτι, ὅταν εἷς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν τοιαύτην κατὰ ἑνὸς ἐντίμου πολίτου, δὲν ἐφρόντισε πρότερον νὰ ἐξετάσῃ, τίς ἦτο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, καὶ ἐσκέφθη ἀμέσως, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν, διὰ ποσὸν μάλιστα τριακοσίων δραχμῶν, κατὰ τοῦ Παγώνη, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζει, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, προσωπικῶς, βεβαίως, εἶπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ ἄλλως παρὰ κρίνων ἐξ ἑαυτοῦ. Νομίζετε ὅτι εἶπον τοῦτο διὰ νὰ ὑβρίσω τὸν ἄνθρωπον; Προῆλθον εἰς τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος, ἀπευθύνων τοιαύτην στυγερὰν κατηγορίαν κατὰ τῆς τιμῆς ἐντίμου ἀνθρώπου, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζῃ, Κύριοι,—σημειώσατέ το καλῶς—οὔτε κατὰ πρόσωπον, ἀφήρεσε τὴν τιμὴν αὐτοῦ.
§111ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀφαιρεῖται ἡ τιμή.
§112Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζήτησε νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν τιμὴν πολίτου, ὁ ὁποῖος ἀριθμεῖ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἔντιμον βίον. Εἶναι σημαντικὸν, ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ὠχυρωμένος, νὰ ζητήσῃ νὰ συντρίψῃ ἕνα νέον ἄνθρωπον καὶ νὰ τὸν συγκυλίσῃ εἰς τὴν λάσπην! Καὶ ἀπορεῖ ὁ κύριος συνάδελφος, πῶς μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασα, νὰ εἴπω μόνον, ὅτι ἐξ ἑαυτοῦ κρίνει περὶ τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζει! Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σηκωθῇ ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος, διὰ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του; Καὶ δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος, εὐθὺς ἀμέσως νὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι ἀπόντας δὲν ὑβρίζουσι, καὶ δὴ καθ’ ὃν τρόπον ὁ κύριος συνάδελφος ἐξύβρισε πολίτην ἔντιμον καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου εὑρισκόμενον; Τὸν κύριον Παγώνην, Κύριοι, τὸν γνωρίζω ἐκ παιδικῆς ἡλικίας, καὶ ἡ ἀγανάκτησίς μου εἶναι ὀλίγη, ἂν οἱ λόγοι μου δὲν ἐκφράζωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσεγένετο πρὸς τοιοῦτον ἄνθρωπον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§114Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τὸν Διευθυντὴν τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης Πύργου, ὅπως πιστεύσω, ἂν ἀληθῶς αὐτὸς εἶπεν ἢ μετέδωκεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς περὶ τῆς ὑποθέσεως. Πιστεύω ὅμως, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζω περὶ τοῦ χαρακτῆρος ἐκείνου, ἢ ὅτι δὲν εἶπε τὸ τοιοῦτον, ἂν εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, ἢ ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς δὲν ἀντελήφθη καλῶς, τί ἤθελον ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος τῆς Τραπέζης νὰ τῷ ἀνακοινώσῃ...
§115Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπετέθη κατὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀδίκως.
§116Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν γνωρίσας τὸν κύριον Παγώνην,—τὸν ἀποτελοῦντα προσωποποίησιν ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, τῆς τιμῆς,—ὅστις ἠδύνατο, ὄχι νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύσῃ τι ἀπᾷδον πρὸς τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι μᾶλλον κακὴ ἀντίληψις τῆς παραστάσεως τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Τραπέζης ἦσαν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ λεχθέντα, ἀναμένω δὲ πράγματι, ὅπως διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ προσαχθῶσιν, ἀποδειχθῇ, ἂν ὁ κύριος Παγώνης ἦτο δυνατὸν νὰ συλλάβῃ κἂν τὴν ἰδέαν, ὅπως καταχρασθῇ χρήματα εἴτε τῆς Τραπέζης εἴτε τοῦ Δημοσίου. Εἶναι, νομίζω, ὕβρις πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, περὶ τοιαύτης αἰτίας. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ λιμενικῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατασπαταλῶνται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν πόσα χρήματα ἔχουσι δοθῆ διὰ τοιαύτας ἐπιχορηγήσεις εἰς τὸν νομάρχην Κερκύρας ἀπὸ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ μέχρι σήμερον.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε λεπτόν!
§118Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ προσαγάγητε τὰ ἔγγραφα.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί νὰ προσαγάγω, ἀφοῦ δὲν ἐδόθη οὔτε λεπτόν; (γέλως).
§120Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Προσαγάγετέ τα, νὰ ἴδωμεν. Ἴσως δὲν ἐνθυμεῖσθε.
§121Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον σχετικῶς πρὸς τὴν γενομένην ἐπὶ τῶν δικαστικῶν συζήτησιν. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα περιστείλῃ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὑπὸ τῶν ἀνακριτῶν τελουμένην. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα περὶ ἑτέρας αὐθαιρεσίας, τῆς ἀπείρου παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως καὶ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἐπὶ κακουργήματι καταγγελίαι, διότι ἄλλως ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ σχηματίζεται κακὴ ἰδέα περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἦναι ὀλίγον σύντομος.
§123ΔΟΥΝΗΣ. Πάντοτε εἶμαι σύντομος· μάλιστα καταστρέφω τὸ κάλλος τοῦ λόγου μου διὰ τῆς συντομίας (ἱλαρότης). Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν κ. ἀνακριτῶν, ὅτι πρέπει νὰ προβαίνωσι ταχέως εἰς τὴν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων. Ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις ἀπὸ 5 ἢ 6 μηνῶν ἄνθρωποι προφυλακισμένοι, οἱ δὲ ἀνακριταὶ δεικνύουσι μεγάλην ἀμέλειαν καὶ ὀλιγωρίαν.
§124Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ ἐκ τῶν φαρμακείων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συνταγῶν ἐξ ἀμελείας συμβαίνοντα δυστυχήματα θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνουσι τοιαῦτα· διὸ—παράδοξον μὲν, πλὴν σωστικὸν,—ἠναγκάσθησαν ἐκεῖ νὰ ψηφίσωσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου προλαμβάνουσι τὰ δυστυχήματα, ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη ἐνταῦθα εἰς τὸ Φαρμακεῖον Κρίνου. Καὶ εἶπον παράδοξον, κύριε Πρόεδρε, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὑποχρεοῦνται οἱ φαρμακοποιοὶ νὰ κατασκευάζωσι δοχεῖα ἰδίου σχήματος, σχήματος καρδίας, πιθανὸν δὲ καὶ γυναικείας (ἱλαρότης), διότι ἡ ὕλη, ἐξ ἧς κατασκευάζονται ταῦτα, εἶναι ἐξ ἀκανθωτῆς ὑάλου, ὥστε, ὅταν ἐγγίζωσι τὰ δοχεῖα οἱ φαρμακοτρίβαι, νὰ αἰσθάνωνται κἄποιον κνισμὸν καὶ νὰ λαμβάνωσι τὰ μέτρα των. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς θυγατέρας τῆς Εὔας, οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ (ἱλαρότης), ἀποχωροῦσι γάρ· ἀλλ’ ἐπειδὴ φοβοῦμαι, ὅτι θύματα ἠμποροῦν νὰ πέσουν καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν παρόμοιον νόμον.
§125Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, δύο καταδίκων, τὴν ὁποίαν θεωρῶ οὐ μόνον δικαίαν, ἀλλὰ καὶ νόμιμον. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νομιμότητος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Κατὰ τὸ 1896 κατεδικάσθη μία συμμορία ληστρικὴ ἐξ ἀλλοδαπῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πράξεις ληστρικάς, εἰς ἰσόβια δεσμά. Οἱ καταδικασθέντες ἐζήτησαν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως· καὶ ὁ μὲν ἀρχηγὸς τῆς συμμορίας, ἔχων μέσα χρηματικὰ, διώρισε δικηγόρον, ὅστις ὑπεστήριξε τὴν ἀναίρεσίν του, οἱ δὲ ἕτεροι ἐδικάσθησαν ἐρήμην. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη ὅτι ἐγένετο ἐσφαλμένη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ τὰ ἰσόβια δεσμὰ μετέβαλεν εἰς δεκαπενταετῆ διὰ μόνον τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμμορίας. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὁ ἀρχηγὸς ἐπέτυχε τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς, οἱ ἄλλοι δὲ μένουσιν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς παλαιᾶς ἀποφάσεως. Μόλις ἀνέγνωσα τὴν ἀναφορὰν, ἠπόρησα, πῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐζήτησεν ὑπὲρ τοῦ νόμου τὴν ἀναίρεσιν καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς συγκαταδίκους. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπὸ ἰδιαιτέραν φροντίδα τὸ ζήτημα, καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι ὁ νόμος κελεύει. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως, ἵνα ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἔλαβον ἐφημερίδα ἐντὸς φακέλλου, μὲ σημείωσιν «σπουδαῖον». Ἦτο ἡ ἐφημερὶς «Καιροί», ἡ ὁποία μεταφέρει τὸ γεγονὸς ἐξ ἐφημερίδος τῆς Θεσσαλίας. Ἀνέγνων καὶ εἶδον, ὅτι ἔν τινι χωρίῳ τῆς Θεσσαλίας συνέβη τὸ ἑξῆς γεγονὸς. Ἰατρός τις, Πιτακὸς ὀνομαζόμενος, —καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε—νυμφευθεὶς εἰς τὴν Λάρισαν, ἀποκατεστάθη εἰς χωρίον τῆς Θεσσαλίας· οἱ ἕτεροι ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐκεῖ, φαίνεται ὅτι δυσηρεστήθησαν, διότι ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἰατρῶν, καὶ ἔχοντες τὰ μέσα νὰ συνενοηθῶσι μὲ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἔπραξαν τὸ ἑξῆς. Ὁ δημόσιος κατήγορος κατηγόρησε τὸν ἰατρὸν καὶ τὴν σύζυγόν του ὡς παρανόμως συνοικοῦντας!—Καταλαμβάνετε, Κύριοι, ποῦ καταντήσαμεν εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν; Ἔχω 50 ἔτη εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ ποτὲ δὲν ἤκουσα τοιαῦτα πράγματα!—Ὁ πταισματοδίκης ἐζήτησεν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐτελέσθη ὁ γάμος· προσήχθη ἡ ἀπόδειξις, ἀλλὰ δὲν ἤρκεσεν αὕτη, καὶ διετάχθη νέα ἀπόδειξις, νὰ προσαχθῇ ἡ ἄδεια τοῦ Ἀρχιερέως, μήπως ὑπῆρχε κώλυμα τοῦ γάμου (δηλ. ὁ εἰρηνοδίκης ἀποφασίζει περὶ τούτου!)· ἔρχεται ἡ ἀπόδειξις, καὶ βλέπει ὁ πταισματοδίκης, ὅτι ὁ γάμος εἶναι νόμιμος, ἀλλὰ λέγει: «ἐπειδὴ ἐνυμφεύθητε εἰς τὴν Λάρισαν, ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῆτε εἰς τὰ ἐκεῖ ληξιαρχικὰ βιβλία καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τόπον, ὅπου κατοικεῖτε· διὰ τοῦτο σᾶς καταδικάζω εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν καὶ εἰς πρόστιμον 50 δραχμῶν!» Αὐτὰ, Κύριοι, γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Θεσσαλίας, καὶ οὐδεὶς δίδει προσοχήν! Ζητῶ, ἐν ὀνόματι τῆς ἠθικῆς, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του, διότι ἄλλως, Κύριοι, εἶναι ἀπελπισία!
§126Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πανταχόθεν φωνὴ ἀκούεται κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν δικαιουμένων νὰ προφυλακίζωσι τοὺς πολίτας, ὡς παρανομούντων, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπόφασις λαμβάνεται διὰ νομοθετήματος ἀναιροῦντος τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὡς ἐδηλώθη εἰς προηγουμένας συνεδρίας τοῦ Σώματος, εἶναι νὰ διορθωθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας περὶ προφυλακίσεως, καὶ περὶ τούτου ὑπεβλήθη παρ’ ἐμοῦ πρότασις νόμου, ἥτις παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ, εἴτε παρεξηγήσασα τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, ἢ νομίζουσα ὅτι δὲν ἔχει ἐντολὴν, περιωρίσθη νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸ ἡμερῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγγράψῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ὡς καὶ τὰς λοιπὰς προτάσεις μου νόμων, πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν θὰ γείνωσι συζητήσεις. Ἡ πρώτη πρότασις εἶναι περὶ προφυλακίσεως, ἡ δευτέρα εἶναι περὶ ἐξαιρέσεως τῶν Ἐφετῶν καὶ Ἀρεοπαγιτῶν, ἡ τρίτη περὶ Τύπου, καὶ ἡ τετάρτη εἶναι περὶ ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας τῶν Βουλευτῶν. Αἱ προτάσεις αὗται δὲν θ’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν, ὡς ἐντελῶς ὑπηρεσιακὰ νομοθετήματα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐν τῷ Τύπῳ ἀνέγνωσα, ὅτι ἀστυνόμος τις, παραλαβὼν τὸν ἰατρὸν τῆς ἀστυνομίας, μετῆλθεν ἐσχάτην ὕβριν κατὰ δεσποινίδος, ἐπὶ καταγγελίᾳ δι’ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ὅτι αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ διαπράξῃ τὸ ἀδίκημα τῆς ἐκτρώσεως. Κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, τοῦ ἀναξίως φέροντος τὸν τίτλον καὶ τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ, δὲν εἴδομεν καμμίαν ἐνέργειαν τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοιοῦτοι βασιβουζοῦκοι, προσβάλλοντες τὴν τιμὴν τῶν οἰκογενειῶν; Ἔχω καὶ ἕτερον νὰ ἀναφέρω, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξητάσθη μέχρι τοῦδε καὶ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοὺς ἀστυνόμους εἰς τοὺς ἀστυφύλακας. Οὐδεὶς ἀστυφύλαξ, τιμωρηθεὶς πειθαρχικῶς, ἐλυτρώθη ἀπὸ τὰς κρατήσεις τῆς μισθοδοσίας του. Γίνονται δὲ ἄπειροι τοιαῦται κρατήσεις. Παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρῃ ἡ Κυβέρνησις σημείωσιν, εἰς πόσον ποσὸν ἀναβαίνουσιν αἱ κρατήσεις αὗται, καὶ εἰς ποῖον ταμεῖον καταβάλλονται. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀστυνόμους καὶ διὰ τὴν ἑξῆς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Εἰς παντοπωλεῖόν τι μετέβησαν ἀστυνομικοὶ ὠτακουσταὶ νύκτα τινὰ, καὶ ἤκουσαν ὁμιλίας τῶν ὑπηρετῶν, διέταξαν δὲ αὐτοὺς νὰ ἀνοίξουν τὴν θύραν, ἀλλ’ οἱ ὑπηρέται δὲν ὑπήκουσαν. Ὁ ἀστυνόμος θυμωθεὶς στέλλει τὴν ἐπιοῦσαν ἀστυφύλακας, καὶ συλλαβὼν πάντας τοὺς ὑπηρέτας τοῦ παντοπωλείου τοὺς στέλλει εἰς τὴν φυλακήν! Ἐν τίνι δικαιώματι;
§127Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τοὺς καταγγέλλουν;
§128ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις καὶ ἄλλοτε ἐτιμώρησεν, ἐπὶ τῇ ἐμῇ καταγγελίᾳ, παρανομοῦντας ἀστυνόμους. Πρέπει δὲ ἤδη νὰ θέσῃ ἓν τέρμα, ἐφαρμόζων τὸν νέον νόμον.
§129ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ τηρῶσι τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσαι αἱ μηνύσεις κατ’ ἀστυνόμων ἐνεργοῦνται ἐντὸς 15 ἡμερῶν.
§130ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριοι, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ὑποθέσεως ἀφορώσης τινὰ τῶν συμπολιτῶν μου, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ παρατηρήσω οὐσιωδεστάτην ἔλλειψιν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας· ἀπορῶ δὲ, πῶς τοῦτο διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις δέον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ διορθώσεως τοῦ ἄρθρου 34 ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχεδίῳ περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου τούτου. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, σκοπὸν ἔχει τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 34, διὰ τῆς ὁποίας θεραπεύεται ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τοῦ νόμου εἰς πολλὰς οἰκογενείας προσγιγνομένη ἀδικία. Τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34, τὰ περιέχοντα τοὺς λόγους τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν στρατευσίμων, δὲν ἀνταποκρίνονται ἢ ἐν μέρει μόνον εἰς τὸν εὐεργετικὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου· διότι ναὶ μὲν τὸ ἄρθρον 33 δίδει δικαίωμα ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως εἰς τοὺς κληρωτοὺς τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς πρὸ τῆς κληρώσεως αὐτῶν, στεροῦνται ὅμως τοῦ εὐεργετήματος τούτου ἐκεῖνοι, εἰς οὓς ἤθελον ἐπέλθει οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς, εἴτε συνεπείᾳ οἰκογενειακοῦ τινος δυστυχήματος, εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας, μετὰ τὴν κλήρωσιν αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος ποιεῖται ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν ἐνδιαλαμβανομένων ἐν τοῖς ἐδαφίοις αʹ, βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 33. Ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής. Διὰ νὰ ἦναι πλήρης, δέον νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς ἐν τοῖς ἐδαφίοις δʹ καὶ εʹ. Δι’ ὀλίγων θ’ ἀναφέρω παράδειγμα, ὅπερ μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω καὶ παρατηρήσω τὴν ἔλλειψιν ταύτην τοῦ νόμου, καὶ νὰ ἀντιληφθῶ τὰς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης γιγνομένας ἀδικίας. Ἐν Ἰθάκῃ ὑπῆρχεν οἰκογένεια ἀπαρτιζομένη ἐκ γερόντων καὶ ἐντελῶς ἀνικάνων πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν γονέων, ἐκ δύο υἱῶν καὶ τριῶν θυγατέρων. Ὁ πρῶτος υἱὸς, ὡς πρωτότοκος, ἀπηλλάγη τῆς στρατολογικῆς ὑποχρεώσεως, ὁ δὲ ἕτερος τυγχάνει κληρωτὸς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1899. Ἕνα μῆνα περίπου μετὰ τὴν κλήρωσιν τοῦ δευτέρου υἱοῦ ἀποθνήσκει ὁ πρῶτος, ἡ δὲ δυστυχὴς αὕτη οἰκογένεια, διότι εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποστῇ τὴν δεινὴν ταύτην συμφορὰν μετὰ τὴν κλήρωσιν τοῦ δευτέρου υἱοῦ, δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 33, καὶ συνεπῶς εὑρίσκεται ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Ὑψίστου, μὴ γνωρίζουσα πῶς νὰ προσπορισθῇ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Τοιαῦτα παραδείγματα βεβαίως πλεῖστα ὅσα δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ ἔχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του τρεῖς ἢ τέσσαρας οἰκογενείας, εἰς τὴν αὐτὴν περίπου εὑρισκομένας κατηγορίαν. Διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καταργεῖται ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 34, ἀντικαθιστωμένη δι’ ἄλλης, δι’ ἧς δίδεται δικαίωμα ἀπαλλαγῆς, ἐκτὸς τῶν διαλαμβανομένων ἐν τοῖς ἐδαφίοις αʹ, βʹ καὶ γʹ, περὶ ὧν προνοεῖ καὶ ἡ καταργουμένη παράγραφος, καὶ εἰς τοὺς ἐν τοῖς ἐδαφίοις δʹ καὶ εʹ, καὶ ἂν ἔτι οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς ἤθελον ἐπέλθει εἴτε μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, εἴτε μετὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δέον νὰ συμπεριλάβωσι καὶ τοὺς κληρωτοὺς τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1898 καὶ 1899, διότι πολλοὶ τοιοῦτοι ὑπηρετοῦσι νῦν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, αἱ δὲ οἰκογένειαι αὐτῶν ὑφίστανται μυρίας στερήσεις. Εὐελπιστῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως, πράττων ἔργον φιλανθρωπίας, ἀναγράψητε, εἰ δυνατόν, ταύτην μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 138). Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§132ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Διῆλθον πάντας τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ μάτην ἀνεζήτησα προϋπολογισμὸν ἀναφερόμενον εἰς τὴν γέφυραν Ποδονύφτη, ἥτις, ὡς γινώσκετε, κατεστράφη κατὰ τὰς τελευταίας πλημμύρας. Ἡ γέφυρα αὕτη χρησιμεύει, ὅπως ἑνώνει τὰ χωρία Κουκουβάουνες καὶ Μενίδιον μὲ τὰς Ἀθήνας, εἶναι δὲ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἥτις ἄγει εἰς τὸ Τατόϊ. Εἶναι ἐκ τῶν γεφυρῶν ἐκείνων, περὶ ὧν ἀπόλυτος ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως γείνῃ ἡ κατασκευὴ τάχιστα, διότι ἄλλως οἱ κάτοικοι τῶν εἰρημένων χωρίων εἶναι ἠναγκασμένοι μετὰ μεγίστης δυσχερείας νὰ διέρχωνται διὰ τοῦ ῥεύματος, μὲ κίνδυνον πολὺν τῆς ζωῆς των. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ληφθῇ ταχίστη φροντὶς περὶ αὐτῆς. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πλημμυρῶν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν αἱ γιγνόμεναι μελέται περὶ πλημμυρῶν εὑρίσκονται περὶ τὸ τέλος αὐτῶν, καὶ ἂν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ θέρους· διότι, ἂν παρέλθῃ καὶ τὸ θέρος αὐτὸ καὶ φθάσωμεν εἰς τὸν χειμῶνα, διατρέχουσι τὸν κίνδυνον πάντες οἱ ἐπισκευάσαντες τὰς ἰδιοκτησίας των νὰ ἴδωσιν αὐτὰς ἐκ νέου καταστρεφομένας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§133Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρετήρησα σήμερον ἀναγεγραμμένον δεύτερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων, καὶ δὴ εἰς δευτέραν συζήτησιν. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τοῦτο δέον νὰ ἀναγράφηται εἰς δευτέραν ἢ μᾶλλον εἰς πρώτην συζήτησιν. Ἀλλὰ πρὸ πάσης συζητήσεως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ πίνακα τῶν εἰσπράξεων ἁπασῶν τῶν ἀμίσθων Προξενικῶν ἀρχῶν, ἰδίᾳ δὲ τῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀνατολῇ, διότι, ὡς γνωστόν, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μεταβάλλεται ἡ κατάστασις ἀμίσθων καὶ ἐμμίσθων Προξενικῶν ἀρχῶν, ἐκ δὲ τῆς πολιτικῆς καὶ ἐμπορικῆς σημασίας τῶν ἀρχῶν τούτων, θὰ φωτισθῶμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν θὰ ὁδηγηθῶμεν. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν νὰ ὑποβληθῶσι τῇ Βουλῇ αἱ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων Προξενικῶν ἀρχῶν, ὧν ἠρωτήθη ἡ γνώμη ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὑπό τε τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου περὶ τῶν λυσιτελῶν μεταρρυθμίσεων ἐν τῇ Προξενικῇ νομοθεσίᾳ. Αἱ ἐκθέσεις αὗται δέον νὰ ὑποβληθῶσιν ἡμῖν πρὸ πάσης συζητήσεως. Φρονῶ δὲ, ὅτι αἵ τε ἐκθέσεις καὶ οἱ πίνακες ἔδει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν ἡμῖν σὺν τῷ νομοσχεδίῳ ἐν καιρῷ· ἀλλὰ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησε νὰ ὑποβάλλωνται νομοσχέδια μετὰ τυπικῶν καὶ ἀτελεστάτων αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, ἐνῷ, ἂν αὗται κατηρτίζοντο ὡς δεῖ, σπουδαίως ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν οὐ μόνον εἰς τὴν ὑφ’ ἡμῶν μελέτην τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἀσύγγνωστος δὲ ἐπικρατεῖ φειδωλία περὶ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὴν διανομὴν τῶν ἀπαιτουμένων βοηθητικῶν ἐκθέσεων, πινάκων ἢ σημειωμάτων, αἱ δὲ ἐλλείψεις αὗται καὶ τὸ ἀμελέτητον παρατηροῦνται δυστυχῶς καὶ εἰς αὐτὰ ἔτι τὰ ψηφισθέντα κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον σπουδαιότατα νομοσχέδια, τινῶν ἐκ τῶν ὁποίων, μεταβληθέντων εἰς νόμους, δὲν κατωρθώθη ἕνεκα τούτου ἡ ἐφαρμογή, ἄλλα δὲ διὰ νεωτέρων νόμων ἠναγκάσθημεν νὰ τροποποιήσωμεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ, μόνον δὲ περὶ τῶν τριῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τῶν κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ὑποβληθέντων, εὐλόγως δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ταῦτα παρουσιάζουσι τύπον ἀρτίων νομοσχεδίων, ἐφ’ ᾧ καὶ ἔπαινος ὀφείλεται τῷ συντάκτῃ καὶ εἰσηγητῇ αὐτῶν.
§134ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους περίπου, ἅμα ὡς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, τὸ Προεδρεῖον τοῦ Σωματείου τῶν Οἰνοπαντοπωλῶν παρουσιάσθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξέθηκεν αὐτῷ ἐν ἀναφορᾷ τὰ παράπονα οὐχὶ μόνον τοῦ Σωματείου τῶν Οἰνοπαντοπωλῶν, ἀλλὰ καὶ μεγάλου μέρους τῆς κοινωνίας, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φιλοφρόνως ἐδέχθη αὐτοὺς, συνεζήτησε μετ’ αὐτῶν τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐζήτασε τὰς γνώμας τῶν διαφόρων, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, εἰδικῶν, τῶν πρὸς τοῦτο ἀναφερομένων αὐτῷ, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ νὰ φέρῃ μέτρον, δι’ οὗ νὰ προλαμβάνωνται τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐπάγει, οὐχὶ τὸ ποσὸν τὸ πληρονόμενον, ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσπράττονται τὰ τέλη ταῦτα. Ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες ἀρκετοί, κατὰ τὸ προλαβὸν δὲ τμῆμα τῆς Συνόδου ταύτης τὸ Σωματεῖον τῶν Οἰνοπαντοπωλῶν ὑπέβαλεν ἑτέραν ἀναφορὰν, κεκαλυμμένην ἀπὸ ὑπογραφὰς χιλιάδων συμπολιτῶν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τῇ Κυβερνήσει, ἵνα λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα καὶ φέρῃ λύσιν τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅτε ἐπλησίαζε τὸ τέρμα τοῦ προλαβόντος τμήματος τῆς Συνόδου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω τῇ Κυβερνήσει τὴν ἀναφορὰν, καὶ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἀπουσιάζοντος τότε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ διαδοθὲν καὶ λεχθὲν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλειψε τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ ὁρίσῃ πότε ἤθελε φέρει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Παρῆλθεν ἔκτοτε μὴν καὶ πλέον, τὸ δὲ Σωματεῖον τῶν Οἰνοπαντοπωλῶν, βλέπον ὅτι, καίτοι ἔκτοτε ἄλλα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς διαφόρους ἐπιπροσθέτους ἐπιβαρύνσεις τῶν φορολογουμένων, συνεζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδεμία ἐν τούτοις ἐλαμβάνετο φροντὶς, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οὐχὶ τῆς πληρωμῆς, ἀλλὰ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἐπάγεται ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἕνεκα τῶν καταπιέσεων, ἃς ὑφίστανται οἱ πολῖται, διερχόμενοι πρὸ τῶν σταθμῶν τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοτικῶν φόρων, ἐπεσκέφθη τοὺς διαφόρους ἀντιπροσώπους τῆς Ἀττικῆς, καὶ παρεκάλεσεν ἡμᾶς, νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ἐρωτήσωμεν αὐτὴν, ἂν δὲν νομίζει ὅτι εἶναι καιρὸς, ἀφοῦ περὶ τόσων ἄλλων ἀντικειμένων ἐφρόντισε, νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ αὐτοῦ, ὥστε νὰ δοθῇ ἐλπὶς, ὅτι θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὡρίμασεν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, — διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀλλὰ καὶ περὶ πάσης ἄλλης πόλεως καὶ χωρίου τῆς χώρας ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰ ἄτοπα ταῦτα θὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτερα μακρὰν τῆς πρωτευούσης, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη διοικητικὴ ἐπίβλεψις. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ νομοσχέδιον πρὸς πλήρωσιν τοῦ κοινοῦ πόθου τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν.
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι ὡρίμασε τὸ ζήτημα περὶ διαπυλίων, ἀλλὰ θέλω νὰ ὁρισθῇ κατὰ τί ὡρίμασεν. Ὡρίμασεν ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ὡρίμασεν ἡ ἰδέα περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ τὸ πολύπλοκον, ἀλλὰ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα δύναται νὰ λυθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται πάντοτε περὶ αὐτοῦ, ἐπιδιώκουσα νὰ εὕρῃ κατάλληλον λύσιν, ἣν μόλις κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ, θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν, ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον.
§136ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὥστε λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἐλπίς;
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§138Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τηλεγραφήματα διαφόρων συμπολιτῶν μου, ἀξίων πάσης ὑπολήψεως, ἀποτελούντων τὴν ψυχὴν τῆς βιομηχανίας τῆς Τριπόλεως, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, ὅπερ κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ προλαβόντος τμήματος τῆς Συνόδου ἀνεκίνησεν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Φικιώρης, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν μέρος ἐγὼ καὶ ὁ ἐκ Μεγαρίδος κ. Βουλευτής. Θὰ ἐξακολουθῶ δὲ ἐπαναφέρων αὐτὸ, μέχρις οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ὁριστικὴν λύσιν καὶ δώσῃ διαταγὴν πρὸς τοὺς διαφόρους δασάρχας τοῦ Κράτους, ὅπως καταστείλωσι τὰς πιέσεις τῶν ὀργάνων των κατὰ τῶν μικρῶν βιομηχάνων, διότι βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προσεπάθησε νὰ καταστείλῃ τὴν αὐθαιρεσίαν αὐτῶν. Συμπολῖταί μου ἄξιοι πάσης ὑπολήψεως, ζαχαροπλάσται, ποτοποιοὶ κλπ., μοὶ ἐτηλεγράφησαν, ὅτι τὰ δασονομικὰ ὄργανα, εἰσελθόντα εἰς τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, κατέσχον πάντα τὰ καυσόξυλα, ὅσα εὗρον πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῶν δασονομικῶν ὀργάνων εἶναι παράνομος, διότι ἐκ τοῦ νόμου ὁ δασάρχης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα εἰς τὴν προλαβοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, τὰ καυσόξυλα δὲν ὑπόκεινται εἰς ἄδειαν, οὔτε εἰς φορολογίαν, ὅταν ὑλοτομῶνται ἀνὰ τρία φορτία καθ’ ἑκάστην κλπ. Ὥστε φορολογία δὲν ἐπιτρέπεται, κατ’ αὐτὴν τὴν φράσιν τοῦ νόμου, ὡς καὶ ὅταν τὰ καυσόξυλα χρησιμεύωσι διὰ τὰ ἐργοστάσια ἢ διὰ διάφορα βιομηχανικὰ καταστήματα, οἱ δὲ καταστηματάρχαι δὲν ὑλοτομῶσιν εἰς τὰ δάση τὰ προωρισμένα διὰ τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν καυσόξυλα, ἀλλ’ ἀγοράζωσιν αὐτὰ ἐκ τῶν διαφόρων ἀποθηκῶν τῶν πόλεων, τοιαῦτα δὲ εἶναι καὶ τὰ εὑρεθέντα εἰς τὰ ἐν Τριπόλει ἐργοστάσια εἰς μικρὰν ποσότητα. Ὁ νόμος ἐννοεῖ νὰ πληρώνῃ φόρον ὁ ἐργοστασιάρχης, ὅταν θέλῃ νὰ ὑλοτομήσῃ ἀρκοῦσαν ποσότητα καυσοξύλων πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας του, ὅτε καὶ θέλει ζητήσει ἄδειαν πρὸς συλλογήν, οὐχὶ δὲ ὅταν ἀγοράζῃ ταῦτα ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πρὸς χρῆσίν του. Οἱ ἐκ Τριπόλεως τηλεγραφήσαντές μοι, ὧν ὁ δασάρχης κατέσχε τὰ καυσόξυλα, καὶ καθ’ ὧν συνέταξε καὶ πρωτόκολλον, ἵνα προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὡς παρανόμως ὑλοτομήσαντες, οὗτοι, ἐπαναλαμβάνω, ἠγόρασαν τὰ καυσόξυλα ἐκ τῶν ἐν Τριπόλει ἀποθηκῶν. Διὰ τοῦτο βεβαίως δὲν θέλουσι καταδικασθῆ, διότι ὁ νόμος δὲν ἀπαγγέλλει ποινὰς κατὰ τῶν ἀγοραστῶν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἐμποδίζονται οὗτοι ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅπως παύσωσι πλέον αἱ αὐθαιρεσίαι αὗται, διότι καὶ ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ νόμου καταδείκνυται, ὅτι εἶναι αὐθαιρεσίαι, ἀφοῦ τὰ καυσόξυλα εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν ἐργοστασίων καὶ εἶναι ἄγνωστος ἡ προέλευσίς των. Ἀπαγορεύεται μόνον ἡ συλλογὴ καὶ ἡ ὑλοτομία, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ ἀγορὰ καυσοξύλων πρὸς χρῆσιν τῶν ἐργοστασίων.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§140Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐκυρώθη ἡ δημοπρασία διὰ τὴν μεταφορὰν τῆς ἐν τῷ Κράτει ἀλληλογραφίας, ἤτοι τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσω ἐπακριβῶς τὸ ζήτημα, νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν δημοπρασίαν ταύτην ἔγγραφα. Ἐπειδὴ δὲ ὀλίγος ὑπολείπεται χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τὸ ταχύτερον τὰ ἔγγραφα, διότι θὰ φέρω συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω καταθέσει αὔριον ἢ μεθαύριον τὰ ἔγγραφα καὶ τῶν τριῶν δημοπρασιῶν, διότι ἐγένοντο τρεῖς ἐπαναληπτικαὶ δημοπρασίαι.
§142Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν τμῆμα τῆς παρούσης Συνόδου ἐγένετο λόγος περὶ τῶν καυσοξύλων, ἐφάνη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀπεδέχετο ὅτι πράγματι παρηρμηνεύετο ὁ νόμος παρὰ τῶν δασαρχῶν, θελόντων νὰ φορολογήσωσι τὴν καύσιμον ὕλην ἐν τοῖς ἐργοστασίοις εἰς βάρος τῶν ἐργοστασιαρχῶν· ἐπίστευον δ’ ὅτι συνεπείᾳ τούτου ἤθελε σπεύσει νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς δασάρχας εἰς τὴν ἀληθῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἀτυχῶς βλέπω, ὅτι ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου διὰ παρερμηνείας. Πιστεύω ὅτι, μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ σήμερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν τοιαύτην παράνομον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ πεισθῇ, ὅτι πρέπει καὶ διὰ νόμου ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς συλλέγοντας καύσιμον ὕλην διὰ τὰ ἐργοστάσια, καθόσον εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ νὰ ὑπαγάγῃ εἰς φορολογίαν οὔτε τοὺς συλλέκτας καυσοξύλων, οὔτε τοὺς ἐργοστασιάρχας. Καὶ τοὺς μὲν συλλέκτας δὲν δύναται, διότι αὐτοὶ συλλέγουσι χωρὶς νὰ προγνωρίζωσιν, ἂν τὰ συλλεγόμενα καυσόξυλα θὰ πωλήσωσιν εἰς τὰ ἐργοστάσια, ὥστε νὰ λάβωσιν ἐκ τῶν προτέρων ἄδειαν, οὔτε μεταφέρουσι διὰ ζώων ἢ ἄλλων μεταφορικῶν μέσων πλέον τῶν ἑκατὸν ὀκάδων ξύλα, ὥστε νὰ τὰ φορολογήσῃ ὁ δασοφύλαξ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς μεταφορᾶς, ἑπομένως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη φορολογία· ἐπίσης δὲ δὲν δύναται νὰ φορολογήσῃ οὔτε τοὺς ἐργοστασιάρχας, διότι δὲν εἶναι εὔκολον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ὁ δασάρχης ἢ ὁ δασοφύλαξ νὰ σταματᾷ τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ ζυγίζῃ τὰ καυσόξυλα. Ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ γνωρίζῃ καὶ πῶς θὰ διακρίνῃ τὰ φορολογηθέντα ἀπὸ τὰ μήπω φορολογηθέντα; Μήπως σφραγίζονται τὰ ξύλα αὐτὰ, διὰ νὰ γνωρίζῃ πόσα κατηναλώθησαν τὴν μίαν ἡμέραν, καὶ πόσα ἔμειναν διὰ τὴν ἄλλην, καὶ πόσα νέα εἰσήχθησαν; Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ φορολόγησις ἄνευ καταπιέσεως καὶ ἀδικιῶν εἴτε τῶν πωλητῶν εἴτε τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Ἐκ τῆς καταργήσεως δὲ τῆς τοιαύτης φορολογίας δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον μεγάλη ζημία, διότι δὲν πρόκειται περὶ ποσοῦ μεγαλειτέρου τῶν 5 ἕως 10 χιλιάδων δραχμῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀπέδειξα, διότι τοιαῦτα ἐργοστάσια, μεταχειριζόμενα καυσόξυλα ὡς καύσιμον ὕλην, ὑπάρχουσιν ὀλίγα εἰς μεσόγεια μέρη, ὅπου δὲν εἶναι εὔκολος ἡ μεταφορὰ ἄλλης καυσίμου ὕλης. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου κατὰ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ὁ τμηματάρχης ἔδωκε, καὶ ἂν δὲν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη παράνομος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§144Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα, δι’ ὃ ἔλαβον κυρίως τὸν λόγον. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου, γενομένῃ πρὸ μηνὸς περίπου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσαγάγῃ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸ ποσὸν τοῦ κοπτομένου καπνοῦ ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ Σπάρτης, ὁ κ. Ὑπουργὸς προσήγαγε τοιαύτην κατάστασιν σήμερον, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1896 ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ Σπάρτης καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἔτους ἐκόπη ποσότης καπνοῦ 1118 ὀκάδων, κατὰ τὸ 1897 ἐκόπησαν μόνον ἐπὶ ἕξ μῆνας, τὸ ἥμισυ δηλ. τοῦ ἔτους, ὀκάδες 159, κατὰ τοὺς ἄλλους δὲ μῆνας οὔτε δράμιον! κατὰ τὸ 1898 ἐκόπη καπνὸς μόνον κατὰ τὸν Ἰανουάριον ὀκτὼ ὀκάδες καὶ ἑκατὸν δράμια, καὶ τὸν Ἀπρίλιον τέσσαρες ὀκάδες, κατὰ δὲ τὸ 1899 οὐδὲ δράμιον! Τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἀπραξίας ἰδὼν ὁ κατὰ τὸ 1897 Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ διατάγματος ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1897 κατήργησε τὴν ἕως τότε ὑφισταμένην θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Καπνεργοστασίου, ὡς ἀργομίσθου, ἀνέθεσε δὲ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Καπνεργοστασίου εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Λακεδαίμονος, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι κατὰ τὸ 1898 ἐκόπησαν μόνον δώδεκα ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ δὲ τὸ 1899 οὐδὲ δράμιον, ἐπίσης δὲ καὶ κατὰ τὸ 1900 δὲν θὰ κοπῇ οὔτε δράμιον. Ἡ ἀπραξία αὕτη δὲν προέρχεται, ὡς φέρει τὸ κάτωθι τῆς προσαχθείσης καταστάσεως δικαιολογητικὸν σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ λαθρεμπορίου ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ὄχι! λαθρεμπόριον δὲν γίνεται ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, διότι δὲν ὑπάρχει παραγωγὴ καπνοῦ, δὲν δύναται δὲ νὰ εἰσαχθῇ καπνὸς ἀπὸ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, ἢ ἀπὸ ἄλλα καπνοπαραγωγὰ μέρη, εἰς τὴν Λακεδαίμονα πρὸς λαθρεμπορίαν· προμηθεύεται ὅμως καὶ ἡ Σπάρτη καὶ ἡ Λακεδαίμων καὶ ἡ Ἐπίδαυρος Λιμηρὰ καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους παρὰ τοῦ μεγάλου Καπνοκοπτηρίου, τοῦ ἐν Γυθείῳ λειτουργοῦντος, ἐν τῷ ὁποίῳ κόπτεται μέγιστον ποσὸν καπνοῦ ὁ καπνέμπορος Στ. Καπερνάρος, καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἐν Ἀθήναις ἀκόμη προμηθεύονται, διὰ τὴν ἐξαίρετον ποιότητα τοῦ καπνοῦ. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν κόπτεται καπνὸς ἐν Σπάρτη, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1897 ὁ τότε Ὑπουργὸς, πολὺ εὐλόγως καὶ δικαίως, καὶ φειδωλῶς πρὸς τὸ δημόσιον χρῆμα φερόμενος, κατήργησε τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης, διὰ νὰ μὴ ὑφίσταται τὴν σπατάλην ταύτην τὸ Δημόσιον διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ διευθυντοῦ, τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ Καπνοκοπτηρίου. Πιστεύω ὅτι τὸ Καπνοκοπτήριον αὐτὸ ἀνασυνεστήθη, ὅπως φέρεται ἐν τῇ σημειώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τοῦ Καπνοκοπτηρίου διωρίσθη ἐπὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως ταύτης, τῆς ἀπραξίας τοῦ Καπνοκοπτηρίου, προέβη εἰς διορισμὸν ἀργομίσθου διευθυντοῦ, ὁ ὁποῖος κάθηται ὅλην τὴν ἡμέραν καπνίζων ναργιλὲ καὶ οὐδὲν ἄλλο πράττων, καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ ἐξετάσας εἶδεν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ 1899 ἔτος οὐδὲ δράμιον καπνοῦ ἐκόπη ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ ἐκείνῳ, ἤθελε σπεύσει νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ἢ νὰ τὸν μεταθέσῃ ἀλλαχοῦ, καταργῶν καὶ πάλιν τὸ Καπνοκοπτήριον Σπάρτης, καὶ ὄχι νὰ διατηρῇ, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, ὑπάλληλον ἀργόμισθον, — τὸ ὁποῖον πολὺ δικαίως συνταράσσει τὴν ἐκεῖ κοινωνίαν, βλέπουσαν, πῶς κατασπαταλᾶται τὸ δημόσιον χρῆμα. Ταῦτα ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου αἱ πληροφορίαι, πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι κακῶς τὸν ἐπληροφόρησαν οἱ ὑπάλληλοί του, ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ Καπνοκοπτηρίου δὲν ἔχει ἀποστολὴν νὰ ἐπιτηρῇ τὸ Καπνεργοστάσιον ἐργαζόμενον, ἀλλὰ νὰ ἐπιτηρῇ μόνον μήπως γίνεται λαθρεμπόριον. Ἀλλὰ τότε, κύριε Ὑπουργὲ, τίνα λόγον ἔχουσιν ἡ αὐτόθι ἐφοριακὴ ἀρχὴ, ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἡ χωροφυλακὴ, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἐπιτήρησις τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ; Πιστεύω ὅτι ἀφεύκτως ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν γεγονότων τούτων, μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι εἷς ὑπάλληλος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας πληρώνεται ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ, θὰ σπεύσῃ νὰ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ὡς τάχιστα, ἂν θέλῃ πράγματι νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι οἱ φόροι του δὲν κατασωτεύονται πρὸς συντήρησιν ἀργομίσθων καὶ διατήρησιν κόμματος, ἀλλ’ ὅτι δαπανῶνται διὰ τὴν εὐημερίαν του καὶ διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος. Ἄλλην ἐπερώτησιν εἶχον κάμει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ζητήσας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάλληλοι ἐκ διαφόρων ἐπαρχιακῶν γραφείων εἶναι μετακεκλημένοι εἰς Ἀθήνας, καὶ διὰ τίνα λόγον, καὶ ἂν ὑπάρχει νόμος ἀπαγορεύων τὴν τοιαύτην μετάκλησιν τῶν ὑπαλλήλων εἰς Ἀθήνας, διότι—ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς—κατὰ τὸ 1887, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐγένετο τοιοῦτος νόμος πρὸς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων, τῶν συμβαινουσῶν ἐκ τῆς τοιαύτης μετακινήσεως τῶν ὑπαλλήλων εἰς Ἀθήνας δῆθεν δι’ ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου, προσήγαγε δύο καταστάσεις, μίαν τοῦ Ἐφοριακοῦ τμήματος καὶ μίαν τοῦ Ταμειακοῦ τμήματος, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι δέκα ὑπάλληλοι, γραμματεῖς Ταμείων καὶ Ἐφοριῶν ἐπαρχιακῶν, ἔχουν μετακληθῆ εἰς Ἀθήνας καὶ ἔχουν προσκολληθῆ, ὡς λέγει, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλω ἐπίσης νὰ δίδω πίστιν, δὲν εἶναι δέκα μόνον οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ εἶναι 15· καὶ ἀναφέρω καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῶν καταστάσεών του μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ἔχουν μετακληθῆ εἰς τὸ Ταμειακὸν τμῆμα οἱ ὑπάλληλοι Κ. Ἀναγνωστόπουλος, Ι. Ἀγγελῆς, Γ. Μάντζαρης, Χρ. Παπαδόπουλος καὶ Σ. Μενιδιάτης, εἰς δὲ τὸ Ἐφοριακὸν τμῆμα οἱ ὑπάλληλοι Στέφ. Ντάνος, Π. Παπαλεξανδρόπουλος, Ι. Κωνσταντόπουλος, Β. Γκανᾶς καὶ Β. Κουτσαντώνης. Ἐγὼ ὅμως πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία του τῷ ἀποκρύπτει ἄλλους τοιούτους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦνται ἐπίσης ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ οὗτοι εἶναι, εἰς μὲν τὸ Ταμειακὸν τμῆμα οἱ Δημήτριος Ἀδαμόπουλος καὶ Γεώργιος Παπαϊωάννου, εἰς δὲ τὸ τμῆμα τῶν Μονοπωλίων καὶ εἰς τὸ Ἐφοριακὸν οἱ Εὐάγγελος Φορμάνος, Γ. Ρεβίθης καὶ Σ. Κιτριλάκης. Δικαιολογεῖται τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τοὺς ὑπαλλήλους τούτους ἔχει μετακαλέσει ἐνταῦθα συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἑρμηνεῦον σοφιστικῶς τοῦτον, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται μετακλήσεις εἰς Ἀθήνας, ἡ ὑπηρεσία ὅμως, ἡ δίδουσα τὰς πληροφορίας ταύτας, λέγει, ὅτι δὲν μετεκλήθησαν, ἀλλὰ προσεκολλήθησαν. Τὴν διαφορὰν μεταξὺ μετακλήσεως δι’ ὑπηρεσίαν καὶ προσκολλήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν εὑρίσκω· μόνον τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατώρθωσε νὰ εὕρῃ διαφοράν. Πῶς τὴν εὑρίσκει, περὶ τούτου θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἀπορῶ ὅμως διὰ τοῦτο μὲ τὸ τμῆμα, ἀπορῶ κυρίως μὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, πῶς ἐγκρίνει καταστάσεις μισθοδοτικὰς καὶ ἐντάλματα ὑπαλλήλων μὴ εὑρισκομένων εἰς τὰς θέσεις των, ὑπηρετούντων δὲ ἐνταῦθα, ἔστω καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὑπηρετοῦσι,—διότι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι μετακαλοῦνται ἐνταῦθα διὰ νὰ διασκεδάζωσιν,—ἀπορῶ, λέγω, πῶς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις καὶ ἐντάλματα τοιούτων ὑπαλλήλων θεωρεῖ καὶ ὑπογράφει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρὰ τὸν νόμον. Πιστεύω δὲ, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν αὐτὴν πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τούτου, θέλει σπεύσει νὰ στείλῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς εἰς τὴν θέσιν των, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐγκρίνῃ παρανόμως τὰς καταστάσεις καὶ τὰ ἐντάλματα αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι πράγματι δύναται νὰ μετακαλῇ τὸ Ὑπουργεῖον τοὺς ἐν λόγῳ ὑπαλλήλους, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει, ὅτι τὸ προσκολλᾷν εἶναι διάφορον τοῦ μετακαλεῖν, ἂν δεχθῶμεν τοῦτο, ἐρωτῶ, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ, οἱ 15 γραμματεῖς Ἐφοριῶν καὶ Ταμείων, δὲν εἶναι χρήσιμοι εἰς τὰ γραφεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον διορισθῆ; Ἂν εἶναι χρήσιμοι ἐκεῖ, πῶς λειτουργοῦν τὰ γραφεῖα ἐκεῖνα ἄνευ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν; διατὶ ὑπάρχουν αἱ θέσεις ἐκεῖναι νομοθετημέναι; Ἂν δ’ εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διατὶ δὲν προκαλεῖ νόμον, δι’ οὗ νὰ ὁρίσῃ τοιαύτας θέσεις, καὶ νὰ μὴ ἐγείρωνται σήμερον τὰ σκάνδαλα αὐτά; Αἱ προσκολλήσεις πρέπει νὰ παύσωσι, καὶ νὰ ἦναι ἕκαστος ὑπάλληλος εἰς τὴν θέσιν, ἣν ἐτάχθη, διότι ἄλλως γεννῶνται σκάνδαλα καὶ κάκιστον παράδειγμα εἰς τοὺς λοιπούς. Ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον ὑποβάλει, ζητῶν πληροφορίας, ἂν πράγματι ὑπάλληλος — ἰδιώτης, ὄχι ὑπάλληλος, — ἄνευ διορισμοῦ μένει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ Ταμειακῷ τμήματι, ἐκτελῶν ὑπηρεσίαν ἐμπιστευτικὴν, ἐμπιστευτικωτέραν μάλιστα τῆς τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, ὡς μᾶλλον ἔμπιστος τοῦ οἰκείου τμηματάρχου, καὶ πῶς ἐπιτρέπεται τοῦτο ἄνευ διορισμοῦ. Ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἄλλοτε, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, εἶχεν ἐξελεγχθῆ ὡς παραβὰς τὸ καθῆκόν του, ἂν μή τι πλέον, ὅτε ἀπεστάλη εἴς τινα ἁλυκὴν, καὶ ἐπαύθη διὰ τοιαύτην παράβασιν τοῦ καθήκοντός του. Δὲν ἐπιθυμῶ βεβαίως—διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον—νὰ ἐλέγξω ἐντεῦθεν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, πῶς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μένει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· τί κοινὸν ἔχει μὲ τὴν ὑπηρεσίαν; Μετὰ τὴν παῦσίν του διὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων του ὡς ὑπαλλήλου, μετὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ἧς ἐπαύθη, ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἐζητήθη νὰ ἐπαναδιορισθῇ παρὰ πολλῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, εὑρίσκουσα ὅτι λόγῳ καταχρήσεων εἶχεν ἀπολυθῆ, δὲν ἐπανέφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐζητήθη ὁ διορισμός του ὑπὸ Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ διορίσῃ αὐτόν. Καὶ ἀφοῦ δὲν τὸν κρίνῃ κατάλληλον καὶ ἄξιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, πῶς ὁ τμηματάρχης ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸν ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ σήμερον δικαιολογεῖται ἐν τῇ προσκομισθείσῃ σημειώσει, λέγων ἐπὶ λέξει, ὅτι «δὲν εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ταμειακοῦ τμήματος, καὶ ἂν συνέπεσε νὰ εὑρεθῇ εἰς αὐτὸ, οὐδέποτε ἔλαβε γνῶσιν τῶν ὑπηρεσιακῶν τούτου ἐγγράφων»; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν πληροφορήσω ἐγώ, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του δὲν τῷ ἀνεκοίνωσεν ὅσα πρέπει νὰ τῷ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν μένει «ὡς ἔκτακτος ἐργάτης διὰ τὴν ἀρίθμησιν καὶ σφράγισιν τῶν βιβλίων τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὴν διανομὴν καὶ μεταφορὰν τῶν ἐγγράφων εἰς τοὺς εἰσηγητὰς καὶ εἰς τὸ ἀρχεῖον», ὡς ὁ πληροφορῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν οἰκεῖος τμηματάρχης λέγει, ἀλλὰ μένει ἐνεργῶν τὰς ἐμπιστευτικωτέρας τῶν ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ Ταμειακῷ τμήματι, καὶ προκαλῶ αὐτοὺς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ εἴπωσιν, ἐὰν μετ’ αὐτοῦ δὲν ἔρχονται εἰς συνάφειαν καὶ συγκοινωνοῦσιν, ὅταν λαμβάνωσιν ἀνάγκην οἱωνδήποτε πληροφοριῶν καὶ οἱασδήποτε ἄλλης ὑπηρεσίας ἐν τῷ τμήματι τῷ Ταμειακῷ, καὶ ἂν ἐν αὐτῷ δὲν εἶναι οὗτος τὸ κύριον ὄργανον. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως δὲν ἤθελον φέρει ποτὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατέστη σκάνδαλον ἡ ἀνάμιξις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἄνευ διορισμοῦ, εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, χάριν τοῦ ἀξιώματός του, νὰ ἐξετάσῃ κάλλιον καὶ νὰ μάθῃ ἀκριβέστερον, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι ἀληθῆ εἶπον ἐντεῦθεν, καὶ ὅτι ταῦτα εἶπον, ὅπως δώσω ἀφορμὴν καὶ εἰς αὐτὸν, ἵνα μάθῃ ὅ,τι τῷ ἀποκρύπτουσι καὶ ἀπαλλάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὡς ὑπαλλήλου παρανόμως ὑπεισερχομένου εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου προσήγαγεν ἐπίσημον φάκελλον, ἀφορῶντα τὴν δημοπρασίαν τμήματος τῆς ὁδοῦ Ζακύνθου–Βασιλικοῦ, ἀλλ’ ὁ φάκελλος οὗτος ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν προσαγάγῃ καὶ τὸν φάκελλον τῆς δημοπρασίας ἀνακαινίσεως τμήματος τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, τῆς γενομένης κατὰ τὸν Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον, ὅτε ἐνομάρχευεν ὁ Δημητρακόπουλος.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε, εἶναι ὁ φάκελλος, ὃν προσήγαγον.
§146ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὄχι· εἶναι τοῦ Φεβρουαρίου αὐτός. Ἡ δημοπρασία ἐκείνη ἀφορᾷ τὸν καθαρισμὸν μέρους θαλάσσης, ὅπου συσσωρευόμενα φύκη καὶ ἀκαθαρσίαι ἀποφράττουσι τὰ στόμια τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως. Φαίνεται ὅτι δὲν ἐξηγήθην καλῶς τότε, διότι δὲν ὥρισα ἀκριβῶς ποῖον φάκελλον ἐνόουν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§148Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δύο λέξεις.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη. Παρῆλθον ἄλλως 3½ ὧραι, καθ’ ἃς ἀνεμένομεν νὰ εἰσέλθωμεν. Ἀντικείμενον πρῶτον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κρίτσας· ἀλλὰ νομίζω ὀρθὸν, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι 8, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 9.
§150ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς 9½, κύριε Πρόεδρε.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι εἰς τὰς 9. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§153Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μελέτης καὶ ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, θὰ ἀντελήφθητε πάντες, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, μεγάλην ἔχει σοβαρότητα, ὅτι δὲ, τούτου τεθέντος, θὰ συμφωνεῖτε πάντες μετ’ ἐμοῦ, φρονοῦντος, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἐν πάσῃ τάξει καὶ προσοχῇ, ὅπως μὴ ἡ Βουλὴ, παρασυρομένη ἐν ταῖς σκέψεσιν αὐτῆς ὑπὸ κομματικῶν σχέσεων καὶ ὑποχρεώσεων, ἢ ἐκ προκαταλήψεων ἀδικαιολογήτων, ἀχθῇ εἰς συμπεράσματα μὴ ἀσφαλῆ, εἰς ἀποφάσεις, αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ βλάψωσιν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσι, τὸν στρατὸν καὶ τὸν τόπον, ἡ ἐν παντὶ πρόοδος τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ μόνον ὄνειρον, ἡ μόνη εὐχὴ παντὸς Ἕλληνος, εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι τὸ μόνον μέλημα, ὁ μόνος σκοπὸς ἡμῶν τῶν πληρεξουσίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὐχερῶς δύνανται νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ ὕψος τῆς συζητήσεως τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς ζητήματα, οἷον τὸ προκείμενον· καίτοι ὅμως αἰσθάνομαι τὴν πρὸς τοῦτο ἀδυναμίαν μου, ἐτόλμησα νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, οὐχὶ βεβαίως, ἵνα ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς τὸ πρακτέον, — διότι ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάγκην τοιαύτης ὑποδείξεως ἔχει ἡ Βουλὴ, — ἀλλ’ ἁπλῶς, ἵνα, καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον καὶ δικαίωμα, ἐξενέγκω τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην μου, καὶ ἵνα, ταύτην ἐξενεγκὼν ἀπὸ σήμερον καθαρῶς, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἐπιτρέπουσιν αἱ δυνάμεις μου, μὴ ἔχω ἐν τῷ μέλλοντι οὔτε τὸ δικαίωμα νὰ καυχῶμαι, ὅτι συνετέλεσα καὶ ἐγὼ διὰ τῆς σιωπῆς μου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν τοῦτο ἀποβῇ ὠφέλιμον, οὔτε τὸ βάρος τῆς ἀναλογούσης εἰς ἐμὲ εὐθύνης, ἄν τοῦτο, ὡς πιστεύω, ἀποτύχῃ. Τοιοῦτον θεωρῶ τὸ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ· τοῦτο δὲ προτιθέμενος νὰ ἐκπληρώσω ταύτῃ τῇ στιγμῇ, σκοπῶν δηλαδὴ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, ἣν μετ’ ὀλίγον θὰ δώσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς ἀπὸ τῆς πραγματικῆς μόνον ἀπόψεως ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετὰ τῆς εὐμενείας, μεθ’ ἧς καὶ ἄλλοτε ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ τιμήσῃ, δεχομένη ἐπὶ τούτῳ προκαταβολικῶς τὴν εὐγνωμοσύνην μου, σὺν ταύτῃ δὲ καὶ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι πᾶσαν θέλω καταβάλει προσπάθειαν, ὅπως μὴ τὴν ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι ἐπάθομεν κατὰ τὸν πρὸ τριετίας διεξαχθέντα πόλεμον καὶ τὰ συνεπείᾳ τοῦ παθήματος ἐκείνου λεγόμενα, ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι συντάσσονται τῇ περὶ μεταρρυθμίσεων καὶ ἀναδιοργανώσεων γνώμῃ, τὴν ὁποίαν ἐξέφραζε τότε καὶ νῦν ἀκόμη ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, μηδὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἄνακτος ἐξαιρουμένου, ὁ ὁποῖος, περιελθὼν πολλὰ τῆς Πελοποννήσου ἰδίως μέρη, ὑπέδειξε, δὲν γνωρίζω, διατὶ, καὶ εἰς ἄτομα καὶ εἰς Δημοτικὰ Συμβούλια πολλὰς μεταρρυθμίσεις, ὡς ἀνεγινώσκομεν τότε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, αἱ ὁποῖαι, ἀναγράφουσαι τοὺς λόγους ἐκείνους τοῦ Βασιλέως, δὲν ἠρκοῦντο εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐκ δικαίου πατριωτισμοῦ καὶ ὑπερεθεμάτιζον εἰς τὰς διασταυρουμένας τότε γνώμας. Οἱ ἀποτελοῦντες, λέγω, τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιτύχωσιν ὅ,τι ἐπεθύμουν, προέβησαν εἰς τὴν διάδοσιν προγράμματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπηγγέλθησαν πλείστας ὅσας μεταρρυθμίσεις καὶ ἀναδιοργανώσεις, ἐξασφαλιζούσας εἰς τὸν τόπον τὴν ἄκραν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ πάντων ἐκείνων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα, ἄγνωστα δῆθεν καὶ εἰς αὐτοὺς, ἀπεκάλυψεν ὁ πόλεμος. Ἐγένοντο αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, μετ’ ὀλίγον δὲ ἐκλήθησαν οἱ Κύριοι οὗτοι εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν· εὐθὺς δ’ ὡς ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐφρόντισαν νὰ φανῶσι συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποσχέσεις των, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ νομοσχέδια, ἐκ τοῦ προχείρου συνταγέντα, τινὰ μάλιστα ἐκ τῶν ὁποίων, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὐδ’ ἐν τῷ κἂν εἶχον, καθ’ ὃν χρόνον τὰς ὑποσχέσεις των ἐκείνας ἔδιδον πρὸς τὸν λαόν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον ποικίλα τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα ἐψηφίσθησαν, γινώσκετε δὲ ἤδη, ὅτι ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν μεταρρυθμιστικῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωκε τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, μόνον ἓν ἐφηρμόσθη, τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ ὅτι τοῦτο ἐφηρμόσθη κατ’ ἐποχὴν, ἡ ὁποία πείθει ἡμᾶς, ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τούτου προέβη ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ διότι ἐπίστευεν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη θὰ συνετέλει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν,—τοῦτο οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἐπίστευσεν,—ἀλλ’ ἵνα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ πείσῃ τοὺς εὐπίστους, ὅτι δὲν ἐλησμόνησε τὰς ἀναδιοργανωτικὰς ἰδέας της, καὶ τὴν τιμῶσαν αὐτὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της πλειονοψηφίαν, ὅτι αὕτη καθῆκον εἶχε νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ δῆθεν ἀναμορφωτικὸν αὐτῆς ἔργον. Ἐφηρμόσθη λοιπὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἐκλήθη ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον, ἀντὶ τακτικῆς, Σύνοδον, καὶ τοῦτο ἴσως διότι περὶ ἐκτάκτων ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῇ, καὶ τῆς εὐκαιρίας ταύτης δραξαμένη ἡ Κυβέρνησις ἠνέωξε τὸ στόμιον τοῦ ἀνεξαντλήτου ἐκείνου ἀναμορφωτικοῦ κλιβάνου, καὶ τὸ πτύον λαβοῦσα εἰς χεῖρας ἤρξατο ἐξάγουσα ἐκ τοῦ κλιβάνου, αὐτοῦ πολλὰ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα νῦν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Γινώσκετε, κύριοι συνάδελφοι, οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἐγὼ τυγχάνω ὢν ἀξιωματικὸς τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ· τοῦτο δὲ γινώσκοντες, εὐκόλως δύνασθε νὰ φαντασθῆτε—ἐὰν, ἐννοεῖται, μὲ θεωρεῖτε ἄνθρωπον ἐπιθυμοῦντα τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ,—εὐκόλως, λέγω, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τὴν θλίψιν, ἥτις μὲ κατέχει, ὡς ἐκ τῆς ἀθλίας καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ ὁ στρατὸς, ἐλλείψει πάσης πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ προνοίας ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων, ὡς καὶ τὴν ἀνυπομονησίαν, μεθ’ ἧς ἀνέμενον ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀλλ’ ἰδίως μετὰ τὸν πόλεμον, νὰ ληφθῇ μέτρον τι ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, εἰς ὃν πρέπει νὰ στηρίζωμεν πᾶσαν ἡμῶν ἐθνικὴν ἐλπίδα. Ἀνέμενον, ἀλλ’ οὐδὲν ἔβλεπον, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τοῦτο ὑπεβλήθη. Καὶ ὅτε τοῦτο ὑπεβλήθη, εἶχον, παρ’ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἡμῖν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς περὶ τούτου,—τὰ ὁποῖα κακῶς πράξας δὲν ἐπίστευσα,—εἶχον, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ψηφιζόμενον νὰ ἠγγυᾶτο τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, εὐθὺς ὡς τοῦτο τυπωθὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου, ἐρρίφθην μετ’ ἀπληστίας εἰς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ, ἵνα κατὰ τὰς ἐλπίδας μου ἴδω ἐν αὐτῷ τὰ προσδοκώμενα μέτρα καὶ ἀνακουφισθῶ, ἀναφωνῶν ὅτι τέλος πάντων ἐσκέφθημεν καὶ περὶ στρατοῦ. Τὸ ἀνέγνωσα κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἀνεγίνωσκον, κατὰ τοσοῦτον ἠσθανόμην τὰς ἐλπίδας μου ἀφιπταμένας, διότι δυστυχῶς ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω οὔτε τοὺς λόγους τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, οὔτε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται τοῦτο...
§154Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς τὸν εἶπον.
§155Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀληθῶς ἀλλ’ εἶπον πρότερον, ὅτι ἐγὼ εἰς τὰ ὑφ’ ὑμῶν τότε λεχθέντα δὲν ἐπίστευσα. Ἀνέγνωσα τοῦτο καὶ πάλιν ἐπιμελέστερον, καὶ ἐπείσθην ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ ὡς ἔχει, χωρὶς νὰ ληφθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζομεν, θὰ μᾶς δώσῃ μετ’ οὐ πολὺ τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀναμνησθῶμεν τῆς δημώδους παροιμίας «ἄλλαξεν ὁ Μανωλιὸς κι’ ἔβαλε τὰ ῥοῦχ’ ἀλλοιῶς». Ὄτε δὲ μετ’ ἀπορίας μου εἶδον, ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ πάταγος καὶ ὁ θόρυβος ἐγίνετο ἐπὶ τόσον χρόνον μόνον καὶ μόνον, ὅπως ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, ἐξέστην, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλω τὰ χείλη μου ἠρώτησαν «διατὶ τάχα τοῦτο;» καὶ ἔμειναν ἀνοικτὰ, ὡς εἰ περιέμενον ἀπάντησίν τινα, ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι, διότι οὐδεὶς παρίστατο, ὅτε τὸ ἐρώτημα ἀπηυθύνθη...
§156Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν θὰ τὴν λάβητε.
§157ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ πιστεύω... Καὶ ὅτε ἡ πρώτη αὕτη ἔκπληξις παρῆλθεν, ἐτράπην εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς συνοδευούσης τὸ νομοσχέδιον οὐχὶ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἵνα ἐκ ταύτης δυνηθῶ νὰ συμπληρώσω τὰ κενὰ, καὶ—πιστεύσατέ με, Κύριοι,—διὰ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς διέκρινα πολλὰς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι με ἔκαμαν νὰ καταληφθῶ ὑπό τινος περιέργου καὶ ἀλλοκότου ἰδέας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλω ἀκόμη νὰ πιστεύσω. Κατελήφθην ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι, καίτοι ἡ ἔκθεσις αὕτη καὶ τὸ νομοσχέδιον φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Βουλευτοῦ καὶ συνταγματάρχου, τοῦ πεντάκις, νομίζω, μέχρι τοῦδε διευθύναντος τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, τοῦ ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον μετέχοντος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν συνετάχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ταῦτα, παρ’ ἄλλου, ξένου τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἐργασίας προσώπου, συνταχθέντα καὶ ἐπεξεργασθέντα, ὑπεγράφησαν μόνον παρ’ αὐτοῦ. Ἰδέα ἀληθῶς περίεργος· ἰδέα ὅμως, ἡ ὁποία τόσον ζωηρὰ μὲ κατέλαβεν, ὥστε κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐφοβήθην μὴ ὑποστῶ διάρρηξιν τῶν ἀκουστικῶν μου τυμπάνων, προσβαλλομένων συνεχῶς ὑπὸ τῶν ἠχητικῶν κυμάτων, τὰ ὁποῖα μέχρις αὐτῶν ἔφθανον, κυμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκίνει μία ἐπίμονος καὶ ἰσχυρὰ φωνὴ, λέγουσα: «Ναὶ, ναὶ, ἄλλος τὰ συνέταξε». Πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλον, ὅπως πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι δὲν εἶχον δίκαιον, τοιαύτην ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν δύο τούτων ἐγγράφων ἀποκομίσας ἐντύπωσιν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπεχείρησα μελέτην τούτων ἐν ἀντιπαραβολῇ. Ἠρξάμην λοιπὸν καὶ τῆς τοιαύτης μελέτης, καὶ ἐν πρώτοις ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀρχὴν τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἣν πάντες ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῆς πρώτης παραγράφου οὐδὲν ἐνόησα, εἰμὴ μόνον, ὅτι ταύτην ἀποτελοῦσι λέξεις καὶ μόνον λέξεις, τὰς ὁποίας συνηρμολόγησεν ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως, παραλαβὼν οὐχὶ μετὰ δυσκολίας ἐκ τῶν προλόγων τῶν τυχόντων πρὸ αὑτοῦ στρατιωτικῶν συγγραμμάτων. Καὶ ἐνῷ οὐδὲν ἐνόησα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀκατανοήτου δι’ ἐμὲ ταύτης παραγράφου, ἐξηκολούθησα, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω τι· καὶ ἀμέσως εὑρέθην πρὸ τοῦ συμπεράσματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «τὰ κυριώτερα πλεονεκτήματα τῆς τοιαύτης διοικήσεως, γενικῶς καταφανῆ, εἶναι τὰ ἀκόλουθα...»—καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμέ εἰσιν ὅλως ἀνακόλουθα. Πρῶτον λοιπὸν πλεονέκτημα, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τῆς τοιαύτης διοικήσεως εἶναι «μόνιμος στρατιωτικὴ διοίκησις, ἐξαρτωμένη ἐκ μόνον στρατιωτικῶν ἀναγκῶν». Καὶ τοῦτο μὲ ἔκαμε νὰ ἐρωτήσω: Μέχρι τοῦδε ὁ στρατὸς διῳκεῖτο ὄχι συμφώνως πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς ἄλλας ἀνάγκας; Οἱ διοικήσαντες μέχρι τοῦδε τὸν στρατὸν διάφοροι Ὑπουργοὶ, ἠρώτων ἐμαυτὸν, ὑπῆρξαν τάχα πάντες τόσον κακόπιστοι, ἦσαν τόσον ἀφιλοπάτριδες, ἦσαν τόσον πεπωρωμένοι, τόσον ἐπὶ τέλους πονηροὶ, ὥστε, ἐνῷ διῴκουν τόσον κακῶς καὶ τόσον αὐθαιρέτως, ὡς θὰ ἴδωμεν περαιτέρω, τὸν στρατὸν, κατώρθουν νὰ κρύπτωνται ἐπὶ τόσον χρόνον καὶ ν’ ἀποφεύγωσι τὸ ὄμμα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ τοῖς ὑποδείξῃ τὸ ἁρμόζον σύστημα διοικήσεως; Ἀλλὰ τὸ ἐδάφιον τοῦτο λέγει «μόνιμον διοίκησιν»· καὶ ὄντως μόνιμον, μάλιστα δὲ καὶ ἑνιαίαν, τάσσουσιν αὐτὴν τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς μονιμότητος καὶ τοῦ ἑνιαίου τῆς διοικήσεως ἀνατρέπει, ἢ τοὐλάχιστον σπουδαίως κλονίζει, τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, τὸν Διάδοχον, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν Μεράρχων, καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ γενικὸς οὗτος ἀρχηγὸς ἀναλαμβάνει τακτικῶς τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τέσσαρας, πέντε καὶ ἕξ κατ’ ἔτος μῆνας. Τοῦτο βεβαίως, ἐκτὸς τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἰδέας τῆς μονιμότητος καὶ τοῦ ἑνιαίου, μᾶς δίδει καὶ τὴν εἰκόνα, ἣν θὰ παρουσιάζῃ εἰς τὸ μέλλον ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ τίθηται μεταξὺ τῶν δύο χειρῶν τοῦ Διαδόχου, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, τὴν δικαιουμένην νὰ ἐπιβλέπῃ τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἡ ἄλλη τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία, κατά τινα τροπολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπάγεται εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τὸ κατὰ πρῶτον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον δὲν προέβλεπεν, ἴσως ἐκ παραδρομῆς. Ἐξηκολούθησα, καὶ ὡς δεύτερον πλεονέκτημα τῆς τοιαύτης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶδον ὅτι εἶναι (ἀναγινώσκει): «ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ὁ καταμερισμὸς τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς πάντας τοὺς διοικητὰς τῶν στρατιωτικῶν μονάδων καὶ ὑπηρεσιῶν, ἐν ὡρισμένῳ κύκλῳ ἐνεργείας καὶ ἀναλόγως τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτῶν.» Ἀποκέντρωσις! λέξις συνήθης εἰς τοὺς συνιστῶντας τὰς ποικίλας, ὡς εἶπον πρότερον, μεταρρυθμίσεις· λέξις, τῆς ἐννοίας τῆς ὁποίας ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐμμανῶς ἐγὼ ἠράσθην, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁποίαν οὐδέποτε εἶδον ἐγκαθιδρυομένην, καὶ τοῦτο πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὁποίας καὶ δεκάλεπτον ἐπιβαλλομένην δαπάνην ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὡς ἂν νὰ ἦτο εὔκολον νὰ πιστευθῇ, ὅτι ὁ συνταγματάρχης, ὁ ταγματάρχης, ὁ λοχαγὸς δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ διαθέσωσιν αὐτὴν, ἢ νὰ διατάξωσί τι ἐπὶ ὑποθέσεως τόσον ἀσημάντου· λέξις λίαν ἀρεστὴ εἰς ἐμὲ, ὡς εἶπον, καὶ μόλις εἶδον ταύτην ἐν τῇ ἐκθέσει, προσέτρεξα ἀμέσως εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἴδω τὸν τρόπον καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐφαρμογῆς της. Διῆλθον ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, καὶ μετ’ ἀπορίας παρετήρησα, ὅτι τοῦτο διὰ τῶν ἄρθρων 2, 4, 5 καὶ 6 οὐ μόνον οὐδεμίαν ἀποκέντρωσιν τάσσει, ἀλλὰ τοὐναντίον συγκεντροῖ ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἅπαντα τὰ δικαιώματα εἰς τὸν Διάδοχον, ὡς γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο λέγουσι τὰ ἄρθρα, ὧν ἐμνήσθην· ἂς ἀφήσωμεν δὲ κατὰ μέρος τὸ ἄρθρον 11, διότι τοῦτο, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, θέλει ἐπιτρέψει τὸν διακανονισμὸν τῶν δικαιοδοσιῶν καὶ τῶν ἄλλων, περὶ ὧν ὁμιλεῖ, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ ἴσως νὰ τρομάξῃ ποτὲ τοὺς ἀνεξελέγκτως ἐπιθυμοῦντας τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἴδετε, Κύριοι, τὰ τέσσαρα ἐκεῖνα ἄρθρα, καὶ ἀντελήφθητε βεβαίως καὶ ὑμεῖς ὅ,τι καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι περὶ τοῦ ἄρθρου 11 θὰ ἔχετε ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω γνώμην, ὅτι τοῦτο, ἂν μὲν, ὡς φοβοῦμαι, ὑπὸ ἄλλου τινὸς συνετάχθη, εἶναι πονηρὸν, ἂν δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ἐλλιπὲς, ἵνα μὴ ἄλλο τι εἴπω, καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως, μελέτης, ἐπὶ τέλους τροποποιήσεως. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καταθέσας προχθὲς τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τροπολογίας του, καὶ ἀναπτύξας ταύτας, ὡς συνηθίζει, συντόμως, δὲν ἠμέλησε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, εἶπεν ὅτι προέβη εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν ταύτην, ὁδηγηθεὶς ἐκ τοῦ ἀνυποφόρου κατ’ αὐτὸν, ὡς καὶ κατ’ ἐμὲ, ἔργου τῆς ὑπογραφῆς ἐφ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν μεταθέσεων καὶ αὐτῶν τῶν χωροφυλάκων, ἐργασίας, ἡ ὁποία σὺν ταῖς ὁμοίαις αὐτῇ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ εὐκαιρίαν νὰ σκεφθῇ περὶ ἄλλων ἀληθῶς σπουδαίων ὑποθέσεων. Καὶ ἐνῷ ταῦτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μετὰ μεγίστης πικρίας λέγοντος ἀνέμενον νὰ ἴδω αὐτὸν ὑποβάλλοντα τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας μόνον τὰς σπουδαίας τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας θὰ ἐκράτει δι’ ἑαυτὸν, τὰς δ’ ἐπαράτους ταύτας μεταθέσεις τῶν χωροφυλάκων θ’ ἀνέθετεν εἰς ἄλλους, καθιερῶν οὕτως ἀληθοῦς ἀποκεντρώσεως σύστημα, εἶδον αὐτὸν μετ’ ἀπορίας ὑποβάλλοντα τροποποιήσεις κατ’ οὐδὲν μειούσας τὴν παντοκρατορίαν τοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ, εἰμὴ μόνον κατὰ τὰς μεταθέσεις τῶν χωροφυλάκων, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσει ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἑαυτὸν, ἴσως ἵνα διαχειριζόμενος ταύτας πλέον καὶ μόνας, τὰς ἐκδικηθῇ δι’ ὅσα μέχρι τοῦδε, κατακλύζουσαι τὸ γραφεῖόν του, παρενέβαλλον αὐτῷ προσκόμματα εἰς τὰς περὶ τῶν σπουδαίων σκέψεις του, τὰς ὁποίας, ὡς δυσβάστακτον φορτίον, μετεβίβασεν εἰς τὸν ὑπεράνθρωπον καὶ τὸν εἰς τὰ πάντα δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ Γενικὸν τοῦ στρατοῦ Διοικητήν. Τρίτον πλεονέκτημα τῆς τοιαύτης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ εὐθύνη, περὶ τῆς ὁποίας ὑστερώτερον θέλω εἴπει τινὰ, ἀρχόμενος νῦν τῆς ἐξετάσεως τοῦ τετάρτου πλεονεκτήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ «ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων, μὴ ὑποκειμένων οὕτως εἰς τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρεσίας ἢ τῆς πλάνης, ἣν δύναται νὰ συνεπαγάγῃ ἡ ὑπέρμετρος συγκέντρωσις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.» Καὶ κατὰ τοῦτο, ὡς βλέπετε, σφάλλεται ὁ συντάξας τὴν ἔκθεσιν ταύτην· διότι, ἂν πράγματι ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ πλάνη τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι συνέπεια τῆς εἰς αὐτὸν συγκεντρώσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως, πῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ὑποπέσῃ εἰς τὰ κακὰ ταῦτα καὶ ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς, ὁ ὁποῖος ἐπιφορτίζεται μὲ ὅλα τὰ αἴτια τῶν δύο τούτων κακῶν, ἤτοι μὲ τὴν εἰς αὐτὸν συγκέντρωσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως; Ἀλλὰ, κατὰ τὸν συντάκτην τῆς ἐκθέσεως, τὰ δύο ταῦτα κακὰ, ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ πλάνη τῶν Ὑπουργῶν, ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τῶν ἀδικημάτων κατὰ τοῦ στρατοῦ ἐν συνόλῳ καὶ κατ’ ἄτομον, ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ πλάνη τῶν Ὑπουργῶν πολλῶν κακῶν αἰτία ὑπῆρξε διὰ τὸν στρατὸν, ἐχρησίμευσε δὲ, ὅπως πολλὰ ἄτομα στρατιωτικὰ χάσωσι τὴν τιμήν των, ἴσως μάλιστα καὶ τὴν ὕπαρξίν των. Καὶ δύναμαι, Κύριοι, κατόπιν τοῦ τόσον δριμέος κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ παράγραφος αὕτη τῆς ἐκθέσεως καθ’ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν, μηδὲ καὶ τοῦ σήμερον τοιούτου ἐξαιρουμένου, δύναμαι, λέγω, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως ταύτης εἶναι ὁ κύριος Ὑπουργός; Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἄλλος ἔγραψε τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐκθέσεως, καὶ τοῦτο θὰ πιστεύω μέχρις οὗ ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ὁμολογήσῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑβριστὴς ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἄλλων, οὓς θέλει νὰ παραστήσῃ ὡς κακῶς, αὐθαιρέτως καὶ παρὰ τὸ δίκαιον διοικήσαντας τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐκθέσεως ὑπόσχεται, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μετατρεπομένου εἰς νόμον τοῦ Κράτους, τὰ κακὰ ταῦτα θὰ ἐκλίπωσι, καὶ ὅτι συνεπῶς, κατὰ τὰς ἀποθεγματικὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Γίδα, τοῦ πρώτου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁμιλήσαντος, τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου ἀναλαμβάνοντος τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, οὗτος ἀμέσως θέλει ἀλλάξει ὄψιν, θέλει γνωρίσει ἰσότητα, δικαιοσύνην, ἀμεροληψίαν, καὶ ἐν γένει θέλει διοικηθῆ οὕτως, ὥστε ἕκαστος ν’ ἀμείβηται ἀναλόγως τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει, καὶ οὐχὶ, ὡς μέχρι τοῦδε, ὅτε πολλοὶ ἱκανοὶ παρωράθησαν καὶ πολλοὶ κηφῆνες καὶ ἄχρηστοι ἠμείφθησαν. Θὰ ἴδωμεν ὅμως, ἂν πράγματι τοιαύτη κατάστασις τοῦ στρατοῦ παρασκευάζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὁ γενικὸς διαχειριστὴς τῶν ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν κεφαλαίων τοῦ Κράτους· ὡς διευθύνουσα τὰ κοινὰ, ἔχει δικαιώματα, μὴ δυνάμενα νὰ ὑπερβῶσιν ὅριά τινα, πέραν τῶν ὁποίων ἰσχύει δικαιοδοσία ἄλλη, ἡ δικαιοδοσία τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον πρόκειται περὶ ὑποθέσεως σοβαρᾶς, ἣν, μὴ δικαιουμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λύσῃ, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Λέγει λοιπὸν πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις: «Ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἀνίκανος νὰ διευθύνω τὸν στρατιωτικὸν κλάδον. Θεωροῦσα δὲ, ὅτι τοῦτον θέλει διευθύνει καλῶς ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, καὶ μόνον οὗτος, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐγὼ γινώσκω, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησίν μου ταύτην». Εἶναι, ὡς βλέπετε, ζήτημα, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ἐρχόμενα ἐνώπιον ἡμῶν, πρέπει νὰ συζητῶνται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν δειλιῶντος πρὸ οὐδεμιᾶς παρεξηγήσεως, εἰς ἣν θέλομεν ἴσως ὑποβληθῆ, ἐὰν μετὰ σθένους εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, προκειμένου δηλαδὴ νὰ διορίσωμεν, ἰσοβίως μάλιστα, διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κλάδου, πρῶτον μέλημα ἡμῶν εἶναι νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ προτεινόμενον πρόσωπον εἶναι ἱκανὸν πρὸς τοῦτο. Καὶ ἂν μὲν τὸ θεωροῦμεν ἱκανὸν, νὰ ἐγκρίνωμεν τὸν διορισμόν του, ἂν δὲ ἀνεπαρκὲς,— εἶναι αὕτη λέξις συνηθεστάτη ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν,—νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ προσώπου, πρὸς τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἣν ἐκ τῆς καταγωγῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ του ἔχει, ὀφείλεται σεβασμὸς, εὔκολον μὲν εἶναι τὸ πρῶτον, δύσκολον ὅμως, ὡς παραβιάζον τὴν πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦτο ὀφειλουμένην εὐλάβειαν, τὸ δεύτερον. Διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς, κακῶς πράξας, κατ’ ἐμὲ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν, ἢ μόνον ὑπέβαλε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ὁμολογεῖ, ὅτι αὐτὸς δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ κραυγάζει, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος κ. Βουλευτής: «δέσατέ μου τὰς χεῖρας, καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου βάρος θέσατε εἰς τὴν ῥάχιν ἄλλου». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι αἱ μεγάλαι θέσεις ἔχουσι καὶ μεγάλα βάρη, τὰ ὁποῖα ὁ κατέχων τὴν θέσιν πρέπει νὰ δύναται νὰ βαστάζῃ, καὶ ὅτι ἂν ταῦτα δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ, ἓν μόνον ἔχῃ νὰ πράξῃ, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀπομάκρυνσίν του, καὶ οὐχὶ νὰ ἀναθέσῃ τὸ βάρος εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του πρέπει πάντες νὰ σεβώμεθα καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐκφρασθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι, ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν, δὲν διοικεῖ καλῶς τὸ στράτευμα. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Διάδοχος ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διοικῇ τὸ στράτευμα, ὅτι ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀδιστάκτως καὶ ἐγὼ πιστεύω, πειθόμενος εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Γίδας. Τοῦτο δὲ παραδεχόμενος, πρέπει ἀναγκαίως νὰ παραδεχθῶ καὶ τὴν γνώμην, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν θέλησιν καὶ τὰς προσπαθείας του, δὲν θὰ δυνηθῇ ἴσως νὰ τὸ κατορθώσῃ. Ὁ διοικῶν, ἐρχόμενος εἰς συνάφειαν πρὸς τοὺς διοικουμένους, ἐκτίθεται εἰς τὰ σχόλια αὐτῶν· διότι διοικῶν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν θέσιν, ὁτὲ μὲν νὰ ἐπαινέσῃ, ὁτὲ δὲ νὰ κατακρίνῃ. Διοικῶν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, καὶ ἐνασκῶν τὴν διοίκησιν συμφώνως πρὸς τὰς προσδοκίας ὅλων, θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιπλήξῃ, νὰ ἐπαινέσῃ, νὰ προβιβάσῃ, νὰ παραγκωνίσῃ, νὰ προστατεύσῃ, νὰ ἀνυψώσῃ, ν’ ἀποστρατεύσῃ. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι πάντα ταῦτα ἔπραξε δικαίως, οἱ εὐφάνταστοι διοικούμενοι θὰ νομίσωσιν ὅτι ἠδίκησε, καὶ οὕτω θὰ ὑποβληθῇ εἰς σχόλια καὶ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸν καταβιβάσωσιν ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν κοινῶν θνητῶν. Καὶ ἂν εἰς τὰ τοιαῦτα σχόλια περιπέσῃ, ἔστω καὶ ἀδίκως, ὁ Διάδοχος, πῶς θὰ δυνηθῶμεν, τὸ ῥεῦμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὁλονὲν ἴσως ἐξογκούμενον, θὰ ἀπειλῇ νὰ παρασύρῃ καὶ τὴν Ὑψηλότητά του μέχρι θαλάσσης, ν’ ἀναχαιτίσωμεν; Κύριοι συνάδελφοι, πᾶς ὅστις θέλει νὰ διοικήσῃ ὡς πρέπει, δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ ὅλα ταῦτα· τὰ ἀποφεύγει δὲ μόνον τότε, ὅταν θελήσῃ νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος τῆς ρουτίνας, ὅταν δηλαδὴ θὰ ἔχῃ ὡς πρόγραμμα τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν περιστάσεων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κατορθώνῃ πάντοτε νὰ ἐπιπλέῃ αὐτός. Ἀλλὰ τοιοῦτον διοικητὴν τοῦ στρατεύματος ἐγὼ δὲν τὸν θέλω. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει λεγόμενά εἰσιν ἀληθῆ, καὶ ὅτι ἀληθῶς οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν...
§158Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ἐγώ.
§159Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. .. κατὰ τὴν γνώμην τοῦ συντάκτου τῆς ἐκθέσεως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διοικήσωσι τὸ στράτευμα, καὶ ὅτι ἕνεκα τοῦ ἀναμφισβητήτου τούτου ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναθέσωμεν τὴν διοίκησιν αὐτοῦ εἰς ἄλλον, πλὴν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ. Ἔπρεπε, νομίζετε, εὐθὺς ὡς ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνικανότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ καταφύγωμεν ἀμέσως εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τοῦτον ἀμέσως εἰς τοὺς τόσους κινδύνους, οὓς θέλει δοκιμάσει; Δὲν ὑπάρχουσιν ἆρά γε ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, δυνάμενοι ν’ ἀναλάβωσι τὸ βάρος αὐτὸ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι, ἐφ’ ὅσον μὲν διοικοῦσι καλῶς καὶ ἐπωφελῶς, νὰ μένωσιν ἐν τῇ θέσει των, εὐθὺς δὲ, ὡς οὗτοι ἤθελον παραμελήσει τὰ καθήκοντά των, ν’ ἀντικαθίστανται δι’ ἄλλου, ὅστις θὰ συνεκέντρου τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα; Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀξιωματικοὺς τοιούτους; Ἀλλὰ τότε ἂς διαλύσωμεν τὸν στρατόν. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι ἔχομεν ἀξιωματικοὺς δυναμένους νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν καὶ νὰ μορφώσωσι αὐτὸν, καὶ ὅτι οὗτοι πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν, διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς σπουδαίους λόγους, τοὺς λόγους τῆς εὐθύνης καὶ τῆς εὐκόλου ἀντικαταστάσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐπιμένει εἰς τὴν ἀνάθεσιν τῆς διοικήσεως εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀλλὰ τότε ἂς μοὶ εἴπωσι τοῦτο: Ἐφ’ ὅσον ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος διοικεῖ καλῶς, τὰ πράγματα θὰ βαίνωσι κατ’ εὐχήν· ἂν ὅμως, ὃ μὴ γένοιτο, οὗτος, διοικῶν τὸ στράτευμα, ἀποδειχθῇ ἐπίμονος εἰς ἰδέας ἀσυμφόρους, ἢ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους καταδειχθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς Γενικῆς τοῦ στρατοῦ Διοικήσεως, ἢ ἐπὶ τέλους παρεκτραπῇ, τίς ἤθελε τολμήσει νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν παρεκτραπέντα εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος; Τίς θὰ τολμήσῃ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας; Τίς θὰ τολμήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτοῦ τὴν διοίκησιν; Ὁ Ὑπουργὸς, ὁ κατὰ τὴν τροπολογίαν προϊστάμενος αὐτοῦ; Ὄχι βεβαίως. Ὁ Βασιλεύς; ἡ Βουλή; Οὐδεὶς ἐκ τούτων θὰ τολμήσῃ τοῦτο, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἦναι ἄλλο τι ἢ καθαίρεσις τοῦ Διαδόχου· γινώσκομεν δὲ πάντες, ὅτι τὰς καθαιρέσεις προσώπων ὑψηλῶν ἐκτελεῖ μόνον ὁ λαὸς δι’ ἐπαναστάσεως, καὶ εἰς ἐπανάστασιν βεβαίως ὠθοῦσι τὸν τόπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νομοθετημάτων, νομοθετημάτων οὐ μόνον ἀνωφελῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεστάτων. Καὶ εἶναι ἀνάγκη ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος νὰ ἔχῃ τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀνάγκη μετ’ εὐθύνης ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ διοικῇ τὸ στράτευμα, ὅπως ἐπενέγκῃ εἰς αὐτὸ τὰς δυνατὰς βελτιώσεις, ἢ ὅπως παρεμποδίσῃ πᾶν τὸ συντελοῦν εἰς τὴν παράλυσιν ἢ τὸν ἐξευτελισμὸν αὐτοῦ; Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος καὶ ἄνευ τοῦ τίτλου τούτου δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ συντελέσῃ, ὅσον οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπευθύνων, εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Δύναται οὗτος τὰ πάντα νὰ μανθάνῃ, καὶ ὅσα μὲν ἐκ τούτων καλῶς γίνονται, νὰ τὰ ἐνισχύῃ, ὅσα δὲ δὲν συμφέρουσι, νὰ τὰ παρεμποδίζῃ, ὑποβάλλων μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον τὰς ὑγιεῖς του γνώμας εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατορθῶν ὅμως διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς τῶν γνωμῶν του, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀποτελῶσι πορίσματα ἐμβριθοῦς τῶν πραγμάτων μελέτης, νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὰς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ, δὲν δύναται ἢ νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐτὰς, ἀναμφισβητήτως ἐπιβαλλομένας, ὡς ὑπαγορευομένας ἐκ τῆς ἀληθείας, ἐκ τῶν πραγμάτων. Θέλω λοιπὸν τὸν Διάδοχον μελετῶντα ἐξ ἀνωτέρας ἀπόψεως τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου ἐν γένει· θέλω αὐτὸν μελετῶντα μέχρις ἐξονυχίσεως τὰ πάντα, τὸν θέλω περιερχόμενον τὸ Κράτος καὶ ἐπισκοποῦντα τὰ πάντα, καὶ μορφοῦντα ἐπὶ ὅλων τούτων τὰς γνώμας του, καὶ ἐπιβάλλοντα αὐτὰς εἰς τοὺς ἁρμοδίους οὐχὶ διὰ τοῦ τίτλου του, ἀλλὰ διὰ τῆς λογικῆς καὶ τῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων, καὶ οὐχὶ κατὰ τύπους διοικοῦντα τὸ στράτευμα, ἡ διοίκησις τοῦ ὁποίου ἐκ μέρους αὐτοῦ καὶ μόνη, ἄνευ ἄλλων μέσων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατὸς καὶ διὰ τῶν ὁποίων οὐδέποτε θὰ τὸν ἐφοδιάσωμεν, εἶναι ὅλως ἀλυσιτελὴς καὶ περιττή. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἡ Α. Ὑψ. ἂν θελήσῃ νὰ ἐρωτήσῃ, θὰ μάθῃ ἀμέσως, ὅτι πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ, ἰδίως δὲ ἀνώτεροι, διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις ἄνευ λόγου καὶ δυνάμει τοῦ καθιερωθέντος τύπου «διὰ λόγους ὑπηρεσίας», χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν τινὰ ἐνταῦθα, καὶ ὅτι, τῶν ἀνωτέρων τούτων ἀξιωματικῶν διαμενόντων ἐνταῦθα, παραλύουσι τὰ σώματα καὶ αἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπηρεσίαι, ὡς προϊστάμενοι τῶν ὁποίων οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἔχουσι ταχθῆ. Θὰ μάθῃ ὅτι ἐνταῦθα ἀπὸ μηνῶν διαμένει ἄνευ ὑπηρεσίας ὁ συνταγματάρχης κ. Βυζάντιος, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις, ὡς διοικητοῦ τῆς ἐν Πελοποννήσῳ ταξιαρχίας, εἶναι ἐν Ναυπλίῳ. Ταῦτα δὲ μανθάνων, θὰ μάθῃ καὶ τὰ ἐν τῇ ταξιαρχίᾳ ἐκείνῃ, τὰ ὁποῖα κινοῦσι τὸν οἶκτον παντὸς στρατιωτικοῦ! Ἀπόντα τὸν διοικητὴν τῆς ταξιαρχίας, πρέπει ν’ ἀναπληροῖ ὁ ἀνώτερος ἢ ὁ ἀρχαιότερος τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων· ἐνῷ δ’ εἶναι ὡρισμένη ἕδρα τῆς ταξιαρχίας ἐκείνης τὸ Ναύπλιον καὶ ἀρχαιότερος τῶν συνταγματαρχῶν εἶναι ὁ διοικητὴς τοῦ ἐν Καλάμαις ἑδρεύοντος συντάγματος, ὅν τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους δὲν διέταξαν νὰ ἔλθῃ εἰς Ναύπλιον, ἀνέθεσαν τὴν διοίκησιν τῆς ταξιαρχίας εἰς τὸν ἐν Ναυπλίῳ ἀντισυνταγματάρχην κ. Παπαδήμαν· ὁ ἐν Καλάμαις ὅμως, ἀρχαιότερος τοῦ κ. Παπαδήμα ὤν, δὲν δύνανται νὰ ἀναφέρηται πρὸς τοῦτον, διοικοῦντα προσωρινῶς τὴν ταξιαρχίαν· ἵνα δὲ καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον οἰκονομήσωσιν, ἐσκέφθησαν καὶ ἐπέτρεψαν εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ ἐν Καλάμαις συντάγματος νὰ ἀναφέρηται οὐχὶ πλέον εἰς τὴν Ταξιαρχίαν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἐνταῦθα Μεραρχίαν, εἰς ἣν ὑπάγεται ἡ ταξιαρχία ἐκείνη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἂν εἶναι ἀληθὲς, — εἶμαι δὲ πεπεισμένος περὶ τούτου, — καταντᾷ καὶ ἀστεῖον καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ μήπως μόνον ὁ συνταγματάρχης κ. Βυζάντιος διαμένει ἄνευ ὑπηρεσίας ἐν Ἀθήναις; Καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἀξιωματικοὶ διαμένουσιν ἄνευ ὑπηρεσίας ἐνταῦθα, πρὸς μεγίστην βεβαίως βλάβην τῶν ὑπηρεσιῶν, ὧν ἡ διοίκησις ἀνετέθη αὐτοῖς...
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς δύναται νὰ μανθάνῃ ταῦτα ὁ Διάδοχος;
§161Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὡς μανθάνει καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θ’ ἀκούσητε. Ἀλλὰ μήπως μόνον ταῦτα γίνονται; Γίνονται καὶ ἄλλα πολλά. Ἐτέθησαν λ. χ. πλεῖστοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ εἰς διαθεσιμότητα. Διατὶ τοῦτο; Δὲν ὑπάρχουσι δι’ αὐτοὺς θέσεις ἐν τῷ στρατῷ; Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχωσι δι’ αὐτοὺς θέσεις, πῶς οὗτοι προήχθησαν εἰς συνταγματάρχας, ἐνῷ κατὰ τοὺς νόμους οὐδεὶς προβιβάζεται, ἂν μὴ πρότερον χηρεύσῃ θέσις; Μετετέθησαν εἰς διαθεσιμότητα οἱ συνταγματάρχαι κ. κ. Λυκούδης, Στροῦμπος, Δόξας, Βότσαρης καὶ ἄλλοι, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι. Δὲν δύναται ὁ Διάδοχος, καίτοι δὲν εἶναι γενικὸς ἀρχηγὸς, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου λόγον διὰ τοῦτο; Δὲν δύναται, νομίζετε, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν, διὰ τίνα λόγον ὁ μὲν μένει μακρὰν τῆς θέσεώς του, καὶ διὰ τίνα λόγον ὁ δὲ ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, ἐνῷ οὗτος ἔχει ἐν τῷ στρατῷ θέσιν, διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη, δὲν θὰ προήγετο εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον φέρει; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔστε βέβαιοι, ὅτι ὅλα τὰ μέχρι σήμερον γενόμενά εἰσι γνωστὰ εἰς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι πολλὰ ἐκ τούτων ἐγένοντο τῇ ὑποδείξει τοῦ Διαδόχου· καὶ εἰς ἀπόδειξιν θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον. Ἐτέθη πρὸ μηνῶν εἰς διαθεσιμότητα εἷς συνταγματάρχης, καὶ ἐπὶ τῇ μεταθέσει αὐτοῦ εἰς διαθεσιμότητα ἐγὼ καὶ ὁ ἐκ Βονίτσης συνάδελφος κ. Γουλιμῆς ἠρωτήσαμεν τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον, πῶς οὗτος ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἠρκέσθη ν’ ἀπαντήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τοὺς λόγους ἐκείνους δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐκθέσῃ, ὅτι δὲ, ἂν θέλῃ τις νὰ τοὺς μάθῃ, δύναται νὰ τοὺς μάθῃ ἐρωτῶν ἰδιαιτέρως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸν κ. Ὑπουργόν. Τί δὲ ἐγνώσθη μετὰ καιρόν; ὅτι ὁ συνταγματάρχης ἐκεῖνος ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα τῇ ὑποδείξει τῆς Α. Ὑ. τοῦ Διαδόχου, πεισθέντος εἰς ῥαδιουργίας, δὲν γνωρίζω τίνος, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ πειθαρχικώτατος καὶ ἀξιοπρεπέστατος ἐκεῖνος συνταγματάρχης ἐξεφράσθη—ὅπερ κατ’ ἐμὲ ἀνακριβὲς—οὐχὶ κατὰ τοῦ ἰδίου Διαδόχου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ Ἐπιτελείου αὐτοῦ...
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος συνταγματάρχης;
§163Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ συνταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Δόξας· καὶ προκαλῶ πάντα νὰ μὲ διαψεύσῃ.
§164Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μήπως αἱ παρεκτροπαὶ αὗται ἐγένοντο ἐξ ἐπιρροῆς πολιτευομένων;—διότι τὰ πάντα ἀποδίδουσιν εἰς τὴν πολιτικήν.
§165Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὑπομνήσαντά μοι τὸ τέρας αὐτὸ, τὴν Πολιτικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ διαπράττοντες ὅλα τὰ κακὰ τὰ ἀποδίδουσιν, ὅπως προφυλάττωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς ἐλέγχου καὶ πάσης ἐπικρίσεως. Ἡ αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔκθεσις, λέγουσα ὅσα λέγει περὶ αὐθαιρεσίας καὶ πλάνης τῶν Ὑπουργῶν, βεβαίως ὑπαινίσσεται τὴν Πολιτικὴν, τοὺς Βουλευτάς. Τοῦτο ὅμως ἐγὼ ἀποκρούω, καὶ τὸ ἀποκρούω διότι καλῶς γνωρίζω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην μερίδα τῶν διαπραττομένων φέρουσι τὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ὁ συντάξας τὴν ἔκθεσιν ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι πᾶσα κακοδαιμονία τοῦ στρατοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν ἐπιρροήν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ κατορθώσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὸ κακὸν τοῦτο; Ἂν ταῦτα πάντα σήμερον γίνονται κατ’ ἀπαίτησιν τῶν Βουλευτῶν, τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι αὔριον δὲν θὰ ὑπάρξωσι Βουλευταὶ δυνάμενοι νὰ συστήσωσιν ὅμοια καὶ εἰς τὸν Γενικὸν ἀρχηγόν; Ἀλλ’ ἂν τυχὸν Βουλευταὶ δὲν τολμήσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ, διότι οὗτος δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ψήφου αὐτῶν, τίς δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ περιστοιχοῦντες αὐτὸν θὰ ὦσι πάντοτε κατὰ κανόνα ἄνθρωποι δίκαιοι καὶ αὐστηροί, ὑπερήφανοι καὶ ἀξιοπρεπεῖς, καὶ τόσον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιζητῶσι τὴν ἀμοιβὴν ἑαυτῶν καὶ τῶν φίλων των, ἢ τὴν καταστροφὴν τῶν ἐχθρῶν των;
§166Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸς ἐμὲ ἀποτείνεσθε;
§167ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν γένει.
§168Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰ περὶ Παπαδήμα καὶ λοιπῶν ἀποδίδετε εἰς ἐμέ;
§169ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Σεῖς τὰ ἀποδίδετε εἰς τὸν Διάδοχον (ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἀγορεύοντα).
§171ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ εἶπον,—καὶ πιστεύω νὰ ἐξεφράσθην σαφῶς,—ὅτι, ἂν ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος ἐπιθυμῇ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα, δύναται, τὰ πάντα μανθάνων καὶ καταγγέλλων εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ ζητῇ καὶ ἐπιβάλλῃ τὴν διόρθωσιν.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τίποτε.
§173ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ λογικὴ, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἶναι ἡ μεγαλειτέρα δύναμις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς λογικὰς ὑποδείξεις τοῦ Διαδόχου δὲν θὰ δυνηθῇ ποτε λογικὸς Ὑπουργὸς νὰ ἀντείπῃ.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς λέγετε, ὅτι ἡ κατάστασις ἐν γένει εἶναι ἀθλία.
§175ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ τίς μοι ἐγγυᾶται, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον θὰ τὴν διορθώσῃ;
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§177ΚΡΙΤΣΑΣ. Πῶς εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημά μας;
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, δὲν τὸ ἠξεύρετε.
§179ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ προβλέπω.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τῆς ἀθλιότητος τῆς σημερινῆς ὑπάρχει ἀπόδειξις. Τί θὰ συμβῇ, δὲν τὸ ἠξεύρετε.
§181ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ μέλλον τὸ ὑπολογίζω ἐκ τοῦ παρόντος. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε δὲ διὰ τῶν διακοπῶν σας νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ εἴπω.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε.
§183Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι ἡ φθίσις δὲν εἶναι ἰατή· εὑρέθη ὅμως ὁ Βαρλᾶς, καὶ λέγει ὅτι θεραπεύει τὴν φθίσιν. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἰατὴ ἡ φθίσις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Βαρλᾶν· οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ὁ Διάδοχος τὸ φάρμακον τοῦ Βαρλᾶ.
§184ΚΡΙΤΣΑΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμόνως, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπικινδύνως, ἀκολουθεῖ τὴν μέθοδον τῶν δοκιμῶν, καὶ οὐχὶ τὴν τοῦ ὑπολογισμοῦ, ἡ ὁποία καὶ μόνη εἶναι ἡ ἀσφαλής. Ἄς δοκιμάσῃ λοιπὸν, καὶ ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι ἡ ἀποτυχία, ἡ ἐλαχίστη ἀποτυχία, θέλει πείσει τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν, ὡς καὶ τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι ἐσφάλησαν, ὅτι πᾶν κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ μέτρου τούτου, τοῦ τολμηροῦ, θὰ προκύψῃ, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἄρωσι, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ μεταμεληθῶσιν, ἀλλὰ θὰ ἦναι πολὺ ἀργά. Αὗται, Κύριοι, εἰσὶν αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἤγαγον εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμην νὰ ταχθῶ καὶ ἐγὼ, μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει τοῦτο ἐτροπολογεῖτο ὡς ἑξῆς. Τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται...» Καὶ ἕπονται τὰ ὁρισθησόμενα καὶ κανονισθησόμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἡ σύνθεσις τῶν σωμάτων, τὰ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ πολλὰ ἄλλα. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀπεριόριστον στάδιον διακανονισμοῦ εἰς τὸν ἐκδώσοντα τὸ κανονιστικὸν αὐτὸ διάταγμα, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «συμφώνως πρὸς τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους»...
§185Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως.
§186ΚΡΙΤΣΑΣ. Τότε τί βλάπτει, ἂν προστεθῶσιν αἱ λέξεις αὗται; Πρέπει νὰ προστεθῶσιν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ συμφωνῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἀναφέρει τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησεν ὁ ἁρμόδιος νὰ περιλάβῃ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ νόμου. Δύο ἀκόμη τροπολογίας προτείνω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ὁποίου ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, φέρων βαθμὸν ἀντιστρατήγου, διοικεῖ τὸν στρατὸν, βοηθούμενος ὑπὸ προσωπικοῦ κλπ.» Μετὰ τὰς λέξεις «διοικεῖ τὸν στρατὸν» προτείνω νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν εἰρήνῃ»· τοῦτο δὲ, διότι ἀσύμφορον θεωρῶ νὰ ᾖ ἐπιβεβλημένος διὰ νόμου ὁ Γενικὸς ἀρχηγὸς καὶ ἐν καιρῷ πολέμου, διότι, ἐξ ὅσων ἐγὼ γινώσκω, ἐν περιπτώσει πολέμου πρέπει τὴν γενικὴν αὐτοῦ διεύθυνσιν νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ. Ἄν τὸ ὑπεύθυνον αὐτὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχῃ στάδιον ἐκλογῆς καὶ ἦναι ἠναγκασμένον ὑπὸ νόμου νὰ ἀνέχηται Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πεποίθησίν του καὶ τὰς περιστάσεις δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ἀνέχηται, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος θέλει διεξαχθῆ οὕτως, ὥστε καὶ πολλὰ κακὰ νὰ προκύψωσι, καὶ ἐπὶ τούτοις παρ’ οὐδενὸς νὰ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας. Γνωστὸν ὅμως εἶναι εἰς ὅλους ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἵνα στρατός τις καταστῆ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ του, πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἐν εἰρήνῃ, μελετῶν ἀδιακόπως καὶ ἐφαρμόζων τὰς γνώσεις αὑτοῦ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ τῷ δώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ζωηροτέραν τὴν εἰκόνα τῆς ἐν πολέμῳ δράσεως αὑτοῦ. Ἀλλὰ τούτου ἐπιτυγχάνομεν, νομίζετε, ἂν διορίσωμεν ἀρχηγὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ πρόσωπον ὡρισμένον, ἓν καὶ ἀμετάκλητον; Ἂς ὑποθέσωμεν καὶ πάλιν, ὅτι ὁ διοριζόμενος τοιοῦτος εἶναι καθ’ ὅλα ἱκανὸς νὰ παρασκευάσῃ τὸν στρατόν μας πρὸς πόλεμον· ἂν ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, τί γενήσεται; Διατὶ νὰ μὴ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν, καὶ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου ἱκανωτέρου; Τοῦτο εἶναι τόσον δίκαιον καὶ λογικὸν, ὥστε μὲ ἀναγκάζει νὰ προτείνω καὶ δευτέραν ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 τροπολογίαν, ἤτοι ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀντιστρατήγου», νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ὑποστρατήγου μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν». Καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην τροπολογίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θέλει μετὰ τῶν ἄλλων τροπολογιῶν μου ἀποδεχθῆ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἀνατρέπουσαν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐγὼ ὅμως συνιστῶ ὅλας ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς τὰς μόνας δυναμένας νὰ καταστήσωσι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἄξιον τῆς ψήφου αὐτῆς. Εἶμαι καὶ ἐγὼ, Κύριοι, Ἕλλην, σέβομαι καὶ ἐγὼ τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, πολλὰ παρ’ αὐτῆς ἀπεκδεχόμενος καλὰ διὰ τὴν πατρίδα μας· δὲν δυσκολεύομαι μάλιστα νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τόσον εἶμαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὥστε πιστεύω, ὅτι ἄνευ αὐτοῦ, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δὲν δυνάμεθα οὔτε ἐπὶ ἡμέρας νὰ ζήσωμεν...
§187ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι δά!
§188ΚΡΙΤΣΑΣ. Θέλετε νὰ κάμω ἐξαίρεσιν δι’ ὑμᾶς; Τὴν κάμω. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, δὲν ὁμιλῶ ποτὲ μὲ ξένας ἰδέας, ἀλλὰ μὲ τὰς ἰδικάς μου, καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ Βασιλεία εἰς τὸν τόπον μας εἶναι ἀπαραίτητος· τὴν γνώμην μου δὲ ταύτην ὑποθέτω ὅτι ἔχει ὅλη ἡ Ἑλλάς. Θεωρῶν ὅμως ἀπαραίτητον διὰ τὸν τόπον τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, δὲν δειλιῶ καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν δὲν τὴν θέλω κατερχομένην καὶ ἀναμιγνυομένην εἰς πάντα, ἀλλὰ τὴν θέλω ἱσταμένην πολὺ ὑψηλὰ, καὶ τόσον ὑψηλὰ, ὥστε τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας ταύτης, αἰγλήεντα ἐκ τοῦ ὕψους ἐκείνου, νὰ συγκεντρῶσιν ἐν ἑαυτοῖς ἀμέσως μετὰ τὸν Θεὸν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ των.
§189ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. «Οἱ θεσμοὶ κινδυνεύουσι, κύριοι Βουλευταί, κινδυνεύει δὲ καὶ τὸ μέλλον τῆς Βασιλικῆς ἡμῶν Δυναστείας, κινδυνεύει καὶ ὁ στρατός!» Ἰδοὺ τὰ ἀπαίσια, τὰ φοβερὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρῃ ἡ τυχὸν ἐπιψήφισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου! Ταῦτα τοὐλάχιστον προοιωνίσατο ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχοντες. Σᾶς εἶπον οἱ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καταφερόμενοι, ὅτι, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς νόμῳ ὑπευθύνους καὶ περιβάλητε δι’ αὑτῆς τοὺς τύποις μὲν ὑπευθύνους, κατ’ οὐσίαν ὅμως ἀνευθύνους, τότε ποίαν ἄλλην μεγαλειτέραν καταστρατήγησιν τοῦ Συντάγματος δύνασθε νὰ ἔχητε; Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ εὐθύνης, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀναγινώσκω εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἐδαφ. βʹ τοῦ νομοσχεδίου: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος». Καὶ ἐξάγω ἐκ τούτου, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν πραττομένων. Ἡ δὲ εὐθύνη αὕτη διηυκρινίσθη ἔτι μᾶλλον διὰ τῶν τροπολογιῶν, ἃς ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καὶ δι’ ὧν ὡρίσθη πληρέστατα ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ μέλλοντος Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ διορισθῶσιν Ὑπουργοί. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι ἡ σημασία ἡ δοθεῖσα εἰς αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ μᾶλλον ἀκριβής. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δίδω ἄλλην ἑρμηνείαν, καὶ θεωρῶ τὴν ἐν αὐτῷ ἀπαγόρευσιν οὐχὶ ἐνδεικτικήν, ἀλλὰ περιοριστικήν, διότι οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα εἶχον ἐν νῷ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας μόνον ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ ἄλλη, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ὑπεύθυνος. Τοιαύτη δ’ ἑρμηνεία ἐδόθη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἥτις κατὰ διαφόρους καιροὺς ἀνέθετο εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας τὴν διοίκησιν συντάγματος, τὴν διοίκησιν Ἀρχηγείου καὶ αὐτὴν τὴν ἐν πολέμῳ Γενικὴν Διοίκησιν, ἀρχὰς, αἵτινες, δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέτωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι ἄμοιροι εὐθύνης. Ἡ δὲ διάκρισις, ἣν προχθὲς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος μεταξὺ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἔργων τῶν εἰς αὐτὸν ἀνατεθειμένων, εἶναι μὲν ἀκριβὴς κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ἀποβαίνει δυσχερεστάτη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς διὰ τῶν πραγμάτων. Τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε οὐδεὶς κανὼν πολιτειακὸς εὑρέθη, ἵνα μᾶς χρησιμεύσῃ πρὸς τοῦτο ὡς ὁδηγός. Εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον νὰ καθορισθῇ ἐπακριβῶς, ποῖα εἶναι τὰ ἔργα, ἅτινα πρέπει νὰ διαχειρίζωνται μόνοι οἱ Ὑπουργοί, ὡς ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ ποῖα ἐκεῖνα, ἅτινα δύνανται ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς ἄλλας ὑφισταμένας αὐτῶν ἀρχὰς, ἐνεργούσας μὲ ποιάν τινα αὐτοβουλίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ τοῦ κέντρου. Ἐὰν δ’ ἀκολουθήσωμεν ἀπαρεγκλίτως τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου, πολλοὶ μὲν νόμοι, τείνοντες εἰς ἀποκέντρωσιν καὶ ἐφαρμοσθέντες εἰς ἄλλα Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, ἤθελον ὑποληφθῆ ὡς ἀντισυνταγματικοὶ, καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ νόμοι τινὲς, ἰδίως ὁ νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1895, δὲν ἤθελον ἀποφύγει τὴν μομφὴν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὴν εὐθύνην τῆς καλῆς ἢ κακῆς λειτουργίας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως φέρει πάντοτε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἀφ’ ἑτέρου αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἀρχῆς του δεσμεύονται τὰ μέγιστα, καὶ σχεδὸν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν διδασκάλων ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ λέξις εὐθύνη καὶ οἱ ὅροι τοῦ ἀνευθύνου καὶ ὑπευθύνου ἠκούσθησαν πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκτοξευθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἀγορευσάντων, καὶ θέλουσι βεβαίως ἀκουσθῆ καὶ πάλιν, διότι ἀποτελοῦσι τὸ θεμέλιον τῶν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρημάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ λίαν μὲν εὐγλώττως, ἀγνοῶ ὅμως ἂν καὶ λίαν πειστικῶς, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσας, ἀνέγνωσε βεβαίως εἰς διαφόρους Συνταγματικοὺς χάρτας διαφόρων Κρατῶν τὰς λέξεις ταύτας. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὴν μελέτην μόνον ταύτην, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακολουθήσῃ προσεκτικῶς τὴν ἐξέλιξιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν διαφόρων συνταγματικῶν θεωριῶν καὶ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Συνταγματικαὶ οὗτοι χάρται ἰσχύουσι. Τότε θὰ ἔβλεπε καὶ θὰ ἐπείθετο, ὅτι πολλάκις προνόμια ὁλόκληρα καὶ θεσμοὶ ἀναγραφόμενοι εἰς τοὺς Συνταγματικοὺς χάρτας περιέπεσαν εἰς παντελῆ ἀντίφασιν πρὸς τὴν πρακτικὴν τῶν θεσμῶν, τὴν ἐπικρατήσασαν, καὶ πολλάκις κατάκεινται γράμμα νεκρόν. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω πολλὰ παραδείγματα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ταύτης. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω π. χ., ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας, ἐνῷ κατὰ συνταγματικὸν ἔθιμον ἐκεῖ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα ἀρνησικυρίας, οὐδεμίαν ἀπὸ τοῦ 1707 μέχρι σήμερον ἐποιήσατο αὐτοῦ χρῆσιν. Ἤθελον ἐπίσης ἀναφέρει, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν Γαλλικὸν Συνταγματικὸν χάρτην τὸ δικαίωμα τῆς ἀνασταλτικῆς ἀρνησικυρίας ἀναγνωρίζεται τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας, ἅπαξ μόνον οὗτος ἐποιήσατο χρῆσιν αὐτοῦ. Θὰ ὑπεμίμνησκον ἐπίσης, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν Συνταγματικὸν χάρτην τῆς Γαλλίας ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀνεύθυνος, εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν παραιτήσεις τριῶν Προέδρων, ἕνεκα λόγων πολιτικῶν. Ταῦτα ἀνέφερα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκολλώμεθα εἰς τὸ γράμμα τῶν Συνταγματικῶν χαρτῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀληθῆ μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰς ἰδέας τὰς Συνταγματικάς, αἵτινες διέπουσι τὸν πολιτικὸν βίον τῶν ἐθνῶν. Οὕτω ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῶν ἐθνῶν τῶν συνταγματικῶς κυβερνωμένων ἀποδεικνύει, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲν ἡ ἰδέα τῆς εὐθύνης ἔμεινεν ἄνευ ἐφαρμογῆς, πλειστάκις δὲ ἀνεστράφησαν ἐντελῶς οἱ ὅροι, καὶ οἱ μὲν ὑπεύθυνοι ἐγένοντο ἀνεύθυνοι, οἱ δὲ ἀνεύθυνοι ὑπεύθυνοι, ἐκεῖ, ὅπου οἱ ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑπέχοντες τὴν εὐθύνην δὲν ἔσχον τὸ πολιτικὸν θάρρος, ὅπως ἀναλάβωσιν αὐτὴν καὶ πράγματι. Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ξένων Κρατῶν, ἵνα ἀποδείξω τοῦτο καταφανῶς. Ἡμεῖς αὐτοὶ ἔχομεν Κυβερνήσεις, αἵτινες προσεπάθησαν νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου, τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Δὲν θ’ ἀρνηθῇ δὲ βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις, αἵτινες διέπραξαν τὸ σφάλμα νὰ βλάψωσι τὰ δημόσια συμφέροντα, τοὐλάχιστον ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας, καὶ ἑπομένως θὰ ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐναντίον αὐτῶν αἱ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν διατάξεις. Καὶ ἐν τούτοις ποσάκις εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον παρ’ ἡμῖν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν; Αὐτὴ αὕτη ἡ πρόσφατος ἡμῶν ἱστορία τί μᾶς διδάσκει; Μὴ ἔδωκεν ἆρά γε εὐθύνας ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐν τῷ παρελθόντι ἀνέλαβε τὴν μεγίστην τῶν εὐθυνῶν, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἡ διεξαγαγοῦσα τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον;...
§190ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθελήσατε νὰ τὰς λάβητε.
§191ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅτι ἀπέφυγον τὰς εὐθύνας. Ἀναφέρω μόνον τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἔδωκεν εὐθύνας. Τοῦτο μοὶ ἀρκεῖ εἰς ὑποστήριξιν τοῦ θέματός μου.
§192Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε τὴν μεγάλην εὐθύνην τῆς πτώσεως.
§193ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, κύριε Βουλευτά· ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ ποινικῆς τοιαύτης. Ἡ διάκρισις εἶναι γνωστή.
§194Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐτολμήσατε νὰ τὰς λάβητε.
§195ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ δοθῶσιν εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Κατόπιν, μετὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διεδέξατο αὐτὴν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία βεβαίως παρέβη νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ὅμως καὶ ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωκεν ἀκόμη τὰς εὐθύνας τῶν πράξεών της; Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ μεμφθῶ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τόσον μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὸ λυσιτελὲς τοῦ ὅρου αὐτοῦ τῆς εὐθύνης, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνεται καθ’ ἑκάστην. Διὰ τοῦτο καὶ προτιμῶ τὴν ἄλλην ἐκείνην εὐθύνη, τὴν ὑπερτέραν πάσης ποινικῆς τοιαύτης, τὴν εὐθύνην τὴν ἠθικὴν, λέγω, τὴν ὁποίαν ὁ φέρων αἰσθάνεται κατὰ τοσούτῳ βαρυτέραν, κατὰ τοσούτῳ μεγαλειτέραν, καθ’ ὅσον ὑψηλοτέραν κατέχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, ἥτις ἀπασχολεῖ ἡμᾶς σήμερον, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ μέλλων Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἔχει πλήρη συναίσθησιν τῆς θέσεώς του. Προκειμένου δὲ περὶ θεσμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν μοὶ φαίνεται περίεργος ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ἐνίων ἐκ τῶν συναδέλφων. Ὁσάκις ἡ ὑπονόμευσις καὶ ἡ καταστρατήγησις τῶν θεσμῶν προέρχηται ἐξ ἡμῶν τῶν ἰδίων, τότε οὐδεὶς φόβος, καὶ τότε ἡ πατριωτικὴ κραυγὴ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν εὑρίσκει ἀφορμὴν νὰ ἐξεγερθῇ. Ὅταν διὰ τῆς ἀπεραντολογίας ἡμῶν καὶ τῶν συζητήσεων περὶ θέματα πολλάκις μὲν ἀσήμαντα, ἐνίοτε δὲ καὶ μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐστάλημεν ἐνταῦθα, δυσχεραίνωμεν καθ’ ἑκάστην τὸ ἔργον ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς βαθμὸν ἀπελπιστικὸν, οὐδεὶς κίνδυνος τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν διὰ συχνῶν ἐνστάσεων ἀπαρτίας καὶ τῆς συστηματοποιημένης κωλυσιεργίας κηρύσσωμεν ὡς ἀρχὴν τὸ παράδοξον κοινοβουλευτικὸν δόγμα, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πλειονοψηφία εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἵνα διοικήσῃ, καὶ καθιστῶμεν οὕτως ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν μηχανῆς, τότε οὐδεὶς πάλιν φόβος περὶ τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν θεσμῶν. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδόλως παραδέχομαι τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, κηρύξαντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ μειονοψηφία, ὁσάκις κρίνῃ, ὅτι μέτρον τι προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παραβλάπτει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, νὰ παρακωλύῃ διὰ παντὸς μέσου τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς κανόνα τὴν ἀρχὴν ταύτην, τότε βεβαίως αἴρεται ἐκ θεμελίων αὐτὴ αὕτη ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἡ συνισταμένη εἰς τὴν κατίσχυσιν τῆς γνώμης τῶν πλειόνων, καὶ ἀναγνωρίζεται προνόμιον καὶ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς Συνταγματικὸς χάρτης ἀνέγραψε μέχρι τοῦδε, τὸ προνόμιον τοῦ veto τῆς πλειονοψηφίας. Πᾶσα λοιπὸν ἐκ τῆς Βουλῆς πηγάζουσα καταστρατήγησις τῶν θεσμῶν ἀφίνει ἡμᾶς ψυχροὺς καὶ ἀδιαφόρους. Μόνον ὅταν πρόκειται περὶ τῆς Βασιλικῆς ἡμῶν Δυναστείας, περὶ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Δυναστείας, ἡ ὁποία—ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν—δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐκλογέων, ὅπως ἡμεῖς, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ οὐ μόνον τοῦτον, ἀλλ’ ἅπαν τὸ ἔθνος, ἐλεύθερον καὶ δοῦλον, τότε καὶ μόνον τότε τὸ συνταγματικὸν μένος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐκσπᾷ εἰς κεραυνοὺς κατὰ τῶν κατατολμώντων ἀμεσωτέραν αὐτῆς ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ κίνδυνος ὁ ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, ὁ ἐκ τῆς χρεωκοπίας τῆς Βουλῆς, ὁ ἐκ τῆς ὑφ’ ἡμῶν παρανοήσεως τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος προερχόμενος, εἶναι οὐσιωδέστερος τοῦ φαντασιώδους κινδύνου τοῦ ἐκ τῶν ἄνω δῆθεν προερχομένου...
§196Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ὅταν ψηφίζητε τοιαῦτα νομοσχέδια.
§197ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἔχετε ἄδικον, καὶ ἀπορῶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πῶς κατωρθώσατε νὰ πείσητε ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅτι ὁ κίνδυνος τῆς καταργήσεως τοῦ πολιτεύματος εὑρίσκεται ἐπὶ θύραις!... Καὶ ἐξεδηλώσατε τοὺς φόβους ὑμῶν τούτους οὐχὶ βεβαίως καταφανῶς, ἀλλὰ διὰ τοῦ συνήθους εἰς ὑμᾶς συστήματος, ὅταν πρόκειται περὶ ὑψηλῶν προσώπων, διὰ τοῦ συστήματος τῶν ὑπαινιγμῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι δὲν κατέχομαι ὑπὸ τῆς ψυχικῆς ταύτης νόσου, ὑφ’ ἧς κατέχονταί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἓν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ χαρακτηρίσω, λαμβάνων τὸν ὅρον ἐκ τῆς Ψυχιατρικῆς, ὡς μανίαν καταδιώξεως συνταγματικῆς. Ἡ φαντασία μου δὲν εἶναι τόσον φλεγμαίνουσα, ὥστε νὰ μὲ παρασύρῃ εἰς ὑπονοίας, ἀδικαιολογήτους μὲν ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἄντικρυ δὲ ἀντιστρατευομένας πρὸς αὐτὴν τὴν στοιχειώδη λογικήν. Διότι δὲν δύναμαι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀδικήσω ἐπὶ τοσοῦτον ἐκείνους, καθ’ ὧν αἱ ὑπόνοιαι αὗται, ὥστε ν’ ἀμφισβητῶ τήν τε πρὸς τὸν δοθέντα ὅρκον πίστιν αὐτῶν καὶ τὴν νοημοσύνην των, οὐδὲ νὰ παραδεχθῶ αὐτοὺς τόσον ἀδαεῖς τῆς Ἱστορίας, ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ στρατοκρατία ἐν μέσῳ λαοῦ φύσει φιλελευθέρου, ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ ὁποίου προέρχεται ὁ στρατὸς, καὶ νὰ ἐπιτύχωσι πραξικόπημα ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὴν ἐπὶ ὁλοκλήρους δεκαετίας ἐφαρμογὴν αὐτοῦ...
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ψυχὴ ὑμῶν σᾶς διαψεύδει, κύριε συνάδελφε.
§199ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν ἔχω ἀντιληφθῆ τὴν διάψευσιν ταύτην, καὶ ἀπορῶ, πῶς αὐτὸς κατώρθωσε νὰ γείνῃ πιστότερος ἐμοῦ διερμηνεὺς τῆς ψυχῆς μου. Ὅπως δὲ ἀποφύγωμεν τὸν φαντασιώδη τοῦτον κίνδυνον, σᾶς συνεβούλευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὄχι μόνον νὰ καταψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς Βασιλόπαιδας καὶ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιτραπεῖσαν εἰς αὐτοὺς ἀνάμιξιν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐπιθυμεῖ αὐτοὺς ἀκαδημαϊκῶς μόνον ἐργαζομένους, κατὰ τὴν φράσιν του, ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Καὶ ἐν τούτοις προχωρῶν περιπίπτει εἰς πλήρη πρὸς ἑαυτὸν ἀντίφασιν, ὅταν λέγῃ, ὅτι ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως αὐτῶν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀναμένει νὰ προληφθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἄτοπα. Ὀλίγον αἰνιγματώδης ἡ σειρὰ τῶν ἐννοιῶν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Διότι πῶς καὶ διὰ τίνος μέσου ἤθελον προλάβει αἱ Αὐτῶν Ὑψηλότητες τὰ ἐν στρατῷ ἄτοπα, ὅταν μόνον φιλολογικῶς ἀσχολῶνται περὶ τὰ στρατιωτικὰ, οὐδεμίαν δ’ ἀσκῶσι πραγματικὴν ἐξουσίαν; Περίεργον δὲ, ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα καταλήγει καὶ ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος καὶ μετὰ τόσης θέρμης πολεμήσας τὸ νομοσχέδιον. Καὶ αὐτὸς, ἀφοῦ ὡμολόγησε τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, προσθέτει, ὅτι ὁ Διάδοχος, καίπερ μὴ ἔχων ἐνεργὸν καὶ ἄμεσον διοίκησιν, βεβαίως δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εὐεργετικῶς ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ σᾶς ἀνέφερα πολλὰ παραδείγματα, καθ’ ἃ πολλάκις μέτρα ὑποδειχθέντα ὑπὸ τοῦ Διαδόχου καὶ γενόμενα ἀσπαστὰ ἀπέβησαν εἰς καλὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐνόησεν ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα καὶ τὰ παραδείγματα ταῦτα ἐστρέφοντο ἐναντίον αὐτοῦ, διότι βεβαίως, ἐὰν ὁ Διάδοχος εἶχε τὴν Διοίκησιν, ἣν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀπονέμει αὐτῷ, δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑποδείξῃ αὐτῷ τὰ δέοντα γενέσθαι καὶ παροτρύνῃ αὐτὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ μόνος, ἀφ’ ἑαυτοῦ, θὰ ἐλάμβανε τὰ κατάλληλα ταῦτα μέτρα. Ἀλλὰ θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὸν στρατὸν ἡ συγκέντρωσις τῆς Διοικήσεως εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου; Βεβαίως, προκειμένου περὶ μέτρων ἀνθρώπινον φερόντων χαρακτῆρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων. Ἐν τούτοις, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθὸν καὶ τὴν μέχρι τοῦδε κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης εἰλικρινείας καὶ πειστικότητος σᾶς περιέγραψε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὁ ἀγαπητὸς ἐκ Βόλου συνάδελφός μου, στηριχθῶμεν δὲ ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων πιθανοτήτων, κατ’ ἀνάγκην θὰ προέλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Διαδόχου ἐν τῷ στρατῷ ἔσεται εὐεργετική. Διότι ποῖοι δύνανται νὰ ὦσιν οἱ λόγοι τῆς ἐνδεχομένης ἀποτυχίας αὐτοῦ; Ἡ πλάνη ἢ ἡ κακὴ θέλησις. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ τῆς θελήσεως, πέποιθα, ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων ἀμφιβάλλει περὶ τῆς καλῆς προθέσεως τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, ἀναλαμβάνοντος οἰκειοθελῶς τόσον βαρὺ ἔργον, ὑποθέτω δὲ, ὅτι οὐδ’ αὐτοὶ οἱ μετὰ πάθους ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καταφερόμενοι ἀμφιβάλλουσιν ἐνδομύχως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πλάνην, βεβαίως δύναται νὰ πλανηθῇ καὶ αὐτὸς, ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ πλανηθῇ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου, διότι τῷ παρέχονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅπως μὴ πλανηθῇ, ἰδίως δ’ ἡ μονιμότης ἐν τῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ ἐκ ταύτης πηγάζουσα γνῶσις τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ πάσης πολιτικῆς ἐπηρείας, ἀπὸ πάσης πολιτικῆς ἐκβιάσεως, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς μέχρι τοῦδε ἀποτυχίας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν. Προσθέσατε εἰς ταῦτα, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται ἢ νὰ παράσχῃ ἀμέριστον τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν αὐτῆς συνδρομὴν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, καὶ θὰ καταλήξητε ἀναγκαίως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὗτος δὲν θ’ ἀποτύχῃ. Τότε δὲ ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σημασίαν αἱ δυσαρέσκειαι ἀτόμων, τὰς ὁποίας κατ’ ἀνάγκην βεβαίως θέλει γεννήσει ἡ στιβαρᾷ τῇ χειρὶ διεξαγωγὴ τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; ὁποίαν, λέγω, σημασίαν θέλουσιν ἔχει αἱ δυσαρέσκειαι αὗται, ἐνώπιον τοῦ μεγάλου, τοῦ ἀνυπολογίστου ἐθνικοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταρτίσεως τοῦ στρατοῦ ἀξίου τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ; Ἐὰν ὅμως, παρ’ ὅλας τὰς πιθανότητας, ἀποτύχῃ ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ἐν ταῖς προσπαθείαις αὐτοῦ; Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει μόνον τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, μὲ καταλαμβάνει ἡ μελαγχολικὴ σκέψις, ὅτι θὰ ἀναγκασθῶμεν ἴσως τότε νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα ὅλως ἀντίθετα πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν πόθους καὶ τὰ ὄνειρα ἡμῶν, διότι θέλει τότε ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ πρὸς τὴν καταστροφὴν φορὰ τῶν πραγμάτων ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν εἶναι ἀκατάσχετος, καὶ ὅτι ἡ ἐπίδρασις τοῦ ἀνωμάλου περιέχοντος εἶναι τοιαύτη, ὥστε μάταιον ἴσως ἔργον πράττομεν, ἐλπίζοντες καὶ ποθοῦντες τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ μὲν γόητρον τῆς Α. Ὑψηλότητος, πράξαντος πᾶν τὸ δυνατὸν ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἑπομένως εὐόρκως ἐκπληρώσαντος τὴν εἰς αὐτὸν ἀνατεθεῖσαν ἐντολὴν, βεβαίως δὲν θέλει καταπέσει, αὐτὸς δὲ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἰκειοθελῶς θὰ καταθέσῃ τὴν ἀρχὴν, ἀφοῦ αὕτη δὲν θὰ τῷ χρησιμεύῃ πλέον πρὸς πλήρωσιν τῶν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ πόθων του. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν ἐπὶ μίαν στιγμὴν, ὅτι καὶ ἀποτυχὼν ἐμμένει ἐν τῇ Διοικήσει. Ἡ τοιαύτη ἀπίθανος περίπτωσις ἐξεγείρει καὶ πάλιν τοὺς φόβους τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐρωτῶντος: «Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀποτύχῃ, ὑποδείξατέ μοι τὸ μέγα ἐκεῖνο ἀνάστημα, ὅπερ θὰ τολμήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα!» Αὐτὸς δὲ οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς μᾶς ἀπαλλάττει τοῦ κόπου τοῦ ν’ ἀνακαλύψωμεν ἡμεῖς τὸ μέγα αὐτὸ ἀνάστημα, διότι παρακατιὼν ἐπιφέρει: «Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὑμεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε ζητήσει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου». Ἡ Ἐθνικὴ λοιπὸν Ἀντιπροσωπεία, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸ νέον αὐτῆς καθεστώς...
§200ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἀνάγκη καὶ ἄλλου παράγοντος διὰ τὴν νομοθεσίαν.
§201ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ παράγων, τὸν ὁποῖον ἐννοεῖτε, εἶναι ὁ ἀσθενέστερος. «Ἀλλ’ ἐν πολέμῳ;» εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής. Βεβαίως ἐν πολέμῳ εἶναι δεινὴ ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μήπως, καὶ ἂν δὲν ἀναθέσητε εἰς τὸν Διάδοχον τὴν ἐν εἰρήνῃ διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, νομίζετε ὅτι δύναται ἄλλος ἢ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἀγωνιζομένου; Καὶ δύνασθέ ποτε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι, ὅταν τὸ ἔθνος ἀναλάβῃ καὶ πάλιν τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγῶνα καὶ πάντες προστρέξωσιν εἰς τὰ ὅπλα, ὁ μόνος φυγόστρατος θέλει μείνει ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου; Ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσφατα γεγονότα τοῦ πολέμου ἡμῶν δὲν μᾶς ὑπομιμνήσκουσιν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπῄτησεν, ὅπως τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ ἀναλάβῃ ὁ Διάδοχος; Εἴτε λοιπὸν τῷ ἀναθέσητε, εἴτε ὄχι, τὴν ἐν εἰρήνῃ Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, αὐτὸς θὰ ᾖναι κατ’ ἀνάγκην ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ὅταν τὸν διοικήσῃ ἐν εἰρήνῃ, θέλει βεβαίως χρησιμοποιήσει αὐτὸν λυσιτελέστερον καὶ μετὰ περισσοτέρων πιθανοτήτων ἐπιτυχίας καὶ ἐν πολέμῳ. Οὐδόλως δὲ καταλαμβάνομαι ὑπὸ τοῦ φόβου, ὑφ’ οὗ κατέχεται ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀτυχοῦς πολέμου θέλει συντριβῇ ὁ Διάδοχος, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὅστις δὲν θὰ συμπονήσῃ πρὸς τὸν ἀτυχῆ Ἡγεμονόπαιδα, τὸν ἐκπληρώσαντα τὸ καθῆκόν του καὶ συμμερισθέντα μετὰ τοῦ στρατοῦ του ὅλους τοὺς μόχθους καὶ ὅλας τὰς πικρίας. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέφερε παραδείγματα πολλῶν Βασιλέων καὶ Βασιλοπαίδων, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ καὶ ἀπέτυχον. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ἀπειρίαν παραδειγμάτων, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἀκριβῶς, ὅπου οὗτοι ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, ἡ ἐπιτυχία ἔστεψεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοὺς ἀγῶνάς των. Καὶ περιγράφει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὐγλώττως τὴν ἐπάνοδον Φρειδερίκου τοῦ Μεγάλου ἐκ νικηφόρου ἑξαετοῦς πολέμου, γενομένου δεκτοῦ μετὰ φρενητιώδους ἐνθουσιασμοῦ ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ Βερολίνου. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα ἀνάλογα, καὶ νὰ φαντασθῇ ἀνάλογον ἐπιτυχῆ διεύθυνσιν τοῦ στρατοῦ ἐν μέλλοντι πολέμῳ ἡμῶν, προήχθη εἰς ἄλλας σκέψεις, δυσμενεῖς διὰ τὴν Α. Ὑψηλότητα καὶ διὰ τὸ ἔθνος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φαντασθῶ ἐγὼ τὸ ἀντίθετον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φαντασθῶ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, μετὰ σώφρονα διοίκησιν ἐν εἰρήνῃ, ὁδηγοῦντα τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νικηφόρον πέραν τῶν συνόρων, ποιοῦντα τὴν θριαμβευτικὴν αὑτοῦ εἴσοδον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους του, καὶ οὕτως ἀνυψοῦντα τὸ καταπεσὸν ἐθνικὸν γόητρον, ἐκπλύνοντα τὸν ῥύπον τῆς ἐθνικῆς ἀτιμώσεως καὶ ἐπιχέοντα βάλσαμον παρηγορίας καὶ ἀνακουφίσεως εἰς τὴν καταπικραθεῖσαν ψυχὴν τοῦ ἔθνους.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εὖγε! εὖγε!
§203Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τρέφω προσωπικῶς ἐκτίμησιν εἰλικρινῆ, λυποῦμαι δέ, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θεωρῶ ὄχι μόνον ἄσκοπον, ὡς μὴ συντελοῦν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀντάξιον αὐτοῦ καὶ τῶν περιστάσεων. Τὴν γνώμην μου ταύτην θέλω ἐξηγήσει, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ καταστήσω ταύτην καταληπτὴν ἰδίως πρὸς τοὺς μὴ ἐνασχολουμένους εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Βεβαίως πάντες ἐνθυμεῖσθε, πόσον ἀσθενὴς ὑπῆρξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι εἰς πάντας ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν ἡ ἀτυχεστέρα ἀγόρευσίς του τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, ὅτε ὑπέβαλε τὰς τροπολογίας του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Πάντες ἠπόρουν, καὶ ἐγὼ πρῶτος, μὴ ἀναγνωρίσας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀγορεύοντα. Ἀλλὰ διατὶ τάχα; Ὁ λόγος τῆς ἀποτυχίας, δι’ ἧς ἐστέφθησαν ἀμφότεραι αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ἁπλούστατος. Διότι ᾐσθάνετο, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἔργον του δὲν εἶναι ἀντάξιον ἑαυτοῦ καὶ τῶν περιστάσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγνώριζε καλῶς, διότι πεντάκις ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι διὰ πολλῶν ἢ ὀλίγων ἄρθρων, ἐρριμμένων ἐπὶ ἑνὸς χάρτου, δὲν καταρτίζονται οἱ στρατοί· ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει καλῶς, ὅτι διὰ τῶν πολυσέλιδων ὀργανισμῶν δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ ὀρθῇ αὐτοῦ κρίσει, κρίνει ὡς πρέπει τ’ ἀναγραφόμενα καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ Τύπῳ περὶ ὀργανισμῶν καὶ τὰ ἐπαναλαμβανόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι, — γνωρίζει τί ἀπαιτεῖται διὰ νὰ συνταχθῇ ἡ χώρα στρατιωτικῶς. Βλέπων ὅθεν, ὅτι ἵστατο ἐπὶ σαθροῦ ἐδάφους, ὅτι ἠγωνίζετο περὶ φαντασιώδους ὑποθέσεως, καταδικαζομένης, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ συνειδήσει του, δὲν ἠδύνατο κατὰ τὰς ἀγορεύσεις του παρὰ νὰ αἰσθάνηται ἀηδίαν, νὰ ἦναι ἀσθενὴς εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του καὶ νὰ μὴ εὑρίσκῃ θέλγητρον, ἀγωνιζόμενος κατὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πεποιθήσεων. Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ λόγος τῆς ἀποτυχίας τῶν δύο αὐτοῦ ἀγορεύσεων. Δὲν γνωρίζω ἕνεκα τίνων λόγων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθηκε κατὰ μέρος τὰς ἰδίας του πεποιθήσεις περὶ στρατοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια, ἣν νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος. Κύριοι, διὰ νὰ καταρτισθῇ στρατὸς, ἀπαιτοῦνται ἄλλα τινά, τὰ δὲ ἀναγραφόμενα καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ Τύπῳ περὶ ὀργανισμῶν καὶ ἐπαναλαμβανόμενα ἐνταῦθα εἶναι πλάνη καθαρὰ, καὶ πρέπει νὰ παύσωμεν πλέον πλανώμενοι. Ἐγὼ θεωρῶ καθῆκόν μου, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ὡς μέλος τοῦ στρατεύματος, νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Τὸ συντάσσειν ἐπὶ τοῦ χάρτου ὀργανισμοὺς καὶ ὑποβάλλειν αὐτοὺς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἶναι εὔκολον· τρεῖς τοιούτους ἔχομεν ἤδη ἀνὰ χεῖρας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου. Τὸ πραγματοποιεῖν ὅμως τοὺς ὀργανισμοὺς τούτους εἶναι δύσκολον, ἄνευ τῶν ἀναγκαιούντων χρηματικῶν μέσων, ὡς πολὺ ὀρθῶς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπᾶνος. Τί θέλομεν τοὺς ὀργανισμοὺς, ἐν ὅσῳ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλῶμεν τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως; ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ τελευταίου πολέμου δὲν ἐπεσκευάσθησαν τὰ πυροβόλα καὶ τὰ ὅπλα, ἕνεκεν ἐλλείψεως χρημάτων; ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν ἄνδρες ὑπὸ τὰς σημαίας; ἀφοῦ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, οἱ τυχόντες εἰς τὰς Ἀθήνας ἐξ ὑμῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διὰ τὸν περίπατον ἐκεῖνον τὸν στρατιωτικὸν, ὅστις ἐγένετο μέχρι Θηβῶν, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἔλαβον μέρος περὶ τοὺς 1500 ἄνδρες, ἐδέησε νὰ προσκληθῇ τὸ ναυτικὸν, ἵνα φρουρήσῃ τὰς Ἀθήνας; Λοιπὸν, Κύριοι, μὴ ὑπαρχόντων ἀνδρῶν θέλομεν νὰ πλάττωμεν ὀργανισμοὺς διὰ στελέχη καὶ νὰ ψηφίζωμεν τούτους! Βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα δέον νὰ προσφύγῃ διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ ἱκανὸν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ὑπὸ τὰς σημαίας, νὰ πληρώσῃ τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου καὶ τοῦ ἱματισμοῦ, νὰ ἀνανεώσῃ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ παρόμοια. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, ἐπεδίωκεν ἀγαθὸν σκοπὸν ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον οὐδὲν ἐγένετο. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι οὐδὲν ἐγένετο, διότι τὰ μέσα ἐλλείπουσιν. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν, Κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐξεύρωσι τὰ μέσα, ὅπως καταρτίσωμεν στρατὸν, δὲν ἐννοῶ τίνα λόγον ἔχουσιν οἱ ὀργανισμοὶ, καὶ τίς λόγος ὑπάρχει, ὅπως ἑκάστοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ χρονοτριβῶμεν, συζητοῦντες περὶ ὀργανισμῶν. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ ταῦτα πάντα γνωρίζει καλῶς καὶ ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ του ὡς τελευταίαν διάταξιν περιέλαβεν, ὅτι προσεχῶς θὰ ὑποβάλῃ ὀργανισμὸν, καὶ ὅτι ὁ νόμος θὰ ἰσχύῃ μέχρις οὗ ψηφισθῇ ὁ ὑποβληθησόμενος ὀργανισμὸς, λυποῦμαι, λέγω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοιαύτην διάταξιν περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του, διότι γνωρίζω, ὅτι ἔχει πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει πρὸς αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις. Μὴ ἀπατώμεθα, Κύριοι· ὁ στρατὸς ἀπαιτεῖ δαπάνας καὶ διὰ τὴν συντήρησιν καὶ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Μὴ ἀπατώμεθα, μὴ νομίζομεν ὅτι διὰ τῶν μικρῶν ἢ μεγάλων ὀργανισμῶν λύομεν τὸ ζήτημα. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τοῦτο, φρονῶ, δὲν ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σοβαρῶς· διότι, ἐὰν ἐσκέπτετο σοβαρῶς, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν εἰς τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον προϋπολογισμὸν, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς μεγάλας οἰκονομίας καὶ εἰς ἄλλα μέτρα, ὥστε νὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι διὰ τὸν καταρτισμὸν στρατοῦ ἔστω καὶ μικροῦ, ἀλλὰ τελείου.
§204ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκριβές· ὁ λαὸς πληρόνει 111,000,000.
§205ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Αὐταὶ, Κύριοι, εἶναι αἱ ἰδέαι μου καὶ ἡ γνώμη μου εἰς τὰ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Εἶμαι συνεπὴς εἰς τὴν γνώμην ταύτην, Κύριοι, διότι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτει νὰ ψηφίσῃ ἐπειγόντως τὸ νομοσχέδιον περὶ προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, δὲν ἀντέστην εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τότε εἶπον ὅ,τι ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δηλ. ὁ ξένος, κατερχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ εὕρῃ τίποτε διὰ νὰ μορφώσῃ, κατὰ συνέπειαν θὰ ἦναι ἐντελῶς περιττὸς, ὅταν ὁ ξένος θ’ ἀφήσῃ ἴσως ἐργασίαν, ὅπως τὴν ἀφῆκε καὶ ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ ἐπιστρατεύσεως κλπ., ἀλλ’ ἡ ἐργασία καὶ τούτου, ὡς ἐκείνη, θὰ κοιμᾶται ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐν ὅσῳ δὲν σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Βεβαίως, Κύριοι, ἠδυνάμην μετὰ τὰς γνώμας ταύτας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα ἐνώπιον ὑμῶν, νὰ μὴ ἐπεκταθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου αἱ λεπτομέρειαι, ὁμολογῶ, ὅτι ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρουσιν. Οὐχ ἧττον ὅμως δι’ ὀλίγων θὰ εἴπω ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην μου. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ὑφισταμένη κατάστασις ἐν τῷ στρατεύματι δὲν εἶναι κανονικὴ, διότι, ἐνῷ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι συντεταγμένος κατὰ ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας δυνάμει τοῦ προσωρινοῦ νόμου τοῦ 1885, ἀφ’ ἑτέρου ὑφίστανται καὶ τὰ τρία Ἀρχηγεῖα τοῦ στρατοῦ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι κανονικὴ, οὐδ’ ὑπάρχει, ἐκτὸς ἴσως ἐξαιρετικῶν καὶ ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς ἄλλον εὐρωπαϊκὸν στρατὸν, καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὤφειλε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν, καταργῶν τὰ Ἀρχηγεῖα, καὶ παραδεχόμενος τὸν τύπον τῆς συντάξεως τῶν στρατευμάτων, τὸν παραδεδεγμένον παρὰ τοῖς ξένοις στρατοῖς, κατὰ ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας. Τούτου τεθέντος, Κύριοι, τί ἀπητεῖτο ἀντὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ συγκειμένου ἐκ 13 ἢ 14 ἄρθρων; Ἓν μοναδικὸν ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἤρκει διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν καὶ ἀπομακρύνῃ τὴν ὑφισταμένην ἀνωμαλίαν. Τοῦτο καὶ μόνον ἤρκει, προστιθεμένου εἰς αὐτὸ, ὡς τελευταίου ἐδαφίου, τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 11, ὅτι «ἡ σύνθεσις τῶν μεραρχιῶν καὶ ταξιαρχιῶν ὡς καὶ αἱ ἕδραι αὐτῶν καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὰς σωμάτων θὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος». Ἴσως, Κύριοι, φρονεῖτε ὅτι καὶ τότε θὰ παρίστατο ἀνάγκη καὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κανονισθῶσι διὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν τὰ δικαιώματα καὶ αἱ δικαιοδοσίαι τῶν διοικητῶν τῶν συγκροτηθησομένων μεραρχιῶν καὶ ταξιαρχιῶν. Καὶ δικαίως πρέπει νὰ φρονῆτε τοῦτο, Κύριοι, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του εἶπεν, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις νόμοις, ὡς εἰς τὸν νόμον περὶ Ἀρχηγείου χωροφυλακῆς καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ συστάσεως τῶν Ἀρχηγείων, δι’ ἰδίου ἄρθρου ὁρίζεται, ὅτι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος θὰ ἐκανονίζοντο τὰ δικαιώματα καὶ αἱ δικαιοδοσίαι τῶν ἀρχῶν ἐκείνων. Πολὺ ὀρθῶς, Κύριοι, τότε οἱ νόμοι ἐκεῖνοι προέβλεψαν περὶ τούτου, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδεὶς ὑπῆρχε στρατιωτικὸς κανονισμός, καθορίζων τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν τότε διὰ τῶν νόμων ἐκείνων συνιστωμένων ἀρχῶν, διέφυγεν ὅμως τῆς μνήμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1892 ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται ἡ δικαιοδοσία καὶ τὰ δικαιώματα ἁπάντων τῶν βαθμοφόρων, ἀπὸ τοῦ δεκανέως μέχρι τοῦ ἀντιστρατήγου, συμπεριλαμβανομένου. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου λ. χ. περιλαμβάνει τὴν διάταξιν, ὅτι ἀπόντα τὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ θ’ ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος μέραρχος. Ἀλλὰ περὶ τούτου, Κύριοι, οὐδὲ κἂν ἔπρεπε νὰ γίνεται λόγος ἐν τῷ νόμῳ, διότι αὐτὸς εἶναι κανὼν ἀπαράβατος τῆς ἱεραρχίας, ὅτι πᾶς ἀνώτερος, ἀπουσιάζων ὁπωσδήποτε, ἀναπληροῦται παρὰ τοῦ ἀμέσως κατὰ βαθμὸν ἢ κατ’ ἀρχαιότητα ὑποδεεστέρου.
§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς συνέτασσε τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ τὸ ἔθετεν αὐτό.
§207ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι ἀναφέρεται ἐπὶ λέξει, ὅτι «οἱ μέραρχοι καὶ οἱ κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ὀφείλουσι νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ δικαιοδοσίαν αὐτῶν σώματα κλπ.» Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίους ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰδικοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἐὰν ἐννοεῖ τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ Μηχανικοῦ, ὡς καὶ ἐκεῖνον τοῦ Πυροβολικοῦ, δὲν πιστεύω νὰ λησμονῇ, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων συνεστήθησαν αἱ Ἐπιθεωρήσεις ἐκεῖναι, δὲν ἐδόθη τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητάς. Ἐδόθη μόνον εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ Μηχανικοῦ π. χ. τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῇ τὸ σύνταγμα τοῦ Μηχανικοῦ καὶ τὰς Διευθύνσεις, καὶ νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ προτείνῃ τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἅτινα κρίνει ἀναγκαῖα. Ἐὰν ἐννοεῖ τούτους, πρέπει νὰ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ ἀναγράφωμεν, ὅτι οἱ εἰδικοὶ οὗτοι ἐπιθεωρηταὶ θὰ ἐκτελῶσιν ἐπιθεωρήσεις καὶ θὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις καὶ θὰ συντάσσωσι πίνακας. Ἔχομεν ἴδιον νόμον περὶ προβιβασμῶν, ὁρίζοντα τὸν τρόπον καὶ τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου. Κύριοι, καὶ ὁ τελευταῖος ὑπενωμοτάρχης γνωρίζει, ὅτι τρία τάγματα ἀποτελοῦσιν ἓν σύνταγμα, δύο συντάγματα ἀποτελοῦσι μίαν ταξιαρχίαν, δύο ταξιαρχίαι μίαν μεραρχίαν, καὶ οὕτω καθεξῆς· δὲν γνωρίζει ὅμως καὶ τὸν λόγον τὸν ὑπαγορεύσαντα τὴν τοιαύτην σύνταξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως, γνωρίζων καλῶς τὸν λόγον τῆς κατὰ μείζονας μονάδας συγκροτήσεως τῶν στρατευμάτων, φρονῶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν συντρέχουσι παρ’ ἡμῖν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ συντρέχουσι καὶ ἀλλαχοῦ ἐπέβαλον τὴν κατὰ ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας καὶ κατὰ σώματα στρατοῦ συγκρότησιν τῶν στρατευμάτων. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ στρατὸς εἶναι γυμνὸς ἀνδρῶν, οὐδεὶς συντρέχει λόγος· τοὐναντίον πρέπει νὰ συνταχθῶμεν κατ’ ἀνεξαρτήτους λόχους, διότι μόνον τότε θὰ ἐξυπηρετήσωμεν εὐχερέστερον τὰ συμφέροντα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, — ὑπηρεσίας, ἃς ἐκτελεῖ σήμερον ὁ στρατός. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, παρατηρῶ, ὅτι καὶ πάλιν διὰ τούτου, ἀντὶ ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, δηλ. τῆς κατὰ ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας μετὰ τῶν Ἀρχηγείων, ἀντὶ ν’ ἀπομακρυνθῶμεν, λέγω, τῆς ἀνωμάλου ταύτης καταστάσεως, τοὐναντίον δημιουργοῦμεν νέους τίτλους. Κύριοι, εἶναι γνωστόν, ὡς προεῖπον, ὅτι δύο ἢ τρεῖς μεραρχίαι ἀποτελοῦσιν ἓν σῶμα στρατοῦ, (corps d’ armée, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι,) οὗτινος ἡ διοίκησις ἀνατίθεται εἰς ἕνα ἀντιστράτηγον. Διατὶ δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν σύνταξιν ταύτην καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἱεραρχίας, οὕτως εἰπεῖν, ταύτης, δημιουργοῦντες νέας ὀνομασίας κατὰ τὰς ἰδέας μας; Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν διεσαφήνισε πολλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτε ὑπέβαλε τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ δὲν ἠδυνήθην τοὐλάχιστον ἐγὼ νὰ ἐννοήσω τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει Διεύθυνσις Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἔχουσα δύο τμήματα, τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατείας καὶ τὸ τμῆμα τῆς στατιστικῆς, τῶν στρατιωτικῶν πληροφοριῶν κλπ. Προχθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι θὰ διατηρηθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ θὰ συγκροτηθῇ ἑτέρα Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἀρχηγοῦ, εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐξηγήσῃ τοῦτο καλῶς. Ἐὰν φρονεῖ ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁλόκληρος ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἢ μέρος αὐτῆς, τότε ἔχει καλῶς· ἐὰν ὅμως φρονεῖ, ὅτι θὰ μείνῃ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ θὰ συσταθῇ καὶ ἑτέρα ἐν τῷ Ἀρχηγείῳ, τοῦτο θεωρῶ πλεονασμὸν καὶ περιττὸν ἐντελῶς. Πραγματικῶς μέχρις τῆς σήμερον οὐδεμία ἐπιστημονικὴ ἐργασία εἶδε τὸ φῶς, ἐξελθοῦσα ἐκ τοῦ γραφείου ἐκείνου. Ἐὰν τοιαύτη, μὴ γενομένη ἐκεῖ, πρόκειται νὰ γείνῃ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν, τότε ἔχει καλῶς, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν βεβαίως πάντοτε τοῦ προσκληθησομένου ξένου ὀργανωτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του διεσάλευσεν ὀλίγον τὰ πνεύματα τῆς Βουλῆς, εἰπών: «Πῶς ἀνησυχεῖτε περὶ τῶν μεταθέσεων; Ἐν τῷ ὑπάρχοντι νόμῳ δὲν χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μεταθέτῃ διὰ Β. Διατάγματος τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον;» Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ νομοτελεστικὸν διάταγμα τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861, πραγματικῶς ἀναφέρει περὶ μεταθέσεως, ἀλλὰ ποίων ἀξιωματικῶν; Ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν μόνον ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον. Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο ἐπεξήγησεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του, καὶ δὲν τὸ κρίνω συζητήσιμον. Ἀκούω, Κύριοι, ἐπαναλαμβανόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Τύπῳ τακτικῶς, ὅτι ἡ συσταθησομένη Γεν. Διοίκησις πρόκειται ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον. Ἐξετάζων τοῦτο ὑπὸ καθαρῶς στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τί παραδίδετε εἰς τὴν Α. Ὑ. τὸν Διάδοχον, διορίζοντες αὐτὸν Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ; Παραδίδετε στρατὸν, ἵνα τὸν ἐκπαιδεύσῃ, τὸν μορφώσῃ, τῷ διδάξῃ τὴν πειθαρχίαν;...
§208Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα.
§209ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. .. Παραδίδετε στελέχη σωμάτων, τὰ ὁποῖα, Κύριοι, καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι πλήρη, διότι διὰ τοῦ ὑφισταμένου νόμου περὶ ἀστυνομίας δύνασθε ἑκάστοτε νὰ λαμβάνητε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὰ συντάγματα, καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Διότι ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ ἀστυνομίας δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διορίζῃ οἱονδήποτε θέλῃ ἀξιωματικὸν εἰς οἱανδήποτε ἀστυνομίαν. Λοιπὸν, Κύριοι, τί παραδίδετε καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν στελεχῶν ἀκόμη; Τὰ ἡμίση σχεδόν; τῷ δίδετε 300 ἀξιωματικοὺς μόνον, ἵνα διοικήσῃ! Ποία λοιπὸν ἐκπαίδευσις θὰ γείνῃ, ποίας ἀπαιτήσεις δύναται τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ παρὰ τῆς Α. Ὑ. τοῦ Διαδόχου, ἐνόσῳ δὲν ἀπομακρύνετε τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ καθηκόντων, ἐνόσῳ δὲ αὐξάνετε τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρωτῶν κατ’ ἔτος, ἐνόσῳ δὲν πληρώνετε τὰς ἀποθήκας σας, ἐνόσῳ δὲν ἔχετε νοσοκομεῖα, — διότι ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν οὐδαμοῦ ὑπάρχουσι νοσοκομεῖα, — ἐνόσῳ οἱ ἄνδρες εἰς τὰ ἄθλια θεραπευτήρια ὑποφέρουσι, στερούμενοι τῶν πάντων; Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξετάζων τὸ ζήτημα, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἔγκλημα ἐκεῖνο, ὅπερ θέλομεν νὰ διαπράξωμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἢ ἡ μέλλουσα δὲν εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ παρρησίας, τί ἀπαιτεῖται, ἵνα καταρτίσωμεν στρατόν. Ἐνόσῳ τοῦτο δὲν γείνῃ, Κύριοι, εἰς τί χρησιμεύουσι τὰ νομοσχέδια, αἱ μεραρχίαι καὶ αἱ ταξιαρχίαι; Ἐπειδὴ προεῖπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γνωρίζει καλῶς, τίνες εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες εἰς τοὺς ξένους στρατοὺς τὴν κατὰ ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας καὶ corps d’ armée συγκρότησιν τῶν στρατευμάτων, θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐν ὀλίγοις τὸν λόγον τοῦτον. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀνεξαρτήτων ταγμάτων ἐπιβάλλει τὴν εἰς ὀλιγωτέρας μονάδας σύστασιν τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν εὐχερεστέραν αὐτοῦ διοίκησιν. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι δευτερεύων· ὁ πρώτιστος λόγος εἶναι ὁ τῆς ἑνιαίας καὶ ὁμοιομόρφου ἐκπαιδεύσεως, ὅπως 8 ἢ 10 σώματα ἐκπαιδεύωνται ὑπὸ τὰς ὁδηγίας ἑνὸς καὶ μόνου ἀρχηγοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα, Κύριοι, ὅπερ ὑπηγόρευσε τὴν κατὰ μεραρχίας (corps d'armée) συγκρότησιν τῶν στρατευμάτων, καὶ ὄχι ἡ δημιουργία θέσεων καὶ βαθμῶν. Τούτων μὴ ὑπαρχόντων λοιπὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄδικον, σᾶς ἐρωτῶ, νὰ θέλωμεν διὰ τοιούτου νομοσχεδίου, ὄχι μόνον νὰ θέσωμεν τὴν Α. Ὑ. τὸν Διάδοχον εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἀλλὰ καὶ νὰ πλανῶμεν τὸ ἔθνος, ὅτι διὰ τοιούτων νομοσχεδίων ὀργανούμεθα στρατιωτικῶς; Αὐταὶ, Κύριοι, εἶναι αἱ ἰδέαι μου, ἃς ἀνέπτυξα καὶ ἄλλοτε, προκειμένου περὶ τῆς προσκλήσεως ξένου ὀργανωτοῦ. Ἐπεθύμουν, καὶ παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι διὰ τῆς ὁμιλίας μου ταύτης καὶ τῆς γνώμης μου δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ κατακρίνω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐννοῶ μόνον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐξηγήσω τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Τὸ μέτρον αὐτὸ, Κύριοι,—μὴ δειλιᾶτε,— πρέπει νὰ ἦναι ῥιζικόν· ἢ πρέπει νὰ εἴπητε ὅτι θὰ διαλύσητε καὶ αὐτὸν τὸν μικρὸν ὑπάρχοντα στρατὸν, διὰ νὰ οἰκονομῶμεν τὰ 16 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται, ἢ πρέπει νὰ προστεθῇ ὅλη ἡ ἀναγκαία δαπάνη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συντασσώμεθα καὶ νὰ ἀναπτυχθῶμεν στρατιωτικῶς. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει· ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο θὰ γείνῃ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἧς ἡγεῖται ὁ ἐκ Κερκύρας εὐπατρίδης, δὲν θὰ διστάσῃ, τῇ συμπράξει ὅλων ἡμῶν, νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὸν μέτρον, διότι μέσος ὅρος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν χωρεῖ. Διὰ τὸν στρατὸν, Κύριοι, ἀπαιτοῦνται δαπάναι. Λοιπὸν ἢ θ’ ἀποφασίσωμεν τὴν δαπάνην ταύτην, ἐκλέγοντες βεβαίως καὶ ἓν σύστημα ὀργανισμοῦ ἧττον δαπανηρὸν, ἢ πρέπει νὰ καταρτίσωμεν χωροφυλακὴν, ἱκανὴν νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§210ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἠσχολήθη μᾶλλον εἰς τὴν καθαρῶς στρατιωτικὴν ἔρευναν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἐὰν μᾶλλον κατέγεινεν εἰς τὴν ἐξέτασιν θεμάτων ἀφορώντων κυρίως εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἡ συζήτησις πᾶσα ἡ μέχρι τοῦδε περιεστράφη κυρίως εἰς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα σαφῶς καὶ ἐπακριβῶς καθώρισεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ἀγορεύσας κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὁ κ. Λεβίδης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρουσιάζει τὰς τρεῖς αὐτὰς κυρίας ἀπόψεις· τὴν ἄποψιν τὴν Συνταγματικὴν, τὴν ἄποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἄποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς Δυναστείας. Οὔτε ἐγὼ θὰ εἰσέλθω εἰς ἔρευναν λεπτομερειῶν, ἀφορωσῶν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου· θὰ προσπαθήσω μᾶλλον νὰ παρακολουθήσω τοὺς μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντας εἰς τὸ γενικὸν μέρος τοῦ θέματος. Περὶ κινδύνου δῆθεν τῶν θεσμῶν δὲν ἀκούομεν πρώτην ταύτην φορὰν καὶ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου μόνον· κηρύγματα ὑπὲρ τοῦ ἀπειλουμένου δῆθεν πολιτεύματος, διαμαρτυρίαι ὑπὲρ τῶν διασαλευομένων θεσμῶν, ἐπικλήσεις, ὅπως φρουρῶμεν ἀγρύπνως τὸ πολίτευμα καὶ ἀπομακρύνωμεν πᾶσαν ἐναντίον αὐτοῦ ἐπιβουλὴν, καὶ ἀποκρούσωμεν πάντα ἐναντίον αὐτοῦ κίνδυνον, εἶναι λίαν συνήθεις ἐν τῇ μεθόδῳ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν ἀνταγωνισμοῦ, Ἀλλ’ οἱ συνταγματικοὶ ἐξορκισμοὶ καὶ αἱ ἐπικλήσεις ἐγένοντο ἐντονώτεροι τώρα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀληθῶς ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἧς ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρξε καὶ ἐν ἐμοὶ ἰσχυρὰ, φοβηθεὶς μὴ ἐγὼ πλανῶμαι εἰς τὰς ἰδέας μου,—διότι ὁμολογῶ, ὅτι ὁσάκις ἤκουον τοιαύτας κραυγὰς προσέβλεπον καὶ ἐγὼ πρὸς τὰ ἄνω, ἔστρεφον τὰς σκέψεις μου πρὸς τὰ κάτω, ἀλλ’ οὐδαμοῦ οὐδεμίαν ἀντελαμβανόμην βοὴν κινδύνου τῶν θεσμῶν! — καὶ ὑποπτεύσας μετὰ τοὺς λόγους τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, μὴ ἀληθῶς τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ὑπ’ αὐτοῦ παρεστάθησαν, ἐστράφην τὴν ὥραν ἐκείνην πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἴδω, ἂν καὶ ἡ ὄψις τῶν ἐκεῖ ἀξιοτίμων συναδέλφων προέδιδε φόβον παρομοίων κινδύνων, καὶ ἂν παρεσκευάζοντο, ὅπως προασπίσωσι τοὺς κινδυνεύοντας θεσμοὺς, ἐξεπλάγην δὲ,—καὶ ἐξεπλάγην εὐλόγως,—ἰδὼν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρίσκετο ἐν τῇ θέσει του! Εἶχον πάντες ἀπέλθει! Ὅταν δὲ στραφεὶς νὰ ἴδω, ἂν παρέμενε τοὐλάχιστον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, παρ’ ᾧ ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ παρακάθημαι, εἶδον ὅτι οὔτε ἐκεῖνος παρέμενε...
§211ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ παρέμεινα καὶ κατεψήφισα.
§212ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Συνέπεσεν ἴσως, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἀπουσιάζητε τὴν στιγμὴν ἐκείνην.
§213ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν συνέπεσε· παρέμεινα καὶ κατεψήφισα.
§214ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσίν σας, ὅτε ὀλίγον κατόπιν ἐγένετο ἔνστασις ἀπαρτίας, καὶ ἐστράφην ἀληθῶς, ἵνα σᾶς ἐρωτήσω, πόθεν αὐτὸς ὁ φόβος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἦσθε εἰς τὴν θέσιν σας, δὲν εὑρίσκεσθε ἐντὸς τῆς αἰθούσης... Εἶπον καὶ ἐγὼ τότε, καὶ ἔπρεπε νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι ἀληθῶς οἱ θεσμοὶ δὲν λειτουργοῦσιν ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς, ὅτι, ἂν τὸ πολίτευμα ἵδρυται στερεὸν καὶ ἀκλόνητον ἐν τῇ γνώμῃ καὶ τῷ φρονήματι τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἡ λειτουργία τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς ἀποδίδει ἤχους ἐκτροχιασμοῦ, οἱ ἦχοι δ’ αὐτοὶ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ τοῦ πολιτεύματος δὲν προέρχονται ἄνωθεν, ὅπου μᾶς ὑποδεικνύουσι νὰ προσέχωμεν, προέρχονται κάτωθεν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἡμεῖς ἱστάμεθα, ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς. Καὶ ἦλθε τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν μνήμην μου, κύριοι Βουλευταὶ, διάλογος ὡραίου δράματος. Ὅτε ὁ βασιλεὺς Λὴρ, χάνων τὴν συνείδησιν τῶν περὶ αὐτόν, ἐρωτᾷ: «δὲν μοὶ λέγει κανεὶς ἐδῶ, ποῖος εἶμαι;», ὁ γελωτοποιὸς τοῦ βασιλέως ἀπαντᾷ: «ἴσκιος τοῦ Λήρ!» Μὴ ταραχθῇ κανεὶς ἐξ ὑμῶν (βλέπει πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν)· δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς οὐδένα καὶ οὐδένας ὡρισμένως· πάντας ἔχω ὑπ’ ὄψιν, τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, μὴ ἐξαιρῶν, ἐννοεῖται, μήτ’ ἐμαυτόν. Ἀλλ’ ἂν πάντες ἡμεῖς ἠθέλομεν ἐρωτήσει: «δὲν μᾶς λέγει κανεὶς ἐδῶ, τί εἴμεθα;», φοβοῦμαι, φοβοῦμαι πολὺ, ὅτι ὄχι ἡ φωνὴ γελωτοποιοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀκραιφνὴς φωνὴ τῆς συνειδήσεως πάντων ἡμῶν ἤθελεν ἀπαντήσει «ἴσκιος Βουλῆς!» (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἴσκιος Βουλῆς κατήντησε τὸ Συνέδριον τοῦτο ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λειτουργεῖ τὸ Πολίτευμα. Δὲν θέλω νὰ παρεκβῶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, δὲν ἤθελον νὰ κατέλθω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ ἄλφα τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς τὸ ὠμέγα αὐτῆς, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἔπραξε τοῦτο, ἵνα ἐπιρρίψῃ καὶ ἑτέραν μομφὴν κατά τε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι περισφίγγεται πᾶσα ἡ νομοθετικὴ τῆς Βουλῆς ἐργασία μεταξὺ δύο νομοσχεδίων ἐπίσης ἀντικοινοβουλευτικῶν, τοῦ ἑνὸς, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ὡς ἀφαιροῦντος δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα μεταβιβάσῃ αὐτὰ εἰς τὸν Διάδοχον, τοῦ τελευταίου, ὡς σκοποῦντος τὴν περιστολὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέτρεξεν ἐν τῇ σχετικῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του μέχρι καὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἀνέτρεξε μέχρις ἐκεῖ, ἵνα ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις προέβλεπεν ὅτι ἤθελέ ποτε ὑποβληθῆ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελε σκεφθῆ ποτε Κυβέρνησις νὰ μεταβιβάσῃ δικαιώματα Ὑπουργοῦ εἰς μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἐν τῷ ἄρθρῳ, δι’ οὗ ἀπηγόρευσε τὸν διορισμὸν τῶν Βασιλοπαίδων ὡς Ὑπουργῶν, ἤθελε καταστήσει ἀδύνατον καὶ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐμνήσθην καὶ ἐγὼ οὕτω τῶν ἀρχαίων ἐκείνων ἡμερῶν, ἐνεθυμήθην καὶ ἐγὼ τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὡμολόγησα μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἀληθῶς περὶ πολλῶν καὶ σπουδαίων δὲν προεῖδεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ὅτι ἀληθῶς πολλὰς ἀφῆκεν ἐλλείψεις ἐν τῷ πολιτεύματι, ἐξ ὧν δοκιμάζομεν ἡμεῖς σήμερον τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους καθορῶμεν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Συνέλευσις ἀντελήφθη εὐθὺς ἀμέσως τὰ κενὰ τοῦ πολιτεύματος πρὶν ἢ κἂν διαλυθῇ, διότι καὶ τότε ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς, πάντοτε ἐν ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ (!), ἐθεώρησεν ὅτι ἐπετρέπετο συστηματικὴ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ ἔργου τῆς τότε Κυβερνήσεως, συστηματικὴ ὡς ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἀπειλουμένην καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην πολλαχόθεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ συστηματικὴ ἀντίδρασις ἐπῆλθε τότε ἀληθῶς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, μὴ ἔχουσα τί νὰ πράξῃ, ἀπομείνασα ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τῶν συναφῶν τῷ προϋπολογισμῷ φορολογικῶν νόμων, ἠναγκάσθη νὰ ἀπευθύνῃ διὰ τοῦ Τύπου διαδήλωσιν, ὡς τὴν ὠνόμασε, πρὸς τὸν λαὸν ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἄνδρες ἐπιφανεῖς, ἄνδρες ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ, ἄνδρες εἰλικρινῶς φιλελευθέρων φρονημάτων, ἄνδρες πρὸ τοῦ ὀνόματος τῶν ὁποίων πάντες ἀποκαλυπτόμεθα, ἔλεγον τότε πρὸς τὸν λαὸν διὰ τῆς γραφίδος τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη, τοῦ Ἐμμ. Κοκκίνου καὶ ἄλλων ἐπίσης σπουδαίων καὶ πατριωτικῶν ἀνδρῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν οἱ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ συνάδελφοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὸ ἔθνος, ὀφείλουσιν, ἐὰν εἶναι δίκαιοι, νὰ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι καὶ ἡμεῖς τοῦ αὐτοῦ ἔθνους ἐσμὲν ἀντιπρόσωποι. Ἀλλὰ Πολιτεία, καὶ μάλιστα ἐλευθέρα, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἡ μειονοψηφία, χρησαμένη παντὶ ἐννόμῳ καὶ λογικῷ μέσῳ πρὸς φωτισμὸν τοῦ ὅλου Σώματος, δὲν ὑπείκει τῇ πλειονοψηφίᾳ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποφάσεως. Τὴν στοιχειώδη ταύτην κοινοβουλευτικὴν ἀρχὴν ἐπ’ ἐσχάτων παραγνωρίσασα ἡ ἐλάσσων μερὶς τῆς Συνελεύσεως, κληροδοτεῖ ἀπευκταῖον παράδειγμα εἰς τὰς μετ’ αὐτὴν Βουλὰς, ὅπερ ἐκ βάθρων ἀνατρέπει τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα!» Ταῦτα, Κύριοι, ἀνατρέπουσιν ἐκ βάθρων πραγματικῶς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα, ταῦτα μειοῦσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ὑπάρχει μειονοψηφία μόνον, ἀλλὰ καὶ πλειονοψηφία, ὅταν δὲ παραβιάζονται τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας, παραβιάζωνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὸν κίνδυνον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ταῦτα διασαλεύουσιν ἀληθῶς αὐτὸ ἐκ θεμελίων. Ὅταν δὲ οὕτω πολιτευώμεθα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ βλέπωμεν πρὸς τὰ ἄνω, μὴ τυχὸν πέσῃ κανεὶς ἀερόλιθος ἐπὶ τοῦ ἀετώματος τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον σείεται ἐκ θεμελίων, ὁ δὲ σεισμὸς προέρχεται ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ἴσως, ἐπειδὴ οἱ νεκροὶ λησμονοῦνται, νὰ μὴ ἔχωσιν ἐν τῇ ἐκτιμήσει πάντων ὑμῶν τὸ προσῆκον κῦρος οἱ λόγοι, οὓς προανέγνων· ἀλλ’ ἡ τύχη διέσωσέ τινας τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων μέχρι σήμερον, εἷς δ’ ἐξ αὐτῶν, τῶν ὑπογραψάντων τὴν δήλωσιν ἐκείνην, τῶν ἀποτελούντων μέρος τῆς τότε διαμαρτυρομένης πλειονοψηφίας, τυγχάνει ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς (ψιθυρισμοί). Δὲν εἶναι δὲ οἱ λόγοι κἂν μόνον οὗτοι οἱ προφητεύοντες τοὺς πραγματικοὺς κινδύνους, εἰς οὓς περιέστη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι· καὶ ἄλλος πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ ἄλλος διαπρεπὴς πολιτευόμενος, τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν ἀληθῶς νὰ εὐλαβώμεθα, ἔλεγε τότε εὐτόλμως, μετὰ παρρησίας ἀληθοῦς πολιτικοῦ ἀνδρὸς, πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην, μεμφόμενος τὴν κωλυσιεργίαν τῆς τότε μειονοψηφίας (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐποχὴ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τῷ ὄντι περίεργος καὶ πρωτότυπος· νομίζω δὲ, ὅτι ἔχω καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν συναδέλφων μου κυρίων πληρεξουσίων, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔξωθεν τοῦ περιβόλου τούτου μᾶς ἀκροῶνται, διότι τῷ ὄντι ὄχι μόνον εἶναι περίεργος καὶ πρωτότυπος ἡ ἐποχὴ αὕτη, ἀλλὰ δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὴν πατρίδα. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ καθ’ ὅλως διάφορον τρόπον ἀφ’ ὅ,τι κατὰ δυστυχίαν βλέπω ὅτι τὸ ἐννοοῦσιν οἱ ἀποχωρήσαντες ἄλλοι πληρεξούσιοι· ἐννοῶ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅτι ὁ λαὸς λαμβάνει ἄμεσον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπειδὴ ὁ λαὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ὅλος συλλήβδην ἄμεσον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐκλέγει ἀντιπροσώπους, ἐκλέγει Βουλευτάς· ἐπειδὴ δὲ ὅλοι οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὴν αὐτὴν γνώμην, ἡ μερὶς τῶν πλειόνων εἶναι ἡ ἀποφασίζουσα, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὴν πρόληψιν τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Συνταγματικὸν πολίτευμα ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ θέλησις τῶν πλειόνων εἶναι δεσμευμένη ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου, αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν τὸ θεωρῶ γνήσιον! Τὸ ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἡ Συνέλευσις αὕτη εἶναι προϊόν ἐπαναστάσεως γενομένης διὰ νὰ παγιώσῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ Συνέλευσις αὕτη ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον εἰς τὰς μελλούσας Βουλάς, ἔπρεπε νὰ δώσῃ παραδείγματα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Λυποῦμαι κατάκαρδα, διότι, ἂν ἡ διαγωγή μας αὕτη ποτὲ ἀναφυλλισθῇ εἰς τὰ πρακτικά μας καὶ προτεθῇ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς τῶν μελλόντων νὰ μᾶς διαδεχθῶσι, λυποῦμαι κατάκαρδα, διότι—ἀκούσατε!— τὸ Συνταγματικὸν σύστημα θέλει καταντήσει τὸ μεγαλείτερον παίγνιον καὶ ἡ ἀπροκάλυπτος κιβδήλωσις τῆς θελήσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους! Ἀληθῶς ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν ἐπικρατεῖ πλέον ἡ θέλησις τῶν πλειόνων, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ἡ θέλησις τῶν ἀτόμων. Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους δεσμεύεται ἀπὸ τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν μου, φερ’ εἰπεῖν, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ πάρω τὸν πῖλόν μου καὶ νὰ ἐξέλθω, καὶ νὰ μὴ ἀφίνω ὑμᾶς νὰ ἐργασθῆτε, ἂν δὲν ἐκπληρώσητε τὰς ἐπιθυμίας μου!»
§215ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἔλεγεν αὐτά;
§216ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ εἴπω ποῖος τὰ ἔλεγεν. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, ἔσχον τότε τὸ ἀποτέλεσμά των. Ἐπειδὴ τιμῶ, διότι ὀφείλω νὰ τιμῶ τὸν εἰπόντα, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποθέσω, ὅτι καὶ ἡ διαμαρτυρία αὐτοῦ συνετέλεσεν, ὥστε νὰ λησμονηθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ τακτικὴ ἐκείνη, δι’ ἧς διασαλεύεται τὸ πολίτευμα, δι’ ἧς παραγνωρίζονται τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ἡ τακτικὴ ἐκείνη ἐπανῆλθεν ἀτυχῶς, καὶ σήμερον βλέπομεν πολλούς, λαμβάνοντας τὸν πῖλον αὑτῶν καὶ ἐξερχομένους τῆς αἰθούσης, διότι δὲν ἐκπληροῦνται αἱ ἐπιθυμίαι αὐτῶν!
§217ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά;
§218ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι λόγοι τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, νῦν δὲ ἐπιφανοῦς ἐκ Γόρτυνος ἡγέτου! (αἴσθησις). Βεβαίως Συνταγματικὸν παίγνιον καταντᾷ οὕτω τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοῦτο δὲ κλονίζει τοὺς θεσμούς, τοῦτο, ὄχι αἱ σκιαί, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Σκιὰς δὲ ζητοῦμεν. Τί τάχα σκοπεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Τὴν χειραφέτησιν τοῦ στρατιώτου ἀπὸ τοῦ Βουλευτοῦ, τὴν χειραφέτησιν τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ στρατιώτου. Ἡ χειραφέτησις αὕτη δὲν κατωρθώθη ἀτυχῶς νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοῦ κρατοῦντος διοικητικοῦ συστήματος. Προεβλήθη ὅμως ἀντισυνταγματικότης τοῦ νομοσχεδίου! Δὲν ἐξεπλάγην, τὸ ὁμολογῶ, διότι ἀπό τινος κρατεῖ περίεργος παρ’ ἡμῖν ἀντίληψις τῶν συνταγματικῶν δικαίων, τῶν συνταγματικῶν κανόνων. Δὲν βλέπομεν τί πρέπει νὰ γίνηται, βλέπομεν τί γίνεται, καὶ ὅταν ζητῆται τὸ πρέπον νὰ γείνῃ ἐναντίον τῶν κρατουσῶν συνηθειῶν, θεωροῦμεν τοῦτο ἀντισυνταγματικόν! Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀναγινώσκω ἐν αὐτῷ, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων...» Διατὶ, νομίζετε, ἐδόθη ἡ προνομία αὕτη; Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀρχηγὸς συμπάσης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἄρα καὶ τῆς τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅμως τὸ Σύνταγμα καθώρισε καὶ εἰδικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἄρχειν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, διότι ἠθέλησε διὰ τούτου νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἑνότητα ἐν τῇ διοικήσει, τὴν ἑνότητα ἐν τῇ πειθαρχίᾳ τοῦ στρατοῦ, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἐπιδράσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τί ἄλλο πράττει; Βαίνει εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀπομακρῦνον τὸν στρατὸν τῶν κομματικῶν ἐπιδράσεων, καὶ ἀναθέτον τὴν διοίκησιν αὐτοῦ εἰς ἀρχηγὸν, ὅστις εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα δύνηται νὰ ἐκπληρῶται ἡ ῥήτρα αὕτη τοῦ Συντάγματος πραγματικῶς, οὐσιαστικῶς...
§219Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε τί θέλει ὁ Γενικὸς Διοικητής;
§220ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπον· ὁ Βασιλεὺς ἄρχει, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ διοικῇ τὸν στρατόν· τοῦτο ἄλλως τε εἶναι καὶ φυσικῶς ἀδύνατον.
§221Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα θὰ διοικῇ.
§222ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν θὰ διοικῇ ὁ Βασιλεὺς, θὰ διοικῇ ὁ ἀρχηγὸς, πάντοτε δὲ θὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός· τοῦ ἀρχηγοῦ ὅμως ἡ ὕπαρξις εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς.
§223Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.....
§224ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§225ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δηλῶ, ὅτι καὶ διακοπὰς δέχομαι, ἂν πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ κατανοήσω καλλίτερον ὅσα ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ἢ νὰ δώσω ἐξηγήσεις, θεωρουμένας ἀναγκαίας.
§226Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Βασιλεὺς ἐνεργεῖ διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν του.
§227ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τίς εἶπεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ διοικῇ ἄνευ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ;
§228Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πρόκειται νὰ λάβῃ τώρα τὰ δικαιώματα ὁ Διάδοχος.
§229ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως θὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐξήγησιν, ἂν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἢ ὄχι κατὰ τὸ Σύνταγμα τὰ δικαιώματα ταῦτα· τοῦτο δὲ λέγω τώρα, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ εἰς πρόσωπον ἄλλο, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀποτελεῖ ἀποκέντρωσιν ἐν τῷ στρατῷ διὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, ὅτε τὸ Σύνταγμα ὥρισεν εἰδικὴν διάταξιν, δι’ ἧς ἀνέθηκε καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ ἄρχειν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑνότητα, ἥτις δέον νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ἥτις δ’ ἑνότης καὶ πειθαρχία καταστρέφεται διὰ τῆς ἀμέσου διοικήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Προέταξε δὲ οὕτω τὸ Σύνταγμα καὶ εἰδικῶς τὸν Βασιλέα πρὸ τοῦ στρατοῦ, ἐναντίον τοῦ κόμματος. Διότι, ὅταν λέγωμεν στρατὸν, ἐννοοῦμεν μίαν ἄλυσον, τῆς ὁποίας ὁ πρῶτος κρίκος εἶναι ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ τελευταῖος ὁ στρατιώτης, οἱ μεταξὺ δὲ κρίκοι δέον νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τῶν ἐπιδράσεων τῆς πλειονοψηφίας, ἀπὸ τῶν ἐπιδρομῶν τοῦ κόμματος. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου· θὰ ἀκούσω κατόπιν καὶ τὴν τῶν ἀντιφρονούντων. Ἀλλὰ διατὶ τάχα φοβεῖσθε τὸν ἀρχηγόν; Ἀληθῶς, ὡς ἡμεῖς διοικούμεθα, οὐδόλως παράδοξον, ὅτι εἰς τὸ πρῶτον βῆμα μεταβολῆς πρὸς τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διοικήσεως, τὸ ἀληθῶς συνταγματικόν, εἰς τὸ πρῶτον βῆμα, δι’ οὗ ζητεῖται ἀφαίρεσις δικαιωμάτων ἐκ τῆς Βουλῆς, — ὄχι δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δικαιωμάτων ἅτινα καταχρηστικῶς ἔχει ἡ Βουλή, δικαιωμάτων διοικητικῶν, — ἐξεγειρόμεθα! Καὶ ποῖα εἶναι τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, εἰς ἃ ἀντισυνταγματικῶς ὑπεισῆλθεν ἡ Βουλή; Ταῦτα ὀφείλετε νὰ διακρίνητε. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἐξέγερσις, ὅτι, ἐπειδὴ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, μειοῦνται τάχα καὶ τῆς Βουλῆς τὰ δικαιώματα! Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην, μεθ’ ὅλην τὴν προσοχὴν, ἣν κατέβαλον, νὰ ἐννοήσω, πῶς μειοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ κοινοβουλευτικὴ, ὁ Ὑπουργὸς, δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἦναι δίκαιος κριτὴς τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων ἑκάστου στρατιώτου· καὶ ἂν ὑπάρχουσι νόμοι, καθορίζοντες τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνονται οἱ προβιβασμοὶ, φερ’ εἰπεῖν, ἀλλὰ γνωρίζετε πάντες, πῶς ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι οὗτοι ὑπὸ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ, γνωρίζετε πάντες, ποῦ ἐξέπεσε τὸ στοιχεῖον τῆς ἱκανότητος, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὁ νόμος· οἱ προβιβασμοὶ οἱ κατὰ διάκρισιν τῆς ἱκανότητος ἐγένοντο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, ἀφ’ ἧς διοικεῖται ὁ στρατὸς ὡς διοικεῖται, προβιβασμοὶ κατ’ ἀρέσκειαν, προβιβασμοὶ κατ’ ἐκλογὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ὑποστηριζούσης τὸν Ὑπουργόν! Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές;
§230Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς προβιβασμοὺς δὲν τοὺς ἐνήργησαν αἱ πλειονοψηφίαι, ἀλλὰ τὰ ἄχροα Ὑπουργεῖα, ὁ Μαστραπᾶς καὶ ὁ Παπαδιαμαντόπουλος.
§231Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Τότε πῶς ἄρχει ὁ Βασιλεύς;
§232ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διότι ἐδῶ, ὡς παρεγνωρίσθησαν πᾶσαι αἱ Βασιλικαὶ προνομίαι, πάντα τὰ δικαιώματα τὰ Βασιλικὰ, παρεγνωρίσθη καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἄρχειν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων. Ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν ὁ Ὑπουργὸς, τὸν διοικεῖ ἡ πλειονοψηφία, καὶ ὅταν διοικῇ ἡ πλειονοψηφία, διοικεῖ τὸ κόμμα. Τοῦτο ἔφθειρε τὸν στρατὸν, τοῦτο ἔφθειρε καὶ τὸ πολίτευμα.
§233ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τότε θέλετε καθαρὰν Μοναρχίαν!
§234ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας. Ἐγὼ θέλω μόνον τὴν κανονικὴν, τὴν ἁρμονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος.
§235ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀναγκαῖον συμπέρασμα τοῦ λόγου σας εἶναι Μοναρχία.
§236ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἔνθα διοικεῖ ἡ πλειονοψηφία! Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ διοικῇ ἡ πλειονοψηφία, δὲν θέλουσι βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, θέλουσι παράτασιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Κατὰ τίνος τάχα κατεκραυγάζομεν, καὶ σεῖς, ὡς ἀνεξάρτητος δημοσιολόγος, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐγὼ, ὡς δημοσιογράφος, ἐπὶ τόσα ἔτη; Τί ἄλλο ἐλέγομεν καὶ τί ὑπεστηρίζομεν ἢ ὅτι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι ἐπῆλθε τελεία σύγχυσις ἐξουσιῶν;
§237ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος θὰ διορθωθῶμεν.
§238ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως δι’ αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος θὰ διορθωθῶμεν· ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο θέλομεν, ὀφείλομεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν κανονικὴν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ διὰ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἐγὼ δὲ θεωρῶ ἐξουσίαν τῆς πλειονοψηφίας τὸ κυβερνᾶν, ὄχι τὸ διοικεῖν! Ἀλλ’ ὅταν οὕτω διοικῆται ὁ στρατὸς, Κύριοι, ἐὰν δὲν μεταβάλλεται εἰς Πραιτωριανοὺς, ἀναβιβάζοντας καὶ καταβιβάζοντας Κυβερνήσεις, ἔχετε παραδείγματα ἄλλα, ἵνα γνωρίζητε, ποῦ φθάνει· καταλύει τοὺς νόμους ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ, προκαλεῖ διαγγέλματα διὰ στάσεων ἐν ταῖς λέσχαις αὐτοῦ, ἐξωθεῖ εἰς πόλεμον διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας!
§239Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὑπαίτιοι καὶ δι’ αὐτόν;
§240Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας;
§241Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτουν οἱ Κύριοι.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§243ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δέχεται διακοπὰς ὁ ἀγορεύων...
§244Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ τὸν σώσητε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακοπῶν; Μᾶς δίδει ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ).
§245ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα!!
§246ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως εἰς τοὺς ἀξιοτίμους διακόπτοντας, μίαν ὑπόμνησιν τῶν λεχθέντων παρὰ Βουλευτῶν ἀξιοτίμων, ὧν ἡ γνώμη εἶναι σεβαστὴ, Βουλευτῶν ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς πτέρυγος, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἔχω νὰ κάμω. Ἔχω νὰ ὑπομνήσω ὄχι μόνον τοὺς λόγους τοῦ πρὸ μικροῦ κατελθόντος τοῦ βήματος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ἔχω νὰ ὑπομνήσω καὶ τοὺς λόγους τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, εἰπόντος: «δόσατε τὸν στρατὸν εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ πότε; ἐὰν ἔχητε τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλει δυνηθῆ νὰ παρασκευάσῃ στρατόν». Οὔτε λοιπὸν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης θεωροῦσι πάντες τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀναιροῦντα τὸ πολίτευμα...
§247ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§248ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως αὐτὸ εἶπε.
§249ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§250Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ διαστρέφετε τὰς γνώμας τῶν ἀγορευσάντων.
§251ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν συνηθίζω ποτὲ νὰ διαστρέφω. Δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἶπεν ἐπακριβῶς αὐτὸ, ὅτι δὲν δύναται νὰ σωθῇ ὁ στρατὸς ἄνευ τῆς Βασιλικῆς ἐπηρείας. Ἐπὶ λέξει! Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχητε νὰ παράσχητε τὰ μέσα εἰς τὸν Διάδοχον, πῶς τὸν φέρετε εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, ἵνα ἀποδίδῃ μεθαύριον ὁ λαὸς εὐθύνας εἰς αὐτὸν διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, δι’ ἣν δὲν θὰ ἦναι αὐτὸς ὑπεύθυνος; Τοῦτο ἦτο τὸ τελικὸν ἐπιχείρημα τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπεν. Ἀλλὰ θὰ ζητήσωμεν τάχα ἡμεῖς, παρέχοντες ὅσα παρέχομεν δικαιώματα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ παρασκευάσῃ στρατὸν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος; ἄνευ μέσων;
§252ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Βεβαίως.
§253ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως, λέγει ὁ κύριος Βουλευτής! Θὰ ζητήσωμεν μόνον ἀναλόγως τῶν μέσων, ἅτινα δύναται νὰ παράσχῃ τὸ Κράτος. Παρὰ τοῦ Διαδόχου δὲν ζητεῖται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ λαμβάνῃ λίθους, ὡς ὁ Δευκαλίων, ἵνα μεταβάλλῃ αὐτοὺς εἰς ἄνδρας, ἐξ ὧν νὰ καταρτίζῃ στρατιάς! Πειθαρχίαν καὶ δικαιοσύνην ἐν τῷ στρατῷ καὶ σταθερὰν ἐκπαίδευσιν ζητοῦμεν. Ἡ δὲ πειθαρχία θὰ θέσῃ τὰς βάσεις τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ στρατοῦ. Αὕτη θέλει θέσει τὰ θεμέλια τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν τὸ Κράτος δὲν παρέχῃ ὕλην πολλὴν πρὸς ἀνοικοδόμησιν ἐπὶ τῶν θεμελίων ἐκείνων, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ὁ Διάδοχος ὑπεύθυνος, ὄχι! ἀλλ’ οὔτε θὰ θεωρῇ τις ἐκεῖνον ὑπεύθυνον. Ἔλλειψιν δὲ πειθαρχίας, κυρίως ταύτην, κατέγνωσαν καὶ οἱ ξένοι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὅσοι ἔγραψαν περὶ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Στρατὸς δὲν ὑπάρχει—γράφουσι ξένοι περὶ ἡμῶν ἐν τῷ «Στρατιωτικῷ συστήματι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν»—εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἡ ὀργάνωσις αὐτοῦ ἑδράζεται ἐπὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν τοῦ πολέμου, ἐκεῖ, ὅπου ἐδόθη ἑδραία ἐκπαίδευσις εἰς τὰ στελέχη καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας, καὶ ὅπου διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσι τὴν πειθαρχίαν. Ἄνευ πειθαρχίας δὲν εἶναι στρατὸς, ἀλλὰ συρφετός!»
§254Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίς τὸ ἀρνεῖται αὐτό; Αὐτὸ εἶναι ἀξίωμα.
§255ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἐκούραζον, ἐὰν ἀνέφερον ἐδῶ καὶ τὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πρέπει ὅμως νὰ ἀναφέρω ὀλίγα τινά, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ, τοῦ τόσον καλὰ γνωρίσαντος ἡμᾶς, ἀφοῦ διαμφισβητεῖται τὸ ὑποστατὸν τῶν περὶ τούτου ἐπιχειρημάτων μου (ἀναγινώσκει): «Βεβαίως συμφέρει ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ἡ σύστασις περιοχικῶν διοικήσεων, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἐπιτηρῇ τὰ πάντα καὶ νὰ εἰσδύῃ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων... Ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ μετ’ εὐτόλμου ἀποφασιστικότητος τελεία ρῆξις πρὸς τὰς τετριμμένας συνηθείας, τὰς τόσον ὀλεθρίας εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ στρατοῦ. Διότι ἐμμένοντες εἰς τὸ καθεστὼς τοῦτο, θὰ ἔχωμεν ἀντὶ στρατοῦ εἶδος ἐθνοφυλακῆς, ἥτις δὲν θ’ ἀποτελέσῃ ποτὲ τὴν πραγματικὴν δύναμιν, ἐφ’ ἧς δικαιούμεθα νὰ στηριζώμεθα κατόπιν τῶν παντοειδῶν θυσιῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ἡ Ἑλλὰς πρὸς συντήρησίν του... Ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, εἶναι ἡ δημιουργία μονίμου στρατοῦ ἰσχυροῦ, ἀληθοῦς σχολείου ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾧ θὰ ἰσχύωσιν ἀκλόνητοι αἱ ἀληθεῖς καὶ ἑδραῖαι ἀρχαὶ τῆς πειθαρχίας... στρατοῦ τὸν ὁποῖον θέλομεν καταστήσει μέγαν, ἀνεξάρτητον καὶ πράγματι ἐθνικὸν, μὴ ἐπιτρέποντες νὰ εἰσδύωσιν ἐν αὐτῷ σπέρματα διαιρέσεων, ἅτινα γεννᾷ ἡ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἄμεσος εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνάμιξις.»
§256Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§257ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα; Λοιπὸν ἀκριβῶς ἀπὸ τῶν ἀναμίξεων τῆς πολιτικῆς θέλομεν νὰ προφυλάξωμεν τὸν στρατὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§258Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερον ἀναμιγνύονται εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς θέλετε ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς, καὶ θ’ ἀναμιχθῶσιν. Εἶναι γνωστὸν ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§259ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐλέχθη ὅμως, ὅτι πάντα ταῦτα δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθὰ, ὅτι πάντα ταῦτα δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀγαθώτατα ἀποτελέσματα, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀφαιροῦνται δικαιώματα ὑπουργικὰ καὶ ἀνατίθενται εἰς ἀντιστράτηγον, εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον, παρὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς τῶν Βασιλοπαίδων ὡς Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ γίνεται τάχα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ Διάδοχος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§260Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἔλειπε! Νὰ γείνῃ καὶ Ὑπουργός!
§261ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διατὶ τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσε τὸν διορισμὸν τῶν Βασιλοπαίδων μόνον ὡς Ὑπουργῶν; Διατί δὲν ἐπεξέτεινε τὴν ἀπαγόρευσιν; Δὲν νομίζετε τάχα—ἐκεῖνοι βεβαίως δὲν τὸ ἐνόμιζον, διότι προενόησαν περὶ τούτου, —ὅτι οἱ συντάξαντες καὶ ψηφίσαντες τὸ Σύνταγμα ἐσκέφθησαν καὶ αὐτοὶ, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Οἶκος τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ἀποκτήσει τέκνα, καὶ ὅτι τὰ τέκνα ταῦτα ἤθελον ἀναμιχθῇ καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Εἶχον βεβαίως ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνοι καὶ τέκνα τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου, καὶ διὰ τοῦτο προενόησαν περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπηγόρευσε τὸ Σύνταγμα τὸν διορισμὸν τῶν Βασιλοπαίδων εἰς θέσεις Ὑπουργῶν, οὐδαμοῦ ἀπαντῶμεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσωμεν, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν ἀνάμιξιν αὐτῶν εἰς πᾶσαν ὑπεύθυνον ἀρχήν. Δὲν εἶναι δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἄλλο. Οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἵνα τὸ ἀνακαλύψωμεν. Μὴ δὲν εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1892 ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τὸν Διάδοχον; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος αὐτὴ ἀρχὴ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ; Τρεῖς πρίγκηπας ἔχομεν ἀναμεμιγμένους εἰς καθαρῶς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, στρατιώτας ὑπείκοντας εἰς τὴν πειθαρχίαν, ὑπαγομένους εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων αὐτῶν, εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ. Τί τὸ κακόν; τί τὸ ἀντισυνταγματικόν; Διατὶ καὶ ἐκεῖ δὲν λέγετε τὸ αὐτό; Διατί, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ διάταγμα τοῦ 1882, τὸ παρέχον τόσα δικαιώματα εἰς τοὺς ἀρχηγούς, ὅτε ἐγένετο κατόπιν, τῷ 1892, ἀρχηγὸς ὁ Διάδοχος, διατὶ καὶ τότε δὲν ἐλέχθη ἐπὶ τόσα ἔτη, ἐπὶ ὀκτὼ ὅλα ἔτη, καθ’ ἃ πάντες σχεδὸν οἱ σήμερον τοιαῦτα λέγοντες ὑπούργευσαν, διατὶ παρ’ οὐδενὸς ἐλέχθη, ὅτι γενομένου ἀρχηγοῦ τοῦ Διαδόχου δέον νὰ ἀναιρεθῇ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου μεταδίδονται δικαιώματα Ὑπουργοῦ εἰς τὸν Διάδοχον; Πρὸ τοῦ διατάγματος δὲ ἐκείνου ὁ Ὑπουργὸς ἐνήσκει τὰ δικαιώματα, ἅτινα διὰ τοῦ διατάγματος ἐξεχωρήθησαν εἰς τοὺς ἀρχηγούς...
§262Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἔχαμεν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος!
§263ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὥστε ἄνευ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος εἶναι τὸ πρᾶγμα συνταγματικόν! Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος τὸ καθιστᾷ ἀντισυνταγματικόν! (ἱλαρότης).
§264Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι τὸ Σύνταγμα ἀνετέθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἡ κατάλυσις τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν εὐθύνην τῶν Ἑλλήνων.
§265Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κανεὶς Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκεν εἰς τὸν Διάδοχον διὰ διατάγματος δικαιώματα τοῦ ἀρχηγοῦ. Νὰ λέγωμεν λόγια ὅλοι, λέγομεν ὅσα θέλομεν!
§266ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τί εἶναι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα; Δὲν ἐνησκοῦντο πρότερον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἂλλη ὅμως ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἄλλη ἡ εὐθύνη τῶν ἀρχηγῶν. Τὸ Σύνταγμα προεφύλαξε, καὶ σοφῶς προεφύλαξε, τοὺς Βασιλόπαιδας ἀπὸ πάσης εὐθύνης πολιτικῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν προεφύλαξεν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ ἐργασίας ἐθνικῆς, συνεπαγομένης εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων αὐτῶν. Μὴ δὲ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει ἀνώτερος καὶ πάλιν, προϊστάμενος καὶ πάλιν τοῦ ἀρχηγοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ φέρων τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὁποίου οὐδὲν δύναται, ἐξ ὅσων σημαντικῶν ἔχει δικαιωμάτων ὁ ἀρχηγός, νὰ τελεσφορήσῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν;
§267Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ συντρίψῃ ὅλους μὲ τὸν ὄγκον του, ὅταν θελήσωσι νὰ ἐνασκήσωσι τὰ ὑπουργικά των δικαιώματα.
§268ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ περὶ τούτου.
§269ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§270Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπει ὁ ῥήτωρ τὰς διακοπάς.
§271ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ συντρίψῃ ὁ Διάδοχος μὲ τὸν ὄγκον του τοὺς Ὑπουργούς! Ἀλλὰ τότε εἶναι δειλοὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέχουν τοιαῦτα δικαιώματα, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται ἀπέναντι τοῦ Διαδόχου, τοιαῦτα ἔχοντος δικαιώματα. Δὲν εἶναι δειλοί, δὲν εἶναι ταπεινοί, δὲν εἶναι εὐτελεῖς,—διότι ἐλέχθησαν καὶ ταῦτα, ἵνα χαρακτηρίσωσιν ἡμᾶς, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, κατὰ τὰ συνήθως παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα ἐν τῇ γλώσσῃ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ,—οἱ ὑποβαλόντες καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἥτις θὰ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἔχει τὸ σθένος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς εὐθύνας, ἔχει τὸ σθένος νὰ καλέσῃ τὸν Διάδοχον εἰς τοιαύτην ἐργασίαν. Ἐκεῖνοι, ὧν τὰ γόνατα πρὸ τοῦ Βασιλέως παραλύονται, ἐκεῖνοι, ὧν τὰ γόνατα λύονται ἐνώπιον τοῦ Διαδόχου, καὶ δὲν δύνανται, δὲν τολμῶσι νὰ ἔχωσιν ἰδίαν γνώμην, ἵνα ἀντιτάξωσιν αὐτὴν πρὸς τὴν τυχὸν πεπλανημένην αὐτοῦ γνώμην, ἣν δὲν συμμερίζονται, ἐνῷ θὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην αὐτῆς, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θὰ ἔχωσι τὸ σθένος νὰ προσπαθῶσι νὰ μεταπείσωσι τόν τε Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον, ἐὰν φρονῶσιν ὅτι ἔχει πεπλανημένην ἰδέαν, ἐκεῖνοι, οἵτινες λιποψυχοῦσι, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ διευθύνωσιν Ὑπουργεῖον κοινοβουλευτικόν! Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§272Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα μόνον· ἡ ἔλλειψις χαρακτήρων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ. Εὕρετε τοὺς χαρακτῆρας αὐτούς.
§273Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατὶ καταδικάζετε τὸν ἑαυτόν σας;
§274Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Ὑπουργός.
§275Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ γίνητε.
§276Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ μεταβάλω χαρακτῆρα, ὅταν γίνω Ὑπουργός.
§277ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν καὶ περὶ αὐλοκολάκων, ἐνῷ δὲν ἠκούσαμεν περὶ Ὑπουργοκολάκων!
§278Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἠκούσατε καὶ περὶ δούλων!
§279ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τί θὰ ζητήσῃ ὁ Διάδοχος; Θέσιν; τὴν ἔχει. Φίλους; εἴμεθα πάντες. Τί λοιπόν; Ἐνθυμοῦμαι ὅμως τὸν ἀληθῶς εὐγλωττότατα καὶ παρρησιαστικώτατα ἀγορεύοντα ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴν, ἀναφέροντα προηγουμένως μεμονωμένα τινὰ παραδείγματα, ἵνα εἴπῃ, ὅτι, ἂν ὁ Διάδοχος ἤθελεν, ἠδύνατο ἐπεμβὰς νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐκνόμους ἢ ὁπωσδήποτε ἐπιληψίμους — ὡς τὰς ἐθεώρησεν ὁ κ. Βουλευτής, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ πράγματα ἐκεῖνα,—πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν παραδειγμάτων ἐκείνων. Ἐπικαλεῖσθε λοιπὸν καὶ σεῖς αὐτοὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Διαδόχου! Ἀλλὰ τὴν ἐπικαλεῖσθε ἀνεύθυνον, ἐνῷ ἡμεῖς τὴν ζητοῦμεν ὑπεύθυνον ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὴν ἐπικαλεῖσθε ἀναρμοδίως, ἐνῷ ἡμεῖς καθορίζομεν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης, ἥτις ἀληθῶς, ὡς καὶ ὑμεῖς ὁμολογεῖτε, ἐπιβάλλεται. Μᾶς λέγετε ὅμως: «μὴ ζητεῖτε τὰς ἐγγυήσεις τοῦ προσώπου ἐκείνου,—ἔστω καὶ ἂν μόνον τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ πειθαρχίαν καὶ δικαιοσύνην ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ,—μὴ ζητεῖτε τὴν ἐπέμβασιν τοῦ προσώπου ἐκείνου, διότι θὰ δημιουργήσητε εἰς αὐτὸ ἐχθρότητας». Ἀλλ’ εἴθε, Κύριοι, εἴθε ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι νὰ μὴ ὑπελόγιζε ποτὲ εἰς ἐχθρότητας ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὑτῆς! Βεβαίως θὰ γεννηθῶσιν ἐχθρότητες· ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ἐχθροτήτων ἐκείνων, αἵτινες θὰ ἦναι προσωπικαί, ἀτομικαί, περιωρισμέναι, θὰ ἔλθῃ ὡς ἀντιστάθμισμα ὁ ὀφειλόμενος φίλιος σεβασμός, ἡ ὀφειλομένη εὐλάβεια παντὸς τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐννοοῦντος νὰ ὑπείκῃ εἰς πειθαρχίαν. Καὶ ὅταν μὲν ἀκούω παρὰ πολιτικῶν ἄκρως κοινοβουλευτικῶν, — τοὺς ὁποίους, ἐννοεῖται, δὲν μέμφομαι διὰ τοῦτο, διότι ἐδῶ εἶναι διαφορὰ ἰδεῶν καὶ πεποιθήσεων, — ὅταν ἀκούω παρὰ τοιούτων συμβουλὰς, ὅτι δέον νὰ προφυλάξωμεν τὴν Βασιλείαν καὶ τὸν Διάδοχον ἀπὸ πάσης ἐχθρότητος, ὅταν ἀκούω τοιαῦτα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι τὴν Βασιλείαν ἄνευ γνώμης, ἄνευ θελήσεως, εὑρίσκω τὸ ἐπιχείρημά των τοῦτο σύμφωνον τοὐλάχιστον πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρεσβεύουσιν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μάθω, πόσοι ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας ταύτης ἔστερξαν ἀδράνειαν Βασιλείας, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πόσοι εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐζήτησαν ἀκριβῶς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Βασιλείας καὶ δὲν ἐπέρριψαν ἐπ’ αὐτὴν, κυρίως ἐπ’ αὐτὴν, πάσας σχεδὸν, τὰς μείζονας βεβαίως, εὐθύνας διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀκριβῶς διότι δὲν ἔδρα! Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διαδηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ὑπόληψιν, τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω πρὸς τὴν ὁμολογουμένως εἰλικρινεστάτην διαύγειαν τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὴν παρρησίαν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πεποίθησίς μου ἐπὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ ἐνεχάραξεν ἐν τῇ μνήμῃ μου ἰδέαν τινὰ αὐτοῦ, ἣν ἄλλοτε εἶχεν εἴπει διὰ φράσεως ζωηρᾶς, ὅτι οὐδέποτε θὰ σωθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἐφ’ ὅσον ἡ Βασιλεία ἵσταται ἐκεῖ μηχανὴ ἄβουλος, ἄνευ γνώμης, ἵνα ἐπικυροῖ ἀνεξελέγκτως ψηφίσματα τῆς Βουλῆς, ἵνα ὑπογράφῃ ἀσυζητητεὶ διατάγματα τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ δὲν ἐφρόνει μόνος ὁ κύριος Ράλλης τοῦτο. Τοῦτ’ αὐτὸ ὑπεστήριξαν σχεδὸν πάντες οἱ ἀρχηγοὶ κομμάτων ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐννοεῖτε δυνατὴν τοιαύτην δρᾶσιν τῆς Βασιλείας, χωρὶς νὰ δημιουργῇ ἐχθρότητας; Καὶ ὅταν ζητῆτε τόλμην παρὰ τῆς Βασιλείας τοιαύτην, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίζῃ καὶ ἐξελέγχῃ κόμματα ὅλα καὶ ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν πρὸς αὐτὰ, θέλετε νὰ μᾶς φοβίζητε μὲ τὰς ἐχθρότητας ὀλίγων τινῶν, ὀλιγίστων, αἵτινες θὰ δημιουργηθῶσιν ἐκ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοῦ Διαδόχου! Καὶ πῶς ἄλλως θὰ ἀνορθωθῇ ὁ στρατὸς, ἂν μὴ ὑπάρχῃ ἡ χεὶρ, ἥτις θὰ κρατῇ τοὺς χαλινοὺς αὐτοῦ ἄνευ ὑπολογισμοῦ φιλιῶν καὶ ἐχθροτήτων; Ἐγὼ πᾶν τοὐναντίον νομίζω, Κύριοι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ θέσωμεν στερρὰ τὰ θεμέλια τοῦ στρατοῦ, ἐὰν πρὸς τοῦτο θέλωμεν νὰ διασκεδάσωμεν καί τινας ἰδέας διασπαρείσας ἐν τῷ λαῷ περὶ τῆς Βασιλείας, ἐὰν θέλωμεν τουτέστι νὰ διασκεδάσωμεν τὴν ἰδέαν, τὴν ἀπὸ πολλοῦ ῥιφθεῖσαν, περὶ τῆς ἀδρανείας τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἰδέας διασπαρείσας, — μολονότι ἡμεῖς αὐτοὶ κραυγάζομεν κατὰ τῆς δράσεως, — ἐὰν θέλωμεν νὰ διασκεδάσωμεν ταύτας τὰς ὀλεθρίας ἀληθῶς ἰδέας, ὀφείλομεν νὰ ἀναμίξωμεν καὶ τὸν Διάδοχον εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω νὰ κάμω παραβολάς· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀπάντησιν μεγάλου Αὐτοκράτορος, ἀποποιηθέντος τὸν τίτλον τοῦ Ἐκλέκτορος, καὶ ἀπαντήσαντος, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ τὸν παχύνωσι! Μήπως νομίζετε ὅτι τοιοῦτοι ἁρμόζουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα Βασιλεῖς καὶ Βασιλόπαιδες; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ ἐπασχόλησιν διὰ τοὺς Βασιλόπαιδας τὸ νὰ ἀναμιγνύωνται εἴς τινα σωματεῖα!
§280ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Εἰς τὴν Γυμναστικὴν Ἑταιρείαν!
§281ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος δὲν σκέπται οὕτω. Οὐδέποτε δύναται, Κύριοι, νὰ παρασκευασθῇ δεόντως δι’ ἔργα βασιλικὰ Διάδοχος, ἐὰν καταδικασθῇ νὰ ἐνδιαιτᾶται εἰς τὸ βάθος τῶν ἀνακτόρων αὐτοῦ, ἔνθα νὰ θωπεύῃ τὴν ἀκοὴν αὐτοῦ ἡ κολακεία. Οὐδέποτε δύναται νὰ μορφωθῇ Διάδοχος διὰ τὸν Θρόνον, ἐὰν θέσητε αὐτὸν μακρὰν πάσης ὑπευθύνου πρὸς ἀνωτέρους ἐργασίας, ἐν μέσῳ πομπῶν μόνον καὶ θελγήτρων καὶ ἄλλων δελεασμάτων, ἵνα τὸν προφυλάξητε ἀπὸ πάσης βασκανίας! Δὲν συνήθισα νὰ κολακεύω. Προκειμένου δὲ περὶ Βασιλείας, ἐὰν ἔτασσον τὸ καθῆκόν μου ὑπὸ ταπεινὰ προσωπικὰ συναισθήματα, ἴσως δὲν ἤθελον ὁμιλήσει ὡς ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πάντες βεβαίως ὄχι, ἀλλὰ τινὲς γνωρίζετε καὶ ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτι ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος, ὡς ἐξελάμβανον τοῦτο ἐν τῇ ἀσθενεῖ μου δυνάμει, ὑπέστην καὶ καταδίωξιν διὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ὡς τότε ὑπεστήριζον ὅ,τι ἐνόμιζον ὅτι ἔδει νὰ λεχθῇ, ὀφείλω καὶ σήμερον νὰ εἴπω ὅ,τι δέον νὰ λεχθῇ, ὅ,τι θεωρῶ καὶ εἶναι πράγματι τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, θέλει Διάδοχον, ἐργαζόμενον εἰς τὸν στρατὸν ὡς τοιοῦτον, ἵνα κάλλιον ἐργασθῇ ὡς Βασιλεὺς, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς δὲν τὸν θέλετε ἀρχηγὸν ἐν εἰρήνῃ, διατὶ τὸν θέλετε ἀρχηγὸν ἐν πολέμῳ; Καὶ ἂν τὸν φοβεῖσθε ὡς ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ μόνον, πῶς δὲν τὸν φοβεῖσθε, πῶς θὰ τὸν ἔχητε, ἄγνωστον πότε, ἀρχηγὸν πάσης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἄρα καὶ τοῦ στρατοῦ ἀρχηγὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα; Ἠκούσαμεν ὅμως καὶ ἄλλο ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχείρημα· ἠρωτήθημεν, ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰς εὐθύνας τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; ποῦ θὰ ῥίψωμεν τὸ βάρος αὐτὸ τῶν εὐθυνῶν; Ἐγὼ περὶ εὐθυνῶν ἔχω ἄλλην τινὰ ἰδέαν. Οὐδεὶς ὁ ἀνεύθυνος! Πᾶσα ἀρχὴ ὑπέχει εὐθύνας. Ἂν ὁ νόμος ὁ γραπτὸς ἀπαλλάττῃ πάσης εὐθύνης, νομικῆς καὶ πολιτικῆς, τὸν Βασιλέα, —καὶ σοφῶς πράττει τοῦτο,—οὐδὲν ὅμως πλάσμα Συνταγματικὸν δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ οὐδ’ αὐτὸν τὸν Βασιλέα τῆς εὐθύνης τῆς ἠθικῆς. Εἴδετε κατὰ τὸν πόλεμον; Εὐθύνας ἐζητοῦμεν· καὶ ἐνῷ ἐπερρίπτομεν τὰς εὐθύνας οἱ μὲν ἐπὶ τοὺς δὲ, ἔπαθε καὶ ἡ εὐθύνη πανικὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀπωθοῦμεν δὲ ἡμεῖς, ἀπώθει ὁ λαὸς, ἕως οὗ εἴδομεν τὴν εὐθύνην πετῶσαν καὶ ἐπικαθημένην ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ Στέμματος! Οὔτε θεωροῦσιν οἱ λαοὶ τοὺς Βασιλεῖς ἀνευθύνους. Τὸ ἀπέδειξε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ πρόσφατον παρελθὸν, καθ’ ὃ ὁ λαὸς ἐζήτει εὐθύνας παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Οἱ λαοὶ πάντες, πλὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ ἴσως, δὲν θέλουσι τὰ Στέμματα, ἵνα θαμβῶνται μόνον ὑπὸ τῆς αἴγλης αὐτῶν, ὡς ἐξέθεσαν ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες σήμερον καὶ ἄλλοι πρό τινων ἡμερῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνες. Οἱ λαοὶ θεωροῦσι τοὺς Βασιλεῖς κεφαλὴν τοῦ ἔθνους μετὰ γνώμης, μετὰ θελήσεως, μετὰ δυνάμεως. Ὁ λαὸς δὲν βλέπει τὸ Στέμμα ὡς χρυσοῦν μόνον κόσμημα, τὸ βλέπει καὶ ὡς σιδηρᾶν περικεφαλαίαν, ἥτις περισφίγγει τὴν φέρουσαν αὐτὸ κεφαλὴν εἰς σκέψεις καὶ φροντίδας! Καὶ ὅταν νομίσῃ, ὅτι ἡ κεφαλὴ αὕτη οὔτε ἐσκέφθη, οὔτε ἐμερίμνησεν, οὔτε ἐπενέβη, ἵνα διευθύνῃ τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις, καταρρίπτει τὰ Συνταγματικὰ πλάσματα καὶ ζητεῖ εὐθύνας πραγματικάς! Ἀλλὰ μὴ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ δὲν ἠκούσαμεν καὶ τώρα ἀκόμη ἐπιρριπτομένας εὐθύνας εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὸν Διάδοχον, οὐχὶ μόνον δι’ ὅσα ἐπράχθησαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐπράχθησαν, καὶ ὑπεστήριζον οἱ λέγοντες ὅτι ἠδύναντο νὰ προληφθῶσι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Διαδόχου; Καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἄρα ἡμῶν πάντων ἐνυπάρχει ἡ ἰδέα τῆς ἠθικῆς εὐθύνης τοῦ Βασιλέως ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε εὐθύνας, ὀφείλετε νὰ παραχωρήσητε καὶ δικαιώματα. Ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε εὐθύνας, ὀφείλετε νὰ παράσχητε καὶ τὰ μέσα, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐνέργεια, δι’ ἣν ζητεῖτε ταύτας. Εὐθύνας ζητοῦμεν, καὶ πρέπει νὰ ζητῶμεν. Τί ὅμως ἐγένοντο αἱ εὐθῦναι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1897 τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ; Ἦλθον καὶ παρῆλθον 66 Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἴσως ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰ 400 ἑκατομμύρια εἰς τακτικὰς διὰ τὸν στρατὸν δαπάνας, ἀλλ’ ὅτε οὗτος ἐκλήθη νὰ δράσῃ, εἰς ἡμᾶς ἀπέμεινε μόνον ὁ λόγος περὶ εὐθυνῶν! Εὕρετε τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, καὶ ζητήσατε τὰς εὐθύνας! Ἀλλὰ δὲν δικαιοῦσθε κἂν νὰ εὕρητε αὐτούς, ἵνα ἐπ’ αὐτοὺς μόνον ἐπιρρίψητε τὰς εὐθύνας. Δὲν διώκουν μόνον ἐκεῖνοι, ἀλλὰ πάντες ἡμεῖς. Ὁ στρατὸς οὐδέποτε διῳκήθη ὑφ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ 100, ὑπὸ 200 ὑπὸ 500, ὅσοι ἀπετέλουν τὸ κόμμα τὸ ὑποστηρίζον τὸν Ὑπουργόν! Ἑκατὸν, διακόσιαι, πεντακόσιαι χεῖρες ἔδιδον τοὺς βαθμοὺς, ἐνήργουν τὰς μεταθέσεις, διηύθυνον ἐν γένει τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνέσπειραν τὴν ἀποθάρρυνσιν διὰ τῆς καταπατήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, διὰ τῆς παραλύσεως τῆς πειθαρχίας αὐτοῦ. Τί δὲ ἐγένετο ὁ στρατὸς ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1897; Παρελύετο, ἠδικεῖτο, ἠδίκει, ἐφατρίαζεν, ἐκομματίζετο! Ἀλλ’ ὁ στρατὸς, ὡς προεῖπον, εἶναι ἅλυσος, ἧς πρῶτος κρίκος ὁ Βασιλεὺς, ἔσχατος δὲ ὁ στρατιώτης. Ὅταν μεταξὺ τῶν κρίκων τούτων, τῶν ἀλληλενδέτων, παρεμβαίνῃ διοίκησις Βουλευτῶν, παρεμβαίνουσι συμπάθειαι, ἀντιπάθειαι, προστασίαι, ἀδικίαι, φιλίαι, ἐχθρότητες, χαρίσματα, ἡ ἅλυσος παραλύεται, καὶ τότε δὲν ἔχετε πλέον στρατὸν, ἔχετε ὅ,τι εἶπον οἱ ξένοι, συρφετόν! (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§282ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ξένος εἶπε τοῦτο.
§283ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δὲν ἔχει ὁ στρατὸς φιλοτιμίαν;
§284ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὴ φαντάζεσθε, Κύριοι, ὅτι παραγνωρίζω τὴν φιλοτιμίαν τοῦ στρατοῦ. Τοὐναντίον θέλω νὰ εἴπω. Βεβαίως ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη φιλοτιμία εἰς τὰ στοιχεῖα αὐτοῦ. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὕλη ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ, περιττὸν νὰ συζητῶμεν περὶ στρατοῦ, περιττὸν καὶ νὰ σκεπτώμεθα περὶ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὅσον φιλότιμα καὶ ἂν ἦναι τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸν ἄτομα, ἓν καθ’ ἕκαστον κεχωρισμένως, ὅσον φρόνημα καὶ ἂν ἔχωσι καὶ ὅσας ἂν θέλητε ἄλλας ἀρετὰς, ἂν τὰ ἄτομα ταῦτα δὲν συνδέωνται διὰ τῶν δεσμῶν τῆς πειθαρχίας, δύνασθε νὰ ἔχητε ἄνδρας γενναίους καὶ ἱκανοὺς, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε στρατόν. Αὐτοὺς δὲ τοὺς δεσμοὺς, τοὺς ἀναγκαιοτάτους δεσμοὺς τῆς πειθαρχίας, δὲν θὰ τοὺς εὕρητε ἢ ἐν τῇ ἑνότητι τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ὡς θὰ ἀνεύρητε καὶ θὰ ἐπιτύχητε καὶ τὴν ἄλλην αὐτοῦ μόρφωσιν ἐν τῇ σταθερότητι τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ. Μονιμότητα δὲ διοικήσεως καὶ σταθερότητα ἐκπαιδεύσεως σκοπεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἠκούσαμεν ὅμως καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα. Καὶ ἂν ὁ Διάδοχος—εἶπον εἰς ἡμᾶς—ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, πῶς θὰ μελετᾷ, ἵνα παρασκευασθῇ διὰ τὰ βασίλεια ἔργα; Ἀλλὰ σεῖς θέλετε νὰ ἀποκλείσητε τὴν χρησιμοποίησιν τῆς μελέτης, ἣν ἔχει ἤδη, τῆς γνώσεως τῆς στρατιωτικῆς· τί θὰ σᾶς χρησιμεύσωσιν αἱ ἄλλαι αὐτοῦ μελέται κατὰ τὰς περὶ Βασιλείας ἰδέας ὑμῶν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη κἂν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, ἵνα ἀντικρούσω τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν ὑμῶν ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν, παρελθὸν 36 ἐτῶν! Τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο ἔγραψε σελίδας πολλὰς κινημάτων ἀντιπειθαρχικῶν, ἅτινα ἂς μὴ ἀναφέρω. Ἡ πτῶσις ἡ ἐν πολέμῳ ἦτο ὁ ἀναπόφευκτος ἐπίλογος τῆς ὅλης καταστάσεως. Τοῦ πολέμου προηγήθη ἡ Λαμία, τοῦ πολέμου προηγήθη ἡ Λάρισα, τοῦ πολέμου προηγήθη ἡ πρόκλησις τοῦ Βασιλικοῦ διαγγέλματος... Ἄς σταματήσω ἐδῶ. Μὴ θέλομεν δὲ, Κύριοι, νὰ χαρακτηρίζωμεν οἱ μὲν τοὺς δὲ ἐχθροὺς τοῦ πολιτεύματος. Πάντες πονοῦμεν τὸ πολίτευμα, εὐτυχῶς δ’ ἐν Ἑλλάδι, ἂν τὰ κόμματα χωρίζωνται ὡς πρὸς τὴν τάσιν, ὑφ’ ἧς φέρεται ἕκαστον, ἂν διαφέρουσιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἐν τῇ βάσει τῶν προγραμμάτων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐν τοῖς θεμελίοις τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, οὐδαμοῦ θὰ ἴδητε ἀρχὴν ἀντικοινοβουλευτικήν. Ὑπάρχει ὅμως ἀντικοινοβουλευτισμὸς ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν πολιτευόμεθα. Κίνδυνον δὲ οὐδένα οὐδαμόθεν ἄλλοθεν διατρέχει τὸ πολίτευμα, εἰμὴ ἐξ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡμεῖς πολιτευόμεθα. Κίνδυνον διατρέχει τὸ πολίτευμα οὐχὶ ἄνωθεν, ἀλλὰ κάτωθεν, τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ἀκούσωμεν ἴσως, ἂν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω κυβερνώμενοι, οὕτω διοικούμενοι, νὰ ἀκούσωμεν ἡμεῖς, οἱ κοπτόμενοι δῆθεν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ πρὸς πάντας ἡμᾶς ἀπευθυνομένην: «Ὑποκριταί! κόπτεσθε λόγῳ ὑπὲρ τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐνῷ πράγματι κατακόπτετε τοὺς θεσμοὺς, ἐνῷ πράγματι καταλύετε τὸ πολίτευμα!» Ἀλλ’ ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν ὁλόκληρον, εἶπον, τὸ παρελθὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἀπέναντι τοῦ παρελθόντος τούτου μᾶς ἀντιτάσσονται σκιαί! Σκιαὶ συνταγματικαὶ καὶ φαντάσματα, ἅτινα δακτυλοδεικτοῦσιν εἰς τὸ σκοτεινὸν βάθος τοῦ μέλλοντος, ἵνα πτοήσωσι τοὺς δειλοτέρους! Διότι σκιαὶ καὶ φαντάσματα εἶναι ὅλα τὰ περὶ μέλλοντος κινδύνου τοῦ Θρόνου, ὅλα τὰ περὶ κλονισμοῦ δῆθεν τοῦ πολιτεύματος λεγόμενα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν γνωρίζω τί θὰ φωτίσῃ εἰς τὸ βάθος τοῦ μέλλοντος ὁ χρόνος, δὲν γνωρίζω τίνες θὰ μεταμεληθῶσιν εἰς τὸ μέλλον· ἀλλὰ βεβαίως δὲν κινδυνεύουσι νὰ μεταμεληθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ἀποδώσωσι τὸν στρατὸν εἰς ἑαυτὸν, ἐκεῖνοι οἵτινες θέλουσι νὰ ἐγκαθιδρύσωσιν ἐν αὐτῷ σταθερότητα ἐκπαιδεύσεως, πειθαρχίαν καὶ δικαιοσύνην, ἐκεῖνοι οἵτινες θέλουσι ν’ ἀπομακρύνωσιν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀλεθρίων ἐπιδρομῶν τῆς πολιτικῆς, ἐκεῖνοι οἵτινες θέλουσι νὰ ἀμείβηται ἀσφαλῶς καὶ δικαίως ἡ φιλοτιμία καὶ ἡ ἀξία αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκον αὑτῆς μετὰ τόλμης καὶ παρρησίας ἀξίας ἀληθοῦς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις λέγει πρὸς ἡμᾶς: «Οὕτω μόνον δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν, οὕτω μόνον δύνασθε νὰ θέσητε τὰ θεμέλια τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἔχητε τὴν αὐταπάρνησιν νὰ μὴ διοικῆτε σεῖς αὐτόν». Ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ, εἶμαι καὶ ἐγὼ πεπεισμένος, τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἀναθέτουσα μετὰ τῆς αὐτῆς παρρησίας καὶ φιλοπατρίας τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας μακρὰν τῆς κομματικῆς ἐπιρροῆς, ἐκεῖ, ἔνθα ἐδίδαξεν ὅλον τὸ παρελθὸν, ἐκεῖ, ἔνθα καὶ ὁ λαὸς ἐζήτησεν, ἐκεῖ, ἔνθα θὰ ὀχυρῶται ἀσφαλῶς ἐναντίον πάσης ξένης πρὸς αὐτὸν ἐπεμβάσεως, ἐκεῖ, ἔνθα θὰ φράττηται ἀπαραβιάστως ὑπὸ τῶν ἀβάτων νόμων τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς δικαιοσύνης! (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§285Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. «Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ καθῆκόν της», εἶπεν ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος· «ἐζήτησε νὰ ἀποσπάσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ θὰ τὸ πραγματοποιήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου» (τὸ ὁποῖον ὅμως αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς καταδικάζει, ὡς μὴ πληροῦν τὰς συνθήκας ὀργανισμοῦ πρέποντος). Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα, ἵνα συζητήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἶχον ἀπογοητευθῆ, διότι ἐγνώριζον πράγματι, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν ἤθελον εἴπει, δίκαιον ἢ νόμιμον, δὲν ἤθελον ἀκουσθῆ. Ἀλλ’ ἀπεγοητεύθην περισσότερον, ὅτε ἤκουσα τῶν πρὸ μικροῦ καταβάντων τοῦ βήματος, τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ νομοσχεδίου, ποιητικῶς ἀγορευόντων. Συνέρραψαν διαφόρους φράσεις ποιητικάς, ἄνευ οὐσίας, χωρὶς ζουμὶ, ἵνα εἴπω τὴν χαρακτηριστικὴν λέξιν. Οὐδὲ προσεπάθησαν ν’ ἀποκρούσωσι τὰ τοσαῦτα ἐπιχειρήματα, τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβληθέντα. Ἦλθον μόνον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα διαστρέψωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ ζητήσωσι νὰ πείσωσιν, ὄχι τὴν Βουλήν, ὄχι τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἑαυτοὺς, ὅτι ὁμιλοῦσιν ὑπερασπίζοντες ἀληθῆ πράγματα. «Θὰ ἔχωμεν ἀρχηγὸν τὴν αὐτοῦ Ὑψηλότητα, διὰ ν’ ἀποσπάσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς!» Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουσι μετὰ τόσης σοβαρότητος, Κύριοι, ὥστε νομίζει τις, ὅτι πιστεύουσιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουσιν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν πιστεύουσι τίποτε, καὶ τοῦτο, διότι δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς τὴν λογικήν. Πῶς θὰ χωρίσῃ ὁ Διάδοχος τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κύριος Βασιλειάδης· ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισαν νὰ διατηρήσωσι τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ ἀστυνομίας καὶ τὸν περὶ χωροφυλακῆς, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε χωροφυλακὴν οὔτε ἀστυνομίαν, ἵνα ἀποκλειστικῶς ἀναλάβωσι τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἑπομένως ὁ ὑπάρχων στρατὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκτελῶν πᾶσαν τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Πῶς θ’ ἀποσπάσῃ λοιπὸν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς; Καὶ τί θὰ ἀπαντᾷ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν οὗτος θὰ ζητῇ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς διὰ τὴν ἀστυνομίαν; καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν οὗτος θὰ ζητῇ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς διὰ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν; καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν οὗτος θὰ ζητῇ στρατιώτας, ἵνα συνοδεύσωσι τὸν εἰσπράκτορα; Σοβαρῶς συζητοῦμεν νομοσχέδιον ὑψίστης σημασίας, λέγοντες τοιαῦτα, ὁποῖα εἶπεν ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος συνάδελφος; Αἴ, Κύριοι! σεβασθῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἰδιωτικὰς αἰθούσας, οὐδὲ εἰς τοὺς ἰδιαιτέρους θαλάμους, εἰς τοὺς ὁποίους ἔζησεν ὁ προλαλήσας. Εἴμεθα ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ τεμένους, καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἤμεθα σοβαροὶ, συζητοῦντες τοιαῦτα νομοσχέδια. Καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ καταστροφεῖς τοῦ στρατοῦ! καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδαπάνησε τριακόσια ἑκατομμύρια καὶ στρατὸν δὲν ἔχει! Καὶ λέγων ταῦτα ὁ προαγορεύσας δὲν ἀναλογίζεται ὅτι ὑβρίζει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἰς πολλὰ ἐκ τοῦ χαρτιοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, εἰς πολλὰ διατάγματα καὶ νόμους ἔχει τὴν ὑπογραφήν του. Καὶ εἰς ποῖον ζήτημα ἐπενέβητε κατὰ τρόπον, ὅστις ἐπήνεγκε τὴν καταστροφὴν τοῦ στρατοῦ; Ὡς σήμερον σᾶς ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ὅπερ πρόκειται νὰ ψηφίσητε, σᾶς ὑπέβαλον καὶ ἄλλοτε νομοσχέδια, καὶ ἐκεῖνα οὐδεμίαν δυνάμενα νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ στράτευμα, διότι ἦσαν νομοσχέδια δημιουργοῦντα ὀργανικὰς θέσεις, ἵνα δώσωσιν εἰς μερικοὺς εὐνοουμένους γαλόνια. Ἡ πολιτική! ἡ πολιτική! Καὶ ἀναγράφεται ἑκάστην πρωΐαν ἐν τῷ Τύπῳ, ὡς ἡμερησία διάταξις, ὅτι ἡ Βουλή διέφθειρε τὸν στρατὸν, ὅτι τὸ πολίτευμα κατέστρεψεν αὐτὸν! Ποία Βουλή, ποῖον πολίτευμα διέφθειρε τὸν στρατόν; Καὶ σᾶς καταγγέλλει ἑκάστην πρωΐαν ἡ δημοσιογραφία, ὅτι δὲν ἔρχεσθε εἰς τὰς συνεδριάσεις διότι δὲν σᾶς ἔδωσαν ῥουσφέτια! Εὑρίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ἑαυτοῦ κρίνων βεβαίως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ τὸν στρατὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν μορφώσῃ, νὰ τὸν διοικήσῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου! Πῶς θὰ ὀργανώσῃ ὁ Διάδοχος τὸν στρατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας; Μόλτκε ἐὰν φέρετε, ὑπὸ τοικύτας συνθήκας δὲν δύναται νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατόν. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω κύριοι Βουλευταί, τί ζητεῖ νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν Α. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς θελήσῃ ἐπακριβῶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ ἐπιβλέψῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ πράξῃ ταῦτα, καὶ ἂν ἔτι ὑποτεθῇ ὅτι τὸ στράτευμα τὸ ἔχει συγκεντρωμένον. Ἡ Α. Ὑψηλότης, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔχῃ προορισμὸν, πρὸς τοῖς ἄλλοις, νὰ καταγίνηται καὶ εἰς τὰ ἐφόδια τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ νὰ καταγίνηται καὶ εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν ἀνταλλασσομένην μεταξὺ τῶν σωμάτων καὶ τῶν μεραρχιῶν, περὶ τῆς ἀποδόσεως τοσούτου ἢ τοσούτου ὑλικοῦ εἰς τὸ στράτευμα. Καταβιβάζει τὴν Α. Ὑψηλότητα ἐκ τοῦ ὕψους, καὶ τὴν ρίπτει εἰς τὴν Ἀποθήκην ὑλικοῦ Πειραιῶς! Αὐτὴν τὴν διοίκησιν θὰ κάμῃ; Καὶ χωρὶς τὸν Διάδοχον, βεβαιῶ τὴν Βουλήν, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, μορφοῦται τὸ στράτευμα, ἀρκεῖ μόνον νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω. Ἂς ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, καὶ ὁ στρατὸς εἶναι ὠργανωμένος, ὁ στρατὸς μορφοῦται, καὶ ἡ πολιτικὴ δὲν ἐπεμβαίνει· διότι ὁ στρατὸς θὰ μεταβῇ εἰς τοὺς στρατῶνας, θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν αὑτοῦ ἀποστολὴν, καὶ οὐδένα λόγον θὰ ἔχῃ τότε ὁ κύριος Μπακόπουλος, ἢ ἄλλός τις τῶν συναδέλφων, νὰ ῥήξῃ φωνὴν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ Α ἀξιωματικοῦ ἢ τοῦ Β ὑπαξιωματικοῦ. Ὅταν μάλιστα ἐφαρμόσητε τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου καὶ τὴν ἀληθῶς μοναδικῆς ἀξίας διάταξιν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἔμπνευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνέταξα, διὰ τὴν πρώτην τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ καθ’ ἣν θὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν σωματαρχῶν, ἥτις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς αἰτήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα τοποθετηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐφ’ ἅπαξ, ὁ ἀξιωματικὸς οὐδεμίαν τότε θὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῇ πολιτικῇ· δὲν θὰ εἰσέρχηται διόλου εἰς τὴν πόλιν, δὲν θ’ ἀναμιγνύηται καθόλου εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀστυνομίας ἢ τῆς χωροφυλακῆς. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς — καὶ δέχομαι τὴν διακοπήν σας, δέχομαι τὴν γνώμην σας...
§286ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀφίνουν οἱ ἀξιωματικοὶ τοὺς κληρωτοὺς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ πολιτευόμενοι μεγάλως ἐνδιαφέρονται.
§287Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν διὰ τὴν διακοπὴν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐννοῶ καλῶς. Ἀφίνουν αὐτοὺς διὰ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ μεταβοῦν νὰ ψηφίσουν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς; Νομίζω ὅτι ἔχετε ἄδικον· διότι, ἐὰν ἐμελετᾶτε τὸν στρατιωτικὸν Κανονισμὸν, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμοὺς δὲν δύνανται νὰ τύχωσιν ἀδείας κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀριθμήσατέ μοι τοιαύτας ἀδείας, ἐὰν δύνασθε. Καὶ παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἶχον ἀδείας καὶ διὰ τίνα λόγον. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν οὗτοι, Κύριοι, ἀσχολοῦνται πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ ἕνεκα τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ δίδωμεν ἀδείας, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ δύναμις καὶ μόνον πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως.
§288Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακαλοῦνται μάλιστα οἱ ἐν ἀδείᾳ.
§289Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμίζω ταῦτα, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω τοὺς νόμους, οὓς γνωρίζετε πάντες. Ματαιοπονεῖτε λοιπόν, κραυγάζοντες, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ λυποῦμαι, ὅτι διασαλπίζονται ἐντεῦθεν τοιαῦτά τινα, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ λυποῦμαι διότι ἔγκριτον μέλος στρατιωτικὸν ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐξετραγώδησεν οὕτω τὰ τοῦ στρατοῦ, ὥστε, ἐὰν δὲν ἤμην κύριος ἐμαυτοῦ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ κατελαμβανόμην ὑπὸ τοιαύτης ἀγανακτήσεως, ὥστε δὲν ἠξεύρω τί ἤθελον ζητήσει πρὸς καταστολὴν τῆς καταστάσεως ἐκείνης. Ὁ ἐκ Βόλου Βουλευτὴς μέχρι τόσης αὐταπαρνήσεως ἔφθασεν, ὥστε νὰ κουρελιάσῃ πάντας τοὺς συναδέλφους του, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ θ’ ἀποδείξω ἐντελῶς ἀντισυνταγματικόν, καίτοι δὲν ἔχω τὴν πεῖραν τῶν κ. κ. Ράλλη, Δηλιγιάννη, Δραγούμη καὶ ἄλλων ἐγκρίτων μελῶν τοῦ περιβόλου τούτου, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι πασιφανὴς ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Ποίαν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων νομίζετε ὅτι ἐπιφέρει τὸ νομοσχέδιον; Σᾶς τὸ εἶπον οἱ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Λοκρίδος κύριοι συνάδελφοι. Καὶ σήμερον ὑπάρχουσι τάγματα, ταξιαρχίαι, μεραρχίαι· ὥστε τίποτε αὐτὸ δὲν μεταβάλλει. «Ὀργανωτικὸν νομοσχέδιον», φωνάζουσι στεντορείᾳ τῇ φωνῇ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸ ῥήτορες. «Θὰ ἴδωμεν μέγαν τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος, ἐὰν ψηφισθῇ. Μὴ χάνετε μήτε λεπτόν, διότι πᾶσα ἀργοπορία περὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἶναι προδοσία κατὰ τῆς πατρίδος!» Καὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τί; τὸ ὑπάρχον καὶ σήμερον! Τὸ ὅτι ἰσχύει διὰ διατάγματος, τί πειράζει; Ὑπάρχει αὐτὸ, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν νόμων τῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς δὲν ἔχει ὠφέλιμα ἀποτελέσματα. Διότι τὸ στράτευμα εἶναι διεσκορπισμένον ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ ἕνεκα τῶν δύο αὐτῶν νόμων. Ἐν τῇ ῥύμῃ δὲ τοῦ λόγου του ὁ κ. Βουλευτὴς παρουσιάζει τὸ στράτευμα ὡς ἄθροισμα ἀνθρώπων εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐρριμένον, ἀμόρφωτον, ἀνίκανον νὰ διαπράξῃ τὰ ἐλάχιστα τῶν δεόντων. Εἰς τὸ στράτευμα ὅμως ὑπάρχουν ἀξιωματικοί, ἐξελθόντες ὄχι τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ἀλλὰ τῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἔχει ἐκπαιδευτικὸν σύστημα ἀνώτερον τῶν Σχολῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω, δύναμαι νὰ φέρω τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτῶν τῶν Σχολῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ δὲ, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πρώτης τάξεως ἀξιωματικοί. Ἐρωτῶ ὅμως, τίς ἐμόρφωσεν αὐτούς; Ἡ ἐπιθυμία μόνη τοῦ νὰ γείνωσιν ἱκανοὶ διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Τοῖς ἐδώκατε στρατὸν καὶ δὲν σᾶς παρέδωκαν αὐτὸν ὅμοιον πρὸς εὐρωπαϊκούς; Ἐνῷ ἐξοδεύει τὸ Κράτος τόσας χιλιάδας πρὸς μόρφωσιν αὐτῶν, σεῖς τοὺς στέλλετε πρὸς καταδίωξιν τῶν λωποδυτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐγκληματιῶν! Καὶ ἔπειτα κατακρίνετε καὶ προπηλακίζετε τὸν στρατόν! Καὶ τὸν ἀμόρφωτον αὐτὸν στρατὸν τὸν εἴδετε, νομίζω, εἰς τὰ σύνορα, εἰς τὸν Δομοκὸν, εἰς τὸ Γρίμποβον, ἐκπληρώσαντα τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Ὅπου δὲ δὲν εἴδετε αὐτὸν νικηφόρον, μάθετε ὅτι ἐτράπησαν εἰς φυγὴν πρῶτοι οἱ ἡγήτορες αὐτοῦ, χωρὶς νὰ σταθῶσι νὰ ὁδηγήσωσιν αὐτόν! Τὸν εἴδετε ὡς συρφετὸν συρόμενον ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Φαρσάλων, διότι δὲν εἶχε λογικὴν στοιχειωδῶς καὶ τελείαν διαταγὴν, κανονιστικὴν τῆς ὑποχωρήσεως. Τίς πταίει; Ἐὰν ἐνίκα ὁ στρατὸς, θὰ ἐδοξάζοντο οἱ ἀρχηγοὶ, ἐὰν ἡττᾶτο ὁ στρατὸς, θὰ ἡττᾶτο αὐτὸς, ἵνα μὴ βαρύτερον εἴπω. Ἠκούσατε, τί εἶπε γενναιόφρων στρατηγὸς, ἀρχηγὸς τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ; «Ὁ στρατός μου ἐπολέμησεν, ἐγὼ ἔσφαλα!» Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη καὶ ἐκυκλοφόρησεν ἀνὰ τὴν ὑφήλιον, καὶ τὸ ὁποῖον καθάπτεται ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν αὐταπάρνησιν οἱ γράψαντες νὰ ῥίψωσι καὶ μικρὰν εὐθύνην ἐφ’ ἑαυτοὺς, ὅπως ἀνυψωθῶσιν ἐν τῇ καταπτώσει, ὡς ἀνυψώθη ὁ Ἄγγλος στρατηγός. Ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι νὰ ζητήσητε αὐτὴν παρὰ τῆς κεφαλῆς, ἄνωθεν. Ἐγὼ, ὡς ἀξιωματικὸς, κατὰ τὸν πόλεμον ὑποχωρῶν, δὲν εἶπον, τί μοὶ συνέβη εἰς τὸ στράτευμα, καὶ διέταξα ὑποχώρησιν, ἀναλαβὼν τὴν εὐθύνην· ὁ Μαυρομιχάλης εἶπεν «ἡττηθεὶς ὑποχωρῶ». Πρέπει νὰ σέβωνται πάντες ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ ἐπισύρωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὸν σεβασμόν. Ἡ λυπηρὰ κατάστασις, ἣν φέρει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ σώσωμεν τὴν Δυναστείαν, μὲ ἐκτρέπει τοῦ πρέποντος, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ἐὰν τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου θέλωμεν ἁπλοῦν στρατιώτην, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν ὀρθῶς ἴσως πράττει ἡ Κυβέρνησις, στέλλουσα αὐτὸν εἰς τὰς καζάρμας, στέλλουσα αὐτὸν νὰ ἐπιθεωρῇ τοὺς ὁπλίτας, ἵνα βλέπῃ ἐὰν τὰ ὅπλα των εἶναι τοποθετημένα καλῶς, ἐὰν τὰ κομβία των εἶναι καθαρισμένα! Ἀλλὰ τὸν Διάδοχον περιμένομεν Βασιλέα,—εὔχομαι δὲ, τοῦτο νὰ γείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μετὰ μακρότερον χρόνον,—ὅταν δ’ ἀπασχολῶμεν αὐτὸν μὲ τοιαύτας ὑπηρεσίας, ὅταν ἀπασχολῶμεν αὐτὸν μὲ τὸ «φέρτε ἄρμ», ποῦ θὰ ἔχῃ καιρὸν διὰ τὰς ἄλλας μεγάλας ἀσχολίας του, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς Βασιλέα τῆς ἐποχῆς ταύτης, καὶ διὰ τὰς ἄλλας γνώσεις του; Εἰς ἣν μάλιστα περιωπὴν ἐφθάσαμεν οἰκονομικῶς νῦν, γνωρίζετε ὁποίας γνώσεις πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Βασιλεὺς, ὅταν παρουσιάζῃ αὐτῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διάφορα νομοσχέδια καὶ συμβάσεις, ἵνα φέρῃ ἐπ’ αὐτῶν τὰς γνώμας αὑτοῦ. Πρέπει νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιλαμβάνηται τῶν παρουσιαζομένων αὐτῷ διαφόρων νομοσχεδίων, νὰ δύναται νὰ φέρῃ ἐπ’ αὐτῶν γνώμην, νὰ διορθώνῃ τὰς πλάνας τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὴν παραφορὰν ἐνίοτε τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ σταματᾷ τὸ κακόν. Αὐτὴν τὴν ἐργασίαν ἡμεῖς ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὄχι τὴν ἐπέμβασιν αὐτοῦ εἰς τὰς καζάρμας· αὐτὴν τὴν μόρφωσιν ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τῶν παρεκτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ καὶ ἡ διαπάλη τῶν κομμάτων εἶναι πολλάκις πιθανὸν νὰ μᾶς φέρωσιν. Ἐκεῖ τὸν θέλω τὸν μέλλοντα Βασιλέα, ἐκεῖ εἶναι ἡ θέσις του, αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὸ πολίτευμα διὰ τὸν Βασιλέα· δὲν ἐννοεῖ αὐτὸν ἀπερχόμενον ἑκάστην πρωΐαν διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν οἱ ὁπλῖται ἠγέρθησαν μὲ τὸ ἑωθινὸν, ἢ ἂν εἰσῆλθον εἰς τὴν γραμμὴν, διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ πεδίον τῶν ἀσκήσεων τῆς διμοιρίας. Μὴ καταβιβάσητε τὸν Βασιλέα, μὴ καταβιβάσητε τὸν Διάδοχον, διὰ νὰ φανῆτε εὐάρεστοι, ἀλλὰ κρατήσατε αὐτοὺς εἰς τὸ ὕψος, ὅπερ ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι καὶ τὸ πολίτευμα. Ἔχω τὴν παράδοσιν παρ’ ἐκείνου, ὅστις ὠνομάσθη τέκνον τῆς Βουλῆς, νὰ ἀγαπῶ καὶ νὰ σέβωμαι τὴν Δυναστείαν, ἔχω τὴν διδασκαλίαν, ποῖον συμφέρον ἔχει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ τὴν Δυναστείαν εἰς τὸ ὕψος αὑτῆς. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διδαχθῶ οὔτε ἐκ τῶν συγγραμμάτων τῶν διαφόρων συγγραφέων, οὔτε ἐκ τῶν ῥητορικῶν σας σχημάτων ἐντεῦθεν. Δὲν εἶμαι ἀντιδυναστικὸς, ὡς εἶπεν εἰς ἄλλην του ὁμιλίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ὑπῆρξα τοιοῦτος, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον δὲν δύναμαι νὰ κολακεύσω· μὲ εἶδον δὲ καὶ ὡς Ὑπουργὸν καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενον οἱ καθήμενοι ἐπὶ τοῦ Θρόνου, ὅτι δὲν ἐκολάκευσα ποτὲ, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς λέγω παρρησίᾳ καὶ μετὰ θάρρους τὴν γνώμην μου, ὅταν ἔχω τοιαύτην ἀντίθετον. Ἐγὼ δὲν ἐγονάτισα καὶ δὲν ἐλύγισα τοὺς πόδας μου· ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγονάτισαν καὶ ἐλύγισαν τοὺς πόδας των, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αὐτοὶ, οἵτινες κάθηνται ἐκεῖ (δεικνύει τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια). Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀγορεύουσιν ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μετὰ τόσης παρρησίας, ἔχουσιν ἀληθῆ αἰσθήματα καὶ πραγματικὰς ἰδέας περὶ τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ τοσούτου θάρρους λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, ἡμεῖς δὲ ἰδίως οἱ στρατιωτικοὶ εἰς πᾶν βῆμα τὸν ἔχομεν ἐνώπιόν μας, καὶ ἂν δὲν ἐπιστεύομεν ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, δὲν εἴχομεν κανένα λόγον ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον. Ἐὰν τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἦτο ὀρθὸν, ἦτο συμφέρον, θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, συντελοῦντες εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι θὰ ἐξεπληροῦμεν δύο ἐπιθυμίας, νὰ ὠφελήσωμεν πρῶτον τὸν στρατὸν, καὶ νὰ ἤμεθα δεύτερον ἀγαπητοὶ παρὰ τῷ Βασιλεῖ καὶ τῷ Διαδόχῳ. Μὴ ὑβρίζετε τὰ αἰσθήματά μας, μὴ σᾶς παρασύρῃ ἡ ματαιοφροσύνη ἐπιδείξεως ῥητορικῆς εὐστροφίας εἰς ἄτοπα καὶ ἀσεβῆ ἀπέναντι τῶν συναδέλφων σας. Ἐὰν ζητοῦμεν νὰ μὴ ἦναι ἡ Ὑψηλότης του ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, δὲν ζητοῦμέν τι νέον. Οὐδαμοῦ καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος αἱ Ὑψηλότητες ἔχουν διοίκησιν ἀπὸ τοῦ λοχαγοῦ καὶ ἄνω· καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω στρατιωτικὰ Κράτη, ἐκ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ Ὑψηλότητες δὲν ἔχουσι θέσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ 1866, κατὰ τὸν πόλεμον τῆς μοναρχικῆς Αὐστρίας κατὰ τῆς Πρωσσίας, προὐτάθη καὶ ἀπῄτησε ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τῶν αὐστριακῶν στρατευμάτων ὁ ἀρχιδοὺξ Ἀλβέρτος, ὁ υἱὸς τοῦ ἀρχιδουκὸς Καρόλου, τοῦ φοβερωτέρου ἀντιπάλου τοῦ πρώτου Ναπολέοντος, ὁ ἀρχιδοὺξ Ἀλβέρτος, ὁ ἔνδοξος νικητὴς τῶν Ἰταλῶν διὰ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ τακτικῆς τοῦ προπετάσματος (rideau)· ἀλλ’ ἐξηγέρθησαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας ἐκείνης, τῆς μοναρχικῶς, ἐπαναλαμβάνω, κυβερνωμένης, καὶ ὁ πόθος τοῦ ἐνδόξου στρατιώτου καὶ νικητοῦ ἔμεινεν ἀνεκπλήρωτος. Πῶς λοιπὸν σεῖς, ἐν συνταγματικῷ Κράτει, θέλετε ἀρχηγὸν τὸν Διάδοχον, τὸν Διάδοχον, ὅστις, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἄνθρωποι σώφρονες καὶ ἀγαπῶντες εἰλικρινῶς καὶ βαθέως τὴν πατρίδα των κατὰ τὸ 1897, δὲν θὰ ἦτο σήμερον εἰς τὴν θέσιν του, ἐὰν ἐκεῖνος, ὅστις κάθηται ἐκεῖ (δεικνύει τὸν κ. Δ. Ράλλην), δὲν ἐνεθυμεῖτο τὴν πατρίδα του, καὶ ἂν ὑπήκουεν εἰς τὸν ἴδιον ἐγωϊσμὸν καὶ τὴν γενικὴν ἀπαίτησιν, καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκετο ἐν Φαρσάλῳ ὁ στρατὸς, ἵνα ἐκδώσῃ τὴν διαταγὴν τῆς ἀνακλήσεως ἐκεῖθεν τοῦ Διαδόχου, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ὅταν ἔφθανεν εἰς τὰς Ἀθήνας!... Τοιαῦτα ζητεῖτε, καὶ αὐτὰ ἀποκρούομεν· — μάθετέ το καλὰ, διὰ νὰ μὴ ἀνέρχησθε ἐδῶ, εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἀπαγγέλλητε γραπτοὺς λόγους ποιητικοὺς, νομίζοντες ὅτι μὲ αὐτοὺς θὰ μᾶς πείσητε, ἢ θὰ πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὄχι, δὲν θὰ κρύψωμεν πλέον τὰ πράγματα· θὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅσον πικρὰ καὶ ἂν ἦναι, καὶ ἂν καθ’ ἡμῶν ἐπέλθῃ ἡ καταιγίς· διότι νομίζομεν, ὅτι ἓν ἔχομεν καθῆκον, μίαν μόνην δόξαν, ν’ ἀναστηλώσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, ὄχι νὰ καθήμεθα εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν, μηδὲ νὰ ἐπιδιώκωμεν τὴν φιλίαν τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῶν Βασιλέων. Ἐκεῖνος, ὁ καθήμενος ἐκεῖ, προτοῦ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐζήτησεν ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ ὅτε ἦλθε πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, ἀνελογίσθη ὁλόκληρον τὴν πατρίδα του, καὶ τότε ἐμελέτησεν ἀληθῆ ὑπόκλισιν, ἐπιβαλλομένην ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ του.
§290ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κύριος Ράλλης;
§291Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι φίλος πρὸς αὐτὸν, — χωρίζομαι ἀπὸ μακροῦ χρόνου, — ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν ὀφείλω νὰ τὴν λέγω πάντοτε ἐντεῦθεν. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ὑπονομεύουσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέβαλον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ῥίπτουσιν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ Κράτους. Ἔχω, Κύριοι, ἐδῶ παράπονα ἀξιωματικοῦ κατὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, ὡς ἀρχηγοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατεύματος, παράπονα δίκαια· γνωρίζω δ’ ὑμῖν, ὅτι, καίτοι ἐγγράφως καὶ διαφοροτρόπως ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ὑψηλότης του τῆς ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκε, δὲν ἐπηνώρθωσεν αὐτήν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἰδεῶν καὶ σκοπῶν συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐξαναγκαζόμεθα νὰ συζητήσωμεν· ἔπρεπε δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, ἃ πρὸ ἡμερῶν ἐγὼ ἐδημοσίευσα, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν τὰ ἀνεγνώσατε· διότι, ἐὰν τὰ ἀνεγινώσκετε, δὲν θὰ ἐδέχεσθε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὴν συζήτησιν τοιούτου νομοσχεδίου, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ διοικήσαντες πρότερον ἐξαίρουσιν εἰς τὰ φύλλα ποιότητος αὐτοῦ, εἰς μίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διῆλθε τῆς γραμμῆς τοῦ παρατεταγμένου σώματος ἡ Α. Ὑψηλότης, χωρὶς νὰ τὸν ἐξετάσῃ, τὸν ἐνέγραψε στάσιμον, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἀπεχώρησε τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μὲ τὸ παράπονον τὸ πικρὸν, ὅτι ὁ μέλλων αὐτοῦ Βασιλεὺς τοῦ ἀφήρεσε καὶ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν τιμήν! Καὶ ὅτε ἦλθεν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος καὶ μοὶ ἐξέθηκε ταῦτα, ἐπεθύμουν νὰ ἦσθε ἐκεῖ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διὰ νὰ αἰσθανθῆτε καὶ σεῖς τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ᾐσθάνθην ἐγώ, καὶ τότε θὰ ἔβλεπον ἂν θὰ ἐξηκολουθεῖτε ἔχοντες τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις...
§292ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§293Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι μυστικός· θὰ σᾶς τὸν εἴπω. Μὴ βιάζεσθε. Κατόπιν τῶν ἀληθειῶν τούτων θὰ ἀκουσθῶ; Ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἂν ἐπαληθεύσω, τί θὰ εἴπωσιν οἱ συνήγοροι τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτοῦ; Μᾶς εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ του ἡ Α. Ὑψηλότης. Πῶς μᾶς τὸ βεβαιοῦτε; ποῖα παραδείγματα μᾶς φέρετε; ποίας ἀποδείξεις; Καὶ ὅμως εὑρέθησάν τινες νὰ σᾶς χειροκροτήσωσι! Καὶ εἴπετε, ὅτι τῷ παραδίδομεν τὸν στρατὸν ἐλεύθερον πάσης ὑπηρεσίας, καὶ κατὰ συνέπειαν αὐτὸς θὰ ἐπιβληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι θὰ ἦναι ὁ στρατὸς ἀενάως εἰς τὰ ἔργα του. Ἀλλὰ μήπως διὰ μόνης τῆς ἀναγραφῆς, ὅτι εἶναι Γενικὸς Διοικητὴς αὐτοῦ, θὰ μορφώσῃ τὸν στρατόν; Ἴσως καὶ τοῦτο ἰσχυρισθῆτε ἐν τῇ ἐξάρσει ὑμῶν τῇ ποιητικῇ! Λέγω δὲ ταῦτα, διότι δὲν σᾶς ἐπιτρέπει ἡ Κυβέρνησις ἀντιθέτους ἰσχυρισμοὺς, καθόσον δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ, ὡς καλῶς γινώσκετε, τοὺς νόμους περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, ὥστε ν’ ἀποδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ εἰδικὰ αὐτοῦ ἔργα καὶ καθήκοντα. Καὶ εἰσέρχομαι ἐν τῇ συζητήσει, ἐξετάζων νῦν ἄλλην ἄποψιν τοῦ νομοσχεδίου, τεχνικὴν ταύτην καὶ ἀποκλειστικῶς στρατιωτικὴν, ἀλλ’ ἐξ ἴσου σημαντικὴν διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν, ὅπερ καὶ μετὰ τὸ 1897 ἐπὶ τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ στηρίζῃ κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἑαυτοῦ πόθων. Διαιροῦσι τὸν στρατὸν εἰς τρεῖς μεραρχίας. Πόσην καθορίζει τὴν δύναμιν τῶν μεραρχιῶν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἑκάστη μεραρχία πρέπει νὰ ἔχῃ δύναμιν 15,000 ἀνδρῶν ὡς μεγαλείτερον ὅρον. Ἐὰν ἔχῃ περισσοτέρους, εἶναι ἐντελῶς ἀδιοίκητος. Λοιπὸν, τρεῖς ἔχοντες μεραρχίας, θὰ ἔχωμεν 45,000 ἄνδρας. Τοσαύτη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ παρατάξωμεν ἐν πολέμῳ καὶ δι’ οὗ θὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων; Ἀλλὰ τί μᾶς ἔδειξε τὸ 1897; Παρετάξαμεν τρεῖς μεραρχίας μόνον; Παρετάξαμεν ἄνω τῶν τεσσάρων. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἔδαφος ἡμῶν. Ἔχομεν δύο θέατρα πολέμου, τὸ τῆς Ἠπείρου καὶ τὸ τῆς Θεσσαλίας. Δύνασθε μὲ δύο μεραρχίας νὰ ὑπερασπίσητε τὴν Θεσσαλίαν; Καὶ ἐνῷ δὲν γνωρίζετε καὶ δὲν φροντίζετε νὰ μάθητε τὰ στοιχειώδη ταῦτα, ἐν τίνι δικαιώματι καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι εἶναι πιθανὸν ὅτι ὁ Διάδοχος νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατόν; Ποῖον στρατόν; Αἱ τρεῖς μεραρχίαι θὰ ἦναι ὁ στρατός μας; Καθορίζει πρὸς τούτοις, τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸ Κράτος διαιρεῖται εἰς μίαν περιφέρειαν. Ἀλλὰ τί σημαίνει περιφέρεια στρατιωτική; Σημαίνει περιφέρειαν τοπικὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας συνάγεται ἓν ὀργανικὸν τμῆμα στρατοῦ. Αὐτοὶ οἱ στρατιῶται, οἵτινες θὰ προσέλθωσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, πρὸς ποῖα ὡρισμένως ὀργανικὰ τμήματα τοῦ στρατοῦ θὰ κατευθυνθῶσι; καὶ τί περὶ τούτων καθορίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; ποῖα εἶναι τὰ σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπηρετήσουν; διὰ ποίας ὁδοῦ θὰ φθάσουν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ φθάσουν; ποῖοι θὰ ἦναι οἱ ἀξιωματικοί των. Τρεῖς μεραρχίας θέλει ἡ Α. Ὑψηλότης ἐν εἰρήνῃ, ἐν πολέμῳ δὲ θὰ τὰς κάμῃ ἕξ. Τίνι τρόπῳ; Διχοτομῶν τὰ στελέχη. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις στρατιωτικὸς, διὰ νὰ ἴδῃ πόσον μέγα εἶναι τὸ σφάλμα αὐτό. Ἐὰν ὑποθέσητε, κύριε Ρεπούλη, ὅτι διευθύνετε τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν», πόσων ὑπαλλήλων ἔχετε ἀνάγκην; Δέκα; εἴκοσι;
§294ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἔστω εἴκοσι.
§295Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν αὐτοὺς τοὺς διαιρέσητε εἰς δύο, θὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἐφημερίς σας; σᾶς ἐρωτῶ.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλογικῶς δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.
§297Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ μοῦ κανονίσητε τὴν ἀγόρευσίν μου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε ἐν τάξει.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανονίζω ὅμως τὰς διακοπάς.
§299ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρόπος τοῦ λέγειν εἶναι.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω τὰς διακοπὰς, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν.
§301Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σκέπτομαι, Κύριοι, ἐὰν πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ διάταγμα τὸ ἀφορῶν τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι θὰ παρέλθῃ πολλὴ ὥρα, καθόσον εἶναι μακρόν· θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω ἀναγινώσκων αὐτὸ, νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σᾶς δώσῃ τὸ διάταγμα τοῦτο, ἵνα τὸ ἀναγνώσητε. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ ἐπίσης, διὰ νὰ ἐκπληρώσητε εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν σας πρὸς τὴν πατρίδα, νὰ ζητήσητε πληροφορίας παρ’ ἀξιωματικῶν, εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν νοημοσύνην τῶν ὁποίων νὰ ἔχητε πίστιν, διὰ νὰ μάθητε, ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν, μετ’ εἰλικρινείας καὶ ἀφοσιώσεως ἐργαζόμενος ὁ νέος ἀρχηγὸς, νὰ διεξάγῃ ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ ἐκφράζῃ γνώμην, ἔχων ἀκμαίαν καὶ ὄχι κεκμηκυῖαν τὴν διάνοιάν του, διότι τὰ ζητήματα τὰ πολυάριθμα, ἅπερ ἔγκεινται τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, δὲν εἶναι καὶ ἁπλᾶ, εἶναι ὅλα ἐπιστημονικά. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὰ τμήματα αὐτὰ ἐκλέγουσι τοὺς καλλιτέρους, τοὺς διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς, τοὺς προωρισμένους διὰ στρατηγοὺς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀπόλυτον καὶ τελείαν πίστιν, διότι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὄργανα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα, διὰ νὰ διεξάγῃ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Ἐὰν λοιπὸν εἰλικρινῶς καὶ ἀληθῶς θέλῃ νὰ ἐργασθῇ τις ἐπ’ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ὑπηρεσίας, δὲν τῷ ἀρκεῖ ἅπας ὁ χρόνος. Ἀλλὰ μήπως ἔχει μόνην αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν; Τὸ διάταγμα ἔχει ἀναγράψει καὶ τὴν ἐπίλοιπον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἥτις ἔχει τόσον μέγα πλῆθος λεπτομερειῶν, ὥστε, καὶ ἂν θέλῃ νὰ κάμῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ, ἐὰν θέλῃ ὁ ἴδιος, ὡς ἀπαιτεῖτε σεῖς, εἰλικρινῶς νὰ ἐργασθῇ καὶ αὐτοπροσώπως. Τοσαῦτα εἶναι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀναθέτετε εἰς τὸν Διάδοχον. Ἐὰν ἀπησχολεῖτο εἰς τινα καθήκοντα μόνον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, νομίζω, ὅτι μὲ πολλὴν τὴν εὐχαρίστησιν θὰ ἀπησχολεῖτο ἡ Α. Ὑψηλότης. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ ἀπασχολῆται εἰς αὐτὰ, διότι ἔχουσιν ἀξίαν διὰ τὴν θέσιν ἑνὸς Βασιλόπαιδος. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα; Ἆ! δὲν εἶναι σύμφορον καὶ πρέπον διὰ τὴν Α. Ὑψηλότητα νὰ τὰ ἀναθέσητε εἰς αὐτόν. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ μὴ κατηρχόμην, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, εἰς συζήτησιν κατὰ τοιαύτην ὥραν, κατόπιν μάλιστα τόσων ἀγορητῶν, τόσον λαμπρὰ ἀγορευσάντων καὶ ἐξαντλησάντων τὴν προσοχὴν ἡμῶν, διότι, ὅσην προθυμίαν καὶ ἂν ἔχητε νὰ παρακολουθήσητε τὴν ἀγόρευσίν μου, εἶσθε κεκοπιακότες, πολλοὶ δ’ ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, καὶ δὲν μὲ ἀκούουν, διότι κοιμῶνται! Καὶ ὅμως, Κύριοι, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συζητῶμεν εἰς τὰς 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον περὶ τοιούτου καὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ μεταθέσεως ἢ τιμωρίας λ. χ. ἑνὸς ἀστυφύλακος, ῥαπίσαντος πολίτην τινά. Ἡ Κυβέρνησις θέλει, σώνει καὶ καλὰ, εἰς τρεῖς ἡμέρας κατὰ σειρὰν—ὁ τύπος, βλέπετε! —νὰ πάρῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τὸ συζητήσῃ, δίδουσα τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἄνεσιν εἰς τοὺς ῥήτορας, ἵνα ἐξετάσωσιν αὐτὸ καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἐξαντλήσω τὴν δύναμίν μου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὅ,τι θὰ εἴπω εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἐπιμονήν μου, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ κάμω. Θὰ καταβάλω καὶ τὴν ἐσχάτην προσπάθειαν, χάριν τῆς πατρίδος, καὶ μόνον ἡ ἔλλειψις δυνάμεως, οὐχὶ θελήσεως, θὰ πταίῃ, ἐὰν δὲν ἐπιτύχω, ὡς ἤρχισα νὰ πιστεύω. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον ὅτι κοιμῶνται οἱ Βουλευταὶ, ἀλλὰ κοιμῶνται δυστυχῶς καί τινες τῶν κυρίων Ὑπουργῶν (γέλως), καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀγαπητός μοι φίλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν παίρνει ὀλίγον ἔτσι (γέλως). Ἐγὼ πολὺ ἐπεθύμουν νὰ μὲ παρηκολούθει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἰς τὴν νοημοσύνην του ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν, καὶ κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι, ἐὰν μὲ παρηκολούθει, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν πείσω, ἵνα μεταβάλῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων του, διότι ἀναπτύσσει μεγάλην πειστικότητα, συζητῶν μετ’ αὐτῶν, καὶ ἠθέλομεν σωθῆ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω τὸ εὐτύχημα τοῦτο!
§302Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προσέχω ἀτενῶς.
§303Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω ὅτι δὲν μετέβαλε διὰ τοῦ νομοσχεδίου μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ σχηματίζωνται καὶ ἄλλα σώματα στρατοῦ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 27 τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως νὰ δημιουργῇ νέα σώματα, ὅτι τὸ εἶχεν ἀναγράψει, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ προέλαβεν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω λοιπὸν, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καταργεῖται τὸ 27 ἄρθρον.
§304Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν καταργεῖται.
§305Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μένει ἐν ἰσχύϊ;
§306ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
§307Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἄλλο τότε εὑρίσκω τρομερὰ ἐπιζήμιον, ὅπερ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφίνει ἐν ἰσχύϊ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 27 ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν νὰ δημιουργῇ νέα σώματα, καὶ ἀπὸ τῶν παλαιῶν νὰ ἀποσπᾷ ἀξιωματικοὺς ὡς στελέχη τῶν νέων δημιουργουμένων σωμάτων. Αὐτὸ, Κύριοι, ἐγένετο κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1897, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτὸ ἦτο ἡ σπουδαιοτέρα αἰτία τῆς μὴ πρεπούσης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ μέρους τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐπαρκὴς αὐτῶν ἀριθμὸς, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τοῦ κόσμου. Εἷς λόχος, ἐπὶ παραδείγματι, ἐκ 300 ἀνδρῶν δὲν εἶχε τοὺς ἀναγκαίους βαθμοφόρους, ἵνα δύνωνται τὸν λόχον αὐτὸν νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ἢ κατὰ τὴν πορείαν, ἢ νὰ διατηρήσωσι τὴν πειθαρχίαν ἐν αὐτῷ. Καὶ οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν τὸ ὀργανωτικὸν τοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ τοσοῦτον ἐξεθείασαν οἱ ὑπὲρ αὐτοῦ λαλήσαντες, περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου ἴσως τῶν ζητημάτων. Καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Α. Ὑψηλότης νὰ ἐπιβλέψῃ, καὶ ἂν, ὅπερ ὅλως ἀπίθανον, κατορθώσῃ, ὥστε αὐτὸς ὁ στρατὸς νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ὕψος του, εἰς ἐνδεχόμενον πόλεμον, Κύριοι, ὅσην ἱκανότητα καὶ ἂν ἔχωσι τὰ στελέχη, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, θὰ ἦναι ἀνίκανοι νὰ διευθύνωσι τὸ στράτευμα αὐτὸ, θὰ ἦναι ἀνίκανοι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν πειθαρχίαν, καὶ μάλιστα εἰς στρατὸν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφεδρεία δὲν πληροῖ τὰς συνθήκας τὰς ἀπαιτουμένας δι’ ἐφεδρείαν, διότι μόλις ὁ στρατιώτης κατατάσσεται, καὶ πρὶν ἢ τελείως ἐκμάθῃ τὸ σχολεῖον λόχου, ἀναλαμβάνει τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους καὶ κατὰ συνέπειαν μένει ἀπαίδευτος, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπέρχεται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ στρατιώτης αὐτὸς, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐσίαν εἶναι πολίτης πλέον, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τὰ ἴδια αὑτοῦ ἔργα, καὶ ὅστις θὰ κληθῇ μετὰ μίαν ἴσως πενταετίαν ἢ μίαν δεκαετίαν ὑπὸ τὰς σημαίας, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ κληθῇ πρὸς ἐνέργειαν, θὰ ἦναι εἰς πλήρη ἀνικανότητα νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, τὸ μὲν διότι δὲν ἔχει ἐξασκηθῆ πρεπόντως, τὸ δὲ διότι καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν ἐξάσκησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τὴν ἔχασεν ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ ἀπουσίας ἐκ τοῦ στρατεύματος· διότι τὸ Κράτος, ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ μεγάλα γυμνάσια καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀνακαλέσῃ τοὺς τοιούτους εἰς τὴν ἐφεδρείαν μεταβάντας ὁπλίτας ὑπὸ τὰς σημαίας, ἵνα ἐκτελέσωσι γυμνάσια καὶ ἀναμνησθῶσι τῶν μεμαθημένων. Αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, τὸ σημαντικὸν, τὸ ὁποῖον μετὰ ἕνα πόλεμον θὰ φέρῃ τρομερὰν μορφὴν κατὰ τοῦ Διαδόχου, τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ διορθώνει. Πῶς θὰ ζητήσητε μεθαύριον παρὰ τῆς Α. Ὑψηλότητος τὴν ἠθικὴν ἔστω εὐθύνην;—διότι πραγματικὴν εὐθύνην βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε.— Δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ ῥητορικὴ δεινότης τοῦ προλαλήσαντος νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι θὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς, θὰ εὑρεθῇ κἄποιος, ἔστω Βουλὴ, ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην τὴν ποινικὴν τοῦ Διαδόχου, ὄχι πλέον χάριν τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ χάριν τῆς Πολιτείας αὐτῆς. Χάριν τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τῆς Πολιτείας δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ Διαδόχου διὰ μίαν ἀποτυχίαν μέλλουσαν, ἡ ὁποία ἴσως θὰ ἦναι δεινοτέρα τῆς ἀρτίως γενομένης, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ σοφῶς εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου τὰς Ὑψηλότητας δὲν τὰς ἀποστέλλουσιν εἰς τὸν πόλεμον, δὲν ἀναθέτουσιν εἰς αὐτὰς διοικήσεις ἀνωτέρας. Προχθὲς ἀκόμη εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος, ὅτε ὁ Ρόμπερτς διετάχθη νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν Νότιον Ἀφρικὴν, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βασίλισσαν ὁ ἔγγονος αὐτῆς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ὄχι μάλιστα ὡς ἀρχηγὸς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη. Τὸ ἐζήτησεν αὐτὴ ἡ λατρευτὴ Βασίλισσα, ὡς χάριν, παρὰ τοῦ στρατηγοῦ, ἀλλ’ ὁ νομοταγὴς στρατηγὸς ἠρνήθη ἀνεπιφυλάκτως. Τόσον πολὺ αἰσθάνονται τὰ ζητήματα αὐτὰ οἱ μεγάλοι αὐτοὶ λαοί, δι’ ὅπερ εἶναι καὶ ἀληθῶς μεγάλοι. Οὐδὲ ὁ Πρωθυπουργός, οὐδὲ ὁ στρατηγὸς ἐφοβήθησαν, ὅτι, ἐὰν ἠρνοῦντο τοῦτο, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος των, θὰ προκαλέσωσι τὴν μῆνιν τῆς Βασιλίσσης, οὐδὲ ἡ Βασίλισσα ἐθεώρησεν, ὅτι ἠσέβησαν πρὸς αὐτήν, διότι δὲν εἰσήκουσαν τὴν παράκλησιν αὐτῆς. Καὶ ζητοῦσιν εἰς τὸ μικρὸν τοῦτο Κρατίδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀκόμη ἀνδρωθῆ καὶ δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὸ ὕψος τῶν τοιούτων Κρατῶν, ζητοῦσι, λέγω, οἱ Κύριοι νὰ δώσωσιν ἀρχηγίαν εἰς τὸν Διάδοχον, καὶ μάλιστα ἐν πολέμῳ! Καὶ ζητοῦσι ταῦτα, ὅταν ἔχωσι τὸ παράδειγμα τοῦ 1897! Κύριοι, εἰς τὸ στρατιωτικώτερον Κράτος τοῦ κόσμου, τὸ Γερμανικόν, ὑπάρχουσιν 177 ὑποστράτηγοι, ἐξ ὧν πρίγκιπες, οὐχὶ Διάδοχοι, ἀλλὰ πρίγκηπες ὅλοι, ἄνευ διοικήσεως 12. Καὶ ἀφοῦ πρίγκηπες δὲν ἔχωσι διοίκησιν, θέλετε σεῖς νὰ δώσητε εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου διοίκησιν! Ἀντιστράτηγοι 96, ἐξ ὧν 17 πρίγκηπες ἄνευ διοικήσεως. Στρατηγοὶ 71, ἐξ ὧν 31 πρίγκηπες ἄνευ διοικήσεως. Ἔχετε καθῆκον, Κύριοι, δι’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνετε, ἅπερ δὲν εἶναι ἁπλᾶ πράγματα, καὶ πρέπει νὰ μᾶς φέρητε παραδείγματα πείθοντα ἡμᾶς, ὅτι ἔχετε δίκαιον, νὰ μᾶς φέρητε παραδείγματα ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ὡς ὑπόδειγμα. Ἀλλά, Κύριοι, δύνασθε, νὰ δώσητε διοίκησιν εἰς τὸν Διάδοχον; Βεβαίως ὄχι, διότι ὁ Διάδοχος δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τὸν πληρόνετε ὡς Διάδοχον καὶ ὄχι ὡς ἀξιωματικόν, τὴν δὲ ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἐν τῷ στρατεύματι, δὲν τὴν ἐξετέλεσεν ὡς ἀξιωματικός, ἀλλ’ ὡς μαθητευόμενος, μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντιστρατήγου, εἰς ὃν ἔφθασε. Κατὰ τὴν ἀστραπιαίαν δὲ ταύτην κατάκτησιν τῶν βαθμῶν δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι τῶν προβιβασμῶν, πάντοτε δὲ προβιβαζόμενος ἐτίθετο εἰς τὸ δεξιόν, ἐξ οὗ καταφαίνεται ἀριδήλως, ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ στρατεύματος, ὡς ὑπόκεινται ὅλοι οἱ πρίγκηπες τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις σπουδάζουν οἱ πρίγκηπες ὡς ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, καὶ ἀκολουθοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ ἐπακριβῶς τὸν γενικὸν στρατιωτικὸν βίον. Σήμερον, Κύριοι, ὁ Διάδοχος τοῦ Ἰταλικοῦ Θρόνου εἶναι διοικητὴς σώματος στρατοῦ, ἀλλὰ διοικητής, ὡς εἶναι ὅλοι οἱ στρατηγοί· δὲν τὸν ἔκαμαν ἰσόβιον· τὸν ἔστειλαν νὰ σπουδάσῃ, διὰ νὰ γνωρίσῃ πῶς διοικοῦν οἱ στρατηγοί. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ δώσητε διοίκησιν εἰς τὸν Διάδοχον, διότι δὲν εἶναι ἀξιωματικός, καθὼς δὲν εἶναι καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀποδείξατέ μοι, ὅτι ὁ Διάδοχος εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ θέλω ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην ὑμῶν. Πῶς θέλετε νὰ τὸν θεωρήσητε ἀξιωματικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ τοῦ ἐδώσατε ἐπανειλημμένως τὴν Βασιλικὴν δικαιοδοσίαν, τὸν ὠνομάσατε Βασιλέα; πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ τὸν διορίσητε ἀρχηγὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Ἀλλ’ ἴσως ἤθελε μὲ θεωρήσει τις ἀνακόλουθον, λέγοντα ταῦτα, διότι καὶ ἐγὼ τὸν ἀνεγνώρισα ἀρχηγόν. Ἀλλ’ ἀναγνώσατε, τί λέγω εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχεδίου μου (ἀναγινώσκει): «Ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ διορίζεται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἀνώτερος καὶ ἐν ἰσοβαθμίᾳ ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς». Τὸν Διάδοχον λοιπὸν τὸν ἐκάματε Βασιλέα πολλάκις, δὲν ἠμπορεῖτε, δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ τὸν κάμητε Γενικὸν Διοικητήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν σᾶς ἐπετρέπετο, εἶναι προσωπικὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἔχομεν ἄλλον ἀντιστράτηγον, καὶ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσητε διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἂν θέλετε νὰ σεβασθῆτε τοὺς νόμους καὶ τὸ καθῆκον, ἂν θέλετε νὰ σώσητε τὸ πολίτευμα· καὶ μὴ ἀναφέρετε παραγράφους τοῦ Σαίξπηρ, διὰ νὰ μᾶς συναρπάσητε. Λυπηρὸν, Κύριοι, νὰ εὑρίσκηταί τις εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων καὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ ζητῇ νὰ σταματήσῃ τὴν παρανομίαν. Μᾶς κατηγοροῦσιν, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν μὲ ἀκούουν οἱ παρακαθήμενοί μου, καθόσον φρονῶ, ὅτι διὰ τοιοῦτον νομοσχέδιον ὄχι μόνον κωλυσιεργία χρειάζεται, ἀλλὰ καί τι περισσότερον, καὶ θὰ τὸ ἔπραττον, ἂν ἤμην ἡγέτης, ἵνα μὴ ἴδω τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον καὶ τὴν Πατρίδα κυλιομένους ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει. Βεβαίως δὲν θὰ σᾶς ἐπέτρεπον νὰ βυσσοδομήσητε τοῦτο. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπός τις νὰ ἀναγνώσῃ τί ἔγραψα καὶ τί εἶπον καὶ τί ἔκαμα, ὑπάρχει ὅμως ἄνθρωπος ἐδῶ, ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος γνωρίζει—φρονῶ τοὐλάχιστον ὅτι γνωρίζει—τί ἔπραξα διὰ νὰ σώσω τὴν Δυναστείαν ἐκ τῆς καταιγίδος. Καὶ ἔπραξα τοῦτο τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀντεμετώπιζον τὸν θάνατον, καὶ δὲν ἐσκεπτόμην προφανῶς ὑστεροβούλως, δὲν ἐσκεπτόμην νὰ φιλήσω τὰ κράσπεδά τινος, διὰ νὰ καθήσω εἰς αὐτὸ τὸ βρωμερὸν καταστὰν κάθισμα τὸ ὑπουργικόν. Ἐσκεπτόμην νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα μου, νὰ σώσω αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐσύρετο. Δὲν ἔγεινα μέλος τῆς ἀοράτου, διὰ νὰ ἀνατρέψω Κυβερνήσεις, ἵνα καταλάβω τὴν ἀρχὴν, εἰς ζήτημα ὑψίστης σημασίας, τῆς πρώτης διὰ τὸ ἔθνος, ἀλλ’ ἐζήτησα, νὰ σώσω τὴν Βασιλείαν, ἀπὸ τοῦ κινδύνου, εἰς τὸν ὁποῖον περιῆλθε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Τοῦτ’ αὐτὸ πράττω καὶ ταύτην τὴν στιγμήν. Ἀπατᾶσθε, ἐὰν πιστεύετε, ὅτι ἀγωνίζομαι ταύτην τὴν νύκτα διὰ νὰ ἐπιδείξω ῥητορικὴν δεινότητα, ἢ διὰ νὰ φανῶ, ὅτι προσεπάθησα μετ’ ἐπιτυχίας νὰ πείσω ἓν Κοινοβούλιον ν’ ἀποφύγῃ τὴν κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν φέρεται. Ὄχι! Γνωρίζω, ὅτι δὲν θὰ σᾶς πείσω. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πράξητε καὶ σεῖς ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Thiers. Ὅτε ἡ Γαλλία ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρος ἡ Γαλλία ἦτο εἰς ἐπανάστασιν, καὶ ἐφώναζον «en Berlin! en Berlin!» Ὁ Thiers ἀνέβη τότε εἰς τὸ βῆμα, καὶ εἶπε: «θὰ μὲ ἀκούσητε!» Ἡ Βουλὴ ἀνεστατώθη, καὶ τὰ ἑδώλια αὐτὰ μετὰ τῶν Βουλευτῶν, ἵνα παρεμποδίσωσι τὸν Thiers· ἀλλ’ ὁ Thiers ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας καὶ εἶπε: «Τὴν Γαλλίαν παίζετε ἐδῶ! Θὰ μὲ ἀκούσητε!» Μετὰ τὸν ὀλέθριον δὲ Γαλλογερμανικὸν πόλεμον ὁ Thiers ἐγένετο Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, διότι εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἤκουσεν αὐτὸν, παραφερομένη. Εἰς τοιαύτην περίπου θέσιν εἶσθε καὶ ὑμεῖς τώρα. Καὶ ἂν δὲν φωνάζετε «en Berlin! en Berlin!» εἶσθε ὅμως καθηλωμένοι εἰς τὰ ἑδώλιά σας, διὰ νὰ ὑποστηρίξητε νομοσχέδιον ὡσαύτως ὀλέθριον, ὅσον ὁ ἀτυχὴς πόλεμος. Ἐὰν, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἡ βαθμὶς, τὴν ὁποίαν κατέχω, μὲ ἐξασφαλίζει, καὶ διὰ τοῦτο τοσοῦτον ἐρρωμένως μάχομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν πιστεύετε ὅσα σᾶς λέγω, καὶ ἐπιμένετε εἰς τὸ νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν νομίζετε, ὅτι δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει φόβος, δὲν θαυμάζετε τοὐλάχιστον τὸν λοχαγὸν ἐκεῖνον καὶ συνάδελφον, ὅστις ἔθηκε τὴν κεφαλήν του κυριολεκτικῶς ἐπὶ τῆς λαιμητόμου, διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν; Ἐὰν ἀνῆκεν εἰς ἄλλο Κοινοβούλιον, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ αἱ δύο πτέρυγες ἤθελον χειροκροτήσει ἐνθουσιῶσαι τὴν αὐταπάρνησιν αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ καθήκοντος! Ἠκούσατε θεωρίας συνταγματικὰς, καὶ ἠκούσατε ἀναγινωσκομένους λόγους τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ ἐνόμισαν ἐκ τούτων καὶ ὁ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος καὶ ὁ κ. ἐκ Βόλου, ὅτι ὑπεστήριξαν τὸ νομοσχέδιον! Τὸ συνετρίψατε, Κύριοι! Ἔπρεπε νὰ ἀγωνισθῶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, τί εἶναι αὐτὸ καὶ τί δέχεσθε σεῖς! Καὶ δὲν τὸ ἐμελετήσατε εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν; Καὶ δὲν τὸ λέγει ὁ εἰσηγητής; Ἀλλὰ δὲν τὸ συνέταξε — πρὸς τιμήν τοῦ τὸ λέγω — ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ εἶπεν ὁ κύριος Βασιλειάδης, τὸ ἀπέδειξεν. Εἶναι εἰσηγητὴς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δὲν τὸ συνέταξε. Διότι, ἐὰν τὸ συνέτασσεν αὐτὸς, δὲν θὰ περιεῖχε τοιαύτας ἀνορθογραφίας στρατιωτικάς! Διότι εἶναι γνωστὸν, πόσον ἱκανὸς εἶναι, ὥστε νὰ μὴ ὑποπίπτῃ εἰς τοιαῦτα χονδροειδῆ λάθη. Αὐτοὶ λοιπὸν, οἱ συντάξαντες ὅλα τὰ ἐξαμβλώματα, ἅπερ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, αὐτοὶ θὰ ὀργανώσωσι τὸ στράτευμα; αὐτοὶ θὰ διοικήσωσιν αὐτό; Ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς γνώσεις αὐτῶν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει σας οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ἀνέγνωσεν ἀληθῶς τὰ σχέδια ταῦτα. Ἐλέχθη ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Α. Ὑψηλότητος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ Διάδοχος διαμαρτυρόμενος εἶπεν ὅτι — καὶ δὲν τὸ βεβαιῶ μὲν, ἀλλὰ τὸ ἤκουσα βεβαιούμενον, — «δὲν εἶδον αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ εἰς τὸ πεζικὸν, καὶ βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ γείνῃ.» Κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, πῶς θὰ διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία ὑπὸ τὴν Α. Ὑψηλότητα. Ἐὰν τώρα, ὅτε δὲν ἔχει τόσην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῷ δίδει,—δὲν εἶχε δὲ παρὰ μόνον νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἵνα ἴδῃ τὸ δεινὸν ἄτοπον, — ἐὰν τώρα δὲν κατώρθωσε νὰ ἴδῃ αὐτὸ, θέλετε νὰ ἴδῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θέλουσι παρουσιάσει ἐν τῷ λαβυρίνθῳ ὅλης τῆς ὑπηρεσίας οἱ συνεργαζόμενοι μετ’ αὐτοῦ; Κύριοι, πρὶν ἢ ψηφίσητε περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, μελετήσατε καλῶς καὶ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, εἰς πρόσωπα καὶ πράγματα, τὴν σύγχρονον ἱστορίαν ἡμῶν, καὶ συναγάγετε ἐκ τῶν δεδομένων ἀλάθητα συμπεράσματα. Διότι, ἐὰν βλέπετε σήμερον εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, ἔχοντας τὴν εὔνοιαν, νὰ προβιβάζωνται ἀθρόοι εἰς συνταγματάρχας καὶ νὰ μετατίθηνται εἰς τὸ πεζικὸν, ἐὰν βλέπετε σήμερον τὴν εὔνοιαν ταύτην, τὴν βλέπετε διότι περὶ τὸν Διάδοχον εἶναι ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ. Ἀπεβλήθησαν οἱ πρότερον εὐνοούμενοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ. Ὅτε ἦσαν ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ περὶ αὐτὸν, ὑπῆρχεν εὔνοια ὑπὲρ τῶν πυροβολητῶν. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ εἰσέτι εὔνοιά τις πρὸς τὸ ὅπλον τοῦ πυροβολικοῦ, ὑπάρχει διότι εἶναι ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ βασιλόπαις Νικόλαος ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦμαι πλήρης, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ εἴπωμεν ξάστερα, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν εὐθύνην. Καὶ τὰ λέγω ὀρθὰ–κοφτὰ, διότι πρέπει νὰ τὰ γνωρίζητε ὅλοι σας. Εἴμεθα ὅλοι εἰς ἐποχὴν καταπτώσεως τοῦ εὐγενοῦς ἐθνικοῦ συναισθήματος. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ δημοσιογραφία ἠγνόει καὶ τὸν ἰδικόν μου ὀργανισμὸν καὶ τὸν τῆς Α. Ὑψηλότητος. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐγνώριζεν οὔτε τὸν μὲν οὔτε τὸν δὲ, ἔφερε γνώμας καὶ περὶ τοῦ μὲν καὶ περὶ τοῦ δὲ, καὶ πάντοτε ἐξῆρε τὸν ὀργανισμὸν τῆς Α. Ὑψηλότητος! Καὶ διὰ νὰ μὴ φανῶσι παλινῳδοῦντες, ὅταν ἔδωκα αὐτοῖς τὸν ὀργανισμόν μου, δὲν τὸν ἀνέγραψαν καὶ δὲν τὸν ἀνέλυσαν. Ἐὰν δ’ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἐγνώριζον νὰ μελετήσωσιν αὐτὸν, εἶχον ἀξιωματικοὺς φίλους ἢ γνωστοὺς, οἵτινες ἠδύναντο νὰ ἀνατάμωσι τὸν ὀργανισμὸν αὐτόν. Δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον των· καὶ τοὺς μέμφομαι ἐπισήμως, διὰ νὰ τὸ ἀκούσωσι καὶ δημοσίᾳ. Ἔπρεπε νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὅπως δήποτε τὸ «Ἄστυ» καὶ τὸ «Ἐμπρός». Αὐτὴ εἶναι ἐκπλήρωσις καθήκοντος...
§308ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὁ «Νεολόγος» τῶν Πατρῶν.
§309Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως... Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν οἱ δημοσιογράφοι, εἰς οὓς προεῖπον ὅτι θέλω δώσει τὸ πόνημά μου,—καὶ τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς,—ἐὰν, λέγω, ἐν καιρῷ ἀνέτεμνον τὸ ἔργον μου, θὰ ἐγνώριζε σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ποῦ ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ, καὶ δὲν ἤθελον παρασυρθῆ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι σώζεται ὁ στρατὸς, ἐὰν τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἀναλάβῃ ἡ Ὑψηλότης του. Μέγα κακὸν ἔκαμεν εἰς τὴν πατρίδα ἡ δημοσιογραφία, τοῦ ὁποίου τ’ ἀποτελέσματα θὰ κλαύσῃ καὶ θὰ διεκτραγῳδήσῃ πολὺ ταχέως, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Σᾶς ἔλεγον καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος τῶν προαγορευσάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἑσπέραν ταύτην: «Μήπως ἀναγνωρίζομεν τὴν Α. Ὑψηλότητα Ὑπουργόν; Καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι αἱ Ὑψηλότητες δὲν λαμβάνουσιν Ὑπουργεῖα»! Πῶς νὰ ὀνομάσω τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, Κύριοι; Ἀσέβειαν πρὸς ἑαυτοὺς, ἢ πρὸς τὴν Βουλήν; ἢ ἀστειότητα ἀσεβῆ καὶ ταύτην; Ἀφίνω τοὺς ἰδίους νὰ χαρακτηρίσωσιν. Ἀλλὰ τοσοῦτον σχολαστικοὺς θεωρεῖτε ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα, ὥστε νὰ ἔχωσι τὸ νόημα, ὅτι ἁπλῶς δὲν πρέπει νὰ ὀνομασθῶσιν Ὑπουργοὶ, δὲν ἐνόουν δὲ τὸ ὑπούργημα, δηλαδὴ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἀναλάβωσιν αἱ Α. Ὑψηλότητες; Ἐνόουν δηλαδὴ, ὅτι δὲν δύνανται ἁπλῶς νὰ διορισθῶσιν Ὑπουργοὶ καὶ νὰ τοὺς ὀνομάζωσιν Ὑπουργούς; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐνόουν ὄχι τὴν λάμψιν καὶ τὸν τίτλον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ δίδετε ὑπούργημα εἰς τὸν Διάδοχον, δίδετε ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Πράττετε μάλιστα κἄτι περισσότερον, θέτετε τὸν Ὑπουργὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Διαδόχου, διότι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὸν Βασιλέα, ἐὰν δὲν ἔχῃ πρότασιν τῆς Α. Ὑψηλότητος.
§310ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι καὶ ὑπούργημα εἶναι τὸ ἴδιον καὶ Ὑπουργός.
§311Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι Ὑπουργὸς πλέον αὐτός; Καὶ ἔχει εὐθύνην πλέον αὐτὸς ὁ Ὑπουργός; Καὶ θὰ δώσῃ λόγον ὁ τοιοῦτος Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Καὶ θὰ τολμήσητε σεῖς νὰ τοῦ ἀπαγγείλητε κατηγορίαν; Ἐγὼ βεβαίως ποτέ! Διότι δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, διότι τὴν ἀφῃρέσατε τὴν εὐθύνην διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὸν Διάδοχον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν! Νέος ἄνθρωπος (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Ῥέπουλην) οὕτως ἀρχίζετε τὴν πολιτικήν σας σταδιοδρομίαν;
§312ΛΕΒΙΔΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ἠξεύρετε ὅτι εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα μετὰ τὸ μεσονύκτιον, κύριε Βουλευτά;
§313Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ’ξημερωθῶ.
§314ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκουράσθητε;
§315Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν ἐκουράσθην ἐγὼ, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι ἐκουράσθην.
§316ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§317Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἡ πλειονοψηφία θὰ εἴπῃ νὰ προχωρήσωμεν.
§318Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ πλειονοψηφίας.
§319Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
§320Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τελειώσατε, καὶ νὰ ἀναβάλωμεν.
§321Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ τελειώσω, θὰ ξημερώσωμεν.
§322ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι πρωΐας... Ἐὰν νομίζητε ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια δύνανται νὰ περάσουν ἀσυζητητεὶ, ἀπατᾶσθε. Ἐν ἀνάγκῃ θὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας! (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§323Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Στενοχωρεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, διότι βλέπετε ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συζητῆται... (Θόρυβος).
§324ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε!
§325ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἄ! ἄ!
§326ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα!
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§328ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὁρίστε, κύριε Λεβίδη, ψηφολέκτης, κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§330ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει, ὅτι ὁ ἐνιστάμενος γίνεται ψηφολέκτης.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι καλεῖ ὁ Πρόεδρος ψηφολέκτας. Νομίζω δὲ, ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ καλέσω ἐκεῖνον ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν ἔνστασιν.
§332ΛΕΒΙΔΗΣ. Δικαίωμά μου εἶναι νὰ ἔλθω ἢ μή.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Διὰ τῆς βίας δὲν θὰ σᾶς φέρω Ἀλλὰ παραβαίνετε τὸ καθῆκόν σας... Ὁρίστε, κύριε Ἀλεξάκη.
§334ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν πρῶτον τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Περ. Μεντζελοπούλου καὶ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 121. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§337Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι Βουλευταὶ, μόνον αὐτὰ τὰ κακὰ περιέχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ διαφθείρῃ τοὺς χαρακτῆρας τῶν ἀξιωματικῶν, διότι πολλοὶ θὰ ζητήσωσι νὰ πλησιάσωσι τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα, ὅπως τύχωσι τῆς εὐνοίας του. Δύνασθε νὰ σκεφθῆτε εἰς ποίαν διαφθορὰν θὰ φέρητε τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ εἰς ποῖον ἐξευτελισμόν! Θὰ ἔχωμεν τὸ δυστύχημα, τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν νὰ χάσωσι τὴν ὑπερηφάνειάν των, νὰ παραγνωρίσωσι τὴν ἀποστολήν των καὶ τὸ καθῆκόν των, καὶ νὰ τραπῶσιν εἰς τὰ παιγνίδια τῶν παρασκηνίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἂν παραμείνωσιν ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον πλησίον τῆς Ὑψηλότητός του, θὰ ἴδωμεν κατάργησιν σωμάτων, καὶ τὴν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων εἰς τὸ πεζικόν. Τοιοῦτόν τι ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· καταργεῖ τὸ σῶμα τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, καταργεῖ τὸ οἰκονομικὸν σῶμα, καὶ ἔχει διάταξιν, δι’ ἧς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτῶν μεταθέτει εἰς ἄλλα σώματα στρατοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἀξιωματικὸς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ θὰ μετατεθῇ εἰς τὸ πυροβολικὸν ἢ τὸ μηχανικόν· θὰ μετατεθῇ εἰς τὸ πεζικόν, καὶ γνωρίζετε ὅτι ἡ βάσις τοῦ στρατεύματος εἶναι τὸ πεζικόν. Τί θὰ συμβῇ δὲ τότε; Θὰ ἔχωμεν ἀνικάνους ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ ὅπλον τοῦτο, τὴν βασίλισσαν τῶν ὅπλων, ὡς διδάσκει περιώνυμος στρατιωτικὸς συγγραφεύς. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ προσωπικὰ ζητήματα, οὐδὲ τὰ συμφέροντα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἀλλὰ τὴν ἱκανότητα ἐκείνων, οἵτινες θὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ ὅπλον τοῦ πεζικοῦ. Ἀλλ’ ἔχει μόνον αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα ὁ ὀργανισμὸς τῆς Α. Ὑψηλότητος; Ἐκτὸς αὐτοῦ συγχωνεύει τὰς δύο Σχολὰς, τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τὴν τῶν Εὐελπίδων. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ μετρηθῶσι μὲ τοὺς νέους τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων; Βεβαίως ὄχι. Τί θὰ συμβῇ ἐκ τούτου; Ἀνεπτυγμένοι νέοι, οἵτινες ἐξ ἔρωτος πρὸς τὸ στράτευμα κατετάχθησαν εἰς αὐτὸ, νὰ μὴ δύνανται ἐκ τῆς φιλοτιμίας καὶ τοῦ συμφέροντος νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὕτω νὰ στερηθῶμεν τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ στρατεύματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος, δὲν λέγω τίποτε, δηλαδὴ ποίαν ἐπιρροὴν θὰ ἔχῃ ὁ τελευταῖος τῶν ἐπιτηδείων ἀξιωματικῶν παρὰ τῷ Διαδόχῳ, καθὼς καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀξιούντων νὰ λάβωσι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Σᾶς τὸ εἶπον προχθές: οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ λάβῃ ἄδειαν. Καὶ τοῦτο εἶναι βαρυσήμαντον· μοὶ ἀναπολεῖ δὲ εἰς τὴν μνήμην τὸ ἑξῆς. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν, κατὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἔλαβε τηλεγράφημα ὁ πατήρ μου, ὅτι ὁ Κοντόσπαυλος ἀπέτυχεν. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ τηλεγραφήματος τὸν συνεκίνησεν, ἐσπεύσαμεν δὲ πλησίον του καὶ τὸν ἠρωτήσαμεν, τί τρέχει. Τὸ πρόσωπόν του καὶ ἡ ἀνησυχία του ἐδήλουν, ὅτι δυσάρεστόν τι συνέβαινε, καὶ μᾶς εἶπε: «στὸ διάβολο! ἀπέτυχεν ὁ Κοντόσπαυλος». Ἡμεῖς, ἐν τῇ μικρονοίᾳ μας, στραφέντες εἴπομεν: «καὶ τὰ ’ταίρια του!» Ἀλλὰ στραφεὶς ἀποτόμως ἐκεῖνος μᾶς εἶπε: «Μὲ σᾶς θὰ συζητήσω διὰ πράγματα πολιτικά; τὴν ἰδικήν σας γνώμην θὰ λάβω, ἵνα διοικήσω τὴν πατρίδα μου; Εἶσθε ἀνόητοι!». Τοιαύτην σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἐπέμβασις Αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ τοιαῦτα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα. Καὶ τότε θέλω νὰ ἴδω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἑρμιονίδος, καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, οἱ πολιτευόμενοι καταδολιεύονται τὸ πολίτευμα; οἱ πολιτευόμενοι παραλύουσι τὸ στράτευμα; Καὶ θὰ σωθῇ ἡ Πολιτεία, τοιούτων διαπραττομένων; Κύριοι, ἐγὼ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, ὅσον ἠδυνάμην· κατήγγειλα εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, κατήγγειλα εἰς τὸ ἔθνος αὐτὸ τὰ κενὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ τὰ ἐνδεχόμενα ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Θὰ κατέλθω τοῦ βήματος μὲ τὴν συνείδησιν ἥσυχον, καὶ εὔχομαι εἰς τὸν Θεὸν, ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ μετανοήσητε. Θὰ προσπαθήσω ὅμως εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ νὰ παραβάλω τὸ ἔργον μου πρὸς τὸ ἔργον τῆς Α. Ὑψηλότητος, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν τῇ πλάνῃ, καὶ νὰ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ἠγόρευον καθ’ ὅλην τὴν νύκτα διὰ νὰ παρακωλύσω τὸ ἔργον τὸ μέγα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅπως ἔχουσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διασαλπίζωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ὑπούλως, διὰ τοιούτων παροχῶν, νὰ καταλύσωσι τὸ αἱματοπότιστον Σύνταγμα, καὶ ν’ ἀναστηλώσωσι τὴν ἀπολυταρχίαν, πρὸς καταβαράθρωσιν τῆς πατρίδος ἡμῶν.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 25′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).