1900.02.09
1.051 στίχοι · 8.191 λέξεις · 73 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 9 Φεβρουαρίου 1900.
(Τετάρτη).
Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τῶν βουλευτῶν Α. Πεταλᾶ καὶ Γ. Κυριαζῆ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Σταυροπούλου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», ὑποβάλλει ἰδίαν πρότασιν νόμου μετ’ ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 110–111). Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112). Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Συλλόγου τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Σύρου, παρακαλούντων, ὅπως καταργηθῇ ἡ τὴν τάξιν αὐτῶν ἀφορῶσα διάταξις τοῦ ͵ΒΟΕʹ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμου, ἐπαναχθῇ δ’ ἐν ἰσχύϊ ἡ σχετικὴ τοιαύτη τοῦ νόμου ΧΠϚʹ.
§2Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι ν’ ἀποφυλακισθῶσιν. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Ε. Γαρουφαλιᾶς ὑποβάλλει αἴτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας Ἄρτης τὴν δικογραφίαν ἅπασαν κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Μπουραντᾶ μετ’ ἀντιγράφων 1) τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἄρτης, τῆς ἀπαλλαξάσης αὐτὸν, καὶ 2) τοῦ πρακτικοῦ τῆς συνεδριάσεως ταύτης.» Ὁ ἐν Πάτραις ἰατρὸς Α. Σκλαβοῦνος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ἔλειψεν ἐκ τῆς ἀποθήκης τῆς παρακρατήσεως, ἣν διηύθυνεν, ἀφοῦ ἠθωώθη διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§4Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως, φαίνεται ὅτι ἐπεκράτουν πολὺ ἐσφαλμέναι ἰδέαι περὶ τῆς φύρας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκειται ὁ σταφιδόκαρπος. Διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης ὥρισεν ἓν πολλοστημόριον ἐλάχιστον ὡς φύραν σταφιδοκάρπου, ἡ ὁποία ὅμως ποικίλλει ἀναλόγως τῆς ποιότητος τοῦ ποσοῦ, τῆς καταλληλότητος ἢ μὴ τῶν ἀποθηκῶν καὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν μένει ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Τούτων ὅμως ὅλων ὁ νομοθέτης διατελῶν ἐν ἀγνοίᾳ, ὥρισεν ἐλάχιστον, ὡς εἶπον, πολλοστημόριον, καὶ ἕνεκα τούτου ἅπαντες σχεδὸν οἱ ἀποθηκάριοι διεσύρθησαν, ἐπροφυλακίσθησαν καὶ ἐδικάσθησαν ἐνώπιον τῶν Κακουργοδικείων. Ὅλων ὅμως τούτων ἀπεδείχθη ἡ ἀθωότης, διότι ἐπ’ ἀκροατηρίου ἀπέδειξαν τὴν ἀναπόδραστον καὶ ἀνεξάρτητον τῆς θελήσεώς των ἀνάγκην τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ διὰ τῆς ἐκ φυσικῶν λόγων ἐπερχομένης φθορᾶς. Μετὰ τὴν ἀθώωσιν τινὲς ἐξ αὐτῶν, εἰς τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ ἀναφερόμενος ἐν Πάτραις ἰατρὸς κ. Α. Σκλαβοῦνος, ζητοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλειψεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν. Εἶναι λοιπὸν καὶ ὁ ἰατρὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἠθωώθη πανηγυρικῶς, κατὰ τύπους ὑπεύθυνος δι’ ἔλλειμμα 100,000 λιτρῶν ἐπὶ 3,000,000, δηλαδὴ 3%, καὶ κατελογίσθη εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν τῶν 23,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται παρ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀθώωσιν αὐτοῦ, μετὰ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο ὑπαίτιος τοῦ ἐλλείμματος, εἶναι, νομίζω, εὔλογον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες αὐτοὶ οἱ ἀποθηκάριοι, οἱ ὁποῖοι ἠθωώθησαν ὡς μὴ ὑπαίτιοι τῆς ἐν ταῖς ἀποθήκαις των παρατηρηθείσης ἐλλείψεως, ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς πληρωμῆς τῆς ἀξίας τοῦ ἐλλείποντος ποσοῦ.
§5Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Θεωρῶ καὶ ἐγὼ δικαιότατον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ζητῆτε παρὰ τῶν ἀνθρώπων τούτων, ἀφοῦ ἠθωώθησαν διὰ τὴν προσαφθεῖσαν αὐτοῖς πρᾶξιν, νὰ ζητῆτε καὶ καταβολὴν τῆς ἀξίας τοῦ ἐλλείμματος.
§6Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπερήσπισα τὸν ἀναφερόμενον ἰατρὸν Σκλαβοῦνον ἐπ’ ἀκροατηρίου, ὥστε εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐπ’ ἀκροατηρίου ἀπεδείχθη διὰ τῶν ἐξετασθέντων πολλῶν ἐμπόρων, ὅτι ἡ φύρα, καθ’ ὅσον προβαίνουν τὰ ἔτη, γίνεται μεγαλειτέρα, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος τῆς ἀποδοθείσης εἰς αὐτὸν πράξεως. Ὥστε παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου οἱ κύριοι συνάδελφοι τὸν παρεκάλεσαν.
§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γινώσκετε, πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσιν, ὅπως διέλθωσι τὰς ἑορτὰς τῶν Ἀπόκρεων παρὰ ταῖς ἑαυτῶν οἰκογενείαις, καὶ φαίνονται διατεθειμένοι ἕνεκα τούτου ν’ ἀπουσιάσωσιν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὸ πέρας τῆς παρούσης συνεδριάσεως τὴν ἐπὶ 15 ἡμέρας διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὅπως ἐπαναληφθῶσιν αἱ συνεδριάσεις τὴν Τετάρτην τῆς Καθαρᾶς ἑβδομάδος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ὅπως μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως διακόψῃ ἐπὶ δεκαπενθήμερον τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μείνωμεν καὶ ἀπόψε μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας.
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο προέλαβεν εἰπὼν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§13Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ εἰσαγωγὴ νομοθετικῆς ἐργασίας;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἄλλως τε ἔχομεν καὶ θέμα κατεπεῖγον νὰ συζητήσωμεν, τὴν ἐκλογὴν Χαλκίδος.
§15ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αἴτησιν τῶν ἐκ Πατρῶν ποτοποιῶν, αἰτουμένων νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Πατρῶν συνέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἐφόρου ἐγένετο μετὰ προηγουμένην ἐπιθεώρησιν, ἣν ἔκαμε, τῶν βιβλίων τῶν αἰτούντων, ἐξ ὧν ἐπείσθη, ὅτι ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν των εἶναι μικρὸς, καὶ ἔδει νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα. Παραπονοῦνται ἐπίσης, ὅτι ἐπὶ ὁμοίας αἰτήσεως τῶν ἐκ Πειραιῶς ποτοποιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ κατετάχθησαν οὗτοι εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν.
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ τελευταῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές.
§17ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καίτοι ὑπεσχέθη ὅτι τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν θὰ ἐχορήγει τὰς πληροφορίας, ἃς ᾐτησάμην παρ’ αὐτοῦ, οὐχ ἧττον ἐλησμόνησε. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποφεύγει πάντοτε νὰ ἀπαντᾷ εἰς ἐπερωτήσεις Βουλευτῶν, καὶ ἰδίως ἐμοῦ, ὁσάκις ἐπερωτῶ αὐτόν. Εὑρῆκε τρόπον νὰ μὴ δίδῃ ἀπάντησιν ποτέ. Ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἔχει πληροφορίας, ὅτι ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως ἐν Πειραιεῖ ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διαταγὴν καὶ διωρθώθη ἡ φορολογικὴ τάξις τῶν αὐτόθι φορολογουμένων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διαψεύδων τὸν κ. Βουλευτήν. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ διάψευσις αὕτη δὲν εἶναι ἀληθὴς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν 16 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους παρήγγειλε τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Πειραιῶς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 107465 διαταγῆς του νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογικὴν σειρὰν τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἀδελφῶν Μπούμπουλη καὶ τῶν Ν. Μανούσου, Μ. Τριανταφύλλου καὶ Π. Σουρῆ, καὶ μεταφέρῃ αὐτοὺς ἐκ τῆς δευτέρας κατηγορίας εἰς τὴν πρώτην. Παρεπονέθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι οἱ ἐν Τριπόλει ποτοποιοὶ κατὰ πλάνην κατετάχθησαν εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ τοῦτο ἐβεβαιώθη ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἁρμοδίας πρὸς κατάταξιν τῶν φορολογουμένων εἰς τὰς διαφόρους κλάσεις· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἔλαβε μέριμναν δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξ αὐτῶν τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἀποδεικνύεται ὅτι ἠδικήθησαν, ὅπως ἐπιστραφῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπὶ πλέον πληρωμὴ, ἀλλ’ οὔτε κἄν διέταξε νὰ καταταχθῶσιν οὗτοι εἰς ἣν κατηγορίαν ἔπρεπε νὰ καταταχθῶσιν. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ σχετικὰς ἐξηγήσεις, διατὶ δὲν ἔπραξε καὶ ἐκεῖ ὅ,τι ἐν Πειραιεῖ, ἀφοῦ καὶ ἡ Τρίπολις ὑπόκειται εἰς τοὺς αὐτοὺς φόρους. Ἢ μήπως διότι οἱ Πειραιεῖς προστατεύονται ἀπὸ τὸν Ρετσίναν, διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐκεῖ ἀμέσως διαταγήν; Βεβαίως ἡ προστασία αὕτη εἶναι ἰσχυρὰ, καὶ τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ νόμοι γίνονται καὶ ψηφίζονται δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ οὐχὶ δι’ ὡρισμένα μόνον μέρη.
§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχουσι πολὺ δίκαιον οἱ ποτοποιοὶ, καθόσον ὁ φόρος οὗτος δὲν ἐπεβλήθη συμφώνως πρὸς τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν βαρεῖαν ὡρισμένα καταστήματα ποτοποιΐας, ἐλάχιστα καταστήματα, πάντα δὲ τὰ ἄλλα, τὰ ἔχοντα μεγαλείτερον κύκλον καταναλώσεως, δὲν ἐδήλωσαν ὅτι ἀσκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ποτοποιοῦ, ἀλλ’ ἐδήλωσαν ὅτι ἀσκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ποτοπώλου καὶ μεταφέρουσιν ἐκ Πειραιῶς ποτά. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἐφορία Τριπόλεως κατέσχε κατ’ ἐπανάληψιν μεγάλας ποσότητας οἰνοπνεύματος παρὰ τῶν ἐν Τριπόλει πωλούντων ποτὰ, τὰ ὁποῖα δῆθεν μετέφερον ἐκεῖ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἀληθῶς οἱ ποτοποιοὶ μεταβάλλουν κρύφα εἰς ποτὰ αὐτοὶ οὗτοι, ἐν τούτοις παραδόξως διεδόθη καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι ἡ Ἐφορία ἐπέστρεψε τὸ οἰνόπνευμα χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ οὐδεμία ποινή. Σχεδὸν δὲ ἀνεξελέγκτως κατασκευάζουν ποτὰ αὐτοὶ καὶ μεταπωλοῦσι, χωρὶς νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο, ἐνῷ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι κλοπὴ τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τιμωρεῖται, ἐξ ἄλλου ἐπηρεάζει πολὺ τοὺς πληρώνοντας φόρους ποτοποιοὺς καὶ τοὺς δικαιώνει νὰ φωνάζουν ἔτι περισσότερον, ὅτι ὁ ἐπιβληθεὶς φόρος εἶναι λίαν ἐπαχθής.
§19Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ νομάρχου, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ μηχανικοῦ κανονίζει τὴν τάξιν καὶ τὴν κλάσιν, εἰς ἣν κατατάσσεται ἕκαστος. Ὁ νόμος ὑπολαμβάνει, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόφασις εἶναι ἡ μέλλουσα ὁριστικῶς νὰ κανονίσῃ τοὺς φόρους αὐτοὺς, καὶ ἑπομένως οὐδεμία διαδικασία ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσφυγῆς εἴτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν εἴτε ἀλλαχοῦ. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ἐπιτροπὴ κατέταξε κατὰ κλάσεις τοὺς φορολογουμένους. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐγένετο ἀναθεώρησις εἴς τινα πόλιν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, δὲν ἐγένετο τῇ διαταγῇ μου. Ἴσως ἐγένετο παρ’ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁ νόμος δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον γεγονὸς, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἐκ Κυνουρίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δηλαδὴ ὅτι ἐν Τριπόλει ὑπῆρξαν ποτοποιοὶ, οἵτινες δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὸν κατάλογον ὡς οἰνοπνευματοποιοὶ, τοιαύτη πληροφορία ἔφθασε μέχρις ἐμοῦ, καὶ διέταξα, ὅπως ἐξακριβωθῇ τὸ γεγονός. Προεβλήθη ἐκ μέρους τῶν ποτοπωλῶν ἐκείνων τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν κατασκευάζουσι ποτὰ, ἀλλ’ ὅτι τὰ μεταφέρουσιν ἐκ Πειραιῶς ἢ ἄλλοθεν. Ἐγένετο ἡ δέουσα ἐξέτασις περὶ τοῦ ἂν εἶναι μόνον ποτοπῶλαι καὶ ὄχι ποτοποιοὶ, ἢ ἂν ὄντες ποτοποιοὶ παρουσιάζονται ὡς ποτοπῶλαι. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι πρὸς ὑπεκφυγὴν τοῦ φόρου μεταφέρουσιν ἀλλαχόθεν ὀλίγα ποτὰ, καὶ πωλοῦσι μετ’ αὐτῶν καὶ τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατασκευαζόμενα, τότε βεβαίως θέλει ἐφαρμοσθῆ κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος ἀπηνῶς.
§20ΧΟΙΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δύο λέξεις. Βεβαίως ὁ νόμος ἀναγράφει διάταξιν, ὅτι ἀνεκκλήτως ἀποφασίζει ἡ ἐπιτροπή· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι διετάχθη διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιοὺς ἡ ἀναθεώρησις. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἢ ὄχι;
§21Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν διέταξα. Πρώτην φορὰν ἤκουσα τοῦτο σήμερον.
§22ΧΟΙΔΑΣ. Δηλοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν διέταξεν, ἐνῷ ὁ κ. Ἀλεξάκης ἀνέφερε διαταγὴν αὐτοῦ καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς.
§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Πειραιῶς, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα εἶπον...
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε μίαν σημείωσιν.
§25ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. Θὰ πεισθῇ δὲ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως φροντίζει διὰ τὸν Πειραιᾶ, δὲν ἔχει δὲ τὸν δέοντα χρόνον ν’ ἀσχοληθῇ διὰ τὰς αἰτήσεις τῶν φορολογουμένων Τριπόλεως.
§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§27ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου Τανίας Ἰωάννου Εὐθυμίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, εἰς ἃς στηριχθεὶς προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν προέβη ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἀπολύσεως, παρακαλῶ αὐτὸν, χάριν ἑαυτοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοσιεύσεως, διότι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις βασίζονται ἐπὶ βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφορῶσι τὸν περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφον, ἀλλ’ ἄλλον, φέροντα τὸ αὐτὸ ὄνομα. Ἄλλος κατηγγέλθη πρὸ μηνῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην σχετικῶν βουλευμάτων εἶχε γείνῃ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου συμβολαιογράφου. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, λαβὼν γνῶσιν ἐγκαίρως τοῦ πράγματος, δὲν ἐνέκρινε τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ὁ συμβολαιογράφος ἔμεινεν ἐπί τινας μῆνας. Ἀλλ’ ἤδη ἐπανελήφθη ἡ πρότασις αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βουλεύματος τοῦ ἀφορῶντος τὸν συνώνυμον τῷ συμβολαιογράφῳ. Ὑπάρχουσι δύο βουλεύματα εἰς βάρος ἐκείνου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ βούλευμα ἄλλο τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἀφορῶν τοῦτο τὸν εἰρημένον συμβολαιογράφον, τὸ βούλευμα ὅμως τοῦτο διατάσσει, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γείνῃ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ βουλεύματα, ἐφ’ ὧν στηριχθέντες οἱ Εἰσαγγελεῖς προέτεινον τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου Τανίας κ. Εὐθυμίου. Καθιστῶ τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προληφθῇ τὸ ἄδικον.
§28Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ βραδύνει νὰ ἀπολύσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος συμβολαιογράφον, ὑπόδικον ὄντα ἀπὸ τοῦ 1895. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης, τότε Πρωθυπουργός, ἐγνώριζε τὰ κατ’ αὐτὸν καὶ εἶχε συστήσει εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπολύσῃ τὸν συμβολαιογράφον αὐτόν. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐβεβαιώθη περὶ τῆς ποιότητος τοῦ συμβολαιογράφου καὶ ἐσύστησε τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ σημείωμά του περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ συμβολαιογράφου τούτου. Ὁ πρώην Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως κ. Ἀντωνιάδης ἐγνωμάτευσε περὶ αὐτοῦ ἀληθῶς, στηριζόμενος εἰς βουλεύματα, ὧν τινα ἀφεώρων ἄλλα πρόσωπα...
§29ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχουν τὰ βουλεύματα;
§30ΠΕΡΡΟΣ. Ὑπάρχουν πέντε βουλεύματα, καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἀκόμη, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ Εἰσαγγελεὺς προέτεινε τὴν παῦσίν του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς εὗρε κατ’ αὐτοῦ τοῦ συμβολαιογράφου καὶ ἓν ἢ δύο βουλεύματα κατ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι συνέπιπτε νὰ ἔχωσι τὸ αὐτὸ ὄνομα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι ἢ μόνον 2, ἐνῷ εἶναι 3 τὰ ἄλλα βουλεύματα, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ὑπέβαλε τὴν γνώμην του τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Ἐφετῶν. Ὁ συμβολαιογράφος ὅμως αὐτὸς, ἐπιτήδειος ὢν, καὶ μαθὼν τὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ἀνέφερεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅτι τὰ βουλεύματα ταῦτα δὲν ἀφεώρων εἰς αὐτόν. Ἰδὼν δὲ πράγματι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τὰ δύο βουλεύματα μόνον, ἐπέστρεψε τὴν ἔκθεσιν τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Πρωτοδικῶν διὰ νὰ συμπληρώσῃ ταύτην. Ὁ νῦν Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, συγκεντρώσας τὰς πληροφορίας, στηριζόμενος δὲ καὶ ἐπὶ νέων λόγων, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ οὗτος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, συστήσαντες τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ μένῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοιοῦτος συμβολαιογράφος, καθ’ οὗ ὑπάρχουσι βουλεύματα, ἔστω καὶ πρὸς καιρὸν παύοντα τὴν καταδίωξιν.
§31ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀπορῶ, πῶς εἶναι τόσον ἐνήμερος ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαιογράφου. Συλλογισθῆτε τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναπτύξει, ὥστε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1895 ἐλάμβανεν ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν ἐπραγματοποιοῦντο. Αἱ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε, περὶ ἀπολύσεως τοῦ συμβολαιογράφου ἐκείνου, δὲν γνωρίζω τίνα σχέσιν ἔχουσι μὲ τὰς πληροφορίας, ἃς ἦλθε νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἰσχυρίζεται ὅτι ὑπάρχουν βουλεύματα. Ἐγὼ ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ πληροφορηθῇ αὕτη περὶ τίνος πρόκειται. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι καὶ τέσσαρα ἂν ὑπάρχουσι βουλεύματα, οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀφορᾷ τὸν συμβολαιογράφον Τανίας.
§32Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἀφορώσας τὸν συμβολαιογράφον Βυτίνης Λαμπρινόπουλον· διότι ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ Τριπόλεως κατώρθωσε δι’ ἀνύπαρκτον αἰτίαν νὰ τὸν τιμωρήσῃ, πρόκειται δὲ νὰ ἀπολυθῇ τιμιώτατος ὑπάλληλος. Παρακαλῶ, ἐξορκίζω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς παῦσιν, πρὶν ἢ πεισθῇ, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος αὐτὸς εἶναι ἄξιος παύσεως, καὶ δεύτερον νὰ προσαγάγῃ τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις.
§33Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δόσατε σημείωμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.
§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§35Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀπουσιάζει· ἔχω ὅμως ἀνάγκην νὰ μοὶ δοθῶσι πληροφορίαι περὶ τοῦ ζητήματος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησίς μου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπεφάσισε νὰ φωτίσῃ δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὴν προκυμαίαν αὐτοῦ· διακήρυξιν ὅμως δὲν ἐξέδωκε. Πολλαὶ ἑταιρεῖαι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα πληροφορίας, ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι δὲν δίδουσι καμμίαν πληροφορίαν...
§36Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι.
§37Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὅταν γίνητε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τότε μὲ πληροφορεῖτε... Μεταβαίνουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι διαφόρων ἑταιρειῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ ζητήσωσι πληροφορίας, ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ πραγματοποιηθῇ ὁ φωτισμὸς τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι δὲν δίδουσι καμμίαν πληροφορίαν, τοὐναντίον μάλιστα σκαιῶς οἱ ὑπάλληλοι ἀποδιώκουσι τοὺς προσερχομένους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῆς Βουλῆς νὰ μάθωσι τέλος πάντων αἱ διάφοροι ἑταιρεῖαι, ἂν θὰ φωτισθῇ ὁ Ναύσταθμος δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, καὶ ποῖοι οἱ ὅροι τοῦ φωτισμοῦ κλπ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταθέσατε σημείωμα, παρακαλῶ, ὅπως ἀποστείλωμεν αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§39Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ δασῶν νόμου (ἄρθρον 5) ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν καθ’ ἑκατὸν ὀκάδες καὶ τὰ καυσόξυλα τὰ χρησιμεύοντα ὡς καύσιμος ὕλη διὰ τὰ ἐργοστάσια. Ἐξ ὅλης τῆς οἰκονομίας τοῦ ἄρθρου καὶ τοῦ νόμου πείθεται πᾶς τις, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας, τὴν ὁποίαν καταβάλλει βεβαίως ὁ ὑλοτόμος, ἢ ὁ συλλέγων τὰ καυσόξυλα ταῦτα. Ῥητῶς λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο: «τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ 100 ὀκάδας, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν καὶ συλλογήν.» Δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον ὁ δασάρχης Λακεδαίμονος, τῇ συγκατανεύσει καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτινος ἐζητήθησαν ὁδηγίαι, θέλει νὰ φορολογήσῃ οὐχὶ πλέον τοὺς ὑλοτομοῦντας ἢ συλλέγοντας τοιαῦτα ξύλα, ἀλλὰ τοὺς καταναλίσκοντας ταῦτα. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ δασάρχης Λακωνίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκαν, δὲν στηρίζεται ποσῶς εἰς τὸν νόμον, καὶ εἶναι παράνομος. Διὰ τὴν παρανομίαν δὲ ταύτην ἀναγκάζομαι ἤδη νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὄχι μόνον παρανομία συμβαίνει, ἀλλὰ καὶ ἀδικία μεγίστη προσγίνεται εἰς τὰ ἐργοστάσια μεταξουργίας, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν μόνην βιομηχανίαν τῆς Λακεδαίμονος. Ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ἑπτὰ ἐργοστάσια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσι δι’ ἄλλης καυσίμου ὕλης, ἕνεκα ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας, παρὰ διὰ τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσι χωρικοὶ καὶ πωλοῦσιν εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας. Δὲν πιστεύω ὅτι πρέπει τόσον ἀπόνως νὰ καταστρέφηται ἡ βιομηχανία ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ὁ ὁποῖος—ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅ,τι εἶπον ἄλλοτε—εἶναι ἐγκαταλελειμμένος, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας. Σήμερον οἱ ἐργοστασιάρχαι δὲν δύνανται νὰ προμηθευθῶσιν ἄλλην ὕλην καύσιμον πρὸς λειτουργίαν τῶν ἐργοστασίων αὑτῶν, παρὰ μόνον τὰ καυσόξυλα. Παραβλάπτονται λοιπὸν σπουδαίως τὰ συμφέροντα τῆς βιομηχανίας ἐν Σπάρτῃ, οὐχὶ διὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ παρὰ τὸν νόμον, διὰ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτὸν, πρᾶγμα ἀδικώτατον. Καὶ ὑπὸ γενικωτέραν ἀκόμη ἔποψιν, τὴν βιομηχανίαν πρέπει νὰ τὴν ὑποστηρίζωμεν πάσῃ δυνάμει, καὶ οὐχὶ νὰ συντελῶμεν, καὶ ἐναντίον ἀκόμη τῶν νόμων, εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐξετάσῃ καλλίτερον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἑρμηνεύων ἀσφαλέστερον καὶ ὀρθότερον τὸν νόμον παραγγείλῃ τὸν δασάρχην νὰ παύσῃ ἐπιμένων νὰ φορολογῇ τὰ ξύλα ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἐργοστασίων, ἐνῷ ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, ὅτι οἱ ὑλοτομοῦντες καὶ οἱ συλλέγοντες πληρόνουσι τὸν φόρον, καὶ οὐχὶ οἱ ἀγορασταί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἴσως εἴπῃ, ὅτι οἱ πωλοῦντες ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἀδείας, καὶ οἱ ἀγορασταὶ δύνανται νὰ ζητῶσιν αὐτάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πράγματα εὔκολα αὐτά· διότι καθ’ ἑκάστην τυγχάνει εἷς χωρικὸς νὰ μεταφέρῃ μὲ τὸν ὄνον του ὀλίγα ξύλα· δὲν εἶναι τακτικὸς ὑλοτόμος, ὥστε νὰ ἔχῃ ἄδειαν, τὴν ὁποίαν νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὸν ἀγοραστήν. Εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἔλθῃ ὁ χωροφύλαξ εἰς τὴν οἰκίαν σας καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι «τοὺς ἄνθρακας, τοὺς ὁποίους ἔχετε εἰς τὴν οἰκίαν σας, κατάσχω ὡς παρανόμως ὑλοτομηθέντας.»
§40Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ὅμως αὐτὸ ἐγένετο εἰς τὴν Λάρισαν.
§41ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐργοστασιάρχας ἀπὸ τοιαύτης ἀδίκου φορολογίας. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ δασοφύλακες, ὅπως προλαμβάνωσι τοὺς συλλέγοντας καὶ πωλοῦντας καυσόξυλα, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ θέλῃ νὰ φορολογήσῃ αὐτὰ ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδεμίαν φορολογίαν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβάλλονται. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοὺς ἐργοστασιάρχας πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τῆς τοιαύτης φορολογίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς συλλέκτας καὶ πωλητὰς τῶν καυσοξύλων, διότι καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ ἄδικος καὶ δυσεφάρμοστος εἶναι αὕτη. Δὲν πρόκειται δὲ καὶ περὶ ἐσόδου ἀξίου λόγου, ὥστε διὰ τόσον μικρὸν ἔσοδον 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν νὰ πιέζωνται εἴτε οἱ ἐργοστασιάρχαι εἴτε οἱ πτωχοὶ συλλέκται καὶ πωληταὶ καυσοξύλων.
§42Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν παρεκλήθην νὰ δώσω ἑρμηνείαν ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τοιαύτη τις ἑρμηνεία, ἂν ἐδόθη ὑπὸ τοῦ δασάρχου Λακεδαίμονος, ἐδόθη ἐν τῷ συμφέροντι τῆς βιομηχανίας καὶ ἐν τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ διευκολυνθῶσιν οἱ μεταφέροντες τὰ καυσόξυλα, διότι ὁ νόμος φορολογεῖ τὰ καυσόξυλα, τὰ συλλεγόμενα διὰ τὰ ἐργοστάσια. Ὅπως γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν καυσοξύλων τῶν προωρισμένων διὰ τὰ ἐργοστάσια καὶ τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὅμοιον προορισμὸν, βεβαίως ἤθελεν ἀπαιτηθῆ ἔρευνά τις, πρὶν ἢ τὰ καυσόξυλα εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἐργάζονται τὰ ἐργοστάσια. Ἡ τοιαύτη ἔρευνα ἤθελεν ἐπεκταθῆ εἰς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μεταφέρουσι καυσόξυλα. Ἵνα μὴ ἐνοχλῶνται λοιπὸν οὗτοι, ὑποθέτω ὅτι ὁ δασάρχης παρέχει εὐκολίαν εἰς αὐτούς, ἐπιβάλλων τὴν φορολογίαν εἰς τὸ ἐργοστάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσάγονται τὰ καυσόξυλα πρὸς χρῆσιν αὐτοῦ. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι τοῦτο θὰ πιέσῃ ἢ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς βιομηχανίας· διότι, ἐὰν οἱ ἐργοστασιάρχαι πληρώσωσι τὸν φόρον, βεβαίως τὸν φόρον τοῦτον θὰ ἐκπέσουν ἀπὸ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἤθελον πληρώσει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πωλοῦν εἰς αὐτοὺς τὰ καυσόξυλα, ἐνῷ τοὐναντίον οὗτοι ἤθελον ὑπερτιμήσει τὰ καυσόξυλα κατὰ λόγον τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσαν· παρουσιάζει δὲ τοῦτο τὴν εὐκολίαν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ δυστυχεῖς, οἱ κοπιάζοντες, ἵνα μεταφέρωσιν ὀλίγα καυσόξυλα, δὲν ὑποβάλλονται εἰς καμμίαν πίεσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ πίεσιν τῆς βιομηχανίας τῆς τοπικῆς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἂν οἱ ἐργοστασιάρχαι πληρώσωσι τὸν φόρον, θὰ τὸν ἐκπέσουν ἀπὸ τῆς ἀξίας τῶν καυσοξύλων. Τοὐναντίον θὰ τὸν πληρόνωσιν οἱ μεταφέροντες αὐτά, αὐξάνοντες τὴν ἀξίαν, καὶ θέλουσι προσθέτως ὑποβάλλεσθαι εἰς ἐξέτασιν, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν πόλιν, παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς δασοφυλακῆς. Ὑποθέτω ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Θὰ ἐξετάσω ὅμως, καὶ θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φόρος ἐπὶ κατηγορίας τινὸς καυσοξύλων ζητεῖται καὶ εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν. Πταίστης ὅμως τούτου δὲν εἶναι οὔτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὁ δασάρχης· πταίει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν ὀφείλει νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου περὶ δασῶν, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον (ἀναγινώσκει)· «Τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ 100 ὀκάδες, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν καὶ συλλογὴν αὐτῶν εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις ...» Ὅπως γνωρίζετε ὅμως, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὅπως γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν ὅλων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ καυσόξυλα συλλέγονται ἀπὸ παμπτώχους τινὰς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν τὰ συλλέγωσι, δὲν τὰ προορίζουσι διὰ τὰ ἐργοστάσια, ὅπως προμηθευθῶσιν ἀδείας, ἀλλὰ τὰ μεταφέρουσιν εἰς τὰς διαφόρους πόλεις διὰ τῶν μεταγωγικῶν ζώων των, καὶ ὁ πρῶτος τυχὸν ἀγοραστὴς ἀγοράζει τὰ καυσόξυλα ταῦτα, χωρὶς ὁ χωρικὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐξελέγξῃ, ἂν ὁ ἀγοραστὴς θέλει τὰ καυσόξυλα πρὸς χρῆσιν ἐργοστασίου ἢ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν. Ἐπὶ τῶν χωρικῶν λοιπὸν καὶ τῶν ὑλοτόμων δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι δὲν δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν χωρικὸν νὰ ζητήσῃ ἄδειαν διὰ τὴν συλλογὴν τῶν καυσοξύλων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν γνωρίζει διὰ ποίαν χρῆσιν προορίζονται τὰ καυσόξυλα. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀγοραστοῦ. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ὑποβάλητε τοὺς χωρικοὺς εἰς τὴν διατύπωσιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἐπίσης νὰ ἀναγκάσητε καὶ τοὺς ἐργοστασιάρχας νὰ πληρόνωσι φόρον καυσοξύλων· διατί; διότι ὁ ἐργοστασιάρχης, ἀγοράζων τὰ καυσόξυλα διὰ τὸ ἐργοστάσιόν του, ὑποθέτει ὅτι ἔχει ἐφαρμοσθῆ ἡ ἀνεφάρμοστος αὕτη διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν τὰ καυσόξυλα δὲν ὑλοτομοῦνται ἄνευ ἀδείας· ὁ ἐργοστασιάρχης δὲν εἶναι συλλογεύς, ὥστε νὰ ζητήσῃ ἄδειαν πρὸς συλλογὴν αὐτῶν· μεταβαίνει εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν καυσοξύλων καὶ ἀγοράζει ταῦτα διὰ τὸ ἐργοστάσιόν του. Οὐδ’ ὁ χωρικὸς λοιπὸν δύναται νὰ λάβῃ ἄδειαν πρὸς ὑλοτομίαν καυσοξύλων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν γινώσκει τὸν προορισμόν των, οὐδ’ ὁ ἐργοστασιάρχης. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη καὶ ἐν Τριπόλει, καὶ οἱ ποιοῦντες χρῆσιν τοιούτων καυσοξύλων εἴς τινα ἐργοστάσια συνέταξαν καὶ ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ νόμος, ὅπως ἔχει, εἶναι ἀνεφάρμοστος· εἶναι δὲ ἀνεφάρμοστος καὶ διὰ τὸν ἐργοστασιάρχην, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ποίαν ἄδειαν καὶ διὰ πόσον ποσὸν καυσοξύλων θέλει λάβει ἄδειαν ὁ ἐργοστασιάρχης; Θὰ λάβῃ σήμερον ἄδειαν π. χ. δι’ ἑκατὸν φορτία ἀλλὰ πότε θὰ τὰ καταναλώσῃ; Ὁ δὲ δασοφύλαξ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισκέπτηται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰς ἀποθήκας καὶ νὰ συντάσσῃ πρωτόκολλα καὶ νὰ φέρῃ τοὺς ἐργοστασιάρχας κατηγορουμένους ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐργοστασιάρχας μὴ ὑποχρέους νὰ ἔχωσιν ἄδειαν πρὸς προμήθειαν τῶν καυσοξύλων. Τοὺς χωρικοὺς ἐπίσης, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ὑποβάλητε εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἀδείας, διότι ὁ χωρικὸς φέρῃ ἓν φορτίον καυσοξύλων, δὲν γνωρίζει δὲ, ἂν ὁ ἀγοραστὴς αὐτῶν εἶναι ἐργοστασιάρχης, ἢ οἰκογενειάρχης θέλων νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς θέρμανσιν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ, παρὰ εἰς τὸ νὰ πιέζωνται καὶ οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι συλλογεῖς τῶν καυσοξύλων καὶ μικροβιομήχανοί τινες, τῶν ὁποίων τὰ ἐργαστήρια κακῶς ὁ δασάρχης χαρακτηρίζει ἐργοστάσια. Εἶναι μία βιομηχανία ἀρτιγέννητος, ἀσκουμένη εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ οὐχὶ νὰ εὑρίσκῃ τοιαῦτα προσκόμματα εἰς τὰ πρῶτα βήματα αὐτῆς καὶ νὰ μὴ εὑρίσκουν καύσιμον ὕλην ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐργάζονται δι’ ἀτμοῦ, ἀλλὰ κατὰ περιόδους διὰ τῆς καύσεως ὀλίγων καυσοξύλων κατασκευάζουσιν ὀλίγα κομφέτα ἢ πατὰ, ὡς εἶναι τὰ μικρὰ ζαχαροπλαστεῖα, τὰ ὁποῖα ἅπαξ τοῦ μηνὸς ἢ ἅπαξ κατὰ δύο μῆνας ἀνάπτουσι μίαν μηχανήν. Ταῦτα, μοὶ φαίνεται, δὲν εἶναι ἐργοστάσια. Ἀλλὰ καὶ τὰ διαρκῶς ἐργαζόμενα ἐργοστάσια δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοιοῦτον φόρον, διότι τὰ ξύλα τὰ ἀγοράζουν μετὰ τὴν συλλογὴν καὶ μεταφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν διαφόρων πόλεων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 5.
§44ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι σαφὴς, νομίζω, ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καυσοξύλων τῶν φορολογητέων πληρόνεται κατὰ τὴν συλλογὴν, δηλ. ὑπὸ τοῦ ὑλοτόμου. Πᾶσα ἑρμηνεία ἐναντία, τείνουσα εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ φόρου ἀπὸ τοῦ ὑλοτόμου εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, εἶναι ἑρμηνεία ἐναντία τοῦ νόμου. Ὅτι δὲ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἔχει δοθῆ ἐντεῦθεν, δηλ. ἐξ Ἀθηνῶν, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ δασάρχου Λακεδαίμονος εἶναι ὁμοία μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δασάρχου Μαντινείας, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς ἐργοστασιάρχας νὰ τῷ ὑποβάλωσι σχεδιογράφημα τῶν ἀποθηκῶν των, δήλωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα θὰ καύσωσι, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας δηλώσεις. Οἱ ἐργοστασιάρχαι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τοιαύτας προσκλήσεις, στηριζομένας εἰς παρερμηνείαν τοῦ νόμου, καὶ δὲν ὑπήκουσαν. Δὲν ζητῶ δ’ ἐγὼ τοῦ νόμου τούτου τὴν διόρθωσιν, οὐδὲ τὴν ἄρσιν τοῦ κακοῦ. Ἀναφέρω μόνον, ὅτι εἶναι παράνομος ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δίδεται, διότι εἰς τοὺς ἐρωτήσαντάς με ἐργοστασιάρχας ἔδωσα τὴν συμβουλὴν, ὅτι, ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δικαστήριον, θὰ κηρυχθῶσιν ἀθῷοι, διότι αὐτοὶ δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσι τοιοῦτον φόρον, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ κάμωσι κατάχρησίν τινα ἐκ συστάσεως μετὰ τῶν πωλητῶν τῶν καυσοξύλων.
§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐγκρατὴς τοῦ θέματος, κύριοι Βουλευταὶ, ἀκριβῶς δὲ τὴν ἐγκράτειαν ταύτην ἀπέκτησα ἕνεκα διαφόρων παρανομιῶν τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ δασάρχου Μεγαρίδος, τὰς ὁποίας καὶ δι’ ἀναφορᾶς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατήγγειλα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς ἐτέθη ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ Λακεδαίμονος, Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαφωνήσω ὑπὸ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, νὰ συμφωνήσω δὲ, ὡς πρὸς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη, ἵνα ἀρθῇ ἡ φορολογία αὕτη, ὑπὲρ τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Οἱ ἀναγινώσκοντες τὸν νόμον θέλουσιν ἔλθει εἰς συμπεράσματα σύμφωνα πρὸς ὅσα θέλω ἀναπτύξει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔδωκεν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος σαφῆ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ δασῶν, βεβαίως δὲν ἐσκόπει νὰ προνοήσῃ καὶ προστατεύσῃ τὴν βιομηχανίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐχρησιμοποιοῦντο τὰ δασικὰ προϊόντα, τὰ καυσόξυλα, ἀλλὰ μόνον νὰ προστατεύσῃ τοὺς πτωχοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, οἵτινες ἦσαν τὰ αἰώνια θύματα ἀπαύστων καταπιέσεων καὶ ἐκβιάσεων ἀπὸ τοὺς δασοχωροφύλακας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ συλλέξωσιν ἐκ τῶν δασῶν καὶ νὰ καύσωσιν εἰς τὴν πτωχὴν ἑστίαν των οὔτε ἕν φορτίον ἀπεξηραμένων καὶ ὅλως ἀχρήστων κλάδων καὶ ῥιζῶν, διότι καὶ δι’ αὐτὰ συνετάσσετο πρωτόκολλον, ὅτι ἔκοψαν ὁλόκληρον δένδρον χρήσιμον, καὶ διὰ τοῦτο ἐστοίχιζεν εἰς αὐτοὺς ἓν φορτίον καυσοξύλων τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν, ἢ δέκα δραχμῶν πρόστιμον καὶ τὰ ἔξοδα τῆς δίκης. Ἐγένετο σκέψις περὶ τούτου μεγάλη, καὶ συνεζητήθη ποῖον θὰ ἦτο τὸ προσφορώτερον μέτρον, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ δασῶν, ἐν γένει δὲ οἱ νόμοι περὶ δασῶν ἀπησχόλησαν ἀείποτε τὰς Ἑλληνικὰς Βουλὰς· δὲν ὑπῆρξε περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ζητηθῇ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ δασῶν. Συνεστήθησαν διάφοροι ἐπιτροπαὶ, καὶ προσεπάθησαν πάντοτε, τὸν σκόπελον, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται, τῶν καταχρήσεων τῶν δασοχωροφυλάκων νὰ τὸν πολεμήσωσιν ἢ τὸν παρακάμψωσιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς οὐδὲν τούτων ἐπετεύχθη. Ἐπεδιώχθη λοιπὸν ἡ εὐκολία πρὸς τοὺς χωρικοὺς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν προστασίαν τῶν δασῶν, καὶ οἱ νομοθέται ἀπεφάσισαν νὰ ἀφήσωσιν ἐντελῶς ἀφορολόγητα ἐν γένει τὰ καυσόξυλα τὰ συλλεγόμενα ἢ ὑλοτομούμενα πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν. Διατὶ δὲ τοῦτο; ἵνα παράσχωσι τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ σώσωσι καὶ τὰ δάση. Διότι ὅταν ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ ξυλευθῇ ὁ χωρικὸς ἄνευ ἀδείας καὶ καταβολῆς τοῦ φόρου, δὲν ἔχει ἀνάγκην κρύφα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δάσος καὶ τὸ πρῶτον προστυχὸν δένδρον, ἔστω χρήσιμον καὶ χλωρὸν, νὰ τὸ κατακόψῃ καὶ νὰ συλλέξῃ τὰ ξύλα καὶ νὰ φύγῃ, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δάσος, νὰ ἐξακριβώσῃ ποῖον εἶναι ἄχρηστον δένδρον, ἢ ἀπεξηραμένον, ἢ κατακείμενον καὶ πρὸς πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν ἀνεπιτήδειον, ὡς ὁ νόμος λέγει, καὶ αὐτὸ νὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ καυσόξυλα καὶ τὸ μεταφέρῃ. Τὸ πνεῦμα λοιπὸν τοῦ νόμου εἶναι νὰ προστατεύσῃ τοὺς χωρικοὺς καὶ τὰ δάση. Ἐνταῦθα ὅμως, ἐρωτᾶται, ἐζήτει νὰ προστατεύσῃ τὴν βιομηχανίαν, καὶ καθ’ ὃν τρόπον τελεῖται ἡ φορολογία σήμερον ἐπὶ τῶν καυσοξύλων; Οἱ σχόντες τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσωσι τὸ ἄρθρον παρεῖδον ἐν τῇ ἀναγνώσει τῇ ταχείᾳ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον. Τί λέγει τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου περὶ ὑλοτομίας καὶ συλλογῆς ἢ κατασκευῆς οἱωνδήποτε δασικῶν προϊόντων ἐντὸς οἱουδήποτε δάσους, καταργεῖται πᾶσα ἄδεια, οὐδὲ καταβάλλεται δικαίωμά τι πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον...» Καὶ ἀπαριθμεῖ τὰς περιπτώσεις. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ὁ δασάρχης νὰ προβῇ εἰς φορολογίαν ἐναντίον τῶν χωρικῶν τῶν ὑλοτομούντων, διότι ῥητῶς τὸ ἄρθρον 5 λέγει, ὅτι «τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ ἑκατὸν ὀκάδας, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογήν των.» Ἀλλ’ εἰς ποίαν περίπτωσιν ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης; πότε ἀπαιτεῖται νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ ἑκατὸν ὀκάδας τὰ καυσόξυλα καὶ ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογήν των; «1) Ὅταν μεταφέρωνται δι’ οἱουδήποτε μέσου ἐκτὸς τοῦ Δασαρχείου, ἐν ᾧ ὑλοτομήθησαν». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ὑλοτόμος, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μεταφέρῃ πρὸς ἐμπορίαν καυσόξυλα εἰς ποσότητα καὶ ὄχι ἐντὸς τοῦ Δασαρχείου, ἐν ᾧ ὑλοτομήθησαν, ἀλλὰ εἰς ἕτερον Δασαρχεῖον, τότε ὁ ὑλοτόμος, εἴτε χωρικὸς εἴτε ξυλέμπορος εἶναι, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν προηγουμένης ἀδείας, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ δευτέρα περίπτωσις (ἀναγινώσκει): «2) Ὅταν γίνηται χρῆσις αὐτῶν ὡς καυσίμου ὕλης δι’ ἐργοστάσια, ἔστω καὶ ἂν μεταφέρωνται διὰ τριῶν ζώων κατ’ ἄτομον». Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προτέρας διατάξεως, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 30 λεπτῶν κατὰ ἑκατὸν ὀκάδας, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογήν των». Ἤτοι, ὅταν εἷς ἐργοστασιάρχης θέλῃ νὰ μεταχειρισθῇ ὡς καύσιμον ὕλην ἐν τῷ ἐργοστασίῳ του καυσόξυλα, τί πρέπει νὰ κάμῃ; Θὰ ζητήσῃ ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἔφορον πρὸς συλλογὴν καυσοξύλων... (διακοπαί.)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν.
§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἐφηρμόσθη ἐνταῦθα μετὰ μακρὰν διαδικασίαν· διότι, ὅταν ὁ νόμος ἐπιβάλλῃ φορολογίαν εἰς τὴν καύσιμον ὕλην τῶν καυσοξύλων τῶν χρησιμοποιουμένων ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, εἶναι ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαφύγῃ. Ποῦ ἐννοεῖτε λοιπὸν ἄλλως τὸ στάδιον τῆς ἐφαρμογῆς; εἰς τὸν ὑλοτόμον; ἀπαγορεύεται ῥητῶς νὰ φορολογηθῇ. Ἑπομένως ποῦ; κατὰ τὸ στάδιον τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν καυσοξύλων, διότι ὁ ὑλοτόμος φέρει τρία ζύγια, καθ’ ἃ δικαίωμα ἔχει, εἰς τὴν πόλιν, καὶ τὰ πωλεῖ εἰς τὸν ἐν τοῖς ἀστικοῖς πληθυσμοῖς βιοῦντα, χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ, τίς ὁ ἀγοραστὴς, ἐὰν εἶναι ἐργοστασιάρχης ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσήχθησαν εἰς τὸ ἐργοστάσιον καὶ καθωρίσθη ἡ χρῆσίς των δι’ ἐργοστάσια, τότε ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν συνδυασθῇ ἡ διάταξις αὕτη πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν, ὅταν ἔχῃ τις δασικὰ προϊόντα, προσκαλεῖ τὸν δασάρχην, ἵνα συντάξῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν, τὸ στάδιον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως περὶ φορολογίας τῶν καυσοξύλων εἶναι κατὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν καυσοξύλων. Ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου μετὰ πολλὴν βάσανον ἐγένετο ἐν Ἀθήναις, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον στάδιον, ἵνα καὶ ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ καὶ ὁ ὑλοτόμος ἀπαλλαγῇ πάσης καταπιέσεως, καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης, ὁ καταναλίσκων καυσόξυλα ὡς καύσιμον ὕλην, ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν. Ἐὰν ἤδη κριθῇ ἀναγκαία ἡ προστασία τῆς βιομηχανίας, εἶναι ἄλλο ζήτημα, εἰς ὃ συμφωνῶ. Ἐὰν ἐπικρατήσῃ σήμερον τοιοῦτον πνεῦμα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐδῶ, καὶ θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ νὰ ἄρῃ γενικῶς τὴν φορολογικὴν ταύτην διάταξιν. Ἀλλὰ κατηγγέλθη ὅτι γίνονται καταπιέσεις; καταγγείλατε τότε τὰ ὄργανα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Εἰσαγγελίαν. Εὑρίσκετε τὰς καταπιέσεις διαπραττομένας ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων; καταγγείλατε τοὺς ὑπαλλήλους. Εὑρίσκετε ταύτας ἐν τῷ νόμῳ; ζητήσατε τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου. Ὡς ὅμως ἔχει ὁ νόμος σήμερον, καὶ ὡς ἐφαρμόζουν αὐτὸν, φορολογοῦντες τοὺς ἐργοστασιάρχας, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ταύτην εὑρίσκω ὀρθήν. Ἀλλὰ καταπιέζονται, λέγουσιν, οἱ ἐργοστασιάρχαι, οἱ χρησιμοποιοῦντες καυσόξυλα ὡς καύσιμον ὕλην· πλὴν δεκτοῦ ὄντος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐσκόπει μόνον τὴν προστασίαν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, τῶν συλλεγόντων καυσόξυλα, αἴρεται αὐτὴ ἡ ἀντιλογία. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης, τοῦτο δύναται νὰ ἦναι ἄλλο θέμα συζητήσεως· δὲν εὑρίσκω ὅμως τὴν γενομένην ἐφαρμογὴν ὑπὸ τῶν δασαρχῶν ὡς πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας ἢ σύμφωνον καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§48Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει εἰς τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον εἶναι ῥητόν, ῥητότατον, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκει λόγον νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἐγὼ ἔδωσα, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἠρνήθη καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Τὰ καυσόξυλα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν τριάκοντα λεπτῶν, καὶ ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογήν των». Ἐφαρμόζονται δὲ αἱ δύο αὗται διατάξεις εἰς τὰς ἑπομένας περιπτώσεις (ἀναγινώσκει): «1) ὅταν μεταφέρωνται δι’ οἱουδήποτε μέσου ἐκτὸς τοῦ Δασαρχείου, ἐν ᾧ ὑλοτομήθησαν· 2) ὅταν γίνηται χρῆσις αὐτῶν ὡς καυσίμου ὕλης δι’ ἐργοστάσια, ἔστω καὶ ἂν μεταφέρωνται διὰ τριῶν ζώων κατ’ ἄτομον». Βλέπετε ὅτι καὶ διὰ τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις εἶναι ἡ πρώτη παράγραφος, ὅτι πληρόνουσι 30 λεπτὰ κατὰ 100 ὀκάδας, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ἄδεια πρὸς ὑλοτόμησιν ἢ συλλογήν των· δὲν διακρίνει δηλαδὴ ὑλοτόμησιν ἢ συλλογὴν διὰ τὰ μεταφερόμενα ἐκτὸς τοῦ Δασαρχείου, ἐν ᾧ ὑλοτομήθησαν, καὶ ὑλοτόμησιν ἢ συλλογὴν διὰ τὰ χρησιμεύοντα ὡς καύσιμος ὕλη εἰς τὰ ἐργοστάσια. Ἀλλὰ τουλάχιστον δὲν παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει: «ἔστω καὶ ἂν μεταφέρωνται διὰ τριῶν ζώων κατ’ ἄτομον»; Ἐξ αὐτοῦ ἐξάγεται, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ὑλοτομούντων καὶ μεταφερόντων τὰ καυσόξυλα, ὄχι δὲ περὶ τῶν ἀγοραζόντων αὐτά. Ὥστε δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην. Δὲν ἀπορῶ δέ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνθυμῆται τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἥτις τῷ ἀνεκοινώθη συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τοῦ δασάρχου Σπάρτης, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ τμήματι τῷ δασικῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τμηματάρχης μετὰ πολλοῦ ζήλου ἐργάζεται, ἀλλὰ καὶ ὁ πολύς του ζῆλος ἐκτρέπει τοῦτον εἰς παρανομίας,—ἀπὸ καλοῦ βεβαίως συνειδότος· δὲν θέλω νὰ τῷ ἀποδώσω κακὸν συνειδός,—ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, ἔχων ἀπεριόριστον πίστιν εἰς τοῦτον, πολὺ εὐλόγως, ἴσως δὲν ἐξετάζει ἐπισταμένως τὰς διαφόρους πληροφορίας, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἐκ τοῦ τμήματος ἐκείνου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ εἰς ἄλλας πράξεις τοῦ τμήματος αὐτοῦ παρετηρήθησαν τοιαῦται παρεκτροπαὶ ἀπὸ τοῦ νόμου. Ἐζητήθησαν πράγματι ὁδηγίαι, καὶ συνεπείᾳ τῶν ὁδηγιῶν ἐκείνων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυνουρίας, ἐδόθησαν διαταγαί, ὅπως καταμετρῆται ὁ χῶρος τῶν ἀποθηκῶν τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα ἐξευρίσκηται τὸ ποσὸν τῶν ξύλων, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἀγοράζουν καὶ ἀποθηκεύουν. Ἀπαντᾶται ἐν τῷ νόμῳ τοιοῦτόν τι; Πῶς λοιπὸν ἔδωσε τοιαύτας διαταγὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ τμηματάρχου; Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν πιέζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ βιομηχανία, ἀλλ’ ἠθέλησε μετὰ τοῦ δασάρχου νὰ διευκολυνθῶσιν οἱ φορολογούμενοι· καὶ ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς οὕτω, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ φορολογούμενοι. Ἠθέλησε λοιπὸν νὰ διευκολύνῃ τοὺς φορολογουμένους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι διευκόλυνσις αὐτὴ, εἶναι καταπίεσις μεγίστη τῶν ἐργοστασιαρχῶν, νὰ ἐπιτρέπηται εἰς οἱονδήποτε δασάρχην ἢ δασοχωροφύλακα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν ἐργοστασιαρχῶν καὶ νὰ τοῖς λέγῃ: «σταματήσατε τὴν ἐργασίαν σας, ἵνα καταμετρήσωμεν τὴν ξυλείαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς τὰς ἀποθήκας σας». Καὶ τοῦτο συνέβη, βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας Σπάρτης· διότι εἰσῆλθον ὁ δασάρχης καὶ οἱ δασοχωροφύλακες καὶ ἐζήτουν νὰ καταμετρήσουν τὰς ἀποθήκας των. Ὡς ὅμως ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε, τὸ κακὸν δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν παρερμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ τμηματάρχης τοῦ δασονομικοῦ τμήματος δίδει, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος, ὡς ἔχει εἶναι ἀνεφάρμοστος, καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ συλλέγοντες καὶ μεταφέροντες καυσόξυλα εἰς τὰς πόλεις πρῶτον, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν γνωρίζουσι, τίς ἀγοραστὴς θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν των, ἵνα πωλήσωσι τὰ ξύλα, δεύτερον, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν μεταφέρει τὰ καυσόξυλα δι’ ἑνὸς ἵππου ἢ ἡμιόνου ἢ ὄνου, καὶ ὁ ἵππος αὐτὸς ἢ ἡ ἡμίονος ἢ ὁ ὄνος δὲν μεταφέρει ποτὲ 100 ὀκάδας καυσοξύλων· ἐὰν ζυγίσητε τὸ φορτίον, τὸ ὁποῖον φέρει, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι πολὺ κατώτερον τῶν 100 ὀκάδων· ὥστε δὲν δύνασθε νὰ τὸ φορολογήσητε. Πρόκειται λοιπὸν περὶ διατάξεως καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεφαρμόστου. Πλὴν ὅμως τούτου, δὲν βλέπω ποῖον εἶναι καὶ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης τῶν καυσοξύλων. Εἶναι τοῦτο ἐλάχιστον. Ἂς ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μίαν κατάστασιν, πόσα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ἀνάξιον λόγου, καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ γίνηται τόσος λόγος περὶ τοῦ φόρου τούτου καὶ τοσαύτη καταπίεσις καὶ εἰς τοὺς συλλέκτας τῶν καυσοξύλων καὶ εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον νὰ ἄρῃ τὰς τοιαύτας ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔδωσεν εἰς τοὺς δασάρχας, ἀλλὰ καὶ διὰ νόμου ν’ ἀπαλλάξῃ ἐντελῶς τὰ καυσόξυλα ἀπὸ φορολογίας, τῆς ὁποίας τὸ ἔσοδον δὲν πιστεύω νὰ ὑπερβαίνῃ ποτὲ τὰς 5 ἕως 6 χιλιάδας δραχμὰς καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Διότι τοιαῦτα ἐργοστάσια, χρησιμοποιοῦντα καυσόξυλα, δὲν εἶναι πολλά· εἶναι ἐλάχιστα, εἴς τινας μικρὰς πόλεις, ὡς ἐν Τριπόλει, ἐν Σπάρτῃ καὶ ἔν τισιν ἄλλαις. Διὰ τόσον μικρὸν ἔσοδον δίδεται ἀφορμὴ μεγίστης καταπιέσεως εἴτε τῶν συλλεκτῶν καυσοξύλων, εἴτε τῶν ἀγοραζόντων αὐτὰ ἐργοστασιαρχῶν, ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὰ δασικά. Εἶδον ἐν Σπάρτῃ ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι διὰ πρωτοκόλλου ἑνὸς δασοφύλακος ἐκλήθησαν ὡς κατηγορούμενοι ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ ἐκινδύνευσαν νὰ φυλακισθῶσι, διότι οἱ δικασταὶ ἐννοοῦν οὕτω πὼς νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους, σύμφωνα μὲ τὰς ἐγκυκλίους τοῦ κ. Σαμίου καὶ μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει οὗτος εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§49Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις καὶ παραστάσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον περὶ δασῶν, διὰ τοῦ ὁποίου φορολογοῦνται τὰ καυσόξυλα, καὶ δι’ ἑρμηνείας τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς ἐργοστασιάρχας ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας· διότι διὰ τῆς παρερμηνείας τοῦ νόμου τούτου, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἠναγκάσθησαν νὰ παύσωσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐν Μεσολογγίῳ καὶ ἐν Καρβασαρᾷ νὰ ξυλεύωνται καὶ ν’ ἀγοράζωσι καυσόξυλα, καὶ κινδυνεύουν ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης!
§50Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βραχεῖαν παράκλησιν θὰ ἀπευθύνω πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκ Κερκύρας καὶ ἐκ Πατρῶν παρ’ ἀστυφυλάκων, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν ἔχουσι νὰ λάβωσι μισθοδοσίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι γενική τις ἀφορμὴ τοῦτο, ἢ προέρχεται ἐξ ἀβελτηρίας, ἥτις ἤγαγε τοὺς ἀνθρώπους τούτους εἰς θέσιν ἀληθοῦς ἀπογνώσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἕνα καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπουσιάζει, νὰ λάβωσι πρόνοιαν καὶ νὰ ἄρουν τὸ κακὸν, διότι, ὡς γράφουν οἱ παραπονούμενοι, εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶναι κεφαλαιοῦχοι, οὔτε ἔχουν πιστώσεις, καὶ ἀναγκάζονται νὰ προεξοφλῶσι τοὺς μισθούς των καὶ νὰ χάνωσι μέγα μέρος τῆς πενιχρᾶς μισθοδοσίας των. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὅταν τὰ κατώτατα ὄργανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν λαμβάνωσι τακτικῶς τὴν μισθοδοσίαν των, ἀναγκάζονται, ὅπως ἐξεύρωσι τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν αὑτῶν, νὰ ἐκτρέπωνται, καὶ αἱ ἐκτροπαὶ αὗται βεβαίως δὲν ἐμπεδώνουσι τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τοῦτο ἔφερα τὸν λόγον, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι τὰ δέοντα μέτρα. Ἐπίσης ἤθελον ὑπομνήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα κατὰ μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ζητήσας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δικογραφίαν τινὰ, ἀφορῶσαν τὴν καταδίκην πρώην χωροφύλακος, καταδικασθέντος εἰς ἰσόβια δεσμά.
§51Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὴν κατέθεσα, διότι μελετῶ αὐτὴν, καὶ ἂν πεισθῶ ὅτι ἡ σύστασις εἶναι δικαία, θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα πρὸς ἀπονομὴν χάριτος.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Τριπόλεως μοὶ ἀνηγγέλθη εἴδησις, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία πολὺ μὲ ἐλύπησε. Τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, συνεδριάζοντος τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, ἀπεβίωσεν αἴφνης ὁ προεδρεύων τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ πρωτοδίκης Τσιριγώτης, καταλιπὼν ὁ δυστυχὴς ὡς μόνην κληρονομίαν εἰς τὰ τέκνα του ἀπερίγραπτον πενίαν! Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ τοὐλάχιστον, ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου αἱ δαπάναι τῆς κηδείας αὐτοῦ, ἵνα κατορθωθῇ ἡ μετακίνησις τῆς πολυμελοῦς καὶ πενεστάτης οἰκογενείας του. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ συντάξεως δεῖται μελέτης, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας καὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δικαιοῦται εἰς σύνταξιν. Σήμερον παρακαλῶ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ νὰ ἀποδοθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς κηδείας, αἵτινες κατεβλήθησαν ἤδη ὑπὸ φιλανθρώπων, ἵνα χρησιμεύσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς εἶπον, πρὸς ἀναχώρησιν τῆς ἀτυχοῦς οἰκογενείας του, διότι ἀπέθανεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ δικαστὴς αὐτὸς, ἐγκαταλιπὼν εἰς αὐτὴν τὴν μόνην κληρονομίαν τῶν ἐντίμων ὑπαλλήλων, καὶ δὴ τῶν δικαστῶν, τὴν πενίαν.
§53Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἅμα ὡς ἔλαβον τὴν δυσάρεστον εἴδησιν τοῦ θανάτου τοῦ ἐντίμου αὐτοῦ δικαστοῦ, ἔσπευσα εὐθὺς νὰ παρακαλέσω δι’ ἐγγράφου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις διαχειρίζεται τὰ τοῦ κονδυλίου τῶν κηδειῶν, ὅπως διατάξῃ νὰ δοθῇ τὸ ἀνάλογον χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὴν κηδείαν.
§54ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔτυχε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἦμαι ἐκεῖ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου τοῦ ἀτυχοῦς δικαστοῦ. Ἀφῆκεν ὁ ἔντιμος αὐτὸς ὑπάλληλος πολυμελῆ οἰκογένειαν ἐν πληρεστάτῃ πενίᾳ. Διὰ συνεισφορᾶς ἐνηργήσαμεν τὴν κηδείαν του!
§55Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπακοπούλου. Νομίζω δὲ καλὸν νὰ διαβιβάσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν παράκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος ἐντίμου δικαστοῦ.
§56Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἕνεκα τῆς τιμιότητός του τῆς μεγάλης ἀπέθανε πτωχός.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν ὑπερβολικὸν ζῆλον τῆς Ἐφορίας Λαυρίου· εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὸν δι’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰν ἐργάτου μεταλλευτοῦ ἐν Λαυρίῳ, διὰ τῆς ὁποίας παραπονεῖται, ὅτι ἔχων καλύβην ἐν Πλάκᾳ τοῦ Λαυρίου,—καὶ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ποῖαι εἶναι αὗται αἱ καλύβαι τῶν ἐργατῶν μεταλλευτῶν—ἔχων, λέγω, τοιαύτην καλύβην, ἐφορολογήθη. Ὡς γνωρίζετε, αἱ καλύβαι τῶν ἐργατῶν μεταλλευτῶν δὲν εἶναι ἀξίας οὔτε πεντήκοντα δραχμῶν ἑκάστη, δὲν ἀπαρτίζεται αὕτη οὔτε κἂν ἀπὸ τοιχώματα ἐκ λίθων, ἀλλ’ εἶναι ἐνσκαφὴ τοῦ ἐδάφους, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ γίνεται μία σκάφη, ἡ ὁποία ἄνωθεν καλύπτεται, καὶ οὕτω σχηματίζεται μία καλύβη, εἰς τὴν ὁποίαν διαμένουσιν οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς ὀρύττουσι δι’ ἡμᾶς τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν σίδηρον. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου εἶναι παράνομος, ἀντιβαίνουσα εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1863, καθ’ ἣν οἰκοδομὴ μὴ ἀποφέρουσα ἐτήσιον εἰσόδημα μεῖζον τῶν 240 δραχμῶν δὲν ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν· ἐν τούτοις ὁ ἔφορος αὐτὸς περιέλαβεν ὅλας τὰς μικροκαλύβας εἰς τὸν κατάλογον τῶν οἰκοδομῶν. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς αἰτήσεως ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὸν κατάλογον τοῦτον, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδῃ, ὅτι περιλαμβάνονται οἰκοδομαὶ ἐν Καμαρίζῃ, ἐν Δασκαλιῷ, ἐν Πλάκᾳ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι οἰκοδομαί, ἀλλὰ μόνον καλύβαι. Ἠθέλησε, φαίνεται, ὁ κ. ἔφορος νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι μᾶλλον ἐπιβλαβὴς παρὰ ὠφέλιμος εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§60Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησίν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις εἶναι ἤδη παρών. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἀληθῶς πρόκειται νὰ φωτίσῃ τὸν Ναύσταθμον δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός, καὶ ἂν συνετάχθη ἡ σχετικὴ διακήρυξις δημοπρασίας, καὶ ἂν προέβη εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ φωτισμοῦ. Ἐλπίζω ὅτι σήμερον θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τούτων.
§61Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη, ἂν θὰ φωτισθῇ ὁ Ναύσταθμος δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ὅταν ἀποφασίσῃ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πάρουν τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν θὰ γείνουν πλούσιοι!
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς νὰ καταθέσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: Πόσον μέρος ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων τοῦ 1899 εἰσεπράχθη μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἔ. ἔ. καὶ πόσον ἐβεβαιώθη. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην καταθέτω καὶ γραπτήν, ἵνα διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§63Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οἱ ὑπὲρ πατρίδος ἀγωνιζόμενοι, ἢ οἱ μεγάλας ὑπηρεσίας αὐτῇ παρέχοντες, παντοῦ δικαίως τιμῶνται καὶ ὑποστηρίζονται. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύει τὴν ἠθικὴν δύναμιν τῶν ἐθνῶν, καὶ εἶναι ἐξόχως ἑλληνικὴ ἰδέα. Ἐν ταῖς ἀρχαίαις Ἀθήναις συνετηροῦντο ἐν τῷ Πρυτανείῳ καὶ ἐκεῖνοι, οἷς ἐψηφίσθη ἡ μεγάλη τιμὴ τῆς δημοσίᾳ δαπάνῃ σιτήσεως συνεπείᾳ μεγάλων ὑπηρεσιῶν, παρασχεθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν ἢ τῶν προγόνων αὐτῶν. Ὄντες δ’ ἡμεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀφείλομεν τὴν ἰδέαν ταύτην, ὡς οἷόν τε κάλλιον, νὰ ἐκδηλῶμεν ἐνταῦθα. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς νῦν Περιόδου ἐγὼ ἐποιησάμεθα σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ αἰωνοβίου ἀγωνιστοῦ, ζῶντος, ἐκ τῆς μεγάλης ἐκείνης γενεᾶς τῆς δόξης, τοῦ ταγματάρχου τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος Ἀποστόλου Μαυρογένους. Ὁ γηραιὸς ἀγωνιστὴς ἐγεννήθη τῷ 1797, ἔζησεν ὁλόκληρον τὸν 19ον αἰῶνα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν εἰκοστόν. Οὕτω εἶδε τρεῖς αἰῶνας! Ἐν αὐτῷ ἁγνὴ ἐκπροσωπεῖται ἐξόχως ὅλη ἡ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία καὶ δύναμις τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὡς φαινόμενον τοιοῦτον πρὸς τοῖς ἄλλοις θὰ ἠξιοῦτο παντοῦ, ἐν πεπολιτισμέναις χώραις, σεβασμοῦ γενικοῦ καὶ τιμῆς ὁ ταγματάρχης τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος, ὁ συναγωνιστὴς τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Παπαφλέσσα, ὁ συμπολεμιστὴς τῶν Μανιατῶν ἐν τῇ μάχῃ τῆς Βέργας τοῦ Ἁλμυροῦ, ἧς ζῶσα οὗτος ἱστορία ἀναφέρει πάσας τὰς λεπτομερείας, ὁ ἐκ τῆς μεγάλης οἰκογενείας τῶν Μαυρογενῶν Ἀπόστολος Μαυρογένης! Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν νόμον περὶ Φάλαγγος, δὲν δύνανται οἱ Φαλαγγῖται νὰ λάβωσιν ἀνώτερον βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀγωνιστὴς ἐγένετο ἐπὶ Καποδιστρίου λοχαγός, εἶτα δὲ προὐβιβάσθη εἰς ταγματάρχην, ἀλλ’ ἔκτοτε καθηλώθη ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ. Ὁ νομοθέτης τότε δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ, ὅτι ἀγωνιστὴς ἐδύνατο νὰ ζήσῃ ἐπὶ τόσον χρόνον, ὅσον ὁ Ἀπόστολος Μαυρογένης. Ἀλλὰ νῦν ἡ Βουλή, συμφώνως τῇ καλῶς νοουμένῃ ἰδέᾳ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ αὐτῆς καθήκοντος, ὀφείλει νὰ τῷ παράσχῃ ἀκόμη ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀμοιβήν. Αὕτη δέ, ἀναξία λόγου ἄλλως καὶ μικρὰ, δὲν ἀντιβαίνει, φρονῶ, εἰς τὸ πνεῦμα τῶν οἰκονομιῶν. Ἵνα δὲ πραγματοποιηθῇ, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ, καταλλήλως τροποποιῶν τὸν ἰσχύοντα νόμον, σχετικὸν νομοσχέδιον.
§64Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Βεβαίως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, εἶναι ἐντελῶς ἐξαιρετικόν, ἀλλ’ ἐξαιρετικὸν εἶναι καὶ νὰ ὑπάρχῃ λείψανον τοῦ ἀγῶνος, διανύον ἡλικίαν 102 ἐτῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ λάβῃ πρόνοιαν ἰδιαιτέραν δι’ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος διήνυσεν ὁλόκληρον αἰῶνα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν δεύτερον, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος, καθὼς εἶναι βεβαιωμένον ἐκ τῆς νεωτέρας ἱστορίας τοῦ ἀγῶνος, προσέφερεν ὑπηρεσίας κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δικαιολογεῖται πληρέστατα, καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν περίπτωσιν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, καθὼς ἤκουσα, λαμβάνει 160 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἔχει δὲ πολυμελῆ οἰκογένειαν. Θὰ ἀναγκασθῶ δὲ νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τρώγει ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος κρέας· ζῇ μὲ ὄσπρια καὶ μὲ χόρτα...
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Δι’ αὐτὸ ἔζησε τόσον.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. .. καὶ πρέπει διὰ παντὸς τρόπου καὶ μέσου, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν τοιούτου δυστυχοῦς ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία εἶναι τῷ ὄντι συγκινητική.
§67Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι εὐκολύνεται ἡ ὑπόθεσις ὡς ἑξῆς. Ὁ νόμος περὶ ἐνεργοῦ φάλαγγος ὁρίζει, ὅτι δύο βαθμοὶ δίδονται εἰς τὸν φαλαγγίτην ἐκεῖνον, ὅστις εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, ἐκ τῆς προικοδοτημένης προερχόμενος. Τὸν δεύτερον βαθμὸν ἔλαβε καὶ αὐτός, ὡς καὶ ἄλλοι, νῦν δὲ ἐλάχιστοι εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος. Δύναται νὰ γείνῃ τροποποίησις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ τῶν δύο ἀπονεμομένων βαθμῶν νὰ ἐπιτρέπηται καὶ τρίτος βαθμός, ἤτοι ὁ ἐκ νέου προβιβασμός· οὕτω δὲ δὲν θὰ παρασταθῇ ἀνάγκη ὑποβολῆς νομοσχεδίου προσωπικοῦ. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης εἰσάγεται διάταξις, ἥτις βεβαίως δὲν θὰ ἀφορᾷ ἄλλον τινά, καὶ ἐξοικονομεῖται ἡ ὑπόθεσις ἄνευ ψηφίσεως προσωπικοῦ νομοσχεδίου.
§68Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω καταθέσει τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ φύσις ὅμως τῆς ὑποθέσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε παρακαλῶ νὰ λάβῃ ἄμεσον αὐτῆς γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός. Παραπονεῖται ὁ τηλεγραφῶν, ὅτι ἡ χορηγία τοῦ ἄρτου τοῦ προωρισμένου διὰ τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους, ἀντὶ νὰ δοθῇ διὰ πλειοδοσίας, ὡς εἴθισται, ἐδόθη ἀπ’ εὐθείας πρὸς τριάκοντα λεπτά, ἐνῷ ὑπάρχει, προσφορὰ πρὸς 28 λεπτά. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καιρὸς νὰ προληφθῇ ζημία τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία θὰ ἀνέλθῃ εἰς 20,000 περίπου δραχμάς, πρέπει νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως γνῶσιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεγαρίδος κ. Γ. Ἀναστασόπουλος κατέθηκεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, «ἂν ὄντως διατηρεῖται ἐν τῇ θέσει βοηθοῦ ἐν τῷ νοσοκομείῳ τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων ὁ πρὸ ἕξ μηνῶν ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ ὡς κληρωτὸς Γ. Φωτεινός». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Χαλκίδος. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐπικυρωτικὴ ἔκθεσις τοῦ οἰκείου τμήματος τῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν Χαλκίδος τὸν κ. Δ. Κριεζώτην. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§70ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε· τὸ ἐβεβαιώσατε ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς σας.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). (ἐγειρόμενοι πρὸς ἀναχώρησιν). Θὰ γείνῃ διακοπή. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν τώρα· εἶπον, μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως. Ἂν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἤδη ἐπὶ ποδός, ζητοῦντες τὴν διακοπήν, ἐπιθυμοῦσι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἐπ’ αὐτοὺς πίπτει ἡ εὐθύνη· διότι πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων, τὸ ὁποῖον περιέχει πολλὰς ἀπαλλαγὰς. Βεβαίως αὐτοὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ διὰ τὴν ἐκλογὴν Χαλκίδος, καὶ κατόπιν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, καὶ ἂν εὑρεθῶμεν ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ προχωρήσωμεν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 25′ μετὰ μεσημβρίαν).