1900.02.01
3,371 rows · 26,959 words · 197 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1900.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀρετὴ τῶν ἐπισήμων κειμένων συνίσταται ἰδίως εἰς τὴν ἀκρίβειαν, μεθ’ ἧς ἐκτίθενται ἐν αὐτοῖς τὰ γενόμενα. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται μνεία τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος, δὲν ἐξετέθησαν ἀκριβῶς τὰ πράγματα, τὴν παρατήρησιν ταύτην ὀφείλω νὰ προβάλω, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπίβλεψιν τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν θέλει φροντίσει νὰ μὴ ἐκλίπῃ ἀπ’ αὐτῶν ἡ ἀρετὴ αὕτη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆκον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξεδήλωσε χθὲς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις καὶ τὴν νύκτα, ἑπομένως νὰ ἀπερχώμεθα εἰς ὥραν τινὰ ἐντεῦθεν, νὰ ἐπανερχώμεθα δὲ τὴν ἐνάτην, διὰ νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἐγὼ ἀπηύθυνα παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι τοῦτο, ἐὰν θ’ ἀποφασισθῇ, πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ διὰ τὰς συνεδριάσεις τὰς ἑπομένας. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς τῶν λόγων μου, καὶ ὑπέλαβεν ὅτι ἐζήτουν νὰ περιορίσω τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων, καὶ μοὶ ἀνέμνησέ τι, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον εἰπεῖ ἐγὼ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὁ περιορισμὸς κατὰ χρόνον. Εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δὲν ἐνόουν νὰ περιορίσω τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσωμεν διὰ τὰς ἑπομένας συνεδριάσεις· ἑπομένως ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, συνετέλει εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Νὰ ἐρχώμεθα λοιπὸν ἐνταῦθα τὴν τετάρτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ νὰ ἀπερχώμεθα τὴν ἑβδόμην, νὰ ἐπανερχώμεθα δὲ τὴν ἐνάτην. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε «πολὺ καλά». Ἀλλὰ τώρα βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ ἀπερχώμεθα διακόπτοντες τὴν συνεδρίασιν τὴν ὀγδόην καὶ οὐχὶ τὴν ἑβδόμην μ. μ. Ἀλλὰ δὲν ἀπεφασίσθη οὕτω χθές· δύναται νὰ γείνῃ σήμερον, ἐὰν τὸ θέλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ χθὲς δὲν εἶπον τοῦτο, οὐδ’ ἀπεφασίσθη τοιοῦτόν τι. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ ἀπερχώμεθα τὴν 8ην ὥραν μ. μ. καὶ οὐχὶ τὴν ἑβδόμην, δύναται νὰ τὸ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τώρα, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ πλειονοψηφία θέλει τὸ ψηφίσει.
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὥρισε τὴν ἑβδόμην. Ἀκριβέστατον εἶναι ἐπίσης, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀντεῖπον. Ἀλλ’ ἀκούω παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι καλὸν εἶναι ἡ διακοπὴ νὰ γίνεται τὴν ὀγδόην ὥραν, καὶ οὐχὶ τὴν ἑβδόμην. Ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ ἐξέφρασαν τὴν ἰδέαν ταύτην, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ νὰ διακόπτωμεν τὴν ὀγδόην, νὰ ἐπανερχώμεθα δὲ τὴν ἐνάτην.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλως τε ἡ διακοπὴ θὰ γίνεται μεταξὺ τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης ὥρας, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων (διάλογοι).
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 7.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ διακοπὴ θὰ γίνεται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Διότι εὑρίσκεται τις λ. χ. ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκείνην τὴν ὥραν· δὲν δύνασθε νὰ τὸν διακόψητε, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦλθεν ἡ προσδιωρισμένη ὥρα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ ποικίλλῃ ἡ ὥρα τῆς διακοπῆς μεταξὺ τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης. Τὰ πρακτικὰ διωρθώθησαν συμφώνως πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, καὶ ἐπικυροῦνται. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 20,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. 2) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν διαφόρων στρατιωτικῶν κτιρίων. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 4) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 200,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Ὡσαύτως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 85–89). Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Τριπόλεως διὰ δικαστικὰ ἔξοδα κρατούμενος κατάδικος Ἀθανάσιος Ρωμανὸς δι’ ἀναφορᾶς του παραπονεῖται, ὅτι δὲν παρέχεται αὐτῷ ἡ δέουσα τροφοδοσία. Ὁ κ. Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§9Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ δὲν διεψεύσθη κατὰ τρόπον μὴ παρέχοντα εἰς ἐμὲ τὴν ἀφορμὴν ὥστε νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ὑποβάλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ διαταγῆς του ἔπαυσεν ἀναγνωρίζων τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ διάδοσις εἶναι ἀκριβὴς, ἢ κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβὴς, τουτέστιν ἂν ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἀφορᾷ ἐν γένει εἰς ὅλους τοὺς φοιτῶντας ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἢ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν Γυμνασίων ἀπορριπτόμενοι ἢ ὁπωσδήποτε ἐξ αὐτῶν προερχόμενοι μεταβαίνουσιν εἰς τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον πρὸς ἐξακολούθησιν ἢ περάτωσιν τῶν σπουδῶν αὐτῶν. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει βεβαίως τοῦτον τὸν λόγον, νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, εἰ δυνατόν, ἂν ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀφορᾷ ἐν γένει εἰς πάντας τοὺς μαθητὰς τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου ἢ μόνον εἰς ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον πρὸ ὀλίγου. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, εἰς πάντας τὸ σημεῖον τὸ ὀξὺ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουσι φθάσει οἱ φυλετικοὶ ἀνταγωνισμοὶ ἐν Μακεδονίᾳ, κατὰ πόσον δ’ ἐπ’ ἐσχάτων αἱ Βουλγαρικαὶ προπαγάνδαι ἔχουσι στραφῆ ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔχουσαι, ἂν ὄχι συμμάχους, ἀλλ’ εἰς τὸ πλευρὸν αὐτῶν καὶ τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ρωμούνους, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν συνιστῶντες σχολεῖα ἀπὸ τῆς Ἐλασσῶνος καθ’ ὅλην τὴν παραμεθόριον γραμμὴν μέχρι τῶν Ἰωαννίνων. Εἶναι δ’ ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ προπαγάνδα παρακολουθεῖ κατὰ πόδας τὸν Ἑλληνισμὸν, συστήσασα σχολεῖα πανταχοῦ, ὅπου ὑπῆρχον μέχρι τοῦδε Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι μία τοιαύτη διαταγὴ, ἐρχομένη εἰς τοιαύτας στιγμὰς κρισίμους, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ὅτι βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, μία τοιαύτη, λέγω, διαταγὴ, ἐὰν δὲν ἔχει τὸν περιορισμὸν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι ἐξεδόθη αὕτη, θὰ ἔχῃ βεβαίως τὴν ἐπίδρασίν της ἐκεῖ, ὅπου σήμερον δὲν ἔπρεπε νὰ γεννηθῶσι τοιαῦτα ζητήματα ἐν τῷ ὑφισταμένῳ φυλετικῷ ἀνταγωνισμῷ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἄγομαι εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ ἐν Τρικκάλοις καὶ ἐν Λαρίσῃ πλεῖστοι ἐκ Μακεδονίας, εἴτε καταδιωκόμενοι, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἔχουσι καταφύγει καὶ ἔχουσιν ἐγκατασταθῆ μονίμως ἐκεῖ, τὰ δὲ τέκνα αὐτῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῶν σπουδάζουσιν εἰς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ σχολεῖα εἴτε τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἴτε τῆς μέσης, καὶ ἑπομένως τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν εἶναι ἄμεσον. Ἐπεθύμουν δὲ, καὶ πρὸς χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταφεύγουσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, νὰ δοθῇ οὕτω μία ἐξήγησις περὶ τοῦ τίνα σκοπὸν καὶ τίνα προορισμὸν καὶ ὁποίαν ἔκτασιν ἔχει ἡ διαταγὴ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ δὲ σκοπός μου δὲν εἶναι βεβαίως νὰ ἐλέγξω τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέτω ὑπὸ καμμίαν ἀμφισβήτησιν τὰς ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὔτε βεβαίως σκοπεῖ εἰς τοῦτο ἡ ὁμιλία μου· ὁ σκοπός μου εἶναι ἁπλούστατος, εἶναι σκοπὸς τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ τις εἰς τὰς ἄλλας προπαγάνδας, ἰδίως τὰς ἐν Μακεδονίᾳ, ἀπὸ μέρους τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ θιγθῶσί πως τὰ συμφέροντα ἡμῶν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς εἰρημένης διαταγῆς.
§10Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀπαντῶν εἰς αὐτὸν καὶ συνάμα παρακαλῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐξηγήσεις. Ὁ κ. συνάδελφος βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ χορηγῇ ἀπολυτήρια εἰς πάντας τοὺς ἐκ τῶν Γυμνασίων Τρικκάλων καὶ Λαρίσης ἀπορριπτομένους μαθητάς. Πάντες οὗτοι μεταβαίνουσιν ἐκεῖ, πάντες τυγχάνουσιν ἀπολυτηρίου, ἐπιστρέφοντες δὲ εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα ἐγγράφονται ὡς φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐννοεῖτε πλέον τ’ ἀποτελέσματα ὑπό τε ἐπιστημονικὴν καὶ ἐθνικὴν ἔποψιν.
§11ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτό;
§12ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον. Ἐὰν δ’ ἔχει ἀμφιβολίαν ὁ κ. συνάδελφος, εἶμαι πρόθυμος νὰ τῷ ἀναφέρω 15 ὀνόματα.
§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα.
§14ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω, καὶ θὰ ἴδητε. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ προπαγάνδα ἔκαμε μεγάλας προόδους, ὅτι ποικίλα σχολεῖα ἐν Μακεδονίᾳ συνιστῶνται...
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Ρωμουνικά.
§16ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ῥωμουνικὰ... καὶ ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως, ὅπως μὴ διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τοῦ νὰ ἀναγνωρίζωνται τὰ τοῦ Τσοτυλείου καὶ ἄλλων Γυμνασίων ἀπολυτήρια, ζημιωθῇ ὁ ἔξω Ἑλληνισμός. Δὲν νομίζω ἄλλως συμφέρον εἰς τοὺς μαθητὰς τοὺς μεταβαίνοντας ἐκεῖ, τοὺς οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν Μακεδονίαν ἔχοντας, διότι εἶναι καθαυτὸ κάτοικοι Τρικκάλων ἢ Λαρίσης, καὶ μεταβαίνοντας ἐκεῖ μόνον ὅπως προμηθευθῶσιν ἀπολυτήρια, δὲν νομίζω πρέπον καὶ συμφέρον νὰ ἐπιτρέπηται νὰ ἔρχωνται καὶ ἐγγράφωνται ἐδῶ ὡς φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νὰ λαμβάνωσι διπλώματα, ὄντες ἐντελῶς ἀνίκανοι.
§17Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀνεγνωρισμένον Γυμνάσιον;
§18ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀνεγνωρισμένον. Εἶναι δὲ ἀποδεδειγμένον τὸ γεγονὸς καὶ παρὰ τοῦ Γυμνασιάρχου δι’ ἐκθέσεώς του καὶ παρὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ δι’ ἐκθέσεώς του. Ἐὰν δὲ ὁ κ. συνάδελφος ἐπιμένῃ, δύναμαι νὰ τῷ ἀναφέρω ὀνόματα μαθητῶν τῶν Τρικκάλων, οἱ ὁποῖοι μεταβάντες εἰς τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον ἐπανῆλθον μὲ ἀπολυτήριον. Αὐτὰ ἀκριβῶς ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ νὰ δώσω τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
§19ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶσθε σύμφωνοι.
§20ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι βεβαίως. Φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ, διὰ τοὺς ἐγκατεστημένους ἐκεῖ, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους, δὲν βλέπω κατὰ τί ζημιοῦνται οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ, ἐὰν ἦναι ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι ἀπολυτηρίου, νὰ ἔλθωσι καὶ ὑποστῶσι καὶ δευτέραν ἐξέτασιν ἐδῶ. Ἔχουν νὰ χάσουν τίποτε;
§21Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ χάσουν πολύ.
§22ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν δώσουν ἐξετάσεις ἐδῶ; Δὲν τὸ βλέπω.
§23Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ἐκ Μακεδονίας προερχόμενοι;
§24ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι. Μόνον οἱ ἐκ Τρικκάλων.
§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Μόνον δι’ αὐτούς;
§26ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τὸ Τσοτύλειον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, περιττὸν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἄλλοι.
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀνακριβῶς ἀνεγράφη ἐν τῷ Τύπῳ, ὅτι ἀνεκλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἡ ἀναγνώρισις ὅλων τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Γυμνασίων. Ἀνακριβῶς ἀνεγράφη καὶ ὅτι ἀνεκλήθη μόνη ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ἐν Τσοτυλίῳ Γυμνασίου. Τὸ Γυμνάσιον τοῦτο κεῖται μίαν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν περίπου ὥραν μακρὰν τῆς μεθορίου γραμμῆς, παρὰ τὴν Καλαμπάκαν, μεταξὺ Καλαμπάκας καὶ Γρεβενῶν. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἠγέρθησαν πλεῖστα ὅσα παράπονα ἐκ μέρους τῶν Γυμνασιαρχῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅτι μαθηταὶ ἀπορριπτόμενοι ἐκ τῶν Γυμνασίων αὐτῶν, ἢ καὶ ἀποβαλλόμενοι ὡς ἀνεπίδεκτοι μαθήσεως, προσέφευγον εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Γυμνάσιον, παρέμενον ἐκεῖ ἐπὶ πέντε ἢ ἓξ μῆνας καὶ ἐπανήρχοντο, πρὶν ἢ οἱ συνάδελφοί των ἐν τοῖς Γυμνασίοις Θεσσαλίας ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, ἀποκομίζοντες εἴτε ἐνδεικτικὸν προβιβασμοῦ εἰς ἀνωτέραν τάξιν, εἴτε ἀπολυτήριον ἐκ τοῦ ἐν Τσοτυλίῳ Γυμνασίου. Ἐὰν ὁ κύριος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς ἠρκεῖτο εἰς τὸ νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν, ἵνα καταθέσω τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις, τότε καὶ αὐτὸς καὶ πᾶς ἄλλος θὰ ἐπείθετο, ἐξ αὐτῶν, ὅτι δὲν γράφουσι λόγια οἱ Γυμνασιάρχαι, ἀλλ’ ἀναφέρουσιν ὀνόματα πολλῶν μαθητῶν, οἵτινες εἴτε ἀπορριφθέντες ἐκ τῶν Γυμνασίων τῆς Θεσσαλίας, εἴτε ἀπόβλητοι ἐξ αὐτῶν, προσέρχονται εἰς τὸ Γυμνάσιον τοῦ Τσοτυλίου καὶ κατατάσσονται εἰς ἀνωτέραν τάξιν συνεπείᾳ τῆς ἐκεῖ ἐξετάσεως, ἢ τυγχάνουσιν ἀπολυτηρίου. Οἱ Γυμνασιάρχαι γράφουσιν: «Ἢ πρέπει νὰ τεθῇ ὁπωσδήποτε ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἢ ἄλλως ἂς κλείσωσι τὰ Γυμνάσια τῆς Θεσσαλίας, διότι εἶναι περιττὸν νὰ συντηρῶνται ταῦτα. Οἱ μαθηταὶ αὐτῶν οἱ ἐπιμελεῖς, οἱ ἀγωνιζόμενοι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἵνα προβιβασθῶσιν, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμελεῖς, τόσον εὐκόλως τυγχάνουσιν ἀλλαχοῦ προβιβασμοῦ ἢ ἀπολυτηρίου, θὰ μιμηθῶσι καὶ αὐτοὶ τὸ παράδειγμα τούτων.» Ἐγὼ, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐκθέσεων, ἐσκέφθην νὰ καταστήσω τὸ πρᾶγμα γνωστὸν ἁρμοδίως εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Μακεδονικὴν Ἀδελφότητα, ἥτις συντηρεῖ τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο, καὶ νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτὴν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παύσῃ τὸ συμβαῖνον ἐκεῖ ἄτοπον. Πρὸ παντὸς ἐζήτησα νὰ μοὶ ὑποβληθῇ κατάλογος τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου, ἵνα ἴδω, ἂν ἔχουσιν αὐτοὶ τὰ προσόντα, διότι μοὶ κατηγγέλθη ὅτι δὲν ἔχουσι κἂν πτυχίον τινὲς ἐξ αὐτῶν, εἶτα δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ μὴ ἔχοντες τὰ νόμιμα προσόντα, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κυρία αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀντικατασταθῶσι, ὁπότε καὶ μόνον τὸ Γυμνάσιον Τσοτυλίου θὰ ἔμενεν ἀνεγνωρισμένον. Ἐνόμισα ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν ἐξηκολούθει αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐὰν δηλαδὴ ἐγίνοντο καὶ ἐν τῷ μέλλοντι δεκτοὶ ἐκεῖ καὶ προεβιβάζοντο, ὡς μέχρι τοῦδε, οἱ ἐκ τῶν Γυμνασίων τῆς Θεσσαλίας ἀπορριπτόμενοι μαθηταί, ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Γυμνασίου. Διὰ τοῦτο ὀφείλει, νομίζω, πᾶς κηδόμενος τῆς παιδείας οὐ μόνον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι, νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου.
§30ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα, βεβαίως.
§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως οὕτως ἔχει. Ἐὰν ἐπιθυμεῖ εἴτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἴτε ἄλλος τις, νὰ ἀναγνώσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Γυμνασιαρχῶν, εἶμαι πρόθυμος νὰ προσκομίσω αὐτὰς ἐνταῦθα.
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως ἀνέπτυξεν αὐτὸ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, δὲν παρίσταται πολὺ καθαρόν. Ὑπάρχουσι δύο περιπτώσεις, ὡς καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν· ἡ περίπτωσις τῆς φοιτήσεως μαθητῶν ἀποτυχόντων εἰς τὰ Γυμνάσια τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ περίπτωσις τῶν μαθητῶν τῶν καταγομένων ἐκ Μακεδονίας καὶ μὴ φοιτώντων εἰς Ἑλληνικὰ Γυμνάσια. Κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν οἱ μεταβάντες εἰς τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον καὶ τυχόντες πτυχίου παρὰ τοῦ ἐκεῖ Γυμνασίου, οἱ μαθηταὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς Γυμνάσια τῆς Θεσσαλίας, ἂν ἀποτυχόντες ἐκεῖ ἐπιτύχωσι καταχρηστικῶς πτυχίον ἐν τῷ Γυμνασίῳ Τσοτυλίου, πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσι τῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ φοιτήσεως...
§33ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τίνι λόγῳ;
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς καταδολιεύσεως τῶν νόμων... Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν μαθητῶν τούτων, τῶν ἐκ Θεσσαλίας φοιτώντων ἐν τῷ Γυμνασίῳ Τσοτυλίου, ὁ κύριος Ὑπουργὸς προέβη καὶ περαιτέρω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι οἱ διδάσκοντες ἐν τῷ Γυμνασίῳ Τσοτυλίου εἶναι κατ’ αὐτὸν ἀνεπαρκεῖς...
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι κατ’ ἐμέ. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ὑπόνοια, καὶ ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ὅτι εἶναι καθηγηταὶ μὴ κατάλληλοι νὰ διδάξωσιν ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἐκείνῳ.
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα... Τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν τῶν διδασκόντων ἐν τοῖς Γυμνασίοις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους βεβαίως δὲν εἶναι οἷα τὰ τῶν καθηγητῶν τῶν διδασκόντων ἐν τοῖς Γυμνασίοις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄλλα εἶναι τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Γυμνασίων, καὶ ἄλλα τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι.
§39ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πάντοτε ἀπαιτεῖται διδακτορικὸν πτυχίον.
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν σήμερον ἡμεῖς θελήσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς καθηγητὰς τοὺς διδάσκοντας ἐν τῷ Γυμνασίῳ Τσοτυλίου, ἢ ἐν ἄλλῳ οἱῳδήποτε τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν κατάλληλα διὰ τὰ Γυμνάσια, τὸ ζήτημα ἀναμφισβητήτως μεταβάλλει καθ’ ὁλοκληρίαν χαρακτῆρα· τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοὺς ἀποχωροῦντας ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι Γυμνασίων μαθητὰς καὶ ἐπιτυγχάνοντας πτυχίον τοῦ Γυμνασίου Τσοτυλίου, εἶτα δ’ εἰσερχομένους εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἶναι ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν διάφορον. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ, ὅτι μαθηταὶ Ἕλληνες, ἀποτυχόντες εἰς τὰ Γυμνάσια τῆς Ἑλλάδος, καὶ καταχρηστικῶς κατορθώσαντες νὰ λάβωσι τὸ πτυχίον ἔκ τινος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Γυμνασίου, τοῦ Τσοτυλίου, ἢ ἄλλου, δὲν πρέπει νὰ ἀποκλεισθῶσιν. Ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς καταστάσεως τῶν Γυμνασίων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νομίζω ὅτι τοῦτο ἐξέρχεται ὄχι μόνον τῶν δικαιωμάτων μας, ἀλλὰ καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν. Δὲν εἶναι μυστικὴ καὶ δὲν γίνεται κρύφα καὶ ἐν παραβύστῳ ἡ ἐνέργεια ἡ γιγνομένη σήμερον ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ταῖς ἄλλαις ἑλληνικαῖς χώραις ταῖς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἐνέργειαι αὗται. Γίνονται μετὰ θορύβου, μετὰ δραστηριότητος. Αἱ ἐνέργειαι δ’ αὗται δὲν βασίζονται εἰς τὴν τελειοτέραν διδασκαλίαν τῶν μαθητῶν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, βασίζονται εἰς τὴν εὐκολωτέραν παροχὴν προνομίων διδακτικῶν εἰς τοὺς μαθητὰς τούτους, ὅπως ἀποσπάσωσιν αὐτοὺς ἐκ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοὺς προσηλυτίσωσιν εἰς ἄλλην ἐθνικότητα. Ἐὰν ἡμεῖς θελήσωμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν αὐστηρότητά μας μέχρις ἐξελέγξεως τῶν προσόντων τῶν καθηγητῶν τῶν ἔξω Γυμνασίων ἢ σχολείων, βεβαίως θέλομεν ἔλθει πρῶτοι ἀρωγοὶ καὶ θέλομεν ἐξυπηρετήσει πρῶτοι τὰ ἔργα τῶν ξένων τούτων προπαγανδῶν. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ δείξωμεν τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα καὶ εἰς τὰ καταστήματα τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν εἴχομεν τοὐλάχιστον τὰ ἰδικά μας Γυμνάσια ἢ σχολεῖα εἰς τελειότητα τοιαύτην, θὰ ἠδύνατο ἴσως τυπικῶς νὰ δικαιολογηθῇ ἡ τοιαύτη αὐστηρότης ἀπὸ μέρους ἡμῶν πρὸς τὰ ξένα σχολεῖα, ἥτις πάντως δύναται νὰ ἔχῃ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κακὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ ἰδικά μας ἐκπαιδευτήρια, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς περιγράφει τὰ καταστήματα ταῦτα, νομίζω ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἐκπαιδευτικὴν δὲν πρέπει νὰ ὦμεν τόσον αὐστηροί, ὅταν ἡ ἔποψις αὕτη, καὶ ἂν ὑποτεθῇ βάσιμος, ἔχῃ βεβαίως ἐπιβλαβῆ ἐπίδρασιν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀπεναντίας ὀφείλομεν ν’ ἀντιληφθῶμεν καλῶς καὶ σταθμίσωμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς γιγνομένας ἐνεργείας ἐν Μακεδονίᾳ ἰδίως καὶ ἀλλαχοῦ κατὰ τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν καὶ νὰ φανῶμεν ἐθνικώτεροι ἀφ’ ὅ,τι μέχρι σήμερον ἐφάνημεν, νὰ φανῶμεν λογικοὶ μᾶλλον ἢ σχολαστικοί.
§41Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱ λαβόντες τὸ μέτρον, ὅπως ἀποκλείσωσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας μαθητὰς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλληνικῶν Γυμνασίων, καὶ ἰδίως τῶν ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ μὴ ἀναγνωρίζοντες τὰ ἀπολυτήρια τῶν Γυμνασίων ἐκείνων ὡς ἀπολυτήρια ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων, παρακωλύοντες δ’ οὕτω τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο μέχρι τοῦδε ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διότι συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ἐκ τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ Ἑλληνόπαιδες καὶ νὰ τελειοποιῶνται ἐν Ἑλλάδι. Εἴπομεν αὐτοῖς, ὅτι «τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι ἀνοικτὸν, ἡ ἐκπαίδευσις ἐλευθέρα· σᾶς δεχόμεθα νὰ ἐκπαιδεύησθε ἐν Ἑλλάδι, ἀντὶ νὰ μεταβαίνητε εἰς ξένα μέρη.» Ἡ ἰδέα τοῦ νὰ μάθωσι πρὸ παντὸς ὅτι εἶναι Ἕλληνες, ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἦσαν μορφωμένοι οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι, ποῖα προσόντα εἶχον, ἢ ποῖος ὁ ὀργανισμὸς τῶν σχολείων αὐτῶν. Ἀνώτεροι ἐθνικοὶ λόγοι, ὀρθῶς ἐκτιμώμενοι, ἔδωκαν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπετε ποῖον πόλεμον ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, διότι ἄλλοτε εἴχομεν νὰ κάμωμεν μόνον μὲ τοὺς Τούρκους, σήμερον δὲ μὲ τόσας προπαγάνδας, Ρουμανικὰς, Σερβικὰς, Βουλγαρικὰς, καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ παρατηρήσητε τὸ ποιὸν τῶν ἐκεῖ διδασκόντων καθηγητῶν, καὶ ὅτι οἱ ἐν Μακεδονίᾳ μαθηταὶ δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένοι καὶ δὲν θὰ γείνουν τέλειοι ἐπιστήμονες διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν! Εἰς τὴν Μακεδονίαν ἰδίως, ὅπου οἱ Βούλγαροι προσπαθοῦσι ν’ ἀποκλείσωσι τελείως τοὺς Ἕλληνας, ἐὰν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο γίνεται γνωστὸν, πολλοὶ καθηγηταὶ θὰ ἐξαναστῶσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ καθηγηταὶ θὰ ἐργάζωνται ὑπὲρ τῆς Τουρκίας! Τοιαῦτα ἔργα δὲν πρέπει νὰ νομοθετῇ Ἐπικράτεια ἐργαζομένη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων της. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ὁ Ἑλληνισμὸς, δὲν εἶναι πρὸ παντὸς τὸ ἐὰν οἱ μαθηταὶ τῶν σχολείων ἐκείνων εἶναι τελείως κατηρτισμένοι, καὶ ἂν θὰ γείνωσι καλοὶ ἰατροὶ ἢ δικηγόροι· τὸ σπουδαιότερον εἶναι νὰ παραμείνωσιν οἱ μαθηταὶ οὗτοι ἐν Ἑλλάδι, νὰ λάβωσι πνεῦμα ἑλληνικὸν, νὰ συνειθίσωσι νὰ γείνωσιν Ἕλληνες, μεταβαίνοντες δ’ ἐκεῖ, νὰ μεταφέρωσι καὶ τὰς ἰδέας τὰς ἐθνικὰς, τὰς ὁποίας ἐντεῦθεν ἀποκομίζουσι. Τὸ ληφθὲν μέτρον νομίζω ὅτι δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ μόνη ἡ συζήτησις περὶ αὐτοῦ νομίζω ὅτι μᾶς ἀδικεῖ.
§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἁπλῆν ἐπερώτησιν, ζητοῦσιν ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Ρικάκης νὰ ἀναγάγωσιν εἰς περιωπὴν ἐθνικοῦ ζητήματος!
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν κατενοήσατε τὸ ζήτημα.
§44ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Χατζηπέτρος, ὁ κ. Καραπάνος ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει νὰ ἀφίνωμεν εἰς τὰ σχολεῖα ἐκεῖνα νὰ διδάσκωσιν οἱοιδήποτε, δηλαδὴ παπουτσῆδες καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, ὡς εἰ ἐπρόκειτο οἱ μέλλοντες δικηγόροι καὶ ἰατροὶ, οἱ ἐκεῖθεν προερχόμενοι, νὰ ἐξασκήσωσι τὰ ἐπαγγέλματά των εἰς τὴν Βουλγαρίαν, διὰ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα μὲ τὴν ἰατρικήν των ἢ τὴν δικηγορίαν των. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔδωκε, πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἦτο περιττή.
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ πολλὰς δεκαετηρίδας, Κύριοι, πλὴν τῆς Μεγάλης Σχολῆς τοῦ Γένους, τῆς Θεολογικῆς καὶ τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Χάλκῃ καὶ τῆς ἐν Σμύρνῃ Εὐαγγελικῆς Σχολῆς, οὐδὲν ἄλλο Γυμνάσιον τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ ἦτο ἀνεγνωρισμένον ἐν Ἑλλάδι. Αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐφρόντιζον νὰ μανθάνωσιν, ἐὰν τὰ Γυμνάσια ταῦτα ὡς πρὸς τὸ διδάσκον προσωπικὸν, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων, συνεμορφοῦντο πρὸς τὰ ἐν Ἑλλάδι κρατοῦντα περὶ Γυμνασίων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐπέτρεπον εἰς τοὺς ἀποφοίτους αὐτῶν, ἵνα ἐρχόμενοι ἐνταῦθα ὑφίστανται μέχρι μὲν τοῦ 1862 εἰσιτηρίους ἐξετάσεις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, βραδύτερον δὲ ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις ἔν τινι Γυμνασίῳ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ εὐδοκιμοῦντες κατ’ αὐτὰς νὰ ἐγγράφωνται φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι οἱ ἀπόφοιτοι τῶν τοιούτων, μήπω ἀνεγνωρισμένων, Γυμνασίων, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ὑποστῶσιν εἴτε ἀπολυτηρίους ἐν τοῖς Γυμνασίοις εἴτε εἰσιτηρίους ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐξετάσεις, διεκρίνοντο συνήθως πάντες. Διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην σκοπὸς τῶν μαθητευομένων ἐν τοῖς περὶ ὧν ὁ λόγος Γυμνασίοις τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἐν Ἰωαννίνοις, Θεσσαλονίκῃ, Σάμῳ, Κρήτῃ, Σέρραις καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἦτο, πῶς νὰ τύχωσιν αὐτοὶ ἀπολυτηρίου, ἀλλὰ πῶς νὰ μάθωσι γράμματα, διότι οὕτω καὶ μόνον ἠδύναντο νὰ εὐδοκιμήσωσιν ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐν τοῖς Γυμνασίοις ἢ κατὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐξετάσεις καὶ νὰ ἐγγραφῶσι φοιτηταί. Ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν κατὰ τὰς ἐξετάσεις ταύτας ἐθεωρεῖτο τότε ὡς μέτρον ἱκανότητος τῶν Γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν, τῶν διδασκόντων ἐν τοῖς περὶ ὧν ὁ λόγος Γυμνασίοις. Ἀλλοίμονον εἰς τούτους, ἐὰν συνέβαινε τοὐναντίον! ἡ ἀντικατάστασίς των ἦτο ἄφεκτος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ἰδοὺ διατὶ καὶ οἱ διδάσκοντες τότε ἐπροθυμοποιοῦντο νὰ ἐπιτελῶσι πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν των, καὶ οἱ διδασκόμενοι ἐφρόντιζον νὰ μανθάνωσι γράμματα. Ἤμην, Κύριοι, ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὅτε τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν Γυμνάσιον δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἐνθυμοῦμαι δὲ ζωηρῶς, ὁποίας προσπαθείας κατέβαλλον τότε ὁ Γυμνασιάρχης καὶ οἱ καθηγηταὶ αὐτοῦ, ὅπως οἱ μαθηταί των εὐπροσωπήσωσιν ἐνταῦθα. Καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς διακοπὰς ἐδίδασκον τούτους καὶ παρηκολούθουν τὰς μελέτας των, ὅπως μὴ ἴδωσιν αὐτοὺς ἀπορριπτομένους ἐν Ἀθήναις. Καὶ οἱ κόποι των δὲν ἦσαν μάταιοι. Σπανιώτατα τότε ἀπετύγχανεν ἀπόφοιτος τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Γυμνασίων κατὰ τὰς ἐνταῦθα ἐξετάσεις, διεκρίνοντο δὲ αὐτοὶ μεταξὺ τῶν φοιτητῶν, καὶ ἐκ τῶν τάξεων αὐτῶν προῆλθον πολλοὶ διαπρεπεῖς τοῦ γένους λόγιοι, ἐν οἷς καὶ καθηγηταὶ ἔγκριτοι τοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ ὅροι ὅμως ἀνεστράφησαν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀφ’ ἧς τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου ἀνεγνωρίσθησαν πάντα τὰ Γυμνάσια ἐκεῖνα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ ἀπόφοιτοί των ἀπέκτησαν οὕτω τὸ δικαίωμα, ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολυτηρίου αὐτῶν νὰ ἐγγράφωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἔκτοτε οἱ μαθηταὶ αὐτῶν προθυμοποιοῦνται συνήθως, οὐχὶ πῶς νὰ μανθάνωσι γράμματα, ἀλλὰ πῶς νὰ προβιβάζωνται ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν, καὶ νὰ λαμβάνωσι τέλος τὸ ἀπολυτήριον· οἱ δὲ Γυμνασιάρχαι καὶ καθηγηταὶ ὀφείλουσιν ἑκόντες ἄκοντες νὰ προβιβάζωσι καὶ ἀπολύωσιν αὐτοὺς, ἐκτεθειμένοι ὄντες ἄλλως εἰς ἀντικατάστασιν. Ἔκτοτε τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Γυμνάσια καθυστεροῦσιν ἐν πολλοῖς τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, πολλοὶ δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἀπορριπτόμενοι κατὰ τὰς ἐξετάσεις, προσφεύγουσι δυστυχῶς εἰς ἐκεῖνα, καὶ προάγονται ἢ καὶ ἀπολύονται παρ’ ἀξίαν. Τὸ κακὸν τοῦτο εἶχε καταστῆ τὰ μάλιστα ἐπαισθητὸν πρὸ τοῦ 1895, καθ’ ὃν χρόνον ἐπετρέπετο εἰς πάντα διανύσαντα τὰ γυμνασιακὰ μαθήματα ἐν ἰδιωτικῷ ἐκπαιδευτηρίῳ, ἢ καὶ διδαχθέντα αὐτὰ κατ’ οἶκον, ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικοῦ ἐκείνου ἢ ἀποδείξεων τῶν κατ’ ἰδίαν διδαξάντων αὐτὸν, νὰ ὑποστῇ ἐν οἱῳδήποτε Γυμνασίῳ ἐξέτασιν καὶ κριθεὶς κατ’ αὐτὴν ἄξιος νὰ τύχῃ ἀπολυτηρίου καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Τότε πολλοὶ, παρ’ ἀξίαν ὅλως προμηθευόμενοι πιστοποιητικὸν ἰδιωτικοῦ ἐκπαιδευτηρίου ἢ ἀποδείξεως κατ’ οἶκον διδασκαλίας, κατώρθουν νὰ ὑποστῶσιν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν εὐδοκίμως διὰ πλαστοπροσωπίας, ἐκμισθοῦντες δηλαδὴ φοιτητὰς καὶ τελειοφοίτους τοῦ Πανεπιστημίου ἐνίοτε μὲν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, συνηθέστερον δ’ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅπου δὲν διέτρεχον τὸν κίνδυνον ν’ ἀναγνωρισθῶσιν. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἔδωσε τέρμα ὁ νόμος τοῦ 1895, ὅστις περιώρισε τὸ δικαίωμα τῶν ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων, οὕτως ὥστε μόνοι οἱ διακούσαντες τὰ μαθήματα τῆς τετάρτης τάξεως ἐν δημοσίῳ Γυμνασίῳ, καὶ δὴ ἐν τούτῳ καὶ μόνῳ, νὰ ὑφίστανται αὐτάς. Ἦτο, Κύριοι, αὕτη ὁμολογουμένως μία πρόοδος διὰ τὴν μέσην παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν, εἰς ἣν ἔκτοτε ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλα ἀνορθωτικὰ αὐτῆς μέτρα διὰ διαταγμάτων περὶ ἐξετάσεων καὶ περὶ προγράμματος μαθημάτων. Καὶ ταῦτα καὶ ἡ καθιέρωσις ἐπιθεωρητῶν κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους τῶν Γυμνασίων ἐξετάσεις ἐπήνεγκον τοιαύτην βελτίωσιν, ὥστε, ἐν ᾧ πρὶν ἦσαν 90–100% οἱ ἀπολυόμενοι κατ’ αὐτὰς, νῦν περιωρίσθησαν οὗτοι εἰς 70–50%. Βεβαίως ὀφλισκάνει παντελῆ ἄγνοιαν τῶν πραγμάτων νῦν ὁ ἀρνούμενος τὴν τοιαύτην πρόοδον ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς Γυμνασίοις, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πρόοδος αὕτη δὲν παρατηρεῖται ἐν πολλοῖς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀνεγνωρισμένων Γυμνασίων. Ἐν αὐτοῖς ἐνασκεῖται ἔτι καὶ νῦν μεγάλη ἐπιείκεια, δι’ ἣν οὐκ ὀλίγοι μαθηταί, ἀπορριπτόμενοι ἐν τοῖς Γυμνασίοις τῆς ἡμεδαπῆς, προσφεύγουσιν εἰς αὐτὰ καὶ προάγονται ἢ καὶ ἀπολύονται παρ’ ἀξίαν. Τὸ κακὸν προσέλαβεν αὐτὸ τοῦτο σκανδαλώδη χαρακτῆρα ἐν τῷ Γυμνασίῳ Τσοτυλίου. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ ἐπιστήσω εἰς αὐτὸ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν μου καὶ νὰ προβῶ εἰς τὰς γνωστὰς περὶ αὐτοῦ παραστάσεις, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι οὕτω πως θὰ ἐτίθετο φραγμός τις εἰς τὴν ἀσυνειδησίαν αὐτοῦ τε καὶ εἴτινος ἄλλου Γυμνασίου. Ἂς ἀφήσωμεν, Κύριοι, κατὰ μέρος τὸν σωβινισμὸν καὶ τὴν μεγάλην ἰδέαν, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἐγὼ μάλιστα, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐνισχύομεν τὸν ὑπόδουλον Ἑλληνισμὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ καίριον τραῦμα καταφέρομεν κατ’ αὐτοῦ, ἀνεχόμενοι ἢ μᾶλλον προάγοντες τὴν ἡμιμάθειαν διὰ τῆς συγκαλύψεως τοιούτων σκανδάλων, οἷα τὰ γινόμενα ἐν Τσοτυλίῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Τὰς ξενικὰς προπαγάνδας δὲν δυνάμεθα νὰ καταπολεμήσωμεν διὰ τῆς ἡμιμαθείας τῆς ὁμογενοῦς νεολαίας ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ. Θὰ καταπολεμήσωμεν αὐτὰς τελεσφόρως τότε καὶ μόνον, ὅταν οἱ Ἑλληνόπαιδες παιδεύωνται τελειότερον τῶν Βουλγαροπαίδων καὶ Βλαχοπαίδων, τῶν φοιτώντων εἰς Βουλγαρικὰ καὶ Ρουμανικὰ σχολεῖα. Πρὸς τοῦτο δ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνυψώσωμεν καὶ βελτιώσωμεν τὴν παιδείαν οὐ μόνον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπικρατήσωμεν τῶν ἀντιζήλων ἡμῶν λαῶν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Πρὸ 15 καὶ 20 ἐτῶν, Κύριοι, οἱ τουρκικοὶ σιδηρόδρομοι εἶχον ὑπαλλήλους μόνον Ἕλληνας, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μόνοι αὐτοὶ εἶχον σχετικὴν μόρφωσιν καὶ ἐθεωροῦντο ἱκανοὶ διὰ τοιαύτας θέσεις μεταξὺ τῶν ἐγχωρίων. Αὐτοὶ ἐφρόντιζον τότε νὰ μανθάνωσι γράμματα, νὰ διδάσκωνται καὶ ὀλίγα γαλλικὰ, καὶ διὰ τοῦτο ὡς ὑπάλληλοι τῶν σιδηροδρόμων προετιμῶντο. Ἔκτοτε ὅμως μετεβλήθησαν τὰ πράγματα. Ἔκτοτε οἱ μὲν Ἕλληνες ὠπισθοδρόμησαν ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, οἱ δὲ ἀντίζηλοι αὐτῶν λαοὶ ἤρξαντο ἱδρύοντες πραγματικὰ καὶ ἐμπορικὰ σχολεῖα, ἐν οἷς διδάσκονται οἱ μαθητευόμενοι καὶ δύο ἢ τρεῖς γλώσσας, ὡς τὴν Γαλλικὴν, τὴν Γερμανικὴν καὶ αὐτὴν τὴν Τουρκικὴν, προσέτι δὲ λογιστικὴν καὶ διπλογραφίαν, οὕτω δὲ καταταρτιζόμενοι εἶναι περιζήτητοι διὰ πᾶσαν ἐπιχείρησιν, προτιμώμενοι τὴν σήμερον τῶν Ἑλλήνων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν κηδόμεθα τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ, πρέπει νὰ παύσωμεν συνηγοροῦντες ὑπὲρ κλασσικῶν μόνον Γυμνασίων ἐν αὐτῷ, νὰ συμβουλεύσωμεν δὲ τὴν ἵδρυσιν καὶ πραγματικῶν καὶ ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὧν οἱ ἀπόφοιτοι δὲν θὰ ἦναι βάρος τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τῆς κοινωνίας, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας ζῶσιν, ἀλλὰ θὰ εὑρίσκωσιν εὐκόλως στάδιον βιοποριστικὸν καὶ θὰ ἀποβῶσιν οἱ σκαπανεῖς νέου οἰκονομικοῦ βίου διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν. Μὲ μόνον τὰ κλασσικὰ Γυμνάσια χάνομεν ἑκάστην ἡμέραν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου, ἐφ’ οὗ τέως ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπρωταγωνίστει ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν πᾶσαν.
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ συζητήσω τὰς γνώμας περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μήτε ὅσα ἀνέπτυξε, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπόσπασμα τῆς ἐκθέσεώς του περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ζήτημα ἀναμφιβόλως μεγάλης σπουδαιότητος, καὶ θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐφαρμογὴν, ἐὰν ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπιτρέψει, ὅπως ἄρδην μετατρέψωμεν ὅ,τι ἔχομεν, ἵνα ἀνεγείρωμεν ἐντὸς 24 ὡρῶν ὅ,τι θεωρήσωμεν τελειότερον. Ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἡμῶν ἔχει ἐλαττώματα, ὅτι χρήζει βελτιώσεως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀκριβῶς ἐπανέλαβεν ὅσα εἶπον περὶ τῆς ἀτελείας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τοῦτο θὰ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπανῆλθεν εἰς ὑποστήριξιν ἰδέας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐπολέμησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται δεκτοὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον οἱ τυχόντες ἀπολυτηρίου Γυμνασίου ἐξωτερικοῦ, ἐξελθόντες δὲ ἐκ Γυμνασίων Ἑλληνικῶν. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος ἠμπόδισε τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν μεταξὺ μαθητῶν ἐντοπίων, τυχόντων ἀπολυτηρίου ἐν τῷ Γυμνασίῳ Τσοτυλίου, καὶ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀποτυχόντων ἐν Γυμνασίοις Ἑλληνικοῖς καὶ μεταβάντων ἐκεῖ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι εἴτε διὰ μέτρου νομοθετικοῦ εἴτε διὰ διατάγματος δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, ἔχει ἄδικον νὰ πιστεύῃ, ὅτι θὰ ἀνορθώσῃ τὴν Παιδείαν διὰ νομοθετήματος γενικωτέρου, ἀφοῦ διστάζει νὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον μεταξὺ μαθητῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων καὶ μαθητῶν ἐντοπίων. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον πάντες ἀναγνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι τοιοῦτον γενικὸν μέτρον δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν προσόντων τῶν διδασκάλων ξένων Γυμνασίων δὲν εἶναι διόλου ἀπίστευτον, ὅτι θὰ γεννήσῃ δυσκολίας διοικητικὰς, καὶ θὰ φέρῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν καταστημάτων τούτων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἡ ἐπέμβασις ἡ ἀπότομος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἰς τὴν κοινότητα τὴν διευθύνουσαν τὰ καταστήματα ταῦτα βεβαίως θὰ γεννήσῃ ἀντιδράσεις εἰς τοὺς ἐκεῖ ἐπιτρόπους...
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἀπετάθην εἰς οὐδένα ἀπ’ εὐθείας.
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως περιποίησίς τις καὶ συμβουλαὶ πρὸς αὐτοὺς θὰ ἦναι εὐπρόσδεκτοι καὶ ἐπωφελεῖς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἐπέμβασις, ἡ ὁποία νὰ δεικνύῃ ὑποτέλειαν εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον ἡ ἐνέργεια πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν εἶναι ἐνέργεια σχολαστικὴ, εἶναι ἐνέργεια θετικὴ, ἐνώπιον τῆς ὁποίας πρέπει νὰ παραμερίσῃ πᾶσα σχολαστικὴ σκέψις. Ἐάν ποτε περίστασις ἐπιτρέψῃ νὰ μεταβάλωμεν τὴν σχολαστικὴν ἐκπαίδευσιν, ἣν ἔχομεν, θέλομεν τὸ πράξει· ἀλλὰ σήμερον ἡ περίστασις εἶναι ἐπείγουσα, καὶ μὲ πραγματικὴν ἐνέργειαν ὀφείλομεν νὰ ἐπιδράσωμεν ὅπου παραβλάπτεται ὁ Ἑλληνισμός.
§49Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν. Ὁ σκοπός, δι’ ὃν ὑπέβαλον τὴν παράκλησίν μου, δὲν ἦτο νὰ ὑποστηρίξω ὅ,τι ἐνόμισεν ὁ ἐκ Τρικκάλων κ. συνάδελφος ὅτι ὑπεστήριξα. Σκοπός μου ἦτο οὐχὶ νὰ ὑποστηρίξω τὰς τυχὸν καταχρήσεις τοῦ Τσοτυλείου Γυμνασίου, ἐφ’ ὅσον παρ’ αὐτοῦ ἐδόθησαν παρ’ ἀξίαν ἀπολυτήρια εἰς μαθητὰς ἐκ Θεσσαλίας καταφυγόντας ἐκεῖ, ἀλλὰ νὰ ἴδω, ἂν ὁ περιορισμὸς, δι’ ὃν τεθεὶς ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Γυμνασίου, ἐξετείνετο καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς τοὺς ἐκ Μακεδονίας καταγομένους· διότι ἐὰν ὁ περιορισμὸς ἐτέθη διὰ τοὺς μαθητὰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων, εἶναι ἄριστος, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς ἐκ Μακεδονίας, δὲν συμφωνῶ, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα. Τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον δὲν κεῖται μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐκεῖθεν τῆς γραμμῆς τῶν μεθορίων, ὡς ἐσφαλμένως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ κεῖται ἐν τῇ διοικήσει Σερβίων καὶ Κοζάνης, πολλὰς ὥρας μακρὰν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, 2½ δ’ ὥρας μακρὰν τῆς Λαψίστης, πρὸς τὴν Σιάτισταν, παρὰ τὸ χωρίον Τσοτύλι...
§50Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι εἰς τὰ Σέρβια.
§51ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Παπαθανασίου νὰ προσέξῃ. Λέγω ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν διοίκησιν Σερβίων καὶ Κοζάνης, πλησίον τοῦ χωρίου Τσοτυλίου, 2½ ὥρας μακρὰν τῆς Λαψίστης, 13 δ’ ὥρας μακρὰν τῆς Σαμαρίνης, ἥτις εἶναι ἐγγυτέρα πρὸς τὰ μεθόρια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ παρῳχημένης ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὰ ἐν τῇ ὑποδούλῳ Ἑλληνικὰ Γυμνάσια ἀπέδιδον καρποὺς καλλιτέρους τῶν σημερινῶν· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐμονοκράτει ἐκεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς, δὲν εἶχεν ἀντιμέτωπον τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν Βουλγάρων· σήμερον εἰς τὴν περιφέρειαν Θεσσαλονίκης ὑπάρχουσι καὶ Γυμνάσια καὶ Παρθεναγωγεῖα καὶ σχολεῖα τῆς μέσης καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως Βουλγαρικὰ, ἁμιλλώμενα πρὸς τὰ Ἑλληνικά· ἐν ταῖς διοικήσεσι Δράμας, Βιτωλίων καὶ ἀλλαχοῦ ἐπίσης ἔχουν συστήσει πολλὰ σχολεῖα τῆς στοιχειώδους καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ καταγείνω εἰς περαιτέρω τοιαύτας λεπτομερείας, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι σήμερον ὁ Ἑλληνισμὸς εὑρίσκεται ἐν ἴσῃ σχεδὸν μοίρᾳ πρὸς τὰς ἄλλας φυλὰς, τὰς ἐχούσας βλέψεις ἐν Μακεδονίᾳ...
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδευτικήν;
§53ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς διαψεύδω κατηγορηματικώτατα (Θόρυβος.)
§55ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ταράσσονται, νὰ δεχθῶσιν ὅτι ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ὑπερασπίσω ἑμαυτόν. Θὰ ἦμαι πολὺ εὐχαριστημένος, ἂν οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀκριβεῖς· θὰ τὸ θεωρήσω ὡς μέγα ἀπόκτημα· ἀλλ’ ἐκθέσεις τοιαῦται, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα, μαρτυροῦσιν ὅτι βρίθουσι τὰ Βουλγαρικὰ σχολεῖα ἐν Μακεδονίᾳ. Καὶ ὅταν τοιοῦτος ἀνταγωνισμὸς ὑφίσταται ἐκεῖ, ἡ διάψευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχε. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως κρίνων τὰ πράγματα, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἦμαι σύμφωνος πρὸς τὸν ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ τεθῶσι περιορισμοὶ καταχρήσεων, αἵτινες τείνουσι νὰ δώσωσιν ἄσυλον εἰς τοὺς ἀγραμμάτους μαθητάς, τοὺς καταφεύγοντας ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ Γυμνάσια τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς τὸ τοῦ Τσοτυλίου, ὁ περιορισμὸς εἶναι ἄριστος· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ περιορισμοῦ πρόκειται νὰ γεννηθῇ ἑτέρα βλάβη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει, τότε θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, χωρὶς ποτε νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸν πατριωτισμόν του, νὰ προβῇ μετὰ μεγάλης φειδοῦς.
§56ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ διαψεύσω ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων ἰσχυρίσθη, οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλ’ ἐκ πληροφοριῶν ἄλλων, ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ σχολείων καὶ μαθητῶν καθυστερεῖ τῶν ἄλλων ἀντιζήλων πρὸς ἡμᾶς λαῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, δὲν εἶναι τὸ παράπαν ἀληθές. Ἐγὼ, διατρίψας ἐν Μακεδονίᾳ ἐπὶ ἔτη, καὶ ἔκτοτε παρακολουθῶν μετ’ ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος τὰ ἐν αὐτῇ γινόμενα, εἶμαι εἰς θέσιν ἴσως ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς, ὁ διεξάγων ἀπὸ πολλοῦ ἤδη τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα ἐν τῇ περιμαχήτῳ ἐκείνῃ χώρᾳ, ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ σχολείων καὶ μαθητῶν εἶχε καὶ ἔχει ἔτι καὶ νῦν τὴν ὑπεροχὴν ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων λαῶν ἐν αὐτῇ. Ὁ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμὸς, Κύριοι, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἱκανὰ τὸν ἀριθμὸν πλήρη κλασσικὰ Γυμνάσια, ὡς τὰ ἐν Θεσσαλονίκῃ, Σέρραις, Μοναστηρίῳ, Κορυτσᾷ καὶ Τσοτυλίῳ, πλείονα δὲ ἡμιγυμνάσια καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐν ἑκάστῃ δὲ πόλει, κωμοπόλει καὶ σχεδὸν ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ αὐτῆς λειτουργοῦσι δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων καὶ θηλέων ὑπὸ δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου ἀποφοίτους τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ Σέρραις Διδασκαλείων, οἵτινες ἐν πολλοῖς ἁμιλλῶνται πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἔν τισι μάλιστα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀνώτεροι πολλῶν τούτων. Τὴν ὑπεροχὴν ταύτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, ὑπὸ ἔποψιν γενικῆς μορφώσεως, ἀνομολογοῦσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἔχθιστα πρὸς ἡμᾶς διακείμενοι, ἀπορῶ δὲ, πῶς εὑρέθη Ἕλλην Βουλευτής, ἐξ ἀνακριβῶν βεβαίως πληροφοριῶν, ἰσχυριζόμενος τὸ ἐναντίον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ...
§57ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Χαίρω ὅτι δίδετε αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Ἐλπίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι τὴν ὑπεροχὴν ταύτην θὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν ἐκπαιδεύσεως, ἂν ἡμεῖς σωφρονοῦντες φροντίσωμεν ἐν καιρῷ, ὅπως τὰ σχολεῖα ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ μεταδίδωσι πρὸς τῇ κλασσικῇ καὶ πραγματικὴν καὶ ἐπαγγελματικὴν καθόλου μόρφωσιν.
§59Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραβάλω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν τελευταίαν μὲ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ τὴν προηγουμένην. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς σκέπτεται ὅπως σκεπτόμεθα ἡμεῖς καὶ ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσεν, ἐὰν ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι λόγοι ἐθνικοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ συγκρατήσωμεν τὸν Ἑλληνισμὸν τὸν ἔχοντα τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἐὰν πράγματι πιστεύει ὅτι τὰ Γυμνάσια καὶ σχολεῖα τῶν μερῶν ἐκείνων εἶναι καλῶς κατηρτισμένα καὶ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἰδικά μας, καὶ ὅτι εἶναι καὶ ἀνώτερα τῶν ἰδικῶν μας, ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κατελήξαμεν, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ζητοῦμεν ἢ νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον καὶ μέχρι τοῦδε εἶχον. Κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέβαλε τὸ θέμα τῆς συζητήσεως· ἡ συζήτησις ἦτο πολιτικὴ, καὶ ἠθέλησε νὰ τὴν κάμῃ ἐκπαιδευτικήν. Ἡμεῖς ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὡμιλήσαμεν, ἡμεῖς ἐλέγομεν ὅτι πρέπει νὰ συσφίγξωμεν τοὺς δεσμοὺς μετὰ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ἀδελφῶν· αὐτὸ ἦτο τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠσχολήθημεν, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ φίλος μου ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς δὲν ἐνόησε. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἀγὼν μέγας γίνεται κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, ὀρθῶς ἀναγνωρίζων τὸν ἀγῶνα τοῦτον, λέγει ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς κατέχει καὶ θὰ κατέχῃ τὴν πρώτην θέσιν. Ἀλλὰ πῶς θὰ κατέχῃ τὴν πρώτην θέσιν, ὅταν ἡμεῖς ἀρχίζωμεν νὰ θέτωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἐπικράτησιν τοῦ στοιχείου αὐτοῦ ἐν Μακεδονίᾳ; Ὡς προεῖπον, αἱ διάφοροι φυλαὶ συγκρούονται καὶ συναγωνίζονται ἐν Μακεδονίᾳ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Παιδείαν, παρατηρεῖτε δὲ, ποῖος ἀγὼν διεξάγεται διὰ τὸν διορισμὸν ἑνὸς Μητροπολίτου, ἢ διὰ τὴν σύστασιν ἑνὸς σχολείου, καὶ τίνες διωγμοὶ ἐνεργοῦνται κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, διότι οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ ἄλλοι ἀνταγωνισταὶ ἡμῶν ἔχουσι χρήματα καὶ ἐργάζονται περισσότερον. Ἡμεῖς ὄχι μόνον δὲν ἐργαζόμεθα, ἀλλὰ καὶ παρεμβάλλομεν προσκόμματα, καὶ οὐδὲ σκεπτόμεθα, ἂν ὑπάρχει Μακεδονία! Ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ ζητῶμεν νὰ θέσωμεν ὑπὸ αὐστηρὰν ἐξέτασιν, ἐὰν ἡ Παιδεία εἶναι κατηρτισμένη ἐν Μακεδονίᾳ ὅπως ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν, καὶ ἂν πρέπει νὰ δεχώμεθα τοὺς ἐκεῖ ἐκπαιδευομένους; Ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ἀνοίγωμεν τὰς ἀγκάλας καὶ νὰ τοῖς λέγωμεν: «Ἔλθετε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς πατρίδος σας, λάβετε τὰ νάματα αὐτοῦ, ἔλθετε νὰ μᾶς γνωρίσητε καὶ ἀποκομίσητε ἀγαθὴν γνώμην περὶ τῆς ἐνταῦθα διαμονῆς σας καὶ τῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουσι». Θέλετε νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν, Γαλλίαν, Γερμανίαν, καὶ νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐκεῖ, ὅπου δὲν θ’ ἀμφισβητήσωσι τὰ ἀπολυτήρια τῶν ἐν Τουρκίᾳ σχολείων; Ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα· ν’ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν ἐξέτασιν τῶν προσόντων καὶ τῆς ἐντελείας τῶν διδασκάλων, ν’ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὸν βαθμὸν τῆς τελειότητος ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἐκεῖ μαθητευομένων, καὶ νὰ διατάξῃ, ὅπως οἱ ἐκεῖ ἐκπαιδευόμενοι θεωρῶνται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεώς των γνήσιοι Ἕλληνες, ἔχοντες ἅπαντα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ φοιτηταὶ τῶν ἡμετέρων Γυμνασίων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἰς τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του ἐξύμνησε τὰ σχολεῖα τῆς Μακεδονίας, λησμονήσας ὅτι τοὺς καθηγητὰς αὐτῶν ἀπεκάλεσε προηγουμένως δημοδιδασκάλους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του ἐξήγησε καθαρῶς τὰς ἰδέας του, καὶ ἐξύμνησε τὰς ἰδέας αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσι περὶ τῆς ἐνταῦθα ἐκπαιδεύσεως, τὸν παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσῃ πᾶσαν ἀπαγόρευσιν καὶ περιορίσῃ τὴν ἀπαγόρευσίν του μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διακούοντες ἐνταῦθα τὰ μαθήματά των, ἀλλὰ μὴ δυνάμενοι νὰ λάβωσιν ἀπολυτήριον, μεταβαίνουσιν ἐκεῖ καὶ λαμβάνουσι πλαστὰ ἀπολυτήρια.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔλαβε τρὶς τὸν λόγον. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀποκρινόμενος εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσε, μοὶ ἐφάνησαν ἐπαρκεῖς. Μοὶ ἐφάνη ὅτι καὶ τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας περιεῖχεν ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου, ἐπλήρουν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκε τότε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἄλλων, ὅσοι ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσωσι. Μοὶ ἐφάνη ἐκ τοῦ λόγου του ἐκείνου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατενόει ὅτι εὑρίσκεται ἀπέναντι δύο συμφερόντων ἀντικρουομένων πρὸς ἄλληλα· ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος, ἵνα ἡ ἐν τῷ Γυμνασίῳ τοῦ Τσοτυλίου ἐκπαίδευσις μὴ γίγνηται ἀτελῶς, διότι ἡ ἀτέλεια τῆς ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἐκείνῳ ἐκπαιδεύσεως ἐπηρεάζει μὲν τὴν διοίκησιν τῶν ἄλλων ἐν Θεσσαλίᾳ Γυμνασίων, ἀλλ’ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἀτελῆ μόρφωσιν τῶν ἐκεῖ ἐκπαιδευομένων, οἵτινές εἰσιν Ἑλληνόπαιδες, πολλὰ πρὸς τὴν πατρίδα κεκλημένοι νὰ ἐκπληρώσωσι καθήκοντα, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος τούτου ὑπάρχον συμφέρον μοὶ ἐφάνη ὅτι κατενόησεν ὁ κ. Ὑπουργός, συμφέρον συνδεόμενον μετὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ ἑπομένως συμφέρον ὑπέρτερον τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ. Καὶ τῷ ὄντι δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρατρέξῃ ποτὲ τὸ ὑπάρχον πολιτικὸν συμφέρον, ὅπως παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν καὶ περὶ τοὺς περιοίκους πληθυσμοὺς ἐκείνους ὑπάρχῃ, εἴτε ἐγγύτερον εἰς τὰ ὅρια εὑρίσκονται εἴτε ἀπώτερον,—διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀπὸ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀποστάσεως μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως,—ὅπως ὑπάρχῃ, λέγω, εἷς φάρος, εἷς φανὸς, ὁ ὁποῖος νὰ φωτίζῃ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους. Διότι, ὅταν ὑπάρχῃ ἐκεῖ Γυμνάσιον Ἑλληνικὸν, τὸ Τσοτύλιον ἢ ἄλλο, θέλουσι δύνασθαι νὰ στέλλωσιν εἰς αὐτὸ τὰ τέκνα αὐτῶν, οὐδὲ θέλουσιν ἀναγκάζεσθαι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα ὡσαύτως ἐκεῖ καὶ ὑπ’ ἄλλων, μὴ Ἑλλήνων, συσταθέντα ἐκπαιδευτήρια. Ἑπομένως μοὶ ἐφάνησαν ἀρκοῦσαι αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μεταδοθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι, διότι, καθὰ ἐβεβαίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἶχε προσβλέψει μετὰ μεγάλης προσοχῆς εἰς τὸ εἰρημένον πολιτικὸν συμφέρον, τὸ ἐπικρατέστερον τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, καὶ ὅτι ὑπέτασσε πᾶν ἄλλο ὑποδεέστερον συμφέρον εἰς τὸ πολιτικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον τυγχάνει συμφέρον ἐθνικόν. Ἐβεβαίου μάλιστα, ὅτι ἐλάμβανε πρόνοιαν, καὶ ὅτι εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐργασθῇ, ὅπως συμπληρωθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἡ διδασκαλία ἐν τῷ Γυμνασίῳ τοῦ Τσοτυλίου, μὴ εὑρεθῇ δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀπονεμηθῆ εἰς αὐτὸ, ἀναγνωρισθὲν ὡς ἴσον τοῖς ἐν Ἑλλάδι Γυμνασίοις, διότι τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ ἀφαίρεσις ἤθελε καταστήσει αὐτὸ ἀπρόσιτον, καὶ ἤθελεν ἐκμηδενίσει αὐτό. Καὶ μέχρι τοῦ σημείου τούτου εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἡ δευτέρα ἀγόρευσις αὐτοῦ μοὶ ἐφάνη ἐπίσης ἀξία προσοχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀγορεύων τὸ δεύτερον, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐπεθύμει νὰ καινοτομήσῃ, ὅτι εὑρίσκει ἀνεπαρκῆ, ἀλυσιτελῆ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τοῖς ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου διδακτηρίοις, ὅτι εὑρίσκει ὅτι ἡ διδασκαλία καὶ ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ὑπὸ ἄλλων φύλων γιγνομένη εἶναι ἐπικρατεστέρα, λυσιτελεστέρα, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον εὑρίσκεται ἐν μειώσει κατὰ τὸν ἐπὶ τῆς χερσονήσου διαπραττόμενον οἰκονομικὸν ἀνταγωνισμὸν πρὸς τοὺς κατοικοῦντας ἐπ’ αὐτῆς ἑτεροφύλους. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἦναι ὀρθή· ἀλλὰ δὲν ἦτο, νομίζω, ἡ ὥρα κατάλληλος, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ αὐτὴν, διότι ἡ θεωρία αὐτοῦ σκοπεῖ τὴν τροποποίησιν ἢ μεταβολὴν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μεταβάλλωσι τὴν κρατοῦσαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἄνευ τῆς γνώσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχεν ἐξετασθῆ καὶ γενῆ δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν τῇ εἰσηγήσει καὶ αὐτοῦ εἶχεν ἐγκριθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τότε ἤθελε ζητηθῆ ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως μεταβληθῇ τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου πολιτείας τοῦ Κράτους· ἀλλὰ μέχρις οὗ τοῦτο συντελεσθῇ, τὰ πράγματα δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μένωσιν ὡς ἔχουσιν. Ἀφοῦ δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὰς γνώμας περὶ τοῦ συστήματος, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰς ὁποίας εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου, κρίνει ἐφαρμοστέας καὶ ἐπὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐκπαιδεύσεως, ἔχει μάλιστα εἰσαγάγει καὶ νομοσχέδιον, ἀναγκαίως προσῆκε νὰ παραλίπῃ ὅσα κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του εἶπε· ἐὰν δέ ποτε ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων του ἐκείνων, θέλει δοθῆ τότε εἰς τὴν Βουλὴν εὐκαιρία νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ τοῦ προτεινομένου ὑπ’ αὐτοῦ συστήματος, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διὰ τοῦ ἁρμοδιωτέρου ὀργάνου αὐτῆς, καὶ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ἁρμοδιώτερος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δύναται τότε νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χερσονήσῳ ἐπιρροὴν αὐτῆς, ὅπως γένηται ἐν τοῖς ἐκεῖ ἐκπαιδευτηρίοις ἀποδεκτὴ καὶ εἰσαχθῇ ἐν αὐτοῖς ἡ περὶ ἧς πρόκειται μεταβολὴ τοῦ λειτουργοῦντος ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ τὴν ἀποθάρρυνσιν, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς τοὺς ἀκούσαντας ἡ δευτέρα ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ἀποθάρρυνσιν, λέγω, αὐτὴν ἀνῄρεσεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ὧν εἶπε κατὰ τὴν τρίτην ἀγόρευσιν, δι’ ἧς μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ὁ ἐπικρατῶν κατὰ τὸν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου ἀνταγωνισμόν, καὶ ὅτι οὐδεμία φυλὴ δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς αὐτόν. Τὰ ἀγγέλματά εἰσιν ὄντως εὐχάριστα, εὔχομαι δὲ νὰ ἦναι ἀληθῆ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, ἐπὶ τοῦ παρόντος, οὐδὲ ταῦτα καλούμεθα νῦν νὰ ἐξετάσωμεν. Ὅθεν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ Τσοτύλειον Γυμνάσιον, καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ διὰ πάντων τῶν ἀβλαβῶν μέσων, εἴτε διὰ τῶν ἐπιτρόπων τοῦ Γυμνασίου, εἴτε διὰ τῶν ἄλλων τῶν συντελούντων πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ, ἵνα βελτιωθῇ ἐν αὐτῷ τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, συμπληρούμενον ἐπαρκῶς, ἢ βελτιούμενον κατὰ τὴν λειτουργίαν του, ὥστε οἱ ἐκεῖ μαθητευόμενοι καὶ ἀπολυόμενοι νὰ ἦναι καλῶς παρασκευασμένοι, καὶ νὰ δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο συνεστήθη. Ἐὰν δέ ποτε ἐσκέφθη περὶ ἀπογυμνώσεως τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου ἀπὸ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία παρέσχεν εἰς αὐτὸ, ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα τὰ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χερσονήσῳ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ἐνδεικνύῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅτι δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ εἰρημένον προνόμιον ἀπὸ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Γυμνάσιον, ὅπως ἀναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ἐφαρμόσωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, ἀλλὰ νὰ μὴ προβῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπειλήν του ταύτην.
§61Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπέβαλον διαφόρους προτάσεις νόμων· καὶ πρῶτον, πρότασιν νόμου περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἐξαιρέσεως τῶν δικαστῶν διατάξεων, δεύτερον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ προφυλακίσεως, τρίτον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ Τύπου νόμου, καὶ τέταρτον περὶ ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας διὰ τὰ ἐγκλήματα τῶν Βουλευτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῶσι καὶ συζητηθῶσιν, ὡς ἀναγκαιότατα, τὰ νομοθετήματα ταῦτα, τὴν δὲ Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον αὐτῆς, θὰ παρακαλέσω, ὅπως υἱοθετήσῃ τὰς προτάσεις ταύτας. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου, ὃν καὶ ἄλλοτε ἔδειξε, θέλει ἐνθαρρύνει τοὺς δυναμένους καὶ θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων κυρίους Βουλευτάς.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§63Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλην παράκλησιν θὰ ἀποτείνω πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, πρὸς ἀποτροπὴν μειζόνων κακῶν. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος περὶ ἀρχαιοτήτων, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς ἤρξατο δυνάμει βασιλικοῦ διατάγματος, ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 10, ὅτι «ἰδιοκτήτης εὑρὼν οἱαδήποτε κινητὰ ἀρχαῖα ἐν τῷ κτήματι αὐτοῦ κατὰ τύχην, ὑποχρεοῦται ν’ ἀνακοινώσῃ τὴν εὕρεσιν αὐτῶν ἐντὸς πέντε τὸ πολὺ ἡμερῶν εἰς τὸν Γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἢ εἰς ἕνα τῶν ἐφόρων ἢ ἐπιμελητῶν, ἢ εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην, καὶ νὰ θέσῃ αὐτὰ εἰς τὴν διάθεσίν των, ὅπως παραληφθῶσιν ἐπὶ ἀποδείξει, περιεχούσῃ ἀκριβῆ περιγραφὴν αὐτῶν.» Ἀλλὰ μολονότι αἱ δηλώσεις παρὰ διαφόρων κατόχων ἀρχαιοτήτων, ἀπὸ τοῦ κυρίου Καραπάνου μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, ὑπεβλήθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὸ ἕτερον ἀντίγραφον τῶν δηλώσεων δὲν ἐπεστράφη εἰς αὐτοὺς παρὰ τοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων· ὥστε, ἐὰν παρελθούσης τῆς προθεσμίας προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια οἱ δηλώσαντες, βεβαίως δὲν θὰ εὕρωσι δίκαιον, διότι ἀπόδειξιν ἔγγραφον τῆς δηλώσεώς των δὲν ἔχουσιν, οἱ δὲ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὡς ἐκ τῆς πείρας μου γνωρίζω, πάντοτε, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου, εἶναι πρόθυμοι, ἑπόμενοι ταῖς εἰσηγήσεσι τῶν νομικῶν αὐτῶν συμβούλων, νὰ ὁρκίζωνται ὅτι δὲν ἔχουσι γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ὅρκου. Ὥστε οἱ κύριοι ἀρχαιοτήτων, οἱ δηλώσαντες, μὴ ἔχοντες εἰς χεῖράς των τὴν ἀπόδειξιν τῆς δηλώσεώς των, θὰ ἀπολέσωσι τὰς δίκας καὶ τὴν περιουσίαν των. Πλὴν δὲ τούτου, κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ἐν ἐλλείψει τῆς δηλώσεως ἡ Πολιτεία δικαιοῦται εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν ἀρχαίων καὶ κατάθεσιν αὐτῶν ἐν τῷ Μουσείῳ, ἐπέρχεται δὲ καὶ ἡ ἀπώλεια τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅστις τιμωρεῖται καὶ μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς μέχρι δύο ἐτῶν. Ὥστε παρελθούσης τῆς προθεσμίας καὶ ἀρνουμένου τοῦ ἐφόρου νὰ παραδώσῃ τὸ ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως, κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ὅλα ταῦτα. Πολλάκις ἀπέστειλα εἰς τοὺς ἁρμοδίους ἐφόρους ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων εἶχον συντάξει δηλώσεις, ἵνα ζητήσωσι τὸ ἀντίγραφον, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐπεστράφη τοῦτο, ἀρνουμένων τῶν ἐφόρων τὴν ὑπογραφὴν τῆς δηλώσεως. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ διάταξις, ὥστε, ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δύναται νὰ θέσῃ ὅλην τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς φυλακάς! Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς, νὰ προστατεύσῃ τοὺς δηλώσαντας ἀρχαιότητας. Νομίζω ὅτι ἡ προθεσμία τελειώνει τὴν 4 τρέχοντος μηνὸς, ἤτοι δὲν μεσολαβοῦσιν ἢ τρεῖς μόνον ἡμέραι. Ὥστε, κύριε Πρόεδρε, πράξατε ὅ,τι εἶναι δίκαιον, ἵνα μὴ πάθουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ οὐ μόνον ἀπολέσουν τὰς περιουσίας των, ἀλλὰ καὶ φυλακισθῶσιν ἀδίκως.
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι μεταξὺ τῶν κατόχων ἀρχαιοτήτων, διότι ἔχω μίαν συλλογὴν, καὶ πραγματικῶς ἐδήλωσα αὐτήν. Καίτοι εἶχον δηλώσει πρὸ δεκαπενταετίας περίπου, ὅτε μετέφερον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς συλλογῆς μου ταύτης, οὐχ ἧττον, συμμορφούμενος πρὸς τὸν νόμον, ἐδήλωσα καὶ πάλιν, ὁ δὲ κατάλογος τῶν ἀρχαίων μου εἶναι τοσοῦτον ἐκτεταμένος καὶ τοσοῦτον πολυάριθμος, ὥστε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 5 ἢ 6 ἡμερῶν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ὅλην ἐργασίαν καὶ μοὶ ἐπιστρέψῃ τὸν κατάλογον κεκυρωμένον. Ἠρκέσθην εἰς τοῦτο, καὶ ἐθεώρησα ὅτι πληρέστατα ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, συντάξας καὶ ὑποβαλὼν τὸν κατάλογον αὐτὸν, δὲν ἐπέμεινα δὲ, μήτε ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ καταλόγου εἰς ἐμὲ, διότι ἀναμένω νὰ γείνῃ ἡ τακτικὴ ἐξέλεγξις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅπως λάβω τὸν κατάλογόν μου. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον βλέπει ἐπικείμενον ἐπὶ τῶν κατόχων τῶν ἀρχαιοτήτων, οἵτινες ἐδήλωσαν ἤδη, δὲν ἐπεστράφη ὅμως εἰσέτι εἰς αὐτοὺς ὁ κατάλογος κεκυρωμένος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δηλώσῃ, ἂν νομίζει ὅτι εἶμαι ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῷ ὀρθῷ, οὕτω σκεφθείς.
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης βεβαίως εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄντως ἀκριβεῖς. Πράγματι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐβράδυνεν αὐτὴ ἡ ἐργασία. Τὸ ὑπάρχον, Κύριοι, προσωπικὸν τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπαρκεῖ, ὁ δὲ κ. Καραπᾶνος, ὅστις προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας παρενέβαλε τόσα προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ γινώσκῃ τίνος ἕνεκεν ἐβράδυνεν αὐτὴ ἡ ἐργασία.
§66Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας· διότι ἐζήτησαν ἄνθρωποι νὰ τοῖς ἐπιστρέψωσι τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν 2 ἢ 3 ἀντικείμενα ἀρχαῖα, καὶ ἀρνοῦνται οἱ ἁρμόδιοι νὰ τὰς ἐπιστρέψουν, διότι οἱ ἔφοροι δὲν κυρώνουν τὰς δηλώσεις. Ἀνηνέχθη δὲ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον. Παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια.
§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, αἱ προτάσεις νόμων, τὰς ὁποίας πρὸ καιροῦ ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτής, εἶναι σοβαρωτάτης σημασίας· ἀφορῶσι τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι κωμικὸν, Κύριοι, νὰ ὁμιλῇ τις ἐν Ἑλλάδι περὶ ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὄχι τόσον ἐκ τῆς ποιότητος τῶν ἀπονεμόντων αὐτὴν, ὅσον ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία χορηγεῖ πρὸς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἐγκαταλελειμμένος ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὸ γραφεῖόν του, μὲ ἓν τραπέζι μὲ τρία ποδάρια, ὄχι μὲ τέσσαρα, χωρὶς ἡ Πολιτεία νὰ συντρέχῃ τὸν ἀνακριτὴν ποτὲ πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ βεβαίωσιν τῶν παντοειδῶν καὶ πολυειδῶν ἐγκλημάτων! Οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι συντρέχουσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην πρὸς βεβαίωσιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐγκλημάτων, εἶναι οἱ ἐνδιαφερόμενοι παθόντες, ἀλλὰ πᾶς τις γνωρίζει, ἐὰν ἡ τοιαύτη συνδρομὴ συντελεῖ πρὸς ἀκριβῆ ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἢ πρὸς διαστρέβλωσιν αὐτῆς. Ἀρκεῖ ὁ μηνυτὴς καὶ εἷς μάρτυς νὰ καταθέσουν τι κατὰ τοῦ ἐντιμοτάτου τῶν πολιτῶν, ἵνα ὁ πολίτης ἐκεῖνος προφυλακισθῇ· ὅταν δ’ ἅπαξ ἐγκλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς, εἶναι δύσκολον νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ὀνύχων τῶν δικαστῶν, διότι οἱ δικασταὶ οἱ προφυλακίσαντες αὐτὸν δυσκολεύονται κατόπιν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἀθῳότητα αὐτοῦ, ἕνεκα τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγωϊσμοῦ, τοῦ ἐμφύτου εἰς πάντα ἄνθρωπον.
§68Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδίως τοῦτο συμβαίνει εἰς νεαροὺς καὶ πεφυσιωμένους δικαστάς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀνέκαθεν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἡλικίαν τοὐλάχιστον 35 ἐτῶν ὁ δικαστής.
§69Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη εἶναι ἐπιτετραμμένη νὰ ἀπονέμηται ἀπὸ τοὺς νεωτέρους δικαστάς· οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι εἰσέρχονται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον μετὰ ζήλου ὄντως ἐπαινετοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἀλλ’ ὁ ζῆλος οὗτος πολλάκις ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, καὶ νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ καταφέρωνται κατὰ τῶν κατηγορουμένων. Ἀντὶ νὰ προσπαθῶσι παντὶ σθένει πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, καὶ ἀντὶ νὰ ἀπονέμωσι τὸ δίκαιον εἰς τὸν κατηγορούμενον, εἶναι οἱ ἀπηνέστεροι διῶκται τοῦ κατηγορουμένου. Ἐὰν δέ τις κατηγορούμενος συμβαίνῃ νὰ ἀνήκῃ εἰς κοινωνικὴν θέσιν ὄχι τῆς κατωτέρας τάξεως, τὸ θεωρεῖ καύχημα ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος νὰ προφυλακίσῃ τὸν πολίτην ἐκεῖνον. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω καὶ τὴν ὀνομασίαν, τὴν ὁποίαν οἱ δικασταὶ οὗτοι συνήθως ἔχουν δώσει πρὸς τοὺς τοιούτους ἐν γένει πολίτας· τοὺς ὀνομάζουσι λαβράκια! (γέλωτες), καὶ ὅταν συλλαμβάνουν λάβρακά τινα, —καὶ λαβράκια, ἐπαναλαμβάνω, ἐννοοῦν τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν πολιτῶν—τὸν ἐγκλείουν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ οὐδέποτε ἐνθυμεῖται αὐτὸν ὁ προφυλακίζων δικαστής!
§70Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδείγματα νὰ ἀναφέρητε.
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένετε, παρακαλῶ. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε ὅτι προφυλακίζουν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον· προφυλακίζουν πλαστογραφοῦντες τὸν νόμον, αὐτοὶ οἱ δικασταί! Μετέβην τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, Κύριοι, εἰς Τρίπολιν ἕνεκα ὑποθέσεως δικαστικῆς,—ἀφοῦ θέλει παραδείγματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου.—Κατηγοροῦντο τρεῖς ἀδελφοὶ ἀπὸ τοῦ 1892. Ἀπὸ ἕνα παιδὶ ἠγόρασαν σῖτον, ἀλλ’ ὁ θεῖος τοῦ παιδὸς ἐκείνου κατήγγειλε τὸν παῖδα καὶ αὐτοὺς, ὅτι ἔκλεψαν τὸν σῖτον, ἐξεδόθη δὲ βούλευμα κατὰ τὸ 1893, παῦον πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν. Κατὰ τὸ 1898 ἀνενεώθη ἡ καταδίωξις, προσεκλήθησαν αὐτοί, προσῆλθον, ἀνεκρίθησαν καὶ ἀπελύθησαν. Μετὰ τοῦτο ἐκδίδεται βούλευμα παραπέμπον ὅλους αὐτοὺς εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ διατάσσον τὴν προφυλάκισίν των. Ἐπὶ τίνι λόγῳ; Τί λέγει τὸ βούλευμα; Ὅτι κατηγορήθησαν ἄλλοτε; Ὄχι! Ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος ἐντεύξεως μετ’ ἄλλων συναιτίων. Ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μετὰ ὀκταετίαν ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος νὰ ὑπῆρχε κίνδυνος ἐντεύξεως μετ’ ἄλλων συναιτίων· καὶ ποίων συναιτίων; Ἐγὼ δὲν ἀνεῦρον τοιούτους ἐν τῇ δικογραφίᾳ. Ἐὰν τὸ ὀνομάζετε δικαιοσύνην τοῦτο, μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις νόμων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀληθῶς μεταρρυθμιστικὸν ἔργον, ὄχι τὰ καταστρεπτικὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγετε· μεταρρυθμιστικὸν ἔργον εἶναι ἡ διόρθωσις τῆς δικαιοσύνης, ὅπως ἐμπνευσθῇ ἡ πεποίθησις εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα, ὅτι τῷ ὄντι, ὅταν ἀδικηθῇ, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια μετὰ τοῦ θάρρους ὅτι θέλει ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη εἰς αὐτὸν, καὶ ὅτι θέλει ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀθωότης του ἐξ ἴσου, ὡς ἡ ἐνοχή του. Κύριοι, σκεφθῆτε ὅτι, ὅταν ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος παραβαίνῃ τὸν νόμον ἔστω ἐπ’ ἀγαθῷ σκοπῷ, τίς θέλει τὸν ἐμποδίσει νὰ παραβῇ τὸν νόμον καὶ ἐπὶ κακῷ σκοπῷ; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν εἷς κατηγορούμενος παραπεμφθῇ ἀπὸ ἓν Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν καὶ προφυλακισθῇ, εἶναι εὔκολον νὰ ἀθωωθῇ κατόπιν ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἔστω καὶ ἂν διαλάμψῃ ἡ ἀθωότης του; Εἶναι πολὺ δύσκολον τοῦτο, διότι θεωρεῖται προσβλητικὸν εἰς τοὺς προφυλακίσαντας αὐτὸν δικαστάς. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συντελέσῃ, ὅπως συστηθῇ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ διαφόρων νομομαθῶν, ὄχι νομομαθῶν κατοικούντων μόνον ἐν Ἀθήναις,—διότι ἐν Ἀθήναις, κύριε Πρωθυπουργέ, οἱ νόμοι λειτουργοῦν ἄλλως, καὶ ἄλλως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην ἐνταῦθα, ὅτι ὁ νόμος περὶ Τύπου εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἐνῷ τοὐναντίον ἐν Τριπόλει ὁ νόμος περὶ Τύπου εἶναι καταπιεστικώτατος· δὲν τολμᾷ κανεὶς νὰ γράψῃ τι ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Φλογαΐτης ἦλθεν ἄλλοτε ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως νὰ ὑπερασπισθῇ δημοσιογράφον τινὰ, ὁ ὁποῖος τόσον ἐγκλημάτησε, ὅσον καὶ ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν γνῶσιν τοῦ πράγματος ἔχετε· καὶ κατεδικάσθη ὁ δημοσιογράφος! Ἄλλοτε ὑπερησπίσθην ἐγὼ δημοσιογράφον ἐν Τριπόλει, καὶ κατηγορούμενοι διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἦσαν ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδος, ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης, ὁ τυπογράφος καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τίνες ἄλλοι!
§72Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος ἐλευθερίας τοῦ Τύπου ἐν ταῖς ἐπαρχίαις!
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι κατ’ ἄλλον τρόπον ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὁ νόμος. Οἱ δικασταὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν Ἀθήναις τρέμουν τὸν δημοσιογράφον, διὰ νὰ μὴ γράψῃ ἐναντίον των. Καὶ διὰ τοῦτο ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατάλογον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ· καὶ ἐνῷ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν ἔχομεν ἐπαρκὲς προσωπικὸν τῶν δικαστῶν, ὅπως λειτουργῇ τουλάχιστον ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἐν Ἀθήναις εἶναι 22 δικασταί.
§74Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἶναι ἀνεπαρκεῖς.
§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀνεπαρκεῖς τόσοι δικασταὶ διὰ τὰς Ἀθήνας, τί νὰ εἴπωμεν διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως, ἐν ᾧ ὑπηρετοῦσιν 6 μόνον δικασταὶ, ἀντὶ 10, συμφώνως μὲ τὴν σημείωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι προφυλακισμένοι ἀπὸ μηνῶν, καὶ εἶναι ἐγκαταλελειμμένοι ἐκεῖ, εἰς τὰς τρώγλας τῶν φυλακῶν! διατί; διότι ὁ ἀνακριτὴς, ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων, εἶναι ἀνεπαρκής. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπεῖγον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰς προτάσεις νόμων τοῦ κ. Σταυροπούλου, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ συμπτυχθῶσιν αὗται εἰς ἓν νομοσχέδιον, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Μετὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβω τὴν τιμὴν, ὅπως προσαγάγω ἀναφοράν τινα ἀποσταλεῖσάν μοι ἐκ Μεσσήνης, ἀφορῶσαν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Λαμβάνω δὲ τὸ θάρρος νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπέστειλεν αὐτήν, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ φρονῶ ὅτι ἐκ τῆς σοβαρότητος τοῦ προσώπου βεβαίως σοβαρώτατα θὰ εἶναι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ. Ὁ πρώην συνάδελφος ἡμῶν κ. Μερλόπουλος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἀγωγέων Μεσσήνης καὶ τῶν περιχώρων· ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ἀναφέρονται ἐπιχειρήματά τινα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσιν εἴτε τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου τινῶν ἐκ τῶν ἀγωγέων τούτων, εἴτε τὸν μετριασμὸν τοῦ φόρου. Κρίνω δὲ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι μετ’ ὀλίγον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ θέλω ἐκφέρει τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀναφορὰ αὕτη διαλαμβάνει. Ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν νομίζει τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα ἐπιχειρήματα ἀρκούντως ἰσχυρὰ, νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μετ’ ὀλίγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§76Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ καὶ ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη. Σκοπὸν μόνον ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν ὑπόσχεσιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἔδωσε πρὸς αὐτήν. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ἐκείνης ἔσχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ ἐκτραγῳδήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ δεινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται οἱ πολῖται οἱ ἀγόμενοι ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ προφυλακιζόμενοι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ διατελοῦντες ὑπὸ προφυλάκισιν παρέστησα δὲ τότε τὴν ἀνάγκην, τὴν μεγάλην καὶ ἐπείγουσαν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὅπετος καὶ ὑπεσχέθη τότε, ὅτι κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς θέλει εἰσαγάγει τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀφορᾷ εἰς τὴν περιστολὴν τῆς καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς προφυλακίσεως, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοσούτου χρόνου βλέπομεν λαμβάνουσαν χώραν. Εὐτυχῶς ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος προέλαβεν εἰς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ὑπέβαλε πρότασιν νόμου, σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ, ἢ νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐὰν εὑρίσκει ταύτην κατάλληλον, ἢ νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοθέτημα, ἀφορῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ὄχι μόνον λυπηρὸν καὶ ἄδικον νὰ λαμβάνωσι χώραν ταῦτα, ἀλλὰ καὶ κατήντησε πληγὴ κοινωνικὴ, ἡ ὁποία ἀπέβη ἀθεράπευτος, καθόσον οἱ ἄνθρωποι διατελοῦσιν ὑπὸ προφυλάκισιν ἐπὶ 5 καὶ 6 μῆνας, καὶ κατόπιν διὰ βουλεύματος ἀπαλλάσσονται. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν ἐπεῖγον καὶ σοβαρὸν, καὶ πρέπει κεχωρισμένως νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ περὶ τούτου νομοθέτημα.
§77Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον προνοοῦν περὶ περιστολῆς τῶν καταχρήσεων ἐν τῇ προφυλακίσει, καθόσον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ παρέστησα τὰ φοβερὰ ἀδικήματα, ὅσα γίνονται ἐκ τῶν μακρῶν καὶ ἀδίκων προφυλακίσεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε ῥητῶς, ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς Ποινικῆς Δικονομίας χρῄζει διορθώσεως, ἔδωκε δὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, θὰ ἦτο καὶ τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 208 κλπ. τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει τόσον ἐπισήμως καὶ ἀπεριφράστως καὶ ἀνεπιφυλάκτως, καὶ διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ, διότι γνωρίζω τί συμβαίνει μὲ τὰς προφυλακίσεις, νὰ εἰσαγάγῃ ὡς οἷόν τε τάχιον σχετικὸν νομοσχέδιον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. (διάλογοι).
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ὁρίσητε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω. Ἐγένετο ἤδη πρότασις νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ μελῶν νομομαθῶν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰς προτάσεις νόμων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἢ νὰ συμπληρώσῃ αὐτὰς, ἢ νὰ καταρτίσῃ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω προβῆ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ αὔριον θέλω ἀναγγείλει τὸ ἀποτέλεσμα.
§81Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια περὶ τῆς προφυλακίσεως.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§83ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Εἶναι τῷ ὄντι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§84ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ πέντε μελῶν ν’ ἀποτελῆται, διότι ἂν ἦναι περισσότερα τὰ μέλη, δὲν δύνανται νὰ συνεννοηθῶσι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ὄχι ἐκ πολλῶν· ἐκ 5 ἢ 7 κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§86Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ πιστεύσῃ, ὅτι συντόνως μὲ ἀπησχόλησε τὸ ζήτημα τῆς διαρκείας τῶν προφυλακίσεων. Κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀνόδου μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εὗρον προφυλακισμένους, διατελοῦντες ἐν προφυλακίσει πλέον τοῦ ἔτους, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν εἶχον καὶ προφυλάκισιν 18 μηνῶν. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, σᾶς βεβαιῶ, ἔπραξα, ὅπως τὸ κακὸν αὐτὸ μετριασθῇ, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὰς τελευταῖον σταλείσας μοι ἐκθέσεις τῆς ἐπισκέψεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, αἱ μεγαλείτεραι προφυλακίσεις χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου ἢ Σεπτεμβρίου τοῦ 1899.
§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ πότε θὰ λήξουν αὐταὶ αἱ προφυλακίσεις;
§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι, ἀφοῦ κατωρθώθη ὅλαι ἐκεῖναι αἱ μακραὶ προφυλακίσεις νὰ λήξουν, θὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ λήξουν ταχέως καὶ αἱ ὑπάρχουσαι, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι πᾶσα λαμβάνεται πρόνοια νὰ γείνῃ συντομωτέρα ἡ προφυλάκισις. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχητε ἀνὰ χεῖρας, πίνακα τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων ἀπὸ τοῦ 1894 μέχρι τοῦ 1899, ὃν ἔπεμψα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Εἶχε καθυστερήσει ἐντελῶς ἡ ἐργασία αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἔπεμψα ἀριθμὸν ἀντιτύπων τόσον, ὅσοι εἶναι οἱ κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ ἔχητε ἀκριβεστάτην τὴν εἰκόνα τῆς διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς τε ποινικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς. Θὰ ἴδητε ἐκεῖ ποίαν ἐργασίαν ἔδωκαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη τὰ δικαστήρια, καὶ θὰ συγκρίνητε τὴν ἐργασίαν αὐτὴν μὲ τὴν ἐργασίαν, ἣν θὰ δώσουν κατόπιν. Ὡς πρὸς τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, καὶ περὶ τούτου ἐλήφθη φροντίς. Πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς δύο· αʹ) εἰς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως ἀπολύτως, καὶ βʹ) εἰς τὴν ἐπὶ πλημμελήμασι προφυλάκισιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρὸ πάντων ἐγείρονται τὰ παράπονα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ἀπαντῶσι δυσχέρειαι διὰ νὰ ὁρισθῇ ῥητὸς χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ λήγῃ ἡ προφυλάκισις, καὶ τοῦτο, διότι ἡ προφυλάκισις ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων καὶ ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς προσαγωγῆς τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων. Ἐπροτάθη νὰ ὁρισθῇ χρόνος διαρκείας, καὶ τοῦτον νὰ δύναται νὰ παρατείνῃ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, διότι δὲν δύνασθε νὰ ὁρίσητε ἀπολύτως χρόνον λήξεως τῆς προφυλακίσεως. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὴν προφυλάκισιν, ἥτις ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν ἐν περιπτώσει πλημμελήματος, τῷ ὄντι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δύνανται νὰ γείνωσι μεταρρυθμίσεις, καὶ προθύμως θέλω συντελέσει εἰς τοῦτο.
§89Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§90Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγώ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συντομώτατα νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ὥστε περιτταὶ πλέον, νομίζω, καθίστανται αἱ περὶ τούτου συζητήσεις.
§92Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν παρέδρων, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω πολλὰ περὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας, καὶ ἠναγκάσθην μάλιστα ν’ ἀποκαλέσω, ἕνεκα τῆς καταχρήσεως τῆς περὶ προφυλακίσεως διατάξεως, τῆς πλαστογραφουμένης ἑκάστοτε, ἠναγκάσθην, λέγω, νὰ ἀποκαλέσω τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην Ἐρινὺν, καὶ ὄχι Θεὰν Δικαιοσύνην. Ἐνόμιζον ἔκτοτε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ ὡς δικηγόρος ἔχει ἀντιληφθῆ αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ ὡς πολιτευτὴς, ἤθελε θεωρήσει τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῶν πρωτίστων πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς δικαιοσύνης πραγμάτων. Ἐν τούτοις δὲν τὸ ἔπραξε! Σήμερον, προκαλουμένης πάλιν συζητήσεως συνεπείᾳ σχετικῶν προτάσεων νόμων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ παρασκευὴν καταλλήλων νομοσχεδίων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπόσχεται, ὅτι πράγματι θὰ ἐξετάσῃ τὰς προτάσεις τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ θέλει προσαγάγει τὰ οἰκεῖα νομοσχέδια. Ἂν πράγματι τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην τηρήσῃ, καὶ εἰσαγάγῃ ταχέως τὰ νομοσχέδια αὐτά, περιττὴ, κατ’ ἐμὲ, καθίσταται ἡ ἐπιτροπή, διότι οὕτω ταχύτερον θὰ κατορθωθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτῶν, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐπισπεύσῃ καὶ δὲν θὰ ἐργασθῇ πρὸς καταρτισμὸν τῶν καταλλήλων νομοσχεδίων...
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ συστηθῇ ἀπὸ πρόσωπα τὰ μᾶλλον ἐνδιαφερόμενα, καὶ τὰ ὁποῖα ἠγόρευσαν ἢ ἀγορεύουν ἤδη περὶ τοῦ ζητήματος. Ὥστε ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐργασθῶσι.
§94ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα ζητήματα ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ, τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ θὰ συστηθῇ τοιαύτη. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνακρίσεως. Πάντες γνωρίζομεν, διότι πλεῖστοι ἐνταῦθα εἶναι οἱ δικηγοροῦντες, πῶς διεξάγεται ἡ ἀνάκρισις ὑπὸ τῶν ἀνακριτῶν. Διεξάγεται ὄχι ὡς ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπιτετραμμένων καὶ ἐπιδιωκόντων τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ὡς ὑπὸ ὑπαλλήλων προωρισμένων νὰ ἐκζητῶσιν ἐπιμελῶς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν κατηγορούμενον καὶ αἰσθανομένων ἀποστροφὴν πρὸς τὴν ἀθωότητα! Καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἐπηρεάζεται πλέον ὑπὸ τῆς πολιτικῆς· ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, καίτοι καταφέρομαι κατὰ τῶν δικαστῶν, ὡς μέχρις ἀκαταλογίστου αὐστηρῶν, δὲν λέγω ὅτι ἐπηρεάζονται ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ δεικνύουν ἀγρίαν καὶ παράλογον αὐστηρότητα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὴν ἀνάκρισιν διεξάγουσιν οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐ μόνον δὲν ἀνακαλύπτεται ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ συγκαλύπτεται αὕτη, ὅταν ᾖναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Τί δὲ συμβαίνει ἐκ τῆς τοιαύτης πλημμελοῦς ἀνακρίσεως; Ὅταν ἔρχηται ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου καὶ προσέρχωνται νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ μάρτυρες, ἂν καὶ κατ’ ἐλάχιστον οὗτοι παρεκκλίνωσιν ἐκ τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καταθέσεως αὐτῶν, ἀμέσως συλλαμβάνονται ὡς ψευδομάρτυρες καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακάς! Εἰς μάτην διαμαρτύρονται οὗτοι καὶ ἡ ὑπεράσπισις τοῦ κατηγορουμένου, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν ἐν τῇ ἀνακρίσει, ἀλλ’ ὅτι ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὁρκιζόμενοι λέγουσι τὰ ἀληθῆ· δὲν ἀκούονται! τοὐναντίον μάλιστα περιορίζεται καὶ ἐπιτιμᾶται ἡ ὑπεράσπισις, ὡς προσβάλλουσα τὸν ἀνακριτήν! Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως, ἀλλ’ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει καὶ πῶς νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα, τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ γίνεται αὕτη φανερὰ καὶ οὐχὶ μυστική. Εἶναι πολλὰ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἀνακριταὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ γράψωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ μάρτυρες ἐζήτουν νὰ γραφῶσιν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέθετον. Οὕτω πῶς γίνεται ἡ ἀνάκρισις, καὶ ῥίπτονται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς φυλακάς! Πρὸς τούτοις καὶ ἄλλη διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας χρήζει τροποποιήσεως, τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, ἀλλὰ καθιέρωσεν ἡ νομολογία, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναβάλλειν τὴν δίκην κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐτυμηγορίας. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ περιορισθῇ. Ἂν τοιοῦτον δικαίωμα ἔχῃ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, τίνα λόγον ὑπάρξεως ἔχει πλέον τὸ Δικαστήριον τῶν δώδεκα ἐνόρκων, τοὺς ὁποίους ὁ νομοθέτης ὥρισεν ὡς καλλιτέρους ἐκείνων νὰ κρίνωσι περὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων; Πῶς ἐπιτρέπεται, τρεῖς δικασταὶ, ἀποτελοῦντες τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, νὰ ὑβρίζωσιν ὡς ἀσυνειδήτους ἢ ἀκρίτους δώδεκα πολίτας, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἐπιστήμονες, εἴτε ἔμποροι, εἴτε κτηματίαι τυγχάνουσιν, εἶναι πάντες ἔντιμοι, εὐσυνείδητοι καὶ κριτικώτεροι πολλάκις τῶν τακτικῶν δικαστῶν ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν πραγματικῶν γεγονότων; Πρέπει λοιπὸν καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ τροποποιηθῇ, ἵνα μὴ συμβαίνωσι τὰ ἄδικα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι καθ’ ἡμέραν.
§95Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἑξῆς, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὅστις ζητεῖ τὸν λόγον θὰ ἐγγράφηται καὶ θὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς του, διότι ἄλλως τὰ παρεμπίπτοντα αὐτὰ δὲν θὰ μᾶς ἀφήσουν καιρὸν νὰ ἐργασθῶμεν.
§97Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἰσχυρίζεται, πρὸς περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀποστείλῃ κατάλογον περιλαμβάνοντα ὅλους τοὺς ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα προφυλακισμένους, καὶ ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν μόνον ὑπάρχουσι προφυλακισμένοι. Ἀνεκοίνωσα ὅμως εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς εἶναι ἀνακριβὴς, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Ἀπριλίου ὑπάρχει τις προφυλακισμένος, καὶ ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἦναι ἐκκρεμὴς ἡ ἀφορῶσα αὐτὸν ἀνάκρισις, παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τούτου, καὶ ἂν πεισθῇ, ὡς εἶμαι βέβαιος, τότε δέον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, τῶν συνταξάντων τὸν κατάλογον, ἵνα ᾖ ἀκριβής· ὅταν δὲ μετὰ μείζονος ἀκριβείας οὗτος συνταχθῇ, τότε θέλει πεισθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ συντονώτερα μέτρα, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον τόσον φιλοτίμως ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ τὸν συγχαρῶ. Τότε δὲ θὰ ἔχῃ βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαίρηται.
§98ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αἱ ὀλίγαι λέξεις, ἃς θὰ εἴπω, δὲν θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν,—διότι ἄλλως οὐδὲν θὰ ἔλεγον,—θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπὶ μιᾶς ἀδικίας, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, γιγνομένης εἰς μέγαν ἀριθμὸν τελειοφοίτων τῆς Ἰατρικῆς. Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1897 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, φέρον χρονολογίαν 5 Δεκεμβρίου, καθ’ ὃ οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσι μετὰ διετῆ φοίτησιν εἰς ἐξετάσεις τῶν γενικῶν μαθημάτων ἐντὸς τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ τρίτου ἔτους, ἄλλως δὲν ὑπολογίζεται ὡς χρόνος φοιτήσεως τὸ ἑξάμηνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὤφειλον νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις. Ἡ ἰδέα ἡ ὑπαγορεύσασα τὸ διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι ἀληθῶς ὀρθοτάτη. Ἀφοῦ δὲν κατωρθώθη νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων, λογικώτατα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσῃ περιορισμόν τινα διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν φοιτητῶν, ὅπως προσέλθωσι τοὐλάχιστον εἰς ἐξετάσεις τῶν γενικῶν μαθημάτων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης διετίας. Συνέπεσεν ὅμως ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1897, φοιτηταὶ δὲ, οἵτινες εἶχον συμπληρώσει τότε τὴν διετίαν, ἢ ἐν τῷ μεταξὺ συνεπλήρωσαν αὐτὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν, ὡς ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἐξεπλήρουν, νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος ὡρισμένου χρόνου. Σήμερον ἔχοντες οἱ φοιτηταὶ ἐκεῖνοι συμπεπληρωμένην τὴν τετραετῆ αὐτῶν φοίτησιν καὶ προσερχόμενοι ἵνα ὑποστῶσι τὰς ἐπὶ διδακτορίᾳ ἐξετάσεις, εὑρίσκονται ἀπέναντι ἀρνήσεως τῆς Πρυτανείας, ἥτις προβάλλει, ὅτι, ἀφοῦ δὲν προσῆλθον ἐντὸς τοῦ ἑξαμήνου, καθ’ ὃ ὤφειλον νὰ ὑποστῶσι τὰς γενικὰς ἐξετάσεις, ἀλλὰ βραδύτερον, δὲν ὑπολογίζεται ὡς χρόνος φοιτήσεως τὸ ἑξάμηνον ἐκεῖνο, ἄρα δὲν συνεπλήρωσαν τὴν τετραετίαν! Τὸ πρᾶγμα νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον, καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν, ἀφοῦ ἐξεπλήρουν ὑποχρέωσιν στρατιωτικήν. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ συστήσω ἐπιείκειαν οὔτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὔτε εἰς τὴν Πρυτανείαν, πρὸς τοὺς τελειοφοίτους ἐκείνους κατὰ τὰς ἐξετάσεις, εἰς ἃς θὰ ὑποβληθῶσιν. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὸ πτυχίον· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, ὄχι βεβαίως ἄρσις τελεία τοῦ φραγμοῦ, τὸν ὁποῖον θέτει τὸ διάταγμα, ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ποινῆς εἰδικῶς διὰ τοὺς φοιτητὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέστησαν τὰς ἐξετάσεις των διὰ τὸν λόγον τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεώς των. Τοιαύτη δὲ τιμωρία βεβαίως οὐδεμίαν ἔχει δικαιολογίαν. Καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελον ἀπευθύνει τὴν παράκλησιν, ὅπως, ἂν νομίζῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει κώλυμά τι, καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν τριῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, οἵτινες τελευταῖον ἐνήργησαν τὴν στρατιωτικὴν ἐπιθεώρησιν. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη προσκρούει ἴσως εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὡς ἀντιλαμβάνομαι, καὶ εἰς τὴν γνώμην ἄλλων συναδέλφων, μάλιστα δὲ τῶν στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι διπλαῖ· καὶ περὶ μὲν τοῦ μέρους τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰ πρόσωπα καὶ κρίνει τὴν ἐπάρκειαν ἢ ἀνεπάρκειαν τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἕκαστος ἄξιος τοῦ βαθμοῦ, ὃν φέρει, βεβαίως τὸ μέρος ἐκεῖνο δὲν ζητῶ νὰ κατατεθῇ, μολονότι ἴσως θὰ ἠδύνατο καὶ τοῦ μέρους ἐκείνου νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ ἀναφερθῶσι τὰ ὀνόματα. Τὸ δεύτερον ὅμως μέρος τῆς ἐκθέσεως ἀποβλέπει εἰς ἐλλείψεις τοῦ στρατοῦ πραγματικὰς, ὀργανικὰς, ἀναφερομένας εἰς τὰ ἐπιθεωρηθέντα σώματα ἐν γένει, ὄχι εἰς πρόσωπα. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐδεμία βλάβη θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς γνώσεως τοῦ μέρους τούτου, οὔτε συμφέρον τι προσωπικὸν θίγεται ἐντεῦθεν, καὶ διὰ τοῦτο δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν. Δηλῶ, καίτοι θὰ ἦτο περιττὸν, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ κρίνω τὰς ἐκθέσεις ταύτας αὐτὰς καθ’ ἑαυτὰς, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον τὰ πρόσωπα, θὰ ἦναι ὅμως πολὺ χρήσιμα τὰ συμπεράσματα τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν κατὰ τὴν ἐπικειμένην συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐπειδὴ δὲ πολὺς ἐγένετο πολλάκις λόγος περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διῳκήθη μέχρι τοῦδε ὁ στρατὸς, νομίζω ὅτι θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς μόρφωσιν γνώμης ἀσφαλοῦς καὶ ἀπαραιτήτου κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν ἡ γνῶσις τῶν συμπερασμάτων, εἰς ἃ ἀπολήγουσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§100Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἐπὶ πολὺ, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν, ἐλύθη ἐσχάτως, χάρις εἰς τὴν μεγάλην δωρεὰν τοῦ Ἀνδρέου Συγγροῦ. Παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου δωρητοῦ χωρὶς οὐδὲν νὰ γείνῃ, ἕνεκα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς περιουσίας, του, χθὲς δὲ, ὡς ἀσφαλῶς ἔμαθον, παρεχωρήθη εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι διατεθειμένον διὰ τὴν κατασκευὴν φυλακῶν. Ἐπειδὴ ὁ ἀείμνηστος Α. Συγγρὸς διετέλεσε βουλευτὴς Σύρου, εἶχε δὲ ἐκφρασθῆ πολλάκις καὶ δημοσίᾳ, ὅτι προετίθετο νὰ κατασκευάσῃ φυλακὰς ἐκεῖ, καὶ ἐπειδὴ ἐν Σύρῳ ἔχομεν ἓν λιθόκτιστον κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ἄλλοτε ὡς λοιμοκαθαρτήριον, ἤδη δὲ ὡς φυλακαὶ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ στερεόν, διότι ἐκτίσθη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Βαυαρῶν, θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εὐαρεστεῖται, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῶν φυλακῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ κατάστημα αὐτό. Ἔχω μάλιστα ἑτοίμην ἐργασίαν ἑνὸς διακεκριμένου νομομηχανικοῦ, γνωστοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ὅταν ἀποφασίσητε, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μὲ εἰδοποιήσητε νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ σχέδιον αὐτὸ, ὅλως νέου ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Διὰ μικρᾶς δαπάνης θὰ κατορθωθῇ νὰ περιλάβωσιν αἱ φυλακαὶ αὗται τῆς Σύρου 350 φυλακισμένους, δηλ. θὰ ἔχωσι 350 θαλάμους τοῦ τελευταίου συστήματος τῆς ἀπομονώσεως· θὰ δαπανηθῇ δὲ τὸ δέκατον μόνον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ νὰ κτισθῇ ἓν ἄλλο κατάστημα ὅμοιον. Ἐπειδὴ ὅμως, ἕνεκα τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναβάλῃ πρὸς καιρὸν τὴν κατασκευὴν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ αὕτη παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἅπαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν κατασκευὴν φυλακῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, καὶ διότι ἡ φθίσις κατέστη γενικὴ εἰς τοὺς φυλακισμένους καὶ διὰ τῆς ἀσθενείας αὐτῆς θερίζονται ὄχι μόνον οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ, ἀλλ’ ἀπειλοῦνται καὶ αἱ πόλεις, ὅπου μένουσι φυλακισμένοι, καὶ διότι δὲν νομίζω δίκαιον, ἀφοῦ ἀπεφάσισεν ὁ μέγας εὐεργέτης νὰ κτισθῶσι τὰ εὐεργετικὰ αὐτὰ καταστήματα, νὰ διατεθῇ τὸ κληροδότημα πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· τοῦτο δὲ θὰ φανῇ, ἐὰν παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ κατασκευὴ αὐτῶν. Τὴν ἀνησυχίαν ταύτην μοὶ ἐγέννησε χθὲς ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Νέγρη διὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ὅλως νέου ἐλλείμματος τῶν 3,000,000, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔκαμε, εἶδον δὲ ὅτι ἐταράχθη σφόδρα ὁ σεβαστὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργός ...
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐταράχθην.
§102Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πολὺ ἐταράχθητε, καὶ μετεχειρίσθητε γλῶσσαν πρώτην φορὰν αὐστηρὰν, καὶ μάλιστα πρὸς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι τύπος εὐγενείας. Ἐὰν μετεχειρίζεσθε τὴν γλῶσσαν αὐτὴν πρὸς ἕνα ζωηρὸν Βουλευτὴν, δὲν θὰ μοὶ ἔκαμνε τὴν ἐλαχίστην ἐντύπωσιν· ὡς πρὸς τὸν κ. Νέγρην ὅμως, μοὶ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν. Ἐπεθύμουν, ὅταν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς κατασκευῆς τῶν φυλακῶν, καὶ ἂν δὲν θὰ προσκρούσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐλλειμμάτων (ἱλαρότης). Δεύτερον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευάσῃ ταύτας, θὰ παρουσιασθῶσι πολλὰ ἄλλα ἐμπόδια γνωστά· φέρ’ εἰπεῖν, ὁ εἷς νομομηχανικὸς θὰ κάμνῃ ἓν σχέδιον, ὁ ἄλλος θὰ τὸ ἀκυροῖ, καὶ οὕτω θὰ παρέρχηται ὁ χρόνος, χωρὶς νὰ δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν φρονῶ ὅτι θὰ ἔχῃ, νὰ κάμῃ κἄτι τι τέλος πάντων. Ἐπειδὴ δὲ κάθε δημόσιον κτίριον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔχει τὴν ἱστορίαν του, δηλ. οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν κατασκευήν του κτίζουν καὶ ἕνα ἰδικόν των κατόπιν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν φυλακῶν, νὰ συστήσῃ δεκαμελῆ ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας τὰ πέντε μέλη νὰ ἦναι ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, τὰ ἕτερα δὲ πέντε μέλη μηχανικοὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τοῦ μέσου τούτου καὶ οἰκονομίαν μεγαλειτέραν θὰ ἔχωμεν, διότι θὰ γεννηθῇ συναγωνισμὸς, καὶ θὰ ἀσφαλισθῶμεν, ὥστε αἱ κακαὶ γλῶσσαι νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν ὅ,τι λέγουσι δι’ ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα κατεσκευάσθησαν μέχρι σήμερον. Εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν φυλακῶν ἐν Σύρῳ, καὶ διότι αὕτη εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ διότι ἡ Σῦρος ὁμολογουμένως ἔχει προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὴν Πολιτείαν. Εἶναι γνωστὸν, τί προσφέρει κατ’ ἔτος τὸ τελωνεῖον Σύρου, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Σῦρος ἐχρησίμευσεν ὡς Ἐμπορικὴ Σχολὴ τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως ἡ Σῦρος ἔχει δικαιώματα, διότι ὑπῆρξε μήτηρ τοῦ ἐμπορίου εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι ἕνεκα διαφόρων ἀτυχημάτων ὁπωσδήποτε ἡ Σῦρος κατέπεσεν ὀλίγον, φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφασίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταβληθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος λοιμοκαθαρτήριον εἰς φυλακὰς, διὰ τῆς μεταφορᾶς ἐκεῖ τῶν 350 φυλακισμένων καὶ διὰ τῆς ἑκάστοτε μεταβάσεως τῶν συγγενῶν αὐτῶν θὰ δοθῇ ὁπωσδήποτε μία ὤθησις εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐντελῶς ἐγκαταλειφθῆ καὶ ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Εἶναι βεβαίως ὄχι πολὺ σοβαρὸν νὰ ἔρχωμαι εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ζητῶ ἐγὼ, ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτὴς, νὰ γείνωσι φυλακαὶ εἰς τὸν τόπον μου...
§103Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καθῆκον πρὸς τὸν τόπον σας. Ἐὰν ἀκουσθῆτε ἢ ὄχι, ἀδιάφορον.
§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. Ὁπωσδήποτε νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ ὄχι μόνον διὰ τὰς ἐπαρχίας τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Ἄλλως τε εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, ἐπίσης σοβαρὸς, ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τῶν φυλακῶν ἐν Σύρῳ, εἶναι αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ τῆς συγκοινωνίας, ζήτημα πολὺ σοβαρόν. Θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἀπὸ ὅλας τὰς νήσους νὰ μεταφέρωμεν μάρτυρας, ὁσάκις θὰ πρόκειται νὰ γείνῃ δίκη τις, καὶ οὕτω κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ μὴ κατασκευὴ φυλακῶν ἐν Σύρῳ εἶναι ἔγκλημα κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου καπνοκοπτῶν, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου. Εὑρίσκω πολὺ δικαίαν τὴν αἴτησιν αὐτῶν, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι οἱ μόνοι ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ, ἀγωνιζόμενοι διὰ τὸν ἄρτον. Ἄλλως τε, κατὰ τὸ σύστημα τῶν καπνεργοστασίων, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐσχάτως διὰ τοῦ μονοπωλίου, αὐτοὶ σχεδὸν εἶναι κατώτατοι ὑπάλληλοι, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οἱ μὲν ὑπάλληλοι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς λαμβάνουσι τὸν μισθόν τῶν ὁλόκληρον, αὐτοὶ δὲ, ἂν ὑπάρχῃ ἐργασία, κατορθώνουσι νὰ κάμωσιν ἓν ἢ δύο ἡμερομίσθια τὴν ἑβδομάδα, καὶ ταῦτα ὄχι πάντοτε. Νομίζω πολὺ δικαίαν τὴν αἴτησιν αὐτῶν, ὡς δικαία εἶναι καὶ ἡ αἴτησις τῶν ἐν Μεσσήνῃ ἀγωγέων ἐπιτηδευματιῶν, ἣν προηγουμένως ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κύριος Μπακόπουλος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν αἴτησιν ταύτην, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων θέλω λάβει πάλιν τὸν λόγον, καὶ ἐν ἐκτάσει θέλω παραστήσει τὸ δίκαιον τοῦτο τῶν συμπολιτῶν μου.
§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς εἶπε περὶ ἐλλειμμάτων, διότι τὸ θέμα εἶναι ἐντελῶς ξένον· οὐδὲν κοινὸν μεταξὺ ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κληροδοτημάτων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἐκληροδότησε 3,000,000 δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὸ ἥμισυ τούτων δαπανηθῇ εἰς ἀνέγερσιν φυλακῶν. Πρὸς ἀπόδοσιν τοῦ κληροδοτήματος τούτου ἠγέρθη δίκη, διότι ἐν τῷ κωδικέλλῳ ὑπῆρχε ῥήτρα τις, καθ’ ἣν πρέπει πρὸς ἀπόδοσιν τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ συμψηφισθῶσι τὰ χρεώγραφα, αἱ ὁμολογίαι, ὅσαι ἤθελον εὑρεθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου του, ἐν τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ. Οἱ ἐκτελεσταὶ ἠξίουν νὰ δώσωσι τὰς ὁμολογίας τῶν εἰς χρυσὸν δανείων τοῦ Κράτους ἐν τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὸ Δημόσιον ἠμφισβήτησε τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τοὺς πείσῃ, φρονοῦντας ὅτι ὑπέχουσιν εὐθύνην, ἐὰν ἤθελον ἀποδώσει τὰς ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν κατὰ τὸν θάνατον τοῦ Συγγροῦ, ἐν τῇ ἀγοραίᾳ σημερινῇ αὐτῶν ἀξίᾳ. Ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ τὰς ὁμολογίας ἐν τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ, δηλαδὴ νὰ παραλάβω τὰ χρεώγραφα, ὅσα εὑρέθησαν ἐν τῇ περιουσίᾳ τοῦ Συγγροῦ, συνταχθείσης ἐπὶ τούτῳ συμβολαιογραφικῆς πράξεως, δι’ ἧς ἐπεφύλαξα εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα, ὅπως κατὰ τὴν δίκην, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐγερθῆ, καθορισθῇ τὸ ἀποδοτέον τῷ Δημοσίῳ ποσόν. Χθὲς κατωρθώθη νὰ ὑπογραφῇ τὸ περὶ τούτου συμβόλαιον μεταξὺ τῆς κληρονόμου κυρίας Συγγροῦ καὶ τῶν ἐκτελεστῶν. Διὰ τοῦ συμβολαίου τούτου ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία κατέχει τὰ χρεώγραφα ταῦτα, ὅπως τὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Σήμερον ἀπεστάλη ἡ ἐντολὴ αὕτη πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως αἰτήσηται τὰς ὁμολογίας παρὰ τῆς Τραπέζης, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουσι. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀξία τῶν χρεωγράφων τούτων δὲν ἀποτελεῖ οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀξίας. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς αὔριον, ἐγειρομένης ἀγωγῆς, θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, θὰ καταλήξῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δύναμαι νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς σημείωμα, τὸ ὁποῖον ᾐτήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἀντισκωμάτων λόγῳ ἐξαγορᾶς προσθέτου ὑπηρεσίας καθιστερούντων κληρωτῶν πρὸ τοῦ 1894. Καταθέτω ὡσαύτως σημείωμα περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, τὸ κατατεθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 2,631,427 δραχμὰς, καὶ ἦτο κατατεθειμένον εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, νῦν δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ὡς ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν πᾶσαι αὗται αἱ καταθέσεις μετενέχθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ καὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις. Ἀμφότερα τὰ σημειώματα ταῦτα καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, καὶ εἰς οἱονδήποτε ἕτερον Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἤθελε ζητήσει αὐτά.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καλὸν εἶναι νὰ δοθῶσιν εἰς τύπωσιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 90–91).
§108ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται περὶ μιᾶς ἐγκυκλίου τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορώσης τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς πολλαὶ πιέσεις διαπράττονται ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τελευταίων φορολογικῶν νόμων. Ὡς γνωρίζετε, ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐν ἄρθρῳ 15 ἀπαλλάσσει πάσης φορολογίας τοὺς κύνας τῶν χωρίων τῶν κατοικουμένων ὑπὸ πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 1500 ψυχῶν...
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦσθε χθὲς ἐνταῦθα, ὅτε ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§110Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διεξετραγώδησα ἐγὼ τὴν κατάστασιν.
§111ΧΟΙΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ διεκτραγωδήσω τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἐναντία τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι σαφέστατον· ἀπαλλάσσει πάσης φορολογίας τοὺς κύνας τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1500 ψυχὰς, γενικῶς. Ἡ ἐγκύκλιος, στηριζομένη, ὡς λέγει, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ εἰς τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, παραγγέλλει εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους νὰ φροντίσωσιν, ὅπως οἱ κάτοχοι τοιούτων κυνῶν προβαίνωσιν εἰς τὰς δηλώσεις. Αἱ ἐγκύκλιοι, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἐκδίδονται πρὸς ἑρμηνείαν ἀσαφῶν διατάξεων τῶν νόμων, διότι συμβαίνει εἰς τοὺς νόμους ἐνίοτε νὰ ὑπάρχουν ἀσάφειαι χρήζουσαι ἑρμηνείας· προκειμένου ὅμως περὶ διατάξεως τόσον γενικῆς καὶ σαφοῦς, οἵα ἡ τοῦ ἄρθρου 15, ἑρμηνευτικὴ ἐγκύκλιος δὲν χωρεῖ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἐγκύκλιος, περὶ ἧς πρόκειται, ἐπιβάλλουσα φορολογίαν εἰς τοὺς κυρίους κυνῶν χωρίων κατοικουμένων ὑπὸ ὀλιγωτέρων τῶν 1500 ψυχῶν, εἶναι ἄντικρυς ἐναντία τοῦ νόμου, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετικῆς ἐγκυκλίου. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ἂν σκοπεῖ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην· ἄλλως θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὰ χωρία οἱ χωρικοὶ δὲν ἔχουσι κύνας κυνηγετικοὺς ἰδιαιτέρους· οἱ φυλακτικοὶ κύνες τῶν χωρικῶν εἶναι καὶ θηρευτικοί, καὶ συνεπῶς κατὰ τὴν ἐγκύκλιον φορολογοῦνται ὅλοι...
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἐγένετο μακρὰ συζήτησις.
§113ΧΟΙΔΑΣ. .. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν σκοπεῖ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγκύκλιον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν θέλει νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον, δηλαδὴ ἐὰν ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς φορολογίαν καὶ τοὺς κύνας τῶν χωρίων τῶν κατοικουμένων ὑπὸ ὀλιγωτέρων τῶν 1500 ψυχῶν, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§114Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κυνῶν.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι πρὸ τούτου πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δήλωσις, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος εἶναι παράνομος, διότι ἐγκύκλιος νομοθετικὴ οὐδέποτε ἠκούσθη.
§116ΧΟΙΔΑΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ νομοθετικὴν, ἐνῷ αἱ ἐγκύκλιοι συνήθως εἶναι ἑρμηνευτικαὶ τῶν νόμων.
§117Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἦτο ἀπὼν κατὰ τὴν γενομένην χθὲς συζήτησιν...
§118ΧΟΙΔΑΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἂν εἶναι λυπηρόν.
§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς εἶπον, ἕνεκα τίνος λόγου ἠναγκάσθην νὰ ἐκδώσω τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἐγκύκλιον. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἐγκύκλιος· εἶναι καὶ ἄλλη μεταγενεστέρα, διότι εἰς μεταγενεστέραν ἐγκύκλιον εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν κυνηγετικῶν κυνῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν κυνηγετικῶν κυνῶν οἱ ὁποῖοι ἀνατρέφονται ὡς τοιοῦτοι καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν χρησιμεύουσιν ὡς φρουροὶ εἰς τὰς διαφόρους οἰκίας· τοῦτο δὲ, διότι μοὶ κατηγγέλη κατάχρησίς τινων, οἱ ὁποῖοι τοὺς κύνας αὑτῶν μετέφεραν εἰς χωρία, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην, πρὸς πρόληψιν τοιούτων καταχρήσεων, νὰ ποιήσωμαι τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Ἀλλὰ χθὲς ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προτίθεμαι νὰ προβάλω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου...
§120ΧΟΙΔΑΣ. Δι’ ὅλους τοὺς κύνας;
§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανῶς δι’ ὅλους· διότι, ὡς θὰ εἴπω ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὸ ὅλον τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθη καὶ βεβαιωθήσεται, ἀνέρχεται εἰς 56,000 δραχμάς. Ἐννοεῖται ὅτι, προκειμένου περὶ τοσούτου ποσοῦ, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιμείνωμεν, ὥστε νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τόσας ἐνοχλήσεις τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν κυνῶν. Ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πρόσοδόν τινα τοῦ Δημοσίου ἀξίαν λόγου, ἀλλ’ ἐφρόνουν πρὸ πάντων, ὅτι δὲν ἤθελον ὑπάρξει τοιαύτη ἐξέγερσις, ἐνῷ πρότερον ὑπῆρχεν ἐξέγερσις ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς τοιούτου φόρου. Ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ προβάλω τὸν φόρον τοῦτον. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἐννοεῖται ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ προβάλω τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ, ὄχι ὅμως ἀπὸ τοῦ 1900, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1901. Ἐν τοιαύτῃ δὲ εὑρισκόμενος σκέψει, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, αὔριον νὰ δηλώσω, ὅτι οἱ κύνες οἱ εὑρισκόμενοι ἐκτὸς τῶν πόλεων, εἰς τὰ χωρία, δὲν ὑποβάλλονται εἰς καμμίαν φορολογίαν.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιθυμητόν, εἶναι νὰ συμπίπτωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἰδεῶν τῆς Βουλῆς, διότι οὕτω πως καὶ ἡ ψήφισις τῶν νόμων γίνεται εὐχερεστέρα καὶ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν λυσιτελής. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἤθελεν ἐγερθῇ ἡ κοινὴ ἀγανάκτησις κατὰ τῆς προταθείσης φορολογίας τῶν κυνῶν, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ ἀποτρέψωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου· ἀλλ’ οὗτος διεφώνει πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην πάντες προθύμως ἤθελον ὑποβληθῆ. Οὕτω δ’ ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπεβλήθη ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κυνῶν. Νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποδέχεται τὴν γνώμην ἡμῶν. Δὲν ἔχω ἀξίωσιν νὰ καταγγείλω αὐτὸν εἰς τὸ κοινόν, διότι διὰ τῆς φορολογίας προὐκάλεσε τὴν ἐξέγερσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνήγγειλεν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ συμπίπτωσιν αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, μὲ τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν περὶ φορολογίας τῶν κυνῶν διατάξεων, δὲν ἔδωκεν ὁδηγίας πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου, ἀλλ’ ἀνῄρεσε διάταξιν νόμου, διότι ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον. Διὰ τῆς ἐγκυκλίου, περὶ ἧς ὁ λόγος, διέταξε νὰ ἐκτελεσθῶσι πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπετρέποντο κατὰ τὸν νόμον. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν. Ἐπιθυμῶ δὲ, ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, νὰ ἐπιστήσωμεν ἰδίᾳ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα μὴ ἐκδοθῇ ἄλλη ἐγκύκλιος ἐπὶ ἄλλου νόμου τοιαύτη. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ συζητήσω περὶ τούτου, καὶ θέλω κομίσει καὶ τὸν παλαιὸν νόμον.
§123Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπε πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι, κατ’ ἐμέ, προσῆκον, διότι οὐδέποτε ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς — εἴτε ἐγὼ εἴτε ἄλλος τις — δικαιοῦται δι’ ἐγκυκλίου νὰ μεταβάλλῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐὰν εἶπον πρότερον, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, γενικωτέρα ἴσως, ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν κυνῶν, ἡρμήνευσα τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, διότι ταύτης τὸ φρόνημα εἶναι τὸ φρόνημα ἡμῶν. Ἐὰν δὲ προέβην εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου, περὶ ἧς ὁ λόγος, προέβην ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι δὲν παραβιάζεται ὁ νόμος, διότι ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ ἴσως ἀσάφειά τις, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ὡς παραβιάζουσα τὸν νόμον. Οὐδέποτε δὲ ἤθελον ἀποφασίσει νὰ ἐκδώσω ἐγκύκλιον, ἥτις πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀντίθετος. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἔδωκα στηριζόμενος οὐχὶ μόνον εἰς τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ γνώμην, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ γνώμην νομικοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν αὐτὴν συνέπεσε νὰ ἔχῃ μὲ ἐμὲ γνώμην. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει σημασίαν τὸ θέμα, διότι πρόκειται ἐντελῶς νὰ καταργηθῇ ἡ φορολογία, ἀφοῦ ἔτυχε νὰ ἔχω ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν κυνῶν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν, ὡς βλέπω, συμμερίζεται σήμερον ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ συμπίπτῃ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε κατὰ νοῦν, ὅτε εἰσῆγε τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν εἰς πάντας τοὺς κύνας, εἰς πάντα συνοικισμόν, ἀδιακρίτως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ, τότε ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἐκφράσει γνώμην σύμφωνον, καὶ τότε ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἤθελεν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις (ἀναγινώσκει): «Δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀνωτέρω φόρον... δʹ) οἱ κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1500 ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν.» Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ὥρισεν, ἂν θὰ ἦναι οἱ κύνες αὐτοὶ ποιμενικοὶ ἢ κυνηγετικοὶ, φρουροὶ ἢ μὴ φρουροί. Προσδιώρισε πληθυσμὸν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 1500 ψυχῶν, καὶ ἀπηγόρευσε νὰ ἐπιβάλληται φόρος εἰς τοὺς κύνας τῶν συνοικισμῶν, οἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ἥσσονα τῶν 1500 ψυχῶν. Διὰ δὲ τῆς ἐγκυκλίου ἐπιβάλλεται φόρος καὶ εἰς κύνας ἐν συνοικισμοῖς ἐλάσσονος ἀριθμοῦ τῶν 1500 ψυχῶν. Ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἠθετήθη διὰ τῆς ἐγκυκλίου· ἑπομένως διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐνομοθετήθη νέα διάταξις, τροποποιήσασα τὸν νόμον. Ἑπομένως διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἔδωκεν ὁδηγίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι συμφώνους μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν νόμον. Βεβαίως καταργουμένου τοῦ νόμου θέλει καταργηθῆ καὶ ἡ ἐγκύκλιος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα, ὅταν ὑπάρχῃ κενὸν ἐν τῷ νόμῳ, νὰ ἐκδίδῃ ἐγκυκλίους πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τροποποιῇ καὶ νὰ μεταβάλλῃ τοὺς νόμους δι’ ἐγκυκλίων.
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρῶτον νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τῶν παρόντων Βουλευτῶν, οἵτινες μετέσχον τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν φόρον τοῦτον. Ὅτε καθιερώθη ἡ ἐξαίρεσις διὰ τὸν φόρον τῶν κυνῶν, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς χωρία πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 1500 ψυχῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων τούτων, ἂν τότε εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἦτο, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ κυνηγετικοὶ κύνες. Ἐὰν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔδιδε μείζονα προσοχὴν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς τὸ παρέστησε, διότι διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καθορίζεται ἡ φορολογία οὕτω: «Κύνες πολυτελείας καὶ κυνηγεσίας δραχμὰς δέκα. Οἱ λοιποὶ κύνες δραχμὰς τρεῖς». Κατόπιν ἔρχεται τὸ ἄρθρον 15, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἐδάφ. δʹ) ἐξαιροῦνται τοῦ φόρου «οἱ κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς χιλίας πεντακοσίας ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν». Ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας: εἰς κύνας πολυτελείας καὶ κυνηγεσίας, καὶ εἰς κύνας μὴ κυνηγεσίας. Διὰ τοῦ ἑπομένου ἐξαιροῦνται οἱ εὑρισκόμενοι εἰς χωρία κλπ., ἤτοι οἱ κύνες, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσιν ὡς φύλακες τῶν ἀγρῶν κλπ. Ἔλεγον δὲ, διὰ τίνα λόγον ἠναγκάσθην νὰ δώσω τοιαύτην ἐξήγησιν, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ κατοικοῦντες εἰς πόλεις κυνηγοὶ ἐξ ἐπαγγέλματος, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν φόρον, ἔστειλαν τοὺς ἀνατεθραμμένους ὡς κυνηγετικοὺς κύνας των εἰς παρακείμενα τῶν πόλεων τούτων χωρία. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ κυνῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνατεθραμμένοι πρὸς κυνηγεσίαν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι πρὸς κυνηγεσίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς φύλακες οἰκιῶν, ἐκεῖνοι δὲν ἐξαιροῦνται. Συνέβη μάλιστα εἰς μίαν τῶν ἐπαρχιῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν Ἠλείαν, νὰ μοὶ παραστήσωσι καὶ ἀξιότιμοι ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας των, καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν νὰ μάθω, ὅτι ὑπάρχουσι κύνες, οἱ ὁποῖοι καὶ τὰ δύο ἐκπληροῦσι. Περὶ τούτων δὲν πρόκειται, διότι οὗτοί εἰσιν ἐξῃρημένοι.
§126ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Παράβασις βεβαίως τοῦ νόμου εἶναι, καὶ ἐπειδὴ μᾶς ἐγκαλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ἐλλείψει προσοχῆς, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον 14 ἐν ἀρχῇ διαιρεῖ εἰς κατηγορίας τοὺς κύνας, διότι ἐπιβάλλει διάφορον φορολογίαν εἰς ἕκαστον εἶδος κυνῶν. Διὰ τοῦτο ἔχει κατηγορίας καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιβάλλεται φόρος κατὰ κεφαλήν... Γʹ) διὰ τοὺς κύνας: αʹ) τῆς πολυτελείας καὶ κυνηγεσίας εἰς δραχμὰς 10, βʹ) τοὺς λοιποὺς κύνας εἰς δραχμὰς 3.» Ἔπειτα λέγει ἐν ἄρθρῳ 15: «Δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀνωτέρω φόρον... δʹ) οἱ κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς χιλίας πεντακοσίας ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν.» Τίς σαφεστέρα διάταξις καὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου; Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου, διότι πολλοὶ κάτοχοι κυνῶν κυνηγετικῶν ἔστειλαν εἰς τὰ χωρία αὐτοὺς, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν φόρον, θέλω παρατηρήσει μόνον αὐτῷ τὸ ἑξῆς, — καὶ ὑποθέτω ὅλη ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ, — ὅτι οὐδεὶς κάτοχος κυνὸς κυνηγετικοῦ θὰ προτιμήσῃ νὰ στείλῃ αὐτὸν εἰς χωρίον, καὶ νὰ πληρόνῃ δαπάνας τροφῆς καὶ συντηρήσεώς του, ποσὸν δηλ. πολὺ ἀνώτερον τῶν 10 ἢ 12 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ὅσον θὰ ἐπλήρονε διὰ τὸν φόρον...
§127ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἄ! ἄ!
§128ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν θὰ πληρώσητε τὸν χωρικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ στείλητε τὸν κύνα σας, ἵνα τὸν τρέφῃ;... Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς, ὅτι ἐκ τοιούτων πληροφοριῶν προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκυκλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ προέβη εἰς ταύτην ἐκ σκοποῦ βαρυτέρας φορολογίας, ἐναντίον τοῦ νόμου.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν εἶχε τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἔμελλε νὰ γένηται καταστρατήγησις τοῦ νόμου, ἠδύνατο νὰ προτείνῃ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ νὰ προλάβῃ τὴν καταστρατήγησιν ταύτην. Δὲν ἐπετρέπετο δὲ ποτὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν δι’ ἐγκυκλίου νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ῥητῶς ἀπηγόρευσεν. Ἄλλως, Κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὸ Βουλευτήριον, περιττὸν νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος 700 χιλιάδας δραχμὰς, ὅταν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ψηφίζομεν καὶ ἀποφασίζομεν, δὲν ἔχωσι καμμίαν ἀξίαν.
§130ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ πληρώνουν καὶ τὰ σκυλιὰ φόρον διὰ νὰ συντηρῶνται οἱ Βουλευταί! (γέλωτες.)
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§132ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσητε, πιστεύω, διὰ μακρῶν. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ διακόψωμεν.
§134Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἓν παράπονον κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἑξῆς. Εἶχον ἄλλοτε ἐπιμείνει, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῇ φωνῇ μου ὡρίσθη ὁ ὅρος τῶν 1500 ψυχῶν κατὰ χωρίον πρὸς ἀτέλειαν τῶν κυνῶν. Λοιπὸν, ἐνῷ περιέχει 1500 ψυχὰς ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας μου, οἱ Μολάοι, ἐν τούτοις ἡ ἐγκύκλιος διέταξε καὶ οἱ χωρικοὶ ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν. Μετέβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ παρέστησα τὸ ἄδικον. Τί μοὶ εἶπεν ὁ κύριος τμηματάρχης; Ὅτι δὲν εἶναι χωρίον οἱ Μολάοι. Ἐγὼ ἔχω εὐχαρίστησιν, ὅταν ἀναφέρω τὴν πατρίδα μου, νὰ λέγω «τὸ χωριό μου.» Εἶναι πρωτεύουσα ἐπαρχίας, καὶ τὴν διώρισε πόλιν! Προεβιβάσθη τὸ χωρίον μου εἰς πόλιν! «Ὁ νόμος, Κύριε, τῷ εἶπον, λέγει 1500 κατοίκους, καὶ ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ ἔχει κατὰ σύμπτωσιν 1500 κατοίκους».—«Τὴν θεωροῦμεν πόλιν», λέγει ὁ κ. τμηματάρχης.—«Σὲ εὐχαριστῶ πολὺ, ἀπαντῶ, διότι μὲ προβιβάζεις ἐμὲ εἰς πολίτην ἀπὸ χωριανὸν, ὅπως θέλω νὰ ὀνομάζωμαι, ἀλλὰ τὰ σκυλιὰ δὲν ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν!»—«Ὄχι· προβιβάζομεν τὸ χωρίον σου εἰς πόλιν.» Καὶ φορολογοῦνται καὶ οἱ χωρικοὶ κύνες, κύριε Ὑπουργέ. Δὲν λέγω περὶ τῶν ἄλλων, τῶν τῆς πολυτελείας.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων τώρα θὰ καταργηθῇ ὁ φόρος, καὶ ἡσυχάσατε. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν, Κύριοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐνδιαφέρῃ καὶ ἅπασαν τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ σκανδάλων καὶ ἐκτρόπων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ πόλει τῆς Βουλγαρίας Πύργῳ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος. Ἐκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ κοινότης ἔχει διαιρεθῆ πρὸ πολλοῦ εἰς δύο φατρίας, αἵτινες ἀπὸ ἀρκετοῦ χρόνου ἀλληλοσπαράσσονται· ὁ διαρρέων χρόνος, ἀντὶ νὰ κατασιγάσῃ, ηὔξησε τὰ πάθη, καὶ εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφθασαν, ὥστε οὐδὲν ἕτερον γίνεται πλέον ἢ καταγγελίαι τῶν μὲν κατὰ τῶν δὲ, αἱ καταγγελίαι δὲ αὗται συντελοῦσιν εἰς τὴν καταστροφὴν ποικίλων ἐθνικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν οἱ Ἕλληνες κάτοικοι τῆς πόλεως ἐκείνης ἀντεμάχοντο πρὸς ἀλλήλους, τὸ πρᾶγμα ἦτο μὲν κακὸν, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ πολὺ μεγάλην σημασίαν. Ἀπό τινος ὅμως, ἀτυχῶς, (αὐτὸ τὸ ἀπό τινος εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν) νομίζω ὅτι ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἐγκατεστάθη ἐκεῖ διορισθεὶς ὁ νῦν πρόξενος, τὰ πάθη ηὔξησαν εἰς σημεῖον ἀπελπιστικὸν, καὶ ἀφορμὴ τούτου εἶναι ὁ πρόξενος οὗτος, ὅστις, ἀντὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν εἰρήνην εἰς τὴν κοινότητα καὶ κατορθώσῃ νὰ προσελκύσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τῷ ἦσαν χρήσιμα, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, ὅπου μέγαν κλυδωνισμὸν ὑφίστανται τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὁ πρόξενος οὗτος, ἀντιθέτως πρὸς τὴν λογικὴν καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐνεργῶν, ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἑτέρας τῶν φατριῶν τούτων, καὶ ἐνεστερνίσθη ὅλα τὰ πάθη καὶ τὰ μίση, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον τὴν κοινότητα, ἤρξατο δὲ καὶ αὐτὸς ἐνεργῶν πολὺ χειρότερα ἀφ’ ὅ,τι ἐνήργουν μεταξὺ των τὰ μέλη τῆς κοινότητος, κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲ, ὥστε αἱ ἐπιστολαὶ τὰς ὁποίας ἔλαβον, καὶ τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψιν, περιγράφουσι τὰ πράγματα ὡς ἀληθῶς ἀξιοδάκρυτα. Βεβαίως δὲν ἐσκόπουν νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς δηλαδὴ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, εἶχον γείνῃ καταγγελίαι καὶ παρὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ παρὰ τοῦ ἐφόρου τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου κατὰ τοῦ προξένου, καὶ ὅμως οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, ὅπως ἐπέλθῃ τάξις τις ἐν τῇ κοινότητι ἐκείνῃ καὶ ἀποσβεσθῶσι τὰ πάθη, ἅτινα τοιούτου κακοῦ παραίτια γίνονται εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐὰν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα γράφονται ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς ταύταις, τὰς ὁποίας, πιστεύω, θὰ ἔχῃ λάβει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι πραγματικὰ καὶ ἀκριβῆ, ὁ ἐν λόγῳ πρόξενος ἔδει πρὸ πολλοῦ ν’ ἀπεμακρύνετο ἐκεῖθεν· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως γνωρίζει κάλλιστα τὰ πράγματα τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, ὅπως καὶ τὰς διχονοίας, αἵτινες χωρίζουσι τὰς κοινότητας, καὶ τὰ κακὰ, ἅτινα προκύπτουσιν ἐκ τούτου, καὶ ὁ ὁποῖος ἠδύνατο φυσικώτατα νὰ στείλῃ ἕνα ἐκ τῶν σωφρόνων καὶ μετριοπαθῶν προξένων, ὅστις θὰ ἠδύνατο νὰ διαλλάξῃ τοὺς διϊσταμένους, δὲν προέβη ἀμέσως εἰς τοῦτο. Ἀκούσατε, τί καταγγέλλεται ἐκεῖθεν. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι ὁ Κύριος οὗτος, ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει, καὶ περὶ τῆς φιλαληθείας τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, διότι γνωρίζω ὅτι ἄλλοτε εἰς περιστάσεις κρισίμους εἰργάσθη ἐπὶ ἐθνικῶν ζητημάτων λίαν τελεσφόρως καὶ μεθ’ ἁγνῆς φιλοπατρίας, εἶναι ἰατρὸς ἐκ τῶν διακεκριμένων, ἔχει ἐγκατασταθῆ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἀπὸ δεκαοκταετίας καὶ ἀπολαμβάνει μεγάλης ὑπολήψεως· δὲν ἔχω λοιπὸν λόγον νὰ ἀμφιβάλω περὶ τῆς φιλαληθείας αὐτοῦ. Ὁ Κύριος λοιπὸν οὗτος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μόλις μετέβη ἐκεῖ ὁ Ἕλλην πρόξενος, τὸν περιεστοίχισαν ὅλα τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα, καὶ τῷ ὑπέδειξαν τὸν τρόπον πρὸς αἰσίαν διεξαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὑποδείξαντες αὐτῷ τὴν κακῇ μοίρᾳ ὑφισταμένην διαίρεσιν μεταξὺ τῶν ὁμογενῶν· παρεκάλεσαν δ’ ὅπως μεσολαβήσῃ καὶ φέρῃ τὸν ποθούμενον συμβιβασμόν. Ἀλλ’ οὗτος ἐξεμεταλλεύετο τὴν ἀγαθὴν αὐτῶν προαίρεσιν, τεθεὶς δ’ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἑτέρου τῶν κομμάτων, κατεγίνετο πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ καὶ μόνου, πρὸς πορισμὸν ἀτομικῶν ὠφελειῶν καὶ παραχωρήσεων, χάριν τῶν ὁποίων ἐθυσίασε σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα...» Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν ἀποσπασμάτων τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, διὰ νὰ ἐννοήσητε ποῖα καὶ πόσα ἄτοπα προέρχονται ἐκ τῆς παραμονῆς τοῦ προξένου τούτου ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ: «Ἐπὶ τέσσαρα ὅλα ἔτη οὐδέποτε ἐπάτησεν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἐνταῦθα σχολεῖα, διέκοψε δὲ καὶ πᾶσαν σχέσιν πρὸς τὴν ἱερὰν Ἑλληνικὴν Μητρόπολιν, ἥτις θεωρεῖται ὡς εἷς ἐκ τῶν ἐθνικῶν μας ἰσχυρῶν παραγόντων. Καὶ δὲν ἤρκεσε μόνον τοῦτο, ἀλλὰ κατῆλθε καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν διὰ τῶν φίλων του, καὶ διὰ λιβέλλων ἐξύβρισε τὸν ἀρχιερέα καὶ Μητροπολίτην Πύργου–Ἀγχιάλου, συνήργησε δὲ νὰ ὑπογραφῇ καὶ ἀναφορὰ παρά τινων Ἑλλήνων πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν ἀρχὴν, ὅπως θέσῃ αὕτη εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον τοῦ ἄλλοτε Βουλγάρου ἀνθηγεμόνος Γ. Ζίφκωφ, δι’ οὗ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἐκπαίδευσις καταδικάζεται εἰς τὸν δι’ ἀτροφίας θάνατον, διότι διὰ τοῦ ῥηθέντος νόμου ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς μὴ Βουλγάρους ὑπηκόους διδασκάλους νὰ διδάσκωσι! Τοῦτο δ’ ἔπραξεν, ὅπως κορέσῃ πάθος κατὰ τοῦ διευθύνοντος τὴν Σχολὴν διδάκτορος τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν ἄλλων διδασκαλιστῶν, ἁπάντων Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἵτινες δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ κόμμα, οὗτινος προΐσταται οὗτος! Ἀλλ’ ἐκ τούτου τὰ σχολεῖα ἀπώλεσαν τοὺς διδασκάλους των, καὶ κατέστη προβληματικὴ ἡ θέσις αὐτῶν.» Περὶ τῆς ἀκριβείας τούτων πείθομαι, διότι ἔχω ἐνταῦθα τὰ ἀντίγραφα τῶν ἀπαντήσεων τῆς προσωρινῆς ἐπιτροπῆς τῶν σχολείων πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν Πύργου, δι’ ἧς ζητοῦσιν οὗτοι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν τῶν διδασκάλων, οὓς ὤφειλον αἱ Σχολαὶ, καὶ φέρουν ὡς λόγον, ὅτι οἱ ἐνάγοντες δὲν εἶναι Βούλγαροι ὑπήκοοι, ἀλλ’ Ἕλληνες, δι’ ὃ ζητεῖται ἡ ἀπόρριψις τῆς ἀγωγῆς αὐτῶν! Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον περιέστησαν τὰ πράγματα ἐν Πύργῳ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ἐν πόλει δηλαδὴ, ἔνθα ὁ Ἑλληνισμὸς καταπολεμεῖται φανατικῶς, καὶ ἐπιδιώκεται καὶ διὰ τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν καὶ διὰ διαφόρων σωματείων ἡ ἐξαφάνισις καὶ ἐξόντωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Ἐν πόλει δὲ, ὅπου ἡ δρᾶσις τοῦ Ἕλληνος προξένου ἀπαιτεῖ ἐργασίαν ἀδιάλειπτον, ὅπως ἀντεπεξέλθῃ καθ’ ὅλον αὐτῶν τῶν κινδύνων, βλέπομεν πρόξενον ἐγκολπωθέντα τὰ πάθη καὶ τὰ μίση τῶν κατοίκων, ὑποθάλποντα αὐτὰ καὶ μεταφυτεύσαντα τὴν μικροπολιτικὴν τῶν ἑλληνικῶν χωρίων ἐν σπουδαίῳ κέντρῳ ἑλληνικῷ, συντελοῦντα δὲ εἰς τὴν παραφθορὰν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων κατὰ τρόπον ὄντως ἀλλόκοτον.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ πρόξενος οὗτος;
§138ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνυάλης τις. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ἢ μᾶλλον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἀκόμη μοὶ γράφουσιν, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, ὅσα ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, εἶναι ἔκτροπα, καὶ περὶ ὅλων τούτων δὲν διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Φρονῶ ὅτι δέον νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ μετατεθῇ ὁπωςδήποτε ὁ πρόξενος ἐκεῖθεν, ἀφοῦ εἰς τοιοῦτο σημεῖον περιέστησεν τὰ πράγματα, καὶ ἕνεκα τούτων δεινὰς θὰ ἔχωσι συνεπείας σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐν γένει θεωρῶ, ὅτι, ὅταν εἴς τινα κοινότητα Ἑλληνικὴν ὁ πρόξενος καθίσταται δυσάρεστος, δέον νὰ μετατίθηται ἐκεῖθεν, διότι θὰ ἔχωμεν τὰ ἄτοπα, ἅτινα παρουσιάζονται ἐν Πύργῳ, δὲν εἶναι δὲ ξένα ταῦτα καὶ εἰς ἄλλας κοινότητας. Παρόμοιόν τι συνέβαινε καὶ ἐν Ὀδησσῷ, διὸ κατὰ τὸ 1896, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προξενικὸς νόμος, ὃν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲς, ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατασταθῇ ἔμμισθον Προξενεῖον καὶ τὸ τῆς Ὀδησσοῦ, ὅπως τοποθετηθῇ εἰς αὐτὸ πρόξενος τῆς ὑπηρεσίας καὶ δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἁρμονίαν, ἣν διετάραξεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἐκείνῃ κοινότητι ἡ ἀδεξιότης τοῦ γενικοῦ προξένου κ. Βουτσινᾶ. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατὰ τοῦ κ. Βουτσινᾶ ἀντίδρασις παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ κοινότητι, ὥστε, ἐνῷ ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου, ὁ γενικὸς πρόξενος ἐξελέγετο μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς κοινότητος, ὁ κ. Βουτσινᾶς ἔλαβε μόνον 5 ψήφους, δηλαδὴ μόνον τὰς ψήφους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐμπορικοῦ του γραφείου, πάντες δὲ οἱ λοιποὶ Ἕλληνες κατεψήφισαν αὐτόν. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα ὁ κ. Βουτσινᾶς νομίζω ὅτι διατελεῖ ἀκόμη γενικὸς πρόξενος! Ἀλλ’ εὐχαρίστως εἶδον ἐν τῷ ὑποβληθέντι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νομοσχεδίῳ, ὅτι τὸ Προξενεῖον τοῦτο πρόκειται νὰ γείνῃ ἔμμισθον, κατ’ ἀκολουθίαν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον θ’ ἀπαλλαγῇ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ νῦν γενικοῦ προξένου, πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν θὰ μετανοήσῃ διὰ τοῦτο.
§139Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πολλαὶ ἀναφοραὶ ἐστάλησαν ἐκ Πύργου, δι’ ὧν ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αἰτιάσεις κατὰ τοῦ ὑποπροξένου κ. Λάμπρου Ἐνυάλη. Πρὸ καιροῦ ἤθελον νὰ στείλω ἐπιθεωρητὴν εἰς Πύργον, ὅπως ἐξετάσῃ, ἂν αἱ αἰτιάσεις εἶναι δεδικαιολογημέναι, δυστυχῶς ὅμως ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅστις ἐστάλη εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Θρᾴκης, ὁ κ. Παγανέλης, Πρόεδρος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Προξενικοῦ Δικαστηρίου, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ τὸ Προξενεῖον Πύργου, διότι ἐκ τοῦ νόμου δὲν εἶχε πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα· διὰ τοῦτο ἐπί τινα χρόνον ἠναγκάσθην νὰ ἀναβάλω τὴν ἐπιθεώρησιν τῆς Προξενικῆς ταύτης ἀρχῆς· πληροφορῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Παξῶν, ὅτι κατὰ τὴν ἀναχώρησιν ἐντεῦθεν τοῦ ἐν Σόφιᾳ πολιτικοῦ πράκτορος κ. Ζαλακώστα παρήγγειλα εἰς αὐτὸν, εὐθὺς ὡς δυνηθῇ, νὰ μεταβῇ εἰς ἐπιθεώρησιν τοῦ Ὑποπροξενείου Πύργου. Ἔλαβον δὲ ἐσχάτως ἔκθεσίν του, ἐν ᾗ μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι προσεχῶς θέλει μεταβῆ εἰς Πύργον. Ἅμα δ’ ὡς μοὶ ἀναφέρῃ ὁ κ. Ζαλακώστας τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεώς του, θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§140ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω τινὰ σχετικά...
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Καΐρης.
§142ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον, διότι εἶναι σχετικόν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δίδω τοῦ λοιποῦ τὸν λόγον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς. Θὰ ἐφαρμόσω αὐστηρῶς τὸν Κανονισμὸν, καὶ περὶ τούτου εἰδοποιῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς διὰ τὸ μέλλον.
§144ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἓξ καὶ πλέον μηνῶν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν αἰτιάσεις τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος Πύργου κατὰ τοῦ αὐτόθι προξένου, ἐπέδειξα δὲ καὶ ἐπιστολὴν αὐτῷ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεγράφοντο πᾶσαι αἱ παραβάσεις τοῦ προξένου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τότε ἀπήντησεν, ὅτι θὰ στείλῃ τὸν ἁρμόδιον ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἴδῃ, ἂν αἱ αἰτιάσεις εἶναι πραγματικαί. Καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Πύργου παρὰ ἐξέχοντος μέλους τῆς κοινότητος, πολλὰ κατὰ τοῦ προξένου καταγγέλλοντος, καὶ δύο βουλγαρικὰς ἐφημερίδας, αἵτινες ἔγραφον ἄρθρα κατ’ αὐτοῦ, καὶ αἱ ὁποῖαι τὸν χαρακτηρίζουν ὡς μὴ συμπεριφερόμενον ὡς ἐμπρέπει εἰς ἀντιπρόσωπον ξένου Κράτους· αἱ βουλγαρικαὶ δὲ ἐφημερίδες τὸν ἀποκαλοῦσι Βούλγαρον ὑπήκοον, γεννηθέντα ἐκ Βουλγαρίδος μητρὸς, καὶ ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὑπηρετεῖ ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῆς Φιλιππουπόλεως, ἠξίουν δὲ αἱ βουλγαρικαὶ ἐφημερίδες νὰ εἶχεν ὁ κ. πρόξενος μεγαλειτέραν συναίσθησιν, ὡς Βούλγαρος, τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας. Αἱ ἐπιστολαὶ, αἱ ἐκ Πύργου τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἐρχόμεναι, λέγουσιν ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος πρόξενος οὐδεμίαν δίδει προσοχὴν εἰς τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ, οὐδέποτε ἐπεσκέφθη τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, οὐδέποτε συνανεστράφη μετ’ ἐξεχόντων μελῶν τῆς κοινότητος, οὐδέποτε παρευρέθη εἰς τὴν ἐκκλησίαν! Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἄπορον, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτὸς εἶναι Βούλγαρος ἐκ καταγωγῆς, καὶ πᾶν ἄλλο συμφέρον ἤθελον ὑπηρετήσει παρὰ τὸ τῶν Ἑλλήνων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι διέταξε τὸν πολιτικὸν πράκτορα τῆς Ἑλλάδος κ. Ζαλακώσταν νὰ μεταβῇ ἐκ Σόφιας εἰς Πύργον, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του. Περιμένομεν λοιπὸν ἐκ ταύτης νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν.
§145ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιστολὴν, ἣν εἶχον λάβει ἐκ Φιλιππουπόλεως παρὰ προσώπου ἐγκρίτου καὶ φιλοπάτριδος, καὶ μετέχοντος τῆς κινήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ. Παρεκάλει δὲ οὗτος εἰς τὴν ἐπιστολήν του, ὅπως ἡ Κυβέρνησις στείλῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν ἄνθρωπον δραστήριον, γνωρίζοντα καὶ πονοῦντα τὰ ἐκεῖ καὶ δέκτην, ὑπεδείκνυε δὲ ὡς τοιοῦτον αὐτὸν τὸν καταγγελθέντα πρὸ ὀλίγου ὑποπρόξενον Πύργου κ. Λάμπρον Ἐνυάλην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπε τότε, ὅτι περὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἔχει καὶ καλὰς πληροφορίας, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἀναφορὰς καταγγελλούσας αὐτόν. Ταῦτα ἀνεκοίνωσα τῷ γράψαντί μοι καλῷ Ἕλληνι, ὅστις μοὶ εἶχε δώσει τὰς πληροφορίας ἐκείνας. Ἡ ἐπιστολή μου ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μοὶ γράψωσιν, ὅτι ὁ κ. Ἐνυάλης οὐ μόνον εἶναι ἐντιμότατος καὶ φιλόπατρις, ἀλλὰ καὶ αὐστηρὸς εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῶν διαχειριζομένων τὴν κοινοτικὴν Ἑλληνικὴν περιουσίαν Πύργου, ὅτι ἐξήλεγξε τοὺς λογαριασμούς τινων ἐκ τῶν διαχειριστῶν τῆς τοιαύτης περιουσίας, καὶ ὅσους λογαριασμοὺς εὗρεν ὑπόπτους, ἐξήλεγξεν ἀμεσώτερον, καὶ ἔκαμε παρατηρήσεις εἰς τοὺς διαχειριστάς, καὶ δὲν ἀφῆκεν εἰς αὐτοὺς ἐλευθερίαν διαχειρίσεως, ὅσην ἤθελον ἴσως. Μοὶ ἔγραψαν, ὅτι τοῦτο ἐξήγειρε κατ’ αὐτοῦ παράπονα, ἰδίως μιᾶς τῶν ὁμάδων, ἥτις ἐκδικουμένη προσέφυγεν εἰς τὰς βουλγαρικὰς ἐφημερίδας, ἵνα ὑβρίσῃ τὸν ἄνθρωπον! Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ πρὸς ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου προσφυγὴ εἰς τὰς στήλας τῶν βουλγαρικῶν ἐφημερίδων, ἢ ἡ τῶν τοιούτων ἐφημερίδων ἐπίθεσις κατ’ αὐτοῦ, ἐνῷ ἀδικεῖ τοὺς τὴν συνδρομὴν τῶν Βουλγάρων δημοσιογράφων ζητήσαντας, χρησιμεύει συνάμα ὡς ἡ μεγαλειτέρα σύστασις τοῦ Ἕλληνος ὑπαλλήλου αὐτοῦ, τοῦ παρὰ τῶν βουλγαρικῶν ἐφημερίδων ὑβριζομένου ὡς ἀντιβουλγάρου. Αἱ πληροφορίαι αὗται, αἵτινες μοὶ ἐδόθησαν παρὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας καὶ ἀναμφισβητήτου πίστεως, μοὶ ἐπέβαλον ὡς καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω αὐτάς· διότι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνευ ἀντιδράσεως ἡ ἐντύπωσις ἡ ἐκ τῶν κατηγοριῶν παραχθεῖσα· ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ καὶ φωνὴ ἀμερόληπτος καὶ ξένη πρὸς τὰ τοπικὰ πάθη, ἅτινα ἐπληροφόρησαν τοὺς προλαλήσαντας, καὶ ἥτις εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὑποπροξένου ἐκείνου. Δὲν ἠξεύρω ἂν δύνανται νὰ ἦναι ἀληθῆ ὅσα ἄλλοι ἔγραψαν εἰς τοὺς δύο συναδέλφους. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐπιστείλαντάς μοι, ἔχω λόγους νὰ θεωρῶ αὐτοὺς ἀληθῆ εἰπόντας μοι. Καὶ ἐξ αὐτῶν ἀφωρμήθην νὰ ἀπαντήσω. Τὸν Ἐνυάλην ἐνθυμοῦμαι ἐν Ἀθήναις κατὰ τοὺς νεανικούς ἡμῶν χρόνους, νεανίαν καὶ αὐτὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, φιλόπατριν, δημοσιογραφοῦντα, ποιητὴν καὶ διακρινόμενον διὰ τὰ ζωηρὰ αὐτοῦ αἰσθήματα. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ μετεβλήθη τόσον, ὥστε νὰ ἦτο ἄξιος κατακρίσεως ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ νὰ ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ τὰ εἶπον.
§146Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅ,τι εἶπον, τὸ ἠρύσθην ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, ἣν εἶχον λάβει ἐκ Πύργου. Οἱ γράψαντές εἰσιν ἄνδρες διακεκριμένοι καὶ ἐπιστήμονες, ἀπὸ 18 ἐτῶν ἐγκατεστημένοι ἐκεῖ. Ὡμίλησα δὲ, ὅπως συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δεούσας ἀνακρίσεις.
§147Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχω νὰ ἀνακοινώσω τηλεγράφημα ἐκ Γαυρίου πρὸς τὸν ἐνταῦθα δικηγόρον κ. Κοκκίνην, ὅπερ οὗτος μοὶ ἐνεχείρισε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τῷ γίνεται γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς του ἔπαυσε τὸν ἐκλεχθέντα δημοτικὸν σύμβουλον Μ. Κοκκίνην τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Ἄρνης, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτος εἶναι ἔμμισθος δικαστικὸς κλητὴρ παρὰ τῷ Εἰρηνοδικείῳ Γαυρίου. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν τοιαύτη διαταγὴ διεβιβάσθη, καὶ ποῦ ἐστηρίχθη, ἐκδοὺς αὐτήν. Ὁ κ. Κοκκίνης ἐξελέχθη δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ ἡ ἐκλογή του ἐπεκυρώθη. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνῆλθε διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας του, ἀλλὰ διῃρέθη, καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου δὲν ἐγένετο· οἱ ἀντίπαλοί του ἀνέφεραν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. νομάρχην, καὶ οὗτος δι’ ἀποφάσεως κυρωθείσης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέκλεισεν αὐτὸν τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, καὶ ἴσως τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἄρνης προέβη εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας του. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἤθελον ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ δημόσιοι ὑπηρέται. Περὶ τοῦ θέματος τούτου τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφήνατο, ὅτι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δὲν κωλύονται νὰ ὦσι καὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι· ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τοιαύτην κατὰ τὸ 1896 εἶχε γνώμην. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἀληθῶς τοιαύτην ἐξέδωκε διαταγὴν, καὶ ποῦ ἐστηρίχθη, καὶ νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§148Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο πληροφορίας ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Παρῆλθε πολὺς χρόνος ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἔμαθεν ἡ Βουλή, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς μετατροπῆς ταύτης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τ’ ἀποτελέσματα τῆς μετατροπῆς, δηλαδὴ πόσοι τίτλοι ἐνεφανίσθησαν καὶ μετετράπησαν. Τοῦτο εἶναι λίαν ἐνδιαφέρον, διότι, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ποσὸν 3,900,000, εἶναι ὡρισμένον πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἅπαν τὸ ποσὸν κατὰ τὸν χρόνον τὸν διαρρεύσαντα ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Τοῦτο θὰ μάθωμεν, μόνον ὅταν βεβαιωθῶμεν, τί ποσὸν ἔχει πραγματοποιηθῆ, μετατραπέν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ νόμῳ ὑπῆρξεν ἔλλειψις, διότι δὲν ὡρίζετο ἐντὸς πόσου χρόνου ὑποχρεοῦνται οἱ κάτοχοι τῶν τίτλων νὰ ἐμφανίσωσιν αὐτοὺς, θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ χρόνος τις, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐργασία, καὶ μὴ μένωσι χρήματα ἀδιάθετα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἀνερχόμενα εἰς ἀρκετὸν ποσὸν ἴσως. Οὕτω θὰ δύνηται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ γνωρίζῃ, πόσοι διεσώθησαν ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως ἐκ τῶν τίτλων αὐτῶν τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ πόσα ὀφείλει ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ νὰ ὑπηρετῇ. Ἐκτὸς τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν εἰσπράξεων περὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν διὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899. Διὰ τὰ ἄλλα ἔτη ἐδημοσιεύθη σημείωσις, καὶ ἔχω αὐτὴν, ἀλλὰ διὰ τὰ δύο ταῦτα δὲν ἔχω· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρασκευάσῃ, ἂν δὲν ἔχῃ ἤδη τοὺς πίνακας ἑτοίμους. Ἐκ τούτων λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ὅπως δίδωσιν ἀπάντησιν εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἵνα μὴ μένωσιν ἐκκρεμεῖς σπουδαῖαι καὶ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι, ἄνευ τῶν ὁποίων αἱ συζητήσεις εἶναι δύσκολοι.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τὴν ἐνάτην ὥραν νὰ ἦναι παρόντες. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τῶν ζῴων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ τέλος τῆς δευτέρας παραγράφου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἐὰν ὁ ἁρμόδιος πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου δὲν διαμένῃ ἐν τῇ πόλει, κωμοπόλει ἢ χωρίῳ, ἔνθα γίνεται ἡ σφαγή».
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πολὺ καλά.
§153ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καταργεῖται τὸ ἄρθρον 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ σφάζοντες ζῷα νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς, διὰ τῆς προτεινομένης δὲ νῦν διατάξεως δὲν ἐπιτρέπεται σφαγὴ ζῴου ἄνευ προκαταβολῆς τοῦ φόρου. Ἀρκούντως, νομίζω, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐξέθηκα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν διαγραφὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ἀντὶ νὰ τὴν διαγράψητε, προκαλεῖτε καὶ ἐπευφημίας τῆς πτέρυγος τῆς πλειονοψηφίας! Ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τί θὰ γείνῃ.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν προεβάλετε, ἀνήγετο εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαγορεύηται ἡ σφαγὴ τῶν ζῴων λόγῳ τῆς μὴ προπληρωμῆς τοῦ φόρου, ὅταν συμβαίνῃ, εἰς τὸ χωρίον, ὅπου πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ σφαγὴ, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ ἁρμόδιος πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Διὰ τούτου παρακωλύεται ἡ σφαγὴ πρὸς σκοπὸν καταπιέσεως κλπ. Καίτοι ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑποβάλλεταί τις εἰς ποινὴν, ἐὰν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἤθελε πληρώσει τὸν φόρον, οὐχ ἧττον, ἵνα δηλωθῇ ἐκ τῶν προτέρων τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ἀντιπρόσωπον εἰς ἕκαστον χωρίον, ὅπου γίνεται ἡ σφαγὴ, προσέθηκα τὴν παράγραφον ταύτην, καθ’ ἣν, ὅταν πρόκειται περὶ σφαγῆς ζῴων πρὸς μεταφορὰν δι’ ἄλλον δῆμον, καὶ ὅταν δὲν ἦναι ἐν τῷ χωρίῳ ἢ τῇ πόλει, ὅπου γίνεται ἡ σφαγὴ, ὁ ἁρμόδιος πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου, τότε ἐπιτρέπεται ἡ σφαγὴ ἀτιμωρητεί. Νομίζω ὅτι ἀκριβῶς ἡ προσθήκη αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ παραπόνου, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς προεβάλετε.
§155ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Τὸ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον συναινεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσθέσῃ ὡς τρίτον ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, διότι τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 τῆς τρίτης ἐκδόσεως τοῦ νομοσχεδίου φέρει μεγάλας καινοτομίας καὶ καταθλίψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι ἀνυπόφοροι. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐμπεριείχετο καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ συνήνεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη, ὅτε, ὡς καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας εἶπον, ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τοῦ στομάχου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι χθὲς τὸ ἑσπέρας εἶπον, ἐν ὀλίγαις λέξεσιν. Ὑποθέσατε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι νύκτωρ μεταβαίνετε εἰς ἓν χωρίον, καὶ ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ ὁποῖος σᾶς δέχεται, θέλει ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ σφάξῃ ἓν σφάγιον διὰ νὰ σᾶς φιλοξενήσῃ. Εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τρέξῃ, νὰ εὕρῃ τὸν ἐνοικιαστὴν, νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς σφαγῆς καὶ τότε νὰ σφάξῃ. Διατὶ δὲν ἀφίνετε τὸν νόμον ὅπως ἔχει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ; Καὶ θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, ἐὰν διαγραφῇ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου, προστεθῇ δὲ καὶ τὸ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ προσθέσητε ἀπόψε, διότι ἡ προσθήκη τοῦ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνηνέσατε νὰ προστεθῇ, ἔχει ἄλλον λόγον· δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλλετε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ ἔχωσιν ἀντιπροσώπους εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς περιφερείας τῆς ἐνοικιάσεως αὐτῶν, καὶ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ ἡ διαγραφὴ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέχωσι καὶ νὰ μὴ λέγωσι «πολὺ καλὰ», χωρὶς νὰ ἠξεύρωσι περὶ τίνος πρόκειται (θόρυβος).
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέξωσιν εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ προβαλλόμεναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, σκοποῦσιν ἀκριβῶς εἰς τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, οὐδένα δὲ ἄλλον σκοπὸν πρακτικὸν ἔχουσιν ἢ νὰ καταστήσωσι τὸν φόρον τοῦτον ἀνέφικτον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἰδοὺ τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ δευτέρα παράγραφος. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα, εἶναι ὑποχρεωμένοι πάντες οἱ προτιθέμενοι νὰ σφάζωσι χωρὶς νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ νὰ συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτοῦ, εἴτε νὰ πληρώσωσι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς σφαγῆς, εἴτε καὶ ἄλλως, ἀλλὰ νὰ ἦναι πάντοτε ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτοῦ. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ γείνῃ σφαγὴ ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διόλου προδιδούσας τὸν σκοπὸν τοῦ σφάζοντος πρὸς ὑπεκφυγὴν τοῦ φόρου, τότε διὰ νόμου ἐκανονίσθησαν αἱ διατυπώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ ἐπιδιώξῃ τῶν δικαιωμάτων του τὴν ἐνάσκησιν. Προκειμένης τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων, μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ πολλῶν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ πάντων ἐπρόκειτο νὰ ἐνοικιάσωσι τὸν φόρον τῶν σφαζομένων ζώων ἐν μεγαλοπόλεσιν. Οὗτοι μοὶ παρετήρησαν τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, πρὸς εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ νόμου ἐνοικιάζονται εἰς ἡμᾶς, νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὴν σύνταξιν πρωτοκόλλων καὶ εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου διαδικασίαν πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, εἰς ἡμᾶς ἀποβαίνει ἀδύνατον νὰ γίνωμεν ἐνοικιασταί». Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι εἰς αὐτοὺς εἶπον, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ συντάξεως πρωτοκόλλων καὶ περὶ καταφυγῆς εἰς τὸν πταισματοδίκην ἀφορῶσιν εἰς ἐκεῖνα ἐκ τῶν σφαζομένων ζώων, τὰ ὁποῖα σφάζονται κατὰ τρόπον προδίδοντα τὴν πρόθεσιν τὴν δολίαν τοῦ σφάζοντος πρὸς ὑπεκφυγὴν τοῦ φόρου. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σφάζουσιν εἰς τὸ δημόσιον σφαγεῖον, ὡς ἐν Ἀθήναις· διότι, ἐὰν οἱ σφάζοντες εἰς τὸ σφαγεῖον τῶν Ἀθηνῶν τόσα, ὅσα σφάζονται ἑκάστην ἡμέραν, ἤθελον εἴπει εἰς τὸν ἐνοικιαστήν: «δὲν σοὶ δίδομεν τὸν φόρον· σύνταξον πρωτόκολλον καὶ ἐνάγαγέ μας ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου», βεβαίως ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ περιέλθῃ εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν πρὸς εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων του. Ἡ προσθήκη τοῦ ἐδαφίου βʹ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀφορᾷ· διότι, ὅταν πρόκειται νὰ σφάξῃ τις ἀμνὸν ἢ ἐρίφιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς φόρον, εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι «εἰς τὸ δημόσιον σφαγεῖον σφάζεις τὸ ζῷόν σου, πλήρωσόν μοι τὸν νενομισμένον φόρον». Ἀλλὰ προεβλήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἡ ἔνστασις, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαγορεύηται εἰς τὸν σφάζοντα τὰ ζῷά του ἡ σφαγή, ὅταν ὁ ἐνοικιαστής, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, ὁ ἁρμόδιος νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον, δὲν εὑρίσκηται εἰς τὴν πόλιν ἢ τὸ χωρίον. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ θεραπεύσω τὸ παράπονον τοῦτο, προβάλλων τὴν προσθήκην εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον: «ἢ ἂν ὁ ἁρμόδιος πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου δὲν διαμένῃ ἐν τῇ πόλει, κωμοπόλει ἢ χωρίῳ, ἔνθα γίνεται ἡ σφαγή». Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ προσθήκη τοῦ ἐδαφίου τούτου. Δὲν ἀπαγορεύεται δηλαδὴ τότε ἡ σφαγή. Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι «ὁ μέλλων νὰ σφάξῃ θέλει νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὁ ἁρμόδιος πρὸς εἴσπραξιν· ἐν τῷ νόμῳ τότε ἀπαγορεύεται ἡ σφαγή. Διατὶ παρεμβάλλετε δυσκολίας εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς σφαγῆς;» Ὡς καὶ πρότερον εἶπον, τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον εἰς ἕκαστον χωρίον. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος, δύναταί τις νὰ σφάξῃ χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς ποινήν τινα...
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου; ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἀναφέρεται τοῦτο.
§158ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι προβλέπει ὁ ἄλλος νόμος. Ἐκεῖ ὁρίζεται, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ἀντιπρόσωπον, ἐὰν δὲ τὸ Δημόσιον εἰσπράττῃ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὸν φόρον, ὀφείλει αὐτὸ νὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους, ἢ ἄλλους ἐπιτετραμμένους τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε ὑπάρχει ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου εἰς ἕκαστον χωρίον;
§160ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ σήμερον εἰς ὅσους δήμους δὲν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν λέγει ὁ νόμος, ὅτι εἰς ἕκαστον χωρίον ὑπάρχει εἰσπράκτωρ.
§162ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα θεραπευθῇ τοῦτο τὸ παράπονον, προέβαλον τὴν προσθήκην ταύτην.
§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔλαβον χθὲς τὸν λόγον καὶ ἔφερα παρατηρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δικαιοῦμαι λοιπὸν σήμερον, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔρριψε κατὰ πάντων τῶν προβαλόντων ἀναντιρρήσεις, ὅτι δηλαδὴ αἱ ἀντιρρήσεις σκοπὸν ἔχουσι τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κακῶς ἐξηγήσας τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπελήφθημεν τῆς συζητήσεως. Ἐὰν ἐσκοποῦμεν νὰ ὑπονομεύσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἢ νὰ φέρωμεν ἐμπόδια εἰς τὴν συζήτησιν, ὑπῆρχον ἄλλα μέσα· ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἠθελήσαμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν. Καὶ δὲν εἶναι, νομίζω, ὑπονόμευσις τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ δύναταί τις νὰ τὸ παραδεχθῇ, ὅταν ἡμεῖς ὑποστηρίζωμεν νὰ μένῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ τροποποιουμένου, τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἰδίου κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐὰν ἡ διατήρησις ἐν ἰσχύϊ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἐκείνης εἶναι ὑπονόμευσις τοῦ νομοσχεδίου, τότε σημαίνει ὅτι ὁ νόμος περιέχει ἐν ἑαυτῷ τὰ στοιχεῖα τὰ καταβιβρώσκοντα αὐτὸν καὶ καθιστῶντα αὐτὸν μὴ βιώσιμον. Ἀλλ’ ὅ,τι ἡμεῖς ἀπὸ συνειδότος χρηστοῦ καὶ ἐν πλήρει συναισθήσει τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου συζητοῦμεν, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τούτου ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνειδὼς ὅτι ἀληθῆ λέγομεν καὶ συμφέροντα εἰς τὸν τόπον, παρεδέχθη ἐν μέρει τὰς προβληθείσας παρ’ ἡμῶν τροπολογίας, καὶ ἐδέχθη νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἄρῃ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἔρριψε καθ’ ἡμῶν.
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν κύριον ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴν παρατηρῶ, ὅτι πρῶτον δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας οὗτος προέβαλεν, ὅτε ἔλεγον ὅσα εἶπον ἐκ τοῦ βήματος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰς προβαλλομένας ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον. Ἔλεγαν, ὅτι ἀκριβῶς τὴν προσθήκην ταύτην προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα θεραπεύσω παράπονον, τὸ ὁποῖον προεβλήθη, ὅσοι δὲ δὲν εὑρίσκουσι τὴν προσθήκην ταύτην δεδικαιολογημένην ἢ ἐπαρκῆ, βεβαίως ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν νὰ ὑπονομεύσωσι τοῦ νόμου τὴν ἐφαρμογὴν, εἰς τρόπον ὥστε ὁ νόμος οὗτος νὰ καταστῇ ἀνεφάρμοστος καὶ ἄσκοπος. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεμφθῶ οὐδὲ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ, οὐδὲ ἄλλου τινὸς Βουλευτοῦ ἐπὶ ὑπονομεύσει τοῦ νομοσχεδίου.
§165ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τίνες εἶναι οἱ ὑπονομεύοντες;
§166ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον οὐδὲ περὶ ὑμῶν, ἀλλ’ εἶπον περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προέβαλον, ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν προέτεινα, δὲν εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν θεραπείαν παραπόνου.
§167ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑποδεικνύοντες τὰ τρωτὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν μέρει ἐδέχθη, ὑπονομεύουσι τὸν νόμον. Ἐὰν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σκέψεις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, αἱ σκέψεις αὗται ὡμολογήθησαν ὡς ὀρθαὶ ὑπὸ πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκροασθῶσιν. Ἐνδιαφέρομαι δὲ ὑπὲρ τῆς διασκευῆς τοῦ νόμου οὕτω πως, ὥστε νὰ λειτουργήσῃ οὗτος χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ κατάθλιψιν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι, διότι ἐγὼ συμβαίνει νὰ μὴ ἔχω συγγενεῖς ἐνοικιάζοντας τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, συγγενεῖς καταγινομένους εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις...
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ποῖος ἔχει;
§169ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 ἕνεκα παραστάσεων πρὸς αὐτὸν διαφόρων ἐνοικιαστῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀξία τοῦ προορισμοῦ της, ἐὰν καταδεχθῇ νὰ νομοθετῇ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐνοικιαστῶν· διότι, ἐὰν ἦσθε χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐδῶ, ἠθέλετε μάθει τίνες εἶναι οἱ καταγινόμενοι εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις. Εἶναι πάντες οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἀδήλωτων οἴνων, οἱ ὁποῖοι μετεφέρθησαν ὡς ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Πάντες δὲ ὑμεῖς, Κύριοι, ἔχετε πικρὰν πεῖραν τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐνήσκουν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῶν ἀδήλωτων οἴνων, καὶ αἱ καταπιέσεις αὗται θὰ αὐξήσωσιν ἐφαρμοζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὸ ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς μεταξὺ φορολογουμένων καὶ ἐνοικιαστῶν τῶν ἀδήλωτων οἴνων ἦτο κἄπως σημαντικὸν, καὶ ἕνεκα τῆς σημαντικότητος τοῦ ἀντικειμένου ἠναγκάζοντο οἱ φορολογούμενοι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ πολλάκις νὰ εὑρίσκωσι δίκαιον· ἀλλὰ τὰ ἀντικείμενα τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθῶσιν ἐκ τῆς πλεονεξίας τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, εἶναι τόσον εὐτελῆ, ὥστε οὐδεὶς ἐκ τῶν φορολογουμένων θὰ ἐπιχειρήσῃ δίκην πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων του, διότι διὰ μίαν δραχμὴν βεβαίως οὐδεὶς φορολογούμενος θὰ πέσῃ εἰς χεῖρας τῶν δικηγόρων καὶ τῶν εἰρηνοδικῶν, διότι θέλει ὁλόκληρον περιουσίαν νὰ δαπανήσῃ μέχρι πέρατος τῶν δικῶν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας προέτεινα καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ δεχθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ σφάζηται τὸ ζῷον τῇ προηγουμένῃ ἀδείᾳ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ σφάζηται τὸ ζῷον, καὶ τότε ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον αὐτὸν, διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν φθάσει καὶ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρου. Λοιπὸν δὲν ὑπέθετον καὶ δὲν ἐπίστευον νὰ μοὶ ἀποδώσῃ τοιαύτην μομφὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου ἐργάζομαι· διότι τρεῖς ὡμίλησαν χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὁ κ. Δραγούμης, ὁ κ. Βοζίκης καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ τὸν κ. Βοζίκην ἐξῄρεσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἢ ἐγὼ λοιπὸν ἢ ὁ κ. Δραγούμης ὑπονομεύομεν τὸν νόμον. Εὐγνωμοσύνην ἠξίουν παρ’ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ, διότι ὑπέβαλον κρίσεις ὀρθὰς, τὰς ὁποίας ἐν πολλοῖς ἐδέχθητε. Δὲν καταγίνομαι πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καταγίνομαι, ὅπως ὁ νόμος διασκευασθῇ οὕτω πως, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ μὴ ἔχωμεν ἐξεγέρσεις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν.
§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀξιώσῃ εὐγνωμοσύνην, διότι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς βεβαίως ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, προβαλὼν ὅσας προέβαλε παρατηρήσεις. Ὅτε εἶπον, ὅτι οἱ ζητοῦντες, ὅπως αἱ διατάξεις αἱ προβαλλόμεναι ἀπορριφθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνόουν, ὅτι οὗτοι ἀφορῶσι βεβαίως οὐχὶ εἰς τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑπονομεύσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπονόμευσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου.
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως προκειμένου περὶ συζητήσεως φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ὑπάρχῃ, ἀφοῦ μάλιστα κατ’ ἀρχὴν ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἀντικατάστασιν νόμου ἐπιβαρύνοντος μέχρι τοῦδε καὶ καταπιέζοντος τὴν κτηνοτροφίαν, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν, οὐδὲ ὀρθὸν, νὰ ἀποδοθῇ δεδικαιολογημένως ἡ μομφὴ, ἣν ἀορίστως ἔρριψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τῇ εὐρυτέρᾳ ὁπωσδήποτε, ἥτις γίνεται πρὸς διαρρύθμισιν εὐρυθμοτέραν τῶν τοῦ νόμου, ἐὰν εἶναι ὑπερβολὴ ὅτι δέον νὰ ἀξιώσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι δὲν προσῆκε καὶ νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν μῆνίν του, τὴν ὁποίαν ἄλλως δὲν εἶδον καὶ τοσαύτην, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἡ ἐξέγερσις τοῦ φιλτάτου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσί τινα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι τὴν ἀντιλογίαν εἰς τὴν βάσιν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 1. Ὅτε ὁ μεταρρυθμιζόμενος νόμος συνεζητήθη, ἐδόθη, ὡς εἰς ὅλους τοὺς νόμους λαμβάνεται τοιαύτη πρόνοια, καιρός τις εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἐὰν τυχὸν εἴτε ἐκ καιρικῶν περιστάσεων εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλωσιν αὐτοστιγμεὶ, εἴτε αὐθημερὸν, τὸν φόρον, ὡς ὁ νόμος ἐπιτάσσει, νὰ μὴ ἐπαπειλῶνται ἐναντίον αὐτῶν ποινικαὶ καταδιώξεις καὶ πρόστιμα διπλᾶ καὶ ὀκταπλᾶ. Διὰ τοῦτο ὁ παλαιότερος νόμος λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς, ὅσοι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς, καὶ ἂν ἐγένετο καταγγελία, ἢ πρὸ πάσης καταγγελίας καὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς, ἤθελον αὐθόρμητοι δηλώσει πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου τὴν γενομένην ἄνευ πληρωμῆς τοῦ φόρου σφαγὴν καὶ ἤθελον καταβάλει τοῦτον.»
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ ἡ διάταξις διετηρήθη.
§173Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντελήφθη ὀρθῶς, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου βʹ, ἡ προστιθεμένη σήμερον εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀναιρεῖ κατὰ πολὺ τὸ εὐεργετικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν εἰς τὴν νομοθέτησιν τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ κρατοῦντος νόμου καὶ μεταρρυθμιζομένου. Ἀλλὰ πῶς ἠτιολόγησε τὴν ἀναγραφὴν αὐτὴν τοῦ βʹ ἐδαφίου; εἶπεν ὅτι προκειμένου περὶ ἐνοικιαστῶν ἐν πόλεσι μεγάλαις, οἷον τῶν ἐνοικιαστῶν ἐν Ἀθήναις, ὅπου σφάζονται ἐν τῷ δημοσίῳ σφαγείῳ καθ’ ἑκατοντάδας καθ’ ἡμέραν ζῷα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ τις καὶ νὰ ἀπεκδέχηται πιστὴν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προβαλλομένης ἤδη διατάξεως τοῦ βʹ ἐδαφίου, διότι ἤθελε φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον ὁ ἐνοικιαστής· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν «δὲν πληρόνομεν», ἢ καὶ ἂν εἴπωσι «δὲν πληρόνομεν», δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων καὶ συντάξῃ πρωτόκολλα, διότι καὶ αὐτὸν δὲν θὰ συνέφερε τοῦτο, ἢ θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, λόγῳ τοῦ πολυαρίθμου τῶν γραφέων, τοὺς ὁποίους θὰ εἶχε πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν συντάσσωνται οἱ νόμοι ἢ συζητῶνται καὶ ψηφίζωνται, δὲν ἀφίνονται κενά. Οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι τοσοῦτον σαφεῖς καὶ τοσοῦτον προνοητικοὶ δι’ ὅλας τὰς τάξεις τῶν φορολογουμένων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ γίνωνται αἱ τοιαῦται θεωρίαι ἢ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ, ὄχι διὰ τὸ πνεῦμα τῶν λόγων, οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν ἐνοικιαστῶν,—διότι ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῶν συμφερόντων τῶν ἐνοικιαστῶν ὑπάρχει ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καθότι σήμερον μὲν ἀντιπροσωπεύεται τὸ Δημόσιον διὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, αὔριον ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάζηται αὐτὸ τὸ Δημόσιον, ἑπομένως λέγων τις ὅτι ἐξυπηρετεῖται τοιουτοτρόπως τὸ συμφέρον τῶν ἐνοικιαστῶν λέγει ὅτι ἐξυπηρετεῖται τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως δὲν ἐρευνῶ τὸ ζήτημα, τὸ ἐρευνῶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι οἱ νόμοι δέον νὰ συντάσσωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι καταθλιπτικοὶ, καὶ νὰ μὴ διαιροῦν τοὺς φορολογουμένους ἀνίσως, ὅπως παρεδέχθη ἄκων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονεῖ ὅτι δύναται κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόζηται ἐν Ἀθήναις, πρέπει διὰ διατάξεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος νὰ γίνεται, καὶ νὰ παρέχηται τὸ στάδιον τῆς προθεσμίας τῶν τριῶν ἡμερῶν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐνοικιαστής, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐπιεικῆ θεωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ «δὲν σφάζετε, ἐὰν δὲν καταβάλητε τὸν φόρον», καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσιν ὅλοι τὸ βαλάντιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τοῦ κυρίου Σκουζὲ, ὥστε νὰ προκαταβάλωσι τὸν φόρον. Ὑπάρχουσι κρεοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι σφάζουσι 200 ζῷα τὴν ἡμέραν ἐν Ἀθήναις, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δύνανται νὰ πληρώσουν ἀμέσως καὶ τὸν φόρον.
§174Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σφάζει 200 ζῷα τὴν ἡμέραν, δὲν θὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν φόρον;
§175Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος σφάζει 200 ζῷα τὴν ἡμέραν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπλήρωσε τὴν ἰδίαν ἡμέραν τὴν τιμὴν τῶν 200 σφαγίων εἰς τὸν ποιμένα, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ τοῦ τὰ δώσῃ ἐπὶ πιστώσει, ἀναμένω νὰ πωληθῶσι πρότερον, ἵνα πληρωθῇ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι καὶ βάσιμος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἠγόρασε τὰ 200 αἰγοπρόβατα, νὰ μὴ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ ἀμέσως καὶ τὸν φόρον (διακοπαί). Ἄλλως εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, Κύριοι, οἱ φόροι δὲν προκαταβάλλονται. Ὁ φόρος εἶναι ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον δίδει ὁ φορολογούμενος εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ· τὸ ἐμπόριον τῆς σφαγῆς τῶν ζώων δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ προκαταβολικῶς τὸν φόρον. Σφάζουν οἱ ἐμπορευόμενοι τὰ ζῷα, θὰ τὰ πωλήσωσι, θὰ τύχωσι τῆς προστασίας τῆς ἀστυνομίας, τοῦ δημοσίου σφαγείου, καὶ ἐν γένει ὅλων ἐκείνων τῶν ἰδιαιτέρων προνοιῶν, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ ἐξουσία, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ ὁ φόρος προηγουμένως, πρὸ τοῦ ἀποληφθῇ τὸ χρῆμα ἐν τῇ ἐμπορίᾳ τοῦ ζώου, τὸ ὁποῖον σφάζεται. Ἐκεῖνοι ἄρα, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι κατ’ ἀρχὴν προκαταβολὴν τοῦ φόρου τούτου, οὐδὲ ἐπιστημονικῶς σκέπτονται, οὐδὲ πρακτικῶς, οὐδὲ προστατευτικῶς, ὡς ὀφείλουσι, διὰ τοὺς φορολογουμένους.
§176Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους φόρους προκαταβάλλεται ὁ φόρος· π. χ. ὁ ἀγοράζων ἐλαίας καὶ προσκομίζων αὐτὰς εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον, ἵνα τὰς μεταποιήσῃ εἰς ἔλαιον, δὲν προκαταβάλλει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου; περιμένει ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ τὸ Δημόσιον νὰ καταναλωθῇ προηγουμένως τὸ ἔλαιον; Ὁ εἰσάγων διὰ τοῦ τελωνείου ἐμπορεύματα δὲν προκαταβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον τὸν φόρον, πρὶν ἢ πωλήσῃ τὸ ἐμπόρευμα; Ὥστε ἡ προκαταβολὴ τοῦ φόρου δὲν συμβαίνει μόνον ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον παραπέμψῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς εἰς τὴν σύνταξιν πρωτοκόλλου καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ παρουσιάζωνται ὡς ἐνάγοντες ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, ἵνα εἰσπράττωσι τὸν φόρον, δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἐνοικιασταὶ, οὐδὲ θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον τὸν φόρον. Ὁ νόμος περὶ τίνος προνοεῖ; προνοεῖ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σφάζουν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ τὰ ζῷά των· προνοεῖ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σφάζουν τὰ ζῷά των εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωσι τὸν ἐνοικιαστὴν, περὶ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους παρέχει ὁ νόμος τὴν εὐκολίαν νὰ σφάζωσι καὶ ἀπόντος τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 7, καθ’ ὃ «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται», θ’ ἀκούσητε τὴν πρότασίν μου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου.
§177Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅσοι ἠκούσατε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως ἐπείσθητε ὅτι τὰ πράγματα περὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἔχουσιν οὕτω· καὶ εἶδον μάλιστα ἐπανθίζοντα μειδιάματα θριάμβου ἐπὶ τῶν χειλέων τινῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐὰν χονδρικῶς ἐξετασθῇ τὸ θέμα, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι παρέχεται ἡ εὐκολία ἀκριβῶς ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐμπορίου. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; ὅτι εἰσάγων τις ἐμπορεύματα ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαταβάλῃ τὸν φόρον, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ παραλάβῃ αὐτά. Τίς λέγει τὸ ἐναντίον; Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον παρέχει τοιαύτας εὐκολίας, ὥστε προπωλεῖ τις ἐκ τῶν 100 σάκκων π. χ. ζαχάρεως, οὓς ἔχει φέρει, τοὺς 20, καὶ λαμβάνει τὸ χρῆμα, καὶ δύναται οὕτω νὰ παραλάβῃ τὸ ἐμπόρευμά του, ἀλλ’ εἰς τοὺς καταναλωτὰς κρεοπώλας ἀνὰ μίαν καὶ δύο ὀκάδας κρέατος ἐκ τοῦ σφαζομένου ζώου δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο; Βεβαίως ὄχι. Συνεπῶς οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν σφαγὴν τῶν ζώων δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ προκαταβάλωσι τὸν φόρον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τοῖς φορολογικοῖς του ἰδίως νομοσχεδίοις, καυχᾶται ἐπὶ τῷ πρακτικῷ ἐν αὐτοῖς πνεύματι, ἐν τούτοις ἐν τῷ φορολογικῷ τούτῳ νόμῳ ἀντιστρόφως φέρει τὰ πράγματα. Ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν φορολογουμένων κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, καὶ δίδει εἰς αὐτοὺς τὴν προθεσμίαν ταύτην, τὸ εὐεργέτημα δὲ τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν ἐπαγγελίαν, ἣν ἐπάγεται, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 θέλει ποιήσηται τὴν δέουσαν ἑρμηνείαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ, διότι συγκρούεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ διάταξις μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 1, ὥστε δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρχωσιν ἐν τῷ νόμῳ. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ τύχῃ καὶ δέον νὰ τύχῃ πάσης ὑποστηρίξεως ὑπὸ τῆς δημοσίας ἐξουσίας, καὶ ὅταν αὔριον παρουσιασθῇ ὁ Α ἐνταῦθα κρεοπώλης καὶ θελήσῃ νὰ σφάξῃ 100 πρόβατα, χωρὶς νὰ ἐπαρκῇ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων του, ἵνα καταβάλῃ τὸν φόρον, δύναται ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ φέρῃ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα τὸν ἐμποδίσῃ. Τώρα, ἐὰν ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθὴν τὴν διάταξιν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἰσχύοντος νόμου, βεβαίως ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, βεβαίως δὲ οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἤρκεσαν ἐξ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς, ἵνα εἰς αὐστηρότερα μέτρα προέλθῃ, δι’ ὧν οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ παρακωλύει τὴν πρόοδον τοῦ ἐμπορίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἴσως ἐνοικιαστὰς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ παρέχωσιν εὐκολίας δικαιοτάτας εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τὸ ἴδιον ἐν γένει περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν μέχρι τοῦδε ὅτι προνοοῦν περὶ τῶν συμφερόντων των μόνον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωσιν ὅ,τι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον εἶναι διαρκὲς, δὲν εἶναι ἐφήμερον, ἐνῷ οἱ ἐνοικιασταὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται, καὶ ζητοῦν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ καταπιέσουν τοὺς φορολογουμένους, ἵνα εἰσπράξωσι περισσότερα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν προσηλώθη μετ’ ἐπιμονῆς εἰς τὴν ἰδέαν του,— καὶ δὲν παρετήρησα εὐτυχῶς, τοὐλάχιστον ἐν τοῖς φορολογικοῖς νομοσχεδίοις, ὑπάρχον πεῖσμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,—δύναται κἄπως νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἐδάφιον τοῦτο, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ εἷς συμβιβασμὸς τοῦ δημοσίου συμφέροντος, τοῦ ἐκπροσωπουμένου σήμερον διὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιεικείας καὶ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λαμβάνῃ πάντοτε μία Κυβέρνησις καὶ μία Βουλὴ ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δὲν ἀπέβλεψεν, ἐλπίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς καθαρῶς εἰς ταμιευτικοὺς σκοποὺς, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν μεγάλην τάξιν τῶν κτηνοτρόφων ἐκ τῶν διαφόρων βασάνων, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, ἐν τούτοις τὰ μέχρι τοῦδε δεδομένα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἱκανοποιῆται καὶ ἡ οἰκονομικὴ πρόβλεψίς του. Βεβαίως θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις πολλῷ ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρότερον εἴχομεν ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δέον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ κατὰ πείσμονα τρόπον εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐν ἰδιαιτέρᾳ συζητήσει, ἀκαδημαϊκῇ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πολιτικὴ χροιὰ εἰς ταύτην, θὰ ὡμολόγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι αὐστηρά. Ἀλλ’ ἔχει μίαν προσθήκην· τὴν προσθήκην ὅμως ταύτην, μεθ’ ὅλην τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εὑρίσκω ἀπαντῶσαν εἰς τὴν περίπτωσιν καθαρῶς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτής. Πρόκειται, ἐὰν μεταβῇ τις εἰς ἓν χωρίον, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ περιποιήσεώς τινος καὶ ὅπου βεβαίως δὲν εἶναι κρεοπῶλαι, ἵνα ὁ φιλοξενῶν ἀγοράσῃ κρέας, καὶ εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὰ ἔθιμα τῆς φιλοξενίας νὰ σφάξῃ ἕνα ἀμνόν· τότε, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐν τῷ τόπῳ, παρέχεται εἰς αὐτὸν ἡ εὐκολία νὰ σφάξῃ, κατὰ τὴν διάταξιν τὴν προστιθεμένην σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ἐὰν εἶναι ἐκεῖ, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκηταί που ἀπησχολημένος καὶ νὰ μὴ ἦναι ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀλλὰ νὰ ἦναι εἰς οἰκίαν τινὰ, καὶ τότε εἶναι ἠναγκασμένος ὁ θέλων νὰ σφάξῃ τὸν ἀμνὸν νὰ τρέχῃ ἀπὸ θύρας εἰς θύραν, νὰ κρούῃ ταύτας, ἕως οὗ εὕρῃ τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ πληρώσῃ τὴν δραχμὴν, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν σφαγὴν τοῦ ἀμνοῦ. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη διὰ μόνον εἰδικὰς περιπτώσεις, δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, διότι πρόκειται περὶ σφάζοντος ζῶον, ὄχι ἐπιτηδευματίου κρεοπώλου διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ ἐπιτηδευματίου κρεοπώλου, εἶναι ἠναγκασμένος οὗτος νὰ ὑποστῇ ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, ἵνα προέλθῃ εἰς σφαγὴν ζώων· ἂν ὅμως δὲν ἦναι ἐπιτηδευματίας, βεβαίως πρόκειται περὶ μιᾶς τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ ἑπομένως, ἂν ἡ προσθήκη μου αὕτη γείνῃ δεκτὴ πρὸς τῇ προσθήκῃ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ πρᾶγμα διορθοῦται, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθῇ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ στομάχου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας.
§178Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδὲν πεῖσμα πολιτικὸν, οὔτε πολιτικὴ χροιὰ ὑφίσταται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι πρόκειται περὶ καθαρῶς φορολογικοῦ νόμου, σκοποῦντος τὴν ἐξασφάλισιν ὡρισμένου φόρου τοῦ Δημοσίου. Ἂν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Μεγαρίδος κ. Βουλευτοῦ, ἠδύνατο νὰ καταστῇ προβληματικὴ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Ὡμίλησε περὶ ἐπιτηδευματίου κρεοπώλου, καὶ λησμονεῖ ὅτι ἕκαστος τοιοῦτος ἐπιτηδευματίας εἰς τὰς μεγαλοπόλεις ἔχει πολλοὺς βοηθοὺς καὶ πολλοὺς τοὺς γινώσκοντας αὐτόν. Ἐλησμόνησε καὶ ἕτερόν τι, ὅτι πᾶσα διάταξις κυροῦται διὰ ποινικῆς διατάξεως. Ἐνταῦθα ἔχομεν τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καθ’ ἃς, ἂν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἤθελε καταβάλει τὸν φόρον, ἀπαλλάσσεται πάσης ποινῆς. Λοιπὸν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἐνοικιαστής, διὰ νὰ λάβῃ τὸν φόρον ἐγκαίρως, οὐδεμίαν ζημίαν πρόκειται νὰ ὑποστῇ. Ἡ διάταξις αὕτη σκοπεῖ πρὸ πάντων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα, ὅτι οἱ φόροι καταβάλλονται πρὸ τῆς καταναλώσεως τοῦ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ ἐπιβάλλονται, διότι ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι πάντες οἱ φόροι καταβάλλονται πρὶν γείνῃ ἡ ἀνάλωσις.
§179Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ μεταβολαὶ τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἧς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπῆρξαν τοσαῦται, ὥστε, ὑποθέτω, ὄχι νὰ δυσφορῇ, ἀλλὰ νὰ ἐπιθυμῇ περισσότερον παντὸς ἄλλου, ὅπως ἡ Ἀντιπολίτευσις συζητῇ καὶ δίδῃ γνώμας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλει. Ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, εἴτε διότι πρώτην φορὰν εἰσήχθη ὁ νόμος οὗτος ἐν Ἑλλάδι, εἴτε διότι πάντοτε ἀτελῆ τὰ ἀνθρώπινα, ἐπαρουσίασε πολλὰς ἀτελείας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ νέα συμπληροῦντα καὶ τροποποιοῦντα νομοσχέδια, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον, τὸ τροποποιοῦν τὰ προηγούμενα, τοσοῦτον ὑπῆρξε, δὲν λέγω ἀτελὲς, ἀλλ’ ἀμφίβολον ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε τρίτην μέχρι τοῦδε ὑπέστη μεταβολὴν, καὶ ἀκόμη ἐξακολουθοῦσιν αἱ μεταβολαί. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου δὲν εἶναι ὅσαι ἔπρεπε νὰ ἦναι, διότι πολὺ περισσότεραι θὰ ἦναι αἱ ἐλλείψεις καὶ τὰ κενὰ, ἂν κρίνῃ τις ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν δυσκολιῶν, ἃς ἐν τῇ ἐκτελέσει παρουσιάζει. Διὰ τοῦτο οὔτε ἡμεῖς δυσφοροῦμεν, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ δυσφορῇ, διότι διὰ τῶν συζητήσεων καλλίτερον θέλει συμπληρωθῆ ὁ νόμος. Θὰ θελήσῃ, πιστεύω, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν νῦν εἰσάγει, εἶναι θεμελιωδεστάτη, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς εἰσαγωγῆς του ἐν τῷ νόμῳ, διότι βεβαίως προκαταβολὴ τοῦ φόρου ἀνατρέπει πρόρριζα καὶ μεταβάλλει ἐντελῶς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου. Ὅταν ἐν δημοπρασίαις οἱ ἐνοικιασταὶ προσέρχωνται, ἵνα πλειοδοτήσωσι διὰ φόρον, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ προκαταβολὴ αὐτοῦ, βεβαίως ἄλλας προσφορὰς θέλουσι ποιεῖσθαι, καὶ ἄλλας, ἂν γνωρίζωσιν ὅτι πρέπει νὰ καταδιώκουν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Δὲν γνωρίζω μάλιστα, ἂν καὶ κατὰ πόσον συνεπληρώθησαν αἱ ἐνοικιάσεις τοῦ φόρου τούτου. Ἂν ὅμως σπουδαῖος ἀριθμὸς τοιούτων ἐνοικιάσεων συνετελέσθη, βεβαίως ἐπηρέασεν, ὅπως ἐπὶ ἐλάσσονι ποσῷ γένωνται αἱ προσφοραί, ἡ ἔλλειψις ἀπ’ ἀρχῆς τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ νόμῳ. Ἂν ἐγνώριζον ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα ἐπὶ προκαταβολῇ νὰ εἰσπράττουν τὸν φόρον, βεβαίως πολὺ περισσότερα ἤθελον προσφέρει παρ’ ὅ,τι προσέφεραν, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡμέραν τινὰ τὸ Δημόσιον δὲν θὰ προτιμήσῃ διὰ τοῦτο νὰ εἰσπράττῃ ἀπ’ εὐθείας αὐτὸ τὸν φόρον δι’ ἰδίων του ὑπαλλήλων, καὶ νὰ μὴ ἀπόλλυσι τὸ κέρδος, ὅπερ οἱ ἐνοικιασταὶ τόσον εὐκόλως καὶ δι’ ὀλίγης δαπάνης ἀποκομίζουσι. Φρονῶ ὅτι ὁ φόρος οὗτος, ὡς ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, θέλει ματαιώσει τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς πόθου καὶ μιᾶς ἀνάγκης, ἡ ὁποία εἰς πᾶν εὐνομούμενον Κράτος ὑπάρχει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σφαγὴν τῶν ζώων, τῆς ἀποκτήσεως σφαγείων δημοτικῶν. Διότι, ἵνα ἔχητε σφαγεῖα ἔν τινι τόπῳ, πρέπει νὰ ἔχητε δημοτικὸν φόρον εἰσπραττόμενον διὰ τὴν σφαγὴν καὶ ἐν τοῖς σφαγείοις καὶ χρησιμεύοντα εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Ὅταν οἱ δῆμοι πρόκειται ν’ ἀπολαμβάνωσιν ἐκ τῶν σφαζομένων ζώων ἓν εἰσόδημα, συμφέρον ἔχουσι, πρὸς ἀπόκτησιν αὐτοῦ τοῦ εἰσοδήματος, νὰ συντηρῶσι σφαγεῖα, οὕτω δὲ θὰ ἀσφαλίσουν συγχρόνως καὶ ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων ὅρων τῆς δημοσίας ὑγείας. Αἱ Ἀθῆναι ὅμως, ὅταν ἐπιβληθῇ φόρος δημόσιος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἀπορροφοῦν πάντα φόρον, ὃν δύνανται νὰ δώσουν τὰ σφαζόμενα ζῶα ἐν Ἀθήναις καὶ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ εἰσπράττῃ ὁ δῆμος Ἀθηναίων, δὲν εὑρίσκουν πλέον τί νὰ φορολογήσουν καὶ εἰσπράξουν ἐκ τῶν ζώων τούτων, καὶ οὐδὲν συμφέρον ἔχουν, ὅπως κατασκευάσουν καὶ συντηρῶσι σφαγεῖα. Τοῦτο δ’ οὐχὶ μόνον αἱ Ἀθῆναι, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι δευτερεύουσαι θὰ πράξωσι πόλεις. Αὐταὶ ἐπίσης ἠδύναντο, στηριζόμεναι εἰς εἰσπράξεις ἐκ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ν’ ἀναγείρωσι καὶ συντηρῶσιν ὑγιεινὰ σφαγεῖα. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ ἀπαιτεῖται πάντοτε μεγάλη δαπάνη, διότι πρέπει νὰ κατασκευασθοῦν κατὰ τρόπον, ὥστε καὶ εἰς τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους νὰ ἀνταποκρίνωνται, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ θεραπεύουν καὶ τὰς ἀνάγκας πολλῶν βιομηχανιῶν, αἵτινες ἐκ τῆς σφαγῆς τῶν ζώων ἀναπτύσσονται ἐν αὐτοῖς τοῖς σφαγείοις, καὶ αἱ ὁποῖαι παρέχουν εὐκολίας καὶ κέρδη, καὶ διὰ τοῦτο ἀναπτυσσόμεναι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ μειώσωσι τὰ βάρη, ἅτινα ἀναγκαίως ὁ φόρος ἐπιβάλλει εἰς τοὺς σφάζοντας τὰ ζῷα ἐν τοῖς σφαγείοις. Διότι, ὅταν ἐπιβάλλητε, ἀντὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ σήμερον ἔχει ὁ κρεοπώλης νὰ σφάζῃ ἐν τῷ ἰδίῳ κρεοπωλείῳ τὰ ζῷα, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταφέρῃ αὐτὰ εἰς τὰ σφαγεῖα, εἰς ἀπόστασιν δηλαδὴ ἡμισείας καὶ μιᾶς ὥρας πολλάκις ἀπὸ τοῦ κρεοπωλείου του, τῷ ἐπιβάλλετε πρῶτον νὰ μεταφέρῃ καὶ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ κρεοπωλεῖόν του τὰ σφαχθησόμενα ζῷα, τῷ ἐπιβάλλετε νὰ ἔχῃ ἄνθρωπον ἰδιαίτερον ἐπὶ τούτῳ διὰ τὰς ἐργασίας αὐτὰς, ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος θὰ παρευρίσκηται ἐν τῷ σφαγείῳ κατὰ τὴν σφαγὴν, καὶ θὰ συνοδεύῃ ἔπειτα τὰ σφάγια μέχρι τοῦ κρεοπωλείου. Ταῦτα δὲ εἶναι αὔξησις δαπάνης. Ἐκτὸς ἑπομένως τοῦ φόρου, ἔχομεν καὶ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ λειτουργία σφαγίων. Πλὴν τὴν πρόσθετον δαπάνην αὐτὴν δύναται νὰ τὴν ἀνακτᾷ, καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει, ὅταν ἐν τοῖς σφαγείοις, ἐπωφελούμενος τῆς τελείας ἐγκαταστάσεως αὐτῶν καὶ διαφόρων βιομηχανιῶν, προσπορίζηται ὅλα τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα δίδουν τὰ σφαζόμενα, ἂν καταστῇ δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῆται πᾶν ὅ,τι σήμερον ἀπόλλυται ἐκ τοῦ σφαγίου, ὡς σφάζεται. Διότι ἐν σφαγείοις καλῶς ὠργανωμένοις καὶ τοῦ αἵματος θὰ δύναται νὰ ἐπωφελῆται, καὶ τῶν κεράτων καὶ τῶν ὀνύχων καὶ τῶν τριχῶν καὶ τῶν ἐντοσθίων, τὰ ὁποῖα συνήθως σήμερον ἀπορρίπτουν. Δι’ αὐτῶν μέγα μέρος τῆς ἀπωλείας, ἡ ὁποία ἐκ τῆς σφαγῆς ἐπέρχεται, ὡς νῦν γίνεται, ἀναπληροῦται. Δι’ αὐτῶν τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀφίνουν τὰ ἀπολλύμενα μέρη τοῦ ζῴου, ὁ κρεοπώλης ἀποζημιοῦται. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἷς βοῦς σφαζόμενος ἀποδίδει εἰς καθαρὸν κρέας μόνον 60 ἢ 55% τοῦ ὅλου βάρους του, τὸ πρόβατον ἀποδίδει μόνον 44%, ὁ δὲ μόσχος 60%, πάντα δὲ τὰ ἄλλα ἀπόλλυνται. Ἀλλὰ διὰ τῆς βιομηχανίας δύναταί τις νὰ ἀνακτήσῃ μέρος, π. χ. διὰ τοῦ δέρματος, τῶν τριχῶν, τῶν ἐντοσθίων, τοῦ αἵματος, τῶν κεράτων. Ἑπομένως ὅπου ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἱδρύονται συγχρόνως καὶ σφαγεῖα, παρέχοντα ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐνάσκησιν ἐπικερδῶν βιομηχανιῶν, καὶ συγχρόνως πλέον ὑγιεινοὺς ὅρους. Τοιαῦτα ὅμως πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς, ὅταν ἔρχηται τὸ Κράτος καὶ ἀναλαμβάνῃ αὐτὸ νὰ εἰσπράττῃ ὅ,τι πανταχοῦ τοῦ κόσμου εἰσπράττουν οἱ δῆμοι, οἱ ἀναλαμβάνοντες συγχρόνως νὰ ἐγείρουν καὶ συντηροῦν τὰ σφαγεῖα. Ἡ φορολογία τῶν σφαζομένων ζώων συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως σφαγείων, σφαγείων παρεχόντων πάσας τὰς εὐκολίας εἰς τοὺς σφάζοντας καὶ πᾶσαν βιομηχανικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σφαγείων. Καλῶς βεβαίως ἔπραξε τὸ Κράτος, καταργῆσαν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Τὰ ζῷα καθ’ ἑαυτὰ εἶναι μηχαναί, δίδουσαι λιπάσματα καὶ μέσα μεταφορᾶς. Διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ φορολογοῦνται καθ’ ἑαυτά. Παρ’ ἡμῖν φορολογοῦνται. Ἀλλὰ τοιοῦτος φόρος ἀπεδείχθη προσέτι βαρύτατος καὶ ἐπαχθέστατος. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ τὸν καταργήσωμεν, ἀναμένοντες νὰ καταρτίσωμεν κτηματολόγιον, ὅτε προσαρτῶντες τὰ ζῶα εἰς τὰ ἀγροτικὰ κτήματα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὰ φορολογῶμεν, εἰσπράττοντες τὸ ἀναλογοῦν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν γαιῶν, ὡς ἀλλαχοῦ. Νὰ θελήσωμεν ὅμως νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν τῶν ζώων καὶ νὰ μετατρέψωμεν εἰς φόρον δημόσιον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, καὶ νὰ τὸν αὐξήσωμεν μάλιστα, ἄνευ ὑποχρεώσεως ἢ σκοποῦ νὰ ἱδρύσωμεν καὶ συντηρῶμεν σφαγεῖα, τοῦτο εἶναι τερατῶδες! Νὰ λέγωμεν καὶ νὰ παρουσιαζώμεθα οὕτω, ὅτι ἀνακουφίζομεν τὸν λαὸν διὰ τῆς καταργήσεως δῆθεν τοῦ φόρου τούτου, εἶναι αὐθάδεια. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τις τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εἰσπράττει περισσότερον παρ’ ὅ,τι πρὶν εἰσέπραττε τὸ Κράτος, καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι θὰ τὰ εἰσπράξῃ διὰ τῆς προκαταβολῆς τοῦ φόρου, ὅπως τὰ εἰσέπραξε ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὡς θὰ τὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ πάντα φόρον, ὁ ὁποῖος προκαταβάλλεται, ὡς εἰς τὰ τελωνεῖα, διὰ νὰ πεισθῇ κατὰ πόσον εἶναι δικαία. Οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι δυσάρεστοι· εἰσπράττων αὐτούς, θὰ ἔλθῃς εἰς προσωπικὴν συνάφειαν καὶ σύγκρουσιν πρὸς τὸν φορολογούμενον. Οἱ ἔμμεσοι εἶναι ἧττον ἐπαισθητοί. Ὅταν ὅμως θελήσῃς τὸν ἄμεσον φόρον οὐχὶ νὰ τὸν καταργήσῃς, ἀλλὰ νὰ τὸν μετατρέψῃς εἰς ἔμμεσον φόρον, κατὰ τὸ φαινόμενον ὠφελεῖς· ἐνίοτε ὅμως ἐπιβαρύνεις περισσότερον τὸν φορολογούμενον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ φόβος αὐτὸς πρὸς τὰς ἐνοχλήσεις τῶν ἀμέσων φόρων παρ’ ἡμῖν δὲν θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἀπαλλάττοντες νὰ διπλασιάζωμεν τοὺς φόρους, ὡς τοῦτο γίνεται ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. Διότι, ἐνῷ ἔλαβεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς μέσον ὅρον τὸν φόρον προηγουμένων ἐτῶν, προσθέτει εἰς τὸν ὑπολογισμὸν, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι θέλει φθάσει κατὰ μεγάλην προσέγγισιν νὰ προσθέσῃ τὰς 1,300,000 δρ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ; Βεβαίως δὲν θὰ βλέπῃ πλέον, ὡς νῦν, ὁ φορολογούμενος τοὺς ἀπαριθμητὰς, οὔτε τὰ πρωτόκολλα θὰ φοβῆται, ἀλλ’ αἱ τάξεις αἱ φορολογούμεναι θέλουν ἐπιβαρυνθῆ πράγματι διὰ πληρωμῆς εἰς τὸ Δημόσιον μεγαλειτέρου φόρου. Ἀλλ’ αἱ τάξεις αἱ φορολογούμεναι δὲν θέλουσι βαρυνθῆ μόνον διὰ μεγαλειτέρου εἰς χρήματα φόρου. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο κακόν. Λαμβάνομεν διὰ τὴν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν μίαν ἐκ τῶν κυριωτάτων ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ, ἐκ τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι δὲν παρουσιάζονται διάφοροι εἰς τοὺς εὐπόρους καὶ διάφοροι εἰς τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, διότι τὸ αὐτὸ, ἴσως καὶ περισσότερον, κρέας ἔχει ἀνάγκην νὰ καταναλώσῃ ὁ ἐργατικὸς πληθυσμὸς ἢ ὁ εὔπορος. Ἐν τούτοις ἡ τάξις τῶν ἀπόρων θέλει ἐπιβαρυνθῆ περισσότερον διὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ, καὶ θέλει περιορίσει τὴν κατανάλωσιν τοῦ κρέατος, οὗτινος αὕτη ἔχει περισσοτέραν ἀνάγκην, ἐνῷ ὀφείλομεν νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐν τῇ τάξει αὐτῇ τῶν ἐργατῶν τὴν κατανάλωσιν τοῦ κρέατος. Οὕτω, ἐνῷ ἔχομεν βαρὺν ἐπὶ τοῦ κρέατος φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνουσι τὰ ζῷα, εἰσαγόμενα ἔξωθεν, φόρον ὅστις, ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὑπερβαίνει τὰς 50 δραχμὰς, ὅταν τὸ βάρος ἑνὸς βοὸς φθάνῃ τὰς 300 ὀκάδας, προσθέτομεν καὶ ἄλλον φόρον. Προσθέσατε ἔτι τὸν δημοτικὸν φόρον, τὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων, προσθέσατε τοὺς ἄλλους μικροὺς φόρους κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν, καὶ θέλετε ἴδει, πόσον τὸ βάρος τῆς λόγῳ φόρων τιμῆς κατ’ ὀκᾶν κρέατος. Ἂν μάλιστα προσέξητε εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἶναι ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου βάρους τῶν ζῴων, τὰ ὁποῖα ἔξωθεν εἰσάγονται, καὶ ὅτι τὸ εἰς κρέας βάρος τῶν ζῴων αὐτῶν εἶναι πολὺ μικρότερον τοῦ ἀκαθαρίστου, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ κρέατος, ὅπερ ἀγοράζομεν καὶ τρώγομεν, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἥτις φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως. Ὁπωσδήποτε νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη παράλειψις τοῦ νόμου, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει νὰ εἰσαχθῇ ἡ προκαταβολὴ καὶ τοῦ φόρου τούτου ἐν τῇ φορολογικῇ νομοθεσίᾳ, νὰ μὴ σκεφθῇ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου· τότε θὰ εἴχομεν τὴν διάταξιν ἀπὸ τὰς πρώτας ἐνοικιάσεις, καὶ οἱ διαγωνιζόμενοι ἤθελον προσφέρει πολὺ μεγαλείτερα ποσὰ ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προσήνεγκον. Ἐκτὸς τούτου, νομίζω ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνεπλήρωσε διά τινος προσθήκης, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐποιήσατο, τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4, παρέλειψεν ἐντὸς τῆς διατάξεως νὰ καθορίσῃ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν βεβαίωσιν καὶ μὲ τὴν εἴσπραξιν, διότι, ὡς γνωρίζητε, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ διακρίνονται δύο περιπτώσεις, ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ ζώου σφαζομένου, ἵνα καταναλωθῇ ἐν τῷ δήμῳ, ἐν ᾧ ἐσφάγη, ὅτε ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ προκαταβάλλεται ἐν τῷ σφαγείῳ κατὰ τὴν σφαγὴν, καὶ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ζώου, τὸ ὁποῖον σφάζεται μὲν ἔν τινι τόπῳ, ἀλλ’ ἵνα μετενεχθῇ καὶ καταναλωθῇ ἐν ἄλλῳ δήμῳ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς δευτέρας περιπτώσεως, λέγει ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν προκαταβάλλεται. Ἀλλὰ δὲν λέγει, πῶς θέλει βεβαιωθῇ καὶ καταβληθῇ ὁ φόρος, ὅταν πρόκειται περὶ αὐτῶν τῶν ζῴων, τῶν σφαγέντων δηλαδὴ ἔν τινι δήμῳ, ἀλλὰ μετενεχθέντων καὶ καταναλωθησομένων ἐν ἄλλῳ δήμῳ. Χθὲς ὁμιλῶν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔψεξεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγκύκλιόν τινα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς οὗτος ἐπειράθη νὰ νομοθετήσῃ, ὡς καὶ κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριάσεως ἐλέχθη, τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Ἐκεῖ τὸ ἔπραξε, προκειμένου περὶ κυνῶν· νῦν τὸ ἔπραξε προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ζώων. Διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης ὥρισεν, ὅτι θέλει βεβαιοῦσθαι καὶ εἰσπράττεσθαι ὁ φόρος κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐν τοῖς πρώτοις νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἐν ἀρχῇ τοῦ τμήματος αὐτοῦ τῆς Συνόδου ταύτης, πραγματικῶς, ἐν ἄρθρῳ 3, νομίζω, ἢ 4, διαγράφει τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νῦν νὰ τὰ παραλείψῃ. Βεβαίως φοβηθεὶς τὰς συζητήσεις. Διότι ἄλλον λόγον δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω. Ἀλλ’ εἶναι δικαιολόγησις τοῦτο, ὁ φόβος τῶν συζητήσεων καὶ ἡ παρέλκυσις τῶν συνεδριάσεων; εἶναι σπουδαῖα νομοθετικὰ ἔργα αὐτά, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἐγκυκλίου νομίζει ὅτι δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ, καὶ εἶναι συνταγματικὸν τὸ γενόμενον, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Βεβαίως δὲν ἐψήφισε φορολογίαν ἡ Βουλή, ὅταν δὲν ἐψήφισε τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον μέρος. Τί σημαίνει νὰ εἴπητε ἁπλῶς, ὅτι ἐπιβάλλετε φόρον τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον ἐπὶ τοῦ τάδε πράγματος; Πρέπει—καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον—νὰ ὁρίσητε κατὰ τίνα τρόπον θὰ βεβαιωθῇ ὁ φόρος, καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἰσπραχθῇ. Θὰ προκαταβληθῇ; Θὰ ἐνοικιασθῇ; Λέγετε, ὅτι θὰ βεβαιωθῇ ἤδη ἐν ἄλλῳ τόπῳ. Παρὰ τίνος ἀρχῆς; Προσθέτετε ἀκόμη, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἐγγυητής. Πῶς δύνασθε νὰ διατάξητε τοῦτο δι’ ἐγκυκλίου; Πῶς δύνασθε δι’ ἐγκυκλίου, καὶ διὰ διατάγματος ἀκόμη, νὰ νομοθετήσητε τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων; Τὰ τῆς ἐνοικιάσεως, ἐπίσης πρέπει ἐν τῷ νόμῳ νὰ ὑπάρχουν, διότι ἀποτελοῦσι μέρος τῆς βεβαιώσεως. Εἶναι θεμελιώδης ἡ διάταξις. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει τουλάχιστον, θέλει, εἴτε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς πρώτοις νομοσχεδίοις ἀνέγραψεν, εἴτε καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρήσει καταλληλότερα, ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ καὶ τὰ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα σφάζονται ἔν τινι τόπῳ καὶ μεταφέρονται ἐν ἄλλῳ, ὅπως καταναλωθῶσιν. Ὡς δὲ καὶ χθὲς μετὰ τόνου ἐρρήθη, δυνατὸν πολλοὶ καὶ μέχρι τῶν δικαστηρίων νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα, καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι βέβαιος ἀπολύτως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ θεωρήσωσιν ἓν διάταγμα, κανονίσαν νομοθετικῶς τὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν τοιούτου εἴδους ζώων, ἢ μίαν ἐγκύκλιον, ὡς μὴ νόμιμον, μηδὲ συνταγματικόν, καὶ ἑπομένως μὴ ὑποχρεωτικόν. Τὰ πράγματα, ὡς ἐγένοντο, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγώ, ὅπως θελήσῃ νὰ συμπληρώσῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον, μὴ εὑρίσκων ὅτι ὑπάρχει λόγος, ὅπως παραλείψῃ τοῦτο καὶ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄμεσον ψήφισίν του. Ἐὰν νομίζει, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ φόρου, δὲν θὰ ἐξεύρῃ ἄλλον τρόπον καταλληλότερον, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, ὅπως σήμερον ψηφίσωμεν τὸ προταθέν. Τότε ἂς ἀναγκασθῶμεν καὶ τρίτην φορὰν διὰ νέου νόμου νὰ ὁρίσωμεν ἄλλον τρόπον καταλληλότερον, ἀλλὰ σήμερον πρέπει πάντως, πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ προτεινόμενον, νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου.
§180ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε μίαν δήλωσιν, νομίζω, καθ’ ἣν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ τροποποιουμένου νόμου διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ καὶ δὲν καταργεῖται ὑπὸ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§182ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποία εἶναι ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου;
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ μοι ἐδόθη ἀφορμή, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὀφείλω πρωτίστως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὅτι οὐδέποτε ἐφοβήθην τὰς συζητήσεις, οὐδ’ ἕνεκα τοῦ φόβου τῶν συζητήσεων προέβην εἰς ἀπάλειψιν ἢ διαγραφὴν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἔν τινι νομοσχεδίῳ διετυπώθησαν. Δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς τὰς εὐφυολόγους παρατηρήσεις τῶν καὶ χθὲς ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι εἶναι ἡ δευτέρα ἢ τρίτη ἔκδοσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι πολλαὶ ἐγένοντο αἱ διαφοραὶ τῶν γνωμῶν καὶ αἱ διατυπώσεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐγὼ παρεδέχθην μίαν ἀρχὴν, ὑπολαμβάνω, ὅτι δι’ αὐτοῦ διευκολύνω τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅταν πρόκειται ἡ ἐλαχίστη μεταβολὴ νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἓν νομοσχέδιον, ἀντὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ τὴν τρίτην πολλάκις, ὡς ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, νὰ ὑποβάλω τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἵνα ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπέλαβον ὅτι ἤθελεν εἶναι ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ ἀνατυπώνω τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν μεταβολὴν ἐκείνην, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῆς προσγιγνομένης μεταβολῆς. Ἐπίσης δὲν θ’ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὐφυολογοῦντες παρετήρησαν, διατὶ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη, προτείνω νῦν μεταβολάς. Δὲν εἶναι παρ’ ἡμῖν μόνον ἡ ἱστορία τῶν νόμων γνωστή, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθησαν φόροι νέοι, πάντοτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀνεκαλύφθησαν ἐλλείψεις, καὶ οἱ εἰλικρινῶς τὸν νόμον ἐφαρμόζοντες καὶ οἱ εἰλικρινῶς ἐκπροσωποῦντες τὸ Κράτος προσῆλθον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐζήτησαν τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἵνα μὴ ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς βλάπτωνται ἢ τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν ἰδιωτῶν συμφέροντα. Ἠδυνάμην νὰ μὴ φέρω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ν’ ἀφήσω τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα παρετήρησα, ἀπλήρωτα, ἵνα μὴ ἀκούσω τὰς εὐφυολόγους παρατηρήσεις των, ὅτι εἶναι ἡ δευτέρα ἢ τρίτη ἔκδοσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ μεταβολὴ αὐτῶν τῶν γνωμῶν καὶ αἱ διατυπώσεις τοῦ νομοσχεδίου. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεχειρίσαμεν τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, τῷ 1882, τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευμάτων, τί ἐγένετο; Εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους ὑπεβλήθησαν τρία νομοσχέδια. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶναι ἐνήμερος τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, καὶ γινώσκει, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἐν Γαλλίᾳ μετεβλήθησαν ἐπανειλημμένως, οὐδεὶς δὲ εἶπε: «διατὶ, ἐνῷ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἦλθε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔρχεσθε ἤδη καὶ ὑποβάλλετε μεταρρύθμισιν;» Νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ γνωσθῇ, ἂν ὄχι ἕτερόν τι, τοὐλάχιστον τοῦτο, ἡ εἰλικρίνεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὰς ἐλλείψεις διορθώσῃ ἐγκαίρως, πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων ἢ ζημιῶν τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν ἰδιωτῶν. Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐδέχθην διατάξεις τινὰς, κανονιζούσας τὴν διαδικασίαν ὡς πρὸς τὰ σφαζόμενα καὶ μεταφερόμενα ζῷα. Ἐγένετο παρατήρησις ὑπό τινων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι αὐτὴ ἡ διαδικασία θέλει καταστήσει τὸν φόρον τοῦτον ἀφόρητον, ἀνιαρὸν, καὶ ἔφεραν παράδειγμα, ὅτι συνηθίζεται π. χ. νὰ σφάζηται εἷς ἀμνὸς εἴς τι χωρίον, καὶ ἐν ὥρᾳ πανηγύρεως, εἴτε οἰκογενειακῆς εἴτε ἑτέρας, νὰ μεταφέρηται αὐτὸς ὁ ἀμνὸς εἰς ἕτερον χωρίον· ἐν τοιαύτη περιπτώσει, πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ τοιαῦται διατυπώσεις νὰ ἐφαρμοσθῶσιν; Εὗρον ὅτι ἡ τοιαύτη διαδικασία περὶ τὴν μεταφορὰν τῶν σφαζομένων ἀλλαχοῦ, ὅπως μετενεχθῶσι πρὸς κατανάλωσιν εἰς ἄλλον δῆμον, εἶναι τῷ ὄντι ἀνιαρὰ, καὶ ἐπροτίμησα, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τινὶ τοῦ Δημοσίου, νὰ ἀπαλείψω πᾶσαν διατύπωσιν. Δὲν προεθέμην οὔτε διὰ διατάγματος οὔτε δι’ ἐγκυκλίου νὰ κανονίσω διατύπωσίν τινα. Ὁ σφάζων τὸ ζῷόν του εἴς τι μέρος, εἰς τὰ Μέγαρα ἐπὶ παραδείγματι, δηλοῖ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅτι τὸ ζῷον τοῦτο ἔχει προωρισμένον διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Ἂς ἐπιμεληθῇ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ βεβαιωθῇ, ἂν αὐτὸ τῷ ὄντι μεταφέρεται, καὶ ἂν ἤθελεν ἀνακαλύψει, ὅτι ἀντὶ νὰ μεταφερθῇ εἰς Ἀθήνας, κατηναλώθη εἰς Μέγαρα, θὰ καταγγελθῇ ὁ παραβάτης τοῦ νόμου, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ βεβαιώσῃ τοῦτο. Δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν ὑποβάλω εἰς καμμίαν διατύπωσιν. Ἀφῆκα μόνον εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν παράβασιν, ἂν τοιαύτη συνετελέσθη. Ὥστε, ὅτε ἀπῄτησα τὴν διαδικασίαν περὶ τὴν μεταφορὰν, ἐνόουν νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία διαδικασία. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ χθὲς παρετηρήθη ὑπό τινων, τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ διάταξις ἡ τελευταία τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι «διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου», εἶπον προχείρως, ὅτι αὕτη ἐπανελήφθη ἐκ συνηθείας, διότι εἰς ὅλους τοὺς νόμους περιλαμβάνεται αὐτὴ ἡ τελευταία διάταξις, ὅτι «διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου». Ἀλλ’ ἵνα μὴ δώσω τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ὅτι διὰ διατάγματος θέλει ἐπέλθει τοιαύτη διαδικασία, θὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ διατάγματος νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἑτέραν διαδικασίαν οἱ σφάζοντες τὰ ζῷα. Βεβαίως μένει ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προέβαλε, τίς εἶναι ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως ταύτης. Ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως ταύτης ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι, ὅπου καὶ ἂν γίνηται ἡ σφαγὴ, ὅταν ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχῃ μία διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν σφαγὴν πρὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, βεβαίως, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ πλεῖστοι τῶν σφαζόντων ζῷα εἶναι καλῆς πίστεως καὶ ἑπομένως θὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον, καὶ θὰ πληρώσουν. Ἐὰν τυχὸν εὑρεθῇ μεταξὺ αὐτῶν—ὅπερ καὶ σπάνιον— δύστροπός τις, ἐννοεῖται ὅτι θὰ καταφύγῃ εἰς τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν ἡμερῶν καὶ θὰ δηλώσῃ τὴν ἑπομένην ἢ τὴν μεθεπομένην ἡμέραν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη μέχρι τοῦδε, ἐκ τῆς ἀφορμῆς τοῦ νόμου τούτου, μάλιστα ἐν Ἀθήναις, ὅπου δὲν ἐγένετο παράβασίς τις, εἶναι τὸ πρῶτον· οὐδεὶς ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σφάξῃ τὸ ζῷόν του χωρὶς νὰ πληρώσῃ, μάλιστα εἰς δημόσιον μέρος...
§186ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τὸ λέγει. Ἀλλὰ τώρα ἡ διάταξις φαίνεται αὐστηροτέρα.
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διατάξεως αὐστηροτέρας, οὔτε περὶ ἠπιωτέρας. Τοῦτο κυρίως γίνεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ὅμως ἐξ αὐτῶν τις δυστροπῶν καὶ εἴπῃ, ὅτι «ἐγὼ δὲν πληρόνω τὸν φόρον καὶ δύνασθε νὰ συντάξητε πρωτόκολλον», δι’ αὐτὸ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία κυρώνει τὸ σήμερον γιγνόμενον. Οὕτω γίνεται ἐν τῷ δημοσίῳ σφαγείῳ· πάντες οἱ σφάζοντες ζῷα προωρισμένα πρὸς κατανάλωσιν πληρόνουσι τὸν φόρον των πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου. Οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι δὲν πληρόνει τὸν φόρον του καὶ δέον νὰ καταφύγῃ ὁ ἐνοικιαστὴς εἰς τὰ πρωτόκολλα, ὅπως διὰ τῆς ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου διαδικασίας ὑποβληθῇ ὁ ἀρνούμενος εἰς τὰς ποινὰς καὶ ἑπομένως εἰς πληρωμήν· διότι καὶ τοῦτο ἀκόμη διὰ τὸν καλῆς πίστεως σφάζοντα τὰ ζῷά του εἶναι ἀνιαρὸν, διότι πρόκειται νὰ πληρώσῃ καὶ μίαν ποινὴν, ὡς γινώσκετε. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ ἵνα μὴ ἐν δημοσίῳ μέρει, ὅπου γίνεται ἡ σφαγὴ, προβάλληται ἐκ μέρους τῶν σφαζόντων ἡ ἔνστασις, ὅτι δὲν πληρόνουσι, πρέπει νὰ ᾖναι δυνατὸν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ὑφίσταται διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν σφαγήν. Τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν σφαζομένων ζῴων. Δὲν νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπε πρὸ ὀλίγου περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ γίνεται ἡ σφαγὴ, ὑπὸ ποίας συνθήκας πρέπει αὕτη νὰ συντελῆται, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν λέγει πάντα ταῦτα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Τὰ εἶπε καὶ ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη ὁ νόμος, συγχίζων τὸ λεγόμενον δικαίωμα σφαγείου, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν ἐγείροντα τὸ σφαγεῖον δῆμον, μὲ τὸν φόρον τοῦ σφαζομένου ζῴου. Ὅταν εἷς δῆμος κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ ἓν σφαγεῖον κατεσκευασμένον κατὰ τοὺς κρατοῦντας περὶ σφαγείων ὅρους, ἐπιβάλλεται ἓν δικαίωμα ἐνοικίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὁ σφάζων τὰ ζῷά του, ὡς ἔχων τὴν εὐκολίαν νὰ σφάζῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι εὐχερέστερος τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν σήμερον σφάζονται. Εἰσπράττει λοιπὸν ὁ δῆμος ἓν ἀντάλλαγμα τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη, κατασκευάσας τὰ σφαγεῖα. Τί κοινὸν μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ φόρου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται; Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἱστορίαν τοῦ φόρου τούτου, διότι πάντες γινώσκετε, ὅτι κατηργήσαμεν τὸν ἔγγειον φόρον, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων, καὶ τὸν μετεθέσαμεν εἰς τὰ σφαζόμενα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δημοσίου ἐγγείου φόρου. Ἐὰν ἡ εἴσπραξις γίνεται κατὰ τρόπον ἄνισον, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ καινοφανὲς, διότι καὶ ἄλλοι φόροι εἰσπράττονται κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ἐμμέσου φόρου, ὡς οἱ φόροι τῶν σύκων, τῆς σταφίδος, τοῦ ἐλαίου. Εἶναι ἔγγειος φόρος, ὁ ὁποῖος πληρώνεται εἰς τὸ τελωνεῖον παρὰ τοῦ ἐξάγοντος. Ἐγένετο λοιπὸν ἀκριβῶς ἡ μετάθεσις τοῦ φόρου ἐκείνου εἰς τὰ σφαγεῖα. Πρόκειται περὶ ἐγγείου φόρου, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖται ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, εἰσπραττομένου πάλιν ὑπὸ τῶν δήμων, ἀνεξαρτήτως τοῦ δασμοῦ τῶν ὠνίων, ἀνεξαρτήτως τοῦ φόρου τῶν σφαγείων, ὅπου ὑπάρχουσι καταστήματα. Πάντα ταῦτα μένουσιν εἰς τὴν θέσιν των. Ἐγένετο μία μετάθεσις τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου ἐπὶ τῶν ζώων μετὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου τῶν ζῴων, τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων, ἀπὸ τοῦ μέρους ὅπου διῃτῶντο εἰς τὸ μέρος ὅπου γίνεται ἡ σφαγή. Οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον. Τώρα λέγετε, καὶ ὅτι ἐν τῇ καταβολῇ τοῦ φόρου ἐπεδιώξαμεν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου. Τοῦτο ἦτο μία σύμπτωσις· οἱ ἀρχικοὶ ἡμῶν ὑπολογισμοὶ δὲν εὑρέθησαν ἀληθεῖς, διότι αἱ ἀρχαὶ, ὅτε ἐκλήθησαν νὰ δηλώσωσι διὰ πρωτοκόλλων, ἐπλανήθησαν καὶ παρεδέχθησαν τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἐν δὲ τῇ ἐφαρμογῇ ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐλάττωσιν.
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου πολλὰ ἐλέχθησαν, τὰ ὁποῖα, δύναταί τις εἰπεῖν, ἦσαν περιττά. Ἀλλὰ τὸ σφάλμα εἶναι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ πρώτου ἄρθρου, οὐδένα λόγον ἔχουσαν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα μέρη αὐτῆς. Τί εἶπεν ἀπ’ ἀρχῆς; ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ νόμος λειτουργῶν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν οἱ ἐνοικιασταὶ ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἔχωσιν ἀλληλοχρέους λογαριασμοὺς πρὸς τοὺς σφάζοντας ζῷα· καὶ ἐπειδὴ ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἦτο κατὰ τοῦτο ἀτελὴς, ἠναγκάσθη νὰ τὸν συμπληρώσῃ διὰ τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ διάταξις διὰ τὰ σφάγια, ἅτινα ἤθελον καταναλωθῆ εἰς ἕτερον τόπον ἢ ἐν ᾧ ἐσφάγησαν. Ἀλλὰ δὲν βλέπω κατὰ τί συμπληροῦται ἡ διάταξις ἐκείνη. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐλέχθησαν πολλὰ περιττὰ, διότι εἶναι περιττὰ καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τί λέγει τὸ πρῶτον ἄρθρον; «Ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν σφαγὴν μὲν τῶν ζῴων, ὅταν ταῦτα πρόκειται νὰ καταναλωθῶσιν ἐν ᾧ δήμῳ ἐσφάγησαν...» Τί λέγει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἰσχύοντος καὶ νῦν τροποποιουμένου νόμου; «Ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν προτεραίαν τοῦ Πάσχα καὶ τὰς ἑπομένας αὐτῷ δύο ἡμέρας ἡ κατ’ οἶκον σφαγὴ ἀμνῶν καὶ ἐριφίων ἐπὶ προηγουμένῃ πληρωμῇ τοῦ φόρου». Μόνον ἐνταῦθα περιλαμβάνεται ἐξαίρεσις τῆς γενικῆς διατάξεως. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν μακρὰν συζήτησιν, εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 1, διότι ἐθεωρήθη ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγητε νέαν διάταξιν, ἐνῷ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος κατὰ τὴν σφαγὴν, ὑφίσταται. Ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου εἶναι κακή· ἔπρεπε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς μεταφορᾶς τοῦ σφαγίου εἰς ἕτερον τόπον. Ὅλα λοιπὸν, ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἔδωκε δὲ ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην ἀνάπτυξιν καὶ ἡ κακὴ ἀντίληψις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν γένει. Τοῦτο τὸ ἄρθρον ἀναγράφει ἓν εἶδος συγγνώμης. Ὡς ἐκεῖνος, ὅστις διαπράξας κλοπὴν ἤθελεν ἀποδώσει τὸ κλαπὲν πρὸ πάσης καταδιώξεως, ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς, οὕτω καὶ ὅστις ἤθελε σφάξει καὶ καταναλώσει, ἀλλὰ καταβάλει τὸν φόρον πρὸ τῆς καταδιώξεως, ἤθελεν ἀπαλλαγῆ τῆς ποινῆς. Πρόκειται περὶ συγγνώμης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφετε. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ κύρωσις τοῦ πρώτου ἄρθρου; Αὕτη λείπει ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· καὶ ἐρωτῶ, εἰς ποῖον ἄτοπον θέλει μᾶς φέρει ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κύρωσις; Λέγετε ὅτι εἰσάγων τις τὸ ποίμνιόν του ἐντὸς τοῦ σφαγείου, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ· ἀλλὰ σφαγεῖα δὲν ἔχετε· ἔχετε τόπους ὁριζομένους ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας πρὸς σφαγήν. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἐμποδίσητέ τινα νὰ σφάξῃ ἀλλαχοῦ; Καμμίαν διάταξιν ποινικὴν ἀπαγορευτικὴν δὲν περιλαμβάνετε. Ἡ μόνη διάταξις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀλλ’ αὕτη περιλαμβάνει τὴν τελευταίαν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπέρχετε συγγνώμη. Θὰ ἔχητε δὲ χωροφύλακας εἰς ὅλους τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία; Κατὰ τοῦτο εἶναι ἐλλιπὴς ἡ διάταξις, περιλαμβάνει δὲ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἐντελῶς νὰ λείπωσι. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔκαμα, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§189Λ. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος μὲ ἄγουσιν εἰς ἑτέραν ἀπορίαν, ἂν θεωρεῖται παράβασις ἡ ἐκτὸς τῶν σφαγείων σφαγὴ ζῴων, ἀφοῦ δὲν ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ λέξις. Καλλίτερον θὰ ἦτο, ἂν τὸ «ἐν τοῖς σφαγείοις» τοῦ ἄρθρου 25 ἐπανελαμβάνετο.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§191Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις.
§192Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἡ ψηφοφορία νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (Θόρυβος).
§193Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ σκοπός, δι’ ὃν συζητοῦμεν, εἶναι ὅπως ἐπέλθῃ μεταβολὴ ἐπὶ τὰ βελτίω εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπω, ὅτι θὰ δεχθῶ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην.
§194ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἕκαστος πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης του.
§195ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, ἂν γείνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν μὲ τὰς τροπολογίας, αἵτινες ὑπεβλήθησαν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παρεδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γερ. Φίλιππα καὶ Δ. Τσιτσάρα, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 35′ μ. μ.)