Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 21

1900.01.31

3.497 στίχοι · 27.689 λέξεις · 4 πίνακες · 167 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.01.31
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21

Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1900.

(Δευτέρα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)

§1ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἐσημειώθη ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ ὁ ἐκ Παρνασίδος βουλευτὴς κ. Μόρης καὶ ὅτι ἐψήφισε Ναί, ἐνῷ ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὁ κ. Μόρης ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν τὴν πρωΐαν τῆς Παρασκευῆς. Καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν δὲ τῆς Παρασκευῆς ἐσημειώθη ὅτι παρευρίσκετο ἐνταῦθα, ἐνῷ ἦτο ἀπών. Δὲν ἔκαμα παρατηρήσεις κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Παρασκευῆς ἐν τῇ συνεδριάσει τοῦ Σαββάτου, φρονῶν ὅτι τοῦτο συνέβη ἐκ λάθους. Ἀλλὰ παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ὁ κύριος Μόρης φέρεται ψηφοφορήσας καὶ ἐν τῇ συνεδριάσει τοῦ Σαββάτου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς φέρεται ψηφοφορήσας καὶ ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτὴς κ. Λύρας, ἐνῷ ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν Μονεμβασίᾳ. Καὶ εἰς παρελθούσας συνεδριάσεις τῆς Περιόδου ταύτης ἀνεκαλύφθησαν τοιαῦται ἐλλείψεις τοῦ Προεδρείου, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος κατήγγειλα ὅτι ἐψηφοφόρησεν ἔν τινι συνεδριάσει Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τὸ Κατάκωλον κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας. Δὲν γνωρίζω ἐν τίνι δικαιώματι παρίστανται οἱ ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευταὶ παρόντες καὶ ὑποστηρίζοντες ἐνταῦθα τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν συνιστῶσιν οὔτε τοὺς κυρίους γραμματεῖς, ἀλλ’ ἐν γένει οὔτε τὸ Προεδρεῖον, διότι αὐτὸ ἔχει τὴν εὐθύνην, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀσχημία αὕτη.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ διὰ τίνα λόγον ἀποδίδει εἰς παράβασιν καθήκοντος τοῦ Προεδρείου ὅσα ἐξέθηκε, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ συνέβησαν ἐκ λάθους· τοιαῦτα δὲ λάθη ἄνευ οὐσιαστικοῦ λόγου συμβαίνουσιν. Ἐὰν ἐπήρχετο ἀλλοίωσις τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας, ἐννοῶ νὰ ὑποπτευθῆτε, ἀλλ’ ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγητε, ὅτι ἐσημειώθη Βουλευτὴς ὡς παρὼν καὶ μάλιστα ὡς ψηφοφορήσας Ναί, ἐνῷ δὲν ἦτο παρών. Τοῦτο δὲ γνωρίζετε ὅτι δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐκ λάθους. Οὐδένα δὲ λόγον εἶχε νὰ τονισθῇ τὸ Ναί, ἐνῷ οἱ ψηφολέκται ἦσαν παρόντες, ἐξ ὧν ὁ ἕτερος ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κύριος Ἀσιμῆς. Ἀφοῦ δὲ ἦσαν παρόντες καὶ οἱ ψηφολέκται καὶ οἱ γραμματεῖς, ὀφείλετε νὰ μὴ ἀποδώσητε τὸ γεγονὸς εἰς πρόθεσιν τοῦ Προεδρείου, ἀφοῦ ἄλλως τε τοῦτο οὐδεμίαν ἔσχε συνέπειαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.

§3ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ γραφῶσι δηλ. Βουλευταὶ παρόντες, ἐνῷ ἦσαν ἀπόντες, ἤθελον συμφωνήσει μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ βλέπω μετ’ ἀπορίας κατ’ ἐπανάληψιν σημειούμενον παρόντα ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς τὸν κ. Μόρην. Τοῦτο δὲ κατὰ λάθος, γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ προσέχω καὶ μόνος, διὰ νὰ μὴ συμβαίνωσι λάθη.

§5ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐκτὸς τῶν ψηφολεκτῶν περιτριγυρίζουν ἐκεῖ πλεῖστοι Βουλευταὶ καὶ ὑπάλληλοι τοῦ Γραφείου.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουλευταὶ ναί, ὑπάλληλοι ὄχι.

§7ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνῷ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ψηφολέκται ἐπασχολοῦνται εἰς τὰ τῆς ψηφοφορίας, ἐκεῖνοι περιστοιχίζουσιν ἐπίτηδες τοὺς ψηφολέκτας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶσι τῶν συμβαινόντων.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπίτηδες ἠδύνατο νὰ λείψῃ. Δυνατὸν νὰ συνέβη ἄτοπόν τι, ἀλλ’ ὄχι ἐπίτηδες. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ συμβῇ αὐτὸ τὸ ἄτοπον. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου νόμου. Διάφοροι πρόσφυγοι ἐκ Καμαρίνης καὶ ἄλλοι Ἠπειρῶται ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των τὴν παροχὴν εἰς αὐτοὺς σιτηρεσίου. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν θέσιν του ὁ ἀρχιφύλαξ τοῦ αὐτόθι Σωφρονιστηρίου. Οἱ ὑπάλληλοι πασῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κουκουράβας τοῦ δήμου Κασθαναίας τῆς Ἀγυιᾶς ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ χωρίου τούτου εἰς τὸν δῆμον Δοτίου. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Τυρνάβου ἀπέστειλε ψήφισμα περὶ παροχῆς ἐργασίας καὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Κάτοικοι Μεγαλοπόλεως τηλεγραφικῶς ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς φόρου διὰ τοὺς οἰκοσίτους χοίρους. Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Ἀλέξ. Ρώμας κατέθηκε σύστασιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ «τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τάχιστα τὴν εἰς Ζάκυνθον μετάβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ἵνα οὗτος προβῇ εἰς αὐστηρὰς ἀνακρίσεις διὰ τὴν κατὰ τοῦ Σκοπιώτου Μόρφη δολοφονικὴν ἀπόπειραν».

§9Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διετάχθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ εἰς Ζάκυνθον πρὸς ἐπίβλεψιν τῶν ἀνακρίσεων.

§10ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν θὰ μεταβιβασθῇ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου, νὰ μελετήσῃ τοῦτο καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτοῦ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ, ἵνα συνταχθῇ σημείωσις τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ ἀνακοινωθῇ αὕτη εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ αὐτὸν προσέτι, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον ͵ΒΤΟΗʹ τῆς 21 Μαρτίου 1896 περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 179 αὐτοῦ ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν ἀντισηκώματος οἱ καθυστεροῦντες ἐπίστρατοι, τὰ εἰσπραττόμενα δὲ ταῦτα χρήματα κατατίθενται καθ’ ἑξαμηνίαν εἰς προνομιοῦχον Τράπεζαν. Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα ἀπὸ τοῦ 1897 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη εἰσεπράχθησαν, καὶ ἂν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατετέθησαν εἴς τινα Τράπεζαν, καὶ ποίαν, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1896 εἶχον κατατεθῆ ὅσα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἶχον εἰσπραχθῆ, ἀνελθόντα εἰς δραχ. 727,836.26.

§12Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν, ἣν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, τῶν ὑπαλλήλων πασῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ ταύτης ἄνθρωποι διὰ τῆς προσωπικῆς τῶν ἐργασίας ἀποζῶντες παραπονοῦνται ὅτι ἡ φορολογία αὐτῶν εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει κλίμακος προοδευτικῆς, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον προοδευτικῆς, ὥστε καταντᾷ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν σημερινὴν ἔννοιαν τῆς φορολογίας. Εὐτυχῶς ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον ἀναγόμενον εἰς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ νομίζω ὅτι ἡ περίστασις εἶναι καταλληλοτάτη, ὅπως ἐπέλθῃ ἀλλοίωσίς τις τῶν κειμένων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, καὶ μάλιστα τῶν σιδηροδρομικῶν, ὅπως ἀποδοθῇ αὐτοῖς τὸ δίκαιον.

§13Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ νὰ διορθώσῃ· εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς. Αἱ Τράπεζαι πληρώνουσι 1800 δραχμὰς ἐπιτήδευμα· ὑπάλληλος ἐν τῇ αὐτῇ Τραπέζῃ πληρώνει δραχ. 1300! Ἡ κλῖμαξ εἶναι τόσον ἐσφαλμένη, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάντως πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν. Βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ φορολογία μὲ τόσῳ μεγάλην διαφορὰν, ὥστε μία Τράπεζα καὶ εἷς ὑπάλληλος νὰ πληρώνωσι τὸν αὐτὸν περίπου φόρον ἐπιτηδεύματος.

§14Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγώ. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ὑπέμνησε, τοῦ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμου εἶναι διάταξις ἀνίσου καὶ ἀλόγου φορολογίας. Νομίζω ὅτι καθιεροῖ κατηγορίας φορολογίας τῶν ὑπαλλήλων διαφόρων ἑταιρειῶν, ἐν ᾗ ἡ μετάβασις ἀπὸ βαθμίδος εἰς βαθμίδα εἶναι ὅλως διόλου ἀπότομος καὶ, τολμῶ νὰ εἴπω, βάναυσος, διότι ἀπὸ 500 μέχρι 2,000 δραχμῶν ἡ φορολογία εἶναι 2%, ἀπὸ δύο δὲ χιλιάδων μέχρι τεσσάρων χιλιάδων πρὸς 4%. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ φορολογία πρὸς τέσσαρα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἄρχεται εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῶν δύο χιλιάδων δραχμῶν καὶ μιᾶς δραχμῆς, ἐνῷ ἄνευ αὐτῆς ὁ φόρος εἶναι μόνον 2% ὥστε ἐπὶ τῶν 2001 δραχμῶν ἡ φορολογία εἶναι 4%. Ἐπίσης ἀπὸ τεσσάρων μέχρις ἓξ χιλιάδων ἡ φορολογία εἶναι πρὸς ἓξ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Καὶ τοῦτο αὐθαίρετον ὅλως καὶ ἀλόγιστον καὶ ἄδικον. Ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἑτέραν βαθμίδα τῆς κλίμακος αὐτῆς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου κατὰ 2% διὰ μίαν μονάδα περιπλέον εἶναι ὄντως τι ἀκατανόητον καὶ ἐντελῶς ἄδικον, καὶ διὰ τοῦτο δικαίως παραπονοῦνται οἱ ὑπάλληλοι καὶ ζητοῦσι τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ τοιαύτη ἐπὶ τοσοῦτον βαρυτέραν φορολογίαν μεταβολὴ διὰ τοιούτων ἁλμάτων καὶ διὰ προσθήκης 2% καθ’ ἑκάστην ἀνωτέραν βαθμίδα. Ἡ αἴτησις τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἑταιρείας ταύτας, τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς, δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑποβάλει. Δὲν ἐλήφθη ἴσως ὑπ’ ὄψιν διότι δὲν προεβλήθη τοιοῦτόν τι. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἤδη διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης δίδεται ἀφορμή, ὅπως ἐν τῷ συζητηθησομένῳ νομοσχεδίῳ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία τοῦ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως θελήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν τροπολογίαν ἐν τῷ θέματι τούτῳ.

§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὡς γνωστὸν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι ἔργον ἐμόν· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ προοδευτικὴ κλῖμαξ, κατὰ τῆς ὁποίας ἐγένοντο εὔλογα παράπονα, εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου τοῦ 1877. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, διατελέσαντος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1877. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰς γενομένας παραστάσεις, καὶ θέλω σκεφθῆ ἐπ’ αὐτῶν· ὅταν δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, θέλω ὑποβάλει τὴν ἀπαιτουμένην πρότασιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶχε πρό τινων ἡμερῶν ζητήσει σημείωμα τῶν καταθέσεων τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Τὸ σημείωμα τοῦτο εἶχον κομίσει μετ’ ἐμοῦ χθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο συζήτησις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ καταθέσω. Ἤδη τὸ καταθέτω. Παραλείπονται ἐξ αὐτοῦ αἱ τελευταῖαι καταθέσεις, τῶν ὁποίων γίνεται ἡ τακτοποίησις τὰς ἡμέρας ταύτας.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74).

§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλλει σύστασιν, ὅπως ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1897 διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Νομίζω, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θέλω εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, ὅπως προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν αἴτησιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ καταρτίσεως ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898, παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ἐργάζεται ἐπὶ τούτῳ, πιστεύω δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω ὑποβάλει καὶ τὸ σημείωμα τοῦτο. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παραγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων τῶν στηριζομένων εἰς γραμμάτια παρακαταθηκῶν. Πρόκειται περὶ παρακαταθηκῶν, αἱ ὁποῖαι παρεγράφησαν καὶ λόγῳ τῆς παραγραφῆς τῆς ὑφισταμένης παρ’ ἡμῖν, τῆς τριακονταετοῦς. Διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπέλθει ἡ τακτοποίησις τῶν ληψοδοσιῶν τοῦ Κράτους. Ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ δαπάνης διὰ διάφορα ἔργα εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ἐπίσης δήλωσιν μετὰ προϋπολογισμῶν συναφθησομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 διὰ δαπάνας ἔργων κατωτέρας τῶν δεκασχιλίων δραχμῶν. Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 8,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης πυρκαϊὰ ἐπισκήψασα εἰς τοὺς ἀγρούς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ὁ θερισμὸς, κατέστρεψε τοὺς γεωργοὺς τεσσάρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς γεωργοὺς τῶν καταστραφέντων ἀγρῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπήρκεσεν. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς μικρὰν αὐτῶν ἀνακούφισιν διὰ παροχῆς ποσοῦ 20 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ παροχῆς τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο πιστώσεως. Ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ κτηνῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Θεσσαλίᾳ εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς. Ἡ ἐργασία τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν τούτων εἶχε διαταχθῆ πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐνταλθεῖσα τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀπαιτήσεων τούτων κατώρθωσε νὰ ἐκκαθαρίσῃ μόνον ποσὸν 44,000 δραχμῶν. Ὑπάρχουσι καὶ ἀπαιτήσεις ἀκόμη ἐκκρεμεῖς ὑπὲρ τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀναθεωρηθῆ καὶ ἐκκαθαρισθῆ μετ’ ὀλίγον. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συναδέλφου ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 200,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 πρὸς πληρωμὴν τῶν τοιούτων εὐλόγων καὶ δικαίων ἀπαιτήσεων. Ἐν τῇ ἀμέσως παρελθούσῃ συνεδριάσει, τῇ τοῦ Σαββάτου, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐδημιουργήθη κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε πρὸ πολλοῦ ὑπὸ μελέτην καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῶν νομίμων διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν Θεσσαλίαν, χορηγεῖται προθεσμία καὶ πρὸς δήλωσιν καὶ πρὸς πληρωμὴν, πρὸς μὲν δήλωσιν μέχρι τοῦ Μαΐου, πρὸς πληρωμὴν δὲ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τρέχοντος ἔτους. Ἡ διάκρισις αὕτη ἐγένετο, διότι εἴς τινα διαμερίσματα τῆς Θεσσαλίας ὑπέστησαν βλάβας μεγαλειτέρας οἱ φορολογούμενοι. Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρὸ παντὸς ἀποβαίνει αἰσθητὸς, διότι ἀφορᾷ εἰς πάσας τὰς γεωργικὰς τάξεις, εἶναι ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Αἱ δὲ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι περισσοτέρας τῶν ἄλλων ὑπέστησαν βλάβας, εἶναι αἱ τοῦ Τυρνάβου, Λαρίσης, Φαρσάλων, Δομοκοῦ, ὁ δῆμος Φερῶν, δῆμοί τινες τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης καί τινα χωρία αὐτῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τελευταῖα ταῦτα διαμερίσματα, προτείνεται ἡ εἰς τρεῖς δόσεις πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἤτοι τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1900, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1901 καὶ τὸν Σεμπτέβριον τοῦ 1902. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ ζώων τῶν δύο ἐπαρχιῶν, χωρίων καὶ πόλεων, προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγία προθεσμίας διετοῦς, ἤτοι τὸ μὲν ἥμισυ θέλει πληρωθῆ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1900, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1901. Ἄλλαι ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων αἱ ἰδιοκτησίαι, καταληφθεῖσαι ὑπὸ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, περιελήφθησαν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Οἱ γεωργοὶ οὗτοι εἶναι κάτοχοι ἀροτριώντων κτηνῶν, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὰς γαίας των, αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Οἱ κάτοχοι τῶν ζώων τούτων εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἡ πληρωμὴ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς πρὸς τοῦτο ἀποβαίνει ἄδικος. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβάλλεται ἡ μείωσις τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς πρὸς τὰς γαίας τὰς εὑρισκομένας πέραν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Εἰς τοῦτο ὑπάγονται αἱ ἐπαρχίαι Καλαμπάκας καὶ Τυρνάβου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ νόμου ἢ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἦναι γνωστὴ ἡ ἀναλογία τῶν γαιῶν, αἵτινες πρότερον ἀπετέλουν μέρος τοῦ ἡμετέρου Κράτους, διὰ τῆς νέας δὲ ὁροθετικῆς γραμμῆς περιελήφθησαν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, συνιστᾶται μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διὰ πρωτοκόλλου θέλει καθορίσει τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν, καὶ ἀναλόγως τῆς μειώσεως ταύτης θέλει ἐπέλθει ἡ μείωσις τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὄχι μόνον διὰ τὸ 1899, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι διὰ τῶν χορηγουμένων εὐκολιῶν, δηλαδὴ διὰ τῆς παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλωσιν τῶν φόρων, παρέχει εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου συμπολίτας ἡμῶν ἐκ Θεσσαλίας πᾶσαν τὴν ἀνακούφισιν, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι δυνατὴ ἐκ τῶν ἐνόντων. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ συζήτησιν καὶ δεήσῃ νὰ ὑποβληθῶσι πλείονες πληροφορίαι, θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ παράσχω καὶ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Τελευταῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συμβατικοῦ τόκου. Περὶ τούτου καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος. Ἡ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ εἶχε μελετήσει τὰ τοῦ θέματος τούτου καὶ εἶχε μορφώσει τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ συμβατικὸς τόκος νὰ καθιερωθῇ διὰ νόμου. Ἀφοῦ ὁ συμβατικὸς τόκος κρατεῖ εἰς ἔθνη μᾶλλον ἡμῶν πεπολιτισμένα, καὶ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα ὑλικῶς, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ καθορισθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως ὁπωσδήποτε τεθῇ φραγμός τις εἰς τὴν τοκογλυφίαν. Οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀναγράφονται ὡς οἷόν τε λεπτομερέστερον εἰς τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον ἔκθεσιν ἐμοῦ τε καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ ὅτι θέλει σπεύσει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἡμεῖς κρίνομεν, εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν τοκογλυφίαν.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τῆς δηλώσεως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75–82).

§19Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς μὲ παρεκάλεσε νὰ καταθέσω κατάλογον τῶν παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους ὑπηρετούντων πρωτοδικῶν.

§20ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν τακτικῶν δικαστῶν;

§21ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα, τῶν πρωτοδικῶν. Ὡσαύτως νὰ καταθέσω πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου Τριπόλεως ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1899 ἐκδοθείσας ἐρήμην ἀποφάσεις ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὸν πίνακα τῶν ὑπηρετούντων πρωτοδικῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος· ἐκ τοῦ πίνακος δὲ τούτου θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὑπηρετοῦσιν 104 πρωτοδίκαι, πρέπει δὲ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἦναι 130. Σημειοῦνται ἐν τῷ πίνακι καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐλλείπουν οἱ δικασταὶ, σημειώσατε δὲ, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα Πρωτοδικεῖα ἐλλείπει ὁ νόμιμος ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ συμπληρωθῇ δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ψηφίσητε, περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Μόνον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου ἠναγκάσθημεν νὰ προσθέσωμεν ἕνα δικαστὴν καὶ πέραν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, διότι γνωρίζετε τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἠγέρθησαν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα ὑπάρχει ἔλλειψις δικαστῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ὡς γνωρίζετε, δυνάμει τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου κηρύσσονται ἀκατάσχετα εἰς βοῦς, δύο αἶγες κλπ. Ἀλλ’ ἡ διάταξις ἐκείνη τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας βεβαίως δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, δηλαδὴ τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ γεωργοῦ, διότι μὲ δύο αἶγας καὶ ἓν πρόβατον βεβαίως δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ὁ ὀφειλέτης. Κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαιροῦνται τῆς κατασχέσεως δύο βόες, ἓν μεταγωγικὸν ζῷον, ἡ σπορὰ ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος ἀναλόγως πρὸς τὴν σπορὰν τὴν καταβληθεῖσαν τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα μέχρι τῆς ἀξίας 300 δραχμῶν. Σημειώσατε ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο ἡ τροποποίησις αὕτη· ἡ διάταξις εἶχε ληφθῇ ἀπὸ τὴν διάταξιν τῆς Γαλλικῆς δικονομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, δυνάμει διατάξεως τῆς τελευταίας δικονομίας, ἐξαιροῦνται ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ἐργαλεῖα διὰ τὴν σπορὰν τοῦ κτήματος καὶ τὰ κτήνη καὶ ἡ ἀπαιτουμένη σπορά. Ἐλπίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέλει τύχει τῆς ὑμετέρας ψήφου.

§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§23ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ἀμέσως.

§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ αὔριον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83). Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.

§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν τῆς ὁλικῆς ἀξίας τῶν ἐν τοῖς διαφόροις ταμείοις τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1899 εὑρισκομένων εἰδῶν ἐκ τῶν ὑπεγγύων εἰς τὰ δάνεια, ἤτοι χαρτοσήμου, ταινιῶν περιβολῆς καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ διαφωνία, ἥτις ἠγέρθη κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ ὑφισταμένου μεταξὺ τῶν Gibbs and Sons καὶ τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ παγίου δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν τοῦ 1899. Περὶ τούτου ὀφείλω νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Οἱ κύριοι Gibbs and Sons πρὸ πολλοῦ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τελειώσῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λογαριασμοῦ αὐτῶν, προβάλλουσι δ’ ἀπαιτήσεις ἀνερχομένας μέχρι τέλους τοῦ 1897 εἰς 9,800 λίρας, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ λογαριασμοὶ τοῦ δημοσίου χρέους μέχρι τοῦδε ἐθεώρουν αὐτοὺς ὀφειλέτας πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ λίρας 4,725. Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, προσεπάθησα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμά τι ὁριστικόν· δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐπρόφθασα. Τὸ ζήτημα ἔχει τοσούτῳ μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, καθόσον πρῶτον βλέπετε, ὅτι πρόκειται περὶ διαφορᾶς 14,500 καὶ πλέον λιρῶν, ἐκτὸς δὲ τούτου οἱ Κύριοι οὗτοι κατακρατοῦσι χρήματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἑτέρου λογαριασμοῦ, ἤτοι 5,958 λίρας καὶ ὁμολογίας 1010 τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἅτινα, προερχόμενα ἐξ ἄλλου ἐκκαθαρισμένου λογαριασμοῦ, τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, μένουν εἰς χεῖράς των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον λόγου, διότι πρόκειται περὶ ποσοῦ σπουδαίου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Τρίτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν περὶ τῶν ἑξῆς ἀποτελεσμάτων ἐξελέγξεως τοκομεριδίων τῶν ἐθνικῶν δανείων. Αʹ) Τίνων ἐτῶν τοκομερίδια μένουν ἀνεξέλεγκτα, καὶ πόσα εἶναι ταῦτα ἐν ὅλῳ μέχρι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Βʹ) Πόσα ἐξ αὐτῶν ἐξηλέγχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1899. Γʹ) Πόσα τοκομερίδια τῶν ἐθνικῶν δανείων ἀνήκοντα εἰς τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899 περιῆλθον εἰς τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, καὶ πόσα ἐκ τούτων ἐξηλέγχθησαν μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1899 κατηργήθη ἡ Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἱδρύθη τμῆμα ἰδιαίτερον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃ ἀνετέθησαν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ τμήματος περιωρίζετο ὑπὲρ τὸ δέον καὶ δὲν θὰ ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνατεθείσας αὐτῷ πολυπλόκους ἐργασίας. Δυστυχῶς σφάλματα σπουδαῖα, προερχόμενα ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης, θέλουν ἀποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν, πόσον ἤμην τότε ἐν τῷ δικαίῳ, διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ, καίτοι παρεδεχόμην τὴν κατάργησιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τούτων εἰς ἰδιαίτερον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ τμῆμα τοῦτο, ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς: νὰ κρατῇ τὸν λογαριασμὸν τῶν πλεονασμάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους καὶ προερχομένων ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑπεγγύων διὰ τὰ δάνεια προσόδων καὶ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐξετάσας τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1898, τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησα μάτην νὰ εὕρω τὰ πληρωθέντα εἰς τοὺς δανειστὰς πλεονάσματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ὡς γνωρίζετε δὲ, τὰ πλεονάσματα ταῦτα σημειοῦνται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ 11)23 Μαρτίου 1899, καὶ ἀνέρχονται, ὡς ἐμφαίνεται ἐν σελίδι 10, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,419,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἀφορῶν πλεονάσματα προερχόμενα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἀνήκοντα εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους, ὤφειλε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Καὶ μολοντοῦτο ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως ταύτης κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν περιλαμβάνει τὸ στρογγύλον τοῦτο ποσόν. Ἂν τοιαύτη παράλειψις ὀφείλει νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, καὶ ἂν προσβάλλει τὸ γόητρον αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ τοσοῦτον ἐξαναστάντος ἐκ τῶν παραλείψεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί μέλλει γενέσθαι, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τῶν 2,419,802.62 δὲν περιελήφθη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898; Ὁ λογιστικὸς νόμος καθορίζει ἐν ἄρθρῳ 67, ὅτι πρὸς πληρωμὴν χρέους ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένου κεκλεισμένης τινὸς χρήσεως, μὴ συμπεριλαμβανομένου δὲ εἰς τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ἀναπληρωματικὴ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως πίστωσις. Ὀφείλει λοιπὸν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,419,802.62 νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899...

§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς ἔξοδον;

§28ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.

§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι πλεόνασμα.

§30ΝΕΓΡΗΣ. Πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ δανεισταί.

§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς εἴπετε πρότερον, ὑπελάβομεν ὅτι ἦτο πλεόνασμα ἐσόδου.

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοεῖτε πλεόνασμα πληρωτέον εἰς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὴν μετ’ αὐτῶν σύμβασιν;

§33ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ πληρωτέον καὶ πληρωθὲν ἤδη.

§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐδῶ;

§35ΝΕΓΡΗΣ. Δυστυχῶς ὄχι. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ 1899 δὲν ἔχει ἴδια πλεονάσματα, προωρισμένα εἰς τοὺς δανειστάς; Βεβαίως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 περιλαμβάνει ἀληθῶς 500,000 δραχ. διὰ πλεονάσματα ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ δραχ. 742,500 ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἀποδοτέα εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ποσὰ ταῦτα εἶναι ὅλως ἀνεπαρκῆ πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ 1899, ὡς θέλω ἀποδείξει, καὶ παρακαλῶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ μοὶ δώσητε ὅλην σας τὴν προσοχήν. Καὶ πρῶτον τὸ πλεόνασμα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσοδήματος τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς δανειστάς, εὑρίσκομεν οὕτω. Κατὰ τὴν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1899 δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν, τὰ ἔσοδα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ὧν τὰ πλεονάσματα ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐλέγχου νόμου, εἰσίν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ χαρτοσήμουδρ.10,484,540.70
» καπνοῦ » 7,451,986.16
» μονοπωλίων» 12,657,506.58
» σμύριδος » 727,309.11
Ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ.31,321,342.55

Ὡς πρὸς τὰ μονοπώλια, ἐξαιρουμένου τοῦ σιγαροχάρτου, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ 11 μῆνες τοῦ 1899 καὶ ὁ Δεκέμβριος τοῦ 1898, διότι δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰσέτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Δεκεμβρίου 1899. Ἡ σμύρις δὲ ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς, ὑπολογιζομένου τοῦ φρ. πρὸς 1,57. Πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἐκ τῶν ἀνωτέρω προσόδων πλεονάσματος, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παραρτήματος τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, δέον ν’ ἀφαιρεθῇ

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 31,321,342.55
τὸ ποσὸν 28,900,000,00
ἄρα πλεόνασμα ὁλικὸν 2,421,342,55
ἀφαιροῦνται τὰ 18% κατὰ
τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ἤτοι 435,841.65
μένον 1,985,500.90

Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τούτου τὰ 60% ἀνήκουσι εἰς τοὺς δανειστάς, ἤτοι 1,191,300.54. Ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων ὅσα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἐν Κεφ. Ζʹ ἄρθρ. 4, ἤτοι 500,000 δρ., μένει ὑπόλοιπον, προσθετέον εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, 691,300.54. Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ τοῦ συναλλάγματος. Ὑπολογίζω ὅτι ἡ μέση τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὸ 1899 ἦτο 1,57, καθ’ ἃς ἠδυνήθην τοὐλάχιστον νὰ λάβω πληροφορίας ἐπὶ τῆς μέσης τιμῆς τοῦ χρηματιστηρίου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, διότι δυστυχῶς οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Ἐλέγχου δὲν εἶναι ἀκόμη ἕτοιμοι, ὥστε νὰ λάβωμεν τὸν ἀριθμὸν, ὃν κατεχώρισεν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ ὁ Ἔλεγχος. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸν μέσον τοῦτον ὅρον τῶν 1,57, δὲν θὰ σφάλωμεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τιμὴ συναλλάγματος κατὰ ἑπτὰ λεπτὰ μικροτέρα. Ἄς ἴδωμεν ἤδη, ὁποίαν διαφορὰν τοῦτο φέρει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Αἱ ἐτήσιαι ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους εἰς χρυσὸν ἀνέρχονται εἰς 14,626,067, κατὰ τὸ Κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, ἅτινα πρὸς λεπτὰ 7 δίδουν πρόσθετον ἔξοδον 1,023,824.69. Τὸ πλεόνασμα ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 1,65 (κατὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ παραρτήματος τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου) εἰς 1,57 εὑρίσκεται, ἂν ὑπολογίσωμεν τὰ εἰς τὰ παλαιὰ δάνεια ὀφειλόμενα 8,750,000 φρ. χρ. πρῶτον πρὸς τὴν τιμὴν συναλλάγματος 1,65, ἣν λαμβάνει ὁ νόμος ὡς βάσιν, καὶ δεύτερον πρὸς 1,57, καὶ ἀφαιρέσωμεν τὸ τελευταῖον γινόμενον τοῦ πρώτου.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τὸ πρῶτον γινόμενον εἶναι14,437,500
Τὸ δεύτερον 13,737,500
Ἡ διαφορὰ 700,000

Εἶναι τὸ ἐκ τοῦ συναλλάγματος πλεόνασμα, ἐξ οὗ θὰ λάβουν οἱ δανεισταὶ τὰ 60%, ἤτοι 420,000. Οὕτω προσθετέον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1,023,824.69, ὡς ἀνωτέρω, ὡς καὶ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος 420,000 δραχμὰς, ἤτοι 1,443,824.69, ἀφαιρετέον δὲ τὰς 742,500, αἵτινες εἶναι ἤδη σημειωμέναι ἐν Κεφ. Ζʹ ἄρθρ. 3 ὡς πλεόνασμα ἀνῆκον εἰς τοὺς δανειστάς. Μένει λοιπὸν ὑπόλοιπον προσθετέον, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, δραχ. 701,324.69 εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899. Οὕτω ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 μὲ δραχ. 691,300.54 περιπλέον ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς αὐτῆς χρήσεως, καὶ ἐξ 701,324.69 ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἤτοι μὲ 1,392,625.23 ἐξ ἀμφοτέρων. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι μόνον τὰ παρελειφθέντα ἔξοδα τοῦ 1899; Ὄχι δυστυχῶς. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1898 εἶχε μείνῃ ἀποταμίευμα ἐνσήμων εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐγερθῆ ζήτημα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἐλέγχου. Ἡ Κυβέρνησις προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου νὰ μὴ λάβῃ διόλου ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποταμίευμα τοῦτο κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν πλεονασμάτων, ὡς μὴ ὂν ἔσοδον τοῦ Κράτους (καίτοι κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ περὶ ἐλέγχου νόμου τὸ ἀντίτιμον ἦτο ἤδη εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς). Δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη τοῦτο, εἰμὴ κατὰ τὸ ἥμισυ. Παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διανείμῃ τὸ ποσὸν τοῦτο μεταξὺ δύο ἐτῶν, ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἠλαττοῦτο τὸ ἐναποταμίευμα εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἐγερθῇ πλέον νέον ζήτημα. Καὶ τῷ ὄντι ἠλαττώθη τὸ ἐναποταμίευμα σημαντικῶς, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη ἀνώτερον τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὑπολογισθέντος κατὰ τὸ 1898 εἰς τὰ πλεονάσματα. Τὸ περιπλέον τοῦτο ποσὸν δὲν ἔχω ἀκριβῶς, καὶ περὶ τούτου κατέθεσα ἐπερώτησιν· ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 800,000 δραχμὰς, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ὑπολογίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου πλεόνασμα πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν 400,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα. Οὕτω τὰ προσθετέα ἔξοδα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, περὶ ὧν οὐδεὶς λόγος ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν, οὔτε εἰς τὰς μεταγενεστέρας δηλώσεις καὶ αἰτήσεις πιστώσεων, οὔτε εἰς τὴν τελευταίαν του ἀγόρευσιν, ἀνέρχονται εἰς

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2,419,802.62
691,300.54ἐκ πλεονασμάτων τοῦ 1898
701,324.69
400,000.— ἐκ πλεονασμάτων τοῦ 1899
4,212,427.85ἐν ὅλῳ.

Καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ ζητήσῃ νέας πιστώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἤδη, ἂν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐκ δρ. 103,418,273.44 προσθέσωμεν τὰς διὰ Β. Διαταγμάτων ζητηθείσας πιστώσεις ἐκ δρ. 803,347.16, τὰς ψηφισθείσας παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1899 ἐκ δρ. 921,521.58, τὰς ὑποβληθείσας ἤδη πρὸς ψήφισιν 4,294,232, τὰς ὡς ἀνωτέρω παρ’ ἐμοῦ ὑποδειχθείσας ὡς ἀναγκαίας νέας πιστώσεις 4,212,427.85, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 113,651,802. Ταῦτα εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ 1899! Ἀπέναντι τούτων τί ἔχομεν ὡς ἔσοδον; Μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἔχωμεν 107,000,000. Τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν ἀμφισβητῶ, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸν ἀμφισβητήσω, ἀπέναντι τῶν προσδοκιῶν μας. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 περιλαμβάνει ἔκτακτον ἔξοδον 3,859,000 ἐκ τῆς ἀναλήψεως ἀπὸ τὴν παρακρατουμένην σταφίδα τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἃς ἄφινεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν φόρτωσιν κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ νέοι φόροι τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰνοπνεύματος ἐπέφεραν αὔξησιν 1,503,000 ἄνευ ὑπερβολῶν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐκτοπίσεως τῶν λαθρεμπόρων ἐπέφερεν αὔξησιν εἰς μὲν τὰ τελωνεῖα 6 ἕως 7 ἑκατομμυρίων, εἰς δὲ τὰ μονοπώλια 2½ ἕως 3 ἑκατομμυρίων. Ἂν παραβάλωμεν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1893–1896 μὲ τὸν προσδοκώμενον τοῦ 1899, ἀνεξαρτήτως τῶν εἰρημένων βελτιώσεων, εὑρίσκομεν τὸ 1899 μειονεκτοῦν. Οὕτω, ἀντὶ προόδου, εἰς ἁπάσας τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τῶν ἐσόδων οὐδεμίαν βλέπομεν βελτίωσιν, τοὐναντίον βαίνουσιν ἐπὶ τὰ χείρω! Παραδεχόμεθα, εἴπομεν, ὡς ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 τὸ ποσὸν τῶν 107,000,000, τὸ προϋπολογισθὲν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπέναντι αὐτῶν ἔχομεν ἔξοδα 113,651,802, ἤτοι διαφορὰν ὑπὲρ τὰ 6,500,000. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι διὰ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη τρία ἑκατομμύρια κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν θὰ ἦναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος, ἀλλ’ ὁ μέγιστος. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· διότι πρῶτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένητε ἀδιαθέτους πιστώσεις, εἰμὴ μόνον τὰς 250,000 δραχμὰς, τὰς προερχομένας ἐκ τῶν μὴ ἐφαρμοσθέντων νέων νόμων, καθ’ ἃ σημειοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀφοῦ εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα ἐζητήθησαν νέαι πιστώσεις. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐφέτος ἀδιαθέτους πιστώσεις ἀξίας λόγου; Βεβαίως. Ἐπίσης ἐκείνας, αἵτινες προέρχονται ἐκ τῶν μὴ πραγματοποιηθέντων νόμων, καὶ ἃς ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς 548,000. Ἄλλας δὲ οὐχί. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς, ὅστις διενεμήθη ὑμῖν, εἶχε παραδεχθῆ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προϋπολογισμὸν ἀνερχόμενον εἰς 13,767,000. Ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἀνερχομένη εἰς τὰ πράγματα, ἠλάττωσεν αὐτὸν εἰς 12,000,000, λαμβάνουσα βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὰς προσδοκωμένας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μεταγενεστέρως ἐζήτησε νέας πιστώσεις, ἀλλ’ αὗται ἀφεώρων εἰδικὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν θὰ ἀφήσωσιν ὑπόλοιπον, ἐκτὸς τῶν πρὸ ὀλίγου ὑπ’ ἐμοῦ σημειωθεισῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἐκ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν ψηφισθέντων νόμων. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ δύο ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων Ὑπουργείων δὲν θέλουσιν ἀφήσει ἀδιαθέτους πιστώσεις ἄλλας ἢ τὰς γνωστὰς, ὡς προηγουμένως ἐξέθηκα, πῶς θέλουσιν ὑπερβῆ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τὰ 3,500,000; Οὕτω παραδεχόμενοι τὸν ἀριθμὸν τοῦτον καὶ ἀφαιροῦντες αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 6,500,000, ἔχομεν πάλιν ἔλλειμμα δραχ. 3,000,000. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἐκ τούτου τοῦ ἀριθμοῦ ἀφαιρέσωμεν τὰ 2,419,000 δρ. τὰς προερχομένας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, πάλιν θέλει μείνῃ 1,000,000 περίπου δραχμῶν ἔλλειμμα, προερχόμενον εἰδικῶς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, μὲ ὅλην τὴν ἔκπτωσιν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, μὲ ὅλην τὴν προσθήκην τῶν 3,859,000 τῶν ἐκτάκτων προσόδων. Ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς αὐτὸν κ. τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, καίπερ ἐμφορούμενος ἀπὸ τὰς καλλιτέρας ὑπὲρ τοῦ τόπου διαθέσεις, καίτοι ἐξόχου ἱκανότητος, ἀλλ’ ἀσχολούμενος δυστυχῶς πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματος, ἅτινα θεωρεῖ βεβαίως ὡς συντελοῦντα εἰς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, δὲν εὐκαιρεῖ νὰ ἀντιληφθῇ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἄγει ἡμᾶς λεληθότως, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, εἰς νέαν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, πολλῷ χείρονα τῆς πρώτης.

§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἴσως ἡ Βουλὴ ἀπένειμεν εὐχαριστίας εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ, ὡς οὗτος τὸ ἐννοεῖ, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι τὸν κατέχουσι, περὶ τοῦ ἐλλείμματος, εἰς ὃ θὰ ἀπολήξῃ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1900. Ἰδιαιτέρως δὲ ἐγὼ εὐχαριστῶ αὐτόν, διότι ἐκπληρῶν φιλικὸν, οὕτως εἰπεῖν, καθῆκον, μοὶ ὑπέμνησε, ποῖα πρέπει νὰ λάβω μέτρα, ὅπως προλάβω κατάστασιν, ἥτις κατ’ αὐτὸν εἶναι δυσάρεστος ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ἐντριβὴς περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ εἰδικὰς γνώσεις ἔχει περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, καὶ ὑδραυλικὰς ἀκόμη γνώσεις κέκτηται, ἠσχολήθη δὲ καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀφορώντων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἠσχολήθη, ὡς φαίνεται, ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅσον ἀπῄτει ἡ πλήρης τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατανόησις. Δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του πλανᾶται. Ἵνα συζητήσω ἐπὶ τῶν ἐκτιμήσεών του ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ὅσα ἐξέθεσεν ἐν σχέσει πρὸς τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Παρατηρῶ πρωτίστως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καίτοι ἐφήρμοσεν, ὡς Ὑπουργὸς, τὸν νόμον περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν κατώρθωσεν ὅμως νὰ ἐννοήσῃ τὸν τρόπον ἢ μᾶλλον τὸν μηχανισμὸν, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος. Ἐνθυμεῖται βεβαίως, διότι ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 εὑρίσκοντο εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους ἔνσημα ἐκ δραχμῶν 5,200,000. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω νῦν, ἂν ἠδύνατο διὰ προνοίας μείζονος νὰ κατορθώσῃ, ὥστε τὸ ποσὸν τοῦ ἀποθέματος νὰ ἦναι ἔλασσον· ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τὴν διαπίστωσιν τοῦ γεγονότος, ὅτι εὑρέθη τοσοῦτον ἀπόθεμα, ὑπὸ δὲ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς προεβλήθη ἡ πρότασις, ὅτι πρέπει ἅπαν τὸ ἀπόθεμα τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ὡς εἴσπραξις ὑπεγγύων προσόδων, καὶ νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ τῶν πλεονασμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δικαιοῦνται, ὡς γνωστόν, οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους νὰ λάβωσι τὰ ⅗. Κατ’ ἐμὲ, εἰς μέγα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέπεσε λάθος, ἀναγνωρίσας τὴν πρότασιν ταύτην τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, διότι, κατ’ ἐμὲ καὶ κατ’ ἐκείνους ἀκόμη, οἵτινες ὄχι μόνον ἐμελέτησαν ἀλλὰ καὶ διεξήγαγον τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὸν νόμον περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν δύναται τοῦτο νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν πλεονασμάτων. Κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἢ μόνον αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, δηλαδὴ αἱ πραγματοποιηθεῖσαι εἰσπράξεις κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους ὁλοκλήρου, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα...

§37ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ νόμος τὸ ὁρίζει καθαρῶς, κύριε Ὑπουργέ.

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καθαρὸν καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου ἐννοεῖ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων πραγματικάς, ἤτοι φόρους καὶ δικαιώματα εἰσπραχθέντα καὶ εἰσαχθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ οὐχὶ ἀποθέματα χαρτοσήμου καὶ ἐνσήμων ἀποτεταμιευμένα εἰς τὰ ταμεῖα. Ὡς φαίνεται, ἡμεῖς ἔχομεν διάφορον τῆς ὑμετέρας γνώμην· διάφορον γνώμην δὲ δὲν ἔχω μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ὁ προκάτοχός μου, ἐνῷ ὤφειλε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, προῆλθεν εἰς συμβιβαστικὴν λύσιν, καὶ ἀπεδέξατο, ὅπως ἐκ τῶν 5,200,000 θεωρηθῶσιν ὡς εἰσπράξεις τὰ ἡμίση, δηλαδὴ 2,600,000, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ⅗ πρὸς τοὺς δανειστάς του.

§39Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.

§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Ὄχι αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.

§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1899.

§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Συνωμολογήθη λοιπὸν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου μία συμβιβαστικὴ λύσις, κατὰ τὴν ὁποίαν 2,600,000 κατελογίσθησαν ὡς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ ἀποθέματος τῶν ἐνσήμων τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898, καὶ 2,600,000 μετηνέχθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαῦτα λάθη δυσκόλως ἐπανορθοῦνται· διότι ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, τὰ περὶ τούτου εἶχον δυστυχῶς κανονισθῆ. Ἐγὼ ὑπεβλήθην εἰς τὴν μέριμναν, ὅπως τὸ ἀπόθεμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ᾖ ἔλασσον, πρὸς τοῦτο δὲ κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν, ἥτις ἐπετρέπετο ἐκ τῆς ἀνάγκης ἢ ἐκ τοῦ λόγου τοῦ νὰ μὴ μένωσι τὰ ταμεῖα ἄνευ χαρτοσήμου καὶ ἑπομένως ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, καὶ κατωρθώθη, ὅπως ἀπὸ 5,200,000 τὸ ἀπόθεμα κατέλθῃ εἰς τὸ ἥμισυ σχεδόν. Ἀλλ’ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ἕνα ὑπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως εἰς ἐμὲ, τὸν γινώσκοντα ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀσχολεῖται περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, ἤγειρεν ἔκπληξιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι 2,600,000 ἐκληρονόμησε τὸ 1899 ἐκ τοῦ 1898· εἰς ταῦτα δὲ θέλουσι προστεθῇ καὶ αἱ εἰσπράξεις ἢ τὸ ἀπόθεμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, καὶ θέλει ἀποτελεσθῆ ἓν ὀγκῶδες ποσὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου οἱ δανεισταὶ θέλουσι λάβει τὰ ⅗. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε τὴν μέθοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ συντάσσει τοὺς ἰδίους αὐτῆς λογαριασμούς· ὑποθέτω δ’ ὅτι τὸ ἐλησμόνησε, διότι εἶχεν ἤδη λάβει, ὅτε διηύθυνεν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, δημοσιευθέντα μάλιστα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ δὲν παρακολουθεῖ, κατὰ τὴν γενομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχὴν, τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ταμείων, τὰς βεβαιουμένας ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν ἐπισήμων. Αὕτη ἀκολουθεῖ ἄλλην μέθοδον. Παρέλαβεν ἐκ τοῦ 1898 ἔνσημα ἀξίας δρ. 2,600,000. Εἰς ταῦτα προσθέτει καὶ ὅσα ἔνσημα τὰ διάφορα ταμεῖα ἢ μᾶλλον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέλαβε παρὰ τῆς ἑταιρείας ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων μέχρι τῆς 19)31 Δεκεμβρίου, καὶ οὕτως ὑπολογίζει, κατὰ τὴν παραδεχθεῖσαν παρ’ αὐτῆς ἀρχὴν, τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐκ χαρτοσήμου, ἐνσήμων καὶ ταινιῶν, ἐπὶ δὲ τοῦ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον παρουσιαζομένου πλεονάσματος λαμβάνει ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τὰ ⅗. Ἑπομένως τὸ ἀπόθεμα τὸ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εὑρεθὲν δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ κανονίζονται τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν. Τὸ ἐκ δραχ. 5,200,000 ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον ὑπελείφθη ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ὑπῆρχεν εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους, κατηναλώθη κατὰ τὸ 1899. Ὅτε ἐξηντλήθη ἐκείνων ἡ χρῆσις, ἐζητήθησαν ἄλλα παρὰ τῆς ἑταιρείας ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἐλήφθησαν, κατὰ τοσοῦτον ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὰ πλεονάσματα κατὰ τὴν 19/31 Δεκεμβρίου 1899. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι τὰ 2,600,000 δὲν ἐλήφθησαν εἰς τὸ 1899 μόνον διὰ νὰ καταλογισθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ πλεόνασμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικαιοῦνται οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους, διότι αὐτὸ κατηναλώθη ἐντὸς τοῦ 1899. Εἰσέτι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς τοῦ 1899, καίτοι ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα αὐτὴν νὰ μὴ βραδύνῃ, ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν, εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ, διότι ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὕτη ἤθελε καταρτίσει, θέλουσι προκύψει πάντα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει κανονισθῆ καὶ ἡ ληψοδοσία τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Διεθνῆ. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δικαιωθῶσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν ἐνσήμων, θὰ ἦναι ἀσυγκρίτως μικρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδικαιώθησαν κατὰ τὴν 19)31 Δεκεμβρίου 1898. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως, ὅτε θὰ ἔχωμεν κατηρτισμένον τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς. Ἔχω δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔσται οὗτος ἕτοιμος πρὸς δημοσίευσιν. Δὲν θέλω παραλείψει ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἀρχὴν, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀποθέματα τῶν ἐνσήμων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο τὴν 31 Δεκεμβρίου ἀδιάθετα εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Δὲν δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν, ἀμφισβητῶν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐπικαλούμενος τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, θέλω κατορθώσει—ἴσως καὶ μέχρι διαιτησίας φθάνων—νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἑτέρα ἀρχὴ, ἡ ἀρχὴ ὅτι ὑπέγγυοι πρόσοδοι, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὰ πλεονάσματα, εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες πραγματοποιοῦνται, αἵτινες εἶναι πραγματικαὶ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ αἱ εἰσπράξεις τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον πραγματοποιεῖ δι’ εἰσπράξεως αὐτῶν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἢ τοὺς ὀφειλέτας αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ ἐκεῖναι, αἵτινες προέρχονται ἀπὸ ἀποθέματα εὑρισκόμενα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι τῆς ἐμῆς δικαιοδοσίας ἀπὸ τοῦδε νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀρχὴ, περὶ τῆς ὁποίας συνηγορῶ. Ἀλλὰ μόνον περιορίζομαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐντεῦθεν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐντεῦθεν μέλλον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον κατὰ πλεονασμὸν τῶν πιστώσεων τοῦ 1899, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἔχητε δύο ἀριθμοὺς ἐσφαλμένους, ἐννοεῖται ὅτι τὸ συμπέρασμα εἶναι μᾶλλον ἐσφαλμένον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλεονάσματα τοῦ 1898, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι εὑρίσκεται ἐν σφάλματι, διότι ὑπάρχουσι μέν τινα πλεονάσματα, πλεονάσματα δηλαδὴ ἐσόδων ληφθέντα εἰς χρέωσιν τοῦ Δημοσίου ταμείου ἕνεκα τῆς μὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898 ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐπαρκοῦς, ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἀντιθέτως πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταλήξει εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν εἶχεν ἔννοιαν, διότι ὅσοι παρακολουθεῖτε τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεγνώσατε ἐν αὐτῷ ὅ,τι ἀναγράφεται. Ἀναγράφεται ἐξ ὑποχρεώσεως τοῦ νόμου ἡ πίστωσις 914,000 φράγκων πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐπὶ 5%, ἐπὶ τῶν 70% τῶν μὴ πληρωθέντων ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1897, ἐν τούτοις ἐξ αὐτῶν τῶν 914,000 φράγκων ἐπληρώθησαν μόνον 400 χιλιάδες περίπου. Καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει πλεονάσει, διότι ἐξακολουθεῖ εἰσέτι ἡ πληρωμὴ, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ, ὅστις ἐγένετο πρὸς κανονισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν 914 χιλιάδων φράγκων, ὑπάρχει σφάλμα λογιστικὸν, καὶ ὑπελογίσθη ἀρχικῶς κατὰ 400 χιλιάδας φράγκα περισσότερον. Πλὴν ὅμως τούτου, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πάντες οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους δὲν κρατοῦσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν πιστοποιητικὰ, δίδοντα εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἐκ τοῦ χορηγουμένου εἰς αὐτοὺς ποσοῦ. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τοῦ 1894 οἱ δικαιοῦχοι εὑρίσκοντο ἐν παραγραφῇ κατὰ τὸ 1899. Οὕτω λοιπὸν κατὰ τὸ 1898 καὶ 1899 θέλομεν ἔχει ἓν πλεόνασμα ἀνὰ 500,000 περίπου ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὰ τοῦ 1898 ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤθελε τόσον προώρως τὰ περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ βήματος πραγματευθῆ, ἐπιδεικνύων ἀξιέπαινον τῷ ὄντι ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐν τῇ πλάνῃ ἀκόμη περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσι τὰ συμπεράσματά του ἐσφαλμένα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι θ’ ἀπαιτηθῇ πίστωσις δραχ. 2,000,000 διὰ νὰ πληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ 1898. Ἐξ ὅσων ἐσημείωσα ἤδη, πείθεσθε, ὅτι δὲν θὰ ἦναι τὸ ποσὸν αὐτὸ, εἰμὴ ἴσως κατὰ τὸ ⅓ ἀκριβῶς ἐκ τοῦ ἀναφερθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ποσοῦ. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ ὑποχρεώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1898, καὶ ὑπολαμβάνει ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία τυπικῶς θέλει ἐπιβαρύνει τὸ 1899, καὶ ἑπομένως θέλει αὐξήσει τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ. Ἀλλὰ μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ὡς θὰ ἀποδειχθῇ, δὲν ἔχει δίκαιον, πάλιν ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ 1898 καὶ οὐχὶ τοῦ 1899. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐλησμόνησεν, ὅτι τελευταίως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς ἐμὲ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς τεσσάρων ἑκατομμυρίων περίπου ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, δὲν περιωρίσθην, ὁμιλῶν περὶ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, εἰς μόνον τοὺς ψηφισθέντας νόμους περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι καὶ ἕτεραι θέλουσι ζητηθῆ, καὶ ῥητῶς μάλιστα ἐμνημόνευσα, ὅτι πίστωσίς τις θέλει ζητηθῆ καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω εἰς 400 ἢ 500 χιλιάδας. Καὶ μὲ τὰς πιστώσεις λοιπὸν ταύτας τὰς πιθανὰς κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ ἔξοδα τὸ ποσὸν τῶν 107 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προώρως ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο εὐκαιρία ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐντεῦθεν ἀνέφερα, περὶ τοῦ πιθανοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἔλεγε δὲ ἐντεῦθεν: «Πόθεν περιμένετε ἀδιαθέτους πιστώσεις τῆς τρεχούσης χρήσεως; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἴδετε πόσας ἐπαρουσίασε πιστώσεις ἀναπληρωματικάς· ἐκεῖθεν δὲν ἔχετε νὰ περιμένητε». Ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συντάσσονται οἱ προϋπολογισμοὶ, καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι αἱ ζητούμεναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ζητοῦνται ἐπὶ ὡρισμένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἐγὼ δὲ ῥητῶς ἀνέφερα ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκείνη ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔδωκε τελευταίως τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τούτων, ἔδωκε καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 567,000. Ὥστε ἀμέσως καὶ κατὰ τοῦτο ἠπατήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλ’ ἠπατήθη ἀκόμη περισσότερον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔλεγε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένητε ἐκεῖθεν ἄλλας ἀδιαθέτους πιστώσεις, παρὰ ἐκείνας μόνον, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς νόμους μὴ ἐκτελεσθέντας κατὰ τὸ 1898;» Καὶ διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν—καὶ ὑπέθεσε μάλιστα, κατερχόμενος τοῦ βήματος, ὅτι τὴν ἔπεισε, διότι εἶπεν «ἐπείσθητε ἤδη», — εἶπεν ὅτι «πρόκειται περὶ δημοσίων ἔργων. Ἐψηφίσατε πιστώσεις, δὲν ἐξετελέσθησαν· ἔμειναν τὰ ἔργα κατὰ τὸ 1899· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε, διότι αἱ πιστώσεις ἐχορηγήθησαν, τὰ ἔργα ἐνεκρίθησαν, ἄρα θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1899»! Καὶ ἐλησμόνησε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅταν ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς ἔργου δὲν ἀρχίσῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους, δὲν ἐπιβαρύνει τὴν χρῆσιν ἐκείνην· ἄλλως τε ἐγὼ, διατελῶν ἐκ καθήκοντος εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὤφειλον νὰ γινώσκω, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ τοιαῦται τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θέλουσιν ὑπερβῆ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, κατὰ ὑπολογισμόν...

§43ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον;

§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899 κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Ὁ ἁρμόδιος μάλιστα τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν συνάδελφόν μου εἶχε παραστήσει ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 1½ ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἶναι πολὺ μέτριος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, εἶπεν ὅτι περιώρισε τὸ ποσὸν τῶν ἐκ τούτου ἀδιαθέτων πιστώσεων εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Ἔχετε ἀμέσως 1,800,000. Ἀλλ’ ἀκόμη ἴσως προσθέσητε καί τι ἕτερον. Ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα τὰ λοιπὰ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νομίζει ὅτι οὐδεμία θέλει ἀπομείνει ἀδιάθετος πίστωσις· ἀλλ’ ἐγὼ προχείρως ἀναφέρω εἰς αὐτὸν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐκ δραχ. 700,000. Ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 διὰ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων ἐξ 1½ ἑκατομμυρίου. Ταύτης ἐγένετο χρῆσις μόνον κατὰ 900,000. Ἰδοὺ 600,000. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι. Ὑπάρχει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἐζήτησεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ ὡρισμένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, θὰ ἔχῃ ἐπὶ ἑτέρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων ἀδιαθέτους πιστώσεις, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ εἰδικοῦ τμηματάρχου, τοὐλάχιστον 400,000. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκεῖ, κατὰ σημείωμα ἀκριβέστατον, ὅπερ συνέταξεν ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις 100,000 δραχμῶν. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται οὐχὶ μόνον τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τῶν δημοσίων προσόδων, βεβαίως θέλει παρουσιάσει ἀδιαθέτους πιστώσεις, καίτοι ἐπὶ ὡρισμένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Δι’ αὐτὸ καὶ ὅτε ὡμίλουν ἐντεῦθεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἶπον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις θέλουσιν ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκτιμήσεών μου ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, καθ’ ἃς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τὰ ἔσοδα θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ 107 ἑκατομμύρια, οὐδ’ ἐπερίμενε νὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅτε θέλει προσαχθῆ εἰδικωτέρα τις σημείωσις, εἰδικώτερός τις πίναξ, — συντεταγμένος ἤδη κατὰ παραγγελίαν μου,—δεικνύων ἀκριβῶς τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις κατὰ τοὺς δέκα μῆνας, οἱ ὁποῖοι ὑπολείπονται μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὰς σημειώσεις ταύτας, αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 110,000,000. Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν τοιούτων ἐσόδων εἶμαι πάντοτε μέτριος, διότι παρουσιάζονται καὶ ἀπρόοπτα· ἐπὶ παραδείγματι, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῶν διοριῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀμέσων φόρων· δύναται ἐπίσης νὰ ἐπέλθωσιν ἐλαττώσεις καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων, δύναται δὲ νὰ παρακωλυθῇ εἴσπραξις ὡρισμένου ἐσόδου. Ἀλλὰ πάντως, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἔχω πάντοτε τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 θέλει καταλήξει ἐν ἰσοζυγίῳ. Καὶ δύναμαι νὰ παρηγορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅστις δύναται νὰ ἦναι ἥσυχος καὶ νὰ διασκεδάσῃ τοὺς φόβους τοὺς κατέχοντας αὐτὸν ὡς πρὸς τὰ ἐλλείμματα, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀσχολεῖται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ κόμμα, ὡς εὐηρεστήθη ἐξ ἀγαθοπιστίας νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, εἶναι δὲ ἀπείρως ἐπιμελέστερος τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠσχολήθη μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἐπαρχίαν, ἵνα ἐκλεχθῇ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς.

§45ΝΕΓΡΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου θέματος, ὅπως ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ χαριεντισθῇ, καὶ νὰ μοὶ ἀποδώσῃ λόγους, οὓς δὲν εἶπον. Ἀνακριβῶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ δημοσίων ἔργων, ἐνῷ οὐδὲ λόγον ἔκαμα περὶ αὐτῶν. Περατῶν τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐφρόντισα παρὰ μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου. Νομίζω περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο· ἀφίνω δὲ εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνων ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, οἵτινες μὲ παρηκολουθήσατε ὡς πολιτευόμενον, νὰ ἀποφανθῆτε περὶ τούτου.

§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ εἶπον ἀπαντῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε.

§47ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ περιορισθῶ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀποδεικνύοντας τὰς παραλείψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τί εἶπε περὶ τῶν 2,419,000, τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησε νὰ περάσῃ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898; Μᾶς εἶπε τάχα ὅτι, δὲν ὤφειλε νὰ τὰ περάσῃ, ἢ τί θὰ κάμῃ; Ὄχι. Μᾶς εἶπε μόνον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ περισσεύματα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1898, ἀλλὰ ἐλησμόνησεν ὅτι ἔδωκεν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, καὶ ὅτι ἐκεῖ περιέλαβεν ἅπαντα τὰ περισσεύματα, καὶ ὅτι ἔκλεισεν ἡ χρῆσις χωρὶς νὰ περιληφθῶσι τὰ 2,409,000, ἅτινα δέον ἤδη νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὸ 1899. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι τὸ κονδύλιον τοῦτο μένει ἀνέπαφον, ὡς ἀναμφισβήτητος μένει καὶ ἡ παράλειψις ἡ προερχομένη ἐκ τῆς μὴ καταχωρήσεώς του. Ἔρχομαι εἰς τὰ ἄλλα κονδύλια. Περὶ τοῦ πλεονάσματος τῶν εἰσπράξεων τῶν μονοπωλίων δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξα, ὅτι θὰ ἔχωμεν μεγαλείτερον πλεόνασμα τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν. Ἆρα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές; Ὄχι. Τί εἶπε περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς; Εἶπεν ὅτι μᾶς εἶχεν ὁμιλήσει περὶ ταύτης. Μάλιστα ὡμίλησεν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπόδιζεν ἐμὲ νὰ τὴν προσθέσω, καὶ ἐπρόσθεσα ἐκ τούτου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 701,324.69.

§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλογαριάσατε πρὸς 1,57 τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου, ἐνῷ εἶναι 1,56, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν τιμὴν δὲν θὰ ἔχητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, διότι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεσθε, εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐλησμονήσατε ὅμως γεγονός τι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἐπληρώθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ ἠγγυημένου δανείου.

§49Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ὅτι τὰ ἔξοδα ἐπληρώθησαν διὰ τῶν δανείων, τοῦτο δὲν ἀπαλλάττει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τὰ περάσῃ τις εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ κατὰ πόσον ἀπέκρουσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἄλλον ἀριθμὸν τῶν 400,000, τῶν προερχομένων ἐκ πλεονασμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1898; Δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου θὰ τὰ ὑπολογίσῃ τὸ 1899; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ ἵνα μὴ προσέξητε εἰς τὴν καυτηρίασιν τῶν ἀριθμῶν, σᾶς ἀνέπτυξε νέον ζήτημα ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ τέως Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ, ὅπως τὰ ἀποταμιεύματα τῶν ἐνσήμων λογισθῶσιν εἰς τὰ πλεονάσματα. Τοῦτο εἶναι ἕτερον ζήτημα, καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ, ὅταν κατατεθῶσι καὶ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα. Παραμένει λοιπὸν καὶ τὸ κονδύλιον τῶν 400,000, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ προστεθῇ, διότι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἄλλα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς χρήσεως αὐτῆς τοῦ 1899, περὶ ὧν ἐγένετο ἰδιαίτερος λόγος. Οὕτω λέγω, ὅτι ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέφερα, εἶναι ἀκριβέστατοι, καὶ οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠλάττωσε τὴν σημασίαν αὐτῶν. Οὕτω τὸ ἔλλειμμα τῶν 3,500,000 κατὰ τὸ 1899 ἔσεται δυστυχῶς βέβαιον.

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀναφέρονται εἰς τὴν ἔρευναν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1899, εἰς ἐμὲ δὲ φαίνεται, ὅτι προώρως ἤρξατο τῆς ἐρεύνης ταύτης, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι καταλληλοτέρα ὥρα θὰ ἦτο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ἐπειδὴ ὅμως ἠκούσαμεν τῶν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1899 παραστάσεων αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, θερμὴν ἐκφράζομεν εὐχὴν, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὐαρεστηθῇ νὰ ποιήσηται γνωστοὺς εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν σημείωσιν αὐτῶν, ἐπιθυμοῦμεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν παραστάσεων αὐτοῦ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Τὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν ἔδωκαν καὶ Ὑπουργοὶ παρελθόντες, ὅτε ὡσαύτως ἠμφισβήτησα αὐτήν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ ἐκτελῶν τὸν προϋπολογισμὸν Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις τινὲς, καὶ δαπανᾷ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν διὰ τῶν πιστώσεων, ἃς ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐγκαταλείπῃ δ’ ἄλλας καὶ ἑπομένως ν’ ἀφίνῃ ἀθίκτους τὰς πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἀναγεγραμμένας πιστώσεις, φρονῶ δ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ προβαίνῃ εἰς πλήρωσιν πασῶν τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰς ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτοῦ ζητηθείσας πιστώσεις. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἵτινες ἔμειναν διότι ἐγκατελείφθη ἡ πλήρωσις τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν ἐζητήθησαν, ὁ Ὑπουργὸς παρέλιπε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε, ζητήσας παρὰ τῆς Βουλῆς τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις. Οἰκονομία δ’ εἶναι πραγματική, μόνον ὅταν αἱ ὑπολειπόμεναι πιστώσεις ἦναι ὑπόλοιπα περισσεύσαντα μετὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν διὰ τοῦ διατεθέντος ποσοῦ ἐκ τῶν πιστώσεων αὐτῶν. Ἑπομένως ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν θέλομεν κρίνει τὰς ὑπολοίπους ἀδιαθέτους πιστώσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ ζητήσω, διότι ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἐπέλθῃ τις βλάβη, ἐὰν ἡ ὑπάρχουσα διαφωνία τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου πρὸς τὸν προκάτοχόν του κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἦναι ὄντως οὐσιώδης, ἡ δὲ λύσις, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔδωκεν εἰς τὴν προκύψασαν ἀμφισβήτησιν μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου καὶ αὐτοῦ, ἐκανόνισε τὸ παρελθὸν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μέλλον· ἑπομένως ἐπεθύμουν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐποιήσατο γνωστὴν πρὸς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ ἐλέγχου τὴν γνώμην, ἣν εἶχε κατὰ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου του λύσεως, καὶ ἑπομένως ἂν ἐπεφυλάχθη νὰ συζητήσῃ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ νέου τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἀντίθετος λύσις τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου του καὶ κανονισθῶσιν οὕτω κατ’ αὐτὴν ἐν τῷ μέλλοντι αἱ τοιαῦται σχέσεις.

§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐνεργήσω τι, ἀφοῦ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς προβληθεῖσαν ἀξίωσιν. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν κρατούντων ἐν ταῖς σχέσεσι τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τὰ τοῦ θέματος τούτου κανονισθῶσι δικαιότερον.

§52Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου ἀλληλογραφίαν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν πλεονασμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898. Δὲν πρόκειται περὶ διαπραγματεύσεων ἐκκρεμῶν, ἀλλὰ περὶ ζητήματος λελυμένου. Ἐὰν ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ἐκείνη, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε ὁ Ὑπουργὸς ὁ δεχθεὶς τὴν ἐναντίαν λύσιν ὑπέχει εὐθύνην. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.

§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς αἰτήσεις, ἃς ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν καὶ δι’ ὧν ἐζήτουν πληροφορίας καὶ πίνακας περὶ τοῦ δημοσίου χρέους, σχετιζομένας πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος, εἰς ὃ δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω πληροφορίαν. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐμνημόνευσε μιᾶς ἀρχαίας δοσοληψίας μεταξὺ τῶν ἐν Λονδίνῳ τραπεζιτῶν Gibbs καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Περὶ αὐτῆς, ἥτις, νομίζω, ἀνέρχεται εἰς λίρας 15,000,—ποσὸν ἀρκετὰ σπουδαῖον,—δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ πληροφορίαν τινὰ ἐπίσημον.

§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Gibbs διατείνεται, ὅτι ἔχει λαμβάνειν 9,000 λίρας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τοῦτο δὲ, ὅτι ὄχι μόνον οὐδὲν ὀφείλει, ἀλλ’ ὅτι καὶ δικαιοῦται λαμβάνειν ὑπὲρ τὰς πεντακισχιλίας λίρας. Ἡ δοσοληψία εἶναι παλαιά. Τὴν ὑπόθεσιν εὗρον ἐκκρεμῆ, καὶ ἐπελήφθην τοῦ διακανονισμοῦ αὐτῆς· ἐπειδὴ δ’ ἐξακολουθοῦσιν αἱ περὶ τούτου συνεννοήσεις, δὲν δύναμαι ν’ ἀναγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα, ἀδυνατῶ δὲ νὰ καταθέσω ἀμέσως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἄμεσον τῶν ἐγγράφων κατάθεσιν.

§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ σεβώμεθα τὴν ἐχεμύθειαν, ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι πρὸ καιροῦ ἐλέχθη, ὅτι ἐπρόκειτο ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν κ.κ. Gibbs καὶ τοῦ Δημοσίου νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν διαιτησίαν τοῦ κ. Λόου, καὶ ἀνεγράφη τοῦτο καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβὲς, ἐπεθύμουν ὅμως νὰ γνωρίζω, ἂν φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἀπόφασις τοῦ διαιτητοῦ δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως, πρὶν ἢ μετά, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.

§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν περατωθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη διαρρύθμισις τῆς ὑποθέσεως, θ’ ἀνακοινώσω τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα.

§57Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μετὰ τὰ ἀλλεπάλληλα καὶ ῥαγδαῖα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἀνεκαλύφθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλήν, καὶ προκειμένου προσεχῶς νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Τὰ εὑρεθέντα μετρητὰ ἐν τοῖς ταμείοις, τελωνείοις ἢ τελωνειακοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, καὶ τὰ κατατεθειμένα τοιαῦτα εἰς Τραπέζας, εἴτε ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, εἴτε ἐπὶ πληρωμῇ τόκου. 2) Τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς, τὰς στηριζομένας εἰς ἡμιεξωφλημένα χρηματικὰ ἐντάλματα, ἐκδεδομένα εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899. 3) Τὰς τακτοποιητέας πληρωμὰς, τὰς ἐνεργηθείσας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899, καὶ οὐχὶ τὰς πρὸ αὐτοῦ τοιαύτας. 4) Τὰς προκαταβολὰς δεδουλευμένων μισθῶν ὑπαλλήλων ἢ συντάξεων, τὰς ἐνεργηθείσας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899. 5) Τὰ πληρωθέντα ποσὰ, τὰ στηριζόμενα εἰς ἡμιεξωφλημένα γραμμάτια παρακαταθηκῶν. 6) Τὰ ποσὰ τῶν εὑρεθέντων ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους ἐξωφλημένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐξόδων τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. 7) Τὴν ἀξίαν τοῦ εὑρεθέντος ἐν τοῖς ταμείοις χαρτοσήμου ὑπεγγύων προσόδων. 8). Τὸ ποσὸν τὸ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον ἐκ διαφόρων φόρων καὶ αἰτιῶν κατὰ τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν διάστημα τῆς χρήσεως τοῦ 1899. 9) Ὁπόσα ἐκ τῶν μετρητῶν, τῶν εὑρεθέντων ἐν τοῖς ταμείοις ἢ ταῖς Τραπέζαις, ἀφορῶσιν εἰς προκαταβληθέντα φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ζώων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. 10) Ὁπόσα κατὰ προσέγγισίν εἰσι τὰ πληρωθησόμενα ποσὰ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900 εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, εἴτε ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων, εἴτε διὰ ζητηθησομένων ἀναπληρωματικῶν τοιούτων. 11) Ὁπόσα κατὰ προσέγγισίν εἰσι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ, τὰ ἀναγόμενα εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, εἴτε ἐσημειώθησαν ταῦτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, εἴτε μή. 12) Τὸ πληρωτέον ποσὸν εἰς κοινὰς παρακαταθήκας. 13) Τὸ πληρωτέον ποσὸν εἰς γραμμάτια παρακαταθήκης χρηματικῶν ἐγγυήσεων. 14) Τὸ πληρωτέον ποσὸν εἰς χρηματικὰ γραμμάτια εὑρισκόμενα ἐν κυκλοφορία. 15) Τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ εἰς Τραπέζας ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, εἰς λιμένας, εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα, εἰς ἑταιρείας, εἰς κοινότητας, εἰς εἰδικὰ ταμεῖα καὶ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Τὰς πληροφορίας ταύτας, Κύριοι, ζητῶ ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ βεβαίως διότι ἔχω ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην δυσπιστίαν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅ,τι, ἐὰν ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας αὐτὰς καὶ μελετήσῃ ἐπισταμένως ταύτας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1900, θὰ ἴδῃ ὅτι εὑρισκόμεθα, οὐχὶ εἰς δευτέραν χρεωκοπίαν, ἀλλ’ εἰς τετάρτην. Διότι τὸ Κράτος ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον, καὶ πάντα, ὅσα λέγονται ἐνταῦθα, εἶναι λόγια τοῦ ἀέρος, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, τί δέον γενέσθαι εἰς τὸ μέλλον.

§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐρωτημάτων του θέλει εὕρει τὴν ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐὰν εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν κατάστασιν τὴν προσωρινὴν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ τελευταίου μηνὸς, ὡς καὶ τὸν πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας, αἵτινες δὲν εὑρίσκονται εἰς τοὺς πίνακας τούτους, θέλω φροντίσει νὰ παράσχω ταύτας ὡς τάχιστα.

§59Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ μελετήσω τοὺς πίνακας, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀφορμὴν εἰς τὰ ἐρωτήματά μου ἔλαβον, διότι ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον, ὅτι εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε τὰ κοινωτικὰ χρήματα, οὔτε αἱ ἐγγυήσεις, οὔτε ἄλλο τι ἐξ ὅσων ἀνέφερα. Ἐὰν δὲ, ὃ μὴ γένοιτο, εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα εὕρωμεν τὸ ἐνεργητικὸν καὶ παθητικὸν τοῦ Κράτους, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα ὑπὲρ τὰ 50 ἑκατομμύρια.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ, Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.

§61Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὑρισκομένου εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ δημάρχου Σύρου ὡς καὶ ὅλου σχεδὸν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ παραιτηθῇ, ἕνεκα τῶν πιέσεων τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ σεβαστοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τοὺς προκαλοῦντας τὴν παραίτησιν ταύτην. Κατὰ μίαν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω κρατήσει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Σύρου, τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀνῆλθον εἰς εἴκοσι χιλιάδας περίπου δραχμάς, προερχόμενα α) ἀπὸ τὸν δημοτικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἐκ δραχμῶν τριῶν μέχρι τεσσάρων χιλιάδων, βʹ) ἀπὸ τὴν φρυγανολογίαν, ἐκ δρ. δέκα καὶ ἕξ χιλιάδων, καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων ἀναξίων λόγου. Ἀμφότερα τὰ μεγάλα ταῦτα ποσὰ, ἀμφοτέρους τοὺς μόνους τούτους πόρους τοῦ δήμου κατέσχεν ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας Σύρου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καθυστερεῖται ἡ εἰσφορὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ δήμαρχος δι’ ἀναφορᾶς του καὶ διὰ ζώσης παρέστησεν εἰς τὸν νομάρχην κ. Κονδάκην τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου ἕνεκα τῆς κατασχέσεως, καὶ ὅτι ἦτο ἠναγκασμένος νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημα, διότι ἄνευ ὀβολοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε ὑπαλλήλους νὰ ἔχῃ, οὔτε τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως, οὔτε τὴν καθαριότητα νὰ τηρήσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νομάρχης οὐδεμίαν ἔδωκε, φαίνεται, προσοχὴν, ὑπέβαλε μίαν ἀναφορὰν, ὑπ’ ἀριθ. 119, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ζήτημα τοσούτῳ σοβαρὸν δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐὰν ἐλάμβανε γνῶσιν αὐτοῦ, νὰ τὸ ἀφήσῃ ἄνευ ἐνεργείας. Διὰ τοῦτο σήμερον θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν καὶ νὰ διατάξῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν, πρῶτον νὰ περιορισθῇ ἡ κατάσχεσις, ἵνα λειτουργήσῃ ὁπωσδήποτε τὸ δημοτικὸν σύστημα, ἐκτὸς πλέον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ μεταβάλῃ τὸν δῆμον αὐτὸν εἰς Νομαρχίαν. Δεύτερον, νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ τὸ βοήθημα τῆς χρήσεως τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1897, ὅπερ εἰσέτι καθυστερεῖται· νὰ διατάξῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. νομάρχην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, διὰ νὰ διατηρηθῇ δῆμός τις, ἀπαιτοῦνται καὶ ἀγροφύλακες καὶ κλητῆρες καὶ ἄλλοι ἀναγκαῖοι ὑπάλληλοι· διότι, ἵνα καλύψῃ ὁ νομάρχης ἔλλειψιν ἰδικήν του, διέγραψε τὸ ποσὸν πρὸς διορισμὸν δύο ἀγροφυλάκων, μενούσης οὕτως ἀπροστατεύτου ὅλως τῆς περιουσίας τῶν χωριανῶν. Λέγω νὰ καλύψῃ τὴν ἔλλειψίν του, καθόσον οὔτε πέρυσιν, οὔτε προπέρυσιν, οὔτε ἀντιπροπέρυσιν ἐζήτησεν, ἵνα καταθέσῃ ὁ δῆμος τὴν εἰσφοράν του διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν· ἔπραξεν ὅμως τοῦτο ὁ νομάρχης, διότι ὁ δήμαρχος τότε ἦτο συμπολιτευόμενος καὶ λοιπὰ ἐννοούμενα εὐκόλως· ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἵνα καλύψῃ τὴν ἀδικαιολόγητον ἔλλειψίν του ταύτην, περιώρισε τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνεργουμένη ἡ ὑπηρεσία. Δὲν θέλω νὰ παρουσιάσω τὸν δήμαρχον Σύρου ὡς τὸν ἄριστον τῶν δημάρχων, εἶναι ὅμως ἄνθρωπος ἐγγράμματος, εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος καὶ ὡς πρῶτος πάρεδρος διῴκησε τὸν δῆμον ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καὶ ὡς δημοτικὸς σύμβουλος διεκρίθη. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν αὐτὸν οἱ περὶ τὸν νομάρχην ἐπιτήδειοι. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ ταχυδακτυλουργικὴν ἱκανότητα ἀκόμη οἰκονομολογικὴν ἂν εἶχε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου προϋπολογισμοῦ. Τὰς αὐτὰς πιέσεις κάμνουν τὰ ὄργανα ταῦτα καὶ εἰς τὸν δήμαρχον Ἑρμουπόλεως κ. Μάσχαν, οὗτινος κατέσχον 200 χιλιάδας δραχ. εἰς χεῖρας τοῦ τελώνου Σύρου. Ὁ νομάρχης μάλιστα προέβη καὶ εἰς τιμωρίας κατὰ τοῦ κ. Μάσχα, διότι δὲν ἐγένετο ὄργανόν του, καίτοι ἡ ἀξία τοῦ κ. Μάσχα εἶναι γνωστὴ, καὶ ὡς δικηγόρου καὶ ὡς Βουλευτοῦ, διότι ἀπετέλει ἄλλοτε μέρος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Ἐκτὸς τούτων, εἰς τὸν δήμαρχον τοῦτον ἔκαμε προτάσεις Κύριός τις, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω ἐγὼ, δύναται ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν θέλῃ, νὰ τὸν μάθῃ· ἀπέστειλε, λέγω, ἄνθρωπον καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν: «ἐὰν κάμῃς αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ ῥουσφέτια, θὰ μεσολαβήσωμεν νὰ ἀρθῇ ἡ κατάσχεσις»...

§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι ἀληθῆ καὶ ἀποδειχθῶσι, θὰ προβῶ ἀμέσως εἰς ἀπόλυσιν τοῦ νομάρχου.

§63Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ πράξητε τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ αὐστηρότης σας, ἥτις, ἐλπίζω, θέλει ἀποδειχθῆ καὶ ἐπὶ ἄλλων πράξεων, ἀστυνομικῶν, καταγγελλομένων διὰ τοῦ ἀνὰ χεῖράς μου τηλεγραφήματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγων λεπτῶν ἔλαβον ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω: «Μαυρογορδᾶτον, Λαδόπουλον, Βιτάλην, Βαφειαδάκην, Βοκοτόπουλον, βουλευτὰς Σύρου», «Πρωΐαν», «Ἀκρόπολιν», «Νεολόγον», «Ἐμπρὸς», «Καιροὺς». Ἀθήνας. «Τρεῖς ἀστυφύλακες, ἐν ἐσχάτη κραιπάλη διατελοῦντες, παρανόμῳ καὶ ἀσυγγνώστῳ ἀνοχῇ ἀστυνόμου Καΐρη, ὑποθάλποντος καθημερινῶς παρεκτροπὰς ὀργάνων του, ἐπετέθησαν ἀναιτίως κατὰ φιλησύχου ἀδελφοῦ μου Γεωρ. Βελισσαρίου, τραυματίσαντες αὐτὸν θανασίμως. Διατρέχει ἔσχατον κίνδυνον. Ὑψώσατε φωνὴν πρὸς Θεοῦ! Κακοῦργοι ἀστυφύλακες περιφέρονται ἐλεύθεροι. Ἀδελφός μου ἀποθνήσκει. Βελισσάριος». Μὲ τύπτει ἀληθῶς ἡ συνείδησις, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον λάβει μίαν φοβερὰν ἀναφορὰν ἐκ μέρους τοῦ ἐργοστασιάρχου ζαχαροπλάστου κ. Ἀντωνίου ἐναντίον τοῦ αὐτοῦ ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ κ. Καΐρη, δὲν ἔφερα ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι πράττω τοῦτο ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διότι θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποδείξω πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἥκιστα κολακευτικὰ δι’ ἀστυνόμον, καὶ μάλιστα συνάδελφόν μου, καὶ διότι καὶ ἄλλοτε παρέστησα τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ ἐνταῦθα, γινομένου τυφλοῦ ὀργάνου, μόνον καὶ μόνον ἵνα μείνῃ ἐπὶ 5 ἔτη ἀστυνόμος Σύρου. Ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἔχει ἕνα ἀκόλουθον πιστὸν, Καράνην ὀνόματι, τοῦ ὁποίου μάλιστα πρὸς διάκρισιν ἔχει βαπτίσει δύο παιδιά. Ὁ ἀστυφύλαξ αὐτὸς κατώρθωσεν, ἕνεκα τῆς ἐπιρροῆς ταύτης καὶ ἐκμεταλλευόμενος αὐτὴν, νὰ ἀποκτήσῃ περιουσίαν, κατώρθωσε καὶ σπίτια νὰ κτίσῃ, καὶ πηγάδια νὰ ἀνοίξῃ, καὶ χρήματα νὰ τοκίζῃ! Τὸν πιστὸν τοῦτον ἀστυφύλακα καὶ κουμπάρον του εἶχε διορίσει καὶ ἐπὶ τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων τῶν προσφύγων Κρητῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐνέχεται εἰς ταῦτα ὁ κύριος ἀστυνόμος, οὔτε νὰ προσβάλω δι’ αὐτῶν τὸν ὑπολοχαγὸν κ. Καΐρην, διότι ὁ κ. Καΐρης εἶναι ἀνώτερος πάσης τοιαύτης ὑπονοίας, ἐγὼ δὲ, μεθ’ ὅλα τὰ γραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματικῶν, ἔχω καλὴν ἰδέαν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, καὶ περὶ τοῦ συνταγματάρχου κ. Λευκαδίου, ὡς καὶ περὶ τοῦ κ. Παλαμάρα, τοῦ κ. Ἔβερτ, τοῦ κ. Μαθαρίκου, τοῦ κ. Βαλσαμάκη κλπ., καίτοι ἡ δημοσιογραφία εἶναι εὐεργετικὴ διὰ τὸ ἔθνος. Ὁ ἀστυνόμος ὅμως αὐτὸς, ὁ κ. Καΐρης, ὡς λέγει ἡ ἄλλη καταγγελία, μίαν ἡμέραν μετέβη εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ κ. Ἀντωνίου καὶ τὸν ἐκακοποίησε, διότι εὑρέθη ἓν λαχεῖον εἰς τὸ ἐργοστάσιόν του, προωρισμένον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους του χάριν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἐνῷ ὁ ἀστυνόμος κ. Καΐρης, χαρτοπαίζων πρὸ μιᾶς ὥρας τὴν ἡμέραν ἐκείνην, εἶχε κερδήσει χιλίας διακοσίας δραχμάς. Εἶναι ὁ ἀστυνόμος, κύριε Πρωθυπουργὲ, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ μοὶ εἴχετε ὑποσχεθῆ, ὅτι καὶ Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας θὰ ἀποστείλητε, οὗ στερούμεθα ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ αὐτὸν θ’ ἀντικαταστήσητε. Ἀλλ’ ὅμως οὐδὲν τούτων ἐπράξατε, ἢ ἕνεκα τῶν πολλῶν σας ἀσχολιῶν, ἢ ἕνεκα τῶν πιέσεων τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀπειλεῖται ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ περιουσία τῶν συμπολιτῶν μου, θὰ παρακαλέσω προσωπικῶς πλέον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποστείλῃ τάχιστα ἕνα οἱονδήποτε διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ἀνακαλέσῃ καὶ τὸν ἥρωα Καΐρην, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ παρακαλέσω νὰ διατάξῃ ἀξιωματικὸν ἀνώτερον, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις κατὰ πόσον ἔχονται ἀληθείας τὰ καταγγελλόμενα ὑπό τε τοῦ ζαχαροπλάστου κ. Ἀντωνίου καὶ τοῦ κ. Βελισσαρίου, καὶ ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀστυνόμος οὗτος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐπὶ πενταετίαν ὁλόκληρον ἡ τιμή, ἡ περιουσία καὶ ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων τῆς νήσου ταύτης, κατεγίνετο διαφοροτρόπως, ὅπως δώσῃ τοιαύτην ἐπιρροὴν εἰς τὸν ἀστυφύλακα Καράνην, ὅστις ἀστυφύλαξ ἐξεμεταλλεύθη αὐτὴν καὶ παρουσιάζεται σήμερον ἰδιοκτήτης οἰκιῶν καὶ τοκιστὴς μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἐκτὸς δὲ τούτου ῥαπίζει καὶ φυλακίζει τοὺς πολίτας, ὅσοι δὲν ἐνέδωκαν εἰς τὰς ἐκβιαστικὰς ἀπαιτήσεις του, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελῇ καθήκοντα ἀνώτερα τοῦ προϊσταμένου του ἀστυνόμου!

§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ Κράτος, ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχῃ ἀξιώσεις κατὰ τῶν δήμων, καὶ ἂν πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν δὲν ὑπολείπωνται χρηματικὰ μέσα εἰς τὸν δῆμον, ἵνα ζήσῃ, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ παραγγελίαν εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, νὰ ὦσιν ἐπιεικῆ, καὶ ν’ ἀφίνωσι τὰ μέσα εἰς τοὺς δήμους, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δήμου Σύρου ἢ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως· ὁμιλῶ περὶ πάντων τῶν δήμων, διότι οἱ δῆμοι οἱ ὑπάρχοντες πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ μέσα διὰ νὰ ζήσωσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμβιβάζωνται ἀμφότερα τὰ συμφέροντα, καὶ τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὰ τοῦ δήμου.

§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄντως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν δήμων περιῆλθεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Μελετήσασα πρὸ πολλοῦ τὰ τοῦ θέματος τούτου ἡ Κυβέρνησις, σκέπτεται περὶ λήψεως μέτρων δυναμένων νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τῶν δήμων. Δυστυχῶς καὶ ὁ χρόνος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπέτρεψαν ἀκόμη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ τὰ καταλληλότερα καὶ προσφορώτερα τῶν μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων. Εἶναι δυνατὸν καὶ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ προσῆκον νομοθέτημα· ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, συμβουλεύσαντα τὴν ἔκδοσιν διαταγῆς πρὸς τοὺς ταμίας, ὅτι δυστυχῶς οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν παρὰ τῶν δήμων ὀφειλομένων. Ἐφ’ ὅσον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἐνέργεια αὐστηρὰ ταμίου τινὸς κατὰ τῶν δήμων, συνέστησα εἰς τὸν ἐν τῷ δήμῳ ταμίαν νὰ μὴ λησμονῇ τὴν δυσχέρειαν, εἰς ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν οἱ δῆμοι ἕνεκεν ἀναγκαστικῶν μέτρων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ θέματος τούτου, ἐλπίζω ὅτι, ὅταν μετ’ ὀλίγον ὑποβάλω τὸ σχετικὸν νομοθέτημα, θ’ ἀπασχολήσω πάλιν τὴν Βουλήν.

§66Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ δῆμος Σύρου ἔχει βοήθημά τι ἐκ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καθυστερεῖται καὶ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1877. Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε ν’ ἀποδοθῇ καὶ τοῦτο.

§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι τὰ τῶν δήμων ἔχουσιν ἀνάγκην σκέψεως καὶ μερίμνης ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πολιτείας, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον πολλάκις συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ αὕτη περιωρίσθη εἰς ἀνταλλαγὴν σκέψεων καὶ ἰδεῶν. Δὲν μοὶ μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς βεβαίως θὰ προτείνωσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν δήμων· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπεῖγον καὶ χρῄζει τῆς συντόνου μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ζήσωσιν ὄχι οἱ δῆμοι, ἀλλὰ τὰ δημαρχικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα μὲ πολλὰς ἀσχολίας ἐπιβαρύνονται διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἑκάστοτε ψηφίζομεν. Ὅλα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἐπιβαρύνουσι τὰ δημαρχικὰ γραφεῖα διὰ πολλαπλῆς ἐργασίας, καὶ ἐν τούτοις, δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους, πλὴν τοῦ δήμου Τριπόλεως, τὰ δημοτικὰ ταμεῖα δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν οὔτε γραφεῖς, οὔτε γραμματέα, οὔτε ταχυδρόμον! δὲν ἔχουσιν οὐδ’ ὀβολὸν, ὅπως ἀγοράσωσι χαρτὶ καὶ μελάνην, ἵνα ἀπαντήσωσιν εἰς τὰ ἔγγραφα τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν! Ἔχει ἀνάγκην ὁ δήμαρχος νὰ ἐκπληροῖ ἐμπροσθέσμως τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχει οὔτε ὀβολὸν νὰ διαθέσῃ πρὸς πληρωμὴν ἑνὸς γραφέως διὰ νὰ γράφῃ τὰ ἔγγραφά του. Ταμίας τις—ὑποθέτω ὁ τῆς Μεγαλοπόλεως, ἢ ἄλλης ἐπαρχίας,—βλέπων τὴν κατάστασιν ταύτην δημαρχικοῦ τινος γραφείου, ἐνόμισε καλὸν, ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσιν οἱ δημόσιοι ταμίαι,—διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι οὐδένα ἄλλον πόρον ἔχουσιν ἢ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων, ποσοστόν τι ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ταῦτα δὲ πάντα εἰσπράττουσιν οἱ δημόσιοι ταμίαι, οἱ ὁποῖοι τὰ συμψηφίζουσιν εἰς τὰ χρέη τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον,—ταμίας τις λοιπὸν, βλέπων τὴν ἀνικανότητα οὐχὶ τοῦ δήμου πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ του, ἀλλὰ τὴν ἀνικανότητα τοῦ δημαρχικοῦ γραφείου πρὸς διεξαγωγὴν τῆς καθημερινῆς ὑπηρεσίας, ἐνόμισε καλὸν νὰ διαθέσῃ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ δημοτικῶν ἐσόδων περὶ τὰς δύο χιλιάδας δραχμῶν· ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι μόνον δὲν ἠνέχθησαν τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑποθέτω, κατελόγισεν εἰς βάρος τοῦ ταμίου τὴν χρηματικὴν ταύτην ποσότητα, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσεν εἰς τὸν δῆμον πρὸς ἐνέργειαν τῶν δημαρχικῶν καθηκόντων του, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς ὅλους τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν αὐτῶν, μήπως ἡ παράβασις αὕτη ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις οὐχὶ πλέον τῶν δήμων, ἀλλὰ τῶν δημαρχικῶν γραφείων! Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβωσι σύντονα μέτρα, οὐχὶ ὅπως ζήσωσιν οἱ δῆμοι, ἀλλ’ ὅπως διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν διὰ νομοθετημάτων ἐπεβάλομεν εἰς αὐτοὺς, καὶ διὰ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων ἐπεβάλομεν φοβερὰς ποινὰς ἐπὶ τῶν δημάρχων, ἐὰν εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐκ προθέσεως ὀλιγωρήσωσι τῶν καθηκόντων των. Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι οἱ δήμαρχοι μετ’ οὐ πολὺ θὰ παραδώσωσι τὰς κλεῖδας τῶν δημοτικῶν γραφείων εἰς τοὺς προϊσταμένους των.

§68ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, ἐπιστολὴν ἐξ Ἄργους παρ’ ἐγκρίτου ἐκεῖ ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐπιστολῆς αὑτοῦ παριστᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς δῆμόν τινα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης ἐλεεινήν· ἰδίως μέμφεται ὡρισμένου ἀστυνόμου καὶ ἀστυφυλάκων. Διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς Βουλευτής, καὶ ἰδίᾳ τοὺς δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι μὲ συνδέουσι μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μοὶ γράφει, ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ πρῶτον νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν ἔλαβε πρὸ δύο περίπου μηνῶν τηλεγράφημα παρά τινος Γεωργίου Γατσοπούλου, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος κατήγγελλε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ὡς διαπράξαντα πράξεις, οἵας οὐδὲ οἱ βασιβουζοῦκοι, φρονῶ, διέπραξαν κατὰ τὴν εἴσοδόν των ἐν Θεσσαλίᾳ. Μοὶ ἀπέστειλεν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ τί καταγγέλλει τὸ τηλεγράφημα τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν Ἀθήνας. Ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐν χωρίῳ μου Σκοτεινῇ ἐκακοποίησαν δέσαντες γραῖαν μητέρα μου, δύο δὲ ἀδελφάς μου ἔσυραν ἐκ μαστῶν, ἵνα βιάσωσι! Σώσατέ μας!» «Γεώργιος Γατσόπουλος.»

§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον τοιοῦτον τηλεγράφημα.

§70ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἐλάβετε.

§71ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ χωροφύλακες καὶ ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς εὑρίσκονται ἀκόμη, καὶ μετὰ τὰς καταγγελίας, ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἐκτελοῦντες τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ, μεριμνῶντες περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας! Δεύτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀπελύθη, συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ ἀστυνόμος Μυκηνῶν κ. Φουφόπουλος, καὶ ἂν ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διωρίσθη εἰς ἄλλον δῆμον, ὅμορον τοῦ δήμου ἐκείνου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπελύθη. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. νομάρχου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἀπέλυσε τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ διατὶ ἐκρίθη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τόσον ἱκανὸς εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν (καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον). Τρίτον... Τὸ τρίτον σχετίζεται μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, πόσαι μηνύσεις ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου μηνὸς μέχρι τοῦδε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Ναυπλίας κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ. Τέταρτον, ἐὰν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τέσσαρες χωροφύλακες ἐφόνευσαν ἕνα ἄνδρα ἐν τῷ χωρίῳ Σκοτεινῇ τοῦ δήμου Ἀλέας, Παπασωτηρίου ὀνόματι, καὶ τί ἐνεργήθη μέχρι σήμερον κατὰ τῶν χωροφυλάκων ἐκείνων, διότι ὁ δίδων μοι τὰς πληροφορίας μὲ πληροφορεῖ, ὅτι οἱ φονεῖς ἐκτελοῦσιν εἰσέτι τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυφύλακος ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ.

§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ χωροφύλακες ἐκτελοῦσι καθήκοντα ἀστυφυλάκων;

§73Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§74ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ χωροφύλακες εἶναι ἀστυφύλακες εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας.

§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλαδὴ ἐκτελοῦσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα...

§76ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ πέμπτον, πληροφορεῖ ἡ αὐτὴ ἐπιστολή, ὅτι μάχαι ὁμηρικαὶ λαμβάνουσι χώραν μεταξὺ δύο χωρίων, μεταξὺ τοῦ χωρίου Λίμναις τοῦ δήμου Προσυμναίων καὶ ἑνὸς πλησίον ἐκεῖ χωρίου, οἱ δὲ τραυματισθέντες ἀνέρχονται εἰς 30 (αἴσθησις), καὶ οἱ ἀστυνόμοι οὐδὲ κἄν μετέβησαν ἐκεῖ· ἐνῷ ἐπὶ ἡμέρας ἐγίνοντο συμπλοκαὶ καὶ ἐτραυματίζοντο ἄνθρωποι, οὐδὲ ἴχνος ἀστυνομικῆς ἀρχῆς παρουσιάσθη εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα! Ἡ ἐπιστολὴ ἀναφέρει καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων, ἐχόντων σχέσιν μὲ πρόσωπα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ἀναφέρω πρόσωπα ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, διότι, ἐὰν ἐγίνετο γνωστόν, τί γράφουσιν ἐκεῖθεν, δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας ἐντυπώσεις θὰ ἐξηρχόμεθα ἐντεῦθεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τοῦ ὁποίου θὰ ποιήσωμαι ἐν μέρει χρῆσιν, εἶναι ὁ λόγος, ὃν ἐξεφώνησεν ὁ κ. ἀστυνόμος τὴν ἑπομένην τοῦ φόνου παρὰ τῷ χωροφυλάκων τοῦ δυστυχοῦς Παπασωτηρίου, μεταβὰς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ ἐκφωνήσας λόγον. Ἐν ἀρχῇ ποιεῖται συστάσεις καὶ ὁμιλεῖ διὰ χυδαίας καὶ ἀγροίκου γλώσσης πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους χωρικούς, τοὺς παθόντας. Δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλον τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἐπιστολῆς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὸν ἐπίλογον τοῦ λόγου, δι’ οὗ ὁ κ. ἀστυνόμος ὑπομιμνήσκει εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκλαιον τὸν φονευθέντα, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας σφάζετε τοὺς χοίρους σας· μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἔχουν ξώνεφρα· αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸν ἀστυνόμον!» (γέλωτες). Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ! Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης ἐποιησάμην σύστασιν, ἵνα λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς Καρυταίνης καὶ Στεμνίτσης, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ στείλῃ ἀστυνόμον, διότι ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον τὴν ἀστυνομίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία περιλαμβάνει δύο μεγάλους δήμους, τὴν διευθύνει εἷς ὑπενωμοτάρχης. Ἐφρόνουν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὰς διακοπὰς θὰ ἐλάμβανε μέριμναν καὶ θὰ ἐπίστευεν, ὅτι ἡ σύστασίς μου ἦτο καὶ λογικὴ καὶ χρήσιμος, καὶ ἤθελε πραγματοποιήσει αὐτήν. Πρὸς τούτοις ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ κακόν, ὅπερ γίνεται ἐκ τῆς παραγραφῆς τῶν πταισματικῶν ὑποθέσεων, διότι πρὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἰσήχθησαν τοιαῦται ὑποθέσεις, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀστυνόμου· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη πρόνοιά τις. Βεβαιῶ προσέτι τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι Στεμνίτσῃ εἷς λοχίας, ὁ ὁποῖος διευθύνει ἐκεῖ τὴν ἀστυνομίαν, ἔπραξεν ἓν μέγα καλὸν εἰς τὸν τόπον· εἶπεν εἰς τοὺς κατοίκους, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ ζητῶσι νὰ ζήσωσιν ἐκ τῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς χαρτοπαιξίας, καὶ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἠγνόει τὸ ἀγαθὸν τοῦτο, διότι οὐδέποτε ἐκεῖ ἐπαίχθησαν τυχηρὰ παιγνίδια, ἐγκαθιδρύθησαν χαρτοπαικτεῖα παρὰ τοῦ κυρίου λοχίου, καὶ ὑποχρεωτικῶς ἐν πολλοῖς, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα ἐκεῖ ἐν χαρτοπαιγνίῳ γενικῷ! Ἤλπιζον ὅτι μετὰ τὰς καταγγελίας, αἱ ὁποῖαι τηλεγραφικῶς διεβιβάσθησαν ἐκεῖθεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, αἵτινες καθιστῶσιν ὑπευθύνους αὐτοὺς τοὺς ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους διὰ πρᾶξιν ἐγκληματικήν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἤθελε σπεύσει νὰ τοὺς ἐκδιώξῃ. Ἐγένετο ἀπαγωγή τις βιαία, καὶ ἡ εὐθύνη ἅπασα ἀποδίδεται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος θὰ βεβαιώσῃ, στηριζόμενος εἰς ἔγγραφα αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀστυνόμου, ὅτι ἔνοχοι τῆς πράξεως ἐκείνης, δι’ ἣν δέκα ὅλοι συμπολῖταί μου τήκονται σήμερον εἰς τὰς φυλακάς, εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀστυνόμοι! Δηλαδὴ θὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξ ἐγγράφου ἄλλου ἀστυνόμου, τοῦ ἀστυνόμου Δημητσάνης, ὁ ὁποῖος εἶχε διαταχθῆ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον πρὸς καταδίωξιν τῶν ἀπαγωγέων, ὅτι ἔλαβε τηλεγράφημα ἐκ Καρυταίνης παρὰ τοῦ διοικοῦντος τὴν ἀστυνομίαν ἐκεῖ, λέγον: «Στείλατέ μοι δύναμιν, ἵνα συνοδεύσω ἀπαγωγεῖς!» ὁ ἀστυνόμος ὁ ἴδιος μεταβαίνει μετὰ τῆς μητρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ τῆς ἀπαχθείσης εἰς Καρύταιναν, εὑρίσκει τὸν σταθμάρχην καὶ τὸν ἐρωτᾷ: «ποῦ εἶναι οἱ ἀπαγωγεῖς; — Δὲν ἠξεύρω. — Πῶς μᾶς ἐτηλεγράφησες νὰ σοῦ στείλωμεν δύναμιν διὰ νὰ τοὺς συνοδεύσῃς; — Μὰ ἦλθεν ὁ ἱερεὺς καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγένετο ἡ στέψις εἰς ἓν χωρίον!» Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ταῦτα ἀποδεικνύονται ἐξ ἐγγράφων αὐτῶν τούτων τῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη εὑρίσκονται εἰς τὸν τόπον, ἔνθα ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα! Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον ἡ ἀδιαφορία καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῶσιν οἱ κατοικοῦντες τὰ μέρη ἐκεῖνα, θέλοντες νὰ προστατεύσουν τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν των.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.

§78Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγοῦνται ἄλλοι.

§80ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀφοῦ εἶναι σχετικόν, ὑποχωρῶ.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωτσάκος.

§82Μ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐγὼ δύο λέξεις θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε. Τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ἐμποιοῦσι φρίκην, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας· ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν, γνωρίζων ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀστυνόμον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος διετέλεσεν ἄλλοτε τοιοῦτος ἐν ἑτέρῳ τινὶ δήμῳ τῆς ἐπαρχίας Ἀργολίδος, καὶ ἀπελύθη ἐκεῖθεν συνεπείᾳ παραστάσεων τοῦ νομάρχου, ἀλλὰ καὶ συνεπείᾳ ἐκθέσεως ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ, ἀποσταλέντος ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ ἐνεργήσαντος τοιαύτας, καὶ βεβαιώσαντος πολλὰ περιστατικά, ἅτινα ἐπέβαλλον τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ἣν ἐπραγματοποίησε τῷ ὄντι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κύριος Τριανταφυλλάκος, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ ἀναφέρει πολλὰ γεγονότα, ἅτινα δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀστυνόμου τούτου ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ· λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔλαβε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του, ἀλλ’ ἐπανέφερε καὶ διατηρεῖ τοιοῦτον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀστυνόμον.

§83Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω ἐν πρώτοις τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Ἀλεξάκην...

§84ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περιττόν.

§85ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. .. ὁ ὁποῖος ἔκαμε χρῆσιν ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ κάμω χρῆσιν ὅσων ἐπιστολῶν καὶ ἂν λάβω ἀπὸ ἄλλας ἐπαρχίας, χαίρω ὅμως διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω. Φουφόπουλος Γεώργιος ὀνόματι, ἀνθυπασπιστὴς τοῦ μηχανικοῦ, τυγχάνει ἀστυνόμος Ἀλέας. Ἡ Ἀλέα ἀπέχει 11 ὥρας τοῦ Ἄργους, εἶναι ὁ ἀπώτερος δῆμος τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς πάντα νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν, διότι εἶναι πολὺ ἀνώμαλος ὁ τόπος αὐτὸς, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐτουφέκισαν τοὺς Βουλευτάς! Εἰς τὴν Ἀλέαν, ὅπου εἶναι ἕξ μεγάλα χωρία, καὶ ἐν τῷ μέσῳ μία μεγάλη λίμνη ἀρχαιοτάτη, ἔχουσιν ἕνα καὶ μόνον ὑπενωμοτάρχην καὶ ἕνα χωροφύλακα πάντοτε ἀπὸ εἰκοσαετίας. Ὁ φόνος ὁ διαπραχθεὶς ἐν τῷ χωρίῳ Σκοτεινῇ εἶναι φόνος τοπικός, συμβὰς διότι ὁ ἀείμνηστος φονευθεὶς ἦτο ἀδελφὸς ἑνὸς πολιτευομένου ὡς δημάρχου, ὁ ὁποῖος καταγίνεται νὰ γείνῃ δήμαρχος Ἀλέας, καὶ ἐφονεύθη ὁ καλὸς ἐκεῖνος νέος. Ἐὰν ἐτόλμησεν ὁ Φουφόπουλος νὰ εἴπῃ διὰ ψαρονέφρια, ἢ διὰ κριοὺς, ἢ ὅτι ἐπῆρε κότταις ἢ καὶ μόνον αὐγὰ, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐστηρὸς, ὄχι μόνον νὰ τὸν παύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν παραπέμψῃ ἀμέσως εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, διότι ἀστυνόμος ἢ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δέχεται ἔστω καὶ ἓν αὐγὸ ἐκ τῆς ἐπαρχίας του, εἶναι ἀνάξιος τοῦ ἀξιώματος. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι, ἐπὶ τόσα ἔτη πολιτευόμενος, νὰ δεχθῶ, οὔτε αὐγὰ, οὔτε κότταις, οὔτε ἀρνί, οὔτε ἄλλο φιλοδώρημα. Εἶπον δὲ ταῦτα διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμή. Ὅσον πρὸς τὸν ἀστυνόμον Προσυμναίων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι, οὗτος εἶναι ἀνθυπασπιστής. Ἐκεῖ πράγματι ἐγένοντο τραυματισμοὶ καὶ εἷς φόνος, διότι οἱ ποιμένες τοῦ δήμου ἐκείνου ἐρίζουσι συνήθως μὲ τοὺς ποιμένας τῆς Κορινθίας περὶ τῶν ποιμνιοβοσκῶν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε ῥῆξις. Ὡς γνωρίζετε, οἱ ποιμένες διατελοῦσι πάντοτε ὡπλισμένοι, λοιπὸν μπάμ! μπούμ! κἄτι θὰ συμβῇ. Εἰς ὅλον δὲ τὸν δῆμον Προσυμναίων εὑρίσκονται τρεῖς χωροφύλακες μόνον, ὁ δῆμος δὲ οὗτος ἄρχεται ἀπὸ τὸ χωρίον Πασᾶ καὶ φθάνει μέχρι Λιμνῶν. Λοιπὸν πάντα ταῦτα ἐὰν συνέβησαν, χαίρω πολὺ, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲν συνέβη ἄλλο τι κακὸν κατὰ τὴν βουλευτίαν μου. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἀνακοινωθέντα ἐγένοντο νὰ τιμωρήσητε τοὺς ἐνόχους αὐστηρότατα.

§86ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου ἡμῶν καὶ ἐπὶ πολλὰς περιόδους διατελέσαντος βουλευτοῦ ἐξ Ἁλμυροῦ, τοῦ κ. Δ. Οἰκονομίδου. Ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Οἰκονομίδου εἰς ὅλας τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ 1854, ἐξακολουθήσασα τὸ 1866 καὶ ἰδίως τὸ 1878, εἶναι γνωστὴ οὐ μόνον εἰς πάντας τοὺς ἐκεῖθεν καταγομένους, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες, εἴτε ὡς ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἣν τότε ἐξετέλουν, εἴτε ἐκ τοῦ μέρους, ὃ ἀτομικῶς ἔλαβον εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἐγνώρισαν τὴν δρᾶσιν τοῦ σεβαστοῦ πρώην συναδέλφου. Συνεπῶς ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος ἄλλοτε συναδέλφου κ. Οἰκονομίδου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη λάβῃ οἷον ἂν ἐγκρίνῃ κατάλληλον μέτρον.

§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Σαββάτου, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων, ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεμφθῇ καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατηγόρησεν ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἐμερίμνησα, καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον.

§89Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἐμέμφθην ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐπὶ ὁλόκληρον τριετίαν εἰς μάτην εἶχον ἀναφερθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἦτο δὲ ἡ πέμπτη ἢ ἕκτη φορὰ αὕτη.

§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ περὶ τίνος;

§91ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Περὶ τῆς ὑποθέσεως Μαυρολίδου ἦτο ἡ πέμπτη ἢ ἕκτη φορά.

§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρεμπιπτόντως ἤθελον νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Μαυρολίδου, ἐπειδὴ ὅμως μὲ προλαμβάνετε, σᾶς λέγω, ὅτι περὶ τοῦ Μαυρολίδου ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν ἐδόθησαν ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, ὅσοι εἶχον ἀπολέσει τὰ ζῷά των, τὰ ὁποῖα εἶχον δώσει κατὰ τὸν πόλεμον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον τότε ἔστειλε πρὸς τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ, τὸ δὲ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ διέταξεν ἀνακρίσεις· ἀνέλαβε τὰς ἀνακρίσεις ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Πετρινός, ὅστις, περατώσας αὐτὰς, ὑπέβαλε τὸ πόρισμα αὐτῶν, λέγων, ὅτι οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ζώων τούτων. Διότι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος, ὅτε διετάχθη ἡ ὑποχώρησις τῶν στρατευμάτων, διετάχθη νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Γούνιτσαν, παρὰ τὴν γέφυραν, νὰ μὴ παρακολουθήσῃ δὲ τὸν λόχον αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ πάντα τὰ σώματα ὑποχωρήσωσι, νὰ καταστρέψῃ τὴν γέφυραν. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος διέταξε τὸν ὑπηρέτην του καί τινα ἄλλον ὁπλίτην, νὰ παραλάβωσι πάντα τὰ ἐργαλεῖα τοῦ λόχου του, τὰ εὑρισκόμενα ἐκεῖ, καὶ νὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς Φάρσαλον καὶ τὰ παραδώσωσιν εἰς τὸν λόχον, ὅστις θὰ εὑρίκετο ἐκεῖ. Οἱ ὁπλῖται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπῆραν ζῷα ἐκ τοῦ χωρίου, διότι δὲν εἶχον τοιαῦτα, μετέβησαν εἰς τὸ Βελεστίνον, ἐγκατέλειψαν ἐκεῖ τὰ ζῷα εἰς τὴν τύχην των, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν σιδηρόδρομον μετέβησαν εἰς τὴν Φάρσαλον καὶ παρέδωκαν εἰς τὸν ἐκεῖ λόχον τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐντολὴν νὰ παραδώσουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ἐγὼ δὲ, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δὲν εἶχον νὰ ἐνεργήσω πλέον τίποτε, ἀφοῦ εἶχε περατωθῆ ἡ ὑπόθεσις. Τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως ἀπέστειλα εἰς Λάρισαν, πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες εἰργάζοντο ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ἀναφορῶν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, ἵνα ἐνεργήσωσι καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Τί δὲ ἔκαμεν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς αὐτὸς, πῶς ἐφέρθη κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἂν διέπραξε τὴν πρᾶξιν, ἣν ὑπηνίχθη ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐνταῦθα παρακάθηται εἷς τῶν συναδέλφων, ὁ κ. Γίδας, ὅστις ἀπετέλει μέρος τοῦ σώματος ἐκείνου καὶ ὅστις δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν περὶ τῶν ὅσων λέγω, ἂν εἶναι ἀληθῆ.

§93Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁμιλῶν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἠθέλησα νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλείστας ἀνάγκας, αἵτινες μαστίζουσι τοὺς Θεσσαλοὺς, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ στέρησις τῶν ζῴων εἶναι ἐπίσης ἀντικείμενον οὐσιωδέστατον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον αὐτὰ καὶ τὰ ἀπώλεσαν, καὶ οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται εἴτε ν’ ἀποζημιωθῶσιν, ὅπως διὰ τῆς ἀποζημιώσεως ἀγοράσωσι νέα ζῷα, εἴτε ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ζῷα. Ὅτε δ’ ἐγὼ ὡμίλουν περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ Μαυρολίδου καὶ μὲ διέκοψεν εἷς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδοθῇ μήνυσις, εἶπον ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ λαβόντος τὰ ζῷα, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι ν’ ἀποζημιωθῇ ἐκεῖνος ὁ δυστυχὴς, ὅστις ἐστερήθη τοὺς δύο ἵππους του, οἵτινες ἦσαν μάλιστα ἵπποι ἐλάσεως. Ἐπιμένω λοιπὸν καὶ σήμερον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μοὶ εἶναι παντελῶς ἀδιάφορον ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του κατὰ τὸν πόλεμον, δηλαδὴ, κυρίως εἰπεῖν, δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς ἐμὲ τοῦτο, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πρόκειται· ἄλλως βεβαίως ἐνδιαφέρομαι, ὅπως πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἀποδειχθῇ δὲ τοῦτο καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρον σήμερον εἶναι εἰς ἐμὲ νὰ μάθω, ἐὰν ἐλήφθησαν οἱ ἵπποι, καὶ ἂν ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς ἀπέδωκεν αὐτούς. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ μακρηγορῶ ἐγώ· αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔλαβε τοὺς ἵππους καὶ τοὺς ἐγκατέλειψεν ἐν Βελεστίνῳ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως θέλει ἐρευνήσει, ἐὰν ὄντως ἐγκατελείφθησαν οἱ ἵπποι, ὅτε καὶ πάλιν ἀκέραιον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ χωρικοῦ, τοῦ στερηθέντος τοὺς ἵππους του, ν’ ἀποζημιωθῇ. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Μένει ὅμως καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον προχθές, ἐξαναγκασθεὶς κατόπιν ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν, διότι πεντάκις ἢ ἑξάκις ἀνεφέρθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου ὁ δικαιοῦχος· ὅτι οἱ ἵπποι αὐτοὶ δὲν ἐγκατελείφθησαν, ὅτι οἱ ἵπποι αὐτοὶ παρέμειναν εἰς χεῖρας στρατιώτου τοῦ μηχανικοῦ, ἐὰν δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἔρευνα ἀκριβεστέρα, θέλει βεβαιωθῆ ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ὁ εἷς τῶν δύο ἵππων δὲν ἐγκατελείφθη. Εὔχομαι νὰ ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, ὅτι ἀμφότεροι οἱ ἵπποι ἐγκατελείφθησαν, καὶ ὅτι ἑπομένως μόνον μίαν ζημίαν θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον, τὴν ζημίαν νὰ ἀποδώσῃ τὸ τίμημα τῶν ἵππων αὐτῶν πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἐστερήθη τῶν κτηνῶν του οὕτως ἀδίκως διὰ μίαν δημοσίαν ἀνάγκην. Θὰ ηὐχόμην, λέγω, τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἡ ὑπηρεσία ἤθελε βεβαιωθῆ ὅτι δὲν ἐγκατελείφθησαν ἀμφότεροι οἱ ἵπποι, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ ἕτερος ἔστω ἐξ αὐτῶν πιθανὸν νὰ παρέμεινεν εἰς χεῖρας στρατιώτου τινὸς, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ὁ ἀξιωματικὸς Μαυρολίδης, ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τοῦ θέματος τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου ὅμως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναμνήσω, ὅτι θέμα τῆς ὁμιλίας μου κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἦτο αἱ διάφοροι ἀνάγκαι τῶν Θεσσαλῶν, καὶ ὅτι μία ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐστερήθησαν οἱ Θεσσαλοί. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν ἤρξατο ἐργαζόμενος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θέλει εὕρει σωρείαν αἰτήσεων μήπω περατωθεισῶν· δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξε κακὴ θέλησις, ἵνα μὴ περατωθῶσιν, ἀλλὰ, κατόπιν τῶν τόσων δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ Θεσσαλοὶ,—γνωρίζετε δὲ ὅτι ἡ περιουσία τῶν χωρικῶν εἶναι πολλάκις εἷς ἵππος ἢ μία ἡμίονος,—νομίζω ὅτι δὲν σᾶς ζητοῦμεν μεγάλα πράγματα, ἵνα κουρασθῇ τις, ἀκροώμενος ἡμῶν, ἢ ν’ ἀγανακτήσῃ· ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀποδοθῶσι τὰ κτήνη, ἐὰν αὐτὰ εὑρίσκονται, ἢ τὸ τίμημα αὐτῶν.

§94Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις, ἣν ἐπρόκειτο νὰ δώσω, ἀφεώρα εἰς κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνε, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τυρνάβου, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐπελήφθην τῶν ὑποθέσεων τούτων καὶ δὲν ἐπέσπευσα, ὅπως αὗται περατωθῶσι ταχέως. Ἀδιαφορῶ, ἂν εἷς ἀξιωματικὸς παρέβη τὸ καθῆκόν του, καὶ ἔπραξε πρᾶξιν, ἥτις εἶναι ἀξιοτιμώρητος· ἐμὲ ἐνδιαφέρει κυρίως νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὴν μομφὴν, ἣν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, μὴ ἐπισπεύσας τὴν περάτωσιν τῶν ὑποθέσεων τούτων, καὶ ὅτι, ἐνῷ μοὶ ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου αἴτησις καθ’ ὡρισμένου προσώπου, παρημέλησα καὶ ταύτην. Βεβαιῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν παρημέλησα τὸ καθῆκόν μου, ἀλλὰ καὶ ἔσπευσα νὰ συστήσω ἐπιτροπὰς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα ἐξελεγχθῶσιν ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ ταχέως, ἵνα ἐξελεγχθῶσι τὰ πράγματα τὰ ἀκριβῆ, καὶ φθάσωσιν ἐγκαίρως αἱ ἐκθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ βεβαιωθῇ τίνες δικαιοῦνται πραγματικῶς νὰ λάβωσιν ἀποζημιώσεις. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπερατώθησαν εἰσέτι, καὶ δὲν ἔφθασε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦτο προέρχεται διότι αἱ ὑποθέσεις αὗται εἶναι τόσον περίπλοκοι καὶ τόσον ἀνώμαλοι, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι θὰ χρειασθῇ ἀκόμη ἀρκετὸν διάστημα, διὰ νὰ περατωθῶσι πᾶσαι καὶ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς δυστυχεῖς Θεσσαλοὺς ὅ,τι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι πραγματικῶς. Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἀξιωματικὸν Μαυρολίδην, λέγω ὅτι ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν, καὶ ἐμερίμνησα περὶ αὐτῆς, ἔμαθον δὲ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὴν ἐνέργειαν, ἥτις ἐγένετο, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ταύτης δὲν εἶχον νὰ κάμω τίποτε, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶχε περατωθῆ καὶ ἡ δικογραφία ἐστάλη πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα ἐξελέγξωσι τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ καθορίσωσιν, ἐὰν καὶ τίνες δικαιοῦνται νὰ πληρωθῶσι. Περὶ τούτου ἐπρόκειτο· δὲν ἐπρόκειτο νὰ προστατεύσῃ ἢ τιμωρήσῃ τινὰ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, εἰς τὰς χεῖρας τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ σχετικὴ ὑπόθεσις.

§95Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δι’ ἐμὲ ἀρκετὴ ἀπάντησις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αἰτήσας διὰ νομοσχεδίου πίστωσιν περὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία μὲ εὐχαριστεῖ, διότι θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐπὶ τέλους.

§96Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ δύο κυρίως θεμάτων ἔφερε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου· πρῶτον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν δύο ἵππων, τῶν ἀπολεσθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου, καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς ὑπονοίας ὅτι οἱ ἵπποι οὗτοι δὲν ἀπωλέσθησαν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ ἐχρησιμοποιήθησαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος κ. Βουλευτής, ὅτι σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφος κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 200,000 δραχμῶν, καὶ ἐξέθηκε τὸν σκοπὸν τῆς πιστώσεως ταύτης, ἥτις κρίνεται ἐπαρκής, διότι ἐκ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου ἐπερατώθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς ἀποζημιώσεις ἱπποζυγίων, ἁμαξῶν καὶ λοιπῶν ὑλικῶν, ἐξεκαθαρίσθησαν τοιαῦται διὰ ποσὸν 44 χιλιάδων δραχμῶν, μένουσι δὲ εἰσέτι ἐκκρεμεῖς τοιαῦται ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 200,000 δραχμάς, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκκαθαρισθείσας ἤδη, ὑποθέτομεν ὅτι θὰ περιορισθῶσιν εἰς ποσὸν ἔλαττον τῶν 150,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ἡ πίστωσις ἡ αἰτηθεῖσα σήμερον ἀρκεῖ, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι σήμερον ἐξέδωκα διαταγὴν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐν Λαρίσῃ ἐργαζομένην, ὅπως ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐκκαθαρίσῃ καὶ τὰς ὑπολειπομένας τοιαύτας ὑποθέσεις, ἵνα ὁ φάκελλος καταρτισθῇ τελείως καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἀπολεσάντων τὰ κτήνη αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μαυρολίδου, ἣν καθ’ ὁλοκληρίαν ἠγνόουν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, διέταξα πάραυτα τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ἐπὶ τῷ τέλει ἵνα βεβαιωθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἂν ὄντως οὗτος κατεχράσθη τοὺς ἵππους, ἢ ἀπώλεσεν αὐτοὺς ἐν τῷ πολέμῳ...

§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη.

§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὡμολόγησεν, ὅτι ἐγένετο ἐνέργειά τις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ὅτι δὲν ἐκρίθη ἀξιόποινος ὁ ἀνθυπολοχαγός· ἐν τούτοις ἐγὼ διέταξα καὶ πάλιν τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς θέλω σᾶς ἀναγγείλει τὸ ἀποτέλεσμα, εὐθὺς ὡς περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου.

§99Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἰδοποιήσητε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ καλέσῃ καὶ ἐμὲ, ἵνα καταθέσω ὅ,τι γνωρίζω περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ.

§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.

§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μίαν σύστασιν ἐπιτραπήτω μοι, παρακαλῶ, νὰ ποιήσωμαι τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μίαν διαμαρτυρίαν νὰ ἐκφέρω ὑπὲρ τῶν ἑκάστοτε ἐδῶ ἀδικουμένων ἐπὶ βλάβῃ ὄχι μόνον τούτων, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ἡμῶν αὐτῶν προσέτι, κύριοι Βουλευταί. Μεταβαλλομένου τοῦ Βουλευτηρίου ἐνίοτε εἰς αἴθουσαν οἱονεὶ ποινικοῦ τινος δικαστηρίου, ἀκούομεν ἀποδιδομένας τισὶ πράξεις ἀξιοποίνους, ἢ τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσιν αὐτῶν ὅλως διασαλευούσας, χωρὶς ὅμως οἱ καταγγελλόμενοι οὗτοι καὶ βλαπτόμενοι νὰ δύνανται νὰ ὑπερασπίζωσιν ἑαυτούς. Οὕτω δὲ ἀναπολόγητοι πάσχουσι. Καὶ εἶναι μὲν γνωστὴ πᾶσιν ἡ συνταγματικὴ ῥῆσις περὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀνευθύνου, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὀφείλομεν μεγίστην νὰ καταβάλλωμεν προσοχὴν εἰς πᾶσαν ἰδέας ἢ λόγου ἡμῶν ἔκφρασιν. Διότι ἄλλως ἐπὶ τῇ καταχρήσει τοῦ νομικοῦ ἀνευθύνου ὑπέχομεν οὐχὶ μικρὰν ἠθικὴν εὐθύνην. Καὶ αὔξεται αὕτη, ὅσον ἐπιτείνεται ἐκείνη. Εὑρίσκονται δηλ. εἰς εὐθὺν λόγον πρὸς ἀλλήλας. Ἡμεῖς, ἐντεταλμένοι ἐν ἄλλοις τὴν διὰ τῶν νόμων ἀποκάλυψιν, τὴν γένεσιν τοῦ δικαίου, ὀφείλομεν νὰ ὁδηγώμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας αὐτοῦ, συνισταμένης εἰς τὸ ἀπονέμειν τὸ προσῆκον ἑκάστῳ (suum cuique). Ἀλλὰ δὲν παραβιάζεται ἡ ἰδέα τοῦ δικαίου, ὅταν τοιαῦται ἐγείρωνται ἐνταῦθα συζητήσεις; Καὶ νῦν, ἂν μὲν ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικὸς εἶναι ἔνοχος, ὑποβάλλεται εἰς διαπόμπευσιν, κηρυχθησομένην αὔριον διὰ τῆς δημοσιογραφίας urbi et orbi, καὶ οὕτως ὑφίσταται οἱονεὶ πρόσθετον παρὰ τὸν νόμον ποινήν. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀθῶος; Τότε διὰ τὴν φρικωδίαν τῆς ἰδέας εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις τὴν κατάλληλον λέξιν. Καὶ εἶναι μυριάκις προτιμότερον νὰ μὴ γίγνηται λόγος περὶ ἑκατὸν ἐνόχων ἐδῶ ἢ εἷς καὶ μόνος ἀθῶος νὰ διασύρηται. Ἀλλά, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ Ἐπαμεινώνδας Μαυρολίδης ὑπεβλήθη ἤδη εἰς ἀνάκρισιν, οὐδὲν δὲ κατ’ αὐτοῦ ἀπεδείχθη, καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων ἐπιτροπήν. Τέλος δὲ, μὴ ἀξιῶν νὰ φαίνωμαι δίδων ἄλλοις συμβουλὰς, φρονῶ ὅτι ἐν τοῖς τοιούτοις ἐν γένει ζητήμασι τὸ μᾶλλον προσῆκον καὶ πρακτικὸν μέτρον εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὅταν ὁ Βουλευτὴς ἔχῃ κατά τινος βασίμους πληροφορίας ἢ ὑπονοίας περὶ ἀξιομέμπτου ἢ ἀξιοποίνου πράξεως, δέον νὰ καταγγέλλῃ τὸν δράστην κατ’ ἰδίαν τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ, ἂν δ’ οὗτος ἀμελῶς ἢ ὀλιγώρως φέρηται, τότε, γιγνομένης ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δημοσίᾳ ἐγειρομένης συζητήσεως, ὑπέχει ἐπ’ αὐτῇ πλέον μόνος ὅλην τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις.

§102Δ. ΓΙΔΑΣ. Ἐπειδὴ προεκλήθην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου νὰ ἀναφέρω ὅ,τι γνωρίζω περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ Μαυρολίδου, λέγω ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πράγματι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος ἔλαβεν ἓν ἀπόσπασμα καὶ ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸν λόχον μου διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν γέφυραν τῆς Γουνίτσης, καὶ ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν του ταύτην ἐξετέλεσεν. Ἐκ μαρτυριῶν δὲ γνωρίζω, ὅτι ἔλαβε δύο ζῶα ἀπὸ τοῦ ἐκεῖ χωρίου, καὶ δι’ αὐτῶν ἀπέστειλεν εἰς Λάρισαν τὰ ἐργαλεῖα, παραδοὺς αὐτὰ εἰς δύο στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς Λάρισαν καὶ μὲ τὸ ἀπόσπασμα ἐπανῆλθον εἰς τὸν λόχον, εἰς τὰ Φάρσαλα. Τίνα χρῆσιν ἔκαμον τῶν ζώων αὐτῶν μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἐργαλείων, δὲν γνωρίζω· γνωρίζω μόνον, ὅτι οἱ στρατιῶται μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐπανῆλθον εἰς τὸν λόχον.

§103Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰ ἔγγραφα αὑτοῦ καὶ ἀνεύρῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ.... διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας διατάσσεται τὸ σῶμα νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις, καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7148 ἀναφοράν, μετὰ τὰ συναφῆ ἔγγραφα, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ συντάγματος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφορῶσαν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ μάθῃ, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἐκ μνήμης εἶχον πρόχειρον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔστειλε τὰ ζῷα ταῦτα εἰς τὴν Μάνην, βεβαιῶ ὅτι ὁ πατήρ του, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἔφυγεν ἐκ Μάνης, μὴ ἐπιστρέψας μέχρι τοῦ θανάτου του. Βεβαιῶ ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν ἔχει ἐκεῖ συγγενεῖς, χάριν τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἴσως νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον ἀτόπημα, οὐδέποτε δὲ μετέβη εἰς Μάνην, ἣν ἀγνοεῖ ἐντελῶς. Λοιπὸν δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα στείλῃ ὁ ἀξιωματικὸς τὸν ἕτερον τῶν ἵππων εἰς τὴν Μάνην· ἐξ οὗ συμπεραίνω, ὅτι πληροφορίαι ἀνακριβεῖς καθ’ ὅλα ἐδόθησαν εἰς τὸν συνάδελφον, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων προέβη εἰς τόσῳ βαρεῖαν κατηγορίαν.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.

§105ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ δύο θεμάτων, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἀναβάλλω τὸν περὶ αὐτῶν λόγον εἰς αὔριον. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ καταθέσω ἐνταῦθα ἐγγράφους ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως καταθέσωσι πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ τρεῖς, νομίζω, ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἡ πρώτη αἴτησις εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 58 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀκριβεῖς καταστάσεις κατ’ ἄρθρον τῶν εἰσπραχθέντων ποσῶν ἀπέναντι τῶν εἰσπρακτέων ὑπολοίπων τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898, τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν ὑπὸ κεφάλαιον Ηʹ.» Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ὑφίσταται κατ’ ἔτος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τηρεῖται. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ εὕρῃ ἑκάστης κατὰ μέρος εἰσπράξεως τὴν αἰτίαν, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 99 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐργασιῶν τῶν μὴ ἀποπερατωθέντων ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 δημοσίων ἔργων, τῶν ἐγκεκριμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ φέροντος τὸ ὄνομα τοῦ εἰρημένου ἔτους, καὶ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης δαπάνης, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δοθείσας πιστώσεις. Ὅπως παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔργα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ ἑπομένως εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσῃ, ποῖα δὲν ἀπεπερατώθησαν. Τρίτον, «παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ πίνακα ἀκριβῆ τῶν κατὰ τὸν περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμον χορηγηθεισῶν συνδρομῶν εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896, 1897,1898 καὶ 1899, μετὰ σημειώσεως, διακεκριμένως κατὰ δήμους, τῶν ἐν ἑκάστῳ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων ἐκπαιδευτικῶν πιστώσεων, τῶν ἐπενεχθεισῶν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ νομάρχου μεταβολῶν τε καὶ αὐξήσεων καὶ τῆς γενομένης ἐν ἑκάστῳ δήμῳ αὐξήσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἢ ἄλλων ἐσόδων (ἄρθρ. 56, 57, 58 τοῦ νόμου).» Ἐνταῦθα ζητῶ πληροφορίας ἀναγομένας μέχρι τῆς ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, αἵτινες δὲν εἶναι δύσκολον νὰ δοθῶσι, καθόσον τὰ ἀναγόμενα εἰς αὐτὰς δημοσιεύονται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ εἶναι δύσκολον νὰ συλλεχθῶσιν ἀσφαλῶς παρὰ τοῦ μὴ εὑρισκομένου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι δὲ χρήσιμοι, ἵνα μάθωμεν κατὰ πόσον προοδεύει ἢ ἐλαττοῦται ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ὑπὲρ ἀπόρων καὶ μὴ ἀπόρων δήμων, διότι ἀρχίζω νὰ εἰκάζω, ὅτι πολλοὶ εὔποροι δῆμοι προτιμῶνται τῶν ἀπόρων, λαμβάνοντες χορηγήματα, ἅτινα δὲν ἔπρεπε νὰ δίδωνται. Ὅταν λ.χ. εἷς δῆμος τῶν μεγάλων τοῦ Κράτους, ἐνῷ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔλαβε βοήθημα, αἴφνης κατὰ τὸ 1899 εὑρέθη τόσον ἄπορος, ὥστε νὰ λάβῃ συνδρομὴν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἐρωτῶ, διατὶ ἡ τοιαύτη προίκισις τοῦ δήμου διὰ τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ; Ἔχω καὶ τετάρτην αἴτησιν, ἥτις ὁμολογῶ ὅτι περισσοτέραν δυσχέρειαν θέλει φέρει εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διότι ἀνάγεται εἰς πληροφορίας περὶ τῶν μεταλλείων, αἵτινες ἀνατρέχουσι κυρίως μὲν μέχρι τοῦ 1895, ὅτε ἐπετράπη ἐκ νέου ἡ διὰ Β. Διατάγματος παραχώρησις, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ 1861, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ πρῶτον ὁ νόμος περὶ μεταλλείων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ὑπάρξῃ δυσκολία περὶ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκ τῶν μεταλλείων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς λειτουργίας τῆς φορολογικῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, ἰδίως δὲ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν καθυστερούντων οὐχὶ μόνον γενικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς κατὰ μεταλλεῖα.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον... Δὲν εἶναι παρών. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τῶν ζώων.

§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὁ νόμος, ὡς εἰσάγεται σήμερον, τροποποιημένος τὸ τρίτον, πρὸς συζήτησιν, ἀποδεικνύεται ἐν μέρει περιττὸς, διότι ἐφρόντισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὸ σπουδαιότατον τῶν θεμάτων, εἰς ὃ ἀφορᾷ ὁ νόμος οὗτος, ἐφρόντισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὄχι μόνον δι’ ἐγκυκλίων, ἀλλὰ καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων νὰ ἐκτελέσῃ νομοθετικὰ καθήκοντα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον μὴ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη πολλῆς προσοχῆς, ἵνα ἀντιληφθῆτε τὸ γεγονός. Τί ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον; Ἐψηφίσαμεν ἐν ἄρθρῳ 2 φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων καὶ τὸ ἄρθρον 2 παραδόξως, παρὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι σαφέστατον, διότι λέγει: «Ἐπιβάλλεται φόρος κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, καταβαλλόμενος ὑπὸ τῶν κυρίων καὶ κατόχων αὐτῶν, ὁριζόμενος δὲ οὕτω: αʹ) ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων δρ. 1 βʹ) ἐπὶ τῶν βοῶν, ἀγελάδων καὶ βουβάλων δραχ. 3», καὶ οὕτω καθεξῆς. § 2: «Ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς κατὰ τόπους δημοτικοῖς σφαγείοις, ἢ καὶ ἐν ἄλλοις τόποις, πρὸς τοῦτο ὡρισμένοις, κατὰ τὴν σφαγὴν τοῦ ζώου.» Λοιπὸν ῥητῶς ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν σφαγὴν τοῦ ζώου ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ, εἴτε τῷ σφαγείῳ, εἴτε τῷ ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ὡρισμένῳ ἄλλῳ τόπῳ. Ἄλλην διάταξιν φορολογικὴν δὲν περιέχει ὁ νόμος οὗτος, καὶ βεβαίως δὲν ἐφανταζόμην Ὑπουργὸν, ὅστις, ἔχων τοιαύτην ῥητὴν, σαφῆ καὶ ὡρισμένην διάταξιν, ἤθελεν ἐκτείνει χεῖρα φορολογικὴν καὶ ἐπὶ ἄλλων, καὶ ἐπὶ ζώων μὴ σφαζομένων ἐν σφαγείῳ, κατὰ τὴν σφαγήν. Ἀλλὰ τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα, ὅπερ προανήγγειλεν ὁ νόμος ὁ περὶ τῶν ζώων, ἐπεκτείνει τὴν φορολογικὴν πρόνοιαν· τὰ ἄρθρα 1, 31, 4 καὶ 5 περιέχουσι τὴν ὑπερβασίαν ταύτην (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 1. Διὰ πλειοδοτικῆς δημοπρασίας κλπ. διατίθεται κατ’ ἐπαρχίαν ἢ κατὰ δῆμον ὁ φόρος τῶν πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἢ τῷ δήμῳ σφαζομένων ἢ ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων.» Βλέπετε, ὁ νομοθέτης — ἡμεῖς καὶ ὁ Βασιλεὺς — ὁρίζει φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων κατὰ τὴν σφαγὴν ἐν τῷ τόπῳ, ἡ δ’ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὁρίζει φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων καὶ φόρον ἐπὶ τῶν ἄλλοθεν μεταφερομένων ζώων, καὶ ὁρίζουσα τοῦτο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διατάσσει τὰ προσήκοντα πρὸς εἴσπραξιν τοῦ διπλοῦ τούτου φόρου. Τοῦτο ἔχετε ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 3, 4 καὶ 31, ἔχετε ἐν παντὶ τῷ διατάγματι. Καὶ ἀφοῦ ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ἔκνομον, τὸ ἀντισυνταγματικὸν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ἐξεδόθησαν καὶ αἱ προσήκουσαι ἐγκύκλιοι, καὶ αὗται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ τοῦ διατάγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου, διότι δὲν εἶναι μόνον σαφὴς ἡ διάταξις αὕτη, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ μηδεμίαν ἄλλην ἑρμηνείαν,—εἶναι καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τελείως σαφὴς ἡ διάταξις,—ἀλλ’ ἔρχεται ἄλλη διάταξις, ἥτις συντελεῖ, καίτοι δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τοιαύτη εἶναι περιωρισμένως ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ φόρου τῶν ἔξωθεν, τῶν ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων. Εἶναι δὲ ἡ διάταξις αὕτη ἡ τῶν ἄρθρων 37 καὶ 38 τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 37. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου (τὰς ὁποίας ἀναγνώσαμεν, τοῦ ἄρθρου 2,) δὲν ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὡσαύτως δὲν ἐφαρμόζονται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Οἰτύλου καὶ Γυθείου κλπ.» Ἄρθρον 38. «Τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα ἢ ἐξ Ἑπτανήσου καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου κλπ. μεταφερόμενα ἐσφαγμένα ζῷα ὑπόκεινται εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 ὁριζόμενον φόρον, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως κλπ.» Λοιπὸν ὡρισμένος φόρος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν, ἐκτὸς ὡρισμένων μερῶν, ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς· ὁ φόρος οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς ὡρισμένα τινὰ μέρη· ἐκεῖ δὲ ὁ νομοθέτης θέλει νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος κατὰ τὴν μεταφορὰν, καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Τόσον ὁ νόμος οὗτος ἦτο σαφὴς, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον, στενοχωρηθέντες διότι δὲν ἠδύναντο νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου μετ’ ἐλπίδος ἐπιτυχίας, εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης, εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ, τροποποιηθὲν τὸ δεύτερον, πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν μετέπειτα καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς στενοχωρίας, διότι ἔληγον αἱ ἡμέραι τῶν συνεδριῶν καὶ δὲν ἐφθάνομεν εἰς πέρας, ἐδήλωσαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος, διαρρέει τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου, διότι, εἶπον,—ἐνθυμοῦμαι τὸ παράδειγμα,—οἱ ἔχοντες συμφέρον θέλουσιν ἐνοικιάσει τὸν φόρον τοῦ δήμου Φυλῆς, καὶ ἐκεῖ ἐγκαθιδρυόμενοι θέλουσι σφάζει ἅπαντα τὰ ζῷα αὑτῶν, ἀφοῦ πληρώσωσι 5,000 μόνον, καὶ θέλουσιν ἔπειτα εἰσάγει αὐτὰ εἰς Ἀθήνας, καὶ οὕτω θέλουσιν ἀποφύγει τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου, ἂν ἔσφαζον αὐτὰ, ἤθελον πληρώσει κολοσσιαῖα ποσά. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ταῦτα ἠκούσθησαν, τὸ μὲν διάταγμα φέρει χρονολογίαν τῆς 21 Αὐγούστου 1899, καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ διάταγμα εἶχε τελέσει ἤδη τὴν ὑπέρβασιν τοῦ νόμου, ἐξεδόθη δ’ ἔπειτα ἐγκύκλιος τῇ 23 Δεκεμβρίου 1899, ἣν μοὶ ἔστειλαν ἐκ Θηβῶν καὶ ἥτις πραγματικῶς μὲ κατέπληξε,—τηλεγραφικὴ ἐγκύκλιος,—διότι λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ βάσει νόμου ͵ΒΦΟΘʹ περὶ φορολογίας ζώων καὶ ἐκτελεστικοῦ Β. Διατάγματος διατίθεται δι’ ἐνοικιάσεως ὁ κατὰ δῆμον φόρος τῶν πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἢ τῷ δήμῳ σφαζομένων ζώων ἢ ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια καὶ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου τούτου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ χθὲς ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ.» Καὶ ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ νέου, ὅπερ δὲν ἐψηφίσαμεν ἀκόμη, ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις τόσῳ σαφῆ πράγματα ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς καὶ μετὰ τόσης ζέσεως καὶ σαφηνείας ὑπεστήριξεν αὐτὰ, καὶ κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ οὗτος ὁ νόμος, ὁ ἐπιβάλλων ἕνα μόνον φόρον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐκτὸς τῶν συνήθως ἐξαιρουμένων τῆς ἀμέσου φορολογίας μερῶν. Ὁ Ὑπουργὸς κατὰ μὲν τὸν Αὔγουστον ἐξέδωκε διάταγμα περιλαμβάνον ἄλλα, κατὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ Σύνοδος καὶ ἀφοῦ δὲν ἐπέτυχε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόντισεν ὄχι μόνον νὰ στηρίξῃ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ἐκνόμου αὑτοῦ διατάγματος, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἀρυσθεὶς ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς πρώτης ψηφίσεως ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔμεινεν ἀψήφιστον. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανές· τοὐλάχιστον ἐγὼ, ἐν τῇ μικρᾷ πείρᾳ, ἣν ἔχω, τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν, πολιτευόμενος ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶδον μέχρι τοῦδε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οὕτω παρεμβαίνουσαν εἰς καθήκοντα ξένα καὶ διατάσσουσαν αὐτὴν ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ νόμος ἀπηγόρευσε,—δὲν ὥρισε καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀπηγόρευσε. Πῶς εἶναι δυνατὸν, οὕτως ἔχοντος τοῦ νόμου, νὰ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐν ἐγκυκλίῳ πρὸς τοὺς ἐφόρους, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια καὶ ὀρθὴ ἑρμηνεία αὐτοῦ; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τοῦτο, ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ οὐ μόνον δὲν ἔλεγε τοῦτο, ἀλλ’ ἔλεγεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην νέου νόμου, ἵνα διορθώσῃ τὰ γενόμενα σφάλματα καὶ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἐκείνων, ἅτινα μέχρι τοῦδε εἰσέπραττεν; Ὅτι δὲ τοιοῦτόν τι δὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν,— διότι δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὴν χωρὶς νὰ ἐγερθῇ τις ὁ παρατηρῶν ὅτι ἄλλα συνεζητήσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν,— προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ἣν οὐδὲν τοιοῦτον λέγει περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀλλὰ φροντίζει μόνον, ζητῶν νὰ γείνωσι νέαι τροποποιήσεις τοῦ νόμου, νὰ παραστήσῃ ὡς ἀναξίας λόγου τὰς γινομένας τροποποιήσεις. Καὶ ἀκούσατε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων ὑπέδειξε μικράς τινας ἐπενεκτέας τροποποιήσεις καὶ συμπληρώσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν ἀκριβῆ βεβαίωσιν τῶν σφαζομένων ζώων, εἰς τὸν φόρον τῶν μεταφερομένων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ἐσφαγμένων ζώων καὶ εἰς τὸν δημοτικὸν φόρον, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὸ κατωτέρω νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ αὐτὸ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς. Διὰ τοῦ προτεινομένου νόμου θεσμοθετεῖται διάταξις, καθ’ ἣν ἡ σφαγὴ τῶν πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ δήμῳ, ἐν ᾧ ἐσφάγησαν, ζώων ἐπιτρέπεται μόνον δι’ ἀδείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἢ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐὰν ὁ φόρος διετέθη δι’ ἐνοικιάσεως, προκειμένου δὲ περὶ τῆς σφαγῆς ζώων προωρισμένων πρὸς μεταφορὰν εἰς ἄλλον δῆμον, ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄδεια τῆς σφαγῆς ἐκδίδεται ὑπὸ μόνου τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἢ τοῦ ἀστυνόμου, παροχῇ ἀξιοχρέου ἐγγυητοῦ» καὶ λοιπὰ,—πράγματα ἅτινα παρῄτησε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ὑποθέτω ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰ διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος, τοῦ νομοσχεδίου περιέχοντος διάταξιν, ὅτι δι’ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος κανονισθήσονται τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐσφαγμένων μεταφερομένων ζώων. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ τὸ πρῶτον εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ἑρμηνεύει ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ εἶναι προφανέστερον, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνταῦθα συνδέονται πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὰς πεποιθήσεις ὅλης τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ νόμος, ὃν ἐψήφισε, (καὶ ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τόσον σαφής, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως,) δὲν δύναται τελεσφόρως νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως καὶ τὰ ἐσφαγμένα ζῷα φορολογῶνται κατὰ τὴν μεταφοράν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐν τῇ ἐξετάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐνταῦθα εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐρευνήσωμεν ὡσαύτως, πῶς τοιοῦτόν τι ἐγένετο ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἐσκόπουν δι’ ἐπερωτήσεως νὰ ὑποβάλω πρὸ μικροῦ, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, προετίμησα, ἐρχομένου τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου—καὶ εὐτυχῶς ἦλθεν ἀμέσως ὁ λόγος—νὰ ὑποβάλω αὐτὸ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προέκυψαν ἄτοπα, ἅτινα προανήγγειλε κατὰ τὴν τελευταίαν —τὴν πρώτην— συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς ὑπερβολῆς· δηλαδὴ τὰ ἄτοπα, ἅτινα προανήγγειλεν ὁ κ. συνάδελφος, ὑπερεθεμάτισαν τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ...

§110ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένοντο δηλαδὴ ζωηρότερα.

§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα... Θέλω εἴπει πρὸς ὑμᾶς τι, ὅπερ προκύπτει ἐξ ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ Λαυρίου. Ἐκεῖ ἐνωκιάσθη, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὁ φόρος τῶν σφαζομένων ζώων καὶ ὁ φόρος τῶν ἔξωθεν μεταφερομένων...

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ δύο διακεκριμένων δημοπρασιῶν;

§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντα διὰ μιᾶς δημοπρασίας. Ἀλλαχοῦ θὰ ἔχωμεν καταστροφὰς τῶν ἐνοικιαστῶν, ὅπως ἐν Θήβαις. Ὁ ἐνοικιαστής, ὅστις, γνωρίζων ἐμὲ, ἐκ Θηβῶν ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου προσκλαιόμενος, ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος μοὶ ἔδειξε, τί ἐνωκίασεν ὁ ἄνθρωπος, μὴ γνωρίζων τί ἐνοικιάζει, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς Θήβας σφάζονται ὀλίγα ζῷα διὰ τὴν κατανάλωσιν, σφάζονται δὲ καὶ ἐξάγονται περισσότερα, καὶ δὲν εἰσάγονται ἔξωθεν ἄλλα ζῷα, ὁ ἐνοικιαστής, οὗτινος δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ ποσὸν τοῦ ἐνοικίου, εἶναι κατεστραμμένος. Σφάλμα αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὰ τυφλὰ ἐνωκίασε...

§114ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον.

§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκφράσεις τῆς διακηρύξεως. Δυστυχῶς, ἀγράμματος ἄνθρωπος, δὲν ἐπρόσεξε.

§116ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι ἄκυρος ἡ ἐνοικίασις.

§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο ζήτημα τοῦτο, ὅπερ θὰ ἐξετάσωσι τὰ δικαστήρια. Λοιπὸν εἰς τὸ Λαύριον ἰδοὺ τί συνέβη. Ὁ δῆμος Λαυρεωτικῆς εἶναι συνεχὴς πρὸς τὸν δῆμον Θορικίων, ὅστις ἀπεσπάσθη ἀπ’ αὐτοῦ, ὄντος ἄλλοτε δήμου Λαυρίου, μετὰ εὐρυτέρας ἐκτάσεως. Ἀπὸ τῶν Ἐργαστηρίων τοῦ Λαυρίου μέχρι Θορικοῦ, Ἁγίου Νικολάου καὶ ἄλλων ἐκεῖ συνοικισμῶν, ἡ ἀπόστασις εἶναι ¼ τῆς ὥρας, 10 λεπτὰ κλπ. Ἐκεῖ ὁ ἐνοικιαστής, κατὰ καλὴν τύχην, ἐνῳκίασε καὶ τοὺς δύο φόρους, καὶ τοῦ δήμου Θορικίων καὶ τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς. Τί συμβαίνει λοιπόν; Ὅτι ἐκεῖ φορολογοῦνται δὶς ὅλα τὰ ζῶα, ἅτινα ἐξάγονται ἐκ τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς· διότι φορολογοῦνται εἰς τὸ σφαγεῖον, ἐν Ἐργαστηρίοις, καὶ εὐθὺς ὡς μετὰ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας ὁ ἀγοράσας ἓν τμῆμα τοῦ σφαγέντος ζώου, μίαν κεφαλὴν ἢ ἕνα πόδα, εἰσέρχεται, μετὰ πέντε λεπτά, εἰς τὰ ὅρια τοῦ ἑτέρου δήμου, ἐκεῖ ὁ ἐνοικιαστὴς ἄγρυπνος ζητεῖ ἀπ’ αὐτοῦ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν ἄλλον φόρον· ἀλλ’ ἐκεῖ εὑρίσκεται ἀπέναντι ζώου μὴ ἀκεραίου, καὶ τότε γίνεται ἀναλογισμὸς, οὗτινος τὴν εἰλικρίνειαν δύναται, ὅπως καλῶς λέγουσιν ἐνταῦθα οἱ ἀναφερόμενοι, νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ζῶον ἐξέρχεται εἰς ὀκτὼ ἢ δέκα τεμάχια πρὸς τὸν δῆμον Θορικίων, φαντάζεσθε ἂν μένωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἐν τῷ νόμῳ φόρου, μιᾶς δραχμῆς, — ὁμιλῶ περὶ τῶν μικρῶν ζώων, — ἢ ἐπὶ χοίρων 2 καὶ 50/00. Οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι, οἵτινες καθ’ ἡμέραν εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν δύο δήμων, εἶναι εἰς ἀπελπισίαν, καὶ τοσούτῳ περισσότερον, καθόσον διαμαρτυρόμενοι ἐκεῖ δὲν κατορθώνουσι νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῶν ὀνύχων τοῦ ἐνοικιασλοῦ, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐπιμένει νὰ πληρώσωσιν. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος, ἐκεῖ ὅπου ὁμιλεῖ περὶ σφαγῆς τῶν ζώων, δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσῃ τις, νὰ ἀνακόψῃ, ἀλλὰ τοιαύτη διάταξις, προκειμένου περὶ μεταφορᾶς, φυσικῶς δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν προβλέπει ὁ νόμος περὶ μεταφορᾶς. Ἀνηνέχθησαν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ, ὡς μοὶ εἶπον, ὁμολογουμένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε διαταγὴν νὰ προστατευθῶσιν οὗτοι, ἐπιτρέπον εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ πληρώσωσιν, ὑποβάλλοντες ἀνακοπάς. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔρημον ἐκεῖ μέρος ὁ ἐνοικιαστής, ἔχων καὶ ὑποστηρίξεις τῶν ὑποδεεστέρων ἀρχῶν, δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦσι νὰ ζημιῶνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πληρώνοντες φόρον κατὰ τὴν σφαγὴν τῶν ζώων καὶ πληρώνοντες ἕτερον φόρον, ὃν ἀπαιτεῖ ὁ ἐνοικιαστὴς κατὰ τὴν μεταφορὰν ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἕτερον δῆμον. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἄξιον προσοχῆς, καθόσον φοβοῦμαι κυρίως, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς παρουσιάζεται πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ μεταμόρφωσιν, θέλομεν ἔχει τὴν Ἑλλάδα παραδεδομένην εἰς παντοίας πιέσεις ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νόμου τούτου. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη τελευταῖον, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ τῆς αὐτῆς χρονολογίας; — καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁσάκις ὑποβάλλῃ τροποποιήσεις, νὰ μεταβάλλῃ τοὐλάχιστον τὰς χρονολογίας, διότι δὲν εὑρίσκομεν τὴν σειράν. Ἐγώ, ἵνα εὑρίσκω αὐτήν, ἐσημείωσα διὰ μολυβδίδος κυανῆς Α, Β, Γ, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσω ποῖον εἶναι τὸ τελευταῖον καὶ ποῖον τὸ δεύτερον. — Λοιπὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, εἰς τὸ ἄρθρον 1 § βʹ, προσετέθη κατὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ μεταμόρφωσιν διάταξις σπουδαιοτάτη (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐπιτρέπεται σφαγὴ ζώων πρὶν ἢ καταβληθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ σφαζομένων ζώων πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανάλωσιν εἰς ἄλλον δῆμον.» Ἐπέτρεπε μέχρι τοῦδε ὁ νόμος νὰ ἀντείπῃ τις, νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον, νὰ εἴπῃ «δὲν χρεωστῶ τὸν φόρον αὐτὸν, δὲν χρεωστῶ ὅλον, δὲν χρεωστῶ παντελῶς», καὶ ἐγίνετο διαδικασία, ἣν ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 τοῦ νόμου. Τοῦτο δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ πληρώσῃ τις τὸν φόρον κατὰ τὴν ὥραν τῆς σφαγῆς. Ἀμέσως ἔχετε χειροτέρευσιν τῆς θέσεως τῶν σφαζόντων ζῶα· ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐκεῖ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι πράξεως, ἥτις εἶναι θετική. Σφάζοντες ζῶα, ὀφείλετε φόρον· δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς θέματα δευτερεύοντα, ἀλλ’ ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, αὕτη ἡ διάταξις, ἥτις εἶναι ῥητὴ καὶ σαφὴς καὶ ἀπ’ εὐθείας, αὕτη θέλει παρακολουθεῖ πάντως, ὅταν κανονισθῶσι τὰ τῶν κατὰ τὴν μεταφορὰν ἐσφαγμένων φορολογουμένων ζώων. Διότι ὁ νόμος οὐδὲν ὁρίζει σαφὲς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διακρίσεως, καίτοι ἐπεκτείνει ἐν ἄρθρῳ 1 τὸ νομοσχέδιον τὴν φορολογίαν σήμερον καὶ εἰς τὰ μεταφερόμενα ἐσφαγμένα ζῶα. Οὐδαμοῦ ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον, ὡς πρὸς αὐτὰ, οἱ ἔχοντες δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου θέλουσιν ἀσφαλίσει αὐτό· ἂν θὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον, ἂν ὑπάρχει δικαίωμα ἀνακοπῆς εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν καὶ ἀμφισβητήσεως. Ἔχει δὲ διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν πᾶσα μὲν διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον (δηλ. εἰς τὸ νομοσχέδιον) καταργεῖται, — καὶ καταργεῖται περίπου ὁλόκληρος ὁ πρῶτος νόμος, —διὰ Β. δὲ Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως. Ἔχομεν ἡμεῖς ἤδη δεῖγμα τοῦ τί κανονίζουσι τὰ βασιλικὰ διατάγματα τοῦ ἔτους 1900, ἀρχομένου ἢ πλησιάζοντος τοῦ νέου αἰῶνος. Τὰ Β. Διατάγματα οἰκειοποιοῦνται νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπιβάλλουσι φόρον. Καὶ ὅτε τοῦτο πράττουσι τὰ Β. Διατάγματα, ἔχετε καμμίαν ἐλπίδα, ὅτι κανονίζον τὸ νέον διάταγμα τὰ τοῦ φόρου τῶν ἐσφαγμένων ζώων, τοῦ σήμερον ψηφιζομένου, θέλει εἴπει, ὅτι δι’ αὐτὸν, μὴ εἰσπραττόμενον ἀμέσως, ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ πρωτόκολλον; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι φοβοῦμαι μὴ συμβῇ τὸ ἐναντίον, καὶ πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὰ τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν κατ’ ἐμὲ σπουδαιοτάτων τούτων θεμάτων.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.

§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν ἐνάτην ὥραν.

§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν, ἂς ἐξακολουθήσωμεν τώρα.

§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ αὐτὸ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.

§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ, ἂν ἡ Βουλὴ στέργει εἰς τοῦτο.

§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ὁ προσδιορισμὸς τῆς ὥρας.

§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσδιορισμὸς τῆς ὥρας, γινώσκει κάλλιστα ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ὁ ἴδιος δὲ ἄλλοτε δι’ ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων ὑπεστήριξεν, ὅτι προσδιορισμὸς χρόνου τῶν συνεδριάσεων εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ.

§125ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον τί συμφωνεῖ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν σας. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπροτείνατε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην, παρακαλῶ νὰ τὸ προτείνητε τώρα, ὅπως ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ μίαν ἄλλην ἡμέραν, διότι σήμερον δὲν ἔχει παρασκευασθῆ ἡ Βουλή.

§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐὰν νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ σήμερον, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως ἀπὸ αὔριον καθιερώσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, νὰ διακόπτωμεν τὴν ὀγδόην ὥραν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν ἐνάτην.

§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπόφασιν τοιαύτην δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο δύο τμήματα συνεδριάσεων, ἓν ἀπὸ τῆς 4ης μέχρι τῆς 7ης ἢ 8ης ὥρας καὶ ἕτερον ἀπὸ τῆς 9ης καὶ πέραν.

§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Τώρα, ἐὰν θέλετε, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν, καὶ ἀπὸ αὔριον νὰ γίνηται διακοπή.

§130ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βοζίκη.

§132Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν μοὶ ἐστάθη δυνατόν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τροποποιουμένου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος τὸ μὲν μετετέθη ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν ποιμένων εἰς τὴν τῶν ἀστῶν καὶ τῶν γεωργῶν, τὸ δὲ καὶ ἐδιπλασιάσθη, ἵνα ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἤδη καὶ ματαιοπονία ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἀντετασσόμην κατὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ εἰς ἐπαναλήψεις γνωστῶν πλέον ἀντιρρήσεων καὶ μὴ ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψιν ἤθελον περιπέσει. Περιορίζομαι λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ μόνην τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας καὶ ὅλως νέας καὶ πολλῆς συζητήσεως ἀξίας εὑρίσκω, διότι δι’ αὐτῶν ὁ καθ’ ἑαυτὸν ἐπαχθὴς φόρος ἐπὶ τῶν ζώων καθίσταται ἐπαχθέστερος διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως. Τοῦτο καταφαίνεται εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τοῦτο, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ σφαγὴ ζώων πρὶν ἢ καταβληθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος, καὶ καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν διάταξιν ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ τις τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σφαζομένου ζώου καὶ μετὰ τὴν σφαγὴν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἂν ἐγένετο καταγγελία, ἢ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς, ἐὰν δὲν ἐγένετο καταγγελία. Προστίθεται δὲ οὕτω μία ἐνόχλησις εἰς τοὺς φορολογουμένους ἀρκετὰ σοβαρὰ, καθιστῶσα πλέον ἢ ἐπαχθῆ τὸν φόρον, καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου περισσότερον ἐπαχθῆ καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους περιπτώσεις, καθ’ ἃς, κατὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι ἔθιμα, σφάζεται ἀμνὸς κατ’ οἶκον, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν κυρίως τὴν ἐποχὴν τοῦ Πάσχα, τὴν προτεραίαν καὶ τὰς δύο μετὰ τὸ Πάσχα ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐν πάσῃ τῇ Ἑλλάδι, κατὰ τὸ ἔθιμον τὸ Ἑλληνικὸν, γίνεται ἡ σφαγὴ τῶν ἀμνῶν κατ’ οἶκον, καὶ σφαγὴ οὐχὶ ἑνὸς, ἀλλὰ πλειόνων, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς οἰκογενείας. Ἴδετε ἠναγκασμένον τὸν πολίτην κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα ἢ τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ἢ τὴν ἑπομένην νὰ τρέχῃ εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ εἰσπράκτορος ἢ ἐνοικιαστοῦ εἰς τὸ γραφεῖον αὐτοῦ ἢ εἰς τὸ πλησιέστερον χωρίον διὰ νὰ λάβῃ ἄδειαν νὰ σφάξῃ τὸν ἀμνόν του. Ἴδετε ὁλόκληρα χωρία, ὁλοκλήρους δήμους πολυπληθεῖς, προστρέχοντας καὶ συνωθουμένους ἔξω τοῦ γραφείου τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ εἰσπράκτορος, διὰ νὰ λάβωσιν ἄδειαν σφαγῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ σημαίνῃ ὁ κώδων τῆς ἐκκλησίας διὰ νὰ προσέλθωσι νὰ προσευχηθῶσι, καὶ κρίνετε, ἂν δὲν καθίσταται οὕτως ἐπαχθέστερος ὁ φόρος, καὶ συγχρόνως ποίας εὐχὰς πλέον θὰ ἀναπέμπωσιν ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἐκκλησίας των! Βεβαίως αἱ εὐχαὶ δὲν θὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸν νόμον τὸν καταργηθέντα, τὸν ͵ΒΠʹ. Καταφαίνεται διὰ τῆς συγκρίσεως πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, ὑπὸ τὸν τύπον μεταθέσεως τῆς φορολογίας ἐκ τῆς τάξεως τῶν ποιμένων ἢ τῶν κτηνοτρόφων εἰς τὴν τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ἀστῶν ἐν γένει, ἐπεδιώχθη αὔξησις καὶ διπλασιασμὸς φορολογίας. Καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς φορολογίας ἀφορολογήτων ἕως τώρα ζώων, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐξαιρέσεων τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἐξαιρέσεων αἱ ὁποῖαι κυρίως εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὲρ τῆς τάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον διὰ τῆς μεταθέσεως ἐπιβάλλεται ὁ φόρος. Δηλαδή, οὐ μόνον ἐπεβλήθη εἰς τοὺς ἀστοὺς διπλάσιος ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιβληθῆ πρότερον εἰς τοὺς ποιμένας, ἀλλὰ καὶ ἐστερήθησαν οὕτως οἱ ἀστοὶ καὶ οἱ γεωργοὶ καὶ τῶν ἐξαιρέσεων, τῶν ὑπὲρ αὐτῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ. Καὶ ἐδιπλασιάσθη βεβαίως ὁ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ τῶν προβάτων, διότι κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΠʹ ἀνήρχετο εἰς λεπτὰ 42 μόνον μετὰ τοῦ προσθέτου καὶ τοῦ τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ δὲ τὸν νόμον ͵ΒΦΟΘʹ ἀνέρχεται εἰς δραχμὴν μίαν...

§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν τελευταῖον.

§134Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα, τὸν τελευταῖον... Καὶ ἐδιπλασιάσθη διότι αὐξάνει κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ δημοτικοῦ φόρου, καὶ ἀνέρχεται οὕτω τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δραχ. 1,20. Ἀλλ’ ἐπίσης ηὔξησε καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν βοῶν, ἀγελάδων καὶ βουβάλων ἀπὸ δύο δραχ. εἰς τρεῖς, καὶ μετὰ τοῦ δημοτικοῦ ἀπὸ δραχμὰς 2 καὶ 40/0 εἰς δραχ. 3 καὶ 60/00. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπεβαρύνθη καὶ μὲ τὸν φόρον καὶ μὲ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ ἡ τάξις τῶν καταναλωτῶν, ἐν ταῖς ἐξαιρέσεσι δὲν ἐλήφθη καμμία περὶ αὐτῶν πρόνοια, κατηργήθησαν δὲ καὶ αἱ προϋπάρχουσαι περὶ αὐτῶν ἐξαιρέσεις, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον ἐξῃροῦντο τὰ θηλάζοντα τῶν αἰγῶν, προβάτων καὶ χοίρων, σήμερον ἔχομεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξαιροῦνται μόνον τὰ μικρᾶς ἡλικίας, ἑνὸς μηνὸς, καὶ μόνον ὅταν γείνῃ χρῆσις ὑπὸ τοῦ κυρίου ἢ κατόχου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ πάλιν τοὺς ποιμένας καὶ μόνον, ὡς καταναλωτὰς, οὐχὶ δὲ τοὺς λοιποὺς καταναλωτάς. Περὶ θηλαζόντων δὲ χοίρων οὐδεμία γίνεται ἐξαίρεσις ἐν τῷ τελευταίῳ νόμῳ. Ὡσαύτως, ἐνῷ κατὰ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον ἐξῃροῦντο οἱ μόσχοι τῶν βοῶν καὶ τῶν βουβάλων, οἱ μέχρις ἡλικίας δύο ἐτῶν, σήμερον ὑπήχθησαν καὶ οὗτοι εἰς τὴν φορολογίαν. Ἕνεκα τούτου τὴν ἀρχὴν τῶν ἐξαιρέσεων, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγράψει ὁ νόμος ͵ΒΠΓʹ, παρετήρησα εὐχαρίστως, ὅτι τὴν δέχεται, ἔστω καὶ ἀργὰ, σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν δέχεται ἀδικαιολογήτως κατατετμημένην. Ἐνῷ κατὰ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον ἐπὶ τῶν οἰκοσίτων χοίρων, προβάτων καὶ αἰγῶν ἐξῃροῦντο ἀνὰ ἓν ζῷον δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, ὅπου καὶ ἂν διῃτᾶτο, διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἀπηλείφθη, καὶ οἱ κάτοικοι οἰκοσίτων ζῴων ἐστερήθησαν τοῦ δικαιώματος νὰ τρώγωσι τὸν χοῖρον αὑτῶν ἢ τὸν ἀμνὸν ἀφορολόγητον. Διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τείνομεν νὰ ἐπανέλθωμεν, ὀρθῶς καὶ δικαίως, εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, καὶ καθιεροῦται ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς οἰκοσίτους χοίρους μόνον. Ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ἐξαίρεσιν τούτων συντρέχει, ἵνα ἐπαναληφθῇ πλήρης ἡ ἐξαίρεσις, ὡς ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΠʹ, ἡ ἐξαίρεσις δι’ ἓν ζῷον εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν. Διατὶ ἡ ἐξαίρεσις μόνον διὰ τοὺς οἰκοσίτους χοίρους; Αἱ οἰκογένειαι δὲν τρέφουσι πᾶσαι χοίρους, ἀλλ’ ὑπάρχουσι μέρη ἢ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι τρέφουσι μόνον ἀμνούς. Ὅ,τι δικαιολογεῖ τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς οἰκοσίτους χοίρους, δικαιολογεῖ πλειότερον καὶ τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς οἰκοσίτους ἀμνοὺς καὶ αἶγας, ἐπανερχομένης δ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ ΒΠʹ νόμου, ἀνακουφίζονται καὶ οἱ ἀστοὶ, οἱ ὁποῖοι κυρίως θὰ πληρώνωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀνευρίσκω ἀναγεγραμμένην διάταξιν, καθ’ ἣν αἱ καταγγελθεῖσαι παραβάσεις τῶν ἄρθρων 95–128 τοῦ ΒΠʹ νόμου κλπ. ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ. Οὐχὶ τῶν ἄρθρων 95–128 αἱ διατάξεις, ἀλλ’ αἱ τῶν 95–126 διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου κατηργήθησαν. Αἱ διατάξεις αὗταί εἰσι κυρίως αἱ ποινικαί· ἐπιζητεῖται ἡ τιμωρία τῶν παραβάσεων τοῦ καταργηθέντος νόμου. Κατ’ ἐπιστημονικὴν ἀρχήν, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁ ἐπιβάλλων τὴν ποινὴν κατηργήθη, οὐδεμία πλέον ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ. Τοῦτο κατενοήθη ἀκριβῶς, καὶ ἐπιζητεῖται ἡ διόρθωσις, ἡ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐπάνοδος εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Ἀλλ’ ἡ νομικὴ ἐπιστήμη θὰ ἀντιτάξῃ, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι μεταξὺ δύο νόμων αὐστηρῶν ἐνεφιλοχώρησε νόμος ἐπιεικής, καταργῶν τὴν ποινὴν καὶ ἀπαλείφων τὸ ἔγκλημα, ὁ δὲ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δικάσῃ κατὰ τὸν ἐπιεικέστερον νόμον· ἑπομένως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, διότι αἱ ἐπιστημονικαὶ ἀρχαὶ δὲν δύνανται νὰ καταργηθῶσιν οὕτως ἁπλῶς διὰ νόμων. Ἀλλ’ ἂν ὑποχρεωθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ταύτην ὁ δικαστής, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀδικεῖ οὕτω, καὶ μεταβάλλει τὴν ποινὴν εἰς μέσον ἐκδικήσεως· διότι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἀνευρίσκω εἰς τὴν ἐπιβολὴν ταύτης τῆς ποινῆς εἰς παραβάσεις ἄλλως οὐχὶ σοβαράς. Ἂν ἐπρόκειτο διὰ τῆς ποινῆς νὰ ἀπειληθῇ ὁ πολίτης, διὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διατάξεις τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ νὰ παραδειγματισθῶσιν οἱ λοιποὶ φορολογούμενοι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ νόμου, ὁ λόγος οὗτος ἐξέλιπε, διότι ὁ νόμος κατηργήθη. Τί ἀπέμεινε; Ποῖον ἔχει πλέον σκοπὸν ἡ ποινή; Ἀπομένει κἄτι τι, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ὅπερ ἤγαγε τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν διατάξεως· ὁ κανονισμὸς οὐχὶ τοῦ ποινικοῦ, ἀλλὰ τοῦ πολιτικοῦ μέρους τῶν παραβάσεων. Καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὡς εἶπον, περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ μὴ δηλώσαντες ὀφείλουσιν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ δι’ ἐπαναφορᾶς καταργηθεισῶν ποινικῶν διατάξεων τόσον ἀστόχου. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τῶν ἑπομένων ἐπιβάλλεται δημοτικὴ εἰσφορὰ κατὰ τοὺς τύπους τοὺς μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ διανεμητικόν. Νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ φέρῃ εἰς πολὺ στενόχωρον θέσιν τοὺς δήμους. Ἐνῷ θὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν φορολογουμένων, δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς ἀνακούφισιν τῶν δήμων, καὶ ἂν ἀκόμη εὑρεθῇ ἐπακριβῶς ὁ μέσος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου· διότι εἶναι δυνατὸν εἰς πολλοὺς δήμους νὰ μὴ ἐγένετο ἀκριβὴς βεβαίωσις τοῦ φόρου κατὰ τὰ 1894 ἕως 1896, νὰ ἐγένοντο παραβάσεις μειώσασαι τὸν φόρον, καθόσον ὁ φόρος ἐκεῖνος ἐβεβαιοῦτο τῇ συμπράξει τῶν ἀναπληρωτῶν τοῦ δημάρχου καὶ τῶν συγχωρίων του, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ κανονίζοντες τὸν δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸν ἀληθῆ φόρον, ἀπαγορεύοντες δὲ εἰς τοὺς δήμους νὰ κανονίσωσι περὶ αὐτοῦ, θὰ ἐμποδίσητε καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ἥτις εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δήμων, καὶ πολλοὺς δήμους ἀδικεῖτε ὑπὲρ ἄλλων. Προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀφήσητε ἰσχύοντα τὸ νόμον περὶ δημοτικῆς φορολογίας, ν’ ἄρητε δὲ τὰς γεννηθείσας ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ ἂν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ δημοτικὴ εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν διαιτωμένων ζώων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν σφαζομένων, πρὸς διατήρησιν τῶν δήμων, περὶ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ὁποίων τόσα πρὸ ὀλίγου ἐλέχθησαν ἐνταῦθα. Ἐν ταῖς διατάξεσι ταύταις ἀνευρίσκω καὶ ἑτέραν ἐξαίρεσιν, ἐκτὸς ἂν δὲν ἀντελήφθην καλῶς. «Ἀπαγορεύεται πᾶσα ἄλλη δημοτικὴ εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν διαιτωμένων ζώων». Δηλαδὴ ἀπαγορεύεται νὰ φορολογηθῶσι δημοτικῶς τὰ μεγάλα ζῶα καὶ οἱ κύνες;

§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσπράττεται ὁ φόρος οὗτος.

§136ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε διατὶ «διαιτωμένων;» Νομίζω τέλος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἑτέρα πρόνοια περὶ δημοτικῆς εἰσφορᾶς, οὐχὶ δι’ ἐπιβολῆς τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπὶ τῶν διαιτωμένων ἐκ τοῦ εἴδους τῶν σφαζομένων. Καὶ κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ψηφίσω δὲ μόνον τὴν διάταξιν περὶ ἐξαιρέσεως οἰκοσίτων χοίρων, ἀλλὰ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοσίτων ἀμνῶν καὶ αἰγῶν.

§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ περιβάλληται ποσῶς ὑπὸ κομματικῆς χροιᾶς· φρονῶ ὅτι πάντες οἱ συνεδριάζοντες ἐνταῦθα πρέπει νὰ συντελῶμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν ἑκάστῳ, ὅπως διασκευάζωμεν τὰ νομοθετήματα οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι ὅσον οἷόν τε εὐεφάρμοστα καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἧττον καταθλιπτικὰ εἰς τοὺς ὑπαχθησομένους ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν. Πολλάκις, Κύριοι, ἐγένετο λόγος καὶ ἐνταῦθα, καὶ ἰδίᾳ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, περὶ τῶν καταθλίψεων, ἃς ὑφίσταντο οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ ποιμένες πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προτιθέμενος, ὡς ἔλεγε, νὰ περιστείλῃ τὰς τοιαύτας καταθλίψεις, καὶ ὅπως ἀνακουφισθῶσιν οἱ ποιμενικοὶ πληθυσμοί, εἰσήγαγε τὸ τότε νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν ζώων, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑφίσταται ὡς νόμος τοῦ Κράτους· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ποσῶς, ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο ἡ ἀνακούφισις τῆς ποιμενικῆς τάξεως καὶ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νέου νομοσχεδίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ἐπέτυχεν ὁ σκοπὸς τοῦ φορολογικοῦ τούτου νόμου, διότι φρονῶ, ὅτι καταθλιπτικώτερος νόμος δὲν ὑπῆρξέ ποτε, δυνάμενος μάλιστα ν’ ἀποβῇ καὶ πηγὴ πλούτου εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, ἐκτὸς ἂν ἦναι τόσον ἀγαθοί, ὅσον ἐκεῖνος ὁ ἐνοικιαστὴς Θηβῶν, ὃν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὅτε τὸ πρῶτον ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προὐτίθετο νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον τὸν ἤδη ἰσχύοντα νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἐνόμισα ὅτι σκοπός του ἦτο νὰ περιστείλῃ τὰς καταθλίψεις, τὰς ὁποίας ὁ λαὸς ὑφίσταται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μεταρρυθμιζομένου ἤδη νόμου· μετ’ ἀπορίας δὲ εἶδον, ὅτι τὸ πρῶτον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον οὐ μόνον δὲν περιέστελλε τὰς καταδιώξεις, ἀλλ’ ἀπηγόρευε καὶ τὴν κρεοφαγίαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα! Καὶ ὅτε ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, διεμαρτυρήθην ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέλος τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω δευτέραν ἔκδοσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο μὲν εἰς τὸν λαὸν ἡ κρεοφαγία, ἀλλ’ ἡ μεταφορὰ τῶν σφαγίων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον περιεβάλλετο διὰ τοσούτων καὶ τοιούτων διατυπώσεων, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ· ἔσχον δὲ τὴν τιμὴν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου νὰ ὑποβάλω τὰς κρίσεις μου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐχάρην πολύ, ὅτε εἶδον τὸν νῦν Ὑπουργὸν νὰ ἀναγγέλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συναινεῖ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἄρθρων 2, 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου, τῶν κανονιζόντων τὰς διατυπώσεις τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐσφαγμένων ζώων. Ἐγένετο δὲ τότε ψηφοφορία τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐγένετο δεκτὸν ὡς εἶχε. Μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀμφέβαλλον ἂν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ αὖθις ἐπὶ τούτου κατὰ τὴν ἤδη διεξαγομένην δευτέραν συζήτησιν, εἰς τοῦτο ὅμως μὲ ἐνεθάρρυνεν ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ δεκτῷ γενομένῳ πρώτῳ ἄρθρῳ εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς τρίτης ἐκδόσεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι δὲ περίεργον, πῶς συμβαίνει, ἵνα καὶ αἱ τρεῖς ἐκδόσεις τοῦ νομοσχεδίου φέρωσι χρονολογίαν τὴν 7 Δεκεμβρίου. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω, πῶς εἶχεν ὁ ψηφισθεὶς καὶ ἰσχύων ἤδη νόμος. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ὁ φόρος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἡ δὲ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐγίνετο ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς, διότι οὐδὲν ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως. Τοῦτο ἀνέπτυξε καλῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Δραγούμης, καὶ δὲν θέλω ἀπασχολήσει πλειότερον τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά. Ἀλλὰ τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλως ὑποβληθέντων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν ἐδήλωσε, διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν καταναλισκομένων ἔν τινι δήμῳ σφαγίων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῷ σφαζομένων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεγνώρισε τοῦτο διὰ τῶν νομοσχεδίων του, ἐν τούτοις καὶ διὰ Β. Διατάγματος καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐγκυκλίων διέταξε νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐκ τούτου πολλαὶ δίκαι ἠγέρθησαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν τῷ γραφείῳ μου ἔχω πολλὰς τοιαύτας, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ Β. Διάταγμα, φορολογοῦσι τὰ σφάγια τὰ καταναλισκόμενα, ἀλλὰ μὴ σφαζόμενα ἐν Τριπόλει. Καὶ ὅπως μεταβάλλεται ὁ νόμος οὗτος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ καταστῇ πηγὴ μεγίστων καταθλίψεων, διότι ἡ ἐν γένει οἰκονομία τοῦ νόμου διατάσσει νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς· καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὰ ἄρθρα 2 ἕως 6 τοῦ νόμου, οὐδεμία ἀμφιβολία θέλει σᾶς ἀπομείνῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ καθορίζει ὁ νόμος ποῦ πρέπει νὰ σφάζωνται τὰ ζῷα, καὶ ἀπαγορεύει τὴν σφαγὴν εἰς ἕτερον τόπον, πλὴν ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἡ ἀρχὴ θέλει ὑποδείξει, οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ὑπάρχουσι σφαγεῖα! Ἕκαστος λοιπὸν σφάζει εἰς τόπους τῆς ἐκλογῆς του, καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ παρίσταται εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς, καὶ ἐκεῖ νὰ βεβαιώνῃ καὶ εἰσπράττῃ τὸν φόρον· ἐὰν δὲ δὲν δύναται νὰ τὸν εἰσπράξῃ, ἐκδίδει διπλότυπα, καὶ ὑποβάλλονται οἱ σφάζοντες ζῷα εἰς τὰς ποινὰς τοῦ νόμου. Ἤδη ἀπομακρυνόμεθα τοῦ συστήματος τούτου, καὶ πρόκειται νὰ δεχθῶμεν, ὅπως εἰσπράττηται ὁ φόρος εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως καὶ οὐχὶ τῆς σφαγῆς. Καὶ τοῦτο ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς συνεπείᾳ ἰσχυροτάτου ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, μοὶ ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν. Ἀνέφερε δηλ. ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ἔφερε δηλαδὴ τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα· «ἐὰν οἱ κρεοπῶλαι Ἀθηνῶν συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους, δύνανται νὰ σφάζωσι τὰ ζῷά των εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς, καὶ οὕτω νὰ ζημιῶται ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δήμου Ἀθηναίων.» Δὲν εἶχον τότε νὰ ἀντιτάξω πρόχειρον ἐπιχείρημα ἕτερον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἐν τῇ πατρίδι μου. Ὑποθέσατε ὅτι οἱ κρεοπῶλαι Ἀθηνῶν μεταβαίνουσιν εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς καὶ σφάζουσι τὰ σφάγιά των, καὶ ἀντὶ νὰ εἰσαγάγωσι ταῦτα εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἀκέραια, ὅπως ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δήμου Ἀθηναίων βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, τεμαχίζουσι τὰ σφάγια ταῦτα καὶ εἰσάγουσιν αὐτὰ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων κατὰ τεμάχια. Τίς δῆμος θὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον; Ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἢ ὁ δῆμος Φυλῆς; Εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος οἱ χωρικοὶ τρέφουσι χοίρους οἰκοσίτους, οἵτινες παχυνόμενοι φθάνουσιν εἰς ἑκατὸν καὶ ἑκατὸν πεντήκοντα ὀκάδων βάρους. Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὸν δῆμον Α τρέφονται πολλοὶ τοιοῦτοι χοῖροι· ὁ χωρικὸς σφάζει ἕνα χοῖρον ἑκατὸν ὀκάδων, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ τὸν καταναλώσῃ ἐντὸς τοῦ δήμου του, ἀποστέλλει τὸ ἓν τέταρτον αὐτοῦ εἰς τὸν δῆμον Β, τὸ ἕτερον τέταρτον εἰς τὸν δῆμον Γ, τὸ ἕτερον εἰς τὸν δῆμον Δ, καὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον εἰς τὸν δῆμόν του, ἢ εἰς ἄλλον τινὰ δῆμον, τὸν Ε. Ποῖος ἐκ τῶν δήμων τούτων δικαιοῦται εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου; Οἱ ἐνοικιασταὶ ἔλυσαν τὸ ζήτημα· ὁ χωρικὸς, ὁ κύριος τοῦ σφαγίου, δὲν ἐκράτησε τίποτε ἄλλο, ἵνα γευθῇ, παρὰ μόνον τὴν κεφαλήν· ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐσφάγη, ἐφορολόγησε τὸν κρατήσαντα τὴν κεφαλήν. Ἀγνοῶ ὅμως τί συνέβη μὲ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἄλλων δήμων, εἰς οὓς εἰσήχθησαν τὰ λοιπὰ τεμάχια τοῦ σφαγίου· βεβαίως οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δήμων ἐκείνων δικαιοῦνται εἰς πλείονα φόρον, ἀφοῦ τὰ εἰσαχθέντα εἰς αὐτοὺς τεμάχια εἶναι πλουσιώτερα ὡς πρὸς τὴν ποσότητα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κρέατος ἢ ἡ κεφαλή. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποῖα ἄτοπα θὰ φθάσωμεν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ὁποίου ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐπιμονὴν, μεθ’ ἧς ὑπεστήριξα νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας οἱ κύνες ἐν γένει, ἰδίως δὲ οἱ κύνες οἱ χρησιμεύοντες πρὸς φύλαξιν τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν περιουσιῶν ἰδίᾳ τῶν χωρικῶν· κατωρθώθη δὲ τότε νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ κύνες οἱ ἀνήκοντες εἰς κώμας ἢ χωρία ἔχοντα πληθυσμὸν ἐλάσσονα τῶν 1500 ψυχῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου λέγει ὅτι «δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀνωτέρω φόρον... δʹ) οἱ κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1500 ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφὴν, καὶ εʹ) οἱ φυλάζοντες σκύλακες», ἑπομένως δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον οἱ κύνες τῶν χωρίων ἢ κωμῶν πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 1500 ψυχῶν,—χωρὶς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ κυνῶν πολυτελείας, κυνηγετικῶν καὶ φυλάκων,—ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἐγκυκλίου του, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον τοῦτο, διέταξε τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, τὰς ἐπιτετραμμένας τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, νὰ μὴ ἐξαιρέσωσι τῆς φορολογίας καὶ ἐν τοῖς μικροῖς χωρίοις τοὺς κύνας τοὺς κυνηγετικούς, ἐνῷ τοιοῦτόν τι ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει· τουτέστιν ὅ,τι ὑμεῖς δὲν ἠθελήσατε νὰ νομοθετήσητε ἐν τῷ δικαιώματί σας, ἐνομοθέτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπιβαλὼν διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς τοῦ φόρον, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ ὄχι μόνον ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἀδίκημα τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐγὼ ὅμως ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν κυνῶν φόρος πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην κατάργησιν τοῦ ἐπὶ τῶν κυνῶν φόρου, ἂς ἦναι δὲ βέβαιος, ὅτι μεγάλη οἰκονομία γίνεται εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τῆς συντηρήσεως καὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν κυνῶν, διότι εἰς τὰ χωρία διὰ μόνον τῶν κυνῶν ἐκτελεῖται ἡ φύλαξις τῶν πολιτῶν καὶ τηρεῖται ἡ τάξις καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Οὐδαμοῦ τῶν χωρίων παρίστανται ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως· ἐὰν δέ ποτε παρουσιασθῇ χωροφύλαξ τις, ἀντὶ νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἐπιπίπτει κατὰ τῶν ὀρνίθων τῶν χωρικῶν, καὶ πολλαχοῦ οἱ κύνες πάλιν σώζουσι καὶ ταύτας ἀπὸ τοῦ στομάχου τῶν χωροφυλάκων, οὓς ἀποτρέπουσι τῆς ἐφόδου κατὰ τῶν ὀρνιθώνων.

§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ εἰδικῶς παρεσκευασμένοι πρὸς κυνηγεσίαν κύνες δὲν εἶναι κατάλληλοι πρὸς φύλαξιν· ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες ἔχουσι διπλῆν ἰδιότητα, καὶ ὡς πρὸς τούτους εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν ὡς κυνηγετικοί. Ἀλλὰ τί μοι κατηγγέλθη, νομίζετε; ὅτι τινὲς τῶν ἐπαγγελλομένων τὸν κυνηγὸν ἐν ταῖς πόλεσιν ἀπέστειλαν τοὺς κύνας των εἰς χωρία παρακείμενα, ἔχοντα πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 1500 ψυχῶν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν φορολογίαν. Διὰ τούτους λοιπὸν, τοὺς εἰδικῶς παρεσκευασμένους πρὸς κυνηγεσίαν κύνας, διέταξα νὰ φορολογηθῶσι. Προκειμένου δὲ περὶ κυνῶν πολυτελείας, συνέβη νὰ ὑπάρχωσιν ἔν τισι χωρίοις οἰκήματα ἀνήκοντα εἰς πλουσίους, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐκεῖ ἐπί τινα χρόνον. Εὐθὺς ὡς ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἔστειλαν οὗτοι εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἐπαύλεις των τοὺς κύνας πολυτελείας, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν φόρον τῶν κυνῶν. Ἐγὼ, ὁμολογῶ, — τὸ εἶπον καὶ ὅτε εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, — ἐγνώριζον, ὅτι ἡ φορολογία τῶν κυνῶν θὰ δώσῃ χώραν καὶ εἰς σχόλια καὶ εἰς παράπονα. Εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ φορολογικοῦ τούτου μέτρου προῆλθον, διότι πολλοὶ παρ’ ἡμῖν εὕρισκον ἀδικαιολόγητον τὴν ἀτέλειαν τῶν κυνῶν. Ἤδη ὁμολογῶ, ὅτι μετενόησα, καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγον λάβω τὴν πληροφορίαν, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ εἰσόδημα ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης, ἴσως λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου, ἵνα μὴ πλέον γίνηται λόγος περὶ φορολογίας τῶν κυνῶν.

§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐμμείνῃ ἐν τῇ μεταμελείᾳ του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ τῷ ἀναφέρω καὶ τί ἐγένετο εἴς τι χωρίον. Ἐὰν μεταβῆτε, Κύριοι, ἤδη, τὸν μῆνα Ἰανουάριον, εἰς τὰ διάφορα χωρία τῆς Ἑλλάδος, θέλετε ἴδει τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν δήμαρχον καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας ἀρχὰς νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ καλύβης εἰς καλύβην, ἵνα βεβαιώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κυνῶν. Εἰς ἓν χωρίον, συνιστάμενον ἀπὸ δεκαπέντε οἰκογενείας, μόλις οἱ χωρικοὶ ἔμαθον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μεταβαίνει, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν εἰρηνοδίκην, πρὸς βεβαίωσιν τοιούτου φόρου, ἔδεσαν τενεκέδες εἰς τὰς οὐρὰς τῶν κυνῶν, καὶ μόλις ἐπαρουσιάσθη ὁ εἰρηνοδίκης, τοὺς ἄφησαν, ἐκεῖνοι δὲ ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον φυγὴν (ἱλαρότης).

§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τί μετέβη νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς χωρίον συγκείμενον ἐκ δεκαπέντε οἰκογενειῶν, ἀπαλλασσομένων τῆς φορολογίας;

§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετέβη διὰ τὴν φορολογίαν τῶν μεγάλων ζῴων, ἀλλὰ κἄποιος, φαίνεται, εἶπεν εἰς τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους, ὅτι μεταβαίνει ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κυνῶν, καὶ προέβησαν εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίᾳ ὁ εἰρηνοδίκης, ἐδείχθησαν μᾶλλον ὠκύποδες τῶν κυνῶν. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἠσέβησαν πρὸς αὐτὸν αἱ ἀρχαί, αἱ παρασχοῦσαι τὴν πληροφορίαν, ὅτι κυνηγοὶ ἐκ τῶν πόλεων ἀπέστειλαν τοὺς κύνας των τοὺς κυνηγετικοὺς εἰς τὰ χωρία, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ φόρου· διότι εἶναι ἀδύνατον εἷς κυνηγὸς ν’ ἀποχωρισθῇ τοῦ κυνός του καὶ τὸν ἀποστείλῃ ἀλλαχοῦ.

§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε δίκαιον, διότι οἱ περισσότεροι τῶν ἐν Ἀθήναις κυνηγῶν ἀποστέλλουσι τοὺς κύνας των κατὰ τὸν χειμῶνα ἀλλαχοῦ.

§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ στέρξῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κυνῶν.

§144Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγκύκλιον, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου.

§145ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Μπακόπουλε, δὲν σᾶς φαίνεται ἄχαρι νὰ ὁμιλῆτε πρὸς τὰ καθίσματα;

§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Δὲν εἶμαι εὐχαριστημένος νὰ ὁμιλῶ εἰς κενὴν αἴθουσαν· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστεῖται νὰ ἀκροᾶται μετὰ προσοχῆς τῆς ὁμιλίας μου, κολακεύομαι δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι, ὅπως καὶ ἄλλοτε, θέλει καὶ ἤδη μοὶ κάμει τὴν τιμὴν νὰ εἰσακούσῃ τινὰς τῶν προτάσεών μου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, οἱ ἐνοικιασταὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσι—καὶ ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη, διότι φαίνεται ὅτι ὁ ἐνοικιαστής, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς αὐτὸν ὅτι θὰ καταστραφῇ, δὲν γνωρίζει τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἣν ἀνέλαβεν,—ὁ ἐνοικιαστὴς λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ ἄρθρον 6, νὰ ἐκδίδῃ μίαν διπλότυπον ἀπόδειξιν, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῦται ὁ φόρος· τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ἀποστέλλει εἰς τὸν ἔφορον, καὶ ὁ ἔφορος εἰς τὸν ταμίαν πρὸς εἴσπραξιν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀμφιβάλλῃ τις, ὅτι εὑρίσκονται καὶ ἐνοικιασταὶ ἔχοντες ὀλίγον ἐλαστικὴν τὴν συνείδησιν· τοῦτο ἐγὼ γινώσκω ἐκ μακρᾶς πείρας, ἣν ἔχω ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου. Οὕτω εἷς ἐνοικιαστὴς ἐκδίδει μίαν διπλότυπον ἀπόδειξιν, δι’ ἧς βεβαιοῖ, ὅτι ἐγὼ π.χ. ἔσφαξα εἰς τὸν οἶκόν μου ἕνα ἀμνόν. Νομίζετε ὅτι θέλω μεταβῆ εἰς δικηγόρον, ἵνα ἀνακόψω τὴν διπλότυπον ταύτην ἀπόδειξιν καὶ διεξαγάγω δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως ἀποφύγω τὸν ἀδίκως ἐπιβληθέντα μοι φόρον τῆς μιᾶς δραχμῆς; Καὶ ἂν ἐγὼ δὲν ἀποφασίζω νὰ πράξω τοῦτο, πῶς θὰ τὸ πράξῃ ὁ δυστυχὴς χωρικός, ὁ ὁποῖος ὡς πρώτην δόσιν πρὸς τὸν δικηγόρον πρέπει νὰ καταβάλῃ δύο δραχμὰς διὰ τὰ γραφικὰ καὶ τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἀνακοπῆς; Θὰ πληρώσῃ λοιπὸν τὸν παράνομον αὐτὸν φόρον, καὶ μόλις πληρώσῃ τὴν πρώτην ἀπόδειξιν, νέα ἀπόδειξις διπλότυπος θὰ ἐκδοθῇ! Οὕτω λοιπὸν ἡ ἐνοικίασις εἶναι Πακτωλὸς πλουτισμοῦ, καὶ ὄχι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πηγὴ ζημιῶν διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς. Καὶ τοιοῦτοι, Κύριοι, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἐνοικιασταί. Ἔχω πικρὰν πεῖραν ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν τῆς φορολογίας τῶν οἴνων. Ὅλον δὲ τὸ σμῆνος αὐτὸ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν οἴνων μετεφέρθη ἤδη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Βλέπετε λοιπὸν νὰ συλλαμβάνωνται καὶ νὰ φυλακίζωνται οἱ χωρικοὶ αἰφνιδίως, χωρὶς νὰ ἔχωσιν εἴδησιν ὅτι ἐξεδόθη ἐναντίον των διπλότυπος ἀπόδειξις. Ἐρωτῶ, τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἶναι δυνατὸν ὁ χωρικὸς νὰ μεταβῇ εἰς δικηγόρον, νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, νὰ τύχῃ ἀναστολῆς, νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν, χωρὶς νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ἀπόδειξιν; Καὶ πόσας δαπάνας θὰ ὑποστῇ δι’ ὅλα ταῦτα! Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ πολὺ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, καὶ, εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ διοργανώσῃ οὕτω τὰ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ὥστε νὰ μὴ συμβαίνουν τὰ ἄτοπα αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα θλίβονται ὅσοι ἀντιλαμβάνονται τῶν δεινοπαθημάτων τῶν φορολογουμένων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας· διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ζῶμεν ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, διαφορετικὰς ἐκείνων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῆτε σεῖς ἐν Ἀθήναις. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει νόμος, δὲν ὑπάρχει ἐξουσία, καὶ ἂν φανῇ ἀντιπρόσωπός τις τῆς ἐξουσίας, ἔρχεται νὰ καταπιέσῃ, νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι ἐξουσία καὶ ὄχι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ἔχων προορισμὸν τὴν προστασίαν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, τοὺς ὁποίους ἀπεκτήνωσαν τελείως διὰ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐνεργοῦσιν ἐπ’ αὐτῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου ἐπέμεινα, ἵνα τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου νὰ ἔχωσιν ἀντιπροσώπους καθ’ ὅλας τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία τῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους συμβαίνει νὰ ἦναι ἐνοικιασταί. Καὶ ἀνεγνώρισε μὲν τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεώς μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι καθ’ ὅλα τὰ χωρία οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ ἔχωσιν ἀντιπροσώπους, ἐὰν ὅμως λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους τοῦ Κράτους, τίνες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαφόρων ἐνοικιαστῶν τῶν διαφόρων δήμων ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ἑκάστου δήμου, θέλει πληροφορηθῆ ὁποία καταπίεσις γίνεται πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ. Καὶ τὴν καταπίεσιν ταύτην αὐξάνετε διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως θὰ καταδείξω, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Προχθὲς ἐν Τριπόλει ἀνέγνωσα ἔγγραφον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Μαντινείας πρὸς τινα δήμαρχον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνήγγελλεν ὅτι ἀντιπροσώπους τοῦ ἐνοικιασλοῦ εἰς τὸν δῆμον Κορυθίου διώρισε τρεῖς. Ἀλλ’ ὁ δῆμος Κορυθίου σύγκειται ἀπὸ ὀκτὼ χωρία, καὶ οἱ τρεῖς δὲ αὐτοὶ ἀντιπρόσωποι δὲν εἶναι κάτοικοι τοῦ δήμου Κορυθίου, ἀλλ’ εἶναι κάτοικοι Τριπόλεως. Ὁ δυστυχὴς λοιπὸν χωρικός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σφάξῃ ἕνα ἀμνὸν, πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Τρίπολιν, κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, νὰ πληρώσῃ τὴν δραμήν του, καὶ νὰ ἀπολέσῃ, διότι ἔσφαξεν ἓν ζῷον, τρεῖς δραχμὰς διὰ τὸ ἡμερομίσθιόν του. Τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος! Καὶ ἀντὶ τὸν νόμον αὐτὸν νὰ καταστήσητε ὀλιγώτερον καταθλιπτικὸν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸν καθιστᾶτε καταθλιπτικώτερον, ὡς θέλω δείξει ἀμέσως. Ἀντὶ λοιπὸν αἱ καταθλίψεις αὗται νὰ παύσωσι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου αὐξάνονται, καὶ αὐξάνονται κατὰ τρόπον, κύριε Ὑπουργέ, ὄχι πολὺ κοινοβουλευτικόν. Διότι, ἀφοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατωρθώθη νὰ δεχθῆτε τροποποίησίν τινα, καὶ τὴν ἐδέχθητε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἰσχύοντος ἤδη νόμου προὐτείνετο νὰ μὴ δύναται νὰ σφάξῃ τις ζῷόν τι ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ ἀστυνόμου ἢ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρέστησα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι ὁ χωρικὸς πολλάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε ἐν ἡμέρᾳ εἴτε ἐν νυκτὶ, νὰ σφάξῃ ζῷόν τι, ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρῃ τὸν ἐνοικιαστήν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀρχῇ ἦτο ἐναντίος τῆς γνώμης μου, ἀλλὰ κατόπιν ἐδέχθη αὐτὴν, ὅτε ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τοῦ στομάχου του, καὶ τῷ ὑπέμνησα ὅτι, ἐὰν συμβῇ νὰ περιοδεύσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ μεταβῇ ἐν ὥρᾳ νυκτὸς εἰς φίλον τού τινα, ὁ φίλος ἐκεῖνος βεβαίως θὰ θελήσῃ νὰ τὸν περιποιηθῇ, παραθέτων εἰς αὐτὸν τροφήν· ἀλλ’ ἐν ταῖς κώμαις καὶ χωρίοις δὲν ὑπάρχουσι ξενοδοχεῖα, οὔτε κρεοπωλεῖα, οὗ ἕνεκα ὁ ξενίζων τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ προσφύγῃ εἰς τὴν σφαγὴν ἑνὸς ζώου· ἠρώτησα λοιπὸν τότε, ἐρωτῶ καὶ ἤδη, ποῦ θὰ εὕρῃ τὸν ἐνοικιαστὴν ἐκείνην τὴν στιγμὴν διὰ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον καὶ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς σφαγῆς; Τότε ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διασκευασθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, καὶ ἐν ἄρθρῳ 25 νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς πᾶς ὁ σφάζων ζῷον, ἐὰν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς προσέλθῃ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ πληρώσῃ τὸν φόρον. Ἐν τῇ πρώτῃ ἐκδόσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὸ ἄρθρον 1 εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις.» Τὸ δὲ ἄρθρον 2 ὡς ἑξῆς: «Προκειμένου περὶ ζώων, ἅτινα θὰ καταναλωθῶσιν ἐντὸς τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐσφάγησαν, ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς σφαγῆς ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Ἡ ἄδεια αὕτη ἐκδίδεται ἐπὶ τῇ προκαταβολῇ τοῦ φόρου... καὶ ἐπιδεικνύεται κατὰ τὴν σφαγήν...» Ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, ἐὰν ἐγίνετο νόμος, θὰ ἐπέφερε σχεδὸν ἀποχὴν ἀπὸ τῆς κρεοφαγίας. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πρώτης ἐκδόσεως τοῦ νομοσχεδίου, μετ’ ἀπορίας μου εἶδον δευτέραν καὶ τρίτην ἔκδοσιν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκδοσιν ἡ διάταξις ἐκείνη παρελείφθη, καὶ μεταβάλλετο τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἑξῆς: «Ὁ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 περὶ φορολογίας τῶν ζώων ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν σφαγὴν μὲν τῶν ζώων, ὅταν ταῦτα πρόκειται νὰ καταναλωθῶσιν ἐν ᾧ δήμῳ ἐσφάγησαν, ἐν τῷ τόπῳ δὲ τῆς καταναλώσεως, ἂν τὰ ζῷα σφάζωνται πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανάλωσιν εἰς ἄλλον δῆμον. Δὲν ἐπιτρέπεται σφαγὴ ζώων πρὶν ἢ καταβληθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ σφαζομένων ζώων πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανάλωσιν εἰς ἄλλον δῆμον.» Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τί ἐμπεριέχει; καταργεῖ τὴν εὐεργετικὴν ἐκείνην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὴν ἐμπεριερχομένην ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, καὶ εἶναι διάταξις αὐστηροτέρα τῆς διατάξεως, ἣν εἶχε τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ πρώτῃ ἐκδόσει αὐτοῦ. Τί λέγει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα; Λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὁ κάτοχος τοῦ ζώου νὰ βάλῃ τὸ μαχαῖρι εἰς τὸ ζῷόν του. Πότε δὲν ἐπιτρέπεται; Δὲν ἐπιτρέπεται πρὶν ἢ καταβληθῇ ὁ φόρος. Ὅ,τι λοιπὸν κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, ἐπικαλεσθεῖσα τὴν συνδρομὴν τοῦ στομάχου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καταστρέφεται τώρα διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νομοσχεδίου. Δηλαδή, ἐὰν μεταβῆτε νύκτα εἰς ἕνα φίλον σας, καὶ ὁ φίλος σας ἐκεῖνος θελήσῃ νὰ σφάξῃ σφάγιόν τι, ἵνα σᾶς ξενίσῃ, δὲν δύναται νὰ τὸ σφάξῃ· διατί; διότι πρέπει νὰ γυρίσῃ χωριὰ καὶ βιλαέτια πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, νὰ λάβῃ ἄδειαν, καὶ τότε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν ἡ μάχαιρα μὲ τὸν λαιμὸν τοῦ σφαγίου, ἄλλως ὑφίσταται τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ νόμος. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅπως κατασταθῇ ὁ νόμος ὄχι καταθλιπτικώτερος τοῦ ὑπάρχοντος νόμου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς τρίτης ἐκδόσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας οἱ οἰκόσιτοι χοῖροι. Ἀναφέρομαι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας καὶ τὰ οἰκόσιτα πρόβατα καὶ αἱ αἶγες, διότι ἀφοῦ ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας οἱ οἰκόσιτοι χοῖροι, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὸ βάρος καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν εἶναι πολὺ μεγαλείτεροι, διατὶ νὰ μὴ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας καὶ τὰ οἰκόσιτα πρόβατα καὶ αἱ αἶγες, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ μικροτέρας ἀξίας τοῦ οἰκοσίτου χοίρου; Ἐκεῖ, ἔνθα ἔχω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι, εἶναι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπανέρχονται εἰς ἰσχὺν διατάξεις ποινικαὶ τοῦ παλαιοῦ περὶ φορολογίας τῶν ζῴων νόμου, τοῦ καταργηθέντος διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου· καὶ περὶ τούτου ἀρκούντως πειστικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς ὡμίλησεν ὁ φίλος μου κ. Βοζίκης, ὅστις ἀνέπτυξε τὸ σφαλερὸν τῆς διατάξεως ταύτης, ἂν καὶ ἡ ἐπαρχία μου δὲν ὠφελήθη τίποτε ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ἐκεῖ ὁ γραμματεὺς τοῦ Πταισματοδικείου ἐφαρμόζει τὸν νόμον ὅπως τὸν ἐννοεῖ, καὶ ὡς τὸν ἐφαρμόζουν οἱ ἄχρι τοῦδε προϊστάμενοι αὐτοῦ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἄλλως ἐφαρμόζει τὸν νόμον ὁ πταισματοδίκης, ὁ πρὸ ὀλίγου μετατεθεὶς ἐκεῖ, καὶ ἄλλως ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ πρὸς τοῦτο ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω πρὸ ἡμερῶν πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ αὐτῶν θέλω καταδείξει τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων. Τοῦτο θέλει πιστοποιηθῆ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων. Κύριοι, κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζῴων (ἄρθρ. 95–126) τιμωροῦνται οἱ παραβάται τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Ἄρθρον 108. Ὡς μάρτυρες ἀναγκαῖοι πρὸς ἀπόδειξιν τῆς παραλείψεως καλοῦνται πλὴν τῶν ἄλλων καὶ οἱ συντάξαντες τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 102 πίνακα καὶ οἱ προταθέντες ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 107 καταγγείλαντος τὴν παράλειψιν.» (Διάλογοι). Ἐγὼ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου σᾶς παρεκάλουν νὰ δεχθῆτε καὶ ἐδέχθητε, ὅπως αἱ ἀποφάσεις τοῦ πταισματοδίκου ὑπόκεινται εἰς ἀνακοπὴν, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα, ἅτινα συνέβαινον ἐκ τῆς παρερμηνείας τοῦ παλαιοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον μάρτυρες καλοῦνται ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου πρὸς ὑποστήριξιν κατηγορίας τινὸς οἱ συντάξαντες τὴν ἀπογραφὴν καὶ λοιποὶ, καὶ ἂν δὲν ἔλθουν οἱ μάρτυρες, ἀναβάλλεται ἡ δίκη ἐπὶ 8 ἡμέρας, καὶ ἂν καὶ τότε δὲν προσέλθουν, ἐκδίδεται ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις τοῦ νόμου. Ἀλλὰ λαμβάνουν εἴδησιν οἱ χωρικοὶ, ὅπως σπεύσωσι νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει καλοῦνται; Ἀλλ’ ἐχόντων πεποίθησιν τῶν χωρικῶν περὶ τῆς ἀθωότητός των, τίς τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ προσέλθουν ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου, προσκομίζοντες καὶ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, ἀφοῦ εἰσι πεπεισμένοι, ὅτι δὲν θέλει ἀποδειχθῆ ἡ κατηγορία; Ὀφείλει λοιπὸν ὁ πταισματοδίκης νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἀναγκαίους μάρτυρας, καὶ ἂν ἐκ τῶν μαρτυριῶν ἐκείνων ἀποδεικνύεται ἡ ἐνοχὴ τῶν κατηγορουμένων, τότε νὰ τοὺς καταδικάσῃ· ἀλλ’ οἱ ἄχρι τοῦδε πταισματοδίκαι, πλὴν τοῦ νῦν ὑπάρχοντος, κριτικωτέρου τῶν προκατόχων του καὶ νοοῦντος τὸν νόμον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως ἐκήρυξαν ἐνόχους πάντας τοὺς ἐρήμην δικαζομένους. Τοῦτο δὲ πιστοῦται ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ ὧν ἐξάγεται (ἀναγινώσκει): «Πίναξ ἐμφαίνων τὰς ἐκδοθείσας ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου Τριπόλεως ἐρήμην ἀποφάσεις ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1899, ἀφορώσας παραβάσεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων.» Ἐκδοθείσας ἐρήμην ἀποφάσεις, διότι μόνον περὶ τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων πρόκειται· εἰς τὰς κατ’ ἀντιμολίαν ἐμφανίζεται ὁ κατηγορούμενος, καὶ μετὰ τὴν ἀπολογίαν του ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ νὰ τὸν κηρύξῃ ἔνοχον ἢ ὄχι· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐρήμην, ἄνευ τῶν μαρτύρων τῶν θεωρουμένων ἀναγκαίων ὑπὸ τοῦ νόμου, ὁ πταισματοδίκης ὀφείλει, τὴν μὲν πρώτην δικάσιμον νὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην, ἐὰν οἱ μάρτυρες δὲν προσέλθωσιν, ἀλλὰ τὴν δευτέραν νὰ κηρύξῃ ἀθῶον τὸν κατηγορούμενον, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ ἡ κατηγορία διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀναγκαίων μαρτύρων. Καὶ ὅμως τί ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ πίνακος τούτου; (ἀναγινώσκει): «Ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις ἐρήμην τέσσαρες, ἀριθ. 4, καταδικαστικαὶ 365». Τριακοσίας ἑξήκοντα πέντε καταδικαστικὰς ἀποφάσεις εἰς τρίμηνον χρονικὸν διάστημα ἐξέδωκε μόνον ὁ γραμματεὺς τοῦ Πταισματοδικείου Τριπόλεως ἀπέναντι τεσσάρων ἀθωωτικῶν! Καὶ δυνάμει τίνων ἀποδεικτικῶν μέσων ἐξεδόθησαν αἱ καταδικαστικαὶ αὗται ἀποφάσεις; Ἀκούσατε τί γράφει εἰς τὸν πίνακα: «Αἱ πλεῖσται τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ἐξεδόθησαν ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐμφανίσεως τῶν κατηγορουμένων κατά τε τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν ἑτέραν συζήτησιν μετ’ ἀναβολὴν ἐπὶ 8 ἡμέρας, συμφώνως τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 110 τοῦ ΒΠʹ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων, τινὲς δ’ ἐξεδόθησαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μαρτυριῶν.» Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, Κύριοι, τί ἐγένετο μὲ τὸν νόμον αὐτὸν, σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἤμην αὐτόπτης εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅτε δῆμός τις τῆς ἐπαρχίας μου ὁλόκληρος, σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, 800 περίπου ἄνθρωποι, —καὶ αὐτὸν τὸν δῆμον ἀφορᾷ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ σημείωσις αὕτη—ὁ δῆμος Βαλτετσίου, ἤχθη ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Λαμβάνω εἰδοποίησιν καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ παριστῶ εἰς τὸν κ. πταισματοδικεύοντα καὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὅτι ὀφείλουν νὰ ζητήσουν τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ ὁ ὁποῖος νόμος εἶχε καταργηθῆ...

§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ;

§148ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μετὰ τὴν δημοσίευσιν... Παρέστησα ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἰσχύει.

§149Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως!

§150ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἂς κάμουν ἀναίρεσιν», μοὶ ἀπαντᾷ ὁ πταισματοδίκης. Ἀλλὰ διὰ νὰ κάμουν ἀναίρεσιν, θέλουν 50 δραχμὰς διὰ παράβολον. Ἐφαρμόζεται δὲ ὁ νόμος αὐτὸς χωρὶς νὰ πρέπῃ. Μεταβαίνω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, παριστῶ εἰς αὐτὸν τὴν κατάστασιν, καὶ ποῖος νόμος ἐφαρμόζεται καὶ πῶς ἐφαρμόζεται. Ὁ Εἰσαγγελεὺς καλεῖ τὸν πταισματοδίκην ἰδιαιτέρως εἰς τὸ δωμάτιον... ἀγνοῶ τί εἶπον, ἀλλ’ ὁ πταισματοδίκης ἐξηκολούθησε νὰ ἐφαρμόζῃ, ὡς ἐφήρμοζε, τὸν καταργηθέντα νόμον, ἐκδοὺς 365 καταδικαστικὰς ἐρήμην ἀποφάσεις, αἵτινες δὲν ἐπιδέχονται καὶ ἀνακοπήν. Μὴ νομίσητε ὅμως, ὅτι ἐτερματίσθησαν τὰ δεινοπαθήματα τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Βαλτετσίου, διότι ὅ,τι ἔπαθον ἦτο τὸ πρῶτον χέρι, καὶ κατὰ τὸν πίνακα τῆς ἀπογραφῆς τῶν ζώων, ὅσοι δὲν ἐδήλωσαν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον εἰς τὰς 5 Ὀκτωβρίου π. ἔ. νομίζω, καὶ ἄλλοι μὲν ἠθωώθησαν, ἄλλοι δὲ κατεδικάσθησαν· ἀλλ’ ὁ ἀστυνομεύων ἐκεῖ λοχίας τοῦ πεζικοῦ παραλαμβάνει δύο χωροφύλακας καὶ ἐνεργεῖ νέαν ἀπαρίθμησιν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἱ καταδικασθέντες ἢ ἀθωωθέντες, σύρονται πάλιν ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου, ὅτι παρέβησαν τὸν αὐτὸν νόμον, Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν! Ὁ πταισματοδίκης ἐκήρυξεν ἄκυρον τὸ κατηγορητήριον διὰ τυπικοὺς λόγους, καὶ ὁ ἀστυνομεύων, θυμωθεὶς διότι ὁ πταισματοδίκης τῷ προσέβαλε τὸ κατηγορητήριον, εἶπε: «καλά! θὰ ἰδῆτε τί θὰ πάθητε!» Καὶ ἤδη ἐκτελῶν τὴν ἀπειλήν του, εἰσάγει αὐτοὺς εἰς τὰς 18 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., καὶ οὕτω πάλιν ὁ δῆμος ἐκεῖνος διὰ τὴν αὐτὴν παράβασιν καλεῖται νὰ δικασθῇ ἐκ νέου ἄνευ νόμου. Καὶ ποῦ νομίζετε ὅτι εὑρίσκονται ἤδη οἱ κατηγορούμενοι ἐκεῖνοι; Οὐδεὶς, οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ, μένει εἰς τὸν δῆμον Βαλτετσίου· ἅπαντες εἶναι εἰς τὸν Πόρον, εἰς τὸ Κρανίδι καὶ εἰς ἄλλα παραχειμάδια. Βεβαίως, συνεπείᾳ τῆς νομολογίας, ἣν ἀνέφερα, θέλουσι καταδικασθῆ ἐρήμην, καὶ χιλιάδας δραχμῶν ἔχει νὰ ἐνθυλακώσῃ ὁ λοχίας τοῦ πεζικοῦ, ὁ συντάξας τὴν τοιαύτην δευτέραν ἀπογραφήν! Ταῦτα παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ δώσητε τὰς δεούσας διαταγὰς, διότι εἶναι ἀπόκληρος ὁ δῆμος ἐκεῖνος, νὰ δώσητε διαταγὴν εἰς τὸν πταισματοδίκην, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ νόμον καταργηθέντα, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον μάλιστα. Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἐδῶ περὶ ἐλευθεριῶν καὶ Συντάγματος, ἐνῷ ἀκολασταίνουσιν αἱ διάφοροι ἀρχαὶ εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ εὑρίσκηται ὁ ὑπεύθυνος! Εἰς τὰς 18 Φεβρουαρίου δὲ εἰσάγεται εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ὁλόκληρος ὁ δῆμος Βαλτετσίου, σᾶς βεβαιῶ, γυναῖκες καὶ ἄνδρες. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ζητήσω δι’ ἐπερωτήσεως πάλιν τὰ ὀνόματα τῶν κατηγορουμένων....

§151ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῦ ἐκοινοποιήθησαν τὰ κλητήρια, ἀφοῦ ἀπουσιάζουσι πάντες;

§152ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἷς χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει εἰς τὴν οἰκίαν ἑκάστου καὶ ἐπιδίδει τὸ κλητήριον. Μήπως ζητεῖ ὁ πταισματοδίκης ἐπιδοτήρια; Ἔχει ἕνα κατάλογον, ἐκφωνεῖ ὀνόματα καὶ ἐκδίδει ἀποφάσεις! Διατὶ νὰ προσκληθῇ ὁ κατηγορούμενος νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπολογηθῇ; Ἀπολογούμενος, ὑπάρχει κίνδυνος ν’ ἀθωωθῇ. Συμφέρον ἔχει καὶ ὁ πταισματοδίκης καὶ ὁ ἔφορος νὰ καταδικάζηται, διότι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ἐκ τῶν ποινῶν τὴν λαμβάνουσιν αὐτοί.

§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν κλητεύονται ποσῶς· ἐπιδίδονται εἰς ξένους τὰ κλητήρια!

§154ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα λοιπὸν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ διαγράψῃ τὸν ἄρθρον αὐτό· δὲν ἔχει δὲ τὸ Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ τίποτε, διότι ὁ φόρος τοῦ 1899 ἐβεβαιώθη. Ἐὰν ἀπειθεῖς τινες δὲν ἐδήλωσαν, οὗτοι εἶναι ἐλάχιστοι· ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν στατιστικὴν τῶν διαφόρων ἀποφάσεων τῶν πταισματοδικῶν, τῶν ἐκδοθεισῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου μέχρι τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι ἐλάχιστοι κατεδικάσθησαν, καὶ οἱ πλεῖστοι μάλιστα τούτων κατεδικάσθησαν διότι δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀπολογηθῶσι. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συναινέσητε εἰς τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν πταισματοδίκας νὰ μὴ ἐφαρμόζωσι νόμον καταργηθέντα καὶ μὴ δυνάμενον ν’ ἀναζήσῃ. Εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη πάντων τῶν φιλοσοφούντων περὶ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον καὶ πάντων τῶν ἑρμηνευόντων τοὺς ποινικοὺς νόμους. Κατ’ αὐτοὺς, ἐὰν διάφορος νόμος ἰσχύῃ κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, διάφορος ἐν τῷ μεταξὺ καὶ διάφορος κατὰ τὴν δίκην, ἰσχύει ὁ ἐπιεικέστερος. Ἀφοῦ λοιπὸν κατηργήθη τελείως ὁ νόμος αὐτὸς, δὲν δύνασθε νὰ τὸν ἐπαναφέρητε εἰς ἰσχὺν, δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε ποινικὴν εὐθύνην δι’ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ, ἤτοι ἀπὸ τῆς τελέσεώς των ἄχρι τῆς ἐκδικάσεώς των, ἔμενον ἀνέγκλητα καὶ δὲν τιμωροῦνται. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας νὰ μὴ εἰσπράξωσι τὰ ἐκ τοιούτων ἀποφάσεων ἐπιβληθέντα πρόστιμα. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνωνται δύο δημοτικοὶ φόροι, φόρος εἰσφορᾶς καὶ φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων. Εἶναι δὲ τοσοῦτον ἐπαισθητὴ ἡ πληρωμὴ τοῦ διπλοῦ τούτου φόρου, διότι συμβαίνει νὰ εἰσπράττωνται εἰς τὰς πόλεις ταὐτοχρόνως, καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων εἰσπράττεται λίαν σκανδαλωδῶς, οὐχὶ κατ’ ἀξίαν 2%, ὅπως ὁ δημοτικὸς νόμος λέγει, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς τὰ Συμβούλια ψηφίζουσι καὶ οἱ νομάρχαι ἐπικυροῦσι νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος οὗτος κατὰ κεφαλήν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν θέλετε, ἂς ψηφισθῇ ἡ δημοτικὴ εἰσφορά, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς ἄλλος τὸ δικαίωμα νὰ ἐνοχλήσῃ τὸν εἰσάγοντα εἰς μίαν πόλιν ἓν σφάγιον, ἀφοῦ πρόκειται κατὰ τὴν σφαγὴν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τὸν δημοτικόν. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς δευτέρας ἐκδόσεως ὑπῆρχον διατάξεις 2, 3 καὶ 4, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνιζον τὴν δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Τότε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκτελέσεως τοιαύτης δικονομίας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην μου, καὶ ἐδήλωσε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συναινεῖ νὰ διαγραφῶσι τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4. Ἀλλ’ ὅπως ἔχει ἤδη ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δικονομία αὕτη, χωρὶς νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρεξηγηθῇ ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἤθελε παραβιάσει τὸν νόμον, ὅπως ἤδη, ὅτε οὐ μόνον παρεξηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἐλέγχεται ὡς παρανομήσας διὰ τοῦ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· διότι, ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων, διὰ τοῦ διατάγματος μετατρέπεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων εἰς φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Καὶ διατὶ τρέχομεν τὸν κίνδυνον, τὴν χαρὰν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν, ὅτε συνῄνεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαγράψῃ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4, νὰ τὴν χάσωμεν, εἰς εὐκαιρίαν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν τοῦτο; Διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου θεσπίζεται, ὅτι «διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου». Δύναται λοιπὸν διὰ τοῦ διατάγματος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται μὲν διὰ τοῦ νόμου φόρος καταναλώσεως, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ, πῶς βεβαιοῦται ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως· καὶ δύναται νὰ διατάξῃ, ὅτι ὁ θέλων νὰ μεταφέρῃ σφάγιον ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, νὰ λάβῃ ἄδειαν καὶ νὰ δώσῃ καὶ ἐγγύησιν, ἣν εἶχεν εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, ἀξιόχρεων μάλιστα ἐγγύησιν. Δύναται νὰ ᾖναι ἐγγυητὴς ὁ κ. Σκουζὲς, ἢ ὁ κ. Καραπάνος, καὶ ὁ κ. ἀστυνόμος δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐγγυητὴς εἶναι ἀφερέγγυος! Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὰ τοῦ νόμου ἔχουσιν ἤδη κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἡ ἀντίφασις τοῦ Β. Διατάγματος πρὸς τὸν νόμον διορθοῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ἄρθρον 8 πρέπει νὰ διαγραφῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἦσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑμεῖς μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου· δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀνάγκην φόρων, καὶ νὰ ἁρπάζῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον αὐτούς. Τὸ ἄρθρον 8 λοιπὸν ἐπιμένω νὰ διαγραφῇ. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 7, κατὰ τὸ ὁποῖον «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται», διότι καταργεῖται διὰ τῆς αὐτῆς διατάξεως καὶ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶς ὁ σφάζων ζῷα ἔχει τὸ δικαίωμα ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ προσέρχηται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον, ὅτε ἀπαλλάσσεται πάσης ποινῆς.

§155Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καταργεῖται δυνάμει τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1.

§156ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν καταργεῖται, καὶ ὅτι τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὅταν νομοθετῆται ὅτι «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται», βεβαίως καταργεῖται αὐτό. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐλλιπὲς μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν τῶν σφαζομένων ζώων; Θὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας, ἵνα καταδείξω καὶ ἄλλας ἀτελείας αὐτοῦ, πιστοποιουμένας κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅπως λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τὸ νομίσῃ πρέπον, καὶ διορθώσῃ αὐτάς...

§157ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολὺ, κύριε συνάδελφε.

§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειώνω... Ὅσοι εὐηρεστήθητε, Κύριοι, ν’ ἀκολουθήσητε τὴν συζήτησιν τοῦ μεταρρυθμιζομένου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νόμου, βεβαίως θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ τότε παρέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ προπληρωμὴ τοῦ φόρου, διότι κατὰ τὸν νόμον, πᾶς ὁ δηλῶν ζῶντα ζῷα, ἤτοι ἵππους, ἡμιόνους, καμήλους καὶ ἐν γένει τὰ μὴ εἰς βρῶσιν ὑπαγόμενα ζῷα, πρὶν ἢ ἐγχειρίσῃ τὴν δήλωσίν του εἰς τὴν Δημαρχίαν ὀφείλει νὰ ἐκδράμῃ ἀνὰ κώμας καὶ χωρία, νὰ ἀνεύρῃ δημόσιον εἰσπράκτορα ἢ ὑποταμίαν, νὰ προπληρώσῃ τὸν φόρον, νὰ πιστοποιηθῇ κάτωθι τῆς δηλώσεως ἡ προπληρωμὴ, καὶ τότε δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὸν δήμαρχον νὰ δεχθῇ τὴν δήλωσιν ταύτην. Παρέστησα τὸ ἀδύνατον τοῦ πράγματος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ παρέστησεν, ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον κατὰ τὸν χρόνον τῆς δηλώσεως θὰ ἦναι εἰσπράκτωρ. Εἰσπράκτωρ ὅπου ὑπάρχει ὑποταμεῖον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ, διότι οὐδὲν κέρδος ἔχει. Τί δὲ συνέβη συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ταύτης; Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, Κύριοι, εἶναι δύο ὑποταμεῖα, τὸ ὑποταμεῖον Τριπόλεως, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπάγονται ἑπτὰ δῆμοι, καὶ τὸ ὑποταμεῖον Ὀρχομενοῦ, εἰς ὃ ὑπάγονται τρεῖς δῆμοι. Ὁ ὑποταμίας Τριπόλεως ἔχει διορίσει ὄντως ἑπτὰ εἰσπράκτορας, δηλαδὴ ἕνα εἰσπράκτορα εἰς ἕκαστον δῆμον· ἀλλ’ οἱ εἰσπράκτορες ἐκεῖ οὐδέποτε ἢ σπανιώτατα μεταβαίνουσι πρὸς εἴσπραξιν εἰς τὸν δῆμον, διότι δὲν ἔχουσι κανὲν κέρδος· τὸ ¼ τῶν ποσοστῶν λαμβάνουσιν ἄνευ μισθοῦ. Πῶς εἰσπράττονται λοιπὸν οἱ φόροι; δι’ ἐνταλμάτων συλλήψεως, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ὁ ὑποταμίας ἐκ τοῦ γραφείου του· τρέχουσιν οἱ χωροφύλακες πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπασχολεῖται ὁλόκληρος ἡ δημοσία δύναμις πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ὑποταμεῖον Ὀρχομενοῦ, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπάγονται 3 δῆμοι, ὁ τοῦ Ὀρχομενοῦ, ὁ τῆς Μαντινείας καὶ ὁ τῶν Νάσων, δὲν ὑπάρχει εἰσπράκτωρ. Τί συμβαίνει λοιπόν; Ἕδρα τοῦ ὑποταμείου Ὀρχομενοῦ εἶναι τὸ Λεβίδιον, ἀπέχον τῆς Τριπόλεως 6 ὥρας. Ὁ δῆμος Μαντινείας ἀπὸ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ ἀπέχει 4 ὥρας· ὁ ὑποταμίας Ὀρχομενοῦ ἐκδίδει ἐντάλματα συλλήψεως, οἱ χωροφύλακες συλλαμβάνουσι τοὺς ἀγρότας ἐκείνους καὶ τοὺς ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν Τρίπολιν· μεταβαίνουσιν οὗτοι εἰς τὸν ταμίαν, νὰ πληρώσουν, ἀλλ’ οὗτος λέγει ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος· μεταβαίνουσιν εἰς τὸν ὑποταμίαν, ἀναρμόδιος ὁ ὑποταμίας! Οὕτως ὁ δυστυχὴς φορολογούμενος ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἐφίππου βοηθοῦ, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς Λεβίδιον καὶ πληρόνῃ τὸν φόρον, τὴν πληρωμὴν τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἠρνήθη. Ἀλλὰ τὸν δέχεται ὁ ὑποταμίας νὰ πληρώσῃ; Πὺξ καὶ λὰξ ἐξεδιώχθησαν οἱ φορολογούμενοι Μαντινείας, οἱ μεταβάντες εἰς Λεβίδιον πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων! Διατί; Διότι βαρύνεται ὁ κ. ὑποταμίας νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια διὰ μίαν ἢ δύο δραχμάς! Προχθὲς, τὸ Σάββατον, ἕνεκα ὑποθέσεώς μου μὴ ἐπιδεχομένης ἀναβολὴν, ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς Τρίπολιν, μὴ γνωρίζοντες δὲ οἱ κάτοικοι Μαντινείας, ὅτι ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν Τριπόλει, μοὶ ἔπεμψαν εἰς Ἀθήνας τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Τὸ ἐκράτησα, διότι προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐνόμισα ἐπίκαιρον νὰ τὸ ἐγχειρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ λεκτικόν του χρῄζει ὀλίγης διασκευῆς, ἀλλὰ τὸ νόημά του εἶναι ἀκριβέστατον (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, Ἀθήνας.—Δῆμος Μαντινείας τυραννεῖται πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως... καὶ παρακαλοῦμεν νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὸ ὑποταμεῖον Τριπόλεως κλπ.» Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὅπερ ἐγχειρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, φέρει ὑπογραφὰς τῶν πρώτων οἰκοκυραίων τοῦ δήμου ἐκείνου. Εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅταν ἔρχωνται οἱ χωρικοί, δὲν ἔρχονται μόνον διὰ νὰ πληρώσουν φόρον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας ἐργασίας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ὑποταμίαν Ὀρχομενοῦ νὰ μὴ ἦναι τόσον πλεονέκτης, καὶ νὰ προσλάβῃ καὶ εἰσπράκτορα· ἄλλως ὁ δῆμος Μαντινείας νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ ὑποταμεῖον Τριπόλεως...

§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρώτην ἤδη φορὰν περὶ τοῦ ὑποταμίου ἐκείνου μοὶ δίδεται ἀφορμή.

§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· διότι εἴχετε ὑποσχεθῆ νὰ μεταβάλητε τὸ ταμιακὸν σύστημα.

§161ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον· εἴπετε συγχρόνως, ὅτι αὐτὸς ἀπεδίωξε τοὺς φορολογουμένους.

§162ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἦλθον πρὸς ἐμὲ χωρικοί, ἵνα καταγγείλωσι τὸν ὑποταμίαν, δὲν ἐγνώριζον ὅμως τὸ ὄνομά του· τοὺς ἔστειλα νὰ μοὶ φέρωσι τὸ ὄνομα, ἀλλὰ δὲν ἐπανῆλθον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ οὐδὲ τὸν γνωρίζω κἄν, ἀλλὰ ταῦτα μοὶ κατηγγέλθησαν ὑπὸ πολλῶν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ εἶναι δυσχερεστάτη ἡ προπληρωμὴ τοῦ φόρου, νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα, ὥστε ἢ μετὰ τὴν βεβαίωσιν νὰ εἰσπράττηται, ἢ νὰ δώσῃ μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ πληρόνηται ὁ φόρος, ἄλλως νὰ θεωρῆται ἄκυρος ἡ δήλωσις...

§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος διορθώσεως.

§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι... Διότι εἶναι ἀδύνατον διὰ μίαν δραχμὴν νὰ τρέχῃ ὁ ἀγρότης πρὸς εὕρεσιν εἰσπράκτορος διὰ τὰ ζῷά του, ἢ ἐνοικιαστοῦ διὰ τὰ σφάγια, ὅστις ἐνοικιαστὴς πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους εἰς ὅλα τὰ χωρία. Ἄλλως νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς ποινὰς οἱ παραβαίνοντες τὸν νόμον τοῦτον. Ἐν ἄρθρῳ 17 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁρίζεται, ὅτι «ὁ δήμαρχος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, συνερχόμενοι ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ ἐπιόντος μηνὸς Ἰανουαρίου,... σημειοῦσιν εἰς τὴν στήλην τῶν παρατηρήσεων τῶν βιβλίων μεταγραφῆς δηλώσεων ἰδίας παρατηρήσεις περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως, ἰδίᾳ δὲ περὶ τῶν ἐλλιπῶς δηλωσάντων τὰ φορολογητέα ζῷά των, κάτωθεν δὲ τοῦ βιβλίου τοὺς μηδόλως δηλώσαντας τὰ ζῷά των...» κλπ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δεκαπενθήμερον τοῦτο ἀποβῇ ἄπρακτον, ὁ Α δὲ κάτοχος ζώων δὲν καταγγελθῇ, ὅτι παρέλειψε νὰ δηλώσῃ τὰ ζῶα αὑτοῦ, ἐξακολουθεῖ ἡ προθεσμία αὐτὴ ἐπ’ ἄπειρον; Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ὑπῆρχεν ὡρισμένη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐδίδοντο καταγγελίαι. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ καθορισθῇ, διότι τρέχουσι τὸν κίνδυνον οἱ ἀγρόται νὰ ᾖναι πάντοτε ὑπὸ κατηγορίαν. Πρέπει δὲ νὰ ὁρισθῇ καὶ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον συνέρχονται ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ δήμαρχος, διότι πολλάκις διαφωνοῦσιν αἱ ἀρχαὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τούτου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ αὐτοῦ νόμου, οἱ ἐνοικιασταὶ ὀφείλουσι νὰ πέμπωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ διπλότυπα εἰς τὸν ἔφορον, ἄλλως τιμωροῦνται. Ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν εἰσιν ὑπόχρεοι οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ στέλλωσι τὰς διπλοτύπους ἀποδείξεις εἰς τὸν ἔφορον, ἀφοῦ αἱ διπλότυποι ἀποδείξεις ἀφορῶσι τὴν περιουσίαν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ νὰ τιμωρῶνται μάλιστα, ἐὰν δὲν στείλωσιν αὐτὰς ἐμπροθέσμως; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κανεὶς ἐνοικιαστὴς δὲν ὑπήχθη εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, οὐδὲ θὰ τιμωρηθῇ κανεὶς, διότι αἱ σχέσεις τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ τοῦ ἐφόρου εἶναι πολὺ τρυφεραὶ, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὁ ὁποῖος δὲν διατελεῖ εἰς τρυφερὰς σχέσεις πρὸς τὸν ἔφορον! οὐδεμία ἀπόδειξις αὐτοῦ θὰ κηρυχθῇ ἐκτελεστὴ, καὶ οὐδὲ λεπτὸν θὰ εἰσπράξῃ! Διὰ τοῦ ἄρθρου 34 ἐπιβάλλονται ποιναὶ, καὶ ποιναὶ φοβεραὶ, εἰς τοὺς δημάρχους, ὅσοι δὲν ἐκπληροῦσιν ἐπιμελῶς τὰ καθήκοντά των. Καὶ ἐνῷ ἐπιβάλλετε τοιαύτας ποινὰς, ἐν τούτοις οἱ δήμαρχοι εἶναι πτωχοί· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχουσιν οὐδ’ ὀβολὸν οὔτε διὰ χάρτην, οὔτε διὰ μελάνην, οὔτε διὰ πληρωμὴν κλητῆρος! Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ διαγράψητε τὰς ποινὰς, ἢ πρέπει νὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Συμπεραίνων, Κύριοι, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὴν διαγραφὴν τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8 τοῦ νόμου.

§165ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ἄρθρου 3.

§166ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τοὺς πταισματοδίκας νὰ παύσωσιν ἐφαρμόζοντες νόμον καταργηθέντα ἤδη, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἐκτελῶσι καμμίαν ἀπόφασιν κανενὸς πταισματοδίκου, ἐκδοθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει νόμου, τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἔχει καταλυθῆ· νὰ καταργηθῇ δ’ ἀμέσως ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κτηνῶν, καὶ νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα τὰ οἰκόσιτα, (ὄχι μόνον οἱ χοῖροι, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόβατα καὶ αἱ αἶγες,) ὁ δὲ φόρος νὰ πληρώνηται οὐχὶ κατὰ κεφαλὴν, ἀλλ’ ἀναλόγως τοῦ βάρους, καὶ οὕτω ὁ νόμος θέλει κατασταθῆ ἀνεκτός· ἄλλως θέλομεν ἔχει ἐξέγερσιν λαϊκήν.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′ μετὰ μεσημβρίαν.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
2Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1900.
3(Δευτέρα).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγι-
5νώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
6δριάσεως)
7§1ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω
8ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἐσημειώθη ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν
9ψηφοφορίαν καὶ ὁ ἐκ Παρνασίδος βουλευτὴς κ. Μόρης καὶ
10ὅτι ἐψήφισε Ναί, ἐνῷ ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὁ κ. Μόρης
11ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν τὴν πρωΐαν τῆς Παρασκευῆς. Καὶ κατὰ
12τὴν συνεδρίασιν δὲ τῆς Παρασκευῆς ἐσημειώθη ὅτι παρευ-
13ρίσκετο ἐνταῦθα, ἐνῷ ἦτο ἀπών. Δὲν ἔκαμα παρατηρήσεις
14κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Παρασκευῆς ἐν τῇ
15συνεδριάσει τοῦ Σαββάτου, φρονῶν ὅτι τοῦτο συνέβη ἐκ
16λάθους. Ἀλλὰ παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ὁ κύριος Μόρης
17φέρεται ψηφοφορήσας καὶ ἐν τῇ συνεδριάσει τοῦ Σαββάτου.
18Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς παρελ-
19θούσης Παρασκευῆς φέρεται ψηφοφορήσας καὶ ὁ ἐξ Ἐπιδαύ-
20ρου Λιμηρᾶς βουλευτὴς κ. Λύρας, ἐνῷ ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν
21Μονεμβασίᾳ. Καὶ εἰς παρελθούσας συνεδριάσεις τῆς Περιό-
22δου ταύτης ἀνεκαλύφθησαν τοιαῦται ἐλλείψεις τοῦ Προε-
23δρείου, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος κατήγγειλα ὅτι ἐψηφοφόρησεν ἔν
24τινι συνεδριάσει Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τὸ Κα-
25τάκωλον κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας. Δὲν γνωρίζω ἐν
26τίνι δικαιώματι παρίστανται οἱ ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἐξ
27Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευταὶ παρόντες καὶ ὑποστηρίζον-
28τες ἐνταῦθα τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζω ὅμως,
29ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν συνιστῶσιν οὔτε τοὺς κυρίους γραμμα-
30τεῖς, ἀλλ’ ἐν γένει οὔτε τὸ Προεδρεῖον, διότι αὐτὸ ἔχει τὴν
31εὐθύνην, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀσχημία αὕτη.
32§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ διὰ
33τίνα λόγον ἀποδίδει εἰς παράβασιν καθήκοντος τοῦ Προε-
34δρείου ὅσα ἐξέθηκε, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ συνέβησαν ἐκ λά-
35θους· τοιαῦτα δὲ λάθη ἄνευ οὐσιαστικοῦ λόγου συμβαίνου-
36σιν. Ἐὰν ἐπήρχετο ἀλλοίωσις τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψη-
37φοφορίας, ἐννοῶ νὰ ὑποπτευθῆτε, ἀλλ’ ἄνευ λόγου καὶ αἰ-
38τίας δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγητε, ὅτι ἐσημειώθη Βουλευτὴς
39ὡς παρὼν καὶ μάλιστα ὡς ψηφοφορήσας Ναί, ἐνῷ δὲν ἦτο
40παρών. Τοῦτο δὲ γνωρίζετε ὅτι δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐκ
41λάθους. Οὐδένα δὲ λόγον εἶχε νὰ τονισθῇ τὸ Ναί, ἐνῷ οἱ
42ψηφολέκται ἦσαν παρόντες, ἐξ ὧν ὁ ἕτερος ἐκ τῆς Ἀντιπο-
43λιτεύσεως, ὁ κύριος Ἀσιμῆς. Ἀφοῦ δὲ ἦσαν παρόντες καὶ οἱ
44ψηφολέκται καὶ οἱ γραμματεῖς, ὀφείλετε νὰ μὴ ἀποδώ-
45σητε τὸ γεγονὸς εἰς πρόθεσιν τοῦ Προεδρείου, ἀφοῦ ἄλλως
46τε τοῦτο οὐδεμίαν ἔσχε συνέπειαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
47ψηφοφορίας.
48§3ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο κατ’ ἐπανάληψιν,
49νὰ γραφῶσι δηλ. Βουλευταὶ παρόντες, ἐνῷ ἦσαν ἀπόντες,
50ἤθελον συμφωνήσει μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ βλέπω μετ’ ἀπορίας
51κατ’ ἐπανάληψιν σημειούμενον παρόντα ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς
52τὸν κ. Μόρην. Τοῦτο δὲ κατὰ λάθος, γνωρίζετε καλλίτερον
53ἐμοῦ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
54§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ προσέχω
55καὶ μόνος, διὰ νὰ μὴ συμβαίνωσι λάθη.
56§5ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν ἀνάγνω-
57σιν ἐκτὸς τῶν ψηφολεκτῶν περιτριγυρίζουν ἐκεῖ πλεῖστοι
58Βουλευταὶ καὶ ὑπάλληλοι τοῦ Γραφείου.
59§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουλευταὶ ναί, ὑπάλληλοι ὄχι.
60§7ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνῷ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ψηφολέκται
61ἐπασχολοῦνται εἰς τὰ τῆς ψηφοφορίας, ἐκεῖνοι περιστοι-
62χίζουσιν ἐπίτηδες τοὺς ψηφολέκτας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
63ὥστε οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶσι τῶν συμβαι-
64νόντων.
65§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπίτηδες ἠδύνατο νὰ λείψῃ. Δυ-
66νατὸν νὰ συνέβη ἄτοπόν τι, ἀλλ’ ὄχι ἐπίτηδες. Σᾶς βε-
67βαιῶ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ συμβῇ αὐτὸ τὸ ἄτοπον.
68Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
69Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα
70περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ
71σταφιδοκάρπου νόμου.
72Διάφοροι πρόσφυγοι ἐκ Καμαρίνης καὶ ἄλλοι Ἠπειρῶται
73ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των τὴν παροχὴν εἰς αὐτοὺς σιτηρε-
74σίου.
75Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα
76περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
77Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς
78των παρακαλοῦσι νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν θέσιν του ὁ ἀρχι-
79φύλαξ τοῦ αὐτόθι Σωφρονιστηρίου.
80Οἱ ὑπάλληλοι πασῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρομικῶν
81ἑταιρειῶν ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ
82νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων.
83Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κουκουράβας τοῦ δήμου Κα-
84σθαναίας τῆς Ἀγυιᾶς ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ὑπαγωγῆς
85τοῦ χωρίου τούτου εἰς τὸν δῆμον Δοτίου.
86Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Τυρνάβου ἀπέστειλε ψήφισμα περὶ
87παροχῆς ἐργασίας καὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων.
88Κάτοικοι Μεγαλοπόλεως τηλεγραφικῶς ζητοῦσι τὴν ἀπαλ-
89λαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς φόρου διὰ τοὺς οἰκοσίτους
90χοίρους.
91Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Ἀλέξ. Ρώμας κατέθηκε σύ-
92στασιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ «τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιο-
93σύνης Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τάχιστα τὴν εἰς Ζάκυνθον
94μετάβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ἵνα
95οὗτος προβῇ εἰς αὐστηρὰς ἀνακρίσεις διὰ τὴν κατὰ τοῦ
96Σκοπιώτου Μόρφη δολοφονικὴν ἀπόπειραν».
97§9Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
98σύνης). Διετάχθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ
99εἰς Ζάκυνθον πρὸς ἐπίβλεψιν τῶν ἀνακρίσεων.
100§10ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
101§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
102τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν θὰ μεταβιβασθῇ τὸ ὑπόμνημα τοῦ
103Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου, νὰ μελετήσῃ τοῦτο καὶ ἀνα-
104κοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτοῦ.
105Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
106Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ, ἵνα συνταχθῇ σημείωσις τῶν εἰσ-
107πραχθέντων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ ἀνακοινωθῇ αὕτη
108εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ αὐτὸν προσέτι, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄ-
109ψιν τὸν νόμον ͵ΒΤΟΗʹ τῆς 21 Μαρτίου 1896 περὶ τροπο-
110ποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 179
111αὐτοῦ ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν ἀντισηκώματος οἱ καθυστε-
112ροῦντες ἐπίστρατοι, τὰ εἰσπραττόμενα δὲ ταῦτα χρήματα
113κατατίθενται καθ’ ἑξαμηνίαν εἰς προνομιοῦχον Τράπεζαν.
114Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα
115ἀπὸ τοῦ 1897 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη εἰσεπράχθησαν,
116καὶ ἂν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατετέθησαν εἴς τινα Τράπεζαν,
117καὶ ποίαν, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1896 εἶχον κατατεθῆ
118ὅσα κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἶχον εἰσπραχθῆ, ἀνελθόντα εἰς
119δραχ. 727,836.26.
120§12Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν, ἣν ἀνεκοί-
121νωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, τῶν ὑπαλλήλων πασῶν τῶν ἐν Ἑλ-
122λάδι σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συ-
123στήσω ἰδιαιτέρως εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
124Οἰκονομικῶν, διότι διὰ ταύτης ἄνθρωποι διὰ τῆς προσωπι-
125κῆς τῶν ἐργασίας ἀποζῶντες παραπονοῦνται ὅτι ἡ φορολο-
126γία αὐτῶν εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει κλίμακος προοδευτικῆς, καὶ
127κατὰ τοιοῦτον τρόπον προοδευτικῆς, ὥστε καταντᾷ ἀσυμβί-
128βαστος πρὸς τὴν σημερινὴν ἔννοιαν τῆς φορολογίας. Εὐτυχῶς
129ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ μελέτην τοῦ
130κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον ἀναγόμενον εἰς
131τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ νομίζω ὅτι ἡ περίστα-
132σις εἶναι καταλληλοτάτη, ὅπως ἐπέλθῃ ἀλλοίωσίς τις τῶν
133κειμένων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἀνωνύμων
134ἑταιρειῶν, καὶ μάλιστα τῶν σιδηροδρομικῶν, ὅπως ἀποδοθῇ
135αὐτοῖς τὸ δίκαιον.
136§13Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαί-
137νει καὶ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
138Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ νὰ διορθώσῃ· εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς. Αἱ
139Τράπεζαι πληρώνουσι 1800 δραχμὰς ἐπιτήδευμα· ὑπάλ-
140ληλος ἐν τῇ αὐτῇ Τραπέζῃ πληρώνει δραχ. 1300! Ἡ κλῖ-
141μαξ εἶναι τόσον ἐσφαλμένη, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
142κονομικῶν πάντως πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν. Βεβαίως δὲν
143εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ φορολογία μὲ τόσῳ μεγάλην δια-
144φορὰν, ὥστε μία Τράπεζα καὶ εἷς ὑπάλληλος νὰ πληρώνωσι
145τὸν αὐτὸν περίπου φόρον ἐπιτηδεύματος.
146§14Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἔρχομαι
147νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγώ. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρ-
148θρου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ὑπέ-
149μνησε, τοῦ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμου εἶναι διάταξις ἀνί-
150σου καὶ ἀλόγου φορολογίας. Νομίζω ὅτι καθιεροῖ κατηγο-
151ρίας φορολογίας τῶν ὑπαλλήλων διαφόρων ἑταιρειῶν, ἐν ᾗ
152ἡ μετάβασις ἀπὸ βαθμίδος εἰς βαθμίδα εἶναι ὅλως διόλου
153ἀπότομος καὶ, τολμῶ νὰ εἴπω, βάναυσος, διότι ἀπὸ 500
154μέχρι 2,000 δραχμῶν ἡ φορολογία εἶναι 2%, ἀπὸ δύο
155δὲ χιλιάδων μέχρι τεσσάρων χιλιάδων πρὸς 4%. Ἐννοεῖ-
156ται ὅτι ἡ φορολογία πρὸς τέσσαρα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἄρχεται
157εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῶν δύο χιλιάδων δραχμῶν καὶ μιᾶς
158δραχμῆς, ἐνῷ ἄνευ αὐτῆς ὁ φόρος εἶναι μόνον 2% ὥστε
159ἐπὶ τῶν 2001 δραχμῶν ἡ φορολογία εἶναι 4%. Ἐπίσης
160ἀπὸ τεσσάρων μέχρις ἓξ χιλιάδων ἡ φορολογία εἶναι πρὸς
161ἓξ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Καὶ τοῦτο αὐθαίρετον ὅλως καὶ ἀλόγι-
162στον καὶ ἄδικον. Ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἑτέ-
163ραν βαθμίδα τῆς κλίμακος αὐτῆς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου
164κατὰ 2% διὰ μίαν μονάδα περιπλέον εἶναι ὄντως τι
165ἀκατανόητον καὶ ἐντελῶς ἄδικον, καὶ διὰ τοῦτο δικαίως
166παραπονοῦνται οἱ ὑπάλληλοι καὶ ζητοῦσι τὸν λόγον, δι’ ὃν
167ἡ τοιαύτη ἐπὶ τοσοῦτον βαρυτέραν φορολογίαν μεταβολὴ διὰ
168τοιούτων ἁλμάτων καὶ διὰ προσθήκης 2% καθ’ ἑκάστην
169ἀνωτέραν βαθμίδα. Ἡ αἴτησις τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνηκόν-
170των εἰς τὰς ἑταιρείας ταύτας, τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχα-
171νικὰς, δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον
172ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑποβάλει. Δὲν ἐλήφθη
173ἴσως ὑπ’ ὄψιν διότι δὲν προεβλήθη τοιοῦτόν τι. Νομίζω ὅμως,
174ὅτι ἤδη διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης δίδεται ἀφορμή, ὅπως ἐν
175τῷ συζητηθησομένῳ νομοσχεδίῳ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία τοῦ ἀδί-
176κου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους. Διὰ
177τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
178μικῶν, ὅπως θελήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν τροπολογίαν
179ἐν τῷ θέματι τούτῳ.
180§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
181κῶν). Ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὡς γνωστὸν τῇ Βου-
182λῇ, δὲν εἶναι ἔργον ἐμόν· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ προοδευτικὴ
183κλῖμαξ, κατὰ τῆς ὁποίας ἐγένοντο εὔλογα παράπονα, εἶναι
184ἔργον τοῦ νομοθέτου τοῦ 1877. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι
185ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, διατελέσαντος Ὑπουργοῦ
186τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1877. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως,
187ὅτι μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰς γενομένας παραστάσεις, καὶ
188θέλω σκεφθῆ ἐπ’ αὐτῶν· ὅταν δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζή-
189τησιν τοῦ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, θέλω ὑποβάλει τὴν ἀπαιτου-
190μένην πρότασιν.
191Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶχε πρό τινων ἡμε-
192ρῶν ζητήσει σημείωμα τῶν καταθέσεων τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ-
193παιδευτικῶν τελῶν. Τὸ σημείωμα τοῦτο εἶχον κομίσει
194μετ’ ἐμοῦ χθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο συζήτησις πρὸ τῆς
195ἡμερησίας διατάξεως, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ καταθέσω. Ἤδη
196τὸ καταθέτω. Παραλείπονται ἐξ αὐτοῦ αἱ τελευταῖαι κατα-
197θέσεις, τῶν ὁποίων γίνεται ἡ τακτοποίησις τὰς ἡμέρας
198ταύτας.
199§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρ-
200τημα, ἀριθ. 74).
201§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βου-
202λευτὴς εἶχεν ὑποβάλλει σύστασιν, ὅπως ὁ ὁριστικὸς ἀπο-
203λογισμὸς τοῦ 1897 διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Νομίζω,
204ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θέλω εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον θέ-
205σιν, ὅπως προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν
206τοῦ 1897.
207Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν αἴτησιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτί-
208μου Βουλευτοῦ περὶ καταρτίσεως ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν
209ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν
210τῆς χρήσεως τοῦ 1898, παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως τὸν
211Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ἐργάζεται ἐπὶ
212τούτῳ, πιστεύω δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω ὑποβάλει
213καὶ τὸ σημείωμα τοῦτο.
214Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
215σχέδιον περὶ παραγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων τῶν στηριζομέ-
216νων εἰς γραμμάτια παρακαταθηκῶν. Πρόκειται περὶ παρα-
217καταθηκῶν, αἱ ὁποῖαι παρεγράφησαν καὶ λόγῳ τῆς παρα-
218γραφῆς τῆς ὑφισταμένης παρ’ ἡμῖν, τῆς τριακονταετοῦς. Διὰ
219δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπέλθει ἡ τακτοποίησις
220τῶν ληψοδοσιῶν τοῦ Κράτους.
221Ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
222τερικῶν νομοσχέδιον περὶ δαπάνης διὰ διάφορα ἔργα εἰς
223βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ἐπίσης δήλωσιν μετὰ
224προϋπολογισμῶν συναφθησομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
225τοῦ 1900 διὰ δαπάνας ἔργων κατωτέρας τῶν δεκασχιλίων
226δραχμῶν.
227Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τῇ Βουλῇ νομο-
228σχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ.
2298,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
230Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
231Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης πυρ-
232καϊὰ ἐπισκήψασα εἰς τοὺς ἀγρούς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρό-
233κειτο νὰ γείνῃ ὁ θερισμὸς, κατέστρεψε τοὺς γεωργοὺς τεσ-
234σάρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτο-
235βουλία ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς γεωργοὺς τῶν κατα-
236στραφέντων ἀγρῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπήρκεσεν. Ἡ Κυβέρνησις νο-
237μίζει, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς μικρὰν αὐτῶν ἀνακούφισιν
238διὰ παροχῆς ποσοῦ 20 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπὶ τούτῳ ὑπο-
239βάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
240κῶν νομοσχέδιον περὶ παροχῆς τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο
241πιστώσεως.
242Ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου
243ἐκ κτηνῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Θεσ-
244σαλίᾳ εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας
245διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς. Ἡ ἐργασία τῆς
246ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν τούτων εἶχε διαταχθῆ πρὸ πολ-
247λοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ
248ἡ ἐνταλθεῖσα τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀπαιτήσεων τούτων κα-
249τώρθωσε νὰ ἐκκαθαρίσῃ μόνον ποσὸν 44,000 δραχμῶν.
250Ὑπάρχουσι καὶ ἀπαιτήσεις ἀκόμη ἐκκρεμεῖς ὑπὲρ τὰς 200
251χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀναθεωρηθῆ καὶ ἐκ-
252καθαρισθῆ μετ’ ὀλίγον. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρα-
253τιωτικῶν συναδέλφου ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ χορη-
254γίας πιστώσεως 200,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋ-
255πολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
256κῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 πρὸς πληρωμὴν τῶν τοιούτων
257εὐλόγων καὶ δικαίων ἀπαιτήσεων.
258Ἐν τῇ ἀμέσως παρελθούσῃ συνεδριάσει, τῇ τοῦ Σαββά-
259του, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐδημιουρ-
260γήθη κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Κυ-
261βέρνησις ἐδήλωσε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅτι τὸ
262πρᾶγμα εἶχε πρὸ πολλοῦ ὑπὸ μελέτην καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ
263ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Σήμε-
264ρον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν νομοσχέδιον περὶ
265παρατάσεως τῶν νομίμων διοριῶν πρὸς πληρωμὴν καὶ δήλω-
266σιν ἀμέσων φόρων ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις. Καθ’ ὅσον
267ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν Θεσσαλίαν, χορηγεῖται προθεσμία καὶ
268πρὸς δήλωσιν καὶ πρὸς πληρωμὴν, πρὸς μὲν δήλωσιν μέχρι
269τοῦ Μαΐου, πρὸς πληρωμὴν δὲ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τρέ-
270χοντος ἔτους. Ἡ διάκρισις αὕτη ἐγένετο, διότι εἴς τινα δια-
271μερίσματα τῆς Θεσσαλίας ὑπέστησαν βλάβας μεγαλειτέρας
272οἱ φορολογούμενοι. Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρὸ παντὸς ἀποβαίνει
273αἰσθητὸς, διότι ἀφορᾷ εἰς πάσας τὰς γεωργικὰς τάξεις, εἶ-
274ναι ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Αἱ δὲ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι
275περισσοτέρας τῶν ἄλλων ὑπέστησαν βλάβας, εἶναι αἱ τοῦ
276Τυρνάβου, Λαρίσης, Φαρσάλων, Δομοκοῦ, ὁ δῆμος Φερῶν,
277δῆμοί τινες τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης καί τινα χωρία αὐτῆς.
278Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τελευταῖα ταῦτα διαμερίσματα, προ-
279τείνεται ἡ εἰς τρεῖς δόσεις πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀρο-
280τριώντων κτηνῶν, ἤτοι τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1900, τὸν
281Σεπτέμβριον τοῦ 1901 καὶ τὸν Σεμπτέβριον τοῦ 1902.
282Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ ζώων τῶν
283δύο ἐπαρχιῶν, χωρίων καὶ πόλεων, προτείνεται διὰ τοῦ νο-
284μοσχεδίου χορηγία προθεσμίας διετοῦς, ἤτοι τὸ μὲν ἥμισυ
285θέλει πληρωθῆ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1900, τὸ δ’ ἕτε-
286ρον ἥμισυ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1901. Ἄλλαι ἐγένοντο
287παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῶν χωρίων, τῶν
288ὁποίων αἱ ἰδιοκτησίαι, καταληφθεῖσαι ὑπὸ τῆς νέας ὁροθετι-
289κῆς γραμμῆς, περιελήφθησαν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν.
290Οἱ γεωργοὶ οὗτοι εἶναι κάτοχοι ἀροτριώντων κτηνῶν, εἶναι
291δὲ ὑποχρεωμένοι εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ἀροτριώντων κτη-
292νῶν διὰ τὰς γαίας των, αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς τὴν ὅμορον
293ἐπικράτειαν. Οἱ κάτοχοι τῶν ζώων τούτων εὑρίσκονται ἐν-
294τὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἡ πληρωμὴ φόρου
295ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς πρὸς τοῦτο ἀποβαίνει ἄδικος. Διὰ
296τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβάλλεται ἡ μείωσις
297τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς πρὸς τὰς γαίας τὰς
298εὑρισκομένας πέραν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Εἰς τοῦτο ὑπά-
299γονται αἱ ἐπαρχίαι Καλαμπάκας καὶ Τυρνάβου. Ἐπειδὴ δὲ
300δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ νόμου ἢ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἦναι
301γνωστὴ ἡ ἀναλογία τῶν γαιῶν, αἵτινες πρότερον ἀπετέλουν
302μέρος τοῦ ἡμετέρου Κράτους, διὰ τῆς νέας δὲ ὁροθετικῆς
303γραμμῆς περιελήφθησαν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, συνι-
304στᾶται μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διὰ πρωτοκόλλου θέλει κα-
305θορίσει τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν, καὶ ἀναλόγως τῆς μειώσεως
306ταύτης θέλει ἐπέλθει ἡ μείωσις τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων
307κτηνῶν ὄχι μόνον διὰ τὸ 1899, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα
308ἔτη. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι διὰ τῶν χορηγουμένων εὐ-
309κολιῶν, δηλαδὴ διὰ τῆς παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς
310πληρωμὴν καὶ δήλωσιν τῶν φόρων, παρέχει εἰς τοὺς παθόν-
311τας ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου συμπολίτας ἡμῶν ἐκ Θεσσα-
312λίας πᾶσαν τὴν ἀνακούφισιν, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι δυνατὴ
313ἐκ τῶν ἐνόντων. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ συζήτη-
314σιν καὶ δεήσῃ νὰ ὑποβληθῶσι πλείονες πληροφορίαι, θέλω
315λάβει τὴν τιμὴν νὰ παράσχω καὶ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
316Τελευταῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βου-
317λὴν νομοσχέδιον περὶ συμβατικοῦ τόκου. Περὶ τούτου καὶ ἐν
318προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος. Ἡ Κυ-
319βέρνησις πρὸ πολλοῦ εἶχε μελετήσει τὰ τοῦ θέματος τούτου
320καὶ εἶχε μορφώσει τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους καὶ
321παρ’ ἡμῖν ὁ συμβατικὸς τόκος νὰ καθιερωθῇ διὰ νόμου. Ἀφοῦ
322ὁ συμβατικὸς τόκος κρατεῖ εἰς ἔθνη μᾶλλον ἡμῶν πεπολιτι-
323σμένα, καὶ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα ὑλικῶς, οὐδεὶς ὑπάρ-
324χει λόγος νὰ μὴ καθορισθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως ὁπωσδή-
325ποτε τεθῇ φραγμός τις εἰς τὴν τοκογλυφίαν. Οἱ λόγοι, οἵ-
326τινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νο-
327μοσχεδίου τούτου, ἀναγράφονται ὡς οἷόν τε λεπτομερέστερον
328εἰς τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον ἔκθεσιν ἐμοῦ τε καὶ
329τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνη-
330σις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν
331γνώμην αὐτῆς, καὶ ὅτι θέλει σπεύσει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
332νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἡμεῖς
333κρίνομεν, εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν τοκογλυ-
334φίαν.
335§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
336κῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τῆς δηλώσεως θέλουσι
337τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75–82).
338§19Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
339νης). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιό-
340τιμος Βουλευτὴς μὲ παρεκάλεσε νὰ καταθέσω κατάλογον
341τῶν παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους ὑπηρετούντων
342πρωτοδικῶν.
343§20ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν τακτικῶν δικαστῶν;
344§21ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα, τῶν πρωτοδικῶν. Ὡσαύ-
345τως νὰ καταθέσω πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς ὑπὸ τοῦ Πται-
346σματοδικείου Τριπόλεως ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου μέχρι
347τέλους Δεκεμβρίου 1899 ἐκδοθείσας ἐρήμην ἀποφάσεις ἐπὶ
348παραβάσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Καταθέτω
349τὸν πίνακα τοῦτον. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὸν πίνακα τῶν
350ὑπηρετούντων πρωτοδικῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος· ἐκ τοῦ πίνα-
351κος δὲ τούτου θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος
352ὑπηρετοῦσιν 104 πρωτοδίκαι, πρέπει δὲ κατὰ τὸν προϋπο-
353λογισμὸν νὰ ἦναι 130. Σημειοῦνται ἐν τῷ πίνακι καὶ τὰ
354Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐλλείπουν οἱ δικασταὶ, σημειώ-
355σατε δὲ, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα Πρωτοδικεῖα ἐλλείπει ὁ νόμι-
356μος ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ συμπληρωθῇ δυ-
357νάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ψη-
358φίσητε, περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Μόνον εἰς
359τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου ἠναγκάσθημεν νὰ προσθέσωμεν ἕνα
360δικαστὴν καὶ πέραν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, διότι γνωρίζετε
361τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἠγέρθησαν, ὅτι δὲν ἐπαρ-
362κεῖ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα
363Πρωτοδικεῖα ὑπάρχει ἔλλειψις δικαστῶν.
364Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βου-
365λῆς νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται τὸ ἐδά-
366φιον 7 τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ὡς
367γνωρίζετε, δυνάμει τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου κηρύσσονται ἀκατά-
368σχετα εἰς βοῦς, δύο αἶγες κλπ. Ἀλλ’ ἡ διάταξις ἐκείνη τῆς
369Πολιτικῆς Δικονομίας βεβαίως δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νό-
370μου, δηλαδὴ τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας καὶ τὴν ἐξασφά-
371λισιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ γεωργοῦ, διότι μὲ δύο αἶ-
372γας καὶ ἓν πρόβατον βεβαίως δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ὁ
373ὀφειλέτης. Κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, διὰ
374τοῦ ὁποίου ἐξαιροῦνται τῆς κατασχέσεως δύο βόες, ἓν μετα-
375γωγικὸν ζῷον, ἡ σπορὰ ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν καλλιέργειαν
376τοῦ κτήματος ἀναλόγως πρὸς τὴν σπορὰν τὴν καταβλη-
377θεῖσαν τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα μέχρι
378τῆς ἀξίας 300 δραχμῶν. Σημειώσατε ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ἐγέ-
379νετο ἡ τροποποίησις αὕτη· ἡ διάταξις εἶχε ληφθῇ ἀπὸ τὴν
380διάταξιν τῆς Γαλλικῆς δικονομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν Γερμανίᾳ,
381δυνάμει διατάξεως τῆς τελευταίας δικονομίας, ἐξαιροῦνται
382ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ἐργαλεῖα διὰ τὴν σπορὰν τοῦ κτήμα-
383τος καὶ τὰ κτήνη καὶ ἡ ἀπαιτουμένη σπορά. Ἐλπίζω ὅτι
384τὸ νομοσχέδιον θέλει τύχει τῆς ὑμετέρας ψήφου.
385§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
386§23ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ τὸ νομο-
387σχέδιον ψηφισθῇ ἀμέσως.
388§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
389§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ αὔριον. (Ὅρα
390Παράρτημα, ἀριθ. 83).
391Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
392§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν
393κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν τῆς
394ὁλικῆς ἀξίας τῶν ἐν τοῖς διαφόροις ταμείοις τοῦ Κράτους
395κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1899 εὑρισκομένων εἰδῶν ἐκ
396τῶν ὑπεγγύων εἰς τὰ δάνεια, ἤτοι χαρτοσήμου, ταινιῶν περι-
397βολῆς καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου.
398Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
399νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ
400διαφωνία, ἥτις ἠγέρθη κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαρια-
401σμοῦ τοῦ ὑφισταμένου μεταξὺ τῶν Gibbs and Sons καὶ
402τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ παγίου δανείου
403τῶν 5,000,000 λιρῶν τοῦ 1899. Περὶ τούτου ὀφείλω νὰ
404δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Οἱ κύριοι Gibbs and Sons πρὸ
405πολλοῦ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τελειώσῃ ἡ ἐκκα-
406θάρισις τοῦ λογαριασμοῦ αὐτῶν, προβάλλουσι δ’ ἀπαιτήσεις
407ἀνερχομένας μέχρι τέλους τοῦ 1897 εἰς 9,800 λίρας, ἐνῷ
408τοὐναντίον οἱ λογαριασμοὶ τοῦ δημοσίου χρέους μέχρι τοῦδε
409ἐθεώρουν αὐτοὺς ὀφειλέτας πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ λίρας
4104,725. Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευ-
411θύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, προσεπάθησα νὰ φθά-
412σωμεν εἰς ἀποτέλεσμά τι ὁριστικόν· δυστυχῶς ὅμως δὲν
413ἐπρόφθασα. Τὸ ζήτημα ἔχει τοσούτῳ μεγαλειτέραν σπου-
414δαιότητα, καθόσον πρῶτον βλέπετε, ὅτι πρόκειται περὶ δια-
415φορᾶς 14,500 καὶ πλέον λιρῶν, ἐκτὸς δὲ τούτου οἱ Κύριοι
416οὗτοι κατακρατοῦσι χρήματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
417ἐξ ἑτέρου λογαριασμοῦ, ἤτοι 5,958 λίρας καὶ ὁμολογίας
4181010 τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἅτινα, προερχόμενα
419ἐξ ἄλλου ἐκκαθαρισμένου λογαριασμοῦ, τοῦ δανείου τοῦ Σι-
420δηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, μένουν εἰς χεῖράς των. Νο-
421μίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον λόγου, διότι πρό-
422κειται περὶ ποσοῦ σπουδαίου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν
423κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου.
424Τρίτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
425καταθέσῃ σημείωσιν περὶ τῶν ἑξῆς ἀποτελεσμάτων ἐξελέγ-
426ξεως τοκομεριδίων τῶν ἐθνικῶν δανείων.
427Αʹ) Τίνων ἐτῶν τοκομερίδια μένουν ἀνεξέλεγκτα, καὶ
428πόσα εἶναι ταῦτα ἐν ὅλῳ μέχρι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ διεθνοῦς
429ἐλέγχου.
430Βʹ) Πόσα ἐξ αὐτῶν ἐξηλέγχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1899.
431Γʹ) Πόσα τοκομερίδια τῶν ἐθνικῶν δανείων ἀνήκοντα
432εἰς τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899 περιῆλθον εἰς τὸ τμῆμα τοῦ δη-
433μοσίου χρέους μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, καὶ πόσα
434ἐκ τούτων ἐξηλέγχθησαν μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς.
435Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΧΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1899 κατηργήθη ἡ
436Διεύθυνσις τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἱδρύθη τμῆμα ἰδιαίτε-
437ρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃ ἀνετέθησαν
438τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν
439τοῦ νόμου τούτου ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
440νομικῶν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ τμήματος περιωρίζετο ὑπὲρ
441τὸ δέον καὶ δὲν θὰ ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνατεθείσας αὐτῷ πολυ-
442πλόκους ἐργασίας. Δυστυχῶς σφάλματα σπουδαῖα, προερχό-
443μενα ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης, θέλουν ἀποδείξει εἰς τὴν
444Βουλὴν, πόσον ἤμην τότε ἐν τῷ δικαίῳ, διαμαρτυρόμενος
445κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ, καίτοι παρεδεχόμην
446τὴν κατάργησιν τῆς Διευθύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους καὶ
447τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τούτων εἰς ἰδιαίτερον τμῆμα
448τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
449Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς
450ὁποίας ἔχει τὸ τμῆμα τοῦτο, ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς: νὰ κρατῇ
451τὸν λογαριασμὸν τῶν πλεονασμάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς
452δανειστὰς τοῦ Κράτους καὶ προερχομένων ἐκ τῆς εἰσπρά-
453ξεως τῶν ὑπεγγύων διὰ τὰ δάνεια προσόδων καὶ ἐκ τῆς ἐκ-
454πτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἐξετάσας τὸν
455ἀπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1898, τὸν ὁποῖον εὐη-
456ρεστήθη νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζή-
457τησα μάτην νὰ εὕρω τὰ πληρωθέντα εἰς τοὺς δανειστὰς πλεο-
458νάσματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ὡς γνωρί-
459ζετε δὲ, τὰ πλεονάσματα ταῦτα σημειοῦνται εἰς τὴν ἔκθεσιν
460τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ 11)23 Μαρτίου 1899, καὶ
461ἀνέρχονται, ὡς ἐμφαίνεται ἐν σελίδι 10, εἰς τὸ ποσὸν τῶν
4622,419,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως, οὐδεὶς δύνα-
463ται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἀφορῶν πλεονάσματα προερχόμενα
464ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἀνήκοντα εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ
465Κράτους, ὤφειλε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Καὶ
466μολοντοῦτο ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως ταύτης κατετέθη
467εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν περιλαμβάνει τὸ στρογγύλον τοῦτο
468ποσόν. Ἂν τοιαύτη παράλειψις ὀφείλει νὰ προσελκύσῃ τὴν
469προσοχὴν ὑμῶν, καὶ ἂν προσβάλλει τὸ γόητρον αὐτοῦ τοῦ
470Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ τοσοῦτον ἐξαναστάντος
471ἐκ τῶν παραλείψεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,
472εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε.
473Ἀλλὰ, Κύριοι, τί μέλλει γενέσθαι, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τῶν
4742,419,802.62 δὲν περιελήφθη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898; Ὁ
475λογιστικὸς νόμος καθορίζει ἐν ἄρθρῳ 67, ὅτι πρὸς πληρω-
476μὴν χρέους ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένου κεκλεισμένης τινὸς
477χρήσεως, μὴ συμπεριλαμβανομένου δὲ εἰς τὰ πληρωτέα ὑπό-
478λοιπα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ἀναπλη-
479ρωματικὴ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως πίστωσις. Ὀφείλει
480λοιπὸν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,419,802.62 νὰ περιληφθῇ εἰς
481τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899...
482§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς ἔξοδον;
483§28ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
484§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι πλεόνασμα.
485§30ΝΕΓΡΗΣ. Πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ δανεισταί.
486§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
487κῶν). Ὡς εἴπετε πρότερον, ὑπελάβομεν ὅτι ἦτο πλεόνασμα
488ἐσόδου.
489§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοεῖτε πλεόνασμα πληρω-
490τέον εἰς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὴν μετ’ αὐτῶν σύμβασιν;
491§33ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ πληρωτέον καὶ πληρωθὲν ἤδη.
492§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον
493ἐδῶ;
494§35ΝΕΓΡΗΣ. Δυστυχῶς ὄχι.
495Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ 1899 δὲν ἔχει ἴδια πλεονάσματα, προω-
496ρισμένα εἰς τοὺς δανειστάς; Βεβαίως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς
497τοῦ 1899 περιλαμβάνει ἀληθῶς 500,000 δραχ. διὰ πλεο-
498νάσματα ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ δραχ.
499742,500 ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἀποδοτέα
500εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ποσὰ
501ταῦτα εἶναι ὅλως ἀνεπαρκῆ πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ
5021899, ὡς θέλω ἀποδείξει, καὶ παρακαλῶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν
503νὰ μοὶ δώσητε ὅλην σας τὴν προσοχήν.
504Καὶ πρῶτον τὸ πλεόνασμα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς αὐ-
505ξήσεως τοῦ εἰσοδήματος τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὸ ἀνῆ-
506κον εἰς τοὺς δανειστάς, εὑρίσκομεν οὕτω. Κατὰ τὴν ἐν τῇ
507Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1899
508δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν, τὰ ἔσοδα τῶν ὑπεγγύων προσό-
509δων, ὧν τὰ πλεονάσματα ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις
510τοῦ περὶ ἐλέγχου νόμου, εἰσίν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
511Ἐκ χαρτοσήμουδρ.10,484,540.70
512» καπνοῦ » 7,451,986.16
513» μονοπωλίων» 12,657,506.58
514» σμύριδος » 727,309.11
515Ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ.31,321,342.55
516Ὡς πρὸς τὰ μονοπώλια, ἐξαιρουμένου τοῦ σιγαροχάρτου,
517ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ 11 μῆνες τοῦ 1899 καὶ ὁ Δεκέμβριος
518τοῦ 1898, διότι δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰσέτι τὰ ἀποτελέσματα
519τοῦ Δεκεμβρίου 1899. Ἡ σμύρις δὲ ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς,
520ὑπολογιζομένου τοῦ φρ. πρὸς 1,57.
521Πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἐκ τῶν ἀνωτέρω προσόδων πλεονάσμα-
522τος, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παραρτήματος τοῦ νόμου περὶ
523ἐλέγχου, δέον ν’ ἀφαιρεθῇ
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
524ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 31,321,342.55
525τὸ ποσὸν 28,900,000,00
526ἄρα πλεόνασμα ὁλικὸν 2,421,342,55
527ἀφαιροῦνται τὰ 18% κατὰ
528τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ἤτοι 435,841.65
529μένον 1,985,500.90
530Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τούτου τὰ 60% ἀνήκουσι εἰς τοὺς δα-
531νειστάς, ἤτοι 1,191,300.54. Ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων ὅσα
532ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἐν Κεφ. Ζʹ
533ἄρθρ. 4, ἤτοι 500,000 δρ., μένει ὑπόλοιπον, προσθετέον εἰς
534τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, 691,300.54.
535Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ τοῦ συναλλάγματος. Ὑπολογίζω
536ὅτι ἡ μέση τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὸ 1899 ἦτο
5371,57, καθ’ ἃς ἠδυνήθην τοὐλάχιστον νὰ λάβω πληροφορίας
538ἐπὶ τῆς μέσης τιμῆς τοῦ χρηματιστηρίου καθ’ ὅλον τὸ ἔτος,
539διότι δυστυχῶς οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Ἐλέγχου δὲν εἶναι ἀκόμη
540ἕτοιμοι, ὥστε νὰ λάβωμεν τὸν ἀριθμὸν, ὃν κατεχώρισεν εἰς
541τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ ὁ Ἔλεγχος. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν
542παραδεχθῶμεν τὸν μέσον τοῦτον ὅρον τῶν 1,57, δὲν θὰ σφά-
543λωμεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν
544τιμὴ συναλλάγματος κατὰ ἑπτὰ λεπτὰ μικροτέρα. Ἄς
545ἴδωμεν ἤδη, ὁποίαν διαφορὰν τοῦτο φέρει εἰς τὸν προϋπολο-
546γισμὸν τοῦ 1899. Αἱ ἐτήσιαι ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους εἰς χρυ-
547σὸν ἀνέρχονται εἰς 14,626,067, κατὰ τὸ Κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 3
548τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, ἅτινα πρὸς λεπτὰ
5497 δίδουν πρόσθετον ἔξοδον 1,023,824.69. Τὸ πλεόνασμα
550ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 1,65 (κατὰ τὰ
551ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ παραρτήματος τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου)
552εἰς 1,57 εὑρίσκεται, ἂν ὑπολογίσωμεν τὰ εἰς τὰ παλαιὰ
553δάνεια ὀφειλόμενα 8,750,000 φρ. χρ. πρῶτον πρὸς τὴν τι-
554μὴν συναλλάγματος 1,65, ἣν λαμβάνει ὁ νόμος ὡς βάσιν,
555καὶ δεύτερον πρὸς 1,57, καὶ ἀφαιρέσωμεν τὸ τελευταῖον γι-
556νόμενον τοῦ πρώτου.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
557Τὸ πρῶτον γινόμενον εἶναι14,437,500
558Τὸ δεύτερον 13,737,500
559Ἡ διαφορὰ 700,000
560Εἶναι τὸ ἐκ τοῦ συναλλάγματος πλεόνασμα, ἐξ οὗ θὰ λά-
561βουν οἱ δανεισταὶ τὰ 60%, ἤτοι 420,000.
562Οὕτω προσθετέον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1,023,824.69,
563ὡς ἀνωτέρω, ὡς καὶ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος 420,000 δραχ-
564μὰς, ἤτοι 1,443,824.69, ἀφαιρετέον δὲ τὰς 742,500, αἵ-
565τινες εἶναι ἤδη σημειωμέναι ἐν Κεφ. Ζʹ ἄρθρ. 3 ὡς πλεό-
566νασμα ἀνῆκον εἰς τοὺς δανειστάς. Μένει λοιπὸν ὑπόλοιπον
567προσθετέον, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, δραχ.
568701,324.69 εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπο-
569λογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1899. Οὕτω ἐπιβαρύ-
570νεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 μὲ δραχ. 691,300.54
571περιπλέον ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῶν
572ἐσόδων τῆς αὐτῆς χρήσεως, καὶ ἐξ 701,324.69 ἐκ τῆς δια-
573φορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἤτοι μὲ 1,392,625.23 ἐξ ἀμ-
574φοτέρων.
575Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι μόνον τὰ παρελειφθέντα ἔξοδα τοῦ
5761899; Ὄχι δυστυχῶς. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ τέλος τοῦ
5771898 εἶχε μείνῃ ἀποταμίευμα ἐνσήμων εἰς τὰ διάφορα τα-
578μεῖα τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐγερθῆ ζήτημα
579μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἐλέγχου. Ἡ Κυβέρνησις
580προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου νὰ μὴ
581λάβῃ διόλου ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποταμίευμα τοῦτο κατὰ τὸν
582ὑπολογισμὸν τῶν πλεονασμάτων, ὡς μὴ ὂν ἔσοδον τοῦ
583Κράτους (καίτοι κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ περὶ ἐλέγχου νό-
584μου τὸ ἀντίτιμον ἦτο ἤδη εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς). Δυσ-
585τυχῶς δὲν κατωρθώθη τοῦτο, εἰμὴ κατὰ τὸ ἥμισυ. Παρε-
586δέχθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διανείμῃ τὸ ποσὸν τοῦτο μεταξὺ δύο
587ἐτῶν, ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἠλατ-
588τοῦτο τὸ ἐναποταμίευμα εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἐγερθῇ
589πλέον νέον ζήτημα. Καὶ τῷ ὄντι ἠλαττώθη τὸ ἐναποτα-
590μίευμα σημαντικῶς, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη ἀνώτερον τοῦ ἡμί-
591σεος τοῦ ὑπολογισθέντος κατὰ τὸ 1898 εἰς τὰ πλεονά-
592σματα. Τὸ περιπλέον τοῦτο ποσὸν δὲν ἔχω ἀκριβῶς, καὶ
593περὶ τούτου κατέθεσα ἐπερώτησιν· ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πλη-
594ροφορίας, θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 800,000 δραχμὰς, καὶ ἐπὶ τού-
595του θὰ ὑπολογίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου πλεόνασμα
596πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν 400,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα.
597Οὕτω τὰ προσθετέα ἔξοδα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
5981899, περὶ ὧν οὐδεὶς λόγος ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
599γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύου-
600σαν τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν, οὔτε εἰς τὰς μεταγενε-
601στέρας δηλώσεις καὶ αἰτήσεις πιστώσεων, οὔτε εἰς τὴν τε-
602λευταίαν του ἀγόρευσιν, ἀνέρχονται εἰς
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
6032,419,802.62
604 691,300.54ἐκ πλεονασμάτων τοῦ 1898
605 701,324.69
606 400,000.— ἐκ πλεονασμάτων τοῦ 1899
6074,212,427.85ἐν ὅλῳ.
608Καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ ζητήσῃ νέας πιστώσεις
609ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
610Ἤδη, ἂν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ψηφισθέντος προ-
611ϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐκ δρ. 103,418,273.44 προσθέσω-
612μεν τὰς διὰ Β. Διαταγμάτων ζητηθείσας πιστώσεις ἐκ δρ.
613803,347.16, τὰς ψηφισθείσας παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ Δε-
614κέμβριον τοῦ 1899 ἐκ δρ. 921,521.58, τὰς ὑποβληθείσας ἤδη
615πρὸς ψήφισιν 4,294,232, τὰς ὡς ἀνωτέρω παρ’ ἐμοῦ ὑπο-
616δειχθείσας ὡς ἀναγκαίας νέας πιστώσεις 4,212,427.85, φθά-
617νομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 113,651,802. Ταῦτα εἶναι τὰ
618ἔξοδα τοῦ 1899!
619Ἀπέναντι τούτων τί ἔχομεν ὡς ἔσοδον; Μᾶς ἐβεβαίωσεν
620ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἔχωμεν 107,000,000. Τὸν ἀριθμὸν
621τοῦτον δὲν ἀμφισβητῶ, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸν ἀμφι-
622σβητήσω, ἀπέναντι τῶν προσδοκιῶν μας. Μὴ λησμονῶμεν,
623Κύριοι, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 περιλαμβάνει ἔκτακτον ἔξο-
624δον 3,859,000 ἐκ τῆς ἀναλήψεως ἀπὸ τὴν παρακρατουμέ-
625νην σταφίδα τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἃς ἄφινεν ἡ Κυβέρνησις
626κατὰ τὴν φόρτωσιν κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897. Μὴ
627λησμονῶμεν, ὅτι οἱ νέοι φόροι τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰ-
628νοπνεύματος ἐπέφεραν αὔξησιν 1,503,000 ἄνευ ὑπερβολῶν,
629ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐκτοπίσεως τῶν λαθρεμπό-
630ρων ἐπέφερεν αὔξησιν εἰς μὲν τὰ τελωνεῖα 6 ἕως 7 ἑκατομ-
631μυρίων, εἰς δὲ τὰ μονοπώλια 2½ ἕως 3 ἑκατομμυρίων. Ἂν
632παραβάλωμεν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1893–1896
633μὲ τὸν προσδοκώμενον τοῦ 1899, ἀνεξαρτήτως τῶν εἰρημέ-
634νων βελτιώσεων, εὑρίσκομεν τὸ 1899 μειονεκτοῦν. Οὕτω,
635ἀντὶ προόδου, εἰς ἁπάσας τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τῶν ἐσόδων
636οὐδεμίαν βλέπομεν βελτίωσιν, τοὐναντίον βαίνουσιν ἐπὶ τὰ
637χείρω!
638Παραδεχόμεθα, εἴπομεν, ὡς ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899
639τὸ ποσὸν τῶν 107,000,000, τὸ προϋπολογισθὲν παρὰ τοῦ
640κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπέναντι αὐτῶν ἔχομεν
641ἔξοδα 113,651,802, ἤτοι διαφορὰν ὑπὲρ τὰ 6,500,000.
642Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι διὰ τῶν ἀδια-
643θέτων πιστώσεων;
644Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη τρία ἑκα-
645τομμύρια κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἀλλὰ
646δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν
647θὰ ἦναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος, ἀλλ’ ὁ μέγιστος. Καὶ ὁ λόγος
648εἶναι ἁπλούστατος· διότι πρῶτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
649Στρατιωτικῶν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένητε
650ἀδιαθέτους πιστώσεις, εἰμὴ μόνον τὰς 250,000 δραχμὰς,
651τὰς προερχομένας ἐκ τῶν μὴ ἐφαρμοσθέντων νέων νόμων,
652καθ’ ἃ σημειοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ τεύ-
653χει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀφοῦ εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ
654κεφάλαια καὶ ἄρθρα ἐζητήθησαν νέαι πιστώσεις. Εἰς τὸ
655Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐφέ-
656τος ἀδιαθέτους πιστώσεις ἀξίας λόγου; Βεβαίως. Ἐπίσης
657ἐκείνας, αἵτινες προέρχονται ἐκ τῶν μὴ πραγματοποιηθέν-
658των νόμων, καὶ ἃς ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς 548,000.
659Ἄλλας δὲ οὐχί. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνη-
660σις, συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς, ὅστις διενεμήθη
661ὑμῖν, εἶχε παραδεχθῆ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερι-
662κῶν προϋπολογισμὸν ἀνερχόμενον εἰς 13,767,000. Ἡ νῦν
663Κυβέρνησις, ἀνερχομένη εἰς τὰ πράγματα, ἠλάττωσεν αὐ-
664τὸν εἰς 12,000,000, λαμβάνουσα βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὰς προσ-
665δοκωμένας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀδια-
666θέτους πιστώσεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μεταγενεστέρως ἐζήτησε
667νέας πιστώσεις, ἀλλ’ αὗται ἀφεώρων εἰδικὰς ἀνάγκας τοῦ
668Ὑπουργείου, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν θὰ ἀφήσωσιν ὑπόλοιπον, ἐκτὸς
669τῶν πρὸ ὀλίγου ὑπ’ ἐμοῦ σημειωθεισῶν ἀδιαθέτων πιστώ-
670σεων ἐκ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν ψηφισθέντων νόμων.
671Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ δύο ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων Ὑπουργείων
672δὲν θέλουσιν ἀφήσει ἀδιαθέτους πιστώσεις ἄλλας ἢ τὰς
673γνωστὰς, ὡς προηγουμένως ἐξέθηκα, πῶς θέλουσιν ὑπερβῆ
674αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τὰ 3,500,000; Οὕτω παραδεχόμε-
675νοι τὸν ἀριθμὸν τοῦτον καὶ ἀφαιροῦντες αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐλ-
676λείμματος τῶν 6,500,000, ἔχομεν πάλιν ἔλλειμμα δραχ.
6773,000,000. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἐκ τούτου τοῦ ἀριθμοῦ ἀφαιρέ-
678σωμεν τὰ 2,419,000 δρ. τὰς προερχομένας ἐκ τῆς χρήσεως
679τοῦ 1898, πάλιν θέλει μείνῃ 1,000,000 περίπου δραχμῶν
680ἔλλειμμα, προερχόμενον εἰδικῶς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
681μὲ ὅλην τὴν ἔκπτωσιν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, μὲ ὅλην
682τὴν προσθήκην τῶν 3,859,000 τῶν ἐκτάκτων προσόδων.
683Ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς
684τὴν Βουλὴν καὶ εἰς αὐτὸν κ. τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
685ὁ ὁποῖος, καίπερ ἐμφορούμενος ἀπὸ τὰς καλλιτέρας ὑπὲρ τοῦ
686τόπου διαθέσεις, καίτοι ἐξόχου ἱκανότητος, ἀλλ’ ἀσχολού-
687μενος δυστυχῶς πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως εἰς τὰ συμφέ-
688ροντα τοῦ κόμματος, ἅτινα θεωρεῖ βεβαίως ὡς συντε-
689λοῦντα εἰς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, δὲν εὐκαιρεῖ νὰ ἀντι-
690ληφθῇ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
691τους, καὶ ἄγει ἡμᾶς λεληθότως, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, εἰς νέαν οἰ-
692κονομικὴν καταστροφὴν, πολλῷ χείρονα τῆς πρώτης.
693§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
694κῶν). Ἴσως ἡ Βουλὴ ἀπένειμεν εὐχαριστίας εἰς τὸν κύριον
695Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον τοῦ
696Βουλευτοῦ, ὡς οὗτος τὸ ἐννοεῖ, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν
697τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι τὸν κατέχουσι, περὶ τοῦ ἐλλείμματος,
698εἰς ὃ θὰ ἀπολήξῃ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1900. Ἰδιαιτέρως δὲ
699ἐγὼ εὐχαριστῶ αὐτόν, διότι ἐκπληρῶν φιλικὸν, οὕτως εἰπεῖν,
700καθῆκον, μοὶ ὑπέμνησε, ποῖα πρέπει νὰ λάβω μέτρα, ὅπως
701προλάβω κατάστασιν, ἥτις κατ’ αὐτὸν εἶναι δυσάρεστος
702ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
703εἶναι ἐντριβὴς περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ εἰδικὰς γνώσεις ἔχει
704περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, καὶ ὑδραυλικὰς ἀκόμη γνώ-
705σεις κέκτηται, ἠσχολήθη δὲ καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
706κῶν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀφορώντων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
707Κράτους· ἀλλ’ ἠσχολήθη, ὡς φαίνεται, ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅσον
708ἀπῄτει ἡ πλήρης τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατανόησις.
709Δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του πλανᾶται.
710Ἵνα συζητήσω ἐπὶ τῶν ἐκτιμήσεών του ἐπὶ τοῦ ἀπολο-
711γισμοῦ τοῦ 1899, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ὅσα ἐξέθεσεν ἐν σχέσει
712πρὸς τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν ἀνάγκη
713νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Παρατηρῶ
714πρωτίστως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καίτοι
715ἐφήρμοσεν, ὡς Ὑπουργὸς, τὸν νόμον περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν
716κατώρθωσεν ὅμως νὰ ἐννοήσῃ τὸν τρόπον ἢ μᾶλλον τὸν μη-
717χανισμὸν, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος. Ἐνθυμεῖται βε-
718βαίως, διότι ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὴν
71931 Δεκεμβρίου 1898 εὑρίσκοντο εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ
720Κράτους ἔνσημα ἐκ δραχμῶν 5,200,000. Δὲν προτίθεμαι νὰ
721ἐξετάσω νῦν, ἂν ἠδύνατο διὰ προνοίας μείζονος νὰ κατορθώσῃ,
722ὥστε τὸ ποσὸν τοῦ ἀποθέματος νὰ ἦναι ἔλασσον· ἀρκοῦμαι
723μόνον εἰς τὴν διαπίστωσιν τοῦ γεγονότος, ὅτι εὑρέθη τοσοῦ-
724τον ἀπόθεμα, ὑπὸ δὲ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς
725προεβλήθη ἡ πρότασις, ὅτι πρέπει ἅπαν τὸ ἀπόθεμα τοῦτο
726νὰ θεωρηθῇ ὡς εἴσπραξις ὑπεγγύων προσόδων, καὶ νὰ κατα-
727λογισθῇ μεταξὺ τῶν πλεονασμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δικαι-
728οῦνται, ὡς γνωστόν, οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους νὰ λάβωσι τὰ
729⅗. Κατ’ ἐμὲ, εἰς μέγα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
730κῆς ὑπέπεσε λάθος, ἀναγνωρίσας τὴν πρότασιν ταύτην τῆς
731Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, διότι, κατ’ ἐμὲ καὶ κατ’ ἐκείνους ἀκόμη,
732οἵτινες ὄχι μόνον ἐμελέτησαν ἀλλὰ καὶ διεξήγαγον τὰς δια-
733πραγματεύσεις, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὸν νόμον περὶ διε-
734θνοῦς ἐλέγχου, δὲν δύναται τοῦτο νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ
735τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑπο-
736χρέωσιν τῶν πλεονασμάτων. Κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ
737νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄ-
738ψιν ἢ μόνον αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων
739προσόδων, δηλαδὴ αἱ πραγματοποιηθεῖσαι εἰσπράξεις κατὰ
740τὸ διάστημα τοῦ ἔτους ὁλοκλήρου, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἀποθέ-
741ματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα...
742§37ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ νόμος τὸ ὁρίζει καθαρῶς, κύριε Ὑπουργέ.
743§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καθαρὸν καὶ ἀναμφισβή-
744τητον εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου ἐννοεῖ
745εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων πραγματικάς, ἤτοι
746φόρους καὶ δικαιώματα εἰσπραχθέντα καὶ εἰσαχθέντα εἰς τὸ
747δημόσιον ταμεῖον, καὶ οὐχὶ ἀποθέματα χαρτοσήμου καὶ ἐν-
748σήμων ἀποτεταμιευμένα εἰς τὰ ταμεῖα. Ὡς φαίνεται, ἡμεῖς
749ἔχομεν διάφορον τῆς ὑμετέρας γνώμην· διάφορον γνώμην δὲ
750δὲν ἔχω μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἀσχο-
751ληθέντων εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ὁ προκάτοχός μου, ἐνῷ ὤφειλε
752ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῆς Διεθνοῦς Ἐπι-
753τροπῆς, προῆλθεν εἰς συμβιβαστικὴν λύσιν, καὶ ἀπεδέξατο,
754ὅπως ἐκ τῶν 5,200,000 θεωρηθῶσιν ὡς εἰσπράξεις τὰ ἡμίση,
755δηλαδὴ 2,600,000, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον
756εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ⅗ πρὸς τοὺς δανειστάς του.
757§39Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
758§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
759στικῶν κλπ). Ὄχι αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
760§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1899.
761§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὴ μὲ δια-
762κόπτητε, διότι ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.
763Συνωμολογήθη λοιπὸν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου μία συμ-
764βιβαστικὴ λύσις, κατὰ τὴν ὁποίαν 2,600,000 κατελογί-
765σθησαν ὡς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ ἀποθέματος τῶν ἐνσήμων τῆς
76631 Δεκεμβρίου 1898, καὶ 2,600,000 μετηνέχθησαν εἰς τὴν
767χρῆσιν τοῦ 1899.
768Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαῦτα λάθη δυσκόλως ἐπανορθοῦν-
769ται· διότι ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου,
770τὰ περὶ τούτου εἶχον δυστυχῶς κανονισθῆ. Ἐγὼ ὑπεβλήθην
771εἰς τὴν μέριμναν, ὅπως τὸ ἀπόθεμα τῆς 31 Δεκεμβρίου
7721899 ᾖ ἔλασσον, πρὸς τοῦτο δὲ κατέβαλον πᾶσαν προσπά-
773θειαν, ἥτις ἐπετρέπετο ἐκ τῆς ἀνάγκης ἢ ἐκ τοῦ λόγου τοῦ
774νὰ μὴ μένωσι τὰ ταμεῖα ἄνευ χαρτοσήμου καὶ ἑπομένως ζη-
775μιωθῇ τὸ Δημόσιον, καὶ κατωρθώθη, ὅπως ἀπὸ 5,200,000
776τὸ ἀπόθεμα κατέλθῃ εἰς τὸ ἥμισυ σχεδόν.
777Ἀλλ’ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ἕνα ὑπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος
778ὁμολογουμένως εἰς ἐμὲ, τὸν γινώσκοντα ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττι-
779κῆς Βουλευτὴς ἀσχολεῖται περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, ἤγειρεν ἔκ-
780πληξιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔλεγεν ἐντεῦθεν,
781ὅτι 2,600,000 ἐκληρονόμησε τὸ 1899 ἐκ τοῦ 1898· εἰς
782ταῦτα δὲ θέλουσι προστεθῇ καὶ αἱ εἰσπράξεις ἢ τὸ ἀπόθεμα
783τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, καὶ θέλει ἀποτελεσθῆ ἓν ὀγκῶδες
784ποσὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου οἱ δανεισταὶ θέλουσι λάβει τὰ ⅗.
785Ἀλλ’ ἐλησμόνησε τὴν μέθοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Διεθνὴς
786Ἐπιτροπὴ συντάσσει τοὺς ἰδίους αὐτῆς λογαριασμούς· ὑπο-
787θέτω δ’ ὅτι τὸ ἐλησμόνησε, διότι εἶχεν ἤδη λάβει, ὅτε
788διηύθυνεν τὸ Ὑπουργεῖον, τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Διεθνοῦς
789Ἐπιτροπῆς, δημοσιευθέντα μάλιστα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
790Κυβερνήσεως. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ δὲν παρακολουθεῖ, κατὰ
791τὴν γενομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη, ὡς Ὑπουργοῦ
792τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχὴν, τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων τα-
793μείων, τὰς βεβαιουμένας ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν ἐπι-
794σήμων. Αὕτη ἀκολουθεῖ ἄλλην μέθοδον. Παρέλαβεν ἐκ
795τοῦ 1898 ἔνσημα ἀξίας δρ. 2,600,000. Εἰς ταῦτα προσ-
796θέτει καὶ ὅσα ἔνσημα τὰ διάφορα ταμεῖα ἢ μᾶλλον ὁ
797Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέλαβε παρὰ τῆς ἑται-
798ρείας ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων μέχρι
799τῆς 19)31 Δεκεμβρίου, καὶ οὕτως ὑπολογίζει, κατὰ τὴν
800παραδεχθεῖσαν παρ’ αὐτῆς ἀρχὴν, τὸ ποσὸν τῶν εἰσπρά-
801ξεων ἐκ χαρτοσήμου, ἐνσήμων καὶ ταινιῶν, ἐπὶ δὲ τοῦ
802κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον παρουσιαζομένου πλεονάσμα-
803τος λαμβάνει ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τὰ ⅗. Ἑπομένως τὸ
804ἀπόθεμα τὸ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εὑρεθὲν δὲν ἀποτελεῖ
805τὴν βάσιν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ κανονίζονται τὰ δικαιώματα τῶν
806δανειστῶν. Τὸ ἐκ δραχ. 5,200,000 ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον ὑπε-
807λείφθη ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ὑπῆρχεν εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ
808Κράτους, κατηναλώθη κατὰ τὸ 1899. Ὅτε ἐξηντλήθη ἐκεί-
809νων ἡ χρῆσις, ἐζητήθησαν ἄλλα παρὰ τῆς ἑταιρείας ἐπὶ τῆς
810εἰσπράξεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ ἐφ’ ὅσον ταῦτα
811ἐλήφθησαν, κατὰ τοσοῦτον ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων
812τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὰ πλεονάσματα κατὰ τὴν 19/31 Δε-
813κεμβρίου 1899.
814Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι τὰ 2,600,000 δὲν ἐλήφθησαν εἰς
815τὸ 1899 μόνον διὰ νὰ καταλογισθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ πλεόνασμα,
816ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικαιοῦνται οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους, διότι
817αὐτὸ κατηναλώθη ἐντὸς τοῦ 1899.
818Εἰσέτι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ
819τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς τοῦ 1899, καίτοι ἐπανειλημμένως πα-
820ρεκάλεσα αὐτὴν νὰ μὴ βραδύνῃ, ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν,
821εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ, διότι ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον
822αὕτη ἤθελε καταρτίσει, θέλουσι προκύψει πάντα τὰ στοι-
823χεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει κανονισθῆ καὶ ἡ ληψοδοσία τοῦ
824Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Διεθνῆ. Νομίζω, ὅτι
825τὸ ποσὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δικαιωθῶσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ
826Κράτους ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν ἐνσήμων, θὰ ἦναι ἀσυγ-
827κρίτως μικρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδικαιώθησαν κατὰ
828τὴν 19)31 Δεκεμβρίου 1898. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως, ὅτε θὰ
829ἔχωμεν κατηρτισμένον τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Διεθνοῦς Ἐπι-
830τροπῆς. Ἔχω δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέ-
831ρας ἔσται οὗτος ἕτοιμος πρὸς δημοσίευσιν.
832Δὲν θέλω παραλείψει ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἀρχὴν, ἥτις
833ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου ἐν σχέ-
834σει πρὸς τὰ ἀποθέματα τῶν ἐνσήμων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο
835τὴν 31 Δεκεμβρίου ἀδιάθετα εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Δὲν
836δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν, ἀμφισβητῶν τὴν
837ἀρχὴν ταύτην, ἐπικαλούμενος τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ
838νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, θέλω κατορθώσει—ἴσως καὶ
839μέχρι διαιτησίας φθάνων—νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἑτέρα ἀρ-
840χὴ, ἡ ἀρχὴ ὅτι ὑπέγγυοι πρόσοδοι, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς
841τὰ πλεονάσματα, εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες πραγματοποιοῦνται,
842αἵτινες εἶναι πραγματικαὶ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ
843αἱ εἰσπράξεις τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον πραγματοποιεῖ δι’ εἰσ-
844πράξεως αὐτῶν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἢ τοὺς ὀφειλέ-
845τας αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ ἐκεῖναι, αἵτινες προέρχονται ἀπὸ ἀπο-
846θέματα εὑρισκόμενα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἐπανα-
847λαμβάνω, δὲν εἶναι τῆς ἐμῆς δικαιοδοσίας ἀπὸ τοῦδε νὰ
848γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀρχὴ, περὶ
849τῆς ὁποίας συνηγορῶ. Ἀλλὰ μόνον περιορίζομαι ν’ ἀμφι-
850σβητήσω τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐντεῦθεν ἀνέφερεν ὁ ἀξιό-
851τιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐντεῦθεν
852μέλλον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον κατὰ πλεονασμὸν τῶν
853πιστώσεων τοῦ 1899, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἔχητε δύο
854ἀριθμοὺς ἐσφαλμένους, ἐννοεῖται ὅτι τὸ συμπέρασμα εἶναι
855μᾶλλον ἐσφαλμένον.
856Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πλεονάσματα τοῦ 1898, περὶ τῶν
857ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, νομί-
858ζω ὅτι εὑρίσκεται ἐν σφάλματι, διότι ὑπάρχουσι μέν τινα
859πλεονάσματα, πλεονάσματα δηλαδὴ ἐσόδων ληφθέντα εἰς
860χρέωσιν τοῦ Δημοσίου ταμείου ἕνεκα τῆς μὴ ἐν τῷ προϋπο-
861λογισμῷ τοῦ 1898 ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐπαρκοῦς, ἀλλὰ
862ὑπάρχουσι καὶ ἀντιθέτως πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι
863καταλήξει εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου.
864Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν
865μοὶ ἀπηύθυνεν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν εἶχεν
866ἔννοιαν, διότι ὅσοι παρακολουθεῖτε τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
867ἀνεγνώσατε ἐν αὐτῷ ὅ,τι ἀναγράφεται. Ἀναγράφεται ἐξ
868ὑποχρεώσεως τοῦ νόμου ἡ πίστωσις 914,000 φράγκων πρὸς
869πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐπὶ 5%, ἐπὶ τῶν 70% τῶν
870μὴ πληρωθέντων ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1897, ἐν τούτοις
871ἐξ αὐτῶν τῶν 914,000 φράγκων ἐπληρώθησαν μόνον 400
872χιλιάδες περίπου. Καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς
873τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει πλεονάσει, διότι ἐξακολουθεῖ εἰσέτι ἡ
874πληρωμὴ, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐν τῷ ὑπολο-
875γισμῷ, ὅστις ἐγένετο πρὸς κανονισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν 914
876χιλιάδων φράγκων, ὑπάρχει σφάλμα λογιστικὸν, καὶ ὑπε-
877λογίσθη ἀρχικῶς κατὰ 400 χιλιάδας φράγκα περισσότερον.
878Πλὴν ὅμως τούτου, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πάντες οἱ
879πιστωταὶ τοῦ Κράτους δὲν κρατοῦσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν πι-
880στοποιητικὰ, δίδοντα εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι
881τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἐκ τοῦ χορηγουμένου εἰς αὐτοὺς ποσοῦ.
882Ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τοῦ 1894 οἱ δικαιοῦχοι
883εὑρίσκοντο ἐν παραγραφῇ κατὰ τὸ 1899. Οὕτω λοιπὸν κατὰ
884τὸ 1898 καὶ 1899 θέλομεν ἔχει ἓν πλεόνασμα ἀνὰ 500,000
885περίπου ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὰ
886τοῦ 1898 ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ δώσω
887τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ὁ
888κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤθελε τόσον προώρως τὰ περὶ
889τούτου ἀπὸ τοῦ βήματος πραγματευθῆ, ἐπιδεικνύων ἀξιέπαι-
890νον τῷ ὄντι ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐν τῇ πλάνῃ
891ἀκόμη περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσι τὰ συμ-
892περάσματά του ἐσφαλμένα.
893Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προσεπάθησε ν’ ἀπο-
894δείξῃ, ὅτι θ’ ἀπαιτηθῇ πίστωσις δραχ. 2,000,000 διὰ νὰ
895πληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ 1898. Ἐξ ὅσων ἐσημείωσα
896ἤδη, πείθεσθε, ὅτι δὲν θὰ ἦναι τὸ ποσὸν αὐτὸ, εἰμὴ ἴσως
897κατὰ τὸ ⅓ ἀκριβῶς ἐκ τοῦ ἀναφερθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βου-
898λευτοῦ ποσοῦ. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ ὑποχρεώσεως τῆς χρήσεως
899τοῦ 1898, καὶ ὑπολαμβάνει ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ὑποχρέωσις,
900ἡ ὁποία τυπικῶς θέλει ἐπιβαρύνει τὸ 1899, καὶ ἑπομένως
901θέλει αὐξήσει τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ. Ἀλλὰ μολονότι, ἐπανα-
902λαμβάνω, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ὡς θὰ ἀποδειχθῇ, δὲν ἔχει
903δίκαιον, πάλιν ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ
904ὑποχρεώσεως τοῦ 1898 καὶ οὐχὶ τοῦ 1899. Ὁ κ. Βουλευ-
905τὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐλησμόνησεν, ὅτι τελευταίως, ἐπὶ τῇ εὐ-
906καιρίᾳ, τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς ἐμὲ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομο-
907σχεδίου περὶ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς τεσσάρων ἑκα-
908τομμυρίων περίπου ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
909Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, δὲν
910περιωρίσθην, ὁμιλῶν περὶ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ
9111899, εἰς μόνον τοὺς ψηφισθέντας νόμους περὶ χορηγίας ἀνα-
912πληρωματικῶν πιστώσεων, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι καὶ ἕτεραι θέ-
913λουσι ζητηθῆ, καὶ ῥητῶς μάλιστα ἐμνημόνευσα, ὅτι πίστω-
914σίς τις θέλει ζητηθῆ καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
915χρέους, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω εἰς 400 ἢ 500 χιλιάδας.
916Καὶ μὲ τὰς πιστώσεις λοιπὸν ταύτας τὰς πιθανὰς κατέ-
917ληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ ἔξοδα
918τὸ ποσὸν τῶν 107 ἑκατομμυρίων.
919Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προώρως ἔθιξε καὶ τὸ
920ζήτημα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο
921εὐκαιρία ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐντεῦθεν
922ἀνέφερα, περὶ τοῦ πιθανοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώ-
923σεων τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἔλεγε δὲ ἐντεῦθεν: «Πόθεν
924περιμένετε ἀδιαθέτους πιστώσεις τῆς τρεχούσης χρήσεως;
925Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἴδετε πόσας ἐπαρου-
926σίασε πιστώσεις ἀναπληρωματικάς· ἐκεῖθεν δὲν ἔχετε νὰ
927περιμένητε». Ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ τὸν νόμον περὶ δημοσίου
928λογιστικοῦ καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συντάσσονται
929οἱ προϋπολογισμοὶ, καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι αἱ ζητούμεναι ἀνα-
930πληρωματικαὶ πιστώσεις ζητοῦνται ἐπὶ ὡρισμένων κεφα-
931λαίων καὶ ἄρθρων, ἐγὼ δὲ ῥητῶς ἀνέφερα ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ
932ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκείνη ἡ ὑπη-
933ρεσία, ἡ ὁποία ἔδωκε τελευταίως τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀνα-
934πληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τούτων, ἔδωκε
935καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρ-
936χονται εἰς 567,000. Ὥστε ἀμέσως καὶ κατὰ τοῦτο ἠπα-
937τήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλ’ ἠπατήθη ἀκόμη περισ-
938σότερον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου
939τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔλεγε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
940περιμένητε ἐκεῖθεν ἄλλας ἀδιαθέτους πιστώσεις, παρὰ ἐκεί-
941νας μόνον, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς νόμους μὴ ἐκτελεσθέν-
942τας κατὰ τὸ 1898;» Καὶ διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν—καὶ
943ὑπέθεσε μάλιστα, κατερχόμενος τοῦ βήματος, ὅτι τὴν ἔπεισε,
944διότι εἶπεν «ἐπείσθητε ἤδη», — εἶπεν ὅτι «πρόκειται περὶ
945δημοσίων ἔργων. Ἐψηφίσατε πιστώσεις, δὲν ἐξετελέσθησαν·
946ἔμειναν τὰ ἔργα κατὰ τὸ 1899· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει
947τίποτε, διότι αἱ πιστώσεις ἐχορηγήθησαν, τὰ ἔργα ἐνεκρί-
948θησαν, ἄρα θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1899»! Καὶ
949ἐλησμόνησε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὸν
950ὁποῖον, ὅταν ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς ἔργου δὲν ἀρχίσῃ ἐντὸς τοῦ
951ἔτους, δὲν ἐπιβαρύνει τὴν χρῆσιν ἐκείνην· ἄλλως τε ἐγὼ, δια-
952τελῶν ἐκ καθήκοντος εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τοῦ Ὑπουρ-
953γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὤφειλον νὰ γινώσκω, ὅτι αἱ πιστώ-
954σεις αἱ τοιαῦται τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θέλου-
955σιν ὑπερβῆ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, κατὰ ὑπολογισμόν...
956§43ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ
957ἓν ἑκατομμύριον;
958§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Αἱ ἀδιάθετοι
959πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899 κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρή-
960σεως αὐτοῦ. Ὁ ἁρμόδιος μάλιστα τμηματάρχης τοῦ Ὑπουρ-
961γείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν συνάδελφόν μου εἶχε παρα-
962στήσει ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 1½ ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ
963ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἶναι πολὺ μέτριος εἰς
964τοὺς ὑπολογισμούς του, εἶπεν ὅτι περιώρισε τὸ ποσὸν τῶν
965ἐκ τούτου ἀδιαθέτων πιστώσεων εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Ἔχετε
966ἀμέσως 1,800,000. Ἀλλ’ ἀκόμη ἴσως προσθέσητε καί τι
967ἕτερον.
968Ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα τὰ λοιπὰ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
969τὴς νομίζει ὅτι οὐδεμία θέλει ἀπομείνει ἀδιάθετος πίστωσις·
970ἀλλ’ ἐγὼ προχείρως ἀναφέρω εἰς αὐτὸν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουρ-
971γεῖον τῆς Παιδείας θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐκ
972δραχ. 700,000. Ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
973τοῦ 1899 διὰ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων
974δήμων ἐξ 1½ ἑκατομμυρίου. Ταύτης ἐγένετο χρῆσις μόνον
975κατὰ 900,000. Ἰδοὺ 600,000. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι.
976Ὑπάρχει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ
977ἐζήτησεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ ὡρισμένων κεφα-
978λαίων καὶ ἄρθρων, θὰ ἔχῃ ἐπὶ ἑτέρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων
979ἀδιαθέτους πιστώσεις, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ εἰδικοῦ τμη-
980ματάρχου, τοὐλάχιστον 400,000. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
981Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκεῖ, κατὰ σημείωμα ἀκριβέστατον, ὅπερ
982συνέταξεν ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους
983πιστώσεις 100,000 δραχμῶν. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
984νομικῶν, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται οὐχὶ μόνον τὰς πιστώ-
985σεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνα-
986γομένας εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τῶν δημοσίων
987προσόδων, βεβαίως θέλει παρουσιάσει ἀδιαθέτους πιστώσεις,
988καίτοι ἐπὶ ὡρισμένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων ἐζητήθησαν
989ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Δι’ αὐτὸ καὶ ὅτε ὡμίλουν ἐν-
990τεῦθεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ
991τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἶπον, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω,
992ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις θέλουσιν
993ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000.
994Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς
995εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκτιμήσεών μου ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν
996τοῦ 1899, καθ’ ἃς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τὰ ἔσοδα θέλουσιν
997ὑπερβῆ τὰ 107 ἑκατομμύρια, οὐδ’ ἐπερίμενε νὰ ἔλθῃ ἡ
998κατάλληλος στιγμή, ὅτε θέλει προσαχθῆ εἰδικωτέρα τις ση-
999μείωσις, εἰδικώτερός τις πίναξ, — συντεταγμένος ἤδη κατὰ
1000παραγγελίαν μου,—δεικνύων ἀκριβῶς τὰς πιθανὰς εἰσπρά-
1001ξεις κατὰ τοὺς δέκα μῆνας, οἱ ὁποῖοι ὑπολείπονται μέχρι
1002λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὰς σημειώσεις ταύ-
1003τας, αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 110,000,000.
1004Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν,
1005εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν τοιούτων ἐσόδων εἶμαι πάντοτε μέ-
1006τριος, διότι παρουσιάζονται καὶ ἀπρόοπτα· ἐπὶ παραδείγματι,
1007ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἀναστο-
1008λῆς τῶν διοριῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀμέ-
1009σων φόρων· δύναται ἐπίσης νὰ ἐπέλθωσιν ἐλαττώσεις καὶ ἐξ
1010ἄλλων αἰτίων, δύναται δὲ νὰ παρακωλυθῇ εἴσπραξις ὡρισμέ-
1011νου ἐσόδου. Ἀλλὰ πάντως, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἔχω πάν-
1012τοτε τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ
10131899 θέλει καταλήξει ἐν ἰσοζυγίῳ. Καὶ δύναμαι νὰ παρη-
1014γορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅστις δύναται νὰ ἦναι ἥσυχος καὶ
1015νὰ διασκεδάσῃ τοὺς φόβους τοὺς κατέχοντας αὐτὸν ὡς πρὸς
1016τὰ ἐλλείμματα, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν
1017ἀσχολεῖται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ κόμμα, ὡς εὐηρεστήθη ἐξ
1018ἀγαθοπιστίας νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἐκτέ-
1019λεσιν τῶν καθηκόντων του, εἶναι δὲ ἀπείρως ἐπιμελέστερος
1020τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
1021ἠσχολήθη μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἐπαρχίαν,
1022ἵνα ἐκλεχθῇ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς.
1023§45ΝΕΓΡΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1024κονομικῶν ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου θέματος, ὅπως ὑπερα-
1025σπίσῃ ἑαυτὸν, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ χαριεντισθῇ, καὶ νὰ
1026μοὶ ἀποδώσῃ λόγους, οὓς δὲν εἶπον. Ἀνακριβῶς εἶπεν, ὅτι
1027ἐγὼ ὡμίλησα περὶ δημοσίων ἔργων, ἐνῷ οὐδὲ λόγον ἔκαμα
1028περὶ αὐτῶν. Περατῶν τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι ἐγὼ, ὡς
1029Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐφρόντισα παρὰ μόνον διὰ
1030τὴν ἐπαρχίαν μου. Νομίζω περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο·
1031ἀφίνω δὲ εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνων ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, οἵτινες
1032μὲ παρηκολουθήσατε ὡς πολιτευόμενον, νὰ ἀποφανθῆτε περὶ
1033τούτου.
1034§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1035κῶν). Τὸ εἶπον ἀπαντῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε.
1036§47ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ περιορισθῶ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀποδει-
1037κνύοντας τὰς παραλείψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τί εἶπε περὶ
1038τῶν 2,419,000, τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησε νὰ περάσῃ εἰς τὸν
1039ἀπολογισμὸν τοῦ 1898; Μᾶς εἶπε τάχα ὅτι, δὲν ὤφειλε νὰ
1040τὰ περάσῃ, ἢ τί θὰ κάμῃ; Ὄχι. Μᾶς εἶπε μόνον, ὅτι ὑπάρ-
1041χουσι καὶ περισσεύματα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1898, ἀλλὰ
1042ἐλησμόνησεν ὅτι ἔδωκεν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, καὶ ὅτι
1043ἐκεῖ περιέλαβεν ἅπαντα τὰ περισσεύματα, καὶ ὅτι ἔκλεισεν
1044ἡ χρῆσις χωρὶς νὰ περιληφθῶσι τὰ 2,409,000, ἅτινα δέον
1045ἤδη νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὸ 1899. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι τὸ
1046κονδύλιον τοῦτο μένει ἀνέπαφον, ὡς ἀναμφισβήτητος μένει
1047καὶ ἡ παράλειψις ἡ προερχομένη ἐκ τῆς μὴ καταχωρή-
1048σεώς του.
1049Ἔρχομαι εἰς τὰ ἄλλα κονδύλια. Περὶ τοῦ πλεονάσματος
1050τῶν εἰσπράξεων τῶν μονοπωλίων δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξα, ὅτι
1051θὰ ἔχωμεν μεγαλείτερον πλεόνασμα τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν
1052τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν.
1053Ἆρα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές;
1054Ὄχι. Τί εἶπε περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς; Εἶπεν ὅτι
1055μᾶς εἶχεν ὁμιλήσει περὶ ταύτης. Μάλιστα ὡμίλησεν, ἀλλὰ
1056τοῦτο δὲν ἠμπόδιζεν ἐμὲ νὰ τὴν προσθέσω, καὶ ἐπρόσθεσα
1057ἐκ τούτου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 701,324.69.
1058§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1059κῶν). Ἐλογαριάσατε πρὸς 1,57 τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς
1060τοῦ φράγκου, ἐνῷ εἶναι 1,56, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν τιμὴν
1061δὲν θὰ ἔχητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, διότι ἡ
1062βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεσθε, εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐλησμονήσατε
1063ὅμως γεγονός τι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ
1064τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἐπληρώθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὸ
1065προϊὸν τοῦ ἠγγυημένου δανείου.
1066§49Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ὅτι τὰ ἔξοδα ἐπληρώθησαν διὰ τῶν δα-
1067νείων, τοῦτο δὲν ἀπαλλάττει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τὰ περάσῃ
1068τις εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης τιμῆς τοῦ
1069συναλλάγματος. Ἀλλὰ κατὰ πόσον ἀπέκρουσεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1070γὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἄλλον ἀριθμὸν τῶν 400,000, τῶν
1071προερχομένων ἐκ πλεονασμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπελογί-
1072σθησαν κατὰ τὸ 1898; Δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ
1073τοῦ ἐλέγχου θὰ τὰ ὑπολογίσῃ τὸ 1899; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ ἵνα
1074μὴ προσέξητε εἰς τὴν καυτηρίασιν τῶν ἀριθμῶν, σᾶς ἀνέ-
1075πτυξε νέον ζήτημα ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ τέως Κυβέρνησις
1076νὰ δεχθῇ, ὅπως τὰ ἀποταμιεύματα τῶν ἐνσήμων λογισθῶσιν
1077εἰς τὰ πλεονάσματα. Τοῦτο εἶναι ἕτερον ζήτημα, καὶ θὰ τὸ
1078συζητήσωμεν ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ, ὅταν κατατεθῶσι καὶ τὰ
1079ἐπίσημα ἔγγραφα. Παραμένει λοιπὸν καὶ τὸ κονδύλιον τῶν
1080400,000, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ προστεθῇ, διότι οὐδε-
1081μίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἄλλα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς
1082χρήσεως αὐτῆς τοῦ 1899, περὶ ὧν ἐγένετο ἰδιαίτερος λόγος.
1083Οὕτω λέγω, ὅτι ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέφερα, εἶναι ἀκριβέ-
1084στατοι, καὶ οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1085γὸς, ἠλάττωσε τὴν σημασίαν αὐτῶν. Οὕτω τὸ ἔλλειμμα
1086τῶν 3,500,000 κατὰ τὸ 1899 ἔσεται δυστυχῶς βέβαιον.
1087§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βου-
1088λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀναφέρονται εἰς τὴν ἔρευναν τῆς διαχει-
1089ρίσεως τοῦ 1899, εἰς ἐμὲ δὲ φαίνεται, ὅτι προώρως ἤρξατο
1090τῆς ἐρεύνης ταύτης, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι καταλληλοτέρα ὥρα
1091θὰ ἦτο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900.
1092Ἐπειδὴ ὅμως ἠκούσαμεν τῶν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1899
1093παραστάσεων αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, θερμὴν ἐκφράζομεν εὐχὴν,
1094ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὐαρεστηθῇ νὰ ποιήσηται
1095γνωστοὺς εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε,
1096καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν σημείωσιν αὐτῶν, ἐπι-
1097θυμοῦμεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν παραστά-
1098σεων αὐτοῦ.
1099Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς
1100πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὰς ἀδιαθέτους πι-
1101στώσεις. Τὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν ἔδωκαν καὶ Ὑπουργοὶ πα-
1102ρελθόντες, ὅτε ὡσαύτως ἠμφισβήτησα αὐτήν. Δὲν νομίζω
1103ὅτι ὁ ἐκτελῶν τὸν προϋπολογισμὸν Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δι-
1104καίωμα νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν, πρὸς θεραπείαν
1105τῶν ὁποίων ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις
1106τινὲς, καὶ δαπανᾷ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν διὰ τῶν πιστώ-
1107σεων, ἃς ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐγκαταλείπῃ δ’ ἄλλας
1108καὶ ἑπομένως ν’ ἀφίνῃ ἀθίκτους τὰς πρὸς θεραπείαν αὐτῶν
1109ἀναγεγραμμένας πιστώσεις, φρονῶ δ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι
1110ὑπόχρεως νὰ προβαίνῃ εἰς πλήρωσιν πασῶν τῶν ἀναγκῶν,
1111διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰς ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτοῦ
1112ζητηθείσας πιστώσεις. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀδια-
1113θέτων πιστώσεων, αἵτινες ἔμειναν διότι ἐγκατελείφθη ἡ πλή-
1114ρωσις τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν ἐζητήθησαν, ὁ Ὑπουργὸς παρέ-
1115λιπε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε,
1116ζητήσας παρὰ τῆς Βουλῆς τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις. Οἰ-
1117κονομία δ’ εἶναι πραγματική, μόνον ὅταν αἱ ὑπολειπό-
1118μεναι πιστώσεις ἦναι ὑπόλοιπα περισσεύσαντα μετὰ τὴν
1119πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν διὰ τοῦ διατεθέντος ποσοῦ ἐκ τῶν
1120πιστώσεων αὐτῶν. Ἑπομένως ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν θέλομεν
1121κρίνει τὰς ὑπολοίπους ἀδιαθέτους πιστώσεις.
1122Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρε-
1123στηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ
1124ζητήσω, διότι ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἐπέλθῃ
1125τις βλάβη, ἐὰν ἡ ὑπάρχουσα διαφωνία τῆς Διεθνοῦς Ἐπι-
1126τροπῆς τοῦ ἐλέγχου πρὸς τὸν προκάτοχόν του κ. Βουλευτὴν
1127ἐξ Ἀττικῆς ἦναι ὄντως οὐσιώδης, ἡ δὲ λύσις, τὴν ὁποίαν
1128οὗτος ἔδωκεν εἰς τὴν προκύψασαν ἀμφισβήτησιν μεταξὺ τῆς
1129ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου καὶ αὐτοῦ, ἐκανόνισε τὸ παρελθὸν,
1130οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μέλλον· ἑπομένως ἐπεθύμουν ν’ ἀνακοινώσῃ
1131εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐποιήσατο γνωστὴν πρὸς τὴν Διεθνῆ
1132Ἐπιτροπὴν τοῦ ἐλέγχου τὴν γνώμην, ἣν εἶχε κατὰ τῆς δοθεί-
1133σης ὑπὸ τοῦ προκατόχου του λύσεως, καὶ ἑπομένως ἂν ἐπεφυ-
1134λάχθη νὰ συζητήσῃ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ νέου τὴν ὑπόθε-
1135σιν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἀντίθετος λύσις τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ
1136προκατόχου του καὶ κανονισθῶσιν οὕτω κατ’ αὐτὴν ἐν τῷ
1137μέλλοντι αἱ τοιαῦται σχέσεις.
1138§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1139κῶν). Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον
1140νὰ ἐνεργήσω τι, ἀφοῦ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπεδέχθη
1141τὴν ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς προβληθεῖσαν
1142ἀξίωσιν. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι ἐπιτρέπε-
1143ται ὑπὸ τῶν κρατούντων ἐν ταῖς σχέσεσι τοῦ Κράτους μετὰ
1144τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τὰ τοῦ θέματος τούτου
1145κανονισθῶσι δικαιότερον.
1146§52Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰ-
1147κονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ
1148τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου ἀλληλογραφίαν ἀκρι-
1149βῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν πλεονασμάτων τοῦ προϋπολο-
1150γισμοῦ τοῦ 1898. Δὲν πρόκειται περὶ διαπραγματεύσεων
1151ἐκκρεμῶν, ἀλλὰ περὶ ζητήματος λελυμένου. Ἐὰν ἡ ἔννοια
1152τοῦ νόμου εἶναι ἐκείνη, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1153Οἰκονομικῶν, τότε ὁ Ὑπουργὸς ὁ δεχθεὶς τὴν ἐναντίαν λύσιν
1154ὑπέχει εὐθύνην. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
1155§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω τὸν κ.
1156Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς αἰτήσεις, ἃς ὑπέβαλον πρό
1157τινων ἡμερῶν καὶ δι’ ὧν ἐζήτουν πληροφορίας καὶ πίνακας
1158περὶ τοῦ δημοσίου χρέους, σχετιζομένας πρὸς ὅσα ἐλέχθη-
1159σαν πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος, εἰς ὃ δὲν
1160ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω πληροφο-
1161ρίαν. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐμνημόνευσε μιᾶς
1162ἀρχαίας δοσοληψίας μεταξὺ τῶν ἐν Λονδίνῳ τραπεζιτῶν
1163Gibbs καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐζήτησεν, ὅπως προσαχθῶσι
1164τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Περὶ αὐτῆς, ἥτις, νομίζω, ἀνέρχεται
1165εἰς λίρας 15,000,—ποσὸν ἀρκετὰ σπουδαῖον,—δὲν ἔχει ἡ
1166Βουλὴ πληροφορίαν τινὰ ἐπίσημον.
1167§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1168κῶν). Ὁ Gibbs διατείνεται, ὅτι ἔχει λαμβάνειν 9,000 λίρας
1169παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τοῦτο δὲ, ὅτι ὄχι μόνον οὐ-
1170δὲν ὀφείλει, ἀλλ’ ὅτι καὶ δικαιοῦται λαμβάνειν ὑπὲρ τὰς
1171πεντακισχιλίας λίρας. Ἡ δοσοληψία εἶναι παλαιά. Τὴν
1172ὑπόθεσιν εὗρον ἐκκρεμῆ, καὶ ἐπελήφθην τοῦ διακανονισμοῦ
1173αὐτῆς· ἐπειδὴ δ’ ἐξακολουθοῦσιν αἱ περὶ τούτου συνεννοή-
1174σεις, δὲν δύναμαι ν’ ἀναγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα, ἀδυνατῶ δὲ
1175νὰ καταθέσω ἀμέσως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Παρακαλῶ δὲ
1176καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν καὶ τὴν Βου-
1177λὴν νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἄμεσον τῶν ἐγγράφων κατά-
1178θεσιν.
1179§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ σεβώμεθα τὴν
1180ἐχεμύθειαν, ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι
1181πρὸ καιροῦ ἐλέχθη, ὅτι ἐπρόκειτο ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν
1182κ.κ. Gibbs καὶ τοῦ Δημοσίου νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν διαιτη-
1183σίαν τοῦ κ. Λόου, καὶ ἀνεγράφη τοῦτο καὶ εἰς τὰς ἐφημε-
1184ρίδας. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβὲς,
1185ἐπεθύμουν ὅμως νὰ γνωρίζω, ἂν φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
1186δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βου-
1187λῆς, καὶ ἂν ἀπόφασις τοῦ διαιτητοῦ δύναται νὰ ἦναι ὑπο-
1188χρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως, πρὶν ἢ μετά,
1189τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
1190§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν περατωθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη
1191διαρρύθμισις τῆς ὑποθέσεως, θ’ ἀνακοινώσω τὸ ὁριστικὸν
1192ἀποτέλεσμα.
1193§57Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μετὰ τὰ ἀλλεπάλληλα καὶ ῥαγδαῖα
1194ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἀνεκαλύφθησαν εἰς τὸν προϋ-
1195πολογισμόν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλήν, καὶ
1196προκειμένου προσεχῶς νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
11971900, εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς
1198τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
1199τὰς ἑξῆς πληροφορίας:
12001) Τὰ εὑρεθέντα μετρητὰ ἐν τοῖς ταμείοις, τελωνείοις ἢ
1201τελωνειακοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, καὶ τὰ κατατεθειμένα
1202τοιαῦτα εἰς Τραπέζας, εἴτε ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, εἴτε
1203ἐπὶ πληρωμῇ τόκου.
12042) Τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς, τὰς στηριζομένας εἰς ἡμιεξ-
1205ωφλημένα χρηματικὰ ἐντάλματα, ἐκδεδομένα εἰς βάρος τοῦ
1206προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
12073) Τὰς τακτοποιητέας πληρωμὰς, τὰς ἐνεργηθείσας ἐντὸς
1208τοῦ ἔτους 1899, καὶ οὐχὶ τὰς πρὸ αὐτοῦ τοιαύτας.
12094) Τὰς προκαταβολὰς δεδουλευμένων μισθῶν ὑπαλλήλων
1210ἢ συντάξεων, τὰς ἐνεργηθείσας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899.
12115) Τὰ πληρωθέντα ποσὰ, τὰ στηριζόμενα εἰς ἡμιεξωφλη-
1212μένα γραμμάτια παρακαταθηκῶν.
12136) Τὰ ποσὰ τῶν εὑρεθέντων ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κρά-
1214τους ἐξωφλημένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐξόδων τῆς δη-
1215μοσίας ἐκπαιδεύσεως.
12167) Τὴν ἀξίαν τοῦ εὑρεθέντος ἐν τοῖς ταμείοις χαρτοσή-
1217μου ὑπεγγύων προσόδων.
12188). Τὸ ποσὸν τὸ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον ἐκ διαφόρων
1219φόρων καὶ αἰτιῶν κατὰ τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν διάστημα
1220τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
12219) Ὁπόσα ἐκ τῶν μετρητῶν, τῶν εὑρεθέντων ἐν τοῖς τα-
1222μείοις ἢ ταῖς Τραπέζαις, ἀφορῶσιν εἰς προκαταβληθέντα φό-
1223ρον ἐπιτηδεύματος καὶ ζώων τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
122410) Ὁπόσα κατὰ προσέγγισίν εἰσι τὰ πληρωθησόμενα
1225ποσὰ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900 εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ
1226τῆς χρήσεως τοῦ 1899, εἴτε ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων,
1227εἴτε διὰ ζητηθησομένων ἀναπληρωματικῶν τοιούτων.
122811) Ὁπόσα κατὰ προσέγγισίν εἰσι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ,
1229τὰ ἀναγόμενα εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, εἴτε ἐσημειώθησαν
1230ταῦτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, εἴτε μή.
123112) Τὸ πληρωτέον ποσὸν εἰς κοινὰς παρακαταθήκας.
123213) Τὸ πληρωτέον ποσὸν εἰς γραμμάτια παρακαταθήκης
1233χρηματικῶν ἐγγυήσεων.
123414) Τὸ πληρωτέον ποσὸν εἰς χρηματικὰ γραμμάτια εὑ-
1235ρισκόμενα ἐν κυκλοφορία.
123615) Τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ εἰς Τραπέζας ἐπὶ ἀνοικτῷ λο-
1237γαριασμῷ, εἰς λιμένας, εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα,
1238εἰς ἑταιρείας, εἰς κοινότητας, εἰς εἰδικὰ ταμεῖα καὶ ὑπὲρ
1239τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας.
1240Τὰς πληροφορίας ταύτας, Κύριοι, ζητῶ ἀπὸ τὸν κύριον
1241Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ βεβαίως διότι ἔχω ἔστω
1242καὶ τὴν ἐλαχίστην δυσπιστίαν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς συν-
1243τάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἀλλὰ διότι φρονῶ,
1244ὅ,τι, ἐὰν ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας αὐτὰς καὶ
1245μελετήσῃ ἐπισταμένως ταύτας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋ-
1246πολογισμὸν τοῦ ἔτους 1900, θὰ ἴδῃ ὅτι εὑρισκόμεθα, οὐχὶ
1247εἰς δευτέραν χρεωκοπίαν, ἀλλ’ εἰς τετάρτην. Διότι τὸ Κρά-
1248τος ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον, καὶ πάντα, ὅσα
1249λέγονται ἐνταῦθα, εἶναι λόγια τοῦ ἀέρος, καὶ πρέπει νὰ
1250σκεφθῶμεν σπουδαίως, τί δέον γενέσθαι εἰς τὸ μέλλον.
1251§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1252κῶν). Εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐρωτημάτων του θέλει εὕρει τὴν
1253ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐὰν εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνα-
1254γνώσῃ τὴν κατάστασιν τὴν προσωρινὴν τῶν εἰσπράξεων καὶ
1255δαπανῶν τοῦ τελευταίου μηνὸς, ὡς καὶ τὸν πίνακα τῆς γε-
1256νικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφο-
1257ρίας, αἵτινες δὲν εὑρίσκονται εἰς τοὺς πίνακας τούτους, θέλω
1258φροντίσει νὰ παράσχω ταύτας ὡς τάχιστα.
1259§59Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ μελετήσω τοὺς πίνακας, ἀλλ’ εἶμαι
1260βέβαιος, ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀφορμὴν εἰς τὰ ἐρω-
1261τήματά μου ἔλαβον, διότι ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον, ὅτι
1262εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε τὰ κοινωτικὰ
1263χρήματα, οὔτε αἱ ἐγγυήσεις, οὔτε ἄλλο τι ἐξ ὅσων ἀνέ-
1264φερα. Ἐὰν δὲ, ὃ μὴ γένοιτο, εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην
1265νὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα εὕρωμεν τὸ ἐνεργητικὸν καὶ παθητικὸν
1266τοῦ Κράτους, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα ὑπὲρ τὰ
126750 ἑκατομμύρια.
1268§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ, Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
1269§61Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὑρισκομένου εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριοι Βου-
1270λευταὶ, τοῦ δημάρχου Σύρου ὡς καὶ ὅλου σχεδὸν τοῦ Δημο-
1271τικοῦ Συμβουλίου νὰ παραιτηθῇ, ἕνεκα τῶν πιέσεων τῶν
1272ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ σεβαστοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ.
1273Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνω τὴν τι-
1274μὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τοὺς προκαλοῦντας
1275τὴν παραίτησιν ταύτην. Κατὰ μίαν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν
1276ἔχω κρατήσει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Σύρου, τὰ
1277ἔσοδα αὐτοῦ ἀνῆλθον εἰς εἴκοσι χιλιάδας περίπου δραχ-
1278μάς, προερχόμενα α) ἀπὸ τὸν δημοτικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν
1279ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἐκ δραχμῶν τριῶν μέχρι τεσσά-
1280ρων χιλιάδων, βʹ) ἀπὸ τὴν φρυγανολογίαν, ἐκ δρ. δέκα καὶ ἕξ
1281χιλιάδων, καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων ἀναξίων λόγου. Ἀμφότερα
1282τὰ μεγάλα ταῦτα ποσὰ, ἀμφοτέρους τοὺς μόνους τούτους πό-
1283ρους τοῦ δήμου κατέσχεν ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας Σύρου, ἐπὶ
1284τῷ λόγῳ ὅτι καθυστερεῖται ἡ εἰσφορὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1285νομίας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ δήμαρχος δι’ ἀνα-
1286φορᾶς του καὶ διὰ ζώσης παρέστησεν εἰς τὸν νομάρχην κ. Κον-
1287δάκην τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου ἕνεκα τῆς κατασχέσεως,
1288καὶ ὅτι ἦτο ἠναγκασμένος νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημα, διότι
1289ἄνευ ὀβολοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε ὑπαλλήλους νὰ ἔχῃ, οὔτε τὸν
1290φωτισμὸν τῆς πόλεως, οὔτε τὴν καθαριότητα νὰ τηρήσῃ.
1291Ἐπειδὴ δὲ ὁ νομάρχης οὐδεμίαν ἔδωκε, φαίνεται, προσοχὴν,
1292ὑπέβαλε μίαν ἀναφορὰν, ὑπ’ ἀριθ. 119, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ
1293τῶν Οἰκονομικῶν· φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐ-
1294τῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ζήτημα τοσούτῳ σοβαρὸν δὲν ἦτο
1295δυνατὸν, ἐὰν ἐλάμβανε γνῶσιν αὐτοῦ, νὰ τὸ ἀφήσῃ ἄνευ
1296ἐνεργείας.
1297Διὰ τοῦτο σήμερον θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουρ-
1298γὸν νὰ ζητήσῃ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν καὶ νὰ διατάξῃ, ἂν εἶ-
1299ναι δυνατὸν, πρῶτον νὰ περιορισθῇ ἡ κατάσχεσις, ἵνα λει-
1300τουργήσῃ ὁπωσδήποτε τὸ δημοτικὸν σύστημα, ἐκτὸς πλέον
1301ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ μεταβάλῃ τὸν δῆμον αὐτὸν
1302εἰς Νομαρχίαν. Δεύτερον, νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ τὸ βοήθημα τῆς
1303χρήσεως τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1897, ὅπερ εἰσέτι καθυστε-
1304ρεῖται· νὰ διατάξῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1305καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. νομάρχην νὰ λάβῃ
1306ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, διὰ νὰ διατηρηθῇ δῆμός τις, ἀπαιτοῦνται καὶ
1307ἀγροφύλακες καὶ κλητῆρες καὶ ἄλλοι ἀναγκαῖοι ὑπάλληλοι·
1308διότι, ἵνα καλύψῃ ὁ νομάρχης ἔλλειψιν ἰδικήν του, διέγραψε
1309τὸ ποσὸν πρὸς διορισμὸν δύο ἀγροφυλάκων, μενούσης οὕτως
1310ἀπροστατεύτου ὅλως τῆς περιουσίας τῶν χωριανῶν. Λέγω νὰ
1311καλύψῃ τὴν ἔλλειψίν του, καθόσον οὔτε πέρυσιν, οὔτε προ-
1312πέρυσιν, οὔτε ἀντιπροπέρυσιν ἐζήτησεν, ἵνα καταθέσῃ ὁ δῆ-
1313μος τὴν εἰσφοράν του διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ
1314τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν· ἔπραξεν ὅμως τοῦτο ὁ νομάρ-
1315χης, διότι ὁ δήμαρχος τότε ἦτο συμπολιτευόμενος καὶ λοιπὰ
1316ἐννοούμενα εὐκόλως· ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἵνα καλύψῃ τὴν ἀδικαιο-
1317λόγητον ἔλλειψίν του ταύτην, περιώρισε τὸν προϋπολογισμὸν
1318κατὰ τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνερ-
1319γουμένη ἡ ὑπηρεσία.
1320Δὲν θέλω νὰ παρουσιάσω τὸν δήμαρχον Σύρου ὡς τὸν ἄρι-
1321στον τῶν δημάρχων, εἶναι ὅμως ἄνθρωπος ἐγγράμματος, εἶ-
1322ναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος καὶ ὡς πρῶτος πάρεδρος διῴκησε
1323τὸν δῆμον ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καὶ ὡς δημοτικὸς σύμβουλος διε-
1324κρίθη. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὡς ἠθέλησαν νὰ
1325παραστήσωσιν αὐτὸν οἱ περὶ τὸν νομάρχην ἐπιτήδειοι. Ἀλλὰ
1326φρονῶ, ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ ταχυδακτυλουργικὴν
1327ἱκανότητα ἀκόμη οἰκονομολογικὴν ἂν εἶχε, δὲν ἦτο δυνατὸν
1328νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου προϋπολογισμοῦ.
1329Τὰς αὐτὰς πιέσεις κάμνουν τὰ ὄργανα ταῦτα καὶ εἰς τὸν
1330δήμαρχον Ἑρμουπόλεως κ. Μάσχαν, οὗτινος κατέσχον 200
1331χιλιάδας δραχ. εἰς χεῖρας τοῦ τελώνου Σύρου. Ὁ νομάρχης
1332μάλιστα προέβη καὶ εἰς τιμωρίας κατὰ τοῦ κ. Μάσχα, διότι
1333δὲν ἐγένετο ὄργανόν του, καίτοι ἡ ἀξία τοῦ κ. Μάσχα εἶ-
1334ναι γνωστὴ, καὶ ὡς δικηγόρου καὶ ὡς Βουλευτοῦ, διότι ἀπε-
1335τέλει ἄλλοτε μέρος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Ἐκτὸς τού-
1336των, εἰς τὸν δήμαρχον τοῦτον ἔκαμε προτάσεις Κύριός τις,
1337τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω ἐγὼ, δύναται ὅμως ὁ κ.
1338Ὑπουργὸς, ἐὰν θέλῃ, νὰ τὸν μάθῃ· ἀπέστειλε, λέγω, ἄνθρω-
1339πον καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν: «ἐὰν κάμῃς αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ
1340ῥουσφέτια, θὰ μεσολαβήσωμεν νὰ ἀρθῇ ἡ κατάσχεσις»...
1341§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα
1342λέγετε, εἶναι ἀληθῆ καὶ ἀποδειχθῶσι, θὰ προβῶ ἀμέσως εἰς
1343ἀπόλυσιν τοῦ νομάρχου.
1344§63Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι
1345θὰ πράξητε τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ αὐστηρότης σας,
1346ἥτις, ἐλπίζω, θέλει ἀποδειχθῆ καὶ ἐπὶ ἄλλων πράξεων, ἀστυ-
1347νομικῶν, καταγγελλομένων διὰ τοῦ ἀνὰ χεῖράς μου τηλε-
1348γραφήματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγων λεπτῶν ἔλαβον ἐντὸς τῆς Βου-
1349λῆς καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταὶ,
1350νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω:
1351«Μαυρογορδᾶτον, Λαδόπουλον, Βιτάλην, Βαφειαδάκην,
1352Βοκοτόπουλον, βουλευτὰς Σύρου», «Πρωΐαν», «Ἀκρόπο-
1353λιν», «Νεολόγον», «Ἐμπρὸς», «Καιροὺς». Ἀθήνας.
1354«Τρεῖς ἀστυφύλακες, ἐν ἐσχάτη κραιπάλη διατελοῦντες,
1355παρανόμῳ καὶ ἀσυγγνώστῳ ἀνοχῇ ἀστυνόμου Καΐρη, ὑπο-
1356θάλποντος καθημερινῶς παρεκτροπὰς ὀργάνων του, ἐπετέ-
1357θησαν ἀναιτίως κατὰ φιλησύχου ἀδελφοῦ μου Γεωρ. Βελισ-
1358σαρίου, τραυματίσαντες αὐτὸν θανασίμως. Διατρέχει ἔσχα-
1359τον κίνδυνον. Ὑψώσατε φωνὴν πρὸς Θεοῦ! Κακοῦργοι ἀστυ-
1360φύλακες περιφέρονται ἐλεύθεροι. Ἀδελφός μου ἀποθνήσκει.
1361»Βελισσάριος».
1362Μὲ τύπτει ἀληθῶς ἡ συνείδησις, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ
1363τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πρὸ ἡμερῶν εἶ-
1364χον λάβει μίαν φοβερὰν ἀναφορὰν ἐκ μέρους τοῦ ἐργοστα-
1365σιάρχου ζαχαροπλάστου κ. Ἀντωνίου ἐναντίον τοῦ αὐτοῦ
1366ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ κ. Καΐρη, δὲν ἔφερα ὅμως τὸ ζή-
1367τημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι
1368πράττω τοῦτο ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διότι θὰ
1369εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποδείξω πράγματα, τὰ ὁποῖα
1370εἶναι ἥκιστα κολακευτικὰ δι’ ἀστυνόμον, καὶ μάλιστα συνά-
1371δελφόν μου, καὶ διότι καὶ ἄλλοτε παρέστησα τὴν διαγωγὴν
1372αὐτοῦ ἐνταῦθα, γινομένου τυφλοῦ ὀργάνου, μόνον καὶ μόνον
1373ἵνα μείνῃ ἐπὶ 5 ἔτη ἀστυνόμος Σύρου. Ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς
1374ἔχει ἕνα ἀκόλουθον πιστὸν, Καράνην ὀνόματι, τοῦ ὁποίου
1375μάλιστα πρὸς διάκρισιν ἔχει βαπτίσει δύο παιδιά. Ὁ ἀστυ-
1376φύλαξ αὐτὸς κατώρθωσεν, ἕνεκα τῆς ἐπιρροῆς ταύτης καὶ ἐκ-
1377μεταλλευόμενος αὐτὴν, νὰ ἀποκτήσῃ περιουσίαν, κατώρθωσε
1378καὶ σπίτια νὰ κτίσῃ, καὶ πηγάδια νὰ ἀνοίξῃ, καὶ χρήματα
1379νὰ τοκίζῃ! Τὸν πιστὸν τοῦτον ἀστυφύλακα καὶ κουμπάρον
1380του εἶχε διορίσει καὶ ἐπὶ τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων
1381τῶν προσφύγων Κρητῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐνέχεται εἰς
1382ταῦτα ὁ κύριος ἀστυνόμος, οὔτε νὰ προσβάλω δι’ αὐτῶν τὸν
1383ὑπολοχαγὸν κ. Καΐρην, διότι ὁ κ. Καΐρης εἶναι ἀνώτερος
1384πάσης τοιαύτης ὑπονοίας, ἐγὼ δὲ, μεθ’ ὅλα τὰ γραφέντα εἰς
1385τὰς ἐφημερίδας περὶ τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματικῶν, ἔχω καλὴν
1386ἰδέαν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, καὶ
1387περὶ τοῦ συνταγματάρχου κ. Λευκαδίου, ὡς καὶ περὶ τοῦ κ.
1388Παλαμάρα, τοῦ κ. Ἔβερτ, τοῦ κ. Μαθαρίκου, τοῦ κ. Βαλσα-
1389μάκη κλπ., καίτοι ἡ δημοσιογραφία εἶναι εὐεργετικὴ διὰ τὸ
1390ἔθνος. Ὁ ἀστυνόμος ὅμως αὐτὸς, ὁ κ. Καΐρης, ὡς λέγει ἡ
1391ἄλλη καταγγελία, μίαν ἡμέραν μετέβη εἰς τὸ ἐργοστάσιον
1392τοῦ κ. Ἀντωνίου καὶ τὸν ἐκακοποίησε, διότι εὑρέθη ἓν λα-
1393χεῖον εἰς τὸ ἐργοστάσιόν του, προωρισμένον διὰ τοὺς ὑπαλ-
1394λήλους του χάριν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἐνῷ ὁ ἀστυνόμος
1395κ. Καΐρης, χαρτοπαίζων πρὸ μιᾶς ὥρας τὴν ἡμέραν ἐκεί-
1396νην, εἶχε κερδήσει χιλίας διακοσίας δραχμάς. Εἶναι ὁ ἀστυ-
1397νόμος, κύριε Πρωθυπουργὲ, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἔλα-
1398βον τὸν λόγον, καὶ μοὶ εἴχετε ὑποσχεθῆ, ὅτι καὶ Διευθυν-
1399τὴν τῆς Ἀστυνομίας θὰ ἀποστείλητε, οὗ στερούμεθα ἐπὶ ἓν
1400ἔτος, καὶ αὐτὸν θ’ ἀντικαταστήσητε. Ἀλλ’ ὅμως οὐδὲν τού-
1401των ἐπράξατε, ἢ ἕνεκα τῶν πολλῶν σας ἀσχολιῶν, ἢ ἕνεκα
1402τῶν πιέσεων τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ
1403ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀπειλεῖται ἡ
1404ζωὴ καὶ ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ περιουσία τῶν συμπολιτῶν μου,
1405θὰ παρακαλέσω προσωπικῶς πλέον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
1406βερνήσεως ν’ ἀποστείλῃ τάχιστα ἕνα οἱονδήποτε διευθυν-
1407τὴν τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ἀνακαλέσῃ καὶ τὸν ἥρωα Καΐρην,
1408τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ παρακαλέσω
1409νὰ διατάξῃ ἀξιωματικὸν ἀνώτερον, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις
1410κατὰ πόσον ἔχονται ἀληθείας τὰ καταγγελλόμενα ὑπό τε τοῦ
1411ζαχαροπλάστου κ. Ἀντωνίου καὶ τοῦ κ. Βελισσαρίου, καὶ
1412ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀστυνόμος οὗτος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶ-
1413χεν ἐμπιστευθῆ ἐπὶ πενταετίαν ὁλόκληρον ἡ τιμή, ἡ περι-
1414ουσία καὶ ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων τῆς νήσου ταύτης, κατεγί-
1415νετο διαφοροτρόπως, ὅπως δώσῃ τοιαύτην ἐπιρροὴν εἰς τὸν
1416ἀστυφύλακα Καράνην, ὅστις ἀστυφύλαξ ἐξεμεταλλεύθη αὐ-
1417τὴν καὶ παρουσιάζεται σήμερον ἰδιοκτήτης οἰκιῶν καὶ το-
1418κιστὴς μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἐκτὸς δὲ τούτου
1419ῥαπίζει καὶ φυλακίζει τοὺς πολίτας, ὅσοι δὲν ἐνέδωκαν εἰς
1420τὰς ἐκβιαστικὰς ἀπαιτήσεις του, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε
1421νὰ ἐκτελῇ καθήκοντα ἀνώτερα τοῦ προϊσταμένου του ἀστυ-
1422νόμου!
1423§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ Κράτος, ἐὰν τὸ δημό-
1424σιον ταμεῖον ἔχῃ ἀξιώσεις κατὰ τῶν δήμων, καὶ ἂν πρὸς
1425ἐξόφλησιν αὐτῶν δὲν ὑπολείπωνται χρηματικὰ μέσα εἰς
1426τὸν δῆμον, ἵνα ζήσῃ, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουρ-
1427γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ παραγγελίαν εἰς τὰ ὄρ-
1428γανα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, νὰ ὦσιν
1429ἐπιεικῆ, καὶ ν’ ἀφίνωσι τὰ μέσα εἰς τοὺς δήμους, τὰ ἀπο-
1430λύτως ἀναγκαῖα. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δήμου Σύ-
1431ρου ἢ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως· ὁμιλῶ περὶ πάντων τῶν δή-
1432μων, διότι οἱ δῆμοι οἱ ὑπάρχοντες πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ μέσα
1433διὰ νὰ ζήσωσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμβιβάζωνται ἀμφότερα
1434τὰ συμφέροντα, καὶ τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὰ τοῦ
1435δήμου.
1436§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1437κῶν). Ὄντως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν δήμων περι-
1438ῆλθεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν
1439καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Μελετήσασα
1440πρὸ πολλοῦ τὰ τοῦ θέματος τούτου ἡ Κυβέρνησις, σκέπτε-
1441ται περὶ λήψεως μέτρων δυναμένων νὰ βελτιώσωσι τὴν
1442κατάστασιν τῶν δήμων. Δυστυχῶς καὶ ὁ χρόνος, ἀλλὰ πρὸ
1443παντὸς τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπέτρεψαν
1444ἀκόμη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ τὰ καταλληλότερα
1445καὶ προσφορώτερα τῶν μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκο-
1446νομικῶν τῶν δήμων. Εἶναι δυνατὸν καὶ ἐντὸς τῆς Συνόδου
1447ταύτης νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ προσῆκον νομοθέτημα·
1448ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
1449ἐκ Γόρτυνος, συμβουλεύσαντα τὴν ἔκδοσιν διαταγῆς πρὸς
1450τοὺς ταμίας, ὅτι δυστυχῶς οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς
1451τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστείλῃ τὴν εἴσπρα-
1452ξιν τῶν παρὰ τῶν δήμων ὀφειλομένων. Ἐφ’ ὅσον περιῆλθεν
1453εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἐνέργεια αὐστηρὰ ταμίου τινὸς κατὰ τῶν
1454δήμων, συνέστησα εἰς τὸν ἐν τῷ δήμῳ ταμίαν νὰ μὴ λησμονῇ
1455τὴν δυσχέρειαν, εἰς ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν οἱ δῆ-
1456μοι ἕνεκεν ἀναγκαστικῶν μέτρων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρ-
1457νησις εὑρίσκεται ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ θέματος τούτου, ἐλπίζω
1458ὅτι, ὅταν μετ’ ὀλίγον ὑποβάλω τὸ σχετικὸν νομοθέτημα,
1459θ’ ἀπασχολήσω πάλιν τὴν Βουλήν.
1460§66Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ δῆμος Σύρου ἔχει βοήθημά τι ἐκ τοῦ
1461Δημοσίου, ἀλλὰ καθυστερεῖται καὶ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1877.
1462Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε ν’ ἀποδοθῇ καὶ τοῦτο.
1463§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι τὰ τῶν δήμων ἔχουσιν ἀνάγ-
1464κην σκέψεως καὶ μερίμνης ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1465τῆς Πολιτείας, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Περὶ τοῦ ζητή-
1466ματος τούτου καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περί-
1467οδον πολλάκις συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ αὕτη
1468περιωρίσθη εἰς ἀνταλλαγὴν σκέψεων καὶ ἰδεῶν. Δὲν μοὶ
1469μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρω-
1470θυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
1471γὸς βεβαίως θὰ προτείνωσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς βελ-
1472τίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν δήμων· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον
1473εἶναι ἐπεῖγον καὶ χρῄζει τῆς συντόνου μερίμνης τῆς Κυβερ-
1474νήσεως, εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ζήσωσιν
1475ὄχι οἱ δῆμοι, ἀλλὰ τὰ δημαρχικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα μὲ
1476πολλὰς ἀσχολίας ἐπιβαρύνονται διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους
1477ἑκάστοτε ψηφίζομεν. Ὅλα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἐπι-
1478βαρύνουσι τὰ δημαρχικὰ γραφεῖα διὰ πολλαπλῆς ἐργα-
1479σίας, καὶ ἐν τούτοις, δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰς ἄλλας
1480ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τι-
1481μὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους, πλὴν τοῦ
1482δήμου Τριπόλεως, τὰ δημοτικὰ ταμεῖα δὲν δύνανται νὰ
1483πληρώσουν οὔτε γραφεῖς, οὔτε γραμματέα, οὔτε ταχυδρό-
1484μον! δὲν ἔχουσιν οὐδ’ ὀβολὸν, ὅπως ἀγοράσωσι χαρτὶ καὶ με-
1485λάνην, ἵνα ἀπαντήσωσιν εἰς τὰ ἔγγραφα τῶν προϊσταμένων
1486ἀρχῶν! Ἔχει ἀνάγκην ὁ δήμαρχος νὰ ἐκπληροῖ ἐμπροσθέ-
1487σμως τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά
1488του, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχει οὔτε ὀβολὸν νὰ διαθέσῃ πρὸς
1489πληρωμὴν ἑνὸς γραφέως διὰ νὰ γράφῃ τὰ ἔγγραφά του.
1490Ταμίας τις—ὑποθέτω ὁ τῆς Μεγαλοπόλεως, ἢ ἄλλης ἐπαρ-
1491χίας,—βλέπων τὴν κατάστασιν ταύτην δημαρχικοῦ τινος
1492γραφείου, ἐνόμισε καλὸν, ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράτ-
1493τουσιν οἱ δημόσιοι ταμίαι,—διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ ἀγρο-
1494τικοὶ δῆμοι οὐδένα ἄλλον πόρον ἔχουσιν ἢ τὸν φόρον τῶν
1495ἀροτριώντων, ποσοστόν τι ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ
1496ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ταῦτα δὲ πάντα εἰσπράττουσιν οἱ
1497δημόσιοι ταμίαι, οἱ ὁποῖοι τὰ συμψηφίζουσιν εἰς τὰ χρέη
1498τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον,—ταμίας τις λοιπὸν, βλέ-
1499πων τὴν ἀνικανότητα οὐχὶ τοῦ δήμου πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ
1500σκοποῦ του, ἀλλὰ τὴν ἀνικανότητα τοῦ δημαρχικοῦ γρα-
1501φείου πρὸς διεξαγωγὴν τῆς καθημερινῆς ὑπηρεσίας, ἐνόμισε
1502καλὸν νὰ διαθέσῃ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ δημο-
1503τικῶν ἐσόδων περὶ τὰς δύο χιλιάδας δραχμῶν· ἀλλ’ εἰς τὸ
1504Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι μόνον δὲν ἠνέχθησαν
1505τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑποθέτω, κατελόγισεν
1506εἰς βάρος τοῦ ταμίου τὴν χρηματικὴν ταύτην ποσότητα,
1507τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσεν εἰς τὸν δῆμον πρὸς ἐνέργειαν τῶν δη-
1508μαρχικῶν καθηκόντων του, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ
1509Γενικοῦ Λογιστηρίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνε-
1510κοίνωσεν εἰς ὅλους τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ἐφιστῶν τὴν
1511προσοχὴν αὐτῶν, μήπως ἡ παράβασις αὕτη ἐπαναληφθῇ καὶ
1512εἰς τὸ μέλλον.
1513Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις οὐχὶ πλέον τῶν δήμων, ἀλλὰ
1514τῶν δημαρχικῶν γραφείων! Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυ-
1515πουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβωσι
1516σύντονα μέτρα, οὐχὶ ὅπως ζήσωσιν οἱ δῆμοι, ἀλλ’ ὅπως διε-
1517ξάγηται ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν διὰ νομοθετημάτων ἐπεβά-
1518λομεν εἰς αὐτοὺς, καὶ διὰ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων ἐπε-
1519βάλομεν φοβερὰς ποινὰς ἐπὶ τῶν δημάρχων, ἐὰν εἴτε ἐξ
1520ἀμελείας εἴτε ἐκ προθέσεως ὀλιγωρήσωσι τῶν καθηκόντων
1521των.
1522Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1523καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι οἱ δήμαρχοι
1524μετ’ οὐ πολὺ θὰ παραδώσωσι τὰς κλεῖδας τῶν δημοτικῶν
1525γραφείων εἰς τοὺς προϊσταμένους των.
1526§68ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, ἐπιστολὴν
1527ἐξ Ἄργους παρ’ ἐγκρίτου ἐκεῖ ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς
1528ἐπιστολῆς αὑτοῦ παριστᾷ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς δῆμόν
1529τινα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης ἐλεεινήν· ἰδίως μέμφεται ὡρισμέ-
1530νου ἀστυνόμου καὶ ἀστυφυλάκων. Διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι
1531τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς Βουλευτής, καὶ ἰδίᾳ τοὺς
1532δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι μὲ συνδέουσι μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον
1533μοὶ γράφει, ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1534τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ πρῶτον νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν ἔλαβε
1535πρὸ δύο περίπου μηνῶν τηλεγράφημα παρά τινος Γεωργίου
1536Γατσοπούλου, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος κατήγγελλε τὰ ἀστυνο-
1537μικὰ ὄργανα ὡς διαπράξαντα πράξεις, οἵας οὐδὲ οἱ βασι-
1538βουζοῦκοι, φρονῶ, διέπραξαν κατὰ τὴν εἴσοδόν των ἐν Θεσ-
1539σαλίᾳ. Μοὶ ἀπέστειλεν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος,
1540τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, καὶ παρα-
1541καλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ τί καταγγέλλει τὸ τηλεγρά-
1542φημα τοῦτο (ἀναγινώσκει):
1543«Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν Ἀθήνας.
1544»Ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐν χωρίῳ μου Σκοτεινῇ ἐκακοποίη-
1545σαν δέσαντες γραῖαν μητέρα μου, δύο δὲ ἀδελφάς μου ἔσυ-
1546ραν ἐκ μαστῶν, ἵνα βιάσωσι! Σώσατέ μας!»
1547«Γεώργιος Γατσόπουλος.»
1548§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον τοιοῦ-
1549τον τηλεγράφημα.
1550§70ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἐλάβετε.
1551§71ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ χωροφύλακες καὶ ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς
1552εὑρίσκονται ἀκόμη, καὶ μετὰ τὰς καταγγελίας, ἐν τῷ τόπῳ
1553ἐκείνῳ, ἐκτελοῦντες τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ, μεριμνῶν-
1554τες περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας!
1555Δεύτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
1556νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀπελύθη, συνεπείᾳ ἐκθέ-
1557σεως τοῦ νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ ἀστυνόμος Μυκη-
1558νῶν κ. Φουφόπουλος, καὶ ἂν ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς μετ’ ὀλίγας
1559ἡμέρας διωρίσθη εἰς ἄλλον δῆμον, ὅμορον τοῦ δήμου ἐκεί-
1560νου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπελύθη.
1561Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς
1562τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. νομάρχου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
1563ὁποίας ἀπέλυσε τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ
1564διατὶ ἐκρίθη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τόσον ἱκανὸς εἰς τὴν δημο-
1565σίαν ἀσφάλειαν ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν
1566αὐτὴν ὑπηρεσίαν (καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον).
1567Τρίτον... Τὸ τρίτον σχετίζεται μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν
1568τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
1569καὶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, πόσαι μηνύσεις ἀπὸ τοῦ Ἰου-
1570νίου μηνὸς μέχρι τοῦδε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν
1571Ναυπλίας κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ.
1572Τέταρτον, ἐὰν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουρ-
1573γοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τέσσαρες
1574χωροφύλακες ἐφόνευσαν ἕνα ἄνδρα ἐν τῷ χωρίῳ Σκοτεινῇ
1575τοῦ δήμου Ἀλέας, Παπασωτηρίου ὀνόματι, καὶ τί ἐνεργήθη
1576μέχρι σήμερον κατὰ τῶν χωροφυλάκων ἐκείνων, διότι ὁ δί-
1577δων μοι τὰς πληροφορίας μὲ πληροφορεῖ, ὅτι οἱ φονεῖς ἐκ-
1578τελοῦσιν εἰσέτι τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυφύλακος ἐν τῷ τόπῳ
1579ἐκείνῳ.
1580§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ χωροφύλακες ἐκ-
1581τελοῦσι καθήκοντα ἀστυφυλάκων;
1582§73Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1583§74ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ χωροφύλακες εἶναι ἀστυφύλακες εἰς
1584τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας.
1585§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλαδὴ ἐκτελοῦσιν ἀστυνομικὰ καθή-
1586κοντα...
1587§76ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.
1588Καὶ πέμπτον, πληροφορεῖ ἡ αὐτὴ ἐπιστολή, ὅτι μάχαι
1589ὁμηρικαὶ λαμβάνουσι χώραν μεταξὺ δύο χωρίων, μεταξὺ
1590τοῦ χωρίου Λίμναις τοῦ δήμου Προσυμναίων καὶ ἑνὸς πλη-
1591σίον ἐκεῖ χωρίου, οἱ δὲ τραυματισθέντες ἀνέρχονται εἰς 30
1592(αἴσθησις), καὶ οἱ ἀστυνόμοι οὐδὲ κἄν μετέβησαν ἐκεῖ· ἐνῷ
1593ἐπὶ ἡμέρας ἐγίνοντο συμπλοκαὶ καὶ ἐτραυματίζοντο ἄνθρω-
1594ποι, οὐδὲ ἴχνος ἀστυνομικῆς ἀρχῆς παρουσιάσθη εἰς τὰ μέρη
1595ἐκεῖνα!
1596Ἡ ἐπιστολὴ ἀναφέρει καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων, ἐχόντων
1597σχέσιν μὲ πρόσωπα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ
1598ἀναφέρω πρόσωπα ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, διότι, ἐὰν ἐγίνετο
1599γνωστόν, τί γράφουσιν ἐκεῖθεν, δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας ἐν-
1600τυπώσεις θὰ ἐξηρχόμεθα ἐντεῦθεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τοῦ ὁποίου
1601θὰ ποιήσωμαι ἐν μέρει χρῆσιν, εἶναι ὁ λόγος, ὃν ἐξεφώνη-
1602σεν ὁ κ. ἀστυνόμος τὴν ἑπομένην τοῦ φόνου παρὰ τῷ χω-
1603ροφυλάκων τοῦ δυστυχοῦς Παπασωτηρίου, μεταβὰς εἰς τὸν
1604τόπον ἐκεῖνον καὶ ἐκφωνήσας λόγον. Ἐν ἀρχῇ ποιεῖται συ-
1605στάσεις καὶ ὁμιλεῖ διὰ χυδαίας καὶ ἀγροίκου γλώσσης πρὸς
1606τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους χωρικούς, τοὺς παθόντας. Δὲν θὰ
1607σᾶς ἀναγνώσω ὅλον τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἐπιστολῆς, θὰ σᾶς
1608ἀναγνώσω μόνον τὸν ἐπίλογον τοῦ λόγου, δι’ οὗ ὁ κ. ἀστυ-
1609νόμος ὑπομιμνήσκει εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1610ἔκλαιον τὸν φονευθέντα, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μετ’ ὀλί-
1611γας ἡμέρας σφάζετε τοὺς χοίρους σας· μὴ λησμονήσητε, ὅτι
1612ἔχουν ξώνεφρα· αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸν ἀστυνόμον!» (γέλω-
1613τες). Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ!
1614Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων,
1615ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι
1616κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης ἐποιησάμην σύστασιν,
1617ἵνα λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς Καρυταίνης καὶ
1618Στεμνίτσης, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ στείλῃ ἀστυνόμον, διότι
1619ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον τὴν ἀστυνομίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία περι-
1620λαμβάνει δύο μεγάλους δήμους, τὴν διευθύνει εἷς ὑπενωμο-
1621τάρχης. Ἐφρόνουν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὰς διακοπὰς
1622θὰ ἐλάμβανε μέριμναν καὶ θὰ ἐπίστευεν, ὅτι ἡ σύστασίς
1623μου ἦτο καὶ λογικὴ καὶ χρήσιμος, καὶ ἤθελε πραγματο-
1624ποιήσει αὐτήν. Πρὸς τούτοις ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
1625γὸν τὸ κακόν, ὅπερ γίνεται ἐκ τῆς παραγραφῆς τῶν πται-
1626σματικῶν ὑποθέσεων, διότι πρὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἰσή-
1627χθησαν τοιαῦται ὑποθέσεις, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀστυνόμου· ἀλλὰ
1628δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη πρόνοιά τις. Βεβαιῶ προσέτι τὸν κ.
1629Πρωθυπουργόν, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι Στεμνίτσῃ
1630εἷς λοχίας, ὁ ὁποῖος διευθύνει ἐκεῖ τὴν ἀστυνομίαν, ἔπραξεν
1631ἓν μέγα καλὸν εἰς τὸν τόπον· εἶπεν εἰς τοὺς κατοίκους, ὅτι
1632δὲν πρέπει πλέον νὰ ζητῶσι νὰ ζήσωσιν ἐκ τῆς ἐργασίας,
1633ἀλλ’ ἐκ τῆς χαρτοπαιξίας, καὶ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ
1634ὁποῖος ἠγνόει τὸ ἀγαθὸν τοῦτο, διότι οὐδέποτε ἐκεῖ ἐπαί-
1635χθησαν τυχηρὰ παιγνίδια, ἐγκαθιδρύθησαν χαρτοπαικτεῖα
1636παρὰ τοῦ κυρίου λοχίου, καὶ ὑποχρεωτικῶς ἐν πολλοῖς, καὶ
1637ἤδη εὑρισκόμεθα ἐκεῖ ἐν χαρτοπαιγνίῳ γενικῷ!
1638Ἤλπιζον ὅτι μετὰ τὰς καταγγελίας, αἱ ὁποῖαι τηλε-
1639γραφικῶς διεβιβάσθησαν ἐκεῖθεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1640Ἐσωτερικῶν, αἵτινες καθιστῶσιν ὑπευθύνους αὐτοὺς τοὺς
1641ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους διὰ πρᾶξιν ἐγκληματικήν, ἡ ὁποία
1642ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ,
1643ἤθελε σπεύσει νὰ τοὺς ἐκδιώξῃ. Ἐγένετο ἀπαγωγή τις βιαία,
1644καὶ ἡ εὐθύνη ἅπασα ἀποδίδεται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα.
1645Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζη-
1646τήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος
1647θὰ βεβαιώσῃ, στηριζόμενος εἰς ἔγγραφα αὐτοῦ τούτου τοῦ
1648ἀστυνόμου, ὅτι ἔνοχοι τῆς πράξεως ἐκείνης, δι’ ἣν δέκα ὅλοι
1649συμπολῖταί μου τήκονται σήμερον εἰς τὰς φυλακάς, εἶναι
1650αὐτοὶ οἱ ἀστυνόμοι! Δηλαδὴ θὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξ
1651ἐγγράφου ἄλλου ἀστυνόμου, τοῦ ἀστυνόμου Δημητσάνης, ὁ
1652ὁποῖος εἶχε διαταχθῆ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον πρὸς
1653καταδίωξιν τῶν ἀπαγωγέων, ὅτι ἔλαβε τηλεγράφημα ἐκ Κα-
1654ρυταίνης παρὰ τοῦ διοικοῦντος τὴν ἀστυνομίαν ἐκεῖ, λέγον:
1655«Στείλατέ μοι δύναμιν, ἵνα συνοδεύσω ἀπαγωγεῖς!» ὁ
1656ἀστυνόμος ὁ ἴδιος μεταβαίνει μετὰ τῆς μητρὸς καὶ τοῦ
1657ἀδελφοῦ τῆς ἀπαχθείσης εἰς Καρύταιναν, εὑρίσκει τὸν σταθ-
1658μάρχην καὶ τὸν ἐρωτᾷ: «ποῦ εἶναι οἱ ἀπαγωγεῖς; — Δὲν
1659ἠξεύρω. — Πῶς μᾶς ἐτηλεγράφησες νὰ σοῦ στείλωμεν δύ-
1660ναμιν διὰ νὰ τοὺς συνοδεύσῃς; — Μὰ ἦλθεν ὁ ἱερεὺς καὶ
1661μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγένετο ἡ στέψις εἰς ἓν χωρίον!» Δὲν γνω-
1662ρίζω ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1663σύνης, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ταῦτα ἀποδεικνύονται ἐξ ἐγγρά-
1664φων αὐτῶν τούτων τῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη εὑρί-
1665σκονται εἰς τὸν τόπον, ἔνθα ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα!
1666Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον ἡ ἀδιαφορία καὶ νὰ
1667ληφθῇ πρόνοια, διότι δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρε-
1668θῶσιν οἱ κατοικοῦντες τὰ μέρη ἐκεῖνα, θέλοντες νὰ προστα-
1669τεύσουν τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν των.
1670§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
1671§78Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐγώ, κύριε
1672Πρόεδρε.
1673§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγοῦνται ἄλλοι.
1674§80ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀφοῦ εἶναι σχετικόν, ὑποχωρῶ.
1675§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωτσάκος.
1676§82Μ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐγὼ δύο λέξεις θὰ εἴπω, κύριε Πρό-
1677εδρε.
1678Τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλα-
1679λήσας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ἐμποιοῦσι φρίκην, δὲν δύναμαι
1680νὰ βεβαιώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχω ἰδιαιτέρας
1681πληροφορίας· ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ
1682τῆς ἀληθείας αὐτῶν, γνωρίζων ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀστυνό-
1683μον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος διετέ-
1684λεσεν ἄλλοτε τοιοῦτος ἐν ἑτέρῳ τινὶ δήμῳ τῆς ἐπαρχίας
1685Ἀργολίδος, καὶ ἀπελύθη ἐκεῖθεν συνεπείᾳ παραστάσεων τοῦ
1686νομάρχου, ἀλλὰ καὶ συνεπείᾳ ἐκθέσεως ἀνωτέρου στρατιω-
1687τικοῦ, ἀποσταλέντος ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ ἐνεργή-
1688σαντος τοιαύτας, καὶ βεβαιώσαντος πολλὰ περιστατικά,
1689ἅτινα ἐπέβαλλον τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ἣν ἐπραγματοποίησε
1690τῷ ὄντι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κύριος Τριαν-
1691ταφυλλάκος, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνωτέρου
1692στρατιωτικοῦ ἀναφέρει πολλὰ γεγονότα, ἅτινα δὲν ἐπέτρε-
1693πον τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀστυνόμου τούτου ἐν τῇ ἀστυνομικῇ
1694ὑπηρεσίᾳ· λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
1695κῶν δὲν ἔλαβε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του, ἀλλ’ ἐπανέφερε καὶ δια-
1696τηρεῖ τοιοῦτον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀστυνόμον.
1697§83Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω ἐν πρώ-
1698τοις τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Ἀλεξάκην...
1699§84ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περιττόν.
1700§85ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ... ὁ ὁποῖος ἔκαμε χρῆσιν ἐπιστολῆς,
1701τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ
1702κάμω χρῆσιν ὅσων ἐπιστολῶν καὶ ἂν λάβω ἀπὸ ἄλλας ἐπαρ-
1703χίας, χαίρω ὅμως διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω.
1704Φουφόπουλος Γεώργιος ὀνόματι, ἀνθυπασπιστὴς τοῦ μη-
1705χανικοῦ, τυγχάνει ἀστυνόμος Ἀλέας. Ἡ Ἀλέα ἀπέχει 11
1706ὥρας τοῦ Ἄργους, εἶναι ὁ ἀπώτερος δῆμος τῆς ἐπαρχίας
1707μου, καὶ ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς πάντα νὰ μετα-
1708βαίνῃ εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν, διότι εἶναι πολὺ ἀνώμαλος ὁ τό-
1709πος αὐτὸς, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐτουφέκισαν τοὺς Βουλευτάς!
1710Εἰς τὴν Ἀλέαν, ὅπου εἶναι ἕξ μεγάλα χωρία, καὶ ἐν τῷ
1711μέσῳ μία μεγάλη λίμνη ἀρχαιοτάτη, ἔχουσιν ἕνα καὶ μό-
1712νον ὑπενωμοτάρχην καὶ ἕνα χωροφύλακα πάντοτε ἀπὸ εἰ-
1713κοσαετίας. Ὁ φόνος ὁ διαπραχθεὶς ἐν τῷ χωρίῳ Σκοτεινῇ
1714εἶναι φόνος τοπικός, συμβὰς διότι ὁ ἀείμνηστος φονευθεὶς
1715ἦτο ἀδελφὸς ἑνὸς πολιτευομένου ὡς δημάρχου, ὁ ὁποῖος κατα-
1716γίνεται νὰ γείνῃ δήμαρχος Ἀλέας, καὶ ἐφονεύθη ὁ καλὸς
1717ἐκεῖνος νέος. Ἐὰν ἐτόλμησεν ὁ Φουφόπουλος νὰ εἴπῃ διὰ ψα-
1718ρονέφρια, ἢ διὰ κριοὺς, ἢ ὅτι ἐπῆρε κότταις ἢ καὶ μόνον
1719αὐγὰ, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὁ
1720ὁποῖος εἶναι αὐστηρὸς, ὄχι μόνον νὰ τὸν παύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ
1721παρακαλέσῃ τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1722τικῶν νὰ τὸν παραπέμψῃ ἀμέσως εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβού-
1723λιον, διότι ἀστυνόμος ἢ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος δέχεται ἔστω
1724καὶ ἓν αὐγὸ ἐκ τῆς ἐπαρχίας του, εἶναι ἀνάξιος τοῦ ἀξιώμα-
1725τος. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι, ἐπὶ τόσα ἔτη πολιτευόμε-
1726νος, νὰ δεχθῶ, οὔτε αὐγὰ, οὔτε κότταις, οὔτε ἀρνί, οὔτε
1727ἄλλο φιλοδώρημα. Εἶπον δὲ ταῦτα διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμή.
1728Ὅσον πρὸς τὸν ἀστυνόμον Προσυμναίων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνο-
1729μα δὲν ἐνθυμοῦμαι, οὗτος εἶναι ἀνθυπασπιστής. Ἐκεῖ πράγ-
1730ματι ἐγένοντο τραυματισμοὶ καὶ εἷς φόνος, διότι οἱ ποιμέ-
1731νες τοῦ δήμου ἐκείνου ἐρίζουσι συνήθως μὲ τοὺς ποιμένας τῆς
1732Κορινθίας περὶ τῶν ποιμνιοβοσκῶν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἕνεκα
1733τούτου ἐπῆλθε ῥῆξις. Ὡς γνωρίζετε, οἱ ποιμένες διατελοῦσι
1734πάντοτε ὡπλισμένοι, λοιπὸν μπάμ! μπούμ! κἄτι θὰ συμβῇ.
1735Εἰς ὅλον δὲ τὸν δῆμον Προσυμναίων εὑρίσκονται τρεῖς χω-
1736ροφύλακες μόνον, ὁ δῆμος δὲ οὗτος ἄρχεται ἀπὸ τὸ χωρίον
1737Πασᾶ καὶ φθάνει μέχρι Λιμνῶν. Λοιπὸν πάντα ταῦτα ἐὰν
1738συνέβησαν, χαίρω πολὺ, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲν συνέβη
1739ἄλλο τι κακὸν κατὰ τὴν βουλευτίαν μου.
1740Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ
1741Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἀνακοινωθέντα ἐγένοντο νὰ τιμωρήσητε
1742τοὺς ἐνόχους αὐστηρότατα.
1743§86ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω
1744ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου ἡμῶν
1745καὶ ἐπὶ πολλὰς περιόδους διατελέσαντος βουλευτοῦ ἐξ Ἁλ-
1746μυροῦ, τοῦ κ. Δ. Οἰκονομίδου. Ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Οἰκονομί-
1747δου εἰς ὅλας τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ 1854,
1748ἐξακολουθήσασα τὸ 1866 καὶ ἰδίως τὸ 1878, εἶναι γνωστὴ
1749οὐ μόνον εἰς πάντας τοὺς ἐκεῖθεν καταγομένους, ἀλλὰ καὶ
1750εἰς πολλοὺς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων ἀξιοτί-
1751μων συναδέλφων, οἵτινες, εἴτε ὡς ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρε-
1752σίας, ἣν τότε ἐξετέλουν, εἴτε ἐκ τοῦ μέρους, ὃ ἀτομικῶς ἔλα-
1753βον εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἐγνώρισαν τὴν δρᾶσιν τοῦ σε-
1754βαστοῦ πρώην συναδέλφου.
1755Συνεπῶς ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ συστηθῇ ἡ ἀνα-
1756φορὰ τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος ἄλλοτε συναδέλφου κ. Οἰκονομί-
1757δου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη λάβῃ οἷον ἂν ἐγκρίνῃ
1758κατάλληλον μέτρον.
1759§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
1760§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
1761Σαββάτου, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῶν Θεσ-
1762σαλικῶν πραγμάτων, ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος Βουλευτὴς
1763κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεμφθῇ
1764καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ
1765κατηγόρησεν ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἐμερίμνησα, καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύ-
1766θυνα τὸ Ὑπουργεῖον.
1767§89Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἐμέμφθην ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐπὶ ὁλό-
1768κληρον τριετίαν εἰς μάτην εἶχον ἀναφερθῆ εἰς τὸ Ὑπουρ-
1769γεῖον· ἦτο δὲ ἡ πέμπτη ἢ ἕκτη φορὰ αὕτη.
1770§90Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ περὶ τίνος;
1771§91ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Περὶ τῆς ὑποθέσεως Μαυρολίδου ἦτο ἡ
1772πέμπτη ἢ ἕκτη φορά.
1773§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρεμπιπτόντως ἤθελον νὰ
1774ὁμιλήσω περὶ τοῦ Μαυρολίδου, ἐπειδὴ ὅμως μὲ προλαμβά-
1775νετε, σᾶς λέγω, ὅτι περὶ τοῦ Μαυρολίδου ὡς καὶ περὶ τῶν
1776ἄλλων ἀξιωματικῶν ἐδόθησαν ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τῶν πο-
1777λιτῶν, ὅσοι εἶχον ἀπολέσει τὰ ζῷά των, τὰ ὁποῖα εἶχον
1778δώσει κατὰ τὸν πόλεμον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
1779Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον τότε ἔστειλε πρὸς
1780τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ, τὸ δὲ σύνταγμα τοῦ μηχανι-
1781κοῦ διέταξεν ἀνακρίσεις· ἀνέλαβε τὰς ἀνακρίσεις ὁ ἀντισυν-
1782ταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Πετρινός, ὅστις, περατώσας
1783αὐτὰς, ὑπέβαλε τὸ πόρισμα αὐτῶν, λέγων, ὅτι οὐδεμίαν εὐ-
1784θύνην ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ζώων τού-
1785των. Διότι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος, ὅτε διετάχθη ἡ ὑποχώ-
1786ρησις τῶν στρατευμάτων, διετάχθη νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν
1787Γούνιτσαν, παρὰ τὴν γέφυραν, νὰ μὴ παρακολουθήσῃ δὲ τὸν
1788λόχον αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ πάντα τὰ σώματα ὑποχωρήσωσι, νὰ
1789καταστρέψῃ τὴν γέφυραν. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος διέταξε
1790τὸν ὑπηρέτην του καί τινα ἄλλον ὁπλίτην, νὰ παραλάβωσι
1791πάντα τὰ ἐργαλεῖα τοῦ λόχου του, τὰ εὑρισκόμενα ἐκεῖ, καὶ
1792νὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς Φάρσαλον καὶ τὰ παραδώσωσιν εἰς
1793τὸν λόχον, ὅστις θὰ εὑρίκετο ἐκεῖ. Οἱ ὁπλῖται ἐκεῖνοι, οἵτινες
1794ἐπῆραν ζῷα ἐκ τοῦ χωρίου, διότι δὲν εἶχον τοιαῦτα, μετέ-
1795βησαν εἰς τὸ Βελεστίνον, ἐγκατέλειψαν ἐκεῖ τὰ ζῷα εἰς τὴν
1796τύχην των, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν σιδηρόδρομον μετέβησαν
1797εἰς τὴν Φάρσαλον καὶ παρέδωκαν εἰς τὸν ἐκεῖ λόχον τὰ
1798ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐντολὴν νὰ παραδώσουν. Αὐτὴ
1799εἶναι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ ἀξιωματι-
1800κὸς αὐτὸς, καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια ἐκ μέρους τῆς
1801στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ἐγὼ δὲ, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ ἀξιοτί-
1802μου συναδέλφου, δὲν εἶχον νὰ ἐνεργήσω πλέον τίποτε, ἀφοῦ
1803εἶχε περατωθῆ ἡ ὑπόθεσις. Τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως
1804ἀπέστειλα εἰς Λάρισαν, πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες εἰρ-
1805γάζοντο ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ἀναφορῶν πρὸς ἐξακρί-
1806βωσιν τῆς ἀληθείας, ἵνα ἐνεργήσωσι καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπό-
1807θεσιν. Τί δὲ ἔκαμεν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς αὐτὸς, πῶς ἐφέρθη
1808κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἂν διέπραξε τὴν πρᾶξιν, ἣν ὑπη-
1809νίχθη ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐνταῦθα παρα-
1810κάθηται εἷς τῶν συναδέλφων, ὁ κ. Γίδας, ὅστις ἀπετέλει μέ-
1811ρος τοῦ σώματος ἐκείνου καὶ ὅστις δύναται νὰ πληροφορήσῃ
1812τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν περὶ τῶν ὅσων λέγω, ἂν
1813εἶναι ἀληθῆ.
1814§93Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁμιλῶν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον
1815ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἠθέλησα νὰ γνωρίσω εἰς τὴν
1816Κυβέρνησιν πλείστας ἀνάγκας, αἵτινες μαστίζουσι τοὺς Θεσ-
1817σαλοὺς, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ στέρησις τῶν
1818ζῴων εἶναι ἐπίσης ἀντικείμενον οὐσιωδέστατον δι’ ἐκείνους
1819οἱ ὁποῖοι εἶχον αὐτὰ καὶ τὰ ἀπώλεσαν, καὶ οἱ ὁποῖοι δικαι-
1820οῦνται εἴτε ν’ ἀποζημιωθῶσιν, ὅπως διὰ τῆς ἀποζημιώσεως
1821ἀγοράσωσι νέα ζῷα, εἴτε ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ζῷα.
1822Ὅτε δ’ ἐγὼ ὡμίλουν περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ Μαυρολίδου καὶ
1823μὲ διέκοψεν εἷς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι ἔπρεπε νὰ
1824ἐπιδοθῇ μήνυσις, εἶπον ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς τι-
1825μωρίας τοῦ λαβόντος τὰ ζῷα, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι ν’ ἀποζημιω-
1826θῇ ἐκεῖνος ὁ δυστυχὴς, ὅστις ἐστερήθη τοὺς δύο ἵππους του,
1827οἵτινες ἦσαν μάλιστα ἵπποι ἐλάσεως. Ἐπιμένω λοιπὸν καὶ
1828σήμερον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μοὶ εἶναι παντελῶς ἀδιάφορον
1829ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του κατὰ τὸν πό-
1830λεμον, δηλαδὴ, κυρίως εἰπεῖν, δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς ἐμὲ
1831τοῦτο, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πρόκειται·
1832ἄλλως βεβαίως ἐνδιαφέρομαι, ὅπως πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ
1833ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἀποδειχθῇ
1834δὲ τοῦτο καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρον σήμερον εἶναι
1835εἰς ἐμὲ νὰ μάθω, ἐὰν ἐλήφθησαν οἱ ἵπποι, καὶ ἂν ὁ εἰρημένος
1836ἀξιωματικὸς ἀπέδωκεν αὐτούς. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ μακρη-
1837γορῶ ἐγώ· αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶχε τὴν καλω-
1838σύνην νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔλαβε τοὺς ἵππους
1839καὶ τοὺς ἐγκατέλειψεν ἐν Βελεστίνῳ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ
1840Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως θέλει ἐρευνήσει, ἐὰν
1841ὄντως ἐγκατελείφθησαν οἱ ἵπποι, ὅτε καὶ πάλιν ἀκέραιον
1842εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ χωρικοῦ, τοῦ στερηθέντος τοὺς ἵππους
1843του, ν’ ἀποζημιωθῇ. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ
1844ἀμφιβολία.
1845Μένει ὅμως καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον προχθές,
1846ἐξαναγκασθεὶς κατόπιν ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν, διότι
1847πεντάκις ἢ ἑξάκις ἀνεφέρθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουρ-
1848γείου ὁ δικαιοῦχος· ὅτι οἱ ἵπποι αὐτοὶ δὲν ἐγκατελείφθησαν,
1849ὅτι οἱ ἵπποι αὐτοὶ παρέμειναν εἰς χεῖρας στρατιώτου τοῦ
1850μηχανικοῦ, ἐὰν δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἔρευνα ἀκριβε-
1851στέρα, θέλει βεβαιωθῆ ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ὁ εἷς τῶν δύο ἵππων
1852δὲν ἐγκατελείφθη. Εὔχομαι νὰ ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, ὅτι
1853ἀμφότεροι οἱ ἵπποι ἐγκατελείφθησαν, καὶ ὅτι ἑπομένως μό-
1854νον μίαν ζημίαν θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον, τὴν ζημίαν νὰ
1855ἀποδώσῃ τὸ τίμημα τῶν ἵππων αὐτῶν πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις
1856ἐστερήθη τῶν κτηνῶν του οὕτως ἀδίκως διὰ μίαν δημοσίαν
1857ἀνάγκην. Θὰ ηὐχόμην, λέγω, τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἡ ὑπηρε-
1858σία ἤθελε βεβαιωθῆ ὅτι δὲν ἐγκατελείφθησαν ἀμφότεροι οἱ
1859ἵπποι, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ ἕτερος ἔστω ἐξ αὐτῶν πιθανὸν νὰ
1860παρέμεινεν εἰς χεῖρας στρατιώτου τινὸς, τὸν ὁποῖον γνωρί-
1861ζει ὁ ἀξιωματικὸς Μαυρολίδης, ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑπηρεσία
1862ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τοῦ θέματος τούτου,
1863περὶ τοῦ ὁποίου ὅμως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο,
1864ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν
1865τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
1866ψητε νὰ σᾶς ἀναμνήσω, ὅτι θέμα τῆς ὁμιλίας μου κατὰ
1867τὸ παρελθὸν Σάββατον ἦτο αἱ διάφοροι ἀνάγκαι τῶν Θεσ-
1868σαλῶν, καὶ ὅτι μία ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὰ
1869κτήνη, τὰ ὁποῖα ἐστερήθησαν οἱ Θεσσαλοί. Εἶμαι δὲ βέ-
1870βαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀνήγ-
1871γειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν ἤρξατο ἐργαζόμενος
1872ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θέλει εὕρει σωρείαν αἰτήσεων
1873μήπω περατωθεισῶν· δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξε κακὴ
1874θέλησις, ἵνα μὴ περατωθῶσιν, ἀλλὰ, κατόπιν τῶν τόσων
1875δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ Θεσσαλοὶ,—γνωρί-
1876ζετε δὲ ὅτι ἡ περιουσία τῶν χωρικῶν εἶναι πολλάκις εἷς ἵπ-
1877πος ἢ μία ἡμίονος,—νομίζω ὅτι δὲν σᾶς ζητοῦμεν μεγάλα
1878πράγματα, ἵνα κουρασθῇ τις, ἀκροώμενος ἡμῶν, ἢ ν’ ἀγα-
1879νακτήσῃ· ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀποδοθῶσι τὰ κτήνη, ἐὰν αὐτὰ
1880εὑρίσκονται, ἢ τὸ τίμημα αὐτῶν.
1881§94Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἡ
1882ἀπάντησις, ἣν ἐπρόκειτο νὰ δώσω, ἀφεώρα εἰς κατηγορίαν,
1883τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνε, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος
1884ἐκ Τυρνάβου, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον
1885τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐπελήφθην τῶν ὑποθέσεων τούτων
1886καὶ δὲν ἐπέσπευσα, ὅπως αὗται περατωθῶσι ταχέως. Ἀδια-
1887φορῶ, ἂν εἷς ἀξιωματικὸς παρέβη τὸ καθῆκόν του, καὶ
1888ἔπραξε πρᾶξιν, ἥτις εἶναι ἀξιοτιμώρητος· ἐμὲ ἐνδιαφέρει
1889κυρίως νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὴν μομφὴν, ἣν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ
1890ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου,
1891μὴ ἐπισπεύσας τὴν περάτωσιν τῶν ὑποθέσεων τούτων, καὶ
1892ὅτι, ἐνῷ μοὶ ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου αἴ-
1893τησις καθ’ ὡρισμένου προσώπου, παρημέλησα καὶ ταύτην.
1894Βεβαιῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν
1895παρημέλησα τὸ καθῆκόν μου, ἀλλὰ καὶ ἔσπευσα νὰ συστήσω
1896ἐπιτροπὰς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα ἐξελεγχθῶσιν ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ
1897ταχέως, ἵνα ἐξελεγχθῶσι τὰ πράγματα τὰ ἀκριβῆ, καὶ φθά-
1898σωσιν ἐγκαίρως αἱ ἐκθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ βεβαιωθῇ
1899τίνες δικαιοῦνται πραγματικῶς νὰ λάβωσιν ἀποζημιώσεις.
1900Ἐὰν δὲ δὲν ἐπερατώθησαν εἰσέτι, καὶ δὲν ἔφθασε τὸ ἀπο-
1901τέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,
1902τοῦτο προέρχεται διότι αἱ ὑποθέσεις αὗται εἶναι τόσον περί-
1903πλοκοι καὶ τόσον ἀνώμαλοι, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι θὰ χρειασθῇ
1904ἀκόμη ἀρκετὸν διάστημα, διὰ νὰ περατωθῶσι πᾶσαι καὶ
1905ἀποδοθῇ εἰς τοὺς δυστυχεῖς Θεσσαλοὺς ὅ,τι δικαιοῦνται νὰ
1906λάβωσι πραγματικῶς.
1907Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἀξιωματικὸν Μαυρολίδην, λέγω ὅτι
1908ἔλαβον τὴν ἀναφορὰν, καὶ ἐμερίμνησα περὶ αὐτῆς, ἔμαθον δὲ
1909ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὴν ἐνέργειαν, ἥτις ἐγένετο, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς
1910ἐνεργείας ταύτης δὲν εἶχον νὰ κάμω τίποτε, διότι ἡ ὑπόθεσις
1911εἶχε περατωθῆ καὶ ἡ δικογραφία ἐστάλη πρὸς τὰς ἐπιτρο-
1912πὰς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα ἐξελέγξωσι τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν
1913ταύτην καὶ καθορίσωσιν, ἐὰν καὶ τίνες δικαιοῦνται νὰ
1914πληρωθῶσι. Περὶ τούτου ἐπρόκειτο· δὲν ἐπρόκειτο νὰ προ-
1915στατεύσῃ ἢ τιμωρήσῃ τινὰ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, εἰς τὰς
1916χεῖρας τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ σχετικὴ ὑπόθεσις.
1917§95Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δι’ ἐμὲ ἀρκετὴ ἀπάντησις εἶναι ἐκείνη,
1918τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αἰτήσας
1919διὰ νομοσχεδίου πίστωσιν περὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν τῶν
1920ἀνθρώπων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία μὲ εὐχαριστεῖ,
1921διότι θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐπὶ τέλους.
1922§96Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1923κῶν). Ἐπὶ δύο κυρίως θεμάτων ἔφερε τὸν λόγον ὁ κ. Βου-
1924λευτὴς ἐκ Τυρνάβου· πρῶτον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀποζη-
1925μιώσεως τῶν δύο ἵππων, τῶν ἀπολεσθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας
1926τοῦ πολέμου, καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς ὑπονοίας ὅτι οἱ ἵπποι οὗτοι
1927δὲν ἀπωλέσθησαν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ ἐχρησιμοποιήθησαν.
1928Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος κ. Βου-
1929λευτής, ὅτι σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συν-
1930άδελφος κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 200,000
1931δραχμῶν, καὶ ἐξέθηκε τὸν σκοπὸν τῆς πιστώσεως ταύτης, ἥτις
1932κρίνεται ἐπαρκής, διότι ἐκ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ
1933τοῦ προκατόχου μου ἐπερατώθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν
1934εἰς ἀποζημιώσεις ἱπποζυγίων, ἁμαξῶν καὶ λοιπῶν ὑλικῶν,
1935ἐξεκαθαρίσθησαν τοιαῦται διὰ ποσὸν 44 χιλιάδων δραχμῶν,
1936μένουσι δὲ εἰσέτι ἐκκρεμεῖς τοιαῦται ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων
1937τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 200,000 δραχμάς, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι μετὰ
1938τὴν ἐξέλεγξιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκκαθαρισθείσας ἤδη,
1939ὑποθέτομεν ὅτι θὰ περιορισθῶσιν εἰς ποσὸν ἔλαττον τῶν
1940150,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ἡ πίστωσις ἡ αἰτηθεῖσα
1941σήμερον ἀρκεῖ, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν
1942ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι σήμερον
1943ἐξέδωκα διαταγὴν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐν Λαρίσῃ ἐρ-
1944γαζομένην, ὅπως ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐκκαθαρίσῃ καὶ τὰς ὑπο-
1945λειπομένας τοιαύτας ὑποθέσεις, ἵνα ὁ φάκελλος καταρτισθῇ
1946τελείως καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως
1947καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἀπολεσάντων τὰ κτήνη
1948αὐτῶν.
1949Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι
1950εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ
1951Μαυρολίδου, ἣν καθ’ ὁλοκληρίαν ἠγνόουν μέχρι τῆς στιγμῆς
1952ταύτης, διέταξα πάραυτα τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ἐπὶ τῷ
1953τέλει ἵνα βεβαιωθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἂν ὄντως οὗτος κατεχράσθη
1954τοὺς ἵππους, ἢ ἀπώλεσεν αὐτοὺς ἐν τῷ πολέμῳ...
1955§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη.
1956§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει, ὅτι ἡ
1957ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου
1958ὡμολόγησεν, ὅτι ἐγένετο ἐνέργειά τις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως
1959ταύτης καὶ ὅτι δὲν ἐκρίθη ἀξιόποινος ὁ ἀνθυπολοχαγός· ἐν
1960τούτοις ἐγὼ διέταξα καὶ πάλιν τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως,
1961καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς θέλω σᾶς ἀναγγείλει τὸ ἀποτέλε-
1962σμα, εὐθὺς ὡς περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου.
1963§99Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἰδοποιήσητε ἐκεῖνον ὁ
1964ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ κα-
1965λέσῃ καὶ ἐμὲ, ἵνα καταθέσω ὅ,τι γνωρίζω περὶ τοῦ ἀξιωμα-
1966τικοῦ αὐτοῦ.
1967§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
1968§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μίαν σύστασιν ἐπιτραπήτω μοι,
1969παρακαλῶ, νὰ ποιήσωμαι τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μίαν
1970διαμαρτυρίαν νὰ ἐκφέρω ὑπὲρ τῶν ἑκάστοτε ἐδῶ ἀδικουμέ-
1971νων ἐπὶ βλάβῃ ὄχι μόνον τούτων, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας,
1972καὶ ἡμῶν αὐτῶν προσέτι, κύριοι Βουλευταί. Μεταβαλλομέ-
1973νου τοῦ Βουλευτηρίου ἐνίοτε εἰς αἴθουσαν οἱονεὶ ποινικοῦ τι-
1974νος δικαστηρίου, ἀκούομεν ἀποδιδομένας τισὶ πράξεις ἀξιο-
1975ποίνους, ἢ τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσιν αὐτῶν ὅλως διασαλευού-
1976σας, χωρὶς ὅμως οἱ καταγγελλόμενοι οὗτοι καὶ βλαπτόμενοι
1977νὰ δύνανται νὰ ὑπερασπίζωσιν ἑαυτούς. Οὕτω δὲ ἀναπολό-
1978γητοι πάσχουσι. Καὶ εἶναι μὲν γνωστὴ πᾶσιν ἡ συνταγμα-
1979τικὴ ῥῆσις περὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀνευθύνου, ἀλλ’ ἀκριβῶς
1980διὰ τοῦτο ὀφείλομεν μεγίστην νὰ καταβάλλωμεν προσοχὴν
1981εἰς πᾶσαν ἰδέας ἢ λόγου ἡμῶν ἔκφρασιν. Διότι ἄλλως ἐπὶ τῇ
1982καταχρήσει τοῦ νομικοῦ ἀνευθύνου ὑπέχομεν οὐχὶ μικρὰν ἠθι-
1983κὴν εὐθύνην. Καὶ αὔξεται αὕτη, ὅσον ἐπιτείνεται ἐκείνη. Εὑ-
1984ρίσκονται δηλ. εἰς εὐθὺν λόγον πρὸς ἀλλήλας.
1985Ἡμεῖς, ἐντεταλμένοι ἐν ἄλλοις τὴν διὰ τῶν νόμων ἀποκά-
1986λυψιν, τὴν γένεσιν τοῦ δικαίου, ὀφείλομεν νὰ ὁδηγώμεθα ὑπὸ
1987τῆς ἰδέας αὐτοῦ, συνισταμένης εἰς τὸ ἀπονέμειν τὸ προσῆ-
1988κον ἑκάστῳ (suum cuique). Ἀλλὰ δὲν παραβιάζεται ἡ ἰδέα
1989τοῦ δικαίου, ὅταν τοιαῦται ἐγείρωνται ἐνταῦθα συζητήσεις;
1990Καὶ νῦν, ἂν μὲν ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικὸς εἶναι ἔνο-
1991χος, ὑποβάλλεται εἰς διαπόμπευσιν, κηρυχθησομένην αὔριον
1992διὰ τῆς δημοσιογραφίας urbi et orbi, καὶ οὕτως ὑφίσταται
1993οἱονεὶ πρόσθετον παρὰ τὸν νόμον ποινήν. Ἀλλ’ ἂν εἶναι
1994ἀθῶος; Τότε διὰ τὴν φρικωδίαν τῆς ἰδέας εἶναι δύσκολον
1995νὰ εὕρῃ τις τὴν κατάλληλον λέξιν. Καὶ εἶναι μυριάκις προ-
1996τιμότερον νὰ μὴ γίγνηται λόγος περὶ ἑκατὸν ἐνόχων ἐδῶ ἢ
1997εἷς καὶ μόνος ἀθῶος νὰ διασύρηται.
1998Ἀλλά, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ
1999μηχανικοῦ Ἐπαμεινώνδας Μαυρολίδης ὑπεβλήθη ἤδη εἰς
2000ἀνάκρισιν, οὐδὲν δὲ κατ’ αὐτοῦ ἀπεδείχθη, καὶ ἡ ὑπόθεσις
2001εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων ἐπιτροπήν. Τέλος
2002δὲ, μὴ ἀξιῶν νὰ φαίνωμαι δίδων ἄλλοις συμβουλὰς, φρονῶ ὅτι
2003ἐν τοῖς τοιούτοις ἐν γένει ζητήμασι τὸ μᾶλλον προσῆκον καὶ
2004πρακτικὸν μέτρον εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὅταν ὁ Βουλευτὴς
2005ἔχῃ κατά τινος βασίμους πληροφορίας ἢ ὑπονοίας περὶ ἀξιο-
2006μέμπτου ἢ ἀξιοποίνου πράξεως, δέον νὰ καταγγέλλῃ τὸν δρά-
2007στην κατ’ ἰδίαν τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ, ἂν δ’ οὗτος ἀμελῶς
2008ἢ ὀλιγώρως φέρηται, τότε, γιγνομένης ἐπερωτήσεως ἐν τῇ
2009Βουλῇ καὶ δημοσίᾳ ἐγειρομένης συζητήσεως, ὑπέχει ἐπ’ αὐτῇ
2010πλέον μόνος ὅλην τὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἡ
2011Κυβέρνησις.
2012§102Δ. ΓΙΔΑΣ. Ἐπειδὴ προεκλήθην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
2013Οἰτύλου νὰ ἀναφέρω ὅ,τι γνωρίζω περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ
2014Μαυρολίδου, λέγω ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πράγματι ὁ ἀνθυ-
2015πολοχαγὸς οὗτος ἔλαβεν ἓν ἀπόσπασμα καὶ ἀπεσπάσθη ἀπὸ
2016τὸν λόχον μου διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν γέφυραν τῆς Γουνί-
2017τσης, καὶ ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν του ταύτην ἐξετέλεσεν. Ἐκ
2018μαρτυριῶν δὲ γνωρίζω, ὅτι ἔλαβε δύο ζῶα ἀπὸ τοῦ ἐκεῖ
2019χωρίου, καὶ δι’ αὐτῶν ἀπέστειλεν εἰς Λάρισαν τὰ ἐργαλεῖα,
2020παραδοὺς αὐτὰ εἰς δύο στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν
2021εἰς Λάρισαν καὶ μὲ τὸ ἀπόσπασμα ἐπανῆλθον εἰς τὸν λό-
2022χον, εἰς τὰ Φάρσαλα. Τίνα χρῆσιν ἔκαμον τῶν ζώων αὐτῶν
2023μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἐργαλείων, δὲν γνωρίζω· γνωρίζω
2024μόνον, ὅτι οἱ στρατιῶται μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐπανῆλ-
2025θον εἰς τὸν λόχον.
2026§103Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναζητήσῃ ὁ
2027κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰ ἔγγραφα αὑτοῦ καὶ
2028ἀνεύρῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ.... διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας δια-
2029τάσσεται τὸ σῶμα νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις, καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ.
20307148 ἀναφοράν, μετὰ τὰ συναφῆ ἔγγραφα, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν
2031ἐκ μέρους τοῦ συντάγματος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφορῶσαν
2032τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ μάθῃ, ὅτι ἐγὼ ἔλα-
2033βον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἐκ
2034μνήμης εἶχον πρόχειρον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπειδὴ
2035ὅμως ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ ἀξιωμα-
2036τικὸς αὐτὸς ἔστειλε τὰ ζῷα ταῦτα εἰς τὴν Μάνην, βεβαιῶ
2037ὅτι ὁ πατήρ του, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον ὁ ἀξιωματι-
2038κὸς οὗτος, ἔφυγεν ἐκ Μάνης, μὴ ἐπιστρέψας μέχρι τοῦ θα-
2039νάτου του. Βεβαιῶ ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν ἔχει
2040ἐκεῖ συγγενεῖς, χάριν τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἴσως νὰ προβῇ
2041εἰς τοιοῦτον ἀτόπημα, οὐδέποτε δὲ μετέβη εἰς Μάνην, ἣν
2042ἀγνοεῖ ἐντελῶς. Λοιπὸν δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα στείλῃ ὁ
2043ἀξιωματικὸς τὸν ἕτερον τῶν ἵππων εἰς τὴν Μάνην· ἐξ οὗ
2044συμπεραίνω, ὅτι πληροφορίαι ἀνακριβεῖς καθ’ ὅλα ἐδόθησαν
2045εἰς τὸν συνάδελφον, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων προέβη εἰς τόσῳ
2046βαρεῖαν κατηγορίαν.
2047§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
2048§105ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ δύο
2049θεμάτων, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἀναβάλλω τὸν περὶ
2050αὐτῶν λόγον εἰς αὔριον. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπαραίτη-
2051τον νὰ καταθέσω ἐνταῦθα ἐγγράφους ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς
2052Ὑπουργοὺς, ὅπως καταθέσωσι πληροφορίας σχετικὰς πρὸς
2053τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ τρεῖς,
2054νομίζω, ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἡ πρώτη
2055αἴτησις εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
2056«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
2057προσαγάγῃ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 58 τοῦ λογιστικοῦ νόμου,
2058ἀκριβεῖς καταστάσεις κατ’ ἄρθρον τῶν εἰσπραχθέντων πο-
2059σῶν ἀπέναντι τῶν εἰσπρακτέων ὑπολοίπων τῶν χρήσεων τῶν
2060ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898, τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς
2061προϋπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν ὑπὸ κεφάλαιον Ηʹ.»
2062Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ὑφίσταται κατ’ ἔτος, ἀλλὰ δυστυχῶς
2063δὲν τηρεῖται. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν
2064Ὑπουργὸν νὰ εὕρῃ ἑκάστης κατὰ μέρος εἰσπράξεως τὴν αἰ-
2065τίαν, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὴν πληρο-
2066φορίαν ταύτην.
2067Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
2068γὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 99 τοῦ
2069λογιστικοῦ νόμου, ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐρ-
2070γασιῶν τῶν μὴ ἀποπερατωθέντων ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899
2071δημοσίων ἔργων, τῶν ἐγκεκριμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
2072τοῦ φέροντος τὸ ὄνομα τοῦ εἰρημένου ἔτους, καὶ τῆς μέχρι
2073τοῦδε γενομένης δαπάνης, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δοθείσας
2074πιστώσεις.
2075Ὅπως παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
2076νομικῶν, τὰ ἔργα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους
2077τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ ἑπομένως εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληροφο-
2078ρήσῃ, ποῖα δὲν ἀπεπερατώθησαν.
2079Τρίτον, «παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
2080σεως νὰ ὑποβάλῃ πίνακα ἀκριβῆ τῶν κατὰ τὸν περὶ στοι-
2081χειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμον χορηγηθεισῶν συνδρομῶν εἰς
2082τοὺς ἀπόρους δήμους κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896, 1897,1898
2083καὶ 1899, μετὰ σημειώσεως, διακεκριμένως κατὰ δήμους,
2084τῶν ἐν ἑκάστῳ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων
2085ἐκπαιδευτικῶν πιστώσεων, τῶν ἐπενεχθεισῶν εἰς αὐτὸν ὑπὸ
2086τοῦ νομάρχου μεταβολῶν τε καὶ αὐξήσεων καὶ τῆς γενο-
2087μένης ἐν ἑκάστῳ δήμῳ αὐξήσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων
2088φόρων ἢ ἄλλων ἐσόδων (ἄρθρ. 56, 57, 58 τοῦ νόμου).»
2089Ἐνταῦθα ζητῶ πληροφορίας ἀναγομένας μέχρι τῆς ἀρχῆς
2090τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, αἵτινες δὲν εἶναι δύσκολον νὰ δο-
2091θῶσι, καθόσον τὰ ἀναγόμενα εἰς αὐτὰς δημοσιεύονται εἰς
2092τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ εἶ-
2093ναι δύσκολον νὰ συλλεχθῶσιν ἀσφαλῶς παρὰ τοῦ μὴ εὑρισκο-
2094μένου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι δὲ χρήσιμοι,
2095ἵνα μάθωμεν κατὰ πόσον προοδεύει ἢ ἐλαττοῦται ἡ δα-
2096πάνη τοῦ Δημοσίου ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ὑπὲρ ἀπόρων καὶ μὴ
2097ἀπόρων δήμων, διότι ἀρχίζω νὰ εἰκάζω, ὅτι πολλοὶ εὔπο-
2098ροι δῆμοι προτιμῶνται τῶν ἀπόρων, λαμβάνοντες χορηγή-
2099ματα, ἅτινα δὲν ἔπρεπε νὰ δίδωνται. Ὅταν λ.χ. εἷς δῆμος
2100τῶν μεγάλων τοῦ Κράτους, ἐνῷ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔλαβε βοή-
2101θημα, αἴφνης κατὰ τὸ 1899 εὑρέθη τόσον ἄπορος, ὥστε νὰ
2102λάβῃ συνδρομὴν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἐρωτῶ, διατὶ ἡ
2103τοιαύτη προίκισις τοῦ δήμου διὰ τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ;
2104Ἔχω καὶ τετάρτην αἴτησιν, ἥτις ὁμολογῶ ὅτι περισσο-
2105τέραν δυσχέρειαν θέλει φέρει εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐσωτερι-
2106κῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διότι ἀνάγεται εἰς πληροφορίας περὶ
2107τῶν μεταλλείων, αἵτινες ἀνατρέχουσι κυρίως μὲν μέχρι τοῦ
21081895, ὅτε ἐπετράπη ἐκ νέου ἡ διὰ Β. Διατάγματος παρα-
2109χώρησις, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ 1861, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ πρῶ-
2110τον ὁ νόμος περὶ μεταλλείων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν
2111ὑπάρξῃ δυσκολία περὶ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὑποθέτω
2112ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
2113μικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς
2114εἰσπράξεις τὰς ἐκ τῶν μεταλλείων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρί-
2115νωμεν τὰ τῆς λειτουργίας τῆς φορολογικῆς τῶν διατάξεων
2116τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, ἰδίως δὲ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρί-
2117νωμεν περὶ τῶν καθυστερούντων οὐχὶ μόνον γενικῶς, ἀλλὰ
2118καὶ εἰδικῶς κατὰ μεταλλεῖα.
2119§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον... Δὲν
2120εἶναι παρών.
2121Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2122Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμί-
2123σεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου
21241899 περὶ φορολογίας τῶν ζώων.
2125§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2126§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
2127§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον,
2128ὁ νόμος, ὡς εἰσάγεται σήμερον, τροποποιημένος τὸ τρίτον,
2129πρὸς συζήτησιν, ἀποδεικνύεται ἐν μέρει περιττὸς, διότι
2130ἐφρόντισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὸ σπουδαιό-
2131τατον τῶν θεμάτων, εἰς ὃ ἀφορᾷ ὁ νόμος οὗτος, ἐφρόντισεν
2132ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὄχι μόνον δι’ ἐγκυκλίων, ἀλλὰ καὶ
2133διὰ Β. Διαταγμάτων νὰ ἐκτελέσῃ νομοθετικὰ καθήκοντα
2134καὶ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον μὴ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν
2135εἶναι δὲ ἀνάγκη πολλῆς προσοχῆς, ἵνα ἀντιληφθῆτε τὸ γε-
2136γονός. Τί ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον; Ἐψη-
2137φίσαμεν ἐν ἄρθρῳ 2 φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων καὶ τὸ
2138ἄρθρον 2 παραδόξως, παρὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐν τῷ Ὑπουρ-
2139γείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι σαφέστατον, διότι λέγει:
2140«Ἐπιβάλλεται φόρος κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν σφαζομένων
2141ζώων, καταβαλλόμενος ὑπὸ τῶν κυρίων καὶ κατόχων αὐτῶν,
2142ὁριζόμενος δὲ οὕτω: αʹ) ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων δρ. 1
2143βʹ) ἐπὶ τῶν βοῶν, ἀγελάδων καὶ βουβάλων δραχ. 3», καὶ
2144οὕτω καθεξῆς. § 2: «Ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται καὶ εἰσ-
2145πράττεται ἐν τοῖς κατὰ τόπους δημοτικοῖς σφαγείοις, ἢ καὶ
2146ἐν ἄλλοις τόποις, πρὸς τοῦτο ὡρισμένοις, κατὰ τὴν σφαγὴν τοῦ
2147ζώου.» Λοιπὸν ῥητῶς ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι ὁ φόρος βεβαιοῦ-
2148ται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν σφαγὴν τοῦ ζώου ἐν ὡρισμέ-
2149νῳ τόπῳ, εἴτε τῷ σφαγείῳ, εἴτε τῷ ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ὡρισμένῳ
2150ἄλλῳ τόπῳ. Ἄλλην διάταξιν φορολογικὴν δὲν περιέχει ὁ
2151νόμος οὗτος, καὶ βεβαίως δὲν ἐφανταζόμην Ὑπουργὸν, ὅστις,
2152ἔχων τοιαύτην ῥητὴν, σαφῆ καὶ ὡρισμένην διάταξιν, ἤθελεν
2153ἐκτείνει χεῖρα φορολογικὴν καὶ ἐπὶ ἄλλων, καὶ ἐπὶ ζώων
2154μὴ σφαζομένων ἐν σφαγείῳ, κατὰ τὴν σφαγήν. Ἀλλὰ τὸ
2155παράδοξον εἶναι, ὅτι τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα, ὅπερ προ-
2156ανήγγειλεν ὁ νόμος ὁ περὶ τῶν ζώων, ἐπεκτείνει τὴν φορολο-
2157γικὴν πρόνοιαν· τὰ ἄρθρα 1, 31, 4 καὶ 5 περιέχουσι τὴν ὑπερ-
2158βασίαν ταύτην (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 1. Διὰ πλειοδοτικῆς
2159δημοπρασίας κλπ. διατίθεται κατ’ ἐπαρχίαν ἢ κατὰ δῆμον
2160ὁ φόρος τῶν πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἢ τῷ δήμῳ
2161σφαζομένων ἢ ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων.»
2162Βλέπετε, ὁ νομοθέτης — ἡμεῖς καὶ ὁ Βασιλεὺς — ὁρίζει
2163φόρον ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων κατὰ τὴν σφαγὴν ἐν τῷ
2164τόπῳ, ἡ δ’ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὁρίζει φόρον ἐπὶ τῶν σφα-
2165ζομένων καὶ φόρον ἐπὶ τῶν ἄλλοθεν μεταφερομένων ζώων,
2166καὶ ὁρίζουσα τοῦτο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διατάσσει τὰ
2167προσήκοντα πρὸς εἴσπραξιν τοῦ διπλοῦ τούτου φόρου. Τοῦτο
2168ἔχετε ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 3, 4 καὶ 31, ἔχετε ἐν παντὶ τῷ
2169διατάγματι. Καὶ ἀφοῦ ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ἔκ-
2170νομον, τὸ ἀντισυνταγματικὸν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ἐξεδό-
2171θησαν καὶ αἱ προσήκουσαι ἐγκύκλιοι, καὶ αὗται πρὸς ἐκτέ-
2172λεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ τοῦ διατάγματος. Δὲν
2173εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τῆς δια-
2174τάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου, διότι δὲν εἶναι μόνον σαφὴς ἡ
2175διάταξις αὕτη, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ μηδεμίαν
2176ἄλλην ἑρμηνείαν,—εἶναι καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ
2177πνεῦμα τελείως σαφὴς ἡ διάταξις,—ἀλλ’ ἔρχεται ἄλλη διά-
2178ταξις, ἥτις συντελεῖ, καίτοι δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, εἰς
2179τὸ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τοιαύτη εἶναι περιωρισμένως ἡ ἔννοια
2180τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ φόρου
2181τῶν ἔξωθεν, τῶν ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων.
2182Εἶναι δὲ ἡ διάταξις αὕτη ἡ τῶν ἄρθρων 37 καὶ 38 τοῦ νόμου
2183(ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 37. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου
2184(τὰς ὁποίας ἀναγνώσαμεν, τοῦ ἄρθρου 2,) δὲν ἐφαρμόζονται
2185ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὡσαύτως δὲν ἐφαρμόζονται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις
2186Οἰτύλου καὶ Γυθείου κλπ.» Ἄρθρον 38. «Τὰ ἐκ τοῦ ἐξω-
2187τερικοῦ εἰσαγόμενα ἢ ἐξ Ἑπτανήσου καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν
2188Οἰτύλου καὶ Γυθείου κλπ. μεταφερόμενα ἐσφαγμένα ζῷα
2189ὑπόκεινται εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 ὁριζόμενον φόρον, ὅστις
2190ἀνήκει εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως
2191κλπ.» Λοιπὸν ὡρισμένος φόρος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν,
2192ἐκτὸς ὡρισμένων μερῶν, ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων βεβαιοῦ-
2193ται καὶ εἰσπράττεται εἰς τὸν τόπον τῆς σφαγῆς· ὁ φόρος
2194οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς ὡρισμένα τινὰ μέρη· ἐκεῖ δὲ ὁ
2195νομοθέτης θέλει νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος κατὰ τὴν μετα-
2196φορὰν, καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Τόσον ὁ νό-
2197μος οὗτος ἦτο σαφὴς, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2198καὶ ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον, στε-
2199νοχωρηθέντες διότι δὲν ἠδύναντο νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐφαρ-
2200μογὴν τοῦ νόμου μετ’ ἐλπίδος ἐπιτυχίας, εἰσήγαγον τὸ νο-
2201μοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς Συνόδου
2202ταύτης, εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ, τροποποιη-
2203θὲν τὸ δεύτερον, πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, καὶ κατὰ
2204τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν συζή-
2205τησιν τὴν μετέπειτα καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς στενοχωρίας,
2206διότι ἔληγον αἱ ἡμέραι τῶν συνεδριῶν καὶ δὲν ἐφθάνομεν εἰς
2207πέρας, ἐδήλωσαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗ-
2208τος, διαρρέει τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου, διότι, εἶπον,—ἐν-
2209θυμοῦμαι τὸ παράδειγμα,—οἱ ἔχοντες συμφέρον θέλουσιν
2210ἐνοικιάσει τὸν φόρον τοῦ δήμου Φυλῆς, καὶ ἐκεῖ ἐγκαθιδρυό-
2211μενοι θέλουσι σφάζει ἅπαντα τὰ ζῷα αὑτῶν, ἀφοῦ πληρώ-
2212σωσι 5,000 μόνον, καὶ θέλουσιν ἔπειτα εἰσάγει αὐτὰ εἰς
2213Ἀθήνας, καὶ οὕτω θέλουσιν ἀποφύγει τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθη-
2214νῶν, ὅπου, ἂν ἔσφαζον αὐτὰ, ἤθελον πληρώσει κολοσσιαῖα
2215ποσά. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ταῦτα ἠκούσθησαν, τὸ μὲν διάταγμα
2216φέρει χρονολογίαν τῆς 21 Αὐγούστου 1899, καὶ ἀποδει-
2217κνύεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ διάταγμα εἶχε τελέσει ἤδη τὴν
2218ὑπέρβασιν τοῦ νόμου, ἐξεδόθη δ’ ἔπειτα ἐγκύκλιος τῇ 23 Δε-
2219κεμβρίου 1899, ἣν μοὶ ἔστειλαν ἐκ Θηβῶν καὶ ἥτις πραγμα-
2220τικῶς μὲ κατέπληξε,—τηλεγραφικὴ ἐγκύκλιος,—διότι λέ-
2221γει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ βάσει νόμου ͵ΒΦΟΘʹ
2222περὶ φορολογίας ζώων καὶ ἐκτελεστικοῦ Β. Διατάγματος δια-
2223τίθεται δι’ ἐνοικιάσεως ὁ κατὰ δῆμον φόρος τῶν πρὸς κατα-
2224νάλωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἢ τῷ δήμῳ σφαζομένων ζώων ἢ
2225ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων. Τοιαύτη
2226ἦτο ἡ ἔννοια καὶ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου τούτου,
2227ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ χθὲς ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τὸ πρῶτον
2228ἄρθρον τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ μεταρ-
2229ρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ.»
2230Καὶ ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ νέου, ὅπερ
2231δὲν ἐψηφίσαμεν ἀκόμη, ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις τόσῳ σαφῆ πράγ-
2232ματα ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς καὶ μετὰ τόσης ζέσεως καὶ σαφη-
2233νείας ὑπεστήριξεν αὐτὰ, καὶ κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ οὗτος
2234ὁ νόμος, ὁ ἐπιβάλλων ἕνα μόνον φόρον καθ’ ὅλον τὸ Κρά-
2235τος, ἐκτὸς τῶν συνήθως ἐξαιρουμένων τῆς ἀμέσου φορολογίας
2236μερῶν. Ὁ Ὑπουργὸς κατὰ μὲν τὸν Αὔγουστον ἐξέδωκε διά-
2237ταγμα περιλαμβάνον ἄλλα, κατὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον, ἀφοῦ
2238ἔληξεν ἡ Σύνοδος καὶ ἀφοῦ δὲν ἐπέτυχε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομο-
2239σχέδιον, ἐφρόντισεν ὄχι μόνον νὰ στηρίξῃ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν
2240ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ἐκνόμου αὑτοῦ διατάγματος, ἀλλὰ καὶ νὰ
2241δώσῃ ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἀρυσθεὶς ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς
2242πρώτης ψηφίσεως ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔμεινεν
2243ἀψήφιστον. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανές· τοὐ-
2244λάχιστον ἐγὼ, ἐν τῇ μικρᾷ πείρᾳ, ἣν ἔχω, τῶν τελευταίων
2245τούτων ἐτῶν, πολιτευόμενος ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶδον μέχρι
2246τοῦδε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οὕτω παρεμβαίνουσαν εἰς
2247καθήκοντα ξένα καὶ διατάσσουσαν αὐτὴν ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ νόμος
2248ἀπηγόρευσε,—δὲν ὥρισε καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀπηγόρευσε.
2249Πῶς εἶναι δυνατὸν, οὕτως ἔχοντος τοῦ νόμου, νὰ εἴπῃ ὁ
2250Ὑπουργὸς ἐν ἐγκυκλίῳ πρὸς τοὺς ἐφόρους, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ
2251ἔννοια καὶ ὀρθὴ ἑρμηνεία αὐτοῦ; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ
2252τοῦτο, ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ οὐ μόνον δὲν ἔλεγε τοῦτο, ἀλλ’ ἔλε-
2253γεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην νέου νόμου, ἵνα διορθώσῃ τὰ γενόμενα
2254σφάλματα καὶ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν νὰ εἰσπράξῃ περισ-
2255σότερα ἐκείνων, ἅτινα μέχρι τοῦδε εἰσέπραττεν; Ὅτι δὲ
2256τοιοῦτόν τι δὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν,—
2257διότι δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὴν χωρὶς νὰ ἐγερθῇ
2258τις ὁ παρατηρῶν ὅτι ἄλλα συνεζητήσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν,—
2259προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχε-
2260δίου, εἰς ἣν οὐδὲν τοιοῦτον λέγει περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ψη-
2261φισθέντος νόμου, ἀλλὰ φροντίζει μόνον, ζητῶν νὰ γείνωσι νέαι
2262τροποποιήσεις τοῦ νόμου, νὰ παραστήσῃ ὡς ἀναξίας λόγου
2263τὰς γινομένας τροποποιήσεις. Καὶ ἀκούσατε τὴν αἰτιολογι-
2264κὴν ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει):
2265«Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς
2266Βουλῆς ψηφισθέντος ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899 νόμου περὶ
2267φορολογίας τῶν ζώων ὑπέδειξε μικράς τινας ἐπενεκτέας τρο-
2268ποποιήσεις καὶ συμπληρώσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν ἀκριβῆ βε-
2269βαίωσιν τῶν σφαζομένων ζώων, εἰς τὸν φόρον τῶν μεταφε-
2270ρομένων ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ἐσφαγμένων ζώων καὶ εἰς τὸν
2271δημοτικὸν φόρον, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὸ κατωτέρω
2272νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ αὐτὸ διὰ
2273τῆς ψήφου αὐτῆς.
2274»Διὰ τοῦ προτεινομένου νόμου θεσμοθετεῖται διάταξις,
2275καθ’ ἣν ἡ σφαγὴ τῶν πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ δήμῳ, ἐν ᾧ
2276ἐσφάγησαν, ζώων ἐπιτρέπεται μόνον δι’ ἀδείας τοῦ οἰκονο-
2277μικοῦ ἐφόρου, ἢ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐὰν ὁ φόρος διετέθη δι’ ἐν-
2278οικιάσεως, προκειμένου δὲ περὶ τῆς σφαγῆς ζώων προωρι-
2279σμένων πρὸς μεταφορὰν εἰς ἄλλον δῆμον, ἡ κατὰ τὰ ἀνω-
2280τέρω ἄδεια τῆς σφαγῆς ἐκδίδεται ὑπὸ μόνου τοῦ οἰκονομι-
2281κοῦ ἐφόρου, ἢ τοῦ ἀστυνόμου, παροχῇ ἀξιοχρέου ἐγγυητοῦ»
2282καὶ λοιπὰ,—πράγματα ἅτινα παρῄτησε σήμερον ὁ κ. Ὑπουρ-
2283γός, διότι ὑποθέτω ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰ διὰ
2284τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος, τοῦ νομοσχεδίου περιέχοντος
2285διάταξιν, ὅτι δι’ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος κανονισθήσον-
2286ται τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐσφαγμένων μετα-
2287φερομένων ζώων.
2288Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ τὸ πρῶτον εἰσα-
2289γαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ
2290ἔννοια τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ἑρμηνεύει
2291ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ εἶναι προφανέ-
2292στερον, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνταῦθα συν-
2293δέονται πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὰς πεποιθήσεις ὅλης τῆς
2294Βουλῆς, ὅτι ὁ νόμος, ὃν ἐψήφισε, (καὶ ὅστις, ἐπαναλαμβάνω,
2295εἶναι τόσον σαφής, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως,) δὲν
2296δύναται τελεσφόρως νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι δὲν ἐλήφθη πρό-
2297νοια, ὅπως καὶ τὰ ἐσφαγμένα ζῷα φορολογῶνται κατὰ τὴν
2298μεταφοράν.
2299Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐν τῇ ἐξετάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
2300δίου ἐνταῦθα εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐρευνήσωμεν ὡσαύ-
2301τως, πῶς τοιοῦτόν τι ἐγένετο ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς.
2302Τοῦτο ἐσκόπουν δι’ ἐπερωτήσεως νὰ ὑποβάλω πρὸ μικροῦ,
2303ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐν τῷ πρώτῳ στα-
2304δίῳ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, προετίμησα, ἐρχομένου τοῦ λό-
2305γου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου—καὶ εὐτυχῶς ἦλθεν ἀμέσως ὁ λό-
2306γος—νὰ ὑποβάλω αὐτὸ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
2307Ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προέκυψαν
2308ἄτοπα, ἅτινα προανήγγειλε κατὰ τὴν τελευταίαν —τὴν πρώ-
2309την— συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ ἔντιμος ἐκ Μαν-
2310τινείας Βουλευτής, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς ὑπερβολῆς· δηλαδὴ
2311τὰ ἄτοπα, ἅτινα προανήγγειλεν ὁ κ. συνάδελφος, ὑπερεθεμά-
2312τισαν τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ...
2313§110ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένοντο δηλαδὴ ζωηρότερα.
2314§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα... Θέλω εἴπει πρὸς ὑμᾶς τι,
2315ὅπερ προκύπτει ἐξ ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης πρὸ ὀλίγων ἡμε-
2316ρῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ Λαυρίου. Ἐκεῖ ἐνωκιάσθη, ὅπως καὶ
2317ἀλλαχοῦ, καὶ ὁ φόρος τῶν σφαζομένων ζώων καὶ ὁ φόρος
2318τῶν ἔξωθεν μεταφερομένων...
2319§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ δύο διακεκριμένων δημο-
2320πρασιῶν;
2321§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντα διὰ μιᾶς δημοπρασίας. Ἀλλαχοῦ
2322θὰ ἔχωμεν καταστροφὰς τῶν ἐνοικιαστῶν, ὅπως ἐν Θήβαις.
2323Ὁ ἐνοικιαστής, ὅστις, γνωρίζων ἐμὲ, ἐκ Θηβῶν ἦλθεν εἰς τὴν
2324οἰκίαν μου προσκλαιόμενος, ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος μοὶ ἔδειξε,
2325τί ἐνωκίασεν ὁ ἄνθρωπος, μὴ γνωρίζων τί ἐνοικιάζει, καὶ
2326ἐπειδὴ εἰς τὰς Θήβας σφάζονται ὀλίγα ζῷα διὰ τὴν κατα-
2327νάλωσιν, σφάζονται δὲ καὶ ἐξάγονται περισσότερα, καὶ δὲν
2328εἰσάγονται ἔξωθεν ἄλλα ζῷα, ὁ ἐνοικιαστής, οὗτινος δὲν ἐνθυ-
2329μοῦμαι τώρα τὸ ποσὸν τοῦ ἐνοικίου, εἶναι κατεστραμμένος.
2330Σφάλμα αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὰ τυφλὰ ἐνωκίασε...
2331§114ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον.
2332§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, ἀλλ’ ὤφειλε
2333νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκφράσεις τῆς διακηρύξεως. Δυσ-
2334τυχῶς, ἀγράμματος ἄνθρωπος, δὲν ἐπρόσεξε.
2335§116ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι ἄκυρος ἡ ἐνοικίασις.
2336§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο ζήτημα τοῦτο, ὅπερ θὰ ἐξετά-
2337σωσι τὰ δικαστήρια.
2338Λοιπὸν εἰς τὸ Λαύριον ἰδοὺ τί συνέβη. Ὁ δῆμος Λαυ-
2339ρεωτικῆς εἶναι συνεχὴς πρὸς τὸν δῆμον Θορικίων, ὅστις ἀπε-
2340σπάσθη ἀπ’ αὐτοῦ, ὄντος ἄλλοτε δήμου Λαυρίου, μετὰ εὐ-
2341ρυτέρας ἐκτάσεως. Ἀπὸ τῶν Ἐργαστηρίων τοῦ Λαυρίου μέ-
2342χρι Θορικοῦ, Ἁγίου Νικολάου καὶ ἄλλων ἐκεῖ συνοικισμῶν,
2343ἡ ἀπόστασις εἶναι ¼ τῆς ὥρας, 10 λεπτὰ κλπ. Ἐκεῖ ὁ
2344ἐνοικιαστής, κατὰ καλὴν τύχην, ἐνῳκίασε καὶ τοὺς δύο φό-
2345ρους, καὶ τοῦ δήμου Θορικίων καὶ τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς.
2346Τί συμβαίνει λοιπόν; Ὅτι ἐκεῖ φορολογοῦνται δὶς ὅλα τὰ ζῶα,
2347ἅτινα ἐξάγονται ἐκ τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς· διότι φορολο-
2348γοῦνται εἰς τὸ σφαγεῖον, ἐν Ἐργαστηρίοις, καὶ εὐθὺς ὡς
2349μετὰ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας ὁ ἀγοράσας ἓν τμῆμα τοῦ
2350σφαγέντος ζώου, μίαν κεφαλὴν ἢ ἕνα πόδα, εἰσέρχεται, μετὰ
2351πέντε λεπτά, εἰς τὰ ὅρια τοῦ ἑτέρου δήμου, ἐκεῖ ὁ ἐνοι-
2352κιαστὴς ἄγρυπνος ζητεῖ ἀπ’ αὐτοῦ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν ἄλ-
2353λον φόρον· ἀλλ’ ἐκεῖ εὑρίσκεται ἀπέναντι ζώου μὴ ἀκεραίου,
2354καὶ τότε γίνεται ἀναλογισμὸς, οὗτινος τὴν εἰλικρίνειαν δύ-
2355ναται, ὅπως καλῶς λέγουσιν ἐνταῦθα οἱ ἀναφερόμενοι, νὰ
2356κρίνῃ ἡ Βουλή, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, ἐὰν ὑποθέσωμεν
2357ὅτι τὸ ζῶον ἐξέρχεται εἰς ὀκτὼ ἢ δέκα τεμάχια πρὸς τὸν
2358δῆμον Θορικίων, φαντάζεσθε ἂν μένωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ
2359ἐν τῷ νόμῳ φόρου, μιᾶς δραχμῆς, — ὁμιλῶ περὶ τῶν μικρῶν
2360ζώων, — ἢ ἐπὶ χοίρων 2 καὶ 50/00.
2361Οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι, οἵτινες καθ’ ἡμέραν εὑρίσκονται
2362μεταξὺ τῶν δύο δήμων, εἶναι εἰς ἀπελπισίαν, καὶ τοσούτῳ
2363περισσότερον, καθόσον διαμαρτυρόμενοι ἐκεῖ δὲν κατορθώ-
2364νουσι νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῶν ὀνύχων τοῦ ἐνοικιασλοῦ, διότι
2365ὁ ἐνοικιαστὴς ἐπιμένει νὰ πληρώσωσιν. Εἶναι μὲν ἀληθές,
2366ὅτι ὁ νόμος, ἐκεῖ ὅπου ὁμιλεῖ περὶ σφαγῆς τῶν ζώων, δίδει
2367τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσῃ τις, νὰ ἀνακόψῃ, ἀλλὰ τοιαύτη
2368διάταξις, προκειμένου περὶ μεταφορᾶς, φυσικῶς δὲν ὑπάρ-
2369χει, διότι δὲν προβλέπει ὁ νόμος περὶ μεταφορᾶς. Ἀνηνέ-
2370χθησαν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως, εἰς τὸ
2371Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ, ὡς μοὶ εἶπον, ὁμολο-
2372γουμένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε διαταγὴν
2373νὰ προστατευθῶσιν οὗτοι, ἐπιτρέπον εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ πληρώ-
2374σωσιν, ὑποβάλλοντες ἀνακοπάς. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔρημον ἐκεῖ
2375μέρος ὁ ἐνοικιαστής, ἔχων καὶ ὑποστηρίξεις τῶν ὑποδεεστέ-
2376ρων ἀρχῶν, δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουρ-
2377γείου, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦσι νὰ ζημιῶνται κατ’ αὐ-
2378τὸν τὸν τρόπον, πληρώνοντες φόρον κατὰ τὴν σφαγὴν τῶν
2379ζώων καὶ πληρώνοντες ἕτερον φόρον, ὃν ἀπαιτεῖ ὁ ἐνοικια-
2380στὴς κατὰ τὴν μεταφορὰν ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἕτερον δῆμον.
2381Τὸ γεγονὸς εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ τοσούτῳ
2382μᾶλλον ἄξιον προσοχῆς, καθόσον φοβοῦμαι κυρίως, ὅτι, ἐὰν
2383ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς παρουσιάζεται πρὸς ἡμᾶς κατὰ
2384τὴν τρίτην αὐτοῦ μεταμόρφωσιν, θέλομεν ἔχει τὴν Ἑλλάδα
2385παραδεδομένην εἰς παντοίας πιέσεις ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νόμου
2386τούτου. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροπο-
2387ποιήθη τελευταῖον, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ τῆς αὐτῆς χρονολο-
2388γίας; — καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁσάκις ὑπο-
2389βάλλῃ τροποποιήσεις, νὰ μεταβάλλῃ τοὐλάχιστον τὰς χρο-
2390νολογίας, διότι δὲν εὑρίσκομεν τὴν σειράν. Ἐγώ, ἵνα εὑρί-
2391σκω αὐτήν, ἐσημείωσα διὰ μολυβδίδος κυανῆς Α, Β, Γ,
2392διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσω ποῖον εἶναι τὸ
2393τελευταῖον καὶ ποῖον τὸ δεύτερον. — Λοιπὸν ἐν τῷ νομοσχε-
2394δίῳ τούτῳ, εἰς τὸ ἄρθρον 1 § βʹ, προσετέθη κατὰ τὴν τρί-
2395την αὐτοῦ μεταμόρφωσιν διάταξις σπουδαιοτάτη (ἀναγι-
2396νώσκει): «Δὲν ἐπιτρέπεται σφαγὴ ζώων πρὶν ἢ κατα-
2397βληθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος, ἐκτὸς
2398ἐὰν πρόκειται περὶ σφαζομένων ζώων πρὸς μεταφορὰν καὶ
2399κατανάλωσιν εἰς ἄλλον δῆμον.»
2400Ἐπέτρεπε μέχρι τοῦδε ὁ νόμος νὰ ἀντείπῃ τις, νὰ συνταχθῇ
2401πρωτόκολλον, νὰ εἴπῃ «δὲν χρεωστῶ τὸν φόρον αὐτὸν, δὲν
2402χρεωστῶ ὅλον, δὲν χρεωστῶ παντελῶς», καὶ ἐγίνετο διαδι-
2403κασία, ἣν ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 τοῦ νόμου. Τοῦτο
2404δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
2405μὴ πληρώσῃ τις τὸν φόρον κατὰ τὴν ὥραν τῆς σφαγῆς. Ἀμέ-
2406σως ἔχετε χειροτέρευσιν τῆς θέσεως τῶν σφαζόντων ζῶα·
2407ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐκεῖ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι πράξεως, ἥτις
2408εἶναι θετική. Σφάζοντες ζῶα, ὀφείλετε φόρον· δυνατὸν νὰ
2409ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς θέματα δευτερεύοντα, ἀλλ’ ὅ-
2410πως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, αὕτη ἡ διάταξις, ἥτις εἶναι ῥητὴ
2411καὶ σαφὴς καὶ ἀπ’ εὐθείας, αὕτη θέλει παρακολουθεῖ πάν-
2412τως, ὅταν κανονισθῶσι τὰ τῶν κατὰ τὴν μεταφορὰν ἐσφαγ-
2413μένων φορολογουμένων ζώων. Διότι ὁ νόμος οὐδὲν ὁρίζει σα-
2414φὲς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διακρίσεως, καίτοι ἐπεκτείνει ἐν
2415ἄρθρῳ 1 τὸ νομοσχέδιον τὴν φορολογίαν σήμερον καὶ εἰς τὰ
2416μεταφερόμενα ἐσφαγμένα ζῶα. Οὐδαμοῦ ὁρίζει κατὰ τίνα
2417τρόπον, ὡς πρὸς αὐτὰ, οἱ ἔχοντες δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶσι
2418τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου θέλουσιν ἀσφαλίσει αὐτό· ἂν θὰ
2419συνταχθῇ πρωτόκολλον, ἂν ὑπάρχει δικαίωμα ἀνακοπῆς εἰς
2420τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν καὶ ἀμφισβητήσεως. Ἔχει δὲ διάταξιν
2421τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν πᾶσα μὲν διάταξις ἀντικειμένη εἰς
2422τὸν παρόντα νόμον (δηλ. εἰς τὸ νομοσχέδιον) καταργεῖται, —
2423καὶ καταργεῖται περίπου ὁλόκληρος ὁ πρῶτος νόμος, —διὰ
2424Β. δὲ Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως.
2425Ἔχομεν ἡμεῖς ἤδη δεῖγμα τοῦ τί κανονίζουσι τὰ βασιλικὰ
2426διατάγματα τοῦ ἔτους 1900, ἀρχομένου ἢ πλησιάζοντος
2427τοῦ νέου αἰῶνος. Τὰ Β. Διατάγματα οἰκειοποιοῦνται νομο-
2428θετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπιβάλλουσι φόρον. Καὶ ὅτε τοῦτο
2429πράττουσι τὰ Β. Διατάγματα, ἔχετε καμμίαν ἐλπίδα, ὅτι
2430κανονίζον τὸ νέον διάταγμα τὰ τοῦ φόρου τῶν ἐσφαγμένων
2431ζώων, τοῦ σήμερον ψηφιζομένου, θέλει εἴπει, ὅτι δι’ αὐτὸν,
2432μὴ εἰσπραττόμενον ἀμέσως, ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ πρωτό-
2433κολλον; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι φοβοῦμαι μὴ συμβῇ τὸ ἐναν-
2434τίον, καὶ πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὰ τῆς συζητήσεως τῶν λε-
2435πτομερειῶν ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βου-
2436λῆς ἐπὶ τῶν κατ’ ἐμὲ σπουδαιοτάτων τούτων θεμάτων.
2437§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
2438§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καλὸν
2439εἶναι νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν ἐνάτην ὥραν.
2440§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν, ἂς
2441ἐξακολουθήσωμεν τώρα.
2442§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονι-
2443σθῇ αὐτὸ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
2444§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ, ἂν ἡ Βουλὴ στέρ-
2445γει εἰς τοῦτο.
2446§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ὁ προσδιορι-
2447σμὸς τῆς ὥρας.
2448§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσδιορισμὸς τῆς ὥρας, γινώσκει κάλ-
2449λιστα ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2450γείνῃ. Ὁ ἴδιος δὲ ἄλλοτε δι’ ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων ὑπε-
2451στήριξεν, ὅτι προσδιορισμὸς χρόνου τῶν συνεδριάσεων εἶναι
2452ἀδύνατον νὰ γείνῃ.
2453§125ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
2454§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον τί συμφωνεῖ μὲ τὴν ἐπι-
2455θυμίαν σας. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπροτείνατε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
2456ἑσπέραν ταύτην, παρακαλῶ νὰ τὸ προτείνητε τώρα, ὅπως
2457ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ μίαν ἄλλην ἡμέραν, διότι σήμε-
2458ρον δὲν ἔχει παρασκευασθῆ ἡ Βουλή.
2459§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ὡς πρὸς
2460τοῦτο. Ἐὰν νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ σήμε-
2461ρον, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως
2462ἀπὸ αὔριον καθιερώσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, νὰ διακόπτω-
2463μεν τὴν ὀγδόην ὥραν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν ἐνάτην.
2464§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπόφασιν τοιαύτην δὲν δυνά-
2465μεθα ν’ ἀποκρούσωμεν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο δύο τμή-
2466ματα συνεδριάσεων, ἓν ἀπὸ τῆς 4ης μέχρι τῆς 7ης ἢ 8ης
2467ὥρας καὶ ἕτερον ἀπὸ τῆς 9ης καὶ πέραν.
2468§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Τώρα, ἐὰν θέλετε, δυνάμεθα
2469νὰ ἐξακολουθήσωμεν, καὶ ἀπὸ αὔριον νὰ γίνηται διακοπή.
2470§130ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
2471§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βοζίκη.
2472§132Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν μοὶ ἐστάθη δυνατόν, κύριοι Βουλευ-
2473ταὶ, νὰ λάβω μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τροποποιου-
2474μένου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος τὸ μὲν
2475μετετέθη ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν ποιμένων εἰς τὴν τῶν ἀστῶν
2476καὶ τῶν γεωργῶν, τὸ δὲ καὶ ἐδιπλασιάσθη, ἵνα ἀντιταχθῶ
2477κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἤδη καὶ ματαιοπονία ἤθελεν εἶσθαι, ἂν
2478ἀντετασσόμην κατὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ εἰς ἐπαναλήψεις
2479γνωστῶν πλέον ἀντιρρήσεων καὶ μὴ ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψιν ἤθε-
2480λον περιπέσει. Περιορίζομαι λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν
2481ἐξέτασιν καὶ μόνην τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομο-
2482σχεδίου, τὰς ὁποίας καὶ ὅλως νέας καὶ πολλῆς συζητήσεως
2483ἀξίας εὑρίσκω, διότι δι’ αὐτῶν ὁ καθ’ ἑαυτὸν ἐπαχθὴς φό-
2484ρος ἐπὶ τῶν ζώων καθίσταται ἐπαχθέστερος διὰ τῆς μετα-
2485βολῆς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως. Τοῦτο καταφαίνεται εὐθὺς
2486ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τοῦτο, ἀπα-
2487γορεύεται ἀπολύτως ἡ σφαγὴ ζώων πρὶν ἢ καταβληθῇ εἰς
2488τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος, καὶ καταργεῖται
2489ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν πα-
2490ρελθοῦσαν Σύνοδον νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν διάταξιν ἠδύ-
2491νατο νὰ καταβάλῃ τις τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σφαζομένου ζώου
2492καὶ μετὰ τὴν σφαγὴν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἂν ἐγέ-
2493νετο καταγγελία, ἢ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς,
2494ἐὰν δὲν ἐγένετο καταγγελία. Προστίθεται δὲ οὕτω μία ἐνό-
2495χλησις εἰς τοὺς φορολογουμένους ἀρκετὰ σοβαρὰ, καθιστῶσα
2496πλέον ἢ ἐπαχθῆ τὸν φόρον, καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου
2497περισσότερον ἐπαχθῆ καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον.
2498Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους περιπτώσεις, καθ’ ἃς,
2499κατὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι ἔθιμα, σφάζεται ἀμνὸς κατ’ οἶκον, ἀλλὰ
2500λάβετε ὑπ’ ὄψιν κυρίως τὴν ἐποχὴν τοῦ Πάσχα, τὴν προ-
2501τεραίαν καὶ τὰς δύο μετὰ τὸ Πάσχα ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐν
2502πάσῃ τῇ Ἑλλάδι, κατὰ τὸ ἔθιμον τὸ Ἑλληνικὸν, γίνεται ἡ
2503σφαγὴ τῶν ἀμνῶν κατ’ οἶκον, καὶ σφαγὴ οὐχὶ ἑνὸς, ἀλλὰ
2504πλειόνων, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς οἰκογενείας. Ἴδετε
2505ἠναγκασμένον τὸν πολίτην κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα ἢ
2506τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ἢ τὴν ἑπομένην νὰ τρέχῃ εἰς ἀνεύ-
2507ρεσιν τοῦ εἰσπράκτορος ἢ ἐνοικιαστοῦ εἰς τὸ γραφεῖον αὐτοῦ
2508ἢ εἰς τὸ πλησιέστερον χωρίον διὰ νὰ λάβῃ ἄδειαν νὰ σφάξῃ
2509τὸν ἀμνόν του. Ἴδετε ὁλόκληρα χωρία, ὁλοκλήρους δήμους
2510πολυπληθεῖς, προστρέχοντας καὶ συνωθουμένους ἔξω τοῦ γρα-
2511φείου τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ εἰσπράκτορος, διὰ νὰ λάβωσιν
2512ἄδειαν σφαγῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ σημαίνῃ ὁ κώδων τῆς
2513ἐκκλησίας διὰ νὰ προσέλθωσι νὰ προσευχηθῶσι, καὶ κρίνετε,
2514ἂν δὲν καθίσταται οὕτως ἐπαχθέστερος ὁ φόρος, καὶ συγχρό-
2515νως ποίας εὐχὰς πλέον θὰ ἀναπέμπωσιν ἐπανερχόμενοι εἰς
2516τὰς ἐκκλησίας των! Βεβαίως αἱ εὐχαὶ δὲν θὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ
2517κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
2518Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνα-
2519τρέξω εἰς τὸν νόμον τὸν καταργηθέντα, τὸν ͵ΒΠʹ. Κατα-
2520φαίνεται διὰ τῆς συγκρίσεως πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅτι
2521διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, ὑπὸ τὸν τύπον μεταθέσεως τῆς
2522φορολογίας ἐκ τῆς τάξεως τῶν ποιμένων ἢ τῶν κτηνοτρόφων
2523εἰς τὴν τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ἀστῶν ἐν γένει, ἐπεδιώχθη
2524αὔξησις καὶ διπλασιασμὸς φορολογίας. Καὶ ὄχι μόνον κατὰ
2525τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς φορολογίας ἀφορο-
2526λογήτων ἕως τώρα ζώων, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐξαιρέ-
2527σεων τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἐξαιρέσεων αἱ ὁποῖαι κυρίως εἶχον
2528ἀναγραφῆ ὑπὲρ τῆς τάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον διὰ τῆς
2529μεταθέσεως ἐπιβάλλεται ὁ φόρος. Δηλαδή, οὐ μόνον ἐπε-
2530βλήθη εἰς τοὺς ἀστοὺς διπλάσιος ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπι-
2531βληθῆ πρότερον εἰς τοὺς ποιμένας, ἀλλὰ καὶ ἐστερήθησαν
2532οὕτως οἱ ἀστοὶ καὶ οἱ γεωργοὶ καὶ τῶν ἐξαιρέσεων, τῶν ὑπὲρ
2533αὐτῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ. Καὶ ἐδιπλα-
2534σιάσθη βεβαίως ὁ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ τῶν προβά-
2535των, διότι κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΠʹ ἀνήρχετο εἰς λεπτὰ 42 μό-
2536νον μετὰ τοῦ προσθέτου καὶ τοῦ τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ δὲ
2537τὸν νόμον ͵ΒΦΟΘʹ ἀνέρχεται εἰς δραχμὴν μίαν...
2538§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2539κῶν). Τὸν τελευταῖον.
2540§134Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα, τὸν τελευταῖον... Καὶ ἐδιπλα-
2541σιάσθη διότι αὐξάνει κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ
2542δημοτικοῦ φόρου, καὶ ἀνέρχεται οὕτω τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς
2543δραχ. 1,20. Ἀλλ’ ἐπίσης ηὔξησε καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν βοῶν,
2544ἀγελάδων καὶ βουβάλων ἀπὸ δύο δραχ. εἰς τρεῖς, καὶ μετὰ
2545τοῦ δημοτικοῦ ἀπὸ δραχμὰς 2 καὶ 40/0 εἰς δραχ. 3 καὶ
254660/00. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπεβαρύνθη καὶ μὲ τὸν φόρον καὶ μὲ τὴν
2547αὔξησιν αὐτοῦ ἡ τάξις τῶν καταναλωτῶν, ἐν ταῖς ἐξαιρέ-
2548σεσι δὲν ἐλήφθη καμμία περὶ αὐτῶν πρόνοια, κατηργήθησαν
2549δὲ καὶ αἱ προϋπάρχουσαι περὶ αὐτῶν ἐξαιρέσεις, διότι, ἐνῷ
2550κατὰ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον ἐξῃροῦντο τὰ θηλάζοντα τῶν αἰγῶν,
2551προβάτων καὶ χοίρων, σήμερον ἔχομεν διάταξιν, κατὰ τὴν
2552ὁποίαν ἐξαιροῦνται μόνον τὰ μικρᾶς ἡλικίας, ἑνὸς μηνὸς,
2553καὶ μόνον ὅταν γείνῃ χρῆσις ὑπὸ τοῦ κυρίου ἢ κατόχου,
2554πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ πάλιν τοὺς ποιμένας καὶ
2555μόνον, ὡς καταναλωτὰς, οὐχὶ δὲ τοὺς λοιποὺς καταναλωτάς.
2556Περὶ θηλαζόντων δὲ χοίρων οὐδεμία γίνεται ἐξαίρεσις ἐν τῷ
2557τελευταίῳ νόμῳ. Ὡσαύτως, ἐνῷ κατὰ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον ἐξῃ-
2558ροῦντο οἱ μόσχοι τῶν βοῶν καὶ τῶν βουβάλων, οἱ μέχρις ἡλι-
2559κίας δύο ἐτῶν, σήμερον ὑπήχθησαν καὶ οὗτοι εἰς τὴν φορο-
2560λογίαν.
2561Ἕνεκα τούτου τὴν ἀρχὴν τῶν ἐξαιρέσεων, τὴν ὁποίαν εἶ-
2562χεν ἀναγράψει ὁ νόμος ͵ΒΠΓʹ, παρετήρησα εὐχαρίστως, ὅτι
2563τὴν δέχεται, ἔστω καὶ ἀργὰ, σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ
2564δυστυχῶς τὴν δέχεται ἀδικαιολογήτως κατατετμημένην.
2565Ἐνῷ κατὰ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον ἐπὶ τῶν οἰκοσίτων χοίρων, προ-
2566βάτων καὶ αἰγῶν ἐξῃροῦντο ἀνὰ ἓν ζῷον δι’ ἑκάστην οἰκο-
2567γένειαν, ὅπου καὶ ἂν διῃτᾶτο, διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέν-
2568τος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἀπη-
2569λείφθη, καὶ οἱ κάτοικοι οἰκοσίτων ζῴων ἐστερήθησαν τοῦ
2570δικαιώματος νὰ τρώγωσι τὸν χοῖρον αὑτῶν ἢ τὸν ἀμνὸν
2571ἀφορολόγητον. Διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τεί-
2572νομεν νὰ ἐπανέλθωμεν, ὀρθῶς καὶ δικαίως, εἰς τὰς ἐξαιρέ-
2573σεις, καὶ καθιεροῦται ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς οἰκοσί-
2574τους χοίρους μόνον. Ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ἐξαίρεσιν
2575τούτων συντρέχει, ἵνα ἐπαναληφθῇ πλήρης ἡ ἐξαίρεσις, ὡς
2576ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΠʹ, ἡ ἐξαίρεσις δι’ ἓν ζῷον
2577εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν. Διατὶ ἡ ἐξαίρεσις μόνον διὰ τοὺς
2578οἰκοσίτους χοίρους; Αἱ οἰκογένειαι δὲν τρέφουσι πᾶσαι χοί-
2579ρους, ἀλλ’ ὑπάρχουσι μέρη ἢ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι τρέφουσι
2580μόνον ἀμνούς. Ὅ,τι δικαιολογεῖ τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς οἰ-
2581κοσίτους χοίρους, δικαιολογεῖ πλειότερον καὶ τὴν ἐξαίρεσιν
2582διὰ τοὺς οἰκοσίτους ἀμνοὺς καὶ αἶγας, ἐπανερχομένης δ’ ὁλο-
2583κλήρου τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ ΒΠʹ νόμου, ἀνακουφίζονται καὶ
2584οἱ ἀστοὶ, οἱ ὁποῖοι κυρίως θὰ πληρώνωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν
2585σφαζομένων.
2586Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀνευρίσκω ἀναγεγραμ-
2587μένην διάταξιν, καθ’ ἣν αἱ καταγγελθεῖσαι παραβάσεις τῶν
2588ἄρθρων 95–128 τοῦ ΒΠʹ νόμου κλπ. ἐπανέρχονται ἐν
2589ἰσχύϊ. Οὐχὶ τῶν ἄρθρων 95–128 αἱ διατάξεις, ἀλλ’ αἱ
2590τῶν 95–126 διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου κατηργήθησαν.
2591Αἱ διατάξεις αὗταί εἰσι κυρίως αἱ ποινικαί· ἐπιζητεῖται ἡ τι-
2592μωρία τῶν παραβάσεων τοῦ καταργηθέντος νόμου. Κατ’ ἐπι-
2593στημονικὴν ἀρχήν, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁ ἐπιβάλλων τὴν ποινὴν
2594κατηργήθη, οὐδεμία πλέον ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ.
2595Τοῦτο κατενοήθη ἀκριβῶς, καὶ ἐπιζητεῖται ἡ διόρθωσις, ἡ
2596διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐπάνοδος εἰς τὸ πρώην καθεστώς.
2597Ἀλλ’ ἡ νομικὴ ἐπιστήμη θὰ ἀντιτάξῃ, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρ-
2598θρον τοῦτο, ὅτι μεταξὺ δύο νόμων αὐστηρῶν ἐνεφιλοχώρησε
2599νόμος ἐπιεικής, καταργῶν τὴν ποινὴν καὶ ἀπαλείφων τὸ ἔγ-
2600κλημα, ὁ δὲ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δικάσῃ κατὰ
2601τὸν ἐπιεικέστερον νόμον· ἑπομένως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐφαρ-
2602μογὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, διότι αἱ ἐπιστημονικαὶ
2603ἀρχαὶ δὲν δύνανται νὰ καταργηθῶσιν οὕτως ἁπλῶς διὰ νό-
2604μων. Ἀλλ’ ἂν ὑποχρεωθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ταύτην ὁ δι-
2605καστής, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀδικεῖ οὕτω, καὶ μεταβάλλει
2606τὴν ποινὴν εἰς μέσον ἐκδικήσεως· διότι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν
2607ἀνευρίσκω εἰς τὴν ἐπιβολὴν ταύτης τῆς ποινῆς εἰς παραβάσεις
2608ἄλλως οὐχὶ σοβαράς. Ἂν ἐπρόκειτο διὰ τῆς ποινῆς νὰ
2609ἀπειληθῇ ὁ πολίτης, διὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διατάξεις τῶν
2610φορολογικῶν νόμων, καὶ νὰ παραδειγματισθῶσιν οἱ λοιποὶ
2611φορολογούμενοι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ νόμου,
2612ὁ λόγος οὗτος ἐξέλιπε, διότι ὁ νόμος κατηργήθη. Τί ἀπέ-
2613μεινε; Ποῖον ἔχει πλέον σκοπὸν ἡ ποινή; Ἀπομένει κἄτι
2614τι, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρέπει νὰ
2615ληφθῇ πρόνοια, καὶ ὅπερ ἤγαγε τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2616νομικῶν Ὑπουργὸν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν δια-
2617τάξεως· ὁ κανονισμὸς οὐχὶ τοῦ ποινικοῦ, ἀλλὰ τοῦ πολιτικοῦ
2618μέρους τῶν παραβάσεων. Καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὡς
2619εἶπον, περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ μὴ δηλώ-
2620σαντες ὀφείλουσιν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ δι’ ἐ-
2621παναφορᾶς καταργηθεισῶν ποινικῶν διατάξεων τόσον ἀστό-
2622χου.
2623Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τῶν ἑπομένων ἐπι-
2624βάλλεται δημοτικὴ εἰσφορὰ κατὰ τοὺς τύπους τοὺς μέχρι
2625τοῦδε, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ διανεμητικόν. Νομίζω ὅτι
2626τοῦτο θὰ φέρῃ εἰς πολὺ στενόχωρον θέσιν τοὺς δήμους. Ἐνῷ
2627θὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν φορολογου-
2628μένων, δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς ἀνακούφισιν τῶν δήμων, καὶ ἂν
2629ἀκόμη εὑρεθῇ ἐπακριβῶς ὁ μέσος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦ-
2630μεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου· διότι εἶναι δυνατὸν εἰς πολλοὺς
2631δήμους νὰ μὴ ἐγένετο ἀκριβὴς βεβαίωσις τοῦ φόρου κατὰ τὰ
26321894 ἕως 1896, νὰ ἐγένοντο παραβάσεις μειώσασαι τὸν φό-
2633ρον, καθόσον ὁ φόρος ἐκεῖνος ἐβεβαιοῦτο τῇ συμπράξει τῶν
2634ἀναπληρωτῶν τοῦ δημάρχου καὶ τῶν συγχωρίων του, ἐπὶ
2635βλάβῃ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ κανονίζοντες τὸν δημοτικὸν φό-
2636ρον ἐπὶ τῇ βάσει ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸν ἀληθῆ
2637φόρον, ἀπαγορεύοντες δὲ εἰς τοὺς δήμους νὰ κανονίσωσι
2638περὶ αὐτοῦ, θὰ ἐμποδίσητε καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν
2639τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ἥτις εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν συν-
2640τήρησιν τῶν δήμων, καὶ πολλοὺς δήμους ἀδικεῖτε ὑπὲρ ἄλ-
2641λων. Προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀφήσητε ἰσχύοντα τὸ
2642νόμον περὶ δημοτικῆς φορολογίας, ν’ ἄρητε δὲ τὰς γεννηθείσας
2643ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ ἂν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ δημοτικὴ
2644εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν διαιτωμένων ζώων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν σφα-
2645ζομένων, πρὸς διατήρησιν τῶν δήμων, περὶ τῆς κακῆς οἰκο-
2646νομικῆς καταστάσεως τῶν ὁποίων τόσα πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη-
2647σαν ἐνταῦθα.
2648Ἐν ταῖς διατάξεσι ταύταις ἀνευρίσκω καὶ ἑτέραν ἐξαίρε-
2649σιν, ἐκτὸς ἂν δὲν ἀντελήφθην καλῶς. «Ἀπαγορεύεται πᾶσα
2650ἄλλη δημοτικὴ εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν διαιτωμένων ζώων». Δη-
2651λαδὴ ἀπαγορεύεται νὰ φορολογηθῶσι δημοτικῶς τὰ μεγάλα
2652ζῶα καὶ οἱ κύνες;
2653§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2654κῶν). Εἰσπράττεται ὁ φόρος οὗτος.
2655§136ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε διατὶ «διαιτωμένων;»
2656Νομίζω τέλος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἑτέρα πρόνοια περὶ
2657δημοτικῆς εἰσφορᾶς, οὐχὶ δι’ ἐπιβολῆς τῆς δημοτικῆς εἰσφο-
2658ρᾶς ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπὶ τῶν διαι-
2659τωμένων ἐκ τοῦ εἴδους τῶν σφαζομένων. Καὶ κηρύσσομαι
2660κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ψηφίσω δὲ μόνον τὴν διάταξιν
2661περὶ ἐξαιρέσεως οἰκοσίτων χοίρων, ἀλλὰ τὴν ἐξαίρεσιν ταύ-
2662την παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ
2663ἐπὶ τῶν οἰκοσίτων ἀμνῶν καὶ αἰγῶν.
2664§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ νομοθε-
2665τικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ περιβάλληται πο-
2666σῶς ὑπὸ κομματικῆς χροιᾶς· φρονῶ ὅτι πάντες οἱ συνεδριά-
2667ζοντες ἐνταῦθα πρέπει νὰ συντελῶμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν ἑκά-
2668στῳ, ὅπως διασκευάζωμεν τὰ νομοθετήματα οὕτως, ὥστε νὰ
2669ἦναι ὅσον οἷόν τε εὐεφάρμοστα καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἧττον
2670καταθλιπτικὰ εἰς τοὺς ὑπαχθησομένους ὑπὸ τὸ κράτος
2671αὐτῶν.
2672Πολλάκις, Κύριοι, ἐγένετο λόγος καὶ ἐνταῦθα, καὶ ἰδίᾳ
2673κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, περὶ τῶν κατα-
2674θλίψεων, ἃς ὑφίσταντο οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ ποιμένες πρὸς
2675βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου. Ὁ δὲ κ.
2676Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προτιθέμενος, ὡς ἔλεγε, νὰ
2677περιστείλῃ τὰς τοιαύτας καταθλίψεις, καὶ ὅπως ἀνακουφι-
2678σθῶσιν οἱ ποιμενικοὶ πληθυσμοί, εἰσήγαγε τὸ τότε νομοσχέ-
2679διον περὶ τῆς φορολογίας τῶν ζώων, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑφίσταται
2680ὡς νόμος τοῦ Κράτους· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ποσῶς, ὅτι σκο-
2681πὸς αὐτοῦ ἦτο ἡ ἀνακούφισις τῆς ποιμενικῆς τάξεως καὶ τῶν
2682γεωργικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται εἰς τὴν κτη-
2683νοτροφίαν. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νέου νο-
2684μοσχεδίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2685καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ἐπέτυχεν ὁ σκοπὸς τοῦ
2686φορολογικοῦ τούτου νόμου, διότι φρονῶ, ὅτι καταθλιπτικώτε-
2687ρος νόμος δὲν ὑπῆρξέ ποτε, δυνάμενος μάλιστα ν’ ἀποβῇ καὶ
2688πηγὴ πλούτου εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, ἐκτὸς ἂν ἦναι τόσον ἀγα-
2689θοί, ὅσον ἐκεῖνος ὁ ἐνοικιαστὴς Θηβῶν, ὃν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότι-
2690μος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
2691Ὅτε τὸ πρῶτον ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2692μικῶν προὐτίθετο νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον
2693τὸν ἤδη ἰσχύοντα νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἐνόμισα
2694ὅτι σκοπός του ἦτο νὰ περιστείλῃ τὰς καταθλίψεις, τὰς ὁποίας
2695ὁ λαὸς ὑφίσταται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μεταρρυθμιζομέ-
2696νου ἤδη νόμου· μετ’ ἀπορίας δὲ εἶδον, ὅτι τὸ πρῶτον ὑπο-
2697βληθὲν νομοσχέδιον οὐ μόνον δὲν περιέστελλε τὰς καταδιώ-
2698ξεις, ἀλλ’ ἀπηγόρευε καὶ τὴν κρεοφαγίαν καθ’ ὅλην τὴν
2699Ἑλλάδα! Καὶ ὅτε ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, διεμαρτυρήθην
2700ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέλος τῆς ὁποίας
2701εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔσχον τὴν
2702εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω δευτέραν ἔκδοσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπο-
2703βαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο μὲν
2704εἰς τὸν λαὸν ἡ κρεοφαγία, ἀλλ’ ἡ μεταφορὰ τῶν σφαγίων
2705ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον περιεβάλλετο διὰ τοσούτων καὶ τοι-
2706ούτων διατυπώσεων, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ·
2707ἔσχον δὲ τὴν τιμὴν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομο-
2708σχεδίου ἐκείνου νὰ ὑποβάλω τὰς κρίσεις μου εἰς τὴν Βου-
2709λὴν, καὶ ἐχάρην πολύ, ὅτε εἶδον τὸν νῦν Ὑπουργὸν νὰ ἀναγ-
2710γέλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συναινεῖ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν
2711ἄρθρων 2, 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου, τῶν κανονιζόντων τὰς
2712διατυπώσεις τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐσφαγμένων ζώων. Ἐγένετο
2713δὲ τότε ψηφοφορία τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομο-
2714σχεδίου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐγένετο δεκτὸν ὡς
2715εἶχε. Μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου
2716κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀμφέβαλλον ἂν εἶχον τὸ δικαίω-
2717μα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ αὖθις ἐπὶ τούτου κατὰ τὴν ἤδη δι-
2718εξαγομένην δευτέραν συζήτησιν, εἰς τοῦτο ὅμως μὲ ἐνεθάρρυνεν
2719ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ δεκτῷ γενομένῳ πρώτῳ ἄρ-
2720θρῳ εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς τρίτης ἐκδόσεως τοῦ
2721νομοσχεδίου. Εἶναι δὲ περίεργον, πῶς συμβαίνει, ἵνα καὶ αἱ
2722τρεῖς ἐκδόσεις τοῦ νομοσχεδίου φέρωσι χρονολογίαν τὴν 7
2723Δεκεμβρίου.
2724Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομο-
2725σχεδίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω, πῶς εἶχεν ὁ
2726ψηφισθεὶς καὶ ἰσχύων ἤδη νόμος. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ὁ
2727φόρος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, ἡ δὲ βεβαίω-
2728σις καὶ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐγίνετο ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς,
2729διότι οὐδὲν ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐν τῷ
2730τόπῳ τῆς καταναλώσεως. Τοῦτο ἀνέπτυξε καλῶς ὁ ἀξιότι-
2731μος κ. Δραγούμης, καὶ δὲν θέλω ἀπασχολήσει πλειότερον τὴν
2732Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά. Ἀλλὰ τοῦτο ἀνεγνώρισε
2733καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς διὰ
2734τῶν ἀλλεπαλλήλως ὑποβληθέντων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν
2735ἐδήλωσε, διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν
2736καταναλισκομένων ἔν τινι δήμῳ σφαγίων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ
2737τῶν ἐν αὐτῷ σφαζομένων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεγνώρισε τοῦτο διὰ
2738τῶν νομοσχεδίων του, ἐν τούτοις καὶ διὰ Β. Διατάγματος
2739καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐγκυκλίων διέταξε νὰ εἰσπράττηται
2740ὁ φόρος ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐκ τούτου
2741πολλαὶ δίκαι ἠγέρθησαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν τῷ γραφείῳ
2742μου ἔχω πολλὰς τοιαύτας, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ, ἔχοντες
2743ὑπ’ ὄψιν τὸ Β. Διάταγμα, φορολογοῦσι τὰ σφάγια τὰ κα-
2744ταναλισκόμενα, ἀλλὰ μὴ σφαζόμενα ἐν Τριπόλει. Καὶ ὅπως
2745μεταβάλλεται ὁ νόμος οὗτος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
2746σχεδίου, θὰ καταστῇ πηγὴ μεγίστων καταθλίψεων, διότι ἡ
2747ἐν γένει οἰκονομία τοῦ νόμου διατάσσει νὰ εἰσπράττηται ὁ
2748φόρος ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς· καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὰ ἄρ-
2749θρα 2 ἕως 6 τοῦ νόμου, οὐδεμία ἀμφιβολία θέλει σᾶς ἀπο-
2750μείνῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ καθορίζει ὁ νόμος ποῦ πρέπει νὰ σφάζων-
2751ται τὰ ζῷα, καὶ ἀπαγορεύει τὴν σφαγὴν εἰς ἕτερον τόπον,
2752πλὴν ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἡ ἀρχὴ θέλει ὑποδείξει, οὐδαμοῦ
2753τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ὑπάρχουσι σφα-
2754γεῖα! Ἕκαστος λοιπὸν σφάζει εἰς τόπους τῆς ἐκλογῆς του,
2755καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ παρίσταται εἰς τὸν τό-
2756πον τῆς σφαγῆς, καὶ ἐκεῖ νὰ βεβαιώνῃ καὶ εἰσπράττῃ τὸν
2757φόρον· ἐὰν δὲ δὲν δύναται νὰ τὸν εἰσπράξῃ, ἐκδίδει διπλότυπα,
2758καὶ ὑποβάλλονται οἱ σφάζοντες ζῷα εἰς τὰς ποινὰς τοῦ νό-
2759μου. Ἤδη ἀπομακρυνόμεθα τοῦ συστήματος τούτου, καὶ πρό-
2760κειται νὰ δεχθῶμεν, ὅπως εἰσπράττηται ὁ φόρος εἰς τὸν
2761τόπον τῆς καταναλώσεως καὶ οὐχὶ τῆς σφαγῆς. Καὶ τοῦτο
2762ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς συνεπείᾳ ἰσχυροτάτου ἐπιχειρήματος,
2763τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, μοὶ ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν. Ἀνέφερε
2764δηλ. ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
2765τὴς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ἔφερε δηλαδὴ τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα· «ἐὰν
2766οἱ κρεοπῶλαι Ἀθηνῶν συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους, δύνανται
2767νὰ σφάζωσι τὰ ζῷά των εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς, καὶ οὕτω νὰ
2768ζημιῶται ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δήμου Ἀθηναίων.» Δὲν εἶχον
2769τότε νὰ ἀντιτάξω πρόχειρον ἐπιχείρημα ἕτερον, τὸ ὁποῖον
2770παρουσιάσθη ἐν τῇ πατρίδι μου. Ὑποθέσατε ὅτι οἱ κρεο-
2771πῶλαι Ἀθηνῶν μεταβαίνουσιν εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς καὶ
2772σφάζουσι τὰ σφάγιά των, καὶ ἀντὶ νὰ εἰσαγάγωσι ταῦτα
2773εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἀκέραια, ὅπως ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δή-
2774μου Ἀθηναίων βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς
2775καταναλώσεως, τεμαχίζουσι τὰ σφάγια ταῦτα καὶ εἰσάγουσιν
2776αὐτὰ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων κατὰ τεμάχια. Τίς δῆμος θὰ
2777εἰσπράξῃ τὸν φόρον; Ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἢ ὁ δῆμος Φυλῆς;
2778Εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος οἱ χωρικοὶ τρέφουσι χοίρους
2779οἰκοσίτους, οἵτινες παχυνόμενοι φθάνουσιν εἰς ἑκατὸν καὶ
2780ἑκατὸν πεντήκοντα ὀκάδων βάρους. Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὸν
2781δῆμον Α τρέφονται πολλοὶ τοιοῦτοι χοῖροι· ὁ χωρικὸς σφά-
2782ζει ἕνα χοῖρον ἑκατὸν ὀκάδων, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ
2783τὸν καταναλώσῃ ἐντὸς τοῦ δήμου του, ἀποστέλλει τὸ ἓν τέ-
2784ταρτον αὐτοῦ εἰς τὸν δῆμον Β, τὸ ἕτερον τέταρτον εἰς τὸν
2785δῆμον Γ, τὸ ἕτερον εἰς τὸν δῆμον Δ, καὶ τὸ τελευταῖον τέ-
2786ταρτον εἰς τὸν δῆμόν του, ἢ εἰς ἄλλον τινὰ δῆμον, τὸν Ε.
2787Ποῖος ἐκ τῶν δήμων τούτων δικαιοῦται εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ
2788φόρου; Οἱ ἐνοικιασταὶ ἔλυσαν τὸ ζήτημα· ὁ χωρικὸς, ὁ κύ-
2789ριος τοῦ σφαγίου, δὲν ἐκράτησε τίποτε ἄλλο, ἵνα γευθῇ, παρὰ
2790μόνον τὴν κεφαλήν· ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐσφάγη,
2791ἐφορολόγησε τὸν κρατήσαντα τὴν κεφαλήν. Ἀγνοῶ ὅμως
2792τί συνέβη μὲ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἄλλων δήμων, εἰς οὓς
2793εἰσήχθησαν τὰ λοιπὰ τεμάχια τοῦ σφαγίου· βεβαίως οἱ
2794ἐνοικιασταὶ τῶν δήμων ἐκείνων δικαιοῦνται εἰς πλείονα φό-
2795ρον, ἀφοῦ τὰ εἰσαχθέντα εἰς αὐτοὺς τεμάχια εἶναι πλουσιώ-
2796τερα ὡς πρὸς τὴν ποσότητα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κρέατος ἢ ἡ
2797κεφαλή. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποῖα ἄτοπα θὰ φθάσωμεν, ἐὰν τὸ
2798νομοσχέδιον ψηφισθῇ.
2799Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ἡ μεταρρύθ-
2800μισις τοῦ ὁποίου ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2801δίου, ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐπιμονὴν, μεθ’ ἧς ὑπεστήριξα νὰ ἐξαι-
2802ρεθῶσι τῆς φορολογίας οἱ κύνες ἐν γένει, ἰδίως δὲ οἱ κύνες
2803οἱ χρησιμεύοντες πρὸς φύλαξιν τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν περιου-
2804σιῶν ἰδίᾳ τῶν χωρικῶν· κατωρθώθη δὲ τότε νὰ ἐξαιρεθῶσιν
2805οἱ κύνες οἱ ἀνήκοντες εἰς κώμας ἢ χωρία ἔχοντα πληθυσμὸν
2806ἐλάσσονα τῶν 1500 ψυχῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νό-
2807μου λέγει ὅτι «δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀνωτέρω φόρον... δʹ) οἱ
2808κύνες τῶν χωρίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1500
2809ψυχὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφὴν, καὶ εʹ) οἱ
2810φυλάζοντες σκύλακες», ἑπομένως δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον
2811οἱ κύνες τῶν χωρίων ἢ κωμῶν πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 1500
2812ψυχῶν,—χωρὶς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ
2813κυνῶν πολυτελείας, κυνηγετικῶν καὶ φυλάκων,—ἐν τούτοις ὁ
2814Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἐγκυκλίου του, ἑρμηνεύων τὸ
2815ἄρθρον τοῦτο, διέταξε τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, τὰς ἐπιτε-
2816τραμμένας τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, νὰ μὴ ἐξαιρέσωσι τῆς
2817φορολογίας καὶ ἐν τοῖς μικροῖς χωρίοις τοὺς κύνας τοὺς κυ-
2818νηγετικούς, ἐνῷ τοιοῦτόν τι ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει· τουτέ-
2819στιν ὅ,τι ὑμεῖς δὲν ἠθελήσατε νὰ νομοθετήσητε ἐν τῷ δι-
2820καιώματί σας, ἐνομοθέτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπιβαλὼν διὰ
2821μόνης τῆς ὑπογραφῆς τοῦ φόρον, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ ὄχι
2822μόνον ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν,
2823ἀλλὰ καὶ ἀδίκημα τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου.
2824Ἐγὼ ὅμως ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν κυνῶν φό-
2825ρος πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω
2826τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
2827κῶν νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην κατάργησιν τοῦ ἐπὶ τῶν κυνῶν
2828φόρου, ἂς ἦναι δὲ βέβαιος, ὅτι μεγάλη οἰκονομία γίνεται εἰς
2829τὸ Δημόσιον διὰ τῆς συντηρήσεως καὶ τοῦ πολλαπλασια-
2830σμοῦ τῶν κυνῶν, διότι εἰς τὰ χωρία διὰ μόνον τῶν κυνῶν
2831ἐκτελεῖται ἡ φύλαξις τῶν πολιτῶν καὶ τηρεῖται ἡ τάξις καὶ
2832ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Οὐδαμοῦ τῶν χωρίων παρίστανται
2833ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως· ἐὰν δέ ποτε παρουσιασθῇ
2834χωροφύλαξ τις, ἀντὶ νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως
2835καὶ ἀσφαλείας, ἐπιπίπτει κατὰ τῶν ὀρνίθων τῶν χωρικῶν,
2836καὶ πολλαχοῦ οἱ κύνες πάλιν σώζουσι καὶ ταύτας ἀπὸ τοῦ
2837στομάχου τῶν χωροφυλάκων, οὓς ἀποτρέπουσι τῆς ἐφόδου
2838κατὰ τῶν ὀρνιθώνων.
2839§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2840κῶν). Οἱ εἰδικῶς παρεσκευασμένοι πρὸς κυνηγεσίαν κύνες
2841δὲν εἶναι κατάλληλοι πρὸς φύλαξιν· ὑπάρχουσί τινες, οἵτι-
2842νες ἔχουσι διπλῆν ἰδιότητα, καὶ ὡς πρὸς τούτους εἶπον, ὅτι
2843δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν ὡς κυνηγετικοί. Ἀλλὰ τί μοι
2844κατηγγέλθη, νομίζετε; ὅτι τινὲς τῶν ἐπαγγελλομένων τὸν
2845κυνηγὸν ἐν ταῖς πόλεσιν ἀπέστειλαν τοὺς κύνας των εἰς
2846χωρία παρακείμενα, ἔχοντα πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 1500
2847ψυχῶν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν φορολογίαν. Διὰ τούτους λοιπὸν,
2848τοὺς εἰδικῶς παρεσκευασμένους πρὸς κυνηγεσίαν κύνας, διέ-
2849ταξα νὰ φορολογηθῶσι. Προκειμένου δὲ περὶ κυνῶν πολυ-
2850τελείας, συνέβη νὰ ὑπάρχωσιν ἔν τισι χωρίοις οἰκήματα
2851ἀνήκοντα εἰς πλουσίους, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐκεῖ ἐπί τινα
2852χρόνον. Εὐθὺς ὡς ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἔστει-
2853λαν οὗτοι εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἐπαύλεις των τοὺς κύνας πο-
2854λυτελείας, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν φόρον τῶν κυνῶν. Ἐγὼ, ὁμο-
2855λογῶ, — τὸ εἶπον καὶ ὅτε εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
2856σχετικὸν νομοσχέδιον, — ἐγνώριζον, ὅτι ἡ φορολογία τῶν
2857κυνῶν θὰ δώσῃ χώραν καὶ εἰς σχόλια καὶ εἰς παράπονα. Εἰς
2858τὴν εἰσήγησιν τοῦ φορολογικοῦ τούτου μέτρου προῆλθον, διότι
2859πολλοὶ παρ’ ἡμῖν εὕρισκον ἀδικαιολόγητον τὴν ἀτέλειαν τῶν
2860κυνῶν. Ἤδη ὁμολογῶ, ὅτι μετενόησα, καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγον
2861λάβω τὴν πληροφορίαν, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ εἰσόδημα ἐκ τῆς
2862φορολογίας ταύτης, ἴσως λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νο-
2863μοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου, ἵνα μὴ πλέον
2864γίνηται λόγος περὶ φορολογίας τῶν κυνῶν.
2865§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐμμείνῃ ἐν τῇ μεταμελείᾳ
2866του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ τῷ ἀναφέρω
2867καὶ τί ἐγένετο εἴς τι χωρίον. Ἐὰν μεταβῆτε, Κύριοι, ἤδη, τὸν
2868μῆνα Ἰανουάριον, εἰς τὰ διάφορα χωρία τῆς Ἑλλάδος, θέλετε
2869ἴδει τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν δήμαρχον καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας
2870ἄλλας ἀρχὰς νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ καλύβης εἰς καλύβην, ἵνα
2871βεβαιώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κυνῶν. Εἰς ἓν χωρίον, συνι-
2872στάμενον ἀπὸ δεκαπέντε οἰκογενείας, μόλις οἱ χωρικοὶ ἔμα-
2873θον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μεταβαίνει, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς
2874τὸν εἰρηνοδίκην, πρὸς βεβαίωσιν τοιούτου φόρου, ἔδεσαν τε-
2875νεκέδες εἰς τὰς οὐρὰς τῶν κυνῶν, καὶ μόλις ἐπαρουσιάσθη ὁ
2876εἰρηνοδίκης, τοὺς ἄφησαν, ἐκεῖνοι δὲ ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον
2877φυγὴν (ἱλαρότης).
2878§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2879κῶν). Τί μετέβη νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς χωρίον συγκεί-
2880μενον ἐκ δεκαπέντε οἰκογενειῶν, ἀπαλλασσομένων τῆς φο-
2881ρολογίας;
2882§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετέβη διὰ τὴν φορολογίαν τῶν με-
2883γάλων ζῴων, ἀλλὰ κἄποιος, φαίνεται, εἶπεν εἰς τοὺς χωρι-
2884κοὺς ἐκείνους, ὅτι μεταβαίνει ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ
2885φόρου ἐπὶ τῶν κυνῶν, καὶ προέβησαν εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο,
2886κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἰδίᾳ ὁ εἰρηνο-
2887δίκης, ἐδείχθησαν μᾶλλον ὠκύποδες τῶν κυνῶν.
2888Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρατη-
2889ρήσω, ὅτι ἠσέβησαν πρὸς αὐτὸν αἱ ἀρχαί, αἱ παρασχοῦσαι
2890τὴν πληροφορίαν, ὅτι κυνηγοὶ ἐκ τῶν πόλεων ἀπέστειλαν τοὺς
2891κύνας των τοὺς κυνηγετικοὺς εἰς τὰ χωρία, πρὸς ἀποφυγὴν
2892τοῦ φόρου· διότι εἶναι ἀδύνατον εἷς κυνηγὸς ν’ ἀποχωρισθῇ
2893τοῦ κυνός του καὶ τὸν ἀποστείλῃ ἀλλαχοῦ.
2894§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε
2895δίκαιον, διότι οἱ περισσότεροι τῶν ἐν Ἀθήναις κυνηγῶν ἀπο-
2896στέλλουσι τοὺς κύνας των κατὰ τὸν χειμῶνα ἀλλαχοῦ.
2897§143ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
2898νὰ στέρξῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κυνῶν.
2899§144Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐγκύκλιον,
2900ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου.
2901§145ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Μπακόπουλε, δὲν σᾶς φαίνεται ἄχαρι
2902νὰ ὁμιλῆτε πρὸς τὰ καθίσματα;
2903§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Δὲν εἶμαι εὐχαριστη-
2904μένος νὰ ὁμιλῶ εἰς κενὴν αἴθουσαν· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιό-
2905τιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστεῖται νὰ
2906ἀκροᾶται μετὰ προσοχῆς τῆς ὁμιλίας μου, κολακεύομαι δὲ
2907νὰ πιστεύω, ὅτι, ὅπως καὶ ἄλλοτε, θέλει καὶ ἤδη μοὶ κάμει
2908τὴν τιμὴν νὰ εἰσακούσῃ τινὰς τῶν προτάσεών μου, θὰ παρα-
2909καλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τελειώσω τὴν ὁμι-
2910λίαν μου.
2911Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, οἱ ἐνοικιασταὶ
2912τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων ἔχουσι τὸ δι-
2913καίωμα νὰ ἐκδίδωσι—καὶ ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ
2914ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη, διότι φαίνε-
2915ται ὅτι ὁ ἐνοικιαστής, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς αὐτὸν ὅτι θὰ κατα-
2916στραφῇ, δὲν γνωρίζει τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἣν
2917ἀνέλαβεν,—ὁ ἐνοικιαστὴς λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ
2918τὸ ἄρθρον 6, νὰ ἐκδίδῃ μίαν διπλότυπον ἀπόδειξιν, διὰ τῆς
2919ὁποίας βεβαιοῦται ὁ φόρος· τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ἀποστέλ-
2920λει εἰς τὸν ἔφορον, καὶ ὁ ἔφορος εἰς τὸν ταμίαν πρὸς εἴσπρα-
2921ξιν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀμφιβάλλῃ τις, ὅτι εὑρίσκονται καὶ
2922ἐνοικιασταὶ ἔχοντες ὀλίγον ἐλαστικὴν τὴν συνείδησιν· τοῦτο
2923ἐγὼ γινώσκω ἐκ μακρᾶς πείρας, ἣν ἔχω ἐκ τῆς φορολογίας
2924τοῦ οἴνου. Οὕτω εἷς ἐνοικιαστὴς ἐκδίδει μίαν διπλότυπον
2925ἀπόδειξιν, δι’ ἧς βεβαιοῖ, ὅτι ἐγὼ π.χ. ἔσφαξα εἰς τὸν οἶκόν
2926μου ἕνα ἀμνόν. Νομίζετε ὅτι θέλω μεταβῆ εἰς δικηγόρον,
2927ἵνα ἀνακόψω τὴν διπλότυπον ταύτην ἀπόδειξιν καὶ διεξα-
2928γάγω δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως ἀποφύγω τὸν ἀδίκως ἐπι-
2929βληθέντα μοι φόρον τῆς μιᾶς δραχμῆς; Καὶ ἂν ἐγὼ δὲν
2930ἀποφασίζω νὰ πράξω τοῦτο, πῶς θὰ τὸ πράξῃ ὁ δυστυχὴς
2931χωρικός, ὁ ὁποῖος ὡς πρώτην δόσιν πρὸς τὸν δικηγόρον πρέ-
2932πει νὰ καταβάλῃ δύο δραχμὰς διὰ τὰ γραφικὰ καὶ τὴν ἐπί-
2933δοσιν τῆς ἀνακοπῆς; Θὰ πληρώσῃ λοιπὸν τὸν παράνομον
2934αὐτὸν φόρον, καὶ μόλις πληρώσῃ τὴν πρώτην ἀπόδειξιν, νέα
2935ἀπόδειξις διπλότυπος θὰ ἐκδοθῇ! Οὕτω λοιπὸν ἡ ἐνοικία-
2936σις εἶναι Πακτωλὸς πλουτισμοῦ, καὶ ὄχι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιό-
2937τιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πηγὴ ζημιῶν διὰ τοὺς ἐνοι-
2938κιαστάς.
2939Καὶ τοιοῦτοι, Κύριοι, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἐνοι-
2940κιασταί. Ἔχω πικρὰν πεῖραν ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν τῆς
2941φορολογίας τῶν οἴνων. Ὅλον δὲ τὸ σμῆνος αὐτὸ τῶν ἐνοι-
2942κιαστῶν τῶν οἴνων μετεφέρθη ἤδη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ
2943εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Βλέπετε λοι-
2944πὸν νὰ συλλαμβάνωνται καὶ νὰ φυλακίζωνται οἱ χωρικοὶ
2945αἰφνιδίως, χωρὶς νὰ ἔχωσιν εἴδησιν ὅτι ἐξεδόθη ἐναντίον
2946των διπλότυπος ἀπόδειξις. Ἐρωτῶ, τὴν στιγμὴν ἐκείνην
2947εἶναι δυνατὸν ὁ χωρικὸς νὰ μεταβῇ εἰς δικηγόρον, νὰ ἀνα-
2948κόψῃ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, νὰ τύχῃ ἀναστολῆς, νὰ ἐξέλθῃ
2949τῶν φυλακῶν, χωρὶς νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ἀπόδειξιν; Καὶ πό-
2950σας δαπάνας θὰ ὑποστῇ δι’ ὅλα ταῦτα!
2951Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
2952Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ πολὺ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως
2953καὶ εἰσπράξεως, καὶ, εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν τρίτην συζή-
2954τησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ διοργανώσῃ οὕτω τὰ τῆς εἰσ-
2955πράξεως τοῦ φόρου, ὥστε νὰ μὴ συμβαίνουν τὰ ἄτοπα αὐ-
2956τά, διὰ τὰ ὁποῖα θλίβονται ὅσοι ἀντιλαμβάνονται τῶν
2957δεινοπαθημάτων τῶν φορολογουμένων, τὰ ὁποῖα συμβαίνου-
2958σιν εἰς τὰς ἐπαρχίας· διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐν ταῖς
2959ἐπαρχίαις ζῶμεν ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, διαφορετικὰς ἐκείνων,
2960ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῆτε σεῖς ἐν Ἀθήναις. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει
2961νόμος, δὲν ὑπάρχει ἐξουσία, καὶ ἂν φανῇ ἀντιπρόσωπός τις
2962τῆς ἐξουσίας, ἔρχεται νὰ καταπιέσῃ, νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι
2963ἐξουσία καὶ ὄχι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ἔχων προορι-
2964σμὸν τὴν προστασίαν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, τοὺς ὁποίους
2965ἀπεκτήνωσαν τελείως διὰ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐνερ-
2966γοῦσιν ἐπ’ αὐτῶν.
2967Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου ἐπέμεινα, ἵνα τεθῇ
2968ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλληται εἰς
2969τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου νὰ ἔχωσιν ἀντιπροσώπους καθ’ ὅ-
2970λας τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία τῶν δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους
2971συμβαίνει νὰ ἦναι ἐνοικιασταί. Καὶ ἀνεγνώρισε μὲν τὸ ὀρ-
2972θὸν τῆς παρατηρήσεώς μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2973κῶν, καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι καθ’ ὅλα τὰ χωρία οἱ ἐνοικια-
2974σταὶ θὰ ἔχωσιν ἀντιπροσώπους, ἐὰν ὅμως λάβῃ τὴν κα-
2975λωσύνην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφό-
2976ρους τοῦ Κράτους, τίνες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαφόρων ἐνοι-
2977κιαστῶν τῶν διαφόρων δήμων ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ἑκάστου
2978δήμου, θέλει πληροφορηθῆ ὁποία καταπίεσις γίνεται πρὸς
2979βεβαίωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ. Καὶ τὴν καταπίεσιν ταύτην αὐ-
2980ξάνετε διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως θὰ κατα-
2981δείξω, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Προχθὲς ἐν Τριπόλει
2982ἀνέγνωσα ἔγγραφον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Μαντινείας πρὸς
2983τινα δήμαρχον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνήγγελλεν ὅτι ἀντιπροσώ-
2984πους τοῦ ἐνοικιασλοῦ εἰς τὸν δῆμον Κορυθίου διώρισε τρεῖς.
2985Ἀλλ’ ὁ δῆμος Κορυθίου σύγκειται ἀπὸ ὀκτὼ χωρία, καὶ
2986οἱ τρεῖς δὲ αὐτοὶ ἀντιπρόσωποι δὲν εἶναι κάτοικοι τοῦ δήμου
2987Κορυθίου, ἀλλ’ εἶναι κάτοικοι Τριπόλεως. Ὁ δυστυχὴς λοιπὸν
2988χωρικός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σφάξῃ ἕνα ἀμνὸν, πρέπει νὰ
2989μεταβῇ εἰς τὴν Τρίπολιν, κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, νὰ
2990πληρώσῃ τὴν δραμήν του, καὶ νὰ ἀπολέσῃ, διότι ἔσφαξεν ἓν
2991ζῷον, τρεῖς δραχμὰς διὰ τὸ ἡμερομίσθιόν του. Τοιοῦτος εἶναι
2992ὁ νόμος! Καὶ ἀντὶ τὸν νόμον αὐτὸν νὰ καταστήσητε ὀλιγώ-
2993τερον καταθλιπτικὸν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸν καθιστᾶτε
2994καταθλιπτικώτερον, ὡς θέλω δείξει ἀμέσως. Ἀντὶ λοιπὸν
2995αἱ καταθλίψεις αὗται νὰ παύσωσι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
2996νομοσχεδίου αὐξάνονται, καὶ αὐξάνονται κατὰ τρόπον, κύ-
2997ριε Ὑπουργέ, ὄχι πολὺ κοινοβουλευτικόν. Διότι, ἀφοῦ κατὰ
2998τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατωρθώθη νὰ δε-
2999χθῆτε τροποποίησίν τινα, καὶ τὴν ἐδέχθητε, θὰ μοὶ ἐπι-
3000τρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3001ἰσχύοντος ἤδη νόμου προὐτείνετο νὰ μὴ δύναται νὰ σφάξῃ
3002τις ζῷόν τι ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἢ τοῦ ἀστυνό-
3003μου ἢ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρέστησα
3004εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι
3005ὁ χωρικὸς πολλάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε ἐν
3006ἡμέρᾳ εἴτε ἐν νυκτὶ, νὰ σφάξῃ ζῷόν τι, ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρῃ
3007τὸν ἐνοικιαστήν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀρχῇ ἦτο ἐναντίος
3008τῆς γνώμης μου, ἀλλὰ κατόπιν ἐδέχθη αὐτὴν, ὅτε ἐπεκαλέ-
3009σθην τὴν συνδρομὴν τοῦ στομάχου του, καὶ τῷ ὑπέμνησα
3010ὅτι, ἐὰν συμβῇ νὰ περιοδεύσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ
3011μεταβῇ ἐν ὥρᾳ νυκτὸς εἰς φίλον τού τινα, ὁ φίλος ἐκεῖνος
3012βεβαίως θὰ θελήσῃ νὰ τὸν περιποιηθῇ, παραθέτων εἰς αὐτὸν
3013τροφήν· ἀλλ’ ἐν ταῖς κώμαις καὶ χωρίοις δὲν ὑπάρχουσι ξε-
3014νοδοχεῖα, οὔτε κρεοπωλεῖα, οὗ ἕνεκα ὁ ξενίζων τὸν κ. Ὑπουρ-
3015γὸν θὰ προσφύγῃ εἰς τὴν σφαγὴν ἑνὸς ζώου· ἠρώτησα λοι-
3016πὸν τότε, ἐρωτῶ καὶ ἤδη, ποῦ θὰ εὕρῃ τὸν ἐνοικιαστὴν
3017ἐκείνην τὴν στιγμὴν διὰ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον καὶ λάβῃ
3018τὴν ἄδειαν τῆς σφαγῆς; Τότε ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ
3019διασκευασθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, καὶ ἐν ἄρθρῳ 25 νὰ τεθῇ ἡ
3020διάταξις, καθ’ ἣν ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς πᾶς ὁ σφάζων
3021ζῷον, ἐὰν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σφαγῆς προσέλθῃ εἰς
3022τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ πληρώσῃ τὸν φόρον.
3023Ἐν τῇ πρώτῃ ἐκδόσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου
3024τὸ ἄρθρον 1 εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων
3025ζώων βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὰς ἑπομένας δια-
3026τάξεις.» Τὸ δὲ ἄρθρον 2 ὡς ἑξῆς: «Προκειμένου περὶ ζώων,
3027ἅτινα θὰ καταναλωθῶσιν ἐντὸς τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ἐσφάγησαν,
3028ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς σφαγῆς ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ἐνοικια-
3029στοῦ ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Ἡ ἄδεια αὕτη ἐκδίδε-
3030ται ἐπὶ τῇ προκαταβολῇ τοῦ φόρου... καὶ ἐπιδεικνύεται
3031κατὰ τὴν σφαγήν...» Ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, ἐὰν ἐγί-
3032νετο νόμος, θὰ ἐπέφερε σχεδὸν ἀποχὴν ἀπὸ τῆς κρεοφαγίας.
3033Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πρώτης ἐκδό-
3034σεως τοῦ νομοσχεδίου, μετ’ ἀπορίας μου εἶδον δευτέραν
3035καὶ τρίτην ἔκδοσιν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκ-
3036δοσιν ἡ διάταξις ἐκείνη παρελείφθη, καὶ μεταβάλλετο τὸ
3037ἄρθρον 1 ὡς ἑξῆς:
3038«Ὁ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΘʹ τῆς 9 Ἰουνίου 1899
3039περὶ φορολογίας τῶν ζώων ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν σφαζομέ-
3040νων ζώων φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν σφα-
3041γὴν μὲν τῶν ζώων, ὅταν ταῦτα πρόκειται νὰ καταναλωθῶ-
3042σιν ἐν ᾧ δήμῳ ἐσφάγησαν, ἐν τῷ τόπῳ δὲ τῆς καταναλώ-
3043σεως, ἂν τὰ ζῷα σφάζωνται πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανά-
3044λωσιν εἰς ἄλλον δῆμον.
3045» Δὲν ἐπιτρέπεται σφαγὴ ζώων πρὶν ἢ καταβληθῇ εἰς τὸ
3046Δημόσιον ἢ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος, ἐκτὸς ἐὰν πρόκει-
3047ται περὶ σφαζομένων ζώων πρὸς μεταφορὰν καὶ κατανάλω-
3048σιν εἰς ἄλλον δῆμον.»
3049Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τί ἐμπεριέχει; καταργεῖ τὴν εὐερ-
3050γετικὴν ἐκείνην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ἰσχύοντος νόμου,
3051τὴν ἐμπεριερχομένην ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, καὶ εἶναι
3052διάταξις αὐστηροτέρα τῆς διατάξεως, ἣν εἶχε τὸ νομοσχέ-
3053διον ἐν τῇ πρώτῃ ἐκδόσει αὐτοῦ. Τί λέγει ἡ δευτέρα παρά-
3054γραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα; Λέγει ὅτι δὲν
3055ἐπιτρέπεται ὁ κάτοχος τοῦ ζώου νὰ βάλῃ τὸ μαχαῖρι εἰς
3056τὸ ζῷόν του. Πότε δὲν ἐπιτρέπεται; Δὲν ἐπιτρέπεται πρὶν
3057ἢ καταβληθῇ ὁ φόρος.
3058Ὅ,τι λοιπὸν κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν
3059τοῦ νόμου, ἐπικαλεσθεῖσα τὴν συνδρομὴν τοῦ στομάχου τοῦ
3060κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καταστρέφεται τώρα διὰ
3061τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νομοσχεδίου. Δηλαδή, ἐὰν μετα-
3062βῆτε νύκτα εἰς ἕνα φίλον σας, καὶ ὁ φίλος σας ἐκεῖνος θε-
3063λήσῃ νὰ σφάξῃ σφάγιόν τι, ἵνα σᾶς ξενίσῃ, δὲν δύναται νὰ
3064τὸ σφάξῃ· διατί; διότι πρέπει νὰ γυρίσῃ χωριὰ καὶ βι-
3065λαέτια πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, νὰ πληρώσῃ τὸν
3066φόρον, νὰ λάβῃ ἄδειαν, καὶ τότε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν ἡ μά-
3067χαιρα μὲ τὸν λαιμὸν τοῦ σφαγίου, ἄλλως ὑφίσταται τὴν
3068ποινήν, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ νόμος. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ
3069νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅπως
3070κατασταθῇ ὁ νόμος ὄχι καταθλιπτικώτερος τοῦ ὑπάρχοντος
3071νόμου.
3072Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς τρίτης ἐκδόσεως τοῦ νομοσχεδίου
3073ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας οἱ οἰκόσιτοι χοῖροι. Ἀναφέρο-
3074μαι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βο-
3075ζίκης, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολο-
3076γίας καὶ τὰ οἰκόσιτα πρόβατα καὶ αἱ αἶγες, διότι ἀφοῦ
3077ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας οἱ οἰκόσιτοι χοῖροι, οἱ ὁποῖοι
3078καὶ κατὰ τὸ βάρος καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν εἶναι πολὺ μεγαλεί-
3079τεροι, διατὶ νὰ μὴ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας καὶ τὰ οἰκόσιτα
3080πρόβατα καὶ αἱ αἶγες, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ μικροτέρας ἀξίας
3081τοῦ οἰκοσίτου χοίρου;
3082Ἐκεῖ, ἔνθα ἔχω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι, εἶναι τὸ ἄρ-
3083θρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπανέρχονται
3084εἰς ἰσχὺν διατάξεις ποινικαὶ τοῦ παλαιοῦ περὶ φορολογίας
3085τῶν ζῴων νόμου, τοῦ καταργηθέντος διὰ τοῦ ἰσχύοντος νό-
3086μου· καὶ περὶ τούτου ἀρκούντως πειστικῶς καὶ ἐπιστημο-
3087νικῶς ὡμίλησεν ὁ φίλος μου κ. Βοζίκης, ὅστις ἀνέπτυξε τὸ
3088σφαλερὸν τῆς διατάξεως ταύτης, ἂν καὶ ἡ ἐπαρχία μου δὲν
3089ὠφελήθη τίποτε ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου,
3090διότι ἐκεῖ ὁ γραμματεὺς τοῦ Πταισματοδικείου ἐφαρμόζει
3091τὸν νόμον ὅπως τὸν ἐννοεῖ, καὶ ὡς τὸν ἐφαρμόζουν οἱ ἄχρι
3092τοῦδε προϊστάμενοι αὐτοῦ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἄλλως ἐφαρ-
3093μόζει τὸν νόμον ὁ πταισματοδίκης, ὁ πρὸ ὀλίγου μετατε-
3094θεὶς ἐκεῖ, καὶ ἄλλως ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν
3095λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ πρὸς
3096τοῦτο ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω πρὸ ἡμερῶν πληροφορίας
3097παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας εὐηρε-
3098στήθη νὰ καταθέσῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ αὐτῶν
3099θέλω καταδείξει τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων.
3100Τοῦτο θέλει πιστοποιηθῆ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.
3101Κύριοι, κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν
3102ζῴων (ἄρθρ. 95–126) τιμωροῦνται οἱ παραβάται τοῦ νό-
3103μου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου.
3104Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Ἄρθρον 108. Ὡς
3105μάρτυρες ἀναγκαῖοι πρὸς ἀπόδειξιν τῆς παραλείψεως καλοῦν-
3106ται πλὴν τῶν ἄλλων καὶ οἱ συντάξαντες τὸν κατὰ τὸ ἄρ-
3107θρον 102 πίνακα καὶ οἱ προταθέντες ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ ἄρ-
3108θρον 107 καταγγείλαντος τὴν παράλειψιν.» (Διάλογοι). Ἐγὼ
3109καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου σᾶς παρεκάλουν νὰ δε-
3110χθῆτε καὶ ἐδέχθητε, ὅπως αἱ ἀποφάσεις τοῦ πταισματοδίκου
3111ὑπόκεινται εἰς ἀνακοπὴν, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα, ἅτινα
3112συνέβαινον ἐκ τῆς παρερμηνείας τοῦ παλαιοῦ νόμου, κατὰ
3113τὸν ὁποῖον μάρτυρες καλοῦνται ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου
3114πρὸς ὑποστήριξιν κατηγορίας τινὸς οἱ συντάξαντες τὴν ἀπο-
3115γραφὴν καὶ λοιποὶ, καὶ ἂν δὲν ἔλθουν οἱ μάρτυρες, ἀνα-
3116βάλλεται ἡ δίκη ἐπὶ 8 ἡμέρας, καὶ ἂν καὶ τότε δὲν προσ-
3117έλθουν, ἐκδίδεται ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις
3118τοῦ νόμου. Ἀλλὰ λαμβάνουν εἴδησιν οἱ χωρικοὶ, ὅπως σπεύ-
3119σωσι νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου καὶ ἐν ᾗ περι-
3120πτώσει καλοῦνται; Ἀλλ’ ἐχόντων πεποίθησιν τῶν χωρικῶν
3121περὶ τῆς ἀθωότητός των, τίς τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ προσέλθουν
3122ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου, προσκομίζοντες καὶ μάρτυρας
3123ὑπερασπίσεως, ἀφοῦ εἰσι πεπεισμένοι, ὅτι δὲν θέλει ἀποδει-
3124χθῆ ἡ κατηγορία; Ὀφείλει λοιπὸν ὁ πταισματοδίκης νὰ ἐξε-
3125τάσῃ τοὺς ἀναγκαίους μάρτυρας, καὶ ἂν ἐκ τῶν μαρτυριῶν
3126ἐκείνων ἀποδεικνύεται ἡ ἐνοχὴ τῶν κατηγορουμένων, τότε
3127νὰ τοὺς καταδικάσῃ· ἀλλ’ οἱ ἄχρι τοῦδε πταισματοδίκαι,
3128πλὴν τοῦ νῦν ὑπάρχοντος, κριτικωτέρου τῶν προκατόχων του
3129καὶ νοοῦντος τὸν νόμον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως ἐκήρυξαν
3130ἐνόχους πάντας τοὺς ἐρήμην δικαζομένους. Τοῦτο δὲ πιστοῦ-
3131ται ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ.
3132Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ ὧν ἐξάγεται (ἀναγινώ-
3133σκει): «Πίναξ ἐμφαίνων τὰς ἐκδοθείσας ὑπὸ τοῦ Πταισμα-
3134τοδικείου Τριπόλεως ἐρήμην ἀποφάσεις ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐ-
3135γούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1899, ἀφορώσας παραβά-
3136σεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζῴων.» Ἐκδοθείσας
3137ἐρήμην ἀποφάσεις, διότι μόνον περὶ τῶν ἐρήμην ἀποφά-
3138σεων πρόκειται· εἰς τὰς κατ’ ἀντιμολίαν ἐμφανίζεται ὁ κα-
3139τηγορούμενος, καὶ μετὰ τὴν ἀπολογίαν του ἐξαρτᾶται ἐκ
3140τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ νὰ τὸν κηρύξῃ ἔνοχον ἢ ὄχι· ἀλλ’ ἐπὶ
3141τῶν ἐρήμην, ἄνευ τῶν μαρτύρων τῶν θεωρουμένων ἀναγκαίων
3142ὑπὸ τοῦ νόμου, ὁ πταισματοδίκης ὀφείλει, τὴν μὲν πρώτην
3143δικάσιμον νὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην, ἐὰν οἱ μάρτυρες δὲν προσ-
3144έλθωσιν, ἀλλὰ τὴν δευτέραν νὰ κηρύξῃ ἀθῶον τὸν κατηγο-
3145ρούμενον, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ ἡ κατηγορία διὰ τῆς ἐξετάσεως
3146τῶν ἀναγκαίων μαρτύρων. Καὶ ὅμως τί ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ
3147πίνακος τούτου; (ἀναγινώσκει): «Ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις
3148ἐρήμην τέσσαρες, ἀριθ. 4, καταδικαστικαὶ 365». Τριακοσίας
3149ἑξήκοντα πέντε καταδικαστικὰς ἀποφάσεις εἰς τρίμηνον χρο-
3150νικὸν διάστημα ἐξέδωκε μόνον ὁ γραμματεὺς τοῦ Πταισμα-
3151τοδικείου Τριπόλεως ἀπέναντι τεσσάρων ἀθωωτικῶν! Καὶ
3152δυνάμει τίνων ἀποδεικτικῶν μέσων ἐξεδόθησαν αἱ καταδικα-
3153στικαὶ αὗται ἀποφάσεις; Ἀκούσατε τί γράφει εἰς τὸν πίνακα:
3154«Αἱ πλεῖσται τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ἐξεδόθησαν ὡς
3155ἐκ τῆς μὴ ἐμφανίσεως τῶν κατηγορουμένων κατά τε τὴν πρώ-
3156την συζήτησιν καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν ἑτέραν συζήτησιν μετ’ ἀνα-
3157βολὴν ἐπὶ 8 ἡμέρας, συμφώνως τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 110
3158τοῦ ΒΠʹ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων, τινὲς δ’ ἐξεδό-
3159θησαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μαρτυριῶν.» Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ,
3160Κύριοι, τί ἐγένετο μὲ τὸν νόμον αὐτὸν, σᾶς ἀναφέρω ὅτι
3161ἤμην αὐτόπτης εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅτε δῆμός τις τῆς ἐπαρ-
3162χίας μου ὁλόκληρος, σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, 800 περίπου
3163ἄνθρωποι, —καὶ αὐτὸν τὸν δῆμον ἀφορᾷ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
3164ἡ σημείωσις αὕτη—ὁ δῆμος Βαλτετσίου, ἤχθη ἐνώπιον τοῦ
3165πταισματοδίκου ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας
3166τῶν ζώων. Λαμβάνω εἰδοποίησιν καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ Πται-
3167σματοδικεῖον, καὶ παριστῶ εἰς τὸν κ. πταισματοδικεύοντα
3168καὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὅτι ὀφείλουν νὰ ζητήσουν τὰ ἀποδει-
3169κτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ ὁ ὁποῖος νόμος εἶχε
3170καταργηθῆ...
3171§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ;
3172§148ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μετὰ τὴν δημοσίευσιν...
3173Παρέστησα ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἰσχύει.
3174§149Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως!
3175§150ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἂς κάμουν ἀναίρεσιν», μοὶ ἀπαντᾷ
3176ὁ πταισματοδίκης. Ἀλλὰ διὰ νὰ κάμουν ἀναίρεσιν, θέλουν 50
3177δραχμὰς διὰ παράβολον. Ἐφαρμόζεται δὲ ὁ νόμος αὐτὸς
3178χωρὶς νὰ πρέπῃ. Μεταβαίνω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, παριστῶ
3179εἰς αὐτὸν τὴν κατάστασιν, καὶ ποῖος νόμος ἐφαρμόζεται καὶ
3180πῶς ἐφαρμόζεται. Ὁ Εἰσαγγελεὺς καλεῖ τὸν πταισματοδίκην
3181ἰδιαιτέρως εἰς τὸ δωμάτιον... ἀγνοῶ τί εἶπον, ἀλλ’ ὁ πται-
3182σματοδίκης ἐξηκολούθησε νὰ ἐφαρμόζῃ, ὡς ἐφήρμοζε, τὸν
3183καταργηθέντα νόμον, ἐκδοὺς 365 καταδικαστικὰς ἐρήμην
3184ἀποφάσεις, αἵτινες δὲν ἐπιδέχονται καὶ ἀνακοπήν.
3185Μὴ νομίσητε ὅμως, ὅτι ἐτερματίσθησαν τὰ δεινοπαθήματα
3186τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Βαλτετσίου, διότι ὅ,τι ἔπαθον ἦτο
3187τὸ πρῶτον χέρι, καὶ κατὰ τὸν πίνακα τῆς ἀπογραφῆς τῶν
3188ζώων, ὅσοι δὲν ἐδήλωσαν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Πταισματοδι-
3189κεῖον εἰς τὰς 5 Ὀκτωβρίου π. ἔ. νομίζω, καὶ ἄλλοι μὲν
3190ἠθωώθησαν, ἄλλοι δὲ κατεδικάσθησαν· ἀλλ’ ὁ ἀστυνομεύων
3191ἐκεῖ λοχίας τοῦ πεζικοῦ παραλαμβάνει δύο χωροφύλακας καὶ
3192ἐνεργεῖ νέαν ἀπαρίθμησιν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἱ κατα-
3193δικασθέντες ἢ ἀθωωθέντες, σύρονται πάλιν ἐνώπιον τοῦ πται-
3194σματοδίκου, ὅτι παρέβησαν τὸν αὐτὸν νόμον, Κύριοι, καὶ
3195κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν! Ὁ πταισματοδίκης ἐκήρυξεν ἄκυ-
3196ρον τὸ κατηγορητήριον διὰ τυπικοὺς λόγους, καὶ ὁ ἀστυνο-
3197μεύων, θυμωθεὶς διότι ὁ πταισματοδίκης τῷ προσέβαλε τὸ
3198κατηγορητήριον, εἶπε: «καλά! θὰ ἰδῆτε τί θὰ πάθητε!» Καὶ
3199ἤδη ἐκτελῶν τὴν ἀπειλήν του, εἰσάγει αὐτοὺς εἰς τὰς 18 Φε-
3200βρουαρίου ἐ. ἔ., καὶ οὕτω πάλιν ὁ δῆμος ἐκεῖνος διὰ τὴν αὐ-
3201τὴν παράβασιν καλεῖται νὰ δικασθῇ ἐκ νέου ἄνευ νόμου. Καὶ
3202ποῦ νομίζετε ὅτι εὑρίσκονται ἤδη οἱ κατηγορούμενοι ἐκεῖνοι;
3203Οὐδεὶς, οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ, μένει εἰς τὸν δῆμον Βαλ-
3204τετσίου· ἅπαντες εἶναι εἰς τὸν Πόρον, εἰς τὸ Κρανίδι καὶ εἰς
3205ἄλλα παραχειμάδια. Βεβαίως, συνεπείᾳ τῆς νομολογίας, ἣν
3206ἀνέφερα, θέλουσι καταδικασθῆ ἐρήμην, καὶ χιλιάδας δραχ-
3207μῶν ἔχει νὰ ἐνθυλακώσῃ ὁ λοχίας τοῦ πεζικοῦ, ὁ συντάξας
3208τὴν τοιαύτην δευτέραν ἀπογραφήν!
3209Ταῦτα παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν
3210Οἰκονομικῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προϊ-
3211στάμενος τῆς ἀστυνομίας, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης,
3212καὶ νὰ δώσητε τὰς δεούσας διαταγὰς, διότι εἶναι ἀπόκλη-
3213ρος ὁ δῆμος ἐκεῖνος, νὰ δώσητε διαταγὴν εἰς τὸν πταισμα-
3214τοδίκην, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ νόμον καταρ-
3215γηθέντα, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον μάλιστα.
3216Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις,
3217καὶ ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἐδῶ περὶ ἐλευθεριῶν καὶ Συντάγματος,
3218ἐνῷ ἀκολασταίνουσιν αἱ διάφοροι ἀρχαὶ εἰς βάρος τοῦ ἑλλη-
3219νικοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ εὑρίσκηται ὁ ὑπεύθυνος!
3220Εἰς τὰς 18 Φεβρουαρίου δὲ εἰσάγεται εἰς τὸ Πταισματο-
3221δικεῖον ὁλόκληρος ὁ δῆμος Βαλτετσίου, σᾶς βεβαιῶ, γυναῖκες
3222καὶ ἄνδρες. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ζητήσω δι’ ἐπε-
3223ρωτήσεως πάλιν τὰ ὀνόματα τῶν κατηγορουμένων....
3224§151ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῦ ἐκοινοποιήθησαν τὰ κλητήρια, ἀφοῦ
3225ἀπουσιάζουσι πάντες;
3226§152ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἷς χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος μεταβαί-
3227νει εἰς τὴν οἰκίαν ἑκάστου καὶ ἐπιδίδει τὸ κλητήριον. Μήπως
3228ζητεῖ ὁ πταισματοδίκης ἐπιδοτήρια; Ἔχει ἕνα κατάλογον,
3229ἐκφωνεῖ ὀνόματα καὶ ἐκδίδει ἀποφάσεις! Διατὶ νὰ προσκληθῇ
3230ὁ κατηγορούμενος νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπολογηθῇ; Ἀπολογούμενος,
3231ὑπάρχει κίνδυνος ν’ ἀθωωθῇ. Συμφέρον ἔχει καὶ ὁ πταισμα-
3232τοδίκης καὶ ὁ ἔφορος νὰ καταδικάζηται, διότι τὴν μερίδα
3233τοῦ λέοντος ἐκ τῶν ποινῶν τὴν λαμβάνουσιν αὐτοί.
3234§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν κλητεύονται ποσῶς· ἐπιδί-
3235δονται εἰς ξένους τὰ κλητήρια!
3236§154ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα λοιπὸν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ
3237ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ
3238τὸν παρακαλῶ νὰ διαγράψῃ τὸν ἄρθρον αὐτό· δὲν ἔχει δὲ
3239τὸ Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ τίποτε, διότι ὁ φόρος τοῦ 1899
3240ἐβεβαιώθη. Ἐὰν ἀπειθεῖς τινες δὲν ἐδήλωσαν, οὗτοι εἶναι
3241ἐλάχιστοι· ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν στατιστικὴν
3242τῶν διαφόρων ἀποφάσεων τῶν πταισματοδικῶν, τῶν ἐκδο-
3243θεισῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου μέχρι τῆς καταργήσεως
3244αὐτοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι ἐλάχιστοι κατεδικάσθησαν, καὶ οἱ πλεῖ-
3245στοι μάλιστα τούτων κατεδικάσθησαν διότι δὲν ἔλαβον τὴν
3246εὐκαιρίαν ν’ ἀπολογηθῶσι.
3247Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συναινέσητε εἰς τὴν
3248διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
3249καιοσύνης νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν πταισματοδίκας νὰ μὴ
3250ἐφαρμόζωσι νόμον καταργηθέντα καὶ μὴ δυνάμενον ν’ ἀνα-
3251ζήσῃ. Εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη πάντων τῶν φιλοσοφούντων
3252περὶ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον καὶ πάντων τῶν ἑρμηνευόντων
3253τοὺς ποινικοὺς νόμους. Κατ’ αὐτοὺς, ἐὰν διάφορος νόμος
3254ἰσχύῃ κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος, διάφορος ἐν τῷ
3255μεταξὺ καὶ διάφορος κατὰ τὴν δίκην, ἰσχύει ὁ ἐπιεικέστε-
3256ρος. Ἀφοῦ λοιπὸν κατηργήθη τελείως ὁ νόμος αὐτὸς, δὲν
3257δύνασθε νὰ τὸν ἐπαναφέρητε εἰς ἰσχὺν, δὲν δύνασθε νὰ ζητή-
3258σητε ποινικὴν εὐθύνην δι’ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ με-
3259ταξὺ, ἤτοι ἀπὸ τῆς τελέσεώς των ἄχρι τῆς ἐκδικάσεώς των,
3260ἔμενον ἀνέγκλητα καὶ δὲν τιμωροῦνται. Διὰ τοῦτο ἤθελον
3261παρακαλέσει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ νομοσχεδίου,
3262καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας νὰ μὴ εἰσπρά-
3263ξωσι τὰ ἐκ τοιούτων ἀποφάσεων ἐπιβληθέντα πρόστιμα.
3264Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔσχον τὴν
3265τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
3266κῶν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνωνται δύο δημοτικοὶ φόροι,
3267φόρος εἰσφορᾶς καὶ φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων. Εἶναι δὲ τοσοῦτον
3268ἐπαισθητὴ ἡ πληρωμὴ τοῦ διπλοῦ τούτου φόρου, διότι συμ-
3269βαίνει νὰ εἰσπράττωνται εἰς τὰς πόλεις ταὐτοχρόνως, καὶ
3270ὁ δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων εἰσπράττεται λίαν σκαν-
3271δαλωδῶς, οὐχὶ κατ’ ἀξίαν 2%, ὅπως ὁ δημοτικὸς νό-
3272μος λέγει, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς τὰ Συμβούλια ψηφίζουσι
3273καὶ οἱ νομάρχαι ἐπικυροῦσι νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος οὗτος
3274κατὰ κεφαλήν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν θέλετε, ἂς ψηφισθῇ ἡ δημο-
3275τικὴ εἰσφορά, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς ἄλλος τὸ δικαίωμα
3276νὰ ἐνοχλήσῃ τὸν εἰσάγοντα εἰς μίαν πόλιν ἓν σφάγιον, ἀφοῦ
3277πρόκειται κατὰ τὴν σφαγὴν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τὸν δη-
3278μοτικόν.
3279Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ
3280νομοσχεδίου τῆς δευτέρας ἐκδόσεως ὑπῆρχον διατάξεις 2, 3
3281καὶ 4, αἱ ὁποῖαι ἐκανόνιζον τὴν δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν
3282ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως.
3283Τότε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
3284τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκτελέσεως τοιαύτης
3285δικονομίας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ δεχθῇ
3286τὴν γνώμην μου, καὶ ἐδήλωσε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συν-
3287αινεῖ νὰ διαγραφῶσι τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4.
3288Ἀλλ’ ὅπως ἔχει ἤδη ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, δύ-
3289ναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δικονομία αὕτη,
3290χωρὶς νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρεξηγηθῇ
3291ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἤθελε παραβιάσει τὸν νό-
3292μον, ὅπως ἤδη, ὅτε οὐ μόνον παρεξηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργός,
3293ἀλλὰ καὶ ἐλέγχεται ὡς παρανομήσας διὰ τοῦ Β. Διατάγ-
3294ματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· διότι,
3295ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν σφα-
3296ζομένων, διὰ τοῦ διατάγματος μετατρέπεται ὁ φόρος ἐπὶ
3297τῶν σφαζομένων εἰς φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως.
3298Καὶ διατὶ τρέχομεν τὸν κίνδυνον, τὴν χαρὰν τὴν ὁποίαν
3299ᾐσθάνθημεν, ὅτε συνῄνεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαγράψῃ τὰ
3300ἄρθρα 3 καὶ 4, νὰ τὴν χάσωμεν, εἰς εὐκαιρίαν μάλιστα,
3301κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν τοῦτο;
3302Διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου θεσπίζεται, ὅτι «διὰ
3303Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ
3304παρόντος νόμου». Δύναται λοιπὸν διὰ τοῦ διατάγματος νὰ
3305εἴπῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται μὲν διὰ τοῦ νόμου φόρος καταναλώ-
3306σεως, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ, πῶς βεβαιοῦται ὁ φόρος τῆς κατανα-
3307λώσεως· καὶ δύναται νὰ διατάξῃ, ὅτι ὁ θέλων νὰ μεταφέρῃ
3308σφάγιον ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὸν
3309ἐνοικιαστὴν, νὰ λάβῃ ἄδειαν καὶ νὰ δώσῃ καὶ ἐγγύησιν, ἣν
3310εἶχεν εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, ἀξιόχρεων μάλιστα ἐγ-
3311γύησιν. Δύναται νὰ ᾖναι ἐγγυητὴς ὁ κ. Σκουζὲς, ἢ ὁ κ. Κα-
3312ραπάνος, καὶ ὁ κ. ἀστυνόμος δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐγγυη-
3313τὴς εἶναι ἀφερέγγυος! Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὰ τοῦ νόμου ἔχου-
3314σιν ἤδη κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἡ ἀντίφασις τοῦ
3315Β. Διατάγματος πρὸς τὸν νόμον διορθοῦται διὰ τοῦ νομο-
3316σχεδίου τούτου, τὸ ἄρθρον 8 πρέπει νὰ διαγραφῇ, τοσούτῳ
3317μᾶλλον, καθόσον δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἦσθε Ὑπουργὸς τῶν
3318Οἰκονομικῶν ὑμεῖς μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου· δυνατὸν
3319νὰ ἔλθῃ ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀνάγκην φόρων, καὶ νὰ ἁρ-
3320πάζῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον αὐτούς. Τὸ ἄρθρον 8 λοιπὸν
3321ἐπιμένω νὰ διαγραφῇ. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 7, κατὰ τὸ
3322ὁποῖον «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον
3323καταργεῖται», διότι καταργεῖται διὰ τῆς αὐτῆς διατάξεως
3324καὶ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύον-
3325τος, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶς ὁ σφάζων ζῷα ἔχει τὸ δικαίωμα
3326ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ προσέρχηται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν
3327καὶ νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον, ὅτε ἀπαλλάσσεται πάσης
3328ποινῆς.
3329§155Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καταργεῖται δυνάμει τῆς δευτέρας παρα-
3330γράφου τοῦ ἄρθρου 1.
3331§156ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δύ-
3332ναται νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν καταργεῖται, καὶ ὅτι τοιοῦτον
3333ἢ τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὅταν νομο-
3334θετῆται ὅτι «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα
3335νόμον καταργεῖται», βεβαίως καταργεῖται αὐτό.
3336Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐλλιπὲς μόνον
3337ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν τῶν σφαζομένων ζώων; Θὰ μοὶ
3338χαρίσητε τὴν προσοχήν σας, ἵνα καταδείξω καὶ ἄλλας ἀτε-
3339λείας αὐτοῦ, πιστοποιουμένας κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον,
3340ὅπως λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
3341κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τὸ νομίσῃ
3342πρέπον, καὶ διορθώσῃ αὐτάς...
3343§157ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἐξα-
3344κολουθήσητε ἐπὶ πολὺ, κύριε συνάδελφε.
3345§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειώνω... Ὅσοι εὐηρεστήθητε,
3346Κύριοι, ν’ ἀκολουθήσητε τὴν συζήτησιν τοῦ μεταρρυθμιζο-
3347μένου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νόμου, βεβαίως θὰ
3348ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ τότε παρέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
3349Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ προπληρωμὴ τοῦ φόρου,
3350διότι κατὰ τὸν νόμον, πᾶς ὁ δηλῶν ζῶντα ζῷα, ἤτοι ἵππους,
3351ἡμιόνους, καμήλους καὶ ἐν γένει τὰ μὴ εἰς βρῶσιν ὑπαγόμενα
3352ζῷα, πρὶν ἢ ἐγχειρίσῃ τὴν δήλωσίν του εἰς τὴν Δημαρχίαν
3353ὀφείλει νὰ ἐκδράμῃ ἀνὰ κώμας καὶ χωρία, νὰ ἀνεύρῃ δη-
3354μόσιον εἰσπράκτορα ἢ ὑποταμίαν, νὰ προπληρώσῃ τὸν φό-
3355ρον, νὰ πιστοποιηθῇ κάτωθι τῆς δηλώσεως ἡ προπληρωμὴ,
3356καὶ τότε δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὸν δήμαρχον νὰ δεχθῇ τὴν δή-
3357λωσιν ταύτην. Παρέστησα τὸ ἀδύνατον τοῦ πράγματος εἰς
3358τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς
3359μοὶ παρέστησεν, ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον κατὰ τὸν χρόνον τῆς
3360δηλώσεως θὰ ἦναι εἰσπράκτωρ. Εἰσπράκτωρ ὅπου ὑπάρχει
3361ὑποταμεῖον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ, διότι οὐδὲν κέρδος
3362ἔχει. Τί δὲ συνέβη συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ταύτης; Εἰς τὴν
3363ἐπαρχίαν μου, Κύριοι, εἶναι δύο ὑποταμεῖα, τὸ ὑποταμεῖον
3364Τριπόλεως, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπάγονται ἑπτὰ
3365δῆμοι, καὶ τὸ ὑποταμεῖον Ὀρχομενοῦ, εἰς ὃ ὑπάγονται τρεῖς
3366δῆμοι. Ὁ ὑποταμίας Τριπόλεως ἔχει διορίσει ὄντως ἑπτὰ
3367εἰσπράκτορας, δηλαδὴ ἕνα εἰσπράκτορα εἰς ἕκαστον δῆμον·
3368ἀλλ’ οἱ εἰσπράκτορες ἐκεῖ οὐδέποτε ἢ σπανιώτατα μεταβαί-
3369νουσι πρὸς εἴσπραξιν εἰς τὸν δῆμον, διότι δὲν ἔχουσι κανὲν
3370κέρδος· τὸ ¼ τῶν ποσοστῶν λαμβάνουσιν ἄνευ μισθοῦ. Πῶς
3371εἰσπράττονται λοιπὸν οἱ φόροι; δι’ ἐνταλμάτων συλλήψεως,
3372τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ὁ ὑποταμίας ἐκ τοῦ γραφείου του· τρέ-
3373χουσιν οἱ χωροφύλακες πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ ἰδοὺ ὁ λό-
3374γος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπασχολεῖται ὁλόκληρος ἡ δημοσία δύ-
3375ναμις πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ὑποτα-
3376μεῖον Ὀρχομενοῦ, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπάγον-
3377ται 3 δῆμοι, ὁ τοῦ Ὀρχομενοῦ, ὁ τῆς Μαντινείας καὶ ὁ τῶν
3378Νάσων, δὲν ὑπάρχει εἰσπράκτωρ. Τί συμβαίνει λοιπόν;
3379Ἕδρα τοῦ ὑποταμείου Ὀρχομενοῦ εἶναι τὸ Λεβίδιον, ἀπέχον
3380τῆς Τριπόλεως 6 ὥρας. Ὁ δῆμος Μαντινείας ἀπὸ τοῦ δήμου
3381Ὀρχομενοῦ ἀπέχει 4 ὥρας· ὁ ὑποταμίας Ὀρχομενοῦ ἐκδί-
3382δει ἐντάλματα συλλήψεως, οἱ χωροφύλακες συλλαμβάνουσι
3383τοὺς ἀγρότας ἐκείνους καὶ τοὺς ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν Τρίπολιν·
3384μεταβαίνουσιν οὗτοι εἰς τὸν ταμίαν, νὰ πληρώσουν, ἀλλ’ οὗτος
3385λέγει ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος· μεταβαίνουσιν εἰς τὸν ὑποταμίαν,
3386ἀναρμόδιος ὁ ὑποταμίας! Οὕτως ὁ δυστυχὴς φορολογούμενος
3387ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἐφίππου βοηθοῦ, ἵνα μεταβαίνῃ εἰς Λεβίδιον
3388καὶ πληρόνῃ τὸν φόρον, τὴν πληρωμὴν τοῦ ὁποίου οὐδέποτε
3389ἠρνήθη. Ἀλλὰ τὸν δέχεται ὁ ὑποταμίας νὰ πληρώσῃ; Πὺξ
3390καὶ λὰξ ἐξεδιώχθησαν οἱ φορολογούμενοι Μαντινείας, οἱ
3391μεταβάντες εἰς Λεβίδιον πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν
3392ζώων! Διατί; Διότι βαρύνεται ὁ κ. ὑποταμίας νὰ ἐκδίδῃ
3393γραμμάτια διὰ μίαν ἢ δύο δραχμάς! Προχθὲς, τὸ Σάββατον,
3394ἕνεκα ὑποθέσεώς μου μὴ ἐπιδεχομένης ἀναβολὴν, ἠναγκάσθην
3395νὰ μεταβῶ εἰς Τρίπολιν, μὴ γνωρίζοντες δὲ οἱ κάτοικοι
3396Μαντινείας, ὅτι ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν Τριπόλει, μοὶ ἔπεμψαν εἰς
3397Ἀθήνας τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ.
3398Ὑπουργόν. Τὸ ἐκράτησα, διότι προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσω
3399ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐνόμισα ἐπίκαιρον νὰ τὸ
3400ἐγχειρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ λεκτι-
3401κόν του χρῄζει ὀλίγης διασκευῆς, ἀλλὰ τὸ νόημά του εἶναι
3402ἀκριβέστατον (ἀναγινώσκει):
3403«Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, Ἀθήνας.—Δῆμος Μαντινείας
3404τυραννεῖται πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως... καὶ παρακαλοῦ-
3405μεν νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὸ ὑποταμεῖον Τριπόλεως κλπ.»
3406Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὅπερ ἐγχειρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
3407γόν, φέρει ὑπογραφὰς τῶν πρώτων οἰκοκυραίων τοῦ δήμου
3408ἐκείνου. Εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅταν ἔρχωνται οἱ χωρικοί, δὲν
3409ἔρχονται μόνον διὰ νὰ πληρώσουν φόρον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας
3410ἐργασίας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συ-
3411στήσῃ εἰς τὸν κ. ὑποταμίαν Ὀρχομενοῦ νὰ μὴ ἦναι τόσον
3412πλεονέκτης, καὶ νὰ προσλάβῃ καὶ εἰσπράκτορα· ἄλλως ὁ δῆ-
3413μος Μαντινείας νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ ὑποταμεῖον Τριπόλεως...
3414§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
3415κῶν). Πρώτην ἤδη φορὰν περὶ τοῦ ὑποταμίου ἐκείνου μοὶ
3416δίδεται ἀφορμή.
3417§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· διότι εἴχετε ὑποσχεθῆ νὰ
3418μεταβάλητε τὸ ταμιακὸν σύστημα.
3419§161ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον· εἴπετε
3420συγχρόνως, ὅτι αὐτὸς ἀπεδίωξε τοὺς φορολογουμένους.
3421§162ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἦλθον πρὸς ἐμὲ χωρι-
3422κοί, ἵνα καταγγείλωσι τὸν ὑποταμίαν, δὲν ἐγνώριζον ὅμως
3423τὸ ὄνομά του· τοὺς ἔστειλα νὰ μοὶ φέρωσι τὸ ὄνομα, ἀλλὰ
3424δὲν ἐπανῆλθον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ οὐδὲ τὸν γνωρίζω κἄν,
3425ἀλλὰ ταῦτα μοὶ κατηγγέλθησαν ὑπὸ πολλῶν.
3426Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
3427μικῶν, ἐπειδὴ εἶναι δυσχερεστάτη ἡ προπληρωμὴ τοῦ φόρου,
3428νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα, ὥστε ἢ μετὰ τὴν βεβαίωσιν νὰ
3429εἰσπράττηται, ἢ νὰ δώσῃ μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας
3430νὰ πληρόνηται ὁ φόρος, ἄλλως νὰ θεωρῆται ἄκυρος ἡ δή-
3431λωσις...
3432§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
3433κῶν). Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος διορθώσεως.
3434§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι... Διότι εἶναι ἀδύνατον διὰ
3435μίαν δραχμὴν νὰ τρέχῃ ὁ ἀγρότης πρὸς εὕρεσιν εἰσπράκτο-
3436ρος διὰ τὰ ζῷά του, ἢ ἐνοικιαστοῦ διὰ τὰ σφάγια, ὅστις ἐνοι-
3437κιαστὴς πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους εἰς ὅλα τὰ χωρία.
3438Ἄλλως νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς ποινὰς οἱ παραβαίνοντες τὸν
3439νόμον τοῦτον.
3440Ἐν ἄρθρῳ 17 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁρίζεται, ὅτι «ὁ δή-
3441μαρχος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, συνερχόμενοι ἐντὸς τοῦ πρώτου
3442δεκαπενθημέρου τοῦ ἐπιόντος μηνὸς Ἰανουαρίου,... σημειοῦ-
3443σιν εἰς τὴν στήλην τῶν παρατηρήσεων τῶν βιβλίων μετα-
3444γραφῆς δηλώσεων ἰδίας παρατηρήσεις περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς
3445δηλώσεως, ἰδίᾳ δὲ περὶ τῶν ἐλλιπῶς δηλωσάντων τὰ φορο-
3446λογητέα ζῷά των, κάτωθεν δὲ τοῦ βιβλίου τοὺς μηδόλως
3447δηλώσαντας τὰ ζῷά των...» κλπ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δεκαπεν-
3448θήμερον τοῦτο ἀποβῇ ἄπρακτον, ὁ Α δὲ κάτοχος ζώων δὲν
3449καταγγελθῇ, ὅτι παρέλειψε νὰ δηλώσῃ τὰ ζῶα αὑτοῦ, ἐξα-
3450κολουθεῖ ἡ προθεσμία αὐτὴ ἐπ’ ἄπειρον; Κατὰ τὸν παλαιὸν
3451νόμον, ὑπῆρχεν ὡρισμένη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐδί-
3452δοντο καταγγελίαι. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ καθορισθῇ, διότι
3453τρέχουσι τὸν κίνδυνον οἱ ἀγρόται νὰ ᾖναι πάντοτε ὑπὸ κα-
3454τηγορίαν. Πρέπει δὲ νὰ ὁρισθῇ καὶ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον
3455συνέρχονται ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ δήμαρχος, διότι πολλάκις
3456διαφωνοῦσιν αἱ ἀρχαὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τούτου.
3457Κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ αὐτοῦ νόμου, οἱ ἐνοικιασταὶ ὀφεί-
3458λουσι νὰ πέμπωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ διπλό-
3459τυπα εἰς τὸν ἔφορον, ἄλλως τιμωροῦνται. Ποῖος ὁ λόγος,
3460δι’ ὃν εἰσιν ὑπόχρεοι οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ στέλλωσι τὰς διπλο-
3461τύπους ἀποδείξεις εἰς τὸν ἔφορον, ἀφοῦ αἱ διπλότυποι ἀπο-
3462δείξεις ἀφορῶσι τὴν περιουσίαν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ νὰ τι-
3463μωρῶνται μάλιστα, ἐὰν δὲν στείλωσιν αὐτὰς ἐμπροθέσμως;
3464Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κανεὶς ἐνοικιαστὴς δὲν ὑπήχθη εἰς τὴν διά-
3465ταξιν αὐτὴν, οὐδὲ θὰ τιμωρηθῇ κανεὶς, διότι αἱ σχέσεις τοῦ
3466ἐνοικιαστοῦ καὶ τοῦ ἐφόρου εἶναι πολὺ τρυφεραὶ, καὶ ἀλλοί-
3467μονον εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὁ ὁποῖος δὲν διατελεῖ εἰς τρυφε-
3468ρὰς σχέσεις πρὸς τὸν ἔφορον! οὐδεμία ἀπόδειξις αὐτοῦ θὰ
3469κηρυχθῇ ἐκτελεστὴ, καὶ οὐδὲ λεπτὸν θὰ εἰσπράξῃ!
3470Διὰ τοῦ ἄρθρου 34 ἐπιβάλλονται ποιναὶ, καὶ ποιναὶ φο-
3471βεραὶ, εἰς τοὺς δημάρχους, ὅσοι δὲν ἐκπληροῦσιν ἐπιμελῶς
3472τὰ καθήκοντά των. Καὶ ἐνῷ ἐπιβάλλετε τοιαύτας ποινὰς, ἐν
3473τούτοις οἱ δήμαρχοι εἶναι πτωχοί· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχου-
3474σιν οὐδ’ ὀβολὸν οὔτε διὰ χάρτην, οὔτε διὰ μελάνην, οὔτε
3475διὰ πληρωμὴν κλητῆρος! Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ διαγράψητε
3476τὰς ποινὰς, ἢ πρέπει νὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα πρὸς
3477ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου.
3478Συμπεραίνων, Κύριοι, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
3479Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου βʹ
3480τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὴν διαγραφὴν τῶν
3481ἄρθρων 7 καὶ 8 τοῦ νόμου.
3482§165ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ἄρθρου 3.
3483§166ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρ-
3484θρου 3, ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
3485σύνης νὰ διατάξῃ τοὺς πταισματοδίκας νὰ παύσωσιν ἐφαρ-
3486μόζοντες νόμον καταργηθέντα ἤδη, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν
3487τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους νὰ
3488μὴ ἐκτελῶσι καμμίαν ἀπόφασιν κανενὸς πταισματοδίκου,
3489ἐκδοθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει νόμου, τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἔχει
3490καταλυθῆ· νὰ καταργηθῇ δ’ ἀμέσως ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κτηνῶν,
3491καὶ νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα τὰ οἰκόσιτα, (ὄχι μόνον οἱ
3492χοῖροι, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόβατα καὶ αἱ αἶγες,) ὁ δὲ φόρος νὰ
3493πληρώνηται οὐχὶ κατὰ κεφαλὴν, ἀλλ’ ἀναλόγως τοῦ βάρους,
3494καὶ οὕτω ὁ νόμος θέλει κατασταθῆ ἀνεκτός· ἄλλως θέλομεν
3495ἔχει ἐξέγερσιν λαϊκήν.
3496§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 30′
3497μετὰ μεσημβρίαν.)