Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 20

1900.01.29

2.829 στίχοι · 21.127 λέξεις · 1 πίνακας · 186 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.01.29
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20

τῆς 29 Ἰανουαρίου 1900.

(Σάββατον).

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις πλανόδιοι ἀνθρακοπῶλαι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τυρνάβου ὑποβάλλουσι ψήφισμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλοῦσιν αὐτήν, ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως αὐτῶν διὰ χορηγίας ἐργασιῶν καὶ δι’ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Οἱ κάτοικοι Φαρσάλων δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ἀποστολὴν ἀλεύρου καὶ τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων ἐπιτηδεύματος καὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας δι’ αἰτήσεώς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ διορισμοῦ διδασκαλίσσης εἰς τὸ ἐν Σιδηροκάστρῳ ἀργοῦν δημοτικὸν σχολεῖον τῶν θηλέων. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Πλατῆς παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, «ὅπως διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιον περὶ ἀποδοχῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ ἀειμνήστου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ ἐκ δεκατριῶν ἑκατομμυρίων», καὶ συνάμα συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, «ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο χρησιμοποιήσῃ πρὸς σύστασιν Γεωργικῶν Τραπεζῶν, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναξιοπαθούντων γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῇ διαθήκῃ ἀπαγορευτικὸς ὅρος τοῦ διαθέτου πρὸς τοῦτο.» Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ρέπουλης.

§2ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἀναφέρονται οἱ πλανόδιοι ἀνθρακοπῶλαι, κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ τροποποιοῦντος τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων· ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται καὶ οὗτοι τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐν τούτοις ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κρατοῦντος νόμου ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν ἐπιτηδεύματος. Καὶ ἂν μὲν τοῦτο ἦτο μικρὸν, ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνθρακοπωλῶν ἀνέρχεται εἰς 72 δραχμὰς, ἐὰν δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῇ καὶ τὸ πρόσθετον ποσοστὸν τῶν 20% καὶ τὸ τέλος τῆς ἀποδείξεως, ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμὴν 87 δραχμῶν! Ἐπειδὴ ὁ Ἰανουάριος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι τὸ ἐπιτήδευμά των, λήγει, καὶ δὲν θὰ προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέτρον τι περὶ τούτων, ὅπως ἔλαβε διὰ τοὺς ἁλιεῖς, τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας καὶ τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας ἄλλων τάξεων, οἵτινες, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ἢ μᾶλλον τῇ βεβαιότητι τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀπηλλάγησαν τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐδόθη δὲ ἤδη ἡ περὶ τούτου διαταγὴ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐφοριακὰς ἀρχάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μικροῦ φόρου, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐὰν οὗτοι πληρώσωσι τὰς 87 δραχμὰς, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ προλάβῃ τοιοῦτον κακόν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§4Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπὶ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐξηκολούθησε συζήτησιν ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου οὔτε ἐπερώτησις εἶχεν ὑποβληθῆ, οὔτε οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον ἀκουσθῆ, οὔτε ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συζητήσῃ. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς, τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ θέματος. Διότι δὲν ἔπραξαν ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κακὴ συνήθεια καθιέρωσεν ὡς ἀπόλυτον προνομίαν βουλευτικήν. Ἐνόμισα ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προεβλέπετο ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε ἡμέρας συζητοῦμεν, χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἀφοῦ συζητοῦμεν ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν σχέδιον νόμου, οὔτε ὡρισμένην πρότασιν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ λάβῃ χώραν κατ’ ἀνάγκην βραδύτερον ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις. Ὁμολογῶ, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἠθέλησα νὰ ἴδω τὸν Κανονισμὸν τὸν ἰσχύοντα. Ἐγνώριζον τὰς σχετικὰς ἀτελείας τοῦ πρότερον ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην καὶ τὰς ἀτελείας τὰς μείζονας τοῦ σήμερον ἰσχύοντος. Διότι, ὅπως θὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ σιωπηρῶς ἀπαγορεύονται αἱ συζητήσεις κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Ἰδοὺ ποῦ στηρίζω τὰς σκέψεις μου...

§5Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε τὸ πρᾶγμα ὅπως ἔχει τόσα ἔτη;

§6Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως νομίζετε, ὅτι ἀποκλείει τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων;

§7ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ ἀτέλειαι, ἐκ τῶν ὁποίων σιωπηρῶς ἀπαγορεύεται τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Ἡ ἀτέλεια δὲ αὕτη δύναται νὰ διορθωθῇ, χωρὶς μὲν βλάβην τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ μετ’ ὠφελείας τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη. Θὰ παραστήσω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην τῆς ἔστω καὶ προσωρινῆς βελτιώσεως καὶ διορθώσεως τοῦ ἰσχύοντος σήμερον Κανονισμοῦ διὰ προτάσεως περὶ σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς διατάσσει ἐν ἄρθρῳ 21: «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ Πρόεδρος ἀνακοινώνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα καὶ ἄλλα ἔγγραφα.» Καὶ ἕπεται τὸ ἄρθρον 22, καθ’ ὃ «ὁ Πρόεδρος μετὰ ταῦτα ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειράν.» Ἐκ τούτων βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν μεσολαβεῖ, σχετικῶς μὲ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπερωτήσεων, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Περὶ τούτων δὲν μετέβαλέ τι οὔτε ὁ ἰσχύων Κανονισμός. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον δίδει νὰ νοηθῇ περὶ σιωπηρᾶς ἀπαγορεύσεως τῶν ἐπερωτήσεων, ὡς εἶπον πρότερον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ τῶν ἀναφορῶν, κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, ἀφοῦ ὁρίζεται ἐκτενής πως διαδικασία ἐπὶ τῆς ὑποβολῆς συστάσεων καὶ ἀναφορῶν, ὁρίζεται ὅτι «ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἀναφοραί, ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ πᾶν δεκαπενθήμερον ἔκθεσιν τῶν εἰς αὐτὴν διαβιβασθεισῶν ἀναφορῶν... Ἡ Βουλὴ ὁρίζει ἑκάστοτε τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως.» Ὅθεν δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, εἰμὴ ὅταν ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ σημερινῷ Κανονισμῷ, ἑπομένως δύναταί τις σήμερον, αὐστηρῶς ἢ στενῶς ἐξετάζων τὸν Κανονισμόν, νὰ εἴπῃ, ὅτι συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ὁ νέος Κανονισμὸς ἀφῄρεσε τὴν παράγραφον τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν. Ἄλλο. Ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς ὁρίζει τὰ ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 34: «Πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφος, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.» Ὁ νέος Κανονισμὸς περιώρισε τὴν «πρότασιν» ἐν γένει εἰς πᾶσαν πρότασιν νόμου ἢ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἑπομένως δύναται βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ ἀόριστος ὑποβολὴ προτάσεως γενικῶς, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς γενικῆς προτάσεως, ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν νέον Κανονισμόν, καὶ πᾶσα πρότασις δέον νὰ ἦναι πρότασις νόμου ἢ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀναφέρω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ διότι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ βάσιμον τῆς προνομίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων δι’ ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ κανονισθῶσι τὰ ἀνωμάλως ἔχοντα διὰ νέας ἀποφάσεως, ἥτις καὶ τὸν ἔλεγχον νὰ μὴ ἀποκλείῃ καὶ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς νὰ καθιστᾷ εὐχερεῖς. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ πρὸ πολλῶν ἐτῶν παρετηρήθη τὸ αὐτὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τῆς πλήρους δηλαδὴ ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, παρακωλυούσης σοβαρῶς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπεδιώχθη ἡ θεραπεία δι’ ἀποφάσεως περὶ συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ Σάββατον, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀπὸ χθὲς λαβὼν τὴν ἰδέαν τῆς διορθώσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὰ πρακτικά, διὰ νὰ μάθω ἕως πότε ἰσχύουσιν αἱ δὶς ληφθεῖσαι ἀποφάσεις αὗται τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1892 φαίνεται ὅτι ὁ προσδιορισμὸς ῥητῆς ἡμέρας ἴσχυε...

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο.

§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόπειρα ἐγένετο μίαν φοράν.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἀπέκρουσε τότε τὴν πρότασιν, ὁ δὲ τότε εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἔστερξε νὰ μὴ γίνηται συζήτησις.

§11ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναφέρω τί βλέπω εἰς τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσω εἰς τὰ γινόμενα κατὰ τὸ παρελθὸν παρ’ ἡμῖν, θὰ μοὶ ἐπιστρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω συνοπτικώτατα, τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Ὅλοι οἱ Κανονισμοί, οὓς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, ἔχουν τοῦτο βάσιν, ὅτι δηλαδή, εἴτε πρότασις, εἴτε ἐπερώτησις, εἴτε σύστασις ὑποβάλλεται, ὑποβάλλεται ἄνευ συζητήσεως. Συζήτησις κατὰ κανόνα δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, εἴτε ἐπὶ τῆς συστάσεως, εἴτε καὶ ἀναφορᾶς. Καὶ ἡ Ἰταλικὴ καὶ ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἔχουν διαδικασίαν, ἧς σκοπὸς εἶναι πάντοτε ἡ ἐξασφάλισις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ παρακωλύηται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀναγινώσκων τὰ κείμενα τῶν διαφόρων Κανονισμῶν· ἀρκεῖ, ὡς εἶπον, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὑποβαλλομένης τῆς ἐπερωτήσεως, συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ αὐτῆς, εἰμὴ ἀφοῦ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν συζητήσεως περὶ αὐτῆς...

§12Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἤρχετο ἀπ’ εὐθείας ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ὑποβάλητε, διότι θὰ ἀντελαμβανόμεθα καλλίτερον τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἀναπτύξητε.

§13ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, περὶ προσδιορισμοῦ ἡμέρας συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων.

§14Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν;

§15ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§16Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ σεῖς κάμνετε ἀνάπτυξιν τώρα.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποπίπτει κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν παράβασιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ Κανονισμοῦ.

§18ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐπιθυμῶ τὸ ταχύτερον, ἐὰν φρονῇ οὕτως ἡ Βουλή, νὰ προβῇ εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον, ἵνα μὴ καταναλίσκεται ὁ χρόνος ματαίως. Ἡ πρώτη λοιπὸν περίπτωσις, ἡ ὁποία παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ κατὰ τὴν 13 Ἀπριλίου τοῦ 1882, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης λαβὼν ἀφορμὴν εἷς τῶν Βουλευτῶν Εὐρυτανίας παρετήρησεν, ὅτι πρέπει εἰς τὸ μέλλον ἐν τέλει ἑκάστης συνεδριάσεως ἡ Βουλὴ νὰ κανονίζῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης. Εἰς τοῦτο συνεφώνησεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ παρετήρησεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν περὶ αὐτῶν συζητήσεων καταναλίσκεται ὁ χρόνος, ὥστε ἡ Βουλὴ βραδέως ἐπιλαμβάνεται τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θεωρεῖ ἀπαραίτητον νὰ γίνωνται μὲν ἐπερωτήσεις ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει, ἀλλὰ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ὅταν ἦναι δῆλον, ὅτι αὗται θὰ γεννήσωσι συζήτησιν. Ἡ Βουλή, ἀποδεχθεῖσα τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥρισεν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τὸ Σάββατον ἑκάστης ἑβδομάδος.»

§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τοῦ λόγου.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§21Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διακόπτω διότι εἶναι οὐσιῶδες· δὲν εἶναι ἁπλοῦν, καὶ ἐννοοῦμεν πόθεν προέρχεται.

§22ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι προέρχεται μόνον ἐξ ἐμοῦ. Εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρον γενικώτερον καὶ πρακτικώτερον. Παρετηρήθη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων προκαλοῦμεν καθ’ ἑκάστην συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διαταράττουν πᾶσαν ἡμερησίαν διάταξιν· μάτην ἄρα ζητοῦμεν νὰ κανονίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι τὰ ἀπρόβλεπτα ἀπορροφοῦσι τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις καθ’ ἑκάστην ἐν ἀρχῇ τῶν συνεδριάσεων, ἢ καὶ διαρκουσῶν αὐτῶν, ἐπὶ κατεπειγουσῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ ἄλλο ἀναγγελία ἐπερωτήσεων καὶ ἄλλο συζήτησις αὐτῶν· τοῦτο διακρίνεται ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις, ἅτινα ἐννοοῦν νὰ διεξάγωσι πρακτικώτερον τὰ ἔργα αὐτῶν. Εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια εἶναι καθωρισμένη μία ἡμέρα ἢ δύο τῆς ἑβδομάδος πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ νὰ προσδιορίσωμεν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐννοοῦμεν, ὅτι τὰς λοιπὰς ἡμέρας θὰ γίνηται ἡ ἀναγγελία τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ μόνον τὴν ἡμέραν τὴν προσδιωρισμένην θὰ ἔχωσι τὴν προτεραιότητα τῆς συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ εἰδικῶς ἡμέραν διὰ τὴν ἐπερώτησιν.»

§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίνος ἡμερομηνίας εἶναι;

§24ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς 13 Ἀπριλίου 1882.

§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι παραγεγραμμένα αὐτά (γέλως).

§26ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ ζήτημα ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὴν 18 Νοεμβρίου 1882 περὶ τοῦ ἐγγράφου ἢ μὴ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν (ἀναγινώσκει:) «Εἶτα ἡ Βουλὴ, τῇ προτάσει ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Βόλου, παρεδέχθη, ἵνα αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλωνται ἑκάστοτε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔγγραφοι, καὶ νὰ μὴ γίνηται ἀνάπτυξις ἢ συζήτησις περὶ αὐτῶν, εἰμὴ ὅταν οὐδεμία προβάλληται ἀντίρρησις· ὥρισε δὲ ἡμέραν συζητήσεως καὶ ἀποκρίσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τὸ Σάββατον, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ἂν δὲν συγκροτηθῇ συνεδρίασις τὴν ἡμέραν ἐκείνην, τότε τὴν ἀμέσως πρώτην συνεδρίασιν.» Ὥστε ἔχομεν οὕτω δύο ὁμοίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς.

§27Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον διήρκεσαν αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς;

§28ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἠδυνήθην, δι’ ἔλλειψιν χρόνου, νὰ παρακολουθήσω ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἐπὶ πόσον χρόνον ἐτηρήθησαν.

§29Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐδημιουργήθη συνεπείᾳ τοῦ ὑπάρχοντος τότε ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Ἄρτης, ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα ἐλάμβανε διαστάσεις καὶ ἀπησχόλει ὄντως τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἡμέρας καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις, ἀπεφασίσθη νὰ ληφθῇ τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέτρον ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Ἄρτης, καὶ ὡρίσθη ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.

§30ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἐναντίον τῶν κειμένων, διότι σᾶς ἀνέγνωσα ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς περὶ γενικοῦ μέτρου καὶ ὄχι ἐπὶ εἰδικοῦ θέματος.

§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ.

§32ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κείμενα εἶναι ἀντίθετα τῶν ὅσων λέγετε. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν λοιπὸν τῆς 18 Νοεμβρίου 1882 ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἶναι βεβαίως πολὺ ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὴν κανονισμὸν ἐργασίας, τὸν ὁποῖον ὅλαι αἱ Βουλαὶ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῶσι, τουτέστιν αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ὑποβάλλωνται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἀλλ’ ἄνευ ἀναπτύξεως. Εὐθὺς ὡς ἡ ἐπερώτησις ὑποβάλλεται μετ’ ἀναπτύξεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ ἀπάντησις, αὕτη προκαλεῖ ἀνταπάντησιν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξερχόμεθα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐννοῶ νὰ παραδεχθῶμεν κανόνα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, νὰ καθορίζῃ δὲ, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ γείνῃ ἐπερώτησις, ἀλλὰ νὰ ἐκτίθηται ἁπλῶς .... Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ δύνανται ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, ἐὰν δὲν ἐπάγωνται ταῦτα συζήτησιν, νὰ δίδωσιν εὐθὺς τὴν ἀπάντησιν, ὅταν αὕτη ἐπείγῃ, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων ἔτι καλὸν εἶναι ν’ ἀναβάλλωνται αἱ ἀπαντήσεις καὶ δίδωνται τὸ προσεχὲς Σάββατον.» Κατὰ τὸ 1885 ἦλθε πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε, κατὰ σπανίαν βεβαίως σύμπτωσιν, ἡ γνώμη τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη συνέπεσε κατ’ οὐσίαν μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος ἡγέτου. Αἱ δοθεῖσαι τότε ἐξηγήσεις παρ’ ἀμφοτέρων ἐθεωρήθησαν τοσοῦτον σοβαραὶ, ὥστε ἐγράφησαν εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅπως ἐλέχθησαν· ἀληθῶς δὲ ἐδόθη δι’ ἀμφοτέρων τῶν μικρῶν αὐτῶν ἀγορεύσεων ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος ἡγέτης εἶπε τότε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ συντελῇ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποχρεωθῶμεν εἰς μέτρον τι κατὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων... Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐκπληροῦσι καθῆκον, προβάλλοντα ἐπερωτήσεις, πρέπει νὰ ἀναγγέλλωσι τὰς ἐπερωτήσεις ξηρῶς, πρὶν δὲ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ φροντίσωσι νὰ συλλέξωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἢ τὰ ἔγγραφα καὶ προσαγάγωσι ταῦτα, οὐδεμία νὰ γίνηται συζήτησις. Φρονοῦμεν ὅτι τὴν συζήτησιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ὁ προβάλλων τὴν ἐπερώτησιν, τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἔχει νὰ ζητήσῃ χρόνον, εἰ μὴ τοσοῦτον, ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος νὰ εὕρῃ τὰ ἔγγραφα, ἢ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πρὸς διαφώτισιν τοῦ πράγματος πληροφορίας...» Συμφώνως δὲ πρὸς ταῦτα, καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν, ὅταν πρόκηται περὶ ἐπερωτήσεως πολιτικῆς σημασίας, δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας πρὸς ὑποβολὴν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως πέραν τοῦ μηνός. Ἐξακολουθεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος ἡγέτης (ἀναγινώσκει): «Ὥστε ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἀναγγελίαν ἁπλῶς καὶ ξηρῶς τῆς ἐπερωτήσεως, μετὰ δὲ τὴν ἀναγγελίαν νὰ προσδιορίζῃ ὁ ἐπερωτῶν, τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν πρὸς συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν ἀπαιτούμενον χρόνον.» Διαδεξάμενος τοῦτον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, εἶναι πρέπον ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγγελίᾳ νὰ περιορίζηται ὁ ἐπερωτῶν εἰς τὴν ξηρὰν ἀφήγησιν τοῦ θέματος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς φρονῶ ὅτι πρέπει ἢ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ἐὰν ἦναι ἕτοιμος πρὸς τοῦτο, πάλιν ξηρῶς καὶ ἀποφεύγων πᾶσαν συζήτησιν, ἢ ν’ ἀπαντήσῃ καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελε πορισθῆ τὰς πληροφορίας καὶ τὰ ἔγγραφα· ἡ ἀπάντησις ὅμως, ἡ διδομένη εἴτε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως, εἴτε κατ’ ἄλλην, δὲν ἀποτελεῖ συζήτησιν. Ταῦτα εἶναι προκαταρκτικὰ, ἡ δὲ συζήτησις θέλει γείνῃ κατὰ χρόνον ὁρισθησόμενον μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις πρέπει νὰ δοθῇ τὸ ταχύτερον... Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ λόγος, ἵνα παρεκβῶμεν τοῦ κανόνος, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἡμέρας τακτὰς, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ προτάσσηται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων πάσης ἄλλης κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ὑποβολῆς των. Δὲν δύναται οὕτω ἡ πλειονοψηφία νὰ ἀδικήσῃ τὸν ἐπερωτήσαντα, καὶ ἕκαστος Βουλευτὴς θὰ ἔχῃ ἴσα δικαιώματα πρὸς ἐπερώτησιν καὶ πρὸς τὴν παρεπομένην αὐτῇ συζήτησιν...» Ἐκ τούτων πείθεται, πιστεύω, ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ πρότασίς μου οὐ μόνον ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ μεγάλου ἀληθῶς κοινοβουλευτικοῦ κύρους τοῦ τε ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀλλ’ εἶναι καὶ γενικῶς παραδεδεγμένη. Ἡ ὑποβολὴ τουτέστι τῶν ἐπερωτήσεων δέον νὰ γίνηται ξηρῶς καὶ ἄνευ συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅπως λέγουν ῥητῶς καὶ οἱ Κανονισμοὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν Βουλῶν, νὰ προσδιορίζηται δὲ ἡμέρα συζητήσεως, καὶ κατ’ ἐκείνην μόνον νὰ γίνεται ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ ζητήματος ὑποβαλλομένου εἰδικῶς πρὸς ἕνα Ὑπουργὸν, μόνον ὁ ὑποβάλλων τὸ ζήτημα νὰ δύναται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὄχι πᾶς Βουλευτὴς, διὰ νὰ μὴ γενικεύηται ἡ συζήτησις, ὅπως ἀτόπως γίνεται ἤδη παρ’ ἡμῖν. Ὑπὸ τοιούτους κανονισμοὺς, τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς, ἐννοεῖ τις, ὅτι δύναται νὰ προχωρήσῃ ἀπροσκόπτως τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἄνευ βλάβης τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία καθιερώθη παρ’ ἡμῖν ἀπό τινων ἐτῶν, βλέπομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εὕρῃ λυσιτελὲς διὰ τὰς ἐργασίας καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, διότι προκαλεῖται συζήτησις, χωρὶς κἂν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς κἂν νὰ ὑποβληθῇ πρότερον ἐπερώτησις: γίνεται πολλάκις σύστασις μετὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ πρότερον ὁ συνιστῶν περὶ τούτου τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς ἀπολύτως περιορισμὸς ὑπάρχει εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων,—τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι πλειστάκις δὲν συντελεῖ παντάπασιν εἰς τὸν ἀκριβῆ καὶ κυρίως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα προεκλήθη συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη ἐπὶ ὥρας καὶ ἡμέρας ἐπὶ θεμάτων μὴ ἐχόντων καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν ἔλεγχον τὸν Βουλευτικὸν, πρὸς μεγίστην βλάβην καὶ ἐνίοτε ματαίωσιν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου. Ἐκτὸς ὡρισμένων περιπτώσεων, καθ’ ἃς ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν συζήτησιν, μὴ ἀπαντῶν, ἐπὶ οὐδενὸς ἐν γένει θέματος ὑπάρχει χαλινὸς εἰς τὸ ἀχαλίνωτον—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις— στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δύο εἶναι τὰ κύρια αἴτια, τὰ ὁποῖα παρακωλύουσιν αὐτὸ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν παρακωλύουσιν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν πρόοδον. Τὸ ἓν εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δίδει τροφὴν εἰς τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας, τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ῥηθεῖσα ἀτέλεια τοῦ Κανονισμοῦ· τὸ πρῶτον δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ τὸ θεραπεύσωμεν, καὶ θὰ περιμείνωμεν πρὸς τοῦτο κατ’ ἀνάγκην τὴν σωτήριον ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος θὰ κληθῇ εἰς ἐκλογὴν Βουλῆς ἀναθεωρητικῆς τοῦ Συντάγματος.

§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπαρτίαν;

§34ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τὰ περὶ τῆς ἀπαρτίας βεβαίως δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν· ἡ Βουλὴ διὰ πᾶσαν ἀπόφασιν αὐτῆς πρέπει νὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔχει, χρησιμεύει, ὥστε ἡ ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας πλειστάκις νὰ ὑποβάλληται ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὑρέσεως τῆς ἀπαρτίας, ἀλλὰ πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.

§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία μεταβολὴ νὰ ἐπέλθῃ ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος;

§36ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιτρέπῃ, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ μᾶς φωτίσητε.

§38ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἡ ἀναθεωρητικὴ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἡ ἀπαρτία αἰτῆται ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἑκάστης προτάσεως, ἀσφαλίζεται ἡ διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐργασία τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κίνδυνός τις...

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντικείμενον συζητήσεως σήμερον· εἶναι ἀντικείμενον, τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν.

§40ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον πρόσκομμα, ὡς εἶπον, εἶναι ἡ ἀτέλεια τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη διὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, αἰτήσεων πληροφοριῶν καὶ συστάσεων εἶναι διατεταγμένη πλήρης διαδικασία, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν εἶναι ταῦτα ἐντελῶς ἀπροσδιόριστα· τοῦτο δὲ τὸ πρόσκομμα δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο συντελεῖ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, καὶ ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχουσαν οὕτω, συμφώνως πρὸ ὅσα ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν εἰς προγενεστέρας περιστάσεις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως αἱ αἰτήσεις πληροφοριῶν, αἱ συστάσεις καὶ αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλωνται ἐγγράφως, ἄνευ δικαιολογίας ἢ συζητήσεως περὶ αὐτῶν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, αἱ ἐπ’ αὐτῶν δὲ ἀπαντήσεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἡ συζήτησις γίνηται κατὰ πᾶν Σάββατον. Δύναται ὅμως ὅ τε ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ἄνευ συζητήσεως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ὡρισμένην ἡμέραν ὡρισμένης ἐπερωτήσεως.»

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72).

§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν νῦν εἰς τὴν ἄλλην ἐργασίαν μας;

§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε μακρὰ ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀληθῶς ὑπάρχει ἀπόφασις περὶ τοῦ ὅτι ὠφέλιμον καὶ πρόσφορον ἤθελεν εἶσθαι, εἴποτε ὡρίζετο ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ ὡρίσθησαν τὰ Σάββατα λοιπόν. Ἀλλὰ μετά τινα Σάββατα, οὐχὶ πολλά, δύο ἢ τρία νομίζω, ἡ Βουλὴ, τῇ συναινέσει τῶν εἰσηγητῶν τῆς προτάσεως ἐκείνης, σιωπηρῶς κατήργησε τ’ ἀποφασισθέντα, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀτελεσφόρητος ἡ ψηφισθεῖσα τότε πρότασις, ὡς ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε συζητεῖτε, κύριε Βουλευτὰ, ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἀλλ’ ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ τυπωθῇ πρῶτον καὶ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οὕτω πως διευκολύνεται ἡ συζήτησις καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.

§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ σὺν τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως ἐλέχθησαν καί τινες ἰδέαι, ἐπικουροῦσαι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν τότε γενομένων.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον, δύναμαι μόνον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸν Κανονισμὸν, ὥστε νὰ μὴ προβῆτε εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως.

§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν συζητῶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀνεπτύχθησαν δὶς ἄλλοτε, ἡ δὲ πεῖρα καὶ ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἀπέδειξαν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀνεκτέλεστα. Περὶ τούτου πρόκειται. Δύνασθε ν’ ἀναγράψητε τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ συζητήσητε, καὶ ἐκ τρίτου ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε, βεβαιῶ ὅμως ὑμᾶς, ὅτι μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὸ καθιερωμένον ἀπὸ μακροῦ σύστημα, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον συμφέρον τῷ ἔθνει.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κυριαζῆς ἔχει τὸν λόγον.

§50Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐκόπασεν ὁ σάλος, ὁ ἀπὸ τοῦ σοβαροῦ γεγονότος τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγερθεὶς, καὶ ἐπῆλθεν ἡ γαλήνη, ἐπίκαιρον ἐνόμισα, ὅπως ὑποβάλω πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ταπεινὴν γνώμην περὶ ἐπιτελέσεως ἱερᾶς ὑποχρεώσεως, ἥτις ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἔδει νὰ ᾖ τετελεσμένη. Δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς τινος, ὑποθέσεως, Κύριοι, ἱκανῆς νὰ ἐγείρῃ θυελλώδεις συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ· πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ 150, ἀγνώστων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐθνικῶν μαρτύρων, οἵτινες εἰς τὴν πρώτην ἀνάγκην καὶ τὴν φωνὴν ἔσπευσαν καὶ προσήνεγκον ἑαυτοὺς ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, κατακρεουργηθέντες κυριολεκτικῶς ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ, κυρίως εἰπεῖν, οὐδὲ περὶ τούτων ἀκριβῶς πρόκειται· διότι αὐτοὶ, κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης διανομὴν τῶν ἀγαθῶν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ ἐλαχίστου λαχόντες κλήρου καὶ ἀπὸ μήτρας μητρὸς ἀφανεῖς γεννηθέντες καὶ ἄσημοι, ἔμειναν καὶ μέχρι τοῦ τάφου καὶ πέραν ἀκόμη τοσοῦτον ἀφανεῖς καὶ ἄγνωστοι, ὥστε οὐδ’ αὐτὴ ἡ σύγχρονος ἱστορία, ἡ ἐσαεὶ ἐπὶ τὰ μάταια καὶ τὰ κενὰ τυρβάσασα, λόγον κἂν περὶ αὐτῶν ἐποιήσατο. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀρχηγῶν τούτων, καὶ ἀκριβέστερον εἰπεῖν, οὐδὲ καὶ περὶ τούτων πρόκειται, ἀλλὰ περὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν τελευταίων, αἵτινες καὶ ἅτινα ἀπὸ τριετίας ἤδη κρούουσι τὰς θύρας τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας τὸν ἐπιούσιον αἰτοῦσαι. Διὰ τοῦτο βραχεῖαν μέλλω νὰ κάμω πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν σύστασιν· ἀλλὰ τὸ ὕψος τῆς ἱερότητος αὐτῆς μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ποιήσωμαι ταύτην οὐχὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.

§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά! Εὖγε!

§52Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὅτε ἡ πατρὶς, μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐξέλθῃ ἀξιοπρεπῶς δυσχερῶν περιστάσεων, εἰς ἃς περιεπλάκη, καὶ ὑπὸ τῶν πραγμάτων καταληφθεῖσα ὅλως ἀπαράσκευος, εἰς ἀπείρως ἄνισον ἐρρίπτετο ἀγῶνα, μεταξὺ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν πρὸς ἄμυναν αὐτῆς, ἐγένετο ἡ σκέψις, ὅπως ἀποσταλῇ ἀποβατικὸν σῶμα εἰς Καβάλλαν, ἵνα ἀνατινάξῃ τὰς γεφύρας τῶν τουρκικῶν σιδηροδρόμων, καὶ καταστήσῃ οὕτως ἀνέφικτον τὴν μεταφορὰν ἐνισχύσεων ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως, δυσχεράνῃ τὴν τροφοδοσίαν τῆς στρατιᾶς τοῦ Ἐτὲμ καὶ ἀναγκάσῃ αὐτὸν εἰς ὑποχώρησιν. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου παρακεκινδυνευμένου σχεδίου ἀπῃτεῖτο καὶ εἷς ἄκρον τολμητίας ἀνήρ. Κατόπιν πολλῶν συμβουλίων εὑρέθη καὶ ἀπεφασίσθη ν’ ἀποσταλῇ τὸ εὐγενὲς τέκνον τοῦ εὐάνδρου Πηλίου, ὁ Εὐστάθιος Καραβαγγέλης, ἔχων συναρχηγοὺς τὸν φρονηματίαν Δημαρᾶν καὶ τὸν γενναῖον Ἰωάννην Ἀχιλλέως Βελέντζαν μετὰ 150 ὀπαδῶν. Ὁ πρῶτος τούτων, Κύριοι, ὁ Καραβαγγέλης δὲν εἶναι ἄγνωστος οὔτε εἰς ὑμᾶς οὔτε εἰς τὸ Πανελλήνιον, διότι, ὅτε ἀπὸ τῶν παρθένων κορυφῶν τοῦ Ψηλορρείτου τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου Κρήτης τὸ πρῶτον ἐκρότει τῆς ἐλευθερίας τηλεβόλον, αὐτὸς μετὰ τοῦ πλοίου του διέσχιζε τὰς Κρητικὰς θαλάσσας καὶ ἀτρόμητος διήρχετο διὰ μέσου τοῦ ἐχθρικοῦ στόλου καὶ ὑπὸ τὸ ἀδιάκοπον πῦρ τοῦ περιφήμου «Ἰτζεδὶν», κομίζων τροφὰς καὶ πολεμεφόδια εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους ἀδελφούς μας. Ὅτε δὲ πάλιν ἐξερράγη ἡ ἐπανάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ, ἅπαντες οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι συνάδελφοί μας καὶ συμπατριῶταί του ἂς ὁμολογήσωσιν ὁποίας καὶ ὁπόσας αὐτὸς πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην προσέφερε· διότι ὁ Καραβαγγέλης ἓν μόνον εἶχεν ὄνειρον, πῶς νὰ ἴδῃ τὴν πατρίδα ἐλευθέραν καὶ μεγάλην, καὶ μίαν μόνην εἶχε ψύχωσιν, πῶς νὰ χύσῃ λυσιτελέστερον τὸ αἷμά του ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὅτε τῷ ἀνεκοινώθη τὸ σχέδιον, ὁλοψύχως ἀπεδέξατο αὐτὸ, καὶ αὐτοστιγμεὶ ἀνεχώρει διὰ Βόλον, ὅπως τὸ ὕστατον ἀποχαιρετήσῃ τὴν οἰκογένειαν αὑτοῦ καὶ ἀπέλθῃ. Μάτην τότε οἱ πολυπληθεῖς φίλοι του τὸν ἀπέτρεπον ἀπὸ τοῦ βεβαίου θανάτου, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ εὐγενές του αἴσθημα τὸν ὡδήγει, καὶ μάτην ἡ σύζυγος καὶ τὰ πέντε τέκνα του μετὰ δακρύων τὸν παρεκάλουν νὰ ἐξέλθῃ τῆς λέμβου. Αὐτὸς, ἀνένδοτος εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν φίλων του, καὶ ἀνάλγητος πρὸς τὰ δάκρυα τῶν προσφιλῶν του, διέταξε τοὺς ναύτας νὰ χωρήσωσι πρὸς τὸ ὑπήνεμον πλοῖον. Τότε ἡ δυστυχὴς χήρα, ἀπελπισθεῖσα, καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ μόνη καὶ ἔρημος ἐν τῷ κόσμῳ, παρεκάλεσεν, ὅπως εἷς ἐκ τῶν δύο προσφιλῶν της, οὓς καὶ μόνους εἶχεν ἐν τῷ κόσμῳ, ἢ ὁ σύζυγος Καραβαγγέλης μείνῃ παρ’ αὐτῇ, ἢ ὁ πρωτεξάδελφός της Ἰ. Βελέντζας, πρὸς προστασίαν τῆς οἰκογενείας. Ἡ παράκλησις, εὔλογος θεωρηθεῖσα, ἀπεφασίσθη πρὸς στιγμὴν νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλὰ τίς τῶν δύο ἔμελλε νὰ ἐξέλθῃ τῆς λέμβου; ὁ σύζυγος Καραβαγγέλης ἢ ὁ Βελέντζας; Ὁ εἷς παρεκάλει τὸν ἄλλον νὰ ἐξέλθῃ, οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῆς λέμβου ἐξήρχετο! Τότε, Κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑπάτης ἐκείνης μεγαλοψυχίας, ἐξόχως μεγαλοπρεπὴς καὶ ἐπιβάλλουσα διεδραματίζετο σκηνὴ ἐνώπιον τῶν ἀποθαυμαζόντων αὐτοὺς πατριωτῶν των. Ἀγὼν συνήφθη μέγας μεταξὺ αὐτῶν περὶ τοῦ τίς χάριν τῆς πατρίδος νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ζωήν! καὶ ἀνήκουστος μεταξὺ τῶν δύο ἠγέρθη ἔρις περὶ τοῦ τίς χάριν τῆς πατρίδος του νὰ μὴ ἐξέλθῃ τοῦ τάφου! Καὶ ὄντως οὐδεὶς ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ, διότι καὶ οὐδεὶς ἐξῆλθε τῆς λέμβου! Δὲν ἀναφέρω τὰ γεγονότα ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως μαλάξω τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ ὅπως ἀποσπάσω τὰς συμπαθείας σας, οὐδὲ ὅπως κινήσω ὑμᾶς εἰς οἶκτον καὶ εἰς ἔλεος ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπασχουσῶν χηρῶν καὶ τῶν πεινώντων τέκνων τῶν μαρτύρων ἐκείνων, διότι κάλλιστα γινώσκω τὴν εὐγένειαν τῶν αἰσθημάτων ὑμῶν! Ἀλλ’ οὐδὲ λέγω ταῦτα, ὅπως ἐξάρω τὸν ἡρωϊσμὸν ἐκείνων, διότι, ὡς προεῖπον, ἦτο γνωστὸς καὶ εἰς ὑμᾶς ἐκ τῶν προτέρων. Λέγω ἁπλῶς καὶ μόνον ταῦτα διὰ τοὺς ἀπαισιοδόξους ἐκείνους ὡς πρὸς τὴν σημερινὴν γενεὰν, ἵνα πεισθῶσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν παμμελαίνων σελίδων τῆς νεωτέρας ἡμῶν ἱστορίας σημειοῦνται καὶ ἀναλαμπαὶ ἀντάξιαι τῆς μεγάλης τοῦ 1821 γενεᾶς. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι. Τὸ πλοῖον ἀπῆρεν ὑπὸ τὰς εὐλογίας τῶν ἀποθαυμαζόντων αὐτοὺς πατριωτῶν των, ἡ δὲ σύζυγος καὶ τὰ ἐπὶ τῆς ἄμμου ὑπὸ τῶν λυγμῶν ἀσπαίροντα τέκνα, τὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀπορφανισθέντα, μετεφέροντο λιπόθυμα εἰς τὸ μαῦρό των ἐνδιαίτημα! Τὸ δὲ μεσονύκτιον τῆς μεθεπομένης, ἤτοι τῆς 1 Ἀπριλίου τοῦ 1897, ὁ Καραβαγγέλης μετὰ τῶν ὀπαδῶν του ἀπεβιβάζοντο εἰς τὴν πολυπόθητον τῆς Χαλκιδικῆς ἀκτήν. Ἐκεῖ ὅμως ἀπαίσιος καὶ εἰδεχθὴς Ἐφιάλτης κατέδωκε τὸ σχέδιον εἰς τὸν ἐχθρὸν, ὅστις ἀθρόος ἐπιπεσὼν κατέσφαξε τὴν ἡρωΐδα ἐκείνην δράκα! Τώρα, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ κυρίως αἴτια, ἅτινα ὡδήγησαν τοὺς ἀρηϊφίλους αὐτοὺς μαχητὰς εἰς τὸ εὐγενὲς ἐκεῖνο ἰκρίωμα· οὐδὲ θὰ ἐξετάσω σήμερον τὴν διαγωγὴν τῶν πλοιάρχων ἐκείνων τῶν πλοίων, ἅτινα ἦσαν ἐντεταλμένα, ὅπως παραμείνωσι καὶ παραλάβωσι τὸ σῶμα, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω ἀκόμη διατὶ τὰ πλοῖα ἐκεῖνα δὲν ἐπέστρεψαν ἀμέσως, ἀλλ’ ἔμειναν ὀκτὼ ἡμέρας ἐλλιμενισμένα εἰς Σκόπελον, χωρὶς νὰ ἐπανέλθωσιν, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω διατὶ ἐπανῆλθον μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐκεῖ, οὐχὶ πλέον ὅπως παραλάβωσι τοὺς μαχητὰς, ἢ μέρος τῶν λειψάνων αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς περισυλλογὴν τῶν πτωμάτων ἀπὸ τῆς ἀκτῆς. Κύριοι Βουλευταὶ, οὐδὲν τούτων θὰ ἐξετάσω σήμερον, διότι εἶναι πάρα πολὺ ὀδυνηρὰ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς ἡ ἱστορία τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον, εἶναι, ὅτι οἱ εὐγενεῖς ἐκεῖνοι λιποτάκται, οἱ ἐγκαταλιπόντες τὰς τάξεις ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῆς χλιδῆς καὶ τῆς οἰκογενειακῆς εὐμαρείας, καὶ αὐτομολήσαντες ἐκεῖ, πρὸς τὴν στέρησιν καὶ τὴν κακουχίαν καὶ τὸν βέβαιον θάνατον, ἔχυνον τὸ αἷμα αὑτῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄλλοι, ὡς φρόνιμοι οἰκοκυραῖοι, ἐμερίμνων ὄχι μόνον πρὸς διάσωσιν τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας των! Τὸ δὲ ὀδυνηρότερον πάντων, ἐνῷ τοσοῦτον τραγικῶς κατέσφαζον τὸν Καραβαγγέλην οἱ Τοῦρκοι ἐκεῖ, ἐδῶ, εἰς τὴν πατρίδα του, ἄλλοι Τοῦρκοι ἐλεηλάτουν τὴν οἰκίαν του καὶ ἐδήμευον τὴν περιουσίαν του! Οὕτως ὥστε ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν καὶ δέκα μηνῶν ἡ χήρα αὐτοῦ καὶ τὰ πέντε ὀρφανά του, εἰς τοὺς πέντε κυριολεκτικῶς ῥιφθέντα δρόμους, ὡς τῆς μοίρας ἀπόκληροι, ὡς ἀπερριμμένα τέκνα πατρίδος μητρυιᾶς, πένονται, μὴ ἔχοντα ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι! Πρὸ δύο ἐτῶν ἐδόθη ἀναφορὰ τῆς χήρας, ἢ μᾶλλον ἐνεχειρίσθη πρὸς πρώην συνάδελφον, ἵνα κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἡ ἀναφορὰ ἀπεκρύβη!

§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀπωλέσθη αὕτη ἢ ὑπεβλήθη;

§54Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἀπεκρύβη! Δὲν ὑπεβλήθη, ὡς ἀνομολογοῦσιν οἱ συγγενεῖς τῆς χήρας, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, σήμερον παρομοίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Σ. Προεδρεῖον καταθέτω, πεπεισμένος ὅτι ἡ μὲν σεβαστὴ Κυβέρνησις θέλει υἱοθετήσει τὴν σύστασιν περὶ χορηγίας συντάξεως, ἡ δὲ Βουλὴ τῆς πατρίδος, ἥτις, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι πάντοτε ἐνθουσιωδῶς ἀπεδέξατο ὁμοίας προτάσεις, θέλει ψηφίσει γενναίαν σύνταξιν ὑπὲρ τῶν χηρῶν καὶ τῶν τέκνων ἐκείνων τῶν μαρτύρων, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι εἴμεθα γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων, οὐχὶ δὲ καὶ κληρονόμοι τῶν ἐλαττωμάτων τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀχαρίστων, οἵτινες τοὺς μὲν Θεμιστοκλεῖς καὶ Ἀριστείδας ἐξώριζον, τοὺς δὲ Δημοσθένεις καὶ Σωκράτας τὸ κώνειον ἐπότιζον! (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα πανταχόθεν.)

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἱστορίαν δράματος ἀληθῶς αἱματηροῦ, ὅπερ ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἀτυχῆ περίοδον τοῦ 1897. Πρόκειται μόνον ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς αὐτὴν ἡ αἴτησις τῆς χήρας Καραβαγγέλη. Ἡ ἀναφορὰ βεβαίως θέλει σταλῆ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐγνώρισα τὸν Καραβαγγέλην καθ’ ὅλας τὰς περιόδους τῶν παραπλησίων ἀνωμαλιῶν, τὸν ἐγνώρισα, λέγω, εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον τοῦ Ἑλληνισμοῦ στρατιώτην! (Εὖγε! εὖγε!)

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ, νομίζω, πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.

§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.

§59Δ. ΓΙΔΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν ἀναφοράν.

§60ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§62ΤΟΠΑΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος Βουλευτής...

§63ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ ὅλη ἡ Βουλή.

§64ΤΟΠΑΛΗΣ. .. Ὁ πεσὼν ὑπὲρ τῆς πατρίδος Καραβαγγέλης εἶναι συμπολίτης μου, ἐγκατέλιπε δὲ χήραν καὶ οἰκογένειαν πολυμελῆ, ἡ ὁποία πένεται. Διὰ τοῦτο, καὶ ὡς συμπολίτης καὶ ὡς Ἕλλην Βουλευτὴς, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀπορφανισθείσης οἰκογενείας του.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.

§66Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεῖστοι συνάδελφοι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν εἶναι διατεθειμένοι νὰ συνηγορήσωσι.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, διὰ βοῆς πάντες.

§68Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα, πρέπει ταχέως νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ἀπορφανισθεῖσαν οἰκογένειαν τοῦ ἐθνομάρτυρος Καραβαγγέλη, ὡς καὶ διὰ τὴν χήραν καὶ τὸ ὀρφανὸν τοῦ Βελέντζα.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κύριος Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.

§70Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγένετο λόγος πολὺς, Κύριοι, κατ’ αὐτὰς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω λέξεις τινὰς ἐπ’ αὐτῶν. Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μαντινείας, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην πρὸ δύο ἡμερῶν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν. Λαμβάνω τὸν λόγον ἕνεκεν αὐτῶν, διότι βλέπω ὅτι παρέρχεται πολύτιμος χρόνος, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν σπεύδει νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ, ἀνεξαρτήτως τῆς πτέρυγος, εἰς ἣν κάθηνται, ὁμοφώνως ὑπέδειξαν εἰς αὐτήν. Ὀφείλω μάλιστα, καίτοι ἀπόντα, νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἔντιμον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον, διότι ἀνεμίχθη εἰς τὴν Θεσσαλικὴν συζήτησιν. Ἔπραξεν ἀληθῶς τοῦτο μετά τινος δριμύτητος, καὶ ἐπετέθη ἀδίκως, νομίζω, κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐκ Θεσσαλίας, οἵτινες παρακάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ συμπολιτευόμενοι, θὰ δώσωσι τὰς καταλλήλους ἐξηγήσεις καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον. Ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνεμίχθη ἐν τῇ συζητήσει καὶ ἐκ δικαιώματος καὶ ἐκ καθήκοντος· ἐκ δικαιώματος μὲν ὡς Ἕλλην Βουλευτὴς, ὡς Βουλευτὴς τῆς Ἑλλάδος, ἐκ καθήκοντος δὲ διότι ἔχει συμπολίτας του ἀποκατεστημένους ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐὰν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, καὶ συγγενεῖς του πολλοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου. Δὲν ἔχομεν δὲ ἢ ν’ ἀπονείμωμεν ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι—ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο οὐδεὶς διαφωνεῖ—εὐχαριστίας εἰς ὅσους ἤθελον συντρέξει τὸ ἔργον μας, ὅπως ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ἐὰν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ συνεργώμεθα ἐνίοτε ἰδιαιτέρως ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, πράττομεν τοῦτο διότι ἔχομεν ὁμοειδῆ συμφέροντα. Συνερχόμεθα, ὅπως θὰ συνήρχοντο Βουλευταὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἐπενέβη καὶ ἐκ καθήκοντος καὶ ἐκ δικαιώματος. Ἔχει ὅμως καὶ καθῆκον νὰ πιστεύῃ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, ὁσάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκθέτωσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν ἐπιτόπιον ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, νὰ πείθηται δὲ εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν καὶ τὰς συστάσεις των περισσότερον παρ’ ὅσον πείθεται εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ πρώτου ἀγρότου ἐκ Θεσσαλίας, ἀκόμη καὶ ἂν ἔχῃ οὗτος τὴν τιμὴν νὰ ἕλκῃ τὴν καταγωγὴν ἐκ Μαντινείας. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως, ἐλπίζω, πιστεύει εἰς τὰς ἁγνάς μας προθέσεις, νὰ πιστεύσῃ καὶ εἰς τὰς εἰλικρινεῖς ἡμῶν παραστάσεις. Θὰ διαιρέσω καὶ ἐγὼ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ζημιωθέντας ἐκ τοῦ πολέμου, εἰς καταστραφέντας ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀναλαβόντας συνεπείᾳ τῶν ἐργασιῶν των, ἃς ηὐλόγησεν ὁ Θεὸς, καὶ εἰς καταστραφέντας, οἵτινες δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀναλάβωσι τὰς ἐργασίας αὑτῶν, ἢ εἰς τὰς ὁποίας δεινὴ ἐπηκολούθησεν ἀφορία. Ἐνομίσαμεν καθῆκον ἡμῶν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπερ ἐσκόπει τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἐν γένει παθόντων Θεσσαλῶν. Ὑπεγράφη ὑφ’ ὅλων τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων τοιαύτη πρότασις νόμου, καὶ ὑπεβλήθη τότε εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀτυχῶς δὲν ἦλθεν ὑπὸ συζήτησιν, οὔτε ἠθελήσαμεν ἡμεῖς τότε νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ ζήτημα Κυβερνητικόν, νομίζοντες τοῦτο ἐντελῶς ἐθνικόν. Καὶ εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἅπασα ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, οὐχὶ διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνων, οὓς ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν ἐνταῦθα, ἀφοῦ οὔτε κἂν ἐσκόπει τὴν καταβολὴν τῶν ἀποζημιώσεων τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο· ἐσκόπει μόνον νὰ ἀνακαλύψῃ ἢ νὰ πιστοποιήσῃ τὰς ζημίας, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλίας καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ἡ δὲ ἀποζημίωσις, ὁ τρόπος δηλαδὴ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, θὰ ἤρχετο κατόπιν ν’ ἀποφασισθῇ δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν, εἶπον, ἵνα Βουλὴ ὁμοθύμως ἐπιληφθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ ψηφίσῃ αὐτό, ὅπως ἀποκαλυφθῇ τοὐλάχιστον, τίνες ζημίαι ἐν γένει ἔπληξαν τὴν Θεσσαλικὴν χώραν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Τοῦτο ἠθέλομεν, οὐχὶ ἵνα ἐπισπάσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας,—αὕτη εἶναι βεβαίως ἐκπεφρασμένη,—ἀλλὰ κυρίως ἵνα ἀποδειχθῇ τὸ μέγεθος τῶν ζημιῶν αὐτῆς, ὅπως ἐν μέλλοντι πολέμῳ ὦμεν σωφρονέστεροι, δρῶντες ἐπικαίρως, ὅπως ἐν μέλλοντι πολέμῳ ἔχωσιν οἱ Θεσσαλοὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ζημίαι αὐτῶν, καὶ συντείνωσι οὕτω πάσῃ δυνάμει καὶ πάλιν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι θ’ ἀποκατασταθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὑπὲρ τῆς διεξαγωγῆς ἑτέρου πολέμου, τὸν ὁποῖον ἐνδεχόμενον καὶ πάλιν τὸ ἔθνος ἡμῶν νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπιχειρήσῃ. Ὡς εἶπον ὑμῖν, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἦλθεν ὑπὸ συζήτησιν, καὶ ἠναγκάσθη τότε ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ οἱ Βουλευταὶ ὅλοι ἐκ Θεσσαλίας, νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει τὴν διάθεσιν πιστώσεως ἐκ 10,000,000, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἥτις διετέθη εἰς δάνεια ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ πολέμου Θεσσαλῶν, ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκείνων, οἵτινες κατεστράφησαν καὶ οἵτινες δὲν ἠδύναντο ἄλλως νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὑτῶν. Ἦτο πρόνοια δηλαδὴ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας μόνον, ἀλλ’ ἦτο πρόνοια, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ τοῦ ὅλου Κράτους, ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἀφεύκτως θὰ ἐκολοβοῦτο, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ Θεσσαλία νὰ διατελῇ εἰς ἣν κατάστασιν διετέλει μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Μόνον ὅσοι ἐξήτασαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατάστασιν τῶν ἐπιστρεψάντων εἰς Θεσσαλίαν προσφύγων, μόνον ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ἐννοήσωσι πόσον εὐεργετικὸν ἦτο τὸ δάνειον τοῦτο εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον πράγματι ἀνάγκην αὐτοῦ. Εἶδον, Κύριοι, ἐν Βελεστίνῳ, πρὸ τῆς διανομῆς τοῦ δανείου, πολίτας, ἐν ἀπογνώσει διατελοῦντας, νὰ καταρῶνται τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔπαυσεν ἡ προσφυγία αὐτῶν καὶ καθ’ ἣν ἐπέστρεψαν εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπου ἔβλεπον λιμοκτονοῦντα τὰ τέκνα των, ἅτινα πρότερον ἐτρέφοντο τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ γλίσχρου ποσοῦ, ὅπερ διέθετεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς διατροφῆς αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἀποφαινόμεθα ἐπιπολαίως, ὅσοι ἀποφαινόμεθα κατὰ τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ ἐκείνου καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἐλήφθη, νὰ διατεθῇ καθ’ ὃν τρόπον διετέθη. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου Θεσσαλοὺς, ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δανειστὰς αὐτῶν, διότι τὸ δικαιοστάσιον ἦτο καὶ εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Προεβλέψαμεν δὲ εὐλόγως, ὅπως διατεθῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο εἰς χρήματα, καὶ ὄχι εἰς εἴδη, ὅπως πολλοὶ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐξέφρασαν τὴν γνώμην ταύτην, ἑπομένως οὔτε νὰ κατασχεθῇ ἠδύνατο, οὔτε φόβος ὑπῆρχεν, ὅτι οἱ χωρικοί, διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως φοβιζόμενοι, ἀφοῦ δὲν ἰσχύει αὕτη, ἤθελον σπεύσει νὰ καταβάλωσιν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο. Τὸ διέθεσαν δὲ πρὸς διατροφὴν αὐτῶν, πρὸς ἐνοικίασιν βοῶν, ἵνα καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των,— διότι δὲν ἐπήρκει βεβαίως πρὸς ἀγορὰν τοιούτων — καὶ πρὸς ἀγορὰν ὀλίγου σπόρου, ὅπως δυνηθῶσι νὰ σπείρωσι τοὺς ἀγρούς των. Ἀλλ’ ἔμειναν, Κύριοι, σήμερον, καὶ μετὰ τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τρίτην τάξιν, ἧς ἐμνημόνευσα, δηλαδὴ ἡ τάξις τῶν καταστραφέντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν, ἕνεκα διαφόρων λόγων, νὰ ἀναλάβωσιν, ἢ ἕνεκα τῆς ἀφορίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Περὶ τούτου καὶ κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον τῆς τρεχούσης Περιόδου πολλάκις ἐποιησάμεθα λόγον ἐνταῦθα, ἵνα σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς βοήθειαν αὐτῶν. Ἀτυχῶς ὅμως δὲν εἰσηκούσθησαν αἱ συστάσεις μας, καὶ ἐδημιουργήθησαν πρὸς ταῖς ἀνάγκαις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἕτεραι προσωριναί, αἵτινες παραμένουν ὡς ἐπαχθὴς κληρονομία τοῦ ἀτυχοῦς μας πολέμου. Καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, Κύριοι, εἶχε πλείστας ἀνάγκας ἡ Θεσσαλία, ἀνάγκας τοιαύτας αἵτινες, προβλεπόμεναι θὰ συνετέλουν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Εἴχομεν τὴν ἐντολὴν ταύτην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευομένων ὑφ’ ἡμῶν, ἵνα μεριμνήσωμεν διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, καὶ ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς ληξάσης Περιόδου ἐπελήφθημεν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπεβάλομεν ὑπόμνημα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, νομοσχέδια δέ τινα ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ὅμως ἀπεφάσισε τότε, ὅπως ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ περιέλθῃ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐπιτοπίως ἐξετάζουσα τὰς ἀνάγκας αὐτῆς συντάξῃ ἔκθεσιν λεπτομερῆ, ἥτις, ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελε χρησιμεύσει ὡς βάσις τῶν νομοθετικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὠφείλομεν καὶ ἡμεῖς, νὰ φέρωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀναφέρω ταῦτα, Κύριοι, διότι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες σήμερον ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα, δὲν παρεκάθηντο κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον, ἠδύνατο δὲ νὰ ὑποτεθῇ εὐλόγως, ὡς ἐκ τῆς ἀτάκτως, οὕτως εἰπεῖν, γενομένης συζητήσεως, ὅτι ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων ἡμεῖς οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι δὲν γνωρίζομεν ἐπακριβῶς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, οὔτε ἔχομεν ἀκριβῆ συνείδησιν αὐτῶν, καὶ δὲν παριστῶμεν ἑπομένως ταύτας σαφῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας ἴσως καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκείνη, συσταθεῖσα διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 16 Ἀπριλίου 1896 ἐκ Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, περιῆλθεν ἐπὶ μακρὸν τὴν Θεσσαλίαν, ἐξήτασεν ἐπισταμένως τὰ ἀπασχολοῦντα αὐτὴν ζητήματα, καὶ συνέταξε λεπτομερῆ ἔκθεσιν, ἡ ὁποία διενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον, καὶ ἀντίτυπον τῆς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα διαβιβασθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ τοιαύτη. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, λέγω, μεριμνᾷ περὶ ὅλων τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἀπασχολοῦσι καὶ νῦν τὴν Θεσσαλίαν, ὅπως καὶ τότε. Ἐὰν ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ περιλαμβάνονται ζητήματα, ἅτινα δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὴν γνώμην τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἢ πρὸς τὴν γνώμην τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡμεῖς, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁ καθήμενος ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, δηλῶ ὅτι εἶμαι πρόθυμος εἰς πᾶσαν συζήτησιν καὶ συνδρομὴν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, εἰς πᾶσαν μεταρρύθμισιν ἐπ’ αὐτῶν, ἀρκεῖ πράγματι νὰ ἐπιληφθῇ σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ θέματος τούτου, ἀρκεῖ πράγματι οἱ ἐκ Θεσσαλίας συμπολιτευόμενοι Βουλευταὶ νὰ ἐπιμείνωσι καὶ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοῦτο, καὶ ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, εἴμεθα ἕτοιμοι, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ συλλόγῳ τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, νὰ ἐργασθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν συμπολιτευομένων συναδέλφων, ὅπως τὰ ζητήματα τὰ ἀπασχολοῦντα τὴν Θεσσαλίαν ἔλθωσιν ὡς προτάσεις νόμων ἢ νομοσχεδίων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ὡς εἶπον, ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, ἃς ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος, ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, περὶ τῶν ὁποίων τάχιστα πρέπει νὰ προβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις. Πολλάκις καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τὸ πρὸ τῶν ἑορτῶν τῆς παρούσης Συνόδου, ἔκαμα λόγον περὶ αὐτῶν, καὶ ἐκ τοῦ τόπου τῆς καταστροφῆς, ἐκ Βελεστίνου, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῶν γεωργικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ σπείρωσι τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν. Ἀλλ’ εἰς μάτην! Καὶ ἔσπειραν μὲν, εἶναι ἀληθὲς, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροτῶν ἐκείνων, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μάθῃ, οὐδὲ ἡ Βουλὴ, πῶς ἔσπειραν! Ἔσπειραν, Κύριοι, οἱ πλεῖστοι, ἀφοῦ συνῆψαν ἑταιρικὰ συμβόλαια, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦνται ἀντὶ τοῦ σπόρου νὰ δώσωσι τὸ ἥμισυ τῆς ἐσοδείας εἰς τὸν παρασχόντα τὸν σπόρον. Καὶ ὁμιλοῦμεν ἔπειτα, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰσέτι, διότι ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ εἶδον τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου εἰς 12%. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν τόκον ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς 12% διὰ τὰ πρὸ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς συναφθέντα δάνεια, ἂς τὸ πράξῃ, ἀρκεῖ νὰ πείθηται, ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν καὶ τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπουσι τοῦτο. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἂν σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τὰ μετὰ τὴν σήμερον συναφθησόμενα δάνεια, ἡ σκέψις της εἶναι οὐτοπία, ἐστερημένη πάσης ἐπιστημονικῆς βάσεως. Καλῶς γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι χίλιοι τρόποι, ὅπως καταστρατηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅταν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, εἷς δὲ εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα. Διὰ τοῦτο ἄλλα μέτρα πρέπει νὰ λάβητε, ἐὰν θέλητε πράγματι νὰ ἐπιτύχητε ὅ,τι ματαίως διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου θὰ ζητήσητε. Ἀλλ’ ὑπέβαλον καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸ τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὴν τρέχουσαν Σύνοδον, ἐπὶ τῶν νέων ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, τῶν ἐκ τοῦ πολέμου προελθουσῶν, τὴν ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πληρωθῇ εἰς τοὺς ἐν Βόλῳ διαμένοντας ἀδελφοὺς Γκλαβάνη ἡ ἀξία τριῶν κάρρων τετρατρόχων καὶ τριῶν ἵππων, ἅτινα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς ἡ ἀστυνομία Βόλου κατέλαβε δι’ ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία καθυστερεῖται μέχρι σήμερον.» Ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην οὐ μόνον ξηρῶς καὶ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ ἐγγράφως, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπερώτησίς μου αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 17 Δεκεμβρίου, καὶ ἔμεινεν ἐν αὐτοῖς μόνον ἀναγεγραμμένη, διότι οὐδεμιᾶς ἔτυχον ἀπαντήσεως. Ἡ συγκεκριμένη περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρω ἐν τῇ ἐν λόγῳ ἐπερωτήσει μου, εἶναι γενικωτέρα. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀδελφῶν Γκλαβάνη, ἀλλὰ περὶ ἑκατοντάδος Θεσσαλῶν, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ περίπτωσις αὕτη, πρόκειται περὶ ἑκατοντάδος Θεσσαλῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφῃρέθη παρανόμως ἡ περιουσία των, ἄνευ ἀποζημιώσεως, χωρὶς νὰ δοθῇ κἂν εἰς αὐτοὺς μία ἀπόδειξις τῆς ἀφαιρεθείσης περιουσίας ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς πρὸς τοῦτο τεταγμένης ἐξουσίας. Ἐγένετο λόγος πολὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἐλήφθησαν μέτρα, καὶ διετάχθη νὰ περιέλθῃ τὴν Θεσσαλίαν ἐπιτροπή, ἀλλ’ οὐδὲν γνωρίζομεν, οὐδὲν ἀνεκοινώθη ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, αἱ δὲ ἑκατοντάδες τῶν Θεσσαλῶν κατοίκων, παρ’ ὧν ἀφῃρέθη ἡ περιουσία, ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ παράπονα. Ὑπέβαλον καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν, ἔγγραφον πάντοτε ἁπλῶς καὶ ξηρῶς, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ ἐκ Σύρου ἀξιότιμος συνάδελφος, τὴν ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐνοίκια τῆς ἐν Λαρίσῃ οἰκίας τῶν ἀδελφῶν Γκλαβάνη, ἡ ὁποία κατείχετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς ταμεῖον ἀκόμη κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, διότι καὶ τότε ἐφυλάχθησαν ἐν αὐτῇ τὰ ἀρχεῖα τοῦ ταμείου. Ἀφοῦ ἐπληρώθησαν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν οἰκημάτων τὰ ἐνοίκια κατὰ τὸ ἔτος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, παρακαλῶ νὰ πληρωθῶσι καὶ οἱ ἀδελφοὶ Γκλαβάνη.» Ἐνόμιζον ἀληθῶς, ὅτι ἐπληρώθησαν τὰ ἐνοίκια τοῦ χρόνου τῆς κατοχῆς ὅλων τῶν οἰκημάτων τῶν Θεσσαλῶν, τῶν ἐνοικιασμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, διότι οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἀλλ’ ἐβεβαιώθην ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι πλεῖστοι, οἵτινες εἶχον ἐνοικιασμένα οἰκήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἔλαβον ἔτι τὰ ἐνοίκια τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Δὲν λέγω ταῦτα μόνον διὰ τοὺς ἀδελφοὺς Γκλαβάνη, ὧν ἡ οἰκία καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἐχρησιμοποιήθη ὡς ταμεῖον...

§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπληρώθησαν πάντα τὰ ἐνοίκια τῶν ἰδιωτικῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐνοικιασθῆ πρὸς χρῆσιν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ τὰ οἰκήματα τὰ ἐνοικιαζόμενα ὡς ταμεῖα δὲν ἐνοικιάζονται παρὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδεμίαν ἀναλαμβάνοντος διὰ τὰς ἐνοικιάσεις ταύτας εὐθύνη, ἀλλὰ παρέχεται διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν γραφικῶν ἐξόδων εἰς ἕκαστον ταμίαν τὸ δικαίωμα, ὅπως οὗτος ἐνοικιάζῃ οἱανδήποτε θέλει οἰκίαν. Τὸ Δημόσιον δὲν ἀναλαμβάνει νόμιμον ὑποχρέωσιν πληρωμῆς τοῦ ἐνοικίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπληρώθησαν τὰ ἐνοίκια εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Γκλαβάνη.

§72ΤΟΠΑΛΗΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω τὴν ἀπάντησιν ταύτην. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ ἀδελφοὶ Γκλαβάνη, οἱ μὴ πληρωθέντες. Ἐγώ, ἀφοῦ θέλετε, σᾶς ἀναφέρω τὸ οἴκημα τοῦ ἐν Βόλῳ ἰατροῦ κυρίου Βαρλαμίδου, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς ἀποθήκη ὑλικοῦ πολέμου, καὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπληρώθη τὸ ἐνοίκιον, τὸ οἴκημα τοῦ Ι. Ζαρᾶ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς ἀστυνομικὸν κατάστημα ἐν Καναλίοις τοῦ δήμου Βοίβης, καὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπληρώθη τὸ ἐνοίκιον. Σᾶς ἀναφέρω τὸ οἴκημα τοῦ Στεργίου Ντόντου, ὅπερ ἐχρησίμευσεν ὡς Εἰρηνοδικεῖον ἐν Βελεστίνῳ, τὸ οἴκημα τοῦ Γεωργαντζῆ, χρησιμεῦσαν ὡς ἀστυνομικὸν κατάστημα ἐν Ἀργαλαστῇ, ἐπίσης τὸ οἴκημα τοῦ Δ. Γαλάτου ἐν Λαρίσῃ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς πολιτικαὶ φυλακαί...

§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὸν τύπον, ὃν ἀνέφερα, αἱ ἐπερωτήσεις, ἔδωσα διαταγὴν νὰ γείνῃ ἐξέτασις, ἐὰν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αἰτήσεις περὶ καθυστερούντων ἐνοικίων, καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν. Ἴσως εἶναι ἀκριβῆ ὅσα λέγετε, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ὑπάρχει ἐκκρεμής.

§74Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπάρχουσι πολλαὶ δεκάδες τοιούτων.

§75ΤΟΠΑΛΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἔχω δίκαιον. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς προχθὲς ἔθιξε, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ὑπὸ τοῦ δικαιοστασίου, τῆς ἀναστολῆς δηλ. ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως ἀκινήτων, ἰσχυούσης μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχει σχέσιν τινὰ καὶ ἀλληλουχίαν ἡ ἀναστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ καταργήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως...

§76ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἡ ἐκτέλεσις δὲν ἀναστέλλεται· ἀναστέλλεται ὁ πλειστηριασμός.

§77ΤΟΠΑΛΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται... Ἐπαρουσιάσθημεν πρὸ πολλοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πολλοὶ τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων καὶ ἐκάμαμεν τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ζημιοῖ καὶ δανειστὰς καὶ ὀφειλέτας εἰς ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, προξενοῦν μεγίστας ζημίας εἰς ἀμφοτέρας τὰς κλάσεις. Καὶ εἶπε προχθὲς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὅσα ἔπρεπε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἐκ Τρικκάλων ἀξιότιμος συνάδελφος. Τί δὲ μᾶς εἶπεν, ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐὰν, εἶπε, ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τότε αἴρεται καὶ ἡ ἀναστολὴ ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων, ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῇ... καὶ περιμένετε βεβαίως, Κύριοι, νὰ ἀκούσητε, ὅτι τότε τοὐλάχιστον, ὡς πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων, θὰ ἀρθῇ τὸ δικαιοστάσιον. Ἀλλ’ οὐδόλως εἶπε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, προσθέσας μετὰ τὸ «ἐὰν δὲν θὰ ψηφισθῇ», «τότε θὰ σκεφθῶμεν». Ἤθελε δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴν καὶ πρὸς ἄλλους συναδέλφους, τοὺς ὁποίους ὑποθέτει ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὸ νομοσχέδιόν του, ἤθελε, λέγω, νὰ εἴπῃ: «ἢ ψηφίζετε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ θὰ ἔχητε διαρκῶς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων ἐν Θεσσαλίᾳ». Ἀλλ’ ἂς μὴ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς Θεσσαλοὺς Βουλευτὰς τόσον ἁπλοῦς, οὐδὲ πειθομένους εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν οἱ Θεσσαλοὶ συνάδελφοι συναγάγωσι τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τὴν Θεσσαλίαν τοὐλάχιστον ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως θέλει εἶσθαι ὀλεθρία, θὰ καταψηφίσωσι βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου, μὲ ὅσα ἐπιχειρήματα καὶ ἂν μεταχειρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ἢ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐκ τόπου, Κύριοι, ὅπου ἔχομεν 18,000 ἀκτήμονας οἰκογενείας, ἀπατᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ νὰ ἔλθωσι καὶ ἐν ἐλαφρᾷ συνειδήσει νὰ καταργήσωσι τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Δὲν ἔχω ἀπολύτως οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἐπηρεάζει ἡ προσωπικὴ κράτησις, οὔτε ὡς δανειστὴς, οὔτε ὡς ὀφειλέτης. Μόνον διότι ἀντιλαμβάνομαι ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ εἶδον τὰς δυσκολίας, εἰς ἃς περιῆλθον οἱ ἀγρόται κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, ὅτε δὲν ἠδύναντο οὔτε 100 δραχμὰς νὰ εὕρωσιν, ὄχι διὰ νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των, ἀλλὰ διὰ νὰ διαθρέψωσι τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, μόνον διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν τόπον, ὅπου κτηματικὴ πίστις δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ δανείσῃ, διότι δὲν ἔχομεν νὰ παρουσιάσωμεν τίτλους, οἵους αὕτη ζητεῖ, μόνον διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν τόπον, ὅπου ἡ κτηματικὴ πίστις οὐδόλως ἐνισχύεται ὑπὸ τῶν δικονομικῶν μας νόμων, ὅπου ἡ κτηματικὴ πίστις ἡ ὑπάρχουσα ἐνισχύεται διὰ τῆς προσωπικῆς πίστεως, μόνον διὰ ταῦτα—καὶ εἶναι ἀρκετὰ—νομίζω ὅτι δὲν ὀφείλει ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς πίστεως, χωρὶς νὰ πράξῃ πολλὰ πρότερον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ πρὸς προστασίαν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι βεβαίως θεσμὸς ἀπηρχαιωμένος, τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, ἴχνος βαρβάρων ἠθῶν· ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φιλανθρώπων ἰδεῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Τὸ ἔδαφος ἰδίως τῆς Θεσσαλίας, Κύριοι, εἶναι πρανὲς καὶ ὀλισθηρὸν, καὶ δὲν δυνάμεθα ἀτυχῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοιαύτας φιλανθρωπικὰς θεωρίας· ἔχομεν ἀνάγκην κυρίως αὐστηρῶν οἰκονομολογικῶν θεωριῶν, πρὸ πάντων δὲ ἀνάγκην πραγμάτων, ἐὰν ὄντως θέλωμεν νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ Θεσσαλία. Καὶ ἔρχεται τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἀναστολῆς τῶν φόρων δι’ ἐκείνην τὴν τάξιν τῶν καταστραφέντων Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀναλάβωσιν ἐκ τοῦ δεινοῦ πολέμου, οἵτινες ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν, κυρίως δὲ διότι δεινὴ ἀφορία ἐμάστισεν αὐτούς. Παρεστήσαμεν πολλάκις, κατ’ ἐπανάληψιν, τὰς ἀνάγκας τὰς ἐπιβαλλούσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς, ἀναστέλλουσα τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων διὰ τὴν ἐν λόγῳ τάξιν, καὶ ἐκουράσθη βεβαίως ἡ Βουλὴ, ἀκούουσα ἡμᾶς νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτὰ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξε. Καὶ ὅμως ἔχει ἐκθέσεις περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέσεις οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διεβεβαίωσε τοὺς Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας, τοὺς συμπολιτευομένους, ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς ἐκθέσεις Εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἀνθηρά. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐπαρουσίαζεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐκθέσεις τῶν Νομαρχῶν, τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν Νομαρχῶν Μαγνησίας καὶ Λαρίσης, οἵτινες βεβαίως θὰ ἐπιστοποίουν τὰ ἐναντία τῶν εἰσαγγελικῶν ἐκθέσεων. Ὁ Νομάρχης Μαγνησίας, διότι διεῖδε τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, ἐτέθη, καλῶς πράττων, ἐπὶ κεφαλῆς ἐπιτροπῆς ἐν Βόλῳ, ὅπως συλλέξῃ ἐράνους ὑπὲρ τοῦ δήμου Φερῶν, καὶ περιῆλθε πρὸ μηνὸς τὴν ἀγοράν, ἵνα ζητήσῃ τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας ὑπὲρ τῶν καταστραφέντων ἐκ τοῦ πολέμου, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ σήμερον φόρους. Τὸ αὐτὸ, μὲ ἐβεβαίωσαν, ἔπραξε καὶ ὁ Νομάρχης Λαρίσης. Ἐὰν προελάμβανον τὴν διανομὴν τῶν ἐράνων ἐκείνων, ἤθελον συμβουλεύσει τοὺς Νομάρχας ἐκείνους, ἀντὶ νὰ διαθέσωσιν αὐτοὺς ὑπὲρ τῶν πασχόντων κατοίκων, νὰ τοὺς καταθέσωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα πρώτη ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὸ δηνάριον τοῦ Καίσαρος καὶ πληρωθῇ τοὺς φόρους αὐτῆς. Ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστα ἄλλα μέτρα νομοθετικὰ καὶ διοικητικά, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ, ὅπως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Θεσσαλικαὶ ἀνάγκαι. Ταῦτα ὅμως ἀφίνω διὰ τοὺς λοιποὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους νὰ εἴπωσι, διότι ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λόγων μου ἐκουράσθη, εὔχομαι δὲ, ἵνα ἐκουράσθη τέλος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν τόσων παρακλήσεων καὶ τῶν φίλων τῆς Βουλευτῶν καὶ τῶν μὴ φίλων αὐτῆς, καὶ νὰ σπεύσῃ τέλος εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες μαστίζουσι τὴν Θεσσαλίαν καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον. Ἐγὼ εἶπον ὅσα εἶπον, διότι ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον πρὸς τοῦτο· εἰς τοὺς συμπολιτευομένους Βουλευτὰς ἐπιβάλλεται νῦν νὰ πράξωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ πράξωσιν, ὅπως πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ὑποστηρίζουσι, νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἐπαγγελίας καὶ αὐτῶν καὶ αὐτῆς.

§78Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἰς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἔσπευσε πολύ· μετ’ ὀλίγον, ἴσως σήμερον ἢ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τότε ἀσμένως θ’ ἀκούσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ παντὸς ἄλλου. Ἔχω ὅμως καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν ἀπευθυνθεῖσάν μοι προχθὲς παρ’ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ διάταγμα περὶ δικαιοστασίου. Νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος εἶναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς ἑαυτὸν, ἢ τοὐλάχιστον εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς πάσας τὰς εὐχὰς καὶ τὰ παράπονα τῶν Θεσσαλῶν. Οἱ Θεσσαλοὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν παριστῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκεῖ εἶναι ὀδυνηρὰ, ὅτι οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸν φόρον νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ζητοῦσι προθεσμίαν· παριστῶσιν ὅτι τὰ ἐργαλεῖα τῶν γεωργῶν, οἱ ἀροτῆρες βόες κατάσχονται, καὶ οἱ γεωργοὶ μένουσιν ἐν πενίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας των. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀξιοῖ νὰ προβῶμεν εἰς τολμηρότατον βῆμα, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἀνεστέλλετο οὐχὶ ἡ κατάσχεσις, ἀλλ’ ὁ πλειστηριασμὸς μόνον τῶν ἀκινήτων, ἐν ἐποχῇ τοιαύτης δυσφορίας καὶ προσέτι ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν αἱ Τράπεζαι ἀργοῦσιν ἀκόμη ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι δὲν ἀνέπτυξεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰσέτι τὰς ἐργασίας της, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα ἐν τῷ χρόνῳ τῆς καλλιεργείας, ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν πλειστηριασμὸν τῶν κτημάτων, καὶ νὰ ἴδωμεν τὸ ὀδυνηρὸν θέαμα ἐν Θεσσαλίᾳ ἀθρόων πλειστηριασμῶν ἀκινήτων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ κατακυρωθῶσι τὰ κτήματα ταῦτα εἰς τοὺς δανειστὰς δι’ ἓν κομμάτι ψωμὶ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦσι, καὶ αἰτιῶνται τὴν Κυβέρνησιν διότι παρατείνει τὴν ἀναστολὴν τῶν πλειστηριασμῶν! Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι! Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀναστολὴ τῶν πλειστηριασμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ μέχρις ὅτου πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τὸ περὶ τούτου διάταγμα. Ἡ Κυβέρνησις, εἰσακούουσα τὰς συστάσεις καὶ τὰς εὐχὰς τῶν ἐκ Θεσσαλίας φίλων της κυρίων Βουλευτῶν,— καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν αὐτῶν, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔπαυσαν ὑποβάλλοντες συστάσεις καθ’ ἑκάστην καὶ ζητοῦντες τὴν παραδοχὴν μέτρων ἀναγκαίων, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν Θεσσαλῶν,— ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἐντὸς ὀλίγου θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δείξῃ πόσον μεριμνᾷ περὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἔψεξεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ νομοσχέδιον περὶ νομίμου τόκου, καὶ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ὑπάρχει πεπολιτισμένος τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὁρίζεται ὁ νόμιμος τόκος, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ ποινικῷ νόμῳ ὑπάρχει διάταξις τιμωροῦσα τὴν τοκογλυφίαν, καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἀργεῖ παρ’ ἡμῖν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁρίζων τὸν τόκον. Καὶ νομίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ συμβατικοῦ τόκου! Ἡ Κυβέρνησις ὅμως θὰ φέρῃ τοιοῦτον νόμον. Καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι σήμερον τὰ ὄργανα τῆς καλλιεργείας καὶ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατάσχονται, καὶ μένουσιν ἄστεγοι οἱ γεωργοί. Ἀναγνωρίζω τὴν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Πολιτικὴ Δικονομία παρ’ ἡμῖν ὡς πρὸς τοῦτο, ἔλλειψιν σπουδαιοτάτην, διότι, καίπερ σκοποῦσα νὰ προστατεύσῃ τὸν γεωργὸν, ἐπιτρέπει μόνον νὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς ἕνα βοῦν, ἕνα ὄνον ἢ τρεῖς αἶγας, ἐξαιρουμένους τῆς κατασχέσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως ἢ εἰς λίαν προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ φέρῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προστατευθῶσι τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, ἡ σπορὰ, οἱ ἀροτῆρες βόες. Καὶ ἔπειτα λέγουσιν, ὅτι δὲν μεριμνᾷ ἡ Κυβέρνησις! Ἔχετε μικρὰν ὑπομονὴν, καὶ λίαν προσεχῶς θὰ ἔχητε τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ τῷ δικαίῳ· ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἀποκρούσω αἰτιάσεις ἐξενεχθείσας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσακούσασα τὰς παρακλήσεις τῶν ἐκ Θεσσαλίας φίλων της Βουλευτῶν, παρεσκεύασε τὰ πρὸς ἀνακούφισιν τῆς Θεσσαλίας ἀναγκαῖα μέτρα.

§79Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὸν μακρὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πασχούσης Θεσσαλίας μέτρων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἔπρεπε καὶ αὖθις, κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα, νὰ ἐπαναφέρωμεν πάλιν τὸν λόγον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διεκτραγῳδοῦντες τὰς συμφορὰς τῆς Θεσσαλίας, καὶ παριστῶντες τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι ἄλλην ὁδὸν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρέχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠκολουθήσαμεν νῦν ἄλλην ὁδὸν, τὴν ὁδὸν τῶν ἰδιαιτέρων συστάσεων περὶ τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας μέτρων πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, φρονοῦντες ὅτι, ἐὰν ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ἦγεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκομεν, τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ σκεφθῶμεν κατ’ ἄλλον πλέον τρόπον περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ ἐφαινόμεθα ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον μας. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος, μὴ ἔχων πολλὰς ἀσχολίας, φαίνεται, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, καὶ μὴ ἔχων ἀνάγκας ἐκεῖ νὰ θεραπεύσῃ, ἀσχολεῖται περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ περὶ τῶν ἐν Καζακλὰρ ἐγκατεστημένων συγγενῶν καὶ πρώην συμπολιτῶν του, (οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλέον συμπολῖταί του, ἀφοῦ εἶναι δημόται Τυρνάβου,) δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, —διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν λόγον νὰ τὸν κακίσωμεν,— ἀλλ’ ἔλαβε καὶ θέσιν ἐλεγκτοῦ ἀπέναντι τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, ἐὰν ἀκολουθοῦμεν καλὴν ἢ κακὴν πορείαν ἐν τῇ πολιτείᾳ μας. Ἐγὼ ἐξενίσθην, διότι δὲν γνωρίζω εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα νὰ ἐπικρατῇ αὐτὴ ἡ τάξις, δὲν ἐγνώριζον ὅτι εἰς Βουλευτὴς μιᾶς ἐπαρχίας ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν ἑτέρου Βουλευτοῦ ἑτέρας ἐπαρχίας, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς οὗτος πολιτεύεται, ἐὰν ἐπαρκῶς ἢ ἀνεπαρκῶς προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του, καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τινα Βουλευτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ εἰς συνάδελφόν του, ὅτι «ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθῇς αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνήκῃς εἰς ἕτερον κόμμα.» Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔθιμον ἐπικρατεῖ, τότε θὰ παρακαλέσω μερικοὺς τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων νὰ μεταβῶμεν μέχρι Τριπόλεως, ἵνα ἴδωμεν ποίαν πολιτικὴν ἀκολουθεῖ ὁ κ. Μπακόπουλος, τίνας ἀνάγκας τῶν συμπολιτῶν του δὲν θεραπεύει, ἢ κατὰ τί ἀνεπαρκῶς ἢ ἀλυσιτελῶς προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του, ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα νὰ τὸν ἐλέγξωμεν, ἢ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν ὁδηγίας, ἂν πρέπει ν’ ἀκολουθῇ τὴν πολιτικήν, ἣν ἀκολουθεῖ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀξίζουν, νομίζω, προσοχῆς αἱ μομφαί, τὰς ὁποίας ἀπέτεινεν εἰς ἡμᾶς, διότι εἴμεθα φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτής, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶχε τὴν ἐλαφρότητα νὰ ἐνστερνισθῇ περὶ τῶν συναδέλφων του λόγους τῶν τριόδων, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν ὀφειλομένην πρὸς συναδέλφους ἁβρότητα, νὰ ὑβρίσῃ αὐτούς, ὅτι ἐμπαίζουσιν ἐκ συμπαιγνίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοὺς συμπολίτας των!

§80ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι ἀπὼν ὁ κ. συνάδελφος.

§81Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν ὕβρισα, ἀλλὰ κρίνω περὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μὴ προχωρεῖτε εἰς τὰς κρίσεις σας.

§83Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἀπέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μομφήν, ὅτι, ἐνῷ δὲν φροντίζει περὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, ἐν τούτοις οἱ ἐκ Θεσσαλίας φίλοι τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταὶ παίζουσι μετ’ αὐτῆς ἐν συμπαιγνίᾳ κωμῳδίαν, ἤτοι οἱ μὲν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταὶ συνιστῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ χρήσιμα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας μέτρα, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐκ τούτων πράττει, τῇ συναινέσει τῶν Βουλευτῶν! Εἶναι εὐπρεπὲς αὐτό;

§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶπεν αὐτό.

§85Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην ἄλλην ἔννοιαν εἰς τοὺς λόγους του.

§86ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως.

§87Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, ὡς προεῖπον, νὰ δώσω προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην μομφήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπέδωκεν ὁ κ. συνάδελφος· εἶπον ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐναντίον τῶν συναδέλφων του καὶ ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον κυβερνῶσι τὸ Κράτος, ἀπολαύοντες τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαύτην μομφὴν ἐξήνεγκε, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι εἰς τὸν ἐλαττωματικὸν αὐτὸν κύκλον νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἐκφράζων κυρίως μὲν τὸ ἰδικόν μου φρόνημα, ἀλλὰ κατὰ πολλὰ καὶ ἄλλων συναδέλφων, παρακαθημένων εἰς τὰ ἐδώλια τῆς Συμπολιτεύσεως τὸ φρόνημα. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβε μέτρα τινὰ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔλαβε, καὶ ἐνδείκνυνται ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς παρεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὴ δὲν παραγνωρίζει αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι ληφθέντα μέτρα δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωνται ὑφ’ ἡμῶν. Ἐκ τῶν διοικητικῶν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας μέτρων ἔχω νὰ μνημονεύσω τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἐξηκριβώθησαν ὅλαι αἱ ζημίαι τῶν κατόχων ζώων ἢ ἄλλων μεταγωγικῶν, οἱ ὁποῖοι παρέσχον αὐτὰ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προέβη εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν πολλῶν ἀπαιτήσεων, ὧν προσεχῶς θέλει διαταχθῆ ἡ ἐξόφλησις. Ἐπίσης σπουδαῖον μέτρον ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς εὐκολίαν τῶν κατοίκων τῶν παραμεθορίων, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἔμειναν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀπολαμβάνουσιν ὅλων τῶν εὐκολιῶν, ἵνα καλλιεργῶσι τὰ κτήματά των, ἐξάγοντες τὰ ζῷά των πρὸς καλλιέργειαν καὶ εἰσάγοντες τὰ προϊόντα των εἰς τὸ ἐσωτερικόν, διαταχθεισῶν τῶν ἀρχῶν νὰ παρέχωσι πᾶσαν εὐκολίαν εἰς αὐτούς. Εἶναι δὲ ἀρκετὰ οὐσιῶδες τοῦτο διὰ τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ καὶ δι’ ἄλλα γενικώτερα μέτρα ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀποδοκιμάζωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μέτρον τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων πολὺ ἀνεκούφισε τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ οἰνοποιοὺς τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς ἐναποταμιεύσεως τοῦ οἴνου, τὰς καταμετρήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν, τοῦ δικαιώματος φόρου ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων καὶ ἐκ τῶν βαρειῶν καὶ πιεστικῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ὤφειλον ν’ ἀκολουθῶσιν, ἵνα μεταφέρωσι τὸν οἶνόν των εἰς ἄλλα μέρη πρὸς κατανάλωσιν. Δὲν δύνανται ἢ νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου ἐκ τοῦ τοιούτου νομοθετήματος, καὶ δι’ ἐμοῦ ἐκφράζουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐγνωμοσύνην των, διότι διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου τοὺς ἀπήλλαξεν ἐπαχθεστάτου φόρου. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν μέτρον, διὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν λόγους νὰ ἤμεθα ἀγνώμονες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν λόγους νὰ ἄρωμεν ἀπ’ αὐτῆς τὴν ἐμπιστοσύνην μας, καὶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος ἴσως δι’ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἐπίσης εὐεργετικὸν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ διΐσταται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§88Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε περὶ αὐτοῦ.

§89Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθη ἡ συζήτησις ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω· ὁ δὲ κ. Μπακόπουλος θὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅ,τι λέγω, καὶ ἂν εὕρῃ ὅτι εἶπόν τι ἀπρεπὲς κατ’ αὐτοῦ, θὰ ἀπαντήσῃ. Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐπίσης εὐεργετικῶς ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, διότι ἡ Θεσσαλία εἶναι χώρα ἐξόχως κτηνοτροφική, καὶ ὁ πρότερον ἰσχύων φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἐπεβάρυνε τοὺς κτηνοτρόφους καὶ τοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι πάντες ἔν τινι μέτρῳ κτηνοτρόφοι, ἐνῷ ἤδη ἐπεβλήθη εἰς τὰς εὐπορωτέρας τάξεις, εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι συνήθως κρέας, καὶ ἀπηλλάχθησαν ἀπ’ αὐτοῦ οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι σπανίως τρώγουσι κρέας. Ἐνομίζομεν, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ κατάργησις αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω πῶς λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ πολίτης ἦτο καὶ εἶναι δοῦλος τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων. Ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατέπεσεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀπεφασίσθη ἡ κατάργησις αὐτῆς.

§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πότε θὰ ἐφαρμοσθῇ;

§91Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ νέος νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη, δὲν ἕπεται καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ ἤδη ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, οὔτε δυνάμεθα νὰ πιέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὁρίσωμεν ἡμεῖς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Ἔχομεν ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ δὲν θὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζομεν, ὅτι εὐλόγως παρέχομεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἔχομεν λόγους νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὰς συμβουλὰς καὶ εἰσηγήσεις ἑτέρων ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν πολιτευτῶν. Νέα ὅμως κατάστασις ἐδημιουργήθη ἐσχάτως. Ἡ προσωρινὴ ἀνακούφισις τῆς Θεσσαλίας διὰ τοῦ δανείου τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων δυστυχῶς παρῆλθεν, ἡ δὲ πεῖνα, ἡ ὁποία δὲν ἦτο γνωστὴ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔκαμε τὴν εἴσοδόν της. Ἦλθον ἐν Λαρίσῃ πεινῶντες πληθυσμοὶ ἐκ τοῦ δήμου Ἀρμενίου, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν ἄρτον, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λαρίσης ἐψήφισε πίστωσιν, ἵνα τοὺς διαθρέψῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἔμειναν ἐν Λαρίσῃ, καὶ πληρώσῃ τὸν ναῦλόν των ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ χωρία των. Ὁ Τύρναβος, ὁ ὁποῖος εἶναι μία κωμόπολις ἐκ τῶν πλουσιωτέρων, ὄχι διότι ἔχει πολὺν πλοῦτον, ἀλλὰ διότι ὁ πλοῦτος ἐκεῖ εἶναι ἐξ ἴσου διανεμημένος μεταξὺ τῶν κατοίκων, — γνωρίζετε δὲ, ὅτι πλουσία ἀληθῶς εἶναι ἡ χώρα, ἐν ᾗ ὁ πλοῦτος εἶναι διανεμημένος εἰς ὅλους, — ὁ Τύρναβος, εἰς ὃν δὲν εὑρίσκει τις πενομένους ἀνθρώπους, οὔτε ἐπαίτας, οὔτε ἀχθοφόρους κἄν, ἢ ἄλλους ἀνθρώπους ζῶντας ἐν πενίᾳ ἢ στερήσει, διότι ὅλοι ἔχουν τὸ μικρὸν ἔργον των, τὸ μικρὸν κτῆμά των, τὴν μικρὰν γεωργικὴν ἢ χειροτεχνικὴν ἐπιχείρησίν των, ὁ Τύρναβος, ἕνεκα ὅλως ἐξαιρετικῶν δυσμενῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη, ἕνεκα τῆς ἀφορίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἔκτακτος καὶ μοναδική, χειροτέρα τῆς ἀφορίας τοῦ 1890, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῶν μωρεοφύλλων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως κεφαλαίων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἵνα καλλιεργήσωσι τὰς ἀμπέλους των, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρημάτων, ἕνεκα τῆς φυγαδεύσεως τῶν κεφαλαίων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πίστεως, περιῆλθεν εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἕνεκα ὅλης αὐτῆς τῆς ἀλληλουχίας τῶν δυσμενῶν περιστάσεων εἰσήλασεν ἐν Τυρνάβῳ ἡ πεῖνα καὶ ἡ δυστυχία! Πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐν Τυρνάβῳ ἀνωμαλιῶν. Βεβαίως, ὅταν εἷς λαὸς πένηται, ὅταν 300 ἐργατικοὶ ἄνθρωποι συναθροίζωνται εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ δὲν ἔχωσι χρήματα διὰ νὰ ἀγοράσωσιν ἄρτον καὶ δὲν εὑρίσκωσιν ἐργασίαν διὰ νὰ κερδίσωσι τὸν ἄρτον των, εὔκολον εἶναι νὰ παρεκτραπῶσι, καὶ εὔκολον εἶναι εἰς πάντα θέλοντα νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς αὐτοὺς νὰ τοὺς ὑποκινήσῃ εἰς ταραχάς...

§92Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ὀνομάσητε τοὺς ὑποκινήσαντας;

§93Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑπῆρξεν ὑποκίνησις. Μεταξὺ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων δυνατὸν νὰ ὑπῆρξαν μερικοὶ παρεκτραπέντες.

§94ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ποῖοι; Καλῶς θὰ πράξητε νὰ τοὺς ὀνομάσητε, διότι ῥίπτετε μομφὴν, χωρὶς νὰ τὴν προσδιορίσητε.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπε «μεταξὺ αὐτῶν».

§96Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ ὁρισθῇ, ἂν ἀποδίδεται εἰς ὑμᾶς ἡ ὑποκίνησις, δικαιοῦσθε νὰ ἐρωτᾶτε, ἐφ’ ᾧ καὶ δηλῶ, ὅτι ἀφ’ ὑμῶν αἴρεται πᾶσα τοιαύτη ὑπόνοια. Δὲν ἔχω νὰ ἀποδώσω εἰς κανένα πολιτευόμενον τὴν τοιαύτην ὑποκίνησιν ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἴσως ὑπῆρξεν ὑποκίνησίς τις εἴς τινα παρεκτροπήν. Ἴσως νὰ ἐννοεῖτε παρὰ τίνος.

§97ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κανένα δὲν ἐννοῶ. Νὰ τὸν ὀνομάσητε.

§98Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω ἀπόντας. Νομίζω ἄλλως, ὅτι οὔτε ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα. Οἱ παρεκτραπέντες δὲν εἶναι φίλοι σας. Τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω. Δὲν θέλω δὲ νὰ ὑποθέσητε, ὅτι δύναμαι νὰ ῥίψω μομφὴν ἐναντίον ὑμῶν. Εὔκολον λοιπὸν εἶναι νὰ ὑποκινηθῶσιν εἰς ταραχὰς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκας καὶ ζητοῦσι νὰ τοῖς δοθῇ ἀνακούφισίς τις καὶ δὲν τοῖς δίδεται· καὶ οὕτως ἐξηγεῖται ἡ ἐν Τυρνάβῳ κατάστασις, ὡς ἀπορρεύσασα ἐξ αὐτῆς τῆς στυγνῆς πενίας, εἰς ἣν περιῆλθον ἄνθρωποι τέως εὔποροι, ἀναλόγως τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν των. Ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας των αὐτὰς τὰς διετύπωσαν κατὰ τρόπον ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ διὰ στασιαστικῶν κινημάτων, (διότι μικρά τις παρεκτροπὴ κατὰ τὴν συγκρότησιν ἑνὸς συλλαλητηρίου δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν) κατὰ τρόπον νόμιμον. Ὅτε δ’ ἐγὼ ἐκλήθην νὰ ἐξυπηρετήσω ταῦτα, ἔσπευσα καὶ συνέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εὗρον ἀπροθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰσακούσῃ τῶν παραστάσεών μου καὶ προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς καταστάσεως ἐνεδεικνύοντο. Καὶ ὅτε μετέβην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξέθεσα εἰς αὐτὸν τὴν γνώμην μου περὶ τῶν ληπτέων μέτρων διὰ τὴν προσωρινὴν ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἤτοι ὅπως δοθῇ ἀναστολὴ πληρωμῆς τῶν φόρων τοῦ 1899 ἐπὶ τρία ἔτη, ἤτοι νὰ πληρωθῶσιν εἰς τρεῖς δόσεις, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1900 καὶ ἐφεξῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠρνήθη νὰ χορηγήσῃ τὴν ζητουμένην εὐκολίαν, καὶ ἀμέσως ἐτηλεγράφησεν εἰς τὰς ἁρμοδίας οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ πληροφορήσωσιν αὐτὸν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν φόρων αὐτῶν, ὥστε νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ δυνατοῦ μέτρου τῶν ζητηθεισῶν εὐκολιῶν καὶ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, Κύριοι, καὶ νομίζω ὅτι λυσιτελῶς εἰργάσθην, οὕτως ἐργασθεὶς ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου.

§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συνέστησα εἰς τὰς ἁρμοδίας ταμειακὰς ἀρχὰς, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὰς διατάξω, νὰ μὴ ἐξαναγκάσωσι τοὺς ὀφειλέτας εἰς ἄμεσον πληρωμὴν τῶν φόρων τῶν καθυστερουμένων.

§100Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη καὶ τὸ διοικητικὸν τοῦτο μέτρον. Ἐννοῶ τὴν ἀντίρρησίν σας, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι παρερχομένης τῆς 31 Ἰανουαρίου θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ φορολογούμενοι, ὅσοι δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς βεβαιωθέντας φόρους, μὲ πρόσθετον φόρον 20 | 0. Βεβαίως δὲν μὲ διαφεύγει τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ὥστε νὰ δοθῇ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως...

§101ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε;

§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσι τὰ ἐρωτήματα ταῦτα κατὰ τρόπον τονιζόμενον ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἐνδεικνύοντα δυσπιστίαν πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἡ Κυβέρνησις ἑτοίμη, ὅπως ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοθέτημα, διότι ἔδει προηγουμένως νὰ γινώσκῃ, τίνος ποσοῦ τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς προθεσμίαν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν. Αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ἠδύναντο νὰ ἔλθωσι τηλεγραφικῶς· μόλις σήμερον συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αὔριον δὲ θὰ γείνῃ σκέψις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ περὶ ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου. Δὲν ἦτο δυνατὸν πρότερον τοιοῦτον μέτρον νομοθετικὸν νὰ καταρτισθῇ.

§103ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ συνέπειαι τῆς ὑπερημερίας ἐπέρχονται.

§104Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον σκέπτεται ἤδη, καὶ ἐγὼ ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις, ἀνακουφίζει ἐπαρκῶς τὰς ἀνάγκας τῶν πενομένων κατοίκων. Βεβαίως ἕκαστος θὰ ἐπεθύμει νὰ δοθῇ καὶ χρηματική τις ἀνακούφισις εἰς τοὺς ὀλίγους, τοὺς πράγματι πεινῶντας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλίγιστοι, Κύριοι,—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν ὅλον τὸν Θεσσαλικὸν πληθυσμὸν πεινῶντα,—ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τοιοῦτο μέτρον δὲν προέβη ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν παρατηρήσητε τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων τοῦ 1899 μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, καθὼς καὶ τῶν τοῦ 1898, θὰ ἴδητε, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ, ὅσοι δύνανται νὰ πληρώσωσι, πληρώνουσι τοὺς πρὸς τὸ Κράτος ὀφειλομένους φόρους, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχουσι περισσότερα καθυστερούμενα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους παρὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἑπομένως θέλετε κρίνει, ὅτι οὐχὶ ἄλλος λόγος, εἰμὴ ἀληθὴς δυσχέρεια περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων ὠθεῖ τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, καὶ ὅτι ἔδει νὰ δοθῇ μικρόν τι βοήθημα εἰς τὰ δοκιμάσαντα τὴν πεῖναν ἀτυχῆ θύματα τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου. Ἔκαμα δὲ τὴν συγκριτικὴν ταύτην παρατήρησιν διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον εἶναι ἄξιοι οἱ Θεσσαλοὶ τῆς φιλοστόργου μερίμνης τοῦ Κράτους, καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ, καὶ ἐν τῇ ἐρημώσει καὶ τῇ καταστροφῇ, προθυμότερον τῶν κατοίκων ἄλλων ἐπαρχιῶν σπεύδουν νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους πρὸς τὸ Κράτος, διὰ νὰ τὸ ἀκούσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δυσπιστοῦσιν εἰς τὰ παθήματα αὐτῶν καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας των, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκούουσι προθύμως τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ πρέπει νὰ συναισθάνηται ὅτι ἔχει τὸ Κράτος ἐξαιρετικῶς ἀπέναντι τῆς Θεσσαλίας. Τοιοῦτον λαὸν νομοταγῆ, λαὸν ὁ ὁποῖος καὶ πενόμενος σπεύδει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις του, πρέπει ἐξαιρετικῶς νὰ τὸν προσέχωμεν καὶ ἐξαιρετικῶς νὰ ἤμεθα πρόθυμοι πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν του, διότι ἔχει τὸ Κράτος συμφέρον ἐκ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ. Βεβαίως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Θεσσαλῶν, ὧν ἡ περιουσία κατεστράφη κατὰ τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὴν κατοχὴν τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπεν ὅμως ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν εἶναι ζήτημα Κυβερνητικὸν τὸ καθῆκον τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Θεσσαλίαν· εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ὅλη ἡ Βουλὴ ἐν ὁμογνωμίᾳ ν’ ἀπασχοληθῇ...

§105ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ποῖος τὸ ἠρνήθη;

§106Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μέμφεσθε ἡμῶν, διότι ἀκολουθοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἰσηγήσατο μέτρα νομοθετικὰ ἐπαρκῆ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἠκούσαμεν ὅμως κἀμμίαν ἄλλην φωνὴν ἐδῶ, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ: «Δὲν φέρεται καλῶς ἡ Κυβέρνησις, μὴ προτείνουσα νομοθετικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῶν ζημιῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἰδοὺ ἐγὼ ποῖα μέτρα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας» καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα. Τότε δὲ ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τοιούτου διλήμματος, βεβαίως ἠθέλομεν σκεφθῆ ὡρίμως, πῶς θὰ ἐξυπηρετοῦμεν λυσιτελέστερον τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ ὀφείλουν νὰ ἐκφέρωσι γνώμην οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων...

§107ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ ἦμαι ἀρχηγὸς κόμματος, ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια δὲν ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς.

§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ ἄλλης Βουλῆς ἡ πλευρὰ αὐτὴ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐψήφισε τὰ 8½ ἑκατομμύρια.

§109Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο ἐπαρκὲς καὶ χρήσιμον, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, οὔτε ἠδύναντο τότε νὰ ληφθῶσι ῥιζικώτερα μέτρα· ἤδη πρόκειται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀνορθώσεως τῆς Θεσσαλίας.

§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄστοχον ὑπῆρξε δυστυχῶς τὸ ληφθὲν μέτρον.

§111Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, ἐγὼ νὰ φέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων. Προσωπικοὶ λόγοι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ μὴ τονίσω τοιοῦτον ζήτημα, διότι εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἐν Θεσσαλίᾳ, οἵτινες ὑπέστησαν τὰς μεγαλειτέρας ζημίας, καὶ ὅσοι γνωρίζουσι τὰ ἐν Λαρίσῃ, γνωρίζουσι τὰς μεγάλας οἰκονομικὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστην...

§112Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι ἀληθές.

§113Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. Θὰ ἐθεωρούμην δὲ ὅτι ὑπὲρ ἑστιῶν ἀγωνίζομαι, ζητῶν ἀποζημιώσεις διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς ἐπικαίρως καὶ δεξιῶς ἔθιξε τὸ ζήτημα, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην, οὐχὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων τῶν Θεσσαλῶν, τῶν καταστραφέντων ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, δὲν ἔτυχε τῆς δεούσης προσοχῆς...

§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν;

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§116ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδιαφορεῖ.

§117Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀδιαφορεῖ ἡ Βουλὴ... Ὅτε συνεκεντρώθη ὁ στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ Θεσσαλοὶ παρέσχον τὰ κάρρα των, τὰ κτήνη των, τὰ ὑποζύγιά των, τὰς οἰκίας των, τὴν κριθὴν, τὸν σῖτον, τὰ πάντα. Ἐγκατέλειψαν τὰς ἐργασίας των ὅλοι οἱ χωρικοὶ, καὶ ἐγένοντο ὁδηγοὶ τῶν φορτηγῶν ζώων καὶ τῶν ἄλλων μεταγωγικῶν. Πλείονας τῶν 5,000 ἀνθρώπων ἀπησχόλει ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς βοηθητικὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας. Αἱ οἰκίαι τῶν Θεσσαλῶν κατεστράφησαν, χρησιμεύσασαι ὡς στρατῶνες· οἱ Θεσσαλοὶ ὑπέστησαν ἀγογγύστως καὶ προθύμως ὅλα τὰ βάρη, ὅλας τὰς εἰσφορὰς, ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅλας τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη τοὺς ὑπέβαλεν, ὅτε δι’ ἐγένετο ὁ πόλεμος, ἔβλεπον τὰ ζῷά των φονευόμενα, ἔβλεπον τοὺς ἀγρούς των, τοὺς ἑτοίμους πρὸς θερισμὸν, καταστρεφομένους, τὰς περιουσίας των ἐγκαταλειπομένας εἰς τοὺς ἐχθροὺς, καὶ ἑαυτοὺς ἐρήμους καὶ ἀστέγους, ῥιπτομένους εἰς τοὺς δρόμους! Ὅτε δὲ ὁ ἐχθρὸς, εὑρὼν ἀνυπεράσπιστον τὴν Θεσσαλίαν, εἰσῆλθε καὶ κατέλαβεν αὐτὴν, τῶν Θεσσαλῶν αἱ οἰκίαι ἐνεπρήσθησαν, αὐτῶν τὰ γεννήματα διηρπάγησαν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας, αὐτῶν τὰ ἐμπορεύματα ἐχρησίμευσαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, αὐτῶν τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ ἐνδύματα διηρπάγησαν. Καὶ ὅμως ἠκούσαμεν φωνὰς, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον: «ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Θεσσαλῶν καὶ τῶν ἄλλων κατοίκων τῆς Ἑλλάδος;» «Εἴμεθα ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους», μᾶς εἶπον «καὶ ἡμεῖς ἐχύσαμεν τὸ αἷμά μας.» Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ τὸ ἐχύσαμεν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἰσφορῶν καὶ εἰς χρῆμα καὶ εἰς αἷμα, τὰς ὁποίας ἐξίσου μετὰ τῶν κατοίκων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπέστησαν οἱ Θεσσαλοὶ, ὑπέστησαν καὶ τὰς προσθέτους ταύτας, ἃς ἐμνημόνευσα, συμφορὰς, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀνακουφίσωμεν. Ἠμφισβητήθη, ἐὰν εἴχομεν δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ νομικὸν τοῦτο ζήτημα. Καὶ ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ τὸ παρεῖδε, καὶ ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι τοῦ 1871 καὶ 1873, ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἐδέχθη, ὅτι ἦτο οὐχὶ καθαρὰ ἀποζημίωσις, ἀλλ’ εἶδος βοηθήματος, μέσον ἱκανοποιήσεως τῶν παθόντων διὰ τὰς ζημίας τὰς προσγενομένας εἰς τὴν περιουσίαν των· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐδόθη ἀποζημίωσις. Ὅταν ἓν τμῆμα τοῦ Κράτους ὑφίσταται τὰς συνεπείας ἑνὸς πολέμου, τὸν ὁποῖον ὅλον τὸ ἔθνος ἠθέλησε, τὸν ὁποῖον ὅλον τὸ ἔθνος ἐπεζήτησε, δὲν πρέπει νὰ καταμερισθῇ ἡ ζημία; δὲν πρέπει νὰ συμμεθέξωσι καὶ τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους εἰς τὰς ἀτομικὰς ἐκείνας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τοῦ διαμερίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ εἰσβολὴ τοῦ ἐχθροῦ; Μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα, Κύριοι, ἡ Γαλλία, ὄχι μόνον εἰς τὰ 1871, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ 1814 καὶ 1815. Ὅτε οἱ σύμμαχοι στρατοὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ Γαλλικὸν ἔδαφος, ὁ τότε Βασιλεὺς Λουδοβῖκος ΙΗʹ μέγα μέρος τῆς ἐπιχορηγήσεώς του διέθεσε πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ πρὸς βοήθειαν τῶν παθόντων. Δὲν ἦτο δὲ Βασιλεὺς ὁ Λουδοβῖκος ΙΗʹ, ὅτε ἐγένετο ὁ πόλεμος, ἀλλὰ κατόπιν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ θρόνου. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ φέρω σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Περιέμενον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δεικνύουσιν ὅτι ἔχουν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι Θεσσαλοὶ, νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὁ νόμος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ὑποστάντων σημαντικὴν βλάβην τῆς περιουσίας των δὲν ἔπρεπε νὰ προέλθῃ ἀπὸ Βουλευτὰς Θεσσαλούς· περιέμενον, λέγω, ἄλλοθεν τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νόμου. Σήμερον ἓν πρᾶγμα μόνον περιορίζομαι νὰ διατρανώσω, ὅτι ἡ Θεσσαλία πένεται, καὶ ὅτι καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ Θεσσαλοὶ συνάδελφοι, οἱ ἀκολουθοῦντες τὰς ὁμάδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴμεθα ὅλοι ὁμοφρονοῦντες ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, ὅτι πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὁσάκις συνήλθομεν εἰς ἰδιαιτέρας συνελεύσεις, πάντοτε ἡ ὁμοφροσύνη, πάντοτε ἡ ὁμόνοια διέπνεε τὰς συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις μας. Ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς διάφορα στρατόπεδα πολιτικὰ, τοῦτο προέρχεται ἐκ διαφωνίας γνωμῶν περὶ τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους πολιτικήν. Εἰς τὴν Θεσσαλικὴν πολιτικὴν ὁμοφρονοῦμεν, καὶ ὅταν τυχὸν θὰ ἐβλέπομεν ὅτι κατά τινα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιηθῶσι πληρέστατα αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας ἐκεῖναι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ἀναγνωρίζομεν, δὲν θὰ ἐχωριζόμεθα, Κύριοι, ἀλλὰ θὰ ἤμεθα ὅλοι εἰς τὸ αὐτὸ στρατόπεδον. Ἐκφράζω ἀτομικήν μου γνώμην, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀκριβής. Ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε οὐδὲ ἡμεῖς δυνάμεθα τοὺς συναδέλφους τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ πείσωμεν νὰ ἔλθωσι μαζύ μας, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτοὶ νὰ μᾶς πείσωσι νὰ ὑπάγωμεν μαζύ των, διότι ἑκατέρωθεν δὲν ὑπάρχει σοβαρὸς λόγος νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὅλαι μας αἱ ἐπιθυμίαι καὶ ὅλαι μας αἱ ἀνάγκαι, ὅλαι αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσι.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραστέργιος ἔχει τὸν λόγον.

§119Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§120Α. Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς ἐμνημόνευσεν ὑποσχέσεως δοθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς Βουλευτὴν ὑποστηρίζοντα τὴν Κυβέρνησιν, ὑποσχέσεως ἀφορώσης εἰς χορηγίαν βοηθημάτων ἢ εἰς παροχὴν οἱωνδήποτε χρηματικῶν συνδρομῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ὑπόσχεσις ἐδόθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ, διότι παροχὴ τοιούτων βοηθημάτων χρηματικῶν προϋποθέτει τὴν ἔγκρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐδείχθη ἀπρόθυμος εἰς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου συμπολίτας ἡμῶν Θεσσαλοὺς, ὑπὸ τὸν ὅρον πάντοτε τῆς ἐπαρκείας τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπίκλησις δὲ τῶν γενομένων ἀλλαχοῦ δὲν εἶναι ἐπιτυχής, διότι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων ὡς πρὸς τὰ μέσα τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τόσα μέσα, ὥστε νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Γαλλία ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου. Πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰς παροχὰς τοῦ Κράτους ἐντὸς τοῦ ὁρίου τῶν μέσων ἡμῶν, ἵνα μὴ τὸ Κράτος ὑποστῇ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης παραβόλου καὶ ὑπερφιάλου πράξεως. Ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλευτικῇ Συνόδῳ, ὅτε τὰ παθήματα τῆς Θεσσαλίας ἦσαν πρόσφατα, ἐλήφθη πρόνοια περὶ χορηγίας δανείου, ὅπως ἀνακουφισθῇ ὁ Θεσσαλικὸς λαός· τὸ δάνειον ἐχορηγήθη εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, διενεμήθη δὲ τὸ ποσὸν τῶν 6,500,000 δραχμῶν περίπου. Ὁ κατάλογος τῶν δανείων ἐκείνων ἐκλείσθη, κατὰ δὲ τὰς πληροφορίας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, οὐδεὶς ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ λάβῃ τὸ δάνειον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου. Περὶ τοῦ συστήματος τῆς τοιαύτης πρὸς τὴν Θεσσαλίαν βοηθείας ἐγὼ εἶχον ἄλλην γνώμην, ἧς ἔχει γνῶσιν τὸ Κοινοβούλιον. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ χορηγήσῃ τὸ ποσὸν τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν δωρεὰν, τὰ δὲ ἕτερα ν’ ἀποτελέσωσι κεφάλαιον πρὸς σύστασιν κλάδου Γεωργικῆς Τραπέζης, ὅπως ὁ κλάδος αὐτὸς, σὺν ἴσῳ ποσῷ, χορηγουμένῳ ὑπὸ τῆς Τραπέζης, χρησιμοποιῆται ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Ἐπαναλαμβάνεται ὅμως νῦν τὸ παράπονον, ὅτι, καίτοι πολλοὶ πολλάκις ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῶν φόρων τοῦ 1897 καὶ 1898, οἵτινες ἐδωρήθησαν, πρόκειται περὶ τῶν φόρων τοῦ 1899. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1899 οὐδεὶς σχεδὸν τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι εἰσπρακτέος, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ὁ φόρος τῶν ζώων δὲν ἐπληρώθη ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων ἢ ἄλλων, θέλει δὲ πληρωθῆ κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1900. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πληρώνεται ὡσαύτως ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι ἄμεσοι φόροι, ὡς ὁ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Πότε ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπείγουσα ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον, ὥστε νὰ ζητῆται ἡ ἀναστολὴ αὐτοῦ διὰ τὴν Θεσσαλίαν; Παρετηρήθη ἡ ἐπείγουσα αὕτη ἀνάγκη κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεσολαβήσεως ἀπὸ τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ σημερινοῦ; Ἐπαρουσιάσθησαν τελευταίως τὰ ἐκ Τυρνάβου παράπονα, ὡς καὶ αἱ παραστάσεις περὶ ἀναστολῆς τοῦ φόρου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. Βουλευτάς, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, καθ’ ἃς συνεδρίαζε ἡ Βουλή, ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ὁ ὑλικὸς καιρὸς νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ὑποβάλωμεν νομοθέτημά τι διὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασιν; Θέμα προεβλήθη ἄσχετον πρὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν μέχρι σήμερον, καὶ σήμερον δὲ ἀκόμη, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν γινώσκω πότε τοῦτο θέλει κατορθωθῆ. Ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς μέτρα σκοποῦντα εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πασχόντων. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες καταλήγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀστοργίαν καὶ ἀδιαφορίαν πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ πράγματα δεικνύει ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω ὅτι πράττομεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ὅτι δὲν παύομεν μεριμνῶντες περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων ἐν τῷ μέτρῳ τῶν χρηματικῶν μέσων τοῦ Κράτους.

§121Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς μόνον, διότι οὔτε τὴν δύναμιν ἔχω τοῦ νὰ λαλῶ ἐπὶ πολὺν χρόνον, οὔτε τὴν διάθεσιν, καθόσον πολλάκις λαλήσας οὐδέποτε δυστυχῶς ἔτυχον ἀκροάσεως παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ δώσωσι προσοχὴν, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀντιπροσωπευούσης τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ Κυβέρνησις τὴν 14 Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐν τῷ δήμῳ Τυρνάβου,—δὲν ἠδυνάμην δὲ τότε νὰ ἐκταθῶ πέραν τούτου καὶ δώσω περισσοτέρας πληροφορίας καὶ δι’ ἄλλα μέρη, ἅτε μὴ περατωθείσης τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν γενικῶς,—ὅτι ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ κατεστράφη τελείως. Καὶ ὑπεσχέθη μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει μεριμνήσει καὶ θέλει διατάξει τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν ἢ τὸν ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅστις μετέβη ἐκεῖ δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν, νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἀποκομίσῃ πληροφορίας, — αἱ πληροφορίαι δ’ αὗται ἤθελον βοηθήσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο, προβαίνοντες εἰς ταῦτα, νὰ ἀποφύγωμεν τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὑπαρχούσης παραγωγῆς,—ἀλλὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὴν 14 Ἰουλίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ τοῦτο οὐχὶ διότι δὲν ἔχει μνήμην ἰσχυρὰν, ἀλλὰ διότι ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων τοιούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ εὐχαριστήσωσι φίλους του, περὶ ὧν καὶ μόνον μεριμνᾷ. Δύο πράξεις ἀνεκούφισαν τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, καὶ αἱ δύο δ’ αὗται πράξεις ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων πολιτευτὴν, τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τοὺς συμπράττοντας μετ’ αὐτοῦ Ὑπουργούς. Τὰ μέτρα ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Θεσσαλία ἀνεκουφίσθη, καὶ ἅπερ ὑπεστήριξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τῆς Περιόδου ἐκείνης, εἶναι πρῶτον ἡ χορηγία τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν διανομὴ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων. Λέγω ὅτι αὕτη ἔσωσεν ἐκ τοῦ θανάτου τοὺς πεινῶντας Θεσσαλούς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκ Παρνασσίδος ὁρμώμενος, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὁποία πεῖνα ἐμάστιζε τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, καὶ ὅτι ἡ διανομὴ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων ἔσωσε τὴν ἐθνικὴν τιμήν· ἐὰν ὅμως ἀνελογίζετο, ὅτι καὶ εἷς ἔστω θάνατος ἐκ πείνης, προελθούσης ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος, ἐπιβαρύνει πρὸ παντὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀφορμὴ τοῦ πολέμου, ἐπιβαρύνει τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὸ 1896 ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς: «καταργήσατε τὰ σχολεῖα, διαθέσατε τὰ χρήματα διὰ τὸ στράτευμα, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα διαθέτομεν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη, καὶ οὕτω θὰ καταρτίσωμεν στράτευμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκπληρωθῶσιν οἱ μεγάλοι πόθοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ ἐξικνούμενοι τοὐλάχιστον μέχρι κατακτήσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως», ἐὰν ταῦτα ἀνελογίζετο, θὰ ἦτο μᾶλλον πρόθυμος πρὸς ἀνακούφισιν τῶν Θεσσαλῶν...

§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον ποτὲ τοιοῦτόν τι.

§123ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἴπετε, μάλιστα, νὰ διατεθῶσι χρήματα, ἅτινα τὸ Κράτος διαθέτει ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος διὰ δύο ἢ πλείονα ἔτη, καὶ σᾶς εἶπον τότε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς δύο ἢ τρία ἔτη νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλπὶς τῆς ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατεύματος, καὶ τῆς συντελέσεως τῶν πόθων ἡμῶν τῶν ἐθνικῶν, ἵνα μετὰ τοῦτο ἀποδώσητε καὶ πάλιν τὴν χορηγουμένην συνδρομὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ὅλας τὰς θεωρίας ταύτας τὰς ἐλησμονήσατε· ἀλλὰ τὰς ἐλησμονήσατε πολὺ δικαίως, διότι βεβαίως τότε προέκειτο διὰ τὸν μέγαν αὐτὸν πόλεμον, διὰ τὸν ὁποῖον κατεκόπτεσθε, καὶ ὄντως κατωρθώσατε νὰ κάμητε τοῦτον. Εἶπον λοιπόν, ὅτι δύο εἶναι αἱ πράξεις, δι’ ὧν ἀνεκουφίσθη ἡ Θεσσαλία· ἡ μία εἶναι ἡ χορηγία τῶν 10,000,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν διενεμήθησαν, ὡς εἶπεν ὑμῖν ὁ κ. Ὑπουργός, δραχμαὶ 6,500,000, δι’ ὧν ἐσώθησαν οἱ Θεσσαλοὶ ἐκ τοῦ θανάτου τῆς πείνης, ἡ δὲ δευτέρα πρᾶξις εἶναι ἡ ἵδρυσις ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ· τοῦτο δέ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα εἰς τὰ ζητούμενα ποσὰ καὶ νὰ παράσχῃ ταῦτα, καθόσον, διαθέσασα πρὸ τοῦ πολέμου ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ κεφάλαιά της καὶ τὰ χρήματά της, καὶ ἐξηντλημένη, ἠδυνάτει νὰ ἀπολήψηται ταῦτα, τῶν δανεισθέντων Θεσσαλῶν ἐν ἀπορίᾳ εὑρισκομένων. Ἀφοῦ δὲ ἄλλα μέτρα δὲν ἐλήφθησαν διὰ τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς ἢ Κτηματικῆς Τραπέζης, βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ τῶν ἀφθόνων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔχει, μόνη αὕτη ἠδύνατο, διαθέτουσα ταῦτα ἀνὰ τὴν Θεσσαλίαν, νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς δεομένους συνδρομῆς Θεσσαλούς. Καὶ διὰ τὰ δύο δὲ ταῦτα μέτρα ἀπολαμβάνει ἐπαίνους ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει πρὸς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; ἀκούσατε. Οὔτε ἓν δάνειον ἐδόθη εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Τυρνάβου παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἐκεῖ, κατὰ κακὴν τύχην, κατεστράφη κατὰ τὸν πόλεμον τὸ βιβλίον τῶν κατασχέσεων. Διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ βιβλίου τούτου παρεκάλεσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθον ἡμέραι τινὲς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχήν, ἠναγκάσθην ἐγὼ νὰ μεριμνήσω περὶ συντάξεως καὶ ὑποβολῆς σχεδίου νόμου. Τὸ σχέδιον νόμου τοῦτο δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν ἄλλην περίοδον, τὴν προηγηθεῖσαν τῶν διακοπῶν. Μίαν ἡμέραν συναντῶ ὄπισθεν ἐκείνης τῆς στήλης (δεικνύει τὴν δεξιᾷ τῷ Προεδρείῳ στήλην τῆς αἰθούσης) τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῷ λέγω: «Μελετήσατε τὸ νομοσχέδιον» καὶ φροντίσατε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». — «Περιμένω νὰ μοὶ δώσῃ, ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός, σχέδιον ὁ ἕτερος τῶν βουλευτῶν Τυρνάβου κ. Ροδόπουλος», ὁ καὶ πολιτικὸς φίλος του. Ἀλλ’ ἐπειδή, φαίνεται, ὁ ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς θὰ ἦτο ἀπησχολημένος εἰς ἄλλας ὑποθέσεις, ἐπίσης σπουδαίας διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει, δὲν ἐφωδίασε τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦ σχεδίου του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὔτε συντάσσει ἕτερον πληρέστερον, ἐὰν τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκές, οὔτε, ὡς εἴθισται, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς φροντίζει περὶ ἀναγραφῆς τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι πάντοτε περιμένει νὰ λάβῃ τοιοῦτον παρὰ τοῦ φίλου του Βουλευτοῦ, ὃν δὲν θέλει νὰ στερήσῃ τῆς δόξης ταύτης. Λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καίτοι σχέδιον νόμου ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ ἔδει νὰ ἀναγραφῇ, δὲν ἀνεγράφη, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διότι τοσοῦτον μεριμνᾶτε περὶ τῆς Θεσσαλίας! Καὶ θέλετε, ὅλοι ἡμεῖς νὰ σᾶς ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διὰ νὰ μᾶς δώσητε ὡς ἀντάλλαγμα... δὲν ἠξεύρω τί σκέπτεσθε νὰ μᾶς δώσητε. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄντως δὲν ἐμερίμνησε περὶ ἡμῶν, λέγω ὅτι ἐκείνη μόνον, ἡ ὁποία ἐμερίμνησεν, εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων· προσθέτω δέ, ὅτι πάντες οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ μεριμνήσωσι περὶ ἡμῶν, ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ σφαίρᾳ ἐνεργείας. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατέλαβε τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι ἄλλος πρὸ αὐτοῦ κατεῖχεν αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ κάμω διάκρισιν, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Κράτους εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ἑνιαία εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, — αὐτὸς, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καίτοι πάντες οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας παρήλθομεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὑπεμνήσαμεν τὴν ἀνάγκην νὰ λήξῃ τέλος τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν δυστυχῶν ἐκείνων κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὰ κτήνη αὑτῶν ἁρπαγέντα ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ κατακρατηθέντα, οὐδεμίαν μέριμναν ἔλαβεν, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι...

§124Γ. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ ἀπὸ δύο ἡμερῶν ἐργάζομαι πρὸς τοῦτο.

§125ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ αὐτὸ μοὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος Βουλευτής, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα.

§126Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§127ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι. Λέγω λοιπόν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐπείγει, εἶναι ζήτημα λίαν οὐσιῶδες, διότι ὁ δυστυχὴς Θεσσαλὸς, ὁ ὁποῖος ἀπώλεσε τὴν ἡμίονον αὑτοῦ ἢ τὸν ἵππον αὑτοῦ, δὲν ἀπώλεσε μόνον τὴν ἀξίαν τοῦ κτήνους, ἡ ὁποία εἶναι σημαντικὴ δι’ αὐτὸν περιουσία, ἀλλ’ ἀπώλεσε τότε καὶ τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ διασωθῇ εἶδός τι χρήσιμον αὐτῷ ἐν τῇ δυστυχίᾳ του. Καὶ ὅμως ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1900 τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἐκκρεμές! Ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπάρχει χωρίον τι, Νεζερὸς καλούμενον, — τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — τοῦ χωρίου δὲ τούτου οἱ κάτοικοι εἶναι πάντες ὑλοτόμοι, γνωρίζετε δὲ, ὅτι οἱ ὑλοτόμοι πάντες ἔχουν καὶ κτήνη· τὰ κτήνη λοιπὸν αὐτῶν πάντα ἠρπάγησαν ἢ ἐμισθώθησαν παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τέλος πάντων ἐχρησιμοποιήθησαν, καὶ ὅμως μόλις 10 ἢ 15 ἐξ αὐτῶν ἀπεζημιώθησαν, οἱ ἄλλοι οὐδὲν ἔλαβον. Καὶ ἠξεύρετε διατί; ... Ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοὶ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἔδιδεν ὡρισμένην ἡμέραν ἀκροάσεως...

§128ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πάντοτε.

§129ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι πάντοτε, διότι ἔχετε ἐνασχόλησιν... διὰ νὰ τῷ ὑποδείξω ποῖον εἶναι τὸ πρόσκομμα, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀποζημιώσεως μένει ἐκκρεμές. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· διότι ἐκεῖνα τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὰ κτήνη ταῦτα, παντοῖα μέσα μετέρχονται, ὅπως κατορθώσωσι, φοβούμενα τὴν ἰδίαν εὐθύνην, νὰ ἀποτρέψωσι τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ παρεμβάλλουσι προσκόμματα, καὶ πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Κατὰ τὸ πρὸ τῶν διακοπῶν τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον ἀναφορὰν κατοίκου τινὸς τοῦ χωρίου Γούνιτσα τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, ὅστις καὶ τὰ δύο του κτήνη εἶδεν ἁρπαγέντα τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ. Καὶ τὰ κτήνη αὐτὰ κατεκράτησεν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος...

§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§131ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀνέφερα ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· εἶναι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μαυρολίδης.

§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸν καταγγείλητε.

§133ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην καταγγελιῶν, ἐγὼ φροντίζω μόνον ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἀφῃρέθησαν τὰ κτήνη, περὶ δὲ τῆς καταγγελίας τοῦ ἀξιωματικοῦ ἂς φροντίσουν ἐκεῖνοι ’ποῦ τὸν ἔχουν. Ἐγὼ τότε δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τοῦ ὀνόματός του, ἀλλ’ εἶπον ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν συνετελέσθη ὅμως τίποτε, καὶ σήμερον εἶχον ἐπιστολὴν τοῦ ἰδίου πολίτου, παραπονουμένου ἐπὶ τούτῳ· δι’ αὐτὸ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ...

§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἤλλαξε κατάστασιν.

§135ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ἐκ Παξῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐπί τινα χρόνον ἤλλαξε κατάστασιν καὶ ἐτέθη εἰς ἀργίαν, ἴσως διὰ σωρείαν ἄλλων πράξεων ὁμοίων. Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι καὶ πάλιν εἰς τὸ στράτευμα, διὰ τὴν ἀτυχίαν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲ διαφέρει τὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶμαι συγχωρητέος, ἐὰν ἀνέφερα πρόσωπον ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἀφοῦ τὸ εἶπον ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω καὶ εἰς ὑμᾶς, ἀφοῦ τοσοῦτος χρόνος παρῆλθεν ἄνευ ἀποτελέσματος. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ παραδεχθῶ στοργὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς Θεσσαλούς. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἄλλην γνώμην, ἦτο ἐναντίος τῆς διαθέσεως τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ὡς αὕτη ἐγένετο. Ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν ὅτι τὰ 6½ ἑκατομμύρια ἐδόθησαν ἐπὶ ἐπιστροφῇ εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ὑποστάντες τὴν μεγίστην τῶν καταστροφῶν, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ζήσωσιν ἄνευ αὐτῶν. Ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης δὲν ἔλαβεν οὔτε λεπτὸν, ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων ἐπίσης, ἡ ἐπαρχία Καλαμπάκας τίποτε· τὰ ἔλαβον μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὰς οἰκίας των καταστρεφομένας, τὰ ὑπάρχοντά των διαρπαγέντα, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπανῆλθον, καὶ βεβαίως, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἀποδώσουν ὅσα ἔλαβον, ὡς ὁ νόμος κελεύει, βεβαίως τὴν στιγμὴν ἐκείνην μεγίστη προσεφέρθη εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσία, διότι τοὺς ἔσωσεν ἐκ τῆς πείνης. Μένουν ὅμως ἐκ τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἀδιάθετα 3½ ἑκατομμύρια, καὶ ἀφοῦ ἔχετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὰς τὰς καλὰς διαθέσεις δι’ ἡμᾶς, συνεννοηθῆτε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως τὸ ποσὸν αὐτὸ διατεθῇ καὶ χρησιμεύσῃ, ὅπως νομίζετε κατάλληλον, εἰς δάνεια κτηματικὰ τῶν Θεσσαλῶν, ἀφοῦ λέγετε, ὅτι ἔχετε αὐτὴν τὴν γνώμην, ἐκτὸς ἐὰν συμβαίνῃ νὰ ἦναι αἴτιος ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, διότι παρουσιάσας τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, σᾶς ἠνάγκασε νὰ ἀλλάξητε γνώμην καὶ μὴ τὰ διαθέσητε σήμερον κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν, ὃν ἐθεωρήσατε ἄλλοτε κατάλληλον. Ἐγὼ, κύριοι Ὑπουργοὶ, συνιστῶ εἰς ὑμᾶς καὶ παρακαλῶ, ὄχι ἐν λόγοις νὰ ὑπόσχησθε ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ διὰ τῶν πραγμάτων· μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι εἶσθε οἱ ἡγήτορες τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης θεωρεῖται ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἑπομένως πᾶσα ἐκ μέρους ὑμῶν ἀστοργία δὲν ἀντανακλᾷ εἰς τὰ ἄτομα ὑμῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο θέλω νὰ προλάβω ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἀστόργου ταύτης ὄντως στάσεως πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Βεβαίως ἐσκεπτόμην νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, διότι δεκάκις παρεκάλεσα, ἀλλ’ εἰς μάτην, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν κατώρθωσαν νὰ παραγάγουν τίποτε, καὶ κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν παραγωγὴ δὲν ἐγένετο καμμία, ὅπου ἂν διῆλθεν ὁ ἐχθρός. Δὲν θέλω νὰ ὑποθέσητε, ὅτι νομίζω, ὅτι ὁ ποῦς τοῦ ἐχθροῦ κατέστρεψε τὴν δύναμιν τῆς παραγωγικότητος τῆς γῆς, θὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅμως διατὶ αὕτη δὲν παρήγαγεν. Ὅπου ἂν διῆλθεν ὁ ἐχθρὸς, οἱ κάτοικοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναχωρήσουν, ὅπου δὲ ἀνεχώρησαν, προπαρασκευαστικὴ καλλιέργεια δὲν ἐγένετο. Ἐπανελθόντες μετὰ ταῦτα ἔσπευσαν νὰ σπείρωσιν, ὅπως ἠδύναντο, καὶ νὰ καλλιεργήσωσιν, ἀλλ’ ἡ γῆ πάντοτε μένει ὁποία εἶναι, καὶ μὴ ὑποστᾶσα παρασκευαστικὴν καλλιέργειαν δὲν ἀποδίδει, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τοὺς μὲν καλλιεργηθέντας ἀγροὺς ἀποδώσαντας, τοὺς δὲ μὴ καλλιεργηθέντας μὴ ἀποδώσαντας, καὶ οἱ δυστυχεῖς καλλιεργηταὶ, οἱ θέλοντες νὰ σπείρωσι, διὰ νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τῆς πείνης, ἔσπειραν γῆν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ τίποτε. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἔχετε δύο ἀγροὺς παρακειμένους, καὶ ὁ μὲν εἷς παρεσκευάσθη ἐπαρκῶς, διὰ νὰ δεχθῇ σπορὰν, ὁ ἄλλος δὲν παρεσκευάσθη ἐπαρκῶς· ἡ βροχὴ ἐπισκέπτεται ἀμφοτέρους, καὶ εἰς μὲν τὸν παρασκευασθέντα ἐπαρκῶς ὁ κάλαμος αὐξάνει, ἀλλὰ καὶ αἱ ῥίζαι του ῥιζοβολοῦσιν, ἀλλ’ εἰς τὸν μὴ παρασκευασθέντα ἐπαρκῶς ὁ κάλαμος βλαστάνει μὲν πρὸς τὰ ἄνω, ἀλλὰ δὲν ζωογονεῖται πρὸς τὰ κάτω, διότι δὲν εὑρίσκει τὴν γῆν πρόθυμον νὰ δεχθῇ τὰς ῥίζας, καὶ ἔρχεται μία περίστασις ἀντίξοος, καὶ ὁ βλαστὸς φθίνει, τότε δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ οὔτε εἰς τὸν ἄνεμον οὔτε εἰς τὴν δυνατὴν βροχὴν, θερμαινομένου δὲ τοῦ ὕδατος ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς καὶ μὴ ὑπαρχουσῶν ῥιζῶν εἰς τὸ βάθος τῆς γῆς, ἐξ ὧν νὰ ἀντλήσῃ δύναμιν καὶ ζωὴν, ἐπέρχεται ἡ σῆψις τῶν ἐπιπολαίως εὑρισκομένων ῥιζῶν, καὶ τὸ σπαρτὸν καταστρέφεται. Καταλήγων, Κύριοι, τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλίαν. Δὲν ἐζητήσαμεν δὲ τὴν μέριμναν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ δι’ ἐκείνους, οἵτινες δυστυχοῦσιν. Εἴπομεν ὅτι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου μόνον ὁ δῆμος Τυρνάβου ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος, ποῖοι δῆμοι δυστυχοῦν, δὲν εἶναι παρὰ πέντε ἢ ἓξ ἢ ἑπτὰ δῆμοι, καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους ζητοῦμεν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φροντίσει νὰ μάθῃ ἐγκαίρως, πόσον περιωρισμένος εἶναι ὁ κίνδυνος ζημίας διὰ τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἤθελε πρὸ πολλοῦ σπεύσει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν. Πᾶσα δὲ ὑπόνοια, ὅτι ὁ πάσχων ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑποκινηθῇ παρ’ ἄλλου, ἵνα ἐγείρῃ φωνήν, εἶναι ἀναξία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι, τί ἐστὶ πόνος.

§136Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος πρὸς ἐμὲ μᾶλλον ἀπηυθύνετο, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ὡμίλει πρὸ μικροῦ, διότι ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει χθὲς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ δικαιοστασίου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς πλειστηριασμοὺς τῶν ἀκινήτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Λυποῦμαι πολὺ διότι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διΐσταμαι, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγεται ἐμπειρότατος περὶ τὰ νομικὰ, δὲν ἀνέμενον δὲ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ἣν, πιστεύω, οὐδεὶς ἀσπάζεται, ἐξ ὅσων ἐνταῦθα καταγίνονται εἰς τὰ νομικά. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ὅταν ἐπιτρέπωνται αἱ κατασχέσεις τῶν ἀκινήτων καὶ δὲν ἐπιτρέπωνται οἱ πλειστηριασμοί, κατ’ οὐδὲν ἐκ τούτου ὠφελοῦνται οἱ ὀφειλέται. Διότι ἀκίνητος κτῆσις κατεσχημένη δὲν δύναται πλέον νὰ διατεθῇ, δὲν δύναται νὰ πωληθῇ· πᾶσα τοιαύτη διάθεσις εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἄκυρος, χωρὶς νὰ ἦναι κἂν ἀνάγκη ν’ ἀπαγγελθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἡ ἀκυρότης, οὕτω δὲ περιουσία νεκρὰ καθισταμένη διὰ τῆς κατασχέσεως εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ὀφειλέτας, καὶ ἑπομένως τὸ δικαιοστάσιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα στηρίζει ὠφέλιμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐλέγχεται ἐπιζημιώτατον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔτι μᾶλλον ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ὅτι, ὡς ἔχει τὸ δικαιοστάσιον ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐδαμῶς ἐνδιαφέρει τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς αὐτῆς. Διότι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ στεροῦνται ἀκινήτου κτήσεως, ἡ δὲ περιουσία αὐτῶν συνίσταται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ κινητῶν καὶ ζώων, γνωστὸν δὲ, ὅτι τὸ δικαιοστάσιον δὲν ἐπεκτείνεται ἐπὶ τῶν κινητῶν, καθόσον καὶ ἡ κατάσχεσις τούτων καὶ ὁ πλειστηριασμὸς πρὸ πολλοῦ ἐπετράπησαν, περιωρίσθη δὲ μόνον τὸ δικαιοστάσιον εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, ὅπερ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τοὺς γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας. Ταῦτα δ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐξυπηρετῶν τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται τὸ δικαιοστάσιον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ διαβεβαιώσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀντὶ ὠφελείας μεγίστων ζημιῶν καθίσταται πρόξενον εἴς τε τοὺς ὀφειλέτας καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ ἐν γένει εἰς πάντας τοὺς πολίτας. Ἂν δέ τις τῶν ἐκ Τρικκάλων κυρίων συναδέλφων ἔκαμε τὰς εἰσηγήσεις, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως εἰς ταύτας ὡρμήθη ἐκ γενικωτέρων, ἀλλὰ πεπλανημένων ἰδεῶν, ὅτι δηλαδὴ τὸ δικαιοστάσιον ἀπολύτως εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ οὐχὶ ὡς διερμηνεύων τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἑπομένως ὀφείλω νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, καὶ προκειμένου νὰ ἐκδοθῇ νέον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει τυχὸν παραταθῆ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1898 διατάγματος περὶ δικαιοστασίου, νὰ ἄρῃ τὸν περιορισμὸν ὡς πρὸς τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἀκινήτων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, ἢ τῆς ἀπὸ τούτων ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλα, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες εἶπον, ἀποδείξαντες τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑφίσταται, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς ὑπὲρ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες τοσαῦτα ὑποφέρουσι δεινὰ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ μέχρι σήμερον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἐγὼ τοὐλάχιστον διορῶ, ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων διασαλπίζονται καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας θέλει πραγματοποιηθῆ ὑπὲρ αὐτῆς. Ἔχω δὲ τὰς σοβαρὰς ταύτας ὑπονοίας μου, διότι γνωρίζω τὰς περὶ αὐτῆς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ κατάρτισις τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐν Τρικκάλοις, οὗτοι, ἀντὶ νὰ ἐλαφρυνθῶσι, κατατασσόμενοι εἰς τὰς ἥττονας φορολογικὰς τάξεις, ἐξ ἐναντίας, ὡς εὔποροι καὶ ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης πιεζόμενοι χαρακτηρισθέντες, κατετάχθησαν εἰς τὰς μᾶλλον φορολογουμένας. Ἔμποροι, οἵτινες πληρώνουσι τριάκοντα δραχμὰς ἐνοίκιον κατὰ μῆνα, ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώνωσι κατὰ μῆνα τεσσαράκοντα δραχμὰς ὡς ἐπιτήδευμα! Διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ φορολογήσωσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον τοὺς διευθυντὰς τῶν ἑστιατορίων, παρέστησαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ὑπάγονται, ὡς τοιοῦτοι, εἰς οὐδεμίαν τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, κατὰ τὸν νόμον, καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισαν ὡς χανιτζῆδες καὶ οἰνοπώλας, καὶ τοὺς ὑπεχρέωσαν νὰ πληρώσουν φόρον, ὡς μετερχόμενοι ἀμφότερα τὰ ἐπιτηδεύματα ταῦτα· οὕτω δὲ, ἐνῷ πρὶν ἐπλήρωνον τριάκοντα ὡς ἔγγιστα δραχμὰς, σήμερον πληρώνουσι τὸ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐγὼ αὐτὸς μετέβην πρὸς τὸν ἔφορον Τρικκάλων καὶ παρέστησα πρὸς αὐτὸν τὸ ἄδικον τοῦτο, καὶ ὅτε τῷ εἶπον, ὅτι οἱ διευθυνταὶ τῶν ἑστιατορίων πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν ὡς διευθυνταὶ μαγειρείων κατὰ τὸν νόμον, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι μαγείρους ἐννοεῖ ὁ νόμος ἄλλους, καὶ οὐχὶ τοὺς διατηροῦντας ἑστιατόρια. Οὕτω λοιπὸν ἐν Τρικκάλοις δὲν ὑπάρχει τάξις διευθυντῶν ἑστιατορίων, ἀλλὰ χανιτζήδων καὶ οἰνοπωλῶν. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἐφορολογήθησαν εἰς τὸ διπλάσιον καὶ πλέον τοῦ μέχρι τοῦδε φόρου πάντες οἱ ἐπιτηδευματίαι, ἡ δὲ φορολογία ἔφθασε καὶ μέχρι τῶν καὶ τοῦ ἄρτου στερουμένων πτωχῶν μεταπρατῶν, οἵτινες ἅλας καὶ σάπωνα κατὰ τὴν ἑβδομαδιαίαν ἀγορὰν τῶν Τρικκάλων μεταπωλοῦσι πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ ἄρτου. Ὅταν λοιπὸν ἔχω τοιαῦτα διδόμενα περὶ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῶν Τρικκάλων, δικαίως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οὐδὲν θέλει λάβει μέτρον ἀνακουφιστικὸν ὑπὲρ τούτων, οἵτινες τοσαύτας ὑπέστησαν συμφορὰς κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Καὶ ἤδη ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἐκ Τυρνάβου ἔντιμον Βουλευτήν. Οὗτος, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρὰ τῇ Κυβερνήσει θέσιν αὑτοῦ, προσεπάθησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι καὶ γενικώτερα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἑπομένως ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει, ὅπως μεταβάλῃ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχε μέχρι τοῦδε ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ σύστασις τῶν ἐπιτροπῶν, δι’ ὧν ζητεῖται νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐκεῖνοι, παρ’ ὧν ἀφῃρέθησαν τὰ ζῷα ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν εἶναι ἐκ τῶν γενικῶν μέτρων, ὧν αὕτη ἔχει ἀνάγκην, οὔτε ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι μέτρον ἀφορῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν μόνον, οὐδὲ τὰ ἄλλα, ἅτινα ἀπηρίθμησε πρὸ μικροῦ. Μέτρα γενικὰ εἶναι τὰ σκοποῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ταῦτα θέλουσιν ἐπιδράσει ἐπωφελῶς ἐπὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὡς καὶ τοῦ τόπου ἐν γένει. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτε εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἐκ τούτων ὠφέλειαν προσεδόκα ἡ Βουλή, ὅτε μετέβαλλεν εἰς νόμον τὸ σωστικὸν διὰ τὴν Θεσσαλίαν νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἄν δὲ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπραγματοποιεῖτο, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλεῖστα ὅσα καλὰ καὶ μεγάλα ὠφελήματα ἤθελον προσγείνῃ εἰς τὸ Κράτος. Ἔργον ἐπίσης γενικὸν διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἦτο τὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο νόμος περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν, διότι ἐπεδίωκε διὰ τούτου τὴν ἀποκατάστασιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν τσιφλικίων ἐν Θεσσαλίᾳ· ἰσχύει δὲ ὁ νόμος οὗτος μέχρι σήμερον, καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φανῇ ὠφέλιμος, ἐφαρμόζουσα αὐτὸν, διότι διὰ τούτου θέλουσιν ἀπαλλαγῆ οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοὶ καταστάσεως, ἥτις οὐδέποτε θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὠφέλειαν τούτων, οὐδὲ τοῦ τόπου. Ὄτε δὲ τὴν ὑπὸ τὸν Τρικούπην Κυβέρνησιν διεδέχθη ἡ ὑπὸ τὸν ἐντιμότατον κ. Δηλιγιάννην, αὕτη μεγάλην ἔδειξε μέριμναν πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως. Ἡ περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγγείου παραγωγῆς μελέτη, ἣν κατήρτισε δι’ ἐπιτοπίου ἐρεύνης πολυμελὴς ἐπιτροπεία ἐκ Βουλευτῶν καὶ ἄλλων εἰδημόνων ἀνδρῶν, ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως, ἐν ταύτῃ δὲ ἀναγράφονται μέτρα πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς ἀναμφισβητήτως πολλῆς σπουδαιότητος. Πλὴν δὲ τῆς μελέτης ταύτης καὶ νομοσχέδια κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ὑπεβλήθησαν, σκοποῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν ταύτην· τοιαῦτα δὲ ἦσαν τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν καὶ οἰκιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις, τὸ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου, τὸ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἀγροληπτῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ὅπερ κατόπιν, ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς μελετηθὲν καὶ μεταρρυθμισθὲν, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθῶσι διάφοροι σκοποὶ, ἐν οἷς ἡ σύστασις Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰσαχθὲν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν, ὅπερ κατέστη νόμος, ὅστις ὅμως παραδόξως εἰσέτι δὲν ἐφηρμόσθη ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀφ’ ἧς ἔδει νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Ἄν δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦτο, ὡς ἰσχυρίζεται, κληροδόχος τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα ἐκείνου καὶ καταγείνῃ εἰς μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐν γένει βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, ὤφειλεν εἰς τοιούτου εἴδους γενικώτερα ζητήματα ν’ ἀσχοληθῇ, καὶ ὄχι εἰς ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ὡμίλει ὁ ἐκ Τυρνάβου κ. Βουλευτής· ἔστω δὲ βεβαία, ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὠφελιμωτάτη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἓν μόνον παράδειγμα ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐτησίως περὶ τὰ πέντε ἑκατομμύρια κοιλῶν σίτου. Ἄν ἀφ’ ἧς προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐλαμβάνετο πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, εὐχερέστατα αὕτη ἠδύνατο νὰ διπλασιασθῇ, οὕτω δὲ ἤθελεν ἀποφύγει νὰ ἐξάγῃ ἐτησίως τὴν ἀξίαν τοῦ εἰσαγομένου σίτου, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 15,000,000 χρυσᾶ φράγκα, περίπτωσις, ἥτις βεβαίως σοβαρῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς καταστάσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητήματα τὰ σήμερον ἐξετασθέντα ἐνταῦθα. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὰ ἀρχῆθεν λεχθέντα, συνιστῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα σύντονα λάβῃ μέτρα πρὸς βοήθειαν τῆς πασχούσης Θεσσαλίας, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας αὐτῆς, διότι ἡ περαιτέρω ἐκκρεμότης τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ, ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἀνεπανόρθωτους καὶ ὀλεθρίας συνεπείας.

§137Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέμενεν ἓν ὑπόμνημά μου διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ ἀνανεώσεως τῶν καταστραφέντων βιβλίων ἐγγραφῆς κατασχέσεων νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνέταξα καὶ παρέδωκα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων γενομένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῶν κατασχέσεων εἰς τὸ σχετικὸν βιβλίον δὲν διατάσσεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν ἐπήρχετο δυσκολία τις εἰς τοὺς συναλλασσομένους ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοιούτων βιβλίων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐθεώρει ἀναγκαῖον διὰ τὴν χορήγησιν τῶν ἐνυποθήκων δανείων νὰ ἀνασυνταχθοῦν τὰ βιβλία κατασχέσεων, ὅσα κατεστράφησαν κατὰ τὸν πόλεμον, συνέταξα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Μὴ εἰσαχθέντος δ’ ἐκείνου, κατέθεσα σήμερον εἰς τὸ Προεδρεῖον ἑτέραν πρότασιν νόμου, ἧς θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν συζήτησιν κατὰ προτίμησιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ζῴων τοῦ Νεζεροῦ, πρὸ πολλοῦ παρεκάλεσα τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ εἰσαγάγουν τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ δοθῇ πίστωσις, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, καὶ ἔλαβον τὴν ὑπόσχεσιν τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ὅτι ταχέως θέλει περατωθῇ καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη.

§138ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ γενομένῃ μακρᾷ συζητήσει ἐπὶ τοῦ θέματος ἐλέχθησαν πραγματικῶς πολλὰ ἄξια λόγου, καὶ βεβαίως ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ νὰ μορφώσῃ γνώμην γενικωτέραν περὶ τῶν σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ ὑφισταμένων ἀναγκῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις σήμερον, μεθ’ ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν συνοπτικῶς ἐξετέθησαν, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς σαφῶς καθωρισμένας τὰς ἀνάγκας τῶν παθόντων μερῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ διαθέσῃ ἐκείνας τὰς δυνάμεις τὰς ὑλικὰς, ὧν ἔχει τὴν διαχείρισιν, αἵτινες θέλουσιν ἐπαρκέσει, ὅπως εἰς μέρος τοὐλάχιστον τῶν παθημάτων τῶν Θεσσαλικῶν ἐπέλθῃ ἀνακούφισις. Ἐρρήθη ἐνταῦθα, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις προσέκοψεν ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς καὶ ἀνέστειλε τὴν πρόκλησιν ψηφίσεως νομοθετημάτων χρησίμων εἰς τὸ ἔργον, πταίουσι μὲν καὶ οἱ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντες Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, πταίουσιν ὅμως κυρίως οἱ ἐκ τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ἀντιπρόσωποι, οἵτινες διὰ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων γενικωτέρων θεμάτων δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐκδηλώσωσι γνώμην καὶ νὰ παροτρύνωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Οἱ παρευρεθέντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, καθ’ ἣν ἐγένετο ὅμοιος λόγος, ἤκουσαν ὅτι διὰ δηλώσεως γενομένης παρὰ πλειόνων τοῦ ἑνὸς τῶν συναδέλφων τῶν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ὑπεστηρίχθη ἡ τότε ὑποβληθεῖσα πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Γιαννακίτσα. Τοῦτο δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ προσωπικῶς, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εὐρύτερον ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ὅτι μάλιστα ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐπεσπάσαμεν τὰς εὐχαριστίας τοῦ ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ, τοῦ κ. Λιμπρίτου. Εἶπον τότε τὸ ἐφρόνουν ὅτι ἐνεδεικνύετο μετὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Βουλευτοῦ Λαρίσης, καὶ προέτρεψα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζυγίσῃ καλῶς τὰς δυνάμεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ἐπίστευεν ὅτι τὰ 3,500,000, ἅτινα ὑπελείφθησαν ἐκ τῶν 10,000,000, ἅτινα ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι ἄλλως ἢ ὡς διετέθησαν ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι, ἂν ἐπίστευε δυνατὸν τὰ ὑπολειπόμενα 3,500,000 ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, εἶπον ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ φέρῃ πρότασιν πρὸς ψήφισιν, ἵνα διατεθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς, διότι ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὰ τμήματα τὰ παθόντα τῆς Θεσσαλίας ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖνο, ὅπερ ὤφειλεν ὑπὲρ αὐτῶν νὰ διαθέσῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις γινώσκει κάλλιον ἡμῶν τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔχει τι νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζει ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἐπιρρίπτων κατηγορίαν ἐπὶ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ ἀσχολουμένους περὶ τὰ τοιαῦτα θέματα, ἀπαλλάσσει τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀποχῇ εὐθύνης; Ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης, μόνον ἂν ἀποδείξῃ, ὅτι τῷ ὄντι καταβάλλει πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ὁ συνάδελφος, ὅστις ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, εὗρεν ἐνόχους τοὺς μὴ ἀγορεύσαντας ἐκ τοῦ παλαιοῦ βασιλείου Βουλευτὰς, ἐν Θεσσαλίᾳ εὗρεν ἐνόχους τοὺς παροτρύναντας τοὺς μὴ ἔχοντας ἄρτον νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἄρτον. Τούτους ἀπεκαλέσατε ταραξίας, ἰδίως ἕνα αὐτῶν. Καὶ ὅτε προεκάλεσαν ὑμᾶς νὰ ὀνομάσητε τὸν ταραξίαν, ἐσιωπήσατε· διότι ἐγινώσκετε, ὅτι, ἂν ὠνομάζετε αὐτὸν, ἠθέλετε ἀκούσει διαμαρτύρησιν ἀπὸ μέρους ἄλλων. Καὶ δικαίως· διότι εἶναι περίεργον νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι ἀπέναντι πληθυσμοῦ μὴ πεινῶντος ἤρκει ἡ φωνὴ ἑνὸς πεινῶντος, ἵνα προκαλέσῃ συντάραξιν. Ἀλλ’ ἂν ἐπείνων, ὁ ταραξίας ὤθησε τοὺς πεινῶντας, ἵνα προβῶσιν εἰς ταραχάς; Αὐτὸς προεκάλεσε τὴν εἰσβολὴν δήμου ὁλοκλήρου, τοῦ δήμου Ἀρμενίου, εἰς τὴν Λάρισαν; Ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ δοθῇ ὑπεράσπισις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδὲν ἔπραξε περὶ τούτων μέχρι τοῦδε, τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Ὑπουργῶν μοὶ φαίνεται ὅτι, ἂν δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ, ἦσαν τοὐλάχιστον σπουδαιότερα. Λοιπὸν προφανῶς προκαλεῖται ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὅτι τὴν προσοχὴν αὐτῆς δὲν ἐπέστησε σπουδαίως, τὸ ἑπόμενον παράδειγμα, πλὴν ὅσων μέχρι τοῦδε ἐρρήθησαν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγένετο, πρὸ τῆς λήξεως τῶν κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὑπόμνησις Θεσσαλικῆς ὑποθέσεως πρώτης σημασίας, ἡ ὑπόμνησις τοῦ ζητήματος τῶν Κουτσουφλιανιτῶν. Καὶ παρέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποία ἡ θέσις τῶν ἀνθρώπων τούτων, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι πολλὴν μὲν ἔχει ἐπιθυμίαν νὰ φέρῃ εἰς τέλος τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλ’ ὅτι οἱ κύριοι τοῦ κτήματος, ἐφ’ οὗ προέκειτο νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς Κουτσουφλιανίτας, ἠρνοῦντο νὰ πωλήσωσι τὸ κτῆμα, ὅτι τὸ ἓν πέμπτον μόνον τοῦ κτήματος ἐπωλεῖτο, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἤρκει τοῦτο, καὶ ὅτι καὶ διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἦτο πρόθυμος νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῆς ἰδίας αὐτῶν φιλοπατρίας. Ἠγέρθη τότε ὁ Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας, ὁ κ. Παπαθανασίου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται εὑρίσκονται ἐνταῦθα καὶ εἶναι πρόθυμοι νὰ πωλήσωσι τὸ κτῆμα, ὅπερ ἐγὼ προέτεινον, οὐχὶ νὰ ἀγοράσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποκτηθῇ διὰ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς ὑπὲρ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν. Ἐδήλωσε τότε ὁ Βουλευτὴς Καλαμπάκας, ὅτι ἐμεσολάβησε παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ φιλικὴ σύστασις, ἀλλὰ δὲν βλέπω ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης φιλικῆς συστάσεως· διότι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου τρεῖς ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει, ὑπὸ ῥακῶν περιβαλλόμενοι ἄνδρες, οἵτινες ἐρχόμενοι πεζῇ ἐκ Κουτσούφλιανης καὶ μέχρι Χαλκίδος κατορθώσαντες νὰ φθάσωσι, δὲν ἠξεύρω πῶς ἠδυνήθησαν νὰ πορισθῶσι δύο ἢ τρεῖς δραχμάς, ἵνα ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας...

§139ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Τοὺς ἔφεραν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ κτήματος.

§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτό;

§141ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ πεινῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ!

§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσαν, ὡς φαίνεται, ὅτι ἐγὼ εἶχον ὁμιλήσει ἐνταῦθα περὶ Κουτσουφλιανιτῶν, ὁδηγηθέντες ἦλθον εἰς τὸν οἶκόν μου, καὶ ἐζήτησαν νὰ σώσω αὐτοὺς, ἐγώ! Κατὰ τίνα τρόπον; Τὸ μόνον, ὅπερ ἠδυνάμην, ἦτο νὰ συστήσω ἐκ νέου τὸ ταχὺ πέρας τῆς ὑποθέσεως. Ὑπεσχέθην ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει, καθ’ ἣν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ὁμιλήσω ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελον ὑποβάλει τὴν σύστασιν· καὶ εὐτυχῶς μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ πράξω τοῦτο σήμερον ὡς ἐκ τῆς προνοίας τῶν συναδέλφων τῶν ἐκ Θεσσαλίας νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων. Τὸ κτῆμα εἶναι ἐκεῖ· οἱ ἰδιοκτῆται εἶναι ἕτοιμοι νὰ πληρωθῶσι καὶ νὰ πωλήσωσι. Διατὶ δὲν ἀγοράζει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐγκαταστήσῃ τοὺς Κουτσουφλιανίτας; Ἐρώτημα, ἐφ’ οὗ βεβαίως μεταξὺ τῶν ἄλλων ζητεῖται ἀπάντησις. Κυβέρνησις δὲ, ἥτις ἐφρόντισεν, ὅτε προέκειτο, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, νὰ δώσῃ ἐγγύησιν εἰς βιομηχάνους, ἵνα διεξαγάγωσιν ἔργα ἐν Λαρίσῃ, ἅτινα καὶ ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσι, — καὶ περὶ τούτου εἶπον τὰ πρέποντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,— ἔχει κατὰ μείζονα λόγον καθῆκον νὰ φροντίσῃ ν’ ἀποζημιώσῃ ἐκείνους, ἢ νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες τὸ πᾶν ἀπώλεσαν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς τιμῆς.

§143Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐν Τυρνάβῳ μόνον ἐκ συμπαιγνίας ἄνθρωποι μὴ πεινῶντες διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, καίτοι εἶναι ἔναυλοι οἱ λόγοι μου εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις καλῶς ἐνθυμεῖται ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον, ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι. Ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας εἶναι λαὸς νομοταγής, οὐδέποτε δὲ ἐκτρέπεται τῆς νομίμου ὁδοῦ. Ἐὰν συνῆλθε λοιπὸν ὁ λαὸς τοῦ Τυρνάβου εἰς συλλαλητήρια καὶ ἐζήτησε τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησε τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται, τοῦτο ἔπραξεν αὐθορμήτως, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ, ἵνα παραστήσῃ τὰ δίκαιά του καὶ ἵνα ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἀπέναντι τοῦ δυσπραγοῦντος Θεσσαλικοῦ λαοῦ καθήκοντά της. Κατὰ τὴν συγκρότησιν ὅμως ἑνὸς ἐκ τῶν συλλαλητηρίων τούτων θορυβοποιοί τινες παρεκίνησαν μερικοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους νὰ ἁρπάσωσι τρόφιμα ἐκ τῶν παντοπωλείων. Ἐπῆγαν λοιπὸν εἰς ἓν παντοπωλεῖον καὶ ἥρπασαν ὀλίγας ρέγκας...

§144ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ρέγκαις!

§145Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ῥέγκαις, ἢ ἄλλως σκουράντζους λεγομένους... Ἐγένετο ὅμως εἰκονικὴ ἡ διαρπαγὴ τῶν ὀλίγων τούτων τροφίμων, διότι δὲν ἤθελον οἱ ἄνθρωποι νὰ προβῶσιν εἰς τοιοῦτον διάβημα. Εἶναι τόσον συνετοί, εἶναι τόσον νομοταγεῖς, ὥστε ἀπετροπιάζοντο νὰ τὸ πράξουν· ἀλλὰ κἄποιος ἀρεσκόμενος εἰς τοιαῦτα ἔκτροπα τοὺς ἐξώθει εἰς τὴν διαρπαγήν, διὰ τῆς βίας παρακινῶν αὐτοὺς νὰ ἁρπάσουν τὰς ῥέγκας· καὶ τοῦτο, διὰ νὰ δώσῃ ἄλλον χαρακτῆρα εἰς τὸ συλλαλητήριον. Τὴν τοιαύτην παρεκτροπὴν ἐγὼ βεβαίως ἀπεδοκίμασα, καὶ περὶ αὐτῆς καὶ τῶν αἰτίων καὶ δημιουργῶν αὐτῆς ὡμίλησα οὐχὶ εὐφήμως· οὔτε εἶναι τὸ θέμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀξίζῃ τὸν κόπον νὰ γίνηται ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῶν προκαλεσάντων τὸ ἀτυχὲς γεγονός. Βεβαίως ὅμως δὲν κατεδίκασα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ καταδικάσω τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι συνερχόμενοι ἐν συλλαλητηρίοις καὶ ὑποβάλλοντες τὰς αἰτήσεις των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξήσκουν νόμιμον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοῖς ἀφαιρέσῃ· μάλιστα δὲ μετὰ τοῦ κυρίου νομάρχου Λαρίσης, ὅστις συναντήσας με μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἀπαγορεύσῃ τὰ συλλαλητήρια, ἦλθον εἰς συζήτησιν, καθ’ ἣν τῷ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσῃ τὰ συλλαλητήρια, ἐφ’ ὅσον οἱ πολῖται συνέρχονται ἡσύχως καὶ ἀόπλως· καὶ οὕτω συνήρχοντο, νομοταγῶς καὶ εὐπρεπῶς ὑποβάλλοντες τὰ αἰτήματά των, καὶ μόνον, ὡς προεῖπον, ἐφ’ ἅπαξ ὀλίγοι τινὲς ἐξωθήθησαν, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν διαρπαγήν, ἣν προεξέθεσα, ὅπως οὕτω παρασταθῶσι τὰ πράγματα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν καὶ οἱ Τυρναβῖται ὡς ἐπαναστάται κατὰ τῆς νομίμου ἐξουσίας τοῦ Κράτους! Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐνισχύσω τοιαῦτα κινήματα, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω τοιαύτην διαγωγὴν τῶν πολιτῶν· μόνον δ’ ὅτε οἱ πολῖται νομοταγῶς ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέλαβον ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τὰ αἰτήματά των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὰ ὑπεστήριξα, καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτῆς τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐν τῷ δυνατῷ μέτρῳ θὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας των. Οὕτω πως ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου, ὡς πολιτευτοῦ, καὶ οὕτως ἐννοῶ νὰ πολιτεύωμαι, ἐφ’ ὅσον πολιτεύομαι.

§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις μόνον εἰς ἀπάντησιν τῶν τελευταίων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής,—διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ Τυρνάβου λεχθέντα, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἀκριβῶς ἐξέθηκε ταῦτα, διότι δι’ ὅλων τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν παρεστάθη τὸ συλλαλητήριον ὡς νομίμως συγκροτηθέν· αἱ ταραχαί, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθη ὅτι ἔλαβον χώραν, δὲν ἔλαβον πράγματι χώραν, καὶ ἑπομένως περὶ τούτων οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτὸς μόνος ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμελεῖ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρατηρῶ, κύριε Βουλευτά, ὅτι τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε—καὶ δικαίως — πρὸς τοὺς πάσχοντας συμπολίτας ἡμῶν, τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν περιορίζεται εἰς λόγους ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς βουλευτικῆς λεγομένους, οἱ ὁποῖοι μεγάλα ἀποτελέσματα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἀλλὰ προβαίνει εἰς πράγματα. Εἶπον κατά τινα συνεδρίασιν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Εἶπον ὅτι προσπάθειαι καταβάλλονται πρὸς ἀγορὰν τοῦ κτήματος, ὅτε τινὲς τῶν ἰδιοκτητῶν ἔδειξαν διάθεσιν, ὅπως πωλήσωσι τὸ μερίδον αὐτῶν, ὅτι ἄλλοι ἀπ’ ἐναντίας δυστροποῦσι, καὶ δὲν θέλουσι νὰ συναινέσωσι, καὶ ὅτι οἱ Κουτσουφλιανῖται ἐπιμένουσιν, ὅπως ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἀνήκει εἰς ὀκτώ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἰδιοκτήτας. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρουσιάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτροπὴ ἐκ Κουτσουφλιανιτῶν, μὲ τὸν κ. Λεβέντην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὁποῖος παρέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους συνιδιοκτήτας, ὅπως πωλήσωσι καὶ τὸ ἑαυτῶν μερίδιον. Ἐλπίζω νὰ κατορθώσωμεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἀγορὰν τοῦ κτήματος ἐκείνου. Ἐρωτῶ, πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν μέχρι σήμερον δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς πλήρη συμφωνίαν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν; Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλω κατορθώσει νὰ λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐνοχλήσεως, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ἔχει, ὅπως παραστήσῃ ἑαυτὸν καὶ μόνον ἑαυτὸν ὑπέρμαχον τῶν συμφερόντων τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ἐγὼ δὲ νὰ μὴ εὑρεθῶ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως λάβω τὸν λόγον, ἵνα καταδείξω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι ἡ ἀνησυχία αὐτοῦ, ἡ πολὺ δικαία, εἶναι καὶ ἀνησυχία ἡμῶν.

§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν δήλωσιν, ἣν πρὸ μικροῦ σαφῶς διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρατηρήσεώς μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι εἶναι πολὺ ἀποτελεσματικωτέρα ἡ ἐργασία αὐτοῦ, ὅστις διὰ τῶν πραγμάτων θέλει προσεχῶς ἀποδείξει ὅτι μεριμνᾷ περὶ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ἢ ἡ ἐργασία ἐκείνων, οἵτινες περιορίζονται εἰς λόγους, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν καὶ προτρέψωσιν εἰς μέριμναν περὶ αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, κατὰ τίνα τρόπον θέλει, ὥστε ἐκεῖνοι, οὓς ἐλέγχει ὅτι περιορίζονται εἰς λόγους, νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν τῶν Κουτσουφλιανιτῶν; Ἐκεῖνοι οἵτινες περιορίζονται εἰς λόγους ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται, εἶναι ἐντεταλμένοι ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀποτείνωσιν λόγους ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ὑπόσχονται, ὅτι προσεχῶς θέλουσι δείξει «πράγματα καὶ θαύματα», ἐκεῖνοι ἔπρεπε βεβαίως πολὺ πρότερον ἢ ὅτι σήμερον συμβαίνει νὰ ἔχωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς κρείττονα ὁδὸν ἐκείνης, ἐν ᾗ εὑρίσκεται·

§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ πῶς;

§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε βεβαίως ὑπάρχει, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκεῖνοι, οἵτινες περιορίζοντο εἰς λόγους, ἦσαν εἰς θέσιν νὰ προβῶσιν εἰς τὰ πράγματα.

§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ πῶς; Διότι πάντοτε ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνω «πῶς;» Πῶς ἦτο τοῦτο κατορθωτόν, χωρὶς νὰ πεισθῶσιν οἱ κύριοι τοῦ κτήματος νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν πώλησιν αὐτοῦ; Ἐὰν τόσον μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτής, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ἡ δυσκολία ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὴν μὴ θέλησιν ἐκ μέρους τῶν συνιδιοκτητῶν, ὅπως πωλήσωσιν, ἠδύνατο, γινώσκων μάλιστα τοὺς συνιδιοκτήτας, νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως πείσῃ αὐτοὺς ἐπὶ τέλους νὰ ἀποδεχθῶσι τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶπον, τί εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις. Σᾶς εἶπον ὅτι ὑπῆρχε κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τοὺς Κουτσουφλιανίτας· ἐδήλωσαν ὅτι εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγκατασταθῶσιν. Ἐπέμενον ὅπως ἐγκατασταθῶσιν εἰς ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον γειτονεύει. Τὸ κτῆμα αὐτὸ ἀνήκει εἰς πολλοὺς συνιδιοκτήτας. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἔσπευσαν νὰ πωλήσουν, ἄλλοι δὲν ἠθέλησαν νὰ πωλήσουν. Ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτούς, ὅπως πωλήσωσι τὸ κτῆμα; Δὲν ἦτο. Προσεπαθήσαμεν διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως τοὺς πείσωμεν. Σήμερον ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν κατορθώσει τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν τὸ κατορθώσωμεν, θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, χωρὶς διόλου νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἐκάμομεν «πράγματα καὶ θαύματα», καὶ χωρὶς διόλου νὰ θελήσωμεν νὰ πιστευθῇ, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι πράγματι ἐκάμομεν θαύματα. Ἐκάμομεν τὸ καθῆκόν μας. Δὲν δικαιοῦται ὅμως, ἐνῷ πράττομεν τὸ καθῆκόν μας, νὰ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν πράττομεν.

§151ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ἓν πρᾶγμα, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Κουτσούφλιανης ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν ἄστεγοι ἀπὸ διετίας, αὐτὸ δέ, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε πρὸ καιροῦ νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν κατοίκων περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, γινώσκω τοῦτο, ὅτι ἔλαβον 120 χιλιάδας ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τῶν δοθεισῶν εἰς δάνεια, ὅτι ἔλαβον καὶ ἑτέρας 30 χιλιάδας...

§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόθεν;

§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῶν συνεισφορῶν... Ὅτι ἐξακολουθοῦσι καλλιεργοῦντες σήμερον, τινὲς ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον, τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν Τουρκίᾳ, καθ’ ὃ δικαίωμα ἔχουσιν, ὅπως καλλιεργῶσι ταῦτα, καὶ ὅτι προσπάθειαι καταβάλλονται, ὅπως ἀγορασθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κτῆμά τι, ὅπερ θέλουν, καὶ δοθῇ εἰς αὐτούς. Περισσότερον ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω. Ἐὰν ὑμεῖς γινώσκετέ τι, τὸ ὁποῖον ἤθελε συντελέσει, ὅπως φθάσωμεν ταχύτερον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ὑποδείξατέ το, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν θέλετε ὑποδείξει· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν πράττετε τοιοῦτόν τι, νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνητε.

§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δώσω πρὸς ὑμᾶς πληροφορίαν, ἥτις βεβαίως θέλει δείξει, ὅτι δὲν ἔχετε ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐθίξατε, πληροφορίας τελείας περὶ τῶν πραγμάτων. Εἴπετε ὅτι «τινὲς ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον» ἐξακολουθοῦν ἐργαζόμενοι εἰς τὰς γαίας αὑτῶν ἐν τῷ Τουρκικῷ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές· ὑπάρχει ἴσως τὶς — δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι εἷς ἢ δύο.—Εἴπετε ὅτι κατέφυγον πολλοὶ ἐκεῖ. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς, στενοχωρούμενοι ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Τουρκικὸν, εἶπον: «ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐγκαταστήσῃ ἡμᾶς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἂς ἀσφαλίσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν τοὐλάχιστον, καὶ τότε ἀποφασίζομεν ἴσως νὰ μεταβῶμεν ἐκεῖ». Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀσφαλίσητε εἰς αὐτοὺς τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἐννοῶ τὰς στενοχωρίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ ῥίψω εὐθύνας ἐπ’ αὐτῆς. Ἠθέλησα μόνον νὰ ἐντείνω τὴν φωνήν μου, ὅπως ἐντείνητε καὶ ὑμεῖς τὰς προσπαθείας πρὸς εὕρεσιν τῆς λύσεως. Δὲν νομίζω δύσκολον τὴν εὕρεσιν τῆς λύσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἀπόφασις αὐστηρῶς νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Καὶ μόνον ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόντιζεν ἐγκαίρως νὰ γείνῃ κυρία τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ κτήματος τῆς ἀδιανεμήτου, ἥτις προσεφέρετο εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν προθύμων νὰ πωλήσωσιν, ἤθελε κατασταθῆ συγκυρία ἐπὶ τῶν λοιπῶν, καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἤθελε δυνηθῆ νὰ προσκαλέσῃ αὐτοὺς εἰς διανομὴν ἢ πώλησιν τοῦ κτήματος, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐλύετο ἀμέσως. Ἠρωτήσατε: «ποῖον τρόπον προτείνετε;» Καὶ ἰδοὺ προτείνομεν. Πιστεύω δέ, ὅτι πᾶς ὅστις ἥψατο τῶν νομικῶν, —ὑμεῖς δὲ εἶσθε διδάκτωρ, καὶ ἐκ τῶν διακεκριμένων,— δὲν ἀγνοεῖ τὸ λυσιτελὲς τοῦ τρόπου τούτου, δι’ οὗ πάσας τὰς δυστροπίας τῶν ἰδιοκτητῶν, οὓς δὲν γνωρίζω, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ῥίψει κατὰ γῆς, καὶ ἤθελε πρὸ καιροῦ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐγκαταστήσῃ ὁριστικῶς τοὺς δυστυχεῖς τούτους ἀνθρώπους, οἵτινες βεβαίως εἶναι θύματα τῆς φιλοπατρίας αὐτῶν τῆς ἐκτάκτου.

§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θεωρῶ εὐτύχημα, ὅτι δὲν εἶσθε ὑμεῖς εἰς τὰ πράγματα, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλητε τὸν τρόπον τῆς λύσεως, τὸν ὁποῖον θέλετε διότι, ἂν ὁ τρόπος τῆς λύσεως, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὑποδεικνύετε, ἤθελε γείνῃ δεκτὸς παρ’ ἡμῶν, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἐπιζητουμένην λύσιν. Ἡ ἔκτασις ἡ κατεχομένη παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν προθυμίαν νὰ μᾶς πωλήσουν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοὺς Κουτσουφλιανίτας· διότι, ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ πρὸ ἑνὸς ἔτους. Οὐδεμία τότε δυσκολία θὰ ὑπῆρχεν. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ γείνῃ συνιδιοκτήτης, τότε βεβαίως ἤθελον αὐξήσει αἱ ὑπερφίαλοι ἀξιώσεις τῶν ἑτέρων ἰδιοκτητῶν. Ὁ μόνος τρόπος λοιπὸν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν μέχρι τοῦδε. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγίνετο τόσος λόγος εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἐπανάληψιν, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ζήτημα νὰ ἦναι λελυμένον· διότι πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ὅσον περισσότερος πάταγος γίνεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τόσον μεγαλείτεραι δυσκολίαι παρουσιάζονται, καὶ ὅταν δεικνύωμεν ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ζήτημα λυθῇ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσι σήμερον περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένου καὶ ἔχουσιν ἀπαίτησιν, ὅπως ὠφελούμενοι ἐκ τῆς περιστάσεως βιάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δώσῃ ποσὸν ἀνώτερον τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, βεβαίως θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις αὑτῶν. Ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην μου. Ἐὰν νομίζετε σεῖς, ὅτι διὰ τῶν ἀγορεύσεών σας συντελεῖτε εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐξακολουθήσατε, διότι ἐγὼ οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ σᾶς ἐμποδίσω.

§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο μόνον ἔλειπε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ εὐθύνη! Περίεργος αὕτη ἡ διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα νὰ τὰ ἐπιρρίπτῃ εἰς τοὺς ἄλλους. Πόσαι ἔγειναν ὑπενθυμίσεις τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Μία καὶ μόνη, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης, μία ὑπενθύμισις, ἥτις λόγον εἶχε τὸ ὅτι ὑπὸ πόνου ἐκινήθη ἡ μέριμνα τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν περὶ τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὑποθέσεως. Καὶ αὕτη ἡ μία καὶ μόνη ὑπενθύμισις ἤρκεσεν, ἵνα αὐξήσῃ τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν! Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί ἀπήντησε τότε; Ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀγοράσῃ, διότι δὲν θέλουσιν αὐτοὶ νὰ πωλήσωσιν, ἤκουσε δὲ τότε τὴν δήλωσιν τοῦ φίλου αὑτοῦ, τοῦ ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ, ὅτι σήμερον εἶναι πρόθυμοι νὰ πωλήσωσιν· οὕτω δὲ ἔληξεν ἡ ἀμφισβήτησις. Παρῆλθεν ἔκτοτε εἷς καὶ ἥμισυς μὴν ἄπρακτος, καὶ αἱ φωναὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠμπόδισαν νὰ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα ἡ Κυβέρνησις, διότι κατέστησαν ὑπερφιάλους τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν! Ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ Κουτσουφλιανιτῶν. Ἢ μήπως ἡ σημερινὴ παρατήρησις ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἀνέτρεψε τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἂν εὑρίσκεται ἀπέναντι ὑπερφιάλων ἀξιώσεων...

§158ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἀξιώσεων ἑνός.

§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἂν εὑρίσκεται ἀπέναντι ὑπερφιάλων ἀξιώσεων, ὁ τρόπος, ὃν ὑπέδειξα, ἀπολήγων εἰς τῶν δικαστηρίων τὴν κρίσιν, ἐμποδίζει τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις νὰ μένωσιν ἀμετακίνητοι. Ἂν ὅμως αἱ ἀξιώσεις εἶναι τόσον ὑπερφίαλοι, ὥστε δὲν ἀρκεῖ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἐδῶ εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ ἂς ζητήσωσι τὴν διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἀπαλλοτρίωσιν (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ).

§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι ἡ δημοσία ἀνάγκη;

§161Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης νὰ ζητήσωμεν νὰ πάρωμεν τὸ σπῆτι τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ!

§162Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον.

§164ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἶναι σχετικὸν (θόρυβος).

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταπηδῶμεν ἀπὸ ζητήματος εἰς ζήτημα. Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐὰν ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν ἐν γένει, τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ ἴδω, μήπως προηγεῖται ἄλλος ὑμῶν.

§166ΤΟΠΑΛΗΣ. Βεβαίως, διὰ τὸ Θεσσαλικόν.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.

§168ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐγώ.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε τελευταῖος.

§170ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τὸ ζήτημα αὐτό;

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν θ’ ἀφήσωμεν αὐτὸ καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλο. Θὰ τελειώσῃ αὐτό. Ἐὰν ὁ κ. Τοπάλης ἔχει γενικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Θεσσαλικοῦ νὰ ὁμιλήσῃ, ἔχει τὸν λόγον.

§172ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω περὶ τῆς Κουτσούφλιανης.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε. Ἐὰν ἓν ἐπεισόδιον γεννᾷ ἄλλο ζήτημα, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ τὸ πρῶτον.

§174ΡΙΚΑΚΗΣ. Συζητεῖται αὐτὸ τὸ ζήτημα.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά σας. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν... Ὁρίστε, κύριε Τοπάλη.

§176Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν μακρὰν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν δικαίως ἐγέννησεν ἡ ἀνάγκη τῆς διευθετήσεως τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν, νομίζω ὅτι προβάλλεται ὡς ἀναγκαῖον πόρισμα τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ ὑποβολὴ τῆς ἑξῆς προτάσεως: «Ἡ Βουλὴ, ἐλπίζουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ λεχθέντα θέλει λάβει πρόσφορα μέτρα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Εἶναι ὑπογεγραμμένη παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Κριεμάδη.

§177Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἐν γένει τὸ Θεσσαλικὸν, αὐτὸ ἐξηντλήθη, καὶ ὑπεβλήθη πρότασις, ἐφ’ ἧς καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Θέλω μόνον προσθέσει ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἑτέρου. Νομίζω ὅτι ἡ δυσκολία τῆς ἐκποιήσεως τοῦ κτήματος δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητος· ἂν δὲν συναινοῦσιν οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ κτήματος, ὑπάρχει νόμιμος λόγος, ὅπως ἐξαναγκασθῶσι κατὰ τοὺς ὑφισταμένους νόμους. Ἔχομεν νόμον περὶ ἐκποιήσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ὅταν τόπος τις περιέχῃ ἀρχαιότητας, ὅταν πρόκειται νὰ ἀνοιχθῶσι πλατεῖαι ἢ χαραχθῶσιν ὁδοί. Κατὰ τούτους τοὺς νόμους πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν παρουσιαζομένην ἐθνικὴν ἀνάγκην, προκειμένου περὶ πληθυσμῶν, οἵτινες ἐζήτησαν ἄσυλον εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀνάγκης ἀνωτέρας πάσης ἄλλης; Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν νόμον προηγούμενον, ὠφείλαμεν νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νόμον· ἀλλ’ ἔχομεν προηγούμενον, καὶ πᾶσαι, νομίζω, αἱ βραδύτητες εἶναι ἀδικαιολόγητοι.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως;

§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποβάλλεται καὶ ἑτέρα πρότασις.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπ. Στάης ὑποβάλλει ἑτέραν πρότασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πεπεισμένη περὶ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Τοπάλη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, ἐλπίζουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ λεχθέντα θέλει λάβει πρόσφορα μέτρα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Στάη.

§181ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ μίαν διασάφησιν. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στάη ὁμιλεῖ περὶ μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁποίαν μέριμναν ἐννοεῖ; ἐκείνην, ἣν ἔλαβεν, ἢ ἐκείνην, ἣν θέλει λάβει;

§182ΣΤΑΗΣ. Ἐκείνην, ἣν ἔλαβε, καὶ ἐκείνην, ἣν θέλει λάβει.

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Στάη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§184ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, κύριε Πρόεδρε.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στάη λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Τσιριμώκου καὶ Χρ. Ἀσιμῆ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
Γ. Κυριαζῆς Ν Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Α. Παναγιωτόπουλος Μιχ. Φωτιάδης Ν
Α. Μελετόπουλος Γ. Λιδωρίκης Ν
Κ. Μωραϊτίνης Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
Εὐστ. Ρακόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Ἐπ. Ἰμπειρῖκος Μιχ. Στελλάκης Ο
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Δημ. Καΐρης Γ. Λύρας
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ν Εὐμ. Ρέπουλης
Κ. Πλατούτσας Ν Δημ. Τσάτσος Ν
Μιχ. Κωτσάκος Δ. Τσιτσάρας Ο
Κων. Γ. Καραπᾶνος Κωνστ. Ζῶτος Ν
Κων. Κοττίκας Ν Γ. Χατζόπουλος
Ἰωάννης Καραπᾶνος Διον. Στεφάνου
Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
Στέφ. Δραγούμης Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ο
Ν. Λεβίδης Ο Γ. Ρῶμας Ν
Θ. Ρετσίνας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Φωκίων Νέγρης Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Χαρίλ. Σπηλιώτης
Ἐπ. Μ. Κανιάρης Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν
Θεόδ. Φλογαΐτης Πέτρος Αὐγερινὸς
Δ. Γ. Ράλλης Χρ. Δαραλέξης
Γεώργ. Βενιζέλος Ἄγγ. Λύγ. Πετραλιᾶς
Νικ. Γουναράκης Ν. Δαούτης Ο
Κ. Σταυρόπουλος Ν Π. Παπαχατζῆς
Ἀλέξ. Ι. Σκουζές Σπ. Ἰω. Μήλιος
Δημήτριος Καρυγιάννης Β. Μαρκεζίνης Ν
Ἀνδρ. Στράτος Νικήτας Συνοδινός Ο
Ἀντ. Καρτάλης Ν Χριστόφ. Ἀσιμῆς Ο
Κ. Τοπάλης Ο Τηλ. Δενδρινός
Ἀλέξ. Κασαβέτης Ν Π. Μαυροκέφαλος Ν
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
Ν. Παπαϊωάννου Θεόδ. Ζαΐμης
Δημ. Γίδας Ν Π. Θ. Ζαΐμης
Νικ. Τσόγκας Ν Ὀδ. Λαμπρόπουλος
Νικ. Γουλιαμῆς Ν Λυγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Ἡρ. Καλαμπάκας
Περ. Ἀλεξάκης Ο Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
Ν. Σπυρακόπουλος Π. Περρωτῆς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ν
Θ. Β. Δηλιγιάννης Γ. Οἰκονομόπουλος
Χαρίλ. Διγενόπουλος Ν Δ. Τερτίπης Ν
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Ν. Τρικούπης Ν
Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
Γ. Φραγκίδης Ν Σπ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ο
Ι. Καζαμπάκας Ο Δ. Λυμπερόπουλος
Σπ. Παπάποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν Περ. Μποῦτος
Κ. Σαραφιανός Ν Ἀρ. Προβελέγγιος
Π. Χατζηνικολής Δ. Μάτσας
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ο Ι. Ναυπλιώτης
Γ. Μέρμηγκας Ν Γ. Σισμάνης Ν
Γ. Κόρπας Δ. Φαρμάκης Ν
Τρ. Πατρίκιος Ν Γ. Πλατανιώτης
Γ. Θεοτόκης ἀρν.Ἠλ. Ποταμιάνος Ο
Μιχ. Θεοτόκης Μ. Λαμπρυνίδης Ν
Γουλ. Σκάρπας Ι. Βοῦρτσος Ν
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Α. Πετσάλης Ο
Σπ. Χυτήρης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Σπ. Ἀγαθὸς Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης
Β. Σκαμοΐλης Ν Γ. Καπετανάκης
Ν. Καλογούρος Ν Φώτ. Μοσχούλας
Κ. Χρηστόπουλος Ἀσημ. Χριστόπουλος
Π. Πετρίδης Χ. Κανελλόπουλος
Σωτ. Κροκιδᾶς Ν Θᾶνος Μπασιᾶς
Σπ. Νοταρᾶς Π. Τυπάλδος Ν
Π. Μεντζελόπουλος Ν Θ. Βελλιανίτης Ο
Δ. Δημητριάδης Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος ἀρν.
Ἄθως Ρωμάνος ἀρν.Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Πέτρος Μόρης Ν
Α. Μουφερέτος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
Θ. Μαρκέτος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Σπ. Ε. Στάης Ν Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης
Διον. Καλούτσης Α. Ρικάκης
Π. Χοντζόπουλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
Ν. Τσούχλος Ν Ἀχ. Ἱεροκωστόπουλος
Χ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
Θ. Πέρρος Ν. Μισυρλῆς
Στέφ. Κοπανίτσας Ν Ν. Καράπαυλος ἀρν.
Γ. Φικιώρης Γ. Ράλλης
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Σπ. Ἰγκεντιλίνης Ν
Βρασίδας Λεώπουλος Γ. Ζερβός Ν
Γ. Μαυρομιχάλης Ο Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ι. Γιαννακίτσας Ν. Λεωνίδας Ν
Ν. Καραστέργιος Ο Διον. Κυριακός
Ι. Πιπινόπουλος Α. Μαυρογορδάτος
Γ. Λάππας Α. Λαδόπουλος
Ν. Μπουφίδης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Περ. Βαλαωρίτης Ν Α. Βιτάλης Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Γερ. Φίλιππας Ν Ι. Γκιὼν Ν
Β. Κυριαζῆς Ν Κάρολος Βιτάλης
Β. Βασιλειάδης Κ. Χατζηπέτρος Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν.Γ. Κανούτας
Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Ν. Ταρμπάξης Ν
Παν. Μανέτας Ο Θ. Κριεμάδης Ο
Ἠλ. Μπακόπουλος Γ. Ραδινός Ν
Ἠλ. Ζέγγελης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
Σπ. Βάρβογλης Θ. Σαρσέντης Ν
Ἀθαν. Κατριβάνος Ν Α. Πονηρόπουλος Ν
Ἠλ. Κοσσονάκος Δ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Παπατσώρης Ν
Ι. Νικολαΐδης
Δ. Κατσάνος Ι. Τσιριμῶκος Ν
Δ. Σκαλτσοδῆμος Δ. Κρίτσας Ο
Ν. Τζανετόπουλος Α. Πλατῆς Ν
Γ. Ροδόπουλος Ν Ν. Χατζῖσκος Ο
Θ. Λαμπρίτης Ο Ν. Καλογερόπουλος Ν
Ι. Κουντουριώτης Ν Β. Βουδούρης ἀρν.
Ν. Τσαμαδὸς ἀρν.Γ. Ἀβέρωφ
Παντελῆς Γκίκας Ο Μιλ. Κανάρης
Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 140. Ἐκ τούτων 96 εἶπον Ναί, καὶ 37 εἶπον Ὄχι, τῶν 7 Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στάη ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
2τῆς 29 Ἰανουαρίου 1900.
3(Σάββατον).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρι-
5θέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμέ-
6νης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις πλανόδιοι ἀνθρακοπῶλαι
8δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλλάξῃ
9αὐτοὺς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος.
10Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τυρνάβου ὑποβάλλουσι ψήφισμα
11εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλοῦσιν αὐτήν, ὅπως λάβῃ σύν-
12τονα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως αὐτῶν διὰ χο-
13ρηγίας ἐργασιῶν καὶ δι’ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων.
14Οἱ κάτοικοι Φαρσάλων δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν
15ἀποστολὴν ἀλεύρου καὶ τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπαλλαγὴν αὐτῶν
16ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων ἐπιτηδεύματος καὶ ἀροτριών-
17των κτηνῶν.
18Ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Τριφυλίας δι’ αἰ-
19τήσεώς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ διο-
20ρισμοῦ διδασκαλίσσης εἰς τὸ ἐν Σιδηροκάστρῳ ἀργοῦν δη-
21μοτικὸν σχολεῖον τῶν θηλέων.
22Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Πλατῆς παρακαλεῖ τὴν Κυ-
23βέρνησιν, «ὅπως διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἀνακοινώσῃ
24εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιον περὶ ἀποδο-
25χῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ ἀειμνήστου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ
26ἐκ δεκατριῶν ἑκατομμυρίων», καὶ συνάμα συνιστᾷ εἰς τὴν
27Κυβέρνησιν, «ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο χρησιμοποιήσῃ πρὸς σύ-
28στασιν Γεωργικῶν Τραπεζῶν, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναξιο-
29παθούντων γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν
30ὑπάρχῃ ἐν τῇ διαθήκῃ ἀπαγορευτικὸς ὅρος τοῦ διαθέτου πρὸς
31τοῦτο.»
32Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ρέ-
33πουλης.
34§2ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἀναφέρονται οἱ
35πλανόδιοι ἀνθρακοπῶλαι, κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου
36τοῦ τροποποιοῦντος τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων· ἀλλ’ ἐνῷ
37διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται καὶ οὗτοι τῆς φορολο-
38γίας τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐν τούτοις ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ
39κρατοῦντος νόμου ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν ἐπιτηδεύ-
40ματος. Καὶ ἂν μὲν τοῦτο ἦτο μικρὸν, ἴσως δὲν θὰ ἦτο
41ἀνάγκη νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν ἐν
42Ἀθήναις ἀνθρακοπωλῶν ἀνέρχεται εἰς 72 δραχμὰς, ἐὰν δ’ εἰς
43τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῇ καὶ τὸ πρόσθετον ποσοστὸν τῶν
4420% καὶ τὸ τέλος τῆς ἀποδείξεως, ὑποχρεοῦνται εἰς πλη-
45ρωμὴν 87 δραχμῶν! Ἐπειδὴ ὁ Ἰανουάριος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου
46ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι τὸ ἐπιτήδευμά των, λήγει, καὶ δὲν
47θὰ προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον μέχρι τέλους
48τοῦ μηνὸς, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέ-
49τρον τι περὶ τούτων, ὅπως ἔλαβε διὰ τοὺς ἁλιεῖς, τοὺς δι-
50καστικοὺς κλητῆρας καὶ τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας ἄλλων
51τάξεων, οἵτινες, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ἢ μᾶλλον τῇ βεβαιότητι
52τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀπηλλάγησαν τοῦ ἐπιτηδεύμα-
53τος, ἐδόθη δὲ ἤδη ἡ περὶ τούτου διαταγὴ εἰς τὰς ἁρμοδίας
54ἐφοριακὰς ἀρχάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μικροῦ φόρου, δὲν θὰ
55ἐλάμβανον τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐὰν οὗτοι πληρώσωσι τὰς 87
56δραχμὰς, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἐπάγγελμά
57των. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ προλάβῃ
58τοιοῦτον κακόν.
59§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
60§4Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπὶ πέντε ἡμέρας ἀπὸ
61τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐξηκολούθησε συζή-
62τησιν ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου οὔτε ἐπερώτησις εἶχεν
63ὑποβληθῆ, οὔτε οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον ἀκουσθῆ, οὔτε ἡ Βουλὴ
64εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συζητήσῃ. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τοὺς κ.
65Βουλευτὰς, τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ θέματος. Διότι δὲν
66ἔπραξαν ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κακὴ συνήθεια καθιέ-
67ρωσεν ὡς ἀπόλυτον προνομίαν βουλευτικήν. Ἐνόμισα ὅτι
68τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προεβλέπετο ἀπὸ τὸν
69Κανονισμὸν, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε ἡμέρας συζητοῦμεν, χωρὶς νὰ
70εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἀφοῦ συζητοῦ-
71μεν ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν σχέ-
72διον νόμου, οὔτε ὡρισμένην πρότασιν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ
73λάβῃ χώραν κατ’ ἀνάγκην βραδύτερον ἐν τῇ Βουλῇ συζήτη-
74σις. Ὁμολογῶ, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἠθέλησα νὰ ἴδω τὸν
75Κανονισμὸν τὸν ἰσχύοντα. Ἐγνώριζον τὰς σχετικὰς ἀτελείας
76τοῦ πρότερον ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην
77καὶ τὰς ἀτελείας τὰς μείζονας τοῦ σήμερον ἰσχύοντος. Διότι,
78ὅπως θὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ἰσχύοντος Κα-
79νονισμοῦ σιωπηρῶς ἀπαγορεύονται αἱ συζητήσεις κατὰ τὸ
80στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Ἰδοὺ ποῦ στηρίζω τὰς σκέψεις
81μου...
82§5Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε τὸ πρᾶγμα ὅπως
83ἔχει τόσα ἔτη;
84§6Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως νομίζετε, ὅτι ἀποκλείει
85τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων;
86§7ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν,
87ὅτι ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ ἀτέλειαι, ἐκ τῶν ὁποίων σιωπηρῶς
88ἀπαγορεύεται τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Ἡ ἀτέλεια δὲ
89αὕτη δύναται νὰ διορθωθῇ, χωρὶς μὲν βλάβην τοῦ δικαιώμα-
90τος τῆς Βουλῆς τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς
91ἐξουσίας, ἀλλὰ μετ’ ὠφελείας τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ τῆς
92Βουλῆς. Περὶ τούτου νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
93ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη. Θὰ παραστήσω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην
94τῆς ἔστω καὶ προσωρινῆς βελτιώσεως καὶ διορθώσεως τοῦ
95ἰσχύοντος σήμερον Κανονισμοῦ διὰ προτάσεως περὶ σχετικῆς
96ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ
97ὑποβάλω. Ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς διατάσσει ἐν ἄρθρῳ 21:
98«Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ Πρόε-
99δρος ἀνακοινώνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα
100αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα καὶ ἄλλα ἔγ-
101γραφα.» Καὶ ἕπεται τὸ ἄρθρον 22, καθ’ ὃ «ὁ Πρόεδρος μετὰ
102ταῦτα ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
103καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφα-
104σιν τοῦ Σώματος καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
105ξει σειράν.» Ἐκ τούτων βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν μεσολαβεῖ,
106σχετικῶς μὲ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπερωτήσεων, πρὸ τῆς ἡμε-
107ρησίας διατάξεως. Περὶ τούτων δὲν μετέβαλέ τι οὔτε ὁ
108ἰσχύων Κανονισμός. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον δίδει νὰ νοηθῇ
109περὶ σιωπηρᾶς ἀπαγορεύσεως τῶν ἐπερωτήσεων, ὡς εἶπον
110πρότερον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ τῶν ἀναφο-
111ρῶν, κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, ἀφοῦ ὁρίζεται ἐκτενής
112πως διαδικασία ἐπὶ τῆς ὑποβολῆς συστάσεων καὶ ἀναφορῶν,
113ὁρίζεται ὅτι «ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἀνα-
114φοραί, ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ πᾶν δεκα-
115πενθήμερον ἔκθεσιν τῶν εἰς αὐτὴν διαβιβασθεισῶν ἀναφο-
116ρῶν... Ἡ Βουλὴ ὁρίζει ἑκάστοτε τὴν ἡμέραν τῆς συζη-
117τήσεως.» Ὅθεν δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀνα-
118φορῶν, εἰμὴ ὅταν ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητή-
119σεως. Τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ σημερινῷ Κανονισμῷ, ἑπο-
120μένως δύναταί τις σήμερον, αὐστηρῶς ἢ στενῶς ἐξετάζων
121τὸν Κανονισμόν, νὰ εἴπῃ, ὅτι συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν
122δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ὁ νέος Κανονισμὸς ἀφῄρεσε τὴν παρά-
123γραφον τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν.
124Ἄλλο. Ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς ὁρίζει τὰ ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 34:
125«Πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς
126τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφος, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ
127τοῦ Προέδρου, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς.
128Συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν
129ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην
130προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.» Ὁ νέος Κανονισμὸς
131περιώρισε τὴν «πρότασιν» ἐν γένει εἰς πᾶσαν πρότασιν νό-
132μου ἢ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἑπομένως δύναται βα-
133σίμως νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ ἀόριστος ὑποβολὴ προτάσεως
134γενικῶς, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς γενικῆς προτάσεως, ἀφῃ-
135ρέθη ἀπὸ τὸν νέον Κανονισμόν, καὶ πᾶσα πρότασις δέον νὰ
136ἦναι πρότασις νόμου ἢ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπα-
137ναλαμβάνω, ὅτι ἀναφέρω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ διότι
138πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ βάσιμον τῆς προνομίας τῆς
139Βουλῆς καὶ τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πρά-
140ξεων δι’ ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν
141τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ κανονισθῶσι τὰ ἀνωμά-
142λως ἔχοντα διὰ νέας ἀποφάσεως, ἥτις καὶ τὸν ἔλεγχον νὰ μὴ
143ἀποκλείῃ καὶ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς νὰ κα-
144θιστᾷ εὐχερεῖς. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ πρὸ
145πολλῶν ἐτῶν παρετηρήθη τὸ αὐτὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρε-
146τηρήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τῆς πλήρους δηλαδὴ ἐλευ-
147θερίας τῆς συζητήσεως κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων,
148παρακωλυούσης σοβαρῶς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς.
149Καὶ ἐπεδιώχθη ἡ θεραπεία δι’ ἀποφάσεως περὶ συζητήσεως
150τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ Σάββατον, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀπὸ χθὲς
151λαβὼν τὴν ἰδέαν τῆς διορθώσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἠδυνή-
152θην νὰ παρακολουθήσω τὰ πρακτικά, διὰ νὰ μάθω ἕως πότε
153ἰσχύουσιν αἱ δὶς ληφθεῖσαι ἀποφάσεις αὗται τῆς Βουλῆς.
154Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1892 φαίνεται ὅτι ὁ προσδιορισμὸς ῥητῆς
155ἡμέρας ἴσχυε...
156§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο.
157§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόπειρα ἐγένετο μίαν φοράν.
158§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἀπέκρουσε
159τότε τὴν πρότασιν, ὁ δὲ τότε εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας
160ἔστερξε νὰ μὴ γίνηται συζήτησις.
161§11ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναφέρω τί βλέπω εἰς τὰ πρα-
162κτικά. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσω εἰς τὰ γινόμενα κατὰ τὸ
163παρελθὸν παρ’ ἡμῖν, θὰ μοὶ ἐπιστρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀνα-
164φέρω συνοπτικώτατα, τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη.
165Ὅλοι οἱ Κανονισμοί, οὓς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, τῆς Γαλλικῆς καὶ
166τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου,
167ἔχουν τοῦτο βάσιν, ὅτι δηλαδή, εἴτε πρότασις, εἴτε ἐπερώ-
168τησις, εἴτε σύστασις ὑποβάλλεται, ὑποβάλλεται ἄνευ συζη-
169τήσεως. Συζήτησις κατὰ κανόνα δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἡ
170Βουλὴ θὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερω-
171τήσεως, εἴτε ἐπὶ τῆς συστάσεως, εἴτε καὶ ἀναφορᾶς. Καὶ ἡ
172Ἰταλικὴ καὶ ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἔχουν διαδικασίαν, ἧς σκοπὸς
173εἶναι πάντοτε ἡ ἐξασφάλισις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερω-
174τήσεως, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ παρακωλύηται ἡ νομοθετικὴ ἐρ-
175γασία τῆς Βουλῆς.
176Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀναγινώσκων τὰ κεί-
177μενα τῶν διαφόρων Κανονισμῶν· ἀρκεῖ, ὡς εἶπον, ὅτι κατ’ ἀρ-
178χὴν ὑποβαλλομένης τῆς ἐπερωτήσεως, συζήτησις δὲν ἐπιτρέ-
179πεται ἐπ’ αὐτῆς, εἰμὴ ἀφοῦ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν συ-
180ζητήσεως περὶ αὐτῆς...
181§12Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἤρχετο ἀπ’ εὐ-
182θείας ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ὑποβάλητε, διότι θὰ
183ἀντελαμβανόμεθα καλλίτερον τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θέλετε
184νὰ ἀναπτύξητε.
185§13ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ προτά-
186σεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
187Βουλήν, περὶ προσδιορισμοῦ ἡμέρας συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐπε-
188ρωτήσεων.
189§14Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν;
190§15ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
191§16Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ σεῖς κάμνετε ἀνάπτυξιν
192τώρα.
193§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποπίπτει κατ’ ἀνάγκην
194εἰς τὴν παράβασιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ Κανονισμοῦ.
195§18ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐπιθυμῶ τὸ ταχύτερον, ἐὰν
196φρονῇ οὕτως ἡ Βουλή, νὰ προβῇ εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς
197ἔργον, ἵνα μὴ καταναλίσκεται ὁ χρόνος ματαίως.
198Ἡ πρώτη λοιπὸν περίπτωσις, ἡ ὁποία παρουσιάσθη εἰς
199τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ κατὰ τὴν 13 Ἀπριλίου τοῦ 1882, κατὰ
200τὴν ὁποίαν, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει):
201«Ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης λαβὼν ἀφορμὴν εἷς τῶν Βου-
202λευτῶν Εὐρυτανίας παρετήρησεν, ὅτι πρέπει εἰς τὸ μέλλον ἐν
203τέλει ἑκάστης συνεδριάσεως ἡ Βουλὴ νὰ κανονίζῃ τὴν ἡμε-
204ρησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης. Εἰς τοῦτο συνεφώνησεν ὁ
205Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ παρετήρησεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ
206τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν περὶ αὐτῶν συζητήσεων κατανα-
207λίσκεται ὁ χρόνος, ὥστε ἡ Βουλὴ βραδέως ἐπιλαμβάνεται
208τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θεωρεῖ ἀπαραίτητον νὰ γίνωνται
209μὲν ἐπερωτήσεις ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει, ἀλλὰ νὰ προσδιο-
210ρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ὅταν ἦναι
211δῆλον, ὅτι αὗται θὰ γεννήσωσι συζήτησιν. Ἡ Βουλή, ἀπο-
212δεχθεῖσα τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥρι-
213σεν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τὸ Σάββατον ἑκάστης ἑβδομάδος.»
214§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ περιορισμοῦ
215τοῦ λόγου.
216§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
217§21Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διακόπτω διότι εἶναι οὐ-
218σιῶδες· δὲν εἶναι ἁπλοῦν, καὶ ἐννοοῦμεν πόθεν προέρχεται.
219§22ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι προέρχεται μόνον
220ἐξ ἐμοῦ.
221Εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα πρα-
222κτικά, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώ-
223σκει): «Περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλῶ τὴν
224Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρον γενικώτερον καὶ πρακτικώτερον.
225Παρετηρήθη, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων προκαλοῦμεν καθ’ ἑ-
226κάστην συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διαταράττουν πᾶσαν ἡμερη-
227σίαν διάταξιν· μάτην ἄρα ζητοῦμεν νὰ κανονίσωμεν τὴν
228ἡμερησίαν διάταξιν, διότι τὰ ἀπρόβλεπτα ἀπορροφοῦσι τὸν
229χρόνον τῆς συνεδριάσεως. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμ-
230ποδίσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις καθ’ ἑκάστην ἐν ἀρχῇ τῶν συνε-
231δριάσεων, ἢ καὶ διαρκουσῶν αὐτῶν, ἐπὶ κατεπειγουσῶν ὑπο-
232θέσεων, ἀλλὰ ἄλλο ἀναγγελία ἐπερωτήσεων καὶ ἄλλο συζή-
233τησις αὐτῶν· τοῦτο διακρίνεται ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις,
234ἅτινα ἐννοοῦν νὰ διεξάγωσι πρακτικώτερον τὰ ἔργα αὐτῶν.
235Εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια εἶναι καθωρισμένη μία ἡμέρα ἢ
236δύο τῆς ἑβδομάδος πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Νο-
237μίζω λοιπόν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς,
238καὶ νὰ προσδιορίσωμεν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν
239ἐπερωτήσεων. Ἐννοοῦμεν, ὅτι τὰς λοιπὰς ἡμέρας θὰ γίνη-
240ται ἡ ἀναγγελία τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ μόνον τὴν ἡμέραν
241τὴν προσδιωρισμένην θὰ ἔχωσι τὴν προτεραιότητα τῆς συ-
242ζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ εἰδικῶς ἡμέραν διὰ τὴν
243ἐπερώτησιν.»
244§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίνος ἡμερομηνίας εἶναι;
245§24ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς 13 Ἀπριλίου 1882.
246§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι παραγεγραμμένα αὐτά (γέλως).
247§26ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ ζήτημα ἐπανελήφθη καὶ
248κατὰ τὴν 18 Νοεμβρίου 1882 περὶ τοῦ ἐγγράφου ἢ μὴ τῆς
249ὑποβολῆς τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν (ἀνα-
250γινώσκει:) «Εἶτα ἡ Βουλὴ, τῇ προτάσει ἑνὸς τῶν Βουλευ-
251τῶν Βόλου, παρεδέχθη, ἵνα αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλωνται
252ἑκάστοτε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔγγραφοι, καὶ νὰ μὴ
253γίνηται ἀνάπτυξις ἢ συζήτησις περὶ αὐτῶν, εἰμὴ ὅταν οὐ-
254δεμία προβάλληται ἀντίρρησις· ὥρισε δὲ ἡμέραν συζητή-
255σεως καὶ ἀποκρίσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων
256τὸ Σάββατον, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ἂν δὲν συγκροτηθῇ συνεδρίασις
257τὴν ἡμέραν ἐκείνην, τότε τὴν ἀμέσως πρώτην συνεδρίασιν.»
258Ὥστε ἔχομεν οὕτω δύο ὁμοίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀπο-
259φάσεις τῆς Βουλῆς.
260§27Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον διήρκεσαν αὐταὶ
261αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς;
262§28ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἠδυνήθην, δι’ ἔλ-
263λειψιν χρόνου, νὰ παρακολουθήσω ἐκ τῶν ἐπισήμων πρα-
264κτικῶν ἐπὶ πόσον χρόνον ἐτηρήθησαν.
265§29Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐδημιουρ-
266γήθη συνεπείᾳ τοῦ ὑπάρχοντος τότε ἀγροτικοῦ ζητήματος
267τῆς Ἄρτης, ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα ἐλάμβανε διαστάσεις
268καὶ ἀπησχόλει ὄντως τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἡμέρας καθ’ ὅλας τὰς
269συνεδριάσεις, ἀπεφασίσθη νὰ ληφθῇ τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέ-
270τρον ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζη-
271τήματος τῆς Ἄρτης, καὶ ὡρίσθη ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως
272αὐτοῦ.
273§30ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἐναν-
274τίον τῶν κειμένων, διότι σᾶς ἀνέγνωσα ἀποφάσεις τῆς Βου-
275λῆς περὶ γενικοῦ μέτρου καὶ ὄχι ἐπὶ εἰδικοῦ θέματος.
276§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου
277θέματος ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ.
278§32ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κείμενα εἶναι ἀντίθετα τῶν
279ὅσων λέγετε.
280Κατὰ τὴν συνεδρίασιν λοιπὸν τῆς 18 Νοεμβρίου 1882 ὁ
281ἀείμνηστος Τρικούπης εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
282«Εἶναι βεβαίως πολὺ ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτί-
283μου προαγορεύσαντος, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ
284Βουλὴ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὴν κανονισμὸν ἐργασίας, τὸν ὁποῖον
285ὅλαι αἱ Βουλαὶ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῶσι, του-
286τέστιν αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ὑποβάλλωνται κατὰ πᾶσαν στιγ-
287μὴν, ἀλλ’ ἄνευ ἀναπτύξεως. Εὐθὺς ὡς ἡ ἐπερώτησις ὑποβάλ-
288λεται μετ’ ἀναπτύξεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ ἀπάντη-
289σις, αὕτη προκαλεῖ ἀνταπάντησιν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξερχό-
290μεθα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐννοῶ νὰ παραδεχθῶμεν κα-
291νόνα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, νὰ καθορίζῃ δὲ,
292ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ γείνῃ ἐπερώτησις, ἀλλὰ
293νὰ ἐκτίθηται ἁπλῶς .... Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ δύνανται ἐπὶ
294ὡρισμένων ζητημάτων, ἐὰν δὲν ἐπάγωνται ταῦτα συζήτησιν,
295νὰ δίδωσιν εὐθὺς τὴν ἀπάντησιν, ὅταν αὕτη ἐπείγῃ, ἀλλὰ
296καὶ περὶ τούτων ἔτι καλὸν εἶναι ν’ ἀναβάλλωνται αἱ ἀπαν-
297τήσεις καὶ δίδωνται τὸ προσεχὲς Σάββατον.»
298Κατὰ τὸ 1885 ἦλθε πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε,
299κατὰ σπανίαν βεβαίως σύμπτωσιν, ἡ γνώμη τοῦ ἀειμνήστου
300Τρικούπη συνέπεσε κατ’ οὐσίαν μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτί-
301μου ἐκ Γόρτυνος ἡγέτου. Αἱ δοθεῖσαι τότε ἐξηγήσεις παρ’ ἀμ-
302φοτέρων ἐθεωρήθησαν τοσοῦτον σοβαραὶ, ὥστε ἐγράφησαν εἰς
303τὰ πρακτικὰ, ὅπως ἐλέχθησαν· ἀληθῶς δὲ ἐδόθη δι’ ἀμφο-
304τέρων τῶν μικρῶν αὐτῶν ἀγορεύσεων ὁ ἀκριβὴς προσδιορι-
305σμὸς τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως αὐτῶν.
306Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος ἡγέτης εἶπε τότε τὰ ἑξῆς (ἀναγι-
307νώσκει): «Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ συντελῇ εἰς τὴν
308διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως εἴμεθα πρό-
309θυμοι νὰ ὑποχρεωθῶμεν εἰς μέτρον τι κατὰ τὴν ὑποβολὴν
310καὶ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων... Ἡμεῖς φρονοῦμεν,
311ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐκπληροῦσι καθῆ-
312κον, προβάλλοντα ἐπερωτήσεις, πρέπει νὰ ἀναγγέλλωσι τὰς
313ἐπερωτήσεις ξηρῶς, πρὶν δὲ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ φροντί-
314σωσι νὰ συλλέξωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἢ τὰ ἔγγραφα
315καὶ προσαγάγωσι ταῦτα, οὐδεμία νὰ γίνηται συζήτησις. Φρο-
316νοῦμεν ὅτι τὴν συζήτησιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσ-
317διορίζῃ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ὁ προβάλλων τὴν ἐπερώτησιν,
318τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἔχει νὰ ζητήσῃ χρό-
319νον, εἰ μὴ τοσοῦτον, ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος νὰ εὕρῃ τὰ ἔγγραφα,
320ἢ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πρὸς διαφώτισιν τοῦ πράγμα-
321τος πληροφορίας...» Συμφώνως δὲ πρὸς ταῦτα, καὶ εἰς τὸν
322Κανονισμὸν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν,
323ὅταν πρόκηται περὶ ἐπερωτήσεως πολιτικῆς σημασίας, δὲν
324δύναται νὰ ἀναβληθῇ ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας πρὸς ὑπο-
325βολὴν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως πέραν τοῦ μηνός.
326Ἐξακολουθεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος ἡγέτης (ἀναγι-
327νώσκει): «Ὥστε ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
328σεως ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἀναγγελίαν ἁπλῶς
329καὶ ξηρῶς τῆς ἐπερωτήσεως, μετὰ δὲ τὴν ἀναγγελίαν νὰ
330προσδιορίζῃ ὁ ἐπερωτῶν, τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν
331πρὸς συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν ἀπαιτούμενον χρόνον.»
332Διαδεξάμενος τοῦτον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε
333τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, εἶναι
334πρέπον ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγγελίᾳ νὰ περιορίζηται ὁ ἐπερω-
335τῶν εἰς τὴν ξηρὰν ἀφήγησιν τοῦ θέματος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς
336φρονῶ ὅτι πρέπει ἢ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ἐὰν ἦναι ἕτοιμος
337πρὸς τοῦτο, πάλιν ξηρῶς καὶ ἀποφεύγων πᾶσαν συζήτησιν, ἢ
338ν’ ἀπαντήσῃ καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελε πορισθῆ τὰς πληροφορίας
339καὶ τὰ ἔγγραφα· ἡ ἀπάντησις ὅμως, ἡ διδομένη εἴτε κατὰ
340τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως, εἴτε κατ’ ἄλλην, δὲν ἀποτελεῖ
341συζήτησιν. Ταῦτα εἶναι προκαταρκτικὰ, ἡ δὲ συζήτησις θέ-
342λει γείνῃ κατὰ χρόνον ὁρισθησόμενον μετὰ τὴν ἀπάντησιν
343τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις πρέπει νὰ δοθῇ τὸ ταχύτερον... Ἀλλ’ ὅ-
344ταν δὲν ὑπάρχῃ λόγος, ἵνα παρεκβῶμεν τοῦ κανόνος, πρέπει
345νὰ ἔχωμεν ἡμέρας τακτὰς, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ προτάσση-
346ται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων πάσης ἄλλης κατὰ τὴν
347σειρὰν τῆς ὑποβολῆς των. Δὲν δύναται οὕτω ἡ πλειονοψη-
348φία νὰ ἀδικήσῃ τὸν ἐπερωτήσαντα, καὶ ἕκαστος Βουλευτὴς
349θὰ ἔχῃ ἴσα δικαιώματα πρὸς ἐπερώτησιν καὶ πρὸς τὴν πα-
350ρεπομένην αὐτῇ συζήτησιν...»
351Ἐκ τούτων πείθεται, πιστεύω, ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ πρότασίς
352μου οὐ μόνον ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ μεγάλου ἀληθῶς κοι-
353νοβουλευτικοῦ κύρους τοῦ τε ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
354τοῦ καὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀλλ’ εἶναι καὶ γενικῶς
355παραδεδεγμένη. Ἡ ὑποβολὴ τουτέστι τῶν ἐπερωτήσεων
356δέον νὰ γίνηται ξηρῶς καὶ ἄνευ συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας,
357ὅπως λέγουν ῥητῶς καὶ οἱ Κανονισμοὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν Βου-
358λῶν, νὰ προσδιορίζηται δὲ ἡμέρα συζητήσεως, καὶ κατ’ ἐκεί-
359νην μόνον νὰ γίνεται ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ
360ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ ζητήματος
361ὑποβαλλομένου εἰδικῶς πρὸς ἕνα Ὑπουργὸν, μόνον ὁ ὑπο-
362βάλλων τὸ ζήτημα νὰ δύναται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουρ-
363γὸν, καὶ ὄχι πᾶς Βουλευτὴς, διὰ νὰ μὴ γενικεύηται ἡ συ-
364ζήτησις, ὅπως ἀτόπως γίνεται ἤδη παρ’ ἡμῖν. Ὑπὸ τοιού-
365τους κανονισμοὺς, τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς, ἐννοεῖ τις, ὅτι δύνα-
366ται νὰ προχωρήσῃ ἀπροσκόπτως τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς
367Βουλῆς, ἄνευ βλάβης τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων.
368Ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία καθιερώθη παρ’ ἡμῖν ἀπό
369τινων ἐτῶν, βλέπομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι οὐδεὶς
370δύναται νὰ εὕρῃ λυσιτελὲς διὰ τὰς ἐργασίας καὶ τὴν ἀξιο-
371πρέπειαν τῆς Βουλῆς, διότι προκαλεῖται συζήτησις, χωρὶς
372κἂν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς κἂν νὰ ὑποβληθῇ πρό-
373τερον ἐπερώτησις: γίνεται πολλάκις σύστασις μετὰ μακρᾶς
374ἀγορεύσεως, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ πρότερον ὁ συνιστῶν περὶ
375τούτου τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς ἀπολύτως
376περιορισμὸς ὑπάρχει εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῶν
377ἐπερωτήσεων,—τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι πλειστάκις δὲν συν-
378τελεῖ παντάπασιν εἰς τὸν ἀκριβῆ καὶ κυρίως κοινοβουλευ-
379τικὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔχο-
380μεν ἄπειρα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα προεκλήθη συζή-
381τησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη ἐπὶ ὥρας καὶ ἡμέρας ἐπὶ
382θεμάτων μὴ ἐχόντων καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν ἔλεγχον τὸν
383Βουλευτικὸν, πρὸς μεγίστην βλάβην καὶ ἐνίοτε ματαίωσιν
384τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου. Ἐκτὸς ὡρισμένων περιπτώ-
385σεων, καθ’ ἃς ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν συζή-
386τησιν, μὴ ἀπαντῶν, ἐπὶ οὐδενὸς ἐν γένει θέματος ὑπάρχει
387χαλινὸς εἰς τὸ ἀχαλίνωτον—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—
388στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων.
389Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐρ-
390γασιῶν τῆς Βουλῆς δύο εἶναι τὰ κύρια αἴτια, τὰ ὁποῖα
391παρακωλύουσιν αὐτὸ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν παρακωλύουσιν αὐ-
392τὴν τὴν ἐθνικὴν πρόοδον. Τὸ ἓν εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συν-
393τάγματος, ἡ ὁποία δίδει τροφὴν εἰς τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρ-
394τίας, τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ῥηθεῖσα ἀτέλεια τοῦ Κανονισμοῦ· τὸ
395πρῶτον δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ τὸ θεραπεύσωμεν,
396καὶ θὰ περιμείνωμεν πρὸς τοῦτο κατ’ ἀνάγκην τὴν σωτή-
397ριον ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος θὰ κληθῇ εἰς ἐκλογὴν Βουλῆς
398ἀναθεωρητικῆς τοῦ Συντάγματος.
399§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπαρτίαν;
400§34ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τὰ περὶ τῆς ἀπαρτίας βε-
401βαίως δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν· ἡ Βουλὴ διὰ πᾶσαν
402ἀπόφασιν αὐτῆς πρέπει νὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ ἡ διάτα-
403ξις τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔχει, χρησιμεύει, ὥστε ἡ ἔνστα-
404σις περὶ ἀπαρτίας πλειστάκις νὰ ὑποβάλληται ὄχι πρὸς
405τὸν σκοπὸν τῆς εὑρέσεως τῆς ἀπαρτίας, ἀλλὰ πρὸς παρα-
406κώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
407§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία μεταβολὴ νὰ ἐπέλθῃ ὑπὸ
408τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος;
409§36ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιτρέπῃ, δὲν
410ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
411§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ μᾶς φωτίσητε.
412§38ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἡ ἀνα-
413θεωρητικὴ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἡ ἀπαρτία αἰτῆται ἐν τῇ ἐνάρ-
414ξει τῆς συνεδριάσεως καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἑκάστης
415προτάσεως, ἀσφαλίζεται ἡ διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐργασία
416τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κίνδυνός τις...
417§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντικείμενον
418συζητήσεως σήμερον· εἶναι ἀντικείμενον, τοῦ ὁποίου δὲν δυ-
419νάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν.
420§40ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον πρόσκομμα, ὡς εἶπον,
421εἶναι ἡ ἀτέλεια τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη
422διὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, αἰτήσεων
423πληροφοριῶν καὶ συστάσεων εἶναι διατεταγμένη πλήρης δια-
424δικασία, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν εἶναι ταῦτα ἐντελῶς ἀπροσδιόρι-
425στα· τοῦτο δὲ τὸ πρόσκομμα δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν, καὶ νο-
426μίζω, ὅτι εἰς τοῦτο συντελεῖ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐξ
427ἀρχῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, καὶ ὑποβάλλω ἤδη εἰς
428τὴν Βουλὴν, ἔχουσαν οὕτω, συμφώνως πρὸ ὅσα ἡ Βουλὴ ἀπε-
429φάσισεν εἰς προγενεστέρας περιστάσεις (ἀναγινώσκει):
430«Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως αἱ αἰτήσεις πληροφοριῶν,
431αἱ συστάσεις καὶ αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλωνται ἐγγράφως,
432ἄνευ δικαιολογίας ἢ συζητήσεως περὶ αὐτῶν, πρὸ τῆς ἡμερη-
433σίας διατάξεως, αἱ ἐπ’ αὐτῶν δὲ ἀπαντήσεις τῶν Ὑπουρ-
434γῶν καὶ ἡ συζήτησις γίνηται κατὰ πᾶν Σάββατον. Δύνα-
435ται ὅμως ὅ τε ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως
436ἄνευ συζητήσεως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ὡρισμένην ἡμέραν
437ὡρισμένης ἐπερωτήσεως.»
438§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
439ράρτημα, ἀριθ. 72).
440§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προ-
441τάσεως.
442§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις, ἀφοῦ
443τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
444τάξει. Διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν νῦν εἰς τὴν ἄλλην ἐργα-
445σίαν μας;
446§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε μακρὰ ἐγέ-
447νετο περὶ τούτου συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀληθῶς ὑπάρ-
448χει ἀπόφασις περὶ τοῦ ὅτι ὠφέλιμον καὶ πρόσφορον ἤθελεν
449εἶσθαι, εἴποτε ὡρίζετο ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου πρὸς συζήτη-
450σιν τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ ὡρίσθησαν τὰ Σάββατα λοιπόν.
451Ἀλλὰ μετά τινα Σάββατα, οὐχὶ πολλά, δύο ἢ τρία νομίζω,
452ἡ Βουλὴ, τῇ συναινέσει τῶν εἰσηγητῶν τῆς προτάσεως ἐκεί-
453νης, σιωπηρῶς κατήργησε τ’ ἀποφασισθέντα, διότι ἀπεδεί-
454χθη, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀτελεσφόρητος ἡ ψηφισθεῖσα τότε πρό-
455τασις, ὡς ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος.
456§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε συζητεῖτε, κύριε Βουλευτὰ, ἐπὶ τῆς
457προτάσεως. Ἀλλ’ ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ τυπωθῇ πρῶτον
458καὶ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
459ξιν. Οὕτω πως διευκολύνεται ἡ συζήτησις καὶ τὸ ἔργον τῆς
460Βουλῆς.
461§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ σὺν τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως ἐλέ-
462χθησαν καί τινες ἰδέαι, ἐπικουροῦσαι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐ-
463τῆς, διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα
464δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν τότε γενομένων.
465§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον,
466δύναμαι μόνον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸν Κανονισμὸν, ὥστε νὰ
467μὴ προβῆτε εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως.
468§48ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν συζητῶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ὀφεί-
469λω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα ἀνέπτυξεν
470ὁ κ. συνάδελφος, ἀνεπτύχθησαν δὶς ἄλλοτε, ἡ δὲ πεῖρα καὶ
471ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἀπέδειξαν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐντελῶς
472ἀνεκτέλεστα. Περὶ τούτου πρόκειται. Δύνασθε ν’ ἀναγράψητε
473τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
474διατάξει, νὰ συζητήσητε, καὶ ἐκ τρίτου ν’ ἀποφασίσῃ ἡ
475Βουλὴ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε, βεβαιῶ ὅμως ὑμᾶς, ὅτι μετὰ τρεῖς
476ἢ τέσσαρας ἡμέρας θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὸ καθιερωμένον
477ἀπὸ μακροῦ σύστημα, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον συμφέρον
478τῷ ἔθνει.
479§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κυριαζῆς ἔχει τὸν λόγον.
480§50Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τώρα, ὅτε ἐκόπασεν ὁ σάλος, ὁ ἀπὸ τοῦ
481σοβαροῦ γεγονότος τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου πρώην
482Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγερθεὶς, καὶ ἐπῆλθεν ἡ γα-
483λήνη, ἐπίκαιρον ἐνόμισα, ὅπως ὑποβάλω πρὸς τὴν σεβαστὴν
484Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ταπεινὴν γνώμην περὶ ἐπιτελέσεως
485ἱερᾶς ὑποχρεώσεως, ἥτις ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἔδει νὰ ᾖ τε-
486τελεσμένη.
487Δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς τινος, ὑποθέσεως, Κύριοι,
488ἱκανῆς νὰ ἐγείρῃ θυελλώδεις συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ· πρόκει-
489ται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ 150, ἀγνώστων ὡς ἐπὶ τὸ πο-
490λὺ, ἐθνικῶν μαρτύρων, οἵτινες εἰς τὴν πρώτην ἀνάγκην καὶ
491τὴν φωνὴν ἔσπευσαν καὶ προσήνεγκον ἑαυτοὺς ὁλοκαύτωμα
492εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, κατακρεουργηθέντες κυριολε-
493κτικῶς ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ, κυρίως εἰπεῖν, οὐδὲ περὶ τού-
494των ἀκριβῶς πρόκειται· διότι αὐτοὶ, κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς εἱ-
495μαρμένης διανομὴν τῶν ἀγαθῶν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ ἐλαχίστου
496λαχόντες κλήρου καὶ ἀπὸ μήτρας μητρὸς ἀφανεῖς γεννη-
497θέντες καὶ ἄσημοι, ἔμειναν καὶ μέχρι τοῦ τάφου καὶ πέραν
498ἀκόμη τοσοῦτον ἀφανεῖς καὶ ἄγνωστοι, ὥστε οὐδ’ αὐτὴ ἡ
499σύγχρονος ἱστορία, ἡ ἐσαεὶ ἐπὶ τὰ μάταια καὶ τὰ κενὰ τυρ-
500βάσασα, λόγον κἂν περὶ αὐτῶν ἐποιήσατο. Δὲν πρόκειται
501λοιπὸν περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀρχηγῶν τούτων, καὶ
502ἀκριβέστερον εἰπεῖν, οὐδὲ καὶ περὶ τούτων πρόκειται, ἀλλὰ
503περὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν τελευταίων, αἵτινες καὶ
504ἅτινα ἀπὸ τριετίας ἤδη κρούουσι τὰς θύρας τῆς ἰδιωτικῆς
505πρωτοβουλίας, τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας τὸν ἐπιούσιον αἰτοῦ-
506σαι. Διὰ τοῦτο βραχεῖαν μέλλω νὰ κάμω πρὸς τὴν σεβα-
507στὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν σύστασιν· ἀλλὰ τὸ ὕψος
508τῆς ἱερότητος αὐτῆς μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως
509ποιήσωμαι ταύτην οὐχὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἀλλὰ ἀπὸ
510τοῦ βήματος τούτου.
511§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά! Εὖγε!
512§52Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὅτε ἡ πατρὶς, μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐξέλθῃ
513ἀξιοπρεπῶς δυσχερῶν περιστάσεων, εἰς ἃς περιεπλάκη, καὶ
514ὑπὸ τῶν πραγμάτων καταληφθεῖσα ὅλως ἀπαράσκευος, εἰς
515ἀπείρως ἄνισον ἐρρίπτετο ἀγῶνα, μεταξὺ τῶν μέτρων, ἅτινα
516ἐλήφθησαν πρὸς ἄμυναν αὐτῆς, ἐγένετο ἡ σκέψις, ὅπως ἀπο-
517σταλῇ ἀποβατικὸν σῶμα εἰς Καβάλλαν, ἵνα ἀνατινάξῃ τὰς
518γεφύρας τῶν τουρκικῶν σιδηροδρόμων, καὶ καταστήσῃ οὕτως
519ἀνέφικτον τὴν μεταφορὰν ἐνισχύσεων ἀπὸ Κωνσταντινουπό-
520λεως, δυσχεράνῃ τὴν τροφοδοσίαν τῆς στρατιᾶς τοῦ Ἐτὲμ
521καὶ ἀναγκάσῃ αὐτὸν εἰς ὑποχώρησιν. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκτέ-
522λεσιν τοιούτου παρακεκινδυνευμένου σχεδίου ἀπῃτεῖτο καὶ
523εἷς ἄκρον τολμητίας ἀνήρ. Κατόπιν πολλῶν συμβουλίων
524εὑρέθη καὶ ἀπεφασίσθη ν’ ἀποσταλῇ τὸ εὐγενὲς τέκνον τοῦ
525εὐάνδρου Πηλίου, ὁ Εὐστάθιος Καραβαγγέλης, ἔχων συναρ-
526χηγοὺς τὸν φρονηματίαν Δημαρᾶν καὶ τὸν γενναῖον Ἰωάν-
527νην Ἀχιλλέως Βελέντζαν μετὰ 150 ὀπαδῶν. Ὁ πρῶτος τού-
528των, Κύριοι, ὁ Καραβαγγέλης δὲν εἶναι ἄγνωστος οὔτε εἰς
529ὑμᾶς οὔτε εἰς τὸ Πανελλήνιον, διότι, ὅτε ἀπὸ τῶν παρθέ-
530νων κορυφῶν τοῦ Ψηλορρείτου τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου
531Κρήτης τὸ πρῶτον ἐκρότει τῆς ἐλευθερίας τηλεβόλον, αὐτὸς
532μετὰ τοῦ πλοίου του διέσχιζε τὰς Κρητικὰς θαλάσσας καὶ
533ἀτρόμητος διήρχετο διὰ μέσου τοῦ ἐχθρικοῦ στόλου καὶ ὑπὸ
534τὸ ἀδιάκοπον πῦρ τοῦ περιφήμου «Ἰτζεδὶν», κομίζων τρο-
535φὰς καὶ πολεμεφόδια εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους ἀδελφούς μας.
536Ὅτε δὲ πάλιν ἐξερράγη ἡ ἐπανάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ, ἅπαν-
537τες οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι συνάδελφοί μας καὶ συμπα-
538τριῶταί του ἂς ὁμολογήσωσιν ὁποίας καὶ ὁπόσας αὐτὸς πολυ-
539τίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην προσέφερε·
540διότι ὁ Καραβαγγέλης ἓν μόνον εἶχεν ὄνειρον, πῶς νὰ ἴδῃ
541τὴν πατρίδα ἐλευθέραν καὶ μεγάλην, καὶ μίαν μόνην εἶχε
542ψύχωσιν, πῶς νὰ χύσῃ λυσιτελέστερον τὸ αἷμά του ὑπὲρ
543αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὅτε τῷ ἀνεκοινώθη τὸ σχέδιον, ὁλο-
544ψύχως ἀπεδέξατο αὐτὸ, καὶ αὐτοστιγμεὶ ἀνεχώρει διὰ Βό-
545λον, ὅπως τὸ ὕστατον ἀποχαιρετήσῃ τὴν οἰκογένειαν αὑτοῦ
546καὶ ἀπέλθῃ. Μάτην τότε οἱ πολυπληθεῖς φίλοι του τὸν ἀπέ-
547τρεπον ἀπὸ τοῦ βεβαίου θανάτου, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ εὐγε-
548νές του αἴσθημα τὸν ὡδήγει, καὶ μάτην ἡ σύζυγος καὶ τὰ
549πέντε τέκνα του μετὰ δακρύων τὸν παρεκάλουν νὰ ἐξέλθῃ
550τῆς λέμβου. Αὐτὸς, ἀνένδοτος εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν φί-
551λων του, καὶ ἀνάλγητος πρὸς τὰ δάκρυα τῶν προσφιλῶν
552του, διέταξε τοὺς ναύτας νὰ χωρήσωσι πρὸς τὸ ὑπήνεμον
553πλοῖον. Τότε ἡ δυστυχὴς χήρα, ἀπελπισθεῖσα, καὶ διὰ νὰ μὴ
554μείνῃ μόνη καὶ ἔρημος ἐν τῷ κόσμῳ, παρεκάλεσεν, ὅπως εἷς
555ἐκ τῶν δύο προσφιλῶν της, οὓς καὶ μόνους εἶχεν ἐν τῷ κό-
556σμῳ, ἢ ὁ σύζυγος Καραβαγγέλης μείνῃ παρ’ αὐτῇ, ἢ ὁ πρω-
557τεξάδελφός της Ἰ. Βελέντζας, πρὸς προστασίαν τῆς οἰκο-
558γενείας. Ἡ παράκλησις, εὔλογος θεωρηθεῖσα, ἀπεφασίσθη
559πρὸς στιγμὴν νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλὰ τίς τῶν δύο ἔμελλε νὰ
560ἐξέλθῃ τῆς λέμβου; ὁ σύζυγος Καραβαγγέλης ἢ ὁ Βελέντζας;
561Ὁ εἷς παρεκάλει τὸν ἄλλον νὰ ἐξέλθῃ, οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῆς
562λέμβου ἐξήρχετο! Τότε, Κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς
563ὑπάτης ἐκείνης μεγαλοψυχίας, ἐξόχως μεγαλοπρεπὴς καὶ ἐπι-
564βάλλουσα διεδραματίζετο σκηνὴ ἐνώπιον τῶν ἀποθαυμα-
565ζόντων αὐτοὺς πατριωτῶν των. Ἀγὼν συνήφθη μέγας με-
566ταξὺ αὐτῶν περὶ τοῦ τίς χάριν τῆς πατρίδος νὰ μὴ εἰσέλθῃ
567εἰς τὴν ζωήν! καὶ ἀνήκουστος μεταξὺ τῶν δύο ἠγέρθη ἔρις
568περὶ τοῦ τίς χάριν τῆς πατρίδος του νὰ μὴ ἐξέλθῃ τοῦ τά-
569φου! Καὶ ὄντως οὐδεὶς ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ, διότι καὶ οὐδεὶς
570ἐξῆλθε τῆς λέμβου!
571Δὲν ἀναφέρω τὰ γεγονότα ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως
572μαλάξω τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ ὅπως ἀποσπάσω τὰς συμ-
573παθείας σας, οὐδὲ ὅπως κινήσω ὑμᾶς εἰς οἶκτον καὶ εἰς
574ἔλεος ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπασχουσῶν χηρῶν καὶ τῶν πεινώντων
575τέκνων τῶν μαρτύρων ἐκείνων, διότι κάλλιστα γινώσκω
576τὴν εὐγένειαν τῶν αἰσθημάτων ὑμῶν! Ἀλλ’ οὐδὲ λέγω ταῦ-
577τα, ὅπως ἐξάρω τὸν ἡρωϊσμὸν ἐκείνων, διότι, ὡς προεῖπον,
578ἦτο γνωστὸς καὶ εἰς ὑμᾶς ἐκ τῶν προτέρων. Λέγω ἁπλῶς
579καὶ μόνον ταῦτα διὰ τοὺς ἀπαισιοδόξους ἐκείνους ὡς πρὸς
580τὴν σημερινὴν γενεὰν, ἵνα πεισθῶσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν παμ-
581μελαίνων σελίδων τῆς νεωτέρας ἡμῶν ἱστορίας σημειοῦνται
582καὶ ἀναλαμπαὶ ἀντάξιαι τῆς μεγάλης τοῦ 1821 γενεᾶς.
583Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι. Τὸ πλοῖον ἀπῆρεν ὑπὸ τὰς εὐλογίας
584τῶν ἀποθαυμαζόντων αὐτοὺς πατριωτῶν των, ἡ δὲ σύζυγος
585καὶ τὰ ἐπὶ τῆς ἄμμου ὑπὸ τῶν λυγμῶν ἀσπαίροντα τέκνα,
586τὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀπορφανισθέντα, μετεφέροντο
587λιπόθυμα εἰς τὸ μαῦρό των ἐνδιαίτημα! Τὸ δὲ μεσονύκτιον
588τῆς μεθεπομένης, ἤτοι τῆς 1 Ἀπριλίου τοῦ 1897, ὁ Καρα-
589βαγγέλης μετὰ τῶν ὀπαδῶν του ἀπεβιβάζοντο εἰς τὴν πο-
590λυπόθητον τῆς Χαλκιδικῆς ἀκτήν. Ἐκεῖ ὅμως ἀπαίσιος καὶ
591εἰδεχθὴς Ἐφιάλτης κατέδωκε τὸ σχέδιον εἰς τὸν ἐχθρὸν,
592ὅστις ἀθρόος ἐπιπεσὼν κατέσφαξε τὴν ἡρωΐδα ἐκείνην
593δράκα!
594Τώρα, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ κυρίως αἴ-
595τια, ἅτινα ὡδήγησαν τοὺς ἀρηϊφίλους αὐτοὺς μαχητὰς εἰς
596τὸ εὐγενὲς ἐκεῖνο ἰκρίωμα· οὐδὲ θὰ ἐξετάσω σήμερον τὴν
597διαγωγὴν τῶν πλοιάρχων ἐκείνων τῶν πλοίων, ἅτινα ἦσαν
598ἐντεταλμένα, ὅπως παραμείνωσι καὶ παραλάβωσι τὸ σῶμα,
599οὐδὲ θὰ ἐξετάσω ἀκόμη διατὶ τὰ πλοῖα ἐκεῖνα δὲν ἐπέστρε-
600ψαν ἀμέσως, ἀλλ’ ἔμειναν ὀκτὼ ἡμέρας ἐλλιμενισμένα εἰς
601Σκόπελον, χωρὶς νὰ ἐπανέλθωσιν, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω διατὶ
602ἐπανῆλθον μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐκεῖ, οὐχὶ πλέον ὅπως παρα-
603λάβωσι τοὺς μαχητὰς, ἢ μέρος τῶν λειψάνων αὐτῶν, ἀλλὰ
604πρὸς περισυλλογὴν τῶν πτωμάτων ἀπὸ τῆς ἀκτῆς.
605Κύριοι Βουλευταὶ, οὐδὲν τούτων θὰ ἐξετάσω σήμερον,
606διότι εἶναι πάρα πολὺ ὀδυνηρὰ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς
607ἡ ἱστορία τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω
608νὰ ἐξετάσω σήμερον, εἶναι, ὅτι οἱ εὐγενεῖς ἐκεῖνοι λιποτά-
609κται, οἱ ἐγκαταλιπόντες τὰς τάξεις ἐκ τοῦ στρατοπέδου
610τῆς χλιδῆς καὶ τῆς οἰκογενειακῆς εὐμαρείας, καὶ αὐτομο-
611λήσαντες ἐκεῖ, πρὸς τὴν στέρησιν καὶ τὴν κακουχίαν καὶ
612τὸν βέβαιον θάνατον, ἔχυνον τὸ αἷμα αὑτῶν, καθ’ ἣν στιγ-
613μὴν ἄλλοι, ὡς φρόνιμοι οἰκοκυραῖοι, ἐμερίμνων ὄχι μόνον
614πρὸς διάσωσιν τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν
615τῆς περιουσίας των! Τὸ δὲ ὀδυνηρότερον πάντων, ἐνῷ το-
616σοῦτον τραγικῶς κατέσφαζον τὸν Καραβαγγέλην οἱ Τοῦρ-
617κοι ἐκεῖ, ἐδῶ, εἰς τὴν πατρίδα του, ἄλλοι Τοῦρκοι ἐλεηλά-
618τουν τὴν οἰκίαν του καὶ ἐδήμευον τὴν περιουσίαν του! Οὕ-
619τως ὥστε ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν καὶ δέκα μηνῶν ἡ χήρα αὐτοῦ
620καὶ τὰ πέντε ὀρφανά του, εἰς τοὺς πέντε κυριολεκτικῶς ῥι-
621φθέντα δρόμους, ὡς τῆς μοίρας ἀπόκληροι, ὡς ἀπερριμμένα
622τέκνα πατρίδος μητρυιᾶς, πένονται, μὴ ἔχοντα ποῦ τὴν
623κεφαλὴν κλῖναι! Πρὸ δύο ἐτῶν ἐδόθη ἀναφορὰ τῆς χήρας,
624ἢ μᾶλλον ἐνεχειρίσθη πρὸς πρώην συνάδελφον, ἵνα κατατεθῇ
625εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἡ ἀναφορὰ ἀπεκρύβη!
626§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀπωλέσθη αὕτη ἢ ὑπεβλήθη;
627§54Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἀπεκρύβη! Δὲν ὑπεβλήθη, ὡς ἀνομο-
628λογοῦσιν οἱ συγγενεῖς τῆς χήρας, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι συνά-
629δελφοι, σήμερον παρομοίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Σ. Προεδρεῖον
630καταθέτω, πεπεισμένος ὅτι ἡ μὲν σεβαστὴ Κυβέρνησις θέ-
631λει υἱοθετήσει τὴν σύστασιν περὶ χορηγίας συντάξεως, ἡ
632δὲ Βουλὴ τῆς πατρίδος, ἥτις, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι πάν-
633τοτε ἐνθουσιωδῶς ἀπεδέξατο ὁμοίας προτάσεις, θέλει ψηφί-
634σει γενναίαν σύνταξιν ὑπὲρ τῶν χηρῶν καὶ τῶν τέκνων
635ἐκείνων τῶν μαρτύρων, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι εἴμεθα γνήσιοι
636ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων, οὐχὶ δὲ καὶ κληρο-
637νόμοι τῶν ἐλαττωμάτων τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀχαρίστων,
638οἵτινες τοὺς μὲν Θεμιστοκλεῖς καὶ Ἀριστείδας ἐξώριζον,
639τοὺς δὲ Δημοσθένεις καὶ Σωκράτας τὸ κώνειον ἐπότιζον!
640(Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα πανταχόθεν.)
641§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ
642ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἱστορίαν δράματος ἀληθῶς αἱματηροῦ,
643ὅπερ ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἀτυχῆ περίοδον τοῦ 1897. Πρό-
644κειται μόνον ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς αὐτὴν ἡ αἴτησις τῆς χήρας
645Καραβαγγέλη. Ἡ ἀναφορὰ βεβαίως θέλει σταλῆ εἰς τὸν ἁρ-
646μόδιον Ὑπουργόν. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ βε-
647βαιώσω, ὅτι ἐγνώρισα τὸν Καραβαγγέλην καθ’ ὅλας τὰς
648περιόδους τῶν παραπλησίων ἀνωμαλιῶν, τὸν ἐγνώρισα, λέγω,
649εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον τοῦ Ἑλληνισμοῦ στρατιώτην! (Εὖγε!
650εὖγε!)
651§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ, νομίζω, πρέπει νὰ σταλῇ εἰς
652τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
653§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
654§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
655§59Δ. ΓΙΔΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν ἀναφοράν.
656§60ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
657§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
658§62ΤΟΠΑΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἣν
659ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος Βουλευτής...
660§63ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ ὅλη ἡ Βουλή.
661§64ΤΟΠΑΛΗΣ... Ὁ πεσὼν ὑπὲρ τῆς πατρίδος Καραβαγ-
662γέλης εἶναι συμπολίτης μου, ἐγκατέλιπε δὲ χήραν καὶ οἰ-
663κογένειαν πολυμελῆ, ἡ ὁποία πένεται. Διὰ τοῦτο, καὶ ὡς
664συμπολίτης καὶ ὡς Ἕλλην Βουλευτὴς, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς
665ἀπορφανισθείσης οἰκογενείας του.
666§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
667μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
668§66Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεῖστοι συνάδελφοι καὶ
669ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν εἶναι διατεθειμένοι νὰ συνηγορήσωσι.
670§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, διὰ βοῆς πάντες.
671§68Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα, πρέπει τα-
672χέως νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ἀπορφανισθεῖσαν οἰκογέ-
673νειαν τοῦ ἐθνομάρτυρος Καραβαγγέλη, ὡς καὶ διὰ τὴν χή-
674ραν καὶ τὸ ὀρφανὸν τοῦ Βελέντζα.
675§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
676Ὁ κύριος Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.
677§70Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐγένετο λόγος πολὺς, Κύριοι, κατ’ αὐτὰς
678καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἐν τῇ δημοσιογρα-
679φίᾳ, περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν
680Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω λέξεις τινὰς ἐπ’ αὐτῶν.
681Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου
682συναδέλφου ἐκ Μαντινείας, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην πρὸ δύο
683ἡμερῶν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν. Λαμβάνω
684τὸν λόγον ἕνεκεν αὐτῶν, διότι βλέπω ὅτι παρέρχεται πο-
685λύτιμος χρόνος, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν σπεύδει νὰ λάβῃ τὰ
686κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ, ἀνε-
687ξαρτήτως τῆς πτέρυγος, εἰς ἣν κάθηνται, ὁμοφώνως ὑπέδει-
688ξαν εἰς αὐτήν. Ὀφείλω μάλιστα, καίτοι ἀπόντα, νὰ εὐχα-
689ριστήσω τὸν ἔντιμον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον, διότι ἀνε-
690μίχθη εἰς τὴν Θεσσαλικὴν συζήτησιν. Ἔπραξεν ἀληθῶς
691τοῦτο μετά τινος δριμύτητος, καὶ ἐπετέθη ἀδίκως, νομίζω,
692κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐκ Θεσσαλίας, οἵτινες παρακάθην-
693ται εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν
694ἀφορᾷ ἐμὲ, νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνά-
695δελφοι, οἱ συμπολιτευόμενοι, θὰ δώσωσι τὰς καταλλήλους
696ἐξηγήσεις καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Μαντι-
697νείας συνάδελφον.
698Ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνεμίχθη ἐν τῇ
699συζητήσει καὶ ἐκ δικαιώματος καὶ ἐκ καθήκοντος· ἐκ δι-
700καιώματος μὲν ὡς Ἕλλην Βουλευτὴς, ὡς Βουλευτὴς τῆς Ἑλ-
701λάδος, ἐκ καθήκοντος δὲ διότι ἔχει συμπολίτας του ἀποκα-
702τεστημένους ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐὰν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, καὶ συγγε-
703νεῖς του πολλοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου. Δὲν ἔχομεν δὲ ἢ
704ν’ ἀπονείμωμεν ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι—ἐγὼ
705τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο οὐδεὶς διαφωνεῖ—εὐχα-
706ριστίας εἰς ὅσους ἤθελον συντρέξει τὸ ἔργον μας, ὅπως ἔλ-
707θωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ἐὰν οἱ
708Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ συνεργώμεθα ἐνίοτε ἰδιαιτέρως ἐκτὸς
709τῆς αἰθούσης ταύτης, πράττομεν τοῦτο διότι ἔχομεν ὁμο-
710ειδῆ συμφέροντα. Συνερχόμεθα, ὅπως θὰ συνήρχοντο Βου-
711λευταὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. Φρονῶ λοιπὸν,
712ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἐπενέβη καὶ ἐκ
713καθήκοντος καὶ ἐκ δικαιώματος. Ἔχει ὅμως καὶ καθῆκον
714νὰ πιστεύῃ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, ὁσάκις ἀπὸ τοῦ βήμα-
715τος τούτου ἐκθέτωσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ
716τὴν ἐπιτόπιον ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, νὰ πείθηται δὲ
717εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν καὶ τὰς συστάσεις των περισ-
718σότερον παρ’ ὅσον πείθεται εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ πρώ-
719του ἀγρότου ἐκ Θεσσαλίας, ἀκόμη καὶ ἂν ἔχῃ οὗτος τὴν
720τιμὴν νὰ ἕλκῃ τὴν καταγωγὴν ἐκ Μαντινείας. Θὰ παρεκά-
721λουν δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως, ἐλπίζω, πιστεύει εἰς τὰς ἁγνάς
722μας προθέσεις, νὰ πιστεύσῃ καὶ εἰς τὰς εἰλικρινεῖς ἡμῶν
723παραστάσεις.
724Θὰ διαιρέσω καὶ ἐγὼ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου ἐν
725Θεσσαλίᾳ εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ζημιωθέντας ἐκ τοῦ πο-
726λέμου, εἰς καταστραφέντας ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀναλαβόντας συν-
727επείᾳ τῶν ἐργασιῶν των, ἃς ηὐλόγησεν ὁ Θεὸς, καὶ εἰς κατα-
728στραφέντας, οἵτινες δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀναλάβωσι τὰς ἐρ-
729γασίας αὑτῶν, ἢ εἰς τὰς ὁποίας δεινὴ ἐπηκολούθησεν ἀφορία.
730Ἐνομίσαμεν καθῆκον ἡμῶν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνο-
731δον τῆς παρελθούσης Περιόδου ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βου-
732λευταὶ νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπερ
733ἐσκόπει τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἐν γένει πα-
734θόντων Θεσσαλῶν. Ὑπεγράφη ὑφ’ ὅλων τῶν ἐκ Θεσσαλίας
735συναδέλφων τοιαύτη πρότασις νόμου, καὶ ὑπεβλήθη τότε εἰς
736τὴν Βουλὴν. Ἀτυχῶς δὲν ἦλθεν ὑπὸ συζήτησιν, οὔτε ἠθελήσα-
737μεν ἡμεῖς τότε νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ ζήτημα Κυβερνητι-
738κόν, νομίζοντες τοῦτο ἐντελῶς ἐθνικόν. Καὶ εἴχομεν τὴν
739ἀξίωσιν, ἵνα ἅπασα ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητή-
740ματος ἐκείνου, οὐχὶ διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀποζημιώσεως
741ἐκείνων, οὓς ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν ἐνταῦθα, ἀφοῦ οὔτε
742κἂν ἐσκόπει τὴν καταβολὴν τῶν ἀποζημιώσεων τὸ νομοσχέ-
743διον ἐκεῖνο· ἐσκόπει μόνον νὰ ἀνακαλύψῃ ἢ νὰ πιστοποιήσῃ
744τὰς ζημίας, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσα-
745λίας καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ἡ δὲ ἀποζημίωσις, ὁ
746τρόπος δηλαδὴ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, θὰ ἤρχετο
747κατόπιν ν’ ἀποφασισθῇ δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου. Εἴχομεν
748λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν, εἶπον, ἵνα Βουλὴ ὁμοθύμως ἐπιληφθῇ τοῦ
749νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ ψηφίσῃ αὐτό, ὅπως ἀποκαλυφθῇ τοὐ-
750λάχιστον, τίνες ζημίαι ἐν γένει ἔπληξαν τὴν Θεσσαλικὴν χώ-
751ραν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Τοῦτο ἠθέλομεν, οὐχὶ ἵνα
752ἐπισπάσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς Θεσ-
753σαλίας,—αὕτη εἶναι βεβαίως ἐκπεφρασμένη,—ἀλλὰ κυρίως
754ἵνα ἀποδειχθῇ τὸ μέγεθος τῶν ζημιῶν αὐτῆς, ὅπως ἐν μέλ-
755λοντι πολέμῳ ὦμεν σωφρονέστεροι, δρῶντες ἐπικαίρως, ὅπως
756ἐν μέλλοντι πολέμῳ ἔχωσιν οἱ Θεσσαλοὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι
757ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ζημίαι αὐτῶν, καὶ συντείνωσι οὕτω
758πάσῃ δυνάμει καὶ πάλιν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι θ’ ἀποκαταστα-
759θῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὑπὲρ τῆς διεξαγωγῆς ἑτέρου πολέμου,
760τὸν ὁποῖον ἐνδεχόμενον καὶ πάλιν τὸ ἔθνος ἡμῶν νὰ ἀναγ-
761κασθῇ νὰ ἐπιχειρήσῃ.
762Ὡς εἶπον ὑμῖν, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἦλθεν ὑπὸ συ-
763ζήτησιν, καὶ ἠναγκάσθη τότε ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ οἱ
764Βουλευταὶ ὅλοι ἐκ Θεσσαλίας, νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν
765ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει τὴν διάθεσιν πιστώ-
766σεως ἐκ 10,000,000, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ
767ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἥτις διετέθη εἰς δάνεια ὑπὲρ τῶν
768παθόντων ἐκ τοῦ πολέμου Θεσσαλῶν, ὑπὲρ τῶν παθόντων
769ἐκείνων, οἵτινες κατεστράφησαν καὶ οἵτινες δὲν ἠδύναντο ἄλ-
770λως νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὑτῶν. Ἦτο πρόνοια
771δηλαδὴ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας μόνον, ἀλλ’ ἦτο πρόνοια,
772τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ τοῦ ὅλου Κρά-
773τους, ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ὁ ὁποῖος
774ἀφεύκτως θὰ ἐκολοβοῦτο, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ Θεσσαλία νὰ
775διατελῇ εἰς ἣν κατάστασιν διετέλει μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πο-
776λέμου. Μόνον ὅσοι ἐξήτασαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατάστα-
777σιν τῶν ἐπιστρεψάντων εἰς Θεσσαλίαν προσφύγων, μόνον ἐκεῖ-
778νοι δύνανται νὰ ἐννοήσωσι πόσον εὐεργετικὸν ἦτο τὸ δά-
779νειον τοῦτο εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον πράγματι ἀνάγκην
780αὐτοῦ.
781Εἶδον, Κύριοι, ἐν Βελεστίνῳ, πρὸ τῆς διανομῆς τοῦ δα-
782νείου, πολίτας, ἐν ἀπογνώσει διατελοῦντας, νὰ καταρῶνται
783τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔπαυσεν ἡ προσφυγία αὐτῶν καὶ καθ’ ἣν
784ἐπέστρεψαν εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπου ἔβλεπον λιμοκτονοῦντα
785τὰ τέκνα των, ἅτινα πρότερον ἐτρέφοντο τοὐλάχιστον ἐκ
786τοῦ γλίσχρου ποσοῦ, ὅπερ διέθετεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς
787διατροφῆς αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἀποφαινόμεθα ἐπιπολαίως,
788ὅσοι ἀποφαινόμεθα κατὰ τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ ἐκείνου
789καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἐλήφθη, νὰ διατεθῇ καθ’ ὃν
790τρόπον διετέθη. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι
791τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς παθόντας ἐκ
792τοῦ πολέμου Θεσσαλοὺς, ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δανειστὰς αὐτῶν,
793διότι τὸ δικαιοστάσιον ἦτο καὶ εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Προεβλέψαμεν
794δὲ εὐλόγως, ὅπως διατεθῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο εἰς χρήματα, καὶ
795ὄχι εἰς εἴδη, ὅπως πολλοὶ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐξέφρα-
796σαν τὴν γνώμην ταύτην, ἑπομένως οὔτε νὰ κατασχεθῇ ἠδύ-
797νατο, οὔτε φόβος ὑπῆρχεν, ὅτι οἱ χωρικοί, διὰ τῆς προσω-
798πικῆς κρατήσεως φοβιζόμενοι, ἀφοῦ δὲν ἰσχύει αὕτη, ἤθελον
799σπεύσει νὰ καταβάλωσιν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν τὸ πο-
800σὸν ἐκεῖνο. Τὸ διέθεσαν δὲ πρὸς διατροφὴν αὐτῶν, πρὸς ἐνοι-
801κίασιν βοῶν, ἵνα καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των,— διότι
802δὲν ἐπήρκει βεβαίως πρὸς ἀγορὰν τοιούτων — καὶ πρὸς ἀγο-
803ρὰν ὀλίγου σπόρου, ὅπως δυνηθῶσι νὰ σπείρωσι τοὺς ἀγρούς
804των.
805Ἀλλ’ ἔμειναν, Κύριοι, σήμερον, καὶ μετὰ τὴν διάθεσιν
806τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τρίτην τάξιν, ἧς
807ἐμνημόνευσα, δηλαδὴ ἡ τάξις τῶν καταστραφέντων ἐκείνων,
808οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν, ἕνεκα διαφόρων λόγων, νὰ ἀναλά-
809βωσιν, ἢ ἕνεκα τῆς ἀφορίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξακολουθή-
810σωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Περὶ τούτου καὶ κατὰ τὴν λή-
811ξασαν Σύνοδον τῆς τρεχούσης Περιόδου πολλάκις ἐποιησά-
812μεθα λόγον ἐνταῦθα, ἵνα σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς βοήθειαν
813αὐτῶν. Ἀτυχῶς ὅμως δὲν εἰσηκούσθησαν αἱ συστάσεις μας,
814καὶ ἐδημιουργήθησαν πρὸς ταῖς ἀνάγκαις τῆς Θεσσαλίας καὶ
815ἕτεραι προσωριναί, αἵτινες παραμένουν ὡς ἐπαχθὴς κληρονο-
816μία τοῦ ἀτυχοῦς μας πολέμου.
817Καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, Κύριοι, εἶχε πλείστας ἀνάγκας ἡ
818Θεσσαλία, ἀνάγκας τοιαύτας αἵτινες, προβλεπόμεναι θὰ συν-
819ετέλουν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ
820καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Εἴχομεν τὴν ἐντολὴν
821ταύτην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὑπὸ τῶν ἀντιπρο-
822σωπευομένων ὑφ’ ἡμῶν, ἵνα μεριμνήσωμεν διὰ τὴν πλήρω-
823σιν τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, καὶ ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης
824Συνόδου τῆς ληξάσης Περιόδου ἐπελήφθημεν τοῦ ζητήματος
825τούτου. Ὑπεβάλομεν ὑπόμνημα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν,
826καὶ τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, νομοσχέδια δέ τινα
827ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ὅμως ἀπεφάσισε τότε, ὅπως ἐξε-
828ταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ περιέλθῃ τὴν Θεσσαλίαν,
829καὶ ἐπιτοπίως ἐξετάζουσα τὰς ἀνάγκας αὐτῆς συντάξῃ ἔκ-
830θεσιν λεπτομερῆ, ἥτις, ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς
831τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελε χρησιμεύσει ὡς βάσις τῶν νομοθετι-
832κῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὠφείλο-
833μεν καὶ ἡμεῖς, νὰ φέρωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ἐνώπιον τῆς
834Βουλῆς.
835Ἀναφέρω ταῦτα, Κύριοι, διότι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων
836συναδέλφων, οἵτινες σήμερον ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ παρα-
837κάθηνται ἐνταῦθα, δὲν παρεκάθηντο κατὰ τὴν λήξασαν Περίο-
838δον, ἠδύνατο δὲ νὰ ὑποτεθῇ εὐλόγως, ὡς ἐκ τῆς ἀτάκτως,
839οὕτως εἰπεῖν, γενομένης συζητήσεως, ὅτι ἐπὶ τῶν Θεσσαλι-
840κῶν πραγμάτων ἡμεῖς οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι δὲν
841γνωρίζομεν ἐπακριβῶς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, οὔτε ἔχομεν ἀκρι-
842βῆ συνείδησιν αὐτῶν, καὶ δὲν παριστῶμεν ἑπομένως ταύτας
843σαφῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας ἴσως καὶ ἡ Κυβέρ-
844νησις δὲν γνωρίζει.
845Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκείνη, συσταθεῖσα διὰ τοῦ Β. Δια-
846τάγματος τῆς 16 Ἀπριλίου 1896 ἐκ Βουλευτῶν τῆς Θεσσα-
847λίας καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, περιῆλθεν ἐπὶ μακρὸν τὴν
848Θεσσαλίαν, ἐξήτασεν ἐπισταμένως τὰ ἀπασχολοῦντα αὐτὴν
849ζητήματα, καὶ συνέταξε λεπτομερῆ ἔκθεσιν, ἡ ὁποία διενε-
850μήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον, καὶ ἀντί-
851τυπον τῆς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε Πρόεδρε, νὰ
852καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα διαβιβασθῇ εἰς τὴν ὑπηρε-
853σίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν
854ὑπάρχει ἐκεῖ τοιαύτη. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, λέγω, μεριμνᾷ περὶ
855ὅλων τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἀπασχολοῦσι καὶ νῦν τὴν Θεσ-
856σαλίαν, ὅπως καὶ τότε. Ἐὰν ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ περιλαμ-
857βάνονται ζητήματα, ἅτινα δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὴν γνώ-
858μην τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἢ πρὸς τὴν γνώμην τῶν συμπολι-
859τευομένων Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν
860παρελθοῦσαν Περίοδον νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
861ἡμεῖς, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁ καθήμενος ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ,
862δηλῶ ὅτι εἶμαι πρόθυμος εἰς πᾶσαν συζήτησιν καὶ συνδρο-
863μὴν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, εἰς πᾶσαν μεταρρύθμισιν
864ἐπ’ αὐτῶν, ἀρκεῖ πράγματι νὰ ἐπιληφθῇ σοβαρῶς ἡ Κυβέρ-
865νησις τοῦ θέματος τούτου, ἀρκεῖ πράγματι οἱ ἐκ Θεσσαλίας
866συμπολιτευόμενοι Βουλευταὶ νὰ ἐπιμείνωσι καὶ ἀσχοληθῶσιν
867εἰς τοῦτο, καὶ ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, εἴμεθα ἕτοιμοι, καὶ ἐντὸς
868τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ συλλόγῳ τῶν Θεσσαλῶν Βου-
869λευτῶν, νὰ ἐργασθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν συμπολιτευο-
870μένων συναδέλφων, ὅπως τὰ ζητήματα τὰ ἀπασχολοῦντα τὴν
871Θεσσαλίαν ἔλθωσιν ὡς προτάσεις νόμων ἢ νομοσχεδίων ἐνώ-
872πιον τῆς Βουλῆς.
873Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ὡς εἶπον, ὑπάρχουσιν ἀνάγ-
874και, ἃς ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος, ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, περὶ
875τῶν ὁποίων τάχιστα πρέπει νὰ προβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις.
876Πολλάκις καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν λήξασαν Σύνο-
877δον, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τὸ πρὸ τῶν ἑορ-
878τῶν τῆς παρούσης Συνόδου, ἔκαμα λόγον περὶ αὐτῶν, καὶ
879ἐκ τοῦ τόπου τῆς καταστροφῆς, ἐκ Βελεστίνου, ἐτηλεγρά-
880φησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῶν γεωρ-
881γικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ σπείρωσι
882τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν. Ἀλλ’ εἰς μάτην! Καὶ ἔσπειραν μὲν, εἶναι
883ἀληθὲς, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροτῶν ἐκείνων, ἀλλὰ δὲν ἐφρόν-
884τισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μάθῃ, οὐδὲ ἡ Βουλὴ, πῶς ἔσπειραν!
885Ἔσπειραν, Κύριοι, οἱ πλεῖστοι, ἀφοῦ συνῆψαν ἑταιρικὰ συμ-
886βόλαια, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦνται ἀντὶ τοῦ σπόρου
887νὰ δώσωσι τὸ ἥμισυ τῆς ἐσοδείας εἰς τὸν παρασχόντα τὸν
888σπόρον. Καὶ ὁμιλοῦμεν ἔπειτα, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰσέτι,
889διότι ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ εἶδον τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
890σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου εἰς
89112%. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν τόκον
892ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς 12% διὰ τὰ πρὸ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς
893συναφθέντα δάνεια, ἂς τὸ πράξῃ, ἀρκεῖ νὰ πείθηται, ὅτι ἡ
894ἀλληλεγγύη τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν καὶ τὸ Σύνταγμα
895ἐπιτρέπουσι τοῦτο. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἂν
896σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τὰ μετὰ τὴν
897σήμερον συναφθησόμενα δάνεια, ἡ σκέψις της εἶναι οὐτοπία,
898ἐστερημένη πάσης ἐπιστημονικῆς βάσεως. Καλῶς γνωρίζετε,
899ὅτι ὑπάρχουσι χίλιοι τρόποι, ὅπως καταστρατηγηθῇ τὸ νο-
900μοσχέδιον τοῦτο, ὅταν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, εἷς δὲ εἶναι
901ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα. Διὰ τοῦτο ἄλλα μέτρα πρέπει
902νὰ λάβητε, ἐὰν θέλητε πράγματι νὰ ἐπιτύχητε ὅ,τι ματαίως
903διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου θὰ ζητήσητε.
904Ἀλλ’ ὑπέβαλον καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸ τῶν ἑορτῶν,
905κατὰ τὴν τρέχουσαν Σύνοδον, ἐπὶ τῶν νέων ἀναγκῶν τῆς
906Θεσσαλίας, τῶν ἐκ τοῦ πολέμου προελθουσῶν, τὴν ἑξῆς:
907«Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πλη-
908ρωθῇ εἰς τοὺς ἐν Βόλῳ διαμένοντας ἀδελφοὺς Γκλαβάνη ἡ
909ἀξία τριῶν κάρρων τετρατρόχων καὶ τριῶν ἵππων, ἅτινα
910δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς ἡ ἀστυνομία Βόλου κατέ-
911λαβε δι’ ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία καθυ-
912στερεῖται μέχρι σήμερον.»
913Ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην οὐ μόνον ξηρῶς καὶ
914ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ ἐγγράφως, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βου-
915λήν. Ἡ ἐπερώτησίς μου αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ
916ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 17 Δεκεμβρίου, καὶ ἔμεινεν ἐν αὐτοῖς
917μόνον ἀναγεγραμμένη, διότι οὐδεμιᾶς ἔτυχον ἀπαντήσεως.
918Ἡ συγκεκριμένη περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρω ἐν τῇ ἐν
919λόγῳ ἐπερωτήσει μου, εἶναι γενικωτέρα. Δὲν πρόκειται περὶ
920τῶν ἀδελφῶν Γκλαβάνη, ἀλλὰ περὶ ἑκατοντάδος Θεσσαλῶν,
921τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ περίπτωσις αὕτη, πρόκειται περὶ ἑκα-
922τοντάδος Θεσσαλῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφῃρέθη παρανόμως ἡ
923περιουσία των, ἄνευ ἀποζημιώσεως, χωρὶς νὰ δοθῇ κἂν εἰς
924αὐτοὺς μία ἀπόδειξις τῆς ἀφαιρεθείσης περιουσίας ἀπὸ τὰ
925ὄργανα τῆς πρὸς τοῦτο τεταγμένης ἐξουσίας.
926Ἐγένετο λόγος πολὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὴν
927παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἐλήφθησαν μέτρα, καὶ διετάχθη
928νὰ περιέλθῃ τὴν Θεσσαλίαν ἐπιτροπή, ἀλλ’ οὐδὲν γνωρίζο-
929μεν, οὐδὲν ἀνεκοινώθη ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη,
930αἱ δὲ ἑκατοντάδες τῶν Θεσσαλῶν κατοίκων, παρ’ ὧν ἀφῃ-
931ρέθη ἡ περιουσία, ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ παρά-
932πονα.
933Ὑπέβαλον καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν κατὰ τὴν αὐτὴν ἐπο-
934χὴν, ἔγγραφον πάντοτε ἁπλῶς καὶ ξηρῶς, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ ἐκ
935Σύρου ἀξιότιμος συνάδελφος, τὴν ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ.
936Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληρωθῶσι τὰ ἐνοίκια
937τῆς ἐν Λαρίσῃ οἰκίας τῶν ἀδελφῶν Γκλαβάνη, ἡ ὁποία
938κατείχετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς ταμεῖον ἀκόμη κατὰ τὸν
939χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, διότι καὶ τότε ἐφυλάχθησαν
940ἐν αὐτῇ τὰ ἀρχεῖα τοῦ ταμείου. Ἀφοῦ ἐπληρώθησαν τῇ
941ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν οἰκημάτων τὰ ἐνοίκια κατὰ
942τὸ ἔτος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, παρακαλῶ νὰ πληρωθῶσι
943καὶ οἱ ἀδελφοὶ Γκλαβάνη.»
944Ἐνόμιζον ἀληθῶς, ὅτι ἐπληρώθησαν τὰ ἐνοίκια τοῦ χρό-
945νου τῆς κατοχῆς ὅλων τῶν οἰκημάτων τῶν Θεσσαλῶν, τῶν
946ἐνοικιασμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, διότι οὕτως ἀπεφάσισεν
947ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς πα-
948ρελθούσης Περιόδου, ἀλλ’ ἐβεβαιώθην ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι
949πλεῖστοι, οἵτινες εἶχον ἐνοικιασμένα οἰκήματα πρὸς τὴν Κυ-
950βέρνησιν, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἔλαβον ἔτι τὰ ἐνοίκια τῆς τουρ-
951κικῆς κατοχῆς. Δὲν λέγω ταῦτα μόνον διὰ τοὺς ἀδελφοὺς
952Γκλαβάνη, ὧν ἡ οἰκία καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς
953κατοχῆς ἐχρησιμοποιήθη ὡς ταμεῖον...
954§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
955κῶν). Ἐπληρώθησαν πάντα τὰ ἐνοίκια τῶν ἰδιωτικῶν οἰκο-
956δομῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐνοικιασθῆ πρὸς χρῆσιν διαφόρων
957ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ τὰ οἰκήματα τὰ ἐνοικιαζόμενα ὡς τα-
958μεῖα δὲν ἐνοικιάζονται παρὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδεμίαν ἀνα-
959λαμβάνοντος διὰ τὰς ἐνοικιάσεις ταύτας εὐθύνη, ἀλλὰ παρέ-
960χεται διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν γραφικῶν ἐξόδων εἰς ἕκαστον ταμίαν
961τὸ δικαίωμα, ὅπως οὗτος ἐνοικιάζῃ οἱανδήποτε θέλει οἰκίαν.
962Τὸ Δημόσιον δὲν ἀναλαμβάνει νόμιμον ὑποχρέωσιν πληρωμῆς
963τοῦ ἐνοικίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπληρώθησαν
964τὰ ἐνοίκια εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Γκλαβάνη.
965§72ΤΟΠΑΛΗΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω τὴν ἀπάντησιν ταύ-
966την. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ ἀδελφοὶ Γκλα-
967βάνη, οἱ μὴ πληρωθέντες. Ἐγώ, ἀφοῦ θέλετε, σᾶς ἀναφέρω
968τὸ οἴκημα τοῦ ἐν Βόλῳ ἰατροῦ κυρίου Βαρλαμίδου, τὸ ὁποῖον
969ἐχρησίμευσεν ὡς ἀποθήκη ὑλικοῦ πολέμου, καὶ τοῦ ὁποίου
970δὲν ἐπληρώθη τὸ ἐνοίκιον, τὸ οἴκημα τοῦ Ι. Ζαρᾶ, τὸ ὁποῖον
971ἐχρησίμευσεν ὡς ἀστυνομικὸν κατάστημα ἐν Καναλίοις τοῦ
972δήμου Βοίβης, καὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπληρώθη τὸ ἐνοίκιον. Σᾶς
973ἀναφέρω τὸ οἴκημα τοῦ Στεργίου Ντόντου, ὅπερ ἐχρησίμευ-
974σεν ὡς Εἰρηνοδικεῖον ἐν Βελεστίνῳ, τὸ οἴκημα τοῦ Γεωρ-
975γαντζῆ, χρησιμεῦσαν ὡς ἀστυνομικὸν κατάστημα ἐν Ἀργα-
976λαστῇ, ἐπίσης τὸ οἴκημα τοῦ Δ. Γαλάτου ἐν Λαρίσῃ, τὸ
977ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς πολιτικαὶ φυλακαί...
978§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὸν τύπον, ὃν
979ἀνέφερα, αἱ ἐπερωτήσεις, ἔδωσα διαταγὴν νὰ γείνῃ ἐξέτασις,
980ἐὰν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αἰτήσεις περὶ καθυστερούντων ἐνοι-
981κίων, καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν. Ἴσως
982εἶναι ἀκριβῆ ὅσα λέγετε, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμία
983τοιαύτη ὑπάρχει ἐκκρεμής.
984§74Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπάρχουσι πολλαὶ δεκάδες τοιούτων.
985§75ΤΟΠΑΛΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἔχω δίκαιον.
986Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Τρικκά-
987λων Βουλευτὴς προχθὲς ἔθιξε, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ὑπὸ
988τοῦ δικαιοστασίου, τῆς ἀναστολῆς δηλ. ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως
989ἀκινήτων, ἰσχυούσης μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ.
990Ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχει σχέσιν τινὰ καὶ ἀλληλουχίαν ἡ
991ἀναστολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μὲ τὸ ὑποβληθὲν νο-
992μοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ κα-
993ταργήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἀνα-
994στολὴ τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων πρὸς τὸ νομοσχέδιον
995περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως...
996§76ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἡ ἐκτέλεσις δὲν ἀναστέλλεται· ἀναστέλ-
997λεται ὁ πλειστηριασμός.
998§77ΤΟΠΑΛΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται... Ἐπα-
999ρουσιάσθημεν πρὸ πολλοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1000καιοσύνης πολλοὶ τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων καὶ ἐκά-
1001μαμεν τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
1002τὸ ὁποῖον ζημιοῖ καὶ δανειστὰς καὶ ὀφειλέτας εἰς ὅλην τὴν
1003Θεσσαλίαν, προξενοῦν μεγίστας ζημίας εἰς ἀμφοτέρας τὰς
1004κλάσεις. Καὶ εἶπε προχθὲς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὅσα
1005ἔπρεπε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἐκ Τρικ-
1006κάλων ἀξιότιμος συνάδελφος. Τί δὲ μᾶς εἶπεν, ἀπαντῶν ὁ κ.
1007Ὑπουργός; Ἐὰν, εἶπε, ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσω-
1008πικῆς κρατήσεως, τότε αἴρεται καὶ ἡ ἀναστολὴ ἐκτελέ-
1009σεως ἐπὶ ἀκινήτων, ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῇ... καὶ περιμένετε
1010βεβαίως, Κύριοι, νὰ ἀκούσητε, ὅτι τότε τοὐλάχιστον, ὡς
1011πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων, θὰ ἀρθῇ
1012τὸ δικαιοστάσιον. Ἀλλ’ οὐδόλως εἶπε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουρ-
1013γὸς, προσθέσας μετὰ τὸ «ἐὰν δὲν θὰ ψηφισθῇ», «τότε θὰ
1014σκεφθῶμεν». Ἤθελε δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1015καιοσύνης νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Τρικκάλων Βουλευ-
1016τὴν καὶ πρὸς ἄλλους συναδέλφους, τοὺς ὁποίους ὑποθέτει
1017ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὸ νομοσχέδιόν του, ἤθελε, λέγω, νὰ
1018εἴπῃ: «ἢ ψηφίζετε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς
1019προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ θὰ ἔχητε διαρκῶς τὴν ἀναστολὴν
1020τῆς ἐκτελέσεως ἐπὶ ἀκινήτων ἐν Θεσσαλίᾳ». Ἀλλ’ ἂς μὴ
1021νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς Θεσσαλοὺς Βουλευτὰς τόσον
1022ἁπλοῦς, οὐδὲ πειθομένους εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα τῆς Κυ-
1023βερνήσεως.
1024Ἂν οἱ Θεσσαλοὶ συνάδελφοι συναγάγωσι τὸ συμπέρασμα,
1025ὅτι διὰ τὴν Θεσσαλίαν τοὐλάχιστον ἡ κατάργησις τῆς προσω-
1026πικῆς κρατήσεως θέλει εἶσθαι ὀλεθρία, θὰ καταψηφίσωσι
1027βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου, μὲ ὅσα ἐπιχειρήματα καὶ ἂν μετα-
1028χειρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ἢ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
1029Ἐκ τόπου, Κύριοι, ὅπου ἔχομεν 18,000 ἀκτήμονας οἰκο-
1030γενείας, ἀπατᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι δυ-
1031νατὸν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ νὰ ἔλθωσι καὶ ἐν ἐλαφρᾷ
1032συνειδήσει νὰ καταργήσωσι τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Δὲν
1033ἔχω ἀπολύτως οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας
1034ἐπηρεάζει ἡ προσωπικὴ κράτησις, οὔτε ὡς δανειστὴς, οὔτε
1035ὡς ὀφειλέτης. Μόνον διότι ἀντιλαμβάνομαι ὡς ἔχουσι τὰ
1036πράγματα καὶ εἶδον τὰς δυσκολίας, εἰς ἃς περιῆλθον οἱ
1037ἀγρόται κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, ὅτε δὲν ἠδύναντο
1038οὔτε 100 δραχμὰς νὰ εὕρωσιν, ὄχι διὰ νὰ καλλιεργήσωσι
1039τὰ κτήματά των, ἀλλὰ διὰ νὰ διαθρέψωσι τὰς οἰκογενείας
1040αὐτῶν, μόνον διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν τόπον, ὅπου κτηματικὴ
1041πίστις δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, ἡ δὲ
1042Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ δανείσῃ, διότι δὲν ἔχομεν
1043νὰ παρουσιάσωμεν τίτλους, οἵους αὕτη ζητεῖ, μόνον διότι
1044ἔχω ὑπ’ ὄψιν τόπον, ὅπου ἡ κτηματικὴ πίστις οὐδόλως ἐνι-
1045σχύεται ὑπὸ τῶν δικονομικῶν μας νόμων, ὅπου ἡ κτημα-
1046τικὴ πίστις ἡ ὑπάρχουσα ἐνισχύεται διὰ τῆς προσωπικῆς
1047πίστεως, μόνον διὰ ταῦτα—καὶ εἶναι ἀρκετὰ—νομίζω ὅτι
1048δὲν ὀφείλει ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργη-
1049σιν τῆς προσωπικῆς πίστεως, χωρὶς νὰ πράξῃ πολλὰ πρό-
1050τερον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ πρὸς
1051προστασίαν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν.
1052Ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι βεβαίως θεσμὸς ἀπηρχαιω-
1053μένος, τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, ἴχνος βαρβάρων ἠθῶν· ἀλλ’ ἐπι-
1054τρέπεται, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φιλανθρώπων
1055ἰδεῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Τὸ ἔδαφος ἰδίως
1056τῆς Θεσσαλίας, Κύριοι, εἶναι πρανὲς καὶ ὀλισθηρὸν, καὶ δὲν
1057δυνάμεθα ἀτυχῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοιαύτας φι-
1058λανθρωπικὰς θεωρίας· ἔχομεν ἀνάγκην κυρίως αὐστηρῶν οἰ-
1059κονομολογικῶν θεωριῶν, πρὸ πάντων δὲ ἀνάγκην πραγμάτων,
1060ἐὰν ὄντως θέλωμεν νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ Θεσσαλία.
1061Καὶ ἔρχεται τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἀναστολῆς τῶν φό-
1062ρων δι’ ἐκείνην τὴν τάξιν τῶν καταστραφέντων Θεσσαλῶν,
1063οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀναλάβωσιν ἐκ τοῦ δεινοῦ πο-
1064λέμου, οἵτινες ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξα-
1065κολουθήσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν, κυρίως δὲ διότι δεινὴ ἀφο-
1066ρία ἐμάστισεν αὐτούς. Παρεστήσαμεν πολλάκις, κατ’ ἐπανά-
1067ληψιν, τὰς ἀνάγκας τὰς ἐπιβαλλούσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1068ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς, ἀναστέλλουσα τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων
1069διὰ τὴν ἐν λόγῳ τάξιν, καὶ ἐκουράσθη βεβαίως ἡ Βουλὴ,
1070ἀκούουσα ἡμᾶς νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτὰ, ἀλλ’ ἡ Κυ-
1071βέρνησις οὐδὲν ἔπραξε. Καὶ ὅμως ἔχει ἐκθέσεις περὶ τῶν
1072ἀναγκῶν τούτων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέσεις οἰ-
1073κονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
1074ρικῶν διεβεβαίωσε τοὺς Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας, τοὺς συμ-
1075πολιτευομένους, ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς ἐκθέσεις Εἰσαγγελέων, οἱ
1076ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας
1077εἶναι ἀνθηρά. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐπαρουσίαζεν ὁ κ. ἐπὶ
1078τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐκθέσεις τῶν Νομαρχῶν,
1079τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν Νομαρχῶν Μα-
1080γνησίας καὶ Λαρίσης, οἵτινες βεβαίως θὰ ἐπιστοποίουν τὰ
1081ἐναντία τῶν εἰσαγγελικῶν ἐκθέσεων. Ὁ Νομάρχης Μαγνη-
1082σίας, διότι διεῖδε τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῶν πληθυσμῶν
1083ἐκείνων, ἐτέθη, καλῶς πράττων, ἐπὶ κεφαλῆς ἐπιτροπῆς ἐν
1084Βόλῳ, ὅπως συλλέξῃ ἐράνους ὑπὲρ τοῦ δήμου Φερῶν, καὶ
1085περιῆλθε πρὸ μηνὸς τὴν ἀγοράν, ἵνα ζητήσῃ τὸν ὀβολὸν τῆς
1086χήρας ὑπὲρ τῶν καταστραφέντων ἐκ τοῦ πολέμου, ἀπὸ τοὺς
1087ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ σήμερον φόρους. Τὸ αὐτὸ, μὲ
1088ἐβεβαίωσαν, ἔπραξε καὶ ὁ Νομάρχης Λαρίσης. Ἐὰν προε-
1089λάμβανον τὴν διανομὴν τῶν ἐράνων ἐκείνων, ἤθελον συμ-
1090βουλεύσει τοὺς Νομάρχας ἐκείνους, ἀντὶ νὰ διαθέσωσιν
1091αὐτοὺς ὑπὲρ τῶν πασχόντων κατοίκων, νὰ τοὺς καταθέσωσιν
1092εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα πρώτη ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὸ
1093δηνάριον τοῦ Καίσαρος καὶ πληρωθῇ τοὺς φόρους αὐτῆς.
1094Ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστα ἄλλα μέτρα νομοθετικὰ καὶ δι-
1095οικητικά, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ, ὅπως
1096ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Θεσσαλικαὶ ἀνάγκαι. Ταῦτα ὅμως
1097ἀφίνω διὰ τοὺς λοιποὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους νὰ εἴπωσι,
1098διότι ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λόγων μου ἐκουράσθη, εὔχομαι δὲ, ἵνα
1099ἐκουράσθη τέλος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν τόσων παρακλή-
1100σεων καὶ τῶν φίλων τῆς Βουλευτῶν καὶ τῶν μὴ φίλων αὐ-
1101τῆς, καὶ νὰ σπεύσῃ τέλος εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, αἵτι-
1102νες μαστίζουσι τὴν Θεσσαλίαν καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν πό-
1103λεμον.
1104Ἐγὼ εἶπον ὅσα εἶπον, διότι ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον
1105πρὸς τοῦτο· εἰς τοὺς συμπολιτευομένους Βουλευτὰς ἐπιβάλ-
1106λεται νῦν νὰ πράξωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ εἶμαι βέ-
1107βαιος ὅτι θὰ τὸ πράξωσιν, ὅπως πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν,
1108ἣν ὑποστηρίζουσι, νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἐπαγγελίας καὶ αὐτῶν
1109καὶ αὐτῆς.
1110§78Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1111σύνης). Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἰς
1112τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσω-
1113πικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
1114ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἔσπευσε πολύ· μετ’ ὀλίγον, ἴσως
1115σήμερον ἢ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, τὸ νομοσχέδιον θὰ
1116ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τότε ἀσμένως θ’ ἀκούσω τὰ ἐπιχει-
1117ρήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ παντὸς ἄλλου. Ἔχω
1118ὅμως καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν ἀπευθυνθεῖσάν
1119μοι προχθὲς παρ’ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου, καθ’ ὅσον
1120ἀφορᾷ τὸ διάταγμα περὶ δικαιοστασίου. Νομίζω ὅτι ὁ κ.
1121συνάδελφος εἶναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς ἑαυτὸν, ἢ τοὐ-
1122λάχιστον εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς πάσας τὰς εὐχὰς καὶ
1123τὰ παράπονα τῶν Θεσσαλῶν. Οἱ Θεσσαλοὶ διὰ τῶν ἀντι-
1124προσώπων αὐτῶν παριστῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ
1125κατάστασις ἐκεῖ εἶναι ὀδυνηρὰ, ὅτι οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουσιν
1126οὔτε τὸν φόρον νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ζη-
1127τοῦσι προθεσμίαν· παριστῶσιν ὅτι τὰ ἐργαλεῖα τῶν γεωρ-
1128γῶν, οἱ ἀροτῆρες βόες κατάσχονται, καὶ οἱ γεωργοὶ μένουσιν
1129ἐν πενίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας των.
1130Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀξιοῖ νὰ προβῶμεν
1131εἰς τολμηρότατον βῆμα, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἀνεστέλλετο οὐχὶ
1132ἡ κατάσχεσις, ἀλλ’ ὁ πλειστηριασμὸς μόνον τῶν ἀκινήτων,
1133ἐν ἐποχῇ τοιαύτης δυσφορίας καὶ προσέτι ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν
1134αἱ Τράπεζαι ἀργοῦσιν ἀκόμη ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι δὲν ἀνέ-
1135πτυξεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰσέτι τὰς ἐργασίας της, ἐν ἐπο-
1136χῇ καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα ἐν τῷ χρόνῳ τῆς καλλιεργείας,
1137ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν πλειστηριασμὸν τῶν κτημάτων,
1138καὶ νὰ ἴδωμεν τὸ ὀδυνηρὸν θέαμα ἐν Θεσσαλίᾳ ἀθρόων πλει-
1139στηριασμῶν ἀκινήτων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα
1140νὰ κατακυρωθῶσι τὰ κτήματα ταῦτα εἰς τοὺς δανειστὰς
1141δι’ ἓν κομμάτι ψωμὶ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον! Αὐτὸ
1142εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦσι, καὶ αἰτιῶνται
1143τὴν Κυβέρνησιν διότι παρατείνει τὴν ἀναστολὴν τῶν πλει-
1144στηριασμῶν!
1145Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι! Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀναστολὴ τῶν
1146πλειστηριασμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ μέχρις ὅτου πεισθῇ ἡ Κυβέρ-
1147νησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τὸ περὶ τούτου
1148διάταγμα. Ἡ Κυβέρνησις, εἰσακούουσα τὰς συστάσεις καὶ
1149τὰς εὐχὰς τῶν ἐκ Θεσσαλίας φίλων της κυρίων Βουλευτῶν,—
1150καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν αὐτῶν, ὅτι αὐτοὶ δὲν
1151ἔπαυσαν ὑποβάλλοντες συστάσεις καθ’ ἑκάστην καὶ ζητοῦν-
1152τες τὴν παραδοχὴν μέτρων ἀναγκαίων, πρὸς ἀνακούφισιν
1153τῶν Θεσσαλῶν,— ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἐντὸς ὀλίγου θὰ εἰσα-
1154γάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δείξῃ
1155πόσον μεριμνᾷ περὶ τῆς Θεσσαλίας.
1156Ἔψεξεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ νομοσχέδιον περὶ νομίμου τό-
1157κου, καὶ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ὑπάρ-
1158χει πεπολιτισμένος τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὁρίζεται ὁ
1159νόμιμος τόκος, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ ποινικῷ νόμῳ
1160ὑπάρχει διάταξις τιμωροῦσα τὴν τοκογλυφίαν, καὶ ἡ διά-
1161ταξις αὕτη ἀργεῖ παρ’ ἡμῖν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁρί-
1162ζων τὸν τόκον. Καὶ νομίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι
1163δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον περὶ προσδιορισμοῦ
1164τοῦ συμβατικοῦ τόκου! Ἡ Κυβέρνησις ὅμως θὰ φέρῃ τοιοῦ-
1165τον νόμον.
1166Καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι σήμερον τὰ ὄργανα τῆς καλλιεργείας
1167καὶ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατάσχονται, καὶ μένουσιν ἄστε-
1168γοι οἱ γεωργοί. Ἀναγνωρίζω τὴν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει
1169ἡ Πολιτικὴ Δικονομία παρ’ ἡμῖν ὡς πρὸς τοῦτο, ἔλλειψιν
1170σπουδαιοτάτην, διότι, καίπερ σκοποῦσα νὰ προστατεύσῃ τὸν
1171γεωργὸν, ἐπιτρέπει μόνον νὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς ἕνα βοῦν, ἕνα ὄνον
1172ἢ τρεῖς αἶγας, ἐξαιρουμένους τῆς κατασχέσεως. Ἡ Κυβέρ-
1173νησις ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως ἢ εἰς λίαν προσεχῆ συνεδρία-
1174σιν θὰ φέρῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προστατευθῶσι τὰ
1175γεωργικὰ ἐργαλεῖα, ἡ σπορὰ, οἱ ἀροτῆρες βόες. Καὶ ἔπειτα
1176λέγουσιν, ὅτι δὲν μεριμνᾷ ἡ Κυβέρνησις! Ἔχετε μικρὰν ὑπο-
1177μονὴν, καὶ λίαν προσεχῶς θὰ ἔχητε τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
1178Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, καὶ νομίζω
1179ὅτι εἶμαι ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ τῷ δικαίῳ· ἐνόμισα καθῆκόν μου
1180νὰ ἀποκρούσω αἰτιάσεις ἐξενεχθείσας κατὰ τῆς Κυβερνή-
1181σεως, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσακούσασα τὰς
1182παρακλήσεις τῶν ἐκ Θεσσαλίας φίλων της Βουλευτῶν, παρε-
1183σκεύασε τὰ πρὸς ἀνακούφισιν τῆς Θεσσαλίας ἀναγκαῖα
1184μέτρα.
1185§79Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὸν μα-
1186κρὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγ-
1187μάτων καὶ τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πασχού-
1188σης Θεσσαλίας μέτρων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐνώ-
1189πιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἔπρεπε καὶ αὖθις, κατὰ τὸ αὐτὸ σύ-
1190στημα, νὰ ἐπαναφέρωμεν πάλιν τὸν λόγον ἐνώπιον τοῦ
1191Κοινοβουλίου, διεκτραγῳδοῦντες τὰς συμφορὰς τῆς Θεσσα-
1192λίας, καὶ παριστῶντες τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι ἄλλην
1193ὁδὸν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς
1194ἀνάγκας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι,
1195οἱ ὁποῖοι παρέχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὴν Κυβέρ-
1196νησιν, ἠκολουθήσαμεν νῦν ἄλλην ὁδὸν, τὴν ὁδὸν τῶν ἰδιαι-
1197τέρων συστάσεων περὶ τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἀνακούφισιν
1198τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας μέτρων πρὸς τοὺς κ. Ὑπουρ-
1199γοὺς, φρονοῦντες ὅτι, ἐὰν ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ἦγεν εἰς τὸ ἀπο-
1200τέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκομεν, τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φέ-
1201ρωμεν τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ σκεφθῶμεν κατ’ ἄλ-
1202λον πλέον τρόπον περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ ἐφαινόμεθα
1203ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον μας. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Μαντινείας
1204Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος, μὴ ἔχων πολλὰς ἀσχολίας, φαίνεται,
1205ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, καὶ μὴ ἔχων ἀνάγκας ἐκεῖ νὰ θερα-
1206πεύσῃ, ἀσχολεῖται περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ περὶ
1207τῶν ἐν Καζακλὰρ ἐγκατεστημένων συγγενῶν καὶ πρώην
1208συμπολιτῶν του, (οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλέον συμπολῖταί του,
1209ἀφοῦ εἶναι δημόται Τυρνάβου,) δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ κάμῃ
1210λόγον περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς καταστά-
1211σεως αὐτῆς, —διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν λόγον νὰ τὸν κακί-
1212σωμεν,— ἀλλ’ ἔλαβε καὶ θέσιν ἐλεγκτοῦ ἀπέναντι τῶν ἐκ
1213Θεσσαλίας Βουλευτῶν, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, ἐὰν ἀκο-
1214λουθοῦμεν καλὴν ἢ κακὴν πορείαν ἐν τῇ πολιτείᾳ μας. Ἐγὼ
1215ἐξενίσθην, διότι δὲν γνωρίζω εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα
1216νὰ ἐπικρατῇ αὐτὴ ἡ τάξις, δὲν ἐγνώριζον ὅτι εἰς Βουλευ-
1217τὴς μιᾶς ἐπαρχίας ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν ἑτέρου
1218Βουλευτοῦ ἑτέρας ἐπαρχίας, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς οὗτος πολι-
1219τεύεται, ἐὰν ἐπαρκῶς ἢ ἀνεπαρκῶς προστατεύει τὰ συμφέ-
1220ροντα τῶν συμπολιτῶν του, καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τινα
1221Βουλευτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ εἰς συνά-
1222δελφόν του, ὅτι «ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθῇς
1223αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνήκῃς εἰς ἕτερον
1224κόμμα.» Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔθιμον ἐπικρατεῖ, τότε θὰ παρακα-
1225λέσω μερικοὺς τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων νὰ μεταβῶ-
1226μεν μέχρι Τριπόλεως, ἵνα ἴδωμεν ποίαν πολιτικὴν ἀκολου-
1227θεῖ ὁ κ. Μπακόπουλος, τίνας ἀνάγκας τῶν συμπολιτῶν του
1228δὲν θεραπεύει, ἢ κατὰ τί ἀνεπαρκῶς ἢ ἀλυσιτελῶς προστα-
1229τεύει τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του, ἵνα ἔλθωμεν ἐν-
1230ταῦθα νὰ τὸν ἐλέγξωμεν, ἢ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν ὁδηγίας,
1231ἂν πρέπει ν’ ἀκολουθῇ τὴν πολιτικήν, ἣν ἀκολουθεῖ, ἢ ἂν
1232πρέπῃ νὰ γείνῃ φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀξίζουν, νομίζω,
1233προσοχῆς αἱ μομφαί, τὰς ὁποίας ἀπέτεινεν εἰς ἡμᾶς, διότι εἴ-
1234μεθα φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτής,
1235τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶχε τὴν ἐλαφρότητα νὰ ἐνστερνι-
1236σθῇ περὶ τῶν συναδέλφων του λόγους τῶν τριόδων, καὶ ἀπὸ
1237τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν ὀφειλομένην πρὸς συνα-
1238δέλφους ἁβρότητα, νὰ ὑβρίσῃ αὐτούς, ὅτι ἐμπαίζουσιν ἐκ
1239συμπαιγνίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοὺς συμπολίτας των!
1240§80ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι ἀπὼν ὁ κ. συνάδελφος.
1241§81Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν ὕβρισα, ἀλλὰ κρίνω
1242περὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων.
1243§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μὴ προχωρεῖτε εἰς τὰς
1244κρίσεις σας.
1245§83Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἀπέ-
1246δωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μομφήν, ὅτι, ἐνῷ δὲν φροντί-
1247ζει περὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν ἀναγκῶν
1248αὐτῆς, ἐν τούτοις οἱ ἐκ Θεσσαλίας φίλοι τῆς Κυβερνήσεως
1249Βουλευταὶ παίζουσι μετ’ αὐτῆς ἐν συμπαιγνίᾳ κωμῳδίαν,
1250ἤτοι οἱ μὲν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταὶ συνιστῶ-
1251σιν ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ χρήσιμα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσ-
1252σαλίας μέτρα, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐκ τούτων πράττει,
1253τῇ συναινέσει τῶν Βουλευτῶν! Εἶναι εὐπρεπὲς αὐτό;
1254§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶπεν αὐτό.
1255§85Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην ἄλλην ἔννοιαν
1256εἰς τοὺς λόγους του.
1257§86ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως.
1258§87Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, ὡς προεῖπον, νὰ δώσω
1259προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην μομφήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπέ-
1260δωκεν ὁ κ. συνάδελφος· εἶπον ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
1261δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τοιοῦτον
1262τρόπον ἐναντίον τῶν συναδέλφων του καὶ ἐναντίον ἐκείνων,
1263οἱ ὁποῖοι σήμερον κυβερνῶσι τὸ Κράτος, ἀπολαύοντες τῆς
1264ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαύτην μομφὴν
1265ἐξήνεγκε, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι εἰς τὸν ἐλαττωμα-
1266τικὸν αὐτὸν κύκλον νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν,
1267ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἐκφράζων κυρίως μὲν τὸ ἰδι-
1268κόν μου φρόνημα, ἀλλὰ κατὰ πολλὰ καὶ ἄλλων συναδέλφων,
1269παρακαθημένων εἰς τὰ ἐδώλια τῆς Συμπολιτεύσεως τὸ φρό-
1270νημα.
1271Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβε
1272μέτρα τινὰ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας. Βεβαίως δὲν
1273εἶναι ἐπαρκῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔλαβε, καὶ
1274ἐνδείκνυνται ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τῶν
1275ὁποίων τὴν ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς παρεστήσαμεν εἰς τὴν Κυ-
1276βέρνησιν, καὶ αὐτὴ δὲν παραγνωρίζει αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν
1277τῷ παρελθόντι ληφθέντα μέτρα δὲν πρέπει νὰ παραγνωρί-
1278ζωνται ὑφ’ ἡμῶν. Ἐκ τῶν διοικητικῶν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας
1279μέτρων ἔχω νὰ μνημονεύσω τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1280Στρατιωτικῶν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, διὰ τῆς
1281ὁποίας ἐξηκριβώθησαν ὅλαι αἱ ζημίαι τῶν κατόχων ζώων
1282ἢ ἄλλων μεταγωγικῶν, οἱ ὁποῖοι παρέσχον αὐτὰ εἰς τὴν
1283στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν. Ἡ ἐπι-
1284τροπὴ αὕτη προέβη εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν πολλῶν ἀπαιτή-
1285σεων, ὧν προσεχῶς θέλει διαταχθῆ ἡ ἐξόφλησις. Ἐπίσης
1286σπουδαῖον μέτρον ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1287πρὸς εὐκολίαν τῶν κατοίκων τῶν παραμεθορίων, τῶν ὁποίων
1288τὰ κτήματα ἔμειναν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμε-
1289ρον ἀπολαμβάνουσιν ὅλων τῶν εὐκολιῶν, ἵνα καλλιεργῶσι
1290τὰ κτήματά των, ἐξάγοντες τὰ ζῷά των πρὸς καλλιέργειαν
1291καὶ εἰσάγοντες τὰ προϊόντα των εἰς τὸ ἐσωτερικόν, διατα-
1292χθεισῶν τῶν ἀρχῶν νὰ παρέχωσι πᾶσαν εὐκολίαν εἰς αὐτούς.
1293Εἶναι δὲ ἀρκετὰ οὐσιῶδες τοῦτο διὰ τοὺς κατοίκους τῶν με-
1294ρῶν ἐκείνων.
1295Ἀλλ’ οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ καὶ δι’ ἄλλα γενικώτερα
1296μέτρα ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀποδοκιμάζωμεν τὸ ἔργον
1297τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μέτρον τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ
1298τῶν ἀμπέλων πολὺ ἀνεκούφισε τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσ-
1299σαλίας, καὶ ἰδίως τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ οἰνοποιοὺς τῆς
1300ἐπαρχίας Τυρνάβου, καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν πιέσεων,
1301τὰς ὁποίας ὑφίσταντο κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς ἐναποταμιεύ-
1302σεως τοῦ οἴνου, τὰς καταμετρήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν, τοῦ δι-
1303καιώματος φόρου ἐπὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων καὶ ἐκ τῶν βα-
1304ρειῶν καὶ πιεστικῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ὤφειλον ν’ ἀκο-
1305λουθῶσιν, ἵνα μεταφέρωσι τὸν οἶνόν των εἰς ἄλλα μέρη πρὸς
1306κατανάλωσιν. Δὲν δύνανται ἢ νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ
1307τὴν Κυβέρνησιν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου ἐκ τοῦ
1308τοιούτου νομοθετήματος, καὶ δι’ ἐμοῦ ἐκφράζουσι πρὸς τὴν
1309Κυβέρνησιν τὴν εὐγνωμοσύνην των, διότι διὰ τοῦ νομοθετή-
1310ματος τούτου τοὺς ἀπήλλαξεν ἐπαχθεστάτου φόρου. Ἰδοὺ
1311λοιπὸν ἓν μέτρον, διὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν
1312λόγους νὰ ἤμεθα ἀγνώμονες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν
1313ἔχομεν λόγους νὰ ἄρωμεν ἀπ’ αὐτῆς τὴν ἐμπιστοσύνην μας,
1314καὶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευ-
1315τοῦ ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος ἴσως δι’ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, τὸ
1316ὁποῖον ὑπῆρξεν ἐπίσης εὐεργετικὸν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μαν-
1317τινείας, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ διΐσταται πρὸς τὴν Κυβέρ-
1318νησιν.
1319§88Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. συνάδελφος,
1320δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε περὶ αὐτοῦ.
1321§89Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθη ἡ συζήτησις ὑπὸ τοῦ κ.
1322ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω· ὁ δὲ κ. Μπα-
1323κόπουλος θὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅ,τι λέγω, καὶ ἂν
1324εὕρῃ ὅτι εἶπόν τι ἀπρεπὲς κατ’ αὐτοῦ, θὰ ἀπαντήσῃ.
1325Ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐπίσης εὐεργετι-
1326κῶς ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, διότι ἡ Θεσσαλία εἶναι
1327χώρα ἐξόχως κτηνοτροφική, καὶ ὁ πρότερον ἰσχύων φόρος
1328ἐπὶ τῶν ζώων ἐπεβάρυνε τοὺς κτηνοτρόφους καὶ τοὺς γεωρ-
1329γοὺς, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι πάντες ἔν τινι μέτρῳ
1330κτηνοτρόφοι, ἐνῷ ἤδη ἐπεβλήθη εἰς τὰς εὐπορωτέρας τάξεις,
1331εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι συνήθως
1332κρέας, καὶ ἀπηλλάχθησαν ἀπ’ αὐτοῦ οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ
1333γεωργοί, οἱ ὁποῖοι σπανίως τρώγουσι κρέας.
1334Ἐνομίζομεν, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος
1335περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ κα-
1336τάργησις αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω πῶς λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος
1337εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ
1338πολίτης ἦτο καὶ εἶναι δοῦλος τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνό-
1339μων. Ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς στρα-
1340τιωτικῆς ἀστυνομίας κατέπεσεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους,
1341εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀπεφασίσθη
1342ἡ κατάργησις αὐτῆς.
1343§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πότε θὰ
1344ἐφαρμοσθῇ;
1345§91Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ νέος νόμος περὶ διοικητι-
1346κῆς ἀστυνομίας δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη, δὲν ἕπεται καὶ ὅτι
1347δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ ἤδη ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους,
1348οὔτε δυνάμεθα νὰ πιέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὁρίσωμεν
1349ἡμεῖς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον.
1350Ἔχομεν ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νομο-
1351θέτημα τοῦτο καὶ δὲν θὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ.
1352Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζομεν, ὅτι εὐλόγως παρέχο-
1353μεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἔχο-
1354μεν λόγους νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὰς συμβουλὰς καὶ εἰση-
1355γήσεις ἑτέρων ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν πολιτευτῶν.
1356Νέα ὅμως κατάστασις ἐδημιουργήθη ἐσχάτως. Ἡ προσω-
1357ρινὴ ἀνακούφισις τῆς Θεσσαλίας διὰ τοῦ δανείου τῶν ὀκτὼ
1358ἑκατομμυρίων δυστυχῶς παρῆλθεν, ἡ δὲ πεῖνα, ἡ ὁποία δὲν
1359ἦτο γνωστὴ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔκαμε τὴν εἴσοδόν της. Ἦλθον
1360ἐν Λαρίσῃ πεινῶντες πληθυσμοὶ ἐκ τοῦ δήμου Ἀρμενίου,
1361οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν ἄρτον, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λα-
1362ρίσης ἐψήφισε πίστωσιν, ἵνα τοὺς διαθρέψῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς
1363ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἔμειναν ἐν Λαρίσῃ, καὶ πληρώσῃ
1364τὸν ναῦλόν των ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ
1365χωρία των. Ὁ Τύρναβος, ὁ ὁποῖος εἶναι μία κωμόπολις ἐκ
1366τῶν πλουσιωτέρων, ὄχι διότι ἔχει πολὺν πλοῦτον, ἀλλὰ
1367διότι ὁ πλοῦτος ἐκεῖ εἶναι ἐξ ἴσου διανεμημένος μεταξὺ τῶν
1368κατοίκων, — γνωρίζετε δὲ, ὅτι πλουσία ἀληθῶς εἶναι ἡ
1369χώρα, ἐν ᾗ ὁ πλοῦτος εἶναι διανεμημένος εἰς ὅλους, — ὁ Τύρ-
1370ναβος, εἰς ὃν δὲν εὑρίσκει τις πενομένους ἀνθρώπους, οὔτε
1371ἐπαίτας, οὔτε ἀχθοφόρους κἄν, ἢ ἄλλους ἀνθρώπους ζῶντας
1372ἐν πενίᾳ ἢ στερήσει, διότι ὅλοι ἔχουν τὸ μικρὸν ἔργον των,
1373τὸ μικρὸν κτῆμά των, τὴν μικρὰν γεωργικὴν ἢ χειροτεχνι-
1374κὴν ἐπιχείρησίν των, ὁ Τύρναβος, ἕνεκα ὅλως ἐξαιρετικῶν
1375δυσμενῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη, ἕνεκα τῆς
1376ἀφορίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἔκτακτος
1377καὶ μοναδική, χειροτέρα τῆς ἀφορίας τοῦ 1890, ἕνεκα τῆς
1378καταστροφῆς τῶν μωρεοφύλλων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως κεφα-
1379λαίων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἵνα καλλιεργήσωσι τὰς ἀμπέλους
1380των, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρημάτων, ἕνεκα τῆς φυγαδεύ-
1381σεως τῶν κεφαλαίων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πίστεως, περιῆλ-
1382θεν εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἕνεκα ὅλης αὐτῆς τῆς
1383ἀλληλουχίας τῶν δυσμενῶν περιστάσεων εἰσήλασεν ἐν Τυρ-
1384νάβῳ ἡ πεῖνα καὶ ἡ δυστυχία!
1385Πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐν Τυρνάβῳ ἀνωμαλιῶν.
1386Βεβαίως, ὅταν εἷς λαὸς πένηται, ὅταν 300 ἐργατικοὶ ἄν-
1387θρωποι συναθροίζωνται εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ δὲν ἔχωσι χρή-
1388ματα διὰ νὰ ἀγοράσωσιν ἄρτον καὶ δὲν εὑρίσκωσιν ἐργα-
1389σίαν διὰ νὰ κερδίσωσι τὸν ἄρτον των, εὔκολον εἶναι νὰ πα-
1390ρεκτραπῶσι, καὶ εὔκολον εἶναι εἰς πάντα θέλοντα νὰ φανῇ
1391εὐχάριστος εἰς αὐτοὺς νὰ τοὺς ὑποκινήσῃ εἰς ταραχάς...
1392§92Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ὀνομάσητε τοὺς ὑποκι-
1393νήσαντας;
1394§93Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑπῆρξεν ὑποκίνησις.
1395Μεταξὺ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων δυνατὸν νὰ ὑπῆρξαν μερικοὶ
1396παρεκτραπέντες.
1397§94ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ποῖοι; Καλῶς θὰ πράξητε νὰ τοὺς ὀνο-
1398μάσητε, διότι ῥίπτετε μομφὴν, χωρὶς νὰ τὴν προσδιορί-
1399σητε.
1400§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπε «μεταξὺ αὐτῶν».
1401§96Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ ὁρισθῇ, ἂν ἀπο-
1402δίδεται εἰς ὑμᾶς ἡ ὑποκίνησις, δικαιοῦσθε νὰ ἐρωτᾶτε, ἐφ’ ᾧ
1403καὶ δηλῶ, ὅτι ἀφ’ ὑμῶν αἴρεται πᾶσα τοιαύτη ὑπόνοια.
1404Δὲν ἔχω νὰ ἀποδώσω εἰς κανένα πολιτευόμενον τὴν τοιαύ-
1405την ὑποκίνησιν ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἴσως ὑπῆρξεν ὑπο-
1406κίνησίς τις εἴς τινα παρεκτροπήν. Ἴσως νὰ ἐννοεῖτε παρὰ
1407τίνος.
1408§97ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κανένα δὲν ἐννοῶ. Νὰ τὸν ὀνομάσητε.
1409§98Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω ἀπόντας.
1410Νομίζω ἄλλως, ὅτι οὔτε ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα. Οἱ πα-
1411ρεκτραπέντες δὲν εἶναι φίλοι σας. Τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω.
1412Δὲν θέλω δὲ νὰ ὑποθέσητε, ὅτι δύναμαι νὰ ῥίψω μομφὴν
1413ἐναντίον ὑμῶν.
1414Εὔκολον λοιπὸν εἶναι νὰ ὑποκινηθῶσιν εἰς ταραχὰς ἄν-
1415θρωποι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκας καὶ ζητοῦσι νὰ
1416τοῖς δοθῇ ἀνακούφισίς τις καὶ δὲν τοῖς δίδεται· καὶ οὕτως
1417ἐξηγεῖται ἡ ἐν Τυρνάβῳ κατάστασις, ὡς ἀπορρεύσασα ἐξ αὐ-
1418τῆς τῆς στυγνῆς πενίας, εἰς ἣν περιῆλθον ἄνθρωποι τέως εὔ-
1419ποροι, ἀναλόγως τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν των. Ἀλλὰ τὰς
1420ἀνάγκας των αὐτὰς τὰς διετύπωσαν κατὰ τρόπον ἀποδε-
1421κτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ διὰ στασιαστικῶν κι-
1422νημάτων, (διότι μικρά τις παρεκτροπὴ κατὰ τὴν συγκρό-
1423τησιν ἑνὸς συλλαλητηρίου δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν) κατὰ
1424τρόπον νόμιμον. Ὅτε δ’ ἐγὼ ἐκλήθην νὰ ἐξυπηρετήσω ταῦτα,
1425ἔσπευσα καὶ συνέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέ-
1426τρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Κυ-
1427βέρνησις. Δὲν εὗρον ἀπροθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰσα-
1428κούσῃ τῶν παραστάσεών μου καὶ προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ
1429ὁποῖα ἐκ τῆς καταστάσεως ἐνεδεικνύοντο. Καὶ ὅτε μετέβην
1430εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξέθεσα εἰς αὐτὸν
1431τὴν γνώμην μου περὶ τῶν ληπτέων μέτρων διὰ τὴν προσωρι-
1432νὴν ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἤτοι
1433ὅπως δοθῇ ἀναστολὴ πληρωμῆς τῶν φόρων τοῦ 1899 ἐπὶ
1434τρία ἔτη, ἤτοι νὰ πληρωθῶσιν εἰς τρεῖς δόσεις, ἀπὸ τοῦ Σε-
1435πτεμβρίου τοῦ 1900 καὶ ἐφεξῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1436μικῶν δὲν ἠρνήθη νὰ χορηγήσῃ τὴν ζητουμένην εὐκολίαν,
1437καὶ ἀμέσως ἐτηλεγράφησεν εἰς τὰς ἁρμοδίας οἰκονομικὰς
1438ἀρχὰς νὰ πληροφορήσωσιν αὐτὸν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν
1439φόρων αὐτῶν, ὥστε νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ δυνατοῦ μέτρου τῶν
1440ζητηθεισῶν εὐκολιῶν καὶ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέ-
1441διον.
1442Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις,
1443Κύριοι, καὶ νομίζω ὅτι λυσιτελῶς εἰργάσθην, οὕτως ἐργα-
1444σθεὶς ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου.
1445§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1446κῶν). Συνέστησα εἰς τὰς ἁρμοδίας ταμειακὰς ἀρχὰς, διότι
1447δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὰς διατάξω, νὰ μὴ ἐξαναγκάσωσι
1448τοὺς ὀφειλέτας εἰς ἄμεσον πληρωμὴν τῶν φόρων τῶν καθυ-
1449στερουμένων.
1450§100Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη καὶ τὸ διοικητικὸν τοῦτο
1451μέτρον.
1452Ἐννοῶ τὴν ἀντίρρησίν σας, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι παρερ-
1453χομένης τῆς 31 Ἰανουαρίου θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ φορολο-
1454γούμενοι, ὅσοι δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς βεβαιωθέντας φόρους, μὲ
1455πρόσθετον φόρον 20 | 0. Βεβαίως δὲν μὲ διαφεύγει τοῦτο.
1456Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ὥστε
1457νὰ δοθῇ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως...
1458§101ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε;
1459§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1460κῶν). Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσι τὰ
1461ἐρωτήματα ταῦτα κατὰ τρόπον τονιζόμενον ὑπ’ αὐτῶν καὶ
1462ἐνδεικνύοντα δυσπιστίαν πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερ-
1463νήσεως, νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἡ Κυ-
1464βέρνησις ἑτοίμη, ὅπως ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοθέτημα, διότι
1465ἔδει προηγουμένως νὰ γινώσκῃ, τίνος ποσοῦ τὴν ἀναβολὴν
1466τῆς πληρωμῆς πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς προθεσμίαν δύο
1467ἢ τριῶν ἐτῶν. Αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ἠδύναντο νὰ ἔλθωσι
1468τηλεγραφικῶς· μόλις σήμερον συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1469γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αὔριον δὲ θὰ γείνῃ σκέψις ἐν τῷ
1470Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ περὶ ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου.
1471Δὲν ἦτο δυνατὸν πρότερον τοιοῦτον μέτρον νομοθετικὸν νὰ
1472καταρτισθῇ.
1473§103ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ συνέπειαι τῆς ὑπερη-
1474μερίας ἐπέρχονται.
1475§104Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον σκέ-
1476πτεται ἤδη, καὶ ἐγὼ ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
1477κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις, ἀνακουφίζει ἐπαρκῶς τὰς
1478ἀνάγκας τῶν πενομένων κατοίκων. Βεβαίως ἕκαστος θὰ ἐπε-
1479θύμει νὰ δοθῇ καὶ χρηματική τις ἀνακούφισις εἰς τοὺς ὀλί-
1480γους, τοὺς πράγματι πεινῶντας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλίγιστοι,
1481Κύριοι,—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν ὅλον τὸν Θεσσα-
1482λικὸν πληθυσμὸν πεινῶντα,—ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τοιοῦτο
1483μέτρον δὲν προέβη ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν παρατηρήσητε τὴν
1484κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων τοῦ 1899 μέχρι
1485τῆς 31 Ὀκτωβρίου, καθὼς καὶ τῶν τοῦ 1898, θὰ ἴδητε,
1486ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ, ὅσοι δύνανται νὰ πληρώσωσι, πληρώνουσι
1487τοὺς πρὸς τὸ Κράτος ὀφειλομένους φόρους, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρ-
1488χουσι περισσότερα καθυστερούμενα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ
1489Κράτους παρὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἑπομένως θέλετε κρί-
1490νει, ὅτι οὐχὶ ἄλλος λόγος, εἰμὴ ἀληθὴς δυσχέρεια περὶ τὴν
1491πληρωμὴν τῶν φόρων ὠθεῖ τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀναστολὴν
1492τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, καὶ ὅτι ἔδει νὰ δοθῇ μικρόν τι βοή-
1493θημα εἰς τὰ δοκιμάσαντα τὴν πεῖναν ἀτυχῆ θύματα τῶν
1494συνεπειῶν τοῦ πολέμου.
1495Ἔκαμα δὲ τὴν συγκριτικὴν ταύτην παρατήρησιν διὰ νὰ
1496ἴδω κατὰ πόσον εἶναι ἄξιοι οἱ Θεσσαλοὶ τῆς φιλοστόργου
1497μερίμνης τοῦ Κράτους, καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ,
1498καὶ ἐν τῇ ἐρημώσει καὶ τῇ καταστροφῇ, προθυμότερον τῶν
1499κατοίκων ἄλλων ἐπαρχιῶν σπεύδουν νὰ πληρώσουν τοὺς φό-
1500ρους πρὸς τὸ Κράτος, διὰ νὰ τὸ ἀκούσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ
1501ὁποῖοι δυσπιστοῦσιν εἰς τὰ παθήματα αὐτῶν καὶ εἰς τὰς
1502ἀνάγκας των, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκούουσι προθύμως τὰ καθή-
1503κοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ πρέπει νὰ συναισθάνηται ὅτι ἔχει
1504τὸ Κράτος ἐξαιρετικῶς ἀπέναντι τῆς Θεσσαλίας. Τοιοῦτον
1505λαὸν νομοταγῆ, λαὸν ὁ ὁποῖος καὶ πενόμενος σπεύδει νὰ ἐκ-
1506πληρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις του, πρέπει ἐξαι-
1507ρετικῶς νὰ τὸν προσέχωμεν καὶ ἐξαιρετικῶς νὰ ἤμεθα πρό-
1508θυμοι πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν του, διότι ἔχει τὸ Κρά-
1509τος συμφέρον ἐκ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ.
1510Βεβαίως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότι-
1511μος συνάδελφος, τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Θεσσα-
1512λῶν, ὧν ἡ περιουσία κατεστράφη κατὰ τὸν πόλεμον καὶ κατὰ
1513τὴν κατοχὴν τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἔπρεπε ν’ ἀπα-
1514σχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρ-
1515νησιν, ἔπρεπεν ὅμως ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
1516Δὲν εἶναι ζήτημα Κυβερνητικὸν τὸ καθῆκον τῆς Ἑλλάδος
1517πρὸς τὴν Θεσσαλίαν· εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον
1518ἔπρεπεν ὅλη ἡ Βουλὴ ἐν ὁμογνωμίᾳ ν’ ἀπασχοληθῇ...
1519§105ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ποῖος τὸ ἠρνήθη;
1520§106Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μέμφεσθε ἡμῶν, διότι ἀκολουθοῦ-
1521μεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἰσηγήσατο μέτρα νομο-
1522θετικὰ ἐπαρκῆ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἠκούσαμεν ὅμως
1523κἀμμίαν ἄλλην φωνὴν ἐδῶ, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ: «Δὲν φέρεται
1524καλῶς ἡ Κυβέρνησις, μὴ προτείνουσα νομοθετικὰ μέτρα ὑπὲρ
1525τῆς ἀνορθώσεως τῶν ζημιῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἰδοὺ ἐγὼ ποῖα
1526μέτρα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν ὑπὲρ τῆς Θεσσα-
1527λίας» καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα. Τότε δὲ ἡμεῖς, εὑ-
1528ρισκόμενοι ἀπέναντι τοιούτου διλήμματος, βεβαίως ἠθέλο-
1529μεν σκεφθῆ ὡρίμως, πῶς θὰ ἐξυπηρετοῦμεν λυσιτελέστερον
1530τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ
1531ἔχωσι καὶ ὀφείλουν νὰ ἐκφέρωσι γνώμην οἱ ἀρχηγοὶ τῶν
1532κομμάτων ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων...
1533§107ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ ἦμαι ἀρχηγὸς κόμματος, ἐξέ-
1534φρασα τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια δὲν ἀπόκειται εἰς
1535ἡμᾶς.
1536§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ ἄλλης Βουλῆς ἡ πλευρὰ αὐτὴ
1537(δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐψήφισε τὰ 8½ ἑκατομ-
1538μύρια.
1539§109Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο ἐπαρκὲς καὶ
1540χρήσιμον, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, οὔτε ἠδύναντο τότε
1541νὰ ληφθῶσι ῥιζικώτερα μέτρα· ἤδη πρόκειται εἰς τὴν ἐκτί-
1542μησιν τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀνορθώσεως τῆς Θεσσαλίας.
1543§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1544κῶν). Ἄστοχον ὑπῆρξε δυστυχῶς τὸ ληφθὲν μέτρον.
1545§111Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, ἐγὼ νὰ φέρω ἀπὸ
1546τοῦ βήματος τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων. Προσωπικοὶ
1547λόγοι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ μὴ τονίσω τοιοῦτον ζήτημα, διότι
1548εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἐν Θεσσαλίᾳ, οἵτινες ὑπέστησαν τὰς
1549μεγαλειτέρας ζημίας, καὶ ὅσοι γνωρίζουσι τὰ ἐν Λαρίσῃ, γνω-
1550ρίζουσι τὰς μεγάλας οἰκονομικὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας
1551ὑπέστην...
1552§112Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
1553§113Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ... Θὰ ἐθεωρούμην δὲ ὅτι ὑπὲρ ἑστιῶν
1554ἀγωνίζομαι, ζητῶν ἀποζημιώσεις διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλ’ ἀ-
1555φοῦ ὁ κύριος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς ἐπικαίρως καὶ δεξιῶς ἔθιξε
1556τὸ ζήτημα, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην, οὐχὶ
1557ἐμοῦ, ἀλλὰ τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζή-
1558τημα τῶν ἀποζημιώσεων τῶν Θεσσαλῶν, τῶν καταστραφέν-
1559των ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, δὲν ἔτυχε τῆς δεούσης
1560προσοχῆς...
1561§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν;
1562§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
1563§116ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδιαφορεῖ.
1564§117Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀδιαφορεῖ ἡ Βουλὴ...
1565Ὅτε συνεκεντρώθη ὁ στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ Θεσσαλοὶ πα-
1566ρέσχον τὰ κάρρα των, τὰ κτήνη των, τὰ ὑποζύγιά των, τὰς
1567οἰκίας των, τὴν κριθὴν, τὸν σῖτον, τὰ πάντα. Ἐγκατέλει-
1568ψαν τὰς ἐργασίας των ὅλοι οἱ χωρικοὶ, καὶ ἐγένοντο ὁδηγοὶ
1569τῶν φορτηγῶν ζώων καὶ τῶν ἄλλων μεταγωγικῶν. Πλείονας
1570τῶν 5,000 ἀνθρώπων ἀπησχόλει ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ εἰς
1571τὰς βοηθητικὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας. Αἱ οἰκίαι τῶν Θεσσαλῶν
1572κατεστράφησαν, χρησιμεύσασαι ὡς στρατῶνες· οἱ Θεσσαλοὶ
1573ὑπέστησαν ἀγογγύστως καὶ προθύμως ὅλα τὰ βάρη, ὅλας τὰς
1574εἰσφορὰς, ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅλας τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας
1575ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη τοὺς ὑπέβαλεν, ὅτε δι’ ἐγένετο ὁ πόλεμος,
1576ἔβλεπον τὰ ζῷά των φονευόμενα, ἔβλεπον τοὺς ἀγρούς των,
1577τοὺς ἑτοίμους πρὸς θερισμὸν, καταστρεφομένους, τὰς περι-
1578ουσίας των ἐγκαταλειπομένας εἰς τοὺς ἐχθροὺς, καὶ ἑαυ-
1579τοὺς ἐρήμους καὶ ἀστέγους, ῥιπτομένους εἰς τοὺς δρόμους!
1580Ὅτε δὲ ὁ ἐχθρὸς, εὑρὼν ἀνυπεράσπιστον τὴν Θεσσαλίαν,
1581εἰσῆλθε καὶ κατέλαβεν αὐτὴν, τῶν Θεσσαλῶν αἱ οἰκίαι ἐνε-
1582πρήσθησαν, αὐτῶν τὰ γεννήματα διηρπάγησαν ἀπὸ τὰς ἀπο-
1583θήκας, αὐτῶν τὰ ἐμπορεύματα ἐχρησίμευσαν διὰ τὰς ἀνάγ-
1584κας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, αὐτῶν τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ ἐνδύ-
1585ματα διηρπάγησαν. Καὶ ὅμως ἠκούσαμεν φωνὰς, αἱ ὁποῖαι
1586ἔλεγον: «ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Θεσσαλῶν καὶ τῶν ἄλ-
1587λων κατοίκων τῆς Ἑλλάδος;» «Εἴμεθα ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς
1588ὅρους», μᾶς εἶπον «καὶ ἡμεῖς ἐχύσαμεν τὸ αἷμά μας.» Ἀλλὰ
1589καὶ ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ τὸ ἐχύσαμεν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἰσ-
1590φορῶν καὶ εἰς χρῆμα καὶ εἰς αἷμα, τὰς ὁποίας ἐξίσου μετὰ
1591τῶν κατοίκων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπέστη-
1592σαν οἱ Θεσσαλοὶ, ὑπέστησαν καὶ τὰς προσθέτους ταύτας, ἃς
1593ἐμνημόνευσα, συμφορὰς, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀνακουφί-
1594σωμεν.
1595Ἠμφισβητήθη, ἐὰν εἴχομεν δικαίωμα ἀποζημιώσεως.
1596Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ νομικὸν τοῦτο ζήτημα. Καὶ ἡ Γαλ-
1597λικὴ Βουλὴ τὸ παρεῖδε, καὶ ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι τοῦ
15981871 καὶ 1873, ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἐδέχθη, ὅτι ἦτο οὐχὶ κα-
1599θαρὰ ἀποζημίωσις, ἀλλ’ εἶδος βοηθήματος, μέσον ἱκανοποιή-
1600σεως τῶν παθόντων διὰ τὰς ζημίας τὰς προσγενομένας εἰς
1601τὴν περιουσίαν των· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐδόθη ἀποζημίωσις.
1602Ὅταν ἓν τμῆμα τοῦ Κράτους ὑφίσταται τὰς συνεπείας ἑνὸς
1603πολέμου, τὸν ὁποῖον ὅλον τὸ ἔθνος ἠθέλησε, τὸν ὁποῖον ὅλον
1604τὸ ἔθνος ἐπεζήτησε, δὲν πρέπει νὰ καταμερισθῇ ἡ ζημία;
1605δὲν πρέπει νὰ συμμεθέξωσι καὶ τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους
1606εἰς τὰς ἀτομικὰς ἐκείνας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ
1607κάτοικοι τοῦ διαμερίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ εἰσβολὴ
1608τοῦ ἐχθροῦ;
1609Μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα, Κύριοι, ἡ Γαλλία, ὄχι μό-
1610νον εἰς τὰ 1871, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ 1814 καὶ
16111815. Ὅτε οἱ σύμμαχοι στρατοὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ Γαλλικὸν
1612ἔδαφος, ὁ τότε Βασιλεὺς Λουδοβῖκος ΙΗʹ μέγα μέρος τῆς
1613ἐπιχορηγήσεώς του διέθεσε πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ πρὸς βοή-
1614θειαν τῶν παθόντων. Δὲν ἦτο δὲ Βασιλεὺς ὁ Λουδοβῖκος ΙΗʹ,
1615ὅτε ἐγένετο ὁ πόλεμος, ἀλλὰ κατόπιν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ θρό-
1616νου.
1617Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ φέρω σήμερον τὸ ζήτημα
1618τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Περιέμενον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι
1619δεικνύουσιν ὅτι ἔχουν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας καὶ
1620οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι Θεσσαλοὶ, νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
1621τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὁ νόμος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ
1622τοῦ πολέμου ὑποστάντων σημαντικὴν βλάβην τῆς περιου-
1623σίας των δὲν ἔπρεπε νὰ προέλθῃ ἀπὸ Βουλευτὰς Θεσσαλούς·
1624περιέμενον, λέγω, ἄλλοθεν τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νόμου.
1625Σήμερον ἓν πρᾶγμα μόνον περιορίζομαι νὰ διατρανώσω, ὅτι ἡ
1626Θεσσαλία πένεται, καὶ ὅτι καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες
1627τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ Θεσσαλοὶ συνάδελφοι, οἱ ἀκο-
1628λουθοῦντες τὰς ὁμάδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴμεθα ὅλοι
1629ὁμοφρονοῦντες ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, ὅτι πρέπει νὰ θεραπεύ-
1630σωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὁσάκις συνήλθομεν
1631εἰς ἰδιαιτέρας συνελεύσεις, πάντοτε ἡ ὁμοφροσύνη, πάντοτε
1632ἡ ὁμόνοια διέπνεε τὰς συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις μας. Ἐὰν
1633εὑρισκόμεθα εἰς διάφορα στρατόπεδα πολιτικὰ, τοῦτο προέρ-
1634χεται ἐκ διαφωνίας γνωμῶν περὶ τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους
1635πολιτικήν. Εἰς τὴν Θεσσαλικὴν πολιτικὴν ὁμοφρονοῦμεν, καὶ
1636ὅταν τυχὸν θὰ ἐβλέπομεν ὅτι κατά τινα τρόπον ἠδύνατο
1637νὰ ἱκανοποιηθῶσι πληρέστατα αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας
1638ἐκεῖναι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ ἀναγνωρίζο-
1639μεν, δὲν θὰ ἐχωριζόμεθα, Κύριοι, ἀλλὰ θὰ ἤμεθα ὅλοι εἰς
1640τὸ αὐτὸ στρατόπεδον. Ἐκφράζω ἀτομικήν μου γνώμην,
1641ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀκριβής. Ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι,
1642εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε οὐδὲ ἡμεῖς δυνάμεθα τοὺς
1643συναδέλφους τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ πείσωμεν νὰ ἔλ-
1644θωσι μαζύ μας, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτοὶ νὰ μᾶς πείσωσι νὰ ὑπά-
1645γωμεν μαζύ των, διότι ἑκατέρωθεν δὲν ὑπάρχει σοβαρὸς λό-
1646γος νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὅλαι μας αἱ ἐπιθυμίαι καὶ ὅλαι μας αἱ
1647ἀνάγκαι, ὅλαι αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας δύνανται νὰ ἱκα-
1648νοποιηθῶσι.
1649§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραστέργιος ἔχει τὸν λόγον.
1650§119Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1651§120Α. Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
1652νομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς ἐμνημό-
1653νευσεν ὑποσχέσεως δοθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς
1654Βουλευτὴν ὑποστηρίζοντα τὴν Κυβέρνησιν, ὑποσχέσεως ἀφο-
1655ρώσης εἰς χορηγίαν βοηθημάτων ἢ εἰς παροχὴν οἱωνδήποτε
1656χρηματικῶν συνδρομῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ.
1657Βουλευτήν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ὑπόσχεσις ἐδόθη, οὔτε ἦτο
1658δυνατὸν νὰ δοθῇ, διότι παροχὴ τοιούτων βοηθημάτων χρη-
1659ματικῶν προϋποθέτει τὴν ἔγκρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
1660σίας. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐδείχθη ἀπρόθυμος
1661εἰς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ
1662τελευταίου πολέμου συμπολίτας ἡμῶν Θεσσαλοὺς, ὑπὸ τὸν
1663ὅρον πάντοτε τῆς ἐπαρκείας τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
1664Ἡ ἐπίκλησις δὲ τῶν γενομένων ἀλλαχοῦ δὲν εἶναι ἐπιτυ-
1665χής, διότι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων ὡς
1666πρὸς τὰ μέσα τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τόσα μέσα,
1667ὥστε νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Γαλλία ὑπὲρ τῶν παθόν-
1668των ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου. Πρέπει νὰ περιορίσωμεν
1669τὰς παροχὰς τοῦ Κράτους ἐντὸς τοῦ ὁρίου τῶν μέσων ἡμῶν,
1670ἵνα μὴ τὸ Κράτος ὑποστῇ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης
1671παραβόλου καὶ ὑπερφιάλου πράξεως. Ἐν τῇ παρελθούσῃ Βου-
1672λευτικῇ Συνόδῳ, ὅτε τὰ παθήματα τῆς Θεσσαλίας ἦσαν
1673πρόσφατα, ἐλήφθη πρόνοια περὶ χορηγίας δανείου, ὅπως ἀνα-
1674κουφισθῇ ὁ Θεσσαλικὸς λαός· τὸ δάνειον ἐχορηγήθη εἰς τοὺς
1675Θεσσαλοὺς, διενεμήθη δὲ τὸ ποσὸν τῶν 6,500,000 δραχμῶν
1676περίπου. Ὁ κατάλογος τῶν δανείων ἐκείνων ἐκλείσθη, κατὰ
1677δὲ τὰς πληροφορίας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, οὐδεὶς ἐστερήθη
1678τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ λάβῃ τὸ δάνειον κατὰ τὰς διατά-
1679ξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου.
1680Περὶ τοῦ συστήματος τῆς τοιαύτης πρὸς τὴν Θεσσαλίαν
1681βοηθείας ἐγὼ εἶχον ἄλλην γνώμην, ἧς ἔχει γνῶσιν τὸ Κοι-
1682νοβούλιον. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ μὲ τὴν
1683ἐντολὴν νὰ χορηγήσῃ τὸ ποσὸν τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομ-
1684μυρίων δραχμῶν δωρεὰν, τὰ δὲ ἕτερα ν’ ἀποτελέσωσι κε-
1685φάλαιον πρὸς σύστασιν κλάδου Γεωργικῆς Τραπέζης, ὅπως
1686ὁ κλάδος αὐτὸς, σὺν ἴσῳ ποσῷ, χορηγουμένῳ ὑπὸ τῆς Τρα-
1687πέζης, χρησιμοποιῆται ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν. Ἀλλὰ
1688περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Ἐπαναλαμβάνεται ὅμως νῦν
1689τὸ παράπονον, ὅτι, καίτοι πολλοὶ πολλάκις ὡμίλησαν περὶ
1690τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν αὐ-
1691τῆς, ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῶν
1692φόρων τοῦ 1897 καὶ 1898, οἵτινες ἐδωρήθησαν, πρόκειται
1693περὶ τῶν φόρων τοῦ 1899. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους ἐκ Θεσ-
1694σαλίας Βουλευτὰς νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1899 οὐ-
1695δεὶς σχεδὸν τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι εἰσπρακτέος, κατὰ τοὺς
1696κειμένους νόμους. Ὁ φόρος τῶν ζώων δὲν ἐπληρώθη ὑπὸ τῶν
1697κτηνοτρόφων ἢ ἄλλων, θέλει δὲ πληρωθῆ κατὰ τὸ τέλος
1698τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1900. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτη-
1699νῶν πληρώνεται ὡσαύτως ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἑπο-
1700μένου ἔτους, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι ἄμεσοι φόροι, ὡς ὁ τῶν οἰκο-
1701δομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Πότε ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπεί-
1702γουσα ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον, ὥστε νὰ ζητῆται ἡ ἀνα-
1703στολὴ αὐτοῦ διὰ τὴν Θεσσαλίαν; Παρετηρήθη ἡ ἐπείγουσα
1704αὕτη ἀνάγκη κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεσολαβήσεως ἀπὸ
1705τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ση-
1706μερινοῦ; Ἐπαρουσιάσθησαν τελευταίως τὰ ἐκ Τυρνάβου
1707παράπονα, ὡς καὶ αἱ παραστάσεις περὶ ἀναστολῆς τοῦ φό-
1708ρου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. Βου-
1709λευτάς, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν,
1710καθ’ ἃς συνεδρίαζε ἡ Βουλή, ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ὁ ὑλικὸς και-
1711ρὸς νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ὑποβάλωμεν νομοθέτημά τι διὰ τὴν
1712ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασιν; Θέμα προεβλήθη ἄσχετον πρὸς
1713τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βου-
1714λὴν μέχρι σήμερον, καὶ σήμερον δὲ ἀκόμη, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ
1715εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν γινώσκω πότε
1716τοῦτο θέλει κατορθωθῆ. Ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει θέλω ὑπο-
1717βάλει νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς μέτρα σκοποῦντα εἰς τὴν ἀνα-
1718κούφισιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πασχόντων.
1719Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες καταλήγουσιν εἰς τὸ συμ-
1720πέρασμα, ὅτι ἀστοργίαν καὶ ἀδιαφορίαν πρὸς τὰ Θεσσα-
1721λικὰ πράγματα δεικνύει ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω ὅτι πράτ-
1722τομεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ὅτι δὲν παύομεν μεριμνῶντες
1723περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων ἐν τῷ μέτρῳ τῶν χρη-
1724ματικῶν μέσων τοῦ Κράτους.
1725§121Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ
1726ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς μόνον, διότι οὔτε τὴν δύναμιν
1727ἔχω τοῦ νὰ λαλῶ ἐπὶ πολὺν χρόνον, οὔτε τὴν διάθεσιν, καθό-
1728σον πολλάκις λαλήσας οὐδέποτε δυστυχῶς ἔτυχον ἀκροά-
1729σεως παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ δώσωσι προσοχὴν,
1730παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀντιπροσωπευούσης τὴν πλειο-
1731νοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ Κυβέρνησις τὴν 14 Ἰουλίου πα-
1732ρελθόντος ἔτους ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐν τῷ
1733δήμῳ Τυρνάβου,—δὲν ἠδυνάμην δὲ τότε νὰ ἐκταθῶ πέραν
1734τούτου καὶ δώσω περισσοτέρας πληροφορίας καὶ δι’ ἄλλα
1735μέρη, ἅτε μὴ περατωθείσης τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν γε-
1736νικῶς,—ὅτι ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ κατεστράφη τελείως. Καὶ
1737ὑπεσχέθη μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει
1738μεριμνήσει καὶ θέλει διατάξει τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν
1739ἢ τὸν ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅστις μετέβη ἐκεῖ
1740δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν, νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἀποκομίσῃ πληροφο-
1741ρίας, — αἱ πληροφορίαι δ’ αὗται ἤθελον βοηθήσει τὸν κύριον
1742Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο, προβαίνον-
1743τες εἰς ταῦτα, νὰ ἀποφύγωμεν τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώ-
1744σεις ἡμῶν, ὑπαρχούσης παραγωγῆς,—ἀλλὰ τὴν ὑπόσχεσιν,
1745τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὴν 14 Ἰουλίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1746ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ τοῦτο οὐχὶ διότι δὲν ἔχει
1747μνήμην ἰσχυρὰν, ἀλλὰ διότι ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων
1748τοιούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ εὐχαριστήσωσι φίλους
1749του, περὶ ὧν καὶ μόνον μεριμνᾷ.
1750Δύο πράξεις ἀνεκούφισαν τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, καὶ αἱ δύο
1751δ’ αὗται πράξεις ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων
1752πολιτευτὴν, τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τοὺς
1753συμπράττοντας μετ’ αὐτοῦ Ὑπουργούς. Τὰ μέτρα ταῦτα,
1754διὰ τῶν ὁποίων ἡ Θεσσαλία ἀνεκουφίσθη, καὶ ἅπερ ὑπεστή-
1755ριξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τῆς Περιόδου ἐκείνης, εἶ-
1756ναι πρῶτον ἡ χορηγία τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ ἐξ αὐ-
1757τῶν διανομὴ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων. Λέγω ὅτι αὕτη ἔσω-
1758σεν ἐκ τοῦ θανάτου τοὺς πεινῶντας Θεσσαλούς. Ἀλλ’ ὁ κ.
1759Ὑπουργὸς, ἐκ Παρνασσίδος ὁρμώμενος, δὲν δύναται νὰ ἐννοή-
1760σῃ, ὁποία πεῖνα ἐμάστιζε τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, καὶ ὅτι ἡ δια-
1761νομὴ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων ἔσωσε τὴν ἐθνικὴν τιμήν· ἐὰν
1762ὅμως ἀνελογίζετο, ὅτι καὶ εἷς ἔστω θάνατος ἐκ πείνης, προελ-
1763θούσης ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος, ἐπιβαρύ-
1764νει πρὸ παντὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀφορμὴ τοῦ πολέμου,
1765ἐπιβαρύνει τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βή-
1766ματος τούτου κατὰ τὸ 1896 ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς: «καταρ-
1767γήσατε τὰ σχολεῖα, διαθέσατε τὰ χρήματα διὰ τὸ στρά-
1768τευμα, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα διαθέτομεν διὰ τὴν ἐκπαί-
1769δευσιν ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη, καὶ οὕτω θὰ καταρτίσωμεν στρά-
1770τευμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκπληρωθῶσιν οἱ μεγάλοι πόθοι
1771τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ ἐξικνούμενοι τοὐλάχιστον μέχρι κατα-
1772κτήσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως», ἐὰν ταῦτα ἀνελογίζετο,
1773θὰ ἦτο μᾶλλον πρόθυμος πρὸς ἀνακούφισιν τῶν Θεσσαλῶν...
1774§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1775κῶν). Δὲν εἶπον ποτὲ τοιοῦτόν τι.
1776§123ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἴπετε, μάλιστα, νὰ διατεθῶσι χρήματα,
1777ἅτινα τὸ Κράτος διαθέτει ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς δημοτι-
1778κῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος διὰ δύο ἢ πλεί-
1779ονα ἔτη, καὶ σᾶς εἶπον τότε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς δύο ἢ
1780τρία ἔτη νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλπὶς τῆς ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρα-
1781τεύματος, καὶ τῆς συντελέσεως τῶν πόθων ἡμῶν τῶν ἐθνι-
1782κῶν, ἵνα μετὰ τοῦτο ἀποδώσητε καὶ πάλιν τὴν χορηγουμέ-
1783νην συνδρομὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ὅλας τὰς
1784θεωρίας ταύτας τὰς ἐλησμονήσατε· ἀλλὰ τὰς ἐλησμονήσατε
1785πολὺ δικαίως, διότι βεβαίως τότε προέκειτο διὰ τὸν μέγαν
1786αὐτὸν πόλεμον, διὰ τὸν ὁποῖον κατεκόπτεσθε, καὶ ὄντως κα-
1787τωρθώσατε νὰ κάμητε τοῦτον.
1788Εἶπον λοιπόν, ὅτι δύο εἶναι αἱ πράξεις, δι’ ὧν ἀνεκουφί-
1789σθη ἡ Θεσσαλία· ἡ μία εἶναι ἡ χορηγία τῶν 10,000,000
1790δραχμῶν, ἐξ ὧν διενεμήθησαν, ὡς εἶπεν ὑμῖν ὁ κ. Ὑπουρ-
1791γός, δραχμαὶ 6,500,000, δι’ ὧν ἐσώθησαν οἱ Θεσσαλοὶ ἐκ
1792τοῦ θανάτου τῆς πείνης, ἡ δὲ δευτέρα πρᾶξις εἶναι ἡ ἵδρυ-
1793σις ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ·
1794τοῦτο δέ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ Ἠπειρο-
1795θεσσαλικὴ Τράπεζα εἰς τὰ ζητούμενα ποσὰ καὶ νὰ παρά-
1796σχῃ ταῦτα, καθόσον, διαθέσασα πρὸ τοῦ πολέμου ἐν Θεσσα-
1797λίᾳ τὰ κεφάλαιά της καὶ τὰ χρήματά της, καὶ ἐξηντλημένη,
1798ἠδυνάτει νὰ ἀπολήψηται ταῦτα, τῶν δανεισθέντων Θεσσα-
1799λῶν ἐν ἀπορίᾳ εὑρισκομένων. Ἀφοῦ δὲ ἄλλα μέτρα δὲν ἐλή-
1800φθησαν διὰ τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς ἢ Κτηματικῆς Τραπέ-
1801ζης, βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ τῶν ἀφθόνων κεφα-
1802λαίων, τὰ ὁποῖα ἔχει, μόνη αὕτη ἠδύνατο, διαθέτουσα ταῦτα
1803ἀνὰ τὴν Θεσσαλίαν, νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς δεομένους συνδρο-
1804μῆς Θεσσαλούς. Καὶ διὰ τὰ δύο δὲ ταῦτα μέτρα ἀπολαμ-
1805βάνει ἐπαίνους ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει
1806πρὸς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; ἀκούσατε.
1807Οὔτε ἓν δάνειον ἐδόθη εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Τυρ-
1808νάβου παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἐκεῖ, κατὰ κακὴν
1809τύχην, κατεστράφη κατὰ τὸν πόλεμον τὸ βιβλίον τῶν κατα-
1810σχέσεων. Διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ βιβλίου τούτου πα-
1811ρεκάλεσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1812καιοσύνης, ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθον ἡμέραι τινὲς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς
1813οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχήν, ἠναγκάσθην ἐγὼ νὰ μεριμνήσω
1814περὶ συντάξεως καὶ ὑποβολῆς σχεδίου νόμου. Τὸ σχέδιον νό-
1815μου τοῦτο δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν
1816ἄλλην περίοδον, τὴν προηγηθεῖσαν τῶν διακοπῶν. Μίαν ἡμέ-
1817ραν συναντῶ ὄπισθεν ἐκείνης τῆς στήλης (δεικνύει τὴν δε-
1818ξιᾷ τῷ Προεδρείῳ στήλην τῆς αἰθούσης) τὸν Ὑπουρ-
1819γὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῷ λέγω: «Μελετήσατε τὸ νομοσχέ-
1820διον» καὶ φροντίσατε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1821ξιν». — «Περιμένω νὰ μοὶ δώσῃ, ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός, σχέ-
1822διον ὁ ἕτερος τῶν βουλευτῶν Τυρνάβου κ. Ροδόπουλος», ὁ καὶ
1823πολιτικὸς φίλος του. Ἀλλ’ ἐπειδή, φαίνεται, ὁ ἐκ Τυρνάβου
1824Βουλευτὴς θὰ ἦτο ἀπησχολημένος εἰς ἄλλας ὑποθέσεις, ἐπί-
1825σης σπουδαίας διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσω-
1826πεύει, δὲν ἐφωδίασε τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦ σχεδίου του.
1827Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὔτε συντάσσει ἕτερον
1828πληρέστερον, ἐὰν τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ δὲν εἶναι ἐπαρ-
1829κές, οὔτε, ὡς εἴθισται, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Προέδρου
1830τῆς Βουλῆς φροντίζει περὶ ἀναγραφῆς τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβλη-
1831θέντος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι πάντοτε περιμένει
1832νὰ λάβῃ τοιοῦτον παρὰ τοῦ φίλου του Βουλευτοῦ, ὃν δὲν θέ-
1833λει νὰ στερήσῃ τῆς δόξης ταύτης.
1834Λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ
1835ἡμερησίᾳ διατάξει, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν ἀνεγράφη
1836ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καίτοι σχέδιον νόμου ὑποβληθὲν
1837παρ’ ἐμοῦ ἔδει νὰ ἀναγραφῇ, δὲν ἀνεγράφη, κ. Ὑπουργὲ τῆς
1838Δικαιοσύνης, διότι τοσοῦτον μεριμνᾶτε περὶ τῆς Θεσσαλίας!
1839Καὶ θέλετε, ὅλοι ἡμεῖς νὰ σᾶς ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν
1840τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διὰ νὰ μᾶς δώσητε ὡς ἀντάλ-
1841λαγμα... δὲν ἠξεύρω τί σκέπτεσθε νὰ μᾶς δώσητε.
1842Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄντως δὲν ἐμερίμνησε περὶ
1843ἡμῶν, λέγω ὅτι ἐκείνη μόνον, ἡ ὁποία ἐμερίμνησεν, εἶναι
1844ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων· προσ-
1845θέτω δέ, ὅτι πάντες οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ μερι-
1846μνήσωσι περὶ ἡμῶν, ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ σφαίρᾳ ἐνερ-
1847γείας. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — καὶ εἶναι μὲν
1848ἀληθές, ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατέλαβε τὸ ἑδώλιον
1849τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι ἄλλος πρὸ αὐτοῦ κατεῖχεν αὐτὸ,
1850ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, θὰ μοὶ συγχωρήσῃ
1851ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ κάμω διάκρισιν,
1852διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
1853Κράτους εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, καὶ ἑπο-
1854μένως ἑνιαία εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
1855τιωτικῶν, — αὐτὸς, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1856κῶν, καίτοι πάντες οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας παρήλ-
1857θομεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὑπεμνήσαμεν τὴν ἀνάγκην νὰ λήξῃ
1858τέλος τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν δυστυχῶν ἐκείνων
1859κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὰ κτήνη αὑτῶν
1860ἁρπαγέντα ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ κατακρατη-
1861θέντα, οὐδεμίαν μέριμναν ἔλαβεν, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ
1862δυστυχεῖς ἐκεῖνοι...
1863§124Γ. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1864κῶν). Ἐγὼ ἀπὸ δύο ἡμερῶν ἐργάζομαι πρὸς τοῦτο.
1865§125ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ αὐτὸ μοὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ ἐξ Οἰτύ-
1866λου ἀξιότιμος Βουλευτής, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Στρατιωτικῶν,
1867ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα.
1868§126Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
1869§127ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι.
1870Λέγω λοιπόν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1871ἐπίσης ἐπείγει, εἶναι ζήτημα λίαν οὐσιῶδες, διότι ὁ δυστυχὴς
1872Θεσσαλὸς, ὁ ὁποῖος ἀπώλεσε τὴν ἡμίονον αὑτοῦ ἢ τὸν ἵπ-
1873πον αὑτοῦ, δὲν ἀπώλεσε μόνον τὴν ἀξίαν τοῦ κτήνους, ἡ
1874ὁποία εἶναι σημαντικὴ δι’ αὐτὸν περιουσία, ἀλλ’ ἀπώλεσε
1875τότε καὶ τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ
1876διασωθῇ εἶδός τι χρήσιμον αὐτῷ ἐν τῇ δυστυχίᾳ του. Καὶ
1877ὅμως ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1900 τὸ ζήτημα τῆς ἀπο-
1878ζημιώσεως εἶναι ἐκκρεμές! Ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς
1879ὑπάρχει χωρίον τι, Νεζερὸς καλούμενον, — τὸ γνωρίζει ὁ κ.
1880Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — τοῦ χωρίου δὲ τούτου οἱ κά-
1881τοικοι εἶναι πάντες ὑλοτόμοι, γνωρίζετε δὲ, ὅτι οἱ ὑλοτό-
1882μοι πάντες ἔχουν καὶ κτήνη· τὰ κτήνη λοιπὸν αὐτῶν πάντα
1883ἠρπάγησαν ἢ ἐμισθώθησαν παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρε-
1884σίας, τέλος πάντων ἐχρησιμοποιήθησαν, καὶ ὅμως μόλις 10
1885ἢ 15 ἐξ αὐτῶν ἀπεζημιώθησαν, οἱ ἄλλοι οὐδὲν ἔλαβον. Καὶ
1886ἠξεύρετε διατί; ... Ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι
1887ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοὶ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν ὁ κ.
1888Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἔδιδεν ὡρισμένην ἡμέραν
1889ἀκροάσεως...
1890§128ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πάντοτε.
1891§129ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι πάντοτε, διότι ἔχετε ἐνασχόλησιν...
1892διὰ νὰ τῷ ὑποδείξω ποῖον εἶναι τὸ πρόσκομμα, διὰ τὸ ὁποῖον
1893τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀποζημιώσεως μένει ἐκκρεμές. Ὁ λό-
1894γος εἶναι ἁπλοῦς· διότι ἐκεῖνα τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἔλα-
1895βον τὰ κτήνη ταῦτα, παντοῖα μέσα μετέρχονται, ὅπως κα-
1896τορθώσωσι, φοβούμενα τὴν ἰδίαν εὐθύνην, νὰ ἀποτρέψωσι τὴν
1897ἐξακρίβωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ παρεμβάλλουσι προσκόμ-
1898ματα, καὶ πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Κατὰ τὸ
1899πρὸ τῶν διακοπῶν τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέβα-
1900λον ἀναφορὰν κατοίκου τινὸς τοῦ χωρίου Γούνιτσα τῆς ἐπαρ-
1901χίας Λαρίσης, ὅστις καὶ τὰ δύο του κτήνη εἶδεν ἁρπα-
1902γέντα τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ μη-
1903χανικοῦ. Καὶ τὰ κτήνη αὐτὰ κατεκράτησεν ὁ ἀνθυπολοχα-
1904γὸς οὗτος...
1905§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
1906§131ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀνέφερα ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
1907γὸν τῶν Στρατιωτικῶν· εἶναι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μαυρολίδης.
1908§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸν καταγγείλητε.
1909§133ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην καταγγελιῶν,
1910ἐγὼ φροντίζω μόνον ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων
1911ἀφῃρέθησαν τὰ κτήνη, περὶ δὲ τῆς καταγγελίας τοῦ ἀξιω-
1912ματικοῦ ἂς φροντίσουν ἐκεῖνοι ’ποῦ τὸν ἔχουν. Ἐγὼ τότε δὲν
1913ἔκαμα λόγον περὶ τοῦ ὀνόματός του, ἀλλ’ εἶπον ἰδιαιτέρως
1914εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν συνετελέσθη
1915ὅμως τίποτε, καὶ σήμερον εἶχον ἐπιστολὴν τοῦ ἰδίου πολί-
1916του, παραπονουμένου ἐπὶ τούτῳ· δι’ αὐτὸ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε
1917νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ...
1918§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἤλλαξε κατά-
1919στασιν.
1920§135ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ἐκ Παξῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει,
1921ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐπί τινα χρόνον ἤλλαξε κατάστα-
1922σιν καὶ ἐτέθη εἰς ἀργίαν, ἴσως διὰ σωρείαν ἄλλων πράξεων
1923ὁμοίων. Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι καὶ πάλιν εἰς τὸ στρά-
1924τευμα, διὰ τὴν ἀτυχίαν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲ δια-
1925φέρει τὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶμαι συγχωρητέος,
1926ἐὰν ἀνέφερα πρόσωπον ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἀφοῦ τὸ εἶ-
1927πον ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω
1928καὶ εἰς ὑμᾶς, ἀφοῦ τοσοῦτος χρόνος παρῆλθεν ἄνευ ἀποτελέ-
1929σματος.
1930Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι, δι’ ὅλους αὐτοὺς
1931τοὺς λόγους νὰ παραδεχθῶ στοργὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνή-
1932σεως διὰ τοὺς Θεσσαλούς.
1933Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτὸς εἶχεν
1934ἄλλην γνώμην, ἦτο ἐναντίος τῆς διαθέσεως τῶν 10 ἑκατομ-
1935μυρίων, ὡς αὕτη ἐγένετο. Ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν ὅτι τὰ
19366½ ἑκατομμύρια ἐδόθησαν ἐπὶ ἐπιστροφῇ εἰς ἐκείνους, οἵ-
1937τινες, ὑποστάντες τὴν μεγίστην τῶν καταστροφῶν, δὲν θὰ
1938ἠδύναντο νὰ ζήσωσιν ἄνευ αὐτῶν.
1939Ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης δὲν ἔλαβεν οὔτε λεπτὸν, ἡ ἐπαρ-
1940χία Τρικκάλων ἐπίσης, ἡ ἐπαρχία Καλαμπάκας τίποτε· τὰ
1941ἔλαβον μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὰς οἰκίας των κατα-
1942στρεφομένας, τὰ ὑπάρχοντά των διαρπαγέντα, καὶ ἐπανῆλθον
1943εἰς τὴν Θεσσαλίαν, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου τὴν
1944ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπανῆλθον, καὶ βεβαίως, καὶ ἂν πρόκειται νὰ
1945ἀποδώσουν ὅσα ἔλαβον, ὡς ὁ νόμος κελεύει, βεβαίως τὴν
1946στιγμὴν ἐκείνην μεγίστη προσεφέρθη εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσία,
1947διότι τοὺς ἔσωσεν ἐκ τῆς πείνης. Μένουν ὅμως ἐκ τῶν 10 ἑκα-
1948τομμυρίων ἀδιάθετα 3½ ἑκατομμύρια, καὶ ἀφοῦ ἔχετε,
1949κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὰς τὰς καλὰς διαθέσεις
1950δι’ ἡμᾶς, συνεννοηθῆτε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως
1951τὸ ποσὸν αὐτὸ διατεθῇ καὶ χρησιμεύσῃ, ὅπως νομίζετε κατάλ-
1952ληλον, εἰς δάνεια κτηματικὰ τῶν Θεσσαλῶν, ἀφοῦ λέγετε,
1953ὅτι ἔχετε αὐτὴν τὴν γνώμην, ἐκτὸς ἐὰν συμβαίνῃ νὰ ἦναι
1954αἴτιος ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, διότι παρουσιάσας τὸ ἔλ-
1955λειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, σᾶς ἠνάγκασε νὰ ἀλ-
1956λάξητε γνώμην καὶ μὴ τὰ διαθέσητε σήμερον κατὰ τὸν τρό-
1957πον αὐτὸν, ὃν ἐθεωρήσατε ἄλλοτε κατάλληλον.
1958Ἐγὼ, κύριοι Ὑπουργοὶ, συνιστῶ εἰς ὑμᾶς καὶ παρακαλῶ,
1959ὄχι ἐν λόγοις νὰ ὑπόσχησθε ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας,
1960ἀλλὰ διὰ τῶν πραγμάτων· μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι εἶσθε οἱ
1961ἡγήτορες τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἡ πλειονο-
1962ψηφία τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης θεωρεῖται ἡ
1963ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους,
1964καὶ ὅτι ἑπομένως πᾶσα ἐκ μέρους ὑμῶν ἀστοργία δὲν ἀντα-
1965νακλᾷ εἰς τὰ ἄτομα ὑμῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος,
1966καὶ διὰ τοῦτο θέλω νὰ προλάβω ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ἐξακολουθή-
1967σεως τῆς ἀστόργου ταύτης ὄντως στάσεως πρὸς τὴν Θεσ-
1968σαλίαν.
1969Βεβαίως ἐσκεπτόμην νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, διότι δεκά-
1970κις παρεκάλεσα, ἀλλ’ εἰς μάτην, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
1971κονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν κατώρ-
1972θωσαν νὰ παραγάγουν τίποτε, καὶ κατὰ μοιραίαν σύμπτω-
1973σιν παραγωγὴ δὲν ἐγένετο καμμία, ὅπου ἂν διῆλθεν ὁ ἐχ-
1974θρός. Δὲν θέλω νὰ ὑποθέσητε, ὅτι νομίζω, ὅτι ὁ ποῦς τοῦ
1975ἐχθροῦ κατέστρεψε τὴν δύναμιν τῆς παραγωγικότητος τῆς
1976γῆς, θὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅμως διατὶ αὕτη δὲν παρήγαγεν. Ὅπου
1977ἂν διῆλθεν ὁ ἐχθρὸς, οἱ κάτοικοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναχω-
1978ρήσουν, ὅπου δὲ ἀνεχώρησαν, προπαρασκευαστικὴ καλλιέρ-
1979γεια δὲν ἐγένετο. Ἐπανελθόντες μετὰ ταῦτα ἔσπευσαν νὰ
1980σπείρωσιν, ὅπως ἠδύναντο, καὶ νὰ καλλιεργήσωσιν, ἀλλ’ ἡ
1981γῆ πάντοτε μένει ὁποία εἶναι, καὶ μὴ ὑποστᾶσα παρασκευα-
1982στικὴν καλλιέργειαν δὲν ἀποδίδει, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε
1983τοὺς μὲν καλλιεργηθέντας ἀγροὺς ἀποδώσαντας, τοὺς δὲ μὴ
1984καλλιεργηθέντας μὴ ἀποδώσαντας, καὶ οἱ δυστυχεῖς καλ-
1985λιεργηταὶ, οἱ θέλοντες νὰ σπείρωσι, διὰ νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τῆς
1986πείνης, ἔσπειραν γῆν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ τί-
1987ποτε. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ἔχετε δύο ἀγροὺς παρακειμέ-
1988νους, καὶ ὁ μὲν εἷς παρεσκευάσθη ἐπαρκῶς, διὰ νὰ δεχθῇ
1989σπορὰν, ὁ ἄλλος δὲν παρεσκευάσθη ἐπαρκῶς· ἡ βροχὴ ἐπισκέ-
1990πτεται ἀμφοτέρους, καὶ εἰς μὲν τὸν παρασκευασθέντα ἐπαρ-
1991κῶς ὁ κάλαμος αὐξάνει, ἀλλὰ καὶ αἱ ῥίζαι του ῥιζοβολοῦσιν,
1992ἀλλ’ εἰς τὸν μὴ παρασκευασθέντα ἐπαρκῶς ὁ κάλαμος βλα-
1993στάνει μὲν πρὸς τὰ ἄνω, ἀλλὰ δὲν ζωογονεῖται πρὸς τὰ κάτω,
1994διότι δὲν εὑρίσκει τὴν γῆν πρόθυμον νὰ δεχθῇ τὰς ῥίζας,
1995καὶ ἔρχεται μία περίστασις ἀντίξοος, καὶ ὁ βλαστὸς φθίνει,
1996τότε δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ οὔτε εἰς τὸν ἄνεμον οὔτε
1997εἰς τὴν δυνατὴν βροχὴν, θερμαινομένου δὲ τοῦ ὕδατος ἐπὶ
1998τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς καὶ μὴ ὑπαρχουσῶν ῥιζῶν εἰς τὸ
1999βάθος τῆς γῆς, ἐξ ὧν νὰ ἀντλήσῃ δύναμιν καὶ ζωὴν, ἐπέρ-
2000χεται ἡ σῆψις τῶν ἐπιπολαίως εὑρισκομένων ῥιζῶν, καὶ τὸ
2001σπαρτὸν καταστρέφεται.
2002Καταλήγων, Κύριοι, τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνη-
2003σιν νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Θεσ-
2004σαλίαν. Δὲν ἐζητήσαμεν δὲ τὴν μέριμναν ταύτην τῆς Κυ-
2005βερνήσεως, εἰμὴ δι’ ἐκείνους, οἵτινες δυστυχοῦσιν. Εἴπομεν
2006ὅτι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου μόνον ὁ δῆμος Τυρνάβου ἔχει
2007ἀνάγκην συνδρομῆς, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, εἶπεν
2008ἀξιότιμος συνάδελφος, ποῖοι δῆμοι δυστυχοῦν, δὲν εἶναι παρὰ
2009πέντε ἢ ἓξ ἢ ἑπτὰ δῆμοι, καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους ζη-
2010τοῦμεν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουρ-
2011γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φροντίσει νὰ μάθῃ ἐγκαίρως,
2012πόσον περιωρισμένος εἶναι ὁ κίνδυνος ζημίας διὰ τὰ ταμιευ-
2013τικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἤθελε πρὸ πολλοῦ σπεύ-
2014σει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν δυστυχῶν αὐ-
2015τῶν. Πᾶσα δὲ ὑπόνοια, ὅτι ὁ πάσχων ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑπο-
2016κινηθῇ παρ’ ἄλλου, ἵνα ἐγείρῃ φωνήν, εἶναι ἀναξία ἀνθρώ-
2017πων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι, τί ἐστὶ πόνος.
2018§136Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀπαν-
2019τήσω πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος
2020πρὸς ἐμὲ μᾶλλον ἀπηυθύνετο, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου
2021ὡμίλει πρὸ μικροῦ, διότι ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει χθὲς τὴν ἐπε-
2022ρώτησιν περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ δικαιοστασίου, ὅσον ἀφορᾷ
2023εἰς τοὺς πλειστηριασμοὺς τῶν ἀκινήτων ἐν Θεσσαλίᾳ.
2024Λυποῦμαι πολὺ διότι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2025τῆς Δικαιοσύνης διΐσταμαι, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, καθόσον ὁ κ.
2026Ὑπουργὸς λέγεται ἐμπειρότατος περὶ τὰ νομικὰ, δὲν ἀνέ-
2027μενον δὲ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ἣν, πιστεύω, οὐδεὶς ἀσπάζεται,
2028ἐξ ὅσων ἐνταῦθα καταγίνονται εἰς τὰ νομικά. Ἐγὼ εἶπον,
2029ὅτι, ὅταν ἐπιτρέπωνται αἱ κατασχέσεις τῶν ἀκινήτων καὶ
2030δὲν ἐπιτρέπωνται οἱ πλειστηριασμοί, κατ’ οὐδὲν ἐκ τού-
2031του ὠφελοῦνται οἱ ὀφειλέται. Διότι ἀκίνητος κτῆσις κατε-
2032σχημένη δὲν δύναται πλέον νὰ διατεθῇ, δὲν δύναται νὰ πω-
2033ληθῇ· πᾶσα τοιαύτη διάθεσις εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἄκυρος,
2034χωρὶς νὰ ἦναι κἂν ἀνάγκη ν’ ἀπαγγελθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστη-
2035ρίου ἡ ἀκυρότης, οὕτω δὲ περιουσία νεκρὰ καθισταμένη διὰ
2036τῆς κατασχέσεως εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς
2037ὀφειλέτας, καὶ ἑπομένως τὸ δικαιοστάσιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
2038τοσαῦτα στηρίζει ὠφέλιμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν ὁ κ. Ὑπουρ-
2039γὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐλέγχεται ἐπιζημιώτατον ὑπὸ πᾶσαν
2040ἔποψιν.
2041Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔτι μᾶλλον ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουρ-
2042γὸς, εἶναι ὅτι, ὡς ἔχει τὸ δικαιοστάσιον ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐ-
2043δαμῶς ἐνδιαφέρει τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς αὐτῆς. Διότι
2044οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ στεροῦνται ἀκινήτου κτήσεως, ἡ
2045δὲ περιουσία αὐτῶν συνίσταται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ κινητῶν
2046καὶ ζώων, γνωστὸν δὲ, ὅτι τὸ δικαιοστάσιον δὲν ἐπεκτείνε-
2047ται ἐπὶ τῶν κινητῶν, καθόσον καὶ ἡ κατάσχεσις τούτων
2048καὶ ὁ πλειστηριασμὸς πρὸ πολλοῦ ἐπετράπησαν, περιωρίσθη
2049δὲ μόνον τὸ δικαιοστάσιον εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ πλειστη-
2050ριασμοῦ ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, ὅπερ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς
2051τοὺς γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας. Ταῦτα δ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὑπέ-
2052βαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐξυπηρετῶν τὰ συμφέροντα τῶν
2053συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται διὰ τὸν τρόπον,
2054καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται τὸ δικαιοστάσιον ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπανα-
2055λαμβάνω δὲ νὰ διαβεβαιώσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον
2056Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀντὶ ὠφελείας μεγίστων ζη-
2057μιῶν καθίσταται πρόξενον εἴς τε τοὺς ὀφειλέτας καὶ εἰς τοὺς
2058δανειστὰς καὶ ἐν γένει εἰς πάντας τοὺς πολίτας. Ἂν δέ τις
2059τῶν ἐκ Τρικκάλων κυρίων συναδέλφων ἔκαμε τὰς εἰσηγήσεις,
2060ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
2061σύνης, βεβαίως εἰς ταύτας ὡρμήθη ἐκ γενικωτέρων, ἀλλὰ πε-
2062πλανημένων ἰδεῶν, ὅτι δηλαδὴ τὸ δικαιοστάσιον ἀπολύ-
2063τως εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ οὐχὶ ὡς διερμη-
2064νεύων τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἑπομένως
2065ὀφείλω νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
2066καιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, καὶ προκει-
2067μένου νὰ ἐκδοθῇ νέον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει τυ-
2068χὸν παραταθῆ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1898 δια-
2069τάγματος περὶ δικαιοστασίου, νὰ ἄρῃ τὸν περιορισμὸν ὡς
2070πρὸς τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἀκινήτων.
2071Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς
2072τῶν φόρων, ἢ τῆς ἀπὸ τούτων ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν, ἐγὼ
2073δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλα, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα οἱ ἔντιμοι
2074προλαλήσαντες εἶπον, ἀποδείξαντες τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην,
2075τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑφίσταται, ὅπως ἡ Κυβέρ-
2076νησις ἔλθῃ ἀρωγὸς ὑπὲρ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες
2077τοσαῦτα ὑποφέρουσι δεινὰ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ μέχρι σή-
2078μερον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων,
2079ἐγὼ τοὐλάχιστον διορῶ, ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων διασαλπίζονται
2080καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας θέλει πραγματοποιηθῆ ὑπὲρ
2081αὐτῆς. Ἔχω δὲ τὰς σοβαρὰς ταύτας ὑπονοίας μου, διότι
2082γνωρίζω τὰς περὶ αὐτῆς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ἐπρό-
2083κειτο νὰ γείνῃ ἡ κατάρτισις τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευ-
2084ματιῶν ἐν Τρικκάλοις, οὗτοι, ἀντὶ νὰ ἐλαφρυνθῶσι, κατα-
2085τασσόμενοι εἰς τὰς ἥττονας φορολογικὰς τάξεις, ἐξ ἐναν-
2086τίας, ὡς εὔποροι καὶ ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης πιεζόμενοι χα-
2087ρακτηρισθέντες, κατετάχθησαν εἰς τὰς μᾶλλον φορολογου-
2088μένας. Ἔμποροι, οἵτινες πληρώνουσι τριάκοντα δραχμὰς
2089ἐνοίκιον κατὰ μῆνα, ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώνωσι κατὰ μῆνα
2090τεσσαράκοντα δραχμὰς ὡς ἐπιτήδευμα! Διὰ νὰ κατορθώ-
2091σωσι νὰ φορολογήσωσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον τοὺς
2092διευθυντὰς τῶν ἑστιατορίων, παρέστησαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν
2093ὑπάγονται, ὡς τοιοῦτοι, εἰς οὐδεμίαν τάξιν τῶν ἐπιτηδευ-
2094ματιῶν, κατὰ τὸν νόμον, καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισαν ὡς χανι-
2095τζῆδες καὶ οἰνοπώλας, καὶ τοὺς ὑπεχρέωσαν νὰ πληρώ-
2096σουν φόρον, ὡς μετερχόμενοι ἀμφότερα τὰ ἐπιτηδεύματα
2097ταῦτα· οὕτω δὲ, ἐνῷ πρὶν ἐπλήρωνον τριάκοντα ὡς ἔγγιστα
2098δραχμὰς, σήμερον πληρώνουσι τὸ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον
2099τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐγὼ αὐτὸς μετέβην πρὸς τὸν ἔφορον
2100Τρικκάλων καὶ παρέστησα πρὸς αὐτὸν τὸ ἄδικον τοῦτο, καὶ
2101ὅτε τῷ εἶπον, ὅτι οἱ διευθυνταὶ τῶν ἑστιατορίων πρέπει
2102νὰ φορολογηθῶσιν ὡς διευθυνταὶ μαγειρείων κατὰ τὸν νόμον,
2103μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι μαγείρους ἐννοεῖ ὁ νόμος ἄλλους, καὶ
2104οὐχὶ τοὺς διατηροῦντας ἑστιατόρια. Οὕτω λοιπὸν ἐν Τρικ-
2105κάλοις δὲν ὑπάρχει τάξις διευθυντῶν ἑστιατορίων, ἀλλὰ
2106χανιτζήδων καὶ οἰνοπωλῶν. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἐφο-
2107ρολογήθησαν εἰς τὸ διπλάσιον καὶ πλέον τοῦ μέχρι τοῦδε
2108φόρου πάντες οἱ ἐπιτηδευματίαι, ἡ δὲ φορολογία ἔφθασε
2109καὶ μέχρι τῶν καὶ τοῦ ἄρτου στερουμένων πτωχῶν μετα-
2110πρατῶν, οἵτινες ἅλας καὶ σάπωνα κατὰ τὴν ἑβδομαδιαίαν
2111ἀγορὰν τῶν Τρικκάλων μεταπωλοῦσι πρὸς ἐξοικονόμησιν
2112τοῦ ἄρτου.
2113Ὅταν λοιπὸν ἔχω τοιαῦτα διδόμενα περὶ τῆς μερίμνης,
2114τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κα-
2115τοίκων τῶν Τρικκάλων, δικαίως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχω
2116τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οὐδὲν θέλει λάβει μέτρον ἀνακουφιστικὸν
2117ὑπὲρ τούτων, οἵτινες τοσαύτας ὑπέστησαν συμφορὰς κατὰ
2118τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς.
2119Καὶ ἤδη ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἐκ Τυρνάβου ἔντιμον Βουλευ-
2120τήν. Οὗτος, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρὰ τῇ Κυβερνή-
2121σει θέσιν αὑτοῦ, προσεπάθησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι καὶ γε-
2122νικώτερα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας,
2123καὶ ἑπομένως ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει, ὅπως μεταβάλῃ τὰς
2124γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχε μέχρι τοῦδε ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς
2125μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ σύστασις τῶν
2126ἐπιτροπῶν, δι’ ὧν ζητεῖται νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐκεῖνοι, παρ’ ὧν
2127ἀφῃρέθησαν τὰ ζῷα ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸν πόλεμον, δὲν εἶ-
2128ναι ἐκ τῶν γενικῶν μέτρων, ὧν αὕτη ἔχει ἀνάγκην, οὔτε ἡ
2129κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι μέτρον ἀφο-
2130ρῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν μόνον, οὐδὲ τὰ ἄλλα, ἅτινα ἀπη-
2131ρίθμησε πρὸ μικροῦ. Μέτρα γενικὰ εἶναι τὰ σκοποῦντα εἰς
2132τὴν βελτίωσιν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι
2133ταῦτα θέλουσιν ἐπιδράσει ἐπωφελῶς ἐπὶ τῆς καταστάσεως
2134αὐτῆς, ὡς καὶ τοῦ τόπου ἐν γένει. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ὁ
2135ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτε εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομο-
2136σχέδιον περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν ἐπι-
2137ψήφισιν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἐκ τούτων ὠφέλειαν προσεδόκα ἡ
2138Βουλή, ὅτε μετέβαλλεν εἰς νόμον τὸ σωστικὸν διὰ τὴν Θεσ-
2139σαλίαν νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἄν δὲ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου
2140ἐκείνου ἐπραγματοποιεῖτο, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλεῖ-
2141στα ὅσα καλὰ καὶ μεγάλα ὠφελήματα ἤθελον προσγείνῃ εἰς
2142τὸ Κράτος. Ἔργον ἐπίσης γενικὸν διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἦτο
2143τὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο νόμος
2144περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργο-
2145κτηματιῶν, διότι ἐπεδίωκε διὰ τούτου τὴν ἀποκατάστασιν
2146τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν τσιφλικίων
2147ἐν Θεσσαλίᾳ· ἰσχύει δὲ ὁ νόμος οὗτος μέχρι σήμερον, καὶ
2148ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φανῇ ὠφέλιμος, ἐφαρμόζουσα αὐ-
2149τὸν, διότι διὰ τούτου θέλουσιν ἀπαλλαγῆ οἱ Θεσσαλοὶ γεωρ-
2150γοὶ καταστάσεως, ἥτις οὐδέποτε θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὠφέ-
2151λειαν τούτων, οὐδὲ τοῦ τόπου.
2152Ὄτε δὲ τὴν ὑπὸ τὸν Τρικούπην Κυβέρνησιν διεδέχθη ἡ
2153ὑπὸ τὸν ἐντιμότατον κ. Δηλιγιάννην, αὕτη μεγάλην ἔδειξε
2154μέριμναν πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως.
2155Ἡ περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγγείου παραγωγῆς μελέτη, ἣν
2156κατήρτισε δι’ ἐπιτοπίου ἐρεύνης πολυμελὴς ἐπιτροπεία ἐκ
2157Βουλευτῶν καὶ ἄλλων εἰδημόνων ἀνδρῶν, ἀποτελεῖ τὴν εἰ-
2158κόνα τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως, ἐν ταύτῃ δὲ ἀναγρά-
2159φονται μέτρα πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς ἀναμφισβητήτως πολ-
2160λῆς σπουδαιότητος. Πλὴν δὲ τῆς μελέτης ταύτης καὶ νο-
2161μοσχέδια κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ὑπεβλήθησαν, σκοποῦντα
2162εἰς τὴν βελτίωσιν ταύτην· τοιαῦτα δὲ ἦσαν τὸ περὶ παρα-
2163χωρήσεως γαιῶν καὶ οἰκιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς
2164οἰκογενείαις, τὸ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου,
2165τὸ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἀγροληπτῶν καὶ
2166ἰδιοκτητῶν, ὅπερ κατόπιν, ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς μελετηθὲν
2167καὶ μεταρρυθμισθὲν, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ τότε
2168Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2169περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου ἐπρόκειτο νὰ
2170πραγματοποιηθῶσι διάφοροι σκοποὶ, ἐν οἷς ἡ σύστασις
2171Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων.
2172Εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
2173ἐκείνης εἰσαχθὲν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γεωργικῶν
2174σταθμῶν, ὅπερ κατέστη νόμος, ὅστις ὅμως παραδόξως εἰσέτι
2175δὲν ἐφηρμόσθη ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀφ’ ἧς ἔδει νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρ-
2176μογὴ αὐτοῦ. Ἄν δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦτο, ὡς ἰσχυρί-
2177ζεται, κληροδόχος τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη,
2178ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα ἐκείνου καὶ καταγείνῃ
2179εἰς μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐν γένει βελτίωσιν τῆς παρα-
2180γωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, ὤφειλεν εἰς τοιούτου εἴδους γενικώτερα
2181ζητήματα ν’ ἀσχοληθῇ, καὶ ὄχι εἰς ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων
2182πρὸ μικροῦ ὡμίλει ὁ ἐκ Τυρνάβου κ. Βουλευτής· ἔστω δὲ
2183βεβαία, ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὠφελιμωτάτη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
2184Ἓν μόνον παράδειγμα ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου. Εἶναι
2185γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ προμηθεύηται ἐκ
2186τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐτησίως περὶ τὰ πέντε ἑκατομμύρια κοι-
2187λῶν σίτου. Ἄν ἀφ’ ἧς προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν
2188Ἑλλάδα ἐλαμβάνετο πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγω-
2189γῆς αὐτῆς, εὐχερέστατα αὕτη ἠδύνατο νὰ διπλασιασθῇ, οὕτω
2190δὲ ἤθελεν ἀποφύγει νὰ ἐξάγῃ ἐτησίως τὴν ἀξίαν τοῦ εἰσα-
2191γομένου σίτου, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 15,000,000 χρυσᾶ
2192φράγκα, περίπτωσις, ἥτις βεβαίως σοβαρῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς
2193οἰκονομικῆς αὐτῆς καταστάσεως.
2194Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητήματα τὰ
2195σήμερον ἐξετασθέντα ἐνταῦθα. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὰ
2196ἀρχῆθεν λεχθέντα, συνιστῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
2197σύντονα λάβῃ μέτρα πρὸς βοήθειαν τῆς πασχούσης Θεσσα-
2198λίας, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας αὐτῆς,
2199διότι ἡ περαιτέρω ἐκκρεμότης τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ δια-
2200τελεῖ, ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἀνεπανόρθωτους καὶ ὀλεθρίας συνε-
2201πείας.
2202§137Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου,
2203ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέμενεν ἓν ὑπόμνημά
2204μου διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ ἀνανεώσεως τῶν καταστρα-
2205φέντων βιβλίων ἐγγραφῆς κατασχέσεων νομοσχέδιον. Τὸ
2206νομοσχέδιον αὐτὸ συνέταξα καὶ παρέδωκα εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
2207γὸν τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τῶν Χρι-
2208στουγέννων γενομένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
2209ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ μὴ ἀναγραφὴ
2210τῶν κατασχέσεων εἰς τὸ σχετικὸν βιβλίον δὲν διατάσσεται
2211ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν ἐπήρχετο δυσ-
2212κολία τις εἰς τοὺς συναλλασσομένους ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοιού-
2213των βιβλίων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐθεώρει
2214ἀναγκαῖον διὰ τὴν χορήγησιν τῶν ἐνυποθήκων δανείων νὰ
2215ἀνασυνταχθοῦν τὰ βιβλία κατασχέσεων, ὅσα κατεστράφησαν
2216κατὰ τὸν πόλεμον, συνέταξα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐνεχεί-
2217ρισα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Μὴ εἰσαχθέν-
2218τος δ’ ἐκείνου, κατέθεσα σήμερον εἰς τὸ Προεδρεῖον ἑτέραν
2219πρότασιν νόμου, ἧς θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν συζή-
2220τησιν κατὰ προτίμησιν.
2221Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ζῴων τοῦ Νεζε-
2222ροῦ, πρὸ πολλοῦ παρεκάλεσα τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ
2223εἰσαγάγουν τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ
2224δοθῇ πίστωσις, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, καὶ
2225ἔλαβον τὴν ὑπόσχεσιν τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ὅτι ταχέως θέ-
2226λει περατωθῇ καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
2227§138ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ γενομένῃ μακρᾷ συζητήσει
2228ἐπὶ τοῦ θέματος ἐλέχθησαν πραγματικῶς πολλὰ ἄξια λό-
2229γου, καὶ βεβαίως ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ νὰ μορφώσῃ γνώμην γε-
2230νικωτέραν περὶ τῶν σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ ὑφισταμένων
2231ἀναγκῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις σήμερον, μεθ’ ὅσα
2232καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν συνοπτικῶς
2233ἐξετέθησαν, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς σαφῶς
2234καθωρισμένας τὰς ἀνάγκας τῶν παθόντων μερῶν τῆς Θεσ-
2235σαλίας, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ διαθέσῃ ἐκείνας τὰς
2236δυνάμεις τὰς ὑλικὰς, ὧν ἔχει τὴν διαχείρισιν, αἵτινες θέλου-
2237σιν ἐπαρκέσει, ὅπως εἰς μέρος τοὐλάχιστον τῶν παθημάτων
2238τῶν Θεσσαλικῶν ἐπέλθῃ ἀνακούφισις. Ἐρρήθη ἐνταῦθα, ὅτι,
2239ἂν ἡ Κυβέρνησις προσέκοψεν ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς καὶ ἀνέ-
2240στειλε τὴν πρόκλησιν ψηφίσεως νομοθετημάτων χρησίμων
2241εἰς τὸ ἔργον, πταίουσι μὲν καὶ οἱ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν
2242ἀνήκοντες Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, πταίουσιν ὅμως κυρίως οἱ
2243ἐκ τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ἀντιπρόσωποι, οἵτινες
2244διὰ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων γενικωτέρων
2245θεμάτων δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐκδηλώσωσι γνώμην καὶ νὰ πα-
2246ροτρύνωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος.
2247Οἱ παρευρεθέντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης
2248Συνόδου, καθ’ ἣν ἐγένετο ὅμοιος λόγος, ἤκουσαν ὅτι διὰ δη-
2249λώσεως γενομένης παρὰ πλειόνων τοῦ ἑνὸς τῶν συναδέλφων
2250τῶν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ὑπεστηρίχθη ἡ τότε ὑποβλη-
2251θεῖσα πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Γιαννακίτσα.
2252Τοῦτο δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ προσω-
2253πικῶς, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εὐρύτερον
2254ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ὅτι μάλιστα ἐν τῇ περι-
2255πτώσει ταύτῃ ἐπεσπάσαμεν τὰς εὐχαριστίας τοῦ ἐκ Τυρ-
2256νάβου βουλευτοῦ, τοῦ κ. Λιμπρίτου. Εἶπον τότε τὸ ἐφρό-
2257νουν ὅτι ἐνεδεικνύετο μετὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Βουλευτοῦ
2258Λαρίσης, καὶ προέτρεψα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζυγίσῃ καλῶς
2259τὰς δυνάμεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ἐπίστευεν ὅτι τὰ
22603,500,000, ἅτινα ὑπελείφθησαν ἐκ τῶν 10,000,000, ἅτινα
2261ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι ἄλλως ἢ ὡς διετέθησαν ἔπρεπε νὰ
2262διατεθῶσι, ἂν ἐπίστευε δυνατὸν τὰ ὑπολειπόμενα 3,500,000
2263ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, εἶπον ὅτι ἔχει
2264καθῆκον νὰ φέρῃ πρότασιν πρὸς ψήφισιν, ἵνα διατεθῶσιν ὑπὲρ
2265αὐτῆς, διότι ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὰ
2266τμήματα τὰ παθόντα τῆς Θεσσαλίας ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖνο, ὅπερ
2267ὤφειλεν ὑπὲρ αὐτῶν νὰ διαθέσῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις
2268γινώσκει κάλλιον ἡμῶν τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2269ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔχει τι νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν. Νομί-
2270ζει ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἐπιρρίπτων κατηγορίαν ἐπὶ τοὺς
2271ἐν τῇ Βουλῇ ἀσχολουμένους περὶ τὰ τοιαῦτα θέματα, ἀπαλ-
2272λάσσει τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀποχῇ εὐθύνης;
2273Ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης, μόνον ἂν ἀποδείξῃ,
2274ὅτι τῷ ὄντι καταβάλλει πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ὁ
2275συνάδελφος, ὅστις ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, εὗρεν ἐνόχους τοὺς
2276μὴ ἀγορεύσαντας ἐκ τοῦ παλαιοῦ βασιλείου Βουλευτὰς, ἐν
2277Θεσσαλίᾳ εὗρεν ἐνόχους τοὺς παροτρύναντας τοὺς μὴ ἔχον-
2278τας ἄρτον νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἄρτον. Τούτους ἀπε-
2279καλέσατε ταραξίας, ἰδίως ἕνα αὐτῶν. Καὶ ὅτε προεκάλεσαν
2280ὑμᾶς νὰ ὀνομάσητε τὸν ταραξίαν, ἐσιωπήσατε· διότι ἐγινώ-
2281σκετε, ὅτι, ἂν ὠνομάζετε αὐτὸν, ἠθέλετε ἀκούσει διαμαρ-
2282τύρησιν ἀπὸ μέρους ἄλλων. Καὶ δικαίως· διότι εἶναι περίερ-
2283γον νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι ἀπέναντι πληθυσμοῦ μὴ πει-
2284νῶντος ἤρκει ἡ φωνὴ ἑνὸς πεινῶντος, ἵνα προκαλέσῃ συν-
2285τάραξιν. Ἀλλ’ ἂν ἐπείνων, ὁ ταραξίας ὤθησε τοὺς πεινῶν-
2286τας, ἵνα προβῶσιν εἰς ταραχάς; Αὐτὸς προεκάλεσε τὴν
2287εἰσβολὴν δήμου ὁλοκλήρου, τοῦ δήμου Ἀρμενίου, εἰς τὴν Λά-
2288ρισαν; Ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ δοθῇ ὑπεράσπισις εἰς τὴν
2289Κυβέρνησιν, διότι οὐδὲν ἔπραξε περὶ τούτων μέχρι τοῦδε, τὰ
2290ἐπιχειρήματα τῶν Ὑπουργῶν μοὶ φαίνεται ὅτι, ἂν δὲν ἦσαν
2291ἐπαρκῆ, ἦσαν τοὐλάχιστον σπουδαιότερα. Λοιπὸν προφα-
2292νῶς προκαλεῖται ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέ-
2293ματος. Ὅτι τὴν προσοχὴν αὐτῆς δὲν ἐπέστησε σπουδαίως,
2294τὸ ἑπόμενον παράδειγμα, πλὴν ὅσων μέχρι τοῦδε ἐρρήθη-
2295σαν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγέ-
2296νετο, πρὸ τῆς λήξεως τῶν κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα ἐργα-
2297σιῶν τῆς Βουλῆς, ὑπόμνησις Θεσσαλικῆς ὑποθέσεως πρώτης
2298σημασίας, ἡ ὑπόμνησις τοῦ ζητήματος τῶν Κουτσουφλιανι-
2299τῶν. Καὶ παρέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποία ἡ θέσις τῶν
2300ἀνθρώπων τούτων, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι πολ-
2301λὴν μὲν ἔχει ἐπιθυμίαν νὰ φέρῃ εἰς τέλος τὴν ὑπόθεσιν ταύ-
2302την, ἀλλ’ ὅτι οἱ κύριοι τοῦ κτήματος, ἐφ’ οὗ προέκειτο νὰ
2303ἐγκαταστήσῃ τοὺς Κουτσουφλιανίτας, ἠρνοῦντο νὰ πωλή-
2304σωσι τὸ κτῆμα, ὅτι τὸ ἓν πέμπτον μόνον τοῦ κτήματος
2305ἐπωλεῖτο, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἤρκει τοῦτο, καὶ ὅτι καὶ διακοσίας
2306χιλιάδας δραχμῶν ἦτο πρόθυμος νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ τῶν θυ-
2307μάτων τῆς ἰδίας αὐτῶν φιλοπατρίας. Ἠγέρθη τότε ὁ Βου-
2308λευτὴς ἐκ Καλαμπάκας, ὁ κ. Παπαθανασίου, καὶ ἐδήλω-
2309σεν ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται εὑρίσκονται ἐνταῦθα καὶ εἶναι πρόθυ-
2310μοι νὰ πωλήσωσι τὸ κτῆμα, ὅπερ ἐγὼ προέτεινον, οὐχὶ νὰ
2311ἀγοράσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποκτηθῇ
2312διὰ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς ὑπὲρ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν. Ἐδή-
2313λωσε τότε ὁ Βουλευτὴς Καλαμπάκας, ὅτι ἐμεσολάβησε παρὰ
2314τῇ Κυβερνήσει καὶ φιλικὴ σύστασις, ἀλλὰ δὲν βλέπω ποῖα
2315ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης φιλικῆς συστάσεως·
2316διότι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου
2317τρεῖς ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει, ὑπὸ ῥακῶν περιβαλλόμενοι ἄν-
2318δρες, οἵτινες ἐρχόμενοι πεζῇ ἐκ Κουτσούφλιανης καὶ μέχρι
2319Χαλκίδος κατορθώσαντες νὰ φθάσωσι, δὲν ἠξεύρω πῶς ἠδυ-
2320νήθησαν νὰ πορισθῶσι δύο ἢ τρεῖς δραχμάς, ἵνα ἔλθωσιν εἰς
2321Ἀθήνας...
2322§139ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Τοὺς ἔφεραν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ κτή-
2323ματος.
2324§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτό;
2325§141ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ πεινῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ!
2326§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ ἐπειδὴ ἤκου-
2327σαν, ὡς φαίνεται, ὅτι ἐγὼ εἶχον ὁμιλήσει ἐνταῦθα περὶ Κου-
2328τσουφλιανιτῶν, ὁδηγηθέντες ἦλθον εἰς τὸν οἶκόν μου, καὶ
2329ἐζήτησαν νὰ σώσω αὐτοὺς, ἐγώ! Κατὰ τίνα τρόπον; Τὸ
2330μόνον, ὅπερ ἠδυνάμην, ἦτο νὰ συστήσω ἐκ νέου τὸ ταχὺ
2331πέρας τῆς ὑποθέσεως. Ὑπεσχέθην ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ συνε-
2332δριάσει, καθ’ ἣν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ὁμιλήσω ἐν τῇ Βουλῇ,
2333ἤθελον ὑποβάλει τὴν σύστασιν· καὶ εὐτυχῶς μοὶ δίδεται
2334ἀφορμὴ νὰ πράξω τοῦτο σήμερον ὡς ἐκ τῆς προνοίας τῶν
2335συναδέλφων τῶν ἐκ Θεσσαλίας νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ τῶν Θεσ-
2336σαλικῶν πραγμάτων. Τὸ κτῆμα εἶναι ἐκεῖ· οἱ ἰδιοκτῆται
2337εἶναι ἕτοιμοι νὰ πληρωθῶσι καὶ νὰ πωλήσωσι. Διατὶ δὲν
2338ἀγοράζει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐγκαταστήσῃ τοὺς Κουτσου-
2339φλιανίτας; Ἐρώτημα, ἐφ’ οὗ βεβαίως μεταξὺ τῶν ἄλλων
2340ζητεῖται ἀπάντησις. Κυβέρνησις δὲ, ἥτις ἐφρόντισεν, ὅτε
2341προέκειτο, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, νὰ δώσῃ ἐγγύησιν εἰς
2342βιομηχάνους, ἵνα διεξαγάγωσιν ἔργα ἐν Λαρίσῃ, ἅτινα καὶ
2343ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἦτο δυνατὸν νὰ διε-
2344ξαχθῶσι, — καὶ περὶ τούτου εἶπον τὰ πρέποντα κατὰ τὴν
2345παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,—
2346ἔχει κατὰ μείζονα λόγον καθῆκον νὰ φροντίσῃ ν’ ἀποζη-
2347μιώσῃ ἐκείνους, ἢ νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες τὸ πᾶν
2348ἀπώλεσαν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος καὶ τῆς Ἑλληνι-
2349κῆς τιμῆς.
2350§143Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω
2351ὀλίγας λέξεις.
2352Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον
2353ὅτι ἐν Τυρνάβῳ μόνον ἐκ συμπαιγνίας ἄνθρωποι μὴ πει-
2354νῶντες διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων,
2355καίτοι εἶναι ἔναυλοι οἱ λόγοι μου εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις κα-
2356λῶς ἐνθυμεῖται ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον, ὀφείλω καὶ πάλιν
2357νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι. Ὁ λαὸς τῆς Θεσ-
2358σαλίας εἶναι λαὸς νομοταγής, οὐδέποτε δὲ ἐκτρέπεται τῆς
2359νομίμου ὁδοῦ. Ἐὰν συνῆλθε λοιπὸν ὁ λαὸς τοῦ Τυρνάβου
2360εἰς συλλαλητήρια καὶ ἐζήτησε τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνή-
2361σεως καὶ ἐζήτησε τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς
2362δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκε-
2363ται, τοῦτο ἔπραξεν αὐθορμήτως, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ,
2364ἵνα παραστήσῃ τὰ δίκαιά του καὶ ἵνα ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυ-
2365βέρνησιν τὰ ἀπέναντι τοῦ δυσπραγοῦντος Θεσσαλικοῦ λαοῦ
2366καθήκοντά της. Κατὰ τὴν συγκρότησιν ὅμως ἑνὸς ἐκ τῶν
2367συλλαλητηρίων τούτων θορυβοποιοί τινες παρεκίνησαν μερι-
2368κοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους νὰ ἁρπάσωσι τρόφιμα ἐκ τῶν
2369παντοπωλείων. Ἐπῆγαν λοιπὸν εἰς ἓν παντοπωλεῖον καὶ ἥρ-
2370πασαν ὀλίγας ρέγκας...
2371§144ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ρέγκαις!
2372§145Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ῥέγκαις, ἢ ἄλλως σκου-
2373ράντζους λεγομένους... Ἐγένετο ὅμως εἰκονικὴ ἡ διαρ-
2374παγὴ τῶν ὀλίγων τούτων τροφίμων, διότι δὲν ἤθελον οἱ
2375ἄνθρωποι νὰ προβῶσιν εἰς τοιοῦτον διάβημα. Εἶναι τόσον
2376συνετοί, εἶναι τόσον νομοταγεῖς, ὥστε ἀπετροπιάζοντο νὰ
2377τὸ πράξουν· ἀλλὰ κἄποιος ἀρεσκόμενος εἰς τοιαῦτα ἔκτρο-
2378πα τοὺς ἐξώθει εἰς τὴν διαρπαγήν, διὰ τῆς βίας παρακινῶν
2379αὐτοὺς νὰ ἁρπάσουν τὰς ῥέγκας· καὶ τοῦτο, διὰ νὰ δώσῃ
2380ἄλλον χαρακτῆρα εἰς τὸ συλλαλητήριον. Τὴν τοιαύτην πα-
2381ρεκτροπὴν ἐγὼ βεβαίως ἀπεδοκίμασα, καὶ περὶ αὐτῆς καὶ
2382τῶν αἰτίων καὶ δημιουργῶν αὐτῆς ὡμίλησα οὐχὶ εὐφήμως·
2383οὔτε εἶναι τὸ θέμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀξίζῃ τὸν κόπον νὰ
2384γίνηται ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῶν προκαλεσάντων τὸ
2385ἀτυχὲς γεγονός. Βεβαίως ὅμως δὲν κατεδίκασα, οὔτε ἦτο
2386δυνατὸν νὰ καταδικάσω τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι
2387συνερχόμενοι ἐν συλλαλητηρίοις καὶ ὑποβάλλοντες τὰς αἰτή-
2388σεις των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξήσκουν νόμιμον δικαίωμα, τὸ
2389ὁποῖον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοῖς ἀφαιρέσῃ· μάλιστα δὲ μετὰ
2390τοῦ κυρίου νομάρχου Λαρίσης, ὅστις συναντήσας με μοὶ
2391εἶπεν, ὅτι θὰ ἀπαγορεύσῃ τὰ συλλαλητήρια, ἦλθον εἰς συ-
2392ζήτησιν, καθ’ ἣν τῷ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπα-
2393γορεύσῃ τὰ συλλαλητήρια, ἐφ’ ὅσον οἱ πολῖται συνέρχονται
2394ἡσύχως καὶ ἀόπλως· καὶ οὕτω συνήρχοντο, νομοταγῶς καὶ
2395εὐπρεπῶς ὑποβάλλοντες τὰ αἰτήματά των, καὶ μόνον, ὡς
2396προεῖπον, ἐφ’ ἅπαξ ὀλίγοι τινὲς ἐξωθήθησαν, ἵνα προβῶσιν
2397εἰς τὴν διαρπαγήν, ἣν προεξέθεσα, ὅπως οὕτω παρασταθῶσι
2398τὰ πράγματα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν καὶ οἱ Τυρναβῖται ὡς ἐπα-
2399ναστάται κατὰ τῆς νομίμου ἐξουσίας τοῦ Κράτους! Δὲν δύ-
2400ναμαι ἐγὼ νὰ ἐνισχύσω τοιαῦτα κινήματα, δὲν δύναμαι νὰ
2401ἐπιδοκιμάσω τοιαύτην διαγωγὴν τῶν πολιτῶν· μόνον δ’ ὅτε
2402οἱ πολῖται νομοταγῶς ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
2403ἀνέλαβον ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τὰ αἰτήματά των πρὸς τὴν
2404Κυβέρνησιν, καὶ τὰ ὑπεστήριξα, καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτῆς τὴν
2405ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐν τῷ δυνατῷ μέτρῳ θὰ θεραπεύσῃ τὰς
2406ἀνάγκας των. Οὕτω πως ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθή-
2407κοντός μου, ὡς πολιτευτοῦ, καὶ οὕτως ἐννοῶ νὰ πολιτεύωμαι,
2408ἐφ’ ὅσον πολιτεύομαι.
2409§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις μόνον εἰς
2410ἀπάντησιν τῶν τελευταίων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ ἀξιό-
2411τιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής,—διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ
2412Τυρνάβου λεχθέντα, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου
2413Βουλευτὴς ἀκριβῶς ἐξέθηκε ταῦτα, διότι δι’ ὅλων τῶν ὑπο-
2414βληθεισῶν ἐκθέσεων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν
2415παρεστάθη τὸ συλλαλητήριον ὡς νομίμως συγκροτηθέν· αἱ
2416ταραχαί, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθη ὅτι ἔλαβον χώραν, δὲν ἔλα-
2417βον πράγματι χώραν, καὶ ἑπομένως περὶ τούτων οὐδὲν ἔχω
2418νὰ προσθέσω.
2419Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον,
2420εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτὸς μόνος ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν
2421Κουτσουφλιανιτῶν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμελεῖ τὸ καθῆκον,
2422τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρατηρῶ, κύ-
2423ριε Βουλευτά, ὅτι τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε—καὶ δι-
2424καίως — πρὸς τοὺς πάσχοντας συμπολίτας ἡμῶν, τὰ αἰσθή-
2425ματα ταῦτα ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ
2426Κυβέρνησις δὲν περιορίζεται εἰς λόγους ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς
2427βουλευτικῆς λεγομένους, οἱ ὁποῖοι μεγάλα ἀποτελέσματα
2428δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἀλλὰ προβαίνει εἰς πράγματα. Εἶ-
2429πον κατά τινα συνεδρίασιν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργα-
2430σιῶν τῆς Βουλῆς, ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Εἶπον
2431ὅτι προσπάθειαι καταβάλλονται πρὸς ἀγορὰν τοῦ κτήματος,
2432ὅτε τινὲς τῶν ἰδιοκτητῶν ἔδειξαν διάθεσιν, ὅπως πωλήσωσι
2433τὸ μερίδον αὐτῶν, ὅτι ἄλλοι ἀπ’ ἐναντίας δυστροποῦσι, καὶ
2434δὲν θέλουσι νὰ συναινέσωσι, καὶ ὅτι οἱ Κουτσουφλιανῖται
2435ἐπιμένουσιν, ὅπως ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖνο,
2436περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἀνήκει εἰς
2437ὀκτώ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἰδιοκτήτας.
2438Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρουσιάσθη εἰς τὸ Ὑπουρ-
2439γεῖον ἐπιτροπὴ ἐκ Κουτσουφλιανιτῶν, μὲ τὸν κ. Λεβέντην,
2440ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὁποῖος παρέστησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,
2441ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους συνιδιοκτή-
2442τας, ὅπως πωλήσωσι καὶ τὸ ἑαυτῶν μερίδιον. Ἐλπίζω νὰ
2443κατορθώσωμεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἀγορὰν τοῦ κτήμα-
2444τος ἐκείνου. Ἐρωτῶ, πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν μέχρι σή-
2445μερον δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς πλήρη συμφωνίαν μετὰ τῶν
2446ἰδιοκτητῶν; Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν
2447θέλω κατορθώσει νὰ λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε καὶ ὁ
2448κ. Βουλευτὴς θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐνοχλήσεως, τὴν ὁποίαν ἑκά-
2449στοτε ἔχει, ὅπως παραστήσῃ ἑαυτὸν καὶ μόνον ἑαυτὸν ὑπέρ-
2450μαχον τῶν συμφερόντων τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ἐγὼ δὲ νὰ
2451μὴ εὑρεθῶ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως λάβω τὸν λόγον,
2452ἵνα καταδείξω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι ἡ ἀνησυχία
2453αὐτοῦ, ἡ πολὺ δικαία, εἶναι καὶ ἀνησυχία ἡμῶν.
2454§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ
2455τὴν δήλωσιν, ἣν πρὸ μικροῦ σαφῶς διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2456γοῦ ἀπέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρατηρήσεώς
2457μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι εἶναι πολὺ ἀποτελε-
2458σματικωτέρα ἡ ἐργασία αὐτοῦ, ὅστις διὰ τῶν πραγμάτων
2459θέλει προσεχῶς ἀποδείξει ὅτι μεριμνᾷ περὶ τῶν Κουτσου-
2460φλιανιτῶν, ἢ ἡ ἐργασία ἐκείνων, οἵτινες περιορίζονται εἰς
2461λόγους, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν καὶ προ-
2462τρέψωσιν εἰς μέριμναν περὶ αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως
2463τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, κατὰ τίνα τρόπον θέλει,
2464ὥστε ἐκεῖνοι, οὓς ἐλέγχει ὅτι περιορίζονται εἰς λόγους, νὰ
2465ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν τῶν Κουτσουφλιανιτῶν; Ἐκεῖνοι οἵ-
2466τινες περιορίζονται εἰς λόγους ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑ-
2467ρίσκονται, εἶναι ἐντεταλμένοι ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ
2468ἀποτείνωσιν λόγους ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι
2469ὅμως, οἵτινες ὑπόσχονται, ὅτι προσεχῶς θέλουσι δείξει
2470«πράγματα καὶ θαύματα», ἐκεῖνοι ἔπρεπε βεβαίως πολὺ
2471πρότερον ἢ ὅτι σήμερον συμβαίνει νὰ ἔχωσι τὴν ὑπόθεσιν
2472ταύτην εἰς κρείττονα ὁδὸν ἐκείνης, ἐν ᾗ εὑρίσκεται·
2473§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ πῶς;
2474§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε βεβαίως ὑπάρχει,
2475ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκεῖνοι, οἵτινες περιορίζοντο εἰς λόγους,
2476ἦσαν εἰς θέσιν νὰ προβῶσιν εἰς τὰ πράγματα.
2477§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ πῶς; Διότι
2478πάντοτε ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνω «πῶς;» Πῶς ἦτο
2479τοῦτο κατορθωτόν, χωρὶς νὰ πεισθῶσιν οἱ κύριοι τοῦ κτή-
2480ματος νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν πώλησιν αὐτοῦ; Ἐὰν τόσον
2481μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν Κουτσουφλιανιτῶν, ἠδύνατο ὁ κ. Βου-
2482λευτής, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ἡ δυσκολία ἔγκειται ἀκριβῶς
2483εἰς τὴν μὴ θέλησιν ἐκ μέρους τῶν συνιδιοκτητῶν, ὅπως πω-
2484λήσωσιν, ἠδύνατο, γινώσκων μάλιστα τοὺς συνιδιοκτήτας,
2485νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως πείσῃ αὐτοὺς ἐπὶ τέλους νὰ ἀποδε-
2486χθῶσι τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶπον, τί εἶναι
2487δυνατὸν νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις. Σᾶς εἶπον ὅτι ὑπῆρχε κτῆ-
2488μα, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τοὺς Κουτσουφλιανίτας· ἐδή-
2489λωσαν ὅτι εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς τὴν διά-
2490θεσιν ἡμῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγκατασταθῶσιν. Ἐπέμενον
2491ὅπως ἐγκατασταθῶσιν εἰς ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον γειτονεύει. Τὸ
2492κτῆμα αὐτὸ ἀνήκει εἰς πολλοὺς συνιδιοκτήτας. Τινὲς ἐξ αὐτῶν
2493ἔσπευσαν νὰ πωλήσουν, ἄλλοι δὲν ἠθέλησαν νὰ πωλήσουν.
2494Ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτούς, ὅπως πωλήσωσι τὸ
2495κτῆμα; Δὲν ἦτο. Προσεπαθήσαμεν διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως
2496τοὺς πείσωμεν. Σήμερον ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν κα-
2497τορθώσει τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν τὸ κατορθώσωμεν, θὰ ἤμεθα
2498εὐτυχεῖς, χωρὶς διόλου νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἐκάμομεν «πράγ-
2499ματα καὶ θαύματα», καὶ χωρὶς διόλου νὰ θελήσωμεν νὰ
2500πιστευθῇ, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι πράγματι ἐκά-
2501μομεν θαύματα. Ἐκάμομεν τὸ καθῆκόν μας. Δὲν δικαιοῦ-
2502ται ὅμως, ἐνῷ πράττομεν τὸ καθῆκόν μας, νὰ ἐπικρίνῃ
2503ἡμᾶς, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν πράττομεν.
2504§151ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ἓν πρᾶγμα, ὅτι οἱ κά-
2505τοικοι τῆς Κουτσούφλιανης ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν ἄστε-
2506γοι ἀπὸ διετίας, αὐτὸ δέ, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε πρὸ
2507καιροῦ νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
2508§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν κατοίκων
2509περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, γινώσκω τοῦτο, ὅτι ἔλαβον 120
2510χιλιάδας ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τῶν
2511δοθεισῶν εἰς δάνεια, ὅτι ἔλαβον καὶ ἑτέρας 30 χιλιάδας...
2512§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόθεν;
2513§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῶν συνεισφορῶν... Ὅτι ἐξακο-
2514λουθοῦσι καλλιεργοῦντες σήμερον, τινὲς ἐξ αὐτῶν τοὐλάχι-
2515στον, τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν Τουρκίᾳ, καθ’ ὃ δι-
2516καίωμα ἔχουσιν, ὅπως καλλιεργῶσι ταῦτα, καὶ ὅτι προσ-
2517πάθειαι καταβάλλονται, ὅπως ἀγορασθῇ παρὰ τῆς Κυβερ-
2518νήσεως κτῆμά τι, ὅπερ θέλουν, καὶ δοθῇ εἰς αὐτούς. Περισ-
2519σότερον ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω. Ἐὰν ὑμεῖς γινώ-
2520σκετέ τι, τὸ ὁποῖον ἤθελε συντελέσει, ὅπως φθάσωμεν τα-
2521χύτερον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν Κουτσου-
2522φλιανιτῶν, ὑποδείξατέ το, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι ν’ ἀκολου-
2523θήσωμεν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν θέλετε ὑποδείξει· ἀλλ’ ἐφ’ ὅ-
2524σον δὲν πράττετε τοιοῦτόν τι, νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δι-
2525καίωμα νὰ ἐπικρίνητε.
2526§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δώσω πρὸς ὑμᾶς πλη-
2527ροφορίαν, ἥτις βεβαίως θέλει δείξει, ὅτι δὲν ἔχετε ἐπὶ τοῦ
2528θέματος, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐθίξατε, πληροφορίας τελείας περὶ
2529τῶν πραγμάτων. Εἴπετε ὅτι «τινὲς ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον»
2530ἐξακολουθοῦν ἐργαζόμενοι εἰς τὰς γαίας αὑτῶν ἐν τῷ Τουρ-
2531κικῷ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές· ὑπάρχει ἴσως τὶς —
2532δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι εἷς ἢ δύο.—Εἴπετε ὅτι κατέφυγον πολ-
2533λοὶ ἐκεῖ. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς, στενοχωρού-
2534μενοι ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ Τουρκικὸν, εἶπον: «ἐν ᾗ περι-
2535πτώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐγ-
2536καταστήσῃ ἡμᾶς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἂς ἀσφαλίσῃ εἰς ἡμᾶς
2537τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν τοὐλάχιστον, καὶ τότε ἀποφα-
2538σίζομεν ἴσως νὰ μεταβῶμεν ἐκεῖ». Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ
2539ἀσφαλίσητε εἰς αὐτοὺς τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἐννοῶ
2540τὰς στενοχωρίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ ῥίψω
2541εὐθύνας ἐπ’ αὐτῆς. Ἠθέλησα μόνον νὰ ἐντείνω τὴν φωνήν
2542μου, ὅπως ἐντείνητε καὶ ὑμεῖς τὰς προσπαθείας πρὸς εὕρε-
2543σιν τῆς λύσεως. Δὲν νομίζω δύσκολον τὴν εὕρεσιν τῆς λύ-
2544σεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἀπόφασις
2545αὐστηρῶς νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Καὶ μόνον ἂν ἡ
2546Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόντιζεν ἐγκαίρως νὰ γείνῃ κυρία
2547τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ κτήματος τῆς ἀδιανεμήτου, ἥτις
2548προσεφέρετο εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν προθύμων νὰ πωλήσωσιν,
2549ἤθελε κατασταθῆ συγκυρία ἐπὶ τῶν λοιπῶν, καὶ διὰ τοῦ τρό-
2550που τούτου ἤθελε δυνηθῆ νὰ προσκαλέσῃ αὐτοὺς εἰς διανο-
2551μὴν ἢ πώλησιν τοῦ κτήματος, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐλύετο ἀμέσως.
2552Ἠρωτήσατε: «ποῖον τρόπον προτείνετε;» Καὶ ἰδοὺ προ-
2553τείνομεν. Πιστεύω δέ, ὅτι πᾶς ὅστις ἥψατο τῶν νομικῶν,
2554—ὑμεῖς δὲ εἶσθε διδάκτωρ, καὶ ἐκ τῶν διακεκριμένων,—
2555δὲν ἀγνοεῖ τὸ λυσιτελὲς τοῦ τρόπου τούτου, δι’ οὗ πάσας
2556τὰς δυστροπίας τῶν ἰδιοκτητῶν, οὓς δὲν γνωρίζω, ἡ Κυ-
2557βέρνησις ἤθελε ῥίψει κατὰ γῆς, καὶ ἤθελε πρὸ καιροῦ εἶναι
2558εἰς θέσιν νὰ ἐγκαταστήσῃ ὁριστικῶς τοὺς δυστυχεῖς τούτους
2559ἀνθρώπους, οἵτινες βεβαίως εἶναι θύματα τῆς φιλοπατρίας
2560αὐτῶν τῆς ἐκτάκτου.
2561§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θεωρῶ εὐτύ-
2562χημα, ὅτι δὲν εἶσθε ὑμεῖς εἰς τὰ πράγματα, καὶ ὅτι δὲν εἶ-
2563ναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλητε τὸν τρόπον τῆς λύσεως, τὸν ὁποῖον
2564θέλετε διότι, ἂν ὁ τρόπος τῆς λύσεως, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς
2565ὑποδεικνύετε, ἤθελε γείνῃ δεκτὸς παρ’ ἡμῶν, βεβαίως δὲν
2566ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἐπιζητουμένην λύσιν. Ἡ ἔκτασις ἡ
2567κατεχομένη παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν προθυμίαν νὰ
2568μᾶς πωλήσουν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐπαρ-
2569κέσῃ εἰς τοὺς Κουτσουφλιανίτας· διότι, ἂν τοῦτο ἦτο δυ-
2570νατὸν, τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ πρὸ ἑνὸς ἔτους. Οὐδεμία τότε
2571δυσκολία θὰ ὑπῆρχεν. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ
2572γείνῃ συνιδιοκτήτης, τότε βεβαίως ἤθελον αὐξήσει αἱ ὑπερ-
2573φίαλοι ἀξιώσεις τῶν ἑτέρων ἰδιοκτητῶν. Ὁ μόνος τρόπος
2574λοιπὸν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν
2575ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν μέχρι τοῦδε. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθη-
2576σιν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγίνετο τόσος λόγος εἰς τὴν Βουλὴν
2577κατ’ ἐπανάληψιν, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ζήτημα νὰ ἦναι
2578λελυμένον· διότι πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ὅσον περισσότερος
2579πάταγος γίνεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τόσον μεγαλείτεραι
2580δυσκολίαι παρουσιάζονται, καὶ ὅταν δεικνύωμεν ἐνδιαφέρον,
2581ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ζήτημα λυθῇ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
2582συζητοῦσι σήμερον περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς αὐτοὺς ὀφειλομέ-
2583νου καὶ ἔχουσιν ἀπαίτησιν, ὅπως ὠφελούμενοι ἐκ τῆς περι-
2584στάσεως βιάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δώσῃ ποσὸν ἀνώτερον
2585τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, βεβαίως θὰ ἐπιμεί-
2586νωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις αὑτῶν. Ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην μου.
2587Ἐὰν νομίζετε σεῖς, ὅτι διὰ τῶν ἀγορεύσεών σας συντελεῖτε
2588εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐξακολουθήσατε, διότι ἐγὼ
2589οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ σᾶς ἐμποδίσω.
2590§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο μόνον ἔλειπε, κύριε Πρόεδρε, νὰ
2591ἐπιρριφθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ εὐθύνη! Περίεργος αὕτη ἡ διάθεσις
2592τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα νὰ τὰ ἐπιρρίπτῃ εἰς τοὺς ἄλλους.
2593Πόσαι ἔγειναν ὑπενθυμίσεις τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Μία καὶ
2594μόνη, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης,
2595μία ὑπενθύμισις, ἥτις λόγον εἶχε τὸ ὅτι ὑπὸ πόνου ἐκινήθη
2596ἡ μέριμνα τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν περὶ τῆς ἐθνικῆς ταύ-
2597της ὑποθέσεως. Καὶ αὕτη ἡ μία καὶ μόνη ὑπενθύμισις ἤρ-
2598κεσεν, ἵνα αὐξήσῃ τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν!
2599Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί ἀπήντησε τότε;
2600Ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀγοράσῃ, διότι δὲν θέλουσιν
2601αὐτοὶ νὰ πωλήσωσιν, ἤκουσε δὲ τότε τὴν δήλωσιν τοῦ φίλου
2602αὑτοῦ, τοῦ ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ, ὅτι σήμερον εἶναι
2603πρόθυμοι νὰ πωλήσωσιν· οὕτω δὲ ἔληξεν ἡ ἀμφισβήτησις.
2604Παρῆλθεν ἔκτοτε εἷς καὶ ἥμισυς μὴν ἄπρακτος, καὶ αἱ φω-
2605ναὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠμπόδισαν νὰ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα
2606ἡ Κυβέρνησις, διότι κατέστησαν ὑπερφιάλους τὰς ἀξιώσεις
2607αὐτῶν! Ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης
2608οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ Κουτσουφλιανιτῶν. Ἢ μήπως ἡ ση-
2609μερινὴ παρατήρησις ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἀνέτρεψε
2610τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἂν εὑρίσκεται ἀπέναντι
2611ὑπερφιάλων ἀξιώσεων...
2612§158ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἀξιώσεων ἑνός.
2613§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... Ἂν εὑρίσκεται ἀπέναντι ὑπερφιάλων
2614ἀξιώσεων, ὁ τρόπος, ὃν ὑπέδειξα, ἀπολήγων εἰς τῶν δικα-
2615στηρίων τὴν κρίσιν, ἐμποδίζει τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις νὰ
2616μένωσιν ἀμετακίνητοι. Ἂν ὅμως αἱ ἀξιώσεις εἶναι τόσον
2617ὑπερφίαλοι, ὥστε δὲν ἀρκεῖ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ,
2618ἐδῶ εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ ἂς ζητήσωσι τὴν διὰ
2619δημοσίαν ἀνάγκην ἀπαλλοτρίωσιν (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ).
2620§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι ἡ δημο-
2621σία ἀνάγκη;
2622§161Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
2623Καὶ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης νὰ ζητήσωμεν νὰ πάρωμεν τὸ
2624σπῆτι τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ!
2625§162Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
2626§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον.
2627§164ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἶναι σχετικὸν (θόρυβος).
2628§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταπηδῶμεν ἀπὸ ζητή-
2629ματος εἰς ζήτημα. Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ κατ’ αὐτὸν
2630τὸν τρόπον. Ἐὰν ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὸ ζήτημα τὸ
2631Θεσσαλικὸν ἐν γένει, τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ ἴδω, μήπως
2632προηγεῖται ἄλλος ὑμῶν.
2633§166ΤΟΠΑΛΗΣ. Βεβαίως, διὰ τὸ Θεσσαλικόν.
2634§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
2635§168ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐγώ.
2636§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε τελευταῖος.
2637§170ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τὸ ζήτημα αὐτό;
2638§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν θ’ ἀφή-
2639σωμεν αὐτὸ καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλο. Θὰ τελειώσῃ αὐτό.
2640Ἐὰν ὁ κ. Τοπάλης ἔχει γενικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ
2641Θεσσαλικοῦ νὰ ὁμιλήσῃ, ἔχει τὸν λόγον.
2642§172ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω περὶ τῆς Κουτσούφλιανης.
2643§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε. Ἐὰν ἓν ἐπεισόδιον γεννᾷ ἄλλο
2644ζήτημα, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ τὸ πρῶτον.
2645§174ΡΙΚΑΚΗΣ. Συζητεῖται αὐτὸ τὸ ζήτημα.
2646§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά σας. Παραβιάζετε τὸν
2647Κανονισμόν... Ὁρίστε, κύριε Τοπάλη.
2648§176Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν μακρὰν συζή-
2649τησιν, τὴν ὁποίαν δικαίως ἐγέννησεν ἡ ἀνάγκη τῆς διευθετή-
2650σεως τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν, νομίζω ὅτι προβάλλεται ὡς
2651ἀναγκαῖον πόρισμα τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ ὑποβολὴ τῆς
2652ἑξῆς προτάσεως:
2653«Ἡ Βουλὴ, ἐλπίζουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ λεχθέντα
2654θέλει λάβει πρόσφορα μέτρα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, μεταβαί-
2655νει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2656Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρα-
2657καλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Εἶναι
2658ὑπογεγραμμένη παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ
2659κ. Κριεμάδη.
2660§177Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἐν γένει τὸ Θεσσα-
2661λικὸν, αὐτὸ ἐξηντλήθη, καὶ ὑπεβλήθη πρότασις, ἐφ’ ἧς κα-
2662λεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Θέλω μόνον προσθέσει ὀλίγας λέ-
2663ξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἑτέρου. Νομίζω ὅτι ἡ δυσκολία
2664τῆς ἐκποιήσεως τοῦ κτήματος δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητος· ἂν
2665δὲν συναινοῦσιν οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ κτήμα-
2666τος, ὑπάρχει νόμιμος λόγος, ὅπως ἐξαναγκασθῶσι κατὰ τοὺς
2667ὑφισταμένους νόμους. Ἔχομεν νόμον περὶ ἐκποιήσεως λόγῳ
2668δημοσίας ἀνάγκης, ὅταν τόπος τις περιέχῃ ἀρχαιότητας, ὅταν
2669πρόκειται νὰ ἀνοιχθῶσι πλατεῖαι ἢ χαραχθῶσιν ὁδοί. Κατὰ
2670τούτους τοὺς νόμους πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν παρουσια-
2671ζομένην ἐθνικὴν ἀνάγκην, προκειμένου περὶ πληθυσμῶν, οἵ-
2672τινες ἐζήτησαν ἄσυλον εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Δὲν πρόκειται
2673περὶ ἀνάγκης ἀνωτέρας πάσης ἄλλης; Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν
2674νόμον προηγούμενον, ὠφείλαμεν νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νό-
2675μον· ἀλλ’ ἔχομεν προηγούμενον, καὶ πᾶσαι, νομίζω, αἱ βραδύ-
2676τητες εἶναι ἀδικαιολόγητοι.
2677§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης
2678προτάσεως;
2679§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποβάλλεται καὶ ἑτέρα πρότα-
2680σις.
2681§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπ. Στάης ὑποβάλλει ἑτέραν πρότα-
2682σιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
2683«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πεπεισμένη περὶ τῆς με-
2684ρίμνης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν Θεσσαλικῶν ἀναγκῶν,
2685μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2686Ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Τοπάλη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βου-
2687λὴ, ἐλπίζουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ λεχθέντα θέλει
2688λάβει πρόσφορα μέτρα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, μεταβαίνει εἰς
2689τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2690Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Στάη.
2691§181ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ μίαν διασάφησιν. Ἡ πρότασις τοῦ
2692κυρίου Στάη ὁμιλεῖ περὶ μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ-
2693ποίαν μέριμναν ἐννοεῖ; ἐκείνην, ἣν ἔλαβεν, ἢ ἐκείνην, ἣν θέ-
2694λει λάβει;
2695§182ΣΤΑΗΣ. Ἐκείνην, ἣν ἔλαβε, καὶ ἐκείνην, ἣν θέλει λάβει.
2696§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
2697Στάη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
2698σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2699§184ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆ-
2700σιν, κύριε Πρόεδρε.
2701§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
2702Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στάη λέγουσι
2703Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2704(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2705τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Τσιριμώκου καὶ
2706Χρ. Ἀσιμῆ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφο-
2707φορίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2708Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
2709Γ. Κυριαζῆς Ν Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
2710Α. Παναγιωτόπουλος Μιχ. Φωτιάδης Ν
2711Α. Μελετόπουλος Γ. Λιδωρίκης Ν
2712Κ. Μωραϊτίνης Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
2713Εὐστ. Ρακόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2714Ἐπ. Ἰμπειρῖκος Μιχ. Στελλάκης Ο
2715Εὐκλείδης Μπίστης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2716Δημ. Καΐρης Γ. Λύρας
2717Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ν Εὐμ. Ρέπουλης
2718Κ. Πλατούτσας Ν Δημ. Τσάτσος Ν
2719Μιχ. Κωτσάκος Δ. Τσιτσάρας Ο
2720Κων. Γ. Καραπᾶνος Κωνστ. Ζῶτος Ν
2721Κων. Κοττίκας Ν Γ. Χατζόπουλος
2722Ἰωάννης Καραπᾶνος Διον. Στεφάνου
2723Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
2724Στέφ. Δραγούμης Ο Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ο
2725Ν. Λεβίδης Ο Γ. Ρῶμας Ν
2726Θ. Ρετσίνας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
2727Φωκίων Νέγρης Ο Χρ. Στεφανόπουλος Ν
2728Νικ. Γιαννηκώστας Ν Χαρίλ. Σπηλιώτης
2729Ἐπ. Μ. Κανιάρης Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
2730Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν
2731Θεόδ. Φλογαΐτης Πέτρος Αὐγερινὸς
2732Δ. Γ. Ράλλης Χρ. Δαραλέξης
2733Γεώργ. Βενιζέλος Ἄγγ. Λύγ. Πετραλιᾶς
2734Νικ. Γουναράκης Ν. Δαούτης Ο
2735Κ. Σταυρόπουλος Ν Π. Παπαχατζῆς
2736Ἀλέξ. Ι. Σκουζές Σπ. Ἰω. Μήλιος
2737Δημήτριος Καρυγιάννης Β. Μαρκεζίνης Ν
2738Ἀνδρ. Στράτος Νικήτας Συνοδινός Ο
2739Ἀντ. Καρτάλης Ν Χριστόφ. Ἀσιμῆς Ο
2740Κ. Τοπάλης Ο Τηλ. Δενδρινός
2741Ἀλέξ. Κασαβέτης Ν Π. Μαυροκέφαλος Ν
2742Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
2743Ν. Παπαϊωάννου Θεόδ. Ζαΐμης
2744Δημ. Γίδας Ν Π. Θ. Ζαΐμης
2745Νικ. Τσόγκας Ν Ὀδ. Λαμπρόπουλος
2746Νικ. Γουλιαμῆς Ν Λυγερινὸς Ἀβέρωφ Ο
2747Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Ἡρ. Καλαμπάκας
2748Περ. Ἀλεξάκης Ο Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
2749Ν. Σπυρακόπουλος Π. Περρωτῆς
2750Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ν
2751Θ. Β. Δηλιγιάννης Γ. Οἰκονομόπουλος
2752Χαρίλ. Διγενόπουλος Ν Δ. Τερτίπης Ν
2753Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Ν. Τρικούπης Ν
2754Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ο
2755Γ. Φραγκίδης Ν Σπ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ο
2756Ι. Καζαμπάκας Ο Δ. Λυμπερόπουλος
2757Σπ. Παπάποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
2758Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν Περ. Μποῦτος
2759Κ. Σαραφιανός Ν Ἀρ. Προβελέγγιος
2760Π. Χατζηνικολής Δ. Μάτσας
2761Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
2762Κ. Δούνης Ο Ι. Ναυπλιώτης
2763Γ. Μέρμηγκας Ν Γ. Σισμάνης Ν
2764Γ. Κόρπας Δ. Φαρμάκης Ν
2765Τρ. Πατρίκιος Ν Γ. Πλατανιώτης
2766Γ. Θεοτόκης ἀρν.Ἠλ. Ποταμιάνος Ο
2767Μιχ. Θεοτόκης Μ. Λαμπρυνίδης Ν
2768Γουλ. Σκάρπας Ι. Βοῦρτσος Ν
2769Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Α. Πετσάλης Ο
2770Σπ. Χυτήρης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2771Σπ. Ἀγαθὸς Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης
2772Β. Σκαμοΐλης Ν Γ. Καπετανάκης
2773Ν. Καλογούρος Ν Φώτ. Μοσχούλας
2774Κ. Χρηστόπουλος Ἀσημ. Χριστόπουλος
2775Π. Πετρίδης Χ. Κανελλόπουλος
2776Σωτ. Κροκιδᾶς Ν Θᾶνος Μπασιᾶς
2777Σπ. Νοταρᾶς Π. Τυπάλδος Ν
2778Π. Μεντζελόπουλος Ν Θ. Βελλιανίτης Ο
2779Δ. Δημητριάδης Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος ἀρν.
2780Ἄθως Ρωμάνος ἀρν.Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
2781Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Πέτρος Μόρης Ν
2782Α. Μουφερέτος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
2783Θ. Μαρκέτος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
2784Σπ. Ε. Στάης Ν Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης
2785Διον. Καλούτσης Α. Ρικάκης
2786Π. Χοντζόπουλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
2787Ν. Τσούχλος Ν Ἀχ. Ἱεροκωστόπουλος
2788Χ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
2789Θ. Πέρρος Ν. Μισυρλῆς
2790Στέφ. Κοπανίτσας Ν Ν. Καράπαυλος ἀρν.
2791Γ. Φικιώρης Γ. Ράλλης
2792Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Σπ. Ἰγκεντιλίνης Ν
2793Βρασίδας Λεώπουλος Γ. Ζερβός Ν
2794Γ. Μαυρομιχάλης Ο Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2795Ι. Γιαννακίτσας Ν. Λεωνίδας Ν
2796Ν. Καραστέργιος Ο Διον. Κυριακός
2797Ι. Πιπινόπουλος Α. Μαυρογορδάτος
2798Γ. Λάππας Α. Λαδόπουλος
2799Ν. Μπουφίδης Ν Ν. Βαφειαδάκης
2800Περ. Βαλαωρίτης Ν Α. Βιτάλης Ο
2801Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Δ. Βοκοτόπουλος Ν
2802Γερ. Φίλιππας Ν Ι. Γκιὼν Ν
2803Β. Κυριαζῆς Ν Κάρολος Βιτάλης
2804Β. Βασιλειάδης Κ. Χατζηπέτρος Ν
2805Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν.Γ. Κανούτας
2806Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Ν. Ταρμπάξης Ν
2807Παν. Μανέτας Ο Θ. Κριεμάδης Ο
2808Ἠλ. Μπακόπουλος Γ. Ραδινός Ν
2809Ἠλ. Ζέγγελης Ν Ἀπ. Ζάππας Ν
2810Σπ. Βάρβογλης Θ. Σαρσέντης Ν
2811Ἀθαν. Κατριβάνος Ν Α. Πονηρόπουλος Ν
2812Ἠλ. Κοσσονάκος Δ. Ἀναστασόπουλος
2813Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Παπατσώρης Ν
2814Ι. Νικολαΐδης
2815Δ. Κατσάνος Ι. Τσιριμῶκος Ν
2816Δ. Σκαλτσοδῆμος Δ. Κρίτσας Ο
2817Ν. Τζανετόπουλος Α. Πλατῆς Ν
2818Γ. Ροδόπουλος Ν Ν. Χατζῖσκος Ο
2819Θ. Λαμπρίτης Ο Ν. Καλογερόπουλος Ν
2820Ι. Κουντουριώτης Ν Β. Βουδούρης ἀρν.
2821Ν. Τσαμαδὸς ἀρν.Γ. Ἀβέρωφ
2822Παντελῆς Γκίκας Ο Μιλ. Κανάρης
2823Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2824Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2825§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 140. Ἐκ τούτων 96
2826εἶπον Ναί, καὶ 37 εἶπον Ὄχι, τῶν 7 Ὑπουργῶν ἀρνηθέν-
2827των ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στάη ἐγένετο
2828δεκτή.
2829Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ.).