1900.01.26
2,353 rows · 18,635 words · 122 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 26 Ἰανουαρίου 1900.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα. Τηλεγράφημα τῶν δημάρχων τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων, αἰτουμένων τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων τοῦ ἔτους 1899 μέχρι τῆς νέας συγκομιδῆς. Ἕτερον τῶν ἐμπόρων τῆς πόλεως Τρικάλων ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Προσυμναίων, αἰτουμένου τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ περὶ σφαζομένων ζώων νόμου, ὅπως ὁ φόρος πληρώνηται εἰς τὸν τόπον, ἐν ᾧ τὰ ζῷα ταῦτα διαιτῶνται. Αἴτησιν τῶν ἐν τῷ βιλαετίῳ Χαλεπίου Ἑλλήνων περὶ συστάσεως Προξενείου. Αἴτησιν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαμίας καταδίκων περὶ ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς των.
§2Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν αἴτησιν τῶν δημάρχων καὶ κατοίκων Θεσσαλίας καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Δὲν ζητοῦσι δωρεὰν φόρων, ἀλλὰ μόνον ἀναβολὴν μέχρι τῆς νέας συγκομιδῆς. Νὰ μὴ δίδῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις προσοχὴν εἰς ἐκθέσεις ὑπαλλήλων, οἱονδήποτε βαθμὸν καὶ ἂν φέρωσιν οὗτοι, διότι αὐτοὶ δὲν γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ. Ἂς πιστεύσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πάσχει οὐχὶ ὅλη ἡ Θεσσαλία, οὐδ’ ἡ ἐπαρχία μου, ἀλλ’ ὁ Τύρναβος, ἡ Λάρισα καὶ ἡ ἐπαρχία τῶν Φαρσάλων, καὶ ἃς ὑποβάλῃ νομοθέτημα, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀναστολὴ τῶν φόρων, ἢ ἡ πληρωμὴ αὐτῶν κατὰ δόσεις, διότι μεγάλη πενία μαστίζει τὸν λαόν.
§3Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ συστήσω ἰδιαιτέρως τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Τρικκάλων περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει μεγάλως καὶ τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων καὶ ἐν γένει πᾶσαν τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ φόρος τῶν διαπυλίων τελῶν εἶναι ὁ ἐπαχθέστερος τῶν φόρων, ὅπως ἐκτελεῖται καὶ ὅπως εἰσπράττεται. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ, ὅπως κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς φέρῃ νομοθέτημα περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Συνιστῶν ἰδιαιτέρως τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Τρικκάλων, παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἁρμόδιον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνέστησα τὸ ζήτημα περὶ τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὄχι μόνον ἐδόθη ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ κατεπεῖγον ἐθεωρήθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο. Ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον εἰσέτι ἐλήφθη. Λαμβάνω ἐκ τούτου ἀφορμήν, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν, νὰ φροντίζωμεν μόνον διὰ νομοθετημάτων νὰ αὐξάνωμεν τοὺς φόρους καὶ νὰ μεταρρυθμίζωμεν τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξεγείρωμεν τὰς κραυγὰς τοῦ λαοῦ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τὸ κατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθημεν καὶ συνήλθομεν ἐνταῦθα. Ὅσα νομοσχέδια προετείναμεν καὶ ὅσα ἐπεκαλέσθημεν, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, ὅλα παρεπέμφθησαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Συνέστησα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ὑπέβαλον πρότασιν περὶ τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, περὶ ἀνανεώσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν· καὶ ἀνεγράφη μὲν αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ εἶχε τὴν τύχην νὰ ἦναι πάντοτε ἡ τελευταία μέχρι τέλους τῆς Συνόδου. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ νὰ πιέσωμεν τὸν λαὸν, ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, νὰ ἐξογκώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, νομίζοντες ὅτι κάμνομεν κατόρθωμα, ἐὰν τὰ 100 ἑκατομμύρια τὰ ἀναβιβάσωμεν εἰς 111 ἑκατομμύρια, αὐτὰ ἐπεσπεύσθησαν καὶ ἐπισπεύδονται. Πρέπει λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν νὰ θέσωμεν μίαν βάσιν, καὶ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ συμβιβάζωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου μὲ τὰ μέσα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους καθ’ ἑκάστην ὑποχρεοῦμεν νὰ πληρώνωσι φόρους, χωρὶς νὰ τοὺς ἐρωτῶμεν, ἂν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτάς. Ἐζήτησα νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων τῶν ἀποτινόντων τὴν ποινὴν αὑτῶν. Οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη! Ὑπέβαλον πρότασιν, ἀλλ’ ἔμεινε καὶ αὐτὴ εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως! Τί ἀνέγνωσα προχθὲς εἰς τὰς ἐφημερίδας; Πέντε κατάδικοι διὰ πεντήκοντα δραχμὰς κρατοῦνται ἐπὶ 8 μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν ἀπέθανεν ἐν τῷ μεταξύ! Κύριοι, δὲν σᾶς κάμνουν αἴσθησιν τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται πρὸς ἐντροπὴν τοῦ τόπου; Φροντίζομεν περὶ φιλανθρωπικῶν ἑταιρειῶν, καὶ νομοθετοῦμεν πῶς καὶ πότε νὰ μὴ κυνηγῶμεν τὰ πτηνὰ, καὶ ἀφίνομεν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποθνήσκουν ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ πεντήκοντα δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὀφείλουσι καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν! Ἄλλην πρότασιν ὑπέβαλον ὡς πρὸς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἠκούσατε, ὑφίστανται καταστροφὰς ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ ἄλλων αἰτιῶν, καὶ τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πιέζει διὰ καταναγκαστικῶν μέτρων. Ὑπέβαλον πρότασιν, ἵνα κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐκποιήσεως, καὶ αὕτη ἡ πρότασις εἶχε τὴν τύχην νὰ ἦναι μεταξὺ τῶν τελευταίων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, σήμερον δὲ οὐδὲ κἂν κατεδέχθητε νὰ τὴν ἀναγράψητε. Αὐτὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι ζητήματα προσωπικὰ, εἶναι μέτρα γενικὰ, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν τύχην τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν. Δὲν ἠνοχλήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν δι’ οὐδεμιᾶς προσωπικῆς ἀπαιτήσεως, ἀπ’ ἐναντίας εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἤμεθα μάρτυρες τοιαύτης καταστάσεως, καὶ νὰ προκαλῶμεν τὰ παράπονα τῶν δυστυχῶν ἐντολέων μας τὰ δικαιότατα, νὰ παρουσιάζωμεν δὲ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου εἰκόνα ἀρκετὰ λυπηρὰν ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Ἔπρεπε νὰ γίνεται λόγος ἐπὶ δύο Συνόδους ὁλοκλήρους, ἂν πρέπει νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ διὰ προσωρινῶν μέτρων ἀνακουφίσεως εἰς τὰς δυστυχεῖς ἐπαρχίας; Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Νομαρχῶν, ἂν εὐποροῦσιν οἱ κάτοικοι, ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι εἰσῆλθον καὶ κατέστρεψαν αὐτοὺς, ἀφοῦ δὲν ζητοῦσι νὰ τοῖς δώσωμεν τίποτε, ἀλλὰ μόνον νὰ τοὺς ἀνακουφίσωμεν διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων; Καὶ ἔπρεπε καθ’ ἡμέραν νὰ συνέρχωνται εἰς συλλαλητήρια καὶ διὰ τηλεγραφημάτων νὰ ἐπικαλῶνται τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς νὰ κωφεύωμεν; Κύριοι, πρῶτα νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ποῖα ἔρχονται; Τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικά! Οὐδεμία σκέψις γίνεται, ἐὰν δαπανῶμεν ἀναλόγως τῶν ἀπολύτων ἀναγκῶν ἡμῶν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἐπιβάλλονται οἰκονομίαι, καὶ οἰκονομίαι μέγισται. Ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ μέσα ἡμῶν, καὶ ἔπειτα νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ ἐψηφίσαμεν, αὐξάνοντες τὰ ἔξοδα. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ πάντες συναισθάνεσθε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ συναισθάνομαι. Δὲν θέλω νὰ εἰσέρχωμαι ἑκάστοτε εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ πρέπει νὰ ἦναι ἡ κυρία βάσις τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας. Τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐνταῦθα, πρέπει νὰ προσέχῃ νὰ μὴ αὐξάνωσι τὰς δαπάνας, τὰ δὲ μέσα τὰ ὑπάρχοντα νὰ κανονισθῶσι μὲ τρόπον ἀνάλογον καὶ συμφέροντα εἰς τὸ ἔθνος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἤδη ἀκούομεν. Ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν, τί συμβαίνει πέριξ ἡμῶν, ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ φροντίσωμεν, ὥστε οὐχὶ εἰς 16 ἑκατομμύρια ἀλλ’ εἰς 21 καὶ 22 ἑκατομμύρια νὰ αὐξηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς περικόπτομεν αὐτὸν δι’ ὅλων τῶν μέσων, πωλοῦμεν τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, πέμπομεν εἰς ἄδειαν τοὺς ὁπλίτας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου αὐξάνομεν τὰς λοιπὰς δαπάνας μας ἀφρόνως καὶ ἀτόπως!
§5Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐργάσθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 3,950,262 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 320,370 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68–70). Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέρχωνται, διότι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ περατωθῇ ἡ προεξέλεγξις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον ἐματαιώθη ἡ ἀπαρτία, ὡς ἔμαθον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἦναι τακτικώτερα, συγχρόνως δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ταῦτα ἀναπληροῦσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁσάκις ἐκεῖνα ἀπουσιάζωσι, διὰ νὰ γένηται δυνατὸν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύστασις πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ταχύτερον καὶ τακτικώτερον συνέρχωνται, νομίζω ὅτι ἦτο περιττή· διότι, ἐὰν ὑπῆρξεν ἐπιτροπή, ἥτις ἐπετέλεσε τὸ ἔργον της μέχρι τοῦδε φιλοπόνως, αὕτη εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν τὸ λέγω ἵνα προσπορισθῶμεν ἐπαίνους...
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ εἰς ὑμᾶς ἡ παρατήρησις, διότι ὑμεῖς ἦσθε παρών.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλ’ ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶναι ἡ 2 μ. μ., δὲν εἶναι κατάλληλος, ἀφοῦ ὡρίσθη ἡ 3 μετὰ μεσημβρίαν ὡς ὥρα ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα προσδιορισθῇ ἄλλη ὥρα ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, διότι ἄλλως καὶ αὔριον θὰ γείνῃ ὅ,τι ἔγεινε σήμερον, ἤτοι θὰ ματαιωθῇ ἡ ἀπαρτία.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἡ Βουλὴ συνήρχετο τὴν 3ην μ. μ. καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠμποδίζετο εἰς τὰς ἐργασίας της. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ συνέρχηται ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰς 2, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ εἰς τὰς 3. Ἐὰν θέλωσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὀλίγας ἀκόμη μόνον ἡμέρας νὰ ἐργασθῶσι, θὰ κατορθωθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτῆς.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν συνεζήτει τότε ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ συνήρχετο μόνον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ συνήρχετο καὶ συνεζήτει πάντοτε, ὡς καὶ ὅλαι αἱ ἐπιτροπαί.
§13Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέρχεται τακτικῶς, σήμερον ὅμως ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις. Ἐγένετο λόγος, ὅπως συνέρχηται τὴν πρωΐαν, εἰς τὰς 9 ἢ 10, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι τινὰ τῶν μελῶν δὲν δύνανται νὰ παρευρίσκωνται τότε, καὶ διὰ τοῦτο ἐμείναμεν εἰς τὴν αὐτὴν ὥραν, ἐκτὸς ἐὰν θέλωσι τὰ μέλη νὰ συνέρχωνται τὴν ἑσπέραν.
§14Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν ἑσπέραν, διότι ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς παρατείνεται μέχρι τῆς 10ης.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§16Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Πρὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἐὰν ἐπιτρέπετε, μίαν σύστασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπείγουσα, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκειται ἁπλῶς περὶ συστάσεως, ὁρίστε.
§18Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τὴν 31 Ἰανουαρίου παύει ἡ ἰσχὺς τοῦ διατάγματος περὶ δικαιοστασίου. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ νέον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσῃ τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1898 Β. Διατάγματος καὶ πέραν τῆς 31 Ἰανουαρίου. Ἐπὶ τῷ ἐνδεχομένῳ τούτῳ ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξαιρετικῶς διὰ τοὺς νομοὺς Λαρίσης καὶ Τρικκάλων περιελήφθη ἐν τῷ διατάγματι τῆς 28 Αὐγούστου 1898 διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πλὴν τῆς ἀναστολῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς μέσου ἐκτελέσεως ἢ ὡς συντηρητικοῦ μέτρου, εἰς τοὺς νομοὺς τούτους ἀνεστάλη καὶ πᾶσα ἐνέργεια ὡς πρὸς τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἀκινήτων μόνον. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν Τρικκάλων, διότι περὶ τοῦ ἄλλου νομοῦ δὲν γνωρίζω.
§19ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ τῆς Λαρίσης.
§20ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς δύο νομοὺς δὲν ἐννοοῦμεν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεστάλη πᾶσα ἐνέργεια ὡς πρὸς τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἀκινήτων, ἀφοῦ δὲν ἀνεστάλη πᾶσα ἐνέργεια ὡς πρὸς τὴν κατάσχεσιν αὐτῶν.
§21ΠΕΤΑΛΑΣ. Διότι δὲν ὑπῆρχε νοῦς εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ διάταγμα.
§22ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐὰν διὰ τοῦ διατάγματος περὶ ἀναστολῆς τῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν παραγραφῶν ἐπρόκειτο νὰ ἀνασταλῇ πᾶσα ἐνέργεια ὡς πρὸς τὰ κινητὰ, τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο δικαιολογημένον, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἔχουσιν ἄλλην περιουσίαν παρὰ μόνον τὴν κινητὴν, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ διατάγματος τούτου λαῦροι ἐπέπεσαν οἱ τοκογλύφοι καὶ τοὺς ἀπεγύμνωσαν καὶ τοὺς κατέστησαν εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ ἀνορθώσωσι τὴν κατάστασιν αὐτῶν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μετὰ τὸν πόλεμον, ἐνῷ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀκίνητα εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ δανείζοντες ἐπὶ ὑποθήκῃ τοιούτων δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν τοκογλύφων, διότι αὐτοὶ δανείζουσιν ἐπὶ τόκῳ πολὺ μετρίῳ καὶ πρὸς σκοπὸν βιοποριστικὸν, οὐχὶ δὲ τοκογλυφικὸν, ὡς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δανείζουσιν ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὴν ὁποίαν προσφέρουσιν οἱ ἀφερέγγυοι ὀφειλέται, ὡς εἶναι δυστυχῶς τὸ πλεῖστον τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἀκίνητον κτῆσιν, ἀλλὰ παρέχουσιν ἐγγύησιν μόνον τὸ κεφάλαιον τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐργασίας. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἀνεστάλη πᾶσα ἐνέργεια ὡς πρὸς τὴν κατάσχεσιν τῶν κινητῶν, ὅτε θὰ ἦτο ἐπωφελὴς ἡ ἀναστολὴ, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἀναστολὴ ὡς πρὸς τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἀκινήτων, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν ἐπέρχεται τίποτε ἄλλο ἢ μεγίστη ζημία καὶ πρὸς τοὺς ὀφειλέτας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς δανειστὰς, διότι ἐσταμάτησε πλέον πᾶσα συναλλαγὴ, πᾶσα συνεννόησις μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν Τρικκάλοις, μεγίστη δὲ ἐκ τούτου ἐπέρχεται ζημία. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ᾗ περιπτώσει σκοπεῖ νὰ καταρτίσῃ διάταγμα περὶ παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου καὶ πέραν τῆς 31 Ἰανουαρίου, νὰ περιορίσῃ τὴν ἀναστολὴν μόνον ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δηλαδὴ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀναστολὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως καὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, νὰ ἄρῃ δὲ τὴν ἀναστολὴν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάσχεσιν καὶ τὸν πλειστηριασμὸν τῶν ἀκινήτων.
§23Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μέχρι τῆς πρώτης Φεβρουαρίου, ὅτε λήγει ἡ προθεσμία τοῦ δικαιοστασίου, θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου...
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπόρριψιν.
§25ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. τότε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι παραδεχομένης τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλέον ἀνάγκη παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου.
§26Α. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐὰν ἀπορριφθῇ;
§27ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἀπορριφθῇ, τότε θὰ σκεφθῶ. Ἐὰν δὲ μέχρι τῆς πρώτης Φεβρουαρίου δὲν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, τότε θὰ σκεφθῶ περὶ παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου.
§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!
§29Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν συνδέεται τὸ νομοσχέδιον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μὲ τὸ δικαιοστάσιον. Τὸ δικαιοστάσιον ἐγένετο διότι ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις. Σήμερον ἐπιστράτευσις δὲν ὑπάρχει. Δὲν δύναται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐτοβούλως καὶ δι’ ἴδια συμφέροντα (Θόρυβος) νὰ παρατείνῃ τὸ δικαιοστάσιον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται πλέον νὰ ἔχῃ λόγον ὑπάρξεως.
§30Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀνακοινωθείσης ὑφ’ ὑμῶν...
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγον ἀργὰ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι; Διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει. Εἴδετε ὅτι χθὲς παρέβημεν τὴν τάξιν καὶ ἔγεινε συζήτησις.
§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἐπερώτησις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἀφοῦ ἐπιμένετε.
§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων. Ὑποβάλλω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Βραχεῖα ἡ ἐπερώτησις, καὶ βραχυτέρα ἐλπίζω νὰ ἦναι ἡ ἀπάντησις. Δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιοῦν τὸν ἐν ἐφαρμογῇ νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων. Ἐὰν εἶχε ψηφισθῆ, θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἐρώτησις, καὶ αἱ ἀνωμαλίαι αἱ παρατηρηθεῖσαι βεβαίως θὰ εἶχον ἐκλείψει. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Συνάγεται ἐκ τῆς λογικῆς καὶ τῆς γραμματικῆς τοῦ νόμου τούτου ἑρμηνείας, ὅτι ὁ φόρος εἰσπράττεται ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως τῶν σφαζομένων ζώων, ἀλλὰ παρέχεται ἐκ τῆς ἀσαφείας τῶν σχετικῶν διατάξεων στάδιον εὐρὺ αἰσχροκερδείας τοῖς ἐνοικιασταῖς τοῦ φόρου ἔν τε τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως καὶ ἐν τῷ τόπῳ τῆς σφαγῆς τῶν ζώων. Ἐπὶ παραδείγματι, πολῖται ἀναχωροῦντες ἐκ Πειραιῶς εἰς τὴν Σαλαμῖνα ἀποκομίζουσιν ἓν ἢ περισσότερα τεμάχια κρέατος, ἢ καὶ ὁλόκληρον ἀμνόν. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ σφαγεὶς ἐν Πειραιεῖ ἀμνὸς ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐν τῷ τόπῳ, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ κρέας αὐτὸ κομίζεται, ἵνα καταναλωθῇ, ἐπίσης εἰσπράττει ἐξ αὐτοῦ φόρον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τεμάχιον κρέατος δὲν φορολογεῖται.
§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις φορολογεῖται. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλαπλασιάζονται αἱ κεφαλαὶ ἑκάστου σφαγίου, ὡς αἱ κεφαλαί, ἐὰν δὲν ἦναι βλασφημία, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου (γέλωτες). Ἐλπίζω, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἐρευνηθῇ σοβαρῶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλαβε πρὸς τοῦτο ἀφορμὰς συνεπείᾳ πολλαπλῶν ἀναφορῶν. Τὸ ἑξῆς γίνεται. Ἐκ Λαυρίου π. χ. ἀναχωρεῖ τις διὰ τὸ χωρίον Βρωμοποῦσι, φέρων τεμάχιον κρέατος. Ἐκεῖ οἱ ἐνοικιασταὶ ζυγίζουσιν αὐτό, καὶ ἀνάλογον ἐπιβάλλουσι φόρον ἐπὶ τοῦ τεμαχίου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐπικειμένη ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἄρει τὰς ἀνωμαλίας ταύτας, ἀλλ’ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδιδε μίαν λύσιν τοῦ πράγματος, εἴτε δι’ ἐγκυκλίου, εἴτε δι’ ὀλίγων λέξεων, διότι εὑρίσκεται ὑπὸ καταπιέσεις ὁ λαὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἴσως οὔτε ἐγκύκλιος δὲν δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν περιῆλθον ταῦτα εἰς γνῶσίν του, καὶ ἂν θέλει λάβει μέτρα, καὶ τίνα, ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γίδας ἔχει τὸν λόγον.
§38ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ προηγοῦμαι ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Ἀφοῦ εἰς τόσους ἄλλους ἐδώσατε τὸν λόγον, διατὶ δὲν θέλετε νὰ τὸν λάβω καὶ ἐγώ;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δὲν θέλετε νὰ ἤμεθα ἐν τάξει;
§40ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ χθὲς ἡ ἀταξία εἰς βάρος μου ἔληξε, καὶ σήμερον εἰς βάρος μου θέλετε νὰ καταλήξῃ;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ κάμω ἀταξίαν πρὸς χάριν σας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ ἐπαναλάβω ἄλλην φοράν. Ὁρίστε, ὁμιλήσατε.
§42Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, Κύριοι, πρὶν ἢ ζητήσῃ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, συνεπείᾳ τῶν ὅσων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κριεμάδης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας. Συμβαίνει νὰ συνδέωμαι καὶ ἐγὼ πρὸς διαμέρισμά τι τῆς Θεσσαλίας, διότι πολλοὶ συγγενεῖς μου κατοικοῦσιν ἐκεῖ, καὶ κατοικοῦσιν εἰς τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεστράφη τελείως ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν Βουλήν. Πολλάς, Κύριοι, ἀκούομεν διαμαρτυρίας ἀπὸ μέρους τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ τῆς δυσπραγίας, εἰς ἣν περιῆλθον οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τοῦ τόπου ἐκείνου. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἅπαντες οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος δυσπραγοῦσιν οἰκονομικῶς, διότι οὐδέποτε οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη περὶ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, καὶ ὁσάκις ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας λαμβάνηταί τι μέτρον περὶ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, τὸ μέτρον τοῦτο καταλήγει εἰς βάρος αὐτῶν. Τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, διότι οὐδέποτε ἐμεριμνήσαμεν φιλοστόργως περὶ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, μόνον δ’ εἰς λόγους περιοριζόμεθα. Ἀλλ’ οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Θεσσαλίας διατελοῦσιν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἕνεκα τῶν συμβάντων πρὸ ἐτῶν. Καθ’ ἃς ἠρύσθην πληροφορίας καὶ ἐξ ὑπαλλήλων ὑπηρετησάντων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐκ τῶν συγγενῶν μου τῶν μενόντων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐξ ἄλλων φίλων καὶ γνωρίμων μου κατοίκων Θεσσαλίας, οἱ Θεσσαλικοὶ πληθυσμοὶ δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Κύριοι, ὑπάρχει τάξις Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου οὐδὲν ἔχασαν, οὐδόλως ἐβλάβησαν.
§43ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία τάξις;
§44ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡρισμένα διαμερίσματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὀνομάσω τὰ διαμερίσματα ταῦτα, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ προκαλέσω προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις. Γνωρίζω λοιπόν, ὅτι διαμερίσματά τινα τῆς Θεσσαλίας οὐδόλως ἐβλάβησαν ἐκ τοῦ πολέμου, ἄλλα ἐβλάβησαν ὅπως δήποτε, καί τινα κατεστράφησαν τελείως.
§45ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ λέγετε «οὐδόλως»;
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Καρδίτσα τί ἔπαθε;
§47ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Καρδίτσα δὲν ἐβλάβη διόλου, μᾶλλον δ’ ἐπλούτησεν ἐκ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ (διακοπαί).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§49ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ ἀκούομεν, συχνότατα, Κύριοι, διαμαρτυρίας ἕνεκα τῆς ἀμεριμνησίας τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον, καὶ αἱ διαμαρτυρίαι αὗται προέρχονται ἀπὸ μέρους τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, καὶ μένουσιν αἱ διαμαρτυρίαι αὗται χωρὶς οὐδὲν μέτρον νὰ ληφθῇ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν τελείως καταστραφέντων. Εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἅπαντες οἱ Θεσσαλοὶ καὶ διὰ τὰς μικρὰς βλάβας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, καὶ τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ἐπιτρέπει· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπάναγκες καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀμέσως πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν τελείως καταστραφέντων Θεσσαλῶν. Καταστραφέντες δὲ Θεσσαλοὶ εἶναι οἱ κατοικοῦντες τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα, ὅθεν διέβη ὁ τουρκικὸς στρατὸς, ἰδίως δὲ τὰ διαμερίσματα τὰ ὁποῖα πρῶτα ὑπέστησαν τὴν ὁρμὴν τῶν ἀτάκτων τουρκικῶν στιφῶν. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων δὲν εὗρον στέγην, δὲν εὗρον ἄρτον, δὲν εὗρον σῖτον, δὲν συνέλεξαν ἀπὸ τοῦ πολέμου ἄχρι σήμερον καρποὺς γεωργικούς, τὸ δάνειον δὲ, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐχορήγησεν ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον,—τῷ 1898, νομίζω,—τὸ ἥρπασαν οἱ δανεισταὶ τῶν πτωχῶν ἐκείνων καταστραφέντων, οἱ ὁποῖοι εἰσέτι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, εἶναι ἄστεγοι, νήστεις, ῥακένδυτοι, δὲν ἔχουσι δὲ τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας τῶν ἀγρῶν! Ἐκεῖνα τὰ μέρη λοιπὸν εἶναι ἄξια τῆς συντόνου προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη ἔχουσιν ἐπείγουσαν καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην πάσης συνδρομῆς, καὶ περὶ ἐκείνων πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα, διότι ὄχι μόνον εἶναι ὑπόδουλοι εἰς τὰς χεῖρας τῶν δανειστῶν των, καὶ ἐξ ἐκείνων ἐξαρτᾶται καὶ ἡ προσωπικὴ αὐτῶν ἐλευθερία, ἀλλὰ μένουσι καὶ ἄνευ ἀλεύρου, ἄνευ ἀροτριώντων κτηνῶν, ἄνευ ἐνδυμάτων, ἄνευ ἄρτου, ἄνευ στέγης. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, μέρη τινὰ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου καὶ ἰδίως ἡ κωμόπολις Καζακλὰρ κατεστράφη τελείως, πυρποληθεισῶν τῶν οἰκιῶν αὐτῆς, καταστραφεισῶν ὅλων τῶν περιουσιῶν, κινητῶν καὶ ἀκινήτων. Τὰ δάση τοῦ Καζακλὰρ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξυλεύοντο οἱ κάτοικοι καὶ ἐθερμαίνοντο, κατεστράφησαν, δὲν ἔμειναν δὲ, παρὰ τὰ χώματα τῆς γῆς, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἐπίσης τὴν αὐτὴν καταστροφὴν ὑπέστη διαμέρισμά τι τῆς Λαρίσης, κατεστράφησαν τὰ Φάρσαλα, ὁ Δομοκὸς, τὸ Βελεστῖνον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσιν, ὅπως θεραπευθῶσιν ἐκ τῶν 3½ ἑκατομμυρίων, (δὲν ἠξεύρω πόσα εἶναι διαθέσιμα ἐκ τοῦ δανείου) αἱ ἀπόλυτοι ἀνάγκαι τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν τελείως. Γνωρίζω συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ πολέμου εὐημέρουν ὅπως δήποτε, καὶ μετὰ τὸν πόλεμον εὑρίσκονται εἰς ἀδυναμίαν, ὅπως πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ταῦτα ἴσως ἁρμοδιώτεροι νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ πολλάκις τὰ ἀνεκοίνωσαν, ἀλλ’ οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐλήφθη ῥιζικόν τι μέτρον, διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνὰ πᾶσαν σχεδὸν συνεδρίασιν ἀνακινοῦσι τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα, καὶ κατέρχονται τοῦ βήματος, ἐπαναπαυόμενοι ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ ὡς μοὶ γράφουσιν ἐκ Θεσσαλίας, ἐκεῖ φρονοῦσιν, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπευθύνουσιν ἐπερωτήσεις, ἵνα δικαιολογῶνται ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένουσιν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ῥιζικόν τι μέτρον (διακοπαὶ καὶ θόρυβος). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν συνέβαινε νὰ ἦμαι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, δὲν θὰ ἠνειχόμην οὔτε ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἦμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἐθεραπεύοντο αἱ ἐπείγουσαι αὗται ἀνάγκαι τῶν συμπολιτῶν μου (Θόρυβος). Ὑποβάλλετε ἐπερωτήσεις καὶ γνώμας, καὶ οὐδέποτε ἐπιμένετε εἰς τὰς γνώμας αὐτάς. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει, ὅπως ἐγὼ μὲ τὴν Θεσσαλίαν, διότι ἄπειροι συμπολῖταί μου κατοικοῦσιν ἐκεῖ (Θόρυβος).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§51ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον, Κύριοι, ἀνθρώπους εὐημεροῦντας πρότερον, δυστυχοῦντας ἤδη καὶ δακρύοντας, διότι ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν τύχην των. Λυποῦμαι πολὺ δὲ, διότι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ πράξω ἄλλο τι, καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα, τὸ ἔπραξα ἐκ τῆς συγκινήσεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ἕνεκα τῶν παραστάσεων τῶν κατοικούντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τυρνάβου συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι πρὶν εὐημέρουν καὶ ἤδη πένονται. Περαίνων τὸν λόγον, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ σύντονα καὶ ἀποτελεσματικὰ μέτρα, καὶ ὄχι νὰ περιοριζώμεθα εἰς λόγους καὶ μόνους λόγους.
§52ΤΟΠΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸ παντὸς ἄλλου.
§54ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος μᾶς ὕβρισε! πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑβρίσθη κανείς· ἐὰν ὑβρίζετό τις, ὁ Πρόεδρος ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Βουλευτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε τὰς ἰδέας του.
§56ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς κανένα πρὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἵνα ἀπαντήσῃ τις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Διατὶ θέλετε νὰ μεταβάλωμεν τὴν τάξιν;
§58ΤΟΠΑΛΗΣ. Αὔριον θὰ ἀπαντήσωμεν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, ὅταν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητήσητε τὸν λόγον, ἀλλὰ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως διευθύνω ἐγώ. Ὁρίστε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§60Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ἴδε Παράρτημα). (Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος παραχωρεῖ τὴν ἕδραν του εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Ἀλέξ. Μ. Κανάρην, καὶ ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εὑρέθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ διαψεύσῃ ὅ,τι ἐγὼ ἐβεβαίωσα ἐπισήμως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου, τουτέστιν ὅτι θὰ ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντά μου κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς οὐδένα, οὔτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, οὔτε ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, νὰ παραπονεθῇ. Διέταξα αὐστηρῶς νὰ τηρηθῇ ἄκρα ἀμεροληψία κατὰ τὴν εἴσοδον τῶν ἀκροατῶν εἰς τὰ ἀκροατήρια, αὐστηρότερον δὲ νὰ τηρηθῇ τοιαύτη διὰ τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου, νὰ τηρῆται δ’ ἐπίσης πλήρης ἀμεροληψία εἰς τὴν διανομὴν τῶν εἰσιτηρίων, ἐφαρμοζομένου τοῦ Κανονισμοῦ ἀκριβῶς. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν πάλιν, ὅτι χθὲς μοὶ ἐγένετο παράπονον παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι συνελήφθη εἷς, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ὅπλον, καὶ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακὰς, ἀφαιρεθέντος τοῦ ὅπλου του. Εἶπον εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι καλῶς ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ διαπληκτίζωνται ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Πρέπει νὰ γνωρίσουν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ προσέρχωνται ἐνταῦθα μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου σεβασμοῦ πρὸς τὸ Ἐθνικὸν Συνέδριον, πρέπει νὰ κάθηνται ἐκεῖ (δεικνύει τὰ θεωρεῖα) χωρὶς ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς· νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ ἀκούωσι τὰς συζητήσεις μόνον, καὶ ν’ ἀποκομίζωσι τὰς ἐντυπώσεις των. Μὲ παρεκάλεσε νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἢ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς φρουρᾶς, νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν ἀξιωματικὸν, μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ τοῦτο. Νομίζω ὅτι κατὰ τοῦτο ἔπραξα καλῶς, διότι ἐπὶ τέλους ὁ πολίτης ἐκεῖνος δὲν ἔπραξε πρᾶξιν συνεπαγομένην τὴν προφυλάκισίν του. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐζήτησε νὰ ἀποδώσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς μεροληψίαν τοῦ Προέδρου. Ἐννοεῖται ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἄνευ τῆς διαταγῆς τοῦ Προέδρου ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, εἴτε ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ. Διαβεβαιῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δι’ οὐδένα λόγον θὰ παραβῶ τὸ καθῆκόν μου, διότι ἔχω ἀκριβῆ ἰδέαν τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, εἰς ἣν μὲ ἐθέσατε, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διότι ἔχω πλήρη συναίσθησιν τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἱστάμην καὶ πρὶν ἀνέλθω εἰς τὴν θέσιν ταύτην.
§62Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἴτε καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀντελήφθην χθὲς τὸ πρᾶγμα, εἶμαι ἠναγκασμένος, χάριν τῆς ἀληθείας καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος καὶ τῆς ἀξιοπρεπίας τοῦ ἀναλαβόντος τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπω ὅσα εἶδον καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς τοῦτο. Τοὺς ἀτακτήσαντας, ἕνα ἢ δύο, ἐκράτησεν ὁ φρούραρχος τῆς Βουλῆς. Ἐπληροφορήθη ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι εἷς ἢ δύο κρατοῦνται, καὶ παρήγγειλε νὰ τοὺς ἀπολύσουν. Βεβαίως ὁ κρατηθεὶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνελήφθη φέρων ὅπλον. Τὸ ζήτημα γεννᾶται ἐνταῦθα, καὶ ἐρώτημα δικαίως προβάλλεται. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἀπέλυσε τοῦτον, καὶ κατὰ τοῦ Προέδρου δὲν δύναταί τις νὰ ἀπευθύνῃ μομφὴν, ὅτι παραβιάζει τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ δικαιοῦται ὁ κ. Πρόεδρος νὰ παρατείνῃ τὴν κράτησιν; Οὐχὶ, λέγουν οἱ γνωρίζοντες τὰς νομικὰς διατάξεις, διότι τὸ φέρειν ὅπλα εἶναι παράβασις πταισματικὴ, ἡ ὁποία δὲν ἐπάγεται προφυλάκισιν. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος ἀπ’ εὐθείας, ἢ διὰ τοῦ γραφείου αὑτοῦ, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν καὶ καταγγελίαν κατὰ τοῦ συλληφθέντος εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἐπὶ παρανόμῳ ὀπλοφορίᾳ. Τὸ ζήτημα, ἂν ὄντως ὁ ἀστυφύλαξ, ὁ συλλαβὼν τὸν ὀπλοφοροῦντα πολίτην, ἐτιμωρήθη ἢ ἐφυλακίσθη, βεβαίως δὲν εὐθύνει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι οὗτος δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ πράξῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως. Τὸ ἕτερον δὲ γεγονὸς, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτὴς, συνέβη οὕτω. Πολλοὶ δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην ὥραν θὰ συνήρχετο σήμερον ἡ Βουλή, ὅτε δὲ ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, τὰ θεωρεῖα ἦσαν κενά, ὁ δὲ Πρόεδρος διέταξεν, ὅπως ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι καὶ ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος εἰς τὰ θεωρεῖα· ἀλλὰ παρῆλθον 10 λεπτά, ἢ καὶ ἓν τέταρτον, ὅπως εἰσέλθωσιν ἀκροαταί. Χθὲς δὲν ἀντελήφθησαν οἱ ἀκροαταὶ τῆς νέας ταύτης μεταβολῆς τῆς ὥρας. Ὥστε ἀδίκως ἀπεδόθη εὐθύνη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ ἠνάγκασε τοῦτον νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τῆς προεδρικῆς ἕδρας εἰς τὸ βῆμα. Ὤφειλον νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς τὸν φίλτατόν μοι κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, διότι ἐπὶ τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποδώσῃ τις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι διέπραξε παρὰ τὸ καθῆκον αὑτοῦ.
§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀδίκως ἐγκατέλιπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τὴν θέσιν του...
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε.
§65Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπε χθές, παραπονούμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἠγόρευον, ὅτι παρεξέκλινα τοῦ θέματος, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶ εἰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ λόγου, ὅστις προεκάλεσε τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, διότι οὕτω συμβαίνει εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια, προκειμένου περὶ παραιτήσεως Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡ παραίτησις ἡ ἰδική μου δὲν εἶναι παραίτησις τυπική, δὲν εἶναι παραίτησις, ἥτις δύναται νὰ μὴ ἔχῃ κινδυνώδη ἀποτελέσματα διὰ τὴν Πολιτείαν. Εἶναι παραίτησις, τῆς ὁποίας οἱ λόγοι ἐὰν ἐφαρμοσθῶσιν, ἐὰν δηλαδὴ ἡ βάσις, ἥτις προεκάλεσε τὴν ἀπομάκρυνσίν μου, γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς θὰ κλαύσωσι πολλάκις, διότι ἡ ψῆφος αὐτῶν ἔγεινεν αἰτία τοῦ μεγάλου πρὸς τὴν πατρίδα κακοῦ· διότι πρόκειται μετὰ μικρὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, γινόμενον νόμος, θέλει προκαλέσει τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς. Διὰ ν’ ἀποφύγωμεν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, καὶ τὸ νὰ τολμήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, νομίζω ὅτι καθῆκον ἀπαραίτητον ἦτο εἰς ἐμὲ νὰ καταστήσω γνωστὰ εἰς ὑμᾶς τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ προτερήματα τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου, ὅστις προεκάλεσε τὴν ἀπομάκρυνσίν μου, ἵνα ἦσθε ἐκ τῶν προτέρων ἐν γνώσει, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω ν’ ἀποσοβήσωμεν τὸ μέγα κακὸν, ἀλλὰ καὶ ἂν τολμήσῃ, ν’ ἀποκρούσητε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ· καὶ διὰ τοῦτο προέβην εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν ἀκραιφνῆ ὑμῶν πατριωτισμόν. Διότι, ἐὰν ἐπίστευον, ὅτι ἡ φωνή μου εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἤθελον μείνῃ εἰς τὸ ἐδώλιόν μου, χωρὶς νὰ δώσω προσοχὴν εἰς τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, οὗ ἀπετέλουν μέρος. Εἶπον καὶ χθὲς εἰς τὸν ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴν, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόκλησίν του, λέγω καὶ σήμερον, ὅτι εἰς ἐμὲ τὸ ἀξίωμα οὐδεμίαν κάμνει ἐντύπωσιν, ὅταν δὲν συμπαρακολουθοῦν καὶ πάντα τὰ καταρτίζοντα τὸ ἀξίωμα τοῦτο.
§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω λοιπὸν καθῆκον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω· καὶ τόσον αἰσθάνομαι, ὅτι ὅ,τι λέγω καὶ συναισθάνομαι εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅσον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κρατῶ ἐπὶ τόσας ἡμέρας τὴν προσοχήν σας ἀμέριστον. Βεβαίως τὰ δημοσιεύματα ἐν ταῖς ἐφημερίσι δὲν προεκάλεσαν τὴν περιέργειαν ὑμῶν, ὥστε τὰ ἐδώλια σχεδὸν πάντα νὰ πληρῶνται διὰ τῆς παρουσίας ὑμῶν, ἀλλὰ διότι καὶ σεῖς αὐτοὶ ἐγνωρίσατε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σημαντικὸν, καὶ ἐπιστεύετε ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ θὰ εὕρητε ὅ,τι ἐφαντάζεσθε ὅτι θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο συνέρχεσθε ἐν καιρῷ, καὶ συνέρχεσθε ὅλοι. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἀπέναντι τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας θὰ ὑποταχθῶσιν οἱ πάντες, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω τὰ πράγματα, καὶ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ σώσω τὴν πατρίδα μου, διὰ νὰ γείνῃ τὸ ἔργον μου νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ νὰ ἴδω ἐφαρμοζόμενον τὸ ἔργον μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταδείξω εἰς ὑμᾶς τὴν δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τοῦτο τὸ Κράτος θέλει ὑποβληθῆ. Ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι, ἂν τὸ ἔργον μου τοῦτο ἐφαρμοσθῇ, χωρὶς νὰ προκύψωσιν αἱ ἀπαραίτητοι μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι εἰς πάντα στρατὸν συμβαίνουσιν, ἂν, λέγω, ἄρτιον καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἔργον μου ἤθελε γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελον ἀπαιτηθῆ 22,000,000 δρ. Ἀλλὰ μὲ τὴν ποσότητα ταύτην εἰσερχόμενον τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελε προξενήσει κατάπληξιν, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετε τὸ Κράτος, καὶ τῆς ἀρχῆς, ἥτις καθιερώθη, δι’ οὐδὲν τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων νὰ σκέπτωνται περὶ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ πάντοτε, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων, νὰ στρέφωνται πρὸς τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα. Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ μὴ παραστῶ ἐνώπιον ὑμῶν μὲ τὸ ποσὸν τῶν 22,000,000, καὶ αἱ μελέται μου μὲ ἔφεραν εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐξοδεύεται σήμερον, χωρὶς τὸ παράπαν τὸ ἔργον αὐτὸ ν’ ἀλλάξῃ τὴν βάσιν του. Δὲν θὰ σᾶς ὁμιλήσω μὲ μόνον λόγους, θὰ σᾶς ὁμιλήσω μὲ δεδομένα, διὰ νὰ δύνασθε νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ ἀληθοῦς χωρὶς νὰ κοπιάσητε. Τὰ 22,000,000 ἦσαν προϋπολελογισμένα ἐπὶ τῇ βάσει δυνάμεως στρατοῦ ἐν ὅλῳ 29,649. Τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῆς δυνάμεως περιώρισα εἰς τὸν σημερινὸν, ὅστις συμποσοῦται εἰς 22,000. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ μου ἐπὶ τῇ παραδοχῇ τῆς σημερινῆς δυνάμεως εἶναι ἀκριβῶς ἡ σημερινὴ, σὺν τῇ προσθήκῃ τῇ ἀπαιτουμένῃ ἐκ τοῦ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἵνα κατ’ ἀκολουθίαν προσδιορισθῇ ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ μου, δὲν ἔχομεν προφανῶς ἢ νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τοὺς ἐπὶ πλέον ἀξιωματικοὺς δαπάνην, ἥτις ἀνέρχεται ἐπακριβῶς εἰς 1,402,200 δρ. Πρὸς κάλυψιν τῆς δαπάνης ταύτης εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐξεύρω πόρους, καὶ πρὸς τοῦτο ἐτροποποίησα ἄρθρα τινὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περὶ ἀντισηκωμάτων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προσέθηκα ἴδιον ἄρθρον, καθ’ ὃ οἱ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ, ἐκ τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, ὑπόκεινται καὶ εἰς πρόστιμον δραχμῶν 300. Ἡ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν ἀντισηκωμάτων καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ χρηματικοῦ προστίμου εἴσπραξις, ὑπὸ τοὺς αὐστηροτέρους ὅρους ὑπολογισθεῖσα, ἀποφέρει ἔσοδα ὑπὲρ τοῦ Κράτους 978,540 δραχμάς. Ἐτροποποίησα ἐπίσης τὸ 62 ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων δικαιοῦνται εἰς ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημίωσιν, ἐφ’ ὅσον ἐργάζονται ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ, ὡς ἑξῆς: «Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον ἐνεργεῖ τὰς κληρώσεις τῶν στρατευσίμων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ». Ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου προκύπτει οἰκονομία ἐξ 800 χιλιάδων δραχμῶν, ὅσαι δηλονότι δαπανῶνται κατ’ ἔτος δι’ ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων. Καθώρισα ἐπίσης δι’ ἰδίων νόμων τὸ ἀμετάθετον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ ἀκίνητον τῶν σωμάτων. Διὰ τῶν νόμων τούτων προέρχεται οἰκονομία κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 200,000 δραχμῶν, ἀφοῦ εἰς τοὺς ἑκάστοτε προϋπολογισμοὺς ἀναγράφεται πίστωσις δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ μετασταθμεύσεις 300–350 χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μάλιστα πρέπει νὰ ἀναγνώσητε μετὰ προσοχῆς, διότι ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ μετακινῇ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅπερ χωρίζει τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν κομμάτων καὶ τὸν παραδίδει εἰς μόνον τὸν νόμον, διότι καθορίζει ὑπὸ ποίας περιστάσεις καὶ συνθήκας λαμβάνουσι χώραν αἱ μετακινήσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Θὰ εὕρητε, ὅτι αἱ μετακινήσεις τότε μόνον διαπράττονται, ὅταν ἐξέλθωσιν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος καὶ συμπληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις. Κατὰ ἓν ἄρθρον μοναδικόν, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἡ πρώτη κατάταξις τῶν ἀξιωματικῶν, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ὀργανισμοῦ, θὰ λάβῃ χώραν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως Συμβουλίου ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ, τῶν μεραρχῶν καὶ τοῦ ταξιάρχου τοῦ ἱππικοῦ, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀτόμων. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ἄλλη μεταβολή, εἰμὴ μόνον ὅταν ἀξιωματικὸς ἀποστρατευθῇ, ὅταν ἀξιωματικὸς ταχθῇ εἰς ἀπόταξιν, ὅταν ἀξιωματικὸς ἀποθάνῃ, καὶ ἐν χρόνῳ, τὸν ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ καταλαμβάνουσι τὰς κενωθείσας θέσεις. Ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν μῆνας ἐκπαιδεύσεως, μετάθεσις σωμάτων δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς μῆνας τούτους. Αἱ μεταθέσεις, κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ εἰς τοὺς βαθμοὺς τοὺς κατωτέρους, θέλουσι λαμβάνει χώραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῆς μεραρχίας. Κατὰ συνέπειαν τὸ Κράτος δὲν ὑποβάλλεται εἰς καμμίαν δαπάνην, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεταθέσῃ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, κατὰ τοὺς μῆνας τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀξιωματικοὺς ἐκ τῆς θέσεώς των, καὶ ἂν ἀκόμη κενωθῶσι θέσεις. Μετὰ τοὺς μῆνας τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁπότε τελειώνει ἡ ἐπιθεώρησις, τότε γίνονται προβιβασμοί, καὶ συμπληροῦνται αἱ κεναὶ θέσεις. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ μετακινήσεις ἀξιωματικῶν ἐξοδεύονται 455,000 δραχμαί. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ἀνεγράφη πίστωσις 310,000 δραχμῶν. Ἐγὼ ὑπολογίζω μόνον 300,000 δραχ. ὅτι ἐξοδεύονται χάριν τῶν μετακινήσεων τούτων. Λαμβάνων τὸν μέσον ὅρον, λέγω ὅτι διὰ τὰς μετακινήσεις τῶν ἐκ τοῦ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον συνέταξα, θὰ ἐξώδευον 78,000–80,000. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνεβίβασα τὸ ποσὸν εἰς 100 χιλιάδας, καὶ θέλομεν ἔχει ἐξ αὐτοῦ πλεόνασμα 200,000, καὶ οὕτως ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν τούτων εἰς 1,640,700, καθόσον, ἐκτὸς πάντων τούτων, διὰ τοῦ περὶ ἐπιμελητείας νομοσχεδίου καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἄρτου ἐν στρατιωτικοῖς ἀρτοποιείοις οὐ μόνον θὰ ἐτρέφετο καλλίτερον ὁ στρατὸς, ἀλλὰ θὰ εἴχομεν καὶ οἰκονομίαν 382,250 δραχμῶν, κατὰ ὑπολογισμοὺς ἀκριβεστάτους καὶ ἀναμφισβητήτους. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι τὸ Κράτος, ἐφαρμοζομένου τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν συναφῶν αὐτῷ, θὰ ἦναι δυνατὸν εὐθὺς ἀμέσως νὰ πλουτίσῃ τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ μὲ τοὺς 466 καὶ πλέον ἀξιωματικούς; Καὶ ἂν θελήσῃ, Κύριοι, οἱοσδήποτε ἐκ τῶν Ὑπουργῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν στελεχῶν εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, καθίσταται ἀδύνατον, διότι τὰ κατώτερα στελέχη, ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν μᾶς δίδει τὸν ἀριθμόν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ ἔχωμεν τοὺς 466 ἐπὶ πλέον ἀξιωματικούς· οὔτε αἱ Σχολαὶ μᾶς δίδουσιν ἀριθμὸν ἐπαρκῆ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν εὐθὺς ἀμέσως τοὺς 466 ἀξιωματικοὺς νὰ τοὺς παραδώσωμεν εἰς τὸ στράτευμα, διότι αἱ Σχολαὶ μᾶς δίδουσι μόνον 50 ἀξιωματικοὺς τὸ ἔτος, ἀλλὰ 50 ἀξιωματικοὶ τὸ ἔτος ἀρκοῦσι μόνον νὰ πληρώσωσι τὰ κενά, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ὁ χρόνος. Ἀλλὰ εἰς ποῖον μέτρον ἀκόμη προέβην διὰ νὰ καταστήσω ἐφικτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ψήφισιν καὶ τὴν παραδοχὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου; Δι’ ἄρθρου τελευταίου ζητῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἔργου τούτου ἀρτίου τμηματικῶς, εἰς τέσσαρα ἔτη. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἔτος, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ποῖαι θὰ ἦναι αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους, ὅπερ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὸν στρατόν του κατηρτισμένον συμφώνως πρὸς τοὺς τεχνικοὺς ὅρους, δηλαδὴ κατὰ τὴν διαίρεσιν, ἣν μᾶς καθώρισεν ὁ τελευταῖος πόλεμος, τῶν μεραρχιῶν, τὸ τεχνικὸν μέρος τοῦ ὀργανισμοῦ θέτω διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς εἰς ἐφαρμογὴν, διατηρῶ τὰ σώματα ὅπως ἔχουσι, μὲ τὰς αὐτὰς δυνάμεις, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὸν κατόπιν χρόνον, ἤτοι, ὁπόταν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, πραγματοποιηθῶσι, τότε ἡ Βουλὴ, γνωρίζουσα τί δύναται νὰ ἐξοδεύσῃ, νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀκολούθου τμήματος τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ πόλεμος ὁ διεξαχθεὶς μᾶς παρέχει τὸ δεδομένον, ὅτι παρετάξαμεν εἰς τὰ δύο θέατρα τοῦ πολέμου τέσσαρας περίπου μεραρχίας... Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἐκπλήττεται ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς, ἔχω ἀνάγκην νὰ τοῦ ἐνθυμίσω, ὅτι, μολονότι μελετᾷ, ὡς ἐγώ, πάντα τὰ προερχόμενα ἂν ὄχι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοὐλάχιστον τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, τὸν παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνου, καὶ θέλει ἴδει, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνεγνωρίσθησαν ἐπισήμως τρεῖς περίπου μεραρχίαι· διότι αἱ μὲν δύο ἦσαν συγκεκροτημέναι καὶ ὠνομάσθησαν, μένει δὲ ἡ εἰδικὴ ταξιαρχία καὶ τὸ σῶμα τὸ ὑπὸ τὸν Τερτίπην ἐξ αὐθυπάρκτων ταγμάτων, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις ἦτο ἰσάριθμος καὶ πλέον ἴσως τῆς κανονικῆς δυνάμεως ταξιαρχίας. Μία δὲ μεραρχία παρετάχθη, ὡς γνωστόν, ἐν Ἠπείρῳ. Ἐὰν πρὸς τούτοις λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν στρατὸν, ὅστις ὑπῆρχεν ἐν Ἀθήναις, θὰ εὕρητε, ὅτι ἔχομεν καὶ τὴν πέμπτην μεραρχίαν. Οἱ κανόνες μᾶς διδάσκουσιν, ὅτι ὁ ἐν εἰρήνῃ στρατὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀπαιτούμενα ἐν πολέμῳ, καὶ διὰ τοῦτο διῄρεσα τὸν στρατὸν εἰς πέντε μεραρχίας, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ἀκόμη νὰ ἔχωμεν σώματα στρατοῦ. Διὰ τὴν ταχεῖαν δὲ ἐπιστράτευσιν καὶ συγκέντρωσιν ἀνεγνώρισα τὸ ὀρθὸν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἐν τῷ τεύχει αὑτοῦ ὁ διαπρεπὴς συνταγματάρχης κ. Λυκούδης, τὸ τῶν στρατολογικῶν περιοχῶν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἔχω πλῆρες τὸ ἔργον κατὰ τὴν ἐπιστήμην. Ἔχω πλῆρες τὸ ἔργον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶ, πῶς θὰ ἠδυνάμην τὸν στρατὸν τοῦτον νὰ τὸν περιορίσω εἰς μόνην τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ, ἀποφεύγων οὕτω καὶ τὸν πόλεμον, ὅστις κατὰ τοῦ στρατοῦ γίνεται, συρομένου αὐτοῦ εἰς τὴν κομματικὴν παλαίστραν. Πρὸς τοῦτο συνέταξα τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω προηγουμένως, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὸν στρατὸν ἀπὸ πάσης ἐπιρροῆς. Καὶ τὸ μὲν ἓν τῶν νομοσχεδίων ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀμετάθετον τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπὸ συνθήκας, τὰς ὁποίας προβλέπει καὶ καθορίζει τοῦτο, καὶ μία τούτων εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, ἐκ τῆς ὁποίας πηγάζουσιν αἱ οἰκονομίαι. Ἡ ἄλλη συνθήκη εἶναι, ὅτι μετὰ τετραετίαν δύναται νὰ γείνῃ μετάθεσις ἀμοιβαία τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ περιοχῆς εἰς περιοχὴν, τῇ αἰτήσει αὐτῶν καὶ ἐπὶ πληρωμῇ ὑπ’ αὐτῶν τῆς δαπάνης. Ἑτέρα διάταξις εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν μετάθεσιν ἀξιωματικῶν μετὰ τετραετίαν κατ’ αἴτησίν των, χωρὶς νὰ προέρχηται ἐξ ἀμοιβαίας μεταθέσεως, τῇ ἐγκρίσει τοῦ ἀρχηγοῦ, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι λόγοι, δι’ οὓς ἀξιωματικός τις νὰ μὴ δύναται νὰ μείνῃ εἰς τὸ σύνταγμα, εἰς ὃ εὑρίσκεται. Μίαν ἐλευθερίαν δίδω εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ αὐτὴν περιωρισμένην, τοῦ νὰ δύναται νὰ καλῇ τὸν ἀξιωματικὸν μόνον ἐπὶ 15 ἡμέρας, νὰ τὸν διαθέτῃ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας νομίζει, ὅτι δύναται οὗτος νὰ ἐκπληρώσῃ, ἀλλὰ μετὰ 15 ἡμέρας ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς ἢ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἢ, ἂν ἡ παρουσία του ᾖναι ἀναγκαία, νὰ τὸν τοποθετήσῃ ὁριστικῶς εἰς ταύτην. Ὁ νόμος λοιπὸν περιορίζει τὸν Ὑπουργόν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ περὶ μετασταθμεύσεως τῶν σωμάτων, ἐπειδὴ ἡ διαμονὴ τούτων καθορίζεται ὑπὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου εἰς ὡρισμένας περιοχὰς, ἀφ’ ὧν καὶ στρατολογοῦνται, ἄν ποτε ὑπάρξῃ ἀνάγκη μετασταθμεύσεως, αὕτη θ’ ἀποφασίζηται ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ ἐν τῷ πρακτικῷ θ’ ἀναγράφηται ὁ λόγος τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, δὲν εὑρίσκετε οὕτω πλήρη τὴν ἐγγύησιν εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὅτι ἀποδίδεται ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐπιθεωρήσεως, ὅπερ δεσμεύει τὴν πρόθεσιν παντὸς ἐπιθυμοῦντος ν’ ἀδικήσῃ ἀξιωματικὸν καὶ νὰ παρίδῃ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, παρεμποδίζων τὴν προαγωγήν του, καὶ Ὑπουργὸς ἂν ᾖναι, καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικός, καὶ Βασιλεὺς ἔστω. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιθεωρήσεως ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει ἐγγυήσεις τὰς ἑξῆς. Διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἱκανότης τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ἀντισυνταγματάρχης, ὁ διοικητὴς καὶ ὁ μέραρχος παρακολουθοῦσιν αὐτὸν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐν τῷ φύλλῳ ποιότητος αὐτοῦ ὁ διοικητὴς ἀναγράφει τὰς γνώμας αὐτοῦ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Μετὰ δὲ τὸ πέρας τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιθεωρήσεως ὁ συνταγματάρχης ὑποβάλλει τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ πρὸς τὸν μέραρχον μετ’ ἐκθέσεως σαφοῦς καὶ ὡρισμένης. Ὁ μέραρχος, ἐξετάζων τὰ φύλλα ποιότητος καὶ τὰς ἐκθέσεις, ὑποβάλλει αὐτὰς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν, μετ’ ἰδίας ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ὡσαύτως ἐκτίθεται ἡ γνώμη αὐτοῦ σαφὴς καὶ ὡρισμένη. Λαμβάνων ὁ ἀρχηγὸς πάντα ταῦτα, καὶ εὑρίσκων, κατὰ τὴν ἔρευναν αὐτῶν, διαφωνίαν γνώμης δι’ ἀξιωματικὸν, ὀφείλει νὰ μεταβαίνῃ αὐτοπροσώπως καὶ νὰ ἐξετάζῃ ἐπισταμένως τοὺς διαφωνοῦντας καὶ τὸν ἀξιωματικὸν, περὶ οὗ ἡ διαφωνία, ἵνα κρίνῃ καὶ ἐξαγάγῃ ἰδίαν γνώμην. Τὸ πόρισμα τῆς τοιαύτης ἐπιθεωρήσεως ὑποβάλλεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ μὲν, ἡ γνώμη εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἐν διαφωνίᾳ δὲ, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ πάντα ταῦτα πρὸς τὸν Βασιλέα, μετ’ ἰδίας γνώμης, ἐκτιθεμένης ὡσαύτως σαφῶς καὶ εὐκρινῶς. Οὕτω, Κύριοι, ἐξελεγχομένης τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, βεβαίως ἐξασφαλίζεται οὗτος ἐντελῶς. Ἡ σημερινὴ διαδικασία ὁμοιάζει μὲ τὴν Ἱερὰν Ἐξέτασιν, διότι ὑποβάλλων ὁ διοικητὴς γνώμην κατ’ ἀξιωματικοῦ, περιορίζει ταύτην εἰς δύο λέξεις: «θεωρῶ τοῦτον μὴ ἔχοντα τὰ πρὸς προαγωγὴν στοιχεῖα», ἀδιάφορον δὲ, ἂν ἡ γνώμη του εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὸ κάτοπτρον, ὅπερ εἶναι τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀδιάφορον ἂν ἐκεῖ ἐκθέτει ἄλλας γνώμας, ἀδιάφορον ἂν μηδεμίαν ἐπέβαλε τιμωρίαν. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συντάσσεται σήμερον καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡ ἔκθεσις· ὁ δὲ Ὑπουργὸς, καὶ ἂν διαφωνῇ, οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ. Οὕτω λοιπὸν, Κύριοι, ὄχι μόνον ἐξασφαλίζεται ἡ ἱκανότης τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ καὶ οὗτος, ὡς ἐκ τῆς διαδικασίας ταύτης, ἀναγκάζεται νὰ ἐπιμελῆται τῆς μορφώσεως αὐτοῦ. Πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο τὸ νομοθετικὸν μέρος ἀνταπεκρίθην εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐντολέων μου, καὶ ἂν ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδω τὰ νομοσχέδια ταῦτα καθιστάμενα νόμους τοῦ Κράτους, βεβαίως θὰ ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδω ἡμέραν τινὰ τὴν πατρίδα μου ἀναλαμβάνουσαν ἐκ τῆς ταπεινώσεως, εἰς ἣν περιῆλθε κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, καὶ ἐπειδὴ πρὸς ἀντιπροσώπους ἐπιδιώκοντας τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος ὁμιλῶ, καὶ πρὸς αὐτοὺς τὸ ἔργον μου τοῦτο ἔδωκα, γνωρίζων ὅτι ἐπιδιώκουσι τὴν ἀναστήλωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους, εἶπον ὅτι τὰ νομοσχέδιά μου θὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους. Ἤδη μένει εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν νομίζει ὅτι συνταγματικῶς ἐπιτρέπεται, νὰ διορίσῃ τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα ἀρχηγὸν, ἢ ἄλλον τινά. Ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν διορίσῃ, οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἀδίκημα, οὔτε νὰ ἐκτραπῇ τῶν σαφῶν τούτων νόμων. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐδέχθην νὰ ἀναγράψω ἐν τῷ ὀργανισμῷ μου τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὸ Ἀρχηγεῖον. Ἤδη μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, διατὶ τοὐλάχιστον, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἐμὸς ὀργανισμὸς νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, διατὶ νὰ μὴ γείνωσι τὰ συναφῆ νομοσχέδια; Καὶ ἂν ἀληθῶς φιλοδοξοῦσι νὰ παρουσιάσωσι τὸν στρατὸν πλήρη καὶ ἕτοιμον πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, διατὶ δὲν δέχονται ν’ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς καθιερουμένας ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων τούτων; Ζητοῦσι ν’ ἀπομακρύνωσιν αὐτὸν τῶν κομμάτων καὶ νὰ παραδώσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, καὶ ὡς ἐγγύησιν μόνην πρὸς ἐπίτευξιν τούτου θεωροῦσι τὴν παρουσίαν τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ ἐπιθυμία αὕτη, ἀναλαμβάνοντος τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Διαδόχου μὲ τοὺς νόμους αὐτούς; Καὶ ἀποκηρύσσοντες τὰ νομοσχέδια ταῦτα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ὁ Διάδοχος, δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι ἀπεριφράστως ζητοῦν νὰ ἐγκαθιδρύσουν τὴν ἀπολυταρχίαν ἐν τῷ στρατεύματι; Δὲν ἠξεύρω ποίαν γνώμην ἔχουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ περὶ τοῦ ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑποχρεωθῇ ν’ ἀποδυθῇ εἰς ἀγῶνα πολεμικόν· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι οὐδεὶς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν δύναται νὰ εἴπῃ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἓν Κράτος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀπραξίαν ἐντελῶς, καὶ ὅτι οὐδέποτε θὰ θέσῃ τὸν στρατὸν ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, καὶ διὰ τοῦτο τρομάζω ἀπέναντι τῆς ἀναβολῆς, ἡ ὁποία ἐκ τῆς στάσεως, ἣν κατ’ ἐμοῦ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, προκύπτει. Ἀλλ’ ἂν ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ἔχω τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀμφίσσης καὶ εἰς τὰς χεῖράς μου ἤθελε κλονισθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, διατὶ, ἀφοῦ ἱκανὸς ἀξιωματικὸς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, διατὶ τὰ τοιαῦτα νομοθετήματα δὲν τὰ καθιστᾷ νόμους τοῦ Κράτους; καὶ διατὶ δὲν σπεύδουν εἰς τὴν ὀργάνωσιν, ἀλλὰ νομίζουσιν, ὅτι ἡ παρουσία ἑνὸς ἀτόμου διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, πληροῖ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην; Διατὶ συντελοῦσι, διατηροῦντες τὸ καθεστὼς, εἰς τὴν παράλυσιν, ἢ, κάλλιον εἰπεῖν, εἰς τὴν ἐξάρθρωσιν τοῦ στρατεύματος; Μήπως ἔχουν ἀπόφασιν νὰ καταστήσωσι τοῦτο ἀνίκανον, ὑπηρετοῦντες ἐπιβεβλημένην κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολιτικήν; Ἢ μήπως νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῶν λέξεων «νὰ χωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς» θὰ πείσωσι πάντας ἡμᾶς νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀποδεχθῶμεν, ὅπως διαιωνισθῇ εἰς τὸν στρατὸν ἡ κακοδαιμονία; Κατέρχονται εἰς κατηγορίας κατὰ τοῦ πολιτεύματος, τῶν πολιτευτῶν καὶ τοῦ στρατοῦ οἱ ἐπιδιώκοντες νὰ μεταχειρισθῶσιν αὐτὸν ὡς ὄργανον κατὰ τῆς πατρίδος. Μᾶς πιστεύουσι τόσον ἁπλοῦς ἴσως! Εἰς τοιαύτας κατηγορίας ἀσχολοῦνται οἱ θέλοντες νὰ διευκολύνωσι τὴν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἀνάληψιν τῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ, ἀξιωματικοὶ οἵτινες κατηνάλωσαν τὸν στρατιωτικὸν αὐτῶν βίον εἰς ἀρχιτεκτονικὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ ὅτε ἡ τύχη τοὺς μετέθεσεν εἰς ἄλλην κατάστασιν, ἐπίστευσαν, ὅτι ἦτο εὐκαιρία νὰ εἰσπηδῶσι, μετατιθέμενοι ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα, ἵνα ἀνέλθωσι τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα, τὴν στρατιωτικήν, συντάσσοντες μετὰ τόλμης τὸ σχεδιογράφημα τοῦτο, καὶ θέτοντες μετὰ θράσους τὴν σεβαστὴν τοῦ Διαδόχου ὑπογραφήν, σατανικῶς πείθοντες αὐτὸν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ ἔργον ἐκεῖνο, ἔργον ἐξυπηρετοῦν πρὸ πάντων τὰ συμφέροντα τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος, ὅπερ ἀνέλαβον δυστυχῶς ἐν τῷ προγράμματι αὐτῶν οἱ σήμερον κυβερνῶντες. Διὰ τοῦ ἔργου μου, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν συνεζήτησα, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶμαι μακρὰν τῆς ἐξουσίας, σᾶς παραδίδω ὅ,τι ἐζητήσατε, καὶ ὅ,τι ζητοῦσι κατ’ ἐπίφασιν καὶ ἐπιβούλως ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ἀναλάβωσι, πρὸς βλάβην τῆς πατρίδος, τὸν στρατὸν εἰς τὰς χεῖράς των. Δημιουργεῖται οὕτω στρατὸς καθ’ ὅλα ἕτοιμος καὶ ἱκανὸς ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἔθνους, δημιουργεῖται στρατὸς ἄνευ δαπάνης μεγάλης, διὰ τὴν ὁποίαν τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα ψεύδη ἐγράφησαν, δημιουργεῖται στρατὸς ἀσχολούμενος εἰς τὰ ἔργα του καὶ ἐξασφαλίζων τὸ Κράτος κατὰ παντὸς ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ κινδύνου. Ὅταν ἔλθωσι τὰ δυστυχήματα καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν καὶ πάλιν ὁ ἐχθρὸς φθάσῃ οὐχὶ εἰς τὴν Λαμίαν, ἀλλ’ εἰς τὰς Ἀθήνας, τότε θὰ ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους μου. Κύριοι, ἔδωκα ἀπολογίαν, καθ’ ὅ εἶχον καθῆκον, ἔδωκα τὴν εἰκόνα τῆς διευθύνσεώς μου κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δύνασθε νὰ κρίνητε ἐκ τῶν πραγμάτων, ἂν ἡ διοίκησίς μου ἦτο ἀξία τῆς τοιαύτης στάσεως τῆς ἐπιλοίπου Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ προκληθῇ ἡ ἀπομάκρυνσίς μου, ἢ ἂν τοὐναντίον ἐπεβάλλετο ἡ παραμονή μου, πρὸς συντέλεσιν τοῦ πρὸς ὃ ἐνετάλην ἔργου, πλήρους καὶ τελείου καὶ συμφώνου πρὸς τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ ἔθνους. Δύνασθε νὰ κρίνητε ἐκ τῆς ἐν περιλήψει εἰκόνος, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα, τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς διευθύνσεώς μου μέρους, ὅτι ἡ διεύθυνσίς μου ἐκείνη δὲν ὑπῆρξε πλημμελής. Καὶ δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι τὸ μέσον, ὅπερ ἐπενοήθη, ἵνα ἀποχωρήσω τῆς ἀρχῆς, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὀργανισμὸς καὶ μείνῃ οὕτω τὸ Κράτος ἄνευ στρατοῦ ὠργανωμένου, ἦτο μέσον, ἵνα μὴ γείνῃ καταληπτὸς ὁ σκοπὸς, ὅστις διέπει τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κρίνατε οὕτω μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν Κυρίων τούτων, καὶ ἴδετε πασιφανῆ τὴν διαφορὰν, καὶ ἐξετάζοντες τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1899 καὶ 1900, καὶ τὰ μέτρα, ἅπερ ἔλαβον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔθεσαν εἰς ἐφαρμογὴν, θ’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι οὐδὲν μέτρον, οὐδεμία ἰδέα, οὐδεμία ἀρχὴ διέπει τὰς σκέψεις καὶ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ μετὰ θάρρους οἱ Κύριοι οὗτοι ἐπελήφθησαν πάντων τῶν μέτρων καὶ προσεπάθησαν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι εἶχον ἰδέας, ὅτι εἶχον πρόγραμμα ἐφαρμόσιμον, καὶ ἐνῷ ἐπαρουσίασαν πράγματα τοῖς πᾶσι γνωστά, ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, ὡς πρόγραμμα αὐτῶν πρωτότυπον δῆθεν, ἐν τούτοις καὶ ἐπ’ αὐτῶν τούτων οὐδεμίαν ποτὲ ἔκαμαν μελέτην, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν εἶχον σκέψιν καὶ ἐπιθυμίαν, διότι εἶναι ἀνίκανοι νὰ συλλάβωσιν ἰδέας, μελετῶντες τὰ τοῦ Κράτους. Δὲν εἶχον μελετήσει, πῶς ἠδύναντο οἰκονομικῶς νὰ ἐφαρμόσωσι τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ ἕνεκα τούτου τοὺς εἴδετε ναυαγοῦντας ἐντὸς τοῦ λιμένος, δυστυχῶς ὅμως μετὰ τῶν Ὑπουργῶν θὰ ναυαγήσῃ καὶ τὸ ἔθνος! Δὲν ἐφήρμοσαν τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας, διότι, ἀνίκανοι ὄντες νὰ ἐξεύρουν πόρους, δὲν ἔχουν τοιούτους, ἵνα ἐφαρμόσωσιν αὐτοὺς, καὶ θὰ συνεχίσωμεν κατὰ συνέπειαν τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάστασιν. Παρακολουθήσατε, παρακαλῶ, τὰ καθυστερούμενα τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ τῆς μετὰ τοῦτο, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια ὑπάρχει διαφορά, ὅτι κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια τὰ καθυστερούμενα τὰ πρὸ τοῦ 1882 εἶναι ὀλιγώτερα τῶν μετ’ αὐτό. Θὰ κατανοήσητε ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ διοικητικὴ αὕτη κατάστασις, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ συντάσσωσι προϋπολογισμοὺς ἄνευ βάσεως, ἄνευ μελέτης τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι, τί ὑπάρχει ἀνεκμετάλλευτον, καὶ ἂν δύνανται καὶ πῶς νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶσι, χωρὶς νὰ παρακολουθῶσι τὴν ἀγοραίαν κίνησιν τοῦ Κράτους ἡμῶν, χωρὶς νὰ παρακολουθῶσι τὴν ἀγοραίαν κίνησιν τῶν ξένων Κρατῶν, ὅταν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ οἰωνοὺς συντάσσωνται οἱ προϋπολογισμοὶ, ἄνευ μελέτης τῆς ἱστορίας τῶν νόμων τῶν λειτουργησάντων παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ὅταν δὲν μελετῶνται ἐπαρκῶς καὶ δὲν διατίθενται καταλλήλως τὰ ἔξοδα τὰ διατιθέμενα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, βεβαίως θὰ ἔχωμεν οἰκονομικὴν καταστροφήν. Ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀστυνομίαν εἰς τὸ ὕψος αὑτῆς, ὅταν δὲν ἔχωμεν χωροφυλακὴν, δὲν δύναται ὁ πολίτης νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἀγρὸν αὑτοῦ, ἵνα καλλιεργήσῃ αὐτὸν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ λάβῃ πρόσοδον τοιαύτην, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ βίου του, τὰς τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν ἀπότισιν τῶν φόρων. Μετ’ οὐ πολὺ ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, καὶ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναδρομῆς εἰς τὸ 1899, θέλει ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου τούτων. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διατὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνέταξαν τοὺς προϋπολογισμούς, καὶ διατὶ θέλουσι τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ μένῃ ἄνευ διοικήσεως, ἄνευ στρατοῦ, καὶ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν του, καὶ διατὶ τέλος πάντων ζητοῦσι νὰ ἐγκαθιδρύσωσιν ἐν τῷ στρατεύματι τὴν ἀπολυταρχίαν; Αἱ σκέψεις αὗται καὶ οἱ συλλογισμοὶ μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκω, ὅτι πόλεμος μέγας γίνεται κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ἵνα παραστήσωσιν, ὅτι διὰ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀρθοποδήσῃ τὸ Κράτος. Κατηγοροῦσι τοὺς Βουλευτάς, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτι τοῦτο εἶναι ὁ μόνος κακὸς δαίμων τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἀληθὲς, ὅτι ἡμεῖς ἐπὶ τοιοῦτον εἴμεθα πεπωρωμένοι, ὥστε νὰ γείνωμεν αἴτιοι τῆς καταστροφῆς τοῦ τόπου; Καὶ ποῖα εἶναι τάχα τὰ συντελούμενα, ὥστε νὰ ἤμεθα ἄξιοι τῆς κατακρίσεως ταύτης; Εἰς τί τάχα ἐπεμβαίνομεν ἡμεῖς; εἰς ποῖον σημεῖον συναλλαγῆς ἐφθάσαμεν; ποῖος ἀπὸ σᾶς ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πρέσβυν, νομάρχην, τμηματάρχην;
§68ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μητροπολίτην;
§69Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μητροπολίτην, ἐλεγκτὰς τοῦ Συνεδρίου, προέδρους αὐτοῦ καὶ βασιλικὸν ἐπίτροπον, ἐφόρους πρώτης τάξεως, τελώνας πρώτης τάξεως; Ἐὰν ζητῆτέ τι, ζητεῖτε τὴν μετάθεσιν μικροῦ τινος ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος σκανδαλωδῶς φέρεται εἰς τὸν τόπον ὑμῶν ἐναντίον σας· τὸ δικαίωμα δὲ τῆς ἀμύνης σᾶς ἐπιβάλλει τοῦτο. Ἐὰν ζητήσητέ τι, ζητεῖτε τὴν μετάθεσιν ἀξιωματικοῦ ἢ ὑπαξιωματικοῦ παρανομοῦντος. Ἐὰν ζητῆτέ τι, ζητεῖτε τὸν διορισμὸν ἑνὸς γραμματέως Εἰρηνοδικείου, διότι ἔχετε καὶ σεῖς γνωστοὺς καὶ φίλους, ἱκανοὺς νὰ ἀναλάβωσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Καὶ ἀντὶ τοῦ ἀνταλλάγματος τούτου, τί ἠρνήθητε εἰς τοὺς κυβερνήτας τῆς πατρίδος ἡμῶν; Οὐδέν! Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ἀλλ’ ἂς μὴ ὀνομάσωμεν, ποῖοι ζητοῦσι τοὺς διορισμοὺς τῶν πρέσβεων, ποῖοι ζητοῦσι διορισμοὺς νομαρχῶν, ποῖοι τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοὺς προέδρους αὐτοῦ, ποῖοι ζητοῦσι τοὺς ἐλεγκτὰς αὐτῶν καὶ παρέδρους, ποῖοι ζητοῦσι τμηματάρχας. Οὐδένα ἀπὸ σᾶς εὑρίσκω ἀπολαμβάνοντα αὐτῆς τῆς τιμῆς, ἐκτὸς ἐλαχίστων, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, διότι δὲν ἦλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα προκαλέσω ἀντεγκλήσεις, ἀλλ’ ἦλθον, ἵνα ἀποδείξω τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῶν γιγνομένων. Εἰς τί λοιπὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι παραίτιον, ὅπως λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, τῆς κακοδαιμονίας τῆς πατρίδος; Εἰς οὐδέν. Ἀλλὰ δὲν παύουσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ ἐπισωρεύωσιν ἐπίθετα καθ’ ἡμῶν, καὶ νὰ κλονίζωσι τοῦ λαοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην, νὰ σαλεύωσι τὰ βάθρα τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, καὶ νὰ ζητῶσι νὰ θέσωσι τοῦτο ἐκποδών. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πολίτην νὰ παρεδρεύῃ ἐν ἐκκλησίᾳ καὶ νὰ ὑπερασπίζῃ τὰ δίκαια αὐτοῦ, καὶ νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διοικηθῇ καὶ θὰ ζήσῃ, τὸ ἐκλόνισαν μέχρι τοιούτου σημείου εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν πάντων, τῶν ἀποτελούντων τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὥστε ἔρχεται στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ λέγομεν: «ἂς ἀπαλλαγῶμεν τέλος πάντων τοῦ δαίμονος τούτου τῆς καταστροφῆς ἡμῶν!» Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἡμῶν αὐτῶν, νὰ δίδωμεν ἐντολὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἡμῶν, καὶ ζητοῦσι νὰ μᾶς ἀποστερήσωσι τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ ὁποῖον διὰ τοσούτων αἱμάτων ἐκληροδοτήθη εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει εἰς ἓν Κράτος ἀληθῆ ἀγαθά. Καὶ ὄχι μόνον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸν μόνον στύλον ἑνὸς Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὸν κλάδον τὸν στηρίζοντα αὐτὸ δὲν ἔπαυσαν νὰ καταγγέλλωσι, νὰ ἐξυβρίζωσι, προσπαθοῦντες νὰ κλονίσωσι τὴν ἐπ’ αὐτὸν πεποίθησιν τοῦ ἔθνους. Ὁ κλάδος δὲ οὗτος εἶναι ὁ στρατὸς, τοῦ ὁποίου δὲν ἔπαυσαν ζητοῦντες τὴν διάλυσιν, δὲν ἔπαυσαν νὰ προπηλακίζωσιν αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ πολῖται μετὰ βδελυγμίας νὰ βλέπωσι πάντα φέροντα στολὴν στρατιωτικήν...
§70Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§71Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοσοῦτον εἶναι ἀκριβὲς, ὥστε ἐὰν ἄλλαι συνθῆκαι δὲν παρενέπιπτον, δι’ ἀλλαλαγμοῦ ἠθέλετε ἀποπέμψει ἐντεῦθεν τὰ μέλη τὰ στρατιωτικὰ, τὰ παρακαθήμενα μεταξὺ ὑμῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν.
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ.
§74ΕΤΕΡΟΙ. Σεῖς ὑπεβάλετε τὸ νομοσχέδιον.
§75Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν, καὶ ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλα τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀποπομπῆς τῶν ἀξιωματικῶν ἐντεῦθεν.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἀποπομπῆς.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπομακρύνσεως.
§78Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ το, τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό. Ἐβιάσθην νὰ φέρω τὸ νομοσχέδιον αὐτό...
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!
§80Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εἴχομεν συμβούλιον εἰς τοῦ κ. Σιμοπούλου, μὲ πόσην ἐπιμονὴν ὁ κύριος οὗτος ἀπῄτει τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν.
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐζήτησα καὶ ἐγὼ μὲ ἐπιμονὴν τὸν νόμον αὐτόν. Σεῖς δ’ ἀπεδέχθητε καὶ ὑπεβάλατε τὸ νομοσχέδιον.
§82Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ ἠγορεύσατε μάλιστα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§83Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περιμείνατε, περιμείνατε. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὅταν ἀγορεύωσιν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης οἱ ὑποβάλλοντες νομοσχέδια, δὲν παρακολουθεῖτε τὰς λέξεις καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Καὶ θὰ ἐξηγηθῶ.
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§85Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει καὶ ἐπέμενεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε ὑπεβάλετε ὑμεῖς αὐτό;
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§88Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τότε δὲν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον; Αὐτὸ νὰ μᾶς εἴπητε.
§89Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διότι δὲν συνεζητήθη καὶ σωρεία ἄλλη νομοσχεδίων.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Γ. Ἀναστασόπουλον). Ἐρωτήσατε ὑμᾶς αὐτοὺς, διατὶ δὲν συνεζητήθη.
§91Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ ἀντίληψις. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀληθειῶν καὶ τῶν ἀποκαλύψεων.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ εἰσέλθητε.
§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεζητήθη, διότι ἔβλεπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐσείετο ὑπὸ τοὺς πόδας της τὸ ἔδαφος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἕνεκα τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν ὑπὸ τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς συνειδήσεως ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἔδει νὰ ἐπιμείνῃ, ὡς ἐπέμενε διὰ τόσα ἄλλα ἀνάξια λόγου, ἀφοῦ ἐθνικὴ ἀνάγκη ὑπηγόρευε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, τί ἀπεδείχθη; Ἀπεδείχθη, ὅτι προσεκολλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ χάριν ταύτης παρεῖδε καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ. Αὐταὶ δὲν εἶναι ἀποκαλύψεις, εἶναι γεγονότα πασίγνωστα.
§94Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἦλθεν εἰς συζήτησιν καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§95Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Καὶ ἔφεραν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δόσατε τὸν λόγον εἰς τὸν ἀγορεύοντα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ πράττω, ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σκέπτεται.
§98Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σκέπτομαι, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν. Ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ τὸ ὑπέβαλον· ἀλλὰ περιμένω νὰ ἴδω, πότε θὰ ἡσυχάσωσι πάντες, διότι ὅλοι πρέπει νὰ ἀκούσουν. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, εἶπον πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχον τὴν γνώμην τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ δὲν εἶχον τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἀκόμη ὁ στρατὸς δὲν ἐπεδόθη εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ· ἀνέγραψα δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπετρέπετο εἰς τοὺς συνταγματάρχας νὰ πολιτεύωνται, καὶ ἤθελον κατέλθει μέχρις ἀντισυνταγματάρχου, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἀντισυνταγματάρχης, ἐφοβούμην μήπως παρεξηγηθῶ. Ἐννοῶ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχου καὶ κάτω, ἀλλ’ ἐννοῶ τὴν παρουσίαν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ συνταγματάρχου καὶ ἄνω· καὶ ἐπειδὴ τότε εἶπον τοῦτο καὶ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὁ ἐκ Λαμίας ἔντιμος συνάδελφος κ. Κρίτσας μοῦ ἐπετέθη κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω σήμερον. Καὶ σᾶς εἶπον, Κύριοι, τότε: «σημειώσατε εἰς τοὺς τοίχους αὐτοὺς, ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀποκλείσητε ἐντελῶς τοὺς ἀξιωματικοὺς, τὰς συνεπείας, ἃς θὰ ἔχητε ἡμέραν τινά.» Καὶ κατερχόμενος τότε ἐκ τῆς θέσεώς του ὡμίλει μετὰ τρόπου οὐχὶ πρέποντος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαμίας συνάδελφος. Ἐπεθύμουν, εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν νὰ ἐπανέλθῃ ὅλη ἐκείνη ἡ συζήτησις. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ ᾖναι ἀπὸ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ ἀτόπου τοῦ νὰ σᾶς ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, οἷον πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ, καὶ νὰ μὴ γνωρίζητε τὰς συνεπείας αὐτοῦ καὶ πῶς ν’ ἀντικρούσητε αὐτὸ, ἵνα καταπείσητε ἡμᾶς αὐτούς. Ἰδοὺ διατὶ ἐπέμεινα τότε, νὰ μὴ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ προφυλάξω τὴν πατρίδα μου ἀπὸ ἐνδεχόμενα κακὰ, τὰ ὁποῖα, μὲ ὅλην τὴν παρουσίαν ἡμῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἐνταῦθα, θὰ προκύψωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προαναγγελλομένου νομοσχεδίου. Προβλέπω καὶ γνωρίζω τὸ κακόν. Δὲν ἀφίνω νὰ παρέρχηται τίποτε, συζητούμενον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, εἴτε ἐν ἰδιαιτέροις κύκλοις, εἴτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ· τὰ μελετῶ πάντα. Ἐὰν δὲν παρουσιάζηται εὐκαιρία, καθ’ ἣν τὰς γνώμας μου περὶ τούτων νὰ ἐκθέτω εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν κακῶν, μελετῶν τὰ πάντα καταγίνομαι εἰς τὸ νὰ ᾖμαι ἕτοιμος, ἵνα γνωρίσω πρὸς ὑμᾶς ταύτας, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ τι κακόν. Ἐὰν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἑκάστοτε τὸ Κοινοβούλιον, δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐκθέσῃ παρρησίᾳ τὰς γνώμας αὑτοῦ, διότι αἱ περιστάσεις δὲν συμβάλλουσι πρὸς τοῦτο, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι ἀπόρροια μελέτης τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, καὶ τώρα, ὅτε ἦλθεν ἡ στιγμὴ ἡ κρίσιμος, δὲν παρέλειψα νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρᾶγμα, χωρὶς νὰ φυλάξω καμμίαν ὑποχώρησιν. Πρὸ τοῦ μεγάλου κινδύνου οἱ στρατιῶται τῆς πατρίδος λησμονοῦσιν ὅ,τι προσφιλὲς ἔχουσιν εἰς τὸν κόσμον, καὶ μετεωρίζονται εἰς τὸν Θεὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε τὸ Μεσολόγγιον καὶ τόσα ἄλλα μνημεῖα τῆς δόξης τῆς Ἑλλάδος. Τοιαύτη εἶναι ἡ στιγμή, ἡ ὁποία μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἡ ὁποία μὲ ἀπέβαλεν ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν). Εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτὸν, καὶ ἠκολούθησα πολὺ σώφρονα πολιτικήν· διότι, ἐὰν δὲν παρεδεχόμην, ἐὰν ἀπέκρουον τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ φέρω τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποπομπῆς τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν θὰ κατώρθουν νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, διότι ταχύτερον, πολὺ πρότερον θ’ ἀπεχώρουν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ κάμω πάντας τοὺς ἑλιγμοὺς, ἵνα ἀποφύγω τοὺς κινδύνους, οἵτινες θὰ μὲ ἐξώθουν εἰς παραίτησιν, οὐχὶ δι’ ἐμὲ βεβαίως, ἀλλὰ διὰ τὸ καθῆκον, ὅπερ εἶχον νὰ ἐκτελέσω. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀναγεγραμμένον, νὰ πληρῶνται αἱ θέσεις αἱ κεναὶ, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ συνεπλήρουν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ ἦσαν ἀκμαῖοι καὶ εἶχον τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, καὶ ἦτο κενὴ ἡ θέσις αὐτῶν· διότι ἐγνώριζον, ὅτι τοῦτο ἀπεκρούετο, καὶ ἤθελον διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ κατορθώσω, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιθυμῶν ν’ ἀποδοθῇ πρῶτον ὁ στρατὸς εἰς ἑαυτόν. Ἐγνώριζον ὅτι ἀπεκρούετο ἡ διάταξις ἐκείνη, διότι ὅλοι παρατηρεῖτε, ποῖος πάταγος γίνεται, ὅταν πρόκηται νὰ προβιβασθῶσιν ἀξιωματικοί, ὡς νὰ μὴ ἔχωσι δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ προάγωνται, ὡς νὰ μὴ ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὡς νὰ ᾖναι μισθωτοὶ καὶ νὰ μὴ ὑπηρετῶσι τὴν πατρίδα αὑτῶν! Καὶ εἴδετε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ εἶχον σημειώσει, ἀδιαλείπτως οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ μένωσιν εἰς τὰς θέσεις αὑτῶν, διότι ἤξευρον, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἐμπόδιον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πάντα ταῦτα ἔπραττον ἐν ἐπιγνώσει, διὰ νὰ φθάσω μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸν ὀργανισμὸν καὶ νὰ παραδώσω τὸν στρατὸν, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ εἶχεν ἀνάγκην αὐτοῦ τὸ Κράτος, ἄρτιον καὶ ἕτοιμον εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Ἀλλ’ εἶναι μόνον τάχα, ὅτι προπηλακίζουσι τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ζητοῦσι τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου, τὸ μόνον, ὅπερ διαπράττεται κατ’ αὐτῶν; Ὄχι! Διῄρεσαν τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς πατρίδος εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ, καὶ εἰς ἕκαστον διάταγμα προβιβασμῶν ἀκούετε τὰ σκάνδαλα νὰ δημοσιεύωνται ἀνὰ τὴν πόλιν καὶ ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται, καὶ διὰ τὰς προτιμήσεις, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν. Ἀλλὰ εἶναι μόνον τοῦτο τὸ κακόν; Ἐζήτησαν διὰ τοῦ νόμου τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐξευτελίσωσι τὸν ἀξιωματικὸν, γαργαλίζοντες τὸ ὑλικὸν αὐτοῦ συμφέρον, ἵνα ἐπιθυμῇ, ὅπως μένῃ πάντοτε ὡς ἀστυνόμος, καταδιώκων τὰς γυναῖκας τῆς ἀπωλείας καὶ τοὺς ἀποβλήτους τῆς κοινωνίας, συναγελαζόμενος μετ’ αὐτῶν, μακρὰν τῶν θεωρητικῶν ἔστω μόνον αὐτοῦ μελετῶν. Καὶ εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ κακὰ, μὲ τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ παραλύσωσι τὸ στράτευμα ἡμῶν; Εἶναι καὶ ἡ διάταξις ἐν τῷ ἰσχύοντι ὀργανισμῷ τῶν γενικῶν θέσεων. Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης προέκυψεν ἡ προτίμησις τῶν μὲν κατὰ τῶν δὲ, καὶ ἡ διαίρεσις ἡ ἀδιάλλακτος τῶν ἀξιωματικῶν. Διὰ νὰ μάθητε δὲ μέχρι ποίου σημείου ἔχει ἀναπτυχθῆ τὸ πάθος μεταξὺ ἡμῶν, θὰ σᾶς εἴπω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Λέσχην τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐν ὅσῳ συνεζητεῖτο ὁ ὀργανισμὸς ἐμοῦ τε καὶ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν καθέκαστα, ἡ διαπάλη μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἦτο λογικὴ, διότι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν εἶχεν ἐσχηματισμένην γνώμην περὶ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ, ἀδιάφορον ἐκ ποίου λόγου. Ἀλλ’ ὅτε τὸ ἔργον μου ἦλθεν εἰς χεῖρας τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτε τὸ ἀνέγνωσαν, τί νομίζετε ὅτι ἐλέχθη; Καὶ τὸν Παράδεισον ἐὰν μᾶς δώσῃ ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, εἶπόν τινες τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων, δὲν τὸν θέλομεν! Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασε τὸ μῖσος μεταξὺ ἡμῶν, ὥστε καὶ τὸ ἀγαθὸν, προερχόμενον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, νὰ μὴ τὸ δέχωνται οἱ τῶν τεχνικῶν ὅπλων! Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ ὅλων, ὡς ἐξωτερικευόντων τὴν γνώμην ταύτην, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες, μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰς τὸν Α ἢ Β, ἔχουν καὶ συναίσθησιν τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἀξιωματικοὶ, ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεράριθμοι καὶ δὲν εἰσῆλθον ἀκόμη εἰς ὀργανικὴν θέσιν, μολονότι ἔχουν ὀκτὼ ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἀνθυπολοχαγός τις τοῦ ὅπλου τούτου, καθὼς καὶ τοῦ μηχανικοῦ, τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, ἐξεφράσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐνῷ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ μου εἰσέρχεται εἰς ὀργανικὴν θέσιν! Εἶναι δυνατὸν, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, στρατὸς νὰ παραταχθῇ πρὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ διοικηθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα; Καὶ δὲν εἴδατε, ὅτε διωρίσθη ταξίαρχος ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης, ὅτι μικροῦ δεῖν νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν πόλεμον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, θὰ εἴχομεν πόλεμον ἐμφύλιον; Καὶ ἔγραφον τότε εἰς ἐπίσημον πρόσωπον ἐκ τῆς γραμμῆς τῆς ὁροθετικῆς τῆς Ἠπείρου: «Σπεύσατε, δι’ ὄνομα Θεοῦ, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, σπεύσατε νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀλληλοσφαγῶμεν! Μὴ, δι’ ὄνομα Θεοῦ, διὰ διαταγμάτων ζητήσητε νὰ θέσητε ἀρχηγοὺς μόνον ἐκ τῶν τεχνικῶν ὅπλων, διότι κακὴ μοῖρα μᾶς διῄρεσε, καὶ θὰ ἔχωμεν λυπηρὰς συνεπείας!» Ἀλλ’ εἶναι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει, ὅτι προτιμῶνται οἱ μὲν καὶ ἀποσκορακίζονται οἱ δέ; Ὡς Ὑπουργὸς ὑπέβαλον διατάγματα, ἵνα ἀξιωματικοὶ μεταβῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ τὰ μὲν τῶν τεχνικῶν ὅπλων ὑπεγράφησαν, τὰ δὲ τῶν τοῦ πεζικοῦ ἔμειναν ἀνυπόγραφα, ὄχι διότι δὲν εἶχον τὸ αὐτὸ καὶ οὗτοι δικαίωμα, ἀλλὰ διότι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ὑψηλότητά του ἡ γνώμη, ὅτι οἱ εἰς Εὐρώπην μεταβαίνοντες ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ συντάγματα τῶν στρατευμάτων τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, διότι μόνον οὕτω δύνανται νὰ μορφωθῶσι· πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ μετέβαινον μὲ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Ἠναγκάσθην κατὰ συνέπειαν νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν ἔνδοξον στρατάρχην τῆς Γαλλίας κ. Γκαλιφέ, Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὸν γαλλικὸν στρατὸν εἴσοδον ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ· καὶ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι μόνον ὁ ἔνδοξος στρατηγὸς ἐδέχθη τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο ἡ διαταγὴ τῆς εἰσόδου ἀξιωματικοῦ ἡμῶν εἰς γαλλικὸν σύνταγμα, ἥτις τιμᾷ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ τὴν πατρίδα ἡμῶν, τοιαύτη δὲ ὑποδοχὴ ἐγένετο πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν ἐν τῷ συντάγματι, ὥστε ἐν συγκινήσει ὁ ἀξιωματικὸς γράφει πρὸς τὴν οἰκογένειάν του, ὅτι δὲν ἠξεύρει, ἐὰν εὑρίσκεται ἐν τῷ γαλλικῷ στρατῷ ἢ ἐν μέσῳ τῆς οἰκογενείας αὑτοῦ καὶ τῆς πατρίδος του. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀγνώστου, δὲν ἤθελον διστάσει μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι, τὸν μέλλοντα ἡγεμόνα τῆς πατρίδος ἡμῶν νὰ κυλίσουν εἰς τὰ συμφέροντα αὑτῶν, καὶ νὰ ἀπασχολῆται εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἀλληλογραφίας τῆς ἐντελῶς ὑπηρεσιακῆς, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος του· δὲν ἤθελον διστάσει, ἐὰν ἐπλήρου τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀηδὴς καὶ ἀποκλειστικὴ αὕτη ἀπασχόλησις αὐτοῦ, καὶ ὡς στρατηγοῦ μέλλοντος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ στρατεύματα τῆς πατρίδος κατὰ τοῦ ἐχθροῦ αὑτῆς, καὶ ὡς Βασιλέως. Διαμένων οὗτος ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, δύναται νὰ λαμβάνῃ πλήρη γνῶσιν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος, λαμβάνων πληροφορίας περὶ τῶν διαφόρων αὐτῆς λεπτομερειῶν, νὰ γνωρίζῃ τί ἔχουν αἱ ἀποθῆκαι ἡμῶν, καὶ πῶς εἶναι ἐξωπλισμένον τὸ στράτευμα, νὰ μανθάνῃ τὴν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ἀντιγραφῆς τοῦ φύλλου ποιότητος αὐτῶν, καὶ νὰ παραχωρῇ ἡ Πολιτεία πρὸς αὐτὸν τὰς μελέτας τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὄντα ἐλεύθερον νὰ καταγίνηται εἰς τὴν μελέτην τῶν πεδίων τοῦ πολέμου τοῦ μέλλοντος, νὰ μελετᾷ τὰ περὶ ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως, τὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν τοῦ ἡμετέρου καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, νὰ ἐπισκέπτηται καὶ σπουδάζῃ τοὺς τόπους, ἐφ’ ὧν συνεκροτήθησαν μάχαι, ν’ ἀκολουθῇ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὰς μεγάλας ἀσκήσεις τῶν στρατευμάτων τῶν μεγάλων Κρατῶν, καὶ οὕτω νὰ συμπληρώσῃ τὴν στρατιωτικήν του μόρφωσιν· ἐξ ἄλλου δὲ θὰ ἔχῃ καὶ τὸν καιρὸν νὰ καταγίνηται καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἀνάγκην καὶ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, τοῦ νὰ καταστῇ πλήρης εἰς τὰς γνώσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται εἰς Βασιλέα εὐνομουμένου Κράτους, ἐφορῶντα τὴν ὅλην πολιτικὴν μηχανήν. Εἰσερχόμενος ὅμως, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖ, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, τόσον καιρὸν θὰ ἔχῃ νὰ καταγίνηται εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἀπασχόλησιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπασχοληθῇ, ὅσον καιρὸν εἶχεν ὅτε ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἀρχηγείου, ὅτε δὲν τῷ ἔμενε καιρὸς, ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς ὑπηρεσιακῆς, ὄχι μόνον νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ στρατεύματα τὰ ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ παραπήγματα κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἀσκήσεων νὰ μεταβαίνῃ, ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν αὐτοπροσώπως, ἐὰν ἐκεῖ ἐκτελεῖται ἡ παρὰ τῶν κανονισμῶν διαγεγραμμένη ἄσκησις. Καὶ ὅταν δι’ αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του, ἡ ἀλληλογραφία ἡ προερχομένη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ δὲν τῷ ἔδιδε τὸν καιρὸν νὰ περιέλθῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ καὶ νὰ ἴδῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ στρατεύματος, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περιέρχηται ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα μόνος, ἵνα ἀντιλαμβάνηται αὐτὸς ὁ ἴδιος πάντων, ὧν ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατὸς, καὶ νὰ δύνηται νὰ διαγιγνώσκῃ τὴν ἱκανότητα ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν; Τὸ ἔργον δὲν εἶναι μόνον δυσχερὲς, εἶναι ἀδύνατον, καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, πολὺ ὀρθῶς εἶχον τὴν γνώμην, καὶ τὴν εἶχον ἀναγράψει εἰς τὸν ὀργανισμόν μου, νὰ συστήσω δύο Ἐπιθεωρήσεις, μίαν εἰς τὸν στρατὸν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μίαν εἰς τὴν Ἤπειρον, διότι μόνον οὕτω θὰ ἦτο ἐπαρκὴς ὁ χρόνος εἰς δύο ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς νὰ δύνανται νὰ ἐπιβλέπωσιν, ἐνῷ εἰς τὸν ἕνα θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ γνώμην περὶ πάντων. Καὶ ἀφοῦ ἔχομεν τὰ διδάγματα ταῦτα, διατὶ αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ τῆς ἀναλήψεως τῆς τοιαύτης διοικήσεως, καὶ ἐπὶ τῇ μὴ παραδοχῇ τῆς γνώμης ταύτης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀποπέμπηται οὗτος, ἵνα τὸν διαδεχθῇ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε φέρει τοιοῦτο νομοσχέδιον; Δὲν θέλω νὰ δώσω καμμίαν ἐξήγησιν· ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, μετὰ τὴν μελέτην πάντων τούτων, νὰ χαρακτηρίσωσι τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἤθελον σᾶς εἴπει, ὅτι εἰς τὸ μέλλον πλέον παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει τις νόμος, ἐξουσία τις καὶ ἀρχὴ, πρὸ τῆς ἐπιμονῆς τῶν περὶ τὸν Διάδοχον ἐπιτηδείων, ἐξυπηρετούντων, ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, τὰ συμφέροντα τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐπειδὴ γνωρίζω τὸ κακὸν τοῦτο, εἰς τὸν ὀργανισμόν μου προέβλεψα περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐζήτησα, οἱ διαγγελεῖς τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος νὰ μὴ ἦναι διαρκῶς οἱ αὐτοὶ, ἀλλ’ ἐκ περιτροπῆς καὶ κατ’ ἔτος νὰ διορίζωνται ἄλλοι ἐξ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ μὲν διότι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ὁρίζω, δὲν δίδει τὸν καιρὸν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ μάθῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην αὐτοῦ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, τὸ δὲ, ἵνα ἔχῃ ἐλευθερίαν ὁ νοῦς τοῦ ἀρχηγοῦ εἰς τὰς σκέψεις αὐτοῦ, καὶ μὴ παρεμποδίζηται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν περιβάλλουσι, διότι ἑκάστοτε θὰ ἀκούῃ νέα πράγματα, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φθάσωσι καὶ μέχρις αὐτοῦ οἱ ἀδικούμενοι. Σᾶς ἐκούρασα ἀναφέρων τὰ ἐλαττώματα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος. Καὶ φρονεῖτε ὅτι εἶναι μόνα ταῦτα; Καταργεῖ τὸ σῶμα τὸ οἰκονομικὸν, χωρὶς νὰ προβλέπῃ τί θὰ γείνωσιν οἱ ἀξιωματικοί. Καταργεῖ τὸ σῶμα τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, χωρὶς νὰ προβλέπῃ τί θὰ γείνῃ καὶ περὶ τούτου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς, σᾶς ἀναφέρω μίαν διάταξιν, ἥτις βεβαίως θὰ σᾶς ἐκπλήξῃ· καθορίζει εἰς ἀκροτελευταῖον ἄρθρον τὴν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων εἰς ἄλλα σώματα! Καὶ θὰ ἐβλέπομεν, ἐφαρμοζομένης τῆς διατάξεως ταύτης, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ μετατιθεμένους εἰς τὸ μηχανικὸν ἢ τὸ πυροβολικὸν, διὰ νὰ μὴ σᾶς εἴπω τὸ ἄλλο σκάνδαλον τῆς μεταθέσεως τούτων εἰς τὸ πεζικὸν, ἵνα ἀποκλεισθῇ καὶ ἐξ ἄλλου ἡ πρόοδος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ. Δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει ὁ χρόνος τῆς ὅλης ἑσπέρας ταύτης, ἂν ἤθελον καταγείνῃ εἰς τὴν ἐξήγησιν πρὸς ὑμᾶς ἑκάστης τῶν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, προκαλῶν τὴν ἔκπληξιν ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόμον ὑμῶν. Τὴν ἔκπληξιν, διότι θὰ μάθητε, ὅτι συνετάχθη νομοσχέδιον, καθορίζον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δημιουργοῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀφοῦ μελετήσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ εὕρητε ἐν αὐτῷ διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ πολῖται ὀνομάζονται ἀξιωματικοὶ μαθηταὶ, ἐθελονταὶ συμπληρώσαντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ ὁρκιζόμενοι διὰ 4 ἔτη! Διὰ νὰ καταταχθῶσι, θὰ ὑφίστανται δοκιμασίαν ἐπὶ μαθημάτων ὁριζομένων διὰ Β. Διατάγματος, θὰ ἀκολουθήσωσι δὲ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας των σειρὰν μαθημάτων, ὑφιστάμενοι ἐτησίαν δοκιμασίαν. Θὰ ἀκολουθῶσι δὲ τὰ μαθήματα ταῦτα, ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ, 18 ἐτῶν ἡλικίας ἀξιωματικοί! Καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι οἱ ἐθελονταὶ αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ θὰ ἔχωσι τὸν ἀπαραίτητον χρόνον, συγχρόνως νὰ ἐκτελῶσι τὰ στρατιωτικὰ αὐτῶν ἔργα καὶ καθήκοντα καὶ ταὐτοχρόνως νὰ διδάσκωσι καὶ μελετῶσιν; Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξ ἑνὸς προσπαθεῖ νὰ σχηματίσῃ οὕτως ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατὸν, ἐξ ἄλλου συγχωνεύει τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν μὲ τὴν τῶν Εὐελπίδων, δηλαδὴ καταργεῖ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν. Πόλεμον, τέλος πάντων, ἐκ πάντων καὶ εἰς πάντα τὰ σημεῖα κατὰ τῆς βασιλίσσης τῶν ὅπλων, τοῦ πεζικοῦ! Εἶναι δυνατὸν Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιαῦτα νομοθετήματα, ἀνατρέποντα ἄρδην καὶ ἐκ βάθρων αὐτὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας, τείνοντα νὰ σβέσωσι τὴν μικρὰν ταύτην Ἑλλάδα, τὴν διὰ τοσούτων ἡρωϊκῶν πράξεων ἀναβλαστήσασαν; Δὲν τὸ πιστεύω, καὶ διὰ τοῦτο μάχομαι ἐντεῦθεν. Καὶ δὲν τρομάζετε ἐπὶ τούτοις; Ἐκ τούτων ἐννοεῖτε, διατί ἔσπευσα νὰ ἀναγράψω ἐν τῷ ὀργανισμῷ μου διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπομακρύνονται τοιοῦτοι σύμβουλοι τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, ἵνα μὴ, τοιαῦτα συμβουλεύοντες, καταστήσωσι τὸν μέλλοντα Βασιλέα ἡμῶν ὄργανον τοσούτων καὶ τοιούτων κακῶν πρὸς τὴν πατρίδα αὐτοῦ...
§99Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀκόμη, κύριε Κουμουνδοῦρε, ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολὺ, νὰ κάμωμεν μικρὰν διακοπὴν, διὰ νὰ ξεκουρασθῆτε.
§100Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· ὀλίγα θὰ εἴπω. Εἶμαι εἰς τὸν ἐπίλογον. Ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὅσων ἀνεκοίνωσα ὑμῖν θὰ δυνηθῆτε νὰ διαγνώσητε, ὅτι βαδίζομεν ἐπὶ κατωφερείας, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ διασαλεύσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας ἡμῶν, διότι ἐπὶ τὴν ἀρχὴν εὑρίσκονται ἄνδρες, οἵτινες ὡς πρόγραμμα αὐτῶν ἔχουσι τὴν διασκευὴν νομοθετημάτων πρὸς ἐπίρρωσιν τοῦ κόμματος αὐτῶν καὶ καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ ἐξ ἄλλου τὴν υἱοθέτησιν καὶ ὑποστήριξιν νομοθετημάτων, οἷον τὸ νομοθέτημα περὶ οὗ ἔφερα τὸν λόγον, νομοθετημάτων ἅτινα τείνουσι ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ Κράτους τούτου, καὶ νὰ καταστήσωσιν αὐτὸ ὑποτελὲς καὶ ἀπόκληρον τῆς ἐθνικῆς κληρονομίας! Ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ προσοχὴ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἐντείνηται, καὶ ἡ ἐργασία αὐτῶν νὰ παράγῃ νόμους, δι’ ὧν καὶ τὸ ἰδεῶδες τῆς Πολιτείας ὑπηρετεῖται καὶ ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία ἐξασφαλίζεται. Ἀλλ’ ἐκ τῆς πολιτείας, ἣν οὗτοι ἀκολουθοῦσι, Κύριοι, ἡ πατρὶς θὰ εὑρεθῇ μετὰ χρονικὸν διάστημα οὐχὶ μακρὸν εἰς ἀπόγνωσιν, καὶ σεῖς καὶ ὁ λαὸς ματαίως θὰ ἐπιρρίπτητε τὴν κατάραν εἰς αὐτούς.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν περιμένετε βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπαντῶν εἰς τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, θέλω ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸν, ἣν αὐτὸς ἠκολούθησε. Δὲν περιμένετε βεβαίως, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην θέλω συζητήσει περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Δὲν περιμένετε ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπε περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν μελετῶν, τὰς ὁποίας βεβαίως ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγκατέλιπε τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον. Ἀφίνω αὐτὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς μελέτας αὑτοῦ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, θέλομεν συζητήσει ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ ῥηθέντων. Θέλω περιορισθῆ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν παραίτησιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς ταῦτα μόνον θέλω περιορισθῆ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αἰτία τῆς παραιτήσεως αὑτοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις τῶν 4,300,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν. Ὁμολογεῖ μὲν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ὅτι ἡ πίστωσις, ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐζητήθη, μὲ τὰς τεραστίας αὐτῆς διαστάσεις, ἔδει νὰ προκαλέσῃ παραίτησιν Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ, δὲν ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ζητήσας τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν προϋπολογισμῶν ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Παρέστησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς γενικὸν κηδεμόνα τῶν Ὑπουργῶν ὅλων! Ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξανίσταται κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ διαμαρτύρονται κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης. Ἐγὼ βεβαίως διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτῆς, διότι οὐδέποτε θέλω ἀναγνωρίσει κηδεμονίαν, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐνασκήσῃ ταύτην δεσπότης ἢ πατριάρχης (ἱλαρότης). Δὲν εἶναι ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ ἀναπληρωματικὴ, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τὸ ζήτημα· ἂς ἴδωμεν ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἡ πίστωσις αὕτη, ἡ ἀναπληρωματικὴ, ἐζητήθη. Ἀνέφερεν ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς περιστάσεις τινὰς, ἀναγομένας εἰς ἀνάμιξιν ἐμοῦ εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, καὶ νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς τὰ γεγονότα. Ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899· ὑπεβλήθη τουτέστι μετ’ ἀναθεώρησιν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον εἶχε δημοσιεύσει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αἴτησιν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Ἐψηφίσθη ὅ τε προϋπολογισμὸς καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ὀλίγαι ἡμέραι εἶχον παρέλθει μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ δ’ εἶχε παύσει τὰς ἐργασίας αὑτῆς, ὅτε αἴτησις περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 700,000 δραχμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην, μαθὼν τὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ ἐξεπλάγην ὄχι διὰ τὸ μέγεθος τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ διότι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἡ Βουλὴ εἶχε ψηφίσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ εὑρίσκετο ὅτι ἔδει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ αἴτησις αὕτη νὰ ὑποβληθῇ. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ταύτης πιστώσεως, καὶ ἠναγκάσθην τὰς πληροφορίας ταύτας νὰ ἀρυσθῶ παρὰ τῶν ἁρμοδίων τμηματαρχῶν. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου προσεκλήθησαν οἱ τμηματάρχαι, ἵνα ἐξηγήσωσι διατὶ παρίστατο ἡ ἀνάγκη τῆς πιστώσεως ταύτης ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε παρεστάθη εἰς ἐμὲ, ὅτι αἰτία τούτου ἦτο διότι ἠγνόει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς εἶχε συνάψει συμβόλαιον περὶ προμηθείας, δὲν ἠξεύρω ποίων προμηθειῶν. Ὑπεστήριξε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ τμηματάρχαι αὐτοῦ, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς ἢ μετατεθεὶς τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν δὲν εἶχε παραδώσει τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ συμβολαίου ἐκείνου ἐπήγαζον ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἤθελον καταστήσει ἀναγκαίαν τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει. Ὑπεστηρίχθη τότε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δυνάμει τοῦ συμβολαίου ἐκείνου ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κ. Κόρπας εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν διὰ προμηθείας εἰδῶν μὴ ἀναγκαίων διὰ τὸ ἔτος 1899, ἀλλ’ εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν διὰ προμήθειαν εἰδῶν, ὧν ἡ ἀνάγκη ἤθελε παρασταθῆ κατὰ τὸ 1900. Παρετηρήθη τότε παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς πιστώσεις ἐκείνας, καὶ ὅτι ἦτο δυνατὸν, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὁμαλὴ κατάστασις, νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅπως ἡ παράδοσις τῶν εἰδῶν τῶν χρησίμων διὰ τὸ ἔτος 1900 λάβῃ χώραν κατὰ τὸ 1900 καὶ ἀποφύγωμεν οὕτω τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην, ἵνα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ζητήσωμεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν πρώτην μου ἀνάμιξιν εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες πολλοὶ, καὶ εὑρέθημεν εἰς τὰς παραμονὰς τῆς Συνόδου ταύτης. Τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἀνέπτυξε τὰ κύρια σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, παρεκάλεσε δὲ τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ, ἵνα ὑποβάλωσιν, οἵας τυχὸν εἶχον ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κανονίσῃ τὰ τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν παραστήσῃ ἐπὶ ἀληθῶν δεδομένων τὴν πραγματικὴν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν κατάστασιν· κατὰ τὴν συνεδρίασιν δ’ ἐκείνην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδεμίαν ἐποιήσατο μνείαν περὶ τῆς ἀνάγκης ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον αὑτοῦ, οὐδὲ λέξιν εἶπεν, οὐδὲ παρέστησεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, πολλῷ δ’ ἧττον ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων 4,300,000 δραχμῶν. Καὶ παρέστη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Παρέστησεν ἀφ’ ἑνὸς ποῖα τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως, παρέστησεν ἀφ’ ἑτέρου ποῖαι αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως, ποῖαι αἱ κατ’ αὐτὴν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἱ αὐξάνουσαι τὰς πιστώσεις τὰς ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσας. Καὶ ἐνῷ τὴν εἰσήγησιν ταύτην ἐποιήσατο τὴν ὀγδόην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1899, κατὰ τὴν τελευταίαν ἢ προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐκαθήμην εἰς τὴν θέσιν μου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ δίδει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 4,300,000 δραχμῶν. Ἐθεωρήθη δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸ πρᾶγμα τόσον ἁπλοῦν, ὥστε ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης καὶ τὸ περὶ ταύτης νομοσχέδιον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην, καὶ ἐρωτῶ, ὑπάρχει τις ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ θέσει τῇ ἰδικῇ μου εὑρισκόμενος δὲν ἤθελεν ἐκπλαγῆ; Προσεκάλεσα ἀμέσως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρέστησα αὐτῷ τὴν δυσχέρειαν, ὄχι μόνον τὴν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο· παρέστησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε καταστῆ δυσχερεστάτη· ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε θεωρηθῆ ἢ ἐν ἀγνοίᾳ διατελῶν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἢ, τὸ πιθανώτερον, ὅτι ἐν γνώσει διετέλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅτι ἐν γνώσει παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ψευδῆ γεγονότα, διότι δυσκόλως τις θὰ ὑπέθετεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἀνέφερε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου του εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἔμαθε τὴν ἀναπληρωματικὴν ταύτην πίστωσιν. Μετὰ δύο ἡμέρας ἐγένετο ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησε τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς του· παρέστησεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, νὰ ἐξακολουθῇ διευθύνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· ὅτι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ ἐκ 4,300,000 δραχμῶν, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας αἰτουμένη, ὄχι μόνον ἠθικῶς βλάπτει τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως διασαλεύει, ἀλλὰ γεννᾷ δικαίας ἀμφιβολίας καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Διότι ὁποία ἀσφάλεια δύναται νὰ ὑπάρχῃ πλέον περὶ προϋπολογισμοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συζητουμένου ὑπ’ αὐτῆς, ὅταν δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων 4,300,000 τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντελῶς καταστρέφηται; Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, πρέπει νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ πιστοποιήσω,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν συναδέλφων μου—οὐδεμία παρατήρησις ἐγένετο παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ γνώσεως, τὴν ὁποίαν δῆθεν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Ἐπέρριψε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ ἐδικαιολογήθη ἀπέναντι ἡμῶν, διατεινόμενος ὅτι, ἠσχολημένος, ὡς ἦτο, εἰς ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἠδυνήθη μετὰ προσοχῆς νὰ παρακολουθῇ τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου του, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ του. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐκ τῆς περιστάσεως ἐκείνης προέκυψεν ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, Κύριοι! Ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν ταύτην δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἀληθὴς αἰτία τῆς παραιτήσεώς του δὲν ἦτο ἡ αἴτησις ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ὑπὸ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας εἰς ὑμᾶς ἀφηγήθην, ἀλλ’ ὅτι αἰτία ταύτης ἦτο ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Διαδόχου, ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ εἶναι ἡ διαφωνία αὕτη, καὶ ὅτι ἔπεσε θῦμα τῆς ἀφοσιώσεώς του πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, καὶ παρέστησεν, ὅτι οἱ θεσμοὶ οὗτοι ἐκινδύνευσαν, καὶ πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ἵνα καὶ Βουλὴ καὶ λαὸς πιστεύσωσιν, ὅτι πράγματι οἱ θεσμοὶ ἡμῶν διατρέχουσι κίνδυνον, καὶ ὅτι περίτρομοι πρέπει νὰ στραφῶμεν πρὸς σωτῆρα, ἵνα ἀποτρέψωμεν τοὺς ἀπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους! Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές· ἂς ἐξετάσωμεν ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἂν τοῦτο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Καθ’ ἣν εἴχομεν δώσει κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης ὑπόσχεσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ καθ’ ἣν ἐλάβομεν παρ’ αὐτῆς ἐντολὴν, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀνέλαβε δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος ἀσχοληθῇ. Καὶ εἶχε μὲν ἀρχίσει ἀσχολούμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κατ’ ἀρχὰς μὲν μετὰ τοῦ συνταγματάρχου κ. Λυκούδη, μετὰ τοῦ ὁποίου, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, ἡ συνεργασία ἐπ’ ὀλίγον διήρκεσεν, ἐξηκολούθησε δὲ ἡ ἐργασία αὕτη μετὰ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Κωνσταντινίδου, ὅτε, ζητήσαντος τοῦ κ. Λυκούδη τὴν εἰς διαθεσιμότητα μετάθεσίν του, ἀντικατέστησεν αὐτὸν ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Κωνσταντινίδης. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὅστις εἶχεν ἀσχοληθῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν κατέχει, τῆς θέσεως τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του τῆς στρατιωτικῆς, τὴν ὁποίαν κατέχει, — διότι γινώσκετε πάντες, ὅτι εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν στρατηγῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, — ἀσχοληθεὶς, λέγω, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπον ἦτο, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν μελέτην, ἣν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶχε κάμει. Ἤκουσα χθὲς — μετὰ λύπης, τὸ ὁμολογῶ, — τοῦ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ἀγγέλλοντος εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐδημοσίευσε τὴν μελέτην ταύτην, καὶ ὅτι διένειμεν αὐτὴν, καὶ ἐρωτῶ, εἶχε δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς νὰ δημοσιεύσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Διαδόχου ἔγγραφον αὐτοῦ, ἐμπιστευθὲν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, Κύριοι, ὤφειλεν ἢ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ παρέδωκεν εἰς αὐτὸν, ἢ νὰ παραδώσῃ τοῦτο εἰς τὸν διάδοχόν του Ὑπουργόν. Περὶ τούτου δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει, οὔτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Οὐδὲν δύναται τὴν πρᾶξιν ταύτην νὰ δικαιολογήσῃ, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε κάθηται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, εἴτε κάθηται ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἡ γενομένη εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐπετρέπετο εἰς τὸν Βουλευτὴν Οἰτύλου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων... Ἡ σιωπὴ ὑμῶν, Κύριοι, εἶναι ἡ μᾶλλον ἐμφαντικὴ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου καταδικάζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμπάσης.
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔλαβε λοιπὸν, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν μελέτην τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐξηκολούθησεν ἀσχολούμενος περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Πολλοὶ ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες, καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡμέραν τινὰ ἐζήτησεν, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς αὐτὸ ἐπὶ τέλους ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Κωνσταντινίδου, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν συνεδριάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερέ τινα περὶ τῆς μελέτης τοῦ Διαδόχου. Τέσσαρας μόνον γραμμὰς τῆς μελέτης ταύτης ἀνέγνωσεν, ἀνέφερε δὲ καί τινα περιλαμβανόμενα ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ἐντεῦθεν, ἐν νευρικῇ καταστάσει διατελῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς εἰσήγησιν τοῦ ἔργου, τοῦ παρὰ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Κωνσταντινίδου συνταχθέντος, ἐδέησεν ἵνα ἐργασθῶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. ἀντισυνταγματάρχου καὶ μορφώσω ἰδέαν περὶ τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὀργανισμοῦ. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἐμελέτησα τοῦτον, ἀφοῦ κατενόησα τοῦτο, ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ κάμω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ εἰσήγησιν. Ἔκρινα καθῆκον κυρίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὡς ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ ὀργανισμοῦ, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος κατὰ πόσον διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου ὁ στρατὸς ἀπεσπᾶτο ἐκ τῆς πολιτικῆς. Βάσις τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου ἦτο ἡ σύστασις πέντε μεραρχιῶν, ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῶν μεραρχιῶν ἐκείνων ἐγίνετο ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐκείνῳ βεβαίως εὑρίσκοντο περιορισμοὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπον εἰς τὸ παρελθὸν, ὁ ὁποῖος ἐδιδάχθην ἐκ τῆς πικρᾶς πείρας τοῦ παρελθόντος, πόσον ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὴς διὰ τὸν στρατὸν, δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποδεχθῶ τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ἐστηρίζετο, ἔθεσα δὲ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑποστηρίζων, ὅτι ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς ἐκ τῆς πολιτικῆς, ὑποστηρίζων, ὅτι ὁ χωρισμὸς οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐνόσῳ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀφίετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱοιδήποτε περιορισμοὶ, ὁσοιδήποτε περιορισμοὶ καὶ ὁπωσδήποτε διατυπούμενοι, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἐπιδράσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπέβησαν, κατ’ ἐμὲ, καταστρεπτικαὶ διὰ τὸν στρατὸν, αἱ ὁποῖαι μεγάλως συνετέλεσαν, ἵνα ὁ στρατὸς περιέλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατέστησεν αὐτὸν ἀνίκανον, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἐνόμιζον ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνόμιζον ὅτι τὴν διοίκησιν ταύτην ἔπρεπε ν’ ἀναλάβῃ ὁ ἀρχαιότερος στρατηγὸς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν. Καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶχον κατὰ τοῦ στρατηγοῦ τούτου τὴν δυσπιστίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διὰ τοσούτων διεξετραγῴδησεν ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής. Ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα τὴν δυσπιστίαν ταύτην ἔχω. Ἐγὼ θὰ εἴπω ἀπροκαλύπτως τὰς ἰδέας μου, χωρὶς νὰ φοβηθῶ διόλου, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐμπνεόμεναι ὑπὸ πνεύματος κολακείας. Ὅσοι μὲ γνωρίζουσιν, ὅσοι παρηκολούθησαν τὴν πορείαν μου ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα πολιτεύομαι, γινώσκουσιν, ὅτι οὐδέποτε ἐκολάκευσα τοὺς ἰσχυρούς. Ἑπομένως, χωρὶς νὰ φοβηθῶ τὴν κατηγορίαν ταύτην, λέγω ὅτι τὴν δυσπιστίαν αὐτὴν δὲν ἔχω, διότι δὲν ἔχω λόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ δικαιολογῶσιν αὐτήν. Ἀποβλέπω εἰς τὴν Δυναστείαν ὡς εἰς τὸ παλλάδιον καὶ τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν καὶ τοῦ μέλλοντος ἡμῶν.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βέβαια! βέβαια!
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀποβλέπω εἰς τὸν Βασιλέα ὡς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑπηρέτησε τὸν τόπον τοῦτον (εὖγε! εὖγε!). Ἀποβλέπω εἰς αὐτὸν, ὡς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔσωσε κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου ἐκ καταστροφῆς βεβαίας. Ἀποβλέπω εἰς τὸν Βασιλέα ὡς εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον συνετέλεσεν, ὅπως τὸ Κρητικὸν ζήτημα λυθῇ ὅπως ἐλύθη (εὖγε! εὖγε!). Ἀποβλέπω δὲ εἰς τὴν ἀνατροφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἔδωκεν εἰς τὰ τέκνα του, τί βλέπω, Κύριοι, ὅταν ἐξετάσω τὰ πράγματα; Βλέπω ἀφ’ ἑνὸς λατρευτὴν ἡγεμονίδα, τῆς ὁποίας ἡ εἱμαρμένη πολὺ προώρως ἀπέκοψε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία κατέστησεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Γορρᾶ σεβαστὸν τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα, καὶ βλέπω ταύτην οὐδέποτε λησμονήσασαν τὴν πατρίδα αὐτῆς, βλέπω αὐτὴν νὰ ἦναι ὑπερήφανος ὅτι εἶναι Ἑλληνίς. Βλέπω ἕτερον υἱὸν αὐτοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα ἀδίκως ἐλέχθησαν, ἀναλαβόντα τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη εἰς αὐτὸν ἀνέθηκε, καὶ δικαιώσαντα τὰς προσδοκίας τῆς Εὐρώπης (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς: μάλιστα, μάλιστα), καὶ ἐπισπάσαντα τὸν ἔπαινον κραταιῶν μοναρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ ἡ Κρήτη εὐημερεῖ, ὅτι ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἡ Κρήτη προοδεύει. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οἱ ξένοι ἀνομολογοῦσι, πᾶς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος θέλει ἀμερολήπτως νὰ κρίνῃ, πρέπει ν’ ἀνομολογήσῃ, ὅτι ἐν τῇ διοικήσει ταύτῃ διαβλέπει τὴν πραγματοποίησιν ὀνείρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱερὰ διὰ πάντα Ἕλληνα. Διατὶ νὰ ἔχω λοιπὸν δυσπιστίαν πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου; Διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου θέλει ἴδει εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος του τὸ ἑαυτοῦ μεγαλεῖον; Διατὶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου θὰ διοικήσῃ τὸν στρατὸν χειρότερα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ παρέρχεται; Μήπως ἡ τύχη τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δὲν συνδέεται μὲ τὴν τύχην τῆς πατρίδος ἡμῶν; Καὶ ἐπιτρέπεται ἵνα τοσαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ αὐτοῦ ἐκτοξεύσῃ ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής; Καὶ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι δὲν φθάνει ἡ δήλωσις αὐτοῦ, ὅτι εἶναι βασιλικώτερος τοῦ Βασιλέως, ὅταν τοιαῦται ὕβρεις καὶ τοσοῦτοι ὑπαινιγμοὶ ἀποτείνωνται πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου; Ἐγὼ, Κύριοι, δυσπιστίαν πρὸς τὸν Διάδοχον δὲν ἔχω, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος θέλει ὑπερασπίσει...
§106Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§108Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς Βουλευτής.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§110Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω μόνον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐνόησεν ὕβρεις, διότι ἄλλως θὰ διεμαρτύρετο ἀμέσως. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§112ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εὖγε! εὖγε!
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὕβρις κατὰ τοῦ Διαδόχου εἶναι τὸ λέγειν, ὅτι ἐπιβουλεύεται τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος του. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ παραδέχομαι, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου πρέπει ν’ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, οὐδόλως διανοοῦμαι, ὅτι πρέπει νὰ χωρηγηθῶσιν εἰς αὐτὸν δικαιώματα ἀναιροῦντα τὰ συνταγματικὰ νόμιμα· οὐδόλως διανοοῦμαι, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ δύνανται κατά τι νὰ μειώσωσι τὴν εὐθύνην τὴν ὑπουργικὴν, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, οὔτε τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, τὰ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος καθιερωμένα. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐτέθη, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τίς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ ἀρχαιότερος τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ πολλὰς διήρκεσεν ὥρας. Ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ θέσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζεν, ὅτι τὴν διοίκησιν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ σαφῆ. Εἶπον αὐτῷ, ὅτι διαφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ σοβαροῦ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ λυθῇ, ὅτι ἔπρεπε ἢ νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀρχήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε τότε καιρὸν, ἵνα σκεφθῇ. Μετὰ σκέψιν δὲ δύο ἡμερῶν ἀνήγγειλεν εἰς ἐμὲ, ὅτι παραδέχεται, ἵνα τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἔχῃ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἐρωτῶ, μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην ἐλύθη ἢ ὄχι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐχώριζεν αὐτὸν ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; ἐλύθη ἢ ὄχι τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν ἐπήνεγκε τὴν ἀποπομπὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἠθέλησε νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ; Ἀπεδέχθη τὴν διοίκησιν ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν διοίκησιν ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου, ἀφοῦ ταύτην ἀνέγραψεν ἐν τῷ ὀργανισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰς ὑμᾶς διένειμε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοῦ Διαδόχου εἶναι ἀντισυνταγματική; ὅτι αὕτη θὰ φέρῃ ἐπανάστασιν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι θὰ φέρῃ ἀλληλοσφαγήν; Ποία ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ; Ἢ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἡ διοίκησις ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου ἀποτελεῖ ἀθέτησιν τοῦ Συντάγματος, περιέχει ἐν ἑαυτῇ τοὺς κινδύνους τῆς ἐπαναστάσεως, τῆς ἀλληλοσφαγῆς, καὶ τότε ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὰς ἐξέφρασε, καὶ ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ Ὑπουργείου, διατηρῶν τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης του, ἢ, ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν ἐναντίαν γνώμην, δὲν ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον, ἵνα ἔλθῃ καὶ παραστήσῃ ὡς καταστρεπτικὰς διὰ τὸ ἔθνος τὰς συνεπείας τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποδεχθῆ. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ἠρκέσθη εἰς ταῦτα μόνον ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής; Ἦλθε καὶ παρέστησεν ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ προσεπάθησε νὰ ματαιώσῃ τὴν πρόσκλησιν ξένου ἀξιωματικοῦ, ὡς ὀργανωτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐλησμόνησε, ταῦτα λέγων, ὅτι αὐτὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρ’ αὐτῆς ἐψηφίσθη, περὶ ξένου ὀργανωτοῦ. Ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸν ξένον ὀργανωτὴν θέτει ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὑτοῦ! Εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς καὶ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους νὰ ἀγορεύῃ, ὅπως ἀποδείξῃ τί; τὰ κακὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν! Ὁμολογήσατε, Κύριοι, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι πρωτοφανῆ. Εἶναι πρωτοφανὲς βεβαίως νὰ παρουσιάζηται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ παριστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ὑπό τινας ὅρους εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὅτι ὑπέβαλε τοῦτο, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν πρόνοιαν, ἵνα ἐν αὐτῷ περιλάβῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ματαιώσει τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ! Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι πρωτοφανῆ, καὶ ἐλπίζω, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ποτὲ θέλει μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ. Λυθέντος, Κύριοι, τοῦ ζητήματος τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, πολλὰ ἔμενον εἰσέτι ζητήματα, ἐφ’ ὧν πλήρης συμφωνία δὲν ὑπῆρχεν. Ἔμενε τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν συνταχθέντα, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου, ὁ στρατὸς διαιρεῖται εἰς πέντε μεραρχίας. Κατὰ τὴν μελέτην τοῦ Διαδόχου, ὁ στρατὸς διαιρεῖται εἰς τρεῖς μεραρχίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μακρὰ ἐγένετο συζήτησις μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ καὶ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Ὑπεστήριξεν ὁ Διάδοχος τὴν γνώμην του, βασιζόμενος κυρίως ἐπὶ οἰκονομικῶν λόγων. Εἶπεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ν’ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ στελέχη, διότι ἡ αὔξησις τῶν στελεχῶν θέλει φέρει αὔξησιν μεγάλην δαπάνης. Ὑπεστήριξεν, ὅτι ἦτο καλὸν, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ μετακαλέσωμεν ξένον ὀργανωτὴν, ν’ ἀφήσωμεν τὴν διαίρεσιν οἵα ὑπάρχει σήμερον, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἔλεγεν, εἶναι εὐκολώτερον ἐκ τῶν τριῶν μεραρχιῶν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς πέντε, ἐὰν ὁ ξένος ὀργανωτὴς, «ὁ ἔχων μεγαλειτέραν», ὅπως ἔλεγε τὴν ἡμέραν ἐκείνην, «αὐθεντίαν καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη πέντε μεραρχιῶν· ἀλλ’ ἐὰν πέντε μεραρχίαι ψηφισθῶσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς τρεῖς, διότι εἶναι εὔκολον ν’ αὐξήσητε τὰ στελέχη, εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ τὰ περιορίσητε». Ἑτέρα συζήτησις ἠγέρθη ἐπὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν συνταγμάτων· διότι, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς ὑπεστήριζεν, ὅτι τὰ συντάγματα ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶνται ἐκ τεσσάρων ταγμάτων, ὁ Διάδοχος ὑπεστήριζεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶνται ἀπὸ τρία τάγματα, καὶ ἔλεγε τοῦτο, διατεινόμενος, ὅτι, ἐν ὅσῳ τὰ μέσα ἡμῶν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν στρατιωτῶν, ἡ ὕπαρξις τῶν τεσσάρων ταγμάτων, ἀντὶ τριῶν, θὰ ἔχῃ ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι μόλις τὰ δύο τάγματα θὰ ἔχωσιν ἄνδρας, καὶ ἑπομένως τὰ στελέχη τῶν δύο ἑτέρων ταγμάτων δὲν θὰ ἔχωσιν ἄνδρας, ὅπως γυμνασθῶσιν. «Ἀλλ’ ὅπως δήποτε», ἐδήλωσεν ὁ Διάδοχος, «αὐτὰ εἶναι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα», ὅπως ἔλεγε, «δὲν ἔχω αὐθεντίαν τοιαύτην, ἵνα ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου· ἐὰν ἐπιμένετε εἰς τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας, ὑποβάλετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν· ἐκεῖ εἶναι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἁρμοδιότητα, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐθεντίαν· ἂς συζητήσωσι τὸ ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἂς λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅπως αὕτη ἤθελε κρίνει πρόσφορον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ.» Καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν εἶχεν ἀπόφασιν νὰ θεωρήσῃ ὡς κομματικόν. Εἶναι ἔργον τοσαύτης σπουδαιότητος, εἶναι ἔργον, πρὸς τὸ ὁποῖον συνδέεται τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τοιούτου ἔργου κομματικαὶ σκέψεις δὲν χωροῦσιν. Ἐπρόκειτο τὸ ἔργον τοῦτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ μελετηθῇ παρ’ αὐτῆς, καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἐπῆλθον τὰ τῆς ἀναπληρωματικῆς ταύτης πιστώσεως, καὶ ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις ἐπήνεγκε τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ταῦτα εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ἔδωκα τὴν πλήρη ἀπόδειξιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα προχθὲς ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§114Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ ἐπιβάλλεται, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ δι’ ὀλίγων ἀναπτύξω θέματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐπραγματεύθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, καὶ ἅτινα μὲ θίγουσι προσωπικῶς. Κατὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν, ἣν διεξήγαγεν ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, δὲν ἠμέλησε νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ ἐμὲ καὶ μὲ ἀναμίξῃ εἰς τὰ ἀπειράριθμα θέματά του. Καὶ πρῶτον ὡμίλησεν ἐπί τινος ἐπεισοδίου λαβόντος χώραν κατὰ τὰ 1895, τουτέστι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατεύματος. Εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ἐκείνην ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, ἀρχηγὸς τοῦ στρατεύματος τοῦ Ἀρχηγείου, ἐν ταῖς ἐκθέσεσι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παρέλειψεν ἐμέ, ὡς δῆθεν μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα τὰ πρὸς προβιβασμόν, καὶ ὅτι τῇ μεσολαβήσει τρίτου προσώπου ἐκρίθην ἱκανὸς πρὸς προβιβασμόν. Τοῦτο δὲν εἶναι ποσῶς ἀληθές. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἀληθῶς περὶ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1895 εἶχε διαταχθῆ γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατεύματος. Ὡς κάλλιστα ἐνθυμεῖσθε πάντες, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε διαλυθῆ ἡ Βουλή, καὶ ἐπέκειντο βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, προνοοῦν περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῶν αἰτησάντων βουλευτικὴν ἄδειαν καὶ ἀποδυθέντων εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐκάλει καὶ τούτους νὰ δηλώσωσι τὸ μέρος, ἔνθα ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσι πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητάς, ὅπως ὑποστῶσι τὴν γενικὴν τοῦ στρατοῦ ἐπιθεώρησιν. Αἱ ἐκλογαὶ ἐπερατώθησαν, ἐγὼ δὲ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν. Καθὼς ἐνθυμεῖσθε, αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο τῇ 16 Ἀπριλίου. Τὴν 2 Μαΐου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλαβον ἐπιστολήν, λίαν φιλόφρονα καὶ εὐγενῆ, τοῦ κ. Χατζηπέτρου, ὑπασπιστοῦ τῆς Α. Ὑψηλότητος, διὰ τῆς ὁποίας ἐκαλούμην, ἐὰν ἤθελον, νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς Α. Ὑψηλότητος. Ἐγὼ εἶχον τότε καὶ νῦν ἔτι ἔχω ἀλλοίαν γνώμην περὶ τῶν ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν, ὅτι δηλ. οὐδεμίαν δύνανται νὰ διαπράξωσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, οὐδεὶς ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἀσκηθῇ στρατιωτικὸς ἔλεγχος, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσι νὰ διατελῶσι Βουλευταί· μὴ θέλων δὲ νὰ κάμω χρῆσιν ἑνὸς διατάγματος, ἀντισυνταγματικοῦ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀπήντησα ὅτι, ὡς Βουλευτής, λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι εἰς τὴν τόσον εὐγενῆ πρόσκλησιν τῆς Α. Ὑψηλότητος νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν της, ὡς κωλυόμενος ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, καθόσον ἀδυνατῶ νὰ ἐκτελέσω οἱανδήποτε στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τυγχάνων Βουλευτής. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο μοὶ ἐπέτρεπε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ παρουσιασθῶ, διότι ἔλεγεν, ὅτι περὶ τῶν Βουλευτῶν ἀξιωματικῶν ἀποφαίνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§115Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ παρουσιάσθην, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν.
§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Λοιπὸν τί ἐντεῦθεν προέκυψε, καὶ τί ἠδύνατο ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος νὰ πράξῃ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ; Φυσικώτατα νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν παρουσιάσθην ἐνώπιόν του, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπεβλήθην εἰς τὸν ἔλεγχόν του· καὶ ταῦτα ἀληθῶς ἀνέφερεν εἰς τὴν ἀρχήν. Πόθεν λοιπὸν τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ὅτι ἐγὼ διακείμην ἐν ψυχρότητι πρὸς τὴν Α. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον;
§117ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Νὰ μοὶ εἴπητε, παρακαλῶ, ἂν ἐγένετο τοῦτο καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς στρατιωτικοὺς Βουλευτάς.
§118ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Κατόπιν δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου μομφὴν κατ’ ἐμοῦ, ὅτι συνεβαλλόμην μετὰ τοῦ Διαδόχου, ἐν ψυχρότητι διατελῶν, ὅπως κατάσχω τὸ χαρτοφυλάκιον, — διότι ἐκεῖ ἐστρέφοντο τὰ βέλη τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ. Τοῦτο δὲ πιστοποιεῖται ἐκ τῆς δευτέρας περιστάσεως. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς κατηγόρει τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ ὡς μὴ ἐξελέγξαντας καλῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι διὰ ταῦτα εἶχεν οὗτος τὰς διαφορὰς ταύτας, τὰς ὁποίας ἐν εὐρύτητι πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔλεγεν ὅτι «καὶ ὁ κ. Τσαμαδός, καίπερ ἐξακολουθῶν νὰ διατελῇ ἐν ψυχρότητι πρὸς τὸν Διάδοχον, οὐχ ἧττον ἐθεάθη λαβὼν συνέντευξιν μετ’ αὐτοῦ», καὶ ὅτι «ἀξιωματικός τις παριστάμενος εἶδε τεμάχιον χάρτου, περιέχον τὸ μετ’ οὗ πολὺ ὑποβληθησόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ συνέταξεν αὐτὸς ὁ συντάξας καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, διδόμενον εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ ἰδίου Διαδόχου». Ταῦτα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ τότε ἀνῄρεσα, λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ νῦν ἐπιμένω ἀποκρούων, διότι εἶναι καθαρὸν πλάσμα τῆς φαντασίας. Οὐδέποτε ἔλαβε χώραν τοιαύτη συνέντευξις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Διαδόχου, οὐδέποτε ἔλαβον ὑπόμνημα ἢ νομοσχέδιον, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Γινώσκει δὲ καλῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ὅτι τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικὴν ἐκτελῶ μόνος μου, καὶ οὐδενὸς ἔχω ἀνάγκην, ὅπως μὲ καθοδηγήσῃ εἰς τὰς πράξεις μου. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς μόνα ταῦτα ὁ κ. Βουλευτής. Ἔμαθε καὶ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ προτίθεμαι μετ’ οὐ πολὺ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀνέπτυξεν αὐτὸ ἐν εὐρύτητι, καὶ εὗρεν ὅτι ἔρχομαι παρεσκευασμένος, ὅπως καταπατήσω τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς καὶ ὑποβάλω νομοσχέδια ἀντικείμενα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Πολιτείας! Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν στρατὸν, ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ὅπως τῇ ἐπεμβάσει αὐτοῦ προστατεύσῃ τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας! Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι ὁ τρόπος τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου ἥκιστα συμβάλλει εἰς ἑδραίωσιν τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατεύματος. Ἀναγνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, τὰς προσενεχθείσας ὑπ’ αὐτοῦ ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, αἵτινες ἀληθῶς τιμῶσιν αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι ἔχει δικαίωμα διὰ τοιούτων παραινέσεων καὶ προτροπῶν νὰ προκαλῇ τὴν διχόνοιαν καὶ τὴν δυσπιστίαν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων. Βεβαιῶ τὸν κύριον πρώην Ὑπουργὸν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διάστασις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ πάντες δ’ ἀναμένουσι τὰ κατάλληλα νομοθετήματα, ὅπως ἐργασθῶσι μετὰ ζήλου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπαινιγμῶν τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ. Ὅταν δὲ ἐν καιρῷ συζητήσωμεν τὸ ὑποβληθησόμενον σχέδιον νόμου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θὰ παρασχεθῇ ἡμῖν ἡ εὐκαιρία, ὅπως ἐν ἐκτάσει ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ ἀτενοῦς προσοχῆς ἤκουσα τοῦ μακροῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς μετ’ ἴσης ὡσαύτως προσοχῆς ἤκουσα τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν μοὶ ἐφάνη παράξενον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, παραιτήσας τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσῃ διασαφήσεις περὶ τῶν αἰτιῶν, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι, ὡς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕκαστον νὰ δέχηται νὰ γίνηται Ὑπουργὸς, ὅταν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν ὅτι ἐκπληροῖ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ δέχηται τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ὅταν τὸ γενικὸν συμφέρον ἀπαιτῇ τὴν ἄνοδόν του εἰς τὴν ἀρχὴν, φρονῇ δ’ ὅτι δύναται ὄντως νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ κοινά, οὕτω, φρονῶ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τινα νὰ παραιτῆται τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ μόνον ὅταν φρονῇ πεποιθότως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ πλέον ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργός, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου καὶ καλούμενος ν’ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρῃτήθη, ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, ἀποδεικνύων ὅτι οὐχὶ τὸ ἀτομικὸν αὑτοῦ συμφέρον, ἀλλ’ ὅτι γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλεν αὐτῷ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραιτηθῇ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὀφείλει νὰ δώσῃ διὰ τοῦτο τῆς παραιτήσεώς του τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπιτηρητὴς τῆς πολιτείας τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ὁ ἄγρυπνος φρουρὸς τῶν κειμένων νόμων. Εἶχε διαδοθῆ εἰς τὴν πόλιν, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατικῶν Ὑπουργὸς παρῃτήθη διότι κατεδείχθη ὀλιγωρήσας τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, μὴ φροντίσας περὶ διοικήσεως τοῦ κλάδου, ὃν διηύθυνεν, ἢ φροντίσας ἀτελῶς, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου παρενέβαλλε προσκόματα εἰς τὴν πορείαν τῶν συναδέλφων αὑτοῦ. Εἶχεν ὄντως διαδοθῆ ὅτι ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἀνεκοίνωσε πρὸς τοὺς συναδέλφους του, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ χορηγηθῇ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον 4,300,000 δρ., ἐνῷ οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν, οὐδὲ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε γνῶσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἑπομένως τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεως ν’ ἀποτίσῃ τοιοῦτον ὀγκῶδες ποσὸν πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὑτοῦ. Τοῦτο ἐπεθύμησε νὰ ἀναιρέσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἐπιχειρήσας νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ὀφειλὴ αὕτη δὲν ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δι’ ἡμᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀνήκομεν εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑποστηριζόντων τὸ Ὑπουργεῖον, καί, ὡς ῥητῶς ἐδηλώσαμεν καὶ ἄλλοτε, δηλοῦμεν δὲ καὶ νῦν, οὐδεμίαν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῶν καὶ τὴν πολιτείαν αὐτῶν, διὰ τοῦτο κρίνομεν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τὴν μεταξὺ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν πρώην συναδέλφων του, ὡς οἰκογενειακήν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὀφείλομεν, ἴσως δὲ δὲν ἔχομεν καὶ δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῶμεν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν εἴχομεν καθῆκον ν’ ἀναμιχθῶμεν, καὶ ἐπειθόμεθα ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρίνωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάντας τοὺς Ὑπουργούς, δὲν εἶναι ἡ ὥρα αὕτη κατάλληλος, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τότε δὲ ὑπάρχει στάδιον συζητήσεως γενικῆς, θέλομεν δ’ ἐξετάσει τὴν πολιτείαν πάντων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὡς Ὑπουργοῦ, τότε δ’ ἐπέρχεται ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ὀφειλὴ αὕτη τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πιστωτάς του ἐκ 4,300,000 δραχ. ἦτο γνωστὴ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἡ αἰτία τῆς παραιτήσεώς του ἡ μὴ ἔγκαιρος εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἀνακοίνωσις τῆς ὀφειλῆς ταύτης, ἀλλ’ ἡ διαφωνία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐν πᾶσι τοῖς κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένοις Κράτεσιν ἐπικρατεῖ ὁ κανὼν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρηται οὐδὲ τὸ ὄνομα τοῦ Διαδόχου. Ἐὰν ὁ Διάδοχος, ὡς συνταγματάρχης διοικητὴς συντάγματος πεζικοῦ κατὰ τὸ 1890 ἢ 1891, ἢ ὡς ὑποστράτηγος ἀρχηγὸς Ἀρχηγείου, περιέπεσεν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο ν’ ἀπασχολήσωσι τὸν ἔχοντα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἢ εἰς παραλείψεις, ὑπεύθυνος τυγχάνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς αὐτὸν ἀνήκει νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῶν παραλείψεων καὶ τῶν παραβάσεων, τὰς ὁποίας ἀξιωματικοὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ τελοῦντες διέπραξαν. Δὲν μοὶ δίδεται δὲ οὐδεμία εὐκαιρία νὰ ἐκφράσω δισταγμόν τινα περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου, εἴτε διὰ τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν, εἴτε περὶ τῆς πίστεως αὐτῶν πρὸς τὸ πολίτευμα, διὰ τὴν τήρησιν τοῦ ὁποίου ὡρκίσθη ὁ Βασιλεύς. Μοὶ ἐδόθη μάλιστα εὐκαιρία νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω τὸν Διάδοχον, ἀφοῦ τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος ἐγένετο μνεία, καὶ ἐγνώρισα αὐτὸν ὡς συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ, ἐγνώρισα τὴν Ὑψηλότητά του καὶ ὡς διαχειριστὴν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως. Κρίνω ἐντελῶς περιττὸν νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκε· δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἔγνων τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ προσηλωμένον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς τιμῆς, πρῶτον δὲ καθῆκον τῆς τιμῆς εἶναι καὶ διὰ τὸν στρατιώτην καὶ διὰ τὸν Βασιλέα καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς πολίτας ἡ τήρησις τῆς πίστεως πρὸς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν. Ἑπομένως οὐδένα ἔχω δισταγμὸν, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἐκεῖνος τὸν ὁ ὁποῖον ἡ Θεία Πρόνοια προώρισεν, ἵνα ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ Θρόνου τῆς πατρίδος, ὅταν ὁ Θεὸς ἤθελεν εὐδοκήσει, ὅτι αὐτὸς ἤθελεν ἐπιβουλευθῆ τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος. (Εὖγε! εὖγε!). Ὅταν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κρατῶν, ἢ οἱ ἡγέται τῶν λαῶν, οἱ Βασιλεῖς, ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ θεσμοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡρκίσθησαν, δὲν τείνουσιν εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους, ὅτι παρακωλύουσι τὴν προκοπὴν αὐτοῦ, ὅτι καταστρέφουσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, ἢ ματαιώνουσι τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρύψωσι τὴν πεποίθησίν των ταύτην, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ποιῶνται ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαὸν, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐξελέχθησαν, ὅταν ἐδέχθησαν τὸ Στέμμα, πρέπει ν’ ἀποτείνωνται πρὸς τὸν λαὸν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ προκαλῶσιν αὐτὸν νὰ σκεφθῇ, ἂν κρίνει ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα ἢ ὄχι· ἀλλὰ δὲν κρίνω ὅτι δύναταί ποτε νὰ εὑρεθῇ Ἡγεμὼν, ὅστις ἤθελεν ἐπιβουλεύεσθαι τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος, καὶ μάλιστα Ἡγεμὼν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 30 ἔτη ἐκυβέρνησε τὴν χώραν καὶ εὐλαβῶς προσηνέχθη πρὸς τοὺς θεσμοὺς, πολλῷ δ’ ἧσσον, ὅτι τοιοῦτόν τι δύναται νὰ πράξῃ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου...
§120Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· μετ’ ὀλίγον ὁμιλεῖτε. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν ἐξεδήλωσε τοιαύτας ὑπονοίας, δὲν κατήγγειλεν εἰς τὸ κοινὸν ἢ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διέγνω προθέσεις πονηρὰς, δὲν εἶπεν ὅτι ἀνεκάλυψεν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀναβιβασθέντος ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἢ ἐν τῷ χαρακτῆρι τοῦ στρατηγοῦ, τοιαύτας προαιρέσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν· οὐδὲ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καλούμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν γνώμην· ἐπειδὴ δὲ ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκφράσαντος γενικὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μοὶ ἐφάνησαν δ’ ἀσαφεῖς οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπὶ τούτου ἀνέφερεν, ὀφείλω νὰ διαλάβω διὰ βραχέων περὶ τούτου. Πρὸ πολλοῦ ἀληθῶς ἐγένετο προσπάθεια νὰ μεταδοθῇ εἰς τὴν χώραν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ πολιτικὴ διέφθειρε τὸν στρατόν, καὶ ὅτι μεγίστη ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀνυπερβλήτως ἐπικειμένη, ν’ ἀποσπασθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Κίρκης ταύτης, διότι αὕτη διέφθειρε τὰ ἤθη, αὕτη ἤμβλυνε τὸ θάρρος, αὕτη ἐδηλητηρίασε τὸν πατριωτισμὸν αὐτοῦ. Τὰς διαδόσεις ταύτας πολλάκις ἤκουσα, βεβαιῶ δὲ ὑμᾶς, ὅτι οὐδέποτε ἐταράχθην ἀπὸ τοιαύτας ἀνησυχίας. Ἐὰν ἡ δρᾶσις συμφέροντός τινος, εἴτε ἀμέσου εἴτε ἐμμέσου, συμφέροντος πολιτικοῦ, ἤθελεν ἀναγκάσει διοικητὴν στρατοῦ νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του, ἢ νὰ παραβῇ τοὺς κανονισμοὺς τοῦ στρατοῦ, ἢ τοὺς νόμους τοὺς κανονίζοντας τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω· ἀλλὰ καὶ ἂν συνέβη, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει τὸν ἐπικίνδυνον καὶ ὀλέθριον τοῦτον χαρακτῆρα. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξοπλίζονται μὲ ῥεβόλβερ καὶ μαχαίρας, ἵνα ἀγωνισθῶσι καὶ σώσωσι τὸν στρατὸν ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρξέ ποτε δρᾶσις τοιαύτη, νομίζω ὅτι αὕτη δὲν προῆλθε μόνον ἐκ τῶν μικρῶν πολιτικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ ὠθήσεις πολλαχόθεν ἐπεφάνησαν, εἰς τὰς ὁποίας συνέβη ὁ στρατὸς εἴτε νὰ μὴ ἀντισταθῇ, εἴτε νὰ ὑποκύψῃ. Ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν ὅμως τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἀπὸ τῆς Αʹ Συνόδου τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὰ δύο ἢ τρία Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν αὐτοῦ, διότι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἵνα δ’ ἐπιτύχῃ νὰ κληθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐζήτησε νὰ πολιτευθῇ κοινοβουλευτικῶς, ἑπομένως ἐξέδωκε πρόγραμμα, καὶ ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ ἀνεγράφετο εἷς τῶν πρώτων ὅρων ἡ μέριμνα περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τοῦ στρατοῦ. Ὑποθέτω ὅτι εἶχεν ἐν τῷ νῷ σχέδιόν τι, διότι πολλὰ σχέδια ὀργανισμῶν εἶχον καὶ συνταχθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ ὑπέθετον ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων ἤθελεν εἶσθαι καὶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον. Ὅτε ὅμως ἡ Σύνοδος ἡ πρώτη παρήρχετο, καὶ νομοσχέδιον τοιοῦτον δὲν εἰσήχθη, ὅτε μάλιστα εἰσήχθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο ξένος ὀργανωτής, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐξεπλάγην, οὐχὶ διότι ἀπεδεικνύετο ἐκ τούτου, ὅτι προσεδοκᾶτο ὅτι ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος ἤθελεν ὀργανώσει τὸν στρατόν, ἀλλὰ διότι προσεδοκᾶτο, ὅτι τὰ φῶτα τοῦ ἀλλοδαποῦ τούτου, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἦτο πεφωτισμένος, ἤθελον μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐψηφοφόρησα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Τὰ ἀγγέλματα δὲ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἐφάνησαν ὅτι δὲν μοὶ ἔδιδον τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης ἤθελεν εἰσαχθῆ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μοὶ ἐφάνησαν δ’ ὅτι ἀναφέρονται εἰς μέτρον τι προσωρινὸν, καὶ ὅτι εἶναι θετικὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουσα, ὅτι διὰ τοῦ προσωρινοῦ τούτου μέτρου πρόκειται ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Δύναμαι νὰ εὑρεθῶ ἐπὶ τέλους σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ κατὰ τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν προηγουμένως ὁρισθῇ σαφῶς καὶ εὐκρινῶς, τί ἐστὶ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἥτις θέλει ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ θέλει δοθῆ εἰς τὸν ἀρχηγόν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι πᾶσα ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν οἱ θεσμοὶ ἔδωκαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐνασκῇ αὐτήν; Εἰμὶ τότε βέβαιος, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δὲν θέλει ποτὲ στέρξει νὰ ἀναλάβῃ νὰ διαχειρισθῇ τοιαύτην ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω τὸ προταθησόμενον μέτρον, καὶ νὰ διατυπώσω πλήρη τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀληθῶς, ἐὰν προταθῶσι μέτρα ἄλλα, ἀποκλείοντα πᾶσαν δρᾶσιν τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, δὲν θέλω ἀντιταχθῆ, ἂν μοὶ φανῶσιν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβλαβῆ· καὶ ἂν ἔτι ἤθελον κρίνει τὰ μέτρα ταῦτα μάταια καὶ ἀνωφελῆ, θέλω δώσει εἰς αὐτὰ τὴν ψῆφόν μου, ἂν καὶ δὲν θὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα θέλουσιν ἀποβῆ τελεσφόρα, ἂν καὶ δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα θέλουσιν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν στρατὸν πᾶσαν ἐξωτερικὴν ἐπέμβασιν. Ἀλλ’ ἐὰν προταθῇ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ μετὰ πάσης ἐπιστασίας καὶ προσοχῆς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς θέλω ἀξιώσει νὰ μὴ θίγωνται οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους, νὰ μείνῃ δ’ ἀκεραία ἡ εὐθύνη τῶν ἐκτελούντων τοὺς νόμους. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται πλέον νὰ παραταθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Βουλῆς, ἢ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους· λέγω δὲ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Βουλῆς, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἑπομένως θέλει πάντως τὸ Ὑπουργεῖον ἀναδειχθῆ ἔχον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀφοῦ χθὲς ἐψηφοφόρησαν 137 ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου. Διὰ τοῦτο μέτρον τοιοῦτον μοὶ ἐφάνη περιττόν. Δηλῶ ὅμως, ἂν τοιοῦτον ζήτημα ἤθελε προταθῆ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡμεῖς οὐδεμίαν ἐξεδηλώσαμεν, οὔτε ἐκδηλοῦμεν, οὔτε θέλομεν ἐκδηλώσει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν ψῆφον μέλαιναν, ἤτοι νὰ ἀρνηθῶμεν ἐμπιστοσύνην, οὐχὶ ἐκ τῶν θεμάτων τούτων ὁδηγούμενοι, διότι ταῦτα εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως, ἀλλ’ ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς ἐν γένει πολιτείας αὐτοῦ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)