1900.01.25
1.976 στίχοι · 15.261 λέξεις · 223 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 25 Ἰανουαρίου 1900.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ συνερχώμεθα ἐνωρίτερον, διότι ἀπὸ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν συνερχόμεθα, ὑπολογιζομένου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν ν’ ἀποχωρῶμεν, δὲν ὑπάρχει ἀρκετὸς χρόνος ἐργασίας. Ὥστε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ συνερχώμεθα τὴν 3 ὥραν μ. μ.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως προσέτι τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἐγκαίρως, διότι τὴν 3 μ. μ. θὰ ἄρχηται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, θὰ λύηται ἡ συνεδρίασις.
§4Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργάζεται καθ’ ἑκάστην, ἀφ’ ὅτου ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς 2 μέχρι τῆς 4 ὥρας μετὰ μεσημβρίαν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐργασθῇ ἑτέραν ὥραν, διότι τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι δικηγόροι καὶ ἀπασχολοῦνται τὴν πρωΐαν εἰς τὰ δικαστήρια.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπί τινας ἡμέρας δύνανται ν’ ἀφήσωσι τὰς ἐργασίας τῶν δικαστηρίων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπέστειλεν ἡμῖν ἔγγραφον, δι’ οὗ διαβιβάζεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιστολὴ τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἐκφράζοντος ἐξ ὀνόματος τῆς Δουκίσσης τοῦ Οὐεστμίνστερ τὰς εὐχαριστίας αὐτῆς ἐπὶ τῇ συμμετοχῇ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Δουκὸς πένθος της. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα. Ἀναφορὰν τοῦ Κωνστ. Μαλαβάζου, κατοίκου Ἀρτοτίνης τῆς Δωρίδος, παθόντος κατὰ τὴν ἐν τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρίου ἐργασίαν του καὶ αἰτουμένου παρὰ τῆς Βουλῆς βοήθημα. Αἴτησιν τῶν ἐκ τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἡ ἀνανέωσις τῆς ἐγγραφῆς των, παρελθούσης ἤδη τῆς πρὸς τοῦτο προθεσμίας. Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Καλαβρύτων, παρακαλούντων τὴν Βουλήν, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν πρὸς ἐκβάθυνσιν τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ ἔργων. Τηλεγράφημα τῶν δημοτῶν Τυρνάβου, αἰτουμένων τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν φόρων τῶν ἐτῶν 1899–1903. Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Γκέρμπεσι, Δελῆ– Βελῆ καὶ Κουμάδων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ζητούντων τὴν ἀρωγὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἐκ τῆς πυρπολήσεως τῶν σπαρτῶν των καταστροφῆς αὐτῶν. Αἴτησιν τοῦ Συλλόγου τῶν ἁμαξηλατοκαρραγωγέων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος μέχρι τοῦ μηνὸς Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἀναφορὰν τῶν ἀδελφῶν καὶ τέκνων τοῦ ἀποθανόντος Ἀθαν. Πίνα, κατοίκων Ἁλμυροῦ, αἰτουμένων μηνιαῖον βοήθημα. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Κλεινοβοῦ Τρικκάλων, παρακαλούντων, ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς παρακώλυσιν τῆς παρανόμου ὑλοτομίας τῶν δασῶν τῆς κοινότητος καὶ κατάσχεσιν τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας.
§6Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν ἐξ Ἠπείρου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς αὐτήν· διότι πρόκειται περὶ φοιτητῶν ἐξ Ἠπείρου, μὴ δυνηθέντων ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως αὐτῶν νὰ ὦσιν ἐνταῦθα κατὰ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐγγραφῆς των. Ὑστέρησαν ὀλίγας μόνον ἡμέρας, μόλις δ’ ἔφθασαν ἐνταῦθα, ἀμέσως ἀπετάθησαν πρὸς τὴν Πρυτανείαν καὶ ἐζήτησαν, ἵνα ἐξαιρετικῶς ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἡ ἀνανέωσις τῆς ἐγγραφῆς των. Ἡ Πρυτανεία εὗρε τοὺς λόγους αὐτῶν δικαίους, συνέστησε δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως τοῦτο ἐπιτρέψῃ τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον οὐδαμῶς ἀπήντησεν εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Πρυτανείας, ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν. Σημειώσατε ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης οἱ φοιτηταὶ οὗτοι ἠκολούθησαν ἀνελλιπῶς τὰς παραδόσεις τῶν καθηγητῶν αὐτῶν, οὐδ’ ἐπὶ ἡμέραν ἀπουσιάσαντες αὐτῶν, ἐτήρησαν σημειώσεις τῶν μαθημάτων τακτικῶς, καὶ ἐπειδὴ κατ’ οὐσίαν ἐτηρήθη ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ δημοσιευθὲν διάταγμα προνοεῖ, εἰς δὲ τὸ Δημόσιον οὐδὲν προσγίνεται ἀδίκημα, πρόκειται δὲ περὶ ὑποδούλων Ἑλλήνων, τῶν ὁποίων τὴν μόρφωσιν περὶ πολλοῦ πρέπει νὰ ποιώμεθα, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ συντελῶμεν ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς πνευματικῆς αὐτῶν, δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης ἅμα καὶ ἔργον ἐθνικὸν, ἀποδεχόμενος τὴν αἴτησιν τῶν φοιτητῶν τούτων, καὶ ἐπιτρέπων εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐγγραφῆς των.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τὰ εἰσπραχθέντα ἐκπαιδευτικὰ τέλη κατὰ τὰ ἔτη 1896, 1897, 1898 καὶ 1899 κατετέθησαν ἔν τινι Τραπέζῃ, καὶ ἰδίως ἐν τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας, ἐν ᾗ εἶχον κατατεθῆ τὰ κατὰ τὸ 1895 εἰσπραχθέντα, πόσα δὲ εἰσεπράχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θὰ βραδύνῃ ἔτι ἡ ἐκτύπωσις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ 1899, καθ’ ἣν εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶχεν ἔκτοτε παραδοθῆ πρὸς ἐκτύπωσιν, καθ’ ἃ τότε ἀνέφερε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναμνησθῇ τῆς παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπευθύνει πρὸς αὐτὸν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, περὶ παρασκευῆς καὶ καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν προχείρου σημειώματος ἐκ τοῦ ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1898, ἰδίως δὲ τῶν κεφαλαίων 3, 4 καὶ 5 τοῦ πίνακος τῶν ἐξόδων.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, θέλω φροντίσει, ὅπως αὔριον κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον σημείωμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897, πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι εἶναι περὶ τὸ τέλος ἡ ἐκτύπωσις αὐτοῦ, ἐντὸς δὲ τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν θὰ ἦναι ἕτοιμος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρασκευὴν τοῦ σημειώματος ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1898, ἔκτοτε παρήγγειλα ταύτην, ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ παρασκευὴ τοιούτου σημειώματος, πρὶν ἢ περατωθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν παραστατικῶν τῶν γενομένων πληρωμῶν.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευαθῇ περὶ τῶν δύο Ὑπουργείων μόνον;
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τῶν δύο Ὑπουργείων καταρτισθῇ, εἶναι ἀνάγκη νὰ συντάξωσι πάντων τῶν Ὑπουργείων τοὺς γενικοὺς ἀπολογισμούς. Θέλω καὶ πάλιν ἐπαναλάβει τὴν διαταγὴν, ἐὰν δ’ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς, δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι θὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἰτηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ σημείωμα.
§11Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα διορθώσῃ ἄτοπον τι, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ λαμπρότατος νόμος περὶ συγκροτήσεως τῶν Κακουργιοδικείων κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὸν σκοπόν του. Πρῶτον ἐλάττωμα τοῦ νόμου τούτου εἶναι, ὅτι ἀποκλείει νὰ δικάζωνται οἱ κατηγορούμενοι εἰς τὸν δῆμον των, καὶ ὑποχρεοῖ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἐκτός τινων ὡρισμένων περιπτώσεων, νὰ εἰσάγωσι τούτους εἰς ἕτερα δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δύσκολον νὰ προσκομίζωσι τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως. Πρέπει λοιπὸν περὶ τούτου νὰ μεριμνήσῃ ἡ Πολιτεία, ὥστε, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς διαδικασίας, νὰ κλητεύῃ μέχρι τριῶν μαρτύρων ὑπερασπίσεως, οὓς ὑποδεικνύει ὁ κατηγορούμενος μέχρι τῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον κλήσεώς του. Δεύτερον ἄτοπον εἶναι ἡ κατάχρησις τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ συγκροτήσεως τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου, ἰδίως κατὰ τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων γίνεται ἡ πρώτη κλήρωσις, ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων οἱ Πρόεδροι τῶν συνέδρων δὲν κληροῦσιν, ἀλλὰ διορίζουσι τοὺς ἐνόρκους, ἤτοι ἐξάγουσιν ἕνα κλῆρον, καὶ ἂν τὸ ὄνομα τὸ ἐν αὐτῷ δὲν τοὺς εὐαρεστῇ, ἀφίνουσι τὸν κλῆρον αὐτὸν καὶ λαμβάνουσιν ἕτερον, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ὅπως αὐτοὶ ἐπιθυμοῦσι.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πλαστογραφία!
§13Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐγὼ ἀντελήφθην. Ἀπορῶ δὲ, πῶς τὸ ἄτοπον αὐτὸ δὲν ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν κ. Βουλευτῶν δικηγόρων. Ἐν Σύρῳ, μεταβὰς διά τινα δίκην, ἀντελήφθην καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐδικάζετο εἷς ἐπὶ πλαστογραφίᾳ· ἐπερατώθη ἡ ἀποδεικτικὴ διαδικασία, εἰσῆλθον οἱ ἔνορκοι εἰς τὸ δωμάτιον των, καὶ διὰ ψήφων δέκα πρὸς δύο ἐπέκειτο ἡ ἀθώωσις τοῦ κατηγορουμένου. Ὁ Πρόεδρος ἐπληροφορήθη τοῦτο παρά τινος ἐνόρκου, καὶ πάραυτα καλεῖ τὸ δικαστήριον καὶ ἐκδίδει ἀπόφασιν διατάσσουσαν κρείσσονας ἀποδείξεις. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ κατόπιν εἰς τὴν αὐτὴν δίκην. Ἡ δίκη ἀνεβλήθη, διαταχθεισῶν κρεισσόνων ἀποδείξεων μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν ἐνόρκων εἰς τὸ δωμάτιον τῶν διασκέψεων. Ὁ κατηγορούμενος εἰσήχθη εἰς ἄλλο Κακουργιοδικεῖον, ἤτοι εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Λαμίας, καὶ ἐκεῖ ὁ δυστυχὴς κατεδικάσθη. Αὐτὰ συμβαίνουν καθ’ ἑκάστην, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, νὰ λάβωσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ νομοθετικῶν ἢ διοικητικῶν πράξεων νὰ ἐπιφέρωσι τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§14Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§15Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι γίνεται ἓν ἄτοπον. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως λαμβάνουσιν ἄλλοι τὸν λόγον, ἐνῷ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον πρῶτος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο μία ἐξαίρεσις εὐλόγως. Ἐνόμιζον ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξαίρεσιν.
§17ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, βεβαίως δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐγώ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§19ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ζητῶ τὸν λόγον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπὸν, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§21Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς χθὲς, Κύριοι, ἔλεγον ὅτι, ἐπειδὴ σήμερον δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν εἰδικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦτο δὲν θὰ σᾶς ἀπησχόλουν ἐπὶ μακρὸν ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ ζητήσω μόνον νὰ ἀναφέρω σημεῖά τινα, ἅτινα θὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι ὁ συνταγματικὸς Ὑπουργὸς καὶ πρὸς τὸ Στέμμα καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὀφείλει νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἔπρεπε νὰ σημειώσῃ πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωσι τὴν δέουσαν προσοχὴν, διὰ νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος δὲν συμφέρει ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ καὶ διὰ τὴν δυναστείαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πατρίδα, νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν. Τὸ καθῆκον τοῦτο, νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἱερώτερον καὶ πρώτιστον διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς κοινοβουλευτικοῦ Κράτους, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπεβάλλετο τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἐκπληροῖ τοιοῦτον καθῆκον ἐνώπιον τοῦ ἄνακτος, ἐγκληματεῖ ἀπέναντι τῆς πατρίδος, καὶ καταφωρᾶται πολίτης ἀνάξιος τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, πολίτης ἐπιδιώκων καὶ ἀγαπῶν μόνον τὴν ἀρχὴν, μὴ σκεπτόμενος δὲ περὶ τῆς πατρίδος αὑτοῦ καὶ τῆς ὑστεροφημίας του. Τὴν γνώμην ταύτην ἠρανίσθην παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ μακρὸν χρόνον διοικήσας τὴν πατρίδα, ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν θὰ εἶχε πλέον θέσιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπακριβῶς τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Παράδειγμα ἔχων ἐκεῖνον, καὶ υἱὸς ἐκείνου ὤν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ παρεκκλίνω τῶν παραδόσεων καὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἱστορία σημειοῖ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Τὴν ὑπενθυμίζω, διὰ νὰ τὴν μάθωσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτήρησαν τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὅπως θὰ ἀποδείξω ἀγορεύων. Εἶπον χθές, ὅτι ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς δὲν πληροῖ τὰς συνθήκας τοῦ πολέμου, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω σήμερον, ὅτι ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς ἔδωκε τὴν ἧτταν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διήρεσε τὸ στράτευμα, κατέστησε δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς μισθωτοὺς καὶ οὐχὶ φρουροὺς τῆς φιλτάτης πατρίδος. Ὀργανισμὸς δὲν θὰ εἴπῃ ἄθροισμα νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι νὰ δώσωσι μισθοὺς καὶ γαλόνια εἰς εὐνοουμένους. Ὀργανισμὸς ἑνὸς στρατεύματος, ἐπιδιώκοντος νὰ γείνῃ ἐπικρατέστερον τοῦ ἐχθροῦ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατάσσῃ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπιστρατείας σχηματισμὸν σωμάτων καὶ διχασμὸν τῶν στελεχῶν. Καὶ ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς, Κύριοι, ἐν ἄρθρῳ 27 αὐτοῦ ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ σχηματίζῃ σώματα κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ γείνῃ ἐπιστράτευσις καὶ συγκέντρωσις τοῦ στρατεύματος ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκ τῆς συστάσεως τῶν σωμάτων προκαλεῖται ἡ διχοτόμησις τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ διχοτόμησις τῶν στελεχῶν τοῦ στρατεύματος γνωρίζετε τί θὰ εἴπῃ; θὰ εἴπῃ ἀφοπλισμὸς τοῦ Κράτους! Μήπως νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ στρατεύματος καὶ ἡ ἀναγνώρισις ἀξιωματικῶν εἶναι ἐπινόημα εὐφυοῦς τινος στρατιωτικοῦ; Οὐχί. Τὸ μέρος τοῦτο θὰ καθαρίσω λεπτομερέστερον, ἀρχόμενος ἀπὸ τῶν ἀρχεγόνων πολέμων, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παραβῶ ὀλίγον τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου. Κατὰ τὴν ἀρχέγονον ἐποχὴν αἱ οἰκογένειαι, αἱ ἐρριμμέναι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον καὶ ἔχουσαι μέρος ἐδάφους κατειλημμένον, ἐμάχοντο ἕνεκα κτηματικῶν λόγων, ἢ ἕνεκα ἐθίμων. Τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκογενειῶν εἶχον οἱ γεροντότεροι, οἱ νοημονέστεροι, καὶ ὅταν ἄλλαι οἰκογένειαι, μακρότερον οἰκοῦσαι, ἤθελον νὰ ἐκτοπίσωσι τὰς οἰκογενείας τὰς γειτνιαζούσας μεταξύ των, ἐβάδιζον ἐναντίον αὐτῶν, ἔχοντες τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν οἰκογενειῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν τμημάτων, ἢ ἕνα τῶν νοημονεστέρων ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἄλλων, καὶ ὅταν αἱ φυλαὶ ἤρχοντο αἱ μὲν κατὰ τῶν δὲ, οἱ νοημονέστεροι τῆς φυλῆς ἐκείνης διηύθυνον τὸν ὄγκον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἦτο διῃρημένος εἰς οἰκογενείας ἢ καὶ εἰς ἑνότητας οἰκογενειῶν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ ἄνευ ἑνιαίας διοικήσεως εἷς ὄγκος ἀνθρώπων. Ὅταν τὰ Κράτη κατηρτίσθησαν καὶ ἐμορφώθησαν, ἐμόρφωσαν τοὺς ἡγήτορας τῶν μικρῶν καὶ μεγάλων τμημάτων εἰς ἱεραρχίαν, καὶ καθώρισαν τὴν δύναμιν τῶν στελεχῶν ἀνάλογον πρὸς τὴν δύναμιν τῶν ὁπλιτῶν, κατὰ τὰ δεδομένα τῶν μακρῶν αὐτῶν πολέμων, δηλαδὴ καθωρίσθη πόσους δύναται ἑκάστη βαθμὶς τῆς ἱεραρχίας ἄνδρας νὰ διοικήσῃ. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐθαίρετος ὁ καθορισμὸς τῆς δυνάμεως τῶν στελεχῶν, οὐδὲ ἀπόρροια τῆς ἰδιοφυΐας τινός. Ἂν κατὰ τοὺς πολέμους τῶν φυλῶν ἐπιβάλλωνται οἱ ἡγέται τῶν τμημάτων τούτων, μικρῶν καὶ μεγάλων, ὡς ἐκ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς εὐφυΐας αὐτῶν, εἰς τὰ συντεταγμένα Κράτη κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰρήνης, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς στρατιωτικῆς τέχνης εἰς ἐπιστήμην, μορφοῦνται τὰ στελέχη καὶ καταρτίζεται ὁ στρατὸς συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους καθώρισεν ὁ πόλεμος, διὰ νὰ καθίσταται τελεία ἡ μόρφωσις καὶ ἱκανὸν τὸ στράτευμα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ· τοῦτο δὲ συντελεῖται, ὅταν ἡ δύναμις τῶν στελεχῶν καὶ ἡ δύναμις τῶν λόχων ἦναι σύμφωνος πρὸς τὰ δεδομένα τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο σήμερον εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη τείνουσιν οἱ κυβερνῆται νὰ πραγματοποιήσωσιν ἀρτίαν τὴν δύναμιν τῶν στελεχῶν, καὶ εἰς τὴν εὐτυχῆ αὐτὴν θέσιν κατώρθωσε νὰ φθάσῃ ἡ Γαλλία. Ἡ διάταξις λοιπὸν, ἡ ὑπάρχουσα σήμερον εἰς τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σχηματίζῃ μονάδας στρατιωτικὰς ἐν ἐπιστρατεύσει, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν στελεχῶν τῶν ὑπαρχόντων τῆς ὅλης δυνάμεως διὰ νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὰς καταρτιζομένας νέας μονάδας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δυνάμεως τῶν στελεχῶν, εἶναι σφάλμα, διότι καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς δυνάμεως καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀφαιρεῖ τὴν διοίκησιν. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸς, καὶ διὰ τοῦτο εἴχομεν τὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα, ὅτε ἐκηρύσσετο ὁ πόλεμος, δι’ ὅπερ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Σμόλενιτς Νικόλαος εἶπε τὰς βαρυσημάντους λέξεις, ὅτι «ἡ κωμῳδία αὕτη θὰ γραφῇ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ!» Ἔχομεν ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἰσχύοντος, Κύριοι, συντάγματα ἐρριμμένα ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, μὴ ἐκπληροῦντα ἄλλην ἀποστολὴν, εἰμὴ τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, εἰμὴ τὴν συνοδείαν τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ ἔχομεν τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν συνταγμάτων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ γνωρίζουν, οὐδ’ ἐπιβλέπουν, οὐδ’ ἐπιτηροῦν τὰ συντάγματα ταῦτα, ἀλλ’ οὔτε δύνανται, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης διασπορᾶς καὶ ἀποσυνθέσεως, νὰ τὰ ἐπιτηρῶσι. Τοιοῦτος, χωρὶς καμμίαν διαφορὰν, εἶναι, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, ὁ ὀργανισμὸς τῆς Α. Ὑψηλότητος, διαφέρει δὲ μόνον εἰς ὀνομασίας. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς Α. Ὑψηλότητος καθορίζει καὶ αὐτὸς τρεῖς Μεραρχίας, ὅπως ἔχομεν καὶ τώρα τρία Ἀρχηγεῖα, μὲ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν, καὶ νομίζει, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ὀνομασίας ταύτης διωργάνωσε, μετέβαλε τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμόν. Ζητεῖ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Α. Ὑψηλότητος, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας νὰ σχηματίζῃ τρεῖς ἄλλας μεραρχίας. Δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ ὅ,τι ἰσχύει σήμερον, δὲν κάμνει ἄλλο ἢ νὰ ἀναγράφῃ τὸ 27 ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται, ὡς εἶπον, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σχηματίζῃ καὶ ἄλλας μονάδας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὸν στρατὸν εἰς τὴν δύναμιν, ἥτις ἀπαιτεῖται, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν, καὶ ὅπως ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἰσχύων διχοτομεῖ τὰ στελέχη, οὕτω καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Α. Ὑψηλότητος τὸ ἥμισυ τῶν στελεχῶν δίδει εἰς τὰς τρεῖς νέας μεραρχίας. Ἐρωτῶ,—διότι δὲν εἶναι ζήτημα τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται πᾶς τις ἐξ ὑμῶν νὰ διακρίνῃ τὸ πρᾶγμα, ἢ νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ αὐτοῦ,—ἐρωτῶ, ὅταν τὰ 6 τὰ κάμνετε 3, καὶ τὰ 3 τὰ ῥίπτητε ἀλλοῦ, τί μένει πλέον, ἵνα διοικηθῇ αὐτὸ τὸ στράτευμα; Ἀλλ’ ὅταν ἦναι καὶ 5½, εἴπετέ μοι σεῖς, πῶς δύναταί τις νὰ διαιρέσῃ τὰ στελέχη, ἵνα ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς 6 μεραρχίας; Διότι ἡ Α. Ὑψηλότης δὲν ἐσκέφθη περὶ στελεχῶν δυναμένων νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ὁπλιτῶν, καὶ οὕτω νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων στελεχῶν. Ἀλλ’ ἂν ἐμερίμνα που περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν στελεχῶν, ἐμερίμνησε μόνον περὶ στρατηγῶν, καὶ ὁρίζει 15 τοιούτους ὑποστρατήγους καὶ ἀντιστρατήγους! Μισθολόγιον εἶπον, ὅτι εἶναι ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς, μισθολόγιον εἶναι καὶ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἦτο μισθολόγιον, ἐὰν περὶ ὅλης τῆς κλίμακος τῆς ἱεραρχικῆς ἐμερίμνα, καὶ καθώριζε πάντα κατὰ τοὺς κανόνας. Ἀναφέρω τὴν Α. Ὑψηλότητα ὡς συντάξαντα τὸ ἔργον τοῦτο, διότι φέρει τὴν ὑπογραφήν του. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν τὸ συνέταξεν ἡ Ὑψηλότης του. Ἡ Ὑψηλότης του ἔθεσε μόνον τὴν ὑπογραφήν. Ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τοὺς περὶ αὐτὸν, τὸν ἔκαμεν, εἰς τοιοῦτον ἔργον νὰ θέση τόσον σεβαστὴν ὑπογραφὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ὀργανισμῷ μου ἐμερίμνησα περὶ τῶν περὶ τὸν Διάδοχον, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐξασφαλίσω τὴν ἀγαθοπιστίαν καὶ φιλοδοξίαν αὐτοῦ. Ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, θὰ ἔχω γλῶσσαν ἐλευθερωτέραν, διότι νομίζω, ὅτι θὰ ἐκπληρώσω καθῆκον· καὶ ἂν πικράνω ἐκείνους, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω, ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχω, δὲν θὰ σταματήσω. Ἀλλὰ τάχα μόνον τοῦτο ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ὑπεχρέωσε νὰ μὴ δεχθῶ, ὅπως υἱοθετήσω τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ τὸ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν; Ὄχι, Κύριοι· διότι εἰς τοῦτο, ἐὰν ὄχι κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὸ φαινόμενον, συνεβιβάσθημεν. Σημειώσατε τὴν λέξιν, διότι θὰ τὴν ἐξηγήσω. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῆς Α. Ὑ. ὑπάρχει καθορισμὸς τῶν δικαιωμάτων, ὑποχρεώσεων καὶ καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Α. Ὑψηλότητος, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἡ Α. Ὑ. ἢ οἱ συντάξαντες τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν,—διότι πρέπει νὰ φύγῃ τὸ ὄνομα αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρηται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπου μόνον πρέπει νὰ ἀναφέρωνται οἱ ἀληθῶς ὑπεύθυνοι...
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔργον του, ὄχι τὸ ὄνομά του.
§23Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἀγαθοπιστίαν αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ τὴν κυλίωμεν ἐδῶ... Οἱ συντάξαντες λοιπὸν τὸν ὀργανισμόν...
§24ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη;
§25Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὸν ἐλάβετε ἴσως. Πολλοὶ πιστεύω νὰ τὸν ἔλαβον.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§27ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὸν ἔλαβόν τινες, εἶναι ἁπλούστατος, διότι δὲν ἐπρόφθασαν οἱ ἄνθρωποί μου νὰ τὸν διανείμουν.
§29Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸν διανέμετε;
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, ἐγὼ αὐτός.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Διαδόχου τὸν ὀργανισμόν;
§32Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Μήπως νομίζετε, ὅτι ἔπραξα πρᾶξιν ἄτοπον; Ἐξήγησα χθὲς διατὶ δὲν ἔπραξα ἄτοπον πρᾶξιν.
§33ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως εἶναι ἄτοπος.
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐπράξατε ἄτοπον πρᾶξιν.
§35Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔργον αὐτὸ τοῦ Διαδόχου, εἶναι δημόσιον ἔργον, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, διότι πρὸς τοῦτο συνετάχθη.
§36Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!
§37Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ κατὰ τῆς φράσεως ταύτης θὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀμέσως. Οὐδέποτε τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἐστάλη εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ ἔργον εἰς τὴν Βουλήν, οὐδέποτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκοίνωσε τὸ κείμενον αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, οὐδέποτε ὁ Διάδοχος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὡς Κουμουνδοῦρον, νὰ δημοσιεύσῃ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε τὴν ἄδειαν τῆς δημοσιεύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἀλήθεια, καὶ ταύτην ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης, χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§39Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ ἀκροατήρια μετεβλήθησαν εἰς Κοινοβούλιον;
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ πάντοτε ἠδιαφόρησα περὶ τῶν χειροκροτημάτων, διότι οὐδέποτε ἔδωκα σημασίαν εἰς χειροκροτήματα, ὡς οὐδέποτε θὰ δώσω σημασίαν εἰς ποδοκροτήματα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ φέρωνται εὐσχήμως· νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται οὔτε εἰς ἐπιδοκιμασίας, οὔτε εἰς ἀποδοκιμασίας.
§42Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λάβετε ἀπόφασιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ θέσητε τάξιν εἰς τὰ ἀκροατήρια, ἄλλως θὰ ἔχητε καθ’ ἑκάστην στιγμὴν αὐτὰς τὰς ἀσχημίας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ τεθῇ τάξις. Ἐὰν θέλουν οἱ ἀκροαταὶ νὰ παραμένουν νὰ ἀκούουν, πρέπει νὰ κάθηνται εὐσχήμως, ἄλλως θὰ ἐξέλθουν. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§44Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως νομίζετε, ὅτι παρεξενεύθην, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τόσον κατηγορηματικῶς νὰ μὲ διαψεύδῃ; Ὄχι! Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε καθῆκον νὰ προφυλάξῃ τὰ ὑψηλὰ ταῦτα πρόσωπα. Τῷ ἐπεβάλλετο καὶ νὰ ψευσθῇ ἀκόμη (θόρυβος).
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε θὰ μοὶ ἐπιβάλῃ τις νὰ ψευσθῶ, κύριε... Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν λέξιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν εἶναι φράσις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεσθε, προκειμένου περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§47Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅταν πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχωμεν σέβας, εἰς ποῖον θὰ ἔχωμεν; Καὶ τὸ παράδειγμα δίδει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος!
§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς ἱκανὸς νὰ διδάξῃ τὴν εὐπρέπειαν πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον! (Θόρυβος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρου ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. Ἡσυχάσατε.
§50Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας...
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Ὀφείλετε νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἴπετε.
§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπεν, ὅτι ἐψεύσθη· δὲν ἀπεκάλεσε τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ψεύστην.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Παξῶν, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἤθελεν ἀποκαλέσει τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ψεύστην, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τὸν Πρόεδρον ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν λέξιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ λέγῃ ὁ ῥήτωρ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ψευσθῇ.
§55ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἀπηύθυνε μομφήν τινα εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βουλευτά.
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἔχῃ λόγους ν’ ἀπευθύνῃ θυμιάματα καὶ σέβη...
§58Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κανένα λόγον δὲν ἔχω—μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Κουμουνδοῦρε, τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά,— ν’ ἀπευθύνω θυμιάματα καὶ σέβη πρὸς τὸν κύριον Θεοτόκην, ἀλλ’ ὀφείλω σέβας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους, ὅπως καὶ ὑμᾶς, καὶ ὅτε ἦσθε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σήμερον ἐξακολουθῶ νὰ σέβωμαι καὶ νὰ ὑπολήπτωμαι.
§59Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν παρεξενεύθην, ἐπαναλέγω, Κύριοι, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ παρουσιάσῃ ἐμὲ ὡς μὴ εἰπόντα τὴν ἀλήθειαν. Καθῆκον εἶχε πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὡς Θεοτόκης δὲν ἐπετρέπετο νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν. Ἐὰν ὁ κύριος Θεοτόκης νομίζῃ, ὅτι, ἐὰν τὸν ὕβριζον, δὲν ἤθελε ζητήσει ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἱκανοποίησιν, δύναται νὰ τὸ λέγῃ, διότι τὸ ἀξίωμά του τὸν ὀχυρώνει· ἀλλ’ ἐὰν ἤρχετο εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, δὲν θὰ τὸ ἔλεγε...
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία ἡ ἔννοια τῆς φράσεως, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά;
§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Καὶ ἐὰν ὡμιλοῦμεν ἐντεῦθεν οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ὡς ἄτομα, δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν ν’ ἀπευθύνω φράσιν ἐναντίον τοῦ κ. Θεοτόκη τοιαύτην, ἥτις ἠδύνατο νὰ ταράξῃ τὰ νεῦρα αὐτοῦ. Γνωρίζω εἰς ποῖα στήθη, εἰς ποίους χαρακτῆρας ἀπευθύνομαι, διότι κρίνω ἐξ ἐμαυτοῦ. Δὲν ἀπευθύνομαι εἰς ὅλους. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ὡς Κουμουνδοῦρος, βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὡς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχω καθῆκον νὰ ἦμαι τίμιος καὶ νὰ ὑπολογίζω ὅτι ὅ,τι ἐξέρχεται τοῦ στόματός μου εἰς σπουδαίας καὶ σοβαρὰς στιγμὰς, καὶ εἰς ζητήματα σοβαρὰ καὶ ὕψιστα, ἐπιβάλλεται νὰ ἦναι τὸ ἀκριβές, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀνεκοίνωσα εὐθὺς εἰς τὸ πρῶτον ὑπουργικὸν συμβούλιον τὰς γενικὰς γραμμάς...
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ μάλιστα.
§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Πρωθυπουργέ... Κύριε Πρόεδρε νὰ φέρητε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν τάξιν! (Θόρυβος). Μήπως νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δύναμαι νὰ χάσω τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου;... Ἀνέφερα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μόνον τὰς γραμμὰς, τὰς ὁποίας κάμνω γνωστὰς ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν, διότι δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω εἰς τὸ πρῶτον ὑπουργικὸν συμβούλιον, προκειμένου περὶ νόμου τοιούτου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀναγνώσητε, ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς χεῖράς σας, οἷος διεσκευάσθη ἐκ μέρους τῶν ἐμπεπιστευμένων τῆς Α. Ὑψηλότητος, ὡς δὲν κρίνω ὀρθὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλην τὴν διασκευὴν αὐτοῦ, διότι δὲν νομίζω, ὅτι τόσον δημοσίᾳ θὰ ἐπετρέπετο τοῦτο. Θὰ ἔχητε τὸν ὀργανισμὸν εἰς τὰς χεῖρας σας ἀπόψε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸν ἀναγνώσητε, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ διασκευὴ νόμου αὐτή, καθορίζοντος τὴν κατάστασιν ἀξιωματικῶν. Εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις καὶ τῷ ὀργανισμῷ δημιουργεῖται σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ αἱματοχυσίαν εἰς τὸ στράτευμα; Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα· εἶχον ἀνάγκην μόνον ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος αὐτοῦ, εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπιδείξω τὰ σημεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ στράτευμα ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς βλέψεις τοῦ ἔθνους μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἔργου τούτου, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους. Δὲν θὰ εἴχομεν τίποτε ἄλλο παρὰ ἀθροίσματα ἀνθρώπων, ἀμυνομένων περὶ τῆς ἰδίας ὑπάρξεως καὶ ἀλληλοσφαζομένων! Τοιαῦτα ἀποτελέσματα θὰ εἶχεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Γνωρίζω ὅτι ἐμελετήθη ἡ διόρθωσις τούτου τοῦ ἔργου, γνωρίζω ὅτι ἤρχισεν ἡ ἀνατύπωσις αὐτοῦ, καὶ χαίρω, διότι ὑπῆρξα ἡ ἀφορμὴ νὰ μὴ ὑπάρχωσι τὰ σημειώματα αὐτὰ ἐν τῷ τεύχει τούτῳ. Θὰ ἴδητε ἴσως μετά τινας ἡμέρας ἄλλο τεῦχος, κυκλοφοροῦν ἀνὰ τὴν πόλιν, ἀλλ’ αὐτὸ ἐδῶ εἶναι τὸ γνήσιον ἔργον, αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸν (δεικνύει τὸν παρ’ αὐτοῦ ἐκτυπωθέντα ὀργανισμὸν τοῦ Διαδόχου). Αὐτὸ λοιπὸν εἰς γενικὰς γραμμὰς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς τότε συναδέλφους μου, καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τούτῳ καθίστατο ὁ Ὑπουργὸς ἀνδρείκελον, καὶ μετεφέρετο ὅλη ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀρχηγοῦ, μὴ περιοριζομένου ὑπ’ οὐδενὸς νόμου, ἐνεκαθιδρύετο δὲ διὰ τοῦ τεύχους τούτου, ἐὰν καθίστατο νόμος, ἀπολυταρχία πλήρης, τὴν ὁποίαν ἐγώ, ὡς σύμβουλος τοῦ Στέμματος, εἶχον τὸ καθῆκον νὰ τὴν σημειώσω εἰς τοὺς ἁρμοδίους, καὶ εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ἐὰν ζητήσωσι νὰ παρουσιασθῇ τοῦτο ὡς νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου, ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάθημαι εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν). Τὴν δήλωσιν ταύτην δὲν ἐποιησάμην μόνον εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἐποιησάμην καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Εἶχον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐξεπλήρουν καθῆκον, καὶ δὲν ἐταρασσόμην, ἐὰν δὲν ἐφαινόμην εὐμενής· διότι πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺ χρονικὸν διάστημα, καὶ θὰ εἴπῃ ἡ Α.Μ. ὅ,τι εἶπε καὶ ἄλλοτε, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Εἶπε τότε ὁ Βασιλεὺς, ὅτι «ὁ Κουμουνδοῦρος εἶχε δίκαιον, καὶ ὁ πρίγκηψ Γεώργιος ὤφειλε νὰ τὸν ἀκούσῃ». Καὶ ἂν μὲ ἤκουεν, ὅσα τότε ἐδημοσίευον αἱ ἐφημερίδες περὶ τοῦ ταξιδίου τῆς Κρήτης δὲν θὰ τὰ ἐδημοσίευον, διότι δὲν θὰ εὕρισκον ἀφορμήν. Καὶ τότε λοιπὸν τὸ ἴδιον καθῆκον ἐξεπλήρωσα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ καθῆκον μου ἐκεῖνο ἐξεπλήρωσα τότε, παραβὰς ἴσως κανόνας τινὰς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ὕφους τοῦ ἀνδρὸς, μετὰ τοῦ ὁποίου ὡμίλουν, καὶ ἴσως εἶχε δίκαιον νὰ λάβῃ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Α. Υ. ἔλαβεν ἀπέναντι τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατὰ τὴν πρὸς αὐτὸν διαφωνίαν μου ἔλαβον, καὶ ἥτις δὲν τὸν ἀφῆκε νὰ σκεφθῇ, τί ἔλεγον, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐπῆλθεν ὅ,τι ἐπῆλθε κατὰ τὴν εἰς Κρήτην μετάβασιν αὐτοῦ. Ὑπῆρξα ἴσως τότε αὐστηρότερος ὀλίγον, ἡ περίστασις ὅμως ἐκείνη μὲ ἔκαμε νὰ διδαχθῶ, ὅτι δὲν πρέπει, διὰ νὰ φθάνω εἰς τὸν σκοπόν μου, νὰ τηρῶ τοιαύτην στάσιν. Ἐλπίζω, ἀλλὰ τὸ ἀπεύχομαι, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, μετὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἴπῃ πάλιν ὁ Βασιλεὺς, ὅτι «ὁ Κουμουνδοῦρος εἶχε δίκαιον», ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἔμαθον, γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνεκοινώθη ἐν ταῖς λεπτομερείαις του, θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε μετὰ πόσης προσοχῆς οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Α. Ὑψ. συνέταξαν τὸν χάρτην αὐτὸν (δεικνύει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Διαδόχου), καὶ διὰ νὰ κρίνητε, ἐὰν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους νὰ δώσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων εἰς τὸν ἀρχηγὸν, ὅπως ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ .........
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ......
§65Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν τὸ γνωρίζω· ἀλλ’ ἂν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ κατέστησαν γνωστὸν, δηλ. ὅτι θὰ δίδεται δι’ αὐτοῦ ἄδεια νὰ κανονισθῶσι διὰ διατάγματος τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τοῦ ἀρχηγοῦ, τότε βεβαίως θὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ ὀργανισμῷ τούτῳ τῆς Α. Ὑψηλότητος. Ἰδοὺ πῶς ὁ ὀργανισμὸς τῆς Α. Ὑψηλότητος καθορίζει, συμφώνως πρὸς ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὡμίλησα πρὸ μικροῦ, ἰδού, λέγω, πῶς καθορίζει τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ἀρχηγείου. Καταργεῖ σχεδὸν πάντα τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀφίνει μόνον λειτουργοῦντα ἐν αὐτῷ τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ τμῆμα τῆς οἰκονομίας καὶ τῶν προμηθειῶν, τὸ τμῆμα τῆς δικαιοσύνης, τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τὸ Λογιστήριον...
§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτελικὸν τμῆμα δὲν ὑπάρχει;
§67Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίποτε! Τώρα θὰ ἴδητε, ποῦ ὑπάρχει τὸ ἐπιτελικὸν τμῆμα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς σημειώσω καὶ ἓν ἄλλο· ἐπὶ τῆς καθορίσεως τῶν τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τοῦ σχεδιογραφήματος τούτου,—διότι οὕτω πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσῃ τις,—τὸ τμῆμα τῆς οἰκονομίας καὶ τῶν προμηθειῶν ἀναγράφεται μόνον τύπῳ, οὐσίᾳ ὅμως ὄχι· κατὰ συνέπειαν τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν καὶ τὸ οἰκονομικὸν τμῆμα δὲν ὑπάρχει ὡς τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐλέγξῃ τις καὶ νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν, καταδεικνύον τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου· δὲν ἀναφέρεται ἐν αὐτῷ οὔτε διεκπεραίωσις, οὔτε καταχώρησις· κατὰ συνέπειαν ἡ ὑπηρεσία θὰ μείνῃ ποῦ; Καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ν’ ἀποφασίζῃ, ποῖον τμῆμα θὰ τὰ λαμβάνῃ καὶ θὰ εἰσάγῃ εἰς αὐτόν; Ἐννοεῖτε μετὰ πόσης προσοχῆς συνέταξαν τὸ σχεδιογράφημα τοῦτο; Ἐννοεῖτε ποίαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων τῶν στοιχειωδεστάτων ἔχουσι, καὶ μὲ ποῖον θράσος ζητοῦν, ἡ Πολιτεία νὰ τοῖς δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῶσι καὶ ὀργανίζωσι στρατοὺς, ἐκεῖνοι οἵτινες καὶ ἐπὶ τῶν ἁπλουστάτων καὶ στοιχειωδεστάτων δὲν ἔχουσι τὴν κοινὴν ἀντίληψιν τοῦ καθορισμοῦ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ μηχανισμοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου; Κατειλημμένοι ὑπὸ τῆς μανίας, πῶς νὰ καταλάβωσι τὴν ἀρχήν, προσπαθοῦσι νὰ ὑποτάξωσι πάντας ὑπὸ τοὺς πόδας αὑτῶν! Καὶ λέγω, ὅτι συνετάχθη ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ν’ ἁρπάσωσι πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας αὑτῶν, διὰ νὰ τὴν διαχειρίζωνται κατὰ τὰ συμφέροντα αὑτῶν, κατὰ τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς βλέψεις των, τὸ λέγω, διότι θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγεγραμμένον, ἐνδεικνυόμενον καθ’ ὅλην τὴν μεγαλειότητα αὐτοῦ, διότι θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω,—θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὸ σχεδιογράφημα τοῦτο. Ἀποκλείουν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ τοῦ νὰ γίνωνται συνταγματάρχαι, καὶ ἀναγράφουν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ φθάνουσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, προβιβαζόμενοι δὲ εἰς συνταγματάρχας μετατίθενται εἰς τὸ πεζικόν! Καὶ ἐρωτῶ, δὲν βλέπετε εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσι τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα; Καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν αὐτὸ τὸ χαρτίον; Δὲν εἶναι ἄλλοι, εἰμὴ ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τοὺς ἀναφέρω, διότι τοὺς γνωρίζετε ὅλοι.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττόν.
§69Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖτε εἰς τίνων χεῖρας ζητοῦν νὰ παραδώσουν τὴν πρώτην ἀρχὴν τοῦ στρατεύματος, ἐν πλήρει ἀπολυταρχίᾳ; Ἐννοεῖτε ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης καταστάσεως; Καὶ δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος, ὡς πολίτης Ἕλλην, νὰ ἀντιστῶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοθετήματος ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; καὶ θὰ ἠδυνάμην, θὰ εἶχον τὴν τόλμην, νὰ παραστῶ ἐνώπιον ὑμῶν; καὶ δὲν θὰ προπηλακιζόμην παρ’ ὑμῶν; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον συνέταξε, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην περὶ αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν μοι ἀνεκοινώθη τοῦτο, ἀλλὰ γνωρίζω, τί εἶναι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ, καὶ ὅτι δὲν τὸ συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἄλλην ὥραν τὸ συνέταξε, καὶ θὰ τὸ ἀναφέρω κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου μου.
§70Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ συνέταξα ἀκόμη (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ).
§71Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἐλάβετε ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συνέταξεν αὐτὸ (δεικνύει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Διαδόχου) ὅτε ἤμην Ὑπουργός.
§72ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε· εἶσθε ἐλεύθερος.
§73Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Εἰς δὲ τὸν θάλαμον ἦτο ἀξιωματικὸς μέσα, καὶ τὸν ἐνθυμεῖσθε· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀναφέρω, διότι θὰ τὸν καταστρέψω.
§74ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἀπὸ ὅλα αὐτά· οὐδεὶς ἀξιωματικὸς καὶ οὐδαμοῦ ὑπῆρξε συνέντευξις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρξε παρὼν ἀξιωματικός τις.
§75Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς ἐπίστευσα. Ὅταν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀφορώντων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, θὰ σᾶς ἀνακοινώσω κατάλογον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει μέρος ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Κουντουριώτης. Μήπως νομίζετε, ὅτι ἀνακοινῶν τοιαῦτα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, δὲν περιέμενον τοιαύτας ἀπαντήσεις; Ἀπατᾶσθε· τὰς περιέμενον. Καὶ ἕνα ἐγκληματίαν ἀνεγνωρισμένον ἂν προσαγάγητε ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, θὰ τὸν ἀκούσητε νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι ἀθῶος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, ἀποδεικνύεται, καὶ μὴ ἀνησυχῆτε. Περιμείνατε, καὶ θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοθέτημα, καὶ θὰ κρίνητε, ἂν λέγω τὴν ἀλήθειαν. Τὸ στόμα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης θὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀπόδειξιν. Δὲν εἶμαι ῥήτωρ, οὐδὲ συνειθισμένος νὰ διαστρέφω τὴν ἀλήθειαν. Μὲ γνωρίζετε πάντες· καὶ ἐπειδὴ τοιοῦτος εἶναι ὁ χαρακτήρ μου, δὲν ἔχω τὴν εὐστροφίαν περὶ τὴν ῥητορικὴν, ὥστε νὰ παραστήσω τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ καταστήσω ἀναπολογήτους τοὺς θέλοντας τὰ πάντα νὰ διαψεύσωσιν Ὑπουργούς. Ὅταν ἀναγινώσκῃ τις κείμενα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ῥήτωρ καὶ νὰ ζητῇ εἰκόνας τῆς φαντασίας του, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὰ αὐταπόδεικτα, καὶ δὲν φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κλονισθῇ ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν ἐμπνέω, ὅταν ὁμιλῶ, διαψευδόμενος ὡς διαψεύδομαι, καὶ διὰ τοῦτο θαρραλέως προχωρῶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ πῶς ὀργανοῦται τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ ὀργανωθῇ οὕτω διὰ Β. Διατάγματος (ἀναγινώσκει). Καὶ ἂν μὲν ταῦτα καὶ μόνα ἀνεγράφοντο ἐν τῷ διατάγματι, ἴσως ὑπάρχει ἐλπίς τις, ὅτι δύναται νὰ σωθῇ τι ἐκ τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος τοῦ ὑπάρχοντος· ἀλλ’ ἀγνοῶ ποῖον θὰ ἦναι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ, Κύριοι, καὶ ὁ καθορισμὸς τῶν τμημάτων τοῦ Ἀρχηγείου: «Γραφεῖον ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Γραφεῖον ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Προσωπικόν. Στρατολογία καὶ ἱππωνία. Ἐπιστράτευσις καὶ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις. Στατιστικαὶ πληροφορίαι. Χαρτογραφία. Ὑλικὸν πολέμου. Στρατιωτικὰ ἔργα. Ἐκπαίδευσις. Ἐπιμελητεία. Ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία καὶ κτηνιατρική. Σύνταξις στρατιωτικῆς ἐφημερίδος. Βιβλιοθήκη. Γραφεῖον καταχωρήσεως, διεκπεραιώσεως, ἀρχεῖον. Τυπογραφεῖον, λιθογραφεῖον, σχεδιαστήριον.» Ἔχετε ἤδη ἀμφιβολίαν τινά, ὅτι ὁλόκληρον τὸν στρατὸν λαμβάνει εἰς τὰς χεῖρας αὑτοῦ ὁ ἀρχηγός, ἄνευ τινὸς περιοριστικοῦ νόμου, καθορίζοντος τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ τῶν προμηθειῶν τμῆμα, καὶ ὅτι καθιστᾷ πλέον τὸν Ὑπουργὸν ἀληθὲς ἀνδρείκελον; Σεῖς δὲ θὰ ζητῆτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ εὐθύνην διὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα δὲν διέπραξε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ! Ἀλλὰ δύνασθε νὰ διορίσητε ἀρχηγὸν τὸν Διάδοχον; Δύνασθε νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν εὐθύνας; Δὲν δύνασθε κατὰ τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἀκόμη καὶ διότι ὁ Διάδοχος δὲν εἶναι, ὡς ἄλλοι, ἀξιωματικός, οὐδὲ πληρόνεται, οὐδ’ ἀναγράφεται εἰς τὰ στελέχη. Τῷ ἐδώσαμεν ἄλλοτε ἀρχηγίαν, διότι τοῦτο μᾶς ἐπεβάλλετο, ἵνα διδαχθῇ, κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς, πῶς ἐκτελεῖται μία τοιαύτη ὑπηρεσία, ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἤδη ζητεῖται, ὄχι προσωρινή, ἀλλ’ ἰσόβιος ἀρχηγία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω, ἂν δύνασθε νὰ δώσητε, νομοθετοῦντες τοιαύτην ἐξαίρεσιν· καὶ θὰ ἐξετάσωμεν ἄλλοτε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂν τῷ ἐδώσαμεν τὴν ἀρχηγίαν κατὰ τὸν πόλεμον, τῷ ἐδώσαμεν ἴσως αὐτὴν ἕνεκα τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἅπερ ἐνόμισεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι οὕτως ἐξασφαλίζει. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τῷ ἀνέθηκε τὴν ἀρχηγίαν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐπίστευσεν, ὅτι θὰ εἶχεν ἓν προπύργιον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ὡς ἐκ τῆς συγγενείας αὐτοῦ, καὶ τὸ ὕψιστον αὐτὸ συμφέρον τῆς χώρας ἴσως ἐπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ καιροῦ ἐκείνου νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἠδύνατο εἰς νεαρὸν ἄνδρα, ἀπόλεμον καὶ ἄνευ πείρας, νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀρχηγίαν πολυαρίθμου στρατοῦ· ἀλλὰ διὰ νόμου δὲν δύνασθε νὰ δώσητε ἀρχὴν εἰς ἀνεύθυνον, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει, ὅτι οἱ βασιλόπαιδες δὲν λαμβάνουσιν ὑπουργήματα, καὶ ὑπούργημα εἶναι ἡ τοιαύτη ἀνάληψις ἀρχηγίας. Μετέβαλον, Κύριοι, τὸν ὀργανισμόν μου, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ὀφείλω νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, νὰ εἴπω δὲ τὰς σκέψεις μου καὶ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐδέχθην νὰ μεταβάλω καὶ νὰ ἀναγνωρίσω εἰς τὸν ὀργανισμόν μου ἀρχηγίαν. Ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς ἐμὲ κυρίους Ὑπουργοὺς, ἰδίως πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐμπιστευθῶ ἀρχηγίαν εἰς τὴν Αὑτοῦ Ὑψηλότητα, ὄχι διότι ἀμφιβάλλω περὶ τοῦ πατριωτισμοῦ του ἢ τῶν καλῶν προθέσεών του, ἀλλὰ διότι ἔχει ἄλλην ἀποστολήν, ἄλλας ὑποχρεώσεις, καὶ εἰς ἄλλα πρέπει νὰ ἀσχολῆται. Ἡ Αὑτοῦ Ὑψηλότης εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, καὶ βασιλεύει κατὰ τὰς ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, δι’ ὅπερ ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μορφωθῇ ὡς ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι μεμορφωμένος Βασιλεὺς εὐνομουμένου Κράτους. Ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ τῆς πατρίδος αὑτοῦ, καὶ τὸ καθῆκον νὰ μάθῃ, πῶς διοικοῦνται πάντα τὰ Κράτη, διὰ νὰ δύναται νὰ ἦναι ἕτοιμος εἰς πᾶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρουσιασθῆ αὐτῷ, καὶ νὰ ἔχῃ εὐχερῆ καὶ ταχεῖαν τὴν λύσιν, νὰ ἀντιτάσσηται δὲ ἐν ἐπιγνώσει κατὰ τῶν ἐσφαλμένων εἰσηγήσεων. Ἐὰν εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀσχοληθῇ, δὲν μένει εἰς αὐτὸν καιρὸς νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας τοῦ στρατεύματος, διότι, ἐὰν ὡς ἀρχηγὸς θελήσῃ εἰλικρινῶς νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ ἔργον αὑτοῦ, οὔτε νυκτὸς οὔτε ἡμέρας θὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν μόρφωσιν αὑτοῦ. Ἀλλὰ τὸν Διάδοχον δὲν τὸν θέλω διοικητήν, κατερχόμενον εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα καὶ εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἐφοδίων τοῦ στρατοῦ, διότι τὰ προσωπικὰ ζητήματα γεννῶσι δυσαρεσκείας, διότι ἀντικρούονται συμφέροντα, καὶ πᾶσαι αἱ δυσαρέσκειαι θὰ στρέφωνται κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων; διότι εἶναι δυνατὸν ἐκ πλάνης, εἶναι δυνατὸν ἐξ εἰσηγήσεως κακῆς, νὰ ἀδικηθῇ μέλος τοῦ στρατεύματος, καὶ τὸ ἀδικούμενον ἐκεῖνο μέλος δὲν εἶναι μόνον, ὅπερ θὰ στρέψῃ τὴν μῆνίν του κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι γνωρίζετε πάντες, ὅτι περὶ τὸν ἀδικούμενον στρέφονται αἱ συμπάθειαι, αἵτινες θὰ στραφῶσι πᾶσαι κατὰ τοῦ Διαδόχου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι δικαίαν θὰ ἐκδίδῃ ἀείποτε ἀπόφασιν κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν ἀτόμων δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτὰ νὰ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι δικαίως ἔπαθον ὅσα ἔπαθον, καὶ ἕνεκα τούτου θὰ ἔχωμεν καταφορὰς καὶ μίση ἐκ μέρους τούτων καὶ τῶν περὶ αὐτά, καὶ μετὰ μακρότερον ἢ βραχύτερον χρόνον θὰ ἴδωμεν τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους, τοὺς πολίτας, ἐξεγειρομένους κατὰ τῆς Ὑψηλότητός του, καὶ θὰ διασαλευθῇ πιθανῶς ἡ τάξις, καὶ ἡ Πολιτεία ἴσως θὰ ὑποστῇ σπουδαῖον κλονισμόν, ὅστις δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν καὶ βαρύτητα οὐ τὴν τυχοῦσαν. Ἐπέμενον οἱ συνάδελφοί μου εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῶ νὰ δώσω εἰς τὴν Α. Υ. ἀρχηγίαν, νὰ ἀναγράψω τοιαύτην ἐν τῷ ὀργανισμῷ μου. Κύριοι, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε εἰς ποίαν στιγμὴν σοβαρὰν εὑρισκόμην. Ἐπίστευον, ὅτι ἡ Ὑψηλότης του δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν, εἰς τὸ μέγα καὶ πολυάσχολον ἔργον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀρχηγείου, οὐχὶ μόνον καθ’ ὃν τρόπον ἡ Ὑψηλότης του ἐζήτει, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὃν τρόπον ὁ ὀργανισμὸς ἤθελεν ἀναγράψει. Κύριοι, ἀπό τινος χρόνου δεινὸς διεξάγεται ἀγὼν κατὰ τοῦ πολιτεύματος καὶ κατὰ τοῦ στρατοῦ. Προσπαθοῦσι νὰ πείσωσιν ἡμᾶς,— καὶ οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν εἶναι ἴσως πεπεισμένοι, διότι ἐπιπολαίως ἐξετάζουσι τὰ ζητήματα ταῦτα,— ὅτι πολίτευμα συνταγματικόν, κοινοβουλευτικόν, εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ εὑρίσκουσιν ὡς πρῶτον πείραμα τῆς μεταβολῆς τὸν χωρισμὸν τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, — ὄχι ἀπὸ τῆς Πολιτείας, διότι εἶναι μέλος τῆς Πολιτείας ὁ στρατὸς,— καὶ καταγγέλλουσι τὴν Βουλήν, ὅτι παραλύει τὸ στράτευμα, καὶ ὅτι αὐτὴ τάχα εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ οἱ βιοπαλαισταὶ δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως αὑτῶν δὲν δύνανται νὰ γράψωσι συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὑτῶν, καὶ νὰ διεξαγάγωσι τὸ μέγα αὑτῶν ἔργον, μὴ δυνάμενοι ἢ μὴ ἔχοντες τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ κακοῦ, τοῦ ὁποίου γίνονται ἀφορμὴ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, χειρίζονται τὸν κάλαμον αὑτῶν κατὰ τρόπον σατανικώτατον, καὶ ἐκλόνισαν τὰς πεποιθήσεις καὶ ἡμῶν ἔτι αὐτῶν, καὶ πάντες ἀνακράζομεν μιᾷ φωνῇ, νὰ χωρισθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ νὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καί τινες ἐκ τῆς χορείας ταύτης τῶν δημοσιογράφων, ἐν ὀνόματι τῆς πομφόλυγος ταύτης, τῆς ἄνευ ἐννοίας, ἀνύψωσαν τὴν σημαίαν τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατεύματος ὑπὸ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, διότι, κατ’ αὐτούς, μόνον αὐτὴ δύναται νὰ σώσῃ τὸ στράτευμα ἀπὸ τῆς κακοδαιμονίας, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπιφέρετε κατ’ αὐτοῦ. Οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι ἀνύψωσαν καὶ τὴν ἄλλην μεγαλειτέραν σημαίαν, τῆς ἀναλήψεως τῆς ὅλης τοῦ Κράτους διοικήσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, διότι σεῖς μόνοι εἶσθε οἱ κακοὶ δαίμονες τῆς Ἑλλάδος! Διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὸν μελετήσαντα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πονηροῦ τούτου σχεδίου, τὸ ζήτημα ἦτο σημαντικόν. Ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σκεφθῇ, πῶς πρέπει ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν στρατόν, κατὰ τὴν ἰδέαν αὑτοῦ, ἀπὸ τὰ κόμματα, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ εἶχον καὶ καθῆκον, ὡς μέλος τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας, νὰ σκεφθῶ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας ταύτης. Καὶ πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης των ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπον, οἱ κύριοι δημοσιογράφοι ἔφερον κρίσεις ὑπὲρ καὶ κατὰ τῶν δύο ὀργανισμῶν, χωρὶς νὰ ἀναγνώσωσιν αὐτοὺς, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν αὐτούς. Τοσοῦτον ὁ φανατισμὸς εἶχε περιορίσει τὰς σκέψεις αὐτῶν, ὥστε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου νὰ κατέρχωνται, προκειμένου νὰ πείσωσι τὴν Ἑλλάδα, ὅτι πρέπει τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατεύματος νὰ τὴν ἀναλάβῃ ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης, καὶ παρημπόδιζον τὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, προσπαθοῦντες νὰ καταστρέψωσι τὸ ἔργον αὐτοῦ! Καὶ δὲν παρῆλθε μακρὸν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπέτυχον τοῦ ἐθνωφελοῦς τούτου σκοποῦ των, καὶ κατεστράφη ἔργον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ σωστικὰ ἀποτελέσματα! Εἶχε καθῆκον ν’ ἀντεπεξέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τῆς ἐπιθέσεως ταύτης, ἥτις ὡς ἀποτέλεσμα εἶχε καὶ θὰ ἔχῃ ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἐν ὀλίγοις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω πρὸς ὑμᾶς. Ἐσκέφθην λοιπὸν, πῶς δύναμαι νὰ θέσω τὴν βάσιν καὶ νὰ σώσω τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς, καὶ συνέταξα δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὸ στράτευμα ἀπὸ πάσης ἐπιρροῆς, ἀπὸ τοῦ τελευταίου δεκανέως μέχρι τοῦ Βασιλέως, καὶ ἔσπευσα, κατερχόμενος τῆς ἀρχῆς, νὰ διανείμω τὸ ἔργον τοῦτο, ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἑτέραν, τὴν Βουλὴν τοῦ λαοῦ, καὶ περιέμενον τὰ σχόλια αὐτῶν, καὶ περιέμενον ἄσμενος τὴν κατάκρισιν αὐτῶν, καὶ περιέμενον νὰ καταστήσωσι τὸ ἔργον μου ῥάκος, ἀλλὰ περιέμενον καὶ ἀπὸ τῆς εὐσυνειδησίας αὐτῶν νὰ κάμωσι γνωστὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ καλὰ αὐτοῦ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νεκρικὴ σιγὴ βασιλεύει! Καὶ ἐπεφάνησάν που, εἰς κἄποιαν ἐφημερίδα, ἄρθρα τινὰ ἀτελῆ περὶ τοῦ τεχνικοῦ μέρους, καὶ ἔπαυσε πλέον ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Φοβούμενος, μήπως τὸ ἔργον μου τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἔθετεν ἐκποδὼν τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος, διότι δὲν τοῖς ἄφινε στάδιον ἐνεργείας, φοβούμενος, λέγω, μήπως φθάσῃ εἰς τὴν τύχην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασε, τοῦ νὰ μὴ φθάσῃ μέχρι τῆς Βουλῆς, ὑπέκυψα εἰς τὴν ἀναγραφὴν, ἀντὶ δύο ἐπιθεωρήσεων, Ἀρχηγείου. Καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ νομοσχέδια, ἅπερ συνέταξα, ἀναγράφουσιν, ἂν λάβῃ τὴν ἀρχηγίαν ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης, ὀλιγώτερα θὰ ἦναι τὰ κακά. Διότι πάντως θὰ ἔχωμεν κακὰ, διότι εἰς τὸν Διάδοχον τῆς σήμερον, καὶ εἰς τὸν Βασιλέα τῆς αὔριον, θὰ ἦναι δύσκολον ν’ ἀντιτάσσωσι γνώμην οὔτε Ὑπουργὸς καὶ οἱ διοικούμενοι, διότι εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς σήμερον διαβλέπουσι τὸν Βασιλέα τῆς αὔριον, ἀποδημοῦντος τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ ὁμολογότι ἀνέγραψα ἐν τῷ ἔργῳ μου ἐκείνῳ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατεύματος, καὶ ὑπετίθετο, ὅτι τοῦτο θὰ ἐλάμβανεν ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης, οὔτε τοῦτο ἤρκεσε νὰ κινήσῃ τὴν δημοσιογραφίαν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ μου, ἵνα μάθῃ ἡ Ἑλλάς, τί ἔργον ἔθεσα ὑπὸ τὰς σκέψεις αὐτῆς. Καὶ τὸ παράπονόν μου εἶναι πικρὸν, ὡς πολίτου Ἕλληνος. Ὤφειλε νὰ τὸ ἐλέγξῃ ἡ δημοσιογραφία, καὶ νὰ εἴπῃ μετὰ παρρησίας τὴν ἀλήθειαν, μὴ δίδουσα προσοχὴν, παρὰ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἀναγράψας τὴν διάταξιν περὶ Ἀρχηγείου ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ἤθελον νὰ προλάβω τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ γείνῃ τὴν αὔριον. Μετεχειρίσθην πάντα τὰ μέσα· δὲν ἔδιδον προσοχὴν εἰς πᾶσαν ἐπίθεσιν, εἴτε ἐκ τῶν οἰκείων προερχομένην, εἴτε ἔξωθεν, ἵνα φθάσω μέχρι τῆς Βουλῆς καὶ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸ ἐμὸν ἔργον, ὅπερ κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν συνέταξα, διὰ ν’ ἀποφύγω οὕτω συγχρόνως τὸ ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου, τὸ ὀλέθριον διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὴν πατρίδα, πρὸς δὲ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δυνάμενοι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τοιαύτας μελέτας, καὶ παραγάγωσι πλῆρες ἔργον, ἀνθρώπινον μὲν πάντως, ἀνταποκρινόμενον ὅμως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πολέμου καὶ πρὸς τὰς βλέψεις τοῦ ἔθνους. Τοῦτο δὲ λέγων, ἔχω καθῆκον νὰ ἀναφέρω καὶ ἐκείνους, οἵτινες συνειργάσθησαν μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ὀφείλω νὰ ἀναφέρω τούτους, ἵνα συμμετάσχωσι τῶν ἐπαίνων, ἐὰν τὸ ἔργον εἶναι ἄξιον τοιούτων. Καὶ εἰργάσθη μετ’ ἐμοῦ ὁ διαπρεπὴς ἀντισυνταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κ. Ι. Κωνσταντινίδης, ὅστις δὲν εἶναι ἀπὸ τὰς προελεύσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ἄλλοτε ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Συνειργάσθησαν δὲ καὶ ἄλλοι κατωτέρων βαθμῶν ἀξιωματικοί, νέοι ἐπιμελεῖς, ἀντιλαμβανόμενοι τῆς ἐπιθυμίας ἡμῶν καὶ συνταχθέντες πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν, εἰς ὃ μέρος ἕκαστος ἐκλήθη. Παραδίδω εἰς τὴν πατρίδα μου ἔργον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Ἡ ἐπιθυμία μου ἦτο νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔργον ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον, καὶ ἀποκλείσω τὴν πρόσκλησιν ξένου ἀξιωματικοῦ, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπέτυχον. Δὲν νομίζομεν ἐγὼ καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ συνεργασθέντες, ὅτι ἠδύναντο νὰ παραδώσωσι τελειότερον ἔργον οἱ ξένοι, ἀλλὰ πιστεύομεν μάλιστα, ὅτι ἡ παρουσία αὐτῶν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν ἤθελε φέρει μεγάλην ζημίαν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν κατὰ τὸν πόλεμον δὲν εἴχομεν τὴν εὔνοιάν τινων τῶν Δυνάμεων, μία τῶν ἀφορμῶν ἦτο καὶ ἡ παρουσία ξένου ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀξιωματικοῦ ἄλλως τε, ὅστις τιμᾶται ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ ἐπὶ γνώσει καὶ ἀνδρείᾳ, ἕνεκα τῶν ὁποίων παράσημα στολίζουσι τὸ στῆθος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅστις δὲν ἠδυνήθη, λέγω, εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν εἶχε, νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὰς γνώμας αὐτοῦ, καὶ ἡ παρουσία αὐτοῦ εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας τῆς πατρίδος ἡμῶν ἐζημίωσεν ἡμᾶς. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ γνώμη μου εἶναι ἐντελῶς ὀρθή. Οἱ κυβερνῆται τῆς χώρας τότε, οἱ πεῖραν καὶ γνώσεις ἔχοντες πλείονας ἐμοῦ, θὰ φωτίσωσι μίαν ἡμέραν ἡμᾶς περὶ τούτου. Ἡ γνώμη μου ὅμως στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ἔλθω εἰς ὑποχωρήσεις τινὰς, αἵτινες κατ’ οὐσίαν δὲν μετέβαλλον τὸ ἔργον μου. Διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φθάσω μέχρι τῆς Βουλῆς, πολὺς ὑπῆρξεν ὁ ἀγὼν, ἵνα μὴ κατορθώσω τοῦτο! Καὶ πολλὰ ἔλαβον χώραν, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων εἰργάσθη πρὸς τοῦτο καὶ ἡ δημοσιογραφία. Θὰ κατώρθουν ὅμως νὰ ὑποβάλω τὸ ἔργον μου εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν εὑρίσκετο ὁ ἀντικαταστάτης μου, ὅστις παρεδέχθη τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ἐξευμενίσωσι τὴν ἀντίστασιν τοῦ διαδόχου μου, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, προέβησαν εἰς πολλὰς παροχάς, ἐξευτελίζοντες αὐτὸν, ὅπως κατορθώσωσιν ἀπροσκόπτως τὴν ἀντικατάστασίν μου (ἱλαρότης). Δὲν ἐσυνείθισα νὰ ὁμιλῶ ἄνευ ἀποδείξεων, καὶ παρακαλῶ μὴ μὲ παραλαμβάνετε. Ὁ κύριος Τσαμαδὸς εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ὀπαδῶν τῆς πτέρυγος ταύτης, εἶναι ἀγαπητὸς εἰς τοὺς συναδέλφους, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀγαπητὸς καὶ παρὰ τῇ Αὐτοῦ Ὑψηλότητι. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης, ἐπιθεωρήσασα τὸν στρατὸν, ἀνέγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς, ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς δὲν εἶναι πλήρης διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου (ἱλαρότης). Ἂν τὸ διαμφισβητεῖ, παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος.
§76Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω, ὅτι πλανᾶσθε. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶνε εἰς θέσιν κάλλιον ὑμῶν νὰ σᾶς φωτίσῃ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐτύγχανε Πρωθυπουργός.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλουν Πρωθυπουργός, ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης δὲν εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀρχηγίαν.
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔχετε δίκαιον· ἦτο Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Νικόλαος Δεληγιάννης. Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν τὸ ἐναντίον, διότι ἐγὼ ἐπροβιβάσθην, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἤμην ἄρτιος (ἱλαρότης).
§79Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἀρτιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν διαμφισβητῶ. Τὸ ἐσημείωσα τοῦτο, ἵνα ἐνθυμηθῇ ἡ Βουλή, πῶς διαχειρίζετο ἡ ἐξουσία ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιέβαλλον τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα, καὶ πῶς κατεχράσθησαν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ, διότι ὁ κύριος Τσαμαδὸς εἶναι τελείως ἄρτιος καὶ κατὰ σῶμα καὶ κατὰ πνεῦμα (ἱλαρότης). Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ μὲ τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα, ὅταν αὕτη ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ πολέμου, ὁμιλοῦσα περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, γράφει, ὅτι τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ἐλάμβανεν ἐκ τῶν τριόδων! Νομίζετε ὅτι ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης εἶδε τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐκθέσεως; Γνωρίζετε πόσον ἁβρὸς τοὺς τρόπους εἶναι ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος. Καλῇ τῇ πίστει ὑπέγραψε τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην. Καὶ νομίζετε, ὅτι, ὅτε ἔλαβε γνῶσιν ἀμφοτέρων τούτων ἡ Ὑψηλότης του, ἦτο δυνατὸν νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸν κύριον Τσαμαδὸν, ἐὰν δὲν ἀνελάμβανεν οὗτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδητε; Εἶπον ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ στηριχθῶ εἰς τοὺς λόγους, ἀλλὰ τούτους θὰ στηρίξωσι τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ ἀναγραφόμενα καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ πρώτῃ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ ἄλλῃ, διότι θέλω, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι εἰς τὴν ὑποδοχὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ ἔχητε τὸν χρόνον νὰ κρίνητε, ἂν πρέπῃ νὰ καταστήσητε αὐτὸ νόμον τοῦ Κράτους, ἢ ἂν τοὐναντίον πρέπῃ, διὰ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, διὰ τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος, ν’ ἀποκρούσητε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ καὶ σεῖς καὶ ἐκεῖνοι (δεικνύει τὰς δύο πτέρυγας τῆς Βουλῆς), διότι τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσητε κομματικόν...
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς τὸ νομίζετε.
§81Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἐγὼ τὸ νομίζω, διότι ἐγώ, διὰ νὰ γείνῃ τὸ Κράτος, καὶ ἐκ πατρὸς καὶ ἐκ μητρὸς ἐπότισα τὴν γῆν μὲ αἷμα, καὶ ἐχάθησαν πολλοὶ τῆς οἰκογενείας μου, διὰ νὰ καθίσῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου ὁ Βασιλεὺς καὶ νὰ γίνωνται Ὑπουργοὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται, καὶ διὰ τοῦτο πονῶ τὴν πατρίδα μου.
§82ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντες πονοῦμεν καὶ ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα.
§83Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, καὶ δὲν εἶχεν ἡ ὁμιλία μου ἀποστροφὴν πρὸς ὑμᾶς· διότι, ἐὰν εἶχεν ἀποστροφὴν πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐὰν δὲν ἐθεώρουν ὑμᾶς ἐξ ἴσου φιλοπάτριδα, δὲν θὰ ἔκαμνον τὴν ἐπίκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Ἀπετάθην πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε. Δὲν ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ὅπως διαμφισβητήσω οὐδενὸς τὸν πατριωτισμόν, ἀλλ’ ἡ πατρίς μου μὲ ἔστειλε στρατιώτην, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσω πρὸς αὐτὴν τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἀγορεύων ἐπὶ ὥρας τώρα, δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐκπληρῶ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρ’ αὐτῆς. Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, τί ἐμεσολάβησε, διὰ νὰ προβιβασθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Τσαμαδός; Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ι. Παπαδιαμαντόπουλος, ἐξετάζων τὸν πίνακα, καὶ θέλων νὰ συντάξῃ τὸν πίνακα τῶν προβιβασμῶν, ἐσταμάτησε πρὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐνόμισεν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο εἰς τὸ ὕψος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν ὑπέβαλλε διάταγμα προβιβασμοῦ, χωρὶς νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Εὑρέθη εἰς λίαν δύσκολον θέσιν. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὸν κ. Παπαδιαμαντόπουλον νὰ ἐπικυρώσῃ τοὺς λόγους μου, σᾶς ἀναφέρω ὅμως μεσολαβῆσαν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διηυκόλυνε τὴν προαγωγὴν τοῦ κ. Τσαμαδοῦ. Ἐτύγχανε τότε προσωπάρχης ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Κωνσταντινίδης, ὁ ὁποῖος, ὡς ἁρμόδιος ἵνα ὑποβάλῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὰ σχετικὰ περὶ προβιβασμῶν, εἶδε τὸν Ὑπουργὸν ἐν στενοχωρίᾳ, καὶ ἀνέλαβεν αὐτὸς νὰ ἴδῃ τὸν Ὑψηλότατον καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπιτρέψῃ ἡ Ὑψηλότης του νὰ προαχθῇ εἰς συνταγματάρχην ὁ κ. Τσαμαδός, καὶ ὅταν εἰς τὸν Ὑψηλότατον ἀνεκοινώθη τὸ πρᾶγμα, παρεκάλεσεν οὗτος τὸν ἀντισυνταγματάρχην κ. Κωνσταντινίδην νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ἵνα προβῇ εἰς τὸν προβιβασμόν. Τί συνέβη μεταξὺ τῆς Ὑψηλότητος καὶ ἐκείνων, οἵτινες τοσοῦτον κακῶς ἐχειρίσθησαν τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεικόνισεν ὁ ἀντισυνταγματάρχης, εἶναι, ὅτι δὲν ἦτο εὐχαριστημένος ὁ Ὑψηλότατος ἐπὶ τῇ δοθείσῃ Αὐτῷ πληροφορίᾳ περὶ τῶν ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἀναγεγραμμένων διὰ τὸν κ. Τσαμαδόν. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς στρατιωτικοῦ, τὸ νομοθέτημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην δὲν εἶναι ἀποδεκτόν, ὅπως καὶ εἰς οὐδένα ἐκ τῶν στρατιωτικῶν εἶναι ἀποδεκτὸν, ἐὰν δὲν λησμονήσῃ ἑαυτὸν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ...
§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐκουράσθητε, κύριε Βουλευτά;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐκουράσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγα λεπτά.
§86Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκουράσθην, ἐὰν ὅμως οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκουράσθησαν νὰ μὲ ἀκούωσιν, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἀκόμη ἐπὶ μακρόν, δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἐπί τινα λεπτά.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ δέκα λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ 15′. Μεθ’ ὃ ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁρίστε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§90Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἀναγραφὴν καὶ μεθ’ ὅλην τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐξεπόνησα, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὴν ὀρθὴν διοίκησιν, διὰ νὰ προστατεύσω τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ νὰ μεριμνήσω περὶ τῆς προόδου καὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ δύναται οὐδεμία ἐξουσία νὰ ἀδικήσῃ αὐτοὺς, καὶ πάλιν ἐν τῇ συνειδήσει μου πόλεμος ἐγίνετο, ἐὰν πρέπει νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Α. Ὑψηλότης ἀπήτουν παρ’ ἐμοῦ. Καὶ ὅτε ἔστρεψα πρὸς τὸ παρελθὸν τὰς μελέτας μου, φρίκη μὲ κατελάμβανεν, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην ἀρχὴν ἡ Α. Ὑψηλότης. Καὶ ἀνατρέχων καὶ ἐρευνῶν τὸ παρελθόν, ἔφθασα εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, καὶ ἐπὶ τῇ μελέτῃ τοῦ γεγονότος τούτου, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἀρνηθῶ ὡρισμένως. Κύριοι, οὔτε πατριωτισμὸν, οὔτε παλληκαρισμὸν καὶ αὐταπάρνησιν τολμῶ νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα· ἀλλ’ ἡ Α. Ὑψηλότης, ἐὰν δὲν ἦτο τοιοῦτος, ἐὰν ἦτο ὑπεύθυνος, δὲν ἤθελέ ποτε ἐγκαταλείψει τὴν Λάρισαν ἀμαχητεὶ καὶ προτοῦ μάλιστα διατάξῃ τὰ γυναικόπαιδα νὰ φύγωσιν ἐκεῖθεν. Δὲν θὰ ἐτόλμων οἱ περὶ τὴν Α. Ὑψηλότητα νὰ συμβουλεύσωσι πρὸς Αὐτὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ ὠχυρωμένην πόλιν, διότι ἤθελον ἐνθυμηθῆ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἡ τοιαύτη πρᾶξις ἀναγράφει καὶ ὁ νόμος ὁ περὶ τούτου.
§91Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡ Λάρισα δὲν ἦτο ὠχυρωμένη.
§92Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε, νὰ συμβουλευθῆτε τὸν ταγματάρχην ἀδελφόν σας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ περὶ τοιούτων ζητημάτων.
§93Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶμαι Θεσσαλὸς Βουλευτὴς, καὶ γνωρίζω καλλίτερον τὰ μέρη αὐτὰ, καὶ σᾶς λέγω ὅτι δὲν λέγετε ἀκριβῆ.
§94Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ κατέλθω νὰ συζητήσω μεθ’ ὑμῶν περὶ τοιούτων ζητημάτων.
§95Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ ἀνέλθητε, ἐὰν συζητήσητε μετ’ ἐμοῦ.
§96Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, εἶχον τότε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν τὰς γνώμας μου...
§97Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ περιμένητε τώρα.
§98Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδήλωσα ὅτι μεθ’ ὑμῶν, ὡς ἀξιωματικοῦ τοῦ βαθμοῦ, ὃν φέρετε, ἠδυνάμην νὰ ἔλθω εἰς συζήτησιν, ἐὰν εἴχετε ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν ἐμήν. Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ὅτι ἀπευθύνω κατηγορητήριον κατὰ τῆς Ὑψηλότητός του, καὶ ἔσπευσε, διὰ νὰ προφυλάξῃ αὐτὸν, νὰ μὲ διακόψῃ ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ πράξῃ τοῦτο. Οὔτε τὸν χρόνον οὔτε τὴν ἡλικίαν εἶχεν ἡ Α. Ὑψηλότης διὰ νὰ καταγείνῃ καὶ λάβῃ πεῖραν, ὅπως διοικήσῃ πολυάριθμον στρατὸν ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὑπὸ τὰς συνθήκας τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου (δεικνύει τὸν ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμόν). Ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς παρέλυε καὶ τὸν καλλίτερον στρατιωτικὸν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοσοῦτον μεγάλου καθήκοντος. Καὶ διὰ τοῦτο, εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι ἐποιήσατο σφάλμα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀναθεῖσα, ἐὰν δὲν εἶχε πολιτικοὺς λόγους, τὴν ἀρχηγίαν εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα. Ἐκινδύνευε τὸ κῦρος αὐτῆς, ἐκλόνιζε τὴν πεποίθησιν καὶ τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς πατρίδος ἐπ’ αὐτόν. Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ἴδιος ἀπῄτει, καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Βασιλεὺς ἐπέμενεν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπον πρὸ μικροῦ, ἢ καὶ ἄλλος τις λόγος, σοβαρώτερος τούτου, τὸν ὁποῖον ἴσως εἰς τοὺς κυβερνῶντας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀναφέρωσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, βεβαίως ἦτο σφάλμα νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος ὁ νεαρὸς βλαστός. Ἀλλ’ ἐκ τῆς διοικήσεως ταύτης τοῦ στρατεύματος καταδείκνυται, ὅτι εἰς τὴν Πολιτείαν δὲν ἐπετρέπετο διὰ τοιούτων σφαλμάτων της νὰ δοκιμασθῇ τοιοῦτος ἀνὴρ εἰς τὴν διαπάλην τῶν συμφερόντων τῶν ἀτομικῶν τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ διοικήσῃ ὡς ἀνώτατος ἄρχων... Μία φωνή. Κατ’ αὐτάς;
§99Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως κατ’ αὐτὰς, διότι τὸ θέρος ἀποδημεῖ ὁ Βασιλεύς. Κατὰ συνέπειαν μὴ ἀνησυχῆτε. Περισσότερον ὑμῶν πάντων ἐπιθυμῶ νὰ ζήσῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἔχω τοὺς λόγους μου. Ἐπέμεινα, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μου ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι τὴν θεωρῶ κινδυνώδη διὰ τὴν πατρίδα, ἵνα μὴ εἴπω καταστρεπτικὴν, διότι ἐκ τῆς ἀναλήψεως τῆς τοιαύτης κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀρχῆς δὲν θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα, εἰμὴ τὴν ἐπανάστασιν, τὴν ἀλληλοσφαγὴν καὶ ἐσωτερικὴν καταστροφήν! Ἀρκεῖ ὅτι εἴμεθα ὑπὸ τὸν χρηματιστικὸν ζυγόν. Ἐὰν δ’ Ἔλεγχος μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν ἀπότισιν καὶ ἄλλων χρημάτων, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ὑποδούλωσιν, δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ ἄλλην ἀφορμὴν, ἡ ὁποία ταχύτερον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο. Καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον, τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ κρατῇ εἰς χεῖράς του ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ μὴ προεδρεύῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Διότι ἐκ τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς συντάξεως τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους τοῦ 1899 καὶ 1900 καταδεικνύεται ἡ ἀνικανότης αὐτῶν περὶ τὴν μελέτην τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὀρθὴν σύνταξιν αὐτῶν. Κατελθὼν τῆς ἀρχῆς, ὅπως κατῆλθον, ἠναγκάσθην ν’ ἀναδιφήσω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδω, ὅτι διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι μὲ τὰς 300,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας ζητεῖ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς τῶν 4,000,000, ἀνέρχονται εἰς 1,000,000, τὰς ὁποίας δὲν προέβλεψεν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός...
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περισσότεραι.
§101Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀντιπροσώπου, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 εἶναι 6,000,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον 6,000,000, ἐλλείπουσιν ἀκόμη ὑπὲρ τὰς 800,000 δραχμαὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ζητηθῶσι 400,000 δραχμῶν ἔλλειμμα ἔχει ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ἔργων...
§102ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ἐνοήσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§103Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς διέταξε νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ αἱ πιστοποιήσεις εἰς τοὺς νομομηχανικούς, διὰ νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν θὰ ζητηθῶσι...
§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτά.
§105Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀκριβῆ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας νὰ ἀποτελῶ μέρος, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου σας, νὰ φέρωμεν τοὺς ἀριθμοὺς πάντας, ἐπειδὴ δυστυχῶς τοὺς ἐλησμόνησα, ἀλλ’ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν θὰ δώσω περὶ τούτου πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.
§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καλὰ θὰ κάμητε.
§107Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν διηύθυνε πρεπόντως τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τί δύναται νὰ εἴπῃ τις διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι δευτέρα τώρα φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ χειρίζεται τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ;...
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τρίτη φορά.
§109Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ διορθώνεται εἰς σημαντικὰ λάθη· διότι, ἐὰν εἶναι τρίτη φορὰ, — καὶ εἶναι τρίτη, διότι τὸ βεβαιοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, — περισσοτέραν εὐχέρειαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ περὶ τὰ καθέκαστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ μὴ τῷ διαφύγῃ οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐν καιρῷ.
§110Α. ΒΙΤΑΛΗΣ.....
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§112Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀπασχολούμενος εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοιούτου ἔργου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσω, οὐδὲ μοὶ ἐπετρέπετο μάλιστα νὰ ἐξετάσω τὰ γινόμενα εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα. Ἐὰν δὲ σήμερον ἀναφέρω ταῦτα, ἐνῷ χθὲς ἐκαθήμην παραπλεύρως τῶν Κυρίων αὐτῶν, τὰ ἀναφέρω ἀμυνόμενος κατὰ τῆς κατηγορίας, ὅτι εἰς τοιαύτην ἄγνοιαν εὑρισκόμην τοῦ μηχανισμοῦ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ διαλάθῃ τὴν ἔρευνάν μου τόσον ὀγκῶδες ποσὸν, καὶ νὰ καταστήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνίκανον εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ. Τοσοῦτον ἀφωσιωμένοι ἦσαν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ὑπερθεματίσωσιν εἰς τὴν εὔνοιαν τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, ὁ μὲν εἷς διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν, ὁ δὲ ἄλλος διὰ νὰ κρατήσῃ αὐτήν...
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἦτο ἀδύνατον (γέλωτες).
§114Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατὶ τρέχετε; Δὲν σᾶς ἔκαμα προσεκτικόν; Περιμείνατε... Ὥστε δὲν προσεῖχον εἰς τὸ νὰ εὕρωσι καταλληλότερον τρόπον, ἵνα μὲ ὑποχρεώσωσι ν’ ἀπομακρυνθῶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ καταγγείλωσιν ἀξιωματικούς, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετήσαντας ἐν τῇ ἰδίᾳ θέσει ἐντίμως, ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ εἶχε καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἄλλοτε, νὰ καταγγείλωσιν αὐτοὺς ἐπὶ ἐκτελέσει καθήκοντος αὐτῶν δολίᾳ. Καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσιν, ἐὰν ἡ κατηγορία αὕτη κατὰ προσώπων τόσον ἐντίμων ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ πιστευτὴ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ποῦ ἡ δολία προαίρεσις ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς τοιαύτης πράξεως; Ἢ μήπως σᾶς φαίνεται ὅτι ἦτο εὐχερὲς νὰ νοσφισθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, καὶ ἐζήτουν δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἀπατήσωσι τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν, διὰ νὰ ὠφεληθῶσι τὸ εὐτελὲς αὐτὸ ποσὸν τῶν 4,000,000; Καὶ ἐπίστευσαν οἱ ἀγαθοὶ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ πιστευτὴ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ διάδοσις αὕτη, καὶ νὰ ὁμολογηθῇ εὐσχήμως καὶ νὰ καλυφθῇ ἡ ἀληθὴς αἰτία τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι, ὅ,τι ἐζήτουν, τὸ ἀπήλαυσαν, τὸ νὰ σκοτίσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ ἐπὶ μικρόν, ἕως ὅτου ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἐσωτερικῶν τοῦ κόμματος αὐτῶν σκανδάλων. Καὶ τοῦτο ἐπέτυχον. Ἀλλ’ ἐὰν σᾶς κατήγγειλα σήμερον τὴν ἀπροσεξίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Ὑπουργείου του...
§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἐλλείμματα σήμερον.
§116Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὰ φέρητε εἰς τὰ 1900, διὰ νὰ ἀποφύγητε τὴν αἴτησιν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὅταν θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 καὶ θὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν...
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς). Τότε εἶσθε ἐλεύθερος.
§118Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Θὰ σᾶς ἀποδείξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δηλοῦμεν σήμερον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἡσυχεῖτε, ἔχετε ὑπομονήν, μὴ σκανδαλίζεσθε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁμοιάζομεν εἰς τὴν νευρικὴν κατάστασιν.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!
§120Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμολογήσατε, ὅτι ἀπόψε εἶσθε περισσότερον νευρικὸς παρ’ ἄλλοτε.
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά! ἀπεναντίας (ἱλαρότης).
§122Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατήγγειλα, Κύριοι, ὑμῖν, ἔκαμα γνωστὸν ὑμῖν, ἀνέφερα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὸ ἔλλειμμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξαίρει τὴν πνευματικὴν δύναμιν καὶ τὴν καλὴν μελέτην καὶ τὸν ἄγρυπνον ὀφθαλμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν τοῦ Ὑπουργείου του πραγμάτων, διὰ νὰ κρίνητε, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων, μελετώντων καὶ διαχειριζομένων τοὺς προϋπολογισμούς. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διὰ λόγους, δι’ οὓς ἐπεβάλλετο αὐτῇ, ὡς ἐκ τῆς μελέτης τῆς συνθήκης, ἐνόμισεν ὅτι, ὅσα περισσότερα χαρτόσημα ἤθελε λάβει ἀπὸ τὸν Ἔλεγχον διὰ τὴν κυκλοφορίαν, ἤθελον ἐξοδευθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβεν ἀρκετὰς ποσότητας τοιούτων, καὶ μάλιστα χαρτόσημα μεγάλης ἀξίας, τὰ ὁποῖα διένειμεν ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ τὰς 14 Μαρτίου, νομίζω, ὁ τότε κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πληροφορηθεὶς ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ἦτο κατὰ πολὺ περισσότερον τοῦ πρώτου ἔτους, καὶ ἔμενεν ἀρκετὸν ἀδιάθετον, ἔσπευσε καὶ συνεζήτησε μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, καὶ συνέταξε πρᾶξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀνταλλάξῃ 300,000 ἢ 400,000 δραχ., νομίζω, χαρτόσημον νέον ἀντὶ 600,000 παλαιοῦ. Ἐὰν λανθάνωμαι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, παρακαλῶ τὸν κύριον Νέγρην νὰ μὲ διορθώσῃ...
§123ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ πρῶτον ποσὸν εἶναι ἀκριβὲς, διὰ τὸ δεύτερον δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§124Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκανόνισαν δὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἢ κατὰ τὸν Νοέμβριον... Ἐνθυμεῖσθε σεῖς;
§125Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ συζήτησις ἤρχισε τὸν Νοέμβριον καὶ ἔληξε τὸν Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον.
§126Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὰς χρονολογίας αὐτὰς, ἐπλησίαζεν ἡ ἡμέρα τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκοιμᾶτο, καὶ ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ ζημιωθῇ πλέον τῶν 800,000 δραχμῶν, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐφαίνετο συγκαταβατικὴ νὰ δεχθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει, διότι τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἀπέμενε μέχρι τῆς λήξεως, ἦτο τόσῳ μικρὸν, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνταλλαγήν. Ὁ Πατριάρχης τῶν Οἰκονομικῶν καλλίτερον, βλέπετε, ἐμοῦ ἐμερίμνα, καὶ παρηκολούθει τὰ γινόμενα ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ Ὑπουργείῳ! Εἶναι ἀνάγκη, ἔλεγον ὑμῖν, Κύριοι, νὰ ἀλλάξωσι τὰς θέσεις οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι, ἐὰν ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθήσῃ, βεβαίως τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἡμῶν θὰ φθάσωσιν εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἀπὸ σήμερον νὰ ὑπολογίσω. Διατείνομαι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι πρεπόντως τὸ καθῆκον αὑτῶν, ὅταν δὲν δύνανται νὰ χειρισθῶσι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ καταστρέφῃ τὰ τοῦ Κράτους, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ζητοῦσι νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφὲν, βεβαίως ταχέως θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν παραλυσίαν. Λέγουσιν, ὅτι ἑτοιμάζουσι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπολύσῃ τοὺς στρατιώτας ἐκ τῶν τάξεων αὐτῶν, ἵνα ἐπέλθῃ οἰκονομία ἐπὶ τῆς πιστώσεως ἐκείνης, καὶ μὲ τὴν οἰκονομίαν αὐτὴν, καὶ μὲ ἄλλας ὁμοίας αὐτῇ, νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα· ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν ἐξεστόμισε τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοὺς ἁρμοδίους τμηματάρχας, οὗτοι θὰ ἐξανέστησαν, διότι, ἂν πραγματοποιηθῇ τοῦτο, ἀδύνατον ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, καθόσον καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ὑπάρχουσα δύναμις δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐζήτησαν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ σώματα, θὰ λάβωσιν ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δίδω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν ἐγώ. Κύριοι, τὸ ἔθνος αὐτὸ ἔχει ἀποστολήν; Καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἰδεῶδες, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ νὰ ἐκπληρώσῃ ἐντολὴν τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ ἂν δὲν ὀφείλῃ νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐν τῷ ζυγῷ εὑρισκομένων, ἔχει καθῆκον νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐημερίας αὐτοῦ. Καὶ ἂν ζῶμεν εἰς ἐποχὴν ὑλισμοῦ, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω, συνᾴδει πρὸς τὴν ἐποχήν· ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπέκτασιν τῶν συνόρων ἡμῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀναστηλωθῶμεν ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀγόμεθα· Καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν σκοπὸν νὰ ὑπηρετήσωμεν τὸ ἰδεῶδες ἡμῶν, μᾶς ἐπιβάλλεται ὅμως νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν, ἥτις μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἐὰν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, τοῦ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δηλονότι ὁ πόλεμος δὲν ἐπέβαλε τὴν σκέψιν ταύτην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ταύτην, τότε καλῶς πράττει ἡ Κυβέρνησις, παραλύουσα διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει φέρῃ, τὸν στρατὸν αὐτόν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰλικρινής, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδεμίαν ἀποστολὴν ἔχει τὸ Κράτος αὐτό, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ στρατὸς εἰς αὐτό...
§127Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἴθε νὰ μὴ εὑρεθῇ Βουλή, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἀκουσθῇ τοιαύτη φωνὴ ποτέ! Ἐὰν δὲν ἔχει ἀποστολὴν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τότε εἶναι περιττὸν τὸ Κράτος.
§128Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Καὶ ἂν δὲν ζητοῦμεν διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων ἡμῶν τὴν εὐημερίαν τὴν οἰκονομικήν, νὰ τὴν ζητήσωμεν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ στρατοῦ, νὰ ἤμεθα δὲ εἰλικρινεῖς καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: «αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν». Ἐὰν ὅμως ἐξετάσω τὴν πολιτείαν τῶν Ὑπουργῶν, τί θὰ συναγάγω ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης; Θὰ συναγάγω ὅτι ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐντολὴν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ περὶ χωροφυλακῆς ἐμερίμνησε καὶ περὶ ἀστυνομίας, καὶ ἐνετείλατό μοι νὰ ἐκτελέσω, ὡς ἁρμόδιος, τὴν ἐντολὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔβαινον εἰς τὸ ἔργον μου καὶ ἔφθασα εἰς τὴν λῆξιν αὐτοῦ, τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακρούσῃ πρύμναν. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ πολιτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε, ἐὰν τὴν ἠκολουθεῖτε εἰλικρινῶς, ἐὰν ἠθέλετε νὰ φανῆτε συνεπεῖς πρὸς τὰς γνώμας σας, διατὶ δὲν ἐζητήσατε οἰκονομίας ἄλλοθεν, δυναμένας νὰ γείνωσι; διατὶ δὲν ἐκαλύψατε τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ἐκ τῶν 5 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὡς πλεόνασμα;...
§129ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι 8. Παρακαλῶ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ διακόψωμεν.
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολύ, κύριε Κουμουνδοῦρε;
§132Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως· ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξαντλήσω ὅλον τὸ θέμα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἐννέα.
§134ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν.
§135ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐὰν θὰ γείνῃ διακοπή, τότε νὰ γείνῃ δι’ αὔριον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐνωρὶς νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις τώρα. Ἐὰν θέλετε νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν, καλῶς· ἄλλως, ἂς προχωρήσωμεν.
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· εἶναι ἐνωρίς. Ὁρίστε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§139Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν τὸ πρόγραμμα ὑμῶν ἦναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκει τις εἰς τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσατε πρὸ ὀλίγου, διατὶ δὲν ἐζητήσατε νὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ πλεονάσματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑμῶν;...
§140ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι πλεόνασμα;
§141Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. ... Ἐὰν ἐξετάσω τὴν πολιτείαν ὑμῶν σήμερον καὶ τὴν παραζάλην, ἐν τῇ ὁποίᾳ μᾶς ἐδεικνύετε ὅτι εὑρίσκεσθε ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τούτου, τὸ ὁποῖον διαψεύδει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κόσμος περὶ τῆς εὐφυΐας καὶ τῶν γνώσεων τῶν οἰκονομολογικῶν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ πιστεύω, ὅτι τίποτε δὲν ἔχετε τὸ θετικὸν ἐν τῷ νῷ ὑμῶν. Καὶ ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, κύριοι Βουλευταί, τὸν ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, σημαντικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἤγαγεν ἐμὲ, τοῦ ὅτι δηλαδὴ δὲν ἦτο πραγματικὴ ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν νὰ ἀναγράψουν εἰς τὰ ἔργα αὑτῶν, οἱ κυβερνῶντες τὴν σήμερον, κατὰ τὸ 1899. Ὅτε ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ εὑρισκόμεθα μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ζωηρᾷ συζητήσει περὶ τῆς παραδοχῆς ἐκ μέρους ἐμοῦ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχε, τοῦ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος ὁ Διάδοχος, ἵνα ἀποχωρίσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, παρενέβη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶπε: «Κύριε συνάδελφε, δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σᾶς δώσῃ ποσὸν περισσότερον τῶν 16,000,000, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συντάξατε τὸν ὀργανισμὸν ὑμῶν». Εἰς τοὺς συντάσσοντας τοὺς ὀργανισμοὺς δὲν ἀνήκει ἡ μελέτη τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους αὐτῶν. Τὰ ἔθνη λέγουσι «θέλομεν ὀργανισμὸν τοιοῦτον», ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δίδει τὸν ὀργανισμὸν, καὶ λέγει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «δός μοι τὰς πιστώσεις». Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ διαφύγω τὸν σκόπελον, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸν σκοπόν. Ἔβλεπον, ὅτι ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος, ἔβλεπον ὅτι ὁ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔδιδον νὰ υἱοθετήσω, δὲν ἦτο ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀπῄτει ἡ παρασκευὴ τῆς χώρας ἡμῶν στρατιωτικῶς, καὶ ἐφοβούμην μήπως ὑστερήσω ὡς πρὸς τοῦτο, χάνων τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα διασώσω τὸ στράτευμα καὶ τὴν πατρίδα μου. Ὁ ὀργανισμός μου κατηγορήθη ὡς πολυτελὴς, ὡς ἀπαιτῶν πολλὰς δαπάνας, καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδημοσιεύετο τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἠλεγχόμην ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ὁ καταγγέλλων ταῦτα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἐγὼ διεμαρτυρόμην, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πείσω τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον ἐγὼ τὰς σχέσεις μου μὲ τὸν «Θόρυβον» καὶ τὸ «Ἄστυ», διὰ νὰ μεταδίδω μάλιστα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἄντικρυς ἀντίθετα πρὸς τὰς βλέψεις μου καὶ τὴν ἐπιθυμίαν μου; Μοὶ ἐπεβάλλετο, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μεριμνήσω καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, δὲν ἀρνοῦμαι δὲ, ὅτι ἔτυχον τῆς συνδρομῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο τότε ἐπιθυμῶν νὰ κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους ὁ ὀργανισμός μου. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν μεταβολήν του, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλω νὰ ἦμαι εἰλικρινής, ὁμιλῶν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω πᾶν ὅ,τι συνέβη, ἀφορῶν τὰ περὶ τούτου. Ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν οἱ κύριοι συνάδελφοί μου ἐζήτουν νὰ τοῖς παρουσιάσω τὸν ὀργανισμόν μου. Ἐγὼ διετεινόμην, ὅτι δὲν εἶχε μελετηθῆ τελείως ἀκόμη, ὅτι εἶναι μὲν εἰς τὸ τέλος, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ἀναθεωρήσω. Ἀλλ’ ἐβιάζετο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μάθῃ, ἂν τέλος πάντων ἐξεπλήρωσα τὸ ἐμὸν καθῆκον, καὶ ἐνῷ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρουσιάσω τὸν ὀργανισμὸν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐμάνθανον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφερε γνώμην πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῶσιν οἱ φίλοι του νὰ ψηφισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Διαδόχου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης. Μοὶ ἀνεκοινοῦντο ταῦτα ὑπὸ Βουλευτῶν, ἔβλεπον τοιαῦτα δημοσιεύματα ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ ἓν τῶν ἐγκρίτων μελῶν τοῦ περιβόλου τούτου, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἦλθέ ποτε νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν, ὅτι μανθάνω τὰ λεγόμενα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ παρεκάλεσα αὐτόν, ἐπειδὴ τιμᾶται διὰ τῆς ἀμερίστου ἐκτιμήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ παρέμβῃ, ἵνα ἐξομαλύνῃ τὸ πρᾶγμα. Τὸ ἀναφέρω, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶ πάλιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ μὴ λέγοντος ἀκριβῆ...
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἀπολύτως τίποτε περὶ τούτων. Οὔτε εἰς Βουλευτὰς ἀνεκοίνωσά τι, οὔτε εἰς ἄλλον τινά. Δὲν ἠξεύρω ποῦ τὰ εὑρίσκετε αὐτά.
§143Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Αἱ γνῶμαι αὗται τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ μὲ εἶχον εἰς μίαν νευρικὴν κατάστασιν, καὶ ὅτε ἐπαρουσίασα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸν ἐμὸν ὀργανισμὸν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Α. Ὑ. δὲν ἤμην εἰς θέσιν, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεώς μου τῆς νευρικῆς, νὰ δώσω πλήρη τὴν εἰκόνα εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ καταστραφῇ τὸ ἔργον μου ἐκ τῆς νευρικῆς καταστάσεώς μου, παρεκάλεσα τὸν κ. Κωνσταντινίδην, ὡς ἔχοντα τρόπον τοῦ ὁμιλεῖν ἀπαθέστερον ἐμοῦ, νὰ κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς συνάντησιν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁπωσδήποτε, καὶ νὰ μελετήσῃ μετ’ αὐτοῦ ἀμφοτέρους τοὺς ὀργανισμούς, διὰ νὰ μάθῃ, ὄχι πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλα εἰς αὐτὸν τὸ πρῶτον, ὅτε μοὶ ἐδόθη ὁ ὀργανισμός, διὰ ζώσης, ἀλλὰ νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ἴδιος, τὸ τεῦχος τοῦ Διαδόχου καὶ τὸ τεῦχος τὸ ἐμόν, νὰ λάβῃ τὴν εἰκόνα πλήρη ἀπὸ τὸν κύριον ἀντισυνταγματάρχην, διότι ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι ἤθελε πεισθῆ, διότι ἐξετίμων καὶ ἐκτιμῶ καὶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν νοημοσύνην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι τὴν διαφορὰν ἤθελεν ἐννοήσει, καὶ ἤθελε λάβει πάντα τὰ μέτρα, ἵνα ἀποτρέψῃ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Α. Ὑ. εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἐμὸν δὲν εἶναι πλῆρες, τότε νὰ σπεύσῃ νὰ μετακαλέσῃ τοὺς ξένους, διὰ νὰ συμπληρώσουν τὸ ἔργον μου, ἢ, ἀνατρέποντες αὐτὸ, νὰ ἐκπονήσωσι νέον. Καὶ τὸ πείραμα ἐπέτυχε... Μήπως, λέγω ἀναληθῆ κύριε Πρωθυπουργέ;
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῆ εἶναι τὰ ἑξῆς, ὅτι μετὰ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου εἰργάσθην ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅπως ἀντιληφθῶ τὸν ὀργανισμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου τῇ διαταγῇ ὑμῶν συνταχθέντα. Τοῦτο εἶναι ἀκριβέστατον, ὅτι μετὰ πολλῶν ὡρῶν συνεργασίαν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ ἀκριβέστατα τὰς βάσεις τοῦ ὑμετέρου ὀργανισμοῦ.
§145Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιοῦτε ὅτι δὲν ἐλάβετε γνῶσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑψηλοτάτου;
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῆ. Τὸ τεῦχος τοῦ Διαδόχου, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἀποκαλεῖτε ὀργανισμόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀποκαλῶ μελέτην, οὐδέποτε ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας, οὔτε ἐδόθη πρὸς ἀνάγνωσιν εἰς τοὺς συναδέλφους μου, οὔτε ἐγὼ αὐτὸς ἀνέγνωσα αὐτό. Βεβαίως συνεργάσθην μετὰ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ παρ’ αὐτοῦ συνταχθέντος ἔργου, καὶ ἐν τῇ συζητήσει τῶν καθέκαστα τοῦ ἔργου τούτου ἐγένετο παρ’ αὐτοῦ παραβολὴ πρὸς τὰ πορίσματα τῆς μελέτης, ἣν εἶχε κάμει, τοῦ τεύχους τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων.
§147Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρά του καὶ τὴν ἀνατροφήν του, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε. Προσεπάθησε νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἡ τιμή του τῷ ἐπέβαλε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν.
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπὸν νὰ ἀποκρύψω τὴν ἀλήθειαν; Ἐγὼ θὰ εἴπω ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα τῆς διαφωνίας· ποῦ ἐπεμείνατε, καὶ ποῦ ὑπεχωρήσατε. Δὲν θ’ ἀποκρύψω τίποτε. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀποκρύψω τὰς ἰδέας τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ποίας ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἀπεδέχθην ἐγὼ καὶ ποίας ὑμεῖς, καὶ ποίας ἐξ αὐτῶν δὲν ἀπεδέχθην ἐγώ, καὶ ποίας δὲν ἀπεδέχθητε ὑμεῖς, αὐτὰ θὰ τὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ πάσης εἰλικρινείας, διότι θ’ ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑμετέρα παραίτησις μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ.
§149Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς εἰς τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν ἤκουσα χειροκροτήματα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι τὰ ἔχω ἀπαγορεύσει ἐγὼ (ἱλαρότης).
§151Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν στερεῖται πνεύματος· ἐνόμισεν ὅτι διὰ τῆς παρεμβάσεώς του, τῆς προκαλεσάσης θυμηδίαν...
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνόμισα τίποτε.
§153Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. ἐνόμισεν ὅτι θὰ κάμῃ νὰ χαθῶσι τὰ λεχθέντα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀναλλοίωτον τὸ βεβαιωθέν, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν καὶ τῶν διαφορῶν τοῦ τεύχους τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, ἢ τῆς μελέτης Αὐτοῦ. Ἂν εἶναι μελέτη ἢ ὀργανισμός, θὰ τὸ ἴδητε, ὅταν ἀναγνώσητε τοῦτον. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεὺς τὸν ἀποκαλεῖ τοιοῦτον καὶ ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἀποκαλεῖ μελέτην, διὰ νὰ θέσῃ κατὰ μέρος τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ προξενηθῇ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, ἥτις θὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τοὺς περὶ τὸν Διάδοχον τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος. Ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τεύχους τοῦ ἡμετέρου, ἤλθομεν εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐκάμαμεν τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι συνίστανται, ὡς πρὸς τὸ οὐσιῶδες μέρος, εἰς τὴν ἀρχηγίαν. Δὲν ἔμενε πλέον, Κύριοι, παρὰ τὸ οἰκονομικὸν μέρος. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς δαπάνας τῶν ὁπλιτῶν, ἀφοῦ τὴν δύναμιν τῶν ἀνδρῶν ἐδέχθημεν τὴν ὑπάρχουσαν, ἡ δαπάνη ὡς πρὸς τοῦτο ἐμειώθη· μόνον ἡ δαπάνη τῶν στελεχῶν ἔμενε. Καὶ ἐπειδὴ πολὺς ἐγένετο λόγος καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ εἰς κύκλον ἀξιωματικῶν τινων καὶ πολιτῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἐπὶ πλέον τῶν δυνάμεων τῶν στελεχῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ βεβαιώσω τοῦτο, ὅτι ὁ ἡμέτερος ὀργανισμὸς φέρει δύναμιν τῶν στελεχῶν ἐπὶ πλέον τετρακοσίους ἑξήκοντα ἕξ. Ἤκουσα ἔκπληξίν τινα, καὶ τὴν ἤκουσα ἀπὸ συνάδελφον φέροντα μέγα ὄνομα...
§154Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πάλιν μὲ τὰς σκιὰς τῶν προγόνων θὰ ἔχωμεν!
§155Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σιωπή! (κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ).
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶναι τρόπος αὐτός!
§157Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουντουριώτην). Ὅταν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἱερᾶς σκιᾶς τῶν προγόνων σου, ὀφείλεις νὰ ἦσαι εὐλαβέστερος καὶ νὰ μὴ διακόπτῃς.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον). Κύριε Βουλευτά, δὲν δύνασθε νὰ κάμητε παρατήρησιν πρὸς Βουλευτήν.
§159Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Μὴ ἔρχεσθε εἰς προσωπικὰ ζητήματα, παρακαλῶ.
§160ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄλλως τε ὁ Κανονισμὸς τὸ ἀπαγορεύει.
§161ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ......
§162Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐπιθυμῶ νὰ ἦσαι μετρημένος.
§163ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πολὺ μετρημένος καὶ σέβομαι... (θόρυβος).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχάσατε, Κύριοι (πρὸς τὸν κ. Κουντουριώτην). Κύριε Βουλευτὰ, μὴ διακόπτετε.
§165Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ ἐκπλήξεις δὲν ἐπιτρέπονται, ὅταν δὲν δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκούει, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γράφει. Ὀφείλει νὰ ἀκούσῃ τὸν ἀγορεύοντα, καὶ νὰ ἐκπληχθῇ, ὅταν ἐπιτρέπωνται ἐκπλήξεις, ὅταν ὁμιλῶσι τὰ πράγματα. Αἱ τοιούτου εἴδους διακοπαὶ εἰς ζητήματα τοσοῦτον σοβαρὰ εἶναι ἀνάξιαι τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ δὲν ἠκούσατε τάχα, ποίαν ἀπαίτησιν ἔχει ὁ πόλεμος, διὰ νὰ ἦναι δυνατὸν τὸ στράτευμα νὰ βαδίζῃ μετ’ ἐλπίδος ἐπιτυχίας; Καὶ δὲν ἀνέπτυξα τὸ θέμα τοῦτο πρὸ μικροῦ; καὶ δὲν σᾶς εἶπον τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ; Καὶ πόθεν προέκυψεν ἡ μελέτη ἐκείνων, οἵτινες καταγίνονται εἰς τὰ τοιαῦτα, διὰ νὰ ζητήσωσιν ἀριθμὸν ὡρισμένον στελεχῶν ἐπὶ παντὸς στρατεύματος; Καὶ δὲν εἶπον ὑμῖν, ὅτι ὁ διχασμὸς τῶν στελεχῶν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ μὴ ὑπάρχωσι στελέχη ἱκανὰ νὰ διοικήσωσι τὸ στράτευμα, οὔτε εἰς τὰ ὑπάρχοντα στρατεύματα, οὔτε εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ; Καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἰθύνοντες, πῶς θέλετε τὸ στράτευμα αὐτὸ νὰ ὁδηγηθῇ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν θάνατον καὶ νὰ δώσῃ τὴν τιμὴν τῶν ὅπλων εἰς τὴν πατρίδα αὑτοῦ; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτητε οὕτω, προκειμένου περὶ τόσον ζωτικοῦ ζητήματος; Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι εὐφυολογία ἡ διακοπή; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἔχει ἀποτελέσματα, οἷα προσδοκᾶτε, ἡ τοιαύτη συμπεριφορά; Εἰς ὅσους δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ὕψος τῶν σκέψεων αὑτῶν εἰς τοιοῦτον ζήτημα, καὶ εἰς ὅσους δύνανται ἀκόμη νὰ φθάσωσιν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σημασίας, ἐπιβάλλεται ἡ προσοχή. Πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ ἀπὸ τὴν ψῆφον ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις, ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καὶ δὲν ἀγορεύω ἐντεῦθεν διὰ νὰ φέρω ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀγορεύω ἐντεῦθεν διὰ νὰ ὑπερασπίσω ἐμαυτόν, καὶ νὰ δώσω λόγον τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Δὲν ἀγορεύω ἐντεῦθεν διὰ νὰ φωνασκῶ, ἀλλ’ ἀγορεύω διότι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐκπληρώσω ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον καλῶς γνωρίζω καὶ καλῶς αἰσθάνομαι. Ἐπιβάλλεται δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦσι τὸ καθῆκον αὐτό, νὰ μὴ διακόπτωσι καὶ προκαλῶσι παράτασιν τοῦ ζητήματος. Ηὔξησα τὰ στελέχη! Δὲν ηὔξησα. Ἀνεγνώρισα τὴν ἐπιβεβλημένην ἀνάγκην τῶν τοσούτων στελεχῶν, διότι αὐτὸ μοὶ ἐπιβάλλει ἡ ἐπιστήμη, αὐτὸ ἔδειξεν ὁ τελευταῖος πόλεμος. Μοὶ ἔδειξεν ὁ τελευταῖος πόλεμος, ὅτι εἰς τὰ παραπήγματα ὑπῆρχε μία ταξιαρχία ἀνθρώπων ἄνευ ἀρχηγῶν. Μοὶ ἔδειξεν ὁ τελευταῖος πόλεμος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ δύναμιν λόγου 336 ἄνδρας, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὕρητε οὐδαμοῦ ἀναγεγραμμένον. Καὶ ἐνῷ ἡ δύναμις τοῦ λόγου ἦτο 336 ἄνδρες, λοχίας καὶ ἀνθυπολοχαγός, δύο μόνον, διῴκουν τὸν λόγον ἐκεῖνον, καὶ τὸν ὡδήγουν ἐνώπιον τοῦ θανάτου! Σεῖς, οἵτινες εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὰς τραπέζας αὐτῆς συνετάσσετε τὰ σχέδια τὰ πολεμικά, καὶ δὲν εἴδετε τὸν θάνατον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ παρεμβαίνητε, καθ’ ὃν τρόπον παρεμβαίνετε. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴδετε ἀσπαίροντα τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, φονευόμενα ἐνώπιον ὑμῶν, ἀδίκως, ἀτέχνως,—διότι δὲν εἶχον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ὁδηγήσωσι πρὸς τὸν θάνατον τεχνικώτερον,—δὲν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν). Προκειμένου ὅμως νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ στρατὸς τῆς πατρίδος, ὁ μόνος ἀνεύθυνος τῆς καταστάσεως ταύτης,—καὶ λέγων στρατὸν λέγω τὰ στελέχη—ἐκυλίσθη εἰς τὸν βόρβορον ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας διὰ τὰ συμβάντα τοῦ πολέμου, τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα διεσκορπίσατε ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, ζητοῦντες παρ’ αὐτῶν νὰ σᾶς ἐξασφαλίσωσι καὶ νὰ σᾶς συνάξωσι τοὺς φόρους, καὶ τὰ ἀπεξενώσατε ἀπὸ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Καὶ μολονότι τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἐδώκατε εἰς αὐτά, καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει δὲν ἔπαυσαν μορφούμενα, καὶ θὰ εὕρητε εἰς ὅλα τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοὺς μὲ τελείαν μόρφωσιν. Καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἐκυλίσατε εἰς τὸν βόρβορον διὰ τῆς ἀτασθάλου δημοσιογραφίας, τοὺς εἴδετε καὶ ἐν Δομοκῷ, τοὺς εἴδετε καὶ κατὰ τὸ Γρίμποβον, τοὺς εἴδετε καὶ κατὰ τὸ Βελεστῖνον, νὰ ἐκπληρώσωσι, μὲ ὅλας τὰς ἐλλείψεις, τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀνατολικοῦ θεωρείου).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον αὐτό.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διαταγή μου διὰ μίαν φοράν. Τὸ ἀκροατήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπετόλμησε νὰ ἀναμιχθῇ, νὰ κενωθῇ.
§169ΛΑΠΠΑΣ. Πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§170ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως. (Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ὁμιλήσῃ πολύ).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀφήσατε νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς τάξεως. Πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ κύριοι ἀκροαταί, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι θέατρον, καὶ πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐδῶ μετὰ σεβασμοῦ νὰ ἀκροῶνται, εἰδὲ μή, θὰ τιμωρῶνται.
§172ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως.
§173ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποῦ ἠτάκτησαν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη, εἶναι ἡ τρίτη. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ τρόπος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἔχωμεν ἡσυχίαν. Τὸ ἀκροατήριον αὐτὸ νὰ κενωθῇ ἀμέσως. Μείζονα σεβασμὸν πρέπει νὰ ἔχωσι πρὸς τὴν Βουλήν. (Ἄρχεται διὰ τῆς φρουρᾶς ἡ κένωσις τοῦ Θεωρείου).
§175Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ἐξακολουθῶν). Καὶ ἄν, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρισκομένου τοῦ στρατεύματος, καὶ ἐνῷ ἦσαν ἀνεπαρκῆ τὰ στελέχη διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιβλέπωσι τοὺς παρατεταγμένους ἐν ἀνεπτυγμένῃ τάξει ὁπλίτας, ὁπλίτας οἵτινες οὐδέποτε ἔμειναν εἰς στρατῶνας... (Θόρυβος ἐν τῷ κενουμένῳ ἀκροατηρίῳ).
§176ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν διακόπτετε, κύριε Κουμουνδοῦρε, ἐπὶ στιγμήν, ἕως ὅτου κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα;
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἐλπίζω, θὰ περιμένῃ ὀλίγον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρατήσωμεν μίαν τάξιν... Ὅλον τὸ θεωρεῖον νὰ κενωθῇ.
§178ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἠτάκτησαν ὅλοι.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδικοῦνται οἱ μὴ ἀτακτήσαντες, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος. Πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ὅλοι.
§180ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἢ μᾶλλον νὰ ἐξέλθωμεν ὅλοι.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ πρῶτον. Πρέπει νὰ μὲ συντρέξητε διὰ νὰ ἔχωμεν τάξιν.
§182ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κενοῦμεν καὶ τὴν αἴθουσαν, κύριε Πρόεδρε;
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀργότερα. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀταξίας. Τὸ προκείμενον εἶναι ζήτημα τάξεως. (Μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τοῦ θεωρείου). Λοιπὸν ὁρίστε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§184ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἐργασθῆ ἢ μόνον ἐπὶ τέσσαρας ὥρας.
§186ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀγορεύων θὰ ἐκουράσθη, ἐπὶ πέντε ὥρας ἀγορεύων.
§187ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς τὰς τέσσαρας, κύριε Πρόεδρε, ἠρχίσαμεν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠρχίσαμεν εἰς τὰς τέσσαρας.
§189ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, δὲν λέγετε σεῖς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι ἐκουράσθητε;
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον). Ἐκουράσθητε;
§191Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγα λεπτά;
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι μετὰ τὸν ἀγορεύοντα θὰ λάβωσι τὸν λόγον οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Νομίζω ὅτι θὰ ἤμεθα μᾶλλον ἀκμαῖοι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν αὔριον.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὑποθέτω, δὲν θὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ πολύ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.
§195Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Θὰ ὁμιλήσητε πολύ;
§196Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω.
§197ΠΟΛΛΟΙ. Τότε ἂς ἐξακολουθήσωμεν.
§198ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἐκουράσθη ὅμως καὶ δὲν δύναται;
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἡμέραν «ἐκουράσθη» θὰ λέγωμεν;
§200ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι καθ’ ἡμέραν. Εἶναι πρωτοφανές, τόσας ὥρας νὰ ἀγορεύῃ ὁ ῥήτωρ καὶ νὰ μὴ κουρασθῇ.
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς οὐδεμίαν Βουλὴν τοῦ κόσμου γίνεται αὐτό, νὰ διακόπτηται ὁ ἀγορεύων.
§202ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ πιέσητε τὸν ἀγορεύοντα.
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχή, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰς συνεδριάσεις. Τὸ θέμα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι τοσοῦτον εὐρύ, ὥστε δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ ἀγορεύων εἰσῆλθεν εἰς αὐτό. Χθὲς διεκόψαμεν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις.
§204Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, νομίζετε, ὅτι σκοπῶ νὰ παρακωλύω τὴν συζήτησιν...
§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἀσχολεῖσθε καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ τοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ τόσον εὐρέως τὴν ἑσπέραν ταύτην. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη ἐκ τῆς ἀνακοινώσεώς μου περὶ τῆς παραιτήσεώς σας, ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν παραίτησιν. Δὲν ἦτο ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ ὁμιλήσητε τόσον εὐρέως περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ.
§206Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὁμιλεῖ κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει. Παρατηρῶ, ὅτι ἐπὶ ματαίῳ ὡμίλησα· δὲν ἐνόησε τίποτε.
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λυποῦμαι πολύ.
§208Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ λυποῦμαι, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐνόησε, καὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελε φέρει τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἵνα ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν παραίτησίν μου, καὶ ὅτι ὅταν θὰ ἔλθῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ φέρῃ, τότε συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Δηλαδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ ὅλην τὴν νοημοσύνην αὑτοῦ, δὲν ἠδυνήθη νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι αὐτὸ, ὅπερ ἤθελε νὰ παραστήσῃ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ· διότι ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι ἐγὼ εἶπον καὶ διατείνομαι, γνωρίζει ὅτι ἐγὼ δὲν παρῃτήθην ἕνεκα τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει λόγον πρὸς παραίτησιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, διότι, ἂν ἀναδράμωμεν εἰς τὸν παρελθὸν, θὰ εὕρωμεν τὰ ἑκάστοτε Ὑπουργεῖα ζητοῦντα ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, θὰ εὕρωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1888 ἀνέγραψε πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν 4,000,000 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 16,000,000, καὶ δὲν ἤρκεσεν αὕτη, καὶ διὰ νέων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἔφθασε τὸ ποσὸν εἰς 24,000,000, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὑπεχρέωσε τὸν Ὑπουργὸν νὰ παραιτηθῇ. Ἄλλως δὲν θὰ συνετάσσετο ὁ λογιστικὸς νόμος τοῦ Κράτους ὡς ἔχει, ἀναγράφων ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις καὶ ἐκτάκτους. Λοιπὸν διατείνομαι, ὅτι οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεώς μου δὲν ἦσαν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, αἱ μὴ ἀναγραφεῖσαι ἐπακριβῶς καὶ μεμελετημένως, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἤθελον ἐξελεγχθῇ αὗται καὶ ἤθελεν ἐξελεγχθῇ τὸ ἐπινόημά των, τοῦ ὅτι ἦσαν ἐν γνώσει, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀναγράφει πιστώσεις κατωτέρας ἐκείνων τοῦ 1896, ἐνῷ ὁ στρατὸς εἶχεν ἀνωτέρας δυνάμεις κατὰ 7,000 τῶν τοῦ 1896, ἐνῷ ἐγένοντο προβιβασμοὶ καὶ ἐπληρώθησαν αἱ κεναὶ θέσεις, καὶ τὰ ἄλλα, περὶ ὧν προηγουμένως ἔφερα τὸν λόγον. Ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀστοιχείωτοι ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἵνα μὴ ἐννοήσωσιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα, καὶ μόνον αὐτοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ διατείνωνται τοῦτο, ἀφοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου...
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ τούτου ἰδίως διαφωνοῦμεν πολλοὶ, καὶ ἐπεθύμουν διὰ τοῦτο νὰ συζητήσωμεν πρὸς αὐτόν. Πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπάρχουσί τινες οἱ διαφωνοῦντες, μεταξὺ δ’ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ παρεμπίπτοντος. Ἐπεθύμουν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον συμβαίνει νὰ ἀγορεύῃ τις ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἀναμνησθῇ οὐχὶ τί γίνεται ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, ἀλλὰ τί ἐγίνετο πάντοτε ἐν τῷ ἡμετέρῳ. Ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἡγεῖτο τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνῆκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πολλάκις ὡμίλησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὅτε εἰσήγαγεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ 1884, διεδέχθην αὐτὸν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὡμίλησα ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, διαφωτίζων ἕκαστον τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θεμάτων. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν οὗτος διεγίνωσκεν ἐν ταῖς συζητήσεσι διάθεσιν κωλυσιεργίας, ὅτε ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀντίδρασιν· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν ἔχει προαίρεσιν νὰ κωλυσιεργήσῃ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἐκανόνισεν ἔτι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι τότε ἠδύνατο ἡ ὁμιλία του νὰ θεωρηθῇ ὡς κωλυσιεργία. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θέλει ἀπευθύνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλει συνταχθῆ ἡ ἡμερησία διάταξις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀγορεύων. Ἐὰν θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οὗτος θέλει νὰ ἀγορεύσῃ, ἀναμιγνυόμεθα εἰς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν. Ἂν ὁ ἀγορεύων καταχρᾶται τὸ δικαίωμα τοῦτο, θέλει ἐπέλθει ἀντίδρασις, καὶ ὅσοι μὲν θέλουσιν, ἀκολουθοῦσιν ἀκροώμενοι αὐτοῦ, ὅσοι δὲ δὲν θέλουσιν, ἀποσύρονται, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἀγορεύσεως τῶν ἀγορευόντων.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν διημφισβήτησα, ὅτι παρ’ ἡμῖν κρατεῖ ἐναντίον σύστημα τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι. Γινώσκω ἐκ πείρας, ὅτι πολλάκις αἱ συζητήσεις παρετάθησαν ἐπὶ 2 καὶ 3 ἡμέρας, ἀλλ’ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, αὗται ἐσχετίζοντο μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δύναται νὰ παραταθῇ, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐκτὸς τῶν συζητήσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἄλλαι παρετάθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐπὶ 2 καὶ 3 ἡμέρας. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ὁ ἀγορεύων δεικνύει πρόθεσιν, ὅπως κωλυσιεργήσῃ, εἶπον μόνον ὅτι αἱ ἀναπτύξεις ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἠδύναντο νὰ ὑποβληθῶσι τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἡ συζήτησις αὕτη ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀσχοληθῇ, ἦσαν οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεώς του. Ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἐσχετίζοντο καὶ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἠδύνατο ν’ ἀνακοινώσῃ τούτους εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ἐκταθῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνέταξε. Δὲν θέλω νὰ διαμφισβητήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ παρατείνῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Χθὲς συνῄνεσα, ὅπως διακοπῇ ἡ ἀγόρευσις, ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι πρέπον, ὅπως ἐξακολουθήσῃ, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα. Ἐπὶ τῶν θεμάτων δὲ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, πολλάκις ἡ Βουλὴ θὰ ἐπανέλθῃ, καὶ θὰ εὕρῃ ὁ κ. Βουλευτὴς πολλὰς περιστάσεις, ὅπως ἀναπτύξῃ τὰς θεωρίας του.
§211ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν θέτω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ δικαίωμα τοῦ κατέχοντος τὸ βῆμα, ὅπως ἀναπτύξῃ τὰ θέμα αὐτοῦ ὅπως αὐτὸς νομίζει καλλίτερον. Ἀναγνωρίζω δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ αἰσθάνομαι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὁ ἀγορεύων δὲν ἔχει πρόθεσιν κωλυσιεργίας, ἀναγνωρίζω καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, ὅτε μάλιστα πρόκειται περὶ τόσον σπουδαίου θέματος, ἐν ᾧ παρεμπίπτουσι στρατιωτικὰ ζητήματα καὶ φιλοτιμίαι καὶ ἀντιρρήσεις ἐκ προηγουμένων συνυπηρεσιῶν. Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὡσαύτως, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἡ συζήτησις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὀρθὴ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἀπαντήσῃ διὰ βραχέων, εἶναι δύσκολον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις οὕτως, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσῃ αὐτήν· διότι, ἂν ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως — καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου — εἶναι νὰ βραχυλογήσῃ ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτῆς, ἐννοεῖται ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου θέλει ἀνταπαντήσει, καὶ πιθανὸν ἡ ἀνταπάντησις νὰ ἦναι ὁμοία πρὸς τὴν ἀγόρευσιν, ἣν ἀκούομεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι εἰς ὅλους συμφερώτερον, ἂν συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς αὔριον, ὅτε ὑποθέτω, ὅτι ἀρχόμενοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συνεδριάσεως θέλομεν ἔχει ἀρκοῦσαν ὥραν, ἵνα ἀκούσωμεν καὶ τὰς ἀπαντήσεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι συντεταγμένη ἡ ἡμερησία διάταξις, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες, δυσκόλως θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§212Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεὶς βεβαίως ἐπιθυμεῖ νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ ἄπειρον, οὐχὶ διότι τὸ θέμα, ὅπερ πραγματεύεται ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, δὲν εἶναι δεκτικὸν μακρᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ διότι πρέπει νὰ σεβώμεθα καὶ τὴν θέσιν τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τὰς ἀφορμὰς, ἐξ ὧν ὡρμήθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται δὲν εἶναι ἀπώλεια χρόνου, διότι, ἐὰν αὐστηρῶς κρίνωμεν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέφερεν ὡς ἀγαγόντας τὸν ἀγορεύοντα ν’ ἀποσυρθῇ τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ ὅσων λέγονται, βεβαίως διαφωτίζεται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἴτε ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ὑπὸ συζήτησιν, ὑποβάλλουσα τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, εἴτε ἄλλος τις. Ἀναγνωρίζω βεβαίως, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐν τῇ Βουλῇ ἐργασίαι. Θὰ παρακαλέσω ὅμως καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν, συγχρόνως δὲ νὰ παρακληθῇ ὁ ἀγορεύων, εἰ δυνατὸν, νὰ περατώσῃ αὔριον τὸν λόγον αὐτοῦ. Οὕτω θὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως αὔριον λήξῃ ἡ συζήτησις, χωρὶς νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ χωρὶς νὰ καταναλώσωμεν χρόνον ἀσκόπως.
§213Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὔριον θὰ περάνω τὸν λόγον μου, ἀλλὰ ὀφείλω σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παρεμπίπτοντος νὰ δώσω ἐξηγήσεις, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ μὲ βγάλῃ ἀπὸ τὴν θέσιν μου...
§214Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἔβγαλεν ἤδη ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§215Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν εἶμαι Ὑπουργὸς, εἶμαι Κουμουνδοῦρος. Εἶμαι ἀνώτερος ἀπὸ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔδωκα ποτὲ σημασίαν.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἴπομεν ἡμεῖς, τὸ εἶπον οἱ φίλοι σας.
§217Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν). Ἐγὼ τὰ εἶπον διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ αὐτὰ (ἱλαρότης).
§218Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν περιέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ προκαλέσῃ εἰς εἰς παρεμπῖπτον ζήτημα, ὅτε σπεύδω καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαλλαγῶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ περιήγαγον, καὶ νὰ δώσω τέρμα εἰς τὴν ἄχαριν ταύτην ὑπόθεσιν. Ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ ἐντείνω περισσάτερον τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἵνα, ὅταν μοὶ ἀπαντήσῃ, ἔλθῃ ἐπὶ τὸ θέμα, ἐπὶ τὸ ὁποῖον ἡ ἀγόρευσίς μου τὸν φέρῃ· διότι, ἐὰν εἴπῃ ξένα τοῦ θέματος, θὰ ἐλέγξω αὐτὸν, ἀπαντῶν, καὶ θὰ τῷ ὑποδείξω, ποῖον καθῆκον ἔχει, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν πρὸς Βουλευτὴν ἀγορεύοντα. Ἐὰν ἔλθῃ ἐπὶ τὸ θέμα καὶ ἴδω, ὅτι ἀφίνει κενὰ ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ, βεβαίως θὰ ἀμυνθῶ καὶ κατὰ τῆς νέας ἐπιθέσεως. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐνόησεν ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι σκοπὸν εἶχον νὰ κωλυσιεργήσω, ἀλλ’ ἐνόησεν, ὅτι εἰσῆλθον εἰς νέον θέμα, ξένον τοῦ λόγου τῆς παραιτήσεώς μου, καὶ ὅτι μακρηγορῶ ἐπ’ αὐτοῦ ματαίως, ἐνῷ θὰ ὑπάρξωσι ζητήματα κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, συναφῆ πρὸς αὐτὸ, καὶ θὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ νομοθετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἔρχομαι νὰ ἐκθέσω γνώμην, πρόκειται νὰ ἀποδείξω, ἐὰν ἀληθῶς ὁ ὀργανισμὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς παραιτήσεώς μου, πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ἐὰν εἶχον δίκαιον, ἀνθιστάμενος εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπεβλήθη καὶ τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν νὰ υἱοθετήσω καὶ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν...
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προβαίνετε εἰς ἐξακολούθησιν τοῦ λόγου σας;
§220ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν;
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. Αὔριον, αὔριον.
§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)