1900.01.24
1,274 rows · 10,255 words · 22 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 24 Ἰανουαρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλέξ. Μ. Κανάρη).
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνοματικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου καὶ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 185 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 4 καὶ 25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ συναδέλφου ἡμῶν Μιλτιάδου Βαρότση, βουλευτοῦ Νάξου, γνωσθέντα ἡμῖν ἐπισήμως δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ ἀγγελίᾳ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, συνελυπήθη τηλεγραφικῶς ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος συναδέλφου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θεωρῶ καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, παραιτηθέντος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κ. Κουμουνδούρου, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ηὐδόκησε νὰ διορίσῃ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Νικόλαον Τσαμαδόν. Διὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου ἐκενώθη ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν νέου Προέδρου, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ διορισθέντος Ὑπουργοῦ.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Παρατεθεισῶν τῶν ψηφοδόχων καλπῶν, γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γερασίμου Φίλιππα καὶ Κ. Δούνη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή.)
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 211. Ἔλαβον δὲ ψήφους, ὁ κ. Ν. Μπουφίδης 137, ὁ κ. Ἀλέξ. Ῥώμας 34, ὁ κ. Κ. Τοπάλης 13· εὑρέθησαν δὲ καὶ 27 λευκὰ ψηφοδέλτια. Ἑπομένως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξελέγη δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Νικόλαος Μπουφίδης, ὅστις καὶ παρακαλεῖται νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν του.
§6Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (καταλαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου). Συναισθάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ μέγεθος τῆς τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγεθος τῶν εὐθυνῶν, δι’ ὧν μὲ περιέβαλεν ἡ ὑμετέρα ἐμπιστοσύνη, ἐκφράζων δι’ ὑμῖν τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην μου ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἧς μὲ ἐκρίνατε ἄξιον, διαβεβαιῶ, ὅτι ἀναδέχομαι τὰς εὐθύνας, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι θέλω δικαιώσει τὰς προσδοκίας ὑμῶν. Ἡ οὕτως ἐμφαντικῶς ἐν τῷ προσώπῳ μου ἐκδηλωθεῖσα ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποδέχεται τὸ μεταρρυθμιστικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο πολλὰ ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ καθήκοντα ἡ παροῦσα Βουλή. Πρὸς ἐπιτέλεσιν ὅμως τῶν καθηκόντων τούτων μετὰ σοβαρότητος καὶ ἀξιοπρεπείας, ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν Συνέδριον, ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ἀμερίστου συνδρομῆς ὑμῶν. Τὴν συνδρομὴν ταύτην ἀπεκδέχομαι παρ’ ὑμῶν, διότι φρονῶ, ὅτι πάντες ποθοῦμεν, ὅπως παραμείνωσι παρὰ τῷ λαῷ ἀκλόνητοι αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἡμῶν θεσμούς. Ἤδη δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 320,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Τὸ πλεῖστον τῶν πιστώσεων τούτων ἀνάγεται εἰς τὰς στρατιωτικὰς, ναυτικὰς καὶ πολιτικὰς συντάξεις, τμῆμα δὲ τῆς πιστώσεως ταύτης ἀνάγεται εἰς τὴν ἐπιστροφὴν χρημάτων. Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 15,000. Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δρ.3,950,262. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑποβάλλω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἢ εἰδικώτερον περὶ διαχειρίσεως τῶν πιστώσεων τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ὑποβάλλω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συναδέλφου περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν ὑποβληθέντα ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης αἱ αἰτηθεῖσαι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ πιστώσεις μειοῦνται κατὰ 940,000 δραχμάς. Ὑποβάλλω συνάμα νομοσχέδιον, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων ἐκ δραχμῶν 180,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ χορηγίας πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχμῶν 3,950,262, μὲ ὑποχρεοῖ νὰ προέλθω εἴς τινας πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις, ἀφορώσας εἰς τὰ ὁποῖα ὑπολογίζω, καὶ μετὰ τὴν πίστωσιν ταύτην, ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Τοῦτο δὲ πράττω ἐκ καθήκοντος ἐπιβαλλομένου εἰς ἐμὲ κατόπιν πολλῶν φημῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν διαφόροις κύκλοις πολιτικοῖς, καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀκόμη, ὅτι διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν τούτων πιστώσεων πρόκειται νὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Οἴκοθεν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ, ὁποίαν ἔχουσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως διαδόσεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, ἀφοῦ προηγήθη κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θέλει καταλήξει πάντως εἰς ἰσοζύγιον. Εὐχαρίστως δὲ ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καὶ μετὰ τὴν αἰτουμένην πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 3,950,262 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως τοῦ 1899 δὲν θέλει τὸ παράπαν διαταραχθῆ. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, νὰ ἐξηγήσω εἰς αὐτὴν τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμοὺς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, εἶχον δηλώσει, ὅτι τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου θέλουσιν ἀναδείξει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 5,000,000 περίπου. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἤθελον νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἀνεκοίνουν εἰς τὴν Βουλὴν συμπέρασμα ὑπερβολικὸν ἢ ἄγαν αἰσιόδοξον, προσέθηκα ὅτι πάντως θέλει ἡ χρῆσις τοῦ 1899 κλείσει μετ’ ἰσοζυγίου. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, μία πίστωσις ἐκ 4,000,000 δραχμῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ ἄθικτον τὸ περίσσευμα, περὶ τοῦ ὁποίου τότε ἐποιησάμην μνείαν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους στηρίζω ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῶν τῶν εἰσπράξεων τῆς δευτέρας, ὡς καλεῖται εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, διαχειρίσεως, ἤτοι τῶν δέκα μηνῶν τοῦ 1900, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, θέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ πάλιν μικρόν τι περίσσευμα θέλει ἀναδείξει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναθεωρηθέντα προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν εἰς δραχ. 107,000,000 περίπου, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δρ. 103,000,000. Κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν προσωρινὴν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τύπωσιν, καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐκτυποῦται μετὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ πραγματοποιηθεῖσαι εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀνέρχονται εἰς 93,320,000, αἱ δὲ πραγματοποιηθεῖσαι δαπάναι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἀνέρχονται εἰς 63,000,000. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς 31 Δεκεμβρίου, ὑπὸ τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν λογιστικὸν σύστημα, δὲν παρέχει πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, διότι ὑπολείπονται δέκα εἰσέτι μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐξακολουθεῖ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἤτοι ἐξακολουθοῦσιν αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ πληρωμαὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899, τὰς πραγματοποιηθείσας μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, πρὸς τὰς εἰσπράξεις, αἵτινες κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898, ἐπραγματοποιήθησαν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἔχομεν πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 4,914,826. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιλαμβάνεται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος, εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἀποταμιευθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως τῶν ἐτῶν 1895,1896 καὶ 1897, καὶ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀποθηκῶν, ἤτοι ποσὸν δραχμῶν 3,795,093, ἀπομένει πάντως καθαρὸν περίσσευμα σχετικῶς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τὰς πραγματοποιηθείσας μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898 τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐκ δρ. 1,057,750. Ἐμνημόνευσα εἰδικῶς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 3,795,093, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀληθὲς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ προέρχεται ἐκ τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἐξαχθέντος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κατὰ τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1895,1896 καὶ 1897, ἑπομένως εἶναι καθαρὸν τοῦ Δημοσίου ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ μὲν εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ παρακαταθήκῃ, τελευταῖον δὲ εἰσήχθη ὡς τακτικὸν δημόσιον ἔσοδον. Ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ τιμήματος τῆς σταφίδος, ἥτις εἶχεν ἀποταμιευθῆ εἰς τὰς ἀποθήκας, προέκυψεν οὐ μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ἕτερον ποσὸν, ὑπὲρ τὰ 1,000,000, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Τράπεζαν, κατὰ τὸν εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἤδη, ὅτε συνεστήθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καὶ πρόκειται νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων, παρεδόθη εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἵνα γένηται ἡ προσήκουσα αὐτοῦ χρῆσις. Δὲν ἀπεδόθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 4 ἑκατομμυρίων, διότι ἕνεκα ἀνωμαλιῶν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν λογιστικὴν δὲν εὑρέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πάντα τὰ γραμμάτια παρακαταθήκης, ἐζήτησα δὲ ἀντίγραφα, μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει παραδοθῆ. Ἐπειδὴ δὲ εὐλόγως ἡ Βουλὴ ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐνισχύσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἀναγγέλλω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ τὸ προϊόν τῆς παρακρατήσεως τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898 θέλει ἀποδώσει εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν χιλιάδας περίπου δραχμὰς, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐκκαθαριζόμενον θέλει εἰσαχθῆ ὡς τακτικὸν δημόσιον ἔσοδον εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Οὐδὲν ἄρα τὸ ποσὸν τοῦτο ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Προκειμένου νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς δευτέρας διαχειρίσεως, ἤτοι τῶν δέκα μηνῶν τοῦ 1900, δυνάμεθα προχείρως ν’ ἀναζητήσωμεν τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἔχοντες δὲ τὸν μέσον ὅρον τεσσάρων περίπου ἐτῶν, δυνάμεθα ἐκ τούτων νὰ ὑπολογίσωμεν, ὁποῖαι ἔσονται αἱ πραγματοποιηθησόμεναι εἰσέτι τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἰσπράξεις κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους τέσσαρας μῆνας. Λαμβάνω ὡς ὅρον συγκρίσεως τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1892, 1893, 1894 καὶ 1895, διότι αἱ μετὰ ταῦτα χρήσεις ἐπαρουσίασαν πολλὰς τὰς ἀνωμαλίας ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὑφ’ ἃς εὑρέθησαν αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1897 καὶ 1898. Κατὰ τοὺς δέκα λοιπὸν τελευταίους μῆνας τῶν χρήσεων τούτων, κατὰ μέσον ὅρον, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν δευτέραν διαχείρισιν ταμιακαὶ, ὡς τὰς καλεῖ ἡ ὑπηρεσία, δρ. 14,000,000, τελωνειακαὶ δὲ 1,310,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 15,000,000. Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ συνήθως εἰσπραττόμενον ποσὸν κατὰ τοὺς δέκα μῆνας, τοὺς ὑπολειπομένους πρὸς συμπλήρωσιν τῆς χρήσεως. Ἐὰν ἠθέλομεν προσθέσει εἰς τὰ 93,000,000 τὰ 15,000,000 ταῦτα, θέλομεν ἔχει 108 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου κατὰ τοὺς ὑπολοίπους τελευταίους δέκα μῆνας τῆς χρήσεως. Ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἐντὸς τῶν πρώτων δώδεκα μηνῶν, ἤτοι ἐντὸς τοῦ ἔτους τῆς διαχειρίσεως. Περὶ τούτων δὲν εἶναι πρέπον νὰ γένηται μνεία, διότι τὰ γενόμενα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἀποτελοῦσι τὴν εἰκόνα ἢ μᾶλλον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τούτων. Εἶναι πρέπον μόνον νὰ γένηται μνεία περὶ τῶν ἐσόδων, τῶν ὁποίων ἐξακολουθεῖ ἡ εἴσπραξις κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους δέκα μῆνας. Ἔχομεν πρωτίστως βεβαιωμένον, ὅτι ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσπραττομένων προέκυψε πλεόνασμα ἐκ δραχ. 1,000,000, προέρχεται δὲ τοῦτο ἐκ τῶν πέντε εἰδῶν τοῦ Μονοπωλίου, καὶ οὐχὶ ἐκ πασῶν τῶν ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσπράξεων, διότι, ὡς γινώσκετε, εἴδη μονοπωλίων εἰσὶ τὸ ἅλας, τὰ πυρεῖα, τὰ παιγνιόχαρτα, ἡ σμύρις καὶ τὸ πετρέλαιον. Ὑπῆρξε σύμπτωσίς τις, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον πάντες οἱ εἰσπράκτορες εὑρίσκονται ἀπησχολημένοι εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι ἦσαν διατεταγμένοι οἱ ταμίαι ν’ ἀποστείλωσι τοὺς εἰσπράκτορας εἰς τοὺς δήμους, εἰς οὓς ἐγένοντο αἱ δηλώσεις τοῦ φόρου τῶν ζώων· ἐκ τούτου δὲ γνωρίζομεν ἐπισήμως, ὅτι εἰσεπράχθησαν, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθησαν ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου τὸν Δεκέμβριον, θέλουσι δὲ τακτοποιηθῆ κατὰ τὸν Ἰανουάριον, 500,000 δραχμαί. Γινώσκομεν ἔτι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νέου περὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμου, ὅστις οὐδεμίαν εἰσήγαγε μεταβολὴν εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἐπέβαλε μόνον τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας νὰ πληρώνωσι τὸ ἐπιτήδευμά των, λαμβάνοντες τὴν ἄδειαν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Γινώσκομεν, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐβεβαιώθησαν 2,951,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 2,153,000. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία γινώσκει περίπου τὸ ποσὸν, ὅπερ εἰσπραχθήσεται ἐκ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Πατρῶν καὶ ἄλλων μεγαλουπόλεων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπολογίζεται εἰς δρ. 3,571,000. Ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτηδευματίας τῶν πόλεων, γνωστόν εἶναι, ὅτι καθυστερήσεις δὲν θέλουσι λάβει χώραν, κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλή· ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουσι καὶ ἐπιτηδευματίαι εἰς μικροὺς δήμους, ἐκεῖ δύναται νὰ προκύψῃ μικρὸν καθυστέρημα. Ὅπως δήποτε θὰ ἔχωμεν περίπου εἰσπράξεις ἐκ δραχμῶν 3,571,000, ἐνῷ προϋπολογίσαμεν 2,480,000. Γινώσκετε πάντες, ὅτι τὸ κρατοῦν μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου κατηργήθη, καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας· γινώσκετε τὰς παρεμβληθείσας δυσκολίας εἰς τὴν ἄμεσον τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιψήφισιν συμπληρωτικοῦ νόμου· ὡς ἐκ τούτου δὲν εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τούτου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1899· οὐχ ἧττον ἐκ τοῦ φόρου ἐκείνου ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχωμεν ἔσοδον ἐκ δραχ. 2,400,000, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ ἀνεγράφη ὡς εἰσπράξιμον μόνον ποσὸν 1,900,000. Ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, παρουσιάζεται διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὸ 1899 ἐκ δρ. 540,000 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1898, τὰς πραγματοποιηθείσας μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1898. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς νομισματικῆς, τῆς προκυπτούσης ἐκ τῶν εἰδῶν, ὧν οἱ φόροι εἰσπράττονται εἰς χρυσὸν, τοιοῦτοι δὲ φόροι εἶναι ὁ τῆς σμύριδος, ὁ τῶν φαρικῶν καὶ ἄλλοι τινές. Ὁ χρυσὸς οὗτος χρησιμεύει εἰς ἱκανοποίησιν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, κατὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὁποίων καταλογίζεται ἡ νομισματικὴ διαφορά. Εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἴχομεν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1899 ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898, διότι κατὰ τὸ 1898 τὸ ποσὸν ἀνήρχετο εἰς 670,000, κατὰ δὲ τὸ 1899 εἰς 950,000. Πλὴν τούτου ἔλαβε χώραν καὶ λάθος τι κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους 1898, διότι τότε, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, καὶ ὑφισταμένου εἰσέτι τοῦ δανείου ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, εἶχεν ἀγορασθῆ ποσόν τι συναλλάγματος ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς πραγματοποίησιν διαφόρων ἀναγκῶν, τοῦτο δὲ κατελογίσθη ὡς νομισματικὴ διαφορά. Ταῦτα ἀνέφερα πρὸς ἐξήγησιν τοῦ λόγου, οὗ ἕνεκα φαίνεται ἡ διαφορὰ ἐπὶ τὸ ἔλαττον κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ἐπίσης διαφορὰ ἀξία μνείας παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1898 τῶν προερχομένων ἀπὸ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον ἐκ μόνον δύο γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις παντὸς ἀντιπροσώπου· ὅτι εἴχομεν κατὰ τὸ 1899 δύο ἐκλογὰς, βουλευτικὴν καὶ δημοτικὴν, αἱ ἐκλογαὶ δὲ δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων εἰσπράξεων. Ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ εἰσαχθεῖσα διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων δικονομία ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπάγεται αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων φαινομενικὴν, διότι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ἄλλοτε ὡς καθυστεροῦντα, εἰσπράττονται, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμῶν, ὅτι δυστυχῶς παρ’ ὑμῖν, εὐθὺς ὡς κλείσῃ ἡ χρῆσις, οἱ ἄμεσοι φόροι παύουσι πληρωνόμενοι. Δὲν πρόκειται ψυχολογικῶς νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν οἰκονομικήν....
§8ΝΕΓΡΗΣ. Πόσοι εἶναι οἱ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1899 φόροι;
§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι 1,300,000, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη ἐξηγεῖται ἐκ τούτου, ὅτι κατὰ τὸ 1898 εἰσήχθη καὶ ὁ φόρος μεταλλείων τοῦ προηγουμένου ἔτους ἐκ δραχ. 320,000, φόρος ὅστις δὲν ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ 1899, διότι δὲν εἰσήχθησαν εἰσέτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους τούτου. Ἐπίσης εἰσήχθησαν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν παρελθουσῶν χρήσεων 280,000 δραχμαί, ἀναγόμεναι εἰς τὰς κρατήσεις τῶν πολιτικῶν συντάξεων, διότι δὲν εἶχε γείνῃ ἐγκαίρως ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων, ληξάσης δὲ τῆς χρήσεως, ὑπήχθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων εἰσπράξεων. Ἀνακεφαλαιῶν ὅσα εἶπον, καὶ συμπληρῶν ταῦτα, γνωρίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899 ἔχομεν εἰσπράξεις ἐκ δραχ. 93,000,000. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῶσιν ὄχι 15,000,000, ἅτινα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς δέκα τελευταίους μῆνας τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ἀλλὰ μόνον 13,000,000, καὶ ἐὰν προστεθῇ τὸ ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων γνωστὸν πλεόνασμα, καὶ ἐὰν πρὸς τούτοις προσθέσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσαμεν ὡς εἰσπραχθησόμενον ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν τῶν μεγάλων πόλεων, ὅσων δὲν κατωρθώθη εἰσέτι νὰ συνταχθῇ ὁ φορολογικὸς κατάλογος, ἕξομεν κατὰ βασίμους ὑπολογισμοὺς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ὑπὲρ τὰ 107 ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ εἰσαχθησόμενον εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως ταύτης ποσὸν ἐκ τιμήματος τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897. Ὅπως ὅμως ἐξαντλήσω τὸ θέμα, ἂν θὰ διαταραχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν τὴν ἐκ τῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 προερχομένην αὔξησιν. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 102,663,945. Διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐκδοθέντων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντων κατόπιν διὰ νόμου, ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ ἐκ δρ. 754,328. Ὑποβάλλεται σήμερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχ. 3,920,000. Εἶχον παρακαλέσει τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου νὰ συμβουλευθῶσι τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ὧν θέλει τυχὸν λάβει ἀνάγκην ἕκαστον Ὑπουργεῖον διὰ τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ τούτῳ καὶ μοὶ ἔδωκαν τὰς ἀναγκαίας καταστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι αʹ) τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει λάβει ἀνάγκην 70,000 δραχ. προσθέτου πιστώσεως, βʹ) τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος, 500,000, γʹ) τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 500,000, δʹ) ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους 1,000,000 περίπου, εʹ) τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δρ. 400,000, ϛʹ) τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δραχ. 200,000, καὶ ζʹ) ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν συντάξεων καὶ ἐν τῷ τῶν διαφόρων πληρωμῶν δρ. 300,000. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ πιστώσεις μετὰ τῶν χορηγηθεισῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ἑκατὸν δέκα ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἤτοι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἀδιαθέτους πιστώσεις κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως; Εἶναι τοῦτο φυσικῶς ἀδύνατον, διότι, καίτοι ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπί τινων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ὧν τὰ ποσὰ ὑπελογίσθησαν ὑπὲρ τὰς πραγματοποιηθείσας δαπάνας. Ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, βεβαίως πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς χρήσεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ νὰ εὕρῃ τὸν μέσον ὅρον. Ἔχω ἐνταῦθα πίνακα συντεταγμένον παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπολογισμῶν. Ὁ πίναξ οὗτος δεικνύει τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις τῶν χρήσεων 1893, 1894, 1895, 1896, 1897 καὶ 1898, ἐξαιρέσει τῶν ἐκτάκτων, αἵτινες οὐδὲν εἶχον τὸ κοινὸν πρὸς τὰς κανονικὰς πιστώσεις. Κατ’ αὐτὸν, ἔχομεν ὡς μέσον ὅρον ἀδιαθέτων πιστώσεων τῶν ἐτῶν τούτων ποσὸν ἄνω τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων. Καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν τὸ ἥμισυ τούτου, ἤτοι ποσὸν τριῶν ἑκατομμυρίων, ὡς ὑπολειφθησόμενον ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1899, καὶ ἐκ τῶν 110,000,000 ἀφαιρέσωμεν τρία ἑκατομμύρια, ἕξομεν δαπάνας πραγματοποιηθησομένας ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἑκατὸν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων· ἀφοῦ δὲ αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχονται εἰς 108,000,000, ἕξομεν περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου· πάντως ὅμως, καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ τὸ περίσσευμα τοῦτο, θέλομεν καταλήξει εἰς ἰσοζύγιον. Νομίζω ὅτι τὰ βραχέα ταῦτα, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1899, εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως ἡ Βουλὴ μορφώσῃ ἀσφαλῆ γνώμην, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἢ μᾶλλον ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, θὰ κλείσῃ μὲ ἰσοζύγιον. Εἶπον καὶ ὅτε εἰσηγούμην εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ὅτι δὲν καταλέγομαι μεταξὺ τῶν ἀδικαιολογήτως αἰσιοδοξούντων. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς ἕτερον πολιτευόμενον νὰ ἦναι ἀδικαιολογήτως ἀπαισιόδοξος, διότι ἡ ἀπαισιοδοξία ἀφαιρεῖ τὸ προσῆκον σθένος, τὴν ἀπαιτουμένην ψυχικὴν δύναμιν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐξέλεξεν ἡ Πολιτεία, ὅπως προασπίσωσι καὶ προαγάγωσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἐν εὐκαιρίᾳ προσεχεῖ, ὅτε θὰ ἦναι θέμα συζητήσεως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, θὰ λάβω πάλιν ἀφορμὴν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις. Αἱ ἐξηγήσεις αἱ σήμερον χορηγηθεῖσαι εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμία διατάραξις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ἐπελεύσεται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναπληρωματικῶν, αἵτινες σήμερον ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62–67). Ὁ κ. Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§11Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅτι μεταρρύθμισις ὑπουργικὴ συνετελέσθη. Ἀνῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁμιλῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἔκαμε λόγον καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ χαίρω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, μοὶ ἐπιβάλλεται ἑπομένως σήμερον ν’ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὸ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δὲν ἀποτελῶ πλέον μέρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν νοημοσύνην τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἐμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος προεβλήθη, διὰ νὰ αἰτιολογηθῇ εὐσχήμως ἡ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀποχώρησίς μου, διότι δῆθεν δὲν ἀνέγραψα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν δαπανῶν εἰς τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, περὶ ὧν πρόκειται, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν, ἡ παραίτησίς μου. Νομίζω, ὅτι καθιεροῦται διὰ τῆς ἁπλῆς ταύτης ἀναγγελίας προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιδράσῃ μεγάλως εἰς τὴν διατήρησιν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τῶν κυβερνητικῶν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, καὶ αὐτῆς ἀκόμη, ἥτις πρὸ μικροῦ ἠρίθμησε τοσοῦτον ἀριθμὸν φίλων. Διετυμπανίσθη, ὅτι ἕνεκεν ἐλλείμματος τεσσάρων ἑκατομμυρίων εἷς Ὑπουργὸς ἐγκατέλειψε τὸ ἑδώλιον αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς χειριζομένους τὸν προϋπολογισμὸν ἑκάστοτε κυρίους Βουλευτὰς, ἐὰν ὑπάρχει περίστασις, καὶ ἰδίως ἀπὸ δέκα ἐννέα ἐτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ βλέπωμεν τοὺς Ὑπουργοὺς ἀνερχομένους τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ζητοῦντας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν, οὓς πρὸ μικροῦ ἐψήφισαν αἱ Βουλαὶ, καὶ ἂν δὲν εὗρον πάντοτε ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀναγεγραμμένας συμπληρωματικὰς πιστώσεις καὶ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἀψευδὲς μαρτύριον τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὸ ἄχαρι αὐτῶν ἐπιχείρημα, διὰ νὰ μὴ γείνῃ γνωστὸς ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθην νὰ ἐγκαταλίπω τὴν ἀρχὴν, ὑπεστηρίχθη ἔν τινι ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἡ γνώμη, ὅτι ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεβάλλετο νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἕδραν αὐτοῦ, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνειλικρινῶς προσφερομένη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, δὲν παρέδωκεν αὐτῷ πάντα τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἤθελε στηρίξει τὴν σύνταξιν ἀκριβοῦς προϋπολογισμοῦ, καὶ παρουσιάσθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀνακοινοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνειλικρινεῖς ἀριθμοὺς καὶ ὑποβάλλον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους εἰκονικὸν προϋπολογισμόν. Παρεστάθη δι’ αὐτὸ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνειλικρινής· ἐζητήθη νὰ ἐννοηθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν διηύθυνε πρεπόντως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς κατηγορίας, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύναμαι ἢ ν’ ἀναφωνήσω γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐξεπλήρωσεν εἰλικρινῶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὸ πρῶτον αὐτῆς καθῆκον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, δὲν καταδέχομαι νὰ φέρω ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐφέρθη εἰλικρινῶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; ἀνεκοίνωσεν ἀληθῶς πρὸς αὐτὸν τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ναὶ, Κύριοι. Καὶ τοῦτο θ’ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀπεφασίσαμεν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, τὸ πρῶτον, ὅτε ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ χρόνος δὲν ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς σύνταξιν προϋπολογισμοῦ συμφώνου πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ παρακαλέσῃ, ὅπως διατάξω τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου, λαμβάνοντα μεθ’ ἑαυτοῦ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, νὰ μεταβῇ μετ’ ἐμοῦ, εἰς ὡρισμένην ὥραν, εἰς τὸ οἴκημα τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅπως ἀναθεωρήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ πρόσκλησις μοὶ ἦτο εὐχάριστος, διότι ἡ ἀσχολία αὕτη, ὡς πρὸς ἐμὲ, δὲν θὰ ἦτο πολὺ κοπιώδης, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ καθορίσῃ τὰ περὶ τούτου, ἀναθεωρῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Πατριάρχης τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἔκφρασιν. Μετέβημεν ἀληθῶς εἰς τὸ οἴκημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν, καὶ ὁμοῦ, ἐγώ τε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ἀνεθεωρήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη ὑποβληθέντα, καὶ ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐγνώρισε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη συνταχθέντα, ὁ ὁποῖος ἀπῄτει ἔξοδα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο 21 ἑκατομμύρια. Μᾶς ἀνεκοίνου συγχρόνως, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον δὲν ἀπεδέχθη ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Στρέϊτ, ἀπαιτήσας νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει ἐξόδων 16 ἑκατομμυρίων, ὅτι διαφωνία ῥιζικὴ ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργῶν, δὲν γνωρίζω δὲ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεχώρησεν. Ἀλλ’ ἐὰν ζητήσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ στρατηγοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ὑπεχώρησε διὰ δύο λόγους, τοὺς ὁποίους ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσε πρὸς αὐτόν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Στρέϊτ ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῇ τὴν συνθήκην, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶχεν εὔλογον προφανῶς αἰτίαν, ὅπως συντάξῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτῶν τῆς εἰρήνης τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλον λόγον, ὁ ὁποῖος παραμένει καὶ μέχρις ἡμῶν, τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ πότε ἤθελε καταστῆ δυνατὴ ἡ ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων καὶ διαθεσίμων, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογίσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἀκριβῶς τὴν δαπάνην, καὶ ἐστηρίχθη συνεπῶς ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οἵτινες ὡς μέσον ὅρον δίδουσι δι’ ἔξοδα αὐτοῦ 16 ἑκατομμύρια, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον. Παρουσίασεν ἀκόμη ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ἀναθεωρηθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ διαδεχθέντος τὸν κ. Σμολένσκη κυρίου Κόρπα, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐκθέσει του πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγνώριζεν αὐτῷ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσα ὡς ἔξοδα 16 ἑκατομμύρια μόνον. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Σμολένσκη, τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κόρπα ἔχω εἰς χεῖράς μου. Δὲν ὁμιλῶ ἄνευ ἀποδείξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ὀρθῶς εἶπε τότε, ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μείνωμεν εἰς τὸν συνταχθέντα προϋπολογισμὸν, ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἀκριβῶς ἐξ ὅσων μᾶς ἀνεκοινώσατε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προϋπολογίσωμεν τὴν πραγματικὴν δαπάνην, ἂν δὲ παρουσιασθῶσιν ὑπερβάσεις, τότε δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν αὐτάς. Δὲν μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, μολονότι ὁ ὑπάλληλος ἐπέμενε.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ὑπάλληλος;
§13Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαὴλ, ὑπολοχαγὸς τοῦ Οἰκονομικοῦ... Διότι καὶ ἐγὼ ἐσκέφθην, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ προϋπολογίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν δαπάνην ἀκριβῶς, καθόσον δὲν μᾶς ἦτο γνωστὸν ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας τοὺς ἐφέδρους καὶ τοὺς διαθεσίμους. Ἡ ἐπιμονὴ ὅμως τῆς ὑπηρεσίας ἔκαμεν, ὥστε εἰς τὸν ἐνιαύσιον νόμον νὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα, ἐπί τινων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Δέν μοι ἦτο κατὰ συνέπειαν καθόλου ἀνησυχητικὸν, ἐὰν ἡ διαχείρισις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαρουσίαζεν ἔλλειμμά τι, διότι ὡς ἐκ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἦτο ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑπέρβασιν. Παρελθόντος τοῦ χρόνου, καὶ ἐλθούσης τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐπὶ τῆς πιστώσεως τοῦ ἱματισμοῦ, τῇ ἀπαιτήσει τῶν δικαιούχων, ἐκπληρωσάντων μέχρι τότε τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, συνέταξα κατὰ τὸν Αὔγουστον, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα. Διάταγμα πιστώσεως ἱματισμοῦ ἑπτακοσίων περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα αὐτὸ, διότι πρὸ μικροῦ εἴχομεν ἀποχωρισθῆ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐπῆλθε μεταξὺ ἡμῶν συζήτησίς τις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι, τοὺς μὲν μικροτέρους ἀπαιτητὰς νὰ πληρώσωμεν διὰ τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, τὸν δὲ μεγαλείτερον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ρετσίνας, ν’ ἀφήσωμεν διὰ τὸ 1900, συνεννοούμενοι πρὸς τοῦτο μετ’ αὐτοῦ, ὄντος φίλου ἡμῶν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς αὐτὴν νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Ἡ πρᾶξις ἡμῶν ἦτο ἔκνομος, καὶ δὲν ἤθελον βεβαίως προβῆ εἰς αὐτὴν, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ ἐνιαυσίου νόμου, ὑφ’ οὗ μοὶ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, καὶ ἂν δὲν εἶχον τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἠθέλομεν, εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, ζητήσει τὴν ἀναπληρωματικὴν ταύτην πίστωσιν...
§14Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶχε συνταχθῆ τὸ διάταγμα;
§15Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ συνέταξα καὶ τὸ ἔστειλα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἄλλη περίστασις, κύριοι Βουλευταὶ, παρουσιάσθη, νὰ ῥίψωμεν καὶ αὖθις βλέμμα προσεκτικὸν καὶ ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὰς ἀναγραφείσας πιστώσεις Αὕτη εἶναι ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσωμεν, ἂν πρέπει, ἢ μὴ, νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς διαθεσίμους, διότι ἐκ τῆς ἀφέσεως τῶν ὁπλιτῶν τούτων ἤθελον παρουσιασθῆ κενὰ εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἤθελε κλονισθῆ, καὶ ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐσωτερικὴ τοῦ Κράτους δὲν ἤθελεν ἐκτελεσθῆ εὐχερῶς. Ἡτοίμασα τὰ περὶ τούτου καὶ τὰ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐδέησεν ὅ τε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσωσιν ἐπ’ ἀρκετὸν τὰ περὶ τούτου, διὰ νὰ ἴδωσιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσωμεν τοὺς ἄνδρας τούτους ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ πόση θὰ ἦτο ἡ δαπάνη, καὶ ἂν ἐπήρκει ὁ προϋπολογισμὸς πρὸς τοῦτο. Καὶ ἔλαβον τὴν καλωσύνην οἱ δύο κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ συναντηθῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνώπιον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πάντων τῶν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ μακρὸν τὰ περὶ τῶν πιστώσεων τῶν σχετιζομένων πρὸς τε τὴν διατήρησιν τῶν ἐφέδρων καὶ διαθεσίμων, καὶ ἐν γένει τὰ περὶ τῶν πιστώσεων τῶν ἀφορωσῶν τὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπέμεινεν ἡ ὑπηρεσία, ὑποδεικνύουσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ παραμονὴ εἰς τὰς τάξεις τῶν διαθεσίμων ἀπῄτει δαπάνην, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀνέγραφε, κατὰ τὴν διαχείρισιν δὲ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἔλλειμμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπισκοπῶν τὰ περὶ τούτου, εἶπεν, ὅτι ἡ πίστωσις θὰ ἦναι ἐπαρκὴς, διότι δὲν ἔχομεν ὑπὸ τὰς σημαίας τοὺς κληρωτοὺς τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ὑπηρεσία ἐπέμενε, παριστῶσα εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅτι βεβαίως θὰ ἔχωμεν ὑπέρβασιν δαπανῶν, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θὰ διατηρήσωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας τοὺς ὁπλίτας αὐτοὺς, νὰ συμπληρώσωμεν τὰς πιστώσεις ταύτας δι’ ἀναπληρωματικῶν. Ὁλόκληρος κατὰ συνέπειαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεθεωρήθη, ἀνεθεωρήθη, ἐξηλέγχθη ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης βεβαίως ἐπείσθησαν, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ὄπως γνωρίζετε, Κύριοι, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις ἐκτελεῖται κατὰ τρόπον διάφορον τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ὑπάρχουσι δαπάναι, λεγόμεναι τῆς πρώτης κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀποτίνονται ἐκ τῆς παγίας προκαταβολῆς, καὶ ὑπάρχουσι δαπάναι, αἵτινες ἐξοφλοῦνται ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα. Κατὰ συνέπειαν, διὰ νὰ γνωρίζῃ τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασαν αἱ πιστώσεις αὐτοῦ, πρέπει νὰ φθάσωσι πάντα τὰ δικαιολογητικὰ, νὰ ἐξελεγχθῶσι, διὰ νὰ ἦναι δυνατὸν ἐπακριβῶς νὰ εἴπῃ, ἐὰν ὑπερέβημεν τὰς πιστώσεις, ἢ ἐὰν ἐξωδεύσαμεν ὅσα ἐμφαίνονται ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ πλεῖστον ἔφθασαν τὰ δικαιολογητικὰ καὶ εὕρομεν ὅτι ὑπερέβημεν τὰς πιστώσεις, ἀμέσως διέταξα νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία νὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὸς νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ἀναφέρονται ἐν λεπτομερείᾳ οἱ λόγοι τῶν ὑπερβασιῶν τούτων, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ αὐταπαρνήσεως μεγίστης, ἀνέγραφεν ὅτι κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνεκοινώθησαν ἐπαρκῶς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ ὑπερβάσεις, ἃς ἀνέφερον προηγουμένως, καὶ αἱ γενόμεναι ἐλαττώσεις, λόγῳ κενωθησομένων θέσεων ἀνυπερθέτως κατὰ τὴν διέλευσιν τοῦ ἔτους, αἵτινες ὅμως συνεπληρώθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων μου, κατὰ τοὺς ὑπ’ αὐτῶν γενομένους προβιβασμοὺς, ὑπῆρξαν αἱ ἀναπόφευκτοι αἰτίαι, ὅπως προκύψῃ τὸ γνωστὸν ἔλλειμμα, ὅπερ ἀναφέρομεν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἀμέσως τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν εὔκαιρον τὴν στιγμὴν νὰ κηρύξῃ τὴν ἄγνοιαν αὑτοῦ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασεν, ἀφοῦ τὰς ὑπερβάσεις τοῦ 1899 εἶχε γνωρίσει καὶ ὅτε εἶχεν ἔλθει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως κανονίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι τοιαῦτα ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῷ τύπῳ. Λέγω ταῦτα, διότι τὸν λόγον τοῦτον προέβαλλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πανταχοῦ, ὡς τὸν μόνον, ὅστις ἐπέβαλε τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἀκούσητε ἴσως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνερχομένου καὶ ζητοῦντος διὰ τῆς εὐστροφίας τοῦ πνεύματός του ν’ ἀνασκευάσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ βεβαιούμενα. Καὶ διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω, καὶ διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξω τοῦ κόπου, θὰ παραδεχθῶ πρὸς χάριν του, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπον δὲν εἶναι ἀκριβές. Δι’ ἄλλου ὅμως τρόπου θὰ φθάσω εἰς τὸ αὐτὸ πάλιν συμπέρασμα, τοῦ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ πάντα ἐγνώριζε, καὶ μόνον διὰ νὰ ὑπερθεματίσῃ εἰς εὔνοιαν ὑψηλοτέραν, ἵνα κερδίσῃ τὸ πρῶτον ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (γέλωτες), μετεχειρίσθη τὸ πυροτέχνημα τοῦτο. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγελάσατε διὰ τὴν ἰδέαν, καλῶς ἐγελάσατε, διότι θ’ ἀποδείξω, ὅτι ὄντως γελοῖον εἶναι τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγελάσατε, πιστεύσαντες ὅτι ἐγὼ ἐπιχείρημα ῥητορικὸν προέβαλον, λέγων ταῦτα, λυποῦμαι, διότι δὲν ἀνεμείνατε ν’ ἀκούσητε τὸ τέλος τῶν συλλογισμῶν μου, καὶ τότε νὰ ἐκδηλώσητε τὴν ἐντύπωσιν ὑμῶν. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἀξιοῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ πάντας τοὺς νόμους, οἵτινες ἐλειτούργησαν καὶ λειτουργοῦσιν εἰς τὸ Κράτος, ὅτι ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν προϋπολογισμῶν, ὅτι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους τοὺς λειτουργήσαντας καὶ λειτουργοῦντας εἰς πάντα τὰ Κράτη, καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν, ὅτι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀγοραίαν κίνησιν καὶ τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι Ὑπουργὸς, καὶ πάντων τῶν Κρατῶν, διὰ νὰ ᾖναι ἐνήμερος καὶ ἕτοιμος εἰς τὴν σύνταξιν καὶ συγγραφὴν τῶν ἐμπορικῶν συμβάσεων, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ὑπερβαίνουσι τοὺς πόρους αὐτοῦ, νὰ εὕρῃ πόρους, οἵτινες θὰ τῷ δώσωσι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, διὰ νὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ποικίλη ὑπηρεσία τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἀκόμη εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ πάσας τὰς δοσοληψίας τῶν Ὑπουργείων· ἀλλὰ ἀκόμη εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατεύματος κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γνωρίζῃ ὁπόσα καὶ ὁποῖα ἐφόδια ἔχει ὁ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατὸς, μέχρι λεπτοῦ, διὰ νὰ ᾖναι ἄξιος τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξε καὶ κατέλαβε. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ εἰς οὐδεμίαν περίστασιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐὰν ἔχομεν ἐφεδρείας περιπλέον τῆς κατ’ ἔτος δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ, ὅταν μάλιστα τὸ Κράτος πρόκηται, μετὰ ἕνα πόλεμον, νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ὅτι δὲν γνωρίζει, ἐὰν ἐφόδια ἠγοράσθησαν, ἐὰν πάντα κατηναλώθησαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐφοδιάσωμεν ἐκ νέου τὸ στράτευμα. Οὐδὲν ὤφειλε τὸ Κράτος κατὰ τὸν πόλεμον; Δὲν ἐπρομηθεύθη καὶ ἵππους καὶ πολεμεφόδια, καὶ ὅπλα καὶ πυροβόλα; Τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν λέγων ταῦτα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς, θὰ τὸν ἐξεδίωκεν ἐκ τοῦ περιβόλου της. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀξίωμα, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὅτι ταῦτα τὰ μανθάνει ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν τὰ δωδεκατημόρια, τὰ ὁποῖα δίδει πρὸς αὐτοὺς, ἀνεξελέγκτως τὰ δίδει, ὅτι δὲν ἐξελέγχει τὰ μηνιαῖα ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων, δίδων τὰ μηνιαῖα ποσὰ πρὸς αὐτὰ, διότι δὲν εἶναι τάχα ὑπηρεσία αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν ὀφείλει κατὰ συνέπειαν νὰ γνωρίζῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ δαπάναι αὗται τῶν Ὑπουργείων, δὲν θὰ δυνηθῇ ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐν γένει, ἀναθεωρεῖ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων. Διότι, καὶ ἂν οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ συντάσσοντες τοὺς προϋπολογισμοὺς, συντάσσουν αὐτοὺς ὅπως θέλουν, αὐθαιρέτως σημειοῦντες ἀριθμοὺς ἐπ’ αὐτῶν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μόλις οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι ὑποβληθῶσιν αὐτῷ, νὰ τοὺς ἐξελέγξῃ, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἐπὶ ἀμφιβολίας πιστώσεώς τινος νὰ ζητήσῃ ἐγγράφους πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, διὰ νὰ γνωρίσῃ ἐπακριβῶς, διὰ τίνα λόγον ἡ πίστωσις αὕτη ἀνεγράφη οὕτως ἢ οὕτω. Καὶ ὅταν ἀναθεωρῇ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων δεδομένων στηρίζει τοὺς ὑπολογισμούς του, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Ὑπουργείων συνετάχθησαν πρεπόντως; Βεβαίως, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει ν’ ἀνατρέξῃ εἰς ἀπολογισμὸν ἔτους ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος θὰ λειτουργήσῃ, καὶ ἐξετάζων τοὺς ἀπολογισμοὺς θὰ ἀναγνώσῃ τὰς στήλας τῶν προϋπολογισθέντων, καὶ διὰ νὰ ᾖναι μᾶλλον βέβαιος, θὰ ἐξετάσῃ τὰς στήλας τῶν πληρωθέντων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ὑπεβάλομεν αὐτῷ τοὺς προϋπολογισμοὺς, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμούς του, συντεταγμένους, χωρὶς νὰ λάβωμεν εἰλικρινεῖς πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ἀνεθεώρησε τοὺς προϋπολογισμοὺς τούτους; Καὶ μὲ ποῖον ἔτος παρέβαλεν αὐτούς; Δὲν γνωρίζω ποίαν μελέτην ἔκαμεν αὐτός· ἓν μόνον γνωρίζω ἐγώ, ὅτι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν παραβολὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, ὁμοίου ἔτους, εἰρήνης ἔτους. Καὶ ἂν ἔκαμε τὴν ἔρευναν ταύτην, ποῖα ἀπεκόμισεν ἀποτελέσματα; Καὶ τί εἶδεν ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὁποῖον τῷ ὑπέβαλον, συγκριτικῶς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 παρουσιάζει; Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ μᾶλλον ἀχάριτος τῶν ζητημάτων, τῶν ἀριθμῶν, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ποίαν ὁ Πατριάρχης τῶν Οἰκονομικῶν μελέτην ἐποιήσατο, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ πόσον εἰλικρινῶς ὡμίλησε πρὸς τὴν Βουλήν, παριστῶν πρὸς αὐτήν, ὅτι ἔχομεν περίσσευμα 5 ἑκατομμυρίων. Κύριοι, οἱ συντάξαντες καὶ ἀναθεωρήσαντες τὸν προϋπολογισμὸν προκάτοχοί μου Ὑπουργοὶ ἠκολούθησαν τὴν πεπατημένην, ἥτις εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τῶν πιστώσεων ἐπὶ ἔλαττον, ἕνεκα διαφόρων μεταβολῶν, κενῶν θέσεων, ἀδειῶν καὶ τῶν τοιούτων, καὶ τῆς ἀναγραφῆς εἰς πιστώσεις ὡρισμένας, ὡς τῶν ἐφοδίων τοῦ στρατοῦ, ποσοῦ ἐλάσσονος τοῦ πραγματικοῦ, διότι λαμβάνεται πάντοτε ἡ ἄδεια, διὰ τοῦ ἐνιαυσίου νόμου, τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἡ εὐκολία δὲ, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ λογιστικὸς νόμος, τοῦ νὰ λαμβάνωνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ὅταν προέρχωνται αὗται ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, καθιέρωσε τὴν τοιαύτην κατάστασιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔλαβε χώραν, Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, ἀναγραφεισῶν τῶν πιστώσεων ἐλλιπῶς, οὗ ἕνεκα προέκυψε τὸ ἔλλειμμα. Ὅτε λοιπὸν ἀνεθεωρήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν,—καὶ τοῦτο ἐγένετο, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν,—δὲν ἀνεγράψαμεν εἰς αὐτὸν τότε τὴν πραγματικὴν πίστωσιν· ἠλαττώσαμεν ταύτην, ἕνεκα κενῶν θέσεων, αἵτινες εἶχον συμπληρωθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν πιστώσεων αὐτῶν παρουσιάσθη ἡ ὑπέρβασις αὕτη. Διὰ νὰ ᾖμαι σαφέστερος, ἀναγινώσκω τοὺς ἀριθμοὺς, παραβάλλων αὐτοὺς πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα τοῦ 1896 καὶ τὰ πληρωθέντα τοῦ 1896, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τοὺς ἐκδηλώσαντας ταύτην τὴν στιγμὴν διαφωνίαν, ὅτι εἶναι πραγματικὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Εἴχομεν ὑπέρβασιν, Κύριοι ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, καὶ ἐζητοῦμεν ποσὸν 12,000 δραχμῶν. Ποία ἦτο ἡ πίστωσις κατὰ τὸ 1896 καὶ ποίαν ἐζητοῦμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899; Ἐζητοῦμεν 305 χιλιάδας δραχ. διὰ τὸ 1899, ἐπὶ τοῦ ἰδίου δὲ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἐζητήθησαν 343,000 δραχμαὶ, ἤτοι ἐπὶ πλέον 38,000. Πόσα παρουσιάζει ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 ὡς πληρωθέντα; 339,349 δραχμάς. Ἐρωτῶ, Κύριοι, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν ὑπέρβασιν, ὅταν ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἐλάσσονα καὶ τῶν πληρωθέντων τοῦ 1896, ὅπερ ἔδει νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν ἡμῶν; Καὶ ἐρωτῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπροφασίσθη, λέγων ὅτι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἔλλειμμα; Καὶ ἐξακολουθῶ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2 ἄρθρου 2, «μισθὸς ὑπαξιωματικῶν μηχανικοῦ», ἐζητήσαμεν πίστωσιν 95,000 δραχμάς. Διὰ τὸ ἔτος 1896 ἐζητήθησαν δραχ. 100,000, ἐπληρώθησαν δὲ 96,780. Ἤτοι ἐζητήθησαν τὸ 1899 ὀλιγώτερα καὶ τῶν πληρωθέντων τοῦ 1896. Δὲν παραβάλλω τὰ προϋπολογισθέντα, διότι ἀπὸ ταῦτα ἀνεγράφησαν πολὺ ὀλιγώτερα. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 3 ἄρθρ. 1, «μισθὸς ἀξιωματικῶν πυροβολικοῦ», ἀνεγράψαμεν διὰ τὸ 1899 δρ. 650,000, ἐνῷ ἀνεγράφησαν κατὰ τὸ 1896 δρ. 702,000, καὶ ἐπληρώθησαν 687,643. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 3 ἄρθρου 3, «μισθὸς στρατιωτῶν πυροβολικοῦ», ἐζητήσαμεν διὰ τὸ 1899 δρ. 220,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἀνεγράφησαν 248,500 καὶ ἐπληρώθησαν 246,643. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2 ἄρθρου 3, «μισθὸς στρατιωτῶν μηχανικοῦ», ἐζητήσαμεν ἡμεῖς δρ. 120,000, ἐνῷ ἐζήτησαν κατὰ τὸ 1896 δρ. 141,500, καὶ ἐπλήρωσαν 129,678. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 5 ἄρθρου 3, «μισθὸς στρατιωτῶν πεζικοῦ καὶ εὐζώνων», ἐζητήσαμεν κατὰ τὸ 1899 δρ. 1,950,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐζήτησαν 2,069,000, καὶ ἐπλήρωσαν 2,064,970. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 17 ἄρθρου Μ. «μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορικὰ στρατοῦ», ἐζητήσαμεν διὰ τὸ 1899 δραχ. 240,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐζητήθησαν 310,000, καὶ ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 323,414. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ 1899 ἦτο μὲν ἔτος ὁμαλὸν, ὡς καὶ τὸ 1896, ἀλλὰ παρέμενον ἀκόμη τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ἐν πολλοῖς, καθόσον παρέμενον ἱκαναὶ χιλιάδες ἐφέδρων καὶ διαθεσίμων ὑπὸ τὰ ὅπλα· πρὸς τούτοις δὲ, ὅτι καὶ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ ἦσαν κατὰ τὸ 1899 πολὺ περισσότερα, καὶ τὴν ἀφομοίωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐνομοθετήσαμεν, καὶ ἐφόδια ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ προμηθευθῶμεν, καὶ ἐπρομηθεύθημεν τ’ ἀπαραίτητα, οἷον εἴδη τοῦ ὁπλισμοῦ ἀνταλλακτικά, καὶ ἱματισμὸν καὶ στρατωνισμοῦ εἴδη, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὑπερόγκου πλήθους τῶν λιποτακτῶν ηὐξήθησαν τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, καὶ μυρίαι ἄλλαι δαπάναι ἐγεννήθησαν ἀναπόφευκτοι. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ πολὺ, ὅλαι αἱ πιστώσεις, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ πίναξ αὐτὸς, τὸν ὁποῖον βλέπετε, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ μαρτυροῦσι πόσον ἐπιπολαίως ἀνεθεωρήθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ μᾶλλον βλέπετε ἐν αὐτῷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δύνασθε νὰ κρίνητε, ἂν ἐπιμελῶς καὶ ἀληθῶς εἰργάσθη, ὅτε ἐζήτησε διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 16 ἑκατομμυρίων νὰ παρουσιασθῇ ὡς συντάξας προϋπολογισμὸν μὲ περίσσευμα, δι’ οὓς σκοποὺς αὐτὸς γνωρίζει. Καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν στερεῖται ἱκανότητος διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος τῆς ἀναλήψεως καὶ διευθύνσεως ἀρχῆς, καὶ μάλιστα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μὴ πληρῶν τὰς συνθήκας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦτο. Καὶ ἂν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει ν’ ἀπομακρύνωνται οἱ Ὑπουργοί, κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναται νὰ μένῃ εἰς τὸ ἐδώλιόν του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἤθελέ τις μὲ ἐρωτήσει: «δὲν ἀνησύχεις, ὅτε ἐδέχεσο τοιοῦτον προϋπολογισμόν, καὶ δὲν ἀντέστης, ἀλλ’ ἐδέχθης νὰ διευθύνῃς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμόν;» Κύριοι, βεβαίως δύναταί τις νὰ μὲ ἐπικρίνῃ, ἐὰν θέλῃ νὰ κρίνῃ αὐστηρῶς, ἀλλὰ, παρακαλῶ, πρὶν μὲ ἐπικρίνητε, ἀκούσατέ μου. Οἱ διαχειρισθέντες τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τοῦ Γαλλικοῦ, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸν λογιστικὸν νόμον, βεβαίως τὸν συνέταξαν ἐπὶ τῇ βάσει μακρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν αἱ χρήσεις καὶ οἱ ἀπολογισμοί. Εἶδον εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἐπακριβῶς ἅπασαι αἱ πιστώσεις νὰ προϋπολογισθῶσι, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ὑπερβάσεις, νὰ προκύψωσι πλεονάσματα, καὶ συντάξαντες τὸν λογιστικὸν νόμον, ἀνέγραψαν ἐν αὐτῷ διατάξεις, αἵτινες παρέχουσι τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ διαχειρίζωνται τοὺς προϋπολογισμοὺς συμφώνως πρὸς τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸν λογιστικὸν νόμον, μὴ γνωρίζων δὲ, ἕνεκα τίνων σκέψεων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μὴ παρουσιάσῃ ἀληθῆ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ποῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπέβαλλον εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἀναγράψῃ τὴν ἀληθῆ εἰκόνα, μοὶ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀνησυχῶ, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων μάλιστα πιστώσεων. Διότι, ὅταν ἔχω ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου τὸ δικαίωμα, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ δικαιολογουμένης ὑπερβάσεως, νὰ ζητήσω ἄνευ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ Β. Διατάγματος, ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ ὑπέρβασις, δηλαδὴ ὑπέρβασις δικαιολογουμένη ἐκ τοῦ ὅτι ἀναθεωροῦντες τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς τὴν πεπατημένην, τοῦ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς πιστώσεις, ἕνεκα ἐνδεχομένων περιπτώσεων, καθ’ ἃς ὑπάρχουσι μεταβολαὶ, δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ δὲν πιστεύω πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀναφέρων ὁ Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς ἀληθεῖς αὐτοὺς λόγους, ν’ ἀποδοκιμασθῇ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ὑπερβάσει. Ἀλλ’ ὅταν ἔχω καὶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ εἰδικῶν πιστώσεων νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἔχω τὸν φόβον νὰ ἀνησυχήσω, ὅταν ἡ φύσις τῶν πιστώσεων εἶναι τοιαύτη; Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν, ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξ ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, νὰ ἦναι ἄγνωστον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἔλλειμμα· ἐγνώριζε τοῦτο, ἀλλ’ ἤθελε τρόπον, τέχνασμα, πρόφασιν, ἵνα καλύψῃ τὸν ἀληθῆ λόγον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον αὐτοὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος βαρυσήμαντος. Δὲν ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀριθμῶν τὰς πιστώσεις, ἐφ’ ὧν προῆλθον αἱ ὑπερβάσεις, καὶ μίαν πίστωσιν, ἥτις ἀποδεικνύει ἀριδήλως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζε τὸ ἔλλειμμα. Ἡ πίστωσις δὲ αὕτη εἶναι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν ἱπποφορβὴν τὴν στρατοῦ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνέλθω εἰς ἱστορίαν, προκειμένου νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χαρίσῃ τὴν προσοχήν της, διότι εἶναι ἡ πίστωσις, ἡ ὁποῖα προεκάλεσε τὴν κατ’ ἐμοῦ μῆνιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρώτη μου μέριμνα, μετὰ τὴν ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τοῦ ἔθνους ἐντολὴν, τοῦ νὰ καταγείνω εἰς τὴν μελέτην τὴν ἀφορῶσαν τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἦτο καὶ μοὶ ἐπεβάλλετο ὡς καθῆκον, νὰ στρέψω τὴν προσοχήν μου πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τμήματα τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου. Παρηκολούθουν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τμημάτων τούτων μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς Ὑπουργὸν, προκειμένου περὶ χρηματικῶν δοσοληψιῶν, καὶ εὗρον ἐκεῖ δημοπρασίαν γινομένην ἀπὸ μηνῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε λήξει, ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὁ ἐργολάβος αὐτῆς. Ἡ ἀργοπορία τῆς λήξεως τῆς δημοπρασίας ταύτης μὲ ἔκαμε νὰ σκεφθῶ, μὲ ἔκαμε νὰ ἐρευνήσω, νὰ ζητήσω καὶ εὕρω τοὺς λόγους, ἐξ ὧν προήρχετο ἡ ἀργοπορία αὕτη, καὶ νὰ θέσω τέρμα, ἐὰν ὑπῆρχέ τι κακὸν, καὶ νὰ κανονίσω τὰ περὶ τούτου. Προσεκάλεσα τοὺς σωματάρχας τῶν ἐφίππων σωμάτων, ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν διαφόρους πληροφορίας, ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν γνώμας, διὰ νὰ ἴδω, πῶς εἶναι δυνατὸν, τὸ σκανδαλῶδες αὐτὸ θέμα, τὸ ἀπασχολοῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ κανονισθῇ. Ἔμαθον, Κύριοι, ὅτι, ὑφ’ ἃς συνθήκας ἡ δημοπρασία αὕτη γίνεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνταγωνισμὸς, διότι δὲν προκαλοῦνται αἱ δημοπρασίαι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς συγκομιδῆς, καὶ διότι αἱ δημοπρασίαι αὗται δὲν γίνονται τμηματικῶς, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλοι οἱ ἐμπορευόμενοι περιωρισμένως τὰ εἴδη ταῦτα, οἱ μικροὶ δηλαδὴ κεφαλαιοῦχοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθωσιν εἰς ἀνταγωνισμὸν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐμπορεύονται ἐν μεγαλειτέρῳ κύκλῳ. Ἐζήτησα δὲ παρὰ τῶν σωματαρχῶν νὰ μάθω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέσω τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ μοὶ ἔδωσαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἔγγραφον, ὅτι, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἀνταγωνισμὸς, ἵνα ὑπερασπισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, πρέπει ἡ δημοπρασία νὰ μὴ λαμβάνῃ χώραν δι’ ὅλα τὰ ἔφιππα σώματα ἡνωμένως, γινομένης μιᾶς καὶ μόνης δημοπρασίας, ἀλλὰ πρέπει ἕκαστον σῶμα κεχωρισμένως νὰ ζητήσῃ δι’ ἑαυτὸ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς τροφῆς τῶν κτηνῶν του. Προσεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην καὶ ἐζήτησα νὰ συνταχθῇ διακήρυξις καὶ διαταγὴ εἰς τὰ σώματα, κανονίζουσα τὰ περὶ τούτου καθ’ ὃν τρόπον οἱ ἁρμόδιοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ σωματάρχαι τῶν ἐφίππων σωμάτων, ὑπεδείκνυον. Ὁ τμηματάρχης μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἐζήτησε νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Καὶ εἶχε δίκαιον, ὡς θὰ ἴδητε κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀγορεύσεώς μου. Τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ τμηματάρχου δὲν εὗρον λογικοὺς, δὲν εὗρον συντελοῦντας εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκον, καὶ ἀπεμάκρυνα τὸν τμηματάρχην, καὶ ἀνέθηκα εἰς ἄλλον, ἀφοῦ προηγουμένως ὅμως αὐτὸς ὁ ἴδιος συνέταξε τὴν διαταγήν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, εἶδον, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκον. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ὁ ἀξιότιμος κ. Καμπᾶς, ἐμπορευόμενος καὶ διαπράττων τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, εἶχε συλλέξει ὅλον τὸν καρπὸν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου, ὅσοι δὲ ἄλλοι ἐργολάβοι τοιοῦτοι ὑπῆρχον, εἶχον εἰσκομίσει εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῶν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀνεπαρκὲς διὰ τὰς ἀνάγκας ἑκάστου σώματος στρατοῦ. Ἐντεῦθεν ὁ ἀνταγωνισμὸς καθίστατο ἀδύνατος, καίτοι εἴς τινα σώματα ἐγένετο κἄτι τι, διότι προσῆλθόν τινες καὶ ἐπάλαισαν, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐφάνη κατέχων τὸ πεδίον στερεῶς ὁ κ. Καμπᾶς. Ἡ δημοπρασία ἐδέησε νὰ λήξῃ μετὰ τέσσαρας μῆνας, ἄνευ πάλης, καὶ νὰ καταλήξῃ ὑπὲρ τοῦ κ. Καμπᾶ, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τὰς ἰδικάς μου, τοῦ νὰ ἀναπτυχθῇ ἀνταγωνισμός. Ἐκτὸς, Κύριοι, τοῦ ὅτι ἐζήτησα τμηματικῶς νὰ γείνωσιν αἱ δημοπρασίαι, ἐζήτησα καὶ νὰ λήγωσι κατὰ τὸν Μάϊον, σκοπῶν διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ προκαλέσω ἀνταγωνισμὸν, ἐκ δὲ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ τὰ ζῶα τοῦ στρατοῦ νὰ τρέφωνται καλῶς, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ δαπανᾷ πολλά. Ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα μέτρα ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ κ. Καμπᾶ, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν, ὡς γενικὸς ἐργολάβος τοῦ στρατοῦ, 853,091.38 δραχμὰς, ἐκτὸς ἐκείνων, περὶ ὧν δὲν ἔχω πληροφορίας, διὰ τὰ σώματα τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ Ἰουλίου μέχρι Δεκεμβρίου, κατὰ σημείωμα ἐπίσημον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀκρίβειαν ἀδύνατον νὰ διαμφισβητήσῃ, ὄχι πλέον ἡ εὐφυΐα τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἀλλὰ παντός. Δὲν ἦτο μικρὰ ἡ ζημία, ἡ ὁποία προσεγίνετο εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Καμπᾶν, δι’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν μεταξὺ τῶν συναδέλφων του. Κύριοι, τὴν ἱστορίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἀντιπολιτευομένου δὲν εἶναι κατάλληλος ὁ παρὼν χρόνος νὰ ἐξιστορήσω· ἐλπίζω, ὅτι ἀρκετὸς χρόνος θὰ διαρρεύσῃ, καὶ θὰ ἤμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ θὰ ἔλθωσιν αἱ στιγμαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἀκούσητε τὴν ἱστορίαν ταύτην. Ἐπέχυσα ἤδη ἀρκετὸν φῶς, καὶ δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, διατὶ πλέον διατάγματα καὶ νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων δὲν ὑπεβάλλοντο οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Ἦτο ἀνάγκη, ἀποχωριζόμενος τοῦ Ὑπουργείου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι παρέβαινε τοὺς νόμους, διατάσσων δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς νὰ πληρώνωνται οἱ ἐργολάβοι τῆς ἱππονομῆς ἀπὸ τὰς παγίας προκαταβολὰς τῶν σωμάτων. Ἔγκλημα παράτυπον, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἠδύνατο ὅμως ν’ ἀποφύγῃ τὴν παρανομίαν ταύτην; Οὐχί. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦλθεν ἡμέραν τινὰ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγίνετο γνωστὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ χορηγηταὶ νὰ δώσωσι τὴν ἀναγκαιοῦσαν τῶν κτηνῶν τροφὴν πρὸς τὸ στράτευμα, ἂν δὲν πληρωθῶσιν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἂν εὑρίσκεσθε εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, τί ἠθέλατε πράξει, ὅταν διεμαρτύρετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν σωμάτων, καὶ ἀνεκοίνου, ὅτι δὲν θὰ τραφῶσιν οἱ ἵπποι, ἀρνουμένων τῶν χορηγητῶν; Ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος εὑρέθη πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ ἀφήσῃ τοὺς ἵππους νὰ ψοφήσουν, ἢ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς του. Ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην· ἂν κρίνητε δὲ, ὅτι ἡ παρανομία μου εἶναι ἀξία ποινῆς, θὰ ὑποστῶ ταύτην· ἐπιβάλετέ την. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα πρὸς τὴν πατρίδα σημασίας καθῆκον καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Ἐπλήρωσα διὰ διαταγῆς τοὺς δικαιούχους ἐκ τοῦ διαφόρου ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὄχι τὴν ποσότητα τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισα μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. 350,000 δραχμάς, ἀλλὰ 140,000 μόνον. Θὰ μὲ καταδικάσητε; Ἀκούσατε τὴν ἀπολογίαν μου. Οἱ ἀπαιτηταὶ ἢ θὰ ἐπληρώνοντο, ἢ θὰ προσέφευγον εἰς τὰ δικαστήρια. Αἱ ἀπαιτήσεις δὲν ἠμφισβητοῦντο, καὶ ἂν ἠρνούμην τὴν πληρωμὴν, ἤθελον ὑποβάλει τὸ Κράτος εἰς ἀποζημιώσεις. Ὅτε δὲ ἔδιδον τὴν διαταγὴν διὰ νὰ πληρωθῶσιν, ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς δύναται νὰ εἴπῃ εἰς ποίαν ἀγανάκτησιν ἤμην, διότι ἦτο αὐτόπτης, διότι μὲ παρεκάλεσεν, εἰς δικαιοῦχον νὰ δώσω τὸ δικαίωμά του· καὶ ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, λέγων νὰ πληρωθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε πρὸς τὸ Δημόσιον ὅ,τι συνεφώνησεν, εἶχεν ἐκπληρώσει πάντας τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ συμφωνία τῷ ἐπέβαλλε· καὶ ἀγανακτῶν ἠρνήθην πρὸς τὸν Βουλευτήν. Εἶναι ἐδῶ, καὶ δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν δὲν λέγω ἀληθῆ. Εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι «ἐπλήρωσα ἀρκετά· δὲν δύναμαι ἄλλα νὰ πληρώσω, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα.» Αὕτη εἶναι ὅλη ἡ εἰκὼν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ ὄνομά μου, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ πατρός μου, διεπομπεύθη ἀνὰ τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀνατολήν· διότι ἀνέγνωσα εἰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἀπέκρυψα τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἐπὶ ἰδίᾳ νοσφίσει! Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δύναμαι νὰ ἀναγνώσω τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τοῖς δίδω ζωήν, ὥστε νὰ κερδαίνω ἐξ αὐτῶν. Ὑπῆρξα ἀνέκαθεν στρατιώτης, ἤμην εἰς τοιοῦτον σχολεῖον, ὅπου δὲν ἦτο ἡ εὐκολία νὰ μάθω καὶ ἐπιτύχω ἀκινδύνως νὰ δίδω ζωὴν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ ὠφελῶμαι ἐξ αὐτῶν. Καὶ ὅτε ἀνεγράφη τοῦτο εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐπικράθην, διότι τόσον μὲ ἠδίκουν. Κύριοι, ὅτε ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἐξετυλίχθησαν τὰ περὶ τούτου, καὶ ὅτε ὑπεδεικνύετο ἡ ἀπομάκρυνσίς μου, συνεκινήθην. Συνεκινήθην διότι ἔβλεπον δολοφονουμένην τὴν ὑπόληψίν μου, συνεκινήθην διότι ἐν τῇ ἰδέᾳ αὐτῇ ἀνέτρεξα εἰς τὸ παρελθὸν ἀμέσως, καὶ ἐνεθυμήθην τοιαύτην συκοφαντίαν ἐξυφανθεῖσαν καὶ διὰ τὸν πατέρα μου. Ὅσοι γνωρίζετε τὸν χαρακτῆρά μου, θὰ δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν θέσιν μου κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καὶ τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς τὴν κεφαλήν μου. Ἐψέλλισα λέξεις ἀσυναρτήτους, διότι μοὶ ἐπῆλθεν εὐθὺς ἡ ἰδέα, ὅτι ὤφειλον νὰ περισυλλέξω πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προφυλάξωσι τὴν ὑπόληψίν μου, καὶ ἐνεθυμήθην τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν εἰς συζήτησίν τινα παρελθοῦσαν, ὅτι ὀφείλει νὰ κρατῇ τις ἀντίγραφα τῶν πράξεων αὑτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ ἐνεθυμήθην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος, ὁμιλῶν περί τινος ὑποθέσεως, ἐκράτει εἰς χεῖράς του ἀντίγραφα ἐπισήμων ἐγράφων. Εἶδον ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγνώριζον δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔπρεπε νὰ φύγω, καὶ ἐνόησα, ὅτι τὸ πυροτέχνημα τοῦτο ἦτο διὰ νὰ καλύψῃ τὸν λόγον αὐτὸν, ὅστις ἐνόμισαν ὅτι ἤθελε κλονίσει τὴν ἐντύπωσιν, ἥτις ἤθελε γεννηθῇ, ἂν ὁ ἀληθὴς λόγος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐγίνετο γνωστὸς ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ εὗρον ἐπιτυχὲς τὸ ἐφεύρημα τοῦτο! Ἀληθῶς δὲ παρήγαγεν ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν, ἀπέσπασε τὸν νοῦν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τῆς ἀληθοῦς αἰτίας. Διεξῆλθον, βλέπετε, τὰ περὶ τούτου μετ’ ἐπιτυχίας! Ἐγνώριζον, ὅτι ἤμην προγεγραμμένος, πολλοὶ δ’ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης δύνανται νὰ τὸ ὁμολογήσουν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, πρὸς τὸν ὁποῖον δι’ ὑπόθεσιν, ἥτις τὸν ἐνδιέφερεν, ἀνεκοίνωσα τὰ περὶ αὐτῆς, δύναται νὰ μαρτυρήσῃ, ὅτι ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης ἠδύνατό τις νὰ ἀναγνώσῃ διὰ μέσου τῶν γραμμῶν, ὅτι δὲν θὰ ἤμην πλέον Ὑπουργός. Ἀλλὰ τίς τάχα θὰ ἦτο ὁ λόγος αὐτός, ὁ τόσον σοβαρός, ὅστις ὑπέβαλλε τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς σκέψεις καὶ διαβούλια, ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ συναδέλφου αὐτῶν; Δὲν φρονῶ, ὅτι ἀγνοεῖτε τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω ὑμῖν αὐτὸν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν Ὑπουργείων, μίαν ἐντολὴν εἴχομεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἐκτελέσωμεν πρὸ πάσης ἄλλης. Ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἀπέδειξε μὴ πληροῦντα τὰς συνθήκας τοῦ πολέμου τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ μίαν ἑπομένως εἶχεν ἐντολὴν, ἐπαναλαμβάνω, Ὑπουργεῖον προερχόμενον ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ὀργανώσῃ τὰ τοῦ στρατοῦ. Καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ μόνος λόγος καὶ ἡ συνθήκη, ἥτις μὲ συνέδεε πρὸς τοὺς πρώην ἐντίμους συναδέλφους μου. Καθῆκον λοιπὸν ἐθεώρησα, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ καταγείνω εἰς τὴν σύνταξιν ὀργανισμοῦ, ὅστις νὰ πληροῖ τὰς συνθήκας τὰς ἐπιστημονικὰς, τὰς συνθήκας τὰς δοθείσας ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐπιστρατειῶν, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὰς οἰκονομικὰς συνθήκας τῆς χώρας. Καὶ ὅτε τὸ πρῶτον παρουσιάσθησαν ἐνώπιόν μου οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διημείφθησαν τὰ περὶ τῆς παρουσιάσεως αὐτῶν, συνέστησα αὐτοῖς νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐν τοῖς τμήμασιν αὐτῶν τὰς ἐργασίας των, καὶ ἐκράτησα παρ’ ἐμοὶ τὸν ἁρμόδιον, ἐκράτησα τὸν διαπρεπῆ συνταγματάρχην κ. Λυκούδην, διευθυντὴν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ, ἂν εἶχε διαταγὴν τοῦ προκατόχου μου, ἵνα ἐργασθῇ πρὸς σύνταξιν ὀργανισμοῦ, ἢ ἂν αὐτὸς ὁ ἴδιος, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, προέβη εἰς τὴν μελέτην ταύτην. Καὶ ἔμαθον εὐχαρίστως, ὅτι εἶχεν ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὸ ἐμὸν γραφεῖον τὴν ἐργασίαν του, καὶ νὰ μελετήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἐνῷ δ’ εὑρισκόμην περὶ τὴν ἔρευναν τοῦ ἔργου τοῦ διαπρεποῦς τούτου ἀξιωματικοῦ, παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου ἀξιωματικὸς τῆς Α.Υ. τοῦ Διαδόχου καὶ μοὶ ἐνηχείρισεν ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὰ κατὰ τὸ ἔργον αὐτοῦ, ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ νὰ υἱοθετήσω τὸ ἔργον, καὶ νὰ τὸ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν. Ἔδωκα νὰ ἐννοήσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Διαδόχου, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοιούτου ἔργου νὰ δώσω ἀμέσως τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ ὑποσχεθῶ ὅτι θέλω υἱοθετήσει τὸ ἔργον τοῦτο. Ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Ὑψηλότης του, κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ἐπιβάλῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ εἰς συνταγματικὸν Ὑπουργόν. Ἐγίνωσκον, ὅτι ὁ ἀντιστράτηγος δὲν εἶχε διαταχθῆ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ἐδέχθην ὅμως τὸ ἔργον αὐτοῦ ὡς ἁπλῆν μελέτην, ὡς γνώμην, οὐχὶ δὲ ὡς νομοθέτημα, καὶ ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ τὸ δεχθῶ, διότι προκειμένου νὰ ἐργασθῶ περὶ τοιούτων ζητημάτων εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου πάσας τὰς γνώμας παντὸς ἀσχολουμένου περὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ ὅτι τοῦτο ἦτο ἡ βάσις τῶν σκέψεών μου, τὸ γνωρίζετε, διότι καὶ πρὸς ὑμᾶς εἶπον, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅτι εἶναι ἔργον περισπούδαστον, καὶ ὅτι χρήζει μεγάλης πρὸς συντέλεσιν αὐτοῦ ἐργασίας. Τὸ ἔργον τοῦτο δὲν εἶναι κομματικὸν, δὲν εἶναι ἀτομικὸν, εἶναι ἐθνικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συζητηθῇ παρ’ αὐτῆς. Ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἤθελον ζητήσει ἀμέσως τὴν γνώμην ὑμῶν, ὅτι θὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ ἔργον μου, ὅτι θὰ τὸ δώσω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ὅτι θὰ τὸ ἐγχειρίσω εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ ὅτι θὰ παρακαλέσω πάντας νὰ ἐκθέσωσι τὰς γνώμας των, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Βασιλεὺς περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ ἐφαρμοσίμου ἢ μὴ τοῦ ἔργου μου τούτου. Συνεπὴς πρὸς ταῦτα, ἔλαβον τὸ ἔργον τῆς Α. Ὑψηλότητος του ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ ἐμελέτησα αὐτό. Λυποῦμαι, διότι δὲν ηὐτύχησα νὰ ἀποδεχθῶ τὸ σχεδιογράφημα ἐκεῖνο. Ἔσπευσα ἀμέσως, εἰς τὸ πρῶτον ὑπουργικὸν συμβούλιον, νὰ ἀνακοινώσω τοῖς κυρίοις συναδέλφοις μου τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ ἔργον αὐτό. Δὲν ἔλλειψα δὲ εὐθὺς ἀμέσως νὰ γνωρίσω εἰς τοὺς συναδέλφους μου τὴν περὶ τοῦ ἔργου τούτου γνώμην μου, καὶ νὰ εἴπω αὐτοῖς, ὅτε ἐλέχθη, ὅτι τὸ πρῶτον μέλημα τοῦ ὀργανισμοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς πολιτικῆς, καὶ ὅτι διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἀρχηγίαν ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων συνθηκῶν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω τὴν ἀρχήν. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτε ὡμίλουν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγνώριζε παρ’ ἐμοῦ, καὶ ὅτε ἐν Κερκύρᾳ συνωμιλοῦμεν καὶ ὅτε ἐν Αἰδηψῷ, ὅτι τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ γνῶμαι τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωσι πρὸς τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως, καθῆκον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς καὶ συμφέρον ν’ ἀποχωρίζηται τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ λοιποὶ τῶν συναδέλφων δὲν ἐγνώριζον τὰς περὶ τούτου ἰδέας μου, εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐὰν ἀπεδέχωνται νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοθέτημα τοῦτο, νὰ παραμείνω εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ εἰς δεύτερον, νομίζω, Συμβούλιον, ἢ εἰς τρίτον, ἀφοῦ ἐν περιλήψει ἔδωκα αὐτοῖς τὴν εἰκόνα, ἐδέχθησαν νὰ ἀναλάβω, ὅπως ἐργασθῶ ἐγὼ αὐτὸς πρὸς σύνταξιν ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἴχετε ἔλθει ἐγκαίρως εἰς Ἀθήνας, κύριοι Βουλευταὶ, ὥστε νὰ μοὶ δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ δώσω πρὸς ὑμᾶς ἀμφότερα τὰ τεύχη, τὸ ἔργον τὸ ἐμὸν καὶ τὸ ἔργον τῆς Α. Ὑψηλότητος, διὰ νὰ κρίνητε, ἂν εἶχον δίκαιον νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῆς Ὑψηλότητός του. Ἤθελεν εἴπει τις, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἢ δὲν μοὶ εἶναι, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐργασίαν, δῆθεν ἄνευ τῆς ἀδείας ἐκείνου, ὅστις μοὶ ἔδωκεν αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔργον ἁπλοῦν, δὲν εἶναι ἁπλῆ μελέτη, δὲν εἶναι ἔργον ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν κατέχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν, καὶ θέσιν ὑψίστην. Εἶναι ἔργον ἀνατρέπον ἄρδην τὰ καθεστῶτα, ἔργον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ τὴν νίκην ἢ τὴν ἧτταν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἔργον τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκεν ἡ Ὑψηλότης του, ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν πρώτην μετὰ τὸν Βασιλέα θέσιν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὰς ἰδέας τῆς Ὑψηλότητός του, διότι ἡ Α. Ὑψηλότης εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, διότι τὴν Α. Ὑψηλότητα μετεχειρίσθημεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος, καὶ ἐν ἐπιθεωρήσει καὶ ἐν πολέμῳ, καὶ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν τῷ ἔργῳ αὐτοῦ κρύπτεται ἔργον σπουδαῖον, δυνάμενον νὰ ὠφελήσῃ τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἐκ πνεύματος δὲ ἀντιδυναστικοῦ δὲν δέχομαι αὐτὸ, ὅπως εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἡμέραν τινὰ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν καὶ λέγω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶμαι περισσότερον βασιλικὸς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου, καὶ διότι εἶμαι περισσότερον βασιλικὸς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου, διὰ τοῦτο, ὅταν ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν νομίζω, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὅτι εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δύναται νὰ συντελέσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς σύμβουλος τοῦ Στέμματος, μεθ’ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, νὰ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτοὺς τὴν διαφωνίαν μου. Δὲν νομίζω ὅτι προσφέρω ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Βασιλέα μόνον, ἀλλὰ προσφέρω καὶ εἰς τὴν πατρίδα μου ὑπηρεσίαν, ὑπηρεσίαν μοναδικὴν, ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εἰς ἄλλα Κράτη ἤθελον τιμᾷ περισσότερον τοὺς ἐκπληροῦντας τοιουτοτρόπως τὸ καθῆκόν των ἄνδρας, διέποντας τὰ κοινά. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀντιδυναστικοὶ καὶ κατὰ τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς βυσσοδομοῦσι κακὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τυφλῶς ἀποδέχονται πᾶσαν γνώμην, προερχομένην ἐκ τοῦ Βασιλέως ἢ τοῦ Διαδόχου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι πᾶσα γνώμη ἐξερχομένη ἢ κυοφορουμένη ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς ἀποτέλεσμα ἀγαθόν. Ἐὰν δὲ πράγματι εἶμαι βασιλικώτερος τοῦ Βασιλέως, ἐπισήμως γνωρίζει αὐτὸς, εἰς στιγμὴν κρισιμωτάτην ποίαν ὑπηρεσίαν προσέφερα καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν πατρίδα. Τὸ σέβας καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα τὴν ἔχω ἐκ κληρονομίας, τὴν ἔχω ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐμφυσᾷ εἰς τὰ στήθη ἐκείνων, μεθ’ ὧν συνηντᾶτο, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτῶν τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ καὶ τὰς ἰδέας. Γνωρίζετε βεβαίως πολλοὶ, καὶ ὅσοι θὰ ἀσχοληθῆτε ἐπὶ τῶν ἔργων τούτων θὰ μάθητε, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συντάξῃ τις ὀργανισμὸν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας δίδει αὐτὸ τὸ Κράτος, τὸ ἔργον θὰ ἦτο ἁπλοῦν. Δὲν εἶχε παρὰ νὰ προστρέξῃ εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν στρατιωτικῶν Κρατῶν, καὶ νὰ μεταφυτεύσῃ εἰς τὴν πατρίδα του αὐτούς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀργανισμὸς στρατιωτικὸς ἑνὸς Κράτους. Τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους διευθύνουσιν αἱ συνθῆκαι τοῦ παρελθόντος, τὰς ὁποίας δίδει εἷς πόλεμος, μία ἐπιστρατείᾳ, τὰς ὁποίας ἑνώνει ὁ συντάσσων αὐτὸν μετὰ τῆς ἐπιστήμης τῆς στρατιωτικῆς, καὶ ἐξάγει τὰ ἀναγκαῖα πορίσματα, καὶ συντάσσει τὰς μονάδας τὰς στρατιωτικάς. Ἐκτὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστήμη μᾶς δίδει, καὶ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχω ὡς βάσιν τῶν ἐργασιῶν μου, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ διδόμενα τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ τοῦ πολέμου τοῦ 1897. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερίας. Ἀλλ’ ἔχω μόνον δύο τινὰ νὰ σημειώσω, ἵνα ἴδητε τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ συνταχθέντος παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ὑποβληθέντος ἐκ μέρους τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν κάμνομεν μικρὰν διακοπήν;
§17Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἀκόμη.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων, βλέπετε ὅτι λέγει, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην διακοπῆς.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ ἀγορεύων θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἣν παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς, βλέπω ὅτι φθάνει πρὸς τὸ τέλος. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν του· ἡμεῖς προθύμως δι’ ὀλίγων θέλομεν ἀπαντήσει, οὕτω δὲ δὲν θὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις. Ἂν ὁ ἀγορεύων ζητῇ τὴν ἀναβολὴν, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν.
§21Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι κουρασμένος, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 30′μ.μ.)