1899.12.14
2.992 στίχοι · 23.851 λέξεις · 142 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1899.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐκτίθενται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀκριβῶς ὅσα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ἀποκρινόμενος εἰς τὴν περὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεων ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐπὶ Ἐξωτερικῶν, καὶ ἂς ἀφεθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν πρακτικῶν, ὅταν ἔλθῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 15,236,267.40. 2) Περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχ. 107,238,734.85. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 60,473 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 10,048.58 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 5) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 384,602 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. 6) Περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἰδίου ἔτους. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 34–39).
§4Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν διενεμήθησαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν ἐξετυπώθησαν εἰσέτι.
§6Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διανεμηθῶσιν ἀπόψε, ἂν πρόκειται νὰ τεθῶσιν αὔριον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μιχαὴλ Πλακίδας, ἀπόστρατος λοχαγὸς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, ὑποβάλλει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, παραπονούμενος κατὰ τῆς ἀποστρατεύσεώς του. Ὁ βουλευτὴς Γυθείου κ. Γ. Πετροπουλάκης κατέθηκε ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου περὶ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὸ αὐτόθι Πρωτοδικεῖον τῶν δήμων Ἀσωποῦ, Μονεμβασίας καὶ Βοιῶν τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς.
§8Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φλογαΐτης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν αʹ) πίνακα τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν καταγγελθέντων τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμου, καὶ βʹ) ἀντίγραφον τῶν ἐπὶ ταῖς καταγγελίαις ταύταις ἐκδοθέντων βουλευμάτων ἢ ἀποφάσεων.
§10Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Σαλαμῖνος. Εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα κ. Βουλευτὴν ἔδωκα τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἠρκέσθη εἰς αὐτάς. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, καὶ ἠτιάθησαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἐνήργησε διοικητικῶς, νομίζω καθῆκόν μου νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἀκριβῶς περὶ τοῦ θέματος. Ὁ εἰρηνοδίκης Σαλαμῖνος κατηγγέλθη παρὰ κατηγορουμένου, ὅστις ἐδικάσθη ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διότι ὁ εἰρηνοδίκης ἐθεώρησε τὴν πρᾶξιν ὡς πλημμέλημα καὶ ὄχι ὡς πταῖσμα. Κατηγγέλθη δὲ ὁ εἰρηνοδίκης ἐπὶ ἀνηθίκῳ πράξει. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης διετάχθησαν ἀνακρίσεις, καὶ ἐνηργήθησαν τοιαῦται ὑπὸ τοῦ ἀντεισαγγελέως, μεταβάντος ἐπιτοπίως. Τὴν δικογραφίαν ὑπέβαλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ τὸ Συμβούλιον, ἐπειδὴ ἐσκέφθη ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ πρᾶξις χαρακτῆρα κακουργήματος, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας τοῦ παθόντος, ἐθεώρησεν ὀρθὸν, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, ὑπὸ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ διεξαχθησομένας. Τοῦτο διέταξεν ἤδη τὸ Συμβούλιον, καὶ ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις ὑπὸ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ. Βλέπετε ὅτι ἐνηργήθη πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν αἰτίασιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐνήργησε διοικητικῶς, ἀπαντῶ εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἢ κατὰ νόμον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν παύονται ἢ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ἃς ὁ νόμος ἀναφέρει. Πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ κανονίσῃ τὴν ἐνέργειάν του κατὰ τὸ βούλευμα.
§11ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῇ θέσει του; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐπηρεάζετε ἡ συνείδησις τῶν μαρτύρων;
§12ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρῶτον αἱ ἀνακρίσεις ἐνεργοῦνται ἐνταῦθα, καὶ δεύτερον, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐπὶ πάσης καταγγελίας γινομένης κατὰ δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ μετατίθηται ὁ ὑπάλληλος ὁ καταγγελθεὶς, τότε οὐδεὶς ὑπάλληλος θὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ καταγγείλας δὲν εἶναι ἐντόπιος, ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτὸς δημόσιος ὑπάλληλος, δημοδιδάσκαλος, μὴ διαμένων διαρκῶς εἰς τὸν τόπον· ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἕνεκα συμφέροντος τοπικοῦ προέβη εἰς τὴν καταγγελίαν.
§14ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ καταγγείλας ἐδικάσθη ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἐθεώρησε τὴν πρᾶξιν ὡς πλημμέλημα.
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ προσθέτω τοῦτο, ὅτι ὁ καταγγείλας τὸν εἰρηνοδίκην δὲν εἶναι ἐντόπιος, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξ ἐντοπίων διαφορῶν προέβη εἰς τὴν καταγγελίαν. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμουπόλεως Βουλευτοῦ, διατὶ μένει ἐν τῇ θέσει του ὁ εἰρηνοδίκης, ἀπηντήσατε ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀπολύσητε αὐτὸν, μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν κατὰ νόμον ἐκδοθῇ βούλευμα παραπεμπτικὸν, ἢ ἀπόφασις καταδικαστική· ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταθέσεως δὲν ἀπηντήσατε.
§16ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε εὔκολον νὰ γίνηται τὸ τοιοῦτον. Ἤδη, Κύριοι, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ δημοσίας ἀσφαλείας κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα μάθω ποῖαι καὶ πόσαι ἀξιόποινοι πράξεις διεπράχθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ τρέχοντος ἔτους, συγκριτικῶς πρὸς τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐκ τῶν πινάκων αὐτῶν, οἵτινες εἶναι ἐπίσημοι καὶ τοὺς ὁποίους καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξάγεται ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους κατηγγέλθησαν ἀξιόποινοι πράξεις ἢ αὐτεπαγγέλτως ἐνήργησεν ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, συνεπείᾳ εἰδήσεων, ἐπὶ ἀξιοποίνων πράξεων, 24,577. Κατὰ τοὺς τρεῖς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ τρέχοντος ἔτους κατηγγέλθησαν ἀξιόποινοι πράξεις ἢ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ αὐτεπαγγέλτως ἐνήργησε 21,193. Ὥστε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριμηνίαν ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλασσον τοῦ ποσοῦ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων κατὰ 3,384. Ἔχετε τὸν πίνακα τοῦτον, ὅστις ἀναφέρει κατ’ ἰδίαν χωριστὰ τὰ ἐγκλήματα ὅλου τοῦ Κράτους. Μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας παρατηρεῖται αὔξησις, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν αὐτὴν τριμηνίαν τοῦ παρελθόντος ἔτους κατηγγέλθησαν 2232 ἀξιόποινοι πράξεις, ἐφέτος κατηγγέλθησαν 2424. Εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας θὰ εὕρητε ἀριθμὸν πολὺ ἐλάσσονα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, αἵτινες κατηγγέλθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Διὰ νὰ φωτισθῇ δὲ ἡ Βουλὴ ἐπὶ μᾶλλον, παρήγγειλα νὰ συνταχθῶσι πίνακες τῶν κατ’ ἰδίαν ἀξιοποίνων πράξεων, ἑκάστης κατ’ εἶδος, σχετικῶς πρὸς τὸν ποινικὸν νόμον. Ἤτοι πόσαι ληστεῖαι διεπράχθησαν πέρυσιν, πόσαι ἐφέτος, πόσοι φόνοι, πόσαι κλοπαὶ κλπ. Τοιουτοτρόπως δὲ ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὸν ἐπίσημον πίνακα τῶν ἀξιοποίνων πράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὅταν δὲ τὰ ἔγγραφα λαλοῦν, βεβαίως οἱ λόγοι εἶναι περιττοί.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ δώσω γνώμην ἢ ψῆφον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ποιοῦμαι ὅμως παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε διὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο ἔτος ἀνώμαλον, διότι ἦτο τὸ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὸ τὰ ὅπλα πληθὺς τακτικῶν καὶ ἀτάκτων ἀνδρῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἦτο ἀσφαλές. Ἴσως δ’ ἦτο ἀσφαλέστερον μέτρον ἡ στατιστικὴ ἔτους προγενεστέρου, ὅπως λάβητε τοῦτο ὡς ὅρον συγκρίσεως.
§18Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι πέρυσιν εἴχομεν καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐρεθίζουν τὰ πνεύματα, καὶ οὕτως αὐξάνει ἡ ἐγκληματικότης. Ἀλλ’ ἐγὼ, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, θὰ πράξω καὶ τοῦτο.
§19Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά. Τῷ ὄντι παρέλκει ἡ φράσις «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαιότητος,» ἡ ὁποία πρέπει νὰ λείψῃ. Νὰ προστεθῇ δὲ, ὅτι τὴν πρὸς σύνταξιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως προθεσμίαν ὁρίζει τὸ πρωτόκολλον Βʹ τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ διορθωθῇ. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου διαμένουσι μακρὰν τῶν θέσεων αὑτῶν οἱ πρόξενοι Σκοπίων, Τσιγανίου, Σάμου, Χίου, Ἐλασσῶνος καί τινες ἄμισθοι πρόξενοι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς τυχὸν ὑπαρχούσης ἀνάγκης, ἥτις κρατεῖ αὐτοὺς ἐνταῦθα, καὶ παρατείνει τὴν μακρὰν τῶν θέσεων αὑτῶν διαμονήν των ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ παρουσία αὐτῶν, ἰδίως εἰς τὰ μέρη τῆς Μακεδονίας, ὡς ἡ τοῦ προξένου Σκοπίων καὶ τῶν ἄλλων προξένων, εἶναι λίαν ἀναγκαία.
§22Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πρόξενος Σκοπίων εὑρίσκεται ἐνταῦθα ἐπ’ ἀδείᾳ. Ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν Μακεδονίᾳ, ἠσθένησεν, ἐστάλη δὲ ὁ κ. Πετρινὸς ὅστις τὸν ἀναπληροῖ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν πρόξενον Ἐλασσῶνος, διωρίσθη πρὸ μηνὸς ὁ κύριος Κιουζὲς, χθὲς δ’ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐδόθησαν αἱ δέουσαι διαταγαὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς Ἐλασσῶνος, ὅπως τὸν ἀναγνωρίσωσι. Μόλις λάβω τὴν πληροφορίαν, ὅτι αἱ διαταγαὶ αὗται ἐλήφθησαν ἐν Ἐλασσῶνι, θὰ διατάξω τὸν διορισθέντα πρόξενον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§23ΔΟΥΝΗΣ. Οἱ πρόξενοι Ταϊγανίου, Σάμου, Χίου;
§24ΡΩΜΑΝΟΣ. Διατελοῦν ἐνταῦθα ἐπ’ ἀδείᾳ.
§25ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς ἀδείας, τὰς ὁποίας οἱ πρόξενοι αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν. Προσέτι νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ βιβλία ἐλέγχου τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων Κωνστάντσης, Νικομηδείας, Τριπόλεως τῆς Βαρβαρίας, Βεγγάζης, Ἁγίων Σαράντα, Βρυούλων, Ἀϊδινίου, Ἀμησσοῦ, Τούρνου–Μαγουρελίου, Μερσίνης καὶ Μαγνησίας τῶν ἐτῶν 1894 καὶ 1895. Ἐπίσης τὰ βιβλία ἐλέγχου τῶν ἀμίσθων Προξενείων καὶ Ὑποπροξενείων Γενούης, Κατάνης, Μεσσήνης, Μελίτης, Ἀμβέρσης, Λιβερπούλ, Κάρδιφ καὶ Βερδιάνσκας. Τὰ βιβλία ἐλέγχου εἶναι χρησιμώτατα διὰ τὴν μελέτην τοῦ ὑποβληθέντος προξενικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰς διατάξεις, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ μετατροπὴ τῶν ἀμίσθων Ὑποπροξενείων εἰς ἔμμισθα. Ἐκ τῆς μελέτης αὐτῶν θέλομεν γνωρίσει κατὰ πόσον αἱ προτάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ὄντως συμφέρουσαι ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς. Ἐπίσης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν τελευταίως γενομένων ἐπιθεωρήσεων τῶν ἐν Τουρκίᾳ, Ἰταλίᾳ, Ρωσσίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ Προξενείων. Ἐπίσης νὰ προσαγάγῃ τὰ πιστοποιητικὰ, τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ ἰσχύοντος προξενικοῦ νόμου ὁριζόμενα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου διωρίσθησαν οἱ ὑποπρόξενοι Λιβόρνου, Θεοδοσίας, Καστελαμάρε, Γενούης, Νοβοροσίσκης καὶ Σικάγου. Καταθέτω δὲ καὶ γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου.
§26Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων ἐπιφέρει οὐσιώδεις μεταβολάς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεώς του.
§27Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νόμου ἐπῆλθεν ἀνωμαλία τις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὡς γνωστὸν, εἰς ἕκαστον τῶν νομῶν ὑπάρχει ἀνὰ εἷς ἐπιθεωρητής, μετὰ δὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νόμου οὐδὲν ἐκανονίσθη ὡς πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητάς, ὥστε ἄδηλον εἰς ποῖον μέρος τοῦ μετασχηματισθέντος νομοῦ θὰ ἀνήκωσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι, εἰς τὸν νέον δηλαδὴ ἢ εἰς τὸν παλαιόν; ἢ καὶ εἰς ἀμφοτέρους; ὅπερ παράνομον. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην διατελεῖ πρὸ καιροῦ καὶ ὁ νομὸς Κεφαλληνίας, διότι ὁ τελευταῖος ἐπιθεωρητὴς, ἰδὼν τὴν δημοσίευσιν τοῦ νέου νόμου, δι’ οὗ ὑποβιβάζεται ὁ βαθμός του, ἐζήτησε ν’ ἀπομακρυνθῇ, ὁ ἐπιθεωρητὴς δ’ οὗτος, ὅστις εἶναι ὁ κ. Μπουκουβάλας, ἐν πλείστοις εὐόρκως ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀρίστας κατέλιπεν ἀναμνήσεις, καὶ ἔπαινος ὀφείλεται αὐτῷ. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει νὰ σταλῇ ἀντάξιος διάδοχος τοῦ κ. Μπουκουβάλα. Εὐτυχῶς τοῦ τμήματος τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως προΐσταται ἀνὴρ ῥέκτης καὶ μορφώσεως οὐ μόνον ἐπιστημονικῆς, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς, τοῦθ’ ὅπερ σπάνιον τοῖς Ἕλλησιν ὑπαλλήλοις τυγχάνει, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι διὰ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ ἡ ὑπηρεσία θέλει κάμει τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν δέουσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰσήγησιν.
§28Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ζήτημα τῶν νέων ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν. Δυστυχῶς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἥτις εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἅμα τῇ δημοσιεύσει ἢ μᾶλλον ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νέου νόμου, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν ἑαυτῆς γνώμην περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης δημοσιευθῇ τὸ οἰκεῖον νομοτελεστικὸν διάταγμα, ἐβράδυνε μέχρι τοῦδε — ὁμολογουμένως ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς της — νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ λάβω τὴν γνωμοδότησιν ταύτην, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς θὰ δημοσιευθῇ τὸ σχετικὸν διάταγμα, θὰ ἐγκατασταθῶσιν αἱ ἐπισκοπικαὶ ἐπιτροπαί, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἐπίσκοποι, καὶ θὰ συσταθῶσι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια.
§29Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Παρῆλθον ἓξ μῆνες, ἀφ’ ἧς ἀπῆλθεν ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Μπουκουβάλας, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐπιθεωρητοῦ οἱ δημοδιδάσκαλοι περιφέρονται εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ παρέλυσε καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὸν διορισμὸν ἐπιθεωρητοῦ.
§30Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Μπουκουβάλας οὐχὶ πρὸ ἓξ μηνῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον διωρίσθη κατ’ αἴτησίν του γυμνασιάρχης· δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε περιοδεύσει καὶ εἶχεν ὑποβάλει τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις. Ὡς εἶναι δὲ γνωστὸν, ὁ νόμος καθιέρωσεν ἀναπληρωτὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τὸν γυμνασιάρχην, ὁ δὲ γυμνασιάρχης Κεφαλληνίας εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐπιθεώρησιν ἀνεπλήρωσεν ἄριστα τὸν κύριον Μπουκουβάλαν.
§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσαι Ἐπισκοπαὶ, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, χηρεύουσιν;
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δέκα ἕξ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.
§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἐν διαστήματι ὀλίγου χρόνου εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε δέκα ἓξ ἐπισκόπους;
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εὕρωμεν ἐπισκόπους· πρόκειται νὰ ἐγκαταστήσωμεν τὰς ἐπισκοπικὰς ἐπιτροπάς.
§35Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε περὶ γνωμοδοτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς οὔσης ἀναγκαίας, πρὶν προβῆτε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπισκόπους. Τί ἐννοεῖτε;
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὡς ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ὀφείλει νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τούτου, δηλαδὴ περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων ἐπισκοπικῶν ἀρχῶν ἐν τοῖς νέοις νομοῖς. Ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Σύνοδος καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ ἔπραξεν, ἤδη δὲ, ἀσθενοῦντος ἀπό τινος τοῦ παρ’ αὐτῇ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἀδυνατεῖ νὰ συνεδριάσῃ.
§37ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἀρχιεπισκόπου, διότι ὁ νόμος εἶναι ἀτελὴς ὡς πρὸς τοῦτο καὶ δὲν ὁρίζει ποῖος ἀναπληροῖ τὸν ἐπίσκοπον.
§38Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐγράφη πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἐπιβάλῃ βαρεῖαν φορολογίαν εἰς τὴν σταφίδα, κατ’ ἀνακοινώσεις γενομένας παρὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτοῦ. Γνωρίζω ὅτι καταβάλλεται ἐνέργειά τις πρὸς τοῦτο παρὰ τῶν ἐν Ἀλσατίᾳ καὶ Λωραίνῃ ἀμπελοκτημόνων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε αἱ προσπάθειαί των δὲν ἴσχυσαν νὰ παρασύρωσι τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν των. Ἐὰν ἡ πληροφορία μου δὲν εἶναι ἀνακριβής, δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ περὶ ἐπιβολῆς μεγάλου δασμοῦ εἴδησις ἔχει βασιμότητα. Ἐπειδὴ ὅμως πάντες δὲν διατελοῦσιν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, ἡ δὲ διάδοσις συνταράσσει τὸν σταφιδικὸν κόσμον, ὅστις ἀποτείνει διαφόρους ἐρωτήσεις, παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς καθησύχασιν τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐπωφελούμενος δ’ ἐκ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν διεξάγονται διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως ἐμπορικῆς συνθήκης μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ρουμανικῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τώρα κατὰ πόσον ἦτο ὠφέλιμος ἢ ἄλλοτε γενομένη διακοπὴ τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, οὔτε νὰ ἐρευνήσω, ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διπλωματικὴ ἐπιτυχία ἡ ἐπανάληψις, χωρὶς πρότερον νὰ διακανονισθῶσι ζητήματά τινα. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν ἡμῶν, ἡ ὁποία πάντοτε διεκρίθη ἐπὶ ἀκαιροπραξίᾳ. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ γνωρίζω, ἂν ὑπάρχῃ πιθανότης συνομολογήσεως ἐμπορικῆς συμβάσεως, διότι τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει πάντας, ἰδίως ὅμως τοὺς Κεφαλλῆνας καὶ τοὺς Ἰθακησίους, οἱ ὁποῖοι σπουδαῖα ἔχουσιν ἐν Ρουμανίᾳ συμφέροντα, καὶ σημαντικὸν διεξῆγον ἄλλοτε ἐμπόριον ἐλαίου καὶ οἴνου. Τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐλπίζω ὅτι θὰ παράσχῃ προθύμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰ διπλωματικὰ ἀπόρρητα.
§39Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρό τινων ἑβδομάδων μετέβη εἰς Ρουμανίαν ὁ νεοδιορισθεὶς πρεσβευτὴς καὶ ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἰθάκης, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐλάβομεν, ἐγένετο σκέψις ἐν Γερμανίᾳ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος πρὸς οἰνοποίησιν. Ἅμα ὡς ἐλάβομεν τὰς πληροφορίας ταύτας ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὸν ἐν Βερολίνῳ ἐπιτετραμμένον, ἵνα μᾶς τηρῇ ἐνημέρους περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Ἐκ Βερολίνου ἐλάβομεν πρό τινων ἡμερῶν τὴν πληροφορίαν, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον δὲν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅταν ὁ ἐν Βερολίνῳ ἐπιτετραμμένος λάβῃ πληρεστέρας πληροφορίας περὶ τούτου, θέλω ἀνακοινώσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§40Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προκειμένου περὶ ἔργου μεγίστης σημασίας διὰ τὴν χώραν, ἔργου παλαιοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπὶ τόσον χρόνον ἐκκρεμοῦς μένοντος, πρὸς ζημίαν τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, — ἂν δὲν παραβλάπτεται βεβαίως ἡ ὑπόθεσις — εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀποπερατώσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, καὶ ἂν ὑπάρχει ἐλπὶς ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης νὰ ὑποβάλῃ τὴν περὶ ταύτης σύμβασιν, καθόσον νομίζω, ὅτι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἔργον καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δημοσίαν δαπάνην ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου τούτου, ἐξευρίσκουσα διὰ ποικίλων οἰκονομιῶν τὴν δαπάνην ἐκείνην, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐγγυήσεως, ἣν ζητοῦσιν αἱ διάφοροι διαπραγματευόμεναι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἑταιρεῖαι, τὴν ἐξασφάλισιν δηλαδὴ τοῦ τόκου τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θέλουσι δαπανήσει. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐλπίδες περὶ ὑποβολῆς τῆς συμβάσεως ταύτης, θέλω ἀρκεσθῆ εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἄλλως θέλω ὑποβάλει σχετικήν τινα αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, οὐχὶ βεβαίως τοιαύτης σημασίας διὰ τὴν χώραν, ἀλλὰ πάντως γενικοῦ συμφέροντος.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διεξάγονται διαπραγματεύσεις μετὰ σπουδαιοτάτης ἑταιρείας. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐνόσῳ διεξάγονται αἱ διαπραγματεύσεις, διεξάγονται ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλουσιν ἀπολήξει, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ἂν θὰ ἀπολήξωσιν ἢ μή.
§42Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δίδει μόνον ἐλπίδα περὶ τοῦ ἔργου, ἀλλ’ οὐδεμίαν βεβαιότητα περὶ τῆς ὑποβολῆς τῆς σχετικῆς συμβάσεως εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύω νὰ δυσκολευθῇ, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ μικρᾶς δαπάνης τοῦ προϋπολογισθέντος ἔργου τὴν προέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς Ἁγίας Μαρίνης, ἥτις εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς γραμμῆς ταύτης, μέχρι Στυλίδος, ἥτις εἶναι τὸ ἐπίνειον τῆς Φθιώτιδος. Εἶναι ἔκτασις δύο χιλιομέτρων, καὶ ἡ δαπάνη ἔχει ὑπολογισθῆ ἐλαχίστη, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εὕρῃ μεγάλην δυσκολίαν, ἵνα προβῇ εἰς τοῦτο, διότι βεβαίως ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία θ’ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὰς δαπάνας τῆς διακλαδώσεως ταύτης. Ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ ἰδιῶται πολλοὶ προσφέρονται νὰ ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης ἐπὶ τῇ ἐκμεταλλεύσει, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅταν ἡ κυρία γραμμὴ περατωθῇ, ν’ ἀποζημιωθῶσι διὰ τὸ τμῆμα τοῦτο, ὅπερ καὶ δίκαιον καὶ οὐδεμίας ζημίας πρόξενον μήτε εἰς τὸ Κράτος μήτε εἰς τὴν ἀναληψομένην τὸ ἔργον ἑταιρείαν.
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἤδη εἶχον κάμει οἱ συνάδελφοί του ἐκ Φθιώτιδος. Εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐκ Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἀνεκοίνωσαν τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀπήντησα ὅτι, διεξαγομένων διαπραγματεύσεων πρὸς κατασκευὴν τῆς ὅλης γραμμῆς, βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ σκέψις περὶ κατασκευῆς τοῦ τμήματος τούτου. Ἐν περιπτώσει διαπραγματεύσεων, θέλω σκεφθῆ περὶ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς, πρὸ πολλῶν δὲ ἡμερῶν ἐποιήσαντο οἱ ἕτεροι ἐκ Φθιώτιδος Βουλευταί.
§44ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ τμῆμα τοῦ Φενεατικοῦ πεδίου, τὸ ὁποῖον κατακλύζεται ὑπὸ ὑδάτων καὶ σχηματίζει τὴν ὁμώνυμον λίμνην, τὴν λίμνην τοῦ Φενεοῦ, ἀπεξηράνθη αὐτομάτως. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸν πυθμένα τῆς λίμνης ταύτης, ἢ, ἀφοῦ σήμερον εἶναι καὶ αὕτη πεδίον, εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ κατακλυζομένου τούτου πεδίου ὑπάρχουσιν ὀπαὶ ἢ καταβόθραι, ἢ, ὅπως ὀνομάζει αὐτὰς ὁ Παυσανίας, βάραθρα. Ἀποξηράνσεις τοιαύτας, φυσικῶς συντελεσθείσας, ἀριθμεῖ ἡ λίμνη αὕτη τρεῖς κατὰ τὸν παρόντα αἰῶνα. Κατὰ τὴν δευτέραν, τὴν κατὰ τὸ 1835, ὡς νομίζω, συμβᾶσαν, ἡ τότε Κυβέρνησις ἀπέστειλεν ἀμέσως μηχανικούς, οἵτινες ἐμελέτησαν τὰ στόμια τῶν βαράθρων τούτων, καὶ αὐτὰ ἴσως ταῦτα, καὶ ἐξετέλεσαν διάφορα ἔργα πρὸς πρόληψιν ἄλλων κατακλύσεων τοῦ μέρους ἐκείνου. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως γένηται νέα μελέτη καὶ κατασκευασθῶσι τὰ προσήκοντα ἔργα, ὅπως προληφθῇ ἡ ἐκ νέου κατάκλυσις. Τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ καθαρισμοῦ τῶν βαράθρων αὐτῶν καὶ διὰ προφυλάξεως τῶν στομίων αὐτῶν ἀπὸ ἀποφράξεως ἐκ τῶν καταφερομένων ὑπὸ τῶν ὑδάτων διαφόρων ὑλῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν διάθεσιν καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἥτις προεκάλεσε τελευταῖον ῥήξεις αἱματηρὰς καὶ φόνους· διότι μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν οἱ περίοικοι γεωργοὶ ἔσπευσαν νὰ καλλιεργήσωσι τὴν ἔκτασιν, ὅπου ἂν ἤθελεν ἕκαστος, καὶ συνέβη ἐκ τούτου συνάντησις πολλῶν, καὶ φιλονικία τῶν κατοίκων ἑνὸς χωρίου πρὸς τοὺς κατοίκους ἄλλου χωρίου. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς δὲ ταύτης προσθέτω νέαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ καὶ πρόνοιαν ἄλλην διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἡ ἀρξαμένη πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ διακοπεῖσα κατασκευὴ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἥτις θὰ συνδέσῃ τοὺς τρεῖς δήμους Πελλήνης, Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ μετὰ τῶν πεδινῶν δήμων, καὶ ἥτις ἀρχομένη ἀπὸ Κιάτου ἔχει φθάσει μέχρι τοῦ χωρίου Σοῦλι, εἶναι μεγίστη ἀνάγκη ν’ ἀποπερατωθῇ. Οἱ ἐπισκεφθέντες τὰ μέρη ἐκεῖνα γνωρίζουσιν ὅτι μέρος ὡραιότερον πρὸς παραθερισμὸν καὶ διαμονὴν ἀναρρωνυόντων κατὰ τὸ θέρος, καὶ παραγωγικώτερον καὶ πλούσιον, εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις ὅμοιον ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι στεροῦνται συγκοινωνίας, καὶ εἶναι ἀπρόσιτοι, διότι ἀκόμη ὡς ὁδοὺς ἔχουσι τὰ μονοπάτια, τὰ ὁποῖα ἐχάραξαν τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων. Ἐπίσης δὲ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνάγκη εἶναι νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τῶν τριῶν ἐκείνων δήμων, ὧν καὶ ὁ πληθυσμὸς καὶ ἡ θέσις καὶ τὰ προϊόντα ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ συνάδελφοι Βουλευταὶ ἐκ Κορινθίας δὲν θέλουσι δυσανασχετήσει ὅτι ἐπεμβαίνω εἰς ἀλλοτρίαν δικαιοδοσίαν, ἀναγνωρίζοντες τὸ μὲν ὅτι ἔχω καθῆκον εἰδικὸν πρὸς τοῦτο, καθὸ τιμηθεὶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων τῶν μερῶν ἐκείνων, τὸ δὲ διότι εἶναι ζήτημα γενικώτερον τῆς τοπικῆς ἀνάγκης.
§45Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ πέρυσι, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς λίμνης Φενεάτιδος, ἡ ὁποία, ὡς εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Ναυπλίας, — τὸν ὁποῖον εὐχαριστοῦμεν διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ δεικνύει, — ἔχει καταστρέψει ὁλοκλήρους συνοικισμούς, καὶ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη μέχρι τοῦδε περὶ ἀποτροπῆς μέλλοντος κινδύνου. Συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται ἐκεῖ, ἰδίως περὶ τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος.
§46Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂν δώσωμεν πίστιν εἰς τὰ διαδιδόμενα καὶ τὰ καθ’ ἑκάστην ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναγραφόμενα, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον θέλει συζητήσει ἐπὶ πολλῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων. Τοῦτο δ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν παράκλησίν τινα, τὴν ἑξῆς. Κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον ΑΦΚΗʹ τοῦ 1887 οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὀφείλουσι κατὰ πᾶσαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς αὐτὴν καταστατικούς τινας πίνακας, ἐμφαίνοντας τὴν κατὰ πᾶν ἔτος στρατολογικὴν ἐν γένει κίνησιν, πίνακας, τὸ περιεχόμενον τῶν ὁποίων εἶναι χρήσιμον διὰ πάντα, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖ ἐνήμερος εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, εἶναι πιθανὸν νὰ συζητηθῶσι προσεχῶς. Τοὺς πίνακας τούτους τακτικῶς οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ὑπέβαλλον, συμμορφούμενοι πρὸς τὸ ἄρθρον 176 τοῦ προμνησθέντος νόμου, μέχρι τοῦ 1894, ἀλλ’ ἔκτοτε ἔπαυσαν ὑποβάλλοντες τοιούτους, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ Βουλὴ στερεῖται ἀπὸ ἓξ ἤδη ἐτῶν τῶν χρησιμωτάτων τούτων πληροφοριῶν, ὧν μεγίστην ἀνάγκην ἔχει, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων ἀποφανθῇ τὴν ἑαυτῆς γνώμην ἐπὶ τῶν προσεχῶς συζητηθησομένων ζητημάτων, παρακαλῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ἵνα σπεύσωσι καὶ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνον τοῦ νόμου, ὑποβάλλοντες πίνακας, δεικνύοντας τὴν στρατολογικὴν κίνησιν ἀπὸ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ τὸ πρῶτον δὲν ὑπεβλήθησαν τοιοῦτοι. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν παράκλησιν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν καὶ Πρωθυπουργόν. Γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας, κατόπιν μάλιστα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς λεχθέντων πρὸ ἡμερῶν, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐνταῦθα ἀστυνομίαν ἀξιωματικῶν κατηγγέλθησαν ἐπὶ πράξεσιν ὅλως ἀπαδούσαις εἰς τὴν θέσιν των καὶ τὸν προορισμόν των, καὶ δὴ τοιαύταις, ὥστε καὶ οἱ τελευταῖοι κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἄνθρωποι, συζητοῦντες περὶ αὐτῶν, ἐξίστανται, ἐλεεινολογοῦντες τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὰ τῆς ἀστυνομίας ἡμῶν περιῆλθον. Ἐγώ, συνάδελφος αὐτῶν τυγχάνων, περισσότερον παντὸς ἄλλου λυποῦμαι ἐπὶ τοῖς λεγομένοις· ἀποφεύγω ὅμως νὰ ἐξενέγκω τὴν γνώμην μου, θεωρῶν τοῦτο πρόωρον, καὶ ἀναμένων τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀχθῇ ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μου, ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη ἐπιληφθεῖσα τῆς ἐξετάσεως τοῦ σκανδαλωδεστάτου αὐτοῦ ζητήματος. Ἀληθῶς δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, εἴτε διοικητικά εἰσι ταῦτα, εἴτε δικαστικά, ἀνέλαβον τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Μὴ ἔχων δὲ ἀφορμὰς νὰ ἐκφράσω ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν κατ’ αὐτῶν, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ταῦτα, ἐνδιαφερόμενα ὑπὲρ τοῦ γοήτρου τῆς ἐξουσίας καὶ ὑπὲρ τῆς τάξεως ἐν γένει, θέλουσιν ἀνεπηρεάστως ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅτι συνεπῶς θέλουσι συμπεράνει καὶ προτείνει πᾶν ὅ,τι ὑπαγορεύει τὸ καθῆκον. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πολλαὶ προσπάθειαι καταβάλλονται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καλυφθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν καταγγελθέντων, ἢ νὰ ἐξογκωθῶσι τὰ καταγγελθέντα ταῦτα, καὶ ὅτι, ἵνα ἀποφύγωμεν πάντα ταῦτα, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πᾶν μέτρον συντελοῦν εἰς τὸ ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέρους παντὸς ἐπηρεασμοῦ τοὺς μάρτυρας, ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἡ ἀνάκρισις πρέπει νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην της. Περὶ τούτου ὅμως οὐδὲν μέτρον μέχρι τοῦδε ἐλήφθη, καὶ διὰ τοῦτο ἐκτὸς τῶν διαδιδομένων, τὰ ὁποῖά εἰσι πολλὰ καὶ διάφορα, εἶδον καὶ ἐγὼ ἰδίοις ὄμμασι σήμερον, μόλις πρὸ μιᾶς ὥρας, τὸ ἑξῆς. Μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων διὰ τὰ ἀστυνομικὰ αἴσχη συγκαταλέγεται καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ἀντισυνταγματάρχης Λευκάδιος. Ὁ κ. Νομάρχης ἐνεργεῖ ἐξέτασιν μαρτύρων ἐν τῷ καταστήματι τῆς Νομαρχίας, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ ὁποίου ἔχουσι συναθροισθῆ πλεῖστοι, κληθέντες ἐκεῖ, ἵνα ἐξετασθῶσι. Μεταξὺ τῶν κληθέντων τούτων, οἱ ὁποῖοι εἰς ἀμφότερα τὰ γένη εἰσὶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνθρωποι μεγίστην ἔχοντες ἀνάγκην τῆς εὐνοίας ἑνὸς Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, εἶδον ἔξωθεν τοῦ Νομαρχιακοῦ καταστήματος καὶ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας. Τί ἤθελεν οὗτος ἐκεῖ μετὰ πολλῶν ἀστυφυλάκων, εἰς τὰ πέριξ τοῦ νομαρχιακοῦ καταστήματος διεσπαρμένων; Καὶ πιθανὸν μὲν νὰ ἐκλήθη καὶ αὐτὸς νὰ ἐξετασθῇ, ἢ πιθανὸν νὰ εὑρίσκετο ἐκεῖ ἵνα προλάβῃ ἐνδεχομένην μεταξὺ τῶν συναθροισθέντων σκηνήν, πιθανὸν ἐπὶ τέλους νὰ μετέβη ἐκεῖ, ὅπως ἐνθαρρύνῃ τοὺς μάρτυρας εἰς τὸ νὰ εἴπωσιν ἀφόβως καὶ ἀπαθῶς τὴν ἀλήθειαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας αὐτὸς ἴσως ἐνδιαφέρεται περισσότερον παντὸς ἄλλου. Ὅλα αὐτά εἰσι πιθανά, ὡς πιθανὸν ἐπίσης εἶναι ἡ παρουσία του νὰ εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ πιέσῃ τοὺς μάρτυρας, ἵνα μὴ καταθέσωσιν ἐναντίον του, ἐνῷ καὶ κατ’ αὐτοῦ πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ κατηγγέλθησαν. Καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ὑποθέσωμεν τοῦτο, εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, πόσον ἀληθεῖς θὰ ὦσιν αἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων, φοβουμένων καὶ τὴν σκιὰν αὐτοῦ, διατηρουμένου εἰσέτι ἐν τῇ θέσει τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας; ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει πόσον ἀσφαλὴς θὰ ᾖ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Νομάρχης θὰ ἐξενέγκῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων καταθέσεων; Ταῦτα, κατ’ ἐμέ, εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξια, ἀλλὰ καὶ ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον, κατὰ πολλὰς διαδόσεις, ὑποστηρίζεται ἀπὸ πρόσωπον πολὺ ἰσχυρὸν,—διαδόσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ οὐδεμίαν προσοχὴν δίδω,—πρέπει ἀμέσως νὰ τὸ ἀπομακρύνῃ οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἣν κατέχον δύναται ὑπὲρ πᾶν ἄλλο νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἐξεταζομένους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν ἀκόμη, μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν καὶ τοῦτο θὰ κληθῇ, ὅπως ἀπολογηθῇ. Ἔκρινα καλόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ καὶ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῆς πρωτευούσης πάντα ἀστυνομικὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγείρονται ὑπόνοιαι, καὶ οὕτως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἀνάκρισις νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, χωρὶς νὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ πιστευθῇ ὑπό τινος, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς δὲν θὰ ᾖ τὸ ἀληθές.
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ προχθὲς ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐξήγησα δὲ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια ἐπ’ αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρχον ῥηταὶ κατηγορίαι κατ’ ἀξιωματικῶν τινων, καὶ κατ’ ἐκείνων ἐπεδόθησαν καταγγελίαι. Ῥητὴ κατηγορία δὲν ὑπῆρχε κατ’ ἄλλου προσώπου· διετάχθη μόνον περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς Ἀστυνομίας διοικητικὴ ἀνάκρισις, ἀνεκοίνωσα δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι περιμένω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διοικητικῆς ταύτης ἀνακρίσεως, ὅπως ἴδω, ἐάν μοι ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρου τινὸς, σχετικῶς πρὸς ἄλλα πρόσωπα, ἐκτὸς τῶν τριῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον καταγγελίαι. Ὁμολογῶ, ὅτι χθὲς μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας παρεμβάλλει προσκόμματά τινα εἰς τὴν ἐλευθέραν διεξαγωγὴν τῆς ἀνακρίσεως. Ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, δὲν ἀπεφάσισα ὅμως, διότι ἀκόμη δὲν ἐπείσθην, ἐὰν ἡ γενομένη παρατήρησις βασίζεται ἐπὶ γεγονότων, δὲν ἀπεφάσισα εἰσέτι ποῖα μέτρα ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ λάβω. Ἐξετάζω τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν πεισθῶ, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διευθυντοῦ ἐν τῇ θέσει του δύναται κατά τι νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐλευθέραν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ ἅπασα, ὅτι θὰ λάβω τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν περιστάσεων ἐπιβάλλονται. Ἡ ἐπιθυμία μου, ὡς καὶ ἡ ἐπιθυμία ὅλων ὑμῶν εἶναι, ὅπως αἱ ἀνακρίσεις διεξαχθῶσι μετὰ πάσης ἐλευθερίας, ἵνα ἀποδειχθῇ, τί πράγματι συνέβη, ἀποδοθῇ δὲ εἰς ἕκαστον τὸ προσῆκον καὶ ἐπιβληθῇ ἡ δέουσα ποινὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν διέπραξαν πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ ποινικὸς νόμος τιμωρεῖ.
§48ΜΙΛΤ. ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἐνεποίησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ἡ πρό τινων ἡμερῶν δημοσιευθεῖσα δήλωσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι εἰς τὰς καταχρήσεις καὶ τὰ αἴσχη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην διατυμπανίζονται διὰ τοῦ τύπου, ἐνέχεται καὶ ὁ ἀξιωματικὸς κ. Δερλερές. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, Κύριοι,—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις,—ἐὰν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσι λάμποντες ἀστέρες, μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγεται πάντως καὶ οὗτος. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐμποιεῖ ἔκπληξιν πραγματικὴν, εἶναι ὅτι, ἐνῶ τόσαι καταγγελίαι, ὡρισμέναι μάλιστα, ἐπεδόθησαν κατὰ τοῦ διευθύνοντος τὴν Ἀστυνομίαν, ἐνῶ τόσα αἴσχη ἀπεκαλύφθησαν, διὰ τὰ ὁποῖα αὐτὸς καὶ μόνος εἶναι ὁ εὐθυνόμενος, τὸν κύριον τοῦτον, Κύριοι, τὸν βλέπομεν ἐν μεγάλῃ στολῇ, ἔκλαμπρον καὶ κατάφορτον παρασήμων, ἐποχούμενον εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰς λεωφόρους τῶν Ἀθηνῶν. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι τὸν συνήντησα προχθές, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν πρὸς στιγμὴν ἐπίστευσα ὅτι εὑρισκόμην ἀπέναντι στρατηγοῦ τῶν Μπόερς, ἐπανερχομένου ἐκ νικηφόρου μάχης (ἱλαρότης). Φαντασθῆτε λοιπὸν τὸν κύριον τοῦτον παρελαύνοντα πρὸ τῶν παραθύρων τῆς δεσποινίδος Ἀριστέας (γέλωτες), παρελαύνοντα πρὸ τῶν περιδεῶν ἀστυφυλάκων, καὶ εἴπετέ μοι ἐὰν αὐτὴ καὶ ἐκεῖνοι ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ καταθέσωσί τι ἐπιβαρυντικὸν ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δικτατορικὴν ἐξουσίαν ἐξασκεῖ ἐπ’ αὐτῶν εἰσέτι. Ἴσως ἡ λεπτότης τῶν τρόπων αὐτοῦ, ἴσως ἡ συμπαθὴς φυσιογνωμία αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπηρέασαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὥστε κατέστη ἀνίκανος ἡ χεὶρ αὐτοῦ νὰ ὑπογράψῃ τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως (ἱλαρότης). Σφίγξατε λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὴν καρδίαν σας, ἐντείνατε τὰς δυνάμεις σας καὶ ὑπογράψατε τὸ διάταγμα, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἀπεκδυθῇ τὸν μανδύαν τῆς δικτατορικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν μαρτύρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουσι τῆς ὅλης αὐτῆς κακοηθείας, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδὲ αὐτὴ ἡ προστασία καὶ ἡ αἰσθηματικότης τῆς κορασίδος Ἀριστέας θ’ ἀρκέσῃ ἵνα τὸν σώσῃ (ἱλαρότης), οὐδὲ καμμία ἄλλη προστασία ἀνωτέρα ταύτης. Σᾶς παρακαλῶ ἑπομένως, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ὑπογράψητε τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεώς του· διότι, ἐὰν δὲν πράξητε τοῦτο, θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον, ὅτι τὸν μὲν Δερλερὲν, τὸν γενναῖον καὶ ἔντιμον ἐκεῖνον ὑπολοχαγὸν, θὰ πονῶμεν ὡς θῦμα συκοφαντίας, τὸν δὲ κύριον πταίστην ὅλων αὐτῶν τῶν ἀχρειοτήτων θὰ βλέπωμεν πάλιν κομπάζοντα ἐν ταῖς πλατείαις ὡς ταών. Καὶ λέγω ὅτι θὰ πονῶμεν τὸν Δερλερὲν, διότι πικρὰ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι τοιαύτη ἀποβαίνει ἡ τύχη, ὅταν πρόκειται πάλη μεταξὺ ἀδυνάτου καὶ ἰσχυροῦ. Ἐὰν λοιπὸν ποθεῖτε νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς ὃν ἀνήκει, μὴ ὀκνήσητε, ὡς ἐξέλθετε τῆς Βουλῆς, νὰ ὑπογράψητε τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ κ. Διευθυντοῦ.
§49Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καθ’ ὅλας σχεδὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἠκούσαμεν πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων διεκτραγῳδούντων τὰ κατὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Εὐτυχῶς ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Λακεδαίμονος, δὲν ἔχω νὰ διεκτραγῳδήσω τοιαῦτα ἐκ μέρους κακοποιῶν στοιχείων ἐξ ἰδιωτῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἔχω νὰ διεκτραγῳδήσω τοιαῦτα ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Διότι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Τοπάλης εἶπε προχθὲς, ὅτι ἐν τῇ ἰδικῇ του ἐπαρχίᾳ δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ εἰς τὰ κτήματά του ἕνεκα τῶν κακοποιῶν στοιχείων, βεβαιώθητε ὅτι ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ δὲν δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ κτήματά των καὶ νὰ καλλιεργήσωσιν αὐτὰ, οὐχὶ πλέον ἕνεκα τῶν ἐκ πολιτῶν κακοποιῶν στοιχείων, ἀλλ’ ἕνεκα αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Τὴν δημοσίαν λοιπὸν τάξιν ἐν Λακεδαίμονι δὲν διαταράττουσι, κύριοι Βουλευταί, κακοποιὰ στοιχεῖα, διότι ὁ λαὸς τῆς Λακεδαίμονος διακρίνεται ἐπὶ φιλονομίᾳ, τὰ δημόσια ὅμως ὄργανα, αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ὅλως αὐθαιρέτως, κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν νόμων, ἠθέλησαν νὰ ἐκδιώξωσιν ὁλοκλήρου χωρίου τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τὰς ἰδιοκτησίας των. Ἐζήτησα, κύριοι Βουλευταί, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εὐηρεστήθη οὗτος νὰ προσαγάγῃ τὴν ἀπόφασιν ἢ διαταγὴν τοῦ δασάρχου Λακωνίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευσεν εἰς ὁλόκληρον περιφέρειαν χωρίου τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν βοσκὴν, ἵνα ἴδωμεν ποῦ στηριζόμενος οὗτος προέβη εἰς τοιαύτην διαταγήν. Ἐν τῷ δήμῳ Κροκεῶν καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Λαγίῳ ὑπάρχουσι μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν πεφυτευμέναι μὲ βαλανιδόδενδρα. Ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ὑπάρχουσιν ἀναμὶξ ἰδιωτικὰ καὶ ἐθνικὰ κτήματα. Ὡς πάντες γινώσκομεν, ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν ἐν Ἑλλάδι δὲν στηρίζεται πάντοτε εἰς ἐγγράφους τίτλους, διότι καὶ ἐκ κληρονομικοῦ δικαιώματος ἀπὸ τῆς Τουρκοκρατίας ἔτι ὑπάρχουσι κτήσεις ἰδιωτικαὶ, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν κτημάτων κατέχονται καὶ νέμονται ὑπὸ ἰδιωτῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Οὕτω καὶ ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῷ ὑπάρχουσι καὶ ἰδιωτικὰ κτήματα ἄνευ ἐγγράφων τίτλων, καὶ ἐθνικὰ κατεχόμενα ὑπὸ ἰδιωτῶν διανοίᾳ κυρίου ἀπὸ πολλῶν χρόνων, ἀλλὰ καὶ τούτων ἡ κατοχὴ προστατεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πάντες ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα, ὄχι μόνον οἱ πολῖται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον, μὴ δίδον αὐτὸ πρῶτον τὸ παράδειγμα τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Ἔκπαλαι τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ἐθνικὰ βαλανιδόδενδρα ἐνοικιάζονται παρὰ διαφόρων ἐνοικιαστῶν, καὶ τὸ Δημόσιον εἰσπράττει τὸ εἰσόδημά του, βαθμηδὸν ὅμως καὶ κατ’ ὀλίγον ἐξεποιήθησαν τὰ πλεῖστα τῶν ἐν τῷ δήμῳ Κροκεῶν ἐθνικῶν κτημάτων, καὶ οὕτω τὸ μίσθωμα τὸ εἰσπραττόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου φυσικὸν ἦτο νὰ ἐλαττωθῇ, καὶ ἠλαττοῦτο κατ’ ἔτος. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι καί τινες πολῖται διὰ τῶν μισθώσεων τῆς ἐπικαρπίας εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταλάβωσιν ἄνευ δικαιώματος ἐθνικὰ κτήματα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἔλαβον μίαν κατοχὴν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Ἀτυχῶς ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ὑπάρχει εἷς εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος ἕνεκα προσωπικῶν λόγων, ἕνεκα ἐμπαθείας πρός τινας ἐκ τῶν πολιτῶν αὐτῶν, σχόντας τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλωσιν ἀναφορὰς κατ’ αὐτοῦ δι’ ἄλλας πράξεις, παρέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα ἀδίκως καὶ παρανόμως κατέχονται παρὰ τῶν πολιτῶν, καὶ ὅτι δύναται αὐτὸς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας νὰ ἀποβάλῃ ἄνευ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τοὺς πολίτας ἐκείνους ἀπὸ τῆς κατοχῆς των. Παραδόξως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεχόμενος τὴν τοιαύτην ἀναφορὰν τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου, παρήγγειλε τῷ δασάρχῃ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος μετὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ αὐτοδυνάμως καὶ βιαίως ἀπέβαλε τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τὰς ἰδιοκτησίας των, μὴ ἐπιτρέψας αὐτοῖς νὰ συλλέξωσι τὸν βαλανιδόκαρπόν των. Ἠθέλησαν οἱ πολῖται, προσφυγόντες καὶ εἰς τὴν ἐμὴν συνδρομὴν τὴν δικηγορικὴν, νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ζητήσωσι διὰ προσωρινῶν μέτρων ν’ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν τοιαύτην ἄδικον καὶ παράνομον πρᾶξιν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, εἰς ποῖον εἰρηνοδίκην νὰ καταφύγωσιν; Εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκαυχήθη ὅτι δύναται διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, παρὰ τὸν νόμον, νὰ ἀποβάλῃ βίᾳ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ κτήματά των; Κατέφυγόν τινες εἰς αὐτὸν δι’ ἀγωγῶν, καὶ αἱ ἀγωγαί των ἀπερρίφθησαν ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ὅλως παρανόμως, χωρὶς νὰ διαταχθῶσι κἂν ἀποδείξεις περὶ τῆς κατοχῆς των. Εἷς ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐκείνων, ἔχων ἰδιοκτησίαν οὐ μόνον ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ εἰς συνεχομένην περιφέρειαν τοῦ δήμου Γυθείου, ἐζήτησε τὴν δικηγορικήν μου συμβουλὴν, καὶ ἀπηύθυνε τὴν ἀγωγήν του οὐχὶ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου Κροκεῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου Γυθείου, τοῦ ὁποίου ὁ εἰρηνοδίκης ἦτο ἀμέτοχος πασῶν τούτων τῶν παρανομιῶν. Πράγματι ὁ εἰρηνοδίκης Γυθείου, παρ’ ὅλας τὰς στρεψοδίκους προτάσεις τῶν πληρεξουσίων τοῦ Δημοσίου,—τὰς ὁποίας, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὀφείλουσιν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πατάξωσι, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν εἰς τοὺς πληρεξουσίους των νὰ ἦναι στρεψοδικώτεροι τῶν χειροτέρων δικολάβων,— παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς προτάσεις τὰς στρεψοδίκους, ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος διέταξεν ἀποδείξεις περὶ τοῦ τίς εἶναι ὁ τελευταῖος κάτοχος τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποδείξεων, ἐξετασθέντων εἴκοσι περίπου μαρτύρων, ἀπεδείχθη πληρέστατα, ὅτι τελευταῖος κάτοχος τῶν κτημάτων ἐκείνων ἦτο ὁ ἐνάγων, ὅστις ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ὄχι κατὰ τὰ ἀμέσως παρελθόντα ἔτη, ἤτοι πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ πάππου του ἐνέμετο τὰ κτήματα ταῦτα, χωρὶς οὐδέποτε νὰ ἐνοχληθῇ οὔτε παρὰ τοῦ Δημοσίου οὔτε παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου. Ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ εἰρηνοδικῶν γραμματεὺς μάλιστα, διὰ νομιμωτάτης ἀποφάσεως, στηριζομένης εἰς ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, ἐδέχθη τὴν ἀγωγὴν καὶ ἀπέρριψε καὶ πάλιν τὰς ἐπανειλημμένας στρεψοδίκους προτάσεις τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Δημοσίου, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε προτείνων πρὸς ταῖς ἄλλαις στρεψοδικίαις καὶ ὅτι δὲν δύναται τὸ Εἰρηνοδικεῖον Γυθείου νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως, ἔστω καὶ ἂν ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ ὑπάγεται κτῆμα ἐκ τῶν ἐπιδίκων, τοῦθ’ ὅπερ δὲν θὰ ἐπετρέπετο οὐδ’ εἰς τὸν στρεψοδικώτερον δικολάβον νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἐν τούτοις ὁ πληρεξούσιος τοῦ Δημοσίου ἐπέμενεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁ εἰρηνοδίκης διὰ τῆς προδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ ὁ ἐν τῇ κατ’ ἀπόδειξιν δίκῃ δικάσεως εἰρηνοδικῶν γραμματεὺς, πολὺ ὀρθῶς ποιοῦντες, ἀπέρριψαν τὴν ἔνστασίν του ταύτην. Σημειωτέον ὅτι ὁ πληρεξούσιος τοῦ Δημοσίου, προτείνων τοιαύτην ἔνστασιν κατὰ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Εἰρηνοδικείου Γυθείου, ἐπεδίωκε νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου Κροκεῶν, ὅστις ἐξ ἔχθρας ἐνήργει κατὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, αὐτὸς ἀνακινήσας τὸ ζήτημα τῆς βιαίας καὶ παρανόμου ἀποβολῆς αὐτῶν ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῶν ἰδιοκτησιῶν των διὰ στρατιωτῶν, καὶ συνεργαζόμενος πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ δασάρχου, δημοσίᾳ δὲ προλέγων καὶ προαποφαινόμενος ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ τοιαύτας περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀγωγάς, κηδόμενος δῆθεν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος διὰ ψευδῶν καταστάσεων περὶ ὁδοιπορικῶν ἐκμυζεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὡς προεῖπον, ὁ εἰρηνοδικῶν γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Γυθείου ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχθη τὴν ἀγωγὴν καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τὸ Δημόσιον πᾶσαν περαιτέρω διατάραξιν τῆς κατοχῆς τοῦ πολίτου ἐκείνου. Τὸ Δημόσιον ὅμως, διὰ τοῦ δασάρχου Λακωνίας, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ βαλανιδοκάρπου τῶν ἰδιοκτητῶν,—διότι οὐδὲν ἄλλο ἢ διαρπαγὴν ἀλλοτρίων διὰ τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου διέπραξεν,—ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην αὐθαιρεσίαν κατὰ τῶν αὐτῶν πολιτῶν προέβη. Ὁ αὐτὸς δασάρχης ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου νὰ προσαγάγῃ, καὶ δι’ αὐτῆς ἀπηγόρευσε τὴν καλλιέργειαν καὶ βόσκησιν καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Λαγίου. Ποῦ ὅμως στηριζόμενος ὁ δημόσιος οὗτος ὑπάλληλος ἐξέδωκε τοιαύτην διαταγήν; Ἀκούσατε, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, τί ἀναφέρει εἰς τὴν διαταγήν του ὁ δασάρχης οὗτος (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς, ὁ δασάρχης Λακεδαίμονος, παρατηρήσαντες ὅτι εἰς τὸ καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Λαγίου, τοῦ δήμου Κροκεῶν, τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, κείμενον ἐθνικὸν ἐκ βαλανιδοδένδρων δάσος, ὡς ἐκ τῆς ἀδιαλείπτου βοσκῆς τῶν παντὸς εἴδους ζώων, καταστρέφονται ἅπαντα τὰ φυόμενα δένδρα, τὰ δὲ ὑπάρχοντα μεγάλα τοιαῦτα, ἐκτὸς τῆς ἐπερχομένης ὑπὸ τῶν ζώων καταστροφῆς, τακτικῶς κατ’ ἔτος καταστρέφονται, καὶ ὡς ἐκ τοῦ γήρατος τείνει πρὸς καταστροφὴν τὸ ὅλον ἐθνικὸν δάσος, ὅπερ παρέχει μεγάλας προσόδους εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας ἐκ τῆς συλλογῆς τοῦ βαλανιδοκάρπου, ἡ δὲ ἔκτασις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δάσους, ἀνερχομένη εἰς 100,000 ὡς ἔγγιστα στρέμματα», (ἤτοι συμπεριέλαβεν ὁλόκληρον τὸν δῆμον) «καὶ περιέχοντα ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Λαγίου, ὁροθετεῖται ὡς ἑξῆς.... «Ἰδόντες»—προσέξατε εἰς τοῦτο, κύριοι Βουλευταί,—«καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 10 Αὐγούστου 1861 ΧΠʹ νόμου, καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1893 ἐκτελεστικοῦ Β. Διατάγματος, διατάσσομεν: «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ δέκα συνεχῆ ἔτη ἡ βοσκὴ παντὸς εἴδους ζώων καὶ ἡ καλλιέργεια εἰς τὸ μὴ καλλιεργηθὲν μέχρι τοῦδε μέρος ἐπὶ τῆς ἄνω ἀναφερομένης δασικῆς θέσεως, ἤτοι καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Λαγίου, οἱ δὲ ἐκ προθέσεως ἢ ἐξ ἀμελείας ἀφίνοντες νὰ εἰσέλθωσιν ἐν αὐτῇ τὰ ζῶά των, τιμωροῦνται κλπ.» Τί λέγουν τὰ ἄρθρα αὐτά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ δημόσιος αὐτὸς ὑπάλληλος ἀπαγορεύει τὴν βόσκησιν οὐχὶ πλέον ἐν τοῖς ἐθνικοῖς δάσεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἰδιωτικοῖς; Ὁ νόμος τοῦ 1861 ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 3: «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ δεκαετίαν ἡ βοσκὴ καὶ καλλιέργεια εἰς κεκαυμένα δάση, εἴτε δημόσια, εἴτε ἰδιωτικά....» Ἀναφέρει ἡ διαταγὴ ἐκείνη τοῦ δασάρχου, ὅτι πρόκειται περὶ κεκαυμένου δάσους; Πῶς λοιπὸν, κύριε Ὑπουργέ, δέχεσθε τὴν τοιαύτην διαταγὴν ὡς νόμιμον, καὶ διατάσσετε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς; Ἡ διαταγὴ τοῦ δασάρχου σας λέγει ῥητῶς, ὅτι τὰ δάση αὐτὰ κατὰ τὴν τρίμηνον ἐκεῖ διαμονήν του πρὸς περιστολὴν τῆς συλλογῆς τοῦ καρποῦ τῶν ἰδιοκτητῶν, εὗρε καταστρεφόμενα ἐκ τῆς βοσκῆς τῶν διαφόρων ζώων, οὐχὶ ἐκ πυρκαϊᾶς, οὐχὶ ἐξ ἐμπρησμοῦ τινος. Πῶς λοιπὸν δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ βοσκὴ εἰς δάση μὴ κεκαυμένα διὰ διαταγῆς δασάρχου; Ἐπικαλεῖται οὗτος ἐν τῇ ἀπορίᾳ ἄλλου νόμου, δικαιολογοῦντος τὴν πρᾶξίν του, καὶ ἕτερον ἄρθρον τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος τῆς 19 Αὐγούστου 1893, τὸ ἄρθρον 5. Τί λέγει τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Εἰδικώτερον ὑπάγονται εἰς τὸ διὰ τοῦ ἀπὸ 4 Μαρτίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος συσταθὲν τμῆμα δασῶν.... 5) ἡ δασικὴ ὁδοποιία καὶ ἡ κατασκευὴ μέσων μεταφορᾶς τῶν δασικῶν προϊόντων, ἡ ἀνέγερσις καὶ συντήρησις δασικῶν κτιρίων καὶ οἰκίσκων.» Βλέπετε ὑμεῖς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ διατάγματος, ὅτι δίδεται εἰς τὸν δασάρχην δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν βόσκησιν καὶ καλλιέργειαν ἔστω καὶ ἐθνικῶν δασῶν; Νομίζω λοιπὸν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας νὰ παραβαίνωσιν αὐτὰ πρῶτα τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ εἶπον, ὅτι, ἂν ἐν Λακεδαίμονι εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχουσι κακοποιὰ στοιχεῖα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἠθέλησαν τὴν ἔλλειψιν ταύτην ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῦ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἡ τοιαύτη ἔκνομος διαγωγὴ τούτων; Δὲν πρόκειται περὶ μικρᾶς καὶ ἀσημάντου ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν εὐκόλως δύνανται οἱ πολῖται νὰ ἐγκαταλείψωσι, καὶ νὰ μὴ θελήσωσι νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῆς διὰ θυσίας αὐτῆς τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας καὶ αὐτῆς ἐπὶ τέλους τῆς ζωῆς των. Ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας, Κύριοι, ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ εἰδικὸν στρατιωτικὸν σταθμὸν ἐγκαθίδρυσεν ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπερασπίσωσι τὰς ἰδιοκτησίας των καὶ διὰ τῶν ὅπλων, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τοῖς χορηγεῖ τὸ ἄρθρον 99 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ εὑρίσκονται ἐν πληρεστάτῳ δικαίῳ νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι πρὸς οὐδεμίαν τῶν νομίμων ἀρχῶν δύνανται νὰ εὕρωσι καταφύγιον. Αἱ ἀρχαὶ αἱ ἐπιτετραμμέναι τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν κατὰ τὰς ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους κανονιζομένας διατάξεις, αἱ ἀρχαὶ αὗται αἱ δικαστικαὶ ἐν Λακεδαίμονι,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—ὡς συνωμόται μετὰ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Κροκεῶν, καταστρέφουσι τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, ἐν ἐπιγνώσει διαστρέφουσαι τὴν ἀλήθειαν καὶ παρορῶσαι τὰς δικονομικὰς διατάξεις. Ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφον τῶν ἐνόρκων καταθέσεων πάντων τῶν μαρτύρων, τῶν ἐξετασθέντων ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ παρακαλῶ, ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ αὐτάς. Πάντες οἱ μάρτυρες οὗτοι, τὰ αὐτὰ καταθέτοντες, βεβαιοῦσιν, ὅτι τὴν κατοχὴν τῶν κτημάτων, περὶ ὧν ἡ δίκη, ἧς πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, ἔχουσιν οἱ ἐνάγοντες ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, καὶ ἐνῷ ὁ εἰρηνοδικῶν γραμματεύς, λίαν ὀρθῶς κρίνων, ἀπέρριψε τὴν ἀγωγήν, ἔρχονται κατ’ ἔφεσιν οἱ κύριοι πρωτοδίκαι, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντα παντὸς ἄλλου πολίτου, πλὴν αὐτῶν, ἔστω καὶ ἀδικοῦντες αὐτοὺς παρανόμως, καὶ δι’ ἀποφάσεως ἐκδοθείσης πρό τινων ἡμερῶν, τῆς ὁποίας τὸ σκεπτικὸν ἐπίσης καταθέτω, ἵνα ἴδῃ ὅστις ἐξ ὑμῶν θέλει, πῶς σκέπτονται οἱ κύριοι πρωτοδίκαι, ἐπιβάλλουσιν ὅρκον ἀπαλλακτικὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ καὶ αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες, οἱ διενεργήσαντες τὰς πράξεις ταύτας συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ δασάρχου των, ἐξεταζόμενοι ὡς μάρτυρες, ἀνομολογοῦσιν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οἱ ἐνάγοντες εὑρίσκοντο ἐν τῇ κατοχῇ τῶν ἐπιδίκων κτημάτων, καὶ ἐνέμοντο τοὺς καρποὺς αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί. Ἔπρεπε νὰ πέσῃ καὶ θῦμα τοῦ καθήκοντός του καὶ τῆς εὐθυκρισίας του ὁ εἰρηνοδικῶν ἐκεῖνος γραμματεύς. Ὁ δασάρχης, καὶ νομίζω καὶ ὁ εἰρηνοδίκης Κροκεῶν, αὐτόκλητοι ἐπικριταὶ τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἀπήρεσεν εἰς αὐτοὺς, ἀνέφεραν κατὰ τοῦ γραμματέως τούτου, καὶ συνεπείᾳ τῶν παραστάσεων αὐτῶν πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπαυσεν αὐτόν. Παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἡ πληροφορία μου αὕτη εἶναι ἀκριβὴς, νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἔπαυσε τὸν γραμματέα αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔσφαλεν οὗτος ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν μαρτυριῶν, νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς νὰ παύσητε ἕνα δικαστὴν, διότι ἐξέδωκεν ἐσφαλμένην ἀπόφασιν; Καὶ ἂν ἐπαύσατε ἐκεῖνον διὰ τοιαύτην αἰτίαν, δι’ ἐσφαλμένην ἔστω ἐκτίμησιν μαρτυριῶν, τότε δικαιοῦμαι πολὺ μᾶλλον νὰ ἀξιώσω νὰ παύσητε τὸν εἰρηνοδίκην Κροκεῶν, ὅστις ἐξέδωκεν ἀπόφασιν οὐχὶ δι’ ἐκτίμησιν μαρτυριῶν ἐσφαλμένην, ἀλλ’ ἀπόφασιν νομικῶς ἐκτρωματικὴν, μὴ ἐπιτρεπομένην οὐχὶ εἰς εἰρηνοδίκην, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς δικαστικὸν κλητῆρα. Ἐν δίκῃ περὶ προσωρινῶν μέτρων μεταξὺ δύο διαδίκων ἐνεφανίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτόκλητος ἡ σύζυγος τοῦ ἐναγομένου, φωνάζουσα, ὅτι τὸ ἐφ’ οὗ ἡ ἔρις κτῆμα ἀνήκει εἰς αὐτὴν, λέγουσα δ’ ἐν ταὐτῷ, ὅτι τότε τὸ πρῶτον ἠθέλησε νὰ καταλάβῃ αὐτὸ, ὁ δὲ εἰρηνοδίκης, χωρὶς νὰ ἦναι αὕτη διάδικος, χωρὶς νὰ κληθῇ ὑπ’ οὐδενὸς τῶν ἄλλων διαδίκων, χωρὶς αὐτὴ νὰ κοινοποιήσῃ δικόγραφον παρεμβάσεως ἢ κἂν προφορικῶς κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ δηλώσῃ ὅτι ἐμφανίζεται ὡς παρεμβαίνουσα, καὶ χωρὶς νὰ καταθέσῃ προτάσεις, ἐθεώρησεν αὐτὴν διάδικον, καὶ ἀπήγγειλεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀπηγόρευσε καὶ εἰς αὐτὴν πᾶσαν διατάραξιν τῆς κατοχῆς τοῦ ἐνάγοντος, καὶ ἡ ὁποία ἀπόφασις ἐξηφανίσθη, ὡς εἰκὸς, ὑπὸ τοῦ κατ’ ἔφεσιν δικάσαντος Πρωτοδικείου. Τοιοῦτος ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ δασάρχου ἀνέλαβε νὰ προασπίσῃ αὐθαιρέτως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ ἐπεζήτησε τὴν παῦσιν τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Γυθείου, ὡς μὴ ἐκτιμήσαντος καλῶς τὰς μαρτυρίας ἐν τῇ εἰρημένῃ ὑποθέσει! Ταῦτα πάντα λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πιστεύω ὅτι θὰ σπεύσῃ ν’ ἀναστείλῃ τὴν διὰ τῆς παρανόμου αὐτῆς διαταγῆς τοῦ δασάρχου Λακωνίας ἀπαγόρευσιν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς βοσκήσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ Λαγίου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ δασάρχης, πᾶν ἄλλο δίδουσιν ἢ τοιοῦτον δικαίωμα ἀπαγορεύσεως βοσκήσεως εἰς δάση, καὶ μάλιστα ἰδιόκτητα. Ἐὰν πράγματι παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, δὲν παραβλάπτονται παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, τοὺς ὁποίους ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ δασάρχης εἰσηγήσαντο εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ καταδιώξῃ, ἀλλὰ παραβλάπτονται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καίτοι δι’ ὁριστικῶν ἀποφάσεων ἀνεγνωρίσθη τὸ Δημόσιον συνιδιοκτήτης ἀπεράντου ἐκτάσεως βοσκῶν καὶ βαλανιδοπεριβόλων μετ’ ἄλλων ἰδιωτῶν, νομίζω μετὰ τῆς οἰκογενείας Ἀντωνακαίων ἢ Γρηγοράκηδων, ἀφίνουσι τοὺς συνιδιοκτήτας τούτους νὰ νέμωνται τὸ ὅλον, καὶ παραμελοῦσι νὰ λάβωσι τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ Δημόσιον ἥμισυ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀφοῦ λοιπὸν παρ’ αὐτῶν δὲν ἐζήτησε τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ τὰ δικαστικῶς ἀνεγνωρισμένα δικαιώματά του ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, πῶς ζητεῖ ἤδη ὅλως παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως διὰ τῆς βίας νὰ ἐκδιώξῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τῶν κτημάτων των, ἄνευ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ; Ἔχομεν νόμους, καὶ κατὰ τοὺς νόμους τούτους πρέπει νὰ διοικώμεθα καὶ νὰ κρινώμεθα. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα ἐν τῷ Κράτει νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους τόσον ἀσυστόλως. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς τὸν τυχόντα χωροφύλακα ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον διοικητικὸν ἢ στρατιωτικὸν ὑπάλληλον νὰ κρίνῃ αὐτὸς περὶ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν! Εἶπον πρότερον, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι συμπράττει πρὸς τὴν τοιαύτην παράνομον ἐνέργειαν. Ἀπό τινων ἐτῶν οἱ χωροφύλακες, περιερχόμενοι τὰ χωρία ἐκεῖνα, συντάττουσι πρωτόκολλα κατὰ τῶν χωρικῶν, καταγγέλλοντες ὅτι εὗρον εἰς τὰς οἰκίας ἢ καλύβας αὐτῶν βαλανίδιον, καὶ ὅτι τοῦτο ἔχουσι συλλέξει ἀπὸ ἐθνικὰ δένδρα. Τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ καὶ μόνα ἀρκοῦσιν, ἵνα συρθῇ ὁ ἀτυχὴς φορολογούμενος, διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ὁποίου τρέφονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται, καὶ νὰ τιμωρηθῇ ἀμειλίκτως, διότι οἱ κύριοι οὗτοι ἐνώπιον τῶν κ. δικαστῶν οὐδόλως θέλουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τοὺς τίτλους καὶ τοὺς μάρτυρας, οὓς προσάγει ὁ κατηγορούμενος πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι συνέλεξεν ἐξ ἰδιοκτήτων κτημάτων του τὸν καρπόν, περὶ οὗ τὸ πρωτόκολλον τοῦ χωροφύλακος, καὶ πείθονται εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς πῶς γνωρίζει ποῖα εἶναι τὰ ἐθνικὰ καὶ ποῖα τὰ ἰδιόκτητα βαλανιδόδενδρα, ἵνα βεβαιώσῃ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ του πόθεν συνέλεξε τὸν βαλανιδόκαρπον ὁ καθ’ οὗ τὸ πρωτόκολλον; Συνεπείᾳ παραπόνων τῶν χωρικῶν ἐκείνων τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε καὶ μετέβησαν ἐπὶ τόπου ὁ νομάρχης καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ὅπως μετὰ τοῦ δασάρχου ἐξακριβώσωσι καὶ καθορίσωσι ποῖα εἶναι τὰ ἐθνικὰ καὶ ποῖα τὰ ἰδιόκτητα βαλανιδόδενδρα. Μεταβάντες οὗτοι ἐκεῖ, καθώρισαν τὰς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν.—Ἂς δεχθῶμεν ὅτι εἶχον τοιοῦτον ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα.—Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν αὐτῶν, καὶ τούτων τὴν ἀπόφασιν δὲν ἐσεβάσθη ὁ δασάρχης, καὶ ἐξέτεινε τὴν ἀπαγορευτικήν του διάταξιν καθ’ ἅπασαν τὴν κτηματικὴν περιφέρειαν Λαγίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν κ. δασάρχην νὰ παύσῃ ἐκτελῶν τὴν παράνομον αὐτὴν διαταγήν. Πρέπει νὰ ἐκτελῆτε, κύριε Ὑπουργέ, τοὺς νόμους, καὶ νὰ μὴ δίδητε τὸ παράδειγμα τῆς παραβιάσεως αὐτῶν.
§50ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανορθώσω ἀνακριβείας τινάς, εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι οἱ συνιδιοκτῆται τοῦ Δημοσίου ἐνέμοντο μέχρι τοῦ 1890 τὸ κτῆμα αὐτό, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐνῳκιάζετο μόνον ἡ μερὶς τοῦ Δημοσίου ἀντὶ 30,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1895 ἡ ἐνοικίασις κατέπεσεν εἰς 2,000 δραχμάς, ἀπὸ δὲ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1898 δὲν ἐνῳκιάσθη παντάπασι. Μόνον ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε πρόνοιαν ν’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ δασάρχην ἀληθῶς ἔντιμον καὶ δραστήριον, ὅστις ἐπελήφθη τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ κτήματος καὶ κατώρθωσε νὰ συλλέξῃ μέγα μέρος τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας τοῦ βαλανιδοκάρπου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι περιέπεσεν εἰς πλάνας τινάς, ἀλλ’ ἐνήργησε καλῇ τῇ πίστει. Θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον βίᾳ ἐξεδίωξεν ἐκεῖθεν τοὺς κατόχους καὶ καλῇ τῇ πίστει κυρίους τοῦ κτήματος αὐτοῦ, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἐνῳκιάζετο. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀνακριβειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὁ κ. συνάδελφος περιέπεσε, καλῇ τῇ πίστει, ἐπαναλαμβάνω.
§51Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τότε εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον τόσας χιλιάδας, διότι ἐνῳκίαζε τὰ ἐθνικὰ βαλανιδόδενδρα ὁλοκλήρου τοῦ δήμου Κροκεῶν, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξεποιήθησαν πάντα σχεδὸν τὰ ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ ἐθνικὰ κτήματα, καὶ μόνον τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ Λαγίου μένουσιν ἀνεκποίητα, καὶ ταῦτα οὐχὶ πάντα· ὥστε ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως εἰσεπράττετο πρότερον. Εἰς τὴν αἰτίαν δὲ ταύτην ἀποδοτέον καὶ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τοῦ βαλανιδοκάρπου. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρημέλησε τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τὴν περιουσίαν του καὶ ἀφῆκε νὰ καταλάβωσιν αὐτὴν ἄλλοι, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται σήμερον εἰς αὐτὸ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν διὰ τῆς βίας καὶ οὐχὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ; Ἔχει εὐθύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν παρὰ τὸν νόμον πράττῃ τοιαύτας πράξεις. Δὲν θαυμάζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου Βουλευτὴς ἐκφέρει τοιαύτας γνώμας, διότι δὲν εἶναι νομικός. Ἀλλὰ ἀλλοίμονον, ἐὰν ἀφήσωμεν εἰς τὸν δασάρχην νὰ κρίνῃ ποῖον εἶναι τὸ ἐθνικὸν καὶ ποῖον τὸ ἰδιόκτητον! Τότε καταργήσατε τὰ δικαστήρια, καὶ εἴπετε σατραπικώτατα, ὅτι εἰς τὰς διαφορὰς μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν θὰ δικάζῃ ὁ ἔφορος καὶ ὁ δασάρχης ἢ ὁ χωροφύλαξ.
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων· τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν, καὶ σήμερον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του, παραστήσας, ὅτι παρηνόμησαν αἱ ἀρχαί. Εἰς ἐμὲ παρεστάθη, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λαγίου συλλέγουσι τὸν βαλανιδόκαρπον χωρὶς νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ καρποῦ τούτου τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ ποσοστόν. Διέταξα τὸν δασάρχην, ἵνα παραστήσῃ εἰς τοὺς πολίτας τούτους, ὅτι παρανομοῦσι. Μὴ γινώσκων καλῶς, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, παρήγγειλα, ὅπως ὁ νομάρχης καὶ ὁ ἔφορος μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου, ἐξετάσωσι τὰ πράγματα ἐπιτοπίως καὶ συμβουλεύσωσι τοὺς πολίτας νὰ μὴ παρανομῶσι· κατωρθώθη δὲ, τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ τὸ δικαίωμα τοῦ βαλανιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτό. Προέβην δὲ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, καθόσον κατὰ τὰς πληροφορίας, αἵτινες μοὶ εἶχον δοθῆ, τὸ μίσθωμα αὐτὸ εἶχεν ἐλαττωθῆ ἐπαισθητῶς· διότι ἄλλοτε τὸ Δημόσιον ἀπελάμβανε 28,000, τελευταῖον δὲ ἐλάμβανε μόνον 2,000. Δὲν ἠλαττώθη δὲ τὸ μίσθωμα διότι ἐξεποιήθησαν τὰ ἄλλα κτήματα· διότι, ὡς γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ποτὲ δὲν ἐξεποιήθησαν τὰ δάση τῶν βαλανιδοδένδρων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς παρέστησε τὴν διαταγὴν ὡς ἐκδοθεῖσαν παρὰ τὸν νόμον, παρέστησε δὲ συγχρόνως, ὅτι ἡ ἀπαγορευτικὴ αὕτη διάταξις παρεμβάλλει μεγίστην δυσκολίαν εἰς τὴν νομὴν τῶν ζώων, θὰ ἐξετάσω καὶ εἰδικώτερον, ἐὰν ὄντως ὁ δασάρχης τοιαύτην παρανόμως ἐξέδωκε διαταγήν.
§53Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι ἱκανῶς σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς ὑμετέρας μελέτης. Πρόκειται νὰ μεταβάλητε κατάστασιν, ἥτις ἐπικρατεῖ ἀνέκαθεν· διότι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι ἔχουν ἀνέκαθεν τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς ἐπὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ δασάρχης αὐθαιρέτως ἀπηγόρευσε τὰς βοσκὰς, καὶ τώρα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐννοεῖται ὅτι ἀναγκάζονται νὰ ἀποκρούσωσι τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι λοιπὸν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης παρακαλοῦμεν, ὅπως τὸ ταχύτερον μεριμνήσητε περὶ τούτου. Προσθέτω δὲ, ὅτι περὶ Ἑλλάδος πρόκειται, καὶ ἂν αἱ Κυβερνήσεις δὲν κρίνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐστηροῦ δικαίου, δὲν πράττουσι κακῶς· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐνεργήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν δικαιότερον καὶ ἐπιεικέστερον.
§54Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀληθῶς τὸ κτῆμα αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ κατελήφθη ἀπὸ διαφόρους κατοίκους. Διωρίσθη μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐκανόνισε—δικαίως ἢ ἀδίκως—τὰ πράγματα. Τὸ ἄδικον εἶναι τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ὅτι καὶ γαίας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐκαλλιέργουν οἱ κάτοικοι, ἀφαιρεῖ τὸ Δημόσιον, καὶ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι ζημιώνονται οἱ κάτοικοι.
§55Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἀνεγείρῃ τὰ δικαστικὰ μέγαρα εἰς τὸ Πυροβολικόν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἀπεφασίσθη.
§57ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ ζήτημα τῆς βοσκῆς, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ὁ λόγος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἄρῃ, εἰ δυνατὸν, τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς βοσκῆς.
§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐγένετο λόγος, προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, περὶ ἀποστολῆς στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ Βουλὴ τότε σχεδὸν ὁμοφώνως ἐξεφράσθη, ὅτι εἶναι ἀναχρονισμὸς νὰ ἀνατίθηται κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἰς στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ἐνῷ ὑπάρχει στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἥτις εἶναι ἐπαρκής. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Φαρῶν ἐστάλη ἀπόσπασμα στρατιωτικὸν, μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὰς διαταγὰς τῆς ἀστυνομίας, ὁ δὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸς ἐσχετίσθη μετὰ προσώπων ἐχόντων κομματικὰ συμφέροντα, καὶ συλλαμβάνει διαφόρους ὡς ὑπόπτους ζωοκλοπῆς καὶ τοὺς κακοποιεῖ. Περὶ τούτου ἐδόθησαν καὶ διάφοροι καταγγελίαι εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Πατρῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι τὰ ἀποσπάσματα ταῦτα δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ ἐνεργῶσιν ὅλως διόλου ἀνεξάρτητα καὶ κατ’ ἰδίαν θέλησιν. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ πέμψῃ δύναμιν στρατιωτικὴν εἴς τινας ἐπαρχίας, ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὴν νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν. Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς καὶ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τῆς τοιαύτης καταπιέσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ εἶχον γνῶσιν, ὅτι δηλαδὴ εἶχε διορισθῆ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐν Κρήτῃ, Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ διεκρίθησαν. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐργάζεται, καὶ εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα κατέληξε.
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζεται ἀδιακόπως.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον λόγος, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπῆρξαν ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Ὑπάρχουσι δέ τινες, οἵτινες διεκρίθησαν καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου. Περὶ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις, αἵτινες εἶναι εὔκολον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ διαιωνίσῃ τὸ ζήτημα, καλλίτερον νὰ λεχθῇ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται ὑπὲρ αὐτῶν κανὲν δικαίωμα. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ὀρθόν· πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ τίτλοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὑπάρχουσι δὲ καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἐπληγώθησαν. Ἵνα μὴ ζητήσω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἑτέρου θέματος. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας σχετιζομένας μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καθὼς καὶ μὲ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ταύτας ἐγκαίρως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα τὰς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἐπίσης ζητῶ καί τινας πληροφορίας διὰ γραπτῆς σημειώσεως, σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν πρώτην ἐπερώτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας, ἐὰν ἐγένετο καταμέτρησις τῶν ἀμπέλων. Ἐπειδὴ τοιαύτη δὲν ἐγένετο, δὲν ἔχω νὰ δώσω πληροφορίας. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν, ἐζήτησα νὰ προσαχθῇ πληροφορία περὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν σφαζομένων ζώων, ἀλλὰ περὶ τούτου προχείρως δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω. Ἔχω πολλαχόθεν πληροφορίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις τινὲς, ὅταν προσαχθῶσι πᾶσαι, θέλω τὰς φέρει. Ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀφήσῃ νὰ μεσολαβήσωσιν ἡμέραι τινὲς, θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ὁριστικώτερα.
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ ὀλίγων ἡμερῶν, αἵτινες νὰ προηγηθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον ταχέως, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, ὅπως λάβωμεν ἐγκαίρως γνῶσιν αὐτῶν.
§63Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, διεβιβάσθησαν καὶ πρὸς ἐμὲ, οὐ μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ πρὸ πολλοῦ. Ὁ κ. Μοίραρχος ἔλαβε γνῶσιν ἀναφορᾶς, ὅπως διορίσῃ ἀξιωματικὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων, ἀλλ’ ἀγνοῶ διατὶ μέχρι σήμερον δὲν διώρισε.
§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. Ρικάκης ἔφερε τὸν λόγον περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐνδιαφέρει βεβαίως καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως καὶ τὴν Βουλὴν πᾶσαν· ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι λείπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ σπουδὴ, ἥτις πρέπει νὰ ἦναι ἴση πρὸς τὸ ἐνδιαφέρον. Ἐν Ἑλλάδι τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας ἀντικατεστήσαμεν διὰ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπῶν, διότι τρεῖς μέχρι τοῦδε συνεστήθησαν καὶ δὲν γνωρίζω τί ἐνηργήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πάντως ὅμως ἡ βραδύτης δὲν εἶναι ἀξιοκατάκριτος. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα ὑποβάλλω ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν χηρῶν ἀστυφυλάκων γενναίως πεσόντων εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου. Περὶ τῶν χηρῶν ἐν γένει τῶν στρατιωτικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ φέρῃ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν γνωστὸν νόμον, ἀλλ’ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἔδει νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αἱ ὀλίγαι χῆραι τῶν ἀστυφυλάκων, οἵτινες ὠργανώθησαν ὡς στρατιωτικὸν σῶμα καὶ ἐπολέμησαν καὶ ἔπεσαν εἰς τὰς μάχας τοῦ Γριμπόβου. Τοσοῦτῳ δὲ μᾶλλον, εἶναι ἄξιαι συνδρομῆς αἱ χῆραι αὗται, καθόσον ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῶν εἰρημένων ἀστυφυλάκων ἦτο ξένη τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Πολιτεία κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχεν ἀνάγκην ἀνδρῶν στρατιωτικὴν λαβόντων ἐκπαίδευσιν ὠργανώθη τὸ σῶμα τῶν ἀστυφυλάκων. Ἐὰν ἡ αὐστηρότης τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκτείνῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν χηρῶν τῶν ἀστυφυλάκων, δύναται ὅμως ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ τῷ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν ἰδέαν, ἵνα εἰσαγάγῃ νέον νόμον. Τὸ ἔθνος ἀξιοῖ νὰ μὴ πένωνται αἱ χῆραι καὶ τὰ παιδιὰ τῶν ἐπιτελεσάντων τὸ καθῆκόν των. Παραδίδω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει φθάσει εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα διὰ τῆς αἰτήσεώς μου.
§65Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καθῆκον φρονῶ ἐθνικὸν ὅτι ἐκπληρῶ, σπεύδων νὰ διερμηνεύσω ἐπὶ τῷ ἀγγελθέντι θανάτῳ τοῦ Δουκὸς Οὐεστμίνστερ τὰ αἰσθήματα πάντων ἡμῶν ἐδῶ καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου. Ὑπάρχει ἄφθιτόν τι γένος ἀνδρῶν, οἵτινες, ἐξερχόμενοι τῶν στενῶν οἰκογενειακῶν ὁρίων καὶ τῶν ἐθνικῶν ἀκόμη, δίδουσι συμφώνως τῷ ὑψηλοτέρῳ ἠθικῷ νόμῳ ἔξοχον κοινωνικὴν καὶ διεθνῆ ἔκφρασιν εἰς τὴν ζωὴν αὐτῶν. Τὴν δύναμιν τοῦ πνεύματος, τοῦ γένους, τοῦ χρήματος ἀφιεροῦσιν εἰς τὰ ἰδεώδη τῆς ἀνθρωπότητος. Δι’ αὐτῶν ἑνοῦνται τὰ ἔθνη. Αἱ εὐγενεῖς καὶ ὑψηλαὶ ἰδέαι, ἵνα ὑπάρξωσί που, δι’ αὐτῶν ἐκδηλοῦνται. Οἱ ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ ἐλευθερίας καὶ ὑπάρξεως λαοὶ καὶ ἄτομα, τὰ θύματα τῆς ἀδικίας ἢ τῆς εἱμαρμένης, δεόμενα τοῦ Ὑψίστου ὑπὲρ ἀντιλήψεως καὶ βοηθείας, δι’ αὐτῶν ἀνακουφίζονται καὶ σώζονται. Δι’ αὐτῶν, οὕτως εἰπεῖν, ἐνανθρωπίζει τὸ θεῖον. Εἰς τὸ γένος τοῦτο ἀνήκει ὁ Δοὺξ Οὐεστμίνστερ. Ἀλλ’ ἂν, κατὰ μεγάλους ἱστορικοὺς καὶ συγγραφεῖς, ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ ὑπάρχῃ ἓν ἔθνος, ὅπερ ἐγένετο τὸ ὄργανον τῆς Θείας Προνοίας, δι’ οὗ ἐσπάρη πᾶσα εὐγενὴς καὶ ὑψηλὴ ἰδέα, τὸ ὁποῖον πρῶτον ἐδίδαξε τὸν πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἔρωτα, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Θεοῦ, τὴν Ἑλλάδα ἀγαπᾷ πᾶς ἀληθῶς μέγας καὶ ἔξοχος ἀνήρ, αἰσθανόμενος, ὅτι ἔχει, κατ’ ἔκφρασιν Γάλλου ἀκαδημαϊκοῦ, δύο πατρίδας, τὴν ἐν ᾗ ἐγεννήθη καὶ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τὴν πατρίδα ἡμῶν ὁ Δοὺξ Οὐεστμίνστερ ἠγάπησεν ἀνέκαθεν. Καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη αὐτὸς ἐγένετο ἡ ψυχὴ πάσης ὑπὲρ ἡμῶν κινήσεως ἐν Ἀγγλίᾳ, πρόεδρος ὢν τοῦ ἐν Λονδίνῳ Φιλελληνικοῦ Κομιτάτου. Ἀκόμη ἔναυλοί εἰσιν αἱ εὔγλωττοι αὐτοῦ διαμαρτυρίαι ὑπὲρ Κρήτης. Χιλιάδες λιρῶν, δι’ αὐτοῦ ἐρανισθεῖσαι, ἀπεστάλησαν εἰς Ἑλλάδα κατὰ τὸν τελευταῖον Κρητικὸν ἀγῶνα καὶ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον. Αὐτὸς προὐκάλεσε τὴν θαυμασίαν ἐκείνην ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἐπιστολὴν τοῦ Γλάδστωνος, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ κύκνειον ᾆσμα τοῦ Μεγάλου γέροντος. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας, ἀποδεδειγμένας ὑπὸ μεγάλων νεωτέρων φιλοσόφων καὶ πολιτειολόγων, ἡ Πολιτεία εἶναι ὀργανισμὸς, ἕκαστον δ’ ἄτομον οἱονεὶ κύτταρον ἐν αὐτῇ, οἱ μεγάλοι καὶ ἔξοχοι ἄνδρες εἶναι οἱ πνευματικοί, ὡς εἰπεῖν, λοβοί, δι’ ὧν σκέπτονται καὶ δρῶσιν οἱ λαοί. Καὶ διὰ τοῦ Δουκὸς Οὐεστμίνστερ καὶ τῶν ἄλλων ἑκάστοτε μεγάλων Ἄγγλων φιλελλήνων ἐκδηλοῦται ὑπὲρ ἡμῶν ἐξόχως ἡ ψυχὴ τοῦ μεγάλου εὐγενοῦς Ἀγγλικοῦ ἔθνους. Καὶ τίς Ἕλλην εὐγνώμων δὲν ἐνθυμεῖται τοὺς Βύρωνας, τοὺς Κάνιγκ, τοὺς Κοδριγκτῶνας, τοὺς Ἄστιγκ, τοὺς Κόχραν, τοὺς Τσοὺρτς, τοὺς Γλάδστωνας, τοὺς Οὐεστμίνστερ; Καὶ τίς λησμονεῖ, ὅτι ὁ ἀγγλικὸς λαὸς προσήνεγκεν ἡμῖν, ὅτε δὲν εἴχομεν ἀκόμη ἀναγνωρισθῆ ὡς ἐμπόλεμον μέρος, τὸ δάνειον ἐκεῖνο τῆς ἀνεξαρτησίας ἄνευ καὶ τῆς ἐλαχίστης περὶ ἀναλήψεως ἐλπίδος; Εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Ἀγγλίας δὲν ὀφείλομεν τὸ Ναυαρῖνον; Τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τίνα ὀφείλομεν; Τί διδάσκει ἡμᾶς ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἡ αὐτονομία τῆς Κρήτης; Ἡ Ἀγγλία δὲν προσηνέχθη ν’ ἀσφαλίσῃ μόνη τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν χάριν τῆς ταχυτέρας ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων; Δὲν λησμονοῦμεν! Καὶ εὐγνώμων πᾶς Ἕλλην, ὁπουδήποτε ὑπάρχει ζῶν καὶ δρῶν, ἀγαπᾷ καὶ τιμᾷ τὸ μέγα εὐγενὲς Ἀγγλικὸν ἔθνος. Ἐνῷ δὲ θαυμάζομεν τὴν διεξαγομένην ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ γιγαντομαχίαν, ἐν ᾗ δὲν εὑρίσκει τις νικητὰς ἢ ἡττημένους, διότι κατὰ τύπους δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἧττα ἡ ἀτυχία, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἀνδρείαν τῶν Βόερς, μακρὰν πάσης κρίσεως περὶ τοῦ ἐκεῖ ἀγῶνος, ἐκφερομένης παρ’ αὐτῶν τῶν Ἄγγλων ἢ παρ’ ἄλλων, ἡμεῖς, ἔμπλεοι τῆς ἁγνοτέρας εὐγνωμοσύνης, ἀναφωνοῦμεν «νίκα γηραιὰ Ἀγγλία!» Βεβαίως πολλάκις ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἔργων τῆς φύσεως ἢ τῆς Θείας Προνοίας, ἀτόμων ἢ ἐθνῶν ὁλοκλήρων, φρονοῦσί τινες, ὅτι εὑρίσκουσι πνεῦμα ἀτελείας ἢ ἀδικίας. Ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετάζηται τὸ ὅλον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω: Νίκα, Ἀγγλία, νίκησον χάριν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ πολιτισμοῦ, χάριν τῆς ἐν ὁλικωτέρᾳ ἐλευθερίᾳ προόδου τῆς ἀνθρωπότητος! Πλήρης τῶν ἰδεῶν τούτων, πεποιθώς, ὅτι διερμηνεύω ἁγνὸν τὸ αἴσθημα καὶ πάντων ὑμῶν ἐδῶ καὶ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ κατάλληλον συλλυπητήριον τηλεγράφημα πρὸς τὴν σεπτὴν χήραν τοῦ Δουκὸς Οὐεστμίνστερ, ἐξόχου τέκνου τῆς Ἀγγλίας καὶ μεγάλου φιλέλληνος, οὗ ἐν τῇ μνήμῃ καὶ τῇ δράσει ἑνοῦται τῇ μεγάλῃ Ἀγγλίᾳ ἡ μικρὰ μὲν, ἀλλὰ μεγάλη ἐν τῇ εὐγνωμοσύνῃ καὶ τῷ αἰσθήματι Ἑλλάς!
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ συντελέσω, ὅπως κατασταθῇ ἀναντίρρητον, ὅτι εἶναι ὁμόθυμος ἡ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀειμνήστου Δουκὸς τοῦ Οὐεστμίνστερ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ἐκδηλωθεῖσα συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ προαγορεύσαντος. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ διερμηνεύοντες τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας προθύμως θέλουσι καὶ οὗτοι συντελέσει εἰς τοῦτο. Αἱ θερμαὶ προσπάθειαι, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ὁ ἀείμνηστος Δοὺξ τοῦ Οὐεστμίνστερ ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, εἰσὶ γνωσταὶ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλληνικὴν χώραν· ἡ ἐλευθεριότης δ’ αὐτοῦ πολλάκις κατεδηλώθη ἐν τοῖς νοσοκομείοις τῶν τραυματιῶν καὶ ἐν ταῖς στέγαις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶχον καταφύγει ἄστεγοι καὶ παντοίας περιθάλψεως δεόμενοι πρόσφυγες. Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως συνιστᾷ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιστείλῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀειμνήστου φιλέλληνος τὰ ὁμοθύμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκδηλούμενα εἰλικρινῆ συλλυπητήρια.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὁμόθυμος, ὡς μαρτυρεῖ καὶ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξεφράσθη ἤδη ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, καθόσον, ἅμα ὡς ἔμαθε τὸν θάνατον τοῦ Δουκὸς, ἔσπευσε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της. Σήμερον, ὅτε τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμόθυμος ἐκφράζει τὴν λύπην αὐτῆς.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν ὁμόθυμον τῆς Βουλῆς τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην αὐτῆς ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Δουκὸς Οὐεστμίνστερ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 326,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§70Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴχομεν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ πληροφορίας τινάς.
§71Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ τὰς προσαγάγω αὔριον, διότι ἀργὰ ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς μὴ ὑπαγωγῆς εἰς στράτευσιν Ὀθωμανῶν.
§73Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ὑπέβαλε κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρατηρήσεις τινὰς, ἐφ’ ὧν ἐζήτησε νὰ λάβῃ ἀπάντησιν. Δὲν εἶχον λάβει ἐγκαίρως τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, δὲν εἶχον δ’ ἐννοήσει καὶ τί ἀκριβῶς ἐζήτει, ὅπως διατυπώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Σήμερον, ὅτε ἀνέγνωσα τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον, ἵνα μεταβάλω τὸ ἄρθρον. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἄλλοτε ψηφισθέντος, αἱ λέξεις «ἐθελουσία κατάταξις». Αἱ λέξεις ὅμως αὗται δὲν ὑποχρεώνουσι κανένα· εἶναι δικαίωμα τοῦ πολίτου νὰ ζητήσῃ, ὅπως καταταχθῇ, ἂν θέλῃ, εἶναι δικαίωμα τῆς Πολιτείας νὰ τὸν δεχθῇ. Εἶναι ζήτημα τυπικὸν, ὅπως εἶναι τυπικὴ καὶ ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸ μητρῷον. Δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ αὐτοὺς ἐγγεγραμμένους, χωρὶς νὰ τοὺς καλῇ εἰς τὰς τάξεις. Οἱ λόγοι δὲ, οἵτινες ὑπῆρχον πρότερον διὰ τὴν μὴ κατάταξιν τῶν Ὀθωμανῶν, ὑπάρχουσι καὶ σήμερον, καὶ περιττὸν νὰ λεχθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς ἔχει.
§74ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύει ὅτι ὑπῆρξεν ἔλλειψις συνεννοήσεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, ὅτι δηλαδὴ οἱ λόγοι, οὓς εἶπον, δὲν ἦσαν ἀρκετοὶ, ὥστε νὰ κατανοηθῶ παρ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ κατάστασιν παραπλησίαν ἐκείνης, εἰς ἣν διετελοῦμεν πρὸ τῆς τελευταίας μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον συμβαίνει. Πρὸ τῆς τελευταίας συνθήκης οἱ Ὀθωμανοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ δεχθέντες τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἦσαν πολῖται Ἕλληνες· ἀλλὰ μετὰ τὴν τελευταίαν συνθήκην, εἰς τούτους, τοὺς κεκτημένους ἤδη τὸ δικαίωμα καὶ ὑποκειμένους εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἐδόθη τριετὴς προθεσμία, ὅπως δηλώσωσι τίνα ὑπηκοότητα θέλουσι νὰ προτιμήσωσιν. Ἡ προθεσμία αὕτη, ἀρξαμένη κατὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου 1897, θέλει λήξει μετὰ ἓν ἔτος παρ’ ὀλίγας ἡμέρας. Πρὸ τῆς τελευταίας συνθήκης, τότε, ὅτε οὗτοι ἦσαν ὁριστικῶς πολῖται Ἕλληνες, τὸ Κράτος αὐθορμήτως, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήλλαξεν αὐτοὺς τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως διὰ λόγους ὑψηλοτέρους. Σήμερον τὸ Κράτος ἔρχεται πάλιν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, καὶ ἡ πρόνοια εἶναι ὀρθὴ, δι’ οὓς λόγους ἦτο καὶ πρότερον. Ἀλλὰ σήμερον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι πολιτῶν Ἑλλήνων, δικαιουμένων μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ σήμερον νὰ δηλώσωσιν ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὄντες πολῖται Ἕλληνες, καὶ εἰς τούτους τοὺς ἐπὶ αἱρέσει πολίτας Ἕλληνας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δίδομεν τὸ δικαίωμα ἐθελουσίας κατατάξεως. Τί δὲ δύναται νὰ συμβῇ; Ὁ Ἄλφα Ὀθωμανὸς, δι’ οἱονδήποτε λόγον, εὐγενῆ ἢ μὴ εὐγενῆ, ζητεῖ νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν ἐθελουσίως, καὶ δεχόμεθα αὐτόν· οὗτος ἐν τούτοις, δυνάμει τῆς συνθήκης, ἔχει τὸ δικαίωμα, μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τοῦ ὑπολειπομένου ἔτους, νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν θέλει νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην, καὶ, ἐνῷ εὑρίσκεται στρατιώτης, νὰ ὑποβάλῃ τὴν τοιαύτην δήλωσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν. Θὰ ἦναι δὲ ἠναγκασμένη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, τοῦτον, τὸν οὕτω γενόμενον μὴ πολίτην, ν’ ἀπολύσῃ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Δυνατὸν δὲ καὶ ἄλλαι περιπλοκαὶ καὶ δυσάρεστα νὰ συμβῶσιν, ἅτινα νομίζω ὀρθὸν νὰ ἀποφύγωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ πράγματος τόσον σπουδαίου, ἂν στερηθῶμεν τοιούτων ἐθελοντῶν· ποία δὲ εἶναι ἡ ζημία, ἂν εἴπωμεν ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς ἡ ἐθελουσία κατάταξις; Τοῦτο ὑποβάλλω. Ἂν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, δὲν ἔχω λόγους νὰ ἐπιμείνω περισσότερον· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν περὶ πράγματος, ὅπερ ἔχει ἀκριβῶς ὡς ἐξέθεσα.
§75Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συγχέει τὴν ἑλληνοτουρκικὴν σύμβασιν τοῦ 1881, τὴν ἐπικυρωθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882, πρὸς τὴν τοῦ 1897, τὴν τελευταίαν. Ἡ σύμβασις ἡ περιέχουσα τὴν διάταξιν, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κύριος συνάδελφος, εἶναι ἡ τοῦ 1881 καὶ ὄχι ἡ τοῦ 1897. Ἡ σύμβασις ἐκείνη καθορίζει τὴν περίπτωσιν, ἣν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, λέγουσα ἐν ἄρθρῳ 13, ὅτι «κατὰ τὸ αὐτὸ τριετὲς χρονικὸν διάστημα (ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων τῆς συμβάσεως) οἱ Μουσουλμάνοι δὲν θέλουσιν ὑποχρεοῦσθαι εἰς στρατείαν.» Οἱ νόμοι τοῦ 1882 καὶ 1894 παρέτειναν τὴν μὴ ὑπαγωγὴν τῶν Μουσουλμάνων εἰς στράτευσιν,—νόμοι δὲ κατ’ ἐπανάληψιν παρατείνουσι τὰς διορίας— ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἡ τελευταία οὐδὲν ἀναφέρει περὶ τούτου.
§76ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως οὐδὲν ἀναφέρει.
§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει πράγματι διάταξις ἐν τῇ τελευταίᾳ συμβάσει, ἐν ἄρθρῳ 7, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «... Ὅσοι δὲ ἀπέκτησαν τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν δύνανται νὰ ἐκλέξωσι τὴν Ὀθωμανικὴν ἰθαγένειαν, δυνάμει προηγουμένης δηλώσεως, γενησομένης πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης.» Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἐν τῇ συμβάσει ἀναγραφομένη, ἐμποδίζει τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους λήγει ἡ τριετὴς προθεσμία, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ πενταετίας, ἐννοεῖται ὅτι κανονίζομεν τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τετραετίαν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ἐθελουσίας κατατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ συναινέσῃ, ἐννοεῖται ὅτι ἐν τῇ προθεσμίᾳ αὐτῇ τοῦ ἑνὸς ἔτους, καθ’ ἣν δικαιοῦνται οἱ Ὀθωμανοὶ νὰ ἐκλέξωσι τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα, θέλει ἀρνηθῆ πᾶσαν ἐθελουσίαν κατάταξιν· προκειμένου ὅμως νὰ κανονίσωμεν κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία θὰ ἰσχύῃ ἐπὶ πενταετίαν, καλῶς ἔχει ἡ διάταξις.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι πλειότερον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§80Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλις, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠξιώθη νὰ ἴδῃ πραγματοποιουμένας τὰς προσδοκίας του περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐπαράτου φόρου τοῦ οἴνου διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καὶ πρὶν ἢ λειτουργήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου ὁ νόμος αὐτὸς, ἰδοὺ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ καταστρέφονται τὰ ἐνδεικνυόμενα εὐάρεστα ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου, χωρὶς οὐδ’ ἐπὶ κεραίαν νὰ μεταρρυθμίζηται αὐτός, καίτοι τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Πάντες ὑμεῖς, ὅσοι εὐηρεστήθητε ν’ ἀκολουθήσητε τὰς συζητήσεις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπὶ τοῦ τότε νομοσχεδίου, ἤδη δὲ νόμου ἰσχύοντος, τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, βεβαίως ἐνθυμεῖσθε τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους πολλοὶ τῶν συναδέλφων κατέβαλον, ὅπως ὁ νόμος ἐκεῖνος καταρτισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἄρτιος. Πάντες δὲ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνῆκον, ὡμολόγησαν, ὅτι τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο κατηρτίσθη ὅσον τὸ δυνατὸν ἄρτιον. Καὶ ἐνῷ πάντες ὡμολόγησαν τὴν ἀρτιότητα τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου συντάκτης καὶ εἰσηγητὴς συνέβη νὰ ἦναι αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἤδη, πρὶν ἢ λειτουργήσῃ ἐντελῶς τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, ἔρχεται ἄλλο νομοσχέδιον πρὸς καταστροφὴν τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνου, ὄχι διότι ὑπάρχει ἀντινομία ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἢ ὑπάρχει διάταξις μὴ κατανοουμένη, ἢ διότι ἄλλα γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ διότι ἴσως εἰς δήμους τινὰς, ἔχοντας τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ διὰ διακεκριμένων μελῶν τῆς Βουλῆς, ἐπεβαρύνθησαν διὰ τοῦ ἀνωτέρου ὅρου τοῦ φόρου τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου θεσπιζομένου. Τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ οὐδένα ἄλλον. Σκοπεῖ δηλονότι μόνον νὰ ἐλαφρυνθῶσιν οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι, καὶ τοῦτο ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων. Διότι θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ αἱ ἄμπελοι αἱ κείμεναι ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον τῆς ἰδιαζούσης προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀληθοῦς αὐτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἔχει ἐπὶ τοῦ βεβαιωθέντος ἤδη φόρου τοῦ λήξαντος ἔτους 1899. Κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι μειουμένου τοῦ φόρου δήμου τινὸς βεβαίως θέλουσιν αὐξηθῆ οἱ φόροι οἱ ἐπιβληθέντες εἰς τὰς ἀμπέλους τῶν ἄλλων δήμων· καὶ δὲν ἀποκρύπτω ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν ἀνήκει τὸ σύνολον τῶν ἐμῶν συμπολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὡς δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου φέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἐπαρχιακαὶ ἐπιτροπαὶ, ἀποτελούμεναι ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διατελούντων ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠστόχησαν περὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν πρὸς καθορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀμπέλων κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ δικαιολογητικὴ βάσις εἶναι ἀκριβὴς, ἢ ἐτέθη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εὑρεθῇ λόγος δικαιολογητικὸς εἰς εἰσαγωγὴν τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,— καὶ μεγάλην τιμὴν θέλω θεωρήσει, ἐὰν εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἀμέσως,—αἱ ἐπαρχιακαὶ ἐπιτροπαὶ, αἱ ἀποτελούμεναι ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἢ, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην, ἔφορον, ταμίαν, ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πρωτευούσης ἑκάστης ἐπαρχίας, ἐξεπλήρωσαν εὐσυνειδήτως καὶ ἐπιμελῶς τὸ καθῆκόν των; ναὶ ἢ οὔ; Ἐὰν τὸ καθῆκόν των ἐξεπλήρωσαν ἐπιμελῶς καὶ εὐσυνειδήτως, πῶς ἐπιρρίπτετε κατ’ αὐτῶν μομφὴν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἐὰν τοὐναντίον αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι ἠστόχησαν εἰς τὰς ἐνεργείας των πρὸς περισυλλογὴν ἀκριβῶν πληροφοριῶν περὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀμπέλων, ἤτοι περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραχθέντος ἐκ τῶν ἀμπέλων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 γλεύκους κατὰ μέσον ὅρον καὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ, τοῦτο συνέβη εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας, εἴτε ἐκ δόλου τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, τί ἐνήργησε κατὰ τῶν συμμετασχόντων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας προσώπων, ἀφοῦ ἔχομεν νόμον ἀρτίως ψηφισθέντα καὶ ἐπιβάλλοντα ποινὰς κατὰ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐκ δόλου εἴτε ἐξ ἀμελείας δὲν ἐξεπλήρωσαν εὐσυνειδήτως καὶ ἐπιμελῶς τὸ καθῆκόν των; Κατηγγέλθησαν τάχα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐκ μέρους ἰδιωτῶν ἢ ἀμπελοκτημόνων τοιαῦτα πρόσωπα, καὶ εἰσήχθησαν ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐβεβαιώθη ὅτι τὰ μέλη ἐκεῖνα, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ δόλου, δὲν ἐξεπλήρωσαν εὐσυνειδήτως καὶ ἐπιμελῶς τὰ καθήκοντά των; Καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀκόμη περιπτώσει νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι περιττὸν, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς ποινὴ φυλακίσεως, καὶ εἰς ἀποζημίωσιν ὑποχρεοῦνται πρὸς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ οὐδεὶς, φρονῶ, Κύριοι, ἐκ τῶν ἐφόρων, ἢ ἐκ τῶν ταμιῶν ἢ εἰρηνοδικῶν ἢ διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν λοιπῶν τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς ἐπιτροπὰς, οὔτε κατηγγέλθη ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ ἢ δολίᾳ ἐνεργείᾳ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, οὔτε ἐτιμωρήθη. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ δικαιολογητικὴ βάσις, ἡ παρουσιαζομένη ὡς τοιαύτη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐγὼ μάλιστα, καθ’ ἕνα ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς, τῆς ἑδρευούσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς κατανειμάσης τὸν φόρον κατὰ δήμους συνεπείᾳ τῶν πρωτοκόλλων τῶν συνταχθέντων ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἐπεβαρύνθησαν διὰ μεγάλου φόρου ὅσαι ἄμπελοι ἔπρεπε νὰ ἐπεβαρυνθῶσιν. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τότε νομοσχεδίου καὶ ἤδη ἰσχύοντος νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων μεγάλη συζήτησις διεξήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῆς διορθώσεως καὶ περὶ τῆς καλλιτέρας ἐκφραστικότητος τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17, ἤτοι τῶν τριῶν ἐκείνων ἄρθρων τοῦ νόμου, τῶν ἀποτελούντων τὴν βάσιν αὐτοῦ καὶ ἀφορώντων εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου. Ἡ Βουλὴ καὶ τότε ἐξέφρασε χάριτας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἠναγκάσθη νὰ μεταβάλῃ τὸ ἄρθρον 15 καὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν μεταβολὴν αὐτὴν δὲν κατέστη τόσον καταληπτὸν τὸ ἄρθρον, ὥστε νὰ ἐννοηθῇ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον τοῦτον, καὶ ἰδίᾳ ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπήγοντο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Κατέγεινα πολὺ νὰ ἐννοήσω τὸν τρόπον καὶ τὸν μηχανισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνηται ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἔμεινα ἐν τῷ κενῷ τοῦ ἀπείρου, ἄχρις οὗ εἶδον ὅτι εὑρέθησαν πολῖται Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν μέλη ἐπιτροπῆς καὶ ἐνήργησαν τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὁριστικὴν, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχον τὴν πεῖραν πρὸς εὐχέρειαν περὶ τὸ νομοθετεῖν, δὲν ἤλπιζον δὲ τότε, ὅτι πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ μόλις ἐδημοσιεύθη, ἀμέσως ἤθελε ζητηθῆ νομοθετικῶς νὰ καταστραφῶσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἑδρευσάσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς κατανειμάσης τὸν φόρον εἰς τοὺς διαφόρους δήμους, καὶ πολὺ κατέγεινα νὰ ἐννοήσω ὁποίαν βάσιν ἔλαβεν αὕτη πρὸς κατανομὴν τοῦ φόρου, καὶ εἰς πόσας τάξεις διῄρεσε τὰς ἀμπέλους τὰς δηλωθείσας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι ἐγὼ ἐφρόνουν, ἐξ ὅσων ἐνόησα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τότε νομοσχεδίου, ὅτι, ἀφοῦ μετὰ μακρὰς συζητήσεις ὁ Ὑπουργὸς ηὐδόκησε νὰ δεχθῇ ὡς κατώτατον ὅρον τοῦ φόρου τὴν μίαν δραχμὴν, ὡς ἀνώτερον δὲ τὰς δραχμὰς 6, ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἑδρεύσασα ἐπιτροπὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ πρωτόκολλα τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, ἤθελε διαιρέσει ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος τὰς ἀμπέλους εἰς ἓξ τάξεις, καὶ ἡ πρώτη νὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ ἐτησίου φόρου κατὰ στρέμμα πρὸς ἓξ δραχμὰς, ἡ δὲ τελευταία πρὸς μίαν δραχμὴν, ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος τοῦ βεβαιωθέντος ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων, καὶ οὕτω νὰ ἔχωμεν ἓξ φορολογικὰς τάξεις, ἑκάστη τῶν ὁποίων νὰ περιλαμβάνῃ τὸ ἓν ἕκτον τῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δηλωθεισῶν ἀμπέλων. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τοιοῦτον κανόνα, διότι ὅσοι δῆμοι ὑπήγοντο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τόσαι καὶ φορολογικαὶ κατηγορίαι ἐχωρίσθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἑδρευσάσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν ὑπῆρξε πταῖσμα περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, τοῦ πταίσματος τούτου δὲν εἶναι παραίτιοι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι, αἱ ἐπαρχιακαὶ, ἀλλὰ τοὐναντίον παραίτιος εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἑδρεύσασα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατανείμασα τὸν φόρον ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἰδοὺ διατί. Οἱ δῆμοι οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἀνέρχονται εἰς 369, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ ἄμπελοι δήμων τινῶν τοῦ Κράτους δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, διότι ἐκεῖνοι ἔχουν ἴδιον σύστημα φορολογίας, ὡς συμβαίνει ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς ἐν τοῖς δήμοις Οἰτύλου καὶ Γυθείου καὶ ἄλλοις τισὶ δήμοις τοῦ Κράτους. Τὸ ἕκτον τῶν 369 δήμων εἶναι 60 δῆμοι, μεταξὺ 60 καὶ 61, ἄμπελοι δὲ ἐδηλώθησαν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ὅλον τὸ Κράτος 852,089 στρέμματα. Μεταξὺ τῶν στρεμμάτων τούτων τῶν ἀμπέλων ὤφειλε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ κατανεμηθῇ ὁ φόρος ὁ ἀνερχόμενος εἰς 2,960,633.68. Τὸ ἕκτον τῶν στρεμμάτων τῶν δηλωθέντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀνέρχεται εἰς 142,000. Ἑκάστη λοιπὸν τῶν φορολογικῶν τάξεων, λαμβανομένου ὡς δεδομένου, ὅτι ἡ φορολογικὴ τάξις τῶν ἀμπέλων ἤθελε διαιρεθῇ εἰς 6, ἔπρεπε νὰ περιέχῃ 142,000 στρέμματα. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, φορολογεῖται τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν στρεμμάτων διὰ τοῦ ἀνωτέρου ὅρου τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων; Ἐὰν φορολογεῖται τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ ἐξεπλήρωσεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν της. Ἐὰν αἱ φορολογούμεναι ἄμπελοι διὰ τοῦ ἀνωτέρου ὅρου τοῦ φόρου ὑπερβαίνουσι τὸ ⅙, βεβαίως ὑπάρχουσιν ἀμπελοκτήμονες ἐν τῷ Κράτει ἀδικούμενοι· ἄλλως, ἐὰν ἡ φορολογία ἦναι κατωτέρα τοῦ ⅙, τότε οὐδόλως μὲν θὰ ἀδικῶνται οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν, ἀλλὰ θὰ ἀδικῶνται οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ἄμπελος φορολογεῖται διὰ τοῦ κατωτέρου ὅρου τοῦ φόρου. Διὰ τοῦ ἀνωτέρου ὅρου τοῦ φόρου φορολογοῦνται κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συνελθούσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατανειμάσης τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, 48 δῆμοι, ἐνῷ τὸ ⅙ τῶν δήμων εἶναι 60 ἕως 61, δραχμαὶ δὲ 6 κατὰ στρέμμα ἐπιβαρύνουσιν οὐχὶ τὸ ⅙ τῶν στρεμμάτων τῶν δηλωθεισῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ 99,012, ἤτοι κατὰ 42,988 μεῖον τοῦ ⅙. Ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας τάξεως τῶν φορολογουμένων ἐπιβάλλεται φόρος 5–6 δραχμῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐτήρησε τὸν φόρον εἰς ἀκεραίας δραχμὰς, ἀλλὰ διῄρεσεν αὐτὸν καὶ κατελόγισε καὶ εἰς ποσοστὰ δραχμῆς, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τηρήσῃ τὴν κατ’ ἀκεραίας μονάδας κατανομὴν τοῦ φόρου, διότι διένειμε τὰ ποσὰ κατὰ δήμους, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὅσοι δῆμοι ὑπάρχουσι, τόσαι ἐγένοντο καὶ φορολογικαὶ τάξεις. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος, εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ λάβω ὡς φορολογικὴν μονάδα ἀκεραίαν δραχμὴν, ἀλλὰ ποσὸν μεταξὺ τῆς μιᾶς μονάδος καὶ τῆς ἄλλης.
§81Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Μπακόπουλε, ποῦ βασίζεσθε, ἵνα δώσητε μίαν βάσιν ἐξ αὐτῆς τῆς διαιρέσεως τοῦ ποσοῦ τῶν φορολογουμένων ἀμπέλων, καὶ νὰ ὑπολάβητε, ὅτι τὸ πρῶτον ἕκτον δέον νὰ φορολογηθῇ μὲ 6 δραχμὰς, τὸ δεύτερον ἕκτον μὲ 5 δραχμὰς, τὸ τρίτον μὲ 4 δραχμὰς, τὸ τέταρτον μὲ 3, τὸ πέμπτον μὲ 2, καὶ τὸ ἕκτον μὲ 1; Διότι εἶναι δυνατὸν, μεταξὺ τῶν 852,000 στρεμμάτων νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἢ 160 στρέμματα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἵνα φορολογηθῶσι ἐν τῇ πρώτῃ τάξει. Διότι παρατηρῶ τὸ ἑξῆς· ἐξ ὅλης τῆς Μαντινείας παρουσιάζεται νὰ μὴ ἦναι οὔτε ἓν στρέμμα ἀμπέλου ἄξιον φορολογίας 6 δραχμῶν, ἐνῷ τοὐναντίον εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅλαι αἱ ἄμπελοι ὡρίσθησαν εἰς τὴν φορολογητέαν κλάσιν τῶν 6 δραχμῶν. Ἐκτὸς ἐὰν τὴν διαίρεσιν ταύτην ἐθέσατε, ἵνα προβῆτε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας.
§82Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ προέβην εἰς τὴν διαίρεσιν ταύτην, ὅπως ἐπρόκειτο νὰ σᾶς ἐκθέσω, ἀλλὰ δὲν εἴχετε ὑπομονήν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καταλληλοτέρα θὰ ἦτο ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου εἰς 6 κατηγορίας, κατὰ τὰς μονάδας τῶν δραχμῶν, καὶ τότε βεβαίως, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθει τὸν κανόνα αὐτὸν, τὸ ⅙ τῶν ἀμπέλων ἤθελε φορολογηθῆ διὰ τῶν 6 δραχμῶν, τὸ ἕτερον ⅙ διὰ 5 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ οὕτως ἕκαστον ⅙ τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων ἤθελεν ἀποτελέσει ἰδίαν φορολογικὴν κατηγορίαν, καὶ ὁ φόρος ἑκάστης ἤθελε διαφέρει τῆς ἀμέσως ἀνωτέρας ἢ κατωτέρας κατὰ μίαν δραχμὴν ἐπὶ ἔλαττον ἢ ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ἄλλως ἐφήρμοσε τὸν νόμον, καὶ κατὰ τὰς ἰδέας της κατέταξεν εἰς μὲν τὰς ἀνωτέρας φορολογικὰς τάξεις ὀλιγώτερα τῶν ἀναλογούντων ἐν ἑκάστῃ τάξει στρεμμάτων, πρὸς βλάβην τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκείνων, ὧν αἱ ἄμπελοι κατετάγησαν εἰς τὰς κατωτέρας φορολογικὰς τάξεις, αἱ ἄμπελοι τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθησαν διὰ φόρου ὑπερβαίνοντος τὴν δραχμὴν κατὰ στρέμμα, ὅπερ δὲν ἤθελε συμβῆ, ἐὰν εἰς τὰς ἀνωτέρας φορολογικὰς τάξεις ὑπήγοντο περισσότεραι ἄμπελοι, διότι τότε ὁ φόρος ὁ ἐπιβληθεὶς εἰς τὰς κατωτέρας φορολογικὰς τάξεις ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγώτερος τοῦ ἤδη κατανεμηθέντος καὶ συνεπῶς μικρότερος καὶ ὁ ἐν ἑκάστῳ στρέμματι ἀναλογῶν. Ὁ δὲ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, πῶς νὰ ἐλαφρυνθῶσι τοῦ φόρου αἱ ἄμπελοι τῶν δήμων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ὁ φόρος θεωρεῖται βαρύς. Κατ’ ἀνάγκην, κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα πρέπει ὁ βεβαιούμενος φόρος νὰ ἀνέλθῃ εἰς 2,960,633, καὶ ἐλαφρυνομένων τῶν ἀνωτέρων φορολογικῶν τάξεων θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ αἱ ἄμπελοι τῶν ὀλιγώτερον φορολογουμένων τάξεων, διότι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ζητεῖται νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ ἀκυρώσῃ μίαν διαδικασίαν ἐνεργηθεῖσαν κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀμπελοκτημόνων δήμων τινῶν, ἀλλὰ πρὸς βλάβην τῶν ἀμπελοκτημόνων ἄλλων δήμων...
§83ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πλείστων δήμων.
§84ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτε ἦσθε ἐν καιρῷ, νὰ προστατεύσητε τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν σας διὰ τῆς παραστάσεως εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀκριβοῦς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων· ἀλλὰ τότε ὑμεῖς ἀνεβοκατεβαίνατε τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων.
§85ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§86ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μή με διακόπτετε. Ἐὰν, εἶπον, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου θεραπεύσωμεν τὰ παράπονα τῶν δήμων ἐκείνων, ἐν τοῖς ὁποίοις οἱ ἀμπελοκτήμονες ὑποβάλλονται εἰς μέγαν φόρον, ἀλλὰ βεβαίως θέλομεν προκαλέσει ἄλλα παράπονα, παράπονα μάλιστα δικαιότερα, διότι ἤδη ἀπέκτησαν δικαίωμα οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι ἐπεβαρύνθησαν διὰ φόρου κατωτέρου τοῦ μέσου ὅρου. Ἐὰν εἰς τὴν Μεσσήνην ἐπεβαρύνθησαν ὅλαι αἱ ἄμπελοι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης διὰ φόρου ἕξ δραχμῶν κατὰ στρέμμα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ φίλος μου κ. Ἀναστασόπουλος, ὅτι ὅλαι αἱ ἄμπελοι αὗται διακρίνονται καὶ ὡς πρὸς τὴν παραγωγικότητα καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί παραπονεῖσθε τώρα, ἐὰν αἱ ἄμπελοι τοῦ Α ἢ τοῦ Β δήμου ἐπεβαρύνθησαν διὰ μεγάλου φόρου, αἱ δὲ τοῦ Γ ἢ τοῦ Δ δήμου διὰ μικροῦ; Οὕτω ὁ νόμος κελεύει, καὶ ὁ νόμος ἐφηρμόσθη εἰλικρινῶς καὶ καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἠδίκησαν τοὺς συμπολίτας σας, προβῆτε εἰς καταγγελίαν κατὰ τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν...
§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠξεύρω τί συνέβη εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὴν Μεσσήνην, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἔλαβε χώραν τὸ ἀκόλουθον· τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐμπιστευθέντα εἰς τὸν ἔφορον, ὑπέγραψαν μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἡ πρέπουσα. Ταῦτα μαθὼν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητεῖ νὰ τροποποιήσῃ τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον.
§88ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖ νὰ τροποποιήσῃ τὸ σύστημα πρὸς ὠφέλειαν τῶν συμπολιτῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ τοιαῦτα ζητήματα μὴ τὰ ἀναμιγνύετε μὲ τὰ προσωπικά. Δὲν πρόκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν Μεσσηνίων, ὑπὲρ ὧν ἐγὼ ἢ ὁ ἀδελφός μου ἐνδιαφερόμεθα· πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς Μεσσηνίους, κατὰ τῶν ὁποίων ἐκ παρανοήσεως τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ ἐφόρου διεπράχθη τὸ ἀδίκημα.
§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδὲν πρόσκομμα θὰ παρεμβάλω εἰς τὸ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἐπαρχίας. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ ψηφισθῇ οἱονδήποτε νομοσχέδιον εἰσαγόμενον ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, σκοπὸν ἔχον τὴν ἐλάττωσιν οἱουδήποτε φόρου εἰς οἱονδήποτε διαμέρισμα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, σὺν τῇ ἐλαφρύνσει ταύτῃ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται διὰ τοῦ φόρου ἄλλα διαμερίσματα τοῦ Κράτους. Πρέπει δὲ νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ ταῦτα αὐξομειοῦμεν φόρους παρῳχημένης ἐποχῆς, καὶ οὕτω θὰ καθιερώσωμεν κακὸν προηγούμενον, καὶ πάντες γινώσκετε ὁποῖον σεβασμὸν ἀποδίδομεν ὅλοι εἰς τὰ κακὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν σήμερον ὑμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβαλλομένου αὐξομειώσητε τὸν φόρον τοῦ λήξαντος ἤδη ἔτους 1899, αὔριον ἄλλη Βουλή, ἢ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ δὲν θέλομεν δυσκολευθῆ ποσῶς, ἀναθεωροῦντες τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς συμπολίτας μας ἀπὸ τοὺς φόρους παρῳχημένης ἐποχῆς, ἢ νὰ ἐλαφρύνωμεν αὐτοὺς, νὰ ἐπιβάλωμεν δὲ τοὺς φόρους τούτους εἰς ἄλλους, πρὸς τελείαν καταστροφήν των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνδείκνυσιν εὐκρινέστατα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ νέος φόρος δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς τρεῖς δραχμὰς κατὰ στρέμμα· ὥστε τὸ ποσὸν, καθ’ ὃ ἐλαττοῦται ὁ φόρος οὗτος εἴς τινας δήμους, θὰ κατανεμηθῇ εἰς τοὺς φορολογουμένους τῶν ἄλλων διαμερισμάτων. Ἀλλὰ φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὡς ἀναφέρει ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις, ἢ ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων, εἶναι τοσαῦτα καὶ προέρχονται ἐκ τῆς πλειονότητος τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν νόμον, καὶ ἰσχυρότερα τῶν γεννηθησομένων ἐκ μέρους ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα καταστρέφονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα ταῦτα; ὁ νόμος ὁ κείμενος παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ μέσον τῆς θεραπείας τῶν παραπόνων τούτων, χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἡ παρέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πρὸς μείωσιν τοῦ γοήτρου αὐτῆς, ἐὰν τοιοῦτον γόητρον ἀφῆκεν ἡ πρωτοφανὴς εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Κρατῶν Ἑλληνικὴ πολυνομία, ἀπόρροια τῆς νομομανίας. Διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐν ἄρθρῳ 34 διατάσσει τάδε, δηλαδὴ περίπου ὅ,τι ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ ἠτιολογημένην γνωμοδότησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ταμίου, νὰ διατάσσῃ πρὸ τῆς πρώτης τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους τὴν ἀνασύνταξιν τῶν φορολογικῶν μητρῴων τῶν ἀμπέλων καθ’ ὅλον ἢ μέρος τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐκ νέου δηλώσεως καὶ καταμετρήσεως τούτων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου.» Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀκυροῦνται μόνον τὰ πρωτόκολλα τῶν τοπικῶν ἀρχῶν δήμων τινῶν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τὸν φόρον τοῦ ἔτους 1899, ἐνῷ ὁ νόμος, προβλέψας τὰ τοιαῦτα ἄτοπα, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἐκ νέου τὴν διαδικασίαν ὁλόκληρον, τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς βεβαίωσιν τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Καὶ ἐγὼ μάλιστα, Κύριοι, ἐὰν μοὶ ἐπέτρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ἰσχύοντος ἤδη νόμου, διότι τοῦτο θεωρῶ σπουδαιότερον καὶ ἐπωφελέστερον καὶ λίαν ἐπάναγκες, τὸ θεωρῶ δὲ δικαιότερον, διότι ἀναθεωρουμένων ὅλων τῶν πρωτοκόλλων καὶ κατανεμομένου ἐκ νέου τοῦ φόρου εἰς ὅλας τὰς ἀμπέλους τοῦ Κράτους, βεβαίως δὲν θέλουσι γεννηθῆ παράπονα καὶ ἀντιζηλίαι μεταξὺ τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, διότι καὶ τότε ὁ φόρος θέλει κατανεμηθῆ ἐξ ἴσου μεταξὺ ὅλων τῶν ἀμπελοκτημόνων. Θεωρῶ δὲ ἐπάναγκες νὰ δηλωθῶσιν ἐκ νέου αἱ ἄμπελοι, διότι μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον διετάχθη καὶ ἐνεργήθη ἡ δήλωσις τῶν ἀμπέλων, τὰ κυριώτερα ὄργανα πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, οἱ δήμαρχοι, κατεγίνοντο νυχθημερὸν εἰς ψηφοθηρίαν, παραμελοῦντες τελείως τὰ τῶν δηλώσεων τῶν ἀμπέλων. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ δήλωσις τῶν ἀμπέλων ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἐγὼ δὲ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι, ἐὰν ἐκ νέου διαταχθῇ ἡ δήλωσις τῶν ἀμπέλων καὶ ἡ ἐπανάληψις τῆς διαδικασίας πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, βεβαίως αἱ δηλωθησόμεναι ἄμπελοι θὰ ὑπερβῶσι κατὰ τὸ ἓν τρίτον τὰς ἤδη δηλωθείσας.
§91Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§92ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ νέου δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἀκυροῦται μόνον ἡ διαδικασία, ἡ μέχρι τοῦδε διεξαχθεῖσα εἴς τινα διαμερίσματα τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀμπέλους τὰς ἀδηλώτους. Διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 34 δὲν λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τοῦ φόρου τοῦ 1899, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως περὶ τοῦ φόρου τοῦ 1899 πρόκειται. Κατὰ τοῦτο διαφέρει τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ νόμου, ἤτοι νὰ μὴ πληρωθῇ ὁ φόρος ὁ βεβαιωθεὶς ἤδη διὰ τὸ ἔτος 1899. Καὶ παρέστησα, κύριε Βουλευτὰ, ὡς θὰ ἠκούσατε, ἐὰν ἦσθε παρὼν πρὸ ὀλίγου, τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν οἱ φορολογούμενοι, ἐὰν καθιερώσωμεν τοιοῦτο προηγούμενον. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, εἶναι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσι νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω καταψηφίσει. Ἐὰν δὲ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἤθελον παρακαλέσει καὶ τοὺς κ. συναδέλφους, ἰδίως τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3 δραχμὰς, ἤτοι δὲν ὑπερβαίνει τὸν μέσον ὅρον τοῦ φόρου τοῦ νενομοθετημένου ἤδη, νὰ προσέξωσι καὶ νὰ καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐλαττουμένου τοῦ φόρου εἴς τινα διαμερίσματα, θέλει αὐξήσει ὁ φόρος ἐπὶ τῶν διαμερισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτοί. Πρὶν ἢ ὅμως κατέλθω τοῦ βήματος, ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν φίλον μου κ. Ἀναστασόπουλον, παρακαλέσαντά με διὰ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων τῆς Μαντινείας....
§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς συγχαίρω δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§96ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου, ὥστε νὰ μὲ συγχαρῆτε· διότι ἡ Μαντινεία ἐπεβαρύνθη διὰ φόρου σχετικῶς πρὸς τὴν παραγωγὴν βαρέως. Μήπως νομίζετε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἐγὼ ὑπῆρξα ποτὲ ἢ ὑπάρχω ἤδη κηδεμὼν τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι συνέταξαν τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας προήδρευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἀλλὰ σεῖς γνωρίζετε τὰς σχέσεις μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οἵας γνωρίζετε τὰς σχέσεις μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοιαῦται εἶναι αἱ σχέσεις μου καὶ πρὸς τὰς ἐπιτοπίους ἀρχάς.
§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω.
§98ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦσθε ἐδῶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἠθέλετε μάθει ὅτι τὸ ἔσοδον τῶν ἀμπέλων τῆς Μαντινείας δὲν ἀνταποκρίνεται οὐδὲ πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας.
§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω.
§100ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ γνωρίζετε, πρὸς τί ἡ ἐρώτησίς σας διὰ τὰς ἀμπέλους τῆς Μαντινείας καὶ τὰς ἀμπέλους τῆς Μεσσήνης; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρωτόκολλα τῶν ἐπαρχιακῶν ἐπιτροπῶν, ἠθέλετε μάθει, ὅτι αἱ ἄμπελοι τῆς Μαντινείας κατὰ μέσον ὅρον δὲν παράγουν κατὰ στρέμμα ἑβδομήκοντα ὀκάδας γλεύκους κατ’ ἔτος, κατὰ τὰ ἔτη δὲ 1897 καὶ 1898 ἡ παραγωγὴ ἦτο ἐλαχίστη, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ὀνομάσω ὡρισμένως καὶ ἀμπελοκτήμονας, οἵτινες ἐκ 37 στρεμμάτων ἀμπέλου παρήγαγον κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 γλεῦκος 137 ὀκάδας ἐν ὅλῳ.
§101ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς.
§102ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλος συμπολίτης μου ἐκ 40 στρεμμάτων ἀμπέλου συνέλεξε τρία φορτία. Ὅταν δὲ ὑπερβῇ ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων Τριπόλεως τὰς 70 ὀκάδας κατὰ στρέμμα, δὲν ἔχει καμίαν ἀξίαν τὸ γλεῦκος, καὶ τὸ χύνομεν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον αἱ ἐπιτροπαὶ, αἱ συντάξασαι ἐκεῖ τὰ πρωτόκολλά των, συνέταξαν αὐτὰ ὅπως τὰ συνέταξαν, χωρὶς κανεὶς ἐκ τῶν Βουλευτῶν νὰ λάβῃ εἴδησιν τῆς συντάξεως τοιούτων πρωτοκόλλων, διότι ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας ἐγὼ μόνος μένω ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι εἰς σχέσεις τρυφερὰς πρὸς τὰς ἀρχὰς ἐκεῖ, διότι αἰωνίως διαπληκτίζομαι πρὸς αὐτὰς, προστατεύων τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται. Ἠναγκάσθην δὲ ἐπανειλημμένως, διὰ τηλεγραφημάτων νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἑπομένῃ συνεδριάσει νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ἄμπελοι τῆς Μαντινείας ἐπεβαρύνθησαν δι’ ὀλίγου φόρου, δὲν εἶναι αἱ μόνοι ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι ἐπεβαρύνθησαν διὰ τόσου φόρου· διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς τὰ μεσόγεια μέρη οὔτε ἀξίαν ἔχει τὸ γλεῦκος, οὔτε μεταφέρεται ὁ οἶνος. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως, ἡ δὲ τροπολογία μου σκοπὸν ἔχει τὴν μὴ αὔξησιν τοῦ κατανεμηθέντος ἤδη φόρου εἰς τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα τοῦ Κράτους, τὰ πρωτόκολλα τῶν ὁποίων δὲν ἤθελον ἀναθεωρηθῆ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πρωτοκόλλων δήμων τινῶν, δηλαδὴ νὰ ἐλαφρύνῃ τὰς ἀμπέλους ὡρισμένων διαμερισμάτων, ἃς πράξῃ τοῦτο διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ οὐχὶ διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν ἄλλων διαμερισμάτων τοῦ Κράτους. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ τροπολογία μου. Εἶναι τροπολογία προτεινομένη εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς ῥῆσιν: «Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ αὔξησις τοῦ ὁρισθέντος ἐν ἑκάστῳ δήμῳ φόρου διὰ τῆς ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου 1899 ἀποφάσεως τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς». Μετὰ ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ νὰ ἐπιστήσω πάλιν τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἰδίως τῶν συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας, τῶν διαμερισμάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι ἐπεβαρύνθησαν δι’ ὀλιγωτέρου τῶν τριῶν δραχμῶν φόρου κατὰ στρέμμα· καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν λίαν ἐπαξίως ἀντιπροσωπεύει ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ἀναστασόπουλος, ὁ διακόψας με ἐπανειλημμένως. Διότι, ἐὰν τώρα αἱ ἄμπελοι τῆς Μεγαρίδος ἐπιβαρύνονται διὰ δραχ. 2,87, βεβαίως, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 3½ δραχμὰς τὸ στρέμμα, ἐὰν μὴ πλέον.
§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀγαπητόν μοι συνάδελφον. Ὅτε, ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν, ἠδύνατο νὰ ὑπολάβῃ ὁ εὐφυέστατος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἐρώτησίς μου, ἀλλὰ καὶ ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδιδον, ἠδύνατο νὰ ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας. Ἠδύνατο ὅμως νὰ ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης. Διατὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐρωτήσεώς μου καὶ δὲν ἔλαβε τὸ τελευταῖον; καὶ διατὶ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἠδυνάμην νὰ συναντηθῶ μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἰδέᾳ ὅτι πιθανὸν κατά τι νὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν ἀναγνωρίζει τὸ παράδοξον τῆς μεγάλης φορολογίας ὄντως ἐπὶ τῆς Μεσσήνης;
§104ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι παράγει χιλίας μπότσας τὸ στρέμμα (θόρυβος).
§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μίαν στιγμὴν νὰ ἤμεθα δίκαιοι (θόρυβος καὶ διάλογοι ζωηροί)... Ὑψῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν φωνὴν, ἵνα μὴ ὑψωθῇ τίποτε ἄλλο ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἔχων πεποίθησιν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποφύγωμεν ἀμφότερα. Εἰς τὴν Μαντινείαν εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἄμπελοι εἶναι λεπτόγειοι καὶ ἑπομένως πενιχρὰ ἡ παραγωγὴ, καὶ ἡ ἀξία τοῦ γλεύκους ἐλαχίστη. Ἀλλὰ παρατηρεῖται ὅτι ὁ μὲν δῆμος Κρωπίας—εἷς δῆμος δηλαδὴ τῆς Ἀττικῆς—ἔχει 38,000 στρέμματα, ἐπιβαρύνεται δὲ διὰ φορολογίας 145,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ὁλόκληρος δὲ ἡ ἐπαρχία Μαντινείας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει 10 δήμους, ἔχει δηλώσει τόσα μόνον στρέμματα, ὥστε ἐπιβαρύνεται διὰ 60,000 δραχμῶν ἐτησίας φορολογίας! Τώρα δύο πράγματα δύνανται νὰ συμβαίνωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἢ ὅτι ὄντως ὁ ἀριθμὸς τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδένα κίνδυνον διατρέχει οὐδὲ ἡ ἐπαρχία, οὐδὲ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἢ δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καὶ τότε τὸ δίκαιον δι’ αὐτοὺς τοὺς συνεπαρχιώτας του εἶναι νὰ γείνωσι νέαι δηλώσεις, ὁπότε βεβαίως δὲν θ’ αὐξηθῇ ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου τοῦ κατανεμηθησομένου. Ἀνοίγει μία θύρα, ἡ ὁποία, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, εἶναι ἡ μόνη εὐεργετικὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διὰ τὴν ἀληθῆ καὶ τὴν δικαίαν κατ’ ἔτος κατανομὴν τοῦ φόρου. Ὑπάρχει ἐξηκριβωμένον, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους ἀπεκρύβη τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν ἀμπέλων, ἐπ’ ὠφελείᾳ προσωρινῇ ἐνίων, ἐπὶ ζημίᾳ δὲ τῶν πολλῶν, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τῆς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ θὰ δηλωθῶσι τοσαῦται γαῖαι, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ σπουδαία ἐλάττωσις τοῦ φόρου εἰς τοὺς ὑπερβολικῶς φορολογηθέντας δήμους. Ἑπομένως ἡ Μαντινεία, παρὰ τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες τοσοῦτον ἐχθρικῶς διάκεινται πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, δὲν ἔχει νὰ διατρέξῃ κανένα κίνδυνον.
§106ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γενικὸν τὸ ζήτημα, κύριε Ἀναστασόπουλε.
§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως ἄλλαι ἐπαρχίαι ὑπέστησαν, ἐκ τῆς ἐλλιποῦς δηλώσεως τῶν στρεμμάτων ἐπιτηδείως εἴς τινας ἐπαρχίας, τὴν βαρυτέραν κατανομὴν, διατὶ ἡ ἐκ νέου γενικὴ ἀνασύνταξις τῶν καταλόγων καὶ ἡ ἀκριβεστέρα μελέτη περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη νὰ μὴ γείνῃ καὶ τοιουτοτρόπως νὰ κατανεμηθῇ δικαιότερον ἡ φορολογία; Τοῦτο ἐρωτῶ. Εἶναι δυνατὸν εἶναι δίκαιον, τὰ τῆς Μεσσήνης νὰ μένωσιν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν;
§108ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ τὸ κρεῖττον. Αὐτὸ ὑπεστήριξα. Δὲν ἦσθε ἴσως παρὼν, ὅτε ἔλεγον τοῦτο.
§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦσθε σεῖς παρὼν ὅτε ἐπὶ μίαν ὥραν χθὲς ὡμίλουν ἀκριβῶς ὑποστηρίζων τοῦτο.
§110ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 34 τί λέγει;
§111Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἐνθυμίζει τὴν ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 34 ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ ἠτιολογημένην γνωμοδότησιν νὰ διατάσσῃ πρὸ τοῦ Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ἡ πρόνοια αὕτη εἶναι διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1901 καὶ ἑξῆς, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου τοῦ 1900, περὶ οὗ μόνον πρόκειται. Ταῦτα λέγω ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων.
§112Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνέφερεν ὅτι ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης εἶναι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παράγουσι πολὺ χρυσίον...
§113ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου;
§114ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς... Ὅτι ἕκαστον στρέμμα τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης παράγει πλοῦτον ἀμύθητον. Ἀγνοεῖ, φαίνεται, τὸν τόπον μας. Ἡμεῖς ὀφείλομεν, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, νὰ δηλώσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι μὲν μέρη τινὰ πλούσια, ἀλλὰ τὰ πλείονα μέρη, ὡς εἶναι οἱ δῆμοι Ἀνδανείας, Ἰθώμης, Ἀριστομένους καὶ μέρος τῆς Οἰχαλίας, εἶναι χειρότερα καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας. Ἑπομένως καμμία χάρις δὲν μᾶς γίνεται. Ὁ νόμος δὲν ἀφορᾷ τὴν Μεσσήνην, ἀφορᾷ ἐν γένει ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἔγειναν ἀληθῶς λάθη, καὶ λάθη σπουδαῖα, εἴτε διότι οἱ ὑπάλληλοι οἱ συντάξαντες τοὺς καταλόγους ἠγνόουν τὸν νόμον, εἴτε διότι ἦσαν ἄπειροι. Ἔθεσαν ἓν ὅριον διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης ἕξ δραχμῶν δι’ ὅλας ἐν γένει τὰς καταστάσεις τῶν ἀμπέλων, εἴτε ὀρεινὰ εἶναι τὰ μέρη, ὡς εἶναι λόγου χάριν οἱ δῆμοι Ἰθώμης, Ἀριστομένους, Ἀνδανείας, εἴτε πεδινά, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὀρθὸν, τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἔγειναν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μας, νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐναντίον τῶν φορολογουμένων. Ἄλλως τε, ἐπαναλαμβάνω, ὁ νόμος ἔχει γενικὰς διατάξεις εὐεργετικὰς καὶ διὰ τὸν δημόσιον πλοῦτον καὶ διὰ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, καὶ δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ μέμφηται καὶ ν’ ἀπονέμῃ εἰς ἡμᾶς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν.
§115ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπέδωκα καμμίαν μομφήν.
§116Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅταν τις, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπισταμένως μελετήσῃ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τοῦ ὁποίου τὴν μεταρρύθμισιν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει πεισθῆ ἀκραδάντως, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεμελεῖτο τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει προθεσμία τεταγμένη, κατὰ τὴν ὁποίαν δίδεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τοὺς δημάρχους τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωσιν ἀντιρρήσεις κατὰ τῶν πρωτοκόλλων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κρῖνον ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων τούτων, ἐὰν αὗται ἐστηρίζοντο ἐπὶ σφαλμάτων παρεισφρησάντων, ἤθελεν ὁριστικῶς ἀποφανθῆ καὶ κανονίσει τὰ πράγματα. Τὸ τοιοῦτον δικαίωμα δίδεται κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν τὸ ἐνήσκησαν ἐμπροθέσμως οἱ δήμαρχοι καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33, ἵνα προλάβῃ ἀδικήματα, ἅτινα ἤθελον προέλθει ἐκ σφαλμάτων κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων, ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ τὰς ὁριζομένας προθεσμίας μέχρι δύο μηνῶν. Διατὶ δὲν παρέτεινεν αὐτάς;
§117Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς παρέτεινον.
§118ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν παρετάθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 17, ἐδάφιον τρίτον, ἠδύνατο ἡ παράτασις αὕτη τῶν δύο μηνῶν πράγματι νὰ φέρῃ εἰς διόρθωσιν.
§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς παρατάσεως ἐφθάσαμεν εἰς διόρθωσιν, οὐχὶ διὰ τῶν προθεσμιῶν τοῦ νόμου.
§120ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 16 λέγει ῥητῶς, ὅτι «ὁ δήμαρχος ὀφείλει ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου νὰ καλέσῃ εἰς συνεδρίασιν τὸ παρ’ αὐτῷ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ διὰ πράξεώς του κατατάσσει τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου κατὰ χωρίον ἢ κατὰ θέσεις εἰς ποιότητας μέχρι τριῶν».
§121ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν ἐλειτούργουν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον.
§122ΔΟΥΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 17. Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ παρ’ αὐτῷ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἰς ὃ κοινοποιεῖται ἡ ἀπόφασις αὕτη (τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 10 ἐπιτροπῆς), δύνανται ἐντὸς τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου νὰ ὑποβάλωσι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιρρήσεις ἢ παρατηρήσεις κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης...»
§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας ἀποφάσεως;
§124ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς... Ἐὰν ἀπηυθύνοντο κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν. Οὕτω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ἀπόρροια τῆς περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀμελείας τῶν ἁρμοδίων. Οὐχ ἧττον τὸ νομοσχέδιον δίδει ἡμῖν τὴν ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ βάσις αὐτοῦ εἶναι τόσον ἐλαττωματική, ὥστε παρατηρεῖται ὅλως ἄνισος ἡ ἐπιβληθεῖσα φορολογία, ἄνισος εἰς βαθμὸν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀδίκημα· διότι, ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ αἱ ἄμπελοι ἔχουσι παραγωγικότητα μείζονα ἄλλων καὶ μέσα πρὸς μεταφορὰν εὐονώτερα, ἐπιβάλλεται φόρος κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν ἐλάσσων τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς ἀμπέλους ἀναμφιρρήστως ἐλάσσονος παραγωγικότητος καὶ κατωτέρας ποιότητος καὶ ἐχούσας μέσα πρὸς μεταφορὰν τοῦ γλεύκους ἢ τῶν σταφυλῶν λίαν δαπανηρὰ, διότι μεταφέρουσι ταῦτα δι’ ἡμιόνων. Οὕτω ἐν Καρυστίᾳ, εἰς τὰς ἀμπέλους τῶν δήμων Αὐλῶνος καὶ Ταμυνέων, ἔνθα καὶ ἡ παραγωγικότης εἶναι μικρὰ καὶ τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς ἠσιώδια καὶ δαπανηρότατα, ἐπιβάλλεται φόρος 6 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, ἐνῷ ἐν Ἀθήναις, ὅπου ὑπάρχει τόπος καταναλώσεως, ἔνθα ὁ ἀμπελοκτήμων δύναται τὰς σταφυλὰς αὑτοῦ νὰ πωλήσῃ πρὸς 30 καὶ 40 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ τὸ γλεῦκος νὰ μεταφέρῃ εὐωνότατα, ὁ φόρος εἶναι 3,76%. Γεννᾶται λοιπὸν ἀμέσως τὸ ὀδυνηρὸν αἴσθημα τῆς ἀνισότητος, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Δύνασθε οὕτω νὰ συγκρίνητε πλείστους δήμους, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι, ἂν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος, αἱ ἄμπελοι θέλουσι περιορισθῆ εἰς ὀλίγα μέρη, καὶ δὴ εἰς ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐγγύτερον τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως, θὰ ἐκριζωθῶσι δὲ ἐντελῶς αἱ ἄμπελοι τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δαπανηρὰν τὴν μεταφορὰν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώρισεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἶναι τόσον ἄνισα, τόσον ἄδικα, ἔπρεπεν, ἀντὶ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκει, νὰ φέρῃ ῥιζικωτέραν τροποποίησιν τοῦ νόμου, νὰ μεταβάλῃ τὴν βάσιν τῆς φορολογίας, μεταβάλλων δὲ τὴν βάσιν τῆς φορολογίας κατόπιν τῆς κτηθείσης πείρας, ἠδύνατο ὄντως νὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν οἰνοφόρον Ἑλλάδα, ἐνῷ διὰ τῆς ἐπιμονῆς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος θέλει βλάψει πολὺ τὴν ἀμπελοφυτείαν ἐν Ἑλλάδι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, ἀποκρούων τροπολογίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τότε, ζητῶν, ἵνα οἱ μέλανες οἶνοι Κυμαίων, Κοτυλαίων, καὶ Κονιστρίων ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς μέλανας οἴνους Γυθείου, Θήρας καὶ Θηρασίας, ἀντέκρουσε τὴν τροπολογίαν μου ταύτην, ἰσχυρισθεὶς τότε, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι μία δραχμὴ θὰ κατελογίζετο πρὸς ἕκαστον στρέμμα ἀμπέλου τῶν δήμων τούτων. Προκειμένου περὶ φορολογίας, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι λίαν ἐπαχθὴς, ἐδήλωσα, Κύριοι, ὅτι ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Δυστυχῶς ὅμως, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ἄμπελοι Κυμαίων ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσι 2 61/00 κατὰ στρέμμα, αἱ ἄμπελοι τοῦ δήμου Κοτυλαίων 3 13/00 καὶ τῶν Κονιστρίων 2 61/100. Ἀνέπτυξα τότε τὰς δυσμενεστάτας καὶ λίαν δυσχερεῖς συνθήκας, ὑφ’ ἃς διατελοῦσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες τῶν δήμων τούτων. Ἀπέδειξα τότε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἔχοντες γαίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσιν εἰς ἄλλο τι, καὶ ἐπιμένοντες εἰς τὴν διατήρησιν τῶν ἀμπέλων αὑτῶν, καταφεύγουσιν εἰς τὰς ἐν Λαυρίῳ καὶ ἀλλαχοῦ μεταλλευτικὰς ἐργασίας, ἐξ ὧν πορίζονται οὐ μόνον τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων των· ἀλλ’ ὅταν αἱ συνθῆκαι αὗται ἐπιδεινωθῶσιν ἔτι μᾶλλον διὰ καταπιεστικῆς φορολογίας, θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους των. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐπὶ τῇ βεβαιώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὴν δραχμὴν κατὰ στρέμμα ἡ φορολογία, ἀπέσυρα τὴν τροπολογίαν. Σήμερον, διδομένης ἀφορμῆς, ἵνα σκεφθῇ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου, δίκαιον εἶναι καὶ κοινὸν συμφέρον, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία μου, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὴν Βουλήν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιμελείας τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν δήμων τούτων εἰσάγονται εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ εἰσάγωνται, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς αἱ ἄμπελοι Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων ἀφομοιοῦνται πρὸς τὰς ἀμπέλους τῆς Θήρας, Γυθείου κλπ., ἄλλως θέλει ἐπέλθει ἐκρίζωσις τῶν ἀμπέλων, ἐπὶ ζημίᾳ ὁλοκλήρου τῆς χώρας. Εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμεληθῇ ὅλων τῶν πόρων τῆς χώρας, οἵτινες συντελοῦσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι δὲ ἀδίκημα πρὸς τὴν χώραν, ὅταν τοὐναντίον συντελέσῃ εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν τοιούτων πόρων. Πλὴν τῆς βαρυτάτης φορολογίας, ἥτις ἀπορρέει ἐκ τοῦ νόμου, ἠγγέλθη πρό τινων ἡμερῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πρόκειται καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, χώραις ἔνθα εἰσάγονται οἱ οἶνοι οἱ Κυμαϊκοὶ, νὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετον εἰσαγωγικὸν τέλος, ἰσοδυναμοῦν πρὸς τελείαν σχεδὸν ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς. Ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ πληροφορία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ βεβαιωθῇ, τότε ἔτι μεῖζον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προστατεύσῃ τὰς ἀμπέλους, νὰ προστατεύσῃ τὸν Κυμαϊκὸν οἶνον, διότι, ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας, ἣν ὑποστηρίζω, οἱ ἀμπελοκτήμονες τῶν δήμων, περὶ ὧν πρόκειται, ἐγκαταλιμπάνοντες τὰς ἀμπέλους αὑτῶν, θὰ περιέλθωσιν εἰς πραγματικὴν πενίαν, ἥτις θέλει φέρει ὄλεθρον εἰς τὰς οἰκογενείας των, ὅλοι δὲ θὰ γείνωσιν ἐργάται μεταλλευταὶ, καὶ οὐδὲν πλέον. Γεννᾶται ἐντεῦθεν κίνδυνος κοινωνικὸς, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἐργάται μεταλλευταὶ εἶναι ἀνίκανοι νὰ συντηρήσωσιν οἰκογένειαν, εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἀναθρέψωσι καὶ διαμορφώσωσι τέκνα, καὶ ἑπομένως ἐνῷ σήμερον ὑπάρχουσι περὶ τὰς 5,000 οἰκογένειαι, αἵτινες καὶ διὰ τῆς ἐργασίας ἐν τοῖς μεταλλείοις μελῶν τινων ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς συντελοῦσιν εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν των, ὅταν, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου καὶ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ὁ ὁρισθεὶς, αἱ οἰκογένειαι αὗται μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ ἐξαφανισθῶσι, καὶ αἱ γαῖαι θὰ μείνωσιν ἄγονοι, διότι εἰσὶν ἀκατάλληλοι πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην καλλιέργειαν καὶ δὴ καὶ πρὸς βοσκήν. Σημειώσατε ὅτι ἐπειράθησαν νὰ καλλιεργήσουν τὰς γαίας ὅσον εἶναι δυνατὸν βαθύτερον, ἔσπειραν πολλάκις δημητριακοὺς καρποὺς, ἀλλ’ οὐδὲν κατώρθωσαν, καὶ τὸν σπόρον δ’ αὑτῶν ἀπώλεσαν. Τοσοῦτον αἱ γαῖαι αὗταί εἰσιν ἀνεπίδεκτοι ἄλλης καλλιεργείας. Μόνη χρησιμοποίησις αὐτῶν εἶναι ἡ ἄμπελος, εἶναι ἡ παραγωγὴ τῶν Κυμαϊκῶν οἴνων· οὐδεμία ἄλλη χρησιμοποίησις, διότι ὅλα τὰ ἐδάφη κάτωθεν ἔχουσιν ἄνθρακας, καὶ φαίνεται ὅτι ὁ ἄνθραξ ἐπηρεάζει τὴν καλλιέργειαν οἱουδήποτε ἄλλου προϊόντος, ἐνῷ φαίνεται ὅτι δὲν ἐπηρεάζει τὰς ἀμπέλους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα δεχθῇ προσθήκην τινὰ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἄμπελοι τῶν δήμων Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων ἀφομοιοῦνται πρὸς τὰς ἀμπέλους τῆς Θήρας, Γυθείου κλπ.
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσι θεμελιώδη ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γείνωσιν αἰσθητὰ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, νὰ ἀποδείξωσι τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νόμου καὶ νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν πρώτων νὰ σπεύσῃ, ὅπως τὸν νόμον τοῦτον μεταρρυθμίσῃ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ζητῶν τὴν βελτίωσιν ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἔχει θέσει, θέλει καὶ πάλιν ἀποτύχει. Θέλει ἀποτύχει, ἐὰν ἐπιδιώκῃ διαρκῆ ἀποτελέσματα. Ἐὰν ὅμως ἐπιδιώκῃ προσωρινὰ ἀποτελέσματα, ἀδιαφορῶν πρὸς τὸ δίκαιον, βεβαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, θέλει μὲν ἐπιτύχει διὰ τὸ ἔτος 1899 εἴσπραξίν τινα ἐκ τῶν ἀμπέλων, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἔπρεπε νὰ θεωρῇ ἀπολεσθεῖσαν, διὰ τὸ μέλλον ὅμως, εἴτε μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἤδη λκμβάνει, εἴτε διὰ μεταγενεστέρων, θέλει ἐπιτύχει ποιάν τινα βελτίωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ βαίνῃ ὁ νόμος οὗτος φορολογῶν διὰ μέσου πλείστων ἀδικημάτων. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ ἦναι ἄδικος νόμος, ὁ ὁποῖος ὑφ’ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐκτιμηθῇ, ἀποδεικνύεται αὐθαίρετος; Αὐθαίρετον πρῶτον εἶναι ἔν τινι κοινωνίᾳ νὰ λέγῃ ὁ νομοθέτης, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει διὰ προγενεστέρου φόρου, αὐτὸ θέλει νὰ εἰσπράττῃ καὶ ὑπὸ νέον σύστημα φορολογικόν· 2,960,000 δραχ. προσδιωρίσθησαν ὡς μέσος ὅρος τῶν δύο φόρων, οἵτινες ἰσχύουν κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀποφασίζει ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλης φορολογίας, ἣν ἀντικαθιστᾷ εἰς τὴν πρώτην ὡς κακήν. Τοῦτο ἔχει τι τὸ αὐθαίρετον. Πᾶς νόμος πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ εἴτε ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἴτε ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν φορολογουμένων νὰ λάβῃ ποσοστόν τι. Ὅταν ὅμως λέγητε, ὅτι ὡρισμένον ποσὸν εἶσθε ἀποφασισμένος ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἰσπράξητε, ἀνεξαρτήτως τῆς φορολογητέας ὕλης, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν μεταβάλλετε εἰς φόρον, βεβαίως πράττετέ τι αὐθαίρετον. Ἀλλὰ μήπως τὰ ἄλλα στοιχεῖα τοῦ φόρου παρουσιάζουσι βεβαιότητά τινα καὶ δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα; Οὐδαμῶς. Λέγετε ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν αἱ δηλωθησόμεναι ἄμπελοι. Τοῦτο εἶναι ἐπίσης ἄδικος βάσις φορολογίας. Διότι ἀφίνοντος τοῦ νόμου εἰς τὰς δηλώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν τὸν προσδιορισμὸν τῶν φορολογητέων στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, καὶ μὴ ἐπιβάλλοντος ὡς ἀναπόφευκτον, ὡς ἀναγκαστικὴν, τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀμπέλων καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων, εἶναι λίαν πιθανὸν οὐχὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη, τῶν 852 δηλαδὴ χιλιάδων στρεμμάτων, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ποσὸν, ἴσως κατὰ 100 χιλιάδας καὶ κατὰ 200 χιλιάδας στρεμ. μεγαλείτερον νὰ ἦναι τὸ πράγματι φορολογητέον ἐν τῷ τόπῳ. Μόνον αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, τὸ ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν, ἂν ἐφορολογεῖτο, θὰ ἦτο ἡ διανομὴ τῶν 2,960,000 δραχ. δικαία. Μικρότερον ὅμως ποσὸν στρεμμάτων αὐξάνει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ ἐφ’ ἑκάστου στρέμματος, διότι αἱ 2,960,000 δραχ. θὰ διανεμηθῶσιν ἐπὶ μικροτέρου ἀριθμοῦ στρεμμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι τὰ κτηματολόγια εἶναί τι οὐχὶ τόσον ἀναγκαῖον, καὶ ὅτι εἰς τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ὑποθέτουσι κτηματολόγια καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἴτε ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως εἴτε ἐπὶ τῆς προσόδου, ἡ ἔλλειψις κτηματολογίου δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ ἄλλως, π. χ. διὰ δηλώσεων ἑκάστου κτηματίου περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ κτήματος του. Τοιοῦτον κτηματολόγιον δὲν εἶναι κτηματολόγιον. Ὅπου τὸ κτηματολόγιον χρησιμεύει ὡς βάσις φορολογίας, εἶναι ἀληθὲς κτηματολόγιον, καὶ ἀποτελεῖ δικαίαν βάσιν φορολογίας. Τοιαῦτα κτηματολόγια δὲν ἀναπληροῦνται διὰ δηλώσεων, διότι αὗται οὔτε τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐκτάσεων δίδουν, οὔτε τὸ ποιὸν τῶν κτημάτων. Ἐν τούτοις ἀμφότερα εἶναι ἀναπόφευκτα. Ἂν εἴχομεν κτηματολόγιον, θὰ ἐλύομεν ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ φορολογήσωμεν, θὰ εἴχομεν οὐχὶ μόνον τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἰδιοκτήτης ἀμπέλων ἔχει, καὶ τίνα πρέπει ἀναλόγως νὰ πληρώσῃ φόρον, ἀλλὰ θὰ ἐγνωρίζομεν κατὰ πολὺ περισσοτέραν προσέγγισιν, παρ’ οἵαν ἐπιτυγχάνει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τὴν παραγωγὴν κατὰ στρέμμα, διότι τῶν κτηματολογίων ἴδιον εἶναι ὄχι μόνον νὰ καταμετρῶσι τὰ κτήματα, ὄχι μόνον νὰ ὁροθετῶσι τὰ κτήματα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ποιότητα αὐτῶν νὰ κατατάσσουν αὐτὰ, καὶ νὰ κατατάσσουν ὄχι μόνον κατ’ εἶδος κτημάτων, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιότητα αὐτῶν, λόγῳ τῆς γῆς, λόγω τῶν ὑδάτων, λόγω τῆς προσεγγίσεως εἰς κέντρα τῆς καταναλώσεως μεγάλα κτλ. Ἡ ἔλλειψις κτηματολογίου ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀναπληροῦται πρῶτον διὰ τῶν δηλώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν, δεύτερον διὰ τῶν ἐκτιμήσεων τῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῷ νόμῳ συνιστᾷ, καὶ εἶπε: «Θὰ βεβαιωθῶ πρῶτον πόσα στρέμματα ἕκαστος ἀμπελοκτήμων ἔχει, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν στρεμμάτων θὰ διανείμω τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ζητῶ», δηλ. τὰ 2,960,000 δρ., ὁπότε θὰ εἴχομεν 3 47/00 φόρον καθ’ ἕκαστον στρέμμα εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἂν δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ ποιότητος ἀμπέλων, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μεταβάλλεται κατὰ δήμους καὶ ποιότητας. Ἀλλ’ ἐνῷ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ διανείμῃ τὰ 2,960,000 ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων ἀληθῶς στρεμμάτων ἐν τῷ Βασιλείῳ, τὰ διανέμει ἐπὶ μόνων τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν. Ὅταν βραδύτερον διὰ τῶν καταμετρήσεων ἀποδειχθῶσι περισσότερα τὰ στρέμματα, ὅσα ἐδηλώθησαν, δὲν θὰ ἐλαττωθῇ ἀναλόγως ὁ φόρος, ἀλλὰ θὰ μείνῃ ὁ αὐτὸς, τὰ δὲ περιπλέον στρέμματα θὰ προσαυξήσωσιν ἀναλόγως τοῦ φόρου τῶν 2,960,000 δραχμῶν. Οὕτω ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἀποβαίνει κατὰ ποσὸν βαρυτέρα τῆς προϋπαρχούσης, καὶ ἑπομένως ἀδικωτέρα. Ἀλλὰ τὸ ἀδίκημα δὲν εἶναι μόνον εἰς τὸ μεγαλείτερον ποσὸν φόρου, ὅπερ διὰ τοῦ νέου νόμου ἐπιβάλλεται ἐν συνόλῳ ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἄδικον μεταξὺ αὐτῶν διανομὴν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀνωτάτης ἐπιτροπῆς ἀπέτυχεν· ἀλλὰ μὴ νομίσητε ὅτι ἀπέτυχεν ἕνεκεν ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεώς τινων μόνον ἐκ τῶν κατωτέρων ἐπιτροπῶν. Εἶναι γενικὴ ἡ πλάνη, διότι ὀλίγιστοι εἶναι οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους, ἐν οἷς ἀκριβῶς ἠμπορεῖ νὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους ἡ ἐπιτροπή. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεμία τιμὴ ὑπάρχει τοῦ γλεύκους, διότι τὸ γλεῦκος δὲν πωλεῖται· ἕκαστος ἀποθηκεύει ἐν τῷ οἴκῳ τὸ γλεῦκός του, καὶ ὅταν γείνῃ οἶνος, τὸν καταναλίσκει ὁ ἴδιος. Μόνον εἴς τινας μεγάλας πόλεις, ἰδίως εἰς τὰς Ἀθήνας, τὴν Τρίπολιν, τὰς Πάτρας, τὰ Μέγαρα, ὑπάρχει τιμὴ γλεύκους, καὶ εἰς τὰς πόλεις ἐξ ὧν γίνεται προμήθεια γλεύκους, ἀλλ’ εἰς τὴν Θεσσαλίαν π. χ. οὐδαμοῦ θ’ ἀκούσητε ὅτι τὸ γλεῦκος τιμᾶται τόσον, ἐπίσης εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, τὴν Ἀκαρνανίαν, τὸν Βάλτον. Λοιπὸν αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν εἶχον ἐνώπιόν των ἢ οἴνους μόνον εἰς πολλοὺς δήμους καὶ ὄχι γλεῦκος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς δήμους ἐσύγχισαν τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς Ἀθήνας. Τὸ γλεῦκος ἐδῶ δύναται νὰ ἀγορασθῇ πρὸς 40 ἢ 50 λεπτὰ τὴν μπότσαν καὶ ἐν τούτοις νὰ πωλῆται ὁ οἶνος πρὸς 45 ἢ 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ αἱ δαπάναι δὲν δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην τιμήν. Λοιπὸν ὅταν λαμβάνητε εἰς ἕνα δῆμον τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους καὶ εἰς ἄλλον τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου, θὰ φθάσητε εἰς ἐσφαλμένα καὶ ἄδικα ἀποτελέσματα. Τοῦτο συνέβη εἰς πολλὰ μέρη, εἶμαι βέβαιος. Ἐπειδὴ πολλάκις ὁ οἶνος δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν κατανάλωσιν ἑνὸς μέρους, μεταφέρεται ἄλλοθεν, ἡ δὲ τιμὴ ἐκεῖ γλεύκους δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ οἴνου, καὶ τιμὴ ἀκριβή. Δὲν εἶναι ἑπομένως δίκαιον, ἀλλοῦ νὰ λαμβάνηται τιμὴ γλεύκους, ἥτις εἶναι εὐθηνὴ εἰς τοὺς οἰνοφόρους δήμους, καὶ ἀλλοῦ τιμὴ οἴνου, ἥτις εἶναι ἀκριβὴ εἰς τοὺς μὴ οἰνοπαραγωγοὺς δήμους. Ἀλλὰ μήπως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι εὔκολος καὶ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα; Ὅταν πάλιν γνωρίζωμεν τὸν μέσον ὅρον ἑνὸς δήμου, δύναται νὰ συμβῇ μία μὲν ἄμπελος νὰ παράγῃ 300 ὀκάδας γλεῦκος, ἄλλη δὲ μόνον 200 ἢ 150. Εἶναι δίκαιον αὗται νὰ πληρώνουν ἐπὶ μέσου ὅρου ἀνωτέρου ἢ κατωτέρου; (Ἐν τούτοις ὁ νόμος θεμελιοῦται ἐπὶ τῆς κατὰ δήμους μέσης παραγωγῆς, ἐνῷ τὸ κτηματολόγιον φορολογεῖ κατὰ κτῆμα, καὶ καθιστᾷ, οὕτως εἰπεῖν, ἀτομικὴν ἑκάστου κτήματος τὴν ὑποχρέωσιν. Διὰ μέσων ὅρων ἐπὶ ἀγνώστων δεδομένων δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ φθάσουν εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἄτοπα καὶ ἄδικα. Τί ἔπραξεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Θεραπεύει ἐκ θεμελίων, ὡς ὤφειλεν, αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα; Οὐχί· «εὑρίσκομαι, λέγει, εἰς ἀδιέξοδον, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐφαρμοσθῇ, τὸ Κράτος πρόκειται νὰ χάσῃ ἓν σπουδαῖον εἰσόδημα»· ἐὰν πάλιν ἐφαρμοσθῇ ὡς ἔχει ὁ νόμος, ὁ τελευταῖον νομοθετηθεὶς, ὅστις ἐθεωρήθη ὡς ἀπαλλάξας ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς προηγουμένης φορολογίας τὸν λαὸν, θὰ θεωρηθῇ ὡς εἰσαγαγὼν χειροτέραν νομοθεσίαν· διότι ναὶ μὲν δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνοικιαστὰς, ἀλλ’ ἀντὶ ἐνοικιαστῶν θὰ ἔχωμεν τοσοῦτον βαρεῖαν καὶ ἄδικον φορολογίαν, ὥστε δὲν θὰ δύνανται ὑπ’ αὐτὴν οἱ κτηματίαι νὰ ἐξακολουθήσουν καλλιεργοῦντες τὰς ἀμπέλους αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα διὰ τὸ 1899, ἀλλὰ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη καλὸν εἶναι νὰ μελετήσῃ ἐν τῷ μεταξὺ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ποιοτήτων, ἄλλο σύστημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἄλλως θὰ παραστῶμεν εἰς ἀδικώτερον, εἰς προκρούστειον ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ νὰ ζητῇ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς ἐπιτροπὰς, ὅπως προσδιορίζουν τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα ἀποτελέσματα καθ’ ἕκαστον δῆμον, ὥστε ὑπὸ ἔποψιν ἐπιεικείας κρινόμενον τοιοῦτον ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν, νὰ ἦναι βέβαιος ὅτι δύναται νὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς κοινωνίας. Τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καθαρῶς τὸ ἑξῆς. Λαμβάνει τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων καὶ τῆς μέσης κατὰ στρέμμα παραγωγῆς, τὰ πολλαπλασιάζει ἐπὶ τὴν ἀξίαν τοῦ γλεύκους, καὶ εὑρίσκει ὅτι π. χ. ὁ δῆμος Α παρήγαγε 50 χιλιάδων δραχ. ἀξίας οἶνον· ἐπ’ αὐτῶν τῶν ποσῶν τῶν διαφόρων δήμων διανέμει ἀναλόγως τὸ ποσὸν τῶν 2,960,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον νομίζει δίκαιον νὰ λάβῃ παρὰ τῶν φορολογουμένων καὶ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Λοιπὸν τί ἔγεινε πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου; Αἱ ἐπιτροπαὶ ὥρισαν τὰ διάφορα στοιχεῖα καὶ εἶπον: ὁ δῆμος π. χ. δεῖνα παρήγαγε 50,000 δραχ. ἀξίας γλεῦκος, ὁ δεῖνα τόσον· ἔρχεται τέλος ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταλογίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, καὶ φθάνει εἰς τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα εἴδομεν. Τἀποτελέσματα ταῦτα εἶναι ἐνιαχοῦ παράδοξα, διότι θὰ ἴδητε δήμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ ἐπὶ τῇ μικρᾷ αὐτῶν παραγωγῇ γλεύκους, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦνται μὲ 5½ καὶ 6 δραχμὰς, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐν Ἀθήναις π. χ., ὅπου μεγάλη ἡ παραγωγὴ γλεύκους, θὰ πληρώσουν μικρότερον ποσὸν, ἢ θὰ πληρώσουν τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἐνῷ ἔχουν ὄχι μόνον λόγῳ τῆς μεγάλης καταναλώσεως μεγάλην τιμὴν καὶ τοῦ γλεύκους καὶ οἴνου, ἀλλὰ παράγουν καὶ σταφυλὰς τραπέζης, ἐξ ὧν ἐσοδεύουσι πολλαὶ ἄμπελοι πολὺ περισσότερα ἢ ἐκ τοῦ οἴνου. Γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουσιν ἄμπελοι ἐν Ἀθήναις, αἱ ὁποῖαι δίδουν εἰσόδημα καθαρὸν μέχρι 200 καὶ πλέον δραχ. κατὰ στρέμμα. Πῶς ὅμως θὰ διορθωθῇ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ νόμου, ἐὰν δὲν μεταβληθῇ τὸ σύστημα; Βεβαίως θὰ διορθωθῇ ἐν μέρει διὰ συνεννοήσεων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν. Θὰ γείνῃ αὐτοῖς γνωστὸν, ὅτι διὰ διαφόρους λόγους δὲν πρέπει νὰ προσδιορίσωσιν οἵους ὥρισαν τοὺς μέσους ὅρους τοῦ γλεύκους, καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἀναγκαίως, ἐλάττωσις μὲν εἰς τὸ ποσὸν φόρου ἑνὸς δήμου καὶ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ὡς πρὸς ἄλλους δήμους. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποτελεῖ βελτίωσιν τοῦ νόμου. Ἐκ τούτου πρὸς τούτοις θὰ προέλθῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸν, ἡ ἀναθεώρησις νὰ βελτιώσῃ μόνον τὸ πέραν τῶν 3 δραχμῶν φορολογούμενον ποσὸν τῶν δήμων τοῦ Κράτους, βεβαίως οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν θὰ γείνῃ δεκτὸν, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοεῖ νὰ εἰσπράξῃ ἀκέραιον τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν ὥρισεν ὡς εἰσπρακτέον, θὰ εὑρεθῶμεν ἐξ ἀνάγκης εἰς τὴν θέσιν νὰ σμικρύνωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ἐξ ἑνὸς δήμου, καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἄλλων δήμων, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ὡρισμένον ποσὸν φόρου. Τοῦτο προδήλως παραβιάζει τοὺς τεθειμένους ὑπὸ τοῦ νόμου κανόνας, πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καθ’ ἕκαστον δῆμον ἀναλογοῦντος φόρου. Διότι πῶς ἀπετελέσθη τὸ σχετικῶς μικρότερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναλογεῖ εἰς ἕνα δῆμον; ἀπετελέσθη τῇ συνδρομῇ ἄλλων δήμων τοῦ Κράτους, διότι ἄλλος δῆμος ὡρίσθη ὅτι παράγει γλεύκους μεγαλύτερον ποσόν. Ἐὰν π. χ. ὁ δῆμος Μεσολογγίου ἐξετιμήθη ὅτι παράγει 60 ἢ 70 χιλιάδων δραχμῶν ἀξίας οἶνον, ὅταν εὐνοηθῇ διὰ καλλιτέρας ἐκτιμήσεως καὶ ὁρισθῇ ὅτι παράγει π. χ. τὸ ἥμισυ, τὸ ἕτερον ἥμισυ ποσὸν, ὅπερ ἀφῃρέθη ἐκ τῆς φορολογίας, πρέπει νὰ διανεμηθῇ εἰς ἄλλους δήμους, δηλ. ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ ἐπιθεώρησις θὰ ἀναδείξῃ τὸ προσδιορισθὲν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ποσὸν κατώτερον. Δὲν εἶναι βεβαίως εὐπρεπὲς, ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν, νὰ ἐπιθέσωμεν μέρος τοῦ βάρους κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπό τινων δήμων ἐπὶ ἄλλων δήμων, διότι πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐψηφίσαμεν νόμον, ὅστις ὥρισε πῶς δέον ν’ ἀναζητηθῇ καὶ προσδιορισθῇ κατὰ δῆμον ὁ φόρος· ἤδη μετ’ ὀλίγους μῆνας λέγομεν, ὅτι οὐχὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη κατ’ Αὔγουστον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἄλλο μεγαλείτερον ἢ μικρότερον ποσὸν θὰ πληρώσωσιν οἱ δῆμοι. Ἀλλ’ οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι. Πρέπει νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δῆμος πρέπει νὰ πληρώσῃ· τοῦτο δὲ μόνον δι’ ἀναθεωρήσεως ἠμπορεῖ νὰ καταστῇ δικαιότερον. Ἔργον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι νὰ φροντίσῃ, ὥστε ἡ ἀναθεώρησις νὰ γείνῃ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἀμερόληπτος καὶ ἀφατρίαστος· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ γείνῃ ὑπέρ τινων δήμων ἐπὶ βλάβῃ ἄλλων. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ λάβῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ εἰσπράξῃ τὰς 3 δραχμὰς, θὰ φροντίσῃ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐξεύρῃ ἄλλα προσφορώτερα μέτρα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γινώσκῃ, ὅτε ἔσπευδε κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ζητῶν ὅπως–ὅπως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σημερινοῦ νόμου, καὶ τὴν ταχεῖαν ἐφαρμογὴν, ἐνῷ οὐδὲν διὰ σύστημα στρεμματικῆς φορολογίας εἶχε παρεσκευασμένον, διότι οὔτε κτηματολόγιον εἶχεν, οὔτε ἄλλην ἐργασίαν οἱανδήποτε, πρὸς βεβαίωσιν τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, οὔτε τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου. Ὅ,τι λοιπὸν τότε δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ, ἂς προσπαθήσῃ νὰ τὸ πράξῃ ἤδη. Πάντοτε ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι τοσοῦτον θὰ σαλεύουν αἱ βάσεις τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ὥστε ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποτύχῃ καὶ πάλιν, ἂν μὴ μεταβληθῇ ἐκ θεμελίων ὁ νόμος οὗτος.
§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν θεωρῶ, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐλάττωμα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν σήμερον νὰ βελτιώσωμεν, δὲν ἐγένετο αἰσθητόν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία εἶναι ἡ καλλιτέρα διὰ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν κτηματολόγιον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐφαρμογῆς τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νόμου τούτου δὲν ἐγένετο εἰσέτι καταληπτὴ ἐν πλήρει τελειότητι. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου εἶναι τὸ θεμελιῶδες ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ, ἂν ὄχι ἀδύνατον, ἐπαχθεστάτην ὅμως τὴν φορολογίαν. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εἶναι, ὅτι ἐζητήθη διὰ τῆς φορολογίας ταύτης νὰ ἐπιβληθῇ, κατὰ τρόπον διανεμητικόν, οὐχὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε τὸ Κράτος διὰ τῆς καταργηθείσης φορολογίας, ἀλλὰ ποσὸν σχεδὸν διπλάσιον, διότι συνεχωνεύθη καὶ ἡ ἔμμεσος φορολογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἥτις εἶναι ὅλως διαφορετική· διότι, ἐν ᾧ κατὰ μέσον ὅρον εἰσεπράττομεν κατὰ τὰ ἔτη τὰ ληφθέντα ὡς βάσις, περίπου 7,500,000, δηλαδὴ 1,900,000 περίπου κατ’ ἔτος, ζητοῦμεν διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ εἰσπράξωμεν 2,960,000· διότι δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς καθυστερήσεις· προσθέσατε δὲ καὶ 200,000, τὰς ὁποίας εἰσεπράττομεν ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θ’ ἀφήσῃ καθυστερήσεις, ἀλλ’ αὗται κατ’ οὐδὲν ἐλαττοῦσι τὸ βάρος, διότι ἄλλοι εἶναι οἱ καθυστεροῦντες τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἄλλοι οἱ καθυστεροῦντες τὸν φόρον ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Αἱ καθυστερήσεις τοῦ ἐγγείου φόρου προέρχονται εἴτε ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως τοῦ οἴνου, εἴτε ἐκ δυστροπίας τῶν πωλούντων αὐτόν, εἴτε ἐξ ἀφορίας. Σήμερον τοιαῦται καθυστερήσεις δὲν θὰ ἐπέλθωσι, διότι ὁ φόρος τοὺς καταλαμβάνει εἰς τὴν ἄμπελον αὐτήν. Σήμερον θὰ προέλθωσι μόνων παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, καὶ οὗτοι βεβαίως θὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους αὑτῶν. Τὸ βάρος δὲ, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἀμπέλους, ὑπερτερεῖ τὸ τέως παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενον κατὰ 58,50%. Διότι, ἂν εἰσεπράττετο κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη φόρος 1,880,000, σήμερον ζητοῦνται 2,960,000· ἡ διαφορὰ εἶναι 58,50%, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ τὸ πληρώσῃ ὁ παραγωγός, διότι ἡ ἄμπελός του εἶναι ὑπέγγυος διὰ τὴν πληρωμήν· θὰ πληρώσῃ δὲ συνάμα καὶ τὸν ἔμμεσον φόρον, ὃν πρὶν ἐπλήρωνεν ὁ ἐν ταῖς πόλεσι καταναλίσκων τὸν οἶνον. Οἱανδήποτε βελτίωσιν καὶ ἂν θελήσητε νὰ φέρητε εἰς τὸν νόμον τοῦτον, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ θεραπεύσητε τὴν ὀργανικὴν αὐτοῦ νόσον, ἥτις συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε 1,080,000 πλειότερον τοῦ τέως εἰσπραττομένου. Ὡς ἔχει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ἐπιδιώκει τὴν ἐπανόρθωσιν ἀδικίας, γενομένης εἴς τινας δήμους τοῦ Κράτους. Ἴσως, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι, ἐγένοντο σφάλματα καὶ παρανοήσεις, καὶ εἴς τινας δήμους ἡ παραγωγικότης τῶν ἀμπέλων ἐξετιμήθη ἄλλως ἢ εἰς τὴν πραγματικὴν αὐτῆς ἀξίαν. Ἀλλ’ εἶμαι γνώμης, ὅτι εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ ὁ νέος νόμος. Εἰς ὅλους τοὺς δήμους, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετιμήθη ἡ παραγωγικότης τῶν ἀμπέλων των, θὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐπιπρόσθετος φορολογία τοῦ 1,080,000 δραχμῶν. Ἑπομένως ἐὰν σήμερον διὰ νέας καταμετρήσεως τῶν ἀμπέλων, διὰ νέας ἐκτιμήσεως τῆς παραγωγικότητος αὐτῶν καὶ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους δυνάμεθα νὰ ἐλαφρύνωμεν τοὺς δήμους, οἵτινες πληρώνουσι τὸν ἀνώτερον ὅρον τῶν 6 δραχμῶν, ἢ τῶν 5, τὸ ποσὸν, ὅπερ θ’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν, θὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς ἄλλους δήμους, καὶ θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ παράπονα. Ἐπιστεύθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει σκοπὸν τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἀμπελοκτημόνων. Εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν διὰ τὴν ἀνακούφισιν ἐκ τῶν ἐπαχθῶν διατυπώσεων. Ἂν δ’ οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶχον τὴν εὐπορίαν, τὴν ὁποίαν ὑποθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, βεβαίως ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἤθελε παρέλθει ἀνεπαίσθητος. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν εὐπορίαν ταύτην ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπαύξησις τοῦ φόρου κατὰ 58% εἶναι βαρεῖα· δι’ αὐτὸ δὲ ἠκούσαμεν παραπονουμένους πολλοὺς δήμους, ὡς π. χ. τὸν δῆμον Μεγαρέων, ὅστις κατελογίσθη νὰ πληρώσῃ 2,87, δηλαδὴ κάτω τοῦ μέσου ὅρου. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ φέρει ἴσως ἐξωτερικῶς τὴν παράστασιν βελτιώσεως τῆς φορολογίας καὶ ἐλάφρυνσιν αὐτῆς, ἀλλὰ κυρίως ἐνέχει αὔξησιν φόρου καὶ ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἂν σήμερον ἠγέρθησαν παράπονα εἴς τινας ἐπαρχίας κατὰ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι εἰς δευτέραν ἐφαρμογὴν θὰ ἐγερθῶσι τοιαῦτα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας. Δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἐλλείψεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἐὰν δοθῇ εἰς αὐτὸν βάσις θετικὴ, καὶ ἂν ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας φόρος ποσοῦ οὐχὶ ἀνωτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνον διὰ τῆς ἐγγείου φορολογίας. Τοιαύτην διόρθωσιν πρέπει νὰ προτείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δ’ ἐπιτυγχάνεται, ἐὰν τὸ διανεμητέον ποσὸν στηρίζηται οὐχὶ ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν εἰσπραχθέντων, ὁ φόρος δὲ ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦ καταναλισκομένου ἐν τοῖς οἰνοπωλείοις, νὰ μείνῃ ἀνεξάρτητος τοῦ στρεμματικοῦ φόρου. Οὕτω δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τρόπον λογικὸν καὶ ν’ ἀποφέρῃ ἔσοδον ἀσφαλὲς, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς οἰνοπαραγωγούς. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ θετικὴν καὶ θεμελιώδη διόρθωσιν, πρέπει ἐπὶ τοιούτων βάσεων νὰ διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἐπιδιώκει εἴσπραξιν 58% ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἰσέπραττεν, ἐμβάλωμα μόνον θέλει κάμει εἰς τὸν νόμον διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ διόρθωσιν. Καὶ ἐνῷ σήμερον προσκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὡρισμένας μεταρρυθμίσεις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θὰ προσκληθῶμεν νὰ λάβωμεν ῥιζικώτερα μέτρα, καὶ εἰς ἄλλην δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ προσκληθῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου, πρὸς βλάβην ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον, καλῶς ἐφαρμοζόμενον, δύναται νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμον. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὀργανικὸν τοῦτο ἐλάττωμα τοῦ νομοθετήματος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἐμβριθέστερον, τόσον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅσον καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀργότερον θὰ συζητήσωμεν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι τότε μᾶλλον διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ, καὶ ἡμεῖς ὀλιγώτερον κεκμηκότες, ὥστε τὸ θέμα νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον, καθόσον εἶναι ἄξιον εὐρείας συζητήσεως. Ἀλλ’ ὅπως κατορθώσωμεν νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν σπουδαίως, μετὰ τὰς σήμερον διὰ τόσων εὐστόχων ἀγορεύσεων γενομένας ἀναλύσεις τοῦ θέματος, καὶ ὅπως φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ φωτίσωμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅ,τι ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν ζητηθέντων, οὐδὲν ἐλάβομεν μέχρι τοῦδε. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ἁπλῶς ὡς εἰσήχθη, δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐξέτασις τῆς ἐννοίας καὶ τῆς οὐσίας τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τί πρὸ τοῦ καθεστῶτος τοῦ σημερινοῦ ἐπλήρωνεν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τοῦ ἑτέρου φορολογικοῦ συστήματος. Καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν μόνας τὰς γενικὰς εἰδήσεις, ἃς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ἐκεῖναι, ἃς ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν προσήγαγεν οὗτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κρίνει, ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ κατάθεσις τοιούτων πληροφοριῶν. Πιθανὸν ἡ κρίσις αὐτοῦ νὰ ἦναι ὀρθοτέρα τῆς ἐμῆς· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπείσθην, ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ αἴτησις, διότι νομίζω, ὅτι διακεκριμένως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν κατὰ πόσον ἐπεβαρύνετο μέχρι τοῦδε ἕκαστος δῆμος, ἐκ τῆς παραβολῆς δὲ ταύτης θέλομεν ἐξαγάγει συμπεράσματα, ἅτινα θέλουσι δείξει ὁποῖαι ἀντινομίαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ ὀργάνου παράγονται ἀντίθετα ἀποτελέσματα.
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφ’ ἧς ἡμέρας μοὶ διεβιβάσθη ἡ ἐπερώτησίς σας, παρήγγειλα νὰ συλλεχθῶσιν αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζητήσατε, κατωρθώθη δὲ μόνον πρὸ ὀλίγου νὰ μοὶ σταλῇ ὁ πίναξ τοῦ 1896, δὲν κατωρθώθη δὲ νὰ συνταχθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου βλέπετε, ὁποία ἐργασία ἀπαιτεῖται· ἐγένετο πᾶν τὸ δυνατόν. Ὁ πίναξ οὗτος εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας, καὶ ἐξ αὐτοῦ δύνασθε νὰ φωτισθῆτε.
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τῆς προσαγωγῆς τοῦ πίνακος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπλήρωσε μίαν τῶν ἐπιθυμιῶν μου· ἀλλ’ ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλας τινὰς αἰτήσεις περὶ πληροφοριῶν, ἃς νομίζω ὅτι ἦτο προτιμότερον, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αὐθορμήτως εἶχεν ὑποβάλει. Ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδιδεν ἀντίτυπα τοῦ νόμου περὶ μετατροπῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τότε βεβαίως θὰ ἦτο ὀρθὸν, φωτίζον καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ ἡμᾶς, ἂν περιελάμβανεν ἐν τοῖς πίναξιν, οὓς διένειμεν, ἐκτὸς τῶν στηλῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν φόρον κατὰ δήμους καὶ τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα, καὶ δύο στήλας περιλαμβανούσας τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς κατὰ δήμους, καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν ἀναγκαιόταται, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐξ ἀστόχου ἐνεργείας τῶν ἀρχῶν περὶ τὸν ὁρισμὸν τῆς μέσης κατὰ στρέμμα παραγωγῆς καὶ τῆς μέσης τιμῆς, ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὀλέθρια, ἅτινα ζητεῖ νῦν νὰ προλάβῃ, πρᾶγμα περὶ οὗ ἐγὼ λίαν ἀμφιβάλλω, διότι φρονῶ, ὅτι τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἔγκεινται ἐν τῷ συστήματι, καὶ ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν μεταρρυθμισθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, ἐνόσῳ ὑφίσταται ἐκεῖνος ὁ ὅρος τῶν 2,960,000 δραχμῶν, διόρθωσις εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας, διότι ἡ ἀναθεώρησις θὰ φέρῃ μεταβολὴν ὅρων, καὶ πᾶν τὸ ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν δήμων τῶν βαρουμένων διὰ βαρείας φορολογίας, θέλει ἐπιπέσει ἐπὶ τῶν ἄλλων δήμων. Ἀλλὰ μήπως λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι φορολογία πρὸς 1,77, πρὸς δύο δραχμὰς, εἶναι ἄδικος; ὅτι οὕτω, δι’ αὐτῆς, ἐλαφρότερον τοῦ προσήκοντος φορολογεῖται ἡ ἄμπελος; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ· δὲν τὸ γνωρίζομεν. Ὅταν ἔχωμεν τὰς δύο ταύτας στήλας μετὰ τῶν καταλλήλων πληροφοριῶν, τότε θὰ ἔχωμεν πλειότερον φῶς καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ πίναξ, ἔχων ἀναγεγραμμένον κατὰ δῆμον, ἐν διακεκριμέναις στήλαις, πρῶτον τοὺς κατὰ στρέμμα ποριζομένους μέσους ὅρους παραγωγῆς, δεύτερον τοὺς κατὰ δῆμον μέσους ὅρους τιμῆς κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Ταύτας τὰς πληροφορίας εὐκολώτατον εἶναι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ, διότι ἐπ’ αὐτῶν εἰργάσθη, ταύτας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε μετὰ τῶν συνεργασθέντων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του. Ὥστε δι’ αὐτὰς δὲν ἀπαιτεῖται τόσος χρόνος, ὅσος διὰ τοὺς ζητηθέντας πίνακας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὴν αὐρινὴν συνεδρίασιν θέλομεν ἔχει τὰς πληροφορίας ταύτας. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἵνα προπαρασκευάσω τὴν συζήτησιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως. Ὀφείλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι Ἀττικῆς, ὁμιλοῦντες ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔχουσι μείζονα ἴσως παντὸς ἄλλου λόγον νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τὴν εὐρυτέραν τῆς ὑποθέσεως, καθόσον ἡ Ἀττικὴ ἀποδεικνύεται νῦν ἐκ τῆς στατιστικῆς, ἣν ἔχομεν ἐνταῦθα, ὅτι εἶναι ἐν τῇ οἰνοπαραγωγῇ, ἐν τῇ ἀμπελουργίᾳ, ἡ πρώτη τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ Ἀττικῇ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι καλλιεργοῦνται 73,335 στρέμματα, καὶ θέλετε προσέτι παρατηρήσει, — τὴν παρατήρησιν ὑπέβαλεν ἤδη ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐκ Μεγαρίδος, — ὅτι ἐν ἑνὶ δήμῳ τῆς Ἀττικῆς, τῷ δήμῳ Κρωπίας, καλλιεργοῦνται 33,585 στρέμματα, ὅτι ὁ δῆμος Κρωπίας ἔρχεται ἀνώτερος τῶν πλείστων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους περὶ τὴν ἀμπελοφυτείαν, καὶ ἄλλοι δὲ δῆμοι ἔχουσι πολὺν ἀριθμὸν στρεμμάτων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ δὲ Ἀττικῆς, διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὄχι μόνον δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ἐπίκειται ἐκρίζωσις ἀμπέλων, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν καὶ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἤρξατο ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἀμπέλων. Σήμερον εἶχον παρ’ ἐμοὶ υἱὸν προκρίτου τοῦ δήμου Κρωπίας, οὗ τὸ ὄνομα δύναμαι καὶ νὰ ἀναφέρω, σπουδαστὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, οὗ ὁ πατὴρ εἶναι πλουσιώτατος γαιοκτήμων, — διότι οἱ κάτοικοι τῶν μεσογείων διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὑτῶν παρεσκεύασαν ἀμπελῶνας, καὶ δι’ αὐτῶν ἐγένοντο εὔποροι, καὶ βλέπετε αὐτοὺς ἀνεπτυγμένους ἐν παντί, καθαρίους, ἐγγραμμάτους, πεπολιτισμένους, βλέπετε ἐν τοῖς μεσογείοις χωρία ἄξια χώρας πεπολιτισμένης. — Λοιπὸν ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας ἡ οἰκογένεια τοῦ νέου τούτου ἐξερρίζωσεν ἤδη χιλιάδας κλημάτων, — μοὶ εἶπεν ὁ νέος 15 χιλιάδας, ἀλλὰ λέγω ἐγὼ ἁπλῶς χιλιάδας κλημάτων, — καὶ τὰς ἐξερρίζωσε πότε; Εὐθὺς ἀμέσως ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, ἐνῷ ἐψηφίζετο ὁ νόμος· διότι ὑπελόγιζον, ὅτι ὁ φόρος, τιθέμενος οὐχὶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4 καὶ 3½/10, ὡς ἐτέθη, ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2 δραχμῶν, ἔξω τοῦ δημοτικοῦ φόρου, εἶναι βαρὺς διὰ τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου, καὶ διὰ τοῦτο τὰς ἐξερρίζωσαν. Ἔπαυσε δὲ ἡ ἐκρίζωσις, ὅτε ἐδόθησαν διαβεβαιώσεις ἰδιαίτεραι, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὅτι ὁ φόρος δὲν θέλει ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τοῦτο. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς ἐδημοσιεύθη καὶ ἐστάλη, ἡ ἐκρίζωσις ἐπανελήφθη καὶ ἐξηκολούθησεν. Ἐγὼ δὲ ἠναγκάσθην νὰ δώσω συμβουλὰς περὶ τοῦ ἂν ἀπαιτεῖται ἢ μὴ ἄδεια πρὸς ἐκρίζωσιν, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐφοβοῦντο μήπως ἐκριζοῦντες τὰς ἀμπέλους αὑτῶν εὑρεθῶσιν ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι ἀγνώστου τινὸς διατάξεως τοῦ νόμου, ἀπαγορευτικῆς τῆς ἐκριζώσεως. Τοῦτο ἐν τῇ Ἀττικῇ εἶναι γεγονός· ἤρχισε τὸ καταστρεπτικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου, εἰς ὃ βεβαίως δὲν ἀπέβλεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἰσῆγε τὸ νομοθέτημα, τὸ διέπον ἡμᾶς σήμερον· διότι, ἂν ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο, βεβαίως ἀνάλογον ἤθελεν εἰσαγάγει νομοθέτημα, ἀντὶ τῆς παρακρατήσεως, ὅπως κεντήσῃ καὶ τοὺς σταφιδοκτήμονας εἰς ἐκρίζωσιν τῶν σταφιδαμπέλων. Δὲν ὑπῆρχε μὲν ἐν τῇ προθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπάρχει. Ἐν τῷ δήμῳ Φυλῆς, ταύτην τὴν στιγμήν, εὑρίσκονται ὑπὸ κίνδυνον ἐκριζώσεως 150 στρέμματα, αἱ δὲ ἀναφοραὶ τῶν δημοτῶν τῶν δήμων τούτων ἔρχονται ἀθρόαι, καὶ ἔρχονται καθ’ ἡμέραν ἐκλογεῖς ἡμῶν, δήμαρχοι, σύμβουλοι, παντοῖοι κτηματίαι, ἐξ ἁπάντων τῶν δήμων, διαμαρτυρόμενοι.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχουν ἄλλον τινὰ λόγον, δι’ ὃν ἐκριζώνουν τὰς ἀμπέλους αὐτάς, παρὰ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς ἔχετε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀντιπροσωπεύητε ἐπαρχίαν, ἥτις ἐξῃρέθη τῆς καταστροφῆς. Τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὑπὲρ ὑμῶν γενομένην, ἐζήτησα καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, διότι ὁμολογῶ μὲν ὅτι δὲν ἐφανταζόμην τόσον ὀλέθρια τ’ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ πάντοτε προέβλεπον κακά· ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἀντετάχθη ἄρνησις, καίτοι ἡ ἐξαίρεσις ἤθελεν ἀποδώσει εἰς τὸ ταμεῖον πλείονα τῶν σήμερον καταβαλλομένων, ἄνευ καθυστερημάτων. Ἡ ἐκρίζωσις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, γίνεται βεβαίως, ἐκλεγομένων ἐκείνων τῶν ἀμπέλων, αἵτινες εἶναι ὀλιγώτερον προσοδοφόροι· φυσικῶς θὰ προτιμήσωσι νὰ ἐκριζώσωσι τὰς χειροτέρας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς ὑπάρχει διάκρισις ποιότητος. Τόση μικρὰ εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει, ὥστε τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅτε ἐκλήθησαν, ἵνα γνωμοδοτήσωσι περὶ διαιρέσεως εἰς ποιότητας, ἀπεφάνθησαν, ὅτι δὲν εἶναι διακριταὶ αἱ ποιότητες. Εἰς τὸν δῆμον Θορικίων ἐπεβλήθη φόρος κατὰ στρέμμα δραχμῶν 5 καὶ 74/00, σχεδὸν 6, — ἔχομεν καὶ τὸν δῆμον Φυλῆς πρὸς 5 καὶ 92/00, καὶ θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτων εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.—Εἰς τὸν δῆμον Θορικίων ἐκλήθη τὸ Συμβούλιον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ κατατάξεως, καὶ ἰδοὺ τί λέγει τοῦ Συμβουλίου ἡ πρᾶξις· περιέχει πρῶτον διαφόρους αἰτιολογίας καὶ παράπονα κατὰ τοῦ νόμου, καὶ καταλήγει οὕτω: «... Διὰ ταῦτα ὁμοφώνως ψηφίζει πρῶτον, ἡ ποιότης ἁπασῶν τῶν ἀμπέλων τοῦ χωρίου τούτου προσδιορίζεται εἰς μίαν καὶ μόνην, μὴ ὑπαρχουσῶν διακρίσεων.» Καὶ τί παράγουσιν αἱ ἄμπελοι τοῦ δήμου Θορικίων; τί παράγουσιν αἱ ἄμπελοι τοῦ δήμου Κρωπίας, τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, ὅστις ἐπιβαρύνεται δι’ ἓξ δραχμῶν; Ἔχω πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα καὶ ἔλαβον, φροντίζων νὰ μὴ εἴπω εἰς ἐκείνους, παρ’ ὧν ἐζήτουν τὰς πληροφορίας ἐξ ἄλλων δήμων, ποῖαι ἦσαν αἱ τῶν ἑτέρων δήμων, καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι σχεδὸν μέχρι δραχμῆς αἱ πληροφορίαι ἦσαν αἱ αὐταί. Ποία ἡ παραγωγὴ κατὰ στρέμμα, κατὰ μέσον ὅρον; ἑκατὸν μπότσαι. Ποία ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους κατὰ μέσον ὅρον; ὁμοφώνως ὅλοι ἐσημείωσαν μέσον ὅρον 40 λεπτά. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἄμπελοι τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, τῆς πρώτης ἐπαρχίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀμπελοφυτείας ἐν Ἑλλάδι. Καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ ἐπὶ τούτοις ἀκούσατε ποῖοι εἶναι. Ἐπὶ εἴκοσι στρεμμάτων τοῦ δήμου Κρωπίας, ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀναφορά, ἣν ἔχω ἐνταῦθα (ἀναγινώσκει): «... Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου ἀποδεικνύεται ἡ ὑπὸ τοῦ νέου νόμου ἐπὶ ζημίᾳ τῶν φορολογουμένων πλασθεῖσα ἀδικία καὶ ἀνισότης, διότι ἐπερρίφθη ἐπὶ τῶν δηλωθέντων 33,585 στρεμμάτων φόρος δραχμῶν 145,187.61, ληφθείσης ὑπ’ ὄψιν τῆς προτέρας ἐν τῷ δήμῳ καταναλώσεως, εἶναι δὲ ὁ φόρος βαρύτατος, προκειμένου περὶ ἀμπέλων παραγουσῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος μεταξὺ 70 καὶ 120 μποτσῶν κατὰ στρέμμα, ὡς ἀποδεικνύουσιν οἱ ἑπόμενοι ὑπολογισμοί. Ὑποτιθεμένου ἰδιοκτήτου 20 στρεμμάτων καὶ λαμβανομένου τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς 100 μποτσῶν, ὁ πρὸς δραχ. 4,32 φόρος ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 86 40/00, καὶ τῇ προσθήκῃ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐκ δραχ. 16, πρὸς 40 λεπτὰ τὴν μπότσαν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ μέση τιμή, ἔχομεν δραχ. 102 40/00, αἵτινες ἀφαιρούμεναι ἐκ τῶν 800 δραχμῶν ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον δραχ. 677 60/ 0. Ἐκ τούτων ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, ἀνερχομένων, πρὸς δραχμὰς 30 τὸ στρέμμα, εἰς δραχ. 600, μένει ὑπόλοιπον δραχ. 97 60/10 πρὸς ὄφελος τοῦ ἰδιοκτήτου· ἂν δὲ πρόκειται περὶ καλλιεργητῶν ἀμπέλων κολληγικῶν καὶ καλογηρικῶν, τότε ἡ καταστροφὴ εἶναι πλήρης...» Δηλαδὴ ὁ κτηματίας ὁ ἔχων εἴκοσι στρέμματα ἀμπέλου, (καὶ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἔχοντες περισσότερα) ὅστις δηλ. ἔχει τοποθετημένας 6,000 δραχμὰς εἰς τὰ εἴκοσι ταῦτα στρέμματα, θ’ ἀπολαμβάνῃ ἐφεξῆς τόκον ἐπὶ τῶν 6,000 δραχμῶν τὸ ἔτος 97 δραχμάς, ἀφοῦ κοπιάσῃ καὶ αὐτὸς καὶ θέσῃ καὶ ὅλην αὐτοῦ τὴν οἰκογένειαν εἰς ἐργασίαν. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ μωρὸς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θέλει πωλήσει τὴν ἄμπελόν του, ἵνα τοποθετήσῃ, ὄχι πλέον τὰς ἕξ χιλιάδας δραχμάς,—διότι ταύτας δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ πλέον σήμερον, διότι δὲν εὑρίσκει ἀγοραστήν,—ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, ἂν ἀποκτήσῃ τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς πωλῶν τὰ εἴκοσί του στρέμματα, δὲν θέλει προτιμήσει νὰ τοποθετήσῃ τὰ χρήματα ταῦτα ἐπὶ τόκῳ 10 καὶ 12 καὶ 14%, ὡς συμβαίνει ἐν τοῖς χωρίοις, ἵνα ἀποκτήσῃ ἐντεῦθεν ἐτησίως ἔσοδον ἀσυγκρίτως περισσότερον; Καὶ ἀνάλογα, εἶναι τὰ τοῦ δήμου Θορικίων. Δὲν ἔμεινε ψυχή, ἥτις δὲν ὑπέγραψεν ἐδῶ, (ἐπιδεικνύει ἀναφορὰν) εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Εἰς τὸν δῆμον Θορικίων, ἐπὶ τῷ αὐτῷ ὑπολογισμῷ, ἐπὶ εἴκοσι στρεμμάτων, τὸ εἰσόδημα περιορίζεται εἰς 69 δραχ. καὶ 20 λεπτά. Ὅλος ὁ κόσμος ἐξηγέρθη, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ἔσται, ἂν ὁ νόμος οὗτος λειτουργήσῃ,—πρᾶγμα περὶ οὗ ἔχω ἀμφιβολίαν,—τὸ ἀποτέλεσμα ἔσται, ὅτι θέλει ἐπέλθει τοιαύτη ἐκρίζωσις ἀμπέλων, ὥστε θέλει μὲν καταστραφῆ ὁ πλοῦτος τῆς χώρας, θέλει δὲ γεννηθῆ εἷς παράγων καταστροφῆς, οὗ ὅμοιον δὲν εἴδομεν ἀκόμη, διότι ὅσον ἐκριζοῦνται αἱ ἄμπελοι Ἀττικῆς, τόσον θέλει αὐξάνει τὸ βάρος τὸ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τῶν ἄλλων ἐπιβαλλόμενον, διότι εἶναι ἀπαραίτητον, κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, νὰ ἔχωμεν τὰ 2,960,000 δραχμῶν. Πάντως τοῦτο θέλει ἐπέλθει· καθ’ ὅσον ἐκριζοῦνται ἡμῶν ἐνταῦθα αἱ ἄμπελοι, κατὰ τοσοῦτον θέλετε ἀδικεῖσθε ὑμεῖς. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἐπιπροσθέτως, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ σύνολον αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἅλυσιν, ἐξ ἧς δὲν δύναται ἄνευ ἀνατροπῆς αὐτῆς νὰ ἀφαιρεθῇ οὐδὲ εἷς κρίκος. Ὥστε καλῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται μερικὴ ἀναθεώρησις, ἀλλὰ μόνον γενική. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ γενικῇ ἀναθεωρήσει θὰ ἔχητε ἐκεῖνο, ὅπερ φοβεῖσθε. Ταῦτα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπον, ἐξελθὼν ἴσως πέραν τῆς προθέσεώς μου. Θέλω ἐξακολουθήσει τὴν ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ὅτε θὰ ἔχωμεν κατατεθειμένας καὶ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα μὴ ἀφήσω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς εἰσιν ἀκριβῆ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν μίαν παρατήρησιν ἀπευθύνω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθὲν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ζητεῖται φόρος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Πρόκειται περὶ τοῦ εἰς τοὺς δήμους ἀνήκοντος φόρον. Ἂν δὲ ὡς βάσις τοῦ δημοσίου φόρου ἐτέθη διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου τὸ ποσὸν τῶν βεβαιώσεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἡ βάσις αὕτη τοῦ βεβαιωθέντος φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως κατὰ τὰ τέσσαρα παρελθόντα ἔτη εἶναι ἡ δικαιοτέρα καὶ ὀρθοτέρα, διότι καὶ ὑπ’ ἐκεῖνο τὸ σύστημα εἴχομεν καθυστερήσεις καὶ ὑπὸ τὸ νέον σύστημα θὰ ἔχωμεν τοιαύτας. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ὅσα ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς εἶπε. Παρέστησεν ἐνώπιον ὑμῶν, τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον, ἢ ὅτι ὁ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας νόμος ἐπάγεται τὴν ἐκρίζωσιν πασῶν τῶν ἀμπέλων. Δὲν γινώσκω, τί εἶπον τῷ κ. Βουλευτῇ οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Κρωπίας. Εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν, καὶ πρότερον, ἀλλὰ καὶ χθὲς ἀκόμη, παρέστη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ δήμου Κρωπίας, τῆς ὁποίας μέλη ἦσαν καὶ δύο ἱερεῖς, καὶ μοὶ παρεπονέθησαν κατὰ τοῦ φόρου τούτου ὡς βαρυτάτου· ἠρώτησα αὐτούς: «Τί ἐπληρώνατε μέχρι τοῦδε;» ἀπήντησαν: «Δὲν ἠξεύρομεν ἀκριβῶς».—«Ποία εἶναι ἡ παραγωγὴ κατὰ στρέμμα;—Ἑκατὸν μπότσαι.—Ποία εἶναι ἡ μέση τιμὴ τοῦ γλεύκους;—Πωλοῦμεν καὶ 55 λεπτά, ἀλλὰ, τέλος πάντων, ὄχι ὀλιγώτερον τῶν 40 λεπτῶν.—Λοιπὸν ἑκατὸν μπότσαι, πρὸς 40 λεπτὰ τὴν μπότσαν, ἔχομεν 40 δραχμάς. Τί ἐπληρώνατε ἕως τώρα; ἐπληρώνατε 2,40 φόρον ἔγγειον καὶ 2,40 φόρον δημοτικόν, δηλ. 4 καὶ 80/00. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ γλεύκους τοῦ δήμου Κρωπίας, διότι τὸ πλεῖστον τοῦ γλεύκους τοῦ δήμου τούτου μεταφέρεται εἰς Ἀθήνας. Τί πρόκειται νὰ πληρώσῃ σήμερον; 4 καὶ 80/00, τὸ ἴδιον. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἥμισυ δὲν τὸ ἐπλήρωνε, τὸ ἐπλήρωναν οἱ ἀγοράζοντες τὸν οἶνον ἢ τὸ γλεῦκος. Δὲν νομίζετε, ὅτι οἱ ἀγοράζοντες τὸ γλεῦκος ὑπελόγιζον τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωσι, καὶ ἀφῄρουν αὐτὸν ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους; Εἶπον εἰς αὐτούς: «Δὲν ἐλάβετε γνῶσιν, ὅτι εἰσήχθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μία διόρθωσις;» «Δὲν ἐγνωρίζομεν αὐτό. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν», μοὶ εἶπον, «σᾶς εὐγνωμονοῦμεν διὰ τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε», καὶ ἀνεχώρησαν. Ἐπανέρχομαι ἐν τούτοις εἰς τὰ προηγούμενα τοῦ δήμου Κρωπίας. Τὸ γλεῦκος ἐφορολογεῖτο μὲ 4 καὶ 80/00, ἤδη πρόκειται νὰ πληρώσῃ τρεῖς δραχμὰς, ὥστε οὐδεὶς ἀδικεῖται. Συνέπεσε τὸ ἔτος τοῦτο νὰ ᾖναι παρὰ πολὺ δυσμενὲς πρὸς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο τυχαῖον, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ ὁ φόρος τὴν τύχην τῶν ἀμπέλων Ἀττικῆς. Κρίνω δ’ ἐπάναγκες νὰ λάβωσιν ἀπὸ τοῦδε γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ μιᾶς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Προτείνω νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 4 αἱ λέξεις «ἐπιστρέφεται δὲ τὸ πληρωθὲν ἐπὶ πλέον, ἐὰν διὰ τῆς ἀποφάσεως ὁρισθῇ ὁ κατὰ στρέμμα φόρος ἐπὶ ἔλαττον τοῦ διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899 ὁρισθέντος ποσοῦ». Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅτι τοῦ ἄρθρου 1 ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ προσωρινῆς οὔτε περὶ μονίμου διατάξεως· ἡ διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ μητρώου τῶν φορολογουμένων ἀμπέλων.
§134ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀνάγκην θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθηκεν ὅσα εἶπεν εἰς συνέντευξιν αὐτοῦ μετὰ τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἄλλων προκρίτων τοῦ χωρίου Σπάτα, οἵτινες ἐπεσκέφθησαν αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐξέθηκεν ἀκριβῶς τὰ κατ’ αὐτήν. Λέγω ἀκριβῶς, διότι οἱ ἐπισκεφθέντες αὐτὸν, μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐπίσκεψιν, ἦλθον εἰς τὸν οἶκόν μου καὶ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μοὶ ἐγχειρίζουσι τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν, ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν ἐνεχείρισαν εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ὅσων εἶπεν, ἐνῷ ἐβεβαιώθη ὁ ἴδιος, ἐπεβεβαίωσε καὶ ἡμᾶς, ὅτι οἱ μέσοι ὅροι εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λύσῃ τὸ δύσλυτον θέμα τῆς ἐπιπτώσεως τοῦ φόρου, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸ λύσῃ ἐδῶ δι’ ὅσων εἶπεν, ἠθέλησε νὰ τὸ λύσῃ καὶ ἐνώπιον τῶν χωρικῶν, προσπαθήσας νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὅτι αὐτοὶ διέκειντο πολὺ χεῖρον ὑπὸ τὸν προγενέστερον νόμον. Ἀλλ’ οἱ χωρικοί, οἵτινες πρακτικῶς ἀντιλαμβάνονται τῶν πραγμάτων τούτων, οἵτινες αἰσθάνονται καλῶς πότε ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτῶν χρῆμα καὶ πότε δὲν ἀφαιρεῖται, δὲν εἶχον ἀνάγκην τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέμειναν νὰ ὑποβάλωσιν ἐνταῦθα τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ παράπονα τῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς οὐδένα λόγον ἔχουσιν, ὅτι οἱ δῆμοι ἐξάγουσι τὸ πλεῖστον τῆς παραγωγῆς εἰς τὰς παρακειμένας πόλεις, καὶ φαίνεται εἰς αὐτοὺς ἄδικος ἡ φορολογία, διότι δὲν ὑπολογίζουσιν ὅτι ἐπλήρωνον τὸν φόρον τοῦτον, ὅτε ἐφορολογοῦντο μεταφέροντες καὶ ἀποθηκεύοντες ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ τὸν ὑπ’ αὐτῶν παραγόμενον οἶνον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιπτώσεως, οἱ δῆμοι τῆς Ἀττικῆς δὲν εὑρίσκοντο πάντες ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις γινώσκει τὰ τῶν δήμων Ἀττικῆς, ὤφειλε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὅμορος πρὸς τὸν δῆμον Κρωπίας εἶναι ὁ δῆμος Θορικίων, ὅστις ὄχι μόνον δὲν ἐξάγει οἶνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ εἰσάγει ἐξ Εὐβοίας καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς οἶνον, ὑφ’ οὗ ὄχι μόνον οἱ χωρικοὶ ἐνδυναμοῦνται, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ ἐκεῖ μεταλλευτικὸς πληθυσμὸς ποτίζεται· ὁ δῆμος οὗτος φορολογεῖται πρὸς 5,92, διότι ὑπολογίζεται πρὸς καθορισμὸν τοῦ φόρου, ὄχι ἡ τιμὴ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ οἴνου, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ἐκ Καρυστίας.
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖθεν ἔρχεται ὁ οἶνος.
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐγένετο ὑμῖν ἡ παρατήρησις πρὸ ὀλίγου ὑπὸ ἐντίμου συναδέλφου, ὅτι εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος ἡ τιμὴ ἐκανονίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, ἥτις εἶναι ἑνιαία τιμή. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς τιμῆς, κατ’ ἀνάγκην, —καὶ ἐδῶ εὑρίσκονται τὰ σφάλματα τῶν ἐπιτροπῶν, ἀναγκαστικὰ σφάλματα, κατ’ ἐμέ, διότι κατ’ ἀνάγκην ἡ τιμὴ πρὸς ἀπόληψιν τοῦ ὅλου χρήματος ἐτέθη τοιαύτη, —ὁ δῆμος Θορικίων, ὅστις ὄχι μόνον δὲν ἐξάγει γλεῦκος, ἀλλ’ εἰσάγει οἶνον, πληρώνει 5,92. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτε ὑπέδειξα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν δυσὶ δήμοις συνεχομένοις πρὸς ἀλλήλους, καὶ εἰς ἡμισείας ὥρας σιδηροδρομικὴν ἀπόστασιν, ἐπιφέρονται ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς αὐτῆς διατάξεως ἀντίθετα ἀποτελέσματα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅπως εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν στέρξῃ ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἡ φράσις «ἢ μέρος», διότι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἀπόψε, δὲν ἦτο ἄξιον νὰ πείσῃ ἡμᾶς. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ὡς ἔχει, «καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἢ μέρος», θ’ ἀφεθῇ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὰς ὑπερφιάλους ἢ κανονικὰς ἀπαιτήσεις τῶν Βουλευτῶν ἢ τῶν ἄλλων ἐνδιαφερομένων ἀφορμὴ καθημερινῶν ἐνοχλήσεων.
§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν διετελεῖτε ἐν γνώσει τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν πίνακα τῶν λεπτομερειῶν, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ. Μ’ ὅλα ταῦτα δέχομαι τὴν ἐξάλειψιν τῆς φράσεως ταύτης.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφονται λοιπὸν αἱ λέξεις «καθ’ ὅλον ἢ μέρος τοῦ Κράτους.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς ἔχουσι).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 4 τὰ ἑξῆς: «ἐπιστρέφεται δὲ τὸ πληρωθὲν ἐπὶ πλέον, ἐὰν διὰ τῆς ἀποφάσεως ὁρισθῇ ὁ κατὰ στρέμμα φόρος ἐπὶ ἔλαττον τοῦ διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899 ὁρισθέντος ποσοῦ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει)
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 9 καὶ 20′ μ. μ.)