1899.12.08
1,261 rows · 9,916 words · 14 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3
τῆς 8 Δεκεμβρίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης κατέθηκεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τοῦ ἐν ἔτεσι 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου καὶ φόρου καταναλώσεως οἴνου, διακεκριμένως κατ’ ἔτος, κατ’ εἶδος φόρου καὶ κατὰ δήμους.» Ἑτέραν ἐπερώτησιν κατέθηκεν ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κύριος Λ. Πεταλᾶς, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἂν ἐπῆλθεν αὔξησις ἐσόδων ἐκ τοῦ νόμου τούτου, κατ’ ἀντιστοιχίαν τῶν καταργηθέντων περὶ φορολογίας τῶν οἴνων νόμων, ποία αὕτη καὶ διὰ τίνα λόγον ἐπῆλθεν. Ἂν ἐκ πολλῶν ἀμπελοφόρων ἐπαρχιῶν ἐξεδηλώθησαν παράπονα κατὰ τῆς στρεβλῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, καὶ ἂν αὗται προσεκάλεσαν νομοτύπως τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς πρὸς σύμπραξιν καὶ κανονισμὸν τῆς πραγματικῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους καὶ τῆς παραγωγῆς κλπ. καὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἡ μέχρις ἀφορήτου αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς φορολογίας. Καὶ ἂν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον σχέδιον νόμου, δι’ οὗ νὰ αἴρωνται τὰ φρικώδη ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου καὶ νὰ ἀχθῇ εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ προσῆκον διά τε τὸ Κράτος καὶ τοὺς φορολογουμένους ἡ τιμὴ τοῦ φόρου.» Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Α. Μπασιᾶς κατέθηκεν ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ τελευταίου τμήματος τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Θηναίας, ἀπὸ Πετρικάτων εἰς Ἀγκῶνα, καὶ περὶ συντηρήσεως τοῦ τμήματος ἀπὸ Κοντογουράτων εἰς Πετρικάτα. Κύριοι, γνωστὸν ὅτι αὔριον τελεῖται δοξολογία ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Κρήτης. Ἐπειδὴ προσκλητήρια ἐστάλησαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ παρασταθῇ ἐν τῇ δοξολογίᾳ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ τοῦ νομίμου ἀντιπροσώπου αὑτῆς, τοῦ Προεδρείου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πολλῆς χαρᾶς καὶ μετὰ συγκινήσεως, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον δύναμαι νὰ κρίνω ἐξ ἐμαυτοῦ, ἤκουσεν ἡ Βουλὴ τὴν πρόσκλησιν, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος ἀπηύθυνε πρὸς αὐτήν, ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Κρητῶν, περὶ τῆς αὔριον τελεσθησομένης δοξολογίας. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Ἑλληνικὴ Βουλή, δὲν ὑπῆρξεν ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν ἐμνημονεύθη τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης· ἀλλ’ ἐμνημονεύετο ὑπὸ συνθήκας ἀλλοίας ἐκείνων, ὑφ’ ἃς ἐμνημονεύθη σήμερον. Ἐμνημονεύετο ἄλλοτε τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης μετὰ πόνου καὶ μετὰ διαμαρτυριῶν, μετὰ ἐπικλήσεων πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις ἢ τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων ἐν Κρήτῃ, ἢ ὑπὲρ τῶν καταφυγόντων εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα γυναικοπαίδων, ἐν ᾧ σήμερον ἐκπέμπεται φωνὴ αἴνου καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεὸν ἐν τῇ Βουλῇ. Καλεῖται ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ὑμετέρας φωνῆς, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν εὐαρέστου καθήκοντος, νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν δοξολογίαν, ἥτις θὰ τελεσθῇ ἐν τῇ Μητροπόλει Ἀθηνῶν· ἡ ἡμέρα δὲ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρενθέσω ἐνταῦθα — διῆλθον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν Κρήτῃ, εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν ἡ Θεὰ ἐλευθερία κατέπτη εἰς τὴν νῆσον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Πρίγκηπος Γεωργίου ἡ ἡμέρα αὕτη εἶναι ἡμέρα πανηγύρεως καὶ παρ’ ἡμῶν καὶ παρὰ τῶν Κρητῶν, οἵτινες διήνυσαν ἤδη ἓν ἔτος εὐδοκίμου πολιτικοῦ βίου. Πιθανὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ὑπερβαίνω ὅριόν τι ἐπιβεβλημένον, λέγων ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ προβῇ καὶ εἴς τινα ἄλλην ἐκδήλωσιν πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν, τὸν τὴν τοιαύτην ἡμέραν ἑορτάζοντα αὔριον.
§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μεταβὰς τελευταῖον εἰς Κρήτην καὶ παρακαθήσας εἰς ὁμήγυριν ἐπίσημον, ἧς ἀπετέλουν μέρος τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κρήτης, ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Χανίων καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, ἔλαβον τὴν ἐντολὴν παρ’ αὐτῶν νὰ ἐκφράσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς νήσου διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησε τὸ ἔθνος καθ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνας τῆς Κρήτης, καὶ διὰ τὴν περιποίησιν, ἧς ἔτυχον οἱ πρόσφυγες πάντοτε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ βασιλείῳ.
§5Γ. ΡΩΜΑΣ. Ἦτο καθῆκον τῆς Ἑλλάδος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκπληρῶν, Κύριοι, καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τοῦ 60 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1900. Μετ’ αὐτοῦ λαμβάνω τὴν τιμὴν ὡσαύτως νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1896. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, τυπωθεὶς μετὰ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως ταύτης τυποῦται ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, διανεμηθήσεται δὲ πρὸς ὑμᾶς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ὁ ἀπολογισμὸς ὁ ὁριστικὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1897 διαφέρει κατ’ ἐλάχιστον τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ, τοῦ κοινοποιηθέντος ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, διαφέρει δηλ. κατὰ χιλιάδας τινὰς δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ προσωρινοὶ ἀπολογισμοὶ, οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις καὶ ὡς ἀφετηρία πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ σχετικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑποβάλλω προσέτι τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 τετυπωμένον ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900. Ὑποβάλλω πρὸς τούτοις τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1899. Τὸ πρῶτον νῦν, Κύριοι, κατωρθώθη, ὅπως ἐντὸς μηνὸς συντελεσθῇ καὶ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τῆς ληξάσης, καὶ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, δηλ. τῶν 10 πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους: τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου, ὅπως διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ τε προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 καὶ τῆς καταστάσεως τῆς προσωρινῆς τῶν εἰσπράξεων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ὑποβαλλομένων ἀναγραφῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Πρὶν ἢ δὲ εἰσηγήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, νομίζω ἐπάναγκες νὰ μεταδώσω εἰς αὐτὴν πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις ἀναγκαίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ μέχρι τοῦδε διαχείρισις. Εἰσηγούμενος πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἐσημείωσα, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι τέλους τοῦ 1896 ἀνήρχοντο εἰς 63 ἑκατομμύρια. Ὀφείλω ὅμως σήμερον νὰ ἐπανορθώσω τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, διότι μέχρι τοῦδε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀσχολουμένη ἀνενδότως εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν ἀπολογισμῶν, δὲν εἶχε λάβει τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ὅπως ἀσχοληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς διαφόρους χρηματιστικοὺς λογαριασμούς. Τελευταῖον ἐπελήφθη καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐξελέγξεως ταύτης προέκυψεν, ὅτι ἐκ τῶν δανείων τῶν 120,000,000 καὶ 170,000,000, τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ τοῦ δανείου τῆς Κεφαλαιώσεως εἶχον εἰσπραχθῆ 31,000,000, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον εἰσαχθῆ ὡς τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὸ τὸν τύπον τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν. Καὶ οὕτω τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896, ἅτινα ἐπαρουσίαζον ἔλλειμμα 63,000,000, μειοῦνται κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐπὶ τούτῳ, ἐπειδὴ ἔχω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χρήσεων τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1896, ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅπως εἰσαχθῶσι καὶ τυπικῶς ὡς δημόσια ἔσοδα τὰ ὑπόλοιπα τῶν δανείων, περὶ τῶν ὁποίων ἤδη ἐποιησάμην μνείαν. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν κύρωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1896 ἀπολογισμῶν καὶ διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898 τὰ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἀπολογισμῶν ὑπέστησαν μεταβολήν. Περὶ τῆς μεταβολῆς ταύτης ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι μνείαν, ὅπως ᾖ ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ὑπὸ γενικὴν ἄποψιν. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 13 Μαΐου τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν ἀνήρχοντο εἰς 63,431,386. Ἐκ τούτων δέον νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ κατὰ τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν δανείων 30,113,479. Οὕτω μειοῦνται τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν εἰς 33,317,907. Ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 κατὰ τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν 38,558,104. Ἤτοι τὰ ἐλλείμματα ἀνέρχονται εἰς 71,876,011. Ὡς ἔλεγον ὑμῖν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 δὲν ἦτο μόνον 38 ἑκατομμύρια· διότι εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης εἰσήχθησαν ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 11,219,256, προερχόμενα αʹ) ἐκ τοῦ δανείου τῶν κερματικῶν γραμματίων ἐκ δραχμῶν 6,000,000, βʹ) ἐκ τῶν εἰσφορῶν, αἵτινες ἀνῆλθον εἰς τραπεζικὰ μὲν γραμμάτια εἰς δραχμὰς 372,459, εἰς φράγκα δὲ 1,590,345, καὶ γʹ) ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων πόρων ἐκ δραχμῶν 3,256,452. Οὕτω τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἀνῆλθεν εἰς 49,777,360. Ἀλλ’ ὅτε ἀνεκοίνουν ὑμῖν τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, δὲν ἐγίνωσκον, ὅτι εἶχον πληρωθῆ ὑπὸ τῶν ταμιῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Ἄρτης καὶ Μεσολογγίου εἰς προκαταβολὰς στρατιωτικὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἰς δαπάνας στρατιωτικὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1897, δραχ. 6,156,000. Ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1897, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ τακτοποιήσῃ τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ οὕτως οἱ ταμίαι, οἵτινες ἐνήργησαν τὰς προκαταβολὰς ταύτας, ἦσαν χρεωμένοι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου. Τελευταῖον ἤρξατο ἡ τακτοποίησις τούτων, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς λογιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεδείχθη, ὅτι ὑπῆρχον ἔξοδα ἀναγόμενα εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις ἐκ δραχ. περίπου 900,000, ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὑπεδείχθη πάλιν ὑπὸ τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, δὲν ἦσαν ὅσα κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπελογίσθησαν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ περίπου καὶ 1 ἑκατομμύριον. Καὶ οὕτως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀνεγράφη διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ποσὸν 2 ἑκατομμυρίων σχεδὸν ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης. Ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ὑπῆρχον ἔτι ἐκκαθαρισμέναι ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων ἐκείνων δρ. 1,500,000 περίπου. Γενομένης δ’ ἐρεύνης σπουδαιοτέρας, ἐξηκριβώθη, ὅτι καὶ νῦν ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ τακτοποίησις τῶν προκαταβολῶν τούτων. Καὶ οὕτως ἀπομένουσιν ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δρ. 4,696,527. Ἐπανερχόμενος εἰς τ’ ἀφορῶντα τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ παραλαμβάνων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσα πρὸ ὀλίγου ὡς ἔλλειμμα μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1897, δηλ. 71,876,000, μὴ συμπεριλαμβάνων τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καλυφθῆ διὰ τῶν ἐκτάκτων πόρων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δραχ. 11,219,256, μὴ περιλαμβάνων ὡσαύτως καὶ τὸ ποσὸν τῶν 2 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸν τύπον τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ὀφείλω νὰ προσθέσω τὸ ποσὸν δραχ. 4,696,527, καὶ οὕτω τὸ σύνολον τῶν μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐλλειμμάτων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 76,572,538. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ὅμως δέον νὰ ἐκπεσθῶσι 18,932,697 δραχμαὶ, αἵτινες παρουσιάζονται ὡς περίσσευμα εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898· διότι, ὡς ἐγένετο ὑμῖν γνωστὸν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, τὸ μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, τὸ προορισθὲν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1897, δὲν εἰσήχθη διαρκούσης τῆς χρήσεως ἐκείνης, καὶ δὲν εἰσήχθη διότι ὀρθῶς οἱ προκάτοχοί μου ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς παρεδέχθησαν τὸ μέτρον, ὅπως τοῦτο συμψηφίζηται εἰς τὰς δόσεις τὰς πληρωνομένας πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων, καὶ τὸ ἀντίστοιχον, τὸ προωρισμένον πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν ποσὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰσάγηται ὡς δημόσιον ἔσοδον. Καὶ οὕτω τὰ ἐλλείμματα τὰ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1898 περιορίζονται εἰς δραχ. 57,639,741. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα θὰ μειωθῶσι κατὰ 12 ἑκατομμύρια περίπου ἐν τῷ ἀποτελέσματι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, θὰ μειωθῶσι δὲ, διότι δὲν εἰσήχθη ὡς ἔσοδον, διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ὁλόκληρον τὸ προορισθὲν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμάτων τοῦ 1897 προϊόν τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων· εἰσήχθη μόνον ποσὸν 24,000,000, φαίνεται δὲ ὡς περίσσευμα μόνον 18 ἑκατομμύρια, διότι τὸ ὑπόλοιπον συνεψηφίσθη εἰς τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Ἀπέμεινεν ὁπωσδήποτε ποσὸν 12 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ πλὴν τοῦ τακτικοῦ περισσεύματος ὡς περίσσευμα πρόσθετον εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Καὶ οὕτω τὰ ἐλλείμματα τῶν μέχρι τοῦδε ἀπολογισμῶν θὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 45,000,000. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος ἐγένετο περὶ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, νομίζω ἐπάναγκες νὰ συμπληρώσω ὅσας μετέδωκα εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦδε ἐπῆλθον μεταβολαί τινες εἰς τ’ ἀφορῶντα τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου. Ἐκ τοῦ ἠγγυημένου δανείου εἰσεπράχθησαν κατὰ μὲν τὴν ἀρχικὴν ἔκδοσιν φρ. 125,122,500, ἐκ δὲ τῆς δευτέρας ἐκδόσεως φρ. 24,999,000, εἰσεπράχθησαν ὅμως καὶ διὰ τόκους ὑπερημερίας φρ. 4,576.05. Εἰσεπράχθησαν ὡσαύτως ἐκ τῶν ἐντόκων καταθέσεων τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, πρὶν ἢ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ εἰς χρυσὸν, φρ. 109,008.34. Ἤτοι τὸ ὅλον εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου ποσὸν φρ. 150,235,084. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν συμπεριλαμβάνεται τὸ ἐκδοθὲν συμπληρωτικὸν δάνειον ἐκ 2,000,000, τὸ προωρισμένον πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἠγγυημένου δανείου, διότι τοῦτο εἰσάγεται ἀφ’ ἑνὸς ὡς ἔσοδον καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς ἔξοδον· διότι ἅπαν τὸ προϊόν τῶν 2,000,000, κατὰ τὸν νόμον τὸν περὶ ἐλέγχου, θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τούτου. Ἐγένοντο δ’ ἐκ τοῦ δανείου τούτου αἱ ἑξῆς πληρωμαί. Διὰ τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Ὀθωμανῶν ὑπηκόων ἐπληρώθησαν φράγκα 93,936,420· διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ κυμαίνοντος χρέους εἰς χρυσὸν 31,360,055· διὰ τὰς κληρωθείσας ὁμολογίας τὸν Ἰούνιον καὶ Νοέμβριον τοῦ 1893 ἔτους 1,524,488· τὰ εἰς τὸ 1898 ἀναγόμενα 5% ἐκ τῶν μὴ πληρωθέντων 70% ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων τῶν εἰς χρυσὸν παλαιῶν δανείων ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1894 μέχρι 1 Ἰανουαρίου 1898 φρ. 918,687, καὶ αἱ πληρωθεῖσαι κατὰ τὸ 1898 δραχμαὶ 500,000, ἤτοι φρ. 319,162, πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1893. Ἐν ὅλῳ φράγκα 128,058,813. Καὶ ἀπέμεινεν ὑπόλοιπον προωρισμένον πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 φράγκα 22,176,271. Ὡς ἐκ τούτου ἔλεγον πρὸ ὀλίγου πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἀνερχόμενον εἰς 33 ἑκατομμύρια καί τινας χιλιάδας συμψηφίζεται, καὶ εἰσάγεται ὡς ἔσοδον κατὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1898 καὶ 1899. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 22 ἑκατομμυρίων ἐλήφθησαν 4,697,000 καὶ ἐχρησιμοποιήθησαν δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τούτου προκῦψαν κατελογίσθη ὡς περίσσευμα. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν σημειωμάτων τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ἐλέγχου, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους, διότι δυστυχῶς ἀκόμη δὲν κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ δανείου τῶν 150,000,000. Ἡ διαφορὰ ὅμως δὲν εἶναι ἀξία λόγου. Ὑπελείφθη κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ λογιστηρίου τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ποσὸν 17,206,000, ὅπερ διετέθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν δόσεων τοῦ 1898 καὶ τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1899. Τὸ διὰ τὰς δόσεις τοῦ 1898 ποσὸν ἀνέρχεται εἰς φράγκα 10,252,752.92, τὸ διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1899 εἰς φρ. 8,285,252.55, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ ὑπηρεσία τῶν δόσεων τοῦ 1898 καὶ τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1899 ἀνέρχεται εἰς φρ. 18,538,005.47. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τοῦ δανείου εἴχομεν μόνον 17,906,671.25, ἐπληρώσαμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων τὸ ὑπόλοιπον διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1899 φρ. 631,334.22. Ἐννοεῖται ὅτι ἅπαν τὸ ποσὸν τὸ χρησιμεῦον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καταβάλλεται ὑπὸ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, μεταβαλλομένων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς συνάλλαγμα ἐξωτερικόν. Ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 παρέσχον ὑμῖν καὶ νῦν καὶ εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἐπαρκεῖς πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις. Ὡς ἐκ τούτου μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως ταύτης. Κατὰ τὸν ὁποῖον λοιπὸν ὑποβάλλω ὑμῖν σήμερον προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1898, τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς δραχμὰς 87,226,529, ἐβεβαιώθησαν τοιαῦτα ποσὸν ἐκ δραχμῶν 115,416,682, καὶ εἰσεπράχθησαν ποσὸν ἐξ 104,935,904. Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως ταύτης, τὰ δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δυνάμει εἰδικῶν νόμων καὶ βασιλικῶν διαταγμάτων πληρωθέντα, ἀνῆλθον εἰς δρ. 122,333,764 (ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων)· ἐπληρώθησαν διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1898 δραχ. 110,341,431, ἀπέμειναν δὲ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ δρ. 11,992,333. Ἄρα τὸ ἔλλειμμα τὸ μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς χρήσεως ταύτης ἀνέρχεται εἰς δρ. 5,405,527. Εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ εἰσπραχθησόμενα τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἔσοδα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 111,000,000, μετὰ τῆς καταλογισθείσης εἰς τὰ ἔσοδα νομισματικῆς διαφορᾶς ἐκ δραχμῶν 6,000,000. Τοῦ ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ποσοῦ μὴ καταλογιζομένου νῦν εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔκτακτα, αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ὑπελογίσθησαν ὡς ἀνελευσόμεναι εἰς 105,000,000. Πράγματι δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνῆλθον· ἤτοι ὑπελόγιζον τότε ἀκριβῶς σχεδὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἀποδεικνύεται ὡς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Τυπικῶς ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1898 παρουσιάζει περίσσευμα ἐκ δραχ. 18,932,697, ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ εἰς τὰ ἔσοδα καταλογισμοῦ μέρους τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Εὔχομαι, ὅπως οἱ ὑπολογισμοί μου καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀποδειχθῶσιν ἐπίσης βάσιμοι καὶ ἀκριβεῖς, ὅπως ἀπεδείχθησαν οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἐξετάζονται ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 9 πρώτων μηνῶν. Δυνάμεθα ὅμως, κατὰ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξετάσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 10 μηνῶν. Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης προϋπελογίσθησαν ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 107,085,678. Κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας ἐβεβαιώθησαν 81,971,783, εἰσεπράχθησαν δὲ 69,261,207. Κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ἤτοι κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1898, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 68,965,068, ἤτοι εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1899 περίπου 296,139. Ἀλλὰ τὸ πλεόνασμα τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀσυγκρίτως μεῖζον, ἐὰν δὲν παρενέπιπτον συμπτώσεις τινές. Καὶ πρωτίστως τὸ 1899 εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος τῆς πενταετίας, διὰ τὴν ὁποίαν συντάσσονται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν, δὲν ἐγένετο δὲ ἐφικτὸν, ὅπως οἱ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν τῶν μεγάλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος ὦσι κατηρτισμένοι, ὥστε νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσόν τι. Κατὰ τὸ 1898 ἐξηκολούθουν ὄντες ἐν ἰσχύϊ οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τῆς παρελθούσης πενταετίας, καὶ εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τούτου 500,000. Ἂν κατὰ τὸ 1899 ὑπῆρχον οἱ κατάλογοι συντεταγμένοι, τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ πλέον εἰσπεπραγμένον εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν καὶ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, διότι οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι κατὰ τὸ πλεῖστον ἤδη ἐγγίζουσιν εἰς τὴν ὁριστικότητα, καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσονται κατά τι ἀνώτεραι, ἂν ὄχι ἴσαι, τῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καθυστερήσεις καὶ ἐπὶ ὡρισμένων ἄλλων κεφαλαίων τῶν ἐσόδων. Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1899 εἰσεπράχθησαν εἰσαγωγικὰ τέλη ἐλάσσονα τῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κατὰ 1,120,098. Γινώσκετε ὅμως, ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρακολουθεῖτε τὰ περὶ προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν, ὅτι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898 εἰσεπράχθησαν εἰσαγωγικὰ τέλη ἀνερχόμενα εἰς 34,470,000. Ἦτο δ’ εὐεξήγητος ὁ λόγος τῆς τοσαύτης αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, διότι εἴχομεν ἐξέλθει ἑνὸς ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος εἶχε παρακωλύσει πάσας τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγάς, ὁ ὁποῖος εἶχε παρακωλύσει πάσας τὰς προμηθείας τὰς ἐμπορικὰς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐμβάλει εἰς ἀνησυχίαν πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προμηθεύονται ἐμπορεύματα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Τὸ δὲ 1898 ὑπῆρξε τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν ἀνάρρωσιν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ προκάτοχός μου, παρασκευάσας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐσημείω ὡς πιθανὰς εἰσπράξεις ἐκ τελωνειακῶν τελῶν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 30,000,000, φρονῶν, καὶ εὐλόγως, ὅτι τὸ 1899 βεβαίως ἤθελε καθυστερήσει ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν συνεφώνησα ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀπαισιοδοξίαν ταύτην τοῦ προκατόχου μου, οὐχ ἧττον ἐκ τοῦ φόβου μὴ τυχὸν ἤθελον ὑπολογίσει ἔσοδον ἀνώτερον τοῦ εἰσπραχθησομένου, ἀνέγραψα ποσὸν δραχμῶν 31,000,000. Ἔχομεν νῦν γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τῶν 11 μηνῶν, κατὰ ταῦτα δὲ αἱ εἰσπράξεις τῶν 11 μηνῶν τοῦ 1899 παρουσιάζονται ἐλάσσονες τῶν ἀντιστοίχων 11 μηνῶν τοῦ 1898 κατὰ ποσὸν δραχμῶν 1,140,000. Ἐλπίζω ὅτι, τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου λήγοντος νῦν, αἱ εἰσπράξεις ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν τοῦ ἔτους 1899 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 33,000,000 δραχμῶν. Ὑπῆρξε καθυστέρησίς τις τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἔτους 1899 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1898 εἰς ἄλλα ἔσοδα ἐξ εὐλόγου καὶ εὐκόλως ἐξηγουμένης αἰτίας. Ἡ καθυστέρησις αὕτη παρατηρεῖται εἰς τὰ ἔσοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων· ἡ τοιαύτη καθυστέρησις ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,224,000, ὅπως καὶ ἐκ τῶν τόκων ὑπερημερίας, οἱ ὁποῖοι σχετίζονται ἀκριβῶς πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 διεξήχθησαν δύο ἐκλογαὶ, αἱ βουλευτικαὶ καὶ αἱ δημοτικαί. Δὲν νομίζω δὲ ἐπάναγκες, πρὸς εἰδότας ὁμιλῶν, νὰ προσθέσω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐπάγονται χαλάρωσιν τῶν εἰσπράξεων, ἐπάγονται τοιαύτην καὶ δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ἀναστέλλονται αἱ εἰσπράξεις, καὶ ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἀνωμαλίας, τὴν ὁποίαν προκαλοῦσιν αἱ ἐκλογαί. Ἐπίσης καθυστέρησίς τις παρετηρήθη καὶ εἰς τὰς εἰσπράξεις ἐξ ἐγγείου φόρου σταφίδος καὶ σύκων, οὐχὶ διότι ἡ παραγωγὴ ὑπῆρξεν ἐλάσσων κατὰ τὸ 1899, ἀλλὰ διότι κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἐμεσολάβησαν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους, δὲν ἐξήχθη τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη κατὰ τὸ 1898, ἕνεκα ἐμπορικῶν λόγων· βεβαίως ὅμως οἱ ἑπόμενοι μῆνες θέλουσιν ἀναπληρώσει τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἴσως καὶ μετά τινος περισσεύματος. Ὑπάρχει ὡσαύτως μικρὰ καθυστέρησις καὶ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, τὸν εἰσπραττόμενον εἰς τὰ τελωνεῖα, κρίνω δὲ περιττὸν νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς τὸν λόγον τῆς τοιαύτης καθυστερήσεως, διότι πάντες γινώσκετε τὴν καταστροφὴν τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὑπῆρξεν ἐπίσης μικρὰ καθυστέρησις καὶ εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Ὡς γινώσκετε, κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἔχομεν δυστυχῶς δικαιοστάσιον, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ χρόνον τινὰ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετ’ αὐτάς, καθόσον οἱ δικασταὶ, ὡς ἀντιπρόσωποι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἀπομακρύνονται τῆς ἕδρας αὑτῶν, καὶ τὰ δικαστήρια δὲν ἐργάζονται περισσότερον τοῦ μηνὸς ἕνεκα οἱασδήποτε ἐκλογῆς, εἴτε βουλευτικῆς εἴτε δημοτικῆς. Καὶ μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, ὡς ἀνήνεγκον πρότερον, αἱ εἰσπράξεις αἱ γενόμεναι κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ὑπῆρξαν ἀνώτεραι ἐκείνων τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Ὀφείλω νῦν νὰ συνοψίσω τὰ τῶν ἀριθμῶν τούτων, ἵνα ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖοί εἰσιν οἱ ὑπολογισμοὶ ὡς πρὸς τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Διὰ νὰ ὑπολογίσω ταῦτα καὶ νὰ δυνηθῶ ἐπίσης νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί μου στηρίζονται ἐπὶ βάσεως πραγματικῆς, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κατὰ τὸ ὑπόλοιπον διάστημα τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἤτοι κατὰ τοὺς 12 μῆνας, διότι, ὡς γινώσκετε, ἑκάστη χρῆσις ἀποτελεῖται ἀπὸ 22 μῆνας. Κατὰ τὰ ἀποτελέσματα λοιπὸν ταῦτα, ἐκ ταμειακῶν εἰσπράξεων θέλουσιν εἰσπραχθῆ 20,494,000, ἐκ τελωνειακῶν καὶ μονοπωλίων 13,500,000, καὶ ἐκ φόρου σταφίδος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν, 5,000,000· τὸ ὅλον 39,000,000. Προστιθεμένων εἰς ταύτας τῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου εἰσπραχθεισῶν δραχ. 69,261,207, ἐλπίζεται ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 θέλει παρουσιάσει ὡς ἔσοδα εἰσπραχθέντα 108,255,000. Ταῦτα εἶναι τὰ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα τοῦ 1899 ἀπέναντι τῶν προϋπολογισθέντων 107,083,000. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τώρα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 παρατηρῶ, ὅτι ἐχορηγήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 103,418,273, ἐχορηγήθησαν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 805,000. Ἀλλ’ εἰπόν τι μὴ ἀκριβὲς, διότι ἐκ τῶν 805 τούτων χιλιάδων 500,000 περίπου ἐχορηγήθησαν διὰ νόμου, καὶ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔκτακτοι, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι προσθήκη εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέρχεται εἰς 104,223,273. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἤδη γνωστὸν ἓν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων, διότι ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνη διὰ τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν χωροφυλακὴν, δαπάνη μὴ πραγματοποιηθεῖσα. Οὕτως αἱ πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899 περιορίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 103,000,000. Ἂν δὲ παραδεχθῶμεν ὡς ἐλάχιστον ὅριον τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,000,000, θέλομεν ἔχει πιστώσεις πραγματοποιηθείσας ἐκ δραχμῶν 101,000,000. Ἂν δὲ προσθέσωμεν ὡς πιθανὰς μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως δαπάνας γενομένας δυνάμει ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 1, 000,000, θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 102,000,000, καὶ θέλομεν ἔχει περίσσευμα 5,000,000. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο δὲν τὸ ἀναγράφω ὡς πρᾶγμα δυνάμενον ὁριστικῶς νὰ πιστοποιηθῇ, ἀλλ’ ὡς πιθανὸν περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἀλλὰ πάντως ἡ χρῆσις τοῦ 1899, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ ἡ χρῆσις αὕτη διὰ προσθέτων δαπανῶν, ἤτοι δυνάμει ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἤθελον ἐπέλθει ἄλλαι περιστάσεις καὶ συμπτώσεις, δὲν δύναται ποτὲ νὰ παρουσιάσῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἔλλειμμα. Πάντως θέλει ἔχει ἰσοζύγιον, ἂν ὄχι περίσσευμα. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899 ἀνεκοίνωσα ἐκ καθήκοντος εἰς ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι καλεῖσθε νὰ κρίνητε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, καθόσον ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀφετηρία καὶ βάσις τῶν σκέψεών σας. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐντοπίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Κατ’ αὐτόν, τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται εἰς δρ. 111,315,528,00, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 110,240,731,20· ἤτοι ὑπολογίζεται περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,074,796.80. Ὀφείλω, πρὶν ἢ προέλθω εἰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν καθέκαστα, νὰ δηλώσω τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως φωτισθῆτε εἰς τὰς ἐκτιμήσεις, νὰ δηλώσω τουτέστιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900 συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λειτουργούντων νόμων, φορολογικῶν τε καὶ νόμων διοικήσεως. Οὐδὲν ἔσοδον περιλαμβάνεται, δυνάμενον νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους, ὅπως δὲν περιλαμβάνεται ἐπίσης καὶ πίστωσίς τις διὰ δαπάνας προελευσομένας ἐκ νόμων, τοὺς ὁποίους τυχὸν θέλετε ψηφίσει ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, διότι ὑπελάβομεν, ὅτι ἔπρεπε τὸν προϋπολογισμὸν νὰ στηρίξωμεν εἰς τὴν καθεστηκυῖαν νομοθεσίαν, ὅταν δὲ ἐπέλθῃ μεταβολή τις διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νέων νομοθετημάτων, δέον νὰ γένωνται κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ ἀναγκαῖαι μεταβολαί, ἢ, ἂν πρόκειται καὶ περὶ πιστώσεων ψηφισθησομένων βραδύτερον, δέον νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ὡς ἀναπληρωματικαὶ ἢ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπάγεται ταύτας. Ἡ τετυπωμένη ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναλυτικὴ ἔκθεσίς μου παρέχει ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις περὶ τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις. Μόνον κεφαλαιωδῶς καὶ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς θέλω μνημονεύσει τινῶν ἐσόδων, ἐφ’ ὧν ἐπῆλθεν αὔξησις, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 νὰ παρουσιάζῃ διαφορὰν ἐπὶ πλέον. Ὡς ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀνελεύσονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 33 ἑκατομμυρίων. Οὐδένα ἔχω λόγον νὰ πιστεύσω, ὅτι τὸ 1900 ἔσεται χειρότερον τοῦ 1899 ὡς πρὸς τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις· τοὐλάχιστον εὐελπίζομαι, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ κίνησις, αἱ συναλλαγαὶ ἐν γένει καὶ ἡ καθόλου οἰκονομικὴ τοῦ ἔθνους δύναμις ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀναπτύσσονται καὶ προάγονται, ἐκτὸς ἀπροόπτων περιστάσεων. Διὰ τοῦτο θαρρούντως ἀνέγραψα ὡς ἔσοδον ἐκ τελωνειακῶν τελῶν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 32,500,000, δηλαδὴ κατὰ 500,000 δρ. ἔλασσον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1899, καὶ κατὰ 2,000,000 ἔλασσον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1898. Ἐπίσης εἰς τὸν φόρον τῶν ζώων ἀναγράφω αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχ. 1,300,000. Δὲν τὴν ἀναγράφω στηριζόμενος εἰς ἁπλοῦς ὑπολογισμούς, διότι, ὡς γινώσκετε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην διεξάγονται δημοπρασίαι περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Πρὶν ἢ αἱ δημοπρασίαι αὗται κηρυχθῶσιν, αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ προεκλήθησαν, ἵνα μετὰ προηγουμένην σκέψιν προσδιορίσωσι τοὺς ἐλαχίστους ὅρους, πέραν τῶν ὁποίων εἶναι δεκταὶ αἱ προσφοραί. Κατὰ τοὺς ἐλαχίστους τούτους ὅρους, ὁ ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων φόρος ὁρίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,500,000. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε διεξαχθεισῶν δημοπρασιῶν, τινὲς τῶν ὁποίων καὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, φαίνεται βεβαία ἡ κατὰ 35% αὔξησις τῶν ἐλαχίστων τούτων ὅρων διὰ τῶν προσδοκωμένων προσφορῶν κατὰ τὰς ὁριστικὰς καὶ τελευταίας δημοπρασίας. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν μεγάλων ζώων, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι νῦν εἰς τὸν φόρον τῶν σφαζομένων ζώων δὲν θὰ ἔχωμεν καθυστέρησίν τινα, διότι προκαταβολικῶς εἰσπράττονται, ἐὰν ἐνθυμηθῶμεν ὅτι προσεθήκαμεν καὶ φόρον τινὰ ἐπὶ τῶν κυνῶν κατὰ τὸ 1900, ὁ ὑπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν κυνῶν, θέλομεν εἰσπράξει δρ. 3,900,000 περίπου, ἤτοι ἓν ἑκατομμύριον περισσότερα τῶν εἰσπράξεων τῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη. Εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπίσης ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὔξησις κατὰ δραχμὰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου. Αὕτη πλέον στηρίζεται εἰς εἰσπράξεις γενομένας ἤδη δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ τὴν προηγουμένην αὐτῆς σύνοδον. Ὡς γινώσκετε, διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου οὐδεμία νεωτέρα φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἐψηφίσθη ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Μόνον νομοθετικὴ ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ὁ φόρος ἐκεῖνος καταστῇ πραγματικός, ἵνα μὴ ἀποφεύγωσι τὸν φόρον τοῦτόν τινες τῶν μετερχομένων ἐπιτήδευμα ὑποκείμενον εἰς φόρον.
§8Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τί ποσὸν εἰσεπράχθη ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ τελευταίου αὐτοῦ νόμου;
§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀναγινώσκετε ἐν τῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία εἶναι τετυπωμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως θέλετε ἴδει, τί εἰσεπράχθη μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ φόρου μιᾶς ἑξαμηνίας· θὰ τὸν διπλασιάσητε διὰ νὰ ἔχητε τὸν φόρον ἑνὸς ἔτους· θὰ προσθέσητε δὲ καὶ ποσόν τι, διότι ἡ πληρωμὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιτηδεύματος τοῦ ἥσσοντος φορολογουμένου, καὶ θέλετε καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ προϋπολογιζομένη αὔξησις ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι ἄριστα δεδικαιολογημένη. Αὔξησις ἀναγράφεται καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων καὶ ἕνεκα γνωστοῦ γεγονότος, ὅτι ἰδίως εἰς τὰς μεγαλοπόλεις προσετέθησαν νέαι οἰκοδομαί, αἵτινες θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς φόρον. Ὑπολογίζων νῦν τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὁποῖα θέλει ἔχει ἀποτελέσματα ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται νὰ καταθέσω εἰς αὐτήν, διότι νομίζω, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μεταβληθῇ εἰς νόμον, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν θέλει καταστῇ καὶ ἐκεῖνος πραγματικός, καθόσον δὲν θέλομεν ἔχει, ὅπως ἔχομεν σήμερον, καθυστερήσεις ἀνερχομένας εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ βεβαιουμένου ποσοῦ, καὶ δὲν θέλουσι διαφεύγει τοῦ τοιούτου φόρου πολλαὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς φόρον οἰκοδομῶν. Ἐκ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως καπνοῦ ἐπίσης ἀναγράφεται αὔξησις ἐκ δραχ. 500 χιλιάδων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν. Καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματωδῶν ὑγρῶν ἐπίσης ἀναγράφεται αὔξησις ἐκ 300 χιλιάδων, στηριζομένη εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον ἡ Βουλὴ ἐπεψηφίσατο. Οὐχ ἧττον ἀναγράφεται καὶ ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων αὔξησις δραχμῶν 2 ἑκατομμυρίων περίπου, ἕνεκα τῶν γνωστῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Αἱ αὐξήσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιησάμην μνείαν, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 7 ἑκατομμυρίων περίπου. Ἔχετε ἤδη γνωστόν, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐξ ἑκατὸν πέντε ἑκατομμυρίων. Βεβαίως θέλουσιν εἰσπραχθῆ τουλάχιστον 106 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἄρα τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχ. 111 ἑκατομμυρίων βεβαίως δὲν θέλει φανῆ ὑπερβολικὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες παρακολουθοῦσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἢ τὰς πιστώσεις, τὰς προβαλλομένας διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, παρατηρῶ, ὅτι ταῦτα ὑπολογίζονται εἰς 110,240,731.32, ὑπερτεροῦσι δὲ τῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 χορηγηθεισῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 103 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων κατὰ τὸ ποσὸν δραχμῶν 6,017,150. Πόθεν ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορά; — Ἐρώτημα εὐλόγως προβαλλόμενον εἰς τὸν εἰσάγοντα τὸν προϋπολογισμὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. — Ἡ διαφορὰ αὕτη κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποδίδεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὡς γινώσκετε ὅσοι ἐμελετήσατε τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, ἀπὸ τοῦ 1900 καὶ ἐφεξῆς ὑποχρεούμεθα κατ’ ἔτος νὰ ἀποσύρωμεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας 2 ἑκατομμύρια τουλάχιστον ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶς διὰ λ)μὸν τοῦ Κράτους κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀπὸ τοῦ 1900 ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσίς μας αὕτη. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν, ὡς γινώσκετε, τὸ ἀτύχημα νὰ ἔχωμεν τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ὑπερτετιμημένον κατὰ δέκα περίπου λεπτά, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τιμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπωλεῖτο κατὰ τὸ 1899. Κατὰ τὸ 1899 τὸ ποσὸν τὸ πληρωνόμενον εἰς χρυσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὑπελογίσθη πρὸς μίαν δραχμὴν καὶ 50 λεπτά. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τὸ προμηθευθὲν ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ποσὸν συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1899 ἐπληρώθη, κατὰ μέσον ὅρον, πρὸς λεπτὰ 156 τὸ φράγκον, καθόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις κατ’ ἐντολὴν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρομηθεύθη τὸ συνάλλαγμα τοῦτο, ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑξαμηνίας ἀγοράζουσα συνάλλαγμα, ὡς ἐκ τούτου δὲ προεκλήθη καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς κύρωσιν ὑμῶν, δὲν δυνάμεθα ὅμως νῦν νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ φράγκον ὀλιγώτερον τῶν 160 λεπτῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπερτιμήσεως αὔξησιν πιστώσεως κατὰ 1½ ἑκατομμύριον. Ὥστε πίστωσις ἐκ δραχμῶν 3,595,373 ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν δύο τούτων λόγων, ἤτοι τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν ἄρσιν τραπεζικῶν γραμματίων ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων, καὶ 1½ ἑκατομμύριον διὰ τὴν νομισματικὴν διαφοράν. Προκειμένου περὶ νομισματικῆς διαφορᾶς, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὁποία ὑφίσταται τὸ βάρος τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δαπάναι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, αἵτινες ἀναγκαίως ὑποβάλλονται εἰς τὰς συνεπείας τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἔχομεν ὅμως καὶ μικράν τινα πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπραττομένων ἐσόδων, ἤτοι τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, δυστυχῶς ὅμως αὕτη εἶναι ἀναξία λόγου. Ἰδοὺ δὲ ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἔσοδα εἰς χρυσὸν εἰσπραττόμενα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,295,000. Ἑπομένως διὰ τὸ 1900 ἔχομεν καθαρὰν διαφορὰν ἐπὶ πλέον εἰς πίστωσιν τῶν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 239,666. Ἔχομεν ὅμως δαπάνην εἰς χρυσόν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχομεν ἀπόδοσιν τηλεγραφικῶν τελῶν, ἔχομεν συντάξεις, ἔχομεν ἀγορὰν τῶν εἰδῶν μονοπωλίων, ἔχομεν διαφόρους ἄλλας πληρωμὰς εἰς χρυσὸν, ὧν τὸ ποσὸν εἶναι ἀνώτερον. Ἔχομεν τὴν ὑπερτίμησιν τῶν δέκα λεπτῶν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ πληρωνομένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων ἐκ δραχ. 14,698,017, ἤτοι τὸ ποσὸν 1,891,540. Ἔχομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δαπάνας εἰς χρυσὸν 600,000, ἤτοι νέαν ἐκεῖ ὁμοίαν ὑπερτίμησιν κατὰ δέκα λεπτὰ, 60 χιλιάδας. Ἔχομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μικρὰν ἐκεῖ δαπάνην ἐκ δρ. 37,000. Ἔχομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μικρὰν δαπάνην, διότι αἱ ἄλλαι δαπάναι, αἱ γενόμεναι πρὸς προμήθειαν ὑλικοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προερχομένου, δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὔτε δύνανται νὰ προϋπολογισθῶσι, διότι οἱ ἐργολάβοι, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, συμφωνοῦσι τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καίτοι ἐκεῖνοι εἰς χρυσὸν προμηθεύονται τὰ ἐμπορεύματα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς φαινομένης καὶ κυμαινομένης αὐξήσεως, ἡ ὁποία εἶναι μικρά. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Ναυτικῶν ἐπίσης πληρώνομεν τὰ πλεῖστα τῶν ἐφοδίων τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας εἰς χρυσόν. Ἔχομεν ἐν ὅλῳ ποσὸν δραχ. 1,200,000 προσθήκην εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ 1900 ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Τὸ ὑπόλοιπον ἀνάγεται εἰς τὰς αὐξήσεις πιστώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· ἓν μέρος τῶν πιστώσεων τούτων ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας· ἐφ’ ὅσον ἀναγράφονται ηὐξημένα τὰ ἔσοδα, ἐπὶ τοσοῦτον ὡς ἀντίκρυσμα τῶν ἐσόδων τούτων δέον νὰ ἀναγράφωνται καὶ αἱ γενόμεναι δαπάναι· διὰ προμήθειαν, ἐπὶ παραδείγματι, πετρελαίου, διὰ προμήθειαν πυρείων, σιγαροχάρτου καὶ διαφόρων ἄλλων χρησίμων εἰδῶν. Ἔχομεν ὡσαύτως αὔξησιν τῆς δαπάνης ἕνεκα τῆς ηὐξημένης προσόδου τῆς σμύριδος. Εἰς ὅλα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προαπαιτοῦσι δαπάνας διὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ βεβαίωσιν, ὑπάρχει αὔξησις πιστώσεων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα ὁμοία αὔξησις. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ παραδείγματι, ἀναγράφεται αὔξησις πιστώσεως ἀναγομένη εἰς τὴν νομισματικὴν διαφορὰν κατὰ 102,000· διὰ τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας, τὰς γνωστὰς, τὰς μὴ ὑποβαλλομένας εἰς λογοδοσίαν, δραχ. 50,000· διὰ τηλεγραφικὰ δρ. 10,000, καὶ δι’ αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ διὰ τὰς Πρεσβείας προωρισμένου δραχ. 44,000. Ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 219,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπίσης, δι’ ἔξοδα νέων Πρωτοδικείων καὶ δι’ αὔξησιν μισθοῦ τῶν δικαστῶν δραχ. 250,000, ἔξοδα συντηρήσεως καὶ διατροφῆς καταδίκων καὶ ὑποδίκων δρ. 200,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ αὔξησις πιστώσεων κατὰ δρ. 450,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ νόμου ἀναγράφεται περιπλέον πίστωσις δρ. 1,114,568. Διὰ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα ἐπὶ πλέον πίστωσις ἐκ δραχ. 260,000. Διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἀναγράφεται ἐπὶ πλέον πίστωσις ἐκ δρ. 980,000. Ἤτοι τὸ ὅλον δρ. 2,354,568. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐπίσης ἀναγράφεται ἐπὶ πλέον πίστωσις ἐκ δρ. 203,000, ἀναγομένη εἰς τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων ἐπισκόπων ἐκ δραχ. 63,000, διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν ἐκ δραχ. 65,000, καὶ διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἐκ δραχ. 75,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφεται ἐπὶ πλέον πίστωσις ἐκ δρ. 700,000. Ὡς γνωστὸν, ὁ νέος ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐπάγεται αὔξησιν δαπανῶν, διότι τὸ σύστημα τῆς εἰς τὴν χωροφυλακὴν κατατάξεως τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς καταργεῖται, καὶ διότι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου τούτου εἶναι νὰ ἐπιδοθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὸν ἀληθῆ καὶ ἀρχικὸν αὐτοῦ προορισμὸν, ὡς ἐκ τούτου δὲ αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς χωροφυλακῆς, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 16,000,000. Παρατηρεῖται ὅμως διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἀνεγράφη ὑπὸ τὸν τίτλον «κεκλεισμέναι χρήσεις» ποσὸν 2,000,000, ἀνεγράφη δὲ κακῶς, διότι ἐπρόκειτο περὶ γενομένων δαπανῶν εἰς βάρος καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1897. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν αὔξησιν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 465,000· ἤτοι δι’ ἀξίαν ἀνθράκων κλπ. 250,000, διὰ νομισματικὴν διαφορὰν 140,000, καὶ διὰ τὰ πληρώματα τῶν πολεμικῶν πλοίων ἐπὶ πλέον δαπάνην 75,000. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ηὔξησαν αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν Β. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1898 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐπίσης ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ εἰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 22,000, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἔξοδα ὑποδίκων καὶ καταδίκων 190,000, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας δρ. 111,000. Τὸ ὅλον δρ. 323,000. Τὸ δεύτερον τούτων ἀφορᾷ εἰς κύρωσιν Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δρ. 72,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ πιστώσεις αὗται κατανέμονται ὡς ἑξῆς: 50,000 δρ. διὰ τὰς μελέτας περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, 20,000 διὰ συνδρομὴν εἰς τοὺς ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐκ σεισμῶν παθόντας, καὶ 2,000 δι’ ἔξοδα μεταβάσεως εἰς Εὐρώπην πρὸς θεραπείαν ἀπόρου ταγματάρχου· τὸ ὅλον 72,000. Ὑποβάλλω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἐκ δρ. 326,000 «δι’ ἐπισκευὴν θωρηκτῶν». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύει ἔκθεσις λεπτομερὴς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ἀναπόφευκτος· πρόκειται περὶ ἐπισκευῆς τοῦ θωρηκτοῦ «Ὕδρας». Κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ κατηργήθη ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου εἰσπραττόμενος ἔγγειος φόρος καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τῆς στρεμματικῆς τῶν ἀμπέλων φορολογίας. Τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου τούτου πάντες ἐνθυμεῖσθε, διότι ἐνταῦθα ἐγένοντο διεξοδικαὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζητήσεις. Ἐπρόκειτο δὲ συνδρομῇ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν νὰ καθορισθῶσι δύο παράγοντες, ὁ μέσος ὅρος τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τρίτον παράγοντα, τὴν δηλωθεῖσαν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, νὰ καθορισθῇ ὁ φόρος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ποσοῦ τοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη βεβαιωθέντος ἐσόδου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς λιανικῆς πωλήσεως τοῦ οἴνου. Δυστυχῶς, καίτοι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου ἐσκόπει εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἀμπελοκτημόνων, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὑπῆρξαν δυσχέρειαι. Αἱ δυσχέρειαι αὗται κυρίως προῆλθον ἐκ τοῦ ὅτι αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαὶ δὲν κατενόησαν καλῶς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ ποῦ μὲν προσδιώρισαν τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ, ποῦ δὲ κατώτερον, καὶ μόνον εἰς ὀλιγίστας ἐπαρχίας κατώρθωσαν νὰ τὸν ἀναγράψωσιν ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις ἀληθῆ. Ὡς ἐκ τούτου, ὅτε καθωρίσθη δι’ ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κατὰ δῆμον ἀναλογῶν φόρος, καὶ ἐδημοσιεύθησαν αἱ περὶ τούτου προκηρύξεις, ὅπως τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια κατανείμωσι τὸν φόρον τοῦτον κατὰ χωρία, ἠγέρθησαν παράπονα, τὰ ὁποῖα —ὁμολογῶ—εὗρον κατὰ τὸ πλεῖστον δεδικαιολογημένα, διότι πολλάκις ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ παραγωγῆς ἀμπέλων, οὔτε διαφορὰ τιμῆς γλεύκους, εἰς ἕνα δῆμον ἡ φορολογία ἐξικνεῖται μέχρι φόρου 6 δρ. κατὰ στρέμμα, εἰς παρακείμενον δὲ δῆμον ὁ φόρος οὗτος κατέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δρ. 2 ἢ 3, εἴς τινας δὲ δήμους δὲν ἐδηλώθησαν αἱ πραγματικαὶ τῶν ἀμπέλων ἐκτάσεις. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐκπροσωπεῖτε ἐπαρχίας οἰνοφόρους, καὶ γινώσκετε, ὅτι ἀπεκρύβησαν οὐκ ὀλίγαι ἐκτάσεις ἀμπέλων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπρόκειτο νὰ μειώσῃ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ δημοσίου ἐσόδου, διότι, κατὰ οἰκονομίαν τοῦ νόμου, ὁ φόρος ὁ ἀναλογῶν πρὸς τὸ βεβαιωθὲν ἔσοδον τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς δηλωθείσης ἐκτάσεως. Ἡ μὴ δηλωθεῖσα ἔκτασις τῶν ἀμπέλων βεβαίως θ’ ἀνακαλυφθῇ διὰ καταμετρήσεως, εὐτυχῶς δὲ εἰς πολὺ ὀλίγους δήμους ἐπῆλθεν ἡ ἀπόκρυψις αὕτη, διότι εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐπαρχιῶν ἡ δήλωσις ὑπῆρξε κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰλικρινής. Ὅπως δήποτε, προκειμένου νὰ βεβαιωθῇ ὁριστικῶς ὁ φόρος, εἶναι ὀρθὸν νὰ προηγηθῇ ἡ καταμέτρησις τῶν μὴ δηλωθεισῶν ἐκτάσεων. Ὅπως δήποτε ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐλαττωματικῶν πρωτοκόλλων τῶν τοπικῶν ἀρχῶν κατανομὴ τοῦ φόρου ἐξελέγχεται ἄδικος. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν. Συγχρόνως δὲ διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἁπασῶν τῶν δηλωθεισῶν ἀμπέλων ἐπὶ τῇ βάσει φόρου μὴ ὑπερβαίνοντος τὰς δραχ. 3. Μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν τοιαύτην βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, ἐὰν ἐπέλθωσι μεταβολαὶ, αἱ μεταβολαὶ αὗται θὰ ἐπενέγκωσιν εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τὰς ἀναγκαίας μεταβολάς. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει οὐδὲ συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀνασταλῇ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου, διότι, ὡς γινώσκετε, ὅταν εἷς φόρος δὲν εἰσπράττηται ἐγκαίρως, ἀποβαίνει δυσχερὴς ἡ εἴσπραξις μετὰ πάροδον χρόνου. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον ψηφισθέντος νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Εἰς δύο τινὰ σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν· πρωτίστως σκοπεῖ νὰ προνοήσῃ ὑπὲρ τῶν δήμων ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀδικούμενοι ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, ἤτοι τῆς ἐπιπτώσεως τοῦ φόρου εἰς τὰ σφαζόμενα. Τοιοῦτοι δῆμοι εἶναι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι, οἵτινες μέχρι τοῦδε εἰσέπραττον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς δημότας των. Σήμερον, ἐπειδὴ γίνεται ἡ σφαγὴ τῶν ζώων εἰς τὰς μεγαλοπόλεις κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐννοεῖται ὅτι οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι ἀδικοῦνται. Λαμβάνεται λοιπὸν πρόνοια, ὅπως οἱ δῆμοι δικαιῶνται νὰ ἐπιβάλλωσι τὸν φόρον τὸν δημοτικὸν, καθὼς καὶ μέχρι τοῦδε, ἀνεξαρτήτως τοῦ δημοσίου φόρου. Σκοπεῖ ὅμως τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς ἕτερόν τι, σκοπεῖ νὰ πληρώσῃ ἀσάφειάν τινα τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Ἐν τῷ ψηφισθέντι νόμῳ ῥητῶς καὶ ὁριστικῶς δὲν ὡρίσθη, ποῦ κυρίως πρέπει νὰ πληρώνουν τὸν φόρον τῶν σφαζομένων ζώων, ὅταν ἡ μὲν σφαγὴ γίνηται εἰς ἕνα δῆμον, ἡ δὲ κατανάλωσις εἰς ἄλλον. Γινώσκομεν πάντες, ὅτι ἰδίως εἰς τὰς μεγαλοπόλεις μεταφέρονται πολλὰ ἀρνία καὶ ἐρίφια ἐσφαγμένα, καὶ ἐκ μεγάλων ἀποστάσεων, ὡς ἐκ Θεσσαλίας. Ὁ νομοθέτης σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς φορολογίαν τὰ σφαζόμενα ζῷα εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι, ἐὰν δὲν πρέπει τὰ ζῷα ταῦτα νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον καὶ ὅπου σφάζονται, διὰ τοῦτο ὁ νόμος προὐνόησε, κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατὰ τίνα διατύπωσιν τὰ ἀρνία καὶ ἐρίφια, τὰ μεταφερόμενα ἐσφαγμένα, πρέπει νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον μόνον εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον καταναλίσκονται. Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων. Μὴ ὑπολάβῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων νὰ αὐξηθῇ. Τὰ κατὰ τὴν ποσότητα τῶν φόρων αὐτῶν μένουσιν ὅπως ἔχουσι νομοθετηθῆ διὰ τῶν προκειμένων νόμων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ σκοποῦντος νὰ καταστήσῃ τὸν φόρον τοῦτον πραγματικόν, καὶ νὰ προλάβῃ τὰς ὑπεκφυγὰς καὶ καθυστερήσεις, προεβλήθησάν τινα παράπονα. Προεβλήθησαν, ἐπὶ παραδείγματι, παράπονα ἔκ τινων ἐργοστασιαρχῶν, ὅτι, ἐνῷ μετέρχονται τὸ ἐπιτήδευμα αὑτῶν εἰς ὡρισμένην πόλιν, εὑρίσκονται ἐν συναλλαγῇ, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται, καὶ μετὰ δέκα ἄλλων πόλεων. Πληρώσαντες τὸν νόμιμον φόρον ἔλαβον τὴν προσήκουσαν ἄδειαν, ἣν ἀδυνατοῦσι ν’ ἀποστείλωσι καὶ εἰς ὅσας ἑτέρας πόλεις ἔχουσι συναλλαγὰς καὶ ἀσκοῦσι τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα. Καὶ τὰ παράπονα αὐτὰ ἐθεράπευσε διάταξις, καθ’ ἣν, ὅταν γίνηται πληρωμὴ φόρου ἐπιτηδεύματος εἰς ἕνα δῆμον, τοῦτο δέον νὰ ἀνακοινῶται εἰς πάντα ἄλλον δῆμον, εἰς πᾶσαν ἐπαρχίαν, ὅπου ὁ πληρώσας τὸν φόρον ἔχει συναλλαγάς. Ἀλλὰ μὴ ὑπαρχούσης ῥητῆς περὶ τούτου ἐν τῷ νόμῳ διατάξεως, πάντοτε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἀδικήματα. Πλὴν τούτου, κατὰ τὸν νόμον τὸν κρατοῦντα αἱ δηλώσεις τῶν ἐπιτηδευματιῶν γίνονται κατὰ μῆνα Δεκέμβριον. Μοὶ ὑπέβαλον τὸ παράπονον πολλοὶ ἐπιτηδευματίαι, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν ἕνα μῆνα πρότερον τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ νέου ἔτους εἶναι πιθανὸν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον ἤσκουν. Εὗρον δὲ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ γίνεται ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῆς πρώτης ἑξαμηνίας κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ἀλλὰ κατὰ Ἰανουάριον. Συνέπεσεν ὅμως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ γένηται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῆς πρώτης ἑξαμηνίας κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1899, καὶ τοῦ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας ἐντὸς αὐτῆς ταύτης, εἰς δύο δόσεις. Κατὰ τὸν νόμον εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὸ 1900, καὶ ἑπομένως ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἐπιτηδευματιῶν νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ 1900. Πρὸ πάντων δὲ τοῦτο παρατηρεῖται εἰς ἐκείνας τὰς πόλεις, ὅπου δὲν συνετάχθησαν ἐγκαίρως οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν ἐπιτηδευμάτων. Πρὸ παντὸς δὲ τὸ παράπονον τοῦτο μοὶ ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῆς πόλεως Πατρῶν, καὶ εἶναι τοῦτο εὔλογον. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ τὰς προθεσμίας τῶν δηλώσεων, αἵτινες δέον νὰ ἐπιδίδωνται σὺν τῇ συγχρόνῳ πληρωμῇ τοῦ φόρου, τουτέστιν οὐχὶ κατὰ τὰς προθεσμίας τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ κατὰ τὰς προθεσμίας, αἵτινες ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖαι ὑπὸ τῶν τοπικῶν περιστάσεων. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι τὸ παράπονον τοῦτο ὑπεβλήθη ἰδίως ὑπὸ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῆς πόλεως Πατρῶν, διὸ λαμβάνεται πρόνοια περὶ τούτων, καίτοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τῆς πόλεως Πατρῶν. Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἰκοδομῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμία μεταβολὴ ἐπέρχεται ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τοῦ φόρου· ὁ φόρος μένει οἷος ὑπάρχει κεκανονισμένος διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχόντων νόμων. Παρετηρήθη καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ὑφεστῶτος νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἰκοδομῶν ὅ,τι παρετηρήθη εἰς τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων, τὸ μὲν καθυστέρησις μεγάλη, τὸ δὲ ὑπεκφυγὴ ἐκ τῆς νομίμου ὑποχρεώσεως. Τούτου ἕνεκα βλέπομεν παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες σκοποῦσι τὴν ὑπεκφυγὴν τοῦ φόρου, νὰ μὴ συντάσσωνται παντάπασι συμβόλαια μισθωτήρια, οὕτω δὲ διὰ τῆς κοινῆς ὁμολογίας τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐνοικιαστῶν νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς συντάσσοντας τὸν κατάλογον ποσὰ ἐνοικίων ἀσυγκρίτως κατώτερα τῶν πραγματικῶν. Πλὴν τούτου παρετηρήθη, ὅτι πολλοὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, εἴτε διὰ τῶν σχέσεων αὑτῶν πρὸς τοὺς συντάσσοντας τὸν κατάλογον ὑπαλλήλους, εἴτε διὰ τῶν σχέσεων αὑτῶν πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, προσπαθοῦσι νὰ ὑπεκφεύγωσι τὴν πληρωμήν. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εὑρίσκει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προνοήσωμεν, ὅπως πάντες οἱ φόροι, ὅσοι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύι νόμων, εἰσπράττωνται ἀκριβῶς, καὶ εἰς τοῦτο σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν. Γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὴν κρατοῦσαν φορολογικὴν νομοθεσίαν ἐπὶ τῶν μισθωμάτων τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἐπιβάλλεται φόρος ἀνερχόμενος εἰς 6% ἐπὶ τοῦ μισθώματος. Ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ ὁ φόρος οὗτος ὡρίζετο εἰς 5%, προσετέθησαν δύο δεκατημόρια, καὶ οὕτως ὁ φόρος ἀνῆλθεν εἰς 6%. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ὑπάρχει φόρος μᾶλλον δεδικαιολογημένος, ὅσον ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὰ μισθώματα τῶν βοσκῶν, διότι εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον· ὁ λαμβάνων μίσθωμα ἐκ βοσκῆς λιβαδίων εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται δαπάνην. Ἀλλ’ ὅ,τι παρετηρήθη δυστυχῶς, εἶναι ὅτι, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ φόρου τόσον ἐλαφροῦ, ἐν συγκρίσει πρὸς ἅπαντας τοὺς ἄλλους, τοὺς λειτουργοῦντας παρ’ ἡμῖν, ἔχομεν καὶ ἐν τῇ βεβαιώσει καθυστερήσεις καὶ ἐν ταῖς εἰσπράξεσι. Μεταδίδω εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς ἐξηγμένους ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897 καὶ 1898. Κατὰ τὸ σημείωμα, ὅπερ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ οὗτινος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ βουλόμενος ἐξ ὑμῶν, αἱ καθυστερήσεις ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου ἐξικνοῦνται σχεδὸν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ βεβαιωθέντος. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως καὶ ἄλλοι φόροι, μᾶλλον βαρεῖς, ὅπως ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατασταθῶσι πραγματικοί, καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον, ὅπως διὰ νόμου καταστήσωμεν αὐτὸν φόρον πραγματικόν. Εἰς τοῦτο σκοπεῖ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω συνάμα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν καλλιεργουμένων ἢ καλλιεργησίμων ψιλῶν γαιῶν. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880 κρατεῖ παρ’ ἡμῖν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, πολλάκις δὲ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἠκούσθησαν εὔλογα παράπονα κατὰ τοῦ φόρου τούτου, ὡς ἐπιβάλλοντος ὑποχρεώσεις ἀνίσους ἐπὶ τῶν τῆς γεωργικῆς τάξεως συμπολιτῶν ἡμῶν. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐθεωρήθησαν, καθ’ ὃν χρόνον ἐπεβάλλετο παρ’ ἡμῖν ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, ὡς ἓν τεκμήριον δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλ’ ἐθεωρήθησαν συγχρόνως καὶ ὡς μέτρον προσωρινὸν, μέχρις οὗ μελετηθῇ σύστημά τι σκοπιμώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῆς ἐγγείου φορολογίας. Εἰς τὸ διάστημα τῶν εἴκοσιν ἐτῶν περίπου, κατὰ τὰ ὁποῖα λειτουργεῖ ὁ φόρος οὗτος, καίτοι πράγματι προσηνέχθη μεγάλη ἀνακούφισις εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, διότι ἠλάττωσε τὰς ὑποχρεώσεις τῶν παρ’ ἡμῖν γεωργῶν, οὐχ ἧττον πολλὰ ἀκούονται παράπονα, διότι καὶ ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται διὰ δηλώσεων, διὰ καταμετρήσεων καὶ διὰ συντάξεως πρωτοκόλλων, καὶ διότι πάντες οἱ γεωργοὶ ἐπινοοῦσι τρόπους διαφόρους πρὸς ὑπεκφυγὴν ἢ καὶ μείωσιν τοῦ φόρου τούτου· ὡς ἐκ τούτου ἔχομεν ἤδη ἐξῃκριβωμένον τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος μειοῦται. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι, προκειμένου νὰ φορολογηθῇ ἡ γῆ, πρέπει βάσις τῆς φορολογίας νὰ ᾖ ἡ ἔκτασις τοῦ καλλιεργουμένου ἐδάφους καὶ ἡ παραγωγικότης αὐτοῦ. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται κτηματολόγιον. Παρὰ τοῖς μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς ἔθνεσι κατωρθώθη νὰ συνταχθῇ κτηματολόγιον, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ κτηματολογίου τούτου ἐπιβάλλεται ὁ φόρος. Παρ’ ἡμῖν, καίτοι πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἐπιτροπὴ, ἐξ ἀποστολῆς μάλιστα ξένης, ἀσχοληθῇ εἰς σύνταξιν κτηματολογίου, δὲν κατωρθώθη ἔτι νὰ ἐξαχθῇ τὸ ἔργον εἰς πέρας. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων νὰ κατορθώσωμεν τὴν σύνταξιν κτηματολογίου ὀλίγον ἀπέχοντος τῆς ἀληθείας· ὅταν δὲ κατορθωθῇ ἡ ἐπιστημονικὴ κατάρτισις τοῦ κτηματολογίου, εἶναι δυνατὸν τὰ τοῦ προσωρινοῦ καὶ διὰ τῶν δηλώσεων καταρτισθέντος κτηματολογίου νὰ διορθωθῶσι κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν δηλώσεων νὰ καταρτίσωμεν τοιοῦτον κτηματολόγιον. Ὅταν δὲν ζητήσωμεν παρὰ τῶν γαιοκτημόνων φόρον ἀνώτερον ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται σήμερον διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ ἔχωμεν ἀκριβεῖς δηλώσεις. Πρὸ πολλοῦ ἐπὶ τούτου εἶχον καταρτίσει σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα εἰς πάντας τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, καὶ προσεκάλεσα τούτους, ὅπως δώσωσι δημοσιότητα, κοινοποιοῦντες τοῦτο εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μεγάλων κτημάτων καὶ ἄλλους γεωργούς. Κατὰ τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ὑπεβλήθησαν, πάντες ὁμολογοῦσι τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ λειτουργοῦντος σήμερον φορολογικοῦ συστήματος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, πάντες εὔχονται νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος οὗτος, τὸ πλεῖστον δὲ τούτων κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Πάντες δὲ παρατηροῦσιν, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν θέλει μεταβληθῇ ὁ φόρος οὗτος καὶ ἐπιβληθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία, δέον νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φόρος ἀνώτερος. Ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀποστείλει πρὸς μελέτην, εἶχον ἀναγράψει καὶ ποσά τινα φόρου, διαιρέσας τὰς γαίας εἰς τέσσαρας κατηγορίας, εἰς ὀρεινὰς ξηρικάς, ὀρεινὰς ποτιστικὰς, πεδινὰς ξηρικὰς καὶ πεδινὰς ποτιστικάς. Τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ σχεδίῳ, ἐφάνη ὑπερβολικόν. Τοῦ νομοσχεδίου ἡ οἰκονομία εἶναι πρέπον νὰ γένηται γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, καθαρῶς διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων· τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ εἰς τὴν δήλωσιν, καὶ τοῦτο ἐφαρμοσθήσεται εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον καταστῇ νόμος· τὸ δεύτερον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, αὐτὸ δὲ δὲν θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, εἰμὴ διὰ Β. Διατάγματος ἐν χρόνῳ ὡρισμένῳ. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου; Ἐὰν αἱ δηλώσεις γένωνται ἀκριβεῖς, ἐὰν ἐννοήσωσιν οἱ ἰδιοκτῆται τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, νὰ δηλώσωσιν ἀκριβῶς τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἔχουσι, τότε βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦ ἐπιβλητέου φόρου θὰ ἦναι ἐλάχιστον. Τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀποστείλει πρὸς μελέτην, μετέβαλον κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένα ὡρισμένα ποσοστὰ τοῦ φόρου, ἐπιβαλλόμενα κατὰ στρέμμα, ἀναγράφεται μόνον ἡ διαίρεσις τῶν γαιῶν εἰς τέσσαρας κατηγορίας, γίνεται δὲ ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν, τοῦ εἰσπραττομένου ἐκ τοῦ νόμου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ μὴ ἐξακολουθήσωμεν εἰς τὴν διατήρησιν νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀπεδείχθη πλημμελής.
§10Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεφάνθησάν τινες ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠρωτήσατε, καὶ ὑπὲρ τῆς δεκάτης;
§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξάν τινες, ἀλλ’ ἐγὼ οὐδέποτε θέλω παραδεχθῆ νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτήν· ἴσως ἔχετε ὑμεῖς λόγον νὰ ἀναμιμνήσκησθε τὴν δεκάτην, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσαμεν τὴν κατάργησιν αὐτῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν ποτὲ εἰς αὐτήν· φρονῶ δὲ, ὅτι οὐδεμία θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις διατεθειμένη νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν δεκάτην, ἀφοῦ ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀπηλλάγημεν αὐτῆς. Ἡ δεκάτη εἶναι λείψανον βαρβάρου καὶ πεπαλαιωμένης κοινωνίας. Ἐν τούτοις, ὡς γινώσκετε, τὰ ἐν Εὐρώπῃ ἀρχικῶς συνταχθέντα κτηματολόγια σκοπὸν εἶχον κυρίως τὸν φορολογικὸν. Βραδύτερον ὅμως μετέβαλον χαρακτῆρα. Μετέβαλον χαρακτῆρα, διότι ἡ διαίρεσις τῶν γαιῶν κατὰ ποιότητας, ἢ μᾶλλον ἡ ἐξεύρεσις τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῶν γαιῶν, δὲν εἶναι εὔκολος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κτηματολογίων. Ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰ συνταχθέντα κτηματολόγια πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν φορολογικὸν εὗρον ὅτι δύνανται νὰ προσδώσωσιν ἄλλην σημασίαν καὶ ἄλλην ἰσχὺν, ἵνα χρησιμεύσωσι κοινωνικῶς· δηλ. τὰ κτηματολόγια ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς βάσις ἰδιοκτησίας, χρησιμεύουσι δὲ σήμερον ὡς τίτλοι ἰδιοκτησίας. Καὶ ἂν ἀλλαχοῦ ἡ ἀνάγκη αὕτη παρετηρήθη, παρ’ ἡμῖν ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδιοκτησία εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ ᾖ αἱ προβληματικὴ, ἕνεκα τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ὑπάρχει βεβαιωμένη ἡ κτηματικὴ ἰδιοκτησία. Ἐὰν λοιπὸν κατορθώσωμεν νὰ συντάξωμεν κτηματολόγιον, θὰ ἦναι δυνατὸν, προϊόντος τοῦ χρόνου, νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ κτηματολόγιον τοῦτο καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Μητρώου τῆς ἀκινήτου κτήσεως.
§12Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν πρόκειται νὰ γείνῃ τοῦτο, πῶς δὲν σᾶς ὑπεδείχθη ἀπό τινας ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠρωτήσατε, ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος;
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω· Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἀκριβῶς ὁ φόρος ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἐπιστημονικωτέρας βάσεως· καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ παρ’ ἡμῖν νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος οὗτος, ἠθέλομεν ἀποδείξει, ὅτι προωδεύσαμεν ἀρκετά. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλοῦν· ἐμελετήθη ἀπὸ πολλῶν χρόνων, ἀφ’ ἧς ἡ φορολογικὴ ἡμῶν νομοθεσία ἐγένετο ἀντικείμενον μελέτης. Δυστυχῶς τὰ ἤθη ἡμῶν δὲν εἶναι ἱκανῶς προηγμένα, ὥστε νὰ καθιερώσωμεν τὸν φόρον τοῦτον. Γινώσκω μόνον, ὅτι ἐβεβαιώθη ἓν πρᾶγμα ἐκ τῆς προθέσεως ἔθνους πεπολιτισμένου, ὅπερ ἐπεζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τούτου. Ἐν Γαλλίᾳ πρό τινων ἐτῶν, ὅτε ἔζη ὁ ἀείμνηστος Γαμβέττας, ἐσκέφθησαν νὰ ἐπιβάλωσι τὸν φόρον τοῦτον, δικαιολογούμενον ὑπὸ τῶν προόδων τῆς Γαλλίας, καὶ ὁ Γαμβέττας μετέβη ἐπὶ τούτῳ εἰς Ἀγγλίαν· ἀλλ’ ὅτε ἐπανέκαμψεν εἰς τὴν Γαλλίαν, εἶπεν ὅτι τὰ ἤθη ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου φόρου. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ὑποβολὴν ἑτέρων νομοσχεδίων. Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ τῶν συντάξεων στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν. Οἱ κρατοῦντες νόμοι περὶ συντάξεων δὲν εἶναι βεβαίως νέοι, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεκτήσαμεν ἤδη τὴν πεῖραν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἡ ἐφαρμογή των δὲ πολλάκις ἐγένετο ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου, καὶ εἴς τινας μάλιστα διατάξεις ἴσως καὶ πέραν τοῦ δέοντος ἡ ἐφαρμογὴ ἔβλαψε. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος βλέπομεν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ συντάξεις αὐξάνει. Κατὰ τὸ 1899 ἀνεγράφετο πίστωσις 5,000,000, κατὰ τὸ 1900 ἀνεγράφη 5,600,000. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας πρὸ τοιαύτης καταστάσεως. Τοὐναντίον πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιάν τινα πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ ἐντὸς τῶν φυσικῶν ὁρίων. Εἰς τοῦτο δὲ σκοποῦσι τὰ δύο νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα. Ἐν ἀρχῇ ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος ὁ παρέχων δικαίωμα πρὸς σύνταξιν· καὶ πράγματι συνεζητήθη ἡ γνώμη αὕτη ἐν ἐπιτροπῇ, ἣν κατήρτισα, ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων· ἀλλ’ εἶδον, ὅτι τὰ ἀδικήματα, ἅτινα ἐπάγεται ἡ ἐφαρμογὴ, δὲν προλαμβάνονται. Σήμερον πόθεν προέρχονται αἱ ἐπιβαρύνσεις τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἐκ τῶν γενομένων ἀπολύσεων ὑπαλλήλων μετὰ ὑπηρεσίαν 19 ἐτῶν καί τινων μηνῶν, ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες συμπληρώσαντες τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, καίτοι εὑρίσκονται ἐν ἀκμῇ ἡλικίας, ἐξαναγκάζουσι τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ τοὺς παύωσι, μὴ μεταβαίνοντες εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν μετετέθησαν, ἢ τεχναζόμενοι ἑτέρους τρόπους, ἀναγκάζοντες τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ τοὺς τιμωρῶσιν, ἢ νὰ τοὺς παύωσι· διότι, καὶ ἂν ἔτι μεταβαίνωσιν εἰς τὰ γραφεῖα, δὲν ἐργάζονται, ἀλλὰ κάθηνται εἰς τὰ γραφεῖά των καὶ ζωγραφίζουσιν, ἵνα ἀναγκασθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου γίνονται καὶ ἀπολύσεις ἐξ ἐπιεικείας, διότι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες θέλουσι νὰ ἀπολυθῶσι, νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ἀπόλυσίν των. Εὕρομεν λοιπὸν σύστημα ἕτερον. Καὶ πρῶτον, πλὴν τοῦ συστήματος, ὅπερ πρόκειται νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ νόμου περὶ προσόντων, τοῦ συστήματος τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀπόλυσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ μόνον ὅταν προηγηθῇ γνωμοδότησις ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ προσώπων τῆς ἀνωτέρας ὑπαλληλικῆς βαθμίδος. Δὲν ἐπιτρέπεται ἔτι εἰς οὐδένα τῶν ὑπαλλήλων τῶν συμπληρωσάντων 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν νὰ ὑποπέσῃ εἰς παράπτωμα συνεπάγον πειθαρχικὴν ποινὴν, εἴτε νὰ μὴ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, εἰμὴ ἀφοῦ στερηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐὰν ἀπολυθῇ ὑπάλληλος διότι ἀπεδείχθη ἐλλειμματίας, στερεῖται τῆς συντάξεώς του. Εἶναι πλεῖσται αἱ περιπτώσεις περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, αἵτινες σήμερον εἶχον ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, ὥστε, ἂν ἤθελον ἀπαριθμήσει αὐτὰς, θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλήν. Ἑκάτερον τῶν νομοσχεδίων συνοδεύεται ὑπὸ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων. Ἀναφέρω μόνον, ὅτι ὁ χρόνος ὁ παρέχων δικαίωμα πρὸς σύνταξιν αὐξάνει ἀπὸ 25 ἐτῶν εἰς 30, διατηρεῖται δὲ ἡ αὐτὴ ἡλικία. Νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, ἂν εἷς ὑπάλληλος εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν ἡλικίᾳ 20 ἐτῶν, μετὰ παρέλευσιν τριακονταετίας θὰ ἦναι 50. Ἵνα δὲ παραιτηθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἡλικίαν 60 ἐτῶν. Ἐπίσης ἐν τοῖς νομοσχεδίοις λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως τινὲς ἑρμηνεῖαι, γενόμεναι ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἢ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου, διαλευκανθῶσιν. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐδόθησαν συντάξεις εἰς χήρας ἀποστράτων, αἵτινες ἐγένοντο σύζυγοι αὐτῶν μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀποστρατεύσεως, καὶ μετὰ παρέλευσιν 10 καὶ 15 ἐτῶν ἀφ’ ἧς ἀπεχώρησαν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ὑπάρχει καὶ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐγένετό τις σύζυγος ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ καθ’ ἣν ὥραν οὗτος ἦτο ἐπιθανάτιος. Τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι περὶ δημοσίων γεωμετρῶν. Ἔχομεν σῶμα πολιτικῶν γεωμετρῶν, ἐργαζόμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν πρώτοις δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὁ τίτλος εἶναι ὀρθός· νομίζω, ὅτι ἠδύναντο κάλλιον νὰ ὀνομάζωνται δημόσιοι γεωμέτραι· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγεται πρὸς διόρθωσιν τοῦ τίτλου, ἀλλ’ ὅπως προστεθῶσιν 20 ἔτι γεωμέτραι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ νῦν ὑπηρετῶν ἀριθμὸς ἀπεδείχθη ἀνεπαρκής. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπαρχούσης ἀνάγκης προσελαμβάνομεν τοιούτους ἐκ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ καὶ οὗτοι εὑρέθησαν ἀπησχολημένοι εἰς ἕτερα ἔργα. Ἡ ἔλλειψις δὲ τῶν γεωμετρῶν τούτων κατεδείχθη εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀμπέλων. Ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη ἐπιτάσσει τὴν ὑποβολὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθύνω λόγους τινὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1900. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω τὰς λέξεις ταύτας, διότι ὑπάρχουσί τινες ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, οἵτινες ἐπικρίνουσι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· τινὲς μὲν εὗρον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 πρόκειται νὰ καταλίπῃ ἔλλειμμα σπουδαῖον, ἀλλὰ πρὸ πάντων, ὅτι, ἂν τυχὸν τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 ἤθελον ὑπολογισθῆ ἄνω τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῷ 1899, τοῦτο ἤθελεν ἀποδείξει αἰσιοδοξίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀδικαιολόγητον. Ἐγὼ ὀφείλω εἰλικρινῶς νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὑπερμέτρως αἰσιοδόξων, ἀλλ’ οὐδέποτε κατετάχθην καὶ μεταξὺ τῶν ἀπαισιοδόξων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἀπαισιόδοξοι ὡς ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας ἢ τῆς ἰδιορρύθμου ψυχολογικῆς καταστάσεώς των, ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ ψυχώσεως φρονοῦσιν, ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὰ βελτιώσεως τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Δὲν κατατάσσομαι μεταξὺ αὐτῶν, διότι ἄλλως θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀπόσχω τῶν κοινῶν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς πολιτευόμενον ἢ εἰς ἰδιώτην νὰ πολιτεύηται, ἐὰν κατέχηται ὑπὸ τῆς ψυχώσεως τῆς ἀπαισιοδοξίας. Ἀλλ’ εἶναι δεδικαιολογημένη αὐτὴ ἡ ἀπαισιοδοξία; Οἱ φρονοῦντες, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ χάους, ἢ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς δευτέρας χρεωκοπίας, ἂς λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀριθμούς. Ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895, καὶ γινώσκομεν ὅτι εἰσεπράξαμεν 94,000,000· ἔχομεν τὸν τοῦ 1896, καθ’ ὃν εἰσεπράξαμεν 96,000,000. Τὸν τοῦ 1897 δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι διετελοῦμεν τότε ὑπὸ ἀνωμάλους περιστάσεις. Ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898, καθ’ ὃν προέβησαν τὰ ἔσοδα εἰς 104,000,000, ἀφοῦ προηγήθησαν ἀτυχέσταται περιστάσεις εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, εὑρισκόμεθα δὲ εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, καὶ ἔχομεν σχεδὸν βέβαιον, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν 107 ἢ 108 ἑκατομμύρια. Διατὶ λοιπὸν νὰ τυφλώττωμεν πρὸς ταῦτα καὶ νὰ μὴ βλέπωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος κέκτηται οἰκονομικὴν ζωήν; Πᾶς δὲ ὁ ἀσχολούμενος εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀπαισιόδοξος· διότι, ἐνῷ γινώσκει τὸ ἀνεκμετάλλευτον ἔτι πολλῶν πόρων, γινώσκει ἔτι, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διακρίνεται ἐπὶ φιλοπονίᾳ καὶ φιλοπατρίᾳ. Διὰ τοῦτο μᾶλλον πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ χρῆμα αὐτοῦ, εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, χρησιμοποιεῖται πρὸς ὄφελος αὐτοῦ, πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἥτις πρέπει νὰ ἦναι τὸ μέλημα παντὸς πολίτου καὶ παντὸς πολιτευομένου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 1–14). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ.)