1899.07.15
1.439 στίχοι · 10.937 λέξεις · 136 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
τῆς 15 Ἰουλίου 1899.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ μετά τινα παρατήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Κ. Καραπάνου ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λεβίδης.
§2Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ἐφημερίδων τῆς σήμερον πρωΐας ἐπληροφορήθην, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου χθὲς ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν εὐηρεστήθη νὰ ποιήσηται λόγον μακρὸν περὶ τῆς προμηθείας γαιανθράκων τοῦ στόλου κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ κατὰ τὸν πόλεμον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἢ δύο μηνῶν ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας Φραγκοπούλου, ἀνθρακεμπόρου ἐν Πειραιεῖ, εἶχε δὲ ἐπίσης ζητήσει τότε τὴν κατάθεσιν καὶ ἄλλων τινῶν σχετικῶν πρὸς τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων ἐγγράφων. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, πρὸ δύο μηνῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐν λόγῳ ἐγγράφων, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. Μετὰ τὸν πόλεμον, συνεπείᾳ, φαίνεται, καταγγελίας, δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνος, ἐκλήθην ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ἐξετασθῶ ὡς μάρτυς περὶ τῶν προμηθειῶν τῶν γαιανθράκων. Ἡ καταγγελία, εἶχον μάθει, ὅτι ἐγένετο ἀορίστως κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, μαχίμων καὶ οἰκονομικῶν. Ἐγὼ κατὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχον λάβει ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ἀντίγραφά τινα ἐγγράφων καὶ σημειώσεις τινὰς καὶ περὶ τῶν γαιανθράκων. Παραλαβὼν αὐτὰς ἐνεφανίσθην ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτικοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ κατέθεσα πᾶν ὅ,τι ἐγνώριζον περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, δηλ. περὶ τῶν προμηθειῶν γαιανθράκων. Ἐπειδὴ ὅμως μακρὸς χρόνος εἶχε παρέλθει ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι τότε, καὶ ἐκοπίασα ἵνα ἐνθυμηθῶ καὶ συναρμολογήσω τὰ γεγονότα, εἶχον παρακαλέσει τὸν ἐν λόγῳ ἀξιωματικόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ μοὶ δώσῃ ἀντίγραφον ἀνεπίσημον τῆς καταθέσεώς μου. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ὁ ἀξιωματικὸς ὑπεσχέθη τοῦτο, ἀλλ’ ἀκολούθως ἡ ὑπηρεσία ἠρνήθη νὰ παραχωρήσῃ αὐτό. Διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ κ. Βουλευτής, ὁ χθὲς διατραγῳδήσας τὴν ὑπόθεσιν, εἶχε ζητήσει παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ ἤδη πρὸ δύο μηνῶν τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας Φραγκοπούλου καὶ τὴν κατάθεσιν ἄλλων τινῶν ἐγγράφων, σχετικῶν πρὸς τὴν προμήθειαν γαιανθράκων τοῦ στόλου, ἀμέσως καὶ ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὴν κατάθεσιν τῆς ἀνακρίσεώς μου ὡς μάρτυρος κατ’ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἐνεχομένων δῆθεν εἰς καταχρήσεις γαιανθράκων τοῦ στόλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰ μὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος αἰτηθέντα ἔγγραφα μετά τινας τότε ἡμέρας κατέθεσε...
§3ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὄχι.
§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν δικογραφίαν βεβαίως.
§5ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§6ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε τὴν δικογραφίαν Φραγκοπούλου μόνον κατέθεσε, τὰ ἄλλα ἔγγραφα δὲν κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν κατέθεσεν ὅμως καὶ τὴν ἰδικήν μου ἐξέτασιν, ἣν ἐγὼ ἐθεώρουν χρήσιμον, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἐνθυμηθῶ τὰ τότε λαβόντα χώραν. Καὶ περὶ μὲν τῆς ὑποθέσεως Φραγκοπούλου ὁ κ. Βουλευτὴς χθὲς εὐαρεστήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, νομίζω...
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα!
§8ΛΕΒΙΔΗΣ. .. ἀλλὰ δὲν ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου περὶ τῶν ἄλλων ὑποθέσεων, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον, ἐνῷ συγχρόνως ὁμολογεῖ, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά, ἅτινα αὐτὸς ᾐτήσατο, ἀκόμη δὲν κατετέθησαν. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἀφοῦ τὰ παρ’ αὐτοῦ θεωρηθέντα ὡς οὐσιώδη καὶ ἀναγκαῖα ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, τίνι τρόπῳ ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ποιήσηται λόγον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Νομίζω, ὅτι πρέπον καὶ ὀρθὸν ἦτο, προκειμένου περὶ τῆς ὑπηρεσίας πρώην Ὑπουργοῦ τοῦ Κράτους καὶ περὶ εὐθύνης αὐτοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ προανήγγελλεν, ὅτι θέλει ζητήσει λόγον, καὶ νὰ ὥριζεν, ἔστω αὐτός, ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ γένηται δικαία καὶ εὐρεῖα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, ἐνῷ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς προανήγγειλεν, ὅτι θέλει ἀγορεύσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἐκπνέει, ὡς ἡ λυχνία περὶ τὴν πρωΐαν, ἐνόμισεν ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς στιγμὰς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὤφειλε νὰ ποιήσηται περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης λόγον, ἐνῷ συγχρόνως ὡμολόγησε, καὶ ὁμολογεῖ σήμερον ἀκόμη, ὅτι δὲν προσεκομίσθησαν οὔτε τὰ παρ’ αὐτοῦ οὔτε τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἐφρόντισε μάλιστα, ὅπως καὶ χθὲς ἐλέχθη ἐνταῦθα παρ’ ἄλλων, νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγὼ ἀπουσίαζον ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, οὐδαμῶς ἐμφανισθεὶς χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβῃ τὸν λόγον. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀνδρείαν τοῦ κυρίου τούτου, θέλω ὅμως καὶ πολὺ εὐχαριστηθῆ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὐηρεστεῖτο νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ καιροῦ, καὶ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἐζήτησα ἐγώ. Καὶ βεβαίως, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, θέλω φροντίσει δι’ ἀντιγράφων τινῶν, ἅτινα ἔχω ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου γραφείῳ ἐγὼ, κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ ἐπιληφθῶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα ἀποδείξω, ἐὰν καὶ κατὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο παντάπασι δὲν εἶμαι διατεθειμένος σήμερον, καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ διότι οὔτε ἤκουσα οὔτε ἀνέγνων ὅσα εἶπε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι εὐχαρίστως ἡ Βουλὴ δύναται ἐκ νέου νὰ ἀκούσῃ αὐτὸν, ἐπαναλαμβάνοντα ὅσα χθὲς μετὰ τόσης δεινότητος εἶπε, τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ ἴσως δεχθῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὁ κ. Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ προαναγγείλῃ τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ, — διότι περὶ ἐπερωτήσεως πρόκειται, ὅταν πρόκειται περὶ εὐθύνης ἔστω καὶ πρώην Ὑπουργοῦ, — ὤφειλε νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς ἔστω ἡμέραν συζητήσεως, ὤφειλε πρὸ παντὸς νὰ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ ἴδῃ, ἐὰν καὶ ἐγὼ παριστάμην ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἀφοῦ ὅμως ταῦτα πάντα δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐγὼ θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀπηλλαγμένον τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Λυποῦμαι δὲ διότι, ὅταν ἐκ νέου εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ κ. Βουλευτὴς πικρῶς θέλει μεταμεληθῆ ἐφ’ οἷς χθὲς εἶπεν. Ἐὰν ἔχῃ ἀφορμὰς προσωπικὰς κατ’ ἐμοῦ, νομίζω, ὅτι τὸ ἔδαφος δὲν ἦτο κατάλληλον, ἵνα συζητήσῃ ταύτας. Γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιτίθεται, ὁσάκις εὕρῃ εὐκαιρίαν, κατὰ τῆς ὑπηρεσίας μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτων θέλω ὁμιλήσει ἄλλοτε, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ τὸ δημόσιον συμφέρον ὡδήγησε τὸν κ. Βουλευτὴν, ἀλλ’ ἄλλος λόγος, προσωπικός.
§9Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν συνειθίζω νὰ φοβῶμαι. Τοῦτο μόνον θὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ προσαχθῶσι πληροφορίαι τινὲς, καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, τί ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· ἦτο δὲ ἀνάγκη πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ταύτης νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι τότε δὲν προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο μετέβην πρὸ δύο ἡμερῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐζήτησα ἐπιμόνως νὰ προσαχθῶσιν αὗται, μοὶ ἀπήντησαν ὅμως οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, ὅτι ἡ δικογραφία ἡ σχετικὴ, ἡ ὁποία θὰ διαφωτίσῃ πράγματι τὴν Βουλὴν, εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τῆς ἀνακρίσεως, καὶ δὲν δύναται νὰ προσκομισθῇ. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶχον καθῆκον, κατόπιν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτε ἐγὼ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας δι’ ἐπερωτήσεώς μου, νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μάθῃ αὕτη περὶ τίνος ἐπρόκειτο· ὅσα δὲ ἀνέφερα χθὲς, πάντα εἶναι ἀληθῆ, καὶ εἶμαι ἕτοιμος, εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν θέλει ὁ κύριος συνάδελφος, νὰ τ’ ἀποδείξω καὶ δι’ ἐγγράφων. Οὐδεμία δὲ σκέψις ἐκ μέρους μου ἦτο νὰ ὁμιλήσω χθὲς, διότι τυχαίως ἀπουσίαζα τῆς Βουλῆς ὁ κ. Λεβίδης, διότι οὔτε αὐτὸν οὔτε οὐδένα ἔχω νὰ φοβηθῶ, ὁσάκις ὁμιλῶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπεφυλάχθην λοιπὸν νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου καὶ νὰ ἀρχίσω ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὴν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἀπαντήσῃ. Οὐδένα δὲ προσωπικὸν λόγον ἔχω κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν ἀνέφερε ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ προσωπικὸς λόγος, διὰ νὰ τὸν γνωρίσω καὶ ἐγώ. Ὁ λόγος ὁ προσωπικὸς εἶναι, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς 2 Ἰουνίου ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἐνεργείας του, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, καὶ προεκάλει πάντας νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπέρριπτε τὰς εὐθύνας πότε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ πότε εἰς ἄλλους, τότε ἡ ὁμιλία του ἐκείνη προεκάλεσε τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἰδικήν μου, καὶ ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν προσεκομίσθησαν. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως ἔχω, καὶ τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀρκεταὶ νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι πρόκειται περὶ προσεχοῦς δίκης, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν πολλῶν πραγμάτων, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐὰν χθὲς ὡμίλησα, ὡμίλησα μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἵνα μὴ πάθῃ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Μπούμπουλης κατὰ τὸ 1882.
§10Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς διευθυνομένης παρὰ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν τὰς πολιτικὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐν ὅλῳ, ἤ τινων τῶν μελῶν αὐτῆς. Βεβαίως ὑπάρχει γνώμη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πολλαχῶς ἔσφαλεν, ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη. Οὐδεὶς ἐν τούτοις θέλει δυνηθῆ νὰ ἐγερθῇ ποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς εἴτε ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων, ὡς κακῶς δῆθεν διαχειρισθεῖσαν τὰ δημόσια χρήματα. Ἐὰν ὑπάρχῃ τίτλος, ἐφ’ ᾧ πρέπει νὰ καυχᾶται τὸ κόμμα, οὗτινος ἡγεῖται ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἶναι ὅτι οὐδέποτε ἐδυνήθησαν, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ προσάψωσι καὶ τὴν ἐλαχίστην ὡς πρὸς τοῦτο μομφήν. Λέγω δὲ ταῦτα ἐγώ, ὅστις πρὸ δύο καὶ ἡμίσεος περίπου ἐτῶν δὲν εἶμαι φίλος τῆς μερίδος, ἧς ἡγεῖται ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν προμηθειῶν γαιανθράκων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἢ καὶ πρότερον, οὐδεμία προμήθεια ἐγένετο ἄνευ ἐπιτροπῆς ἐξ ἀξιωματικῶν μαχίμων, ἢ μηχανικῶν ἢ οἰκονομικῶν· πάντοτε ἐπιτροπαὶ παρέλαβον τοὺς γαιάνθρακας, καὶ ἐβεβαίωσαν προηγουμένως τὴν καλὴν ποιότητα αὐτῶν, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου οὐδεμία προμήθεια ἐγένετο, χωρὶς νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ καὶ περὶ τῆς ποιότητος καὶ περὶ τῆς παραλαβῆς τῶν γαιανθράκων. Μία μόνον ἐξαίρεσις ὑπῆρξε, καὶ περὶ ταύτης θέλω ὁμιλήσει ἐν καιρῷ. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς, ὁ τότε διευθύνων τὰ πράγματα, οὐδεμίαν εὐθύνην δύναται νὰ ἔχῃ, ἐφ’ ὅσον προσάγει τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐν λόγῳ ἐπιτροπῶν. Περὶ τῆς ποιότητος τῶν γαιανθράκων ἐλέχθησαν πολλά, καὶ ἐὰν ἐδυνήθη ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ἄρτι ἀγορεύσας, νὰ παρουσιάσῃ ἓν ἢ δύο ἔγγραφα τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας κ. Σαχτούρη, καταδικάζοντος γαιάνθρακάς τινας, ἐγὼ ὅμως θέλω παρουσιάσει ἔγγραφα ἐντιμοτάτου καὶ γενναιοτάτου ἀξιωματικοῦ, τοῦ πλωτάρχου κ. Κοσμᾶ Ζώτου, ὅστις διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ἐβεβαίου, ὅτι ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων ἦτο ἀρίστη. Καὶ ἐπειδὴ νομίζετε ἴσως, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκόμη νὰ ἀποδείξω ὅ,τι λέγω, ἀκούσατε: Τηλεγράφημα ἐκ Σκιάθου τῆς 21 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 79. (Ἀριθ. Πρωτοκ. Ὑπουργείου 3940). «Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν Ἀθήνας. Κατεπλεύσαμεν ἐνταῦθα. Ποιότης γαιανθράκων ἀρίστη. Κυβερνήτης «Μιαούλη» Κ. Ζῶτος.» Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατ’ οὐσίαν συζήτησις, θέλω ἀναγνώσει καταθέσεις τῶν μηχανικῶν τοῦ στόλου καὶ τῶν ἐντιμοτάτων νέων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες κατὰ τὴν δίκην τοῦ Κόκκορη καὶ κατὰ τὴν δίκην τοῦ Σαχτούρη ἐβεβαίουν ἐνόρκως, καὶ ἐν τῇ προανακρίσει καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, ὅτι, ὅτε μὲν ὁ στόλος ἔπλεε πρὸς τὰ ἐχθρικὰ παράλια, ἐκινεῖτο διὰ ταχύτητος 4½ μιλίων, δηλαδὴ δὲν ἐδύνατο νὰ κινηθῇ καὶ δι’ ὀλιγωτέρας ταχύτητος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ ἐπὶ πλέον ἡ κίνησις τῶν μηχανῶν, ὥστε νὰ μὴ ἐκτελῶσι τὰ πλοῖα τὴν ἐλαχίστην αὐτὴν κίνησιν, ὅτε δὲ ἐπόδιζεν εἰς Σκίαθον, ἔπλεε διὰ ταχύτητος 14 καὶ 15 μιλίων. Αἱ καταθέσεις καὶ ἐν τῇ προανακρίσει καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ εἰσὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν μηχανικῶν, τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν μαχίμων. Φαίνεται, ὅτι ὁ ἄνθραξ εἶχε καὶ αὐτὸς τὴν γενναίαν καρδίαν ἐκείνων, οἵτινες διεχειρίζοντο αὐτὸν, καὶ ὁσάκις μὲν προέκειτο νὰ ἐκκινήσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, παρέλυον οἱ πόδες τῶν γαιανθράκων, καὶ διήνυον τὰ πλοῖα 4 μίλια, ὁσάκις δὲ προέκειτο περὶ ποδίσματος, διήνυον 14 καὶ 15 μίλια. Ἀλλὰ ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως, καὶ περὶ ταύτης βεβαίως δὲν θέλω συζητήσει ἐν ἐκτάσει κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, ἐνόμισα ὅμως, ὅτι δὲν ὤφειλον ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις ἐπίτηδες ἐξελέξατο τὰς τελευταίας ταύτας στιγμὰς τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν ἐπιτραπῆ αὐτῷ νὰ ἀγορεύῃ ἐρήμην ἐμοῦ, καθ’ οἷον τρόπον χθὲς ἠγόρευεν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, τότε λεπτομερέστατα θέλω ὁμιλήσει περὶ αὐτῆς. Εὐτυχῶς εἶχον καὶ τόσον νοῦν καὶ τόσην πεῖραν, ὥστε νὰ κρατήσω ἀντίγραφα ὅλης τῆς διαχειρίσεώς μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀντίγραφα ἀφορῶντα οὐ μόνον τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν τοῦ στόλου, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς διευθυνομένης ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, καὶ τότε θέλω ἀποδείξει τῷ κ. συναδέλφῳ, τίνες εἰσὶν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἠθέλησε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν δόλιον νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον μου, ἀπόντος τῆς συνεδριάσεως χθές.
§11Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, ἐκφέρῃ τοιαύτας λέξεις, νομίζω ὅτι ὀφείλετε νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι θέλει ἀνακαλέσει τὴν λέξιν.
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρήμην, εἶπον.
§14ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δολίως ἐγὼ δὲν ὡμίλησα· οὔτε φοβοῦμαι κανένα, οὔτε ἔχω ἀνάγκην νὰ φοβηθῶ τὸν κ. Λεβίδην. Ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀδιαφορῶν ἐὰν ἦτο παρὼν ἢ ὄχι ὁ κ. Βουλευτής· ἄλλως δὲν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ ὁ κ. Λεβίδης. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 3938 ἀπόφασιν τοῦ κ. Λεβίδου, Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τότε. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ καὶ μόνη ἀρκεῖ νὰ ἀποδείξῃ, ἐὰν αἱ ἐπιτροπαὶ ἐξήλεγξαν ὅλους τοὺς γαιάνθρακας. Ἐξήλεγξαν αἱ ἐπιτροπαὶ πράγματι ὅλους τοὺς γαιάνθρακας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καλῆς ποιότητος, δὲν ἐξήλεγξαν ὅμως καὶ τὸ κάρβουνον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς ἄχρηστον, καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Ἡ ἀπόφασις αὕτη, τὴν προσαγωγὴν τῆς ὁποίας ζητῶ, θέλει ἀποδείξει, ἐὰν ἐξηλέγχθη τὸ κάρβουνον αὐτὸ ἢ οὔ, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἠγοράσθη.
§15Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Χθὲς παρεκάλεσα νὰ δοθῶσι πληροφορίαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ τῶν ὡρισμένων κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θεωροῦνται ἐγκληματικαὶ καὶ ἄξιαι ποινικῆς καταδιώξεως. Ἤκουσα ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργῆται ἀνάκρισις, παρεκάλεσα δὲ νὰ δοθῶσι πληροφορίαι, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις διατελεῖ ὑπὸ ἀνάκρισιν, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν ἡ ἀνάκρισις εὑρίσκεται, πρὸς δὲ διατὶ ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη ἡ ἀνάκρισις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο εἰς κατάστασιν σήμερον ἡ Κυβέρνησις, νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι παρὼν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας, καὶ λυποῦμαι διότι τοιαύτη ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διεξετραγῳδήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μένει σκοτεινὴ, ἐνῷ πρόκειται νὰ κλείσωσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§17Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωστὸν ὅτι μετὰ τὸ πρῶτον περὶ θρησκείας κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος ἔρχεται τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ἔνθα ἐν ἄρθρῳ 4 ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἀνακηρύσσεται ἀπαραβίαστος. Καὶ ὅμως ἄνευ φόβου νὰ φανῶ ὑπερβολικὸς, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἐξηυτελίσθη καὶ ἐξεμηδενίσθη τόσον, ὅσον τὸ ὑψηλὸν καὶ ἱερὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δικαίωμα. Καὶ τί γίνεται μὲν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι μάταιον νὰ εἴπω. Οὐδεὶς τῶν κ. Βουλευτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τὰ συμβαίνοντα. Ἀστυνόμοι, ἀστυφύλακες, ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, χωροφύλακες, ταμίαι, εἰσπράκτορες εἰς οὐδὲν λογίζονται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Θὰ ἦτο μακρὸν ἴσως καὶ ἀνιαρὸν ν’ ἀπαριθμήσω τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις, καθ’ ἃς ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακὰς πολῖται ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιοῦτοι, ἢ ἐγκλείονται εἰς τὰ δυσώδη, ῥυπαρὰ, ἀνήλια καὶ φονικὰ τῶν ἀστυνομιῶν ἢ τῶν μοιραρχιῶν βουδρούμια καὶ μένουν ἐπὶ ἡμέρας, ἴσως δὲ καὶ ἑβδομάδας, καθειργμένοι παρανόμως καὶ ἀδίκως. Προχθὲς ἀκόμη ἀφηγεῖτο εἷς τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι ἀτυχής τις πολίτης, συλληφθεὶς ἄνευ ἐντάλματος ὑπό τινος ἀστυνόμου, περιήγετο δέσμιος ἐπὶ δέκα ὅλας ἡμέρας ἀπὸ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ εἰς ἀστυνομικὸν σταθμὸν, μέχρις οὗ φθάσῃ ἐνταῦθα καὶ παραδοθῇ πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ὅστις καὶ διέταξεν ἀμέσως τὴν ἀπόλυσίν του. Περὶ αὐτῶν λοιπῶν τῶν τερατωδῶν καὶ ἀξίων βαρβάρων λαῶν καταχρήσεων τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν θ’ ἀσχοληθῶ σήμερον. Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀξιόποινοι πράξεις, καὶ ἠδύναντο νὰ μὴ συμβαίνουν, ἐὰν ἐλειτούργουν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ τί δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅταν κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀδικήματα περιβάλλονται μὲ τὸν τύπον τῆς νομιμότητος καὶ διαπράττωνται ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Αὐτὸ εἶναι τὸ φοβερώτερον καὶ ἀπελπιστικώτερον! Καὶ πηγὴ τῶν ἀδικημάτων τούτων εἶναι ἡ προφυλάκισις, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀκατανοήτου εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἀνακριταὶ καὶ Εἰσαγγελεῖς προβαίνουσιν εἰς αὐτήν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο περίπτωσις, εἴτε ἕνεκα τῆς ἐπὶ μῆνας πολλοὺς παρατάσεως αὐτῆς. Ὅσον εἶναι εὔκολοι ἀνακριταί τινες καὶ Εἰσαγγελεῖς εἰς τὸ νὰ προφυλακίζουν, τόσον εἶναι δύσκολοι εἰς τὸ νὰ διεξάγουν μετὰ ταχύτητος καὶ ἐπιμελείας τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν, ἵνα βλέπῃ ὁ ἀτυχὴς προφυλακιζόμενος τὴν τύχην του. Λησμονοῦνται οἱ ταλαίπωροι εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὅταν μετὰ πάροδον 6, 7, 8, 9, 10 καὶ πολλάκις 12 μηνῶν ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, εἴτε εἶναι τοῦτο παραπεμπτικὸν, εἴτε εἶναι ἀπαλλακτικὸν, θὰ εἴπωσιν ὅτι ἠδικήθησαν ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην. Σπάνιον εἶναι νὰ εὑρεθῇ τόσον περίπλοκος ὑπόθεσις, ὥστε ἡ διεξαγωγὴ αὐτῆς ἐν τῇ προδικασίᾳ νὰ ἀπαιτήσῃ μῆνας πολλούς. Τὸ σύνηθες εἶναι νὰ παρουσιάζωνται ἁπλούσταται ποινικαὶ ὑποθέσεις, εἴτε εἰς βαθμὸν κακουργήματος, εἴτε εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ὧν ἡ διαιώνισις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἀφορμὴν, παρὰ τὴν ἔλλειψιν βαθείας συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος ἐκ μέρους τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ εἰς τὴν πρώτην μὲν περίπτωσιν, ἤτοι ὁσάκις πρόκειται περὶ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος, τὸ κακὸν δὲν παρουσιάζεται ὑπὸ πολὺ εἰδεχθῆ ὄψιν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως συνυπολογίζεται εἰς τὴν ποινὴν, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι ἀληθῶς φοβερὸν, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς δευτέρας περιπτώσεως, ἤτοι ὅταν ἐκδίδεται μετὰ πολλῶν μηνῶν προφυλάκισιν ἀπαλλακτικὸν βούλευμα. Φαντασθῆτε τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον πολίτην, ὅστις ῥίπτεται εἰς τὰς φυλακὰς, ἀφίνει τὴν ἐργασίαν του, μένει προφυλακισμένος ἐπὶ 9 καὶ 12 μῆνας, καὶ ἔπειτα ἐξέρχεται δι’ ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος, συντετριμμένος ἠθικῶς, συντετριμμένος οἰκονομικῶς, εἰς τὴν κοινωνίαν! Αὐτὸ λέγεται ἀπονομὴ δικαιοσύνης! Ἄπειρα ὑπάρχουν παραδείγματα τοιούτων ἀδικημάτων, ἐκ Πατρῶν δὲ μοὶ ἐγένετο γνωστὸν κατ’ αὐτὰς, ὅτι ἐπὶ 9 ὅλους μῆνας ἔμεινε προφυλακισμένος ἐργοστασιάρχης τις Παναγιωτόπουλος, μεθ’ ὃ ἀπηλλάγη ἢ ἠθωώθη. Ἀλλὰ μήπως διὰ τὰς καταχρήσεις ἑνὸς σταφιδαποθηκαρίου τοῦ Πύργου δὲν μένουν προφυλακισμένοι πολλοὶ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου; Καὶ ἀκόμη ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπερατώθη!
§18Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διότι παρουσιάσθησαν καὶ ἄλλοι κατηγορούμενοι.
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα, οὔτε μοὶ εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον. Ἀλλὰ μοὶ κάμνει βαθεῖαν αἴσθησιν τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου μέχρι σήμερον, ἤτοι ἐπὶ 9 ἤδη μῆνας, μένουσι τινες προφυλακισμένοι, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ ἡ ἀνάκρισις κηρύσσεται περατωμένη ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ, ὁ Εἰσαγγελεὺς λέγει, ὅτι εἶναι ἀτελὴς, καὶ τὴν ἐπιστρέφει. Καὶ πάλιν ἄλλος ἀνακριτὴς τὴν ὑποβάλλει περατωμένην, καὶ πάλιν ἄλλος Εἰσαγγελεὺς τὴν ἐπιστρέφει ὡς ἀτελῆ, καὶ Κύριος οἶδε πότε θὰ ἐκδοθῇ βούλευμα. Νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ τιμωρία παντὸς ἐνόχου, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκηται οὗτος καὶ οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ναί, ἀλλὰ τὸ νὰ καθίσταται ἀτελείωτος μία ἀνάκρισις, ἀφοῦ τόσοι ἄνθρωποι εἶναι προφυλακισμένοι, τοῦτο ἐγὼ δὲν θεωρῶ δίκαιον.
§20Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ παρακολουθῶ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν κατὰ βῆμα, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς παρέχει πλήρη πεποίθησιν, καὶ ἀνεκοίνωσέ μοι ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὸν ἀνακριτὴν, διότι παρετήρησεν, ὅτι κατηγορούμενοι, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον ἐνδείξεις, δὲν εἶχον κατηγορηθῆ, καὶ ἐπεστράφη, ἵνα ἀπαγγελθῇ καὶ κατ’ αὐτῶν κατηγορία.
§21ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ εἰσέλθω, εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, οὔτε εἶναι αὕτη ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, ἣν προεκάλεσα. Ἁπλῶς ἐπεκαλέσθην τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὡς ἓν τῶν πολλῶν παραδειγμάτων τῆς βραδύτητος, μεθ’ ἧς συνήθως διεξάγονται αἱ ἀνακρίσεις μετὰ τὴν προφυλάκισιν τῶν κατηγορουμένων.
§22Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λησμονεῖτε πότε ἐξεδόθη εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως ὁ κύριος αὐτουργὸς τῆς πράξεως; Μόλις πρὸ δύο μηνῶν.
§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν διαβεβαίωσίν σας, ὅτι παρακολουθεῖτε τὴν ὑπόθεσιν κατὰ βῆμα, καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς παρέχει πλήρη πεποίθησιν, ἐπανέρχομαι δὲ εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀσύγγνωστος πολλάκις ἡ βραδύτης τῆς Δικαιοσύνης περὶ τὴν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν βουλευμάτων μετὰ τὴν προφυλάκισιν τῶν κατηγορουμένων, ὁσάκις ὑπάρχῃ περίπτωσις προφυλακίσεως· ἀλλὰ παρατηρεῖται ἀπό τινος χρόνου καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀπεδόθη ποτὲ οὔτε ἀποδίδεται ἡ προσήκουσα σημασία εἰς τὸ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δικαίωμα. Κανὼν σχεδὸν ἀπέβη ἡ προφυλάκισις, καὶ ὅταν ὁ κατηγορούμενος κατηγορῆται διὰ πρᾶξιν χαρακτηριζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς πλημμέλημα. Τὴν πηγήν του τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔχει εἰς τὰ ἄρθρα 207 καὶ 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀνακριτὴς μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ διατάσσῃ καὶ ἐπὶ πλημμελημάτων προφυλάκισιν, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος προσπαθῇ ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης. Προφυλακίζεται λοιπὸν ὁ ἐπὶ πλημμελήματι κατηγορούμενος, καὶ μένει εἰς τὰς φυλακὰς ἐπί τινας μῆνας, μέχρις οὗ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, ὅπερ παραπέμπει μὲν αὐτὸν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διατάσσει δὲ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως. Ἄλλα τότε βάσανα καὶ ἄλλα μαρτύρια διὰ τὸν δυστυχῆ ὑπόδικον! Προσδιορίζεται ἡ δίκη του, ἀλλ’ οἱ μάρτυρες, εἴτε ἐκ τύχης εἴτε ἐξεπίτηδες, ὅπερ τὸ συνηθέστερον, δὲν παρουσιάζονται. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ δίκη, καὶ ὁ κατηγορούμενος δέσμιος καὶ ἐν διαπομπεύσει ὁδηγεῖται εἰς τὰς φυλακάς. Προσδιορίζεται ἐκ νέου ἡ δίκη, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ παρέλθῃ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὴν νέαν δὲ δικάσιμον παρουσιάζεται οὐχὶ σπανίως περίπτωσις δευτέρας ἀναβολῆς, κἄποτε δὲ καὶ τρίτης, ἐπὶ τέλους δέ, ἀφοῦ κατορθωθῇ νὰ διεξαχθῇ ἡ δίκη ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἀποδεικνύεται ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἁπλουστάτου πλημμελήματος, ἐπαγομένου μιᾶς ἑβδομάδος ἢ εἴκοσι ἡμερῶν φυλάκισιν. Καὶ διὰ τὸ πλημμέλημα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀσύνηθες νὰ μένῃ εἷς κατηγορούμενος ἐν προφυλακίσει ἐπὶ πέντε καὶ δέκα ἐνίοτε μῆνας!
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα! Αὐτὰ συμβαίνουν καθ’ ἑκάστην! Πολλάκις μάλιστα ἀθωοῦται ὁ κατηγορούμενος.
§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως ἡ ποινικὴ ἡμῶν δικονομία τεθῇ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Τί ὠφελεῖ ἀληθῶς ἡ ὡραία καὶ ὑψηλὴ συνταγματικὴ ῥήτρα, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, ἀφοῦ διὰ τῆς δικονομίας ταύτης ἀφίνεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἑνὸς ἀνακριτοῦ καὶ ἑνὸς Εἰσαγγελέως νὰ στερῶσι τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας πάντα, ὃν ἤθελον θεωρήσει προφυλακιστέον; Κατὰ τίνα τρόπον προστατεύεται καὶ περιφρουρεῖται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ἀφοῦ διὰ τοὺς προφυλακιζομένους δὲν ὑπάρχῃ χρονικὸν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δέον νὰ περικλείηται ἡ προφυλάκισις; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ φιλοπονία, ἡ εὐσυνειδησία καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ μόρφωσις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν δύναται νὰ παρακάμπτῃ τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς αἱ ἀτέλειαι οὐ μόνον δὲν παρακάμπτονται, ἀλλὰ καὶ χρησιμεύουσιν εἰς ἀπείρους καταχρήσεις κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Παρίσταται λοιπὸν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας, ὅπως μὴ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καταντᾷ παίγνιον εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες ἐτάχθησαν ἵνα ἀπονέμουν τὴν δικαιοσύνην. Οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι μία τῶν σπουδαιοτέρων ἀφορμῶν τῆς φυγοδικίας, ἥτις λυμαίνεται τὸν τόπον, εἶναι ἡ περὶ τὰς προφυλακίσεις μεγάλη καὶ πολλάκις ἀσυγχώρητος εὐκολία, καὶ ἡ ἀδικαιολόγητος ἐπὶ πολλοὺς μῆνας παράτασις αὐτῆς. Ζητεῖται ὁ κατηγορούμενος, εἴτε διὰ κλήσεως εἴτε δι’ ἐντάλματος συλλήψεως, νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ ἀποφεύγει νὰ προσέλθῃ κατὰ τὸ πλεῖστον, διότι φοβεῖται, μήπως ἐν περιπτώσει προφυλακίσεως λησμονηθῇ ἐπὶ πλείστους μῆνας εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐκείνας φυλακὰς, τὰς ὁποίας προσφυῶς καλοῦσι τάφους τῶν ζώντων οἱ ἔχοντες τὴν ἀτυχίαν νὰ εἰσέρχωνται ἐν αὐταῖς δικαίως ἢ ἀδίκως. Συμβαίνει δὲ ὄχι σπανίως οἱ ἕνεκα τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου τῆς προφυλακίσεως φυγοδικοῦντες νὰ ὑποπέσωσιν ἐν τῇ φυγοδικίᾳ εἰς βαρέα ἐγκλήματα καὶ νὰ καταντήσωσιν οὕτω ληστοφυγόδικοι, ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ κατ’ αὐτῶν κατηγορία ἢ ἦτο ἐλαφρὰ, ἢ ἦτο ἀστήρικτος. Εἶναι ταῦτα τόσον συνήθη καὶ τόσον γνωστὰ, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ κανεὶς νὰ τ’ ἀμφισβητήσῃ, πρὸ πάντων δὲ δὲν πιστεύω νὰ τ’ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸν ὁποῖον συνιστῶ νὰ παρασκευάσῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον καὶ τὸ ὑποβάλῃ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν ὑπέβαλε τοιοῦτο κατὰ τὴν παροῦσαν, οὐδ’ εἶναι εἰς καιρὸν πλέον νὰ ὑποβάλῃ.
§26Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτι ἡ δικονομία ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων· ἀλλ’ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ ἔλθουν ἀθρόαι ὅλαι αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπεβάλετε, βεβαίως εἶναι ὀρθαὶ, καὶ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐργασίαν, ἥτις θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐφρόσυνον βεβαίως ἐντύπωσιν προξενεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ διαβεβαίωσις αὕτη θὰ λάβῃ ἄμεσον κύρωσιν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ ἐλαμβάνετο προσωρινόν τι μέτρον, ἀνάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος. Πρὸς τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποδείξῃ δι’ ἐγκυκλίου, πρῶτον ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀνακριταὶ δέον νὰ ἦναι λίαν προσεκτικοί, προκειμένου διὰ τῶν προφυλακίσεων νὰ στερῶσι τοὺς πολίτας τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας· δεύτερον, ὅτι ἐν περιπτώσει προφυλακίσεως πρέπει νὰ καταβάλληται εὐσυνείδητος ἐπιμέλεια καὶ σπουδὴ πρὸς περάτωσιν τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος· τρίτον, ὅτι ἐν περιπτώσει προφυλακίσεως διὰ πρᾶξιν τιμωρουμένην εἰς βαθμὸν πλημμελήματος πρέπει νὰ προσδιορίζηται ἡ δίκη ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, ὅταν δι’ αὐτοῦ διατάσσηται ἡ ἐξακολούθησις τῆς προφυλακίσεως· τέταρτον, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ παρατηρουμένη ἄμετρος ἐπιείκεια πρὸς τοὺς μάρτυρας, ὅσοι ἐκ κακοβουλίας δὲν προσέρχονται εἴτε εἰς τὴν ἀνάκρισιν εἴτε εἰς τὸ ἀκροατήριον. Αὐτὰ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι τὰ κυριώτερα σημεῖα, ἐφ’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀναφορικῶς πρὸς τὰς διαπραττομένας διὰ τῶν προφυλακίσεων καταχρήσεις κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας· ἐλπίζω δὲ, ὅτι αἱ συστάσεις αὗται—αἵτινες δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι καὶ συστάσεις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς—λίαν εὐάρεστα θ’ ἀποφέρωσιν ἀποτελέσματα, ἂν τὰς ἐνστερνισθῇ ὁ κ. Ὑπουργός.
§28Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Δικονομία, ἡ ὁποία βεβαίως ἐγένετο εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις, προσκόπτει σήμερον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Δὲν μέμφομαι τοὺς ἐκτελοῦντας τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἀναθέτει αὕτη εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι λίαν δυσχερὴς, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδωμεν αὐτοῖς κακὴν πρόθεσιν ἢ κατάχρησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὑτῶν. Συλλαμβάνεται τις ἐπὶ κακουργήματι κατηγορούμενος· ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς 24 ὡρῶν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς προφυλακίσεώς του· ἀλλ’ ἐντὸς αὐτῆς τῆς προθεσμίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλεχθῶσι τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἑπομένως ἀπέναντι τῆς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἡ καταγγελία παρουσιάζει, ἀπέναντι τοῦ εἴδους τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ μηνύσει διατυποῦται, ἀπέναντι τῆς ἰδιότητος τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον, ἄγνωστον εἰς αὐτὸν, δὲν δύναται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἐκτιμήσῃ, κλονίζεται, καὶ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ αὐτῇ ἀναγκάζεται πολλάκις, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην πεποίθησιν, νὰ προφυλακίζῃ αὐτόν. Εἶναι τοῦτο προφυλακτικὸν μέσον, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζεται νὰ λάβῃ, διότι ἡ παράλειψις αὐτοῦ ἐνδέχεται νὰ φέρῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου. Ἀπόλυτος ἀσφάλεια ἀπὸ πάσης καταχρήσεως τῆς διατάξεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ· πρέπει ὅμως νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνα. Ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ μεγαλειτέρα προθεσμία διὰ τὴν κράτησιν τοῦ κατηγορουμένου· ἀνάγκη δεύτερον νὰ ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως ἀπὸ τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πολὺ ἀσφαλέστερον θέλει ἐκτιμήσει τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ περιστατικὰ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, παρὰ εἷς μόνον δικαστὴς μὲ τὸν Εἰσαγγελέα· τρίτον νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἐπὶ κακουργημάτων ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις· ὅταν ὁ ἀνακριτὴς παρατηρῇ ὅτι ἡ πρόοδος τῆς ἀνακρίσεως δὲν ἐπιβαρύνει τὸν κατηγορούμενον, ἀλλ’ ἕνεκα προσκομμάτων ἄλλων δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ, νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἐκ τῶν πρώτων νὰ ληφθῶσι. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ προετοιμάσῃ, ὡς καὶ ὁ ἴδιος ἐφάνη ὅτι εἶναι διατεθειμένος, ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον.
§29ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν πρὸ ὀλίγου εἰς τὸν προαγορεύσαντα συνάδελφον ἐκ Πατρῶν, ἐμνήσθη τῆς βραδύτητος, ἥτις ἐπῆλθε περὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐν Πύργῳ καταχραστοῦ Παπαδάκου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ᾖναι ἕτοιμος ἢ ἐὰν ᾖναι διατεθειμένος, νὰ δηλώσῃ, πόθεν προῆλθεν ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Παπαδάκου; Ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν; Διότι ἐλέχθη, ὅτι τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήσαμεν τὴν ἔκδοσιν, δὲν ἦσαν ἐν τάξει, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ παρατηρηθεῖσα βραδύτης.
§30Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθη ἡ ἔκδοσις, ἦσαν ἐν πλήρει τάξει, ἡ βραδύτης δὲ ἐπῆλθε διότι ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν ἐν Ἰταλίᾳ διάφοροι διατυπώσεις.
§31ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διατυπώσεις τηροῦνται ἐνταῦθα, ὅταν ἡμεῖς προβαίνωμεν εἰς ἔκδοσιν πρὸς τὴν Ἰταλίαν;
§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἄλλαι εἶναι αἱ ἰδικαί μας διατυπώσεις.
§33ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε μετὰ μεγάλης ταχύτητος προβαίνομεν εἰς τὴν ἔκδοσιν.
§34Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, εἶναι ἀληθῶς τόσον σπουδαῖον, ὥστε δέον νὰ προκαλέσῃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν ὄχι μόνον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία χρήζει πολλῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ πρώτη δὲ ἐκ τῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Πάντες οἱ παριστάμενοι ἐνταῦθα γνωρίζομεν, ἰδιαιτέρως δὲ οἱ δικηγόροι, καὶ πρὸ παντὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκ τοῦ μακροῦ αὐτοῦ δικηγορικοῦ σταδίου, πόσα καθ’ ἑκάστην οἱ πολῖται ὑφίστανται δεινὰ, συλλαμβανόμενοι ἐπὶ τῇ ἁπλουστάτῃ μηνύσει οἱουδήποτε καὶ ῥιπτόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς, ἔνθα μένουσι πολλάκις ἐπὶ πέντε, ἕξ, ὀκτὼ καὶ δέκα ἐνίοτε μῆνας, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν ἢ τῶν Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀθωωτικά. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ περιστέλλῃ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν· διότι πολλοὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακὰς, κατόπιν δὲ ἐξέρχονται, μετὰ μῆνας πολλοὺς, διὰ βουλεύματος ἀθωωτικοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἱκανοποιήσεως. Συμβαίνει δὲ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ μείνῃ τις ἐν προφυλακίσει πέντε μῆνας, νὰ προσέλθῃ ὕστερον, κατὰ τὴν προσδιωρισμένην ἡμέραν τῆς δίκης, ἵνα δικασθῇ, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις! Καὶ μήπως ἀναβάλλεται ἐπὶ ἕνα μῆνα; Δυστυχῶς ἀναβάλλεται καὶ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας, διότι οἱ κύριοι δικασταὶ ἐν Ἑλλάδι—τινὲς ἢ καὶ οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν, ὅπως θέλετε,—βαρύνονται νὰ ἐκδικάσουν ὅπως πρέπει τὰς ὑποθέσεις κατὰ τὰς συνεδριάσεις, καὶ ἐπιζητοῦσι καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀνωμαλίαν, τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ἵνα ἀναβάλωσι, διότι φωνάζουσι πάντοτε, ὅτι ἔχουσι σωρείαν ὑποθέσεων καὶ δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα φέρωσιν εἰς πέρας ὅλας τὰς δίκας. Διὰ νὰ τελειώσωσι λοιπὸν μίαν ὥραν ἀρχήτερα, ἐπιζητοῦσιν ἀφορμὰς ἀναβολῆς. Καὶ τοῦτο λαμβάνει χώραν εἰς βάρος τῶν πολιτῶν. Ἀφορᾷ, Κύριοι, εἰς τὸ πολυτιμότερον δικαίωμα τοῦ πολίτου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ἴσως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον ἡ Πολιτεία διὰ λόγον συνετὸν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοῦ συνετοῦ τούτου μέτρου δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις, ὅταν ἡ ἄσκησις αὐτοῦ ἀφεθῇ εἰς χεῖρας κακῶν δικαστῶν,—καὶ τοιοῦτοι δυστυχῶς εἶναι πολλοὶ ἐν Ἑλλάδι.
§35Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν συζητήσεων τῆς συνόδου ταύτης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω συστάσεις τινὰς πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ ζητημάτων, τῶν ὁποίων τὴν πραγματοποίησιν ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας νὰ ἐπιζητήσωμεν πάσῃ δυνάμει καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς· πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μελετήσῃ τὰς συστάσεις, περὶ ὧν θὰ κάμω λόγον καὶ αἵτινες μὲ ἔφεραν ἐπὶ τὸ βῆμα, θέλει ὑποβάλει κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο νομοθετήματα πραγματοποίησιν αὐτῶν. Καὶ πρῶτον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον ὑποβάλῃ νομοθέτημα περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Ἀθήναις, — καὶ θὰ ὑποβάλῃ ἀναμφιβόλως, διότι τὸ ζήτημα ὡρίμασε τοσοῦτον, ὥστε οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀναβολὴν, — νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο περιληφθῇ ἡ ἀνέγερσις δικαστικοῦ μεγάρου καὶ ἐν Πάτραις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὄχι μόνον ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πόλεως καὶ εἰς λαμπρὰν αὐτῆς θέσιν εἶναι προωρισμένον κατάλληλον πρὸς τοῦτο οἰκόπεδον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον δὲν θέλει ὑποβληθῆ εἰς προσθέτους δαπάνας, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ συναφθησομένου δανείου διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου τούτου θέλει καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα πληρόνει νῦν εἰς ἰδιωτικὰ οἰκήματα, ὅλως ἀκατάλληλα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, σὺν τοῖς ἐνοικίοις, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνῃ ἐκ διαφόρων ἄλλων διαμερισμάτων τοῦ καταστήματος τούτου, ἤτοι ἐκ δικηγορικῶν γραφείων, συμβολαιογραφείων, γραφείων δικαστικῶν κλητήρων κλπ. Οὕτω δὲ οὐ μόνον ἡ πόλις θέλει καλλωπισθῆ διὰ τοῦ μεγάρου τούτου, οὐ μόνον τὰ δικαστήρια θέλουσιν ἀποκτήσει μέγαρον κατάλληλον, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον μετά τινα καιρὸν θέλει ἀπαλλαγῆ τῶν πληρονομένων ὑπ’ αὐτοῦ ἤδη ἐνοικίων. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ἀνεγέρσεως στρατῶνος ἑνὸς τάγματος πεζικοῦ ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως Πατρῶν· γνωρίζει δὲ κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι σήμερον, ὅτε ὁ στρατιωτικὸς νόμος βασίζεται ἐπὶ τῆς γενικῆς στρατολογίας καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ νέοι ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, πάντων τῶν ἐθνῶν τὸ κύριον μέλημα εἶναι ὁ καλὸς στρατωνισμός. Βεβαίως ἕνεκεν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἀμέσως πρόνοιαν περὶ τούτου, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατῶνος ἐν Πάτραις δὲν εὑρισκόμεθα εὐτυχῶς ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, καθόσον τὴν πρώτην ὕλην διὰ τὴν τοιχοποιίαν αὐτοῦ, ἤτοι τὴν πέτραν, θὰ τὴν προσπορισθῇ διὰ τῆς κατεδαφίσεως τῶν παλαιῶν ἑνετικῶν τειχῶν, τὴν δὲ ὑπόλοιπον δαπάνην σχεδὸν πᾶσαν θὰ προσπορισθῇ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ καταστήματος τῆς Οἰνοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον μέχρις ἐσχάτων ἐχρησίμευε διὰ τὸν στρατωνισμὸν τοῦ τάγματος. Οὕτω δὲ καὶ ἡ ἄνω πόλις θέλει καλλωπισθῆ διὰ τῆς κατασκευῆς λαμπροῦ στρατῶνος, καὶ οἱ στρατιῶται θέλουν στρατωνίζεσθαι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καλῶς, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ θέλει διατάξει κατάλληλον στρατιωτικὸν μηχανικὸν, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου, καὶ ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ἔργον, ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ διαγράμματα καὶ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς δαπάνης μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο ἐκθέσεως. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς ἐν γένει ἁμαξιτῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, συγκοινωνίας, ἥτις δυστυχῶς, δύναμαι εἰπεῖν, ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὴν διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, δὲν ὑφίσταται ποσῶς, καθόσον οὔτε αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις οὔτε οἱ πολιτευόμενοι τῆς ἐπαρχίας μας ἐφρόντισαν ποτὲ περὶ τούτου. Δὲν ἔχομεν παρὰ τρεῖς μόνον ἐθνικὰς ὁδούς· πρῶτον τὴν ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα, ἡ ὁποία καὶ συνετελέσθη πρὸ πολλοῦ καὶ συντηρεῖται καλῶς, τῇ ἀξιεπαίνῳ μερίμνῃ τῶν Βουλευτῶν Καλαβρύτων· δεύτερον τὴν ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον, ἥτις ἔχει συντελεσθῆ ἀπὸ Πατρῶν μέχρις Ἀχαΐας, καὶ ἀπὸ Λεχαινῶν εἰς Πύργον, τῇ ἀξιεπαίνῳ μερίμνῃ τῶν Βουλευτῶν Ἠλείας, μένει δὲ ἀνεκτέλεστον τὸ ἕτερον τμῆμα, τὸ ἀπὸ Ἀχαΐας εἰς Λεχαινά· καὶ τρίτον τὴν ἀπὸ Πατρῶν εἰς Αἴγιον, τῆς ὁποίας συνετελέσθη τὸ μέχρι Ψαθοπύργου ἐκ Πατρῶν τμῆμα, καὶ τὸ ἀπὸ Καμαρῶν μέχρις Αἰγίου, μένει δὲ ἀνεκτέλεστον τὸ τμῆμα ἀπὸ Ψαθοπύργου μέχρι Καμαρῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦ τμήματος τοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ψαθόπυργον ἡ συντήρησις ἐγκατελείφθη τελείως, καὶ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὥστε οὔτε δίτροχα δύνανται νὰ διέλθωσι δι’ αὐτῆς. Ἐπίσης ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν δύο ἔτι ἐπαρχιακαὶ ὁδοί· ἡ ἀπὸ Πατρῶν μέχρι τοῦ δήμου Τριταίας, τῆς ὁποίας τὸ πρῶτον μέχρι Πρεβέδου τμῆμα συνετελέσθη πρὸ πολλοῦ, τὸ δεύτερον ἀπὸ Πρεβέδου μέχρι Τόσκεσι συνετελέσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Γόρτυνος σεβαστοῦ πολιτευτοῦ, τῇ ἐπιμόνῳ ἐμοῦ ἀπαιτήσει, μένει δὲ ἀνεκτέλεστος ἡ γέφυρα Πρεβέδα καὶ τὸ κυριώτερον τμῆμα ἀπὸ Τόσκεσι εἰς Χάνι Μπαλάση. Ἐὰν δὲ δὲν συντελεσθῇ καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο, ἡ μέχρι τοῦδε συντελεσθεῖσα ὁδὸς οὐδεμίαν ἐξυπηρετεῖ συγκοινωνίαν. Καὶ οὕτως ἡ μὲν συγκοινωνία τῶν κατοίκων τοῦ δήμου ἐκείνου μετὰ τῆς πρωτευούσης θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι διακεκομμένη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν βροχῶν μέχρι τοῦ ἔαρος, ἡ δὲ ὁδὸς θέλει καταστραφῆ. Συνεπῶς παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ οἰκεῖα διαγράμματα καὶ ὑπολογισμοὺς τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὁδῶν τούτων, πρὸ πάντων δὲ νὰ ὑποβάλῃ ὑπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ψαθόπυργον τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Πατρῶν–Αἰγίου. Ὑπάρχει πρὸς τούτοις καὶ δευτέρα ἐπαρχιακὴ ὁδὸς ἀπὸ Σκάγια–Λαγκάδι, ἥτις διήκει εἰς τὰ διάφορα χωρία τῶν δήμων Δύμης, Φαρῶν καὶ Τριταίας. Διὰ τῆς ἐπαρχιακῆς ταύτης ὁδοῦ συγκοινωνοῦσιν ἅπαντα τὰ χωρία τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μας μετὰ τῆς πρωτευούσης αὐτῆς. Ἡ ὁδὸς ἐχαράχθη πρὸ πολλοῦ καὶ συνετελέσθη τὸ πρῶτον τμῆμα ἀπὸ Σκάγια–Λαγκάδι μέχρι ποταμοῦ Πύρου, κοινῶς λεγομένου Καμινίτσα, ἐσχάτως δὲ ἀπεπερατώθη καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τούτου σιδηρᾶ γέφυρα. Ἐν τούτοις τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ὁδοῦ πρὸ πολλοῦ κατεστράφη, καὶ πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας μας, δι’ ἧς καταγγέλλουν, ὅτι τὴν καταστροφὴν τοῦ τμήματος, ἣν ἀντελήφθην καὶ ἐγώ, ἐπισκεφθεὶς τὸ μέρος τοῦτο, διέπραξε κάτοικός τις τοῦ χωρίου Τσουκαλέϊκα, ὀνόματι Παπαρροδόπουλος, ὅστις, νομίζων ὅτι διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης καταστρέφεται μέρος τῆς σταφιδαμπέλου του, ἠπείλησε τὸ πρῶτον τὸν ἐργολάβον δι’ ὅπλου, καὶ ἠνάγκασε τοῦτον, εἴτε διὰ τοῦ φόβου εἴτε δι’ ἄλλων μέσων συνήθων, νὰ μεταβάλῃ τὴν διεύθυνσιν διὰ καμπύλης τινός, κατασκευάσας ἐπὶ ταύτης, ἄνωθεν ῥύακός τινος, διερχομένου καὶ ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ ἐν λόγῳ ἰδιοκτήτου, γεφυρίδια, ἀλλ’ ἐκεῖνος καὶ πάλιν, θεωρήσας ὅτι τὸ κτῆμά του καταστρέφεται οὕτω, διὰ λοστῶν καὶ σκαπανῶν κατέστρεψε τὰ γεφυρίδια, καὶ ἐπεχωμάτωσε τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ῥύακος, εἰς τρόπον ὥστε τὰ ὑέτεια ὕδατα, μὴ εὑρίσκοντα τακτικὴν ῥοήν, κατέστρεψαν τὸ τμῆμα τοῦτο εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε μόνον δι’ ἡμιόνων οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ συγκοινωνοῦσι μετὰ τῆς πρωτευούσης. Ἐπὶ τούτῳ δι’ ἀναφορῶν των πρὸς τὸν κ. Νομάρχην ἐξέθηκαν τὴν ἔκνομον πρᾶξιν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλ’ οὐδεμία δυστυχῶς ἐγένετο ἐνέργεια. Ἐσχάτως δὲ ἕτερος κάτοικος τοῦ αὐτοῦ χωρίου ὑπέβαλε κατὰ τοῦ δράστου καταγγελίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅστις ἀνέθηκε τὴν προανάκρισιν εἰς τὸν Πταισματοδίκην, ἀλλὰ καὶ οὗτος δυστυχῶς, μεταβὰς εἰς τὸ χωρίον καὶ φιλοξενηθεὶς παρὰ τοῦ δράστου, ἔρριψε, φαίνεται, τὴν καταγγελίαν εἰς τὰ ἀρχεῖα, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἀναφορὰν, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐνεργήσωσιν, ὅπως ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος ἐναντίον τῶν καταστρεφόντων δημόσια ἔργα. Τελευτῶν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως Τελωνείου Πατρῶν, καθόσον μανθάνομεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν, μετὰ τῆς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις, παρῃτήθη τοῦ ἔργου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ ζωτικωτέρων διὰ τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν καὶ τὸ ἐμπόριον αὐτῆς.
§36Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζω πόσην προσπάθειαν καταβάλλει ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας του. Τὴν σύστασίν του βεβαίως θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι στρατιωτικὸς, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ τὸν στρατὸν, τὸν παρακαλῶ νὰ φροντίσῃ παρὰ τῷ δημάρχῳ Πατρῶν, ὅπως χορηγήσῃ οὗτος πεδίον ἀσκήσεων διὰ τὸν στρατὸν, διότι ἄνευ αὐτοῦ θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸν στρατὸν ἐκ Πατρῶν.
§37Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν φάκελον τῶν διαπραγματεύσεων τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσίας. Ἐκ τῆς μελέτης αὐτοῦ ἐπείσθην, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐπιτύχωμεν, ἂν ὄχι τὴν ἀτέλειαν ἐκεῖ τῆς σταφίδος, τοὐλάχιστον τὴν ἄρσιν τοῦ ἀπαγορευτικοῦ δασμοῦ· τοῦτο δὲ πιστοποιεῖται καὶ δι’ ἐγγράφου τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀντίδρασις ἐν Ρωσίᾳ ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τῶν οἰνοπαραγωγῶν, ἀλλὰ μία μερὶς, ὡς πάντες γνωρίζετε, τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος καταναλίσκεται πρὸς βρῶσιν. Εὐθὺς λοιπὸν, ὡς ἐξασφαλισθῇ ἡ μὴ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἐπιτυχίαν. Αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον προχωρήσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ὑπελείπετο παρὰ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, σπευδούσης πρὸς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν της, καὶ διότι δὲν ἔχει τοῦτο πρακτικὴν σημασίαν σήμερον. Προτρέπω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, μὴ συμμεριζόμενος βεβαίως τὴν ἀπαισιοδοξίαν, ὑφ’ ἧς ἔχουν καταληφθῆ τινες περὶ τῆς ἐπιτυχίας.
§38Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶχον προχωρήσει μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου αἱ διαπραγματεύσεις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατηρτίσθη ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ χθὲς ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Ἀποτελεῖται δὲ ἐκ τῶν ἑξῆς κ. κ. Βουλευτῶν: Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶ, Διον. Στεφάνου, Ν. Μπουφίδου, Ἀγαμ. Μεταξᾶ, Σπ. Στάη, Περ. Βαλαωρίτου, Σπ. Α. Κουμουνδούρου, Ἀντ. Καρτάλη, Α. Μπασιᾶ, Ἀλεξ. Γ. Σκουζὲ, Θ. Λιμπρίτου, Π. Μανέτα, Α. Παναγιωτοπούλου, Α. Μομφερράτου καὶ Δ. Καΐρη. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς κατέθηκε σύστασιν πρὸς ἅπαντας τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, ὅπως μεριμνήσωσι νὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν καὶ ἐνεργῶνται ἐγκαίρως αἱ ἑκάστοτε εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ ἰδιωτῶν αἰτήσεις καὶ ἀναφοραὶ ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων.
§40Α. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ ὑγειονομικῶν διὰ τὰ ζῶα μέτρων», οὐχὶ βεβαίως ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἀφοῦ αἱ ἐργασίαι αὐτῆς λήγουσι σήμερον, ἀλλ’ ὅπως δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ λάβῃ ἐγκαίρως τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 450). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρχαιοτήτων», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν στίχῳ πέμπτῳ τῆς πρώτης παραγράφου ἀντὶ «ἐντεῦθεν» νὰ τεθῇ «ἐφεξῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναφέρεται «ἔργα ἀρχαίας γραφικῆς». Ὡς γνωστόν, τοιαῦτα ἀρχαῖα ἔργα δὲν ὑφίστανται ἢ μόνον τοιχογραφίαι τινὲς, ὑπάρχουσιν ὅμως ἀρχαῖα τοιαῦτα ἔργα Βυζαντινῆς ἐποχῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ποῖα ἐννοεῖ ἀντικείμενα γραφικῆς· ἐννοεῖ τὰ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς, τὰς ἁγιογραφίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, ἢ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις, χρησιμεύουσαι πρὸς λατρείαν, καὶ τὰς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσιν εἰς τὴν Ἐφορίαν τῶν ἀρχαιοτήτων; Ἐπίσης «ὅπλα» ἐννοεῖ τὰ τῆς μεσαιωνικῆς ἐποχῆς, ἢ τὰ ἀρχαῖα ὅπλα μόνον;
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔργα ἀρχαίας γραφικῆς, διάφορα κτίρια, τοιχογραφίαι — διότι καὶ αὐτὰς ἐννοοῦμεν — καὶ ἄλλα οἱασδήποτε ἀρχαίας τέχνης, ὡς ἐργαλεῖα, ὅπλα καὶ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸν ἀρχαῖον βίον καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ὄχι μόνον καλλιτεχνικὴν σημασίαν, ἀλλὰ καὶ ἱστορικὴν, ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀρχαίων. Ὡς πρὸς τὰς εἰκόνας παρατηρῶ, ὅτι αἱ σημεριναὶ εἰκόνες, αἱ πρὸς προσκύνησιν χρησιμεύουσαι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔχουσαι ἀξίαν τινὰ διὰ τὰ Μουσεῖα. Προκειμένου ὅμως περὶ τοιχογραφιῶν, περὶ ψηφιδωτῶν, βεβαίως αὐτὰ ἔχουσιν ἀξίαν μεγάλην. Περὶ αὐτῶν ὅλων θ’ ἀποφαίνηται γνώμην ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, τί θὰ ἔχῃ καλλιτεχνικὴν καὶ ἱστορικὴν ἀξίαν καὶ τί ὄχι. Δὲν πιστεύω δὲ ποτὲ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἐπισκέπτηται τὰς οἰκίας, ἵνα ἀναζητῇ εἰκόνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντικείμενον προσκυνήσεως. Εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπάρχουσιν οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν εἰκόνας πρὸς προσκύνησιν τοῦ Δαβίντση, τοῦ Ραφαήλ, τοῦ Κορεγγίου, τοῦ Μουρίλλου κλπ., χωρὶς ὅμως νὰ ζητηθῶσιν αὗται διὰ τὰ Μουσεῖα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§47Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις «ἐξαιρουμένων τῶν δακτυλιολίθων καὶ νομισμάτων» νὰ προστεθῇ: «ἐκ δὲ τῶν νομισμάτων ὑπόκεινται εἰς τὸν παρόντα νόμον ἐκεῖνα ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἰδιωτικοῖς κτήμασιν ἀνακαλυπτομένων, τῶν ὁποίων ὅμοια δὲν ἔχει τὸ Νομισματικὸν Μουσεῖον».
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δύσκολον.
§49ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Συνεζητήθη τὸ πρᾶγμα καὶ μετὰ τῶν νομομαθῶν καὶ μετὰ τῶν ἀρχαιολογούντων, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, καὶ ἂν ἀργότερον δυνηθῶμεν, νομοθετοῦμεν ἰδιαιτέρως περὶ τῶν ἀρχαίων νομισμάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§51Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ καταστροφὴ, βλάβη καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἀρχαίων κλπ. Ἀλλ’ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον λέγετε, ὅτι «ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἀφίεται τοῦτο εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἰδιοκτήτου». Λοιπόν, ἐρωτῶ, ὁ ἰδιοκτήτης τὸ ἔχει εἰς τὴν κατοχήν του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ;
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρέπει προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ὅταν μὲν τὸ θεωρήσῃ ἄξιον διατηρήσεως, θ’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ θὰ κρατήσῃ τὸ ἔργον, ὅταν ὅμως θεωρήσῃ αὐτὸ ἀνάξιον διατηρήσεως, ἐπαφίεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ τὸ κάμῃ ὅ,τι θέλῃ.
§53ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου ὅμως 7 λέγετε, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ καταστροφὴ, βλάβη καὶ πᾶσα μεταβολὴ αὐτοῦ.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθορίζεται παρακάτω.
§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴν αὐτοῦ οἰκονομίαν, διότι δὲν ἔχω πολλὴν εἰδικότητα. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις ποινικαί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχουσι διατυπωθῆ ἐπιστημονικῶς ἐνταῦθα τινὲς τῶν διατάξεων περὶ ποινῶν. Διότι ἀφοῦ διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου χαρακτηρίζονται πᾶσαι αἱ ἀρχαιότητες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους, τὸ ἄρθρον δὲ 7 ὑπαγορεύει τὴν καταστροφὴν ἢ βλάβην αὐτῶν, ἔδει καὶ ἡ διάταξις ἡ ποινικὴ νὰ ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος ποινὰς κατὰ τῶν ἐκ προθέσεως φθειρόντων ξένην ἰδιοκτησίαν. Ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου λέγει: «Οἱ παραβάται τινὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων τιμωροῦνται ἀναλόγως τῆς ἀρχαιολογικῆς σπουδαιότητος τοῦ μνημείου διὰ φυλακίσεως 15 ἡμερῶν μέχρι δύο ἐτῶν καὶ διὰ χρηματικῆς ποινῆς 100–10,000 δραχμῶν.» Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον χαρακτηρίζει τὴν καταστροφὴν ἢ βλάβην ἀρχαιοτήτων ὡς καταστροφὴν ἢ βλάβην ξένης περιουσίας, ὑπάρχει ποινὴ ὡρισμένη ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἡ ποινὴ, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῆς φυλακίσεως μέχρι δύο ἐτῶν εἶναι ἀνεπαρκής. Ἐὰν μέν τις καταστρέψῃ ἓν μικρὸν ἀνάγλυφον ἀξίας 300 μέχρι 500 δραχμῶν, βεβαίως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου δέον νὰ τιμωρῆται μὲ ποινὴν πλημμελήματος· ἀλλ’ ἐὰν εἷς ἱερόσυλος καταστρέψῃ τὸν Ἑρμῆν τοῦ Πραξιτέλους, ἢ ἓν ἄλλο ἀρχαῖον ἀντικείμενον ἀξίας δεκάδων ἢ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπόκειται μόνον εἰς τὴν κοινὴν ποινὴν τοῦ πλημμελήματος; Καὶ εἶναι δυνατὸν εἷς, ὁ ὁποῖος ἔκαυσεν ἓν ἢ πλείονα δένδρα ἀξίας χιλίων δραχμῶν, νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον κατὰ τὸν κοινὸν ποινικὸν νόμον, καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος ἤθελε τυχὸν καταστρέψει τὸν Παρθενῶνα, νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δέον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ παραβάται τινὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων τιμωροῦνται κατὰ τὰ ἄρθρα 421 ἕως 423 τοῦ ποινικοῦ νόμου, διωκόμενοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος». Ἤτοι πᾶς πολίτης νὰ δύναται νὰ καταγγείλῃ τὴν παράβασιν αὐτὴν, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐγκλήσεως τοῦ παθόντος, ὅπως κινηθῇ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχή. Εἶναι, Κύριοι, αἱ παρατηρήσεις αὗται ἀπόρροια τῆς ἐπιστημονικῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἀφοῦ ἡ βλάβη καὶ ἡ φθορὰ τῶν ἀρχαίων ἀντικειμένων οὕτω χαρακτηρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δέον καὶ αἱ ἐπιβαλλόμεναι ποιναὶ νὰ ὦσιν ἀνάλογοι πρὸς τὰς ποινὰς τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου.
§56Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὀρθὰ παρετήρησεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμεναι ποιναί εἰσιν ὅλως ἐλαφραὶ σχετικῶς. Φρονῶ δὲ, ὅτι κατὰ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, τῶν βλαπτόντων ἀρχαιότητας ἐν γένει, ἢ καὶ τῶν ὁπωσδήποτε ἀσεβούντων κατ’ αὐτῶν, δέον βαρεῖαι ἀναλόγως νὰ ἐπιβάλλωνται ποιναί. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι μετὰ τὴν ἐξέγερσιν μάλιστα τῆς συνειδήσεως τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως ταύτης, οἱ Ἕλληνες δικασταὶ, ἔχοντες πλέον νόμον ὡρισμένας ἐπιβάλλοντα ποινὰς, θὰ ἐφαρμόσωσι τοῦτον, ὅσον βαρεῖαι καὶ ἂν ὦσιν αὗται, συναισθανόμενοι καὶ τὸ καθῆκον αὑτῶν καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐθνικῆς τιμῆς ἐναντίον τῶν ἀρχαιοκαπήλων καὶ τῶν ἀρχαιοφθόρων. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μίαν ἐρώτησιν: Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 ὑπάγονται καὶ οἱ λόφοι καὶ αἱ τοποθεσίαι αἱ ἔχουσαι ἀρχαιολογικὴν σημασίαν καὶ σπουδαιότητα;
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι. Πάντες οἱ ἱστορικοὶ λόφοι δὲν ἔχουσι τοιαύτην σημασίαν.
§58ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὅπως δήποτε δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν.
§59ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, τότε βεβαίως θὰ εἶχε λόγον ἡ παρατήρησίς σας. Ἀλλὰ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀρχαίων μνημείων μόνον.
§60Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Θὰ ληφθῇ πρόνοια ἰδιαιτέρα περὶ αὐτῶν;
§61ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§62Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀλλ’ αἱ ποιναὶ κατὰ τῶν ἀρχαιοκαπήλων καὶ ἀρχαιοφθόρων ἐν γένει, ἐπαναλαμβάνω, δέον νὰ ἐπιβληθῶσιν ὡς οἷόν τε βαρύτεραι.
§63Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου εἶναι ὀρθοτάτη.
§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα προηγουμένως· διότι ἠρεύνησα μετὰ τοῦ κ. Καραπάνου ἐν τῷ ἄρθρῳ, καὶ εἶδον ὅτι δὲν καθαρίζεται ἀρκούντως τὸ ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 7 λέγει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ καταστροφὴ, βλάβη καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἀρχαίων ἢ μνημείων κλπ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν χαρακτηρίσῃ αὐτὰ ὡς χρήσιμα, μένουσιν εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἰδιοκτήτου. Δύναται οὗτος νὰ τὰ καταστρέψῃ, ἂν τὸν ἐμποδίζουν εἰς τὰς ἐργασίας του; (διάλογοι).
§65Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος· διότι βεβαίως δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις πλημμελήματος καὶ κακουργήματος. Ἐπὶ πλημμελήματος ἡ ποινὴ εἶναι ὀρθή. Δύναται δὲ νὰ προστεθῇ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πρᾶξις ἀποτελεῖ κακούργημα, ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§66ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταπέσωμεν ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἄκρας ἐπιεικείας, τὴν ὁποίαν ἐνησκοῦμεν μέχρι τοῦδε, εἰς τὴν ἄκραν αὐστηρότητα, ἣν θὰ συνεπήγοντο καθιερούμεναι ἐνταῦθα αἱ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου ποιναί. Πρέπει νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ μετρία ποινὴ θὰ ἐφαρμόζηται καλλίτερον. Δὲν πρόκειται δὲ ἐνταῦθα περὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ Παρθενῶνος. Ἐνταῦθα ἐννοοῦνται κυρίως ἐκεῖνα τὰ ἀρχαῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτεθειμένα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν φύλαξιν τοῦ Δημοσίου. Λ. χ. εἴχομεν ὁλόκληρον τεῖχος ἀρχαίας πόλεως, ἡ ὁποία διέσωζε τὸν ἀρχαῖον αὐτῆς τύπον ἐν Μαντινείᾳ· ἐν τούτοις κατώρθωσαν οἱ περίοικοι, διότι ἦτο ἀπροφύλακτον τὸ μέρος, ὅλους σχεδὸν τοὺς λίθους τοῦ τείχους ἐκείνου ν’ ἀφαιρέσωσιν ἐκεῖθεν, ὥστε νὰ μὴ σώζηται πλέον τὴν σήμερον ἴχνος αὐτοῦ. Καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ἐπαρχίᾳ, διασώζεται κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ τεῖχος μὲ τὰς ἀρχαίας πύλας τῆς Τιθορέας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δυστυχῶς ὑπάρχει κίνδυνος καταστροφῆς αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν εἴχομεν καμμίαν ποινήν, ἐὰν θελήσωμεν νῦν αἴφνης νὰ μεταπέσωμεν ἐκ τοῦ ἄκρου τούτου τῆς ἐπιεικείας εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς αὐστηρότητος, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν θὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ποινήν. Καλλίτερον λοιπὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην μετρίαν ποινήν.
§67ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ πρᾶξις ἔχει σημασίαν κακουργήματος.
§68Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόζηται εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δευτέρας περιόδου τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7, διότι δὲν ἔχομεν ἐκεῖ βλάβην θετικὴν, ὥστε νὰ τιμωρήσωμεν αὐτὴν ποινικῶς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ φθορᾶς ξένης ἰδιοκτησίας. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἐπὶ τῆς πρώτης περιόδου τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς δευτέρας περιόδου, ὅπου ἔχομεν «1) ἀπαγόρευσιν λατομίας καὶ κατασκευῆς ἀσβεστοκαμίνων εἰς ἀκτῖνα 300 μέτρων ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτήτων, 2) ἀπαγόρευσιν τῆς πλησίον ἀρχαιοτήτων ἐπιχειρήσεως ἔργου δυναμένου νὰ βλάψῃ αὐτὰς ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, 3) ἀπαγόρευσιν οἱασδήποτε πράξεως ἐπὶ κτιρίων καὶ λειψάνων ἢ ἐρειπίων ἀρχαίων, καὶ ἂν ἔτι δὲν ἐπιφέρῃ τινὰ ζημίαν», τότε δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις περὶ φθορᾶς ξένης ἰδιοκτησίας. Λοιπὸν νὰ μείνωσιν αἱ ποινικαὶ διατάξεις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7 διὰ τὰς ἀπαγορεύσεις τῆς δευτέρας περιόδου τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7. Ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς βλάβης ἢ καταστροφῆς ὑποστηρίζω νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ.
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὴν παρατήρησίν μου.
§71ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δηλαδή;
§72ΝΕΓΡΗΣ. Δηλαδὴ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ἓν μνημεῖον ἀρχαῖον δὲν εἶναι χρήσιμον, δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ τὸ μεταχειρισθῇ κατὰ βούλησιν;
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως. Δι’ ὅλης τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου γίνεται διάκρισις μεταξὺ χρησίμων καὶ ἀχρήστων ἀρχαίων. Τὰ μὲν χρήσιμα, καθ’ ὅσα εἶναι κινητὰ, τοποθετοῦνται εἰς τὰ Μουσεῖα, τὰ δὲ ἄχρηστα ἀφίνονται εἰς τοὺς ἰδιώτας, εἰς τὸ κτῆμα τῶν ὁποίων ἀνευρέθησαν.
§74ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ δύνανται νὰ τὰ καταστρέψουν;
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀκίνητα. Ὅταν ἦναι αὐτὰ χρήσιμα, τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσίν τινα, θ’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸν χῶρον, εἰς ὃν αὐτὰ κεῖνται, καὶ θὰ τὰ φυλάξῃ. Ὅταν τὰ θεωρῇ ἄχρηστα, θὰ τὰ ἀφίνῃ εἰς τὸν ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ κάμῃ οἱανδήποτε χρῆσιν θέλῃ αὐτῶν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἔνοχοι φθορᾶς ἢ βλάβης ἀρχαίων τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 421–423 τοῦ ποινικοῦ νόμου, διωκόμενοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Οἱ δὲ παραβάται τινὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἑτέρων διατάξεων τιμωροῦνται ἀναλόγως τῆς ἀρχαιολογικῆς σπουδαιότητος τοῦ μνημείου διὰ φυλακίσεως 15 ἡμερῶν μέχρι δύο ἐτῶν. Εἰς τοὺς κηρυσσομένους ἐνόχους παραβάσεώς τινος τῶν ἄρθρων τούτων ἐπιβάλλεται καὶ χρηματικὴ ποινὴ 100 μέχρι 10,000 δραχμῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–11, ὡς ἔχουσι).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§78ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι δίκαι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν περὶ διεκδικήσεως ἀναγλύφων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν δι’ αὐτὰς ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν ὁ νόμος, καὶ ἂν ὀφείλουσιν οἱ ἰδιῶται οὗτοι νὰ δηλώσουν τὰ διεκδικούμενα.
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ νόμος δὲν θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Οἱ ὄντες κάτοχοι ἀρχαίων δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1834 ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσιν αὐτὰ, τηρουμένου ὡς πρὸς αὐτὰ ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου τοῦ 1834. Ἐφεξῆς, ὁσάκις εὑρίσκωνται τοιαῦται ἀρχαιότητες, θὰ ἐφαρμόζηται ὁ νῦν ψηφιζόμενος νόμος.
§80ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι κατεσχέθη ἀνάγλυφον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ Μουσεῖον σήμερον.
§81ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος τοῦ 1834, ὡς πρὸς τὴν διεκδίκησιν τῆς κυριότητος ἐπ’ αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§83Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν προσθήκην τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, ἡ ὁποία ἐγένετο μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι μετὰ τὰς λέξεις «ἢ ἄλλου τινὸς κτιρίου», νομίζω ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ: «μὴ ὑποκειμένου εἰς κατεδάφισιν κατὰ τὸν νόμον»· διότι ἄλλως θὰ ἐμποδίζηται ἡ κατεδάφισις.
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὸ ἔργον τῶν ἀνασκαφῶν. Ὅταν κτίριόν τι ἦναι ἑτοιμόρροπον, ἡ ἀστυνομία δικαιοῦται νὰ ἐπεμβῇ. Προκειμένου νὰ κάμητε ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφὰς, πρέπει νὰ τύχητε τῆς πρὸς τοῦτο ἀδείας, ἧς ἄνευ κίνδυνος εἶναι νὰ ἐπέλθῃ ζημία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14–22 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα παρετήρησα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23, διότι λέγει «ὁ ἐξάγων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἀρχαῖα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 20 καὶ 22, καὶ πᾶς συνεργὸς καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται ἐπὶ πλημμελήματι διὰ φυλακίσεως τριῶν μηνῶν μέχρι πέντε ἐτῶν». Ὅπως εἶπον, ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 καὶ ἐν γένει ἐν ὅλῃ τῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἀρχαῖα χαρακτηρίζονται ὡς ἰδιοκτησία δημοσία, ἑπομένως, ὅταν τις ἐξάγῃ, θεωρεῖται κλέπτης καὶ τιμωρεῖται ἐπὶ πλημμελήματι. Ἑπομένως δέον νὰ διαβαθμίσωμεν τὰς ποινὰς κατὰ τὰς διατάξεις, τὰς ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ, περὶ κλοπῆς. Λοιπὸν ἤθελον προτείνει, ἵνα ἀντὶ «ἐπὶ πλημμελήματι διὰ φυλακίσεως τριῶν μηνῶν μέχρι πέντε ἐτῶν» τεθῇ «ὡς ἔνοχος κλοπῆς κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 371 καὶ ἑπομένων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Διότι ἐξάγει τις ἓν μικρὸν ἀντικείμενον. Πολὺ καλὰ, νὰ τιμωρηθῇ ἐπὶ πλημμελήματι. Ἀλλ’ ἂν ἐξαγάγῃ τὴν ἀρχαιολογικὴν συλλογὴν, τὴν ὁποίαν ἐξήγαγεν ὁ περιλάλητος Μαργαρίτης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῆτε μὲ ποινὴν πέντε ἐτῶν; Ἔχετε διαπραχθὲν τότε κακούργημα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ ἄρθρον 378 περὶ κλοπῆς λέγει: «Δὲν γίνεται ἀνάκρισις, οὔτε καταγινώσκεται ποινὴ ἐπὶ κλοπῇ, ὅταν ὁ κλέψας, πρίν ἔτι ἐξετασθῇ ὁπωσδήποτε περὶ τῆς πράξεώς του παρὰ τῆς ἀρχῆς ἢ παρὰ τοῦ δικαστηρίου, ἐνήργησεν ἄνευ παρανόμου βλάβης τρίτου τινὸς τὴν ἀπόδοσιν ἢ τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγματος, ἢ τὴν ἐντελῆ ἱκανοποίησιν τοῦ ζημιωθέντος». Ἑπομένως ἀναγράφοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν περὶ κλοπῆς καὶ ἐνταῦθα, ἤτοι ὅτι αἱ ποιναὶ περὶ κλοπῆς ἐπάγονται εἰς τοὺς ἐξάγοντας λάθρα, δίδομεν αὐτοῖς στάδιον, ἵνα μετανοήσαντες, ἂν δὲν ἐγένετο καταδίωξις, ἐπαναφέρωσι τὰ λάθρα ἐξαχθέντα. Νομίζω ὅτι χαρακτηρίζοντες τὰ ἀντικείμενα τῆς ἀρχαιότητος ὡς ἀντικείμενα δημοσίου πλούτου, καὶ τιμωροῦντες τοὺς ἐξάγοντας ταῦτα, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν εἰς τὰς διατάξεις τὰ παραδεδεγμένα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον καὶ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν περὶ τὰ τοιαῦτα, τοῦ κυρίου Μπουφίδου, τοῦ κυρίου Μομφερράτου. Διότι πῶς θὰ τιμωρήσητε διὰ τῆς ποινῆς τῶν πέντε ἐτῶν ἕνα ἐγκληματήσαντα διὰ μικρὸν ἀντικείμενον, καὶ ὁμοίως ἕνα ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἐξήγαγεν ἀρχαιότητας ἀξίας ἑκατοντάδων χιλιάδων; Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἀντὶ «τιμωρεῖται ἐπὶ πλημμελήματι διὰ φυλακίσεως τριῶν μηνῶν μέχρι πέντε ἐτῶν», νὰ τεθῇ «τιμωρεῖται ὡς ἔνοχος κλοπῆς κατὰ τὰ ἄρθρα 371 καὶ ἑπόμενα». Τοῖς παρέχομεν δὲ καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπανορθώσεως διὰ τῆς ἐμπράκτου μετανοίας.
§87Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 22 πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς ἀρχαιοτήτων καὶ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ κατόχου αὐτῶν. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ἐξαγωγὴ ἄνευ ἐγγράφου ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου.
§88Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, γενικῶς (περὶ τοῦ 23 ὁμιλῶ). Ὁ ἐξάγων ἐν γένει.
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22 πρόκειται περὶ ἀρχαίων ἐν Ἑλλάδι εὑρεθέντων. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ, ὡς πρίν· διότι νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι πολὺ ὀλίγον, ἐὰν τὸ ἐλάχιστον ὅριον ἦναι τρεῖς ἡμέραι. Τὸ ἐλάχιστον ὅριον πρέπει νὰ ἦναι τριῶν μηνῶν, καὶ τὸ ἀνώτατον πέντε ἐτῶν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν, ὅταν τις παραδίδῃ τὸ λαθραῖον καὶ ἀποδεικνύῃ οὕτω πως τὴν μετάνοιαν, θὰ δύναται νὰ ἀπαλλάσσηται· διότι τότε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι πᾶς τις θ’ ἀποπειρᾶται τὴν λαθραίαν ἐμπορίαν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν ἀρχαίων, ὅταν γινώσκῃ, ὅτι, ἂν ἀνακαλυφθῇ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, δύναται, παραδίδων τὸ λαθραῖον, νὰ μὴ τιμωρηθῇ.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω νὰ φέρω καὶ μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Κατ’ αὐτὸ, «ἀρχαῖα ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν Μουσείων τοῦ Κράτους, ἅτινα ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν συνεδρίᾳ αὑτῆς ἤθελε κηρύξει παμψηφεὶ περιττὰ διὰ τὰ Μουσεῖα, δύνανται νὰ δωρῶνται ἢ ν’ ἀνταλλάσσωνται...» Πραγματικῶς ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀρθὴ, διότι πλεῖστα τοιαῦτα ἀντικείμενα ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν Μουσείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄχρηστα διὰ τὰ ἡμέτερα Μουσεῖα, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ἦναι χρήσιμα δι’ ἕτερα Μουσεῖα τῆς Εὐρώπης. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰ ἀρχαῖα νομίσματα. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι εἰς ἄρθρον τι, δημοσιευθὲν, ὡς εἰκάζω, ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, εἰς ὃ ὁμιλεῖ οὗτος περὶ τῶν ἀρχαίων ἀχρήστων νομισμάτων τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ πολλὰς χιλιάδας μένουσιν ἄχρηστα, περὶ αὐτῶν λέγει, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ὡς πρὸς τὰ νομίσματα, ὅτι «ἐπιτρέπεται ἡ πώλησις τῶν πολλαπλῶν νομισμάτων»· ὡς δὲ βλέπω, ἔχει κάμει παρατηρήσεις ὀρθὰς, καὶ ἀναφέρει ἐνταῦθα, ὅτι ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἀχρήστων, κατ’ αὐτὸν, νομισμάτων, δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Νομισματικὸν Μουσεῖον ὑπὲρ τὰς 500,000 δραχμάς. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε τὸ Μουσεῖον τοῦτο, τὸ ἐστερημένον παντὸς πόρου, — καὶ δὲν ἔχομεν πίστωσιν δι’ αὐτό, εἰμὴ τρεῖς μόνον χιλιάδας δραχμὰς, — νὰ ἀποκτήσῃ πόρους καὶ συμπληρώσῃ οὕτω τὰ ὑπάρχοντα ἐν αὐτῷ κενά.
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι εὔκολον, οὔτε δύναται νὰ καθορισθῇ διὰ μιᾶς παρεμπιπτούσης διατάξεως ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ. Χρήζει ἰδίου νομοθετικοῦ διακανονισμοῦ, περὶ οὗ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἄλλοτε πρόνοιαν. Ἐνταῦθα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν κυρίως τὰ ἀρχαῖα, καὶ ὄχι τὰ νομίσματα. Πρέπει νὰ ἠξεύρητε περὶ τῶν ἀρχαίων, ὅτι ἔχομεν τὰ ὑπόγεια τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου ὑπερπληρωμένα, καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀκόμη. Λ. χ. ἐν Πάρῳ τελευταίως ἀνεκαλύφθη σωρὸς ἀπέραντος ἀπὸ διάφορα ἀθύρματα ἀρχαῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι παντελῶς ἄχρηστα...
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωστοῦ τύπου;
§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα... Εἰς τὰ Μουσεῖα ἡμῶν εἶναι αὐτὰ παντελῶς ἄχρηστα. Εἰς ξένα ὅμως Μουσεῖα δύνανται νὰ ἦναι χρήσιμα. Λοιπὸν δυνάμεθα νὰ δωρήσωμεν αὐτὰ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἀντιδωρήσωσιν ἄλλα εἰς ἡμᾶς.
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ «δωρῶνται» πρέπει νὰ διαγραφῇ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἂν περιλάβωμεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, θέλομεν ἔχει πολλὰς πιέσεις, αἵτινες νὰ ἐξαναγκάσωσι πᾶσαν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ ἴσως καὶ ἀρχαῖα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἤθελε νὰ παραχωρήσῃ.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνιστῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ ἐξ ἀφορμῶν, τὰς ὁποίας ἔχω.
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀρχαίων χρησίμων ὁπωσδήποτε εἰς τὰ Μουσεῖα ἡμῶν, βεβαίως ἐγὼ θὰ ἤμην αὐστηρότερος παντὸς ἄλλου. Ἀλλ’ ὅπως μὲ ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία συνέταξεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἔχει τοιαύτην ἀπειρίαν τοιούτων παντάπασιν ἀχρήστων, ὥστε δὲν ἠξεύρει τί νὰ τὰ κάμῃ...
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ εὕρῃ νὰ τὰ ἀνταλλάξῃ.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρητε, ὅτι ἄχρηστον δὲν κηρύσσεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὕρηται ἤδη ἐν τοῖς Μουσείοις εἰς πολλαπλᾶ ἐνίοτε ὁμοιώματα.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κενώσωμεν τὰ Μουσεῖα ἡμῶν ἀπὸ αὐτὰ, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν πρόκειται, καλὸν εἶναι νὰ λείψῃ, διότι θὰ διατελῶμεν πάντοτε ὑπὸ πίεσιν.
§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅμως, ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ θὰ ἦτο δύσκολος, διότι τὰ Μουσεῖα τὰ ξένα... (ἀντιρρήσεις πολλαχόθεν). Τότε ἂς διαγραφῇ ἡ λέξις, παρακαλῶ, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πωλῶνται». Διότι ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι πανταχοῦ τὰ ἄχρηστα πωλοῦνται· εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπου ἀνευρίσκονται καθ’ ἑκάστην τάφοι καὶ ὑπάρχουσι πολλὰ ὅμοια εἴδη, πωλοῦνται πολλὰ ἀρχαῖα. Δωροῦνται μέν τινα ἐκ τούτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς πολλὰ Μουσεῖα, ἀλλὰ καὶ πωλοῦνται ἄλλα τοιαῦτα εἰς Μουσεῖα πάντοτε. Ὥστε δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ «ν’ ἀνταλλάσσωνται καὶ πωλῶνται», ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ἐκποίησις αὐτῶν.
§104ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖ τὸ πρᾶγμα καὶ δύσκολον καὶ δυνάμενον νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν πολλὰ πράγματα. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία μὲ παρεκάλεσε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ πώλησις.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ «νὰ δωρῶνται ἢ ν’ ἀνταλλάσσωνται» τίθεται μόνον «ν’ ἀνταλλάσσωνται». (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 24 γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 25–28, ὡς ἔχουσι).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ ἀπομιμήματα δὲν ὑπάγονται καὶ τὰ ἐκμαγεῖα;
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 30 καὶ 31 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 32, εἴτε κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν εἴτε κατὰ τὴν τύπωσιν, ἐλησμονήθη μία φράσις, ἧς ἡ ἔλλειψις καθιστᾷ σκοτεινὸν τὸ ἄρθρον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 22 καὶ 23 τοῦ παρόντος νόμου διὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι εὑρεθέντα, τοῦ δὲ ἄρθρου 20 διὰ τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντα». Διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 20 τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντα, κατὰ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ ταυτότης αὐτῶν.
§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ δέχομαι...
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε νὰ προστεθῇ ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀντὶ «κατὰ τὸ ἄρθρον 33» νὰ τεθῇ «κατὰ τὸ ἄρθρον 32», διότι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35–37, ὡς ἔχουσι).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).
§118Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τροποποίησις, καθ’ ἣν ἡ ποινὴ ἐπάγεται ἀπὸ 15 ἡμερῶν μέχρι τριῶν ἐτῶν. Ἔπειτα, ὅτι ὁ συνεργὸς τιμωρεῖται ἐνταῦθα βαρύτερον, ἐνῷ κατὰ τὰ δόγματα τοῦ ποινικοῦ δικαίου ὁ συνεργὸς τιμωρεῖται πάντοτε μὲ τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς τοῦ αὐτουργοῦ. Ἑπομένως πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάληλοι καὶ ὑπηρέται ἢ διαχειρισταὶ ἢ σύμβουλοι ἢ ἀντιπρόσωποι ἢ ἐπιμεληταὶ νομικῶν προσώπων οἱωνδήποτε, οἵτινες ἤθελον ὁπωσδήποτε συνεργήσει εἰς παράβασίν τινα τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, τιμωροῦνται μὲ τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς αὐτουργούς». Ἐκτὸς ἐὰν ὁδηγῆσθε εἰς αὐστηροτέραν ποινὴν λόγῳ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ὡς ὑπαλλήλων.
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἔθεσε φρουρὸν καὶ φύλακα ἡ Πολιτεία, εὐθύνεται περισσότερον.
§120Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ἔχετε καὶ κἄτι ἄλλο· λέγετε «ἀντιπρόσωποι ἢ ἐπιμεληταὶ νομικῶν προσώπων οἱωνδήποτε».
§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβῶς, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ταύτης, δύνανται νὰ διευκολύνωνται μεγάλως.
§122Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τί ἐννοεῖτε νομικὰ πρόσωπα; Ἐκτὸς ἐὰν δώσητε ἑρμηνείαν, ὅτι πρόκειται περὶ νομικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀρχαιολογικήν.
§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§124Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρατηρῶ ὡς πρὸς τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας, ὅτι αἱ πλεῖσται ὑπεβλήθησαν χωρὶς νὰ γείνῃ ἐξέτασις, ἐὰν ἐπὶ τῶν ὁδῶν, ἃς προβάλλουσιν, ἐγένετο μελέτη, καὶ ἐὰν ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων δὲν δύνανται νὰ γείνωσι δεκταί. Τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐν τῇ μελλούσῃ συνόδῳ. Ὅπως παρουσιάζεται, διὰ πιστώσεως ἐξ 100,000 δραχμῶν, προοριζομένης ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων πολλῶν, ὀλίγα βεβαίως αὐτῶν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ὁ κ. Μισυρλῆς ζητεῖ κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπαιτούσης δαπάνην 200,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην μόνον 6,000, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ δαπανηθῇ ἀσκόπως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμείνωσι (θόρυβος).
§127Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν μέσῳ δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι νὰ πνίγωνται ἄνθρωποι τὸν χειμῶνα, ἐξ ἐλλείψεως συγκοινωνίας... (Θόρυβος καὶ διαλογικαὶ συζητήσεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος. Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος νόμων. Περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας Χατζῆ–Δαοὺτ Φαρκούχ. Περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς ἐν Λαρίσῃ ἐμπορικῆς ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Δημητριάδης, Παπᾶς καὶ Σκαλιώρας» πρὸς συνομολόγησιν δανείου μέχρι δραχ. 250,000. Περὶ κυρώσεως τοῦ τροποποιηθέντος διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ κανονισμοῦ. Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 7 τοῦ περὶ νομικῶν συμβούλων νόμου).
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων (θόρυβος καὶ σάλος ἐν τῇ Βουλῇ).
§131Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι τὴν συζήτησιν ἀγωνίζονται κατὰ τῶν συμφερόντων αὐτῶν· διότι, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ παραμείνῃ τὸ δικαιοστάσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι χειρότερον (θόρυβος).
§132Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (θόρυβος).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Στάη καὶ Α. Μπασιᾶ. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§135Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μολονότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ, ἔστω καὶ ἰδιαιτέρως, νὰ ἐκφράσωμεν τὰς εὐχαριστίας μας εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Καλὴν ἀντάμωσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ.)
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΕʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν διάταγμα. Ἐν Τατοΐῳ τῇ 21 Ἰουλίου 1899. Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως
Ὁ Ἀντιβασιλεὺς
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ
Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.