1899.07.14
2.141 στίχοι · 16.398 λέξεις · 204 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77
τῆς 14 Ἰουλίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπορτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ.μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ, (διότι δὲν ἤμην ἐδῶ χθὲς) εἶδον ὅτι ἐγένετο τυπογραφικόν τι λάθος ἐν τῷ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφισθέντι νομοσχεδίῳ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος λέγει ἐν ἐδαφίῳ γʹ: «Εἰς δραχμὰς δέκα χιλιάδας (10,000), ἐὰν ἡ παραγωγὴ αὕτη ἦναι ἀνωτέρα τῶν πεντακοσίων ὀκάδων καὶ ἐλάσσων τῶν χιλίων πεντακοσίων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος.» Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι χιλίων ὀκάδων, ἢ χιλίων πεντακοσίων, τί θὰ πληρώσῃ; Καὶ κατωτέρω λέγει: «Εἰς δραχμὰς εἴκοσι χιλιάδας (20,000), ἐὰν ἡ παραγωγὴ αὕτη ἦναι ἀνωτέρα τῶν χιλίων πεντακοσίων ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος καὶ ἐλάσσων τῶν δύο χιλιάδων.» Ἀλλ’ ὅταν ἦναι δύο χιλιάδων; Ὅλα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνετάχθησαν. Ἴσως εἶναι λάθος.
§3ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι λάθος. Οὕτως ἐψηφίσθη.
§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ μιᾶς ὀκάδος πρόκειται. Ποία ὅμως εἶναι ἡ διόρθωσις κατὰ τὴν γνώμην σας;
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι κακῶς διατετυπωμένον.
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε τὴν γνώμην σας.
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τεθῇ «μέχρι τῶν πεντακοσίων ὀκάδων», «μέχρι τῶν χιλίων» κλπ. Ἀλλ’ ὄχι «ἀνωτέρα».
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ μιᾶς ὀκάδος, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης διαφορᾶς, οἱ ἐπιτηρηταὶ θὰ δώσωσι τὴν ἐπιεικεστέραν ἑρμηνείαν.
§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν σελίδι 17 τῶν πρακτικῶν, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ περὶ ζύθου νομοσχεδίου, ἀναφέρεται ὅτι ἔλαβον διάφοροι τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις γραπτὴ περὶ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος ἐφ’ ἑκάστης ὀκάδος πεφρυγμένης κριθῆς εἰς 45 λεπτά. Τοιαύτην δὲ πρότασιν ὑπέβαλον ἐγώ.
§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς διορθωθῇ, προστιθεμένου ὅτι ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις καὶ ἀπερρίφθη.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Πολλοὶ ἔμποροι Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§14ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο σχέδια νόμων, τὸ περὶ μέσης καὶ τὸ περὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως ἢ περὶ Πανεπιστημίου. Τοῦτο πράττω βεβαίως οὐχὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αὐτὰ θὰ συζητηθῶσι καὶ ἐπιψηφισθῶσι κατὰ τὴν παροῦσαν τῆς Βουλῆς σύνοδον, ἀλλ’ ὅπως ἐκτυπωθῶσιν ἐγκαίρως καὶ διανεμόμενα τύχωσιν εὐρείας μελέτης καὶ συζητήσεως, πρὶν ἢ συζητηθῶσι καὶ ἐπιψηφισθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρὸς τοῦτο μάλιστα θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν, ἵνα εὐαρεστουμένη ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸν καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ Βουλευτῶν, ἀνηκόντων εἰς πάσας τὰς πολιτικὰς μερίδας καὶ ἐχόντων τὴν θέλησιν καὶ δυναμένων νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχέδια...
§15ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἦναι ἐκ τῶν κατοικούντων εἰς τὰς Ἀθήνας.
§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Τοῦτο δ’ ἐννοῶν καὶ ἐγώ, εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἦναι αὐτοὶ ἐκ τῶν δυναμένων νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῇ, ἀφοῦ αὕτη θὰ συνέλθῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐν καιρῷ διακοπῶν, ὅπως ἦναι οὕτως εἰς θέσιν κατὰ τὴν προσεχῆ τῆς Βουλῆς σύνοδον νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ νομοσχεδίων τοιαύτης σπουδαιότητος, οἷα τὰ νῦν προβαλλόμενα εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, ἐπιβάλλεται, νομίζω, ὁ καταρτισμὸς τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς, διότι οὕτω πῶς μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ προσήκουσα ἐπεξεργασία αὐτῶν, νὰ προεξομαλισθῇ δὲ καὶ ἡ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτῶν. Ἡ ἄμεσος ἐν τῇ ὁλομελείᾳ συζήτησις, πλὴν τοῦ ὅτι δὲν θὰ συνετέλει εἰς τὴν καλλιτέραν, ἐν ἀνάγκῃ, διατύπωσιν τῶν νομοσχεδίων, θὰ ἐξώθει ἴσως καὶ εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ θὰ καθίστα ἀντικείμενα συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ζητήματα, ἅτινα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικά, ὡς τοιαῦτα χρήζοντα τῆς ἀπαθοῦς καὶ ἀμερολήπτου μελέτης καὶ ψήφου πάντων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ὅ,τι συνέβη, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πρέπει οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις οὔτε ἡ Συμπολίτευσις νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της μετὰ πείσματος. Τὸ πεῖσμα εἶναι κακὸς σύμβουλος καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων, μάλιστα δ’ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων, ἐξ ὧν ἐξήρτηται οὐ μόνον τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος. Ἰδοὺ δὲ, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει δίδομεν τὸ καλὸν παράδειγμα πρῶτοι καὶ προκαλοῦμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς εἰλικρινῆ σύμπραξιν καὶ συνεργασίαν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει δὲν θὰ ἀρνήσωσι νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμα ἡμῶν καὶ νὰ ἀντεπεξέλθωσι προθύμως πρὸς τὴν ἡμετέραν πρόκλησιν, ἕνα καὶ μόνον κοινὸν πρὸς ἡμᾶς πόθον ἔχοντες, τὸν πόθον τοῦ νὰ συντελέσωμεν πάντες εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς παιδείας ἡμῶν. Καλὸν εἶναι, νομίζω, νὰ μιμηθῶμεν ἐν τούτῳ πάντες τὸ παράδειγμα ἄλλων χωρῶν, ἐν αἷς, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις καὶ Συμπολίτευσις, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ πολιτικαὶ μερίδες συνεργάζονται ἀπὸ κοινοῦ ὑπὲρ τῆς αἰσίας αὐτῶν λύσεως. Σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, ἐπὶ τούτῳ τὸ παράδειγμα τῆς Ρωμουνίας, ἐν ᾗ πρό τινος χρόνου ἐψηφίσθησαν οἱ νῦν ἐν ἰσχύϊ νόμοι αὐτῆς περὶ μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Κατηρτίσθη ἐπὶ τούτῳ μεγάλη κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἐξ ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων, ἥτις ἐμελέτησεν εὐρέως καὶ ἐπεξειργάσθη τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, ταῦτα δ’ ἐπεψήφισαν εἶτα ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία σχεδὸν ἀσυζητητεί. Διατὶ νὰ καθυστερήσωμεν ἐν τούτῳ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες; Κρίνω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω νῦν διὰ μακρῶν τὴν Βουλὴν, ποιούμενος προφορικὴν εἰσήγησιν τῶν προκειμένων νομοσχεδίων. Ἑκατέρου τούτων προτάσσεται λεπτομερὴς αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἐν ᾗ μετὰ ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν τῆς σχετικῆς ἐκπαιδεύσεως δικαιολογοῦνται πᾶσαι αἱ προτεινόμεναι μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις λαοῖς, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις, γενομένης ἤδη πείρας. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῶν.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τό γε νῦν παρατηρῶ τοῦτο μόνον, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν προκειμένων νομοσχεδίων ἔλαβον πρὸ ὀφθαλμῶν πάντα τὰ μέχρι τοῦδε συνταχθέντα ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὰ νομοσχέδια, ἰδίᾳ τὰ τοῦ μακαρίτου Πετρίδου, συνεβουλεύθην δὲ καὶ τὰς γνώμας πάντων τῶν παρ’ ἡμῖν ἐπαϊόντων.
§19Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατόν, ὅταν θὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αὐτά, νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, ὥστε νὰ ἦναι εὔκολος ἡ ἀντιπαραβολή.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ ταῦτα ἔχουσι καταχωρισθῆ ἤδη εἰς τὸ παράρτημα τῶν ἐστενογραφημένων τῆς Βουλῆς πρακτικῶν, ὅπερ ἔχουσιν ἤδη ἀνὰ χεῖρας οἱ Βουλευταί.
§21ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ οἱ παρόντες Βουλευταὶ δὲν ἦσαν πάντες καὶ τότε Βουλευταί, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν ἐκ νέου τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα.
§22Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ εἶναι πολὺ ὀρθή. Πρέπει καὶ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἐπέλθῃ ὠφέλεια.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἦναι σύμφωνος ἡ Βουλή.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσιν.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε λοιπὸν θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι δι’ ἑκάστην ἐκπαίδευσιν ἀνὰ τρία τεύχη, ἐξ ὧν τὸ πρῶτον θὰ περιέχῃ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσίν μου, τὸ δεύτερον τὸ νομοσχέδιόν μου, καὶ τὸ τρίτον τὸ νομοσχέδιον τοῦ μακαρίτου Πετρίδου μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς του ἐκθέσεως. Ἐρωτῶ δὲ νῦν τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀποδέχεται τὴν πρότασίν μου, καθ’ ἣν ἀνατίθεται ὁ καταρτισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν νομίζετε ὀρθόν, κύριε Ὑπουργέ, ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων περὶ μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποβάλλετε, καὶ ὀρθῶς ὑπεδείξατε καὶ τὴν γνώμην σας, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπήν, ὅπως μετὰ ταῦτα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον; Ἐγὼ νομίζω καὶ τοῦτο ὀρθόν.
§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω. Μάλιστα δὲν ὀκνῶ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὰ ἀρχικὰ νομοσχέδια περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ μεταρρυθμισθῶσιν ἔν τισιν. Ἐν πρώτοις, ὅπως ἀποβῇ εὐχερεστέρα ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισίς των, θὰ συγχωνευθῶσι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς κυρίως δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ περὶ ἀρχιτεκτονικῆς ὑπηρεσίας, ὧν τὰ ἄρθρα ὁμοῦ ἀνέρχονται εἰς 210 ὡς ἔγγιστα, εἰς ἓν νομοσχέδιον μὲ 50 περίπου ἄρθρα. Θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς ἓν καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ Διδασκαλείων τῶν ἀρρένων καὶ τῶν θηλέων, καὶ δὴ μὲ 10 μόλις ἄρθρα. Θὰ ἁπλοποιηθῶσιν ἐν πολλοῖς αἱ διατάξεις αὐτῶν, ὅπως μὴ παρέχωσιν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις θὰ ὑποδιαιρεθῇ εἰς δύο κύκλους, εἰς κατώτερον τετραετῆ, ὅστις θὰ περιλαμβάνῃ τὴν στοιχειώδη γενικὴν μόρφωσιν πάντων τῶν Ἑλληνοπαίδων ἀδιακρίτως, καὶ εἰς ἀνώτερον τριετῆ κύκλον, ὅστις θὰ περιλαμβάνῃ τὰς πρακτικὰς ἐκείνας γνώσεις, τὰς ἀναγκαίας εἰς πᾶν στάδιον, εἰς ὃ ἀποδύονται τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, τὰ μὴ φοιτῶντα εἰς σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τὸν τετραετῆ μόνον κύκλον θὰ περιλαμβάνωσι τὰ γραμματεῖα, αὐτὸν δὲ καὶ τὸν ἀνώτερον τριετῆ κύκλον τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἐν οἷς θὰ διδάσκωσι δημοδιδάσκαλοι. Ἐντεῦθεν συνάγεται, ὅτι ἡ ἑπταετὴς δημοτικὴ ἐκπαίδευσις θὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἐπὶ τῶν τελευταίων τούτων σχολείων, ἡ δὲ τετραετὴς ἐπὶ τῶν γραμματείων. Καθορίζονται ἀκριβέστερον αἱ τρεῖς βάσεις τῆς συστάσεως καὶ διαβαθμολογήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἤτοι ἡ ἐπίσημος ἀπογραφὴ τοῦ Κράτους μὲ τὸ ⅛ τῶν κατοίκων, ὡς μαθητῶν, ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἀριθμοῦ τούτων ἐν ἑκάστῳ σχολείῳ κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καὶ τὸ πλησιόχωρον τῶν παροικιῶν καὶ συνοικισμῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ οὕτω πως ἐξευρισκομένου ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν θὰ συνιστῶνται καὶ διαβαθμολογῶνται τὰ σχολεῖα. Τοιουτοτρόπως ἐπὶ 20–35 μαθητῶν θὰ ἔχωμεν δευτεροβάθμια καὶ ἐπὶ 36–50 πρωτοβάθμια γραμματεῖα· ἐπὶ 51–65 δευτεροβάθμια καὶ ἐπὶ 66–80 μαθητῶν πρωτοβάθμια μονοτάξια δημοτικὰ σχολεῖα· ἐπὶ 81–150 διτάξια, ἐπὶ 151–200 τριτάξια, ἐπὶ 201–250 τετρατάξια, ἐπὶ 251–300 πεντατάξια ἐπὶ 301–350 ἑξατάξια, καὶ ἐπὶ 351 μαθητῶν καὶ ἄνω ἑπτατάξια ἢ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα. Τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια θὰ δικαιῶνται ἐντὸς δέκα καὶ πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κενώσεως ἢ τῆς ἱδρύσεως νέας θέσεως διδασκάλου νὰ προτείνωσιν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὸν διοριστέον εἰς αὐτήν. Ληξάσης τῆς προθεσμίας ταύτης, ἢ προταθέντος ὑπὸ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διδασκάλου μὴ κεκτημένου τὰ νόμιμα προσόντα, προτείνει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὸν διοριστέον. Καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ τὸν προτεινόμενον. Πάντες οἱ δῆμοι οἱ μὴ αὐτάρκεις διὰ τὴν εἰσφορὰν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποχρεοῦνται νὰ αὐξήσωσι τοὺς φόρους των κατὰ 1%. Οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δημοδιδάσκαλοι, οἱ μὴ θέλοντες νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς περὶ ἐξετάσεων διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διατηροῦσι τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν των. Καθ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐπαρκεῖ, διορίζονται μὲ τὸν βαθμὸν καὶ μισθόν των καὶ εἰς σχολεῖα μὲ μαθητὰς κάτω τῶν 50, ὅτε ὅμως τὰ γραμματεῖα μεταβάλλονται εἰς δημοτικὰ σχολεῖα. Εἰς τὰ ἡμιημερήσια σχολεῖα διορίζονται μόνον δημοδιδάσκαλοι, καὶ δὴ μὲ ἐπιμίσθιον 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Τοιαῦται εἶναι ἐν κεφαλαίῳ αἱ κυριώτεραι μεταβολαί, αἱ ἐπερχόμεναι εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§29Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, παρακαλῶ, καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ ὁ νόμος τοῦ 1895.
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, ὁμοῦ δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ οἱ τρεῖς νόμοι, οἱ μεταρρυθμίζοντες ἢ συμπληροῦντες αὐτόν, προσέτι δὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν λήγοντος τοῦ ἔτους 1897 ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καὶ ἓν μακρὸν νομοσχέδιον, συνταχθὲν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῇ συνεργασίᾳ τῶν νομαρχιακῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῶν προκατόχων μου Ὑπουργῶν κ. κ. Παναγιωτοπούλου καὶ Μομφερράτου. Οὕτω θὰ ἦναι ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ φωτισθῇ κάλλιον καὶ νὰ κρίνῃ μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου μου καὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἄλλων.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, σελ. 916–1030). Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Πετρίδης κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπερώτησιν ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν δι’ ἀντικείμενα τῆς ὑπηρεσίας του. Πολλαὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ πρώτου ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 436–446).
§32Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὑπείκων εἰς δικαίαν ἀξίωσιν τῶν συμπολιτῶν μου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταύτην, διαβιβαζομένην παρ’ ἐμοῦ. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν νόμον περὶ καπνοῦ, αἱ ἄδειαι ἐκδίδονται παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἀλλ’ εἰς τινας ἐπαρχίας καθίσταται δύσκολος ἡ παροχὴ τοιούτων ἀδειῶν, ὁπόταν ἡ κατοικία τῶν ἐμπόρων ἦναι σχετικῶς μακρὰν τοῦ μέρους, ἔνθα παραμένει ὁ ἔφορος· ἀλλὰ πολλάκις καὶ χωρὶς νὰ ἦναι μακρὰν, αἱ ἑκάστοτε μεταβάσεις τῶν ἐμπόρων εἰς τὰς πρωτευούσας, ὅπως λαμβάνωσι τὴν ἀπαιτουμένην ἄδειαν, ἐπάγουσιν εἰς αὐτοὺς μεγάλας δυσχερείας. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην Ὑπάτης ἡ παροχὴ τοιούτων ἀδειῶν διὰ τοὺς ἐμπόρους τῆς κωμοπόλεως Ὑπάτης. Δικαιολογεῖται δὲ ἡ τοιαύτη αἴτησις ἡμῶν, διότι ὁ δῆμος Ὑπάτης παράγει μεγάλας ποσότητας καπνοῦ. Δευτέραν σύστασιν, σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ, ἔχω τὴν ἑξῆς, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω ὡσαύτως τόν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καθόσον νομίζω, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ διευκολυνθῇ μεγάλως καὶ ἡ ἐμπορία τοῦ καπνοῦ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ν’ ἀποφασίσῃ τὴν σύστασιν ἐργοστασίου κοπῆς καπνοῦ ἐν Στυλίδι, καπνοῦ δηλαδὴ οὐχὶ πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ πρὸς ἐξαγωγήν. Ὡς γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος παράγει καὶ καπνὸν τελευταίας ποιότητος, ὁ ὁποῖος καταναλίσκεται μόνον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὁπόταν κατορθωθῇ ὁ καπνὸς αὐτὸς νὰ ἐξάγηται κεκομμένος, ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ θὰ ἦναι μεγαλειτέρα. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεμίαν ζημίαν πρόκειται νὰ ἔχῃ ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον, διότι αἱ δαπάναι θὰ καλύπτωνται ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ καπνοῦ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀποφασίσῃ—καὶ παρακαλῶ αὐτὸν ν’ ἀποφασίσῃ— τὴν σύστασιν καπνοκοπτηρίου ἐν Στυλίδι.
§33Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη μέχρι σήμερον νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 2 Ἰουνίου, ἕνεκα λόγων ἀνωτέρων, διότι ἡ σχετικὴ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ὑπὸ ἀνάκρισιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραληφθῶσιν ἐκεῖθεν τὰ ἔγγραφα, εἶμαι ὑποχρεωμένος, λέγω, νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, σχετικὰς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνεκίνησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι μόνον διότι ἀπὸ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Λεβίδου θεωρῶ τὸ ζήτημα προσωπικὸν, ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διατρέξαντα κατὰ τε τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων, διότι ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ὁ ἀγορεύσας τότε παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα. Ἡ κατὰ τὴν 1 Ἰουνίου εὔγλωττος, προκλητικὴ καὶ αἰνιγματώδης ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου μοὶ ἐπροξένησεν, ὁμολογῶ, βαθεῖαν αἴσθησιν, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς προεκάλει πάντα, καὶ τὸν ἔχοντα μάλιστα γιγάντιον ἀνάστημα, νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρ’ αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, λίαν τεχνηέντως προσεπάθει νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε, καὶ ἐζήτει τοιαύτην ἐκεῖθεν, ὁπόθεν ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης δὲν ἐπιτρέπει νὰ ζητῶνται εὐθῦναι. Καὶ δὲν ἠγνόει βεβαίως τοὺς συνταγματικοὺς ἡμῶν θεσμοὺς ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλ’ ἔπραττε τοῦτο διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἴσως ἐξάπτων καὶ διατηρῶν τὸ αἴσθημα τῆς κοινῆς γνώμης, τῶν συμπολιτῶν του, ὅλον πρὸ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7 Φεβρουαρίου, καὶ διὰ νὰ ἐπιδεικνύηται ὡς τὰ ἀγαθὰ πράττων καὶ περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων μεριμνῶν, καὶ ὅτι αὐτὸς κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον οὐδεμίαν εὐθύνην ἔφερεν, ὑπερηφανευόμενος μάλιστα, ὅτι αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὸν ἀτυχῆ καὶ καταστρεπτικὸν πόλεμον ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, τὰ πάντα κατεργασάμενος, καὶ τὸν στόλον ἕτοιμον ἐντελῶς πρὸς πάντα ἐπιθετικὸν καὶ ἀμυντικὸν πόλεμον παρεσκευασμένον ἐξαποστείλας. Ἡ εὔγλωττος λοιπὸν ἐκείνη ὁμιλία τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ καὶ πρώην Ὑπουργοῦ, μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσω τὴν 2 Ἰουνίου πληροφορίας τινὰς παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κ. πρώην καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λαβὼν ἀφορμὴν, παρεξήγησε τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, καὶ εἶπεν ὅσα ἐν νευρικῇ ταραχῇ εἶπε κατ’ ἐμοῦ, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἐγὼ δὲν ἐνήργησα αὐτοβούλως, καὶ ὅτι εἶχον ἐμπάθειαν κατ’ αὐτοῦ, διότι, ὡς αὐτὸς ἰσχυρίσθη, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αἴτησίν μου περὶ μεταθέσεως ναύτου τινός. Ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὴν ὑπουργίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἐτύγχανον Βουλευτής, οὐδέποτε τὸν εἶδον, ἀλλ’ ὑπῆρξε περίστασις, ἧς κατόπιν ἐμνήσθην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγραψα εἰς αὐτὸν μίαν ἢ δύο ἐπιστολὰς, περιστρεφομένας εἰς τὸ ἑξῆς. Ὁ πρωτότοκος υἱός μου, εὑρισκόμενος ἐν Γερμανίᾳ, ἐκληρώθη καὶ ἦτο ὑπόχρεως νὰ προσέλθῃ τὴν 1 Μαρτίου 1897, ἵνα ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ ναυτικόν. Εὐθὺς ὡς ἤρχισαν αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τῆς πατρίδος, καὶ πρὸ τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, ἔσπευσε νὰ προσέλθῃ ἐκ Γερμανίας, καὶ μὴ θελήσας οὔτε αὐτὸς οὔτε ἐγὼ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπαλλαγῆς, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃ εἴχομεν δικαίωμα, παρουσιάσθη τὴν 1 Φεβρουαρίου εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἐζήτησε νὰ καταταχθῇ· δὲν τὸν ἐδέχθησαν ὅμως, διότι, κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, οἱ κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς ἐκείνης ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῶσι τὴν 1 Μαρτίου. Πράγματι τὴν 1 Μαρτίου προσῆλθεν ἐκ νέου, ἀλλὰ παρῆλθεν ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος, χωρὶς ὄχι μόνον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ ἕτεροι 3000 ναῦται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν πόλεμον, διότι δὲν ἤθελον οἱ ἁρμόδιοι οὔτε νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ καταταχθῶσι, καὶ ἑπομένως οὔτε τοὺς ἐτροφοδότουν, οὔτε τοὺς ἐξεγύμναζον. Λαβὼν γνῶσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐβιάσθην νὰ γράψω ἐπιστολὴν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐκ Θήρας, ὅπου διέμενον, διὰ τῆς ὁποίας τῷ ἔλεγον, ὅτι «καλὸν εἶναι, τοὺς κληρωτοὺς καὶ ἐπιστράτους αὐτοὺς εἴτε νὰ τοὺς ἀπολύσητε, εἴτε νὰ τοὺς δεχθῆτε εἰς κατάταξιν καὶ τοὺς ἐκγυμνάσητε». Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ θὰ εἶχον ἐμπάθειάν τινα κατ’ αὐτοῦ. Ἡ ἐπερώτησίς μου, ἡ γενομένη τὴν 2 Ἰουνίου, περιστρέφεται εἰς τὰ ἑξῆς: «Πόσοι τόννοι γαιανθράκων ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας κατὰ τὸν πόλεμον κλπ.» Διότι ἤθελον διὰ τούτων ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν ὁ κατηγορῶν ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ναυτικὸν τῆς Πατρίδος καὶ θεωρῶν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡμῶν ἀξίους τουφεκισμοῦ πρώην Ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον, ἢ αὐτὸς οὗτος ἐγένετο παραίτιος, ἐκ τῆς ἀνικανότητός του, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, νὰ δυσφημισθῇ καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, καὶ πρὸς δικαιολόγησίν του προσπαθεῖ παντοῦ καὶ πάντοτε νὰ ὑβρίζῃ καὶ ἐξευτελίζῃ τὸ ναυτικόν. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως ἐγὼ ἔχω, γνωρίζω τὰ ἑξῆς· ὅτι τὴν 1 Μαρτίου 1897 εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου ἐν Πειραιεῖ ὑπῆρχον 19 τόννοι γαιανθράκων, εἰς τὰς ἀποθήκας Χαλκίδος 24, εἰς τὰς ἀποθήκας Βόλου 600 περίπου (κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου 1896), καὶ εἰς τὰς ἀποθήκας Κερκύρας 259. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ γαιάνθρακες, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου τὴν 1 Μαρτίου. Ὥστε ἤμεθα ἕτοιμοι καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ κάμωμεν πόλεμον, ἀφοῦ μάλιστα πρὸ δύο μηνῶν ὁ στόλος ἡμῶν εἶχε κινηθῆ πρὸς τὰ παράλια τῆς Κρήτης, καὶ τὰ πράγματα τὰ πολεμικὰ ἦσαν ἐνδεδειγμένα. Περὶ τούτου ἐγένετο ἡ πρώτη ἐπερώτησίς μου. Ἡ δευτέρα ἐπερώτησίς μου εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Πόσοι τόννοι ἠγοράσθησαν ἐκ Πειραιῶς, παρὰ τίνων ἐμπόρων καὶ ἀντὶ ποίου τιμήματος, καὶ ἐκ τίνος μέρους τῆς Ἀγγλίας ἦσαν». Οἱ γαιάνθρακες, Κύριοι, οἱ ἀγορασθέντες ἐκ Πειραιῶς, ἦτο ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἀπὸ ποίους ἠγοράσθησαν, πότε ἠγοράσθησαν, ποίας ποιότητος ἦσαν, καὶ πόσοι κατὰ ποσότητα παρεδίδοντο. Ἐζήτησα συγχρόνως καὶ μίαν δικογραφίαν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν δίκην τοῦ τότε κατηγορηθέντος ἀνθρακέμπορου κ. Φραγκοπούλου. Ἐκ τῆς δικογραφίας ἐκείνης ἀπεδείχθη βεβαίως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐνήργησε μετὰ μεγίστης δραστηριότητος, ὅπως ὁ ἐν λόγῳ ἀνθρακέμπορος τιμωρηθῇ, καὶ ἀπέστελλε διαταγὰς καθ’ ἑκάστην πρὸς τοὺς ἀνακριτὰς καὶ Εἰσαγγελεῖς, ἵνα μετὰ μεγάλης δραστηριότητος ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα· κατὰ τοῦτο δ’ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ τότε Ὑπουργός. Ἀλλὰ ποῖον ζήτημα ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ; Ὁ ἔμπορος ἐπώλησε τοὺς ἄνθρακάς του, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου, ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον, παρέστησαν εἰς τὴν ζύγισιν, συνέκριναν τὰς πλάστιγγας τοῦ ἐμπόρου καὶ τοῦ τελωνείου, καὶ εὗρον αὐτὰς ἀκριβεῖς καὶ ὀρθὰς, ὥρισαν δὲ 16 ζεμπίλια τὸν τόννον. Ὅτε ὅμως παρελάμβανον τὰ ἱστιοφόρα τοὺς γαιάνθρακας, καὶ προσεκλήθησαν οἱ πλοίαρχοι νὰ ὑπογράψωσι τὰς φορτωτικὰς, ἀμέσως ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπογράψῃ ὁ πλοίαρχος, ὅτι παρέλαβε π. χ. 250 τόννους γαιανθράκων, ἐνῷ τὸ πλοῖόν του ἔχει χωρητικότητα μόνον 150 τόννων, καὶ ἀκόμη μάλιστα δὲν εἶχε τὸ πλοῖον παραλάβει ὁλόκληρον τὸ φορτίον του;
§34Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχητε εἴπει πρὸ πολλοῦ.
§35Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Λέγω ταῦτα σήμερον μόνον, διότι ἀνέμενον τὰς πληροφορίας. Βιάζομαι δὲ σήμερον νὰ τὰ εἴπω, διότι ἐνηργήθη ἀνάκρισις περὶ ἀγορᾶς μεγάλων ποσοτήτων ἀνθράκων, καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὰ μάθῃ, ἵνα μὴ πάθῃ κατὰ τὴν δίκην αὐτὴν ὅ,τι εἶχε πάθει ὁ κ. Μπούμπουλης κατὰ τὸ 1882, ὅτε, προκειμένου νὰ ἐκφορτωθῇ φορτίον γαιανθράκων 3,000 τόννων ἐν Κερκύρᾳ, εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐκφόρτωσιν ὁ ἐν Κερκύρᾳ ἰδιοκτήτης φορτηγίδων Σπυρίδων Δεμπονέρας καὶ ἤρχισε τὴν ἐκφόρτωσιν ταύτην, ἀλλ’ ἐνῷ εἶχε παραλάβει ἀπὸ τοῦ πλοίου καὶ ἐκφορτώσει 1500 τόννους γαιανθράκων ἐκ τῶν συμπεφωνημένων πρὸς ἐκφόρτωσιν 3,000, ὁ πλοίαρχος τοῦ ἐκφορτώνοντος ἀγγλικοῦ πλοίου τῷ παραγγέλλει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον φορτίον. Ὁ ἰδιοκτήτης ὅμως τῶν φορτηγίδων σπεύδει εἰς τὸ ἀτμόπλοιον καὶ λέγει πρὸς τὸν πλοίαρχον: «Πῶς εἶναι δυνατόν! Ἐγὼ ἔχω συμφωνίαν καὶ διαταγὴν νὰ ἐκφορτώσω 3,000 τόννους, καὶ σεῖς μοὶ παραγγέλλετε, ὅτι ἐξηντλήθη τὸ φορτίον μὲ τοὺς 1500!» Ὁ πλοίαρχος ἀπαντᾷ: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλο φορτίον. Εἶδον πολλοὺς κλέπτας, ἀλλὰ σἄν τοὺς ἰδικούς σας δὲν εἶδον ἄλλους»! Διότι ὁ πλοίαρχος μὲ τὸν λιμενάρχην συνεφώνησαν, καὶ ὁ μὲν λιμενάρχης ἐπληρώθη 10 δραχ. τὸν τόννον διὰ τοὺς ἄλλους 1500 τόννους, ὁ δὲ πλοίαρχος ἀναχωρήσας ἐπώλησε τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς 30 δρ. τὸν τόννον εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἐγὼ τότε, πληροφορηθεὶς τὰ διατρέξαντα, ἔσπευσα νὰ ἔλθω εἰς Ἀθήνας, καὶ ἀνέφερα ταῦτα εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν, προσκομίσας καὶ κατάλογον 20 μαρτύρων, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἀκούσας με ἔσυρε τὰ μαλλιά του, διότι ἀκριβῶς πρὸ δύο ἡμερῶν εἶχεν ἀθῳωθῆ ἀπὸ τὸ Ναυτοδικεῖον ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐνεργήσει τὴν μεγάλην ἐκείνην κατάχρησιν! Ἐξ αὐτῶν τῶν περιστάσεων καὶ ἄλλων ὁμοίων λαβὼν ἀφορμὴν, συνέταξα νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οἱ καταχρώμενοι τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, δικάζονται ἀπὸ δικαστήριον εἰδικὸν ἐκ πολιτῶν, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Ναυτοδικεῖον.
§36Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς.
§37Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καὶ περὶ τούτου βεβαίως δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια. Καὶ κατὰ τὴν περίστασιν τῶν γαιανθράκων Φραγκοπούλου τὰ αὐτὰ διέπραξαν περίπου οἱ τεταγμένοι εἰς τὴν παραλαβὴν τῶν γαιανθράκων, καὶ ἐνῷ ὤφειλον νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἐγένετο ἡ κατάχρησις αὕτη, αὐτοὶ εὗρον εὐκολωτέραν λύσιν νὰ σφραγίσουν τὰ ἀμπάρια ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ, καὶ οἱ πλοίαρχοι νὰ ἦναι ἀνεύθυνοι.
§38ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ὑπέγραψαν οἱ πλοίαρχοι διὰ περισσότερα;
§39Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Οἱ πλοίαρχοι ὑπέγραψαν μὲ τὸ «λέγει νὰ ἦναι»· δηλ. ὅτι δὲν φέρουσιν εὐθύνην, καὶ ἂν δὲν ἦναι τὸ φορτίον σωστὸν, δὲν φέρουσιν εὐθύνην διὰ τὸ ποσόν. Ἐν τῷ μεταξὺ εἷς Κύριος ἐκ Πειραιῶς ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ διὰ τεσσάρων ἀναφορῶν του ἀνέφερε τὰ διατρέξαντα καὶ κατήγγειλε τὸν ἔμπορον· ἀλλ’ ὁ ἔμπορος τοῦ Πειραιῶς οὔτε ἦτο παρὼν, οὔτε παρέδωκε τίποτε· οἱ ὑπάλληλοί του παρέδιδον τοὺς γαιάνθρακας, καὶ ἀφοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Λιμεναρχείου εἶχον ὁρίσει εἰς 16 ζεμπίλια τὸν τόννον, ἀντὶ τῶν πραγματικῶν 20–22, οἱ παραλαμβάνοντες ἀξιωματικοὶ ἢ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ δὲν ἐφρόντισαν, καὶ κατόπιν μάλιστα τῶν διαμαρτυριῶν τῶν πλοιάρχων, ὅτι δὲν παρεδόθη τὸ ποσὸν τῆς χωρητικότητος τῶν πλοίων των, δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἀναφέρωσι περὶ τούτου οὔτε αὐτοὶ, οὔτε ὁ λιμενάρχης προϊστάμενος αὐτῶν, ὅστις ἠρκέσθη μόνον νὰ σφραγίσῃ τὰ πλοῖα!
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι ἦσαν οἱ παραλαμβάνοντες;
§41ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παραλῆπται ἦσαν οἱ Κοκκώνης καὶ Ἀράπης, ὁ δὲ παραβαλὼν τὰς πλάστιγγας Φραγκοπούλου ἦτο ὁ γραμματεὺς τοῦ Λιμεναρχείου Πυρπασόπουλος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἅμα ὡς ἔλαβε τὰς ἀναφορὰς κατὰ τοῦ ἐμπόρου Φραγκοπούλου, ἐνήργησεν ὅ,τι ἔπρεπε, καὶ μετὰ δραστηριότητος μάλιστα, μετὰ τῆς ὁποίας θὰ ηὐχόμην νὰ ἐνήργει καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρακοπώλας. Ὁ Φραγκόπουλος, δικασθεὶς, ἠθωώθη· καὶ βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἀθωωθῇ, διότι ὁ ἔμπορος αὐτὸς εἶπε πρὸς τὸ Δημόσιον: «ἐγὼ δὲν παρέδωκα· οἱ ὑπάλληλοί μου παρέδιδον, καὶ οἱ ἰδικοί σου παρελάμβανον». Εὐτυχῶς τὸ Δημόσιον δὲν ὑπέστη ἐκ τῆς ἀγορᾶς ταύτης ζημίαν, διότι ὁ Φραγκόπουλος ἐπληρώθη μόνον δι’ ὅσα παρέδωκε. Σημειωτέον δὲ, ὅτι κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀνθράκων τοῦ Φραγκοπούλου ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε τὴν ποιότητα, καὶ εὗρεν, ὅτι ἦσαν πρώτης ποιότητος· τοῦτο ἐγίνετο καὶ ὅταν ἀπὸ ἄλλας ἀποθήκας ἠγοράζοντο ἄνθρακες, ὡς παρὰ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ἀγελάστου, ὁ ὁποῖος εἶχε προμήθειαν ἀνθράκων πρώτης ποιότητος, διότι εἶχε συμβληθῆ μὲ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὸν στόλον αὐτῆς πρώτης ποιότητος ἄνθρακας. Πράγματι δὲ ἡ ἐπιτροπὴ μετέβη εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε κάμει ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο ἡ πώλησις γαιανθράκων, ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης· ἑπομένως ὁ κ. Ἀγέλαστος προσῆλθε καὶ εἶπεν: «Ἀφοῦ θέλετε τοὺς γαιάνθρακάς μου, ἀγοράσατέ τους». Ἔλαβε διαταγὰς νὰ δώσῃ χιλίους τόννους, ἀλλ’ ἀφοῦ παρελήφθη τὸ ποσὸν τοῦτο, τῷ ἀνηγγέλθη, ὅτι ἀγοράζουσι καὶ σκόνιν, τὴν ὁποίαν ἀναμιγνύουν μὲ τοὺς γαιάνθρακάς του· τότε ὁ ἔμπορος εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναμιχθῶσι μετὰ τῶν ἰδικῶν του γαιανθράκων ἄλλαι ὕλαι, διότι θὰ εὕρῃ δυσκολίας κατὰ τὴν πληρωμὴν, καὶ μόνον τότε τὰ πλοῖα παρέλαβον παρὰ τοῦ κ. Ἀγελάστου αὐτούσιον τὸ ποσὸν τῶν χιλίων τόννων. Ἀλλ’ ἐνῷ περιέμενεν ὁ ἔμπορος νὰ ἀγορασθῇ παρ’ αὐτοῦ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἀποθηκῶν του, ἐκ 3,000 περίπου τόννων, ὕστερον ἀπὸ τόσην ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, αἰφνιδίως ἠγοράσθησαν μόνον 1000 τόννοι, πρὸς 37½ δραχ. ὁ τόννος, ἐνῷ παρ’ ἄλλων ἐμπόρων ἠγόρασαν πρὸς 47 δραχμὰς 4,000 τόννους σκόνιν. Πῶς δ’ ἠγοράσθησαν καὶ διὰ τίνων ἐπιτροπῶν; Οἱ ἀδελφοὶ Φραγκούλη παρουσιάσθησαν νὰ πωλήσουν γαιάνθρακας, μία δὲ ἐπιτροπὴ ἐζήτασε τὰς πρώτας παραδόσεις αὐτῶν, ὅπως ἐζήτασε καὶ τὰς τῶν ἄλλων ἐμπόρων Πειραιῶς· ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Φραγκούλη παρουσιάζεται μία ἰδιαιτέρα εὔνοια ἐκ μέρους τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, ἀνεξήγητος κατ’ ἐμέ. Μένει ἤδη εἰς ὑμᾶς κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κρίνητε περὶ τῶν ἐκτεθέντων. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐκφέρω γνώμην. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι φορτίον ἐκ 2,700 περίπου τόννων, τὸ ὁποῖον ἤναψεν ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ τῆς μεταφορᾶς, ἠγοράσθη δυνάμει ὑπουργικῆς διαταγῆς, ἐχούσης περίπου οὕτω: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄρθρα, ἀλλὰ καὶ ἔχοντες ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἀνθρακεύσωσι τὰ πλοῖα, ἀγοράσατε πρὸς 47 δραχμὰς τὸν τόννον». Χωρὶς ἐπιτροπὴν, χωρὶς ἔρευναν, καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς ἐπώλουν πρὸς 37,50!
§42ΠΕΡΡΟΣ. Ἐπωλεῖτο καὶ εἰς κατωτέρας τιμάς;
§43ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Βεβαίως. Τοὺς πρώτης ποιότητος γαιάνθρακας ἔδιδεν ὁ Φεράλδης πρὸς 37 δραχμάς· ὡσαύτως ὁ Ἐμπειρῖκος πρὸς 37 δραχμὰς, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶχε διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἀτμοπλοίων του, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τοὺς παραδώσῃ μὲ τὰς τιμὰς, εἰς ἃς τοὺς ἠγόρασε· προσέθηκε μάλιστα, ὅτι, ἐπειδὴ περιέμενε τὸ ἀτμόπλοιόν του μὲ 5,000 τόννους, ἐζήτησε ποῦ θέλουν νὰ τοὺς μεταφέρῃ, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκφορτώσεων, ναύλων κλπ. Ἀλλὰ δὲν ἠγόρασαν παρ’ αὐτοῦ οὔτε μίαν ὀκᾶν! Ἐρχόμεθα εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Φραγκούλη. Τὸ φορτίον, τὸ ὁποῖον ἐπώλησαν, εἶχε κατὰ τὸν πλοῦν ἀνάψει, διότι ἦτο ἀναμεμιγμένον μὲ χῶμα, καὶ, ὡς γνωστὸν, ὑπάρχουσιν εἴδη καρβούνων, ἅτινα, μὴ ὄντα καθαρὰ, καὶ βρεχόμενα, ἀναφλέγονται. Αὐτὸ δὲ τὸ φορτίον ἠγοράσθη ἄνευ ἐπιτροπῆς ἀντὶ δραχμῶν 47 τὸν τόννον· τὸ φορτίον δὲ αὐτὸ εἶχον ἀγοράσει οἱ ἀδελφοὶ Φραγκούλη συνεταιρικῶς μετά τινος ἄλλου πρὸ 5 ἡμερῶν ἀντὶ δρ. 19 τὸν τόννον, ὡς ἔμαθον! Ἐξετάσας δὲ περὶ τῶν σχέσεων ἐμπόρων καὶ Ὑπουργοῦ, ἔμαθον ὅτι ὡς συνέταιρος τῶν ἀδελφῶν Φραγκούλη ἐλέγετο ἀδελφός τις τοῦ Ὑπουργοῦ· εἶχον δὲ ἀγοράσει, ὡς εἶπον, τὸ φορτίον τοῦτο παρὰ τρίτου, ἀγοράσαντος αὐτὸ πρὸς 16 δραχμὰς, ἀντὶ 19 δρ. καὶ τὸ ἐπώλησαν 47. Ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς ταύτης, ὡς εἶπον, δὲν ὑπῆρχεν ἐπιτροπὴ, οὐδ’ ἐγένετο ἐξέλεγξις τῆς ποιότητος παρ’ οὐδενὸς, καίτοι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐχρειάζετο ἢ δύο τὸ πολὺ ὥρας διὰ νὰ τὸ ἐξελέγξῃ. Περὶ τούτου ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας, — διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν μοὶ ἔδωσε τοιαύτας, — τὰς ἑξῆς. Ἡμέραν τινὰ, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ καταγγελίᾳ, ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἐφορτώνοντο ἐλλιπῶς, ὁ τότε Ὑπουργὸς πράγματι ἀπέστειλεν ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του εἰς Πειραιᾶ, ἵνα ἐπιβλέψῃ τὴν φόρτωσιν, ὡς δὲ μὲ ἐπληροφόρησεν Εἰσαγγελεύς τις, εἰς ὃν δίδω πλήρη πίστιν, εὐθὺς ὡς ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπεβιβάσθη εἴς τινα λέμβον, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸ φορτωνόμενον πλοῖον, συλλαμβάνεται παρ’ ἀστυφύλακός τινος καὶ μεταφέρεται εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Πειραιῶς καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ τῶν Ἀθηνῶν, μάτην διαμαρτυρόμενος ὅτι ἔχει ἔκτακτον ἀποστολήν· τὴν ἑπομένην δὲ ἡμέραν προσάγεται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ ἐκδόντος τὸ ἔνταλμα συλλήψεως δῆθεν, καὶ ὁ ἀνακριτὴς τῷ λέγει: «Λάθος ἐγένετο· δὲν εἶσαι σὺ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ζητῶ». Περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος δὲν ἔχω ἀπόδειξιν (ἡ Κυβέρνησις ὅμως δύναται νὰ τὴν ἀνεύρῃ), ἀλλὰ δίδω πίστιν εἰς τὴν πληροφορίαν, ἣν μοὶ ἔδωκεν Εἰσαγγελεὺς ἐν ἐνεργείᾳ...
§44Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ποῖος εἶναι; Εἰπέτε τὸ ὄνομά του, διότι ὅσα λέγετε δὲν θὰ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως.
§45ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ νῦν Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως κ. Ἀντωνιάδης. Διατὶ ἡ ἐσπευσμένη αὕτη ἐνέργεια τοῦ τότε Ὑπουργοῦ καὶ ἡ μὴ ἀποστολὴ ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπιθεωρήσῃ τοὺς γαιάνθρακας τοὺς βεβλαμμένους καὶ ἀχρήστους, ἀφοῦ μάλιστα πρὸς μετάβασιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς Πειραιᾶ δὲν ἐχρειάζοντο παρὰ δύο τὸ πολὺ ὧραι;—διότι, ὡς γνωστόν, ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι μεγάλη. —Τί συμβαίνει λοιπὸν ἐδῶ; Νὰ ἀποδώσωμεν τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργόν; Ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι ἐξ ἰδιοτελείας ἔπραξε τοῦτο ὁ Ὑπουργός· ἔχω ὅμως ὑπόνοιαν, ὅτι ἢ οἱ περὶ αὐτὸν διέπραξαν τοῦτο ἢ οἱ τοῦ Λιμεναρχείου, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ ἀγορὰ τῶν γαιανθράκων διὰ μεσιτῶν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ λιμενάρχου Πειραιῶς. Ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι ἓν πλοῖον ἐφόρτωσε γαιάνθρακας χωρὶς νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἕρμα. Ἐπίσης, ὅτι ἀτμόπλοιόν τι φορτῶσαν 1000 τόννους ἀπεβίβασε μόνον 750, ἤτοι 25% ὀλιγωτέρους. Ὅλα αὐτὰ εἶναι γνωστὰ ὄχι μόνον εἰς πάντας ἐν Πειραιεῖ, ἀλλ’ ἴσως καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ κ. Δαμιανός· δὲν ἔχω ὅμως ἐνταῦθα τὴν δικογραφίαν, διότι εὑρίσκεται εἰσέτι εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν τίνι τρόπῳ ἐνεργοῦνται παρὰ τοῦ Δημοσίου αἱ ἀγοραὶ τῶν γαιανθράκων· γίνεται ἰδιωτικὴ δημοπρασία, ἀλλὰ παρεμφερὴς πρὸς τὴν δημοσίαν, διότι οἱ ἀνθρακέμποροι προσφέρουσι τιμὰς, αἱ ὁποῖαι διαφέρουσι μεταξύ των, καθὸ ἰδιαιτέρως λαμβανόμεναι. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀχρήστων γαιανθράκων, ἀλλ’ ἠγόρασαν γαιάνθρακας ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Φραγκούλη, ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως, περὶ τοὺς 2,500 τόννους ἀχρήστους, ἐνῷ εἰς τὰς προηγουμένας ἀγορὰς ἐξητάζετο καὶ ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων τοῦ ἐμπόρου τούτου. Τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ ἰδιαιτέρων ἀτμοπλοίων καὶ ναυλώσεων ἱστιοφόρων θεωρῶ περιττὴν, διότι πολλὰ ἱστιοφόρα μετέφερον γαιάνθρακας, καὶ διὰ τὰς ναυλώσεις ταύτας δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι πλέον τῶν εἰρημένων.
§46ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε ὅτι ἓν ἀτμόπλοιον εἶχε κάρβουνον, τὸ ὁποῖον ἤναψεν. Ἀλλὰ τοιοῦτον κάρβουνον εἶναι ἄχρηστον.
§47ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Βεβαίως, εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον, καὶ μόνον ἀναμιγνυόμενον ἐνίοτε μετὰ καλῆς ποιότητος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ. Ἀλλὰ ποία ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων τῶν διὰ τὸν στόλον ἀγορασθέντων; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου ἐκ φυλλαδίων τυπωθέντων. Ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων ἐμπόρων τινῶν τοῦ Πειραιῶς, καὶ δὴ τῶν ἀδελφῶν Φραγκούλη, ἰδίᾳ τῆς τελευταίας ἀγορᾶς, ἦτο τοιαύτη, ἄχρηστος καὶ ἄνευ ἐπιτροπῆς ἀγορασθεῖσα, ὥστε νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν κίνησιν τῶν πλοίων κατὰ τὸν πόλεμον. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπίσημον ἀλληλλογραφίαν, ἐξ ἧς θὰ πληροφορηθῆτε, κύριοι Βουλευταί, κατὰ πόσον ὁ στόλος ἦτο ἕτοιμος πρὸς πόλεμον, καὶ ποία ἡ ποιότης τῶν ἀνθράκων, δι’ ὧν ἔμελλε νὰ κινηθῇ. «Ἀριθ. 344. Ἁλμυρὸς Κρήτης, 22 Φεβρουαρίου 1897. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀνάγκη ἀπόλυτος αὔριον ἑσπέρας γαιάνθρακες ἀφιχθῶσιν. Ἀργοπορία ἀφίξεως αὐτῶν ἐμβάλλει ἡμᾶς πολλὴν στενοχωρίαν. Μένομεν μὲ μόνον 45 τόννους. Εἰδοποιῶ ὅτι, ἐὰν αὔριον γαιάνθρακες δὲν ἀφιχθῶσιν, ἀναγκασθῶ καταπλεῦσαι Μῆλον· διότι ἄλλως τὸ πλοῖον καθίσταται ἀνίκανον νὰ κινηθῇ, καὶ ἐν κακοκαιρίᾳ θὰ κινδυνεύσῃ. Ἀπεκδύομαι δὲ πάσης εὐθύνης.» «Ἀριθ. 363. Φεβρουαρ. 24 1897. Ὅτε ἀπεφασίσθη ἀποστολὴ πλοίων Κρήτην, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέμενε ἀναχωρήσῃ «Ὕδρα» λίαν ἐνωρίς, 25 Ἰανουαρίου, μετὰ μιᾶς νυκτὸς παρασκευήν. Τὸ πλοῖον ἀνεχώρησεν ἄνευ ὕδατος διὰ τὴν μηχανὴν, καὶ, ὅπερ σπουδαιότατον ὅλων, μὲ ἡμιπεπληρωμένας τὰς ἀνθρακαποθήκας αὐτοῦ. Σημειοῦμεν ὅμως, ὅτι τὸ παραληφθὲν ποσὸν ἦτο σχεδὸν ἅπαν κόνις, συνεπῶς εἶναι ὡς νὰ παρελήφθη τὸ ἥμισυ ποσόν. Ἀναντιρρήτου ὄντος, ὅτι πρῶτος ὅρος τοῦ ἑτοιμοπολέμου πλοίου εἶναι νὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ κινηθῇ, εἶναι διὰ τοῦτο οἱ γαιάνθρακες ὄχι μικροτέρας τῶν πυρομαχικῶν σημασίας... Θεωρῶ ὅμως καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπέναντι τοιαύτης τῆς ὑπηρεσίας παραλείψεως ἐπὶ ζητήματος μεγίστης σημασίας, δυναμένου δὲ νὰ ἐκθέσῃ τὴν τιμὴν τῆς σημαίας.» Ἕτερον ἔγγραφον, τηλεγράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας Κ. Σαχτούρη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τῆς 15 Μαρτίου (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν τελευταίων ἀνθρακεύσεων τῆς Μοίρας ἀγόμεθα εἰς τὸ νὰ ὑποβάλωμεν σχετικῶς πρὸς τὸ εἶδος τῶν ἀποστελλομένων γαιανθράκων τὰς ἑξῆς πρὸς τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον σκέψεις ἡμῶν. Ὡς γνωστὸν, ἀρχῆθεν εἶχε προνοηθῆ νὰ γίνηται ὁ ἐφοδιασμὸς τῶν πλοίων τούτων διὰ γαιανθράκων briquettes, καὶ μόνον διὰ τοιούτων γαιανθράκων εἶναι δυνατὸν νὰ στοιβαχθῇ ἐν τοῖς λίαν στενοχώροις διαμερίσμασι τῶν γαιανθρακαποθηκῶν τῶν θωρηκτῶν τούτων ὁ προβλεπόμενος ἀριθμὸς τῶν 500 δι’ ἕκαστον τόνον. Δυστυχῶς ἀπό τινος τὰ θωρηκτὰ ἐφοδιάζονται καθ’ ὁλοκληρίαν πλέον διὰ κοινῶν γαιανθράκων Cardiff καὶ Newcastle. Ἐπιτραπήτω ἡμῖν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι, ἐὰν τὸ τοιοῦτον γίνεται χάριν οἰκονομίας, ἀπόδειξιν προηγουμένου μειονεκτήματος ἔχομεν ἐπαισθητὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀκτίνων τῆς ἐνεργείας μας, διότι κακῶς στοιβαζομένων τῶν ἀκανονίστου σχήματος γαιανθράκων, χωρεῖ φυσικῶς ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὀλιγώτερον ποσὸν, ἔχομεν δὲ ἀπώλειαν ταχύτητος σημαντικωτάτης, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθῇ σπουδαία πίεσις, ὅταν θερμαίνωμεν μὲ κόνιν, ἥτις φυσικῶς καταπίπτει διὰ μέσου τῶν ἐσχαρῶν, χωρὶς νὰ καῇ. Εἰς τοὺς ἐσχάτως δὲ προμηθευθέντας γαιάνθρακας ἡ ἀναλογία τῆς κόνεως ἦτο πολὺ μεγάλη. Παρεκτὸς δὲ τούτων εἶναι τοιοῦτος ὁ ἀναδιδόμενος ἐκ τῆς καπνοδόχου καπνὸς, τόσον μέλας καὶ πυκνὸς, ὥστε νὰ προαγγέλλῃ τὴν παρουσίαν τῶν πλοίων μας πολὺ πρὶν παρ’ ὅ,τι συμφέρον εἶναι νὰ γίνηται αὕτη. Ἄλλως τε, ἐὰν καλῶς ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα, ζημίαν μᾶλλον παρὰ ὠφέλειαν ἔχομεν· διότι ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς μεταξὺ τῶν δύο εἰδῶν γαιανθράκων ἀπόλλυται ἐξ ἑτέρου εἰς τὰ πρόσθετα ἔξοδα τῆς ἐκφορτώσεως καὶ φορτώσεως,—διότι μὲ briquettes γίνεται εὐκόλως καὶ διὰ τοῦ πληρώματος μας, ἄνευ προσθέτου ἀμοιβῆς, (οὕτω δὲ ἐκτελοῦμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην)—καὶ ἀπόλλυται προσέτι ἐκ τῆς χειρίστης πάντοτε ποιότητος τῶν κοινῶν γαιανθράκων, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν ἐργολάβων ἔχει πλῆρες στάδιον, ἐνῷ εἰς τὰ briguettes δὲν δύνανται μετ’ ἴσης εὐκολίας νὰ ἀναμίξωσι τὴν κόνιν, οὐ μόνον δὲ εὐθηνότερα εἶναι ἡ ἐκφόρτωσις καὶ φόρτωσις, ἀλλὰ καὶ ταχύτερον περαίνεται, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ καὶ ἐν πλῷ ἔτι εὐχερέστερον ἐκτελεστή. Ἐπὶ τέλους δὲ, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον στέρξῃ ἐφεξῆς νὰ προμηθεύηται briguettes, θ’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀνάγκης νὰ δαπανῶμεν διήμερον καὶ τριήμερον καθ’ ἑκάστην ἀνθράκευσιν, ὅπως ἀποκαθαίρωμεν τὰ πλοῖα ἐκ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, εἰς ἣν πάντοτε μετὰ τοιαύτην ἐργασίαν περιέρχονται. Τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ταύτας ὑποβάλλοντες, παρακαλοῦμεν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ γίνηται διὰ briguettes ὁ προσεχὴς ἐφοδιασμὸς τῶν πλοίων.» Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ ἀρχηγοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν: «Ἀριθ. 565. Σκίαθος, 16 Μαρτίου 1897. Λαβόντες ὑποψίαν, ὅτι τὰ, ὡς διὰ 552 τηλεγραφήματός μας ἀνεφέρομεν, ἐμφανισθέντα τορπιλλοβόλλα ἦσαν τουρκικὰ, κατεδιώξαμεν αὐτὰ διὰ τῶν ἡμετέρων μέχρι Σκύρου. Τὰ ἡμέτερα δὲν κατώρθωσαν νὰ καταφθάσωσι καὶ καταδιώξωσιν αὐτὰ, ἕνεκα τῆς αἰσχρᾶς ποιότητος τῶν γαιανθράκων, ἕνεκα τῆς ὁποίας οὔτε τὰ τορπιλλοβόλα οὔτε τὰ θωρηκτὰ δύνανται νὰ ἀναπτύξωσιν ἀπαιτουμένην ταχύτητα. Μόνον διὰ briguettes ἐπιτυγχάνεται αὕτη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ γείνῃ ἄμεσος ἐφοδιασμὸς διὰ briguettes. Ὁπλισμὸς καὶ ταχύτης εἶναι τὰ μόνα πλεονεκτήματα τῶν πλοίων μας καὶ ἐξ ἴσου ἀπαραίτητα εἰς παροῦσαν περίστασιν. Ἄλλως διαμαρτύρομαι, καὶ ἐπιρρίπτω τὴν εὐθύνην τοῦ μειονεκτήματος τούτου εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν ἀναλογεῖ τὸ φροντίζειν περὶ τῶν γαιανθράκων.» Ἔχω, Κύριοι, σωρείαν καὶ ἄλλων ἐγγράφων, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν, παραλείπω αὐτά. Λέγω μόνον, ὅτι τὸ ἥμισυ μόνον τῶν γαιανθράκων κατηναλίσκετο, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ, χωρὶς νὰ καῇ, ἀπερρίπτετο. Τοιαῦτα τὰ ἀφορῶντα τοὺς γαιάνθρακας. Ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔλεγεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ προσκομισθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, διότι δι’ αὐτῶν θὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῶν γαιανθράκων αὐτῶν πολλοὶ θὰ μουντζουρωθῶσι, πλὴν βεβαίως αὐτοῦ!
§48Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μικρὰν διακοπήν; Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον διαπραγματεύεσθε, τὸ εἴχετε προαναγγείλει πρὸ δύο μηνῶν, ἀλλὰ δὲν εἴχετε ὁρίσει ὅτι ἠθέλατε τὸ πραγματευθῆ μετὰ 60 ἡμέρας. Εἶναι δὲ παράδοξον, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ ἠθελήσατε νὰ πραγματευθῆτε καθ’ ἣν στιγμὴν λείπει ἀκριβῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἡμεῖς σᾶς ἀκούομεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν γνώμην. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράκλησιν, ἐὰν πρόκειται νὰ λήξῃ αὔριον ἡ Σύνοδος, νὰ τὴν παρατείνῃ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἀκόμη, διὰ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἀπαντήσῃ.
§49Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ εἴπω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι θεωρῶ καὶ προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Βουλευτής.
§50ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν σᾶς ἐδόθη ἄλλοτε εὐκαιρία νὰ λάβητε τὸν λόγον, παρὰ μόνον ἀπόψε, ὅτε λείπει ἐκεῖνος!
§51ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Σήμερον ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μόνος μου, καὶ εἶδον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προσκομισθῶσιν· ἐνόμισα ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν λήξουν αἱ ἐργασίαι. Ἐὰν ἦναι παρὼν ἢ ὄχι ὁ κ. Λεβίδης, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρών. Ἀλλ’ ὑμεῖς εἶσθε μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἅτινα θὰ σᾶς ἀποσταλῶσι, δύνασθε νὰ διαψεύσητε ὅσα λέγω, ἂν δὲν ἦναι ἀληθῆ.
§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν τελευταίαν ὥραν τῆς Συνόδου δὲν φέρουν τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν.
§53ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη καὶ περὶ τῆς δράσεως καὶ τῶν ἐνεργειῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ νὰ κάμω λόγον, ἵνα καταδειχθῇ ποῦ εὑρίσκεται τὸ δίκαιον...
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τυρνάβου νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀρκέσουν, ἵνα ἀναβάλητε δι’ ἄλλην στιγμὴν τὸ ζήτημα, διότι σήμερον εἶναι ἀπὼν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§55ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἐμέ· ἐγὼ δὲν προὐτιθέμην νὰ φωτίσω τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, διότι αὐτὸς εἶναι πεφωτισμένος, ἀλλὰ τὴν Βουλήν.
§56ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ αὔριον.
§57ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πότε θὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά; ποῦ θὰ τὰ εὕρῃ;
§58ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀπόψε δύναται νὰ τὰ ἴδῃ.
§59ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Χάριν ὑμῶν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ κάμητε αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐγώ.
§60ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶχον νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον, κατὰ τὴν γενικὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπιφυλαχθῶ τότε, διότι εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ ποῖοι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ἀπραξίας τοῦ στόλου· διότι ὁ στόλος δὲν ἔδρασε μὲν ὅπως ἔδει, ἀλλ’ ἂν δὲν ἔπαθε τουλάχιστον τίποτε, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν πρόνοιαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀρχηγίαν του. Ἐὰν αὐτοὶ ἤθελον ἐκτελέσει τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ, βεβαίως ὁ στόλος μας ἤθελε πάθει ὅ,τι καὶ τὸ λοιπὸν στράτευμα, στερούμενος τῶν πάντων. Ἀναβάλλω λοιπόν, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἐπιθυμοῦντας τὴν ἀναβολήν.
§61Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀνεπτύχθησαν τοιαῦτα γεγονότα καὶ ἐξετέθησαν ἐγκληματικαὶ πράξεις, ἀποδιδόμεναι εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀφήσῃ αὐτὰ ἐν σιωπῇ μέχρι τῆς ἑπομένης Συνόδου· ἐπειδὴ δέ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Δαμιανὸς ἀπὸ δύο ἐτῶν ἐνεργεῖ ἀνακρίσεις, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, αὔριον νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας. Θέλετε, κύριε Πρόεδρε, μέχρι Νοεμβρίου νὰ ὑπόκεινται ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης κατηγορίας ἀξιωματικοί; Παρήλθον δύο ἔτη, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ τυρβάζωμεν περὶ μικρὰ, καὶ δὲν ἀσχολούμεθα εἰς τὰ μεγάλα, καὶ θέλετε τώρα, ὅτε ἔγεινε λόγος, νὰ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς αὔριον.
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά!
§63Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόχειροί τινες σημειώσεις, ἃς ἔχω ἐνταῦθα, εἰσὶν ἀκριβεῖς, συνεζητήσαμεν μέχρι τοῦδε καὶ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἀκόμη περὶ τοὺς ἑκατὸν εἴκοσι νόμους. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι ἐν ἰδιαιτέρῳ τεύχει, διότι δι’ αὐτῶν ἐπῆλθε μεγάλη τροποποίησις, σχεδὸν ἀναστάτωσις, εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ θὰ ἦναι δύσκολος εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς πάντα πολίτην ἡ χρῆσις καὶ ἡ μελέτη αὐτῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ διά τι, τὸ ὁποῖον συνέστησα καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἰσηκούσθην. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δημοσιεύηται ἕκαστος νόμος, τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, νὰ τίθηται κάτωθεν ἐν ὑποσημειώσει ἡ συνεδρίασις καθ’ ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ συνεδρίασις καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη. Τοῦτο εἶναι συντελεστικώτατον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ εὑρίσκωσι τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς γνώμας τῶν ἀγορευσάντων ἐπ’ αὐτοῦ· εἶναι δὲ εὐκολώτατον καὶ ἁπλούστατον. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ τώρα, —δύναμαι νὰ βεβαιώσω μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως, —ὑπὸ τὸν νῦν διεκπεραιωτὴν κ. Λιδωρίκην, διατελεῖ ἐν πρωτοφανεῖ τάξει· διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι εἶναι εὐκολώτατον νὰ τίθηται μία σημείωσις ἐπὶ ἑκάστου νόμου ἐκ τοῦ σχετικοῦ βιβλίου τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον τοῦτο νὰ εἰσαχθῇ ἀπὸ τοῦδε, διότι—ἐπαναλαμβάνω—εἶναι συντελεστικὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονται εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων, ἢ καὶ εἰς τὴν ἁπλῆν χρῆσιν αὐτῶν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στελλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§65ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τὰ ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ κληροδοτηθέντα τρία ἑκατομμύρια εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα εἰσεπράχθησαν.
§66Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἀκόμη.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§68Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχον ζητήσει πρό τινων ἡμερῶν παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατάστασιν τῶν κατατεθειμένων ἐν τῷ ἐπαρχιακῷ ταμείῳ ποσῶν, ἅτινα εἰσεπράχθησαν εἰς λογαριασμὸν τῶν διαφόρων κοινοτήτων τοῦ δήμου Τυρνάβου. Αἱ κοινότητες αὗται εἶναι αἱ τοῦ Καζακλαρίου, Καρατσολίου, Δελερίων καὶ Κουταβίου. Ἡ κατάστασις, ἥτις μοὶ ἐδόθη, περιέχει ποσὰ πολλῷ ἥσσονα τῶν πράγματι εἰσπραχθέντων καὶ κατατεθέντων. Οὕτω, ἐν παραδείγματι, σᾶς ἀναφέρω τὴν κοινότητα Καρατσολίου, ἥτις ἔχει λαμβάνειν 15,000 δρ. ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, φαίνεται δὲ πιστωμένη μὲ 1400 δραχμάς. Ὡσαύτως ἡ κοινότης Καζακλαρίου φαίνεται μὲ ἔλαττον ποσὸν πιστωμένη, παρὰ ἐκεῖνο, ὅπερ πραγματικῶς εἰσεπράχθη, καὶ οὕτω καθεξῆς. Νομίζω ὅτι ὁ ἐλεγκτὴς κ. Ἀναγνωστόπουλος ἀπεστάλη εἰς Θεσσαλίαν. Ἐὰν ἐπιτρέπητε νὰ λάβῃ διαταγὰς παρ’ ὑμῶν...
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§70ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου Λαρίσης, διότι αὕτη ἦτο ἔκρυθμος ἤδη πρὸ τοῦ πολέμου, ἔκτοτε δὲ, φοβοῦμαι ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ ἐχειροτέρευσεν οὐσιωδῶς. Τὸ κοινοτικὸν χρῆμα τὰ μέγιστα ἀνακουφίζει ἀνάγκας, αἵτινες ἔδει ἄλλως νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν. Εὐχῆς δ’ ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν εἰσήγετο νόμος μεταρρυθμίζων τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινοτήτων.
§71Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶχεν εἰσαχθῆ νομοσχέδιον.
§72ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα, γνωρίζω ὅτι πολλὰ εἰσήχθησαν. Κατηρτίσθη τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὑπεβλήθη ἄλλο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ πρώην βουλευτοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ δῆμοι, ἀποστερηθέντες παντὸς περισσεύματος, ἕνεκα τῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν, εἰσὶν ἀνίκανοι νὰ ἐκτελέσωσι καὶ τὸ ἐλάχιστον δημοτικὸν ἔργον. Αἱ κοινότητες ὅμως διὰ τῶν πόρων αὑτῶν δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσιν ἐν μέρει τὴν ἔλλειψιν ταύτην διά τινας δήμους, καὶ εἰς τοῦτο κατεφύγομεν ἤδη. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἓν παράδειγμα. Ἡ κοινότης Δερελῆ ἐζήτησε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ἐνέκρινεν, ὅπως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον, ἐκ 45,000 δραχμῶν, χρησιμεύσῃ πρὸς γεφυροποίησιν τοῦ Πηνειοῦ, ὅπερ εἶναι ἔργον οὐχὶ κοινοτικὸν ἢ δημοτικὸν, ἀλλὰ δημόσιον· ἐνεκρίθη δὲ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῇ δημοπρασία, ἵνα διὰ τῶν κοινοτικῶν χρημάτων γείνῃ ἔργον δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλ’ ἀνεκόπη ἡ ἐκτέλεσις τούτου ὑπὸ τοῦ πολέμου. Ἀνήρχετο δὲ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 64,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ ἰδιαζόντως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινοτικῶν χρημάτων, πλείονα προσοχὴν, ἵνα μὴ κινδυνεύωσι ταῦτα ἐξ ἀμελείας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Μετέβην ποτὲ εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον Λαρίσης, καὶ ἀφοῦ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ λάβω καμμίαν πληροφορίαν, παρέλαβον ἕνα ὑπάλληλον τοῦ σχετικοῦ δήμου καὶ ἠσχολήθην ἐπὶ μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον, ἵνα ἀνεύρω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον, οὐδεμιᾶς τάξεως οὐδὲ σχετικοῦ βιβλίου δι’ ἑκάστην κοινότητα κρατουμένου. Δὲν μακρηγορῶ, διότι γνωρίζω ὅτι τὸ θέμα ἀντιλαμβάνεται καλλίτερον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργός. Παρακαλῶ μόνον αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως ἤθελε θεωρήσει ἀσφαλέστερον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ κάμω καὶ ἑτέραν σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολῖταί μου ἔπαθον ἐκ νέας συμφορᾶς. Μὴ νομίζετε ὅτι ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω προσλιπαρήσεις· ἔρχομαι ἁπλῶς νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐσοδεία ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι οἵα περιεμένετο. Τινὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ἀπέδιδον πρίν 10, μόλις ἀπέδωκαν 3 ἢ 4· τὰ καλλίτερα ἔδωκαν 5. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐτυχία ὅλη, ἀντὶ ἐκείνης, ἥτις προσεδοκᾶτο. Πολλαὶ περιστάσεις ἐπέφεραν τὴν τοιαύτην καταστροφήν. Βλέπετε στάχεις τοσοῦτον εὐμεγέθεις, ὥστε προκαλοῦσι τὸν θαυμασμόν σας, ἀλλ’ εἰς τὸ ἁλώνιον δὲν ἀπέδωκαν καρπὸν, διότι κατὰ τὸν Μάρτιον ἐπῆλθε πάγος, διακόψας τὴν πρόοδον αὐτῶν, ὁ δὲ στάχυς κατέστη ἀτροφικός. Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν συγκαταλέγομαι, ἐζήτησαν διὰ σχεδίου νόμου, φερομένου ἐσχάτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀπαλλαγὴν τῶν Θεσσαλῶν διὰ τὸ 1899 ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς καταβολῆς τῶν ἀμέσων φόρων. Ἐγὼ εἶμαι πολὺ ὀλιγαρκὴς, καὶ ζητῶ μόνον τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Λάβετε ἓν μέτρον, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τοιοῦτον. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀναστείλητε τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, βεβαιούμενοι παρὰ τῶν ἀρχῶν, ποῦ ἐνέσκηψεν ἡ νέα αὕτη συμφορά.
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἴδωμεν.
§74ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ συνήθως δὲν ὑποβάλλω παράπονα, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι Κυβερνήσεως πατρικῆς καθῆκον εἶναι νὰ ζητήσῃ εἴσπραξιν φόρου ἐκεῖ, ὅπου προϋποτίθεται μὲν παραγωγὴ, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη, μάλιστα δὲ ἐν Θεσσαλίᾳ, κατόπιν τῶν γνωστῶν συμφορῶν.
§75Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ἐπιθεωρηθῇ τὸ ταμεῖον τῆς Λαρίσης, διότι ὁλόκληροι περιουσίαι κινδυνεύουν!
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ λογιστικὰ λάθη πάντοτε διορθώνονται, καὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς παραγραφήν. Τοιοῦτον λογιστικὸν λάθος ἔλαβε χώραν εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ χθεσινά. Ἐν κεφαλαίῳ 12, «συνδρομαὶ καὶ βοηθήματα», τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀντὶ νὰ προστεθῇ ποσὸν 20,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, ἀνεγράφη μόνον 10,000.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὕτως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν 20,000, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ τὸ λάθος τοῦτο.
§80ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἐφαίνετο ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐκ γενικωτέρων λόγων ὁρμώμενος, ἠρνεῖτο νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν ὑπὲρ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, ἐγεννήθη ἀνησυχία τις ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου ὑπάρχει Διδασκαλεῖον συντηρούμενον ὑπὸ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἠπειλήθη. Ἕνεκα τούτου παρεκαλέσαμεν ἰδιαιτέρως, καὶ βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, βλέπων ὅτι αἱ γενικώτεραι ἰδέαι, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμφορεῖται, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐδέχθη νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δραχμῶν 20,000. Ἡ παράλειψις λοιπὸν εἶναι καθαρώτατον λάθος, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ὅτι θὰ χορηγηθῇ ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν διδάκτρων αἱ μαθήτριαι τῶν Διδασκαλείων.
§82ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά. Εἶναι ἀρκετά.
§83Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν γνωρίζω, ὅτι ἐν Βασσόρᾳ τῆς Ἀραβίας ὑπάρχουσιν Ἑλληνικοὶ ἐμπορικοὶ οἶκοι, ἡ προστασία δὲ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων ὑπηκόων ἔχει ἀνατεθῇ εἰς τὸν Ἄγγλον πρόξενον. Συμβαίνει ὅμως, ὅτι ὁ πρόξενος τῆς Ἀγγλίας ἀλλάσσει ἀνὰ ἕξ μῆνας, καὶ ἕκαστος πρόξενος, ἀναλαμβάνων τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ἀξιοῖ, ἵνα ἐκ τῆς Πρεσβείας τῆς Ἀγγλικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει λάβῃ ἰδίαν ἐντολὴν, ὅπως προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ἐσχάτως συνέβη, ὁ ἐκεῖ ἀκμάζων ἐμπορικὸς οἶκος Δαβουρτζίκα καὶ Σας νὰ ἔχῃ διαφοράς τινας, ἐπικαλεσθεὶς δὲ τὴν προστασίαν τοῦ Ἄγγλου προξένου, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παράσχῃ κἀμμίαν προστασίαν, διότι δὲν ἔχει εἰδικὴν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς πρεσβείας αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐπὶ τούτου, ἵνα ποιήσηται τὰ συνήθη διαβήματα, ὅπως ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἀποστείλῃ πρὸς τὸν νῦν πρόξενον τῆς Ἀγγλίας ἐν Βασσόρᾳ ἐντολὴν, ἵνα προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Παρακαλῶ δὲ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, διότι μεγάλα συμφέροντα βλάπτονται τοῦ ἐμπορικοῦ οἴκου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καθιστῶ γνωστὸν τὸ ἑξῆς. Προχθὲς, Κυριακὴν, ἐν Καμαρίζῃ τοῦ Λαυρίου συνέβη μικρά τις συμπλοκή, καὶ ἡ ἐκεῖ ἀστυνομία συνέλαβεν ἕνα, τὸν ὁποῖον ὑπέθεσεν ἔνοχον· τὸν συνέλαβε τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωΐας τῆς Κυριακῆς, τὸν ἐκράτησεν ἐν τῷ κρατητηρίῳ τοῦ Λαυρίου μέχρι τῆς ἑσπέρας, ὅπου ὑπέστη τὰ πάνδεινα· κατόπιν διὰ τῆς ἁμαξοστοιχίας τῆς ἑσπέρας τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Δασκαλιὸ, ὅπου τὸν ἐκράτησαν ἐπὶ 24 ὥρας ἐν τῷ κρατητηρίῳ, ὑπέστη δὲ καὶ ἐκεῖ πολλά· μετὰ ταῦτα, τὸ ἑσπέρας τῆς Δευτέρας, διὰ τῆς ἑσπερινῆς ἁμαξοστοιχίας τὸν μετέφεραν εἰς Κερατέαν, τὸν ἐκράτησαν ἐκεῖ 24 ὥρας, καὶ ὑπέστη πάλιν πολλά· μετὰ ταῦτα, τὸ ἑσπέρας τῆς Τρίτης, τὸν μετέφεραν εἰς τὸ κρατητήριον τοῦ Κορωπίου, ὅπου ὑπέστη τὰ ἴδια· ἀπόψε δὲ πιθανῶς θὰ ἦναι εἰς κανένα ἄλλον σταθμόν, καὶ θὰ παρέλθουν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἡμέραι μέχρις οὗ τὸν παρουσιάσουν καὶ τὸν παραδώσουν εἰς τὴν ἐδῶ Εἰσαγγελίαν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει κάμει τὴν δέουσαν ἐνέργειαν, ἵνα ὑποδείξῃ εἰς τὰ κατώτερα ὄργανα, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν μεταφέρουν ἔστω καὶ τὸν μεγαλείτερον τῶν ἐγκληματιῶν, καὶ ὅτι ἔχουν καθῆκον ταχέως νὰ παρουσιάζουν καὶ παραδίδουν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τοὺς ὡς ἐνόχους συλλαμβανομένους, καὶ ὄχι νὰ κάμνουν τόσους σταθμοὺς, καὶ νὰ ὑφίστανται τόσας κακώσεις οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ μάλιστα πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀποδεικνύονται κατόπιν ἀθῶοι.
§84Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐξετάσω.
§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω δήλωσιν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πολεμικῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀδιαλείπτου ἐκτελέσεως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας ἀνεβλήθησαν τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ εἰδικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνέθετο ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην. Τοῦτο πράττω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ σύστασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἦτο τρόπος ἐξατμίσεως τοῦ ζητήματος.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ συνεδριάσεις αὗται νομίζω ὅτι εἶναι αἱ τελευταῖαι τῆς Συνόδου ταύτης, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ παρακαλέσω τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀποκατεστάθησαν πᾶσαι αἱ σχέσεις ἡμῶν ἐν Κρήτῃ, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι πολῖται Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀστικὰς σχέσεις, πρὸς κανονισμὸν τῶν ὁποίων χρήζουσι τῆς συνδρομῆς τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, ὡς π.χ. ὅταν πρόκειται περὶ συντάξεως διαθηκῶν ἢ ἄλλων πράξεων, τὰς ὁποίας νῦν δὲν δύνανται νὰ διαπράξωσιν ἕνεκα ἐλλείψεως πάσης ἀρχῆς.
§87Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς προξένων εἰς Κρήτην εἶναι εἰσέτι ὑπὸ σκέψιν, οὐδεμίαν δὲ ἀπόφασιν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπετρέπετο αὐτῇ νὰ λάβῃ μέχρι τοῦδε, ἕνεκα λόγων γενικωτέρου συμφέροντος.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω εἰς ταῦτα, οὔτε γνωρίζω τὰ διατρέχοντα. Ἀλλὰ ἐζήτησα νὰ παρασχεθῶσι νόμιμοι εὐκολίαι εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ πολίτας Ἕλληνας, (διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ τοιοῦτοι καὶ ἐν Χανίοις καὶ ἐν Ἡρακλείῳ καὶ ἐν Ρεθύμνῃ) ὅπως δύνωνται νὰ συντάσσωσι τὰς διαθήκας των, ἢ πληρεξούσια ἔγγραφα, ἢ ἄλλας πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ διαπράξωσι νῦν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως προξενικῆς ἀρχῆς.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας.
§90ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁδοποιΐας ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐπανορθώσεως ἀδικήματος μεγίστου, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸν νομόν Ἄρτης. Ἐκεῖ διεχαράχθη μία ὁδὸς μεταξὺ Ἄρτης καὶ Καλαρρυτῶν, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1881, ἅμα τῇ προσαρτήσει, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ πρὶν ἔτι συντελεσθῇ ἡ προσάρτησις τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ ἐπαρχία Τζουμέρκων συνεκοινώνει μετὰ τῆς Ἄρτης διὰ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, ὁπόθεν ἦτο καὶ βραχυτέρα ἡ ἀπόστασις κατὰ 6 ὥρας ὁλοκλήρους, μετὰ δὲ τὴν προσάρτησιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέρχηται ἡ ὁδὸς διὰ τῆς δεξιᾶς ὄχθης, καθόσον τὸ δεξιὸν μέρος ἔμεινεν εἰς τὸ ὀθωμανικὸν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐδιχοτομήθη ἡ ἐπαρχία Τζουμέρκων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκείνην ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν Ἄρταν, καὶ τῷ ἐγένοντο πολλαὶ παραστάσεις δι’ αὐτό. Τότε διέταξε τὴν διαχάραξιν τῆς ὁδοῦ μεταξὺ Ἄρτης καὶ Καλαρρυτῶν, καὶ ἐν διαστήματι 6 μηνῶν συνετελέσθησαν τὰ ⅔ τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ἔκτοτε πολλαὶ διαταγαὶ ἐξεδόθησαν, καὶ ὅμως ἐλάχιστον προὐχώρησε τὸ ἔργον, ὑπολείπονται δὲ ἀκόμη 10 ἢ 12 ἢ τὸ πολὺ 14 χιλιόμετρα πρὸς ἀποπεράτωσιν. Ἐπειδὴ ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἐθνικὴ, καὶ ἐπειδὴ τὸ μήπω ἀποπερατωθὲν τμῆμα εἶναι εἰς τὸ μέσον, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καὶ ἀναγράψῃ καὶ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης μικράν τινα πίστωσιν.
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν πρόσθετον ἐξ ὅσων πρὸ ὀλίγον εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἵνα ὑποβάλω, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐξετάζων τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν γνώμην, ἥτις μοὶ φαίνεται ὅτι ἀφορᾷ εἰς θέμα μεταξὺ τῶν πρώτων ἐξεταστέον, ἐν τῇ φροντίδι περὶ ἐπανορθώσεως πραγμάτων σχετιζομένων μετὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἔλεγον προχθές, ὅτι φρονῶ ὅτι ἐκ τῶν περισσευμάτων, ἅτινα ἐλπίζομεν ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος θέλομεν ἔχει αὐξανόμενα, ποσόν τι σταθερῶς κατ’ ἔτος πρέπει νὰ προσδιορίζηται εἰς δαπάνας ἐπανορθωτικὰς τῶν ἐλλείψεων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ καθήκοντα τὰ στρατιωτικὰ τῆς Ἑλλάδος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἥτις πάντοτε ὑφίσταται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος τις περὶ ὁδοποιΐας καὶ νὰ μὴ σκέπτηταί τις, ὅτι συγκοινωνία μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου δὲν ὑπάρχει. Εἶναι μεμελετημένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπὸ Ἄρτης εἰς τὰς Πύλας τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, εἶναι τὰ διαγράμματα καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ ἕτοιμοι, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς μεγάλης δαπάνης ἐδίστασαν πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις νὰ προβῶσιν εἰς ἐκτέλεσιν ἔργου, οὗ ἄνευ ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας εἶναι ἀδύνατος, ἐκτὸς ἐὰν λάβῃ τις τὴν κατὰ θάλασσαν ὁδόν. Τὸ ἔργον εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι δὲ καὶ δαπανηρότατον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, —καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τοῦτο εἰς αὐτὴν, — νὰ φροντίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ἵνα καταχωρίζηται κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσόν τι, ἀνάλογον πρὸς τὴν εὐπορίαν τῆς χώρας, εἰς τρόπον ὥστε μετά τινα ἔτη νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἴδωμεν ἀποκατεστημένην τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Ἄρτης καὶ Πυλῶν Θεσσαλίας, δηλ. ὑφισταμένην τὴν εὐκολίαν νὰ ἐπικοινωνῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς μεταξὺ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἐν καιρῷ ἀνάγκης· ἡ ἀνάγκη δὲ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀπροσδοκήτως. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης τοῦ ἔργου τούτου ἐξικνεῖται μέχρι 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν· βεβαίως δὲ τοιαύτη δαπάνη εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναγραφῇ ἀμέσως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως κατανεμομένη εἰς 5 ἢ 6 ἔτη θέλει ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς νὰ ἴδωμεν ἐγκαίρως κατηρτισμένον ἔργον πρωτίστης σημασίας.
§92Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ζητῶ τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ δύο ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε τώρα, εἰ δυνατόν, νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, εἴτε τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της διὰ τὸ μέλλον. Ἡ ἐπαρχία Ἀκαρνανίας ἔχει μίαν μόνην ἁμαξιτὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία ἄρχεται ἀπὸ Ἀστακοῦ καὶ πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς Βόνιτσαν ἢ εἰς Κραβασαρᾶν. Ἡ ἁμαξιτὴ αὕτη ὁδὸς εἶναι ἤδη συντετελεσμένη ἀπὸ Ἀστακοῦ μέχρι Κατούνας, δηλαδὴ 80 ἕως 100 περίπου χιλιομέτρων, νομίζω δὲ, —ὡς ἤκουσα, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω,—ὅτι ἔχουν δαπανηθῆ δι’ αὐτὴν τὴν ὁδὸν περὶ τὰς 600 χιλιάδας δραχμαί. Αὐτὴ ὅμως ἡ ὁδὸς καταλήγει εἰς τὸ χωρίον Κατούναν, καὶ ἐκεῖ σταματᾷ, ἑπομένως χρησιμοποίησις τῆς ὁδοῦ δὲν ἔγεινε, διότι ἅμαξα ἀπὸ Κατούνας μέχρις Ἀστακοῦ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, καθόσον αὐτὴ ἡ ὁδὸς ἔχει προορισμὸν νὰ ἑνώσῃ τὴν ἐπαρχίαν Ἀκαρνανίας μὲ τὰς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ Ἄρτης, ὅπου εἶναι τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων, καὶ ὅπου δύναταί τις νὰ μεταβῇ δι’ ἁμάξης ἀπὸ Ἄρτης εἰς τὸν Ἀστακόν, ἢ ἀπὸ Κραβασαρᾶ ἢ Βονίτσης εἰς τὸν Ἀστακὸν, ἑνώνει δὲ καὶ τὸ Ἰόνιον πέλαγος μὲ τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔχει καὶ στρατιωτικὴν σημασίαν. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ τὰ μέσα ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἐπιτρέπουν τὴν συνέχισιν τῆς ὁδοῦ μέχρι Βονίτσης, νὰ συγκοινωνήσῃ τὴν ὁδὸν Ἀστακοῦ–Κατούνας μὲ τὴν ὁδὸν Μεσολογγίου – Ἀγρινίου – Κραβασαρᾶ – Ἄρτης, ὅπου τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει, καθ’ ἃς πληροφορίας μοὶ ἔδωκαν, δι’ ἡμιονικῆς ὁδοῦ τρία τέταρτα τῆς ὥρας, ἤτοι περὶ τὰ τέσσαρα χιλιόμετρα, συνεπῶς εἶναι ἐλαχίστη ἡ δαπάνη, 20–30 χιλιάδων δραχμῶν, διότι αὐτὴ ἡ ἡμιονικὴ ὁδὸς βεβαίως ἄγει διὰ μεγάλων κλίσεων, ἡ ἁμαξιτὴ δὲ ὁδὸς θὰ γείνῃ διὰ τῶν κλίσεων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ὁδοποιΐα· θὰ γείνῃ ἀνάπτυξις τῆς ὁδοῦ, καὶ πιθανὸν νὰ φθάσῃ εἰς 6–7 χιλιόμετρα, ἀλλὰ βεβαίως ἡ δαπάνη δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 30,000 δραχμάς. Διὰ τῆς δαπάνης δὲ αὐτῆς τῆς μικρᾶς θὰ ἀποκτηθῇ ὁδὸς χρήσιμος εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἐν γένει, καὶ θὰ χρησιμοποιηθῇ ὁδὸς, ἡ ὁποία ἐστοίχισε 600 περίπου χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ἡ ὁποία σήμερον μένει ἐντελῶς ἀχρησιμοποίητος, ὡς εἶπον, τείνει δὲ εἰς καταστροφὴν, διότι, ὅταν δὲν λειτουργῇ ἡ συγκοινωνία, γνωρίζετε ὅτι τὰ δημόσια ἔργα καταστρέφονται. Ἐπίσης ὑπάρχει ὑπὸ κατασκευὴν ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Ἀστακοῦ – Μεσολογγίου, τῆς ὁποίας ἔχουν συντελεσθῆ τὰ τρία τέταρτα, μένει δὲ τὸ ἐλαχίστης δαπάνης πλέον τμῆμα, ὅπερ φθάνει εἰς τὸ πεδινὸν μέρος, καὶ μικρὰ δαπάνη ἀπαιτεῖται, ἵνα συντελεσθῇ τὸ δύσκολον μέρος τῆς ὁδοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὰ τὰ ἡμιτελῆ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκοινωνήσουν τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς, καὶ θὰ καταστῶσι καὶ αὗται συμμέτοχοι τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας καὶ θὰ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ συγκοινωνοῦν μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ καὶ τὰ ἐμπορικὰ κέντρα, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ τ’ ἀποπερατώσῃ, ἀφοῦ δὲν πρόκειται, εἰμὴ περὶ ἑνὸς τμήματος τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὥστε μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν νὰ κατασκευασθῇ καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη, διὰ νὰ μὴ καταστραφῇ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ μεταφέρονται πολλὰ πράγματα τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἔτος ἔρχεται καὶ ἀγκυροβολεῖ εἰς τὸν λιμένα τοῦ Ἀστακοῦ, καὶ ἐπὶ 2 καὶ 3 μῆνας ἀσκεῖται εἰς μεγάλα γυμνάσια. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, πόσον ἡ ὁδὸς αὕτη θὰ ἦναι ὠφέλιμος καὶ διὰ τὴν διαμονὴν τοῦ στόλου. Τρίτη ὁδὸς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περατωθῇ, εἶναι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Βονίτσης εἰς Κραβασαρᾶν. Τώρα δὲ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀπόψεως τῶν ὁδῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος (διότι ἐκτὸς μιᾶς μόνης ὁδοῦ, τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 7 ἐν τῷ πίνακι, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κατασκευὴ μιᾶς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ὀνόχωνος, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Δομοκοῦ, δὲν βλέπω καμμίαν ἄλλην ὁδὸν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ καὶ στρατιωτικὴν σημασίαν,) νομίζω, λέγω, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει κατὰ πρῶτον λόγον, προκειμένου περὶ ὁδοποιΐας, νὰ δίδῃ σημασίαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἄποψιν τῶν ὁδῶν, καὶ κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ἀποπερατώνῃ ἐκείνας τὰς ὁδούς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ στρατιωτικὴν ἀξίαν, διότι, ἐκτὸς τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, διὰ τῶν ὁδῶν αὐτῶν ἐξυπηρετοῦνται καὶ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐξυπηρετουμένων τῶν συμφερόντων τοῦ στρατεύματος. Ἡ ὁδὸς Βονίτσης–Κραβασαρᾶ εἶναι περίπου 8 ὡρῶν, καὶ ἐπειδὴ συνετελέσθη ἓν τμῆμα αὐτῆς 2 ὡρῶν, βεβαίως πρέπει ν’ ἀποπερατωθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον, διαστήματος 6 ὡρῶν· εἶναι δὲ ὑπερτάτη ἀνάγκη νὰ συγκοινωνήσῃ ἡ Βόνιτσα μὲ τὸν Κραβασαρᾶν. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, τί συνέβη κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ πολέμου, ἢ μᾶλλον μετὰ τὴν ἐν τῷ ἠπειρωτικῷ μέρει ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν διὰ τῆς βυθίσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ἀτμοπλοίου «Μακεδονίας» εἰς τὸ στόμιον τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, πᾶσα κατὰ θάλασσαν ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ συγκοινωνία διεκόπη, καὶ πάντα τὰ πλοῖα ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς τὴν μεταφορὰν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ἠναγκάσθη ὅμως τὸ Κράτος νὰ τὰ ἀποβιβάζῃ εἰς τὸν λιμένα τῆς Ζαβέρδας ἐπὶ τοῦ Ἰονίου πελάγους, καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς Βόνιτσαν, ἐκεῖθεν δὲ διὰ θαλάσσης μετεφέροντο εἴτε εἰς τὸν Κραβασαρᾶν, εἴτε εἰς τὴν Κόπραιναν, εἴτε εἰς Μενίδιον. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Σκαφιδάκι δύναται νὰ προσβληθῇ ὁ λιμὴν τῆς Βονίτσης, διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔλαβον τὰς ἀποστάσεις, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι προσβάλλεται ὁ λιμὴν τῆς Βονίτσης. Δὲν γνωρίζω τί ἐν μελλούσῃ ἐνεργείᾳ δύναται νὰ κάμῃ ὁ ἐχθρός, διότι, ἂν εἶχε πυροβόλα μεγαλειτέρας ὁλκῆς, ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν φόρτωσιν καὶ μεταφορὰν ὑλικῶν στρατοῦ καὶ στρατευμάτων ἐν τῷ λιμένι Βονίτσης. Εἶναι λοιπὸν ὑπερτάτη ἀνάγκη αὕτη, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ τὰ μεταφέρωμεν διὰ τῆς ὁδοῦ Μεσολογγίου–Κραβασαρᾶ, δι’ ἧς πολὺ μεγάλη ἡ ἀπόστασις, καὶ πολὺ θὰ δυσκολεύηται ἡ ὑπηρεσία τῆς μεταφορᾶς. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ Βονίτσης–Κραβασαρᾶ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ στρατηγικῶν λόγων, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1897 διετάχθην νὰ ἐκτελέσω τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ διαρκούσης τῆς ἀνακωχῆς, ἠναγκάσθην δὲ νὰ μεταβῶ διὰ ξηρᾶς μέχρι τοῦ χωρίου Μαλακάσι, ἔφθασα δηλ. εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἀρχηγείου Θεσσαλίας. Πραγματικῶς ὑπάρχει μία ὁδὸς βατή, φθάνουσα μέχρι σημείου τινὸς μεταξὺ Ἀγνάντων καὶ Πραμάντων, ἑπομένως ὁ στρατὸς δύναται ἄριστα νὰ συγκοινωνήσῃ διὰ σαγματοφόρων ζῴων· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου δὲν ὑπάρχει ὁδός, εἶναι ἀπερίγραπτος ἡ κατάστασις! Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἄνθρωπος ὑποκείμενος εἰς τὸν ἴλιγγον εἶναι ἀδύνατον νὰ περάσῃ ἐπὶ ἡμιόνου, ἢ καὶ πεζὸς, διότι θὰ καταληφθῇ ἀπὸ σκοτοδίνην. Πρέπει λοιπὸν ὁ στρατὸς νὰ δύνηται νὰ συγκοινωνήσῃ δι’ ὁδοῦ βατῆς μέχρι τῆς Θεσσαλίας, καὶ δι’ ἐκείνου τοῦ μέρους τῆς ὁδοῦ. Πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς ὁδοῦ, ἴσως τὰ ⅗, εἶναι συντετελεσμένα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν ἀπέναντι τῆς δαπάνης· ἄλλως δύναται νὰ κατανεμηθῇ ἡ δαπάνη, ἵνα συντελεσθῇ ἡ ὁδὸς βαθμηδόν, ἡ ὁδὸς ἀπὸ Καλαρρυτῶν μέχρι τῆς διαβάσεως τοῦ Πίνδου, διὰ νὰ φθάνῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν πρὸς τὸ Μαλακάσι, τὸ ὁποῖον δύο ἢ τρεῖς ὥρας ἀπέχει τοῦ Μετσόβου. Νὰ γείνῃ δὲ ἁπλῶς βατὴ ὁδός, — ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν εἰς τὰ τοιαῦτα μέρη. — Λοιπὸν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ ὁδὸς μέχρι Καλαρρυτῶν, ἐκεῖθεν δὲ νὰ συγκοινωνήσῃ μέχρι τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, εἰς τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ἐπιτελεῖον θὰ ὁρίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ βατὴ ἡ ὁδός. Καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ ἡ ὁδὸς ἐχαράχθη κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ, καθ’ ὅλην δὲ τὴν ἡμέραν κατὰ τὸν πόλεμον ἐβάλλετο ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἑπομένως ἐν καιρῷ ἡμέρας ἡ συγκοινωνία διεκόπτετο, μόνον τὴν νύκτα καὶ ἐν πληρεστάτῃ σιγῇ ἠδύναντο νὰ διέρχωνται τὴν ὁδὸν οἱ ἡμέτεροι, καὶ πάλιν βαλλόμενοι ὑπὸ τῶν Τούρκων, οἵτινες, γνωρίζοντες ἐκ τῶν προτέρων πόθεν διήρχετο ἡ ὁδὸς, ἐπυροβόλουν καὶ ἐν καιρῷ νυκτός. Εἶναι λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος περὶ χαράξεως ὁδοῦ βατῆς ὄπισθεν τῶν ὀρέων, δι’ ἧς νὰ συγκοινωνήσῃ μετὰ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Τώρα δὲ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ὁδοῦ, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ καὶ ἡ ὁδὸς εἰς τὴν Πόρτα–Παναγία, καὶ νὰ γείνῃ καὶ ὁδὸς, ἡ ὁποία νὰ βαίνῃ πρὸς τοὺς Καλαρρύτας, ὄπισθεν τῶν ὀρέων. Ἐκεῖ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ Κράτος τὰ τάγματα τῶν σκαπανέων, νὰ κάμῃ δὲ πειθαρχικοὺς λόχους ἀπὸ τοὺς ἐλαφρῶς τιμωρουμένους στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ σήπωνται εἰς τὰς φυλακὰς, δύνανται νὰ ἐργάζωνται εἰς κατασκευὴν στρατιωτικῶν ὁδῶν, καὶ οὕτω νὰ ἀποκτήσωμεν δίκτυον βατῶν στρατιωτικῶν ὁδῶν. Συμφώνως πρὸς ταῦτα ὑποβάλλω γραπτὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῶν τῶν τριῶν ὁδῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀκαρνανίας, αἵτινες δὲν ἀπαιτοῦσι μεγάλην δαπάνην. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀποπερατωθῇ εὐθὺς ἀμέσως ἡ ὁδὸς Κραβασαρᾶ–Βονίτσης, ἀλλ’ ἓν μικρὸν τμῆμα ἂς περιληφθῇ ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ συνεχίζηται κατ’ ἔτος ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὁδοῦ, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα ὅτι θ’ ἀποπερατωθῇ· διότι ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα ἀποδεικνύουσιν ἐπιβαλλόμενον τὸ καθῆκον, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὁδοποιΐας, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ὑπῆρχε ταμεῖον ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο κατηργήθη, ἔκτοτε δὲ βεβαίως δὲν ἀποδίδομεν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ὅσα εἰσπράττονται ἐκ τῶν φόρων τῶν ἄλλοτε ἐπιβληθέντων, ὅπως ἐπαρκῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται καὶ τὰ ὁποῖα ἐγγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ὑφισταμένων ὁδῶν, πολὺ μικρὰ δὲ ποσὰ ἐγγράφονται πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν. Τὸ σύστημα δὲ τῆς ἐγγραφῆς μικρῶν ποσῶν ἔχει τοῦτο τὸ κακὸν, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς κατασκευασθησομένης ὁδοῦ πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν χορηγουμένην πίστωσιν. Οὕτω χορηγεῖται κατὰ τὸν ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν πίστωσις ἐξ 100,000 δραχμῶν, τὰ δὲ ἔργα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενα ἀνέρχονται σχεδὸν εἰς τὸ ἑκατομμύριον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως, εἶναι δὲ ἀδύνατον μὲ τὰς μικρὰς αὐτὰς πιστώσεις νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσωμεν ἐντελῶς τὰς στρατιωτικὰς ὁδοὺς ἀπὸ τὰς ὁδοὺς τὰς χρησιμευούσας διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων πόλεων καὶ χωρίων, διότι ὑπάρχουσι καὶ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἀπὸ στρατιωτικοὺς λόγους, ὁδοὶ ὅμως, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμελήσωμεν τὰς ὁδοὺς ταύτας, εἶναι δὲ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, ὅπως μεριμνήσωμεν περὶ τῆς συγκοινωνίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσωμεν, ὅτι ἡ συγκοινωνία συνετέλεσθη· ἔργα συγκοινωνίας ἐξετελέσθησαν πολλά, πλεῖστα, ἀλλὰ δυστυχῶς ὑπάρχουσι κενὰ μεταξὺ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν εἰς πολλὰ μέρη ματαίαν τὴν δαπάνην τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην, ὑπάρχουσι δὲ πολλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐκ τούτου τοῦ λόγου. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως σπουδαιότατα ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐλπίζω δὲ, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας θέλομεν κάμει. Διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπάρχοντος βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν πρόκειται νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός. Τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ μεγάλα ποσὰ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συντελεῖ, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς καταρτισθῇ ἐν ἰσοζυγίῳ. Πρὸς τοῦτο τὰ ποσὰ τὰ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν προωρισμένα περιορίζονται, καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν ποσῶν ἐκείνων φέρει ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν κακὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων ἔργων καὶ τὴν ἀδυναμίαν ἐκτελέσεως νέων ἔργων, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς συγκοινωνίας. Δὲν λέγω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ τὸ λύσωμεν, ὑπόσχομαι ὅμως, ὅτι θὰ τὸ μελετήσω μετὰ τῆς σπουδαιότητος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ θέματος, καὶ ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον θέλομεν προσπαθήσει, ἵνα διὰ νομοθετημάτων καταλλήλων λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἓν τὸ σπουδαιοτέρων.
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον, χωρὶς νὰ μακρηγορήσω, διότι ἐπαρκῶς ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων τὸ ζήτημα τῶν δύω ὁδῶν, τῶν δυναμένων νὰ συνδέσωσι τὴν Ἤπειρον μὲ τὴν Θεσσαλίαν, νομίζω, λέγω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου καὶ τὴν σύστασίν μου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως δώσῃ τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τοῦτο. Ἀνεξαρτήτως τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν δύο ἐπαρχιῶν, αἱ ὁδοὶ αὗται εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπιβαλλομένων καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, καὶ παρακαλῶ πολὺ νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δύο τούτων ὁδῶν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατριβάνος ἔχει τὸν λόγον.
§96ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Μετ’ ὀλίγον ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν ἀποπερατοῦται. Τὰ μεγάλης σπουδαιότητος τεχνικὰ ἔργα, τὰ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Χράνου πρὸς τὴν Μεσσηνίαν τελεσθέντα, ἔφθασαν εἰς πέρας εὐτυχὲς διὰ τῆς μεγάλης ἱκανότητος καὶ τῆς ἀπαραμίλλου δραστηριότητος καὶ τῶν ἀτρύτων καὶ διηνεκῶν κόπων τοῦ ἀξίου παντὸς ἐπαίνου μηχανικοῦ κυρίου Γεωργίου Δούμα, υἱοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἰωάννου Δούμα, καὶ μετ’ ὀλίγον παραδίδεται εἰς χρῆσιν ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐν γένει. Πλησίον τοῦ χωρίου Ἴσαρι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Λυκοσούρας, ἐγένετο σταθμός. Διὰ τοῦ σταθμοῦ αὐτοῦ συγκοινωνεῖ ὁλόκληρος ὁ δῆμος τῆς Λυκοσούρας, μέγα μέρος τῆς Γορτυνίας καὶ ἓν μέρος τῆς Ὀλυμπίας. Οὔτε δημοσία, οὔτε ἐπαρχιακὴ, οὔτε δημοτικὴ ὁδὸς ὑπάρχει· ἄλλως τε οὐδὲ λεπτὸν κατεβλήθη δι’ ἔργα συγκοινωνίας ποτέ. Διὰ τοῦ σταθμοῦ Ἴσαρι πρόκειται νὰ διέρχωνται, μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἀρχαίαν Λυκόσουραν, πολλοὶ περιηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην μεταβαίνουσιν ἐκεῖ, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Λύκαιον ὄρος, ὅπου εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος ἀρχαιότητες, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἐπικουρίου Ἀπόλλωνος. Ἡ συγκοινωνία διὰ τῶν μερῶν ἐκείνων εἶναι δυσχερεστάτη, διὰ τὴν ἔλλειψιν ὁδῶν. Ἄλλοτε εἶχεν ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως κατασκευασθῇ ὁδὸς δημοτικὴ ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς Μεγαλοπόλεως μέχρι τῆς ἀρχαίας Λυκοσούρας, ὅπου ἀνευρέθη καὶ ὁ ναὸς τῆς Δεσποίνης, καὶ τοῦτο διότι καθ’ ἑκάστην μεταβαίνουσιν ἐκεῖ περιηγηταὶ πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς ἀρχαίας Λυκοσούρας. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Δύναται νὰ κατασκευασθῇ δημοσία μὲν ὁδὸς ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Ἴσαρι μέχρι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, — καὶ ἡ πρὸς τοῦτο μελέτη εἶναι ἑτοίμη, — ἐκεῖθεν δὲ νὰ γείνῃ βατὴ ὁδὸς πρὸς τὴν ἀρχαίαν Λυκόσουραν, καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῶν χωρίων τοῦ δήμου πρὸς τὸ Λύκαιον ὄρος καὶ πρὸς τὸν ναὸν τοῦ Ἐπικουρίου Ἀπόλλωνος· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ.κ. Δραγούμη καὶ Παπαμιχαλοπούλου, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ἐβεβαιώθησαν, ὅτι καθ’ ἑκάστην μεταβαίνουσιν ἐκεῖ πολλοὶ περιηγηταί, ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεως συγκοινωνίας ὑποφέρουσι. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ βατὴ ὁδὸς ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Λυκοσούρας πρὸς τὴν ἀρχαίαν Λυκόσουραν, ἐκεῖθεν νὰ διέρχηται αὕτη διὰ τῶν χωρίων Ἀστάλας, Δερμποῦνι, Κραμποβοῦ καὶ Καρυιῶν, καὶ ἐκεῖθεν νὰ φθάνῃ καὶ εἰς Καρύταιναν καὶ Ὀλυμπίαν, καθὼς καὶ εἰς τὸ Λύκαιον ὄρος, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀρχαῖα μνημεῖα, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἐπικουρίου Ἀπόλλωνος καθὼς καὶ εἰς τὴν Ἀνδρίτσαιναν, καὶ οὕτω διὰ μικρᾶς δαπάνης δύνανται ν’ ἀπολαύσωσι καὶ οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων συγκοινωνίας τινός. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ μελέτῃ, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ, ὡς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν δικαίαν ταύτην παράκλησίν μου, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως χάριν τῆς συγκοινωνίας ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δαπάνην ταύτην.
§97Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αὐτόχρημα ἡ κύρωσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διότι τότε θὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς, ὅταν γείνῃ αὐτὴ ἡ ὁδὸς, ἡ ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Λυκοσούρας πρὸς τὴν ἀρχαίαν Λυκόσουραν· συνηγορῶ δὲ ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κατριβάνου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραστάσεις συναδέλφου ἡμῶν ἀπόντος, τοῦ κ. Γ. Λυμπεροπούλου, τοῦ νεωτέρου, ἐκ Μεσσήνης, ὅστις συνιστᾷ δι’ ἐμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἑνούσης τὸ χωρίον Κατσαροῦ μετὰ τῆς πόλεως Καλαμῶν εἰς σημεῖον πλησιέστατον τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ τῆς Σκάλας· διότι καὶ τὸ μέρος τοῦτο πρόκειται ἀκριβῶς νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν σιδηρόδρομον, καὶ ἑπομένως τὸν σκοπὸν τοῦ σιδηροδρόμου.
§98Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, αὕτη εἶναι ἡ κατασκευὴ ὁδῶν. Διὰ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν ἐξυπηρετεῖται ὄχι μόνον ἡ συγκοινωνία, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ εὐεξία τοῦ τόπου. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλω προτείνει τροπολογίαν περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύλου μέχρι Ριζομύλου τῆς σχετικῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Πύλου. Ἡ ὁδὸς αὕτη πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν εἴκοσι χιλιάδων πληθυσμοῦ, — καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενα, — θέλει δὲ ἐξυπηρετήσει καὶ τὸν τόπον ἐμπορικῶς, διότι ἐκεῖ παράγεται σταφιδόκαρπος ἄνω τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Προσέτι δὲ ἡ ὁδὸς αὕτη ὑπηρετεῖ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπαρχίας Πυλίας μετὰ τῶν Καλαμῶν, ἔνθα ἑδρεύει τὸ δικαστήριον. Ἂς μάθῃ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ὁδοῦ ταύτης πνίγονται οἱ ἄνθρωποι καθ’ ὁδὸν, μεταβαίνοντες τὸν χειμῶνα εἰς τὸ δικαστήριον. Κυριολεκτικῶς πνίγονται ἄνθρωποι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως! Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐν ταῖς μερίμναις τῆς Κυβερνήσεως πρωτίστως πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη, τοὐλάχιστον τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Πύλου, τὸ ἀπὸ Πύλου μέχρι Ριζομύλου. Ἡ ἐπαρχία Πυλίας, κύριε Πρόεδρε, στερεῖται συγκοινωνίας, διότι ἐλλείπουσι τὰ ¾ τῶν ὁδῶν. Ἐγένετο μελέτη, ἀλλὰ κατασκευὴ δὲν ἔγεινε μέχρι τοῦδε, εἰ μὴ εἰς ἐλάχιστα τμήματα. Ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ ἀπὸ Πύλου μέχρι Μεσσήνης, ἔχει μελετηθῆ ὑπὸ τῶν Γάλλων μηχανικῶν, καὶ ἔχουσι καταρτισθῆ τελείως τὰ διαγράμματα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδίδει εἴκοσιν ἑκατομμύρια λίτρας σταφιδοκάρπου, ἡ κατασκευὴ μιᾶς ὁδοῦ. Πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁδὸς αὕτη νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν εἴκοσι χιλιάδων λαοῦ. Δὲν ὑπάρχει δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἢ μόλις βατὴ ὁδὸς, ἡ ὁποία κατὰ τὸν χειμῶνα εἶναι ἀδιάβατος. Συλλογισθῆτε λοιπὸν, ὅταν πρόκειται οἱ ἄνθρωποι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ δικαστήριον, εἴτε εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἴτε δι’ ἀνάκρισιν, εἰς ποίους κινδύνους ὑποβάλλονται, ὄχι ἁπλῶς εἰς δυσκολίας, ἀλλὰ εἰς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι φθάνουσιν εἰς δυστυχήματα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ λάβῃ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, νὰ προτιμήσῃ καὶ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ τοῦ τμήματος. Ἄλλως τε τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δὲν εἶναι πολύ. Πρόκειται περὶ 250 χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι αἶσχος, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦτον νὰ πνίγωνται ἄνθρωποι ἐλλείψει συγκοινωνίας, καὶ νὰ λεγώμεθα πεπολιτισμένον ἔθνος!
§99ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ μελετήσωσι τὰς τροπολογίας. Ἄλλως τε καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι καταπεπονημένη.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἐτυπώθη. Εἶναι ἐδῶ.
§101ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§102ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δὲ ἡ τροπολογία μου σχετικὴ μὲ ἄλλην τροπολογίαν τοῦ κυρίου Γ. Πετροπουλάκη, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις.
§103ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν μικρὰν σύστασιν ἤθελον νὰ ὑποβάλω ...
§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρκετά!
§105ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδὸς Τριταίας, καὶ νὰ ἐπισκευασθῇ ἡ γέφυρα Πρεβέδου, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦνται ἐννέα μόνον χιλιάδες δραχμαί, οἱ δὲ κάτοικοι τριῶν δήμων ἀδυνατοῦσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος νὰ διέλθωσι τὸν ποταμὸν Καμινίτσαν.
§106Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, ἵνα εἴπῃ τις ποῖαι ὁδοὶ χρειάζονται εἰς τὸν ἕνα νομὸν ἢ τὸν ἄλλον. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἐπαρκής. Ἕν μόνον θὰ συστήσω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν θὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν σύνοδον περὶ ὁδοποιΐας, ὅτε βεβαίως θὰ ἐξοδευθῇ καὶ ἓν ποσὸν μεγαλείτερον ἀφ’ ὅ,τι ἐξοδεύεται ἤδη, ἄνω τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ἴσως πέντε ἢ ἕξ ἑκατομμύρια. Θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ συντάξῃ τὸ δίκτυον τῶν ὁδῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μεγάλαι ἀρτηρίαι, εἴτε ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν εἴτε ὑπὸ πολιτικὴν, οὐχὶ δ’ ἁπλῶς ν’ ἀφεθῇ ἡ ἐργασία αὕτη εἰς μόνον τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐὰν ἀληθῶς πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ δίκτυον, ὅπερ ἄλλοτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχεν εἰσαγάγει, ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ τεθῇ μία βάσις διὰ τὸ μέλλον, νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ περιληφθῶσι καὶ δύο ἢ τρία πρόσωπα ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ μᾶλλον πεπειραμένα, τὰ γνωρίζοντα τὰ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους, οὕτως ὥστε ἐν ἀρχῇ ἀμφότεραι αἱ ἐργασίαι, ἥ τε πολιτικὴ καὶ ἡ στρατιωτική, νὰ συνδυασθῶσι. Τοῦτο καὶ μόνον ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θέλει τὸ λησμονήσει. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀκαρνανίας, συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην του, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ γείνῃ κανὲν ἐμβάλωμα μικρὸν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, παρακαλῶ πολὺ νὰ λάβῃ τὴν σύστασιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι ἁμαρτία, μία ὁδὸς ἑνώνουσα τὸν κόλπον τὸν Κορινθιακὸν μὲ τὸν Ἀμβρακικὸν νὰ μένῃ ἀτελὴς ἀπὸ δεκαετίας, ἀφοῦ ἐξώδευσεν ὁ μακαρίτης Τρικούπης δι’ αὐτὴν 700–800 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ νὰ μένῃ ἀτελὴς προκειμένου μόνον περὶ δαπάνης 100–150 χιλιάδων δραχμῶν.
§107Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐκθέσῃ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται ὑπ’ ἀριθμὸν 9 γέφυρα μετὰ σιδηροῦ καταστρώματος εἰς θέσιν Πικροδάφνην. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει γνῶσιν τοῦ πράγματος.
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτως. Εἶχε γείνῃ μία ἐργολαβία πρὸς κατασκευὴν τῆς γεφύρας ταύτης· αὕτη διελύθη, καὶ ἔκτοτε δὲν ἀνεγράφη ποσὸν, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἄλλοτε ἐγκριθῆ. Πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς ἀνεγράφη ἡ περὶ ἧς πρόκειται πίστωσις.
§109Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαγράψῃ τὴν πίστωσιν, διότι ἴσως καὶ ἡ πίστωσις εἶναι ἄσκοπος καὶ τὸ ἔργον ἄσκοπον.
§110Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τοποθετήσεως γεφύρας, πρέπει νὰ γείνῃ. Νομίζω, δὲ, ὅτι περὶ τούτου πρόκειται. Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερεῖς πληροφορίας.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§112ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ μία τροπολογία, ἣν ὑποβάλλω ἐγγράφως, καὶ νὰ προστεθῇ τμῆμα μικρᾶς ὁδοῦ Βουβάλι–Ἀγνάντων ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἄρτης–Καλαρρυτῶν, καὶ πίστωσις 25,000 δραχμῶν, διότι ἐκεῖνο τὸ τμῆμα μένει νεκρόν.
§113Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὡς δωδέκατον ἐδάφιον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται: «Διὰ τὴν κατασκευὴν τρίτου τμήματος τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Καλάμας, ἤτοι ἀπὸ Ξενῶνος Κοπανάκι εἰς Μελιγαλᾶ, δραχμαὶ 230,000». Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§114Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκαιοτάτη.
§115ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν ὑπάρχει σύγκρισις. Διότι ἡ ὁδὸς, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, πρόκειται νὰ συγκοινωνήσῃ ὁλόκληρον ἐπαρχίαν, πρόκειται νὰ συγκοινωνήσῃ πληθυσμὸν 20,000 ψυχῶν μὲ τὸ δικαστήριον, μὲ τὴν πόλιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην εἶναι ἠναγκασμένοι οἱ ἄνθρωποι παρ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας νὰ μεταβαίνωσιν, ἐνῷ διὰ τῆς ὁδοῦ Ξενῶνος Κοπανάκι–Μελιγαλᾶ, οὐδὲν ἐπιβάλλει, οὐδὲν ἀναγκάζει νὰ μεταβαίνωσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος. Ἐννοεῖτε λοιπὸν πολὺ καλὰ τὴν διαφοράν, καὶ τίνος ὁδοῦ ἐπιβάλλεται ἡ προτίμησις.
§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν σας.
§117ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ ὁδὸς αὕτη πρόκειται νὰ φέρῃ συγκοινωνίαν μεταξὺ λαοῦ 20, 000 ψυχῶν καὶ δικαστηρίων. Ἐννοήσατέ το, παρακαλῶ, καλῶς.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ εἴπετε.
§119ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρόκειται νὰ δείξω τὴν ἀνάγκην τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ τὸ περιττὸν τῆς ἄλλης ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά· τὸ εἴπετε. Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν 5 τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Παπαμιχαλοπούλου, Κατριβάνου καὶ Κοσσονάκου, Γουλιμῆ, Μισυρλῆ καὶ Κοττίκα. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν μετὰ τῶν ἄλλων κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 447–448(γ)). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος.
§123ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἥτις προτάσσεται αὐτοῦ, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ θέματος ἀπὸ ἐτῶν ἐκκρεμοῦς, ὅπερ πάντως θέλει παρουσιασθῆ ὅταν μετά τινας μῆνας πάλιν συνέλθωσιν ἐν Αἰγύπτῳ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων, τὴν παράτασιν τῆς μεταρρυθμίσεως, ἥτις τώρα παρατείνεται εἰς ἓν μόνον ἔτος, περατουμένη κατὰ τὴν 20 Ἰανουαρίου, νομίζω. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δεικνύει διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο ἡ τοιαύτη μονοετὴς παράτασις,—ἧς ὁμοίαν εἴχομεν καὶ ἐν προγενεστέρῳ χρόνῳ,—διότι συνῆλθεν ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ἔχουσα ἐκ τῶν διεθνῶν νόμων, τῶν ἐν Αἰγύπτῳ κρατούντων, δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ μεταβολῶν ἐπενεκτέων εἰς νόμους κειμένους, ὑποχρεοῦντας δὲ διεθνῶς τὴν Αἴγυπτον καὶ τὰς Δυνάμεις τὰς συμβεβλημένας μετ’ αὐτῆς, καὶ μετὰ τὴν συνέλευσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης συνῆλθον καὶ εἰς συνδιάσκεψιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων, οἵτινες δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν μεταρρυθμίσεων τῶν προτεινομένων, ἤτοι, καθὼς βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν, τῶν τροποποιήσεων τῶν ἄρθρων 9 καὶ 11 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν μικτῶν δικαστηρίων. Τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις γνωμοδοτεῖ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, μετέχει καὶ ἡ Ἑλλὰς, δι’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐφέτου αὐτῆς ἐν τῷ μικτῷ Ἐφετείῳ. Δὲν ὑπῆρχεν ἐξ ἀρχῆς ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεων, γνωμοδοτεῖ τὸ Ἐφετεῖον, ἐνῷ ἄλλοτε ἐγνωμοδότει ὁλόκληρον τὸ δικαστικὸν σῶμα· ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη, καθ’ ἣν ἡ γνωμοδότησις γίνεται οὐχὶ ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀλλ’ ὑπὸ μόνων τῶν ἐφετῶν, ἐγένετο πρό τινων ἐτῶν, πρὸ τοῦ 1890, καὶ ἔκτοτε ἐπιτρέπει νὰ ἔχῃ τις ἐφέτην ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῶν ἐφετῶν τῷ μικτῷ, ἵνα ἔχῃ γνώμην προκαταρκτικὴν ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν καιριωτάτων, ἅτινα ἑκάστοτε παρουσιάζονται. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐφέτην. Ἀλλ’ ὁ ἐφέτης—ὁ κύριος Ἀντωνιάδης—εἶναι ἐφέτης προσωπικῷ δικαιώματι, καὶ ἂν οὗτος ἐκλίπῃ, ἐκλείπει καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν προεξέτασιν τῶν ζητημάτων τούτων, πρᾶγμα σπουδαιότατον. Ἐν ἔτεσι 1889 καὶ 1890 γενομένων διαπραγματεύσων περὶ διαφόρων θεμάτων μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τὴν Αἰγυπτιακὴν, ἡ Ἑλλὰς ἐπέτυχεν ὑπόσχεσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ὑπόσχεσιν δὲ καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐφέτου, τὸ συνδεόμενον πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου Ἀντωνιάδου, θέλει ἀναγνωρισθῆ ὡς δικαίωμα μόνιμον, ὑπάρξεως σταθερᾶς ἐφέτου Ἕλληνος ἐν τῷ Ἐφετείῳ τῷ μικτῷ, ὑπάρξεως ἄρα καὶ ἀντιπροσώπου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ πάντοτε προαποφασιζούσῃ περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων τῶν γενομένων δεκτῶν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Εἶχε δὲ δοθῆ ὑπόσχεσις, ὅτι εἰς τὴν πρώτην συνάντησιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων πρὸς σύσκεψιν ἐπὶ θεμάτων μεταρρυθμίσεως ἤθελεν ὑποβληθῆ ἡ πρότασις καὶ συζητηθῆ πρὸς ἔγκρισιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τότε κατέβαλε φροντίδα, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὸ παραδεδεγμένον ἤδη ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, — ὑπὸ τὸν ὅρον βεβαίως τῆς συναινέσεως τῶν Δυνάμεων, — ἀνεγνωρισμένον δ’ ἐπίσης καὶ παραδεδεγμένον διὰ ῥητῆς δηλώσεως ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα, λέγω, ἐξασφαλίσῃ τοῦτο, προλαμβάνουσα καὶ ζητοῦσα κατὰ μέρος τὴν γνώμην τῶν ἄλλων Δυνάμεων, τῶν Μεγάλων, αἵτινες καὶ κυρίως ἐνδιαφέρονται καὶ ἔχουσιν ἐπαρκεῖς ψήφους, καὶ γενομένης τοιαύτης ἐρωτήσεως πρὸς ἁπάσας τὰς Μ. Δυνάμεις, ἐδόθησαν ἀπαντήσεις πᾶσαι εὐάρεστοι, ὧν τὰ ἴχνη θέλει εὕρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου. Ἔχομεν δηλαδὴ ἁπασῶν τῶν Μ. Δυνάμεων προκαταβεβλημένην τὴν συναίνεσιν, ἀλλὰ μετὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι ὁριστικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος θέλουσι δώσει γνώμην οἵαν ὑπεσχέθησαν, ὅταν ἔλθωσι τὰ ζητήματα ταῦτα εἰς κοινὴν διάσκεψιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Ἔκτοτε πολλὰ ἔτη παρῆλθον, καὶ σύσκεψις τοιαύτη δὲν ἐγένετο, διότι αἱ διαφωνίαι αἱ ὑπάρχουσαι δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελεν ἀπολήξει ἡ σύσκεψις εἰς ἀποτέλεσμα. Βλέπω δὲ, ὅτι καὶ αἱ νῦν ὑπάρχουσαι γνῶμαι οὐδὲ σήμερον ἀσφαλῶς ἐπιτρέπουσι τοιαύτην ἐλπίδα, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ παράτασις ἐγένετο μονοετής. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές, ὡς δ’ ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν Αἰγύπτῳ, ὑπαρχούσης συμπτώσεως γνωμῶν καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς παραπλεύρου Ἀγγλικῆς, ἥτις ἀκολουθεῖ σταθερῶς γνώμας ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ πρὶν ἢ καταλάβῃ τὴν Αἴγυπτον πρεσβευομένας, ἐὰν ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς ζητουμένας μεταρρυθμίσεις, θέλομεν ἔχει προσεχῶς νέαν συνδιάσκεψιν ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν θεμάτων, καὶ ἴσως πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1900. Διὸ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως, ἐξετάζων τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔγγραφα, προκαλέσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν προσεχῆ συνάντησιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Αἰγύπτῳ, διότι εἶναι σπουδαιοτάτης σημασίας ἔργον τὸ νὰ ἀποκτήσωμεν ὁριστικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἔχειν συμπάρεδρον ἐν τῷ Ἐφετείῳ τῷ μικτῷ ἐφέτην Ἕλληνα. Ἕως ὅτου λυθῇ τὸ ζήτημα οὕτως ὁριστικῶς, ἡ παρουσία τοῦ ἐφέτου Ἕλληνος ἔχει μόνον λόγον τὴν ὕπαρξιν τοῦ κ. Ἀντωνιάδου. Ἐὰν ὁ κ. Ἀντωνιάδης παραιτηθῇ, δὲν ἔχομεν τὴν ἐλπίδα νὰ ἴδωμεν ἄλλον ἀντ’ αὐτοῦ Ἕλληνα ἐφέτην. Τοῦτο ἤθελον νὰ ὑπομνήσω, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπίκειται νέα συνδιάσκεψις, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τοῦτο καὶ φροντίσῃ, ὥστε τὰ ἤδη ὑπεσχημένα νὰ λάβωσι σάρκα.
§124Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἄς μὴ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο τὴν ἐνδιαφέρουσαν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι λίαν γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν νομίζομεν ὅμως, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ σχετισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Πρὸς τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πολιτικὸν πράκτορα ἐποιησάμεθα τὰς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ ἐφέτου σχετικὰς συστάσεις, καὶ ὁ κ. Γρυπάρης μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ προβῇ εἰς τὰ διαβήματα ταῦτα, ὅτι ὅμως δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ σχετίσῃ, τό γε νῦν ἔχον, τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ ἐφέτου ἐν Αἰγύπτῳ πρὸς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν μικτῶν δικαστηρίων, ἥτις πρόκειται νὰ γείνῃ μετὰ ἓν ἔτος.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ κ. πολιτικοῦ πράκτορος τῆς Ἑλλάδος, διότι τοῦτο, οὕτω λεγόμενον, θὰ κατεδείκνυεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς πράκτωρ δὲν γινώσκει καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, ἐνῷ γινώσκομεν, ὅτι καὶ κατὰ βάθος κατέχει αὐτὴν καὶ εἶναι καὶ ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων τῶν ἱκανῶν ἀνδρῶν, οἵτινες δὲν ἀφίνουσι νὰ παρέρχωνται αἱ εὐκαιρίαι...
§126ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τὸ πρῶτον ἔτος.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, λέγετε; ἀλλὰ τὸ ἔτος τοῦτο σχεδὸν παρῆλθεν, ἐπίκεινται δὲ ἀναγκαίως νέαι διαπραγματεύσεις. Ἡ δὲ ὑπόθεσις ἔχει οὕτως. Εὐθὺς ὡς συνέλθωσιν εἰς συνδιάσκεψιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων, ὅπως ἀποφασίσωσι περὶ μεταρρυθμίσεων, ἔχει ἡ Ἑλλὰς τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλουσιν ἐξετάσει πρὸς λύσιν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαιώματος ἐφέτου διαρκοῦς, καὶ τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως ὀρθῶς, διότι ἀκριβῶς ὀρθῶς ζητεῖται μεταρρύθμισις ὅτε πρόκειται νὰ συνέλθωσιν αἱ Δυνάμεις, ὅπως ἐπενέγκωσι τροποποιήσεις εἰς τὸ ὑπάρχον καθεστώς. Μία τῶν τροποποιήσεων τούτων ἔσται καὶ ἡ ἀναγνώρισις ἐφέτου εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαιωματικῶς. Καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ἔχομεν ῥητήν. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἐνταῦθα χρῆσις ἐγγράφων, διότι τούτων μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι κάτοχος, καὶ μόνος οὗτος ἔχει δικαίωμα νὰ ποιήσηται αὐτῶν χρῆσιν. Ἀλλὰ γινώσκω ἐκ παλαιοτέρας διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ ἀκριβῆ. Καὶ δὲν ἔχω μὲν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καθῆκον εἶχον, παρουσιαζομένης τῆς ὑποθέσεως, νὰ ὑπομνήσω ταῦτα, διότι, ἐὰν παρέλθῃ ἄπρακτος ὁ χρόνος ὁ προσήκων, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ἀναμείνωμεν πάλιν νέαν εὐκαιρίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κύριοι οὔτε τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, οὔτε τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, καὶ ἂν ἐξαίφνης ὁ κύριος Ἀντωνιάδης ἀπεφασίσῃ νὰ παραιτηθῇ, θέλομεν μείνει ἄνευ ἐφέτου ἐν Αἰγύπτῳ.
§128Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Γρυπάρης ἔλαβε παρ’ ἡμῶν τὰς ἀπαιτουμένας ὁδηγίας, καὶ ὅτι θὰ φροντίσῃ εἰς πρώτην περίστασιν, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν, ὅπως ἐπιταχύνωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. πολιτικὸς πράκτωρ νὰ τὸ σχετίσῃ πρὸς τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ θεσμοῦ τῶν μικτῶν δικαστηρίων ἐπὶ ἓν ἔτος, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος νόμων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας Χατζῆ–Δαοὺτ–Φαρκούχ).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς ἔχουσι).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐν τέλει τοῦ αʹ. ἐδαφίου τῆς δευτέρας παραγράφου λέξις «ἢ», νὰ προστεθῇ δὲ γʹ ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «γʹ) Ὁ ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον διατελέσας ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως ἢ ἀνωτέρῳ καὶ ἔχων δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ ἡμετέρου ἢ ἑτέρου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου.» (Ὡσαύτως ἐν παραγράφῳ ἑβδόμῃ, στίχ. βʹ —γʹ, ἀντὶ «δίπλωμα ἑνὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ Πανεπιστημίων» νὰ τεθῇ «δίπλωμα τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἢ ἑνὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ τοιούτων».
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§134Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 5 νὰ προστεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς τελωνοφυλακῆς ὑπάγεται καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς ἀνωτέρου προσθήκης).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις «εἰς οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς αʹ τάξεως» νὰ προστεθῇ: «εἷς τοιοῦτος βʹ τάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, ὡς ἔχουσι).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὴν λέξιν «ἐπιθεωρητὴς», νὰ τεθῇ «αʹ τάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 μετὰ τῆς τροποποιήσεως τούτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11, ὡς ἔχουσι).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «ὅστις μόνον ἀναπληροῖ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὸν εἰδικὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13–20, ὡς ἔχουσι).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν ἐν στίχῳ εʹ λέξιν «Ὑπουργείου» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀπόντος ἢ κωλυομένου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, μετὰ τὴν λέξιν «ἐπιθεωρήσεων» νὰ προστεθῇ: «εἰς τμηματάρχας ἢ γραμματεῖς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ». Ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «εἰς λογιστὰς αʹ τάξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν αὐτοῦ» νὰ τεθῇ: «εἰς ὑπουργικοὺς γραμματεῖς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 23–30, ὡς ἔχουσι).
§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 31, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐλπίζομεν, ὅτι τὰ 3 ἢ 4 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγνωσθῶσι, δὲν θὰ προκαλέσωσι σπουδαίας συζητήσεις, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ διακόψωμεν.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀνακοινώσῃ μέχρι ποίας ὥρας φρονεῖ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῆς ὥρας δὲν γνωρίζω. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 νομοσχέδιον «περὶ ἀρχαιοτήτων», μετ’ αὐτὸ δὲ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἑνδέκατον ἔχει μεγάλην συζήτησιν.
§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δηλῶ, ὅτι δέχομαι ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς προταθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἑνδέκατον ἂς συζητηθῇ. Πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀναμνησθῶμεν τὰ ἤδη ἀποφασισθέντα. Εἶχε φθάσει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο πρὸς συζήτησιν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ καί τινα ἄλλα σχετικὰ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐπ’ αὐτῶν. Δὲν ἐπιμένομεν νὰ συζητηθῶσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ἀρχαιολογικά, τὰ παραπεμφθέντα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ περιοριζόμεθα μόνον εἰς τὸ πρῶτον. Ἂς ἴδωμεν τὴν συζήτησιν, τὴν διεξαχθησομένην ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων ὑμῶν δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς ἢ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μέχρι τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀρχαιολογικοῦ. Βεβαίως συζήτησις θὰ γείνῃ ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία περὶ τούτου.
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ ἑνδέκατον νομοσχέδιον ἐπιφυλάσομαι νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποσύρομαι τῆς συζητήσεως, διότι δὲν ἔχομεν τὸν προσήκοντα καιρόν, ἵνα συζητήσωμεν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς ἐν Λαρίσῃ ἐμπορικῆς ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Δημητριάδης, Παπᾶς καὶ Σκαλιώρας» πρὸς συνομολόγησιν δανείου μέχρι δραχ. 250,000.
§156Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς τί νὰ δωρῶνται αὐτὰ τὰ ποσά;
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δωροῦνται.
§158ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα δωρεά.
§159Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχει δίκαιον μέγα· παρατηρῶ δὲ, ὅτι ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο, εἶναι ζημία, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν καὶ πλεῖστα ἄλλα ἐργοστάσια ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο ἔλαβεν, ὡς καὶ τὰ ἄλλα ἐργοστάσια, πρὸς πληρωμὴν τοῦ σίτου, τὸν ὁποῖον ἔλαβε πρὸς χρῆσίν του ὁ τουρκικὸς στρατὸς, μπασματάδες, περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν σπουδαίως ἐνεργεῖ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι αἱ ἐνέργειαί της θὰ στεφθῶσιν ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅμως, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθιεροῦται μία κακὴ ἀρχή, ἕνεκα τῆς ὁποίας θ’ ἀρχίσωμεν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ δίδωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἐργοστάσιον. Διότι μὴ νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν τὰς αὐτὰς καὶ πλείονας ἴσως ζημίας. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἐργοστάσιον τῶν ἀδελφῶν Γιαννοπούλων ἐν Βελεστίνῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἀνυπολογίστος ζημίας, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἰδιοκτῆται ἐξ ἴσου δικαιοῦνται εἰς τοιαύτην ἀρωγήν.
§160Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξέφρασα γνώμην κατ’ αὐτοῦ· σήμερον ὅμως, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω νὰ δηλώσω, χωρὶς νὰ γνωρίζω ποσῶς τοὺς ἀνθρώπους, περὶ ὧν πρόκειται, ὅτι δὲν ἔχω τίποτε πλέον νὰ μεμφθῶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νομίζω ὅτι τὸ Δημόσιον ἀζημίως δύναται νὰ παράσχῃ τὴν αἰτουμένην συνδρομήν του, ἵνα ἐπέλθῃ ἀνακούφισις εἰς τοὺς αἰτοῦντας, χρησιμωτάτους βιομηχάνους ἐν Θεσσαλίᾳ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει ἀσάφειάν τινα, ἐὰν συνδυασθῇ μετὰ τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ῥητῶς, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης πενταετίας ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τῶν ὀφειλετῶν, ἤτοι τῶν κυρίων αὐτῶν, νὰ πληρόνωσι τὸν τόκον καὶ τὸ ἓν πέμπτον τοῦ κεφαλαίου· διότι δὲν ἀναγράφει διὰ τὴν πρώτην πενταετίαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων.
§163Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον περιέχεται τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν θὰ πληρώνῃ ἡ ἑταιρεία, περὶ ἧς πρόκειται, μόνον τὸν τόκον, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν καὶ χρεωλύσιον.
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν προσθέσητε δύο λέξεις, «οὐ μόνον τὸν τόκον, ἀλλὰ καί», διορθοῦται τὸ κείμενον.
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· θὰ διορθωθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει)
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἄρθρον 2 ἀναγινώσκεται).
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου ὡς ἑξῆς. «Ἡ εἰρημένη ἐμπορικὴ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται διὰ τοῦ πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου συμβολαίου νὰ ἀναλάβῃ ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου καὶ τῆς ἐμπροθέσμου πληρωμῆς τῶν τόκων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου μέχρις ἐξοφλήσεως αὐτοῦ, ὡς καὶ ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαρυνούσας τοὺς συνομολογοῦντας ἁπλᾶ ἐνυπόθηκα δάνεια μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατὰ μὲν τὴν πρώτην πενταετίαν ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους ἐμπροθέσμως, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας ταύτης ἡ ἰδία ἐμπορικὴ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται, κατὰ τὴν ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων, νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος τὸν τοῦ λήξαντος ἔτους τόκον καὶ τὸ ⅕ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ τροποποιηθέντος διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ κανονισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῆς καὶ διὰ διπλοτύπων, ὑπὸ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων ἐκδιδομένων, εἰσπράξεως τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν ἐπὶ τῶν δημοιρεσιῶν». Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 7 τοῦ περὶ νομικῶν συμβούλων νόμου).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ναυτικῶν πειθαρχικῶν ποινῶν.
§170Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι εἶναι καλλίτερον ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου μαζὺ μὲ τὰ ἄλλα ναυτικὰ νομοσχέδια, καθόσον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ δικαιώματα ἔπρεπε νὰ κανονίζωνται διὰ Β. Διατάγματος, ὡς γίνεται καὶ εἰς τὸ στράτευμα τῆς ξηρᾶς, ὅπου ἡ ἁρμοδιότης ἑκάστης ἀρχῆς ἐπὶ τῆς ὑφισταμένης εἶναι κεκανονισμένη διὰ Β. Διατάγματος. Ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος ἔχει ἕν ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ἔχοντα χαρακτῆρα πταίσματος παραπτώματα νὰ τιμωρῇ διὰ φυλακίσεως μέχρι δύο μηνῶν. Ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει ναυτικὸν ποινικὸν νόμον, ἀλλὰ δικάζονται οἱ ναυτικοὶ ἡμῶν διὰ τοῦ νόμου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας τοῦ 1797, τοῦ Βοναπάρτου, ὡς Αʹ ὑπάτου, καὶ ὅταν καταδικάζηταί τις, ἡ ἀπόφασις λέγει «ἰδόντες καὶ τὸ ἄρθρον δεῖνα», ὅπερ χαρακτηρίζει τὸ ἔγκλημα τῆς λιποταξίας καὶ λέγει: «Ἡμεῖς, Βοναπάρτης, πρῶτος ὕπατος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας κλπ.», ἀφοῦ, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου ἄρθρου δικάζονται οἱ ναῦται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασ. Ναυτικοῦ, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ ναυτικοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ περιληφθῇ καὶ ἄρθρον παρέχον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅμοιον δικαίωμα πρὸς τὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ ὀργανωτοῦ τοῦ ναυτικοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται ἐρχόμενος νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐνόσῳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διευθύνεται ὑπὸ πολίτου, ὡς συμβαίνει ἀπὸ ἐτῶν σχεδὸν διαρκῶς, καλὸν εἶναι νὰ ὑποβληθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς περιορισμόν τινα. Ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1890, ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἠδυνήθη δι’ αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, μεγάλως νὰ κρατύνῃ τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ ναυτικῷ. Ὥστε νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ ὀργανωτοῦ.
§171Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν ὁ κ. συνάδελφος νὰ μνησθῇ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1890–1892, τῷ δηλῶ ὅτι ἠναγκάσθην τότε νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Βασιλέα διάταγμα, κανονίζον τὰ περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, — τὸ ὁποῖον ὅμως δυστυχῶς δὲν ὑπεγράφη, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ὑπουργικῆς μεταβολῆς, — ἠναγκάσθην, λέγω, νὰ ὑποβάλω τοιοῦτον διάταγμα, διότι εἶδον, ὅτι αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς.
§172Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς νέαν σύνοδον, ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ποινικῆς ναυτικῆς νομοθεσίας σπουδαίως, διότι βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δύναται ἀκόμη νὰ διοικῆται τὸ ναυτικὸν μὲ τὸν νόμον τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας τοῦ παρελθόντος αἰῶνος.
§173Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον, ἐπεξειργασμένον ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ τέως συνάδελφός μας ἀξιότιμος κ. Κωνσταντόπουλος. Ἂν δ’ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον Ὑπουργός, πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, θὰ ἦναι τοῦτο. Ὑπεβάλομεν δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἵνα λάβωμεν τὰ μέσα νὰ τηρήσωμεν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πειθαρχίαν τινά.
§174Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι, τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα τὸ μελετήσωμεν κατὰ τὰς διακοπάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτικῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιοτήτων.
§176ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ, τὸ κείμενον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§178ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, ἀντὶ «ὡς ἔργα καὶ κτήματα τῶν προγόνων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ» νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων καὶ ἐντεῦθεν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–5, ὡς ἔχουσι).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§180ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, ἀντὶ «ἐπὶ ποινῇ προστίμου» νὰ τεθῇ «ἐπὶ χρηματικῇ ποινῇ». Ἐν τέλει δὲ τῆς δευτέρας παραγράφου, ἀντὶ «ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5» νὰ τεθῇ «ὅτε ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5». Νὰ προστεθῇ δὲ καὶ τρίτη παράγραφος, ὡς ἑξῆς: «Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἀφίεται τοῦτο εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἰδιοκτήτου.»
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§182ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ἡ λέξις «περιφέρειαν» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἀκτῖνα». Ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀντὶ «προστίμου» νὰ τεθῇ «χρηματικῆς ποινῆς».
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–11, ὡς ἔχουσι).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§185ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ἔνθα γίνεται λόγος περὶ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἐνταῦθα διάταξις, δι’ ἧς νὰ ὁρισθῇ μία ἐπιτροπή, ὡς ἑξῆς: «...Τὰ λοιπὰ δὲ, ὅσα ἡ ἐκ τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου καὶ τῶν ἐφόρων τῶν ἐν Ἀθήναις ἀρχαιολογικῶν συλλογῶν ἀποτελουμένη Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἤθελε κηρύξει ἄχρηστα διὰ τὰ Μουσεῖα κλπ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§187ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Τοιαῦται ὅμως δοκιμαστικαὶ ἀνασκαφαὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπεκταθῶσι μέχρι κατεδαφίσεως ἢ βλάβης οἰκίας ἢ ἄλλου τινὸς κτιρίου.»
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§189ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, ἀντὶ «μετὰ τὴν διακοπὴν ἢ τὸ πέρας τῆς ἀνασκαφῆς» νὰ τεθῇ «μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς ἀνασκαφῆς ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν». Ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ «κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου» νὰ τεθῇ «κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15–19, ὡς ἔχουσι).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§191ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ «Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως» νὰ τεθῇ «Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20 μετὰ τῆς τροπολογίας ταύτης).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ πωλήσας καὶ ἀγοράσας ἀρχαῖα εἰσαχθέντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὀφείλουσιν ἑκάτερος, ἐπὶ χρηματικῇ ποινῇ μέχρι 10,000 δραχμῶν, νὰ ἀναγγείλῃ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὴν πώλησιν καὶ ἀγορὰν, ὑποβάλλων κατάλογον περιγραφικὸν τῶν ἀρχαίων. Τὸ Ὑπουργεῖον δικαιοῦται κατὰ προτίμησιν ν’ ἀγοράσῃ τὰ ἀρχαῖα ταῦτα διὰ τὰ Μουσεῖα τοῦ Κράτους, πληρόνον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὁλόκληρον τὴν παρ’ αὐτοῦ προτεινομένην ἀξίαν των. Μὴ θελήσαν ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὰ, παρέχει τῷ ἰδιοκτήτῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἐλευθέραν διάθεσίν των.»
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§195ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ τῶν λέξεων «τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου» καὶ «τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον» νὰ τεθῶσι τῆς «Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς» καὶ «ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπή». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22 μετὰ τῆς ἀνωτέρω τροποποιήσεως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§197ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ ἐνταῦθα ἀντὶ «ὑπὸ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου» νὰ τεθῇ «ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§199ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἀρχαῖα ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν Μουσείων τοῦ Κράτους, ἅτινα ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν συνεδρίᾳ αὑτῆς ἤθελε κηρύξει παμψηφεὶ περιττὰ διὰ τὰ Μουσεῖα, δύνανται νὰ δωρῶνται ἢ ν’ ἀνταλλάσσωνται, ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πρὸς ξένα Μουσεῖα καὶ ἐπιστημονικὰ καθιδρύματα οἱασδήποτε ἐθνικότητος.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§201ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ «τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου» νὰ τεθῇ «τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 26–28, ὡς ἔχουσι).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
§203ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ «προστίμου» νὰ τεθῇ «χρηματικὴ ποινὴ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 449). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 10′ μ.μ.)