1899.07.01
4,859 rows · 38,363 words · 347 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
τῆς 1 Ἰουλίου 1899
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τοῦ Συμβουλίου τοῦ Συνδέσμου τῶν οἰνοπαντοπωλῶν, ὑποβάλλοντος τὰς σκέψεις του ἐπὶ τῆς περὶ ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν κλπ. συμβάσεως. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Ἁλμυροῦ, παρακαλοῦντος, ἐντολῇ τῶν συνδημοτῶν του, ὅπως παρασχεθῶσιν αὐτοῖς βοηθήματα πρὸς ἀνακούφισίν των.
§2Ε. ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἐγκαίρως τὰ δέοντα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπόμνημα τῶν ἀσκηθέντων γραμματοδιδασκάλων, ζητούντων ὅπως ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς γραμματιστάς. Αἴτησιν τῶν κατοίκων Κριμπατσίου Αὐλίδος, αἰτούντων τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῆς σπορᾶς των. Τηλεγράφημα κατοίκων τινῶν Πατρῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀναφορὰν τῶν ἐκδοτῶν διδακτικῶν βιβλίων καὶ τυπογράφων, παρακαλούντων, ὅπως διὰ νέου νόμου ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας νὰ συγγράφωσι διδακτικὰ βιβλία.
§4ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὡς λίαν δικαίαν.
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ προσθήκης τηλεγραφικῶν βοηθῶν δευτέρας τάξεως. Δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης σήμερον γιγνομένης, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομιμοποιήσεως θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη κατελήφθησαν, διότι ἀπὸ τῆς 25 Ἰουνίου 1895 μέχρι τῆς 21 Νοεμβρίου 1897 ὑπὸ τῶν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον Κυβερνήσεων διωρίσθησαν 47 βοηθοὶ βʹ τάξεως ὑπεράριθμοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δὲ ταύτης μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1898 ἀπεχώρησαν τῆς ὑπηρεσίας 36, καὶ ἀπέμειναν καθ’ ὑπέρβασιν 11· ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις διώρισε 40 νέους βοηθοὺς βʹ τάξεως, καὶ οὕτως ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνῆλθεν εἰς 51. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεχώρησαν 6, καὶ ἀπέμειναν 45, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἡ θέσις. Ὁμολογῶ ὅτι ἀνάγκη μεγάλη ὑπῆρχε νὰ διορισθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἀλλὰ διωρίσθησαν ἄνευ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τῆς θέσεως αὐτῶν. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 13 καὶ 15 τοῦ ΒΥΞΕʹ νόμου περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν. Οἱ λόγοι, ὁποῖοι κυρίως προὐκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὅτι ἕνεκα τῶν προσόντων, τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων διὰ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τῶν σταθμῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτη. Ὡσαύτως ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΜΕʹ τῆς 29 Ἰουλίου 1892.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 379–381).
§7Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ δικαιώματί του ἀνεκάλεσεν ἐκ τῆς διαθεσιμότητος τὸν συνταγματάρχην τοῦ πυροβολικοῦ κ. Ν. Σμόλενιτς καὶ διώρισεν αὐτὸν ἀρχηγὸν τοῦ Βʹ Ἀρχηγείου, τὸν δὲ ἀρχηγὸν τοῦ Βʹ Ἀρχηγείου διώρισε Πρόεδρον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ συνταγματάρχην Δόξαν ἔθεσεν εἰς διαθεσιμότητα, λόγῳ ὅτι εἶναι ἄνευ θέσεως. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω λόγον διὰ τὴν τοιαύτην ἐντὸς τῶν καθηκόντων του πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ποία ἔννοια πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ διαθεσιμότητος τῶν συνταγματαρχῶν λόγῳ ἐλλείψεως θέσεως; Διότι, ἐὰν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος διὰ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ συνταγματάρχης ἐκείνην τὴν στιγμήν, τότε βεβαίως εἶναι τὸ τοιοῦτον ἐντὸς τοῦ νόμου· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει θέσις, ὅταν ἐν τῷ στρατεύματι ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις συνταγματαρχῶν εἰς τὸ ὅπλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός. Εἰς τὰ τρία συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος πρέπει νὰ ἦναι συνταγματάρχης, καὶ ὅμως τὰ τρία ταῦτα συντάγματα ἤδη διοικοῦνται ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν. Ἑπομένως ὁ κ. Δόξας ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ διοικητοῦ συντάγματος πυροβολικοῦ; κατὰ τὸν ὀργανισμὸν μάλιστα τοῦ στρατοῦ, ἐν τῷ σώματι τοῦ πυροβολικοῦ δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ μόνον συνταγματάρχης νὰ ἦναι διοικητὴς συντάγματος, ἐνῷ εἰς τὸ πεζικὸν ἐπιτρέπεται τὰ συντάγματα νὰ διοικῶνται καὶ ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμει τίνος νόμου ἔθεσε τὸν ἐν λόγῳ συνταγματάρχην εἰς διαθεσιμότητα ὡς ἄνευ θέσεως. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐλέγξω τὸ πρᾶγμα εἰδικῶς διὰ τὸν ἀξιωματικὸν κ. Δόξαν, ἀλλ’ ἐρωτῶ διὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, διότι διὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ ἔχωμεν πληθὺν συνταγματαρχῶν ἐν διαθεσιμότητι, ἀπολαμβανόντων τὰ ⅔ τοῦ μισθοῦ των, καὶ τὰ συντάγματα νὰ διοικῶνται ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν.
§8Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ κατώτεροι δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν, οἱ ἀνώτεροι ὅμως δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν κατωτέραν. Συνεπῶς κανονικῶς κατέχουσι τὰς διοικήσεις τῶν συνταγμάτων. Διὰ τίνα δὲ λόγον δὲν ἔδωκα ὑπηρεσίαν εἰς τὸν συνταγματάρχην κ. Δόξαν, τὸ γνωρίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ τὸ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλῃ νὰ τοῦ τὸ ἐπαναλάβω, ἂς ἔλθῃ ἰδιαιτέρως, ἵνα τὸ ἀκούσῃ καὶ πάλιν.
§9Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε, συνδεόμενον διά τινος συγγενείας μετὰ τοῦ συνταγματάρχου κ. Δόξα, δὲν ἐπετρέπετο νὰ συμμετάσχω τῆς περὶ αὐτοῦ συζητήσεως. Ἡ ἀπάντησις ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα κ. συνάδελφον ἐκ Βονίτσης μὲ ἀναγκάζει νὰ συμμετάσχω τῆς προκληθείσης ταύτης συζητήσεως. Καὶ πρῶτον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λύσῃ μίαν ἀπορίαν, ἣν ἔχω, τὴν ἑξῆς. Ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος τοῦ 1851 λέγει, ὅτι εἰς διαθεσιμότητα τίθενται οἱ ἀξιωματικοὶ (τοὺς βαθμοὺς τῶν ὁποίων ὁρίζει), οἵτινες μένουσι προσκαίρως ἄνευ θέσεως. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς διατάσσει καὶ ὁ νόμος τοῦ 1871 περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐνταῦθα μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τῶν νόμων δὲ ἐτηρήθη, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Δόξας ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα εὐθὺς ὡς εἰς τὴν θέσιν του ἐτοποθετήθη ἄλλος ἀξιωματικὸς, τουτέστιν ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα ὄχι διότι, ὡς ὁρίζουσιν οἱ νόμοι, ἔμεινεν ἐπί τινα χρόνον ἄνευ θέσεως, ἀλλὰ διότι τοῦτο ἠθέλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ νῦν διαθέσιμος συνταγματάρχης κ. Δόξας, ἤτοι εἰς τὸ πυροβολικὸν, ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ διὰ τὸν συνταγματάρχην τοῦτον θέσις ἀνάλογος τοῦ βαθμοῦ του, ἤτοι ἡ θέσις τοῦ διοικητοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ, διότι, ὡς ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ἅπαντα τὰ συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ διοικοῦσιν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου ἀντισυνταγματάρχαι, καὶ οὐχὶ συνταγματάρχαι, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ ὀργανισμός. Τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι ὁ κ. Δόξας ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα ὄχι κατ’ ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην, ὡς περιττεύων, ἀλλὰ κατ’ αὐθαίρετον ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ μετάθεσις, Κύριοι, ἑνὸς ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος δὲν ἐνέχει ἔννοιάν τινα ποινῆς ἢ μειώσεως τῆς ἐπ’ αὐτὸν ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἀπάντησις ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἐκ Βονίτσης κ. συνάδελφον διετυπώθη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μὴ ἀσχολουμένους περὶ τὰ στρατιωτικὰ νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι ὁ κύριος Δόξας ὑπέπεσεν εἰς παράλειψίν τινα, καὶ ἕνεκα ταύτης ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα. Εἶπε δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντήσας εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι τοὺς λόγους, οἵτινες ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα τὸν κ. Δόξαν, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δύναται ὅμως νὰ τοὺς εἴπῃ πρὸς αὐτὸν ἰδιαιτέρως. Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, λέγω, ὅτι μοναδικὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύων τὴν εἰς διαθεσιμότητα μετάθεσιν ἀξιωματικοῦ τινος, καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἡ ἔλλειψις θέσεως· τοιαύτη ὅμως θέσις διὰ τὸν συνταγματάρχην Δόξαν ὑπάρχει, λυπηρὸν δὲ καὶ ἄδικον εἶναι νὰ μείνῃ ἄνευ ὑπηρεσίας ἀξιωματικὸς τοιοῦτος, ὁ ὁποῖος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ταχθῇ, δύναται λίαν ἐπιτυχῶς καὶ ἐπωφελῶς νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, ὡς διεξήγαγε μέχρι τοῦδε αὐτὴν, καὶ ὡς ἀρχηγὸς καὶ ἐπιθεωρητὴς τοῦ κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα στρατοῦ, καὶ ὡς ταξίαρχος κατὰ τὸν πόλεμον ἐν Ἠπείρῳ. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ μετάθεσίς του εἰς διαθεσιμότητα δὲν ἐγένετο ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ ἐπειδὴ ἕνεκα τούτου δύναται νὰ πιστευθῇ, — λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ — ὅτι εἴς τι παράπτωμα ὑπέπεσεν ὁ ἐν λόγῳ συνταγματάρχης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ γνωρίσῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ἦναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λεγόμενα δύνανται νὰ βλάψωσι τὸ Κράτος.
§10Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκθέσω κανένα λόγον. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ πρᾶξίς μου εἶναι ἀξία νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θέλητε νὰ ζητήσητε τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πράξεώς μου, πράξατέ το. Προκειμένου περὶ τοιούτων μέτρων διοικητικῶν, ἀναγομένων εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὢν καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸν λόγον οὕτω πως.
§11Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐχολώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε...
§12Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε τὰ καθήκοντά σας καλῶς.
§13ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐνταῦθα δὲν εἶμαι ἀξιωματικός· εἶμαι Βουλευτὴς προερχόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος. Ἔστε δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἀξιωματικὸς τὰ καθήκοντά μου γνωρίζω κάλλιον παντὸς ἄλλου. Ἀπορῶ, λέγω, κύριε Πρόεδρε, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχολώθη ἐπὶ τοσοῦτον καὶ εἶπεν ὅτι δὲν δικαιοῦταί τις νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν πρᾶξίν του ἐκείνην. Ἐν τῷ δικαιώματί του τῷ ἀπαραγράπτῳ καὶ ἀναμφισβητήτῳ, εἷς Βουλευτὴς ἐζήτησεν ἐξήγησιν μιᾶς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐρωτήσας διατί εἷς συνταγματάρχης ἐκ τῶν διακεκριμένων ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, καθ’ ὃν χρόνον τὰ τρία συντάγματα τοῦ ὅπλου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ συνταγματάρχης οὗτος, στεροῦνται διοικητοῦ συνταγματάρχου, διοικούμενα ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει νὰ μᾶς δώσῃ λόγον διὰ τὴν τοιαύτην του πρᾶξιν, προσθέσας μάλιστα, ὅτι, ἂν νομίζωμεν ὅτι ἡ πρᾶξίς του αὕτη εἶναι παράνομος, δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Μᾶς εἶπε δηλαδὴ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, θὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει. Τοῦτο τὸ γνωρίζω καλῶς· γνωρίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ σιωπῶ καὶ ν’ ἀφίνω νὰ παρέρχωνται ἀπαρατήρητοι πράξεις Ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ δὲν ἐγένοντο νομίμως, ἢ τοὐλάχιστον ἐγένοντο ἀντικανονικῶς. Δύο εἰσὶ τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν· τὸ νομοθετεῖν καὶ τὸ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ πρῶτον τὸ ἐσφετερίσθησαν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί, ἐπιβάλλοντες τὰ ὑπ’ αὐτῶν συντασσόμενα νομοσχέδια, χωρὶς νὰ δίδωσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς μήτε τὸ δικαίωμα τῆς τυπικῆς συζητήσεως. Θέλουσι νῦν ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτῶν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; ἂς τὸ ἀφαιρέσωσιν, ἂν ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτοὺς πλειονοψηφία τὸ ἀνέχηται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνωρίζω, εἶναι ὅτι ὁ κ. Δόξας ἀδικαιολογήτως ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του, δὲν ἐξῆλθε ποσῶς τῶν ὁρίων τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρει, καὶ ἀπήντησα εἰς αὐτὸν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης ἔκαμε τὴν ἐπερώτησίν του καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους τῆς εὐπρεπείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἠθέλησε νὰ μὲ ἐλέγξῃ. Δὲν ἔχω νὰ θυμώσω μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Φθιώτιδος, ἀλλὰ διὰ τὴν πρᾶξίν μου αὐτὴν μετεχειρίσθη φράσεις ἀκαταλλήλους. Ἐὰν ἐκτιμᾷ τὸν κ. Δόξαν, δὲν νομίζω, ἀφοῦ οὗτος ἐν πολέμῳ διῴκησε ταξιαρχίαν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ τὸν ἴδῃ διοικητὴν συντάγματος.
§15Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐν ἔτει 1892 ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΒΠʹ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζῴων, ὁ ὁποῖος μετερρύθμισε τὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἰσχύοντα περὶ φορολογίας τῶν ἐκ τῆς Ἑπτανήσου ἐξαγομένων προϊόντων. Ὁ νόμος διετήρησε τὸ σύστημα τῆς ἑβδομαδιαίας συντάξεως τῶν πρωτοκόλλων πρὸς προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τῶν ἐξαγομένων εἰδῶν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων εἰσπράττηται ὁ δασμός. Ἀλλὰ περιώρισε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον ἡ συντάττουσα τὸ πρωτόκολλον ἐπιτροπὴ, διότι πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἅπαξ συνταχθέντος ἀπαιτεῖ διὰ μὲν τὴν σταφίδα 250 χιλιάδας ἑνετικῶν λιτρῶν, διὰ δὲ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον χιλίας βαρέλας. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν σταφίδα, δὲν ἔχω τι νὰ παρατηρήσω, διότι τὸ προσδιοριζόμενον ποσὸν τῶν 250 χιλιάδων λιτρῶν πρὸς μεταβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου δὲν εἶναι μέγα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ διὰ τὸ ἔλαιον, διότι τὸ ποσὸν τῶν χιλίων βαρελῶν εἶναι τόσον μέγα, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος καθίσταται ἀνεφάρμοστος. Τὴν δυσκολίαν ταύτην ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν οἱ τελῶναι Κερκύρας καὶ Ζακύνθου, ὡς πληροφοροῦμαι, μεταβάλλουσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὸ πρωτόκολλον, ἵνα μὴ ἀπομακρύνωνται πολὺ τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Ἀλλ’ ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ταῖς ἄλλαις νήσοις γνωρίζω ὅτι τὰ πρωτόκολλα διατηροῦνται ἀμετάβλητα ἐπὶ ἔτη, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἐνίοτε δυνατὸν νὰ ζημιῶται ἐκ τοῦ ἀμεταβλήτου τῶν πρωτοκόλλων. Τὸ ἄτοπον τοῦτο δὲν δύναται νὰ διορθώσῃ ἡ ὑπηρεσία, καὶ συνεπῶς ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς μεταβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου. Οὕτω θὰ παύσῃ ἡ ἐπικρατοῦσα ἀνωμαλία καὶ ἀνισότης τῆς φορολογίας, διότι σήμερον ἄλλως φορολογεῖται τὸ ἔλαιον ἐν Κερκύρᾳ, ἄλλως δ’ ἐν Ζακύνθῳ καὶ Κεφαλληνίᾳ, ἐνῷ ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἦναι μία εἰς πάντα τὰ μέρη ταῦτα, ὅπου ἰσχύει ὁ αὐτὸς νόμος.
§16ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Φαρσάλων, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ γνωρίζουσιν, ὅτι λοχαγός τις, ὀνόματι Παπασταύρου, συνέλαβεν ἕνα πολίτην Ἕλληνα καὶ φορολογούμενον ἐν μέσῃ ἀγορᾷ καὶ διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας τὸν ἔσπασεν εἰς τὸ ξύλο! Τὴν πρᾶξιν ταύτην καταγγέλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ἂν βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελλομένων, νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς τὸν παρεκτραπέντα ἀξιωματικόν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κύριος οὗτος κατὰ τὸν πόλεμον ἔδειξε τοιαύτην διαγωγὴν κατὰ τῶν Τούρκων, ἐφέρθη ὅμως γενναιότατα πρὸς τὸν πολίτην! Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, συμπεριλάβῃ πίστωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν γηπέδων τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Σταδίου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895 κατελήφθησαν οἰκόπεδα, καὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν οἱ δικαιοῦχοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Φαντάσθητε δὲ ὁποῖον κακὸν θὰ ἐπέλθῃ, ἂν οὗτοι προβῶσιν εἰς διεκδικήσεις τῶν κτημάτων των. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδήλωσεν, ἂν θὰ περιλάβῃ τοιαύτην πίστωσιν.
§17ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Διὰ τὰς γαίας τὰς καταληφθείσας ὑπὸ τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου ἐγένετο ἐπιτροπὴ πραγματογνωμόνων, οἵτινες ἐξετίμησαν ἐν ὅλῳ αὐτὰς ἀντὶ 26,000 δραχμῶν. Πολλοὶ τῶν κατόχων ἐδέχθησαν τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν καὶ ἐπληρώθησαν, ἄλλοι ὅμως, ἀρνηθέντες ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν, προσέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ἀρξάμενοι δικαστικοῦ ἀγῶνος. Τούτου τὴν τροπὴν ἠγνόει ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, ὅτε αἴφνης πρό τινος χρόνου μοὶ διεβιβάσθη ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἐν ᾧ μοὶ ἀνεκοινοῦτο, ὅτι τὸ Δημόσιον κινδυνεύει νὰ χάσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς δίκας, καὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐκ 300,000 δραχμῶν, ἀντὶ τῆς ἀρχικῆς τῶν 26,000, πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἀντιδίκων. Ἐνόμισα τότε, ὅτι εἶχον καθῆκον, πρὶν ἢ ἀναγράψω τὴν πίστωσιν ταύτην, νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, καὶ ἂν πεισθῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀναπόδραστος εἶναι ἀνάγκη, ἀντὶ τῶν 26,000 νὰ πληρώσωμεν 300,000, νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς Δικαιοσύνης!
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξεδόθη τελεσίδικος ἀπόφασις;
§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀγνοῶ. Ἐγὼ ἔλαβον μόνον τὸ ἔγγραφον περὶ πληρωμῆς τῶν 300,000 δραχμῶν.
§20Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὰ γήπεδα ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, ἤτοι ἀρχομένου τοῦ 1896. Πλεῖστοι ἐδέχθησαν τὴν ἀποζημίωσιν, ἥτις ὡρίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλά τινες δὲν ἐδέχθησαν νὰ παραλάβωσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον κατετέθη. Νομίζω ὅτι, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν, φρόνιμον ἤθελεν εἶναι—καὶ τοῦτο βεβαίως θέλει τὸ πράξει—νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν καὶ οὗτος γινώσκει καλῶς. Ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον ἐπῆλθε τελεσίδικος ἀπόφασις, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπιτετραμμένοι ἠμέλησαν νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο: ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπῆλθε τελεσίδικος ἀπόφασις, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ πρόσκτησις ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκτάσεων, διότι ἐζητήθη τότε νὰ περιβληθῇ τὸ Στάδιον διὰ ζώνης πλάτους 100 μέτρων, ἵνα ἀπομακρυνθῇ πᾶν ἄλλο οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μειώσει τὴν λαμπρότητα τοῦ Σταδίου. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ δι’ αὐτὰς τὰς ἐκτάσεις τόσον σημαντικὰ ποσὰ, τότε δύναται νὰ μειώσῃ τὴν ἔκτασιν καὶ ἀποδώσῃ τὰς ἐκτάσεις αὐτὰς εἰς τοὺς κατόχους, καὶ οὗτοι ἂς τὰς λάβουν καὶ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—ἂς τὰς τρίψουν στὴν κασσίδα τους.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Διατελῶ, ὡς εἶπον, ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ. Ἅμα ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου πεισθῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε, θὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην του. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν, θέλω προσκομίσει τὰ ἔγγραφα.
§22Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀφοῦ ὁ σύμβουλος ὁ δικαστικὸς ζητεῖ πίστωσιν 300,000 δραχμῶν, σημαίνει ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι τελεσίδικος, καὶ τὸ Δημόσιον κατεδικάσθη, ἢ ὅτι σκοπεῖται συμβιβασμός. Ὥστε ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ εἶναι δεδικαιολογημένη. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰς δικογραφίας αὐτὰς καὶ τὰς ἀποφάσεις, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐκτάσεων καὶ τοῦ εἴδους τῶν γαιῶν, διότι, ἀφοῦ τὸ ποσὸν ὑπελογίσθη εἰς 26,000, εἶναι τερατῶδες νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον 300,000 δρ. Ὅταν προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ ληφθῇ, ὑποθέτω, ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, ὅπως περιορισθῇ δηλαδὴ τὸ Δημόσιον εἰς ἐκεῖνον μόνον τὸν χῶρον, τὸν ὁποῖον δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων δύναται νὰ ἀποκτήσῃ.
§23Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ φέρῃ καὶ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, διότι εἶπεν, ὅτι ἐκεῖ εἶναι χωράφια καὶ οὐχὶ γήπεδα. Νομίζω ὅτι πλανᾶται. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν ἰδιοκτήτου ἔχοντος ἰδιοκτησίαν παραχωρηθεῖσαν εἰς τὸ Ζάππειον. Διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Ὀρφανίδου ἐγένετο νόμος, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἄλλον δὲν δύναται νὰ γείνῃ νόμος;
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δικαιοῦσθε νὰ μὲ κατηγορήσητε ἐπὶ ἀμελείᾳ. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τούτου, παραπονουμένου ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἰδιοκτησίας του. Θὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα καὶ θ’ ἀποφασίσω.
§25ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν, διὰ τρίτην ἤδη φοράν, ἀναγκάζομαι νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἐν Λακεδαίμονι καταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, ἰδίως ὅμως θέλω προκαλέσει τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου, ἀφορῶντος οὐ μόνον εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑγιεινὴν ὑπόστασιν αὐτῆς. Ἐξ ἑνὸς βράχου, κειμένου εἰς τὴν μεσημβρινὴν ἄκραν τοῦ χωρίου Σκάλας τοῦ δήμου Τρινάσου, πηγάζει τὸ Βασιλοπόταμον, τὰ ὕδατα τοῦ ὁποίου, ἐκ φυσικῶν ἐμποδίων κωλυόμενα, δὲν φέρονται εὐθὺ πρὸς τὴν θάλασσαν, ἀλλ’ ὑπερεκχειλίζοντα τῆς κοίτης αὐτοῦ κατακλύζουσιν ἅπασαν τὴν πεδιάδα τοῦ Τρινάσου, ἐκ 50,000 περίπου στρεμμάτων ἀποτελουμένην. Ἅπασα ἡ ὑπὸ τῶν ὑδάτων κεκαλυμμένη ἔκτασις μένει ἐντελῶς ἀκαλλιέργητος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἡ δὲ προσγιγνομένη ἐντεῦθεν ζημία εἰς τοὺς κατοίκους καὶ εἰς τὸ Δημόσιον εἶναι ἀνυπολόγιστος. Πρὸς θεραπείαν τοῦ ἐκ τῆς πλημμύρας κακοῦ προηγουμένη Κυβέρνησις διέταξεν ἕνα τῶν μηχανικῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἵνα μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ μελετήσῃ, μετὰ τοῦτο δὲ ὑποδείξῃ αὐτῇ τὸν τρόπον τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους καὶ τὸ ποσὸν τῆς πρὸς τοῦτο ἀπαιτηθησομένης δαπάνης. Ὁ μηχανικὸς διὰ λεπτομεροῦς σχεδιαγραφήματος περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους καὶ ὑπολογισμοῦ τῆς δαπάνης, ὑποβληθέντος ἔκτοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέδειξε τὰ κατὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους. Δυστυχῶς ὅμως ἅπασα ἡ δαπανηρὰ αὕτη ἐργασία ἐνεκλείσθη εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ἔνθα καὶ μέχρι σήμερον μένει. Ἐν τούτοις, ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον διὰ δαπάνης, οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν, αἵτινες ἔχουσι κατακλυσθῆ, προσφέρονται νὰ καταβάλωσιν αὐτοὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως, καταλογισθησομένην ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τοῖς κατοίκοις εἰς ἐτησίας χρεωλυτικὰς δόσεις μέχρις ἀποπληρωμῆς. Ἡ τελεία ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους τούτου θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἄριστον ἀποτέλεσμα, τοῦ ν’ ἀπαλλάξῃ ἅπασαν τὴν μεσημβρινοανατολικὴν κοιλάδα τῆς Λακεδαίμονος τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, ὑφ’ ὧν κατατρύχονται ἤδη οἱ κάτοικοι αὐτῆς. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Τρινάσου. Ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Λακεδαίμονι. Ἀπὸ δύο ἐτῶν περίπου εἶχε δοθῇ πρὸς κατασκευὴν βατὴ ὁδὸς ἀπὸ τοῦ χωρίου Ἄρνης μέχρι Ζελίνης· ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐξετελέσθη ἐργασία κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτῆς μέρος, τοῦ ὑπολοίπου ἀφεθέντος ἀνεκτελέστου, διότι ὁ ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ, σπαταλήσας τὸ πρὸς κατασκευὴν αὐτῆς χρηματικὸν ποσὸν εἰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας, δὲν ἐπήρκει εἶτα εἰς τὴν τελείαν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς, καὶ οὕτως ἔμεινεν ἡ ὁδὸς ἡμιτελής. Διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς δὲν ἀπαιτοῦνται πλέον τῶν 15,000 δραχμῶν, ποσὸν εὐτελὲς, καὶ τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἐπίσης ἡμιτελὴς ἔχει μείνει, ἐλλείψει ἐπαρκοῦς πιστώσεως, ἡ βατὴ ὁδὸς Σπάρτης–Ἀναβρυτῆς, ὁδὸς ἥτις πρόκειται νὰ συγκοινωνήσῃ μὲ τὴν Σπάρτην τὸν δῆμον Βρυσεῶν, ἕνα τῶν βιομηχανικωτέρων δήμων τοῦ Κράτους, διότι ἐν αὐτῷ ἀσκεῖται ἀπὸ πολλοῦ ἡ τέχνη τῆς βυρσοδεψίας καὶ ὑποδηματοποιΐας, εἶναι δὲ ἄδικον, τόσον φιλόπονος καὶ φιλόνομος λαὸς νὰ εὑρίσκηται ἐν πλήρει ἀπομονώσει, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἄλλοι ἔχουσι πολλαπλᾶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας. Ὡσαύτως καὶ αἱ βαταὶ ὁδοὶ Σπάρτης–Σουστιάνων καὶ Σπάρτης–Καλαμῶν ἀφέθησαν ἡμιτελεῖς, ἐλλείψει ἐπαρκῶν πιστώσεων. Αἱ ὁδοὶ αὗται πρόκειται νὰ συγκοινωνήσωσι μὲ τὴν Σπάρτην τὸν νομὸν Μεσσηνίας, μετὰ τοῦ ὁποίου πλεῖστα καὶ σπουδαῖα ἐμπορικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα τὸν συνδέουσι, καὶ τὴν Σπάρτην μὲ ὅλα τὰ πέριξ χωρία αὐτῆς· καὶ πάντα ταῦτα τὰ ἀγαθὰ τῆς συγκοινωνίας πρόκειται ν’ ἀποκτηθῶσιν ἀντὶ ἐλαχίστης χρηματικῆς δαπάνης, ἣν δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ. Ὁμοίως καὶ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Σπάρτης–Καστανιᾶς ἀφέθη ἡμιτελής, κατασκευασθέντος μόνον τοῦ ἑνὸς τμήματος αὐτῆς. Ἡ ὁδὸς αὕτη, προωρισμένη νὰ συγκοινωνήσῃ τοὺς ἐμπορικωτάτους δήμους Καστορίου καὶ Πελλάνης μὲ τὴν Σπάρτην, κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ὡς ἐκ τῆς παραμελήσεώς της· συνεπῶς χάριν τῆς γενομένης ἤδη δαπάνης καὶ τῆς συγκοινωνίας τῶν δήμων τούτων πρέπει λίαν ταχέως νὰ δοθῇ πρὸς κατασκευὴν καὶ τὸ ὑπόλοιπον τμῆμα τῆς ὁδοῦ, διότι ἄλλως, ἂν ἐπὶ μικρὸν μείνῃ εἰς ἣν ἤδη εὑρίσκεται κατάστασιν, θὰ καταστραφῇ ὁλοσχερῶς, θ’ ἀπολεσθῇ δὲ μάτην μέγα χρηματικὸν ποσὸν, δαπανηθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ πρώτου τμήματος τῆς ὁδοῦ. Ἐκτὸς ὅμως τούτων σπουδαῖον ζήτημα διὰ τὴν Λακεδαίμονα εἶναι καὶ ἡ ταχεῖα κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης. Τὸ ζήτημα τοῦτο, λυόμενον κατ’ εὐχὴν ἐγκαίρως, πολὺ θέλει ἐπιδράσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας ἐν τῷ τόπῳ, καὶ θέλει συντελέσει εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν τῶν κατοίκων αὐτῆς. Νομίζω ὅτι δίκαιον καὶ δεδικαιολογημένον εἶναι νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ τῇ ἀναδόχῳ Ἑταιρείᾳ τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων νὰ ἄρξηται τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης, ἡ δαπάνη τῆς ὁποίας ἔσται ἐλαχίστη ἕνεκα τοῦ ὁμαλοῦ τοῦ ἐδάφους. Ἡ ταχεῖα, ὡς εἶπον, περάτωσις τῆς γραμμῆς ταύτης καὶ τὸν πολιτισμὸν θέλει φέρει εἰς τὴν ἐγκαταλελειμμένην Λακεδαίμονα, καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς θέλει συγκοινωνήσει μὲ τὰ ἐμπορικὰ κέντρα τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. Πεποιθὼς εἰς τὰ φιλοπρόοδα αἰσθήματα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τρέφω τὴν παρήγορον ἐλπίδα, ὅτι ταχέως θέλει στρέψει τὸ βλέμμα του καὶ πρὸς τὴν Λακεδαίμονα. Καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Σοπωτοῦ Νικολάου Ἀντύπα. Ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος, εἰ καὶ ἐτιμωρήθη δὶς πειθαρχικῶς, εἰ καὶ εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ σοβαρὰν κατηγορίαν, ἐν τούτοις διατηρεῖται ἔτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, πρὸς μεγίστην ζημίαν αὐτῆς. Ἡ δικογραφία εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ὅστις, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὀργιάζει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μεταχειριζόμενος ταύτην οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ κατὰ τὰς προσωπικὰς αὑτοῦ συμπαθείας.
§26Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Συνενώνω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰ δημόσια ἔργα τῆς Λακεδαίμονος, ἰδίως δὲ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Τρινάσου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁλόκληροι δῆμοι στεροῦνται τῆς καλλιεργείας ἐπὶ ἐκτάσεως 50,000 στρεμμάτων γαιῶν, αἵτινες, ἐλευθερούμεναι ἀπὸ τὰ κατακλύζοντα αὐτὰς ὕδατα καὶ ἀποδιδόμεναι εἰς τὴν καλλιέργειαν, οὐ μόνον τοὺς ἀναγκαιοῦντας διὰ τὸν νομὸν Λακωνίας δημητριακοὺς καρποὺς θὰ παράγωσιν, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης Πελοποννήσου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ σιτοβολὼν θὰ καταστῶσιν. Ἐκ τῆς κατακλύσεως τῶν γαιῶν τούτων προσγίγνεται εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν δήμων ἐκείνων καὶ ἄλλο μέγα ἄδικον. Οἱ πλεῖστοι αὐτῶν μέχρι τοῦ 1885 ἐκαλλιεργοῦντο, ἐπειδὴ δὲ, ὡς γνωστὸν, διὰ τοῦ νόμου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκανονίσθη ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅτε αἱ γαῖαι ἐκεῖναι ἐκαλλιεργοῦντο, ὁ γεωργικὸς λαὸς τῶν μερῶν ἐκείνων ἐπεφορτίσθη διὰ φόρου βαρυτάτου, διότι αἱ γαῖαι ἐκεῖναι ἦσαν ἐκ τῶν μᾶλλον προσοδοφόρων, καὶ ἤδη ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμενοι τὴν ἄδικον αὐτὴν φορολογίαν τοῦ βαρυτάτου φόρου οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι, ἐνῷ αἱ γαῖαι, κατακλυζόμεναι ἔκτοτε ὑπὸ τῶν ὑδάτων, μένουσιν ἀκαλλιέργητοι καὶ ἀπρόσοδοι, ἕνεκεν ἀπρονοησίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Δὲν εἶναι, νομίζω, ὀρθὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν μόνον πάντοτε τὸν λαὸν διὰ φορολογιῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν καὶ νὰ βοηθῶμεν αὐτὸν διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, διότι, ὡς λίαν ὀρθῶς πρό τινων ἡμερῶν ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ρετσίνας εἶπεν, οὐδεμία βελτίωσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς. Μόνον διὰ ταύτης δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἔθνους ἐν γένει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους ἐκείνου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εὐεργετήσῃ τρεῖς δήμους, θὰ καρπωθῇ δὲ καὶ τὸ Δημόσιον οὐ σμικρὰς ὠφελείας ἐκ τῆς φορολογίας καὶ ἐκ τῶν ἀποξηρανθησομένων ἐθνικῶν γαιῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας δὲν ὑπάρχουσι χρήματα διὰ τόσον παραγωγικὰς καὶ ἐθνωφελεῖς δαπάνας, δύναται νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα διὰ μικροῦ δανείου, ἢ διὰ παραχωρήσεως εἰς ἑταιρείαν ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ἐπιβάλλων ἀνάλογον φορολογίαν εἰδικὴν ἐπὶ τῶν γαιῶν, αἵτινες ἀποξηρανόμεναι θὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ εἰς τὴν παραγωγήν, δι’ εἰδικοῦ νόμου, κανονίζοντος τὰ τῆς ἀποξηράνσεως. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, καὶ ἰδίως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λεονταρίου–Σπάρτης–Ξηροκαμπίου, τοῦ ὁποίου ἡ γραμμὴ ἔχει μελετηθῆ καὶ συμπεριληφθῆ εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Καλαμῶν ἑταιρείας, ἔχει δὲ προϋπολογισθῆ ἡ δαπάνη αὐτῆς εἰς 1,200,000 δραχμὰς, ὥστε δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διακλάδωσιν ταύτην ἐντὸς δύο μόνον ἐτῶν, ἀναγράφουσα εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν 1900 καὶ 1901 ἀνὰ δραχμὰς 600,000 καὶ εὐεργετοῦσα οὕτως ὁλόκληρον τὸν νομόν Λακωνίας, ὁ ὁποῖος μόνος μένει ἐστερημένος τοῦ εὐεργετήματος τοῦ ἀτμοῦ καὶ δὲν ἐγνώρισεν εἰσέτι τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἐν τῇ συγκοινωνίᾳ. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἀπείρου ὠφελείας πρόξενον διὰ τὸν τόπον καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὸ ἔθνος, διότι τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ εὐδαιμονῇ, ἐὰν καὶ τὰ μέλη αὐτοῦ, αἱ ἐπαρχίαι, δὲν εὐδαιμονῶσι. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος. Ἤμην πάντοτε, κ. Πρόεδρε, κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησα, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας συζητηθῇ ὅσον οἷόν τε εὐρύτερον καὶ γείνῃ ὡς οἷόν τε τελειότερος νόμος τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ κατόπιν ἕνεκα τῆς ἀτελείας του ἡ κατάργησις αὐτοῦ παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, ὡς μέχρι τοῦδε συμβαίνει. Δυστυχῶς ὑπετέθη, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις ἑκάστου νομοσχεδίου εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ περιττὴ ἡ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα, κατ’ ἄρθρον. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό· δὲν ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα, καὶ ἔμειναν πολλαὶ ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας ἤδη καὶ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας ἀναγνωρίζουσι. Μία τῶν κυριωτέρων ἀτελειῶν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς τοῦ 1856. Ἐὰν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐγίνωσκεν ἢ ἐὰν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ μάθῃ ἐκ τῶν συζητήσεων, ὅτι τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις καὶ Κακουργιοδικείοις δικάζονται, αἰτίαν ἔχουσι τὰς ἀγροζημίας, ἐὰν ἐγίνωσκεν, ὅτι πάντα τὰ ἐγκλήματα μεταξὺ ἀγροφυλάκων, χωροφυλάκων, ἀστυφυλάκων, γεωργοκτηματιῶν καὶ ποιμένων γίνονται διὰ τὰ σύλληπτρα, ἤθελε κατανοήσει τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου, ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαύτη συζήτησις δὲν ἐδόθη εὐκαιρία νὰ γείνῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ εἰδικὴν πρόνοιαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰδικὸν περὶ ἀγροφυλακῆς, διὰ νὰ λείψουν πλέον τὰ σύλληπτρα, τὰ ὁποῖα δίδουν ἀφορμὴν εἰς τόσας καταστροφὰς παρὰ τῶν ἀγροφυλάκων, χωροφυλάκων καὶ ἀστυφυλάκων. Ἐκ τούτου δὲ λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἀποτείνω καὶ ἄλλην παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως παύσουν πλέον νὰ παρατείνωνται αἱ συνεδρίαι τῆς Βουλῆς πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἢ τοὐλάχιστον πέραν τῆς 2ας πρωϊνῆς ὥρας. Εἶναι ἀδύνατον ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συζητῶνται νομοσχέδια, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ εὐσυνείδητον ἔργον τοῦ νομοθετεῖν. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐκφωνῇ «ἀνεγνώσθη τὸ δεῖνα νομοσχέδιον, οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», ἀλλ’ οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τοιαύτης ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων ἄνευ σοβαρᾶς συζητήσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὅλα τὰ νομοσχέδιά της εἰς ἐψηφισμένους νόμους, ὀφείλει νὰ παρακαλέσῃ τοὺς φίλους της νὰ παραμείνωσιν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἑβδομάδας περισσότερον ἐνταῦθα, ὅπως γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν κυριωτέρων ἐξ αὐτῶν, καὶ οὐχὶ νὰ θέλῃ εἰς δύο ἢ τρεῖς παννυχίδας νὰ λάβῃ ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια. Δὲν πρέπει νὰ λέγουν ὅτι πράττουν οὕτω διότι σπεύδουν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ὅστις σπεύδει νὰ ἐπανέλθῃ οἴκαδε διὰ τὰς ἰδιωτικὰς ἢ δημοτικὰς ὑποθέσεις του, ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιζητήσῃ νὰ παρακάθηται ἐνταῦθα, ὅστις δὲ ἐπεζήτησε τοῦτο, πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον τῷ ἐπιβάλλει.
§27Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος. Δὲν ἀναμιγνύομαι συνήθως εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, — ἔχει δὲ καὶ τοῦτο ἕνα λόγον, — ἀλλὰ πρέπει νὰ ποιήσωμαι ἐξαίρεσιν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, τὸ μὲν διότι συνορεύει ἀμέσως πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι, τὸ δὲ διότι ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσω δὶς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, τὸ δὲ διότι ὡς Βουλευτὴς ἐπανειλημμένως, τετράκις ἢ πεντάκις, ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξα τὰ δίκαια τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος. Κατὰ τὰ 1890, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, προέτεινα καὶ ὑπεστήριξα παρὰ τῇ τότε Κυβερνήσει νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἀνεγράφη πίστωσις 10,000 δραχμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν πρὸς κανονισμὸν τῶν δεόντων διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τοῦ δήμου Τρινάσου. Ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης μὲ συνδέει καὶ ἄλλο τι, διότι ὁ μακαρίτης Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1885, εἶχε διατάξει νὰ γείνωσι μελέται, καὶ εἶχον ἀρχίσει αὗται, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν μεγάλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν τότε, διεκόπησαν καὶ ἐματαιώθησαν ἐντελῶς. Ἔχομεν ὅμως καὶ μετὰ ταῦτα, κατὰ τὸ 1896, νὰ ἐπιδείξωμεν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος καὶ νομοσχέδιον τότε ὑπέβαλε, κανονίζον τὰ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους τούτου ἐνδιαφέρει, ὅσον ὀλίγα ἄλλα δημόσια ἔργα ἐν Ἑλλάδι, μέγαν πληθυσμὸν δύο ἐπαρχιῶν, τῆς Λακεδαίμονος, καὶ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κατὰ δεύτερον λόγον, ἀλλ’ οὐχὶ πολλῷ ἥσσονα, ἐνδιαφέρει δὲ καὶ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, διότι πρόκειται ν’ ἀποκαλυφθῶσι γαῖαι χιλιάδων στρεμμάτων καὶ νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν, ἐνῷ συγχρόνως θὰ ἐξαλειφθῇ τὸ νόσημα τοῦ πυρετοῦ καὶ θὰ ἀποδοθῇ ἡ ὑγεία καὶ ἡ εὐεξία ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἰς τοὺς πέριξ πληθυσμούς. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην προϋπελογίσθη ἄλλοτε εἰς 60 ἢ 70 χιλιάδας δραχμάς. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι διατεθειμένη νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, συνιστῶ αὐτῇ νὰ διαθέσῃ 10 χιλιάδας δραχμὰς, αἵτινες νὰ δαπανηθῶσι πραγματικῶς, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 διετέθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐδαπανήθησαν, πρὸς δοκιμαστικὰς ἐργασίας διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Τρινάσου. Ἡ σύστασις αὕτη δὲν εἶναι ἐκ τῶν τυπικῶν ἐκείνων συστάσεων, τὰς ὁποίας ποιεῖταί τις ἐντεῦθεν διὰ νὰ λέγῃ ἁπλῶς, ἢ διὰ ν’ ἀκουσθῇ, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ γνωρίζων τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου ὑποστηρίζει, καὶ ὑποστηρίζει μετὰ θερμοῦ ἐνδιαφέροντος. Εὔχομαι, ἡ φωνὴ, ἡ ἐγερθεῖσα σήμερον ἐντεῦθεν, νὰ τελεσφορήσῃ, ἂν καὶ δὲν τὸ ἐλπίζω.
§28Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τοῦ δήμου Τρινάσου ἐγένετο καὶ ἄλλοτε μακρὸς λόγος, καὶ ἐβεβαιώθη ἡ Βουλὴ τότε, ὅτι εἶναι πραγματικὴ ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ ἀποξήρανσις ἐκείνη, διότι ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλως τὰ τῆς ὑγείας ἐν γένει τῶν ὁμόρων δήμων, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ Γυθείου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σπάρτην, δὲν πιστεύω νὰ τὴν ἐπηρεάζῃ, διότι ἡ Σπάρτη ἀπέχει ὀκτὼ ὥρας ἀπὸ ἐκεῖ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ κονδύλιον τῶν 10,000 δραχμῶν, δι’ αὐτοῦ μόνου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε· θὰ ἐκριζώσουν μόνον μερικὰ χόρτα καὶ τίποτε ἄλλο. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν, ἡ δὲ ἔκτασις τῶν γαιῶν εἶναι 18,000 στρέμματα καὶ ὄχι 50,000. Διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἀποξήρανσις, εἶναι ἀνάγκη προμώλου ἐν τῇ θαλάσσῃ, διότι τὰ κύματα, τὰ ἐρχόμενα ἐκ τῆς Ἀφρικῆς, ἐξωθοῦν τὴν ἄμμον, ἡ ὁποία ἐξογκουμένη ἐμποδίζει τὴν ἐκροὴν τῶν ὑδάτων πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἦλθον ἄλλοτε ἐκεῖ εἷς μηχανικὸς καὶ δέκα ἐργοδηγοὶ, ἐν καιρῷ χειμῶνος, διὰ νὰ μετρήσουν τὴν λίμνην, καὶ ἔφαγαν ὅλα τὰ ὀρνίθια τῶν κατοίκων, χωρὶς τίποτε νὰ κάμουν. Πρέπει νὰ μελετηθῇ καλῶς τὸ ἔργον, διότι θὰ στοιχίσῃ πλέον τῶν 250,000 δραχμῶν διὰ νὰ γείνῃ σωστὴ ἐργασία, ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ δαπανήσῃ πεντάρα. Ἂν ἀποφασισθῇ διὰ νόμου νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πλησιοχώρων δήμων καὶ δοθῇ τὸ ἔργον εἰς ἑταιρείαν, ἵνα ἀποξηράνῃ τὸ ἕλος, τότε θὰ γείνῃ ἡ ἀποξήρανσις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα.
§29Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μικροῦ ἐνδιαφέροντος ζήτημα τὸ νὰ ἐνισχύηται ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τοῦτο δὲ συντελεῖ ἡ πρόνοια περὶ διορθώσεως μερικῶν ἀτόπων, ὑπαρχόντων ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τὰ ὁποῖα ἄτοπα κλονίζουν τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὅταν δὲν εὑρίσκουν προστασίαν τῶν δικαίων των οἱ προσφεύγοντες εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον χρῄζει πολλῆς προσοχῆς καὶ τοῦ ὁποίου τὴν διόρθωσιν ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Σταυρόπουλος, εἶναι ὁ νόμος περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν. Ἐγὼ ἐκ τῆς μικρᾶς μου δικηγορικῆς πείρας ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 εἶναι κατὰ πολλὰ ἀτελὴς καὶ χρήζει συμπληρώσεως· εἶναι ἐκ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δεικνύουν τὴν ἐπιπολαιότητα, μὲ τὴν ὁποίαν κατασκευάζονται ἐνίοτε οἱ νόμοι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου κατὰ πολλὰ διαφέρουσαν τῆς τοῦ κ. Σταυροπούλου. Ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προβαλλομένη πρότασις νόμου κυρίαν βάσιν ἔχει, ὅτι, ὅταν ἡ μίσθωσις ἦναι συνομολογημένη διὰ συμβολαίου συμβολαιογραφικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ μισθωτὴς ὁμολογεῖ ὅτι παρέλαβεν ἀπὸ τὸν ἐκμισθωτὴν τὸ μίσθιον κτῆμα, καὶ πρόκειται νὰ ζητηθῇ ἡ ἔξωσις τοῦ δυστρόπου μισθωτοῦ ἕνεκα λήξεως τῆς μισθώσεως, νὰ ἐκτελῆται τὸ συμβόλαιον, κηρυσσόμενον ἐκτελεστόν, χωρὶς νὰ καταφεύγῃ ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὸ δικαστήριον. Εἶναι νομιμώτατον καὶ λογικώτατον τὸ μέτρον τοῦτο...
§30ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ γείνωσι μάστιγες οἱ ἰδιοκτῆται.
§31ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ προστατεύωνται μᾶλλον οἱ κακοπληρωταὶ ἐνοικιασταὶ παρὰ οἱ ἰδιοκτῆται;
§32Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς χρησιμεύσῃ τὸ νομοσχέδιόν σας ὡς τροπολογία τοῦ ἰδικοῦ μου.
§33ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τροπολογία, διότι ἀποτελεῖ ὁλόκληρον νόμον. Αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ τῆς προτάσεώς μου εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου, καθ’ ἣν ζητεῖται ἔξωσις εἴτε ἕνεκα καθυστερήσεως τοῦ μισθώματος μισθώσεως συνομολογημένης διὰ συμβολαίου ἢ μὴ, εἴτε διὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τῆς μισθώσεως, μὴ συνομολογημένης διὰ συμβολαίου, νὰ μὴ ἦναι δεκτὴ ἄλλη ἔνστασις παρὰ ἡ τῆς πληρωμῆς τῶν μισθωμάτων, καὶ αὕτη προτεινομένη νὰ ἀποδεικνύηται παραχρῆμα, ἄλλως ν’ ἀπορρίπτηται ὡς ἀπαράδεκτος.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶναι δύσκολον νὰ διατυπωθῇ ὡς πρότασις, ἐνῷ εἶναι εὔκολον νὰ συζητηθῇ ὡς τροπολογία.
§35ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προτείνω, ὅπως ἐλαττωθῇ ἡ δαπάνη ἡ δικαστικὴ, ἥτις καταντᾷ ὑπέρογκος ἐπὶ τῶν περὶ ἐξώσεως δικῶν· πολλάκις ὁ ἰδιοκτήτης μικροῦ κτήματος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταβάλῃ περισσότερα ἔξοδα, παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει νὰ λάβῃ ἐξ ὀφειλομένων μισθωμάτων, λόγῳ τῆς καθυστερήσεως τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν ἔξωσιν. Δι’ ὃ προτείνω, ἡ πρᾶξις τοῦ Προέδρου περὶ ὁρισμοῦ δικασίμου νὰ γράφηται ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, καὶ τὸ ἀντίγραφον αὐτῆς νὰ περιέχῃ καὶ ἀντίγραφον τῆς πράξεως. Θέτω ὡρισμένην προθεσμίαν εἰς τὸν Πρόεδρον διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἐπίσης ὡρισμένην προθεσμίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κληθῇ καὶ ἐμφανισθῇ ὁ ἐναγόμενος. Ἐπίσης ὁρίζεται ἐν τῇ προτάσει μου ὅριον εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ Πρόεδροι, ὅπως τάσσουν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐκτελῆται ἡ ἀπόφασίς των, ἤτοι ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως μείζονα τοῦ μηνὸς, διότι εἶδον προθεσμίας ἑξαμήνους. Ἐπίσης ἀπαγορεύεται πᾶσα ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῶν κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην ἐκδιδομένων ὁριστικῶν ἀποφάσεων, καὶ κηρύσσεται ἀπαράδεκτος πᾶσα ἔφεσις κατὰ προδικαστικῆς ἀποφάσεως. Καταθέτω τὴν πρότασιν ταύτην, ἐφ’ ἧς προκαλῶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐν συνδυασμῷ, ἂν θέλητε, μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σταυροπούλου, καταρτιζομένου ἑνὸς νομοσχεδίου ἐξ ἀμφοτέρων.
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προτιμότερον νὰ ὑποβληθῇ ὡς τροπολογία.
§37ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ροδοπούλου ὑποβληθεῖσαι δύο τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 382–383). Ὡσαύτως ὑποβάλλουσι τροπολογίας ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ἐπαμ. Μ. Κανάρης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γυμναστικῆς», ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Δ. Τσάτσος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρχαιοτήτων», ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Ν. Γουλιμῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου», ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων», καὶ ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων». Πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 384–388). Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Γιαννακίτσας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης ἄρθρων εἰς τὸν ΧΟΔʹ νόμον «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 389). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μαυροκέφαλος, Γ. Φίλιππας καὶ Θ. Μαρκέτος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 391).
§39Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ πολλῶν συναδέλφων, μεθ’ ὧν συνενοήθην, ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁρίσῃ ῥητὴν καὶ εἰδικὴν ἡμέραν συζητήσεως τῆς συμβάσεως περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καθ’ ἣν νὰ παριστάμεθα ὅλοι, διότι εἶναι σπουδαιότατον νομοθέτητα. Παρακαλῶ δὲ νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα, διότι μόνοι οἱ ἐν Ἀθήναις οἰκοῦντες θὰ ὑποστῶσι τὰ βάρη, ἐνῷ οἱ ἀπολαύσοντες τῶν ὠφελειῶν θὰ ἦναι ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ μέλλοντες νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίας τοιαύτας, δικαιοῦνται νὰ ὑποβάλωσι τὴν γνώμην των εἰς ὑμᾶς, καὶ ἂν ἦναι ὀρθή, νὰ εἰσακουσθῇ.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ τυπωθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι;
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔκαμα ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ.
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τοῦ κ. Δραγούμη πληροφορίαι;
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως, ὅσαι ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι, κατετέθησαν.
§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 392).
§47ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων, τὸ ὁποῖον ἴσως δημοσιευθῇ σήμερον ἢ αὔριον καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους...
§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδημοσιεύθη.
§49ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Μίαν φορὰν μοῦ εἶπεν ὁ μακαρίτης Οἰκονομίδης, ὁ σοφὸς καθηγητὴς, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος τῷ ἐπέβαλε νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον. «Ἐγὼ, τῷ λέγει ὁ παρακληθεὶς νομοδιδάσκαλος, θέλω ἕξ μηνῶν προθεσμίαν διὰ νὰ τὸ συντάξω». Καὶ τίς, νομίζετε, τὸ συνέταξεν, ἀρνηθέντος τοῦ καθηγητοῦ καὶ σπεύδοντος τοῦ Κουμουνδούρου; Ὁ μακαρίτης Γονίδης ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ συνέταξε, καὶ ἔγεινε νόμος τοῦ Κράτους! Εἰς τὸ προκείμενον νομοθέτημα, ὅμοιον μὲ τὸ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Γονίδου συνταχθὲν, ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὸ μέρος τὸ περὶ φορολογίας τῶν δικηγόρων. Ἐγὼ ἐγνώριζον καὶ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὴν φορολογίαν τῶν δικηγόρων, ἤτοι ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπή. Πλὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀκούσατε: «Ἄρθρον 1. Μετὰ τριακονθήμερον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἡ ἐν τῷ Κράτει ἐξάσκησις ἐμπορίου, βιομηχανίας ἢ ἐπιτηδεύματος ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων ἐπιτρέπεται δι’ ἀδείας τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ πληρωμῇ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος νόμου φόρου.» Εἰς τὸν ἔφορον θ’ ἀποταθῶμεν, καὶ ἂν παραλείψωμεν τὰς δηλώσεις, τιμωρούμεθα, κατὰ τὸ ἄρθρον 18, μὲ πρόστιμον πεντακοσίων δραχμῶν. Λοιπὸν ἐπειδὴ ἔγεινε νόμος καὶ δύναται νὰ διασαφηνισθῇ διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ἂν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς δικηγόρους.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ θὰ προσδιορίζῃ τὸν φόρον. Δὲν μετεβλήθη.
§51ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς ἐπιβάλλει δὲ νὰ θέσωμεν καὶ ἐπιγραφὰς εἰς τὰ σπίτια μας!
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἀφορᾷ τοὺς καταστηματάρχας.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τί χρησιμεύουν αὐταὶ αἱ ἐξηγήσεις, αὐτὴ ἡ διαλογικὴ συζήτησις; Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ συντελέσουν εἰς τίποτε. Τί νὰ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ δημοσιευθέντος ἤδη νόμου;
§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ τελευταῖον ἄρθρον εἶναι ὀλίγον ἐλαστικόν· λέγει ὅτι «διὰ βασιλικοῦ διατάγματος καθορισθήσονται τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐν γένει ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου».
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ.
§56ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ ἠμποροῦν νὰ χωρέσουν πολλά.
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον τὸ διάταγμα. Δὲν πρόκειται, κύριε Σταυρόπουλε, οὔτε περὶ τῶν δικηγόρων οὔτε περὶ τῶν ἰατρῶν, ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατάστημα.
§58ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπιτηδευματίας εἶμαι καὶ ἐγώ.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ νόμος· τὸ διάταγμα θὰ τὸ ὁρίσῃ καὶ αὐτό. Δὲν πρόκειται περὶ δικηγόρων καὶ ἰατρῶν.
§60ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ προνοήσητε νομοθετικῶς, διότι, ἂν δὲν θέσω ἐπιγραφήν, θὰ ὑπάγω εἰς τὴν φυλακήν.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§62ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν χθεσινὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ι. Ροῦφος, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἐγκριθέντα πάρεδρον δικαστὴν Παντελῆν Ψωμάκην, καταθέσῃ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3738 τῆς 1 Ἰουνίου 1898 ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν μετὰ τῶν ἐν αὐτῷ ἐπισυναπτομένων ἐγγράφων, δι’ ὧν πιστοποιεῖται ἡ ἀρίστη διαγωγὴ καὶ χρηστότης τοῦ παρέδρου Π. Ψωμάκη. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁπόθεν δύναται νὰ τὰ ζητήσῃ. Τὴν αἴτησίν μου ταύτην καταθέτω καὶ γραπτὴν, ὅπως διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§63Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὰ ἑξῆς. Ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης τοῦ δήμου Στύρων τῆς Καρυστίας ἄνευ ἐντολῆς, ὡς φαίνεται, τοῦ ἐφόρου, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε τοιαύτην ἐντολήν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν κατὰ νόμον συνδρομὴν τοῦ παρέδρου, προέβη εἰς τὰ διάφορα χωρία εἰς σύνταξιν καταλόγων ἀπαριθμήσεως τῶν ζῴων. Καὶ ἂν τοῦτο ἔπραττε μόνον, δὲν θὰ ἦτο τὸ κακὸν μέγα, καίτοι παράνομος ἡ ἐνέργεια καὶ ἀξία τιμωρίας· ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς μυρίας καταπιέσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατήγγειλαν ποινικῶς αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ θρασύτης αὐτοῦ μετὰ τὰς καταγγελίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν ἔπαυσεν· ἀναφέρω δὲ καὶ ὀνόματα, ἑνὸς Ἰωάννου Ἐλευθερίου, ἑτέρου τινὸς, ἐπίσης Ἐλευθερίου τὸ ἐπώνυμον, οὓς δεινῶς ἐκακοποίησε καὶ κατέστησεν ἀσθενεῖς, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλαβε χρήματα παρ’ αὐτῶν.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ δώσητε τὴν ἐπερώτησίν σας ἐγγράφως, καὶ ἀμέσως αὔριον θὰ τηλεγραφήσω.
§65ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸν δῆμον Καρύστου. Ἐπίσης ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος, λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον ὡς καλὸν, διέταξε τὰ ὄργανα αὐτοῦ καὶ προέβησαν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τοῦ παρέδρου τὴν συνδρομὴν, εἰς ὁμοίας ἐνεργείας πρὸς τὰς ἐν τῷ δήμῳ Στύρων. Καὶ περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Δύο λέξεις καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 302 βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν, ἀφορῶσαν τὸν εἰρηνοδίκην Αὐλῶνος...
§66Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκάμετε καὶ προχθὲς τὴν ἰδίαν ἐπερώτησιν.
§67ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα.
§68ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὑπὸ διάσκεψιν. Ὅταν λάβωμεν τὸ βούλευμα, θὰ τὸ προσαγάγωμεν.
§69ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξεδόθη τὸ βούλευμα. Σᾶς ἀνέφερα καὶ τὸν ἀριθμόν.
§70ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς τὸ ἔστειλαν· ὅταν μᾶς τὸ στείλωσιν ἐπισήμως, θὰ τὸ φέρωμεν.
§71ΔΟΥΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῇ, διότι εἶναι δεινὸν τὸ κακόν. Ὁ λαὸς δύο δήμων...
§72ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ βούλευμα;
§73ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξεδόθη πρὸ 15 ἡμερῶν.
§74ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὑμεῖς χθὲς ἐλέγετε, ὅτι δὲν ἐξεδόθη.
§75ΔΟΥΝΗΣ. Σήμερον σᾶς λέγω ὅτι ἐξεδόθη, καὶ παύει πρὸς καιρὸν τὴν ποινικὴν καταδίωξιν. Ἀλλὰ θέλω τὴν δικογραφίαν διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀποδεδειγμένον εἶναι τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορήθη. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ τὸ ταχύτερον νὰ ὑποβάλητε τὴν δικογραφίαν. Τοῦτο πράττων, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐργάζομαι ὑπὲρ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ γοήτρου αὐτῆς.
§76Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἀπαντῶ καὶ εἰς ἄλλην ὑμῶν ἐπερώτησιν. Μοὶ ἐζητήσατε προχθὲς τὴν δικογραφίαν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ. Αὐτὴν δὲν τὴν ἔχομεν ἡμεῖς· εἶναι δικογραφία τοῦ Στρατοδικείου.
§77ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης.
§78ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αἱ δικογραφίαι τῶν Στρατοδικείων δὲν στέλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§79ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἐδόθη χάρις, ἠλαττώθη ἡ ποινή.
§80ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ζητῆται χάρις,—ἐδῶ εἶναι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν Ὑπουργοὶ,—δὲν μᾶς στέλλεται ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, ἀλλ’ ἔκθεσις μόνον τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου.
§81ΔΟΥΝΗΣ. Τοῦτο γνωρίζω, διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἴδω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν δικογραφίαν.
§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ διατὶ ὑπάρχει ἡ δικογραφία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ ὑπεξαιρέσει χρημάτων, εἶχε δὲ καταδικασθῆ πρὶν ἢ γείνῃ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου συμψηφίζεται ἡ προφυλάκισις· ἑπομένως ὅτε ἔληξεν ἡ ποινή του εὑρίσκετο εἰς τὰς φυλακὰς, ἔπρεπε δὲ ἀκόμη οὕτω νὰ μείνῃ καιρόν τινα, διότι δὲν συνεψηφίζετο ἡ προφυλάκισις. Ἐζητήθη λοιπὸν ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου διεβίβασε τὴν δικογραφίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἂν οἱ πρὸ τοῦ νόμου καταδικασθέντες ἦτο δυνατὸν νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως. Ἐκ τούτου ἡ δικογραφία αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§83ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ τὸ γνωρίζω, δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας. Ἡ δικογραφία ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διότι ἐδόθη χάρις. Ἡ χάρις εἴτε στρατιωτικοῦ εἴτε πολιτικοῦ δίδεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἑπομένως, ἵνα δοθῇ ἡ χάρις, ἦλθεν ἡ δικογραφία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογητικόν. Ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι ὅπως ἐξετέθη. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει τοῦτο τὸ ζήτημα, ἂν δύναται νὰ γείνῃ ἀποκατάστασις διὰ χάριτος. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ, ὡς οἱ νομικοὶ σύμβουλοι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ πρὸ τοῦ κυρίου Τζιβανοπούλου· ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι τὸ ἐναντίον. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκεται ἡ δικογραφία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ματαία ἦτο ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις ἔτυχε νὰ ἦναι τότε γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι ἀκριβές. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τρόπος, ὅπως ἀπολυθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, εὑρέθη τὸ μέσον τῆς χάριτος, καὶ ἐζητήθη ἡ δικογραφία.
§85ΔΟΥΝΗΣ. Πρὸ πόσου καιροῦ;
§86ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ δικογραφία εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἔκθεσιν ἰδικήν μου χειρόγραφον ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ματαία ὅλη αὐτὴ ἡ λογομαχία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ δικογραφία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ τὴν καταθέσῃ. Δὲν εἶναι τακτικὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τόσην ὥραν, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ δικογραφία. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, θὰ τὴν καταθέσῃ.
§88Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Συνδέσμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται σκέψεις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Ρωμαϊκοῦ νόμου περὶ πατρικῆς ἐξουσίας. Ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη περιέχει σκέψεις φρονίμους, ὀρθὰς, ἐπιστημονικὰς, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§89Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἑνώνω τὴν παράκλησίν μου. Περιέχει καὶ σχέδιον νόμου περὶ πατρικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπιτροπείας.
§90ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὅ,τι παρακαλοῦμεν οἱ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταὶ, εἶναι νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν τύπωσιν.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 390).
§93ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν σύστασιν ποιοῦμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν, ἐὰν τὴν νομίζῃ συμφέρουσαν, παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπ’ ἀριθ. 43, εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν παρέδρων δικαστῶν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπείγει ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τὰ δικαστήρια ἐξ ἐλλείψεως δικαστῶν εὑρίσκονται ἐν πλήρει παραλύσει. Ἐὰν μάθητε, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ νῦν ἀκόμη, μετὰ τὰς διακοπάς, συγκεντροῦται ἡ ἐξουσία τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι δικασταί, ἡ ὄντως ἀσυμβίβαστος αὐτὴ ὑπηρεσία, καὶ ἐπὶ μῆνας πολλοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος Πρόεδρος, Εἰσαγγελεὺς καὶ ἀνακριτὴς ἦτο τὸ αὐτὸ πρόσωπον, θὰ κρίνητε ποῖα συμφέροντα καταστρέφονται. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Συνιστῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν αὐτὴν, διότι μεγάλα συμφέροντα τῶν πολιτῶν καταστρέφονται ἐκ τῆς βραδύτητος ταύτης. Εὑρισκόμεθα εἰς διακοπὰς δικαστικάς· ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, συλλογίσθητε εἰς ποῖον κυκεῶνα θὰ εὑρεθῶμεν μετὰ τὰς διακοπάς!
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ζητεῖται ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρέδρων;
§95ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι. Νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν· διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναί τις πάρεδρος, δὲν δύναται νὰ συμπληρώνῃ τὸ δικαστήριον· προσφέρει μόνον τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ προσφέρωσι καὶ οἱ δικηγόροι, ὡς δικασταί.
§96Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν σύστασιν αὐτὴν, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέθηκε. Λαμβάνω δὲ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην τινὰ σύστασιν πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ ἀκούσωσιν οὐχὶ δυσμενῶς, τὴν πρόταξιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως καὶ βαθμολογίας τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Εἶναι δὲ, νομίζω, μία μέριμνα pro domo sua τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις αὕτη.
§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία διετυπώθη. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις ταύτας κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὔριον.
§98ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§100Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναβληθῇ, εἰ δυνατόν, δι’ αὔριον, διότι μόλις σήμερον ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ πλεῖστοι Βουλευταὶ τὸ ἐλάβομεν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ χθὲς ἂν διενέμετο, δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρός, ὅπως συζητηθῇ σήμερον, διότι οὐδεὶς ἐγνώριζεν, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρῶτον ἀντικείμενον θὰ ἦτο τὸ ζήτημα τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ἀξιωματικῶν. Εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων τοῦ στρατοῦ, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προσκλήσεως, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἀξιωματικὸς ἐναντίος τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἡ βάσις εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τὴν μορφὴν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀπαιτεῖται μελέτη. Τοὐλάχιστον, ἐὰν ὄχι 4 ἢ 5 ἡμέραι, νὰ δοθῇ μία προθεσμία ἕως αὔριον ἢ μεθαύριον, ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, πρὸ πάντων τῶν στρατιωτικῶν, νὰ κάμῃ τὰς δεούσας μελέτας καὶ ἴδῃ ποῖος εἶναι ὁ ἐπιτυχέστερος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ προσκληθῶσι ξένοι ἀξιωματικοὶ πρὸς μόρφωσιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, εἰ δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἢ μεθαύριον.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐπὶ οἱουδήποτε νομοσχεδίου δέον νὰ ζητῆται ἡ ἀναβολὴ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἔργα ἡμῶν νὰ προχωρήσωσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου, ὡς ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, εἶναι ὅτι δύναται νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, καὶ ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νομίζωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον νὰ γείνῃ ἡ δευτέρα, δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις, ὅπως λάβωσι καιρὸν νὰ μελετήσωσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ φέρωσιν οἱανδήποτε τροπολογίαν, ἢ προτείνωσιν ἄλλην διατύπωσιν οἱανδήποτε τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀναβάλλοντες ἔπειτα τὴν δευτέραν διὰ τὸ Σάββατον ἢ διὰ τὴν Δευτέραν ἢ διὰ τὴν Τρίτην.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον, κύριε Βουλευτὰ, καθόσον μάλιστα εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ὅπως ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Δραγούμης καὶ ὁ κ. Κρίτσας, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ φωτισθῇ πλειότερον.
§103ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπάρχει στάδιον καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§104ΣΤΡΑΤΟΣ. Πολὺ καλά.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§106ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα μᾶλλον ὅπως ζητήσω νὰ φωτισθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος ἢ ὅπως ἐκφέρω γνώμην, μετὰ τῆς προθέσεως νὰ ἐπιφυλάξω τὴν ὁριστικήν μου γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὑποτάσσων αὐτὴν εἰς τὰς ἐξηγήσεις, ἃς θέλω λάβει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι βεβαίως σπουδαιότατον, καὶ ἀποδεικνύει τὴν μέριμναν, ἥτις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καταβάλλεται περὶ τὰ θέματα τὰ στρατιωτικὰ, μέριμναν ἥτις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μεγάλη, δὲν εἶναι ποτὲ βεβαίως ἴση πρὸς τὴν σημερινὴν αὐτοῦ σπουδαιότητα παρ’ ἡμῖν. Θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα, ἡ μέριμνα αὕτη νὰ εἶχεν ἤδη ἀποφέρει καρποὺς διὰ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων, δι’ ἃ ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια στρατιωτικὰ, εὑρισκόμενα ὅμως ἔτι εἰς τὰς κατωτέρας βαθμίδας τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὁπωσδήποτε ἀναγκάζομαι νὰ περιορισθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ, ὅπως εἶπον, νὰ ζητήσω ν’ ἀποκαλύψω τελείως τὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων, αἵτινες, καθὼς εἶναι συμπεπυκνωμέναι, μοὶ φαίνονται ἀρκούντως σκοτειναί. Ἂν καλῶς κατενόησα τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, πρόκειται νὰ κληθῶσι ξένοι ἀξιωματικοὶ ὡς ὀργανωταὶ, καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν εἰς αὐτοὺς θὰ μένωσιν ἀνατεθειμένα ἁπλῶς τὰ καθήκοντα ὀργανωτῶν καὶ δὲν λαμβάνωσι θέσιν ἐν τῷ στρατῷ ἐπιτρέπουσαν αὐτοῖς πρόσταγμα, μένουσιν ἔχοντες τὴν ξένην ἰθαγένειαν, εὐθὺς ὅμως, ὡς κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ εἰδικότης αὐτῶν εἰς τῆς Ἑλλάδος τὰς ἀνάγκας, περιοριζομένη μόνον εἰς τὰ καθήκοντα τὰ ὀργανωτικὰ, λαμβάνει τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς πολίτας Ἕλληνας, καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ὑπηρεσίαν ἐπιθεωρήσεως γενικῆς τοῦ στρατοῦ, ἢ ὑπηρεσίαν ἀνωτάτης ἐπιτελικῆς διευθύνσεως, ἢ καὶ ἀμφοτέρας...
§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δύνανται, ἀφοῦ γείνωσι πολῖται Ἕλληνες, νὰ γείνωσι καὶ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ... Εἰς ταύτας τὰς ὑπηρεσίας βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτραπῇ ἄδεια, ἵνα ἀναμιχθῶσι ξένοι, ἂν πρότερον δὲν γείνωσι πολῖται Ἕλληνες, διότι τοῦτο θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον. Τὰ περὶ τῆς δευτέρας ταύτης μορφῆς τῶν καλουμένων ξένων ἀξιωματικῶν ἐνδιαλαμβάνονται ἐν τῷ δευτέρῳ κυρίως ἄρθρῳ, ὅπερ, κατ’ ἐμέ, χωρὶς νὰ ἔχω πρόθεσιν νὰ ἐλέγξω ἢ νὰ ἐπικρίνω, ἔχει σκολιὰν ὄψιν καὶ μοὶ φαίνεται κἄπως λαβυρινθῶδες. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον. Πρώτη παράγραφος, ἥτις εἶναι ἁπλουστάτη (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἑκάτερον τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὀργανωτῶν δύναται νὰ ἀνατεθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἢ ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἢ καὶ ἀμφότερα συγχρόνως.» Δευτέρα παράγραφος, ἥτις εἰς ἐμὲ φαίνεται λίαν περίπλοκος (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνατεθῇ εἰς τὸν ὀργανωτὴν ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀποσπωμένη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρ’ οἷς μόνον τμῆμα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τμῆμα στρατολογίας τηρηθήσεται διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, ἀποτελέσει αὐτοτελῆ ἀρχὴν, γενικὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ κληθησομένην, ὑπαγομένην ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.» Ἐννοῶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τούτων,—πιθανὸν δὲ νὰ μὴ ἐννοῶ ὀρθῶς,—ἐννοῶ ὅτι, εὐθὺς ὡς ἀποφασισθῇ, ἵνα εἰς τὸν ἤδη πολίτην Ἕλληνα, ἀλλὰ ξένον, ὀργανωτὴν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν ἢ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἀνατεθῇ ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τοῦ ἐπιτελείου, τὸ ἐπιτελεῖον καθίσταται αὐτοτελὴς ἀρχὴ, ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην βεβαίως διεύθυνσιν, ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, αὐτοτελὴς ἀρχὴ, ἀπορροφοῦσα πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πλὴν δύο μόνον, πλὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τοῦ ἐπιτελικοῦ καὶ τῆς τοῦ τμήματος τῆς στρατολογίας, ἅτινα ἀμφότερα παραμένουσι διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου. Λοιπὸν, ἂν ἐνόησα καλῶς, — καὶ παρακαλῶ, ἂν παρενόησα, νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἐξήγησις, — εὐθὺς ὡς ἱδρυθῇ ἡ ἀνωτάτη αὕτη διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διὰ τοὺς ξένους ὀργανωτὰς, γενομένους ἤδη πολίτας Ἕλληνας, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς πάντα τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεταγγίζονται, μετατίθενται εἰς τὸ αὐτοτελὲς τοῦτο ἵδρυμα, μένουσι δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μόνον τὰ τμήματα ταῦτα, Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία καὶ Τμῆμα Στρατολογικόν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 2 γραμματικῶς, ἐκεῖ ἄγεσθε.
§109Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι· σήμερον δὲν λέγεται Τμῆμα Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἀλλὰ λέγεται Διεύθυνσις Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Περιέχει δὲ δύο τμήματα, τὸ Τμῆμα τὸ Στρατολογικὸν καὶ τὸ Τμῆμα τῶν πληροφοριῶν. Λέγει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ἀντιλαμβάνωμαι καλῶς, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας παύει νὰ ἦναι πλέον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καθίσταται ἀνεξάρτητος ἀρχὴ, μένουσι δὲ τὸ Τμῆμα τὸ Στρατολογικὸν καὶ τὸ Τμῆμα τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ τοῦ τίτλου· ἡ μία λέγεται «Διεύθυνσις Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας», τὸ δὲ «Τμῆμα Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας». Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκρισις.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Τὸ Ὑπουργεῖον ἄρα τῶν Στρατιωτικῶν μένει ἀκέραιον, μεθ’ ὅλης αὐτοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἀμέσου, καὶ ἔχει ἀπεσπασμένην τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ὑπὸ τὸ ὄνομα «Γενικὴ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ» καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ξένου ἀξιωματικοῦ, ἐκτὸς τῆς καθαρᾶς, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἁπλῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, μενούσης ἐν τμήματι τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἑπομένη παράγραφος λέγει: «Ἡ σύνθεσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκπονηθήσεται ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ καθορισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ». Ἂν καλῶς ἐννοῶ, ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι ἡ σύνθεσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς νέας ταύτης ὑπηρεσίας θέλει κανονισθῆ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ καθορισθῆ ἡ ἐκτέλεσις τῶν κατ’ αὐτὴν διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὀρθῶς ἀντελήφθην· τοῦτο ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ ἐξηγήσῃ.
§111Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀντὶ «ὀργανισμοῦ» δέον νὰ τεθῇ «ὀργανωτοῦ».
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ...
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μοὶ δίδει ἀμέσως τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω, διότι τοῦτο ἔχω σημειωμένον...
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι καλῶς ἔχει.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἔχω σημειωμένον, ὅτι τὰ πάντα ἀνατίθενται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ· οὕτως ἐνόησα ἐγὼ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω νὰ προβάλω τὸ ἐρώτημα, πῶς, ἐνῷ τὰ πάντα ἀνατίθενται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ,—τὸν νέον βέβαια,— δὲν ἀναφέρεται αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐπακολουθεῖ φράσις, ἥτις δεικνύει, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν προκειμένην ταύτην περίστασιν, δύναται νὰ γείνῃ καὶ διὰ Β. Διατάγματος; Εἶναι ἡ διασκευὴ τοιαύτη, ὥστε πᾶσαι αἱ ἄνω ἀμφιβολίαι γεννῶνται· καὶ ἀναγινώσκω ἐκ νέου: «Ἡ σύνθεσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκπονηθήσεται ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ καθορισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ». Ἐπὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις, δοθείσης ἀφορμῆς, θέλει δώσει βεβαίως ἐξηγήσεις, διότι, ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια, ὁποίαν ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, βεβαίως πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ μεταβληθῇ ἡ φράσις.
§118Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ μηχανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς τῆς ἐπιτελικῆς θὰ ἐκπονηθῇ.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἔθεσα τὰ ἐρωτήματά μου, καὶ ὑμεῖς ἀπαντήσατε. Ἡ τελευταία παράγραφος ἔχει οὕτως: «Ὁ κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ Ἕλλην ἀξιωματικὸς διευθυντὴς τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ τηρήσει τὴν θέσιν του καὶ ἐξασκήσει τὰ καθήκοντά του ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ, ἀναλαμβάνοντος τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἐδάφια τοῦ ἄρθρου τούτου.» Ἐνταῦθα ἡ φράσις μόνον πρέπει νὰ μεταβληθῇ, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ λεχθῇ «ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω διορισθησομένου ἀνωτάτου διευθυντοῦ τῆς γενικῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας».
§120ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ διαγραφῇ τὸ διευθυντὴς καὶ νὰ γραφῇ τμηματάρχης.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, καὶ αὕτη ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθή. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 5, ἅτινα συνεξετάζω, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ συγχώνευσις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ψηφιζομένῳ, καὶ νὰ καθορισθῶσι τὰ τῆς βαπτίσεως τῶν ξένων αὐτῶν ἀξιωματικῶν εἰς Ἕλληνας πολίτας καὶ τὰ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸν ἑλληνικὸν νόμον, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν διατάξεων αὐτοῦ νὰ κανονισθῶσιν ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ ἄρθρῳ σαφέστερον καὶ τελειότερον. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει: «Κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων, ἅτινα ἀναλαμβάνουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2, ὑπόκεινται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, εἰς τὸ «οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι» περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπασπισταὶ αὐτῶν, ἢ μόνον οἱ ὀργανωταί;
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ γείνουν καὶ οὗτοι πολῖται Ἕλληνες;
§124ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀναλάβουν ὑπηρεσίαν...
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῶν ὑπασπιστῶν καὶ τῶν βοηθῶν δὲν λέγετε ὅτι γίνονται πολῖται Ἕλληνες, οὔτε ὅτι ἀναλαμβάνουσιν ὑπηρεσίαν ἔχουσαν πρόσταγμα.
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχουν πρόσταγμα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ· θὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνωσι πολῖται Ἕλληνες, καὶ ὅταν λέγῃ τὸ νομοσχέδιον «οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι», ἐννοεῖ μόνον τοὺς ὀργανωτάς. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 3 λέγει (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων, ἅτινα ἀναλαμβάνουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2, ὑπόκεινται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τὸ δὲ ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἀναλάβωσι μίαν τῶν ὑπηρεσιῶν ἢ ἀμφοτέρας δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2, θεωροῦνται πολῖται Ἕλληνες, ἀπολαύοντες τῶν δικαιωμάτων τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ὑποβαλλόμενοι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτου Ἕλληνος.» Δὲν μοὶ φαίνεται ἐπαρκὲς νὰ εἴπωμεν «θεωροῦνται πολῖται Ἕλληνες», διὸ καὶ διὰ τῆς συμπτύξεως τῶν δύο ἄρθρων εἰς ἕν, καὶ προαγομένου εἰς τὴν θέσιν τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ ἄρθρου 4, ὅπερ σχετίζεται πρὸς τὸ προηγούμενον, προτείνω τὸ ἑξῆς 4 ἄρθρον ἐκ τῶν δύο, 3 καὶ 5, συγχωνευομένων, ἀποτελούμενον (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς εἰς τοὺς ἄνω ὀργανωτὰς ἀναθέσεώς τινος τῶν ἐν ἄρθρῳ 2 ὑπηρεσιῶν, οὗτοι, ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῶν αἰτήσει, πολιτογραφοῦνται Ἕλληνες διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ὑποβαλλόμενοι εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ὑποκείμενοι, ἰδίως περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἀνατιθεμένων αὐτοῖς στρατιωτικῶν καθηκόντων, εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Τὴν τροπολογίαν ταύτην καταθέτω. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 δὲν ἔχω καμμίαν παρατήρησιν ἢ μόνον ὅτι προτείνω ἀντὶ τῆς φράσεως «τῶν ἀξιωματικῶν τούτων» νὰ σημειωθῇ σαφέστερον «τῶν ὀργανωτῶν». Τὸ ἄρθρον 6 λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων καὶ ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καθορισθήσονται διὰ τῆς συνομολογηθησομένης μεταξὺ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ ἑκάστου τῶν ἀξιωματικῶν τούτων συμβάσεως, ἥτις κυρωθήσεται διὰ Β. Διατάγματος». Ἐδῶ ἡ φράσις «τῶν ἀξιωματικῶν τούτων» περιλαμβάνει βεβαίως καὶ τοὺς ὑπασπιστάς. Ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὀργανωτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 5 ἔτη. Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τῶν βοηθῶν ἢ ὑπασπιστῶν αὐτῶν λήγει συγχρόνως μετὰ τῆς τῶν ὀργανωτῶν. Οἱ βοηθοὶ ἢ οἱ ὑπασπισταὶ τῶν ὀργανωτῶν δύνανται καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι τῇ προτάσει τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ. Αἱ συνομολογηθησόμενα...» κλπ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει οὐσιώδης ἀντίρρησις. Παρατηρῶ ὅτι δύο οὐσιώδη πράγματα διατάσσονται, πρῶτον τὰ περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, δεύτερον τὰ περὶ τῆς διαρκείας τῆς ἀποστολῆς. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ τῆς διαρκείας τῆς ἀποστολῆς, ἔχομεν ἀνώτατον ὅριον τὰ 5 ἔτη, καθ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ἀποδοχῶν, ἔχομεν ἀπ’ ἐναντίας ἀοριστίαν, καὶ ἀφίεται ἡ κρίσις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· τοῦτο τὸ Σύνταγμα νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπει. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 61 λέγει αὐτολεξεί: «Οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου». Τὸ Σύνταγμα δὲ δὲν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀναθέτῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὰ τῆς ἰδίας αὐτῆς ἐξουσίας· ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀδείας, περιοριζομένας ἐντὸς ὁρίων, ὧν ἐντὸς ἀποφασίζει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ δαπανήσῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διάταξις, ἥτις νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν δαπανηθησομένων εἰς ἀμοιβὰς τῶν δύο ὀργανωτῶν καὶ τῶν ὑπασπιστῶν.
§128Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχει ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὄχι γενικῶς.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο ἐκεῖνο. Ἐδῶ θὰ ὁρίσωμεν μισθὸν καὶ ἀμοιβήν· ταῦτα πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ τὸ πολὺ, ὅπερ δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι νὰ τῇ δώσωμεν τὴν ἄδειαν, ἐντὸς κατωτάτου καὶ ἀνωτάτου ὅρου νὰ προσδιορίσῃ αὐτὴ τὴν ἀμοιβήν. Θέλετε 100 ἢ 150 ἢ 200 χιλιάδας δραχμάς; Θὰ ὁρίσητε, καὶ κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ προσδιορίσητε ὑμεῖς τοὺς μισθοὺς καὶ θὰ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§132Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ ὁρισθῇ ἀνώτατος ὅρος, ὅταν μάλιστα φέρωνται καὶ ἀντιρρήσεις συνταγματικαὶ, ἐπὶ τῇ ἐλλείψει τοῦ ἀνωτάτου τούτου ὅρου· ἀλλὰ γινώσκετε, διότι καὶ ἄλλοτε συνεζητήθησαν αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καλὸν νὰ μὴ ὁρίζηται ἀνώτατος ὅρος, διότι τότε γεννῶνται καὶ ὑπέρογκοι ἀξιώσεις, ἀνάλογοι πρὸς τὸν ἀνώτατον τοῦτον ὅρον.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπικρίνω, ἀλλ’ ἀναμένω ἐκ τῶν δοθησομένων ἐξηγήσεων νὰ σχηματίσω γνώμην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνδρῶν, εἰς οὓς θέλομεν ἀναθέσει ὁλόκληρον τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι εἶναι προσβολὴ τοῦ κύρους καὶ τῆς τιμῆς αὐτῶν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι, ἐὰν ὁρίσωμεν ἀνώτατον ὅρον, ἐκεῖνοι, ὡς Ἰουδαῖοι τοῦ χειρίστου εἴδους, θέλουσι ζητήσει νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου. Τοιαῦται προφυλάξεις εἶναι ἀναγκαῖαι, ὁσάκις μόνον συμβάλληταί τις πρὸς ἑταιρείας, διεξαγούσας ὑποθέσεις κερδοσκοπικάς. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι προκειμένου περὶ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πατρίδα του καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς ξένον τόπον, βεβαίως αὐτὸς θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκτελέσῃ καλῶς τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ἐγκαταλείπων τὴν πατρίδα του καὶ ἐρχόμενος ἐδῶ, θὰ ζητήσῃ ἀμοιβὴν μεγάλην, καὶ ἐνόμισαμεν ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀμοιβὴν ταύτην, χορηγοῦσα αὐτῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ νόμου, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὁρισμοῦ ἀνωτάτου ὅρου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν ἰδέαν καὶ παραδέχηται τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας, βεβαίως θὰ δεχθῶμεν ἀνώτατον ὅρον.
§135Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, καίτοι αὗταί εἰσιν ἱκαναί, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος, νὰ προκαλέσωσι συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ πείσωσι πάντας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀβασανίστως, καὶ ὅτι οὕτως ὑποβληθὲν ἔχει ἀνάγκην ἐπεξεργασίας καὶ συμπληρώσεως. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, καὶ ἐπ’ αὐτῆς μόνον θὰ εἴπω τινά, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ μετὰ τῆς εὐμενείας, μεθ’ ἧς πάντοτε μὲ ἐτίμησε. Ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἡ μετάκλησις ξένων ἀξιωματικῶν, ὅπως εἰς τούτους ἀναθέσωμεν τὴν φροντίδα τῆς ἀνορθώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν μάλιστα ἔκθεσιν πρόκειται ἰδίως νὰ μεταφυτευθῇ, ὡς λέγει αὕτη, εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ στρατοὶ τῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα θ’ ἀποταθῶμεν, ἵνα εὕρωμεν ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους θ’ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον τοῦτο. Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἡ πεῖρα τῶν στρατῶν δὲν μεταφυτεύεται. Κατ’ ἐμέ, ἡ πεῖρα ἀποκτᾶται διὰ τῆς μελέτης ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ διὰ τῆς παροχῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πάντων τῶν μέσων, ὅπως ὁ στρατὸς ἀσχολῆται ἀδιακόπως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεωρητικῶν γνώσεων, ἤτοι διὰ τῆς ἐξασκήσεως, διὰ τῶν πειραμάτων, δι’ ἐργασίας ἐν γένει ὁμοίας ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν ὁ στρατὸς ἐκτελεῖ κατὰ τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος αὐτοῦ σκοπός. Κακῶς λοιπὸν ἀνεγράφη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἡ ἔννοια τῆς μεταφυτεύσεως τῆς πείρας, ἡ ὁποία οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ διάφορα φυτά, τὰ ὁποῖα μεταφυτευόμενα ἱκανοποιοῦσι τοὺς κόπους τῶν μεταφυτευόντων ταῦτα, ἀποδίδοντα τοὺς καρπούς των. Πρόκειται λοιπὸν οὐχὶ περὶ μεταφυτεύσεως τῆς πείρας, ἀλλὰ περὶ μετακλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, διὰ τῶν φώτων τῶν ὁποίων νομίζουσιν ὅτι θὰ κατορθώσωσι νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατόν μας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ καταστῇ ἐφάμιλλος τῶν στρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐγὼ ἀρέσκομαι νὰ σκέπτωμαι πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸν τρόπον δὲ τοῦτον σκεπτόμενος καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ εἴπω ἀπροκαλύπτως, ὅτι κατ’ οὐδὲν θέλομεν ὠφεληθῆ, προσλαμβάνοντες ξένους ἀξιωματικοὺς ὡς ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ μας ἢ καὶ διοικητὰς αὐτοῦ· καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι οἱ ξένοι αὐτοὶ ἦλθον εἰς Ἑλλάδα. Τί θὰ πράξωσι, προκειμένου περὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν; Πρωτίστως θὰ ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν ἡμῶν αὐτῶν, ζητοῦντες νὰ λάβωσι παρ’ ἡμῶν τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀπαραίτητα ἐκεῖνα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτοὺς ὡς βάσις πάσης μελέτης καὶ σκέψεως περὶ ἐγέρσεως καὶ τελειοποιήσεως τοῦ οἰκοδομήματος, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου τοῖς ἀνεθέσαμεν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι θὰ ἔλθωσι καὶ θὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς: «Κύριοι, ποῖον τὸ στρατολογικὸν σύστημά σας; ποῖοι οἱ πόροι σας; ποία ἡ ἐν γένει ἀντοχή σας; ποῖα τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ σας; Ταῦτα πάντα καὶ ἄλλα ἀκόμη πολλὰ χρειαζόμεθα, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κανονίσωμεν ἡμεῖς τὰς ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον σκέψεις μας, ὅπως καταλήξωμεν εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως ὁ στρατὸς, ὀργανούμενος κατὰ τὸν πρέποντα τρόπον, καταστῇ ἄξιος τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους σας, ἄξιος δὲ καὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῶν κόπων ἡμῶν, οἵτινες πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκλήθημεν ἐνταῦθα.» Τίνα ἀπάντησιν θὰ δώσωμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς ὀργανωτὰς ἐκείνους; Θὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι οὐδὲν ἐκ τούτων γινώσκομεν καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὰς στοιχειώδεις ταύτας πληροφορίας; Βεβαίως τοῦτο θὰ εἴπωσι κατ’ ἀνάγκην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ὀργανωτὰς ἐν τῇ ξένῃ· διότι, ἐὰν ἐνομίζον ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ δυνάμενοι νὰ δώσωσι τὰς πληροφορίας ταύτας, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἐπίστευον ὅτι οἱ κατέχοντες ταύτας θὰ ἐδύναντο νὰ ἐπιλάβωνται τοῦ ἔργου τῆς ὀργανώσεως καὶ ἄνευ ξένων ἀξιωματικῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα τὰ κατέχομεν· ἀπόδειξις δὲ τούτου ἔστω ἡ πρὸ μηνὸς μόλις ἐκδοθεῖσα περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας μελέτη τοῦ συνταγματάρχου κ. Λυκούδη, καὶ ἄλλαι τοιαῦται, ἄλλοτε δημοσιευθεῖσαι, ἀλλ’ ἰδίως ἡ τοῦ κ. Λυκούδη, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ᾖναι τελεία, βεβαίως ὅμως εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀφετηρίαν τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ σκέψεών μας. Καὶ ὅταν ᾖναι βεβαιωμένον, ὅτι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐμελέτησαν τὰ πράγματα, καὶ ὅτι οὗτοι γινώσκουσι τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐπιτρέπεται νὰ περιφρονήσωμεν τὰς γνώμας αὐτῶν, πρὶν ἢ τὰς ἐφαρμόσωμεν καὶ πρὶν ἢ πεισθῶμεν ὅτι αὗταί εἰσιν ἀλυσιτελεῖς; Διατὶ τάχα νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς αὐτὰς, ὅπως τοὐλάχιστον πειραθῶμεν; Θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως: «ἀπετύχομεν κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐπείσθημεν ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ξένους». Ἀλλὰ, Κύριοι, πότε ἡμεῖς ἐσκέφθημεν σοβαρῶς περὶ στρατοῦ καὶ ἀπετύχομεν; Ἐγὼ, τοὐλάχιστον, ἀπὸ δεκαπενταετίας σχεδὸν ὢν ἀξιωματικὸς καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ταύτης παρακολουθῶν τὰ τοῦ στρατοῦ, οὐδέποτε εἶδον τὸν τόπον τοῦτον σοβαρῶς περὶ τοῦ στρατοῦ σκεφθέντα. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ μιᾶς χώρας ἔχει σκοποὺς γνωστοὺς εἰς πάντας, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κυριώτερος εἶναι τὸ κατόρθωμα τοῦ νὰ συγκεντρώσῃ ἡ χώρα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὸν στρατόν της, καλῶς συντεταγμένον καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν πολυαριθμότερον, εἰς τὰ σύνορά της, πρὸς ἄμυναν ἢ πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων της. Ἵνα δ’ ἐπιτύχωμεν τούτου, ἵνα περὶ τούτου σκεφθῶμεν, ἔχομεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ χώρᾳ εὑρίσκονται καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ γινώσκῃ κάλλιον τῶν ἐντοπίων, ἀλλὰ καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπιτυχέστερον αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγαπῶσι καὶ πρέπει νὰ ἀγαπῶσι τὸν τόπον των περισσότερον παντὸς ξένου, ὅστις, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλῃ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου, παρὰ τῷ ὁποίῳ προσκαίρως ἐργάζεται, δὲν θὰ δυνηθῇ ποτὲ νὰ αἰσθανθῇ ἐν τῷ στήθει του τὴν φλόγα, ἣν ἔχει ὁ ἐντόπιος, ὁ ὁποῖος σὺν τῷ αἰσθήματι τοῦ ἐπαγγελματικοῦ καθήκοντος θὰ ἔχῃ βεβαίως καὶ τὸν μέγιστον μοχλὸν, τὸν τὰ πάντα κινοῦντα, τὸν πᾶν ἐμπόδιον ὑπερβαίνοντα, τὸ αἴσθημα, λέγω, τῆς φιλοπατρίας. Καὶ δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἐν Ἑλλάδι ἀξιωματικοὺς κεκτημένους γνώσεις τοιαύτας; Δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα ἀξιωματικοὺς φιλοπάτριδας, δυναμένους ν’ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος των; Μὴ ἀδικῶμεν τοὺς ἀξιωματικούς μας. Μὴ ἀποδίδωμεν ὅλα τὰ κακὰ εἰς αὐτούς. Ἀξιωματικοὺς ἔχομεν πολλοὺς καὶ καλοὺς, ἀλλὰ τούτους οὐδέποτε ἐχρησιμοποιήσαμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ προαγάγωμεν τὸν στρατόν μας· διότι, ὁσάκις Ὑπουργός τις ἐξεπόνησε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὀργανισμόν, τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον συνέτασσεν οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων προσωπικῶν. Τοιούτους δὲ ὀργανισμοὺς ψηφιζούσης οὐχὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τῆς φατρίας, περιηγάγομεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ Κράτος ὁλόκληρον εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν καθ’ ὅλα αὑτῆς τὰ σημεῖα κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πόλεμον, τὸν πρὸ διετίας ἤδη διεξαχθέντα. Καὶ ἐνῷ τὴν ἐν παντὶ ἀποτυχίαν μας ἐπηκολούθησεν ἡ ἀποτυχία μας καὶ κατὰ τὸν πόλεμον, τὴν ἰδέαν τοῦ ὁποίου ἡμεῖς μόνον οἱ Ἕλληνες κατωρθώσαμεν νὰ κατεξευτελίσωμεν, νῦν, ἀντὶ νὰ αἰσχυνώμεθα διὰ τὴν ἀθλίαν διοίκησιν, ἣν μετῆλθον οἱ ἁρμόδιοι, ζητοῦμεν νὰ φαινώμεθα ὅτι ἐργαζόμεθα πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ στρατοῦ, θέλομεν νὰ φαινώμεθα ὅτι ἐπιζητοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ ἵνα, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ῥίψωμεν στάχτη εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου, συντάσσομεν ἐν ἐπιπολαιότητι νομοθετήματα, ὑποβάλλοντες ταῦτα ἐν σπουδῇ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ζητοῦμεν ἀναιτιολογήτως, ἀλλὰ καὶ ἐπιμόνως, τὴν ψῆφον αὐτῆς ἐπ’ αὐτῶν, ἐπαγγελλόμενοι τὴν δι’ αὐτῶν λύτρωσιν τοῦ τόπου ἀπὸ παντὸς κακοῦ. Μὴ μὲ ἐκλάβητε, Κύριοι, ὡς πιστεύοντα ὅτι δι’ ὅσων εἶπον καὶ θὰ εἴπω θὰ συγκρατήσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ θ’ ἀποτρέψω αὐτὴν ἀπὸ τῶν νόθων αὐτῶν σκέψεών της. Ἡ μικρὰ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα μὲ ἀναγκάζει νὰ ἔχω ἀπὸ τοῦδε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ᾖ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι συνεπῶς μετά τινας ἑβδομάδας θὰ ἔχωμεν παρ’ ἡμῖν τοὺς ὀργανωτάς. Τί θὰ κάμουν ὅμως οἱ ὀργανωταὶ οὗτοι; Θὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὰ σχετικὰ Ὑπουργεῖα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαραίτητα, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἄρξωνται τοῦ ὀργανωτικοῦ ἔργου των, καὶ οἱ κ. Ὑπουργοὶ θ’ ἀπαντήσωσιν, ὡς προεῖπον, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι νὰ τοῖς δώσωσι, καὶ θὰ τοῖς συστήσωσιν, ὅπως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θέσωσι τὰς βάσεις τοῦ οἰκοδομήματος, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς. Ἀλλ’ ἵνα οὗτοι ἔλθωσιν εἰς τὴν θέσιν νὰ καταρτίσωσι τὰς βάσεις ταύτας, θὰ καταναλώσωσι τὰ πέντε ταῦτα ἔτη, διότι βεβαίως ταῦτα θὰ χρειασθῶσιν, ὅπως οἱ ξένοι οὗτοι γνωρίσωσι τὸν τόπον μας, ὅπως ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ τόπου μορφώσωσι τὰς περὶ τοῦ πρακτέου γνώμας των, ὅπως ἐκ τῆς ἐρεύνης ἀποκομίσωσι τὰς ἐντυπώσεις των, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων καταστρώσωσι τὸ σχέδιον τῆς ἐργασίας των, ὅπως ἐπὶ τέλους μορφώσωσι σχέδιον ἐφαρμόσιμον εἰς τὸν τόπον, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς πόρους, πρὸς τὰ ἤθη, πρὸς τὸ κλῖμα αὐτοῦ. Πρὸς τοῦτο καὶ μόνον, λέγω, θὰ χρειασθῶσι τὰ πέντε ἔτη, καὶ βεβαίως θὰ τὰ χρειασθῶσιν, ἐνῷ ἀδιαφιλονίκητον εἶναι ὅτι θὰ χρειασθῶσι τὰ τρία τοὐλάχιστον, ὅπως ἐκμάθωσιν ὁπωσδήποτε τὴν γλῶσσάν μας, ἵνα οὕτω δύνωνται νὰ συνεννοῶνται μεθ’ ὅλων τῶν δυναμένων νὰ φωτίσωσιν αὐτούς, καὶ οὐχὶ ν’ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς περιστοιχίσωσι, καὶ εἰς τὰς γνώμας τῶν ὁποίων κατ’ ἀνάγκην οἱ ὀργανωταί, ἰδίως ὡς ἐπιθεωρηταί, θὰ ὑποκύπτωσι. Τί θὰ κάμουν, λέγω; Τὰ πέντε ταῦτα ἔτη θὰ καταναλώσωσιν εἰς μελέτας προπαρασκευαστικάς, καὶ εὐθὺς ὡς ταῦτα παρέλθωσι, ὅτε δὰ θὰ ἐννοήσωσι καὶ μὲ ποίους ἔχουσι νὰ κάμουν, θὰ σᾶς εἴπωσιν: «ἀρκετὰ ἐμείναμεν ἐν τῇ ξένῃ· νοσταλγοῦμεν· προσλάβετε ἄλλους ἀνθ’ ἡμῶν, ἐπανερχομένων νῦν εἰς τὴν πατρίδα μας». Ἀντὶ λοιπὸν νὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον τοῦτον, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς ὑπερόγκους, ὅσον καὶ ἀνωφελεῖς κατ’ ἐμὲ, ταύτας δαπάνας, δαπάνας αἱ ὁποῖαι, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῆς εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ζητουμένης ἐξ ἐνενήκοντα χιλιάδων δραχμῶν πιστώσεως, δύνανται ν’ ἀνέλθωσι καὶ εἰς τριακοσίας καὶ εἰς τετρακοσίας χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἀντί, λέγω, νὰ ἐργαζώμεθα κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, δὲν θὰ ἦτο τάχα προτιμότερον, ἐπὶ τὸ οἰκοκυριστικώτερον σκεπτόμενοι, νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ὅσα πνευματικὰ κεφάλαια ἔχομεν, καὶ νὰ καταρτίσωμεν ἓν οἱονδήποτε σύστημα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν, καὶ νὰ βελτιώσωμεν αὐτὸ καὶ διὰ ξένων, τὰ ὁποῖα εὐκόλως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἀποστέλλοντες πρὸς μελέτην τῶν ὀργανισμῶν καὶ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ στρατοῦ τῶν διαφόρων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἀξιωματικοὺς οὐχὶ ἐκ τῶν εὐνοουμένων, ἀλλ’ ἐκ τῶν δυναμένων νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τοιαύτας μελέτας; Ἀποστείλατε τέσσαρας, πέντε ἢ καὶ δέκα λοχαγοὺς καὶ ταγματάρχας τοῦ στρατοῦ εἰς Εὐρώπην πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι οὗτοι θὰ σᾶς φέρωσιν ἐντὸς ὀλίγου ὅλα τὰ συστήματα, μέρη τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῆτε νὰ μεταχειρισθῆτε πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ, ὃν θὰ καταρτίσωσιν οἱ ἀξιωματικοί μας. Μὴ ἀπατᾶσθε· μὴ νομίζετε ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἱκανοί. Εἶναι οἱ περισσότεροι ἱκανοὶ καὶ ἐφάμιλλοι τῶν Εὐρωπαίων, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ἀπογοητευμένοι. Ἀναθέσατε εἰς αὐτοὺς, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι οὗτοι θὰ ἐργασθῶσι λυσιτελέστερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζονται οὐρανοκατέβατοι, καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ μόνους τινὲς, κακῶς πάντοτε, προσδοκῶσι τὴν τελειοποίησιν τοῦ στρατοῦ μας. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι οὗτοι θὰ ὦσιν οὐρανόπεμπτοι. Τί θὰ πράξωσι κατὰ τὰ πέντε ταῦτα ἔτη; Δὲν εἴχομεν ἐπὶ ἄλλα πέντε ἔτη τὸν Βοσέρ; Τί ἐκερδήσαμεν; Καὶ λέγων ὅτι δὲν ἐκερδήσαμεν, δὲν θέλω νὰ ἐννοήσω ὅτι ὁ Βοσὲρ δὲν εἰργάσθη, ἢ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ. Ὁ Βοσὲρ βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων ἀξιωματικῶν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀνὴρ φιλότιμος, δραστήριος καὶ ἐν γένει σεβαστὸς, στρατιώτης ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ πατῶν πάντοτε ἐπὶ πτωμάτων ἐχθρῶν τῆς πατρίδος του, καὶ δὲν προήχθη εἰς αὐτὸν κατατρίβων τὸν χρόνον εἰς διάφορα γραφεῖα καὶ ἀσκούμενος εἰς τὰς ὑποκλίσεις καὶ εἰς τοὺς τύπους ἐν γένει τοῦ χαιρετισμοῦ, εἰς τοὺς ὁποίους συνήθως καὶ δυστυχῶς κατ’ ἀνάγκην οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀσκοῦνται, ἐλλείψει ἄλλης ἐργασίας· εἶναι τέλος στρατηγὸς, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται νὰ μετέλθῃ καὶ τὸν ὀργανωτήν. Ἀλλὰ τίνα ὠφέλειαν ἡμεῖς προσεπορίσθημεν; Οὐδεμίαν· καὶ τοῦτο ἐξ ὑπαιτιότητος οὐχὶ ἐκείνου, ἀλλ’ ἡμῶν αὐτῶν. Ὁ Βοσὲρ ἐμελέτησεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ μελετήσῃ, ἐξήνεγκε γνώμας πολλὰς, ἐσύστησε πολλὰ ἴσως, ἀλλ’ ἐκ τούτων οὐδὲν ἐγένετο. Ὁ Βοσὲρ ἐπρότεινεν ἴσως ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κατ’ ἔτος καλουμένων ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἵνα οὕτω καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἄσκησις τοῦ στρατοῦ· κατὰ τὰ ἔτη ὅμως ἐκεῖνα ἡμεῖς ηὐξάνομεν τοὺς λόγους τῆς ἀπαλλαγῆς, καὶ ἐμειοῦμεν οὕτω τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ὅπως μειώσωμεν τὰς δαπάνας μας. Ἐπρότεινε βεβαίως σύστημα ὀχυρώσεως τῆς χώρας, ἀλλὰ ἡμεῖς οὐδὲν ἐπράξαμεν, ἐλλείψει χρημάτων. Ἐσύστησεν ἴσως τὴν προμήθειαν νέου ὁπλισμοῦ, συστήματος τελειοτέρου, ἀλλ’ ἡμεῖς ἀγρὸν ἠγοράσαμεν, καὶ εἰς πᾶσάν του, ὡς νομίζω, πρότασιν, ἐπιφέρουσαν δαπάνην τινὰ μεγάλην, ἐσιωπῶμεν, προσποιούμενοι ὅτι δὲν ἠκούομεν· ἵνα δ’ εἴπωμεν ὅτι κἄτι τι ἐκάμαμεν, ἐξ ὅσων συνεβούλευσεν ἐκεῖνος, ἐδέχθημεν νὰ δημιουργήσωμεν ὑπηρεσίας τινὰς κατὰ τύπους, ἡ σύστασις τῶν ὁποίων εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν ὅπλων τινῶν, καὶ πλέον οὔ. Ἔκτοτε ἔχομεν τὰς ἐπιθεωρήσεις πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ἔκτοτε τὰ συμβουλευτικὰ τμήματα, ἔκτοτε τὸ σχολεῖον τοῦ συντάγματος τοῦ μηχανικοῦ, ὑπηρεσίας οὐδὲν προσενεγκούσας εἰς τὸν στρατόν. Καὶ ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν, δύναμαι, νομίζω, νὰ ἐρωτήσω, ἂν ἡ οἰκονομική μας κατάστασις εἶναι σήμερον καλλιτέρα τῆς τότε, ἡ ὁποία ἐχρησίμευε πάντοτε ὡς ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ Βοσὲρ ἐπρότεινε. Κατ’ ἐμὲ, ἡ κατάστασις τότε ἡ οἰκονομικὴ ἦτο ἀσυγκρίτως καλλιτέρα ἢ σήμερον, ὅτε πάντες ἀσθμαίνομεν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς χρεωκοπίας καὶ τοῦ ἐλέγχου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς μας παρουσιάζει πλεόνασμά τι, οὐχὶ ὅμως ἀφ’ ἑτέρου ψευδὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ πλεόνασμα τοῦτο, ἂν πράγματι τοιοῦτον θὰ ἐκκαθαρισθῇ, ἐφρόντισε νὰ τὸ ἐξαλείψῃ, φορτώσασα τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν διὰ δαπανῶν νέων, ἃς ἐπάγονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ Βουλὴ ψηφίζει. Ἄνευ λοιπὸν χρημάτων τί τοὺς θέλομεν τοὺς ὀργανωτάς; Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι ὁ στρατὸς ἀπαιτεῖ χρῆμα; Πῶς ἄνευ χρημάτων θὰ διατηρήσωμεν τὸν προσήκοντα ἀριθμόν; πῶς ἄνευ δαπανῶν θὰ προμηθευθῶμεν ὅπλα καὶ πυροβόλα; πῶς ἄνευ αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ μας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὀχυρώσωμεν τὴν χώραν, τοὐλάχιστον τὸ πρὸς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τμῆμα;—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Βοσὲρ συνεβούλευσεν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐξετελέσαμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἰδίως ὑπέστημεν ὅσα ὑπέστημεν, ἐλθόντες ὁλοταχῶς μέχρι τῶν Θερμοπυλῶν. Τί θέλομεν δώσει εἰς τοὺς ξένους αὐτοὺς, ὅπως διευκολύνωμεν τὸ ἔργον των; Τὰς συμβουλὰς μόνον τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Ἄνακτος, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων συντάξωσι τὸν στρατόν μας; Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν πρὸς ἐκείνους συμβουλῶν καὶ παρακλήσεων αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δύνανται, ἂν θέλωσι καὶ ὦσιν εἰς κατάστασιν, νὰ δώσωσι διαταγὰς εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἀξιωματικούς μας, διαταγὰς, ἃς οὗτοι θὰ ἐκτελέσωσι, διότι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, εἰσὶν ἱκανοὶ καὶ ἁρμοδιώτεροι παντὸς ξένου νὰ τὰς ἐκτελέσωσι λυσιτελέστερον, ἀρκεῖ μόνον νὰ τοῖς δοθῶσι τὰ μέσα καὶ νὰ πεισθῶσιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φενακισμοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει κατ’ ἐμὲ νὰ ἐγκαταλίπῃ, φέρῃ ἕτερον, δι’ οὗ νὰ ζητῇ πίστωσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰ διάφορα Κράτη ἀξιωματικοὺς, ἐκ τῶν δυναμένων νὰ μελετήσωσι τὰ ἐκεῖ γιγνόμενα, ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι μελετῶντες ἐκεῖ ἐπί τινα χρόνον καὶ ἐπανερχόμενοι θέλουσι μᾶς φέρει ἄπειρα φῶτα, τινὰ ἐκ τῶν ὁποίων βεβαίως θέλομεν ἀποδεχθῆ καὶ ἐφαρμόσει, καθ’ ὅσον ταῦτα δὲν ἀντιστρατεύονται εἰς τὰ ὑπαγορευόμενα ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ἡμῶν, ἡ βαθεῖα γνῶσις τῆς ὁποίας καὶ μόνη πρέπει νὰ δώσῃ ἡμῖν τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μας, καὶ οὐχὶ οἱ χειροτονηθησόμενοι ξένοι ὀργανωταὶ, ἡ πρόσληψις τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ προσβολὴ καὶ καθύβρισις τῶν ἡμετέρων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι βεβαίως ἄξιοι τῆς τοιαύτης προσβολῆς, ἥτις θὰ ἐπενέγκῃ μόνον καὶ μόνον τὴν ἐπίτασιν τῆς ἀποθαρρύνσεως καὶ ἀπογοητεύσεως αὐτῶν (κίνησις καὶ ψιθυρισμοί). Μὴ ταράσσεσθε, παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἡμέραν τινὰ θὰ πεισθῆτε ὅτι ἐνταῦθα ἔχομεν ἀξιωματικοὺς ἀρίστους...
§136Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως δὲν ἔχομεν.
§137ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἔχομεν.
§138ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχετε.
§139ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχομεν, ἀλλ’ εἶναι καλλίτεροι οἱ ἐν Εὐρώπῃ.
§140ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι καλλίτεροι, διότι ἐργάζονται. Ἂν καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι ἐργασθῶσι, θὰ γείνωσιν ἀκόμη καλλίτεροι. Ἐγὼ ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι ἔχομεν πολλοὺς καλοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ πολλοὺς, τοὺς ὁποίους βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέχηται ἡ Πολιτεία, ἂν ἡ διοίκησις αὐτῆς ἦτο οἵα ἔπρεπε νὰ ἦναι. Βεβαίως ἔχει ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ἀξιωματικοὺς δυναμένους νὰ μελετήσωσι τὰ κατ’ αὐτόν· καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι γνωστοὶ εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, — οὐχὶ μόνον τοὺς σημερινοὺς, ἀλλὰ τοὺς ἑκάστοτε, — ἀλλὰ τίς οἶδε διὰ τίνα λόγον τὰς γνώμας αὐτῶν τὰς ἀπορρίπτουσι, χωρὶς οὔτε τῆς στοιχειωδεστέρας μελέτης νὰ τὰς ἀξιώσωσιν. Ὡς εἶπον πρότερον, πρὸ μηνὸς μόλις εἶδε τὸ φῶς ἡ μελέτη τοῦ συνταγματάρχου κ. Λυκούδη, ἡ ὁποία βεβαίως τιμᾷ αὐτὸν καὶ τὸ στράτευμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ μελέτη αὕτη νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας; Ἐσταχυολογήσατε ἐν αὐτῇ καὶ οὐδὲν ἄξιον λόγου εὕρετε; Μελετήσατε αὐτὴν καὶ ἄλλας προηγουμένας ἢ καὶ μελλούσας νὰ ἐκδοθῶσι, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐν ὅλαις ταύταις θέλετε εὕρει πολλὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα, τὰ ὁποῖα συναρμοζόμενα θέλουσιν ἀποτελέσει ὅλον πολλοῦ λόγου ἄξιον. Ἀλλ’ ἐμελετήθησάν ποτε γνῶμαι ἐντοπίων ἀξιωματικῶν; Ἐφηρμόσθησάν ποτε τοιαῦται καὶ ἀπέτυχον τελείως καὶ δι’ αὐτὸ προστρέχομεν εἰς τοὺς ξένους; Οὐδέποτε· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ μελέτη τοῦ κ. Λυκούδη ἐτυπώθη ἐν ἰδιωτικῷ τυπογραφείῳ καὶ οὐχὶ ἐν τῷ δημοσίῳ, τοῦ ὁποίου τὰ πιεστήρια ἐτέθησαν πλειστάκις μέχρι τοῦδε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τελευταίου εὐνοουμένου φυλλαδογράφου. Κατελήφθημεν πάντες ὑπὸ ξενομανίας καὶ ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ἐν Ἑλληνικῇ κεφαλῇ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ σκέψις λογική· καὶ τοῦτο, ἕνεκα τοῦ φθόνου, ἕνεκα τῆς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων πάντοτε παρατηρουμένης ἀντιζηλίας. Καὶ ὅταν ὦμεν τοιοῦτοι, καὶ ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχωμεν τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἔχομεν τίποτε εἰς τὸν τόπον μας, πῶς θέλετε νὰ ἐπιβαλλώμεθα εἰς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἔχωσι χειροτέραν περὶ ἡμῶν ἢ ἡμεῖς αὐτοὶ ἰδέαν; Ἔσπευσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μὲ διακόψῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς του, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀξιωματικούς. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι δὲν ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς δυναμένους νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν ἐπαξίως, — διότι τοὺς ἀνωτέρους βεβαίως θὰ ὑπαινίσσεται ὁ κ. Ὑπουργὸς — ὀφείλει οὗτος καὶ δύναται ἐν διαστήματι ἡμερῶν μόνον νὰ ἐκδιώξῃ αὐτοὺς, μέχρις οὗ εὕρῃ τοὺς δυναμένους νὰ ἐργασθῶσι, καὶ οὐχὶ νὰ δυσφημῇ ὁλόκληρον τὸ στράτευμα, λέγων ὅτι τοῦτο οὐδὲν ἄξιον λόγου στοιχεῖον περιέχει.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό. Εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν ὀργανωτάς.
§142ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅ,τι εἶπε, τὸ ἀντελήφθην πολὺ καλά. Εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἀξιωματικούς· καὶ ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς, δὲν ἔχομεν τίποτε, συνεπῶς δὲ καὶ ὀργανωτὰς, διότι ὀργανωταὶ εἶναι οἱ καλοὶ ἀξιωματικοί, ὡς θὰ ἐννοήσητε προσεχῶς, ὅτε οἱ προσληφθησόμενοι θὰ ἐκλεγῶσιν οὐχὶ ἐκ τῶν ὀργανωτῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν καλῶν ἀξιωματικῶν.
§143Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ σᾶς ἀπαντήσω...
§144ΚΡΙΤΣΑΣ. Καλλίτερον ὄχι· δύο ἀκόμη λέξεις θέλω εἴπει, καὶ τότε ἀπαντᾶτε. Ἂν λοιπὸν, Κύριοι, θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν σοβαρῶς καὶ οὐχὶ νὰ ἐμπαιζώμεθα, ὡς μέχρι τοῦδε, πρέπει πρῶτον νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα περὶ ἡμᾶς αὐτούς. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν — τὸ ἐπαναλέγω — ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θεωρητικῶς ὑπερβαίνουσι τοὺς ἀξιωματικοὺς πολλῶν ἄλλων Κρατῶν· εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί μας ὑστεροῦσι κατὰ τὸ πρακτικὸν μέρος· ἂν δὲ ὑστερῶσι κατὰ τοῦτο, δὲν πταίουσιν αὐτοὶ, ἀλλ’ ἡ Διοίκησις, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τοῦ στρατοῦ. Ἵνα ἀποκτήσωσιν οὗτοι καὶ πρακτικὴν ἀξίαν, ἀνάγκην ἔχουσι τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς ἀδιάκοπον ἄσκησιν, αἱ κατὰ τὴν ὁποίαν παρατηρηθησόμεναι ἐλλείψεις θὰ ὑπαγορεύσωσι τὴν διόρθωσιν πολλῶν κακῶς κειμένων, ἄσκησιν, ἥτις μετ’ ὀλίγον θὰ καταστήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀξίους τῆς ἀποστολῆς των. Μὴ λοιπὸν πλανώμεθα· μὴ ὑποτιμῶμεν τοὺς ἀξιωματικούς μας καὶ τὸν στρατόν μας ἐν γένει. Μὴ ὦμεν ἀπαισιόδοξοι, καὶ ἂς πιστεύσωμεν ὅτι, ἐὰν πράγματι θέλωμεν νὰ καταρτίσωμεν στρατόν, τοῦτον δυνάμεθα δι’ ἐκείνων τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, νὰ τὸν καταρτίσωμεν, χωρὶς νὰ προστρέξωμεν εἰς τὰ φῶτα τῶν ξένων, ὧν δι’ ἡμᾶς ἀπλετώτερα εἶναι τὰ ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχοντα, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως πάντοτε, ὅπως μὴ πρὸ αὐτῶν ῥίψωμεν τὸν πέπλον τῆς κακοδιοικήσεως, ἡ ὁποία πᾶν φῶς μέχρι τοῦδε ἀπέκρυψε καὶ κατεσκότισε. Δοκιμάσατε πρῶτον τὰς δυνάμεις σας μόνας, χωρὶς ν’ ἀναμίξητε αὐτὰς μετὰ ξένων, ἀποτελοῦντες οὕτω τραγέλαφον. Δοκιμάσατε τὰς πνευματικὰς αὐτὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὰς μικροφιλοτιμίας καὶ τὰς προσωποληψίας, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι τὴν τοιαύτην ἐργασίαν σας θὰ στέψῃ πλήρης ἐπιτυχία, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ θὰ ἐπισπάσητε τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους. Μὴ ἀπατᾶσθε, νομίζοντες ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ξένων θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον. Ἐμελετήσατε τὰ πράγματα καὶ ἐλάβετε τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν διατελοῦντες ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἀπεκομίσατε ἐκ τῶν τελευταίων παθημάτων μας· ψυχραιμήσατε, καὶ τότε θὰ ἐννοήσητε, ὅτι, ἀντὶ νὰ φέρητε τοὺς ἀνωφελεῖς ὀργανωτάς σας, προτιμότερον, εἰλικρινέστερον, πατριωτικώτερον θὰ ἦναι νὰ εἴπητε πρὸς τὸ ἔθνος: Εἶναι ἀπελπισία! δὲν δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν τὸν στρατόν μας, καὶ διὰ τοῦτο τὸν διαλύομεν, ἵνα οὕτως ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς δαπάνης τῶν ὀλίγων ἑκατομμυρίων.
§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προκειμένου περὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἄνευ ξένων ὀργανωτῶν τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανωθῇ.
§146ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ ὁμολογοῦσι καὶ οἱ ἴδιοι.
§147Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν κατηγορῶ ἀξιωματικὸν τοῦ ναυτικοῦ κανένα. Νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς εἶναι εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι, διὰ νὰ διοργανώσῃ τὸ ναυτικόν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, διὰ νὰ διοργανωθῇ τὸ ναυτικόν, νὰ προσκληθῶσι ξένοι ἀξιωματικοί. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, τὸ ὁποῖον σεῖς ἀντιπροσωπεύετε...
§148ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι, δὲν ἀντιπροσωπεύω· ἀνήκω μόνον εἰς αὐτόν.
§149ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐγὼ ὁμιλήσας προσέβαλον τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν.
§150ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον διοικεῖτε. Δὲν ἐφανταζόμην δὲ, ὅτι θὰ ἐγνωρίζετε καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
§151ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἴσως ὁ ἁρμόδιος νὰ εἴπω περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, οὐδ’ εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ προσβάλω κανένα ἀξιωματικὸν τῆς ξηρᾶς. Τοὺς τιμῶ καὶ τοὺς ὑπολήπτομαι. Ἀλλὰ, μὲ ὅλην τὴν πρὸς αὐτοὺς ὑπόληψίν μου, ἔχω τὸ δικαίωμα, νομίζω, νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ ἑλληνικὸς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ὀργανωτῶν ξένων διὰ νὰ ὀργανωθῇ. Ὅτι δὲ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην παρὰ ὀργανωτῶν ξένων νὰ ὀργανωθῇ, καὶ ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὀργανωθῇ μόνος του, ἀποδεικνύει ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ὁμιλεῖτε περὶ ἀξιωματικῶν πεπαιδευμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατόν, ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ πόλεμος ὁ τελευταῖος αὐτοὺς τοὺς πεπαιδευμένους καὶ τοὺς σοφοὺς τοὺς ἀπέδειξε ποῖοι εἶναι, καὶ ἂν διέπρεψαν ἀξιωματικοί, βεβαίως οὗτοι δὲν ἦσαν οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ σοφοί, τοὺς ὁποίους σεῖς θέλετε διὰ νὰ ὀργανώσητε τὸν στρατόν. Ἐὰν δὲ ἀξιωματικός τις ἔδειξε θάρρος καὶ γενναιότητα, δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν πεπαιδευμένων αὐτῶν καὶ τῶν σοφῶν. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ σοφοί, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ φιάσκο, τὸ ὁποῖον ἔκαμαν εἰς τὸ πεδίον τοῦ πολέμου, αὐτοὶ θέλετε νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατόν; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην μου, Κύριε, καὶ σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε τὴν ἰδικήν σας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην ξένων διὰ νὰ ὀργανωθῇ, διότι ἄλλως, ἐὰν πρόκειται νὰ μείνῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει σήμερον, νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς, ὅτι εἶναι ἓν βάρος διὰ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ δέκα ὀκτὼ ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἔχῃ τίποτε...
§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐννέα.
§153ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δεκαπέντε, δέκα ἔστω, χωρὶς νὰ ἔχῃ τίποτε. Διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ φρονῇ, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἔχει στρατόν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω νὰ προσβάλω κἀνένα, οὔτε νὰ ἀδικήσω κἀνένα. Εἶπον μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἔχετε.
§154Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, διότι εἶναι προσωπικόν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος. Δὲν εἶναι προσωπικὸν αὐτό. Θέλετε νὰ σᾶς ἐγγράψω;
§156ΚΡΙΤΣΑΣ. Μάλιστα.
§157Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτής, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ ποῖα ἔχει ἀσφαλῆ διδόμενα ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα προεξοφλήσῃ τῶν ἄλλων τὴν γνώμην, σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου...
§158Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως καὶ ἄλλοι.
§159Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουν οἱ ἀντίθετοι.
§160ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ὄχι ἕνεκα τῆς εἰς τὸ μέσον ῥιφθείσης ἰδέας, ὅτι εἶναι προσβλητικὸν διὰ τὸν στρατὸν νὰ κληθῶσι ξένοι ὀργανωταί, ἀλλὰ διότι τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ θεωρῶ πρόωρον καὶ ἄσκοπον. Πῶς θέλετε νὰ φέρητε ξένους ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχετε οὐδὲ τὴν δύναμιν οὐδὲ τὴν θέλησιν νὰ ἐργασθῆτε πρὸς ὀργάνωσιν τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; Δείξατε πρῶτον, ὅτι ἔχετε τὴν δύναμιν οἰκονομικῶς καὶ τὴν θέλησιν ἠθικῶς νὰ θέσητε ἀσφαλεῖς βάσεις πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ ἀξίου τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ προορισμοῦ του, καὶ τότε δύνασθε νὰ μετακαλέσητε καὶ ξένους ὀργανωτάς. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ δύναμις; ποῦ εἶναι ἡ θέλησις; Οὐδαμοῦ τὴν ἀνευρίσκω. Τὸ παρελθὸν ἐδίδαξεν, ὅτι εἰς οὐδὲν δύνανται νὰ ὠφελήσουν αἱ ξέναι ἀποστολαὶ ἄνευ οἰκονομικῶν καλῶν καὶ ἄνευ ἀγαθῶν καὶ εἰλικρινῶν προαιρέσεων. Τί μᾶς ὠφέλησεν ἡ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Βοσὲρ καὶ ἡ ὑπὸ τὸν ναύαρχον Λεζὲν Γαλλικὴ ἀποστολή; Εἴδετε τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Οὐδαμοῦ ἐφάνησαν τὰ ἴχνη τῆς πολυετοῦς ἐργασίας τῶν ξένων ἐκείνων ἀποστολῶν. Δὲν εἶχον ἆρά γε τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν, δὲν εἶχον τὰ φῶτα, δὲν εἶχον τὴν ὑπέροχον μόρφωσιν, δὲν εἶχον τὴν μακρὰν πεῖραν ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ καὶ ὁ ναύαρχος Λεζέν; Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφόδια τὰ εἶχον, ἀλλὰ δὲν εὗρον πρόσφορον τὸ ἔδαφος, ἵνα τὰ χρησιμοποιήσουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ τοῦ παρελθόντος ἱστορία. Σᾶς ἔλεγον ἐκεῖνοι «δότε μας τὴν γενικὴν στρατολογίαν», καὶ σεῖς εἰς ἀπάντησιν ἐλέγετε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τῆς γενικῆς στρατολογίας. Σᾶς ἔλεγον ἐκεῖνοι «χωρίσατε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικήν», καὶ σεῖς εἰς ἀπάντησιν ἀφίνατε τοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικοὺς νὰ ἦναι δορυφόροι τῶν κομμάτων καὶ νὰ κάμνουν συμπόσια καὶ πανηγύρεις πρὸς ἑορτασμὸν τῆς ἀναρρήσεως τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τὰ ἐλησμονήσατε αὐτά; Ἀλλ’ ἂν σεῖς τὰ ἐλησμονήσατε, θὰ τὰ ἐνθυμοῦνται βεβαίως ἐκεῖνοι, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐννοεῖτε νὰ ἐξακολουθήσητε παίζοντες τὸ αὐτὸ παιγνίδιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀφήσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ ἔλθωμεν εἰς τὸ παρὸν, τί βλέπομεν; Ἡ αὐτὴ καὶ ἔτι χείρων κατάστασις! Δὲν εἶχον φύγει ἀκόμη οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν Λαμίαν, καὶ σεῖς ἐκάμνετε σωρείαν στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Καὶ ἐπροβιβάζοντο τίνες; Ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν μετέσχον διόλου τοῦ πολέμου, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετέσχον μὲν, δὲν ἐξεπλήρωσαν δὲ τὸ καθῆκόν των. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Καὶ ὅταν τοιαύτην μετὰ τὰς φοβερὰς ἐθνικὰς καταστροφὰς ἐξακολουθῆτε μετερχόμενοι τακτικὴν, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, προβάλλοντες ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα ξένοι ὀργανωταί; Μάλιστα, νὰ ἔλθουν ξένοι ὀργανωταί, ἀλλὰ νὰ παρασκευασθῇ πρῶτον τὸ ἔδαφος πρὸς ἐπιτυχίαν. Διότι πρέπει ἀληθῶς νὰ τὸ πάρουν ὅλοι ἀπόφασιν, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν — πολὺν ἢ ὀλίγον, δὲν ἐξετάζω, — ἄξιον τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς του, ἢ πρέπει νὰ γείνῃ σκέψις περὶ καταργήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ τοιούτων παραγόμενος σκέψεων, προθύμως καὶ ἀνεπιφυλάκτως ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Διὰ τῶν δύο τούτων μέτρων ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται μὲ πέντε περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλ’ ὅλοι ἐσκέφθημεν, ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ μισὰ, τὰ καταστρεπτικὰ μέτρα. Πρέπει, εἴπομεν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν διὰ χωροφυλακῆς καὶ τότε, ἀφοῦ μείνῃ ὁ στρατὸς μακρὰν πάσης ὑπηρεσίας ξένης πρὸς τὸν προορισμόν του καὶ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν καθαρῶς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπει νὰ τὸν διατηρήσωμεν, εἰς περίστασιν καθ’ ἣν τὰ πράγματα δὲν ἤθελον δικαιώσει τὰς προσδοκίας μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος, καὶ πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔπρεπε νὰ στρέψῃ ὅλην τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις. Δυστυχῶς διὰ τοῦ περὶ μετακλήσεως ξένων ὀργανωτῶν νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου μετὰ σπουδῆς ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν θέλει νὰ μεταρσιωθῇ εἰς εὐρύτερον κύκλον πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ σκέψεων. Ἐγκαταλείπει τὰ σπουδαῖα καὶ οὐσιώδη μέτρα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπεδείκνυον ὅτι βαίνομεν ἐπὶ μεμελετημένου καὶ προδιαγεγραμμένου σχεδίου, καὶ ἐγκολποῦται τὰ δευτερευούσης ἀξίας. Ἀπόδειξις ὅτι δὲν ὑπάρχει θάρρος, δὲν ὑπάρχει ἀποφασιστικότης, δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς τῶν πραγμάτων ἀντίληψις. Μετὰ τὰς ἐθνικὰς συμφοράς, μετὰ τὸν ἀπαίσιον πόλεμον, ὅστις ἠτίμασε τὴν πατρίδα, μία ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος ἠκούσθη φωνή: «Ἀπομακρύνατε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν!» Τὸ ἐβροντοφώνησεν ἡ λαϊκὴ συνείδησις, τὸ εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, τὸ ἐπανέλαβεν ὁ Διάδοχος, τὸ εἶπον οἱ Βουλευταὶ, τὸ εἶπον δὲ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νομοσχεδίου. Καὶ ὅμως τί βλέπομεν; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρηγκωνίσθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἀπεκληρώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ λόγους καθαρῶς κομματικούς. Ἠπείλησαν οἱ ἀξιωματικοὶ Βουλευταὶ, ὅτι θὰ ἐγκαταλείψουν τὰς κυβερνητικὰς τάξεις. Τοῦτο ἤρκεσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος πρὸς ἐγκατάλειψιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων. Ἐγκατελείφθη καὶ τοῦτο, διότι προσέκρουσεν εἰς ἀντιδράσεις γνωστὰς καὶ ἀγνώστους. Καὶ ὅμως τὸ ζήτημα τῆς κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας διὰ τὸν στρατόν. Δὲν τὸ βλέπετε; Ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένοντο ἀντιπειθαρχικὰ ἐκ μέρους ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν διαβήματα, ψιθυρισμοὶ ἀπ’ ἐδῶ, διαβούλια ἀπ’ ἐκεῖ, παράλυσις τῆς πειθαρχίας, καὶ ἐν γένει διαβήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μικρὸν ἀπέχουν ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ ἐκεῖνα Προνουντσιαμέντα, τὰ ὁποῖα τόσον ἀκριβὰ ἐπληρώσαμεν διὰ τῶν πολεμικῶν ἀτυχημάτων. Καὶ διατὶ ἡ οἰκτρὰ, ἡ ἀπελπιστικὴ αὐτὴ κατάστασις; Διότι λείπει ἡ κυβερνητικὴ εὐστάθεια, ἡ ἀποφασιστικότης, τὸ θάρρος. Καὶ ἐνῷ ἐγκαταλείπουν τὰ νομοσχέδια ταῦτα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, μᾶς ζητοῦν νὰ τοὺς ψηφίζωμεν μέχρι τῆς 3ης, τῆς 4ης καὶ τῆς 5ης ὥρας τῆς πρωΐας νομοσχέδια περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ τετραγωνισμοῦ λαχανοκήπων! Καὶ ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Σταυροπούλου, ζητοῦντος πληροφορίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἵνα τῷ χρησιμεύσουν αὗται κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ τῷ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι κατὰ τὴν 4ην ὥραν τῆς πρωΐας, ὅτε ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐκεῖνος ἐκοιμᾶτο. Ὅταν λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἐγκαταλείπῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ λόγους μικροπολιτικῆς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἐγίνοντο νόμοι, θ’ ἀπετέλουν τὰς βάσεις πρὸς τὴν στρατιωτικὴν κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ὀργάνωσιν τοῦ τόπου, εἶναι ἄντικρυς ἐμπαιγμὸς νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ζητῇ νὰ τῇ δώσωμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἐπὶ χρηματικῇ ἀμοιβῇ οὐχὶ σμικρᾷ ξένους ὀργανωτάς. Ἰδοὺ διατὶ ἐκηρύχθην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Θέλουν νὰ ἀνεγείρουν πυραμίδα, καὶ ἀντὶ νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τὰς βάσεις ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν κορυφήν. Εἶναι τοῦτο σπουδαῖον; εἶναι λογικόν; εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος; εἶναι δηλωτικὸν τῶν ἀγαθῶν καὶ εἰλικρινῶν ἡμῶν προαιρέσεων; Βεβαίως ὄχι. Ἀποδείξατε διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι εἶσθε ἀποφασισμένοι νὰ βαδίσητε πρὸς τὰ ἐμπρὸς, χωρὶς νὰ λοξοδρομῆτε ἐκ κομματικῶν βλέψεων καὶ ὑπαγορεύσεων, καὶ τότε θὰ εὕρητε τοὺς πάντας προθύμους εἰς πᾶσαν θυσίαν. Ἐνόσῳ τὴν ἀπόδειξιν αὐτὴν δὲν μᾶς δίδετε, ἐνόσῳ ἐξ ἐναντίας μᾶς δίδετε ἀποδείξεις ψηλαφητὰς, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε νὰ ὑποτάξητε τὰ μικρὰ καὶ ἐφήμερα κομματικὰ μικροσυμφέροντα εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ, μὴ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅταν λέγητε ὅτι διὰ τῆς μετακλήσεως ξένων ὀργανωτῶν ἐπιδιώκετε ἔκτακτον καὶ ὑψηλήν τινα ἐθνικὴ ἀποστολή. Αὐτὰ εἶναι φωναὶ καὶ λέξεις, καὶ τίποτε περισσότερον. Θέσατε πρῶτον, ἐφ’ ὅσον ἀφ’ ὑμῶν ἐξαρτᾶται, ἀσφαλῆ θεμέλια τῆς τοιαύτης ἀποστολῆς, καὶ τότε δύνασθε νὰ προσφύγητε εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10 ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 20′ μ. μ.)
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§163Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δεινὸς ἐφιάλτης ἀφηρέθη ἀπὸ τοῦ στήθους μου σήμερον, ὅτε εἶδον ἀναγεγραμμένον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· μετὰ μεγίστης δὲ χαρᾶς ἀνέκραξα: «Ἰδού, τίθεται ὁ θεμέλιος λίθος τῆς ἀνορθώσεως τοῦ στρατοῦ»· διότι θεωρῶ θεμέλιον λίθον τοῦ μέλλοντος τοῦ στρατοῦ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ὀργανωτῶν τούτων θὰ θεμελιωθῇ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος θ’ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιάσῃ στρατὸν καὶ ναυτικὸν οὐχὶ δι’ εἰρήνην, ἀλλὰ διὰ πόλεμον. Βεβαίως, Κύριοι, ἀπαιτεῖται ξένος ὀργανωτὴς, μὲ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον προσδίδει αὐτῷ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα θέσῃ τὰς βάσεις στρατοῦ, ὅστις νὰ δύναται μίαν ἡμέραν νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια τῆς πατρίδος, ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα, ὅτι τίθεται ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ μέλλοντος τοῦ στρατοῦ, διότι μόνον διὰ ξένου ὀργανωτοῦ, ἔχοντος τὴν πεῖραν τῶν αἰώνων, ὅτε σήμερον οἱ ἐξοπλισμοὶ κατήντησαν οὐχὶ μερικοί, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, δύναται νὰ δοθῇ κῦρος εἰς τὰς θεωρίας, διότι αἱ θεωρίαι αὗται, λεγόμεναι παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιβλητικότητα, ὥστε νὰ γείνωσι δεκταὶ παρὰ τοῦ στρατεύματος. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι πληρέστερον τοῦ πρὸ αὐτοῦ ψηφισθέντος, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν στρατηγὸν Vosseur, ἀλλὰ δὲν παρέσχεν αὐτῷ καὶ τὰ μέσα διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας του, διότι ἐκλήθη μόνον, ὅπως παρουσιάσῃ σχέδιον ὀργανισμοῦ τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς κινητοποιήσεως, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐδόθησαν καὶ τὰ μέσα, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ τοιοῦτον σύστημα, οὐδὲ εἰσηκούσθησαν αἱ ἰδέαι του· διὰ τοῦτο εἴδομεν κατὰ τὸ 1885 σύστημα κινητοποιήσεως, τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο ἐδείκνυεν ἢ ὅτι προῆλθεν ἀπὸ ξένον στρατηγόν. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸν εἶχε παρουσιασθῆ φραγμὸς κατὰ τῶν ἰδεῶν του ἡ ἰδέα τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦ προκειμένου ὅμως νομοσχεδίου πρόκειται ξένος στρατηγὸς, ἔχων τὸ κῦρος τῆς μακρᾶς πείρας, οὐ μόνον νὰ θέσῃ τὰς βάσεις τοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὸ νὰ κατασταθῇ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ὁ διευθύνων νοῦς παρὰ τῷ στρατεύματι. Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν πάντοτε εἴχομεν καὶ σῶμα γενικὸν ἐπιτελῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ βάσεων τοιούτων, ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ νοῦς ὁ διευθύνων τὸ στράτευμα, καθόσον, ὡς πολλοὶ ἴσως ἐνθυμεῖσθε, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ σώματος τῶν ἐπιτελῶν εἰς πᾶν ἄλλο κατεγίνοντο, ἀπασχολούμενοι ἰδίως, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Στρατοδικείων καὶ τῶν Φρουραρχείων. Σήμερον τίθενται αἱ βάσεις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν θὰ διοργανώσῃ ὁ ξένος ὀργανωτὴς, ἔχων τὴν ἱκανότητα νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν μηχανισμὸν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὅστις μηχανισμὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ στρατοῦ. Γνωρίζετε ὅτι ὁ Moltke, γνωρίζων τὰς παρασκευὰς τῆς Γαλλίας, εἶπε καὶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ Πρωσσία καὶ ἐν γένει ἡ Γερμανία ἔχει τὸ μέγα ἐπιτελεῖον, ἐφ’ οὗ δύνανται νὰ στηρίζωνται, οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι. Διότι οὐδὲν ἐπιτελεῖον ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι ἀνάλογον τοῦ Γερμανικοῦ· τοῦτο παρεσκεύασε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου καὶ τοῦ Αὐστροπρωσσικοῦ, θὰ ἐξασφαλίσῃ δὲ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καθ’ οἱουδήποτε ἐχθροῦ τῆς Γερμανίας, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολυάριθμος. Τοιαύτην σημασίαν ἀπέδιδεν ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος οὐχὶ μόνον στρατηλάτης, ἀλλὰ καὶ ὀργανωτὴς τοῦ Γερμανικοῦ ἐπιτελείου. Συνεπῶς θεωρῶ ὡς μεγίστην ἐγγύησιν καὶ ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν ξένον διοργανωτὴν καὶ ἡ διεύθυνσις ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν αὐτὸς θὰ μορφώσῃ κατὰ τὰς ἰδέας του, καὶ ὁ συνδυασμὸς οὗτος τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς διευθύνσεως τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἓν ἔτι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ξένος ὀργανωτὴς πρέπει νὰ ἔλθῃ, μὲ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον κέκτηται, ἵνα ὑποδείξῃ, ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ὀργανωθῇ κατὰ ἐδαφικὰς περιφερείας, διότι τὸ τοιοῦτον σύστημα δύναται νὰ φέρῃ τὴν ταχίστην κινητοποίησιν ἑνὸς στρατεύματος, διότι ἡ ἐπιτυχία ἐν πολέμῳ ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πρῶτος ἤθελε κατορθώσει νὰ προετοιμασθῇ ταχύτερον τοῦ ἄλλου καὶ συγκεντρώσῃ μεγαλειτέραν ἀριθμητικὴν δύναμιν, καὶ ἀρχίσῃ πρῶτος τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Τὸ σύστημα τῆς ἐδαφικῆς ὀργανώσεως δὲν εἶναι νέον· ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων, ὅστις ἦτο διῃρημένος κατὰ φυλὰς, καὶ ἑκάστη φυλὴ ἦτο ὠργανωμένη στρατιωτικῶς, διότι καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Σπάρτῃ ὑπῆρχε γενικὴ στρατολογία, ἥτις δὲν εἶναί τι νέον. Εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους, πρῶτος τὸ ἐφήρμοσεν ὁ Γουσταῦος Ἀδόλφος, ὅστις διῄρεσε τὴν Σουηδίαν εἰς 28 ἐδαφικὰς περιφερείας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐστρατολογοῦντο 20 συντάγματα πεζικοῦ καὶ 8 ἱππικοῦ, οὕτως ὥστε, ὅτε εἰσῆλθε μὲ 30,000 Σουηδικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Γερμανίαν, κατώρθωσε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, νὰ νικήσῃ τοὺς Αὐστριακοὺς κατὰ κράτος, καὶ μόνον δολοφόνου σφαῖρα τὸν ἀφήρπασεν ἀπὸ τὴν ζωήν. Τοῦτο τὸ σύστημα ἔκτοτε ἠσπάσθησαν οἱ Γερμανοὶ, καὶ μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1805, μετὰ τὴν τρομερὰν καταστροφὴν ἐν Ἰένῃ, ὅτε ὑπέστησαν τοὺς τρομεροὺς ὅρους τοῦ Ναπολέοντος, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι στρατὸν πέραν ὡρισμένου ἀριθμοῦ, 40,000, ἐσκέφθησαν τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας κατ’ ἐδαφικὰς περιφερείας, καὶ ἔκτοτε ἐτελειοποιήθη τὸ σύστημα ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐπήνεγκε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους εἴδομεν. Διὰ τοῦτο μόνον ξένος ὀργανωτὴς θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος νὰ καταστήσῃ παραδεκτὸν παρὰ τοῦ ἔθνους, ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν ν’ ἀντιπαραταχθῶμεν καθ’ οἱουδήποτε ἀντιπάλου. Ἤκουσα πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουσι τὰ ἀτυχήματα τοῦ τελευταίου πολέμου εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἀνικανότητα τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ τοιοῦτοι, ἀλλ’ εἶναι ἄντικρυς ἀνακρίβεια νὰ λέγωμεν, ὅτι αἱ ἀτυχίαι τοῦ πολέμου προῆλθον ἐκ τῆς ἀνικανότητος τοῦ στρατεύματος. Προῆλθον ἐκ τῆς ἀνισότητος τοῦ πολέμου, διότι ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, ὅπου ἐκρίθη κυρίως ὁ ἀγὼν, ἡ Ἑλλὰς παρέταξε 30 τάγματα πεζικοῦ, 15 πυροβολαρχίας καὶ 600 περίπου ἱππεῖς, ἀπέναντι 115 ταγμάτων τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἐπισήμων ἐκθέσεων τοῦ Von der Golts πασσᾶ, ὁ ὁποῖος τουρκικὸς στρατὸς ἔπειτα ἀνεβιβάσθη εἰς 170 χιλιάδας, — διότι εἰς τόσας ἀνήρχετο κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς. — Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, ὁ συγκείμενος ἐκ 30 ταγμάτων ἀπέναντι 115 ταγμάτων τουρκικοῦ στρατοῦ; Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ τὸ ἑλληνικὸν πυροβολικὸν, ἐκ 15 πυροβολαρχιῶν συγκείμενον, μὲ τηλεβόλα τῶν 9 ἑκατοστῶν, ἀπέναντι 35 τουρκικῶν πυροβολαρχιῶν, ἐχουσῶν καὶ ὀβιδοβόλα τῶν 12 ἑκατοστῶν; Δύναμαι δὲ νὰ φέρω καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον ἐν Ἰμίρμπεϊ καὶ εἶδε τμῆμα ὀβίδος τῶν 12 ἑκατοστῶν, τὸ ὁποῖον ἔπεσεν εἰς τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνθυμεῖται κάλλιστα, ὅτι τῷ ἐπέδειξα ὁλόκληρον τμῆμα τοιαύτης ὀβίδος, κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ.
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον;
§165ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἡ Τουρκία δὲν ἔστρεψε τὴν προσοχήν της εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπου ἔκρινε τὴν νίκην. Καὶ ἡ Αὐστρία ἐνίκησε κατὰ κράτος τὴν Ἰταλίαν ἐν Κουστόζᾳ, ἀλλ’ ἐνικήθη κατὰ κράτος εἰς τὸ Καίνιγγρατς, καὶ ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ νικητοῦ. Μόνον ξένος ὀργανωτὴς δύναται νὰ πείσῃ τὸ ἔθνος νὰ κάμῃ τοιαύτας θυσίας, ὥστε νὰ δύναται νὰ παρατάξῃ τοὐλάχιστον 80 χιλιάδας στρατοῦ κατὰ τὴν πρώτην ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Θέλετε μεγαλείτερον παράδειγμα ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Τουρκίας περὶ ὀργανώσεως; Ἡ Τουρκία κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1877–1878 δὲν εἶχε τὸ σύστημα τῆς ὀργανώσεως, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ Γκόλτς. Ἐὰν εἶχε τοιοῦτον σύστημα, βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ πλέον τοῦ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, διότι τότε εἶχε καὶ τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἡ δὲ Σερβία καὶ ἡ Βουλγαρία ἦσαν ἀκόμη ὑπόδουλοι. Ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη νὰ παρατάξῃ εἰς τὸ τετράπλευρον τῆς Βουλγαρίας ἄνω τῶν 240,000 στρατοῦ ἐκλεκτοτάτου, διότι ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, ἀλλὰ δυσαναλόγου πρὸς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη κατόπιν ἡ Ρωσία νὰ καταβιβάσῃ, ὥστε ὡς χείμαρρος πλέον κατῆλθε, καὶ μόνον εἰς τὸν Ἅγιον Στέφανον ἐσταμάτησε. Κατόπιν ὅμως ἡ Τουρκία ἔφερε τὸν ὀργανωτὴν ἐκεῖνον, ὅστις εἰσήγαγε τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον βλέπετε πόσον ταχέως ἡ Τουρκία ἐπιστρατεύεται σήμερον. Βλέπετε ὅτι ἠπειλεῖτο ἐν Μακεδονίᾳ καὶ πῶς κατώρθωσε νὰ παρατάξῃ 300 τάγματα πεζικοῦ, καὶ πῶς καθ’ ἑκάστην δύναται νὰ προετοιμάσῃ 100 καὶ 150 τάγματα. Θέλετε μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν τοῦ τί δύναται νὰ κάμῃ εἷς ξένος ὀργανωτὴς, ἔχων τὸ κῦρος τοῦ Γκόλτς πασσᾶ, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ στρατηγὸς, ὃν θὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοργάνωσιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Μόνον ξένος ὀργανωτὴς θὰ καταδείξῃ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸ στράτευμα, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἄνδρας ἐνόπλους μὲ στελέχη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλοῦσιν οἱ Γάλλοι solidité, δηλαδὴ τὴν στερρότητα. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ τί ἐστὶ στερρότης στρατεύματος, πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φέρω δύο παραδείγματα. Στερρότης ἑνὸς στρατεύματος εἶναι τὸ σύνολον τῶν ἀρετῶν, τὰς ὁποίας τὸ στράτευμα δύναται νὰ ἀποκτήσῃ διὰ τῆς πειθαρχίας, διὰ τῆς ἀσκήσεως, διὰ τῶν στρατοπέδων, διὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ, διὰ τῆς θεωρητικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα δίδουν τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν ἀταραξίαν ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μάχης, διότι εἰς τοῦτο μόνον πρέπει νὰ τείνῃ εἷς στρατὸς, εἰς τὸ πῶς νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀταραξίαν καὶ τὴν ψυχραιμίαν ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μάχης. Τίνες αἱ συνέπειαι μιᾶς τοιαύτης στερρότητος, θὰ πεισθῆτε, ἐὰν σᾶς φέρω δύο παραδείγματα ἐκ τῆς ἱστορίας, τὸ ἓν ἐκ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου καὶ τὸ ἕτερον ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1866. Τὴν 30 Αὐγούστου εἰς τὴν μάχην τοῦ Μοκζὸν τὸ 5ον σύνταγμα τῶν θωρακοφόρων, θέλον νὰ ἐπιβραδύνῃ κατά τι τὴν πρόοδον τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ὅπως δώσῃ καιρὸν εἰς τὸν ἐπίλοιπον στρατὸν νὰ διαβῇ τὴν γέφυραν ἐπὶ τοῦ Μαὶζ ποταμοῦ, ἔκαμεν ἐπέλασιν κατὰ τμημάτων τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ· κατὰ πρῶτον διηυθύνθη κατὰ τριῶν λόχων, οἵτινες διηυθύνοντο ἐν πυκνῇ τάξει, ἀλλὰ μόλις ἐπροχώρησεν εἶδεν ἕνα λόχον τοῦ πρωσσικοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν διεσπαρμένῃ τάξει ἐπροχώρει πρὸς τὴν γέφυραν· ἐνόμισεν ὅτι ἦτο εὐκολωτέρα λεία ὁ λόχος ἐκεῖνος, καὶ διηυθύνθη πρὸς αὐτόν. Ὁ Πρῶσσος λοχαγὸς διέταξε τὴν ἀκινησίαν τῶν ἀνδρῶν καὶ νὰ μὴ ἀρχίσωσι πῦρ παρὰ ἀφοῦ δώσῃ αὐτὸς τὴν διαταγήν· ἀφῆκε δὲ τοὺς Γάλλους νὰ πλησιάσουν εἰς 150 βημάτων ἀπόστασιν. Μόνον ὅστις εἶδε σύνταγμα θωρακοφόρων ἐπελαῦνον, δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὁποίαν φρίκην ἐμποιεῖ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὴν καταιγίδα ἐπερχομένην ἐναντίον των. Ἐν τούτοις ὁ λόχος ὁ πρωσσικὸς ἔμεινεν ἀτάραχος, καὶ μόνον ὅτε ἔφθασε τὸ γαλλικὸν σύνταγμα εἰς ἀπόστασιν 150 βημάτων, διέταξεν ὁ Πρῶσσος λοχαγὸς κατὰ θέλησιν πῦρ, καὶ τὸ τρίτον τῶν ἱππέων καὶ τὸ ἥμισυ τῶν ἀξιωματικῶν ἔπεσεν, εἷς δὲ μόνον λοχίας κατώρθωσε νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς γραμμῆς τοῦ πεζικοῦ, ὅπου διετρυπήθη ὑπὸ δεκαπεντάδος σφαιρῶν, τὸ δὲ ἐπίλοιπον σῶμα τοῦ ἱππικοῦ διέρρευσε διὰ τῶν πτερύγων, διότι οἱ ἵπποι δὲν κρατοῦνται εὐκόλως, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ συντριβῇ τὸ ἥμισυ τοῦ συντάγματος, χωρὶς νὰ ἀργοπορήσῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ πορεία τοῦ λόχου. Αὐτὸ σημαίνει ἀταραξία καὶ ψυχραιμία, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποκτῶνται παρὰ διὰ τῶν μέσων, ἅτινα εἷς ὀργανωτὴς ξένος θὰ διδάξῃ τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Θὰ σᾶς φέρω ὅμως καὶ ἐναντίον παράδειγμα. Εἰς τὴν μάχην τῆς Κουστόζας ὁλόκληρος ταξιαρχία ἰταλικοῦ στρατοῦ, ἡ ταξιαρχία Φόρλη, ἐβάδιζεν ὅπως καταλάβῃ θέσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μάχης, συνηντήθη δὲ πρὸς μίαν ἴλην αὐστριακοῦ ἱππικοῦ, ἀποτελουμένην μόνον ἀπὸ 3 οὐλαμοὺς, ὑπὸ τὸν ἴλαρχον Βισχοφσέϊμ· ὁ ἴλαρχος αὐτὸς ἔκαμνεν ἁπλῆν ἀναγνώρισιν, καὶ εὑρέθη αἰφνιδίως ἀπέναντι ἕξ χιλιάδων ἰταλικοῦ πεζικοῦ· ἐνόμισε τότε, ὅτι δὲν τῷ ἔμενεν ἄλλη ἐλπὶς σωτηρίας ἢ μόνον θάνατος ἔνδοξος, καὶ διέταξεν ἐπέλασιν, τὸ δὲ ἰταλικὸν σῶμα ἐτράπη εἰς φυγήν, καὶ τοσοῦτον ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ πεδίον τῆς μάχης, ὥστε μέχρι τῆς ἑσπέρας δὲν κατώρθωσε νὰ πλησιάσῃ καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν μάχην. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς στερρότητος, καὶ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται, ἵνα ὑπάρξῃ στρατὸς ἀντάξιος τοῦ προορισμοῦ του. Εἷς ξένος ὀργανωτὴς θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι εἰς Κράτη μικρὰ, οἷον ἡ Ἑλλὰς, εἰς ἃ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἔριδες μεταξὺ τῶν σωμάτων περὶ γενικῶν θέσεων καὶ περὶ προαγωγῆς ταχυτέρας, οἱ πάντες πρέπει νὰ ἀποβλέπωσι μόνον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑψίστου καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα, ὅτι ἓν μικρὸν Κράτος, ὅπως ἡ Ἑλλὰς, πρέπει νὰ ἔχῃ μόνον τὰ στελέχη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὸν πόλεμον, ὡς πρὸς δὲ τὰς θέσεις τὰς λεγομένας γενικὰς, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ὀργανωταὶ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ πολυτέλεια τῶν θέσεων, ἥτις ἔφερε τὸν στρατὸν εἰς ὃ σημεῖον τὸν ἔφερε. Μόνον ὑπὸ τὸ κῦρος ξένου ὀργανωτοῦ θὰ δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ πάντων τῶν ὅπλων νὰ ὑποστῶσι τὰς θυσίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποστῶσιν, ἵνα καταστῇ ὁ στρατὸς ἄξιος τοῦ προορισμοῦ του. Μόνον ξένος ὀργανωτὴς θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ δείξῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκόμη ποίας θυσίας πρέπει νὰ ὑποστῇ τὸ ἔθνος διὰ νὰ ἔχῃ στρατὸν ἀξιόμαχον· διότι, ἐὰν τὸ ἔθνος δὲν ἔχῃ ἀπόφασιν νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν τοὺς ξένους ὀργανωτάς. Κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους, ὅπως παράσχῃ τὰ μέσα ἐκεῖνα εἰς τὸν στρατόν, τὰ ὁποῖα μόνος ὁ ξένος ὀργανωτὴς θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποδείξῃ. Βεβαίως συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔχει στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐπιδείξῃ μεθ’ ὑπερηφανείας, διότι ὁ ἴδιος ὁ Vosseur ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν μας, ὅτι δύναται τὸ ἔθνος νὰ ἦναι ὑπερήφανον, ὅτι ἔχει τοιαύτην ποιότητα ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ μόνον ὁ ξένος ὀργανωτὴς θὰ δύναται ἐξ αὐτῶν νὰ κατασκευάσῃ μηχανήν, ἡ ὁποία νὰ ἐνεργῇ ἀπροσκόπτως, διότι σήμερον τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι ἀστοιχείωτα καὶ ἀσύντακτα, δηλαδὴ δὲν εἶναι καλῶς προσηρμοσμένος εἰς τὴν θέσιν του ἕκαστος, διὰ νὰ παράσχῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παράσχῃ. Μόνον ξένος ὀργανωτὴς θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι δὲν ἀρκεῖ οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ πολιτικὴ νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τοῦ στρατεύματος, τότε δὲ μόνον θὰ ἀποστῇ, ὅταν δὲν θὰ δύναται πλέον ἡ πολιτικὴ νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ στρατεύματος. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δίδει μίαν ἰδέαν τῆς τοιαύτης γνώμης μου, διότι θέτει τὴν ἐπιτελικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ, ἐλπίζω δέ, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ὅτε ἴσως θὰ ὑποβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁλόκληρος ὁ στρατὸς πρέπει ν’ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς καὶ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος, ὥστε ὁ στρατὸς νὰ διοικῆται μόνον διὰ τῶν ἀρχηγῶν του, χωρὶς ἡ Πολιτεία νὰ δύναται νὰ φέρῃ ἐπίδρασιν ὀλεθρίαν ἐπὶ τοῦ στρατεύματος, βεβαίως ὅμως πάντοτε, συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα, ὑπὸ τὴν κυρίαρχον διοίκησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§166Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ζητήσωμεν καὶ Ὑπουργὸν ξένον!
§167ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι!
§168Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποθέτω ὅτι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν βεβαίως πρέπει νὰ τὸν ζητήσητε ἀπ’ ἔξω.
§169ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἔφερε, περὶ τῆς ἀποτυχίας τοῦ στρατηγοῦ Βοσὲρ, τοὐναντίον ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ στρατιωτικὴ ἐντολὴ τοῦ Βοσὲρ δὲν ἀπέτυχεν· ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπόν της, διότι μᾶς ἔδωκε τὰς βάσεις ἑνὸς ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο κατάλληλος διὰ τὰς περιστάσεις τότε. Ἐὰν ὑμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν καὶ τὰς βάσεις τῆς στρατολογίας, τὰς ὁποίας ἔθεσεν, ἂν τότε οἰκονομικοὶ λόγοι ἀπέτρεψαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου νὰ δεχθῇ ἐντελῶς τὰς βάσεις καὶ τὰ σχέδια τοῦ στρατηγοῦ Βοσὲρ, σήμερον ἀναγνωρίζομεν τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Πολιτεία, μὴ δεχθεῖσα τὰς γνώμας του, καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ξένου ὀργανωτοῦ, καὶ τὸ νομοσχέδιον καλῶς πράττει, ἀλλὰ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι σήμερον δὲν θὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ λάθος, νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν ξένον νὰ προτείνῃ ὅσα νομίζει ἀναγκαῖα, καὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προτείνῃ, διότι θὰ μᾶς διδάξῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτελῆται ἡ ἐπιστράτευσις, ὅπερ εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ἐπιτυχίας διὰ πᾶν καλὸν στράτευμα. Ὁ τέλειος μηχανισμὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔφερε κατὰ τὰ 90% τὴν ἐπιτυχίαν τῶν Γερμανῶν κατὰ τὸ 1870, ἐνῷ ἡ ἀποτυχία τῶν Γάλλων ὀφείλεται εἰς τὸ ἐλεεινὸν σύστημα τῆς ἐπιστρατεύσεώς των, καὶ σήμερον ἔτι αὐτοὶ οἱ Γάλλοι κατὰ τὰς ἀποικιακάς των ἐκστρατείας ἀνομολογοῦσι τὰς πολλὰς ἐλλείψεις τοῦ ὀργανισμοῦ των. Ἂν λοιπὸν ἡ Γαλλία δὲν ἔχῃ τέλειον σύστημα ἐπιστρατεύσεως, φαντάσθητε ἓν Κράτος μικρὸν, ὡς ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχουν τὰ μεγάλα ἔθνη, νὰ μὴ ἔχῃ ἕνα ξένον ὀργανωτὴν, μετέχοντα τῆς πείρας ἐκείνης! Βεβαίως ξένος ὀργανωτὴς ἀπαιτεῖται, ἵνα ὑποδείξῃ καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὸ στράτευμα, ποίας ἀναλογίας πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ διάφορα ὅπλα πρὸς ἄλληλα· διότι βάσις τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ πεζικὸν, ἀλλὰ τοῦ πεζικοῦ τὸν ἀγῶνα τὸν ὑποβοηθεῖ καὶ τὸν παρασκευάζει τὸ πυροβολικὸν, ἐξασφαλίζει δὲ καὶ δρέπει τοὺς καρπούς του τὸ ἱππικόν. Ἄνευ ἀναλογίας τῶν δύο ὅπλων δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τήν ἀποστολήν του τὸ πεζικὸν, ἀλλὰ βεβαίως ἀπαιτεῖται ξένος ὀργανωτὴς διὰ νὰ ὑποδείξῃ τὰς ἀναλογίας αὐτὰς τῶν διαφόρων ὅπλων, καὶ νὰ ὑποδείξῃ καὶ ἄλλα προσέτι, διότι εἷς στρατὸς δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὰ τρία ὅπλα τὰ μάχιμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐν εἰρήνῃ, διὸ νὰ δύνανται νὰ ἐνεργήσωσιν ἀπροσκόπτως ἐν πολέμῳ. Τοιαύτας ὑπηρεσίας οὔτε εἴχομεν, οὔτε ἔχομεν, καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλομεν τὰς ἀποτυχίας ἡμῶν κατὰ μέγα μέρος, διότι ἐπικειμένων τῶν ἐχθροπραξιῶν διετάξαμεν τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ εἰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, καὶ ἐδέησε νὰ διορίσῃ τότε ὁ ἀρχηγὸς τοὺς ταξιάρχους καὶ τοὺς μεράρχους· ἀλλὰ πότε νὰ γνωρίσουν οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ μέραρχοι τὰς μονάδας ταύτας, καὶ αἱ μονάδες τοὺς οἰκείους ἡγήτορας; Ὑπηρεσία μεταφορᾶς ὑλικοῦ, τροφῶν, πυρομαχικῶν πεζικοῦ καὶ πυροβολικοῦ δὲν ὑπῆρχεν· ἡ κεντρικὴ διεύθυνσις παρέσχε μόνον ἀριθμόν τινα ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι τὰ στελέχη τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, καὶ τίποτε ἄλλο. Μόνον λοιπὸν εἷς ξένος ὀργανωτὴς δύναται νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ ἔχῃ στρατὸν ἀνάλογον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, πρέπει νὰ τὸν ἔχῃ πλήρη, μὲ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες βοηθοῦσι τὴν εὐκολίαν τῆς κινήσεως ἑνὸς στρατοῦ. Σήμερον ὁ εὐκολώτερον κινούμενος στρατὸς ἔχει κατὰ τὸ ἥμισυ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ ἐξησφαλισμένην. Βεβαίως συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ ξένος ὀργανωτὴς, ὅτι εἶναι καλὸν καὶ ἀξιωματικοὶ Ἕλληνες νὰ ἀποστέλλωνται εἰς Εὐρώπην, ὅπως τελειοποιῶνται. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ μᾶς τὸ δίδει ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία λεγεῶνα ὁλόκληρον ἀξιωματικῶν ἀποστέλλει κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τοῦ Βερολίνου καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς Γερμανίας, ὅπως ἐξασκηθῶσι, καὶ ἐπιστρέφοντες φέρωσιν εἰς τὴν πατρίδα αὐτῶν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς ἐπιστημονικῆς μορφώσεως εἰς τὸν στρατὸν αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως εἷς ξένος ὀργανωτής, μὲ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἔχει, θὰ τὸ προτείνῃ, καὶ τὸ Κράτος θὰ τὸ παραδεχθῇ. Συνεπῶς καὶ αὐτὸ ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, εἶναι εἷς ἔτι λόγος τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Βεβαίως ὑπάρχουσιν ἐπιστημονικῶς μεμορφωμένοι σήμερον ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν, ἵνα παρὰ τῶν ἄλλων γένηται ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, εἴτε διότι δὲν ἔχουσι τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν. Ἔπρεπε λοιπὸν εἷς ξένος ὀργανωτὴς, αὐτὰ τὰ λαμπρὰ στοιχεῖα, τὰ λαμπρὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἐνέχει τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, νὰ ἔλθῃ νὰ τὰ ἀναζυμώσῃ καὶ τὰ καταστήσῃ ὡς μίαν τελείαν μηχανὴν, ὡς ἓν ὡρολόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ μόνον τὸ κούρδισμα τῆς μηχανῆς, ὁ ξένος δὲ ὀργανωτὴς θὰ συναρμόσῃ τὰ τεμάχια τῆς μηχανῆς τοῦ ὡρολογίου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ συγχρόνως ἐκφράζω τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεως ἀποδεχθῇ, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τέλει τοῦ λόγου ὑμῶν εἴπετε, ὅτι ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία δὲν ἀπεδέχθη, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ. Ποῖα μέτρα ἦσαν αὐτά;
§171ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Βεβαίως δὲν δύναμαι ἐπισήμως νὰ ἔχω περὶ τούτου πληροφορίας, ἀλλὰ ταῦτα ἠρύσθην ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν, ὅτι ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ ἐξέφρασε τὴν φρίκην του διὰ τὴν πρόσκλησιν ὅλων τῶν ἡλικιῶν τῶν ἐφέδρων εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὅπως ἐντεῦθεν μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματά των, διότι ἔπρεπε νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ σώματά των διὰ τῆς συντομωτέρας ὁδοῦ, ὑπεχώρησε δὲ ὁ Βοσὲρ πρὸ τῶν λόγων τῆς πολιτικῆς. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη δυστυχῶς καὶ κατὰ τὸ 1897, ὅτε καὶ πάλιν οἱ ἔφεδροι, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Βοσὲρ, ἤχθησαν ἐνταῦθα, ἀντὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματά των, καὶ εἴδομεν τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν, νὰ ἔρχωνται οἱ ἔφεδροι μετὰ σημαιῶν, καὶ νὰ ὑποβάλλωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τρόπον πολιτικῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τότε, φωνάζοντες ζήτω ὁ πόλεμος! οὗτοι δὲ, κατατασσόμενοι, εὐθὺς ἀμέσως ἐδείκνυον ἀντιπειθαρχικὰς τάσεις, προδηλοῦντες οὕτω ποία θὰ ἦτο ἡ πειθαρχία των κατόπιν ἐν τῷ στρατεύματι.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μόνη παράλειψις, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῶν μέτρων τοῦ ὑποστρατήγου Βοσὲρ, ἦτο, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἐγένετο κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ στρατηγοῦ, ἀλλὰ συνεκαλοῦντο οἱ ἐπίστρατοι ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὸ 1897. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ὑπέλαβεν ὅτι τὸ λάθος τοῦτο διεπράχθη ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς. Ἤμην Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1897, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Νικόλαος Σμόλενιτς, συνταγματάρχης, ἐξετέλεσε τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Βεβαιῶ δ’ ὅτι ἡ πολιτικὴ οὐδόλως ἀνεμίχθη οὔτε κατὰ τὸ 1885 οὔτε κατὰ τὸ 1897. Κατὰ τὸ 1897 μοὶ ἐγένοντο ἀνακοινώσεις ὑπὸ ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν ἐνέκρινεν αὐτάς. Καὶ κατὰ τὸ 1885 ἡ πολιτικὴ οὐδαμῶς ἀνεμίχθη. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε ἦτο ὁ ὑποστράτηγος κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ τμηματάρχαι, οἵτινες ἦσαν οἱ σύμβουλοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπέμενον εἰς τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ἔδιδον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§173ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Οὐδόλως ἀποδίδω τὴν μομφὴν εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἁρμοδίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδέχθησαν τοὺς τρόπους τῆς ἐπιστρατεύσεως, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει ἡ ἐπιστήμη.
§174Δ. ΓΙΔΑΣ. Καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ συγχαρῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εὐτυχῆ ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, νὰ προσκαλέσῃ ξένον ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀναθέσῃ καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν αὐτοῦ. Λέγω δὲ εὐτυχῆ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονῶ, ὅτι μόνον ξένος διοργανωτὴς, περιβαλλόμενος μὲ πραγματικὴν ἐξουσίαν, ἀπηλλαγμένος τῶν παθῶν τῶν ἰδικῶν μας, ἀμερόληπτος, καὶ κύρους ἀνωτέρου τοῦ τῶν ἰδικῶν μας ἀξιωματικῶν, θὰ δυνηθῇ, τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν μηχανὴν, ἡ ὁποία παρέλυσε, νὰ κουρδίσῃ, καὶ νὰ θέσῃ ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του. Δέον προσέτι νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ταύτην θὰ γείνωσι σπουδαῖαι ἐγχειρήσεις εἰς τὸ στράτευμα, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐπιτήδειος καὶ πεπειραμένος χειρουργὸς διὰ τὰς ἐγχειρήσεις ταύτας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος εἶπεν, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατηγοῦ Βοσὲρ, καὶ πράγματι ἀπέτυχεν, ὄχι διότι ὁ στρατηγὸς δὲν ἀντελήφθη τῶν ἐλλείψεων τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἔμεινε πολὺν χρόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ διότι δὲν ἤξευρε τὰς ἀνάγκας...
§175ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιαῦτα.
§176ΓΙΔΑΣ. .. Ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἀντελήφθη ἀμέσως, καὶ τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπρότεινε. Μάλιστα καλῶς γνωρίζω τὸν ἐπίλογον τῆς ἐκθέσεώς του, ἡ ὁποία εἶναι πολύτιμος, ἰδίως διὰ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν. Λέγει ὅτι πράγματι ὑπάρχουσι καλὰ στοιχεῖα εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, προσθέτει ὅμως, ὅτι δέον νέον αἷμα νὰ εἰσρεύσῃ εἰς τὰς φλέβας τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ δέον τὰ ἱκανὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, νὰ προοδεύσωσι καὶ νὰ ἔλθωσι νὰ διοικήσωσι τὸ στράτευμα. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγει εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς ἐκθέσεώς του. Δὲν γνωρίζω ὅμως διατὶ δὲν ἐφηρμόσθησαν ταῦτα. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν διδαγμάτων αὐτῶν τὰ ἐδοκιμάσαμεν κατὰ τὸν πόλεμον. Δυστυχῶς τότε καὶ ἀξιωματικοί, λογιζόμενοι ὡς σοφοὶ, ἀντέδρασαν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ στρατηγοῦ Βοσὲρ, καὶ ἴσως εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐκ τῶν αἰτιῶν τῆς ἀποτυχίας τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατηγοῦ. Τὰ τελευταῖα ἰδίως γεγονότα εἰς τὸ στράτευμα μᾶς πείθουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μόνοι μας νὰ διορθωθῶμεν, ἄνευ τῆς προσλήψεως ξένου διοργανωτοῦ, εἰς τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ ὁποίου, ὡς καὶ εἰς τὴν πεφωτισμένην κρίσιν καὶ τὰς γνώσεις αὐτοῦ, νὰ ἀναιρῆται πᾶσα μικροφιλοτιμία τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἡ πρόσκλησις τῶν ξένων διοργανωτῶν ἀποτελεῖ ἓν μέρος τῆς βάσεως τῆς ἀνορθώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Καὶ διὰ τοῦτο πρέπει μεγίστη προσοχὴ νὰ καταβληθῇ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸν διοργανωτὴν αὐτὸν καὶ ἐπιθεωρητὴν ἐν ταὐτῷ. Ἰδίως πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἔργα του, καὶ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν πραγματικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του.
§177ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ὁ Βοσὲρ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέτυχε.
§178ΓΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, οὐδὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος οὐδὲ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς Ἕλληνας ἡ πρόσληψις ξένου διοργανωτοῦ, ἀρκεῖ ὁ ξένος διοργανωτὴς νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ νὰ βάλῃ ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του.
§179Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις παρακαλῶ. Ἐφ’ ὅσον παρατηρῶ ζώσας οἰκογενείας παρελθούσης ἐποχῆς, οἰκογενείας τοῦ 1821, οἰκογενείας τοῦ 1817, πρόσωπα τῶν οἰκογενειῶν τούτων καθήμενα ἐν μέσῳ ἡμῶν, δὲν ἀπελπίζομαι. Ἀρκεῖ μόνον τὰ πρόσωπα αὐτὰ νὰ ἀποκτήσωσι θέλησιν, καὶ τὸ στράτευμα εἶναι ἱκανὰ νὰ διοικήσωσι καὶ τὸν τόπον, καὶ ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν πατρίδα. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν Εὐρωπαίους, ἵνα ζητήσωμεν μίαν γνώμην, ὄχι νὰ διατελῶμεν ἐν ἀπελπισίᾳ καὶ νὰ λέγωμεν: «Ἐχαθήκαμεν! ποῦ εἶναι ὁ Ζαΐμης ποῦ εἶναι ὁ Κουμουνδοῦρος; ποῦ εἶναι ὁ Δεληγεώργης; ποῦ εἶναι ὁ Τρικούπης; ποῦ εἶναι ὁ Δηλιγιάννης; Ἐχαθήκαμεν!» Ἄν ἀγαπᾶτε τὸν Θεόν, μὴ λέγετε ταῦτα! Εἶναι φοβερόν!
§180Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δυστυχῶς ἡ ἔκτασις τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε πάντες ἡμεῖς συνδεόμεθα μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ διὰ συγγενείας καὶ δι’ ἄλλων σχέσεων, καὶ ἑπομένως δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐκλάβωσιν οὗτοι ὡς κατηγορητήριον τὴν ἀλήθειαν, λεγομένην ἐντεῦθεν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι πικρὰ, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ἀλήθεια. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, ὅτι ἡ Πολιτεία, εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, εἴτε διότι αὗται ἐπιέζοντο ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, εἴτε διότι οἱ Βουλευταὶ ἐπιέζοντο ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς, δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον καὶ αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις εἶχον καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε, καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶχον, νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς θέσεως αὐτῶν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡμέραν τινὰ ἤθελον ἀντιμετωπίσει ἐχθρὸν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1886 καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1897 μᾶς εὗρεν ἐντελῶς ἀπαρασκεύους. Τοῦτο εἶναι μεμαρτυρημένον, εἶναι βεβαιωμένον, χωρὶς νὰ δύναται κανεὶς νὰ τὸ ἀναιρέσῃ. Τάσσομαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἵνα ἔλθωσι ξένοι ἀξιωματικοὶ ὀργανωταὶ, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος εἶπεν, ὅτι τὸ Κράτος θὰ δαπανήσῃ 100,000 ἢ καὶ 200,000 δραχμὰς διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς, διότι ἡ τοιαύτη δαπάνη θὰ φέρῃ μεγάλας καὶ πολλαπλᾶς ὠφελείας, ἠθικὰς τε καὶ ὑλικάς. Καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὴν πρὸ δύο ἐτῶν ἐπελθοῦσαν θλιβερὰν ἀληθῶς διὰ πάντα Ἕλληνα στιγμὴν τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν Λαρίσῃ. Ἐὰν εἴχομεν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως πάντα τὰ ὑλικὰ ταῦτα δὲν ἤθελον συσσωρευθῆ εἰς τὴν Λάρισαν, ἤτοι εἰς τὸ στόμα τοῦ ἐχθροῦ, ἵνα μὲ τὴν πρώτην ὑποχώρησιν περιέλθωσιν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἐλαμβάνοντο ἄλλα μέτρα καὶ ἑπομένως δὲν ἠθέλομεν ὑποστῆ τὴν συμφορὰν, ἣν ὑπέστημεν, εὑρεθέντες ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένοι ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις. Θὰ εἴχομεν βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ διαθρέψωσι τὸ στράτευμα, καὶ δὲν θὰ παρεκαλοῦμεν τὸν ἄλλον ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Φθιώτιδος κ. Ἀγαθοκλῆν, ἵνα προλάβῃ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ σιτίσῃ τὸ στράτευμα.
§181Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§182Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀληθέστατον. Ἐὰν πάντα ταῦτα καὶ ἐν γένει τὰς παρελθούσας μεγίστας συμφορὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως θὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ θὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μὴ λίαν ἐνωρὶς εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν ἐκτεθειμένοι, ὡς εὑρέθημεν πρὸ μικροῦ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§184Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις μόνον θέλω εἴπει περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι πεπροικισμένος ὑπὸ τῆς εἰδικότητος ἐκείνης, ἥτις ἀπαιτεῖται, ἵνα ἀγορεύῃ τις ἐπὶ τοσοῦτον λεπτῶν καὶ τεχνικῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἵνα ἐννοήσωμεν τὸν σκοπὸν, τὴν ἀφορμὴν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νομίζω ὅτι καταλληλότερον ὁδηγὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αὐτῆς ταύτης τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου. Δύο εἰσὶν οἱ λόγοι, ἐξ ὧν ὁρμᾶται ὁ εἰσηγησάμενος τὸ νομοθέτημα· ἡ πεῖρα, ἧς, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις, στερούμεθα, καὶ ἡ τελειότης, ἐν ᾗ περὶ τὰ πολεμικὰ διατελοῦσιν ἄλλοι λαοὶ, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοι. Εἶναι περίεργον ὅμως τὸ ἑξῆς φαινόμενον. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν», ὅπερ πραγματεύεται καὶ περὶ Ἐπιτελικοῦ Τμήματος, εἶναι συντεταγμένον ἀπὸ τῆς 17 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους, τὸ δὲ νομοσχέδιον «περὶ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου» εἶναι καὶ αὐτὸ συντεταγμένον ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἡμέρας, δηλαδὴ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς, τὸ δὲ συζητούμενον νομοσχέδιον φέρει ἡμερομηνίαν 29 Ἰουνίου, δηλαδὴ μόλις πρὸ δύο ἡμερῶν. Εἰς τί δυνάμεθα ἄρα νὰ ἀποδώσωμεν αὐτὴν τὴν βραδύτητα τῆς σκέψεως; —καθόσον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον μεγίστην ἔχει συνάφειαν καὶ ἀλληλουχίαν πρὸς τὰ νομοσχέδια, ὧν πρὸ μικροῦ ἐποιησάμην μνείαν. — Τόσον ἀργὰ ἆρά γε οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐνόησαν, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἀνάγκη ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης; Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν κατέλαβον τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐσκέπτοντο περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου, πῶς τάχα δὲν ἐσκέφθησαν καὶ περὶ ξένων ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς; Μήπως ἄλλοθεν ἐνεπνεύσθησαν τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ πόθεν; Εἰς ταῦτα ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀναδέχομαι νὰ ἀπαντήσω. Ὀφείλω ὅμως νὰ καταδείξω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰσάγεται εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα καὶ ἥμισυν περίπου μῆνα ἀπὸ τῆς χρονολογίας, ἣν φέρουσι τὰ δύο ναυτικὰ νομοσχέδια. Ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἀναδέχομαι νὰ εὕρω ἐγὼ τὴν αἰτίαν τῆς βραδύτητος ταύτης, οὐδὲ θέλω διὰ τῶν λόγων μου τούτων νὰ κλονίσω τὴν πεποίθησιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν κ. Ὑπουργῶν. Ἁπλῶς θέτω τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ καταδεικνύω δύο χρονολογίας, μακρὰν ἀλλήλων ἀπεχούσας, καίτοι πρόκειται περὶ συναφῶν καὶ ἀλληλενδέτων νομοθετημάτων. Καὶ ἐὰν μὲν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην προέκειτο πρῶτον νῦν νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ περὶ ξένων ὀργανωτῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἴσως δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, καὶ ἴσως οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν, ἢ καὶ οἱ ἀγορεύοντες, ἔδει διὰ μακρῶν νὰ ἀναπτύξωσι τὸ προκείμενον θέμα. Ἀλλ’ ὅστις ἐνθυμηθῇ, ὅτι οὐχὶ πρὸ μακροῦ χρόνου μετεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὀργανωταὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ὀργανωταὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ὁ στρατηγὸς Βοσὲρ καὶ ὁ ναύαρχος Lejeune, πῶς εἶναι δυνατὸν μακρὸν περὶ τούτου νὰ ποιήσηται λόγον; Καὶ ἂν αἰτία τῆς ἥττης τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις ὀργανωτῶν, καὶ ἂν αἰτία τῆς ἀδρανείας τοῦ στόλου ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις ὀργανωτῶν, τί, παρακαλῶ, θέλουσι γείνῃ οἱ διάφοροι Lejeune καὶ οἱ διάφοροι Βοσὲρ, οἵτινες ἄλλοτε εἶχον κατέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἄλλα ἄρα θὰ εἶναι τὰ αἴτια, δι’ ἃ ἠδράνησεν ὁ στόλος καὶ δι’ ἃ ἡττήθη ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, καὶ δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων. Δὲν ὑπῆρξεν αἰτία τῆς ἀδρανείας καὶ αἰτία τῆς ἥττης ἡ ἔλλειψις δῆθεν τῶν ξένων ὀργανωτῶν, διότι ὀργανωτὰς εἴχομεν, σχεδὸν δὲ πᾶν ὅ,τι ἔχομεν ἐν τῷ πολεμικῷ ἡμῶν ναυτικῷ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τῳόντι σοφῆς ἐργασίας τοῦ ναυάρχου Lejeune, καὶ πολλὰ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἔχομεν ἐν τῷ κατὰ γῆν στρατῷ, εἰσὶν ἀποτελέσματα τῆς σοφῆς ἐργασίας τοῦ στρατηγοῦ Βοσέρ. Ἐὰν ὅμως ἡττήθη ὁ στρατὸς, ἢ δὲν ἔδρασεν ὁ στόλος, ἄλλα θὰ εἶναι τὰ αἴτια. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν ἔχω σήμερον ἐνταῦθα τὸν λόγον. Διότι ἡ Βουλὴ διὰ προτάσεως Βουλευτῶν συνέστησεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ πέμπτη παράγραφος τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς Βουλῆς λέγει καὶ ἐρωτᾷ: «Εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν;» Ἄρα ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἀφοῦ ζητεῖ νὰ μάθῃ αὐτά· ἄρα δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡττηθέντες καὶ ἀδρανήσαντες ἡττήθημεν ἢ καὶ ἠδρανήσαμεν διότι δὲν εἴχομεν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ ν’ ἀποφασίσωμεν τέλος πάντων νὰ λέγωμεν ἐκεῖνα, ἅτινα πιστεύομεν. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν ὅλα, τοὐλάχιστον νὰ λέγωμέν τινα ἐξ αὐτῶν. Πολλά εἰσι τὰ αἴτια τῶν τελευταίων ἀτυχιῶν ἡμῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἐμπνέομεν εἰς τὸ ἔθνος τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλομεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ θέλομεν νὰ ἔχωμεν στόλον, εἶναι περιττὸν ματαίως νὰ δαπανῶμεν τὸν χρόνον ἐν ἀκαδημαϊκαῖς, οὕτως εἰπεῖν, συζητήσεσιν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ στρατὸς καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ στόλος, περὶ οὗ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐκφέρω εἰσέτι τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐὰν ὅμως ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, αἰτία εἶναι, διότι ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν στόλον, διότι δὲν τολμῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ἔθνη, ἅτινα δὲν τολμῶσι νὰ ἔχωσιν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἶναι γελοῖον νὰ πιστεύωσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι στρατὸν κατὰ ξηρὰν, ἢ στόλον πολεμικόν. Ὀφείλομεν, Κύριοι, ἐλθόντες ἐνταῦθα μετὰ τοσαῦτα ἐθνικὰ ἀτυχήματα, ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τέλους νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἑκατέρας τῶν πτερύγων. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθήμενοι, ὄντες ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχει ἡ χώρα, ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐμπνέονται ἰδεῶν καὶ τῶν αὐτῶν ἐμφοροῦνται αἰσθημάτων. Διότι — ἂς λέγωσιν οἱ ἀπολυτόφρονες ὅ,τι θέλουσιν, ἂς ὑποσκάπτωσι τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, — ἀλλοίμονον εἰς τοὺς λαοὺς καὶ εἰς τὰ ἔθνη, ἀλλοίμονον πρὸ πάντων εἰς τὰς ἀντιπροσωπείας τῶν λαῶν, αἵτινες ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν ὑπόσκαψιν τῶν θεμελίων τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων! Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον προκρίνει αἴθουσαν τοῦ χειρίστου εἴδους, ἤθελον προκρίνει Βουλὴν τῆς χειρίστης ποιότητος, οὐ μόνον διὰ τὸν τόπον ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον, πάσης ἄλλης φύσεως πολιτεύματος. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι οἱ λαοὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὁρμώμενοι πάντοτε ἐξ εὐγενῶν ἐλατηρίων, δὲν θέλουσιν ἀποστείλει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχουσιν ἐν τῇ χώρᾳ, πᾶν ὅ,τι τιμᾷ τὴν ἐπιστήμην, τὴν διάνοιαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν πολιτικήν· τοὐλάχιστον ὁ ἀνταγωνισμὸς εἶναι γενναῖος, διότι εἶναι δημόσιος, ἐνῷ ὁ ἄλλος ἀνταγωνισμὸς γίνεται ἐν τοῖς αὐλικοῖς παρασκηνίοις, ἐκεῖ ὅπου πωλοῦνται καὶ ἀγοράζονται οἱ λαοί.
§185Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει, μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Ἐπὶ τέλους εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούῃ καθ’ ἡμέραν αὐτὸν τὸν κύριον, νὰ ἔρχηται νὰ ὑβρίζῃ ἐδῶ;
§186ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ὕβρισε κανένα.
§187ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑβρίζει.
§188ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐξηνέχθη καμμία ὕβρις.
§189ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν τὸν βάζετε εἰς τὴν θέσιν του, κύριε Πρόεδρε;
§190ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ λογοκρισίας;
§191ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἔτους, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ μόνος καὶ διαπρύσιος κήρυξ αὐτῆς· ἡ ἀλήθεια πολλάκις ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν συνεδρίασιν πρὸ ὀλίγου ἠκούσθη, ὅτε ὁ σθεναρὸς ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου τὰς ἑαυτοῦ γνώμας. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἄλλοι, χειριζόμενοι τὸν λόγον καὶ εὐθαρσῶς τὰς ἰδέας αὐτῶν ἐκφέροντες, θέλουσιν εἴπει τὰς ἀληθείας ἐκείνας, ἃς ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ζητοῦσι, Κύριοι, ἐπιμόνως ὀργανωτὰς ἐκ παντοίων μερῶν τοῦ κόσμου, ἵνα ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς χώρας. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, πρόχειρόν τινα ἐπισκόπησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Εἰς πόσον τάχα ποσὸν ἀναβαίνει τὸ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς διατιθέμενον χρῆμα; Εἰς 15,967,374 δραχμάς. Καὶ ποῦ δαπανῶνται τὰ 16 ταῦτα περίπου ἑκατομμύρια; Μήπως ἆρά γε μέγα μέρος αὐτῶν δαπανᾶται εἰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις; Ἠκούσαμεν συζήτησίν τινα χθὲς μεταξὺ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καί τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν Θεσσαλίας, ἐξ ἧς ἐμάθομεν, ὅτι σῶμά τι στρατιωτικὸν ἀνεχώρησεν ἐκ Θεσσαλίας, ἵνα μεταβῇ εἰς Χαλκίδα ἕνεκα λόγων δημοσίας ἀσφαλείας. Ἄλλο τάγμα, ἢ λόχος, ἀνήκων εἰς σύνταγμα τῆς Θεσσαλίας, ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας ἢ Λαμίαν, καὶ τέλος πάντων ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἠκροώμεθα τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ πιστοποιοῦντος, ὅτι δυστυχῶς ἀκόμη ὁ στρατὸς εἰς ταῦτα καταγίνεται τὰ γυμνάσια, κατ’ ἐμὲ δὲ καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀκόμη εἰς ταῦτα θέλει καταγίνεσθαι ἀτυχῶς. Ἀλλὰ, λέγω, αὐτὰ τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τί τάχα δαπανῶνται; Μήπως εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπολεσθέντος, ἢ φθαρέντος ὑλικοῦ; Μήπως εἰς γυμνάσια τῶν συνταγμάτων, ἢ τῶν ταγμάτων, ἢ καὶ τῶν λόχων; Μήπως εἰς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν στρατοπέδοις; Μήπως εἰς προμηθείας ἐργαλείων στρατιωτικῶν καὶ παντὸς εἴδους ὑλικοῦ πολεμικοῦ; Ἂς ἴδωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1899, ἵνα μάθωμεν κατὰ πόσον θέλουσιν ὠφελήσει ἡμᾶς τὰ μεγάλα φῶτα τῶν ξένων ὀργανωτῶν καὶ κατὰ πόσον θέλουσι σώσει ἡμᾶς ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως (ἀναγινώσκει): «Δι’ ὄργανα καὶ σάλπιγγας δρ. 5,000. Δι’ ὁπλισμὸν δρ. 100,000. Δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστικὰ καὶ εἴδη στρατοπεδείας δρ. 15,000. Δι’ ἱππωνείαν δραχ. 40,000». Τὸ σύνολον δρ. 160,000. Λοιπὸν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 16 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν 160 ἁπλούστατα χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπολεσθέντος ὑλικοῦ, πυροβόλων, ὅπλων, πυρομαχικῶν, στολῶν κλπ., δι’ εἴδη στρατοπεδείας, δι’ ἐπιδιόρθωσιν ὅπλων, καὶ δι’ ὅλας τὰς τοιαύτας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Εἰς τί δαπανῶνται λοιπὸν ὅλα σχεδὸν τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἁπλῶς εἰς τροφοδοσίαν καὶ μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν, διότι εὐλόγως ὑπολογίζεται, ὅτι εἰς τοσοῦτον ποσὸν πρέπει νὰ ἀναβαίνῃ τὸ χρῆμα αὐτό. Δὲν κατηγορῶ, ἄπαγε, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· διότι βεβαίως, ὅταν ἔχωμεν τὸν στρατὸν, ὃν ἀναγράφει καὶ συγκαλεῖ ὁ νόμος, ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς, περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, βεβαίως ἀπαιτοῦνται αὐτὰ τὰ 16 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν στρατόν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν μόνον διὰ 16 ἑκατομμυρίων; Καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅταν τὰ 16 ταῦτα μόνα ἑκατομμύρια εἰς οὐδὲν ἄλλο δαπανῶνται, ὡς δέον νὰ δαπανῶνται, εἰμὴ εἰς τὴν μισθοτροφοδοσίαν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ ὅταν ἐκ τῶν 16 τούτων ἑκατομμυρίων μόνον 160,000 δραχμαὶ διατίθενται δι’ ἀγορὰν νέου ὑλικοῦ, διά τινα ἄλλα μικρᾶς σημασίας πράγματα καὶ δι’ ἱππωνείαν; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐν χώρᾳ, ἥτις δὲν γνωρίζει ἡμᾶς, καὶ νὰ μὴ πιστεύωμεν, ὅτι διὰ προϋπολογισμοῦ 16 καὶ μόνων ἑκατομμυρίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, οἷον ἀπαιτοῦμεν αὐτόν. Καλέσατε λοιπὸν οὐχὶ ἕνα στρατηγὸν ἐκ τῆς Γερμανίας ἢ ἐκ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καλέσατε ἐξ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν ἐθνῶν ἐπιτροπὰς στρατηγῶν καὶ στραταρχῶν· πάντες οὗτοι θέλουσι ζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν ὑμῶν, καὶ ἂν ὦσιν εὐσυνείδητοι ἄνδρες, εὐθὺς ὡς ἴδωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θέλουσι φορέσει τὰ πηλήκια αὑτῶν καὶ θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰ ἴδια. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνορθωθῇ ὁ στρατὸς ἄνευ χρημάτων. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν χρήματα, πρῶτον μὲν διότι δὲν εἶσθε βέβαιοι ὅτι θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, ἔπειτα δὲ διότι ἐφροντίσατε νὰ ἔχητε τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1898 ἔτους; Περίπου ὁ αὐτός. Διότι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ὑποβληθέντος 19,839,029 δραχμῶν ἔχομεν (ἀναγινώσκει): «Δι’ ὁπλισμὸν δραχ. 40,000. Δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστικὰ καὶ εἴδη στρατοπεδείας δραχμὰς 5,000. Δι’ ἱππωνείαν τίποτε. Δι’ ὄργανα καὶ σάλπιγγας τίποτε. Δι’ ἀσκήσεις γενικὰς στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας δρ. 800,000». Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἐγένοντο αὗται...
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔγειναν.
§193ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐγένοντο, καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἐν ὅλῳ δραχμὰς 45,000 δι’ ὑλικὰ πολέμου, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ ἔθνος δὲν διαθέσῃ τοὐλάχιστον 30 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, προσκαλέσατε ὅσους θέλετε ἐνταῦθα ὀργανωτὰς, θέλουσιν ἀπέλθει, οὐδὲν θέλουσι κατορθώσει. Εἶναι λυπηρὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι μετὰ πέντε καὶ ἑξήκοντα ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, ἀφοῦ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν ἡμῶν ἐξεπαιδεύθησαν ἐν στρατιωτικαῖς Σχολαῖς τῆς Ἑσπερίας, δὲν ἔχομεν στρατὸν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς δυναμένους νὰ ὀργανώσωσιν αὐτόν. Δὲν ἔχομεν στρατὸν οὐχὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν δῆθεν ἱκανῶν ἀξιωματικῶν, δυναμένων, νὰ ὀργανώσωσιν αὐτὸν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, καὶ διότι δὲν δαπανῶμεν ὅσα πρέπει, ἵνα ἔχωμεν στρατὸν. Δὲν δαπανῶμεν δὲ ὅσα πρέπει, διότι ἐφροντίσαμεν νὰ ἔχωμεν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὅστις ἐπέβαλεν ἡμῖν ὡρισμένον ποσὸν καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ τίς ἔφερε τὸν ξενικὸν ἔλεγχον; Ταῦτα, Κύριοι, εἰσὶ θέματα, ἅτινα πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, ἐὰν αὕτη ἐργασθῇ—περὶ οὗ ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Βλέπετε δὲ, ὅτι ὁμιλῶ τοσοῦτον γενικῶς, ὥστε εἶναι περιττὸν ἐντελῶς νὰ ταράσσωνται τὰ νεῦρα οἱουδήποτε, καὶ πρὸ πάντων ἑνὸς τῶν Ὑπουργῶν.
§194Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ τελειώσητε καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγὼ, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ παύσουν αὐταὶ αἱ ῥεκλάμαι πλέον.
§195ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Λοιπὸν ἂς λάβωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Τὸ σύνολον ἔχει 7,513,689 δραχμάς. Ἂς ἀναλύσωμεν αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον ἀνελύσαμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει): «Ὑλικὸν» (ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ εὐχαριστηθῆτε ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θέλετε ἀκούσει, διότι μετὰ ταῦτα θέλετε ἴδει τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὑλικόν). Λοιπόν: «Ὑλικὸν δρ. 2,147,853. Ὁπλισμὸς 392,230». Ἔχει καλῶς. «Συγγράμματα 17,400». Θεωρῶ αὐτὰ ἀναγκαιότατα διὰ τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου. «Λέβητες καὶ μηχαναὶ 589,681». Ἔχει καλῶς. Ἴσως δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ ποσὸν, ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι χρῆμα δαπανώμενον εἰς ἔργα, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς βελτίωσιν τῶν πλοίων τοῦ στόλου. Λοιπὸν τὸ σύνολον 2,947,164 δραχ. ἐπὶ 7,513,689 δραχμῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ ὑλικὸν τῶν δραχ. 2,143,853 εἶναι ὑλικὸν πολεμικόν; Ἀκούσατε, παρακαλῶ, ἐκ τίνων εἰδικῶς συναποτελεῖται (ἀναγινώσκει): «Ἱματισμὸς δραχ. 211,400, τροφαὶ δραχ. 993,000, γαιάνθρακες δραχ. 279,300, ἡμερομίσθια δραχ. 18,069· τὸ σύνολον δραχ. 1,501,769». Ὥστε ἀφαιροῦντες ἐκ τῶν 2,947,164 δραχμῶν, εἰς ἃς φαίνεται ἀναβαῖνον τὸ ὑπὲρ τοῦ στόλου ὑλικὸν, τὰς 1,501,769 δραχμὰς, αἵτινες, ὡς εἶπον, εἶναι ἱματισμὸς, τροφαὶ, γαιάνθρακες καὶ ἡμερομίσθια, τί ἔχομεν; Μόνον δραχμὰς 1,445,195, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 7,513,689. Μάλιστα, ἐὰν λεπτολογήσω, ἔχομεν μόνον δρ. 1,020,411, διότι εἶναι δραχ. 20,800 διὰ ναυτικοὺς χάρτας καὶ ἐργαλεῖα, δρ. 392,530 δι’ ὁπλισμὸν, δρ. 17,400 διὰ συγγράμματα· λέβητες καὶ μηχαναὶ δραχ. 589,681. Τὸ σύνολον 1,020,411 δραχ. ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 7,513,689 δραχμῶν. Ἔχομεν ἄρα διὰ πραγματικὸν ὑλικὸν πρὸς βελτίωσιν τοῦ στόλου 1,020,411 δραχμὰς, δραχμαὶ δὲ 6,493,278 δαπανῶνται εἰς μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, ἱματισμὸν, τροφοδοσίαν κλπ., εἰς οὐδὲν ὅμως πραγματικὸν ὑλικὸν παρασκευῆς τοῦ στόλου. Δὲν κατηγορῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι βεβαίως ἡ κατανομὴ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους τοσοῦτον ποσὸν φαίνεται, ὅτι παρέχει μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, μὲ προϋπολογισμὸν 7½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅσος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἐξ ὧν μόνον 1 ἑκατομμύριον διατίθεται ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν πολεμικῶν σκαφῶν τοῦ στόλου, τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης κλπ., εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πολεμικὸν ναυτικὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ; Ἐὰν, Κύριοι, δὲν ἀναβιβασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν, μεθ’ ὅλας τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις, ἃς δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις,—καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἔχει,—εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν πολεμικὸν στόλον, οἷον ἀξιοῦσιν οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ, καὶ οἷον ἀξιοῖ ἡ πατρίς. Ἑπομένως τὸ ζήτημα, περιοριζόμενον εἰς τοὺς ἁπλουστέρους ὅρους αὐτοῦ, εἶναι ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικὸν. Ἄνευ 30 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ ἄνευ 10 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, μὴ κρυπτώμεθα, Κύριοι, ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ναυτικὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ἴσως, ὅταν συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, λάβω τὴν τιμὴν, ἀναλύων αὐτὸν, νὰ ἐκφέρω τὰς περὶ τούτου γνώμας μου, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως, ἀναλύων τὸν προϋπολογισμὸν, οἷος ὑπεβλήθη εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, εὑρίσκω ὅτι, ἐὰν ὁ στρατὸς, ὁ κατὰ γῆν καὶ ὁ κατὰ θάλασσαν, δὲν δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν τελειότητα ἐκείνην, ἣν πάντες μὲν ἡμεῖς, πρωτίστως δὲ ὁ στρατὸς ζητεῖ, αἰτία τούτου κυρίως ἔσται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐρχόμενος καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐρωτῶ, οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἆρά γε οὗτοι, οἱ ξένοι, προσκαλούμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θέλουσι περιβληθῆ ὅλα τὰ δικαιώματα, ὡς πρέπει βεβαίως, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἀπονενεμημένα δυνάμει τῶν νόμων εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν; Καὶ ἀπονέμοντες αὐτοῖς ταῦτα τὰ μέγιστα δικαιώματα, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅτι οἱ ξένοι οὗτοι ὀργανωταί, οἵτινες τὸ μὲν θέλουσιν εἶναι ἀρχηγοὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὸ δὲ ἐπιθεωρηταὶ τῶν στρατευμάτων, δυνάμεθα λέγω, νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἐντὸς χρονικοῦ τινος διαστήματος θέλουσιν εἶναι ἱκανοί, ἵνα ἐφαρμόσωσι τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τῶν νόμων περὶ ἐπιθεωρήσεων; Ἢ μήπως, χωρὶς βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀτυχὴς νὰ ὑποπτεύῃ αὐτὸ, — ἄπαγε! — οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι, καὶ αὐτοὶ βεβαίως ἴσως ἐξ ἀγνοίας καὶ χωρὶς νὰ θέλωσι, χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν ἀνεύθυνον ἐκκαθαρισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης; Καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ ἐκκαθαρισμοῦ δικαίου καὶ μετ’ ἐγγυήσεων, τίς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ἢ τίς τῶν στρατιωτικῶν ἤθελεν ἀρνηθῆ τοιοῦτον ἐκκαθαρισμὸν τῶν στρατευμάτων; Ἀλλ’ ἐὰν, προσκαλούμενοι οὗτοι ἐνταῦθα, ἀναγορευθῶσιν, ὃ μὴ γένοιτο, ἀνεξέλεγκτοι φατριασταί, καὶ ὄργανα τίς οἶδε τίνος, τί θέλομεν τότε δυνηθῆ νὰ πράξωμεν, ἵνα περιφρουρήσωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ; Διὰ τοῦτο ἐγὼ, Κύριοι, οὑτωσὶ γενικῶς ἐξετάζων τὸ θέμα, τὸ μὲν ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, τὸ δὲ ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου, εὑρίσκω ὅτι οὐδένα λόγον ἔχω νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ.
§196Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ βλέπω πραγματοποιουμένην σήμερον διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἰδέαν καὶ ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα πρὸ δέκα πέντε μηνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ μακρῶν. Ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τὸ νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας καὶ τότε εἶπον, περιοριζόμενος εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ὀλίγων στίχων, τοὺς ὁποίους, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ βαρυνθῇ νὰ ἀκούσῃ. Συνεζητοῦμεν τότε περὶ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ ͵ΒΥΝΒʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1896 περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ᾼΛϚʹ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας», ἐγὼ δὲ, ἐπικρίνων τὴν ἐνασχόλησιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἔτι ἐποχὴν ἡ χώρα κατείχετο ὑπὸ τοῦ Τούρκου, ὁ ὁποῖος εἶχε καταλάβει μέγιστον μέρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἀσχάλλων ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐνασχολήσει τῆς Βουλῆς καὶ διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν καὶ διὰ τὴν μὴ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ μέτρων σπουδαιοτέρων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ὠφελήσωσι τὴν χώραν, ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «Ἐκλήθημεν (ὡς Βουλὴ) ἵνα ἐπιτελέσωμεν σπουδαιότατα ἔργα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπούλωσιν βαθυτάτων πληγῶν, ἃς αἱ περιστάσεις ἐπήνεγκον κατὰ τῆς πατρίδος, ἐκλήθημεν νὰ λάβωμεν μέτρα σπουδαιότατα καὶ σοβαρώτατα, τὸ μὲν πρὸς ἀπελευθέρωσιν μέρους τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, ὅπερ διατελεῖ ὑπόδουλον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀπὸ ἔτους ὁλοκλήρου, τὸ δὲ ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν μᾶλλον κατεπειγόντων μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων περισυλλογὴν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου κακῶν. Καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς—ἐλπίζω δ’ ὅτι δὲν ἔχω πολλοὺς τοὺς ἀντιλέγοντας μεταξὺ ὑμῶν εἰς τοῦτο — ἡμεῖς οὐχὶ ἀνταξίως τῶν περιστάσεων ἐπελήφθημεν τοῦ ἔργου, παραγνωρίσαντες τὴν ἀποστολὴν, ἣν ἐν τῷ τμήματι τούτῳ τῶν ἐργασιῶν ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες Βουλευταί, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ μέλη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.» Περαιτέρω δὲ ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «Ποῦ εἶναι ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἔχει ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν της; Ποῦ εἶναι ὁ νόμος περὶ ἐπιτελείου, πρὸ πάντων καὶ κυρίως περὶ ἐπιτελείου; — διότι ἄνευ ἐπιτελείου κωμῳδίαν ἀληθῶς παίζομεν, νομίζοντες ὅτι ἔχομεν στρατόν.— Ποῦ εἶναι ἡ πρόσκλησις τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη ἀνομολογεῖται γενικώτατα;» Ἔλεγον δὲ ταῦτα τῇ 16 Μαρτίου 1898, πρὸ μηνῶν 15 (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Καὶ αἰσθάνομαι ἀληθῆ εὐχαρίστησιν, βεβαιῶν ἐντεῦθεν ὅ,τι ἤκουσα παρὰ πολλῶν ἀξιωματικῶν, ἐκ τῶν ἀρίστων ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατεύματι, ὅτι ἐπιτακτικωτάτη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ἵνα θέσωσι βάσεις νέας, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοῦ ἐπιτελείου, μορφώνοντες ἀξιωματικοὺς ἐν αὐτῷ καὶ καταρτίζοντες τὰς ὑπηρεσίας κατὰ τὰς τελευταίας προόδους τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ἐν τοῖς εἰς τὰ στρατιωτικὰ εὐδοκιμήσασι Κράτεσι. Ποῦ εἶναι ὁ νόμος περὶ ἀποστολῆς νέων ἀξιωματικῶν εἰς Εὐρώπην πρὸς τὸν σκοπὸν μελέτης καὶ σπουδῆς ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν; Ποῦ εἶναι ὁ νέος νόμος περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἵνα μὴ ὑποστῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὅσα οἰκτρὰ ὑπέστημεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐπιστράτευσιν; Ποῦ εἶναι ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας, ἵνα δυνάμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν ἑτοίμους ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους; Ποῦ εἶναι ἡ βελτίωσις, ἡ περισυλλογὴ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας; Ποῦ δὲ τόσα ἄλλα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀνῆλθον βεβαίως ἐνταῦθα νὰ δώσω γνώμην, περὶ ὧν ὅμως ἐν κεφαλαίῳ ὡμίλησα; Ποῦ εἶναι τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ τὰ νομοσχέδια περὶ διοργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, περὶ τῶν τμημάτων αὐτοῦ, περὶ ἱδρύσεως, ἐννοῶ, τμημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ; Δὲν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τμῆμα τοῦ μηχανικοῦ, καίτοι σήμερον μηχανικὸν εἶναι ἅπαν τὸ Ναυτικόν. Μηχανικοὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων, ἔχοντες καί τινας ναυτικὰς γνώσεις. Τόσον εὐρεῖαν θέσιν ἔχει καταλάβει ἐν τῷ Ναυτικῷ σήμερον τὸ μέρος τὸ μηχανικόν. Ἕκαστον ἐκ τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἡμῶν ἔχει 42 αὐτοκίνητα μηχανήματα. Μηχανικὸς εἶναι ὁ ἀπαιτούμενος νὰ διευθύνῃ ἓν τοιοῦτον πλοῖον, ἔχων ναυτικάς τινας γνώσεις. Ποῦ εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ναυστάθμου; οἱ ὀργανισμοὶ τόσων ἄλλων ὑπηρεσιῶν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην τὸ Ναυτικόν; Οὐδὲν τοιοῦτον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν.» Ταῦτα ἔλεγον τότε. Σήμερον δὲ εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δηλώσω, ὅτι μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως βλέπω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, καὶ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ αὐτοῦ προθυμότατα.
§197Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον ἀμέσως, Κύριοι, μετὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, διότι ἤθελον νὰ ἀφήσω τὰ νεῦρά μου ὀλίγον νὰ κατασταλῶσι. Κύριοι, ὑπήρξατε ὅλοι θεαταὶ καὶ ἀκροαταὶ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταί, ὅστις ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη λαμβάνει τὸν λόγον, ὁσάκις τῷ δίδεται ἀφορμή, καὶ θέλει νὰ ῥεκλαμάρῃ καὶ νὰ παρουσιάζῃ τὸν ἑαυτόν του ὡς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἑτοιμάσει τὸν στόλον τὸν Ἑλληνικὸν διὰ νὰ καταναυμαχήσῃ καὶ αὐτὸν τὸν Εὐρωπαϊκὸν ἐν ἀνάγκῃ, ὁ ὁποῖος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ἐπρόκειτο νὰ δοξάσῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ τοῦ ὁποίου τὰ σχέδια ὅλα ἐναυάγησαν ἕνεκα προδοσιῶν τῶν ἀνευθύνων, ἕνεκα προδοσιῶν τῶν ὑπευθύνων πριγκήπων, ἕνεκα προδοσιῶν τοῦ ἀρχηγοῦ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτει ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ τὸν ὁποῖον, μόλις κατελθὼν τοῦ Ὑπουργείου, ἐνόμισεν εὐγενὲς νὰ χλευάζῃ καὶ νὰ ὑβρίζῃ! Ὅλοι αὐτοὶ συνώμοσαν, ὥστε νὰ καταστρέψωσι τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐσκέπτετο, ὁ ὁποῖος ἐφαντάσθη, περιστοιχισθεὶς ἀπὸ μίαν ὁμάδα ὑπολογιστῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἦτο ὁ Νέλσων, ὁ ναύαρχος ὁ Ἄγγλος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ δοξάσῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ συνώμοσαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀνεύθυνοι καὶ ὑπεύθυνοι, καὶ τοῦ κατέστρεψαν τὰ σχέδια! Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπὶ δύο ἔτη ὢν Ὑπουργός, δὲν ἔβλεπε μήτε τὰς ἐπεμβάσεις τῶν ἀνευθύνων, μήτε τὰς ἐπεμβάσεις τῶν ὑπευθύνων πριγκήπων, μήτε τὰς μηχανορραφίας, τὰς ὁποίας τοῦ ἔκαμνον τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον ἦτο Ὑπουργὸς, ἦτο ταπεινότατος ἐκτελεστὴς ὅλων τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε καὶ παρὰ τῶν ὑπευθύνων καὶ παρὰ τῶν ἀνευθύνων καὶ παρὰ παντὸς, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιποιηθῇ!
§198ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὅπως ὅλοι ἦσαν ἄλλοτε δημοκράται!
§199Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω καί τι, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἓν νομοσχέδιον περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο συντεταγμένον παρὰ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐπρόκειτο οὗτος νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ ἐγνώσθη, ὅτε εἷς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸν εὗρεν ἐργαζόμενον μὲ τὸν προσωπάρχην. Τὸν ἠρώτησεν, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι τοιοῦτο νομοθέτημα παρασκευάζει, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι παρασκευάζει τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἔλαβεν ὅμως εἰς ἀπάντησιν διαταγὴν ἐπιτακτικήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ φιλότιμος αὐτὸς κύριος Ὑπουργός, ὁ πρώην, ὁ ὁποῖος σήμερον παρουσιάζεται ἐδῶ ὡς Ὑπουργὸς ἀξιοπρεπής, ἔβαλε τὴν οὐράν του ὑπὸ τὰ σκέλη του, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, καὶ ἐκλείδωσε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ γραφεῖόν του, χωρὶς νὰ παρουσιάσῃ ποτὲ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν!
§200Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πόθεν ἐλάβετε τὴν πληροφορίαν;
§201Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Περιττόν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μόλις κατῆλθε τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἶδεν ὅτι ἡ δημοτικότης του κατέπεσεν, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο καλὸν νὰ διορθώσῃ τὴν θέσιν του ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἦτο γενναῖον καὶ ἀξιοπρεπὲς νὰ ἀρχίσῃ τὴν ῥεκλάμα! Λοιπὸν προδοσία τοῦ Ἀνευθύνου ἔφερε τὴν καταστροφήν, — τὴν ὁποίαν ἐν ὅσῳ ἦτο Ὑπουργὸς δὲν τὴν ἔβλεπε! τὴν εἶδεν ὅτε ἔπεσεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, — προδοσία τῶν ὑπευθύνων πριγκήπων ἔφερε τὴν καταστροφὴν τοῦ ναυτικοῦ! Ὁ πρίγκηψ Γεώργιος τοῦ κατέστρεψε τὰ σχέδιά του ὅλα! Ὅτε ἵστατο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς χεῖρας, καὶ εἰς τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ ἔλεγε: «μετὰ δύο ὥρας πίπτει ἡ Πρέβεζα, μετὰ δυόμιση ὥρας πίπτει ἡ Πρέβεζα», — διότι ἦσαν τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχε κάμει μὲ τοὺς ὑπολογιστὰς ἐκεῖ μέσα, — καὶ ἡ Πρέβεζα δὲν ἔπεσε μήτε μετὰ δύο ὥρας μήτε μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἔπταιε τότε ὁ πρίγκηψ, ἔπταιεν ὁ ἀρχηγός του, τὸν ὁποῖον παρίστανε τότε ὅτι «μὲ τὰ πόδια ἀπὸ κάτω συνενοεῖτο»! Καταλαμβάνετε; Αὐτὸ τὸ ἐθεώρει εὐγενές, δηλαδὴ μόλις κατῆλθε τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ χλευάζῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δύο χρόνια τοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἔχῃ συνάδελφόν του! Ἔκτοτε τί ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν; Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀφορμή, ἔρχεται καὶ ῥίπτει τὰ βέλη του κατὰ τῶν ἀνευθύνων! Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε εἶπον ἐγὼ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἐπῆρε καὶ ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ λέγῃ ὅ,τι ἔλεγε. Τοῦ ἔκαμα τὴν δήλωσιν ἀμέσως, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ ἐγγίσω κανένα. Ἐν τούτοις αὐτὸς ἐξηκολούθησε νὰ ῥίπτῃ τὰ βέλη του. Σήμερον πρόκειται περὶ νομοσχεδίου προσκλήσεως ξένων ὀργανωτῶν. Εἴδετε πάλιν, ὅτι καὶ τοὺς ἀνευθύνους ἐνεθυμήθη καὶ τὰς μηχανορραφίας καὶ τὰ πάντα. Ὅλα ὅμως αὐτά, ὅτε ἦτο Ὑπουργός, δὲν τὰ ἔβλεπε, διότι εἶχε κολλήσει ὡς ὄστρακον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποχωρισθῇ αὐτοῦ. Ὅτε ὅμως τὸν ἐπέταξαν, τότε ἐνεθυμήθη τὰς συνωμοσίας ὅλας, τὰς ὁποίας τοῦ ἔκαμνον διὰ νὰ τοῦ καταστρέψουν τὰ μεγαλουργά του σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἐξοπλίσας τριάκοντα ἑπτὰ πλοῖα! Τὰ ἠκούσατε πολλαῖς φοραῖς αὐτὰ τὰ τριάκοντα ἑπτά, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 27 ἦσαν τῶν ἑταιρειῶν ἐδῶ, τὰ ἐμπορικά, εἰς τὰ ὁποῖα ἔβαλεν ἀπὸ ἕνα κανόνι καὶ τὰ ἔστειλε νὰ ὑπάγουν νὰ καταναυμαχήσουν (αὐτὸς ὁ Νέλσων τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος) τὸν τουρκικὸν στόλον! (ἱλαρότης).
§202Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θ’ ἀπαντήσω, διότι ὡμίλησα.
§203Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καλὰ θὰ κάμητε.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§205Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρετήρησα ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων ὡμίλησε κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ ἂν εὑρέθη τις νὰ ὁμιλήσῃ κατ’ αὐτῆς, δὲν εἶπεν οὐσιατικῶς κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ κατηγόρησεν ἡμᾶς καὶ τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἐπιβάλωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπέβαλλον, προκειμένου περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Δὲν γνωρίζω τί ἔκαμαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ νομοσχέδια ὑπεβάλομεν, ἐν οἷς ἴσως καί τινα ἀντιδημοτικὰ, καὶ ἐζητήσαμεν διὰ νομοσχεδίων ὀργανωτικῶν νὰ χωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἑτοιμάζομεν ὀργανισμὸν διὰ νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν, ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τοιούτων ζητημάτων καὶ δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην ὀρθήν. Ἐλπίζω, ἐὰν ἔλθωσιν οἱ ξένοι, νὰ μὴ εἴπωσιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλωμεν, εἶναι περικάλυμμα, ἀλλὰ νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι μελέτη ἀξία προσοχῆς, ἀξία μνείας, ἀξία συζητήσεως. Ἐδέχθην, Κύριοι, νὰ προσκληθῶσιν οἱ ξένοι ἀξιωματικοὶ ὄχι διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ διότι ἐπικρατεῖ δυστυχῶς πνεῦμα περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος δυσμενέστατον ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, τὸ ὁποῖον ἐπετάθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ ἰδίως μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀφῄρεσε πᾶν κῦρος ἀπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς πατρίδος. Ἐδέχθην, λέγω, νὰ ἔλθωσιν ἀξιωματικοὶ ξένοι, ὡς ὀργανωταὶ, μολονότι εἶχον ἀντίθετον γνώμην, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἄξιοι σεβασμοῦ καὶ ὑπολήψεως καὶ κύρους· ἐδέχθην διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ μελέτης καὶ πείρας ἀνωτέρας ἡμῶν εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ξένων Κρατῶν, καὶ ἡ παρουσία αὐτῶν θὰ ἔδιδε τὸ κῦρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἔχωσιν οἱ ἡμέτεροι, διὰ νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι τὰ μέτρα αὐτῶν δὲν θὰ ἦσαν ἀνάξια νὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ τάξωσι τὸν στρατὸν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι τεταγμένοι οἱ στρατοὶ τῶν ξένων Κρατῶν. Τοῦτο καὶ μόνον μὲ ἔπεισε νὰ δεχθῶ νὰ ἔλθωσιν ἀξιωματικοὶ ξένοι. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οἱ ὀργανισμοὶ οἱ ὑποβαλλόμενοι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν τὴν πεῖραν καὶ τὴν παίδευσιν ἀνωτέραν ἡμῶν, καὶ καθιστάμενοι νόμοι τοῦ Κράτους εἶναι τέλειοι. Καὶ παράδειγμα τούτου ἔχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βονίτσης εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ οἱ Γάλλοι εὗρον κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτι ὀργανισμὸς αὐτῶν ἦτο πλημμελὴς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ Γάλλοι καὶ πεῖραν καὶ παίδευσιν ἔχουσιν οὐ τὴν τυχοῦσαν. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ξένων, θὰ παρουσιάσῃ τι τὸ τέλειον, ἀφοῦ οὐδὲ ὁ ἰδικός των δύναται νὰ παρουσιάσῃ τέλειον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῆς τύχης, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡ δημοσιογραφία καὶ ἡ πολιτικὴ μᾶς κατέρριψεν. Ἠκούσθη ἀκόμη καὶ μία γνώμη, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀποδείξω ἀνακριβῆ· ἠκούσθη ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν εἶναι ἀπόρροια τῆς πολικῆς καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Βουλευτῶν. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔχω ἐπέμβασιν τοιαύτην, ὡς Ὑπουργὸς, ἡ ὁποία νὰ μοὶ δίδῃ τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀπόρροια προερχομένη ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι πολοὶ Βουλευταί, φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετοι, — διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκέπτωνται καὶ ἀπὸ τὰς δύο πτέρυγας, — δὲν δύναμαι, λέγω νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι πολλοὶ Βουλευταὶ προβάλλουσιν ἀξιώσεις, ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀντιτάξῃ πρὸς αὐτοὺς τὸ ὀρθὸν καὶ ἀληθὲς, ἀποσύρονται χωρὶς νὰ ἐπιμείνωσι, — καὶ δὲν φοβοῦμαι νὰ μὲ διαψεύσῃ τις. — Ἀλλ’ ἴσως περιστάσεις ἄλλαι, ἴσως σκέψεις τῶν κυβερνώντων ἄλλαι, ἴσως ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος, αἱ περιπέτειαι αὐτῆς δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τοὺς κυβερνῶντας νὰ μεριμνήσωσι περὶ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον μεριμνῶσι τὰ μεγάλα Κράτη, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν πατρίδα μας εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν. Ἐλπίζω ἤδη, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὁριστικὴν ἔχει ἀπόφασιν νὰ καταστήσῃ τὸν στρατὸν ἄξιον τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, ἐλπίζω ὅτι τὸ Κράτος δὲν θέλει διστάσει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς δυνατὰς θυσίας, ὅπως συντρέξῃ διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῆς καὶ εἰς τὴν πατρίδα στρατὸν ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§206Θ. Π. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐσκεπτόμην, ἂν ἔδει νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν, ἢ νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ὅπως πράξω τοῦτο ἐν μιᾷ τῶν ὑστέρων, ἵνα καὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἑρμηνεύσωσι πρότερον τὰς σκέψεις, αἵτινες ἔπεισαν αὐτοὺς νὰ τὸ ὑποβάλωσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἡμῖν εὐκαιρία πρὸς ἀναζήτησιν τῶν σχετικῶν πληροφοριῶν, ἅτε τῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπελθούσης ἀπροσδοκήτως καὶ ἐν σπουδῇ. Εὐτυχῶς ἀμφότεροι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, προκληθείσης παρ’ ἄλλων συναδέλφων συζητήσεως, ἔλαβον τὸν λόγον ἤδη, αἰσθάνομαι δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, πληροφορούμενος, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ πείθονται καὶ προσδοκῶσιν ἀσφαλῶς, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἴδωμεν τὸν στρατὸν εἰς βαθμὸν τελειότητος, — ὃν ματαίως πάντες ἐπόθησαν κατὰ τὰς παρελθούσας δυστυχεῖς ἡμέρας, — καὶ ὅτι τοῦτο ἐπιτευχθήσεται ἐξουσιοδοτουμένης τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμβληθῇ μετὰ δύο ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν, μελλόντων νὰ κατέλθωσιν ἐν συνοδείᾳ τῶν ὑπασπιστῶν αὐτῶν· καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ ὑπασπισταὶ οὗτοι εἶναί τι πλέον παρὰ ἁπλοῖ συνοδοί, οἱ ὀργανωταὶ μόνοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς βοηθείας, καλοῦνται νὰ ἐπιχειρήσωσιν ἑκάτερος τούτων τὴν δημιουργίαν στρατοῦ καὶ στόλου, καὶ οὕτως ἀποκτήσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι ἐστερήθημεν ἐν τῷ παρελθόντι. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἑρμηνεύσω τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς ἀντελήφθην αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μνημονεύσω τινῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, θὰ ἀφήσω δὲ ὑμᾶς νὰ κρίνητε κατὰ πόσον εἶναι δυνατὴ ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τούτων, καὶ ἂν ἄνευ τῆς θεραπείας ταύτης εἶναι πιθανὴ ἡ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ. Οὐδεὶς εὐρωπαϊκὸς στρατὸς εἶναι σήμερον ὡπλισμένος μὲ τὸ ὀπισθογεμὲς ὅπλον Γκρᾶ, ἢ μὲ τὸ Μαρτίνι, ἢ μὲ ἄλλο τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα στολίζουσι τὰ μουσεῖα τῶν εὐρωπαϊκῶν στρατῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι πρὶν ἔλθῃ ὁ Εὐρωπαῖος ὀργανωτής, δέον νὰ πεισθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς δώσῃ, καὶ νὰ προμηθευθῶμεν τὰς 200,000 ὅπλων, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, μετὰ τῶν φυσιγγίων αὐτῶν, διότι, ἐὰν φέρητε μόνον 100,000 ὅπλα, δὲν θὰ ἔχητε ὅπλα ἀνταλλαγῆς· πρέπει λοιπὸν νὰ τὰ προμηθευθῶμεν, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχετε ἀνάγκην ἀμέσως 35 ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὰ ὅπλα ταῦτα. Ἀλλὰ τούτων μόνον ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατὸς ἡμῶν; Ὁ στρατηγός, μόλις ἐρχόμενος ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τι τὸν κ. Ὑπουργόν, ἁπλῶς μόνον ἐὰν ἐκτελέσῃ ἕνα περίπατον πρὸς τὰ Παραπήγματα, θὰ ἀντιληφθῇ ὀργάνων τινῶν, ἐν εἴδει τρομπονίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς καλοῦμεν πυροβόλα, καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ κάμουν τὸν πόλεμον, καὶ θὰ εἴπῃ: «ἂς δώσω μίαν σημείωσιν, διὰ νὰ ἔλθουν πυροβόλα». Γνωρίζετε δὲ ποῖα θὰ ἦναι τὰ πυροβόλα αὐτά; Λαμβάνω τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ κάμῃ πόλεμον ἐπιθετικόν, ἀλλὰ μεριμνᾷ μόνον περὶ τῆς ἀμύνης αὑτοῦ, τὴν Ἑλβετίαν, ἥτις εἶναι ἡ μᾶλλον ὀρεινὴ χώρα τῆς Εὐρώπης καὶ ἥτις ἐν τούτοις ἔχει 456 πυροβόλα διαμετρήματος τῶν 0,09 καὶ τῶν 0,10, ἐν οἷς δὲν συμπεριλαμβάνονται τὰ τοπομαχικά. Βεβαίως οὐδεὶς ἐγνώριζεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπρόκειτο ν’ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ δὲν ψέγω διὰ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐὰν ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, τοὺς ὁποίους μνημονεύω, ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναφέρω, ὑπάρχῃ ἀνακρίβειά τις, πρέπει νὰ μοὶ συγχωρήσητε ταύτην. Πόσα δὲ νομίζετε ὅτι ἔχει ὀρεινὰ πυροβόλα ἡ Ἑλβετία; Μεταξὺ τῶν 456 μόνον 36, καὶ ὅμως εἶναι προωρισμένη νὰ ἀμυνθῇ ἐν τοῖς ὄρεσιν αὐτῆς, καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ κατέλθῃ οὐδὲ εἰς τὰ δάση τῆς Γερμανίας, οὐδὲ εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Γαλλίας, οὐδ’ εἰς τὰς κοιλάδας τῆς Ἰταλίας, ὅπου θὰ ὑπέθετέ τις, σκεπτόμενος ὡς ἡμεῖς ἐσκεπτόμεθα ποτὲ, ὅτι ἐπιτετραμμένον ἦτο τὸ ⅓ τῶν πυροβόλων νὰ ὦσιν ὀρεινά. Ἐθεώρησε, λέγω, ἡ Ἑλβετία, ὅτι μὲ τοιαῦτα πυροβόλα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ ἐφωδιασμένον τὸν στρατόν της. Ἐπανερχόμενος ἐκ τοῦ περιπάτου του ὁ στρατηγὸς ὁ Γάλλος ἢ ὁ Γερμανὸς, θέλετε νὰ μὴ σπεύσῃ ἀμέσως μετά τινος ἐπιεικείας νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ σπεύσωμεν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ πυροβολικοῦ μας; Ἤδη μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἀποτείνω τὸν λόγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Βονίτσης καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἂν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ πυροβόλα δι’ ἀριθμοῦ ἐλάσσονος τῶν 240 πυροβόλων. Καὶ δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἡμέτερος ἐν γένει ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἀπαιτοῦνται 20 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον, ἵνα πορισθῶμεν τὸ ὑλικὸν τοῦτο τοῦ πολέμου, τὸ σχετικὸν μὲ τὸ πυροβολικόν; Δύναται, εἰσερχόμενος ὁ στρατηγὸς οὗτος ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἡμῶν καὶ βλέπων ὅτι ἔχομεν πυρομαχικά, ὀβίδας ἁπλῆς ἐνεργείας, τοιαύτας, ὁποῖαι οὐδαμοῦ πλέον εἶναι ἐν χρήσει, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὰ πυρομαχικὰ πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσιν; Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι καὶ τὰ πυροβόλα καὶ τὰ πυρομαχικὰ πρέπει νὰ ἀντικατασταθῶσι. Καὶ ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα, ἀναβιβάζουσιν ὅμως τὴν δαπάνην εἰς 50 ἢ 55 ἑκατομμύρια. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι μία τῶν πρώτων φροντίδων αὐτοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἡ σκέψις περὶ τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Αὕτη πορίζεται ἐκ τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος παρέχει εἰς κτήνη, ἁμάξας καὶ λοιπὰ μέσα μεταφορᾶς, ὡς καὶ ἡ κατὰ θάλασσαν ἀτμήρης ναυτιλία μας, σύναμα δὲ καὶ ἡ ἀσφαλὴς εἰδικὴ τῶν ἀνδρῶν ἄσκησις καὶ διοίκησις. Ἄλλοτε ὑπηρετῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τὸν σεβαστὸν ἀξιότιμον κύριον Δηλιγιάννην, δὲν ἤμην διευθυντὴς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἐπελήφθην ὅμως μετὰ τοῦ ταγματάρχου κ. Δροσινοῦ τοιαύτης μελέτης, καὶ συνεκεντρώσαμεν πάντα τὰ στοιχεῖα τῶν μεταγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ μεταγωγικὴ δύναμις τῆς χώρας εἶναι ἀνεπαρκής. Εἶναι ἀνεπαρκὴς κατὰ ποσὸν, εἶναι σύναμα καὶ κατὰ ποιότητα. Δὲν δυνάμεθα νὰ στερήσωμεν τὴν χώραν πάσης μεταγωγικῆς δυνάμεως. Αὕτη ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἓν μικρὸν μέρος αὐτῆς. Ὅπως δὲν δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν πάντας τοὺς δυναμένους φέρειν ὅπλα εἰς τὸν στρατὸν, οὕτω πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀριθμὸν ἐπαρκῆ κτηνῶν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ καὶ ἡ κατὰ θάλασσαν μεταγωγικὴ δύναμις εἶναι ἐλαχίστη. Καὶ μὴ ἐκπληττώμεθα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν καὶ τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Δὲν ἔχομεν ἓν ὁπλιταγωγὸν πλοῖον, δὲν ἔχομεν ἓν ἱππαγωγὸν πλοῖον, οὐδὲ διεσκευασμένα εἶναι οὕτως, ὥστε νὰ δύνανται νὰ μεταφέρουν τὰ ἐπιτήδεια τῷ στρατῷ. Ταῦτα ἀναφέρω ἁπλῶς διὰ νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ὁ στρατηγὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ ζητήσῃ κτήνη διὰ τὸ πυροβολικὸν, διὰ τὸ ἱππικὸν, διὰ τὸ πεζικὸν καὶ τὴν μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν, μὴ εὑρίσκων δὲ τοιαῦτα ἐν τῷ τόπῳ, θὰ σᾶς εἴπῃ νὰ κατασκευάσητε ἁμάξας μεταγωγικὰς, διὰ τὰς ὁποίας θὰ δαπανήσητε ἓν ἑκατομμύριον καὶ θὰ κομίσητε ἔξωθεν τὰ ἀναγκαιοῦντα δι’ αὐτὰς κτήνη. Ἴσως προσθέσῃ ὑμῖν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς γενεᾶς τῶν κτηνῶν καὶ περὶ καταρτισμοῦ ὑπηρεσίας ὁμοίας ἐκείνῃ, ἥτις ὑφίσταται διὰ τοὺς ὑποχρέους πρὸς στράτευσιν. Οὕτω βλέπομεν ὅτι εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια ἀναβαίνουσιν αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι δαπάναι, ὅπως ὁ ὀργανωτὴς ἐπιληφθῇ ἔργου τινὸς σοβαροῦ, νομίζω δὲ, καὶ πάντες μετ’ ἐμοῦ συμφωνεῖτε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ καλέσητε ζυμωτὴν εἰς τὸν οἶκόν σας, ἐὰν δὲν ἔχητε ἄλευρον. Παραλείπω νὰ μνημονεύσω σειρὰν ὅλην ἀναγκαιούντων εἰδῶν ἱματισμοῦ, ἐξαρτύσεως, στρατοπεδεύσεως, χειρουργείων κλπ. Ἀλλὰ μήπως διὰ τὸ ναυτικὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ταὐτά; Μήπως καὶ ἐκεῖ αἱ ἀνάγκαι δὲν εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσαι; Καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα τὴν γνώμην ταύτην, περὶ ἧς θὰ λαλήσω ὑμῖν, καὶ ὑπῆρξάν τινες, οἵτινες μετὰ δισταγμοῦ ἤκουσαν τῆς γνώμης μου, ἐγὼ ὅμως θέλω ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζων αὐτήν. Λέγω λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὸν Κράτος, καὶ ὅσον ἂν θέλητε νὰ κάμητε συνδυασμοὺς παραδόξους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐλπίσητε ὅτι θὰ πολλαπλασιάσητε τὴν ἡμετέραν δύναμιν διὰ συμμαχιῶν, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δυσκόλως θὰ ἐπιτύχῃ τι, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦναι πάντοτε μεμονωμένον Κράτος. Δύνασθε νὰ στηρίζησθε εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, δὲν εἶναι ὅμως ὀλιγώτερον ἰσχυρὸς κατὰ τὴν δύναμιν ταύτην ὁ Ὀθωμανός· καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, ἔχει τὴν θρησκείαν. Πιστεύσατε, ὅτι ὁ Τοῦρκος στρατιώτης πολεμεῖ ὄχι μόνον χάριν τῆς πατρίδος του, ὑπὸ ἄλλην ἐκδοχὴν ὑπὸ τούτου ἐννοουμένης, ἀλλὰ πολεμεῖ καὶ διὰ μίαν ἄλλην ἰδέαν, συνηθίζει νὰ θεωρῇ ἡμᾶς ὡς ῥαγιάδες, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἐστένομεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ψυχολογῶ ἐπὶ τοῦ ἀντιπάλου μου, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πράξω τοῦτο. Πρὸς τοιοῦτον ἐχθρὸν πεπειραμένον, πρὸς τοιοῦτον ἐχθρὸν συντεταγμένον, πρὸς τοιοῦτον ἐχθρὸν μὲ φρόνημα, πρόκειται ἡμεῖς νὰ ἀντιπαραταχθῶμεν μὲ τὰς μικρὰς ἡμῶν δυνάμεις! Καὶ τοῦτο μόνον; Ἔχομεν καὶ τὴν ἀξίωσιν ἢ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν ἐπίθεσιν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ...
§207ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Διατὶ δὲν τὰ ἐλέγετε αὐτὰ προτήτερα;
§208Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποῦ ἦσθε πρὸ τοῦ πολέμου, δὲν γνωρίζω εἰς τί ἐνησχολεῖσθε, ἀλλ’ ἐὰν ἔρχεσθε πρώτην φορὰν εἰς τὸ Βουλευτήριον, εἶναι δυστύχημα δι’ ἐμέ, διότι μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλην περίοδον εἶπον, καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅμως προσῆλθον, ἵνα ἐπιτελέσω κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ καθῆκόν μου. Ἐὰν τότε ἦσθε ἴσως εἰς ἄλλας ἀσχολίας ἀπησχολημένος καὶ δὲν τὰ γνωρίζετε, ἐὰν δὲν μὲ ἠκούσατε τότε, δὲν εἶναι πρέπον νὰ μὲ διακόπτητε ἤδη. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοιούτου ἐχθροῦ ἔχετε νὰ ἀντιπαλαίσητε, καὶ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ λάβητε πολὺ ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἀτυχήσητε καὶ πάλιν ἐν πολέμῳ· τὸ νὰ ἀτυχήσῃ δέ τις ἐν τῷ πολέμῳ δὲν εἶναι πρᾶγμα ἀσύνηθες, οὔτε ἀτιμωτικὸν εἶναι. Διότι ἤκουσα σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠτιμάσθη! Τὸ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Ἐξετίμησα τὴν ἀγόρευσίν του, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ζητήσω νὰ μετριάσῃ τὴν φράσιν του. Δὲν ἦτο ἀτίμωσις, ἦτο ἀτύχημα τῆς πατρίδος. Ἡ Ἑλλὰς ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῇ πάλιν ἐνώπιον ὁμοίας περιστάσεως, νὰ ἀτυχήσῃ, καὶ νὰ ἴδῃ τὸν ἐχθρὸν εἰσβάλλοντα εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, καὶ τὴν ἡμετέραν χώραν ἀσπαίρουσαν ὑπὸ τὴν ἀγρίαν αὐτοῦ τυραννίαν καὶ πίεσιν, καὶ ἠναγκασμένην νὰ ὑποκύψῃ πάλιν τὸ ταχύτερον εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἤθελεν αὐτὸς ἐπιβάλει. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ἡ πατρὶς ἡμῶν, καὶ ἂν ἀτυχήσῃ, νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην οὐδὲ νὰ καταθέσῃ τὰ ὅπλα τὴν αὐτὴν στιγμήν, οὐδὲ νὰ ὑποστῇ τοὺς ὅρους τοὺς ἀτιμωτικοὺς, τοὺς ὁποίους πιθανὸν ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ νὰ ἐπιβάλῃ ὁ ἐχθρός. Ἐπιβεβλημένον λοιπὸν εἶναι εἰς τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ὀχυρώσεως τῆς χώρας. Ἐὰν, Κύριοι, λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας οἱονδήποτε Κράτος εὐρωπαϊκὸν, τὰ ἔργα, ἅτινα ἀσφαλίζουσιν αὐτὸ ἀπὸ τῆς γείτονος ἐπικρατείας, ἴσως θέλετε ἀπορήσει, διατὶ τάχα, ἀφοῦ δύναται νὰ ὁπλισθῇ καὶ ἐν ὀλίγαις ἡμέραις νὰ παρατάξῃ χιλιάδας στρατοῦ, διατὶ νὰ δαπανήσῃ τὰ χρήματα αὐτοῦ χάριν ὀχυρώσεων; — διότι ἠγέρθησαν πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης ὀχυρώσεις πολὺ ἰσχυραὶ καὶ πολυάριθμοι. — Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀπορήσητε, ἀλλὰ νὰ κρίνητε, ὅτι ταῦτα εἶναι ἔργα Κρατῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς περιστάσεις, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ προκύψωσι κατόπιν ἑνὸς πολέμου. Ἡ Γερμανία δὲν ἔπαυσε μεταβάλλουσα καὶ βελτιοῦσα τὰ πρὸς τὴν Γαλλίαν ὀχυρώματά της· καὶ ἐν τούτοις ἡ Γερμανία δὲν ἔχει λόγους σοβαροὺς νὰ πιστεύῃ, ὅτι τρέχει μέγαν κίνδυνον ἀπὸ τὴν Γαλλίαν. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἔπραξε; Καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Αὐστρίαν διαρκῶς ἐξακολουθεῖ ἐνισχύουσα τὰ ὅρια αὐτῆς, καὶ ὅμως ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, — δὲν κάμνω τὸν πολιτικόν, — ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Αὐστρία δουλεύει εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ ἑπομένως ἡ Γερμανία δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ περὶ ὀχυρώσεων τῶν συνόρων αὑτῆς πρὸς τὴν Αὐστρίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, ἡ δὲ Αὐστρία νὰ θελήσῃ, ἐπωφελουμένη ἐκ δυσχερειῶν τῆς Γερμανίας, νὰ ἀποτινάξῃ τὸν βαρὺν πολιτικὸν τοῦτον ζυγὸν, θέλει ἡ Γερμανία νὰ ᾖναι καὶ πρὸς τὴν Αὐστρίαν ἀσφαλής. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ῥωσίαν εἶναι ἀσφαλὴς διὰ τῶν ὀχυρώσεων, ἃς ἵδρυσε. Πολλὰ διδακτικὰ συγγράμματα, ἐκδεδομένα παρὰ τοῦ στρατηγοῦ Brialmont καὶ ἄλλων συγγραφέων, ἀναφέρουσι περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν βιβλίων τούτων ὑπάρχουσι καὶ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται τὰ ζητήματα ἀπὸ ἀνωτέρας περιωπῆς. Ἀπὸ τοιαύτης περιωπῆς πραγματεύεται τὸ ζήτημα τῆς ἀμύνης τῶν Κρατῶν καὶ τῆς ὀχυρώσεως τῶν συνόρων, παρέχων ὕλην σπουδαίαν ἐφαρμογῆς τῶν στρατηγικῶν ἰδεῶν ἐν τῇ ὀχυρώσει, ὁ στρατηγὸς Brialmont. Τί νομίζετε ὅτι εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης του; ὅτι οὐδὲν Κράτος δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ ἐνεργείας πολεμικῆς, ἂν μὴ ᾖναι ἠσφαλισμένον κατὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν ὁμόρων ἐπικρατειῶν. Εὐτυχῶς ἡ Ἑλλὰς, ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας γεωγραφικῆς αὑτῆς θέσεως, εὑρίσκεται ὑπὸ περιστάσεις θαυμασίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εὐνοϊκάς· πανταχόθεν περιβρέχεται ὑπὸ θαλάσσης, ὁ δὲ μόνος ἐχθρός της εἶναι ἡ Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, ἥτις εὑρίσκεται εἰς ἥσσονα θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ναυτικὴ δύναμις, ὁ τελευταῖος δὲ πόλεμος, ἂν δὲν ἀπέδειξεν ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ πράξωμεν ἔργον τι γενναῖον διὰ τοῦ στόλου, δὲν ἐνέβαλεν ὅμως εἰς κίνδυναν ἐξ ἐπιθέσεως τοῦ τουρκικοῦ στόλου. Τούτου τεθέντος, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὦμεν ἀσφαλεῖς ἀπὸ θαλάσσης, δὲν μένει παρὰ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ παρασκευῆς ἀμυντικῆς γραμμῆς πρὸς βορρᾶν. Τοιαύτας ὀχυρώσεις ἱδρυμένας ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ εἰσβάλλων ἐχθρὸς ἀδύνατον νὰ παρίδῃ καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ προχωρήσῃ, ἀφίνων αὐτὰς ὄπισθέν του, ὅπως ὑπερβῇ τὴν Ὄθρυν, ἥτις χωρίζει τὴν Θεσσαλίαν ἀπὸ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος· τοῦτο δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄνευ κινδύνου νὰ μὴ ἐξέλθῃ ποτὲ πλέον ἐκεῖθεν. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι τὸ πλεονέκτημα ἡμῶν, ἐὰν ἱδρύσωμεν ὀχυρώσεις ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ μᾶς παρέχει καὶ τὸ μέγα πλεονέκτημα μία τοιαύτη ἐργασία ὀχυρώσεων, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν ἥσσονας δυνάμεις πρὸς ἄμυναν τῆς χώρας, διαθέτοντες δὲ ἥσσονας δυνάμεις, νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἀλλαχοῦ τὰς ὑπολοίπους, συνδυάζοντες τὴν ἐνέργειαν ταύτην μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ στόλου ἐκεῖ, ὅπου οὗτος θὰ ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα σπουδαιότατα; Δὲν δημιουργῶ σχέδια, ὑποδεικνύω μόνον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ. Μὴ νομίζετε, ὅτι τὴν ὀχύρωσιν ζητῶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, καίτοι αὕτη εἶναι ἀξία τῆς προστασίας ἡμῶν. Καὶ ἄλλοτε ἔλεγον, κατὰ τὸ 1885, ὅτε ὑπηρέτουν παρὰ τῷ στρατηγῷ Σαπουντζάκη, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ πολέμου διὰ τοὺς Τούρκους δὲν εἶναι αἱ Ἀθῆναι· δύναται ὁ ἐχθρὸς νὰ θέσῃ καὶ ἄλλον σκοπὸν, τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας, εἶναι δὲ βεβαιωμένον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελε καταλάβει τὰς πρωτευούσας αὐτῆς πόλεις Λάρισαν, Βόλον καὶ Τρίκκαλα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ λάβῃ κατοχὴν καὶ τῶν δευτερευουσῶν πόλεων, δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα: «Ἐγὼ σᾶς ἔδωκα τὴν Θεσσαλίαν χάριν τῆς εἰρήνης, δυνάμει πρωτοκόλλου, χωρὶς νὰ κατακτήσητε ταύτην· ἀλλ’ εἶσθε ταραξίαι, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν σᾶς ἀνήκει». Καὶ τοῦτο περίπου εἶπε πρὸ δύο ἐτῶν. Ἰδοὺ εἷς λόγος ἑρμηνεύων τὴν φράσιν, ἣν εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν ζητῶ τὴν ὀχύρωσιν χάριν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ χάριν τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ἥτις, ἐὰν νικηθῇ ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, θὰ ἀπολέσῃ τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις εἶναι ὁ πρόσκοπος αὐτῆς διὰ τὰς πέραν τοῦ Ὀλύμπου χώρας, τὴν Μακεδονίαν· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ θυσιῶν ἀτομικῶν, οἱ Θεσσαλοὶ ἕτοιμοι θὰ ἦσαν νὰ ὑποστῶσι ταύτας, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ κίνδυνος εἶναι νὰ στερηθῶμεν ἐσαεὶ αὐτῆς, καθισταμένης λαφύρου τοῦ νικῶντος ἐχθροῦ. Ταῦτα λέγων ὑμῖν, μὴ νομίζετε ὅτι λέγω τι παράδοξον. Πιθανὸν ὁ στρατηγὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ παράσχῃ ἡμῖν τὰς συμβουλάς του, νὰ ἦναι μεγάλης καρδίας, ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐμφοροῦνται ἰδεῶν ὁμοίων πρὸς ἃς ἐνεφοροῦντο ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤθησαν τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον πρὸ δύο ἐτῶν· ἂν ὅμως συμπέσῃ νὰ ἦναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁρμῶνται ἐκ παρομοίων ἰδεῶν μὲ τόσον ἐλαφρὰν καρδίαν, ἐὰν ἦναι περιεσκεμμένος καὶ θέλῃ νὰ παράσχῃ ἡμῖν ἀληθῆ συνδρομὴν, συστήσῃ δὲ εἰς ἡμᾶς νὰ ἐνεργήσωμεν ὀχυρώσεις εἴτε κατὰ τὸ περιφερικὸν σύστημα, οἷον ἔχουσιν οἱ Γάλλοι παραδεχθῆ, ἢ κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἀκτινωτὸν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν οἱ Γερμανοί, ἀσφαλίζοντες τὴν χώραν των, συστήματα ἐν τούτοις οὐδὲν ἔχοντα τὸ ἀπόλυτον, ἀλλὰ προσαρμοζόμενα πρὸς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἐδάφους, ἣν κυρίως ἐπιβάλλεται νὰ μελετήσῃ ὁ ἐνεργήσων τὰς ὀχυρώσεις, τί θέλετε ἀπαντήσει εἰς αὐτόν; Ὅτε κατὰ τὸ 1892 μετέβην εἰς Θεσσαλίαν ἐκ περιστάσεως πολιτικῆς, διὰ δευτέραν φορὰν, μὴ ἔχων τί νὰ πράξω, ἀπεφάσισα νὰ συνεχίσω τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας εἶχον ἐπιχειρήσει κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, ἅτε μὴ ἔχων ἀσχολίας, διότι δυστυχῶς οἱ ἀξιωματικοὶ εἴμεθα σχεδὸν πάντοτε ἄνευ ἐργασίας. Ἠθέλησα δι’ ἐμαυτὸν, παρ’ οὐδενὸς ἔχων ἐντολὴν, νὰ ἐπιδοθῶ εἰς μελέτας σχετικὰς πρὸς ἐκείνας, αἵτινες μὲ ἀπησχόλησαν κατὰ τὸ 1885–1886. Ἐπείσθην δὲ, — χωρὶς νὰ ἐκθέσω ἤδη ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ χρήσιμον ὀχυρώσεως διὰ τὴν Θεσσαλίαν, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, — ἐπείσθην, λέγω, ὅτι διὰ δαπάνης 50 ἕως 60 ἑκατομμυρίων, ἐν ταύτῃ δὲ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀναγκαία δαπάνη διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν ὀχυρωτικῶν ἔργων διὰ τοῦ σχετικοῦ πυροβολικοῦ καὶ πυρομαχικῶν αὐτοῦ, (οἱ ἀριθμοὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς τρομάζωσι, πρέπει νὰ ἀναζητῆται μόνον ἡ ἀλήθεια,) δύναται ἡ Θεσσαλία νὰ ἀσφαλισθῇ. Ἡ δύναμις, ἥτις θεωρεῖται ἐπαρκὴς πρὸς ἀσφάλειαν τῆς χώρας διὰ τῆς φρουρήσεως τῶν ὀχυρωτικῶν ἔργων καὶ ἡ τοῦ στρατοῦ τοῦ κινουμένου μεταξὺ τῶν ἔργων τούτων, ἀνέρχεται μέχρι 45,000 ἀνδρῶν. Ἂν δὲ διὰ 45,000 ἀνδρῶν καὶ τῇ συνδρομῇ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα ὑμῖν, ἀσφαλίσωμεν τὴν Θεσσαλίαν, πᾶσα εἰσβολὴ παρεμποδίζεται. Προσθέτω δὲ, ὅτι ἡ γενομένη μεταβολὴ τῆς ὁροθετικῆς ἡμῶν γραμμῆς δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν, προκειμένου περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς χώρας διὰ μονίμου ὀχυρώσεως. Δυστυχῶς ὅμως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ τὸ αὐτὸ, ἂν πρόκειται περὶ ἀμύνης τῆς χώρας ἄνευ τῆς συνδρομῆς ταύτης, ἣν συνιστῶ ὑμῖν. Εἰς ἓν μόνον σημεῖον ἡ νέα ὁροθέτησις θὰ παράσχῃ ἡμῖν δυσχερείας, ἀλλ’ οὐχὶ ἀνυπερβλήτους, δύναται δὲ νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία δι’ ἁρμοδίου συνδυασμοῦ ἔργων. Ὁ Σεϊφουλλὰχ πασᾶς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ πᾶν ὅ,τι ἐπεδίωξε, καὶ εὐμενεῖς Δυνάμεών τινων προσπάθειαι ἔθεντο περιορισμὸν εἰς τὰς ὑπερφιάλους τῶν Ὀθωμανῶν ἀξιώσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, λέγω ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς μᾶς ὑποχρεοῖ πρὸς παρασκευὴν σοβαρᾶς ἀμύνης τῆς Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν οὕτως ἐπαρκέστατα διὰ 45,000 ἕως 50,000 ἀνδρῶν, διαθέτοντες τὸ ὑπόλοιπον εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ναυτικὸν, ἐνῷ, ὡς καὶ ἄλλοτε δι’ ἐκθέσεων ἐπιστώθη, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 70,000 ἄνδρες διὰ τὴν ἄμυναν τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ παρεξετράπην τοῦ θέματος, καὶ ζητῶ συγγνώμην. Ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι δὲν γνωρίζω μὲ ποίας ἰδέας πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ στρατηγὸς ἐκεῖνος, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι θὰ ἔλθῃ μὲ τὰς ἰδέας, μὲ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔλθῃ. Εἴμεθα μικροὶ, ὡς Κράτος, μικροὶ καὶ ὡς πρὸς τὰς γνώσεις. Ἀλλὰ πολλάκις εἶναι περισσοτέρα ἡ γνῶσις ἑνὸς οἰκοκύρη παρὰ ἡ γνῶσις πολλῶν φρονίμων ἀνθρώπων, ὡς λέγει καὶ τὸ κοινὸν λόγιον. Αἱ δαπάναι ἀνέρχονται, ὡς βλέπετε, εἰς 100 ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγὼ δὲν τρομάζω ἀπαγγέλλων τὸ ποσὸν, εἶναι ὅμως ἄλλοι ὑποχρεωμένοι νὰ τρομάξωσιν, οἱ ὁποῖοι ὥρισαν εἰς πενταετῆ τὴν θητείαν τοῦ ὀργανωτοῦ. Ἐὰν δὲν ἦτο πενταετὴς, θὰ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἤθελον βελτιωθῆ, καὶ ἴσως τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, ἅτινα ἤθελεν ὑποδείξει ὁ στρατηγός, ἀλλ’ ὁ στρατηγὸς θέλει ἀπαλλαγῆ τῆς θητείας του πρὶν ἢ καλὰ–καλὰ γνωρίσῃ τὴν χώραν ἡμῶν, τοὺς πόρους της, τὰς ἀνάγκας της. Καὶ αὐτὴ μὲν εἶναι ἡ μία ὄψις τοῦ ζητήματος ἐν γενικαῖς γραμμαῖς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ὄψις. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ μετακαλούμενος στρατηγὸς, δὲν θὰ ἦναι κάτοχος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης; ἐν τούτοις τοῦτον περιβάλλομεν μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐπιθεώρησις δὲ σημαίνει ἔρευναν τῶν καθ’ ἕκαστον, ἔρευναν τῶν ἠθικῶν ἰδιοτήτων τῶν ἀτόμων, τῶν γνώσεων αὐτῶν, τοῦ χαρακτῆρος, τῆς σταθερότητος αὐτῶν, ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν γίνονται γνωστὰ διὰ τῆς θέας μόνον εἰς ξένον ἀγνοοῦντα τὰ ἔθιμα ἡμῶν καὶ τὰς πονηρίας μας, — διότι ὅλα τὰ ἔθνη ἔχουσι τὰς ἰδίας αὐτῶν πονηρίας. — Ποίαν λοιπὸν ἐπιθεώρησιν θέλει ἐνεργήσει; Θὰ ἐνεργήσῃ ἐκείνην, ἣν θέλουσιν οἱ ὑποβολεῖς. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸν μένοντα ἀνυπεράσπιστον ἀξιωματικόν, ὅστις θὰ στερῆται τῆς γνώσεως τῆς γλώσσης τοῦ ἐπιθεωρητοῦ! δὲν θὰ δύναται νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν στρατηγὸν τὸ φρόνημά του, τὰ δίκαιά του· θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ τὰ ὑποβάλλῃ διὰ διερμηνέως, ὁ ὁποῖος θὰ παρακολουθῇ τὸν στρατηγόν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐντολὴ αὕτη τῆς ἐπιθεωρήσεως πρέπει νὰ λείψῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι μένει· ὁ στρατηγὸς θὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου διατηροῦμεν τμῆμα ἐπιτελικὸν, δίδεται ὅμως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ὁ ἄμεσος προϊστάμενος τῆς τοιαύτης διευθύνσεως τοῦ ἐπιτελείου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει ἀνωμαλία τις. Θὰ ἐνόουν, ἂν ὁ διευθυντὴς οὗτος ὁ ξένος ἤθελεν ὑποδείξει ἡμῖν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τί τὸ δέον γενέσθαι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸν καταρτισμὸν σώματος ἐπιτελικοῦ, ὅτε βεβαίως ἡμεῖς, ἀκούοντες τὰς σοφὰς αὐτοῦ γνώμας, ἠθέλομεν παραιτηθῆ τῆς ἰδέας τῆς διανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων, — διότι γενικαὶ θέσεις θὰ εἰπῇ γενικὴ ὑπηρεσία, θὰ εἰπῇ σῶμα γενικῶν ἐπιτελῶν, ἐκτελοῦν τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, — καὶ οὕτω θὰ ἐκλείψῃ μία ἀφορμὴ σκανδάλου. Ἐὰν ἡ καθόλου διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἀνατεθῇ εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν ὀργανωτὴν, πρέπει νὰ δώσωμεν αὐτῷ πολυάριθμον προσωπικὸν, θὰ καθίστατο δὲ οὕτως ἄχρηστος ἡ ὕπαρξις ὁμοίου τμήματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ νομοσχέδιον λέγει πρὸς τούτοις, ὅτι οἱ ξένοι ὀργανωταὶ θέλουσι θεωρεῖσθαι πολῖται Ἕλληνες. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ· θὰ ᾖναι πολῖται Ἕλληνες, ἢ θέλουν θεωρεῖσθαι ἁπλῶς πολῖται Ἕλληνες; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἴδωμεν εἰς ποίας διατάξεις δέον νὰ τοὺς ὑπαγάγωμεν. Ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ Ἕλλην ὑπήκοος ὁ ὀργανωτὴς αὐτὸς, τότε δὲν θὰ ἔχῃ μόνον πενταετῆ θητείαν, θὰ ἔχῃ ἀπεριόριστον θητείαν, διότι ἀποχωρίζεται τῆς πατρίδος αὐτοῦ.
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν λάβῃ ἄδειαν.
§210Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διατηρεῖ ἐκεῖ τοὺς βαθμούς του;
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται βεβαίως.
§212Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τότε θὰ ᾖναι προτιμότερον, τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενον «θεωρεῖται ὡς Ἕλλην» νὰ ὁρισθῇ ἄλλως. Ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος ἀπαιτεῖ στοιχεῖά τινα ἀπαραίτητα. Ἤκουσα νὰ γίνηται πολὺς λόγος περὶ ἐπεμβάσεως πολιτευομένων εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀντιθέτως, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀφίνω κατὰ μέρος, καὶ λέγω μόνον, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ στρατηγὸς νὰ μεταβάλῃ ἡμᾶς κατὰ τοῦτο, ὅπως μᾶς καταρτίσῃ ἁρμοδιωτέρους, ἵνα ἐξασκῶμεν τὸ ἀξίωμα τοῦ διοικεῖν, ὡς ἐπιβάλλει ἡμῖν τὸ καθῆκον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν ἔχω κανένα προσωπικὸν λόγον, ἀναφέρων τὸ ἑξῆς. Εἰς φύλλον ἐφημερίδος τινὸς εἶδον σήμερον δημοσίευσιν «ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ προσωπικοῦ». Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶναι λίβελλος δριμύτατος καθ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ μὲν ἐλάχιστα συνδέομαι, τοῦ συνταγματάρχου κυρίου Λυκούδη, πολυτίμου ὅμως ἀξιωματικοῦ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ βεβαιώσῃ, ὅτι κακῶς ἐτέθη «ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ προσωπικοῦ.» Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἤθελεν ἐπιτρέψει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξέλθῃ τοιοῦτον ἔγγραφον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου.
§213ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§214Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ τὸ ἀναγνώσω· ἁπλῶς μόνον τὸ ἀνέφερα, διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον εἶναι λεπτὴ ἡ τέχνη τοῦ διοικεῖν. Πιστεύσατε ὅτι, χωρὶς νὰ ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ἰδέαν νὰ ἔλθουν ξένοι ὀργανωταὶ, ἤθελον μάλιστα προβῆ προτείνων συμπλήρωσιν, δεκτῆς ἅπαξ καθισταμένης τῆς ἀρχῆς τῆς προσκλήσεως ὀργανωτῶν, ἤθελον εἴπει νὰ μὴ περιορισθῆτε εἰς τοὺς δύο μόνον ὀργανωτάς. Γνωρίζετε ὅτι ἔχομεν στρατιωτικοὺς ἰατροὺς ἱκανοὺς νὰ καταλάβωσιν ἕδρας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλ’ ἡ ὑγειονομικὴ τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσία ἀπεδείχθη πάντῃ ἀκατάρτιστος· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὀργανωθῇ αὕτη διὰ μετακλήσεως εἰδικοῦ ἀνδρός. Ὡσαύτως εἶναι θαυμάσιοι οἱ οἰκονομικοὶ ἡμῶν ἀξιωματικοὶ ὡς λογισταὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί. Ἡ ἐπιμελητεία παντελῶς ἔλειψεν· οὐδὲ σκιὰν τοιαύτης ἔχομεν. Ἀνάγκη πρὸς ὀργάνωσιν τοιαύτης νὰ μετακαλέσωμεν ἐπίσης εἰδικὸν ἄνδρα. Κατὰ τὸν πόλεμον πάντες οἱ ἰατροὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των θαυμασίως· εἰργάσθησαν ὑπερανθρώπως, ἐπέδεσαν πληγὰς, ἀλλὰ μηχανισμὸς τῆς ὅλης ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας οὐδαμῶς ὑπῆρχε. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως. Πρὸς τί, ἂν εἴχομεν πολυάριθμα ὑλικὰ, ἀλλ’ ἐστερεῖτο τούτων τὸ στράτευμα; Καὶ ἐπεκαλέσθημεν τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, τοῦ κ. Ἀγαθοκλέους· ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀγαθοκλῆς, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου, δὲν ἦτο ὅμως ἐπαρκὴς, οὐδὲ δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἑνὸς μόνου ἀνδρὸς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς ἐπιβάλλεται νὰ προσφέρῃ ἓν σῶμα εἰς ὁλόκληρον στρατόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, καὶ ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀρκούμενον εἰς δύο ὀργανωτὰς μόνον, δὲν εἶναι ἐπαρκές. Πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔλθωσιν οἱ ὀργανωταὶ συνωδευμένοι μὲ ἀξιωματικοὺς εἰδικούς. Ἐγένετο λόγος τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ περὶ τῆς ἀποτυχίας τῶν ἔργων τοῦ Βοσέρ. Ἀπέτυχεν ὁ Βοσὲρ διὰ ποικίλους λόγους. Εἶχεν ὅμως δύο βοηθοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν ἴχνη τῆς διαβάσεώς των· εἶχε τὸν λοχαγὸν Σεβαλιὲ, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ἀφῆκεν ἴχνη τῆς διαβάσεώς του, εἶχε τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Περουσὸν, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη κατὰ τρόπον, ὅστις βεβαίως ἀφῆκεν ἴχνη τῆς διαβάσεώς του· διότι, ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, τὰ ἐκτελούμενα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πυρὰ τοῦ πυροβολικοῦ ἐξετελοῦντο ἀτελῶς. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐδίδαξεν ὄντως πῶς πρέπει νὰ γίνωνται. Πίνακας τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σκοποβολῆς (πιθανοτήτων) μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδέποτε εἶχε συντάξει τὸ πυροβολικὸν, καὶ συνέταξε τότε, τοῦ Περουσὸν εἰσηγουμένου. Βλέπετε λοιπὸν, ἐὰν ἐκ τῆς πείρας θέλωμεν νὰ διδαχθῶμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ προσκλήσεως ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ, ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἑνὸς τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαιότατοι. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσιν αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτου, ἡ ἔλευσις τῶν ὀργανωτῶν δὲν θὰ καρποφορήσῃ, καὶ θὰ προεξοφλήσωμεν μίαν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἔχῃ διὰ τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο περὶ ἀναβολῆς μόνον προτείνω, οὐχὶ ὅμως περὶ ἀπορρίψεως τῆς ἰδέας. Ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἴσως λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε προτείνω, ἐὰν γένηται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα οὐ μόνον τοὺς ὀργανωτὰς, ἀλλὰ καὶ βοηθοὺς αὐτῶν δύνηται νὰ φέρῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον. (Εὖγε!).
§215Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσον μὲ ἐλύπησε τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, τόσον ἀφ’ ἑτέρου μὲ εὐχαρίστησε τὸ δεύτερον. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος ἀπεκάλυψε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε, νομίζω, ν’ ἀποκαλύψῃ. Τὸ δεύτερον μέρος ἦτο ἴσως ἐν πολλοῖς ἀναγκαῖον διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σκέψεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ κάμῃ, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε πράγματα γνωστὰ, ἀνέφερε πράγματα ὑπηρεσιακά· ἦτο ἀνάγκη ὅμως ἐνώπιον ὑμῶν νὰ λεχθῶσιν, ὡς ξένων πρὸς τὰ καθέκαστα τῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ εἰσέλθητε, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν εὔκαιρον μελέτην τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Μὲ εὐχαρίστησε δὲ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ἀπέδειξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης παρρησίας εἶπον ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τοιούτων ζητημάτων, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰ ζητήματα. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ἀπέδειξαν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἔχουν μελέτας πολλὰς καὶ ποικίλας, καὶ δύνανται νὰ κατασταθῶσιν ἄξιοι καὶ ὅμοιοι πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο τὸ παρήγορον μοὶ ἔδωκαν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων δύο συναδέλφων, τοῦτο τὸ παρήγορον δίδει εἰς τὴν πατρίδα μου σήμερον ἡ ἀγόρευσις αὐτῶν. Εἶμαι εὐτυχὴς, διότι προεκάλεσα διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου τοιαύτην συζήτησιν, διὰ ν’ ἀποδώσω τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν πατρίδα μου, τὴν ὁποίαν ἀπώλεσεν ἐκ διαφόρων δημοσιευμάτων καὶ ἐκ διαφόρων ἀπελπιστικῶν ἰδεῶν καὶ ἐκφράσεων.
§216Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ εἰλικρινὴς ὅσον καὶ εὔστροφος ἀγόρευσις τοῦ κυρίου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ ἀπέμεινεν ἄνευ συμπεράσματος. Ἴσως ἔπραξε τοῦτο ὁ κύριος Λιμπρίτης ἐκ σχήματος ῥητορικοῦ, ἴσως ὅμως καὶ νὰ τῷ διέφυγε νὰ δώσῃ ἡμῖν τὸ συμπέρασμά του, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ διάλυσις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἢ διάλυσις τοῦ ναυτικοῦ! Εἰς ἀξιοθρήνητον σημεῖον εὑρίσκεται ἀληθῶς καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στόλου. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, διότι ἔσχε τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπῃ συγχρόνως τί δέον γενέσθαι, καὶ πῶς τοῦτο ἐκτελεσθήσεται, καὶ τίνων μέσων ἔχομεν ἀνάγκην. Ἂς μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρόσκλησις ξένων διοργανωτῶν συνδέεται ἀρρήκτως μετὰ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἐὰν ἔχωμεν 100 ἢ 120 ἑκατομμύρια νὰ ἐξοδεύσωμεν, πρέπει νὰ προσκαλέσωμεν ξένους ὀργανωτὰς, διότι—ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρὰ—οὐδεὶς ἐκ τῶν ἡμετέρων βαθμοφόρων ἔχει σήμερον τὸ κῦρος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του καὶ ἡ γνώμη του νὰ γενῇ ἀποδεκτή. Τοῦτο ἀνομολογεῖται ἀπὸ πάντας τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ἡμῶν. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχωμεν τὰ εἰρημένα ποσὰ, τότε ἡ μετάκλησις ξένων ὀργανωτῶν εἶναι ἁπλῆ παιδιὰ, ἡ ὁποία οὐδὲν ἕτερον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἢ τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶναι γνωστὸν πόσον οὗτος εἶναι εὐαίσθητος. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς.
§217Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐδέχθη νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὑπέβαλε τὸ περὶ μετακλήσεως ξένων ὀργανωτῶν νομοσχέδιον, καίτοι εἶχεν ἀντίθετον περὶ τούτου γνώμην. Ἡ πληροφορία αὕτη μοὶ ἐφάνη δύσληπτος, ἂν μὴ παράδοξος· ἐπεθύμουν δὲ διὰ τοῦτο νὰ ἔδιδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πληρεστέρας ἐξηγήσεις, εἴτε κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, εἴτε κατὰ τὴν ἑπομένην, ὁπότε τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, πόθεν ἐξεπορεύθη ἡ περὶ μετακλήσεως ξένων ὀργανωτῶν γνώμη, καὶ πῶς ὑποστηρίζεται αὕτη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κάμνει τὴν δήλωσιν, ὅτι εἶχεν ἀντίθετον γνώμην. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπί τινος σημείου τῆς προηγουμένης ἀγορεύσεώς μου κρίσιν τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ἐξετίμησα μὲν ταύτην προσηκόντως καὶ μάλιστα ἀφοῦ προέρχεται παρ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἐξεπλήρωσε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του, ἀλλὰ δὲν ἀποκρύπτω ὅτι μένουσιν ἐν τῇ συνειδήσει μου πολλοὶ ἐνδοιασμοὶ περὶ τοῦ ἂν ἡ κρίσις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ἀκριβὴς καὶ δικαία. Συνέστησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ μετριάσω τὴν φράσιν μου, διότι τὰ ἐκ τοῦ πολέμου ἠθικὰ πλήγματα δὲν ἀποτελοῦσι τὴν ἀτίμωσιν, ἀλλὰ ἀτύχημα. Ἔστω. Ἀλλ’ ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν ἀπαισίας μνήμης ἄνευ ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης ἐσπευσμένην ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης μετὰ ὑλικοῦ πολέμου πολλῶν ἑκατομμυρίων, μετὰ τῶν ἀπροστατεύτων γυναικοπαίδων καὶ μετ’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου...
§218ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Οὐδεὶς τραυματίας ἐγκατελείφθη.
§219Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγκατελείφθησαν· μάλιστα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡρισμένα πρόσωπα.
§220Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τί ἡ ἀμφισβήτησις τῶν γεγονότων; Ἂν θέλητε νὰ συζητήσωμεν, ἔχομεν πολλὰ νὰ εἴπωμεν...
§221ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν ἐγκατάλειψιν ταύτην καὶ τὰς ἐπακολουθησάσας ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ἐθνικὰς συμφορὰς, βασανίζομαι ὑπὸ τῆς μελαγχολικῆς σκέψεως, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι, οἵτινες θὰ μοὶ εἴπωσι: «Τί τὸ ὄφελος; ἀντικατέστησας τὴν λέξιν ἀτίμωσις διὰ τῆς λέξεως ἀτύχημα, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα».
§222Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δύο λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν περικοπὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Εἶπεν ὅτι ἐν Λαρίσῃ ἐγκατελείφθησαν τραυματίαι καὶ γυναικόπαιδα. Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐπισήμως, ὅτι οὐδεὶς τραυματίας οὐδέποτε ἐγκατελείφθη οὔτε ἐν Λαρίσῃ οὔτε ἐν Φαρσάλοις. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατοίκους τῆς Λαρίσης, βεβαίως ὁ στρατὸς ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ πρὸ πάντων εἰς τὸ ὕψιστον συμφέρον τῆς διασώσεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον μόνον εἶχεν ἡ πατρὶς νὰ ἀντιτάξῃ, κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐχὶ εἰς μίαν πόλιν, ἥτις ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀνοικτὴ, ὅπως καὶ αὐτὴ διασωθῇ. Ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ στρατιωτικοὶ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον τοῦτο (θόρυβος).
§223Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε.
§224Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται αὐτὰ καὶ νὰ δικαιολογῶνται τ’ ἀδικαιολόγητα.
§225ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ εἶπον. Νῦν λαμβάνω τὸν λόγον μόνον ἵνα ἀπαντήσω εἴς τινα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπόν τινες τῶν ἀγορευσάντων. Καὶ ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησίν τινα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος διαδεχθείς με εἶπεν ὅτι τὰ ἀτυχήματά μας κατὰ τὸν πόλεμον ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνικανότητα τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ διευθύνωσιν. Ἀληθῶς ὑπέστημεν ἀτυχήματα, διὰ τὰ ὁποῖα πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἐχύσαμεν ἄφθονα δάκρυα, ἀλλὰ μεθ’ ὅλα τὰ ἀτυχήματα ἐκεῖνα καὶ μεθ’ ὅλον τὸ ἄλγος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τούτοις ἠσθάνθη πᾶς Ἕλλην, ἐκτὸς ἴσως ὀλίγων, μεθ’ ὅλους τοὺς ἐξευτελισμούς, οὓς ὑπέστη τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ μεθ’ ὅλους τοὺς κινδύνους, οὓς διετρέξαμεν, βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακὰ ὀφείλονται εἰς ἄλλα αἴτια, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀνικανότητα τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἀνίκανοι ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ· βεβαίως ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ἴσως μάλιστα ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν νὰ ᾖ ἀνώτερος τοῦ συνήθους εἰς πάντα στρατὸν, ἀλλὰ — τὸ ἐπαναλαμβάνω — τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα μετέβαλον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων εἰς βρύσεις δακρύων, δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνικανότητα τῶν ἀξιωματικῶν μόνον· ἡ αἰτία αὐτῶν ἔγκειται ἀλλαχοῦ, καὶ ἐκεῖ, ὅπου οὐδεὶς ἐκ τῶν ἁρμοδίων τολμᾷ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα, καὶ ὅπου βεβαίως θὰ τὴν θέσωμεν μίαν ἡμέραν· ἡ αἰτία τῶν πολλαπλῶν τοῦ τόπου τούτου δυστυχιῶν εἶναι βεβαίως ἡ κακή μας διοίκησις, τὴν ὁποίαν ἂν κατορθώσωμεν ποτὲ νὰ ἐξυγιάνωμεν, τότε καὶ μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἀξιοπρεπέστερον θὰ διεξαγάγωμεν ὁμοίαν ὑπόθεσιν ἐν τῷ μέλλοντι.
§226Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς τὸ εἶπον ἐγὼ αὐτὸ πρὸ ἑνὸς μηνός.
§227Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Σήμερον ὅμως εἴπετε ἄλλα. Ἀπεδώσατε τὰ ἀτυχήματα εἰς τὴν παχυλὴν ἀμάθειαν καὶ ἀνικανότητα τῶν νομιζομένων σοφῶν ἀξιωματικῶν.
§228Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν ζητῶ συγγνώμην, εἶναι ὁ στρατὸς μας γερμανικός, ὁ στρατός μας ἔχει παιδείαν μεγάλην, ἔχει ἱκανότητα!
§229ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ παίξῃ· ἐγὼ εἰς τοῦτο δὲν θέλω τὸν ἀκολουθήσει, διότι νομίζω ὅτι οὕτω παίζοντες δὲν θὰ μᾶς ἀνεχθῶσιν οἱ ἀκούοντες. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὴν διακοπήν του, λέγω ὅτι βεβαίως ὁ στρατός μας ἔχει παιδείαν καὶ ἱκανότητα, καὶ ὅτι τὸ Κράτος ὅλον δὲν ἔχει διοίκησιν ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της, καὶ τοῦτο βεβαίως ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ ὀλίγου, ἐπιστοποίησε δ’ ἀμέσως διὰ τῶν ἀστεϊσμῶν του. Μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡμίλησεν ἐκτὸς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ὁ ἐκ Βονίτσης συνάδελφος κ. Γουλιμῆς, ὁ ὁποῖος ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ἐβεβαίωσεν, ὅτι, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὴν χρησιμότητα τοῦ ὁποίου ἐξῆρεν, ᾐσθάνθη ἑαυτὸν ἀπαλλαγέντα ἀπὸ τοῦ ἀπὸ καιροῦ βασανίζοντος αὐτὸν ἐφιάλτου. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ ἱκανοὶ ἀξιωματικοί, ἀλλ’ ὅτι οὗτοι δὲν ἔχουσι τὸ κῦρος, ὅπως τὰς γνώμας των καὶ τὰς ἀποφάσεις των ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Κοινωνίαν, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν ξένοι, ὅπως οὗτοι, μὴ ἐστερημένοι τοῦ κύρους, συναρμολογήσωσι καὶ ταξινομήσωσι τὰ ἐνταῦθα εὑρισκόμενα στοιχεῖα καί, κατὰ τὴν φράσιν του, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβε καὶ ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κύριος Γίδας, κουρδίσωσι τὴν διὰ τῶν στοιχείων αὐτῶν ἀποτελεσθησομένην μηχανήν. Ὁμιλῶν ὅμως περὶ κουρδίσματος μηχανῆς, ἐλησμόνησεν ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ κλεῖδα, καὶ ὅτι τὴν κλεῖδα ταύτην θὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν δώσωμεν μέν, ἀλλὰ κατεσκευασμένην οὐχὶ ἐξ ἀργύρου ἢ χρυσοῦ καὶ χαλκοῦ, ἡ ἀνάμιξις τῶν ὁποίων, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γινώσκει ὁ κ. συνάδελφος, ἀποτελεῖ τὸ στερεώτατον κρατέρωμα, ἀλλ’ ἐκ μολύβδου, ἡ ὁποία εἰς τὴν πρώτην στροφὴν θέλει στρεβλωθῆ καὶ καταστῆ ἄχρηστος. Ὑστερώτερον ὡμίλησεν ὁ κ. Γίδας, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἔκρινε καλὸν νὰ θέσῃ εἰς τὰ χείλη μου λόγους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀληθῶς δὲν εἶπον. Εἶπε δηλαδὴ, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ Βοσὲρ οὐδὲν εἶπε πρὸς ἡμᾶς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλης τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τί ἐγὼ εἶπον, προκειμένου περὶ τοῦ στρατηγοῦ ἐκείνου. Προκειμένου περὶ τῆς ἀποστολῆς ἐκείνης, εἶπον ὅτι αὕτη ὅλην τὴν θέλησιν εἶχε νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα ἐκείνη ἐπρότεινε, καὶ κατέληξα εἰπὼν, ἂν ἡ Ἑλλὰς τότε δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ προτεινόμενα, πῶς θὰ τὰ ἐκτελέσῃ σήμερον, ὅτε εἶναι εἰς χείρονα οἰκονομικὴν κατάστασιν; Ταῦτα ἐγὼ εἶπον καὶ λέγω· ἡ δὲ Βουλὴ ἂς κρίνῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Γίδα, ἀνασκευάσαντος τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν· τὸ θέμα, κατ’ ἐμὲ, ἐξηντλήθη· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀντελήφθην, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδικαιολόγησεν, ὡς ὤφειλε, τὸ νομοσχέδιον, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ἐν πεποιθήσει. Καταστρέφων τὸν λόγον, ἓν μόνον ἔχω νὰ προσθέσω. Ἂν θέλωμεν νὰ μορφωθῶμεν στρατιωτικῶς καὶ προοδεύσωμεν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, πρὸς τοῦτο δὲν θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν οὔτε οἱ ξένοι ὀργανωταὶ οὔτε ἄλλο τι τοιοῦτον μέσον. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ μόνον, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, εἶναι τὸ νὰ γείνωμεν ἄνθρωποι καθὼς πρέπει· μόνον διὰ τούτου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸν τόπον μας· ἀλλὰ διὰ νὰ γείνωμεν πάντες ἄνθρωποι, τὸ σύνθημα εἰς τοῦτο πρέπει νὰ δώσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἴτε μονίμως εἴτε ἐκ περιτροπῆς διευθύνουσι τὸν τόπον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§231Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 2 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς κατὰ τὴν τρίτην καὶ τετάρτην αὐτοῦ παράγραφον: «Ἡ σύνθεσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκπονηθήσεται ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ καὶ καθορισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὁ κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ Ἕλλην ἀξιωματικὸς προϊστάμενος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ τηρήσει τὴν θέσιν του καὶ ἐξασκήσει τὰ καθήκοντά του ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ, ἀναλαμβάνοντος τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἐδάφια τοῦ ἄρθρου τούτου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–6, ὡς ἔχουσι).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§233Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 7 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ παράγραφον ὡς ἑξῆς: «Διὰ τὰς πληρωτέας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899 ἀποδοχὰς αὐτῶν χορηγεῖται πίστωσις ἔκτακτος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχμῶν μὲν 50,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ δραχμῶν δὲ 40,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, καταλογιζομένη ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον ΚΔʹ «Ἀποζημίωσις ὀργανωτοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.»
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 81,089.82 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898.
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι συνεζητήθη καὶ ὅτι εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συμπλήρωσίς τις.
§237Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐπρόκειτο περὶ συμπληρώσεως τοῦ νομοσχεδίου· ἐζητήθη ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφου τινὸς τοῦ πρωτοκόλλου παραλαβῆς τοῦ ἔργου τούτου ὑπὸ ὑπαλλήλων ἀνωτέρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοιαύτη παραλαβὴ ἐγένετο, καὶ προσεκομίσθη τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτυπώθη, διότι ἦτο πολυσέλιδον, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς τύπωσιν χρόνος. Βραδύτερον ὑπεβλήθη καὶ ἓν σημείωμα, κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐμφαῖνον πόσαι ἔγειναν ἐν ὅλῳ δαπάναι, καὶ τὸ σημείωμα τοῦτο προσεκομίσθη πρὸ ἡμερῶν. Κατὰ τὸ σημείωμα ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ δραχ. 237,942.
§238ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει τι, ὅπερ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, —ὁμολογῶ— καίτοι δ’ ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις, μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον αὐτάς. Τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ περὶ 38,000 δραχμῶν, εἶναι διάταγμα ἐπιτρέπον «τὴν ἔκδοσιν καὶ πληρωμὴν χρηματικῶν ἐνταλμάτων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ἐκ δραχμῶν 38,000 γενομένης προπληρωμῆς διὰ δαπάνας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου Ἀθηνῶν, ἄνευ μὲν τῶν ἐπὶ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων κεκανονισμένων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἢ ἐγκριτικῶν διαταγῶν, πάντως δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαχθησομένων διαφόρων λογαριασμῶν». Τὸ διάταγμα τοῦτο, ὡς τοιοῦτον, δὲν ἐδεῖτο νομοθετικῆς κυρώσεως, διότι εἶναι διάταγμα ἀπαλλάσσον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς ἄλλου τινὸς δικαιολογητικοῦ παρὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς προσαχθησομένους.
§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομοθετικὸν διάταγμα.
§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὔτε ἀναφέρεται εἰς ἐπικύρωσιν νομοθετικὴν ζητηθησομένην, οὔτε ἐκυρώθη τὸ διάταγμα τοῦτο.
§241ΝΕΓΡΗΣ. Ἐκυρώθη ἤδη κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον.
§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο διάταγμα ἐκυρώθη, καίτοι παρῆλθε τόσος καιρὸς καὶ τὰ πράγματα ἐγένοντο οὕτω περίπλοκα, ὥστε καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ καλῶς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ ταῦτα ἐνθυμοῦμαι θετικῶς· ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὶν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 81,000 δραχμῶν, ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ πρὸς πρὸς τὸ διάταγμα τοῦτο τῆς 22 Φεβρουαρίου, τὸ εὑρισκόμενον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», καὶ προσήχθησαν τὰ τρία ταῦτα ἔγγραφα, αὐτὸ τὸ διάταγμα, ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἅτινα καὶ ἔχω ἐνταῦθα καὶ ὧν τὸ ἓν ἐπεξηγεῖ τὸ ἄλλο, καὶ γίνεται δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ὑποχρεώσεως προσαγωγῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς πρὸς δαπάνην εἰς ἔργα 38,000 δραχμῶν, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ δικαιολόγησις διὰ μόνον τῶν προσαχθησομένων διαφόρων λογαριασμῶν τῶν ἐκτελεσάντων αὐτά. Τοῦτο τὸ Β. Διάταγμα δὲν ἐκυρώθη. Ἐκυρώθη διάταγμα μὴ ἀναφερόμενον εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, τὸ διάταγμα περὶ πληρωμῆς δρ. 170,000, διὰ συντήρησιν στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ ἀνέγερσιν μεθοριακῶν σταθμῶν πρῶτον, καὶ δεύτερον 7,920 δρ. δι’ ἀνέγερσιν ἀποθήκης ἐν Πειραιεῖ πρὸς ἀποθήκευσιν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο τὸ διάταγμα ἀφορᾷ εἰς στρατιωτικὰ κτίρια ἄλλα, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Νοσοκομεῖον. Ἔχομεν δὲ προσηγμένα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ αἰτήσει μου, καὶ ἔγγραφα ἀποδεικνύοντα ποῖον μέρος τῆς πιστώσεως τῶν 100,000 δραχμῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ Κεφάλ. 16 «πρὸς συντήρησιν οἰκοδομῶν», ἤτοι ἐπισκευὴν καὶ τροποποίησιν στρατιωτικῶν κτιρίων, ἐδαπανήθη. Καὶ ταῦτα τὰ ἔγγραφα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐκ τῶν 100,000 δραχμῶν ἐδαπανήθησαν 98,680, δεικνύοντα καὶ τὰς λεπτομερείας. Ἀλλὰ πίστωσις εἰδικὴ ὑπὲρ τοῦ Νοσοκομείου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη, διάταγμα δὲ ἐπιτρέπον δαπάνην 38,000 δραχμῶν μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς δὲν προσήχθη, οὐδ’ ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καί, ἐπαναλέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἐκυρώθη τὸ διάταγμα τῆς 22 Φεβρουαρίου, διότι τοῦτο δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις καὶ πληρωμὴ χρηματικῶν ἐνταλμάτων εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898 διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ἐκ δραχ. 38,000 γενομένης προπληρωμῆς διὰ δαπάνας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου ἄνευ μὲν...» κτλ. Τοῦτο τὸ διάταγμα δὲν εἶναι διάταγμα παρέχον πίστωσιν, ἀλλὰ διάταγμα παρέχον εὐκολίαν πρὸς καταβολὴν ποσῶν προϋποτιθεμένης πιστώσεως, ἣν πίστωσιν ὅμως δὲν βλέπω ἐγώ, πότε καὶ ποῦ ἐδόθη.
§243Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐδόθη, κύριε Βουλευτά, κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον.
§244ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἀληθές, Κύριοι, εἶναι, ὅτι ἐνταῦθα ἐγένετο δαπάνη ποσῶν διαφόρων, ἅτινα δὲν δυνάμεθα ἔτι καὶ σήμερον νὰ καθορίσωμεν, — καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι δαπάνην 20,000 δραχ. μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακριβώσῃ, — καὶ ὅτι ἡμεῖς σήμερον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τυφλῶς, ἐγκρίνοντες διὰ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν τὰ ὁπωσδήποτε γενόμενα. Βεβαίως τὰ γενόμενα ἐγένοντο, ἐννοῶ δὲ καὶ τὴν στενοχωρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀναγνωρίζει μὲν, ὅτι ἐγένοντο ὑπὸ ἄλλων ἀτάκτως, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τῶν δαπανῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ μείνωσιν ἐκκρεμῆ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους βεβαίως ἡ Βουλή, ὑπείκουσα εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως, θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, τοὺς μὴ μέλλοντας νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπολείπεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν ἐδαπανήθησαν, μὴ τηρηθέντος μηδὲ τοῦ ἄλφα τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τεθειμένων περιορισμῶν. Ταῦτα εἶχον ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπω.
§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος νὰ μὴ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐντὸς τοῦ θέματος, συζητοῦντες περὶ δαπανῶν ἄλλων, μὴ ἀναγομένων εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις αἰτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐγκρίνῃ πίστωσιν ἐκ δρ. 81,000, αἵτινες ἐδαπανήθησαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου· προσήγαγε δὲ πρὸς τοῦτο προϋπολογισμὸν συνταχθέντα ὑπὸ γνωστοῦ μὲν μηχανικοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦτο δὲ, διότι εὑρίσκετο ἐν συνεχείᾳ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, ἀνατεθέντος εἰς τὸν γνωστὸν ἀρχιτέκτονα κ. Μεταξᾶν. Βραδύτερον, ἐπειδὴ ἐζητήθη πρωτόκολλον παραλαβῆς, προσήχθη καὶ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη, ἀναγράφεται, ὅτι πλὴν τῶν 81,000 δραχ. ἐδαπανήθησαν καὶ ἄλλαι 38,000 καὶ ἄλλαι 18,000 καὶ ἄλλαι 100,000 ἢ 120,000. Διαμαρτύρεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διατὶ περὶ τῶν 38,000 δραχμῶν δὲν ἐλήφθη ἡ προσήκουσα πρόνοια, ὅπως γείνωσι τὰ πάντα κανονικῶς. Δύναται νὰ ζητήσῃ, ὅπως προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα. Ἄλλως τε, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ δαπάνη τῶν 38,000 δραχμῶν ἐκυρώθη ἤδη ὑπὸ προηγουμένου νόμου...
§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἐκυρώθη.
§247ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω περὶ τούτου. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε διὰ τὴν δαπάνην τῶν 38,000 δραχμῶν νὰ προσαχθῶσι τ’ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα, καὶ νὰ ἐλέγξητε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ δαπάνη. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Πρόκειται περὶ τῆς δαπάνης τῶν 81,000 δραχμῶν, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς προσήχθη, καὶ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ δαπάνη αὕτη. Δὲν ζητοῦμεν νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν δαπάνην τῶν 38,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἐκείνη ἐγένετο ἀτάκτως, ἀπομένει πάντοτε ἡ εὐθύνη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Περὶ ἐκείνης δὲν ζητοῦμεν σήμερον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ τῆς δαπάνης τῶν 81,000 δραχμῶν. Ἐπ’ αὐτῆς λοιπὸν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντίθετον γνώμην τῆς ἡμετέρας. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο σκοπίμως. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη.
§248ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τοῦ ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ εἰς ἔργον θεάρεστον, περὶ τοῦ ὅτι ἡ δαπάνη ἐγένετο σκοπίμως, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις. Οὐδὲ θέλω ἐγὼ νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ὁ νοῦς τῶν λόγων μου ἀνάγεται πρὸς τὰ πρόσωπα, ἅτινα θεαρέστως ἐφρόντισαν περὶ τοῦ ἔργου τούτου. Ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις εἶναι τεταγμέναι πλησίον τῶν προσώπων, ἅτινα οὕτως ἐργάζονται, ἵνα λέγωσι πρὸς αὐτὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀνακόπτωσιν αὐτὰ ἐν τῷ ζήλῳ τῷ ὑπερθεαρέστῳ, ὑπομιμνήσκουσαι αὐτὰ, ὅτι ὑπάρχουσιν ὅροι τοῦ νόμου, οὓς οὐδεὶς δύναται νὰ παραβῇ. Ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις, αἵτινες ἐγένοντο ἀτάκτως, εἶναι οἱ ἐκ τοῦ νόμου ὑπεύθυνοι. Καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα ὀφείλομεν ταῦτα πάντα νὰ ὑποδείξωμεν, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ λήθη πάλιν ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ καὶ ἔχωμεν ἐκ νέου ἀτακτήματα ὅμοια πρὸς τὰ σήμερον παρουσιαζόμενα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει σήμερον περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 81,000 δραχμῶν, ὅτι πρέπει νὰ κυρωθῇ, διότι σκοπίμως ἐγένετο· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται ὅτι ἐγένετο παρὰ τὸν νόμον, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἔργα ταῦτα, τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμενα, ἐξετελέσθησαν καὶ παρελήφθησαν πρὸ τῆς κατὰ τὸν νόμον ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894 ἐγκρίσεως αὐτοῦ, καθυστερεῖται δὲ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἡ πληρωμὴ αὐτῶν, διὰ τοῦτο...» κλπ. Ἐγένοντο ἄρα ἔργα κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894, καὶ ἐγένοντο κατὰ παράβασιν αὐτοῦ διότι δὲν προηγήθη προϋπολογισμός, διότι δὲν προηγήθη νόμος, καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ζητεῖ νὰ κυρώσωμεν ταῦτα οὕτως ὅλως διόλου ἐπιεικῶς! Ἡ Βουλὴ βεβαίως θέλει ἐπικυρώσει αὐτὰ, ὑπείκουσα εἰς τὴν ἀνάγκην· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἰσχυρίζηται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐγένετο τακτικῶς ἡ δαπάνη, ἣν αὐτὴ ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ ἀνομολογεῖ ἄτακτον.
§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ δαπάνη τῶν 81,000 δραχ. ἐγίνετο κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων, προηγεῖτο δὲ ταύτης ἡ ἀναγκαία καὶ ἐκ τῶν ἰσχυόντων νόμων ἐπιβαλλομένη πίστωσις, οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἀποχρῶν λόγος πρὸς ὑποβολὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς, ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐγνωρίσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου ἐπεχειρήθη ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τῆς πριγκιπίσσης Σοφίας, φρονούσης ὅτι ἠδύνατο τοῦτο νὰ ἐκτελεσθῇ δι’ ὧν διέθετο χρημάτων. Ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ διατεθεῖσαι πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος δραχ. 100,000 ἢ 120,000 δὲν ἐπήρκεσαν. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κόρπας ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν καὶ ἐδαπάνησεν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου δραχ. 38,000 διὰ πιστώσεως προκληθείσης διὰ Β. Διατάγματος, κυρωθέντος ἤδη διὰ νόμου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπήρκεσε, καὶ κατὰ διαταγὴν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας δραχ. 81,000. Πρὸς τακτοποίησιν καὶ νομιμοποίησιν τῆς δαπάνης τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§250ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Ὑμεῖς σήμερον ζητεῖτε τὴν ἐπικύρωσιν, ἥτις θὰ σᾶς δοθῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας· ἡμεῖς δὲ, ὑποτασσόμενοι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας, ἐγείρομεν φωνὴν διαμαρτυρίας, ἵνα ὑπενθυμίσωμεν εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἀνωτάτην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὅτι ὀφείλουν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἦναι προσεκτικώτεροι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο. Προσήχθη πράγματι εἰς τὴν Βουλὴν οὗτος ὁ πίναξ μετὰ πρωτοκόλλου, ὅστις οὐδὲν ἄλλο περιέχει ἢ αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα εἶναι τετυπωμένα ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅ,τι εἶναι τετυπωμένον ἐνταῦθα, περιλαμβάνεται καὶ ἐκεῖ.
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ ὁ ἀρχιτέκτων κ. Μεταξᾶς.
§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα... Παρέλαβον οἱ διορισθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρὰ τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Μεταξᾶ αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Μεταξᾶ. Τοιαῦται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἄλλας, διότι ταῦτα εἶναι τὰ μόνα ὑπάρχοντα περὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἔγγραφα.
§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐδήλωσε ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῆς δαπάνης ταύτης. Φρονῶ δὲ, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον ἐντόνως ἐγένοντο κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἠδύναντο ἴσως νὰ λάβωσι χαρακτῆρα γενικώτερον, ὅτε συνεζητοῦντο τόσα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἑκατομμυρίων ὅλων δαπάναι ἐνεκρίθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως, διότι δὲν λησμονῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγκριθέντων νομοσχεδίων, τῶν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀντιρρήσεως, ὑπῆρχε καὶ ἕν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν πρὸς συντήρησιν ὁδῶν ἑκατομμύρια ὅλα ἄνευ πιστώσεως ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τότε δὲν ἤκουσα διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, διατὶ τόσον ἐντόνως διαμαρτύρεται ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ μνήμη σᾶς πλανᾷ, διότι περὶ τὰ τῶν ὁδῶν ἡ διαμαρτυρία ἐγένετο κατὰ τὴν περίφημον ἐκείνην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐπετέθη λάβρος κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων καὶ ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς, προετάθησαν δὲ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων οἱ λόγοι οἱ ἀναγόμενοι εἰς τὰ δημόσια ἔργα, ὅτε δὲ μετέπειτα ἦλθον τὰ διατάγματα ἐνταῦθα πρὸς κύρωσιν, δὲν ὑπῆρξε διάταγμα, ἐφ’ οὗ δὲν ἠκούσθησαν λέξεις διαμαρτυρίας· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ νὰ ψηφισθῶσι τὰ διατάγματα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τούτῳ εἰσήγαγε καὶ ἐψηφίσθησαν. Ἐὰν σήμερον ἐπεμείναμεν περισσότερον, ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε κἄπως ἀπόψε νὰ δικαιολογήσῃ τὰ πράγματα, καίτοι ἄλλως ἀναγνωρίζει τὸ ἀνώμαλον αὐτῶν. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἐπιμείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν δικαιολογίαν, βεβαίως δὲν ἤθελον καὶ ἐγὼ ἐπιμείνει εἰς τὴν διαμαρτυρίαν, ἥτις ἄλλως καταντᾷ ἐντελῶς τυπική.
§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει σύγχυσις· διότι, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἐγένετο λόγος ὡς πρὸς νέα ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον τότε ὁρισθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν κλπ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔκαμα μνείαν περὶ τούτων· ἔκαμα μνείαν περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητοῦντο ἑκατομμύρια. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ ἐκεῖ δὲν ἤκουσα φωνὴν διαμαρτυρίας, ἀκούω πολλὰς διαμαρτυρίας σήμερον, προκειμένου περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς Νοσοκομεῖον τέλειον, ἀντὶ τοῦ ἄλλοτε τοιούτου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀθλίαν κατάστασιν γινώσκετε.
§256ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τελειότερον ἔργον εἰς τὴν Εὐρώπην.
§257ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῆς τελειότητος τοῦ ἔργου δὲν ἐγεννήθη ἀμφιβολία, καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, ὅτι εἰς τοῦτο δὲν ἀπέβλεπον αἱ παρατηρήσεις μου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ἦναι προσεκτικαί, καὶ ὅσον σκοπιμώτερα εἶναι τὰ ἔργα, τόσον προσεκτικώτεραι ἔχουσι χρέος νὰ ἦναι εἰς τὰς δαπάνας. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως ἐπέμβασιν εἰς ἐξέτασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν γενομένων ὑπὲρ τοῦ Νοσοκομείου.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ τὰ λεχθέντα οὐδένα ἄλλον ἔχουσι σκοπὸν, διότι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι οἱ διαπράξαντες τὰ γενόμενα, οὐδὲ φέρουσιν εὐθύνην ἐπὶ τούτοις· τὴν εὐθύνην φέρουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ταῦτα διεπράττοντο, καὶ παρέλειψαν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον. Βεβαίως εἴχομεν δικαίωμα νὰ καταγγείλωμεν, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, μὴ λησμονοῦντες ὅτι τὰ πράγματα ἐγένοντο ὡς ἐγένοντο, ἀλλὰ ἐλπίζοντες καὶ εὐχόμενοι νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοῦ λοιποῦ.
§259ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅλον.
§260ΝΕΓΡΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ διὰ δευτέραν φορὰν, ἀφοῦ βλέπω τοὺς κυρίους ἐπιμένοντας ἐναντίον τῆς ἀληθείας, νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ ἐκτελεσθὲν ἔργον εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ὠφελίμων, ὡς ὅλοι ὑμεῖς εἴπετε. Ἀντελήφθη τοῦτο καὶ ἡ τέως Κυβέρνησις. Οὐχ ἧττον ὅμως, θεωρήσασα ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ κυρώσῃ τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν 81,000 δραχμῶν, ἀνέβαλε τὴν πληρωμὴν, ὅπως πρῶτον λάβῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐσεβάσθη καὶ τὴν Βουλὴν, ἐσεβάσθη καὶ τοὺς νόμους, καὶ ἀπορῶ ἀληθῶς, πῶς ἀρχηγοὶ κομμάτων δύνανται ἀκόμη νὰ εὕρωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα αἰτία πρὸς ἐπίκρισιν.
§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπορεῖτε, διότι δὲν ἐγνωρίζετε τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διεχειρίζεσθε. Τί λοιπὸν θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ;
§262ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐννοεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ πράγματα.
§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφίνατε νὰ γίνωνται ἀνακαινίσεις δημοσίων καταστημάτων, καὶ νὰ δαπανῶνται εἰς αὐτὰς καὶ δημόσια χρήματα κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνον, ὃν οἱ νόμοι ὁρίζουσιν, οὐδ’ ἠδυνήθητε νὰ κατανοήσητε τὰ γιγνόμενα.
§264ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ πρῶτον μέρος τοῦ σημερινοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς (ἀναγινώσκει).... Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν γνωρίζομεν ποία ἡ δαπάνη, ἥτις ἐν τούτοις τίθεται ἐν τῷ διατάγματι τῆς 22 Φεβρουαρίου ὡς βάσις περαιτέρω ὑπηρεσιακῆς ἐνεργείας πρὸς καταβολὴν τῶν 38,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴν κατόπιν δαπάνην τῶν 81,000 δραχμῶν· διότι εἰς τὸ διάταγμα τὸ περὶ τῶν 38,000 δραχμῶν, ἐὰν ἐξετάσητε τὰ συνοδεύοντα αὐτὸ ἔγγραφα, θέλετε ἴδει τί λέγει ὁ Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἡ πριγκίπισσα Σοφία ἀνέλαβεν ἰδίαις δαπάναις τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, καὶ πρὸς τοῦτο διέθεσεν 100 χιλιάδας δραχμάς. Κατὰ τὴν περίοδον ὅμως τῶν πρὸς τοῦτο γενομένων μετατροπῶν καὶ ἐπισκευῶν παρέστη ἀνάγκη νὰ ἐκτελεσθῶσι εἰς τὸ αὐτὸ Νοσοκομεῖον ἐργασίαι ἀναπόφευκτοι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ὧν ἡ ἐκτέλεσις ἔδει νὰ προηγηθῇ τῶν ἐκτελουμένων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Α. Β. Ὑψ. ἐργασιῶν. Αἱ ἐργασίαι αὗται εἶναι ἡ ἐγκατάστασις σωλήνων διοχετεύσεως ὕδατος εἰς τὸ Νοσοκομεῖον καὶ τοὺς λουτῆρας αὐτοῦ, ἡ ἐγκατάστασις ἀεριόφωτος, ἡ τοποθέτησις θερμαστρῶν καὶ ἕτεραι παρεμφερεῖς ἐργασίαι, αἵτινες ἀπῄτησαν δαπάνην 38,000 δραχ. περίπου...» Ἐνταῦθα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν τὴν ἐπίσημον, ἂν ὄντως ἐψηφίσθη τὸ διάταγμα τοῦτο, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἀμφισβητεῖται (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἡ δαπάνη ὅμως αὕτη, ἡ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ παρ’ αὐτῆς προορισθέντος ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν, δέον ὅπως ἐπιβαρύνῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Λαμβάνω ὅθεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ ἀνωτέρω καὶ νὰ παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστούμενον ἐγκρίνῃ νὰ καταλογισθῇ ὁριστικῶς ἡ δαπάνη αὕτη εἰς βάρος τῶν πιστώσεων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας» (τίνων πιστώσεων;) «ἄνευ τῶν κεκανονισμένων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ πάντως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος παραδοθέντων αὐτῇ λογαριασμῶν πρὸς τακτοποίησιν οὕτω τῆς γενομένης πρὸς τοὺς ἐργολάβους προπληρωμῆς τῶν δραχ. 38,000.» Ἡ ἐργολαβία αὕτη, θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ συμπολίτης μου, ὅτι εἶναι τακτική!
§265Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης ἠπόρησε, πῶς ἀρχηγοὶ κομμάτων ἐπιλαμβάνονται τοιαύτης συζητήσεως διὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται, ἵνα κυρώσωσι τὰς ἀντινομίας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέπραξεν. Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Ἑλλάδι, ἀγνοοῦντες ὅτι διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ δημόσιον ἔργον, τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμὰς, ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος καὶ προϋπολογισμὸς περὶ τούτου, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1894. Ἐκφράζω λοιπὸν τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς ὑπῆρξαν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτην στοιχειώδη ἄγνοιαν ἔχοντες τῶν καθηκόντων αὐτῶν.
§266ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς κουράσω καὶ πάλιν. Γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι τὰς πρώτας 100,000 δραχμὰς ἐξώδευσεν ἐξ ἐράνων, ὧν τὴν διάθεσιν εἶχε πλήρη, ἡ σεπτὴ πριγκίπισσα Σοφία...
§267Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο.
§268ΝΕΓΡΗΣ. .. καὶ δι’ αὐτὰς βεβαίως δὲν ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν λογαριασμόν. Σήμερον δὲ μετ’ ἀπορίας βλέπω, ὅτι τινὲς ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐξεύρωσι ποῦ ἐδαπανήθησαν αὐταὶ αἱ 100,000 δραχμαί. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲ κατὰ διάνοιαν μᾶς ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξετάσωμεν περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξωδεύθησαν αἱ 100,000, ἐγένετο ὑπέρβασις, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐδαπάνα. Ὅτε ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αὕτη δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι τὸ ἔργον ἦτο πολλοῦ λόγου ἄξιον, ὡς ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ἡ δαπάνη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν εἶχε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἤθελεν ἐγκριθῆ, καὶ εἶχεν ἑτοιμάσει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ πολλὰ ἄλλα ἴσως ἦτο δυνατὸν νὰ κατακριθῇ ἡ τέως Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὄχι δι’ αὐτό. Καὶ ἐπιμένω λέγων, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε λάθος εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, βεβαίως δὲν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ.
§269Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐγκρίνωμεν καὶ κυρώσωμεν κατάφωρον, κατάδηλον, τολμηρὰν καὶ αὐθάδη παραβίασιν νόμου. Τοῦτο εἶναι ἀληθῶς ἀπελπιστικὸν καὶ ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Πολλὰ βεβαίως ἔχουν νὰ παρουσιάσουν τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν δύναταί τις νὰ εὕρῃ προηγούμενον ὅμοιον ἢ ἀνάλογον πρὸς τὸ περὶ οὗ πρόκειται. Εὑρίσκονται Ὑπουργοὶ, οἵτινες διαπράττουν προφανῶς πράξεις παρανόμους καὶ ἀξιοποίνους, καὶ ἔπειτα ἔρχονται ἄλλοι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν τὴν ἔγκρισιν τῆς παρανόμου καὶ ἀξιοποίνου πράξεως! Δὲν ἠξεύρει κανείς, πῶς νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην τακτικήν. Εἶναι ἀληθῶς ἀχαρακτήριστος!...
§270Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ σύνηθες ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ γίνωνται δαπάναι.
§271ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον σύνηθες, ἀλλὰ καὶ νόμιμον εἶναι νὰ γίνωνται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δαπάναι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως· ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν πρόκειται; Ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος ὁρίζει, ποῖαι δαπάναι δύνανται νὰ γείνουν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Μία καὶ μόνη εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τῶν δαπανῶν, ὅσαι γίνονται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἡ βάσις τῆς ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης· ἀλλ’ ἐδῶ οὐδεμία ἀνάγκη κατεπείγουσα καὶ ἀνυπέρβλητος ὑπῆρχεν. Ὅ,τι ἐγένετο πρὸ ἕξ μηνῶν, ὅτε ἀπουσίαζεν ἡ Βουλή, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ γείνῃ μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἵνα προκληθῇ ὁ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενος νόμος.
§272Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἀνακαίνισις τοῦ Νοσοκομείου;
§273ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνακαίνισις ἢ ἡ ἐπισκευὴ τοῦ Νοσοκομείου ἦτο ἀναγκαία, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἀνωτέρα ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, κατὰ προφανῆ παραβίασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ πρὸ πάντων τοῦ νόμου τοῦ 1894, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ πᾶσαν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν ἢ ἐπισκευὴν δημοσίου κτιρίου ὑπερβαίνουσαν τὰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος καὶ εἰδικὸς προϋπολογισμός, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται εἰδικὴ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Μέχρι τοῦ 1894 ὑπῆρχε μόνον ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος τοῦ 1852, ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος ἔδιδε πολλάκις ἀφορμὰς εἰς καταχρήσεις, ἕνεκα τῶν ἐξαιρέσεων, ἃς ἀνέγραφε, προκειμένου περὶ δημοσίου συναγωνισμοῦ, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1894 προεκάλεσε τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ πᾶσαν δαπάνην εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου διὰ δημόσια κτίρια, ὑπερβαίνουσαν, ὡς εἶπον, τὰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς, ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἡ σχετικὴ δὲ δαπάνη ἀναγράφεται ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ ἐδαπάνησαν ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας δραχμὰς ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἄνευ ἐποπτείας τινὸς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, διότι τὰς ἐργασίας διηύθυνεν ἰδιώτης μηχανικός, καὶ ἄνευ ἐρεύνης τινὸς ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς μελέτης αὐτῶν. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλὰ τὸ ἔτι χεῖρον εἶναι, ὅτι παρεβιάσθη κατὰ τρόπον ἀνήκουστον ὁ πρόσφατος νόμος τοῦ 1894. Ἀπίστευτος ἀληθῶς καταντᾶ ἡ θρασύτης τῶν πρώην Ὑπουργῶν, καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἄγεται εἰς τὸ θλιβερὸν διὰ τὴν Πολιτείαν συμπέρασμα, ὅτι ἐξεχαρβαλώθη αὕτη καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη. Ἐὰν ἐλειτούργει ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι τώρα εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὰ περὶ εὐθύνης τῶν διαχειριζομένων οἱανδήποτε δημοσίαν ἀρχὴν οὐδεμίαν ἔχουν σημασίαν. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἀπροστατεύτους, οἵτινες ἤθελον ἀνοίξει λογαριασμόν τινα, μικρὸν ἢ μεγάλον, μὲ τὴν Δικαιοσύνην! Διὰ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς τυγχάνοντας προστασίας ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς σκέψεως βεβαίως ἐστηρίχθησαν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ, διὰ νὰ διαπράξουν μίαν τόσον κολοσσιαίαν καὶ ἀσύγγνωστον παρανομίαν. Τολμῶσι νὰ ζητοῦν καταφύγιον ὄπισθεν τοῦ σεπτοῦ ὀνόματος τῆς πριγκιπίσσης Σοφίας. Τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς. Εἶχεν ἡ πριγκίπισσα εἰς τὴν διάθεσίν της πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ Νοσοκομείου ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ ἐδέχθησαν, ὅπως ἡ ἐπισκευὴ γείνῃ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν Αὐτῆς. Ἔστω. Ἀλλ’ εἶδον κατόπιν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ἀπῃτοῦντο καὶ ἄλλαι ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες, αἱ ὁποῖαι θὰ κατεβάλλοντο ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἐπισκευὴν δημοσίου κτιρίου. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη νὰ καταβάλῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰς ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας δραχμὰς, γεννᾶται ἡ ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις νὰ γείνῃ ἡ δαπάνη αὕτη σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τὸ κατέστησαν γνωστὸν τοῦτο πρὸς τὴν πριγκίπισσαν; Βεβαίως ὄχι. Ἂν εἶχον τὴν ἀπαιτουμένην πολιτικὴν χρηστότητα νὰ τὸ καταστήσουν γνωστὸν, ἡ πριγκίπισσα, ἡ μέλλουσα Βασίλισσα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως παραβιάζωνται ἀσυστόλως καὶ σκανδαλωδῶς οἱ νόμοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον ἐπιμείνει, ὅπερ δι’ ἐμὲ εἶναι ὑπόθεσις ἀδύνατος, οἱ Ὑπουργοὶ ὤφειλον, ἂν ἤθελον νὰ ἦναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως αὑτῶν, νὰ μὴ κύψουν δουλοπρεπῶς τὸν αὐχένα, ἀλλὰ νὰ ἀντιτάξουν τὴν ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένην πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς δημοσίας ἠθικῆς ἀκαμψίαν, διότι οὐδεὶς εἶναι ἀνώτερος τῶν νόμων. Οὕτως ἔπρεπε νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ, καὶ νὰ μὴ ζητῇ νὰ παρασύρῃ τὴν πλειονοψηφίαν εἰς ἔγκρισιν τῶν ἀθεμιτουργιῶν τῶν πρώην Ὑπουργῶν, οἵτινες δὲν ἀπέρρεον ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ εἶχον στρατολογηθῆ ἐν τοῖς αὐλικοῖς παρασκηνίοις. Εἰσάγετε καθ’ ἑκάστην σωρείαν νομοσχεδίων, καὶ μᾶς κρατεῖτε μέχρι τῆς πρωίας, ἵνα τὰ ψηφίζωμεν καὶ τὰ καθιστῶμεν νόμους· ἀλλὰ πρὸς τί αὐτὴ ἡ ῥαγδαία νομοχάλαζα, ἀφοῦ σεῖς οἱ ἴδιοι ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπικυρώνῃ τὰς αὐθαδεστέρας τῶν παραβάσεων τῶν νόμων; Μέχρις ἀπονοίας ἀληθῶς φθάνει τις, ὅταν ἀναλογίζηται τὴν οἰκτρὰν ταύτην πολιτειακὴν κατάστασιν. Δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἔλλειψις σεβασμοῦ καὶ εὐλαβείας καὶ ὑπακοῆς εἰς τοὺς νόμους. Καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἔρχεσθε ν’ ἀναγνωρίσητε ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς, ζητοῦντες τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου! Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσητε καλλίτερον καὶ ἐπιτηδειότερον ὅπλον εἰς τοὺς κρυφίους καὶ φανεροὺς πολεμίους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. «Ἀλλὰ, λέγουν τινὲς, τί πρέπει νὰ γείνῃ; Αἱ δαπάναι ἐγένοντο· οἱ ἐργολάβοι δικαιοῦνται νὰ πληρωθοῦν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἔγκρισιν;» Ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ τοιαῦτα λέγοντες νὰ τοῖς ἀπαντήσω, ὅτι ἀτελῆ ὅλως ἔχουν ἰδέαν περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον, ἐλέγχον τὰς κυβερνητικὰς πράξεις καὶ εὑρίσκον αὐτὰς παρανόμους καὶ μὴ δικαιολογουμένας ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης, ὄχι μόνον δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκρίνῃ αὐτὰς, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τοὺς ἀκολασταίνοντας Ὑπουργούς. Ἀλλὰ δὲν θὰ πληρωθοῦν οἱ ἐργολάβοι. Ἀδιάφορον δι’ ἡμᾶς. Ἂς στραφῶσι κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν προσωπικῶς, καὶ ἂν ἀποτύχουν, ἂς αἰτιῶνται ἑαυτοὺς, διότι ἐγνώριζον καὶ ὤφειλον νὰ γνωρίζουν, ὅτι τὰ ἔργα, ὧν ἀνέλαβον τὴν ἐκτέλεσιν, ἐγίνοντο ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν νομίμων διατυπώσεων καὶ χωρὶς νὰ προηγηθῇ εἰδικὸς νόμος καὶ εἰδικὸς προϋπολογισμός. Ἐδαπανῶντο δηλαδὴ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες δραχμαὶ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὸ ἰδιωτῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ ταλαίπωρον Κράτος, ποῖαι ἐργασίαι ἐξετελοῦντο καὶ τίνος ἀξίας ἦσαν αἱ ἐργασίαι αὗται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνωμαλίας. Ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς ἀνωμαλίας πρόκειται ἐδῶ; Ἂν δὲν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ γεγονὸς, δύσκολον θὰ ἦτο νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι εὑρέθησαν Ὑπουργοὶ νὰ παραβιάσουν καὶ ἀθετήσουν τοὺς νόμους τόσον τολμηρῶς...
§274Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀσυστόλως.
§275ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀσυστόλως, ἀφοῦ τὸ θέλετε. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἁπλῆς ἀνωμαλίας, ἀλλὰ περὶ ἀξιοποίνου πράξεως. Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνεται πόσος λόγος δι’ ἑκατὸν περίπου χιλιάδας δραχμὰς, ἀφοῦ ἐνεκρίθησαν ἤδη δαπάναι ἀνερχόμεναι εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια...
§276Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι δὲν ἤκουσα φωνὴν διαμαρτυρίας, ὅτε ἐνεκρίνομεν δαπάνας γενομένας ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἀνερχομένας εἰς ἑκατομμύρια. Αὐτὸ εἶπον.
§277ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς λέγετε αὐτό! Ὅπως καὶ τώρα, οὕτω καὶ ὅτε συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐνεκρίνοντο αἱ δαπάναι τῶν ἑκατομμυρίων, ὕψωσα ἔντονον διαμαρτυρίας φωνὴν, καὶ διὰ μακρῶν συνεζήτησα, καὶ πρότασιν ὑπέβαλον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἑρμηνεύσῃ δι’ αὐτῆς τὴν ψῆφόν της καὶ διακηρύξῃ ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐκδοθέντα νομοθετικὰ διατάγματα ἦσαν ἀντισυνταγματικά· ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου τότε, ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, καίτοι ἐτροπολογήθη ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἐκεῖ τοὐλάχιστον εἶχον τηρηθῆ τὰ προσχήματα. Ἀπολογούμενος εἷς τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ἔλεγεν ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ἡγεμὼν δὲν ἤθελε νὰ καλέσῃ τὴν τότε Βουλὴν, ὡς μὴ ἐκπροσωποῦσαν τὸ δημόσιον φρόνημα, αἱ περιστάσεις δὲ δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἄμεσον διάλυσιν, ὑφίστατο ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα διὰ διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου λείπουν καὶ αὐτὰ τὰ προσχήματα. Οὐδεμία, ὡς εἶπον, ἀνάγκη ὑπῆρχε νὰ ἐπιδειχθῇ τόση σπουδὴ πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ νοσοκομείου κατὰ παράβασιν τῶν νόμων.
§278Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν διέπραξε τοιοῦτόν τι.
§279ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγε, νομίζω, πρό τινων ἡμερῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἦναι ἐλεύθεροι νὰ παύουν, νὰ διορίζουν καὶ νὰ μεταθέτουν τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ νὰ φέρουν τὴν εὐθύνην...
§280ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον αὐτό.
§281ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἐπανειλημμένως ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον περιορίζει ἐν μέρει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἰδίως τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ὅταν λοιπὸν λέγητε, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των, τοιαύτην εὐθύνην ἐννοεῖτε ὅτι φέρουν; Νὰ κάμνουν δηλαδὴ παντὸς εἴδους αὐθαιρεσίας καὶ ἀθεμιτουργίας, καὶ ἔπειτα νὰ ἔρχηται ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδια, δι’ ὧν αἱ ἀθεμιτουργίαι ἐγκρίνονται καὶ κυροῦνται; Τῇ ἀληθείᾳ, πολὺ πρέπει ν’ ἀνησυχῇ τις διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ἡ πρὸς τὰ κάτω φορὰ εἶναι ἀκατάσχετος. Οὐδ’ ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Εἶπον ὅτι, ἐὰν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἐλπίδα νὰ εἰσακουσθῶ, θὰ κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητούμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν δαπάνας γενομένας ἐναντίον τῶν νόμων. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, θὰ παρακαλέσω τοὐλάχιστον τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ παρατηρήσεώς τινος. Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐγκριθοῦν αἱ γενόμεναι δαπάναι; ἐγκρίνατέ τας· ἀλλὰ δηλώσατε ὅτι αὗται ἐγένοντο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Ἡ ξηρὰ καὶ ἀνεπιφύλακτος ἔγκρισις ἐνέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι οὐδεμίαν ἐντύπωσιν κάμνει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ γεγονός, ὅτι εὑρέθησαν Ὑπουργοί, οἵτινες κατεδήλωσαν ἀνήκουστον ἀσέβειαν καὶ ἀνευλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, εὑρισκομένη πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ὑποκύπτει μὲν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῇ καὶ ἐγκρίνῃ, χάριν λογιστικῆς τάξεως, τὴν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναγραφομένην δαπάνην τῶν δραχμῶν 81,089.82, διακηρύσσει ὅμως, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1897 κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τοῦ 1894.» Καὶ θὰ λάβῃ μὲν ἴσως ἡ πρότασίς μου αὕτη τὴν τύχην, ἣν ἔλαβε καὶ ἡ ἄλλη, ἣν ὑπέβαλον ὅτε ἐνεκρίνοντο αἱ παράνομοι ἐκ πολλῶν ἑκατομμυρίων δαπάναι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πλήρης ἀδιαφορία καὶ σιγὴ ἤθελεν εἶναι παράλειψις καθήκοντος.
§282ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐκπλαγῇ, ἀκούουσα ὅτι οὐδὲ περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894 πρόκειται, οὐδὲ περὶ παραβάσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οὐδὲ κἂν περὶ λογιστικῆς τινος ἀνωμαλίας, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἐζητήθη κατά τινα ἐποχὴν παρ’ Ὑψηλοῦ προσώπου νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῷ, ἵνα ἀνακαινίσῃ ἰδίαις δαπάναις τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις ἦτο ἀξιοθρήνητος. Δι’ ὅσους εἶχον τὴν τύχην νὰ ἐπισκέπτωνται τὸ κατάστημα τοῦτο, εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ τὸ ὀνομάζωσι Νοσοκομεῖον, ἀλλὰ μακελειό. Διότι, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, τὰ μιάσματα εἶχον μολύνει τοσοῦτον τὰ πατώματα καὶ τοὺς τοίχους τοῦ καταστήματος, ὥστε κατὰ τὴν γνώμην διακεκριμένου στρατιωτικοῦ ἰατροῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιχειρηθῇ ἐγχείρησις, χωρὶς νὰ μολυνθῇ ὁ ἀσθενής. Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, ἐννοεῖται ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἤκουσε λίαν εὐχαρίστως τῆς προτάσεως ἐκείνης, τῆς προταθείσης παρ’ Ὑψηλοῦ προσώπου, τῆς ἀνακαινίσεως ἢ μᾶλλον τῆς κατεδαφίσεως αὐτοῦ καὶ τῆς πλήρους ἀνακαινίσεώς του. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἑπομένως περίπτωσις μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι, ὅτι παρεδέχθη, ὅπως δημόσιον κτίριον ἀνακαινισθῇ δαπάναις ἰδιώτου· τοῦτο, κατ’ ἐμέ, εἶναι τὸ πταῖσμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατὸν ὅλαι χιλιάδες δραχμαὶ — διότι τόσαι ἦσαν αἱ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑψηλοῦ ἐκείνου προσώπου — πρὸς ἀνακαίνισιν τοῦ Νοσοκομείου, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ἡ φρουρὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὡς γινώσκετε, ἀνέρχεται πολλάκις εἰς πέντε καὶ πλείονας χιλιάδας ἀνδρῶν, οἱ ἀσθενεῖς τῶν ὁποίων ἐρρίπτοντο εἰς τὸν νοσογόνον ἐκεῖνον τόπον, ὁ ὁποῖος ἐκαλεῖτο Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον. Ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως λίαν εὐχαρίστως παρεδέχθη τὴν πρότασιν καὶ παρεχώρησε τὸ κτίριον πρὸς ἀνακαίνισιν. Μετὰ τὴν παραχώρησιν ταύτην οὐδὲν πλέον εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Νοσοκομείου, ἵνα ἀπαιτήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ λογιστικοῦ νόμου εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἐγκεκριμένου σχεδίου. Μετὰ τὴν πλήρη ὅμως ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου ὑπελείφθησαν πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν γενομένων ἐν γένει δαπανῶν δραχμαὶ 81,089, τὰς ὁποίας ἢ ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ ἐξ ἰδίων τὸ Ὑψηλὸν πρόσωπον, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ὁποίου ἀνεκαινίσθη τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν, ἢ νὰ πέσωσιν αὗται εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἀντὶ 81,089 δραχμῶν ἀποκτᾷ κτίριον, ὑπὲρ τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ ὁποίου ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 181,089. Ἔχομεν τουτέστι, χάρις εἰς τὴν ἀγαθοεργίαν τοῦ Ὑψηλοῦ ἐκείνου προσώπου, πρὸς τὸ ὁποῖον οὐχὶ ἡμεῖς μόνον, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ὀφείλει χάριτας, τέλειον Νοσοκομεῖον, πληροῦν ἁπάσας τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιστήμης. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως δίκαια τὰ παράπονα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὴν τοιαύτην πρᾶξιν, διότι οὐδὲ νόμοι παρεβάθησαν, οὐδὲ τύποι κἄν παρεκάμφθησαν. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν ἀνακαίνισιν ταύτην ν’ ἀπαιτηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τῆς 9 Μαρτίου 1894, καθ’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ ἔργου δημοσίου, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη εἶναι ὑπερτέρα τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν, ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, διότι δὲν ἐπρόκειτο τοιοῦτον ἔργον νὰ κατασκευασθῇ δαπάναις τοῦ Δημοσίου. Σήμερον ἡ Βουλή, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ τὸ ἐπὶ πλέον δαπανηθὲν ποσὸν τῶν 81 χιλιάδων δραχμῶν, πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσῃ, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστον. Ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, ὅτι ἀντὶ 81 χιλιάδων δραχμῶν ἀποκτᾷ τὸ Κράτος κτίριον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία εἶναι 200 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σώσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ τέκνα, τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία προσεβλήθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Πατρίδος.
§283Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ τὴν στιγμὴν κατάλληλον νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν, ἣν ἔν τινι τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τότε καὶ παρ’ ὑμῶν καὶ παρὰ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων ἔλαβον ὡς ἀπάντησιν, ὅτι κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς κακῶς, φαίνεται, ἐξηγήθην τότε, διότι ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς κατετέθη σημείωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν σχετικὸν πρὸς τὰς δαπάνας καὶ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ σήμερον, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σχετικώτατον, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ὄντως περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιθεωρήσεως τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον. Ἐξ αὐτῆς, Κύριοι, θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου Ἀθηνῶν καὶ περὶ τῶν σωζομένων τῆς Ἑλλάδος τέκνων εἶναι ὑπερβολικά. Βεβαίως ἐδαπανήθησαν 200 καὶ πλέον χιλιάδες δραχμαὶ διὰ τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ὁποῖον νοσηλεύονται οἱ ἐν Ἀθήναις ὑπηρετοῦντες ἄνδρες, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκθέσεως— ἐὰν ἦναι εἰλικρινής, ὡς πιστεύω, ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑγειονομικοῦ ἐκείνου ἀξιωματικοῦ—θέλει πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οἱ στρατιῶται, τέκνα ἐπίσης Ἑλλήνων, ἀποθνήσκουσιν ἐκ τῆς πείνης καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως πολλάκις φαρμάκων! Πρόκειται μόνον, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν; Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης θὰ καταδειχθῇ ἡ κατάστασις τῶν ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν στρατιωτικῶν νοσοκομείων καὶ θεραπευτηρίων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν μελετήσῃ, καὶ φροντίσῃ ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν νοσοκομείων τῶν ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἡ δαπάνη ἐγένετο, ἀλλὰ πείσθητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι γνωρίζω θετικῶς, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐν τῇ πρωτευούσῃ λόγῳ φιλανθρωπίας δαπανῶνται τοσαῦτα ποσὰ πρὸς ἀνέγερσιν τοιούτων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ὅπου οἱ νοσηλευόμενοι ἀληθῶς εὑρίσκουσι πᾶσαν περιποίησιν, — καὶ καμπανίτης οἶνος προσέτι δίδεται αὐτοῖς, ἀναλόγως τῶν νοσημάτων των, —εἰς τὰς ἔξω φρουρὰς οἱ δυστυχεῖς στρατιῶται ἀποθνήσκουσι τῆς πείνης! Εἶναι γνωστὸν, ὅτι στρατιώτης ἀπέθανεν ἐν τῷ θεραπευτηρίῳ Ζακύνθου ἐκ πείνης, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς καὶ καταλλήλου τροφῆς! Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω, προκειμένου περὶ νοσοκομείων, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ φέρῃ τὰ ἀπαιτούμενα νομοσχέδια πρὸς θεραπείαν τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῶν ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης θεραπευτηρίων.
§284Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μολονότι εἶναι ἄσχετον ὅ,τι ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, δηλῶ ὅμως, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Νοσοκομείου Ἀθηνῶν, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κτιρίου, ἔλαβον πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ νοσοκομείου τῶν Παραπηγμάτων, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπισκεφθῇ αὐτὸ, διὰ νὰ ἴδῃ ποίαν μεταβολὴν ἔλαβε τὸ Νοσοκομεῖον ἐκεῖνο. Προσέτι δὲ, διὰ νὰ εὐχαριστήσω περισσότερον τὸν κ. Βουλευτὴν, θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον περὶ νοσοκομείων εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας.
§285ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§286Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ὅσοι ἀναλαμβάνουν νὰ πραγματευθοῦν ἓν θέμα ἦσαν ἐγκρατεῖς αὐτοῦ, ὁπότε βεβαίως δὲν θὰ ἔλεγον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνήθως λέγουσι, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ τινα βάσιν. Ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, χωρὶς νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, ἤκουσεν ἐμοῦ, ἤκουσε τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀντελήφθη τινῶν περιστατικῶν, καὶ ἀμέσως ἔκαμε τὸν λόγον περὶ ὑψηλῶν προσώπων, κατὰ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν ἐξέφρασε τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις παρὰ νὰ ἐκφράσῃ τὸν σεβασμόν του. Ἀλλὰ καὶ τί εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής; Ὅτι, ἀφοῦ ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν πριγκίπισσαν Σοφίαν καὶ ἐξετέλεσε τὴν ἐργασίαν, ὀφείλομεν ἀνεξετάστως πλέον καὶ ἀνεξελέγκτως νὰ δώσωμεν οἱονδήποτε ποσὸν, ἔστω καὶ ἂν ἐδαπανήθη τοῦτο καθ’ ὑπέρβασιν. Καὶ ὅμως τί λέγουν τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα; Τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα τοῦ τμήματος τοῦ μηχανικοῦ λέγουν ὅτι ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι ἐργασίαι καὶ ἐπισκευαὶ «πρὸ τῆς ἐκτελέσεως» τῶν ἔργων, τῶν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς πριγκηπίσσης Σοφίας τελεσθέντων. Πρὸ τῆς ἐκτελέσεως 38 χιλιάδες! Ὅταν λοιπὸν πρόκειται περὶ δαπάνης μὴ σχετιζομένης πρὸς τὴν ἐποπτείαν τῆς πριγκιπίσσης, ἐρωτῶ, ἔγεινε, ναὶ ἢ ὄχι, ἡ δαπάνη αὕτη ἐναντίον τοῦ νόμου;
§287Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν 38 χιλιάδων.
§288ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἀκόμη. Ἀφοῦ ἐγένοντο τὰ ἔργα ἐκεῖνα διὰ τῶν 38,000, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀνακαινιστικῶν ἔργων, βλέπομεν τώρα πάλιν καὶ μᾶς ζητοῦν 81,000, αἱ ὁποῖαι, δὲν ἠξεύρομεν πῶς καὶ πότε ἐδαπανήθησαν, παρεκτὸς τοῦ ποσοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς ἑτέρας 20,000. Καὶ ἔπειτα μᾶς λέγει ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, ὅτι πρέπει νὰ τηρήσωμεν σιγήν! Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀκρίβεια, μὲ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦν τινες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς!
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.
§290ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγει ὁ ἴδιος, ὅτι ἀπορρίπτεται μετ’ ἐπαίνων.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν, νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
§292ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλή, εὑρισκομένη πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ὑποκύπτει μὲν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ἐγκρίνῃ, χάριν λογιστικῆς τάξεως, τὴν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναγραφομένην δαπάνην τῶν δραχμῶν 81,089.82, διακηρύττει ὅμως, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 17 Σεπτεμβρίου τοῦ 1897 κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τοῦ 1894.»
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς προτάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ.
§295ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§296ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ἐνεστῶτος ἔτους.
§298Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι θὰ γείνῃ τροπολογία.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ ποινικῆς καταδιώξεως, ὡς ἀνυποτάκτων, τῶν ἐφέδρων τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Ἀδαμοπούλου, ἔχουσα οὕτω: «Οἱ ὡς φυγόστρατοι χαρακτηρισθέντες καὶ οἱ ἀνυπότακτοι τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1886 καὶ 1885 τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1897, οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, δὲν θέλουσι καταδιωχθῆ ποινικῶς ὡς φυγόστρατοι καὶ ἀνυπότακτοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.»
§300ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Τὴν 6 Ἀπριλίου 1897 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκάλεσε τοὺς ἐφέδρους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1886, τὴν δὲ 9 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς τοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1885. Ἀμφότεραι αἱ ἡλικίαι αὗται ὤφειλον τὴν 10 τοῦ μηνὸς νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ γραφείου τοῦ Στρατολογικοῦ. Ἀλλὰ τὴν 10 Ἀπριλίου Στρατολογικὸν γραφεῖον ἐν Τρικκάλοις δὲν ὑπῆρχεν. Οἱ παρουσιασθέντες ἐκ τῶν ἐφέδρων τούτων μέχρι τῆς 9 τοῦ μηνὸς τούτου, κατὰ τὰς ἐγκυκλίους διαταγὰς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ὤφειλον νὰ ὁδηγηθῶσι παρὰ τοῦ Στρατολογικοῦ γραφείου εἰς τὴν Μοιραρχίαν, ἡ Μοιραρχία δὲ νὰ συνοδεύσῃ τοὺς ἄνδρας τούτους εἰς τὰ οἰκεῖα σώματα. Τοῦτο ἡ Μοιραρχία Τρικκάλων δὲν ἔπραξε...
§301Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διατὶ νὰ βραδύνωμεν; Ἡ πρότασις θὰ ἀπορριφθῇ. Εἶναι φυγόστρατοι.
§302ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι φυγόστρατοι, κύριε Ὑπουργέ, διότι μόνοι των δὲν ἠδύναντο νὰ πορευθῶσιν εἰς τὰ σώματα, δι’ ἃ ἦσαν προωρισμένοι.
§303ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθήσατε· δικαίωμά σας εἶναι.
§304ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Τὸ Στρατολογικὸν γραφεῖον τοὺς παρέπεμψε μὲν εἰς τὴν Μοιραρχίαν Τρικκάλων, ἀλλ’ αὕτη παρέλειψε νὰ τοὺς στείλῃ εἰς τὰ οἰκεῖα σώματα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἦτο ἡ συγκοινωνία διακεκομμένη ἐν ἁπάσῃ τῇ Θεσσαλίᾳ. Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὡς δικαιολογητικὴν διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνυποτάκτων, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «... Κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ἡμέραν, ἕνεκα τῶν ἀπὸ τῶν συνόρων εἰδήσεων, οἱ εἰρημένοι ἔφεδροι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθωσι, τὴν δὲ ἑπομένην, ἤτοι τὴν 11 πρὸς τὴν 12 τοῦ ἰδίου μηνὸς, ἐγένετο ἡ ὑποχώρησις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ὃν ἠκολούθησαν καὶ αἱ διάφοροι ἀρχαὶ τῶν πόλεων Λαρίσης καὶ Τρικκάλων». Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν ἐστάλησαν εἰς τὰ σώματά των ὑπὸ τῶν ἐντεταλμένων πρὸς τοῦτο, πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι λέγονται φυγόστρατοι; Ἀπὸ ποῖον στρατὸν ἔφυγον; Δὲν ἐστάλησαν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἐκεῖ, ὅπου ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου ῥητῶς διέτασσε. Διότι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου διέτασσε τάδε (ἀναγινώσκει): «Τοὺς ἀνωτέρω ἐφέδρους καλοῦμεν νὰ προσέλθωσιν ἀνυπερθέτως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον εἰς τὰ οἰκεῖα Στρατολογικὰ γραφεῖα, ἅτινα συνεννοούμενα μετὰ τῶν Μοιραρχιῶν, ἀφοῦ τοῖς προκαταβάλωσιν αὗται ἀνάλογον μισθοτροφοδοσίαν καὶ τὰ τῆς πορείας ἔξοδα, τοὺς ἀποστέλλουσι τὸ ταχύτερον διὰ συνοδείας εἰς τὰ σχετικὰ αὐτῶν σώματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀνομαστικῶν καταστάσεων, ἃς τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα θ’ ἀποστείλωσιν εἰς τὰς Μοιραρχίας». Τοῦτο δὲν ἐγένετο. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον χαρακτηρίζονται αὐτοὶ ὡς φυγόστρατοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἐπιμένετε εἰς τοῦτο, νὰ θεωρῆτε δηλ. ἀθώους ἄνδρας ὡς φυγοστράτους, παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία μου.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ τεθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀδαμοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι 2½, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀκόμη 2 ἢ 3 μόνον ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια.
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρῶτον ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει συζήτησιν.
§309Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβάλωμεν αὐτό.
§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποῖα ἄλλα εἶναι;
§311Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ περὶ τελῶν χαρτοσήμου.
§312ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν συζητηθῇ τοῦτο.
§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὐτό.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ διαθέσεως, 6,000 δρ. ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Τολοφῶνος πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν Τολοφῶνι, ἐπινείῳ τοῦ δήμου Τολοφωνίων, καὶ 2) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρ. 41,500 πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ἐν τῷ νοσοκομείῳ τοῦ Β. Ναυστάθμου).
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔρχεται τὸ προξενικὸν νομοσχέδιον.
§316ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακάτω.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 11ον: Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν περὶ συστάσεως καὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης νόμων.
§318Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ποιοῦμαι μίαν παρατήρησιν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προστίθεται νέον ἔσοδον εἰς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον προηγούμενος νόμος εἶχεν ἐπιτρέψει. Ὁ προηγούμενος νόμος εἶχεν ἐπιτρέψει νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν σύκων καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων δὲν ἐπήρκουν, διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου προτείνεται νὰ συμπληρωθῶσι ταῦτα ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ λιμενικοῦ.
§319Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκοῦσιν. Ἀλλ’ ἐγένετο ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παμίσου, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ γείνῃ ὅ,τι ἐγίνετο πάντοτε.
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τεθῇ φόρος ἐπὶ τίνος;
§321Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τῆς σταφίδος. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ ἔσοδα αὐτὰ δὲν ἐπαρκοῦσι, νὰ λαμβάνωνται τὰ πρὸς συμπλήρωσιν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου.
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι τὰ λιμενικὰ καταβάλλονται διὰ τὴν κατασκευὴν λιμένων καὶ προκυμαιῶν, ὄχι ὅμως διὰ Γυμνάσια.
§323Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον διὰ νόμων προηγουμένων ἐξηκολούθησεν αὐτό.
§324Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι σημερινὸν αὐτό.
§325ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ὅμοιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ νόμος, ὑπεβλήθη κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον ὡς πρὸς τὴν Πετρίτσειον Σχολὴν ἐν Ληξουρίῳ.
§326Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι παλαιότατον.
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τί ἐγένετο κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι, καὶ ἂν ἐπεβλήθη φόρος, κακῶς ἐπεβλήθη. Γνωρίζω ὅτι μὲ τὰ λιμενικὰ τέλη φορολογοῦνται τάξεις ὡρισμέναι, ἤτοι τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ναυτιλία, διότι αἱ τάξεις αὗται θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν λιμένων καὶ τῶν προκυμαιῶν, αἵτινες θέλουσι κατασκευασθῆ διὰ τῶν εἰσπραττομένων λιμενικῶν τελῶν· τοῦτο δ’ εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῶν φόρων τούτων, ὅπερ λαμβάνουσι. Τὸ ἀντίτιμον τῶν φόρων εἶναι ἡ κατασκευὴ λιμένων, δὲν εἶναι ἡ συντήρησις Γυμνασίων.
§328Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι αὐτό. Ἀλλὰ ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, τουτέστιν ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα δίδουσι τὴν ἄδειαν.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§330ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάλιν καὶ ἄλλο Γυμνάσιον;
§331ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Βεβαίως ἤθελον συσταθῆ καὶ ἄλλα, ἐὰν δὲν ἐκωλυσιεργεῖτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
§332Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάλιν θ’ ἀρχίσωμεν λογομαχίας; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον! (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς βʹ συζήτησιν).
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῶν διεσπαρμένων κατοίκων Φλωριάδος. (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥϚʹ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν).
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου 1871 νόμου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§335ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω. Ἀφορᾷ εἰς θέμα σπουδαῖον καὶ σχετίζεται πρὸς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Νομίζω ἄρα, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ θέμα, αὐτὴ νὰ φέρῃ ἰδίαν ἑαυτῆς πρότασιν, ἣν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὡς τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς βʹ συζήτησιν).
§336Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις περιλαμβάνει νομοσχέδιον, ὑπ’ ἀριθ. 40, «περὶ διοικήσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων Νοσοκομείου καὶ Ὀρφανοτροφείου, καὶ καθορισμοῦ τῶν πόρων πρὸς συντήρησιν αὐτῶν». Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου σήμερον εἶναι ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταβληθῇ ἡ πρώτη δόσις, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τοῦτο.
§337ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, θὰ προταχθῇ. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων Νοσοκομείου καὶ Ὀρφανοτροφείου, καὶ καθορισμοῦ τῶν πόρων πρὸς συντήρησιν αὐτῶν).
§339Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἀμέσως ἑπόμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ καὶ τοῦτο.
§340ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§341Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἀλλὰ, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τὸ κείμενον, παρακαλῶ νὰ μὴ συζητηθῇ ἀπόψε.
§342Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἂς συζητηθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§343Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ.
§344Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατὶ ἀφίνετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἱερέων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, καὶ ἔρχεσθε εἰς τὸ νομοσχέδιον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς;
§345Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τῶν ἱερέων, καὶ αὔριον ψηφίζομεν τὸ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§346ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ δύο. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ).
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 50′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).