1899.06.30
1.903 στίχοι · 14.720 λέξεις · 165 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 30 Ἰουνίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετὰ τινας παρατηρήσεις τῶν βουλευτῶν Θ. Βελλιανίτου, Θ. Λιμπρίτου καὶ Γ. Ἀναστασοπούλου καὶ ἐξηγήσεις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀθήναις ἰδιοκτητῶν οἰκιῶν περὶ συντάξεως νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως ἐνοικίων. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως κατὰ τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχεδίου. Ἐπίσης ἀναφορὰν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιωθέντων ὑπαλλήλων Λαρίσης, αἰτουμένων τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου. Ὡσαύτως αἴτησιν τοῦ Ἰωάννου Χατζῆ–Σταύρου–Στάθη ἐκ Κερατέας, ζητοῦντος, ὅπως χάριν τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσιῶν τῆς οἰκογενείας του παρασχεθῇ αὐτῷ ἀνάλογος περίθαλψις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς αὐτήν, ὅτι θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον διὰ τὰς συζύγους καὶ τὰ τέκνα τῶν θανόντων ἐν πολέμῳ (εὖγε! εὖγε!). Τοιοῦτο νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ θνησκόντων στρατιωτικῶν» καταθέτω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ θεωρήσῃ αὐτὸ κατεπεῖγον καὶ μετὰ τὴν τύπωσίν του νὰ τὸ ἀναγράψῃ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 372.) Ὁ κ. Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐλέχθη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ὁ λόγος ἕνεκα τῆς ἡλικίας μου καὶ τῆς ἀρχαιοτέρας θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ ἐκφέρω μίαν λέξιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸν τρόπον καὶ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν διεξάγονται αἱ συζητήσεις ἐνταῦθα. Ἤθελον ἐν συντόμῳ νὰ ἐπαναλάβω ὅσα καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, νομίζω, ἤθελε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπέβαλον· ἀλλὰ ὁμολογῶ ὅτι δειλιῶ νὰ ἐπαναλάβω τὴν πρότασίν μου ταύτην, διότι παρατηρῶ ἕν πνεῦμα ἐπιμονῆς ἑκάστου εἰς τὰς ἰδέας του, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ λόγος ὁ δικαιολογῶν τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ, καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ παρεξηγηθῶ, διότι ἡ παρελθοῦσα πολιτεία μου πάντας βεβαιοῖ, ὅτι πᾶν ἄλλο παρὰ κομματικὸν πνεῦμα ὑπαγορεύει τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω ἐκ τῆς θέσεως μου. Ὅτε ἤλθομεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἓν πρόγραμμα εἴχομεν πάντες. Μετὰ τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα συμβεβηκότα καὶ τῆς χρεωκοπίας καὶ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ὅλοι ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἀνάγκη ἐπανορθώσεως. Ὑπὸ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ ἐξελέγημεν πάντες, τὰ δὲ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἔπεισαν πάντας, ὅτι ὁ λαὸς πᾶν ἄλλο ἐσκέπτετο ἢ νὰ κάμῃ κομματικὰς ἐκλογάς. Ἐξέλεξε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὅτι θ’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἐκλογήν του, τὰ περιέβαλε μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην του, ἡμεῖς δὲ οὐδένα λόγον εἴχομεν νὰ διαφωνήσωμεν καὶ νὰ χωρισθῶμεν. Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν ἐννοῶ, οὐδὲ ἀντελήφθην εἰσέτι, τί προεκάλεσε τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Φρονῶ ὅτι, ἂν ἀνέκαθεν ἐλαμβάνετο τὸ μέτρον νὰ περιορισθῇ ἡ ἐργασία τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ πρόγραμμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ αὕτη ἐξελέγη, οὐδεμία διατάραξις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, οὐδὲν τὸ ὁποῖον νὰ ἐλαττώσῃ τὴν σοβαρότητα τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ σοβαρότης τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος ζήτημα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλο νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς περὶ τῶν τυχῶν τοῦ λαοῦ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ ἀκατάλληλον τῆς ὥρας τῶν ἐργασιῶν συνετέλεσεν εἰς τὸ τοιοῦτον· διότι, ὅταν ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς φύσεως ζητῆτε νὰ πράξητε κἄτι τι, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσητε εἰς ὁμαλὴν λύσιν καὶ σοβαρὸν ἀποτέλεσμα. Ἡ νευρικὴ κατάστασις ἀντικαθιστᾷ οὕτω τὴν ἠρεμίαν, καὶ ἡ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία οὕτως ἀναπτύσσεται εἰς τὸν ὀργανισμὸν κατὰ τῆς φυσικῆς ἀνάγκης τῆς ἀναπαύσεως, αἱ διάφοροι ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰς ἰδέας κατὰ τὰς συζητήσεις, προκαλοῦσι τὸν ἐρεθισμὸν, ὁ ὁποῖος καταλήγει ἐκεῖ, ὅπου κατέληξεν ἡ συνεδρίασις τῆς παρελθούσης νυκτός. Διατὶ νὰ μὴ κανονίσωμεν τὰ πράγματα ἡσύχως; τί μᾶς κωλύει; Ἔχομεν ὡρισμένα καθήκοντα καὶ διαγεγραμμένας ἐργασίας· αἱ συνεδριάσεις ἀπομένουσιν ὀλίγαι· οἱ πάντες αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ συντρέξωσιν εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα διὰ τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθῆκον νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομήν μας. Λοιπὸν ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις νὰ ἐργαζώμεθα κατὰ τὰς κανονικὰς ὥρας, νὰ περιορισθῇ ἡ ἐργασία εἰς τὰ ψηφισθησόμενα ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, οὐδεὶς ἤθελεν ἀντείπει. Καὶ ὅσον κανονικωτέρα γίνεται ἡ συζήτησις, τοσοῦτον σοβαρώτερα καὶ σεβαστὰ καθίστανται τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ δὲν γεννᾶται ἡ δέουσα ἐκτίμησις ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργαζόμεθα; Νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μεθ’ ὑπερηφανείας, ὅτι εἰργάσθημεν νύκτα καὶ ἡμέραν διὰ νὰ ἀποπερατώσωμεν τόσα νομοσχέδια; Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγα καὶ καλὰ, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον. Διατὶ νὰ μὴ ἐργαζώμεθα τὴν πρωΐαν; «Ἔχομεν ἄλλας ἐργασίας», θὰ μοὶ εἴπωσιν· ἀλλ’ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἐργασία, δι’ αὐτὸ ἤλθομεν ἐδῶ. Διατὶ νὰ παραβιάζωμεν τὸν Κανονισμὸν, καὶ τὴν πρωΐαν τῆς 30 τοῦ μηνὸς νὰ τελειώνῃ ἡ συνεδρίασις τῆς 29, τὴν δὲ 30 νὰ ἐπικυρῶνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὴν 30 συνεδριάζομεν ἀκόμη; Ποίαν πεποίθησιν θέλετε νὰ σχηματίσῃ ὁ λαὸς, περὶ τῆς τύχης τοῦ ὁποίου ἀποφασίζομεν, ὅταν βλέπῃ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζομεν; Λοιπὸν ὅλοι πταίομεν. Ἂς ἀναγνωρίσωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀπαραίτητα νομοσχέδια, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπολείπεται, ἂς ἐννοήσωμεν ὅτι πρέπει νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου της· ἀλλ’ ὅταν γίνωνται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγειναν χθὲς τὸ ἑσπέρας, τί θέλετε νὰ εἴπωμεν; Μὲ ἠρώτησαν σήμερον διάφοροι, καὶ δὲν ἔδωκα καμμίαν ἀπάντησιν, διότι ἐγὼ ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ἀποτελῶ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ἀπήντησα τοιαῦτα πράγματα, οἷα τὰ σημερινά. Ἅπαξ ἔλαβε χώραν ἓν μεμονωμένον γεγονός· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συνήθεια ἡ τακτικὴ, ἡ ὁποία καθιερώθη, νὰ ἐξημερωνώμεθα ἐδῶ, νὰ παραβιάζωμεν τοὺς κανόνας τῆς φύσεως, παραμένοντες ἄϋπνοι ἐπὶ νύκτας ὁλοκλήρους κατὰ σειράν, σκεπτόμενοι εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἐπὶ σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, διατελοῦντες ὑπὸ τὸ κράτος νευρικῆς ταραχῆς, νομίζετε ὅτι εἶναι κανονική; νομίζετε ὅτι κάμνομεν οὕτω σπουδαίαν ἐργασίαν καὶ ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα; Δι’ ἄλλου τρόπου, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου ἐπιθυμοῦμεν, καὶ μετὰ σεβασμοῦ ὑποβάλλω τὴν γνώμην μου, ὡς πρεσβύτερος, εἰς τοὺς συναδέλφους μου· ἂς σκεφθῶμεν δὲ πάντες, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκτελῶμεν τὴν ἐργασίαν ἡμῶν σοβαρώτερον, ἀξιοπρεπέστερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον.
§5ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀποζημιώσεως εἰς ἀξιωματικοὺς διὰ διδακτικὰ βιβλία, ὑπέβαλον τροπολογίαν, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, οἵτινες λαμβάνουν ἀποδοχὰς ξηρᾶς. Τὴν πρότασίν μου ταύτην ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρετήρησεν, ὅτι ἔδει νὰ γείνῃ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ τοιούτου ζητήματος. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ἐν τούτοις, ἀκολουθῶν τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑποβάλλω σχετικὴν πρότασιν νόμου. Ἂν δὲ νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, τότε ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου ὡς σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πάλλης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 373). Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Α. Πεταλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἐπιθεωρήσεως οἰκονομικῶν ἀρχῶν. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Λεώπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀμφότεροι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 374–375). Ὁ κ. Χατζηπέτρος ἔχει τὸν λόγον.
§7Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Φοβερὸν ἀδίκημα διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ κατὰ τοῦ ἀδικήματος τούτου ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλων νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς τὸν συνάδελφον αὑτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, μετέθεσε τὸ 3ον πεζικὸν σύνταγμα ἐκ Τρικκάλων εἰς Χαλκίδα, καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ μεταστάθμευσις αὕτη τοῦ συντάγματος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν γνωρίζω διατὶ, διέταξε καὶ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τρίτου ἱππικοῦ συντάγματος. Ὥστε ἐν τῇ πόλει καὶ τῇ ἐπαρχίᾳ τῶν Τρικκάλων, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ λῃστεία ὕψωσε πάλιν θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν, ἔμεινεν ἓν μόνον τάγμα, ἢ μᾶλλον δύο λόχοι τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος, ἀποτελοῦντες δύναμιν ἑκατὸν ἀνδρῶν. Οὗτοι θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν φρουρὰν τῆς πόλεως καὶ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, διότι δυστυχῶς τὸ Ἀρχηγεῖον Λαρίσης κατήργησε τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ὡς ἐντελῶς περιττά. Διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσης καταργήσεως τῶν ἀποσπασμάτων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὗτος πράγματι δι’ ἐγγράφου του ὑπέδειξε τὴν ἔλλειψιν ταύτην εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Λαρίσης, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲν ἀπήντησε· μετέβην καὶ μόνος ἐκ Τρικκάλων εἰς Λάρισαν, καὶ συνήντησα τὸν ἀρχηγεύοντα κ. Στρούμπον, ἀλλὰ γνωρίζετε ποίαν ἀπάντησιν μοὶ ἔδωκεν ὁ ἀρχηγός; Τὴν ἀναφέρω ἐντεῦθεν, ἵνα τιμωρηθῇ· μοὶ εἶπεν ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ γείνουν καμμιὰ δεκαριὰ ληστεῖαι καὶ κατόπιν νὰ ἀνασυστήσῃ τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα! Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατί ἀφῆκε 50 μόνον ἄνδρας ἐν Τρικκάλοις διὰ τὴν φρουρὰν τῆς πόλεως καὶ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἀφῄρεσε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πάσχουσαν Θεσσαλίαν καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία οὐδὲν ἔπαθεν ἀπὸ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν τῶν δικαίων τούτων παραπόνων μου, θέλει ἀνακαλέσει τὸ διάταγμα τῆς μετασταθμεύσεως τῶν ἐν λόγῳ συνταγμάτων.
§8Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀστεῖον τὸ φαινόμενον, νὰ ἐκλαμβάνωνται μέτρα κυβερνητικὰ ὡς προσωπικὰ ζητήματα καὶ νὰ ἐπιτιμᾶται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἤθελε λάβει διοικητικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθοῦν. Ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τρίτου συντάγματος ὡς περιποίησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Τουλάχιστον ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ, πρὶν κάμῃ τὴν ἐπερώτησιν, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ, ποῖοι λόγοι προὐκάλεσαν τὴν μεταστάθμευσιν, καὶ ἀφοῦ μάθῃ τὸν λόγον, τότε νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Πρῶτον δηλῶ, ὅτι τὸ σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ δὲν τὸ μετέθεσα ἐκ Τρικκάλων, καὶ δὲν μετεστάθμευσα ἕν σύνταγμα, ἀλλὰ δύο, καὶ ὁ λόγος ἦτο διὰ νὰ κρατήσω ὅλην τὴν γραμμὴν ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας μέχρις Ἀθηνῶν. Τὸ σύνταγμα τὸ δεύτερον τοῦ Βόλου τὸ ἔφερα εἰς Λαμίαν· τὸ σύνταγμα τὸ τρίτον, ἀντὶ νὰ τὸ στείλω ἐκεῖ, ὅπου ἦτο ἡ ἕδρα του, τὸ κρατῶ εἰς τὴν Χαλκίδα· θὰ φέρω δὲ καὶ ἓν τάγμα εἰς Δομοκὸν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ κρατήσω μίαν κλίμακα στρατιωτικὴν μέχρις Ἀθηνῶν. Καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμα συνεπείᾳ πληροφοριῶν τοῦ Ἀρχηγείου Θεσσαλίας, ὅτι ἡ ληστεία δὲν ὕψωσε κεφαλὴν ἐκεῖ, ὅτι οὐδεὶς φόβος ἐπίκειται. Ἔλαβον συνέντευξιν τηλεγραφικὴν μὲ τὸν ἀρχηγὸν, τοῦ ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν μερικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον, καὶ τὸν εἶχον διατάξει νὰ κάμῃ μερικὰς κινήσεις, καὶ μετὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττὰ, διότι ὑπάρχει ἀσφάλεια καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ ἀρχηγοῦ ἦτο ἀνάγκη νὰ κρατήσω τὰ λουτρὰ τῆς Ὑπάτης ἐν ἀσφαλείᾳ, διότι ἐπήγαινε πολὺς κόσμος ἐκεῖ καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἦτο ἀνάγκη νὰ κρατήσω τὰς Θήβας ἕνεκα λόγων τάξεως. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ κάμω τὰς μετασταθμεύσεις. Τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς κομματικά, καὶ ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὸν ἐλέγχει διὰ πράξεις ἐγκληματικάς!...
§9Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι ἐγκληματικάς.
§10Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγκλημα εἶναι νὰ λέγητε ὅτι ἐπῆρα τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸν ἔστειλα εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην στρατοῦ. Ὁ στρατὸς ἀρκετὸν ἤδη χρόνον ἔμεινεν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἡ Κυβέρνησις πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὸ παρέσχε, καθ’ ὅσον ἠδύνατο καὶ οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἐπέτρεπον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐκ τοῦ πολέμου δὲν ἔπαθε καὶ ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς, καὶ βεβαίως ἔπαθε.
§11ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ Φθιῶτις ἔπαθε βεβαίως περισσότερον ἀπὸ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα.
§12Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν καὶ ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς δὲν ἔπαθεν ὅσα ἡ Θεσσαλία, ἀλλὰ βεβαίως ἔπαθε, διότι καὶ οἱ ἄνδρες ἔμειναν ἀρκετὸν χρόνον εἰς τὸν στρατὸν, καὶ τὰ κτήματα ἔμειναν ἀκαλλιέργητα, καὶ τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ὕψωσαν τὴν κεφαλὴν καὶ δὲν ἄφησαν τίποτε εἰς τὴν θέσιν του· ἰδίως δὲ ἡ Φθιῶτις ἔπαθε περισσότερον, διότι ἐκεῖ ὅλη ἡ κτηματικὴ περιουσία τῶν κατοίκων ἔμεινεν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ὀχύρωσιν αὐτοῦ.
§13ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ τῶν προσφύγων.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ οἱ πρόσφυγες ἦσαν ἐκεῖ, καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἔπαθεν, ὄχι βεβαίως εἰς ὃν βαθμὸν ἡ Θεσσαλία, τῆς ὁποίας πολλὰ χωρία ἐπυρπολήθησαν καὶ ἄλλα ἀνεσκάφησαν ἐκ θεμελίων, καὶ ἄλλαι βάρβαροι πράξεις ἔλαβον χώραν, συνήθη ταῦτα εἰς τὰ ἄτακτα στρατεύματα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ μεταστάθμευσις τοῦ 3ου συντάγματος ἐκ τῆς Θεσσαλίας. Ἡ αὐτὴ δὲ δύναμις, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε ἥδρευεν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ αὐτὴ καὶ σήμερον ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων παραμένει, ἡ δὲ ἐπίλοιπος δύναμις ἔπρεπε νὰ προσκολληθῇ διὰ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους.
§15Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν περὶ πραγμάτων ἐντελῶς ἀσχέτων πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνα, διότι ὡμίλησε περὶ Φθιώτιδος ὡς πολλὰ παθούσης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὡς ἂν τὸ εἰρημένον σύνταγμα ἐκ Τρικκάλων νὰ μετετέθη εἰς Φθιώτιδα, καὶ ὡς ἂν ἡ Φθιῶτις νὰ μὴ εἶχε τὸ 2ον πεζικὸν σύνταγμα, εὐζωνικὰ τάγματα, καὶ ἄλλον στρατὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος εἶναι εἰς θέσιν καλλιτέραν νὰ γνωρίζῃ.
§16ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔχει κανένα ἄλλον.
§17ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέτασσε τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ 3ου πεζικοῦ συντάγματος ἐκ Τρικκάλων εἰς τὴν Λαμίαν ἢ τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος ἐν γένει, θὰ ἦτο δικαία ἡ ἀπάντησίς του, καὶ δὲν θὰ εἶχον νὰ εἴπω τίποτε· ἀλλὰ διέταξε τὴν μεταστάθμευσιν αὐτοῦ εἰς τὴν Χαλκίδα, τὴν μηδὲν παθοῦσαν. Ἐὰν ἡ Χαλκὶς καὶ αἱ Θῆβαι εἶχον ἀνάγκην στρατοῦ, ἠδύνατο νὰ στείλῃ ἐξ Ἀθηνῶν στρατὸν, ἐντελῶς περιττὸν ἐνταῦθα, καὶ νὰ μὴ ἀποσύρῃ τὸ σύνταγμα ἐκ Θεσσαλίας. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἱππικὸν σύνταγμα, ἐὰν μετετέθη διὰ διαταγῆς τοῦ Ἀρχηγείου ἢ διὰ Β. Διατάγματος παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, γνωστοποιῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι αἱ τρεῖς ἴλαι ἐκ τῶν τεσσάρων, ἐξ ὧν ἀποτελεῖται τὸ σύνταγμα, ἀνεχώρησαν ἐκ Τρικκάλων, μετασταθμεύσασαι, δὲν γνωρίζω ποῦ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέψευσε τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ὅτι ἡ ληστεία ὕψωσε θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου Τρικκάλων περὶ ληστείας, ἵνα πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ πληροφορία μου πᾶν ἄλλο εἶναι δυστυχῶς ἢ ψευδής.
§18Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς, Κύριοι, ἀγανάκτησις προκαλεῖται εἰς πάντα ἄνθρωπον ἀκούοντα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ζητήσας νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ Φθιῶτις ἔχει στρατόν. Βεβαιῶ λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἡ Λαμία εἶχεν ἕνα μόνον λόχον, ὅτι παράπονά μοι ἠγέρθησαν ἐκεῖθεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσω τὰ λουτρὰ τῆς Φθιώτιδος, καὶ διέταξα μίαν ἴλην ἱππικοῦ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Στυλίδος μέχρι Λουτρῶν, διότι ἄτακτα στοιχεῖα ὄχι λῃσταὶ, ἀλλ’ ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες οὐδὲν ἐπάγγελμα, ἀλλὰ ῥέποντες εἰς τὴν ἀταξίαν, ἠνώχλουν πάντα ἄνθρωπον, ἐκτὸς τῶν χωρίων εὑρισκόμενον. Τί ἔκαμα λοιπόν; ἔστειλα τὸ 2ον σύνταγμα, καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ ἀποστείλω εἰς Δομοκὸν ἓν τάγμα, ἵνα περιλάβω ὅλην αὐτὴν τὴν γραμμήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἠδυνάμην, ἀντὶ νὰ φέρω τὸ 3ον πεζικὸν σύνταγμα εἰς τὴν Χαλκίδα, νὰ ἀποσπάσω ἐντεῦθεν τμήματα καὶ νὰ τὰ στείλω εἰς Χαλκίδα καὶ Θήβας. Βεβαιῶ λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι δυσκόλως ἐνεργεῖται ἡ ὑπηρεσία ἐν Ἀθήναις μὲ τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξω τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ μετασταθμεύσῃ εἰς Χαλκίδα, νὰ ἀποσπάσῃ ἕνα λόχον εἰς τὴν Σῦρον, ἵνα φέρω τὸν ἐν Σύρῳ ὑπάρχοντα λόχον, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἀθηνῶν· θὰ διατάξω τὸ 3ον σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ἐν Χαλκίδι, νὰ στείλῃ ἕνα λόχον εἰς Πειραιᾶ, ἵνα φέρω τὸν ἐν Πειραιεῖ λόχον εἰς Ἀθήνας. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἦτο ἐδῶ, καὶ δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν τοὺς ναύτας, διὰ νὰ ἐκτελέσουν ὑπηρεσίαν, διότι ἠθελήσαμεν νὰ κάμωμεν τριῶν ἡμερῶν στρατιωτικὸν περίπατον, καὶ ὅτι ἠναγκάσθημεν, τοὺς ὁπλίτας, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ἀποσπάσει εἰς τὴν ἀστυνομίαν, νὰ τοὺς ἀποδώσωμεν εἰς τὸν στρατὸν, διότι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ δύναμις αὐτοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν περιστάσεων δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ στείλω εἰς τὰς ἑστίας των τοὺς διαθεσίμους. Ὅταν τις δὲν γνωρίζῃ ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμνῃ τοιουτοτρόπως τὴν ἐπερώτησίν του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζητῇ τὸν λόγον, νὰ ζητῇ νὰ τῷ δοθῇ πλήρης ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο μία μεταστάθμευσις σώματος, καὶ ἂν ἴδῃ ὅτι εἶναι πλημμελὴς ὁ λόγος, ὅτι ἀληθῶς ἕνεκα προσωπικῶν λόγων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διέταξε τὴν μεταστάθμευσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τότε ὄχι μόνον νὰ κάμῃ ἁπλῆν παρατήρησιν, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος χάριν τοιούτων χαριστικῶν λόγων μετακινεῖ τὸν στρατὸν τῆς Πατρίδος, καὶ ὑποβάλλει τὸ Κράτος εἰς δαπάνας. Μὲ ἠναγκάσατε, κύριε Βουλευτὰ, νὰ καταστήσω γνωστὸν, ὄχι πλέον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος ὁλόκληρον, τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ὑποδείξω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς σήμερον.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦσι ταῦτα, κ. Ὑπουργέ.
§20ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς περὶ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως εἶναι βεβαίως ἀπόλυτον, νομίζω ὅμως, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔχει τὰ ὅριά του, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ὅτι τὰ τάγματα καὶ τὰ συντάγματα δὲν ἔχουσι προορισμὸν νὰ δίδουν ζωὴν εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν ἐκλογικῶν ἡμῶν κέντρων. Διόλου παράξενον νὰ ἀκούσωμεν αὔριον, ὅτι, ἐπειδὴ εἰς τὸν λιμένα Σπετσῶν δὲν ὑπάρχει κίνησις, ἀνάγκη ἐπὶ 15 ἡμέρας νὰ μετασταθμεύσῃ ἐκεῖ ἡ ἤδη καταρτιζομένη Ναυτικὴ Μοῖρα τῶν γυμνασίων, ἵνα δώσῃ ζωήν, καὶ διόλου παράδοξον, ἐὰν εἰς προσεχὲς μέλλον αἱ περιστάσεις ἐπιβάλωσι τὴν μεταστάθμευσιν τῶν σωμάτων ἐκ τῆς Πελοποννήσου εἰς τὴν Θεσσαλίαν, νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐπερωτήσεως, διατί μετεστάθμευσαν τὰ σώματα ταῦτα. Νομίζω ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ συνεπῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὅριά του, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων.
§21ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐν Γερμανίᾳ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φὸν Ῥοὺν εἶχε λάβει τὸ μέτρον, ὁσάκις πόλις τις κατέρρεε, νὰ διατάσσῃ τὴν μεταστάθμευσιν ἐκεῖ συντάγματός τινος· τοῦτ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπραξε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εὑρίσκεται καὶ ἡ Ἑρμούπολις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰ δυνατόν, νὰ στείλῃ ἐκεῖ ἓν τάγμα, διότι οὕτω οὐ μόνον θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ συγκρατήσῃ τὴν πόλιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ δυνηθῇ νὰ εὐεργετήσῃ καὶ τὰς λοιπὰς νήσους.
§22Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἐκ Σύρου καὶ ἐντεῦθεν ἐκοινοποίησαν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας διαμαρτύρησιν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται ὅτι παραβιάζεται τὸ Καταστατικόν, καθότι, ἐνῷ κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν ὑπὸ τῆς Τραπέζης τὴν 12 Ἰανουαρίου 1899 ὑπάρχει ποσὸν διανεμητέου κέρδος πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, δὲν ἐγένετο ἡ διανομή, κατὰ παράβασιν ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Καταστατικοῦ τῆς αὐτῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τοῦτο· ἄλλως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει κέρδος, —καὶ λέγω αὐτό, διότι ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα χαρακτηρίζει τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ διανεμητέον, ὡς ἀμφιβόλου εἰσπράξεως, — πρέπει νὰ γίνηται ἡ διανομὴ ὡρισμένου ποσοστοῦ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, κατὰ ῥητὴν ἐπίσης διάταξιν τοῦ Καταστατικοῦ.
§23ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ.
§24ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει· ἡ αὐτὴ κατάστασις περιλαμβάνει ποσὸν ὡρισμένον ἐκτάκτου καὶ τακτικοῦ ἀποθεματικοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκοινοποιήθη ἀντίγραφον τῆς διαμαρτυρίας αὐτῆς, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν μετόχων, καὶ ἐὰν ἴδῃ, ὡς πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐπεμβάσεως τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, λόγῳ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιβλέψεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὁπόταν νομίζῃ τοῦτο πρόσφορον, εἰς προστασίαν τῶν ἀδικουμένων μετόχων, ἀφ’ ὧν καθυστερεῖται τὸ μέρισμα.
§25Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸ 5 ἐτῶν περίπου ὁ ἐν Φθιώτιδι δασάρχης, συμφώνως πρὸς τὸν τότε ἰσχύοντα νόμον περὶ δασῶν, ἀφοῦ πρῶτον συνεκάλεσε τὰς κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὡς ἰδιοκτησίαν δάση ἐν Φθιώτιδι, νὰ διορίσουν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον δασοφύλακας, καὶ αἱ κοινότητες αὗται δὲν ἠθέλησαν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς συμβουλὰς τοῦ δασάρχου, λαβὼν τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προέβη εἰς τὸν διορισμὸν δασοφυλάκων τῶν δασῶν ἐκείνων. Οἱ διορισθέντες, ἑπτά, νομίζω, τὸν ἀριθμόν, ὑπηρετήσαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῇ ἐπὶ 6 ἢ 7 μῆνας καὶ ἀπολυθέντες ἐπὶ τέλους, δὲν γνωρίζω πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον, δὲν ἔλαβον εἰσέτι τοὺς μισθοὺς τῶν μηνῶν ἐκείνων, καθ’ οὓς ὑπηρέτησαν, διορισθέντες διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ εἶναι πτωχοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἄνθρωποι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ δεχθῶσιν ἀντὶ 50 δραχμῶν νὰ διαιτῶνται ἐπὶ μῆνας εἰς ἔρημα μέρη πρὸς φύλαξιν δασῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον τὸ Δημόσιον νὰ ἀποστερῇ αὐτοὺς τοῦ γλίσχρου ἐκείνου μισθοῦ, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν διορισμὸν αὐτῶν ἐκανόνισε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτήσεις τῶν διαφόρων αὐτῶν δασοφυλάκων, τὰς εὑρισκομένας ἀπὸ καιροῦ εἰς τὸ οἰκεῖον γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διατάσσων, ὅπως τὰ ἁρμόδια ταμεῖα δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς μισθοὺς τοὺς ὀφειλομένους, τοὺς ὁποίους βεβαίως θέλει τὸ Ὑπουργεῖον εἰσπράξει, ὅπως ὁ νόμος κελεύει, παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς. Πολλοὶ τῶν ἐν Λαμίᾳ ἐπιτηδευματιῶν μοὶ γράφουσι καὶ μοὶ ἀνακοινοῦσιν ὅτι, ἐνῷ πρὸ καιροῦ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματός των, σήμερον ζητοῦνται, ἵνα ἐκ δευτέρου πληρώσωσιν αὐτόν. Βεβαίως ἀνωμαλία τις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ταμείου Φθιώτιδος προκαλεῖ τὰ ἄτοπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα καταλήγουσιν εἰς τὸ νὰ ζημιῶνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐδὲν πταίουσι. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα ἐκείνων, παρ’ ὧν ἔλαβον ἐπιστολὰς, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, τοῦ Γεωργίου Καραπατάκη ὑποδηματοποιοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ καὶ περὶ αὐτοῦ μέριμναν, διότι ἄδικον εἶναι, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σπεύδουν νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους των, νὰ ζητῶνται, ὅπως ἐκ δευτέρου πληρώσουν. Ἂς τακτοποιηθῇ τέλος πάντων ἡ ὑπηρεσία τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων.
§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπιτηδευματιῶν, ἔχω καὶ ἐγὼ ἐντολὴν ἀπὸ ἐργάτας τινὰς, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐσχάτως ἐν Σύρῳ ἔπαυσε πᾶσα οἰκοδομικὴ ἐργασία ἕνεκα τῆς ἀπομακρύνσεως πολλῶν κατοίκων, οἱ ἐργάται δὲ, καίτοι δὲν ἐργάζονται εἰς τὰ ἑαυτῶν ἐπαγγέλματα, πιέζονται νὰ πληρώσουν καὶ φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐπειδὴ βεβαίως διὰ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ αἴτημά των τοῦτο, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συνεννοούμενος μετὰ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν ἀπαλλάξῃ τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς τῶν ζητουμένων ἐπιτηδευμάτων.
§27Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τῆς ἠθικῆς δυνάμεως τῶν λαῶν ἀπόδειξις πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶναι τὰ χορηγήματα καὶ αἱ τιμαί, ὧν ἀξιοῦνται οἱ ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἐλευθερίας ἀγωνιζόμενοι. Καὶ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Ἐπαναστάσεως οἱ ἀγωνισταὶ, ἀρχηγοὶ καὶ ὀπαδοὶ, στρατηλάται καὶ στρατιῶται, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον παρῆλθον. Ἡ γενεὰ τῆς δόξης ἐξέλιπεν. Ὀλίγιστοι ἀγωνισταὶ ἐπιζῶσι. Μεταξὺ τούτων εἶναι εἷς, συμπληρώσας ἤδη αἰῶνα ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν ἔτος. Περὶ αὐτοῦ γράφουν πολλὰ εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες. Τὸ γερμανικὸν Daheim ἔχει δημοσιεύσει καὶ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ· λέγει δὲ ἐν ἄλλοις, ὅτι «ὑπὸ τὸν Νικήταν Φλέσσαν καὶ τὸν Κολοκοτρώνην μετέσχε τῶν μαχῶν Δερβενίου καὶ Δραμπάλας, ἐν αἷς ἔλαβε καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ πυρὸς καὶ τὰς πρώτας πληγάς του». Ἐπίσης ἐπολέμησε γενναίως ἐν τῇ Βέργᾳ τοῦ Ἁλμυροῦ καὶ ἐν ἄλλαις μάχαις, διακριθεὶς ἐν τοῖς πρώτοις πάντοτε. Εἶναι ὁ γνωστὸς αἰωνόβιος γέρων ἀγωνιστὴς ἐν Ἀθήναις, περὶ οὗ πολλὰ ἔγραψαν αἱ ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες. Καὶ ἐνοήσατε ἤδη τὸ ὄνομά του.
§28ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§29ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ Ἀπόστολος Μαυρογένης, τῆς γνωστῆς ἐκ Πάρου ἱστορικῆς οἰκογενείας... Ἐπίσης ἡ «Νέα Ἡμέρα» τῆς Τεργέστης γράφει περὶ αὐτοῦ. Καὶ Γαλλικαὶ ἐφημερίδες ἐπίσης, ὡς αἱ «Temps», «Aurore», «Intransigeant», «Petit Rouennais», «Velo» κλπ. Βλέπετε πόσον οἱ ξένοι τιμῶσιν ἡμᾶς, πόσον παρακολουθοῦσι πᾶν ὅ,τι εἶναι ἄξιον ἀναγραφῆς. Καὶ ὁ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων ἔπαινος ἀντανακλᾷ εἰς τὸ ἔθνος. Ἐγένετο δὲ καὶ συζήτησις περὶ τοῦ Ἀποστόλου Μαυρογένους κατὰ τὴν προηγουμένην ΙΔʹ Περίοδον τῆς Βουλῆς, τὴν τελευταίαν σύνοδον, κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 17 Φεβρουαρίου 1898, μάλιστα δὲ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δεληγεώργης συνέστησε τῷ τότε Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν προβιβασμὸν τοῦ Ἀποστόλου Μαυρογένους. Τὸ δὲ περὶ τούτου νομοσχέδιον, καταρτισθὲν, δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τότε, ἔπειτα διαλυθεῖσαν, ὑπάρχει ὅμως τοῦτο, καθ’ ὅσον γινώσκω, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰς οὗ τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν καλῶς νοουμένην ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ποιοῦμαι ἔκκλησιν, νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διευκολυνθῇ οὕτως ὁ προβιβασμὸς τοῦ ἀγωνιστοῦ τούτου (ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπιζῶν ἀξιωματικὸς τῆς ἐνεργοῦ Φάλαγγος καὶ ὁ πρεσβύτερος) ἀπὸ ταγματάρχου εἰς ἀντισυνταγματάρχην. Ἡ ἐκ τούτου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων αὔξησις εἶναι ἐλαχίστη. Ἀνέρχεται εἰς 40 δραχ. μόνον κατὰ μῆνα, 480 κατ’ ἔτος. Ἔπειτα πόσον θὰ ζήσῃ; Ἕν ἢ δύο, ἔστω καὶ πλείω ἀκόμη ἔτη. Ἀλλὰ ἂς ἀπέλθῃ εὐχαριστημένος, οὐχὶ κυρίως ἐπὶ τῇ ὑλικῇ πρὸς αὐτὸν συνδρομῇ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ δι’ αὐτῆς ἀποδείξει τῆς ἠθικῆς δυνάμεως τῶν ὀφειλόντων νὰ τιμῶσι τοὺς ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἐλευθερίας ἀγωνιζομένους. Ταύτην τὴν σύστασιν εἶχον νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Νῦν ἔχω ἑτέραν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἔλαβον ἀναφορὰν πρὸ ὀλίγου καταδίκων ἐν Αἰγίνῃ συμπολιτῶν μου Μανιατῶν. Εἶναι ὑπὲρ τοὺς δέκα πέντε. Παραπονοῦνται, ὅτι καταπιέζονται ὑπό τινος ἀρχιφύλακος ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ χρηματίζηται. Κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἤθελέ τις νὰ φέρῃ «γλαῦκα εἰς Ἀθήνας», ἂν προὐτίθετο νὰ παραστήσῃ τὴν ἀθλίαν καὶ ἀφόρητον κατάστασιν τῶν ἑλληνικῶν φυλακῶν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως μὴ καθίσταται χείρων ἔτι ἡ θέσις τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀτυχῶν καταδίκων διὰ τῆς πρὸς αὐτοὺς διαγωγῆς τοῦ ἀρχιφύλακος. Πρὸς τούτοις δὲ πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἣν ἐπὶ ἔτη μακρὰ εὑρίσκοντο ἐν ταῖς φυλακαῖς ἀκτῖνα, ὡς γράφουσι, διότι, ὅπου νῦν ἄνευ λόγου μετήχθησαν, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀκτῖνα τοῦ Νοσοκομείου, διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ καταστῶσι καὶ φθισικοί, ὑφιστάμενοι τὰ πάνδεινα.
§30ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Αὐτὸς ὁ Μαυρογένης, περὶ οὗ ἀνεφέρατε, δὲν εἶναι ὁ κληρονόμος τοῦ Μοροζίνη μὲ τὰ 200 ἑκατομμύρια;
§31Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀτυχῶς δὲν περιῆλθον ταῦτα ἀκόμη εἰς τὴν κυριότητά του. Ἀλλ’ εἶναι συγγενὴς καὶ τοῦ Μαυρογένους πασᾶ, ἀρχιάτρου τοῦ Σουλτάνου.
§32ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς καταθέσεως νομοσχεδίου περὶ ἀδείας κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Ἠπειροθεσσαλικῆς, ζητῶ πληροφορίας τινὰς παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦνται οἱ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: αʹ) Ποία ἡ διαφορὰ τόκου λαμβανομένου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ δανείων ἐνυποθήκων, — δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ, χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματικούς, — ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων πρὸς τὸν ἐπὶ ὁμοίων πράξεων λαμβανόμενον ὑπὸ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς; βʹ) Ποία ἡ προσδοκωμένη, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμβάσεως μεταξὺ Ἐθνικῆς καὶ Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, νεωτέρα ἐλάττωσις τόκων τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ἐπὶ τίνων εἰδικῶς πράξεων; γʹ) Εἰς ὁπόσον συμποσοῦνται οἱ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντες ὑπὸ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς τόκοι τῶν ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους δανείων, καὶ ποῖον ἦτο τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον τούτων; δʹ) Ποῖος ὁ ὑπὸ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς λαμβανόμενος τόκος ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς συνωμολογημένων δανείων εἰς δήμους καὶ λιμένας; εʹ) Ποία—ἂν ἦναι γνωστὴ καὶ ἂν ἐπιτρέπηται ἡ ἀνακοίνωσις—ἡ διαφορὰ (ἐκτιμωμένη εἰς χρῆμα) τῶν προσφερομένων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν, φέρουσαν τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου μέχρι τοῦ 1916, ἀπὸ τῆς προσφορᾶς τῶν γινομένων ἐν ἐλλείψει τῆς τοιαύτης παρατάσεως;» Καὶ ἐπειδὴ μοὶ φαίνεται ἡ ὥρα κατάλληλος, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, ἣν μετ’ ἄλλων συναδέλφων, τοῦ ἐκ Πατρῶν κ. Παπαγιαννακοπούλου, τοῦ ἐκ Βονίτσης κ. Μαυρομμάτη καὶ τοῦ ἐκ Μεγαρίδος βουλευτοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου, κατηρτίσαμεν καὶ ὑπεγράψαμεν πρὸ μηνὸς περίπου, πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν, στηριζόμενοι εἰς πεποίθησιν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ῥιζωθεῖσαν, νομίζομεν ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ προτείνωμεν τὴν νομοθέτησιν τοῦ ἀσυμβιβάστου μεταξὺ καθηκόντων διευθυντῶν, διοικητῶν, συμβούλων καὶ ὑπαλλήλων ἱδρυμάτων προνομιούχων καὶ τῶν δημοσίων ἀξιωμάτων, ἐν οἷς καὶ τὸ τοῦ Βουλευτοῦ. Μακρὰ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δικαιολογεῖ τὰ τῆς προτάσεως νόμου, καὶ ἑρμηνεύει τὰς ἡμετέρας γνώμας. Ἡ πρότασις νόμου περιορίζεται εἰς τὰς τρεῖς προνομιούχους Τραπέζας καὶ τὴν Ἑταιρείαν τῶν ὑπεγγύων προσόδων.
§33ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀναγκαιότατον.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ τέσσαρα ταῦτα καταστήματα εὑρίσκονται πρὸς τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην σχέσιν, ἰδίως μετὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἅτινα καθιέρωσαν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὥστε βεβαίως παραμέλησις καθήκοντος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, θὰ ἦτο, ἂν τὴν πρότασιν νόμου ταύτην δὲν ἤθελεν υἱοθετήσει καὶ ἐπιψηφίσει τὸ ταχύτερον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς προηγουμένας περιόδους ὑπεβλήθησαν προτάσεις ἐπεκτεινόμεναι καὶ εἰς εὐρύτερον κύκλον, καὶ ἴσως ἐκεῖναι εἶναι περισσότερον δεδικαιολογημέναι, διότι καὶ ἀλλαχοῦ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὑπερεπλεόνασεν ἡ ἀνάμιξις τῶν πολιτευομένων εἰς τὰ Συμβούλια τὰ πολυώνυμα παντὸς εἴδους ἑταιρειῶν καὶ παντὸς εἴδους ἐπιχειρήσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ τελευταῖον — λησμονῶ τὸ ὄνομα τοῦ προτείναντος Βουλευτοῦ, γνωστοῦ ἄλλως,—ὑπεβλήθη πρότασις, ἥτις καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου.
§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ προηγουμένῃ περιόδῳ ὁ ἐκ Βόλου τότε βουλευτὴς κ. Φιλάρετος μετ’ ἄλλων ὑπέβαλε πρότασιν γενικωτέραν. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ ὥρα, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, δὲν ἐπιτρέπει τὴν μετ’ ἀκριβείας καὶ πιθανότητος ἐπιτυχίας διατύπωσιν εὐρυτέρας προτάσεως νόμου. Ἀλλὰ ἡ πρότασις αὕτη, οἵα κατηρτίσθη, νομίζω, — ἐπαναλαμβάνω τὴν γνώμην μου, γνώμην προερχομένην ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς καρδίας μου καὶ ἐκ βαθείας πεποιθήσεως, — ὅτι θὰ ἦναι ἀσύγγνωστον σφάλμα, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν φροντίσῃ νὰ στήσῃ τὸ κακὸν σήμερον, ὅτε τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ εὑρίσκηται ἀπέναντι τοιούτων καταστημάτων ὑποτεταγμένη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 376).
§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, ἡ πρότασις, ἣν ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν, συζητηθῇ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θέλω καὶ ἐγὼ κηρυχθῆ ὑπὲρ αὐτῆς. Μάλιστα, ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι τοιαύτη πρότασις ἤθελεν ὑποβληθῆ, καὶ ἤθελον κληθῆ νὰ ὑπογράψω αὐτὴν, οὐδαμῶς ἤθελον διστάσει. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας λάβω τὸν λόγον, νὰ ἀναφέρω ἔξοχον χωρίον τοῦ Γάλλου συγγραφέως καὶ οἰκονομολόγου Paul Leroy-Beaulieu, ὅστις κατὰ τὸ ἔτος 1881 ἔν τινι Ἐπιθεωρήσει τῶν Παρισίων διὰ μακρῶν ἐπραγματεύθη τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ πάντα κινδυνεύουσιν ἐν τοῖς Κράτεσιν ἐκείνοις, ἐν οἷς ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Βουλῶν βλέπει τις ἐγκατεσπαρμένους ἀντιπροσώπους μεγάλων τοιούτων ἐπιχειρήσεων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν συζητηθῇ ἡ πρότασις τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν ὑποβαλόντων τὸ νομοσχέδιον. Ἤδη δὲ, ἐπειδὴ συμπίπτει νὰ ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὕρηται ἡ ὁδὸς, ἡ ἄγουσα ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Μαραθῶνα. Συνέπεσε πρό τινων ἡμερῶν νὰ μεταβῶ εἰς Μαραθῶνα, βεβαιῶ δ’ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ ὁδὸς ἐκείνη εἶναι αὐτόχρημα ἀδιάβατος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ τίνα τρόπον ἐπεσκευάσθη ἄλλοτε, οὔτε ἐπὶ τίνος Κυβερνήσεως· τὸ βέβαιον εἶναι ὅμως, ὅτι παρὰ πλείστων κατοίκων τοῦ Μαραθῶνος ἔμαθον, ὅτι κάκιστα ἄλλοτε ἡ ὁδὸς ἐπεσκευάσθη. Ὅταν δὲ μετὰ δύο μῆνας θέλῃ μεταφέρεσθαι τὸ γλεῦκος ἐκ Μαραθῶνος εἰς Ἀθήνας, βεβαίως ἡ συγκοινωνία τῶν δύο τούτων πόλεων θέλει εἶναι δυσχερεστάτη, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ὁδοῦ. Ἀλλ’ ἡ πρόνοια τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ἧς δὲν ἀμφιβάλλω, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ταχεῖα καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι πλεῖστοι ξένοι, ἐπισκεπτόμενοι τὰς Ἀθήνας, μεταβαίνουσιν, ὡς γνωστὸν, ἵνα θαυμάσωσι καὶ προσκυνήσωσι τὴν γνωστὴν σορὸν, τὸν τύμβον τῶν πεσόντων κατὰ τὴν ἐν Μαραθῶνι μάχην, ἐκεῖ δὲ, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἀδύνατόν τις νὰ μεταβῇ, ἐὰν δὲν κινδυνεύσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω τὸν λόγον περὶ ὁδοποιΐας τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς ἀτόπου. Ὡς γνωστὸν, ὑπάρχει ὁδὸς ἀπὸ Κηφισιᾶς εἰς Καπανδρίτι καὶ ἀπὸ Καπανδρίτη εἰς Κάλαμον, ἑτέρα δὲ ὁδὸς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Τατόϊον καὶ ἀπὸ Τατοΐου διὰ τοῦ δήμου Ὠρωπίων μέχρι τῆς Σκάλας τοῦ Ὠρωποῦ· ἐκεῖθεν δὲ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς μέχρι τοῦ χωρίου Μαρκοπούλου τοῦ δήμου Ὠρωπίων. Ἐνῷ δὲ ἔχομεν συγκοινωνίαν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Καλάμου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν διὰ Τατοΐου καὶ δήμου Ὠρωπίων μέχρι Μαρκοπούλου ἀφ’ ἑτέρου, ἡ συγκοινωνία διακόπτεται ἐπὶ ἐκτάσεως ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ χιλιομέτρων, διότι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Καλάμου μέχρι Μαρκοπούλου εἶναι τοιαύτη, οἵαν μόλις δύναταί τις νὰ διέλθῃ ἔφιππος. Ἐπί τινος τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων εἶχον συστήσει τῷ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῷ κ. Μαυρομιχάλη τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς ὁδοῦ, ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ συγκοινωνία τῆς ἐπαρχίας διὰ τῆς ὅλης κυκλοτεροῦς ὁδοῦ. Τῇ προτροπῇ μου προσηνέχθησαν μάλιστα καὶ οἱ χωρικοὶ Καλάμου καὶ Μαρκοπούλου, ἵνα καταβάλωσι τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐργασίαν πρὸς τοῦτο. Ἐγένετο λοιπὸν ἔναρξις τῆς ἐργασίας· ᾠκοδομήθη γέφυρα ἀρκούντως καλή. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα αἰτίαν, τὸ ἔργον ἐκεῖνο διεκόπη, καὶ πᾶσα ἐργασία πλέον ἔπαυσεν. Ἡ ὁδὸς ἐκείνη εἶναι ἀναγκαία, ὡς εἶπον, διότι, ἐὰν ἀποτελεσθῇ ὁ βραχίων αὐτὸς, ὅστις εἶναι μόλις 6 ἢ 7 χιλιομέτρων, ἔχομεν τὴν συγκοινωνίαν ὁλόκληρον δι’ ἁμαξῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ τὸ τμῆμα, περὶ οὗ ὁμιλῶ, ἔχει ἀρχαιολογικὴν ἐπίσης σημασίαν, ὡς ἡ ὁδὸς Μαραθῶνος, διότι ἐκεῖ, ἔν τινι ῥεύματι, ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ μονοπατίου, ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι, κεῖται, ὡς γνωστὸν, τὸ περίφημον κατὰ τὴν ἀρχαιότητα Μαντεῖον τοῦ Ἀμφιαράου καὶ θέατρον ἀκόμη, δυσκόλως δὲ μεταβαίνομεν ἐκεῖ καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ ξένοι, οἱ πολλάκις κατὰ μέγαν ἀριθμὸν ἐπισκεπτόμενοι τὸν ἀρχαῖον ἐκεῖνον χῶρον. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους συνιστῶ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προνοήσῃ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ Μαραθῶνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περὶ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ, περὶ οὗ ἄρτι ὡμίλησα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στελλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§40ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως, εἰ δυνατόν, προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς δευτέρας συζητήτεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ γυμναστικῆς πίνακα ἐμφαίνοντα: αʹ) Τὰς γενομένας δαπάνας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897–1899 διὰ τὴν συντήρησιν, τὸν πλουτισμὸν καὶ εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις Κεντρικοῦ Γυμναστηρίου. βʹ) Τὰς γενομένας δαπάνας εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ καὶ συντήρησιν τῆς ἐν Ἀθήναις κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη λειτουργησάσης Γυμναστικῆς Σχολῆς. γʹ) Πόσοι ἐνεγράφησαν ἐν αὐτῇ, καὶ πόσα ἔτη ἐφοίτησαν καὶ ἐδιδάχθησαν. δʹ) Πόσοι ἐκ τούτων προσῆλθον εἰς ἐξετάσεις, καὶ πόσοι ἀπελύθησαν μὲ δίπλωμα διδασκάλου τῆς γυμναστικῆς. εʹ) Ἂν συνέστη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐπιτροπὴ διὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις τῆς Σχολῆς ταύτης, καὶ ἂν παρέστη κατὰ τὰς ἐξετάσεις ταύτας, καὶ μὲ ποῖα δικαιώματα· καὶ ϛʹ) Τίς ὁ ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γυμναστικῆς ἀναφερόμενος Σύνδεσμος τῶν Ἀθλητικῶν καὶ Γυμναστικῶν Συλλόγων, πότε συνέστη καὶ ποία ἡ μέχρι τοῦδε δρᾶσίς του. Ὑποβάλλω καὶ γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου.
§41ΧΑΡ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ροῦφος ἐζήτησε διὰ τὸν μετατεθέντα πάρεδρον Ψωμάκην, νὰ καταθέσῃ προσέτι καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Τσάτσος, Δ. Δημητριάδης καὶ Περ. Μεντζελόπουλος ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ τηλεγραφικῶς ζητήσῃ πίνακας, οὓς πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νὰ καταθέσῃ, ἐμφαίνοντας πόσοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892–1897 ἐφυλακίσθησαν διὰ πολιτικὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας ἐξ ἀδικημάτων, πόσοι δι’ ἰδιωτικὰς ἀπαιτήσεις ἐμπορικὰς, καὶ πόσοι ἐκ χρεῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, διότι οἱ κατατεθέντες πίνακες δὲν ἐμφαίνουσι κεχωρισμένους τούτους.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§43Ξ. ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια 1) περὶ συστάσεως δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ἐνεστῶτος ἔτους καὶ 2) περὶ μὴ ποινικῆς καταδιώξεως, ὡς ἀνυποτάκτων, τῶν ἐφέδρων τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων.
§44ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ προταχθῶσι. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Συγκατατίθεται ἡ Βουλή.
§48Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπ’ ἀριθμὸν 30 εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς δοκιμασίας τῶν παρέδρων. Εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον· εἶναι ἀναγκαιότατον δὲ, διότι δὲν ὑπάρχουσι δικασταί.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον ἐνεστῶτος ἔτους. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως.)
§51Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀνεγνώσθη αὐτὸ κατὰ προτίμησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21 «περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις».
§52ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη τὸ ἄλλο.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν τὸ Θεσσαλικὸν πρῶτον, καὶ ὕστερον ζητεῖτε αὐτό.
§54ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ ποινικῆς καταδιώξεως, ὡς ἀνυποτάκτων, τῶν ἐφέδρων τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§56ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν. Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου ταύτην, οὐχὶ μόνον οἱ ἀνυπότακτοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ὡς δῆθεν φυγόστρατοι χαρακτηρισθέντες καὶ καταδιωκόμενοι δὲν πρέπει νὰ καταδιωχθῶσι.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φυγόστρατοι, οἱ ἀνυπότακτοι.
§59ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, — μὲ συγχωρεῖτε, — πρόκειται περὶ φυγοστράτων. Ἄλλοι οἱ ἀνυπότακτοι καὶ ἄλλοι οἱ φυγόστρατοι.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ;
§61ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ εἰπῇ φυγόστρατοι; Νὰ τὸ ἐξηγήσητε, παρακαλῶ.
§63ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνυπότακτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδαμῶς παρουσιάσθησαν εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα πρὸς κατάταξιν. Φυγόστρατοι δὲ, οἱ παρουσιασθέντες μὲν εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἀλλὰ μὴ παρουσιασθέντες εἰς τὰ σώματά των.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λιποτάκται.
§65ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι λιποτάκται. Διότι διὰ νὰ ἦναι λιποτάκται ὤφειλε τὸ Στρατολογικὸν γραφεῖον, εἰς ὃ παρουσιάσθησαν, νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Μοιραρχίαν, ἡ δὲ Μοιραρχία ὤφειλε νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὰ σώματα, εἰς ἃ ἔδει νὰ καταταχθῶσι. Τοῦτο δὲν ἔπραξεν ἡ Μοιραρχία Τρικκάλων.
§66ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διότι εἶχε φύγει.
§67ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔπραξεν ἡ Μοιραρχία Τρικκάλων τοῦτο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, συμφώνως πρὸς τὰς περὶ κλήσεως τῶν ἐφέδρων διαταγὰς, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας, ἕνεκα τοῦ πανικοῦ καὶ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ. Νομίζω ὅτι ἡ δικαιολογητικὴ αἰτία, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοὺς ἀνυποτάκτους, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ διὰ τοὺς ὡς φυγοστράτους χαρακτηριζομένους τοῦ 1885 καὶ 1886, τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1897. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῆς καὶ διανομήν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 377). (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει ὅτι θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ σειράν.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιοτήτων.
§74ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθὼς καὶ τὰ ἑπόμενα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἀρχαιολογικὰ πράγματα, ἀποτελοῦσιν ἕν ὅλον, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν τὰ νομοσχέδια Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε, συνδέσας πάντα ταῦτα εἰς ἕν τεῦχος καὶ ὑποβαλὼν αὐτὰ μετὰ κοινῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ κοινῆς ἀγορεύσεως. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἰδίως δέ τινα τούτων, εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, περιλαμβάνουσι δὲ διατάξεις παντοίας, αἵτινες θίγουσι τὸ ἱερώτατον τῶν δικαιωμάτων, τὸ τῆς ἰδιοκτησίας, κατὰ τρόπον εἰς ἐμὲ τελείως πρωτοφανῆ. Ἐξ ἀντιπαραβολῆς τῶν νομοσχεδίων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, οἵτινες φέρουσι χρονολογίαν τοῦ ἔτους 1834, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1834 ὑπῆρξε πολὺ συνταγματικώτερος ἢ οἱ προτείναντες τὰ νομοθετήματα ταῦτα σήμερον. Διὰ τοῦ ἁπλουστέρου τρόπου τὸ νομοσχέδιον, ἰδίως τὸ πρῶτον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ταύτην τὴν ὥραν ἐρχόμενον, περὶ ἀρχαιοτήτων, ἀναιρεῖ τελείως τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀναιρεῖ τελείως τὰ δικαιώματα τῆς κυριότητος, ἀναιρεῖ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ διατάσσον νὰ μὴ ἀφαιρῆται τὸ κτῆμα οὐδενὸς ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Δὲν ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ δὲν προσβάλλει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ταῦτα δὲ μετὰ διατάξεων περιπεπλεγμένων, αἵτινες πάντως ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπεξεργασίας εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἵνα ἐλαττωθῇ τοὐλάχιστον τὸ κακὸν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθῃ τὸ ἀτύχημα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν νὰ ταχθῇ προθεσμία δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν πρὸς ἐπεξεργασίαν, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἁρμοδίαν τῆς Βουλῆς, ἢ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, ἐὰν προτιμᾷ τοῦτο ἡ Βουλή, ἀλλὰ πάντως νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων.
§75ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Παρέστησεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον θίγει τὰ ἱερώτατα τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐπειδὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐργασθῶ, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵν’ ἀποκρούσω τὴν ἀναβολὴν καὶ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα ὡς τάχιστα προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ὅτε κατὰ τὸ 1834 οἱ Βαυαροὶ νομοθέται εὑρέθησαν πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ προστατεύσωσι τὰ κειμήλια τῶν ἡμετέρων προγόνων, τὰ ὁποῖα βεβαίως οὐ μόνον ἀποτελοῦσι πλοῦτον ὑλικὸν, ἀλλὰ καὶ τὸν μέγιστον τοῦ ἠθικοῦ θησαυροῦ τῆς ἡμετέρας πατρίδος, ἐπεχείρησαν τὴν εἰσαγωγὴν εἰδικοῦ νόμου πρὸς προστασίαν τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐπειδὴ ὅμως ἔσπευδον νὰ λάβωσι τὴν προστασίαν ταύτην, ἔστρεψαν τὴν προσοχήν των εἰς διαφόρους νομοθεσίας. Καὶ βεβαίως αἱ νομοθεσίαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὰς ἀρχαιότητας, ἦσαν αἱ νομοθεσίαι τῶν Ἰταλικῶν Κρατιδίων. Ἔλαβον λοιπὸν ὡς βάσιν ἓν διάταγμα τοῦ Καρδιναλίου Πάκκα τοῦ 1820, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συνέπλεξαν, οὕτως εἰπεῖν, προχείρως τὸν νόμον, ὅστις ἰσχύει μέχρι σήμερον. Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἶναι τῷ ὄντι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὴν προστασίαν τῶν ἀρχαιοτήτων, περὶ ὧν τηλικοῦτος ἐσχάτως ἐγένετο θόρυβος. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ ἐπιχειρῶν νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων εὑρίσκεται ἀπέναντι μεγάλων δυσχερειῶν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ παρουσιάζεται, εἶναι τοῦτο, πῶς πρέπει νὰ συμβιβάσῃ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον (καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο εἶναι βεβαίως σοβαρὸν, κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Συντάγματος περὶ προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας) πρὸς τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος, ὅπως διαφυλάξῃ τὰ ἐθνικὰ κειμήλια. Ὅτε ἐγένετο πρό τινων ἐτῶν θόρυβος περὶ τῶν καταχρήσεων τῶν γενομένων ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς ἀρχαιότητος, ἔτυχε νὰ ἦναι Ὑπουργὸς πάλιν ὁ κ. Εὐταξίας, ἐν ἔτει 1893, ὅστις προέβη εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου. Εἶναι ὁ πρῶτος πράγματι, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε διὰ σπουδαίας ἐργασίας τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων περὶ ἀρχαιοτήτων. Σήμερον ὑποβάλλει ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ῥιζικάς τινας διαφοράς. Εἰς τὴν σύνταξιν ἀμφοτέρων τῶν νομοθετικῶν ἔργων, καὶ τοῦ νομοσχεδίου δηλαδὴ τοῦ 1893 καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον ὑποβαλλομένου, ὡς βάσις ἐλήφθη ἡ ἐν Ἰταλίᾳ γενομένη κοινοβουλευτικὴ ἐργασία. Ὅτε ἡ Ἰταλία ἀπετέλεσεν ἓν Κράτος, ἠθέλησαν νὰ κωδικοποιήσωσι τοὺς καθ’ ἕκαστον Κρατίδιον ἰσχύοντας νόμους, ἀλλὰ καὶ νὰ προστατεύσωσι συγχρόνως τελειότερον τὰς ἀρχαιότητας. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν ταύτην, βεβαίως θὰ θαυμάσητε. Ἄρχεται αὕτη ἀπὸ τοῦ 1872 καὶ φθάνει μέχρι τοῦ 1886. Ἐκθέσεις ἐπὶ ἐκθέσεων καὶ ἀλλεπάλληλα νομοσχέδια εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχει λοιπὸν πρὸ αὐτοῦ ἄφθονον καὶ παρεσκευασμένην ὕλην, ἔχει βαθείας καὶ μακρὰς μελέτας ὁ θέλων παρ’ ἡμῖν νὰ εἰσαγάγῃ νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων, καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπωφελήθη βεβαίως ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα ἐπιζητήσῃ τὴν ἀναβολήν; Εἶναι ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀναμφιβόλως θεμελιῶδες. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι εὑρίσκεται εἰς ἰδιωτικὸν κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιώτην, τότε θὰ εἰσαγάγωμεν ἀρχὴν, ἡ ὁποία συμβιβάζεται μὲν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀντιτίθεται πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἐκεῖνοι οἵτινες ὑπεστήριξαν καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅτι ἡ ἐν ἰδιωτικῷ κτήματι εὑρισκομένη ἀρχαιότης ἀνήκει ἀπολύτως εἰς τὸν ἰδιώτην, μετεχειρίσθησαν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ ἰδιώτης, ὅταν ἦναι βέβαιος ὅτι τὸ ἀνακαλυπτόμενον ἀρχαῖον πρᾶγμα δύναται ἀπροκαλύπτως καὶ ἀφόβως νὰ παρουσιάζῃ, καὶ ἂν τὸ Δημόσιον δὲν προσφέρῃ τὴν ἀποχρῶσαν τιμὴν, δύναται νὰ ἐκποιῇ κατὰ βούλησιν, τότε αἱ ἀρχαιότητες δὲν θὰ ἀποκρύπτωνται, καὶ τὸ λαθρεμπόριον θὰ περιορισθῇ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ὁ ἰδιώτης τὸ ἐλατήριον τοῦ συμφέροντος, ὅπως δολιεύηται τοὺς νόμους. Μετεχειρίσθησαν ἐπίσης καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι, ὅταν γνωρίζῃ ὁ ἰδιώτης ὅτι τὴν ἀνακαλυπτομένην ἐν τῷ κτήματι αὑτοῦ ἀρχαιότητα δὲν θὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον αὐτοῦ ἐξουσίαν, θὰ προτιμᾷ ἢ νὰ καταστρέφῃ ἢ νὰ ἀποκρύπτῃ αὐτήν. Ἀπέναντι τοιούτων ἐπιχειρημάτων ἡ ἐν ἔτει 1893 ἐπιτροπή, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, (καὶ ἐν ᾗ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ χρησιμεύσω ὡς εἰσηγητὴς) ἔκλινε πρὸς τὴν γνώμην καὶ ἀνέγραψε τὴν ἀρχὴν, ὅτι πᾶν ἀντικείμενον ἀρχαιότητος, ἀνακαλυπτόμενον ἐν κτήματι ἰδιωτικῷ, ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸ ἀνακαλυπτόμενον δὲ ἐν δημοσίῳ κτήματι ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ συμφέρει ἆρά γε νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχήν; Ἐγὼ, ὅστις ὑπεστήριξα ἄλλοτε τὴν εἰρημένην διάκρισιν, ἠναγκάσθην σήμερον νὰ ὑποχωρήσω. Νομίζω ὅτι ἀσύμφορον εἶναι νὰ ἀποδώσωμεν ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιώτην ἐπὶ ἀντικειμένων ἀποτελούντων πλοῦτον κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν, περικλείοντα τὴν δόξαν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀνάγκη νὰ καμφθῇ καὶ νὰ ὑποχωρήσῃ. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ ἐν Ἰταλίᾳ σήμερον ἀπεδέχθησαν, διότι αἱ Ἰταλικαὶ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐσημείωσα, ἀπετέλουν ἁπλῶς προπαρασκευαστικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν μέχρι τοῦ 1886 ἢ 1889...
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπέληξαν εἰς νόμον;
§77ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τοὺς Ἰταλικοὺς νόμους, καὶ θὰ τοὺς φέρω αὔριον.
§79ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ Ἰταλικὸν νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν ἐγένετο νόμος, γινώσκω ὅμως, ὅτι ἄφθονος νομοθετικὴ ἐργασία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μέχρι τοῦ 1886. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δέον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πᾶσα ἀρχαιότης, ἀνακαλυπτομένη εἴτε ἐν δημοσίῳ εἴτε ἐν ἰδιωτικῷ κτήματι, ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν παραβάλωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1834, τί βλέπομεν; Ὅτι κατ’ αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἀρχαίων ἀντικειμένων, τῶν εἰς ἰδιωτικὸν κτῆμα ἀνευρισκομένων, ἀναγνωρίζεται ἓν δικαίωμα τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ διάταγμα τοῦ Καρδιναλίου Πάκκα, παρετήρησεν, ὅτι ἐκεῖ φορολογία μᾶλλον βαρεῖα ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἀρχαιοτήτων ἐφέρετο. Τὴν φορολογίαν ταύτην ἠθέλησε νὰ μεταμφιέσῃ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς συνιδιοκτησίαν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀρχαῖον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν ἰδιωτικῷ κτήματι, ἀνήκει κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ἡ συνιδιοκτησία αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἰδανικὴ, διότι οὐδὲν δικαίωμα κατοχῆς ἔχει τὸ Δημόσιον, οὔτε δικαίωμα ἀγωγῆς περὶ διανομῆς, ἀλλ’ ὁ ἰδιώτης εἶναι σχεδὸν ἀπόλυτος κύριος. Μόνον ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων ἀναφαίνεται τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τῆς προτιμήσεως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἰδιώτης ἤθελεν ἐκδηλώσει τὴν θέλησιν αὑτοῦ περὶ ἐκποιήσεως...
§80Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Περιορισμὸς τῆς κυριότητος δηλαδὴ, ὄχι συνιδιοκτησία.
§81ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Περιορισμὸς τῆς κυριότητος καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Διότι τί φέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς τῆς κυριότητος ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι, ἀντὶ νὰ κατέχῃ ὁ ἰδιώτης, καταλαμβάνει καὶ κατέχει τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ὁ ἰδιώτης οὐχ ἧττον δὲν ἀπομένει ἄνευ ἀποζημιώσεως, διότι ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀρχαιότητος παραχωρεῖται δικαίωμα ἀποζημιώσεως, καὶ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτὴν ὁρίζει ἐπιτροπή, τὸ ποσὸν δὲ κανονίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μεθ’ ὅλης τῆς ἀσφαλείας, ἣν ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ οἱαδήποτε προστασία τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι περιστάσεις, ἀναγκαιότατον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθιστῶσαι. Ἐὰν ῥίψητε π. χ. ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἐξαγωγῆς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν πᾶσαν περὶ ἀναβολῆς ἰδέαν, διότι ἡ λαθρεμπορία τῶν ἀρχαιοτήτων σήμερον διενεργεῖται εἰς μεγάλην κλίμακα παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐμελετήθησαν διάφορα συστήματα περὶ τοῦ καταλληλοτέρου καὶ πρακτικωτέρου τρόπου τῆς ἐξαγωγῆς, ἐξασφαλίζοντος τὰς ἀρχαιότητας ἐκ τοῦ κινδύνου τῆς ἀρχαιοκαπηλίας...
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§83ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ περιορισθῶ, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ πρότασις ὑμῶν περὶ ἀναβολῆς δὲν δικαιολογεῖται. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπως περιορίσωσι τὸ λαθρεμπόριον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐσκέφθησαν ὡς ἑξῆς. Ἡ ἐξαγωγὴ κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα, ἀλλ’ ὁ ἐξάγων ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ 20% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀρχαιότητος...
§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι τώρα.
§85ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οἱ κρατοῦντες νόμοι τῆς Ἰταλίας δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐξαγωγήν. Ἐγὼ ἀναφέρω τὰς νομοθετικὰς μελέτας ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ πῶς ἐσκέπτοντο μέχρι τοῦ 1886 ἐν τοῖς Ἰταλικοῖς Κοινοβουλίοις.
§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔκτοτε ἄλλως ἐκανονίσθησαν ἐν Ἰταλίᾳ· ὄχι μόνον ἀρχαιοτήτων ἡ ἐξαγωγὴ δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ οὔτε εἰκόνων τῆς ἐποχῆς τῆς Ἀναγεννήσεως, ἀμειλίκτως δὲ καταδιώκονται οἱ ἐξάγοντες τοιαύτας. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν κατεδιώχθη ὁ πρίγκιψ Βορκέζε, διότι περιελθὼν εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας ἠναγκάσθη νὰ ἐκποιήσῃ εἰς Γερμανοὺς ἢ Ἀμερικανοὺς εἰκόνας τινὰς τῆς πολυτίμου συλλογῆς του· ἡ καταδίωξις δὲ κατ’ αὐτοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ὅπως ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου. Ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ ἐξαγωγὴ ἀρχαιοτήτων ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι αὐστηρῶς ἀπηγορευμένη.
§87ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὰς θεωρίας λοιπὸν, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὰς ἐργασίας τὰς κοινοβουλευτικὰς μέχρι τοῦ 1886 ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ τὰς ὁποίας ἠκολούθησε καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον ἑλληνικὸν νομοσχέδιον τοῦ 1893, δύναται πᾶς τις νὰ ἐξάγῃ ἀρχαιότητας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ πληρώνῃ δασμὸν 30%· ἀλλὰ πρὸς τούτοις ὁ ἰδιώτης αὐτὸς ὀφείλει νὰ ὁρίζῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀντικειμένου. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑπερτιμήσει αὐτὸ, ἂν π. χ. ἔχῃ ἀξίαν 10,000 δραχμῶν καὶ ὁρίσῃ ἀξίαν 50,000, κινδυνεύει νὰ καταβάλῃ σχεδὸν τοῦ ἀντικειμένου τὴν ἀξίαν, ἐὰν ὅμως ὑποτιμήσῃ αὐτὸ, τότε τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτὸ εἰς τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὁρίσει ὁ ἰδιώτης. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ Δημόσιον δύναται νὰ παρακωλύῃ τὴν ἐξαγωγὴν, καταβάλλον τὸ τίμημα. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περιορίζει τὸν δασμὸν εἰς 10%, ἔχει δὲ ἄλλον μηχανισμὸν καὶ περιορισμοὺς τῆς ἐξαγωγῆς, οὓς ὅμως δὲν ἁρμόζει σήμερον νὰ ἐξετάσω, διότι πρόκειται μόνον περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Πάντως ὅμως ἡ ἀναβολὴ δέον νὰ ἀποκρουσθῇ, διότι εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος τέλος πάντων νὰ προστατευθῶσι τὰ κειμήλια τῆς προγονικῆς ὑμῶν δόξης.
§88ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, ἀντικρούσας τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ἐξέθηκε τὰς γνώμας αὐτοῦ, τὰς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἠναγκάσθη μάλιστα νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς πρώτας γνώμας, ἵνα ἔλθῃ εἰς τὰς νέας τοῦ νομοσχεδίου, διότι παρηκολούθησε τὰς μελέτας τὰς γενομένας ἐν Ἰταλίᾳ ἐπὶ δεκαετίαν, νομίζω, καὶ μὴ ἀποληξάσας εἰς νόμον. Ἐπειδὴ ἐν Ἰταλίᾳ ἐμελετήθη τὸ ζήτημα ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ δὲν ἀπέληξεν ἡ μελέτη εἰς νόμον, ἡμεῖς πρέπει νὰ μὴ μελετήσωμεν αὐτὸ, ἀλλὰ νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ περὶ αὐτοῦ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ διέλθῃ τὴν ἐπεξεργασίαν, τῆς ἐπιτροπῆς! Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων αἴσθημά μου εἶναι τελείως προστατευτικόν· εἶναι δὲ γνωστὸν τοῦτο ἀπὸ παλαιῶν χρόνων. Συζητουμένης ἄλλοτε τῆς συμβάσεως περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν Γερμανίαν τῶν διπλῶν τῶν εὑρεθέντων κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς τὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἡ ὑπὲρ διατηρήσεως αὐτῶν συνηγορία μου ἦτο τοιαύτη, ὥστε προεκάλεσε τοῦ μακαρίτου Καλλιγᾶ τὸ σκῶμμα, — ἐξ οἰκείων τὰ βέλη, —ὅτι ἐνέμενον εἰς Παππικὰς διατάξεις τοῦ 1820, τὰς διατάξεις τοῦ Καρδιναλίου βεβαίως, ὃν ἐμνημόνευσε πρὸ μικροῦ ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἦσαν πολὺ πλέον φιλελεύθεροι ἢ αἱ νέαι θεωρίαι, ἃς βλέπομεν ἀπεικονισμένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γένηται νόμος, αἱ ἀρχαιότητες ἐν Ἑλλάδι καταστρέφονται· τοῦτο δὲ λέγω ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς σκανδαλώδους ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς ἰδιοκτησίας, περὶ ὧν ἓν μόνον παράδειγμα θέλω νὰ φέρω. Μέχρι τοῦδε ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀρχαιοτήτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, μέχρι δὲ πρὸ ὀλίγου καὶ ἐκ Κρήτης, ἦτο συχνή· ἐπροστάτευεν ὁ νόμος ταύτην, ἐπιτρέπων μετὰ τὴν δήλωσιν νὰ ἐξαχθῇ πάλιν τὸ εἰσαχθέν· ἦτο δὲ εὐεργετικὴ ἡ πρόνοια αὕτη, διότι ἀρχαιότητες ἐρχόμεναι ἀνυπόπτως ἔξωθεν εὕρισκον ἐνταῦθα ἀγοραστὰς, εἴτε μεταξὺ τῶν πλουσίων τῶν ἐχόντων συλλογὰς, εἴτε καὶ παρὰ τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρείᾳ, ἥτις, ὡς γνωστὸν, ἐδαπάνησε ποσὰ μεγάλα μὲν, ἀλλ’ ἀληθῶς πολὺ μικρὰ ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀντικειμένων, ἅτινα κατώρθωσε δι’ αὐτῶν νὰ ἀποκτήσῃ, καὶ αἱ ἀρχαιότητες αὗται κοσμοῦσι νῦν τὰ Μουσεῖα τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ταῦτα ἦσαν δυνατὰ, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν, ὅπως προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας ἀγορὰς, διότι οὐδέποτε ἡ ἐξουσία ἀνεμίχθη, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν οὕτως ἔξωθεν προελθουσῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐάν τινες τούτων ἐπωλήθησαν καὶ εἰς ἀρχαιοκαπήλους, τὸ Κράτος δὲν εἶχε νὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο, διότι δὲν ἦσαν ἀρχαιότητες ἐκ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ προελθοῦσαι. Σήμερον τὸ νομοσχέδιον μετὰ πολλῆς πονηρίας νομίζει ὅτι παγιδεύει τοὺς εἰσάγοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀρχαῖα, ἐπιτρέπον μὲν τὴν εἰσαγωγὴν, ἔπειτα δὲ λέγον εἰς αὐτούς: «Ἀφοῦ τὰ εἰσηγάγετε καὶ τὰ ἐδηλώσατε, ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας διαθέσεως αὐτῶν, πότε; ἀφοῦ ἐγὼ ἐνασκήσω δικαίωμα ἐπιλογῆς. Ἀφοῦ θέλετε νὰ τὰ πωλήσητε, προσέρχομαι ἐγὼ τὸ Κράτος ἀγοραστὴς καὶ εἰς τὴν τιμὴν, ἣν ἡ τασσομένη ἐπιτροπὴ ἤθελεν ὁρίσει λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἀγοράζω ἐγὼ αὐτὰ κατὰ προτίμησιν νόμῳ ἐπιβαλλομένην». Ἀλλὰ τίς ποτε θέλει εἰσαγάγει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ — τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ — ἀρχαιότητας, ἐὰν γνωρίζῃ τοῦτο; Καὶ ποῦ φθάνει ἡ ἀξίωσις τοῦ νόμου; Ἀκούσατε. «Ἐὰν ἐγὼ, τὸ Κράτος, ἐξετάσαν τὰ πράγματα, πεισθῶ ὅτι αἱ ἀρχαιότητες αὗται εἶναι ἄχρηστοι εἰς τὰ Μουσεῖά μου, σοὶ ἐπιτρέπω νὰ ἐξαγάγῃς αὐτὰς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξαγωγῆς ὑφιστάμενος τὸν ἔλεγχόν μου, καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀχρήστου ἢ τοῦ χρησίμου, τὰς δὲ εἰσαχθείσας ἔξωθεν ἀρχαιότητας ἐξαγομένας φορολογήσω, ἐνῷ αὗται ἦσαν πρᾶγμα, ὅπερ οὐδέποτε ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα»...
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ ταῦτα δύνανται νὰ γείνωσι δυνάμει τοῦ τελωνιακοῦ νόμου.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐπιβάλλεται φόρος εἰς ἀντικείμενα τέχνης, εἰς βιβλία εἰσαγόμενα ἢ ἐξαγόμενα... Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι διὰ κακῶς ἐννοούμενον συμφέρον καταδιώξεως τῆς ἀρχαιοκαπηλίας δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας διατάξεις, ἀφοῦ ἄλλοι εἶναι οἱ τρόποι, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ σώσωμεν τὰς ἀρχαιότητας ἀπ’ αὐτῆς. Γνωρίζετε δὲ ποῦ φθάνομεν, Κύριοι; Τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου προχωρεῖ καὶ εἰς τὸ παρελθόν, καὶ οἱ εἰσαγαγόντες ἀρχαιότητας ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ ἂν ἐδήλωσαν ταύτας, καὶ ἄν ἔχωσι Μουσεῖα εἰς ὅλους προσιτὰ, ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσιν αὐτὰς ἐκ νέου, καὶ ἀφαιροῦνται ἐφεξῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῶν. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης— ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβω ἐξ αὐτοῦ τὸ παράδειγμα—ἔχει ἓν τῶν πρωτίστων ἀρχαιολογικῶν ἰδιωτικῶν Μουσείων τῆς Εὐρώπης, ἐγκαθιδρυμένον ἐνταῦθα· ἐὰν τὰ ἐν αὐτῷ προέκειτο νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὸν νόμον, ὃν ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἰσαγάγει αὐτά· θὰ ἐφρόντιζε νὰ ἔχῃ ἀλλαχοῦ οἰκίαν, ἐν ᾗ νὰ καταθέσῃ ἅπαντα τὰ ἀρχαῖα ἀντικείμενα, ἅτινα σήμερον ἔχει εἰσηγμένα ἐνταῦθα, ἵνα ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὑποχρεούμενος ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δηλώσῃ ἐκ νέου τὸ ἀρχαιολογικόν του Μουσεῖον, τίθεται ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ νόμου, ὅστις ἀπαγορεύει αὐτῷ νὰ ἐξαγάγῃ πάλιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰς ἐν τῷ Μουσείῳ αὐτοῦ ἀρχαιότητας. Ἄν ποτε θελήσῃ ἢ ἀναγκασθῇ ν’ ἀναχωρήσῃ τῆς Ἑλλάδος καὶ μεταβῇ νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν Ἑλβετίᾳ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθηθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ ἀγαπητοῦ αὐτῷ Μουσείου, ὅπερ ἐν τούτοις συγκροτεῖται ἐξ ἀρχαιοτήτων εἰσαχθεισῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Γινώσκετε δὲ, ὅτι τὸ πρᾶγμα προχωρεῖ ἔτι πλέον, φθάνον καὶ μέχρι τοῦ ἀστείου· Ὁ χρόνος, καθ’ ὃν τὰ ἀντικείμενα τέχνης θεωροῦνται ἀρχαιότητες, κατέρχεται μέχρι καὶ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ὅσαι οἰκογένειαι ἐν Ἑλλάδι ἔτυχε νὰ ἔχωσι περισεσωσμένας ἱερὰς εἰκόνας οἰκογενειακὰς, δὲν δύνανται πλέον ταύτας νὰ θεωρῶσιν ἴδια κτήματα. Εἰς τὴν οἰκίαν μου π. χ. ὑπάρχει εἰκὼν οἰκογενειακὴ, ἥτις ἀνάγεται καθ’ ἡλικίαν εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰκὼν τῆς Παναγίας· αὕτη εἶναι κατὰ τὸν νόμον ἀρχαιότης· ἀλλὰ ταύτην τὴν ἀρχαιότητα ἐὰν θελήσας νὰ μετοικήσω εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συμπαραλάβω μετ’ ἐμοῦ, ὀφείλω νὰ δηλώσω τὴν ἐξαγωγὴν, νὰ πληρώσω μάλιστα καὶ φόρον. Τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ ἀστείῳ εἶναι σπουδαῖον, καὶ τοσούτῳ σπουδαιότερον, καθ’ ὅσον, ἐάν τις ἐξ ὑμῶν ἔχῃ νὰ ἐξαγάγῃ τοιαύτην εἰκόνα, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ αὐτὴν ὡς ἀρχαιότητα, ὑπόκειται εἰς τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ κλέπτης, νὰ προσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ νὰ καταδικασθῇ εἰς πρόστιμον χιλιάδων δραχμῶν καὶ φυλάκισιν καὶ ἀπώλειαν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων! Ἀνέφερα τὸ μέγιστον καὶ τὸ ἐλάχιστον ἐν παραδείγματι· ἀλλὰ πόθεν νὰ ἀρχίσῃ τις καὶ ποῦ νὰ τελειώσῃ; Τὰ ἀκίνητα κτήματα καθίστανται δημόσια, τὰ κινητὰ ἐπίσης δημεύονται, καὶ ἀφοῦ δημευθῶσιν, ἀφοῦ θέσῃ ἐπ’ αὐτῶν χεῖρα τὸ Κράτος καὶ παραληφθῶσιν εἰς τὰ Μουσεῖα, ἐὰν ἦναι κινητὰ, ἢ ἁπλῶς εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Κράτους, ἐὰν ἦναι ἀκίνητα, δίδει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀποζημίωσιν, — ἀποζημίωσιν ἐπιφανείας, καὶ ἂν ἔτι κατέλαβεν οἰκίαν καὶ κατηδάφισεν αὐτὴν, διότι οὐδεὶς λόγος περὶ αὐτῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, — ἀλλὰ δίδει τὴν ἀποζημίωσιν ἀφοῦ καταλάβῃ τὸ κτῆμα. Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδέποτε ὑπῆρξα κύριος, οὐδέποτε ὑπῆρξα κάτοχος ἀρχαιοτήτων, καὶ οὐδέποτε θὰ ὑπάρξω, διότι κατὰ σύστημα, κατ’ ἀρχὴν, οὐδέποτε ἐκράτησα καὶ οὐδέποτε θὰ κρατήσω παρ’ ἐμοὶ ἀρχαιότητας. Ἀλλ’ ὅταν σκέπτωμαι τί θέλουσιν ὑποφέρει ἐκεῖνοι οἵτινες ἔχουσιν εἰς χεῖρας ἀρχαιότητας, ἐκεῖνοι οἵτινες εὑρίσκουσιν ἐν τῷ κτήματι αὐτῶν ἔργα ἀρχαίας τέχνης καὶ θέλουσι νὰ κρατήσωσιν αὐτὰ παρ’ ἑαυτοῖς, αἰσθάνομαι ἀγανάκτησιν, καὶ λέγω ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, — δὲν θέλω νὰ εἴπω ν’ ἀπορριφθῇ· ἂς ἐξετασθῇ πρότερον καὶ ἔπειτα βλέπομεν. Ἐὰν δ’ ἔλθητε εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις, ἄλλο πάλιν κακὸν ἐκεῖνο· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ἢ ἄλλοι τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερομένων, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ συνεργοὶ παραβάσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τιμωροῦνται αὐστηρότερον τοῦ αὐτουργοῦ, διότι οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὴν συνεργίαν, ἀπέβλεψαν εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ προσώπου. Ἔρχομαι εἰς παράδειγμα ἄλλο. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρό τινων μηνῶν πολῖταί τινες ὑπέβαλον ἀναφορὰν μετὰ τῆς παρακλήσεως νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μήπως εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ἐξαιρῆται τῆς λατομίας ἐν Ἀθήναις λόφος τις, ὅστις οὐδὲ ἴχνος ἀρχαιότητος ἔχει, κεῖται δὲ καὶ μακρὰν τοῦ λόφου τοῦ Φιλοπάππου, ὅστις πάντως εἶναι ἀρχαῖον μνημεῖον, ἄξιον διατηρήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἀπάντησιν εἰσήγαγε τὸ προκείμενον πρὸς συζήτησιν εἰδικὸν νομοσχέδιον, καὶ ἐδήλωσε μάλιστα, ὅτι τοῦτο ἀπετέλει τὴν ἀπάντησιν· τὸ δὲ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδίκου, ὅπερ εἰς τοὺς πολίτας προσγίνεται, ἀφαιρουμένης τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, τῆς μὴ ἐχούσης οὐδεμίαν ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, ἐπιτρέπει τοὐναντίον τὸ κακὸν, διότι λέγει ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται ἡ λατομία εἰς τὰ ὑψώματα ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀποφανθῇ ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀρχαιολογικὴν ἢ ἱστορικὴν, οὐδὲ τοπογραφικὴν ἢ αἰσθητικὴν σημασίαν». Ἐὰν λοιπὸν λόφος τις, οἱανδήποτε ἀξίαν ἔχων διὰ τὸν ἰδιοκτήτην, ἔχῃ ἀξίαν τοπογραφικὴν, ὡς θέλει κρίνει ὁ καθηγητὴς τῆς αἰσθητικῆς ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ ἢ τῆς γεωλογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὁ λόφος οὗτος ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου. Τοιαῦτα δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ἀνεξετάστως νὰ ψηφίσῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τίθεται τὸ ἐρώτημα: ἀπαγορεύεται ἡ λατομία εἰς τὴν Σικελίαν, ὡς καλεῖται ὁ λόφος οὗτος, διότι οὗτος διὰ λόγους τοπογραφικοὺς καὶ αἰσθητικοὺς ἔχει ἀξίαν; Ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἤδη ὑπάρχει ἀπὸ ἐτῶν ἐκκρεμὲς πρὸς δημοσίευσιν σχέδιον ἐπιτρέπον τὴν ἐπέκτασιν τῶν οἰκοδομῶν· ἂν δὲ τὸ σχέδιον ἐκδοθῇ καὶ αἱ οἰκοδομαὶ ἐπεκταθῶσιν ἐκεῖ, τί ἐγένοντο οἱ αἰσθητικοὶ, τοπογραφικοὶ, καλλιτεχνικοὶ λόγοι, οἵτινες δὲν ἔσωσαν οὐδὲ τὸν λόγον τοῦ Ἀρδηττοῦ ἀπὸ ἐγέρσεως ἐπ’ αὐτοῦ οἰκοδομῶν; Καὶ ἀφοῦ πρόκειται προσεχῶς νὰ οἰκοδομηθῇ ὁ τόπος, δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοὺς πτωχοτέρους, ὡς εἶναι συνήθως οἱ ἔχοντες γήπεδα κατὰ τὰς ἐσχατιὰς ταύτας, νὰ οἰκοδομῶσι, νὰ λατομῶσι, νὰ περιορισθῇ δὲ ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα προστατεύῃ τὰς ἀρχαιότητας ἐκεῖ, ὅπου ἀρχαιότητες ὑπάρχουσι; Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ Ἕλληνες κατήντησαν ἕνεκεν αὐτῶν τῶν αὐστηρῶν περιορισμῶν τοῦ νόμου νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἐχθροὺς τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ὅπου εὕρωσιν ἀρχαιότητας, ἢ κρύπτουσιν ἢ καταστρέφουσιν αὐτὰς, ἵνα μὴ ἐκτεθῶσιν εἰς ἐνοχλήσεις ἢ καταδιώξεις. Μὴ θελήσητε, ψηφίζοντες τοιούτους νόμους, νὰ ἐπιτρέπητε τὸ κακόν.
§91Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος προῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ὅλοι φωνάζομεν, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὰς ἀρχαιότητας, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ νόμος, ὅπως σωθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες, αἱ ὁποῖαι ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐσχάτως μάλιστα πολὺς λόγος ἐγένετο διὰ τὰς ἀρχαιότητας, αἱ ὁποῖαι ἐξαχθεῖσαι ἐξ Ἑλλάδος ἐπωλήθησαν σκανδαλωδῶς ἐν Γερμανίᾳ· καὶ ὅμως ἐπέπρωτο ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ἀκούσωμεν ἐγειρομένην φωνὴν πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀφαιρουμένης ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σημασίαν, πρόκειται περὶ τῶν κειμηλίων τῶν ἡμετέρων προγόνων. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως προστατεύσωμεν αὐτά, ὅπως ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι θέλουσι καταστραφῆ αἱ ἀρχαιότητες, ἐὰν δὲν ἀφήσωμεν τὸν ἰδιώτην ἀπόλυτον κύριον αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα ἀποφασίσῃ αὕτη, ἂν πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἢ ὄχι. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ἄλλους νόμους, ὅταν ἔχωμεν τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὰ ἔγκατα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ ἰδιώτης, ἀλλ’ ἐπεμβαίνει τὸ Κράτος καὶ περιορίζει αὐτήν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ ἰδιοκτησία χάριν τῶν ἀρχαιοτήτων; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ, αἱ ἄλλαι δὲ λεπτομέρειαι καὶ ἡ περὶ προστασίας τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, εἰς τὰς ὁποίας προῆλθεν ὁ κ. Βουλευτής, νομίζω ὅτι εἶναι πρόωροι καὶ πλημμελεῖς, ἥκιστα δὲ ὑποστηρίζουσι πᾶσαν σκέψιν περὶ ἀναβολῆς. Ἐὰν παρεχωρεῖτο πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἔξωθεν προελθουσῶν ἀρχαιοτήτων, εἰς ποῖον θὰ ἔφερεν ἀποτέλεσμα; Νὰ εἰσάγωνται ἔξωθεν κίβδηλα ἀρχαῖα, καὶ εἶτα νὰ ἐξάγωνται ἐντεῦθεν γνήσια, ὡς δῆθεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προελθόντα. Ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῶν ποινικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ποῖαι εἶναι αἱ ποινικαὶ διατάξεις κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον; Ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει ἐπιτρέπεται ἡ καταδίωξις ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι τῆς ἀρχαιοκαπηλίας· ὅταν ὁ ἰδιώτης ἀνακαλύψῃ ἀρχαιότητα εἰς ἐθνικὸν κτῆμα καὶ ἐκποιήσῃ λάθρᾳ αὐτήν· εἰς πάσας τὰς λοιπὰς περιπτώσεις αἱ ποιναί εἰσι μικραὶ καὶ γελοῖαι, ποιναὶ πταίσματος. Καὶ ὅταν νομοσχέδιον προστατευτικὸν τῶν ἀρχαιοτήτων ἔρχηται νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου χάριν ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ ἀναγράφει αὐστηρὰς ποινὰς κατὰ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, διαμαρτύρεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ λέγει: «ὄχι! πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ». Ἂς ἀναβληθῇ λοιπὸν καὶ ἂς ὀργιάζωσιν οἱ ἀρχαιοκάπηλοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται τὰς γνώμας αὐτοῦ νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν· δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις του, ἐκτὸς ἂν ἐννοῇ νὰ τηρήσῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ κεκρυμμένας. Ἂν νομίζῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι δρακόντειον, ἂς προτείνῃ τροποποιήσεις· διότι νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ εἶναι ἀνάξιον καὶ τοῦ προτείνοντος καὶ τῆς Βουλῆς. Χάριν τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος δέον νὰ σπεύσωμεν εἰς συζήτησιν νομοσχεδίου σκοποῦντος τὴν διάσωσιν τῶν ἑλληνικῶν ἀρχαιοτήτων, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν δόξαν.
§92ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις παρεξέκλινε· διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, δὲν συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτῆς...
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§94ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσῆλθε καὶ ὁ προαγορεύσας.
§96ΣΤΑΗΣ. Εἰσήλθετε εἰς ἐπικλινὲς ἐπίπεδον, εἰς ὃ δὲν ἔπρεπε σεῖς νὰ κατέλθητε, διότι ἀπεδείξατε οὕτως, ὅτι ἄλλος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς σας, καὶ ὄχι ὅτι ἠθέλετε νὰ προστατεύσητε τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Εἶναι λυπηρὸν δέ, ὅτι ἀνὴρ τῶν ὑμετέρων γνώσεων, εἴ περ τις καὶ ἄλλος γινώσκων τὴν ἀξίαν τῶν ἐθνικῶν κειμηλίων, κατῆλθεν εἰς τόσον χαμηλὸν σημεῖον.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ καταβῶ μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ σεῖς εὑρίσκεσθε ταύτην τὴν στιγμήν.
§98ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβῶς διότι ὁμιλῶ περὶ τῶν παρ’ ὑμῶν λεχθέντων, δι’ ὧν μετεβάλετε τὰ πράγματα καὶ τὰς ἐννοίας τῶν ἄρθρων. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς ὑπάρχει ἔχων ἀντίθετον γνώμην τῆς ἐκφρασθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας συναδέλφου. Μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1834 ἐλάχιστοι ὑπάρχουσι διαφοραί· ἀμφότεροι ἀναγνωρίζουσι συνιδιοκτήτας τὸν εὑρόντα τὸ ἀρχαῖον ἐν δημοσίῳ κτήματι καὶ τὸ Δημόσιον, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ κάτοχος τοῦ ἀρχαίου εἶναι τὸ Δημόσιον, ἀφαιρεῖται τουτέστιν ἀπὸ τὸν εὑρέτην τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς. Τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ ὁ νόμος τοῦ 1834 ἐπιτρέπει τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, μάλιστα τὴν ἐπιβάλλει κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὸν εὑρέτην, διότι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις θὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀρχαίου, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, ἕνα τοῦ εὑρόντος τὸ ἀρχαῖον καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεροληπτήσῃ ὑπὲρ οὐδενός. Ἑτέρα διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀπαγορεύει τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν ἀρχαίων· πρέπει δὲ νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγή, διότι εἰσάγονται κίβδηλοι ἀρχαιότητες καὶ ἐξάγονται γνήσιαι. Ἡ Ἐφορεία τῶν Ἀρχαιοτήτων περιγράφει μὲν τὸ εἰσαχθὲν ὡς κίβδηλον, δὲν εἶναι ὅμως πάντοτε εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν τὸ ἐξαγόμενον εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ εἰσαχθέν, διότι τὸ κίβδηλον δυσκόλως πολλάκις διακρίνεται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἰσχυρίζεται, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος, καταστρέφονται αἱ ἀρχαιότητες. Δὲν ἤκουσα ὅμως ἱκανὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὲ πείσωσι περὶ τοῦ ὀρθοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του. Ἐκφράζω δὲ καὶ πάλιν τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ διακεκριμένος συνάδελφος καὶ εἰδικῶς περὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ ἀσχολούμενος ἀντεπεξέρχεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀρχαίων ἡμῶν κειμηλίων.
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ ἄνευ βίας καὶ πάθους πρέπει νὰ συζητήσωμεν, εἶναι τὸ προκείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμία πολιτικὴ ἔννοια χωρεῖ. Πρέπει δὲ μετὰ ψυχραιμίας νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐνώπιον ἡμῶν ἤδη πρόκειται ἓν ζήτημα πρώτης τάξεως, τῆς παρεμποδίσεως τῆς λαθραίας ἐξαγωγῆς ἀρχαίων ἀντικειμένων, εὑρισκομένων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Ὁ ἰσχύων νόμος δὲν δίδει εἰς τὸ Κράτος ἀρκετὰ μέσα καὶ ἰσχυρὰ, ὅπως παρεμποδίσῃ ταύτην, ἑπομένως ἀνάγκη θεραπείας τοῦ κακοῦ· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπερβάλωμεν τὴν φροντίδα, διότι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀντίθετον τοῦ σκοπουμένου ἀποτέλεσμα· διότι εἰς τοῦτο θὰ φθάσωμεν ὅταν γεννήσωμεν τοιοῦτον φόβον εἰς τοὺς εὑρίσκοντας ἀρχαιότητας, ὥστε πρώτη αὐτῶν φροντὶς νὰ ἦναι ἡ ἀπόκρυψις αὐτῶν. Σήμερον πολλοὶ χωρικοί, εὑρίσκοντες ἀρχαιότητας, κατ’ ἀρχὰς ἐκ φόβου ἀποκρύπτουσιν αὐτὰς, κατόπιν δὲ ἐνθαρρυνόμενοι προσέρχονται νὰ πωλήσωσιν εἰς ἰδιώτας καὶ Μουσεῖα. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἰδέαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ἂν ἀνακαλυφθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀρχῆς τὰ εὑρήματα αὐτῶν ταῦτα, ἀπωλέσθησαν δι’ αὐτοὺς, διότι θὰ εὕρωσιν ἀνθρώπους ἐπιτηδείους νὰ τοὺς ἐξασφαλίσωσι, λαμβάνοντας ταῦτα λαθραίως. Πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἑτέραν βάσιν, ὅτι ἀρχαιότητες δὲν εὑρίσκονται μόνον ἐν ταῖς χώραις τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ἀρχαιότητες πρώτης τάξεως, πολυτιμόταται δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, εὑρίσκονται καὶ εἰς τὰς μὴ ἐλευθέρας ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ μὴ διασκορπίζωνται καὶ αὗται εἰς ἄλλα ἔθνη, καὶ εἰ δυνατὸν νὰ συγκεντρώσωμεν ταύτας ἐν Ἑλλάδι. Ἑπομένως καὶ τὴν βάσιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν. Ἔχοντες δὲ τὰς βάσεις ταύτας, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἴτε εἰς ἄμεσον συζήτησιν, εἴτε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, καὶ εἰς ἰδιαιτέραν μελέτην δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις μελέτη θὰ ἦναι βεβαίως τελειοτέρα, καὶ ἥτις δύναται νὰ περατωθῇ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Πρέπει δὲ πάντως τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην. Πλὴν τῶν δύο τούτων βάσεων ἔρχεται ἡ μελέτη περὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, εἰς ἣν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τινὸς σημείου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ καλλιτέρα διέξοδος εἶναι, πρὸς ἀποφυγὴν καὶ τῶν πολλῶν συζητήσεων, ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§100ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδόλως παρεξήγησα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης δι’ ὅσα εἶπεν. Ὁ κ. Καραπάνος δὲν εἶναι μόνον φιλάρχαιος ἀλλ’ ἔχει καὶ πολλοῦ λόγου ἀξίαν συλλογὴν ἀρχαιοτήτων, ἣν ἀπέκτησεν ἀντὶ ἁδροτάτης δαπάνης ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐπιχειρήσας ἀνασκαφὰς, αἵτινες ἐτίμησαν καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, καὶ εἰσήγαγεν ἔξωθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐξ ἰδίων κρίνων τὰ ἀλλότρια, δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ πᾶς τις ἄλλος νὰ μὴ κήδηται τῶν ἀρχαίων, ὡς αὐτὸς, νὰ μὴ τὰ περιέπῃ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, μὲ τὴν ἀπόφασιν μίαν ἡμέραν νὰ τὰ κληροδοτήσῃ εἰς τὴν πατρίδα του. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Οὗτος δὲν κέκτηται οἵαν ὁ ἐξ Ἄρτης συλλογὴν, οὐδ’ ἐξεδήλωσε τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε τὴν πρόθεσιν, ἵνα κληροδοτήσῃ ποτὲ τοιαύτην τινὰ εἰς τὴν πατρίδα. Ἐν τούτοις εἶναι καὶ αὐτὸς φιλάρχαιος εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐν Ἑλλάδι, ἔχει μάλιστα δημοσιεύσει καὶ διαφόρους ἀρχαιολογικὰς διατριβὰς, διακρινομένας διὰ τὸ ἀρχαιολογικόν των ὕφος, καὶ τέλος — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θ’ ἀγνοῶσιν ἴσως οἱ πολλοὶ ἐνταῦθα — ὀλίγον ἔλειψεν ἅπαξ ἢ δὶς νὰ ἐκλεγῇ καὶ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Αὐτὸς βεβαίως δὲν δύναται νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα ὡς ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτής. Αὐτὸς γινώσκει κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, ὡς τάχιστα νὰ παταχθῇ διὰ νόμου ἡ ἀρχαιοκαπηλία ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ διατὶ τότε κόπτεται ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Μήπως εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀντὶ νὰ πατάξῃ τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν, πρόκειται νὰ ὑποθάλψῃ αὐτὴν καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς καταστροφὴν παντελῆ τὰς ἀρχαιότητας; Μήπως πιστεύει σοβαρῶς, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ παραμείνῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ κείμενος νόμος; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἠδύνατο τῷ ὄντι νὰ περιφρουρήσῃ τὰς ἀρχαιότητας, ἐρωτῶ ὑμᾶς, διατὶ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ οἱ ἀρχαιοκάπηλοι κατώρθωσαν νὰ ἐξαγάγωσι πλείστας ὅσας πολυτιμοτάτας ἀρχαιότητας εἰς τὴν ἀλλοδαπήν; διατὶ μετέβαλον τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, τὰς ἀγορὰς τοῦ Μονάχου, τῶν Παρισίων, τοῦ Βερολίνου εἰς δημοπρατήρια τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχαιοτήτων; Ἐνόμιζον, Κύριοι ὅτι, μετὰ πεῖραν 66 περίπου ἐτῶν τόσον πικρὰν, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ φωνὴ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὲρ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ γείνῃ τοῦτο ὑπ’ ἀνδρὸς εἰδικοῦ θεωρουμένου περὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐνόσῳ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἰδιώτην νὰ κατέχῃ ἀρχαιότητας, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἀνεκάλυψεν αὐτὰς εἰς ἰδιόκτητον κτῆμα, — διότι δυστυχῶς ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὴν ἀπόδειξιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἠξεύρετε πόσον δύσκολον εἶναι τοῦτο, — ὁ ἰδιώτης αὐτὸς, ὅταν μάλιστα δὲν ἔχῃ οὔτε τὰ φιλάρχαια αἰσθήματα οὔτε τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, θὰ καιροφυλακῇ τὴν περίστασιν, ἵνα ἐκποιήσῃ αὐτὰς καὶ τὰς ἐξαγάγῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ὁ ἰσχύων νόμος ἐπιβάλλει πρόστιμον 50–300 δραχμῶν. Ἀλλά, σᾶς ἐρωτῶ, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ γελοιωδεστέρα διάταξις ταύτης, ὅταν πρόκειται περὶ ἀρχαιοτήτων ἀξίας 10,000 καὶ 20,000 καὶ 30,000 δραχμῶν; Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία βάσις τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀρχαιοκαπηλίας. Πῶς δὲ τὴν βάσιν ταύτην καὶ πηγὴν τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀρχαιοκαπηλίας αἴρει ἐκ τοῦ μέσου τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; ἀναγνωρίζον τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν ἀνακαλυπτομένων ὁπουδήποτε ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἀντίκειται τοῦτο εἰς θεμελιώδη τινὰ ἀρχὴν τοῦ δικαίου, ὡς ἐλέχθη; Ἀφοῦ ἀρχὴ θεμελιώδης τοῦ δικαίου εἶναι σήμερον, ὅτι οὐ μόνον τὰ μὴ συμφυῆ πρὸς τὸ ἔδαφος, ἀλλὰ καὶ συμφυῆ πρὸς αὐτὸ ἀντικείμενα εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους, ἐπιτρέπεται νῦν εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε, νομίζω, καὶ ἐφέτης, νὰ ἔρχηται καὶ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἀντικείμενα μὴ συμφυῆ πρὸς τὸ ἔδαφος δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κτῆμα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὡς κτῆμα τοῦ ἰδιώτου; Ἐγὼ, πρὸς τιμήν του, δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω τοῦτο εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς μόνον τὸν ὑπεράγαν ζῆλον, ὁ ὁποῖος κατατιτρώσκει τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων! Κύριοι, ἐγὼ, μὴ ἐπαγγελλόμενος τὸν νομομαθῆ, ἐζήτησα τὴν γνώμην ἐγκρίτων νομομαθῶν, οἷοι εἶναι οἱ κ. κ. Λυκούδης, Μομφερρᾶτος καὶ Ι. Εὐταξίας, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, — δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀξιοῖ ὅτι εἶναι νομομαθέστερος αὐτῶν — οὗτοι δὲ ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ ἀξίωσις τοῦ Κράτους, ἀφοῦ τὰ μέταλλα θεωροῦνται νόμημα αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον νὰ θεωρῶνται αἱ ἀρχαιότητες, αἵτινες εἶναι κληρονομία προγονικὴ ἡμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, τοὐλάχιστον λογική, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς καθιερώσεως τῆς τοιαύτης ἀρχῆς; ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον εἰς τὸν ἰδιώτην, ὑφ’ οἱονδήποτε πρόσχημα, ἡ κατοχὴ ἀρχαιοτήτων, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδ’ εἶναι αὐτὸς πλέον ἐκτεθειμένος εἰς τὸν πειρασμὸν εἴτε ἐντὸς τοῦ Κράτους ν’ ἀπεμπολήσῃ τὰς ἀρχαιότητας, εἴτε νὰ ἐξαγάγῃ αὐτὰς ἐλευθέρως. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ νομοσχέδιον διασώζει ἓν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου, ἀναγνωρίζον τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν, ὅταν ἀνακαλύπτῃ ἀρχαιότητας ἐπὶ ἰδιοκτήτου ἐδάφους, νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ὁ ἰδιώτης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν δικαίαν ταύτην ἀμοιβὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐξαγωγῆς ἢ καταστροφῆς τῶν τοιούτων ἀρχαιοτήτων ὑπόκειται ὄχι μόνον εἰς πρόστιμον βαρὺ, ἀναλόγως τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν καὶ εἰς φυλάκισιν καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, νομίζω ὅτι δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλὰ θὰ προτιμήσῃ τὸ ἔντιμον καὶ δίκαιον κέρδος τῆς κατὰ τὸ ἥμισυ ἀποζημιώσεως, παρὰ νὰ ὑποστῇ ὅλας αὐτὰς τὰς συνεπείας τὰς ποινικάς. Ἡμεῖς, Κύριοι, νομίζομεν, ὅτι μόνον οὕτω πως εἶναι δυνατὸν νὰ περιφρουρήσωμεν τὰς ἀρχαιότητας ἡμῶν, μόνον οὕτω πως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐλευθέραν αὐτῶν ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ νὰ πατάξωμεν κατακέφαλα τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν, τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἄγος. Ἐνόσῳ δὲ δὲν ἔχετε ὑμεῖς νὰ ὑποδείξητε ἄλλα μέσα ἀποτελεσματικώτερα, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὰς διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι, ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίζετε τὴν ἰσχὺν τῶν διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, δὲν ὑποστηρίζετε ἄλλο τι ἢ τὴν διαιώνισιν τῆς ἀρχαιοκαπηλίας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐν τῷ ζήλῳ αὑτοῦ τῷ μεγάλῳ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων του, ἀνέπτυξε διάφορα ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιοτήτων· ἀλλὰ τὸν χόλον του τὸν ἰδιαίτερον ἐξήγειρε τὸ περὶ λόφων νομοσχέδιον. Τοῦτο συνετάχθη καθ’ ὑπόδειξιν ὅλων τῶν εἰδικῶν περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ τῶν ἡμετέρων καὶ τῶν ξένων ἀρχαιολόγων, καὶ τῶν Διευθυντῶν τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς καὶ Γερμανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς. Κατ’ αὐτὸ, ἀπεφασίσαμεν νὰ προλάβωμεν τὴν τελείαν καταστροφὴν ὄχι μόνον τῶν λόφων τῶν ἐχόντων ἀρχαιολογικὴν καὶ ἱστορικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ καὶ τῶν διασωζόντων τὸν ἰδιάζοντα χαρακτῆρα τῶν Ἀθηνῶν ὑπὸ ἔποψιν τοπογραφικὴν καὶ αἰσθητικήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς φιλάρχαιος ὑπεράγαν, τί λέγει; νὰ διαφυλάξωμεν μόνον τοὺς λόφους, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀρχαῖα μνημεῖα. Ἀλλὰ τοιοῦτοι, ὡς γνωστόν, εἶναι μόνοι οἱ λόφοι τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τοῦ Φιλοπάππου. Ἐὰν δ’ ἐπιτρέψωμεν τὴν λατομίαν χάριν τῶν ἐκλογέων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τῶν λοιπῶν λόφων τῶν Ἀθηνῶν, τότε καὶ ἡ Πνὺξ αὐτὴ θὰ γείνῃ ἔρμαιον τῆς λατομίας καὶ ὁ Λυκαβηττὸς καὶ ἡ Ἀκαδημία καὶ ὁ Κολωνός. Ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι, ὅταν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα ὀλίγων μόνον ἐκλογέων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, μίαν ἡμέραν θὰ ἴδωμεν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀποβάλλουσαν πᾶν ὅ,τι διασῴζει ἀκόμη ἐκ τοῦ ἀρχαίου αὑτῆς χαρακτῆρος· θὰ καταντήσῃ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τις πλέον τὰς Ἀθήνας, διότι τὰ ὑψώματα αὐτὰ, τὰ περιστοιχίζοντα τὴν πόλιν ταύτην, δὲν ἔχουσι μόνον ἱστορικὴν, ἀλλὰ καὶ τοπογραφικὴν καὶ αἰσθητικὴν ἀξίαν. Δι’ αὐτῶν ἀνεδείχθησαν αἱ Ἀθῆναι, οἷαι ἦσαν, καὶ οἱ ξένοι θαυμάζουσιν ἔτι καὶ νῦν οὐχὶ μόνον τὰ ἀρχαῖα μνημεῖα, ἀλλὰ καὶ τὰς καλλονὰς τοῦ ἰοστεφοῦς Ἄστεως. Ἡμεῖς ἀπετάθημεν καὶ πρὸς ἀρχαιολόγους καὶ πρὸς ἱστορικοὺς, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν σύμπραξιν αὐτῶν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις δηλῶ, ὅτι, ἐνῷ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀρχὴν, εἶμαι πρόθυμος εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν ὀρθὴν καὶ δικαίαν. Ἵνα δὲ μὴ φανῇ, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπως μελετήσωσι καὶ ἐπεξεργασθῶσι τὰ ἀρχαιολογικὰ νομοσχέδια, εἰ καὶ ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν κατετέθησαν αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξετυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, δηλῶ, ὅτι δεχόμεθα καὶ τοῦτο, νὰ σχηματισθῇ δηλαδὴ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν αὐτῶν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν προθεσμία τριῶν ἡμερῶν, οὕτως ὥστε τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§102ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ δοθῇ τριήμερος προθεσμία εἰς τοιαύτην ἐπιτροπήν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου εἶναι σαφής· μόνον διὰ μεμετρημένων ποινῶν, διὰ μεμετρημένων διατάξεων δύναται νὰ φθάσῃ τις εἰς τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα σκοποῦμεν. Ὅταν τις, κινούμενος ἐξ ὑπερβάλλοντος ζήλου, διατάσσῃ ὑπερβάλλοντα, βαίνει ἄντικρυς ἐναντίον τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Τοῦτο ἔχομεν πανταχόθεν ἀποδεδειγμένον. Ὅπου αἱ ποινικαὶ διατάξεις εἶναι αὐστηρότεραι τοῦ προσήκοντος, τὸ ἔγκλημα δὲν πατάσσεται· ὅπου εἶναι μεμετρημένοι οἱ ὅροι τῆς ποινῆς, ἐκεῖ τὸ ἔγκλημα εὑρίσκει δικαστὰς αὐστηροὺς, οἵτινες δὲν ἀναγκάζονται ν’ ἀθωώνωσιν, ἵνα μὴ ἐπιβάλωσιν ὑπερβολικὴν ποινήν. Ὁ νόμος περὶ ἐμπρησμοῦ, ὁ τοσοῦτον αὐστηρὸς, ἐνεθάρρυνε μᾶλλον τὸν ἐμπρησμόν, ἀντὶ νὰ τὸν πατάξῃ. Τοιοῦτος ἦτο ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγὼ ὡμίλησα εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπεκτείνει τὸν λόγον, ἐὰν μὴ παρενέβαινεν, ἄλλος Αἴας Τελαμώνιος, ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἰργάσθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ μὲ ἠνάγκασεν, ἀμυνόμενον ὑπὲρ τῆς ἰδέας μου, νὰ εἴπω ὅσα εἶπον καὶ ἀναγκάζομαι νῦν νὰ ἐπαναλάβω, διότι δυστυχῶς παρενέβησαν καὶ ἄλλοι, καὶ ἰδίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον διότι εἰσάγεται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, προσωπικῶς, ἐνῷ ἐγὼ, διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι εἰσαγόμενον παρ’ αὐτοῦ τούτου ἤθελον ἔτι περισσότερον πολεμήσει, διότι παρ’ αὐτοῦ θὰ εἶχον ἀξίωσιν ἔτι μείζονος προσοχῆς, προκειμένου περὶ ἀρχαιοτήτων. Μοὶ εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτι διέστρεψα τὰ κείμενα, ὁμιλήσας περὶ τοῦ ἄρθρου ὡς ὡμίλησα...
§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν ἀναβολήν.
§104Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσάγῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, τότε δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ζητήσω τὴν εὐμένειαν ὑμῶν. Ὡμίλησα τρὶς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν μου. Τὸ 38 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου λέγει...
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἀποδέχεσθε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχετε ἀρκετὴν πεῖραν, ὥστε νὰ γνωρίζητε ὅτι δὲν λέγονται λόγοι χωρὶς ν’ ἀντικρουσθῶσι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, μάλιστα.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 38 «δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἢ διαχειρισταὶ ἢ σύμβουλοι ἢ ἀντιπρόσωποι ἢ ἐπιμεληταὶ νομικῶν προσώπων οἱωνδήποτε, οἵτινες ἤθελον ὁπωσδήποτε συνεργήσει εἰς παράβασίν τινα τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, τιμωροῦνται ἐπὶ πλημμελήματι διὰ χρηματικῆς ποινῆς δραχμῶν 100–1000 καὶ φυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς μέχρι πέντε ἐτῶν. Ἡ ποινὴ αὕτη συνεπάγεται αὐτοδικαίως ἀπώλειαν πολιτικῶν δικαιωμάτων μέχρι πέντε ἐτῶν». Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ἐπὶ δύο περιπτώσεων, ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 7, καθ’ ἣν «οἱ παραβάται τινὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων τιμωροῦνται ἀναλόγως τῆς ἀρχαιολογικῆς σπουδαιότητος τοῦ μνημείου διὰ φυλακίσεως 15 ἡμερῶν μέχρι 2 ἐτῶν καὶ διὰ προστίμου 100 ἕως 10,000 δραχμῶν», καὶ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 23, καθ’ ἣν «ὁ ἐξάγων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἀρχαῖα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἄνευ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀδείας καὶ πᾶς συνεργὸς καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται ἐπὶ πλημμελήματι διὰ φυλακίσεως τριῶν μηνῶν μέχρι πέντε ἐτῶν». Οὕτως ὁ αὐτουργὸς καὶ ὁ κοινὸς συνεργὸς μόνον διὰ διὰ φυλακίσεως. Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὅστις ἀφῆκε τὸν αὐτουργὸν νὰ ἐξαγάγῃ τὰς ἀρχαιότητας, τιμωρεῖται οὐ μόνον διὰ φυλακίσεως μέχρι 5 ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ χρηματικῆς ποινῆς μέχρι 10,000 δραχμῶν. Εἶναι λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν ἀπορίαν, ἣν ἐξέφρασα πρὸ ὀλίγου, ὅτε εἶπον ὅτι 5 ἢ 6 διατάξεις τοιαῦται ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐπισταμένη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ, ἐὰν ἐπανέλθῃ, θέλω λάβει τὸν λόγον, καὶ βεβαίως, ἐὰν συζητηθῇ ἐπὶ τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ὑπάρχει συντεταγμένον, καὶ ψηφοφορηθῇ, θέλω καταψηφίσει. Ἐὰν ὅμως ἐπενεχθῶσι μεταβολαὶ, τιθεμένων τῶν πραγμάτων ἐπὶ βάσεως εὐλόγου καὶ ὀρθῆς, ἀσφαλιζούσης τὸν περιορισμὸν τῶν ἐχόντων τάσιν νὰ καταστρέψωσιν ἢ διασπείρωσι τὰς ἀρχαιότητας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, βεβαίως θέλετε μὲ εὕρει θερμὸν συνήγορον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, τῆς βελτιώσεως τῆς κειμένης νομοθεσίας.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα μετάσχω τῆς συζητήσεως, ὄχι διὰ νὰ ἐρευνήσω ἐκ τίνος σκοποῦ ὑμεῖς προέβητε εἰς ἣν προτείνετε γνώμην· ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι, ὅταν προβάλλωνται προτάσεις εἰς τὰ Κοινοβούλια, ἐξετάζεται μόνον ἂν αὗται εἶναι ἄξιαι νὰ γένωνται δεκταὶ ἢ ὄχι. Ὅταν ὅμως ἡ ἐξέτασις τῆς προτάσεως ἀποτρέπηται ἀπὸ τοῦ πεδίου τούτου, καὶ μεταποιῆται εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προσώπου τοῦ προτείναντος, ὅταν ζητῆται λόγος, ἂν ὑμεῖς, ὁ προτείνας, προάγεσθε ἐκ λόγων ἐκλογικῶν εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, καὶ ἐρευνᾶται ὁ βίος ὑμῶν τοιουτοτρόπως, τότε αἱ συζητήσεις φαρμακεύονται καὶ μεταβάλλονται ἀπὸ συζητήσεων Κοινοβουλίου εἰς πεδίον ταυρομαχιῶν. Θὰ ηὐχόμην νὰ παύσῃ ἡ τακτικὴ αὕτη. Ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, διότι εὗρον αὐτὴν λογικήν. Τί ἐζήτει ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς; Νὰ συσταθῇ ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια καὶ μετὰ δύο ἡμέρας φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, καὶ προβῶμεν τότε ἀμέσως εἰς συζήτησιν. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο τῆς βασάνου; Μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἀνάγκη, διότι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀφαιρεῖται προηγουμένης πάντοτε ἀποζημιώσεως, δὲν δύναταί τις νὰ δεχθῇ ὅτι ἐπιτρέπεται πρῶτον νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἔπειτα νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις. Λοιπὸν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ νομικῶν, ἐκ συνταγματολόγων καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν νὰ φέρῃ ἔκθεσιν τῶν νομοσχεδίων, νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος μὲ τὰ προτεινόμενα μέτρα περὶ ἀρχαιοτήτων. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν θέλει νὰ περιστείλῃ τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν, τὴν φαγέδαιναν αὐτὴν, ἡ ὁποία κατατρώγει τὰς σάρκας τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους; Ἑπομένως πάντα τὰ ἄλλα λεχθέντα ἦσαν περιττὰ, ἦσαν μόνον διὰ νὰ ἐρεθίσωσι τὴν συζήτησιν, μόνον διὰ νὰ φαρμακεύσωσιν αὐτήν.
§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ πάντες ὡμίλησαν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον λόγους προσωπικοὺς, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα προσθέσω τινὰς παρατηρήσεις. Ἐσκόπουν καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις, πᾶσα σύστασις εἶναι περιττή. Ἐσκόπουν ὅμως νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι τόσον ἀκόμψως συντεταγμένον, ὥστε προσκρούει εἰς ἀρχὰς, πρὸς τὰς ὁποίας δὲν θὰ προσέκρουεν, ἂν περισσοτέρα ἐπιμέλεια κατεβάλλετο πρὸς διασκευὴν αὐτοῦ. Βλέπει τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρωτοφανεῖς. Βλέπετε, διὰ διοικητικῆς ἀποφάσεως, κοινοποιουμένης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ δεχθῇ προσωρινὴν κατάληψιν τοῦ κτήματός του, χωρὶς νὰ κανονίζωνται τὰ τῆς ἀποζημιώσεώς του...
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πρὸς τί ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως συσταθῇ εἰδικὴ πρὸς ἐξέτασιν αὐτοῦ ἐπιτροπή;
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν φθάνει ὅτι μᾶς βασανίζετε μέχρι πρωΐας, ἀλλὰ θέλετε καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας ἀκόμη νὰ ἐπιβάλητε τὰς παρατηρήσεις σας! Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον. Ἔχει σημασίαν ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπήν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς πρόκειται νὰ γείνῃ.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμετε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἀφήρεσε τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πλέον τίποτε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσητε.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα Βουλευτήν, διότι τυγχάνει νὰ ἦναι Ὑπουργὸς, νὰ κανονίζῃ αὐτὸς τὰ τῆς συζητήσεως. Σᾶς ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμά σας· σεῖς πρῶτος ἔπρεπε νὰ τὸν θέσητε εἰς τὴν θέσιν του.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἔκαμα μίαν ἁπλῆν ὑπόμνησιν· ἂν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ δεκτὴ ἀναβολή.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτής, ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τοῦ θέματος· ἴσως ἔπραξε τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας. Ἅπαντες οἱ κατόπιν αὐτοῦ ὁμιλήσαντες ὡμίλησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν βλέπω λοιπόν, ἀφοῦ ἡ συζήτησις κατ’ ἐμὲ ἐξέκλινε,—διότι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς — δὲν βλέπω διατὶ νὰ ἐμποδισθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νὰ ἐκφέρῃ καὶ αὐτὸς τὰς ἰδέας του. Ὅλοι οἱ λαβόντες τὸν λόγον, ἐκτὸς τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅλοι ὡμίλησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ τῶν καθέκαστα· διατὶ νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι παρηρμηνεύθη ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαντάσθη ποτὲ νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον· ἴσως ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι γενομένης δεκτῆς τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς ἦτο περιττὸν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ θέμα, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔδωκε σημασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διορίζω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοὺς ἑξῆς κυρίους Βουλευτάς: Στέφ. Δραγούμην, Λ. Δεληγεώργην, Κ. Παπαμιχαλόπουλον, Κ. Καραπάνον, Α. Παναγιωτόπουλον, Ν. Καλογερόπουλον, Σπ. Ε. Στάην, Δ. Βοκοτόπουλον, Γ. Ρώμαν, Διον. Στεφάνου καὶ Α. Μομφερρᾶτον.
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ μίαν ἔτι ὥραν κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν. Ὥστε νὰ μὴ γένῃ διακοπή.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γυμναστικῆς.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–11).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§130Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τρεῖς γυμνασταὶ θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τριῶν χιλιάδων φοιτητῶν; καὶ δεύτερον, θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις καὶ οἱ φοιτηταὶ τῆς Θεολογίας; Ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω.
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἄς δοκιμάσωμεν κατ’ ἀρχὰς μὲ τοὺς τρεῖς, καὶ ἂν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν, αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Ὡς πρὸς τοὺς φοιτητὰς τῆς Θεολογίας, παρατηρῶ ὅτι δὲν θ’ ἀποκλείωνται ἐκ τῆς γυμναστικῆς. Δηλῶ μάλιστα, ὅτι τρεῖς αὐτῶν, φοιτήσαντες εἰς τὴν τελευταίαν Γυμναστικὴν Σχολὴν, ὑπέστησαν τελευταῖον εὐδοκίμως τὴν ἀπολυτήριον ἐξ αὐτῆς ἐξέτασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13–17 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§133Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ὅτι οἱ καθηγηταὶ ἢ οἱ διδάσκαλοι, οἱ τυγχάνοντες καὶ πτυχιλοῦχοι τῆς Γυμναστικῆς, δύνανται νὰ ἀναλάβωσι καὶ τὴν διδασκαλίαν τῆς Γυμναστικῆς ἐπὶ μηνιαίᾳ ἀμοιβῇ δραχ. 50 πρὸς τῷ μισθῷ των, νομίζω ὅτι οἱ καθηγηταὶ οὗτοι θὰ ἔχωσι τὸ λαμπρὸν τοῦτο μάθημα τῆς γυμναστικῆς ὡς πάρεργον, ἅτε μὴ ἐπαρκοῦντες ὡς ἐκ τῆς διδασκαλίας τοῦ κυρίου μαθήματος. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι, ἀφοῦ συνιστῶμεν ἰδίαν Σχολὴν Γυμναστῶν καὶ εἰδικὸν Γυμναστήριον, πρέπει νὰ λείψῃ ἡ διάταξις αὕτη. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑποβάλλω, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἑπομένην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 20–26 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται).
§135Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ κατάλληλος χρόνος διὰ τὰς ἐν τῇ γυμναστικῇ ἐξετάσεις; Νομίζω ὅτι οὐδ’ ἐπαρκὴς εἶναι ὁ χρόνος πρὸς τελείαν ἐκγύμνασιν μέχρι τοῦ Πάσχα, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ καταλλήλου τοῦ καιροῦ τὸ τέλος τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ καταλληλοτέρα ἐποχή.
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι καὶ ὑπὸ ἔποψιν παιδαγωγικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν ἀσύμφορον νὰ γίνωνται συγχρόνως πρὸς τὰς λοιπὰς ἐξετάσεις καὶ αἱ τῆς γυμναστικῆς. Διὰ τοῦτο προετιμήσαμεν αἱ τοῦ τελευταίου τούτου μαθήματος ἐξετάσεις νὰ γίνωνται τὰς τελευταίας πρὸ τοῦ Πάσχα ἑβδομάδας, ὅτε καὶ ὁ καιρὸς εἶναι δι’ αὐτὰς καταλληλότερος ἢ τὸν Ἰούνιον μῆνα. Τὰς τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὸ Πάσχα θὰ διαγωνίζωνται ἐν τῇ γυμναστικῇ τὰ κατὰ τὰς ἐξετάσεις προκριθέντα σχολεῖα, τὰς δ’ ἑτέρας τρεῖς θὰ τελῶνται οἱ Πανελλήνιοι ἀγῶνες, ὅπως οὕτως ὑπάρχῃ σύνδεσμος μεταξὺ σχολικῆς καὶ ἐθνικῆς γυμναστικῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 28–45 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὴν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§138ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 46. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 378). (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–9).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ θεσμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι πλέον παρὰ συμπαθὴς εἰς ἐμὲ, διότι ἐπαναφέρει νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ προεδρευομένου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, ἐν ἔτει 1891, ἐψηφίσθη καὶ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, κατηργήθη δὲ κατὰ τὸ 1893 κακῶς καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ταῦτα εἶπον, ἵνα ἐκφράσω τὴν πλήρη ἐπιδοκιμασίαν μου κατ’ ἀρχὴν διὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Χάριν ὅμως τῆς τελειοτέρας ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10. Νομίζω ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τελειότερον θὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐντολήν των, ἐὰν δὲν διακριθῶσιν εἰς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τῶν δημοσίων ὑπολόγων· διότι, ἐπειδὴ ὑποτίθεται ὅτι ἕκαστος τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς λειτουργίας ἐν γένει καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τῶν ἀμέσων καὶ τοῦ προσωπικοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἕκαστος τῶν ἐπιθεωρητῶν τὴν ἐντολὴν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τοῦ προσωπικοῦ ἀκόμη. Τοῦτο θὰ παράσχῃ τὴν εὐκολίαν, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῶσι στενώτεραι περιφέρειαι ἐπιθεωρήσεως, ἔχουσαι ἑκάστη τὸν ἐπιθεωρητὴν αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ στενωτέρᾳ περιφερείᾳ θὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του τελειότερον, ἐπιθεωρῶν τοὺς ἀμέσους καὶ τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φόρων τούτων· διότι, ἐὰν τοὺς διαιρέσωμεν εἰς εἰδικοὺς ἐπιθεωρητὰς, ὡς ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον θὰ δαπανῶσιν ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ περιφερείᾳ, ὅπως μεταβαίνωσιν ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, εἶναι ἀπώλεια ἀρκετὰ σπουδαία, ἡ δὲ διάκρισις τῆς ἐργασίας, ὁ χωρισμὸς κατὰ κατηγορίας φόρων εἶναι ἀτέλεια εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, διότι ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι εὑρίσκονται ἐν συναφείᾳ μεταξύ των, καὶ τὰ ταμεῖα μὲ τὰς ἐφορείας, καὶ αἱ ἐφορεῖαι μὲ τὰ ταμεῖα, καὶ τὰ ταμεῖα μὲ τὰ τελωνεῖα. Ἑπομένως θὰ ἦναι τελειοτέρα ἡ ἐργασία τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐὰν ἕκαστος ἐπιθεωρητὴς ἔχῃ τὸ ὅλον τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν ἐντὸς στενωτέρας περιφερείας. Τοῦτο ἤθελον νὰ ὑποβάλω, ὅπως τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξετάσητε, ἐὰν τὸ νομίζητε ἐπωφελέστερον.
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο λέξεις μόνον ἔχω νὰ εἴπω. Πράγματι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν προσωπικὸν πληροῦν τοὺς ὅρους τοῦ ἀρτίου οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Δὲν ὑπῆρξεν εἰδικὴ πρὸς τοῦτο Σχολὴ, οὔτε πεῖρα ἐπαρκὴς ἀπεκτήθη, ὅπως μορφωθῶσιν ἱκανοὶ ὑπάλληλοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως. Οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄρτης καὶ ἐκ Γορτυνίας Βουλευταὶ, ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδοκίμασαν τοὺς διωρισμένους οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ καλῶς γινώσκουσιν, ὅτι τινὲς μὲν τούτων δύνανται νὰ ἐπιθεωρήσωσιν ἓν τελωνεῖον, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ἐπιθεωρήσωσιν ἓν ταμεῖον, καὶ ἀντιθέτως. Βραδύτερον, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν μεμορφωμένους γενικώτερον ἐπιθεωρητὰς, ἴσως δὲν θὰ ἔχωμεν αὐτὰ τὰ ἄτοπα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου.
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ αὐτό. (Ἀναβάλλεται).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§150Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ, ὑποθέτω, αὐτοδικαίως ἀναβάλλεται.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν δὲν ἔχητε δυσκολίαν.
§152ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ γείνῃ ἄλλο μετ’ αὐτό.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§154Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὸ περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ἔχητε δυσκολίαν, ἂς ψηφισθῇ καὶ αὐτό.
§156ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Καὶ τὸ περὶ Γυμνασίου Μεσσήνης. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ Γυμνασίου Μεσσήνης τώρα.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§159ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τυπικὸν εἶναι αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί θὰ εἰπῇ τυπικόν; Εἴπομεν ὅτι θὰ συζητηθῇ μόνον τὸ προξενικὸν νομοσχέδιον, τὸ ψηφισθὲν, καὶ τὸ περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀπῆλθον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἄλλο νομοσχέδιον.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς;
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ μόνον.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικοῦ χώρου πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 35′ μ.μ.)