1899.06.22
3.743 στίχοι · 28.429 λέξεις · 345 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
τῆς 22 Ἰουνίου 1899
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας ἐπρόκειτο ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου, «ἑκάστη περιφέρεια νομοῦ ἀπαρτίζει συνῳδὰ πρὸς τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν, ἧς προΐσταται ἀρχιερεὺς, ἑδρεύων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἐξαίρεσιν ποιοῦνται οἱ ἀρχιερεῖς Καλαβρύτων, Κυθήρων, Ὕδρας, Θήρας καὶ Νάξου, οἵτινες ἑδρεύοντες, καὶ ἐφεξῆς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νῦν Ἐπισκοπῶν των, διασώζουσι τὰς μέχρι τοῦδε ἐκκλησιαστικὰς περιφερείας τούτων.» Ἀφοῦ ἀπεφασίσθη κατόπιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας δὲν θ’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομὸν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13, εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας εἶπεν, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἔχῃ ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀρχιερέα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐδέχθη τοῦτο, ἐγὼ δὲ ἔκαμα τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπόλεως εὑρίσκεται εἰς στενωτάτην συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Μαντινείας, ἐπιθυμεῖ, ἵνα καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἦναι ἡνωμένη μετὰ τῆς Μαντινείας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Γορτυνία μόνη ν’ ἀποτελέσῃ ἕδραν Ἐπισκοπῆς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ παρεδέχθη. Δυστυχῶς ὅμως παρεισέφρησε τὸ ἑξῆς λάθος εἰς τὰ πρακτικὰ κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν, ὅτι ἀντὶ ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 13 νὰ προστεθῇ ὅτι «ἡ ἐπαρχία Γόρτυνος θ’ ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν περιφέρειαν», προσετέθη ἐν τῷ ψηφισθέντι νομοσχεδίῳ μετὰ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν καὶ ἡ ἐπαρχία Γόρτυνος, καὶ οὕτω κατὰ τὸ παρεισφρῆσαν λάθος, δὲν διευκρινεῖται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως θὰ ἀπαρτίζῃ μέρος τῆς ἐπισκοπικῆς περιφερείας Μαντινείας. Εἶχε ψηφισθῆ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτε ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν περιφέρειαν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας ἐκκλησιαστικῶς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ διευκρινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§2ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς· ἐγένετο ἡ πρότασις ἵνα ἐξαιρεθῇ καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ Γόρτυνος, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν ὑπετίθετο, ὅτι θὰ ἀπήρτιζεν ἴδιον νομὸν, καὶ κατόπιν ἀπεφασίσθη νὰ μὴ ἀποτελέσῃ τοιοῦτον. Ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή, χωρὶς ὅμως κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ἄρθρον νὰ μεταβληθῇ· ἑπομένως φυσικὴ συνέπεια ἦτο νὰ μείνῃ ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια τῆς Γορτυνίας μὲ τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει νῦν. Ἐδήλωσα ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι λίαν ταχέως θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, ἐν αὐτῷ δὲ δύνανται νὰ καθορισθῶσι καὶ τὰ νέα ὅρια τῆς Ἐπισκοπῆς Γόρτυνος, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως.
§3ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ διευκρινηθῇ τοῦτο.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα δὲν θὰ πληρωθῇ ἡ Ἐπισκοπὴ Γόρτυνος μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θέλει ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§8Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρήσω ἀναγκαῖον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς περιστατικόν τι, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποσιωπήσω. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἐπανειλημμένως ἐζητήθην νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὑπὸ δημοσιογράφων καὶ ὑπὸ ἄλλων, ἀλλ’ ἀπέφυγον, διότι οὔτε τότε ἠδυνάμην οὔτε σήμερον εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσω γνώμην τινά. Σήμερον τὴν πρωΐαν δύο ἀξιότιμοι Κύριοι μοὶ ἔκαμαν τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῶσι, καὶ ἐπέμενον νὰ ἐκφράσω γνώμην· ἀπήντησα εἰς αὐτοὺς, ὡς εἶχον καὶ μέχρι τοῦδε ἀπαντήσει εἰς ὅλους, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἤμην οὔτε εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ ἐκφέρω γνώμην τινὰ...
§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Δημοσιογράφοι ἦσαν;
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω· ἐκθέτω μόνον τὸ γεγονός. Ὁ τρόπος ὅμως, μεθ’ οὗ μοὶ ἐξεφράσθησαν, καθόσον μάλιστα δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω καὶ πολὺ θάρρος μετὰ τῶν κυρίων αὐτῶν, μὲ ἀναγκάζει νὰ κάμω λόγον ἐνταῦθα, ἵνα δώσω ἐξηγήσεις καὶ ἀποφύγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκαν νὰ ἐννοήσω ὅ,τι ἐννοοῦν καὶ σκέπτονται, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐπιφυλακτικότης μου ἔχει σκοπὸν καὶ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀθῷα, καθόσον μετὰ λεπτότητος μοὶ ὑπέδειξαν, ὅτι εἰς πολιτευόμενον πεπειραμένον, τοῦ ὁποίου ἡ εὐθύτης μέχρι τοῦδε δὲν ἐτέθη εἰς ἀμφισβήτησιν, δὲν περιποιεῖ πολλὴν τιμὴν νὰ τηρῇ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπιφυλακτικότητα. Εἶδον λοιπὸν τότε, ὅτι ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι συγκεχωρημένη, καὶ τοὺς διεβεβαίωσα ὅτι θέλω ἐκφράσει τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο πράττω ἤδη. Ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἀντελήφθην καὶ ἀνέγνωσα, οὐδεμίαν ἄλλην ἔχω σχηματίσει γνώμην, εἰμὴ ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίου νομοθετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θέλει τηρήσει, καὶ πρέπει νὰ τηρήσῃ ὅλους τοὺς κανόνας καὶ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει. Ἔχω δὲ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τηρήσει τοὺς κανόνας τούτους καὶ θέλει ἐπιστήσει ὅλην τὴν προσοχήν της, καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς χροιᾶς θέλει ἐξετάσει τὸ νομοθέτημα τοῦτο· πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι καὶ ὅσαι ἀκόμη θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι θέλουσι συντελέσει καὶ πρέπει νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν γνώμης ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, καὶ οὔτε πιστεύω ὅτι εἶναι ἀληθὲς τὸ γραφὲν, ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ πολιτικὸς χαρακτὴρ εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, οὔτε πρέπει νὰ δοθῇ, διότι νομίζω, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα πρέπει νὰ συζητῶνται καὶ νὰ ψηφίζωνται ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἰδέας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν δίδω καὶ εἰς τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠρώτησαν, καὶ εἰς πάντα ἄλλον.
§11ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 328). Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§13Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Χθὲς ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ πρόκειται, ἀφοῦ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ ἀφομοίωσις τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι πρᾶξις δικαιοτάτη, εἶναι πρᾶξις δικαιοσύνης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οἱ ἀξιωματικοὶ πάσῃ θυσίᾳ, ἐξερχόμενοι τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν, τείνουν νὰ καταλάβουν μικρὸν κατ’ ὀλίγον πάσας τὰς ἐν τῷ πεζικῷ θέσεις καὶ τὰς ἀνωτέρας ἐν τῷ μέλλοντι, τὸ τοιοῦτον βεβαίως ἐπεβάλλετο, καὶ πάντες ἐπεδοκιμάσαμεν, διότι ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἀρθῶσι πάντα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γεννήσωσι μικρὰς διαφορὰς καὶ δυσαρεσκείας. Ἐπειδὴ ὅμως ὑποθέτω, ὅτι ἐκ παραδρομῆς συνέβη λάθος τι, διὰ τοῦτο ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ δώσητε ὀλίγην προσοχὴν εἰς ὅσα θέλω εἴπει. Ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν διαιρεῖται εἰς κυρίως μισθὸν, εἰς ἐνοίκιον, εἰς ἱπποδωρεὰν, εἰς διδακτικὰ βιβλία, εἰς ἐπιμίσθιον κλπ. Ὁ μισθὸς, τὸ ἐνοίκιον, τὰ διδακτικὰ βιβλία ἀποτελοῦσι τὸν μισθὸν, ὅστις εἶναι σχεδὸν πάγιος· ἡ ἱπποδωρεὰ εἶναι ποσὸν διδόμενον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἔχοντας ἵππον πρὸς ἀναπλήρωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοῦ ἵππου, τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἀνάγκην, διότι μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη ὁ ἵππος δὲν εἶναι χρήσιμος εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἑπομένως εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δίδηται ποσόν τι, ὡς δίδεται εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἵππον, ἀνεξαρτήτως τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετοῦσι. Δὲν μένει λοιπὸν παρὰ ὁ μισθὸς, τὸ ἐνοίκιον καὶ τὰ διδακτικὰ βιβλία, καὶ διὰ ταῦτα ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται «ἐπιμίσθιον», καὶ τοῦτο δὲν δίδεται παρὰ μόνον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἱππικοῦ πάντων τῶν βαθμῶν, ἀπὸ τοῦ συνταγματάρχου μέχρι τοῦ ἀνθυπιλάρχου.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τὸ δεκάδραχμον ἐννοεῖτε;
§15ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§16Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δίδεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἱππικοῦ λόγῳ τῆς μεγαλειτέρας φθορᾶς τοῦ ἱματισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχουσι.
§17ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν μὲν τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πολὺ ὀρθῶς, δίδεται λόγῳ τῆς μεγαλειτέρας φθορᾶς τοῦ ἱματισμοῦ, τότε εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ εἰς πάντας τοὺς ἐφίππους ἀξιωματικούς, τοιοῦτοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, ἀπὸ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ συνταγματάρχου· ἑπομένως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης καὶ δικαιοσύνη,—πολὺ δὲ ὀρθῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἑδράζωνται πάντα τὰ νομοθετήματα,— πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δεκάδραχμον ἐπιμίσθιον εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ δὴ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ, ἢ ἐὰν θέλωμεν νὰ γείνῃ ἀληθὴς ἀφομοίωσις, τότε ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ, ἡ γενομένη εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν ἄλλων ὅπλων, ἡ αὔξησις τοῦ εἰκοσαδράχμου ἔπρεπε νὰ γείνῃ δεκάδραχμος διὰ τὸ ἱππικόν. Λέγω τοῦτο ὄχι διότι ἔχει μεγάλην σημασίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γεννήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι πάλιν ἀφορμὰς δυσαρεσκειῶν.
§18Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἱππικοῦ θεωροῦνται ὅτι ὡς ὅπλον ἔχουσι τὸν ἵππον καὶ εὑρίσκονται πάντοτε ἐπ’ αὐτοῦ, φθείρουσι δὲ ταχύτερον τὰς περισκελίδας των, διὰ τοῦτο ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ καθορίσῃ δεκάδραχμον ἐπίδομα, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ περιλάβω διάταξίν τινα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπὸν ἔχει νὰ διευκολύνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἀναγκαιούντων αὐτοῖς βιβλίων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀνδριτσαίνης τῆς Ὀλυμπίας, παρακαλούντων, ὅπως, συμφώνως πρὸς τὸ συνημμένον τῇ ἀναφορᾷ ὑπόμνημα, μεταρρυθμίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων ὑποδίκων, αἰτουμένων, ὅπως συσταθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ Κακουργιοδικεῖα κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον. Αἴτησιν τοῦ Νικολάου Πέττα, κατοίκου Κορώνης, παρακαλοῦντος, ὅπως χορηγηθῇ αὐτῷ, ὡς ἀρχαίῳ ναυτικῷ, χρηματικὸν βοήθημα. Αἴτησιν πολιτῶν Αἰγίνης, παρακαλούντων, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
§20ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, διότι πραγματικῶς οἱ ἀναφερόμενοι πολῖται οὐ μόνον δὲν συνεκόμισαν εἰσοδήματα ἐκ τῶν κτημάτων των, ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν θεομηνιῶν, ἀλλὰ κατεστράφησαν σχεδὸν καὶ τὰ κτήματά των.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν διαφόρων κατοίκων Ἁλμυροῦ, ζητούντων τὴν εἰς αὐτοὺς παροχὴν δανείου ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν πρὸς τοῦτο προωρισμένων 8 ἑκατομμυρίων.
§22ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν βαθείαν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα διὰ τὴν τόσον πρόθυμον συνδρομήν, ἣν παρέσχε πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς χωρικούς, τῶν ὁποίων ἡ ἐσοδεία κατεστράφη ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει μιμηθῆ τὸ παράδειγμα τῆς Α. Μ. καὶ θέλει σπεύσει νὰ δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς χωρικούς, οἵτινες εἶδον ἀφανιζόμενον ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς ὑπὸ τοῦ παμφάγου πυρὸς τὸ προϊὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὸ προϊὸν τῆς φιλοπονίας αὐτῶν ἑνὸς ὁλοκλήρου ἐνιαυτοῦ.
§23Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καὶ ἦναι ἀργὰ, πλὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν μίαν ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἰς ἀναίρεσιν τῆς γνώμης του περὶ τοῦ ὑπαλλήλου του κ. Καββαδία. Δὲν πρόκειται, οὔτε ζητῶ, νὰ μοὶ δώσῃ δικαιοσύνην ἡ Βουλή, διότι δὲν εἶναι ἁρμοδία πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ θέλω νὰ ἀκούσῃ ἐξιστορούμενα τὰ ἀνομήματα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου καὶ τῶν ὁμοίων του, οἵτινες ἀτυχῶς ἀποτελοῦσι τὴν Λερναίαν Ὕδραν, τὴν λεγομένην κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οἵτινες διοικοῦσιν ἐν γένει τὸ Κράτος, διότι εἶναι εἰκονικὴ κατ’ ἐμὲ ἡ μείζων διοίκησις, ἡ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἐνεργουμένη. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀπεκάλεσα τὸν Καββαδίαν δράστην ἀδικημάτων, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπεκάλεσεν αὐτὸν τὸν χρηστότατον τῶν ἀνδρῶν! Ἀναγινώσκω τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Καββαδία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ θὰ ὑποβάλω καὶ εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν θέλει προσαγάγει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ὑποδεικνύω. Ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Καββαδία, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸν κ. Καββαδίαν, μόλις χθὲς τὸ βράδυ ἐπανελθόντα, εἴδομεν εἰς τὸ γραφεῖόν του», λέγει ὁ συντάκτης τῆς «Ἀκροπόλεως». «Ἀπὸ τοῦ 1885 διέπραξα παρανομίας, τὸ ὁμολογῶ, (λέγει πρὸς τὸν συντάκτην ὁ κ. Καββαδίας) βασιζόμενος εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, καὶ κατέσχον ἐκ τῶν χειρῶν πολιτῶν καὶ ἀρχαιοκαπήλων σπουδαιότατα ἀρχαιολογικὰ κειμήλια, τῶν ὁποίων σήμερον πολὺ δικαίως τὰ δικαστήρια διέταξαν τὴν ἀπόδοσιν...» Ἀγνοῶ πῶς ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀρετὴν ἀπέναντι τοιαύτης ὁμολογίας. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς βεβαίως λέγει, ὅτι εἶναι ἐνάρετος πολίτης ὁ κ. Καββαδίας· ἀλλὰ σήμερον μοὶ ἐστάλη ἐφημερίς τις, ἡ «Μάστιξ», ἐκδιδομένη τὸ πρῶτον ἤδη ὑπὸ ὑπαλλήλου διατελοῦντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ, τοῦ Κωνσταντίνου Κοντοπούλου, τὸν ὁποῖον οὔτε κατ’ ὄψιν γνωρίζω...
§24ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ὑπάλληλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.
§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον, εἶναι ὑπάλληλος. Τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι προϊστάμενός του. Ἐν τῷ προλόγῳ αὐτῆς ἡ «Μάστιξ» λέγει, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτῆς ἐνεχείρισεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῇ 8 Μαΐου 1899 ὑπόμνημα περὶ τῶν αἰτίων τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν πραγμάτων». Ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ, δημοσιευομένῳ διὰ τῆς «Μάστιγος», καταγγέλλεται, ὅτι «ὁ κακὸς δαίμων τῶν ἀρχαιοτήτων (ὁ Καββαδίας) ἐμφωλεύει ἐν αὐτῇ τῇ Γενικῇ Ἐφορείᾳ τῶν Ἀρχαιοτήτων», καὶ ἀναφέρεται σειρὰ ἄθλων τοῦ Καββαδία. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνώσητε ὁλόκληρον τὸ ὑπόμνημα, θὰ φρίξητε, διότι ἐν αὐτῷ ἀποδίδονται εἰς τὸν κ. Καββαδίαν ὡρισμέναι πράξεις· τὸν ὀνομάζει ἅρπαγα, κλέπτην τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ἐν γένει ἐγκληματίαν.
§26ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρει τί ἔκλεψε;
§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω· ἔχετε ὑπομονὴν (ἀναγινώσκει): «... Ἀλλ’ ἡ τερατωδεστέρα τῶν πράξεων τοῦ Καββαδία ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως εἶναι, ὅτι ἀνασκάπτων τὰ περὶ τὰ τείχη ἄκρα τοῦ βράχου τῆς Ἀκροπόλεως, τοὺς εὑρισκομένους ἀργοὺς λίθους, ὡς καὶ τοὺς ὀγκώδεις ἐκ πώρου, ἀνήκοντας εἰς τὰ παρακείμενα κτίρια, καταθραύων ἐξέβαλλεν ἔξω τῶν τειχῶν τῆς Ἀκροπόλεως καὶ ἐπώλει ἀντὶ δραχμῆς τὸ κάρρον... Αἱ καταστροφαί, ὧν ὁ Καββαδίας ἐγένετο ἔνοχος ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως, οὐδαμῶς διαφέρουσι βανδαλισμῶν, καὶ κεῖνται μαρτύρια τῆς ἀκρισίας αὐτοῦ» κλπ. Καὶ κατωτέρω: «... Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐκδικήσεως ὁ Καββαδίας εἶχε καὶ ἕτερον λόγον, τὴν ἐπιδίωξιν ποικίλων ὠφελειῶν, ἃς ἡ διαχείρισις τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων ὑπὸ τῆς Γενικῆς Ἐφορείας τῶν Ἀρχαιοτήτων ἠδύνατο νὰ προσπορίσῃ αὐτῷ. Οἱ γινώσκοντες τὸ φιλοχρήματον καὶ ματαιόδοξον τοῦ Καββαδία δύνανται κάλλιστα νὰ μαντεύσωσιν ὁποίου εἴδους ὠφελείας κερδοσκοπικὰς καὶ συναλλακτικὰς ἠδύνατο νὰ καρπωθῇ ἐκ τούτου...»
§28ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐστάλη εἰς ὅλους τὸ ὑπόμνημα, καὶ τὸ ἀνεγνώσαμεν.
§29ΑΓ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀναγινώσκεις λιβέλλους κατ’ ἀπόντων ἀνθρώπων. Ἐντροπή σου! (Θόρυβος).
§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὰ ὀνομάζεις λιβέλλους; Δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε! Κλείετε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπέναντι τῶν προστατευομένων! Σεῖς τὸν ἔχετε διορίσει, καὶ ἔχετε δίκαιον νὰ τὸν προστατεύητε. Ἀλλ’ ἐγὼ ζητῶ, ὡς Βουλευτής, νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, ἀδιαφορῶν ἀπὸ τίνα προστατεύεται, διότι νομίζω, ὅτι παρεβίασε τὸ καθῆκόν του.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὸν καταγγείλητε.
§32ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν καὶ θὰ ἐνεργήσῃ.
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέτε σεῖς! Δὲν πείθομαι. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν: «... Ἠρωτήσαμεν αὐτὸν (τὸν Καββαδίαν), ἂν πράγματι τὸ Ὑπουργεῖον σκέπτεται νὰ ἀφέλῃ ἀπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας τὸ λαχεῖον, προσθέντες, ὅτι δὲν πιστεύομεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία νὰ συναινέσωσιν εἰς τοῦτο· ὁ δὲ Καββαδίας, στρέφων τὰ ὀπίσθια καὶ πλήττων αὐτά, εἶπεν: «ἐδῶ γράφει ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν!» Ἀλλὰ τὴν ὥραν ἐκείνην Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ἦν αὐτὸς ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, καὶ ἀντιπρόεδροι καὶ σύμβουλοι οἱ τὰ πρῶτα φέροντες ἐν Ἑλλάδι ἀρεοπαγῖται καὶ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου...» Ἀλλ’ ἀκούσατε, Κύριοι, τὸν ἐπίλογον (ἀναγινώσκει): «... Εἰσπηδήσας ὁ Καββαδίας οὗτος ἐντὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, κατ’ ἀρχὰς μὲν ὡς σύμβουλος, κατόπιν δὲ ὡς γραμματεὺς αὐτῆς, ἔπραξε τοῦτο οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ καθοδηγεῖν τὴν Ἑταιρείαν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, ἀλλὰ χάριν μισθοδοσίας καὶ ἄλλων ὠφελειῶν καὶ ὅπως περιπλέξῃ αὐτὴν εἰς σφάλματα, ἵνα εὐκολώτερον ἐμβάλῃ εἰς λάκκον... Αἴτιος τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἄλλος δὲν εἶναι, εἰμὴ αὐτὸς ὁ Καββαδίας ... Ἐφ’ ὅσον οὗτος διατελεῖ ὢν γενικὸς ἔφορος, ἀδύνατον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον διαρρυθμίσεως τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀρκούντως ἀπεδείχθη, ὅτι, ὅπου ἐπάτησεν, ἔν τε τῇ Γενικῇ Ἐφορείᾳ τῶν Ἀρχαιοτήτων καὶ ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρείᾳ, ἐπήνεγκε τὴν ἀταξίαν καὶ τὴν καταστροφήν. Καὶ κατήντησε τὸ ὄνομα Καββαδίας νὰ σημαίνῃ οὐ μόνον ἀταξίαν καὶ καταστροφὴν, ἀλλὰ καὶ χρηματολογίαν καὶ συναλλαγήν!» (αἴσθησις). Νομίζετε ὅτι αὐταὶ αἱ πράξεις δὲν εἶναι ἄξιαι νὰ παρακινήσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἔχουσι ταῦτα βασιμότητα, καὶ νὰ καταδιώξῃ τὸν Καββαδίαν, ἢ νὰ καταδιώξῃ τὸν συκοφάντην αὐτοῦ, ἐὰν ᾖναι τοιοῦτος; Ἔχω δικαστικὰς ἀποφάσεις, Κύριοι, τὰς ὁποίας θὰ μεταχειρισθῶ μεθαύριον, — διότι σήμερον εἶσθε κουρασμένοι — ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἰδιῶται κατεστράφησαν ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ κυρίου Καββαδία, εἰς τὰ δικαστήρια τρέχοντες, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των ἢ μετὰ πολλὰ ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐπεκαλέσθησαν τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν αὐτό! Δυστυχῶς δὲ συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθητε ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους. Γινομένων ἀγωγῶν κατ’ αὐτῶν τῶν κυρίων ἀρχαιολογικῶν, αὐτοὶ τὰς ἀνακοινοῦσιν εἰς τὸ δημόσιον. Ἀναλαμβάνει τὴν δίκην τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ δικαστήριον τοὺς θέτει ἐκτὸς τῆς δίκης. Οὐδεὶς καταδικάζεται ἀπὸ τοὺς ἀρχαιολογικούς. Ὅλοι ἀπαλλάσσονται πάσης ἀγωγῆς!
§34ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ Καββαδία.
§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλετε νὰ μὲ ἐννοήσητε. Τὰς ἀδίκους πράξεις τὰς ἀποδέχεται ὁ Ὑπουργὸς, τὸ Δημόσιον ἀποδέχεται τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, οἱ δὲ δικασταὶ δὲν καταδικάζουσι τὸ Δημόσιον! Δι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀδικοῦνται, καὶ πρέπει νὰ γνωρισθῶσιν, ἂν θέλωσι νὰ τὰ διορθώσωσιν, οἱ ἁρμόδιοι, εἰδὲ μὴ, οὕτω θὰ διοικώμεθα, ἄνευ δικαιοσύνης, ἄνευ πηδαλίου. Πρέπει νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ φωλεὰ τῶν κεντρικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι τὴν Ἑλλάδα ἀνευθύνως.
§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸς τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων κύριον Καββαδίαν οὐδεμία ἄλλη σχέσις μὲ συνδέει, εἰμὴ μόνον ὑπηρεσιακὴ σχέσις προϊσταμένου πρὸς ὑφιστάμενον. Τὸ τρίτον ἔχω νῦν τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἀείποτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσω τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνωτέρου ὑπαλλήλου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἄν καὶ πρὸς στιγμὴν ἐκλονίζετο ἡ εἰς αὐτὸν πεποίθησίς μου, ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι θὰ ἔσπευδον ἀμέσως νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα διάταγμα περὶ ἀπολύσεώς του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλαὶ πολλάκις κατηγορίαι ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου, ἀφοῦ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐγείρῃ πολλὰς δυσαρεσκείας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πᾶσαι αἱ κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαι οὐδέποτε ἴσχυσαν νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι αὐτὸς κατέχει δικαίως καὶ τιμᾷ τὴν θέσιν, ἐν ᾗ ἀπὸ δέκα καὶ πέντε περίπου ἐτῶν διατελεῖ, ἀπολαύων τῆς ἄκρας ἐμπιστοσύνης τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἔκτοτε ἔχουσι διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν ὑπεβλήθη εἰς ἐμὲ παρά τινος Κοντοπούλου, ὑπαλλήλου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἐν εἴδει ὑπομνήματος, ἀληθὴς λίβελλος κατὰ τοῦ κ. Καββαδία. Ὁ μνημονευθεὶς κύριος ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν μου καὶ κατὰ τρόπον ἀπόρρητον ἤθελε πολλὰ νὰ μοὶ ἐκμυστηρευθῇ. Ἀλλὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκμυστηρευθέντα εἰς ἐμὲ ἀπέδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκετο μᾶλλον ἐν πνευματικῇ τινι ἀνισορροπίᾳ· διὸ οὐδεμίαν ἔδωκα προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι λυπούμενος μᾶλλον αὐτὸν δὲν ἐκάλεσα τὸν κ. Καββαδίαν, ἵνα τῷ παραδώσω τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπόμνημα, μὲ τὴν ἐντολὴν, ὅπως καταδιώξῃ αὐτὸν ποινικῶς. Νῦν ἐδημοσιεύθη τὸ ὑπόμνημά του. Τί δὲ νομίζετε, ὅτι φαντάζεται ἐν αὐτῷ; Ὅτι δῆθεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καββαδίας συνωμόσαμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ νὰ τὸ νεμώμεθα ἡμεῖς! Ὁ κύριος Καββαδίας εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, αὐτὸς, ὁ Γενικὸς Γραμματεύς της, ὑπονομεύει αὐτήν! Αὐτὸς λοιπὸν, ὁ ἐμφανισθεὶς ὡς συνήγορος τῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου Καββαδία καταδιωκομένης καὶ ὑπονομευομένης Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ὡς ἀμοιβὴν παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρείας ἔλαβε τὴν ἀπόλυσίν του, διότι ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ λιβέλλου του συνελθὸν τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον τὸν ἀπέλυσεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ἐκάλεσα πάραυτα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν καὶ παρήγγειλα εἰς αὐτὸν, ἵνα προβῇ ἀμέσως εἰς ἐξακρίβωσιν τῶν γενομένων καταγγελιῶν.
§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀδικήματα αὐτὰ διώκονται κατ’ ἔγκλησιν.
§38ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Καββαδίας εἶναι τὸ σέμνωμα τῆς ὑπηρεσίας.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν αὐτὴν πεποίθησιν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἀφοῦ δημοσιεύεται τοιοῦτος λίβελλος, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ἂν ἔχωνται τὰ ἐν αὐτῷ καταγγελλόμενα ἀληθείας, ἢ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ βεβαιωθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι ὁ συντάξας τὸν λίβελλον δὲν ἔχει σῴας τὰς φρένας, ὅπως ἡ κοινωνία μὴ δίδῃ προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους του. Κύριοι, τί ἄλλο ἠθέλετε νὰ κάμω, προκειμένου περὶ λιβέλλου, ἐν ᾧ ὁ γράφων σὺν τοῖς ἄλλοις φαντάζεται, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας ἔχει συνομόσει μὲ τοὺς ἐνταῦθα διευθυντὰς τῶν ξένων Ἀρχαιολογικῶν Σχολῶν καὶ μὲ τοὺς πρέσβεις καὶ ἀποκόπτει ἑκάστοτε μάρμαρα ἐκ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ διὰ τῶν διευθυντῶν τῶν ξένων Σχολῶν παραδίδει αὐτὰ εἰς τοὺς ξένους πρεσβευτάς, ἵνα τὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν; Εἰς ἐμὲ ὁ ἄνθρωπος ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ’ς τὰ καλά του. Λυποῦμαι ὅτι εὑρέθη Βουλευτὴς, ἵνα λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὸν λίβελλον τοῦτον καὶ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν κατ’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ἀπόντος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὁ κ. Καββαδίας ὑπηρετεῖ ἀπὸ δεκαπενταετίας ὡς γενικὸς ἔφορος, ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐπέκεινα ὡς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ σοφώτατα.
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διῆλθον ἔκτοτε, ἐξετίμησαν αὐτόν. Ἔχει δὲ ὁ κ. Καββαδίας νὰ ἐπιδείξῃ ἔργα πολλὰ, τιμῶντα καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην. Οὐχὶ μόνον αἱ ἀνασκαφαὶ τῆς Ἐπιδαύρου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Κεντρικὸν Ἀρχαιολογικὸν ἡμῶν Μουσεῖον, ὅπερ περιποιεῖ τιμὴν καὶ δόξαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἔργα αὐτοῦ κατ’ ἐξοχήν. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ ζήλῳ αὐτοῦ πρὸς διάσωσιν τῶν ἀρχαιοτήτων, τῶν πολυτίμων τούτων κειμηλίων τῶν προγόνων ἡμῶν, προσκρούει πολλάκις πρὸς διάφορα συμφέροντα, προσκρούει ἰδίᾳ εἰς τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν, ἥτις, ὡς Λερναία Ὕδρα, ἐγείρει πάντοτε τὴν κεφαλήν της κατὰ τοῦ τοιούτου ὑπαλλήλου. Ἐντεῦθεν αἱ τόσαι δυσαρέσκειαι καὶ αἱ τόσαι ἐπιθέσεις κατ’ αὐτοῦ.
§42Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὐδέποτε καταδιώκετε τοὺς ἀρχαιοκαπήλους!
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω τὸν διακόπτοντά με, ὅτι ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ὑπάρχει σωρεία καταγγελιῶν ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Ἐφορίας τῶν Ἀρχαιοτήτων ἀπὸ 10 καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, ἀλλὰ τὸ μὲν ἕνεκα τοῦ νόμου, ἐλλιποῦς ὄντος κατὰ τοῦτο, τὸ δὲ ἕνεκα γνωστῶν κοινωνικῶν ἐν Ἑλλάδι λόγων, δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παταχθῇ ἀποτελεσματικῶς τὸ ἔγκλημα τῆς ἀρχαιοκαπηλίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πταίει βεβαίως ὁ κ. Καββαδίας, ὅστις, ἐφελκύων ἐναντίον του ἑκάστοτε τὰ βέλη καὶ ἄλλων, ἰδίᾳ ὅμως τῶν ἀρχαιοκαπήλων, ἔχει εἰς ἀπάντησιν νὰ ἀντιτάξῃ τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, ἐφ’ ᾧ ἀείποτε διεκρίθη.
§44Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, φρονῶ, ὅτι ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων πᾶς λόγος ἢ ἔπαινος εἶναι περιττός. Τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα καὶ ἀρχαιολογικὴν δρᾶσιν καὶ τὴν εὐσυνείδητον τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν ἀνομολογοῦσι πάντες. Μόνον ἡ ἄγνοια ἢ ἡ ἐμπάθεια ἠδύναντο νὰ ἀρνηθῶσι τοῦτο. Ἀλλ’ ἀληθῶς ἔκπληξιν αἰσθάνεταί τις ἐνίοτε, ὅταν Βουλευταὶ ἀναλαμβάνωσιν οὕτω νὰ ἀσκῶσι τὸ ὑψηλὸν αὑτῶν ἀξίωμα. Φρονῶ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον,—χωρὶς νὰ θέλω νὰ φαίνωμαι παραινέτης καὶ συμβουλευτὴς ἐδῶ κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς,—ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ ἐγείρωνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἐδῶ δὲν εἴμεθα μόνοι. Συνεδριάζομεν δημοσίᾳ, παρίστανται δὲ καὶ ξένοι. Ἀλλὰ γνωστῶν ὄντων ἡμῖν τῶν προσώπων, δὲν προσγίγνεταί τινι ἀτομικὴ βλάβη, ἀλλ’ ἐθνικὴ πᾶσιν ἡμῖν ζημία. Ἀφοῦ δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν παρεπονεῖτο ἐπὶ παρεκτροπαῖς τῆς δημοσιογραφίας, πῶς ἐκεῖνο, ὅπερ κατέκρινεν, ἔρχεται αὐτὸς οὗτος νῦν ἄλλως ἐνταῦθα νὰ διαπράττῃ; Ὡς δὲ ἐχαρακτήρισεν ὀρθῶς ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, τὰ τοιαῦτα δημοσιογραφήματα, ἔχοντα φύσιν λιβέλλου, οὐδόλως πρέπει νὰ φέρωνται καὶ ἀναγινώσκωνται ἐνταῦθα. Ἡ ἐπιτετραμμένη τὰς ἀξιοποίνους πράξεις ἐξουσία εἶναι ἡ Δικαστική, καὶ πρὸς αὐτὴν ὁ φρονῶν ὅτι ἀδικεῖται, ἢ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ δημόσιον καθῆκον, ὡς πολίτης ἢ πολιτευτὴς, δέον ν’ ἀποτείνηται. Ἄλλο εἶναι τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁ δ’ ἐνασκούμενος ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ἔλεγχος ἔχει ὅρια, ἅπερ δέον νὰ νοῇ τις καὶ νὰ γιγνώσκῃ καλῶς, ἵνα μὴ βλάπτῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς ταύτης τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλεν οὕτως ἢ ἄλλως νὰ ἀναλάβῃ τὴν καταδίωξιν κατ’ ἀνωτέρου λειτουργοῦ, ἔπρεπε πρῶτον μὲν νὰ ποιήσηται ἰδίᾳ τὰς ἀπαιτουμένας παρατηρήσεις ἢ διαμαρτυρίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶτα δὲ, ἐν ἀποτυχίᾳ, νὰ προκαλέσῃ, ἐν ὅλῃ τῇ ἰσχύϊ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, τὴν τῆς Δικαιοσύνης ἐνέργειαν κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δημοσίου λειτουργοῦ. Ἀλλ’ ἄν τινα τῶν κατὰ τούτου κατηγορημάτων ὦσιν ἀληθῆ, τότε ὁ ψόγος μεταβάλλεται εἰς ἔπαινον. Ὑπάρχουσιν ἀΐδιοι νόμοι, οἷς ὑπείκων τις, παρὰ τοὺς κειμένους νόμους τῆς Πολιτείας, δὲν παρανομεῖ, ἀλλ’ ἐμμένει πιστὸς καὶ εὐπειθὴς τῷ αἰωνίῳ δικαίῳ τῶν ἰδεωδῶν τῆς ἀνθρωπότητος ἤ τινος ἔθνους. Ἀληθῶς δὲ χρήζει τις μεγάλης, ἀξιοζήλου πάντοτε, δυνάμεως χαρακτῆρος πρὸς τοῦτο. Ἄν δὲ τυχὸν ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἐτιμωρεῖτο ἐπὶ ταῖς παρανόμοις αὐτοῦ κατ’ ἀρχαιοκαπήλων ἐνεργείαις ὑπὸ δικαστοῦ, θὰ ἐκρίνετο ἄξιος εὐγνωμοσύνης ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Ἐκτεθεὶς δὲ μόνον εἰς ὕβρεις ἀδίκους, δικαίως ἀξιοῦται τῶν ἐπαίνων ἡμῶν πάντων ἐδῶ δημοσίᾳ.
§45Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω.
§46ΑΘ. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω ἔγγραφα ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κ. Μελετοπούλου.
§47Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν δύναταί τις νὰ συγχαρῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τὰς τελευταίας λέξεις του, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων προσκρούει εἰς τὰ πρόσωπα. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἐγκληματίας, κύριε Ὑπουργέ, ἔχεις καθῆκον νὰ τὸν καταδιώξῃς...
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ (θόρυβος).
§50ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε! Μὴ κάμνετε ὅλοι τὸν συνήγορόν του. Ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν.
§51ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν εἶπον ὅτι ἡ Δικαιοσύνη προσκρούει εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ὅτι ἕνεκα γνωστῶν κοινωνικῶν λόγων δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς. Θέλετε σαφέστερον νὰ ἐξηγηθῶ; Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔχομεν πάντες καθῆκον ἱερὸν νὰ μεριμνῶμεν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ κακῶς ἐννοουμένου οἴκτου πρὸς πάντα καταδιωκόμενον ἐννοοῦμεν νὰ καταβάλλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως αὐτὸς ἀπαλλαγῇ τῆς καταδιώξεως. Ἰδοὺ οἱ κοινωνικοὶ λόγοι, δι’ οὓς καὶ ἄλλα πολλὰ ἐγκλήματα κατορθοῦσι συνήθως νὰ διαφεύγωσι τὴν τιμωρίαν, καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀρχαιοκαπηλίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κοινωνικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἐνόουν, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σεῖς ἀποδίδετε νῦν εἰς ἐμέ.
§52Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα, θὰ μάθωσι πάντες, τί ἔπαθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἷς Ράππας, συμπολίτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὡς ὑπήκοος Ἕλλην. Ἀλλὰ καίτοι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, θὰ ὁμιλήσω, ἀναγκαζόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μὲ δημόσια ἔγγραφα, καὶ θ’ ἀποδείξω ὁποῖός τις εἶναι ὁ Καββαδίας καὶ ὁποῖοι οἱ γενικοὶ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων. Οἱ γενικοὶ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων, Κύριοι, ἥρπασαν τὴν περιουσίαν τοῦ Μαγκάκη Δημητρίου, καὶ ἐνήχθη ἕνεκα τούτου τὸ Δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ κατεδικάσθη εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀρχαιοτήτων. Μετέβην νὰ ἐκτελέσω ἐγὼ ὁ ἴδιος τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὁ κ. Καββαδίας, ἀνώτερος τῶν νόμων γινόμενος, δὲν ἤθελε νὰ παραδώσῃ τὰς ἐπιδικασθείσας ἀρχαιότητας· μόλις δὲ μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου δεκαετίας ἐγένετο ἐκτέλεσις δικαστικὴ ἐντὸς τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Οἱ γενικοὶ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων ἥρπασαν τοῦ Μίχα ἐκ Χαλκίδος ἀρχαιότητας ἀνυπολογίστου ἀξίας καὶ τὰς ἔχουσιν εἰς τὸ Μουσεῖον. Κατεδικάσθησαν δι’ ἀποφάσεως τῶν Ἐφετῶν νὰ τὰς ἀποδώσωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ ὁ κ. Καββαδίας τὰς ἀποκρύπτει! Προσφεύγω εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ζητῶ νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία τῶν ἀρχαιοτήτων αὐτῶν, καὶ ὁ κ. Καββαδίας ἀρνεῖται νὰ τὰς ἐπιδείξῃ εἰς τοὺς πραγματογνώμονας! Καὶ διωρίσθη ποῖος πραγματογνώμων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης; ὁ κύριος Καββαδίας! Ποῖος ἐξητάσθη ὡς μάρτυς; ὁ κ. Καββαδίας! Οἱ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων, κύριε Ὑπουργέ, — καὶ τὸ ἀποδεικνύω προσάγων τὰς ἀποφάσεις ὅλας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐφετείου, — ἀφήρεσαν τὴν περιουσίαν τοῦ Γεωργίου Τράστα, τὰ ἀρχαῖα ἀνάγλυφα Παμφίλην, Δημητρίαν καὶ ἀκέφαλον. Ἐδῶ θὰ ἴδητε, ἂν ζῶμεν ἐν Ἑλλάδι, ἢ πρέπει νὰ τιναχθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι μακρὰν τῆς Ἑλλάδος! Καταδικάζεται τὸ Δημόσιον ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Τράσταν τὰ ἀρχαῖα Παμφίλην καὶ Δημητρίαν, κείμενα εἰς τὸν Κεραμεικόν, καὶ ἓν ἀνάγλυφον ἀκέφαλον. Στέλλω τὸν κλητῆρα νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν. Ποῦ νὰ πλησιάσῃ κλητήρ! Ὁ κύριος Καββαδίας κατέφυγεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν—δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τότε—πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐκτελέσεως· καὶ τί διέταξεν ὁ Ὑπουργὸς οὗτος; Νὰ ὑπάγῃ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τοῦ κλητῆρος! Μεταβαίνω ἐγὼ αὐτὸς ἐπιτοπίως—διότι δὲν ἀφίνω τὰ πράγματα αὐτὰ νὰ περάσουν οὕτω—μετὰ τοῦ κλητῆρος, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, διότι εὕρομεν ἐκεῖ ἀστυνομικοὺς κλητῆρας μὲ ἕνα λόχον ἱππικοῦ καὶ ἕνα λόχον πυροβολικοῦ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ τότε ἀστυνόμου Λάμψα. Λέγω εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὅτι θέλω νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν. «Δὲν ἠμπορεῖτε, μοὶ λέγει οὗτος, καὶ νὰ φύγητε!» Τῷ ζητεῖ ὁ κλητὴρ συνδρομὴν, ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ οὗτος ἀρνεῖται, λέγων ὅτι ἔχει διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀντιστῇ καὶ ματαιώσῃ πᾶσαν ἐκτέλεσιν! Ἐπέδειξε δ’ ἡμῖν καὶ τὴν διαταγήν.
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος Ὑπουργὸς εἶχε διατάξει;
§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί. Δὲν θέλω νὰ δώσητε σεῖς δικαιοσύνην. Ἐργάζομαι καὶ θὰ ἐργασθῶ, ὅπως ζήσω, ἐγώ. Δὲν θέλω ἀπὸ κανένα ἐξ ὑμῶν δικαιοσύνην. Θέλω μόνον νὰ τὰ μάθητε ὅλα. Εἶχον τὴν οἰκίαν μου ἐν Ἐλευσῖνι, ἣν ἥρπασεν ὁ Καββαδίας, ἵνα ἀνεύρῃ τὸν ναὸν τῆς Δήμητρος...
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Πταίει διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης;
§56ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Στάσου νὰ τελειώσω, καὶ θὰ μάθῃς τί τρέχει...Λαμβάνω προσωρινὰ μέτρα, πλὴν ταῦτα δυστυχῶς ἀπορρίπτονται. Ἐγείρω ἀγωγὴν περὶ νομῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ δυστυχῶς ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον. Προσφεύγω τότε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ἐκεῖ μόνον εὗρον δικαιοσύνην. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγείρω ἀγωγὰς πρὸς παράδοσιν τῆς ἁρπαγείσης ἰδιοκτησίας μου. Ποῦ νὰ μοῦ παραδώσουν! Τί λέγει ὁ Καββαδίας; Ὅτι δὲν εἶμαι ἰδιοκτήτης, διότι κάτωθι τῆς οἰκίας μου εἶναι ὁ ναὸς τῆς Δήμητρος! Καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἐδέχθη τὸν παραλογισμὸν τοῦτον, ὃν ἀνέτρεψεν ὁ Ἄρειος Πάγος! Τῇ μεσολαβήσει δὲ τότε τοῦ Διονυσίου Στεφάνου ἠναγκάσθην νὰ συμβιβασθῶ, διὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ τὸν Καββαδίαν, ἀφοῦ, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐξεδόθησαν ἓξ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀκούσατε ἄλλο, νὰ φρίξητε! Ἤρπασε τὸ κτῆμα ἑνὸς Παντελῆ Καζαντζῆ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα· ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως δὲ ταύτης ἐξεδόθη προχθὲς ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου... (ὁ κ. Ῥοῦφος ψιθυρίζει). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ῥοῦφε, νὰ μὴ διακόπτητε· εἰς τὸ Σταφιδικὸν δὲν σᾶς ὡμίλησε κανεὶς (γέλωτες)...Κεῖται δὲ ὁ ἀγρὸς οὗτος ἐκεῖ, ἔνθα εἶναι ὁ ἀρχαῖος Ταῦρος. Ἤγειρε, Κύριοι, ἀγωγὴν ὁ Καζαντζῆς ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ ἐπὶ ταύτης μόλις προχθὲς ἐξεδόθη ἀπόφασις ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἀποβάλλεται τῆς κατοχῆς τὸ Δημόσιον, καὶ ἡ ὁποία ἔμεινε τελεσίδικος. Ἐὰν ἀρχῆθεν ὁ Καββαδίας, ὡς γενικὸς ἔφορος, συνεβιβάζετο πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, ἠδύνατο νὰ ἀγοράσῃ τὸ Δημόσιον τὸν εἰρημένον τόπον μὲ 2,000 μόνον δραχμὰς, ἐνῷ τώρα ζητεῖ ὁ ἰδιοκτήτης 100,000, καὶ ἀμφιβάλλω ἂν τὸν δίδῃ. Ἄλλο. Κατέλαβεν ὁ Καββαδίας ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ κτήματος τοῦ Ταμπακοπούλου εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, καὶ μετὰ δεκαετίαν ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἡ ὁποία διατάσσει τὴν ἀποβολὴν τοῦ Δημοσίου. Παραγγέλλει ὁ δικαστικὸς σύμβουλος τὴν ἐκτέλεσιν. Ποῦ ν’ ἀκούσῃ ὁ Καββαδίας! Ὄχι μόνον δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ προκαλεῖ διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ ἰδιόκτητον κτῆμα τὸ κηρύσσει πλατεῖαν! Αὐτὴ εἶναι ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωθεῖσα! Δὲν θέλετε νὰ τὰ ἀκούσητε; ταχέως θὰ πίητε καὶ σεῖς τὸ ποτήριον τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Καββαδία! Αἰσθάνομαι, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀγὼν αὐτὸς κατὰ τοῦ κ. Καββαδία εἶναι ἄχαρις, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀναφέρω δι’ ὀλίγων ἑνὸς πολίτου Ἕλληνος τὰ μαρτύρια. Εἷς Ράππας εἶχε τὴν ἀνοησίαν νὰ ἀγοράσῃ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κύριον Καββαδίαν, ἓν ἀγαλμάτιον· ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἵνα τὸ δηλώσῃ πρὸς τὸν αὐτόθι ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων κ. Δραγάτσην, ἀπέθηκεν αὐτὸ εἰς τὸ φαρμακεῖον ἑνὸς συμπολίτου, νομίζω, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦ φαρμακοποιοῦ Κωνσταντίνου, καὶ οὗτος ὡς καὶ ὁ ἰατρὸς Κουρῆς, κατὰ παράκλησιν τοῦ Ράππα, προσεκάλεσαν τὸν κ. Δραγάτσην, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέδειξαν τὸ ἀγαλμάτιον, δηλώσαντες ἅμα, κατὰ τὸν νόμον, αὐτό. Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας μανθάνει τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀγαλματίου αὐτοῦ, καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι πολύτιμον, καὶ ἀμέσως ἀποστέλλει ἕνα ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων μὲ τὸν τότε ἀστυνόμον Δήμερην, οἱ ὁποῖοι ἀφαιροῦσιν αὐθαιρέτως καὶ δι’ ἀπάτης τοῦ ἐφόρου Πειραιῶς τὸ ἀγαλμάτιον καὶ τὸ μεταφέρουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὁ δυστυχὴς Ράππας ποῦ μετεκομίσθη αὐτὸ, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ εἰς τὸ Μουσεῖον, διότι οὐδεμία μήνυσις ὑπῆρχεν ἢ συνετάχθη. Ἐζήτησεν ὁ Ράππας, ἅμα τῇ ἐκ Σαντορίνης ἐπανόδῳ του, τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἀγαλματίου, ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ πληροφορηθῇ τι περὶ αὐτοῦ, δι’ ὃ κατέφυγεν εἰς τὸ δικαστήριον. Μετὰ μακρὰν διαδικασίαν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον ἐξεδόθη τελευταῖον ὁριστικὴ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸ Δημόσιον εἰς ἀπόδοσιν τοῦ ἀγαλματίου· ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον διὰ τῆς ἀποφάσεώς του ταύτης ἀπεφήνατο περὶ τοῦ ἀγαλματίου, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶχεν ἀφαιρεθῆ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐπρόκειτο περὶ ἀποδόσεως πειστηρίου, καὶ παρέπεμψε τὸ ζήτημα εἰς τὸ ἁρμόδιον ποινικὸν δικαστήριον. Ἔκαμεν αἴτησιν λοιπὸν ὁ Ράππας ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου περὶ ἀποδόσεως τοῦ πειστηρίου ἀγαλματίου. Προσέφυγεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὁ ἀτυχὴς Ράππας, λέγων πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ αἰτήσει του: «Λάβε, κύριε Εἰσαγγελεῦ, αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν καὶ τιμώρησέ με ὡς ἐγκληματίαν, διότι εἶμαι κλέπτης». Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς λαμβάνει τὴν αἴτησιν, διατάσσει ἀνακρίσεις καὶ συγχρόνως ζητεῖ πληροφορίας, τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας. Ἅπασαι αἱ ἀρχαὶ τὸν πληροφοροῦσιν, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια ποινικῆς καταδιώξεως. Βλέπων ὁ κύριος Καββαδίας, ὅτι τὸ ἀγαλμάτιον διέφευγεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἀμέσως τρέχει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως μὴ διαταχθῇ ἡ ἀπόδοσις, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς διατάσσει ἀνακρίσεις ἐπὶ κλοπῇ κατὰ τοῦ Ράππα περὶ ἀντικειμένου ἀξίας ἀνωτέρας τῶν 400 δραχμῶν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ λάβῃ χώραν καὶ προφυλάκισις αὐτοῦ. Ἐκδίδεται ὅμως τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται ἀναρμοδίας τὰς τακτικὰς ποινικὰς ἀρχὰς — διότι ὁ Ράππας εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ — καὶ ἁρμοδίαν τὴν ναυτικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ὑποβάλλει ὁ Ράππας ἀμέσως ἀναφορὰν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ ζητεῖ νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις. Γίνεται δεκτὴ ἡ αἴτησίς του, διατάσσονται ἀνακρίσεις καὶ ἐνεργεῖται ἡ προφυλάκισις, ἀλλὰ ταχέως ἡ ναυτικὴ ἀρχὴ, πρὸς τιμὴν τῆς ναυτικῆς δικαιοσύνης, ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν της, ἐν τῇ ὁποίᾳ — ἂν τὴν προσαγάγῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν — θὰ ἴδητε πῶς στιγματίζει τὰς πολιτικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι κατεσυκοφάντησαν τὸν δυστυχῆ Ράππαν. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν κ. Ράλλην, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ παρ’ αὐτοῦ ὡσαύτως κηρύσσεται ὁ κατηγορηθεὶς ἀθῷος. Ὅτι ἦτο ἀθῷος, τὸ ἐγνώριζεν ὁ ἀτυχὴς ἄνθρωπος, ἀλλὰ θέλει τὸ πρᾶγμά του μόνον, καὶ ἐπιδοὺς τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν ἀναφορὰν, ἐπιζητεῖ νὰ δικασθῇ ἐπὶ κλοπῇ καὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων καὶ νὰ τῷ ἀποδοθῇ τὸ ὡς πειστήριον ἀγαλμάτιον. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, προφυλακίζεται ἐκ νέου, ἀλλὰ κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ὁρισθείσης ἡμέρας τῆς δίκης παύονται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος δύο τῶν ναυτοδικῶν. Νέα ἀναβολή! Ἐπὶ τέλους ὁρίζεται ἡ δίκη καὶ κηρύσσεται ὑπὸ τοῦ Ναυτοδικείου ὁ Ράππας ἀθῷος τῆς κατηγορίας, ὅτι ἔκλεψεν, ἀθῷος ὅτι παρεβίασε τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου, καὶ διατάσσεται καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ πειστηρίου, δηλαδὴ τοῦ πολυπαθοῦς ἀγαλματίου, τὸ ὁποῖον οἱ ναυτοδίκαι κατώρθωσαν νὰ ἀνακαλύψωσιν ὅτι εὑρίσκετο ἐν τῷ Μουσείῳ. Τότε λέγω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐτελείωσαν πλέον τὰ βάσανά του. Συντάσσω ἀναφορὰν πρὸς τὸν τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Εὐταξίαν καὶ ζητῶ νὰ παραδοθῇ τὸ ἀγαλμάτιον πρὸς τὸν ἀτυχῆ Ράππαν. Κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Εὐταξίας ἐγκρίνει τὴν ἀπόδοσιν καὶ παραπέμπει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ τότε γεν. γραμματέως κ. Κ. Ράλλη· ἀλλ’ ἐκεῖ τὴν βλέπει ὁ κ. Καββαδίας καὶ τὴν σχίζει! καὶ κατορθώνει νὰ κάμῃ ἄλλο ἔγγραφον ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐν ὁλομελείᾳ συνερχόμενον ἀποφανθῇ, ἂν ἔχει δικαίωμα τὸ Δημόσιον ἐπ’ αὐτοῦ ἢ ὄχι. Ἀποφαίνεται καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον παμψηφεὶ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τὸ Δημόσιον καὶ ὅτι δέον νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀγαλμάτιον· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρῃτήθη ὁ κ. Εὐταξίας. Μεταβαίνω εἰς τὸν διάδοχόν του, τὸν κ. Παναγιωτόπουλον, καὶ εὑρίσκω ἐκεῖ καὶ τὸν κ. Καββαδίαν. «Σᾶς δίδω, λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διὰ τὸ ἀγαλμάτιον 10,000 δραχμάς»· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει μου, ὅτι «δὲν θέλομεν χρήματα καὶ ζητοῦμεν τὸ δίκαιόν μας», ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἀπαντᾷ, ὡς ἄλλος Καββαδίας: «Θὰ προκαλέσω νόμον νὰ τὸ δημεύσω!» Παραιτεῖται τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, καὶ μεταβαίνω εἰς τὸν διάδοχόν του κ. Μομφερρᾶτον, καὶ εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμην. «Δὲν μᾶς ἀφίνει, λέγουν ἀμφότεροι, ὁ Καββαδίας νὰ τὸ ἀποδώσωμεν». Δυστυχία σου Ἑλλὰς μὲ τοὺς Ὑπουργούς σου!!! Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ προβῶ εἰς ἐκτέλεσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως διὰ τὸ ἀγαλμάτιον, διότι ἐνόμιζον τὴν ὑπόθεσιν κἄπως σοβαρὰν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐξομαλισθῇ συμβιβαστικῶς· ἔστειλα μάλιστα τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ράππα νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Μεταβαίνω ἐκ νέου, ἵνα δώσω συμβιβαστικὴν λύσιν, πλὴν καὶ τοῦτο ἔβλεπον ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτευκτόν. Προβαίνω λοιπὸν εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ μεταβαίνουσιν οἱ κλητῆρες εἰς τὸ Μουσεῖον, πλὴν οἱ ἐν τῷ Μουσείῳ ἔφοροι ὠρύονται, φωνάζοντες ὅτι οἱ κλητῆρες ἦσαν κλέπται καὶ ἐπῆγαν νὰ κλέψουν τὸ Μουσεῖον! Μὲ εἰδοποιοῦσι καὶ μεταβαίνω ἀμέσως εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, εἰς ὃν εἶχον μεταβῆ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Μομφερρᾶτος καὶ ὁ Καββαδίας προηγουμένως, ὁ δὲ δικαστικὸς σύμβουλος κατ’ ἐπανάληψιν ἀποφαίνεται, ὅτι δικαιοῦται ὁ Ράππας, δυνάμει τῶν ἀποφάσεων, νὰ λάβῃ τὸ ἀγαλμάτιον. Ὁ Ὑπουργὸς καὶ τότε, ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ἀναρμοδίως καὶ προφορικῶς ζητεῖ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὁ κλητὴρ, πλὴν οὗτος εὐθαρσῶς ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν δύναται νὰ συμμορφωθῇ μὲ αὐτὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τότε ὁ συμπαριστάμενος Καββαδίας τρέχει καὶ εὑρίσκει τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἐπιτυγχάνει τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν αἴτησις διαδίκου, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἀποφανθῇ ὁ Πρόεδρος, προκαλεῖ, φαίνεται, καὶ συντάσσουν ἓν ἔγγραφον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὸ ὁποῖον μάλιστα κατὰ λάθος ἔθεσαν χρονολογίαν τῆς ἑπομένης τῆς ἀναστολῆς. Κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος τοὺς ὁδηγεῖ νὰ κάμωσιν ἀνακοπὴν κατὰ τῆς ἐπιταγῆς, καὶ διατάσσει, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης, τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀνακοπῆς. Καὶ τὸ ἀγαλμάτιον μένει ἀκόμη ἐκεῖ, εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον! Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας! Καὶ τί ἰσχυρίζεται ὁ Ὑπουργὸς, ὁ κ. Εὐταξίας, ἀρνούμενος καὶ ἤδη τὴν ἀπόδοσιν; Ὅτι δύναται νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ναυτοδικείου, ἐφ’ ὅσον διατάσσει τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πειστηρίου, καθόσον δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον! Ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσε τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἁρμοδιώτατα εἶναι τὰ δικαστήρια τῶν στρατοδικῶν καὶ ναυτοδικῶν, ἵνα διατάξωσι καὶ τὴν ἀπόδοσιν πειστηρίων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ὀρθὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου, δικαιοῦσθε σεῖς, κύριε Εὐταξία, νὰ περιυβρίσητε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος καὶ τὰ δικαστήρια; Ὁ νόμος σᾶς παρέχει τὸ μέσον νὰ προσφύγητε εἰς τὸ ἀνώτερον δικαστήριον καὶ νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν καθ’ ὑμᾶς δικαίων σας καὶ τὴν ἀναθεώρησιν ἢ ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν ἐδικαιοῦσθε ὅμως νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἐκτέλεσιν, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ὁ νομικὸς σύμβουλος σᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τίποτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τοῦτο κατεδικάσθη εἰς ἀπόδοσιν. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, εἰς τί ὑπολογίζουν οἱ κύριοι οὗτοι τὴν ἀξίαν τοῦ ἀγαλματίου, τὸ ὁποῖον ἀρνοῦνται νὰ ἀποδώσωσιν; Ὁ εἷς τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων εἰς τὸ δικαστήριον, ἐξεταζόμενος ἐνόρκως καὶ ἐρωτηθεὶς πόσον ἀξίζει τὸ ἀγαλμάτιον τοῦτο, βεβαιοῖ ὅτι ἀξίζει τριακοσίας τὸ πολὺ δραχμάς. Ὁ δὲ Καββαδίας, μᾶλλον γενναιόδωρος, ὑπολογίζει τὴν ἀξίαν του εἰς χιλίας δραχμάς. Εἰς δὲ τὴν ἔκθεσιν οἱ ἔφοροι οὗτοι βεβαιοῦσιν, ὅτι τὸ ἀγαλμάτιον ἔχει ἀξίαν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ κὺρ Θανάσης αὐτὸς, λέγει ὅτι τὸ ἀγαλμάτιον εἶναι ψεύτικον! Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, Κύριοι, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς ἐκδοθείσας ἀποφάσεις, μεθ’ ὅλας τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν νομικῶν καὶ δικαστικῶν Συμβουλίων τὸ ἀγαλμάτιον μένει εἰς τὸ Μουσεῖον. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ Ὑπουργοί της καὶ οἱ ὑπάλληλοί της, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τοὺς νόμους καὶ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις!
§57Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Σταυρόπουλος ἔπλεξε τὸν πανηγυρικὸν τοῦ κ. Καββαδία, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ, ἰσχυριζόμενος ὅτι κατώρθωσεν ὁ Καββαδίας τρεῖς Ὑπουργοὺς κατὰ σειρὰν, τὸν κ. Εὐταξίαν, τὸν κ. Παναγιωτόπουλον καὶ ἐμὲ, νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὄργανα τῶν ἐνεργειῶν του, ὅτι κατώρθωσε νὰ παρασύρῃ αὐτοὺς εἰς παρανόμους πράξεις καὶ ματαίωσιν τῆς ἐκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων. Εἰδικῶς ὅμως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀγαλματίου Ράππα ἀπαντῶ, ὅτι, οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς καὶ ἂν ἦτο, θὰ εὑρίσκετο βεβαίως ἀπέναντι προσκομμάτων ἀνυπερβλήτων. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως, ποίαν ἀξίωσιν εἶχεν ὁ κ. Σταυρόπουλος. Εἶχε καὶ ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ἵνα διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸν κ. Καββαδίαν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του νὰ παραδώσωσι τὸ ἀγαλμάτιον εἰς τὸν πελάτην αὐτοῦ Ράππαν. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶν οἱ τίτλοι, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ κ. Σταυρόπουλος, ἵνα ἐκδοθῇ διαταγὴ πρὸς παράδοσιν ἀγαλματίου, ἀποκειμένου ἐν τῷ Μουσείῳ, ἀγαλματίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σταυρόπουλος θεωρεῖ ὅτι εἶναι τὸ παλλάδιον, τὸ ἐκ ξύλου ἐλαίας εἰδώλιον τῆς ἐνόπλου Ἀθηνᾶς, ὅπερ ἔπεσεν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῆς Τροίας; Κατέχει μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ναυτοδικείου, ἥτις κηρύσσει ἀθῶον τὸν Ράππαν, κατηγορηθέντα ἐπὶ κλοπῇ, καὶ διατάσσει τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἀγαλματίου. Ἤδη ἐρωτῶ οἱονδήποτε καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ἁψάμενον, εἶναί ποτε δυνατὸν τοιαύτη ἀπόφασις νὰ ἐκτελεσθῇ; Ἀναμφισβητήτως οὐχί, διότι τὸ Δημόσιον δὲν εὑρέθη ποτὲ ἀντιμέτωπον πρὸς τὸν Ράππαν, ἵνα διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ γένηται ἐκτέλεσις, ὑπάρχει ἕτερον ζήτημα νομικόν. Τὸ Μουσεῖον περιέχει περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, περιουσίαν μάλιστα ἐθνικήν· εἶναι δυνατὸν ἀπόφασις δικαστικὴ νὰ ἐκτελῆται κατὰ τοῦ Δημοσίου; Εἶναι νόμιμον νὰ διαρρηγνύωνται ὑπὸ δικαστικῶν κλητήρων τὰ κιβώτια τοῦ Μουσείου καὶ νὰ συντρίβωνται ὑαλοθῆκαι καὶ βίᾳ νὰ ἀποσπῶνται αἱ ἀρχαιότητες; Αὐτὸ εἶναι ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν προτίθεμαι ἤδη ἐγὼ νὰ ἐξετάσω, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰμὴ μίαν μόνον λύσιν, τὴν ἀποφατικήν. Ἀλλὰ τὸ πάντων σπουδαιότατον εἶναι τὸ ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ τοῦ Ράππα νομικὸν πρόσκομμα, ὅπερ καθιστᾷ ἀδύνατον πᾶσαν τοῦ Ὑπουργείου ὑποχώρησιν. Κατὰ τὸν περὶ ἀρχαιοτήτων νόμον, ὅταν ἰδιώτης θέλῃ νὰ ἐκποιήσῃ ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν κατέχει, ὀφείλει νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ Δημόσιον προτιμᾶται δὲ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν προσδιοριζομένην τιμήν. Τί συνέβη λοιπὸν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Ὁ Ράππας ἐπώλησε τὸ ἀγαλμάτιον εἴς τινα Σκαρβούλην ἀντὶ 500 δραχμῶν. Τοῦτο βεβαιοῦται καὶ δι’ ἐπισήμου συμβολαίου, συνταχθέντος μεταξὺ Ράππα καὶ Σκαρβούλη, ὅπερ μάλιστα ἐκοινοποιήθη εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον τότε, κατέχον τὸ ἀγαλμάτιον, δικαιοῦται βεβαίως νὰ ἀντιτάξῃ τὴν καταβολὴν τῶν 500 δραχμῶν καὶ νὰ κατάσχῃ τὸ ἀγαλμάτιον. Ἀπέναντι τῆς νομίμου ταύτης ἀξιώσεως τοῦ Δημοσίου κωλύεται βεβαίως πᾶς Ὑπουργὸς νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐὰν ἔπραττεν ἄλλως ὁ Ὑπουργὸς, θὰ ἤρχετο ἐνταῦθα καὶ θὰ εἶχεν ἀντιθέτους πάντας τοὺς Βουλευτὰς ἀνεξαιρέτως, μόνον δὲ τὸν κ. Σταυρόπουλον ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ διεῖδε μὲν ὁ Ράππας, ὅτι ἡ γενομένη εἰς τὸν Σκαρβούλην πώλησις ἐδέσμευσεν αὐτὸν πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἀπεπειράθη νὰ ματαιώσῃ τὸ τῆς προτιμήσεως δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, προβὰς μετὰ 11 ἔτη εἰς σύνταξιν δευτέρου συμβολαίου, δι’ οὗ τὸ πωλητήριον ἐκηρύσσετο εἰκονικὸν, ἀλλ’ ὁ ἀρχαιολογικὸς νόμος ἀπαιτεῖ δήλωσιν τῆς θελήσεως· ἡ δήλωσις αὕτη ἐγένετο διὰ τοῦ πωλητηρίου, καὶ ἑπομένως πᾶσα μεταγενεστέρα δήλωσις μεταξὺ τρίτων δὲν ἀνατρέπει τὰ κεκτημένα καὶ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως. Ὁ κ. Σταυρόπουλος, ἐπιτυχὼν διοικητικῶς τὴν κατάληψιν τοῦ εἰδωλίου, ἀπεπειράθη ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ναυτοδικείου ἐντὸς τοῦ Μουσείου. Κλητῆρες δὲ ἠπείλησαν τὴν διάρρηξιν τῆς ὑαλοθήκης, ἵνα κατάσχωσιν αὐτό. Οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ἦτο ἐκεῖ, παρεκώλυσαν τὴν ἀφαίρεσιν. Τότε εἰδοποιήθην ἐγὼ, ὅτι ξένος τις ἠθέλησε νὰ κλέψῃ ἀρχαιότητας. Μεταβὰς ὅμως ἐκεῖ, ἔμαθον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκτελέσεως τῆς περιφήμου ἀποφάσεως τοῦ Ναυτοδικείου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ εἶδον τὸν ἐκτελοῦντα κλητῆρα· διότι πρὸ τῆς θύρας τοῦ Μουσείου πληροφορηθεὶς τὰ ἐν αὐτῷ συμβαίνοντα, δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναμιχθῶ, ὡς ἀναρμόδιος νὰ παρεμβῶ εἰς δικαστικὴν ἐνέργειαν· μετέβην ὅμως μετὰ τοῦ κ. Καββαδία εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, εἰς ὃν ἀνήγγειλα τὰ συμβαίνοντα. Οὗτος εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ τὸ ἀγαλμάτιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐζήτησα ἔγγραφον τὴν γνωμοδότησίν του ταύτην, πρὸς τοῦτο δὲ ἀπητεῖτο νὰ διαμειφθῇ τις ἀλληλογραφία, μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ διέταξα τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου μετὰ τῆς σχετικῆς ἐρωτήσεως, ἂν δηλαδὴ ἡ ἀπειλουμένη ἐκτέλεσις ἐτύγχανε νόμιμος Ἀλλ’ ἵνα ληφθῇ ἡ ἀπάντησις, ἐννοεῖται ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος. Διὰ τοῦτο ἐζητήθη ἡ ἀναστολή. Ἡ ἀναστολὴ τῆς κατασχέσεως ἀνῆκεν ἀναμφισβητήτως τῷ Προέδρῳ τῶν Πρωτοδικῶν. Οὗτος λοιπὸν, κληθεὶς καὶ μεταβὰς εἰς τὸ Μουσεῖον, ἀνέστειλεν αὐτὴν ἐπί τινας ἡμέρας. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο. Ἡ ὑπόθεσις περιῆλθε διὰ τοῦ ἐγγράφου μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἀνετέθη εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον, πρὸς ὃν καὶ ἐγὼ καὶ ἅπασα ἡ κοινωνία μεγάλην τρέφομεν ὑπόληψιν, τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Λυκούδην, ὅστις προέβη, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰς ἀνακοπὴν τῆς ἐκτελέσεως. Ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ λοιπὸν ταύτῃ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἡ ὑπόθεσις ἤδη εὑρίσκεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν ἁρμοδίως ἔρχηται ἤδη ἡ ὑπόθεσις ἐνταῦθα καὶ μεταβάλληται ἡ αἴθουσα αὕτη εἰς Βουλὴν τῶν Λόρδων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ μὴ ὀρθόν. Ὁ κ. Σταυρόπουλος δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ ἀποζημίωσιν, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ ἐπιτίθηται κατὰ τε τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ κ. Καββαδία, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἀποδείκνυται, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὅτι εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Αὐτὴ δὲ ἡ ὑπόθεσις, ἥτις ἐξητάσθη ἐνταῦθα, ἐπιμαρτυρεῖ, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας εἶναι ὁ ἄγρυπνος φύλαξ τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ περιποιεῖ τῷ ὄντι τιμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων, αἱ ἀρχαιότητες, αἱ ἀνευρισκόμεναι ἐπὶ δημοσίου ἐδάφους, θεωροῦνται κτῆμα τοῦ Δημοσίου, αἱ δὲ ἀνευρισκόμεναι ἐπὶ ἰδιοκτήτου θεωροῦνται ὡς συνιδιοκτησία τοῦ τε Δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους. Ὅταν τις ὅμως ἀνευρίσκῃ ἀρχαιότητά τινα ἐπὶ ἰδιοκτήτου ἐδάφους, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ταύτην εἰς τὸ Δημόσιον· ἂν μὴ δηλώσῃ αὐτὴν, τὸ Δημόσιον ἔχει λόγους νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι ἀνευρέθη αὕτη ἐπὶ δημοσίου ἐδάφους καὶ ὅτι εἶναι κτῆμα αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τοῦ ἰδιώτου, ὅστις καταχρηστικῶς κατακρατεῖ αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ κρατοῦν δίκαιον. Ἐν ἔτει 1888 εἷς Ράππας τοὐπίκλην συνελήφθη φέρων χαλκοῦν ἀγαλμάτιον, τὸ ὁποῖον κατεσχέθη ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τὸ ἐθεώρησε πολλοῦ λόγου ἄξιον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐναπέθεσεν αὐτὸ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον. Ἐννοεῖται ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ράππας δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἀνεῦρεν ἐπὶ ἰδίου κτήματος, ἢ ὅτι τὸ ἠγόρασε παρ’ ἄλλου, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν κατάσχεσιν, ἡ ὑπηρεσία ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς κλοπιμαῖον καὶ νὰ καταγγείλῃ αὐτόν. Μετὰ ἔτη ἀνεκαλύφθη, ὅτι ὁ Ράππας αὐτὸς δὲν ἦτο ἁπλοῦς πολίτης, ἀλλὰ ναύτης τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτος παρεπέμφθη εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, ὅπερ δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὸ νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἀθῷον τῆς ἀποδοθείσης εἰς αὐτὸν πράξεως, ἀλλὰ διέταξε καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀγαλματίου εἰς αὐτόν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ὁ Ράππας ἠθέλησε νὰ διεκδικήσῃ τὸ ἀγαλμάτιον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι πρότερον εἶχε καταφύγει, ἀγνοῶ τῇ εἰσηγήσει τίνος δικηγόρου, εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Μετεβίβασε διὰ συμβολαίου ἐπισήμου τὴν κυριότητα τοῦ ἀγαλματίου εἰς τινα Σκαρβούλην, ὅστις ἐκοινοποίησε τὸ συμβόλαιον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἐζήτησε νὰ παραλάβῃ τὸ ἀγαλμάτιον. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ Δημόσιον, καθ’ ἃ εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Σκαρβούλην, ὅτι ἐδικαιοῦτο κατὰ νόμον, ἂν ὁ Ράππας ἤθελε νὰ πωλήσῃ τὸ ἀγαλμάτιον, νὰ τὸ ἀγοράσῃ, καὶ δὴ εἰς ἣν τιμὴν προσέφερεν εἰς αὐτὸν ἄλλος τις. Ὁ Σκαρβούλης κατὰ τὸ κοινοποιηθὲν συμβόλαιον ἠγόρασε τὸ ἀγαλμάτιον ἀντὶ 500 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νῦν τὸ πολὺ νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου. Οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὅτε ἐν ἔτει 1897 ὁ τότε συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διεβίβασε πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον, δι’ οὗ μὲ παρεκάλει νὰ παραδώσω, συνεπείᾳ τῆς προμνημονευθείσης ἀποφάσεως τοῦ Ναυτοδικείου, τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀγαλμάτιον εἰς τὸν Ράππαν. Ἐγὼ ἐνόμισα πρέπον ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ζητῶν τὴν γνώμην του. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ διαδόχου μου, ἀποφηνάμενον γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ τὸ ἀγαλμάτιον. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη εὐτυχῶς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, ὅστις δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ...
§59ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἦτο ὑπόχρεως.
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω τοιαύτην γνώμην, οὐδ’ ἐννοῶ ποτε διὰ τοιούτων γνωμοδοτήσεων νὰ καλύψω τὴν εὐθύνην μου, καὶ ὅταν νομίζω, ὅτι ἡ γνωμοδότησις ἀντίκειται πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον, δὲν τὴν ἀκολουθῶ.
§61ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διατὶ τὰς προκαλεῖτε;
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιδείξω δύο γνωμοδοτήσεις ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ συμβούλου. Κατὰ τὴν πρώτην ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ δεῖνα πραγματογνωμοσύνη, διότι δὲν παρίστατο ὁ Ἔφορος, κατὰ τὴν ἄλλην ἔλεγεν, ὅτι δὲν πειράζει, ἐὰν δὲν ἦναι παρὼν ὁ Ἔφορος· κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην γνώμην, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀνεμόμυλος! Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ὡς εἶπον, δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ἀπηύθυνε καὶ δεύτερον ἔγγραφον πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δηλῶν ὅτι πλὴν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ναυτοδικείου ὑπῆρχε καὶ συμβόλαιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ Ράππας μετεβίβασεν εἰς τὸν Σκαρβούλην τὰ δικαιώματά του· τότε ἐκδίδει νέαν γνωμοδότησιν, καὶ λέγει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ παραδοθῇ τὸ ἀγαλμάτιον. Ἐξηκολούθησεν αὐτὴ ἡ ἱστορία μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, ὁπότε δικαστικὸς κλητὴρ ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν τοῦ ἀγαλματίου ἐντὸς τοῦ Κεντρικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, ὅπου ὅμως παρεκωλύθη ἡ ἐκτέλεσις, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ κατωρθώθη νὰ ληφθῇ ἀναστολὴ αὐτῆς. Ἔκτοτε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἤγειρεν ἀγωγὴν περὶ διεκδικήσεως τοῦ ἀγαλματίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου νὰ ἀκολουθήσω οὔτε τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν συμβούλων. Τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἐγὼ δὲ, ὡς φρουρὸς τῶν δικαιωμάτων του, ἔχω καθῆκον νὰ ἀντιταχθῶ, ὅπως διασώσω τὰ κειμήλια τὰ προγονικά. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπεχρεοῦτο, ὥς τινες ἀξιοῦσι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὑποβάλληται εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις τῶν Ναυτοδικείων, οἵα ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ παραδίδῃ τοὺς θησαυροὺς τῆς ἀρχαιότητος εἰς τοὺς διαφόρους ἀρχαιοκαπήλους, ἀλλοίμονον! οὐ μόνον τὸ Κεντρικὸν Μουσεῖον θὰ ἐκινδύνευεν οὕτως, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Παρθενών. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, ὡς ἀνειλίχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, χρησιμεύει πρὸς ἔπαινον τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν τῷ Μουσείῳ, ἧς προΐσταται ὁ τόσον συκοφαντούμενος κ. Καββαδίας.
§63Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀντελήφθητε τοῦ πράγματος, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναπτύξω περισσότερον. Δέχομαι πρὸς χάριν των, ὅτι ὁ Ράππας εἶχε κλέψει τὸ ἄγαλμα· ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη τοῦ εἶπε: «πήγαινε εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια»· καὶ τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἤτοι τὸ ἐν Πειραιεῖ Ναυτοδικεῖον ἐκδίδει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 567 τοῦ 1897 ἀπόφασιν, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «...Κηρύσσει τὸν κατηγορούμενον Δ. Ράππαν παμψηφεὶ ἀθῷον τῶν ἀποδιδομένων αὐτῷ κατηγοριῶν ἐπὶ κλοπῇ πράγματος εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκοντος καὶ παραβάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, ἤτοι παραβάσει τοῦ ἄρθρου 238 τοῦ ΦϞΒʹ ποινικοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὡς καὶ τοῦ ἄρθρου 702 τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ δεχόμενον τὴν πρότασιν τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 40 τοῦ ΦϞΒʹ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἰσχύοντος καὶ διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διατάσσει τὴν εἰς τὸν Δ. Ράππαν, ὡς ἰδιοκτήτην καὶ πρῶτον κάτοχον ἐξ ἀγορᾶς, ἀπόδοσιν τοῦ κατὰ τὴν 5 Μαΐου 1888 ἐν Πειραιεῖ καὶ παρὰ τοῦ τότε ὑπαστυνόμου Γ. Δήμερη κατασχεθέντος ἀγαλματίου.» Δὲν μοὶ λέγετε, αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τί θὰ γείνῃ; Ποῦ θὰ εὕρῃ δίκαιον ὁ δικαιωθεὶς παρὰ τῶν δικαστηρίων Ράππας; Τὰ ποινικὰ δικαστήρια τοῦ λέγουσιν «εἶσαι ἀθῷος, τὸ ἄγαλμα εἶναι ἰδικόν σου»· τὰ πολιτικὰ τοῦ λέγουν «πήγαινε ἀπ’ ἐδῶ! δὲν εἴμεθα ἁρμόδια»· ὁ Καββαδίας ἁρπάζει... (Θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις θορυβώδεις μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀγορεύοντος).
§64ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐκτελέσητε κατὰ τοῦ Κράτους.
§65ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, ἣν ἀνεγνώσατε, εἶναι ποινικὴ (θόρυβος)
§66ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, λέγει ὅτι ὀρθῶς διετάχθη ἡ ἀπόδοσις τοῦ πειστηρίου. Εἰσαγγελεὺς εἶναι ὁ Καρατζᾶς. Διὰ τὸ Ναυτοδικεῖον Εἰσαγγελεὺς εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ διὰ τὰ Στρατοδικεῖα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ναυτοδικείου, ὁ Ράππας ἀνεφέρθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις δι’ ἐγγράφου του παρακαλεῖ τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον νὰ ἀποδώσῃ, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ναυτοδικείου, τὸ ἀγαλμάτιον· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἢ μᾶλλον ὁ Καββαδίας, δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο· τὸ κρατεῖ εἰς τὸ ἀρχεῖόν του! Ποῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ λάβῃ τὸ δίκαιόν του ὁ δικαιοῦχος;
§67ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ κάμῃ ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως.
§68ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ τὰ ἔτη σας! (γέλωτες). Δὲν θέλω ἀποζημίωσιν, θέλω τὸ πρᾶγμά μου. Ἀλλ’ ὠχυρώθησαν ὄπισθεν καὶ ἑτέρου ἐπιχειρήματος, σαθροῦ καὶ ἀνακριβοῦς, ὅτι ὁ Ράππας ἐπώλησε τὸ ἀγαλμάτιον· πλὴν σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὸ ἐπώλησε· παρεχώρησε μόνον ἓν μέρος, διὰ νὰ καταβάλῃ ὁ ἐκδοχεὺς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ ὁρισθῇ ἡ ἀξία τοῦ χαρτοσήμου· καὶ ἡ πώλησις ἦτο εἰκονικὴ, καὶ περὶ τούτου ἐδόθη ἔγγραφον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνέφερεν, ἀποκρύψας τοῦτο καὶ ὅτι τῷ ἐπεδόθη.
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸς τιμήν σας δὲν τὸ ἀνέφερα, διότι ἤθελε μάθει ἡ κοινωνία, ὅτι ὑπάρχουσι στρατιωτικοὶ καὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι συνεργάζονται πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ Δημοσίου.
§70ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐδῶ συνήγορος, εἶμαι Βουλευτής, οὔτε εἶσαι ἄξιος καὶ ἁρμόδιος νὰ λαλῇς περὶ τῆς τιμῆς μου (θόρυβος).
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄγαλμα, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἀνεῦρεν αὐτὸ ὁ Ράππας, ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ἥμισυ.
§72ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔνορκον κατάθεσιν τοῦ κατασχόντος τὸ ἀγαλμάτιον Γεωργίου Δήμερη, τότε ἀστυνόμου, καὶ τοῦ Στάη τοῦ ἀρχαιολόγου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἀστυνόμος Δήμερης (ἀναγινώσκει): «... Συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ ἐνταῦθα ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, μετέβην, ὡς ὑπαστυνόμος Πειραιῶς, εἰς τὴν ἐν Πειραιεῖ οἰκίαν τοῦ Δημητρίου Ράππα, καὶ ἐκάλεσα, ἀπόντος τούτου, τὴν σύζυγόν του νὰ μοὶ παραδώσῃ ἀρχαιολογικόν τι ἀντικείμενον, τὸ ἐπίδικον ἀγαλμάτιον, καθόσον εἶχον ἐντολὴν νὰ τὸ κατάσχω. Ἡ σύζυγός του, κατόπιν ἀντιρρήσεών τινων καὶ πεισθεῖσα εἰς τὰς παραστάσεις μου, ὅτι τὸ πρᾶγμά των δὲν χάνεται, διότι θὰ τὸ πάρω νὰ τὸ παραδώσω εἰς τὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, μοὶ τὸ παρέδωκε... Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν συνέτασσον τὴν ἔκθεσιν τῆς κατασχέσεως, κατέφθασε καὶ ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων Στάης, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὴν κατάσχεσιν καὶ παρέλαβεν ἀμέσως τὸ κατασχεθὲν ἀγαλμάτιον...»
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶχε δηλώσει ὁ Ράππας;
§74ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶχεν, ὡς ἀποφαίνεται καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἤδη, Κύριοι, λόγῳ τοῦ ἠθικοῦ τῆς ὑποθέσεως, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔνορκον κατάθεσιν τοῦ ἐφόρου κ. Στάη (ἀναγινώσκει): «...Κατ’ ἐρώτησιν δὲ τοῦ εἰσηγητοῦ ὁ μάρτυς ἀπήντησεν· «ὅ,τι ἐνήργησα ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, τὸ ἐνήργησα κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Μανέτα, ὅστις μὲ ἀπέστειλεν εἰς Πειραιᾶ, ὡς ἀρχαιολόγον, ὅπως μετὰ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἀρχῶν ἐνεργήσω ὅ,τι δεῖ καὶ καθοδηγήσω τὰς ἀρχὰς ταύτας ὡς πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος, καὶ ἂν τοῦτο ἔχῃ ἀρχαιολογικήν τινα ἀξίαν ἢ οὔ.» Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ Σταυροπούλου ὁ μάρτυς εἶπεν, ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις κακῶς διεξάγεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, ἂν εἶναι ἐκ λαθραίας ἀνασκαφῆς, καὶ θὰ ζητηθῇ ἡ ἀναθεώρησίς της ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου...» Κατόπιν ἐξετάζεται ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων Ἰάκωβος Δραγάτσης καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Κουρῆς 3 ἢ 4 μῆνας πρὸ τῆς κατασχέσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀγαλματίου μοὶ εἶχεν ἀναγγείλει, ὅτι ὁ κ. Ράππας, ἐλθὼν ἐκ Κερκύρας, εἶχε φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ ἀγαλμάτιον χαλκοῦν, καὶ ἐζήτει τὴν γνώμην μου, τί πρέπει νὰ πράξῃ. Ἐγὼ δὲ ἀπήντησα, ὅτι πρέπει νὰ ἴδω πρῶτον τὸ ἀντικείμενον καὶ κατόπιν ν’ ἀποφανθῶ, ἐκδηλώσας μάλιστα τοὺς φόβους μου, μὴ τυχὸν ᾖναι κίβδηλόν τι. Κατόπιν τῆς πρώτης ἀναγγελίας ὁ Κουρῆς μοὶ εἶχεν ἀναγγείλει, ὅτι προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τὸν Ράππαν νὰ παρουσιάσῃ τὸ ῥηθὲν ἀγαλμάτιον, διότι ὁ Ράππας ἐφοβεῖτο, μήπως γείνῃ κατάσχεσις... Τὴν παραμονὴν τῆς κατασχέσεως ἔμαθον, ὅτι ὁ Κουρῆς μὲ ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως, ἵνα ἔλθω εἰς τὸ φαρμακεῖον τοῦ κ. Κωνσταντίνου πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ἀγαλματίου. Μετέβην ἐκεῖ μετὰ μεσημβρίαν καὶ ἐξετάσας ἐνώπιον καὶ ἄλλων τὸ ἀγαλμάτιον ἐπείσθην περὶ τῆς γνησιότητος αὐτοῦ, καὶ εἶπον εἰς τὸν Κουρῆν ὅτι τὸ ἀγαλμάτιον ἔπρεπε νὰ δηλωθῇ, καὶ ὅτι τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, μεταβαίνοντες τὴν ἐπιοῦσαν εἰς Ἀθήνας καὶ ἀναφέροντες τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Γενικὴν Ἐφορείαν τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐμείναμεν δὲ σύμφωνοι περὶ τούτου. Τὴν ἐπιοῦσαν περὶ τὴν 9ην διευθυνόμενος πρὸς τὸν σιδηρόδρομον, ἵνα ἀνέλθω εἰς Ἀθήνας ἐπὶ τῷ εἰρημένῳ σκοπῷ, εἶδον ἐρχόμενον ἐφ’ ἁμάξης τὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων Βαλέριον Στάην, μετά τινος ἄλλου, ὅστις, ὡς μὲ εἶδεν, ἀνεφώνησε: «τὸ κατέσχομεν τὸ ἀγαλμάτιον τοῦ Κουρῆ»... Ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι ἀκριβῶς δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν μετέβαινον εἰς Ἀθήνας πρὸς δήλωσιν, διότι ὁ Κουρῆς εἶχε παρουσιάσει εἰς ἐμὲ τὸ ἀγαλμάτιον, ὑποδηλώσας τὴν πρόθεσιν τοῦ Ράππα, ἵνα παρουσιάσῃ τὸ ἀγαλμάτιον εἰς τὴν Ἐφορείαν πρὸς δήλωσιν. Περὶ τοῦ Ράππα ἔχω πληροφορίας, ὅτι εἶναι πολὺ τίμιος ἄνθρωπος· ἂν ἤθελε δὲ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἀγαλμάτιον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἠδύνατο εὐκόλως νὰ τὸ πράξῃ, διότι εἶναι πολὺ μικρόν...»
§75Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά;
§76ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μάθητε, Κύριε! Τί θὰ ἔκαμνες σύ, ἐὰν ἦσο εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς;
§77ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ κάμῃ διεκδικητικὴν ἀγωγὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν.
§78ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμεν, ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον εἶπεν Ὄχι! Τί θὰ γείνῃ τότε; Νομίζετε ὅτι ζητῶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀγαλμάτιον; Ὄχι! Ζητῶ νὰ μάθητε, τί γίνεται ἐν τῇ Πολιτείᾳ μας ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀνευθύνων ὑπαλλήλων, καὶ πῶς ὁ πολίτης εὑρίσκεται εἰς δεινὴν θέσιν, ἀδικούμενος καὶ ἐπιζητῶν δικαιοσύνην, ἀλλὰ μὴ εὑρίσκων τοιαύτην. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι καὶ ἡ προκαλέσασα τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξία, ὅπως δημεύσῃ τὸ κατ’ αὐτὸν ψευδὲς ἀγαλμάτιον. Ζητῶ προσέτι νὰ συνετισθῶσιν οἱ διοικοῦντες καὶ νὰ σέβωνται τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ψηφίζομεν πρὸς ὑποστήριξιν καὶ οὐχὶ πρὸς καταστροφὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν.
§79ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω πρῶτον, ἵνα παραπονεθῶ, χωρὶς νὰ ἔχω ὑστεροβουλίαν, μηδὲ προσωπικόν τινα λόγον, κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέδειξε τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὴν Βουλὴν σεβασμόν, χάριν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀσκῇ ἐπὶ πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Πρὸ μηνὸς ἤδη καὶ πλέον ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤδη δὲ τὸ δεύτερον ἔρχεται ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ ἀναγκαῖα πρὸς συζήτησιν ἔγγραφα. Ἐκ τῆς μελέτης τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ ἀποδείξῃ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτής.
§80Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐζητήθησαν.
§81ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ κατέθεσε.
§83ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἔγγραφα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὧν ἔχω ἀντίγραφα, ἀλλὰ δὲν ἐγίνωσκον, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ θέματος ἡ συζήτησις, ἵνα προσκομίσω ταῦτα καὶ συζητήσω. Δὲν εἶναι δὲ, ὡς τινες τῶν κ.κ. συναδέλφων νομίζουσι, τὸ ζήτημα μικρὸν, οὐδὲ πρόκειται περὶ ὄνου σκιᾶς· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἐκτυλισσόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐξαναγκάσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων καὶ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Διότι, κύριε Πρόεδρε, διατρέχουσι τὸν κίνδυνον τὰ κειμήλια τῆς ἀρχαιότητος, οἱ θησαυροὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν Μουσείων, τοὺς ὁποίους θαυμάζει σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, νὰ κατασχεθῶσιν, ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, παρὰ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἐκτελούντων συνεργία δικηγόρων, καὶ δὴ καὶ Βουλευτῶν, ἀποφάσεις δὲν ἠξεύρω τίνος Ναυτοδικείου ἢ τίνος Στρατοδικείου.
§84ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ σαρδελλῶν.
§85ΣΤΑΗΣ. Ὡς νὰ ἐπρόκειτο ἔστω καὶ περὶ σαρδελλῶν. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, ἢ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν κατατεθέντων, ἵνα ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις αὐτοῦ, — διότι πρόκειται κυρίως περὶ δικαστικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ τὸ ἀρχικὸν ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἀγαλμάτιον εὑρέθη ἐν Κερκύρᾳ κατὰ τὸ 1887, ἐκ συμπτώσεως δὲ παρευρέθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν κατάσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν οὐχὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ διόπου, ἀλλ’ ἔν τινι φαρμακείῳ ἐν Πειραιεῖ. Εἶναι δὲ γεγονὸς, ὅτι δὲν ἐδηλώθη τὸ ἀγαλμάτιον τοῦτο, καὶ ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρὸ μικροῦ κατάθεσις τοῦ καθηγητοῦ καὶ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν Πειραιεῖ αὐτὸ ἀποδεικνύει. Διότι ἔλεγεν ἡ ἀναγνωσθεῖσα κατάθεσις, ὅτι ὁ ἰατρὸς κ. Κουρῆς, ἐνδιαφερόμενος περὶ τοῦ διόπου συμπολίτου του, εἶπε πρὸς τὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτόν τι ἀγαλμάτιον καὶ ὅτι πρόκειται νὰ δηλωθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐδηλώθη. Μὴ δηλωθέντος ἑπομένως τοῦ ἀγαλματίου, εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον νὰ κατάσχῃ αὐτό· καὶ τὸ κατέσχε νομίμως, ἀλλὰ, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνος θαύματος, τὴν κατάσχεσιν ἐθεώρησεν ἄκυρον τὸ Ναυτοδικεῖον τοῦ Πειραιῶς! Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, ἡ ὄντως ἀλλόκοτος, ἵνα μὴ εἴπω τι χεῖρον, τῶν ναυτοδικῶν, ἐξεδόθησαν τρεῖς ἄλλαι ἀποφάσεις ὑπὸ τριῶν διαφόρου βαθμοῦ δικαστηρίων· ἔπρεπε δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τούτων, διότι ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τῶν δεδικασμένων. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς τὰς ἀποφάσεις ταύτας, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν αὐτάς. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, διότι, ἂν ὡμίλουν ἐπὶ τῆς οὐσίας, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤθελε μετανοήσει, ὅτι ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μετ’ ἀπορίας θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι, ἐνῷ τὸ ἀγαλμάτιον ἐπωλήθη παρὰ τοῦ διόπου ἀντὶ 500 δραχμῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν συνεβιβάζετο οὐδὲ μὲ διακοσίας χιλιάδας δραχμὰς νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία προσέφερε πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ τριάκοντα χιλιάδας δραχμάς. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀνέφερα, ἐπειδὴ ἐλέχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ μικροῦ τὰ περὶ ἀγορᾶς τοῦ ἀγαλματίου. Ἔλαβον δεύτερον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ πάντων τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς, νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων, διότι ἀνυπολόγιστοι ζημίαι ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν ἐπέρχονται εἰς τὸ Κράτος ἐλλείψει νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, διότι ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων, τοῦ 1833, εἶναι ὅλως ἐλλιπὴς καὶ ἀνίκανος νὰ προστατεύσῃ καὶ αὐτὰς τὰς ἀρχαιότητας τὰς περισυλλεγείσας διὰ κόπων καὶ μόχθων καὶ δαπανῶν ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲ περιεσώθησαν μέχρι τοῦδε τὰ προγονικὰ ἡμῶν κειμήλια, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν ἄμετρον ζῆλον τῶν ὑπαλλήλων, τῶν εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τῶν μισθοδοτουμένων τόσον γλίσχρως, ἐνῷ ἔχει ἀνατεθῆ αὐτοῖς ἡ φύλαξις ὁλοκλήρων θησαυρῶν· οὐχὶ ζῆλος ἢ ἔρως πρὸς τὰ ἀρχαιολογικὰ κειμήλια, ἀλλ’ ἀληθὴς μανία πρέπει νὰ κατέχῃ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, ἵνα θυσιάζωσι τὰ πάντα πρὸς διάσωσιν καὶ διαφύλαξιν τῶν προγονικῶν θησαυρῶν. Εἰς τὴν μανίαν δὲ ταύτην ὀφείλεται ἡ ὕπαρξις τόσων ἀριστουργημάτων...
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ὀφείλεται εἰς τὸν ζῆλον καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν τινων.
§87ΣΤΑΗΣ. .. Διότι ὑπὸ μανίας ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων ἔπρεπε νὰ κατέχηται ὁ ἔφορος ἐκεῖνος τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁ ὁποῖος ἀντέταξε βίαν πρό τινων ἡμερῶν κατὰ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, τοῦ συνοδευομένου ὑπὸ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Σταυροπούλου, κατὰ τῶν σημάτων αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα παρανόμως ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου δὲν ἦτο ἐκτελεστή. Οἱοσδήποτε ἄλλος ὑπάλληλος ἂν εὑρίσκετο πρὸ τῶν σημάτων τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, πρὸ τοῦ φωνασκοῦντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, βεβαίως ἤθελε πτοηθῆ, καὶ βεβαίως ἤθελεν ἐπιτρέψει τὴν διάρρηξιν τῶν πινακουέλων τῶν θηκῶν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν κειμηλίων ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου. Καὶ νομίζετε ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, συζητοῦμεν περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, ὡς εἶπέ τις, χαμηλῇ τῇ φωνῇ, τῶν κυρίων συναδέλφων; Μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκούουσι, δύνανται νὰ ἔχωσι τοιαύτην γνώμην, ἀλλὰ πάντες οἱ ἄλλοι ἔχουσι γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Παρακαλῶ ἑπομένως θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ὡς τάχιστα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων, νὰ προτιμήσῃ δὲ αὐτὸ παντὸς ἄλλου, ἀφοῦ μάλιστα δὲν θὰ προκαλέσῃ ἀντίδρασιν, οὐδὲ μακρὰς συζητήσεις, διότι εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, φέρον καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν συναδέλφου μου, περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχ. 41,500 πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ νοσοκομείου τοῦ Ναυστάθμου, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1894, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἐγκρίνηται δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὰς 10,000 δραχμάς.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 329). Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λευκάδος διὰ τηλεγραφήματός των εὐχαριστοῦσι τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§91Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἦναι εἰς θέσιν, περὶ τοῦ ἂν ἐλήφθη ὁριστικόν τι μέτρον διὰ τοὺς διαθεσίμους, διότι δυσφοροῦσι καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Ἐὰν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς κρατήσῃ ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη, νὰ τὸ εἴπῃ, ἵνα ἐκλείψῃ ἡ ἀβεβαιότης. Ἀνέγνωσα σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς στρατιωτῶν, νὰ κρατηθοῦν ἐπί τινα εἰσέτι χρόνον. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἂς δηλωθῇ.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀπόλυσις τῶν διαθεσίμων θέλει καταστήσει τὴν ὑπηρεσίαν ἀνίκανον εἰς τὸ νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φρουρῶν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀπολυθῇ, εἶναι ἀρκετὰ σεβαστός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θεωροῦμεν ὅτι ἡ παραμονὴ τῶν διαθεσίμων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ εἰς αὐτοὺς, μελέτη γίνεται, ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος διορθώσεως τῆς περιπτώσεως ταύτης.
§93Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης ὁ δῆμος διατηρεῖ Γυμνάσιον δημοσυντήρητον, ἀλλ’ ἡ διατήρησις αὐτοῦ δυνάμει νόμου διαρκεῖ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ἅμα δ’ ἐκπνεύσῃ ἡ προθεσμία αὕτη, εἶναι διαλελυμένον τὸ Γυμνάσιον. Διὰ τοῦτο μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Μεσσήνης ὑποβάλλομεν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνομεν νὰ παραταθῇ ἐπὶ δύο ἔτη ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναγραφῇ αὔριον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 330).
§95ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι πρότασις νόμου δὲν εἰσάγεται ὑπὸ Βουλευτῶν, ὅταν δι’ αὐτῆς πρόκειται ν’ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου νομίζω, ὅτι ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διότι εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης συνεισφέρει καὶ τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον. Παρατηρῶ δὲ ταῦτα χάριν τῶν ἐνδιαφερομένων ἀξιοτίμων συναδέλφων.
§96Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§97Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὸ δύο περίπου ἐτῶν συνετελέσθη παρὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους ἡ καταστροφὴ μιᾶς ληστοσυμμορίας ὑπὸ τὸν Κουλουριώτην. Ὡς ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς ληστοσυμμορίας ἐκείνης, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας νόμον, δικαιοῦνταί τινες εἰς ἀμοιβήν, ὡς τοὐλάχιστον αὐτοὶ νομίζουσιν. Ἵνα ἐκλίπωσι παράπονα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ πολλάκις ἤκουσα, παράπονα τὰ ὁποῖα ἐκφράζουσί τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς ληστοσυμμορίας ἐκείνης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τουτέστιν ἐὰν ἐξητάσθη ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν ἐκ τῆς ἐξετάσεως ἐξήχθησαν συμπεράσματα, ἐὰν τὰ συμπεράσματα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐν ᾗ μὲν περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἐπερατώθη ἀκόμη, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὅ,τι δέον. Ἐὰν δὲ θεωρῇ ταύτην περατωμένην καὶ ἂν ἐπ’ αὐτῆς ἔλαβεν ἀπόφασίν τινα, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν ταύτην.
§98Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα λάβω γνῶσιν καὶ ἀπαντήσω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1899. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λιμπρίτης.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐτελείωσεν ὁ κ. Γουλιμῆς;
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§103Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀργὰ χθὲς ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν ἠδυνήθην νὰ παρασταθῶ καὶ ἀκούσω τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε σχετικῶς πρὸς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ὅθεν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἦναι ἐπιεικὴς, ἐὰν ἐπαναλάβω τινὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ἴσως ὁ κ. Γουλιμῆς. Λαμβάνων τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου ἀνὰ χεῖρας, παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι δὲν συνοδεύει αὐτὸ ἔκθεσις, δικαιολογοῦσα τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου· καὶ εἰκότως δὲν συνοδεύει ἔκθεσις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, ὡς ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἢ τροπολογία νόμου ὑπάρχοντος. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ νόμου, ὅστις κρατεῖ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς. Παρὰ ταῦτα ὅμως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ μορφὴ καὶ ἥτις μᾶς δίδει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἠδύνατο νὰ μὴ παρακολουθῆται ὑπὸ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρονται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἶναι τοσοῦτον οὐσιώδεις, θίγουσιν αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου, ὥστε βεβαίως ἄλλην τινὰ ἑρμηνείαν δέον νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δίδω, εἶναι, ὅτι κοινὴ γνώμη ἐκράτησε παρ’ ἅπασι τοῖς ἀντιπροσώποις τοῦ λαοῦ, κοινὴ γνώμη εἶναι εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, ὅτι τοῦ στρατοῦ ἡ μόνη ἀσχολία πρέπει νὰ καταστῇ ἡ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ παρασκευῆς αὐτοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἔργου, ὅτι δὲ πρὸς τοῦτο ἀπαραίτητον εἶναι, σῶμα ἕτερον ν’ ἀναλάβῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποτρέπουσι τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν κυρίων αὐτοῦ καθηκόντων. Τοῦτο δὲ εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει, ὥστε νὰ δεχθῶμεν μεταβολὴν δαπάνης διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τοῦ νόμου, μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐκ τοιαύτης ἀρχῆς λοιπὸν καὶ μόνον ὁρμώμενος, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ πεποίθησις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Ἐνῷ ὅμως τοιαύτη τις ἀρχὴ ἐπεκράτησεν, εἰσηγουμένου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν βλέπω ἀφ’ ἑτέρου τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον συντρέξει, ὥστε νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐπιτυχῶς αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας θέλομεν ἀναθέσει εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ὅλοι βεβαίως ἠκούσατε, ὅτι λόγος καὶ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῆς ἐκτελέσεως τῆς φρουρᾶς τῶν φυλακῶν κλπ. Ὅταν λέγωμεν τοῦτο, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν εἶναι ἐντολὴ διδομένη τῷ στρατῷ, ὅλως ἀσύμφωνος πρὸς τὴν ἐκπαίδευσίν του. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ ἄλλοτε ἀνέπτυξα τὴν γνώμην καὶ νῦν θὰ ἐπαναλάβω αὐτὴν, ὅτι ἡ ἐντολὴ δὲν ἔχει ὀντότητα. Ὅταν διδάσκωμεν τὸ στράτευμα ἐν ταῖς ἀσκήσεσι, δίδοντες εἰς αὐτὸ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτηρήσῃ τὸ ἔδαφος, τὸ πρὸ αὐτοῦ κείμενον, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, εἶναι παραστατικὴ μόνον ἡ ἐντολὴ, ἀλλὰ δὲν εἶναι πραγματικὴ, ἑπομένως ὁ στρατιώτης δὲν λαμβάνει πλήρη τὴν ἰδέαν τῆς μεγάλης ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀγρύπνως καὶ μετὰ προσοχῆς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀνατεθειμένην εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν. Ὅταν ὅμως εἰς τὸν φρουρὸν, τὸν ὁποῖον θέτομεν πρὸ τῆς θύρας μιᾶς φυλακῆς ἢ ταμείου, λέγωμεν «λάβε τὰ μέτρα σου, διότι ἡ ἀπόδρασις τῶν κρατουμένων ἢ ἡ ἁρπαγὴ τοῦ φυλασσομένου δημοσίου θησαυροῦ θὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας διὰ σὲ», τότε διδάσκομεν τὸν στρατιώτην νὰ ἦναι ἄγρυπνος· ἡ διδασκαλία δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἄσκοπος πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐγὼ δὲν κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς φρουρᾶς ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, καὶ θὰ ηὐχόμην, εἰς τὰς μεγάλας ἐκείνας πόλεις, ὅπου ἀπαραιτήτως θὰ διαμένῃ στρατὸς, νὰ ἐξακολουθήσῃ οὖσα ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸν ἡ ἐκτέλεσις τῆς φρουρᾶς. Εἶναι μία γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω καὶ ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ἔχῃ καὶ τὰς ἀντιρρήσεις της. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι ἡ φρουρὰ τῶν φυλακῶν, ἡ φρουρὰ τῶν δημοσίων γραφείων τόσον ἐναντία πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ στρατιώτου, τότε διὰ τίνα λόγον ζητοῦμεν ν’ ἀπαλλαγῇ ταύτης ὁ στρατός; τοῦτο τὸ ζητοῦμεν καὶ πάντες βεβαίως τὸ γνωρίζετε, διότι καὶ ὅτε ἀκόμη ὑπῆρχον τὰ 22, νομίζω, Πρωτοδικεῖα καὶ ὅταν σήμερον πιθανῶς συσταθῶσι καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναβιβάσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν Πρωτοδικείων εἰς 26, αἱ φυλακαὶ τῶν ὑποδίκων θὰ πολλαπλασιασθῶσι, πολλαπλασιαζομένων δὲ τῶν φυλακῶν τῶν ὑποδίκων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσωμεν στρατὸν εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν. Ἀλλ’ ἤδη τὸ ἀποσπώμενον στράτευμα ἐκ τῶν κέντρων, ἐκ τῶν σημείων ὅπου ἑδρεύουσι τὰ συντάγματα ἢ αἱ ταξιαρχίαι ἢ καὶ αἱ μεραρχίαι αὐτοῦ, εἶναι μέγα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὰς, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν, ὅπως ἡ χωροφυλακὴ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς φρουρᾶς, ἵνα μὴ ἀναγκαζώμεθα ν’ ἀποσπῶμεν τάγματα εἰς τὴν Σπάρτην, εἰς τὴν Χαλκίδα, εἰς τὴν Λευκάδα καὶ πανταχοῦ, ὅπου δὲν ὑπάρχει λόγος σπουδαῖος, τοὐναντίον δὲ νὰ συγκεντρώσωμεν τὸ στράτευμα εἰς δύο ἢ τρία σημεῖα. Περὶ τούτου ὑπάρχει γνώμη εἰς τὴν κοινωνίαν, περὶ τούτου ὑπάρχει γνώμη εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τούτου ὑπάρχει γνώμη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτην ἐντολὴν σκεπτώμεθα ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, οὐδὲ ὁ προϋπάρχων ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, οὐδὲ ὁ τροποποιούμενος κατὰ τὸ νομοσχέδιον παρέχει τὰ στοιχεῖα ἢ τὰ ἐχέγγυα τῆς ἐκτελέσεως τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας· παρατηρῶ δὲ μὲ λύπην μου, ὅτι καὶ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον παρεσύρθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς στηρίζεται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ μόνην τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐν ὑπαίθρῳ χώρας. Ἡ ὕπαιθριος χώρα ὄντως ἔχει ἀνάγκην ἀσφαλείας· ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τῆς ὑπαιθρίου χώρας τὴν ἀσφάλειαν δὲν ἔχομεν ἀφήσει μόνον εἰς τὴν χωροφυλακήν· καὶ ἡ ἀστυφυλακὴ συμμετέχει τῆς τοιαύτης ἐντολῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐμφαίνεται ἐπαρκῶς εἰς τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ, ὡς εἶναι σήμερον ὠργανωμένη ἡ ἀστυνομία, καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἀποβλέπει καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀσφαλείας τῆς ὑπαιθρίου χώρας. Ἐν τούτοις ἡ γνώμη αὕτη, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς χωροφυλακῆς τότε, ὅπως αὐτὴ κατὰ νομοὺς καὶ ἐπαρχίας ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν της, ὁ λόγος αὐτὸς ἐξέλιπε τελείως, διότι ἐπαρχία δὲν ὑφίσταται σήμερον, εἶναι μόνον ἐκλογικὴ περιφέρεια. Μόνον τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἐπαρχίας ἔχομεν σήμερον. Αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ δὲν παρακολουθοῦσι τὴν διαίρεσιν αὐτὴν, αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ δὲν συμπίπτουσι πάντοτε μετὰ τῆς διαιρέσεως ταύτης.
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ μένουσι. Καὶ ὅπου ἀκόμη δὲν ὑπάρχει ἕδρα νομαρχίας, διατηροῦνται αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ, ὡς, ἐν παραδείγματι, εἰς τὰς Θήβας.
§105ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶπον, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κατηργήθησαν τὰ ἐπαρχεῖα, ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν βλέπω πῶς ὑφίσταται πλέον ἡ ἐπαρχία ὡς μονὰς ἐν τῇ διοικήσει· «ἐν τῇ διοικήσει» δὲ λέγων, ἐννοῶ καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ταμειακὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἡ ταμειακὴ ὑπηρεσία, ὡς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εἶναι ἐγκαθιδρυμένη εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας...
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σχεδὸν εἰς πάσας, εἰς τὰ 99 ἑκατοστά.
§107ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι· ὑπάρχουσί τινες διαφοραὶ, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀλληλένδετοι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται πρὸς τὰς ἐπαρχίας. Πεποιθήσεις κρατοῦσαι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ νὰ ἑδρεύῃ ἔφορος ἢ ταμίας, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κάμνουν, ὥστε νὰ ἑδρεύῃ ἐκεῖ ἔφορος ἢ ταμίας...
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§109ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως... Ἀλλ’ ἡ διαίρεσις ἡ ἐπαρχιακὴ δὲν ἔμεινεν ἢ μόνον ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια. Ἑπομένως οἱ 44 ὑπομοίραρχοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διοικήσωσι τὰς ὑπομοιραρχίας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν ἔχουσι λόγον, διότι ἐξέλιπεν ἡ διοικητικὴ διαίρεσις, ἡ ἐπαρχία. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεσύρθη ὁπωσδήποτε ἐκ τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ὅστις, ὅτε ἐψηφίζετο, βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπαρχίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ ἐνῷ ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν παρίσταται πλέον, παρίσταται ὅμως ἄλλη ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ, ἀνάγκη ὑπαγορευομένη ὑπὸ πολλαπλῶν λόγων, τῶν ὁποίων τινὰς θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μνημονεύσω, οἷον ἡ ἐκτέλεσις τῆς φρουρήσεως φυλακῶν, ταμείων καὶ καθεξῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἡ χωροφυλακὴ ἐξετέλεσε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἢ εἰς περιστάσεις ὅλως ἐκτάκτους, ὡς ἔκαμε καὶ τὸ ναυτικὸν ἐσχάτως τὴν φρούρησιν ἐν Ἀθήναις. Προκειμένου νὰ τὴν ἀναλάβῃ σήμερον, δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ νέα χωροφυλακὴ δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καὶ ὅτι ἡ στρατιωτικωτέρα ὀργάνωσις αὐτῆς εἶναι ἐπιβεβλημένη; Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ κατὰ λόχους καὶ τάγματα, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, καὶ συντάγματα σύνταξις τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἐπιβεβλημένη; Ἡ ἱεραρχία, Κύριοι, ἡ κρατοῦσα ἐν τῷ στρατεύματι, δὲν εἶναί τι πολυτελείας ἀντικείμενον, εἶναι ἀνάγκη ὑποχρεωτικὴ, εἶναι ἀνάγκη τόσον ὑποχρεωτικὴ, ὥστε βεβαίως, ὅταν κραυγάζωμεν διατὶ μένουσι κεναὶ θέσεις, τινὲς μὲν βλέπουσιν ἐν τῇ πληρώσει τῶν κενῶν θέσεων τὴν προαγωγὴν, ἄλλοι ὅμως βλέπουσι τὴν ἐκπλήρωσιν ἀναγκῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὸ στράτευμα. Ὁ λοχαγὸς ἄνευ ἐπιτηρήσεως δὲν θὰ ἐπιτελέσῃ βεβαίως, ἐκτὸς ἐκτάκτων περιστάσεων, τὴν ὑπηρεσίαν του, ὡς ὁ κανονισμὸς ὁρίζει, ὅταν δὲν ἐλέγχηται ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, καὶ διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω, προβαίνω ἐν ὀλίγαις γραμμαῖς ἀναπτύσσων τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς· ἀφίνω δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὡς ἀφορῶν ὄχι μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πολὺ περισσότερον ἀκόμη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ τῆς καλῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχωμεν καὶ καλὰς εἰσπράξεις...
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§111ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. καὶ πᾶσα ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία καὶ διὰ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἐξασκεῖται, ἔχει ἀνάγκην τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἐκτελεστικῆς δυνάμεως. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀντὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῆς χωροφυλακῆς, θὰ ἐπροτίμων ἄλλο τι. Ἡ ἐπιθεώρησις τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἔχει τὴν ἰδέαν τῆς διοικήσεως, ἐνέχει τὴν ἰδέαν τῆς ἐποπτείας. Κάμετε τὴν διάκρισιν ταύτην. Δὲν εἶναι τόσον λεπτὴ, εἶναι ἁδρομερὴς ἡ διαφορά. Ἡ ἐπιθεώρησις ἐφορεύει μόνον· ἡ διοίκησις φέρει τὴν χεῖρα ἐπὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς της. Ἑπομένως θὰ ἐπροτίμων, ἀντὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἢ νὰ συμπτυχθῇ ἡ χωροφυλακὴ εἰς ἓν σύνταγμα, καὶ νὰ ἀναθέσητε εἰς ἕνα συνταγματάρχην τὴν διοίκησιν τῆς χωροφυλακῆς ἢ εἰς ἕνα ἀρχηγόν. Τοῦτο ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, διότι ἄλλοι ἔχουσιν ἀποστροφὴν πρὸς τὸν τίτλον ἀρχηγοῦ, ὁ ὁποῖος πολλαπλασιαζόμενος πιθανὸν εἶναι νὰ παράγῃ ἀταξίαν τινὰ ἐν τῇ κατατμήσει τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Διὰ τοῦτο ἴσως θὰ ἠρκούμην εἰς τὸν πενιχρότερον μὲν τίτλον, ἀλλ’ ἐπαρκέστατον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιθεώρησιν. Κατόπιν ἔρχεται ἡ ὑποδιαίρεσις εἰς 26 Μοιραρχίας· 27 λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν τροπολογίαν, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ καὶ δι’ ἧς αἱ Μοιραρχίαι ἐμειώθησαν εἰς 26.
§112Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, θὰ γείνῃ διόρθωσις.
§113ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Αἱ 26 Μοιραρχίαι ὑποδιαιροῦνται εἰς 8 πρώτης τάξεως, καὶ ὁρίζεται ἡ ἕδρα αὐτῶν, καὶ εἰς 18 ὑποδεεστέρας. Ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Ἀντὶ τῶν 8 μοιρῶν πρώτης τάξεως, ἃς ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνον 6 μοίρας. Ἀλλὰ ταύτας τὰς 6 μοίρας δὲν τὰς ὀνομάζω πλέον μοίρας, ἀλλὰ 6 διοικήσεις τάγματος, ἐχούσας ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν τὰς 24 Μοιραρχίας. Λέγω 24 Μοιραρχίας καὶ οὐχὶ 26, διότι θὰ συμφωνήσητε, νομίζω, Κύριοι, μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑποδιαιρέσεις τινὲς διοικητικαί, μὴ δεόμεναι τοιαύτης πολυτελείας. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κατὰ τῆς πολυτελείας καὶ κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο τῆς παρούσης ὥρας ζήτημα· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐμφορεῖσθε τῶν ἰδεῶν τῆς οἰκονομίας. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ συμπτυχθῶσί τινες ὑποδιαιρέσεις τῶν νέων νομῶν μετ’ ἄλλων, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν μόνον 24 Μοιραρχίας. Δὲν ὀνομάζω τίνες συμπτυχθήσονται, διὰ νὰ μὴ κινήσω τινὸς συναδέλφου τὰς διαμαρτυρίας. Διὰ τῶν 24 τούτων Μοιραρχιῶν δημιουργοῦνται 24 λόχοι, ἀποτελοῦντες 6 τάγματα. Οὕτως αἱ 24 Μοιραρχίαι, διαιρούμεναι εἰς 6 τάγματα, θὰ ἔχωσιν ἐπὶ κεφαλῆς τὰς 6 διοικήσεις ταγμάτων ἢ τὰς πρώτης τάξεως μοίρας. Διὰ τῆς τοιαύτης διαιρέσεως, Κύριοι, ἑπόμενον εἶναι, ἡ ἕδρα τῶν 8, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, 6, ὡς λέγω ἐγὼ, Μοιραρχιῶν νὰ μὴ ἦναι πλέον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ν’ ἀντιστοιχῇ εἰς 6 ὑποδιαιρέσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ συμπέσωσι μὲ ἀντίστοιχον ὑποδιαίρεσιν τοῦ Κράτους εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας. Αἱ 6 περιφέρειαι αὗται θὰ ἔχωσι πόλιν τινὰ πρωτεύουσαν, τὴν κεντρικωτέραν, τὴν ἁρμοδιωτέραν, καὶ ἴσως τοῦτο συντελέσει καὶ εἰς ἱκανοποίησιν πολλῶν συναδέλφων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω ἓν παράδειγμα. Διῆλθον μέρος τοῦ βίου μου ἐν τῇ Δυτικῇ Ἑλλάδι, γινώσκω τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα καλῶς, καὶ βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Ἀγρινίου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα νὰ ἦναι ἡ πρωτεύουσα πόλις τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καὶ λόγῳ τοποθεσίας καὶ λόγῳ συγκοινωνίας καὶ λόγῳ ἐπικρατήσεως ἐμπορίου καὶ προόδου, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν αὐξανομένης, καὶ ἥτις, καίτοι δὲν ἐγένετο πρωτεύουσα νομοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταστῇ κέντρον στρατιωτικῆς περιφερείας. Οὕτως αἱ 6 ἕδραι τῶν Μοιραρχιῶν πρώτης τάξεως, ἢ διοικήσεως τάγματος, ὡς τὰς ὀνομάζω, ἔσονται αἱ ἕδραι, ἐξ ὧν θὰ διοικῶνται ἀνὰ τέσσαρες Μοιραρχίαι, καὶ αἱ 24 Μοιραρχίαι, εἶναι κατ’ ἐμὲ 24 λόχοι. Θὰ ἐπεκαλούμην, Κύριοι, τὴν μαρτυρίαν συναδέλφου, παρακαθημένου ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προερχομένου ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον, κατὰ τὴν φράσιν ἄλλου συναδέλφου, δὲν ἀπελαθῶσιν ἐκ τῆς Βουλῆς οἱ στρατιωτικοί. Ὁ συνάδελφος οὗτος εἶναι ὁ ἐκ Κέας βουλευτὴς κ. Πατρίκιος. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τούτου, διότι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶναι εἴπερ τις καὶ ἄλλος εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ποῦ χωλαίνει ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς· θὰ πράξῃ δὲ ἔργον ὄχι μόνον συνειδήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητον εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του. Εἶπον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ μέχρι σήμερον ἐθεωρήθη ὡς μὴ περιέχουσα ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ τῇ ἀποδίδωσι τὸν χαρακτηρισμὸν στρατιωτικοῦ σώματος, αἰτία εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις, ἀποκέντρωσις ἡ ὁποία, Κύριοι, δυνατὸν νὰ θεωρῆται ἀσπαστὴ εἰς τὴν διοίκησιν, ἀσπαστὴ διὰ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διὰ τὸ στράτευμα εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος. Συγκέντρωσις, καὶ συγκέντρωσις ἰσχυρὰ, εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις δύναται νὰ συγκρατήσῃ τὸ στράτευμα εἰς τάξιν καὶ πειθαρχίαν, ἱκανὸν οὕτω νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον του. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπαχθῇ ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα πρὸς τὴν Βουλὴν, θέλομεν ἔχει 44 ὑπομοιράρχους, διεσκορπισμένους καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, σχεδὸν εἰπεῖν ἀνεξαρτήτους. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνθυμηθῶ ἐποχὴν παρῳχημένην, καθ’ ἣν εἴχομεν τὰς ὑπομοιραρχίας. Εἰσερχόμενός τις εἰς πόλιν τινὰ, εὕρισκεν ἕνα ὑπομοίραρχον — ἴσως αὐτοὶ ἐξέλιπον ἤδη — φέροντα στολὴν δυσδιάκριτον, μὲ μίαν μάστιγα εἰς τὴν χεῖρα, κρεμασμένην ἐνίοτε ἀπὸ τοῦ καρποῦ τῆς χειρὸς, μὲ ἓν πηλήκιον προϊστορικῆς ἐποχῆς καὶ ἀγνώστου σχήματος, μὲ τὸ ἀμπέχονον ἀνοικτὸν, καθήμενον εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως μὲ ὕφος δεσπότου. Καὶ αὐτὴ ἦτο, Κύριοι, ἡ πρώτη ὄψις, τὴν ὁποίαν παρουσίαζεν ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὰς ὑπομοιραρχίας.
§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχῶς ἐξέλιπον.
§115ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐξέλιπον αἱ ὑπομοιραρχίαι, ἐξέλιπον δὲ καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι παρῆγον τὸ φαινόμενον τοῦτο. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τοῦ κινδύνου νὰ ἐπανίδωμεν τοιαῦτα συμπτώματα διὰ τῆς δημιουργίας τῶν ὑπομοιραρχιῶν. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο λέγω διὰ τοὺς διοικοῦντας τὴν χωροφυλακὴν, τῶν ὁποίων ὁμολογουμένως ἀφ’ ἧς ἐποχῆς — καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη — στρατολογοῦνται τὰ στελέχη ἐκ τῶν διπλωματούχων τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἔτυχον πληρεστέρας μορφώσεως, ὁμολογουμένως δὲν δύναταί τις νὰ φοβηθῇ, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ καὶ τὰ στελέχη αὐτῆς δύνανται νὰ ἐξοκείλωσι πάλιν εἰς τοιαύτην ἔκλυσιν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ἐλευθερίαν περί τε τὴν δίαιταν καὶ τὴν ἀναστροφήν. Λέγω ὅμως, ὅτι, ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ διὰ τὰ στελέχη, θὰ γείνῃ πάντως διὰ τοὺς ὁπλίτας, δηλ. τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ λοιποὺς χωροφύλακας. Οὗτοι, διεσκορπισμένοι, οὐδέποτε ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν ἕδραν τῆς Μοιραρχίας, ἤτοι εἰς τὸν λόχον, θέλουσιν ἔχει ποιάν τινα ἐλευθερίαν, ἥτις πάλιν θέλει ἀναπτύξει ἐκεῖνα τὰ ὁρμέμφυτα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς εἶναι συμφυῆ μὲ τὸν ἄνθρωπον. Προσθέσατε δὲ, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ στρατολογηθῶσιν εἶναι ἄνθρωποι ἐρχόμενοι — καὶ δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ θίξω τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν — ἐπὶ χρήμασι. Δὲν λέγω ὅτι ἡ ἐθελουσία κατάταξις δὲν εἶναι συμφέρουσα. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ συμφέρουσαν, διότι διὰ τῆς τοιαύτης κατατάξεως θὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἔχοντες τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς, ἡμεῖς θὰ δεχθῶμεν τοὺς ἱκανοὺς καὶ θὰ ἀπορρίψωμεν τοὺς ἀνικάνους ἢ τοὺς μὴ ἐπαρκεῖς παρέχοντας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῶν καὶ τῆς μορφώσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δέχομαι τὰς ἀρετὰς τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἐπὶ χρήμασιν ὑπηρεσία γεννᾷ πάντοτε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ προσερχόμενος ἐπιθυμεῖ, τὰς προσόδους ταύτας, εἰ δυνατὸν, νὰ τὰς αὐξήσῃ. Ἡ ἐπιτήρησις ὅμως, ἡ ἐπιβαλλομένη ἐκ τῶν στελεχῶν, θέλει μειώσει βεβαίως τὰς κακὰς ἕξεις, καὶ τέλεον θέλει ἐξαφανίσει αὐτὰς, αἵτινες ἄλλως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀναπτυχθῶσι. Δὲν ἐκτείνω περισσότερον τὸν λόγον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποδιαίρεσιν, ἥτις ἐν ὀλίγαις λέξεσι συνοψίζεται εἰς σύνταγμα, τάγματα, λόχους, ἀντικαθιστῶσα τὴν ἐπιθεώρησιν, τὰς τῆς πρώτης τάξεως μοίρας, τὰς τῆς δευτέρας καὶ τὰς ὑπομοιραρχίας, διότι αἱ ὑπομοιραρχίαι, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ προσωπικόν. Γνωρίζετε ὅτι ὁ λόχος ἔχει ἕνα λοχαγὸν καὶ τρεῖς ἀξιωματικούς. Δὲν θέλομεν πράξει τι ἀσύμφωνον καὶ πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ἐὰν ἀντὶ τριῶν θέσωμεν 4 ἀξιωματικοὺς εἰς ἕκαστον λόχον, τέσσαρες δὲ ἀξιωματικοὶ εἰς ἕκαστον λόχον ἐπὶ τῶν 24 λόχων μᾶς δίδουσιν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν, ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπομοιράρχων καὶ ἀνθυπομοιράρχων, ὃν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὔτε προστίθεται αὔξησις, οὔτε μειοῦνται τὰ στελέχη. Δὲν ἐπέρχεται ἑπομένως διαφορὰ οὔτε δαπάνης οὔτε δυνάμεως στελεχῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται, εἶναι ὀργανισμὸς καὶ κατάρτισις καθαρῶς στρατιωτική. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα, Κύριοι, προτείνω ὅσον ἀφορᾷ τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ ἡ χωροφυλακὴ ἐν εἰρήνῃ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Διὰ τοῦ πολέμου ἀπεδείχθη—καὶ ὁμολογουμένως ὀφείλει τις νὰ ἦναι ὁπωσδήποτε εὔελπις διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν — ἀπεδείχθη, λέγω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν τὰ ἀτυχήματα, τὰ ἐπελθόντα εἰς τὸν τόπον τοῦτον, πιέζωσι τὴν ψυχὴν ἡμῶν καὶ τὴν καρδίαν, μίαν μόνην πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀντίστοιχον παρηγορίαν, μίαν σκέψιν πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες, πῶς νὰ διορθώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, τοὺς διοικοῦντας, τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οἵτινες εἴμεθα οἱ χειρισταὶ τῆς ἐξουσίας, ἣν ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς λαὸς δίδει εἰς ἡμᾶς. Λέγων δὲ τοῦτο, δὲν ὁμιλῶ οὔτε περὶ τῆς σήμερον, οὔτε περὶ τῆς χθὲς, οὔτε περὶ τῶν παρελθόντων, οὔτε περὶ τῶν παρόντων, ἀλλὰ συνεχῶς, ἀφ’ ἧς τὸ Κράτος κατηρτίσθη· λέγω ὅτι πάντες ἡμεῖς, οἱ ἐπιληφθέντες τῆς διοικήσεως τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, εἴτε ὡς λειτουργοὶ, εἴτε ὡς πολιτευταὶ, εἴτε ὡς Ὑπουργοί, δὲν ἔσχομεν πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Ὁμολογῶ δὲ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι πάντοτε εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι κατὰ τὴν ἱερὰν ἐκείνην ἐπανάστασιν οἱ ἄνδρες τοῦ 1821 εἶχον πληρεστέραν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Κατὰ τὴν τελευταίαν καὶ κρίσιμον στιγμὴν, τὴν ὁποίαν διήλθομεν, εἴχομεν καὶ πάλιν παρήγορόν τι φαινόμενον, καὶ πάλιν ὁ λαὸς ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐτηρήθη ἄνευ χωροφυλακῆς, ἄνευ ἀστυφυλακῆς. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀρετὴ αὕτη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ τηρήσαντος ἐν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ, τῇ κρισίμῳ, τὴν δημοσίαν τάξιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιτηρήσεως, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, καὶ διὰ τὴν ἀρετὴν μόνον ταύτην εἶναι ἄξιος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ τύχῃ καλλιτέρας διοικήσεως, εὐδαιμονεστέρας τύχης. Ταῦτα εἰπὼν, Κύριοι, καταλήγω εἰς ἓν συμπέρασμα, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη δυνατὸν ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς δύναμις πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δεχθῆτε τὰς γνώμας μου, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἀμέσως ἔχετε μίαν δύναμιν συγκεκροτημένην, ἱκανὴν νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν διὰ τὴν χωροφυλακήν; Βεβαίως ὄχι. Εἶπον ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι σύντομος. Δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσω ἐπὶ πλέον εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἰδέας ταύτης. Ἡ δύναμις, Κύριοι, τῆς χωροφυλακῆς αὐξάνει κατὰ 1306 ἄνδρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τῶν ὁπλιτῶν. Ἀντιστοιχοῦσι δὲ δαπάναι ἀνερχόμεναι διὰ μὲν τὴν νῦν ὑφισταμένην δύναμιν εἰς 2 ἑκατομμύρια, ὡς εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ἐκπιπτομένων 362,000 δρ. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι τὴν δαπάνην τῶν 2, 362,077, ἄνευ τῶν μειώσεων.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§117ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Φθάνει ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5 ἑκατομμυρίων ἡ δαπάνη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς μόνον;
§119ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μόνον.
§120ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔχομεν σήμερον;
§121ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. 2,362,000, διὰ δὲ τοῦ νέου νομοσχεδίου 4,800,000, λαμβανομένης ἄνευ μειώσεως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ἔχομεν ἑπομένως 2,500,000 ὑπερβάλλουσαν δαπάνην ἐν τῷ μέλλοντι, τοῦτο δὲ διότι μέχρι σήμερον οἱ χωροφύλακες, οἵτινες λαμβάνονται ἐκ τῶν ὑπηρετούντων, μισθοδοτοῦνται ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ λαμβάνωσι μηνιαῖον μισθὸν ἕκαστος τῶν 4440 χωροφυλάκων, ὅσος εἶναι ὁ ὅλος ἀριθμὸς, δραχ. 50.
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλασιάζονται.
§123ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τούτου ἕνεκεν ἐπέρχεται ἡ μεγάλη αὔξησις τῆς δαπάνης. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ἐγὼ ἔρχομαι ἀμέσως νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λόγῳ τῆς τοιαύτης διαφορᾶς. Ἀνωμολόγησα πρότερον, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς κατατάξεως θέλει παράσχει ἡμῖν μεγάλα εὐεργετήματα, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἷς χωροφύλαξ, ὡς εἶναι ὁ σημερινὸς, ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἕνα χωροφύλακα, ὡς θὰ ἦναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θέλομεν στρατολογήσει δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως. Ἔχω βεβαίως τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ 1306 θὰ ἦναι πολλῷ πλείονος δυνάμεως, ἕνεκα τῆς κατὰ ποιότητα ὑπεροχῆς ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς σημερινούς. Τούτου λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, δὲν πρέπει νὰ ἐκπλαγῇ ἡ Βουλή, ἂν ἡ καθ’ ὑπέρβασιν δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 2½ ἑκατομμύρια δρ. Μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δικαίως, ἔχει καθῆκον νὰ σκεφθῇ, ἂν αἱ στιγμαὶ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ «δύναμαι νὰ ἐπιφέρω τὴν τοιαύτην βελτίωσιν εἰς ἕνα κλάδον τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, καὶ θὰ τὴν ἐπιφέρω». Αὐτὸ εἶναι ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ συζητήσωμεν. Καὶ ὅλοι μὲν ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα, Κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν, ἀλλὰ κυρίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δέον νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐὰν ἠθέλετε ἀποδεχθῆ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ σταθμίσητε ἐπαρκῶς τὴν μεγάλην ἐπιβάρυνσιν, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς θέλει ὑποστῆ, ἐκ 2½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δὲν πρέπει νὰ διστάσητε νὰ ἀποδεχθῆτε τὰς τροπολογίας, ἃς προτείνω, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται πλήρης ἡ συγκέντρωσις τῆς στρατιωτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς: θέλετε δὲ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀποκτήσητε δύναμιν βελτίονα ἐκείνης, ἣν παρουσιάζει ὁ στρατὸς, ἀλλὰ θὰ ἔχητε πάντως δύναμιν ὁμοίαν πρὸς τὴν τοῦ στρατεύματος.
§124Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σας ἐπάγεται τὰς αὐτὰς δαπάνας;
§125ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως. Ἀκριβέστατα.
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον;
§127ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἦναι 30–40 χιλιάδων δραχμῶν δαπάνη μείζων.
§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πλέον;
§129ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα. Ἰδοὺ δὲ πόθεν προέρχεται ἡ διαφορά. Τοὺς 8 μοιράρχους ταγματάρχας τοὺς ἀντικαθιστῶσιν 6 ἀντισυνταγματάρχαι· ἀφαιρῶ ὅθεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν δύο ταγματαρχῶν, αὐξάνω δὲ τὴν τῶν 6 ἀντισυνταγματαρχῶν, καθ’ ἣν ποσότητα διαφέρει ὁ μισθὸς τούτων ἀπὸ τὸν τοῦ ταγματάρχου. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ φέρει μικρὰν ἐπαύξησιν δαπάνης.
§130Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε τὴν ἰδίαν δαπάνην ἀπαιτεῖτε;
§131ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὴν ἰδίαν. Ἔχω τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχω τὴν φωνὴν ἀρκετὰ ἰσχυρὰν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀντελήφθητε τοὺς λόγους μου.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκούεσθε· ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ ἐπαναλάβητε.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ὁμιλίαν ὅλην;
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Μόνον τὸ μέρος τὸ σκοτεινόν.
§135ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, θὰ συζητηθῇ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην, διότι πάντες ἐμφορούμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας νὰ πράξωμέν τι ὠφέλιμον, ἤδη δὲ δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως πολιτικῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, μεθ’ ὅσα εἶπον, νομίζω ὅτι καὶ ἕτεροι συνάδελφοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον, θὰ ἀντεπεξέλθωσιν ἴσως κατὰ τῶν ἰδεῶν τῶν ἰδικῶν μου, θὰ τροποποιήσωσιν αὐτὰς, ἴσως δὲ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀποδεχθῶ τροποποίησιν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, ἕτοιμος δὲ εἶμαι καὶ νὰ τὰς ἐγκαταλείψω εὐθὺς ὡς ἄλλο σύστημα τελειότερον ἤθελεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑποβληθῆ. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἦναι ἕτοιμοι πρὸς συζήτησιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς τοιαύτης συγκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, τῆς τελείας στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπαυξήσεως δαπάνης, ἠθέλομεν δεχθῆ νὰ ὀργανωθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ χωροφυλακὴ, τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται ὑψίστης σημασίας. Μίαν μόνον συμπλήρωσιν ἔχω νὰ κάμω, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ἐν ἄρθρῳ 3: «Κατὰ τὸν πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς κατὰ τὸν παρόντα νόμον δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς χρόνον ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐνισχύσῃ αὐτὴν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῆς δι’ ἀνδρῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ κατὰ προτίμησιν τῶν εὐζώνων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρεμβάλλων τὸ πρῶτον ἄρθρον, πολὺ ὀρθῶς ἐσκέφθη, ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν 4440 χωροφυλάκων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θέλομεν νὰ κατατάξωμεν ὡς ἐθελοντὰς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἔχωμεν συντόμως, καὶ ἑπομένως, μέχρις οὗ οὗτοι καταταχθῶσι, πρέπει ν’ ἀρυώμεθα τὴν ἀπαιτουμένην πρὴς συμπλήρωσιν δύναμιν ἐκ τοῦ στρατεύματος, ἀφοῦ ἄλλοθεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν ταύτην. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀσπαστὴ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ἀντιτάξων. Ἐγὼ ὅμως θέλω προβῆ τροπολογῶν ταύτην. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι μόνον ὑπόθεσις, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ καταστήσητε διάταξιν τοῦ νόμου. Τὸ ποσὸν τῶν χωροφυλάκων, οὓς θέλετε δεχθῆ, κατὰ τὸν νόμον, ἐθελουσίως προσερχομένους, εἶναι περίπου 4400· διαιρέσατε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον εἰς 3 μέρη, ἀφοῦ τριετὴς εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν χωροφυλάκων, καὶ κατατάξατε κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἔτος τὸ ἓν τρίτον, κατὰ τὸ δεύτερον τὸ δεύτερον τρίτον, κατὰ τὸ τρίτον τὸ τρίτον τρίτον· τοιουτοτρόπως μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον συμπληροῦντες τὴν δύναμιν ἔχετε τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐξελέγξητε πλήρως τὴν ποιότητα αὐτῶν, —διότι, Κύριοι, γνωρίζετε μετὰ ποίας σπουδῆς θέλουσι σπεύσει νὰ καταταχθῶσιν οἱ μὴ ἔχοντες ἐργασίαν, οἵτινες πάντοτε δὲν εἶναι οἱ κράτιστοι, —νὰ τεθῇ δὲ ἐν τῷ νόμῳ ὡς ῥήτρα, ὅτι ἡ κατάταξις τῶν χωροφυλάκων θὰ γείνῃ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας κατὰ ἴσας ποσότητας, ὅτε ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς παρέχων τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις θέλει συμπληρώσει τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν βεβαίως προτιμηθῶσιν οἱ εὔζωνοι, θὰ ἦναι καλλίτερον· ἐὰν δὲ προτιμηθῶσιν ἐκεῖνοι ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθελουσίως κατετάχθησαν, ἀκόμη καλλίτερον, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν τάγματα εὐζώνων ἐθελοντῶν. Ἐπίσης, Κύριοι, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον παρέλειψα καὶ τὸν ὁποῖον ἔστω καὶ πρωθυστέρως θὰ δεχθῆτε νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, διότι καὶ οὗτος συντρέχει, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ αὐστηρὰ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τῆς ὑπαιθρίου χώρας εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ αὕτη πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν χωροφυλακήν, καταργουμένων τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐντεῦθεν, Κύριοι, τὰ μεγαλείτερα κακὰ ἐπέρχονται εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν λαόν. Εἶμαι, Κύριοι, στρατιώτης, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι μὲ πλείονα ἐλευθερίαν νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκέπτομαι. Εἶμαι στρατιώτης, καὶ ἑπομένως διπλασίως πονῶ, ὁσάκις τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα παρεκτρέπωνται. Πονῶ ὡς πολίτης, διότι πάσχουσιν οἱ πολῖται· πονῶ ὡς στρατιώτης, διότι οἱ στρατιῶται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθίστανται αἴτιοι δυστυχίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διπλοῦς εἶναι ὁ πόνος. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ὀδυνηρὸς εἰς τοὺς μὴ στρατιωτικούς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιδέχηται αὔξησιν, βεβαίως ἡ αὔξησις αὕτη ἐπιβάλλεται διὰ τοὺς στρατιωτικούς. Τοιαύτης, Κύριοι, οὔσης τῆς καταστάσεως τῆς ἐν τῇ ὑπαιθρίῳ χώρᾳ ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς, βεβαίως, ἐὰν ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα ὑμῖν, γένηται δεκτή, ἔσται ἀφετηρία ἀκριβεστέρας ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἢ διὰ τῶν ὑπομοιραρχιῶν, ἃς ὁρίζει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὑμῖν ἐν συντόμῳ. Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νομίζωσιν, ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα, ἔχουσι ποιάν τινα βάσιν, ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως ἡ πρώτη συζήτησις ἀναπτυχθῇ ἐπαρκῶς, διότι δίδεται καιρὸς πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐκ τῆς συζητήσεως καταφαινομένων ἐλλείψεων τοῦ νομοσχεδίου.
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ σύστημά σας, εἶναι δυνατὸν ἡ κατάταξις καὶ συμπλήρωσις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς νὰ γείνῃ ἐν διαστήματι τριῶν ἐτῶν· ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει τὸ ἐλλεῖπον τῆς δυνάμεως πρέπει νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τίνα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα;
§137ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, εἶναι ζήτημα οἰκονομίας πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν συμπληρωθῶσι τὰ κενὰ τοῦ στρατεύματος· ἀλλὰ τότε θὰ ἐλλείπωσιν οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὸν στρατόν.
§139ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑμεῖς κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1896 προετείνετε νὰ περικόψωμεν καὶ αὐτῆς τῆς ἐκπαιδεύσεως τὰς δαπάνας, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν τελείαν πρὸς πόλεμον παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ σᾶς ἀπήντησα, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὀργανώσεως δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἄμεσα, ἀλλ’ ὅτι φαίνονται μετὰ σειρὰν ἐτῶν. Ὥστε, ἐὰν τοῦτο παραδεχθῶμεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦναι ἐπιεικής, ἵνα μὴ φέρῃ δυσκολίαν· καὶ θὰ ἦναι ἐπιεικής, διότι τοῦτο ἀναγράφει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του, καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπομακρυνθῇ κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς ἀνδρῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς χωροφυλακῆς.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐμνήσθητε τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1896, εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἦσαν ὅλως διάφοροι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς τότε διετελοῦμεν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο τεθολωμένος ὁ πολιτικὸς ἡμῶν ὁρίζων, προεβλέπομεν δὲ, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ μετ’ ὀλίγον χρόνον εἰς ἃς εὑρέθημεν περιπετείας. Ἐφρονοῦμεν κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι ἔδει ν’ ἀποδοθῇ ἀμέσως ὁ στρατὸς ἡμῶν εἰς τὸν κύριον καὶ ἀρχικὸν αὐτοῦ προορισμὸν, τοῦτο δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ, εἰμὴ διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως αὕτη ἀναλάβῃ ἀμέσως ἁπάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἃς ἐξετέλει καὶ ἐκτελεῖ νῦν ἔτι ὁ στρατὸς ἡμῶν. Ἔδει ἑπομένως κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ διοργανωθῇ καὶ αὐξηθῇ κατεπειγόντως τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Σήμερον ὅμως αἱ συνθῆκαι τῆς χώρας ἡμῶν εἰσι διάφοροι.
§141ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω τότε, ὅτι δὲν εἶναι τὰ προσωρινὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς παράσχωσι τὰ μέσα ἐπιτυχοῦς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, ὡς ἦτο ἡ παρ’ ὑμῶν προταθεῖσα περικοπὴ τῶν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν δαπανῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγὼ εἶχον κηρυχθῆ ἐναντίος πάσης πολεμικῆς ἐνεργείας· δὲν ἐνόμιζον βεβαίως, ὅτι ἐγὼ ἤμην σοφώτερος τῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ἴσως ἤμην κάλλιον πληροφορημένος περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσκέπτοντό τινες νὰ ἀναλάβωμεν τὸν πόλεμον. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω μετάνοιαν, ὅτι ἠκολούθησα τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ μου, τοῦ τότε καὶ νῦν, ἵνα μὴ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις. Ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε βεβαίως τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν...
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι μόνον εἴχομεν γνῶσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἐξέθηκα ταύτην καὶ τὰς ἐπὶ ταύτης γνώμας μου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, καὶ εὑρίσκονται ταῦτα ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς.
§143ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε πλήρη ἔννοιαν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἐγὼ μετανοῶ διότι δὲν ἐδέχθην τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, δὲν εἶναι διότι περιέμενον νὰ φωτισθῶ ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διότι, ἐὰν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις, ἤθελον πεισθῆ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλειοδότουν τότε ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ.
§144ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ.
§145ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εὐθύνην τῶν πράξεών της, ἐνόμισε δ’ ὅτι ἐν μυστικῇ συνεδριάσει λέγονται ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ λέγωνται, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λεχθῶσιν· αἱ δὲ μυστικαὶ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δυστυχῶς ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι τοιαῦται. Ἐὰν ἦσαν ὄντως μυστικαὶ, βεβαίως ἠδύνατο πᾶσα Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τοιαύτην συνεδρίασιν, δι’ ὃ καὶ θὰ συμβουλεύσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ποτὲ νὰ μὴ δεχθῇ μυστικὴν συνεδρίασιν· διότι ἡ μυστικότης τῶν συνεδριάσεων εἶναι λέξεις ἄνευ ἐννοίας (ψιθυρισμοί). Τὰ ἐν συνεδριάσει μυστικῇ λεχθέντα τότε πάντα ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι λεπτομερῶς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι, εἰπὼν πρὸ ὀλίγου ὅτι μετανοῶ διότι δὲν ἐδέχθην τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, μετεχειρίσθην σχῆμα λόγου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ἐν μυστικῇ συνεδριάσει θὰ εἶχον ὑμᾶς (ἀποτείνεται ὁ λαλῶν πρὸς τὸν διακόψαντα βουλευτὴν κ. Στάην) καὶ πάντας τοὺς ὁμοφρονοῦντας μὲ ὑμᾶς ἀφωπλισμένους, ἵνα μὴ δύνασθε νὰ προφασίζησθε, ὅτι δὲν ἐγνωρίζετε τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, διότι ἠθέλετε ἀναγκασθῆ νὰ συνομολογήσητε, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ ὑμῖν νὰ ὠθῆτε τὸν τόπον εἰς τὸν πόλεμον ὅλως ἀνευθύνως.
§146ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Σήμερον δὲν εἶναι ὥρα πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ ὁμιλήσω.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§148Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκεν ἐλλείψεως φωνητικῆς δυνάμεως ἀδυνατῶ νὰ λάβω τώρα τὸν λόγον. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μόλις ὀκτώμισυ ἡ ὥρα. Ὁ κ. Βασιλειάδης μόνον εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§151Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ θ’ ἀπασχολήσω οὐχὶ ὀλίγον τὴν Βουλήν.
§152ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα περὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ πολλοὶ πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ κανείς.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν διακόψωμεν τώρα, ἐπειδὴ βραδύνομεν πολὺ νὰ ἐπανέλθωμεν, θὰ χάσωμεν πολὺν χρόνον. Ὁρίστε, κύριε Βασιλειάδη.
§154ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἀναβάλλω καὶ ἐγὼ τὴν ὁμιλίαν μου διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος ἐγγεγραμμένος δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§156ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Ποῖα ἦσαν τὰ κενὰ τῆς χωροφυλακῆς, καθ’ ὃν χρόνον κατηργήθη τὸ πρῶτον σύστημα καὶ εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς αὐτὴν τῶν κληρωτῶν; Διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑφισταμένου τοῦ συστήματος τῶν ἐθελοντῶν ὑπῆρχον μεγάλα κενὰ ἐν τῇ χωροφυλακῇ, καὶ ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ κενὰ ταῦτα ἐπετάθησαν· ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἑκατοντάδες ὅλαι, ἴσως καὶ χιλιὰς χωροφυλάκων, ὧν ἔληγεν ἡ θητεία, δὲν ἀνακατετάσσοντο. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πίνακας περὶ τῶν κενῶν τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῇ χωροφυλακῇ κατὰ τὸ τελευταῖον τοὐλάχιστον ἔτος, ἂν δὲ ἦναι δυνατὸν, νὰ προσαγάγῃ καὶ τῶν τριῶν ἢ τοὐλάχιστον τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν.
§157Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὸ 1ον αὐτὸ ἄρθρον, δι’ οὗ τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ᾼΦΛΓʹ νόμου τοῦ 1887, ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακατάταξις εἰς τοὺς χωροφύλακας μέχρις οὗ συμπληρώσωσι τὸ 55ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἤτοι τίθεται ὅριον ἡλικίας, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τοὺς χωροφύλακας τὸ 55ον ἔτος. Ἀλλὰ λέγει τὸ ἴδιον ἄρθρον, ὅτι ἡ κατάταξις εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἐπιτρέπεται μέχρι τοῦ τεσσαρακοστοῦ ἔτους. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, πολλοὶ θὰ παρουσιασθῶσι νὰ καταταχθῶσιν. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἡ ὑπέρβασις τοῦ ὁποίου ἀποκλείει τὴν εἰς τὴν χωροφυλακὴν κατάταξιν, εἶναι πολὺ μέγα, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἰδίως δὲ διὰ τὸν λόγον, ὅτι αὐτοί, ἐὰν ζητήσωσι νὰ καταταχθῶσι καθ’ ὃν χρόνον θὰ διανύωσι τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς ἡλικίας ταύτης τῶν 40 ἐτῶν, ὅταν τοὺς καταλάβῃ τὸ 55 ἔτος, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀνακατάταξις, δὲν θὰ ἔχωσι συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον καὶ διότι καὶ ἄλλοι πολλοὶ λόγοι μὲ πείθουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν τόσον μέγα ὅριον ἡλικίας πρὸς κατάταξιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δεχθῇ νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ εἰς τὴν χωροφυλακὴν κατάταξις μόνον μέχρι τοῦ 35 ἔτους.
§158Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.)
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἐπὶ τίνος βάσεως ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων εἰς 4,500 ἄνδρας· διατὶ νὰ μὴ ἦναι ὀλιγώτεροι ἢ πλειότεροι;
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς, ὅπως ἀναλάβῃ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τῶν σήμερον κατὰ τὸν νόμον ὑπηρετούντων, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι κατώτερος κατά τι ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ χωροφύλακες μένουν;
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σήμερον ἡ χωροφυλακὴ ἐκτελεῖ ἀστυνομικὰ καθήκοντα εἴς τινα μέρη.
§165Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαιτεῖται σύμπραξις τοῦ στρατοῦ.
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν ἀπαιτεῖται. Θὰ ἦναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων. Σήμερον, ἐὰν παραβάλητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς τὸν νόμον τὸν λειτουργοῦντα, δὲν προκύπτει αὔξησις δαπάνης ὡς πρὸς τὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν παραβάλητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἐὰν λάβωμεν δηλαδὴ τὸ ὅλον τῆς δυνάμεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θὰ εἴχομεν δαπάνην ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν λαμβάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν, ἀλλὰ λαμβάνομεν ὀλιγωτέρους τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων, καὶ ἐντεῦθεν προκύπτει ἡ διαφορά. Αὔξησις δαπάνης λοιπὸν δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· αὔξησις, καὶ αὔξησις σπουδαία, θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προκαλεῖ αὔξησιν δαπάνης, διότι δι’ αὐτοῦ πρόκειται ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ὁ στρατός· ἀλλὰ καὶ ἡ αὔξησις αὕτη δὲν πρέπει νὰ σᾶς φοβίζῃ ὑπερμέτρως, διότι εἶναι πιθανὸν, εἶναι μάλιστα βέβαιον, ὅτι ἀπαλλασσομένου τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι τὸ πλεῖστον αὐτοῦ ἀπασχολοῦσι, θὰ δυνηθῶμεν νὰ περιορίσωμεν κατά τι τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρετούντων. Ἡ ὠφέλεια τῆς ἀποδόσεως εἰς τὴν χωροφυλακὴν τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατὸς, εἶναι διττή. Πρῶτον, ὅτι ἀπαλλάσσεται οὗτος τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, τῶν ὅλως ξένων πρὸς τὸν προορισμόν του, καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν τὸν στρατὸν κατατετμημένον, ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ δευτέρα αὕτη ὠφέλεια θὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν κατά τι ἐλαττωθῇ.
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ συμπεριλάβωμεν τοὺς τρεῖς κλάδους, τὸν στρατιωτικὸν, τὸν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸν τῆς ἀστυνομίας, θέλομεν εὕρει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην δι’ αὐτοὺς δαπάνην περίπου 18,000,000 δραχ. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσητε σήμερον, ὅτι διὰ τοὺς δύο κλάδους, τὸν τῆς ἀστυνομίας καὶ τὸν τῆς χωροφυλακῆς, θὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη περίπου εἰς 9,500,000 δραχμάς, δὲν θὰ μείνῃ διὰ τὸν στρατὸν ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ὀργανώσωμεν αὐτόν. Δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ ἦναι ὁ ὀργανισμὸς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὀργανισμὸν ἐπιτρέποντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ μὲ μόνον τὸ ὑπόλοιπον τῆς δαπάνης. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν βάσιν, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ τούτων. Καὶ ἔχομεν μὲν ἐπισήμους πίνακας προσηρτημένους διὰ τὰς δαπάνας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι οὗτοι εἶναι ἀρκετοί. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ τρία ζητήματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν πρέπει νὰ μελετηθῶσιν, ὅπως ἐκφέρωμεν γνώμην ἐν γνώσει.
§168Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ὅπως ὀργανίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, φαίνεται μὲν μεγαλειτέρα, ἀλλὰ πράγματι δὲν ἦναι μεγαλειτέρα, διότι σήμερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀστυνομικὴν προσλαμβάνεται καὶ ἐκ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐκ τοῦ πεζικοῦ σώματος ἀριθμὸς ἀναβιβάζων τὸ ποσὸν τῆς δυνάμεως μέχρι σήμερον εἰς 5,400, ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται διὰ τὸ μέρος τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον συμπράττει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τὸ μέρος τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον συμπράττει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἡ νέα δαπάνη δὲν θὰ ἦναι μεγαλειτέρα. Τοῦτο βεβαίως ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται εὐλογοφανὲς, πλὴν προσέχοντες καλῶς παρατηροῦμεν, ὅτι διὰ τῆς νέας δαπάνης θέλομεν στερεῖ κατὰ τοσοῦτον ποσὸν τὴν δαπάνην πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, ὅση εἶναι σχεδὸν ἡ περιπλέον δαπάνη. Διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται διὰ τὴν χωροφυλακὴν, διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὸν ἐπικουροῦντα εἰς ἀστυνομικὰς ὑπηρεσίας στρατὸν, πρόκειται νὰ δαπανηθῇ σήμερον διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἐννοεῖται ὅτι μέρος σπουδαῖον τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῆς δαπάνης πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν ἔχομεν ἕνεκα τῆς νέας ὀργανώσεως, ἣν ἐπιχειρεῖ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ἀστυνομίας ὁμολογουμένως ἐλάττωσιν τῶν μέσων τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προστίθεται εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους διὰ τῆς νέας ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία προσθέτει ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐπὶ πλέον δραχ. 2,600,000...
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 2,309,000.
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύναταί τις ἀκριβῶς νὰ τὸ ὁρίσῃ, διότι, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἀναγράφοντα τὴν ὀργανικὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ εἰς μεγαλείτερον αὐτοῦ ποσὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω. Λοιπὸν, ἐὰν προσθέσωμεν τὰ δύο αὐτὰ ποσὰ, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τῆς νέας ὀργανώσεως τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς ἐλαττοῦμεν τὸ ποσὸν τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ἑπομένως, ἐὰν αὐξήσωμεν διὰ νέων πιστώσεων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἔχωμεν φαινομένην αὔξησιν, πράγματι δὲ ἐλάττωσιν τῆς δαπάνης τῆς διὰ τὸν στρατὸν καθαρῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἑπομένως ἐλάττωσιν τῆς δυνάμεως τῶν ἀνδρῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀποτυγχάνει τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν δὲ ἐπιδιώκωμεν οὐ μόνον νὰ ἐξασκήσωμεν καλλίτερον τὸν ὀλίγον στρατὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξήσωμεν αὐτὸν εἰς ἐπαρκῆ ἀριθμὸν διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τοῦ ἔθνους, νομίζω, ὅτι ἡ νέα ἀστυνομία εἶναι ἓν μειονέκτημα, διότι μὲ αὐτὴν καὶ τὴν χωροφυλακὴν θὰ ἔχωμεν ἐλάσσονα ἢ νῦν στρατιωτικὴν δύναμιν. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὴν δύναμιν αὐτὴν θὰ δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν καλῶς, μολονότι καὶ περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι δύναται νὰ ἐξαρκέσῃ ἡ χωροφυλακὴ, ἣν ὀργανίζομεν, εἰς ὅλας τὰς ἀνατιθεμένας εἰς αὐτὴν ὑπηρεσίας, πάλιν ἡ ἐξάσκησις τοσοῦτον μικροῦ ποσοῦ στρατοῦ οὐδεμίαν ἐθνικὴν ὠφέλειαν θὰ φέρῃ, διότι οὔτε ἀνάλογος πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας θὰ ἦναι, οὔτε ἀνάλογος πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους.
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες δὲν ἐπέστησαν τὴν προσοχήν των εἰς τὸ ἑξῆς· ὅτι, ὅπως ἐξακριβώσωμεν τὰ χρηματικὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπιβάλλεται νὰ παραβάλωμεν τοῦτο πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως πρὸς ἐπίκρισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ ποσὰ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγραφόμενα δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Διότι, ὡς εἶπον πρὶν καὶ ἐπαναλέγω, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφαιροῦνται σπουδαῖα ποσὰ διὰ κενὰς θέσεις, ἀφαιρεῖται ἐπίσης ἕτερον ποσὸν σπουδαιότατον, διότι, ἐνῷ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν 3,000 χωροφύλακας, ἔχομεν μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας 1047, καὶ ἑπομένως ἔχομεν διαφορὰν δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἑπομένως ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ 600 χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκπίπτονται λόγῳ κενῶν θέσεων, ἔχομεν διαφορὰν ἐν συνόλῳ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 600 χιλιάδων δραχμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὦμεν ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ παραβάλωμεν νόμον πρὸς νόμον, πίστωσιν πρὸς πίστωσιν· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ψηφίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἔπειτα ἐφαρμόζεται, ὡς ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν διαφορὰν τῶν ποσῶν, τὴν ὁρισθεῖσαν παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Ἐφιστῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως παραβάλητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον. Πᾶσα σύγκρισις τῶν δαπανῶν τοῦ συστήματος τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ πρὸς τὰς δαπάνας τὰς πραγματοποιουμένας σήμερον, ὅτε ὁ ἰσχύων νόμος δὲν ἐφαρμόζεται, οὐδόλως εἶναι δεδικαιολογημένη. Διὰ νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρὸς τὰς δαπάνας, ἃς προκαλεῖ ὁ ἰσχύων νόμος, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὅπως πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἄλλως ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἀντιτάξω ὑμῖν τὸ ἑξῆς ἀλάνθαστον ἐπιχείρημα. Δαπανῶμεν σήμερον τόσα, διότι ὑπηρετοῦσι δύο χιλιάδες ἄνδρες ὀλιγώτεροι ἐκείνων, οἵτινες ἔπρεπεν ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου νὰ ὑπηρετῶσιν. Ἐὰν, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου καὶ γινομένου νόμου τοῦ Κράτους, διατηρήσωμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δύο χιλιάδας ἄνδρας ὀλιγωτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, θὰ δαπανήσωμεν ποσὸν κατὰ πολὺ κατώτερον τοῦ παρ’ ὑμῶν ὑπολογιζομένου. Ταῦτα λέγω οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι τοῦτο δέον νὰ γείνῃ. Ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων δὲν προσεγγίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑποδεικνυόμενον, δὲν θὰ ἔχωμεν ποτὲ ὑπηρεσίαν καλὴν, ἀλλὰ τότε πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν σύγκρισιν μεταξὺ καλῆς ὑπηρεσίας πρὸς ὑπηρεσίαν κακήν. Ἐπαναλαμβάνω ἀκόμη μίαν φορὰν, ὅτι σύγκρισις ἀκριβὴς προϋποθέτει σύγκρισιν μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καλῶς ἐφαρμοζομένου, καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐὰν θελήσητε δὲ τοιαύτην σύγκρισιν νὰ κάμητε, θὰ φθάσητε κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα, ὅτι πρὸς ἐφαρμογὴν πλήρη καὶ ἀκριβῆ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἀπαιτεῖται δαπάνη 5 ἑκατομμυρίων, πρὸς ἐφαρμογὴν δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀπαιτεῖται δαπάνη δραχμῶν 4,428,560. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Βλέπετε λοιπὸν πόσον εἴμεθα μακρὰν τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, τῶν παρ’ ὑμῶν ὑπολογιζομένων ὡς ἀποτελούντων τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης δυνάμει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς θὰ φέρῃ αὔξησιν δαπανῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι διὰ τῆς δαπάνης τῆς σήμερον ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ὁ νέος περὶ χωροφυλακῆς νόμος. Ἡ κυρία αὔξησις τῆς δαπάνης ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι πρόκειται ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἀναλάβῃ ἔργα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατός· ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη τῆς δαπάνης δικαιολογεῖται ἐκ τῶν λόγων, οὓς ἀνέπτυξα, ὅτε πρώτην φορὰν ἔλαβον τὸν λόγον. Ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν συγκεντρωμένον, — ἐνῷ σήμερον τὸν ἔχομεν διεσπαρμένον, ἀκριβῶς ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας, — θὰ δυνηθῶμεν, ἀπαλλασσομένου τοῦ στρατοῦ καθηκόντων ὅλως ξένων τοῦ προορισμοῦ του, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐπιτρέπηται ἡμῖν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀντάξιον τοῦ μεγάλου προορισμοῦ του.
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται σήμερον διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ὅπως καὶ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τὸ ἀναγραφόμενον δι’ αὐτὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καὶ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τῶν γινομένων σήμερον διὰ τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀναγραφομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνέρχεται μόλις εἰς τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ δαπάνη τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸ ψηφισθὲν προηγουμένως νομοσχέδιον· ὥστε, ἐὰν παραδεχθῶμεν σύγκρισιν ὑπηρεσίας πρὸς ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα, εἰμὴ ὅτι τὸ ὅλον τῆς δαπάνης τῶν δύο ὑπηρεσιῶν, τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας, πρέπει νὰ ἀπορροφηθῇ ὑπὸ μόνης τῆς ἀστυνομίας, ἐκτελουμένης συμφώνως μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον...
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ προσέξητε εἰς ὅ,τι εἶπον.
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων σας λέγω ὅτι, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα τῆς ἀστυνομίας πλήρη, καὶ λάβητε ὅλας τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιτρέπει ὁ νόμος, θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν δαπάνην τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἔχητε καὶ περισσοτέραν δαπάνην, ἐὰν εἰς τὴν δαπάνην τῆς ἀστυνομίας προσθέσητε καὶ τὸ ὅλον τῆς δαπάνης τῆς χωροφυλακῆς.
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι...
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως· διότι ὁ ἴδιος ὑπελογίσατε ἄνω τῶν 5 ἑκατομμυρίων τὴν δαπάνην τὴν πλήρη τῆς ἀστυνομίας.
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσα ὑπολογίζω εἶναι κατώτερα τῶν δύο ποσῶν.
§178ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἀνεγράφετε πίστωσιν 4,800,000, ὅπως ἐκτελέσητε τὸν νόμον.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς.
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἵνα εὕρητε τὰ 4,800,000, πρέπει νὰ λάβητε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν χωροφυλακήν.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε νὰ προσθέσητε, ἵνα ᾖ πλήρης ὁ συλλογισμός σας, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναγράψωμεν σήμερον εἰς τὸ προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὴν δαπάνην ὅλην διὰ τοὺς χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν οὐχὶ μόνον τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τοὺς χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους ἀπασχολοῦμεν σήμερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ τὴν δαπάνην τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τοὺς χωροφύλακας τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ λάβωμεν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἀλλὰ τότε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ ν’ ἀναγράφηται ποσὸν διὰ 3,500 ἄνδρας, ὡς σήμερον γίνεται, ἔπρεπε ν’ ἀναγράφηται ποσὸν διὰ 5,400, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας. Διότι ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας ἀναθέτει εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀστυνομικὰ καθήκοντα εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, ἔνθα δὲν ὑφίσταται ἀστυφυλακή. Ἑπομένως, ἐὰν θέλητε νὰ ἐφαρμόσητε ἀκριβῶς τὸν νόμον, πρέπει ὅλην τὴν πίστωσιν ν’ ἀναγράψητε.
§184Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν προστεθῇ ὁλόκληρος εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θὰ ἀρκέσῃ διὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀναντιρρήτως.
§186ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου στηρίζεται καὶ ὁ συλλογισμός μου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅλως ἀλλοῖαι ἰδέαι ἐπεκράτουν καὶ ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ τότε Κυβερνήσει περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐψηφίσθη καὶ μὲ σκοπὸν ἀκόμη, ὅπως ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ. Ἐπρόκειτο ἡ ἀστυνομία νὰ χρησιμοποιήσῃ μέγαν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν ἐφαίνετο χρήσιμον, οὔτε ἀπολύτως ἀναγκαῖον, νὰ μισθοδοτῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ. Ὑπῆρχον λοιπὸν ὅλως διάφοροι ἰδέαι περὶ στρατοῦ τότε ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπικρατήσουν σήμερον. Ἡ ἀστυνομία ἐξασθενίζει βεβαίως τὸν στρατὸν, ἐξασθενίζουν τὸν στρατὸν αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται δι’ αὐτοῦ, εἴτε ἐν συμπράξει μὲ τὴν χωροφυλακὴν, εἴτε ἐν συμπράξει μὲ τοὺς εἰσπράκτορας, εἴτε μὲ ἄλλας ὑπηρεσίας βοηθητικάς. Σήμερον ὅλοι λέγομεν, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦτο ἐπηγγέλθη ἐπανειλημμένως, ὅτι πρέπει πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται, αἵτινες ἀπασχολοῦσι τὸν στρατὸν καὶ ἐμποδίζουν αὐτὸν ἐκ τῆς ἐκγυμνάσεώς του καὶ τῆς μορφώσεώς του πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, πᾶσαι αὗται αἱ ὑπηρεσίαι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ ἀνατεθῶσιν αἱ μὲν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, αἱ δὲ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Εἶναι λοιπὸν ἡ βάσις ὅλως ἀλλοία τῆς βάσεως ἐκείνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, ὅπως λειτουργήσῃ ἀστυνομία μὴ βαρύνουσα τὸν στρατὸν, ὅπως λειτουργήσῃ χωροφυλακὴ μὴ βαρύνουσα τὸν στρατὸν ἐπίσης, ἀλλὰ ἀπαλλάττουσα αὐτὸν ἐκ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Αἱ ἀναγκαῖαι δὲ αὗται δαπάναι βεβαίως εἶναι ἀνώτεραι κατά τι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας· ἀνέρχονται εἰς 9 καὶ πλέον ἑκατομμύρια αἱ δαπάναι τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν. Πόθεν θὰ ἀρυσθῶμεν τὰς δαπάνας ταύτας; Θὰ τὰς ἀρυσθῶμεν ἐκ τῶν σήμερον γινομένων διὰ τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἐκ τῶν σήμερον γινομένων διὰ τὴν χωροφυλακήν· ἀλλ’ αὗται παρουσιάζονται κατὰ 4½ καὶ πλέον ἑκατομμύρια ὀλιγώτεραι τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων. Τὰ 4½ αὐτὰ ἑκατομμύρια πόθεν θὰ τὰ λάβωμεν; Ἐὰν πρόκειται νὰ τὰ λάβωμεν ἐκεῖθεν, ὅθεν ἀρυόμεθα τὴν προσθήκην ὑπηρεσιῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομικῆς καὶ τῆς χωροφυλακῆς, θὰ τὰ λάβωμεν ἐλαττοῦντες τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἡ ἐλάττωσις δ’ αὕτη θὰ καταβιβάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τούτου εἰς ποσὸν 10 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν 10 περίπου ἑκατομμυρίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς πόθους καὶ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐκφράζονται περὶ τοῦ στρατοῦ; Τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ζήτημα ἔθεσα, δὲν δύναμαι δὲ νὰ τὸ λύσω, διότι δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ...
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω πάντοτε εἰς τοῦτο, ὅτι γίνεται σύγχυσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§188ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία.
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰδοὺ ἡ σύγχυσις. Ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ὡς εἰ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντελῶς τοῦτο, καὶ παραβάλλονται αἱ ἐξ αὐτοῦ προκύπτουσαι δαπάναι καὶ ἐκεῖναι, αἵτινες θὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς, πρὸς τὰς δαπάνας τὰς γινομένας σήμερον δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, ὅστις ὅμως δὲν ἐφαρμόζεται καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐὰν θέλητε νὰ ἦσθε ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ παραβάλητε ταύτας πρὸς τὰς δαπάνας, αἵτινες θὰ ἐπεβάλλοντο, ἐὰν ἐφηρμόζετο καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ ἰσχύων νόμος. Ἐνόσῳ τοῦτο δὲν πράξητε, δικαιοῦμαι νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι περιπίπτετε εἰς σύγχυσιν, καὶ νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἀτελῶς τὸ σύστημα τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμενον, ὅπως λειτουργεῖ ἀτελῶς ὁ ἰσχύων νόμος, καὶ τότε διαφορὰ δαπάνης δὲν ὑπάρχει.
§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύναται.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύναται πολὺ καλῶς, διότι, ἐὰν θελήσητε νὰ ἔχητε ἀστυνομίαν, ὅπως τὴν ἔχετε σήμερον, δύνασθε νὰ τὴν ἔχητε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρουσιάζει αὔξησιν δαπάνης τόσων ἑκατομμυρίων ἀπέναντι τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ σήμερον διὰ τὴν ἀστυνομίαν δαπανώμενα, διότι ὁ ἰσχύων νόμος ἐφαρμοζόμενος ἀπαιτεῖ δαπάνην ἀνωτέραν ἐκείνης, ἥτις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται. Δὲν ἐπιτρέπεται ὑμῖν νὰ θέσητε εἰς βάρος τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅλην τὴν διαφοράν, διότι ἡ διαφορὰ αὕτη ὑπάρχει ἕνεκα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὁμιλῆτε περὶ 9 ἑκατομμυρίων. Ὡς ἤδη εἶπον ὑμῖν, ἵνα ἐφαρμόσητε ἀκριβῶς τὸν ἰσχύοντα νόμον, πρέπει νὰ προσθέσητε 3 ἑκατομμύρια εἰς τὴν δαπάνην τὴν σήμερον γινομένην. Ἡ ἀτελὴς λοιπὸν λειτουργία τοῦ ἰσχύοντος νόμου δὲν σᾶς ἐπιτρέπει, ὅπως θέσητε εἰς βάρος τῆς πλήρους λειτουργίας τοῦ νέου νομοσχεδίου ὅλην τὴν διαφοράν. Ἀφαιρῶ 3 ἑκατομμύρια ἀμέσως ἀπὸ τὴν διαφορὰν ταύτην. Δεύτερον ἔχετε σήμερον ἀτελῆ ἐνέργειαν τῆς χωροφυλακῆς ὡς πρὸς τὰ ἕτερα αὐτῆς καθήκοντα. Ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἀτελείας ταύτας, πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ νέον τῆς ἀστυνομίας σύστημα. Ἄλλως τε δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων νομοσχεδίων ὁ στρατὸς θὰ ἀπαλλαγῇ πολλῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἐκπληροῖ· οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, σήμερον ὁ στρατὸς ἀσχολεῖται εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν. Εἰς ταύτην ἀσχολοῦνται 1300 ἄνδρες· τριπλασιάσατε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον διὰ τὰς ἀλλαγὰς φρουρῶν, καὶ ἔχετε 3,900 στρατιώτας, ἀσχολουμένους εἰς ὑπηρεσίαν, ἣν θ’ ἀναλάβῃ ἡ χωροφυλακή, ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ξένη πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ. Δὲν διατείνομαι βεβαίως, ὅτι ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης θὰ ἐπαρκέσωμεν, ἀλλ’ ὑποστηρίζω, ὅτι διὰ προσθήκης τριῶν ἕως τεσσάρων ἑκατομμυρίων δρ. θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν καλὴν ἀστυνομίαν, καλὴν χωροφυλακήν, καὶ στρατὸν μικρὸν μὲν, ἀλλὰ δυνάμενον νὰ ἐκπαιδεύηται καὶ παρασκευάζηται, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν πραγματικὸν προορισμὸν αὐτοῦ.
§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, εἴτε τὸ ἀπομονώσητε εἴτε τὸ συνδέσητε, βεβαίως θὰ καταλήξῃ εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα. Διότι καὶ σήμερον εἰς τὴν ἀστυνομίαν, τὴν ἀτελῶς λειτουργοῦσαν, δὲν δαπανᾶτε μόνον τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ὁ ἴδιος ἀνεπτύξατε πρὸ ὀλίγου, ἔχετε καὶ χιλίους περίπου χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ δαπάνη δὲν βαρύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ὥστε ἡ ἀτελὴς λειτουργία ἡ σημερινὴ τῆς ἀστυνομίας ἔχει τὰς δαπάνας της. Ἀτελὴς εἶναι ἡ λειτουργία τῆς ἀστυνομίας τῆς σημερινῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώσατε πρὸ ὀλίγου, ἔχει ὄχι πέντε ἑκατομμύρια, ὅπως ἤθελεν ἀπαιτήσει πλήρης λειτουργία, ἀλλ’ ὀλιγώτερα τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἀτελὴς ἔσται καὶ ἡ πολυτελεστέρα ἀστυνομία, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί;
§194Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δυνάμεθα τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ τὸ συζητήσωμεν, εἰμὴ συνδέοντες τὰ τρία ζητήματα, τῆς χωροφυλακῆς, τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἀναπτυχθῇ τελειότερον, πρέπει νὰ τὸ συνδέσωμεν μὲ τὸ ὅλον σύστημα τῆς διοικήσεως ἡμῶν. Τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, νὰ τὸ ἀναπτύξω Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὸ ἀναπτύξω σήμερον· θὰ τὸ ἀναπτύξω, πληρέστερον ἴσως, εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν. Μὴ θέλετε ὅμως νὰ ἔχητε τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ὅπως μέχρι σήμερον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας ἀφῃρεῖτε ἓν κεφάλαιον εἰς πρόσωπα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφῃρεῖτε στρατιώτας καὶ ἀξιωματικούς, σήμερον, συμπληροῦντες τὰς δύο ὑπηρεσίας, ἐὰν πρόκειται νὰ μείνωμεν ἐν τῷ αὐτῷ ποσῷ τῆς στρατιωτικῆς δαπάνης, θ’ ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτοῦ χρήματα χάριν τῆς ἀστυνομίας. Πρέπει λοιπὸν, ὅπως καὶ ὑμεῖς εἴπετε, νὰ κάμωμεν τὴν δαπάνην αὐτήν.
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν.
§196Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε λοιπὸν ἔρχεται τὸ ὅλον οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ συζητηθῇ παρὰ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ οἰκονομικὸν, μὲ τὴν ἐν γένει διοίκησιν ἡμῶν καὶ μὲ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας.
§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ μὲ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἔχωμεν στρατόν.
§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναμφισβητήτως. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, τότε τὰ δέκα ἑκατομμύρια, ἢ καὶ ὀλιγώτερα, ἴσως ἦσαν ἀρκετά. Ἀλλ’ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη πρέπει νὰ θεραπευθῇ. Ἐὰν πρέπῃ νὰ θεραπευθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἢ τὸν ἄλλον, τοῦτο δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ παρὰ ἐν συνδυασμῷ, ὡς εἶπον, γενικωτέρῳ, καὶ τοῦτο ἴσως ἐν τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει συζητηθῇ, ἐὰν ἡ τρίτη ἀνάγνωσις συζητηθῇ εἰς ὥραν ἐπιτρέπουσαν τὴν εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ ἔχει τὴν σημασίαν του.
§199Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θέλει γείνῃ λόγος περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Ἐν τούτοις βέβαιον εἶναι, ὅτι οὔτε κατὰ τὴν πρώτην οὔτε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε σκοπῶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὑποθέτω, ὅτι θέλουσιν εὑρεθῆ τινες, οἵτινες ἀμφιβάλλουσι περὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τοῦ παρόντος θεσμοῦ. Παραδείγματος χάριν, ἴσως θέλει παρατηρήσει τις τότε, ὅτι τῷ ὄντι θέλει εἶναι κατόρθωμα ἡ κατὰ τρόπον στρατιωτικὸν ὀργάνωσις τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ὅτι ἡ ὀργάνωσις τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς θέλει εἶναι στρατιωτική, ὅτι ἡ πειθαρχία, ἡ ἱεραρχικὴ ἐξουσία, θέλει εἶναι στρατιωτική. Ἴσως τις θέλει συλλάβει ἀμφιβολίας περὶ τούτου, ὅταν ἀκούῃ, ὅτι οἱ προϊστάμενοι αὐτῆς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, οἵτινες θέλουσι κατορθώσει νὰ παγιώσωσι τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν, θέλουσι συλλεχθῆ ἐκ τῶν διαφόρων δικηγορικῶν Συλλόγων τοῦ Κράτους, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν διαφόρων εἰρηνοδικῶν. Εὔχομαι τῷ ὄντι νὰ παρασταθῶ εἰς αὐτὸ τὸ περίεργον θέαμα εἰρηνοδίκου, σύροντος, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ξίφος καὶ ἐπιβάλλοντος τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν εἰς τοὺς διαφόρους ἀστυφύλακας. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, περὶ τούτου νὰ ἀμφιβάλλω, διότι καὶ αἱ ἕξεις καὶ ὁ χαρακτὴρ καὶ αἱ συνήθειαι τῶν δικαστικῶν τούτων προσώπων, ἐξ ὧν κυρίως φαίνεται, ὅτι ἡ διοίκησις θέλει ἀντλήσει καὶ συλλέξει τοὺς προϊσταμένους τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ πείσωσι πάντας εὐκόλως, ὅτι εἶναι δυνατὸν, αὐτοὶ οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ δικηγόροι — σημειώσατε δὲ, ὅτι δικηγόροι οὐχὶ ἐξέχοντες, διότι ὑποθέτω σπανίως ἔξοχος δικηγόρος θὰ θελήσῃ νὰ γείνῃ ἀστυνόμος, ἢ ὑπαστυνόμος, ὅταν καὶ ὁ μισθὸς δὲν ἦναι τόσον μέγας, ὥστε νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τὸ ἐπάγγελμά του, — ὅτι εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, ὥστε αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστικῶν τούτων ἀνθρώπων νὰ περιβληθῇ διὰ τοσούτου κύρους καὶ διὰ τηλικαύτης δυνάμεως, ὥστε νὰ ἔχωμεν πραγματικῶς στρατιωτικὴν πειθαρχίαν καὶ στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν. Ἀλλὰ ταῦτα, ὡς εἶπον, ἀνάγονται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι καὶ περὶ ταύτης ἠδύνατό τις νὰ ὁμιλήσῃ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτε, ὡς βλέπετε, συζητῆται τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου. Ἴσως τότε πάλιν παρατηρηθῇ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπισχνουμένη ἐξασφάλισις τῶν προσώπων, τῶν μελλόντων ν’ ἀποτελέσωσι τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, δὲν θέλει ἐντελῶς ἐπιτευχθῆ· διότι πῶς ἔσεται δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι θέλει ἔχει τις τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀσφαλείας ἐν τῇ θέσει, ἣν θέλει καταλάβει, ὅταν αὐτοὶ οἱ μέλλοντες ν’ ἀποφασίζωσι περὶ τῆς τύχης τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων δὲν θέλωσιν ἔχει ἐκείνην τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος καὶ τῆς θελήσεως, ἐφ’ ἧς βασιζόμενοι νὰ ἐλπίζωμεν τοιαῦτα κατορθώματα ἐν τῇ ἀστυνομικῇ διοικήσει; Διότι ἐκ τίνων θέλει ἀποτελεῖσθαι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον; ἐκ τοῦ Εἰσαγγελέως, δυναμένου ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μετατίθηται, καὶ ἐνίοτε νὰ παύηται, ἐν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἐπίσης δυναμένου νὰ μετατεθῇ, ἐκ τοῦ Μοιράρχου, διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δυναμένου ἐντὸς ἑβδομάδος νὰ περιέλθῃ ὅλους τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους, μετατιθέμενος ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Λοιπόν, ὅταν αὐτὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, λόγῳ τῶν προσώπων τῶν συγκροτούντων αὐτὸ, δὲν θέλῃ ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἀνεξαρτησίαν φρονήματος καὶ θελήσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν τόσον ἀφελῶς, ὅτι ἐξησφαλίσθη τέλος πάντων ἡ οὕτως εἰπεῖν ἰσοβιότης τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι ζητήματα, ἅτινα ἴσως ἀναπτυχθῶσι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅτε συζητηθήσεται ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ. Ἴσως τότε ἐπίσης παρατηρηθῇ, αʹ) ὅτι, ἐνῷ τὸ ἀστυνομεῖν, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν κειμένων, κατὰ τὴν ἐπιστήμην τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, εἶναι δικαίωμα, ἀνῆκον ἀπολύτως εἰς τὸν δῆμον, καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο δικαίωμα ἀφῃρέθη διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· βʹ) ὅτι δὲ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ οὐδεμία ἱκανοποίησις δίδεται εἰς αὐτὴν τὴν τόσον περιφρονηθεῖσαν δημοτικὴν ἐξουσίαν. Διότι ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν καὶ πάντες οἱ νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε, καὶ πάντες οἱ συγγραφεῖς ἐθεώρησαν καὶ θεωροῦσιν ὡς δικαίωμα καθαρῶς δημοτικόν. Ἐνῷ δὲ οἱ δῆμοι διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀφῃρέθησαν τὸ πρώτιστον τοῦτο τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀκόμη νομοσχεδίου, ὅπερ φαίνεται ὅτι θέλει ν’ ἀντικαταστήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, οὐδεμία παρέχεται τοῖς δήμοις δικαιοσύνη, οὐδὲ ἴχνος δικαιώματος ἀναγνωρίζεται αὐτοῖς. Οὐδαμοῦ θέλετε ἀπαντήσει τὸν δημοτικὸν ἄρχοντα ἀναφερόμενον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, εἰμὴ μόνον ἵνα καταγγέλλῃ! Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον θεωρηθῆ ὡς ὑπερβολικὸς, ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως ὅλως ἐπὶ ἀλλοίας βάσεως προνοήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος. Ἐγὼ ἤθελον τολμήσει νὰ ζητήσω, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἴσως ἤθελον ζητήσει, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία νὰ ἐπανέλθῃ ἀκόμη καὶ εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε κατὰ παλαιὰν ἐποχὴν προέκειτο διὰ τοῦ τότε εἰσαχθέντος νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ καταργηθῇ ἡ τότε ἰσχύουσα δημοτικὴ ἀστυνομία ἐκ τῆς πόλεως ταύτης, ὁ τότε φιλελεύθερος καὶ πράγματι ἐθνικὸς Τύπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, πρωτοστατούσης τῆς «Ἐλπίδος», δριμὺς ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νέου ἐκείνου ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος. Ὁ Τύπος τῶν Ἀθηνῶν τότε, ἐκπροσωπῶν διὰ τῆς «Ἐλπίδος» τὴν πραγματικῶς φιλελεύθερον καὶ εἰλικρινῆ γνώμην τοῦ ἔθνους, ἐζήτησεν, ὅπως ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία παραμείνῃ καὶ ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Εἶπον, ὅτι ἤθελον ζητήσει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, τουτέστιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, δηλῶ, ὅτι ἤθελον ζητήσει συγχρόνως τὴν βελτίωσιν βεβαίως τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Διότι τί συνέβαινε, καὶ τί συμβαίνει ἐνταῦθα, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ὁσάκις πρόκειται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων; Εὐθὺς ὡς παρατηρήσωμεν νόμον τινὰ, ἀφορῶντα τοὺς δήμους, χωλαίνοντα, ἀμέσως κατάργησις τοῦ νόμου τούτου, ἀναίρεσις τοῦ δημοτικοῦ δικαιώματος, καὶ ἀνάθεσις τούτου εἰς τὸ Κράτος! Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι τοσοῦτοι σοφοὶ ἄνδρες, διοικήσαντες τὸ Κράτος ἀπὸ τοσούτων ἤδη ἐτῶν, δὲν ἤθελον εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ πράγματος, νὰ διορθώσωσι, νὰ μεταρρυθμίσωσι καὶ νὰ βελτιώσωσι τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Ἀλλὰ τίς ποτε φροντὶς περὶ τούτου ἐγένετο; Εὐθὺς ὡς ἀνεφαίνοντο παραδείγματος χάριν παρεκτροπαὶ δημοτικῶν ἀστυνόμων, εὐθὺς ὡς ἀνεφαίνοντο ἐλλείψεις περὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅλοι ἐξηγείροντο ζητοῦντες τὴν κατάργησιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, τὴν κατάργησιν παντὸς νόμου δημοτικοῦ, μὴ κανονικῶς λειτουργοῦντος. Ἤθελον εὐχηθῆ, Κύριοι,—τοὐλάχιστον αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου,—ποσῶς νὰ μὴ θίγωνται τὰ δημοτικὰ δικαιώματα. Ἤθελον εὐχηθῆ, ἡ Ἑλλὰς νὰ διοικῆται δημοτικῶς, ἤθελον ἐπιθυμήσει, ὅλοι νὰ δώσωμεν τὰς χεῖρας, ὅπως καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν βελτίωσιν τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος, καὶ οὐχὶ ὅπως ἀναιρέσωμεν αὐτὸ, οὗ ἄνευ εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἐπακριβῶς καὶ αὐτὸς ὁ ἀστυνομικὸς θεσμός, ὅπως δήποτε καὶ ἂν δημιουργηθῇ. Ἀλλὰ περὶ τούτου νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν τώρα. Ἴσως ἄλλοτε τὸ ζήτημα εὐρύτερον ἀναπτυχθῇ. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ καταστήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προσεκτικὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ εὑρίσκω ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Λέγεται, ὅτι ὁ ἀριθμὸς ὅλων τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυνομίας θέλει ἀνέρχεσθαι εἰς 4,500, τὴν δὲ κατανομὴν θέλει ἐνεργεῖ κατὰ Ἰανουάριον ἑκάστου ἔτους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητῶν καὶ τὴν γνώμην τῶν κατὰ τόπους Ἐποπτικῶν Συμβουλίων. Θεωρῶ, ὅτι ἐγγύησις ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ κυβερνῶσι τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομοθετοῦμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῷ οἰκείῳ μέρει νὰ τεθῇ περιορισμός τις ὡς πρὸς τοῦτο τὸ δικαίωμα, διότι ἐπαναλέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἔσονται ἀρχή τις τοσοῦτον ἀνεξάρτητος καὶ τοσοῦτον σπουδαία, ὥστε οὐδεμία πνοὴ, ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν ἦναι, νὰ μὴ δύνηται νὰ σαλεύσῃ αὐτήν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, εἰ δυνατὸν, νὰ ὁρισθῇ τοὐλάχιστον ἐπακριβῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυνομικῶν προσώπων κατὰ νομόν. Τοιουτοτρόπως θέλομεν ἀποφύγει τὴν αὐθαίρετον τυχὸν θέλησιν Ὑπουργοῦ τινος τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ μέλλοντι, δυναμένου, ὅταν ἔχῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν θέλησιν τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, κατὰ μῆνα Ἰανουάριον νὰ κατανέμῃ τὴν ἀστυνομικὴν δύναμιν καθ’ οἷον τρόπον αὐτὸς ἤθελεν εὐδοκήσει. Ὑποθέσατε δὲ, ὃ μὴ γένοιτο, ἐὰν κατ’ ἐκεῖνον τὸν μῆνα Ἰανουάριον πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσι καὶ βουλευτικαὶ ἢ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, πρὸ οἵων σκανδάλων δυνάμεθα νὰ παραστῶμεν! Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει, καὶ συνετὸν ἔργον θέλει εἶναι, ἂν ἐν τῷ οἰκείῳ μέρει τοῦ νομοσχεδίου ὁρισθῇ ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς κατὰ νομὸν τῆς δυνάμεως τῆς ἀστυνομίας. Εὑρίσκω ὅτι κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναλογοῦσιν ἐν ἑκάστῳ νομῷ 167 ἄνδρες. Ἤδη, ὅτε οἱ νομοὶ ἠλαττώθησαν, οἱ ἄνδρες οὗτοι ἀνέρχονται εἰς 173. Ἐὰν δεχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἑκατὸν ἄνδρες ὑπηρετῶσιν ἐν ἑκάστῳ τῶν νομῶν, νομίζω ὅτι ἀποφεύγομεν μέλλοντας κινδύνους, δεσμεύομεν τὴν αὐθαίρετον καὶ ἰδιόρρυθμον θέλησιν μελλόντων Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, οἵτινες ἐν πολιτικαῖς ἀνωμαλίαις, ἢ ἐν ἐκλογικαῖς περιστάσεσι, δύνανται νὰ διαχειρίζωνται τὸν θεσμὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὴν αὐθέκαστον αὐτῶν βούλησιν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω περὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον 1ον ἄρθρον αὐτοῦ.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὑπὸ τύπον παρατηρήσεων, συνεζήτησε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§201Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀλίγον.
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀλίγον... Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ὀλίγας λέξεις καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἐξενεχθεισῶν. Καὶ πρῶτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένει, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα δημοτικόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰς παρελθούσας περιόδους διὰ μακρῶν συνεζητήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγὼ πάντοτε ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἤσκησαν οἱ δῆμοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δύσκολον εἰς αὐτὸν φαίνεται νὰ ἐπιτύχωμεν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, παρατηρῶ αὐτῷ, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου λειτουργεῖ σύστημα σχεδὸν ὅμοιον μὲ τὸ ἰδικόν μας, ὅπου διοικοῦσι τὴν ἀστυνομίαν πολῖται, ἐπιτυγχάνεται πλήρης ἡ πειθαρχία. Καὶ φέρω παράδειγμα τὴν Γαλλίαν. Ἐκεῖ οἱ ἀστυνόμοι εἶναι πολῖται, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ πειθαρχία εἶναι πληρεστάτη. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσης οἱ ἀστυνόμοι εἶναι πολῖται, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα λειτουργεῖ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία...
§203Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄλλα ἤθη.
§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀδιάφορον... Λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἀστυνόμοι θὰ ἦναι πολῖται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ στρατιωτικὴ πειθαρχία· διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι αὕτη ἐπιτυγχάνεται ἐν ἄλλοις Κράτεσι.
§205Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλει τοῦτο συζήτησιν· γίνονται καὶ αὐτοὶ ἀξιωματικοί.
§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ εἶναι πολῖται. Δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο, εἶναι, ὅτι τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα συνιστᾷ ὁ νόμος, δὲν ἀσφαλίζουσιν ἐπαρκῶς τὴν μονιμότητα τῶν ἀστυνόμων. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε τροπολογίαν, δυναμένην νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν τὴν μονιμότητα. Νομίζω ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ παύειν καὶ διορίζειν εἶναι τόσον ἀνιαρὸν, ὥστε ὅ,τι δήποτε δύναται νὰ ἐξευρεθῇ, ὅπως τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βεβαίως ἀνιαρὸν ἔργον, θὰ ἦναι εὐπρόσδεκτον, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως πάντοτε νὰ διατηρηθῇ ἡ συνοχὴ καὶ ἡ πειθαρχία ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, ὅπως λειτουργῇ τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα. Τρίτην παρατήρησιν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡς πρὸς τὴν κατανομὴν τῶν ἀστυφυλάκων. Παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ἐλάχιστον ὅρον, δὲν δύναμαι ὅμως σήμερον νὰ εἴπω, ἐὰν ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ὅρος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ.
§207Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὸν ὅρον αὐτόν.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὡρίσατε 100 ὡς ἐλάχιστον ὅρον. Δὲν εἶμαι ἐν καταστάσει σήμερον νὰ εἴπω, ἂν δύναται ὁ ἐλάχιστος ὅρος οὗτος νὰ ἀναγραφῇ, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπάρχουσι νομοί, ἐν τοῖς ὁποίοις, ὡς ἐκ τῶν ἠθῶν τῶν ἐν αὐτοῖς κατοικούντων, μικρὰ σχετικῶς δύναμις δύναται νὰ ἦναι ἐπαρκής...
§209Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε κατὰ νομούς.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἄλλοι νομοί, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀπαιτεῖται δύναμις μεγαλειτέρα. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὡρισμένον ἐλάχιστον ὅρον, θὰ τὸν παραδεχθῶ μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως.
§211Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἂν παραδεχθῇ τις ὡς ὀρθὸν ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ἀστυνομεύειν ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει τὸ Κράτος νὰ ποιῆται κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξασκῇ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμά του, ὅπως δῆθεν ἔχῃ καλὴν ἀστυνομίαν. Βεβαίως ἡ γενικὴ ἀσφάλεια καὶ τάξις ἐν τῷ τόπῳ ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὴν ἐνασκῇ· ἀλλ’ ἐν τῇ κατανομῇ τοῦ Βασιλείου εἰς δήμους πανταχοῦ ἐπεκράτησεν ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ὅπως μεταδίδηται ἐξουσία τις παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας εἰς τοὺς δήμους, ἵνα διατηρῶσιν αὐτοὶ τὴν ἡσυχίαν, τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν. Ἐὰν δὲ παρατηρήσητε, θέλετε ἴδει, ὅτι πανταχοῦ ποιά τις μεταβίβασις ἐγίνετο τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ἀστυνομεύειν. Ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνδυασμός τις ἐπενοήθη τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς κεντρικῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς τοπικῆς τοῦ δημάρχου καὶ τῶν Δημοτ. Συμβουλίων, ὅπως ἀποτελῆται ἡ ἀστυνομικὴ δύναμις καὶ ἀσκῆται ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ Κράτος διατηρεῖ τὸ ἀστυνομεύειν διὰ τοῦ διορισμοῦ ὅλων τῶν ἀστυνόμων τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν Γαλλίᾳ πάντας τοὺς ἀστυνόμους ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις, τοὺς Commissaires, διορίζει ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, ἐπιτηρεῖ δὲ ὁ νομάρχης πᾶσαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν ἐν τοῖς δήμοις τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὸν δήμαρχον ἀφίνεται αὐτὸς νὰ ἐκλέγῃ τὰ ὑποδεέστερα ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ νομάρχου. Τὸ σύστημα τοῦτο εὑρίσκω λίαν πρακτικόν, διότι, ἐνῷ διατηρεῖ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἐποπτείας τὴν ἐνάσκησιν γενικῶς τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔταξεν ἡ διοίκησις, προσκαλεῖ τὸν δήμαρχον, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ δήμου, ὅπως συμετέχῃ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ὑποδείξεως τῶν ὑποδεεστέρων ὀργάνων, διότι αὐτοὶ κάλλιον γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ πρόσωπα τοῦ δήμου καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκλέξουν τὰ καταλληλότερα, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὑπὸ τὸν ἀστυνόμον, ὃν διώρισε τὸ Κράτος. Τοιοῦτον σύστημα ηὐδοκίμησε καὶ εὐδοκιμεῖ ὄχι μόνον ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας ἔχει τι τὸ ἀπόλυτον, καὶ ἐν τῷ ἀπολύτῳ τὸ ξένον ἐντελῶς ἀπὸ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν, τῶν τοπικῶν ἠθῶν, τῶν τοπικῶν ζητημάτων, τῶν εἰς ἕκαστον βῆμα ἀναφυομένων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἡ κεντρικὴ ἀρχὴ οὐ μόνον νὰ ὁρίζῃ εἰς ὅλον τὸ Κράτος τοὺς ἀστυνόμους, ἀλλὰ νὰ ὁρίζῃ καὶ ἓν προσωπικὸν ἐκ 500 περίπου ὑποδεεστέρων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, κατ’ ἀρχὰς καὶ κανόνας ὅλως γενικοὺς καὶ ἀνεξαρτήτους τῶν τοπικῶν περιστάσεων, ἐν αἷς κέκληνται νὰ ἐνεργῶσι τὰ καθήκοντά των. Νομίζομεν ὅτι, ἂν κατατάξωμεν ἀστυφύλακας ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θέλομεν νὰ θεωρῶμεν ὡς ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν, ἐπιτυγχάνομεν καλὸν προσωπικὸν καὶ ἀποκτῶμεν ἀστυνομίαν καλήν. Ἡ μέχρι τοῦδε ὅμως ἐφαρμογὴ καὶ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ καὶ ἐν τῇ χωροφυλακῇ τῶν τοιούτων προσόντων ἀπέδειξε τὸ μάταιον καὶ ἀπατηλὸν καὶ μὴ πρακτικὸν τῆς μεθόδου αὐτῆς. Διότι καὶ λόγῳ τῶν μισθῶν τῶν εὐτελῶν, τοὺς ὁποίους χορηγοῦμεν εἰς τοὺς ἀστυφύλακας καὶ χωροφύλακας, καὶ λόγῳ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, ἐν οἷς καὶ τὸ νὰ ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν καὶ νὰ ἔχωσιν ἐξαίρετον διαγωγήν, ἀποτυγχάνομεν, διότι ὅλοι ἔχουσιν αὐτά. Τί ἀληθῶς συμβαίνει; Αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν, δηλαδὴ οἱ πρώην ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετήσαντες ὑπαξιωματικοὶ, εἶναι ἄνδρες ἄνευ ἔργου, ἐν ταῖς ἀγυιαῖς καὶ ἐν τοῖς καφενείοις τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος διερχόμενοι τὸν χρόνον αὐτῶν, διότι εἰς οὐδὲν εἶναι χρήσιμοι. Αὐτοὶ εἶναι ἐνδεδειγμένοι, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καταλληλότεροι, ἵνα γείνωσιν ὄργανα τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξελθόντες νέοι ἔτι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐν ταῖς ὁποίαις δὲν ἠδύναντο νὰ παραμείνωσι διότι ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ἐστερημένους τῶν προσόντων, δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσι καὶ ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ βιοποριστικόν τι ἔργον, καὶ περιφέρονται ἐν ταῖς ὁδοῖς ἄεργοι. Αὐτοί, νομίζομεν δυστυχῶς, ὅτι εἶναι κατάλληλοι ν’ ἀποτελέσουν τὸ πλέον δύσκολον προσωπικὸν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Εἶναι ἐντελῶς παράλογον νὰ ἐξακολουθῶμεν πιστεύοντες τοῦτο. Ἂν ὅμως οἱ δήμαρχοι ἀφίνοντο νὰ ὑποδεικνύωσιν αὐτοὶ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, εἰς τὸν νομάρχην, τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θεωροῦσι κατάλληλα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας ἐν τῷ δήμῳ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐγίνετο καλλιτέρων ὀργάνων ἐκλογή. Ἡ ὑπόδειξις, ὅσον καὶ ἂν ἤθελεν ἐπηρεάζεσθαι ἐκ λόγων ἐκλογικῶν, θὰ ἐγίνετο μετὰ μείζονος προσοχῆς, καὶ ἂν δ’ ἐνίοτε ἐγίνετο ἀτυχής, ὁ νομάρχης, εἴτε ἐν ἀρχῇ, πρὸ τοῦ διορισμοῦ, εἴτε μετ’ αὐτὸν, θὰ περιέστελλε κατὰ πολὺ τὰ σφάλματα τῶν δημάρχων. Τέλος ἡ ἐκλογὴ θὰ ἦτο ὀλιγώτερον κακὴ ἢ νῦν. Σήμερον ἄλλος ἐνεργεῖ τὴν ἐκλογὴν, ὀλιγώτερον ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῶν δημοτῶν. Ταῦτα εἶπον, ὅπως ἐνισχύσω τὴν ἰδέαν ἐκείνων, ἐν μέρει τουλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀποτυχία, ὅπως παρὰ πολλῶν θεωρεῖται, τὸ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν παλαιὰν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Φρονῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι ποιούμεθα κατάχρησιν τοῦ ἐλαττώματος, ὅπερ ἔχομεν, ὁσάκις ἴδωμεν θεσμόν τινα ἀποτυγχάνοντα ἐν μέρει, νὰ τὸν ἀνατρέπωμεν ἄρδην, καὶ νὰ μεταπίπτωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, ν’ ἀναζητῶμεν ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους ἀρχὰς καὶ ἄλλον τρόπον διοικήσεως ἢ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ πολίτευμα καὶ κατὰ τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων Κρατῶν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν. Νομίζω ὅτι τὸ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν καθαρὰν δημοτικὴν ἀστυνομίαν θὰ ἦτο τολμηρὸν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ σύστημα μικτὸν, συνδυάζον καὶ τοῦ Κράτους τὴν ἐξουσίαν, ὅπως μετέχῃ οὐ μόνον ἐν ἀρχῇ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἥτις νὰ συμπράττῃ διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων καὶ διὰ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ ἕνεκα τῆς ὑποδείξεως τῶν προσώπων ἀπέναντι τῆς προϊσταμένης ἐξουσίας.
§212Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε, μόνον σκοπεύω νὰ εἴπω, λαμβάνων εἰς τοῦτο ἀφορμὴν ἐξ ὅσων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης εἶπε, λαβὼν τὸν λόγον τὴν ἑσπέραν ταύτην. Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου χωρὶς κἂν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, συζήτησις, ἥτις εἶναι οὐσιώδης, οὐσιωδεστάτη. Ἀνέμενον, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀριστεῖς τοῦ λόγου, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ παρακαθήμενοι, οἱ ὁποῖοι ποικίλας σπουδὰς ἔχουσι κάμῃ, ἁρμόδιοι καὶ κατάλληλοι, ἵνα λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν ἤθελον παραλείψει τὸ καθῆκον τοῦτο. Ὁμολογῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μᾶλλον περιέμενον νὰ φωτισθῶ παρὰ τούτων. Ἐν τούτοις ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου παρῆλθε, τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, καὶ οὐδεὶς ἔλαβε τὸν λόγον. Εἰς δευτέραν συζήτησιν ψηφίζεται ἤδη τὸ νομοσχέδιον, καὶ οὐδεὶς λαμβάνει τὸν λόγον. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔρχεται κατόπιν παραπονούμενος—ἴσως τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἦτο παρὼν ὁ κύριος Βουλευτὴς,— ἔρχεται παραπονούμενος, καὶ δικαίως, ἑνώνω δὲ καὶ ἐγὼ τὰ παράπονά μου μὲ τὰ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Πιστεύσατέ μοι, ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐνῷ διελεγόμην μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ἐνόμισα καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατεχώμεθα τέλος πάντων ὑπὸ τοσούτων ἐνδοιασμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν, Κύριοι, τὰ ὅρια τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐγνωρίζομεν νὰ περιστέλλωμεν ἐκεῖ, ὅπου ἔδει, πιθανὸν εἶναι, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ἤθελον ἐπιτευχθῆ, ὥστε ἐκεῖ, ὅπου ἀπέτυχεν ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ, ἀνατιθεμένων τῶν καθηκόντων ἐκείνων εἰς ἄλλον τινὰ κλάδον, ἐκεῖ δὲ, ὅπου ἁρμοδιωτάτη πάντων τυγχάνει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία καὶ ἄλλοτε ηὐδοκίμησεν ἐν τούτῳ, καὶ πάλιν νὰ ἀνατεθῇ ἡ φροντὶς καὶ ἡ μέριμνα εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ πιστεύσω, ὅτι προκειμένου περὶ παιδονομίας ἐν μικραῖς πόλεσιν ἢ ἐν μεγάλαις κώμαις, προκειμένου περὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἀγορᾶς, προκειμένου περὶ τῶν ζητημάτων τῆς καθαριότητος, τῆς ὑγείας, τοῦ φωτισμοῦ, εἶναι ἁρμοδιώτερος καὶ μᾶλλον ἱκανὸς ὁ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε λαμβανόμενος ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο παρεσκευασμένος ποῖος, Κύριοι; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν οἰκίαν αὑτοῦ, διὰ τὴν ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας διέρχονται τὰ τέκνα του, διὰ τὴν τροφὴν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐν τῷ περιορισμῷ, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ὥστε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ ταύτης πᾶν σχετικὸν πρὸς τὴν ἐγκληματικότητα καὶ πᾶν ἀφορῶν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ νὰ δοθῇ ἀλλαχοῦ, θὰ σᾶς εἴπω δὲ ποῦ πρέπει νὰ δοθῇ, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ὅ,τι εἶναι καθαρῶς κοινοτικὸν,—ἐγὼ δὲν τὸ ὀνομάζω, Κύριοι, οὐδὲ δημοτικὸν, διότι ἐγὼ τὸν δῆμον τὸν θεωρῶ ἐκδοχέα τῶν δικαιωμάτων τῆς κοινότητος,—δὲν νομίζω ὅτι ἐν τῷ περιορισμῷ τούτῳ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν θὰ εἴχομεν ἐπιτυχίαν. Ἡ κοινότης, Κύριοι, ὑπῆρξε πάντοτε ἡ βάσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἔπρεπε νὰ σεβασθῶμεν, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐσεβάσθημεν, εἰς δὲ τὰς κοινότητας ἀνεθέσαμεν ἀλλότρια καθήκοντα. Εἰς τὰς δυστυχεῖς ἡμέρας τοῦ ἔθνους ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο πᾶσαι αἱ ἄλλαι μέριμναι, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν εἰς τὴν κοινότητα, ἐξετελέσθησαν κατὰ τὸ μέτρον τῶν τότε ἀναγκῶν ἐπιτυχῶς, καὶ θὰ ἐξετελοῦντο καὶ σήμερον. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ ἔλλειψις συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία περιάγει ἡμᾶς εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, μηδεμίαν σχεδὸν ἔχουσαν σημασίαν, ἐνῷ ἔδει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, Κύριοι, — καὶ κατὰ τοῦτο θὰ ἐκφέρω γνώμην ἀντικειμένην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, — ὅτι φόβος καὶ κίνδυνος νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς δυνάμεως, ἣν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία θὰ διαθέτῃ, πρὸς σκοποὺς ἄλλους, παρὰ ἐκείνους, οὓς τὸ νομοσχέδιον ὑποδεικνύει καὶ ὁ νόμος θὰ ἐπιβάλλῃ, ὅτι ὁ φόβος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ μᾶς πτοῇ· πρέπει μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἐφορεύουσα τῶν κοινῶν πραγμάτων Κυβέρνησις συμφέρον ἔχει νὰ μεριμνᾷ πάντοτε περὶ τῆς τάξεως, καὶ ὅτι πᾶσα πρᾶξις αὐτῆς μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου σκοπὸν ἔχει νὰ παγιώσῃ ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον τὴν τάξιν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε οὐδέποτε νὰ ἐξενεχθῇ οὐδεμία μομφὴ κατ’ αὐτῆς. Ἐὰν ἠθέλομέν ποτε εὑρεθῆ εἰς περίπτωσιν, ὥστε νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς δυνάμεως τῆς δημοσίας παρὰ τῆς ἐξουσίας κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ κινδυνεύωσιν αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν, ὡς ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἴτε καὶ πρὸς ἄλλους σκοποὺς, τότε ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θὰ κοιμηθῶσιν οἱ νόμοι, καὶ ὅτι ἡ διάταξις περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν θὰ μείνῃ ἄγραφος χάρτης. Ἐὰν μείνῃ ἄγραφος χάρτης, τότε τὰ πάντα ἐμωράνθησαν παρ’ ἡμῖν, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν μὲ τί νὰ σώσωμεν τοὺς θεσμούς μας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεκτρεπώμεθα εἰς παρομοίας σκέψεις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν ἐκεῖ, ὅπου τὸ θέμα ἐπιβάλλει. Καὶ ἐπειδὴ ἀρέσκομαι νὰ λαμβάνω διδάγματα ἐκ τῆς πείρας, — ἴσως διότι δὲν ἔτυχον τῆς παιδεύσεως, τῆς ὁποίας ἔτυχον πλεῖστοι ἐκ τῶν συναδέλφων, τοὺς ὁποίους ὠνόμασα ἀριστεῖς καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως ὤφειλον νὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς, τοὺς ὑποδεεστέρους αὐτῶν κατὰ τὴν παρασκευὴν, — ἐπειδὴ, λέγω, ἀρέσκομαι νὰ λαμβάνω διδάγματα ἐκ τῆς πείρας, θὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἴσχυεν ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, εἰς πολλὰ χωρία καὶ κώμας, ἅστινας ἐπεσκέφθην, δὲν ἔκρινα τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ὡς γενικῶς χαρακτηρίζεται, ἡ δὲ ἀστυνομία Κερκύρας μοὶ ἐνεποίησεν ἀρίστην ἐντύπωσιν, — παρακάθηται δὲ ἐδῶ ὁ τότε δήμαρχος αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. Θεοτόκης, — καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῆς Κερκύρας, ἡ δημοτικὴ, ἦτο ὁμοία πρὸς ἀστυνομίαν εὐρωπαϊκήν...
§213ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν Ἐγγλέζοι.
§214ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ὁ κύριος Θεοτόκης δὲν εἶναι Ἄγγλος, εἶναι Ἕλλην.
§215ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐξαιρέσεις.
§216ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ περίστασις, ὅτι δύναται καὶ αὐτὴ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἐὰν δὲ, ὡς εἶπον, ἐμβριθέστερον ἐξητάζομεν τὰ πράγματα, ἠθέλομεν ἀποχωρίσει ἀπὸ ταύτης πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι οἰκεῖον αὐτῇ, καὶ ἠθέλομεν ἀφήσει εἰς αὐτὴν ὅ,τι εἶχεν ἡ κοινότης ἐπὶ τουρκοκρατίας. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ φθάσω εἰς τὸ ἀναμφισβήτητον συμπέρασμα, ὅτι παντοῦ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἠδύνατο νὰ εὐδοκιμήσῃ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὐδοκιμήσῃ περιοριζομένη εἰς τὰ μικρὰ αὐτῆς ἔργα, τὰ ἀστικὰ, τῆς χωροφυλακῆς ἀναλαμβανούσης τὴν μερίδα τῶν φροντίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι σήμερον μὲν ἀνατίθενται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἀφορῶσι δὲ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὑπαίθρου χώρας, εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ἐγκληματικότητος, καὶ ὅτι οὕτως ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν δημιουργίαν νέου θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος βεβαίως μὲ πολλὰ ἑκατομμύρια πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ ἡμᾶς. Ἵνα δὲ ἐπανέλθω ἐπὶ παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐποιήσατο τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοὺς ἄνδρας, οὓς θὰ δώσῃ ὁ στρατὸς διὰ τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν ἀστυφυλακὴν, ὡς σήμερον συμβαίνει—διότι ὁ στρατὸς δίδει ἄνδρας εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἡ χωροφυλακὴ δὲ δίδει αὐτοὺς εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἡ ἀστυνομία χρησιμοποιεῖ αὐτοὺς, καὶ οὕτω φανταζόμεθα ὅτι ἔχομεν ἀστυφυλακὴν,—θέλομεν στερήσει ἐκ τοῦ στρατεύματος, διότι οἱ ἐκ τοῦ στρατεύματος εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ διὰ ταύτης εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν χορηγούμενοι, ἀφυπηρετοῦντες, ἀνεγράφοντο εἰς τὴν ἐφεδρείαν, οὕτω δὲ ὁ στρατὸς ἡμῶν, ὅστις εἶναι στρατὸς ἐφέδρων, δὲν ἐστερεῖτο τῆς δυνάμεως ταύτης, ἐμειονέκτουν δὲ μόνον οὗτοι ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν τῆς ἐγυμνάσεως, διότι αὕτη ἦτο ὀκτάμηνος, ἤδη δὲ ὁριστικῶς θὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ στρατοῦ τοὺς ἄνδρας τούτους, διότι ἡ χωροφυλακὴ θὰ λάβῃ αὐτοὺς, κατατάσσουσα ἐθελοντὰς λίαν δαπανηροτέρους, θέλομεν δὲ οὕτως ἐλαττώσει κατὰ τὸν ἀριθμὸν τοὺς προσερχομένους εἰς τὸ στράτευμα, ἵνα ἐκγυμνασθῶσιν, ἔστω καὶ ἐπὶ 8 μῆνας...
§217ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ στράτευμα πρὸ τοῦ εἰκοστοῦ πέμπτου ἔτους τῆς ἡλικίας.
§218ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θέλομεν ἀφαιρέσει τούτους ἀπὸ τοῦ στρατεύματος. Ἰδοὺ δὲ πῶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν εἶναι δὲ ἀόριστοι καὶ ἀπροσδιόριστοι οἱ πόροι ἡμῶν οἱ οἰκονομικοί. Τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναπτύξῃ τις ἐντεῦθεν. Περιωρισμένων ὄντων τῶν πόρων, τοῦ ἰσοζυγίου ὄντος ἐπιβεβλημένου εἰς τὸν προϋπολογισμόν μας, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς δαπάνας ταύτας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ περικόψωμεν ἐξ ἄλλων δαπανῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν περὶ ἀποσπάσεως στρατιωτῶν, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ὡς χωροφύλακες, ἐξέφρασα διὰ τοῦ τύπου τῷ 1882 πρώτην φορὰν, καὶ κατόπιν βραδύτερον. Πρὸ πολλοῦ χρόνου εἶχον τὴν γνώμην αὐτὴν, ἐξ ἄλλης ἀρχῆς ἀγόμενος· ἐπεθύμουν νὰ διέλθωσι τοῦ στρατεύματος ὅσον τὸ δυνατὸν πλείονες ἄνδρες. Ἀλλὰ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πλέον αὐτὸ, ἀφοῦ δεχόμεθα ἐθελοντάς· διότι, ὅσοι θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, εἰς τὸν στρατὸν θὰ μένωσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας, ἵνα συντηρήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν, θὰ κατατάξωμεν εἰς τὸν στρατὸν ὀλιγωτέρους. Ἰδοὺ, κύριε Βουλευτὰ, πῶς ἐξηγῶ τοὺς λόγους μου περὶ μειώσεως τῶν μελλόντων νὰ ἐκγυμνασθῶσι.
§219Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρξῃ καὶ μομφὴ καθ’ ὅλων ἡμῶν, ἐὰν εἰς τοιαύτην ὥραν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτέρου τῶν ζητημάτων γίνεται ὅπως γίνεται. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα συμφωνήσω καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, καίτοι εὑρισκόμεθα ἐν προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ, διότι ἐπανειλημμένως ὡμίλησα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἐν συντόμῳ ἀνέπτυξε, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεφυλάχθην καὶ ἐγὼ νὰ ἀναπτύξω, εἰπὼν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς διοικήσεώς μας ἐν γένει καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Τὸ σύστημα τῆς ἀναθέσεως τῶν ἔργων τῶν καθαρῶς ἀστυνομικῶν, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῆς χώρας, τῆς ἐν ὑπαίθρῳ καὶ τῆς ἀστικῆς, εἶναι ὅλως διάφορον τῶν ἔργων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀγορανομίαν τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων. Ἡ ἀσφάλεια οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν μὲ τὴν δρᾶσιν τὴν ἀγορανομικὴν καὶ τὴν εὐπρέπειαν τῶν πόλεων, ἡ ὁποία ἀνήκει καθαρῶς εἰς τοὺς δήμους. Αἱ ἀγοραὶ, ἡ καθαριότης, ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς δήμους, ἡ δὲ ἀφαίρεσις αὐτῶν ἀπὸ τῶν δήμων εἶναι ἔγκλημα διὰ τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι κοινοβουλευτικῶς πολιτεύονται. Ἡ ἀσφάλεια βεβαίως εἶναι ἔργον τοῦ Κράτους· ὅστις ἀναγνώσῃ μετὰ προσοχῆς καὶ μετὰ μελέτης τὸν ἀστυνομικὸν ἡμῶν νόμον, θὰ ἴδῃ διακεκριμένα τὰ ἔργα ταῦτα. Ἐὰν δὲ ἔσφαλεν οἱ δῆμοι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν, τῶν καθαρῶς ἀστυνομικῶν καὶ τῶν ἀγορανομικῶν, δὲν εἶναι τοῦτο τόσον σφάλμα τῶν δήμων, ὅσον τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος ἀπεδείχθη ἀνίκανον νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τῆς κηδεμονίας, καὶ ἠθέλησε νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν δρᾶσιν, ἱδρῦσαν παρ’ ἡμῖν συγκέντρωσιν, οἵα εἰς οὐδὲν ἴσως ἄλλο Κράτος ὑφίσταται. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν τὴν συζήτησιν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν καθ’ ὥραν ἐπιτρέπουσαν τὴν συζήτησιν καὶ τὴν μελέτην τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος, ἴσως καὶ ἐγὼ λάβω τὸν λόγον καὶ ἄλλοι.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως δὲν συνεζητήθη ἡ ἀρχὴ, διότι ἡ ἀρχὴ, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, συνεζητήθη τοσάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὥστε οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ λεχθέντα, ἐξαιρέσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Κ. Καραπάνου, ὁ ὁποῖος μᾶς προανήγγειλεν, ὅτι θὰ συζητήσῃ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ κλπ.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐν στίχῳ 4–5, ἀντὶ «ἐξ ὧν 27 διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας νομῶν, ὧν 10 αʹ, 7 βʹ καὶ 10 γʹ τάξεως» νὰ τεθῇ: «ἐξ ὧν 26 διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας νομῶν, ὧν 10 αʹ, 7 βʹ καὶ 9 γʹ τάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§224ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἀναγράφεται, ὅτι «Ἕκαστος νομὸς διαιρεῖται εἰς ἀστυνομικὰς περιφερείας ἰσαρίθμους πρὸς τὰς συνιστώσας αὐτὸν ἐπαρχίας». Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν λέξιν ἐπαρχίας; Ἐννοεῖ ἐκλογικὴν περιφέρειαν;
§225Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως· ἐννοεῖ ὅτι εἰς ἑκάστην ἐκλογικὴν περιφέρειαν θ’ ἀνταποκρίνηται καὶ ἡ ἀστυνομικὴ περιφέρεια.
§226ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ διαγραφῇ τὸ «ἢ ἀστυφύλαξ αʹ».
§227Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, συμφωνῶ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι μὲ τὴν διαγραφὴν τῶν λέξεων «ἢ ἀστυφύλαξ αʹ»).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§229ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἐπαρχιῶν» διὰ τῆς λέξεως «δήμων».
§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· τὸ ἀποδέχομαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀντικατασταθείσης τῆς λέξεως «ἐπαρχιῶν» διὰ τῆς λέξεως «δήμων». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§232Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6 ἐπιτρέπεται καὶ ἡ ἀπὸ νομοῦ εἰς νομὸν μετάθεσις.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ νομοῦ πάντοτε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή, διότι εἶναι βελτίωσις λεκτική.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, μετὰ τὰς ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου λέξεις «τῆς ποινικῆς δικονομίας» νὰ προστεθῇ: «ἐκτὸς τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἀττικῆς, ὑπαγομένου εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα»· νὰ διαγραφῇ δὲ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11, 12 καὶ 13, ὡς ἔχουσι).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, μετὰ τὰς ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ λέξεις «αʹ καὶ βʹ τάξεως» νὰ προστεθῇ «οἱ διοριζόμενοι κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ 47 ἄρθρου»· νὰ διαγραφῇ δὲ ἡ δευτέρα παράγραφος, καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς πέμπτης παραγράφου, μεταβαλλομένης οὕτως εἰς τετάρτην, ἀντὶ τῆς «γʹ §» νὰ τεθῇ «τῆς βʹ §». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15 καὶ 16, ὡς ἔχουσι).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§239Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ προσθήκης ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τῶν λέξεων «διαπραττόμενον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν». Ἤτοι νὰ τροποποιηθῇ ἡ παράγραφος αὕτη ὡς ἑξῆς: «Πᾶν ἀδίκημα τῶν ἀστυνομικῶν λειτουργῶν, διαπραττόμενον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται αὐτεπαγγέλτως.»
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§241Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη «κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν» μετὰ τὰς λέξεις «διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν».
§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, νὰ προστεθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18 μετὰ τῆς προταθείσης προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§244Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Αἱ προθεσμίαι, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἄρθρον 20, δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, καὶ νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος βασιλικοῦ διατάγματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ στίχ. 4–5 αἱ λέξεις «ἐπὶ τῆς ἐξετασθείσης ἀναφορᾶς», ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὴν λέξιν «διαβιβάζει», νὰ προστεθῇ «ἀμελλητί»! (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§247Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι ἀνατρέπει ἄρδην τὴν ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν, ἧς τυγχάνουσι κατὰ νόμον οἱ ἀξιωματικοί· διότι π. χ. εἰς ἀστυφύλαξ καὶ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τυγχάνοντα συνταγματάρχην, ἐὰν ὑποπέσῃ εἰς τι παράπτωμα, δύναται νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου.
§248ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Πᾶν ἀδίκημα στρατιωτικοῦ παντὸς βαθμοῦ κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ἢ κατ’ ἀστυνομικοῦ λειτουργοῦ παντὸς βαθμοῦ, ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντος, ὑπάγεται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια.»
§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§251ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Οἱ διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας, οἱ ἀστυνόμοι, ὑπαστυνόμοι καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΦΜʹ νόμου τῆς 11 Νοεμβρίου 1875 περὶ μὴ διορισμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν κατάγονται.»
§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἐτροποποιήθη).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι, ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ: «μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν».
§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 27 καὶ 28, ὡς ἔχουσι).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἐν ἐδαφίῳ ζʹ, ἀντὶ τῆς λέξεως «μοιράρχων» νὰ τεθῇ «ταγματαρχῶν».
§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἐτροποποιήθη ἐν ἐδαφ. ζʹ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 30–33, ὡς ἔχουσι).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§258ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Πάντες οἱ ἀστυνομικοὶ λειτουργοὶ ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν περὶ συντάξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νόμων. Ὁ χρόνος, καθ’ ὃν προϋπηρέτησαν εἰς ἑτέραν πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, προσμετρεῖται πρὸς κανονισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως.»
§259Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35, ὡς ἔχει).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῶσι πρὸ τῆς ἐν τῷ τετάρτῳ στίχῳ λέξεως «ὀρφαναὶ» αἱ λέξεις «παρ’ αὐτοῦ διατρεφόμεναι ἄγαμοι».
§261Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεκτὴ ἡ προσθήκη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36, ὡς ἐτροποποιήθη).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 (ἀναγινώσκεται).
§263Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ἀποκλείονται οἱ παρὰ Εἰρηνοδικείοις δικηγόροι. Ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου εἶναι 20 δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον καὶ ὑπόμνημα ἐπὶ τούτου. Θὰ ὑποβάλω σχετικὴν τροπολογίαν διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§264ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Διευθυντὴς ἀστυνομίας αʹ τάξεως διορίζεται ὁ μὴ ὑπερβὰς τὸ 50 ἔτος τῆς ἡλικίας καὶ διατελέσας· αʹ) Τμηματάρχης παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης, βʹ) Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν, γʹ) Διευθυντὴς Νομαρχίας ἐπὶ τριετίαν, δʹ) ὑπουργικὸς γραμματεὺς αʹ τάξεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἑξαετίαν, ἢ ἐπὶ τριετίαν, ἐὰν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, εʹ) εἰρηνοδίκης αʹ τάξεως ἢ πταισματοδίκης ἐπὶ πενταετίαν τοὐλάχιστον, ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, ϛʹ) δικηγόρος παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ ἐπὶ ὀκταετίαν.»
§265Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς.
§266Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβάλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέχω νὰ ἀναπτύξω, παρακαλῶν μόνον νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον θέλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τινὲς τῶν τροπολογιῶν τούτων μοί εἶναι ἐπιβεβλημέναι. Ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὸ λέγω (ἱλαρότης)· μίαν δὲ ἢ δύο τούτων οὐδὲ κἂν συμμερίζομαι (ἱλαρότης). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἐτροποποιήθη).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ἐνταῦθα τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, Ἀντὶ «συνταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης» νὰ τεθῇ «καὶ στρατιωτικὸς ἔχων βαθμὸν συνταγματάρχου ἢ ἀντισυνταγματάρχου».
§268Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ παραδέχομαι· ἀφορᾷ εἰς τὸ λεκτικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38, ὡς ἐτροποποιήθη).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται).
§270Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρελείφθη τάξις δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεμορφωμένοι ἄριστα καὶ εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἱκανοὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἡ τάξις τῶν ὑπολογιστῶν (θόρυβος).
§271Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἡ πρότασις αὕτη δὲν τῷ εἶναι ἐπιβεβλημένη (ἱλαρότης).
§272Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ κάμνω τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 37, καὶ θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§273ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 39 ὡς ἑξῆς: «Διευθυντὴς βʹ τάξεως διορίζεται ὁ μὴ ὑπερβὰς τὸ 48 ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ διατελέσας αʹ) ἀντεισαγγελεὺς Πρωτοδικῶν ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος, βʹ) γραμματεὺς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ πενταετίαν, ἢ ἐπὶ τριετίαν, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, γʹ) γραμματεὺς αʹ τάξεως Νομαρχίας ἐπὶ ἑξαετίαν ἢ ἐπὶ τριετίαν, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, δʹ) εἰρηνοδίκης ἢ πταισματοδίκης ἐπὶ τριετίαν καὶ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, εʹ) δικηγόρος ἐπὶ ἑξαετίαν παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ.»
§274Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ὡς ἐτροποποιήθη).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκεται).
§276ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Διευθυντὴς γʹ τάξεως διορίζεται ὁ μὴ ὑπερβὰς τὸ 45 ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ διατελέσας· αʹ) Γραμματεὺς αʹ τάξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τριετίαν, ἢ ἐπὶ διετίαν, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, βʹ) γραμματεὺς αʹ τάξεως Νομαρχίας ἐπὶ τετραετίαν, ἢ τριετίαν, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, γʹ) εἰρηνοδίκης ἢ πταισματοδίκης ἐπὶ διετίαν καὶ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, δʹ) γραμματεὺς Ἐφετείου, Πρωτοδικείου ἢ Στρατοδικείου ἐπὶ διετίαν, ἐὰν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, εʹ) δικηγόρος ἐπὶ τετραετίαν παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ.»
§277Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 40, ὡς ἐτροποποιήθη).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 41 (ἀναγινώσκεται).
§279ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἀστυνόμος αʹ τάξεως διορίζεται ὁ διατελέσας: αʹ) Γραμματεὺς βʹ τάξεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ παρά τινι Νομαρχίᾳ, ἐπὶ τετραετίαν, ἢ ἐπὶ διετίαν, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, βʹ) εἰρηνοδίκης ἢ πταισματοδίκης ἐπὶ διετίαν, ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, γʹ) γραμματεὺς Ἐφετείου ἐπὶ διετίαν, δʹ) γραμματεὺς Πρωτοδικείου ἢ Στρατοδικείου ἐπὶ τετραετίαν, εʹ) δικηγόρος ἐπὶ τριετίαν παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ.»
§280Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεκτὸν καὶ αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 41, ὡς ἐτροποποιήθη).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται).
§282Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία, νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ προσόντα τῶν ἀστυνόμων δευτέρας τάξεως καὶ οἱ διατελέσαντες ὑπογραμματεῖς πολυμελῶν δικαστηρίων.
§283Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ λαμπροῦ τούτου κλάδου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὑπογραμματέων πολυμελῶν δικαστηρίων, ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ ἤδη ἔγγραφον τροπολογίαν, ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς πεποιθήσεώς μου, ἕνεκα ἐκτιμήσεως, ἣν ἔχω πρὸς τούτους.
§284ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 42 ὡς ἑξῆς: «Ἀστυνόμος βʹ τάξεως διορίζεται ὁ διατελέσας· αʹ) Γραμματεὺς βʹ τάξεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ παρά τινι Νομαρχίᾳ, ἐπὶ διετίαν, ἢ ἐπὶ ἔτος τοὐλάχιστον, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, βʹ) γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου ἐπὶ τετραετίαν, ἂν ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, γʹ) γραμματεὺς Ἐφετείου ἐπὶ ἔτος, δʹ) γραμματεὺς Πρωτοδικείου ἐπὶ τριετίαν, εʹ) δικηγόρος παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ ἐπὶ διετίαν.»
§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 42, ὡς ἐτροποποιήθη).
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἀστυνόμος γʹ τάξεως διορίζεται ὁ διατελέσας· Γραφεὺς αʹ τάξεως ἔν τινι Ὑπουργείῳ ἐπὶ διετίαν ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ, ἢ γραφεὺς αʹ τάξεως, ἔχων τριετῆ ἐν συνόλῳ ὑπηρεσίαν γραφέως. Κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, βʹ) ὑπογραμματεὺς Ἐφετείου ἐπὶ διετίαν καὶ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, γʹ) ἔφεδρος ἀξιωματικός. Ἀστυνόμοι αʹ, βʹ ἢ γʹ τάξεως δὲν διορίζονται οἱ ὑπερβάντες τὸ 42 ἔτος τῆς ἡλικίας των.» Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§287Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ὑπαστυνόμος αʹ τάξεως διορίζεται ὁ διατελέσας· αʹ) Γραφεὺς ἐν Ὑπουργείῳ ἢ ἐν Νομαρχίᾳ ἐπὶ τριετίαν καὶ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, ἐὰν προσαγάγῃ πιστοποιητικόν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις τῶν στρατολογικῶν νόμων, δὲν ἐξῃρέθη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ δὲν ὑπερέβη τὸ 35 ἔτος τῆς ἡλικίας του, βʹ) ὁ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς καὶ ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν ἢ ὑπηρεσίαν γραμματέως Εἰρηνοδικείου ἐπὶ διετίαν καὶ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς.» Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§289Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 44, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45, ὡς ἔχει).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται).
§291Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 46 ἔχω μίαν τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτή, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀπορριφθῇ μετ’ ἐπαίνων. Διὰ τῆς τροπολογίας μου προτείνω, ἵνα γίνωνται δεκτοὶ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ οἱ διδάκτορες καὶ τελειοδίδακτοι τῆς νομικῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὡς ὑπαξιωματικοὶ εἴτε ἐν τῷ στρατῷ εἴτε ἐν τῇ χωροφυλακῇ.
§292Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ ἐγγράφως.
§293Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ τελευταίου πολέμου τινὲς κατετάχθησαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τὸν βαθμὸν ἐνωμοτάρχου αʹ τάξεως. Αὐτοὶ δὲν περιλαμβάνονται;
§294Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιλαμβάνονται, διότι λόγῳ πειθαρχίας ἐξεδόθη ὁ νόμος τῆς 3 Μαρτίου 1893, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτῶν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν ἤθελον καταταχθῆ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐν τῇ χωροφυλακῇ ἢ τῷ ἐνεργῷ στρατῷ. Πολλοὶ ἐκ τῶν νέων αὐτῶν, ἄριστα μεμορφωμένοι καὶ ἔχοντες ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς προαγωγῆς, παραμένουσιν ὡς ἐνωμοτάρχαι αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἐστερημένοι ὅμως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἀκριβῶς διότι ἐπροτίμησαν νὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς λοιποὺς ἐφέδρους ἀξιωματικούς.
§295Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διατυπωθῇ ἡ τροπολογία ἐγγράφως.
§296Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μετὰ τὸ «οἱ μετασχόντες τοῦ τελευταίου πολέμου» νὰ προστεθῇ «ὡς μάχιμοι»· ὄχι οἱ διαμείναντες εἰς τὰ γραφεῖα.
§297ΤΣΟΓΚΑΣ. Ἂν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, τὸ στράτευμα νὰ μείνῃ εἰς τὸ εἶδός του· νὰ μὴ γίνηται κανεὶς λόγος οὐδὲ περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν οὐδὲ περὶ τακτικῶν. Εἰς τὸ εἶδός μας, Κύριοι. Νὰ ἀπαλλαχθῶμεν καθ’ ὁλοκληρίαν πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας, ἂν ἀγαπᾶτε τὸν Θεόν!
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἑξῆς: «Διορίζονται κατὰ προτίμησιν ἐν ταῖς θέσεσι, περὶ ὧν προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 42 καὶ 43, οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, οἱ ἐν καιρῷ πολέμου ὑπηρετήσαντες.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 47 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς διορίζεται, ἐὰν μὴ ὑπερέβη τὸ 35 ἔτος τῆς ἡλικίας, αʹ) ὁ διατελέσας ὑπαξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ ἢ τῆς χωροφυλακῆς, ἀπολυθεὶς μὲ βαθμὸν ἐπιλοχίου ἢ λοχίου καὶ μὲ ἐξαίρετον διαγωγήν, ἢ ὑπαξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ἀπολυθεὶς μὲ ἀντίστοιχον βαθμὸν καὶ διαγωγὴν καλήν, προτιμωμένων ἐκ τούτων τῶν ἐχόντων ἀπολυτήριον Γυμνασίου, βʹ) ὁ ἔχων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 47, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκεται).
§299Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἀπὸ 45 ἐτῶν εἰς 55.
§300Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ γείνῃ 52. Εἶπον ὅτι δέχομαι τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 48 ὡς ἑξῆς: «Οἱ διατελοῦντες ἐν τῷ καταργουμένῳ διὰ τοῦ νόμου τούτου σώματι τῆς ἀστυφυλακῆς μὲ τὸν βαθμὸν ἐνωμοτάρχου βʹ τάξεως καὶ ὑπενωμοτάρχου διατηροῦνται ἐν τῷ σώματι τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας μέχρι τῆς λήξεως τῆς θητείας των ὡς ἐνωμοτάρχαι αʹ καὶ βʹ τάξεως, δύνανται δὲ νὰ παραμείνωσι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας των, ἂν δὲν ὑπερέβησαν τὸ 52 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὁμοίως διατηροῦνται μέχρι λήξεως τῆς θητείας των οἱ ἀστυφύλακες αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως εἰς ὃν βαθμὸν διατελοῦσι μέχρι τῆς λήξεως τῆς θητείας των, ἂν δὲν ὑπερέβησαν τὸ 50 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες ἐνωμοτάρχαι βʹ τάξεως καὶ ὑπενωμοτάρχαι καὶ ἀστυφύλακες αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ εἰς ἀνωτέρας θέσεις, ἐὰν κέκτηνται τὰ προσόντα, τὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 48, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 49 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς δευτέρας παραγράφου αἱ λέξεις «πλήρη θητείαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 49, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 50, 51 καὶ 52, ὡς ἔχουσι).
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 53 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διαγραφῶσι πᾶσαι αἱ μετὰ τὴν ἐν στίχῳ 6 λέξιν «γραφεὺς» λέξεις μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 54–59, ὡς ἔχουσι).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 60 (ἀναγινώσκεται).
§304Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰ ἄρθρα 60 καὶ 61, ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐκπροσωπεῖται μόνον τὸ Κράτος. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἀστυνομίας, καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἀντεπροσωπεύετο καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχή· ἐν Ἀθήναις, ὡς καὶ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ καλὸν εἶναι νὰ λαμβάνῃ μέρος ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία φέρει πάντοτε τὸν χαρακτῆρα τὸν δημοτικόν, μὲ ὅλην τὴν ἀντίθετον ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου θὰ ἐπρότεινα τὴν νομαρχιακὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα μετέχῃ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 60 αἱ λέξεις «τὸν φρούραρχον Ἀθηνῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 60, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 61 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «καὶ τοῦ προϊσταμένου τοῦ νομοῦ Μοιράρχου τῆς χωροφυλακῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 61, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 62–66, ὡς ἔχουσι).
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 67 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Αἱ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ θέσεις πληροῦνται ἐντὸς μηνός, ἀφ’ ἧς ἐκενώθησαν, εἴτε διὰ προαγωγῆς, εἴτε δι’ ἀπ’ εὐθείας διορισμοῦ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 67 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 68 καὶ 69, ὡς ἔχουσι).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 70 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ τετάρτου στίχου αἱ λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 70, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 71 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τεθῇ, ἀντὶ «τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου», ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, «τοῦ οἰκείου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 71, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 72 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, μετὰ τὰς λέξεις «ἀπολύονται δὲ τῆς ὑπηρεσίας» νὰ προστεθῇ: «ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας». Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ, μετὰ τὴν λέξιν «πλημμελημάτων» νὰ προστεθῇ: «οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ καταγνωσθεῖσα ποινή». Νὰ διαγραφῇ δὲ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου, καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ τεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς διαβιβασθῶσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἔγγραφα, ὀφείλει οὗτος, κατὰ τὰς περιστάσεις τῆς προηγουμένης παραγράφου, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν προτεινομένην ἀπόλυσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ λειτουργοῦ, ἢ δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ ᾐτιολογημένης καὶ δημοσιευομένης ταυτοχρόνως μετὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτέρου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐγκρίνει ταύτην. δʹ) Ἐὰν συνεπλήρωσαν οἱ μὲν διευθυνταὶ τὸ 60ὸν, οἱ δὲ ἀστυνόμοι τὸ 56ον, οἱ ὑπαστυνόμοι τὸ 54ον, οἱ ἐνωμοτάρχαι τὸ 52ον καὶ οἱ ἀστυφύλακες τὸ 50ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ἡ ἡλικία ἀποδεικνύεται διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως ἢ ἀποσπάσματος τοῦ μητρῴου τῶν ἀρρένων, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς μετὰ τὴν 1 Ἰουνίου ἐ. ἔ. διορθώσεως τοῦ μητρῴου, ἐὰν ἡ περὶ ταύτης αἴτησις ὑπεβλήθη μετὰ τὴν 1 Μαΐου ἐ. ἔ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 72, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 73, 74 καὶ 75, ὡς ἔχουσι).
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 76 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς. Ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τῆς δευτέρας παραγράφου, ἀντὶ «μετὰ πειθαρχικὴν ποινὴν πρόστιμον» νὰ τεθῇ «πειθαρχικὴ ποινὴ προστίμου». Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς τρίτης παραγράφου, ἀντὶ «πρὸ τῆς παρελεύσεως ἓξ μηνῶν» νὰ τεθῇ «πρὸ τῆς παρελεύσεως ἔτους.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 76, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 77, 78 καὶ 79, ὡς ἔχουσι).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 80 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ τοῦ ἑξῆς: «Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον καταργεῖται. Τὰ τῆς ἐκτελέσεως δ’ αὐτοῦ κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 80, ὡς ἀντικατεστάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 331). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπεβλήθησαν 7 τροπολογίαι. Μία ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, δευτέρα ὑπὸ τῶν κυρίων Ι. Κουντουριώτου καὶ Παπαγιαννακοπούλου, τρίτη ὑπὸ τοῦ κ. Β. Μαρκεζίνη, τετάρτη ὑπὸ τῶν κ. κ. Λ. Μελετοπούλου, Πετρίδου, Μεντζελοπούλου, Καρτάλη καὶ Ἀλεξ. Μ. Κανάρη, πέμπτη ὑπὸ τοῦ κ. Ροδοπούλου, ἕκτη ὑπὸ τῶν κ. κ. Ι. Κουντουριώτου, Γ. Πετροπουλάκη, Ν. Καλογεροπούλου καὶ Σπ. Στάη, καὶ ἑβδόμη ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Ἀναστασοπούλου. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 332–340).
§310Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησίν μου, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλθῃ εἰς τρίτην συζήτησιν τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν, ἀφοῦ μετὰ τὰς γενομένας τροπολογίας τὸ νομοσχέδιον ἀνατυπωθῆ. Ἄλλως τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαῖον, καὶ ὑποθέτω ὅτι θέλουσιν ἀγορεύσει οἱ ἐξέχοντες, ὡς ὠνομάσθησαν, τοῦ Κοινοβουλίου.
§311Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Πέμπτην.
§312Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀνατυπωθῇ ὅμως μὲ ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς γενομένας δεκτάς, ἵνα ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ κείμενον, ὡς ἐτροπολογήθη.
§313Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§314Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ψηφισθῇ ἀπόψε καὶ τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§315ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι ἀπόψε.
§316ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ.
§317ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θέλομεν πληροφορίας. Πότε θὰ τὰς προσαγάγουν; Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἀποδέχηται ταύτας ὁ κ. Ὑπουργός.
§318ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§319Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχομεν ἀκόμη δύο ἀναγνώσεις, καὶ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν κατ’ αὐτάς.
§320ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πολὺ σπεύδετε, Κύριοι. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔχωμεν ἓν κείμενον ὡρισμένον, διότι πρόκειται περὶ οἰκονομίας. Πρέπει λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν ποίας τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδέχεται ὁ κύριος Ὑπουργός.
§321Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἤδη δὲν ἀποδέχομαι καμμίαν.
§322ΔΟΥΝΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ἀπόψε.
§323ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ ψηφισθῇ.
§324ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅλος ὁ κόσμος ζητεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον μίαν ὥραν προτήτερα, καὶ σεῖς λέγετε νὰ ἀναβληθῇ!
§325ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ ὑπάρχουσι διατάξεις θίγουσαι σπουδαιότατα συμφέροντα ἢ δικαιώματα κεκτημένα, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις.
§326ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρκοῦν αἱ ὑπολειπόμεναι δύο ἀναγνώσεις νὰ συζητήσητε;
§327ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων).
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνακαινίσεως καὶ ἐπισκευῆς ναῶν τινῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τισι χωρίοις τῆς Φθιώτιδος καὶ περὶ διαθέσεως τοῦ ὑπολοίπου τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἰσπραχθεισῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῶν ἐκ τῆς κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐν Λαρίσῃ πλημμύρας παθόντων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξις «Οἰκονομικῶν» διὰ τῆς λέξεως «Ἐσωτερικῶν», διότι εἶναι ἐσφαλμένον. Νὰ προστεθῇ δὲ ὡς τρίτη παράγραφος ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου κ. Ροδοπούλου, διότι ἐγένετο ἤδη ἡ δημοπρασία τῆς κατασκευῆς τοῦ νεκροταφείου (ἀναγινώσκει): «Τοῦ ἤδη ἐγκεκριμένου κατὰ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους καὶ εἰς ἐργολαβικὴν κατασκευὴν ἐκδεδομένου ἔργου τοῦ Νεκροταφείου Λαρίσης ἡ δαπάνη πληρωθήσεται ἐκ τῶν χρημάτων τούτων, διατιθεμένης τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο πιστώσεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰ ἄνω.» (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 5 γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 23,519 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§332Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ἐζήτησε πληροφορίας ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 τοῦ Κεφαλ. Βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγραφομένην ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔξοδα ἐγκαταστάσεως καὶ ὁδοιπορικὰ διπλωματικῶν ὑπαλλήλων κλπ.» Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἴσως ἐγένετο παρανομία, καὶ ὅτι δαπάνη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δαπάνη ἐγκαταστάσεως τῶν προσώπων, κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ Κεφαλαίου τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ 1892, ἐκ τῆς αὐτῆς πιστώσεως τοῦ Κεφαλ. Βʹ ἄρθρ. 7, τὸ ὁποῖον τότε ἦτο ἄρθρον 4, παρήγγειλεν, ὅπως καταβληθῶσιν 7,900 δραχμαὶ εἰς τὸν κ. Παπαρηγόπουλον, ἀποσταλέντα εἰς ἔκτακτον ἀποστολὴν εἰς Βουκουρέστιον.
§333ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ποίους ἐγένετο ἡ δαπάνη σήμερον καὶ διατί;
§334ΡΩΜΑΝΟΣ. Διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν εἰς διαφόρους, εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ ἄλλους.
§335ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδω τὰς πληροφορίας ταύτας.
§336ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὰς ἔχω ἐδῶ καὶ τὰς καταθέτω.
§337ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω νὰ τὰς ἴδω, ἵνα ἀπαντήσω, διότι πιθανὸν αἱ δαπάναι νὰ ἦναι νόμιμοι, πιθανὸν καὶ νὰ μὴ ἦναι.
§338ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη.
§339ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε ἐψηφίσθη; δὲν ἀντελήφθημεν τίποτε. Πολὺ ὡραῖα!
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν ἀδελφῶν Σταθάτου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ᾼΣΛΖʹ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων μαθητῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ συστάσεως συνοικισμοῦ τῶν Καμαρινιωτῶν καὶ ἄλλων Ἠπειρωτῶν. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ᾼΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου. Περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνιακῶν θέσεων. Περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ᾼΧΚΓʹ, ͵ΒΡΚΒʹ καὶ ͵ΒΤΛΕʹ).
§344ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ πλέον, κύριε Πρόεδρε.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 15′ π.μ. τῆς ἐπιούσης).