1899.06.21
3.942 στίχοι · 30.570 λέξεις · 322 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 21 Ἰουνίου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ συνδέσμου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ὑποβάλλοντος ἀπόσπασμα τοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑπομνήματός των, δι’ οὗ ζητοῦσιν, ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας.
§2Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῶν ἐκ Κορινθίας Κ. Βουδάκη καὶ Δ. Περαχώρα περὶ τῆς πρὸς κατασκευὴν διαφόρων δημοσίων ἔργων χρησιμοποιήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ ὕδατος. Ἀντίγραφον ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βελεστίνου πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς οὗτοι ζητοῦσι τὴν προστασίαν του. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Λεβαδείας, ἐκφράζοντος τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐπὶ τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἕτερον τοῦ λαοῦ Καρπενησίου, ἐκφράζοντος ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα. Ἄλλο τοῦ λαοῦ Κορίνθου. Παρόμοιον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Γυθείου. Ἄλλο τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας. Τηλεγράφημα τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαρίσης ὑποδίκων, παρακαλούντων, ὅπως συσταθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ Κακουργιοδικεῖα κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον.
§4ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ δίκαια ταῦτα παράπονα τῶν ὑποδίκων Θεσσαλῶν, διότι ἀποτίνουσι ποινὴν ὡς ὑπόδικοι ἀπὸ τοῦ 1896, καὶ εἶναι φοβερὸν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς αὐτούς. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως παραταθῇ ἡ σύνοδος τῶν Κακουργιοδικείων ἐπὶ ἕνα τουλάχιστον μῆνα, ἵνα ἐκκαθαρισθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὗται.
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν γείνωσιν αἱ διακοπαί, κατ’ ἀνάγκην δὲν ἔχομεν προσωπικόν.
§6ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπάρχοντες δικασταὶ νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐξακολουθήσουν.
§7ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σήμερον, ὅτε ὑπεβάλομεν τὰ διατάγματα τῶν διακοπῶν, μόλις καὶ μετὰ βίας κατωρθώσαμεν νὰ μείνουν δύο ἢ τρεῖς δικασταί.
§8ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνουν περισσότεροι.
§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν δίκαιον ν’ ἀναπαυθῶσιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Μαρία χήρα Σταματίου Μπουντούρη ἐξαιτεῖται, ἵνα χορηγηθῇ αὐτῇ ἀνάλογος σύνταξις.
§11Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καίτοι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῶν προσωπικῶν συντάξεων καὶ παροχῶν, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ οἰκογένεια Μπουντούρη στερεῖται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ προνοήσῃ περὶ χορηγίας ἀναλόγου συντάξεως εἰς τὴν χήραν ταύτην.
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, οἱ ἀμπελοκτήμονες ὑποχρεοῦνται, ὅπως ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου δηλώσωσι τὰς ἀμπέλους αὑτῶν. Ἐν τούτοις πληροφορούμεθα, ὅτι τουλάχιστον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Ἀττικῆς, καὶ ὡρισμένως κατὰ τὰ Μεσόγεια, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἑκάστου ἰδιοκτήτου κατὰ τὴν Μεσόγειον χώραν τῆς Ἀττικῆς εἶναι εἰς τοσαῦτα τεμάχια διανενεμημένη, ὥστε ἀπολύτως ἀδύνατον εἶναι νὰ ἔχωσι τὸν ἁρμόδιον καιρὸν οἱ ἀμπελοκτήμονες, ὅπως ἐνεργήσωσι τὰς δηλώσεις αὑτῶν. Μάλιστα ἔμαθον, ὅτι εἰσέτι δὲν διενεμήθησαν καὶ τὰ ἔντυπα πρὸς τοὺς δήμους, ἐφ’ ὧν θέλουσι γράψει τὰς δηλώσεις αὑτῶν οἱ ἀμπελοκτήμονες. Περὶ τούτου βεβαίως τοῦ ζητήματος δὲν ἐγγυῶμαι, πολλοὶ ὅμως χωρικοί, ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν μου, μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐζήτησαν ἔντυπα, ὅπως προβῶσιν εἰς δηλώσεις, τοιαῦτα ἔντυπα δὲν εὗρον. Ὑπάρχουσι χωρικοὶ ἐν τοῖς χωρίοις τοῖς Μεσογείοις τῆς Ἀττικῆς, οἵτινες ἔχουσι πολλὰ στρέμματα ἀμπέλων, ἀλλ’ ἐξαίφνης χωρικός τις ἔχει 30 ἢ 40 τεμάχια ἀμπελοφυτείας, ἐγκατεσπαρμένα εἰς διάφορα μέρη, πολλοὶ μάλιστα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λιόπεσι, οὓς διακρίνει ἡ ἄκρα φιλοπονία καὶ ἡ φιλεργία, ἔχουσιν ἀμπέλους ἐν τῷ δήμῳ Μαραθῶνος. Ἑπομένως δὲν γνωρίζω τί δύναται νὰ συμβῇ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἀττικῇ, καὶ ἰδιαιτέρως ἐν τοῖς Μεσογείοις, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔσται ἀδύνατος ἡ συμμόρφωσις τῶν ἀμπελοκτημόνων πρὸς τὸν νόμον, οὐχὶ βεβαίως διότι δὲν θέλουσιν οὗτοι νὰ συμμορφωθῶσιν, ἀλλὰ διότι δὲν δύνανται. Εὐτυχῶς κατεχωρίσθη ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἄρθρον 33, καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατείνῃ τὰς διὰ τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένας προθεσμίας δηλώσεων κλπ. πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου μέχρι δύο μηνῶν πέραν τῶν διὰ τοῦ νόμου ὁρισθεισῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ δώσῃ τὴν παράτασιν ταύτην. Μάλιστα δὲν γνωρίζω πῶς διεδόθη ἐν τοῖς χωρίοις τῶν Μεσογείων, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει προβῇ εἰς τὴν παράτασιν ταύτην τῆς διμήνου προθεσμίας, καὶ ἑπομένως πλεῖστοι τῶν ἀμπελοκτημόνων ἴσως ἐφησυχάζουσιν. Ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ παράτασις, αὐτοὶ θέλουσιν εὑρεθῇ ἐκπρόθεσμοι, οὐχὶ ἐξ ἰδίας ἀμελείας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, ἂν θέλει παραταθῇ ἡ προθεσμία αὕτη, εἰδεμή, νὰ πείσωμεν τοὺς ἀμπελοκτήμονας νὰ σπεύσωσιν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν δήλωσιν.
§13Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἕτερος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν αὐτὴν προέβαλε παράκλησιν, τῆς ἀπὸ τοῦδε παρατάσεως τῆς πρὸς δήλωσιν τῶν ἀμπέλων διορίας, ἥτις κατὰ τὸν νόμον λήγει τῇ 30 τρέχοντος μηνὸς Ἰουνίου. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν δὲν ἀπήντησα, καθόσον οὐδεμία μοὶ ὑπεβλήθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν σχετικὴ παράστασις. Θὰ παρακολουθήσω μετ’ ἐπιμελείας καὶ ἐνδιαφέροντος τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Σήμερον τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τό γε νῦν εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ δηλώσωσι μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς τούτου, ὅπως ἀποφύγωσι τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.
§14ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ δεκάδας εἰς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀττικῆς προσέρχονται οἱ χωρικοί, ἰδίως τῶν Μεσογείων, ὡς ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ζητοῦντες νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν ἀμπέλων. Τὰ λεχθέντα ἤδη εἶναι ἀκριβέστατα, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες οἱ χωρικοὶ εὑρίσκονται ἐν μεγάλῃ περιπλοκῇ καὶ στενοχωρίᾳ, πάντως δὲ ὁ χρόνος, ὁ ὑπολειπόμενος μέχρι πέρατος τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, ἀποδειχθήσεται ἀνεπαρκής. Σήμερον διενεμήθησαν, νομίζω, τὸ πρῶτον ἔντυπα δηλώσεων εἰς τοὺς χωρικούς, οἵτινες καὶ ὅπως προβῶσιν εἰς τὰ περαιτέρω ἠναγκάσθησαν νὰ ζητήσωσι συμβουλάς, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἦσαν ἐν ἀνησυχίᾳ, μὴ γνωρίζοντες ἂν ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι καὶ τὰς σταφιδαμπέλους. Ἀλλ’ εὐτυχῶς περὶ τούτου ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐδόθησαν ἐξηγήσεις, καὶ ἠδυνήθημεν νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι αἱ σταφιδάμπελοι μένουσιν ὑπὸ τὸν κείμενον τέως νόμον. Πάντως ὅμως θὰ ἦναι ἀναγκαῖον νὰ διαταχθῇ ἡ Ἐφορία νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς τὰς ἐξηγήσεις ταύτας αὐτεπαγγέλτως, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζωνται οἱ ἄνθρωποι νὰ τρέχωσι δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, ὅπως λάβωσι πληροφορίας. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀποδεικνύεται ἀπαραίτητος ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀναμείνῃ τῆς Ἐφορίας τὰς ἐξηγήσεις, καθόσον εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ Ἐφορίαι συνήθως βραδυποροῦσιν. Ὅτε οἱ φορολογούμενοι ἐξεγείρονται ὡς εἷς ἄνθρωπος καὶ παρατηροῦσιν ὅτι δὲν θέλουσι προφθάσει διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δηλώσεων, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκοῦσα ἀφορμή, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετάσῃ καὶ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐπὶ τὸ δικαιότερον, ἄνευ βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων.
§15Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χορηγήσῃ προθεσμίαν ἐκ τοῦ νόμου, διότι ἐν τῇ Ἀττικῇ κυρίως αἱ ἄμπελοι εἶναι εἰς χιλιάδας τεμαχίων κατατετμημέναι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προφθάσουν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἀγράμματοι, νὰ ἐπιδώσουν ἐμπροθέσμως δηλώσεις. Ἔστειλα μάλιστα ἐγὼ ἀνθρώπους ἐγγραμμάτους, ἵνα ἐνεργήσωσι τὰς δηλώσεις ταύτας. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, λόγῳ φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης, νὰ εἰσακουσθῇ ἡ φωνὴ αὐτῶν τῶν ἰδίων χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδήλωσαν τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν των, ὅπως συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου.
§16Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλῃ λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς· θὰ παρακαλέσω ὅμως αὐτὸν, προκειμένου περὶ δύο δήμων τῆς ἐπαρχίας Θήρας, τοῦ δήμου Ἀμοργοῦ καὶ τοῦ δήμου Αἰγιάλης, νὰ δώσῃ τὴν παράτασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία· διότι ἡ Ἀμοργὸς ἔχει 6 νήσους, κειμένας εἰς ἀπόστασιν 10 καὶ 20 μιλίων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἤδη καταγίνονται εἰς τὴν συγκομιδὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ταξιδεύσωσιν εἰς τὴν Ἀμοργὸν ἵνα δηλώσωσι, καθόσον δὲν ὑπάρχει καὶ κανὲν μέσον συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως δοθῇ αὐτῇ ἡ παράτασις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ νόμος.
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ πάντας ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι πρακτικῶς ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἐν ὅσῳ τρέχει μία προθεσμία, οὐδὲν δύναται νὰ δηλωθῇ ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ περὶ παρατάσεως τῆς ταχθείσης προθεσμίας, διότι μία τοιαύτη δήλωσις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον οἱ ἀμπελοκτήμονες, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἔθιμον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν νὰ περιμένωμεν πάντες τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ταχθείσης προθεσμίας. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου οὔτε ἐγὼ ἀφήσαμεν εἴς τινα νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι θὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως τῶν ἀμπέλων. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένητε νὰ δώσω διαβεβαίωσίν τινα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ θέματος τούτου.
§18Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ μόνη πηγὴ τοῦ διορισμοῦ τῶν δικαστῶν πρωτοδικῶν εἶναι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, ἵνα ὁ ἔμμισθος πάρεδρος γείνῃ πρωτοδίκης, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ δύο ἔτη δοκιμαζόμενος. Ἀτυχῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς· ἀντὶ 130 δικαστῶν πρωτοδικῶν, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχωμεν, ἔχομεν πολὺ ὀλιγωτέρους, ὥστε καθίσταται σχεδὸν ἀδύνατος ἡ συγκρότησις πολλῶν δικαστηρίων, κυρίως τῶν μικρῶν· πολλὰ δικαστήρια μικρὰ ἀργοῦσι, καὶ πρὸ πάντων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, δι’ ἔλλειψιν τριῶν δικαστῶν. Ἕνεκα τούτου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἡ δοκιμασία τῶν ἐμμίσθων παρέδρων περιορίζεται εἰς ἓν ἔτος.
§19Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξαιρετικῶς ἢ ἐν γένει;
§20ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν γένει... Νομίζομεν ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς εἶναι ἀρκετός· διότι μετὰ τὴν διπλῆν δοκιμασίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται, μετὰ τὸν χρόνον ὅστις ἀπαιτεῖται νὰ παρέλθῃ ἀπὸ τῆς ἀναγορεύσεώς των ὡς διδακτόρων, μέχρις οὗ διαγωνισθῶσιν, εἶναι ἀρκετὸν τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους δοκιμασίας. Ἄλλως τε, ἵνα διορισθῶσιν ὡς δικασταί, ὡς γνωρίζετε, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐφετείου, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὑπηρετοῦσιν. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τὸν πάρεδρον δὶς δοκιμασθέντα, ὅταν τὸν ἔχωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος ὑπηρετήσαντα καὶ ἔχωμεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐφετείου πρὸς διορισμὸν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα, ὅπως δικαιολογήσωμεν τὸν περιορισμὸν τῆς δοκιμασίας αὐτῶν ἀπὸ δύο ἐτῶν εἰς ἕν. Σύναμα δὲ ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως διορισθῶσι καὶ πάρεδροι εἰς δικαστήρια ἔχοντα ἀριθμὸν δικαστῶν 5, ἀντὶ 7, ὡς εἶναι μέχρι σήμερον. Οὕτω θὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἀποκτήσῃ ἤδη 12 παρέδρους ὡς δικαστάς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 324).
§22Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ἀγαπητὸς φίλος ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας σπεύδω νὰ ὑποβάλω. Καὶ πρῶτον ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν «τὸν φάκελον τῆς μεταξὺ τοῦ πλωτάρχου Σωτ. Λάμπρου καὶ τοῦ ὑποπλοιάρχου Μιχ. Γούδα ἀναφυείσης ὑποθέσεως, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὴν ἀθώωσιν καὶ τοῦ πρώτου, μηνυθέντος ἐπὶ δειλίᾳ, καὶ τοῦ δευτέρου, μηνυθέντος ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐπὶ συκοφαντίᾳ.» Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὸν φάκελον τοῦτον. Ἐζήτησε δεύτερον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν «περὶ τῆς ἐνεργείας, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῇ νέᾳ κατὰ τοῦ πλωτάρχου μηνύσει ὑπὸ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου Τσουκαλᾶ.» Ὁ προκάτοχός μου, ἐπὶ τῇ μηνύσει τοῦ Τσουκαλᾶ, γενομένῃ μετὰ τὴν ἀθώωσιν τοῦ πλωτάρχου Λάμπρου, ὑπέβαλε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην του, ἐὰν μετὰ τὴν ἀθώωσιν τοῦ πλωτάρχου Λάμπρου δύναται νὰ ἐπιληφθῇ καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς κατ’ αὐτοῦ νέας καταγγελίας. Ὁ νομικὸς σύμβουλος ἐγνωμάτευσεν, ὅτι δύναται νὰ ἐνεργηθῇ νέα ἀνάκρισις ἐναντίον τοῦ πλωτάρχου Λάμπρου, ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργός, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, δὲν ἐνήργησε τίποτε.
§23ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ νέα μήνυσις ἐγένετο διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν;
§24ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλης, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ὁ νομικὸς σύμβουλος. Ὁ πολίτης Μπούμπουλης εἶχε καταγγείλει τὸν Τσουκαλᾶν (ὁ ὁποῖος εἶχε καταγγείλει τὸν Λάμπρον καὶ τὸν Γούδαν) ἐπὶ δειλίᾳ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διὰ προβουλεύματος ἀπήλλαξε τὸν Τσουκαλᾶν τῆς κατηγορίας. Ὁ Τσουκαλᾶς κατήγγειλε μετὰ τὴν ἀθώωσιν τὸν Λάμπρου διὰ τὴν ἰδίαν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠθωώθη, καὶ ἐζήτησε νὰ φέρῃ νέους μάρτυρας διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἐνοχήν του. Ἡ ὑπόθεσις ἐστάλη εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον. Ὁ νομικὸς σύμβουλος εἶπεν ὅτι δύναται νὰ γείνῃ καταδίωξις, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ τὴν ὑπόθεσιν, χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ τίποτε. Προχθές, Κύριοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, προκειμένου περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσακτέων δοκίμων ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ, ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος παρεκάλεσε νὰ λάβῃ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας εἶχε κάμει, ὁ δὲ κ. ἐξ Ἀττικῆς διισχυρίσθη, ὅτι ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἀλλὰ περὶ τῆς βασιμότητος τῶν ὁποίων δὲν ἦτο βέβαιος, φρονεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξηθῶσιν οἱ σημαιοφόροι, καθόσον ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι τοσοῦτος, ὥστε ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων. Ἐπεφυλάχθην νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ νὰ τοῖς δώσω τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην. Κατὰ τὸ μητρῷον, τὸ ὁποῖον ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ἵνα μάθῃ ἂν ὑπάρχῃ ἐπετηρὶς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπάρχει εἷς ἀντιναύαρχος, εἷς ὑποναύαρχος, δέκα πλοίαρχοι, δεκαπέντε ἀντιπλοίαρχοι, εἴκοσι πλωτάρχαι, τεσσαράκοντα καὶ εἷς ὑποπλοίαρχοι, τεσσαράκοντα καὶ τρεῖς ἀνθυποπλοίαρχοι. Σημαιοφόροι δὲ μόνον εἴκοσι καὶ τέσσαρες. Ὑπάρχουσι δὲ θέσεις κεναί, ἑνὸς ὑποναυάρχου, ἑνὸς ἀντιπλοιάρχου, ἐννέα ὑποπλοιάρχων. Αἱ ἐννέα θέσεις τῶν ὑποπλοιάρχων εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος τῆς ὑπηρεσίας νὰ πληρωθῶσι. Συνεπῶς ἐννέα ἀνθυποπλοίαρχοι θὰ καταλάβωσι τὰς ἐννέα κενὰς θέσεις τῶν ὑποπλοιάρχων, ἐννέα δὲ σημαιοφόροι θὰ καταλάβωσι τὰς κενωθησομένας ἐννέα θέσεις τῶν ἀνθυποπλοιάρχων. Κατὰ συνέπειαν θὰ μείνωσι δεκαπέντε μόνον σημαιοφόροι, ἐνῷ αἱ θέσεις τῶν σημαιοφόρων κατὰ τὸν νόμον εἶναι πεντήκοντα. Προαγομένων τῶν ἐννέα σημαιοφόρων πρὸς κατάληψιν τῶν ἐννέα θέσεων τῶν ἀνθυποπλοιάρχων, μένουσι δεκαπέντε μόνον σημαιοφόροι ἀπέναντι ἐνενήκοντα καὶ τριῶν ἀνθυποπλοιάρχων καὶ ὑποπλοιάρχων. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι καταφανὴς ἡ ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν σημαιοφόρων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐντὸς τῆς τετραετίας αὐτῆς, καθὰ ἐκ τῆς ἐπετηρίδος ἐξάγεται, ἑπτὰ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τίθενται εἰς ἀποστρατείαν. Κενουμένης δὲ καὶ μιᾶς θέσεως ἀντιπλοιάρχου καὶ μιᾶς θέσεως ὑποναυάρχου, θὰ μείνωσι δεκατρεῖς μόνον σημαιοφόροι.
§25Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ προχθὲς συνεφώνησα μεθ’ ὑμῶν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος περὶ τῆς βολῆς καὶ νὰ συμπληρωθῶσιν, εἰ δυνατόν, πᾶσαι αἱ θέσεις.
§26ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξάγονται ἐκ τοῦ μητρώου τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ἀνάγκη τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Δοκίμων εἶναι καταφανής, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησίς τις, θὰ παρακαλέσω πολὺ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι τρέχει προθεσμία, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν αὔξησιν τῶν εἰσακτέων δοκίμων. Ἡ ἀνάγκη, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι καταφανής. Δὲν θὰ μείνωσι παρὰ δεκατρεῖς μόνον σημαιοφόροι ἀπέναντι τῶν πεντήκοντα, τοὺς ὁποίους θέλομεν.
§27Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὶν ἢ ἀπαντήσητε εἰς ἄλλον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν προσεκομίσθησαν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει.
§28ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅλαι εἶναι.
§29ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι. Σᾶς ἠρώτησα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῃ τάξει τοῦ Σχολείου τῶν Δοκίμων φοιτώντων καὶ περὶ τῶν ἐξελθόντων ὁπωσδήποτε κατὰ τὸ διάστημα μιᾶς τριετίας.
§30ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῃ τάξει τοῦ Σχολείου τῶν Δοκίμων φοιτώντων, λέγω ὅτι εἰς τὴν πρώτην τάξιν φοιτῶσιν ἕνδεκα, εἰς τὴν δευτέραν ἐννέα, εἰς τὴν τρίτην ὀκτώ, καὶ εἰς τὴν τετάρτην ἑπτά. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν κατὰ βαθμὸν τῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἀπαιτουμένων μαχίμων ἀξιωματικῶν, λέγω ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κανονίζεται ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων πλοίων. Ὁ ἐκ Σπετσῶν ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λεωνίδας ἐπηρώτησε περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχε συσταθῆ πρὸς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Πρὸς τοῦτον ὡς καὶ πρὸς τὸν ἐκ Πάλλης κ. Μπασιᾶν, ἐπερωτήσαντα τὰ αὐτὰ, ἀπαντῶ, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσις ἐδόθη πρὸς τύπωσιν· μετὰ τὴν τύπωσιν θὰ διανεμηθῇ οὐ μόνον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ναυτικοὺς δήμους τοῦ Κράτους. Τὴν αὐτὴν πληροφορίαν δίδω καὶ εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶχε κάμει τὴν ἰδίαν ἐπερώτησιν. Περὶ τοῦ διεθνοῦς κώδικος τοῦ σηματολογίου πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πάλλης Βουλευτὴν, ὅτι κατανοῶ τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ καὶ θέλω φροντίσει. Ἀπαντῶν ὡσαύτως εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ κ. Μελετοπούλου, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸς καταστολὴν τῆς διὰ δυναμίτιδος ἁλιείας ἀνὰ τὸν Κορινθιακὸν κόλπον ἀπηύθυνα τὰς δεούσας διαταγάς. Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ διαταγαὶ αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὅλη παράλιος. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ φυλάξητε ὅλα τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ καταδιώξητε τοὺς ἁλιεύοντας διὰ δυναμίτιδος; Πρέπει νὰ ἔχητε στόλον ὁλόκληρον, ὁ ὁποῖος νὰ περιπολῇ.
§31Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἰς τὴν ξηρὰν καταδιώκονται, ὄχι εἰς τὴν θάλασσαν· διότι εἰς τὴν θάλασσαν βεβαίως δὲν δύνανται νὰ καταδιωχθῶσιν.
§32Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθοτάτη. Ἀλλ’ οἱ ἐν ἰσχύϊ νόμοι δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς καταδίωξιν αὐτῶν. Παραδείγματος χάριν, ἔρχονται εἰς τὸ Αἴγιον πλοιάρια ἐξ ἄλλων μερῶν, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται τὴν δυναμίτιδα, ἀλλὰ πρὶν ἢ καλῶς ἀντιληφθῶσιν αὐτῶν αἱ ἀρχαί, ταῦτα ἀπέρχονται. Χρειάζεται λοιπὸν μία μεταρρύθμισις τῶν ἐν ἰσχύϊ διατάξεων, ὥστε νὰ καταδιώκωνται.
§33Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἐξέδωκα διαταγὰς πρὸς ὅλας τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς περὶ τούτου. Ἀλλὰ τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ. Ἂν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εἷς νόμος δρακόντειος, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς εἶναι τρεῖς μῆνες, αὐτοὶ δὲ, καὶ ἂν καταδικασθῶσιν, οὐδέποτε τιμωροῦνται.
§35ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂν δὲν τιμωρῶνται, παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§36ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀληθῶς μόνος τρόπος καταπολεμήσεως τῆς ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος ἐνδείκνυται τὸ μονοπώλιον.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαιότατα.
§38ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τοῦτο δὲν νομοθετεῖται, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ἄλλο νὰ πράξῃ, καθόσον πράγματι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι ἀρκούντως αὐστηραὶ, καὶ οὐδεμία ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως νομοθετικῆς. Μετὰ τὴν ἐγκύκλιον ὅμως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ ἐγκύκλιος καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς. Ἰδίᾳ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, εἰς τὰς ὁποίας πολλαὶ τοιαῦται παραβάσεις καταγγέλλονται, ἀλλ’ αἵτινες οὐδέποτε ἐφαρμόζουσι τὸν νόμον. Καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι ἀκόμη, ὅταν θελήσωσι, δύνανται νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου.
§39Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἔχουσιν ἐξουσίαν.
§40ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Πῶς δὲν ἔχουσιν; Εἶναι ἐξουσία δικαστική. Ὅταν καταστῇ γνωστὸν εἰς τοὺς ἁλιεῖς, ὅτι ἐποπτεύονται αὐστηρῶς ὑπὸ πασῶν τῶν ἀρχῶν, καὶ ὅτι θὰ καταγγέλλωνται, βεβαίως ἡ ἁλιεία διὰ δυναμίτιδος θὰ περιορισθῇ κατὰ 99%. Διότι ἡ ἁλιεία αὕτη δὲν ἐνεργεῖται μακρὰν τῶν λιμένων, ἐνεργεῖται καὶ ἐντὸς αὐτῶν τῶν λιμένων, ὑπὸ τὴν ῥῖνα τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν εἰς τὸν Πειραιᾶ βροντοβολοῦντα τὰ φυσίγγια τῆς δυναμίτιδος καθ’ ἑκάστην, χωρὶς νὰ κάμνῃ τίποτε ἡ λιμενικὴ ἀρχὴ κατὰ τῶν ἁλιευόντων, βεβαίως δὲν δυνάμεθα τότε νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐδῶ ἔχομεν συχνότατα θύματα. Ὁσάκις συμβαίνῃ δυστύχημα, ἐὰν αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ καθίστων ὑπευθύνους αὐτὰς τὰς ἀρχὰς, ἐν γνώσει τῶν ὁποίων τελεῖται ἡ ἁλιεία, νομίζω ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν κἄτι περισσότερον.
§41Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκων, Κύριοι, ὅτι αἱ προτάσεις τῶν Βουλευτῶν καὶ αἱ συστάσεις οὐδέποτε λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, καὶ μόνον αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἑκάστοτε νομοθετοῦσιν, ὀφείλω νὰ εἴπω, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, γεγονότα τινὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συγκινήσωσι τοὺς κυβερνήτας καὶ νὰ τοὺς πείσωσι περὶ τῆς ἀνάγκης εἰσαγωγῆς σχετικῶν νομοσχεδίων. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐποχὴν τοῦ πολέμου ἡ σπουδαιοτάτη ἔλλειψις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ ἐπενεγκοῦσα δυστυχῶς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ δυστυχὲς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἦτο ἡ ἔλλειψις νόμου πρὸς τιμωρίαν τῶν δειλῶν καὶ λιποτακτῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι τὸν ἐγκατέλιπον οἱ στρατιῶται, ὅτι παρέβησαν τὴν ἐντολὴν, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐτηλεγράφησε τῷ ἀρχηγῷ «νὰ συμμορφωθῇ τῷ νόμῳ». Ἀλλ’ ὁ νόμος οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἔδιδε τῷ ἀρχηγῷ νὰ τουφεκίσῃ τοὺς φυγάδας, οἱ ὁποῖοι ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ φύγωσι καὶ οἱ ἄλλοι στρατιῶται καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἧττά μας. Ἀνάγκη λοιπὸν τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβωσι μέριμναν κατὰ τὴν παροῦσαν ἢ τὴν ἑπομένην Σύνοδον καὶ συντάξωσι νομοσχέδιον περὶ δικαιοδοσίας, ἁρμοδιότητος καὶ διαδικασίας διὰ τὰ στρατιωτικὰ ἐγκλήματα τὰ τελούμενα κατὰ τὸν πόλεμον ἐν γένει.
§42ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο νόμος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§43ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο. Ἐὰν ὑπῆρχε, θὰ ἐφηρμόζετο. Ὁ στρατηγὸς Σμολένσκης ἠρώτησε τὸν Ὑπουργόν, τί νὰ κάμῃ τοὺς ἐγκαταλιπόντας τὴν θέσιν των. Νὰ τοὺς τουφεκίσῃ;...
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μήπως συμβαίνει λάθος τι; διότι ὁ στρατηγὸς κ. Σμολένσκης δὲν ἦτο στρατηγὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦτο ταξίαρχος, ὡς ταξίαρχος δέ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν.
§45Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, μετὰ τὴν πρώτην φυγὴν ἐκ Γκριτζόβαλι, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου διὰ κρυπτογραφικοῦ τηλεγραφήματος νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τότε ἐτηλεγράφησεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συσταθῶσι στρατιωτικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ἀναγράφον τὴν διαδικασίαν τὴν συνοπτικήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν καιρῷ πολέμου, προβλέπει μόνον περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ πόλεμος γίνεται ἐκτὸς τῆς χώρας, ὄχι καὶ ἐντός.
§46Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἄρα δὲν ὑπάρχει νόμος. Ὁ δὲ ἀρχηγὸς ἢ ὁ ταξίαρχος, εἴτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε τὴν πρότασιν, εἴτε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπηυθύνθη ἢ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον, οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ἢ «δότε μοι νόμον νὰ τιμωρήσω τοὺς φυγάδας». Ὁ δὲ Ὑπουργὸς πολὺ νομίμως παρεκώλυσε τὸν παράνομον τουφεκισμόν, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο ἀπόφασις Στρατοδικείου, πρὸς τελεσιδικίαν καὶ ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας ἔδει νὰ τηρηθῶσιν αἱ προθεσμίαι περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ ἀναιρέσεως.
§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μόνον ὡς ἔκτακτον μέτρον νομοθετεῖται ἡ σύστασις τῶν ἐκτάκτων Στρατοδικείων. Ἀλλὰ ἡ ἔλλειψις αὕτη τῆς νομοθεσίας περὶ ἐκτάκτων Στρατοδικείων ἀπέδειξε πνεῦμα προνοίας· διότι, ἐὰν ὑπῆρχον ἔκτακτα Στρατοδικεῖα, θὰ ὑπῆρχον πολλοὶ οἱ τουφεκισμένοι, ἂν ἐλειτούργουν, ὡς ἔδει ταῦτα.
§48ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔφευγον τόσαι χιλιάδες.
§49ΤΣΟΓΚΑΣ. Διατὶ λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἔφυγε κανείς;
§50Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφυγαν ὅπου διετάχθησαν. Οἱ ὁπλῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ οὐδόλως ἔπταισαν· ἐδείχθησαν ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των καὶ τῆς προγονικῆς δόξης· οἱ Ἕλληνες στρατιῶται δὲν ἔδειξαν ἀνανδρίαν· ὀλίγιστοι ἐλιποτάκτησαν.
§51ΤΣΟΓΚΑΣ. Ἐκ τῶν ὑπὸ τὰς ἰδικάς μου διαταγὰς, ὡς ἀξιωματικοῦ, στρατιωτῶν οὐδεὶς ἔφυγεν· ἐφονεύθησαν 36, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐλιποτάκτησε.
§52ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι ἀναφέρονται ὡς λιποτάκται;
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. 20,000.
§54Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀπετέλεσαν οἱ ἐπὶ λιποταξίᾳ ὁπωσδήποτε κατηγορηθέντες, δὲν εἶναι ἀριθμὸς λιποτακτησάντων ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ καὶ κατὰ τὰς μάχας. Ἐὰν ἦσθε μέλος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἠθέλετε ἰδεῖ κατὰ τὴν γενομένην τότε σχετικὴν συζήτησιν, ὅτι οἱ καλούμενοι νὰ δώσωσι λόγον ἐπὶ λιποταξίᾳ δὲν ἦσαν λιποτάκται κατὰ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον ἐκ τῶν σωμάτων των μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, προῆλθε δὲ ἡ κήρυξις αὐτῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τότε ἠθέλησε ν’ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα τῶν σωματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι μόνοι ἦσαν ἁρμόδιοι ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ μεγέθους τῆς ἀπουσίας, ὡς μόνοι ἁρμόδιοι νὰ ἐκτιμήσωσι τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἀπουσίαν ἢ τὴν ὑπέρβασιν τῆς ἀδείας, — διότι ἐξ ἀδείας οἱ πλεῖστοι καὶ καθ’ ὑπέρβασιν αὐτῆς ἐκηρύχθησαν λιποτάκται· οἱ λιποτάκται, ἐὰν ὑπῆρχον, δὲν ἦσαν πλείονες τῶν 200 ἢ τῶν 300 τὸ πολὺ καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον.
§55Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, ὅτι ἦσαν πολλοὶ, καὶ μάλιστα δέχομαι, ὅτι εἷς μόνον λιποτάκτης ὑπῆρξεν, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν τὸν λιποτάκτην δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος ἐν πολέμῳ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ψηφισθῇ νόμος, προνοῶν περὶ τούτου. Πρέπει δὲ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ συντάξεως σχετικῆς νομοθεσίας, διὰ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνακτήσωμεν καὶ νὰ διατηρήσωμεν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος.
§56ΤΣΟΓΚΑΣ. Ἡμεῖς τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος τὴν ἐτηρήσαμεν καὶ θὰ τὴν τηρήσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§57Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἀναγνωρίζω καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπράξατε πολλὰ, δὲν ἠξεύρω δὲ τί θὰ ἐγινόμεθα, ἐὰν ἐλείπετε καὶ σεῖς. Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀδιαφορήσῃ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον.
§59Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος συστήσῃ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐν Λαυρίῳ νὰ μὴ ἀπογυμνώνωσι τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι, ἐπανερχόμενοι ἐκ τῆς πατρίδος των, ἢ λαμβάνοντες ἐκ τῆς πατρίδος των μικρά τινα τρόφιμα, ὑφίστανται ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν αὐτῶν τοσαύτας καταπιέσεις, ὥστε ἀναγκάζονται πολλάκις νὰ ῥίπτωσι τὰ τρόφιμα εἰς τὴν θάλασσαν. Εἶναι ἀπάνθρωπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν Λαυρίῳ κατὰ τῶν δυστυχῶν ἐργατῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρον τι ὑπὲρ αὐτῶν.
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐζητήθη ὁ λόγος περὶ τῆς ὀφειλομένης ἀντιλήψεως καὶ συνδρομῆς εἰς τοὺς Καμαρινιώτας καί τινας ἄλλους Ἠπειρώτας, οἱ ὁποῖοι ἐκπατρισθέντες δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἔκρινε δὲ, ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῇ αὐτοῖς δωρεὰν οἰκόπεδον καὶ μικρὸς χῶρος. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ ὑπάρχουσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τοῦ μέτρου τοῦ ληφθέντος, τοῦ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ βόσκησις εἰς τινα λιβάδια, τὰ ὁποῖα πρὸς ἄλλον σκοπὸν, μὴ πραγματοποιηθέντα, εἶχον διατεθῆ, δὲν ἔλαβον γαίας ἐθνικὰς ἐκ τῶν κατὰ παράκλησιν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1864 παραχωρηθεισῶν, καὶ ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ ὑπέβαλον παράκλησιν, οὐχὶ ὅπως χαρισθῇ αὐτοῖς τόπος, ἀλλ’ ὅπως ἔχωσι περιφέρειάν τινα, ἵνα βόσκωσι τὰ ζῷά των, περὶ τούτου δὲ πρὸ ἐτῶν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λάβει τὴν τύχην νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, διὰ τοῦτο ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοιά τις, ὅπως χορηγηθῇ δικαίωμα βοσκῆς εἰς αὐτοὺς εἰς λιβάδια ἐθνικά.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 325).
§62Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, — καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρών, — ἀφοῦ ἠγέρθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὄχι μόνον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸ νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρ. 29 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον προβλέπει διὰ τὴν συνοπτικὴν διαδικασίαν τῶν Στρατοδικείων ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς χώρας, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ γείνῃ καὶ ἐντὸς τῆς χώρας ἐκ καιρῷ πολέμου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται διὰ Διατάγματος, προσυπογραφομένου παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ τότε αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἐκτελεσταί, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δικαίωμα ἀναθεωρήσεως ἐκ μέρους τοῦ κατηγορουμένου. Νομίζω ὅτι περὶ τοιαύτης διατάξεως ἠδύνατο καὶ ὁ ἡμέτερος στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος νὰ προβλέψῃ, τοῦτο δὲ ἠδύνατο νὰ φέρῃ μεγίστην εὐκολίαν οὐ μόνον εἰς τὴν ἐκδίκασιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, διότι δὲν θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι δύο Στρατοδικεῖα παρ’ ἑκάστῃ Μεραρχίᾳ καὶ ἓν Ἀναθεωρητικόν, ἀλλὰ μόνον ἓν Στρατοδικεῖον. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐν τῇ δεούσῃ ὥρᾳ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου.
§63ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν προθεσμίαν, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ παλαιοῦ χαρτοσήμου, ἔμποροί τινες Σύρου ἀπουσίαζον εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἐγκαίρως τὸ εἰς χεῖράς των χαρτόσημον. Ἐπειδὴ ὅμως σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγένοντο πολλαὶ καταχρήσεις καὶ πολλὰ σκάνδαλα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὸ χαρτόσημον τοῦτο, καὶ ἂν ἐξακριβώσῃ τὸ νόμιμον αὐτοῦ, νὰ δεχθῇ τὴν ἀντικατάστασίν του, διότι πράγματι εἶναι ἄδικον, οἱ ἔμποροι αὐτοὶ νὰ ζημιωθῶσι.
§64Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ δήμου Τυρνάβου, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ καλῶς μεμορφωμένοι διδάσκαλοι, μοὶ ἀπέστειλαν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου φέρουσι παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἐπέφερε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀγαθοὺς καρποὺς εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· τοὐλάχιστον εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης, ὅπου ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν καλὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, εἴδομεν τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς καλὸν σημεῖον. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι οἱ διδάσκαλοι τοῦ Τυρνάβου εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ συντάξωσι τοιοῦτον ὑπόμνημα, περισπούδαστον ὄντως. Νομίζω δ’ ὅτι εἶναι ἄξιον μελέτης τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα χρησιμεύσουν αἱ ἐν αὐτῷ ἐκτεθειμέναι γνῶμαι πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀποβλέπει εἰς τὴν κρείττονα διαρρύθμισιν τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐγὼ δέ, εἰπὼν ὅτι ὁ μέχρι τοῦδε ἰσχύων νόμος ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα, δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσαχθὲν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ τὴν περαιτέρω βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ θέλομεν λάβει ἀφορμὴν καλλίτερον νὰ γνωρίσωμεν.
§65Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον προτάσεις τινάς, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα συνδεομένας στενῶς μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπειγούσας· δὲν ἐπανέλαβον ὅμως τὴν σύστασίν μου περὶ προτιμήσεως τῶν προτάσεών μου, διότι ἐνόμισα, ὅτι ὑπῆρχον ἄλλα ἔργα προτιμότερα, μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὁποίων ἤθελεν ἔλθει ἡ σειρὰ καὶ τῶν ἰδικῶν μου προτάσεων. Ἐπειδὴ ὅμως παρετήρησα, ὅτι ἐξήλθομεν ἀπὸ τοῦ σταδίου τοῦ εἰρηνικοῦ καὶ εἰσήλθομεν εἰς στάδιον πολεμικόν, καὶ σκεπτόμεθα περὶ νομοθετημάτων πολεμικῶν, ἤθελον λάβει τὸ θάρρος νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι κατὰ τὸν πόλεμον, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει σήμερον καιρὸς, νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ τότε ὑπέβαλον, πρῶτον δηλαδὴ περὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων τῶν σταφιδοκτημόνων, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ, δεύτερον περὶ τῆς παρατάσεως τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ τρίτον περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐξερχομένων ἀπὸ τὰς ποινικὰς φυλακὰς καταδίκων εἰς τὰς πολιτικὰς διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Νὰ σκεφθῆτε πρῶτον περὶ ὅλων αὐτῶν, καὶ ὕστερον νὰ σκεφθῆτε περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τίνες πρέπει νὰ τουφεκίζωνται κατὰ τὸν πόλεμον.
§66Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τρίτην συζήτησιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως, ἐὰν εὐαρεστῆται, καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1896 ἔτος, ἀνεγράφησαν εἰσφοραί τινες ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Αἱ εἰσφοραὶ αὗταί εἰσιν αἱ ἑξῆς. Δυνάμει τοῦ ΙΖʹ ἐδαφίου, τοῦ προστεθέντος εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ᾼΡΟΗʹ, ὑπεβλήθησαν τότε πρῶτον εἰς φορολογίαν οἱ ἀλλοδαποὶ, οἱ ναυτιλλόμενοι ἐπὶ πλοίων ἑλληνικῶν. Δεύτερον, δυνάμει τοῦ προστεθέντος ΙΗʹ ἐδαφίου προσετέθη ½ δραχμῆς ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων παρὰ τῶν ναυτικῶν δήμων. Τρίτον, προσετέθησαν δυνάμει τοῦ ΙΘʹ ἐδαφίου 3% ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων τοῦ Κράτους. Τέταρτον, ηὔξησεν ἡ καταβολὴ πρὸς ἀπόκτησιν Ναυτικοῦ φυλλαδίου. Πέμπτον, προσετέθη ἄρθρον 2 εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, καθ’ ὃ πᾶς θαλάσσης ἐργάτης καταβάλλει ἐπὶ πλέον καὶ λεπτὰ 25 κατὰ μῆνα, καὶ ἕκτον, δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου τοῦ 1896 ἔτους, διὰ μὲν τὸ δίπλωμα τῶν ἐμποροπλοιάρχων ἀπῃτήθησαν δραχ. 50, διὰ δὲ τὸ δίπλωμα τῶν ἐμποροκυβερνητῶν δραχ. 25. Ἐπειδὴ διὰ τοῦ εἰσαγομένου σήμερον νομοσχεδίου τινὲς ἐκ τῶν εἰσφορῶν τούτων ἐπαυξάνονται, καθ’ ἧς αὐξήσεως ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω, καθόσον, ὡς προχθὲς ἐδήλωσα, εἰμὶ σύμφωνος καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας πρὸς τὸ συζητηθησόμενον νομοσχέδιον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ τῶν νέων τούτων φόρων ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ὀλίγους μῆνας τοῦ 1896, ἀφ’ ἧς ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1897, πόσα κατὰ τὸ 1898 καὶ κατὰ τὸ αʹ τετράμηνον τοῦ 1899 ἔτους. Τοιουτοτρόπως θέλομεν ἴδει κατὰ πόσον ηὔξησαν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Ταμείου τούτου ἐκ τοῦ νέου νόμου, τοῦ ἐπαυξήσαντος τὴν περιουσίαν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἐξ ἀναλογίας δὲ ἴσως θέλομεν δυνηθῆ νὰ εὕρωμεν, ἐὰν οὐχὶ ἀκριβῶς, τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν, τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει εἰσπράξει τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἐκ τῶν σήμερον γιγνομένων προσαυξήσεων. Ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, τὴν πληροφορίαν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἐζήτησα γενικῶς πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ τὰς φέρῃ, δὲν τὰς εἶδον ὅμως ἀκόμη. Ὅπως εὐκολύνω τὴν κατάθεσιν τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἰδικεύσω τὴν αἴτησιν ἐκείνην, καὶ ὑποβάλλω σημείωσιν γραπτὴν περὶ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθησαν πολλαὶ πληροφορίαι, σχετικαὶ πρὸς ὅσα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Σήμερον ζητοῦνται καὶ ἄλλαι πληροφορίαι. Βεβαίως πάσας θέλω προσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐνέγραψα δὲ μέχρι τοῦδε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι πρότερον πᾶσαι αἱ πληροφορίαι.
§69Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εἶναι διατεθειμένη νὰ παραδεχθῇ, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τοῦ ἔργου πρὶν ἢ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον τοῦ 1852 καὶ κατὰ μεταγενέστερον νόμον, νομίζω τοῦ 1894, δι’ ἔργα δημόσια, ὧν ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, ποσὸν δυνάμενον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, κυροῦν τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν τοῦ ἔργου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος, καὶ ὁ μετὰ ταῦτα, τοῦ 1894, μεταρρυθμίσας τὸ ἄρθρον 24, ὁμιλεῖ περὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἑταιρειῶν. Ἔχων ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νόμος κυρίως προσέχει, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ δημόσιον ταμεῖον ἠδύνατο νὰ ἐπιβαρυνθῇ μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς δημοσίου ἔργου, καὶ ὅτι δὲν ἀπομακρύνεταί τις τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, ὅταν παρ’ ἑταιρείας πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ δημόσιόν τι ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ δημόσιον ταμεῖον πρόκειται χρηματικῶς νὰ μετάσχῃ πέραν τῶν 10,000 δραχμῶν, φρονῶ ὅτι καὶ ἤδη πρέπει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου καὶ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ, γίνονται σπουδαῖαι εἰς τὴν Ἑταιρείαν παροχαὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Πρῶτον παρέχεται ἡ ἰδιοκτησία τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας, παρέχονται δωρεὰν δημόσιαι κτήσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διέλθωσι τὰ ἔργα τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, παρέχεται ἀτέλεια, βεβαίως ἀνερχομένη εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἐπὶ 75 ἔτη, δι’ ὅλα τὰ ὑλικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαγάγῃ ἡ Ἑταιρεία διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ, προκειμένου περὶ τοιούτου δημοσίου ἔργου, δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δικαιολόγησιν, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον ὑπὸ ἰδιωτικῆς ἑταιρείας, καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Δημόσιον παρέχει πολλὰς παροχὰς, ἑπομένως πράγματι ὅτι μετέχει εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ μελέτην μὲ σχέδιον τοῦ δημοσίου αὐτοῦ ἔργου καὶ προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλωμεν εἰς δαπάνας καὶ θυσίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην ἢ ὄχι.
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀμφιβάλλει περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ ζητήματος. Φρονῶ ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅταν σκεφθῇ τίνες ὑπῆρξαν οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν ὑποβολὴν τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος καὶ τοῦ ἀπαιτοῦντος τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δημοσίων ἔργων πρὸ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν, οὐδεὶς, λέγω, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐφαρμόζεται. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἶναι προφανής· ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως μὴ προβαίνῃ εἰς ἔργα ὑπερβαίνοντα ὡρισμένον ποσὸν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς· τοῦτο δὲ ἔγεινε τότε ἐκ πρωτοβουλίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ὅπως δεσμεύσῃ ἑαυτὴν, καὶ καλῶς ἐγένετο· σκοπὸς δὲ τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀσχολουμένη περὶ νέου ἔργου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ, δυνηθῇ ἐν γνώσει τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ ψῆφον. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν συμβάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἡ ἐπὶ τῆς συμβάσεως συζήτησις θέλει προσπορίσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα φῶτα, ὅπως δυνηθῇ, ἵνα ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τοῦ θέματος ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ. Βεβαίως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην πληροφοριῶν σχετιζομένων πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ἀναγκαίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ὅπως κρίνωσιν, ἂν οἱ προτεινόμενοι ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ὅροι εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν τὸ ἔργον θ’ ἀπαιτήσῃ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι τοιαῦται, καὶ ἀπήντησα ὅτι ὑπέβαλόν τινας, θέλω δὲ ὑποβάλει καὶ ἄλλας. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω τὰς πληροφορίας ταύτας, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἀλλὰ μόνον, ὅπως παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέσον νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν.
§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ, ὅτι περισσότερον συντελῶ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ζητῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης καὶ προϋπολογισμοῦ ἀνδρὸς μεγίστης ἀξίας καὶ πάσης ἐμπιστοσύνης ἐπιχειρηθῇ τὸ ἔργον, παρὰ ἄνευ τοιαύτης. Συντελῶ περισσότερον δι’ ὅσων ζητῶ εἰς τὴν εὐκολωτέραν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, διότι, ὅπως εὕρητε ἐν Ἑλλάδι ποσὸν τόσον μέγα, οἷον τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, 50,000,000 δηλαδὴ δραχμῶν, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πείσητε τὰ κεφάλαια, εἴτε τὰ ἐντόπια, εἴτε τὰ ξένα, ὅπως μετάσχωσιν, ἐὰν δὲν ἔχητε ἀνὰ χεῖρας προϋπολογισμὸν καὶ σχέδιον, συντεταγμένα παρ’ ἀνδρὸς εἰδικοῦ, γνωστοῦ καὶ ἀναμφισβητήτου ἐμπιστοσύνης. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἄνευ τοιούτου οὐδὲν θὰ ἐκτελεσθῇ, διότι, καθ’ ὃν τρόπον ζητοῦμεν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, δηλαδὴ μὲ μίαν μελέτην ἐξ ἀνάγκης ἀτελῆ τοῦ κυρίου Κελλενὲκ, ἀδύνατον διὰ τόσον μέγα ποσὸν νὰ εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας τάσσει ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἐργοληψιῶν, νὰ προσφέρωσι, νὰ ἐμπιστευθῶσι τὰ κεφάλαιά των. Ὥστε ἐπαναφέρων τὸ ζήτημα καὶ ἀπαιτῶν εἰδικὴν μελέτην, μᾶλλον συντελῶ ὑπὲρ τῆς ταχυτέρας καὶ ἀσφαλεστέρας ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου παρὰ περὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἀναβολὴν φέρουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι διὰ τοιούτων μέσων, οἷον ἡ ἔκθεσις καὶ μελέτη τοῦ κ. Κελλενὲκ, θὰ πείσωσι τοὺς κεφαλαιούχους. Ἀλλ’ ἀφίνων τοῦτο, παρατηρῶ, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἀσυμβίβαστον, προκειμένου περὶ ἐπιχειρήσεως ἐκτελεσθησομένης παρ’ ἑταιρείας, εἰς ἣν μόνον μετέχει τὸ Κράτος διὰ διαφόρων παροχῶν, νὰ ζητῶμεν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὴν ὑποβολὴν προϋπολογισμοῦ. Πάντως πρόκειται περὶ δημοσίου ἔργου, ὑπαγομένου εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον, ἀποδεικνύει ὁ Γαλλικὸς νόμος τοῦ 1870, ὁ ὁποῖος ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἄρθρον ὅμοιον, καὶ ὅστις ὁρίζει, ὅτι, ὁσάκις ἔργον δημόσιον ἐκτελῆται καὶ παρ’ ἑταιρείας, εἴτε παρέχεται, εἴτε μὴ, ὁποιαδήποτε συνδρομὴ τοῦ Κράτους, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλλῃ προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, τοῦ ὁποίου προηγεῖται διοικητικὴ ἐξέλεγξις, διοικητικὴ ἔρευνα (enquête administrative). Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ νὰ λαμβάνῃ τὰς δεούσας ἐγγυήσεις εἰς πᾶσαν ἐκτέλεσιν δημοσίου ἔργου, εἴτε τοῦτο ἐπιβαρύνει εἴτε ὄχι τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἐπιβαρύνει τοὺς πολίτας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ προσκολληθῇ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ νὰ μὴ λέγῃ ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμβάσεως μετὰ ἑταιρείας καὶ δὲν θὰ μετάσχῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἔργον τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ἔργον εἶναι ξένον καὶ ἀδιάφορον εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ περιττὸν νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας καὶ τὰ βάρη τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ τοῦ λαοῦ χάριν αὐτοῦ· διότι, ὡς εἶπον, βλάπτει τὴν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ, ἂν δὲν ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, τοὺς θέλοντας νὰ μετάσχωσι τοῦ ἔργου, ἐξετάσεις καὶ μελέται, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐνθαρρύνωσιν αὐτούς. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ὅπως μὴ δοθῇ στενὴ ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀφοῦ ἐνδιαφέρεται σπουδαίως καὶ τὸ Κράτος καὶ ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ εἶπον ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη τὴν νομοθεσίαν τὴν Γαλλικὴν, ἀλλ’ αὕτη δὲν ὑποχρεοῖ εἰς τὴν ὑποβολὴν προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς προβαίνων εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῇ, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ εὕρῃ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Τοῦτο εἶναι ζήτημα οὐσίας, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ συζητήσει. Ἐν τῇ συζητήσει θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ἀπέναντι τῆς ὁριζομένης δαπάνης κατὰ τὰς μελέτας τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας οἱ ὅροι οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τοὺς κατοίκους εἶναι ὑπερβολικοί· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εὕρῃ αὐτοὺς ὑπερβολικοὺς, θὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δεύτερον ζήτημα θὰ ἐξετασθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ κεφάλαια; Ὅπως δὲ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Βουλὴ, θὰ ἐξετάσῃ ἂν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Ἑταιρεία, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ πείσωσιν, ὅτι εἶναι βεβαία περὶ τῆς εὑρέσεως τῶν κεφαλαίων· καὶ ἂν πεισθῇ ὅτι αἱ χρηματικαὶ καταβολαὶ τῆς Ἑταιρείας πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἔργον θὰ ἐκτελεσθῇ, θέλει παραδεχθῆ τὴν σύμβασιν· ἂν τὸ ἐναντίον, θὰ καταψηφίσῃ. Ἑπομένως τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς μελέτας, ἐφ’ ὧν ἐβασίσθη, ὅπως ὁρίσῃ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τὸ κατὰ τὴν κρίσιν της ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐξετάσῃ πάντα ταῦτα καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἔπραξεν ἢ κακῶς, καὶ εἶναι ἐλευθέρα νὰ παραδεχθῇ ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν. Ὅλα ταῦτα εἶναι δικαιώματα τῆς Βουλῆς· τὸ ν’ ἀπαιτήσῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος γινώσκει ἐπὶ τίνων μελετῶν ἐβασίσθημεν, ὅπως ὑποβληθῶμεν εἰς νέας μελέτας καὶ κομίσωμεν νέους προϋπολογισμούς, εἶναι ὡς νὰ λέγῃ «θέλω τὸ ζήτημα ν’ ἀναβληθῇ». Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ζητήματος. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς ἄλλην ὑποβληθεῖσαν παρατήρησιν. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ μελέται αἱ γενόμεναι ἐπὶ τοιούτων ἔργων, ὅσον ἀκριβεῖς καὶ ἂν ἦναι, δὲν καταλήγουσιν εἰς συμπεράσματα ἀκριβῆ· παρετηρήθη ὅτι, ὁσάκις ἑταιρεία τις πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ μίαν ἐπιχείρησιν, δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τυχὸν ἔκαμεν, ἀλλὰ προβαίνει εἰς ἰδίας μελέτας. Δὲν βλέπω ἑπομένως ποίαν πρακτικὴν σημασίαν ἔχει ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, καὶ ἐὰν ἦναι δυνατὸν, θὰ ὑποβάλωμεν τοῦτον. Προσθέτω ὅμως, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐν οὐσίᾳ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, μοὶ φαίνεται ἄσκοπος.
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐνέχει μομφὴν κατὰ πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν πληροφορίας...
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδένα ἐμέμφθην.
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τὸ ὅλον τῆς σκέψεώς μου. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ μελέται ἐπὶ τοῦ ἔργου εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σημασίαν καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγία εἰς ἡμᾶς, ἡμεῖς βεβαίως κακῶς ποιοῦμεν, ζητοῦντες τοιαύτας πληροφορίας καὶ τοιαύτας μελέτας. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μορφώσῃ τις γνώμην, ἐὰν δὲν ἔχῃ μελέτας ὅσον οἷόν τε πληρεστέρας. Τὸ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πλανηθῇ τις, τὸ ὅτι ἴσως ἐπλανήθημεν ἄλλοτε ἐκ μελετῶν, δὲν σημαίνει τίποτε. Ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τοιαύτας πληροφορίας, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἄνευ αὐτῶν δὲν ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν περὶ ἔργου τοσοῦτον σπουδαίου, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν εἶναι ὅλως διόλου ῥιζικὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ πληροφορίαι καὶ αἱ μελέται εἶναι περιτταί.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐξεπλάγην διόλου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε τὸν λόγον, διότι συνηθίζει πάντοτε νὰ ζητῇ τὸν λόγον, ὁσάκις ὁμιλῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου (ἱλαρότης), ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποδίδῃ εἰς ἐμὲ ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν τὴν μελέτην τὴν γενομένην παρὰ τοῦ μηχανικοῦ Κελλενὲκ ὡς ἀρκοῦσαν, ὅπως ἐπὶ ταύτης βασισθῶμεν, εἶπον δὲ, ὅτι μελέτη νέα, μᾶλλον τελεία, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν, εἰς οὐδὲν θὰ συντελέσῃ. Αὐτὸ εἶπον, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης νὰ μὴ μοὶ ἀποδίδῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαίρω ὅτι εἴπετε καὶ ὑμεῖς τώρα, ὅτι δέχεσθε τὰς μελέτας, καὶ ὅτι ἡ περιφρόνησις, τὴν ὁποίαν εἴπετε πρὶν, ὅτι ἔχετε πρὸς αὐτὰς, δὲν εἶναι σοβαρά.
§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, τῇ 14 φθίνοντος μηνὸς, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀποτείνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐρωτήσεις τινὰς, ἀναγκαίας πρὸς μελέτην τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως. Ἐκτὸς τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν VIII καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. IX, πᾶσαι αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, αἵτινες ἐζητήθησαν, νομίζω, ὅτι πρέπον εἶναι νὰ κατατεθῶσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως. Ἐκτὸς τούτων ὅμως παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ καὶ ἄλλας τινὰς πληροφορίας, ὧν θέλομεν ἔχει ἀνάγκην κατὰ τὴν συζήτησιν. Ζητῶ δὲ ταύτας ἀπὸ σήμερον, ὅπως μὴ τυχὸν παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ, ὅτι οἱ ζητοῦντες πληροφορίας περὶ τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως δὲν ὁρμῶνται ἐκ προκαταβολῆς ἐναντίον αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦσι νὰ μελετήσωσι τὰ πράγματα ἐπισταμένως καὶ ἐμβριθῶς, ὅπως ἐν γνώσει κρίνωσι περὶ τοῦ ἔργου. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ δὲ, ὅτι εἶναί τις τόσον ἰδιότροπος, ὥστε νὰ ἀντιτίθηται εἰς τὴν διοχέτευσιν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ποταμοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας, εὐθὺς ὡς ἀναγνώσῃ ἐν τῇ σελίδι 11 τῆς ἐκθέσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι μετὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ χρυσὸς ἄπειρος θέλει εἰσέλθει εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλει ἀντιτείνει κατὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ περὶ πάντων τούτων ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή. Ὅτε ἐγένοντο αἱ προτάσεις τῆς ἐν λόγῳ Ἑταιρείας, βεβαίως θὰ ἠρωτήθησαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ αὐτῶν. Ὑπάρχει περὶ τούτου ἔκθεσις; Ποίαν γνώμην ἔχει ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν ἐν λόγῳ προτάσεων; Ἐὰν ἡ τοιαύτη γνώμη ἦναι προφορική, τότε βεβαίως θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν νῦν αὐτήν· ἐὰν ὅμως ἦναι γραπτή, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως συναινέσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Δεύτερον, πρόκειται περὶ ἔργου οὐσιωδῶς θίγοντος τὴν δημοτικὴν ὑπόστασιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Διοικήσεις τοῦ δήμου Ἀθηναίων τοὐλάχιστον ἔπραξαν πᾶν ὅ,τι ἠδύναντο, ὅπως μὴ ἡ πόλις ὑφίσταται τὰ νῦν κακά. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως μὲ κωλύει νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως καταθέσῃ τὰς περὶ τῆς συμβάσεως γνώμας τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων καὶ τοῦ δημάρχου Πειραιῶς, ὡς καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἑκατέρας τῶν πόλεων. Ἐν τῇ συμβάσει, ἐν ἄρθρῳ 1, ὁρίζεται, ὅτι ἡ παροχὴ ὕδατος θέλει γίνεσθαι εἰς τὰ προάστεια Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐν τῇ ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ ὑπάρχει διάταξίς τις, δίδουσα τὸν ὁρισμὸν τῶν προαστείων· διότι ποῦ νὰ γνωρίζῃ τις ὅλας τὰς διατάξεις τῆς πολυπλόκου αὐτῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας! Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, τρίτον, τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν ὁρίσῃ ὡρισμένως καὶ ἀκριβῶς τίνα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ Ἑταιρεία ἐννοεῖ προάστεια τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ, τὸ δίκτυον τῶν ὑπονόμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τὸ δίκτυον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὑπάρχει καὶ μελέτη τις τῆς ἐν λόγῳ Ἑταιρείας περὶ τῶν ὑγιεινῶν ὅρων τῶν ὑπονόμων, ἃς ἀναλαμβάνει σήμερον νὰ κατασκευάσῃ; — διότι ἓν τῶν κυριωτέρων ζητημάτων τῶν ὑπονόμων εἶναι ἡ κατὰ τρόπον ὑγιεινὸν κατασκευὴ αὐτῶν. — Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, ἂν ὑπάρχει ἤδη μελέτη τῆς Ἑταιρείας περὶ τῶν ὑγιεινῶν ὅρων τῶν ὑπονόμων τῆς πόλεως. Ἐν ἄρθρῳ 16 τῆς συμβάσεως γίνεται λόγος περὶ ζητήματος, ὅπερ κατ’ ἐμὲ εἶναι σπουδαιότατον. Λέγει τὸ ἄρθρον 16, ὅτι τὰ καθέκαστα τῶν ὅρων ὑδροληψίας, ὑδρονομῆς καὶ χρήσεως ὑπονόμων κλπ., ὁ τρόπος καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς ἐτησίας βεβαιώσεως τῶν παρ’ ἑκάστου καταβλητέων κλπ. κανονισθήσονται δι’ εἰδικῶν κανονισμῶν, ἐγκριθησομένων διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ τὴν Βουλήν, αὐτοὶ οἱ εἰδικοὶ κανονισμοὶ συνετάχθησαν; Γινώσκει τι περὶ αὐτῶν ἡ ὑπηρεσία; Ἢ θέλομεν ἀναμείνει τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, καὶ τότε, ἐρήμην τῆς Βουλῆς, ἡ Ἑταιρεία θέλει ἐκδώσει τοὺς Κανονισμούς, οὓς ἔχει ἑτοίμους, ἐγκριθησομένους διὰ βασιλικοῦ διατάγματος; Ἴσως θὰ ἦναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, φόρου μάλιστα κατὰ τὴν γνώμην μου λίαν ἐπαχθοῦς, κανονίζονται δι’ εἰδικοῦ κανονισμοῦ μιᾶς ἑταιρείας, ἥτις βεβαίως εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἑταιρεία κερδοσκοπική, καὶ δι’ ἑνὸς βασιλικοῦ διατάγματος. Καὶ περὶ ταύτης τῆς ἀπορίας μου παρακαλῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἀκριβὴς πίναξ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐκ ποσίμων ὑδάτων κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν· διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ οἰκείᾳ θέσει ὑπάρχει σημείωμά τι, καθ’ ὃ τὸ ὕδωρ, ὅπερ παρέχει ὁ δῆμος εἰς τοὺς ποιοῦντας χρῆσιν αὐτοῦ, ὁρίζεται εἰς δράμια, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί πράγματι εἰσέπραξεν ὁ δῆμος κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην πενταετίαν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1892 ἔτους περὶ τῶν ὑπονόμων, ὡς καὶ ἡ μελέτη τοῦ ἁρμοδίου τμήματος περὶ τῶν ὑπονόμων, περὶ ὧν ποιεῖται λόγον ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν σελίδι γʹ. Νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται, δι’ ἃς ἐπιφυλάττομαι νὰ ὑποβάλω καὶ γραπτὴν αἴτησιν, εἶναι χρησιμώταται διὰ τὴν μελέτην τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως. Ζητῶν δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας, εἶπον καὶ ἐπαναλέγω ὅτι τὸ πράττω διότι ἐπιθυμῶ, ὅπως καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τὴν προκειμένην σύμβασιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν ἐν τῇ σήμερον κατατεθείσῃ γραπτῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, εἶναι καὶ τὸ ἐρώτημα, ἂν ὑπάρχουσι κεκτημένα δικαιώματα ὑπὸ τῶν περιοίκων περὶ τὴν Στυμφαλίδα λίμνην ἐπὶ τοῦ ῥοῦ τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης. Τοιαύτην τινὰ ἐρώτησιν ἀπηύθυνα καὶ ἐγὼ καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἡ σύμβασις περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος. Ἀλλ’ ἡ ἐρώτησίς μου ἦτο εὐρυτέρα τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Δὲν ἐζήτησα μόνον πληροφορίας, ἂν ὑπάρχουσι κεκτημένα δικαιώματα ὑπὸ τῶν περιοίκων τῆς Στυμφαλίδος λίμνης, ἀλλ’ ἀπολύτως, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίδος λίμνης, ἐκρέοντα ἀπὸ τὴν κοίτην τῆς λίμνης, εἰσρέουσιν εἰς τὸν ποταμὸν Ἀσωπὸν, ἑπομένως ὁ ποταμὸς Ἀσωπὸς τρέφεται, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος, ὅτι ἐπὶ τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ Ἀσωποῦ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δικαιώματα κεκτημένα, καὶ ἑπομένως ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν ὑπάρχουσι τῷ ὄντι κεκτημένα δικαιώματα καὶ ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίδος καὶ μετὰ τὴν εἰς τὸν Ἀσωπὸν εἰσροήν των. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, καὶ ἐκ τῆς λύσεως τῶν ὁποίων, τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης, δύναται νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ψῆφος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, καὶ ἐγώ, λέγω, νομίζω, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα προώρως συζητοῦνται σήμερον. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τότε ἁρμόζει ἡ συζήτησις τῶν ζητημάτων τούτων. Σήμερον ζητοῦμεν μόνον πληροφορίας ἐπὶ λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἀναγκαίας, ἵνα διαφωτίσωμεν σκοτεινὰ μέρη τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἐκ τῶν δημοτικῶν ταμείων εἰς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, ἔχοντας ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τὰ 25 ἔτη. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 326).
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, καταθέτων πρὸ μικροῦ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὑπόμνημά τι τῶν δημοδιδασκάλων Τυρνάβου, συνώδευσεν αὐτὸ μετά τινων παρατηρήσεων, ἐξ ὧν ἠδύνατό τις ἴσως νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι αὐτοί, οἵτινες εἶναι ἐνθουσιώδεις ὑπὲρ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, προτείνουσι τοὐναντίον τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ.
§83Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι: δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδὲν τούτου θὰ ἦτο ἀνακριβέστερον. Τοὐναντίον τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ εἶναι ἀληθὴς πανηγυρικὸς κατ’ ἀρχὴν τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ὡς τοῦ τελειοτέρου τῶν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, μόνον δὲ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὑποβάλλουσι παρατηρήσεις τινὰς ἐπουσιώδεις.
§85ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι κηρύττονται ὑπὲρ τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι συνωδεύσατε τὸ ὑπόμνημα μὲ παρατηρήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων εὐκόλως ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι εἶναι ἐνθουσιώδεις ὑπὲρ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Δὲν τὸ εἴπετε ῥητῶς, ἐνῷ αὐτοὶ ἐκφράζονται ἐνθουσιωδῶς μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου.
§87Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ προηγούμενος νόμος δὲν ἀπέφερε κακὰ ἀποτελέσματα, καὶ ὅτι ὑπῆρξε τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι Τυρνάβου, οἱ ὁποῖοι συνεπείᾳ τοῦ νόμου ἐκείνου διωρίσθησαν, εἶναι τόσον καλοί, ὥστε εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ συντάσσωσι τόσον λαμπρὰ ὑπομνήματα, οἷον τὸ πρὸ ὀλίγου ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ὅμως τὸ ἰδικόν σας κύριε Ὑπουργὲ, δύναται νὰ ἦναι ἐπίσης καλὸν καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Στέργοντες τὰ παρόντα καὶ ὁμολογοῦντες ὅ,τι καλὸν ἐν τῷ παρόντι, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ζητοῦμεν καὶ τὰ βελτίω.
§88Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ μετά τινας ἡμέρας τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐν ταῖς διαφόροις ἐπαρχίαις ἐπιθεωρητῶν, τὰς προκληθείσας παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ 1897, ὅτε πάλιν ἦτο Ὑπουργὸς, σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον τὸν νῦν ὑφιστάμενον. Ἐπίσης νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες συνῆλθον τελευταῖον κληθέντες ἐν Ἀθήναις, ἵνα γνωμοδοτήσωσιν ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου.
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Μάλιστα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπακόπουλος.
§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ στέρξῃ, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἡ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθμὸν 63 πρότασις νόμου περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥϚʹ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, ἡ ὁποία δὲν θὰ προκαλέσῃ καμμίαν συζήτησιν. Εἶναι χρησιμωτάτη. Πρόκειται περὶ τῆς διασώσεως διαφόρων μικροπεριουσιῶν, διότι, ἐνῷ τὰ δικαστήρια ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον, δὲν δύνανται νὰ ἀποδώσωσιν αὐτὸ, δι’ ἔλλειψιν ἀποδεικτικῶν μέσων, διότι ὁ νόμος, ὁ ὁρίζων εἰδικὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, δὲν ἐφηρμόσθη ποτὲ ἐν Ἑλλάδι.
§92Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν νομοσχέδιον.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι.
§95Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προβλέπει δύο τινά, ἐγγραφὴν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον μέρος, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ὅμοιόν τι, κατὰ τὸ 1864, ὅτε κατεστράφησαν τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν Μαραθῶνος, Κύμης κλπ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὸ δεύτερον μέρος, ἔχω νὰ ἀντιλέξω. Ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τότε ὁ νόμος δὲν προέβλεψε περὶ βιβλίων τῶν μεταγραφῶν, ἐνῷ προέβλεψε περὶ βιβλίων ὑποθηκῶν;
§96Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶχον πυρποληθῆ.
§97ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι μᾶλλον ἐκ προνοίας ἐγένετο. Ἀλλ’ ὡς συνετάχθησαν τὰ τελευταῖα ἄρθρα περὶ μεταγραφῶν, θὰ φέρωσιν εἰς ἀναστάτωσιν τὰς κτηματικὰς σχέσεις· διότι, τίποτε ὀλιγώτερον, ζητεῖται, ὅπως ὅλαι αἱ μεταγραφαὶ ἐγγραφῶσιν ἐκ νέου· καὶ ἂν μὲν ἔχωσι τὰ πωλητήρια συμβόλαια, τὰ προικοσύμφωνα κλπ., τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχωσι, τί νὰ μεταγράψωσι; Καὶ ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι «πᾶσα μεταγραφὴ λογίζεται μὴ γενομένη, καὶ ἂν ὑπῆρχε γεγραμμένη εἰς τὰ καταστραφέντα βιβλία» κλπ. Ὥστε πᾶσαι αἱ μεταγραφαί, αἱ γενόμεναι ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1897, ἂν δὲν μεταγραφῶσιν ἐκ νέου, χάνουσι τὴν ἰσχύν των, καὶ πᾶν δικαίωμα ἐκ τῆς προτέρας μεταγραφῆς ἀπόλλυται. Λοιπόν, ἐρωτῶ, παύει τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητός μου, διότι δὲν ἔχω ἕνα τίτλον νὰ τὸν ἐγγράψω; Θὰ γίνηται ἀπόφασις καὶ θὰ μεταγραφῇ ἡ ἀπόφασις; Οὐδὲν περὶ τούτου λέγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 640 καὶ ἑπομ. εἶναι ἀνεπαρκής. Φρονῶ, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἀπωλείας ἐγγράφων ἐξασφαλίζουσι τοὺς μεταγράψαντας. Τὸ ζήτημα δεῖται μελέτης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταγραφὰς, ἵνα μελετηθῇ καλλίτερον τὸ ζήτημα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θὰ φέρῃ εἰς ἀναστάτωσιν τὰς κτηματικὰς σχέσεις.
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§99Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἵνα λάβωμεν καιρὸν νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τῷ ὑποβάλωμεν τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν.
§100Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά. Ἐγὼ τὸ εἰσήγαγον, διότι ἤλθετε καὶ μὲ ἐπιέσατε ἵνα τὸ εἰσαγάγω· διότι ἐλέγετε, ὅτι δάνεια δὲν δίδονται. Τώρα θέλετε νὰ ἀναβληθῇ. Ἂς ἀναβληθῇ ὅσον θέλετε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1899. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνακαινίσεως καὶ ἐπισκευῆς ναῶν τινων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἔν τισι χωρίοις τῆς Φθιώτιδος καὶ περὶ διαθέσεως τοῦ ὑπολοίπου τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἰσπραχθεισῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῶν ἐκ τῆς κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐν Λαρίσῃ πλημμύρας παθόντων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§104Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρὸ ἐτῶν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατατεθειμένα, εἶχεν ἄλλοτε ληφθῆ ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, νὰ διατεθῇ ποσὸν δραχ. 26,000 περίπου ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τοῦ νεκροταφείου Λαρίσης καὶ τὸ ὑπόλοιπον πρὸς κατασκευὴν τριῶν δημοτικῶν σχολείων. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λαρίσης προέβη εἰς τὴν δέουσαν ἐνέργειαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ νεκροταφείου μεθ’ ἑνὸς ναΐσκου, καὶ προεκηρύχθη δημοπρασία καὶ κατεκυρώθη τὸ ἔργον τοῦτο εἴς τινα ἐργολάβον, ὑπογραφέντος δὲ καὶ τοῦ σχετικοῦ συμβολαίου, ὁ ἐργολάβος οὗτος ἀνέλαβε καὶ ἐκτελεῖ ἤδη τὸ ἔργον, εὑρίσκεται ὅμως νῦν εἰς δυσχερείας, διότι δὲν πληρώνεται τὴν ἀξίαν τῶν κατασκευαζομένων ἔργων, καθότι, ὡς ὀρθῶς φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ἀνάγκη νόμου, ὅπως διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ νόμου κανονίζεται νῦν ἡ διάθεσις τῶν χρημάτων τούτων, τῶν περισσευσάντων ἐκ τῶν εἰσφορῶν διὰ τοὺς ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντας, εἰς ἔργα δημοτικὰ, ἐθεωρήθη δὲ ὡς σπουδαίως παθὼν καὶ ὁ δῆμος Λαρίσης, τοῦ ὁποίου κατεστράφη τὸ νεκροταφεῖον καί τινα δημοτικὰ σχολεῖα ἀκριβῶς ἐκ τῆς πλημμύρας, καλὸν εἶναι νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ περὶ τοῦ ἐκδοθέντος ἤδη εἰς κατασκευὴν, ὅπως πληρωθῇ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων, νεκροταφείου, ἵνα μὴ προκύψῃ δυσκολία τις καὶ ἐγείρῃ ἀπαιτήσεις ὁ ἐργολάβος κατὰ τοῦ δήμου. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 5 τελευταία παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Τοῦ ἤδη ἐγκεκριμένου κατὰ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους καὶ εἰς ἐργολαβικὴν κατασκευὴν ἐκδεδομένου ἔργου τοῦ νεκροταφείου Λαρίσης ἡ δαπάνη πληρωθήσεται ἐκ τῶν χρημάτων τούτων, διατιθεμένης τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο πιστώσεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰ ἄνω.» Γνωρίζω, ὡς μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαρίσης, ἐργασθεὶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι εἰς 26,000 δρ. ἀνέρχεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ νεκροταφείου, ἑπομένως ἀπαιτεῖται διὰ τὴν δαπάνην τοῦ ἔργου τούτου ποσὸν πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διατίθεται διὰ τοῦ νόμου. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν ἐπιβλαβῶν συνεπειῶν κατὰ τοῦ δήμου καὶ πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν τοῦ ἀναγκαιοτάτου τούτου ἔργου, παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ ἡ προσθήκη αὕτη, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ πληροφορηθῇ ἐκ τοῦ γραφείου του, ὅτι ὄντως ὑπάρχει τοιαύτη διαταγὴ καὶ συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς ἐκείνης ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον αὐτό.
§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδόθησαν τοιαῦται πληροφορίαι. Κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ ὑποβάλω τὴν δέουσαν τροπολογίαν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 23,519 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐκθέσεως, τῆς ἐπισυνημμένης εἰς τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν, ὡς λέγεται ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τῆς σελίδος 3, «ἡ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου «ἔξοδα ἐγκαταστάσεως διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη τῶν Πρεσβειῶν δαπάνη», πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,976 ἐξηντλήθη ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποστολῆς διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ἀλλαχοῦ, ἐκτὸς τῆς θέσεως αὐτῶν, ἐπιφορτισθέντων μὲ εἰδικὴν ἐντολήν». Ἐὰν ἐννοῶ καλῶς, ἡ πίστωσις αὕτη ἀνάγεται εἰς ἔξοδα ἐγκαταστάσεως. Ἀλλ’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως κατὰ τὸν νόμον δίδονται μόνον εἰς τοὺς διπλωματικοὺς ἀντιπροσώπους, τοὺς ὁριζομένους εἰς θέσεις δυνάμει νόμου κεκανονισμένας, εἰς τὰς διαφόρους δηλαδὴ Πρεσβείας καὶ τὰ δύο Διπλωματικὰ Πρακτορεῖα. Διὰ τούτους καὶ μόνους ἀναγνωρίζει ὁ νόμος ἔξοδα ἐγκαταστάσεως. Πῶς, ἐνῷ τοιαύτη μόνον εἶναι ἡ ἄδεια τοῦ νόμου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ ἡ δαπάνη δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποστολῆς διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ἀλλαχοῦ, ἐκτὸς τῆς θέσεως, ἐπιφορτισθέντων δι’ εἰδικῆς ἐντολῆς; Εἰς τοὺς λαβόντας εἰδικὴν ἐντολὴν δὲν δίδονται ἔξοδα ἐγκαταστάσεως, διότι οὗτοι δὲν πρέπει νὰ ἀντικατασταθῶσιν εἰς τὸ μέρος, εἰς ὃ ἀποστέλλονται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς εἰδικῶς καὶ ποῖαι εἶναι αὗται αἱ εἰδικαὶ ἀποστολαὶ καὶ τίνες οἱ λαβόντες ἔξοδα ἐγκαταστάσεως δι’ αὐτάς.
§109Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι πρόθυμος νὰ παράσχω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς τὰς πληροφορίας ταύτας. Ὀφείλω ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ πληροφορήσω αὐτόν, ὅτι ὅλαι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας γενομένας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, τὸ γνωρίζω.
§111ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο εἴχομεν νὰ πράξωμεν ἢ νὰ διατάξωμεν τὴν πληρωμὴν λογαριασμῶν ἐκκρεμῶν διὰ δαπάνας γενομένας κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διηύθυνεν ὁ κ. Ζαΐμης. Ὡς πρὸς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἡ δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ εἰς ἐκτάκτους ἀποστολὰς διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, εἰς ἀποστολὴν τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένου εἰς Χάγην κατὰ τὴν στέψιν τῆς Βασιλίσσης, νομίζω, καὶ εἰς ἄλλας ἀποστολὰς, περὶ τῶν ὁποίων αὔριον θέλω λεπτομερέστερον πληροφορήσει τὴν Βουλήν.
§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου δὲν εἶχε βεβαίως σκοπὸν παρατηρήσεως ἢ μομφῆς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐγένοντο ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἐκεῖνος δὲν ἦτο εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι τοιαῦτα ἔξοδα ἐγκαταστάσεως ἐδόθησαν εἰς ἀπεσταλμένους ἐπιφορτισμένους δι’ εἰδικῆς ἐντολῆς, ὑπάρχει προφανὴς παράβασις τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος ὁρίζει ποῦ καὶ πότε δίδονται ἔξοδα ἐγκαταστάσεως. Τοῦτο δὲ εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐξετασθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πιστοποιήσῃ τὰ πράγματα ἐν πίνακι, ὅστις θέλει περιέχει κατὰ μέρος ἑκάστην δαπάνην καὶ τὰ πρόσωπα. Εἶναι πιθανὸν ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ παράβασις τοῦ νόμου ἐνταῦθα, θέλομεν κυρώσει διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν τὴν παρανομίαν, διότι δυστυχῶς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ταύτης δὲν πράττομεν ἄλλο τι, προκειμένου περὶ πιστώσεων· μετ’ ὀλίγον δὲ θέλομεν ἴδει ζητουμένην τὴν ἔγκρισιν ἄλλων ποσῶν πολλῷ σπουδαιοτέρων· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, ἵνα διακρίνωμεν καὶ ὁρίσωμεν τὴν πορείαν, ἣν θέλει τηρήσει εἰς τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ ἐπὶ παραπλησίων παρεκτροπῶν.
§113ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Λυποῦμαι ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς οὐδὲν ἄλλο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου πράττει ἢ νὰ βλέπῃ παρανομίας εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς τέως Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ δὲν ἐδήλωσε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπείσθη περὶ τοῦ ἐναντίου.
§114ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀναφέρω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητήσαντος κάλυψιν ὁμοίας ἀσχημίας, ἵνα ἀποδείξω ποία εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν γενομένων. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι λέγει ἡ ἔκθεσις τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 81,089.82, θέλετε ἴδει ἐκεῖ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἀφῆκαν ἀνεκτέλεστον κἀμμίαν παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ παντὸς νόμου σχετιζομένου πρὸς τὰς πιστώσεις, πῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἀντελήφθησαν, ὅτι ἐξετέλεσαν πράξεις, αἵτινες βεβαίως, ἐὰν ἦσαν ἄλλαι αἱ περιστάσεις, θὰ ἦγον εἰς ἄλλα ἀποτελέσματα καὶ εὐθύνας.
§115ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω. Ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος δὲν ὑπέγραψε τὰ ἐντάλματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ κονδύλιον τῶν 81,000 δραχμῶν, διότι εὗρεν, ὅτι ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπογραφῶσι. Τοῦτο ἀποδεικνύει σεβασμὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς νόμους, ὅλως ἀντιθέτως πρὸς τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος.
§116Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἄλλην πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ ἄλλα, ἐν δὲ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται, ὅτι, γίνεται ἡ ἐκτύπωσις τῆς Λευκῆς Βίβλου. Νομίζω ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ Λευκὴ αὕτη Βίβλος, ἤθελεν εἶναι καλὸν νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως λάβωσι γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτυπώθη καὶ αἱ δαπάναι πρὸς ἐκτύπωσιν ἐγένοντο.
§117ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 81,089.82 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898.
§119Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν προσεκομίσθησαν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,—διότι προσεκομίσθησαν μέν τινες, ἀλλ’ ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἔργων τῶν γενομένων, τὸν ὁποῖον κυρίως εἶχον ζητήσει, δὲν προσεκομίσθη,—θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἀναβληθῇ καὶ πάλιν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μέχρις οὗ προσκομισθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἀναβληθῇ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 460,050 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§122ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω, ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς πιστώσεως τῶν 460,050 δραχμῶν καὶ τῆς δηλώσεως τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ ἀκριβῶς. Ὑπάρχει δήλωσις, ἀναγομένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἥτις συνδιενεμήθη καὶ φαίνεται ὡς συνέχεια τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὑπάρχει τις σχέσις μεταξὺ αὐτοῦ; Πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος καὶ κατὰ τὸ 1898 καὶ κατὰ τὸ 1899; Πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ παροράματος; Πῶς γίνεται δήλωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐνῷ πρόκειται περὶ πιστώσεως τοῦ 1898, δὲν ἐννοῶ.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὅλα ὅσα ἐδαπανήθησαν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἐδαπανήθησαν ἐντὸς τοῦ 1898 ἢ ἐντὸς τοῦ 1899;
§124Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θέλω ἀπαντήσει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν ἀδελφῶν Σταθάτου. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§126Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν κύρωσιν ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας τῶν ἀδελφῶν Σταθάτου, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, διότι οἱ ἀδελφοὶ Σταθάτοι ἀποτελοῦσι μέρος τῆς χορείας ἐκείνης τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες προήγαγον τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν εἰς σημεῖον ἐπίφθονον· τοιοῦτοι δ’ εἰσὶν οἱ Σταθᾶτοι, οἱ Θεοφιλᾶτοι, οἱ Ἐμπειρῖκοι, οἱ Βαλλιᾶνοι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἴπω μετὰ τόνου, ἀνύψωσαν τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν. Ἐν τούτοις ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως ταύτης θέλω λάβει πάλιν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς συντόμους τινὰς παρατηρήσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν γενικωτέραν ἐπισκόπησιν τῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀτμήρη ναυτιλίαν. Παρά τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν προσόδων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, δυνάμει τοῦ ποσοστοῦ 5%, τὸ ὁποῖον αὗται καταβάλλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον.
§127Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργός ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Φαίνεται ὅτι δὲν διεβιβάσθη ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου ἡ ὑμετέρα αἴτησις. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι θέλω σπεύσει νὰ προσκομίσω νῦν αὐτάς.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν σήμερον νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ διατάξητε τὴν προσκόμισιν. Ἐκ τῆς πληροφορίας αὐτῆς ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον αὐτὸ ζημιοῦται, διότι ἐλαττοῦνται ἐπαισθητῶς αἱ εἰσπράξεις τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Δημόσιον λαμβάνει 5%... Παρά τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλπίζω ὅτι θέλω λάβει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, δηλαδὴ κατάλογον ἁπασῶν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις συνῆψε σύμβασιν τοιαύτην, ὁποία καὶ ἡ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κυρουμένη. Ἀλλὰ λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ψηφίζομεν τὰς συμβάσεις αὐτὰς, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίζωμεν τὰ ἀντίρροπα ὠφελήματα, ὅσα ὑποχρεοῦνται αἱ ἑταιρεῖαι νὰ ἀποδίδωσι καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, λαμβάνω, εἶπον, ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι οὐ μόνον δὲν παρέχουσι τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται καὶ ὑποχρεοῦνται καὶ ἀναλαμβάνουσι διὰ τῶν συμβάσεων τούτων νὰ παρέχωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ δὴ καὶ διεξάγουσι τὸ ἔργον αὐτῶν μετὰ τόσης ἐλαφρότητος καὶ μετὰ τόσης ἀμελείας, συντελούσης καὶ τῆς Πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς εἰς τοῦτο, ὡς θὰ εἴπω δι’ ὀλίγων, ὥστε κίνδυνος μέγας ὑφίσταται πάντοτε κατὰ τῶν ταξιδευόντων διὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν. Εἶπον ὅτι δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν ἑταιρείαν τῶν ἀδελφῶν Σταθάτου, ἡ ὁποία δὲν ἐνεργεῖ ἀτμοπλοΐαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ἐπιτήρησιν ἐκείνην τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν συμμερίζεται, καὶ κατὰ τοῦτο βεβαίως δὲν ἔχω νὰ μεμφθῶ ποσῶς τὴν γνώμην του, δὲν συμμερίζεται, λέγω, τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐν προηγουμένῃ συνεδρίᾳ ἐξέφρασα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας, πρὸ πάντων εἰς τὰς ἐκτελούσας τὴν ἀκτοπλοΐαν, πλὴν τοῦ δρομολογίου καὶ τιμολόγιον, μέτριον καὶ δίκαιον καὶ ἐπωφελές, ἐπωφελὲς μὲν διὰ τὰς ἑταιρείας, μέτριον δὲ καὶ δίκαιον διὰ τὴν κοινωνίαν, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα, νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὴν διὰ μεγάλων ναύλων· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν φρονεῖ, ὅτι ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ ταύτῃ τοῦ συναγωνισμοῦ, — τῆς πάλης, κατ’ ἐμὲ, τῆς ἀγρίας, ἣν διεξάγουσιν αἱ ἑταιρεῖαι πρὸς ἀλλήλας, — ἐπικρατεῖ ὁ ἱκανώτερος, ἐπικρατεῖ ὁ κάλλιον τῶν ἄλλων χειριζόμενος τὴν ὑπόθεσίν του, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία δὲν καταστρέφεται, ἀλλ’ ὑφίσταται, διότι θὰ ἐπιζήσῃ ἐκείνη ἐκ τῶν ἑταιρειῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐπικρατήσῃ. Ἐν τούτοις αἱ ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῶν ναύλων πενιχραὶ εἰσπράξεις τῶν ἑταιρειῶν δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὰς νὰ τηρῶσιν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀνειλημμένας ἐκ τῶν γενικῶν νόμων τοῦ Κράτους καὶ ὄχι ἐκ τῶν συμβάσεων τούτων. Δηλαδὴ ἀτμόπλοιόν τι χιλίων τόννων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ναύτας 15, — δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ λέγω τοῦτο ὡς ἐν παραδείγματι. — Ἀλλ’ ἔχει 15 ναύτας; Ὄχι βεβαίως. Δὲν ἔχει πολλάκις οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν, οὓς ὑποχρεοῦται ἐκ τῶν κειμένων νόμων νὰ ἔχῃ. Ἔχουσι τὰ ἀτμόπλοια τὰς μηχανάς των εἰς καλὴν κατάστασιν; Πρόχειρός τις ἐξέτασις, ἀλλὰ καὶ συστηματικῶς γινομένη, ὄχι σπασμωδικῶς καὶ αἰφνιδίως, ὡς γίνεται διά τινας ἑταιρείας συνεπείᾳ καταγγελιῶν ἰδιωτῶν, εἴτε καὶ συνεπείᾳ ὑπονοίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια δὲν ἦσαν ἐν καλῇ καταστάσει, τοιαύτη ἐξέτασις, λέγω, καὶ ἐπιτήρησις τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἔχω δίκαιον, ὑψῶν τὴν φωνήν μου διὰ τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τοὺς ταξιδεύοντας διὰ τοιούτων ἀτμοπλοίων. Διότι καὶ αἱ μηχαναὶ δὲν εἶναι πολλάκις ἐν καλῇ καταστάσει, καὶ οἱ λέβητες εἶναι παλαιοὶ, ὑποκείμενοι εἰς ἐκρήξεις, ἐκρήξεις μάλιστα τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ὁλικὴν καταστροφὴν τοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ αὐτὰ τὰ βοηθητικὰ μηχανήματα τὰ πολλὰ, ὅσα παρομαρτοῦσιν εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ αὐτὰ ποτὲ δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει. Ἐν ὥρᾳ συγκρούσεως ἔχει πεποίθησιν ἡ λιμενικὴ ἀρχή, ὅτι τὰ διαφράγματα ἑνὸς πλοίου εἰσὶν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ ἐμποδίσωσι τὸν κατακλυσμὸν ὁλοκλήρου τοῦ κύτους τοῦ ἀτμοπλοίου ὑπὸ τῶν θαλασσίων ὑδάτων; Λέγω δὲ τοῦτο συνεπείᾳ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν καὶ παρατηρήσεων ἀκριβῶν καὶ ἀσφαλῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, διότι δὲν πρόκειται εἰδικῶς περὶ ἑταιρείας τινός· καθόσον πιθανὸν νὰ εὑρίσκετό τις νὰ μοὶ ἀπέδιδε καὶ σκέψιν τινὰ πλαγίαν διά τινα τῶν ἑταιρειῶν. Διὰ τοῦτο ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι γενικώτατα καὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις τῆς ὑπονοίας, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχέ τις ἐπὶ τῆς ἀφορμῆς ἢ τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου. Ἔχουσι τὰς ἀντλίας των ἐν τάξει διὰ τὴν περίπτωσιν πυρκαϊᾶς; Ἔχουσι τόσας λέμβους καὶ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἐν περιπτώσει ἐκρήξεως ἢ πυρκαϊᾶς ἢ συγκρούσεως νὰ δύνανται νὰ διασώσωσιν ὁλόκληρον τὸ φορτίον τῶν ἀνθρώπων, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς; Ἔχουσι σωσίβια, ὅσοι καὶ οἱ ἐπιβάται τῆς αʹ καὶ βʹ θέσεως, ὡς ἀναγράφουσιν ὅλων τῶν Κρατῶν οἱ νόμοι καὶ οἱ ἡμέτεροι, οἱ ἐκ τῶν νόμων τῶν ἄλλων Κρατῶν ἀντιγραφέντες; Ἔχουσι—δύναμαι νὰ βεβαιώσω—ἓν ἢ δύο σωσίβια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ ὄνομα τοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ εἶναι κοσμητικόν τι, καὶ ὄχι πρᾶγμα χρήσιμον καὶ πρακτικὸν διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ κινδύνου. Ἔχουσιν ἀριθμὸν πληρώματος τόσον, ὅσον ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι; Δύναταί τις μετὰ λύπης νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι σχεδὸν καμμία ἐκ τῶν ἑταιρειῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἐκτελουσῶν τὴν ἀκτοπλοΐαν ἐν Ἑλλάδι, δὲν πληροῖ ὄχι τοὺς ἡμίσεις, ἀλλ’ οὔτε τὸ τρίτον οὔτε τὸ τέταρτον τῶν ὅρων, περὶ τῶν ὁποίων προὐνόησαν οἱ νόμοι διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τῆς ναυτιλίας αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν καὶ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύονται τὴν ζωήν των εἰς αὐτὰ τὰ ἀτμόπλοια. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξωσιν ἐπιθεώρησιν τακτικὴν καὶ κανονικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ δι’ αὐτῆς ἡ κατάστασις ἑκάστου τῶν πλοίων συνεχῶς, ἐνδελεχῶς, οὐχὶ δὲ κατὰ μακρὰ διαστήματα καὶ διὰ σπασμωδικῶν κινήσεων, ἀλλὰ διὰ τακτικῆς ἐργασίας νὰ ἦναι ἐξηκριβωμένη ἡ κατάστασις τῶν πλοίων, νὰ ἐμπνέηται ἡ πεποίθησις, ὅτι ἀσφαλῶς ταξιδεύει τις ἐπὶ τῶν πλοίων τούτων, καὶ συγχρόνως νὰ κατορθῶται, ὥστε τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα, διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως εὑρισκόμενα εἰς καλλίστην κατάστασιν, νὰ ἐκτελῶσι καλλίτερον τὸν προορισμόν των. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν αὑτοῦ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀποβαίνει σπουδαιότατον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, θὰ ἐπικαλεσθῶ δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Σπετσῶν βουλευτοῦ κ. Λεωνίδα, μετὰ τοῦ ὁποίου ὡμίλουν προχθὲς περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν Σχολήν τινα, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ λαμβάνωσι διπλώματα ἀναγνωρίσεως τῆς ἀξίας των οἱ μηχανικοὶ τῶν ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων. Ἔχομεν π.χ. Σχολὴν, ἐπιτροπήν τινα ἔστω, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία ἀπονέμει διπλώματα εἰς τοὺς ἐμποροπλοιάρχους. Ὁπουδήποτε σπουδάσαντας καὶ ὁπουδήποτε διδαχθέντας, ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς ἐξέτασιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐφοδιάζει διὰ διπλώματος, ἐὰν εὕρῃ αὐτοὺς κατόχους τῶν γνώσεων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ δίπλωμα κυβερνήτου ἢ δίπλωμα πλοιάρχου τῶν ἱστιοφόρων πλοίων. Ἐὰν εἴχομεν ἐπιτροπήν τινα τοιαύτην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία νὰ ἐφοδιάζῃ τοὺς μηχανικοὺς τῶν ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων διὰ διπλώματος, ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὸ ἑξῆς μέγα ἀγαθόν. Οὐδεμία ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀσφαλίζει ποτὲ τὸ φορτίον ἀτμοπλοίου ἑλληνικοῦ, ἐὰν τοῦτο δὲν ἔχῃ μηχανικὸν δυνάμενον νὰ παρουσιάσῃ ἐπίσημον δίπλωμα ἀναγνωρίσεως τῆς ἀξίας του. Προχθὲς μοὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος, ὅτι ἀτμόπλοιον ἀνῆκον εἰς κάτοικον ἐκ Σπετσῶν καὶ μέλλον νὰ πλεύσῃ ἐξ Ἀγγλίας εἰς Ἑλλάδα, ἐζήτησε νὰ ἀσφαλισθῇ. Ἡ Ἀσφάλεια ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν ὁ μηχανικὸς ἦτο ἐφωδιασμένος διὰ διπλώματος βεβαιοῦντος τὴν κατοχὴν τῶν γνώσεων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν καλὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἔργου του· τὸ ἀτμόπλοιον εἶχε μηχανικὸν καλὸν, ἀλλ’ ἄνευ τοιούτου διπλώματος. Ἡ Ἀσφάλεια ὑπεχρέωσε τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἀτμοπλοίου νὰ λάβῃ Ἄγγλον μηχανικόν, ἔχοντα τοιοῦτον δίπλωμα· τὸν δὲ Ἄγγλον μηχανικὸν ἐπλήρωσε διὰ 500 χρυσῶν φράγκων κατὰ μῆνα, ἐνῷ οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ ἀρκοῦνται εἰς τὸν μισθὸν τῶν 300 χαρτίνων δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω τί συμβαίνει — καὶ συμβαίνει συχνότατα — εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια. Εἰς τὰ 1893 ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλης ὑπέβαλε νομοσχέδιον, θεραπεῦον τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας καὶ πληροῦν τὴν μεγίστην ἀνάγκην τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη τότε. Πρὸ δύο ἐτῶν ἔλαβον τὴν ἄδειαν δι’ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Μπούμπουλη νὰ τὸ ὑποβάλω ἐγὼ ὡς νομοσχέδιον συνταχθὲν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· δοθείσης δέ μοι τῆς ἀδείας εὐμενῶς, ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, δηλώσας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν (νομίζω δ’ ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτο τότε, ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης). Τὸ νομοσχέδιον καὶ τότε δὲν ἐψηφίσθη. Σήμερον, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία ἔλαβε τόσην ὤθησιν πρὸς τὰ ἐμπρὸς, ὅσην δὲν ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ καὶ ὁ αἰσιοδοξότερος τῶν φίλων αὐτῆς καὶ ὁ αἰσιοδοξότερος ἐκ τῶν παρακολουθούντων αὐτὴν ἐκ τοῦ σύνεγγυς, σήμερον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἐπιτακτικωτέρα. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον τότε, εἶναι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς εἶχε συνταχθῆ παρ’ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους, ἂν τυχὸν, ὡς ἐλπίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀποφασίσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πάλιν θὰ ἀναθέσῃ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἔστω, ἂς μὴ χρησιμεύσῃ τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον, ἂς ὑποβληθῇ ἐκ νέου ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα θεραπευθῇ ἡ μεγάλη αὕτη καὶ σπουδαία ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπιθυμῶ νὰ ἐφελκύσῃ πολὺ συντονώτερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι εἷς ἐκ τῶν τρόπων, καθ’ ὃν ἄνευ μέτρων ἐκτάκτων δυνάμεθα νὰ ὠφελήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν. Συμβαίνει δὲ τὸ ἑξῆς· εὐφυέστατος ὁ Ἕλλην περὶ τὰ τοιαῦτα, καταρτίζεται δι’ ἰδίας μελέτης καὶ διὰ πρακτικῆς ἐξασκήσεως, ἀρχίζων ἀπὸ τῶν κατωτάτων βαθμίδων τοῦ φυσητῆρος καὶ τοῦ ἄκμονος καὶ τοῦ λιπαντοῦ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Πειραιῶς, γινόμενος ὕστερον θερμαστὴς καὶ τέλος βαθμηδὸν διὰ τῆς ἰδιοφυΐας του ταύτης κατορθῶν νὰ γείνῃ μηχανικὸς τέλειος, δυνάμενος νὰ παραβληθῇ πρὸς τοὺς καλλιτέρους Εὐρωπαίους μηχανικούς. Ἔσχομεν δὲ μηχανικοὺς, καὶ ἔχομεν αὐτοὺς καὶ ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ καὶ ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς τιμῶσι τὴν Ἑλλάδα. Τινὲς ἐκ τῶν ἡμετέρων μηχανικῶν, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Πειραιῶς καὶ ἐν τοῖς ἐμπορικοῖς ἀτμοπλοίοις, ἄλλοι σπουδάσαντες ἐπί τινα χρόνον καὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, νὰ καταρτισθῶσι μηχανικοὶ τέλειοι, μεταβάντες εἰς τὴν Τεργέστην ἢ τὸ Φιοῦμε, ἐφωδιάσθησαν διὰ διπλώματος τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως...
§129ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Γνωρίζομεν πόσον εὐκόλως δίδονται τὰ διπλώματα ἐν Τεργέστῃ, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐπιβάλλει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τοιαῦτα, νὰ φοιτήσωσιν εἰς ἓν τῶν ἀνεγνωρισμένων ἐργοστασίων.
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ αἱ Ἀγγλικαὶ Ἀσφάλειαι καὶ ὅλαι αἱ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ἀναγνωρίζουσι τὸ δίπλωμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς χεῖρας τῶν μηχανικῶν τούτων· ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εὐκαιρία ἐν Ἑλλάδι νὰ λάβωσιν οἱ μηχανικοὶ οὗτοι δίπλωμα. Διότι τίς θὰ τοὺς ἐξετάσῃ; Δὲν ὑπάρχει ἐπιτροπή. Ἀρκεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει Σχολή. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἂς συσταθῇ μία ἐπιτροπὴ τοιαύτη, καθὼς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τοὐλάχιστον τὴν ναυτιλίαν κατὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὔτε εἰς μερίμνας οὔτε εἰς δαπάνας οὔτε εἰς ἄλλο τι ἐμβάλλει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργός.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς εἶναι σπουδαιόταται. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀνάγονται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχε ζητήσει, ὅπως ὑποβάλω πίνακα τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἐξ οὗ νὰ συνάγηται ποῖαι εἶναι αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ συμβληθεῖσαι μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ὡς ἐκ τῆς τῆς ὑπάρξεως τῶν συμβάσεων στερεῖται ἐν μέρει τὸ Δημόσιον καὶ ἐν μέρει τὸ Ταμεῖον τῶν Φάρων. Ζητῶ συγγνώμην, ἂν δὲν ὑπέβαλον τὸν πίνακα ἐγκαίρως. Ὑποβάλω τοῦτον σήμερον. Ἄλλαι παρατηρήσεις ἀνάγονται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ αἱ πλεῖσται τούτων, δηλαδὴ αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν, εἰς τὴν κατάστασιν τῶν μηχανῶν τῶν λεβήτων καὶ τὰ τοιαῦτα, ὅλαι ἀνάγονται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὑπαρχόντων νόμων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει διατάξει, ὅπως οἱ νόμοι λειτουργήσωσι. Καὶ ἡ τελευταία παρατήρησις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὀρθοτάτη. Σήμερον ἀναγνωρίζονται μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπί τινα χρόνον ὑπηρέτησαν εἰς ἀνεγνωρισμένον ἐργοστάσιον. Ἀλλὰ δὲν ὑποβάλλονται εἰς ἐξετάσεις, καὶ ἑπομένως δίπλωμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναγνωρίζωσιν οἱ ξένοι, δὲν λαμβάνουσι. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἵνα κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τόσον σπουδαῖον, σήμερον μάλιστα, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τὴν ὁποίαν ἡ ἀτμοπλοΐα ἔλαβε, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει προσεχῶς ὑποβάλει τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεὶς πίναξ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 327).
§133Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα πληρωθῇ ἡ ἀνάγκη, θὰ ἠδυνάμην νὰ ζητήσω τὴν ἵδρυσιν Σχολῆς θερμαστῶν μηχανικῶν, Σχολῆς μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρεμβάλωμεν τοιαῦτα καὶ πέσωμεν πάλιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος διὰ τρόπου εὐνοϊκωτάτου καὶ δυναμένου νὰ πραγματοποιηθῇ.
§134ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δυστυχῶς πάντα σχεδὸν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου συναδέλφου εἶναι ἀληθέστατα. Ἀλλ’ ἡ ἀτέλεια αὕτη δὲν εἶναι κυρίως καὶ μόνον διοικητική, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι συγχρόνως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀτέλεια νομοθετική. Δυστυχῶς οὐδεὶς νεώτερος νόμος ὑπάρχει περὶ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, πλὴν δύο νομοθετικῶν διαταγμάτων τοῦ 1836, τοῦ μὲν περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, τοῦ δὲ περὶ ἀστυνομίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ νεωτέρων τινῶν νόμων περὶ ἀπογραφῆς καὶ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, εἶναι δὲ εὐνόητον τοῖς πᾶσιν, ἂν εἶναι δυνατὸν νῦν ἔτι νὰ διέπωσι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν διατάγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀφοῦ πάντες οἱ κλάδοι τοσοῦτον προώδευσαν, ἰδίᾳ δὲ ἡ ναυτιλία, ἧς αἱ σήμερον συνθῆκαι εἶναι ἐντελῶς διάφοροι τῶν τότε. Ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας παρατηρεῖ τις, ὅτι πλὴν τῶν εἰρημένων δύο νομοθετικῶν διαταγμάτων ἐξεδόθησαν κατὰ καιροὺς διάφορα νομοθετήματα, ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, ἅτινα περιέργως πως, χωρὶς νὰ καταργηθῶσι ῥητῶς, οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν, ἢ ἔπαυσαν σιωπηρῶς ἐφαρμοζόμενα. Διὰ ταῦτα ἐγὼ καὶ ἄλλοτε συνηγόρησα μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ ἐμψυχώσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς σήμερον ἀνάγκας, καὶ ὑπεδείξαμεν τὴν ἀνάγκην συστάσεως ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπεξεργασθῇ αὕτη καὶ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον νομοθεσίαν, ἧς στερούμεθα παντελῶς. Ὅ,τι ἠδυνάμην μεμονωμένως νὰ πράξω, προθύμως ἔσπευσα γὰ ἐκτελέσω, καὶ ὑπέβαλον πρὸ καιροῦ τῇ Βουλῇ πρότασιν νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων, καὶ ἑτέραν περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ προσόντων τῶν βαθμοφόρων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Καίπερ δὲ ἐκ μικρᾶς πείρας ἐγνώριζον, ὅτι αἱ προτάσεις νόμων οὐδέποτε σχεδὸν ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μὴ ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔσπευσα νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, ἔσχον δὲ τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς πρώτης τῶν εἰρημένων δύο προτάσεών μου προὐκλήθη ἡ ὑποβολὴ σχετικοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργοῦ, τοῦθ’ ὅπερ εὐελπιστῶ, ὅτι συμβήσεται καὶ περὶ τῆς ἑτέρας τούτων. Ἡ κατάστασις αὕτη, ὡς εἰκός, τὰ μέγιστα ἐπιδρᾷ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἰδιωτικῶν καὶ ἑπομένως καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, διότι οὐδεὶς φορτωτὴς φορτώνει ἐπὶ Ἑλληνικῆς σημαίας, ἐὰν τὸ πλοῖον δὲν ἦναι ἠσφαλισμένον, οἱ δὲ ἀσφαλισταὶ ἡμῶν, Ἄγγλοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Ἀγγλικοῦ νηογνώμονος Lloyd, ἀλλὰ γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν προσόντων αὐτοῦ, ὑπέρογκα ἐπιβάλλουσιν ὑμῖν ἀσφάλιστρα, ὑψώσαντες ταῦτα ἐσχάτως μέχρι δώδεκα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ σκάφους καὶ τῆς μηχανῆς, κατ’ ἰδίαν αὑτῶν ἐκτίμησιν, ἐνῷ ἄλλοτε περιωρίζοντο εἰς ἓξ μόνον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἀπορροφοῦντες οὕτω πᾶν σχεδὸν κέρδος.
§135Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Παρακαλῶ νὰ υἱοθετηθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, διότι εἶναι τελειότατον καὶ θὰ πληρώσῃ σπουδαιοτάτην ἔλλειψιν.
§136Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων μαθητῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§138ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν τώρα, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§139ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀκόμη.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνετσι δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ.μ.)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§142Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐπιβάλλεται, περὶ τούτου οὐδεὶς ἀντιλέγει. Ἐξεταστέον ἤδη, ἂν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑποβάλλεται, ἀνταποκρίνεται ἢ μὴ εἰς τὴν πανταχόθεν ἐκδηλουμένην ταύτην εὐχήν. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει συνταχθῆ, εἶναι πολὺ δυσνόητον· συνετάχθη δὲ, φαίνεται, διὰ τοὺς συντάξαντας αὐτὸ ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἡ τακτικὴ αὕτη τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μεριμνῶσι περὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν— ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω—ἐνῷ προτείνουσι τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νὰ αὐξάνωσι σύναμα καὶ τὴν μισθοδοσίαν τὴν ἰδικήν των. Αὐτὰ τὰ εὑρίσκω πολὺ δυσνόητα, καὶ διὰ τοῦτο ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τινὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ περιλαμβάνονται τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη, αὐξάνονται αἱ δαπάναι τοῦ Δημοσίου λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν κατὰ 209 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως, διότι αὐξάνονται καὶ οἱ μισθοὶ τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν κατὰ 20 δραχμὰς μηνιαίως. Φρονῶ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι εὐτελὴς, καὶ ὡς τοιαύτη καλλίτερον νὰ λείψῃ· διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, οἱ πλεῖστοι τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων ἔχουσιν ἐκ τῶν ὑποθηκοφυλακείων—ἀντιγράφων, διεξαγωγῶν κλπ.—πλέον τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Προτείνω λοιπὸν νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ μισθοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἕτερα μέτρα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ πρωτοδίκαι πρέπει νὰ μετατίθενται εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ οὗτοι περιοδεύοντες εἰς τοὺς διαφόρους δήμους νὰ δικάζωσι τὰ μικρὰ ἐγκλήματα, ὡς τοῦτο ἐγίνετο ἄλλοτε, ἴσως καὶ ἤδη, ἐν Ρουμανίᾳ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, οἱ νέοι δικασταὶ λαμβάνουσιν αὔξησιν μισθοῦ μόνον μετὰ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, διότι διὰ τὸν δικαστὴν κατὰ τὰ πρῶτα 15 ἔτη τῆς ὑπηρεσίας του εἶναι ἀρκεταὶ αἱ 300 δραχμαί. Διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστάς, τοὺς ἐγγηράσαντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἔλθῃ ἀρωγόν, διότι ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ βιβλίων καὶ ἄλλων πολλῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι μετὰ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν πρέπει νὰ αὐξάνηται ἡ μισθοδοσία τῶν δικαστῶν. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ποίαν ὑπηρεσίαν ἔχουσιν οἱ διάφοροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ πληροφορήσῃ. Ἐγὼ ὅμως κατώρθωσα νὰ ἐξακριβώσω τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη καὶ μεγάλης ἐργασίας διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ζήτημα αὐτό· διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀπασχολῇ τοσούτους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι καταντᾷ διὰ μίαν καλημέραν, λεγομένην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ λαμβάνωσι 15 δραχμὰς, καὶ θὰ ἠδύνατο ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκολληθῇ εἰς ἕτερον Ὑπουργεῖον ὑπὸ ἕνα γραμματέα. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου ταύτας, ὑπάρχουσιν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἄνω τῶν 15 ἐτῶν. Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ λαμβάνωσιν 900 δραχμὰς κατὰ μῆνα· τότε δὲ ἠθέλομεν κανονίσει δι’ αὐτοὺς μισθὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχουσιν, ἡ αὔξησις δὲ αὕτη τῶν δύο τούτων μισθοδοσιῶν θέλει ἀπαιτήσει ἐτησίαν δαπάνην δρ. 7,200. Ἔχομεν 8 ἀρεοπαγίτας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουσι 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἕκαστος, καὶ 7 ἀρεοπαγίτας, οἵτινες κατὰ μέσον ὅρον ἔχουσιν ὑπηρεσίαν 25 ἐτῶν. Οὕτως οἱ ἀρεοπαγῖται θέλουσιν ἀπαιτήσει δαπάνην ἐτησίαν δραχ. 36,600, οἱ Πρόεδροι, οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν δαπάνην δραχμῶν 23,400...
§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνει καὶ 300 φράγκα χρυσᾶ ἀπὸ τὸ Ζάππειον.
§144ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν τὸ λαμβάνει ἀπὸ τὸ Δημόσιον, τὸ λαμβάνει δυνάμει τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα. Ὑπάρχουσι 5 Ἐφετεῖα ἐν τῷ Κράτει, ἔχομεν 5 Εἰσαγγελεῖς καὶ 3 ἀντεισαγγελεῖς καὶ 5 Προέδρους Ἐφετῶν, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία δὲν ὑπερβαίνει τὰ 25 ἔτη· ἑπομένως, ἐὰν ἑκάστου τούτων αὐξήσῃ ἡ μισθοδοσία κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, θὰ ἔχωμεν, ὡς προεῖπον, αὔξησιν ἐτησίαν ἐκ δραχμῶν 23,400. Διὰ τοὺς ἐφέτας αὐξάνει ἐν συνόλῳ κατὰ δραχμὰς 52,800, διὰ τοὺς Προέδρους, Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ πρωτοδίκας κατὰ δραχμὰς 125,000. Ἑπομένως ἐν ὅλῳ ἔχομεν αὔξησιν ἐκ δραχμῶν 245,000, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ἡ δαπάνη αὐξάνει κατὰ 209,840 δραχμὰς, χωρὶς νὰ προσδοκᾶται οὐδεμία ὠφέλεια. Ἐὰν λοιπὸν διαγράψητε τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν, ἢ αὐξήσητε τὸν μισθὸν τῶν παλαιῶν δικαστῶν, νομίζω ὅτι καὶ ἀξιοπρεπῶς θὰ ἀμείβητε πλέον αὐτοὺς καὶ θὰ ἔχητε καὶ τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἐπράξατέ τι ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης.
§145Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, συνεζητεῖτο πρὸ ἡμερῶν κατὰ μακρὰς ἡμέρας καὶ ἀτελευτήτους νύκτας τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καὶ διεσταυροῦντο τὰ πυρὰ τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορητῶν τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξεν ἓν κοινὸν ἔδαφος συναντήσεως τούτων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐβλήθη ἀμειλίκτως ἡ Δικαιοσύνη, καὶ ἐζητήθη καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐκτὸς μεμονωμένης φωνῆς, νὰ σπιλωθῇ τὸ λευκὸν ἔνδυμα αὐτῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἔργον ἦτο καὶ ἄχαρι καὶ ἄδικον καὶ ἀντεθνικόν· δὲν προσεβάλλετο οὕτω μόνον ἡ Δικαιοσύνη, ἐπλήττετο αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ὕπαρξις διὰ τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ἡ πλειονότης τῆς Βουλῆς νὰ προσάψῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Τοιαύτη δὲ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, οἵα παρεστάθη, ἂν ὑφίστατο, θὰ ἐδικαιολόγει τὴν μέριμναν τὴν λεπτὴν, τὴν ὁποίαν ἐσκέφθησαν νὰ λάβωσιν οἱ τοῦ Ἐλέγχου, οἱ ξένοι, καὶ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας, διότι βεβαίως, ὅταν ἓν ἔθνος εἰκονίζηται διὰ τῶν ἐπισήμων αὐτοῦ ἀντιπροσώπων ἔχον δικαιοσύνην τοιαύτην, οἵα καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τοῦ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ὁμιλήσαντος, κ. Μπουφίδου, καὶ ὑπὸ τοῦ ἀντίποδος ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ κ. Μπακοπούλου διετυμπανίσθη, παρέχεται εὔλογος ἀφορμὴ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς κηδεμόνας μας νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν φροντίδα των...
§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφισβητεῖτε τὰ γεγονότα;
§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γεγονότα εἶναι μεμονωμένα, ἀφορῶσι δὲ εἰς πρόσωπα, ὄχι εἰς τὴν ἐν γένει ἰδέαν τῆς Δικαιοσύνης· καὶ ὅταν καταρρίπτητε διὰ τῶν λόγων σας τὴν Δικαιοσύνην, καταρρίπτετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους.
§148Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονήσητε, κύριε συνάδελφε, ὅτι, ὅτε ὡμίλει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ἐγὼ διεμαρτυρήθην διὰ τὸν παρ’ αὐτοῦ γινόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος εὐτελισμὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠκούσθη μεμονωμένη φωνή· ὅταν ἔλεγον φωνὴ μεμονωμένη, ἐνόουν τὴν ἰδικήν σας, κύριε Βουλευτά. Περιέμενον λοιπὸν, ὅτε ἤκουον οὕτω διασυρομένην τὴν Δικαιοσύνην, περιέμενον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐγερθῇ καὶ ἀμυνθῇ κατὰ τῶν ἰδεῶν τούτων, τῶν ἐπιρριπτομένων κατὰ τῆς ἐν γένει Δικαιοσύνης, ἐνῷ δὲν προέκειτο ἢ περὶ ἐνίων προσώπων, ἢ ἐνίων γεγονότων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀτυχῶς ἐσιώπησε. Τὴν σιωπὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ ζητήματος τοιούτου δὲν ἐξηγῶ ἄλλως ἢ ὡς ὑπαγορευθεῖσαν ἐκ παλαιοτέρας αὑτοῦ γνώμης, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικαστῶν καὶ ἡ αὔξησις τῶν δικαστηρίων, ὅπερ ἦτο τὸ κύριον θέμα, δὲν εἶναι ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα νομίζει συμβάλλοντα ὑπὲρ τῆς ἀνυψώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Μεταξὺ δὲ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν, ἀναγνωρίζω ἐν τῷ παρόντι ὑπὸ συζήτησιν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς ὅσον ἔνεστιν ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνθρωπινωτέρας ὑπάρξεως καὶ παραστάσεως τοῦ δικαστοῦ. Ἓν μόνον ζήτημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω· εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀξιῶ ὅτι κατέχω τὴν κατάστασιν. Ἐὰν ἡ παροῦσα περίστασις εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ θίξω, ἀλλ’ ἀπὸ γενικῆς περιωπῆς ἐξετάζων τις, δὲν δύναται ἢ νὰ εὕρῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ὀρθήν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον συνεζητήθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἦτο ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἀναπτυχθῇ ἀσκανδαλίστως ἡ θέσις τῆς Δικαιοσύνης, ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐναντίον τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης τῆς ποινικῆς, — διότι περὶ ταύτης ἔγεινε λόγος, — ἦσαν λίαν ὑπερβολικὰ, ἀπέχοντα τῆς πραγματικῆς εἰκόνος τῆς Δικαιοσύνης, ὑπηρετοῦντα ὅμως τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐλέγοντο· σκοπὸς δὲ τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ ἦτο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πλημμελειοδικείων, καὶ ἑπομένως διὰ τῆς συστάσεως τοιούτου καὶ ἐν Λεβαδείᾳ, ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν εἰκόνα, οἵαν ἔδιδε περὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν γνώμην τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ τῶν ἐντεῦθεν καὶ τῶν ἐκεῖθεν, ἡ Δικαιοσύνη εἰς τόσον χθαμαλὸν ἔδαφος ἔχει καταπέσει, ὥστε οἱ δικασταὶ νὰ εἰκονίζωνται τόσον σκληρῶς, ὡς εἰκονίσθησαν, ὁ δικαστὴς τότε εἶναί τι κακὸν ἐν τῇ Ἑλλάδι· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον κακὸν θὰ τὸ αὐξήσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Δικαιοσύνη χωλαίνει, καὶ ὅτι, ἵνα ἐπέλθῃ θεραπεία, ἔδει νὰ προσεγγίσωμεν πλειότερον τοὺς δικαστὰς πρὸς τοὺς δικαζομένους. Οἱ ἀναχωροῦντες ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης δὲν ἔχουσι, φρονῶ, ἀκριβῆ γνώμην· τοὐναντίον, θέλετε νὰ ἔχητε τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον προσήκει νὰ ὑπάρχῃ αὕτη; ἀπομακρύνατε τοὺς δικαζομένους ἀπὸ τοὺς δικαστάς. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχητε μακρὰν τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τῶν μικρῶν κέντρων· καὶ τοῦτο εἶναι προφανές· ἡ συμβίωσις τῶν δικαστῶν πρὸς τοὺς δικαζομένους δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ κατ’ ὀλίγον νὰ σύρῃ τὰς ἀσθενεστέρας φύσεις ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν, τῶν συμπαθειῶν, τῶν ἐχθροτήτων. Μοὶ ἔλεγέ τις δικαστὴς, ὅτι μεταβαίνων εἰς τὸν Καρβασαρᾶν ὡς τοιοῦτος, κατ’ ἀνάγκην, ἵνα στεγασθῇ, ἵνα φάγῃ, ἵνα ζήσῃ, θὰ ἔλθῃ εἰς στενωτέραν συνάφειαν πρὸς τοὺς κατοίκους, ὅσον μικρότερος εἶναι ὁ τόπος, καὶ οὕτω κατ’ ὀλίγον θὰ συνάψῃ δεσμούς. Οἱ στενώτεροι δεσμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπηρεάσουν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· εἶναι αὕτη ὁμολογία αὐστηροτάτη δικαστοῦ. Καὶ ἂν ἐψηφίσθη ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων, οὐχ ἧττον εἰς οὐδενὸς τὴν συνείδησιν ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις, ὅτι τοῦτο θὰ φέρῃ τὴν ἀναγκαίαν βελτίωσιν. Εἶναι ἤδη ἐπιτεταγμένον ἐκ τοῦ νόμου τὸ ἔργον τῆς αὐξήσεως τῶν νομῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ ἔργον τῆς αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικῶν. Ἐπιτακτικὸν ὅμως εἶναι τὸ ἔργον νὰ ἐπιτευχθῇ βελτίωσις τῆς Δικαιοσύνης διὰ νομοθετικῶν ἔργων καταλλήλων, ὡς ἀπαρχὴν δὲ ὑπολαμβάνω τὸ παρὸν περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθοδοσιῶν. Εἰς τὸ παθητικὸν τῆς Δικαιοσύνης κατελογίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ τοῦτον δύνασθε νὰ ἐλαττώσητε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστῶν; Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἐναντίον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις ἔχει γνῶσιν καὶ πεῖραν τοῦ θέματος, ἔργον βεβαίως θέλει διαπράξει σπουδαῖον, δι’ ὃ θὰ τῷ ὀφείλῃ χάριν ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη, ἐὰν διὰ νομοθετήματος ὑπαγάγῃ ἀδικήματά τινα ἐλαφρὰ, ὡς ἁπλᾶς ἐπιθέσεις, τραύματα ἐξ ἀμελείας, ἐξυβρίσεις, ὑλοτομίας παρανόμους, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ πταισματοδίκου. Σήμερον ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Ἀθηνῶν ἐδικάζοντο 74 ὑποθέσεις· ἐκ τούτων καταδικαστικαὶ εἰς μικρὰν φυλάκισιν ἀποφάσεις ἦσαν 12 ἢ 15, αἱ ἄλλαι ἦσαν ὑποθέσεις ἀνάξιαι λόγου, ἦσαν ὑποθέσεις παρανόμου ὑλοτομίας, μικροτραυμάτων, μετεχόντων τοῦ χαρακτῆρος τῆς αἰκίας, ἦσαν ἁπλαῖ ἐξυβρίσεις, ἐν γένει ὑποθέσεις ἀπολήξασαι εἰς πρόστιμον ἢ κράτησιν, καὶ ὅμως ἀπασχολήσασαι τὸ Πλημμελειοδικεῖον μέχρι νυκτὸς, ἐπὶ βλάβῃ τῶν σοβαρωτέρων ὑποθέσεων. Νομοθέτημα τοιοῦτον, προβαλλόμενον καὶ κανονίζον ὡρισμένης φύσεως τοιαῦτα ἀδικήματα, ὑπὸ εὐρυτέραν τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ πταισματοδίκου, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξῃ ἐκ τοῦ ἑσμοῦ τῶν μικροϋποθέσεων τὸ δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὥστε νὰ μὴ ἔχητε τὴν εἰδεχθῆ εἰκόνα, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος τρόπος πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ποινικῶν δικῶν. Θὰ κατωρθοῦτο τοῦτο, ἐὰν ὡρίζετο, ὅτι τὰ ἔξοδα ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου θὰ διατάσσωνται οὐχὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τοῦ μηνύσαντος. Δεκάδες χιλιάδων ὑποθέσεων, ἑκατοντάδες χιλιάδων κατ’ ἔτος δικάζονται ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις τοῦ Κράτους, καὶ ὅμως οἱ εἰδότες ἐκ τοῦ σύνεγγυς τ’ ἀποτελέσματα τούτων δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀθωώσεων προσεγγίζει πρὸς τὸ ἥμισυ. Διότι ἐπὶ 100,000 ὑποθέσεων ποινικῶν τὸ ἓν τρίτον εἶναι μηνύσεις ψευδεῖς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἤμην κεκηρυγμένος συνήγορος, παρέστην συνήγορος εἰς 160 καὶ πλέον ὑποθέσεις ἀστυνομικῶν εἰσαχθέντων εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον· αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων τούτων ἀπέληξαν εἰς ἀθωώσεις, διότι προήρχοντο ἐκ ψευδῶν μηνύσεων, εἰς ἃς προέβησαν οἱ πολῖται, ἵνα μηδενίσωσιν ἢ ἐλαττώσωσι τὰς συνεπείας ἀδικημάτων, ἀντιστάσεων ἢ ἐξυβρίσεων, ἃς διέπραξαν κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν. Διὰ τοῦτο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ περίπου τῶν ἀδικημάτων ἔχομεν δύο ἀμοιβαίας μηνύσεις, τῶν τε ἀδικηθέντων καὶ τῶν ἀδικησάντων. Ἐὰν λοιπὸν κατωρθοῦτο ἡ τιμωρία τῶν ψευδῶς μηνυόντων, τοὐλάχιστον διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῆς δίκης ἐπὶ τῇ ἀθωώσει τοῦ κατηγορουμένου, θὰ εἴχομεν σημαντικὴν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Ὑπάρχει ἕτερος τρόπος, ὅστις ἐλειτούργησε κατ’ ἀρχαιότερον χρόνον, οὐχὶ κατὰ τὴν πρωτογενῆ κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν ἡ δικαιοσύνη κατά τινα τρόπον ἀπενέμετο ὑπὸ περιοδευόντων δικαστῶν. Ἐγένετο μνεία ἐνταῦθα, ὅτι τὸ Δημόσιον δαπανᾷ ἐτησίως μέγα ὄντως ποσὸν, περὶ τὰς 800,000 δραχμὰς, εἰς μαρτυρικὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι αὐξάνει ἐξ ἄλλου ὁ ἀριθμὸς τῶν δικῶν ἐκ τῶν πολλῶν ἐρημοδικιῶν. Εἶναι ἀνέφικτος πολλάκις ἡ προσέλευσις τῶν μαρτύρων καὶ τῶν δικαζομένων, εἴτε ἕνεκα τῶν καιρικῶν περιστάσεων, εἴτε ἕνεκα τῶν γεωργικῶν αὐτῶν ἐργασιῶν, ὡς καὶ τοῦ ἀκαταλλήλου ὡς πρὸς τὸν χρόνον προσδιορισμοῦ τῶν δικῶν. Διὰ τοῦτο μέτρον τι νομοθετικὸν, κανονίζον τὰ τῆς περιοδείας τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τόπον, οὐ μόνον ἤθελε μειώσει τὴν πληθὺν τῶν δικῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ τῶν ἀναβολῶν, ἀλλὰ καὶ ἤθελεν ἐξασφαλίσει δικαιοσύνην ὀρθοτέραν διὰ τῆς ἀμέσου κατὰ τόπον ἀντιλήψεως τοῦ δικαστοῦ, πρὸς δὲ καὶ ταχυτέραν, θὰ ἐμείου δὲ σημαντικῶς καὶ τὸ ποσὸν τῶν μαρτυρικῶν ἐξόδων. Τοῦτο εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν βαθυτέραν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομοσχέδιον σκόπιμον, τοῦ ὁποίου εἴδομεν τὰς γενικὰς γραμμὰς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἴδομεν συζητούμενον, εἶναι τὸ περὶ συστάσεως τριμελοῦς δικαστηρίου Πλημμελειοδικῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατεγίνετο εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτων νομοσχεδίων, βεβαίως ἔργον συμβάλλον καὶ πρὸς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς θὰ ἔπραττεν. Ἐν τούτοις ἔδειξε καὶ σημεῖά τινα γενικὰ, εὐελπίζοντα ὅτι δὲν θὰ ὑστερήσῃ ἐν τῇ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ, καὶ ὑπολαμβάνω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ἀπὸ τοιαύτης ὁρμᾶται ἀρχῆς. Ἄν ἦναι ἐπίκαιρος ἡ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν, δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον νὰ ἐξετάσω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ διακηρύξω, εἶναι, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω πᾶν μέτρον, τεῖνον πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, — καὶ βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης ὑπολαμβάνω τὴν βελτίωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, — καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἐν τῇ συζητήσει περὶ δικαστικῶν τινων προσώπων συγχέουσί τινες τὴν Δικαιοσύνην συλλήβδην. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν μεταθέσεων, τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ὑπεδουλώθη εἰς τὴν Πολιτικήν· ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταθέσεων ἐνδεικνύει τὴν νικηφόρον πάλην, τὴν ὁποίαν διεξάγει ὁ δικαστὴς ἐναντίον τῶν ἀξιώσεων τοῦ πολιτευομένου. Ἐντεῦθεν προέρχονται αἱ πλεῖσται μεταθέσεις, καὶ τὸν ἔλεγχον πρέπει νὰ ἀπευθύνωμεν πολλάκις οὐχὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ εἰς τοὺς πολιτευομένους. Ἡ Δικαιοσύνη ἀπέδειξεν ἐλευθερίαν καὶ ἀκεραιότητα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν λογχῶν δὲν ὑπέκυπτεν ὁ Τερτσέτης, καὶ ὅτε ἄλλοτε, βραδύτερον, ἀπολυταρχικαὶ Κυβερνήσεις ἐξεβίαζον τοὺς δικαστὰς ματαίως, ἵνα παραπεμφθῇ ὁ συντάκτης τοῦ «Τίς πταίει», μέχρις ἐσχάτων, μέχρι τῶν ἡμερῶν μας, ὅτε ἐπεδιώχθη ἡ καταδίωξις, ἀλλὰ δὲν ἐπετεύχθη ἡ τιμωρία τοῦ ἐλευθεροστομοῦντος τύπου...
§150ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ὀλίγα ὑπέστη ὁ τύπος;
§151Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ὑπέστη. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν ἐγένετο, δὲν εὐθύνει πᾶσαν τὴν Δικαιοσύνην. Ἐλέγξατε τοὺς παρεκτρεπομένους, ἀλλὰ μὴ καταδικάζετε συλλήβδην τὴν Δικαιοσύνην.
§152ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατακρίνομεν μόνον μερικοὺς φαύλους δικαστάς.
§153Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κακὸν ἔγκειται μᾶλλον εἴς τινας πολιτευομένους, οἵτινες θέλουσι νὰ ἔχωσι τοὺς δικαστὰς ὑποχειρίους. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνομαι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, λέγων ὅτι δέον οὐχὶ νὰ προσεγγίσητε τὴν Δικαιοσύνην πρὸς τοὺς δικαζομένους, ἀλλὰ νὰ ἀπομακρύνητε ταύτην, καὶ νὰ φέρητε τὴν Δικαιοσύνην διὰ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ὑλικῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστῶν εἰς ὕψος, ὥστε νὰ μὴ τὴν φθάνουν μηδὲ τὰ ἀθέμιτα μέσα τῶν πολιτευομένων, μηδὲ οἱ σίελοι τῶν ὑβριστῶν.
§154ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχομεν τάσεις νὰ γενικεύωμεν τὰ συμπεράσματα. Ἔχομεν δὲ βεβαίως δίκαιον νὰ παραπονώμεθα κατὰ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀπό τινος ἐπεκράτησε παρὰ πολὺ εὔκολος ἡ τάσις πρὸς καταδίκην τοῦ συστήματος, ὡς ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως, ὅτι εἶναι δυσανάλογος ὁ ἀριθμὸς τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκον αὑτῶν δικαστῶν, πρὸς τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποτελούντων τὸν κλάδον παραβαλλόμενος, καὶ ὅτι ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κατωτέραν ἴσως βαθμίδα τῆς κλίμακος ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα πεπολιτισμένα ἔθνη. Ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τόσον αἰσχρὰ, ὥστε καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ καταδικάσωμεν ὁλόκληρον τὴν Δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐπιτρέπηται νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ξένοι ὑπέβαλον παραστάσεις τεινούσας εἰς καταδίκην αὐτῆς, τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀσυγγνώστως ὑπερβολικόν. Ἐγὼ μάλιστα ἠπόρησα, πῶς, γενομένης τελευταῖον καταγγελίας παρά τινος τῶν ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφων κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, μετ’ ἐπιπροσθέτου μάλιστα πληροφορίας, ἣν ἀδύνατον νὰ δεχθῶ ὡς ἀκριβῆ, ὅτι ὑπῆρξαν ἐπίσημοι ἐνταῦθα ξένοι, οἵτινες παρέστησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ προσφύγωσιν εἰς ἀξιώσεις περιορισμοῦ τῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, ὅτε, λέγω, ταῦτα ἤκουσα, ἠπόρησα, πῶς δὲν ἠκούσθη ἡ φωνὴ τῆς Κυβερνήσεως, διαρρήδην διαψεύδουσα τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις, καὶ λέγουσα, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο παρὰ ξένου διακοίνωσις. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως τοιαῦται παραστάσεις δὲν ἐγένοντο, καὶ ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς προῆλθεν ἐξ εἰδήσεως ἐσφαλμένης. Καὶ τὸ νὰ εἴπῃ ἁπλῶς μόνον τοιαῦτα Βουλευτὴς, ὅτε μάλιστα οὗτος εἶναι καὶ ἐπιφανὴς, καὶ νὰ μὴ διαψευσθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀκούσω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διαψεύδοντος τὴν τοιαύτην εἴδησιν. Ἐγὼ, καίτοι δὲν ἤμην εἰς σχέσεις μετὰ τῶν προηγουμένων κυβερνητῶν, δὲν εἶμαι δὲ εἰς σχέσεις οὐδὲ μετὰ τῶν παρόντων καὶ δὲν κατέχω ἐπίσημον θέσιν ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅμως ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι τοιαῦται παραστάσεις ἀδύνατον νὰ ἐγένοντο ὑπὸ ξένου. Ταῦτα ὡς ἐκ περισσοῦ, ἵνα συνδέσω τὸν λόγον μου πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον, ἵνα εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι δαπάναι ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἀρκετὸν χρόνον ἐνώπιον αὐτῆς, ὥστε νὰ μελετήσῃ ἐν γένει τὰ πράγματα, ἰδίᾳ τὰ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὰ τοῦ ναυτικοῦ, ὥστε τοῦτο μὲν γινώσκουσα ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ψηφισθέντων προϋπολογισμῶν, τοῦτο δὲ ποῖαι ἀκριβῶς αἱ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γενικὸν νομοσχέδιον περὶ ἁπάντων τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας· διότι, ἂν ἐν τῇ μερίμνῃ περὶ ὅλων τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, ἐν τῇ μερίμνῃ περὶ γενικῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἡ φροντὶς πρέπει πρώτιστα νὰ σκοπῇ εἰς βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης ὑπηρεσίας, ἣν παρέχει, καὶ τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχῃ, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἶναι ἄξιαι πολλῆς προσοχῆς καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην βελτιώσεως· καὶ ἦτο βεβαίως ἄξιον μιμήσεως τὸ παράδειγμα, ὅπερ ἔδωκεν ἡ ἐν ἔτει 1859 Κυβέρνησις, ὅτε προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον μετὰ τὸ 1835 προτείνουσα τὴν αὔξησιν τῶν μισθοδοσιῶν ἁπάντων τῶν κλάδων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐζύγισε τότε ἅπαντα, ἐζύγισε τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἐζύγισε τὰ ὀφειλόμενα εἰς ἑκάστην τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς χώρας, καὶ κατένειμε τὴν μέριμναν καὶ τὴν ἐπικουρίαν αὐτῆς ἀναλόγως. Τοιοῦτόν τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εἰς καιρὸν νὰ πράξῃ τοῦτο σήμερον, φρονίμως βεβαίως ἤθελε πράξει, ἂν ἀνέβαλλε τὰς προτάσεις αὐτῆς εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Τότε καὶ ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν, βλέποντες φῶς καὶ οὐχὶ εἰς τὰ τυφλὰ, νὰ δώσωμεν ψῆφον. Πόθεν θέλομεν ἀρυσθῆ τὰ χρήματα; 209 χιλιάδες δραχμῶν ἐμφανίζονται ἐν τῇ ἀρχῇ, ἀλλὰ ἡ προσθήκη ἀληθῶς δὲν εἶναι 209,000 μόνον, διότι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν θέλει προβαίνει πολὺ ταχύτερον ἢ ὅσον ἀναγράφεται, καὶ ταχέως θέλει φθάσει εἰς 220,000, εἰς 230,000 καὶ πλέον. Ποῦ στηριζόμενοι θὰ ψηφίσωμεν ταύτην τὴν προσθήκην, ἥτις εἶναι προωρισμένη νὰ συντελέσῃ εἰς ἐξάλειψιν τοῦ περισσεύματος τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις; Διότι ἐξ αὐτῶν θὰ ἀφαιρέσωμεν περίπου 2 ἑκατομμύρια, ὡς μὴ ἀνήκοντα εἰς τὰ σταθερὰ εἰσοδήματα τοῦ ἔτους. Μένουσι 4 ἑκατομμύρια. Ταῦτα ἠλαττώσαμεν ἤδη διὰ τῶν δηλώσεων κατὰ 2,500,000, ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν σήμερον ἐκ τοῦ ὑπολοίπου 500 χιλιάδας, βλέπομεν ὅτι τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προβλεπόμενον περίσσευμα τὸ σταθερὸν περιορίζεται εἰς ἓν μόνον ἑκατομμύριον, ἀνεπαρκὲς εἰς τὰς ἄλλας κυβερνητικὰς προσθήκας. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι φρονῶ ὀρθὸν, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐγκαταλείψῃ τὴν γνώμην τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν πρότασιν αὐτῆς εἰς τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον, ὅτε, ἔχουσα πληρεστέρας πληροφορίας, ἤθελεν ἔχει καὶ τὴν γνώμην ἐπαρκῶς πεφωτισμένην. Διὰ τούτους τοὺς λόγους Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶχε θέσιν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅτε δὲ βλέπω ὅτι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν παρακολουθεῖται ὑπὸ μερίμνης περὶ μεταβολῆς τῆς καταστάσεως τῶν εἰρηνοδικῶν διὰ προαγωγῆς κατὰ βαθμοὺς καὶ δι’ αὐξήσεως τῶν μισθῶν, πρὶν ἢ τεθῇ χεὶρ ἐπὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, ἐπὶ τὸ ἔργον τῆς ἀναμορφώσεως τῶν εἰρηνοδικῶν, τότε λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἔτι μᾶλλον πρόωρον. Πρὶν ἢ ἀποφασισθῇ οἱαδήποτε ὑλικὴ ἐπικουρία ὑπὲρ τῶν δικαστῶν, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ θέσωμεν χεῖρα εἰς τὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν δικαστηρίων, καὶ πρὸς τοῦτο πολλὰ εἶναι τὰ πρακτέα ἐν σχέσει πρὸς τὰ πρόσωπα, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀργανισμὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸν διακανονισμὸν τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας· διότι μέγα μέρος τῶν ἐλλείψεων τὸν λόγον ἔχει εἰς τὴν κακὴν διαχείρισιν τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα, οὐδ’ εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ μισθοῦ καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν πόρων αὐτῶν. Γίνεται λόγος ἐδῶ περὶ τῶν 100 ἢ τῶν 120 ποινικῶν δικῶν κατὰ συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ εἰς οὐδενὸς τὸν νοῦν ἦλθε νὰ ἐρωτήσῃ, διατὶ αὕτη ἡ κατάστασις ἐν Ἀθήναις; μὴ τάχα ἐν Ἀθήναις δὲν ὑπάρχει τοσοῦτον προσωπικὸν κατ’ ἀριθμόν, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν καθ’ ἡμέραν νὰ συνεδριάζῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον; Βεβαίως ὑπάρχει ἐπαρκές· ἀλλὰ τοῦ προσωπικοῦ τούτου οὐδέποτε ἐγένετο ἡ προσήκουσα χρῆσις. Ἐγὼ ὑπηρέτησα ἄλλοτε ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ γνωρίζω κάλλιστα τὰ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ὅσον καὶ ἂν ηὐξήθη ἡ ἐργασία αὐτοῦ, διότι ἔκτοτε παρῆλθε πολὺς χρόνος. Βεβαίως ἀπὸ ἐτῶν ἐπεβάλλετο ἡ καθημερινὴ συνεδρίασις ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ· ἔχει δὲ βεβαίως τὸ ἐνταῦθα δικαστήριον τόσους δικαστάς, ὥστε νὰ δικάζῃ καθ’ ἡμέραν τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ νὰ περισσεύωσι δικασταί. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθησαν ποτὲ νὰ κανονισθῇ τοῦ Πλημμελειοδικείου ἡ ὑπηρεσία ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τρόπον τελεσφόρον. Ἐὰν τὰ ποινικὰ δικαστήρια κανονικῶς ἐργαζόμενα ἐπελαμβάνοντο τῶν ὑποθέσεων, βεβαίως δὲν θὰ ἔμενον ἐκκρεμεῖς τόσαι ὑποθέσεις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ δι’ ἄλλους, οὓς περιττὸν κρίνω σήμερον νὰ ἀναπτύξω, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πρόωρον, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει καλῶς, ἂν συναινέσῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει πράξῃ καλῶς, ἂν δὲν συναινέσῃ σήμερον νὰ ψηφίσῃ αὐτό. Λέγω τοῦτο, καίτοι δὲν ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω εἰσακουσθῆ. Τὰ λοιπὰ ἀνάγονται εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων.
§155Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι ὁ πρῶτος γεννήτωρ τῆς ἰδέας περὶ αὐξήσεως τῆς ἀνεπαρκοῦς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν. Ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου ἐντεῦθεν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας ταύτης. Ἡ πρότασίς μου αὕτη ἔτυχε τότε νὰ ἀπορριφθῇ, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις περὶ αὐξήσεως δαπανῶν. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ τότε Κυβέρνησις, συνειδοῦσα τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον φθάσει οἱ δικασταὶ, ὑπέβαλε νόμον περὶ αὐξήσεως μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς τῆς μισθοδοσίας τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐνόησα διὰ ποίους λόγους κατόπιν πάλιν ἠλαττώθη ἡ αὔξησις καὶ ἐπῆλθεν ἡ παροῦσα μισθοδοτικὴ κατάστασις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ βεβαίως πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὑπάρχει μία ἔλλειψις, ἡ ἑξῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, μένοντες ἐν Ἀθήναις καὶ ἔχοντες τὴν ὑψίστην διεύθυνσιν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ζήσουν ἀξιοπρεπῶς μὲ 600 δραχμὰς τὸν μῆνα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ὅτε καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης, διὰ νὰ συντηρηθῇ ἐδῶ, χρειάζεται νὰ ἔχῃ ἀρκοῦντα τὰ μέσα; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ γενναιοτέρα αὔξησις, ὅπως καταστήσῃ τοὺς δικαστὰς ἀνεξαρτήτους παντὸς ἐπηρεασμοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας εἰσῆλθόν τινες τῶν συναδέλφων, ὅτι ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν τὸ ἀξίωμα, εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου. Ἂς φέρουν μέτρα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ τὰ συζητήσωμεν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου ἡ ἀτομική.
§156Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι σπουδαῖον ἤθελον παραλείψει καθῆκον, ἐὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις μάλιστα, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος ἠκούσθησαν. Πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἡ αὔξησις εἶναι μετριωτάτη, καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις, φρονῶ, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διαρκῶς κραυγάζομεν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν πάσχει, ἐνῷ τὸ μόνον μέσον ὁπωσδήποτε βελτιώσεως ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ οἰκονομικὸν, διότι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι διὰ τῶν μισθῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκανονίσθησαν ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859, εἶναι ἀδύνατον νὰ βιώσῃ οὐχὶ δικαστής, ὅστις διαχειρίζεται μέγιστα συμφέροντα καὶ ἑκατομμυρίων περιουσίας, ἀλλ’ οὐδ’ ὁ κοινὸς χειρῶναξ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων, καὶ σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι οἱ κατὰ τῆς Δικαιοσύνης μεμψιμοιροῦντες κατέγειναν μόνον νὰ ἐξετάσωσιν ὑπὸ μίαν ἔποψιν τὴν κατάστασιν αὐτῆς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἰδίᾳ τῆς ἐπανορθωτικῆς λεγομένης δικαιοσύνης. Καὶ εἴδομεν λοιπὸν παρερχόμενον ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν κύριον ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴν, ὅστις, δανειζόμενος κεραυνοὺς τοῦ Διὸς, ἐπετέθη κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπικαλούμενος ἓν μόνον γεγονὸς, ὅτι ἐτιμωρήθη τίς ποτε, διότι ἐτόλμησε νὰ καταγγείλῃ δικαστήν. Δὲν γνωρίζω, ἂν, προσαγομένης τῆς σχετικῆς δικογραφίας, ἤθελεν ἀποδειχθῆ τὸ βάσιμον τοιαύτης μομφῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι γεγονότα τινὰ μεμονωμένα δὲν δύνανται νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅπως καταδικάσωμεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῆς. Ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς καὶ αὐτὸς ἐξήνεγκε παράπονα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αὐτὸς εἰργάζετο pro domo sua, καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ ἕνα λόγον περισσότερον, ἀλλ’ εἴδετε ὅμως μετὰ ποίας πονηρίας διεξήγαγε τὸ ζήτημά του. Δὲν ἀνέφερεν εἰδικὰ γεγονότα, ἀλλὰ παρέστησε τυπικήν τινα εἰκόνα τῆς διαδικασίας τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἴσως δὲ παρέστησεν αὐτὴν καὶ μετὰ τινος ἀνατολικῆς φαντασίας...
§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι πραγματικὴ εἰκών.
§158ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐργάζομαι ἐν τοῖς δικαστηρίοις ὡς δικηγόρος, καὶ γινώσκω καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὰ πράγματα.
§159ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ μὲ συνεχάρη ὁ κ. Μομφερρᾶτος δι’ ὅσα εἶπον.
§160ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, διὰ τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὴν εὐστροφίαν τῶν λόγων σας, οὐχὶ διὰ τὰς γνώμας σας.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§162ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς εἶχε βεβαίως δίκαιον, διότι μεγάλην ἀνακούφισιν βεβαίως θὰ ἠσθάνθη διὰ τῆς ἱδρύσεως Πρωτοδικείου ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὑτοῦ πατρίδι, διότι ἀπαλλάσσεται τοῦ λοιποῦ τῆς ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν ὑπερασπίσεως τῶν ἐκ Λεβαδίας πελατῶν καὶ συμπολιτῶν του, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι κατέτριβεν ἴσως τὸ ἥμισυ τοῦ βίου αὑτοῦ, ὑπερασπίζων αὐτοὺς ἐν Ἀθήναις. Ἀλλὰ δὲν εἶπεν ὅμως ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, ὅτι ἐπεθύμησε καὶ ἠγωνίσθη, ἵνα εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ πατρίδα συσταθῇ Πρωτοδικεῖον. Ἀλλὰ μεμονωμένα γεγονότα, εἶπον, δὲν δύνανται νὰ καταδικάσωσι τὴν Δικαιοσύνην τῆς ἡμετέρας πατρίδος, διότι, καὶ ἂν τῷ ὄντι συνέβησαν ἀταξίαι τινὲς ἐπὶ τῆς διαδικασίας τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν, τοῦτο εἶναι εὔκολον νὰ διορθωθῇ, ἀρκεῖ νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, καὶ τότε βεβαίως ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη θὰ ἦναι ὁμαλωτέρα, καὶ τὰ ἄτοπα θὰ ἐκλείψωσιν. Ἀλλὰ καὶ γενικῶς ἂν ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν, μήπως παρ’ ἡμῖν μόνον ὑπάρχουσι παράπονα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης; Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔρριπτον τὸ βλέμμα εἰς τὰς ξένας χώρας, θὰ παρετήρουν ὅτι καὶ ἐκεῖ διαρκῶς παραπονοῦνται κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ἓν παράδειγμα μόνον πρόχειρον ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ἐκ τῆς Γαλλίας, ἣν ἀκούω τὴν στιγμὴν ταύτην μνημονευομένην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸ 1867 ἢ 1868 ἐν τῷ Γαλλικῷ Κοινοβουλίῳ μακρὰ ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ἐπανορθωτικῆς ἀκριβῶς δικαιοσύνης, καὶ ἐφώναξαν καὶ ἐκεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη· διατὶ δὲ νομίζετε; Ὄχι διότι ἡ εἰκὼν τῆς διαδικασίας ὑπῆρχεν ἀνώμαλος, ἀλλὰ διότι ἐξεδηλώθησαν ὑποψίαι περὶ τῆς κανονικῆς ἀπονομῆς τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης, διότι οἱ πρόεδροι τῶν ποινικῶν τμημάτων κατὰ σύμπτωσιν προήγοντο. Ποῖος δὲ νομίζετε ὅτι ἐδήλωσε τοῦτο ἐντὸς τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου; ἡ εὔγλωττος φωνὴ τοῦ Berryer, καὶ τότε, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐγένετο νόμος, ἵνα τὰ μέλη τῶν ποινικῶν τμημάτων τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Ἐφετείων μὴ ἐκλέγωνται διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ κληρώσεως νὰ ὑποδεικνύωνται. Δὲν γνωρίζω, ἂν σήμερον αὐτὸ τὸ σύστημα ἐπικρατῇ, ἀλλ’ ἡ κλήρωσις ὑπεδείχθη ἐκ τοῦ φόβου τοῦ φατριασμοῦ. Ἂς μὴ μεμψιμοιρῶμεν λοιπὸν καὶ κοπτώμεθα ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, ἐμβάλλοντες τὴν ἀπελπισίαν περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἴσως ἀναγκαῖον τυγχάνει, εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τῶν μεταθέσεων. Ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα τῶν μεταθέσεων πρέπει νὰ κανονισθῇ, ἵνα μὴ ἀναλαμβάνῃ εὐθύνην ἢ ποιῆται κατάχρησιν τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ἤκουσα μὲν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστῶν, καὶ ὅτι αἱ μεταθέσεις θὰ γίνωνται συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως Συμβουλίων, τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο ὑπῆρχε καὶ ὅτε ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπεβλήθη δὲ καὶ εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πολλῆς ἐδεῖτο ἐπεξεργασίας καὶ μελέτης. Ἐγὼ πιθανὸν νὰ ἔκλινον μᾶλλον εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1883. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐγεννήθη τὸ αὐτὸ ζήτημα, καὶ ἐκεῖ αἱ μεταθέσεις ἐγέννησαν σκάνδαλα. Ὅπως δὲ ἐν τῷ στρατιωτικῷ ζητήματι ἐνταῦθα ἐλέχθη, ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν στρατὸν, οὕτω πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ ἡ Δικαιοσύνη πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ; Κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον τοῦ 1883, ἀνώτατον Συμβούλιον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐν ὁλομελείᾳ συνεδριάζων καὶ γνωμοδοτῶν περὶ μεταθέσεως, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ...
§163ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ τὰ κάμῃ ῥόϊδο!
§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐξέλεξε καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς!
§165ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἦναι ἱκανὸς νὰ ἀποφαίνηται περὶ μεταθέσεως, τότε εἶναι περιττὸν καὶ νὰ ὑπάρχῃ. Οὕτως ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι εἶναι πρωτότυπος γνώμη. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ὑποβιβάσω ἐγὼ τὸν ἡμέτερον Ἄρειον Πάγον, ὡς ὑμεῖς ἀξιοῦτε.
§166ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιοστικῶν κλπ.). Εἶναι πολὺ διαφορετικὰ τὰ πράγματα ἐν Γαλλίᾳ.
§167ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, γνωρίζω τὰς συγκεντρωτικὰς ἰδέας σας. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ τὸ σύστημα δὲ τῶν Συμβουλίων, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, αὐτὴν ἔχει τὴν βάσιν, καίτοι ἀνώμαλον.
§168Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει κατ’ ἔτος νὰ μετατίθενται οἱ δικασταὶ, ὄχι νὰ ἦναι ἀμετάθετοι.
§169ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ αὐτὴ εἶναι μία γνώμη. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητήσω καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα. Ἀλλ’ αἱ μεταθέσεις τῶν δικαστῶν δέον νὰ γίνωνται κανονικῶς κατὰ διετίαν, ὅπερ δύσκολον ἐν τῇ πράξει, καὶ ἴσως οὐχὶ σκόπιμον. Ἕτερον φάρμακον πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης, τὸ τῶν μεταβατικῶν Πλημμελειοδικείων. Καὶ αὐτὸ βεβαίως δύναται τὰ μάλιστα νὰ συντελέσῃ. Ἀλλ’ ὅ,τι μὲ ἀναγκάζει νὰ διαμαρτυρηθῶ, εἶναι, ὅτι οὐδεὶς ἐξήτασε τὴν δικαιοσύνην ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πολιτικῶν δικῶν, ἵνα γενναιότερον κρίνωμεν περὶ τῆς ποιότητός της. Ἐγὼ εἶμαι ἴσως ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν περισσότερον παντὸς ἄλλου βεβαίως τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς...
§170ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κρυφὴ αὐτή· δὲν φαίνεται.
§171ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Δύναμαι λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη εἶναι εἰς ἀπελπιστικὴν κατάστασιν. Ἔχει βεβαίως τὰς ἀτελείας της, δὲν ἀπέδρα ὅμως ἡ δικαιοσύνη ἐξ Ἑλλάδος, ὡς σκιά. Ἡ πλειονότης τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἐνταῦθα μεμονωμένα γεγονότα ἀντίθετα, ἀλλὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἴσως ἀνάγονται εἰς τὴν ἀνάμιξιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τῆς πολιτικῆς.
§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ μεμονωμένων γεγονότων ἀκριβῶς ὡμιλήσαμεν.
§173ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑμεῖς ἔχετε συγγενεῖς δικαστικούς, καὶ ἐκεῖνοι δύνανται νὰ πληροφορήσωσιν ὑμᾶς περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν σκέψεών μου.
§174ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ὡμίλησε περὶ Δικαιοσύνης; Μεμονωμένα γεγονότα ἀνεφέραμεν.
§175ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑμεῖς ἐφέρατε μεμονωμένα γεγονότα, ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπόν; Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν νομίζω, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων· εἶναι ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία πρὸ καιροῦ ὤφειλε νὰ παράσχῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι ἀδύνατον, διὰ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν οἱ δικασταὶ, νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὰς ἀπολύτους κἂν αὐτῶν ἀνάγκας. Ὅταν ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχωμεν καλοὺς δικαστὰς, ὑποχρεούμεθα νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ μέσα ὁπωσδήποτε, ἵνα ζήσωσι. Τὸ ποσὸν μάλιστα, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς δυσφορίας τοῦ Κράτους, ὑποθέτω, φειδωλῶς ὡρίσθη, βεβαίως εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁπωσδήποτε εἶναι μικρὸν πρὸς τοὺς δικαστὰς βοήθημα, ἵνα ἐκπληρῶσιν ἀνέτως τὸ καθῆκόν των καὶ ἵνα προσελκύωνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν θέλησιν νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς δικασταὶ εἰς τὸν βωμὸν τῆς Θέμιδος, ἀλλὰ δυσκολεύονται ἕνεκα τῶν ἀνεπαρκῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Περαίνων τὸν λόγον θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι ἐγὼ ἐπεθύμουν γενναιότερον νὰ ἐνισχυθῇ οἰκονομικῶς ἡ Δικαιοσύνη.
§176Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐντελῶς παρεξετράπη. Δὲν πρόκειται σήμερον οὔτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κρίνωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας. Σήμερον πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δικαιολογεῖται μικρά τις αὔξησις εἰς τὴν γλίσχραν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τοὺς δικαστάς. Ὅλα λοιπὸν τὰ λεχθέντα κατὰ τῶν δικαστῶν δὲν ἔχουσι καμμίαν θέσιν ἐνταῦθα, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν πλήρη, ὅτι οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν δὲν ἐσκόπουν ποτὲ νὰ κακίσωσι τὸ σύνολον τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, ἐὰν τῷ ὄντι ἐπειθόμην ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκάκιζον τὸ σύνολον τῆς Δικαιοσύνης, ὁλόκληρον τὸν δικαστικὸν κλάδον τῆς πατρίδος μας, βεβαίως εἶχον καθῆκον νὰ ἀναιρέσω τὰς αἰτιάσεις αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα τὰ μοναδικὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν, ἀναφέρονται ἁπλῶς εἰς πρόσωπα καὶ οὐχὶ εἰς τὸ σύνολον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὅτι, Κύριοι, οὐδέποτε ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος ὑστέρησεν εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τοῦ παρελθόντος. Πάντοτε, Κύριοι, ὅτε ἐζητήσαμεν ἐγγυήσεις εἴτε ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν δικαίων, εἴτε ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν, εἰς τὴν Δικαιοσύνην προσεφύγομεν. Ὅτε, Κύριοι, σύσσωμος ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἐζήτει, τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς νὰ τὰς δικάζωσι τὰ δικαστήρια, τί ἐζήτει Κύριοι, καὶ τί ἐπεθύμει; τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὶ ἐγίνετο, ὅτε ἐδικάζοντο αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐν τοῖς προθαλάμοις τῶν Ὑπουργείων. Ὅσοι εἶσθε γεροντότεροι καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ τὴν παραβάλλετε μὲ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δικάζουσι τὰ δικαστήρια, θὰ κρίνητε ποίας ἐγγυήσεις παρέχει ἐν συνόλῳ ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος σας. Τί ἄλλο ἔκαμεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἐζήτει, ἵνα τὰς ἐκλογὰς τὰς δημοτικὰς, τὰς ἐκλογὰς τὰς βουλευτικὰς ἐφορεύωσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι; Ἐζήτει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ ὅσοι, Κύριοι, ἐλάβετε μέρος εἰς ἐκλογὰς, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶχον μέρος οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἐνθυμεῖσθε τὰ παρατράγῳδα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν καὶ τὰ ὁποῖα προελήφθησαν διὰ τῆς παρουσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οὐδέποτε λοιπὸν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη τὴν τιμὴν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ οὕτω, Κύριοι, ἡ Δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ἐν συνόλῳ λαμβανομένη, εἶναι ἀξία τιμῆς. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐξαιρέσεις, ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ ὑπάρχουσιν ἀνίκανοι, ἀλλὰ, Κύριοι, ἐν συνόλῳ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ὑπάρχουσιν ἄνδρες πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως ἄξιοι· καὶ ἐπικαλοῦμαι ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔχετε φίλους καὶ συναναστρέφεσθε μετ’ αὐτῶν καὶ γνωρίζετε τὴν ἱκανότητα καὶ τιμιότητα καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτῶν ἀξίαν. Καὶ μήπως μόνον εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια τῆς πατρίδος μας ὑπάρχουσιν ἄνδρες τιμῶντες τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δικαστικήν; Καὶ εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια, καὶ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα εὑρίσκομεν νέους εὐέλπιδας. Εἰς αὐτὸ τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς πατρίδος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μαντινείας ἑδρεύουσι δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι τιμῶσι τὰς θέσεις των.
§177ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι. Ποῖος ὕβρισε τοὺς δικαστάς; Ἀνέφερα μεμονωμένα γεγονότα.
§178Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἦτο δεδικαιολογημένος νὰ σκιαμαχῇ, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σκιαμαχῆτε.
§179ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν πάντοτε ἡ Βουλὴ ἐσεβάσθη τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὰ δὲ μεμονωμένα ἐκεῖνα γεγονότα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἐπιρροήν. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν αὐτὴν—καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν κύριον Μπουφίδην—διότι μὲ ᾐτιάθησαν ὅτι δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ὑπερασπίσω τὴν Δικαιοσύνην ὑβριζομένην.
§180ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐταὶ εἶναι πονηρίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας, κύριε Ὑπουργέ· διότι οὐδεὶς ὕβρισε τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐκφωνήσῃ πανηγυρικὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἐδημιούργησεν ὑβριστὰς, καὶ ἀπήγγειλε τὸν λόγον του.
§181ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία λοιπὸν εἶναι οἵα ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἔχουσα μὲν τὰς ἐλλείψεις της, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ ἐκπληροῦσα τὸν προορισμόν της. Τί ζητοῦμεν λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; μικρὰν, εὐτελῆ, γλίσχραν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν, τὴν ὁποίαν αὔξησιν, Κύριοι, πάντοτε ἀνεγνωρίσαμεν, καὶ κατὰ τὸ 1891 εἰσήχθη νόμος, ὁ ὁποῖος ηὔξανεν ἐν μέρει τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀρεοπαγιτῶν· καὶ ποίαν εἰσήγησιν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; ὅτι αἱ ἀνάγκαι αἱ οἰκονομικαὶ δὲν ἐπέτρεπον τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1892, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀνεστάλη μόνον ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ δὲν κατηργήθη, τί εἶπον οἱ εἰσηγησάμενοι τὸν νόμον ἐκεῖνον; «Ἀναστέλλομεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου»· διατί; «διότι φρονοῦμεν ὅτι πρέπει ἓν γενικὸν μέτρον νὰ ληφθῇ, καὶ οὐχὶ ἐξαιρετικὸν διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας». Ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἀναστολή. Ἀλλ’ ἀτυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον. Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ σᾶς ὑποβάλλει τὴν αὔξησιν αὐτὴν τὴν μικράν. Λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα αὔξησις. Ἐν πρώτοις οἱ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν· ἄλλως τε, Κύριοι, ἡμεῖς καὶ διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἴπομεν, ὅτι τὰ μέτρα ἡμῶν δὲν εἶναι μέτρα ἁλμάτων· εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, βλέπετε τὴν κανονικὴν πρόοδον. Προτείνομεν σήμερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν. Ἐὰν αὔριον δυνηθῶμεν περισσότερον, ἐὰν οἱ διάδοχοί μας δυνηθῶσι καὶ ἔχωσι τὰ μέσα νὰ δώσωσι περισσότερα, ἡμεῖς πρῶτοι θὰ ἐπικροτήσωμεν. Λοιπὸν ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι μεγαλειτέραν αὔξησιν, εἶναι ἀποκρουστέα, διότι σήμερον τὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν ἢ αὐτὴν μόνον τὴν αὔξησιν τῶν 209,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής: «πόθεν θὰ εὕρητε νὰ πληρώσητε τὰς 209,000 δραχμάς;» Ἐγὼ περιέμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκ τοῦ περισσεύματος τὸ πρῶτον ποσὸν δέον νὰ δοθῇ εἰς τοὺς δικαστάς...
§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐκ τοῦ περισσεύματος τὸ πρῶτον ποσὸν τὸ θέλω διὰ νὰ ἀρθῇ ὁ ἔλεγχος. Πρὸ παντὸς τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ οἰκονομήσῃ διὰ νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς δουλείας. Ὁ πρῶτος ὀβολὸς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔπρεπε νὰ κατατίθηται.
§183ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αἱ 209,000 δραχμαὶ, αἱ διδόμεναι, κύριε Βουλευτὰ, ὡς ἄρτος εἰς τοὺς πεινῶντας δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἂν ἤκουον οἱ ξένοι, ὅτι ἀφαιροῦμεν τὸν ἄρτον τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ τὸν δώσωμεν εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐλέγχου, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἤθελον μειδιάσει. Λοιπὸν ἡ αὔξησις αὕτη δύναται νὰ δοθῇ σήμερον, καὶ αὐτὴ δίδεται. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ αὔξησις τῶν μισθοδοσιῶν τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἐγὼ νομίζω τὸ ἐναντίον. Οἱ εἰρηνοδίκαι, Κύριοι, εἶναι οἱ δικασταὶ τοῦ λαοῦ. Ὑμεῖς γνωρίζετε τὰς ἀνάγκας των...
§184ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ἀνάγκας.
§185ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχουσι... Σήμερον οἱ εἰρηνοδίκαι λέγομεν ὅτι ἀπολαμβάνουσιν ἀπὸ τὰς ὑποθήκας καὶ τὰς μεταγραφάς. Ἀλλ’ ἀρχὴ, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὑποθηκοφύλακες καὶ μεταγραφοφύλακες νὰ διορισθῶσι πανταχοῦ εἰδικοί. Δὲν πρέπει ὁ εἰρηνοδίκης νὰ καταγίνηται εἰς μεταγραφὰς καὶ ὑποθήκας, δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ καθῆκόν του, κερδοσκοπῶν ἐπὶ μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν· πρέπει πανταχοῦ νὰ γείνωσιν εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες. Ἀλλὰ τότε ὁ μισθὸς τῶν εἰρηνοδικῶν μένει γλισχρότατος. Ἄλλως τε, Κύριοι, ζητοῦμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν εἴσοδον εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον προσώπων ἱκανότητος· ζητοῦμεν διδάκτορας, νὰ γείνωσιν εἰρηνοδίκαι, διδάκτορας νὰ γείνωσι γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων· ἀλλὰ ποῖος ἐκ τῶν διδακτόρων, ἔχων ἀξίαν τινὰ, θὰ δεχθῇ μὲ τὸν εὐτελῆ μισθὸν, ὁ ὁποῖος δίδεται σήμερον εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας; Καὶ ἂν ζητήσωσί τινες, Κύριοι, θὰ ζητήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ἀπηλπίσθησαν νὰ ἀποκτήσωσι τὸν ἄρτον των· διδάκτωρ ὅμως, ἔχων συναίσθησιν τῆς ἀξίας του, βεβαίως, μὲ τὸν εὐτελῆ μισθὸν, τὸν ὁποῖον τῷ δίδετε, δὲν θ’ ἀποφασίσῃ νὰ γείνῃ εἰρηνοδίκης ἢ γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ εἶναι ἐπείγουσα καὶ ἐπιβεβλημένη. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Βουλευτὴν Μαντινείας, διατὶ αὐξάνομεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι συνέπεια τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀναγράφει ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 17, ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ προσκολλώμενοι ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, προσμετροῦσι πάντα τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διανύουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ...
§186ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικασταὶ αὐτοί;
§187ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δικασταὶ, ἀλλὰ προσμετροῦσι τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰς τὸν χρόνον τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ τοῦτο εἶναι λογικώτατον, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι λίαν χρήσιμον νὰ γίνεται ἀπὸ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Πῶς λοιπὸν ἀπὸ τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον προσλαμβάνετε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἀφαιρέσητε τὴν αὔξησιν; ποῖος ἐκ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς ὑπηρετήσῃ; ποῖος ἐκ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ζητήσητε νὰ δεχθῇ θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ δεχθῇ, γνωρίζων ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ λαμβάνῃ ὀλιγωτέραν μισθοδοσίαν; ποῖον Ἐφέτην θὰ φέρητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, καὶ διάταξις σοφὴ καὶ διάταξις λελογισμένη, ὅτι ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσλαμβανόμενοι ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας θεωροῦνται ὡς ὑπηρετοῦντες ἐν αὐτοῖς τοῖς δικαστηρίοις. Αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, τῆς καθιερωμένης ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, εἶναι συνέπεια τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ εἴπω περισσότερα. Δίδομεν, ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν. Νομίζω ὅτι πράττομεν ἔργον δικαιοσύνης. Καὶ εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ ἄρτον εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἐγκαρτεροῦντας· διότι ἂς μὴ λησμονήσωμεν, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἔχομεν ἀναθέσει τὴν περιουσίαν μας, τὴν τιμήν μας, τὴν προσωπικὴν ἡμῶν ἐλευθερίαν. Καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δυνατὸν ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις, ἀλλ’ εἶναι σπανιώτατα τὰ παραδείγματα δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ᾐτιάθησαν ὡς παραβάντας ἐπὶ ἰδιοωφελείᾳ τὸ καθῆκόν των. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, καὶ εὔχομαι, Κύριοι, ταχέως νὰ δυνηθῇ νὰ αὐξήσῃ ἐπὶ μᾶλλον τοὺς μισθοὺς τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης.
§188Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις, εἰσαχθεῖσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπάρχωσιν ἐλαττώματά τινα, — περὶ οὗ βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, — νομίζω ὅτι τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν δὲν φέρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, καὶ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν συνεκλήθη, εἰσὶ τὰ πρώτιστα καὶ τὰ κύρια αἴτια, ὧν ἕνεκα παριστάμεθα ἀκροαταὶ τοιούτων συζητήσεων. Πάντες ἤλπιζον, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀτυχῶν γεγονότων, τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἐπακολουθησάντων, οἱ ὑπεύθυνοι ἢ οἱ ἀνεύθυνοι πρωτίστως ἤθελον φροντίσει ἐγκαίρως νὰ συγκαλέσωσι τὴν Βουλὴν, ἵνα αὕτη, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν πᾶς τις ἀνέτως δύναται νὰ ἐργάζηται, δυνηθῇ ἐμβριθῶς, ἐπισταμένως καὶ μετὰ ζήλου νὰ ἐπιληφθῇ τῶν τε νομοθετικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἔργων. Ἀλλ’ ἡμεῖς κατωρθώσαμεν διὰ παντοίων μέσων νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, νὰ συγκαλέσωμεν δὲ τὴν Βουλὴν καθ’ ὃν χρόνον φυσικῶς ἀδύνατον εἶναί τις νὰ ἐργάζηται, ὡς ἐργάζονται σήμερον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συνεκαλεῖτο τέσσαρας ἢ πέντε μῆνας πρὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνεκλήθη, τοῦθ’ ὅπερ δυνατὸν ἦτο, βεβαίως ἡ μὲν Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο, (δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ἤθελεν εἶναι ἡ παροῦσα) ἤθελεν ἔχει τὸν ἁρμόδιον χρόνον, ἵνα εἰσαγάγῃ μεμελετημένα νομοθετήματα, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, μὴ πιεζόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀφορήτου καύσωνος, ἤθελον δυνηθῆ ἐμβριθέστερον καὶ μετὰ μείζονος ἐπιστασίας νὰ μελετῶσι τὰ προσκομιζόμενα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, (ὀφείλομεν δὲ νὰ εἴπωμεν τοῦτο καθαρῶς) εἰς πολλοὺς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ἀρέσκει, πολλοὶ ἐπιθυμοῦσι καὶ διακαῶς ἐργάζονται, ὅπως, ὅσῳ τὸ δυνατόν, μὴ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τίνες οὗτοι, εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ὅλοι γνωρίζομεν αὐτούς· ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκ πολλῶν κινδύνων ἔσωσε τὸ Κράτος ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς ταύτης, ἔστω καὶ παρακαίρως συγκληθείσης, καὶ ἐκ πολλῶν κινδύνων τὸ Κοινοβούλιον θέλει σῴζει τὸ Κράτος, ὁσάκις, ἔστω καὶ παρακαίρως, συγκαλῆται. Εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω εὐκρινέστερον, διότι ἀρκοῦσαν πεῖραν ἔχετε πάντες, ἵνα ἐννοήσητε τὸ πνεῦμα τῶν λόγων μου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει μείζων ἐγγύησις εἴτε διὰ τὴν γενικὴν ἐλευθερίαν, εἴτε διὰ τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, εἴτε διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς νομοθεσίας, εἴτε τέλος πάντων δι’ οἱονδήποτε ἐθνικὸν σκοπόν, δὲν ὑπάρχει μείζων ἐγγύησις, λέγω, τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς. Εἴδομεν κατὰ τίνα τρόπον διωκούμεθα καὶ ἐκυβερνώμεθα, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἡ Βουλή, εἴδομεν τίνι τρόπῳ διεχειρίζοντο τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, εἴδομεν τίνι τρόπῳ ἐδίκαζεν ἡ Δικαιοσύνη τοὺς δημοσιογράφους, εἴδομεν τέλος πάντων, διὰ μιᾶς λέξεως, ὁποία ἀναρχία ἐβασίλευεν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο, καὶ ἐὰν τὰ νομοσχέδια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, — ἧς ἐγώ, ἐπανειλημμένως εἶπον, ὅτι δὲν τυγχάνω πολιτικὸς φίλος, — ὦσιν ἀτελῆ, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν ἐπιεικεῖς. Ἄλλως αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάρρησιν αὐτῆς, ἐλθοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὡμολόγησε τάχα τὸ ἀπαράσκευον αὐτῆς; αὐτὴ δὲν ἐζήτησεν ἀναβολὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὅπως μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα; Οὐδὲ κατηγορῶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ αἰτηθείσῃ τότε ἀναβολῇ, διότι, ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰσὶ πεφωτισμένοι περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ὄντες ὅμως ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιλαμβάνωνται ἐπακριβῶς τῶν ἀναγκαίων νομοθετικῶν μέτρων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιλαμβάνωνται τῶν μελλόντων γενέσθαι καὶ τῶν δεόντων γενέσθαι, ἐὰν δὲν κατέχωσι τὰ Γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι πολλὰ τῶν νομοθετημάτων ἐψηφίσθησαν μὲν, ἀτελῆ ὅμως ἦσαν, καὶ ἄλλα θέλουσι ψηφισθῆ, ἀτελῆ ὅμως ὄντα. Ἡ Κυβέρνησις ἀνθρωπίνως ἔπραξεν ἴσως ὅ,τι ἦτο δυνατὸν δι’ αὐτήν. Σήμερον ὅμως περὶ τούτου καὶ μόνου τοῦ ζητήματος πρόκειται· δέον νὰ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους; Διότι περὶ τούτου καὶ μόνου τοῦ ζητήματος προκαλεῖ ἡμᾶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐὰν βεβαίως, Κύριοι, θέλωμεν νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην, μηδαμῶς πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι, ὅπως οἱ μισθοὶ, ὅλων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, τοιουτοτρόπως καὶ οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς αὐξηθείσας κοινωνικὰς ἀνάγκας. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, ἀμφιβολία, ὅτι ὁ ἐλάχιστος τῶν τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων, ὁ ἐλάχιστος — τί λέγω τῶν τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων; — τῶν ὑπαλλήλων γνωστῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων λαμβάνει, ἂν οὐχὶ μείζονα, βεβαίως ὅμως τὸν αὐτὸν μισθὸν, ὃν λαμβάνει ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους! Εἶναι τάχα τοῦτο ἐγγύησις πρὸς βελτίονα ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Δὲν ἐννοοῦμεν ἆρά γε, ὅτι ἄνδρες δικαστικοὶ, μὴ δυνάμενοι οὐδὲ ἐνδεδυμένοι κἂν ἀξιοπρεπῶς νὰ ὦσι, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, τῶν συζύγων καὶ τῶν τέκνων, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνταποκρίνωνται καὶ πρὸς τὰς ἀτομικὰς αὐτῶν ἀκόμη ἀνάγκας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑψῶνται μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, εἰς ὃ ὀφείλει νὰ ἵσταται ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ ἀπροκαλύπτως κηρύττομαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἤθελον ἐπιθυμήσει βεβαίως, ὡς εἶπον, νὰ εἰσήγετο γενική τις μεταρρύθμισις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ἐὰν τοῦτο δὲν κατωρθώθη, οὐδεὶς δίκαιος ἀνὴρ δύναται νὰ καταδικάσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀνέβαλλον ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ διὰ παντοίων μέσων, πονηρῶν καὶ μὴ πονηρῶν, τὴν σύγκλησιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Διὰ τοῦτο ἤθελον εὐχηθῆ, ὅπως ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐπράχθη, κατορθωθῇ τοὐλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τοὺς διευθύνοντας τὰ κοινὰ, νὰ μὴ περιορισθῶσιν εἰς τὰς ἀτομικὰς αὑτῶν γνώσεις, ὧν βεβαίως τὴν σοβαρότητα δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀρνηθῶ· ἤθελον συστήσει τῇ Κυβερνήσει, ἐὰν ἡ σύστασίς μου ἤθελεν εἶναι εὐπρόσδεκτος, ὅπως, ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, συγκροτήσῃ ἐπιτροπὴν μεγάλην, μεταρρυθμιστικὴν, οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, πᾶσαν περὶ τούτου εἰδικότητα· ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ ὁ δικαστικὸς τῆς Ἑλλάδος κόσμος διὰ παντὸς προσώπου, ὅπερ εἶναι ἔξοχον· ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ φῶτα καὶ ἄλλων εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς τῆς Δικαιοσύνης εὑρισκομένων, καὶ πάντες οὗτοι, χειραγωγούμενοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἂς ἐργασθῶσι κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους, καθ’ οὓς θέλει ἀδρανεῖ ἡ Βουλὴ, ὅπως προσκομίσωσιν ἡμῖν γενικὴν δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν καὶ μεταρρύθμισιν τῆς χώρας. Καὶ ἂν μοὶ ἐπετρέπετο, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἕνα ἕκαστον τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ. Διότι, ἂς μὴ νομίζωμεν τέλος πάντων, ὅτι ὅλη ἡ σοφία ἐνεκλείσθη ἐν ταῖς κεφαλαῖς τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἡμῶν αὐτῶν. Ὑπάρχουσι καὶ ἐκτὸς τῶν Ὑπουργείων καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἄνδρες σοβαροὶ καὶ σπουδαῖοι, οἵτινες, συγκαλούμενοι καὶ φιλοτιμούμενοι καὶ παρακελευόμενοι πρὸς τοιαύτην ἐθνικὴν ἐργασίαν, πέποιθα, ὅτι οὐδαμῶς θέλουσιν ἀρνηθῆ νὰ προσφέρωσι τὰ φῶτα αὑτῶν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὑποθέσεως. Διότι δὲν πιστεύω νὰ σπουδαιολογήσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἐὰν ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τὰ ψηφισθέντα νομοθετήματα, ἢ ἐκεῖνα, ἅτινα τροχάδην θέλουσι ψηφισθῆ, εἰσὶν ἱκανά, ἵνα ἀνορθώσωσι τὸ πεπτωκὸς τοῦτο Κράτος. Οὔτε διὰ τῶν δύο ἱερέων τοῦ στόλου, οὔτε διὰ τῆς ἀποστολῆς ἑνὸς καραβιοῦ εἰς τὴν Δανίαν, οὔτε διὰ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε διὰ τῶν νομοθετημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θέλει ἀναδημιουργηθῆ ἡ χώρα αὕτη. Διότι ἡ πεποίθησις καὶ ἡ ἀπαίτησις οὐχὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος μόνον, ἀλλὰ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἄρδην καὶ ἐκ θεμελίων τὸ καθεστώς. Καὶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην πέποιθα, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δύναται νὰ ἦναι ἀντίθετος. Πέποιθα δὲ, ὅτι, ὅταν φιλοτιμηθῶμεν τοιουτοτρόπως νὰ ἐργασθῶμεν, οὐχὶ μόνον τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, οὐχὶ μόνον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, οὐχὶ μόνον τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Δικαιοσύνην, καὶ πρωτίστως αὐτήν, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀναδημιουργήσωμεν. Ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα ἐπέλθῃ ῥιζικωτάτη μεταβολὴ εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελον νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς, ἔχων τὴν χεῖρα στιβαράν, ὅστις, λαμβάνων τὸν πέλεκυν εἰς χεῖρας, οὐχὶ νὰ δημιουργήσῃ νέα δικαστήρια Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ὀκτὼ ἕως δέκα νὰ καταλύσῃ. Ἤθελον εὐχηθῆ νὰ εὑρίσκετο ὁ αὐτὸς, ἢ ἄλλος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις καὶ τὸν ἀριθμὸν ἀκόμη τῶν Ἐφετείων νὰ ἐλαττώσῃ. Ἤθελον εὐχηθῆ νὰ εὑρίσκετο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέτων τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν πληγῶν, ὅστις νὰ βεβαιώσῃ καὶ νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ κλάδος τῆς Δικαιοσύνης, ὃν πρέπει νὰ περιποιηθῶμεν, οὗτινος τὸ γόητρον πρέπει νὰ ἀνυψώσωμεν, οὗτινος τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν πρέπει νὰ εὐρύνωμεν, ὁ κλάδος οὗτος εἶναι ὁ εἰρηνοδικειακός. Διότι οἱ πολῖται καὶ οἱ κάτοικοι πάσης χώρας σπανίως καταφεύγουσιν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ εἰς τὰ Ἐφετεῖα καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Αἱ χιλιάδες τῶν ὑποθέσεων ἀπασχολοῦσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ἤθελον εὐχηθῆ νὰ σταλῶσιν—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν—εἰς τὸν Διάβολον τὰ πολλὰ Πρωτοδικεῖα, καὶ ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ ὑψωθῇ ὁ κλάδος ὁ εἰρηνοδικειακὸς διὰ τῆς εὐρύνσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα πολλῶν ὑποθέσεων, αἵτινες κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἀνήκουσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν πρωτοδικῶν. Ἀλλ’ ἵνα τοῦτο κατορθωθῇ, ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων, ὡς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν, νὰ αὐξήσῃ ἴσως ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰρηνοδικείων, νὰ αὐξήσῃ ὑπερβαλλόντως ὁ μισθὸς τῶν εἰρηνοδικῶν, ἵνα ἔχωμεν εἰρηνοδίκας Ἄγγλους καὶ οὐχὶ Ρωμηούς· διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω Ἕλληνας, ἐπειδὴ Ἕλληνες εἰρηνοδίκαι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ὦσι πολλοὶ τῶν ὑπαρχόντων εἰρηνοδικῶν...
§189ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕλλην, ὄχι Ρωμηός· εἰς τὴν Βουλὴν τοὐλάχιστον νὰ μὴ λέγηται ἡ λέξις αὕτη, διότι εἶναι ἔλλειψις ἐθνισμοῦ.
§190ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ ἔθνους στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς καὶ τὸν νοῦν περὶ τὴν δικαιοσύνην τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ πράξῃ ταῦτα, ἅτινα ἐγὼ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὑποδεικνύω, ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης θέλει εἶναι ἀξία τῷ ὄντι τοῦ ὀνόματος αὐτῆς. Ἤθελον ἴσως ζητήσει καὶ ἐγὼ μετὰ πολλῶν ἄλλων τὴν φορητὴν ἀνάκρισιν καὶ τὴν φορητὴν δικαιοσύνην τῶν Πλημμελειοδικείων. Τοῦτο ἤθελεν ἀναπληρώσει κατὰ πολὺ βελτίονα τρόπον τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν Πρωτοδικείων. Ἤθελον ἴσως συστήσει εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἀναδιοργανώσωσι τὴν Δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαζόντων δικαστῶν, λόγῳ καταρτισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ὡμίλησα, Κύριοι, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ἵνα ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου ἐπὶ νομοσχεδίου, περὶ οὗ, συζητουμένου, νομίζω ὅτι καθῆκον μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐκφράσω τὴν ἀσθενῆ μου μου γνώμην. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὑπὸ παρομοίων ἰδεῶν ἐμπνέονται καὶ οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν. Διότι οὐδεὶς, ὑποθέτω, εἶναι τοσοῦτον ἀδιάφορος πρός τε τὰ ἐπελθόντα δυστυχήματα καὶ πρὸς τὰ ἀπειλοῦντα ἐν τῷ μέλλοντι τὴν χώραν, ὥστε νὰ φρονῇ, ὅτι μετὰ τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα γεγονότα τὰ πάντα διωρθώθησαν καὶ πρέπει μόνον νὰ ἀναμένωμεν χρυσῆν μετ’ ὀλίγον ἐποχήν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς διὰ τῶν ἑξῆς ὀλίγων λέξεων· ἡ Σύνοδος αὕτη, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συνεκλήθη, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἤθελεν ἐργασθῆ, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς συνεκλήθη, εἶναι Σύνοδος ἁπλῶς διαβατική. Οὐδεμίαν σπουδαίαν ἐργασίαν πρόκειται ὄπισθεν αὑτῆς νὰ ἀφήσῃ· πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἢ πᾶν ὅ,τι γενήσεται, ἐγένετο καὶ θέλει γείνῃ ἐκ τοῦ προχείρου, διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἐργασιῶν τινων. Ἤθελον εὐχηθῆ, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀντελαμβάνετο τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, νὰ ἄφινε πολλὰ νομοσχέδια κατὰ μέρος· τὸ νομοσχέδιον π.χ. περὶ τῶν Καμαρακίων ἠδύνατο καὶ νὰ λείψῃ, ἄλλα πράγματα ἠδύναντο νὰ μὴ ἀπασχολήσουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τὸ Κοινοβούλιον. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα καὶ τὰ μᾶλλον οὐσιώδη. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐπράχθη, δύναται νὰ τελεσθῇ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἤθελον ἐπὶ τούτοις νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἧς δὲν ἀμφισβητῶ τοὺς εἰλικρινεῖς σκοποὺς, ὅπως ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπιδοθῇ εἰς σοβαρὰν μελέτην περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ζητήσῃ τὴν γνώμην παντὸς ἀνδρὸς εἰδικοῦ, παντὸς φιλοπάτριδος πολίτου, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀκόμη ὄντος, ἵνα κατορθώσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ συνέλευσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους νὰ παρουσιάσῃ σύστημα γενικὸν, γενικῆς τουτέστιν ἀναδιοργανώσεως καὶ βελτιώσεως τῶν τῆς χώρας· διότι νομίζω, ὅτι, ἂν καὶ κατὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον ἀσχοληθῶμεν κατὰ γενικὸν κανόνα εἰς ὅ,τι ἀσχολούμεθα καὶ θέλομεν ἀκόμη ἀσχοληθῆ κατὰ τὴν παροῦσαν, θέλει ἐπέλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλομεν ζητεῖ τοίχους, ἵνα κτυπῶμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν.
§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρῶτος ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως ἔλαβον τὸν λόγον ἐγὼ, καὶ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κρίσιν μου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προτεινομένη αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀνεπαρκής· ὑπεστήριξα δὲ τὴν τροπολογίαν μου, κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ κλίμακα ῥυθμίζεται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ αὐξάνει μὲ τὸ αὐτὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον διαθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ πολύ. Τοῦτο ἤρκεσε νὰ μὲ διαδεχθῶσι δύο ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου εὔγλωττοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ περιορισθῶσιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀνεμνήσθησαν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ μονονουχὶ ὑπερημύνθησαν τῆς ὑβρισθείσης δῆθεν Δικαιοσύνης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, καὶ ἀνεδείχθησαν ἐνθερμότατοι ὑποστηρικταὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡσανεὶ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Δικαιοσύνη ὑπερασπίσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡσανεὶ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἔχομεν ὅλοι καλὴν πρόθεσιν νὰ ὑπεραμυνθῶμεν τῆς Δικαιοσύνης, ὡσανεὶ ὑπάρχῃ τις ἀμφισβητῶν, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι στενώτατα συνδεδεμένη μετὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους· καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς ἀγορεύσεώς μου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέφερα δύο μόνον δικαστικὰ πραξικοπήματα, ὅπως, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἐκ Λεβαδείας ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀποδείξω, ὅτι δὲν συμβαίνουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεξετραγώδησε, μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ συμβαίνουσι καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ τοῦτο δι’ ἀνεπάρκειαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἂν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἦναι ἀνεπαρκὴς νὰ ἐπιτηρήσῃ τὰ ὑπάρχοντα δικαστήρια, ἀνεπαρκέστερος θέλει εἶναι, ἐὰν αὐξηθῶσι ταῦτα. Καὶ αἱ λέξεις μου αὗται, μὴ ῥηθεῖσαι ὡς σοβαραί, ἐθεωρήθησαν ὅμως ὡς σοβαρώταται ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, τοῦ καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου ἐδέχθην ἐκ μέρους αὐτοῦ τὰ θερμότατα συγχαρητήριά του. Σήμερον δὲ, παρ’ ἐλπίδα, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. συνάδελφος ἀνεδείχθη ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τῆς ὑβρισθείσης δῆθεν Δικαιοσύνης διὰ τὰ δύο μεμονωμένα γεγονότα, ἅτινα ἀνέφερα. Ἐπὶ εἰκοσαετίαν δικηγορῶ, καὶ δύο μόνον μεμονωμένα γεγονότα ἀνέφερα, πρὸς τιμὴν τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μου, τὰ δὲ πρόσωπα τὰ διαχειριζόμενα ταύτην ἀντέχουσιν ὡς ἥρωες καὶ ἀπέναντι τῆς πενίας καὶ ἀπέναντι παντὸς πειρασμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνήθισα νὰ προσφέρω λίβανον εἰς κανένα, οὔτε νὰ κολακεύω. Νομίζω ὅτι καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι τὸ ἐλέγχειν τὰ πρόσωπα τὰ διαχειριζόμενα πᾶσαν ἐξουσίαν. Τὴν Δικαιοσύνην δὲν τὴν ὑβρίζουν οἱ ἐλέγχοντες μεμονωμένα γεγονότα, τὴν ὑβρίζουσιν οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰς σχέσεις αὑτῶν πρὸς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, τὴν ὑβρίζουσιν οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς καὶ ἀντὶ νὰ διευθύνωσιν ἐρρύθμως τὴν Δικαιοσύνην, προσπαθοῦσι νὰ θεραπεύσωσι ποταπὰ πάθη ἀπέναντι τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὑβρισταὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμνήσθησαν παλαιῶν λογαριασμῶν πρὸς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἐξεσφενδόνισαν εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐτόλμησαν, ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, νὰ ἐπιβάλωσι πρόστιμον εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔδωκε δικαίωμα εἰς συμπολίτην του νὰ περιυβρίσῃ ἀνώτατον δικαστικὸν ὑπάλληλον, εἰπὼν ὅτι αὐτὸς εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸν μεταθέσῃ ἐντεῦθεν! Ἐκεῖνοι ὑβρίζουσι τὴν Δικαιοσύνην, κύριε ἐκ Κραναίας συνάδελφε, καὶ ὄχι ὁ ἔχων τὸ θάρρος νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις ὡρισμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ βήματος.
§192Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ποτὲ κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς δὲν θὰ τὸ ἔκαμνε.
§193ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι δὲν σᾶς ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ἀγόρευσίς μου (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Μομφερρᾶτον), ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος μὲ συνεχάρητε. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἀνάγκην τινὰ ἐλάβετε δικαστικοῦ τινος προσώπου, καὶ ἀνήλθετε εἰς τὸ βῆμα, ὅπως πλέξητε στέφανον καὶ κερδοσκοπήσητε ἐκ τῆς ὁμιλίας ταύτης (γέλωτες).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέχετε, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
§195ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὑβριζόμην, κύριε Πρόεδρε, ἀποκληθεὶς ὑβριστὴς τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ μὲ προστατεύσητε.
§196Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ποῖος σᾶς εἶπεν ὑβριστήν;
§197ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσοι ἔντιμοι συνάδελφοι ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι ἀντελήφθησαν. Ἡ Δικαιοσύνη διαχειρίζεται ἀπὸ δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ὑψηλά. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέφερα ὡρισμένον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐὰν ἀμφιβάλλητε, δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν, κύριε Βουλευτὰ, νὰ μοὶ ἀποδώσητε τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω· διότι σᾶς εἶπον, ποῖοι ὑβρίζουσι τὴν Δικαιοσύνην, οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰς σχέσεις των πρὸς τοὺς δικαστὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι θεραπεύουσιν ἴδια πάθη κατὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων, — τὸ ὁποῖον ἐγὼ οὐδέποτε ἐπεδίωξα ἕως τώρα.
§198ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἀντελήφθητε καλῶς.
§199ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ποῖος ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς δύο μας.
§200Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἐκ μεμονωμένων γεγονότων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη. Δύναται νὰ ἦναι ἀληθὲς ἓν γεγονός...
§201ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἶπον ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη; Τὸ εἶπεν ὁ κ. Μπουφίδης.
§202ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. ... ἀλλὰ δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ δικαιοσύνη. Ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστῶν, τὰς ὁποίας ὑπηνίχθητε, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Πραγματικῶς ἐγὼ προέβην εἰς τοιαύτας...
§203ΛΑΠΠΑΣ. Ἀλλοῦ νὰ πᾷς ν’ ἀπολογηθῇς. Καμμίαν σχέσιν δὲν ἔχεις μὲ τὴν Βουλὴν (θόρυβος, παρατηρήσεις τοῦ Προέδρου πρὸς τὸν κ. Λάππαν).
§204ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Ἀλλὰ δὲν ἔχω κἀμμίαν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπολογηθῶ διὰ μεταθέσεις δικαστῶν.
§205ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἔδωκεν ἡ Βουλὴ ἀμνηστίαν (ἱλαρότης).
§206ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι μετέθεσα δικαστάς τινας, διότι ἐγὼ εἶχον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν Σβορώνων. Σᾶς βεβαιῶ λοιπὸν, καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι οὐδέποτε εἶχον σχέσιν μετὰ τῶν κυρίων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθη ὁ ἐκ Μαντινείας συνάδελφος. Οὐ μόνον δὲ οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν γνῶσιν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν.
§207ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦσθε εἰς τὴν φυλακὴν, ἐὰν εἴχετε γνῶσιν, ὡς συνεργός.
§208ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μεταθέσεις ἐνήργησα λόγῳ ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἰδιαιτέρως ἤθελε μὲ ἐρωτήσει, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι πᾶσα μετάθεσις, ἣν ἐνήργησα, ἦτο ἀναγκαία. Εἴπετε ὅτι ἐγὼ ἐκμεταλλεύομαι τὴν Δικαιοσύνην. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι ἐν τῷ βίῳ μου οὐδεμία πρᾶξις ὑπάρχει, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀπολογίας. Ὅλα, ὅσα εἴπετε, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἐμέ. Δὲν γνωρίζω τίνας ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἰδέας περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοιαύτας ὕβρεις δέον νὰ στρέψῃ πρὸς ἄλλην διεύθυνσιν, οὐχὶ πρὸς ἐμέ.
§209Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· δὲν ἐφαντάζετο δὲ κανεὶς, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἤθελε γεννηθῆ αὐτὸς ὁ κυκεὼν ἰδεῶν ἐδῶ, ὁ ὁποῖος ἐσύγχυσε τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἀκροατήρια, μὴ ἀντιλαμβανόμενα περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ πρῶτος ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα ὑπερήσπισέ τινας τῶν δικαστῶν, ὁ ἕτερος κατέκρινε τοὺς δικαστὰς, ὁ τρίτος ὡμίλησε περὶ προσωπικῶν λόγων, ἄλλος περὶ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον εἶχε διὰ τὸν ἕτερον δικαστὴν, καὶ οὕτω καθεξῆς, χωρὶς κἀνεὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ θέμα, νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ζητήσῃ εἴτε τὴν βελτίωσιν εἴτε τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἕτερος τῶν κ. Βουλευτῶν, λαβὼν τὸν λόγον, ἐμνήσθη τῆς παρελθούσης Βουλῆς, τοῦ πολέμου, τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ὡμίλησε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους ἐν γένει· ζητεῖ δὲ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν διὰ πᾶν ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον αὐτὸς ὑπῆρξε κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς καὶ εἶχε τὸν καιρὸν βεβαίως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὑποβολῆς τοιούτων νομοσχεδίων καὶ τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων. Ἀλλ’ ἔρχονται ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς ἀνοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἠνέχθη αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήγαγον αὐτὸν, καὶ παρουσιάζονται μετὰ στόμφου καὶ τηλικούτου θάρρους, ὡς νὰ μὴ διέπραξαν αὐτοὶ τίποτε, καὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἐλαχίστην εὐθύνην ἐπὶ τῇ καταστροφῇ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων! Ἤδη, Κύριοι, συζητοῦμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Κρίνετε ἀναγκαίαν αὐτήν; ψηφίσατέ την· δὲν τὴν κρίνετε; ζητήσατε ἄλλην διόρθωσιν. Ὁμιλοῦσι περὶ εἰρηνοδικῶν, καὶ ἂν πρέπῃ ἢ μὴ νὰ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν αὐτῶν. Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς τοὺς εἰρηνοδίκας, διότι δὲν ἐξῆλθε ποτὲ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, οὗτοι ἔχουσιν 90 ἢ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ κρομμύδια θὰ ζητήσουν καὶ ξύλα· καὶ τοῦτο δύνανται νὰ βεβαιώσωσι πάντες οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διαμένοντες κύριοι συνάδελφοι Ἐρχόμεθα ἔπειτα εἰς τοὺς πρωτοδίκας, καὶ λέγομεν ὅτι δὲν εἶναι καλοί. Ἴσως ὅλοι ἔχομεν ἀφορμὰς προσωπικὰς ἐναντίον τινῶν, ὡς πολιτευόμενοι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι· οἱ δικασταὶ, εἰς τὰς ἐπαρχίας μετατιθέμενοι, πολλάκις εἶναι αὐστηρότεροι τοῦ πρέποντος, καὶ τοῦτο διότι διὰ τοῦ μέσου τούτου ζητοῦσι νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσίν των καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε καλοὺς δικαστὰς, φροντίσατε, ἵνα αἱ μεταθέσεις κανονισθῶσιν ἐν δικαιοσύνῃ, ὡς καὶ ἡ προαγωγὴ αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Πολιτεία μεριμνήσῃ νὰ προάγωνται οὗτοι, ὅταν αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκδιδόμεναι βεβαιῶσι τὴν ἐργασίαν των, δι’ ἧς θ’ ἀποδεικνύηται ἡ ἱκανότης αὐτῶν, τότε θέλει παύσει πᾶν παράπονον καὶ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν.
§210ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε. (Πολλοὶ ἐξ ἀριστερῶν ζητοῦσι τὸν λόγον. Διαμαρτυρίαι καὶ φωναὶ ἐκ δεξιῶν).
§211ΔΟΥΝΗΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε δι’ αὐτῆς παρεμποδίζεται ἡ συζήτησις ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι πρέπει κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ψηφισθῶσιν. Ἑπομένως, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νομίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις, ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ ψηφισθῇ.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§215Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχω τὸν λόγον.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ πρῶτον. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§217Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Ἐγείρομαι δὲ τῆς θέσεώς μου, μόνον καὶ μόνον ἵνα δηλώσω, ὅτι εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι καὶ πρὸ δέκα ἐτῶν, κατὰ τὰς 7 Φεβρουαρίου 1889, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, λαβὼν τὸν λόγον, μεταξὺ τῶν ἄλλων προέτεινα τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων (πλὴν τῶν εἰρηνοδικῶν τότε, διότι ἦτο ἡ πρώτη ἀρχὴ) κατὰ 100 δραχμὰς. Εὗρον δὲ ἐπὶ 270 προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τότε τὰ Πρωτοδικεῖα, τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον τούτων, ἀνήρχετο ἡ δαπάνη εἰς δραχμὰς 332,000. Χαίρω πολὺ, διότι σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν νὰ ἴδω, ὄχι μὲν, ὅπως τότε τὴν ἐπρότεινα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, μία τοῦ κ. Γκίκα καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Μπακοπούλου. Δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωσθῶσι;
§219ΓΚΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γκίκα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νὰ προστεθῇ ἐδάφιον τρίτον, ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὰ ἔχοντα συμπεπληρωμένην ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς Εἰσαγγελέων προστίθενται ἐφάπαξ καὶ πεντήκοντα ἔτι δραχμαί, συνυπολογιζομένης εἰς ταύτην καὶ τῆς εἰς κατωτέραν ἢ ἰσόβαθμον θέσιν ὑπηρεσίας, εἰς δὲ τὰ μὴ ἔχοντα τοιαύτην προστίθενται ἐφάπαξ ἔτι 50 δραχμαὶ κατὰ μῆνα μετὰ συμπλήρωσιν πενταετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.» «Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 νὰ διαγραφῇ, ὡς μὴ ἔχουσα μηδένα δικαιολογητικὸν λόγον ὑπάρξεως ἐν τῷ νόμῳ.» Ἡ δὲ τοῦ κ. Μπακοπούλου ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀντικαθίστανται οὕτω: «Ἄρθρον μοναδικόν. «Εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ ΦΛϚʹ νόμου τοῦ 1859 ὁριζόμενον μισθὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τοῦ παρὰ πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέως ἢ πρωτοδίκου καὶ ἀνωτέρω, προστίθενται ἐπὶ πλέον διὰ τοὺς κεκτημένους δεκαπενταετῆ δικαστικὴν ὑπηρεσίαν δραχ. 50 μηνιαίως, ἀνὰ πᾶσαν δ’ ἐπὶ πλέον πενταετίαν προστίθενται ἕτεραι δραχ. 50. Ἡ οὕτως ἐπερχομένη αὔξησις δὲν δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς ποσὸν μεῖζον τοῦ ἡμίσεος τοῦ κατὰ τὸν ὡς εἴρηται νόμον ὡρισμένου μισθοῦ. Ὡς ἔτη δικαστικῆς ὑπηρεσίας λογίζονται καὶ τὰ διανυθέντα ἐν τῇ θέσει τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Τὰ ἔτη δικηγορικῆς ὑπηρεσίας λογίζονται συμφώνως τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ αὐτοῦ ΦΛϚʹ νόμου.» «Τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6 διαγράφονται.» Ὁ κ. Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.
§221Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὑπέβαλον τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω. Δὲν θέλω ἐκταθῆ ἐπὶ πολὺ, διότι ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ὥστε πᾶσα προσθήκη θὰ ἦτο ματαιοπονία. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δὲν ζητῶ ν’ αὐξήσῃ ἡ μισθοδοσία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰς 1000, 900 ἢ 800 δραχμὰς, ὡς ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ζητῶ ὅμως βοήθειαν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ κἄποια ἀνακούφισις εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη, ἡ κοινῶς ἀναγνωριζομένη, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσίν του, νὰ ἱκανοποιηθῇ. Δὲν ἐπεξέτεινα ἐπὶ ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τὴν τροπολογίαν μου· τὴν περιώρισα μόνον ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπηρετήσει ἐπὶ 10 ἔτη καὶ πλέον εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, διότι γνωρίζω, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι τοῦτο. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν εἶναι παρὰ 10 ἢ 15 τὸ πολὺ, εἶναι δὲ βεβαρημένοι μὲ πολλὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας καὶ ἑπομένως ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνακουφίσεως. Ἐπικαλοῦμαι ἑπομένως τὴν συνδρομὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ἡ δαπάνη δὲν θὰ ᾖναι περισσοτέρα τῶν 10–12 χιλιάδων. Ἐὰν νομίζωσιν ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπιβαρύνεται πολὺ δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ἂς ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν τῶν πολιτῶν, διὰ μικρᾶς αὐξήσεως τῶν τελῶν τῆς ἐγγραφῆς, ὥστε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸ γῆράς των νὰ ἔχωσι ποιάν τινα ἀνακούφισιν, τοὐλάχιστον 100 δραχμῶν, διότι μὲ 50 δραχμὰς δὲν ἱκανοποιεῖται ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργός. Τοῦτο εἶναι ἐμπαιγμὸς καὶ οὐχὶ μέριμνα ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἔχω τροπολογίαν καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τὸν αἰτιολογικὸν λόγον τῆς τοιαύτης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐκτάκτως καλεῖται εἷς ὑπάλληλος δικαστικὸς συνταξιοῦχος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ αὐξάνῃ ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ, μήτε ἀναλογίαν τινὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀνοίγει δὲ τοιουτοτρόπως καὶ ἡ θύρα πρὸς κατάχρησιν, ὥστε ἑκάστοτε ὁ Ὑπουργὸς νὰ δύναται, ὁπόταν θέλῃ συνταξιοῦχον, νὰ τὸν προσλαμβάνῃ, νὰ τὸν κρατῇ ἐπὶ ἕνα ἕως δύο μῆνας, καὶ οὕτως ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ καὶ ἡ σύνταξίς του νὰ αὐξάνῃ. Δὲν ἀνευρίσκω εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ἢ προσωπικὸν λόγον.
§222Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάλληλον ἐν ἐνεργείᾳ λαμβάνομεν. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «ἢ ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας».
§223Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εὐθὺς ὡς προσληφθῇ ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἐξέλθῃ τῆς δικαστικῆς.
§224Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οἱ ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας προσλαμβανόμενοι, ἐπειδὴ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου προσμετροῦσι τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δικαίως περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§225Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον οὗτοι θὰ ᾖναι καλλίτεροι τῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προερχομένων, ὥστε νὰ ληφθῇ πρόνοια μόνον ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐκεῖνοι δέον νὰ ἐξασφαλισθῶσι πλέον τῶν τελευταίων, ἀφοῦ τὰ αὐτὰ καθήκοντα εἰς ἀμφοτέρους ἔχουν ἀνατεθῆ.
§226ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ λύσῃ μίαν ἀπορίαν. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 ὁρίζει, ὅτι εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἐν αὐτῇ ἀναφερομένων δικαστικῶν λειτουργῶν προστίθενται πεντήκοντα δραχμαὶ κατὰ μῆνα μετὰ τὴν συμπλήρωσιν πενταετίας ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ ἢ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν εἰς θέσιν προέδρου, εἰσαγγελέως, ἀντιπροέδρου, δικαστοῦ ἢ ἀντεισαγγελέως. Ἀλλ’ ἡ δευτέρα παράγραφος λέγει: «Ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας εἰς ἀνωτέραν δικαστικὴν θέσιν συνυπολογίζεται εἰς τὸν τῆς κατωτέρας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πενταετίας». Ἐγὼ ἰδοὺ πῶς ἐννοῶ τὸ ἄρθρον, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ὀρθῶς ἑρμηνεύω, ἢ μήπως πλανῶμαι. Ἐάν τις ἔχῃ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκου 4½ ἐτῶν καὶ προβιβασθῇ εἰς πρόεδρον καὶ παρέλθωσιν ἕξ ἔτι μῆνες, συμπληρωθῶσι δὲ οὕτω πέντε ἔτη, κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ προσλάβῃ τὰς 50 δραχμάς;
§227Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας εἰς ἀνωτέραν δικαστικὴν θέσιν συνυπολογίζεται εἰς τὸν τῆς κατωτέρας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πενταετίας· ἄρα ἐάν τις δικαστικὸς, ἔχων ἀνωτέραν δικαστικὴν θέσιν, ζητήσῃ καὶ λάβῃ κατωτέραν, ὡς π.χ. ἐὰν ὁ Πρόεδρος Ἐφετῶν ζητήσῃ θέσιν κατωτέραν, τότε συνυπολογίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀνωτέρας εἰς τὴν κατωτέραν. Ὡσαύτως ὑπολογίζεται καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας εἰς ἰσόβαθμον δικαστικὴν θέσιν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου εἶναι ἀπωτέρα.
§229ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἵνα μὴ προκληθῶσι δύο ψηφοφορίαι, ἐπειδὴ ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Γκίκα περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἰδική μου, ἂς γείνῃ μία καὶ διὰ τὰς δύο. Ἓν μόνον πρᾶγμα δὲν περιέχεται ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. Γκίκα, ἡ διάταξις ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου θεωρεῖται ὡς δικαστικὴ ὑπηρεσία.
§230Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι τὸ λέγει ὁ νόμος. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου συνυπολογίζεται εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ὡς πρωτοδίκου, ἑπομένως μετὰ τὴν συμπλήρωσιν πενταετίας εἰς τὰς δύο σύναμα θέσεις παρέχεται ἡ αὔξησις.
§231Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐπέτρεπεν, ἔπρεπε βεβαίως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν γραμματέων καὶ ὑπογραμματέων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων· ἐπειδὴ ὅμως ἡ τοιαύτη πρόνοια δὲν ἐπιτρέπεται, ὡς ἔχομεν σήμερον, νὰ ληφθῇ, περιορίζομαι νὰ προτείνω, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος θέλει ἀποδεχθῆ, νὰ παρασχεθῇ ἡ αὔξησις καὶ εἰς τὸν Γραμματέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§232Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς· περὶ τούτου μάλιστα ὑπάρχει καὶ τροπολογία, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κ. Ζέγγελη καὶ ἐμοῦ.
§233Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἑνοῦμαι μὲ τὴν πρότασιν τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ Γραμματέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ἃ προτείνει ἡ τροπολογία τῶν κυρίων συναδέλφων.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἥτις ἀνεγνώσθη προηγουμένως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δευτέρα τροπολογία ἡ τοῦ κ. Π. Γκίκα, ἥτις ἐπίσης ἀνεγνώσθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§235ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπογραμματέων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τῶν κ. κ. Φικιώρη καὶ Λεωπούλου, δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἀμφοτέρας ὁμοῦ μία ψηφοφορία.
§236Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπάλληλοι, περὶ ὧν πρόκειται ἐν τῇ τροπολογίᾳ, εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν ἡλικίᾳ 18 ἐτῶν μὲ μισθὸν 90 δραχμῶν καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ 25, 30 καὶ 35 ἔτη μὲ τὸν αὐτὸν μισθόν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ.
§237ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν μας καὶ νὰ δεχθῇ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ 16 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον καὶ οὐδεμίαν ἔχουσι προαγωγήν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, μία ὑπὸ τῶν κ. κ. Μπασιᾶ καὶ Π. Μαυροκεφάλου, ἑτέρα ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Φικιώρη καὶ τρίτη ὑπὸ τοῦ κ. Β. Λεωπούλου. Ἐπειδὴ καὶ αἱ τρεῖς ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν, ἤτοι εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπογραμματέων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων, θὰ γείνῃ μία ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπογραμματέων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπεβλήθη καὶ ἄλλη τροπολογία ὑπὸ τῶν κ. κ. Τσάτσου καὶ Ζέγγελη περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ Γραμματέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§240Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κανονίσας καὶ βελτιώσας τὴν θέσιν ὁμολογουμένως τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἰδιαιτέρως τὴν θέσιν τοῦ πταισματοδίκου Ἀθηνῶν, δὲν ἐμελέτησε, δὲν ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ὅτι ὁ πταισματοδίκης Ἀθηνῶν ἔχει ἐργασίαν μείζονα παντὸς ἄλλου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, διεξαγάγει δὲ ἀνακρίσεις ἐπὶ δισχιλίων περίπου ὑποθέσεων κατ’ ἔτος, καὶ δικάζει ἄλλας τόσας ὑποθέσεις· καὶ ὅμως ἀφομοιοῦται καὶ ὁ πταισματοδίκης Ἀθηνῶν πρὸς τοὺς πταισματοδίκας τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ πλεῖστα ἄλλα ὠφελήματα ἐκ τῆς εἰρηνοδικειακῆς αὐτῶν θέσεως. Λυποῦμαι, διότι ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω, ὡς ἔπρεπε, τὸ θέμα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι διαπράττεται ἀδίκημα, καὶ ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη εἰδικὴ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τοῦ πταισματοδίκου Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ, ὡς γίνεται ἡ συζήτησις, ἀποδεικνύει, ὅτι εἶχε πληρέστατον δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἰπὼν ὅτι δὲν ἔπρεπεν εἰς τοιαύτην προκεχωρηκυῖαν ἐποχὴν νὰ εἰσαχθῶσι πρὸς συζήτησιν τοιαῦτα σπουδαῖα νομοθετήματα.
§241Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἀκαίρους τὰς προτάσεις περὶ αὐξήσεως τῶν μισθοδοσιῶν καὶ ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ἐνόντων προέβη εἰς ὅ,τι ἠδύνατο νὰ προβῇ, προτείνουσα μικράν τινα αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁποίαν οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι σήμερον. Τὸ ζήτημα τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ χορηγήσωμεν ἐπαρκῆ τὰ μέσα τοῦ ζῇν πρὸς τοὺς δικαστάς. Δὲν συμφωνῶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπλεξαν τὸν πανηγυρικὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐν δέοντι θέλω ἐκθέσει τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἀξιοθρηνήτου καταστάσεως τῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ δὲν θεωρῶ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ σήμερον συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἐξ ἄλλου λόγου χωλαίνουσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἀκριβῶς, διότι ἔχω πολλὰς ἀξιώσεις, καὶ πάντες ἔχομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν μεγάλας ἀξιώσεις ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην, ἵνα εὑρίσκηται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς της, διὰ τοῦτο ὀφείλομεν τὴν προτεινομένην αὔξησιν νὰ τὴν ψηφίσωμεν. Δὲν φρονῶ ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν δικαστῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν δικαστῶν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ νὰ ὁρισθοῦν μείζονες μισθοὶ διά τινας δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ἀθηνῶν, ὡς προτείνει ὁ ἐκ Καρυστίας κ. συνάδελφος. Ἔστω βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ διάκρισις δὲν θὰ ὠφέλει τὴν Δικαιοσύνην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων δοκίμων.
§243Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἐσκόπουν νὰ εἴπω τινά· ἵνα δὲ μὴ ἐγερθῇ ὑπόνοιά τις, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχω συλλέξει, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, παρεκάλεσα πρὸ ἡμερῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ὁμιλήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ πληροφορίας τινὰς, οὐχὶ ὅμως ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα, ὡς χρησίμους εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐζήτησα λ. χ. τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι σήμερον, καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὃν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ μας· ἀντὶ τοῦ σημειώματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερεν ἄλλο, δεικνύον πόσους ἀξιωματικοὺς ἀπαιτεῖ ἕκαστον πλοῖον, ὅταν τοῦτο διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ ἢ ἐν ἐφεδρείᾳ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιλάβωμαι τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ἐλλείψει τῶν πληροφοριῶν τούτων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν εὐαρεστῆται, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβληθῇ. Ἄλλως ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισίν του, ὅτε θὰ ἦναι μὲν ἀργὰ, ὄχι ὅμως καὶ δύσκολον, ὡς πιστεύω, ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κακῶς ἐψηφίσθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων.
§245ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§246ΕΤΕΡΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§247ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἀφοῦ οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῶν ναυτικῶν δήμων ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, ἂς ἀναβληθῇ.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας εἰς ἀξιωματικοὺς ἀποζημιώσεως διὰ τὰ διδακτικὰ βιβλία. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ζῶτος).
§249ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως ἐμπνέεται ὑπὸ ἰδέας δικαίας, διότι δι’ αὐτοῦ ἐξισοῦται ὁ μισθὸς ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν καὶ τῶν ἄλλων ὅπλων. Ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ, ὅπως εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.
§250Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρότασίς σας εἶναι κατὰ τύπους ἀπαράδεκτος. Δὲν δύναται εἰς νομοσχέδιον ἀφορῶν ἀξιωματικοὺς τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ νὰ περιληφθῶσι διατάξεις περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ.
§251Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀντίρρησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εὔλογος. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἄλλοτε ἐπὶ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπῆλθε προσθήκη, ἣν συνυπέγραψε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Προέκειτο περὶ τῶν ἀντισηκωμάτων, ἅτινα καταβάλλουσιν οἱ ἀπαλλασσόμενοι, ταῦτα δὲ, ἢ μέρος αὐτῶν, ἐδίδοντο ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Τότε ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι οἱ τῆς θαλάσσης ἐργάται, οἵτινες καταβάλλουσι 5 δραχμὰς ὡς σήκωμα, αὐτὰς τὰς δραχμὰς νὰ μὴ δίδωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐργατῶν θαλάσσης. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν λοιπὸν ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐδέχθη ἡ τότε Κυβέρνησις, μηδενὸς ἀντιλέξαντος, ὅπως τὸ ἀντισήκωμα τῶν ἐργατῶν θαλάσσης καταβάλληται ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συνυπέγραψε τὸ νομοσχέδιον. Ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἢ νόμου ἀντίκειται, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει πρὸς τὰ κείμενα, δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον ἢ μεθαύριον (δὲν εἶναι δὲ καὶ τόσῳ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον), ὥστε νὰ ὑποβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι διατὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νὰ λαμβάνωσι πρόσθετον ποσὸν διὰ διδακτικὰ βιβλία, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὑπηρετοῦντες κατὰ ξηράν; Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ μικρὸν αὐτὸ βοήθημα πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς οἱ κατώτεροι, περὶ ὧν καὶ πρόκειται, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀνέρχονται εἰς 1995· πρὸς 20 δραχμὰς ἕκαστος διὰ διδακτικὰ βιβλία κατὰ μῆνα, ἔχομεν κατ’ ἔτος δραχμὰς 286,800. Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλουσι λαμβάνει ἐν συνόλῳ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐτησίως, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι; Δρ. 25,650. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἔχουσι τὸν αὐτὸν πόθον νὰ αὐξήσωσι τὰς γνώσεις αὑτῶν, οἷον καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Παρακαλῶ ἄρα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ.
§252Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη τροπολογία, διότι ἐνταῦθα ὑπάρχει εἰδικὴ περίπτωσις.
§253ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ, καὶ δὴ, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν ἐκανονίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1852. Οὗτος ἐν πίνακι ἀναλυτικῷ διαιρεῖ τὸν μισθὸν, τόσαι δραχμαὶ εἰς καθαρὸν μισθὸν, τόσαι εἰς ἐνοίκιον, τόσαι εἰς διδακτικὰ βιβλία· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν πίνακα τοῦτον νὰ ἐγγραφῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τουτέστι τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὅστις εἶναι κοινὸς εἰς ἀμφότερα τὰ στρατεύματα. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, ἀφοῦ μάλιστα συζητεῖται ἤδη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§254Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται, ὅτι χορηγεῖται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ κτλ. τὸ χορήγημα· εἰς τούτους συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ κτηνιατρικὸς κλάδος;
§255Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφομοιοῦται ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὅπλων, ἃ ἀναφέρονται, πρὸς τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν δύο ὅπλων, πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ὧν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐλάμβανον καὶ μέχρι τοῦδε ἐπιμίσθιον· γνωστὸν ὅμως εἶναι, ὅτι εἰς τὰ δύο ἐκεῖνα σώματα λαμβάνουσιν ἐπιμίσθιον πρὸς πορισμὸν βιβλίων καὶ οἱ ἀνθυπασπισταί. Τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ ν’ ἀφομοιώσῃ καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀνθυπασπιστῶν, καὶ δὲν ἀναφέρεται κατὰ παραδρομήν; ἢ δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν;
§256Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐνόησα καλῶς τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας. Εἶπεν ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ τῆς ξηρᾶς τοῦ 1852 ἔτους, ὑπάρχει πίναξ, ὅστις λέγει «δι’ ἐνοίκιον, διὰ βιβλία κλπ.», καὶ ὅτι προκειμένου περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν εὑρίσκει λόγον νὰ προσκολλήσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς θαλάσσης. Νομίζω ὅτι ἡ ἀντίρρησις δὲν εἶναι βάσιμος· τοῦτο δὲ ἐξάγω ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Διὰ τοῦ νόμου ΦΛϚʹ. τῆς 28 Μαΐου 1859 χορηγεῖται εἰκοσάδραχμος μηνιαία ἀποζημίωσις διὰ διδακτικὰ βιβλία εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅπλων τινῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ αὐτὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει νῦν τὴν χορηγίαν τῆς εἰρημένης ἀποζημιώσεως εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικούς, ὧν ἡ ἀποστολὴ εἶναι ἡ αὐτὴ, λαμβάνω τὴν τιμὴν κλπ.» Λοιπὸν λόγος τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἡ αὐτή. Οἱ ἀξιωματικοί, ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, ὃν ἔχουσιν, ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἔχουσι, νὰ φαίνωνται εὐπρεπεῖς εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν ἔχουσι τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, ἵνα ἀγοράζωσι καὶ βιβλία, καὶ ἐπαυξάνωσιν οὕτω τὰς γνώσεις αὑτῶν. Ἐξαιροῦνται τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ; Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ πίναξ, ὃν μᾶς ἀνέφεραν; Ἂν ἦναι ἀνάγκη πίνακος, ἵνα γένηται δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, εἶναι εὐκολώτατον νὰ καταρτισθῇ τοιοῦτος. Ἀφορμὴ τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ὑφίσταται καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, τοὺς ὑπηρετοῦντας κατὰ ξηράν, διότι τὸν αὐτὸν μισθὸν ἔχουσιν καὶ οἱ τῆς θαλάσσης ἀξιωματικοί, ὅταν ὑπηρετῶσι κατὰ ξηρὰν, ὃν καὶ οἱ τῆς ξηρᾶς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, ἐξετάζων τὸ πρᾶγμα ἐκ τῆς νομοθετικῆς αὐτοῦ ἀφορμῆς, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ περιληφθῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται αὐταὶ αἱ διαιρέσεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, αἵτινες δὲν εἶναι οὔτε δίκαιαι οὔτε πρέπουσαι, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως συνυπογράψῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δίκαιον εἶναι νὰ εἰσαχθῇ νέον νομοθέτημα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ.
§257ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἢ δὲν μὲ ἐνόησεν, ὡς τὸ ὡμολόγησεν, ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἢ νομίζει ὅτι δύναται νὰ σπείρῃ ζιζάνια ὅπου δὲν ὑπάρχουν. Νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς θαλάσσης εἰς νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, καὶ ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ, ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεριμνήσω περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης...
§258ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§259ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νομίζῃ ὅτι πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ νὰ λάβωσι τὰς 20 δραχμὰς, δύναται νὰ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον· ἐπ’ οὐδενὶ ὅμως λόγῳ, χάριν τύπου καὶ οὐχὶ οὐσίας, δύναται νὰ ἀναμίξῃ ἐνταῦθα τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης.
§260Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ψηφίσω λίαν εὐχαρίστως ὑπὲρ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤθελον εἰσαγάγει τυχὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης πρὸς προμήθειαν διδακτικῶν βιβλίων. Νῦν ὅμως εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ τούτῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρτηθῇ καὶ τὸ ἐπιμίσθιον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ψηφίζει ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅ λίαν ἀξιεπαίνως ὑπέβαλεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ὑψηλὸς, διότι δὲν πληροῖ μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς προμηθείας βιβλίων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἀλλ’ ἀφομοιοῖ τούτους πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ καὶ πυροβολικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ προνόμιον τοῦτο· ἐξισοῖ λοιπὸν ὅλα τὰ σώματα ὅλων τῶν ὅπλων ἠθικῶς· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κέας κ. Πατρικίου, καθ’ ἣν ἡ χορηγία τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς ἀνθυπασπιστὰς ὅλων τῶν σωμάτων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§262Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ τῆς λέξεως «κλάδου» νὰ τεθῇ «σώματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§264Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν πρέπει νὰ κληθῇ τώρα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πληροῖ μίαν ἀνάγκην, διότι βεβαίως ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξεταζόμενον τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως εἶναι πλῆρες, διότι θέλει νὰ ἀποχωρίσῃ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀπασχολεῖται ἤδη ὁ στρατὸς, καὶ νὰ τὰς ἀναθέσῃ εἰς τὴν χωροφυλακήν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ ἰδέα αὕτη, εἶναι ἐσφαλμένη, διότι διὰ μικρὰ ἔθνη, ὅπως ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν θέλῃ τις νὰ καταρτίσῃ χωροφυλακὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξαρκῇ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ στρατόν· ἡ χωροφυλακὴ θὰ ἀπορροφήσῃ ὅλην τὴν δαπάνην τοῦ στρατοῦ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι αὐξάνεται ἡ χωροφυλακὴ εἰς 4,680 ἄνδρας· ἐν τούτοις, καίτοι αὐξάνεται εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμόν, καίτοι προστίθενται 2,300,000 δρ. εἰς τὰς δαπάνας τῆς χωροφυλακῆς, πάλιν θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπόν της ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐπισήμους πίνακας τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπεβλήθησαν τοιοῦτοι, ἀλλὰ ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἀπαιτοῦνται 1300 φρουροὶ καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Κράτος, προστίθενται δὲ καὶ 300 μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς προσθήκης τῶν νέων Πρωτοδικείων καὶ τῶν φυλακῶν, ὥστε ἀνέρχονται εἰς 1600 φρουροὺς καθ’ ἑκάστην καὶ 300 νυκτοφύλακας, ὥστε τὸ ὅλον 3,500, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπαιτεῖται μόνον μίαν ἡμέραν οἱ φρουροὶ νὰ μένωσιν εἰς τὸν στρατῶνα· ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς ἀπαιτεῖ δύο ἡμέρας, καὶ τότε θὰ διπλασιάσωμεν τοὺς 3,500. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι θὰ μένουν ἐν τῷ στρατῶνι μόνον 24 ὥρας. Θέλομεν προσέτι 300 δασοφύλακας καὶ 300 τηλεγραφοφύλακας, ὥστε ἀνέρχονται οἱ φρουροὶ καθ’ ἑκάστην εἰς δύναμιν 4,000 ἀνδρῶν. Ἐναπομένουσι λοιπὸν ἐκ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τῶν 4,680 ἀνδρῶν, 680 ἄνδρες διὰ νὰ κάμουν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀσφαλείας εἰς ὅλον τὸ Κράτος, τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, τὴν συνοδείαν τῶν καταδίκων καὶ πάσας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θὰ καταλήξωμεν, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πάλιν ἡ χωροφυλακὴ δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ κάμῃ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, χωρὶς οὔτε εἷς στρατιώτης νὰ ἀποσπᾶται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Θὰ καταλήξῃ λοιπὸν, ὥστε πάντοτε νὰ ζητήσητε ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς διὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐπιβαρύνοντες τὸν προϋπολογισμὸν διὰ 2,300,000 δραχμῶν. Ἔρχεται τὸ ζήτημα, τί ἀπομένει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος; Ἐγὼ δὲν ἔχω τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ὅπως τόσοι ἄλλοι ἐνταῦθα, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ἂν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἐξητμίσθη ἤδη ὁλόκληρον ἢ μένει ἀκόμη, ἔχω ὅμως ἄκραν πεποίθησιν εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν μὲ ἐβεβαίου, ὅτι πράγματι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ περίσσευμα, τότε θὰ ἔλεγον μὲ ὅλον τὸ σέβας, δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διατεθῇ αὐτὸ ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, ἢ εἰς τὸν ὁπλισμὸν τοῦ ἔθνους; — διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἴμεθα ἄοπλοι· ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ὡπλισμένα μὲ ἐπαναληπτικὰ καὶ μικροῦ διαμετρήματος ὅπλα, ἔχουν πυροβολικὸν μὲ μεγαλείτερον διαμέτρημα τοῦ ἡμετέρου· μόνον ἡμεῖς ὑστεροῦμεν. Παραλείπω τὸ ζήτημα, ὅτι μὲ τὸν ὀργανισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν πόλεμον...
§265Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ πόλεμον ἑτοιμάζεσθε πάλιν;
§266ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὰ ἔθνη, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἐὰν ὑποστοῦν ἀτυχίας, δὲν αὐτοκτονοῦν· παράδειγμα ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ὑπέστη τρομερὰν ἧτταν, δὲν κατελήφθη ὅμως ὑπὸ ἀπελπισίας, ἀλλὰ διωργάνωσε τὰς στρατιωτικάς της δυνάμεις, ὥστε σήμερον θεωρεῖται ἓν ἐκ τῶν καλλίτερον ὠργανωμένων στρατιωτικῶν Κρατῶν. Ἡ Σερβία ἡττήθη κατὰ κράτος τῷ 1875, καίτοι ἐβοηθήθη ὑπὸ 25,000 Ρώσων στρατιωτῶν ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Τσερνάγιεφ, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰ 1878 ἐπολέμησεν ἐκ νέου. Δὲν εἶναι λοιπὸν λόγος, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ εἰς ἄλλας περιστάσεις. Ἔχομεν ἀκόμη δικαιώματα νὰ διεκδικήσωμεν, καὶ συμφέροντα νὰ ὑποστηρίξωμεν.
§267ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἂν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὸν παρόντα ὀργανισμὸν νὰ ἔχωμεν στρατόν.
§268Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξω, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπομονήν.
§269Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τακτικωτέρα θὰ ἦτο ἡ συζήτησις, ἂν μᾶς ἐζητεῖτε πίνακα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ μὴ ἐλέγχητε ἡμᾶς, ὅτι δὲν σκεπτόμεθα περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ ὁπλισμοῦ καὶ ἐφοδίων, διότι μᾶς προκαλεῖτε εἰς συζήτησιν γενικωτέραν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Λησμονεῖτε, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τῶν συνεπειῶν ἑνὸς πολέμου ἀτυχοῦς καὶ ἐν οἰκονομικῇ ἀνωμαλίᾳ, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν πλήρη τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν μᾶς εἶναι εὔκολον σήμερον, εἰς τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, νὰ προβῶμεν εἰς ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπανῶν δι’ ὁπλισμὸν καὶ τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν προτιμότερον νὰ περιορίσητε τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἵνα μὴ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς γενικωτέραν συζήτησιν.
§270ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον, ὅτι θὰ ἐπροτίμων νὰ ἀναβληθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸν στρατόν, μέχρις ὅτου φέρητε τὸ σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Θέλω πρῶτον νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τίνων βάσεων θὰ ἦναι ὠργανωμένος ὁ στρατός, δυνάμεθα δὲ μέρος τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων νὰ ἀπασχολήσωμεν καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§271Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ὀργανισμοῦ, ἠμπορεῖτε νὰ ἀναπτύξητε τὰς γνώμας σας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι βεβαίως προέρχονται ἀπὸ μελέτην σοβαράν.
§272ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐὰν τὰς ἀναπτύξω ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δαπανῶνται ἐπὶ πλέον 2,300,000 δρ. κατ’ ἔτος, τότε ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν θέλῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε.
§273ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἀποδείξατε τώρα, ὅτι ὁ στρατὸς μορφοῦται κάλλιον, ὅταν ἀσχολῆται εἰς συνοδείαν καταδίκων καὶ εἰσπρακτόρων.
§274Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ἐὰν εὑρίσκηται ἢ μὴ τὸ Κράτος εἰς κατάστασιν νὰ διοργανώσῃ τὴν χωροφυλακήν, νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν καὶ νὰ διοργανώσῃ καὶ τὸν στρατόν· καὶ ὅταν ἀποδείξητε τοῦτο, τότε θὰ ἴδωμεν.
§275ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν. Εἰς τὰ ἄλλα Κράτη θὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ χωροφυλακῆς καὶ στρατεύματος, διὰ νὰ ἴδητε, ἂν ἡ σχέσις αὕτη διατηρεῖται σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἄλλα ἔθνη εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ χωροφυλακὴ ἀποτελεῖται, συμπεριλαμβανομένης τῆς Ἀλγερίας καὶ τῆς Τύνιδος, ἀπὸ 27 λεγεῶνας, ἀντιστοιχούσης μιᾶς λεγεῶνος εἰς ἓν σῶμα στρατοῦ. Ἡ Γαλλία διατηρεῖ 550,000 στρατοῦ καὶ ἔχει 21,000 χωροφύλακας ἐπὶ πληθυσμοῦ 48,000,000, ὥστε ἀναλογοῦσι περίπου 500 ἄνδρες καθ’ ἑκατομμύριον, καὶ εἶναι τὸ 1/26 τοῦ στρατοῦ ἡ χωροφυλακή. Ἡ Ἰταλία ἔχει πληθυσμὸν 31,000,000· ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶναι 560,000, ἡ χωροφυλακὴ εἶναι 11 λεγεῶνες, ἤτοι 25,000 ἄνδρες· καὶ ἔχει αὐτὴν τὴν δύναμιν, διότι ἡ ὑπηρεσία τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας δὲν μοὶ φαίνεται ἱκανῶς ἐξησφαλισμένη ἐκεῖ, ἐν τούτοις, ὡς βλέπετε, τὸ 1/22 τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν, ὅπως σᾶς εἶπον, 4680 εἰς δύναμιν 25,000 ἀνδρῶν, ὥστε ἔχομεν τὸ ⅕ περίπου, ἀντὶ τοῦ 1/22· ἑπομένως ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐννοήσῃ ὁποία δυσαναλογία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατεύματος. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ ἀκούσητε καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὰς 21,000 χωροφυλάκων ἐν Γαλλίᾳ, ὑπάρχουν 751 ἀξιωματικοί, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν σήμερον 121 ἀξιωματικούς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ ἀνέρχεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 163. Μέχρι τοῦδε ἀπεπειράθησαν νὰ χωρίσουν τὸν στρατὸν εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως. Τὸ τοιοῦτον ἀπέτυχεν ἕνεκα τῶν δαπανῶν ἢ μᾶλλον τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅπως ἤκουσα καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λέγοντα ἡμέραν τινά, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1884 τὸ ἔθνος καταναλίσκεται εἰς τὴν διακανόνισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἑπομένως εἶχε παραιτήσει πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν περὶ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ. Σήμερον θὰ συμβῇ τὸ αὐτό. Μετὰ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀναγράφεται περὶ χωροφυλακῆς καὶ περὶ στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, ὅπως θὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον, τὸ Κράτος θ’ ἀναγκασθῇ νὰ παύσῃ πᾶσαν δαπάνην περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ ἐν τοῖς στρατοπέδοις καὶ ἐν γενικαῖς ἀσκήσεσι, θέλει δὲ ἐλαττώσει καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ ἅπαξ ὡρίσθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ, ἑπομένως πάντοτε αἱ περικοπαὶ καὶ αἱ οἰκονομίαι ἐπέρχονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν. Κατ’ ἔτος 25,000 ἄνδρες συμπληροῦσι τὸ 21ον τῆς ἡλικίας ἔτος, καὶ ἔπρεπε νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸν στρατόν. Βεβαίως εἰς τὰ μικρὰ ἔθνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἡ θητεία διετὴς καὶ νὰ κατατάσσωνται 25,000 ἄνδρες, διότι δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ἔθνος εἰς τὰς δαπάνας. Βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος τις, ὥστε τὰ ἀγαθὰ τῆς γενικῆς στρατολογίας νὰ δύνανται νὰ τὰ καρπῶνται τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οἰκονομικὰ τόσον ἀνθηρὰ, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ βάρη ἑνὸς τοιούτου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀντὶ τοιοῦτόν τι σύστημα νὰ ἐξευρεθῇ, ἐτράπημεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν καὶ κατελήξαμεν σήμερον μὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ παρὸν ἔτος εἰς 11,000 κληρωτούς. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν εἰς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οὔτε νὰ μεμφθῶ καὶ κανένα τῶν Ὑπουργῶν τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ψηφίζονται 11,000 κληρωτοί, δὲν ὑπηρετοῦσιν ἄνω τῶν 9,000 κατ’ ἔτος, ἑπομένως 2,000 κληρωτοὶ λείπουν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν εἴχομεν 4,000 πλείονας ἄνδρας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ μεγάλας ἀσκήσεις, πολὺ δὲ περισσότερον, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν τὰς 11,000 εἰς 15,000· ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ διαπρεπὴς συνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Λυκούδης ἀνέπτυξεν εἰς τὸ σύγγραμμά του,—τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἐλάβετε πάντες—ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ ἔχωμεν 19,000 κληρωτοὺς κατ’ ἔτος, καίτοι δὲν παραδέχομαι ἐν ὅλῳ τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον, διότι δὲν προβλέπει περὶ δαπάνης πρὸς σύστασιν στρατοπέδου καὶ πρὸς περιοδικὴν πρόσκλησιν τῶν ἐφέδρων, εἴτε κατ’ ἔτος εἴτε κατὰ διετίαν. Συνεπῶς παραδέχομαι μόνον, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν ἀπὸ 11,000 ἢ μᾶλλον ἀπὸ 9,000, ὅσος εἶναι ὁ πραγματικὸς ἀριθμὸς σήμερον, εἰς 15,000 τοὺς κληρωτούς. Καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα πρόχειρον ὑπολογισμόν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μικροτέραν δαπάνην διὰ προσκλήσεως 15,000 ἀνδρῶν κατ’ ἔτος, παρὰ ὅ,τι ἔχομεν σήμερον μὲ τὴν πρόσκλησιν τῶν 11,000. Ἡ δαπάνη ἑνὸς στρατιώτου κατ’ ἔτος εἶναι 436 δραχμαί· ἀλλὰ πρὸς ὑπολογισμὸν καταληπτότερον λαμβάνω ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι 500 δραχμαὶ εἰς στρογγύλον ἀριθμόν, καὶ ὅ,τι βεβαίως εἶναι διὰ τὰς 500 δραχμὰς εἶναι καὶ διὰ τὰς 436. Σήμερον μὲ τὴν δύναμιν τῶν 11,000 ἀνδρῶν ἔχομεν διὰ τοὺς 24 μῆνας δαπάνην 11 ἑκατομυρίων δρ. Ἐὰν ἐλαττωθῇ ἡ θητεία εἰς 16 μῆνας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, ὅτι ἐπὶ 3 μῆνας κατ’ ἔτος θὰ γίνηται ἡ ἐκπαίδευσις ἐν στρατοπέδῳ, ὥστε ἡ ἐκπαίδευσις νὰ γίνηται πλήρης, νὰ γίνωνται καὶ μεγάλαι ἀσκήσεις, ὥστε καὶ ἡ ἄσκησις τῶν ἀνδρῶν νὰ γίνηται πληρεστέρα, πρὸ πάντων ἡ ἄσκησις τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος, θὰ ἔχωμεν τοὺς κληρωτούς, οἵτινες θὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ 6 μῆνας ἐν στρατοπέδῳ καὶ ἐπὶ 10 μῆνας ἐν μὴ στρατοπέδῳ, ἀλλὰ θὰ τελειοποιῆται ἡ θεωρητικὴ ἐκπαίδευσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ αὐτῶν τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύωσι διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, θὰ ἔχωμεν δὲ διὰ μὲν τοὺς 4 μῆνας δαπάνην 5,000,000 δραχμῶν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν 30,000 ἄνδρας κληρωτοὺς κατ’ ἔτος ἐκπαιδευομένους καὶ ἐξασκουμένους διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς 8 μῆνας 15,000 ἄνδρας, τῶν ὁποίων πάλιν ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 5,000,000. Ὥστε μὲ δαπάνην 10 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ κατὰ 1,000,000 ὀλιγώτερον, θὰ ἔχωμεν 15,000 ἄνδρας διὰ τοὺς 8 μῆνας καὶ 30,000 διὰ τοὺς 4 μῆνας ὑπὸ τὰ ὅπλα, εἰς 4 στρατόπεδα, ὅπου θὰ γίνηται πλήρης ἡ ἐξάσκησις τῶν ἀνδρῶν καὶ ἡ ἐξάσκησις τῶν ἀξιωματικῶν πρὸ πάντων. Θὰ ἔμενε δὲ καὶ 1,000,000 δρ., τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησίμευε διὰ τὰς δαπάνας τῶν ἐφέδρων, οἱ ὁποῖοι θὰ προσκαλῶνται διὰ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ στρατοπέδου, ὅπου θὰ γίνωνται αἱ γενικαὶ ἀσκήσεις καὶ διὰ μερικῆς κινητοποιήσεως τῶν μεραρχιῶν, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε δι’ ἑκάστην περίοδον. Συνεπῶς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξεπαιδεύοντο 15,000 κληρωτοὶ κατ’ ἔτος, ἀντὶ τῶν 9,000, οἵτινες ἐκπαιδεύονται σήμερον· ἐκπαιδεύονται δὲ σήμερον 9,000, διότι πάντες οἱ ἐξαιρούμενοι μετὰ τὸν Αὔγουστον καὶ πάντες οἱ μὴ προσερχόμενοι δὲν ἀντικαθίστανται, κατηργήθη δὲ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ κενὰ ἐπληροῦντο εἰς τὸν στρατόν, εἶναι δὲ σήμερον βεβαιωμένον, —καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ φέρῃ ἐπίσημον διάψευσιν, ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι ἀληθές, —ὅτι 1500 ἕως 2000 κατ’ ἔτος ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοὺς κληρωτοὺς, καὶ ἑπομένως διὰ τὰ δύο ἔτη τῆς θητείας εἶναι 3000 ἕως 4000 ἄνδρες. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν διετῆ θητείαν θὰ ἔχωμεν δεκαεξάμηνον. Ὑπηρετῶ, Κύριοι, ἀδιαλείπτως εἰς τὸ στράτευμα ἐπὶ 22 ἔτη· εἶμαι λοιπὸν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι οἱ στρατιῶται ἐκπαιδεύονται μόνον τὸ πρῶτον ἔτος ...
§276Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὺς 3 μῆνας δηλαδή.
§277Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ εἴπω αὐτὸ, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκτραγῳδήσω τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν...
§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν συζητῆτε ἓν νομοσχέδιον, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπητε, διότι εἶναι σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§279Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ πεζικὸν καὶ τοὺς εὐζώνους ἐκπαιδεύονται ἐπὶ ἕνα μῆνα, εἰς δὲ τὰ ἄλλα ὅπλα ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἑπομένως τὸ δεύτερον ἔτος οἱ στρατιῶται, οἱ μένοντες εἰς τὰς τάξεις, εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύουσι, παρὰ μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐσωτερικὴν, χωρὶς νὰ ἐκπαιδεύωνται· οὐδέποτε λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις, οὐδέποτε λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς θεωρίας. Ἐὰν δὲ, ἀντὶ νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν χωροφυλακὴν 2,300,000...
§280Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε διατὶ τοῦτο;
§281Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἰδοὺ διατί, κύριε Πρόεδρε· διότι ἔχομεν 9,000 μόνον, ἀπασχολοῦνται δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους 4,000, 5,000, ἢ 6,000.
§282Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ;
§283Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ, μάλιστα, θέλω νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ, διότι προτιμῶ νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν μετὰ τεσσάρων μηνῶν ἄσκησιν, ἐξ ὧν 3 μῆνας ἐν στρατοπέδῳ, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἔστω καὶ 5000 ἐὰν δώσητε εἰς τὴν χωροφυλακήν, θὰ ἔχωμεν 5000 κατ’ ἔτος ἐξασκουμένους ἐπὶ πλέον, ἐνῷ σήμερον διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἐλαττωθῇ ἀκόμη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσκουμένων ἀνδρῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν 15,000 κατ’ ἔτος, οὐδὲ τὰς 9,000 θὰ ἔχωμεν.
§284Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἔχωμεν ὅμως ἐξασκουμένους.
§285Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πῶς ἐξάγετε, ὅτι θὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρους ἄνδρας ἐξασκουμένους;
§286Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐκ τῆς πικρᾶς πείρας τοῦ παρελθόντος· διότι, ἐὰν αὔριον, εἰς τὰ 1900, ἐπέλθῃ ἔλλειμμα, ἐπειδὴ ἡ χωροφυλακὴ θὰ ὑφίσταται, ἐπειδὴ οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν θὰ ὑφίστανται, θὰ περικοπῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν καὶ θὰ περικοπῶσι καὶ αἱ δαπάναι περὶ γενικῶν ἀσκήσεων καὶ περὶ στρατοπέδου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι γενικὰς ἀσκήσεις, παρὰ ἅπαξ ἐκτελεσθείσας, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι πυρὰ τοῦ πυροβολικοῦ, παρὰ δὶς ἐκτελεσθέντα. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς εἰς τὴν περιωπήν του, ὄχι διότι ἀπασχολεῖται εἰς ἔργα ἀλλότρια, ἀλλὰ διότι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τοὺς στρατῶνας, δὲν δίδονται τὰ μέσα, ἵνα ἐκπαιδεύωνται.
§287Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Γουλιμῆ, εἴπετε ὅτι θὰ τοὺς στέλλητε εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§288ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχετε 11,000· δίδετε 6,000 εἰς τὴν χωροφυλακήν, σᾶς μένουν 5,000. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλετε εἰς τὴν χωροφυλακὴν, πρῶτον δὲν εἶναι χωροφύλακες καὶ δὲν ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν, διότι ἔχουν εἰς τὸν νοῦν των μόνον πότε θὰ φύγωσι, τοὺς δὲ ἄλλους δὲν τοὺς ἐκγυμνάζετε, ἐνῷ ὅπως σᾶς λέγω ἐγὼ θὰ ἔχητε χωροφυλακὴν ἀποκλειστικῶς ἀσχολουμένην εἰς τὸ ἔργον της, θὰ ἔχητε δὲ καὶ 9,000 στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκγυμνάζωνται. Ἰδοὺ ἡ διαφορά.
§289Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ 9,000, κύριε Βουλευτὰ, δὲν δύνασθε ν’ ἀντιμετωπίσητε ἐχθρόν.
§290Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πῶς θὰ τὸν ἀντιμετωπίσητε μὲ 5,000;
§291Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κάμνομεν ἕνα περίπατον στρατιωτικὸν μέχρι Τανάγρας, καὶ φέρομεν ἐδῶ τοὺς ναύτας διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως.
§292Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀντὶ 11,000, ἐγὼ σᾶς προτείνω νὰ λάβητε 15,000 κατ’ ἔτος, καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ δώσητε εἰς τὴν χωροφυλακήν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λέγετε, δὲν θὰ ἐξασκήσητε τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς.
§293ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶναι δυνατὸν νὰ κάμητε κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σας γενικὰ γυμνάσια; Ὅταν θελήσητε νὰ κάμητε γενικὰ γυμνάσια, τί θὰ γείνωσιν αἱ φρουραὶ τῆς χώρας;
§294Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς εἶπον. Ὅταν θὰ γείνωσι τὰ γενικὰ γυμνάσια, θὰ ἦναι παρόντες 30,000 ἄνδρες. Ὥστε ἓν μέρος στρατοῦ δὲν θὰ μετέχῃ αὐτῶν· οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ μετέχῃ. Αἱ γενικαὶ ἀσκήσεις γίνονται διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Εἰς τὰ στρατόπεδα οἱ ἄνδρες ἐξασκοῦνται εἰς τὴν ἀντοχὴν, εἰς τὴν πορείαν ἔτι μᾶλλον θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς. Ἄλλως τε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λαμβάνωσι καὶ πάντες μέρος εἰς τὰς γενικὰς ἀσκήσεις. Οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦναι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, θὰ λαμβάνωσι μέρος· ἐνῷ ἄλλως θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ μὴ ἐκτελῆτε γενικὰς ἀσκήσεις, ἂν θέλητε νὰ διατηρῆτε καὶ στρατὸν καὶ τόσῳ πολυάριθμον χωροφυλακήν, — διότι οὕτως εἴπετε, ὅτι θὰ ἔχητε καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὴν χωροφυλακήν. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ἐὰν ἔχητε τὴν μαγικὴν ῥάβδον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δύνασθε νὰ ἔχητε τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὥστε νὰ ἔχητε καὶ στρατὸν καὶ χωροφυλακήν, τότε ἐγὼ ἀποκαλύπτομαι καὶ παραδέχομαι τὰς ἰδέας σας, διότι δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζεται τὸ νομοσχέδιόν σας· τὴν παραδέχομαι, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Θὰ ἐπέλθῃ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον ἡ πικρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόντος διδάσκει, θὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, καὶ δὲν θὰ ἐξασκῶνται εἰς τὰς γενικὰς ἀσκήσεις καὶ εἰς στρατόπεδα...
§295Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔχωμεν ὀλιγώτερον στρατὸν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν στρατόν.
§296Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πῶς θὰ ἐπαρκέσητε μὲ 15,000 καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν;
§297Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς ἔκαμα ἕνα ὑπολογισμὸν ἁπλούστατον· διότι ἐλαττῶ τὴν θητείαν κατὰ 8 μῆνας...
§298Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύνασθε νὰ ἐλαττώσητε τὴν θητείαν.
§299Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι θὰ ἔχητε τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται; Δὲν εἶναι ἰδική μου δουλιά, οὐδὲ εἶπον ὅτι εἶμαι οἰκονομολόγος, ἔχω ὅμως τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ οἰκονομίαι, εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ στρατοῦ ἤρχισαν.
§300Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπετρέπετο, κύριε Βουλευτὰ, νὰ κάμητε τοιαύτην ἀνάπτυξιν ἄνευ προσδιορισμοῦ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσι διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσι διὰ τὸν στρατόν. Τότε μόνον θὰ ἠδύνασθε νὰ μᾶς πείσητε ὅτι δύνασθε νὰ γυμνάζητε 15,000 ὁπλίτας κατ’ ἔτος, νὰ ἔχητε γενικὰ γυμνάσια 30,000 ἀνδρῶν, καὶ νὰ ἔχητε καὶ τὴν χωροφυλακήν.
§301Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πάλιν θὰ σᾶς ἐπαναλάβω, κ. Ὑπουργέ...
§302ΑΣΙΜΗΣ. Εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι παρόντες περισσότερος ἀριθμὸς Βουλευτῶν.
§303Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι.
§304Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ κρούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Ὅστις θέλει, ἂς τὸν ἀκούσῃ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ εἰσακουσθῶ.
§305Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ θέλετε τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει σήμερον, μὲ μίαν μόνην διαφοράν, ὅτι ἐλαττοῦτε τὸν χρόνον τῆς θητείας.
§306Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα αὐτὸ, βελτιούμενον.
§307Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς βελτιούμενον;
§308Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πρῶτον δὲν ἐτελείωσα πῶς θὰ γίνεται ἡ κατάταξις εἰς τὴν χωροφυλακήν· οὐχὶ ὅπως σήμερον, ὅτε τὰ τελευταῖα ἀποστάγματα τοῦ στρατοῦ στέλλουσιν οἱ σωματάρχαι εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ κακὴ ποιότης τῆς χωροφυλακῆς.
§309Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ὅμως εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου σύστημα χωροφυλακῆς τῶν κληρωτῶν.
§310Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς ἀνέπτυξα ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσητε τὸ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου κρατοῦν σύστημα, ἔπρεπε νὰ ἔχητε χωροφυλακὴν μόνον τὸ 1/22 τοῦ στρατοῦ, ἤτοι χιλίους περίπου ἄνδρας.
§311Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· διότι εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ὁ χωροφύλαξ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπέμβῃ πρὸς εἴσπραξιν φόρων, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπέμβῃ πρὸς καταδίωξιν λῃστοφυγοδίκων. Αὐτὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, τὰ ὁποῖα δὲν θέλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰ σήμερον συμβαίνοντα, ὅπου πανταχόθεν ζητοῦνται ἐνισχύσεις διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ λέγετε «τὰ βιβλία λέγουσιν αὐτό». Ἠμπορεῖ τὰ βιβλία νὰ λέγωσιν αὐτό, ἀλλὰ ἡ πρακτικὴ λέγει ἄλλο.
§312Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἀπαιτεῖται ἐνίσχυσις· δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ διοικηθῇ οὐδὲ μὲ 4,000 χωροφύλακας.
§313Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λαμπρὰ δύναται νὰ διοικηθῇ μὲ 4,000 χωροφύλακας, ἀλλὰ χωροφύλακας, ὄχι μὲ κληρωτοὺς, τοὺς ὁποίους ἀφοπλίζει ὁ πρῶτος φυγόδικος.
§314Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀφοπλίζουν τοὺς χωροφύλακας, διότι σᾶς εἶπον ὁποίους οἱ σωματάρχαι στέλλουν εἰς τὴν χωροφυλακήν· ὅλα τὰ ἀποστάγματα καὶ ὅλους τοὺς ἀνεπιδέκτους μαθήσεως τοὺς μεταθέτομεν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§315Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος, ὅτε ἡ χωροφυλακὴ ἦτο μαζεύματα τοῦ στρατοῦ. Σήμερον εἰς τὴν χωροφυλακὴν εἶναι οἰκογενειῶν παιδιά.
§316Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τοὺς ἀφοπλίζουν.
§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὺς ἀφοπλίζουν, διότι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἄσκησιν, δὲν εἶναι στρατιῶται.
§318ΑΣΙΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα, νομίζω, ἐν ἀπαρτίᾳ.
§319ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὁ κ. Ἀσιμῆς ἤρχισε τὰς ἀγορεύσεις του μὲ ἔνστασιν ἀπαρτίας. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε.
§320ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ἀσιμῆς δὲν ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§321ΑΣΙΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀγορεύων ἐνδιαφέρεται βεβαίως νὰ ἔχῃ ἀκροατήριον.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη δύο φορὰς ἡ ἔνστασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 40′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).