1899.06.19
2.600 στίχοι · 21.018 λέξεις · 66 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
τῆς 19 Ἰουνίου 1899.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 460,050 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 322). Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λεβαδέων διὰ ψηφίσματός των, τηλεγραφικῶς διαβιβασθέντος μοι, ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτῶν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἐπίσης ὁ σύλλογος τῶν τεχνιτῶν ἐργατῶν Λεβαδείας ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ. Πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν συνιστῶσιν αἴτησιν τῆς Ἀγγελικῆς Ἰωαννίδου, τὸ γένος Γιούργα, ζητούσης μηνιαίαν σύνταξιν ἢ βοήθημα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Οἱ κάτοικοι Φενεοῦ δι’ αἰτήσεώς των διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ διαφόρων αὐτόθι γαιῶν τοῦ Δημοσίου, παρακαλοῦσι δὲ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν καὶ προτιμήσῃ αὐτοὺς, λόγῳ ὅτι δὲν τηροῦνται ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ οἱ ὅροι τῆς ἐνοικιάσεως. Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κυμαίων διὰ ψηφίσματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν (κατόπιν ἑορτῆς ὅμως), ὅπως ἡ Καρυστία ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ὁ κ. Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐν Ἐλασσῶνι ἀπηγχονίσθησαν 16 Ἕλληνες ἀντάρται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχει εἴδησις ἐπίσημος περὶ τούτου, καὶ δεύτερον ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν.
§3Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω λόγους νὰ μὴ πιστεύσω, ὅτι ἡ εἴδησις εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβής.
§4Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐκτὸς τῶν 16 αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἐφημερίδας καὶ κατ’ ἄλλας εἰδήσεις ἀπηγχονίσθησαν ἐν Ἐλασσῶνι, κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς Βιτωλίων ἕτεροι 23 τὸν ἀριθμόν.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§6ΚΡΙΤΣΑΣ. Μάλιστα, καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί θὰ γείνῃ περὶ αὐτῶν, τίνες ἐνέργειαι ἐγένοντο καὶ τίνες ἐλπίδες ὑπάρχουσι· διότι νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκην αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι.
§7Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Κατ’ ἐντολὴν τῶν ὑπογραμματέων τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ Πρωτοδικείου, ὑποβάλλω αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσιν οὗτοι νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰ προσόντα ὑπαστυνόμων, συμβολαιογράφων καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, νὰ μονιμοποιηθῇ ἡ θέσις των καὶ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§8ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἀναφορὰν ὁμοίαν — καὶ ἐλπίζω ὅτι εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη — παρὰ τοῦ γραμματέως καὶ τῶν ὑπογραμματέων τοῦ αὐτοῦ Πρωτοδικείου. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Πρωτοδικείων. Εἶναι μία δικαία ἀξίωσις, καὶ πρέπει νὰ ἐνισχυθοῦν καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαιότατον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§11Ι. Δ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπαναφέρω, Κύριοι, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀπασχολήσει ὀλίγον τὴν Βουλήν. Ἐπαναφέρω τὸν λόγον, διότι μετ’ εὐχαριστήσεως ἀνέγνων, ὅτι πρόκειται ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, ἢ καὶ μεθ’ ἡμέρας περισσοτέρας τῆς ἑβδομάδος, νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Βεβαίως ἐνδιαφέρει σπουδαίως τὴν ὅλην ἡμῶν πατρίδα ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἡ ἰδιαιτέρα ὅμως ἐμοῦ πατρίς, ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας μου, ἔχει κατ’ ἐξοχὴν τὸ μέγιστον ἐνδιαφέρον νὰ γνωρίσῃ τοὺς ὅρους καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς ἀναγγελλομένης συμβάσεως. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἀρχικὴ σύμβασις μετὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρείας, ὡρίσθη, ὅπως ἡ γραμμὴ διέλθῃ μακρὰν τῆς πόλεως μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, πλησίον δὲ τοῦ χωρίου Μπεκῆ καὶ μεσημβρινῶς αὐτοῦ ὡρίσθη νὰ γένηται ὁ κεντρικὸς σταθμὸς τοῦ σιδηροδρόμου. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς μελέτη τις, γενομένη ὑπὸ Γάλλων μηχανικῶν ἐπὶ τῆς δευτέρας πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γραμμὴ ἔδει νὰ διέλθῃ οὐχὶ πλησίον τοῦ χωρίου Μπεκῆ, ἀλλὰ διὰ τῆς Λαμίας. Ἡ μελέτη ὅμως αὕτη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρείας, προβαλούσης ὅτι ἡ τοιαύτη χάραξις ἔχει δύο μειονεκτήματα· πρῶτον, ὅτι ἀπόλλυται χρόνος, καὶ δεύτερον, ὅτι τὸ Δημόσιον ἤθελε δαπανήσει περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν περισσότερον ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤθελε δαπανηθῆ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ γραμμὴ διήρχετο, ὡς διῆλθε, διὰ τοῦ χωρίου Μπεκῆ. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐκείνη πολὺ καλῶς ὑπερήσπισε τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα, ἰσχυριζομένη ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν ταχυτέραν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Εὐρώπης, τοσαύτην δ’ ἐπίδρασιν ἤσκησεν ὁ ἰσχυρισμός της οὗτος, ὥστε παρωράθη πᾶς ἄλλος σκοπὸς τοῦ σιδηροδρόμου, πᾶν ἄλλο συμφέρον, γενικὸν ἢ μερικόν, τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐνέδωκεν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἑταιρείας. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ ἐνδώσῃ. Ἦτο ἆρά γε τὸ μικρὸν ποσόν, ὅπερ ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ, ὅπως συγκοινωνήσῃ ἀμέσως ἡ Λαμία; Ἦτο ἡ ἐπερχομένη βραδύτης ἐπὶ πέντε πρῶτα λεπτὰ τῆς ὥρας; Ἢ ἔκυπτεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς ἀνάγκης πραγματοποιήσεως μεγάλου δανείου, ὅπερ συνήφθη τότε ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης; Οἱοιδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦσαν οἱ λόγοι τῆς ὑποχωρήσεως τότε τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρείας καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑπὸ ταύτης γενομένης χαράξεως, δὲν ἦσαν λόγοι ἐπαρκῶς δικαιολογοῦντες τὴν τοιαύτην ἐγκατάλειψιν τῆς πόλεως Λαμίας. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο· ἡμεῖς δὲ δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὰ γενόμενα. Ἡμεῖς θέλομεν ἐξετάσει, ἂν, ἀφοῦ ἡ ἑταιρεία ἐκείνη ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἀφοῦ νέα σύμβασις πρόκειται νὰ ὑπογραφῇ μετ’ ἄλλης ἑταιρείας, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ τελεσθέντα ἔργα, δὲν εἶναι συμφέρον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ Λαμίας καὶ ἂν πρὸς τοῦτο θέλει ἀπαιτηθῆ μείζων δαπάνη, καὶ ὁπόση, καὶ ἂν θέλει ἐπέλθει ἀπώλεια χρόνου, καὶ ὁπόση. Ἐφρόντισα νὰ ἔχω μελέτην τινὰ, ὁπωσοῦν πλήρη, — ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἐννοεῖται, νὰ ᾖ πλήρης μελέτη τοιούτου ἔργου, γινομένου χάριν ἰδιώτου καὶ ἄνευ τῶν ἀπαραιτήτων μέσων, — διὰ νὰ κατορθώσω νὰ πείσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ διέλευσις τῆς κυρίας γραμμῆς διὰ τῆς Λαμίας καὶ ἡ παρ’ αὐτῇ ἵδρυσις τοῦ κεντρικοῦ σταθμοῦ δύναται νὰ γένηται ἄνευ προσθέτου δαπάνης σημαντικῆς. Θέλω δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκθέσει καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐπιβάλλουσι τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς γραμμῆς, διότι ἐπιθυμῶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν διέλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου διὰ Λαμίας, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι καὶ ἐκείνη ἀποφασίζει καὶ αὐτὴ ἀποδέχεται τὸ ὀρθὸν καὶ συμφέρον. Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, — διότι ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν διεύθυνσίν της — ὃν διέρχεται διὰ τῆς μεγάλης ἀξίας ὁδογεφύρας Φραντζῆ, διευθύνεται πρὸς τὸ χωρίον Μπεκῆ, μεσημβρινῶς τοῦ ὁποίου ὡρίσθη τὸ μέρος πρὸς ἵδρυσιν τοῦ κεντρικοῦ σταθμοῦ. Ἀπὸ τῆς γεφύρας μέχρι τοῦ ὁρισθέντος διὰ τὸν κεντρικὸν σταθμὸν τόπου ἡ ἀπόστασις εἶναι 2400 μέτρων. Ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι τελείως κατεσκευασμένη. Εἰς τὸν σταθμὸν Μπεκῆ συναντᾷ τὴν διακλάδωσιν Λαμίας–Ἁγίας Μαρίνης. Ἡ μέχρι Λαμίας ἐντεῦθεν ἀπόστασις εἶναι 5100 μέτρα. Καὶ ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι τελείως κατεσκευασμένη, καὶ πολλὰ πρὸς συντήρησίν της ἐδαπανήθησαν ποσά. Ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Μπεκῆ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν χάραξιν ἡ κυρία γραμμὴ διευθύνεται πρὸς δυσμὰς, μετὰ τὸ τρίτον χιλιόμετρον στρέφει πρὸς βορρᾶν, ἀφίνουσα ἀνατολικῶς τὰ χωρία Μπεκῆ καὶ Δαϊτσᾶν, μετὰ δὲ τὸ 7ον χιλιόμετρον διευθύνεται πάλιν πρὸς δυσμάς. Μέχρι τοῦ 7ου χιλιομέτρου τοῦ τμήματος τούτου (Μπεκῆ–Πενταμύλων) ἡ γενομένη ἰσοπέδωσις καὶ τὰ τελεσθέντα τεχνικὰ ἔργα δὲν ἔχουσιν ἀξίαν μείζονα τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ κατασκευασθῶσι βεβαίως καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἔργα τεχνικὰ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐμμείνωμεν εἰς τὴν παλαιὰν χάραξιν. Προκειμένου ὅμως νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν διὰ Λαμίας διέλευσιν τῆς κυρίας γραμμῆς, δύο προβάλλονται λύσεις. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ μελετηθεῖσα ἄλλοτε. Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ τῆς γεφύρας Φραντζῆ νὰ διευθυνθῇ εὐθὺ πρὸς τὴν Λαμίαν, ἀκολουθοῦσα τὴν ὑποτείνουσαν τοῦ ὀρθογωνίου τριγώνου, δύο πλευρὰς τοῦ ὁποίου σχηματίζουσιν αἱ δύο ὑπάρχουσαι γραμμαὶ Φραντζῆ–Μπεκῆ καὶ Μπεκῆ–Λαμίας. Τὸ μῆκος δὲ τῆς ὑποτεινούσης ταύτης, εἰς τὸ ἓν ἄκρον τῆς ὁποίας εἶναι ἡ γέφυρα Φραντζῆ καὶ εἰς τὸ ἕτερον ἡ Λαμία, εἶναι 6,000 περίπου μέτρα. Οὕτως ἐγκαταλείπεται ἡ γραμμὴ ἀπὸ γεφύρας Φραντζῆ καὶ Μπεκῆ, ἐκτάσεως 2,400 μέτρων, καὶ ἡ διακλάδωσις Μπεκῆ–Λαμίας ἑτέρων 5,100 μέτρων. Θέλει δὲ πρὸς κατασκευὴν τῆς ἀπὸ γεφύρας εἰς Λαμίαν κατ’ εὐθεῖαν γραμμῆς δαπανηθῆ, πρὸς 140,000 δραχμὰς τὸ χιλιόμετρον, (6 Χ 140,000) ποσὸν 840,000 δραχμῶν...
§12ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 1½ ἑκατομμύριον.
§13ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μὴ προσθέτετε τὰ 2,400 μέτρα ἀπὸ γεφύρας εἰς Μπεκῆ καὶ τὰ 5,100 μέτρα ἀπὸ Μπεκῆ εἰς Λαμίαν, διότι, ὡς εἶπον, ἀπὸ τῆς γεφύρας κατ’ εὐθεῖαν εἰς Λαμίαν ἡ ἀπόστασις εἶναι 6,000 μέτρων. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἡ λύσις αὕτη θέλει ἀπαιτήσει δαπάνην, ἣν ἠκούσατε, πρόσθετον, δὲν ἐπιμένω ὑποστηρίζων αὐτὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχει ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ὑφισταμένη κλίσις μεταξὺ Φραντζῆ καὶ Λαμίας θέλει δυσχεράνει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἡ δευτέρα δὲ λύσις, ὑπὲρ ἧς συνηγορῶ καὶ ἥτις αἴρει καὶ τὴν πρόφασιν τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ τῆς γεφύρας Φραντζῆ νὰ μὴ μεταβάλῃ διεύθυνσιν μέχρι τοῦ σταθμοῦ Μπεκῆ, ἐκεῖθεν δὲ, ἑνουμένη μετὰ τῆς γραμμῆς τῆς διακλαδώσεως διὰ καμπύλης ἀκτῖνος 500 μέτρων, ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν κατεσκευασμένην ταύτην γραμμὴν μέχρι Λαμίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μέχρι Λαμίας οὐδὲ λεπτὸν θέλομεν ἐπὶ πλέον δαπανήσει, διότι, ὡς προεῖπον, καὶ μέχρι Μπεκῆ καὶ μέχρι Λαμίας ἡ γραμμὴ, μήκους ἐν συνόλῳ (2,400+5,100) 7,500 μέτρων, εἶναι καθ’ ὅλα ἕτοιμος, λειτουργησάσης τῆς ἀτμομηχανῆς καὶ κατὰ τοὺς δυστυχεῖς χρόνους τοῦ πολέμου καὶ μετὰ ταῦτα εἴτε πρὸς μεταφορὰν ὑλικῶν τοῦ Δημοσίου, εἴτε καὶ πρὸς μεταφορὰν ξυλείας, παραχωροῦντος τοῦ Δημοσίου τὴν ἀτμομηχανὴν εἰς ἰδιώτας ἐπὶ καταβολῇ τῆς δαπάνης. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς Λαμίας ποῦ θέλει διευθυνθῆ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμή; Βεβαίως ἤθελεν εἶναι ἀνόητον, ἐὰν ἔλεγον νὰ ἐπανακάμψῃ εἰς τὸν μελετηθέντα σταθμὸν Μπεκῆ, καὶ ἐκεῖθεν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν κεχαραγμένην ὁδόν. Ἐκ τοῦ σταθμοῦ Λαμίας δέον νὰ διευθυνθῇ, κατὰ τὴν μελέτην τῶν Γάλλων μηχανικῶν, πρὸς ἀνατολὰς τῆς πόλεως, ἀκολουθοῦσα δὲ τὴν δεξιὰν ὄχθην τοῦ ἔξω τῆς πόλεως χειμάρρου Ξηριᾶ πρὸς βορρᾶν, θὰ διέλθῃ διὰ τῆς μικρᾶς πεδιάδος Ταράτσας, καὶ διευθυνομένη πρὸς δυσμὰς θέλει συναντήσει τὴν παλαιὰν χάραξιν καὶ τὸ 7ον περίπου χιλιόμετρον, παρὰ τὴν Δαϊτσᾶν, τοῦ τμήματος Μπεκῆ–Πενταμύλων, εἰς ἀπόστασιν ἴσην τῆς ἀπὸ τοῦ μελετηθέντος σταθμοῦ Μπεκῆ μέχρι Δαϊτσᾶς. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐγκαταλειφθῇ γραμμὴ μήκους 7 χιλιομέτρων ἀπὸ Μπεκῆ εἰς Δαϊτσᾶν, ἐφ’ ἧς τὰ τελεσθέντα ἔργα εἰσὶν ἀξίας ὄχι μείζονος τῶν 60,000 δραχμῶν, καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ κατασκευασθῇ γραμμὴ νέα ἀπὸ Λαμίας εἰς Δαϊτσᾶν, μήκους 6,500 μέχρις 7,000 μέτρων. Τὰ τεχνικὰ δὲ ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλουσι τελεσθῆ ἐπὶ τῆς γραμμῆς Δαϊτσᾶς– Λαμίας καὶ ἡ ἰσοπέδωσις, δὲν θέλουσιν ἀπαιτήσει δαπάνην μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἀπαιτήσει ἡ ἰσοπέδωσις καὶ τὰ τεχνικὰ ἔργα τοῦ ἀπὸ Μπεκῆ εἰς Δαϊτσᾶν τμήματος. Κατὰ συνέπειαν ἡ προτεινομένη μεταβολὴ δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ προσθήκης δαπάνης, οὐδ’ ἀξίας οὐδ’ ἀναξίας λόγου. Ἀπομένει ὅμως νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου. Καὶ ὄντως, ὁ σιδηρόδρομος θὰ διατρέξῃ κατὰ τὴν προτεινομένην λύσιν 5,100 μέτρα, ὅσα εἶναι ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Μπεκῆ μέχρι Λαμίας, διότι κατὰ μὲν τὴν ὑπάρχουσαν χάραξιν ἔχομεν: ἀπὸ Σπερχειοῦ μέχρι Μπεκῆ 2,400 μέτρα, ἀπὸ Μπεκῆ μέχρι Δαϊτσᾶς 7,000 μέτρα, ἐν ὅλῳ 9,400 μέτρα. Ἐκ τούτων 2,400 μέτρα ἐξετελέσθησαν, καὶ 7,000 μέτρα εἶναι πρὸς ἐκτέλεσιν. Κατὰ δὲ τὴν προηγουμένην λύσιν ἔχομεν: ἀπὸ Σπερχειοῦ μέχρι Μπεκῆ 2,400 μέτρα, ἀπὸ Μπεκῆ εἰς Λαμίαν 5,100 μέτρα, ἀπὸ Λαμίας εἰς Δαϊτσᾶν 7,000 μέτρα· ἐν ὅλῳ 14,500 μέτρα. Ἐξ αὐτῶν ἐξετελέσθησαν 2,400+5,100=7,500, καὶ ὑπολείπονται πρὸς ἐκτέλεσιν 7,000 μέτρα. Ἑπομένως, ὡς βλέπετε, ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου εἶναι ἀντίστοιχος πρὸς 5,100 μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ πλέον θὰ διατρέξῃ ὁ σιδηρόδρομος, ἐὰν ἀκολουθήσῃ τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν. Τὰ 5,000 δὲ μέτρα ὁ σιδηρόδρομος, τοῦ ὁποίου ἡ ταχύτης ἔσται 60 χιλιόμετρα καθ’ ὥραν, θέλει διατρέξει εἰς χρονικὸν διάστημα 5 πρώτων λεπτῶν. Τὰ πέντε ταῦτα λεπτὰ τῆς ὥρας εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπομακρύνουσι τὴν Λαμίαν τῆς κυρίας γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου, τοῦ κεντρικοῦ σταθμοῦ αὐτοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ διέλευσις τῆς κυρίας γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου διὰ Λαμίας καὶ ἡ ἵδρυσις παρ’ αὐτῇ τοῦ κεντρικοῦ σταθμοῦ παρέχει ἡμῖν ἱκανὰ ἀνταλλάγματα τῆς ἀπωλείας τοῦ ἐλαχίστου χρόνου τῶν 5 λεπτῶν τῆς ὥρας· διότι, ἂν δὲν παρέχῃ τοιαῦτα, βεβαίως πρέπει νὰ μὴ παρίδωμεν ἔστω καὶ τὴν ἀπώλειαν τοῦ ὀλίγου χρόνου. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ἐπαρχία πρέπει νὰ θύῃ τὰ ἑαυτῆς συμφέροντα εἰς τὰ τοῦ Κράτους. Ἐὰν τοιαῦτα γενικὰ συμφέροντα δὲν ὑπάρχωσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐσφαλμένη τις ἀντίληψις τοῦ πράγματος, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπολογισμὸς συμφεροντολογικὸς ἀπὸ μέρους τῆς ἀρχικῶς ἀναλαβούσης ἑταιρείας τὸ ἔργον, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀδυσώπητος τότε ἀνάγκη, ἡ ὁποία σήμερον δὲν ὑπάρχει, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ θυσιασθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως, πολλῷ μᾶλλον ἐὰν συνδυάζωνται ταῦτα πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ συνδυάζονται ἀληθῶς, διότι προκειμένου περὶ τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας, τῆς ἑνώσεως τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Λαρίσης μετὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων, ἡ ἀπώλεια χρόνου πέντε λεπτῶν δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ τεθῇ ἐν ὑπολογισμῷ. Ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος σκοπεῖ βεβαίως καὶ πρωτίστως ἴσως νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἂν δὲ τοιοῦτόν τι σκοπῇ, βεβαίως ὁ σταθμὸς πρέπει νὰ ἱδρυθῇ ἐν Λαμίᾳ, καὶ διὰ τῆς Λαμίας νὰ διέλθῃ ἡ κυρία γραμμή, διότι, ὡς ἀπεδείχθη, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κατανοηθῆ μέχρι τοῦδε, — ἐάν ποτε ἤθελε συμπέσει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποδυθῇ εἰς νέον ἀγῶνα, ἡ Λαμία θὰ ἦναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ τὸ κέντρον πάσης στρατιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, διότι ἡ Λαμία ἔχει πρὸ ἑαυτῆς τὴν Ὄθρυν, τὸν Δομοκὸν, τὰ Φάρσαλα· ὅλα δηλ. τὰ σημεῖα τῆς ἀμύνης. Ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης πλεῖστοι διακεκριμένοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἐτάχθησαν...
§14ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι ἡ Λαμία θὰ ἦναι τὸ γενικὸν κέντρον τῶν ἐφοδίων τοῦ πολέμου.
§15ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Χαίρω πολὺ, διότι καὶ ἕτερος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τὸ διαβεβαιοῖ. Ἐκεῖ λοιπὸν θὰ ὑπάρχωσιν ὅλα τὰ ὑλικὰ τοῦ πολέμου καὶ αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ· ἡ πόλις αὕτη ἔσται τὸ κέντρον τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Εὑρίσκετε ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις, παρὰ τῇ πόλει ταύτῃ νὰ ἱδρυθῇ ὁ κεντρικὸς σταθμὸς τοῦ σιδηροδρόμου; ἐντεῦθεν νὰ ἐκκινῇ, ἐκεῖ νὰ καταφθάνῃ, ἐκεῖθεν νὰ ὁρμᾶται; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐξυπηρετεῖτε τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους, δεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς γραμμῆς; Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας τῶν πόλεων, δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ παντάπασι τὸ ζήτημα; Τόσα τάχα ἄλλα ἀγαθὰ ἔχουσιν αἱ ἐπαρχιακαὶ πόλεις, ὥστε νὰ διέρχωνται περιφρονητικῶς οἱ σιδηρόδρομοι μακρὰν αὐτῶν; Πόλις, ὡς ἡ Λαμία, μὲ πολλὴν παραγωγὴν, μὲ ἀνάλογον ἐμπόριον, μὲ κτηνοτροφίαν, ἔχουσα μεταλλεῖα πολλὰ εἰς τὰ πέριξ αὐτῆς μέρη, τὰ ὁποῖα βεβαίως θέλουσι δοθῆ εἰς ἐκμετάλλευσιν, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε πρέπει νὰ λογισθῇ εἰς μηδέν. Ἐνῷ δὲ τόσα πολλὰ ἔχομεν ἀνταλλάγματα, ἐνῷ τὸ μέρος, ἔνθα ἔχει μελετηθῆ ἤδη ὁ κεντρικὸς σταθμός, εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον καὶ μέρος βαλτῶδες, ἀναβρύον ὕδατα κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ ἔτους, ἐνῷ καὶ οἰκονομίαν τινὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διὰ τῆς ἀνεγέρσεως μόνον ἐν Λαμία σταθμοῦ ἀντὶ τῶν δύο ἤδη μελετηθέντων Μπεκῆ καὶ Λαμίας, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι ἡ ἀπώλεια 5 λεπτῶν τῆς ὥρας, ἄνευ δαπάνης τινὸς προσθέτου, εἶναι ἱκανὴ νὰ παρασύρῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ αὖθις εἰς καταδίκην τῆς πόλεως. Καταδίκη δὲ εἶναι ἀληθῶς, διότι, ἂν ἀνεγερθῇ εἰς Μπεκῆ ὁ κεντρικὸς σταθμός, αἱ ὀρειναὶ ἐπαρχίαι, ὁλόκληρος ἡ Εὐρυτανία, ἡ Δωρίς, οἱ δυτικοὶ δῆμοι τῆς Φθιώτιδος, δύο δῆμοι τῆς Καρδίτσης, θὰ συγκοινωνῶσι μετὰ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Λαρίσης διὰ τοῦ Μπεκῆ, ἣν συναντῶσι πρὸ τῆς Λαμίας δύο ὥρας. Ἐν τῷ σταθμῷ τούτῳ θέλουσιν ἐπιβιβάζεσθαι καὶ ἀποβιβάζεσθαι. Ἐκεῖ θέλουσιν ἀναγκαίως ἀνεγερθῆ ἀποθῆκαι, ὅπως τοποθετῶνται προσωρινῶς τὰ προϊόντα πρὸς μεταφορὰν καὶ τὰ ἐμπορεύματα τῶν αὐτῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ συρροὴ τόσων ἀνθρώπων, ἁμαξῶν, ζώων, ἡ ἀναπτυσσομένη ἐμπορικὴ κίνησις ἐκ τούτου θέλει εἶναι κέρδος διὰ τὴν Λαμίαν μέγα, ἀπολλύμενον ἤδη. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅθεν τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, τοῦ συνδέσμου τῶν πόλεων καὶ τῆς μεταξὺ τούτων καθημερινῆς ἐπικοινωνίας καὶ συναλλαγῆς, τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου, τῆς τοπικῆς παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας συμφέρει ἡ μεταβολὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα ἐπὶ ματαίῳ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ὁποίου πολλάκις παρεσχέθη ἀφορμὴ εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκτιμήσωμεν, πιστεύω, ὅτι θέλει ἀσχοληθῆ σοβαρῶς εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς πρόχειρον δὲ μικρὸν βοήθημα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ. Ἔστω δὲ βέβαιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐ μόνον μεγάλην ὑπηρεσίαν θέλει προσφέρει εἰς μίαν πόλιν ἀξίαν πολλῆς προσοχῆς, καὶ ἥτις θέλει εὐγνωμονεῖ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα θέλει κάλλιον ἐξυπηρετήσει.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀξιέπαινος ἀληθῶς εἶναι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου διὰ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἐμβρίθειαν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐμελέτησε τὸ σπουδαῖον διὰ τὴν Λαμίαν ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς διελεύσεως διὰ τῆς πόλεως ταύτης τῆς κυρίας γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας ἡ πόλις τῆς Λαμίας μεγάλας εὐκολίας θέλει ἔχει, καὶ ἂν μόνον ἡ διακλάδωσις τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς, ἥτις ἔχει ἤδη κατασκευασθῆ, διέρχηται δι’ αὐτῆς· εἶναι ὅμως πασιφανὲς, ὅτι ἡ πόλις αὕτη, ἡ τόσα παθοῦσα, περισσότερον θέλει ὠφεληθῆ, ἂν κατωρθοῦτο νὰ διήρχετο δι’ αὐτῆς ἡ κυρία γραμμὴ, δι’ ἧς πρόκειται νὰ ἑνωθῇ οὐ μόνον ἡ Θεσσαλία μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἅπασα αὕτη μετὰ τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο πολὺ θὰ ἐκολάκευε τὴν Λαμίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἰδίως ὀφείλω ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἐνδιαφέρωμαι. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι ἀνώτερον τῶν γνώσεών μου, καὶ διὰ τοῦτο, φρονῶν ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξενέγκω ἐκ τοῦ προχείρου ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην, χωρὶς νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ἐν ταῖς λεπτομερείαις του, περιορίζομαι νὰ ἐνισχύσω τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἂν τοῦτο δὲν παραβλάπτῃ γενικώτερόν τι συμφέρον, μὴ φεισθῇ αὕτη μικρῶν τινων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀπαιτηθῆ πρὸς τοῦτο, ἡ ἐπίτευξις τοῦ ὁποίου βεβαίως θὰ καταστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λίαν εὐγνώμονα τὴν πόλιν ἐκείνην. Ἀλλὰ πρόκειται ἀληθῶς περὶ προσεχοῦς συνομολογήσεως τοιαύτης συμβάσεως; Ἂν τὰ διαδιδόμενα ἔχωνται ἀληθείας, ἂν πράγματι ἐγγίζωσιν εἰς τὸ τέλος αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μετά τινος ἑταιρείας πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τούτου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτῇ τὴν ἑξῆς παράκλησιν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπὸ σημείωσιν. Ἐν Φθιώτιδι, ὡς καὶ ἐν τῇ μεσημβρινῇ Θεσσαλίᾳ, ὑπάρχουσι πολλαὶ ἰαματικαὶ πηγαί, τὴν πρώτην δὲ μεταξὺ αὐτῶν θέσιν κατέχουσιν αἱ παρὰ τὴν Ὑπάτην. Τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων αὐτῆς πλεῖστοι ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀλλὰ δὲν συχνάζουσιν εἰς τὰ λουτρὰ ταῦτα ἕνεκα πολλῶν δυσκολιῶν ἀνυπερβλήτων, δυσκολιῶν αἱ ὁποῖαι ὅλαι, ἢ τοὐλάχιστον αἱ πλεῖσται, θέλουσιν ἐκλίπει, ἂν μία διακλάδωσις ἥνωνε τὰς πηγὰς ταύτας μετὰ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησίς μου, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει παραλείψει μεταξὺ τῶν ὅρων νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν κατασκευὴν μιᾶς διακλαδώσεως, ἡ ἔκτασις τῆς ὁποίας δὲν θὰ ὑπερβῇ ποτὲ τὰ 4 χιλιόμετρα, ἡ δὲ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν αὐτῆς θὰ ἦναι ὅλως ἀσήμαντος. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ σκεφθῇ, ἂν δὲν εἶναι δίκαιον τὴν διακλάδωσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου νὰ ἐκτείνῃ μέχρι τῆς Στυλίδος διὰ προσθήκης τεσσάρων ἔτι χιλιομέτρων, εἰς ὅσα ἀνέρχεται ἡ ἀπόστασις, ἡ ὁποία χωρίζει τὴν κωμόπολιν ταύτην ἀπὸ τοῦ χωρίου Ἁγίας Μαρίνης, μέχρι τῆς ὁποίας ἔχει ἤδη κατασκευασθῆ ἡ γραμμὴ ἐκείνη.
§18Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε, τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Πολλοὶ νομίζουσι τὸν μηχανισμὸν τοῦτον εὔκολον. Ἀλλ’ ἂν παρατηρῆται ἔλλειψις οἰκονομικῶν γνώσεων παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι τοῦτο ἐλάττωμα ἡμῶν. Ἀπαντᾷ καὶ ἐν ἄλλοις λαοῖς, μεγάλοις καὶ προηγμένοις ἐν πολιτισμῷ. Ὁ Yves Guyot, πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας, λέγει, ὅτι ἡ ἄγνοια τῶν πεπαιδευμένων, ὡς ἐν παντί, καὶ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἄγνοιαν τῶν ἀμαθῶν· ἀναφέρει δέ, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Θιέρσος ὠνόμαζε τὴν Οἰκονομικὴν ἐπιστήμην «Littérature ennuyeuse». Ἀλλ’ οἱασδήποτε καὶ ἂν κεκτήμεθα οἰκονομολογικὰς γνώσεις, ἀναγνωρίζομεν ὅμως πάντες, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐθνικὴν βιομηχανίαν καὶ προαγάγωμεν τὰ προϊόντα αὐτῆς, διότι, ὡς γνωστόν, ὅσον ἡ παραγωγὴ αὐτῶν εἶναι εὐθηνοτέρα, τόσον ἡ ζήτησις αὐτῶν ἐπιτείνεται. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι ἔκκλησιν εἰς τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ γνωστόν, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναμνήσω αὐτὸν τὴν σύστασίν μου, ἣν πρὸ ὀλίγου καιροῦ ὑπέβαλον, περὶ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι πρὸς συσκευὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν Μεσσηνιακῶν σύκων. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι γενικὸν νομοθετικὸν μέτρον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ περὶ τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ὅλων ἐκείνων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς πρώτη ὕλη τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἢ πρὸς συσκευὴν κατάλληλον καὶ φιλόκαλον τῶν προϊόντων αὐτῆς, προωρισμένων εἰς ἐξαγωγήν.
§19Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ ἐπεῖγον.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας θὰ ἀναγραφῇ ἐν ἀρχῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν τετάρτην πρωϊνὴν ὥραν τῆς σήμερον ἔληξεν ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐζήτησα δὲ τότε τὸν λόγον, ἵνα ἀγορεύσω ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ἐπεθύμουν ἀληθῶς νὰ ὁμιλήσω δευτέραν φορὰν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν προὐτάθη εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ κατορθώσω, διότι περιπέτειαι κατὰ τὸ τέλος τῶν συζητήσεων τὴν ἡμέραν ἐκείνην μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀναβάλω τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην ἐπὶ τὴν συζήτησιν τοῦ συνόλου. Ἀφοῦ ἀνέβην ὅμως ἐπὶ τὸ βῆμα χθές, δηλαδὴ σήμερον τὴν τετάρτην πρωϊνὴν ὥραν, προετάθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ πρὸς αἰτιολογίαν αὐτῆς προετάθη ὁ κάματος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε περιέλθει ἡ Βουλή, ἥτις εἰργάζετο ἀπὸ τῆς 9ης ἑσπερινῆς ὥρας, ἤτοι μόλις εἶχε συμπληρώσει ἑπτάωρον ἐργασίαν. Προέκυψεν ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τῆς βεβαιώσεως, ἐὰν πράγματι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν καμάτῳ, καὶ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐμὴ βεβαίωσις πρὸς τοῦτο, ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ δὲν ἐτόλμησα νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ταύτην, ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις, καὶ ἐξηκολούθησα καὶ ἐγὼ ἀγορεύων. Ἀλλὰ μετά τινα ὥραν ἐζητήθη αὖθις ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λήξῃ πλέον ἡ συνεδρίασις, ἦτο δὲ ἡ πέμπτη πρωϊνὴ ὥρα, ὅτε ἐνεκρίθη τέλος πάντων νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἠναγκάσθην δὲ καὶ ἐγὼ νὰ διακόψω τὸν λόγον μου. Οὕτω δὲν ἠδυνήθην νὰ τελειώσω τὸν λόγον, μόλις δ’ εἶχον προβῆ μέχρι τοῦ ἡμίσεος τοῦ πρώτου μέρους αὐτοῦ· ἑπομένως περιάγομαι σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀρχίσω αὖθις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἔλεγον χθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τέσσαρα διακεκριμένα ἐλαττώματα διαγιγνώσκω ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε νῦν κατὰ τὸ σύνολον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Πρῶτον, ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, οὐδ’ ἐπιφέρει βελτίωσιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας αὐξάνει τὰς πιθανότητας ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι οὔτε ἀρτία οὔτε πλήρης, τὰς ὁποίας πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων ἐξέθηκαν εἰς τὴν Βουλήν, καθιστᾷ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν περὶ τῆς εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας τῆς Δικαιοσύνης γνώμην τοῦ κοινοῦ, ἑπομένως ζημιώνει οὐσιωδῶς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ἐλαττώματος τούτου παρέστησα, ὅτι καὶ ἄλλα περιέχει ἐλαττώματα, καὶ ἰδίως ἐπιφέρει τὴν ἐξέγερσιν τῶν συμφερόντων τῶν τε ἐπαρχιακῶν καὶ τῶν πολιτικῶν. Ὅταν πρόκειται νὰ μεταβάλητε σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν πρὸ ἡμίσεος καὶ πλέον αἰῶνος, βεβαίως ἀναλαμβάνετε ἔργον δυσχερὲς καὶ ἐπικίνδυνον· αἱ σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν, αἱ σχέσεις τῶν δημοτῶν πρὸς τὸν δῆμον, αἱ σχέσεις τῶν δικαζομένων πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, πᾶσαι αἱ σχέσεις αὗται ἀνατρέπονται, ἕκαστος δ’ ἀμφιβάλλει εὐλόγως περὶ τοῦ μέλλοντος, περὶ τοῦ νέου καθεστῶτος. Καὶ ὅσοι μὲν δὲν ἦσαν δυσηρεστημένοι ἐκ τοῦ καθεστῶτος, τοῦ ὁποίου προτείνετε τὴν μεταβολὴν, προσπαθοῦσι μετὰ μεγάλης σπουδῆς νὰ μὴ ἀφήσωσιν αὐτὸ νὰ μεταβληθῇ, ὅσοι δ’ ἐλπίζουσιν ὅτι ἡ προτεινομένη μεταβολὴ θέλει ἐπιφέρει βελτίωσιν εἴτε κατὰ τὰς πρὸς τὴν διοίκησιν ἢ πρὸς τὸν δῆμον σχέσεις αὐτῶν, εἴτε κατὰ τὴν προστασίαν ἢ τὴν ἐξέλιξιν τῶν συμφερόντων των, προσπαθοῦσι νὰ ἀποτρέψωσι τὰ κωλύματα, τὰ παρεμβαλλόμενα πρὸς ἐπιψήφισιν τῆς μεταβολῆς· ὁσάκις δὲ τὰ συμφέροντα τούτων συγκρούωνται πρὸς τὰ συμφέροντα ἄλλων, προβάλλουσιν ἔριδες, προκύπτει ὁ ἀνταγωνισμός, ἐγείρονται φιλονικίαι. Ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἦτο τὸ κάτοπτρον, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως εἴδετε τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου τούτων περὶ τῆς προκυψάσης ἐξεγέρσεως, περὶ τῆς συγκρούσεως τῶν συμφερόντων, τῶν τε ἀτομικῶν, τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, αὐτῶν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ τρίτον ἐπάγει κακὸν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι αὐξάνει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Κατὰ μίαν πρόχειρον σημείωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβὴς κατὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι πλήρης, διότι πολλὰ ἄλλα ποσὰ πρέπει προσέτι νὰ ἀναγραφῶσι, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν εἶχον καιρὸν νὰ ἀναζητήσω ἐν διαφόροις νομοσχεδίοις καὶ νὰ ἀνεύρω καὶ ἀναγράψω, κατὰ τὴν σημείωσιν, λέγω, ταύτην αἱ προτεινόμεναι διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν ἢ ἐπροτάθησαν, διάφοροι μεταβολαὶ κατακερματίζουσι τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 6,448,034. Πολλοὺς ὄντως τὸ περίσσευμα τοῦτο ἐδέχθη ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του πελεκισμοὺς καὶ πολλὰς ὑπέστη μειώσεις, πρῶτον διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν μέχρι τοῦδε δηλώσεων πρὸς ἀναγραφὴν πιστώσεων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ὑπὲρ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ὁποίου θέλει αὐξήσει κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα, εἶτα διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, ἣν θέλει ἐπιφέρει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὑπερβαινόντων καὶ τούτων τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τούτου, δὲν πρέπει νὰ παραλίπω μίαν λεπτομέρειαν. Εἶχον ζητήσει, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, σημείωσιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἀνάγκη τῆς φρουρήσεως τῶν ἱδρυθησομένων ἐξεταστικῶν φυλακῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ ὅτι ἔχει καὶ εὐστροφίαν καὶ εὐκολίαν περὶ τὸ δικαιολογεῖν τὰς γνώμας αὑτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἱ φρουραὶ θέλουσιν εἶναι ἀπὸ τὸν στρατὸν, ὅτι δὲ διὰ τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα. Κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ κύριος ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη ὅτι ἕνεκα τῆς φρουρήσεως τῶν ἱδρυθησομένων ἐξεταστικῶν φυλακῶν θέλουσιν αὐξήσει τὰ ἔξοδα, ἐσφάλετο, ἡ δὲ γνώμη αὐτοῦ ἀπεπλάνησε καὶ ἐμὲ, ὅπως ζητήσω σημείωσιν τῶν ἐξόδων τούτων. Κρίνω ὅμως, ὅτι δὲν ἐσφάλετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, διότι καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε μετὰ τῶν ἁρμοδίων συναδέλφων μου ἐκρίναμεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἀφορμαὶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀποσπῶνται ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰς τάξεις των καὶ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ νέας ὀργανώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἐζητήσαμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἀποσπῶνται οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν τάξεων αὐτοῦ εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τῶν ἔργων αὐτοῦ, καὶ εὕρομεν ὅτι τοιαῦται ἀνάγκαι εἰσὶν ἡ συνοδεία τῶν μεταφερομένων ὑποδίκων καὶ καταδίκων, ἡ συνοδεία τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν, ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων καί φυγοποίνων κλπ. Ἠσχολήθην λοιπὸν τότε νὰ ὀργανώσω τὸ νέον σῶμα τῆς χωροφυλακῆς οὕτως, ὥστε οἱ ἄνδρες αὐτοῦ νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας ταύτας, ὅπως μὴ εὑρισκώμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀποσπῶμεν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι προσέκοψα ἐν πρώτοις πρὸ μεγάλου καὶ δυσυπερβλήτου προσκόμματος, πρὸ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκῶν στελεχῶν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς· καὶ ἐπρότεινα μὲν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐνωμοτιῶν καὶ τῶν μοιραρχιῶν, ἀλλ’ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν στελεχῶν, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοιράρχων, τῶν ἀντιμοιράρχων, τῶν ὑπομοιράρχων καὶ τῶν ἀνθυπομοιράρχων ἀπετέλει δυσυπέρβλητον πρόσκομμα, διότι οὐδ’ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν κατωτέρων βαθμῶν ἦσαν ἐπαρκεῖς, ὅπως ἐξ αὐτῶν διὰ προαγωγῆς ἀναπληρώσω τὰ ἐλλείποντα στελέχη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχον ἐπαρκῆ τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἂν ἠδυνάμην νὰ συμπληρώσω αὐτὰ, πάλιν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς φρούρησιν καὶ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Αἱ φυλακαί εἰσι ποινικαί, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐγκλείονται οἱ ἐπὶ κακουργήματι κατάδικοι, εἰσὶν ἐπανορθωτικαί, ἐν αἷς ἐγκλείονται οἱ ἐπὶ πλημμελήμασι κατάδικοι καὶ οἱ ἐπ’ κακουργήματι εἰς μικρὰς ποινὰς καταδικασθέντες, εἰσὶ τέλος καὶ αἱ τῶν κρατουμένων ἕνεκα πολιτικῶν χρεῶν, ἀλλ’ αἱ φυλακαὶ αὗταί εἰσι διεσπαρμέναι πανταχοῦ, καὶ ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς κεντρικάς, — ἔχομεν δὲ τοιαύτας ἐν Αἰγίνῃ, ἐν Ἀθήναις, ἐν Χαλκίδι, ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐν Πύλῳ, — ὑπολείπονται ὅμως αἱ ἐξεταστικαὶ φυλακαί, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν ἑκάστῃ ἕδρᾳ Πρωτοδικείου· ἐπειδὴ δὲ τὰ Πρωτοδικεῖα ἦσαν εἴκοσι καὶ δύο, εἴχομεν 22 ἐξεταστικὰς φυλακὰς, καὶ εἰς τὰς εἴκοσι καὶ δύο ταύτας φυλακὰς παρέμενον ὡς φρουροὶ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τώρα ἔχομεν κατὰ τὸ νομοσχέδιον 27 φυλακὰς, ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην πλειόνων ἀνδρῶν, οὐδ’ ἐπαρκοῦσι πλέον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρούρουν ἕως τώρα. Ἕνεκα τούτου ἢ θέλομεν αὐξήσει τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, ὅπως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν φρουροὺς καὶ τῶν νέων τούτων φυλακῶν, ἢ θέλομεν ζητήσει διὰ τοῦ νόμου περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἀριθμὸν μείζονα τοῦ νῦν ζητουμένου, ὅπως ἐπαρκέσωσιν οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν φρούρησιν τῶν νέων φυλακῶν, καὶ πληρωθῇ οὕτω τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς προϋπελόγισε τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θέλει ἐπιφέρει ἡ ἕνεκα τῆς ἱδρύσεως τῶν νέων τούτων φυλακῶν αὔξησις τῶν ἀνδρῶν, εἰς 250,000 δραχμάς. Ἐπειδὴ δ’ ἐνδέχεται οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι νὰ ἦναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀκριβεῖς, ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσις τῆς πραγματικῆς δαπάνης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ προσκομίσῃ τοιαύτην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόναι αἱ εἰρημέναι αὐξήσεις τῶν ἐξόδων· καὶ ἄλλαι πολλαὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῶσιν. Οὕτω θέλει προστεθῇ αὔξησις 220 χιλιάδων δραχ. περίπου ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Αὔξησις ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνεργείων. Αὔξησις ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Αὔξησις ἐκ τῆς κατὰ ἕτερον νομοσχέδιον ἐπιβαλλομένης ὑποχρεωτικῆς πληρώσεως τῶν κενουμένων ἐν τῷ στρατῷ θέσεων. Αὔξησις ζητηθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα προστεθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ πιστώσεις 460 χιλιάδων περίπου δραχμῶν. Δὲν ἀναφέρω ταῦτα, ἵνα ἀμφισβητήσω τὴν ἀνάγκην τῶν αὐξήσεων τούτων, ἀλλ’ ἀριθμῶ ταύτας, καὶ ἄλλας δ’ ἴσως πολλὰς πρέπει νὰ ἀριθμήσω, προτεινομένας δι’ ἄλλων νομοσχεδίων, ἵνα παραστήσω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ προτείνωμεν αὐξήσεις ἐξόδων. Αἱ αὐξήσεις ὅμως αὗταί εἰσι πραγματικαὶ καὶ αἰσθηταί, ἐγὼ δὲ, ὅστις κρίνω ὅτι τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὲν περίσσευμα ἐκ δραχ. 6,448,034 δὲν εἶναι πραγματικόν, ὅτι, ἂν αὐξάνωμεν τὰ ἔξοδα, θέλομεν πιθανῶς εὑρεθῆ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως οὐχὶ ἐν περισσεύματι, ἴσως δὲ οὔτε ἐν ἰσοζυγίῳ, πιθανώτατα δ’ ἐν ἐλλείμματι, ὁμολογῶ ὅτι τὰ μάλιστα ἀνησυχῶ, διότι μὲ τρομάζουσι τὰ ἐλλείμματα. Ἑπομένως ἀνησυχῶ διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βλέπων αὐξανόμενα τὰ ἔξοδα, προάγομαι δὲ εἰς ἀνησυχίας μείζονας, δυσπιστῶν εἰς τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Τὸ ἀναγραφὲν ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 περίσσευμα ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο κονδύλια, ἀπὸ τὸ κονδύλιον τῶν ἐσόδων, τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ εἰς εἶδος εἰσπραττομένου φόρου τῆς σταφίδος κατὰ τοὺς νόμους τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅπως ἐξ αὐτοῦ πορισθῇ τὸ Κράτος τὰς τέσσαρας κατὰ χιλιάδα λιτρῶν δραχμὰς, καθ’ ἃς ἔχει ἐλαττωθῆ ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος πληρωνόμενος εἰς χρήματα φόρος, καὶ ὅπως πορισθῇ ὡσαύτως τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰρημένων νόμων. Ἀλλὰ τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἔσοδον, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῶν πόρων τούτων, ἀνάγεται εἰς τρεῖς παρελθούσας χρήσεις καὶ οὐχὶ εἰς μίαν, τὴν ἐνεστῶσαν, εἰς τὰς χρήσεις τοῦ 1896, 1897, 1898, ἀνεγράφη δὲ ὅλον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, ἐκ 3,859,258, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἔσοδον ἑνὸς ἔτους, διαρκὲς καὶ μόνιμον, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη· εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸ ταμεῖον κατὰ τὸ 1899, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τρεῖς χρήσεις, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλάβωμεν αὐτὸ ὡς τακτικὸν ἔσοδον καὶ ν’ αὐξήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλουσι δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1899, θέλουσι δὲ δαπανᾶσθαι καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἀλλὰ καὶ δεύτερον κονδύλιον ἀνεγράφη, ὅπως παραστήσῃ τὸ περίσσευμα, αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις. Ὡς ἀδιαθέτους πιστώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει τὰ μὴ πραγματοποιηθησόμενα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζει εἰς 2,589,379. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων ἀναγραφόμεναι πιστώσεις δὲν δαπανῶνται, εἴτε διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν, δὲν ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ μέσου, δὲν ἐδαπανήθησαν δὲ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ δι’ αὐτὰ ποσὰ, εἴτε διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὁποίων ἀναγράφονται αἱ πιστώσεις, δὲν εἶναι παρὼν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἐπὶ ποίας βάσεως στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις εἰς 2,589,379. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνέγραψε τόσον ποσὸν, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἐστηρίχθη ἐπὶ βάσεως ὡρισμένης. Ἀλλὰ θέλουσιν εἰσπραχθῆ πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἐπειδὴ δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῶν προϋπολογιζομένων καὶ τῶν ἐσόδων τῶν εἰσπραττομένων εἶναι πάντοτε αἰσθητὴ, αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις χρησιμοποιοῦνται πάντοτε, ὅπως πληρώσωσι τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα καταλείπει ἡ μὴ πραγματοποιουμένη πάντοτε εἴσπραξις πάντων τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων. Ἑπομένως ἀκινδύνως, ἀσφαλῶς, πρέπει τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις νὰ μὴ ἀναγράψωμεν ὡς περίσσευμα, ἀφοῦ θέλουσι διατεθῆ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐσόδων, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις δὲν πραγματοποιεῖται. Ἀφοῦ δὲ τοιοῦτον εἶναι τὸ περίσσευμα τοῦτο, κατακερματίζουσιν αὐτὸ, ὡς προεῖπον, αἱ ζητούμεναι διὰ διαγεγραμμένας καὶ κεκλεισμένας χρήσεις πιστώσεις, ἀνερχόμεναι εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἡ προστιθεμένη δαπάνη ἡμίσεος ἑκατομμυρίου κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, αἱ προσθῆκαι ἐξόδων, τὰς ὁποίας θέλουσιν ἐπιφέρει τὰ διάφορα νομοσχέδια, ὡς αἱ προσθῆκαι ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλαι πολλαὶ, ὧν τινας ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Εὐλόγως λοιπὸν ὑποθέτω, ὅτι δὲν βαίνομεν εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ εἰς ἔλλειμμα. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι εὑρίσκω ἀναλογίαν τινὰ ὁμοιοτάτην μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1886 καὶ 1887 πρὸς τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899. Δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς τὴν ἀναλογίαν τῶν ὁμοιοτήτων τούτων, διὰ νὰ μὴ ἀναβάλω νὰ καταδείξω ὑμῖν τὸ τρίτον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἐλάττωμα τῆς βλάβης, ἥτις θέλει ἐπενεχθῆ δι’ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ παραλείψω νὰ ἐπιδείξω τοὐλάχιστον ἐν περιλήψει τινὰς τῶν ὁμοιοτήτων τούτων. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπιφέρει τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν συμφερόντων, τὸν ὁποῖον εἴδετε χθὲς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν διαδραματισθέντα, οὐδ’ ἐλησμονήσατε πῶς παρήλαυνον χθὲς ἀλλεπάλληλοι αἱ τροπολογίαι. Ἐλέχθη ὑπό τινων, ὅτι ὁ καταδηλωθεὶς χθὲς ἀνταγωνισμὸς ἦτο ἀπόδειξις τῆς ἀτελείας τῆς πολιτικῆς ἀνατροφῆς ἡμῶν, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Κοινοβούλιον, ἐνασκοῦντες τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, μεριμνῶσι πρωτίστως περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων αὐτῶν, καὶ περισπῶσι τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ὅπως σώσωσι τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ πολιτικὰ αὑτῶν συμφέροντα. Βεβαίως ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ μόνον ἐπ’ ἄρτῳ, εἶναι ὅμως ὂν ἀτελὲς καὶ εἰς ὁποιανδήποτε βαθμίδα πολιτικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἂν περιῆλθεν, ἵνα θυσιάσῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ πολιτικὰ ἢ ἀτομικὰ συμφέροντα, πρέπει νὰ πεισθῇ, ὅτι μεγάλη ἀνάγκη τῆς πατρίδος καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τὸ ἀπαιτεῖ. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀπεκάλυψεν, ὅτι τοιαῦται ἀνάγκαι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ θεραπευθῶσιν, ὅπως τοιαύτας ἀπαιτήσωμεν θυσίας παρὰ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσι βεβαίως πολλοί, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοιαύτης πεποιθήσεως ἔδωκαν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ οἱ διαφωνοῦντες, οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν προσδοκῶνται ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τούτου βελτιώσεις, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει ἐπέλθει βλάβη τῶν δημοσίων συμφερόντων, καὶ ἀποστέργουσι διὰ τοῦτο νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς θυσίας, ἀμύνονται δὲ, ὅπως μὴ ὑποστῶσιν ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἀδίκως τοιαύτας. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον πόρισμα. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ δεύτερον, τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, δηλαδὴ τοὺς κινδύνους τοὺς οἰκονομικούς, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ὑπέδειξα. Ἔχομεν καὶ τρίτον πόρισμα, τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Χθὲς ἤκουον πολλὰ περὶ δικαστηρίων καὶ δικαιοσύνης λεχθέντα. Ἄν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν ἐνθουσιώντων διὰ τὴν τελειότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆλθεν ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἴσως καὶ τῆς πολιτικῆς, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ ἐμφανισθῶ ἄπελπις, περιβεβλημένος σάκκον καὶ ἔχων σποδὸν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, ἵνα θρηνήσω τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθησαν τὰ δικαστήρια. Εἶπόν τινες, ὅτι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐζημίωσε τὸ μεταθετὸν τῶν δικαστῶν, διότι ἐμείωσε τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν. Ἀνέτρεξα νὰ εὕρω ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μετατεθέντων, δὲν εὗρον δὲ τοιαύτην στατιστικὴν, εἰμὴ μόνον ἑπτὰ ἐτῶν, τῶν 1882, 1883, 1884, 1885, 1886, 1887, 1888. Δὲν ἐξελεξάμην ἐγὼ τὰ ἔτη ταῦτα, ἀλλ’ ἐν τοῖς παραρτήμασι τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς παρεκάλεσά τινα νὰ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ πίνακας τοιαύτης στατιστικῆς, κατατεθέντας ποτὲ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εὗρε δὲ εἰμή, μόνους τοὺς κατατεθέντας τῇ αἰτήσει τοῦ δευτέρου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον διακρίνω διὰ τῆς τάξεως, ἣν κατέχει μεταξὺ τῶν ἐκλεχθέντων ἐκ τῆς ἐπαρχίας. Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κ. Βουλπιώτης κατέθηκεν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Λεβίδου κατὰ τὰ 1888 στατιστικὸν πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνευρίσκω τὰς ἑξῆς πληροφορίας· ὅτι κατὰ τὰ 1882 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης, ἐπὶ τοὺς δύο μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου διέπραξεν ἕνδεκα μεταθέσεις δικαστῶν· ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλης, Ὑπουργὸς ὡσαύτως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ 16½ μῆνας κατὰ τὸ 1883, διέπραξεν 70 δικαστικὰς μεταθέσεις, ὅτι ἕτερος πολιτικός, τὸν ὁποῖον μετὰ λύπης δὲν βλέπω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁ ἐκ Καρυστίας κ. Κοντόσταυλος, ἐν διαστήματι 21 μηνῶν διέπραξε μεταθέσεις 129 δικαστῶν· ὅτι ἕτερος, ἀποθανὼν ἤδη, τοῦ ὁποίου μνημονεύω οὐχὶ ἀπὸ σκοποῦ νὰ ταράξω τὴν κόνιν, ὁ μακαρίτης Σπήλιος Ἀντωνόπουλος, ἐν διαστήματι 6 μηνῶν, διέπραξεν 102 μεταθέσεις, ὅτι ὁ κ. Κοντογούρης ἐν διαστήματι 7 μηνῶν διέπραξεν ὡσαύτως 47 μεταθέσεις, ὅτι ἕτερος πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος δὲν συνεδριάζει μεθ’ ἡμῶν, διότι δὲν ἐξελέχθη βουλευτὴς, ὁ κ. Βουλπιώτης, ἐν διαστήματι 32 μηνῶν, καθ’ οὓς διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διέπραξεν 188 μεταθέσεις. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ τρομάξητε πρὸ τῶν ἀριθμῶν τούτων, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὰς ἀσθενείας ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν ἐν πολλοῖς μέλεσι τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, οὐ μόνον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν Ἐφετῶν· εἶπον ἀτελείας, διότι ἀτελῆ συνείδησιν τοῦ καθήκοντος καταγγέλλει ἢ κατάχρησις τῆς ἰσοβιότητος, τῆς ἀσφαλείας ταύτης, μεθ’ ἧς ἡ Πολιτεία ἐπροίκισεν αὐτοὺς, ἀναγράψασα ἐν τῷ πολιτεύματι τὴν μονιμότητα αὐτῶν ταύτην, ὅταν δὲ τὴν ἰσοβιότητα ταύτην χρησιμοποιῶσιν, ὅπως βιάζωσι τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ τοποθετῶσιν αὐτοὺς οὐχὶ κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ κατὰ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἀληθῆ ἐνασκοῦσιν ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν ἐκβίασιν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπεζητεῖτο νὰ ἀνευρεθῇ Ἐφέτης, ὅστις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποῦ διαμένει, ὅπως καλέσω αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ προτρέψω αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του ἐν Λαρίσῃ, ὅπου εἶχε τοποθετηθῆ, ἵνα καταρτισθῇ τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, καὶ ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Λάρισαν, εἰμὴ ὅταν ἔμελλε νὰ ἀσχοληθῇ καὶ περὶ ἄλλα ἔργα, ἀσυμβίβαστα πάντως πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία εἶχεν ἀναθέσει αὐτῷ· ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκάλεσα Πρωτοδίκην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρέστησα αὐτῷ, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπέδειξε πρὸς αὐτὸν, ἀπονεῖμαν τοιαύτην ἀσφάλειαν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἤτοι ἐξασφαλίσαν ἐφ’ ὅρου ζωῆς αὐτὸν ἐν ταύτῃ, ἐπὶ δέκα καὶ τρεῖς μῆνας νὰ διετελῇ μακρὰν τῆς θέσεώς του, καταζητούμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑποκρινόμενος δὲ πάντοτε τὸν ἀσθενῆ. Μὴ ὑπολάβητε δὲ ὅτι πᾶσαι αἱ μεταθέσεις ἐγένοντο ἐξ ἰδιοτροπίας τῶν Ὑπουργῶν ἢ ἐκ φατριασμοῦ ἢ μεροληψίας αὐτῶν, ἢ ὅτι ἐν αὐταῖς ὑπῆρχε τῆς τοσοῦτον διαβοηθείσης συναλλαγῆς ἡ σκιά. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, μὴ λησμονῆτε ὅτι διήλθομεν ἤδη διαφόρους περιόδους πολιτικῶν μεταβολῶν. Ἡ Κυβέρνησις μετέπιπτεν ἀπὸ τῶν χειρῶν ἑνὸς κόμματος εἰς τὰς χεῖρας ἑτέρου, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνων οἱ πίπτοντες, εἶχον δημιουργηθῆ προλήψεις, ὑπόνοιαι φατριασμοῦ καὶ μεροληψίας, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἀνάγκη ν’ ἀπομακρύνωσι τοὺς καθ’ ὧν αἱ τοιαῦται ὑπόνοιαι εἶχον δημιουργηθῆ ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον αὗται γεννηθῆ, περὶ τοῦ φατριασμοῦ ἢ τῆς μεροληψίας αὐτῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1880 καὶ κατὰ τὸ 1895 παρεκάλεσα τοὺς συναδέλφους μου Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνανεώσωσι τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, διότι ἐλέγοντο περὶ αὐτῶν πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐκλόνιζον τὰς πεποιθήσεις τῶν πολιτῶν περὶ τῆς εὐθύτητος ἢ τῆς ἀκριβείας τῶν μελῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἰδίως περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ὑπῆρχέ τι, τὸ ὁποῖον ἦτο πλημμελὲς ἐν τῇ διοικήσει, ἦτο ἡ κρατοῦσα ἀτυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν γνώμη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ὑπεχρεοῦτο, ἀλλ’ ὅτι εἰς αὐτὸ ἀπέκειτο τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ ἢ νὰ μὴ καταγγέλλῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὰς παραβάσεις ἢ τὰς παρεκτροπὰς, ἐφ’ αἷς εἶχον τιμωρηθῆ πειθαρχικῶς οἱ δικασταί. Ἐγὼ δὲν ἠσχολούμην ἰδίως εἰς τὰ τοῦ κλάδου τούτου τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὰ τέλη τῆς ὑπουργίας μου ἠδυνήθην νὰ διαγνώσω τὴν πλάνην ταύτην, καὶ κατέδειξα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ μεταβιβάσῃ πάσας τὰς πειθαρχικὰς ὑποθέσεις κατὰ δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὅτε δὲ, κατὰ παράβασιν τῶν συνηθειῶν καὶ τῶν κανόνων, οὓς τηρῶ, ἔστερξα νὰ δεχθῶ εἰς συνέντευξιν δημοσιογράφον τινὰ, ὅπως καταδείξω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἄδικοί εἰσι καὶ παράλογοι αἱ κατὰ τοῦ πολιτεύματος αἰτιάσεις, — τὸ ὁποῖον κατὰ δυστυχίαν πάντοτε καθ’ ὅλας τὰς ἐπερχομένας συμφορὰς καταγγέλλουσιν ὡς αἴτιον τοῦ κακοῦ, — καὶ ὅτι οὐδεμία ἐνδείκνυται ἀνάγκη συγκαλέσεως Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἵνα ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα· ὅτε, λέγω, πρὸς μόνον τοῦτον τὸν σκοπὸν συνῄνεσα εἰς τὴν συνέντευξιν, ὅπως μεταδοθῶσιν αἱ γνῶμαί μου, ὅτι οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὡς τινες ἐζήτουν, κραυγάζοντες τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συμφορᾶς, ἤτοι ὅτι δὲν πταίει τὸ πολίτευμα, τότε ἐποιησάμην μνείαν εἰς τὸν δημοσιογράφον ἐκεῖνον, ὅτι οὐδ’ ἡ ἰσοβιότης πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι καὶ ἡ κατάχρησις αὐτῆς θέλει ματαιωθῆ, ἂν κατασταθῇ πλήρης καὶ ἄγρυπνος ἡ ἐπιτήρησις ἐπὶ τῶν δικαστῶν· ἰδίως δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδειχθῇ ἐν ταῖς ἀποφάσεσι τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου αὐστηρότης, ὁσάκις ἀποστέλλονται εἰς αὐτὸ κατὰ τὸν νόμον δικογραφίαι κατὰ δικαστῶν, ἀγρύπνως δὲ νὰ ἐνασκῆται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἡ ἐπιτήρησις ἐπὶ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, τῆς λεγομένης ἐπανορθωτικῆς. Συνάδελφος ἐκ τῶν εὐφυεστέρων, καὶ οὗτος ἐξ Ἀττικῆς, παρεκάλεσε μετὰ ζωηρᾶς παραστάσεως, μεθ’ ἧς ἐθίζει νὰ μεταδίδῃ τὰς γνώμας του, τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀποβλέψῃ εἰς τοὺς μεγάλους κινδύνους, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους ἕνεκα τῶν περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀτελειῶν. Καὶ ἐγὼ εἶχον ἀκούσει, ὅτι παράπονα εἶχον ἐγερθῆ κατὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ πολιτικῆς δίκης, καὶ ὅτι εἴτε ἐκ παραστάσεων προξένου τινὸς, εἴτε ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐμμέσως εἶχον μεταβιβάσει εἰς τινα Πρεσβείαν, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἐν Ἑλλάδι μεγάλην Εὐρωπαϊκὴν Δύναμιν ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κακὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους ἐκείνου περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος ἐν Ἀθήναις κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Μεγάλου ἐκείνου Κράτους, δὲν ὀφείλω νὰ παραλίπω πᾶσαν εὐκαιρίαν, ἵνα ἐπαινέσω τὸν διακεκριμένον τοῦτον διπλωμάτην, ἵνα ἐκθέσω τὰς εὐγενεῖς διαθέσεις αὐτοῦ, καὶ ἵνα καταδηλώσω εἰς πάντας τὰ φιλικὰ καὶ εἰλικρινῆ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔδειξε πρὸς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐπισκηψασῶν τελευταῖον ἐπ’ αὐτὴν ἐκτάκτων συμφορῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ ἄλλην ἐποχὴν, προκάτοχος αὐτοῦ μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁμιλῶν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, περιέπεσεν εἰς τοσαύτην ὀργὴν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχε καταγγείλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Μελιταῖόν τινα ὡς ἐμπορευόμενον ἀρχαιότητας, ὑφαιρεθείσας ἐξ ἀνασκαφῶν ἐν Αἰγίνῃ, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἠναγκάσθη νὰ καλέσῃ αὐτὸν εἰς μονομαχίαν. Ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν συνεδρεύει μεθ’ ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἤθελον ἴσως ἐνοχλήσει τὴν μετριοφροσύνην αὐτοῦ, ἐὰν ἤθελον ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἐδέησε δὲ νὰ μεσολαβήσω ἐγὼ διὰ νὰ πείσω τὸν εἰρημένον Ὑπουργὸν νὰ στέρξῃ ἵνα δεχθῇ τὴν βεβαίωσιν τοῦ μνημονευθέντος πρέσβεως, ὅτι οὐδ’ εἶπε προσβλητικόν τι, οὐδὲ διὰ τοῦ τρόπου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδιελέχθη μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, προῃρεῖτο νὰ προσβάλῃ τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδὲ τὸ ἀξίωμά του. Ἐνθυμοῦμαι ὡσαύτως προκάτοχον ἄλλον τοῦ διακεκριμένου διπλωμάτου, ὁ ὁποῖος ἐν αὐτῇ τῇ οἰκίᾳ μου προσηνέχθη ἀπρεπῶς οὐχὶ μόνον πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν οἰκοδεσπότην τῆς οἰκίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν. Ἐνθυμοῦμαι παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ ἑτέραν περίστασιν, καὶ ταῦτα λέγω διὰ νὰ ἐνδείξω, ὅτι πολλάκις αἱ παραστάσεις τῶν ξένων ἐγένοντο μετὰ τοσαύτης θερμότητος καὶ ζωηρότητος, ὅσος εἶναι ὁ ζῆλος, ὅν τινες ἔχουσιν, ἵνα προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ἐν τῇ μεγάλῃ δὲ πρὸς τοῦτο προθυμίᾳ αὐτῶν λησμονοῦσι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφει ἡ δικαιοσύνη, ὀργίζονται δὲ καὶ κατὰ τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, ἂν οὗτοι δὲν στέργωσι προθύμως εἰς τὰς ἐπιθυμίας αὐτῶν. Ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐμοῦ τυγχάνοντος ἐν τῇ ἀρχῇ, ἀπηύθυνεν ἐπερωτήσεις καθ’ ἡμῶν, διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔσπευδον νὰ κηρύξωσιν ἐν καταστάσει πτωχεύσεως τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν Σύρου. Δὲν μνημονεύω βεβαίως τοῦ πράγματος πρὸς ἔπαινον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπηύθυναν τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, δὲν λησμονῶ ὅμως ὅτι οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν τότε διὰ τοῦτο, ἀνεγνώρισαν, ὅτε διεβιβάσθη αὐτοῖς παρ’ ἡμῶν ἔκθεσις τῶν περὶ τούτου, ὅτι ἦσαν ἐν πλάνῃ. Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ συμβῇ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ὑποθέσεώς τινος ἀπερισκεψία, ἐνδέχεται νὰ βραδύνωσι τὰ δικαστήρια, ἐνδέχεται νὰ λάβῃ χώραν καὶ ἀμέλεια ἢ παρεκτροπή. Τοιαῦται ὅμως ἀτέλειαί εἰσι σποραδικαί, δὲν εἶναι συνήθεις, ἡ δὲ Δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ὅσας καὶ ἂν ἔδωκεν ἡμῖν ἀφορμὰς, ἵνα ἐπικρίνωμεν αὐτὴν, ἵνα ἐπιτιμήσωμεν μέλη δικαστηρίων, δὲν κατέπεσεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ λέγωμεν ὅτι δικαιοσύνη πλέον δὲν εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀτέλειαι, ἢ ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ πλημμέλειαι, ἢ ἐὰν συμβαίνωσιν ὅσα μετὰ μεγάλης ζωηρότητος εἰκόνισε χθὲς ἀγορεύων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ταῦτά εἰσι τῷ ὄντι παραβάσεις, αἵτινες δὲν ἤθελον λαμβάνει χώραν, ἂν ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς ἐφρόντιζε νὰ ἐφαρμόζῃ τὰ πρὸς καταστολὴν ἢ πρόληψιν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενα μέτρα. Αἱ ἄλλαι ὅμως τυχὸν ἐλλείψεις ἢ πλημμέλειαι εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πανταχοῦ συμβαίνουσι, δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν δὲν ὑφίσταται ὡς Κράτος, εἰμὴ πρὸ 60 μόλις ἐτῶν. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ 30 ἢ 40 ἐτῶν περιοδεύων εἰς ἐπαρχίαν τινὰ ἐπεσκέφθην δικηγορικὰ γραφεῖα, εὕρισκον δὲ ἐν αὐτοῖς μόλις σῶμα κωδίκων, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει πᾶσαν τὴν βιβλιοθήκην τοῦ δικηγόρου ἢ τοῦ δικαστοῦ, μὲ ἐβεβαίωσαν δ’ ἄλλοτε, ὅτι καὶ ἔν τινι πόλει, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀλλοτρία πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπῆρχε δικαστὴς, ὁ ὁποῖος οὐδὲ τοὺς κώδικας εἶχε κἄν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐξέλιξις τοῦ τόπου. Ἠρχίσαμεν ἀπὸ τοῦ μηδενὸς κατὰ τὸ 1835, προοδεύομεν βῆμα πρὸς βῆμα, ὡς εὐφυῶς παρέστησε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ποιήσωμεν ἅλματα, καὶ ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς νηπιώδους, εἰς τὴν ὁποίαν διετελοῦμεν κατὰ τὰ 1835 καὶ ὡς Πολιτεία καὶ ὡς κοινωνία, νὰ εὑρεθῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν τελειότητα, εἰς τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θέλει εὑρεῖ προαχθέντα ἄλλα μεγάλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζουσι βίον πολλῶν αἰώνων. Καὶ τὰ δημόσια ἡμῶν ἤθη δὲν ἔφθασαν εἰσέτι εἰς τὴν τελειότητα, καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνατροφὴ ἡμῶν εἶναι ἀκόμη ἀτελὴς καὶ ἡ συνείδησις τῶν καθηκόντων μας δὲν ἐγένετο ἔτι ἀρτία. Διὰ τοῦτο τὸ κυριώτερον μέλημα τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν ἀσχολουμένων περὶ τὰ κοινὰ εἶναι ἡ διδασκαλία εἰς τοὺς διαχειριζομένους δημοσίαν ἐξουσίαν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἧς ἀποτελοῦσι μέλος. Διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ θαυμάσητε τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, τῆς ποινικῆς, ἴσως δὲ καὶ τῆς πολιτικῆς, δὲν θέλω ὅμως σᾶς προτρέψει νὰ θέσητε σποδὸν ἐπὶ τῆς κόμης σας, θρηνοῦντες διὰ τὴν ἀπέλπιδα κατάστασιν, εἰς ἣν αὐτὴ περιήχθη. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦμεν αὐτήν, ἐὰν δέηται βελτιώσεως; Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀτέλειαι, αἴρομεν αὐτὰς διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Πληροῦμεν τὰ κενά; Βαίνομεν πρὸς τὰ πρόσω ἓν κἄν βῆμα; Νομίζω ὄχι. Ἐὰν ἡ δημοσία ἀνατροφὴ ἦναι εἰς ὃ πρὸ μικροῦ κατεδήλωσα σημεῖον, ἐὰν ἡ ἀνατροφὴ ἡμῶν, ὡς πολιτῶν, ἢ ὡς διαχειριζομένων ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίαν τινὰ, ἦναι ἀτελής, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ λησμονήσητε τὸν κυριώτερον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον οἱ ξένοι ἀποδίδουσιν εἰς τὴν φυλὴν ἡμῶν. Ὁ Ἕλλην θαυμάζεται ὡς ἄτομον διὰ τὴν φιλοπονίαν αὐτοῦ, διὰ τὸ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιδίδεται εἰς κινδύνους καὶ εἰς ἐπιχειρήσεις, διὰ τὴν λιτότητα αὐτοῦ, διὰ τὴν μεγάλην στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τοὺς γονεῖς του, διὰ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του· ἀμφιβάλλω δὲ ὄντως, ἂν ἀλλαχοῦ δύνασθε νὰ ἀπαντήσητε λαὸν ἔχοντα τοιαῦτα προσόντα. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν πλεονεκτημάτων τούτων ἀποδίδουσιν εἰς τὴν φυλὴν ἡμῶν μίαν ἀτέλειαν, τὴν μεγάλην προσήλωσιν εἰς τὸ ἐγὼ, μεγάλην ἀφοσίωσιν εἰς τὰ ἴδια συμφέροντα, ἀφοσίωσιν τοιαύτην, ὥστε δὲν διστάζει νὰ ἀντιτάξῃ αὐτὰ κατὰ τῶν γενικῶν συμφερόντων. Ὁσάκις εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον πρὸς τὸ γενικὸν, πρέπει νὰ καταβληθῶσι προσπάθειαι, ὅπως πεισθῇ ὁ συμπολίτης ἡμῶν, ὅτι ὀφείλει νὰ θυσιάσῃ τὰ ἴδια πρὸ τῶν κοινῶν, ἢ τοὐλάχιστον ὅτι ὀφείλει νὰ συναρμολογήσῃ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ συμφέροντα μετὰ τῶν κοινῶν. Ἐὰν δὲ τοιοῦτοι ἦναι οἱ γενικοὶ χαρακτῆρες, διὰ τῶν ὁποίων χαρακτηρίζουσι τὴν φυλὴν ἡμῶν, φαντάσθητε τὰς ἁπλοϊκὰς ἐκείνας μικρὰς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς κωμοπόλεσιν ἢ ἐν ταῖς πολίχναις, φαντάσθητε ποίαν προσήλωσιν εἰς τὰ ἴδια ἑαυτῶν συμφέροντα ἔχουσιν οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐταῖς. Διὰ τοῦτο παρατηρεῖται ὅτι, ὅσον ἂν ἀπομακρυνθῶσιν οὗτοι ἀπὸ τὴν πατρικὴν ἑστίαν, ἀπερχόμενοι εἰς ἄλλους τόπους, ὅσον ἂν ἀπὸ τῶν μεσογείων μεταβαίνωσιν εἰς τὰ παράλια καὶ ἔρχωνται εἰς ἐπικοινωνίαν μετ’ ἀνθρώπων ἄλλων πόλεων ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει, ἢ καὶ ἄλλων χωρῶν, τοσοῦτον συνηθίζουσι νὰ λησμονῶσι τὸ ἐγὼ, τοσοῦτον συνηθίζουσι νὰ σκέπτωνται εὐρύτερον, νὰ ὑψώνωνται ὑπεράνω τῶν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, καὶ τοσοῦτον ἐγείρεται ἡ φιλοτιμία αὐτῶν, ἡ προθυμία των νὰ θυσιάσωσι τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα χάριν τῶν κοινῶν. Ὅταν λοιπὸν συνιστᾶτε δικαστήρια ἐν πολίχναις ἢ ἐν κώμαις, ποῦ στέλλετε τοὺς δικαστάς; Τοὺς στέλλετε νὰ κατοικήσωσιν ἐν ταύτῃ τῇ πολίχνῃ ἢ ἐν ἐκείνῃ τῇ κώμῃ. Ἐκεῖ θέλουσι βιοῖ μεταξὺ 500 ἢ 800 ἢ 1000 ψυχῶν, καὶ ἐν τῷ περιπάτῳ θέλουσι συναντᾶσθαι καὶ συνδιαλέγεσθαι μετ’ αὐτῶν, καὶ ἐν ταῖς πλατείαις, ἐὰν ὑπάγωσι, θέλουσι συναντηθῆ καὶ συγκοινωνεῖ μετ’ αὐτῶν, καὶ ἀναγκαζόμενοι νὰ προμηθεύωνται τὰ ἀναγκαῖα τῆς τροφῆς, καὶ ἐὰν λάβωσιν ἀνάγκην σκευῶν ἢ ἄλλων εἰδῶν ἀναγκαιοτάτων διὰ τὴν κατοικίαν των, θέλουσι δανεισθῆ ταῦτα παρ’ αὐτῶν· καὶ ὑπηρέτιδα ἐὰν ζητήσωσι νὰ εὕρωσι, διότι σπανίως εὑρίσκονται ὑπηρέται, καὶ ταύτην ἀπὸ τῆς κώμης ἢ τῆς πολίχνης ἐκείνης θέλουσι παραλάβει. Τοσοῦτον συνεχὴς καὶ στενὴ ἀποκαθίσταται ἡ συνάφεια αὐτῶν μετ’ ἀνθρώπων ἐχόντων τοιαύτην ἀνάπτυξιν καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα, ὥστε, καὶ ἂν ὁ δικαστὴς εἶναι ἀνὴρ ἄρτιος, ἔχων πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, ἀνώτερος πάσης προσψαύσεως καὶ πάσης προστριβῆς ἢ παρεκτροπῆς, ποίαν θέλετε δώσει βεβαίωσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συναναστρέφεται ὁ δικαστὴς, ὅτι τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει ὡς δικαστὴς ἐπὶ ὑποθέσεως ἐν τῷ δικαστηρίῳ, δὲν δίδει αὐτὴν χαριζόμενος εἰς αὐτοὺς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ἐν κοινωνίᾳ τοσοῦτον μικρᾷ καὶ στενῇ, ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι ἀνώτερος πασῶν τούτων τῶν ἀδυναμιῶν, ἀφοῦ κατ’ ἐξαίρεσιν οὐχὶ συνήθη δυνατὸν εἶναι νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ κωμοπόλει ἐκείνῃ ἢ τῇ πολίχνῃ ἄνδρες δυνάμενοι νὰ λησμονῶσι τὰς σχέσεις των καὶ τὰ συμφέροντά των χάριν ἐκπληρώσεως καθήκοντος πρὸς τὴν Πολιτείαν; Διὰ τοῦτο, ἀφ’ ἧς ἠδυνήθην νὰ κρίνω περὶ ἀλλοτρίων πραγμάτων, ἐκηρύχθην κατὰ τῆς ἱδρύσεως δικαστηρίων ἐν ταῖς μικραῖς κοινωνίαις, καὶ δημοσίᾳ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους τοιαύτην ἀνεκοίνωσα γνώμην πρὸ εἴκοσι καὶ τεσσάρων ἐτῶν, τὴν αὐτὴν δ’ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω γνώμην πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ σήμερον, μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου. Ἀλλ’ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλὰ, καὶ πολλὰ ἐπιχειρήματα προέβαλον, τὰ ὁποῖα σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν μὲ ἔπεισαν. Δὲν παραγνωρίζω τὴν εὐγλωττίαν τῶν ταῦτα προβαλόντων καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εἰσὶν εὐφυέστατοι ἄνδρες, ἀλλ’ ἡ οὐσία τῶν ἐπιχειρημάτων των ἦτο τοσοῦτον ἀτελὴς, ὥστε δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ μὲ παρασύρῃ ἡ εὐγλωττία των ἢ ἡ εὐφυΐα των. Ὅτε ὡμίλουν περὶ τῆς πόλεως τοῦ Ναυπλίου καὶ παρίστων ὅτι ἐν Ναυπλίῳ ἡ παρουσία τοῦ δικαστηρίου ἐπολλαπλασίασε τὴν ἐγκληματικότητα, ὅτι τὸ Ναύπλιον πρέπει νὰ λογισθῇ ὡς μία μικρὰ πολίχνη, ὡς μία μικρὰ κώμη, ἥτις καὶ αὕτη δὲν εἶναι ἀξία νὰ ἔχῃ δικαστήρια ἐν ἑαυτῇ, καθ’ ἃς ἡμεῖς προεβάλλομεν ἰδέας, ἤμην βέβαιος, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὴν πόλιν τοῦ Ναυπλίου· διότι, ἐὰν ἐγνώριζον αὐτὴν, ἤθελον ἐνθυμεῖσθαι ὁποίων ἡ πόλις ἐκείνη ἠξιώθη τιμῶν, διότι ἐν ἐκείνῃ ἐνεκλείσθη ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ ἀγῶνος, ἐκτὸς δὲ αὐτῆς δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ σκιὰ Ἑλληνικῆς ἐξουσίας, Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἤθελον γνωρίζει ὅτι ἡ πόλις ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη ἐδεξιώθη τὸν πρῶτον Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, κατῳκήθη ἀπὸ τοὺς ἀρίστους τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας· ὅταν δὲ τοιοῦτοι ἄνδρες κατῴκησαν ἐκεῖ, ἐξενίσθησαν ἐκεῖ καὶ διέμειναν ἐκεῖ, ὁ βίος αὐτῶν ἀφῆκεν ἴχνη, ἀφῆκεν ἀναμνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν ὡς διδασκαλία τῶν πολιτῶν τοῦ Ναυπλίου, καὶ κατὰ τὴν κοινωνικὴν αὐτῶν μόρφωσιν καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν ἀνατροφήν των. Καὶ τίνες δὲν κατῴκησαν ἐν Ναυπλίῳ; Ὁ Ἰωάννης Κωλέττης, ὁ πρώτιστος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς Ἕλλην, ὁ μεγαλοπράγμων ἀνὴρ, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐξέθρεψε καὶ ἀνέδειξε...
§23Μ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐξελέγη καὶ Βουλευτής.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ὁ Κωλέττης, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐδείχθη ὑπέροχος, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ περικοσμεῖ τῷ ὄντι τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος, ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης, ὁ Σπυρίδων Τρικούπης, ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς, ὁ Κωνσταντῖνος Ζωγράφος, οἱ Δηλιγιάνναι Ἀναγνώστης καὶ Κανέλλος, ὁ Ρήγας Παλαμήδης, ὁ Δημήτριος Χρηστίδης, πάντες οὗτοι ἦσαν ἐν Ναυπλίῳ καὶ διέμειναν ἐκεῖ. Καὶ ἐλάβετε τὸ Ναύπλιον ὡς παράδειγμα, ἵνα ἀποδείξητε ὅτι εἶναι μικρὰ πολίχνη, τὴν ὁποίαν δὲν ἁρμόζει τὸ δικαστήριον! Βεβαίως ἐπαινῶ καὶ θαυμάζω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεποιθήσεις ἀκλονήτους, καὶ προσπαθοῦσι διὰ παντὸς μέσου νὰ μεταδώσωσιν αὐτὰς εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι αἱ πεποιθήσεις των αὗταί εἰσιν ἀκριβεῖς καὶ ἀληθεῖς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ φροντίζωσιν, ἵνα αἱ πεποιθήσεις των στηρίζωνται ἐπὶ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κινήσωσιν ὄχι τὸν ἔλεγχον μόνον, ἀλλὰ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτὴν τῶν ἀκουόντων. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς συνδέει δεσμὸς μετὰ τῶν Βουλευτῶν ἐκ Ναυπλίου, δὲν ἠπόρησα, ὅτε εἶδον αὐτοὺς ἐγειρομένους καὶ ἐρεθιζομένους καὶ ἀγανακτοῦντας, ὅταν ταῦτα ἐλέγοντο. Οὕτω, κατὰ τὴν ἐμὴν πάντοτε γνώμην, τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν καταρτισθῇ νόμος καὶ ἐκδοθῇ ὡς τοιοῦτος καὶ ἐκτελεσθῇ, θέλει ἐξεγείρει εἰς ἀνταγωνισμὸν τοὺς πολίτας τῆς αὐτῆς χώρας πρὸς ἀλλήλους, τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἀλλήλας, τοὺς νομοὺς πρὸς ἀλλήλους, θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀφορμὴ διχονοιῶν καὶ διεγέρσεων, καὶ θέλει συνταράξει τὴν ὁμοφωνίαν καὶ τὴν ἁρμονίαν, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσας συμφορὰς ἔπρεπε ν’ ἀποκαταστήσωμεν πλήρη ἐν τῇ πατρίδι, ἐν τῇ χώρᾳ, ἥτις ὑπέστη τοιαύτας δοκιμασίας. Τὸ νομοσχέδιον θέλει αὐξήσει τὰ ἔξοδα ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον μεγίστην ἔχομεν ἀνάγκην φειδοῦς, καὶ ὀφείλομεν νὰ οἰκονομῶμεν καὶ αὐτὸ τὸ πεντάλεπτον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς θεραπείαν τοὐλάχιστόν τινων ἐκ τῶν δημιουργηθεισῶν τοσούτων ἀναγκῶν. Εἷς τῶν Ὑπουργῶν μοὶ ἔλεγε προχθές, ἀποκρινόμενος εἰς παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἐκενώθησαν ἕνεκα τοῦ πολέμου, καὶ αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου ἐκενώθησαν ὡσαύτως ἕνεκα τοῦ πολέμου, ὁ Ὑπουργὸς, λέγω, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἀληθῶς, ὅτι βεβαίως ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας, ἀλλ’ ὅτι, ἵνα τὰς πληρώσωμεν καὶ ἵνα πορισθῶμεν ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, θέλομεν πολλὰ ἑκατομμύρια, δὲν μᾶς ἀρκοῦσι δὲ αἱ ὀλίγαι ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, τῶν ὁποίων τὴν δαπάνην ἐπάγουσι τὰ νομοσχέδια. Ἀληθῶς Θέλομεν πολλὰ ἑκατομμύρια, πρὸ μικροῦ δ’ ἤκουον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν ἐκ Φθιώτιδος, ὁμιλοῦντος περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ διατελέσω κατά τινα περίοδον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ γνωρίσω τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ διοίκησιν καὶ κατὰ τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, ἐγὼ γνωρίζω εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ, καὶ γνωρίζω οὐ μόνον τὸ κενὸν αὐτῶν, τὸ μὴ ὑπάρχον περιεχόμενον, ἀλλὰ καὶ τὸ περιέχον, καὶ τὰ οἰκοδομήματα, τὰ ὁποῖά εἰσι προωρισμένα διὰ τὸ μὴ ὑπάρχον πλέον ὑλικόν. Γνωρίζω ὅτι οὐδαμοῦ ἔχομεν ἀποθήκας ὑλικοῦ πολέμου, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν οἰκοδομήματα, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀκόμη οὔτε σχέδια γενικῶν ἀποθηκῶν, οὔτε ἠξεύρομεν ποῦ θέλουσι τοποθετηθῆ αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ποῦ θέλουσι τοποθετηθῆ αἱ ἄλλαι, αἱ μικρότεραι, αἱ προχειρότεραι ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ πῶς θέλομεν εὑρεῖ τὰς δεκάδας καὶ εἰκοσάδας τῶν ἑκατομμυρίων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ; Τὸ πρᾶγμα εἶναι δυσκολώτατον. Ἄλλοτε εἴχομεν εὐκολίας νὰ δανειζώμεθα, ἀλλὰ τὰς εὐκολίας ταύτας ἀπωλέσαμεν, καὶ πρέπει πάντες νὰ πεισθῶμεν καὶ νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δανειζώμεθα, καὶ δὲν πρέπει νὰ δανειζώμεθα, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ δανειζώμεθα, πρέπει νὰ οἰκονομῶμεν ἀπὸ τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας μας ὀλίγους ὀβολοὺς, ἵνα ἀγοράζωμεν μίαν ὀκᾶν πυρίτιδος, ἵνα ἀγοράζωμεν ἓν ὅπλον, ἵνα ἀντικαθιστῶμεν σεσηπότα καὶ ἐλλείποντα ὑλικὰ τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀντικαθιστῶμεν ἓν πυροβόλον, διότι πάντα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀντικαταστάσεως, ὡς καὶ πανταχοῦ ἀντικαθίστανται τὰ πυροβόλα μετὰ ἕνα πόλεμον, διότι πάντοτε κατ’ αὐτὸν ἐφθάρησαν ἢ ἀπώλεσαν τὰς ἀρετὰς αὑτῶν. Μοὶ μένει νὰ καταδείξω καὶ ἕτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐλάττωμα ὅτι θέλει βλάψει καιρίως τὴν διοίκησιν. Περὶ τούτου ὡμίλησα χθὲς μικρὸν, ἀλλ’ οἱ σπεύδοντες τότε νὰ ἴδωσι τέλος πάντων λυομένην τὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ παρετείναμεν αὐτὴν μέχρι τῆς πέμπτης πρωϊνῆς ὥρας, αὐτοὶ προεκάλεσαν τὴν διακοπὴν, δὲν μὲ ἀφῆκαν δὲ νὰ τελειώσω τὴν σειρὰν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καταδείξω τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, εἰμὶ δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὰ περὶ τούτου, ὅπως συμπληρώσω καὶ τὰς περὶ διοικήσεως γνώμας μου. Ὑπάρχουν ὁμοιότητες πολλαὶ μεταξὺ δύο χρονικῶν περιόδων, καὶ τῶν δύο ἀπαισίων, τῆς χρονικῆς περιόδου τοῦ 1886 καὶ 1887 καὶ τῆς χρονικῆς περιόδου τοῦ 1897 καὶ 1898. Κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887, καὶ ἰδίως κατὰ τὸ 1886, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὑπέστη συμφοράν. Ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ παρίδῃ τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπεστρατεύθη τότε καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν συμφοράν; Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸ νὰ παρίδῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ μὴ διαμαρτυρηθῇ οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πράξεων, καθ’ ἣν ὥραν ἀνετρέπετο διάταξις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἡ μόνη ἴσως, ἡ ὁποία εἶχεν ἕως τότε ἀνατραπῆ, διάταξις ἡ μόνη, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ σκοποῦσα νὰ παρασκευάσῃ ἕνα προμαχῶνα, ὁ ὁποῖος νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποσόβησιν τῶν Βουλγαρικῶν ἐπιδρομῶν ἐπὶ τὴν βόρειον Μακεδονίαν. Ποῖον ἄλλο ἀντάλλαγμα εἴχομεν ἀπέναντι τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χερσόνησον, τὴν λεγομένην Ἰλλυρικὴν, ὁ ῥωσοτουρκικὸς τοῦ 1876 πόλεμος; Ἡ χερσόνησος αὕτη κατοικεῖται ἀπὸ διαφόρους φυλάς· πρὸ αὐτοῦ ἡ Σερβία ἦτο ἡγεμονία ὑποτελὴς, μετὰ τὸν πόλεμον ἐγένετο βασίλειον ἀνεξάρτητον· πρὸ αὐτοῦ Βουλγαρία δὲν ὑπῆρχε, μετ’ αὐτὸν συνέστη καὶ ἐγένετο ἡγεμονία ὑποτελής· πρὸ αὐτοῦ ἡ Ῥουμανία αὐτὴ ἦτο ἡγεμονία, μετ’ αὐτὸν δὲ καὶ αὕτη ἐγένετο βασίλειον. Παραλείπω νὰ ἀναφέρω ποίας συνεκόμισεν ἕνεκα τοῦ πολέμου ὠφελείας τὸ Μαυροβούνιον. Διὰ τὴν Ἑλλάδα μόλις ἔστερξεν ἡ Εὐρώπη νὰ ὑπογράψῃ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον προσήρτησεν εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια ἠμφισβητεῖτο, καὶ τὸ ὁποῖον ἕνεκα τούτου δὲν ἐξετελεῖτο ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1881, ἔμεινεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ ἐν ἀμφιβόλῳ, πολλάκις δ’ ἕνεκα τούτου διισχυρίσθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν τινες, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ ζήτημα ἐξωτερικὸν καὶ ὅτι τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ ἦτο χάρτης ἄγραφος. Καὶ κατὰ τὸ 1881 μᾶς διεχάραξαν γραμμὴν ὁροθετικὴν, ἡ ὁποία δὲν ἀνήρχετο ἐπὶ τὰς κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου, δὲν ἐξικνεῖτο μέχρι τῶν στενῶν τῆς Πίνδου, ἀλλ’ ἐσταμάτα ἐπί τινων εἰς τὸ ἄκρον τῆς πεδιάδος λόφων, ἐγκαταλείπουσα εἰς τὴν διάκρισιν τῶν γειτόνων τὴν στρατιωτικὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος. Διότι πρὸ τοῦ 1881 δὲν εἴχομεν ἀποκτήσει μὲν τὰς ἐκτάσεις τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν λωρίδα τῆς Ἠπείρου, ἀλλ’ εἴχομεν ὅρια τὴν Ὄθρυν, ἐνῷ διὰ τῆς γραμμῆς τοῦ 1881, ἀντὶ τῆς Ὄθρυος, τὰ ὅρια ἡμῶν μετετέθησαν ἐπὶ τὴν πεδιάδα, παρὰ τὴν ὁποίαν ἔκειντο τὰ πυροβολοστάσια τῶν Τούρκων. Καὶ αὐτῆς τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης ἡ τύχη ἐκανονίσθη διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Εἰς ἀντάλλαγμα δὲ πάντων τούτων ἀνέγραψαν ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου τὴν δημιουργίαν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ὡς ἐπαρχίας αὐτονόμου ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἵνα αὕτη χρησιμεύσῃ ὡς προμαχὼν κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς Βουλγαρικῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀναγραφεῖσα, ἤρθη πρωΐαν τινὰ, διότι ἡγεμὼν τολμηρὸς καὶ ἐπιχειρηματίας κατώρθωσε νὰ καταλάβῃ αὐτὴν διὰ τῆς βίας, ἀναιρῶν τὴν συνθήκην. Συνεκινήθησαν πάντα τὰ Κράτη τοῦ Αἵμου, ἔπρεπε δ’ ἡ Ἑλλὰς νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ «οὕτως ἔδοξεν εἰς τὴν Εὐρώπην»; Δὲν ἔπρεπε νὰ δείξῃ, ὅτι ἐνδιεφέρετο, ὅτι ἐδυσφόρει διὰ τὸ γενόμενον, διότι τὸ γενόμενον ἀνατρέπει τὰ δικαιώματά της, ἐκθέτει ἐν μεγίστῳ κινδύνῳ τὰ συμφέροντά της καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι; Ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιστρατεύσεως κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἀνέστειλε τὴν Εὐρώπην, διότι πολλαὶ τῶν Δυνάμεων τῶν Εὐρωπαϊκῶν εἶχον δώσει τὴν συναίνεσίν των εἰς τὸ τολμηρὸν ἐκεῖνο ἐπιχείρημα τοῦ Βάττεμβεργ, ἑπομένως ἡ ἐπιχείρησις τῆς Ἑλλάδος ἀπέτυχεν, ἡ δ’ Ἑλλὰς ὑπέστη συμφοράν. Εἰς συμφορὰν ἀνεβίβασάν τινες τότε φωνασκοῦντες, ὅτι ἐδαπανήθησαν 55 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ψευδῶς ἀνεβίβαζον εἰς 200. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔκρινα τὰ γενόμενα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὡς συμφορὰν, διότι δὲν ἀπωλέσθησαν τὰ δαπανηθέντα 55 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ δι’ αὐτῶν ἐπληρώθησαν αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν 55 ἑκατομμυρίων οὐ μόνον συνετηρήθη καὶ ἐζωοτροφήθη ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897 τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, τὸ ἀγορασθὲν κατὰ τὸ 1886, αὐτὸ ἐχρησίμευσε καὶ ὑπερήρκεσεν, ἵνα ἀμυνθῶμεν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐπεκήρυξε καθ’ ἡμῶν ἡ γείτων αὐτοκρατορία. Ἀλλ’ ὀφείλομεν μετὰ τὴν συμφορὰν τὴν ἐπιοῦσαν αὐτῆς νὰ ἀρχίσωμεν νὰ περισυλλέξωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ ἄρωμεν τὰς αἰτίας, ὧν ἕνεκεν τοιαύτη ὑπῆρξε τοῦ πολέμου ἡ ἔκβασις, νὰ συντάξωμεν τ’ ἀναγκαιοῦντα πρὸς τοῦτο νομοθετήματα, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων ἐπάθομεν ὅσα ἐπάθομεν. Ἐν σημειώσεσιν εὗρον, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐψηφίσθησαν καὶ ἐξεδόθησαν 228 νόμοι, οὐδέποτε δ’ ἀληθῶς διῆλθεν ἔτος τόσῳ γόνιμον διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Μεταξὺ τῶν 228 νόμων ἦσαν καὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν, ἵνα ἀποκαταστήσωσιν ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἦσαν καὶ νόμοι προταθέντες λόγῳ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως. Οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν, ἵνα ἀποκαταστήσωσιν ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἦσαν οἱ νόμοι οἱ ἀφορῶντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ, εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτοῦ, οἱ νόμοι οἱ ἐκδοθέντες λόγῳ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἦτο ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὅτε ἐπροτάθη τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐρύνσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὅτε παριστᾶτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς ἦτο θαυμάσιον φάρμακον, τοσοῦτον τελεσφόρον, ὥστε δι’ αὐτοῦ ἔμελλον νὰ ἀνοίξωσι νέοι ὁρίζοντες, καὶ νὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς πολιτευταὶ ὅμοιοι πρὸς τὸν Πὶτ καὶ πρὸς τὸν Φῶξ, ὅμοιοι πρὸς τὸν Γκιζὼ καὶ τὸν Γαμβέτταν, πρὸς ποῖον ἄλλον δὲν ἐνθυμοῦμαι πολιτικὸν ἄνδρα ἄλλου Κράτους συνταγματικοῦ, ἀντέστην εἰς τὸ νομοθέτημα, καὶ κατὰ τὴν 17 συνεδρίασιν τῆς 29 Μαΐου 1886, κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς Ιʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς, ἔλεγον πρὸς τοὺς τότε κυβερνῶντας (ἀναγινώσκει): «Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα στηρίζεται ἐπὶ κυρίας βάσεως, τῆς βάσεως τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀπόδοτε εἰς τοὺς δήμους τὴν αὐτοδιοίκησιν κατὰ τὸ στάδιον, καθ’ ὃ ἐνεργοῦσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Ἀπόδοτε εἰς τοὺς δήμους μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν, καθιστῶντες ἀσθενεστέραν τὴν ἐπιτήρησιν τῆς διοικήσεως. Ὅταν νομίζητε ὅτι ἔχετε ἀκόμη τὸ δικαίωμα νὰ ἀναζητήσητε τὰς ἐλαχίστας ἀφορμὰς, ἵνα προβάλλητε αὐτὰς ὡς λόγον τοῦ μὴ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου ἀστυνόμου, ἢ τοῦ μὴ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, λέγετε ὅτι ζητεῖτε ἀποκέντρωσιν, μετατρέποντες τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας εἰς τὸν νομόν; Νομίζετε, ὅτι ἐν τοῖς δήμοις ἐμορφώθησαν οὕτω τὰ πολιτικὰ ἤθη, ὥστε οὗτοι δύνανται νὰ διοικῶνται μόνοι; Καταργήσατε τότε τοὺς ἐπάρχους, καταργήσατε τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν, ἀφήσατε ἐλευθερίαν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, ἀφήσατε τοὺς δήμους ἐλευθέρους νὰ λειτουργῶσιν ὑπὸ μόνην τὴν ψιλὴν ἐπιτήρησιν τῶν νομαρχῶν. Καταστήσατε παρὰ τὸν νομάρχην Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, δότε ζωήν, ὀντοποιήσατε τὸν νομόν, δότε εἰς αὐτὸν ὕπαρξιν μὴ ὑπάρχουσαν σήμερον, ἵνα παρουσιάσητε τὸν νομόν διάδοχον τῆς ἐπαρχίας.» Μοὶ ἐφαίνετο ἀληθῶς ἀτελὲς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον οἱ τότε κυβερνῶντες προέβαλλον, ἡ εὔρυνσις τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἀπὸ τῶν ὁρίων τῆς ἐπαρχίας εἰς τὰ ὅρια τοῦ νομοῦ. Μοὶ ἐφαίνετο δὲ, ὅτι δὲν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐνομοθέτει ἀποκέντρωσίν τινα ἢ εὔρυνσιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἑπομένου ἔτους 1887 ἐγένοντο ἐκλογαὶ, οἱ δὲ ἐκλογικοὶ σύλλογοι ἀπέδωκαν μεγάλην πλειονοψηφίαν ὑπὲρ τῶν Ὑπουργῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ Ὑπουργοὶ ἔσυρον ὄπισθεν αὐτῶν μεγίστην πλειονοψηφίαν, καὶ εἶχον γενῇ κύριοι ἐν τῷ νομοθετεῖν. Τότε ἐψηφίσθησαν οἱ 228 νόμοι, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐψηφίσθη καὶ ὁ νόμος ΑΦΞΑʹ τῆς 27 Μαΐου 1887, δι’ οὗ ἔσπευσαν νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς συμβουλάς μου, ἣν ἀκριβῶς ἔτος ἀφ’ ἧς εἶχον δώσει αὐτὰς, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐρύνσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ κατηργήθη ἡ εἰς ἐπαρχίας διαίρεσις τοῦ Κράτους, ἀνετέθη δὲ τῶν νομῶν ἡ διοίκησις ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς νομάρχας, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου διετάχθη, ὅτι οἱ ἔπαρχοι ἐθεωροῦντο πεπαυμένοι μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἐξετελεῖτο δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρὸς τοὺς κυβερνῶντας πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτι, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι προήχθημεν τοσοῦτον εἰς τὰ πολιτικὰ ἤθη, εἰς τὴν ἀνατροφὴν τὴν πολιτικὴν, ἐδικαιολογοῦντο, ἂν ἀντικαθίστων τὴν ἐπαρχίαν διὰ τοῦ νομοῦ. Τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν ἐξεδόθη καὶ ἕτερος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκαθιστῶντο, τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἐξετελεῖτο δὲ καὶ κατὰ τοῦτο ἡ πρὸ ἑνὸς ἔτους δοθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ συμβουλή. Τὰ φάρμακα ταῦτα ἐτίθεντο εἰς χρῆσιν κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συμφορᾶς τοῦ 1886, καὶ ἔλεγον ὅτι διαπράττουσι περισυλλογὴν διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιζήσωσιν. Ἐὰν σᾶς ἀναμνήσω, Κύριοι, λεπτομερείας τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων τοῦ χρόνου ἐκείνου, δὲν θέλετε ἀπορήσει διατὶ ἐπῆλθε τοσοῦτον ταχέως ἡ κατάργησις αὐτῶν. Ὁ νομὸς ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι οἷος τυγχάνει ὁ νομὸς ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ νομὸς ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἵδρυμα ἱστορικόν, ὁ νομὸς ἐν Γαλλίᾳ ἔχει πολιτικὴν ὕπαρξιν πρὸ αἰώνων, ἀπετέλεσε δὲ μετὰ τῶν ἄλλων νομῶν τὸ ἄθροισμα τῆς ἑνοποιήσεως τοῦ Κράτους, ἣν συνετέλεσεν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἡ νομοθετήσασα τὸν καταρτισμὸν τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους. Ὁ νομὸς ἐν Γαλλίᾳ ἕνεκα τούτου εἶχε περιουσίαν, εἶχε κτήσεις, εἶχε κτήματα, εἶχε οἰκοδομήματα, ἑπομένως ὁ νομὸς ἦτο ἐν Γαλλίᾳ ὂν πράγματι ὑπάρχον. Ἀλλ’ ὁ νομὸς ἐν Ἑλλάδι εἶναι πλάσμα, εἶναι δημιούργημα τῆς νομοθεσίας. Δὲν ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι διαίρεσις τῶν νομαρχιῶν καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν· μόνη ἡ ἐπαρχία ὑπῆρχε. Διὰ τῶν εἰρημένων νομοθετημάτων ἐφονεύσαμεν τὴν ἐπαρχίαν τὴν ὑπάρχουσαν, τὴν ζῶσαν, καὶ ἀντικατεστήσαμεν αὐτὴν διὰ τῶν νομῶν, τῶν μὴ ὑπαρχόντων πράγματι, τῶν μὴ ζώντων. Οὐδαμῶς ἀντιλέγω, ὅτι πρέπει νὰ ὀντοποιήσωμεν τὸν νομὸν, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν ζωὴν, νεῦρα, αἷμα, διὰ νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἐκπληροῖ ἡ ἐπαρχία· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρὸ πάντων ἀπαιτεῖται νὰ δοθῶσιν ἔσοδα εἰς τὸν νομὸν, ἵνα ἔχῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν ἀνατιθεμένην αὐτῷ λειτουργίαν χρήματα. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν νομοθετηθέντων τότε Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Εἰς ταῦτα ἀπεδίδετο ὑπὸ τοῦ νόμου ἁρμοδιότης. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἱδρύθησαν διὰ νὰ ἐπιτηρῶσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ νομάρχου τὴν διοίκησιν τῶν δήμων καὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τοῖς δημοτικοῖς καὶ δημοσίοις σχολείοις, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων καὶ τῶν ἄλλων ἔργων τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς δημοσίας συγκοινωνίας. Νὰ ἐξελέγχωσι τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν δήμων, τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ τῶν ἱερῶν ναῶν. Νὰ προτείνωσι πρὸς τὸν νομάρχην καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν μέτρα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας τοῦ νομοῦ καὶ βελτίωσιν τῶν ποινικῶν, ἐπανορθωτικῶν καὶ διὰ χρέη φυλακῶν. Καὶ νὰ προκαλῶσι τὴν ἐνέργειαν τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν Ὑπουργείων, κατὰ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν, πρὸς ἐπανόρθωσιν παντὸς ἀδικήματος.» Διὰ πάντα δὲ ταῦτα ἐχορηγεῖτο εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια κατ’ ἔτος πίστωσις 3,000 δραχμῶν! Εἶχον δὲ καὶ ἄλλα καθήκοντα· εἶχον τὸ καθῆκον ἰδίως (ἀναγινώσκει): «νὰ συνιστῶσι γεωργικοὺς σταθμοὺς, νὰ προμηθεύωσι καὶ διανέμωσι σπέρματα, φυτὰ καὶ δένδρα, νὰ ἀναθέτωσι τὴν διδασκαλίαν γεωργικῶν ἀντικειμένων εἰς ἁρμοδίους γεωπόνους, περιοδεύοντας ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ, νὰ προμηθεύωνται γένη ζώων ἐξωτικὰ πρὸς βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας, νὰ ἐνεργῶσι φυτεύσεις δένδρων, χρησίμων εἰς τὴν βιομηχανίαν, νὰ λαμβάνωσι μέτρα κατὰ τῶν ἐπιζωοτιῶν καὶ τῶν νόσων τῶν φυτῶν, νὰ συνιστῶσι γεωργικὰς καὶ κτηνοτροφικὰς ἐκθέσεις, τάσσοντα βραβεῖα καὶ ἀμοιβὰς» (ὅρα ἄρθρον 70 τοῦ νόμου). Διὰ πάντα δὲ ταῦτα παρείχοντο εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια εἰδικοὶ πόροι, οἵτινες συνίσταντο εἰς ποσὸν μέχρι 30% ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς δήμους τελῶν τῶν πανηγύρεων!! (ἱλαρότης).
§25ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὰς 3,000 δραχμάς;
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι μὲ εἰδικοὺς πόρους. Περιμένετε νὰ ἀκούσητε. Ὅσοι γνωρίζετε τὰς πανηγύρεις τὰ γινομένας ἐν τοῖς χωρίοις καὶ ἐν τοῖς δήμοις, καὶ τὰ ποσὰ, μέχρι τῶν ὁποίων ἀνέρχονται τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσιν οἱ δῆμοι, θέλετε ἐννοήσει, τί ἐστὶ ποσὸν δυνάμενον νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τῶν 30 ἑκατοστῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελον κατασκευάζεσθαι καὶ ἐκτελεῖσθαι πάντα ταῦτα τὰ ἔργα, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ τὰς 3,000 δραχμὰς, διὰ τὰς ὁποίας ἐχορηγεῖτο πίστωσις εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, πόθεν ἐπορίζοντο; (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ ποσοστὰ μέχρι 5 ἑκατοστῶν τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς ἐπιβαλλομένης σήμερον ἀμέσου δημοτικῆς φορολογίας. Ἐξ ἑνὸς ἑκατοστοῦ τῶν εἰσπράξεων τῆς ἐπιβαλλομένης σήμερον ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας. Ἐκ πέντε ἑκατοστῶν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τῶν λιμενικῶν ταμείων.» Τῶν τελευταίων τούτων ἐσόδων ἡ κατηγορία ἦτο ἀληθὴς δήμευσις, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διέπραττε, χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο δι’ ὡρισμένην ἄλλην ἀνάγκην, καὶ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλην οἱανδήποτε ἀνάγκην. Ὅταν τὸ Κράτος ἐπιβάλλῃ λιμενικοὺς φόρους, ἀναγγέλλει εἰς τοὺς ὑποκειμένους εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν λιμενικῶν φόρων, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς κατασκευὴν τῶν λιμένων, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῶν λιμενικῶν φόρων φορολογεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος, τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, τὸ διὰ τοῦ λιμένος ἐκείνου γινόμενον. Ἄρα τὸ Κράτος, ἀφοῦ τοιαύτην σύμβασιν ἐποιήσατο μὲ τοὺς φορολογουμένους, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ οὐδὲ ἓν λεπτὸν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τὰ λιμενικὰ καὶ νὰ διαθέτῃ αὐτὰ διὰ νὰ ἀγοράζωνται ζῷα ἐξωτικὰ πρὸς βελτίωσιν τῶν κτηνῶν τῆς κτηνοτροφίας, καὶ διὰ νὰ χορηγῆται συνδρομὴ εἰς τὰς γεωργικὰς καὶ κτηνοτροφικὰς ἐκθέσεις. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι, καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ ποιήσωμαι, διὰ τὰ ἑκατοστὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελε νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Διότι διὰ διατάγματος, ἐκδοθέντος τότε, προσδιωρίσθη νὰ εἰσφέρῃ καὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων μέχρις ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὰ χρήματα τὰ εἰσπραττόμενα τότε ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἦσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι ἔμελλε νὰ δαπανήσῃ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ συντήρησιν ὁδῶν, παρέβαινε δὲ τὴν σύμβασίν του ταύτην, ἐὰν διέθετεν αὐτὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ὅσον μεγάλαι καὶ δεδικαιολογημέναι καὶ ἂν ἦσαν. Καὶ μολονότι ἠναγκάσθη διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ καταφύγῃ εἰς μέτρα τόσον ἔκτροπα καὶ τόσον ἀντίθετα εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν λογικὴν, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ πορισθῇ τὰς 3,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας προϋπελόγιζεν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ πορισθῇ διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, δι’ ἔξοδα γραφείου καὶ φωτισμοῦ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διὰ θέρμανσιν αὐτῶν, διὰ ἀποζημίωσιν τῆς νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς, διὰ περιοδείας πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν δημοτικῶν ταμείων, τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ τῶν ναῶν, καὶ προσέτι διὰ νὰ προσκτήσωνται τὰς γνώσεις τῆς γεφυροποιΐας καὶ ὁδοποιΐας καὶ λιμενοποιΐας, ὅσαι ἦσαν εἰς αὐτοὺς ἀναγκαῖαι διὰ νὰ δύνωνται νὰ ἐλέγχωσι καὶ νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ δημοτικὰ καὶ δημόσια ἔργα τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ ἔργα τῶν κατασκευαζομένων λιμένων ἢ προκυμαιῶν. Διὰ ταῦτα κατηργήθη ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀμαθὴς ἀντιγραφὴ νόμων ἀλλαχοῦ λειτουργούντων· περιεσώθη δὲ μόνον ἐκ τοῦ οἰκοδομήματος ἐκείνου τοῦ διοικητικοῦ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργοῦντο οἱ ἔπαρχοι, καὶ ἡ διοίκησις πᾶσα ἀνετίθετο εἰς τοὺς νομάρχας. Ἀλλὰ τότε ἐλέγετο ὅτι ἡ διοίκησις ἦτο ἐν παραλύσει, καὶ διὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἐζήτουν νὰ βελτιώσωσιν αὐτὴν, ὅτι ἡ διοίκησις ἦτο διεφθαρμένη, ὅτι ἐγίνετο ὄργανον τῶν κομμάτων καὶ τοῦ φατριασμοῦ, καὶ διὰ νὰ ἐξυγιάνωσι καὶ ἐκκαθάρωσιν αὐτὴν, ἐπρότειναν τοὺς εἰρημένους νόμους. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγον, ἐνομοθέτουν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προϋπέθετον ὅτι τὰ δημόσια ἤθη ἐν τοῖς δήμοις προήχθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἠδύναντο νὰ ἐμπιστευθῶσιν εἰς αὐτοὺς ἀπόλυτον ἐλευθερίαν περὶ τὴν διοίκησιν, ἠδύναντο νὰ φρονῶσιν ὅτι δὲν εἶχον ἀνάγκην χειραγωγίας, ἐπιτηρήσεως ἐγγύθεν, καὶ ὅτι ἤρκει ἡ πόρρωθεν ψιλὴ ἐπιτήρησις τῶν νομαρχῶν. Διὰ τοῦτο κατήργουν τοὺς ἐπάρχους καὶ ἄφινον μόνους τοὺς νομάρχας. Ἐνῷ ἀνεκήρυσσον τὴν διοίκησιν ὡς παραλελυμένην καὶ διεφθαρμένην, κατήργουν τοὺς ἐπάρχους, καὶ ἀνέθετον τὴν διοίκησιν τῶν δήμων καὶ τὴν δημοσίαν διοίκησιν εἰς μόνους τοὺς νομάρχας, περιστοιχιζομένους ὑπὸ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρώτη χρονικὴ περίοδος, πρὸς τὴν ὁποίαν προσομοιάζει ἡ παροῦσα παραβαλλομένη, ἡ περίοδος, ἥτις ἄρχεται κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον. Εὑρισκόμεθα καὶ νῦν, ὡς καὶ τότε, εἰς τὴν ἐπιοῦσαν συμφορᾶς μεγάλης, μείζονος ἐκείνης, ἀσυγκρίτως μεγίστης. Αὐτὰ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ παρέστησα, ὅτι ἀπὸ τῶν κορυφῶν τοῦ Ὀλύμπου εἶχον καταβιβασθῆ εἰς λόφους τινὰς κατὰ τὸ τέρμα τῆς πεδιάδος, καὶ ὑπὲρ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον τὰ πυροβόλα τῶν γειτόνων ἡμῶν, καὶ αὐτὰ τὰ ὅρια περιεκόπησαν καὶ περιεγράφησαν, καὶ ἐσταματήσαμεν μεσημβρινώτερον καὶ αὐτῶν, εἰς τὴν πεδιάδα. Ἐὰν ὑπῆρχε καί τις κυματισμὸς τοῦ ἐδάφους, καὶ αὐτὸν ἀπωλέσαμεν, καὶ περιήχθημεν ἐντελῶς ἔκθετοι πρὸς τοὺς γείτονας ἡμῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως ἡ Ἑλλὰς ἰσχυρίζετο, καὶ ἐπέμενε νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ἦτο, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατηγικῶν ὁρίων, ὄχι διὰ νὰ ἐπιτιθέμεθα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀμυνώμεθα. Καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀμύνης ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, διότι αὕτη ἐπείσθη, ὅτι ἔχοντες ὅριον τὴν Ὄθρυν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐπιδρομὰς τῶν ληστρικῶν συμμοριῶν ἀπὸ τοῦ γείτονος Κράτους, καὶ ὅτι εἰσήρχοντο αὗται κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐλεηλάτουν καὶ ἐδῄουν τὴν χώραν, ἐνῷ δὲ οὗτοι ἐλεηλάτουν καὶ ἐδῄουν τὴν χώραν, τὸ Κράτος ἡμῶν ἔμενεν ἐκτεθειμένον εἰς τὰς συκοφαντίας, ἃς ἐξετόξευον αἱ πολέμιαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐφημερίδες, παριστῶσαι ὅτι ἡμεῖς ἐνισχύομεν τὴν λῃστείαν, καὶ καταγγέλλουσαι ἡμᾶς ὡς λῃστρικὸν ἔθνος. Διὰ τοῦτο ἡ Εὐρώπη ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καλλίτερα ὅρια, ἀφοῦ ἔμελλε νὰ προσαρτήσῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν προσαρτηθεῖσαν λωρίδα τῆς Ἠπείρου. Εὐεργέτης δὲ ὁμολογουμένως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ μέγας Γλάδστων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ 1880 εἶχε περιβληθῆ διὰ μεγάλου κύρους καὶ πολιτικῆς ἰσχύος μετὰ τὰς τότε γενομένας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, συνεκάλεσε συνέλευσιν ἐν Βερολίνῳ, καὶ ἔπεισεν ὅλα τὰ μέλη τῆς συνελεύσεως ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὡς ὀρθὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔδιδεν εἰς τὸ πρωτόκολλον 13 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἤτοι ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναχθῶσι τὰ νέα ὅρια τοῦ Βασιλείου εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ὀλύμπου καὶ εἰς τὰ στενὰ τῆς Πίνδου. Διὰ τοῦτο ἀληθὴς καὶ μεγάλη ἦτο ἡ συμφορά. Αὐτὰ τὰ κακὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἐναντίον τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀποφάσεων τοῦ 1880 μᾶς ἐδόθησαν τὸ 1881, καὶ ταῦτα τὰ ἀπωλέσαμεν, ὑποχρεωθέντες νὰ δεχθῶμεν χειρότερα αὐτῶν. Ἀλλὰ μόνον αὐτὴν τὴν συμφορὰν ὑπέστημεν; Ὑπέστημεν ἄλλην συμφορὰν, διότι εἴδομεν τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους ἀκρωτηριασθεῖσαν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη. Ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἐπέμενον ἀπαιτοῦντες παρ’ ἡμῶν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰς προτάσεις αὐτῶν, τὰς προτάσεις, δι’ ὧν ἐζήτουν νὰ ἐπιβληθῇ ἡμῖν ὁ ἔλεγχος, ἐλέγομεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις ἐλέγχου εἶναι μείωσις τῆς ἀρτιότητος τοῦ Κράτους, εἶναι ἐλάττωσις καταστάσεως, capitis deminutio, ἀγνοῶ δ’ ἐὰν αὕτη ἦτο maxima ἢ ἂν ἦτο media. Ἔλεγον δὲ πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς ἐξουσίαν ν’ ἀποδεχθῶμεν τοιαύτας προτάσεις, ἡμεῖς οἵτινες εἴμεθα Ὑπουργοὶ συνταγματικοῦ Κράτους, ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν μας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Προσέθετον μάλιστα εἰς αὐτοὺς, ὅτι οὔτε τὸ Κοινοβούλιον ἔχει δικαίωμα διὰ νόμου νὰ ἐπιβάλῃ ἔλεγχον, διότι τὸ Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ ἐργάζηται πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐνασκῇ νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξασκῇ συντακτικὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν εἶναι Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων, ἀλλὰ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πείσωμεν αὐτοὺς, οἵτινες δὲν ἔστεργον διὰ τοῦτο νὰ συνομολογήσωσι συμβιβασμόν. Ὅτε ὅμως ἐπῆλθεν ὁ καθ’ ἡμῶν πόλεμος τῆς Τουρκίας, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀρίστη εὐκαιρία, ἵνα μᾶς ἐπιβάλωσι τὸν ἔλεγχον, καὶ μᾶς ἐπέβαλον αὐτόν. Συμφορὰ καὶ τοῦτο μεγάλη, τὴν ὁποίαν, λυποῦμαι, διότι δὲν θὰ δυνηθῶμεν ζῶντες ἔτι νὰ ἴδωμεν αἰρομένην. Ἀλλὰ συμφορὰ ἦτο καὶ ἡ ὑποχρέωσις νὰ πληρώσωμεν 100 ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων καὶ ἄλλο σημαντικὸν ποσὸν δι’ ἀποζημιώσεις. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δὲν εὐγνωμονεῖ εἰς τὰς τρεῖς εὐεργέτιδας Μεγάλας Δυνάμεις, αἵτινες ἠγγυήθησαν καὶ κατέστησαν δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ δάνειον, καὶ νὰ εὑρεθῇ ἐπὶ τόκῳ τοσοῦτον μετρίῳ. Ἀλλὰ τὸ βάρος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεκύψαμεν, ἦτο ἐξαιρέτως βάρος ἐπαχθές. Καὶ κάμπτομεν τὸ σῶμα ἡμῶν ὑπὸ τὸ βάρος. Καὶ ἐφ’ ὅσον κάμπτομεν, ἐπὶ τοσοῦτον στενάζομεν, ἀναλογιζόμενοι τὴν συμφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν. Καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συμφορᾶς ταύτης, καθ’ ἣν λέγουσι πάντες, ὅτι πρέπει νὰ περισυλλεγῶμεν, ἡμεῖς περισυλλεγόμεθα, Κύριοι, αὐτοστιγμεί. Ἰδοὺ ἓν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως! καὶ ἓν ἄλλο περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν! Κατὰ τί ὠφελεῖ τὸ Κράτος ἡ βελτιώνει τὴν διοίκησιν ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων τούτων, δι’ ἧς θέλουσι προστεθῆ πέντε, δέκα ἢ ἕνδεκα νομάρχαι; Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τοὺς νόμους τοὺς κρατοῦντας, νόμους τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὑπερηφανεύωνται οἱ Βαυαροὶ διότι μᾶς ἐπροικοδότησαν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ φωνὴ ἡμῶν δὲν ἠκούετο οὔτε ἐζητεῖτο νὰ ἀκουσθῇ, βάσις τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους εἶναι οἱ δῆμοι, αὐτὴ ἡ μικρὰ δημοτικὴ κοινωνία. Ὡς τὸ ἄθροισμα πολλῶν μικρῶν δημοτικῶν κοινωνιῶν ἀποτελεῖ τὴν κοινωνίαν τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους, τοιουτοτρόπως καὶ τὸ ἄθροισμα αὐτῶν τῶν μικρῶν δημοτικῶν Πολιτειῶν ἀποτελεῖ τὴν ὅλην Πολιτείαν, ὑποβοηθεῖ αὐτὴν, καὶ ἀπαλλάσσει τὸ δημόσιον ταμεῖον δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἔμελλεν ἄλλως νὰ ὑποβληθῇ. Ὑποβοηθεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τὸ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ διορίζῃ ἰδίους ἀντιπροσώπους διὰ νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους ἐν ταῖς δημοτικαῖς περιφερείαις, βοηθεῖ τὴν χώραν, διότι ἀναθέτει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον εἰς τοὺς ἄρχοντας τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ δυσαρεστῶσι καὶ νὰ μὴ τραχύνωσι τὰ σχέσεις των πρὸς τὸν λαόν, ἔχουσι δὲ συμφέρον, ἵνα πείθωσιν αὐτὸν νὰ στέργῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ ὑποβάλληται ἀγογγύστως εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτόν. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι οἱ δῆμοι εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν; Βεβαίως πρέπει νὰ ἔλθητε ἐπίκουροι, νὰ ἐνισχύσητε τὴν διοίκησιν, νὰ τὴν βελτιώσητε, ἐνισχύοντες τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Καὶ εἶναι οἱ δῆμοι εἰς κακὴν κατάστασιν; Εἶναι εἰς χειρίστην κατάστασιν, εἰς παραλυσίαν, εἰς ἀποσύνθεσιν. Ἄγουσι βίον ἀναιμικὸν καὶ ἄτονον, ὡς ἐκεῖνοι οἱ ἀναιμικοὶ καὶ ἄτονοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ σύρωσι τοὺς πόδας των. Πῶς οἱ δῆμοι περιῆλθον εἰς τοιαύτην κατάστασιν; Βεβαίως ὁ δῆμος δὲν διεδέχθη τὴν κοινότητα, ἦτο δὲ καὶ ὁ δῆμος, ὅτε ἐδημιουργήθη, πλάσμα τοῦ νόμου, ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἔδωκεν αὐτῷ μέσα νὰ ὑπάρξῃ. Τῷ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ δημοτικοὺς φόρους, καὶ ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, καὶ νὰ εἰσπράττῃ τέλη καὶ δικαιώματα. Κατὰ τὴν διοίκησιν δὲ τῶν 65 ἐτῶν διῆλθε διὰ πολλῶν δοκιμασιῶν. Ὅτε τὸ πρῶτον συνεστάθησαν οἱ δῆμοι, συνεστάθησαν τοιοῦτοι, οἷοι ἔπρεπε νὰ συσταθῶσι. Διότι οἱ Βαυαροὶ—πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν—εἰσὶ λεπτολόγοι καὶ ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων 300 ψυχαὶ ἀρκοῦσι διὰ νὰ καταρτισθῇ μικρὸς δῆμος, διήρεσαν τὴν Ἐπικράτειαν εἰς δήμους μικροτάτους. Καὶ εἶχον δίκαιον κατὰ θεωρίαν, διότι, ὅταν δημιουργῆτε δήμους μεγάλους, πάντα τὰ μέσα τοῦ δήμου, πάντα τὰ ἀγαθὰ τοῦ δήμου νέμονται τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ οἱ κάτοικοι, πάντα δὲ ἀπορροφοῦνται ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, τὰ δὲ ἄκρα τοῦ δήμου, τὰ χωρία τὰ ἀποτελοῦντα τοὺς δήμους, μένουσιν ἀτροφικὰ, μηδόλως ὠφελούμενα ἀπὸ τὴν ἐπιβαλλομένην φορολογίαν. Ἀλλ’ οἱ δῆμοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι, διότι περιουσίαν δὲν εἶχον ὡς νέον δημιούργημα, δὲν εἶχον δὲ παρέλθει πολλὰ ἔτη, ὅπως ἐκ τῶν πόρων των σχηματίσωσιν ἀποταμιεύματα, καὶ δυνηθῶσι νὰ ζήσωσι. Λοιπὸν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη συγχωνεύσεως τῶν δήμων, καὶ κατὰ τὸ 1840 ἐδημιουργήθησαν διὰ τῆς συγχωνεύσεως δῆμοι, τινὲς τῶν ὁποίων εἰσὶ μεγάλοι καὶ ἐκτεταμένοι, ὡς ἐπαρχίαι καὶ οὐχὶ ὡς δῆμοι. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει δῆμος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ 30 καὶ πλέον χωρία· δὲν ἐπεσκέφθην αὐτόν, ἀλλ’ ἐπεσκέφθην καὶ γνωρίζω δῆμον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας, τὸν δῆμον Ὀλυμπίων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθὴς ἐπαρχία. Οἱ δῆμοι λοιπὸν μετεβλήθησαν ὀλίγον μετὰ τὸν πρῶτον σχηματισμόν των, καὶ ἔκτοτε λειτουργοῦσι καὶ ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ ἐνῷ ἔβαινον ἀναπτυσσόμενοι καὶ προαγόμενοι, ἐνῷ κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς φυσικοὺς τῆς ἐξελίξεως προέβαινε καὶ τῆς δημοτικῆς κοινωνίας καὶ τῆς δημοτικῆς Πολιτείας ἡ ἐξέλιξις, τὸ Κράτος ἀφήρεσε τὰ 7/10 τῆς προσόδου αὐτῶν τῆς ἐτησίας. Διατὶ τὰ ἀφήρεσε; Διότι ἐδυσπίστει πρὸς αὐτοὺς καὶ δὲν ἐνεπιστεύετο πλέον νὰ ἀφήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομῶσι τὴν χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπῆρχον. Οἱ δῆμοι, κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν λίαν φιλελεύθερον, τοῦ 1836, ἐνήσκουν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν. Τοπικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι ἡ γενικὴ ἀστυνομία, δὲν εἶναι ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας, δὲν εἶναι ἡ καταδίωξις τῆς πειρατείας, ἢ ἡ καταστολὴ τῶν στάσεων, ἡ διατήρησις τῆς δημοσίας τάξεως· τοπικὴ ἀστυνομία εἶναι ἡ φροντὶς περὶ τῆς καθαριότητος τῆς πρωτευούσης, τῶν δήμων καὶ τῶν χωρίων τοῦ δήμου, περὶ τῆς διευθετήσεως τῶν ὑδάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἀρδεύουσι τοὺς ἀγρούς των ἢ κινοῦσι τοὺς μύλους των διὰ τοῦ ὕδατος, ὡς κινητικῆς μηχανῆς, ἡ φροντὶς περὶ τῆς ὑγείας τῶν δημοτῶν, ὅπως προλαμβάνωνται λοιμώδεις νόσοι ἢ καταστέλλωνται αὗται ἀναφανεῖσαι, ἡ φροντὶς περὶ ἀγορανομίας ἐν τῷ δήμῳ, διὰ νὰ μὴ πωλῶνται ἐφθαρμένα ἐδώδιμα εἰς τοὺς πολίτας ἢ τίθηνται ἐν χρήσει σταθμὰ πλαστὰ καὶ ψευδῆ· εἶναι ἡ ἀστυνομία τῶν ὁδῶν καὶ πόλεων, διὰ νὰ διατηρῆται εὐρυθμία εἰς τὰς οἰκοδομὰς καὶ ἐκτελῶνται τὰ σχέδια, ὅπου τοιαῦτα ὑπάρχουσι, διὰ νὰ μὴ παρακωλύηται ἡ συγκοινωνία διὰ τῶν ὁδῶν. Ἐὰν ἤθελον συμβῆ ἐν τῷ δήμῳ λῃστρικαὶ πράξεις, εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀνῆκεν ἡ καταδίωξις, διότι αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία ἔχει ὄργανα πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὸν στρατόν. Λοιπὸν οὐδεὶς λόγος ἦτο ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἀπὸ τὸν δῆμον· ἀλλ’ ἀφηρέθη, καὶ ἀνετέθη αὕτη εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Τὸ πρᾶγμα ἦτο πρωτοφανὲς, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εὗρον δεδικαιολογημένην πως τὴν ἀγανάκτησιν, ἥτις προχθὲς κατέλαβε τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρῶτος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος αὐτῶν ἰσχυρίζετο, ὅτι κατήργησε τοὺς ἐπάρχους, ὅτι τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας ἀνέθηκεν εἰς τὸν ἀστυνόμον, ἤτοι εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅστις ἦτο ὁ στρατιωτικὸς ἀστυνόμος. Συνεστάθη λοιπὸν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία μία, ἀλλ’ ὑπεχρεώθη ὁ δῆμος νὰ εἰσφέρῃ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας. Ἀφοῦ τοῦ ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκῇ τὴν ἀστυνομίαν, ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν ἡ ὑποχρέωσις νὰ δαπανᾷ, διὰ νὰ ἐκτελῇ τὸ Κράτος τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, καὶ οὕτως ἀφῄρεσε μέγα μέρος τῶν προσόδων τοῦ δήμου. Δι’ οὓς ἔλεγον χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν Βουλὴν λόγους, ἐν τῷ πολιτεύματι τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864 ἀνεγράφη, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τῶν δήμων, τὸ δὲ Κράτος ἐπέρχεται ἐπίκουρον εἰς τὰς δαπάνας ταύτας αὐτοῦ. Τὴν διάταξιν ταύτην εἶχον καθῆκον νὰ καταστήσω ἐνεργὸν, διότι οἱ προκάτοχοι ἐμοῦ εἶχον ἀπομακρυνθῆ ἐξ αὐτῆς διὰ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως γενικοῦ ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀναιρεθείσης οὕτω τῆς εἰρημένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀληθῶς κατὰ τὸ 1895 προετείναμεν τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ οὗ ἐπανήγαγον τὴν ἀναιρεθεῖσαν συνταγματικὴν διάταξιν, ἐπιφορτίσας τὸν δῆμον διὰ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμπληρώνων δ’ αὐτὰ, ἂν δὲν ἐπήρκουν, διὰ τῆς βοηθείας τοῦ δημοσίου ταμείου. Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν κατεστρατηγήθησαν, καὶ κατὰ τοῦτο ἐφάνησαν ἀνεπαρκεῖς, διότι ἐπετρέπετο ὑπὸ τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ νόμου νὰ ἀπονέμηται εἰς τοὺς δήμους ἡ συνδρομὴ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀφοῦ οἱ δῆμοι ἐξήντλουν τὴν φορολογικὴν ἐξουσίαν των, ἤτοι ἐπέβαλλον καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπιτραπὲν πρόσθετον ἑκατοστὸν εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Τινὲς ὅμως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἐν πολλοῖς δήμοις δὲν ἔστερξαν νὰ ἐπιβάλωσι τὸ πρόσθετον τοῦτο ἑκατοστὸν, προσδοκῶσαι, ὅτι οὐχ ἧττον τὸ Κράτος ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπιτετραμμένην συνδρομὴν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἕνεκα τούτου δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέβαλον τὸν πρόσθετον φόρον τοῦ ἑνὸς ἑκατοστοῦ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἐμμέσους φόρους. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἕτερον κακὸν, οἱ εἰρημένοι δῆμοι νὰ στερηθῶσι τῆς συνδρομῆς τοῦ δημοσίου ταμείου, ν’ ἀπορροφηθῶσι δὲ πάντα τὰ ἄλλα ἔσοδα αὐτῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1898 καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ 1897 οἱ δῆμοι περιέπεσαν εἰς ἀληθῆ διάλυσιν. Λοιπὸν θέλετε νὰ βοηθήσητε τὴν διοίκησιν; νὰ βελτιώσητε αὐτὴν ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους τὸ πολίτευμα ἀνέγραψε καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐκύρωσαν; Σπεύσατε εἰς βοήθειαν αὐτῶν. Ἀπαλλάξατε τοὺς δήμους ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἂν ἔχητε στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἂν ἐγκαταστήσητε ἀντὶ ταύτης διοικητικὴν, ἀφοῦ σεῖς ἀστυνομεῖτε, τί θέλετε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν δῆμον; Πρέπει νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ Δημόσιον διὰ τῶν ἐξόδων τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, νὰ ἐπιβαρύνητε δὲ δι’ αὐτῶν τοὺς δήμους μόνον ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἠθέλετε ἀφήσει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ὅτε εὐλόγως θέλετε ἀναθέσει εἰς αὐτοὺς τὴν δαπάνην τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν τάσσετε τὸν δῆμον ὡς ὄργανον διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ τάσσετε ὄργανα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐκλέγετε κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν βούλησιν, ὀφείλετε νὰ ἀναλάβητε καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας. Σπεύσατε ν’ ἀπαλλάξητε αὐτοὺς ἀπὸ τῶν βαρῶν τῆς εἰσφορᾶς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀπόδοτε αὐτοῖς τὴν δικαιοσύνην ταύτην, καταστήσατε δυνατὴν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν χορηγίαν εἰς τοὺς δήμους τῆς συνδρομῆς τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅταν τὰ ἔσοδα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν ἐπαρκῶσιν. Ἀλλὰ ἐπιθυμεῖτε νὰ βελτιώσητε τὴν διοίκησιν τῶν δήμων; Ὁ δῆμος, πλὴν τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ χρησιμεύῃ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ ὡς ὄργανον ἄκρον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἔχει καὶ ἰδίαν διοίκησιν, ὡς διοίκησις δὲ τοῦ δήμου, ἔχει διπλᾶς ὑποχρεώσεις. Νὰ φροντίζῃ, ἵνα διὰ τῶν δημοτικῶν μέσων θεραπεύωνται αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, ἀλλὰ προσέτι νὰ ἐκπληροῖ ὡρισμένας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ δῆμοι ἀνεγράφη ὅτι ἔχουσι πρὸς τὸ Κράτος. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐξασκήσητε ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς δημοτικῆς περιουσίας; Περιορίσατε τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομάρχου, κρίνοντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ μόνων τῶν πιστώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸν νομάρχην τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς πιστώσεις τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑδρεύσεως τοῦ δήμου, τῆς κατασκευῆς μικρᾶς γεφύρας ἐν τῷ χωρίῳ ἢ ἐν τῇ πόλει, τῆς προλήψεως ἢ τῆς καταστολῆς τῶν λοιμωδῶν νόσων, τῆς συντηρήσεως τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, τῆς πληρώσεως τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου. Τότε ἐγκαθιστᾶτε τὸν δῆμον ἐν πλήρει τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, οἵαν ἀνέγραψεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ νόμος. Ἐγκαθιστᾶτε πολίτευμα δημοτικὸν, ἀποκεντρωτικόν, φιλελεύθερον, θέτετε τὴν βάσιν, τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς δημοσίας διοικήσεως· ἀρκεσθῆτε δὲ τότε νὰ ἐνασκήσητε τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ ἐπιτήρησις τῶν νομαρχῶν δὲν ἐπαρκεῖ, διότι εἶναι μεγάλαι αἱ ἐκτάσεις, καὶ θέλετε νὰ σμικρύνητε αὐτάς; Μὴ προβῆτε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου, διότι βεβαίως θέλετε θίξει συμφέροντα τοπικὰ, συμφέροντα κοινωνικὰ, ἢ καὶ συμφέροντα ἀτομικά· θέλετε ἀνατρέψει δικαιώματα καὶ ἕξεις, τὰς ὁποίας διὰ μακροῦ χρόνου ἀπέκτησαν οἱ κάτοικοι ὡρισμένων περιφερειῶν. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπαρκῇ ἡ ἐπιτήρησις τοῦ νομάρχου, κατὰ τὸν κανόνα «On administre du près, on gouverne de loin», καταστήσατε ἐπάρχους, ὅπως ὑπάρχωσι παρὰ τὸν δήμαρχον, εἰς ἐγγυτέραν πρὸς τοὺς δήμους ἀπόστασιν, ὅπως οὗτοι ἐνασκῶσι τὴν ἐπιτήρησιν καὶ χειραγωγῶσι καὶ συμβουλεύωσι τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Βεβαίως δὲν ἔχουσι δικαίωμα οἱ ἔπαρχοι ν’ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνετέθη τὸ ἀποφασίζειν εἰς τοὺς νομάρχας, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο θέλουσιν ἐνασκεῖ οἱ νομάρχαι. Ἀλλὰ θέλουσιν ἐνασκεῖ αὐτὸ πεφωτισμένως, διότι αἱ παραστάσεις, αἱ πληροφορίαι, αἱ ἐξετάσεις τῶν πραγμάτων, τὰς ὁποίας οἱ ἔπαρχοι θέλουσι διαπράττει, θέλουσι συντελέσει διὰ νὰ φωτίζωσι τὴν συνείδησιν τοῦ νομάρχου καὶ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, ὅπως ἐνασκῇ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ πληρέστερον καὶ μᾶλλον σκόπιμον καὶ τελεσιουργόν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι συμπληροῦτε τὴν ἐπιτήρησιν, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχῶν; Δὲν συμπληροῦτε, ἀλλὰ ἐξασθενίζετε αὐτὴν, τὴν καθιστᾶτε ἀσθενεστέραν, διότι θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ἀναθέσητε τὴν ἐπιτήρησιν ταύτην εἰς ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνίκανα νὰ ἐνασκήσωσιν αὐτὴν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι συνείδησιν τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι πράττει ἄλλο τι, εἰμὴ ἑκάστοτε νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς σᾶς, διὰ νὰ ζητῶσι τὰς ὁδηγίας σας ἐπὶ πασῶν τῶν περιπτώσεων. Τότε δὲν ὑπάρχει πλέον ἀποκεντρωτικὸν σύστημα· λεληθότως περιπίπτετε εἰς τὴν συγκέντρωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παραβλάπτετε τὴν διοίκησιν, ζημιοῦτε αὐτὴν, διότι ἐλαττώνετε τὴν ἀποκεντρωτικὴν ἐνέργειαν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς διοικήσεως, διότι ἀναθέτετε τὴν ἐπιτήρησιν εἰς ὄργανα μὴ παρεσκευασμένα ἵνα ἐνασκήσωσιν αὐτήν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τὰ μέγιστα σπουδαῖον, ὁμολογῶ ὅτι δίδει ἀφορμὰς εἰς πολλὰς ἄλλας μελέτας, ἐπὶ τὰς ὁποίας ἐτράπην ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐκεῖνος ὅστις εἶναι γνωστὸς διὰ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας πολλάκις ἐποιήσατο, περὶ τῶν ἀποκεντρωτικῶν φρονημάτων αὐτοῦ, καὶ τοῦ ὁποίου μνημονεύω διότι βλέπω αὐτὸν ἀντικρὺ καθήμενον (δεικνύει τὸν κ. Φλογαΐτην), ἐλυπεῖτο πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἠγόρευε, διὰ τὴν μεγάλην πολυνομίαν, καὶ ἐλυπεῖτο περισσότερον διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι κατασκευάζονται παρ’ ἡμῖν. Βεβαίως ἡ πολυνομία δὲν εἶναι ἀρετὴ ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν εἶναι πλεονέκτημα δὲ οὐδ’ ἐν τῇ διοικήσει. Ἐὰν οἱ νόμοι εἶναι ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἀνάγκης, ἥτις ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ κατάδειξις τῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς ἀναγνωρίζει ὡς προσήκοντας, ὅπως οὗτοι τηρῶνται κατὰ τὴν πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι πραγματικὴ καὶ ἀληθὴς ἀπόρροια τοῦ δημοσίου φρονήματος. Ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ δέ, ἐν ᾗ λειτουργεῖ ἀμιγὲς καὶ ἀνόθευτον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,—καίτοι καὶ ἐκεῖ ἐπεφάνησαν πολλάκις τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ δυστυχίαν συνεπάγει ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος,—ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, λέγω, δὲν νομοθετοῦνται μετὰ τοσαύτης εὐκολίας οἱ νόμοι, μεθ’ οἷας ἐνομοθετοῦντο καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, καὶ ἐν Βελγίῳ μετὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Λεοπόλδου Αʹ, καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους δημοκρατικοὺς χρόνους ἐν Γαλλίᾳ. Δὲν μνημονεύω τῆς περιόδου τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς τρίτης, οὐχὶ διότι κρίνω ἀναξίαν μνείας τὴν μεγάλην ἐκείνην πολιτικὴν περίοδον τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους,—ἐγὼ μάλιστα, ὡς Ἕλλην, ὀφείλω μετ’ εὐλαβείας νὰ ἀναμιμνήσκωμαι τῆς περιόδου ἐκείνης, —ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς χρόνους τοὺς δημοκρατικοὺς πολλάκις δὲν ἐδείχθησαν σπεύδοντες εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, ἀλλ’ ὑπέβαλλον αὐτοὺς εἰς μεγάλην βάσανον. Τελευταῖον μοὶ ἀπεστάλη ἐκ Παρισίων ἔκθεσις ἐπιτροπῆς τινος, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ πρὸς μελέτην σχεδίου διοχετεύσεως ὑδάτων, καὶ ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ ἑπτὰ μῆνας. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς εἰς αὐτὴν παρῆλθε τοσοῦτον διάστημα, ὅσον εἶναι τὸ μεσολαβοῦν μεταξὺ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, δηλαδὴ ἑπτὰ μηνῶν, καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπετέλεσε τομίδιον ἱκανῶς ὀγκῶδες, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἀποτελεῖται ἐκ 350 ἢ 280 σελίδων τετυπωμένου χάρτου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν Δημοκρατικῶν, ἐπροτάθη ὁ νόμος περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ συνέστη εἰσηγητικὴ ἐπιτροπή, καὶ ὡς εἰσηγητὴς ἀνεδείχθη ἐκεῖνος, ὅστις κατόπιν ἐγένετο Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου δὲ τὸ ὄνομα ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Καπετανάκης, ὁ Yves Guyot, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἔγραψα εἰς Παρισίους καὶ μοὶ ἔστειλαν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὴν συνταχθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ· καὶ αὕτη δ’ ἦτο τομίδιον, τοῦ ὁποίου αἱ σελίδες ὑπερέβαινον τὰς 300 ἢ 350. Αἱ ἐπιτροπαί, κατὰ δυστυχίαν, τῆς Βουλῆς ἡμῶν δὲν ἐργάζονται. Δὲν ἐργάζονται ἐκ φυγοπονίας; δὲν ἐργάζονται διότι δὲν εἶναι καὶ ἐπὶ τὰ μέλη αὐτῶν διεσπαρμέναι αἱ γνώσεις τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων τοῦ νομοθετεῖν; Βεβαίως ὅμως δὲν ἐργάζονται, καὶ τὰ σπουδαιότερα τῶν νομοθετημάτων ἀποστέλλονται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, μετὰ τρεῖς δι’ ἡμέρας εἰσάγεται ἡ ἔκθεσις κατὰ τύπον ὁμοιόμορφον, ὡς τὸν τύπον, καθ’ ὃν κατὰ τὸ 1843 συνετάσσοντο αἱ πρὸς τὰς ἀρχὰς ἀναφοραὶ ὑπὸ ἀναφορογράφου ἔχοντος τὸ γραφεῖόν του ἐπὶ τῆς ἐν τῇ συνοικίᾳ τοῦ Ψυρρῆ πλατείας τῶν Ἡρώων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἤμην μικρὸς ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχων βαθμὸν κατώτερον τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραφέως, ἀρκούντως ἐπιφανὲς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς μου ἐκείνης, μὲ εἶχον δ’ ἐπιφορτίσει νὰ συντάξω πρὸς ὁδηγίαν μου κατάλογον τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, συνέταξα δὲ τὸν κατάλογον κατ’ ἀριθμητικὴν τάξιν, καὶ ἐτήρουν αὐτόν. Ἡμέραν τινὰ κλητήρ τις τοῦ Ὑπουργείου εἰσήγαγε πρός με πολίτην ζητοῦντα νὰ μάθῃ τί διετάχθη ἐπὶ ἀναφορᾶς αὐτοῦ. Ἔμαθον τὸ ὄνομα τοῦ πολίτου, ἠρεύνησα, εὗρον τὴν ἀναφορὰν καὶ τῷ ἔδειξα αὐτήν. «Δὲν εἶναι ἰδική μου», μοὶ εἶπεν. Ἐγὼ ἐξετάσας εὗρον τὸ ὄνομα αὐτοῦ ὑπογεγραμμένον καὶ εἶπον αὐτῷ: «ἰδοὺ τὸ ὄνομά σου». «— Ἐγὼ δὲν εἶμαι τυφλὸς», μοὶ ἀπήντησε· καὶ πράγματι δὲν ἦτο τυφλός, ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ περιεῖχε ταῦτα: «Ὁ ὑποφαινόμενος, ἀόμματος ἀγωνιστής, παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μοὶ ἀπονείμῃ βοήθειάν τινα καὶ νὰ μοὶ δώσῃ μίαν κάππαν διὰ τὸν χειμῶνα», ἐνῷ ὁ ζητήσας τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην ἐζήτει δι’ αὐτῆς νὰ τῷ πληρωθῶσι τὰ ἐνοίκια τῆς οἰκίας του, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐνοικιάσει ἡ ἐν Ἀθήναις χωροφυλακή. Οὕτω κατὰ δυστυχίαν ἔχουσι κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ εἰσηγητικαὶ ἐκθέσεις. Δὲν εἶναι ἀτέλεια τοῦ πολιτεύματος, εἶναι τὸ ἀπροπαράσκευον ἡμῶν. Μολονότι ἔχομεν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἔτη ἐλειτούργησεν ὑπὸ τὴν πρώτην δυναστείαν, λειτουργεῖ δὲ ἤδη καὶ ὑπὸ τὴν δευτέραν ἐπὶ 35 ἔτη, δὲν κατεστάθη δυνατὸν νὰ βασανίζωνται ἐπαρκῶς ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν τὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ παρουσιάζωνται ἐκθέσεις διαφωτίζουσαι τοὺς Βουλευτάς, ἰδίως δ’ ὅταν μετέχῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ πολιτικῆς τινος χροιᾶς. Ἑπομένως μᾶς λείπει τὸ βοήθημα τοῦτο τῶν ἐπιτροπῶν καὶ δὲν μένει εἰς ἡμᾶς ἢ ἓν βοήθημα, νὰ συνερχώμεθα ἐνταῦθα καὶ ν’ ἀνταλλάσσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ὅπως ἀνεύρωμεν τὰς καλλιτέρας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο γίνεται, ὡς βλέπετε, βεβιασμένως καὶ σπασμωδικῶς, καὶ συμβαίνει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5ης ὥρας τῆς πρωΐας, νὰ διεξάγηται δὲ συζήτησις μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης ἐπὶ σπουδαίων νομοθετημάτων, οὐχὶ διότι τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐπέβαλεν ἡ κωλυσιεργία. Συμβαίνει μάλιστα νὰ ζητῆται ἀπόδειξις, ἂν πράγματι κατέλαβεν ἡμᾶς κάματος, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς ἐννάτης ἑσπερινῆς ὥρας συνήλθομεν καὶ συζητοῦμεν ἔτι κατὰ τὴν πέμπτην πρωϊνὴν ὥραν. Συνέβη ἄλλοτε νὰ ἐργάζωνται αἱ Βουλαὶ κατὰ τὰς νύκτας· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ὃν χρόνον διετελοῦμεν καὶ ἡμεῖς, κατὰ τὸ 1895, ἐν τῇ ἀρχῇ· μίαν ἢ δύο φορὰς ἡ Συνεδρίασις διήρκεσε τότε ὑπὲρ τὰς εἴκοσιν ὥρας καὶ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα πέντε, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἦτο ἔκτροπος, ἡ ἀντίδρασις πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἦτο ἐπίμονος καὶ βιαία· δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἦτο ἀσύγγνωστος, ἀλλὰ βεβαίως ἦτο ἐνάσκησις δικαιώματος τοσοῦτον ὑπερβάλλουσα, ὥστε ἀπετέλει ἀληθῆ κατάχρησιν, ἀφοῦ εἰκοσάκις διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως προεβάλλετο τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, καὶ εἰκοσάκις ἀνεγινώσκετο ὁ κατάλογος, καὶ εἰκοσάκις ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡ πλειονοψηφία ἦτο βεβαίως ἠναγκασμένη νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς τὴν ἀντίδρασιν ἡ τάξις. Ἀλλ’ ἀφορμὴν δίδει συνήθως εἰς τὰς ἐσπευσμένας ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν προκαλοῦσιν αἱ Κυβερνήσεις μετά τινος ἀπερισκεψίας ἐν ἀκαταλλήλῳ δι’ ἐκλογὰς ὥρᾳ. Ὅταν ἡ Βουλὴ διαλύηται κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους, ὅταν τὸν Μάρτιον μῆνα ἐνεργῶνται αἱ ἐκλογαί, ὅταν τὸν Ἀπρίλιον μῆνα συνέρχηται ἡ Βουλή, παρέρχηται δὲ ὁ Ἀπρίλιος, ὅπως καταρτισθῇ ἡ Βουλή, καὶ ἐπέρχηται ὁ Ἰούνιος διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα νομοθετήματα, καὶ μετ’ αὐτὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, βεβαίως τότε δημιουργεῖται ἡ ἀνάγκη καὶ τῆς σπουδῆς, ἡ σπουδὴ δὲ, ἐνῷ ἐπιφέρει ζημίαν εἰς τὴν οὐσίαν, δὲν χρησιμεύει ἵνα συμβιβάσῃ τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ἐπερχομένας ἐπὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ἡ ἄκαιρος διάλυσις τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν βεβαίως κρεῖττον ἦτο νὰ ἐψηφίζομεν τοὺς νόμους μετὰ ὡριμωτέραν σκέψιν, μετὰ μεγαλειτέραν βάσανον, διότι συντελεῖ τοῦτο, ἵνα καταρτίζωνται αὐτοὶ τελειότερον τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς, καθ’ οὓς ἐργαζόμεθα. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἔχῃ παράπονον κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἡ Ἀντιπολίτευσις κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν ἐν ἀγαθῷ συνειδότι, ὅπως συντελέσῃ ἵνα βοηθήσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ παραγάγῃ ἔργα ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀτελῆ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὡς εἶπον, οἱ νόμοι δημοσιεύονται πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, διανέμονται τὰ κείμενα αὐτῶν εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους, καὶ συζητοῦνται ταῦτα ἐν τῷ τύπῳ, ἐν ταῖς Λέσχαις, ἐν συλλαλητηρίοις, ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἑπομένως διὰ τῶν συζητήσεων τούτων εὐκολύνεται τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν οὔτε Συμβούλιον Ἐπικρατείας, οὔτε ἄλλην τινὰ προπαρασκευαστικὴν τῶν νομοθετημάτων λειτουργίαν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις δεχόμεθα νομοσχέδια καὶ τὰ ὑπογράφομεν καὶ τὰ εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑπογράφομεν τὴν τελευταίαν διαταγὴν πρὸς τὴν τελευταίαν ἀρχὴν περὶ ἐλαχίστης ὑποθέσεως, βεβαίως κατασκευάζομεν ἔργα νομοθετικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ προταθῶσιν ὅτι ἑρμηνεύουσι τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, εἴτε ὡς ἀναγνωριστικὰ τῆς ἀνάγκης, εἴτε ὡς διερμηνεύοντα τοῦ λαοῦ τὰς γνώμας κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀνάγκη θέλει θεραπευθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὴν πολυνομίαν καλλιεργεῖ καὶ αὐτὴ ἡ ἀτέλεια τῶν νομοθετημάτων, διότι ψηφίζονται τοσοῦτον ἐσπευσμένως οἱ νόμοι, ὥστε ἅμα τιθέμενοι εἰς ἐφαρμογὴν ἀποδεικνύονται ἀτελεῖς· τὸ ἐπιὸν ἔτος καταρτίζονται νέοι νόμοι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν, οὕτω δὲ παράγεται ἡ πολυνομία. Τὴν πολυνομίαν εἶπον ὅτι δὲν θεωρῶ ἀρετὴν ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὔτε πλεονέκτημα ἐν τῇ διοικήσει. Ἡ πολυνομία εἶναι κακὸν, εἶναι δὲ πάντοτε ἐπιζήμιος εἰς τὰ Κράτη. Εἶναι ὀλιγώτερον κακὸν νὰ λειτουργῇ εἷς κακὸς νόμος ἀπὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται, ἐὰν ὁ νόμος μεταβάλληται κατ’ ἔτος, διότι ὁ νόμος, κανονίζων τὰς σχέσεις τοῦ πολίτου πρὸς τὸν πολίτην, ἢ τοῦ ἀτόμου πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, περιορίζει κατά τι τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, ἢ θίγει κατά τι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἐνῷ δὲ ἐγένετο μόλις δυνατὸν νὰ συνηθίσῃ ὁ πολίτης εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τὰ συμφέροντά του, ἢ νὰ στέρξῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἐπέβαλεν αὐτῷ, νέος νόμος ἐκδίδοται, ἐντείνων τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ἑπομένως περιάγων αὐτὸν εἰς δυσχέρειαν, καὶ ἀναγκάζων αὐτὸν νὰ γογγύζῃ. Ἀλλὰ τοῦ κακοῦ τούτου τὴν βελτίωσιν ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς θέλει προσδοκᾷ ἐκ τοῦ ἐντελεστέρου καταρτισμοῦ ἡμῶν τῶν πολιτευομένων καὶ ἐκ τῆς συμπληρώσεως, τῆς ὁποίας πάντες ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα κατανοήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰ καθήκοντα ἡμῶν πρὸς τὴν κοινωνίαν. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη, μετὰ πολυήμερον συζήτησιν, τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Λαμβάνων δὲ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου, ὡς πολέμιος αὐτοῦ, δὲν πράττω τοῦτο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μετατρέψω τὴν ἀμετάτρεπτον τῆς πλειονοψηφίας γνώμην,— διότι τοῦτο ἤθελεν εἶναι κατάδηλος ματαιοπονία,—ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκφράσω ἐκ καθήκοντος καὶ διὰ βραχέων, ὡς πάντοτε συνηθίζω, τὴν γνώμην μου ἐπὶ νομοθετήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ἀποδίδουσα σημασίαν τινὰ, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀπεκδέχεται. Καὶ εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος πρὸς ἐκείνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ τὸ ἀτύχημα εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀρνητικῆς μόνον ζημίας, ἀλλὰ καὶ περὶ θετικῆς. Ἀγαθόν τι δὲν θὰ προέλθῃ βεβαίως, ἀλλὰ τοῦτο ἤθελεν εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακὸν, ἂν τὸ πρᾶγμα περιωρίζετο ἕως ἐδῶ. Τίς ὅμως μετὰ λόγου καὶ ἄνευ προκαταλήψεως κρίνων τὰ πράγματα, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι θὰ προέλθῃ καὶ ἀνυπολόγιστος ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ ζημία διὰ τὸ Κράτος; Θὰ ἐξογκωθῇ τὸ ῥεῦμα τῆς ἐν τῇ διοικήσει καὶ τῇ δικαιοσύνῃ διαφθορᾶς διὰ τῆς δημιουργίας νέων θέσεων, πρὸς τὰς ὁποίας μετὰ βουλιμίας ἀποβλέπουσιν ἀπὸ τοῦδε οἱ διάφοροι φίλοι τῆς κρατούσης πολιτικῆς μερίδος, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τῆς προσθήκης ἡμίσεος περίπου ἑκατομμυρίου δραχμῶν, παρ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θὰ ἐγερθῶσι μίση ἀδιάλλακτα ἀνὰ μέσον πολλῶν πληθυσμῶν, τοῦθ’ ὅπερ θ’ ἀποτελῇ διαρκῆ ἀπειλὴν κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως. Δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν πλανῶντες καὶ πλανώμενοι. Καὶ βεβαίως πλανῶνται, ἢ θέλουσι νὰ πλανῶσι τοὺς ἄλλους, ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀγαθόν τι ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐνόσῳ δὲν εὑρίσκεται βραχίων στιβαρὸς νὰ ἁρπάσῃ μετὰ τόλμης καὶ ἀποφασιστικότητος τὸν πέλεκυν, ὅπως δι’ αὐτοῦ πελεκίσῃ καὶ θραύσῃ τὰ δεσμὰ, δι’ ὧν ἡ κεντρικὴ ἐξουσία κρατεῖ δεσμίας τὴν ἐν γένει διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἐνόσῳ αὐτὸς ὁ στιβαρὸς βραχίων δὲν εὑρίσκεται, οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Καὶ ἂν θέλητε τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας ταύτης, μὴ τὴν ζητήσητε ἀλλαχοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ἦσθε καλῆς πίστεως, καὶ θὰ τὴν εὕρητε εἰς τὴν πολυήμερον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ὅλοι οἱ κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν κυβερνήσαντες τὴν χώραν ὡς Πρωθυπουργοὶ καὶ Ὑπουργοί. Ὡμίλησαν οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ, ὡμίλησεν ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης, ὡμίλησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης, ὡμίλησεν ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, ὡμίλησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης, ὡμίλησεν ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος, καὶ πάντες ἐν συναυλίᾳ παρέστησαν ὡς ἀξίαν οἴκτου τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, δὲν εἶσθε ὑμεῖς, Κύριοι, οἵτινες ἐκ περιτροπῆς διηυθύνατε τὰ κοινὰ ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη; Εἶναι τοῦτο γεγονὸς ἀναμφισβήτητον· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἓν ἐκ τῶν δύο συμβαίνει: Ἢ πταίετε σεῖς, ἢ τὸ σύστημα, ὅπερ μᾶς διέπει. Καὶ ἂν μὲν πταίητε σεῖς, τότε οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ παραπονῆσθε, ὅπως καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς τὰς ἱερεμιάδας σας. Ἂν δὲ δὲν πταίητε σεῖς, τότε πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τὸ συγκεντρωτικὸν, τὸ ἀπορροφητικόν. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐπὶ τοσοῦτον ὤθησε τὴν ἀπαισιοδοξίαν του, ὥστε εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν 26 κατάλληλα πρόσωπα, ὅπως διορισθῶσι νομάρχαι, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν οὔτε 16. Ὄχι μόνον δὲν συμφωνῶ κατὰ τοῦτο μὲ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἀλλὰ καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς γνώμης του. Ἐὰν μετὰ ἑξήκοντα πέντε ἐτῶν ἐλεύθερον βίον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 26 καὶ 56 καὶ 206 κατάλληλα πρόσωπα διὰ νομάρχας, τότε οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Ἂς ζητήσωμεν ἀλλαχοῦ σωτηρίαν. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα. Πολλοὶ ὑπάρχουν, οἵτινες ἐπαξίως δύνανται νὰ καταλάβουν τὴν θέσιν τοῦ νομάρχου, ἀλλὰ δὲν τοὺς θέλετε τοὺς καλούς. Πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, νὰ ὑπηρετῶσιν οἱ ἄριστοι, ἀφοῦ ζητεῖτε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ θεραπεύωσι φατριαστικὰ συμφέροντα; Ἔχομεν δυστυχῶς παραδείγματα, καθ’ ἃ κάλλιστοι νομάρχαι ἐπαύθησαν διότι ἠρνήθησαν νὰ διορίσουν τοὺς ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ὑποδεικνυομένους δημολογιστάς. Ἔχει ῥίψει πολὺ βαθείας τὰς ῥίζας ἡ συγκεντρωτικὴ φαγέδαινα, καὶ δὲν ἀφίνει ἡμᾶς ἐλευθέρους νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἀληθοῦς καὶ οὐχὶ φαινομενικῆς βελτιώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἐγένετο τόσος λόγος περὶ δικαιοσύνης, καὶ πάντες σχεδὸν οἱ λαβόντες τὸν λόγον εἰκόνισαν αὐτὴν μὲ τὰ ζοφερώτερα χρώματα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, καὶ ἰδίως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον...
§29ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπεκαλέσθην ὡρισμένα παραδείγματα.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐξ ἐναντίας εὑρίσκω, ὅτι ἐν μέσῳ τοῦ πολιτειακοῦ ζόφου, ὅστις μᾶς περιβάλλει ἀποπνικτικῶς, ἡ μόνη φωτεινὴ ἀκτὶς προβάλλει ἐκ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τοῦτο νὰ ἀρνηθῶ τὰς μεγάλας ἀτελείας καὶ πλημμελείας της. Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς της, ἀφοῦ ὑπὲρ τὸν τράχηλον αὐτῆς αἰωρεῖται τὸ Δαμόκλειον ξίφος τῶν μεταθέσεων ἢ τῶν παραγκωνισμῶν ἐν τῇ προαγωγῇ; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι αἱ μεταθέσεις δὲν ἐπιδρῶσιν ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ἀνέφερε μακρὰν χρονικὴν περίοδον, καθ’ ἣν ἐλάχισται ἐγένοντο δικαστικαὶ μεταθέσεις. Ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται; Πρόκειται περὶ τῶν πολλῶν ἢ τῶν ὀλίγων μεταθέσεων; Βεβαίως ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀπολύτου καὶ ἀνεξελέγκτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ μεταθέτῃ καὶ νὰ προάγῃ τοὺς δικαστάς.
§31ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει λοιπὸν, ἂν κατά τινα χρονικὴν περίοδον δὲν ἐγένοντο πολλαὶ μεταθέσεις. Ἀρκεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μεταθέτῃ κατὰ βούλησιν, καὶ τότε ἐπηρεάζει τὰς δικαστικὰς συνειδήσεις οὐχὶ μόνον διὰ τῶν μεταθέσεων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐν ὡρισμένῳ μέρει ἐπὶ πολλὰ ἔτη παραμονῆς πολλῶν δικαστῶν, κατὰ σκανδαλώδη προτίμησιν. Κάμπτονται οἱ δικασταὶ ἐπίσης καὶ διὰ τῶν ὑποσχέσεων πρὸς προαγωγὴν, ἢ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀποβάλλουσι τὴν πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσιν, παραγκωνιζόμενοι ἐν ταῖς ἑκάστοτε ἐνεργουμέναις προαγωγαῖς χάριν τούτου ἢ ἐκείνου τῶν εὐνοουμένων φίλων καὶ συγγενῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε δικαστὰς ἀδιαφοροῦντας διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, ἀποφεύγοντας τὴν ἐργασίαν, ἐπιδεικνύοντας οὐχὶ σπανίως ἄμετρον αὐστηρότητα, χωροῦσαν μέχρις ἀδικίας, ἵνα μετατεθῶσιν ἐκ πόλεων, ἔνθα δὲν εἶναι ἀρεστὴ πρὸς αὐτοὺς ἡ διαμονὴ, τοῦθ’ ὅπερ ἐν μείζονι μέτρῳ συμβαίνει εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Καὶ ὅταν τοιαῦτα γίνωνται τώρα, φαντασθῆτε τί θὰ γίνηται, ὅταν προστεθῶσι καὶ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν τὸ κακὸν εἰς τὴν πλημμελῆ διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, διότι τοῦτο εἶναι σκιαμαχία. Ζητήσατέ το ἐκεῖ, ὅπου ἀληθῶς ὑπάρχει· ζητήσατέ το εἰς τὴν συγκέντρωσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲν θέλομεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Διοίκησιν, τὴν Δικαιοσύνην, τὸν στρατὸν, ἐν μέρει δὲ καὶ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν, ἀπὸ τὴν ἄμεσον καὶ κακοποιὸν ἐπίδρασιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, οὐδεμία βελτίωσις εἶναι δυνατή. Ἔχετε, κύριοι Ὑπουργοί, τὸ θάρρος νὰ φανῆτε ἐν τοῖς πράγμασιν ἀληθεῖς μεταρρυθμισταί; Ἰδού, τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτὸν, εἶναι εὐρὺ, καὶ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ λαοῦ εἶναι κατάλληλος. Δὲν ἔχετε τὸ θάρρος αὐτό; Θὰ εἰπῇ ὅτι εἶσθε οἱ αὐτοὶ καὶ ἀμετάβλητοι πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ παρελθόντος, οἱ ἄνδρες τῶν μισῶν μέτρων καὶ τῶν ἐμβαλωμάτων, οἱ ἄνδρες τῆς ῥουτίνας. Χειραφετήσατε τὴν Διοίκησιν ἀπὸ τοῦ κέντρου ἐν μέτρῳ λογικῷ καὶ δικαίῳ, χειραφετήσατε πρὸ πάντων τὴν Δικαιοσύνην, καταθέσατε τὰ ὅπλα τῆς παντοδυναμίας, τὰ ὁποῖα πολλάκις στρέφονται καὶ καθ’ ὑμῶν αὐτῶν, καὶ τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε καὶ νὰ διακηρύξητε, ὅτι εἶσθε ὀπαδοὶ καὶ φίλοι τῶν μεταρρυθμίσεων. Ἡ ἀποπνικτικὴ συγκέντρωσις εἶναι τὸ μέγα καὶ κακοποιὸν θηρίον, εἶναι ἡ δηλητηριώδης πηγὴ, ἐξ ἧς ἀπορρέουσι τὰ κακὰ, ὅσα λυμαίνονται πολιτειακῶς τὴν χώραν. Ἀποσπάσατε τοὺς ὄνυχας τοῦ ἀδηφάγου τούτου θηρίου, θραύσατε τοὺς ὀδόντας του, ἄφετε εἰς αὐτὸ μόνον τὸ ὀξὺ καὶ ἀγαθοποιὸν ὄμμα τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου, μεταβάλετέ το οὕτως εἰς ἄγρυπνον καὶ ἀκοίμητον φρουρὸν τῆς δημοσίας ἠθικῆς, διὰ τῆς κυρώσεως τῶν εὐθυνῶν διὰ πάντας τοὺς διαχειριζομένους οἱανδήποτε δημοσίαν ἀρχὴν, καὶ τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως τὸ πολίτευμα καὶ θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Ἐνόσῳ εἰς τὴν ὁδὸν αὐτὴν δὲν ἀποφασίζετε νὰ εἰσέλθητε, θέλητε νὰ οἰκονομῆτε τὰς περιστάσεις, καὶ τίποτε περισσότερον. Οὐδὲ διστάζω νὰ διακηρύξω, ὅτι νομοσχέδια, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, μεταβαλλόμενα εἰς νόμους, φέρουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸ σπέρμα τοῦ θανάτου, καὶ εἶναι προωρισμένα θᾶσσον ἢ βραδύτερον νὰ καταργηθῶσιν. Εἶναι οἰκοδομήματα θεμελιούμενα ἐπὶ τῆς ἄμμου, τὰ ὁποῖα μία ἐλαφρὰ πνοὴ ἀντιξόου πολιτικοῦ ἀνέμου ἀρκεῖ νὰ καταρρίψῃ εἰς ἐρείπια. Αὐτὸς εἶναι ἀτυχῶς ὁ ἐλαττωματικὸς καὶ φαῦλος κύκλος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ ἐξέλθωμεν. Ὑπῆρξαν οἱ πρὸς στιγμὴν πιστεύσαντες, ὅτι αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ συμφοραὶ θὰ ἐχρησίμευον ἡμῖν ὡς σωτήρια διδάγματα. Ματαία ἐλπίς! Εἴμεθα ἀδιόρθωτοι!
§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ὅτε πρόκειται νὰ διεξαχθῇ ἡ τελευταία ψηφοφορία τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν συμβάντων χθές. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεστηρίχθη καὶ ἐψηφίσθη κατ’ ἄρθρον, ὡς εἶχε καταρτισθῆ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὑπέστη χθὲς κατὰ τὸ μεσονύκτιον μίαν ἀφαίμαξιν. Ἀφῃρέθη ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου μία Νομαρχία, ἡ τῆς Γορτυνίας, γενομένης δεκτῆς πρὸς τοῦτο προτάσεως τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου, καὶ ὅτε ἐγὼ διεμαρτυρόμην καὶ ἐζήτουν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπαινιγμοί τινες, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσω προσοχήν. Ἀλλ’ οἱ ὑπαινιγμοὶ οὗτοι διεδόθησαν καὶ ἔξω· ἐμπεριεῖχον οἱ ὑπαινιγμοὶ οὗτοι ὕβριν καθ’ ἡμῶν, καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ. Ἐρρήθη, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τῇ συναινέσει τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι αὐτοὶ, οἵτινες διέδωκαν τοιοῦτον ψεῦδος, ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἔχω δικαίωμα νὰ τοὺς ἀποκαλέσω ὅ,τι ἀποσιωπῶ.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι λυποῦμαι, διότι ὁ ἐμὸς συνάδελφος κατεδέχθη νὰ ποιήσηται λόγον περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἀναξία προσοχῆς. Ὅταν ἡ μοχθηρία ἐξικνῆται μέχρι τινὸς, ἡ φαυλότης δὲν διστάζει νὰ διατυπώσῃ συκοφαντίαν· ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι οἱ σεβόμενοι ἑαυτοὺς πρέπει νὰ ἀντιτάσσωσι καταφρόνησιν, διότι μόνον καταφρονήσεως ἄξιοι εἶναι οἱ τοιοῦτοι. Ὅτε νεώτερος περιηγούμην ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, πολλάκις μοὶ συνέβη, ἐνῷ περιεπάτουν εἰς τὰ ἄκρα τῶν κωμῶν καὶ τῶν κωμοπόλεων, νὰ βλέπω ὁρμῶντας κατ’ ἐμοῦ σκύλλους ὑλακτοῦντας, ἀληθεῖς μολοσσοὺς, καὶ ἠδυνάμην ν’ ἀποδιώκω αὐτούς. Ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ, καὶ μάλιστα ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ, ἂν δὲν ὑπάρχωσι μολοσσοὶ, ὑπάρχει πληθὺς κυναρίων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μεταχειρίζηταί τις ῥάβδον, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὰ καταφρονῇ. Πάντες οἱ ὑπαινιγμοί, οἱ ὁποῖοι ἐλέχθησαν, εἶναι ἄξιοι καταφρονήσεως. Ἡ πολιτικὴ θέσις, ἣν κατέχω, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἦμαι εἰς συννενόησιν μὲ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς. Οὔτε ὅτε ἀνέγραψαν τὴν Γορτυνίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐγνώριζόν τι, οὔτε ὅτε διέγραψαν αὐτήν. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἶναι κύριοι νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσιν· ἐγὼ εἶμαι τεταγμένος νὰ σέβωμαι ἐμαυτὸν καὶ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρω.
§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἣν αἱ δηλώσεις καὶ οἱ ὑπαινιγμοὶ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Γόρτυνος βουλευτῶν κ.κ. Δηλιγιάννη καὶ Ἀλεξάκη ἐγείρουσι, διότι, ὅτε χθὲς ἐξειλίσσετο ἡ συζήτησις περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ἐτύγχανον μεταξὺ τῶν ἀγορευσάντων ὑπὲρ τῆς διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας καὶ μεταξὺ τῶν ὁμολογούντων καὶ ἐξαιρόντων τὰ ἱστορικὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνεζήτησα καὶ ἀνέπτυξα, κυρίως δὲν ἦτο ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας εἰς δύο νομοὺς, καθόσον τοῦτο ἐθεωρεῖτο γεγονὸς τετελεσμένον, ἐμπεριεχόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ κυβερνητικῷ, καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἡ διαίρεσις θὰ ἐψηφίζετο, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις περιελάμβανε τὴν διαίρεσιν ἐν τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις δὲν διεφώνει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα ἦτο, νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εἰς τὸν νέον νομὸν Γορτυνίας· ἀνέπτυξα δὲ τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, δι’ οὓς ἦτο ἐπιτεταγμένη, λόγῳ ἐκτάσεως, πληθυσμοῦ, συγκοινωνίας, ἑνώσεως πρὸ αἰώνων ἱστορικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς, ἡ ὑπὸ τὸν νομὸν Γορτυνίας μετοχὴ τῆς Μεγαλοπόλεως. Συνεζήτησα δὲ εἰδικώτερον, ἐὰν τοῦ νέου νομοῦ Γορτυνίας ἔδει νὰ γένηται ἕδρα ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη Δημητσάνα ἢ ἡ Καρύταινα. Ὑπὲρ τῆς τελευταίας δὲ ἐτάχθην, ὑπερασπίζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σπυρακοπούλου, διὰ λόγους, οὓς ἀνέπτυξα, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν μάλιστα, ὡς προέτεινα, ἡνοῦτο μετὰ τῆς Γορτυνίας καὶ ἡ Μεγαλόπολις. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Ἀλεξάκην μετὰ πόνου ὑποστηρίζοντα τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας κατόπιν τῶν κ.κ. Σπυρακοπούλου καὶ Διγενοπούλου, διαφωνούντων ὡς πρὸς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ, παρετήρησα μετ’ ἐκπλήξεως καὶ παρετηρήθη ὑφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς ἡ ἀπουσία τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Δηλιγιάννη. Καθ’ ἃς ὥρας ὁμηρικοὶ ἀγῶνες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλάμβανον χώραν ὑπὸ πάντων τῶν Βουλευτῶν, παρελαυνόντων ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀναπτύξωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἰδίων ἐπαρχιῶν, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἰδίους νομοὺς, σφοδρότατος δὲ ὁ ἀγὼν συνήπτετο μεταξὺ Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, Νάξου καὶ Θήρας, ἡ ἀπουσία τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἡ ἀποχὴ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐγέννησε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς μεγίστην ἀπορίαν. Ὅτε δὲ ἠκούσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδεχόμενος τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου περὶ ἀδιαιρέτου τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ἡ ἀπορία τῆς Βουλῆς, ἰδίᾳ πάντων τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα), ζωηρῶς ἐξεδηλώθη εἰς ἐντύπωσιν καὶ πεποίθησιν, ὅτι ἄνευ τῆς αἰτήσεως ἢ τοὐλάχιστον τῆς συναινέσεως τοῦ γηραιοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἡ μεταβολὴ αὕτη τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν τούτων καὶ θαρραλέα γινόμενος ἠχὼ ἐγὼ τῶν ἐντυπώσεων καὶ τῶν πεποιθήσεων τῆς Βουλῆς, ἐφώνησα πρὸς τὸν κ. Ἀλεξάκην, διαμαρτυρόμενον κατὰ τῆς ἀστοργίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Γορτυνίαν, καὶ ὅτι τραῦμα δεινὸν κατεφέρετο κατὰ τῆς ἐπαρχίας του, ἐφώνησα: «Ἐὰν ἡ ἐπαρχία τῆς Γορτυνίας ὑφίσταται τραῦμα, μὴ μέμφεσθε τὴν Βουλήν. Τοῦτο καταφέρει αὐτὸς ὁ ἀρχηγός σας, κύριε Ἀλεξάκη. Μὴ κρύπτεσθε ὄπισθεν τῶν δακτύλων σας.» Διὰ τούτων ἐσκόπουν χθὲς καὶ νὰ προκαλέσω τὴν παρέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ἤμην κεκηρυγμένος ἐκ συμπτώσεως, ἢ δι’ ἱστορικοὺς λόγους, ὑπὲρ τῆς Γορτυνίας, καὶ ἤθελον νὰ ἀκούσω τὴν φωνὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τὴν τόσον συνήθως, τόσον ζωηρῶς καὶ τόσον ἐπιβλητικῶς ἀκουομένην ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἐπὶ παντὸς ζητήματος, καὶ τοῦ ἐλαχίστου, καὶ ὅμως ὑστερήσασαν καθ’ ἣν ὥραν αἱ τύχαι τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας του Γορτυνίας τοιαύτην τροπὴν, ὀλεθρίαν δι’ αὐτὴν, ἐλάμβανον. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως μετέσχον χθὲς ἐν τῇ συζητήσει περὶ τοῦ νομοῦ τῆς Γορτυνίας, μετέχω δὲ καὶ σήμερον, καθόσον ἐνόμισα, ὅτι εἰς τὰ λεχθέντα πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ του κ. Δηλιγιάννη ὑπῆρχον ὑπαινιγμοὶ ἀφορῶντες ἐμέ...
§36ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἐπρόκειτο δι’ ὑμᾶς.
§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πρόκειται δι’ ἐμέ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης οὕτω μὲ ἀπαλλάσσει ἄλλης ἀπαντήσεως. Ἀλλ’ ἦτο καὶ περιττὴ ἡ καθησύχασίς του αὕτη πρὸς ἐμὲ, καθόσον ὁ τίτλος τοῦ κυναρίου, ὃν ἔρριψεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, δὲν δύναται νὰ προσαρμοσθῇ εἰς ἐμέ...
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδὲ εἰς ἄλλον Βουλευτήν.
§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, οὐδὲ εἰς ἄλλον Βουλευτήν, διότι δὲν ὑπάρχουσι κυνάρια ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ μολοσσοί. Ἀλλ’ ἡ λέξις κυνάρια οὐδὲ ἥρμοζεν, οὐδὲ ἀξία ἦτο τῶν χειλέων τοῦ γηραιοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀπὸ τῆς συνέσεως τοῦ ὁποίου ἡμεῖς οἱ νεώτεροι ἀπεξεδεχόμεθα διδάγματα μείζονος εὐπρεπείας, πρὸς τιμὴν αὐτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Εἶπον ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ἵνα ἐξηγήσω, ὅτι ἡ χθεσινὴ παρέμβασίς μου ἐν τῇ συζητήσει περὶ Γορτυνίας οὐδένα, οὐδὲ ὑβριστικόν, οὐδὲ κακόβουλον, σκοπὸν εἶχε κατὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἐκ πολιτικῆς ἀγωγῆς πολυετοῦς συνήθισα νὰ σέβωμαι τοὺς πρεσβυτέρους καὶ ἐπιφανεῖς πολιτικοὺς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀλήθειαν. Συνήθισα νὰ πειθαρχῶ. Τὸ «πείθεσθαι τοῖς ἡγουμένοις» εἶναι δι’ ἐμὲ δόγμα πολιτικόν. Πολὺ δὲ μᾶλλον ὀφείλω νὰ πείθωμαι εἰς τὰ λεγόμενα τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὅστις ὄχι μόνον ἡγούμενος τυγχάνει (ἱλαρότης), ἀλλὰ τοῦ ὑψίστου ἀξιώματος ἐσχάτως ἔτυχεν ἐν τῇ Βουλῇ. Πείθομαι λοιπὸν εἰς τὰς ἐξηγήσεις, ἃς δίδει σήμερον τοσοῦτον ζωηρῶς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὀφείλω εὐλαβῶς νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν μετέσχε τῆς ἀτυχοῦς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς Γορτυνίας. Εὐτυχὴς ὅμως θὰ ἦναι, ἐὰν ὁμοίαν πίστιν δώσῃ καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς διαβεβαιώσεις του, εὐτυχέστερος δὲ, ἐὰν τὸν πιστεύσῃ καὶ ἡ ἰδιαιτέρα του ἐπαρχία, ἡ ἀτυχὴς Γορτυνία.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς δεσμοὺς, οἵτινες μὲ συνδέουσι μετὰ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας, ἁρμόζει νὰ κρίνω ἐγὼ, ἑπομένως δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν ἄλλου τινός· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχει καὶ ὁ ἀγορεύσας συμφέροντα πολιτικὰ ἐν Γόρτυνι, τὸν παρακαλῶ, ὀλιγώτερον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Γόρτυς ἔχει περὶ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ μάθῃ διατὶ καὶ ἐγὼ δὲν συνηγωνιζόμην μετὰ τῶν ἄλλων χθὲς, εἴτε διὰ νὰ διαιρέσω τὸν νομὸν, εἴτε διὰ νὰ μὴ διαιρέσω αὐτὸν, εἴτε διὰ νὰ γείνῃ ἡ δεῖνα πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, ἢ νὰ ὑποδείξω ἄλλην, εἶναι κύριος νὰ φρονῇ ὅτι ἐσφάλην, ἢ ὅτι καθυστέρησα εἰς τὰ καθήκοντά μου πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Γόρτυνος. Σέβομαι ἀρκετὰ ἐμαυτὸν, ἵνα μὴ στέρξω νὰ τὸν ταπεινώσω μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Διότι, ἂν ἡ Γόρτυς ἔχῃ δικαιώματα ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομὸν καὶ τοῦτο συμβιβάζηται μὲ τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ, ἡ Γόρτυς θ’ ἀποκτήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτὰ, ὅσον καὶ ἂν παρεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ παρ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν παρεγνωρίσθησαν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου...
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§43ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ παραμείνωμεν πλέον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν.
§45ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ μείνωμεν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολκοθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι». Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1899. 2) Περὶ ἀνακαινίσεως καὶ ἐπισκευῆς ναῶν τινων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τισι χωρίοις τῆς Φθιώτιδος καὶ περὶ διαθέσεως τοῦ ὑπολοίπου τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἰσπραχθεισῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῶν ἐκ τῆς κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐν Λαρίσῃ πλημμύρας παθόντων. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 23,519 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων δοκίμων.
§47Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐζήτησα πρό τινων ἡμερῶν πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν κατετέθησαν· ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§48Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ συλλέξω τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσατε· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ὁ ἀριθμὸς τῶν δοκίμων ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς 40, ἤδη δὲ εἶναι 35. Τὸ ἔτος τοῦτο ἐξέρχονται 7, συνεπῶς μένουν 28, ὥστε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγωμεν 12. Ὁ προκάτοχός μου εἶχε ζητήσει νὰ εἰσαγάγῃ 10 δοκίμους, συνεπῶς θὰ ἔχωμεν πάλιν ὀλιγωτέρους τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος χορηγεῖ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ, οὐχὶ ἵνα ὑπηρετήσω προσωπικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ διότι κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν θὰ ἔχωμεν τόσας ἀποστρατεύσεις, ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας, ὥστε θὰ ἔχωμεν πολλὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ πληρωθοῦν, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ ἀναγκαῖα πρόσωπα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσακτέων δοκίμων. Οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχω.
§49Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς περὶ τῶν λεγομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον τρέφω ἰδιαιτέραν ὑπόληψιν. Διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν δοκίμων, δὲν ἐσκόπουν βεβαίως νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν καλὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ πίστιν. Ἐζήτησα ταύτας μόνον ἵνα πείσω πρῶτον ἐμαυτὸν, εἶτα δὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν σφάλλεται εἰς τοὺς ὑπολογισμούς της, τοὺς ἀγαγόντας αὐτὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐκδηλουμένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐζήτησα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀργανικῶν θέσεων καὶ τῶν ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἵνα ἴδω πόσαι ἐν τῷ σώματι τούτῳ χηρεύουσι θέσεις· ἐζήτησα δὲ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ σχολείῳ φοιτώντων δοκίμων, ὡς καὶ στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἐξερχομένων ὁπωσδήποτε ἐκ τοῦ ναυτικοῦ ἀξιωματικῶν, ὅπως διὰ τούτων ὅλων ἴδωμεν πόσαι θέσεις χηρεύουσι κατ’ ἔτος καὶ κατὰ μέσον ὅρον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν γνώμην ἀληθῆ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης ταύτης κανονίσωμεν τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων. Τοῦτο ἐζήτησα νὰ μάθω, χωρὶς ποσῶς νὰ ὑποπτευθῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν.
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὀργανισμῶν τῶν πλοίων τοῦ στόλου, οὓς συνέταξεν ὁ ναύαρχος κ. Λεζὲν, καὶ πρὶν ἢ ἀποστρατευθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ συμπληροῦντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Διὰ τοῦτο ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δοκίμων. Ὅθεν καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀπόλυτος καὶ ἐπείγουσα εἶναι ἡ ἀνάγκη, ὅπως γένηται δεκτὸν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων. Ἤθελον μόνον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προνοήσῃ, ὅπως ἐξαντλήσῃ ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς δίδωσιν αὐτῷ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν ἑκάστης τάξεως, διότι οὐχὶ μετὰ μακρὸν χρόνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, δὲν θέλει εἶναι ἐν καταστάσει, ἵνα χορηγήσῃ εἰς τὰ πλοῖα καὶ εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Σημειώσατε δὲ καλῶς, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῶν πλοίων ἐξ ἀνάγκης ἀξιωματικοὶ, ὧν ὁ βαθμὸς δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπιβολὴν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ καλῶς ἐννοουμένη πειθαρχία. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, εἰσὶ τοσοῦτον ἀγαθὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς, καὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν πρὸς τοὺς εἰσηγησαμένους τὴν ἵδρυσιν αὐτῆς, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς ἔστιν ὁ μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι ἐν τῷ σώματι τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει νέους, οἵτινες δύνανται νὰ ἁμιλλῶνται πρὸς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τῶν τὰ μάλιστα εὐνομουμένων Κρατῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διαπρεπὴς ἀξιωματικὸς τοῦ Γαλλικοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἤθελεν εἶναι εὐτυχής, ἐὰν ἠδύνατο ἐπισήμως νὰ πιστοποιήσῃ τὴν ἀξίαν σχεδὸν πάντων τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, διότι αὐτοὶ διήνυσαν τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν ὑπὸ ἄλλους ὅρους. Πρέπει λοιπὸν πάντες νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς ταύτης, μὴ ἐπιτρέποντες ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ κενά. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μετ’ ὀλίγα ἔτη, ὅταν οἱ νέοι αὐτοὶ καταλάβωσι τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἡ Ἑλλὰς βεβαίως θέλει δύνασθαι νὰ παραβάλλῃ τὸ πολεμικὸν αὐτῆς ναυτικόν, λόγῳ τῆς ἀξίας τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, πρὸς τὰ πολεμικὰ ναυτικὰ τῶν μᾶλλον εὐνομουμένων ἐθνῶν. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον κηρύττομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ἤθελον συστήσει νὰ δεχθῇ καὶ τοὺς τρεῖς νέους, οὓς ἐνδοιάζει νὰ προτείνῃ, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἐπιβάλλει ὁ νόμος περὶ Σχολῆς τῶν Δοκίμων. Ἐπειδὴ δὲ συμπίπτει νὰ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν συναινῇ, νὰ μὴ συζητηθῇ ἀπόψε τὸ νέον νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, οὐχὶ διότι εἶμαι ἀντίθετος κατ’ ἀρχὴν πρὸς αὐτὸ, τοὐναντίον καὶ τοῦτο θέλω ὑποστηρίξει, τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἰσιν αὐταὶ αἱ βάσεις τοῦ νόμου, ὃν ἐγὼ εἰσηγησάμην εἰς τὴν Βουλήν, σὺν αὐξήσει τινί. Ἀλλ’ ἐπεθύμου, ὅπως μοὶ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς στατιστικάς, ὧν ἔχω ἀνάγκην πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου πληρεστέραν. Ἐὰν βεβαίως ἀπόψε ἐπιψηφισθῇ εἰς δευτέραν συζήτησιν, δυστυχῶς δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὴν σημείωσιν τῶν πληροφοριῶν, ὧν ἔχω ἀνάγκην. Θέλω ἄρα ζητήσει αὐτὰς κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἀλλὰ τότε δὲν θέλει εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσιν, ἵνα χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀναβάλλομεν τὴν τρίτην συζήτησιν.
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ὥστε νὰ μὴ συζητήσωμεν εἰς τρίτην συζήτησιν τὴν Δευτέραν.
§53ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, Κύριοι, τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι ζήτημα μεγάλης σημασίας. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σπεύσῃ, διότι ἄλλως τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον θὰ διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη καὶ θὰ μείνωσιν οἱ ἄνθρωποι εἰς τοὺς δρόμους.
§54ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λεχθὲν περὶ τῶν ἐλπίδων, ἃς ἔχομεν ὅλοι ἀνατεθειμένας εἰς τοὺς νέους ἀξιωματικούς, εἶναι ὀρθὸν, διότι ἀληθῶς ἐν τῇ πλειάδι τῶν ἀξιωματικῶν τῶν νέων, οὓς παρήγαγεν ἡ εὐδοκιμήσασα Ναυτικὴ Σχολὴ, περιλαμβάνονται ἱκανότητες, ἐγγυώμεναι ἀληθῶς ἀγαθὸν τὸ μέλλον τοῦ Ναυτικοῦ· ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἐλπίς, ἣν ἔχομεν ἐξηρτημένην ἀπὸ τῶν νέων ἀξιωματικῶν, αὐτὴ ἡ ἐλπὶς πρέπει νὰ καθοδηγήσῃ ἡμᾶς, ἵνα κανονίσωμεν τὰ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀπολέσωμεν διὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τῆς ἀκανονίστου, τῆς μὴ μεμετρημένης, ἐκεῖνο, ὅπερ ἐλπίζομεν ἐκ τῶν νέων ἀξιωματικῶν. Δὲν ἔχω λόγους νὰ ἦμαι βέβαιος, ὅτι τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἐπιβλαβές, καὶ θὰ ἀναμείνω βεβαίως τὰς πληροφορίας, ἃς θέλει προσκομίσει, ἵνα σχηματίσω γνώμην περὶ τοῦ ἂν ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς προτείνεται ἡ προσθήκη, περὶ ἧς τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔχω δὲ καὶ ἀντίρρησιν, ἀφοῦ ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι θέλει προσκομίσει τὰς πληροφορίας κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ ἀπὸ τοῦδε θέλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν, ἵνα δείξω καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἦλθεν ἡ συζήτησις, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἁπανταχοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν σημαιοφόρων τῶν ἐξερχομένων τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς εἶναι κεκανονισμένος κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ διπλάσιον τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ ἀνθυποπλοιάρχων, ἐὰν δὲ ἡμεῖς ταύτην τὴν ὥραν ἔχωμεν σημαιοφόρους ὑπερδιπλασίους τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων, βεβαίως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ βλάψωμεν, ἐὰν εἰσάγοντες μαθητὰς περισσοτέρους φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν τὴν προαγωγὴν αὐτῶν βραδεῖαν· διότι ἡ προαγωγὴ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, τῶν σημαιοφόρων εἰς ἀνθυποπλοιάρχους καὶ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων εἰς ὑποπλοιάρχους, πρέπει νὰ γίνηται ταχεῖα, ἢ μᾶλλον πρέπει νὰ μὴ γίνηται τόσον βραδεῖα, ὥστε νὰ ἐπέρχηται δυσφορία καὶ μαρασμός. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ἀλλὰ μανθάνω, ὅτι οἱ παρ’ ἡμῖν σημαιοφόροι βραδύνουσι πολλάκις καὶ ἐπὶ 7 καὶ 8 καὶ 9 ἔτη, ἵνα προαχθῶσιν, ἐνῷ ἁπανταχοῦ ἡ προαγωγὴ τῶν σημαιοφόρων εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν γίνεται ἐντὸς τριῶν ἐτῶν. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν κατεχόντων τὰς ἀνωτέρας θέσεις ἦναι μέγας, βεβαίως θὰ βραδύνωσι νὰ προαχθῶσιν οἱ ἐκ τῶν κατωτέρων θέσεων. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὥστε νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τόσους εἰς τὸ σῶμα, ὅσοι θὰ ἦναι περισσεύοντες διὰ τοὺς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι προβιβασμούς. Ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς τὴν Σχολὴν εἰσαγομένων ἄλλοτε εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 70, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ ταύτην τὴν πρόβλεψιν ἐπανήλθομεν πάλιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 40, ὁ δὲ Ὑπουργὸς κατὰ τὸν νόμον ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ πληροῖ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, διότι εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις περὶ τῶν 40. Καὶ ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως μοὶ παρεστάθησαν, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ μὴ αὐξηθῇ σήμερον ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Σχολήν. Ἀλλὰ περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία σᾶς ἐδόθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν σημαιοφόρων εἶναι ὑπερδιπλάσιος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων καὶ ὑποπλοιάρχων, εἶναι ἀνακριβεστάτη. Ἀπ’ ἐναντίας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνθυποπλοιάρχων εἶναι πολὺ ἀνώτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων. Καὶ περὶ τούτου θὰ σᾶς φέρω πληροφορίας. Εἶναι δὲ ἤδη θέσεις κεναὶ ἀνθυποπλοιάρχων, εἰς τὰς ὁποίας καὶ δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι νὰ προαχθῶσι σημαιοφόροι· διότι κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς ἔμειναν 5 ἢ 6 θέσεις ἀνθυποπλοιάρχων κεναί, ἐνῷ εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ καταληφθῶσιν ἀπὸ τοὺς σημαιοφόρους, οἱ ὁποῖοι εἶχον σειρὰν νὰ προβιβασθῶσιν. Ἐγὼ δὲ θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, —τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἀντιτείνῃ, —καὶ θὰ προβῶ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἀνθυποπλοιάρχων διὰ τοῦ προβιβασμοῦ σημαιοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 5, 6 καὶ 7 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ σημαιοφόρου, ὅπερ ἄδικον, ἀφοῦ θέσεις ἀνθυποπλοιάρχων εἶναι κεναί. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν σημαιοφόρων πολὺ ἠλαττώθη, ἐὰν δὲ συμπληρωθῶσι καὶ αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ἀνθυποπλοιάρχων, ἐλάχιστοι θὰ ἦναι οἱ σημαιοφόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσι.
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχάριστον θὰ ἦτο νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, ἂν ὑπάρχει νέα ἔκδοσις τοῦ μητρώου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, διότι, ὡς γνωρίζομεν, πρὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν δὲν ἐξεδόθη νέον μητρῶον.
§58ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐξεδόθη.
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐσχάτως ἐδημοσιεύθη τὸ νέον. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ κατέθετεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ἀντίτυπον τοῦ μητρώου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία τις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι, μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἀναλογία αὕτη θὰ ὑφίσταται κατά τινα τρόπον. Δέον ὅμως βεβαίως νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου σοβαρωτάτου καὶ ἐπείγοντος, ἐὰν τῷ ὄντι ἐπιθυμῶμεν νὰ ἀναδημιουργήσωμεν τὸ Ναυτικὸν τῆς χώρας. Ἐννοῶ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας κατωτέρου τοῦ σήμερον ὑφισταμένου. Διότι, ἐφ’ ὅσον λειτουργεῖ τὸ ὑπάρχον ὅριον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ πολεμικῷ ἡμῶν στόλῳ τοὺς ἀνωτέρους ἐκείνους ἀξιωματικούς, οὓς ἀξιοῖ τὸ ἔθνος νὰ ἔχωμεν. Ὅταν ἐπέλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, θέλω προσκομίσει εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐξ οὗ ἀποδειχθήσεται, ὅτι οὐδὲν ἔθνος, καὶ τὸ ἐλάχιστα ναυτικόν, ἔχει ὅριον ἡλικίας τοιοῦτον, οἷον ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ. Εἴτε λάβητε τὴν Ἀγγλίαν, εἴτε λάβητε τὴν Γερμανίαν, εἴτε λάβητε τὴν Ρωσίαν, εἴτε τὴν Ἰταλίαν, ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ναυτικὸν Κράτος, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα ἔχομεν ὅριον ἡλικίας ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὅπερ καθίστησι τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς εἶδος μᾶλλον Γερουσίας. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ πρωτοβουλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις φαίνεται τῷ ὄντι διατεθειμένος νὰ θέλῃ νὰ πράξῃ τὸ ἀγαθόν, δεχθῇ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι τάχιστα νομοσχέδιον, ὅπερ θέλει εὕρει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, περὶ καταβιβασμοῦ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Διότι, ἂς μὴ πλανώμεθα, διὰ τῶν δύο ἱερέων τοῦ στόλου καὶ δι’ ἑνὸς πλοῦ, ἢ δι’ ἄλλου οἱουδήποτε νομοθετήματος καὶ μόνου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναδημιουργηθῇ τὸ Ναυτικόν, ἐφ’ ὅσον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἀδράνειαν καὶ τὴν νωθρότητα. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταθέσῃ τὸν πίνακα τοῦ μητρώου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὅστις, ἐξεταζόμενος κατά τινα τρόπον, θέλει πείσει καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον, ὅτι ἐπείγουσα καὶ ἐπιβαλλομένη εἶναι ἡ ἀνάγκη εἰσαγωγῆς νομοσχεδίου, καταβιβάζοντος τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Τότε καὶ ἡ ὀρθὴ γνώμη τοῦ ἀγορεύσαντος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ θέλει πραγματοποιηθῆ, διότι, γινομένου ἐφικτοῦ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, θέλει ἐπέλθει ἀναλογία μεταξὺ τῶν σημαιοφόρων καὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§60ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ συνάδελφοι. Εὐχὴν θὰ ἐκφράσω μόνον, ἵνα τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα περὶ καταρτισμοῦ στελεχῶν συμβαδίζωσι μὲ τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα πρὸς τελειοποίησιν καὶ πρὸς καταρτισμὸν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ. Ἐὰν αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους ἐπιτρέπωσι, πρέπει νὰ λαμβάνηται συγχρόνως μέριμνα καὶ περὶ τῶν πλοίων καὶ τῶν ἄλλων ὑλικῶν τοῦ Ναυτικοῦ· διότι, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, ὁ ἡμέτερος στόλος ἔχει μεγάλας ἀτελείας, καὶ διὰ τοῦτο δεῖται γενναίων ποσῶν διὰ τὰς συμπληρώσεις. Αἱ δυνάμεις αἱ ναυτικαὶ ἡμῶν συνίστανται σήμερον κυρίως εἰς τὰ τρία θωρηκτὰ, καὶ ταῦτα δεόμενα πολλῶν βελτιώσεων, καὶ εἰς 6 τορπιλλοφόρα, τὰ ὁποῖα ὅμως καὶ αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς χρήσιμα, εἰμὴ διὰ γυμνάσια, καθότι διὰ τὴν ὥραν τῆς δράσεως εἶναι πολὺ κατώτερα τῶν τῆς σημερινῆς προόδου ὁμοιομόρφων σκαφῶν. Ἐὰν δημιουργῶμεν στελέχη μόνον καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συμβαδίζωμεν εἰς τὴν ὑλικὴν τοῦ Ναυτικοῦ λειτουργίαν ἀναλόγως πρὸς τὰ δημιουργούμενα στελέχη, νομίζω, ὅτι ματαιοπονοῦμεν, ὅτι βαρύνομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἄνευ σκοποῦ, καὶ καθιστῶμεν δυστυχεῖς τοὺς δημιουργουμένους ἀξιωματικούς. Σήμερον τὸ Ναυτικὸν ἀπαιτεῖ δαπάνας μεγάλας, καὶ πρέπει καλῶς νὰ ἀναμετρήσωμεν τὰς δυνάμεις μας. Θέλομεν Ναυτικόν; Πρέπει νὰ δαπανήσωμεν. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ μικραὶ δαπάναι, αἱ γινόμεναι διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν πληρωμάτων ἢ τὴν προπαρασκευὴν τῶν στελεχῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρόνοια ἀπωτέρα περὶ συμπληρώσεως καὶ βελτιώσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, εἶναι μάταιαι, εἶναι ἐπιβλαβεῖς. Καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν μεγάλην καὶ γενναίαν. Ἐὰν θέλῃ Ναυτικόν, ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ὁρίσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τοῦτο, ἀποκόπτουσα αὐτὸ ἀπὸ οἱασδήποτε ἄλλας θέλει ὑπηρεσίας· φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάμῃ. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι οἱ πόροι τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ληφθῶσι μέτρα ἀνάλογα πρὸς καταρτισμὸν ἀληθοῦς καὶ ἀναλόγου ναυτικῆς δυνάμεως, μάταιον εἶναι νὰ συζητῶμεν περὶ προσθήκης πληρωμάτων, καὶ νὰ δημιουργῶμεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνωνται κατὰ τοσοῦτον δυστυχέστεροι, καθ’ ὅσον θὰ ἐννοῶσιν, ὅτι δι’ ἔλλειψιν ὑλικῶν, ἵνα ἐκγυμνάζωνται, καθίστανται πολλῷ ἥττονες τῶν ἀξιωματικῶν ἄλλων Κρατῶν. Τί θέλετε νὰ καταρτίζητε σημαιοφόρους, ὅταν μετὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου δὲν θὰ δύνασθε πλέον νὰ τοῖς παρέχητε τὰ μέσα νὰ κάμνωσι καμμίαν γύμνασιν; Τί θέλετε, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ ἡμῶν ὡδηγήθησαν εἰς τὸν πόλεμον χωρὶς νὰ ἔχωσι ῥίψει οὐδὲ 5 βολὰς ἕκαστος καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὰ πυροβόλα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται, τί θέλετε νὰ καταρτίζητε ἀξιωματικούς, μορφοῦντες αὐτοὺς πνευματικῶς, μὴ δυνάμενοι ὅμως νὰ μορφώσητε αὐτοὺς καὶ πρακτικῶς; Νομίζω ὅτι κάμνομέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν συντελεῖ εἰς τὴν παρασκευὴν ναυτικῆς δυνάμεως. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1900 λάβῃ σοβαρὰν μέριμναν περὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ἵνα συμβαδίζῃ ἡ μέριμνα περὶ καταρτισμοῦ στελεχῶν μὲ τὴν πρόνοιαν περὶ καταρτισμοῦ τῶν παντοίων ὑλικῶν τοῦ στόλου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§64ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, διότι διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προστίθεται, οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι θὰ μισθοδοτηθῶσιν ἀξιοπρεπέστερον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 323). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας εἰς ἀξιωματικοὺς ἀποζημιώσεως διὰ τὰ διδακτικὰ βιβλία. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 9 καὶ 30′ μ.μ.)