1899.06.16
3.836 στίχοι · 30.600 λέξεις · 180 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
Τῆς 16 Ἰουνίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θέλουσιν ἀναγνωσθῆ κατόπιν, διότι δὲν ἐξετυπώθησαν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Οἱ βουλευταὶ Τριφυλίας κ. κ. Δημ. Παπατσώρης καὶ Ἀλέξ. Πονηρόπουλος ὑποβάλλουσι ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δωρίου, δι’ οὗ ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ, ὅπως ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας παραμείνῃ ἡ διὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη πόλις Κυπαρισσία. Ὁ Γ. Τζίμας ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ, ὅπως ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν.
§2Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Συνιστῶ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο εἰς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Π. Γκίκας κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Βρασίδας Λεώπουλος. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 308–309). Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Α. Παπαγιαννακόπουλος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: «Ἡ ἐν Πειραιεῖ ἑταιρεία «Σ. Α. Οἰκονομίδης καὶ Σα» κατέθηκε, κατόπιν προσκλήσεως τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν Ἰούλιον παρελθόντος ἔτους εἰς τὸ ἐνταῦθα Κεντρικὸν Ταμεῖον χαρτόσημα εἰς φύλλα παλαιοῦ τύπου ἀξίας ἐννεακοσίων περίπου δραχμῶν, ἵν’ ἀνταλλαγῶσι διὰ χαρτοσήμων τοῦ ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου κανονισθέντος νέου τύπου. Μόλις μετὰ ἐννέα ὅλους μῆνας, ἤτοι κατὰ Φεβρουάριον παρελθόντος ἔτους, ηὐδόκησεν ἡ πρώην Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀνταλλαγῆς, ὅτε ὁ ὑπάλληλος τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας ἔλαβεν ἴσου ποσοῦ χαρτόσημα νέου τύπου εἰς φύλλα. Ἐπειδὴ ὅμως τῇ ἐχρησίμευον κινητὰ χαρτόσημα διαφόρου ἀξίας, ἵνα πρὸς εὐκολίαν τὰ ἐπικολλᾷ ἐπὶ ἐντύπων συναλλαγματικῶν, δι’ ὧν ἦτο ἐφωδιασμένη, ἐζήτησεν ὁ ὑπάλληλος αὐτῆς ἀπὸ τὸν κ. ταμίαν ν’ ἀντικαταστήσῃ, εἰ δυνατόν, τὸ εἰς φύλλα χαρτόσημον διὰ κινητοῦ, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἀπεδέχθη μὲν ὁ κ. ταμίας, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ, ὡς εἶπε, σύγχυσις, ὑπέδειξεν ὅμως τῷ αἰτοῦντι νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνταλλαγὴν ἀπὸ τὸν ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου πωλητὴν χαρτοσήμου, ὅστις ἦτο ὑπάλληλος. Τότε ὁ ὑπάλληλος τῆς ἑταιρείας, ἐπειδὴ δὲν εὗρε κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πωλητὴν τοῦ χαρτοσήμου, παρεκάλεσε τὸν ἐνταῦθα ἔμπορον κ. Ἰωάννην Κανελλόπουλον, ἵνα ζητήσῃ βραδύτερον τὴν ἀνταλλαγήν. Πράγματι ὁ Ἰωάννης Κανελλόπουλος μετέβη κατόπιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα εὕρῃ τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἐπώλει τὸ χαρτόσημον, καὶ ὅστις ὠνομάζετο Κωνσταντῖνος Δημόπουλος. Οὗτος, ὁ Κωνστ. Δημόπουλος, ἐδέχθη, καὶ ἀντήλλαξε τὸ εἰς φύλλα χαρτόσημον διὰ κινητοῦ ἀξίας, ὡς ἄνω ἐρρήθη, ἐννεακοσίων περίπου δραχμῶν. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ πωλητὴς οὗτος τοῦ χαρτοσήμου καὶ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν συνελήφθη καὶ προεφυλακίσθη, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶχε θέσει εἰς κυκλοφορίαν πλαστὰ κινητὰ χαρτόσημα. Τότε ἡ ἑταιρεία, λαβοῦσα, ὡς ἦν ἑπόμενον, βασίμους ὑπονοίας περὶ τῆς γνησιότητος τῶν ἐξ αὐτοῦ ληφθέντων κινητῶν χαρτοσήμων, ἅτινα δὲν εἶχεν ἀκόμη χρησιμοποιήσει, διότι ἦτο ἐφωδιασμένη προηγουμένως μὲ ἀρκετὸν ἀριθμὸν συναλλαγματικῶν, ἔσπευσε νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ αἰτήσεώς της, δι’ ἧς ᾐτήσατο νὰ ἐπιθεωρηθῶσι μετὰ προσοχῆς, καὶ εἰ μὲν ἤθελον εὑρεθῇ γνήσια, νὰ ἐπιστραφῶσιν, εἰ δὲ μή, νὰ τῇ δοθῇ ἡ ἀξία των εἴτε εἰς ἴσου ποσοῦ γνήσια χαρτόσημα, εἴτε εἰς χρήματα. Ἡ αἴτησις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 24 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη προσοχὴ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ δύο σχεδὸν μῆνας, ἐφ’ ᾧ ἐδέησε νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα αἴτησις τῇ 15 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους, μεθ’ ὅ, κατόπιν πολλῶν ἐπισκέψεων πρὸς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι ἡ μὲν πρώτη αἴτησις μετὰ τῶν ὑποβληθέντων χαρτοσήμων παρεπέμφθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν δευτέραν, ἐδείχθη τοῖς ἐνδιαφερομένοις ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα εἰς τὰ δικαστήρια! Νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπομακρύνεται αὕτη τῆς εὐθύτητος, τῆς ἐπιμελείας καὶ πρὸ πάντων τῆς καλῆς πίστεως, ἥτις δέον νὰ χαρακτηρίζῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὰς πρὸς τοὺς ἰδιώτας καὶ φορολογουμένους σχέσεις του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι αὐθαίρετος καὶ ἄδικος. «Πηγαίνετε ’ς τὰ δικαστήρια!» Ἕνας λόγος εἶναι, ἀλλὰ τί χρεωστεῖ ὁ φορολογούμενος νὰ τρέχῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἀφοῦ ὁ ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου ἐντεταλμένος τὴν πώλησιν χαρτοσήμου, πωλεῖ καὶ δίδει πρὸς ἀνταλλαγὴν πλαστὰ χαρτόσημα; Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐπὶ ἐννέα ὅλους μῆνας ἐβράδυνεν ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀνταλλάξῃ τὸ κατατεθὲν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον χαρτόσημον, ἀλλὰ καὶ ἀρνεῖται ἤδη νὰ ἀνταλλάξῃ τὸ πλαστὸν χαρτόσημον, ὅπερ ἡ ἑταιρεία ἔλαβεν ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως! Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ τῇ ἑταιρείᾳ ἡ ἀξία τοῦ πλαστοῦ χαρτοσήμου, εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς εἶδος. Περὶ πλέον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰδικὴ θέσις πωλήσεως χαρτοσήμου· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν τοιαύτη εἰδικὴ θέσις δὲν ὑπάρχει, διατὶ καὶ ἕνεκα τίνος ἀνάγκης ὑπηρεσιακῆς ἀνετέθη ἡ πώλησις χαρτοσήμου εἰς τὸν συλληφθέντα καὶ προφυλακισθέντα ὑπάλληλον Κωνστ. Δημόπουλον; πότε ὁ ὑπάλληλος οὗτος διωρίσθη, καὶ τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ 8 μῆνας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος, ἐβράδυνεν ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀνταλλάξῃ τὰ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κατατεθέντα χαρτόσημα παλαιοῦ τύπου;» Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Βρ. Λεώπουλος κατέθηκε τὰς ἑπομένας συστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: «1) Τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Καλάμας διὰ Λαγγάδας βατῆς δημοσίας ὁδοῦ ὑπολείπεται τμῆμα πρὸς κατασκευὴν 250 περίπου μέτρων. Αἱ ἐπὶ τοῦ τμήματος τῶν 250 μέτρων ἐργασίαι ἔπαυσαν ἐλλείψει πιστώσεως· ἕνεκεν τοῦ λόγου τούτου ἅπασα ἡ ὁδὸς μένει ἀχρησιμοποίητος. Παρακαλῶ νὰ ἐκδοθῇ ἡ δέουσα πίστωσις, καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ. 2) Ἡ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Ἀναβρυτὴν δημοσία βατὴ ὁδὸς ἔμεινεν ἡμιτελής, ἐλλείψει πιστώσεως. Ἡ ὁδὸς αὕτη, συνδέουσα τὴν πρωτεύουσαν μὲ τὴν βιομηχανικὴν κώμην Ἀναβρυτὴν, εἶναι ὑψίστης σημασίας διὰ τοὺς φιλοπόνους κατοίκους αὐτῆς. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἔργου, ἐκδιδομένης τῆς σχετικῆς πιστώσεως. 3) Τῆς ἁμαξιτῆς δημοσίας ἀπὸ Σπάρτης εἰς Καστανιᾶν κατεσκευάσθη πρὸ πολλοῦ τὸ ἓν τμῆμα, ἤτοι τὸ ἥμισυ, τὸ δ’ ἕτερον τμῆμα οὐδ’ ἐξετέθη κἂν εἰς δημοπρασίαν ἔτι. Τὸ κατασκευασθὲν ἥμισυ τῆς ὁδοῦ κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ, οὕτως ὥστε ν’ ἀνατεθῇ ἐκ νέου πρὸς ἐπισκευήν του ἡ δι’ αὐτὸ χρησιμοποιηθεῖσα ἀρχῆθεν δαπάνη. Παρακαλῶ, ὅπως, πρὸς ἀποφυγὴν μεγάλης ζημίας τοῦ Δημοσίου, διαταχθῇ συντόμως ἡ κατασκευὴ καὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος τῆς ὁδοῦ. 4) Ἐπίσης νὰ διαταχθῇ ἡ περάτωσις διὰ ταχείας καὶ συντόνου ἐργασίας τῶν δημοσίων βατῶν ὁδῶν (ὧν ἡ κατασκευὴ ἤρξατο ἀπὸ πολλοῦ) Σπάρτης–Βαρσόβης καὶ Ἄρνης– Ζυλίνης. Αἱ ὁδοὶ αὗταί εἰσιν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν συγκοινωνίαν τῆς Λακεδαίμονος. 5) Πρὸ πολλοῦ ἔχει κατασκευασθῆ ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἀπὸ Σπάρτης μέχρις Ἁγίου Ἰωάννου, δὲν κατεσκευάσθησαν ὅμως τὰ ἀπαιτούμενα τεχνικὰ ἔργα, ἤτοι δύο μικραὶ γέφυραι ἐπὶ τῶν χειμάρρων Κνακίωνος καὶ Σκοτία, ἡ δ’ ἔλλειψις τῶν γεφυρῶν τούτων καθιστᾷ ἄχρηστον τὴν ὁδόν. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν γεφυρῶν τούτων, τῆς δαπάνης καταλογιζομένης εἰς τὴν μερίδα τοῦ δήμου Σπάρτης ἐκ τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας.»
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἐπερωτήσεως, δι’ ἧς παρεκάλουν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις περὶ πωλήσεως δημοσίων ἐγγράφων, γενομένης εἰς τὰ παντοπωλεῖα Τριπόλεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν νὰ καταθέσῃ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, διότι δὲν γνωρίζω τί πρῶτον νὰ θαυμάσω ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως διαβιβάζει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 12 τρέχοντος μηνὸς (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἑβδόμην τρέχοντος μηνός, κατὰ πληροφορίαν Νομάρχου, ὅτι ἐπωλήθησαν ἔγγραφα ἀρχείου δημοσίου γραφείου, μετέβημεν μετ’ αὐτοῦ εἰς παντοπωλεῖον Νικολάου Δαγρὲ, ὅπου ἀνεύρομεν φακέλους τινὰς ἐγγράφων τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, περὶ τὰς δύο ἢ τρεῖς δεσμίδας, ἅτινα διετείνετο οὗτος, ὅτι ἠγόρασε παρά τινος λοχίου ὑπηρετοῦντος εἰς Στρατολογικὸν Γραφεῖον Δημοσίου. Αὐτοστιγμεὶ προσεκαλέσαμεν τὸν Διευθυντὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου λοχαγὸν Παναγιωταρέαν, ὅστις παρατηρήσας ταῦτα μᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι τῇ ἐντολῇ του ἐπωλήθησαν, ὡς ἄχρηστα εἴδη. Ἐπειδὴ τοιαύτη πρᾶξις διαφεύγει ἁρμοδιότητά μας, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐπωλήθησαν στρατιωτικὰ εἴδη, ἐπαφήκαμεν εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως πληροφορήσῃ ἁρμοδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκτιμήσῃ, ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ πωλήσῃ τὰ τοιαῦτα εἴδη, ἄχρηστα ἢ μὴ, ὁ ἐν λόγῳ Διευθυντὴς τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, καὶ ἂν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ δραχμῶν 25, ὡς εἶπεν οὗτος, τίμημα κατετέθη εἰς τὸ Δημόσιον ἢ μή.» Ὁ ἀντεισαγγελεὺς Κασσιμάτης.» Προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τὴν περικοπὴν ταύτην: «διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητά μας... Ὁ Εἰσαγγελεὺς Κασσιμάτης». Ἐβεβαιώθη ἤδη ἐπισήμως ἡ ἀκρίβεια τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διὰ τῆς ὁποίας ἠνώχλησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεώς μου δὲν ἦτο νὰ λάβῃ γνῶσιν ἂν εὑρέθησαν χαρτιὰ ἐπίσημα, πωλημένα εἰς τὰ παντοπωλεῖα, — διότι τοῦτο τὸ ἐγνώριζον — ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ πληροφορηθῶ, τί αἱ ἀρχαὶ ἐνήργησαν ἐπὶ τοῦ πρωτοφανοῦς τούτου ἐγκλήματος, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος, διότι τὰ ἔγγραφα ἐπώλησεν εἰς τὸ παντοπωλεῖον στρατιώτης. Ἀλλ’ ὁ παντοπώλης δὲν ἦτο στρατιώτης, ἦτο πολίτης, ὑπαγόμενος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως. Ἀλλὰ καὶ ἀναρμόδιος ἂν ἦτο, ὤφειλε νὰ κατάσχῃ τὰ ἔγγραφα. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐνδιαφέρομαι ὅμως διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ διετίας διατελεῖ ἡ Εἰσαγγελία Τριπόλεως. Ἡ Τρίπολις ἀπὸ διετίας στερεῖται Εἰσαγγελέως, ἀπὸ διετίας δὲν γίνεται ἄλλο τι, παρὰ νὰ ἀλλάσσωσι τοὺς Εἰσαγγελεῖς κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα. Ὁ ἀντεισαγγελεὺς Κασσιμάτης πάσχει νόσημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐργάζηται, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν χρηστότατον ἔμμισθον πάρεδρον Κοντόπουλον νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς Εἰσαγγελίας. Οὕτω δὲ προσέρχονται μηνυταὶ καὶ μένουν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας. Τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὅτε μετέβην εἰς Τρίπολιν, ἔμαθον σοβαρώτερον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον συνέβη παρὰ τὴν θύραν αὐτῆς τῆς Εἰσαγγελίας. Ὅτι παραστατικὰ ἔγγραφα τοῦ ταμείου Μαντινείας, ἀξίας 280,000 δραχμῶν, ἀπωλέσθησαν· ὡς ἐπληροφορήθην δὲ, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Ἡ δὲ δικαιοσύνη τί ἔπραξεν; Ἠρκέσθη νὰ φυλακίσῃ τὸν κλητῆρα τοῦ ταμείου, διότι οὗτος εὑρὼν τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατακείμενα εἰς γωνίαν τινὰ, τὰ ἐπώλησεν εἰς διαφόρους, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τί εἶναι ταῦτα. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης Τριπόλεως, διότι ἐν Τριπόλει σεμνυνόμεθα, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου οἱ πολῖται ἔδειξαν πάντοτε σεβασμὸν πρὸς τὰς ἀρχὰς, καὶ ἐτήρησαν τοὺς νόμους. Σήμερον ὅμως αὐτὴ ἡ Εἰσαγγελία παρουσιάζει φαινόμενον ἔκτροπον. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ Τόμαν δὲν εἶχον ἀνατεθῆ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντεισαγγελέως εἰς κανένα πάρεδρον. Τί συνέβαινε δέ; Τὴν μίαν ἡμέραν εὑρίσκομεν τὸν νεώτερον δικαστὴν νὰ εἰσαγγελεύῃ, τὴν ἄλλην ἡμέραν εὑρίσκομεν ἕτερον δικαστὴν, καὶ οὕτως ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη κατέστη ἔκτροπος! Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀναγκαίας τινὰς πληροφορίας· διότι, ἐνῷ κατὰ 250,000 δραχμὰς θέλει αὐξήσει ἡ μισθοδοσία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἔχομεν ἐπισήμους πληροφορίας περὶ ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου τῶν δικαστῶν οἱουδήποτε βαθμοῦ.
§5Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱ κατάδικοι Πατρῶν εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καταλογισθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας των εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς των. Ἡ Βουλὴ τότε ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον νομοθετικὸν τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ὅτι εἶναι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὴν δικαίαν, νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον αὐτό. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὸν ἀφορμὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§6Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ παρακληθῇ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρευρίσκηται ἐνταῦθα κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι οὐδέποτε εἶναι παρών.
§7Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ζητήσει διαφόρους πληροφορίας, σχετιζομένας μὲ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ τότε, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ ὄχι ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ, διότι δὲν ἔλαβεν εἰσέτι τὰς ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων νομαρχῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν κατὰ προσέγγισιν ἀκριβῶν τούτων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ὑπηρεσία, ἴσως δυνηθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§8Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Χθὲς ἡ Βουλή, περατώσασα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ μὴ νυστάζουσα, προέβη εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων, παρ’ ἐλπίδα δὲ καὶ τοῦ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτικῶν δοκίμων, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν δὲν προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω σήμερον. Ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς γνωρίζετε, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δοκίμων τοῦ ναυτικοῦ· ἀλλ’ ἵνα ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαχθησομένων ἐφέτος εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ ναυτικῷ, καθὼς καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν, συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ. Πλὴν τούτου θεωρῶ ἀπαραίτητον τὴν πληροφορίαν, πόσοι ἀξιωματικοὶ ἐξῆλθον ὁπωσδήποτε ἐκ τῶν τάξεων τοῦ ναυτικοῦ κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, ἵνα ἐκ τούτου συμπεράνῃ ἡ Βουλὴ τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων τῶν κατ’ ἔτος χηρευουσῶν καὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συμπληρῶνται. Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας ἐντὸς τῆς αὔριον, εἰ δυνατὸν, πάντοτε ὅμως πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἑξῆς πληροφοριῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς, ἵνα εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας ἐμφαίνοντας: Αʹ) Τίνες ἀξιωματικοί, κατ’ ὄνομα καὶ ὅπλον, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου παρεπέμφθησαν εἰς Στρατοδικεῖον ἢ Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἐπὶ τίνι πράξει, μέχρι σήμερον. Βʹ) Τίνες κατεδικάσθησαν καὶ τίνες ἠθωώθησαν, ἢ δὲν τοῖς ἐπεβλήθη ποινή. Γʹ) Τίνες ἐκ τῶν ἀθῳωθέντων παρεπέμφθησαν εἰς Συμβούλια, καὶ τί ταῦτα ἀπεφάνθησαν δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν. Δʹ) Τίνες μετὰ τὴν ἀθῴωσίν των δὲν παρεπέμφθησαν εἰς ἀνακριτικὰ Συμβούλια καὶ διὰ τίνα λόγον ἡ ἐξαίρεσις αὕτη. Εʹ) Τίνες ἀξιωματικοὶ ἐν γένει διὰ τὰ πολεμικὰ γεγονότα παρεπέμφθησαν εἰς Συμβούλια, καὶ τί ταῦτα ἀπεφάνθησαν.» Ἐπειδὴ ἡ σύστασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀνέκοψε τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως, νομίζω ὅτι δὲν ἔληξε τοῦτο, καὶ νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ πληροφορίαι δέον νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ κατ’ ἄλλον χρόνον.
§10Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐκ τῆς παρακλήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ ὁρμώμενος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, παράκλησιν ἀφορῶσαν εἰς ζήτημα ὁμοίας φύσεως ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος. Κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτὸν πλεῖστα ὅσα διεδίδοντο περὶ πλείστων προσώπων ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ· ἐκ τῶν λεγομένων δὲ τούτων τινὰ ἐλέχθησαν καὶ κατηγορηματικῶς περὶ ἑνὸς πλωτάρχου, νομίζω, τὸν βαθμόν. Ὁ πλωτάρχης οὗτος ἔκρινε καλὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀνεκάλυπτεν ἴσως τὸν τὸ πρῶτον διαδώσαντα τὰς κατ’ αὐτοῦ φήμας, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπηυθύνθη εἰς πολλοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν δὲ τούτων ἔμαθε τέλος πάντων τὸν πρῶτον διαδώσαντα τὰ κατ’ αὐτοῦ. Ἀπετάθη πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον δι’ ἐπιστολῆς του, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἐγνώρισε πρὸς τὸν πλωτάρχην, ὅτι ἀληθῶς αὐτὸς διέδωκεν ὅσα λέγονται ὅτι διέδωκεν. Ὁ πλωτάρχης κατήγγειλε τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, τὸν ὑποδεέστερόν του, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὁ καταγγελθεὶς ἀξιωματικὸς, — ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἀληθείας ὅλων αὐτῶν, — ὁ ἀξιωματικός, λέγω, οὗτος ἐβεβαίωσεν αὐτὰ καὶ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἡ Δικαιοσύνη τὸν ἠθῴωσε διὰ βουλεύματος. Μετὰ τὴν ἀθῴωσιν αὐτοῦ διὰ βουλεύματος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, πολὺ δικαίως, ἐτάχθη μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ὁ πλωτάρχης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατήγγειλε τὸν συκοφαντήσαντα δῆθεν αὐτὸν κατώτερον ἀξιωματικόν, τὸν καὶ ἀθῳωθέντα, ἦτο βεβαίως ἔνοχος τῶν πράξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ φήμη τῷ ἀπέδιδε, καὶ διὰ τοῦτο παρέπεμψε τὸν πλωτάρχην αὐτὸν ἐνώπιον Ἀνακριτοῦ Συμβουλίου. Τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον συνῆλθε καὶ ἐξήτασεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀξιωματικοὺς τε καὶ ὑπαξιωματικούς, ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ αὐτῷ πλοίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρέτει καὶ ὁ κατηγορηθεὶς πλωτάρχης· τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τέλους ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του, καὶ δι’ αὐτῆς ἠθῴωσε τὸν παραπεμφθέντα εἰς αὐτὸ πλωτάρχην. Ἐκ τῆς ἀθῳώσεως καὶ τοῦ συκοφαντήσαντος καὶ τοῦ συκοφαντηθέντος, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ναυτικὸν καὶ μετ’ αὐτοῦ ἡ κοινωνία ὁλόκληρος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ, τίς τέλος πάντων ἐξ αὐτῶν τῶν δύο ἔπταισεν; ὁ εἷς φέρεται ὡς συκοφαντήσας, ὁ ἄλλος ὡς δείξας κατὰ τὸν πόλεμον διαγωγὴν ἥκιστα ἐμπρέπουσαν εἰς ἀξιωματικόν, καὶ οἱ δύο ὅμως ἠθῳώθησαν· τίς τέλος εἶναι ὁ ἔνοχος;
§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον παράδειγμα, εἶναι καὶ ἄλλα μεγαλείτερα.
§12ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἵνα λείψωσι τὰ σχόλια ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ ναυτικῷ, ἵνα λείψωσιν οἱ ὑπαινιγμοὶ καὶ πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶσιν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον αὐτὸν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ πλωτάρχης ἐκεῖνος, μετὰ τὰ γενόμενα αὐτὰ, κατηγγέλθη ὑπό τινος ἀξιωματικοῦ κατωτέρου, ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ ἰδίῳ πλοίῳ, ἐπὶ τῇ αὐτῇ διαγωγῇ, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπέδιδε καὶ ὁ ἄλλος ἀξιωματικός, σὺν τούτῳ δὲ καὶ ἐπὶ ἄλλῳ ἐγκλήματι, καὶ ἐπὶ τῆς καταγγελίας αὐτῆς, καίτοι παρῆλθεν ἔκτοτε ἓν ἔτος καὶ ἥμισυ, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐνηργήθη. Ὁ πλωτάρχης οὗτος ὀνομάζεται Λάμπρος, ὁ δὲ καταγγείλας αὐτὸν Γούδας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον δικαίως καὶ ἡ κοινωνία καὶ τὸ σῶμα τοῦ ναυτικοῦ δεικνύουσιν ἐνδιαφέρον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖσθε νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§14ΚΡΙΤΣΑΣ. Μάλιστα.
§15ΔΟΥΝΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ μίαν ἔκθεσιν τοῦ τότε νομομηχανικοῦ Σούτσου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐν Δύστῳ Λίμνην, ἀλλὰ μέχρι σήμερον καίτοι παρῆλθον πλέον τῶν πέντε ἡμερῶν, δὲν προσήχθη. Ὑπομιμνήσκων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησίν μου ταύτην, θερμῶς τὸν παρακαλῶ, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν προσαγωγὴν αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως.
§16ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐνεθυμήθη νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας, ἃς κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐν ἀρχῇ ἐζήτησα περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες παρακολουθοῦσι τὸ νομοθέτημα τοῦτο.
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 460,050 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐπίσης ὑποβάλλω δήλωσιν διὰ μεταβολάς τινας ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, αἵτινες ὅμως δὲν ἐπάγονται ἐν συνόλῳ καμμίαν οὔτε αὔξησιν οὔτε ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 310–311).
§19Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς 29 παρελθόντος μηνὸς εἶχον ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργόν, δι’ ἧς ἐζήτουν πληροφορίας τινάς· ἀλλὰ καίτοι παρῆλθον ἤδη πολλαὶ ἡμέραι, δὲν προσήχθησαν αἱ πληροφορίαι. Ἐλπίζω καὶ νομίζω ὅτι θὰ συζητηθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, αἱ δὲ πληροφορίαι αὗται χρησιμεύουσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρατηρῶ ὅτι αἱ διάφοροι πληροφορίαι καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, δυστυχῶς δὲν προσκομίζονται, μολονότι ταῦτα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν μελέτην τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν· ὡς ἐκ τούτου δὲ ψηφίζονται καὶ παρέρχονται νομοσχέδια, χωρὶς ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ὅπως συζητήσωμεν αὐτά. Οὕτως εἶχον ζητήσει πρὸ 20 ἡμερῶν πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διαφόρους. Ἐλπίζω ὅτι τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς θέλει σπεύσει νὰ ὑπενθυμίσῃ καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῶσι καὶ προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον ζητήσει.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐπιδραμόντων κατοίκων τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Νάσων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Νυμφασίας. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτου, σκοπὸν εἶχον ἰδίως νὰ ἐνδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, διότι προσεδόκων, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἀναθεωρήσει τὴν ὑπόθεσιν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ διαταγή, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι αὕτη ἐξεδόθη κατὰ πλάνην καὶ ἀνακαλέσει τὰ διαταχθέντα. Ἑπομένως παρακαλῶ, ἐὰν εἰσέτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ αὐτήν.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀκριβῶς λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ θέματος ἀνεκοινώσατε, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀσχοληθῶ ἐκ νέου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶχον ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρὰ τοῦ νομάρχου. Δυστυχῶς αὗται δὲν ἔφθασαν, καὶ χθὲς ἐτηλεγράφησα ἐκ νέου πρὸς τὸν νομάρχην, παρακαλῶν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἵνα ἴδω, ἐὰν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναθεωρήσω τὴν ἀπόφασιν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς αὔριον θὰ λάβω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Προσέτι δ’ ἐπεφόρτισα τὸν νομάρχην νὰ μεταβῇ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπὶ τόπου, ἵνα δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, εἰς τὸ μέρος τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων πρῶτον, εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως δεύτερον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον, κατ’ ἐμὲ ἐπλανήθη περὶ τὸ νομικὸν μέρος, διότι ὑπέλαβεν ὅτι δύο διατάγματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθη, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον δημοσιευθῆ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν, ὅτι καὶ ταῦτα, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ὑποθέσει ὅτι εἶναι ἐν ἰσχύϊ, δὲν ἀφορῶσι τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἀφεώρων ἐντελῶς ἀλλοίαν ὑπόθεσιν, περὶ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Φαλάνθου τῆς Μαντινείας. Τὸ νομικὸν λοιπὸν μέρος ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀπασχολήσει περαιτέρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι καταφανὴς εἶναι ἡ πλάνη τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, ἐπικαλεσθέντος τὰ εἰρημένα διατάγματα ἐπὶ ἀλλοτρίας αὐτῶν ὑποθέσεως. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐκτιμήσει τὰ γενόμενα καὶ θέλει ἀποφανθῆ.
§23Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησίν μου πρὸς προσαγωγὴν τῆς καταστάσεως τῶν Ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, μεθ’ ὧν τὸ Δημόσιον ἔχει συνάψει συμβάσεις. Ἤθελον ζητήσει τὰς πληροφορίας ταύτας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ πιθανὸν αὗται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Ὡς εἴπομεν καὶ τότε, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ δυσκολία πρὸς τοῦτο.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶχον προσκομίσει τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχε γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, ἐνόμισα ὅτι δὲν εἴχετε ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τούτων.
§25Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι μοὶ ὀφείλεται ἀπάντησις εἰς ἐρώτησιν, δὶς ὑποβληθεῖσαν, περὶ διανομῆς χρηματικοῦ τινος ποσοῦ εἰς τοὺς ἐκ τῆς πλημμύρας πρὸ τριῶν ἐτῶν παθόντας ἔν τινι τμήματι τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε καὶ πρὸ ἡμερῶν ὑπέμνησα τὴν ὑπόθεσιν, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φέρῃ τὰς πληροφορία ταύτας.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπρόκειτο νὰ δώσω πληροφορίας, ἐὰν μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ἐν Ἀθήναις πρὸς διανομὴν ἑνὸς ποσοῦ 15 χιλιάδων δραχμῶν εἰς τοὺς ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντας, προέβη εἰς τὴν διανομὴν ταύτην. Δυστυχῶς ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, εἰς οὐδεμίαν προέβη ἐργασίαν, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ἐγένετο, ὅσον ἀφορᾶ τὴν διανομὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 15 χιλιάδων δραχμῶν. Ἔκτοτε, καθ’ ὅσον γινώσκω ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἡ ὑπηρεσία μοι ἔδωκε, δὲν ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν παθόντων αἰτήσεις πρὸς χορηγίαν βοηθημάτων.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἀνεκοινώθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑπεδείχθη ὅτι οἱ δυστυχεῖς οἱ παθόντες, ὑπὲρ ὧν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε 15 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἔλαβον οὐδὲ λεπτὸν ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀνακινήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ὑπόθεσιν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐνταῦθα παρουσία τοῦ Μητροπολίτου, ὡς προέδρου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, εἰς ἃ βεβαίως ἀπαγορεύεται πᾶσα ἀνάμιξις. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἐν Πειραιεῖ ἐπιτροπὴ διένειμε τὸ μεῖζον ποσὸν εἰς τοὺς Πειραιεῖς ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν καὶ ἐκεῖ οἱ παθόντες ἱκανοποιήθησαν, εἶναι ἐντελῶς ἄδικον, ἡ ἐνταῦθα ἐπιτροπὴ νὰ κοιμᾶται ἐπὶ τριετίαν, καὶ νὰ μὴ εὑρίσκηται ἀρχή, ἥτις νὰ θέλῃ νὰ ἐξυπνήσῃ αὐτὴν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῇ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ τοῦτο μόνον, ὅτι προκειμένου περὶ δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ τριετίας ἔλαβον χώραν, μὴ γενομένης δὲ τότε ἐργασίας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ τότε ζημιωθέντες, δύσκολον ἀποβαίνει νῦν νὰ ἀνακινήσῃ τις τὸ θέμα καὶ νὰ ἐξακριβώσῃ ποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ἡ πρὸ τριῶν ἐτῶν πλήμμυρα ἐπήνεγκεν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, καθόσον ἡ τότε συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ εἰς οὐδεμίαν προέβη ἐργασίαν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ζημιῶν. Ἄλλως τε μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ πιστώσεως χορηγηθείσης πρὸ τριῶν ἐτῶν καὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο χρῆσις, ἐάν ποτε ἐπρόκειτο, ὅπως δώσωμεν σήμερον βοηθήματα, τότε πρέπει νὰ ζητήσωμεν νέαν πίστωσιν, διότι πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ πιστώσεως, τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο χρῆσις, καὶ ἑπομένως πρέπει διὰ νέας πιστώσεως καὶ διὰ νέου νόμου νὰ κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔδωκεν ἀτελεῖς πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων, διότι βεβαίως ὑπάρχουσιν αἰτήσεις, καὶ βεβαίως πολλάκις ὑπεβλήθησαν αἱ αἰτήσεις καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἔχω δὲ λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔμεινεν ἐντελῶς ἄνευ ἐνεργείας οὐδεμιᾶς. Ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ τριετία, ἥτις παρῆλθε, δὲν ἀποτελεῖ τριετίαν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀνατρέπουσι τὸ δίκαιον τῶν πολιτῶν· διότι θὰ ἦτο παράδοξον, ἂν εἰς τοὺς ἀπολέσαντας καὶ προσφιλῆ ὄντα καὶ περιουσίαν, ὑπὲρ ὧν τὸ Κράτος ὥρισεν ἀποζημίωσίν τινα, ἀντετάσσετο ὅτι διὰ τῆς ἀμελείας, ὄχι τῆς ἰδίας αὐτῶν, ἀλλὰ τῶν ἀρχῶν, ἀπώλεσαν πᾶν δικαίωμα. Βεβαίως δὲν ἐνόησε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐκεῖ ἀπολήγει, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ παθόντες, ὧν τὰ ὀνόματα εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν καὶ ἔξωθεν, λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ὀφειλομένην αὐτοῖς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κύριος Τσάτσος.
§31Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι συνάδελφοι, μὲ φέρει κυρίως ἡ ὁμιλία, ἡ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν λαβοῦσα χώραν, καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου, ὁ ὁποῖος, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἔχει γεωγραφικὰς γνώσεις. Καὶ ὄντως ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο ὅτι, ἐστερημένος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς ὡμολόγησε, γεωγραφικῶν γνώσεων, ὑστερεῖ κατὰ πολὺ καὶ ἱστορικῶν...
§32Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ μετριοφροσύνην τὸ εἶπε.
§33ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶπεν ὁ ἐκ Τριχωνίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι κυρίως θὰ περιορίσῃ τὸν λόγον ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας. Καὶ ἐγὼ δηλῶ ὡσαύτως, ὅτι εἰς τοῦτον θὰ περιορισθῶ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω γεωγραφικὰς γνώσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίλοιπον Ἑλλάδα, καὶ δὲν κατέχω ἐν λεπτομερείᾳ πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει τις νὰ γνωρίζῃ, διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἀσφαλῶς περὶ τῆς ὀρθῆς ἢ μὴ ὀρθῆς διαιρέσεως, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους νομούς. Ἐλέχθη ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας εἰς δύο νομοὺς, εἰς τὸν νομόν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ εἰς τὸν νομὸν Εὐρυτανίας, ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἠκούσαμεν δὲ θεωρίαν, ὀλίγον παράδοξον,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—ὅτι, προκειμένου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν κυρίως ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ γεωμετρικοῦ τινος ἐπιπέδου, ἢ περὶ ἑνὸς κύκλου, τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀνεύρωμεν τὸ κέντρον, ὥστε ἀπὸ τοῦ κέντρου αἱ ἀκτῖνες νὰ ἦναι ἴσαι ὅλαι, καὶ εἰς τὸ κέντρον αὐτὸ νὰ τοποθετήσωμεν καὶ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ. Ἡ θεωρία αὕτη, τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ ἐφάνη ἀρκετὰ παράδοξος· διότι, ἐὰν λάβωμεν μόνον ὡς παράδειγμα τὴν ἐπικράτειαν ἡμῶν καὶ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, ὁποία μέχρι τοῦδε ὑφίσταται, καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ὅπως ἐτέθησαν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι εἰς ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπῆρξαν ἀρκετὰ σοφοὶ, οὐδέποτε ἐπρυτάνευσεν αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἀλλ’ ὅτι ἄλλοι λόγοι ἱστορικοὶ, ἄλλοι λόγοι γεωγραφικοί, ὡς ἐκ τῆς φυσικῆς καταστάσεως τοῦ ἐδάφους, ἔπεισαν αὐτοὺς, ὅτι αἱ πρωτεύουσαι ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ἐτοποθετήθησαν. Αὐτὴ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου ἦτο βάσιμος, δὲν ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, διότι αἱ Ἀθῆναι δὲν κεῖνται βεβαίως γεωγραφικῶς εἰς τὸ κέντρον τῆς ἡμετέρας ἐπικρατείας. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἐπίστευον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκηρύχθη κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἤθελε καταλάβει τὸ βῆμα εἴτε ὁρμώμενος ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἔπρεπεν ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ, τὸ Ἀγρίνιον, νὰ ἦναι πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, εἴτε ἐκ τῆς καθ’ ὑποβολὴν ἐνεργείας, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθε διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς ἐπιθυμίας καὶ τοὺς πόθους τῶν συνεπαρχιωτῶν του. Ὁ κ. συνάδελφος, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως, ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐφάνη, ὅτι δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ εἶπεν ὅτι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς λεπτομερείας, καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται, διότι δὲν ὑποκαθίσταται τὸ Ἀγρίνιον εἰς τὸ Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, ἔχει μόνον ἱστορικήν τινα ἀξίαν. Ἀρκετὰ εὐγλώττως ἀπεκρούσθη ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν τοῦ ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, ἡ ὁποία, οὕτως εἰπεῖν, προεγράφη ὑπ’ αὐτοῦ. Δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως ὡς νομός, εἶπεν ὁ ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος· καὶ διατί; διότι τὸ ταμεῖον Τριχωνίας εἰσπράττει πολὺ ἀνώτερα ποσὰ καὶ τοῦ ταμείου Μεσολογγίου καὶ πάντων τῶν ταμείων τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας. Ὁ λόγος ἴσως σᾶς φανῇ σοβαρός, ἀλλ’ ἀμέσως ἀντεκρούσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὡρισμένως καὶ δι’ ἀριθμῶν ἀπήντησε πρὸς αὐτὸν, ὅτι τὸ ταμεῖον Μεσολογγίου εἰσπράττει πολὺ περισσότερα ποσὰ τοῦ ταμείου Τριχωνίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δὲν ἦτο ἀληθὲς, εἶναι λόγος, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ταμείων νὰ κριθῇ, ἂν προσήκει νὰ γείνῃ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους; Μετὰ πολλῶν ἐκ τῶν συναδέλφων συνωμίλησα κατ’ ἰδίαν, οὐδεὶς δὲ καὶ ἐξ ἐκείνων ἀκόμη, οἵτινες κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἐναντίον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, οὐδεὶς περὶ τῆς Εὐρυτανίας εἶπεν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς τῆς γεωγραφικῆς καὶ τῆς φυσικῆς καταστάσεως τοῦ ἐδάφους ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομὸν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ παραστήσω πρὸς ὑμᾶς, ἢ τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς ἀγνοοῦντας ἐξ ὑμῶν ἴσως, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας. Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας, ἐπαρχία ὀρεινὴ, ὑπῆρξε δυστυχῶς πάντοτε ἐγκαταλελειμμένη· οὐδὲν ἔργον συγκοινωνίας συνετελέσθη ἐν αὐτῇ· πανταχόθεν εὑρίσκεται ἀποκεκλεισμένη καὶ δὲν συγκοινωνεῖ πρὸς οὐδένα ἐκ τῶν ἄλλων νομῶν τοῦ Κράτους διά τινος ὁδοῦ. Μία μόνον ἁμαξιτὴ ὁδὸς στρατιωτικὴ ἐγένετο κατὰ τὸ 1878 τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ μακαρίτου Ζηνοπούλου. Ἡ ὁδὸς αὕτη συνδέει τὴν Λαμίαν πρὸς τὸ Καρπενήσιον, τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Πρὸς τὰς ἄλλας πρωτευούσας τῶν δήμων ἢ πρὸς τὴν ἀγαπητήν μας Τριχωνίαν οὐδεμίαν συγκοινωνίαν ἔχομεν οὔτε δι’ ἁμαξιτῆς, οὔτε διὰ βατῆς ὁδοῦ, καὶ ἐν τούτοις προετάθη, καὶ προετάθη σοβαρῶς, ν’ ἀποτελέσῃ ἡ Τριχωνία μετὰ τῆς Εὐρυτανίας ἴδιον νομὸν, μὲ πρωτεύουσαν τὸ Ἀγρίνιον. Βεβαίως ἔχομεν καθῆκον πάντες, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα, νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἡμετέρων ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν· ἀλλὰ πρέπει πάντως νὰ ὑποταχθῶσι τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἐπαρχιακὰ ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Ἡμεῖς δὲ, ἐπιζητοῦντες νὰ γείνῃ ἡ Εὐρυτανία νομὸς, καὶ ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεχόμεθα τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν, καὶ δὲν ζητοῦμεν οὔτε χάριν οὔτε εὔνοιαν, ἀλλὰ πρᾶγμα ἐρειδόμενον ἐπ’ αὐτῆς τῆς φυσικῆς καταστάσεως τοῦ ἐδάφους τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας. Ἐπίστευον ὅτι ὁ συνάδελφος, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, θὰ ἐζήτει ὑπὲρ τῆς ἰδίας του ἐπαρχίας ἴδιον νομὸν, καὶ θὰ περιωρίζετο νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι θ’ ἀνελάμβανε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν γειτόνων αὑτοῦ, πρὸς οὓς ὑποθέτω, ὅτι μόνον λόγοι φιλίας ἔπρεπε νὰ τὸν συνδέουν...
§34Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Παρεξηγεῖτε πολὺ τὸν κ. συνάδελφον, διότι ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ Εὐρυτανία μᾶλλον ὠφελεῖται ἐκ τῆς προτάσεως ἡμῶν. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία, πῶς θὰ τοὺς πάρητε αὐτούς; μὲ τὸ ἀερόστατον;
§35ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω... Ὅπως πείσῃ ὑμᾶς ὁ ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ὅτι δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως ὁ δημιουργούμενος νομὸς Εὐρυτανίας, εἶπεν ὅτι δύο δῆμοι τῆς ἐπαρχίας, ὁ δῆμος Ἀρακυνθίων καὶ ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων, εὑρίσκονται εἰς ἀπόστασιν δυσυπολόγιστον ἀπὸ τῆς πρωτευούσης, τοῦ Καρπενησίου, εὑρίσκονται δὲ πλησιέστατα πρὸς τὸ Ἀγρίνιον, τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σφάλλεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Ἀρακυνθίων, ὁ δῆμος οὗτος χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας διὰ τοῦ ὄρους Ἀραποκεφάλου. Τὸ ὄρος αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου μέχρι τῶν μέσων Μαΐου, καὶ πολλάκις μέχρι τέλους Μαΐου, χιονοσκέπαστον, οὐδεὶς δὲ ἄνευ κινδύνου ζωῆς δύναται νὰ διέλθῃ, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Τριχωνίαν, πολλάκις δὲ οἱ ἔχοντες τὰ ὑλικὰ μέσα μεταβαίνουσιν εἰς Καρπενήσιον καὶ εἰς Στυλίδα καὶ διὰ Πειραιῶς εἰς Μεσολόγγιον, προτιμῶντες τὴν πολυδάπανον αὐτὴν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἥτις εἶναι ἐπικίνδυνος, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἔτος ἔχομεν δυστυχήματα. Διὰ τῆς ἄλλης ὁδοῦ, ὁπόθεν ἀναγκάζονται νὰ μεταβαίνωσι διὰ δικαστικὰς ὑποθέσεις ἢ πρὸς ἀνάκρισιν εἰς τὸ Μεσολόγγιον, μυρία ὅσα ὑφίστανται δεινὰ, ἵνα διέλθωσι τὸ Ἀραποκέφαλον. Τοῦτο γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, καὶ ἐν τούτοις ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ δῆμος Ἀρακυνθίων εὑρίσκεται πλησιέστερον πρὸς τὸ Ἀγρίνιον, παρὰ πρὸς τὸ Καρπενήσιον. Πρὸς τὸ Καρπενήσιον βεβαίως δὲν ὑπάρχει ὁδὸς, ἀλλ’ ἡ ἀτραπὸς ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτρέπει τὴν συγκοινωνίαν πρὸς τὸ Καρπενήσιον καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα ἄνευ κινδύνου ζωῆς. Ὡς πρὸς ἓν πρᾶγμα βεβαίως ἔχει δίκαιον ὁ ἐκ Τριχωνίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Τοῦτο ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἂν καὶ ὑπέπεσεν εἰς ἀνακρίβειάν τινα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων εὑρίσκεται πλησιέστερον πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Τριχωνίας, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀποκεκλεισμένος ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, ὡς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Διότι ναὶ μὲν χωρίζεται ὑπὸ φυσικοῦ ὁρίου, ὑπὸ ποταμοῦ, τὸν ὁποῖον, ὡς εἶπε, δὲν δύναταί τις νὰ διέλθῃ, τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι τὸ μόνον ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ καυχηθῶσιν οἱ ἐπὶ τόσα ἔτη πολιτευθέντες ἐν Εὐρυτανίᾳ, εἶναι μία γέφυρα, ἡ ὁποία συνδέει τὸν δῆμον Παρακαμπυλίων πρὸς ἕτερον δῆμον, τὸν δῆμον Ἀγραίων, διὰ τοῦ ὁποίου συγκοινωνοῦν πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Ὥστε ναὶ μὲν δέχομαι ὅτι ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων εὑρίσκεται πλησιέστερον πρὸς τὸ Ἀγρίνιον, δὲν εὑρίσκεται ὅμως ἀποκεκλεισμένος, ὅπως ὁ ἄλλος δῆμος, ὁ Ἀρακυνθίων, ἀπὸ τὴν Τριχωνίαν. Καὶ ὡς πρὸς ἕτερον δῆμον ὑπέβαλε παρατήρησίν τινα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας, ὡς πρὸς τὸν δῆμον Εὐρυτάνων. Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὑπάρχουν πληθυσμοὶ, εἰς ὡρισμένους δήμους, ποιμενικοί· οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι δὲν ἔχουν ὡρισμένην διαμονὴν ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, ὅπερ ἀναγκάζει αὐτοὺς ὡς ἐκ τοῦ ψύχους κατερχομένους ἐξ Εὐρυτανίας νὰ μεταβαίνωσι μετὰ τῶν ποιμνίων των ἄλλοι μὲν εἰς Τριχωνίαν καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, ἄλλοι δὲ εἰς τὴν Φθιώτιδα, ὅπως παραχειμάσωσιν, ἀλλ’ αἱ κατοικίαι αὐτῶν, οἱ ἀγροὶ αὐτῶν οἱ ὀλίγοι, αἱ περιουσίαι αὐτῶν αἱ κτηματικαὶ εὑρίσκονται ἐν Εὐρυτανίᾳ. Ἐκεῖ εἶναι δημόται καὶ ἐκεῖ ἔχουν τὰ συμφέροντά των. Βεβαίως κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς Τριχωνίαν, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου καὶ εἰς τὴν Φθιώτιδα. Λοιπὸν ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κατανέμονται εἰς δύο ἐπαρχίας, πρέπει κατὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ χωρίσωμεν αὐτὸν τὸν δῆμον, κατὰ τὴν περίεργον θεωρίαν του, τὸ ἥμισυ εἰς τὴν Φθιώτιδα, καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ εἰς τὸν νομόν Αἰτωλοκαρνανίας, ἢ εἰς τὸν δημιουργηθησόμενον, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀξιοῖ, νέον νομὸν Τριχωνίας; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν πρυτανεύσῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ γεωγραφικὴ θέσις κυρίως καὶ ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας κατὰ δεύτερον λόγον πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὡς βάσεις, ἵνα γείνῃ δικαία καὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἀκριβὴς ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, πρέπει πάντως ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας ν’ ἀποτελέσῃ ἰδιαίτερον νομόν. Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας, ἡ ὁποία ὡς νομὸς προεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ἔχει καὶ αὕτη τὰ προϊόντα της· παράγει καὶ αὐτὴ εἰς τὰ ὄρη της πολλὰ προϊόντα καὶ ἃς μὴ λησμονήσωμεν ὅτι τὰ μεγαλείτερα ἴσως δάση τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐξαιρέσει δηλαδὴ τῶν Θεσσαλικῶν δασῶν, εὑρίσκονται εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, καὶ ἃς μὴ λησμονήσωσιν οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπερβολικῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἡ ξυλεία, διὰ τῆς ὁποίας κατασκευάζονται τὰ κιβώτια, ἐν οἷς συσκευάζεται ἡ σταφὶς καὶ ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐξάγεται αὕτη εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, προήρχετο ἐκ τῶν δασῶν τῆς Εὐρυτανίας, διότι θὰ ὑφίσταντο πολὺ μεγαλειτέρας δαπάνας, ἐὰν ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ προμηθεύωνται τὴν ξυλείαν ταύτην ἐξ Αὐστρίας. Μέγιστα δὲ ποσὰ ἀπολαμβάνει τὸ Δημόσιον καὶ ἐκ τῶν δημοσίων καὶ ἐκ τῶν κοινοτικῶν καὶ ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν τῆς Εὐρυτανίας, οἱ δὲ πίνακες τοῦ ταμείου τῆς Εὐρυτανίας παρουσιάζουσιν ἔσοδον ἀρκετὰ μέγα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ περὶ ἄλλου προϊόντος ἡ Εὐρυτανία δύναται νὰ κάμῃ λόγον ἐν σχέσει ἀκριβῶς πρὸς προϊόν τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας παρῆγεν ἄλλοτε καπνὸν ἀφθονώτατον ἐκ τῶν δήμων Παρακαμπυλίων καὶ Ἀπεραντίων, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδένα ἴσως ἐξ ὑμῶν θὰ ἦτο γνωστὸς ὡς καπνὸς τῆς Εὐρυτανίας, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς ὅμως τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ ἠλαττώθη ἡ παραγωγή, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ ἀναγκάζονται νὰ ὑποβάλλωνται εἰς μεγίστας διατυπώσεις, τὰς ὁποίας δυσκόλως δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσιν ἕνεκα ἐλλείψεως συγκοινωνίας, μετάβασιν δηλ. εἰς τὴν Ἐφορίαν Εὐρυτανίας πρὸς δήλωσιν διὰ μεταφοράν, ἀποθήκευσιν καὶ τὰς ἄλλας διατυπώσεις· διὰ τοῦτο ἠλαττώθη ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ, ἡ ἀνερχομένη ἄλλοτε εἰς δεκάδας χιλιάδων. Ἀλλ’ ἐάν, ὅπως ἐλπίζω, μεταβληθῇ τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, αἱ καπνοφυτεῖαι θ’ αὐξήσουν καὶ θὰ φθάσωσιν εἰς ὃ σημεῖον καὶ πρὸ τοῦ νόμου ἦσαν, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ δῆμοι Εὐρυτανίας τροφοδοτοῦσι διὰ πολλῶν χιλιάδων ὀκάδων καπνοῦ τὴν παραγωγὴν Τριχωνίας, πωλοῦνται δὲ ὡς καπνοὶ Τριχωνίας. Φρονῶ, ὅτι ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἵνα πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν περὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν ἠμπορῇ νὰ γείνῃ λόγος ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ἡ διοικητικὴ διαίρεσις, ἐπιβάλλεται πάντως εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν ἀνάγνωσιν συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν ὅτι ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, ὁσάκις δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ἀναγινώσκονται καὶ εἰς τὸ τέλος... Ἀλλ’ ἰδού, εἶναι ἕτοιμα. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§41ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ἐπὶ λέξει ὅτι «Ἐγένοντο οὕτω δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δευτέραν συζήτησιν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τροπολογίαν περὶ προσθήκης δύο ἄρθρων, 15 καὶ 16, μεθ’ ὧν ἀνατυπωθὲν τὸ νομοσχέδιον ἔχει οὕτω.» Ἀλλὰ, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, χθὲς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου αἱ τροπολογίαι αὗται δὲν ἀνεγνώσθησαν, καθ’ ἃ δὲ γνωρίζω, ἡ τροπολογία αὕτη διενεμήθη εἰς ἡμᾶς σήμερον τὸ πρωΐ· ὥστε δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου σήμερον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ, διότι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διενεμήθη σήμερον μετὰ τοῦ συνόλου ἀνυπογράφου. Νὰ μὴ γείνῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ τροποποιηθοῦν τὰ πρακτικά.
§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, πᾶσα τροπολογία τυποῦται, διανέμεται, καὶ μετὰ εἴκοσι τέσσαρας ὥρας ἔρχεται εἰς συζήτησιν.
§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἀνέκαθεν τοῦτο γίνεται. Ὑποβάλλεται τροπολογία καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, καὶ συζητεῖται χωρὶς νὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἐν τούτοις ὑπεβλήθη χθὲς ἡ τροπολογία, καὶ περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνατυπωθέντι. Ἡ Βουλὴ σήμερον, ἂν τὴν δέχεται, ἂς τὴν ἐπιψηφίσῃ, ἂν τὴν ἀποκρούῃ, ἂς τὴν ἀπορρίψῃ.
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς στηρίζεσθε ἐπὶ ἐθίμων, ἀλλ’ ἐγὼ ἐννοῶ νὰ στηρίζωμαι εἰς τὸν Κανονισμόν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§48Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐναγωνίως καὶ ἐγὼ καὶ ὁμόφωνοι οἱ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευταὶ ἀνεμένομεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐνῷ ἠλπίζομεν ὅτι οὐδεμία φωνὴ πολεμία ἤθελεν ἀμφισβητήσει τὰ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τῆς Εὐρυτανίας, εὑρέθη μία γειτονικὴ φωνὴ, διὰ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον τὰ δίκαια ταῦτα ἠμφισβητήθησαν, ἀλλὰ καὶ παρεστάθη ὅτι ἡ Εὐρυτανία ἀπαρέσκεται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἄν, κύριοι Βουλευταὶ, ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἰδίαν διοίκησιν καὶ εἰς τὰς ὁποίας συνιστῶνται Πρωτοδικεῖα, ἠσθάνθησαν χαρὰν ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ εὐεργετικωτάτου τούτου νομοσχεδίου, τοῦ σωστικοῦ, τοῦ ἐθνοσωτηρίου δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ οὐδόλως προσωπικοῦ, διότι οὐδόλως εἶναι προσωπικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου εὐεργετοῦνται ὁλόκληροι ἐπαρχίαι, ἂν λέγω, ᾐσθάνθησαν χαρὰν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἰδίαν διοίκησιν διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἡ εἴδησις αὕτη ἐν Εὐρυτανίᾳ ἠκούσθη μεθ’ ὑπερτάτης ἀνακουφίσεως καὶ ἀγαλλιάσεως. Ἡ Εὐρυτανία ταλαιπωρεῖται ἀγογγύστως καὶ πάσχει τὰ πάνδεινα ἐν ἐγκαρτερήσει, καὶ ἐνῷ ἀνέμενεν ἀπὸ τὸν γείτονα συνάδελφον τῆς Τριχωνίας, τὸν καὶ ἰατρὸν, νὰ προτείνῃ κανὲν φάρμακον θεραπείας διὰ τὴν πάσχουσαν Εὐρυτανίαν, προὐτάθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡ ἀπάλειψις τῆς Εὐρυτανίας ἐκ τοῦ χάρτου, διότι δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως! Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας ὀνομάζεται ἐν μέρει καὶ Ἄγραφα· καὶ λέγονται πολλὰ αὐτῆς χωρία Ἄγραφα, διότι ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν τὰ ἐπάτησεν ὁ τυραννικὸς πούς. Ἐνῷ λοιπὸν λέγονται Ἄγραφα ὡς μὴ καταπατηθέντα ὑπὸ τουρκικοῦ ποδὸς, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριχωνίας θέλει νὰ παραμείνουν Ἄγραφα, ἤτοι νὰ μὴ πατηθῶσιν ἀπὸ τὸν πόδα τοῦ νομάρχου, οὔτε ἀπὸ τὸν εὐεργετικὸν διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν πόδα τοῦ ἀνακριτοῦ! Μένει ἡ Εὐρυτανία ἀλλοτρία καὶ ξένη πάσης προόδου. Παρέμεινεν ἡ Εὐρυτανία ἄνευ θωπειῶν, ἄνευ περιποιήσεων, ἄνευ τῶν μέχρι τοῦδε ἑκάστοτε παροχῶν, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ δυνατὸν παρέσχεν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας δὲ ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπέλαυσε τὰς μεγαλειτέρας θωπείας καὶ τὰς μεγαλειτέρας περιποιήσεις ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Δεληγεώργην ἐν σμικρῷ—διότι τὰ μέσα τότε δὲν ἐπέτρεπον— καὶ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην ἐν μεγάλῳ, διὰ τῶν μεγάλων ἐν αὐτῇ ἔργων τῆς συγκοινωνίας, ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἤτοι τῆς Τριχωνίας, ἠκούσθη ἡ φωνή, ὅτι τὸ Μεσολόγγιον, εἰς τοῦ ὀνόματος τοῦ ὁποίου τὸ ἄκουσμα συγκινεῖται πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία, τὸ Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον ἐτάφη ἅπαξ διὰ τὴν Ἑλλάδα, πρέπει νὰ ταφῇ ἐκ νέου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν ἐξ αὐτοῦ εἰς Ἀγρίνιον!
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι παρὰ τῆς Ἑλλάδος.
§50Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεστηρίχθη τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων· δὲν ὑπεστηρίχθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ κατέχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες προέρχονται ἐκ τοῦ κόμματος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη.
§51Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Μεσολόγγιον εἶναι πανελλήνιον.
§52Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν εὐλαβῶς ἢ ὄχι, ἂν εὐγνωμόνως ἢ ὄχι ὁ Βουλευτὴς Τριχωνίας σχετικῶς πρὸς τὸ Μεσολόγγιον ὡμίλησεν, ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Εὐρυτανία δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πάσχει ὁ λαὸς τῆς Εὐρυτανίας ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης προστασίας ἐκ μέρους διοικητικῆς ἀρχῆς, οὔσης ἀπροσίτου, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας. Ἡ συγκοινωνία ἐν Εὐρυτανίᾳ εἶναι πρωτογενής, ἡ συγκοινωνία ἐν αὐτῇ εἶναι ἀνύπαρκτος. Ὀδύσσεια, κύριοι Βουλευταί, πλήρης περιπετειῶν καὶ κινδύνων καταντᾷ ἡ μετάβασις τοῦ Εὐρυτᾶνος εἰς τὴν ἕδραν τῆς διοικήσεως, ἡ μετάβασις αὐτοῦ εἰς τὴν ἕδραν τῶν δικαστηρίων, χάριν τῆς προστασίας τῶν δικαίων του. Τὸ διάστημα μεταξὺ Εὐρυτανίας καὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ἤτοι τῶν δικαστηρίων, εἶναι κατὰ μέσον ὅρον 3 ἢ 4 ἡμέραι τοὐλάχιστον· διάστημα διαρρεόμενον ὑπὸ ποταμῶν καὶ χειμάρρων ἀγεφυρώτων, διαχωριζόμενον ὑπὸ ὀρέων χιονοσκεπῶν. Κατὰ τοὺς πλείστους μῆνας τοῦ χειμῶνος καταντᾷ ἀδιάβατος ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα πρὸς τὸ Μεσολόγγιον, καὶ ἐνῷ πληρώνομεν φόρον ὁδοποιίας, πληρώνομεν καὶ φόρον αἵματος διὰ νὰ κατέλθωμεν εἰς Μεσολόγγιον, διότι δὲν ὑπάρχει χρονικὴ περίοδος, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐπνίγησαν ἢ νὰ μὴ κατεκρημνίσθησαν εἰς τοὺς βράχους Εὐρυτᾶνες. Καὶ ἐνῷ καταντᾷ ἀδιάβατος ἡ ἀτραπὸς αὕτη ἐν καιρῷ χειμῶνος, καὶ ἐν καιρῷ θέρους ἀκόμη ἀποτελεῖ ῥιψοκίνδυνον καὶ παράτολμον ἐγχείρημα ἡ δι’ αὐτῆς διάβασις, διότι πρόκειται νὰ διέλθῃ τις ἐξ ἀτραποῦ ἐπικρεμαμένης εἰς τὰ ἄκρα ἀβύσσου. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ κάθοδος τοῦ Εὐρυτᾶνος εἰς τὴν πρωτεύουσαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων του, πρὸς δίωξιν ἑνὸς ἐγκλήματος, ἀποτελεῖ θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται πάντες νὰ ὑποβληθῶσι, καὶ τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι ἀντιπαρέρχονται, καὶ τοιουτοτρόπως μένουσι καὶ πολλὰ ἐγκλήματα ἀτιμώρητα καὶ τὰ δίκαια καὶ συμφέροντα τῶν πολιτῶν κατὰ μέγα μέρος ἀπροστάτευτα. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐπιμένει ὁ κ. Βουλευτὴς Τριχωνίας, ὁ ὁποῖος ηὐτύχησε νὰ ἀπολαύῃ καὶ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ἐπαρχίας του, ἐπιμένει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Εὐρυτανία ἄνευ ἰδίας διοικήσεως καὶ μακρὰν τῆς ἕδρας τῶν δικαστηρίων, ἵνα οὕτω διέρχηται ἐκ τῆς Τριχωνίας ὁ Εὐρυτὰν καὶ δαπανᾷ ἐν αὐτῇ. Ἂν, κύριοι Βουλευταί, δὲν διασαλεύηται ἡ δημοσία τάξις ἐν Εὐρυτανίᾳ μετὰ τὴν ἔλλειψιν πάσης προστασίας ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν, αἵτινες οὐδέποτε ἐπάτησαν τὸν πόδα αὐτῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ἄκρως φιλόνομον καὶ εἰς τὴν ἐργατικότητα τῶν κατοίκων. Ἐὰν, Κύριοι, παράσχητε εἰς τὸν πάσχοντα τοῦτον λαὸν τῆς Εὐρυτανίας τὴν εὐκολίαν τῆς προσπελάσεως τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Εὐρυτανίας θὰ ἦναι παραδειγματικὸς διὰ τὸν σεβασμὸν αὐτοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ ξένα δικαιώματα. Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι προσκρούει ἀκόμη καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἡ σύστασις διοικήσεων καὶ Πρωτοδικείων ἐν ἐπαρχίαις ἀπομεμακρυσμέναις καὶ ἐστερημέναις μέχρι τοῦδε πάσης συγκοινωνίας. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι συνάδελφοι, ποῖα ὠφελήματα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συστάσεως τῶν διοικήσεων καὶ τῶν δικαστηρίων· θὰ ἔχωμεν τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως, θὰ ἔχωμεν τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν συναλλαγῶν καὶ συνεπῶς τὴν εἴσπραξιν περισσοτέρων τελῶν χαρτοσήμου, ἕνεκα τῆς εὐκολωτέρας προσφυγῆς εἰς τὰ δικαστήρια, θὰ ἔχωμεν δὲ, ὡς εἶπε καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσας, καὶ ἁπτότερον καὶ θετικώτερον κέρδος, διότι θὰ λείψῃ ἡ παρὰ τοῦ Δημοσίου πληρωμὴ ἀπείρων μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς μάρτυρας τοὺς κατερχομένους ἐξ ἀποστάσεως 40 καὶ 50 ὡρῶν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου ἐπὶ δικῶν, ἐφ’ ὧν αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι ἀπαλλακτικαί. Δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀκριβὲς καὶ τὸ ὑποστηριχθὲν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ εὕρεσις τῶν καταλλήλων προσώπων διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ νομάρχου. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν 27 κατάλληλα πρόσωπα. Μὴ νομίζετε ὅτι ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς τὰ καταλληλότερα πρόσωπα τοὺς λεγομένους εἰδικοὺς, τοὺς ἀναμένοντας ἑκάστοτε τὰς Κυβερνητικὰς μεταβολὰς, διὰ νὰ λάβωσι τὸ ἀξίωμα τοῦ νομάρχου. Ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι πρόσωπα ληφθέντα ἐκ τοῦ δικαστικοῦ καὶ ἐν γένει τοῦ ἐπιστημονικοῦ κλάδου, καὶ ἐκ τοῦ ἐν ἀπομαχίᾳ στρατιωτικοῦ ἀκόμη, ὡς ὁ μακαρίτης Τζάνος καὶ ἄλλοι, πρόσωπα, λέγω, τοιαῦτα καὶ εἰς ἄκρον ηὐδοκίμησαν ὡς νομάρχαι, καὶ ἐπετέλεσαν λαμπρὰ τὸ καθῆκόν των. Λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι, καὶ τοὺς Ἔσλεν, τοὺς Ναοὺμ, τοὺς Σπανίδας ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, λεγόμενον πρὸς καταπολέμησιν τοῦ σωστικοῦ τούτου νομοσχεδίου· δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς προσέτι τοῦτο, διότι οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 27 καταλλήλους νομάρχας, ὑποστηρίζουσιν ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἐπαρχεῖα καὶ συνεπῶς ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τοὺς 70 ἐπάρχους, οἵτινες, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἔχουσι ταὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας καὶ οἱ νομάρχαι. Δὲν εἶναι σοβαρὸν, νομίζω, καὶ τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι διὰ τῶν μικρῶν δικαστηρίων καθίστανται ἐνδοτικώτεροι οἱ δικασταὶ διὰ τοῦ κατ’ ἀνάγκην εἰς μικρὰς περιφερείας συγχρωτισμοῦ αὐτῶν μετὰ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν πολιτευτῶν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν πρέπει νὰ συγχρωτίζηται μετὰ τῆς κοινωνίας. Δὲν νομίζω — καὶ δὲν νομίζετε βεβαίως καὶ ὑμεῖς — ὅτι οἱ πολιτευταὶ ἐπιδιώκουσι τὴν ἐξαχρείωσιν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Δὲν ὑπάρχει Βουλευτὴς, ὅστις νὰ μὴ χαίρῃ, ὅταν βλέπῃ τὸν δικαστὴν ἀκέραιον, ἀπονέμοντα τὸ δίκαιον ἐν ἰσότητι. Οὐδεὶς ποτε ἐξέφερε παράπονα κατὰ δικαστοῦ, ἔχοντος ἀκέραιον καὶ ἀνεπηρέαστον χαρακτῆρα, καὶ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἐπιδιώκουσι, διὰ νὰ ἀποφεύγωσι καὶ τὰς ἐνοχλήσεις, νὰ ἔχωσι τοιούτους δικαστὰς εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Δὲν εἶναι λοιπὸν λόγος, ὅτι εἰς τὰ μικρὰ μέρη θὰ ἐπέλθῃ συγχρωτισμὸς καὶ θὰ διαφθαρῶσιν οἱ χαρακτῆρες. Οἱ ἀκέραιοι χαρακτῆρες οὐδέποτε ἀλλοιοῦνται, καὶ εὐτυχῶς ἔχομεν πολλοὺς τοιούτους, καὶ ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ᾖναι ἡ μόνη ἄγκυρα τῆς κοινωνίας. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου θὰ ἐκλείψῃ καὶ μία ἄλλη μεγάλη ἀνισότης, ἡ ἑξῆς· ὁ κατηγορούμενος ἐξ Εὐρυτανίας ἢ ἄλλου μεμακρυσμένου μέρους τοῦ Κράτους, διὰ νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, ἵνα δώσῃ λόγον διὰ τὸ ἐλαφρότερον τῶν παραπτωμάτων, ὑποβάλλεται εἰς μακροτάτην πορείαν, ὑποβάλλεται εἰς ἀπείρους δαπάνας, ὅπως προσκομίσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του· καὶ ἐὰν μὲν ἀθῳωθῇ, βεβαίως μεγάλην ζημίαν δὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ, ἐὰν δὲ ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ καταδικασθῇ, ἔστω καὶ εἰς βαθμὸν πταίσματος, τότε ὑποβάλλεται εἰς ἰλιγγιώδη δικαστικὰ ἔξοδα, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων ἀπειλεῖται πολλάκις ἡ ἐξόντωσις τῆς οἰκογενείας του. Ἐκτὸς τούτου πολλοί, καταδικασθέντες εἰς τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν, παρέμειναν ἐπὶ μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς δι’ ἔλλειψιν χρημάτων πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ κάτοικος τῆς Εὐρυτανίας ὑποβάλλεται εἰς τοιαύτην φοβερὰν δαπάνην, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ, ὡς εἶπον, πολλάκις μὲ ἐξόντωσιν οἰκονομικὴν τελείαν, ὁ κάτοικος τοῦ Μεσολογγίου, ὅπου ἑδρεύει τὸ δικαστήριον, ἢ ὁ κάτοικος τῆς Τριχωνίας, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, διασχίζεται ὑπὸ ἁμαξιτῶν ὁδῶν καὶ συγκοινωνεῖ καὶ διὰ σιδηροδρόμου, διὰ τὸ αὐτὸ ἔγκλημα δὲν ὑπόκειται σὺν τῇ ποινῇ παρὰ μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν ὀλίγων ἐξόδων. Θὰ ἐκλείψῃ λοιπὸν ἡ ἀνισότης αὕτη διὰ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα διὰ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας νὰ πλησιάσωμεν τοὺς πολίτας πρὸς τὰς ἀρχὰς, ὅπερ γίνεται εἰς τ’ ἄλλα ἔθνη, βεβαίως ἐπιβάλλεται νὰ προσεγγίσωμεν τὰς ἀρχὰς πρὸς τοὺς πολίτας, ἵνα ἀπολαμβάνωσι δικαιοσύνην καὶ τὰ καλὰ τῆς διοικήσεως.
§53Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Μωάμεθ.
§54Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ὅτι ἠὼς νέου βίου θ’ ἀνατείλῃ εἰς τοὺς δυστυχεῖς πληθυσμοὺς τῶν μεμακρυσμένων μερῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἰδίας διοικήσεις. Ἐκ μέρους δὲ τῆς ἐγκαταλελειμμένης μέχρι τοῦδε τελείως ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ἥτις ταύτην καὶ μόνην παρὰ τῆς Πολιτείας τὴν θωπείαν ἀπολαμβάνει, καὶ τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, ὑποβάλλω τὴν θερμὴν ἱκεσίαν, ἵνα ὑπερψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὀφείλω ὅμως, πρὶν ἢ κατέλθω τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ δῆμος Παρακαμπυλίων τοπικῶς πλησιάζει πρὸς τὸ Ἀγρίνιον, καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει μεταβολή τις ἐν γένει εἰς τὰς περιφερείας τῶν νομῶν, βεβαίως προτιμῶσι — καὶ διὰ τοῦτο καὶ αἴτησιν ἔκαμαν — νὰ ὑπάγωνται διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν Τριχωνίαν, ἢ εἰς τὸ Μεσολόγγιον. Ἀλλὰ, καθὼς ἠξεύρετε ἐκ τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὡς ἐνθέρμως θὰ ὑποστηρίξωμεν, τὸ τοιοῦτον. Διότι ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει λέγεται ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ διαιρέσει ταύτῃ ἐπροτιμήσαμεν τὴν σύστασιν τῶν νέων νομῶν ἐξ ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν. Ἀναντιρρήτως ὁ σκοπός, εἰς ὃν ἀποβλέπομεν, προτείνοντες τὴν μεταβολὴν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἤθελεν ἐπιτευχθῆ πληρέστερον, ἂν αἱ διοικητικαὶ περιφέρειαι συνιστῶντο συστηματικώτερον, ἂν ὅσῳ τὸ δυνατὸν πάντες οἱ δῆμοι ὑπήγοντο εἰς τὴν πλησιέστερον κειμένην ἕδραν τοῦ νομοῦ. Καὶ προχείρως δύνανται νὰ ἀριθμηθῶσι πλεῖστοι δῆμοι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἄλλον νομόν. Ἀλλὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης λαμβανομένης, τινὲς μὲν ἐκλογικαὶ περιφέρειαι θὰ ηὐρύνοντο, ἄλλαι θὰ περιωρίζοντο, τινὲς δὲ καὶ θὰ ἐξέλειπον ἐντελῶς. Ἡμεῖς δὲν ἐκρίναμεν νῦν πρέπον νὰ θίξωμεν τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας...» Βεβαίως, ὅταν ἐπιστῇ ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ γείνωσιν αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται, ὅταν θὰ πρόκειται νὰ μεταβληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ τὸ συστηματικώτερον ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, τότε, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι διαβεβαιοῦμεν, ὅτι ἡμεῖς πρῶτοι, ὡς ἀντιπροσωπεύοντες καὶ τοὺς δημότας τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων, θέλομεν ὑποστηρίξει τὸ δίκαιον αὐτῶν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν Τριχωνίαν· ἀλλὰ θέλομεν ὑποστηρίξει συγχρόνως, ὅτι καὶ ἄλλοι δῆμοι ἄλλων ἐπαρχιῶν, προσεγγίζοντες πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Εὐρυτανίας, πρὸς τὸ Καρπενήσιον, δέον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς, καὶ ἴσως καὶ εἷς δῆμος τῆς Τριχωνίας, ὁ δῆμος Ἀμβρακίας, ὡς ἐγγύτερος πρὸς τὴν Εὐρυτανίαν, δεδικαιολογημένως θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας. Ὅταν ἔλθῃ, ὡς εἶπον, ὁ καιρὸς νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ γείνῃ γενικωτέρα διοικητικὴ διαίρεσις, ἡμεῖς πρῶτοι οἱ Βουλευταὶ τῆς Εὐρυτανίας, ὡς ἀντιπροσωπεύοντες καὶ τοὺς δημότας Παρακαμπυλίων, θέλομεν ὑψώσει φωνὴν ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν οἱ πόθοι των, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἢ εἰς τὸ Ἀγρίνιον, ἐὰν ἤθελεν ἀποφασισθῆ νὰ γείνῃ ποτὲ πρωτεύουσα νομοῦ τὸ Ἀγρίνιον.
§55Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις παρεξετράπη, διότι ἀντὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἠρχίσαμεν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, τὸν ὁποῖον καὶ μόνον φοβοῦμαι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐννοῶ νὰ ἀναμιχθῶ. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ θέσω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν θέσιν της, καὶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ ὅτι ἐθεώρησα τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ θεωρῶ οὐχὶ ἔγκαιρον. Ἐπίστευον ὅτι ἡ ἐποχὴ αὕτη δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος νὰ προηγηθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἀπόλυτος ἀνάγκη δὲν ἐπιβάλλει, καὶ τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὅλας ἐκείνας τὰς ἐξεγέρσεις, τὰς ὁποίας εἴδομεν, ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ὁμοφωνία ἑκατέρωθεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ αὐταπάρνησις ἀπὸ πάσης κομματικῆς ἢ ἐπαρχιακῆς ἰδέας ἢ συμφέροντος, νὰ συντελέσωμεν δὲ εἰς τὸ νὰ καταρτισθῶσι νομοθετήματά τινα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα πρακτικὸν, σχετικῶς μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ μὲ τὴν ἐποχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἀφ’ ὅτου τὸ νομοσχέδιον ἦλθε, — καὶ ἦλθεν ὡς νομοσχέδιον διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους — παρετήρησα ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠμφισβητήθη σπουδαίως ὑπὸ οὐδενὸς, διότι μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπαρχείων ἅπαντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη μιᾶς οἱασδήποτε σκέψεως, ὅπως ῥυθμισθῇ ἀποτελεσματικώτερον καὶ καταλληλότερον τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διεσαλεύθη διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων. Ἔμεινε λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ ν’ ἀνασυσταθῶσι τὰ ἐπαρχεῖα, ἢ νὰ γείνῃ μία διαίρεσις, ὅπως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διετύπωσε τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ, κατὰ τὴν γνώμην μου, προτιμῶ τὸ σημερινὸν σύστημα ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι εἰς τὸ σύστημα τὸ σημερινὸν παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει μία τάσις πρὸς ἀποκέντρωσιν μεγαλειτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἐπιζητήσει διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπάρχων. Οἱ νομάρχαι μετὰ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀποτελοῦσι βεβαίως μίαν ἐξουσίαν ἀνωτέραν καὶ μᾶλλον ἀποκεντρωτικὴν, καθόσον ἡ ἐξουσία αὐτῶν εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τὰς δημοτικὰς ὑποθέσεις· ὥστε, προκειμένου νὰ ἐκλέξω μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, ὁμολογῶ ὅτι προτιμῶ ἓν τοιοῦτον σύστημα,— ἀδιάφορον κατὰ πόσον ἡ διαίρεσις εἶναι ἐπιτυχὴς ἢ ὄχι. Ἑπομένως δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀφορμὴν νὰ λαλήσω κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον τοῦτο οὐδὲ τὰ ἐπαρχιακά μου συμφέροντα θίγει, οὐδὲ εἰς τὰς ἰδέας μου ἀντίκειται. Ἐὰν δὲ νομίζω ὅτι λεπτομέρειαί τινες δὲν συμβιβάζονται, κατὰ τὴν γνώμην μου, μὲ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀποβλέπουσι, βεβαίως δὲν θὰ δυσκολευθῶ εἰς τὰ καθέκαστα νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, εἶναι τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως; ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων· Ἄλλο ζήτημα ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους καὶ ἄλλο ὁ ὀργανισμὸς ὁ δικαστικός...
§56Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Λησμονεῖτε τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον διατάσσει, ὅτι εἰς ἕκαστον νομὸν συνιστᾶται τοὐλάχιστον ἓν Πρωτοδικεῖον.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ ἀμέσως. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ἐνόει τοὺς νομοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐνομοθετήθησαν. Ἔχομεν νόμους μεταγενεστέρους, οἱ ὁποῖοι ηὔξησαν τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ πάντοτε εἰδικοὺς νόμους ὀργανικούς. Θέλετε νὰ μεταβάλητε τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων; Φέρετε εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων λέγει, ὅτι εἰς ἕκαστον νομὸν συνιστᾶται τοὐλάχιστον ἓν Πρωτοδικεῖον, ἑπομένως συνιστῶνται ἤδη καὶ ἄλλα Πρωτοδικεῖα συμφώνως πρὸς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι· μὴ στηρίζεσθε ἐκεῖ, διότι σεῖς τὸ ἀνετρέψατε. Θέλετε τέλος πάντων νὰ συστήσητε καὶ ἄλλα δικαστήρια; Φέρετε ἰδιαίτερον νόμον. Θέλετε νὰ μεταβάλητε τὰς ἐπισκοπάς; Φέρετε ἰδιαίτερον νόμον. Μὴ τὰ ἑνώνετε μὲ τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι, διότι ὁ ὀργανισμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον στηρίζεσθε, σᾶς εἶπον ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τότε διοικητικὴν διαίρεσιν, καὶ μετεβλήθη δι’ εἰδικῶν νόμων.
§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οὐδεὶς τοιοῦτος ὑπάρχει.
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχομεν νόμους μεταγενεστέρους. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν αὐτὰ τὰ δύο ἀντικείμενα, διότι, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ὡς παρεπόμενον μιᾶς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ὑπὸ ἰδίων λόγων ὑπαγορεύεται καὶ ἴδια συμφέροντα ὑπηρετεῖ· τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων πρέπει νὰ μείνῃ ἀκέραιον. Ἢ πρέπει νὰ ἀφήσητε τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους ὅπως ὑπῆρχε, καὶ τότε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν ὀργανισμὸν, ἢ ἀφοῦ τὴν μεταβάλλετε, καὶ ἀφοῦ ἦλθον καὶ μεταγενέστεροι νόμοι, μεταβαλόντες τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρητε ἰδιαίτερον νόμον, ἐὰν θέλητε νὰ συστήσητε νέα δικαστήρια. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ τὸν φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ πεποίθησιν ἐναντίος. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ Καρπενῆσι πρέπει νὰ συσταθῇ δικαστήριον. Δὲν δέχομαι νὰ καλυφθῶμεν ἀπὸ ἕνα νόμον διοικητικὸν, καὶ νὰ πράξωμεν τὸ μεγαλείτερον τῶν ἐγκλημάτων. Αὐξάνοντες τὰ δικαστήρια, ἐξευτελίζομεν τὴν δικαιοσύνην, πολλαπλασιάζοντες δὲ τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα ἀπομακρύνομεν τὴν δικαιοσύνην τοῦ προορισμοῦ της. Εἴτε διὰ τοῦ πλαγίου τρόπου ἔλθῃ τὸ ζήτημα, εἴτε ἀμέσως προταθῇ, δὲν δύναμαι, κατ’ οὐδένα λόγον, νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὴν δικαστικὴν μεταβολήν. Ἐὰν ἐννοῆτε νὰ τὴν ἀφήσητε ὡς παρακολούθημα τοῦ νομοσχεδίου, προκαλεῖτε ἀντίρρησιν καὶ κατὰ τοῦ διοικητικοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, προτιμῶ, διότι προτιμῶ πάντοτε τοὺς νομάρχας ἀπὸ τοὺς ἐπάρχους. Περιφέρειαι μικραὶ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ὡς νομοί. Δύο ἐπαρχίαι, ἂν ἦναι μεγάλαι, νὰ ὀνομασθῶσι νομαρχίαι, διότι ἢ νομάρχην ἢ διοικητὴν τὸν ὀνομάσητε, εἶναι τὸ αὐτό, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τῷ δίδει, νὰ συμπράττῃ δηλαδὴ μετὰ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ δικαστικὸν εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δοθῇ ἰδιαιτέρα προσοχὴ, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ἀφαιρεθῇ αὐτὸ τὸ μέρος ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ἰδέα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξηθῶσι τὰ δικαστήρια, ἂς ὑποβληθῇ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ συζητήσωμεν ἰδιαιτέρως, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς διοικητικῆς ἐπιρροῆς, ὑπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον διατελεῖ, διότι τὸ εἰσηγάγετε ὡς παρακολούθημα· ἄλλως ὀνομάσατε ὅλα τὰ χωριὰ νομοὺς, καὶ συστήσατε ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ἓν δικαστήριον (ἱλαρότης). Τί σᾶς ἐμποδίζει; Οὕτω δὲ καλύπτεσθε. Κύριε Ὑπουργὲ, σὲ ἐρωτῶ, ὡς παλαιὸν φίλον καὶ ὡς δικηγόρον: σκέπτεσαι ποία εἶναι ἡ συνέπεια αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν δικαστικὴν ἔποψιν; Δὲν θὰ εὑρεθῇς εἰς τὴν ἀνάγκην ἰδιαιτέρως νὰ κατακρίνῃς τὰς συνεπείας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου;
§62Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λησμονεῖτε ὅτι καὶ τώρα ἔχομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐὰν θέλωμεν, συνιστῶμεν δικαστήρια, διότι εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι συνιστῶνται εἰς τὴν ἐπικράτειαν 27 Πρωτοδικεῖα (ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου). Λοιπὸν ἐὰν ἠθέλομεν καὶ τώρα, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν καὶ ἄλλα Πρωτοδικεῖα.
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἔγεινεν ὁ νόμος τοῦ 1867, καὶ πῶς ἐγκατελείφθη ἀμέσως ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐψήφισαν, καὶ οἵτινες αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν κατεδίκασαν.
§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι νόμος.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἔρχεσαι μετὰ 32 ἔτη νὰ κάμῃς δικαστήρια δι’ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι κατηργημένος;
§66ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατηργημένος ὁ νόμος!
§67ΡΙΚΑΚΗΣ. Διότι ὁμοῦ ἐδῶ ἐπεκρίναμεν ἄλλοτε τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων.
§68ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι νόμος, τί χρειάζεται αὐτός;
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ τὸν ἐπικαλεσθοῦν, διότι εἶναι καὶ ἐντροπὴ, ὕστερα ἀπὸ 32 χρόνια νὰ φέρωσι τὸν νόμον τοῦ 1867! (γέλωτες). Δὲν λέγονται αὐτά! Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ δικαστικὸν ἀπὸ τὸ διοικητικὸν νὰ χωρισθῇ. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὰς λεπτομερείας, εἶμαι σύμφωνος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ νομίζω ὅτι ἡ διαίρεσις, ὅπως γίνεται, ὑπὸ τὸν τύπον τῶν Νομαρχιῶν, ἂν καὶ εἶναι περιωρισμέναι, συμβιβάζεται μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πάντες ἔχομεν τὴν ἰδέαν νὰ ἐφαρμόσωμεν, δηλ. τὸ ἀποκεντρωτικόν.
§70ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κατηγόρησαν ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐν τῇ ἀποκρούσει τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπεκαλέσθημεν, δὲν προσεκομίσαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπιχειρήματα ἰσχυρὰ, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἠδυνάμεθα νὰ κλονίσωμεν τὰς πεποιθήσεις ὑμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπωφελὲς ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ἡμεῖς, Κύριοι, τὸ ἐφ’ ἡμῖν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ῥηθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῶν προσεκομίσαμεν ὅσα ἠδυνήθημεν ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα. Ἐὰν τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν ταῦτα δὲν ἦσαν ἰσχυρὰ, βεβαίως ὅμως τὸ θέμα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὑπερεμαχήσαμεν, δὲν ἦτο θέμα ἀσθενές. Ἴσως αἱ δυνάμεις ἡμῶν ἦσαν ἀσθενεῖς, ὅπως ὑποστηρίξωμεν τὸ θέμα, ὡς ὤφειλε νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν. Ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, μία εἶναι ἡ συνηγοροῦσα αἰτία, ὅτι ἡ διοίκησις δέον νὰ ἦναι προσιτωτέρα εἰς τοὺς διοικουμένους. Κατὰ τοῦ τοιούτου ἐπιχειρήματος ἀντετάξαμεν, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπιτυγχάνεται ὅ,τι ὁ νομοθέτης προσδοκᾷ, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν νομῶν, τοὺς ὁποίους συνιστᾷ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, διότι σχεδὸν οἱ πλεῖστοι εἶναι οἱ περισσότερον προσιτοὶ, οἱ ἥκιστα ἀπέχοντες ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Καὶ ἐπεκαλέσθημεν καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κορινθία καὶ αὐτὴ ἡ Ἠλεία καὶ αὐτὴ ἡ Λεβαδεία μετ’ ὀλίγον, ὅταν τὸ σιδηροδρομικὸν σύμπλεγμα τῆς Λαρίσης συντελεσθῆ, θὰ ἦναι αἱ ὀλιγώτερον ἀπέχουσαι ἐπαρχίαι ἀπὸ τὰ κέντρα τῆς διοικήσεως, πλὴν τῆς Εὐρυτανίας, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι μακράν. Ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι Κύριοι, εἰς τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις πράγματι δὲν εἶναι προσιτὴ, καὶ ἐν τούτοις περὶ αὐτῶν οὐδεμία ἤδη λαμβάνεται πρόνοια. Ἀλλὰ περὶ τούτων κατωτέρω. Ἡμεῖς πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὅτι ἡ κρατοῦσα διοίκησις τοῦ τόπου ἔχει βάσεις ἑδραίας, βάσεις ἀσφαλεῖς, εἴμεθα λίαν μεμελετημένοι. Ἐπεκαλέσθημεν τὴν ἱστορίαν αὐτὴν, ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ διοίκησις αὕτη δὲν ἐγένετο εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐγένετο μετὰ προηγουμένην μελέτην. Καὶ ἡ μακροχρόνιος ἰσχὺς αὐτῆς, ὁ σεβασμὸς, τὸν ὁποῖον ἀλληλοδιάδοχοι Κυβερνήσεις ἐτήρησαν πρὸς τὴν διαίρεσιν αὐτὴν, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ διαίρεσις αὕτη δὲν ἦτο διαίρεσις, ἡ ὁποία ἐλήφθη ἄνευ μελέτης. Εἴδετε, Κύριοι, ὅτι, μολονότι τὸ Κράτος ἡμῶν ἐπὶ πολλοὺς χρόνους ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεώς του εὑρίσκετο εἰς παντελῆ ἔλλειψιν συγκοινωνίας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἦτο εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἀρχέγονον ὁμολογουμένως, ἐν τούτοις ἐνέμεινεν· ἐὰν δέ ποτε ἐρρίφθη ἡ ἰδέα τῆς κατατμήσεως, ἡ ἰδέα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, ἡ ἰδέα αὕτη ἀπεκρούσθη πάντοτε, καὶ ἀπεκρούσθη μετὰ δυνάμεως. Ὅτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Καποδίστριας ἐφήρμοσε τὸ πρῶτον τὴν ὑφεστῶσαν διοίκησιν, διῄρεσε κυρίως τὴν Πελοπόννησον, ἡ ὁποία τότε ἦτο σχεδὸν ἐλευθέρα, εἰς τὰ μεγάλα διαμερίσματα ἐκεῖνα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι αὕτη εὑρίσκετο ὑπὸ κατάστασιν πραγμάτων πολὺ διαφορετικὴν τῆς σήμερον, τότε αἱ ἐπαρχίαι ὑφίσταντο διακεκριμέναι, τὰ πάθη δ’ ἀλλήλων ἦσαν λίαν ἀνεπτυγμένα, καὶ τὰ συμφέροντα ἰδίως τὰ ἐπαρχιακὰ συγκρουόμενα. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἐλαττωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς εἶναι ὁ τοπικισμὸς, εἶναι τὸ στενὸν ἐπαρχιακὸν πνεῦμα.
§71ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐγωϊσμός.
§72ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πάντοτε ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἔπαθεν ἐκ τῶν ἐπαρχιακῶν αὐτῶν διαιρέσεων, καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ μεταγενέστερον. Καὶ αὐτὴ ἡ μεγάλη Ἐπανάστασις, Κύριοι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι θεωρεῖται σχεδὸν ἀποτυχοῦσα, διότι ἐπεκράτησε, διότι κατ’ αὐτὴν κατίσχυσεν ὁ τοπικισμός. Ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας, Κύριοι, ὅτε ἐπάτησε τὸν πόδα του εἰς τὸ Ναύπλιον, εὗρε τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς χεῖρας τῶν δεσποτῶν της, εὗρε τὴν Ἑλλάδα ἀλληλομαχοῦσαν καὶ τοπικῶς· ἡ μία ἐπαρχία ἠλληλομάχει πρὸς τὴν ἑτέραν, ἡ μία ἐπαρχία ὑπέβλεπε τὴν ἑτέραν. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὗρεν ὁ Καποδίστριας. Καὶ μολονότι τότε ἡ Ἑλλὰς ἐστερεῖτο παντελῶς συγκοινωνίας, ὁ Καποδίστριας ἠθέλησε ῥιζικῶς νὰ πολεμήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν θεραπευτικὴν αὑτοῦ μήλην ἐπὶ τῆς πληγῆς αὐτῆς, ἠθέλησεν ἀσφαλῶς νὰ καυτηριάσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ κακὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὥρισε διοικητικὴν περιφέρειαν εὐρυτέραν τῆς ἐπαρχίας, ὅπως κατορθωθῇ ἐν ταῖς μεγάλαις περιφερείαις νὰ καταστραφῇ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τοῦ τοπικισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε φέρει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἔφερε. Καὶ πράγματι, Κύριοι, ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῶν Συνελεύσεων τῆς Ἐπαναστάσεως, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖ φαίνεται καθαρῶς, πόσων κακῶν πρόξενον ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ τοσοῦτον διαδεδομένον παρὰ τοῖς Ἕλλησι συναίσθημα τῆς προσκολλήσεως εἰς τὸ ἰδιαίτερον ἔδαφος ἑκάστου τῶν πολιτῶν. Ὁ Καποδίστριας, Κύριοι, ἐπὶ τῆς σκέψεως ταύτης στηριχθεὶς, μολονότι τότε ἦσαν λίαν ζωηρὰ ἀκόμη, ἦσαν λίαν διακεκριμένα τὰ ὅρια τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ ἀντιμαχόμενα συμφέροντα ἦσαν εἰς τὴν ἀκμὴν των, καὶ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἦτο ὁμαλὴ, ὅπως γνωρίζετε, ἐν τούτοις καθώρισεν εὐρείας περιφερείας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς τοπικὰς ἀντιδράσεις ἐπέμεινεν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, μολονότι ἐστερεῖτο παντελῶς τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ αὐτῆς τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀπολύτως. Τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, Κύριοι, ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Ὄθωνος. Καὶ κατὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Ὄθωνος αἱ αὐταὶ περίπου περιστάσεις ὑπῆρχον, διότι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καποδιστρίου ἡ ἀνωμαλία ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἔληξε, παρὰ ὅταν ὁ Ὄθων ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ὁ Ὄθων, ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐρειδόμενος σκέψεων, ἐπανέφερε τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερώσει ὁ Καποδίστριας, τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Πελοπόννησον ἠρίθμει διακοσίων καὶ πλέον ἐτῶν βίον ἀπὸ τῶν Ἑνετῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὑπῆρξεν ἓν διάλειμμα ἀτυχὲς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιβασιλεία, δίκην πειράματος, ἐπολλαπλασίασε τὰς Διοικήσεις· πλὴν τὸ διάλειμμα τοῦτο, τὸ ἀτυχὲς τοῦτο ἐπιχείρημα, ἐχρησίμευσεν, ὅπως πείσῃ καὶ τοὺς μᾶλλον ἐνδοιάζοντας, ὅτι τὸ σύστημα τῶν μικρῶν περιφερειῶν εἶναι ὀλέθριον εἰς τὸν τόπον. Εὐθὺς δ’ ὡς ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1843, εὐθὺς ὡς ἡ Ἑλλὰς ἤρξατο διοικουμένη συνταγματικῶς, ἀμέσως κατελύθη τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο. Καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς πρώτης Βουλευτικῆς Περιόδου, θέλετε ἴδει διὰ μακρῶν ἐκτυλισσόμενα σοφὰ ἐπιχειρήματα ὑπὸ τῶν ἐγκριτωτέρων τότε ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, διὰ τῶν ὁποίων ἐκαυτηριάζετο ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ τῶν μικρῶν περιφερειῶν καὶ ὑπεστηρίζετο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Κωλέττης εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ καθεστῶτος τοῦ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ἐφαρμοσθέντος. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐπαναλάβω σήμερον ἐνώπιόν σας· τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ ὁ βουλόμενος δύναται νὰ τὰ μελετήσῃ. Ἄλλως ἀποβαίνει ὑμῖν γνωστὸν, ὅτι καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις, ὁσάκις ἐρρίφθη ἡ ἰδέα τῆς κατατμήσεως τῶν διοικήσεων, πάντοτε ἐξήγειρε φωνὴν πολὺ ἰσχυρὰν, ἥτις κατέπνιξε τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὰ 1865 ἢ 1867, ἢ καὶ βραδύτερον, ἐρρίφθη πάλιν ἡ ἰδέα τῆς ὑποδιαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς διοικήσεις, ἀλλὰ τότε ὑψώθη φωνὴ πολὺ ἰσχυρὰ σοφοῦ καθηγητοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Κοκκίνου, ὁ ὁποῖος ἐκαυτηρίασε τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐπικαλεσθεὶς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπικαλεσθῆ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1845 οἱ καταλύσαντες τὰς διοικήσεις, καὶ τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐν τῇ γενέσει του ἐναυάγησεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὡς λόγος προσάγεται τὸ ὅτι ἡ διοίκησις δὲν εἶναι προσιτὴ εἰς τοὺς πολίτας. Ἐὰν ὁ λόγος οὗτος, Κύριοι, ὑφίστατο πρό τινων ἐτῶν ἀκέραιος, ἤδη βεβαίως ἔχει ὀλιγωτέραν σημασίαν, διότι, ὅπως γνωρίζετε πολὺ καλὰ, κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐπολλαπλασιάσθησαν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ κατ’ οὐσίαν. Ἐξετάσωμεν τὸν διοικητὴν καὶ ὑπὸ τὰς δύο αὐτοῦ ἐπόψεις, εἴτε εἶναι καλὸς, εἴτε εἶναι κακός. Ἐὰν ἔχητε, Κύριοι, καλὸν διοικητὴν, ἔχοντες ἠλαττωμένην τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν καταστήσητε κακόν. Ὁ καλὸς διοικητὴς ἐν εὐρείᾳ περιφερείᾳ δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του ἐλευθέρως, διότι δὲν θὰ ὑπόκειται εἰς τὰς πιέσεις ἐκείνας τῆς πολιτικῆς, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑπόκειται ἐν τῇ μικρᾷ περιφερείᾳ. Ἔχων πολλὰς ἐπαρχίας ὑπὸ τὴν διοίκησίν του, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι πιέζεται ὑπὸ τῆς μικροπολιτικῆς τῆς μιᾶς, εὑρίσκει τὰς τέσσαρας, τὰς πέντε ἄλλας, ὄπισθεν τῶν ὁποίων ἐρειδόμενος δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του ἀνεπηρεάστως. Ἀλλ’ ἐὰν τὸν καλὸν διοικητὴν τὸν παραδώσητε εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν καὶ μόνον, ἕρμαιον τῆς στενῆς πολιτικῆς καὶ μόνης, δὲν φοβεῖσθε ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐποχὴ, ὄχι βεβαίως νῦν, ἀλλ’ ἄλλη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ θὰ ἰσχύσῃ πολιτικὴ ὄχι καλὴ, πολιτικὴ βιαία, ἡ ὁποία δὲν θὰ σκοπῇ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου, δὲν φοβεῖσθε, μὴ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐπιβληθῇ εἰς τὸν διοικητὴν, μὴ ἀπέναντι τῆς ἐπιβολῆς ταύτης, μηδὲν ἔχων ἔρεισμα, δὲν δυνηθῇ νὰ ἀντίσχῃ ὁ καλὸς ἐκεῖνος διοικητής; Πῶς εἶναι ἄλλως δυνατὸν; Δὲν φρονεῖτε ὅτι ὁ καλὸς διοικητὴς εἰς στενὴν περιφέρειαν, ἐρχόμενος εἰς τοιαύτην συνάφειαν μὲ τοὺς διοικουμένους καὶ τοὺς τοπικῶς πολιτευομένους, κατασυντρίβεται, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐλευθέρως τὸ καθῆκόν του; Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας καὶ δὲν δύναται νὰ ἀποσυρθῇ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ὑποχωρήσῃ ἄνευ ὁρίου πρὸ τῆς πιέσεως ἐκείνης τῆς τοπικῆς, μὴ δυνάμενος νὰ εὕρῃ ἀλλαχοῦ που ἔρεισμα; Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁ καλὸς διοικητὴς μόνον ἐν τῇ εὐρείᾳ περιφερείᾳ δύναται ὁπωσδήποτε ἀπροσκόπτως νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του ὑπὲρ τοῦ τόπου. Ἐν τῇ στενωτέρᾳ περιφερείᾳ τοῦτο εἶναι πολὺ δύσκολον. Πρέπει νὰ ἀξιώσητε παρὰ τοῦ διοικητοῦ ἐκείνου, ἐὰν μάλιστα ἔχῃ καὶ ἀνάγκας, νὰ ἔχῃ προσόντα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀξιώσητε ἀπὸ ὑπάλληλον σήμερον. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸν κακὸν διοικητήν. Ὁ κακὸς διοικητὴς εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος εἰς τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν παρὰ εἰς τὴν μικράν. Ὁ κακὸς διοικητὴς, Κύριοι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁμοιάζει μὲ τὸν λίβα! Ὅσον ἀπώτερον εἶναί τις ἀπὸ τὸ σημεῖον, ἐξ οὗ ἐκπορεύεται, τόσον ὀλιγώτερον δύναται νὰ καῇ (ἱλαρότης). Εἶναι λὶψ, Κύριοι, ὁ κακὸς διοικητὴς, καὶ ἐν τῷ κέντρῳ ἀποβαίνει μᾶλλον ἐπικίνδυνος. Βεβαίως τότε ὁ ἀπωτέρω τοῦ κέντρου ἱστάμενος καίεται ὀλιγώτερον τοῦ ἐγγυτέρου. Αὐτὸς εἶναι κανὼν, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι, διότι ὅλοι ἀριθμεῖτε πεῖραν πολλῶν ἐτῶν ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν. Κατὰ τὸν κανόνα δὲ τοῦτον, καὶ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις δὲν εἶναι συμφέρουσα ἡ κατάτμησις τῶν περιφερειῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως αὕτη θὰ φέρῃ τὴν παράλυσιν αὐτῆς, καὶ, ὅπως εἶπον, θὰ φέρῃ παράλυσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ διορθωθῇ. Ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν Διοίκησιν. Νομίζω ὅτι κατὰ τὰς δυνάμεις μου ἀρκετὰ εἶπον· ἄλλοι ἱκανώτεροι ἐμοῦ ἐλπίζω ὅτι θὰ συμπληρώσωσι τὸ θέμα. Παρέλειψα ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ διοικούμενοι ἔχουσιν ἀνάγκην ἐγγύτερον νὰ ὑπάρχῃ ὁ διοικητής των πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ὅτι βεβαίως, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἕκαστος πολίτης νὰ εἶχε παρόντα τὸν διοικητὴν αὐτοῦ, θὰ ἦτο ἴσως εὐκταῖον, ἀλλ’ ὁ διοικητὴς δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὰ κέντρα, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι διὰ λόγους γεωγραφικοὺς εἴς τινα τμήματα τὰ κέντρα ἀπέχουσι πολὺ τῶν ἄκρων, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῶσι ταῦτα, διότι ὁ κίνδυνος ἔσται μεγαλείτερος, καθόσον, πολλαπλασιαζομένων τῶν κέντρων, ἡ διοίκησις ἐξασθενεῖ. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὴν Δικαιοσύνην. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου φρονῶ, ὅτι τὰ κατὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων ἐπιχειρήματα ἐπέρχονται ῥαγδαῖα, δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι ὑπάρχει φωνὴ δικαστικὴ τοὐλάχιστον συνηγοροῦσα ὑπὲρ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων. Σᾶς ἀνέφερα, προχθές, Κύριοι, τὸ παρελθὸν, τὸν νόμον τοῦ 1867· γνωρίζετε πάντες ὑπὸ ποίας περιστάσεις ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, καὶ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν τῇ πρώτῃ αὑτοῦ ἐφαρμογῇ δὲν ἐξετελέσθη ὁλοσχερῶς, καὶ δὲν ἐξετελέσθη, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου ταχύτατα, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἐφαρμογῆς, ἐκρίθησαν ὅτι ἦσαν ἐπιβλαβῆ, μολονότι δὲ ὑπῆρχον κεκτημένα σχεδὸν δικαιώματα ἱδρύσεως ἔν τισιν ἐπαρχίαις τῶν δικαστηρίων, ὄχι μόνον οὐδεμία Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ συστήσῃ τὰ δικαστήρια ταῦτα, ἀλλ’ ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἡ ὁποία τῷ 1892 ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ καὶ τὰ ὑπάρχοντα, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εὑρίσκετε διὰ μακρῶν ἐκτεθειμένους ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς σᾶς διηγήθη διάφορα ἱλαρὰ ἐπεισόδια τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Βεβαίως τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν παρουσιάζει τοιαῦτα ἔκτροπα, ἀλλὰ ταῦτα οὔτε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου διορθοῦνται, οὔτε καὶ ἄνευ αὐτοῦ θὰ ἐκλίπωσι. Τὰ ἔκτροπα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τῆς πρωτευούσης· ἡ πρωτεύουσα, ἔχουσα τοσοῦτον πληθυσμὸν, τοσαῦτα στοιχεῖα ἐγκληματικότητος, ἔχει ἀναλόγως ἀνεπαρκὲς τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων, καὶ βεβαίως ἐν μιᾷ συνεδριάσει τοῦ Πλημμελειοδικείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικασθῶσι προσηκόντως 100 καὶ 150 πλημμελήματα...
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 30 πλημμελήματα ἐὰν ὁρίσωμεν εἰς μίαν συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, τὴν αὐτὴν τακτικὴν θὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ Πρόεδρος, ἵνα γλυτώσῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα.
§74ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, δυνατὸν ἡ ἐπαρχία τῆς Λεβαδείας νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ τοιούτου ἐφιάλτου, ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο διὰ τὴν δικαιοσύνην; Θὰ ἀπομείνῃ ὁλόκληρος ὁ λοιπὸς νομὸς τῆς Ἀττικῆς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ θέλουσιν ἐξακολουθήσει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν ἐπαναλαμβανόμεναι αἱ αὐταὶ ἀπαίσιαι σκηναί, τὰς ὁποίας τοσοῦτον εὐγλώττως ἀφηγήθη ὁ κ. Βουλευτής. Αἱ ὑποθέσεις τῆς Λεβαδείας ἀμφιβάλλω ἂν ἀνέρχωνται εἰς 20 καθ’ ἑβδομάδα. Ἅπασαι λοιπὸν αἱ ἄλλαι θὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Ἀθηνῶν. Τὸ κακὸν τοῦτο πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὑφίσταται ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Διότι πράγματι ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐπαρχίαις δὲν λειτουργεῖ ὡς ἔδει, καὶ δὲν λειτουργεῖ, διότι δὲν ὑπάρχει Εἰσαγγελικὴ ἀρχή. Ἠκούσατε τί σᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη ἐν Τριπόλει δὲν ὑπάρχει Εἰσαγγελεύς· ἄλλοτε, εἰς παρῳχημένας ἐποχὰς, ὅτε ἡ ἐγκληματικότης δὲν ἔφθανεν οὔτε εἰς τὸ ἥμισυ τῆς νῦν, ὅλαι αἱ Εἰσαγγελίαι εἶχον Εἰσαγγελεῖς, καὶ Εἰσαγγελεῖς πεπειραμένους, εἶχον δὲ καὶ ἀντεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι προεμελέτων τὰς ὑποθέσεις· διότι μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν, ἐὰν δὲ καλῶς ἐμελετῶντο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μηνύσεων ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων, θ’ ἀπερρίπτοντο οὐκ ὀλίγαι αὐτῶν διὰ προβουλευμάτων, χωρὶς νὰ φθάσωσιν εἰς τὰ ἀκροατήρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, δὲν ἀγνοεῖτε, τοῦθ’ ὅπερ βεβαίως ἤθελε κατὰ πολὺ περιορίσει τὴν ἐργασίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολλὰ πλημμελήματα εὐτελῆ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα. Ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐλαττώσητε τὴν ἐργασίαν τῶν Πλημμελειοδικείων, ὅταν καταστήσητε ἐπαρκῆ τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ μελετᾷ καὶ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων μηνύσεων, ἐὰν πάντα ταῦτα γείνωσι, θὰ ἴδητε ὅτι ταχέως εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα θ’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις καὶ θὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη· θὰ ἐκλίπῃ δὲ καὶ τὸ τρομερὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν σήμερον γινόμενον, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ μηνύσει τοῦ τελευταίου ἀνθρώπου νὰ σύρηται ἄνευ λόγου εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ὁ ἐντιμότερος πολίτης, καὶ τοῦτο, διότι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς τοιαύτης μηνύσεως καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὴν κατ’ ἀξίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς Ἀθήνας, βεβαίως τὸ πρᾶγμα χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν καὶ τῶν δικαστῶν, ἔχετε ἀνάγκην νὰ καταστήσητε καὶ ἕτερον τμῆμα, καὶ εἰ δυνατὸν, καὶ δύο τμήματα Πλημμελειοδικῶν, καθ’ ἑκάστην λειτουργοῦντα, καθ’ ἑκάστην δικάζοντα μετὰ περισκέψεως καὶ ἄνευ σπουδῆς, καὶ τότε θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ἐν Ἀθήναις εὐκόλως δύναται ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ εὐρυθμία ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, Κύριοι, ἐπειδὴ δὲν θέλετε νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ δὲν θέλετε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δυναμένων νὰ βελτιώσωσιν αὐτὴν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τμήματά τινα ἐκ τῶν κέντρων, νὰ εὐνοήσητε ταῦτα,—ἂν τοῦτο ἦναι εὔνοια,—καὶ ν’ ἀφήσητε τὴν λοιπὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὄντως εὑρίσκεται. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον ὑμῶν, σᾶς ἀνέφερα ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς δικαστηρίοις εἶναι εἰς πολὺ χείρονα κατάστασιν, δύναταί τις δὲ βεβαίως ἐκ τῶν δικαστηρίων αὐτῶν ν’ ἀποκομίσῃ πλείονα κωμικὴν ὕλην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἠρύσθη ἐκ τοῦ Πλημμελειοδικείου τῆς πρωτευούσης...
§75Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα;
§76ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἔχουσι σχέσιν, διότι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἰς τὰς μικρὰς περιφερείας συμβαίνουσι καὶ θὰ συμβαίνωσι χειρότερα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν ἐκθέσεως περιοδεύοντος ἀνταποκριτοῦ τῆς ἐφημερίδος «Νεολόγου», ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἴδητε, πῶς ἡ δικαιοσύνη ἐν ταῖς μικραῖς περιφερείαις λειτουργεῖ. «Πλαστογραφοῦνται ἀνακρίσεις», γράφει ὁ ἀνταποκριτής...
§77ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον αὐτό; Σᾶς πείθει ἡ ἀνταπόκρισις, ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα; (Θόρυβος).
§78ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω, ἵνα πεισθῆτε.
§79ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἀναγνώσητε τοιαύτας γραμμάς!
§80ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, κύριε Βουλευτά. Νομίζω ὅτι, ὅτε ἐδημοσιεύοντο ταῦτα ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐφημερίδι, διετελεῖτε Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§81ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Γνωρίζετε ἐὰν ἐνηργήθη καταδίωξις ἕνεκα τῶν γραφέντων ἐν τῇ ἀνταποκρίσει ταύτῃ;
§82ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ το, κύριε Βουλευτά. (Θόρυβος).
§83ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλέσατε καλλίτερον τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὴν δικογραφίαν. Ἐγένετο καταγγελία, καὶ ἐτιμωρήθη ὁ γράψας.
§84ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δικαστὴς κατεσυκοφαντήθη ὑπὸ τοῦ δημοσιογράφου κατ’ εἰσήγησιν πολιτευομένων δυσμενῶς πρὸς αὐτὸν διακειμένων· καὶ ὁ μὲν δικαστὴς ἀπηλλάγη τῆς κατηγορίας, ὁ δὲ δημοσιογράφος, καθ’ οὗ ἐνηργήθη ἀνάκρισις, διατελεῖ εἰσέτι ὑπὸ κατηγορίαν. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ δικαστής, περὶ τοῦ ὁποίου ἀναφέρει ἡ ἀνταπόκρισις, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἤδη ἀνακριτὴς ἐν Ναυπλίῳ, ὑβρίσθη τοιουτοτρόπως, διότι δὲν προσέφερε θυμιάματα εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ δημοσιεύματος.
§85ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια εἶναι ἕρμαιον τοῦ πρώτου τυχόντος. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν ἐφημερίδι καὶ ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ 10,000 Ἕλληνας τοὐλάχιστον — διότι τοσοῦτοι θὰ εἶναι οἱ ἀναγνῶσται τῆς ἐφημερίδος ταύτης— δὲν εἶναι ἀπρεπὲς ν’ ἀνακοινωθῶσι καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§86ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ζητήσατε τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τότε παρουσιάσατε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν. Δὲν εἶναι ἀνδρικὸν οὕτω μονομερῶς νὰ φέρητε τὰ λεγόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§87Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Γνωρίζετε, κύριε Βουλευτά, ὅτι ἀνώτεροι δικασταὶ, διαμένοντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἐγένοντο ἄλλοτε ἕρμαιον τῆς πολιτικῆς;
§88ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι γεγονότα, πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν καὶ ἀνεγνώσθησαν· καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀνακριβῆ, λαμβάνω καὶ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, ὅτι καὶ τὸν καλὸν δικαστὴν ἐν τῇ μικρᾷ περιφερείᾳ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν προστατεύσωμεν.
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγνώσθη, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι πρόκειται περὶ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἤδη εἶναι ἀνακριτὴς ἐν Ναυπλίῳ· ὥστε ὑποτίθεται, ὅτι διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀνταποκρίσεως ταύτης θέλετε νὰ τὸν διασύρητε.
§90ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα ὄνομα. Ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ ἀναγράφεται, ὅτι ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, ἥτις ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν μικρᾶς περιφερείας δικαστηρίου, ὁ μέγας καὶ πολὺς Τεσκερὲς διῃτᾶτο ἐλευθέρως...
§91ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις προέβη εἰς τὴν προφυλάκισιν πλείστων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ἀνωτέραν θέσιν ἐν τῇ πόλει τῶν Φιλιατρῶν, ὀφείλεται ἡ φυγάδευσις τοῦ Τεσκερὲ ἐκεῖθεν καί ἡ ἐν Ἀθήναις σύλληψίς του.
§92Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ὑπηρετῶν κατὰ τὸ 1892 ὡς δικαστὴς ἐν Κυπαρισσίᾳ, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ὅτι κατεδίωξε πάντας τοὺς ὑποθάλψαντας τὸν Τεσκερὲν, καὶ διὰ τῆς καταδιώξεως ἐκείνης ἠναγκάσθη οὗτος νὰ φυγαδευθῇ εἰς Ἀθήνας, ὅπου συνελήφθη.
§93ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τέλος πάντων, Κύριοι, ἀφοῦ τινες, δι’ οὓς λόγους αὐτοὶ γνωρίζουσι, κόπτονται νὰ μὴ ἀναγνωσθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ γραφέντα ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐφημερίδι, δὲν προβαίνω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τούτων, τοῖς πᾶσιν ἄλλως τε γνωστῶν, ἀρκούμενος νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν πεῖραν τῶν πλειοτέρων ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε, πῶς λειτουργοῦσι τὰ δικαστήρια. Ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως, καὶ ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς δικηγόρος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις λειτουργεῖ κατὰ τρόπον πολὺ μειονεκτοῦντα τῆς τῶν μεγάλων πόλεων. Ἐὰν ἐρωτήσητε τὰ δικαστικὰ Συμβούλια, φρονῶ ὅτι ὁμοφώνως θὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων ἠκούσατε ὅτι οὕτως οἱ πολῖται δύνανται εὐχερέστερον νὰ εὑρίσκωσι τὸ δικαστήριον, καὶ ὅτι, ὅταν αἱ δίκαι πολλαπλασιάζωνται, τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται ἐκ τοῦ χαρτοσήμου. Κατὰ τὴν γνώμην μου, Κύριοι, αἱ θεωρίαι αὗται εἶναι ἓν ἔτι ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, τὰ δικαστήρια ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ εἶχον ὀλιγωτέρας ἐργασίας, καὶ ἂς ἐζημιοῦτο τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Ὑπάρχει Κύριοι, ἓν Κινεζικὸν ῥητὸν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκείνη εἶναι μᾶλλον εὐτυχής...
§94ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶναι ἡ Κίνα.
§95ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸ λέγει ὁ Κομφούκιος, σοφὸς ἀνὴρ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ μὲν κλίμακες τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν σχολείων εἶναι λεῖαι, καθαραὶ, ἐκ τῆς πληθύος τῶν ἀναβαινόντων καὶ καταβαινόντων, αἱ δὲ κλίμακες τῶν δικαστηρίων πλήρεις χόρτου, ἡ Πολιτεία ἐκείνη εὐνομεῖται. Ὁ σοφὸς ἐκεῖνος εἶχε δίκαιον· ὅσῳ συχνότερον καταφεύγουσιν οἱ πολῖται εἰς τὰ δικαστήρια, τόσῳ περισσότερον δεικνύεται, ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα στεροῦνται δικαιοσύνης.
§96Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καλλίτερον νὰ ἐλέγετε, ὅπου δὲν ὑπάρχουν ἐγκλήματα, δὲν ὑπάρχουν καὶ δικαστήρια.
§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας δίδετε τὸ ἐπιχείρημα νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ὁμιλεῖτε Κινέζικα.
§98ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐκ τοῦ γνωμικοῦ τούτου ἐγὼ ἐξάγω ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Τὸ ζήτημα τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων δὲν φέρεται τὸ πρῶτον, οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, εἶναι καινοφανῆ, διότι πολλάκις ἠκούσθησαν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ὁσάκις δ’ ἤρχετο ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ προσθήκης δικαστηρίων, πάντοτε ἡ Βουλὴ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικαστηρίων εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἄλλως εἶναι ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων ἐθνῶν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν μου· ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ἤμεθα πρωτότυπον Βασίλειον οὐ μόνον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ! Οὐδαμοῦ, Κύριοι, ὑπάρχει Πρωτοδικεῖον ἔχον δικαιοδοσίαν ἐπὶ περιφερείας μικροτέρας τῆς ἰδικῆς μας, τῆς νομαρχιακῆς. Καὶ εἰς ἄλλα Κράτη παρατηρεῖται ἡ δυσχέρεια τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δημιουργοῦσι καὶ δικαστήρια. Οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἔν τινι ἀποκέντρῳ τμήματι τοῦ Κράτους δυσχερῶς εὑρίσκει ὁ πολίτης τὴν δικαιοσύνην, πρέπει νὰ προικίσωμεν αὐτό, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, καὶ μὲ ἓν δικαστήριον· διότι τότε πρέπει πανταχοῦ νὰ συστήσωμεν δικαστήρια· καὶ ἂν συνιστῶμεν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, διατὶ δὲν συνιστῶμεν καὶ εἰς τὴν Κυνουρίαν, δὲν συνιστῶμεν καὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ εἰς τὴν Θήραν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀνάφην; Κατὰ τὴν τοιαύτην λογικὴν σκέψιν, ὀφείλομεν καὶ εἰς πᾶσαν νῆσον τῶν Κυκλάδων νὰ συστήσωμεν ἀνὰ ἓν δικαστήριον, διότι αἱ πλεῖσται τῶν νήσων τούτων πάσχουσιν ἐξ ἐλλείψεως συγκοινωνίας, τὰ συμφέροντα δ’ ἐνίων αὐτῶν εἶναι ἀνώτερα τῶν συμφερόντων τῆς Εὐρυτανίας, διότι αἱ νῆσοι αὗται ἔχουν καὶ ἐμπόριον ἀνεπτυγμένον καὶ παραγωγὴν μεγαλειτέραν καὶ ναυτιλίαν ἱστιοφόρον, ὥστε εὐλογώτερον δύνανται ν’ ἀξιώσωσιν ἕδραν δικαστηρίου. Γνωρίζω, Κύριοι, ὁποία θέλει εἶναι ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ὑπηρέτησα ὡς δικηγόρος καὶ γνωρίζω τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, ἐνόμισα καθῆκον ἐπιβαλλόμενον νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικαστηρίων ὀλέθριον, ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου. Εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσιν οἱ φόβοι μοι, διότι τὸ κακόν, ὅπερ τυχὸν θὰ ἐπέλθει, θὰ ἦναι ἀθεράπευτον, καθόσον, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἰδιάζον τὸ νομοσχέδιον, ὅτι γινόμενον ἅπαξ νόμος τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ...
§99Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἀποχωρίζεται ἡ Κορινθία.
§100ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὰς πεποιθήσεις μου. Ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ὀφέλη τῆς Κορινθίας ἐν γένει, ἐπιτραπήτω μοι νὰ μὴ συμμερισθῶ μήτε τὰ ἐπιχειρήματα μήτε τὰς προσδοκίας τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ αὐτῆς.
§101ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι τὸ δικαστήριον Ναυπλίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀσχολεῖται εἰς ὑποθέσεις Κορινθιακάς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν θέλετε νὰ γείνῃ Πρωτοδικεῖον ἐν Κορινθίᾳ (Θόρυβος).
§102ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβές. Δὲν ἐξετάζω ἂν ζημιοῦται τὸ Ναύπλιον ἢ ὄχι διότι ἡ Κόρινθος ἀποκτᾷ δικαστήριον· βεβαίως ὅμως πλὴν τῆς πόλεως Κορίνθου ἡ λοιπὴ Κορινθία οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς συστάσεως Πρωτοδικείου. Ἂν καταφέρωμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καταφέρομαι ἐν πεποιθήσει, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο θὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα εἰς τὴν καὶ ἄλλως χωλαίνουσαν δικαιοσύνην. Οἱ πάντες γνωρίζομεν, ποῦ ἔγκειται τὸ μικρόβιον τῆς ἀσθενείας τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων τὸ μικρόβιον τοῦτο θὰ πολλαπλασιασθῇ, θὰ καλλιεργηθῇ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πλὴν εὔχομαι, οἱ λόγοι μου, οἵτινες θὰ μείνωσι γεγραμμένοι, νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσι.
§103Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μέγα εὐτύχημα διὰ τοὺς συνηγόρους τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οὐδεὶς τῶν προλαλησάντων ἠρνήθη ὅτι τὸ καθεστὼς διοικητικὸν σύστημα δὲν εἶναι πλημμελὲς καὶ ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ἡ διόρθωσις αὐτοῦ. Πάντες ἀνωμολόγησαν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην διαιρέσεως εἰς μικροτέρας διοικητικὰς περιφερείας. Δι’ ἐμέ, θεωρητικὴν μόνον ἀξίαν ἔχει ἡ ἐν τῇ διοικήσει θέσις τοῦ ἐπάρχου, οὐχὶ ὡς κυρίου ὀργάνου τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὡς μέσου προπαρασκευαστικοῦ τοῦ νομάρχου καὶ δημάρχου. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ἀφοῦ τὸ καθεστὼς σύστημα καταδικάζεται, τί ἐπιβάλλεται νὰ πράξωμεν, συμφώνως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ὑπαρχόντων νομῶν πρὸς κανονικωτέραν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ἐκφέρω σκέψεις τινάς. Οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει, ὅτι τὸ καθεστὼς σύστημα χρήζει βελτιώσεως. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, καθόσον ἡ ἐποπτεία ἡ ἐξασκουμένη ἤδη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν εἶναι ἡ ἐποπτεία, τὴν ὁποίαν προσδοκᾷ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Πάντες γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὁποία διοίκησις βασιλεύει ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀναμφήριστον, ὅτι τοῦτο συμβαίνει καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ἐποπτείας διοικητικῆς καὶ ἕνεκα τοῦ ἀκαταλλήλου τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δύνανται, σωφρόνως καὶ τελεσφόρως ἐνεργοῦντα, νὰ διορθώσωσι τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν τοῖς καθέκαστα τῆς διοικήσεως. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν διαφόρως νὰ ἐνασκῆται ἡ τοιαύτη ἐπίβλεψις κατὰ τὸ νῦν σύστημα ἢ κατὰ τὸ προηγουμένως ὑφιστάμενον, καθόσον ἡ μεγάλη ἔκτασις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ὁ μέγας πληθυσμὸς τούτων δὲν συντελοῦσι ποσῶς εἰς τὴν ἐφικτὴν ἀντίληψιν καὶ ἄμεσον παρέμβασιν τοῦ νομάρχου. Οὕτω μεγάλη συντελεῖται διοικητικὴ παραλυσία, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου. Διότι ἀληθὲς τυγχάνει, ὅτι ἡ τοιαύτη παραλυσία ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐπιβλέψεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, εἰς τὸν διοικητικὸν ὀργανισμὸν, πρὸ πάντων ἐπιδρᾷ καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι βελτιωθῆ, ἐφαρμοζομένου τοῦ νέου συστήματος. Ὡς πρόχειρον παράδειγμα φέρω τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους καὶ τὰς λοιπὰς βεβαιώσεις τῶν διαφόρων φόρων, τὰς ὁποίας αἱ διάφοροι οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ ἄνευ τινὸς ἐπιβλέψεως διενεργοῦσι, καταπιέζουσαι τοὺς πολίτας. Ἂν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ἦσαν ἐγγύτερον πρὸς τὰ πράγματα καὶ ἐνήσκουν τὴν δέουσαν ἐποπτείαν, θὰ εἴχομεν διάφορα ἀποτελέσματα οἰκονομικὰ, αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων θὰ ἦσαν μεγαλείτεραι· καὶ ἐκ τούτου δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ εἰσαγομένη μεταρρύθμισις θέλει ὠφελήσει τὰ δημόσια συμφέροντα, συντελοῦσα αἰσθητῶς εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ προβληθὲν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς μεγάλας δαπάνας, δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι καὶ οἱ προβάλλοντες τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν αἱ ἐλαττωματικαὶ χωρογραφικῶς διοικητικαὶ περιφέρειαι, ἀλλὰ νὰ ἀνασυσταθῶσι τὰ ἐπαρχεῖα, βεβαίως θὰ ἦναι ἴση ἢ καὶ μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσωσιν οἱ μισθοὶ ἕνδεκα μόνον νομαρχῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐπάρχων ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει εἶχε καταπέσει, διότι οὐδὲν κῦρος εἶχον οἱ εἰσαχθέντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκείνῃ, οὐδὲ ἱκανότητα ἔδειξαν, οὐδὲ δικαιοδοσίαν εὐρεῖαν περιεβάλλοντο, ὅπως ἀσκήσωσιν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι οἱ διοικηταὶ ἤδη, ἀμεσώτερον εὑρισκόμενοι πρὸς τοὺς πολίτας, θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἁρμονικὴν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Μὴ λησμονεῖτε τὸ Γαλλικὸν ἀξίωμα «δότε μοι καλὴν διοίκησιν, νὰ σᾶς δώσω καλὰ οἰκονομικά». Ἐγὼ διὰ τοὺς λόγους τούτους κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ βάσιν, τὴν δικαστικήν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη λειτουργεῖ ἐλαττωματικῶς εἰς τὰς μικρὰς περιφερείας, ὡς ἤθελον οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἰσχυρισθῶσι...
§104Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα (θόρυβος). Ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, κέντρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἑπτὰ χιλιάδας κατοίκους, καὶ ζητοῦσι νὰ μείνῃ τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου, τὸ ὁποῖον ἔχει κατοίκους πέντε χιλιάδας μόνον καὶ εἶναι μικρότερον κέντρον. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα προτείνωσι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν.
§105ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν πέντε χιλιάδων κατοίκων τοῦ Ναυπλίου οἱ 1500 εἶναι ἐπιστήμονες. Λησμονεῖτε ὅτι εἰς τὸ Ναύπλιον ὀφείλετε τὴν ἐλευθερίαν σας; Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὰ λέγητε αὐτά! Ἔχει δικαιώματα μεγάλα τὸ Ναύπλιον. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§106Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βλάβη οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὰ δικαστήρια ἐν μικροτέραις περιφερείαις θέλουσι σὺν τοῖς ἄλλοις τελεσφόρως ἐπιδράσει ἐπὶ τὴν μόρφωσιν τῆς κοινωνίας. Εἶναι περίεργον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προβάλλουσιν οἱ ἐναντία φρονοῦντες, ὅτι ἐξευτελίζεται ἡ δικαιοσύνη εἰς μικρὰ κέντρα· ὁ καλὸς δικαστής, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἦναι, θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του, εἴτε ἐν Πάτραις, εἴτε ἐν Κορίνθῳ, εἴτε ἐν Λεβαδείᾳ· ὁ δικαστικὸς αὐτοῦ χαρακτὴρ μένει ὁ αὐτός. Εἶναι περίεργον τὸ ἐπιχείρημα νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ δικαστικὸς χαρακτὴρ μεταβάλλεται ἀναλόγως τῶν περιφερειῶν, εἰς ἃς ὁ δικαστὴς εὑρίσκεται. Ὁ καλὸς δικαστής, ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃ, θὰ ἦναι καλός. Εἰπέτε καθαρά, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἐφρόντισε νὰ κάμῃ καλοὺς δικαστάς· αὐτὸ εἶναι μία γνώμη, ἀλλὰ νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι ὁ χαρακτὴρ μεταβάλλεται ἀναλόγως τῆς τοποθετήσεως τοῦ δικαστοῦ, αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ἀνάξιον προσοχῆς. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θεωρῶνται ὡς αἰτία τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης μόνον οἱ δικασταί· ἂς φροντίσῃ ἡ Πολιτεία νὰ καταρτίσῃ καλλιτέρους δικαστάς, ἀμείβουσα αὐτοὺς ἐπαρκῶς καὶ ἐκλέγουσα τοὺς καλλιτέρους· ὅταν οὕτως εἰσέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰ κατάλληλα πρόσωπα, βεβαίως θὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των παντοῦ, καὶ ἐν Κορίνθῳ καὶ ἐν Καρπενησίῳ καὶ ἐν τῇ ἐσχάτῃ γωνίᾳ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν θέλει μεγάλως ἐλαττωθῆ τὸ ἔγκλημα, ἡ ἐκπολιτιστικὴ δύναμις τοῦ δικαστηρίου θέλει ἐπιδράσει τελεσφόρως ἐπὶ τὴν Πολιτείαν ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἥτις θὰ ἐμπνευσθῇ εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀπονέμηται ταχέως, ἀσφαλῶς καὶ ἀμερολήπτως. Καὶ θέλουσιν ἐλαττωθῆ αἰσθητῶς τὰ ἐγκλήματα, διότι σήμερον ὡς ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας τοῦ ἀδικήματος καὶ τῆς βραδύτητος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, δύο αἰτίων κυρίων τῆς αὐξήσεως τῆς ἐγκληματικότητος, εὑρισκόμεθα εἰς ἣν κατάστασιν θέλετε νὰ παραστήσητε. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐκ τῆς δικαστικῆς μου πείρας, ὅτι ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ περιγράψητε, ἐν τοῖς δικαστηρίοις ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν διαιώνισιν καὶ εἰς τὴν ἐκκρεμότητα τῶν δικῶν, ἥτις ἐπέρχεται κυρίως ἐκ τῶν μεγάλων ἀποστάσεων, αἱ ὁποῖαι χωρίζουν τὰς διαφόρους κοινότητας ἀπὸ τὰ δικαστικὰ κέντρα. Γνωρίζω ἐκ πείρας, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων ἀναβάλλονται συνεχῶς, διότι ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀποστάσεων μέγισταί εἰσιν αἱ δυσχέρειαι τῆς μεταβάσεως τῶν μαρτύρων καὶ τῶν διαδίκων εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου. Ἄν καταστήσητε τὰ δικαστήρια προσιτώτερα λόγῳ ἀποστάσεως πρὸς τοὺς πολίτας, ἀσφαλεστέραν καὶ ταχυτέραν θὰ ἔχητε ἀπονομὴν δικαιοσύνης. Ἡ πεποίθησις δὲ ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην ταχεῖαν καὶ τιμωρὸν ἀδέκαστον τοῦ ἀδικήματος θέλει συντελέσει σωτηρίως εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἐγκληματικότητος καὶ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου βεβαιοῦται διὰ στατιστικῶν. Ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστηρίων Ἀμφίσσης καὶ Κυπαρισσίας ἡ ἐγκληματικότης ἠλαττώθη καταπληκτικῶς. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, καὶ τὴν ζημίαν τὴν πλουτολογικὴν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους ἐν γένει ἐκ τῆς ἐπὶ ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους ἀπομακρύνσεως ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν σωρείας μαρτύρων καὶ σωρείας διαδίκων, καὶ τὴν ἐντεῦθεν προερχομένην ζημίαν καὶ εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, αἵτινες ἑκάστοτε στεροῦνται χειρῶν πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τούτων. Αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ λάβῃ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Ἡ γνώμη Κύριοι, τῆς αὐξήσεως τῶν Πρωτοδικείων δὲν εἶναι σημερινή· ἀνέγνων εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ 1867, ὅτι καὶ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐντριβέστατος ἦτο εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ εἶχεν ἀντιληφθῆ ζωηρῶς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἦτο ὑπὲρ τῆς συστάσεως Πρωτοδικείων. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μᾶς κατηγοροῦσιν, ὅτι ζητοῦμεν προνόμιον παρὰ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ δὲν ἀξιοῦσι νὰ ἔχωσι προνόμια οἱ ἐπιζητοῦντες νὰ ἔχωσι τὸ μονοπώλιον τῆς δικαιοσύνης; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔχει περιέλθει ἡ Κορινθία ἐκ τῆς ἐλλείψεως δικαστηρίων. Ἡ Κορινθία ἀποτελεῖται ἀπὸ 65 χιλιάδας κατοίκους, συμβάλλει δὲ τὰ μέγιστα εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον, διότι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων ἐπαρχιῶν, ἡ δὲ παραγομένη σταφίς, ὀφειλομένη εἰς τὴν ἀκατάβλητον φιλοπονίαν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, εἶναι πηγὴ χρυσοῦ ἀνυπολόγιστος εἰς τὸ ἔθνος. Αἱ μεγάλαι ἀποστάσεις, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῆς ἐπαρχίας, ἐκ Ναυπλίου κατέστρεψαν ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων ἐκείνων, ἡ δὲ ἀνάγκη τῆς συστάσεως δικαστηρίου ἀνεγνωρίσθη, καὶ εἶναι ὁ εὐλογώτερος καὶ διακαέστερος πόθος τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἀξιοῦντος δικαίως ἀπὸ τὴν Πολιτείαν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν πρὸς τὸ Κράτος εἰσφορῶν του ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην καὶ μόνον, ὡς μικρὸν ἀντισήκωμα τῶν τόσων θυσιῶν του· διότι μὴ λησμονοῦμεν, Κύριοι, ὅτι μεταξὺ Πολιτείας καὶ πολιτῶν ὑφίσταται ἀλληλεγγύη, ἵνα οἱ μὲν πολῖται εἰσφέρωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν φόρους καὶ αἷμα πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἡ δὲ Πολιτεία χορηγῇ ὡς ἀντάλλαγμα εἰς τοὺς πολίτας παιδείαν, δικαιοσύνην, ἐκκλησίαν καὶ διοίκησιν ἀγαθὴν ἐν γένει. Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται ὅτι ἐν Εὐρώπῃ τὰ κέντρα τὰ δικαστικὰ εἶναι μεγάλα, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια ἔχουν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, ἐν Ἑλλάδι ποῖα μεγάλα κέντρα ἔχομεν, ὥστε νὰ ζητῶμεν προτιμήσεις; Ἀφαιρέσατε τὰς Ἀθήνας καὶ δύο τρεῖς ἄλλας πόλεις, αἱ ἄλλαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Τί διαφέρει ἡ Κόρινθος τοῦ Ναυπλίου ἢ τῆς Λευκάδος ἢ τῆς Λαμίας; Ἅπασαι αἱ πόλεις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν· ἡ αὐτὴ κοινωνικὴ μόρφωσις ὑπάρχει παντοῦ, αἱ αὐταὶ ἕξεις, ἡ αὐτὴ πολιτικὴ ἀνατροφή. Ἀλλὰ ποία σύγκρισις μεταξὺ τοῦ λαοῦ τῆς Γαλλίας ἢ τοῦ Βελγίου πρὸς τὸν ἑλληνικὸν, εὑρισκόμενον εἰσέτι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκπολιτιστικῆς του σταδιοδρομίας, ὥστε νὰ συγκρίνωσι τὰς δικαστικὰς περιφερείας τῆς Γαλλίας πρὸς τὰς τῆς Ἑλλάδος; Ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ ἐπηρεασμὸς τῶν δικαστῶν θὰ ἦναι μέγας εἰς τὰ μικρὰ κέντρα· ἀλλὰ εἰς τοῦτο δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ μένωσιν εἰς τὰ μεγάλα κέντρα λόγῳ τῆς εὐχαρίστου αὐτόθι διαμονῆς των, αὐτοὶ κυρίως θέλουσι τείνει εὐήκοον οὖς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἰσχυρῶν, ὅπως μένωσιν ἐκεῖ. Τέλος ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν θὰ ἦναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία θέλουσιν ἀπολαύει ἀντὶ τῆς μικρᾶς αὐτῆς δαπάνης. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, πάντα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσι, φρονῶ, ἀξίαν καὶ οὐδὲν θὰ εἰσφέρωσιν ἀγαθὸν, ἂν μὴ ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἀντιληφθῇ ἐκ περιωπῆς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς καὶ μετ’ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ καλῆς πίστεως, ξένη πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς μικροπολιτικῆς, ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα ἐν τῇ Διοικήσει, τὰ δυνάμενα νὰ ἀρθῶσιν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἐντολῆς των, ἐμπνέουσα τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν πάντες οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, δὲν εἶναι γράμμα νεκρὸν,—διότι, ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει ὑφίστανται ἐνδοιασμοὶ, ἂν τὸ κῦρος τοῦ νόμου δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀκατάβλητον δύναμίν του καὶ ἐπὶ τοὺς εὐνοουμένους τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ ταύτῃ τῇ σκληρᾷ ἔγκειται ἡ κλεὶς τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου. Τῆς κακοδαιμονίας ταύτης τὰ ἀποτελέσματα καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ἐκφάνσεις ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ζωῆς ἀπέδειξεν ὁ τελευταῖος ἀτυχὴς πόλεμος. Μέγας καὶ εὐτυχὴς κλῆρος ἔλαχεν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ παθήματα ἐγένοντο ἡμῖν διδάγματα, διότι, εἰρήσθω καὶ πάλιν, ἄνευ καταλλήλων προσώπων, αἱ προτεινόμεναι διοικητικαὶ μεταρρυθμίσεις οὐ μόνον δὲν θέλουσι συντελέσει εἰς ἀγαθὸν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ θέλουσιν ἐπιδεινώσει τὴν κακοδαιμονίαν καὶ τὰ δεινὰ τῆς πολιτικῆς διαφθορᾶς. Ἡμεῖς οἱ νεώτεροι ἐπιθυμοῦμεν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἐφεξῆς θέλουσι φροντίσει, ὅπως ἀνοίξωσι νέους ὁρίζοντας ἐν τῇ διοικήσει καὶ τάμωσι νέαν ὁδὸν πρὸς τιμιωτέραν καὶ καλλιτέραν παρασκευὴν τοῦ μέλλοντος, εἰς τὸ ὁποῖον σωφρονοῦντες καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ ἑξῆς μετὰ πεποιθήσεως.
§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§110Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἦναι διάταξις, ἥτις, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνηται, ὡς πολλαὶ ἄλλαι, ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι ἡ διάταξις, ἥτις θὰ ἔθετε περιορισμὸν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ νομοθετεῖν περὶ μεταβολῶν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Τὸ Σύνταγμα, κανονίσαν τὰ τῆς συντάξεως ἐν γένει τῆς Πολιτείας, ἔθηκε φραγμὸν κατὰ πάσης μεταβολῆς αὐτῶν, τυχὸν ἀπερισκέπτως γινομένης. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαία ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο τοιοῦτον φραγμὸν ἔπρεπε νὰ θέσῃ καὶ κατὰ μεταβολῶν, αἵτινες σκοποῦσι νὰ μεταβάλωσιν ἐντελῶς τὸ διοικητικὸν καθεστὼς τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ Πολιτεία κυβερνᾶται κατὰ θεμελιώδεις διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ διοικῆται ὁμοίως κατὰ θεμελιώδεις τινὰς βάσεις καὶ κανόνας, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία, ὅπως αἱ Βουλαὶ ἢ αἱ ἑκάστοτε πλειονοψηφίαι αὐτῶν μεταβάλλωσιν, ὅταν θέλωσιν. Οἱ κίνδυνοι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου δὲν εἶναι μικρότερα ἐν ταῖς ῥιζικαῖς ἀνατροπαῖς τῆς διοικήσεως ἢ ἐν πολλαῖς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἃς τοῦτο ἐξῄρεσε τῆς συνήθους ἐξουσίας τῶν Βουλῶν. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα, μὴ θέσαν ὁμοίους φραγμοὺς, βεβαίως ἐνόησεν ὅτι μετὰ περισκέψεως θέλουν προβαίνει αἱ Κυβερνήσεις εἰς μεταβολὰς, οἷαι αἱ ὁλοκλήρου τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τῷ τόπῳ. Διότι, Κύριοι, δὲν εἶναι μικρὸν τόλμημα τὸ νὰ βλέπωμεν αἴφνης Κυβέρνησιν ἄνευ προηγουμένης ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης λαμβάνουσαν τὸν Διοικητικὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος, ἀναγράφουσαν νέας διοικητικὰς διαιρέσεις, νέους συνδυασμοὺς, καὶ διατάττουσαν, ὅπως αἱ δεῖνα καὶ δεῖνα ἐπαρχίαι χωρισθῶσιν ἀπὸ τούτων καὶ ἑνωθῶσι μετ’ ἐκείνων. Δὲν εἶναι ἀσήμαντόν τι ἔργον τὸ νὰ διατάττῃ μία Κυβέρνησις, ὅπως ὡρισμέναι πόλεις τοῦ Κράτους καταστῶσι τὸ κέντρον ἐπὶ ζημίᾳ ἢ κατὰ προτίμησιν ἄλλων νέων νομῶν, δηλ. τὸ κέντρον ὅλων τῶν διοικητικῶν δυνάμεων, ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, ὅλων τῶν ἱδρυμάτων καὶ καταστημάτων, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐν παντὶ νομῷ. Ἔκ τινος πρωτευούσης σήμερον νομοῦ θ’ ἀφαιρεθῶσιν ὁλόκληροι ἐπαρχίαι καὶ ἐν νέᾳ πρωτευούσῃ θὰ συγκεντρωθῶσιν ἡ Νομαρχία, ὁ Ἐπιθεωρητὴς, τὸ Πρωτοδικεῖον, αἱ φυλακαὶ, Φρουραρχεῖον, Γυμνάσιον, Ἐπίσκοπος, Ἐφορία, Ταμεῖον, Στρατολογικὸν Γραφεῖον, τέλος πάντων ὅλαι αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ καὶ αἵτινες παρέχουν τόσας εὐκολίας καὶ τόσας ὠφελείας ὑλικὰς εἰς τοὺς κατοίκους, καὶ γίνονται τόσα κέντρα νέων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἄλλαι ἐπαρχίαι ἢ θὰ στερηθῶσιν ἢ δὲν θ’ ἀπολαμβάνωσιν, ὡς ἐπεθύμουν ἐπίσης ν’ ἀπολαμβάνωσι. Τοιαῦται μεταβολαὶ εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τοὺς μὲν, ἐπιζήμιοι εἰς τοὺς δὲ, διότι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνέχουν προτιμήσεις καὶ ἀποκλεισμοὺς καὶ ἀδύνατον νὰ μὴ προκαλοῦν δυσαρεσκείας καὶ ἀντιζηλίας. Τοιαῦται μεταβολαὶ δυνατὸν νὰ γείνουν καὶ μέσον κομματικῆς κερδοσκοπίας. Ὅταν τινὰς ἐπαρχίας ἐν ταῖς μεταβολαῖς αὐταῖς προτιμᾶτε, δυνατὸν μὲν νὰ δυσαρεστῆτε ἄλλας καὶ ν’ ἀπόλλυτε αὐτὰς, ἀλλ’ εὐχαριστεῖτε καὶ ἀποκτᾶτε ἄλλας; ἡ κερδοσκοπία δ’ αὕτη δύναται νὰ παρασύρῃ Κυβερνήσεις καὶ πλειονοψηφίας εἰς μεταρρυθμίσεις, αἵτινες καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἀποτελέσουν ἕνα τῶν σκοπῶν τῶν κομμάτων παρ’ ἡμῖν. Ἄν ὑπάρχῃ τι κακὸν, ἡ διόρθωσις πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τρόπον μὴ δίδοντα χώραν εἰς διακρίσεις καὶ προτιμήσεις, ὡς γίνεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διὰ τοῦτο τοιαύτας μεταβολὰς σπανιώτατα βλέπομεν εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐγὼ τοὐλάχιστον σπανίως ἐνθυμοῦμαι νὰ ἀνέγνωσα τοιαύτας, ὁποίας βλέπομεν σήμερον γιγνομένας διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐξ ἐναντίας μάλιστα παρατηρεῖ τις ἀλλαχοῦ τοσοῦτον σεβασμὸν πρὸς τὰ καθεστῶτα, τοσοῦτον σεβασμὸν πρὸς τὰ αἰσθήματα τὰ τοπικὰ, πρὸς τὰς μακρὰς παραδόσεις καὶ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν διαφόρων στοιχείων τῆς χώρας, ὥστε κατάστασιν πολὺ χείρονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν νῦν ἡμεῖς θέλομεν δῆθεν νὰ διορθώσωμεν, δὲν ἐτόλμησαν οὐδὲ τολμῶσιν ἀκόμη νὰ θίξωσιν, ἵνα μὴ προσκρούσωσιν εἰς αὐτάς. Δύο παραδείγματα σχετικὰ θέλω ἀναφέρει, ἐξ ὧν θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὰ διοικητικὰ καθεστῶτα, ἥτις παρ’ ἄλλοις Κράτεσιν ἐπικρατεῖ. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουν 36000 δῆμοι. Μεταξὺ αὐτῶν οἱ 17,000 δὲν ἔχουν πληθυσμὸν ἕκαστος ἀνώτερον τῶν 500 ψυχῶν. Πᾶς τις ἐννοεῖ ὁποία ἡ δημοτικὴ κατάστασις Κράτους, τὸ ὁποῖον περιέχει, ὅσον μέγα καὶ ἂν ἦναι, 17,000 δήμους, ὧν ἑκάστου ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 500 ψυχάς. Πᾶς τις ἐννοεῖ τὰς δυσκολίας, ἃς παρέχουν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δημοτικοῦ σκοποῦ τοσοῦτο μικροὶ καὶ ἀναγκαίως πτωχοὶ δῆμοι, καὶ τὴν ἀνάγκην, ἣν ἀναγκαίως αἰσθάνεται τὸ Γαλλικὸν Κράτος, τοιαύτην κατάστασιν δήμων, ἐχόντων πολλάκις 200 καὶ 300 μόνον ψυχὰς, νὰ μεταβάλῃ. Ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδόλως ἐπεχείρησαν τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ τὴν μεταβολὴν αἱ Γαλλικαὶ Κυβερνήσεις διὰ συγχωνεύσεως τῶν δήμων αὐτῶν, σεβόμεναι τὰ αἰσθήματα τῶν μικρῶν αὐτῶν τοπικῶν ὁμάδων καὶ φοβούμεναι μὴ προσκρούσωσιν εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῶν κατοίκων καὶ διεγείρωσι τὰς ἀντιζηλίας. Ἄλλο σχετικὸν παράδειγμα ἔχομεν τὴν διαίρεσιν εἰς ἐπαρχίας τῆς Γαλλίας. Ἐν Γαλλίᾳ ἐντὸς τῶν νομῶν ὑπάρχουν 275 ἐπαρχίαι. Τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς ἠθέλησε νὰ καταργήσῃ τὸ δημοκρατικὸν κόμμα μετὰ τὸ 1870, διότι ἐθεώρει ὅτι αὗται κατὰ μέγα μέρος, δηλαδὴ τὰ arrondissements, εἶναι τὸ κέντρον τοῦ κόμματος τῶν Βασιλικῶν καὶ τοῦ κόμματος τῶν Βοναπαρτιστῶν, καὶ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, ὅταν ἐπικρατῇ τὸ σύστημα τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἐκλογῶν τῶν Βουλευτῶν, εὐκόλως ἀναδεικνύουν ὀπαδοὺς τῶν δύο αὐτῶν ἀντιδημοκρατικῶν κομμάτων, ἐνῷ τοῦτο θὰ ἦτο δύσκολον μὲ σύστημα ἐκλογῶν κατὰ νομούς. Εἰργάσθησαν ἑπομένως οἱ δημοκρατικοὶ μετὰ πολλοῦ σθένους καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπως καταργήσωσι τὰ ἐπαρχεῖα καὶ μετ’ αὐτῶν τὸ σύστημα τῶν κατ’ ἐπαρχίας βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Μίαν φορὰν μάλιστα κατώρθωσεν ἡ πλειονοψηφία ἡ δημοκρατικὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ διαγράψῃ τὴν πίστωσιν περὶ τῶν ἐπαρχείων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἥτις δὲν ἤθελε τοῦτο, παρῃτήθη. Ἔκτοτε τὰ ἐπαρχεῖα διατηροῦνται, μεθ’ ὅλην τὴν ἀντίδρασιν, οὐδεμία δὲ ἐνέργεια κατώρθωσε μέχρι τοῦδε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ αὐτά. Ὑπῆρχε δὲ ἄλλοτε καὶ ἐπεκράτει ἐν Γαλλίᾳ, ἐκτὸς τοῦ κομματικοῦ αὐτοῦ συμφέροντος, περὶ οὗ ἀνέφερα, καὶ ἡ ἰδέα, ἥτις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐγένετο ἐκεῖθεν ἄλλοτε δεκτή, ὅτι, ἂν κατηργοῦντο τὰ ἐπαρχεῖα, μόνη διοικητικὴ διαίρεσις ἀπέμενεν ὁ νομός καὶ ἀνεδεικνύετο αὐτὸς ἐκλογικὴ περιφέρεια διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναδεικνύωνται Βουλευταὶ πρόσωπα ἀνεξάρτητα, πρόσωπα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὰς στενὰς ἐπαρχιακὰς ἐπιρροάς, ἀλλ’ ἄνδρες γενικωτέρων ἰδεῶν, γενικωτέρων συμφερόντων, δυνάμενοι νὰ συγκρατῶσιν ἐφεξῆς κόμματα ἰδεῶν καὶ οὐχὶ προσωπικά. Τοῦτο, ὡς γνωστόν, ὑπεστήριξεν ἐν Γαλλίᾳ καὶ κατώρθωσε νὰ γείνῃ ἐπί τινα χρόνον δεκτὸν ὁ Γαμβέττας, ἐκεῖθεν δὲ μετεβιβάσθη τότε καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ γνώμη αὕτη καὶ μετεβλήθη ταχέως εἰς νομοθέτημα, οὕτω δὲ καθιερώθη κατὰ τὸ 1886 ἡ νομαρχιακὴ περιφέρεια, καταργηθείσης τῆς τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ μεταβολὴ ὅμως αὕτη, μεθ’ ὅλας τὰς ἐλπίδας ἃς ἐπ’ αὐτῆς τότε ἐστήριξαν οἱ εἰσηγηταὶ αὐτῆς, ἀπέτυχε, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπέτυχε διότι ὁ μακαρίτης Τρικούπης, μεθ’ ὅλην τὴν διορατικότητα αὐτοῦ, δὲν κατεῖδεν ὅτι διατηρουμένων καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν συνδυασμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀποτύχῃ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἀναγκαίως. Καὶ ἐν τῇ νομαρχιακῇ περιφερείᾳ ὁ ἐκλογεὺς ἐκαλεῖτο νὰ ἐκλέξῃ πολλοὺς Βουλευτάς· οἱ ὑποψήφιοι οὕτως ἐκαλοῦντο νὰ συνάψωσιν ὡς καὶ πρὶν συνδυασμούς. Διατηρουμένων τῶν συνδυασμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῶσι τὰ ἐπαρχιακὰ κόμματα, αἱ ἐπαρχιακαὶ ἐπιρροαί, καὶ νὰ παύσῃ ἢ νὰ περιορισθῇ ἡ ἀνάδειξις Βουλευτῶν ἀνηκόντων οὐχὶ εἰς τὰ τοπικὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ εἰς γενικωτέρας ἰδέας. Ὅταν διατηρῇ τις διὰ τῆς πολλαπλῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων καὶ ἐν τῇ νομαρχιακῇ περιφερείᾳ τοὺς ἐπαρχιακοὺς συνδυασμοὺς, διατηρεῖ ἀφεύκτως τὰς ἐπαρχιακὰς ἐπιρροὰς, διότι πᾶς τις, ἔχων τὸ ἐπαρχιακὸν αὐτοῦ κόμμα, δὲν ἔχει ἄλλο νὰ πράξῃ ἢ νὰ καλλιεργῇ καὶ αὐξάνῃ αὐτὸ δι’ ὧν συνηθίζεται μέσων, καὶ οὕτω νὰ ἦναι ἕτοιμος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γείνωσιν οἱ νομαρχιακοὶ συνδυασμοί. Οὗτοι τότε κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν συνήθων συνδυασμῶν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρωσι τὰ αὐτὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα, ὡς καὶ πρίν. Ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Τρικούπης, εἰσηγούμενος τὸ σύστημα τῶν νομαρχιακῶν περιφερειῶν, εἶχε τοὐλάχιστον αὐτὸν τὸν λόγον, τῆς βελτιώσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς χώρας διὰ τῶν ἐκλογῶν. Ἐπίστευεν ὅτι θὰ εἴχομεν καλλιτέραν ἀντιπροσωπείαν. Ἀλλὰ νῦν ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν ἢ ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν τὴν μεταβολὴν τοῦ διοικητικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ναὶ μὲν δὲν διατηρεῖται ὁποῖον ἀνέκαθεν ὑπῆρξε, δηλαδὴ τῶν 16 νομῶν μετὰ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ τέλος πάντων λειτουργεῖ μὲ 16 νομοὺς, χωρὶς νὰ καταφανῇ ὅτι ἔχει προκαλέσει ἐν τῷ τόπῳ καὶ γενικεύσει τὴν ἰδέαν μιᾶς τροποποιήσεως, οἵα ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένη; Τί ὡδήγησεν αὐτὴν, ὅπως αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν καὶ ἐλαττώσῃ τὴν περιφέρειαν αὐτῶν; Τὸ νομοσχέδιον, ὡς γνωστόν, λόγον φέρει τῆς μεταβολῆς, ἤτοι τῆς αὐξήσεως τῶν νομῶν ἀπὸ 16 εἰς 27 καὶ τῆς σμικρύνσεως τῶν περιφερειῶν αὐτῶν, τὴν ἀνάγκην τῆς προσεγγίσεως τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐγγύτερον πρὸς τοὺς διοικουμένους καὶ δεύτερον τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἐν τοῖς νομοῖς διὰ μείζονος ἀποκεντρώσεως ἢ ἀποσυγκεντρώσεως. Διότι ἔχομεν δύο τινά, ἅτινα μὲ δύο ὅρους ἐκφράζουσιν ἀλλαχοῦ, ἔχομεν τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν ἀποσυγκέντρωσιν, δηλαδὴ τὴν décentralisation καὶ τὴν déconcentration. Ἀποσυγκέντρωσις ἐννοεῖ τὰ νὰ ἀποσπῶμεν ἐκ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἢ διοικήσεως, ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ νομάρχου, δικαιώματά τινα καὶ ἐξουσίας, τὰς ὁποίας ἔχει, τοῦ ἀποφασίζειν ἢ ἐγκρίνειν ἢ ἀπορρίπτειν μέτρα τινὰ ἢ ἀποφάσεις, ληφθείσας ὑπὸ τῶν δημάρχων ἢ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀποκέντρωσις ἐννοεῖ τὸ νὰ ἀποσπῶμεν ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν διάφορα δικαιώματα καὶ ἐξουσίας τοῦ ἀποφασίζειν ἢ ἐγκρίνειν προκειμένου περὶ ἐπαρχιακῆς διοικήσεως, καὶ νὰ παραδίδωμεν αὐτὰ εἰς ἐκλεκτικὰ σώματα, εἴτε ὑπάρχοντα, ὡς τὰ νομαρχιακὰ καὶ δημοτικά, ἢ ἐπὶ τούτῳ συνιστώμενα. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι ἀποκέντρωσις καὶ ἀποσυγκέντρωσις κατὰ τὴν σήμερον κρατοῦσαν διοικητικὴν γλῶσσαν ἐν Γαλλίᾳ, ἅτινα καὶ παρ’ ἡμῖν ἐντελῶς ἐφαρμόζονται, διότι προσόμοιος πρὸς τὸν Γαλλικὸν εἶναι ὁ διοικητικὸς ὀργανισμὸς ἡμῶν. Τοῦτο λοιπὸν, ἤτοι τὴν ἀποσυγκέντρωσιν, νομίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐπέτυχεν ἐντελῶς διὰ τῆς νέας διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς 27 νομοὺς καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀρχὴ, ἐξ ἧς ὁρμᾶται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι πρέπει, ὅπως ἐπιτύχωμεν βελτίονα διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ προσεγγίσωμεν τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς πλειότερον πρὸς τοὺς διοικουμένους, τότε διατὶ δὲν παρεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρακτικώτερον, ὅτι προσφορώτερον εἰς τοῦτο μέσον ἦτο νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ ἐπαρχεῖα; Οὐ μόνον ἐγγύτερον θὰ ἦσαν τότε οἱ διοικοῦντες τῶν διοικουμένων, ἀλλὰ καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὰς διαταγὰς, ὑπὸ τὰς ὁδηγίας, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν νομαρχῶν τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα οὕτως, ἐκ τοῦ σύνεγγυς διοικοῦντα καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐπιβλεπόμενα, ἤθελον ὑπηρετεῖ καλλίτερον τὸν σκοπὸν τῆς διοικήσεως. Διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἷς νομάρχης, ὅστις μόνος θὰ ἀφεθῇ κατὰ τὴν προτεινομένην καὶ τὴν κειμένην νομοθεσίαν νὰ διοικῇ ὁλόκληρον νομόν, ἀποτελούμενον ἐκ πολλῶν ἐπαρχιῶν, θὰ διοικῇ αὐτὸν διὰ τῶν ἐπάρχων καλλίτερον, εὐστοχώτερον, ἀφοῦ ἀντὶ νὰ ᾖναι μόνος θὰ ἔχῃ πολλὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως κατ’ ἐπαρχίας, τοὺς ἐπάρχους, φωτίζοντας καὶ βοηθοῦντας αὐτόν. Σήμερον, μὴ ἔχων αὐτοὺς ὁ νομάρχης, εἰς τίνα θέλει προσφύγει, ὅπως καλλίτερον πληροφορηθῇ καὶ κατανοήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ τοῦ νομοῦ καὶ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα; Ὁ ἴδιος νὰ μεταβαίνῃ ἑκάστοτε ἐπὶ τόπου, νὰ ἐπισκέπτηται καὶ ἐξετάζῃ τὰ συμβαίνοντα, εἴτε τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας εἴτε τὴν δημοτικὴν διοίκησιν εἴτε τὴν ἐνέργειαν τῶν ἄλλων ὀργάνων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς διοικήσεως, ἣν πάντως ὁ νομάρχης πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς, εἴτε εἰδικὰ ζητήματα, τοῦτο ἀδύνατον νὰ πράξῃ. Πάντες γινώσκομεν, μεθ’ ὅλας τὰς παραγγελίας τοῦ νόμου, ὅτι σπανίως ὁ νομάρχης μεταβαίνει. Ἀλλὰ καὶ ἂν μετέβαινε, δὲν θὰ ἐπετύγχανε τοσοῦτον τοῦ σκοποῦ, ὅσον δύναται νὰ ἐπιτυγχάνῃ τῇ βοηθείᾳ τῶν ἐπάρχων. Διότι γνωστὸν τί γίνεται, ὁσάκις οἱ νομάρχαι τύχῃ νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ των· τοῦτο γίνεται γνωστὸν πρίν, καὶ ὅταν φθάσῃ ὁ νομάρχης, τὰ πάντα εἶναι ἕτοιμα. Οἱ δήμαρχοι φροντίζουσι νὰ τὸν ὑποδεχθῶσι καὶ περιποιηθῶσι, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ γείνῃ, καὶ ἀφοῦ τὸν περιστοιχίσωσι διὰ τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόμματος καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης των, μετὰ διαμονὴν μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἔτυχε πάσης περιποιήσεως παρὰ τῷ δημάρχῳ ἢ ἄλλῳ ὑπαλλήλῳ, ἐπανέρχεται εἰς τὸν νομόν, μηδὲν κακὸν ἰδὼν καὶ εὐχαριστημένος. Συμβαίνει καὶ μὲ τὰς περιοδείας αὐτὰς τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ὅ,τι ἐπὶ τῶν ἐργολαβιῶν. Ὁ ἐργολάβος φροντίζει, ὅταν πρόκειται νὰ παραληφθῇ ἓν ἔργον δημόσιον, νὰ γείνουν τὰ πάντα οὕτως, ὥστε ὁ μηχανικὸς τὰ πάντα νὰ εὕρῃ καλῶς γενόμενα καὶ τὰ ἐγκρίνῃ. Αἱ ἐπιθεωρήσεις, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένων καὶ εὐκόλως ἐξελεγχομένων ἔργων, οἵα μία οἰκονομικὴ διαχείρισις ὑπαλλήλου, δυσκόλως ἐπιτυγχάνουν. Ὁ σκοπὸς καλῆς διοικήσεως δὲν ἐπιτυγχάνεται ἢ ὅταν παρευρίσκηται ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικήσεως διαρκῶς ἐπὶ τόπου καὶ πλησίον τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμέναι ὑπηρεσίαι, καὶ καθ’ ἑκάστην τὰ παρακολουθῇ καὶ ἐπιτηρῇ, ὥστε καὶ ἡ κεντρικὴ διοίκησις διὰ τῶν διαφόρων αὑτῶν ὀργάνων νὰ δύναται, οὖσα ἐνήμερος, νὰ διατηρῇ τὴν τοπικὴν διοίκησιν ἐντὸς τοῦ καθήκοντος, ἢ νὰ ὠθῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, ὅταν δὲν ἐνεργῇ ταχέως καὶ προσηκόντως. Ἀνάγκη λοιπὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἐκτὸς τοῦ νομάρχου νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ ἔπαρχος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ὅστις νὰ παρακολουθῇ καὶ ἐπιβλέπῃ τὰς πράξεις τῶν διαφόρων ὀργάνων, ἅτινα ἄνευ ἐπιτοπίου ἐπιβλέψεως ἀδρανῶς ἢ κακῶς συνήθως ἐνεργοῦσιν. Εἶναι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον παρ’ ἡμῖν, ὅπως ὑπάρχωσιν ἔπαρχοι πλησίον ἰδίως τῶν δημάρχων, ὅσον εἴμεθα ἴσως τὸ μόνον Κράτος, ἡ Ἑλλὰς, ὅπερ ἔχει δημάρχους ἐκλεγομένους δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας. Δὲν γνωρίζω ἀληθῶς ἄλλο Κράτος, ἐν ᾧ οἱ δήμαρχοι νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας. Πανταχοῦ ἀλλοῦ, ὁσάκις δὲν ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῶν ἢ ἐκτὸς αὐτῶν. Ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ δημάρχου ἐκλεχθέντος ὑπὸ τῶν διοικουμένων αὐτῶν καὶ ζητήσαντος παρ’ αὐτῶν διὰ διαφόρων μέσων τὰς ψήφους των καὶ δημάρχου ἐκλεχθέντος ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἢ καὶ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ διοικούμενοι, πᾶς τις ἐννοεῖ. Βεβαίως δήμαρχος ὀφείλων τὴν καταγωγὴν αὑτοῦ εἰς τοὺς διοικουμένους καὶ εἰς τὴν φιλίαν καὶ τὰς σχέσεις καὶ τὰς συγγενείας αὐτῶν, καὶ μετ’ αὐτῶν συγχρωτισθεὶς καὶ συμφωνήσας περὶ πολλῶν, δι’ ἃ πρέπει ὡς δήμαρχος νὰ ᾖναι ὅλως ἀνεξάρτητος, ὅπως τύχῃ τῶν ψήφων αὐτῶν, ὅταν ἐκλεχθῇ, δὲν θὰ ᾖναι οἷος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἄρχων ὁ δημοτικός. Τοιοῦτος δήμαρχος, ὀφείλων εἰς τοιαύτας ἐνεργείας καὶ σχέσεις τὴν ἐκλογήν του, καὶ μέλλων διὰ τῶν αὐτῶν μέσων νὰ ἐκλεχθῇ καὶ πάλιν δήμαρχος, δὲν θὰ ᾖναι συνήθως ἀνεξάρτητος ἐντελῶς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων, οὐδ’ αὐστηρὸς καὶ ἀμερόληπτος ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του, ἴσως δὲ καὶ θὰ ῥέπῃ εἰς τὸ νὰ πιέζῃ πολλάκις τὴν μειονοψηφίαν, καὶ συμφέρον θὰ εὑρίσκῃ εἰς τὸ νὰ παραλείπῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Μεγαλειτέραν τούτου ἀπόδειξιν, ἵνα μὴ φέρω ἄλλο παράδειγμα, δὲν ἔχομεν ἢ τὰς Ἀθήνας. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπῆρξεν ἀδύνατον αἱ Ἀθῆναι νὰ ἔχωσι δήμαρχον, ὅστις νὰ ᾖναι ἀντάξιος τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους καὶ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου. Ποῦ ἀλλοῦ θέλετε ἀποδώσει τοῦτο; Εἰς τὴν ἔλλειψιν ἱκανῶν ἀνδρῶν; Βεβαίως ὄχι. Τοιοῦτοι ὑπάρχουσι...
§111ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ καὶ ὁ Συγγρὸς ἀπέτυχε.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Συγγρὸς δὲν ἐξελέγη. Ἐξελέγη, ἀλλ’ ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή του. Ἀλλ’ ἂν ἐγίνετο δήμαρχος, βεβαίως θὰ ἔπραττε πολὺ ὀλιγώτερα κακὰ ὅσων ἔπραξαν οἱ πρὸ αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἐπετύγχανε, διότι τὴν ἐκλογήν του δὲν θὰ ὤφειλεν, ὡς συνήθως, εἰς τὰ μέσα, δι’ ὧν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐπιτυγχάνουν καὶ ἐκλέγονται οἱ δήμαρχοι, οὐδὲ θὰ ἐφρόντιζεν ἵνα ἐκλεχθῇ καὶ πάλιν δήμαρχος, ὅπερ ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἄνευ βλάβης τῶν δημοτικῶν πραγμάτων. Οἱ δήμαρχοι ἑπομένως, οὕτως ἐκλεγόμενοι, ἀποτυγχάνουν...
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἔχει τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκλέγονται. Ἀλλ’ οὕτως ἐκανόνισε τὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν καὶ τῶν δημάρχων τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, οὐδὲν δὲ δύναται διὰ νόμου νὰ μεταβληθῇ...Γνωστοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862 συνηγόρησαν παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τοιαύτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ Συνέλευσις ἐδυσπίστει πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως, καίτοι ἀναγνωρίζοντες ὅτι τὸ Σύνταγμα σπουδαίους εἶχε λόγους, ὅπως τοιαύτην καθιερώσῃ διάταξιν, νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων κωλυμάτων, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν δημοτικὴ διοίκησις, ὁποίαν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν. Καὶ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναγάγωμεν εἰς γενικὸν λόγον τὰ πολλαπλᾶ αἴτια τῆς ἀποτυχίας τῆς δημοτικῆς διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι, ὡς πρώτιστος δέον νὰ θεωρηθῇ οὗτος, ἤτοι ἡ καταγωγὴ αὕτη τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος, ὅστις εἶναι, ὡς εἶπον, εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν ἀποστολὴν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου, διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ δήμου, ἔχων καθαρῶς τοπικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς τοῦ Κράτους ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου του. Λοιπὸν ὅπου τοιαύτη εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀρχή, ἔχομεν περισσοτέραν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ἐγγύτερον καὶ ἀμεσώτερον ἐπιβλέπουσαν τὴν ἀρχήν, ἑπομένως νὰ ἔχωμεν ἐγγύτερον αὐτῆς τοὺς ἐπάρχους, ἐπισκοποῦντας, ὁδηγοῦντας, ἐκβιάζοντας, ἀπειλοῦντας ἐνίοτε αὐτήν, ὅπως ἐντὸς τῶν καθηκόντων, ἐντὸς τοῦ νόμου περιορίζωσιν αὐτὴν καὶ ἀναγκάζωσι νὰ μὴ ἀμελῇ μηδὲ παρεκτρέπηται καὶ καταπιέζῃ. Ἀφοῦ δὲ εἴχομεν τοιαύτην διοικητικὴν νομοθεσίαν, ἤτοι τοὺς ἐπάρχους, πρὶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἤτοι πρὶν καθιερωθῇ ἡ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴ τῶν δημάρχων, ἐννοεῖται ὅτι μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 πολὺ περισσότερον ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν τοὺς ἐπάρχους καὶ νὰ ἔχωμεν πλησίον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν τὸν ἀντιπρόσωπον ἐκεῖνον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὅστις συγκρατεῖ αὐτάς. Οὗτος ἀπήρεσκε βεβαίως εἰς τοὺς δημάρχους, καὶ διὰ τοῦτο ἀπήντα ἐκ μέρους αὐτῶν τὴν μεγαλειτέραν ἀντίδρασιν, λόγῳ τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Πρόδηλον ὅτι οἱ δήμαρχοι ἡμῶν δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἔχωσι παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ὅστις νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ ἐξαναγκάζῃ αὐτοὺς πολλάκις νὰ μὴ πράττωσιν ὅσα θέλουσι καὶ ὅσα συμφέρει εἰς αὑτοὺς, διὰ λόγους κομματικούς, νὰ πράττωσι. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο μόνον τὸ ἐκ τῶν ἐπάρχων καλόν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ νομάρχης, τοιαῦτα ἔχων ὑφ’ ἑαυτὸν ὄργανα, τοὺς ἐπάρχους, καθίσταται κρείσσων ἑαυτοῦ, καὶ διοικεῖ καλλίτερον. Διότι βεβαίως καλλίτερον διοικεῖ τὸν νομὸν ὁ νομάρχης, ὅταν ἔχῃ ἐπάρχους ἐν ταῖς διαφόροις τοῦ νομοῦ ἐπαρχίαις, οἱ ὁποῖοι πληροφοροῦσιν αὐτὸν εἰλικρινῶς καὶ ταχέως περὶ πάντων καὶ ἀμέσως ἐκτελοῦσιν ὅ,τι διατάττει, ἀντὶ, ὡς νῦν, νὰ ἀναμένῃ τὰς πληροφορίας παρὰ τῶν δημάρχων ἢ τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐὰν δ’ ἤθελε καταβληθῆ ἡ προσήκουσα μέριμνα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπάρχων, ὥστε καὶ μεμορφωμένοι νὰ ἦναι καὶ πεπειραμένοι καὶ ἱκανοὶ, ἀφίνωνται δὲ ἐν τῇ διοικήσει ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἀνεπηρέαστοι, θὰ δύνανται νὰ βοηθῶσι καὶ νὰ ἐξαναγκάζωσι μάλιστα τὸν νομάρχην νὰ γίνηται κρείσσων ἑαυτοῦ, νὰ προσέχῃ καὶ φιλοτιμῆται, ὅπως μὴ φαίνηται κατώτερος τῶν ἐπάρχων αὑτοῦ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ νομοῦ, ἀλλὰ καθοδηγῇ αὐτοὺς, ὡς ἐμπρέπει εἰς προϊστάμενον καὶ λόγῳ πείρας μείζονος καὶ λόγῳ βαθμοῦ. Ἀναμφισβήτητον ὅτι μὲ καλοὺς ἐπάρχους ὁ νομάρχης θὰ ἦναι καλλίτερος ἢ ἀφινόμενος μόνος νὰ διοικῇ τὸν νομὸν, ὡς σήμερον. Ἀλλὰ προετάθη καὶ προτείνεται ὡς δικαιολόγησις τῶν μεγαλειτέρων νῦν διοικητικῶν περιφερειῶν — μεγαλειτέρων δηλαδὴ τῶν περιφερειῶν τῶν ἐπαρχείων — ὁ λόγος τῆς βελτιώσεως παρ’ ἡμῖν τῆς συγκοινωνίας. Τὸ τῆς βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας ζήτημα νομίζω ὅτι τὸ ἐξογκώνομεν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἀπό τινος ἐβελτιώθη ἡ συγκοινωνία ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ δὲν προήχθη αὕτη εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἀποστάσεις πλέον καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται. Ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις διατελεῖ ἀκόμη εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν διασχίζονται ὑπὸ σιδηροδρόμων καὶ δρόμων καὶ διωρύγων, διατηροῦνται τὰ ἐπαρχεῖα, νομίζω ὅτι ἐνέχει τι τὸ ὑπεροπτικὸν καὶ κομπαστικὸν νὰ λέγωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἤδη ἡ συγκοινωνία ἐβελτιώθη τοσοῦτον καὶ ἐσμίκρυνε τὰς ἀποστάσεις, ὥστε δυνάμεθα νὰ διοικώμεθα καὶ εἰς μεγαλειτέρας περιφερείας. Ποία εἶναι τέλος αὐτὴ ἡ συγκοινωνία ἡ μεγάλη, τὴν ὁποίαν θαυμάζομεν; Ἐὰν λάβωμεν τὴν σιδηροδρομικὴν, βλέπομεν ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ σιδηρόδρομοι εἶναι οἱ βραδύτεροι, ἐξ ὅσων ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ, διότι ὄχι μόνον διατρέχουσιν ἐλάχιστα χιλιόμετρα καθ’ ὥραν, ἀλλὰ καὶ ταῦτα πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν ὀλιγώτερα, διότι οἱ σιδηρόδρομοι δὲν ἐργάζονται τὴν νύκτα. Ἐὰν ὑπολογίσητε ὅτι οἱ ἡμέτεροι σιδηρόδρομοι διατρέχουσι μόνον 25 χιλιόμετρα τὴν ὥραν, πρέπει νὰ ὑπολογίσητε ταῦτα ἐργασίαν μόνον τῆς ἡμέρας καὶ ἀναλόγως τότε νὰ τὰ περιορίσητε εἰς 12 χιλιόμετρα. Οὕτως, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἀναχωρεῖ τις ἐξ Ἀθηνῶν διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας, ὅπως διεξαγάγῃ μίαν ὑπόθεσιν, καὶ φθάνῃ περὶ τὸ ἑσπέρας, εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ εὕρῃ κεκλεισμένα τὰ γραφεῖα, εἴτε τὰ ἰδιωτικὰ ἢ τὰ δημόσια, καὶ θὰ ἦναι ἀδύνατον ἴσως νὰ τελειώσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὴν ὑπόθεσίν του. Ἀλλὰ καὶ ἂν τελειώσῃ αὐτὴν, δὲν δύναται ν’ ἀναχωρήσῃ τὸ ἑσπέρας, ὅπως γίνεται ἀλλοῦ, καὶ τὸ πρωῒ νὰ ἦναι εἰς τὴν οἰκίαν του, ἀλλὰ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ μείνῃ καὶ θ’ ἀναχωρήσῃ τὴν ἐπαύριον, ὅτε θ’ ἀπολέσῃ καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν καὶ θὰ φθάσῃ τὸ ἑσπέρας. Λοιπὸν διπλασιάζεται ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται παρ’ ἡμῖν δι’ ἀναχώρησιν καὶ ἐπάνοδον μεταξὺ δύο πόλεων, καὶ ὁ χρόνος αὐτὸς πρέπει νὰ λογίζηται εἰς βάρος τῆς συγκοινωνίας. Οὕτως ἔχομεν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν ταχύτητος 12½ χιλιομέτρων καθ’ ὥραν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ ἀτμόπλοια, συντομεύοντα τὰς ἀποστάσεις, διότι ἐργάζονται καὶ τὰς νύκτας, βεβαίως θὰ ὑπῆρχε μεγαλειτέρα ἡ δυσκολία. Ἐπειδὴ δ’ ὁ λόγος περὶ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, λαμβάνω ὡς παράδειγμα καὶ τὸν Θεσσαλικὸν σιδηρόδρομον. Ἡ κατασκευὴ εἶναι τοσοῦτον ἀκόμη ἀτελὴς, ὥστε ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Τρικκάλων καὶ Λαρίσης ἀπαιτεῖ πολλῶν ὡρῶν περισσότερον δρόμον ἢ ὅσον πρέπει. Δὲν ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν εὐθεῖα συγκοινωνία. Εἶναι ἡ αὐτὴ, ὡς νὰ θέλωμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς Πειραιᾶ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ νὰ μεταβαίνωμεν οὐχὶ κατ’ εὐθεῖαν, ἀλλὰ διὰ Μενιδίου. Ἀπόλλυται ἑπομένως ἀδίκως χρόνος. Καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ δ’ ὁ σιδηρόδρομος οὐ μόνον εἶναι βραδὺς, διότι εἶναι στενός, ἀλλ’ ἐπίσης, ὡς ὁ τῆς Πελοποννήσου, δὲν ἐργάζεται τὴν νύκτα. Διὰ τοῦτο αἱ ἀποστάσεις εἶναι μεγαλείτεραι πράγματι καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία παρ’ ἡμῖν, ἢ ὅσον ἐκ πρώτης ὄψεως ὑποθέτει τις. Κινούμεθα δηλ. μὲ ταχύτητα 12–13 χιλιομέτρων. Ἡ ἀπώλεια αὕτη ταχύτητος εἶναι πλέον ἐπαισθητή ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἡ διὰ θαλάσσης συγκοινωνία. Ἑπομένως ἂς μὴ λέγωμεν ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην τελειότητα συγκοινωνίας, ὥστε περιττὰ πλέον τὰ ἐπαρχεῖα. Ἡ ἀπώλεια χρόνου τῶν πολιτῶν διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ σήμερον εἶναι μεγάλη, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις νὰ καταργῶσι τὰ ἐπαρχεῖα διότι αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν κατέστησαν δῆθεν λίαν προσιταὶ εἰς τοὺς διοικουμένους. Τὰ ἐπαρχεῖα, Κύριοι, κατηργήθησαν κατ’ ἐμὲ ἄνευ σπουδαίων λόγων. Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ ποῖοι κυρίως οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν ἄλλοτε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ τὰ ἐπαρχεῖα, δὲν θὰ εὕρῃ λόγους σπουδαίους καὶ πειστικούς. Ὀλίγαι μόνον φράσεις ἔν τινι εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὅτι ἡ ἔμμεσος δῆθεν διοίκησις τῶν νομῶν εἶναι ἄσκοπος, καὶ ὅτι παραβλάπτει τὸ σύστημα τοῦ διοικεῖν διὰ νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων τὴν καλὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ὑπῆρξαν ὁ μόνος ἐπικήδειος καὶ ἡ καταδίκη τῶν δυστυχῶν ἐπαρχείων. Ἀλλ’ οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη τῶν κατηγοριῶν ἔχεται ἀληθείας. Διότι τὸ νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ ἔμμεσος διοίκησις τῶν νομῶν, δηλαδὴ ἡ διὰ τῶν ἐπάρχων γινομένη, λέγει τι ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ λογικὸν καὶ ὀρθὸν καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ, διότι ἀκριβῶς πρέπει νὰ ᾖναι ἔμμεσος, πρέπει νὰ γίνηται διὰ κατανομῆς τοῦ νομοῦ εἰς μικροτέρας περιφερείας, δηλαδὴ νὰ διοικῆται εἷς νομὸς δι’ ὑποδεεστέρων ὀργάνων ἐν μικροτέραις περιφερείαις, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ νομάρχου, ὅπως ἐπιτυγχάνῃ ἡ διοίκησις. Ἄλλο κυβερνᾶν καὶ ἄλλο διοικεῖν. Ὅσον μεγαλειτέρα ἡ διοικητικὴ περιφέρεια, τόσον δυσχερεστέρα ἡ διοίκησις αὐτῆς παρ’ ἑνός. Ἡ ὑποδιαίρεσις ἀναγκαιοτάτη. Ὅπως ἓν σύνταγμα στρατοῦ δὲν δύναται νὰ διοικήσῃ ὁ συνταγματάρχης καλλίτερον, διοικῶν αὐτὸ μόνος, ἀλλὰ διαιρεῖ εἰς τάγματα καὶ λόχους καὶ διοικεῖ αὐτὸ ἐμμέσως διὰ τῶν ταγματαρχῶν καὶ τῶν λοχαγῶν, ἐπίσης καὶ ἕνα νομὸν ὁ νομάρχης ἄνευ ἐπάρχων. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο ἄτοπον. Ὅπως θὰ ἦτο παράλογον, ἂν ἔφερεν αὔριον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον ζητοῦν, ἐπειδὴ κατ’ ἀναφορὰς διαφόρων συνταγματαρχῶν ταγματάρχαι τινὲς δὲν ἐκτελοῦσι καλῶς τὸ καθῆκον αὑτῶν, νὰ καταργηθῇ ἡ διὰ ταγμάτων καὶ ταγματαρχῶν διοίκησις τοῦ συντάγματος καὶ νὰ διοικῆται ὁλόκληρον τοῦτο καὶ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου, οὕτως ἀδικαιολόγητον θεωρῶ δι’ ὅμοιον λόγον καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπάρχων. Ἢ, ἂν θέλητε ἄλλην παραβολὴν, θὰ ἐξωμοίουν ὅ,τι προτείνεται πρὸς ἄλλο τι. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ὅτι πολλοὶ φανοὶ τῆς πόλεως δὲν λειτουργοῦσι καλῶς, διατάσσει τὴν κατάργησιν τῶν φανῶν αὐτῶν, καὶ ῥίπτει μέγα μέρος τῆς πόλεως εἰς τὸ σκότος. Εἶναι λογικὴ αὐτή;...
§115ΛΑΠΠΑΣ. Ὅπως συνέβη εἰς τὴν ὁδὸν Νίκης.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἤκουσα...Οἱ ἔπαρχοι, Κύριοι, εἶναι φανοὶ ἐπίσης ὁδηγοῦντες τὴν κεντρικὴν διοίκησιν καὶ τὸν νομάρχην, ὅπως καλλίτερον βλέπωσι καὶ μανθάνωσι καὶ βεβαιῶνται τί γίνεται καὶ τί δὲν γίνεται, τί συμβαίνει ἐν τῇ ὅλῃ περιφερείᾳ τῇ νομαρχιακῇ. Ἐὰν δὲν λειτουργῶσί τινες καλῶς καὶ πταίωσιν αὐτοί, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος νὰ καταργηθῇ ὁλόκληρον τὸ σύστημα. Ἀλλὰ πολλάκις πταίουσιν οὐχὶ οἱ ἔπαρχοι, ἀλλ’ οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἄν αἱ Κυβερνήσεις θέλωσι, δυσκόλως οἱ ἔπαρχοι εἶναι κακαὶ, οὐδὲ πρέπει νὰ ῥίπτωμεν εἰς τούτους τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων. Καταργοῦντες τοὺς ἐπάρχους, καταργοῦμεν τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως καθοδηγῇ τὸν νομάρχην εἰς τὴν πεφωτισμένην διοίκησιν τοῦ νομοῦ αὐτοῦ. Ἂν δὲν ὑπῆρξαν καλὰ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπάρχων, τί ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καλὸν ἢ ἀφίνεται νὰ ὑπάρξῃ καλὸν λόγῳ προσώπων; Τότε τὰ πάντα ἔπρεπε καθ’ ἡμέραν νὰ ἀνατρέπωνται ἐν Ἑλλάδι καὶ μεταβάλλωνται, ὡς ἀνάξια, διότι οὐδὲν ἀντέχει εἰς τὴν πλέον ἐπιπόλαιον ἔρευναν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα. Ἡ πρώτη καὶ κυριωτέρα αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν κακῶν, τῶν λόγῳ τῶν προσώπων, βεβαίως εἶναι ἡ πολιτική. Ὅταν ἡ πολιτικὴ ἀναμιγνύηται ἐν πᾶσι, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶμεν νὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους ἐκπληροῦντας ἀμερολήπτως, ἀπροσωπολήπτως, αὐστηρῶς, φιλονόμως τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς—καὶ οὐδεὶς τὸ ἀγνοεῖ—ἔχομεν κοινοβουλευτικὴν τὴν διοίκησιν. Ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους ἀνήκει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπειδὴ δὲ ἀνήκει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀνήκει εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἑκάστοτε πλειονοψηφίας, ἑπομένως εἰς τὰ κόμματα τὰ κατ’ ἐπαρχίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν διοίκησις τοιαύτη νὰ ἀποδίδῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ διοίκησις ἀποδίδει ἀλλοῦ, ὅπου δὲν διοικεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ὅπου οἱ ὑπάλληλοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ προσέχουν εἰς τοὺς νόμους καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦν ἐλάττωμα, ὁσάκις βλέπωμεν ἀποτυγχάνον τι, δὲν ἐρωτῶμεν διατὶ ἀποτυγχάνει καὶ νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα, ἀλλ’ εὐθὺς θραύομεν καὶ ἀνατρέπομεν ὅλα. Ἀνετρέψαμεν οὕτω καὶ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπαρχείων ὡς ἀποτυχόντα, ἐνῷ οἱ ἀνατρέψαντες ἦσαν καὶ αὐτοὶ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἀποτυχίαν, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν αὐτὸν δι’ ὅσων μέσων ἠδυνάμεθα. Τὸν ἀνετρέψαμεν καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι θὰ διοικηθῶμεν διὰ μόνον τῶν νομαρχῶν καλλίτερον. Ἀποτυχόντων καὶ τούτων, ἤδη ζητοῦμεν, καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ μεταβάλωμεν, καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνετρέψαμεν, νὰ μὴ ἐπαναφέρωμεν, διὰ νὰ μὴ δείξωμεν ὅτι ἐσφάλομεν, καὶ ἐπενοήσαμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν περιέχει οὔτε τοῦ ἑνὸς οὔτε τοῦ ἄλλου συστήματος τὰ πλεονεκτήματα. Δὲν ἐπαναφέρομεν τὰ ἐπαρχεῖα, ἐνῷ ἔπρεπε μετὰ θάρρους νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν σπουδαίους λόγους, ὅτε κατηργοῦμεν ἄλλοτε τοὺς νόμους περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ 1845, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἐπαναφέρομεν αὐτοὺς εἰς ἐνέργειαν, ζητοῦντες μόνον νὰ βελτιώσωμεν αὐτοὺς κατὰ τὸ δυνατόν. Ἐν Γαλλίᾳ λειτουργοῦσι κατὰ τρόπον διάφορον ἢ παρ’ ἡμῖν τὰ ἐπαρχεῖα. Ἠδυνάμεθα, ἐὰν εὑρίσκωμεν τὸ ἡμέτερον σύστημα ἧττον ὀρθὸν καὶ δόκιμον, ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸ ἐν Γαλλίᾳ. Παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1845, οἱ ἔπαρχοι ἦσαν οἱ διοικηταὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ὁ δὲ νομάρχης ἦτο ὁ ἔχων τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ὅλου τοῦ νομοῦ, μόνον δὲ τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἑδρεύει, εἶχεν ὁ ἴδιος. Ἑπομένως καθ’ ἡμᾶς ὁ νομάρχης δὲν διώκει τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ του. Ἐν Γαλλίᾳ ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα· ἐν Γαλλίᾳ ὁ νομάρχης ἔχει τὴν διοίκησιν ὅλου τοῦ νομοῦ, οἱ δὲ ἔπαρχοι εἶναι τὰ ὄργανα αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τὰ ἐντεταλμένα νὰ ἐνεργῶσιν ἀντ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν καὶ ὁδηγίαν αὐτοῦ. Δι’ αὐτῶν διοικεῖ αὐτὸς ὁ νομάρχης, αὐτοὶ δὲ κατὰ τὰς ὁδηγίας αὐτοῦ ἐνεργοῦσιν. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι τὸ παρ’ ἡμῖν κρατῆσαν σύστημα ἦτο κακὸν, ἠδυνάμεθα νὰ προτιμήσωμεν τὸ Γαλλικὸν, ἀλλὰ πάντως ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νομάρχην ὄργανα, τὰ ὁποῖα ν’ ἀφήσωμεν ἀνεπηρέαστα, ἵνα δύνηται δι’ αὐτῶν νὰ διοικῇ αὐτὸς ἀληθῶς καὶ ὑπευθύνως τὸν νομόν. Ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία τῶν ἐπαρχείων, ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς, βεβαίως εἶχε καὶ ἄλλας αἰτίας. Οὕτως οὐδὲν προσὸν ἐζητεῖτο ἐν τῷ διορισμῷ τῶν ἐπάρχων· δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἐλευθερίαν, τῆς ὁποίας πρέπει ν’ ἀπολαύῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διοικήσει τοῦ τόπου, τὸ νὰ ἀπαιτῶνται προσόντα παρὰ τῶν ἐπάρχων. Ἠδυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν δι’ αὐτοὺς τὸ προσὸν διπλώματος τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Βεβαίως τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, προκειμένου περὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων, δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παρέχῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰδικὴν παρασκευὴν, διότι, ὡς γνωστὸν, ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ ἡ διοικητικὴ ἐπιστήμη οὔτε ἐδιδάχθη ποτὲ οὔτε διδάσκεται. Οἱ ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτοῦ διδάκτορες τῆς Νομικῆς εἶναι ἐντελῶς ἄμοιροι τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου καὶ τῶν διαφόρων κλάδων αὐτοῦ. Ἀκούετε βεβαίως ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου, ἀλλ’ αὐτὸς, ἀφ’ ἧς ἱδρύθη ἡ ἕδρα αὕτη, δὲν ἐδίδαξεν ἢ τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον μόνον, ὡς εἰσαγωγὴν δῆθεν ἀναγκαίαν εἰς τὸ Διοικητικὸν δίκαιον, καί τινα γενικὰ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ περὶ δήμων. Ἐκτὸς αὐτῶν οὔτε ἐδιδάχθη οὔτε νῦν διδάσκεται...
§117ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὁ μακαρίτης ὁ Κόκκινος ἐδίδασκε.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε αὐτός. Ἀπατᾶσθε. Διοικητικὸν δίκαιον δὲν εἶναι ὅ,τι ἐδιδάχθη. Διοικητικὸν δίκαιον — πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν — εἶναι ἡ νομοθεσία, ἡ περιλαμβάνουσα τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν ὕλην τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων τοῦ Κράτους, τοιαύτη δ’ ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτῆς ἀρχαῖς δὲν ἐδιδάχθη ποτέ. Διοικητικὸν δίκαιον δὲν εἶναι τὸ νὰ διδάξωμεν τὰ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας μόνον καὶ τὰ τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους γενικῶς καὶ τῶν δήμων. Διοικητικὸν δίκαιον εἶναι ἡ ἐπιστήμη ἡ διδάσκουσα καὶ ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα ἐφαρμόζουσι τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἤτοι ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, ἐκτὸς ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν σχετίζεται μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Διότι βεβαίως ἐκ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας δὲν πρόκειται νὰ διδαχθῇ ὁ φοιτητὴς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, ἤτοι τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις καὶ τὴν πρὸς πόλεμον παρασκευὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν νομοθεσίαν τὴν κανονίζουσαν τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ τὰς σχέσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν πρὸς τὰς ἄλλας ἀρχὰς τοῦ Κράτους. Ἐπίσης πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ διοικητικὸν μέρος ἐν γένει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Τοιαύτη διδασκαλία οὐδέποτε ἐγένετο, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἴσως νὰ γείνῃ παρ’ ἑνὸς καθηγητοῦ. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1830. Εὐθὺς θ’ ἀπελπισθῇ. Καὶ ἐὰν προσφέρῃ τις εἴς τινα μέγαν μισθὸν, δύσκολον θὰ ἦναι ν’ ἀναλάβῃ οὗτος νὰ διδάξῃ ἀληθῶς τὸ Διοικητικὸν δίκαιον. Τοῦτο εἶναι ἔργον πολλῶν· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον τοιοῦτον ἔργον εἶναι δύσκολον, ὅσον παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει κανὲν βοήθημα, κανὲν σύγγραμμα, ὅπερ νὰ ὑποβοηθήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν διδασκαλίαν. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο ἀξία λόγου ἐπιστημονικὴ ἐργασία ἐπὶ τῆς διοικητικῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Λοιπὸν οὔτε ἐκτὸς τοῦ Πανεπιστημίου οὔτε ἐν αὐτῷ εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ εὐκόλως ὁ διδάκτωρ τῆς Νομικῆς, τὸν ὁποῖον καλεῖ ὁ νόμος, λόγῳ τοῦ προσόντος τοῦ διπλώματος, ἵνα ὑπηρετήσῃ ἐν τῇ διοικητικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὥστε βεβαίως μία ἐκ τῶν κατεπειγουσῶν τοῦ Κράτους φροντίδων, ἀφ’ ὅτου ἰδίως τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς τοῦ Πανεπιστημίου κατέστη τὸ γενικὸν προσὸν εἰσαγωγῆς σχεδὸν παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι νὰ ληφθῇ ταχεῖα μέριμνα περὶ διδασκαλίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δι’ οἱουδήποτε τρόπου τῶν μερῶν ἐκείνων τῆς διοικητικῆς νομοθεσίας, τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ἀναγκαίως, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἰδίως ὁ διοικητικός, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται καὶ εἶναι ἀντιπρόσωπος ἐν πολλοῖς καὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργῶν, διότι καὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων συμβαίνει συχνότατα νὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ ἐφαρμόσῃ νόμους ἢ νὰ μετέλθῃ ἐνεργείας. Ἀνάγκη ἑπομένως νὰ γνωρίζῃ ἢ νὰ δύναται νὰ συμβουλευθῇ τὴν νομοθεσίαν αὐτῶν. Λοιπὸν ὀφείλομεν καὶ νὰ θέσωμεν προσόντα, ἀλλὰ καὶ νὰ καταστήσωμεν πραγματικὰ τὰ προσόντα αὐτὰ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, φροντίζοντες ἐφεξῆς, ὅπως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδάσκηται πλῆρες τὸ Διοικητικὸν δίκαιον, πλήρης ἡ ἀναγκαία αὐτοῖς νομοθεσία τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἱεραρχίαν ἐν τῇ διοικήσει. Τὰ προσόντα τῆς ἱκανότητος, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολλά, δὲν ἀρκοῦν. Διότι δὲν ἐννοεῖται πῶς καὶ ἐν τῷ διοικητικῷ κλάδῳ, ὡς καὶ ἐν παντὶ κλάδῳ ὑπηρεσίας, δημοσίας ἢ ἰδιωτικῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις καλοὺς ὑπαλλήλους, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν ἱεραρχία. Σήμερον, μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει καὶ διατηρεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἱεραρχία διοικητικὴ δὲν ὑπάρχει, βαθμοὶ δηλονότι διοικητικοί, προβαίνοντες ἀπὸ κατωτέρου εἰς ἀνώτερον δὲν ὑπάρχουν. Εἰς τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν εἰσάγεταί τις εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ του ὡς νομάρχης. Ἐκ τῶν νομαρχιακῶν γραφείων δὲν γίνονται οἱ νομάρχαι. Παρ’ ἡμῖν πόθεν λαμβάνονται οἱ νομάρχαι; Ἡ τάξις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λαμβάνονται συνήθως οἱ νομάρχαι, εἶναι ἡ τῶν δικηγόρων. Νομάρχης διορίζεται ἢ εἷς ἐκ τῶν καλῶν δικηγόρων τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ εἷς πρώην Βουλευτής. Ἀλλὰ καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ οὐδόλως εἶναι παρεσκευασμένοι, οὔτε ἐκ μελετῶν, οὔτε ἐκ πείρας ὑπηρεσιακῆς, ὅπως εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀναλαμβάνοντες τὴν διοίκησιν ἑνὸς νομοῦ διεξάγωσιν αὐτὴν ἀφ’ ἑαυτῶν προσηκόντως καὶ μετὰ πεφωτισμένης γνώσεως τῶν ἔργων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Πρέπει νὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη, ἵνα καταρτισθῶσιν ἐπαρκῶς, ἂν ἦναι δεκτικοὶ μορφώσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μεταβάλλονται συχνὰ αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, καὶ αἱ Κυβερνήσεις αὗται οὐδόλως φείδονται τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὅταν ηὐδοκίμησαν, καὶ συχνὰ ἀποπέμπουσιν αὐτούς, ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ φθάσωμεν διὰ τῆς μακρᾶς ἐφαρμογῆς εἰς τὴν μόρφωσιν καλῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὁποῖοι μορφοῦνται διὰ μακρᾶς πείρας. Ἀλλὰ καὶ διὰ μακρᾶς διαμονῆς εἰς τοὺς αὐτοὺς ἰδίως νομοὺς μορφοῦνται, διότι θεωρεῖται προσὸν πρὸς μόρφωσιν καλοῦ ὑπαλλήλου τὸ νὰ παραμείνῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὡς νομάρχης ἔν τινι νομῷ, διότι, ὅσον περισσότερον παραμένει, τόσον περισσότερον γνωρίζει καὶ τοὺς κατοίκους, καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα ἑκάστου νομοῦ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀτυχῶς καθιερώθη πρῶτον ἤδη ἄλλη διάκρισις, ἥτις εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀκόμη ἐπιβλαβεστέρα. Δὲν ἀφίνονται τοὐλάχιστον οἱ νομάρχαι νὰ ἦναι πάντες ἰσόβαθμοι, καὶ ἰσόμισθοι ἑπομένως, ἀλλὰ διαιροῦνται κατὰ τὸν μισθὸν εἰς τρεῖς τάξεις, εἰς τοὺς λαμβάνοντας 600 δραχ. κατὰ μῆνα, καὶ αὐτοί, νομίζω, εἶναι 10, εἰς τοὺς λαμβάνοντας δρ. 480 καὶ εἰς τοὺς λαμβάνοντας 400 δραχμάς. Τὴν διάκρισιν ταύτην τῶν νομαρχῶν κατὰ τὸν μισθὸν θεωρῶ καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ἐπηρεάζουσαν ἐπὶ κακῷ αὐτοὺς, διότι δὲν θὰ φροντίζουν νὰ προβιβασθῶσιν, ἵνα βελτιώσωσι τὴν θέσιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ μετατεθῶσιν εἰς Νομαρχίαν ἀμειβομένην περισσότερον. Θὰ ἐργάζωνται συνεπῶς παρὰ τῇ Κυβερνήσει διὰ τῶν γνωστῶν μέσων, τὰ ὁποῖα γινώσκουσι νὰ θέσωσιν εἰς ἐνέργειαν, καὶ θὰ ἐπιτυγχάνωσι νὰ μετατίθενται εἰς νομοὺς, ὅπου θὰ ἔχωσι μεγαλείτερον μισθόν. Τοῦτο ὅμως θὰ γίνεται ἐπὶ βλάβῃ τῆς διοικήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ προστασία, πιέζουσα τοὺς Ὑπουργοὺς, συχνότατα θὰ ἐπιτυγχάνῃ τοιαύτας μεταθέσεις, χάριν τῶν ὁποίων ὅμως οἱ νομάρχαι θὰ τίθενται ἐντελῶς ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν Βουλευτῶν. Ἄλλως ὅμως ἔχει, ὅταν ὁ νόμος δέχηται αʹ καὶ βʹ τάξεως νομάρχας καὶ ὁρίζῃ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ προβιβασθῇ ἢ μετὰ ὑπηρεσίαν ὡρισμένου χρόνου. Τότε ἔχετε ἓν προσὸν καὶ ἑπομένως ἕνα περιορισμὸν κατὰ τῶν πιέσεων τῆς πολιτικῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲ νὰ πιέσῃ εὐκόλως ἢ ἐκδικηθῇ ἡ πολιτικὴ ἕνα νομάρχην μὴ εὐχάριστον αὐτῇ δύναται δι’ ἁπλῆς μεταθέσεως εἰς Νομαρχίας μικροτέρου μισθοῦ. Δύναται βεβαίως νὰ τὸν παύσῃ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δυσκολώτερον ὁπωσδήποτε μέτρον. Ἐπειδὴ δ’ ἐπὶ μακρὸν χρόνον διατηρούμενος εἷς νομάρχης χωρὶς νὰ προβιβάζηται, ἐλλείψει θέσεως ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἀδικεῖται, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ γίνεται, ὅτι μετὰ πενταετίαν ἑκάστοτε αὐξάνει ὁ μισθὸς τοῦ νομάρχου. Οὕτω συμβιβάζονται καὶ αἱ μακραὶ ὑπηρεσίαι τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ συμφέρον αὐτῶν. Ἤδη παρ’ ἡμῖν ἄλλως κανονίζεται τοῦτο καὶ ἀστόχως. Ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάρχουσί τινες ἕδραι νομῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ᾖναι μεγαλείτερος ὁ μισθὸς, διότι εἰς ταύτας τὰ τοῦ βίου εἶναι ἀκριβότερα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβαίνει ἢ μόνον εἰς δύο ἢ τρεῖς πόλεις, ἐννοῶ τὰς Ἀθήνας, τὴν Κέρκυραν, τὴν Σῦρον· ἀλλὰ διὰ τὰς ἄλλας;
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Καὶ εἰς τὰς Πάτρας.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω.
§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἴδια ἔξοδα παραστάσεως θὰ ἔχῃ ἐν Πάτραις καὶ ἐν Εὐρυτανίᾳ;
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον· αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἕδραν, πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ πρόσωπον, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ νομάρχου.
§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι διάφορα τὰ ἔξοδα παραστάσεως.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας διατάξεως. Ἂς ὁρισθῇ δι’ αὐτὰ ἓν ποσόν. Εἶμαι ὅμως κατὰ τῆς ὄχι λόγῳ βαθμοῦ, ἀλλὰ λόγῳ τόπου διαμονῆς, αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ. Τοῦτο ἔχει πολλὰ τὰ ἄτοπα, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι σύμφωνος κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰσάγων προχθὲς τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων, εἶπεν ὅτι καταργοῦνται δι’ αὐτοῦ αἱ διακρίσεις τῶν βαθμῶν τῶν προξένων εἰς αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ θὰ ὑπάρχῃ εἷς ἐφεξῆς βαθμὸς προξενικὸς, τοῦτο δὲ, διὰ νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς θέσεις, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη ἱκανοῦ προξένου, ἀλλ’ εἶναι πόλεις δευτερεύουσαι, νὰ ἀποστέλλῃ καλὸν πρόξενον, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελῇ ἠθικὸν ὑποβιβασμόν. Τὸ ἐναντίον γίνεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, διότι ἐν αὐτῷ, ἐὰν θελήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μεταθέσῃ εἴς τινα θέσιν ἀπαιτοῦσαν λόγῳ περιστάσεων καὶ δημοσίας ἀνάγκης ἱκανόν τινα νομάρχην ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διατηρεῖ εἰς θέσιν ἑξακοσιάδραχμον, δὲν θὰ τὸ πράξῃ, διότι θὰ θεωρηθῇ οὐ μόνον ὅτι εἶναι ὑποβιβασμὸς νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν εἰς Εὐρυτανίαν π. χ. ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐκεῖ παρουσιάσθησαν ἀνάγκαι, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποστολὴν καλλιτέρου νομάρχου, — ἀλλὰ καὶ θὰ ζημιώσῃ αὐτὸν διὰ τῆς τοιαύτης μεταθέσεως ἀδίκως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποτυχίαν καὶ τοῦτο, ἡ κακὴ δηλονότι λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἱεραρχίας, ἡ ὁποία οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ καὶ καταβιβάζεται διὰ τῶν διακρίσεων τῶν νομαρχῶν κατὰ μισθοὺς. Οὕτως, ἐνῷ ἡ ἔλλειψις ἱεραρχίας διοικητικῆς βλάπτει εἰς τὴν μόρφωσιν καλῶν νομαρχῶν, ἤδη προστίθεται καὶ τὸ μειονέκτημα, ὅτι ὁ διάφορος μισθὸς θὰ συντελῇ, ὅπως οἱ νομάρχαι μὴ εὐχαριστῶνται, μηδ’ ἡσυχάζωσιν ἐν τῇ θέσει αὐτῶν, ἀλλ’ ἀποβλέποντες εἰς μεγαλείτερον μισθὸν, πᾶσαν μετέρχωνται ἐνέργειαν, ὅπως διὰ μεταθέσεως προαχθῶσιν εἰς καλλιτέραν θέσιν. Ἐκτὸς τούτου δυσκολίαι θὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τοιοῦτον σύστημα μισθοδοσίας τῶν νομαρχῶν, ὁσάκις αὕτη ἤθελε λάβει ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν ἱκανοῦ νομάρχου διὰ νομὸν, ἐν ᾧ ὁ μισθὸς εἶναι μικρότερος. Δὲν θὰ χρησιμοποιῇ αὐτὸν διὰ νὰ μὴ τὸν ζημιώσῃ, ἂν δὲ τὸ πράξῃ, μετὰ δυσαρεσκείας θὰ μεταβῇ νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἐν τῷ συστήματι τῶν ἐπαρχείων μεγάλην ἀξίαν ἔχει ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐν αὐτοῖς σχολεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ δυνάμεθα νὰ μορφώνωμεν νομάρχας. Ὅταν εἰσάγωμεν εἰς τὰ ἐπαρχεῖα νέους, οἱ ὁποῖοι φέρουν δίπλωμα Πανεπιστημίου καὶ ἔχουν τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐργασθῶσιν, ἐὰν τοὺς ἀσκήσωμεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, βεβαίως μεταξὺ τῶν 40 ἢ 45 ἐπάρχων αὐτῶν θὰ εὑρεθῶσί τινες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποκτήσωσι καὶ θὰ ἐπιδείξωσιν τὴν ἱκανότητα, ἣν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁδηγὸν μία Κυβέρνησις, ὅταν ἐκλέγῃ τοὺς νομάρχας. Τότε δὲν θὰ προσφεύγωμεν πότε εἰς τὰ δικαστήρια καὶ πότε εἰς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους, ἵνα ζητῶμεν νομάρχας, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν γνῶσιν ἢ ἄσκησιν ἔχουν τῆς διοικήσεως. Οὔτε εἶναι πλέον ἡ ἐποχὴ ἡ ἄλλοτε, καθ’ ἣν ἠδύνασθε, ἀνθρώπους ἔχοντας ὑπηρεσίας ἁπλῶς πρὸς τὴν πατρίδα, ἢ ἀπολαμβάνοντας ἐν τῇ κοινωνίᾳ καλῆς θέσεως κοινωνικῆς, νὰ τοὺς καταστήσητε νομάρχας, καίτοι οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχον τῆς νομοθεσίας ἢ ἠδύναντο ν’ ἀποκτήσωσι. Παρῆλθεν ὁ καιρὸς, ὁ ἰδίως κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου, καθ’ ὃν ἐξ ἀνάγκης προσέφευγον αἱ Κυβερνήσεις εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ ἀγῶνος, ὅπως ζητήσωσι τοὺς νομάρχας. Καὶ νομοθεσία καὶ διοίκησις τότε ἦσαν ἁπλαῖ, καὶ διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤρκουν, καὶ μάλιστα ἐπετύγχανον. Ἀλλὰ σήμερον θὰ ἦτο ἀδύνατον εἷς ἐξ ἐκείνων εὐδοκίμως νὰ δυνηθῇ νὰ διοικήσῃ νομόν. Μὲ τὴν διοικητικὴν νομοθεσίαν, τὴν δεκαπλασιασθεῖσαν ἔκτοτε, μὲ τὰς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας ἀνάγκας καὶ ἀπαιτήσεις τῶν διοικουμένων, μὲ τὰ ζητήματα καὶ τὰς συγκρούσεις καὶ τὰς ῥαδιουργίας καὶ τὰς ἀντιδράσεις τῶν ἰδιωτικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, αἵτινες περιστοιχίζουν τὸν διοικητικὸν ἰδίως ὑπάλληλον, εἶναι ἀδύνατον, ὑπάλληλος ἀμόρφωτος καὶ ἄνευ πράξεως καὶ πείρας, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ νοῦν καὶ χαρακτῆρα ἐκτάκτου ἰσχύος, ὅπερ σπάνιον, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ εὐδοκιμήσῃ. Μόνον λοιπὸν διὰ τῶν προσόντων καὶ τῆς εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ διοικητικῇ νομοθεσίᾳ καὶ διὰ τῆς ἱεραρχίας, ἱεραρχίας στηριζομένης ἐπὶ συστήματος διαβαθμίσεως νομαρχιακῆς καὶ ἐπαρχιακῆς διοικήσεως διὰ τῶν ἐπάρχων, εἶναι δυνατὸν νὰ μορφώσωμεν, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπιτρέπει καὶ ἡ πολιτικὴ, καλὴν διοίκησιν ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμία βελτίωσις τῆς διοικήσεως θὰ ἐπέλθῃ. Ἐλέχθη παρά τινων ἐκ τῶν λαλησάντων πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπαρχείων ἦτο θεσμὸς νεκρὸς καὶ ἄνευ ζωῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ. Πλὴν τοῦτο εἶναι καὶ ἄδικον καὶ αὐθαίρετον. Διότι, ὅταν αὐτὴ ἡ Πολιτεία δι’ ὅσων ἐφήρμοσε καὶ ἔπραξεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν, κατέστησε τὸν θεσμὸν τῶν ἐπαρχείων νεκρὸν καὶ ἄγονον, βεβαίως τοιοῦτος ἔπρεπε νὰ ἀποβῇ. Οἱ διοικητικοὶ θεσμοὶ εἶναι καλοὶ ἢ κακοὶ, καθ’ ὅσον καλῶς ἢ κακῶς ἐφαρμόζουν αὐτοὺς αἱ Κυβερνήσεις. Ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἀνικανότης τῶν Κυβερνήσεων δὲν ἀφῆκαν τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν νὰ εὐδοκιμήσῃ. Τὰ ἴδια σφάλματα ἀπέδωκαν εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ἐπαρχειῶν. Ἀφῆκαν τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν νὰ ἀργήσῃ καὶ ἀποβῇ ἄκαρπος. Δὲν ἱδρύθη ὅμως τοιοῦτος ὁ θεσμὸς, τοὐναντίον ἐκπλήττει καὶ σήμερον ἀκόμη, μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν προόδου, ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρώτων ὀργανισμῶν τῆς διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι· οἱ νομοθέται τῶν πρώτων χρόνων ἵδρυσαν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἵδρυσαν νομοὺς μετὰ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἵδρυσαν ἐπαρχεῖα μετὰ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἵδρυσαν δήμους μετὰ Δημοτικῶν Συμβουλίων, καὶ πάντα ταῦτα ἐγένοντο εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπολύτως ἐνομοθέτουν καὶ διῴκουν Βαυαροί. Δὲν ἵδρυσαν δὲ μόνον τὰ Συμβούλια ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἐπροίκισαν διὰ δικαιοδοσίας ἐπὶ πλείστων διοικητικῶν ἐργασιῶν. Ἐκ τίνος αἰτίας ἄλλης ἢ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἀδιαφορίας τῶν κυβερνώντων ἔμειναν ταῦτα γράμμα νεκρόν; Ἐκ τῆς νομοθεσίας; Ἂν ἐγένετο νεκρὸν γράμμα ἐκ τῆς νομοθεσίας, οὐδεὶς πάλιν πταίει ἢ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἥτις ἠμέλησε νὰ συμπληρώσῃ καὶ βελτιώσῃ αὐτήν. Διότι, ἐνῷ αἱ ἐπαρχίαι ἱδρύθησαν εἰς νομικὰ πρόσωπα, διότι καὶ ἀνάγκας ὡρίσθη νὰ θεραπεύωσι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια καὶ φόρους νὰ εἰσπράττουν, ὅπως θεραπεύουν τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας αὐτῶν, ἐν τούτοις ταῦτα δὲν ἐλειτούργησαν. Ἐπελθόντος τοῦ Συντάγματος καὶ καταργήσαντος πᾶσαν ἐξουσίαν ἄλλην φορολογίας, καὶ διατάξαντος τὴν διὰ νόμου ἐφεξῆς ἐπιβολὴν παντὸς φόρου, ἐννοεῖται ὅτι ἐματαιώθησαν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, ὅλοι οἱ ἐπαρχιακοὶ θεσμοὶ, διότι τὸ Κράτος μετὰ τὰ Συντάγματα τοῦ 1844 καὶ 1864 οὐδόλως ἐφρόντισεν, ὅπως τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς θέσῃ διὰ νόμων εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ εἴμεθα πρωτότυποι ὡς πρὸς τὰ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως διὰ δημάρχων καθολικῆς ψηφοφορίας, καταστήσαντες ἀμεταβλήτως δυνάμει τοῦ Συντάγματος τὸν δήμαρχον τὸν ἐκλεκτὸν τῶν διοικουμένων, κατηργήσαμεν ἐν τούτοις τὰ ἐπαρχεῖα, δηλαδὴ θεσμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἐξ ἀνάγκης τὸ σύστημα τοῦ ἡμετέρου δημοτικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τὸν ὁποῖον σχεδὸν παντοῦ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου μάλιστα ὁ δήμαρχος δὲν εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς ἀπ’ εὐθείας τῶν διοικουμένων, διατηροῦν. Οὕτως ἐν Γαλλίᾳ, ὡς προεῖπον, διατηροῦνται 275 ἐπαρχίαι, καίτοι πόλεμος διεξήχθη καὶ διεξάγεται ἐναντίον αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ δημοκρατικοῦ κόμματος. Διατηροῦνται διότι συντελοῦσι, μεθ’ ὅλην τὴν εὐκολίαν τῶν συγκοινωνιῶν, εἰς τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τῶν νομῶν τῆς Γαλλίας. Ἡ Ἰταλία ἐπίσης διατηρεῖ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπαρχείων, ἡ Γερμανία ἔχει τὸν θεσμὸν τῶν ἐπαρχείων, τὸ Βέλγιον ἔχει τὸν θεσμὸν τῶν ἐπαρχείων, ἡ Αὐστρία ἐπίσης, ἡ Ἔσση, ἡ Σὰξ Βεϋμάρη καὶ σχεδὸν πάντα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὸν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ ὁποῖον οὐδὲ τὴν ταχύτητα τῶν συγκοινωνιῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης ἔχει, οὐδὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι ἐκ τῶν καλῶς διοικουμένων Κρατῶν; Δὲν πρέπει νὰ κρύπτωμεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν κάκιστα ἔχει καὶ καθ’ ἡμέραν χείρων ἀποβαίνει ἡ διοίκησις, ὅτι εἰς πᾶν βῆμα μυρίαι ἀπαντῶσι δυσκολίαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ὅτι ὅλοι θέλουν νὰ διαφεύγουν αὐτοὺς, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ ζητεῖται καὶ γίνεται μεροληπτικὴ, ὅτι ἡ δημοτικὴ διοίκησις εἶναι χαλαρὰ καὶ μένει στάσιμος, οὐδόλως βοηθοῦσα τὸ ἔργον τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας τῶν δημοτῶν. Οὐδὲ συμφέρει πλέον νὰ ἀρνώμεθα, ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη κακοδιοικοῦντες ἐσυνηθίσαμεν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ μὴ στέργῃ νὰ ὑποτάσσηται εἰς τοὺς νόμους προθύμως καὶ ἀδιακρίτως. Ἐνῷ λοιπὸν μέχρι τῶν ἐνδοτάτων τοῦ λαοῦ εἰσήχθη ἡ συστηματικὴ ἐργασία τοῦ διαφεύγειν τοὺς νόμους, ἡ δυσπείθεια εἰς τὰς ἀρχὰς, θεωροῦμεν ὅτι εἶναι περιττὸς παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς κατ’ ἐπαρχίας διοικήσεως καὶ περιττὸν ὄργανον οἱ ἔπαρχοι, καὶ νομίζομεν ὅτι νομοθετοῦντες τὴν διοίκησιν κατὰ νομοὺς, εἴτε μεγάλους εἴτε μικροτέρους, ὅπως ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου γίνεται, ἐπιτυγχάνομεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν κακὴν διοίκησιν καὶ ν’ ἀσφαλίσωμεν αὐτὴν κατὰ τῶν μέχρι τοῦδε κακῶν! Βεβαίως πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ πρέπει νὰ παύσῃ ἡ διοίκησις οὖσα κοινοβουλευτικὴ, ἄλλως ὑπ’ αὐτὴν οὐδὲν σύστημα εὐδοκιμεῖ. Ἀλλὰ τούτου γενομένου δεκτοῦ, ἡ διοίκησις διεξάγεται πλέον ἄγρυπνος καὶ δραστηρία, εἶναι πλέον πεφωτισμένη καὶ ἐνήμερος εἰς πάντα διὰ τῶν ἐπάρχων. Ἐν Ῥωσίᾳ, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τοῦ Κράτους, οὐχὶ ἔπαρχοι ἁπλῶς βοηθοῦν τὴν διοίκησιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχουσι δήμαρχοι, ὑπάρχουσι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους, εἶδος ἐπάρχων, ἐπειδὴ δὲ πολλάκις οἱ δῆμοι εἶναι μικροὶ, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι εἶναι κατωτέρου βαθμοῦ, τοῦτο δὲ, διότι δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπὸ δημάρχους ἐκλεγομένους ὑπὸ τοῦ λαοῦ δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ χαλάρωσις καὶ ἀντίδρασις εἰς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ἐναντίον λοιπὸν τῆς ἀντιδράσεως αὐτῆς, ἥτις εὑρίσκει ἀσθενῆ φραγμὸν τὸν δήμαρχον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιδρᾷ νομάρχης ἐπαρκῶς εἷς, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ εὑρισκόμενος, πολλὰς ἐνίοτε ἡμέρας ἀπεχούσῃ τῶν διαφόρων δήμων, ἀτελῶς καὶ βραδέως πάντοτε πληροφορούμενος τὰ γενόμενα ἐν αὐτοῖς καὶ μηδένα ἔχων ἐγγὺς τῶν πραγμάτων ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐξελέγχῃ τὰς πληροφορίας ἢ τὰς πράξεις τῶν δημάρχων καὶ τῷ ἀνακοινοῖ τὴν ἀλήθειαν; Βεβαίως ἀποφάσεις ὀρθαὶ καὶ ταχεῖαι ἐκ μέρους τοιούτου νομάρχου δὲν εἶναι πάντοτε δυναταὶ ἄνευ ἐπάρχων, βοηθούντων αὐτόν. Ὅλοι γινώσκετε τὴν ἐργασίαν, ἥτις γίνεται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅπως ἀποκρύπτωσιν ἢ διαστρέφωσι τὴν ἀλήθειαν ἐν πάσῃ ὑποθέσει, καὶ πόσον βοηθεῖ ἡ ἐπιτόπιος ἐξέτασις καὶ γνῶσις τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος φωτίζων τὸν νομάρχην καὶ περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν γίνονται καὶ τὰ ὁποῖα συμφέρον ἔχουν οἱ δήμαρχοι ν’ ἀποκρύπτωσιν ἀπὸ τὸν νομάρχην, καὶ ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ τὸν φωτίζῃ εἶναι ὁ ἔπαρχος, διότι εἶναι ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ διοίκησις νὰ ᾖναι προοδευτική. Ἄνευ ἐπάρχων διατελοῦντες ἀπό τινος χρόνου καὶ μὲ νομάρχας μόνον, τί βλέπομεν; τοὺς νομοὺς ἐπαφίνει ὁ νομάρχης, ἐλλείψει ἐπάρχων φωτιζόντων καὶ βοηθούντων αὐτὸν εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῆς Νομαρχίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πάντοτε τὸ κατάλληλον. Καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρακολουθεῖτε ἢ ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῆτε τὰ τῆς καταστάσεως τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ὑμῶν, γνωρίζετε, ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ δήμαρχοι ἔχουν σήμερον πράκτορας τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς τοὺς κατωτέρους τῶν Νομαρχιῶν ἢ τῶν Εἰσαγγελιῶν, δι’ ὧν κατορθοῦσι ταχέως καὶ ἐπωφελῶς νὰ διεκπεραιῶσιν αὐτὰς πλησίον τῶν προϊσταμένων. Τὰ μεγαλείτερα κακὰ ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι τὰ διάμεσα αὐτὰ πρόσωπα, οἱ ὑπάλληλοι πράκτορες τῶν δημάρχων πλησίον τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν εἰσαγγελέων, οἱ διαπράττοντες τὰ πάντα ἐν κρυφῷ καὶ παραβύστῳ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης. Αὐτοὶ διοικοῦσιν, ὁ δὲ νομάρχης μόνον ὑπογράφει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ ἔγγραφα. Αὐτοὶ ὁδηγοῦσι τοὺς δημάρχους ἢ τοὺς φίλους αὐτῶν, τί πρέπει καὶ πῶς νὰ ἐνεργήσωσιν, ὅπως ἐπιτύχωσι νὰ παρακάμψωσι τοὺς νόμους, ἢ παραβιάσαντες αὐτοὺς νὰ μὴ τιμωρηθῶσιν. Ἐὰν ὅμως ἔχητε ἔπαρχον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ὁ δήμαρχος θ’ ἀπευθύνηται πρὸς αὐτὸν διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν, θὰ μεταβαίνῃ πρὸς αὐτὸν ζητῶν ὁδηγίας, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ συνάπτῃ ἰδιοτελεῖς σχέσεις, οἵας συνάπτει μετὰ τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων τῶν Νομαρχιῶν. Ὁ φόβος τοῦ νομάρχου θὰ δυσχεραίνῃ αὐτὰς, ὁ φόβος τῆς εὐθύνης θὰ καθιστᾷ δυσκολωτέραν τὴν παραβίασιν τῶν νόμων, ἡ παρουσία τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τῶν εἰδότων τὰ πράγματα θὰ κωλύῃ ἐπὶ τόπου νὰ παραμορφῶνται ταῦτα καὶ ἀδικῶνται οἱ πολῖται. Ἀλλὰ μήπως ἡ κατάταξις, ἡ ὁποία ἐγένετο, τῶν νέων νομῶν εἰς τρεῖς κατηγορίας μισθολογικὰς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καὶ δικαία; Ἐγὼ ποσῶς δὲν εὑρίσκω αὐτὴν τοιαύτην. Δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν μόνων βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζηται ἡ διάκρισις εἰς τάξεις τῶν νομῶν ἑνὸς Κράτους, διότι ἀνεξαρτήτως τῶν τριῶν ἐκείνων ἢ τεσσάρων ἑδρῶν, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι δαπανηρότερος ὁ βίος, διὰ πάσας τὰς ἄλλας εὑρίσκω τὴν προτίμησιν αὐθαίρετον. Ἡ κατάταξις εἰς κλάσεις ἔπρεπε νὰ γίνηται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτάσεως καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν νομῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πλήθους τῶν σχέσεων καὶ τῆς δυσχερείας περὶ τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Καὶ κατὰ πρῶτον λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸν νομὸν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, τὸν ὁποῖον γνωρίζω καλλίτερον τῶν ἄλλων. Ὁ νομὸς τῆς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς Εὐρυτανίας παραμένει κατ’ ἔκτασιν ὁ μεγαλείτερος νομὸς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ κατέχει τετάρτην μεταξὺ τῶν ἄλλων θέσιν. Δὲν εἶναι δὲ καὶ εὔκολος ἡ διοίκησίς του. Ἐν τούτοις κατατάσσεται εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν λόγῳ μισθοῦ. Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας δύναται νὰ παραμένῃ νομάρχης μὴ δικαιολογῶν λόγῳ τοῦ νομοῦ ἀμοιβὴν 600 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Τοῦτο ἄτοπον. Καὶ ναὶ μὲν ἡ ἀμοιβὴ τῶν 600 δραχμῶν ἐρρήθη, ὅτι δίδεται λόγῳ τῶν ἐξόδων τῆς συντηρήσεως, ἅτινα ἔν τισι πρωτευούσαις εἶναι μεγαλείτερα, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰσήχθησαν εἰς τὴν πρώτην ταύτην κατηγορίαν καὶ νομοί, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ προβάλωσι τοιαύτην δικαιολογίαν, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησεν ὑπὸ τὴν πρόφασιν αὐτὴν νὰ πλάσῃ τάξιν 10 νομαρχῶν ἀνωτέρας ἀξίας καὶ ἀμοιβῆς, νομίζων ὅτι τόσους μόνον δύναται νὰ εὕρῃ, ἵνα τοποθετήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἰς τοὺς ἄλλους δὲ νομοὺς νὰ ἀποστείλῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν εὐλόγως μεγαλειτέρας ἀξιώσεις. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἡ κατάταξις δὲν ἐγένετο ἐπιτυχῶς...
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς λέγεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῶν νομαρχῶν ἢ μόνον ὡς πρὸς τὸν μισθὸν, δικαιολογεῖται δὲ ἐν αὐτῷ ἡ διάκρισις αὕτη. Ἐπειδὴ ὅμως πολὺς ἐγένετο λόγος καὶ παρηρμηνεύθη ἡ διάταξις αὕτη, σκοπῶ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρίζηται ὁ αὐτὸς μισθὸς δι’ ὅλους τοὺς νομοὺς καὶ ἐπιμίσθιον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200 δραχμῶν, διδόμενον εἰς τὸ ἥμισυ τῶν νομαρχῶν· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λόγος τῆς διακρίσεως τοῦ μισθοῦ εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ κάμῃ, ὅπως ζήσῃ εὐπρεπῶς. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποστηριζόμενον, ὅτι ὁ νομάρχης Μεσολογγίου δὲν θεωρεῖται εἷς ἐκ τῶν πρώτων νομαρχῶν, διότι λαμβάνει μισθὸν μικρότερον· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται πλήρη ἰσότητα μεταξὺ τῶν νομαρχῶν. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζηται μικρότερος ὁ μισθὸς τοῦ νομάρχου Μεσολογγίου, τοῦτο ἐγένετο, διότι αἱ δαπάναι τοῦ βίου ἐν Μεσολογγίῳ εἶναι μικρότεραι. Ἴσως ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν δαπανῶν τούτων ἠπατήθημεν· αὐτὸ τὸ ζήτημα δύνασθε πολὺ καλὰ νὰ συζητήσητε, ἀλλὰ νὰ συζητῆτε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν νομαρχῶν, τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές· τοῦτο δὲν ἐπιτρέπει οὔτε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, οὔτε ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλα καὶ ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε, ὅπως ὑποστηρίξῃ ὅτι γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων νομαρχῶν.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον. Ἐγὼ πρῶτος προέλαβον νὰ καταστήσω γνωστὸν, ἅμα ἐπιληφθεὶς τοῦ θέματος, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον πάντες οἱ νομάρχαι θεωροῦνται ἰσόβαθμοι. Προσέθηκα ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνεται διάκρισις αὐτῶν λόγῳ μισθοῦ, ἀφοῦ εἶναι ἰσόβαθμοι. Ἄν θέλητε διαφόρους μισθοὺς, διακρίνατε τοὺς βαθμούς. Νῦν πρῶτον μανθάνω τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον λέγετε ὅτι θέλετε νὰ εἰσαγάγητε. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν μανθάνω ἤδη πρώτην φοράν.
§130Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ ἔχων τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ βλέπων, ὅτι ἐν τοῖς 10 νομοῖς τῆς πρώτης κλάσεως κατὰ μισθὸν περιελήφθησαν καὶ νομοί, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν κατάταξιν αὐτῶν λόγῳ τῆς ἀκριβείας τῶν πρὸς τὸ ζῆν, ὑπέθεσα, ὅτι ναὶ μὲν καθιεροῦται κατὰ τὸ φαινόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἰσόβαθμον, ἀλλ’ εἰσάγεται πράγματι ὑπὸ τὸν τύπον τῆς μισθοδοσίας ἡ διάκρισις τῶν βαθμῶν. Δὲν λέγω, ὅτι αὕτη ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ τὴν συναγάγῃ ἐξ ὅσων διατάσσει. Ἐπειδὴ ἤδη λέγετε, ὅτι ἐπροτιμήσατε τὴν ἄλλην μέθοδον, ἣν καὶ ἐγὼ ὑπέδειξα, τοῦ νὰ ὁρίσητε ποσόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ δίδητε εἰς ἐκείνους τῶν νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἐξόδων μεγαλειτέρων ἐν τῇ ἕδρᾳ των δικαιοῦνται εἰς ἀμοιβὴν μεγαλειτέραν, οὐδὲν ἔχω πλέον νὰ παρατηρήσω. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄλλην δικαιολογίαν, τὸν ἄλλον σκοπὸν, τοῦ νομοσχεδίου, τὸν συνιστάμενον εἰς τὴν πραγματοποίησιν ὑπὸ τὴν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως, αὐτὴν δι’ ὀλίγων θέλω διέλθει, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον εἶμαι σύμφωνος. Βεβαίως τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, κανονίζει εὐρύτερον ἢ νῦν τὰ τῆς ἀποκεντρώσεως ἢ μᾶλλον τὰ τῆς ἀποσυγκεντρώσεως τῶν νομῶν, κανονίζον λεπτομερέστερον καὶ ἀκριβέστερον τὰ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Πλὴν νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως δὲν εἶναι συναφὲς οὐδ’ ἀναπόφευκτον εἰς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ὑπὸ σύστημα ἄλλο, ὡς τὸ σήμερον κρατοῦν, εἴτε μόνον εἴτε μετὰ τῶν ἐπαρχείων, δύναται κάλλιστα νὰ λειτουργήσῃ, διότι οὐδόλως συνδέεται ἀναγκαίως πρὸς τὴν διοικητικὴν εἰς πλείονας νομοὺς διαίρεσιν. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διοικητικῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποσπῶμεν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ δίδωμεν εἰς τὸν νομάρχην ἢ τὸν δήμαρχον ἢ τὰ Συμβούλια, ἢ ἀπὸ τοῦ νομάρχου καὶ νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς δημάρχους καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἐξουσίας τινὰς καὶ δικαιώματα ὁριστικῆς ἀποφάσεως, τὰ ὁποῖα οἱ καθεστῶτες νόμοι νῦν δίδουν μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ εἰς τοὺς νομάρχας. Τοῦτο δὲ ἠδύνατο νὰ μελετηθῇ ἐν εὐρυτέρᾳ κλίμακι, καθισταμένης ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ ὅλα τὰ θέματα, ὅλας τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἤδη πρὸς λῆψιν ἀποφάσεώς τινος διοικητικῆς ἢ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ νομάρχου, καὶ ν’ ἀποφανθῇ ποῖαι ἐξ αὐτῶν δύνανται ἄνευ βλάβης γενικῶν συμφερόντων ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ πάσης δικαιοδοσίας τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, καὶ ποῖαι πρέπει ν’ ἀφεθῶσιν ὡς ἔχουσι. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν décentralisation, δηλ. τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ δημάρχου τῶν δικαιωμάτων ἐγκρίσεως μέτρων ἢ ἀποφάσεων τῶν δημάρχων ἢ Συμβουλίων. Ὑπάρχει μία συγκέντρωσις ἐξουσίας ἐπὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν ὑποδεεστέρων σήμερον ὀργάνων, καὶ αὐτὴν τὴν περιορίζετε, ἀφαιροῦντες τὴν ἔγκρισιν ἐξ αὐτῆς καὶ ἀφίνοντες τὰ ὑποδεέστερα ὄργανα, ἢ τὰ Δημοτικὰ ἢ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ν’ ἀποφασίζωσι μόνα. Ἄλλη εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ décentralisation. Ἀποκέντρωσιν ἐννοοῦμεν τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἢ ἐκ τῶν Νομαρχιῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἔχουσι, τοῦ ἀποφαίνεσθαι περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποθέσεων, καὶ τὴν ἀνάθεσιν αὐτῶν εἰς ἐκλεκτικὰ σώματα. Καὶ περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως νομῶν μεριμνᾷ. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον, οὐδὲ τὸ ἓν οὐδὲ τὸ ἕτερον τῶν ἔργων τούτων σχετίζεται ἀναγκαίως πρὸς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν. Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις ὅτι τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ σήμερον κρατοῦν, ἤθελε μείνει ἐν ἰσχύϊ, ἢ ὅτι ἤθελον ἐπανέλθει τὰ ἐπαρχεῖα, κάλλιστα ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τῶν νέων διατάξεων περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ ἀποσυγκεντρώσεως. Ὀλίγα ἤδη θὰ εἴπω περὶ τοῦ δικαστικοῦ μέρους τοῦ νομοσχεδίου. Περὶ αὐτὸ διεξήχθη ὁ σφοδρότερος ἀγών. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ πρὸς τὸ ἓν καὶ πρὸς τὸ ἄλλο μέρος ὑπῆρξεν ὑπερβολή. Συμφωνῶ ὅτι οὐδεμίαν ἀναγκαίαν σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τῆς προσθήκης Πρωτοδικείων πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Καλὸν βεβαίως εἶναι νὰ ἦναι συγκεντρωμέναι πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ ἐν μιᾷ πόλει, καὶ ἅπαξ ὑπαρχούσης ἐκεῖ τῆς ἀνωτέρας διοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ ὑπάρχωσι παρ’ αὐτὴν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι δημόσιαι ἀρχαί, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἀναπόφευκτον τοῦτο εἴτε διὰ λόγους τοπικοὺς εἴτε διὰ λόγους οἰκονομικούς. Δὲν εἶμαι ὅμως τῆς γνώμης, ὅτι, ἄν ποτε ἤθελεν ἀποφασισθῆ —καὶ νομίζω ὅτι ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ εἶναι βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Συμβουλίων τῶν Ἐφετῶν — δὲν εἶμαι, λέγω, τῆς γνώμης ὅτι, ἄν ποτε ἤθελεν ἀποφασισθῆ ἡ ἵδρυσις Πρωτοδικείων τινῶν, αὕτη δὲν πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Πρωτοδικείων καὶ ἡ ἵδρυσις αὐτῶν ἐν μικραῖς περιφερείαις, ἐν ἐπαρχίαις μικραῖς, εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν. Τοῦτο εἶναι ὑπερβολικόν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀξίας τῶν δικαστῶν εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν κέντρων, ἐν οἷς ἑδρεύουσι, διότι ναὶ μὲν ἐν τοῖς μικροῖς κέντροις ὑπάρχει προστριβὴ καὶ συγχρωτισμὸς περισσότερος τῶν δικαστῶν πρὸς τοὺς πολίτας καὶ τὰς παντοίας ἐπιρροάς, πολιτικὰς καὶ κοινωνικάς, ἐν τοῖς μεγάλοις ὅμως κέντροις ὑπάρχουσιν ἀφ’ ἑτέρου ὄργανα ἐπιδράσεως ἰσχυρότερα ἢ ἐν ταῖς μικραῖς ἐπαρχίαις. Ἐν ταῖς μικραῖς ἐπαρχίαις βεβαίως δὲν θὰ εὕρητε πρόσωπα ἐπιδρῶντα ἐπὶ τῶν δικαστῶν τοιαῦτα, οἷα εὑρίσκετε ἐν Ἀθήναις. Ἐν Ἀθήναις δὲν ὑπάρχει δικαστής, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐὰν ἐνδιαφέρησθε καὶ ἔχητε ἀνάγκην, δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε τὸ κατάλληλον ἰσχυρὸν πρόσωπον, ὅπως ἐξασκήσῃ ἐπιρροήν, λόγῳ πολιτικῷ ἢ κοινωνικῷ, χάριν τῆς ὑποθέσεώς σας.
§132Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι καλύπτονται ἐν Ἀθήναις.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἄλλοι λόγοι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους σήμερον. Ὅ,τι πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ εἰς τοῦτο εἶναι ὁ λόγος ὁ οἰκονομικὸς, δεύτερον ὁ λόγος τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης, ὅπως ἱδρυθῶσιν ἐνιαχοῦ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ τὴν ὁποίαν γνωμοδοτήσεις μόνον, οἷαι αἱ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ αἱ τῶν Ἐφετείων, δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι καὶ ὑποδείξωσιν ἀμερολήπτως καὶ ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἐπηρεασμῶν, εἰς οὓς ὑπόκεινται αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον, ἐπειδὴ θὰ ἔχωμεν ἐφεξῆς 27 νομοὺς, νὰ ἱδρύσωμεν καὶ 27 ἀκριβῶς Πρωτοδικεῖα. Ἡ περιφέρεια ἡ διοικητικὴ καὶ ἡ περιφέρεια ἡ δικαστικὴ δὲν συνυπάρχουν ἀναγκαίως καὶ ἀχωρίστως. Ὥστε ἂν ἤθελον ἀποφανθῆ καὶ σήμερον διὰ τοιούτων γνωμοδοτήσεων ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὰ Ἐφετεῖα ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ σύστασις καὶ ἄλλων Πρωτοδικείων, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνῃ αὐτὴν, ἂν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα δὲν τὸ ἐπιτρέπουν νῦν. Ἀλλ’ ἂν τὰ οἰκονομικὰ μέσα ἐπιτρέπουν, εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ἔπρεπε νὰ συσταθῶσι ταῦτα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὸν τὸ κέντρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἤθελεν ὁρισθῆ ἡ σύστασις αὐτῶν, προσέχοντες ὅπως δι’ ἄλλων μέσων καταστήσωμεν ἀνεπηρέαστον τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν αὐτοῖς. Πᾶσα νέα διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους ἀναπόφευκτον συνέπειαν θὰ ἔχῃ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Τοιαύτην ἔχει καὶ ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινομένη νῦν. Ἐπειδὴ συνηγόρησα ὑπὲρ τῶν ἐπαρχείων, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ ἐπαρχεῖα, ἂν τυχὸν ἤθελον συσταθῆ, θὰ συνεπήγοντο περισσοτέραν δαπάνην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ διαίρεσις ἡ διοικητικὴ, ἡ ὁποία νῦν προτείνεται. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης δὲν θὰ ἦναι τοσαύτη, ὅση ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται καὶ παρεστάθη. Τὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν τῶν 27 Νομαρχιῶν ἐγένοντο πολὺ κατώτερα τῆς πραγματικῆς, τῆς ἀληθοῦς δαπάνης· οὕτως ἐπὶ διαφόρων κονδυλίων, ὡς π. χ. τῶν Γραμματέων, σημειοῦνται 44 γραμματεῖς μόνον πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως διὰ τὰς 27 διοικήσεις, καὶ ὁρίζεται δαπάνη δι’ αὐτὰς 110,500 δραχμῶν, ἐνῷ εἰς τὰς 16 Νομαρχίας, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν, ὑπηρετοῦσι 40 γραμματεῖς καὶ ἀπαιτεῖται δαπάνη δρ. 100,200. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅτι αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομαρχιῶν πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ περίπου ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων, ὃν πρὶν εἴχομεν, θὰ ἐκτελῶμεν καὶ ἐφεξῆς τὴν ὑπηρεσίαν· διότι εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι, ὅταν πολλαπλασιάζωμεν τὰς Νομαρχίας, θὰ πολλαπλασιάσωμεν ἐξ ἀνάγκης καὶ τοὺς ὑπαλλήλους πέραν τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν πρὶν ἀπῄτουν, διότι θὰ ἐπέλθῃ διανομὴ τῆς ὑπηρεσίας εἰς περισσότερα μέρη τοῦ Κράτους, ἡ δὲ διανομὴ θ’ αὐξήσῃ καὶ τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀνάγκην ἐργασίας περισσοτέρας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Μὲ 44 ἑπομένως γραμματεῖς ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία. Θ’ ἀπαιτηθῇ ἀναγκαίως καὶ εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς μεγαλειτέρα δαπάνη. Σημειοῦνται ἐπίσης 71 πρωτοκολληταὶ καὶ γραφεῖς διὰ τοὺς 27 νομοὺς, ἐνῷ σημειοῦνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 70 γραφεῖς αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως κατὰ τὸ σήμερον κρατοῦν σύστημα. Ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀνεπαρκὴς προφανῶς. Ἀφίνω ἄλλας δαπάνας ἢ ἀνεπαρκῶς σημειουμένας ἢ μὴ σημειουμένας ποσῶς καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησαν. Οὐχ ἧττον συμπεραίνω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ τὸ ποσὸν τῶν 390,000 δραχ. ὡς τὸ ἀκριβὲς ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανᾶται ὑπὸ τὴν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν. Λίαν ἐνωρὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ πιστώσεις, ἵνα προσθέσῃ ὑπαλλήλους, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ ἡ νέα ὑπηρεσία. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἀτυχές. Δυνατὸν κατά τι νὰ βελτιώσῃ τὴν διοίκησιν, λόγῳ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, ἀλλ’ ἔσφαλε, παραλιπὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τὰ τῶν ἐπάρχων κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα μείζονα ἢ ἄλλοτε αὐτοδιοίκησιν, ἐγγυώμενον προσωπικὸν καλλίτερον, καθιεροῦντα ἐν τῇ διοικήσει ἱεραρχίαν, ἀσφαλίζοντα, ὅσον ἐπιτρέπεται, προκειμένου περὶ τῆς κυρίως διοικήσεως, διὰ τῶν πρεπουσῶν ἐγγυήσεων τὰ διοικητικὰ ὄργανα κατὰ τῶν αὐθαιρέτων παύσεων, ὅπως ἐν ἄλλοις Κράτεσι, καὶ ἀμείβοντα τὰς μακρὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ὁσάκις δὲν προάγωνται, διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας ἀναλόγως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ ἀσφαλίζῃ οὕτως εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς διοικήσεως καὶ ὑλικὴν ἀνεξαρτησίαν. Οὕτω μόνον ἤθελε λυθῆ διὰ τοιούτων ἐπάρχων τὸ ζήτημα τῆς μορφώσεως καλῶν νομαρχῶν, διότι τοιοῦτοι ἔπαρχοι ἤθελον καταστῆ τὸ φυτώριον πρὸς ἐκλογὴν καλῶν νομαρχῶν. Αὐτὰς τὰς εὐκαιρίας πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τὸ νομοσχέδιον παρέλιπε, καὶ καθιέρωσε σύστημα, ὅπερ ἐκτὸς τῶν ἄλλων πολλὰς, ὡς βλέπομεν, ἐγέννησεν ἀντιζηλίας καὶ δυσαρεσκείας ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι ὀλίγον βεβαίως θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ ἀτυχὲς τὸ νομοσχέδιον, καὶ θέλω καταψηφίσει αὐτό.
§134Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, ἡ εὔγλωττος καὶ σαφεστάτη ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγησαμένου τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐξηγῶν τὴν σκοπὸν αὐτοῦ, διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἁπάντων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει ἐπικρατήσει πνεῦμα συζητητικὸν, πνεῦμα εὐμενὲς ἐκ μέρους αὐτῆς, καὶ πᾶσα τροπολογία, ἡ ὁποία ἤθελε τείνει πρὸς βελτίωσιν τῶν νομοθετημάτων τούτων, θὰ ἐγίνετο δεκτὴ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὴ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν λόγων τούτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ στηριζόμενος, προτίθεμαι, ὁμιλῶν ἐν ὀλίγοις περὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑποστηρίξω τροπολογίαν, ἥτις φρονῶ ὅτι συντείνει τὰ μέγιστα πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοθετήματος τούτου καὶ καθιστᾷ αὐτὸ σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ. Πολλὰ ἐρρήθησαν, κύριοι Βουλευταί, παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων κατὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς θεωρίας, καὶ μάλιστα ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν παρὰ πολλῶν ἀπὸ ἡμερῶν καὶ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους τοὺς ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πολλὰ, ὡς προεῖπον, ἐρρήθησαν, καὶ ἀρκετὰ ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη. Ἐπιθυμῶ μόνον ἐξ ἄλλης ἀπόψεως νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Δὲν συμφωνῶ ἐν πᾶσι μὲ τοὺς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἰσχυρισθέντας ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, μὴ βελτιῶνον τὴν διοίκησιν, παραλύει τὴν δικαιοσύνην καὶ παραβλάπτει τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Οἱ Κύριοι οὗτοι, κατοικοῦντες, φαίνεται, πάντοτε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τὰς Ἀθήνας, νομίζουσιν ὅτι ἡ ὑποδιαίρεσις τῶν νομῶν καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς αὐτῶν εἶναι ἀσύμφορος εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὅτι οὐδεμίαν βελτίωσιν φέρει εἰς τὴν διοίκησιν. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ἐπαναλαμβάνω, συνέπεσεν, εὐτυχῶς δι’ αὐτοὺς, νὰ κατοικῶσιν ἅπαντες εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, καὶ συνεπῶς δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰς ἀποκέντρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους καὶ δὴ τὰς τῶν νήσων τῶν ἰδικῶν μας καὶ ἄλλων, ἵνα ἴδωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ διοίκησις παρέλυσεν ἐντελῶς ἐκεῖ ἀπό τινων ἐτῶν, ὅτι εἷς χωροφύλαξ διοικεῖ τὰ μέρη ἐκεῖνα κατὰ βούλησιν, εἷς γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου, ἀγράμματος συνήθως, δύναται νὰ ἐκδίδῃ οἱασδήποτε θέλει ἀποφάσεις, ὅτι μεταξὺ των οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς πλήρη διαμάχην, πρὸς βλάβην τῶν ἰδιωτικῶν καὶ ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω συγκεκριμένως, ποῖα αἴσχη διαπράττονται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, τῶν ὄπισθεν τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, εὑρισκομένων. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἰδικῶν μας ἐπαρχιῶν, κύριοι Βουλευταί. Δὲν θέλω δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ εἰρηνοδικῶν καὶ ἀνακριτῶν, περὶ ὑπαλλήλων καὶ ἀστυνόμων καὶ συγκεκριμένως περὶ πράξεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ αὐτὸς κατήγγειλα, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο...
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὰ εἰπῆτε ὅλα.
§136Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Σᾶς λέγω συγκεκριμένως τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ἐτῶν ἐν Θήρᾳ. Γνωρίζετε ἅπαντες, Κύριοι, ὅτι ἡ Θηραϊκὴ γῆ πληρώνει κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν φόρον, καὶ φόρον βαρύτατον, ἰσοδυναμοῦντα πρὸς 400% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος! Ἔρχονται τὰ πλοῖα καὶ φορτώνοντα πληρώνουσι τὸν φόρον. Βουλευτὴς ὤν, διέμενον ἐν Ἀθήναις, μεταβὰς δ’ εἰς Θήραν, ἐβεβαιώθην ὅτι 10 πλοῖα ἑλληνικὰ καὶ ξένα δὲν ἐπλήρωσαν τὸν νόμιμον φόρον· ἔλαβον σημείωσιν ἁπάντων κατ’ ὄνομα καὶ παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρὰ τοῦ λιμεναρχείου, καὶ ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας, παρέδωκα αὐτὴν πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν μακαρίτην Τρικούπην, παραστήσας αὐτῷ τὴν κλοπήν, πλὴν οὐδὲν ἐνεργήθη· παρουσίασα μετά τινα χρόνον τὸ αὐτὸ σημείωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, Πρωθυπουργὸν ὄντα καὶ τοῦτον, ἀλλ’ ἐσιώπησε, καὶ οὐδὲν ἐγένετο...
§137ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε νομάρχης ἐκεῖ, θὰ ἐγίνετο τίποτε;
§138Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Βεβαίως ὁ νομάρχης ἢ ὁ ἔπαρχος θὰ ἐπρολάμβανον τὴν κατάχρησιν... Μόλις ἔφθασα ἐγὼ εἰς Θήραν κατ’ ἄλλην ἐποχήν, εὑρέθην τυχαίως κατὰ τὴν θεώρησιν ἐγγράφων πλοίου τινὸς, ἀναχωροῦντος μὲ φορτίον Θηραϊκῆς γῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεγίνοντο οἱ ὑπάλληλοι νὰ χρεώσωσι τὸ πλοῖον μὲ 200 δραχμὰς μόνον, ἀντὶ δραχμῶν 800, ἃς ὤφειλε νὰ πληρώσῃ· ἡ κατάχρησις προελήφθη, καὶ τὸ πλοῖον ἐπλήρωσε δραχμὰς 800, συνεπείᾳ περατηρήσεώς μου. Τὰς καταχρήσεις ταύτας σᾶς ἀναφέρω μετὰ θλίψεως, διότι καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ εἰς δύο Πρωθυπουργοὺς παρέδωκα σημείωσιν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνεργήθη. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τοὐναντίον θεωρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑποδιαιροῦν τὸ Κράτος εἰς πλείονας νομοὺς, εἶναι ὠφέλιμον διὰ τὸν τόπον· ἀλλ’ ἐξεταστέον, εἶναι, ὅπως ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχέδιον πληροῦν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει; εἶναι νομοθέτημα εἰς τὴν ἰσότητα καὶ τὸ δίκαιον στηριζόμενον, ὅπως ἔχει; Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ὄντες κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι, οἱ μὲν ἐκ τοπικῶν συμφερόντων, οἱ δὲ ἐκ προσωπικῶν λόγων, κατηγόρησαν ἁπλῶς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος δὲν ἐπεξέτεινε τὸν λόγον καὶ τὴν ἔρευναν αὐτοῦ καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα, διότι, ὡς προεῖπεν, ὡμίλησε κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ ἀπολύτως, καὶ μόνον τὴν κλάσιν τῶν νομαρχῶν ἐξήτασεν εἰδικῶς, ὅπερ καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, δι’ οὓς ἀνέφερα λόγους. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶχον κάμει μελέτην πλήρη καὶ καθαρὰν, ὑπὸ γεωγραφικὴν ἀρτίαν ἔποψιν, καὶ γνωρίζω, ὅπως καὶ ὑμεῖς πάντες, ποῖαι μεταβολαὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθωσιν, ὅπως τὸ νομοθέτημα θεωρηθῇ ἴσον, δίκαιον καὶ ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕκαστος τῶν κυρίων συναδέλφων ὡμίλησε συγκεκριμένως διὰ τὸν νομὸν ἢ τὴν ἐπαρχίαν του, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὲ ἀκούσωσι, τὸν λόγον φέροντα μόνον περὶ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ὁποία εἰργάσθη πρὸς σύνταξιν καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, φυσικῶς δύναται παρὰ πάντων ἡμῶν νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἐντελῶς ἀγεωγράφητος, καὶ βεβαίως εἶναι τοιαύτη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἥτις ἀφῆκεν αἴφνης τὰ πέραν τῆς γεφύρας τῆς Χαλκίδος χωρία καὶ χάνια νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ νομοῦ Λεβαδείας, 15 ὥρας ἀπεχούσης, καὶ δὲν ὑπήγαγε τοὺς ἀτυχεῖς τούτους θνητοὺς εἰς τὴν Χαλκίδα, ἀπέχουσαν ἀπ’ αὐτῶν ὅσον τὸ μῆκος τῆς γεφύρας. Ὁ νομὸς Κυκλάδων, κύριοι Βουλευταὶ, κατέχει χῶρον, ὅσον καὶ ἡ Πελοπόννησος...
§139ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θάλασσαν.
§140Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀδιάφορον· πρόκειται περὶ ἀποστάσεων... Ἂν πρόκειται, Κύριοι, ν’ ἀναχωρήσητε ἀπὸ τὴν Ἀνάφην, ἔχετε νὰ διανύσητε 210 χιλιόμετρα μέχρι Κέας καὶ Ἄνδρου, καὶ ἀπ’ ἐδῶ μέχρι Πατρῶν δὲν εἶναι ἢ 230 χιλιόμετρα. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ διαιρέσῃ τὸ Κράτος εἰς πλείονας νομοὺς, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ διαιρέσει πνεῦμα ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, κατόπιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ διορθώσῃ αὐτὸ, ἀποδίδων τὸ δίκαιον εἰς τοὺς δι’ αὐτοῦ ἀδικουμένους νομοὺς...
§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν τὸ διορθώσῃ;
§142Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ κηρυχθῶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τέλος ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου. Τί συμβαίνει λοιπὸν σχετικῶς μὲ τὴν συγκοινωνίαν, ἣν ἔχομεν σήμερον, εἰς τοὺς ἀναχωροῦντας ἐκ Θήρας ἢ Ἀμοργοῦ ἢ Ἀνάφης, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου; Ἀναχωροῦσιν ἐνίοτε καὶ ἐν παραδείγματι τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην ἐκεῖθεν· ὁ βορρᾶς, ὁ ὁποῖος συνήθως μαίνεται χειμῶνος τε καὶ θέρους περὶ τὰς νήσους μας, ἐμποδίζει τὸν πλοῦν, καὶ ἂν μὲν ἦναι τὸ πλοῖον ἱστιοφόρον, δυνατὸν νὰ ταξιδεύσῃ καὶ 20 ἡμέρας, ὅπως μεταβῇ εἰς Σῦρον, ἐὰν δ’ ἦναι ἀτμόπλοιον, ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, ὅτι φθάνει μέχρι Νάξου ἢ Πάρου, ἐκεῖ ἐλλιμενίζεται, παρέρχεται ἡ Πέμπτη, ἡμέρα ὡρισμένη διὰ τὴν συνεδρίασιν τῶν ποινικῶν δικῶν τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὅταν ὁ μάρτυς ἢ ὁ κατηγορούμενος φθάσῃ τὸ Σάββατον ἢ τὴν Κυριακὴν εἰς τὴν Σῦρον, ἔχει ἤδη καταδικασθῆ. Καὶ ἀμέσως παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωσιν οὗτοι καὶ πάλιν, δὶς καὶ τρὶς, εἰς Σῦρον, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὰς ἀνακοπάς των. Ὁ νομὸς Κυκλάδων, Κύριοι, ὡς προεῖπον, ἔχει μῆκος 210 χιλιομέτρων, ἡ Πελοπόννησος 208· ἡ Πελοπόννησος ἔχει πλάτος 160 χιλιόμετρα, ὁ δὲ νομὸς Κυκλάδων 170. Ἡ Πελοπόννησος διαιρεῖται εἰς 9 νομοὺς, αἱ νῆσοι τῶν Κυκλάδων ἅπασαι ἀποτελοῦσιν ἕνα καὶ μόνον νομὸν· κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, εἶναι καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ἰσότης, κύριε Πρωθυπουργέ; εἶναι καὶ δύναται νὰ ἐκληφθῇ δίκαιον τὸ νομοσχέδιόν σας; Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἐμπόδιον εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Νάξου, καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, μάχονται ἀπὸ πολλοῦ, ἵνα ὁρισθῇ ἕδρα ἡ Νάξος· ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἕδραν εἰς τὴν Θήραν, ὡς κεκτημένην πλείονα προσόντα. Ἐγὼ προσωπικῶς, ὁμολογῶ ὅτι ἐφρόντισα, χάριν τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ δικαίου, νὰ διαιρεθῇ ὁ νομὸς Κυκλάδων πρωτίστως, ἀφήσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ, ὅπου αὕτη ἤθελε κρίνει καλὸν καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὴν ἕδραν. Κατόπιν ὅμως τούτων καὶ ἀφοῦ οἱ κύριοι ἐκ Νάξου συνάδελφοι ἠθέλησαν νὰ μείνωσι μὲ τὴν Σῦρον, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔφερα ἀντίρρησιν, ἵνα μὴ γείνω αἴτιος, καὶ ἐπιζητῶν ἐναντία τῆς θελήσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Νάξου προκαλέσω ῥῆξιν μεταξὺ τῶν δύο ἐπαρχιῶν, οἵα ὑπάρχει μεταξὺ Θηβαίων καὶ Λεβαδέων σήμερον, ἀλλ’ ἐδέχθην νὰ ἐπέλθῃ ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ μεταξὺ Θήρας καὶ Μήλου, καὶ ἂς μείνῃ ἡ Νάξος μὲ τὴν Σῦρον, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς. Ἡ Θήρα καὶ ἡ Μῆλος ἀριθμοῦσι 19 νήσους κατῳκημένας ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν, ἐξ ὧν αἱ 9 μόνον ἔχουσι ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν, αἱ δὲ λοιπαὶ συγκοινωνοῦσι δι’ ἱστιοφόρων. Αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, κατοικούμεναι ὑπὸ 50,000 κατοίκων, δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομόν. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, ὁ χάρτης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος δεικνύει τὴν ἔκτασιν τῶν Κυκλάδων, ὡς προεῖπον, καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς Πελοποννήσου, καὶ ὅστις πιστοποιεῖ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὰ ἄλλα. Ἀλλά, Κύριοι, μήπως ὁ λόγος μόνον τῆς μεγάλης ἀποστάσεως μεταξὺ τῶν νήσων ἡμῶν, κειμένων εἰς τὰ σύνορα τοῦ Κράτους, ὑπάρχει; Ἔχομεν καὶ πολλοὺς ἄλλους λόγους. Ἔχομεν δημοτικὰς ἐκλογὰς μετ’ ὀλίγον, πρόκειται νὰ γείνῃ καὶ ἐκλογὴ νομαρχιακῶν συμβούλων, καὶ εἰς τὸν νομόν μας ἔχομεν 150 ὑποψηφίους νομαρχιακοὺς συμβούλους, ἂν θὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τούτων καθ’ ὅλον τὸν νομόν, διότι, κατὰ τὸν νόμον, ὑποχρεωτικῶς θὰ ἐκλεχθῶσιν 78 σύμβουλοι· ἐὰν δ’ ὑποθέσητε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀνταγωνισμός, θὰ διπλασιασθῇ ὁ ἀριθμὸς, καὶ θὰ ἔχωμεν 150 κάλπας. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περιλάβῃ 150 κάλπας. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ὀλίγα ταῦτα καὶ θ’ ἀποφασίσῃ τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, χωρὶς νὰ λησμονήσῃ τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε, καὶ ἡ ὁποία κατήρτισε συμβόλαιον μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ δεχθῇ πᾶσαν βελτίωσιν ἀναγκαίαν παντὸς νομοθετήματος.
§143Ν. ΚΡΙΣΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι καὶ λόγῳ ἐκτάσεως καὶ λόγῳ πληθυσμοῦ καὶ λόγῳ τοῦ δυσκόλου τῆς συγκοινωνίας, ὑπὲρ πάντα ἄλλον νομὸν ἐπιβάλλεται ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ τῶν Κυκλάδων. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ Μῆλος πρέπει νὰ μείνῃ ἡνωμένη μετὰ τῆς Σύρου, διότι ἐκ τῆς γειτνιάσεως καὶ τῆς εὐκόλου μετ’ αὐτῆς ἐπικοινωνίας οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ταύτης προτιμῶσι τὴν μετὰ τῆς Σύρου ἕνωσιν· ὡς πρὸς τοῦτο δ’ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Μήλου βουλευτῶν κ. κ. Μάτσα καὶ Προβελεγγίου. Ὑπολείπονται αἱ δύο ὅμοροι ἐπαρχίαι Νάξου καὶ Θήρας, αἱ μεσημβριναὶ λεγόμεναι Κυκλάδες, αἵτινες πρέπει ν’ ἀποτελέσουν ἰδίαν διοικητικὴν διαίρεσιν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Νάξος ἐνδείκνυται ὡς πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, οἵτινες συντρέχουσι, καθόσον καὶ κτηνοτροφίαν ἔχει μεγάλην καὶ σπουδαίαν παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν καὶ οἰνοπαραγωγὴν καὶ ἐκτάσεις μεγάλας καταφύτους ἐξ ἑσπεριδοειδῶν καὶ ἁλικὰς καὶ τὴν χρυσοφόρον σμύριδα, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον πολλὰς προσπορίζεται χιλιάδας δραχμῶν, ἐκτὸς, λέγω, τῶν λόγων τούτων, καὶ μόνη ἡ γεωγραφικὴ θέσις τῆς Νάξου ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς προτιμήσεως αὐτῆς. Διότι οἱ Θηραῖοι, οἱ Ἀμοργῖνοι καὶ οἱ Ἰῆται, προτιθέμενοι νὰ μεταβῶσιν εἰς Σῦρον, Ἀθήνας ἢ ἀλλαχοῦ, κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην θὰ διέλθωσι πρὸ τῆς Νάξου, καὶ δύνανται ἀποβιβαζόμενοι νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν ἐργασίαν, ἣν τυχὸν θὰ ἔχωσιν ἐκεῖ, καὶ κατόπιν νὰ τραπῶσι τὴν πρὸς τὰ ἐδῶ ἄγουσαν, ἐνῷ, ἐὰν—ὃ μὴ γένοιτο—συμβῇ νὰ ἐνδειχθῇ ἡ Θήρα ὡς πρωτεύουσα, ἡ ὁποία, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, κεῖται πλησίον τῆς Κρήτης, οἱ Πάριοι καὶ οἱ Νάξιοι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πολλὰς κακουχίας, εἰς πολλὰς δαπάνας, εἰς κινδύνους ἴσως, — διότι δὲν ἀγνοεῖτε τὴν θαλασσοταραχὴν, ἥτις συμβαίνει εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἰδίως ἐν καιρῷ χειμῶνος, — καὶ ταῦτα πάντα διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ φιλαυτία τῶν Θηραίων, οἵτινες ὅλως ἀδικαιολογήτως ἐπιδιώκουσιν, ἵνα ἡ νῆσος αὐτῶν ἐνδειχθῇ ὡς πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ. Ἐπαινῶ τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Θήρας Βουλευτὰς διὰ τὴν μετὰ τόσης θέρμης ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας των, διότι τοιοῦτον ἔχουσι καθῆκον, εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι ἐνδομύχως ἀναγνωρίζουσι τὴν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὑπεροχὴν τῆς Νάξου, ὅπως ἐνδειχθῇ ὡς πρωτεύουσα. Μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλή, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, θὰ προβῇ εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων καὶ θὰ ὑποδείξῃ τὴν Νάξον ὡς πρωτεύουσαν, λίαν εὐχαρίστως καὶ προθύμως ἀπεκδέχομαι τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς.
§144ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ παρακολουθῶν, Κύριοι, τὴν ἱστορίαν τῶν διοικητικῶν μεταρρυθμίσεων καθ’ ὅλα τὰ Κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης παρίσταται πρὸ φαινομένου φυσικοῦ, πλὴν ὁμοιομόρφου καὶ σταθεροῦ. Ἔριδες, παράπονα, ἀξιώσεις, διαμαρτυρίαι, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀπειλαὶ εἶναι τὰ σταθερῶς παρομαρτοῦντα εἰς πᾶσαν διοικητικὴν μεταρρύθμισιν ἢ μεταβολήν. Καὶ νομίζει τις, ἀναγινώσκων τὴν ἱστορίαν τῆς διοικητικῆς μεταρρυθμίσεως τόπου τινός, ὅτι τὰ ἐκεῖ συμβάντα εἶναι ἀκριβὲς ἀντίγραφον τῶν συμβάντων ἐν ἄλλῃ χώρᾳ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις. Ὁ θέλων νὰ ἐντρυφήσῃ εἰς τοιούτου εἴδους συγκριτικὰς μελέτας δύναται νὰ συμβουλευθῇ τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1789 τῆς Μεγάλης τῶν Γάλλων Συνελεύσεως, θὰ παρατηρήσῃ δέ, ὅτι καὶ ἐκεῖ συνεζητήθη μετὰ πείσματος τὸ ζήτημα, ὅπερ σήμερον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖ ἠγέρθησαν παράπονα καὶ διετυπώθησαν διαμαρτυρίαι καὶ προέκυψαν ἀξιώσεις καὶ ἀπειλαί, καὶ ἐκεῖ εὑρέθησαν εὔγλωττοι πλὴν ἀτυχεῖς τοῦ καθεστῶτος ὑπερασπισταί, καὶ ἐκεῖ ὑπῆρξαν ἄλλοι, οἵτινες ἔτιλλον τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς αὑτῶν, διότι ἐξελαϊκεύετο ἡ δικαιοσύνη. Ἡ μεγάλη ὅμως ἐκείνη Συνέλευσις ἤκουσε καὶ παρῆλθε. Καὶ εἶναι φυσικὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Πᾶσα μεταβολή, ἑπομένως καὶ ἡ διοικητικὴ, θίγει συμφέροντα, προσβάλλει δικαιώματα πραγματικὰ ἢ ὑποθετικά, τροποποιεῖ ἢ μεταβάλλει συνηθείας ἢ ἕξεις, προσκρούει εἰς παραδόσεις, προάγει ἄλλα συμφέροντα ἢ δημιουργεῖ νέας σχέσεις· εἶναι λοιπὸν φυσικὰ τὰ κατ’ αὐτῆς παράπονα καὶ φυσικαὶ αἱ διαμαρτυρίαι. Ἀλλὰ τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ τὸ δίκαιον ἐπὶ τέλους ἀναγνωρίζεται καὶ κατισχύει, τὰ δὲ παράπονα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι καταπνίγονται ὑπὸ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τῆς χαρᾶς τῶν πληθυσμῶν, οἵτινες δέχονται τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὰ παράπονα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι, ὧν εὔγλωττοι διερμηνεῖς ἐγένοντο ἰδίως οἱ ἐκ Ναυπλίας καὶ Θηβῶν συνάδελφοι, τὰ διατυπωθέντα ἡμῖν, οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἔκτακτον, οὐδὲν τὸ πρωτότυπον, οὐδὲν τὸ ἀσύνηθες. Δὲν ὑπάρχει εἷς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, Κύριοι, ὅστις νὰ μὴ πιστεύῃ, ὅτι τὰ τῆς τοπικῆς διοικήσεως ἡμῶν ἔχουσι κακῶς, δὲν ὑπάρχει εἷς, ὅστις νὰ μὴ φρονῇ, ὅτι πραγματικὴ τοπικὴ διοίκησις δὲν ὑφίσταται ἐν Ἑλλάδι, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅστις εἴτε ἰδιαιτέρως εἴτε δημοσίᾳ νὰ μὴ ηὐχήθη εἰλικρινῶς τὴν βελτίωσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας. Καὶ τόσον ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι γενικὴ καὶ ἐρριζωμένη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ὅστις ἀπό τινος δὲν ὑπάρχει, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρόγραμμα πολιτικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ μὴ ἀναγράφηται ἐκ τῶν πρώτων ἡ διοικητικὴ τῆς χώρας διαρρύθμισις καὶ ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως. Ἀπαύγασμα τῶν κοινῶν τούτων ἰδεῶν καὶ πανελληνίων πόθων εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπερ δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τρεῖς ἐντελῶς διαφόρους ὄψεις. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διοικητικήν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δικαστικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν. Θὰ ἐξετάσω διὰ βραχέων τοῦτο καὶ ὑπὸ τὰς τρεῖς ταύτας ἐπόψεις, διότι πολλὰ ἤκουσα ἐντεῦθεν λεχθέντα παρ’ ἀνδρῶν, οἵτινες καὶ σοβαροὶ εἶναι καὶ σοβαρὰ βουλεύονται. Ἐξεταζόμενον κατὰ τὴν βάσιν αὑτοῦ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐδὲν παρουσιάζει τὸ καινοφανές. Ἡ αὐτὴ διοικητικὴ διαίρεσις τῆς χώρας, ἡ αὐτὴ νομοθεσία, ἡ αὐτὴ διαίρεσις κατὰ νομούς, οἷοι ὑφίστανται σήμερον. Μία μόνη παρουσιάζεται ἡ ἐπουσιώδης διαφορά· ἡ περιφέρεια περιορίζεται, ἡ ἔκτασις τοῦ νομοῦ σμικρύνεται, καὶ οἱ δῆμοι, ἡ τελευταία μονὰς τῆς διοικήσεως, ἀπαρτίζουσι τὴν δευτέραν μονάδα, ἐφ’ ὅσον ἀποτελοῦσιν ἐπαρχίαν. Ἐκρίθη, καὶ ὀρθῶς, ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ὅτι οἱ δῆμοι μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπαρχείων δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς, ὅτι ἡ ἐπίβλεψις τῶν δημάρχων, ὡς κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως, ἦτο σχεδὸν ἀνέφικτος. Σμικρυνομένης τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ καὶ περιοριζομένης τῆς δράσεως τοῦ νομάρχου, εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναμείνῃ τις ἐκ τῆς ἐπιβλέψεως καὶ ὁδηγίας βελτίωσιν τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως, ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῶν δήμων καὶ τῆς χώρας ἐν γένει. Καὶ βεβαίως ἦτο δυνατὸν ἄλλη μονὰς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν. Ἦτο δυνατὸν καί, ἂν θέλητε, εὐκταῖον, νὰ ληφθῇ ὡς μονὰς ὁ δῆμος, διαρρυθμιζόμενος καὶ οὗτος, διότι καὶ πολλοὶ τῶν δήμων ἔχουσι κακῶς, ἀλλὰ τοῦτο ἤθελεν ἐπιφέρει γενικὴν ἀναστάτωσιν, ἂν δὲ σήμερον κατηγορῶμεν τῆς Κυβερνήσεως ὡς εἰσαγαγούσης τὸ προκείμενον νομοσχέδιον χάριν δημιουργίας θέσεων, ἐννοεῖται τί θὰ ἐλέγομεν, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ἡ ἐπαρχία ὡς μονάς, ἀλλ’ ὁ δῆμος, καὶ προσεβάλλοντο πολιτικὰ δικαιώματα ἢ ἐκλογικά τινος τῶν μὴ φίλα φρονούντων τῇ Κυβερνήσει. Ἡ ἐπαρχία ἄλλως τε ἱστορικῶς ἔχει ἀναγνωρισθῆ παρ’ ἡμῖν ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι καταργηθεῖσα διέμεινε πάντοτε καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐκλογικὴ περιφέρεια. Ἱστορικῶς λοιπὸν καὶ πολιτικῶς τὸ νομοσχέδιον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν ὡς μονάδα οὐχὶ τὸν δῆμον, ἀλλὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἔχει λογικὴν τὴν βάσιν. Καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τῆς παρρησίας, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, καὶ μετὰ τῆς εἰλικρινείας, ἥτις τὸν τιμᾷ, ὅτι δὲν παρουσιάζει τι τὸ τέλειον, ὅτι δὲν εὗρε τὴν φιλοσοφικὴν λίθον, ὅτι τὸ ἔργον αὑτοῦ δὲν ἐπαγγέλλεται τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ὅτι εἶναι ἄψογον. Μᾶς προσέθηκεν ὅμως, ὅτι ἀπέναντι τῶν δυσκολιῶν, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθη, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ πρῶτον βῆμα, διότι ἡ πρόοδος τῶν ἐθνῶν δὲν γίνεται δι’ ἁλμάτων, ἀλλὰ διὰ βημάτων, καὶ ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τοῦ ἄλλου νομοθετήματος περὶ νομῶν ἤλπιζε νὰ κατορθωθῇ ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν νομόν ποιά τις αὐτοδιοίκησις, ποιά τις ἀποκέντρωσις. Κατὰ τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν τί ἀντετάχθη; Ἀντετάχθησαν θεωρίαι· ἀντετάχθησαν εὐχαί. Καὶ ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν εὐγλώττους ἀληθῶς θεωρίας, δυναμένας ν’ ἀκουσθῶσι καὶ ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ, καὶ ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν σοφὰς ἀληθῶς διατριβάς, δυναμένας ν’ ἀκουσθῶσιν εὐχαρίστως παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ οἱουδήποτε ἄλλου, ἀλλὰ καὶ δυναμένας νὰ λείψωσιν. Ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα πολιτικὸν, ἡ δὲ πολιτικὴ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὴ ἐπιστήμη, ἐφ’ ὅσον δὲ αἱ ἰδέαι αἱ ἐνταῦθα καὶ ἐντεῦθεν λεγόμεναι δὲν ἀποκρυσταλλοῦνται ὡς νομοθέτημα ἢ δὲν ἀνάγονται εἰς τοιοῦτον, εἶναι ἰδέαι μηδὲν παρέχουσαι τὸ λυσιτελὲς, μηδὲν τὸ ὠφέλιμον. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς εὐχάς. Ηὐχήθησαν πολλοὶ ἐντεῦθεν— καὶ εἶναι οἱ περισσότεροι—τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων, καὶ μᾶς εἶπον ὅτι ἤθελον προτιμήσει νὰ ἔβλεπον ἀνασυνιστώμενα τὰ ἐπαρχεῖα, ὡς εἰ μὴ ἐδοκιμάσαμεν ἐπὶ 50 ἔτη τὴν δι’ ἐπαρχείων διοίκησιν, ὡς εἰ ὁ θεσμὸς τῶν ἐπαρχείων ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσῃ διὰ πρώτην φορὰν, ἢ ἐπρόκειτο περὶ ἀγνώστου. Ἀλλὰ πῶς θέλετε τοὺς ἐπάρχους; Τοὺς θέλετε μὲ τὴν αὐτὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὶν καταργηθῶσι; τοὺς θέλετε μὲ μείζονα; Ἐὰν τὸ πρῶτον, ἐδοκιμάσθη καὶ κατεδικάσθη ὁ θεσμός· ἐὰν τὸ δεύτερον, πότε ὑπερθεματίζετε εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι οὗτος ζητεῖ 27 περιφερείας καὶ σεῖς 80. Ἐὰν ζητῶμεν τὸν ἔπαρχον ὡς ἦτο πρίν, ζητοῦμεν ἕν διαβιβαστικὸν ὄργανον ἄχρηστον καὶ ἐν πολλοῖς ἐπιβλαβὲς, ἐὰν δὲ ζητῶμεν νὰ πράττῃ ὅ,τι σήμερον ὁ νομάρχης, τότε ἐρίζομεν περὶ ὀνομάτων, καὶ δὲν ζητοῦμεν 27, ἀλλὰ 80 νομάρχας. Ἐρρήθη ὅτι τὸ νομοθέτημα ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τοὺς μὲν μὲ 800,000, κατὰ τοὺς δὲ μὲ 500 χιλιάδας δραχμάς. Ἐὰν πάντα τὰ μέτρα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπισύρωσι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δαπάνην, θέλωμεν νὰ φέρωμεν εἰς βάρος τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὁμολογῶ ὅτι τὸ ποσὸν, δι’ οὗ ἰσχυρίσθησαν ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, εἶναι πολὺ μικρόν. Ἐὰν ὅμως θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης μεταρρυθμίσεως, ἡ μόνη δαπάνη, δι’ ἧς θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἤτοι 30–40 χιλιάδας δραχμάς. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον «δὲν θὰ ἔχωμεν Στρατολογικὸν Συμβούλιον, δὲν θὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν, δὲν θὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐν ἑκάστῳ νέῳ νομῷ;» Θὰ ἔχωμεν βεβαίως ἐξ ὅλων τούτων, ἀλλ’ εἰς τί συνίσταται ἡ δαπάνη, ἀφοῦ ἔχομεν σήμερον τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἀφοῦ ἔχομεν Στρατολογικὰ Συμβούλια, ἀφοῦ ἔχομεν στρατὸν, χωροφυλακὴν, ἔχομεν τὸ προσωπικὸν ἐπαρκὲς, ἴσως καὶ πλεονάζον, καὶ μόνον περὶ ἐνοικίων πρόκειται, διότι αἱ ἄλλαι δαπάναι γίνονται; Κατὰ τί θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος μὲ δαπάνην διὰ στρατὸν, ἂν ἔχῃ τοῦτον ἐν Ἀθήναις, ἐν Κορίνθῳ, ἐν Ναυπλίῳ ἢ ἐν Καρπενησίῳ; Οὔτε εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν νέας θέσεις, ἀφοῦ περὶ τούτου ἐφρόντισεν ἐπαρκῶς τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ὅπου ἡ ἐπίθεσις ὑπῆρξε κρατερὰ, ἦτο τὸ δικαστικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου· καὶ μᾶς εἶπον: «Καὶ τί θὰ γείνῃ λοιπὸν ἡ Δικαιοσύνη διὰ τῆς συστάσεως τόσων δικαστηρίων, καὶ ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ ἐγκληματικότης, ἣν ὑποβοηθεῖ ἡ σύστασις καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικαστηρίων;» Οἱ τοιαῦτα λέγοντες φαίνονται βεβαίως μὴ ἐπαρκῶς παρεσκευασμένοι, καὶ υἱοθετοῦσιν ἀνεξετάστως γνώμας, μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ συμβουλευθῶσι τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἡ ἐγκληματικότης αὐξάνει, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1896 εἴχομεν ἐγκλήματα ἐκκρεμῆ 123,787, κατὰ τὸ 1897 ἡ ἐκκρεμότης αὕτη τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ηὔξησεν εἰς 131,730, κατὰ δὲ τὸ 1898 ἔφθασεν εἰς 136,000...
§145ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὅσον προοδεύει ὁ χρόνος, τόσο περισσότερον μένουν ἐκκρεμεῖς, ἕνεκα τῆς ὀκνηρίας τῶν δικαστῶν.
§146ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχομεν αὔξουσαν ἐγκληματικότητα... Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχομεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα· ἴσως τοῦτο ἀποτελέσει ἴδιον θέμα ἄλλοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, ἓν ἐκ τῶν δύο θὰ συμβῇ, ἢ θὰ καταστήσητε τοὺς δικαστὰς φιλοπονωτέρους, ὅπερ δὲν φαίνεται πιθανόν, διότι δὲν εἶναι αἰτία ἡ ὀκνηρία, ἀλλ’ ἡ πληθώρα, ἢ θὰ ἐνισχύσητε τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον, καὶ τούτου τεθέντος, τὸ ζήτημα παρίσταται ὑπὸ ἄλλην ὄψιν: Τί συμφέρει εἰς τὴν ἐνημερότητα τῆς δικαιοσύνης; ἡ ἐνίσχυσις τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ ἢ ἡ δημιουργία νέων κέντρων δικαιοσύνης, ἤτοι ἡ σύστασις νέων δικαστηρίων; Ἐὰν λάβητε τὴν στατιστικὴν ἀνὰ χεῖρας καὶ παρακολουθήσητε τὸν δικαστὴν καθ’ ἅπαντα τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος ἐν ὡρισμένῃ τριμηνίᾳ, ἰδοὺ εἰς ποῖα θὰ προέλθητε ἀποτελέσματα. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν τετάρτην τριμηνίαν τῶν ἐτῶν 1896, 1897 καὶ 1898. Ὡς γνωστόν, οἱ δικασταὶ ἐκδίδουσι πολιτικὰς ἀποφάσεις, δικάζουσι ποινικάς, ἐκδίδουσι βουλεύματα καὶ ἐνεργοῦσιν ἀνακρίσεις. Εἶναι αἱ ἀσχολίαι, εἰς τὰς ὁποίας καταγίνονται ἢ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ καταγίνωνται. Ἐξετάζοντες τὸν δικαστὴν ἐν Ἀθήναις κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας τελευταίας τριμηνίας, καθ’ ἃς, ὡς γνωστόν, ἡ ἐργατικότης τοῦ δικαστοῦ εἶναι μεγαλειτέρα, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἑξῆς φαινομένου. Ὁ δικαστὴς ἐν Ἀθήναις ἐκδίδει ἀποφάσεις πολιτικάς, ποινικάς, βουλεύματα καὶ ἐνεργεῖ ἀνακρίσεις, ἀριθμὸν δυνάμενον νὰ παρασταθῇ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 53. Ἐὰν τὸν δικαστὴν τοῦτον τοποθετήσητε εἰς Χαλκίδα κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν, ἡ ἐργασία αὐτοῦ παρίσταται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 80· ἐὰν τὸν μεταφέρητε εἰς Ναύπλιον, ἡ ἐργασία του παρίσταται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 71, ἐὰν εἰς Κυπαρισσίαν, διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 101, ἐὰν εἰς τὰς Πάτρας, διὰ τοῦ ἀριθ. 60, ἐὰν εἰς τὴν Ἠλείαν, διὰ τοῦ ἀριθ. 76, ἐὰν εἰς τὴν Ζάκυνθον, διὰ τοῦ ἀριθ. 46 ἄνευ ἐκκρεμότητος, ἐὰν εἰς τὴν Σῦρον, 51 ἄνευ ἐκκρεμότητος, ἐὰν εἰς τὴν Παρνασσίδα 94, ἐὰν εἰς τὴν Λαμίαν 88, ἐὰν εἰς τὴν Λευκάδα 54, ἐὰν εἰς τὴν Κέρκυραν 42, ἐὰν εἰς τὸ Μεσολόγγιον 74, ἐὰν εἰς τὴν Σπάρτην 99, ἐὰν εἰς τὴν Ἄρταν 53 ἄνευ ἐκκρεμότητος, ἐὰν εἰς τὴν Κεφαλληνίαν 62, ἐὰν εἰς τὰς Καλάμας 65, ἐὰν εἰς τὴν Τρίπολιν 54. Τί ἐκ τούτου προκύπτει; Προκύπτει ὅτι ὁ δικαστὴς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐργατικότητος εἶναι ἐργατικώτερος εἰς τὰ μικρὰ καὶ ὀλιγοπρόσωπα δικαστήρια ἢ εἰς τὰ μεγάλα καὶ πολυπρόσωπα. Ἀλλὰ διατί; Ὁ λόγος εἶναι πρόχειρος. Τὰ μεγάλα δικαστήρια ἑδρεύουσιν εἰς κέντρα, ἡ τοποθέτησις δὲ τῶν δικαστῶν εἰς αὐτὰ εἶναι ἀποτέλεσμα εὐνοίας μᾶλλον, καὶ ἡ εὔνοια εἶναι καλὴ μόνον διὰ τὸν εὐνοούμενον. Ἐπὶ πλέον εἰς τὰ πολυπρόσωπα δικαστήρια ἡ εὐθύνη μερίζεται, ὁ δὲ δικαστὴς ἐν τοῖς τοιούτοις αἰσθάνεται ὀλιγώτερον τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναδειχθῇ, ὢν ἐξ ἄλλου πλειότερον περὶ ἀλλότρια ἀπησχολημένος. Εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ προέλθητε, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν οἱανδήποτε τριμηνίαν οἱουδήποτε ἔτους, ἤτοι ὁ δικαστὴς εἶναι φιλοπονώτερος εἰς τὰ μικρὰ ἢ εἰς τὰ μεγάλα δικαστήρια. Ἀλλ’ ἔρρηξαν κραυγὴν διὰ τὴν ἐγκληματικότητα καὶ μᾶς εἶπον: «ἐὰν ἔχωμεν μικρὰ δικαστήρια, θὰ ἔχωμεν πάντως ἐγκληματικότητα ἀνεπτυγμένην»· καὶ ἐνθυμοῦμαι τί ἐρρήθη διὰ τὴν πατρίδα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δῆθεν ἐκεῖ ἡ ἐγκληματικότης εἶναι εἰς τὸν κολοφῶνα, καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Ναυπλίας βεβαιοῦντα, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης ἐκ τῶν δικαστηρίων αὐξάνει καὶ ἐπιτείνεται. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, τότε πρὸς ἐξάλειψιν τῆς ἐγκληματικότητος ἤρκει ἡ κατάργησις τῶν δικαστηρίων, ἀφοῦ ἡ σύστασις αὐτῶν ἐπιτείνει αὐτήν. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ συμφωνῇ εἰς τοῦτο ὁ φίλτατος ἐκ Ναυπλίας συνάδελφος, καίτοι τοιαῦτα ἰσχυρίζεται. Εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐλλείψει ἐπισήμων πληροφοριῶν, νὰ προέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς ἐγκληματικότητος ἐπὶ τῇ βάσει ἰδίων μελετῶν, διὰ νὰ ἀποδείξω καὶ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἀνυπόστατον, ἀφοῦ οἱ εἰπόντες εἰς οὐδεμίαν προῆλθον ἀπόδειξιν. Ἐξετάζοντες τὴν ἐγκληματικότητα εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰσαγομένων ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ μηνύσεων, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συνόλου τῶν ποινικῶν κατηγοριῶν, τῶν εὑρισκομένων παρὰ δικαστηρίῳ τινί, οὐδὲν εὑρίσκομεν δικαιολογοῦν ὅτι οἱ τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν διατυπώσαντες ὡμίλησαν μετὰ σπουδαιότητος. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τριμηνίας τοῦ 1898, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις τὰς παρ’ ἅπασι τοῖς δικαστηρίοις τοῦ Κράτους ἐκκρεμεῖς οὔσας. Κατ’ αὐτήν, ἡ ἐγκληματικότης ἐν Ἀθήναις εἶναι 3%, ἐν Σύρῳ 1½%, ἐν Χαλκίδι 3%, ἐν Ναυπλίῳ 8%, ἐν Παρνασσίδι 6½%, ἤτοι ὀλιγώτερον, ἐν Λαμίᾳ 4%. Τὰ σκῆπτρα κατέχει ἡ Τρίπολις, ἔχουσα 15% κατὰ τὴν αʹ καὶ βʹ τριμηνίαν, 18% κατὰ τὴν γʹ καὶ δʹ, καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ Κυπαρισσία· ἐν Σπάρτῃ ἔχετε ἐγκληματικότητα 6½%, ἐν Πάτραις 11¼, ἐν Ζακύνθῳ μέχρι 1%, ἐν Λευκάδι 2%, ἐν Κερκύρᾳ ½%, ἐν Ἠλείᾳ 14%, ἐν Ἄρτῃ ½%...
§147ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§148ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ ὁμιλήσητε κατόπιν.
§149ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ πταίσματα τὰ εἰσαγόμενα διὰ φορολογικὰς παραβιάσεις τὰ περιλαμβάνετε;
§150ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι βέβαια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐγκληματικότης; Βλέπω ὅτι σᾶς πειράζω, καὶ λυποῦμαι πολύ. Ἐὰν τὴν ἐγκληματικότητα ἐξετάσωμεν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, τουτέστιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, τῶν ἐκδιδομένων παρ’ ὡρισμένου δικαστηρίου ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ—καὶ εἶναι κατὰ προσέγγισιν ταῦτα, διότι ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐργατικότητος τοῦ δικαστοῦ,—ἐὰν, λέγω, τὴν ἐγκληματικότητα τὴν ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, εὑρίσκομεν ὅτι ἐν Ἀθήναις εἶναι 1½% περίπου, ἐν Σύρῳ 1½%, ἐν Χαλκίδι 1¼%, ἐν Λαμίᾳ 2% περίπου, ἐν Παρνασσίδι 3%, ἐν Ναυπλίῳ 2½%, ἐν Τριπόλει 2%, ἐν Καλάμαις 2%, ἐν Κυπαρισσίᾳ 1½%, ἐν Σπάρτῃ 2%, ἐν Πάτραις 2%, ἐν Ἠλείᾳ 2%, ἐν Μεσολογγίῳ 1%, ἐν Ζακύνθῳ 1%, ἐν Λευκάδι 1%, ἐν Κερκύρᾳ ¾%, ἐν Κεφαλληνίᾳ 1¼%. Ἐὰν τέλος τὴν ἐγκληματικότητα ἐξετάσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσαγομένων μηνύσεων, ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἐν Ναυπλίῳ κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1892 ἐγκληματικότητα 4%, κατὰ δὲ τὸ 1893 4 2/8%...
§151ΔΟΥΝΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμόν;
§152ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βεβαίως. Λαμβάνω τὸν ἀριθμὸν τῶν μηνύσεων καὶ διαιρῶ διὰ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ ὑπαγομένου εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστου δικαστηρίου... Κατὰ τὸ ἔτος 1894 4½%, κατὰ τὸ 1895 4½%. Κατὰ τὸ 1896 5½%, ἐὰν θέλητε καὶ 1897 καὶ 1898, 6%. Κατὰ τὰς αὐτὰς ἐποχὰς ἡ Τρίπολις κατὰ μὲν τὸ 1892 ἔχει ἐγκληματικότητα 3–4%, κατὰ τὸ 1893, 4%, κατὰ τὸ 1894 5%, κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, 5%, ἡ Σπάρτη 2 καὶ 3%, αἱ Πάτραι 4 καὶ 5¾%, ἡ Ἠλεία 4 καὶ 5%, τὸ Μεσολόγγιον 3 καὶ 4%, ἡ Ζάκυνθος 1–2%, ἡ Λευκὰς 2–3%, ἡ Κέρκυρα 2–2½%, ἡ Κεφαλληνία 2–3%. ἢ Ἄρτα 2–3%, ἡ Παρνασσὶς ¾%, ἡ Λαμία 2 ἕως 2½%. Κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολῶ περαιτέρω τὴν Βουλήν, ἐκτὸς ἂν ὁ ἀγαπητὸς φίλος μου ἔχῃ ἀμφιβολίας, ἢ θέλῃ νὰ λάβῃ σημειώσεις.
§153ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἐπίσημοι αἱ πληροφορίαι αὗται;
§154ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξήτασα, Κύριοι, καὶ ὑπὸ τὰς τρεῖς ἐπόψεις τὴν ἐγκληματικότητα· ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰσαγομένων μηνύσεων, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συνόλου τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, εὑρισκομένων ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ...
§155ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν;
§156ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βεβαίως... Ἰδού, Κύριοι, τί προέκυψεν ἐκ τῆς ἐγκληματικότητος, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἐκοπίασαν οἱ παρελθόντες εἰς τὸ βῆμα τοῦτο πρὸς ἐπίκρισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐκ τούτων προκύπτει προφανῶς, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης δὲν εἶναι ζήτημα δικαστηρίου, ἀλλ’ ὅτι ἔχει τὴν ῥίζαν της ἀλλαχοῦ. Ἐν δεδομένῳ πληθυσμῷ εὑρίσκετε ἐγκληματικότητα 2%, ἐνῷ ἐν ἄλλῳ 1 ἢ 3%. Ποῖα τὰ αἴτια τῆς ἐγκληματικότητος, ἥτις τόσον ἐνδιαφέρει τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, δὲν εἶναι νομίζω τῆς παρούσης ὥρας. Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ, θὰ εὑρεθῶσιν οἱ λόγοι. Ὅ,τι ὅμως εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι βεβαίως ἡ αἰτία τῆς αὐξήσεως τῆς ἐγκληματικότητος, ἀλλὰ τοὐναντίον, κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ἥτις δὲν πιστεύω νὰ μετεβλήθη σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐγκληματικότητος μᾶς εἶπον: «Καὶ τί θὰ γείνῃ ἡ δικαιοσύνη διὰ τῶν πολλῶν δικαστηρίων; Θὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν ποιότητα δικαιοσύνης.» Χωρὶς δὲ ν’ ἀποδείξωσί τι, μᾶς βεβαιοῦσιν, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην εἰς τὰ μικρὰ κέντρα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ μὴ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὄχι διότι δὲν ἔχω σαφῆ καὶ ὡρισμένην γνώμην, ἀλλὰ διότι δὲν ἠξεύρω ἂν ὅ,τι περὶ τούτου γνωρίζω τὸ γνωρίζω ὡς πολίτης καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἢ ὡς ἀνώτερος τοῦ Κράτους ὑπάλληλος. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγωνται ἢ ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖά τις γνωρίζει ὡς πολίτης ἢ ὡς ἀντιπρόσωπος. Ὅ,τι ὅμως δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν εἶναι, ὅτι οὐδέποτε παρουσιάσθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαστὴς διὰ νὰ παρακαλέσῃ νὰ σταλῇ εἰς Κυπαρισσίαν, οὐδέποτε παρουσιάσθη δικαστὴς διὰ νὰ τὸν κρατήσωμεν εἰς Ἄμφισσαν, νὰ τὸν στείλωμεν εἰς Ἄρταν ἢ νὰ τὸν διατηρήσωμεν ἐκεῖ. Παρουσιάσθησαν ὅμως δικασταὶ διὰ νὰ μείνωσιν ἐν Πάτραις, ἐν Ναυπλίῳ, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Ἀθήναις. Δὲν ἔχω παράδειγμα, καθ’ ὃ δικαστὴς διήνυσε 2, 3, 4, 5 ἔτη ἐν Καρδίτσῃ, ἐν Λαμίᾳ, ἐν Παρνασσίδι, ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐν Ἄρτῃ· ἔχω ὅμως παράδειγμα, ὅτι διέμειναν ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ, ἐν Κερκύρᾳ 5, 6, 8, 10, 15 ἔτη. Κρίνατε ἀντὶ ποίων θυσιῶν διατηρεῖται ἐπὶ τοσοῦτον ὁ δικαστὴς εἰς τὰ κέντρα ἐκεῖνα, περὶ ὧν τόσον κόπτεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας.
§157ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ποῖοι στέλλονται εἰς τὰ μικρὰ κέντρα καὶ διατὶ στέλλονται;
§158ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὡμίλησα, Κύριοι, περὶ τῆς ποιότητος. Μοὶ μένει πρὸς συμπλήρωσιν τῶν σκέψεων, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῶν Δικαστηρίων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τῆς Κορινθίας, τῆς Εὐρυτανίας, τῆς Γορτυνίας, τοῦ Γυθείου καὶ Οἰτύλου, τῆς Λεβαδείας καὶ τῶν Θηβῶν, παρατηρῶ ὅτι τὰ δικαστήρια, τὰ συσταθησόμενα εἰς τοὺς νομοὺς τούτους, δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἀνώτερα τῶν δικαστηρίων τῶν ὑπαρχόντων ἐν Παρνασσίδι, ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐν Ζακύνθῳ, ἐν Ἄρτῃ, ἐν Λευκάδι. Πρὸς ὕπαρξιν δικαστηρίου τοιαύτης τάξεως, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις, — διότι τάξις δικαστηρίων παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει, — ἀπαιτοῦνται: Εἷς Πρόεδρος, μισθὸς ἐνιαύσιος δραχ. 4,800· τέσσαρες δικασταί, δραχ. 14,800· εἷς Εἰσαγγελεὺς δραχ. 4,800· εἷς γραμματεύς, δραχ. 2,040· 4 τέσσαρες ὑπογραμματεῖς, δρ. 4,320· τρεῖς γραφεῖς, δρ. 2,160· προσωπικὸν Εἰσαγγελίας, δραχ. 3,120· ἐπιστάτης φυλακῶν, δρ. 960· δύο φύλακες, δραχ. 1200· γραφικὴ ὕλη Πρωτοδικείου, δρ. 540· Εἰσαγγελίας, δρ. 324· ἐνοίκιον Πρωτοδικείου, δρ. 2,400· Εἰσαγγελίας, δρ. 1800· φυλακῶν 2,400. Τὸ ὅλον δαπάνη κατ’ ἀνώτατον ὅρον δραχ. 45,264...
§159ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέρμανσιν εἰς τὴν Δημητσάναν καὶ Καρπενήσιον δὲν θέλετε;
§160ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐλησμονήσατε τούς...
§161ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρέπει, ἀγαπητὲ συνάδελφε, κἄτι ν’ ἀφήσω καὶ δι’ ὑμᾶς.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὅλον τῶν Πρωτοδικείων παρακαλῶ;
§163ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀμέσως. Ποσὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν δαπάνην τῶν 5 Πρωτοδικείων δραχ. 226,320. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὰ ἑξῆς. Ἐκ τοῦ δικαστηρίου Ἀθηνῶν, ἔχοντος 26 δικαστὰς μετὰ τῶν παρέδρων, πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε 5, διότι ἡ Λεβαδεία καὶ αἱ Θῆβαι ἀποσπώμεναι ἀποτελοῦσι τὸ ⅙ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, τοῦ ὑπαγομένου εἰς τὸ δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν, ἑπομένως ἔχετε οἰκονομίαν δραχ. 18,000. Ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως, ἔχοντος 11 δικαστὰς μετὰ τῶν παρέδρων, πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε λόγῳ τῆς Γορτυνίας 4, ἤτοι δραχ. 14,400. Ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίας, ἔχοντος 9 δικαστὰς μετὰ τῶν παρέδρων, πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε 4, διότι ἡ Κορινθία ἀποτελεῖ τὸ ἥμισυ, ἤτοι δρ. 14,400. Τὸ ὅλον δρ. 46,800. Ἐκ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ δύνασθε νὰ λάβητε 3 ὑπογραμματεῖς ἐκ τῶν 13 Τριπόλεως, 6 ἐκ τῶν 28 Ἀθηνῶν, 4 ἐκ τῶν 10 τοῦ Ναυπλίου· ἤτοι θὰ ἔχητε οἰκονομίαν δραχ. 16,300. Τὸ ὅλον οἰκονομία δρ. 63,100. Ἐκτὸς τῶν οἰκονομιῶν τούτων θὰ ἔχητε οἰκονομίαν τοὐλάχιστον 105,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ πραγματοποιήσητε διὰ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων τούτων ἐκ τῶν ἀθῳωτικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐξ ἐκείνων τῶν ἀναβαλλομένων, αἵτινες ἀποβαίνουσιν ἀθῳωτικαί. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τοὺς στατιστικοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης οἱουδήποτε ἔτους, θὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἐκ τῶν εἰσαγομένων κατ’ ἔτος εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον τὸ ¼ ἀναβάλλονται, τὸ ½ ἀποβαίνουσι καταδικαστικαὶ καὶ τὸ ¼ ἀθῳωτικαί. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰ 5 ταῦτα νέα δικαστήρια θὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον 22,000 πλημμελήματα κατ’ ἔτος, — ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἐγκληματικότης αὐξήσῃ κατὰ τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιλέγοντας — ἐκ τῶν 22 τούτων χιλιάδων πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν 7,000 ἀθῳωτικὰς καὶ ἀναβαλλομένας, ἀποληγούσας εἰς τὴν ἀθῴωσιν. Ἐὰν δι’ ἑκάστην δίκην ἔχωμεν οἰκονομίαν 15 δρ. — καὶ δὲν εἶναι πολὺ — ἀποτελεῖται ποσὸν δραχ. 105,000 εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ἐξ ἀνακριτικῶν καὶ μαρτυρικῶν Κακουργιοδικείων προσθέσωμεν μόνον 10,000 ἐπὶ τῶν 5 Πρωτοδικείων, ἔχομεν οἰκονομίαν ἐν ὅλῳ 184,000 ἀπέναντι δαπάνης δραχ. 226,300. Ἑπομένως τὰ Πρωτοδικεῖα θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην κατ’ ἔτος δραχ. 42 περίπου χιλιάδων. Ἐὰν ἀπατῶμαι, διπλασιάσατε τὸ ποσόν...
§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μᾶς βγάλῃ καὶ ὠφέλειαν!
§165ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μοὶ ἐπιτρέπετε; 105,000 δραχμαὶ εἶναι ὅλα τὰ μαρτυρικὰ τοῦ Κράτους.
§166ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀπατᾶσθε. Διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ βεβαιώσω τοιαῦτα, δὲν ἠκολούθησα τὸ παράδειγμα ὑμῶν. Λοιπὸν ἀπορεῖτε περὶ τούτου, νομίζω: ποῦ εὗρον, ὅτι 22,000 πλημμελήματα θὰ εἰσάγωνται εἰς τὰ 5 συνιστώμενα Πρωτοδικεῖα. Εἶναι ἁπλούστατον. Ἡ Κορινθία κατὰ τὴν ἀπογραφὴν ἔχει 64,577 κατοίκους. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐγκληματικότης, ἐν ὅσῳ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εὑρισκώμεθα ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Ναυπλιέων, εἶναι 8% (ἱλαρότης), ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀποδείξω πρό τινων λεπτῶν, θὰ ἔχωμεν πλημμελήματα 4,800, ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην σας ἡ ἐγκληματικότης αὐξήσῃ. Αἱ Θῆβαι καὶ ἡ Λεβαδεία ἔχουσι πληθυσμὸν 57,091, ἐπειδὴ ἡ ἐγκληματικότης ἐνταῦθα εἶναι 3%, θὰ ἔχωμεν πλημμελήματα 1,700...
§167ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ ἴδωμεν τώρα.
§168ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βέβαια θὰ μεγαλώσῃ!... Τὸ Γύθειον, τὸ Οἴτυλον καὶ τὰ Κύθηρα ἔχουσι πληθυσμὸν 62,839· ἐπὶ ἐγκληματικότητος 6½, θὰ ἔχωμεν πλημμελήματα 4,100. Ἡ Γορτυνία ἔχει πληθυσμὸν 51,960 καὶ ἐγκληματικότητα 15%· ἄρα θὰ ἔχωμεν 7,800 πλημμελήματα. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ἔχομεν πληθυσμὸν 43,667 καὶ ἐγκληματικότητα 9½, ἄρα θὰ ἔχωμεν πλημμελήματα 4,200, ἤτοι τὸ ὅλον 22,600. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ⅓ εἶναι ἀθῳωτικαὶ καὶ ἀναβεβλημέναι, ἀπολήγουσαι εἰς ἀθῴωσιν, ἔχομεν 7,000 κατ’ ἔτος, ἐπὶ 15 δραχμάς, ἴσον δραχ. 105,000. Ἐὰν δὲ ἡ ἐγκληματικότης αὐξήσῃ κατὰ τὴν γνώμην σας, οἱ ὑπολογισμοὶ εἶναι εἴπερ ποτὲ ἀσφαλεῖς. Ὑπελόγισα μάλιστα 15 δραχ. ἑκάστην ποινικὴν δίκην, τοῦθ’ ὅπερ σπανίως συμβαίνει.
§169Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδέποτε.
§170ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἰδοὺ πῶς ὑπελογίσθη οἰκονομία 105,000 δραχμῶν.
§171ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ φρονεῖτε, ὅτι δὲν θὰ πληρώνωμεν ὁδοιπορικά, ὅταν συσταθῶσι τὰ νέα δικαστήρια;
§172ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὁδοιπορικῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θὰ πληρώνωμεν ὀλιγώτερον. Γνωρίζετε δὲ πόσον εἶναι τὸ κονδύλιον, περὶ οὗ πρόκειται; Εἰς τὸ κεφάλαιον 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφεται ἔσοδον μὲν ἐκ τοιούτων δραχ. 850,000, μὲ αὔξησιν ἐφέτος 100,000. Εἰς τὸ κεφάλαιον 14 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἔξοδον δρ. 980,000. Ἰδού, Κύριοι, εἰς ποῖα ἀποτελέσματα θετικὰ φθάνομεν διὰ τῆς ἀκριβοῦς καὶ λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Ἐὰν θέλωμεν νὰ πλάττωμεν θεωρίας καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν γνώμας, ὅτι καταστρέφεται ἡ Δικαιοσύνη διὰ τῶν πολλῶν ἢ μικρῶν δικαστηρίων, ὅτι αὐξάνει ἐκ τούτου ἡ ἐγκληματικότης καὶ τὰ τοιαῦτα, εἴμεθα βεβαίως ἐλεύθεροι· τὰ πράγματα ὅμως μᾶς διαψεύδουσι, καὶ ἀντὶ νὰ βεβαιῶσιν οἱ ἀντιλέγοντες ταῦτα, ἔπρεπε ν’ ἀποδεικνύωσι μᾶλλον, διὰ νὰ ἦναι καὶ πιστευτοὶ καὶ ἀκουστοί. Δὲν ἔχω σκοπὸν ἐπὶ πλέον, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Αὔριον, μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, θέλετε ἀποδώσει εἰς πληθυσμοὺς δεινοπαθοῦντας, εἰς πληθυσμοὺς ἠδικημένους καὶ πάσχοντας τὸ φῶς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως. Θὰ ἔχητε τὰς εὐλογίας πεντακοσίων χιλιάδων Ἑλλήνων, ἡ δὲ κοινωνία, ἐστὲ βέβαιοι, καὶ θὰ ἐγκρίνῃ καὶ θὰ ἐπιδοκιμάσῃ καὶ θὰ χειροκροτήσῃ τὸ ἔργον σας.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§174ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§175ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις;
§176ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἐγὼ λίαν εὐχαρίστως δέχομαι.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσι, καὶ ἐὰν διακόψωμεν, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§178ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διεκόψαμεν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ἐπανειλημμένως καὶ ἐτελειώσαμεν. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ τελειώσωμεν καὶ τοῦτο αὔριον. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἀπόψε, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν αὔριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρι πέρατος.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν νὰ πιέσω τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, αὔριον βεβαίως θέλομεν τελειώσει καὶ θέλει ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν ὡς ὀρθὴν, καὶ αὔριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 50′ μ. μ.).