1899.06.02
4,345 rows · 34,275 words · 355 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 2 Ἰουνίου 1899.
(Τετάρτη)
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, διότι παρευρεθεὶς χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀντελήφθην ἀκριβῶς τὰ γενόμενα· ἀλλὰ καὶ πάντες βεβαίως θὰ συνομολογήσητε, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ συζήτησις, ἦτο συγκεχυμένος, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀντιληφθῶμεν, πῶς ἀπέληξε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν προεκλήθη συζήτησις ξένη τοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπον τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Ἡ συζήτησις ἐγένετο ζωηρὰ, καὶ ἀπέληξεν εἰς τὸ νὰ κατατεθῶσι δύο προτάσεις· ἡ μὲν μία ἐπρότεινε τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασιν, πρότασις δίδουσα τέλος εἰς τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἐκφράζῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Κατετέθη καὶ ἑτέρα πρότασις, νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τοιαύτη πρότασις πρέπει νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ ἐγγραφῇ πρὸς συζήτησιν. Ὁ Πρόεδρος ἠρώτησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς πρώτης προτάσεως. Ἐπὶ τῆς δευτέρας, τῆς οὐσιαστικῆς, ὑποθέτω ὅτι ἐφηρμόσθη ὁ Κανονισμὸς, ὅστις ἀπαιτεῖ νὰ τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ. Τί λέγουσι τὰ πρακτικά; ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον δικαίωμα νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ, ἀλλὰ συζήτησις δὲν ἐγένετο. Ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν Κανονισμόν...
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνεζητήθη.
§3ΡΙΚΑΚΗΣ. .. καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρακαλῶ νὰ διορθῶσι τὰ πρακτικά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις συνεζητήθη ἐπὶ μακρὸν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη· συνεπῶς δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι χθὲς ὑπῆρξε σύγχυσις, ἐξ ἧς πολλοὶ δὲν ἀντελήφθησαν, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ρικάκη. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον μέρος τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. Στάης ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι δὲν συνεζητήθη ἡ πρότασις.
§7ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Πόρισμα τῆς συζητήσεως ἦτο ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις. Ἐὰν ὁ συμπολίτης μου κ. Ρικάκης ἦτο ἐναντίος, ἂς ὑποβάλῃ πρότασιν ἀνακλήσεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Δημητσάνης διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁρισθῇ ἡ Δημητσάνα ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Γόρτυνος. Οἱ κάτοικοι Ἀγρινίου δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ ὁρισθῇ ἕδρα τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας τὸ Ἀγρίνιον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀρήνης διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ, ὅπως ὁρισθῇ ἕδρα τοῦ νομοῦ Ἄνω Μεσσηνίας ἡ Κυπαρισσία. Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Βάλτου διὰ τηλεγραφήματος παρακαλεῖ, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Βάλτου καὶ Βονίτσης ἀποτελέσωσιν ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ἐπιτροπὴ ἐκ Κύμης ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ, ὅπως ἡ ἐπαρχία Καρυστίας ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν.
§9Γ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι περιέχει τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν, ὅπως ἀποτελέσῃ καὶ ἡ Καρυστία ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 241). Ὁ οἰνοπνευματοποιὸς Α. Μαροῦτσος ὑποβάλλει δι’ ὑπομνήματος τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Συνοδινός.
§11ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ χθεσινὴ θυελλώδης συζήτησις περὶ τῶν τοῦ πολέμου, προκληθεῖσα ἄνευ σπουδαίας ἀφορμῆς παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, μὲ ἀναγκάζει νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς παρὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ ἀποδείξωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν τῷ ὄντι τὸ γιγάντειον ἀνάστημα τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ θέλῃ διαμένει πάντοτε εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον, ἢ θέλῃ καταπέσει εἰς τὸ τοῦ νάνου. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ ἀληθεύσῃ τὸ πρῶτον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πόσοι τόννοι γαιανθράκων ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου κατὰ Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1897 πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου. 2) Πόσοι τόννοι ἠγοράσθησαν ἐκ Πειραιῶς παρ’ ἐμπόρων, καὶ τίνων, πρὸς πόσον ἠγοράσθη ἕκαστος τόννος, καὶ τίνος μέρους τῆς Ἀγγλίας ἦσαν. 3) Πόσα ἰδιωτικὰ ἀτμόπλοια, καὶ ποῖα, ἐναυλώθησαν πρὸ τοῦ πολέμου πρὸς μεταφορὰν γαιανθράκων, καὶ ἀντὶ πόσου ναύλου, ἐκ Πειραιῶς διὰ Σκίαθον, Χαλκίδα ἢ ἀλλαχοῦ, πρὸς χρῆσιν τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας, καὶ πόσα πρὸς χρῆσιν τῆς Δυτικῆς. 4) Διὰ τίνων μεσιτῶν ἠγοράσθησαν οἱ γαιάνθρακες ἐκ Πειραιῶς, καὶ διὰ τίνων ἐγένοντο αἱ ναυλώσεις. 5) Πόσων ἀτμοπλοίων, ἑλληνικῶν ἢ μή, ἠγοράσθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὰ ἐκ γαιανθράκων φορτία, καὶ ἂν αὐτὰ ταῦτα μετέφερον τὰ ἀγορασθέντα φορτία των εἰς τὰς πλησίον τῶν δύο στόλων ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου, καὶ πόσος ἐπληρώθη αὐτοῖς ναῦλος κατὰ τόννον, ἐκ τίνος δὲ μέρους τῆς Ἀγγλίας προέρχονται τὰ φορτία ταῦτα. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§12Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς αὐτά;
§13ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, χωρὶς νὰ γνωρίζω, ὅτι σήμερον ἐπρόκειτο νὰ ἔχωμεν ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Κατόπιν τούτων παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐν Πειραιεῖ πράκτορος τῆς Γερμανικῆς ἑταιρείας κ. Φραγκοπούλου περὶ γαιανθράκων. Εἶναι γνωστὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Ποίαν ἐποχὴν πρὸ τοῦ πολέμου ἐστάλη ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Γαλλίαν πρὸς ἀγορὰν ὅπλων Γκρᾶ, πότε ἠγόρασε ταῦτα, καὶ πόσα, καὶ ἂν ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἀγορασθέντων ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Πειραιεῖ. Ποῖαι ἦσαν αἱ προτάσεις τοῦ πωλοῦντος τὰ ὅπλα, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν, ἂν αὗται ἐγένοντο δεκταί, ἢ μή, παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ποίαν τιμὴν ἠγοράσθησαν. 2) Πόσα ὅπλα ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις παρ’ ἐμπόρων ἐν Ἑλλάδι, ἀντὶ ποίας τιμῆς, καὶ παρὰ τίνων. 3) Ποίαν πρὸ τοῦ πολέμου ἐποχὴν ἐστάλησαν ἀξιωματικοὶ εἰς Αὐστρουγγαρίαν πρὸς ἀγορὰν ἵππων καὶ ἡμιόνων, πότε καὶ πόσα ζῷα ἠγοράσθησαν, καὶ πότε ἐστάλησαν αὐτοῖς τὰ χρήματα. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ζῶτος).
§14ΣΤΑΗΣ. Προσθέσατε καὶ πόσα ἐκ τῶν χρημάτων ἐπέστρεψεν ἡ ἐπιτροπή.
§15ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὰς πληροφορίας ταύτας θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν, ἵνα ἀπασχολήσωμεν μίαν ἔτι ἡμέραν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§16Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐ μόνον οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτουμένας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ πληροφορίας περὶ τῶν γαιανθράκων τοῦ στόλου πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ προσκομισθῶσι, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκ τῆς γενησομένης συζητήσεως θέλει ὑψωθῆ κονιορτός, ὅστις θέλει μουντζουρώσει τὰ πρόσωπα ἐκείνων, οἵτινες ἐκρύπτοντο ὄπισθεν τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ οἵτινες παρέχουσιν εἰς αὐτὸν τὰς πληροφορίας ταύτας. Εὔχομαι, ὁ κονιορτὸς αὐτὸς νὰ μὴ φθάσῃ μέχρι τοῦ προσώπου τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν φθάσῃ, αὐτὸς θέλει εὐθύνεσθαι, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ προκαλέσας τὴν ἐν λόγῳ συζήτησιν. Καὶ ἐγὼ λοιπὸν ζητῶ νὰ προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι. Ἀλλὰ ζητῶ ἐπίσης νὰ προσκομισθῇ καὶ ὁ φάκελος τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Χρόνον τινὰ μετὰ τὸν πόλεμον ἐκλήθην παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς ἀνάκρισιν, ἐνεργουμένην κατ’ ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἐνεχομένων δῆθεν ἐπὶ κακῇ προμηθείᾳ γαιανθράκων τοῦ στόλου κατὰ τὸν πόλεμον. Εὐτυχῶς ὁ Θεὸς μὲ ἐφώτισεν, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἡ ἄπειρος πεῖρα τοῦ τότε προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ μὲ συνεβούλευσεν, ὅπως τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς εὐθύνης τῶν Ἑλλήνων Ὑπουργῶν ἐγγράφων κρατῶ ἀκριβέστατα ἀντίγραφα, καὶ ἐνθυμηθεὶς ὅτι τοιαῦτα ἀντίγραφα εἶχον ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ γραφείῳ τῆς οἰκίας μου, προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατέθηκα πάσας τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν ἐζητήθην νὰ δώσω διασάφησιν. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἦτο περίπλοκος. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ταξινομήσω πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα, νὰ συναρμολογήσω τὰς προμηθείας κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν καὶ τάξιν. Διὰ ταῦτα ἐζήτησα προθεσμίαν ἡμερῶν τινων. Κατέγεινα καὶ προσῆλθον μὲ τὰς δεούσας σημειώσεις ἐνώπιον τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ, τοῦ διεξάγοντος τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στόλου, ἵνα δώσω, ὡς καὶ ἔδωκα, τὰς δεούσας πληροφορίας. Εἶπον ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκεῖνον πλωτάρχην, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχω ἀντίγραφον ἀνεπίσημον τῆς καταθέσεώς μου ἐκείνης, ὅπως μὴ ὑποβληθῶ εἰς τὸν κόπον νὰ ταξινομῶ ἐκ νέου πάνθ’ ὅσα ἐκεῖ κατέθηκα. Ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τοῦ κ. ἀξιωματικοῦ, ὅτι ἀντίγραφον ἀκριβές, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπίσημον, δύναται ἴσως νὰ μοὶ δοθῇ, ἔσχισα πάσας ἐκείνας τὰς σημειώσεις, τὰς ταξινομημένας, ἃς εἶχον προσκομίσει εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἀνάκρισιν. Κατόπιν ζητῶ ἀντίγραφον τῆς καταθέσεώς μου ἀνεπίσημον, ἀλλ’ ἀρνοῦνται νὰ μοὶ δώσωσιν. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ λόγος· ἔχω ἄλλως εἰς χεῖράς μου ἀντίγραφα πολλῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Ζητῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελος τῆς διοικητικῆς ταύτης ἐρεύνης. Ὅταν ὁ φάκελος ἐκεῖνος κατατεθῇ, θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ κατὰ τοῦτο ἐξετέλεσεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν, τὸ καθῆκον αὐτῆς, θέλω καταδείξει, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐστερήθη ὁ στόλος γαιανθράκων, θέλω καταδείξει, ὅτι ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων ἦτο τοιαύτη, ὥστε, ὅταν μὲν ἐπόδιζον ἐκ τῶν παραλίων τῆς Μακεδονίας τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, διήνυον 14 καὶ 15 μίλια τὴν ὥραν, ὅταν δ’ ἐκινοῦντο κατὰ τοῦ ἀνυπάρκτου ἐχθροῦ, διὰ τῶν αὐτῶν ἀνθράκων δὲν διήνυον εἰμὴ 4 ἢ 4½ μίλια τὴν ὥραν! Θέλω φέρει ἐπισημοτάτην ἔκθεσιν τοῦ τότε ἀντιπλοιάρχου καὶ κυβερνήτου τοῦ «Μιαούλη», νῦν δὲ πλοιάρχου κ. Ζώτου, ἑνὸς ἐκ τῶν ὀλιγίστων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες ἡρωϊκῶς καὶ ἐντίμως ἐξετέλεσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ἐν ᾗ ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος πλοίαρχος ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων, οὓς εἶχεν, ἦτο ἀρίστη. Θέλω φέρει κατάθεσιν ἔνορκον ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ στόλου ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ὅστις τὰ αὐτὰ ταῦτα ἀπαντᾷ. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ταπεινοί τινες θεράποντες μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, ἵνα ὦσι δεκτοὶ εἰς ἀνωτέρους τινὰς κύκλους, ἦλθον καὶ εἶπον ἀηδίας καὶ ψεύδη ἐνόρκως ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου κατὰ τὴν διάσημον δίκην τοῦ κ. Σαχτούρη, χειροκροτοῦντος τοῦ Ναυτοδικείου αὐτοῦ, τοῦ ἐκ τῶν προτέρων οὕτως πως κατηρτισμένου, ὥστε νὰ ἐκδώσῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν κατὰ τοῦ ῥηθέντος τέως Μοιράρχου. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω πλειότερον τὴν Βουλήν, οὔτε θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔθιξε, περὶ τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων τοῦ ἐν Πειραιεῖ μεγαλεμπόρου κ. Φραγκοπούλου. Περὶ ταύτης ἴσως ἄλλοι λάβωσι τὸν λόγον. Ὅταν ὅμως καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη ἐκτυλιχθῇ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ἐνώπιον τῆς αἰθούσης ταύτης, θέλει μάθει ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθην, ὅτι καταχρήσεις ἀπεδίδοντο εἰς τὸν κύριον ἐκεῖνον, τὸν προμηθευτὴν τῶν γαιανθράκων τοῦ στόλου ἐν Πειραιεῖ, ἀμέσως ἐνήργησα τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐγκλήματος. Τὸ ἔγκλημα διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πῶς ἐχαρακτηρίσθη, καὶ ὁ κύριος ἐκεῖνος ἀφέθη ἐλεύθερος. Ἐν τούτοις ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἰδοποίησα τὸν Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως κ. Δηλιγιάννην, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὡς πολιτικῶς ἐνάγων ἀνακόψῃ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Καὶ τῷ ὄντι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἀνέκοψε τὸ βούλευμα, καὶ ἦλθε τὸ Ἐφετεῖον καὶ παρέπεμψε τὸν κύριον ἐκεῖνον ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου. Ἐζητήθη ἀναίρεσις τοῦ βουλεύματος ἐκ μέρους τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπεκύρωσε τὸ βούλευμα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐστάλη ὁ κ. Φραγκόπουλος εἰς τὸ ἐν Χαλκίδι Κακουργιοδικεῖον, ἵνα δώσῃ δίκην τῆς πράξεως αὑτοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, τῶν δικασάντων τὸν κύριον ἐκεῖνον. Τὸ Κακουργιοδικεῖον Χαλκίδος ἐκήρυξεν ἀθῷον τὸν κ. Φραγκόπουλον. Χαίρω ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀποφάσει. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐδύνατο ἤ, εὐθὺς ὡς κατηγγέλθη δι’ ὡρισμένων γεγονότων ἡ πρᾶξις ἐκείνη, νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη, ἐκτελέσαν κατὰ κεραίαν καὶ κατὰ γράμμα τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Βεβαίως ἡ ἐτυμηγορία εἶναι σεβαστή, καὶ οὐδεμίαν μομφὴν ἐννοῶ νὰ ἐπιρρίψω κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου κυρίου. Ἀλλ’ ἐπίσης ὀφείλω νὰ μὴ δεχθῶ καμμίαν μομφὴν κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ πρὸς τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν, ἣν ἠθέλησε νὰ θίξῃ ὁ προαγορεύσας.
§17Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν γνωρίζω ἂν ὁ προλαλήσας συνήθισε νὰ ἔχῃ ὄπισθεν ἢ πρὸ αὑτοῦ ἄλλους, παρὰ τῶν ὁποίων νὰ λαμβάνῃ καὶ δίδῃ συμβουλάς. Ἐγὼ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸν βίον μου οὐδέποτε συνήθισα νὰ ἔχω οὔτε προϊσταμένους οὔτε ὑφισταμένους. Ὁ ὑπαινιγμὸς ὃν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι ἐγώ, ζητήσας τὰς πληροφορίας, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα, ἔλαβον συμβουλὰς παρά τινων, μοῦ ἔκαμεν αἴσθησιν. Ἔχει δίκαιον ὅμως ὁ κ. Βουλευτής, διότι δὲν ἔλαβε ποτὲ ἀφορμὴν νὰ μὲ γνωρίσῃ. Μὲ γνωρίζει ἴσως ἀπὸ μίαν πλευρὰν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ πολὺ εὐχάριστος δι’ αὐτὸν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζει περὶ τοῦ χαρακτῆρός μου.
§18ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία εἶναι αὕτη; (Θόρυβος).
§19ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ ταῦτα, κύριε Λεβίδη, ὑποβάλλετε τὴν ἐρώτησιν.
§21ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, δὲν διενοήθην παντάπασι νὰ προσβάλω τὸν κύριον πρῴην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀπ’ ἐναντίας, χάριν αὐτοῦ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, διὰ νὰ βεβαιωθῶ ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτε ἀνέλαβεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶχον πληρεστάτην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἦτο ἀνίκανος νὰ κατέχῃ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό.
§22ΛΕΒΙΔΗΣ....
§23ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶναι ἰδέα μου, εἶναι γνώμη μου ἀτομική· ἀδιαφορῶ, ἂν σεῖς ἔχητε ἐναντίαν ταύτης.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν σοῦ μετέθεσα εἰς τὸν Ναύσταθμον ἐκείνους, οὓς ἤθελες.
§25ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγώ;
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς ἤρχεσθε καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§27ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶσαι μικρός! — Οὐδέποτε, Κύριοι, ἠθέλησα νὰ τὸν συναντήσω ὡς Ὑπουργὸν, μὴ ὢν ἄλλως τε Βουλευτής. — Ἐζήτησα, λέγω, τὰς πληροφορίας ταύτας, διὰ νὰ πείσω ἐμαυτὸν καὶ πεισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὄντως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ πεισθῶ, διότι ἀπ’ ἀρχῆς, ὡς προεῖπον, εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ καὶ διευθύνῃ ὁ κ. Λεβίδης τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ μάλιστα εἰς περιστάσεις δυσχερεῖς· ἀπεδείχθη δὲ κατόπιν τοῦ πολέμου τοῦτο καὶ ἐκ πολλῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔκτοτε ἐλάμβανον παρ’ ἰδιωτῶν καὶ παρ’ ἀνθρώπων τυχαίως ὁμιλούντων εἰς ἐμὲ, καὶ ποτὲ παρ’ οὐδενὸς προϊσταμένου ἢ ὑφισταμένου μου, ὅπως αὐτὸς ἐννοεῖ. Εἶχον σχηματίσει, λέγω, τὴν πεποίθησιν ταύτην, καὶ ἔπρεπε νὰ πεισθῶ ἤδη, διότι ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Λεβίδου ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησίς μου ἐκείνη, καὶ ἐὰν πεισθῶ, ὅτι ὄντως ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἐγὼ πρῶτος θὰ τὸν συγχαρῶ. Δὲν τὸν κατηγόρησα· τῷ εἶπον μόνον, ὅτι θὰ ἴδωμεν, «ἐὰν θὰ διατηρήσῃ τὸ γιγάντειον ἀνάστημά του ἢ θὰ καταπέσῃ εἰς τὸ τοῦ νάνου». Ἐὰν αὐτὸ ἐξέλαβε διὰ κατηγορίαν, πολὺ κακῶς ἀντιλαμβάνεται. Ἐζήτησα τὰς πληροφορίας καὶ τὴν δικογραφίαν τοῦ κ. Φραγκοπούλου οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπε, — διότι ὁ κ. Φραγκόπουλος ἠθῳώθη, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἔνοχος. Ἐπλανᾶτο λοιπὸν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τότε, εἰπὼν ὅτι ἦτο ἔνοχος ὁ κ. Φραγκόπουλος, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζετο εἰς τὰ δικαστήρια κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἀνακόπτων καὶ ἀναιρεσείων. Ὁ ἔμπορος τῶν γαιανθράκων ἠθῳώθη. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἔνοχος. — Τὴν δικογραφίαν ταύτην ἐζήτησα, καὶ ὅταν κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, θέλει μάθει αὕτη διὰ ποῖον λόγον τὴν ἐζήτησα. Ἐκεῖνον δὲ τὸν λόγον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς τὸν γνωρίζει, ἀλλὰ τὸν ἀπεσιώπησεν. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸν φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Ἅμα κατατεθῇ ἡ δικογραφία, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐξηγήσω διατὶ ἐζήτησα ταύτην.
§28Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν χθές, ὡς γνωρίζετε, ἠρέμως καὶ ἡσύχως ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδια διὰ τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τὰ νομοσχέδιά του, ἐνόμισε καλὸν νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε. Μετὰ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ λαβὼν 16,400 λευκὰς ψήφους καὶ 17,800 μαύρας, δὲν ἐφείσθη κανενός. Ἐγὼ δὲ, ἱστάμενος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, πλησίον τοῦ βήματος, τὸν ἐθαύμασα, καὶ ἐνόμισα ὅτι εὗρον ἄλλον Δαντὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐσταυροκοπήθην κρυφίως— ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ—διὰ τὴν εὔροιαν τοῦ λόγου του, διὰ τὴν ῥητορικήν του ἱκανότητα, διὰ τὴν μάθησίν του, διὰ τὰς γνώσεις του, καὶ εἶπον: «Θεέ μου!—ἕνεκα τῆς λειψανδρίας —ἰδοὺ ποῦ εὕρομεν τὸν ἄνθρωπον!» Ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἐλυπήθην πλειότερον, ἀφ’ ὅσον ἐχάρην, διότι ἤρχισε νὰ ἀναμιγνύηται εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται. Ἐπροκάλεσε τὸν ἀξιότιμον πρώην Πρωθυπουργὸν, Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ πολιτευτὴν, νὰ τοῦ εἴπῃ διὰ τῆς βίας, τί εἶπεν ὁ Α ἢ ὁ Β Ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὕπατον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μας,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῶν τρίτης τάξεως δήμων, δὲν συμβαίνει δὲ οὔτε εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, ὅταν συνέρχωνται οἱ δικασταὶ, ἵνα ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν διὰ τινα κατσικοκλέφτην, ὄχι νὰ λέγηται τί εἶπεν ὁ Α Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀγανακτήσει του, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγνώσθη ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Λαρίσης, ὅπου βεβαίως ἔπρεπε νὰ χάσῃ τὸν νοῦν του κανείς, ἐκτὸς ἐὰν δὲν εἶχε τοιοῦτον, ὁπότε δὲν εἶχε νὰ χάσῃ τίποτε, ὅταν σκεφθῇ περὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης (χειροκροτήματα). Ὕβρισε δὲ ποῖον; τὸν κυβερνήτην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ «Κανάρη». Ποῖος δὲ ἦτο ὁ κυβερνήτης τοῦ «Κανάρη»; Ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον σήμερον αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἀτενίζουσιν. Ὕβρισε ποίους; Ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος τῶν νόμων περιφρουρεῖ, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῶμεν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, τὸν ἔχοντα τόσας ψήφους, ὥστε δὲν γνωρίζει πόσας μαύρας ἔλαβε, νὰ σέβηται τὴν Βουλὴν, τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Βασιλείαν καὶ τὸν Τύπον, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοῦ εἴπω, πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τοῦ εἴπω, ἐὰν δὲν σέβηται τὸν ἑαυτόν του (χειροκροτήματα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§30Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν συμπολιτῶν μου, παρακαλούντων τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐπειδὴ θεωροῦσι τὴν γυμναστικὴν ὡς μέγιστον παράγοντα τῆς ἐθνικῆς ἀναπτύξεως, ὅπως ψηφίσῃ νόμον, ἐπιβάλλοντα τὴν γυμναστικὴν ὑποχρεωτικῶς πρὸς πάντας τοὺς ἔχοντας ἡλικίαν ἀπὸ 14 μέχρις 20 ἐτῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἣν θεωρῶ λυσιτελεστάτην, θερμῶς συνιστῶ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Ἀνδρέας Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ὑλοτόμων, ἀνθρακέων καὶ ἀσβεστοποιῶν διὰ τῆς προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τῆς ὑλοτομουμένης ξυλείας ἀνθράκων καὶ ἀσβέστου. Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἀμφότεραι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 242–243).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§33Α. ΠΛΑΤΗΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χαλίλης τοῦ δήμου Σπερχειάδος, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ ἐδήλωσαν τὰς ἐθνικὰς γαίας τῷ 1872 καὶ 1873 κατὰ τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ ἐπλήρωσαν τὰς δόσεις των, μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐν τούτοις οἱ λογαριασμοί των, καὶ οὐδὲ τὰ παραχωρητήρια παρεχωρήθησαν αὐτοῖς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, προνοήσασα περὶ τούτου, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατέχει ἤδη τὸν ἀριθμὸν 22. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσταχθῇ, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βιστρίζης, μελλούσης νὰ συνδέσῃ καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ δήμου Ὑπάτης πρὸς τοὺς δήμους Σπερχειάδος, Ὁμιλαίων, Τυμφρηστοῦ καὶ Μακρακώμης, διότι ὁ ποταμὸς οὗτος, κατερχόμενος ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ ὄρη τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, κατέστρεψε πλείστας γαίας εἰς τὸ Λαμιακὸν πεδίον, προσέτι δὲ εἶναι ἀδιάβατος καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἑκάστου ἔτους. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τούτου συντόμως. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος μεριμνήσῃ καὶ περὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἥτις θὰ ἑνώσῃ τὸν δῆμον Σπερχειάδος μὲ τὸν δῆμον Μακρακώμης, οὔσης καὶ ταύτης μεγάλης χρησιμότητος πρὸς ἐντελῆ συμπλήρωσιν τοῦ δικτύου τῆς συγκοινωνίας ἀνὰ τὸ Φθιωτικὸν πεδίον. Τελευταῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σπουδαίου ἀντικειμένου. Παρὰ τὴν κωμόπολιν Ὑπάτην παραρρέει χείμαρρος, Ξηριᾶς καλούμενος, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε τελείαν καταστροφὴν, κατέστρεψε δὲ περὶ τὰς 40,000 στρέμματα γαιῶν, κειμένων εἰς τὴν πεδιάδα Ὑπάτης. Ἤδη μάλιστα, μετὰ τὴν ἀποψίλωσιν τῶν δασῶν κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἐπίκεινται μεγαλείτεραι ζημίαι, διότι ὑπάρχει κίνδυνος μέγας, ὅτι θὰ κατακλύσῃ καὶ θὰ παρασύρῃ τὰ χωρία τὰ κείμενα εἰς τὴν πεδιάδα Ὑπάτης, ἤτοι τὰ Βασιλικά, Λάλα, Καράλη καὶ Λαδικοῦ, μετὰ τῶν ἐναπολειφθεισῶν ὀλίγων γαιῶν, καὶ ὅτι θὰ καταστρέψῃ καὶ αὐτὰ τὰ λουτρὰ τῆς Ὑπάτης, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, δαπανῶνται καὶ δαπανηθήσονται μεγάλα ποσὰ ὑπό τε τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ὁ κίνδυνος αὐτός, κύριοι Βουλευταί, ἐπέκειτο καὶ ἄλλοτε, καὶ διετάχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὰ τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου τούτου, ὡς καὶ περὶ ἀναδασώσεως τῶν κλιτύων τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων καὶ γαιῶν, ἐξ ὧν πηγάζει καὶ σχηματίζεται ὁ χείμαρρος οὗτος. Ἡ μελέτη αὕτη ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ δὲ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα, ἵνα μὴ ἔχωμεν καὶ ἄλλας καταστροφὰς κατὰ τὴν πεδιάδα τῆς Ὑπάτης. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ταχείας θεραπείας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν δύο τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους· ἡ μὲν μία ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σκαλτσοδήμου, Κατσάνου, Σισμάνη καὶ Πλατανιώτου, ἡ δὲ ἑτέρα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μαυρομμάτη, Γουλιμῆ καὶ Τσόγκα. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 244–245). Ὁ κ. Σπηλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§35ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως ἐνθυμηθῇ τὰς αἰτήσεις μου, ὅπως καταθέσῃ πίνακα τῆς δαπάνης τῆς καταβληθείσης διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως, ἀφ’ ὅτου αὕτη λειτουργεῖ, εἰς ἐνοίκια καὶ εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων τὰς αἰτήσεις περὶ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ τῆς παρακρατήσεως ἐν γένει, καὶ τίνι τρόπῳ διετέθη τοῦτο καὶ διὰ ποίας χρήσεις. Νὰ τυπωθῇ δὲ καὶ τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐν Λονδίνῳ ἐμπόρων, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἀπεφασίσθη ὑπ’ αὐτῆς. Ἐν γένει δὲ ὅλαι αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑποβληθέντος σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καθόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωσι γνῶσιν τούτου ὅλοι οἱ Βουλευταί, πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§37Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ χορηγήσῃ δι’ ὀλίγας στιγμὰς τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος, ἐφ’ οὗ λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι ἀποκλειστικῶς ἀφορᾷ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀφορᾷ εἰς συμφέροντα τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ αὐτοῦ ἴσως τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸ 1880 ἐπώλησε τὸ Δημόσιον εἴς τινας πολίτας ἐν δημοπρασίᾳ οἰκόπεδον ἐνταῦθα, παρὰ τὴν ὁδὸν, ὅπου κεῖται ἡ Γαλλικὴ Σχολή. Ἐκεῖνοι τὸ ἐπώλησαν εἰς ἄλλους, καὶ αὐτοὶ ἴσως εἰς ἄλλους. Ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1896 τὸ οἰκόπεδον ἐκεῖνο καὶ ἄλλα παρακείμενα ἔμενον ἐν ἀργίᾳ. Ὁ κύριος τοῦ οἰκοπέδου κατὰ τὸ 1896 ἐπεχείρησε νὰ οἰκοδομήσῃ· μόλις ὅμως ἤνοιξε τὰ θεμέλια καὶ ἤρχισε τὴν οἰκοδομήν, Β. Διάταγμα, αἴφνης καὶ αὐθαιρέτως ἐκδοθὲν, ἐκανόνισε τὸ μέρος ἐκεῖνο ὡς πλατεῖαν, χρήσιμον εἰς τὴν πόλιν. Ὁ κάτοχος τοῦ οἰκοπέδου ἀπέσχε τῆς ἐργασίας. Ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1896 μέχρι σήμερον, ἐπὶ τρία καὶ ἐπέκεινα ἔτη, ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως, ἢ ν’ ἀποζημιωθῇ ἢ νὰ ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ κτίσῃ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ Β. Διατάγματος, ὅπερ ἐκανόνιζε τὸν τόπον ἐκεῖνον ὡς πλατεῖαν, μετὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας, δηλαδὴ πολὺ ταχέως καὶ ἐν σπουδῇ συνελθὸν, ἀπεφήνατο διὰ πράξεώς του, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οὐδόλως συμφέρει νὰ γείνῃ πλατεῖα ἐκεῖ, πρῶτον μὲν διότι δὲν εἶναι ἀναγκαία, δεύτερον δὲ διότι ἡ ἀποζημίωσις τῶν παροδίων, ἀνερχομένη εἰς 120,000 δραχμὰς τοὐλάχιστον, ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου εἰς βαθμὸν ἀξιοθρήνητον—εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δήμου Ἀθηναίων.—Πάλιν ἀνηνέχθησαν καὶ ἐζήτησαν ἀκόμη καὶ διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, προσφυγόντες εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, τὴν λῆψιν προσωρινῶν μέτρων. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς λέγει εἰς τοὺς κατόχους τῶν οἰκοπέδων, ὧν τὸ κτῆμα ἀφῃρέθη: «Τράπητε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προσωπικῶς, διότι ἐκεῖνος ἐξέδωκε τὸ διάταγμα»! Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρῶτον μὲν τὴν ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου 1896 ὑπ’ ἀριθ. 55 πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἥτις διὰ τοῦ Νομάρχου ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δεύτερον τὴν πρᾶξιν ἀναλογισμοῦ καὶ ἀποζημιώσεων τοῦ μηχανικοῦ τῆς πόλεως κ. Καλλία ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1896, ὑπ’ ἀριθ. 600, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον, ἅμα ὑπεβλήθη ἡ πρᾶξις τοῦ ἀναλογισμοῦ, ὤφειλεν ἢ νὰ κυρώσῃ αὐτὴν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀποζημιώσεις καὶ νὰ ἄρῃ ἑπομένως τὸ διάταγμα, ἢ νὰ ἀποδώσῃ τὴν περιουσίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀφ’ ὧν ἀφῃρέθη ἡ κατοχή. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφέρω ἐγὼ γνώμην περὶ τούτου, θὰ ἔλεγον ὅτι εἰς τὴν ἐσχάτην ἐκείνην γωνίαν τῆς πόλεως δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ χρειάζεται πλατεῖα ἐντεῦθεν τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς, ἀφοῦ πρὸς τὸ ἄλλο μέρος εἶναι πλατεῖα ἐκτενεστάτη καὶ πευκών. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ δῆμος νὰ πληρώσῃ 120,000 δραχμὰς, διατὶ δὲ καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις χρηματικὰς ἄνω τῶν 80,000 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ περιστῇ ἐκ τινος περιπλοκῆς τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν περιπλοκὴν δὲν κρίνω καλὸν νὰ ἀναφέρω, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω. Ὁ κ. Κόρπας ἄλλοτε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ Τριανταφυλλᾶκος ἐπίσης, εἶναι ἐν γνώσει καὶ δύνανται νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν.
§38Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπειδὴ προκαλοῦμαι, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἀληθῶς παρεχωρήθησαν δημόσια οἰκόπεδα εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀνέγερσιν Γαλλικῆς Σχολῆς, ἔμεινε δὲ τὸ πρὸς ἀνατολὰς τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς οἰκόπεδον ἀνοικτόν. Τοῦτο περιελήφθη εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, διῃρέθη εἰς οἰκόπεδα καὶ ἐπωλήθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἰδιοκτήτας, ἐξ ὧν ὁ εἷς μάλιστα ἀπεβίωσε καὶ ἔμειναν οἱ κληρονόμοι του. Ἐννοεῖται ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἶναι ἀκριβέστατα, ὅτι τουτέστι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τὸ μέρος τοῦτο πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὡρίσθη ὡς πλατεῖα, ὅτι κατόπιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἀσύμφορον νὰ γείνῃ πλατεῖα, καὶ τὰ πράγματα ἦσαν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅτε ὑπεβλήθη παράπονον διὰ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ὅτε ἐχορηγήθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν τὸ γήπεδον διὰ τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν, τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἀσκεπὲς, διότι κτιζόμενον θὰ ἐκάλυπτε τὸ κτίριον τῆς Σχολῆς. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, καὶ μένει ἡ ἀπόφασις ἐκκρεμὴς, δι’ οὓς λόγους θὰ μάθῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία γνωρίζει πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§39Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, τὴν ἑξῆς. Ἀφοῦ τὸ Δημόσιον προσδιώρισε τὸ μέρος ἐκεῖνο ὡς πλατεῖαν διὰ νὰ μὴ κλείσῃ τὴν θέαν τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ πωλήσῃ δι’ οἰκόπεδα, νὰ λάβῃ τὰ χρήματα καὶ νὰ δώσῃ σήμερον ἀφορμὴν εἰς ἀποζημιώσεις καὶ εἰς περιπλοκάς.
§40Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος ἀπεδοκίμασε τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι διάταγμα τοιοῦτον δὲν εἶναι ἰσχυρὸν, ἐὰν δὲν προηγηθῇ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§41Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν, διότι εἶναι ἀνάγκη κοινωνικὴ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ συζητηθῇ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 246). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς δεκαπενταμελοῦς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Φωτ. Μοσχούλα καὶ Γ. Καπετανάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 172, ἀρνηθέντων δύο, τῶν κ.κ. Πεταλᾶ καὶ Ρούφου. Ἐξελέγησαν δὲ μέλη τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς οἱ κ.κ. Δ. Τερτίπης, Ν. Μπουφίδης, Ν. Καλογερόπουλος, Σπ. Στάης, Γ. Πετροπουλάκης διὰ ψήφων 100, Ν. Γιαννηκώστας διὰ ψήφων 99, Ἀλέξ. Κανάρης, Β. Μαρκεζίνης, Θ. Σαρσέντης, διὰ ψήφων 98, Ι. Γιαννακίτσας διὰ ψήφων 97, Θ. Λιμπρίτης, Θ. Βελλιανίτης διὰ ψήφων 43, Ι. Λάππας, Π. Γκίκας καὶ Ν. Χατζίσκος, διὰ ψήφων 39. Ἐπέλαχον δὲ οἱ κ.κ. Α. Μπασιᾶς, λαβὼν ψήφους 29, Η. Ποταμιάνος, λαβὼν ψήφους 28, Σ. Κροκιδᾶς, λαβὼν ψήφους 27, Γ. Ἀναστασόπουλος 10, Α. Παπαγιαννακόπουλος 6, Α. Ζάππας 5, Κ. Παπαμιχαλόπουλος 2, καὶ ἀνὰ μίαν οἱ κ.κ. Χ. Δαραλέξης, Λ. Δεληγεώργης, Ι. Ροῦφος, Β. Βασιλειάδης, Κ. Πλατούτσας καὶ Α. Ρικάκης. Εὑρέθη δὲ καὶ ἓν ψηφοδέλτιον λευκόν. Ἑπομένως ἐξελέγησαν 10 ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ 5 ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας.
§44Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Συμπεριλαμβανόμενος μεταξὺ τῶν μελῶν ἐκείνων, ἅτινα θὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δίδει αὐτοῖς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως τῆς γενομένης χθὲς ὑπὸ τῶν κ.κ. Ποταμιάνου καὶ Μπασιᾶ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φέρω παρατήρησίν τινα ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων (ἀναγινώσκει): «1) Ποῖα τὰ αἴτια τοῦ πολέμου; 2) Ἦτο ὁ τόπος παρεσκευασμένος πρὸς τοῦτο; 3) Ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ αὐτὸν τὸ Κράτος; 4) Ἐλήφθησαν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, ὅπως οὗτος διεξαχθῇ προσηκόντως; 5) Εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν;» Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔστω καὶ ἂν δὲν ᾖναι ἀνακριτικὴ ἢ δικαστικὴ ἡ ἐπιτροπή, ὡς αὕτη ἐσχηματίσθη, καὶ ἐξεταστικὴ ἁπλῶς, ὡς εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, εἶναι ὑποχρεωμένον ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ ἐξετάσῃ ἑαυτό, ἐὰν σύνοιδε τὴν ἱκανότητα, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιβάλλονται διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ ἕκαστος, κρίνων ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἀναλαμβάνει, νὰ μείνῃ, ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀποχωρήσῃ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, νομίζω ὅτι πιθανὸν νὰ κωλύωμαι· θέλω δὲ κωλυθῆ βεβαίως τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον κατῆλθεν εἰς τὴν Κρήτην. Ἐπειδὴ συμμετέσχον τοῦ στρατεύματος ἐκείνου, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου, δυνάμει βασιλικοῦ διατάγματος, ἐκδοθέντος νομίμως, δὲν δύναμαι, εὐθὺς ὡς ἐπιληφθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐξετάσεως τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ στράτευμα ἐξετέλεσε τὰ καθήκοντά του ἐν Κρήτῃ, νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ τὸ πράξω, εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ ἐν Κρήτῃ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πέμπτης παραγράφου («εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ τὴν γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν;») πολλοὶ ἐκ τῶν ἐκλεγέντων καὶ συμπεριληφθέντων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἔδρασαν ἐν τῷ στρατῷ εἴτε τῆς Ἠπείρου εἴτε τῆς Θεσσαλίας, οὗτοι, ἂν ἤθελον νομίσει, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι κώλυμα εἰς αὐτοὺς, ὅπως συμμετάσχωσι τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγώ. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος, καθ’ ἑαυτὸν κρίνων, εἶναι ἴσως ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐγὼ προτείνω. Καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον («ποῖα τὰ αἴτια τοῦ πολέμου») θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, χωρὶς νὰ νομίσῃ τις ὅτι ἀπευθύνω κατὰ προσώπου αἰτίασίν τινα, νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἄν τις μὴ στρατιωτικὸς καὶ μὴ μετασχὼν τοῦ πολέμου, νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ περιλαμβάνηται μεταξὺ τῶν ὁπωσδήποτε μετασχόντων εἰς τὰ αἴτια τοῦ πολέμου, νομίζω ὅτι καὶ οὗτος πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τῆς ἐπιτροπῆς. Λόγου χάριν ἡ προηγουμένη ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, ὡς εἶχε καταρτισθῆ καὶ ὡς εἶχε προβῆ εἰς τὰς ἐργασίας της, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ἐξήτασε πρωτίστως τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, εὗρε διαχειριστὰς, δρῶντα πρόσωπα, εὗρε τέλος πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκτεθῶσιν, ἀφοῦ δὲν ἐξετάζονται τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἔρανον ἔδωσαν, δὲν ἔδρασαν δ’ ἄλλως. Διὰ τοῦτο ὀφείλει εἷς ἕκαστος καθ’ ἑαυτὸν νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἔχῃ τὰ προσόντα νὰ γείνῃ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἦναι ἱκανὸς νὰ ἐξετάσῃ τὰ τιθέμενα πρὸς ἐξέτασιν θέματα. Ἂν ἦναι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ὥπλισαν ἐπαναστάτας, τέλος πάντων συμμετέσχον κατὰ τρόπον ἐνεργὸν εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τούτους νὰ κρίνωσιν ἑαυτοὺς ἀνικάνους, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ἐντολὴν, ἡ ὁποία τοῖς ἀνατίθεται, καὶ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ὑποβάλλουσι τὴν παραίτησίν των. Διὰ τοῦτο, ἅμα ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν τὰ τῆς Κρήτης θέλουσιν ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ θέλω παραιτηθῆ. Διὰ τοῦτο ἦτο βάσιμος ἡ ἔνστασις τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, εἰπόντος ὅτι δὲν συνεζητήθη ἐπαρκῶς ἡ πρότασις, καὶ ὅτι ἀφηρπάσθη αὕτη· καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐγὼ θέλω ἀπόσχει τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ στρατεύματος ἐν Κρήτῃ. Δὲν ἀξιῶ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν· ἁπλῶς δηλῶ, ὅτι θέλω ἀπόσχει κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§45Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ λάβῃ μέρος, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ συμμετάσχῃ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ στρατοῦ ἐν Κρήτῃ, διότι μετέσχεν ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὡς συνεκροτήθη, ὑπάρχουσι καὶ πρόσωπα ἄλλα, τὰ ὁποῖα συμμετέσχον τῶν ἐργασιῶν τοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ· δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχωσι μεταξὺ αὐτῶν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα συμμετέσχον τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ. Ἑπομένως καὶ ἐπ’ αὐτῶν γεννᾶται, καὶ εὐλόγως, ἡ αὐτὴ δυσκολία, καὶ αὐτοὶ θὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι νὰ μετάσχωσι τῆς ἐξελέγξεως τῶν γενομένων κατὰ τὸν πόλεμον ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἀπετέλουν μέρος τοῦ στρατοῦ ἐκείνου. Ἐκ τούτων λαμβάνω ἀφορμὴν, προτείνω, ἂν ἦτο δυνατὸν, γενικώτερον σκεπτομένη ἡ Βουλὴ, νὰ ἀποκλείσῃ ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, τὸ «εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν;», διότι εἰς τὴν πέμπτην αὐτὴν παράγραφον περιλαμβάνεται ἡ ἐξέτασις ὅλου τοῦ στρατιωτικοῦ ἔργου, τοῦ διεξαχθέντος καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ καὶ κατὰ θάλασσαν· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ, καίτοι ἔχει δικαίωμα, εἶναι ἁρμοδία νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον καθαρῶς στρατιωτικῶν καὶ πολεμικῶν πράξεων. Ἄλλο εἶναι, ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ περὶ δεδομένων νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προβάλλει εἰς αὐτὴν εἴτε Κυβέρνησις εἴτε Βουλευτὴς, καὶ ἄλλο νὰ θέλῃ ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τὸν πόλεμον στρατιωτικῶν ἐργασιῶν νὰ ὑποστηρίξῃ περὶ αὐτῶν κρίσεις ἢ γνώμας. Ἡμεῖς πρόκειται γενικῶς νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας ἀπὸ τῆς πρώτης ἐνάρξεως τοῦ πολέμου μέχρι τῆς ἀνακωχῆς. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὰς εὐθύνας τῆς ἀναλήψεως ἑνὸς πολέμου, πολέμου τὸν ὁποῖον δὲν ἤμεθα παρεσκευασμένοι νὰ ἀναλάβωμεν, δὲν πρέπει νὰ ἀναμίξωμεν καὶ τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῶν στρατιωτικῶν. Νομίζω ὅτι τοιοῦτος ἔλεγχος ὄχι μόνον θέλει παρατείνει τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἀλλὰ θέλει παρουσιάσει καὶ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δύναται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κριθῇ ὡς ἐπαρκές, ὡς ᾐτιολογημένον, ὡς ἀναμφισβήτητον, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ στηριχθῇ καὶ λάβῃ ἀπόφασίν τινα. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ μόνον νὰ ἐξετασθῶσι πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικὰ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχῃ μίαν ἡμέραν ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν καὶ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἔργον αἰτήσεως εὐθυνῶν, ὁποῖον εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον νῦν ἀνατίθεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἦναι τὸ στρατιωτικόν. Δὲν θεωρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ κατάλληλον Σῶμα, ὅπως κρίνῃ τὰ διάφορα στρατιωτικὰ ἔργα τοῦ πολέμου καὶ τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν καὶ ἀναζητήσῃ εὐθύνας καὶ ἐπενέγκῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν δόσιν τῶν εὐθυνῶν πρέπει νὰ ἐπέλθουν. Τὰ τῶν εὐθυνῶν τῶν στρατιωτικῶν ἀρχηγῶν κατὰ τὸν πόλεμον δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς· μόνον ταῦτα καλὸν μίαν ἡμέραν νὰ ἐξετασθῶσι διὰ τὸ ἔργον τῆς τροποποιήσεως ἢ συμπληρώσεως τῆς κειμένης στρατιωτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν προτείνω μὲν οὐδεμίαν τροποποίησιν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ δυσκολεύσωμεν τὸ ἔργον αὐτῆς, ἂν ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὴν, ὡς ἓν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, νὰ μελετήσῃ τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐργασίας καὶ ἐνεργείας τῶν διαφόρων σωμάτων καὶ τῶν ἀρχηγῶν αὐτῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ αὐτῶν. Πᾶς τις, ἀναγινώσκων ὅσα μέχρι τοῦδε ἐδημοσιεύθησαν, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ πολλὰ καὶ λεπτομερῆ, καὶ τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουν καὶ ἐπισήμους ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν καὶ κρίσεις καὶ ἀντιρρήσεις περὶ αὐτῶν, ἐσχημάτισε μίαν γνώμην. Θέλομεν ἤδη νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρὸς τοῦτο θὰ θελήσῃ βέβαια νὰ ἐξετάσῃ πάντας τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἐνδιαφερομένους νὰ ὑποστηρίξουν ἢ νὰ ἀνατρέψουν πᾶν ὅ,τι ἢ δημόσια ἔγγραφα ἢ αἱ διηγήσεις ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ αὐτῶν ὑπὲρ ἢ κατὰ λέγουσι, καὶ εἰς τὸ χάος αὐτὸ τῶν πληροφοριῶν νὰ ἀνελκύσῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἡ ἀλήθεια δῆθεν καὶ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν; Ἐγὼ δὲν θεωρῶ πρόσφορον εἰς τοῦτο τὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι δυσχεραίνομεν τὸ ἔργον αὐτῆς, ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς τοιαύτην λεπτομερῆ ἀναζήτησιν τῶν τοῦ πολέμου. Ἡ ἔρευνα καὶ ἡ κρίσις περὶ τῶν πολεμικῶν ἔργων δὲν εἶναι οὔτε ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς ἰδίας Βουλῆς ἔργον.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀτυχῆ ἔκβασιν τοῦ πολέμου δὲν ὑπῆρξεν Ἑλληνικὴ καρδία, ἥτις νὰ μὴ ᾐσθάνθη μεγίστην θλῖψιν ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ τῆς ἐπιχειρήσεως ἐκείνης. Μεταξὺ τῶν θλιβέντων τότε ἤμην καὶ ἐγώ. Καίτοι ἀνῆκον τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς πλειονοψηφίας, ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ᾐτησάμην παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀνευρεθῶσι καὶ οἱ αἴτιοι τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου καὶ οἱ αἴτιοι τῆς ἀτυχοῦς ἐκβάσεως αὐτοῦ. Οἱ πολυπειρότεροί μου τότε πολιτευταί, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἑδρεύοντες, μὲ ἐπέτρεπον ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεώς μου, λέγοντές μοι, ὅτι πᾶσαι μέχρι τοῦδε συσταθεῖσαι τοιαῦται ἐπιτροπαὶ ἀπέτυχον. Ἐπέλεγον τότε, λέγων ὅτι τόσῳ σπουδαῖον ζήτημα οὐδέποτε ἀνεφάνη ἐν τῇ Βουλῇ, ὁμοφώνως δὲ ἡ αἴτησίς μου ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ συνεστήθη πολυμελὴς ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἰργάσθη. Μόλις ἤρχισε τὰς ἐργασίας της ὅμως, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρενέβαλεν αὐτῇ μυρία προσκόμματα, πρὸς ματαίωσιν τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Χαίρω νῦν, διότι ἐμπειρότεροι πολιτευταὶ παρεδέχθησαν τὴν γνώμην μου ἐκείνην καὶ συνέστησαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι τὸ μονοπώλιον τῆς εὐσυνειδησίας ἑδρεύει εἰς ὡρισμένα πρόσωπα καὶ τάξεις. Πάντες εἴμεθα Ἕλληνες, πάντες θέλομεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν μας εὐσυνειδήτως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ καθῆκόν τι τυπικόν, ὥστε οἱ πάντες νὰ ἀντιληφθῶσι τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν θὰ συλλέγωσι τὰς διαφόρους πληροφορίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν θὰ φέρωσι τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἡ κρίσις ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅπως δὲ ἔχῃ κῦρος ἡ κρίσις αὐτῶν, πρέπει τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτὰ, νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ξένα τῆς ἀνατεθείσης αὐτοῖς ἐντολῆς. Ἐγώ, Κύριοι, τότε, ἀναπτύξας τὴν αἴτησίν μου, διὰ τῆς ὁποίας ᾐτησάμην νὰ διορισθῇ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἐφρόνουν ὅτι παραίτιος τοῦ νὰ παρασυρθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πάθῃ ἀπὸ τὸν φρενήρη ἐκεῖνον πατριωτισμόν, ὥστε νὰ μὴ τολμᾷ οὐδεὶς νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιόν του ἐναντίον τοῦ πολέμου, εἶναι ἡ ἐπάρατος «Ἐθνικὴ Ἑταιρεία». Τοῦτο ὑπεστήριξα διὰ μακρῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἐδέχθησαν πολλοί, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Διὰ τοῦτο λοιπὸν συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν καὶ Πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ συνέστησε, καὶ ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως ἄν τις ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐκλεχθείσης ἐπιτροπῆς ἀπετέλει μέλος τῆς ἑταιρείας ἐκείνης, ἤθελον παρακαλέσει αὐτόν, χάριν ἑαυτοῦ καὶ χάριν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, νὰ ἀποσυρθῇ τῆς ἐπιτροπῆς. Ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα ταῦτα, δὲν γινώσκω, διότι δὲν ἠθέλησα, οὔτε ἠδυνάμην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Ἀλλ’ ὁποῖον κῦρος θέλουσιν ἔχει καὶ ἐφ’ ἡμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἐξετάσωσιν αὐτοὶ τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις; ἂν οἱ κατηγορούμενοι, — διότι ἐγὼ κατηγόρησα τὴν «Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν» — ἂν οἱ κατηγορούμενοι ἐκεῖνοι φέρωσι κρίσιν ἐπὶ τῶν πράξεών των; Ἡ κρίσις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ἦναι ἀπροσωπόληπτος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἄν τινες τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν μέλη τῆς πρὸ ὀλίγου συσταθείσης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπετέλεσαν μέρος τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», ἔστω καὶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, ἤθελον παρακαλέσει νὰ δηλώσωσι τοῦτο καὶ ἀπόσχωσιν ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ τοῦτο εἶναι, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τῆς προτάσεως τῶν συναδέλφων κ.κ. Ποταμιάνου, Μπασιᾶ κλπ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν καὶ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, «εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν;» Καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἀνέπτυξα κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, καὶ ἐπὶ τούτου ἐζήτησα καὶ ἐγὼ νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι ἀπὸ τοὺς ὑπαιτίους, καὶ ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν τότε ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, διότι, ἐξ ὅσων γνωρίζω, — βεβαίως ἐπισήμους πληροφορίας δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἔχω πληροφορίας λεπτομερεστέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀρχηγός, — γνωρίζω ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὁρκισθῆ νὰ ὑπερασπίσωσι μέχρι τελευταίας ῥανίδος τὴν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος, δὲν ὑπήκουσαν εἰς ὡρισμένας διαταγὰς τοῦ Διαδόχου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀποτυχία αὕτη ὀφείλεται εἰς ὡρισμένα στρατιωτικὰ πρόσωπα. Ἂν λοιπόν τινες ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἔδειξαν μέγαν ἡρωϊσμόν, — πρὸς τιμήν των τὸ λέγω, — ὡς ὁ βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης κ. Τερτίπης, ὁ κ. Γιαννηκώστας, ὁ κ. Γιαννακίτσας, οἵτινες, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των ὡς ἥρωες, δὲν εἶναι ὅμως ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν πράξεων, δὲν εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐκφέρωσι κρίσεις περὶ τοῦ στρατεύματος, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν μέρος. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους αὐτοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλην συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐὰν νομίζωσιν ἑαυτοὺς κωλυομένους, νὰ δηλώσωσι τοῦτο, ὅπως προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν.
§47ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ δικαιοδοσία, Κύριοι, τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι εὐρυτάτη, κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ ἐντολὴ αὐτῆς, καὶ οὔτε δυνάμεθα, ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ περιορίσωμεν αὐτήν. Πάντα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ πρωτίστως ἡ δρᾶσις τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου τόσα ἐρρήθησαν καὶ τόσα λέγονται καθ’ ἑκάστην, χάριν τῆς τιμῆς αὐτοῦ καὶ τῆς τιμῆς τοῦ τόπου. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε νὰ περιορισθῇ ἡ ἐντολὴ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὀρθοτάτην δ’ εὑρίσκω τὴν γνώμην τοῦ κ. Λυμπρίτου περὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅσα ἀνήκουσι κατὰ σύμπτωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ μέλη τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», αὕτη ἦτο ἀόρατος, κατὰ συνέπειαν δὲν γνωρίζομεν τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ ἐναπόκειται εἰς τοὺς κληρωθέντας νὰ κρίνωσιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ λάβωσι μέρος ἢ ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§48ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρετήρησε χθὲς ἴσως ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐφρόνουν ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐλέγετο, καὶ ἂν δὲν συνέβαινον ἔτι τὰ χθὲς συμβάντα, ἡ Βουλὴ ἡμέραν τινὰ ἤθελε φθάσει εἰς τὴν συγκρότησιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Διότι, ὅτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ διασταυροῦνται αἱ ἀντεγκλήσεις αἱ ἄγριαι, ἃς ἀπὸ μηνῶν πολλῶν ἀκούομεν ἀνταλλασσομένας, ὅτε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ διασταυροῦνται αἱ αὐταὶ ἀντεγκλήσεις καὶ ἀντηχοῦσιν ἐπιθέσεις κατὰ ἀνευθύνων καὶ ὑπευθύνων, κατὰ παρόντων καὶ ἀπόντων, διὰ τὰ κακὰ καὶ τὰς καταστροφὰς τὰς προκληθείσας ὑπὸ τοῦ πολέμου, ἀπαραίτητον εἶναι νὰ εὑρεθῇ χωνευτήριον, εἰς ὃ νὰ ῥιφθῶσι πάντα ταῦτα, ὅπως ἐν αὐτῷ χωνευθῶσι καὶ λαγαρισθῶσι, κατὰ τὴν τεχνικὴν ἔκφρασιν, καὶ ἐξέλθῃ οὕτως ἀλώβητος ἡ ἀλήθεια. Ἦτο μοιραία ἀνάγκη ἡ συγκρότησις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς· καὶ ἁπλοῦν ἐπεισόδιον χθές, ἁπλῆ παρεξήγησις λόγων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ ἤγαγεν ἡμᾶς ἀπροσδοκήτως χθὲς εἰς τὴν λυπηρὰν ἐκείνην συζήτησιν, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὸν διορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκ περιστάσεως, Κύριοι, εὑρισκόμην μακρὰν τῆς πολιτικῆς δράσεως, καθ’ ἣν ὥραν ἐξερράγησαν ῥαγδαῖα τὰ γεγονότα, τὰ ἐπενεγκόντα τὴν καταστροφήν. Ἐκ περιστάσεως εὑρεθεὶς ἔξω τῆς Βουλῆς, καὶ δυνάμενος νὰ σιωπήσω, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, καὶ ὡς ἁπλοῦς πολιτευόμενος, νὰ μὴ κρύψω τὴν γνώμην μου. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας, ὅτε παρεσκευάζετο ἡ περιπλοκή, ὅτε ἐνόμισάν τινες, ὅτι δι’ 150 ἀνδρῶν ἦτο δυνατὸν καὶ συμφέρον νὰ κινηθῇ τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα, ὅτε ἐγινόμεθα καταγέλαστοι ἐνώπιον τοῦ κόσμου οὕτως ἐργαζόμενοι, καὶ συνεζητοῦμεν περὶ ἐπαναστάσεως ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐπικειμένης ἐξ αὐτῆς σωτηρίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτε συνεσωρεύοντο παντοῖαι εἰδήσεις, καὶ ἠκούομεν καθ’ ἡμέραν «ὁ Μπρούφας ἀπέθανεν, ὁ Μπρούφας ζῇ», ἁπλοῦς ἐγὼ πολίτης ἐτόλμησα νὰ ἀντισταθῶ διὰ τῶν ἐλαχίστων δυνάμεων, ἃς εἶχον, —καὶ αἵτινες δυστυχῶς εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσαν—ἐτόλμησα νὰ ἀντισταθῶ κατὰ τῆς παραφορᾶς ἐκείνων τῶν ὡρῶν. Εἶπον, ὅτι ἡ ἐνέργειά μου εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσεν, ἀλλ’ ἂν ὄχι εἰς ἄλλο τι, ὅμως ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ νὰ σώσῃ τινὰς ἀνθρώπους ἀποπλανωμένους καὶ ἑτοίμους νὰ ὁρμήσωσιν εἰς ἀπώλειαν. Οὕτω τότε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γνωρισθῶ μετὰ τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Ἠπειλήθην τότε διὰ τὴν τοιαύτην μου ἐνέργειαν· κατεδικάσθην, ἀγνοῶ ἐπὶ τίνι ἐγκλήματι, καὶ ἔλαβον τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ὑπὸ τύπον ἐπιστολῆς, ἧς κάτωθι ὑπῆρχε σφραγὶς καὶ ἐν αὐτῇ ἐρυθρὸς σταυρὸς μετὰ διεσταυρωμένων ξιφῶν, διότι εἶχον τὸ θάρρος νὰ μεταβῶ εἰς Θεσσαλίαν, ὅπου ἔμαθον περὶ Μακεδόνων, ἐκεῖ κατοικούντων, ὅτι ἠτοιμάζοντο νὰ ἐξέλθωσι τῶν συνόρων, καὶ ἠδυνήθην, συμβουλεύσας καὶ ἐξηγήσας τὰ πράγματα, νὰ ἐμποδίσω αὐτούς. Δὲν λέγω ταῦτα, διότι φρονῶ, ὅτι ἔπραξά τι ἄξιον λόγου, —ἔπραξα μόνον κατὰ καθῆκον καὶ πεποίθησιν, λυπούμενος, ὅτι τοσοῦτον ἐτυφλώθη τότε ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῶν Ἑλλήνων, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι δι’ ἐκείνης τῆς ὁδοῦ ἤθελε δυνηθῆ ἐπιτυχῶς νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἱερὰ τῆς πατρίδος δίκαια. — Λέγω ταῦτα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἤμην εἰς τελείαν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην, ἧς τὸ μορμολύκειον καὶ τὰ ἁμαρτήματα ζητοῦσι νὰ παρεισαγάγωσιν ἐνταῦθα, ἵνα πείσωσι τοὺς τυχὸν εὑρισκομένους μεταξὺ ἡμῶν ἐκ τῶν τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ὀφείλουσι νὰ μὴ μετάσχωσι τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλάχιστοι ἐν συνόλῳ μετροῦνται οἱ Ἕλληνες, οἵτινες μετέσχον τῆς Ἑταιρείας ὡς ἑταῖροι, ἀπέναντι τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῶν Ἑλλήνων. Ἡ μεγάλη δὲ πλειονοψηφία τῶν Ἑλλήνων ἤθελε τὸν πόλεμον ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, ἤθελε τὸν πόλεμον ἀκαίρως ἐνθουσιῶσα καὶ ἐκ παραφορᾶς· ἂν δὲ παρὰ τῇ «Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ» ὑπῆρξαν πρόσωπα μὴ εἰλικρινῆ, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταδικάσῃ τὸ σύνολον τῶν μελῶν αὐτῆς, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ ποῖοι οἱ λόγοι, οἵτινες ὤθησαν αὐτοὺς εἰς τὰ πραχθέντα· εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι, ἂν θελήσωμεν νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὰ πράγματα, θέλομεν ἴδει, ὅτι τὰ 9/10 τῶν ἀναμιχθέντων εἰς τὰ τῆς Ἑταιρείας ἦσαν ἀληθεῖς πατριῶται, ἀλλ’ ἐν παραφορᾷ πατριῶται. Δὲν ἔχει ὅμως κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ δικάσῃ τὰς παραφορὰς καὶ τὰς πλάνας τῆς Ἑταιρείας, οὐδὲ νὰ συνδικάσῃ τὴν πλάνην ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Αἱ Κυβερνήσεις διὰ τοῦτο εἶναι ἐκεῖ, ἵνα σταματῶσι τὰς παραφοράς. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶναι πάντοτε πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν ἰσχυραὶ, καὶ ἂν ἔτι παρακολουθοῦνται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, δὲν ἔχουν πάντοτε ἱκανὴν δύναμιν, ἵνα σταματήσωσι τὸ κακόν· ἀλλ’ ὅταν πεισθῶσιν, ὅτι τὸ κακὸν εἶναι μέγα, ὅτι ἐκ τῆς παραφορᾶς ἐπέρχεται καταστροφή, ὅτι ἡ πατρὶς πρόκειται ἐκ τούτου νὰ ταφῇ, αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσιν ὅπλον τελεσφόρον πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κακοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ καθαρὰ δήλωσις τῆς γνώμης αὐτῶν: «Οὕτω πράττοντες βαίνομεν εἰς τὴν καταστροφήν». Καὶ ὅταν 999 χιλιάδες θέλωσι τὸν πόλεμον, εἷς δὲ μόνον πείθηται, ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι καταστρεπτικός, ἔχει καθῆκον ὁ εἷς οὗτος νὰ εἴπῃ «σταματήσατε! καὶ ἂν δὲν μὲ ἀκούητε, ἂν δὲν μὲ ἀκολουθῆτε, παραιτοῦμαι» (χειροκροτήματα). Ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἤθελε παράσχει ἡ Κυβέρνησις, ἐν τούτῳ ἔκειτο· ἦτο δὲ ὑπηρεσία πρώτης τάξεως. Ἂν τοιοῦτόν τι εἶχεν εἴπει τότε ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἤθελεν ἐπανέλθει ἰσχυρότερος, ἤθελεν ἐπανέλθει σωτήρ. Δὲν θέλω, ταῦτα λέγων, νὰ κατηγορήσω τινά· τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησις, ἣν ἔχω ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, πεποίθησις τὴν ὁποίαν δὲν ἔκρυψα. Γινώσκω καλῶς, ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐντελῶς ἐναντίος πρὸς τὰ γινόμενα ἐν Θεσσαλίᾳ, πρὸς τὰ γινόμενα ἐν Μακεδονίᾳ, γινώσκω ὅτι κατεδίωκε τὸ κίνημα ἐκεῖνο τὸ ἄφρον· ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ πατάξῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ τάξεων. Διότι ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι μάρτυς, ὅτι, ἂν ἐδίδοντο διαταγαί, δὲν ὑπήκουον εἰς αὐτὰς τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ πολιτικῆς ἀρχῆς εἷς μόνος ὑπήκουσε,—καὶ ἂς εἴπω τὸ ὄνομα αὐτοῦ διότι ἀπέθανεν,—ὁ νομάρχης Λαρίσης Ἀναγνωστόπουλος. Ἠξεύρω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε γνώμην θετικὴν καὶ ὡρισμένην· ἀλλὰ τοιαύτην ἔχουσα ὤφειλε νὰ μὴ σύρηται ὑπὸ τοῦ πλήθους, καὶ ἂν δὲν ἠδύνατο, ὤφειλε νὰ ἀποσυρθῇ. Αἱ κατηγορίαι, αἵτινες σφενδονίζονται ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐπιρρίπτουσιν εὐθύνας καὶ ἐπὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος. Λέγουσιν οἱ κατήγοροι ταύτης, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τότε ἐγένοντο παραίτιοι τοῦ κακοῦ, διότι καὶ ἔξω καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὡμίλουν ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Παραδέχομαι ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα· δὲν θέλω ν’ ἀπαλλάξω κανένα τῆς εὐθύνης, ἣν φέρει· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη, ἣν φέρει ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι διάφορος τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ εὐθύνη ταύτης μόνης εἶναι εὐθύνη θετική. Ἐκ τοιούτων ἰδεῶν πρέπει νὰ ὁρμηθῶμεν. Ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, εἶπον, εἶναι τὸ χωνευτήριον, ἐν ᾧ θέλουσι χωνευθῆ πᾶσαι αἱ κατηγορίαι, πᾶσαι αἱ συκοφαντίαι, πάντα ὅσα συγκρούονται κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅμως ταύτῃ δὲν πρόκειται ἀμέσως νὰ βαδίσωμεν πρὸς εὕρεσιν ὑπευθύνων ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ πολέμου καὶ μέχρι τοῦ πέρατος. Ἡ ἐπιτροπή, ἐρευνῶσα τὰ πράγματα, θὰ ἐξετάσῃ βεβαίως ἂν ὑπάρχωσι καὶ πταῖσται, καὶ ἂν εὑρεθῶσι τοιοῦτοι, θὰ ζητηθῇ ἔπειτα παρ’ αὐτῶν λόγος. Ἀλλὰ τίνες οἱ πταῖσται οὗτοι, οὓς θέλει ἀναζητήσει ἡ ἐπιτροπή; Ἐνταῦθα ἤκουσα ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην πολλὰ παράδοξα. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ὑπευθύνους πέραν καὶ ὑπεράνω τῶν Ὑπουργῶν. Ὅ,τι μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῆς ὑποτεταγμένης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας ἐγένετο, εἶναι πρὸ ἡμᾶς ξένον· δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν αὐτό. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον, ἂν οἱ ὑποτεταγμένοι εἰς αὐτοὺς πολιτικοὶ ἢ στρατιωτικοὶ δὲν ἐξετέλεσαν καλῶς τὰς διαταγὰς τῶν Ὑπουργῶν· ἂν ἐτουφεκίσθησαν ἢ ἂν ἦσαν ἄξιοι τουφεκισμοῦ. Ταῦτα εἶναι θέματα, ἅτινα θὰ θίξωμεν, ἐφ’ ὅσον μόνον ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὑφ’ οὓς ἐκεῖνοι ὑπηρέτησαν, διότι τοιαῦτα ἔχοντες οὗτοι πρὸ ὀφθαλμῶν διαπραττόμενα ἢ παραλειπόμενα, δὲν ἐφρόντισαν ἐγκαίρως νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπαιτίων. Τινὲς εἶπον, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον δὲν ἐτουφέκισαν κανένα. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, καὶ ποῦ ἦτο τὸ δικαστήριον ἐπὶ τοῦ πολεμικοῦ ἐδάφους; καὶ ποῖος εἶχε καθῆκον νὰ συστήσῃ τὸ δικαστήριον; ὁ στρατηγὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις; ὁ λοχαγὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις; Ἠκούσθη ποτὲ πόλεμος, καθ’ ὃν δὲν ὑπάρχει συνεστημένον δικαστήριον στρατιωτικὸν πρὸς τιμωρίαν τῶν φυγάδων; καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ φυγάδες σήμερον, μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου, ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ ἐκκαθάρισις τοσούτων ἀκαθάρτων; Ἔπρεπεν ἐκεῖ παρὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαστήριον, ἀναγκαῖον στήριγμα τῆς πειθαρχίας. Τὸ δικαστήριον εἶναι ἀπαραίτητον ἐν πολέμῳ, ὅσον καὶ τὸ τηλεβόλον. Τίς δὲ ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς παραλείψεως ταύτης, τοῦτο θὰ ἐξετάσωμεν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐντολῆς, ἥτις δίδεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα πρὸς διπλοῦν σκοπόν· πρῶτον, ὅπως ἀποκατασταθῶσιν ἐφεξῆς τὰ πράγματα ἐπὶ τὰ κρείττω, καὶ ἔπειτα, ὅπως ἀνορθωθῶσι τὰ τυχὸν πταίσματα, ὅπως ἀνακαλύψῃ τίνες οἱ πταίοντες, οἵτινες, ὅταν ἀνακαλυφθῶσιν, εἴτε κατὰ τοῦτον εἴτε κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, θέλουσι κληθῆ νὰ δώσωσιν εὐθύνας.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐλαβούμενος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν ἠθέλησα νὰ διακόψω τὸν προαγορεύσαντα Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ χθεσινὴ τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐσκόπει τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀναζήτησιν τοῦ φωτός. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, οὐδὲ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐσχημάτισε πεποίθησιν, ἐσχημάτισε γνώμην, ὅτι εἷς εἶναι ὁ ἔνοχος, ἡ τότε Κυβέρνησις. Δὲν σκοπῶ οὐδὲ νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ ἔχῃ γνώμην, οὐδὲ νὰ προσπαθήσω νὰ μεταβάλῃ ἣν ἔχει γνώμην· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, καὶ ὅτι, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἀξίαν, πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ πάντες ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἵνα ἀποκτήσωμεν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, δηλαδὴ ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ κηρύξωμεν ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἐκρίναμεν, ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ζητήσωμεν νὰ προβῇ αὕτη εἰς ἐξέτασιν πάντων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὥρισαν οἱ προβαλόντες τὴν πρότασιν. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς, πρὶν ἢ ἐνεργήσῃ τὰς ἐξετάσεις ταύτας ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, πρὶν ἢ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μέλλει νὰ συλλέξῃ ἡ ἐπιτροπὴ, πρὶν ἢ αὕτη μᾶς ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της, ἔσπευσε νὰ μᾶς ἐκθέσῃ πρὸ ὀλίγου τὴν γνώμην του· ἀλλ’ ἡ γνώμη του ἦτο πρόωρος. Ὅταν ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἤθελε συλλέξει πᾶσαν εἴδησιν, πᾶσαν πληροφορίαν, ὅταν ἤθελε καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της, τότε ἦτο καιρὸς νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ποίαν ἔχει γνώμην, νὰ μᾶς προτείνῃ, ἵνα ζητηθῶσιν αἱ εὐθῦναι ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ ἀφοῦ προώρως ἔσπευσε νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του, νομίζω ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ τὸν διακόψω καὶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε διέπραξε τὰ κοινὰ ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ὅστις ἀξιοῖ νὰ ἐπιφαίνηται, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ τηρῇ τὴν τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσι· διότι, ἂν καὶ ἐγὼ μιμηθῶ αὐτὸν καὶ ἐκφέρω σήμερον ἣν ἔχω γνώμην, ἂν καὶ ἐγὼ, πρὶν ἢ κληθῶ νὰ δώσω γνώμην, προβῶ καὶ κατηγορήσω διὰ τὰ γενόμενα ἄλλους, τότε θέλει ἀνατραπῆ ἡ τάξις τῶν συζητήσεων, δι’ ἧς μόνης δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι γνώμη προώρως ἐκδηλωθεῖσα ἐπὶ ζητήματος σπουδαίου, ἐγὼ δὲ ἔχω δίκαιον νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν σπασμωδικὴν ταύτην σπουδὴν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε.
§50Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀποτελῶν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὴν ἤδη γενομένην συζήτησιν παρεξετράπημεν τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον προέβημεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἷς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὁ πρόεδρος τῆς κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον ἐκλεγείσης ἐπιτροπῆς, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ἐὰν πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐνέργειαν, ὀφείλουσι τὰ μέλη αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ὅπως δήποτε μετέσχον τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, νὰ ἀποχωρήσωσιν αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι ἴσως τὰ κατάλληλα νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξ ἀντιθέτου εἶπε, κατὰ τὴν γνώμην μου, μεγάλας ἀληθείας, καὶ τελείως συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο. Ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις αὕτη ἦτο ἐντελῶς πρόωρος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ὡς πόρισμα τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπή· θεωρῶν δὲ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω τίνα ἔννοιαν ἀποδίδω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ διὰ μεταγενεστέρας ἀποφάσεως νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι μόνη αὕτη ἐστὶν ἁρμοδία νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦτον, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν οἱωνδήποτε ἂν θελήσῃ θεμάτων καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ συμπεράσματα αὐτῆς, ἀναλόγως πάντοτε πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἡ εὐθύνη ζητεῖται, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰσηγητὴς Στρατοδικείου τινὸς ἢ Ναυτοδικείου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ στρατιωτικὰ σχέδια ἢ τὰς κινήσεις τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων. Ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐξετάσῃ ταῦτα, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θὰ τὰ ἐξετάσῃ πάντοτε ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐκπληροῖ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, ἵνα ἐξετάσῃ τίνα ὑπῆρξαν τὰ μέλη τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας» καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἔδρασαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἢ κατὰ πόσον ἐξετέλεσαν ἀνεξελέγκτως πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας εὐθύνονται ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἡ εὐθύνη τῆς τότε Κυβερνήσεως, προκαλεσάσης τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου ἢ κηρυξάσης αὐτὸν, ἐλαττοῦται λόγῳ τῆς ἐνεργείας ἄλλων, τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν ὅμως θεωρήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε, καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ, τὴν δύναμιν νὰ περιστείλῃ πᾶσαν ἐνέργειαν, τείνουσαν νὰ διαταράξῃ τὸ καθεστὼς, ἢ τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους, τὴν κρίσιν της ταύτην θὰ ὑποβάλῃ διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ εὐθύνη τῆς τότε Κυβερνήσεως, οὕτως ἐξεταζομένη, δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορμὴν, ὅπως ἀπευθύνῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης κατηγορίαν εἴτε ἐπὶ κουφότητι, εἴτε ἐπὶ ἀνικανότητι, εἴτε ἐπὶ ἀμελείᾳ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ καθορισθῇ, διὰ νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς ματαίας συζητήσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ πᾶν γεγονὸς, σχετιζόμενον μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως.
§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον;
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§54ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§55ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πάντα δὲ ταῦτα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπεθύμουν νὰ ἐξετασθῶσι, δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον σχετίζονται πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως· διότι δὲν θεωρῶ ὅτι ἐξελέγημεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ λύσωμεν ἡμεῖς στρατιωτικὰ ζητήματα, διότι δὲν γνωρίζω τίς ἐξ ἡμῶν εἶναι ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοιούτων θεμάτων. Θέλομεν κρίνει τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ἐφ’ ὅσον ἐκ τούτων δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν στοιχεῖα βαρύνοντα τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἀπαλλάσσοντα αὐτὴν πάσης εὐθύνης, ἀλλὰ θέλομεν ἀποφύγει — οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐννοῶ τοῦτο — νὰ ἐξενέγκωμεν κρίσεις περὶ ὡρισμένων στρατιωτικῶν κινήσεων, διότι διὰ ταῦτα θεωρῶ ἐντελῶς ἀναρμοδίαν τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλήν. Ἐὰν οὕτω τὰ ζητήματα τεθῶσι, νομίζω ὅτι θὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις, καὶ οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ λόγος νὰ ὑποδηλωθῇ, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μέλη, τὰ ὁποῖα νὰ αἰσθάνωνται, ὅτι ἐξαιροῦνται διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς ἐπιτροπῆς· διότι, ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν, δυνάμενος νὰ ἐξαιρεθῇ. Ἐὰν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἰσι στρατιωτικοὶ δράσαντες ἐν Ἠπείρῳ, ἐν Θεσσαλίᾳ ἢ ἐν Κρήτῃ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐνέργεια αὐτῶν θέλει ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ δηλώσωσιν ἐξαίρεσιν, καὶ δὲν γνωρίζω διατί ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ἐθεώρησεν, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς στρατευμάτων εἰς Κρήτην, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ κατάλληλος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου δύναται νὰ ἔχῃ καὶ οὗτος ἀμερόληπτον κρίσιν. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου φαίνεταί μοι ἄπορον, πῶς θὰ κατασταθῇ δυνατὸν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα, ὅπως ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπὸ στρατηγικὴν ἔποψιν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου τῆς Κρήτης ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ἢ ἐὰν ὡρισμένα σώματα, ὡρισμέναι μονάδες στρατοῦ, μικραὶ ἢ μεγάλαι, ἐν Κρήτῃ ἐξεπλήρωσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ ἐὰν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν στρατιωτικῶν κινήσεων ἐπῆλθον, ἦσαν ἀποτελέσματα τῆς γενναιότητος τῶν ἀνδρῶν ἢ τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ τῆς ἱκανότητος τῆς στρατιωτικῆς τοῦ ἐπιτελείου. Ταῦτα πάντα θεωρῶ ἐντελῶς ξένα πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ ταῦτα ἦναι ξένα πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ γεγονὸς τῆς ἀποστολῆς στρατοῦ εἰς Κρήτην δὲν ὑπάρχει δυσκολία νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή, ἵνα ἀνεύρῃ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Οὕτω νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς ἐπιτροπῆς. Ταῦτα λέγω ὡς ἀτομικήν μου γνώμην, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐπιτροπή, συνερχομένη ἐν πλειονοψηφίᾳ, θ’ ἀποφασίσῃ κατὰ ποῖον τρόπον θέλει ἐργασθῇ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἡ ὁποία ἦτο ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδέας μου, θεωρεῖται πρόωρος, διότι αὕτη ἠδύνατο νὰ λάβῃ χώραν, ὅταν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσκομισθῇ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τὴν μελέτην τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα θεμάτων.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὁρισθῶσι τὰ ζητήματα καὶ νὰ κανονισθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Χθὲς δι’ ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ ὥρισε τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν πρὸς ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδίδετο ἐντολὴ, περιλαμβανομένη ἐν τῇ προτάσει τῇ ὑποβληθείσῃ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Ναυπλίας καὶ Πάλλης. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέξατο τὴν πρότασιν καὶ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ σήμερον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ προέβη σήμερον εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἠγέρθη συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ δέον νὰ ἐργασθῇ. Νομίζω ὅτι συζήτησις περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν σήμερον. Φρονῶ, ὅτι, ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἔρχηται νὰ δηλώσῃ ὅτι, ἐὰν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ δεῖνα θέμα, θὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν ὑπόχρεον νὰ παραιτηθῇ, τοῦτο οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς τὴν Βουλήν· τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι κατὰ τὴν ἑσπερινὴν ταύτην συνεδρίαν. Ἡ ἐξέτασις, ἐὰν ἐνέχηται ἡ «Ἐθνικὴ Ἑταιρεία» ἢ ὄχι, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Τὸ ζήτημα, ἐὰν μέλη τινὰ τῆς ἐκλεγείσης ἐπιτροπῆς ἀπετέλουν μέρος τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν· τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰ μέλη ἐκεῖνα, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, καὶ αὐτὰ θὰ κρίνωσιν, ἐὰν τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπιτρέπῃ αὐτοῖς, ἵνα ἐλευθέρως κρίνωσι καὶ ἀποφασίσωσι. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος, ἵνα κρίνωμεν περὶ τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Ἐγὼ δὲν ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ· οὐδέποτε ἀπετέλεσα μέρος τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», καὶ ἑπομένως ἡ γνώμη μου εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα πάσης σκέψεως, συνδεομένης μετὰ τῆς ἑταιρείας ταύτης. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι ἰδέαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναπτυχθῶσι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Αἱ ἰδέαι αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ κάμῃ. Εἶναι πιθανὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ πολλοὶ ἴσως ἄλλοι μετ’ αὐτοῦ νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μορφώσωσι γνώμην· πιθανόν τινες νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀνεκοίνωσε σήμερον, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἐξέλεξεν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ θέματα ταῦτα, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ πορίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τὰς μελέτας αὑτῆς θέλει καταλήξει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ᾖναι γνωστὸν πρὸ τῆς μελέτης ταύτης. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτής, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἀναπτύξῃ, πῶς αὐτὸς ἐννοεῖ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ταῦτα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὲ, διαφεύγουν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς· εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ ἐξέλεξεν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀνέθηκε ῥητὴν ἐντολήν· ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνατεθέντων καθηκόντων. Ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι εἴτε ἐκ τῆς θέσεως αὑτῶν, εἴτε ἐκ τῆς ἄλλοτε ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας των, εἴτε ἐκ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὴν «Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν» ἢ ἐξ ἄλλων λόγων δὲν δύναται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ δηλώσωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι παραιτοῦνται, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ἔχει λόγον, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητῶμεν, ὅπως ματαίως καταναλώσωμεν τὸν χρόνον. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν της.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ φέρω ἀντίρρησιν πρὸς τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκύρωσε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἂν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις καὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ προέλαβεν ὡσαύτως, καὶ ἀρκοῦσιν εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι οὔτε ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκτείνῃ τὴν ἐξουσίαν της πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐχάραξαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν καλεῖται, οὐδ’ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν κατὰ Ὑπουργῶν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἡ περὶ συστάσεως αὐτῆς πρότασις περιέλαβεν. Ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει ὑποβάλει ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας θέλει λάβει καιρὸν νὰ μελετήσῃ καλῶς καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ θέλει φωτισθῆ, τότε δὲ θέλει ἐννοήσει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ ὅσα εἶπεν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω τινά, διὰ νὰ διασαφήσω τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ φίλος μου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ φίλος μου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ προλάβω αὐτόν, διδοὺς ἐγὼ τὴν διασάφησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς σκοπὸν εἶχεν, οὐχὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν ἐκείνων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα διετέλεσαν μέλη τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», ἢ ἀνεμίχθησαν ἄλλως εἰς τὰ γενόμενα, διότι οὐδὲ νόμος ὑπάρχει ἀπαιτῶν προσόντα, οὐδὲ διάταξίς τις ἀναγράφει οἵαν δήποτε ἀνικανότητα. Ἑπομένως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐξαίρεσίν τινος. Πάντα, ὅντινα ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκλέξει, πρέπει τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ νὰ δεχθῶμεν ὡς ἔγκυρον καὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου εἶχε σκοπὸν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἠθικοπολιτικήν, προέταξε δ’ ἑαυτόν, προβαλὼν ἑαυτὸν ὡς παράδειγμα πρὸς ἀπομίμησιν. Καὶ εὐλόγως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ πράξεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κρίνωσιν αὐτοὶ οἱ ἐκλελεγμένοι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς περαιτέρω συζήτησιν. Ἑπομένως ἀτόπως ἐλέχθησαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας· ἐλπίζω δέ, ὅτι, ἂν κατορθωθῇ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ συνειδήσει ἑκατέρου αὐτῶν ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην, τότε θέλει πάντως κατασταθῆ ἀσθενεστέρα ἐν αὐτοῖς ἡ κοματικὴ ἐμπάθειά των, καὶ δὲν θέλει πλέον ἐπαναληφθῆ ἡ παρ’ αὐτῶν διαταραχθεῖσα τὴν ἑσπέραν ταύτην τάξις τῶν συζητήσεων.
§58Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ. Ὅτε πρὸ ὀλίγου ἐποιησάμην τὴν μικρὰν αὐτὴν παρατήρησιν, παντελῶς ἀπροσώπως, προὐτιθέμην, πρὶν ἢ ἡ ἐπιτροπὴ συγκεντρωθῇ, πρὶν ἢ συνέλθῃ, νὰ εἰδοποιήσω τοὺς συναδέλφους περὶ τῶν ζητημάτων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν. Ἔπειτα βλέπετε, ὅτι ἡ ψηφισθεῖσα πρότασις ὁρίζει: «εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν;» Ἐπειδὴ δέ, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν οὐδαμῶς ἠτύχησεν ἐν Κρήτῃ, ἴσως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θιχθῇ παντελῶς, ἢ ἂν ἤθελε καὶ τούτου ἐπιληφθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἤθελε πράξει τοῦτο δι’ ἄλλους λόγους καὶ οὐχὶ πρὸς διαφώτισιν τῆς εἰρημένης πέμπτης περιόδου τῆς ψηφισθείσης προτάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐλθὼν εἰς Θεσσαλίαν, ὁμολογουμένως πανταχοῦ ἐκήρυξε καὶ πάντας τοὺς φίλους του προέτρεψε νὰ ἀπόσχωσι τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ στίφη ἐκεῖνα ἐξῆλθον κατὰ τὸ 1896. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ εἴπω καὶ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν πιστεύω νὰ πειράξῃ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι, καίτοι τότε μετεχειρίσθη αὐστηρὰν γλῶσσαν — καὶ πείθομαι ὅτι, οὐχὶ μόνον εὐσυνειδήτως, ἀλλὰ καὶ μετὰ πόνου ψυχῆς ἔπραξε τοῦτο, — ὅμως παρ’ οὐδενὸς εἰσηκούσθη, καὶ δὲν εἰσηκούσθη, ἀφοῦ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἥτις ἀπέστελλεν εἰς τὴν Μακεδονίαν τὰ διάφορα ἀποσπάσματα τὰ ἐπαναστατικά, διετέλει ὁ πρῶτος ἐξάδελφος αὐτοῦ, ὁ ἐφέτης κ. Κ. Δραγούμης.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐπίσημοι ἐκθέσεις καὶ θ’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου...
§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε;
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει πλέον συζήτησις.
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶχον δηλώσει, ὅτι θὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν ὁμιλήσουν ἄλλοι, θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§65ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. (ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ).
§66ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι· εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).
§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός. (Πολλοὶ ἐγείρονται νὰ ὁμιλήσωσι. Θόρυβος).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις θεωρεῖται περατωμένη.
§69ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§70ΔΟΥΝΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δούνη, παρῃτήθησαν ὅλοι οἱ προηγούμενοι. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου...(Θορυβώδεις διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψητε, κύριε Πρόεδρε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν ἐνάτην καὶ ἡμίσειαν.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν, θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§77ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θ’ ἀναγνωσθοῦν νομοσχέδια πρότερον, διότι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ἐγὼ εἴχομεν ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ καὶ αὐτὸς, ἐὰν ἄλλοι ὁμιλήσουν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν θὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἄλλος...
§79ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐγγεγραμμένος, διότι ἐζήτησα τὸν λόγον. Θὰ εἴπω βεβαίως πολὺ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ῥηθῶσιν, ἐὰν ἐπιμείνητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσω· ἐὰν ὅμως μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω, θὰ ὁμιλήσω τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ῥηθῶσι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἴσως μέχρι τῆς ἑνδεκάτης ἢ τῆς δωδεκάτης.
§81ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅριον δὲν τίθεται, ἡ κλεψύδρα δὲν εἰσήχθη ἀκόμη. Εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθη δυστυχῶς.
§82Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παρέβημεν τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος ῥητῶς ἀπαγορεύει, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ὁμιλῶμεν καὶ συζητῶμεν περὶ ἄλλου θέματος, παρὰ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νομίζω ὅτι παρέβητε τὸν Κανονισμὸν, ἐπιτρέψαντες εἰς διαφόρους Βουλευτὰς νὰ λάβωσι τὸν λόγον περὶ ἄλλου θέματος.
§83ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ὁμιλεῖτε;
§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει συζήτησις, κύριε Πρόεδρε.
§85ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν οἱ κύριοι κωλυσιεργοῦν, ἵνα μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου (θόρυβος).
§86ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀφίνω νὰ λέγωνται ὅσα λέγονται, ἀφοῦ σεῖς, κύριε Πρόεδρε, δὲν τοὺς κρατεῖτε (θόρυβος).
§87ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡμᾶς νὰ κρατήσῃ ἢ σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρετε τί λέγετε; (θόρυβος)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ναυπλίας, μὴ διδάσκετε τὰ καθήκοντα τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε νὰ ὁμιλήσητε, εἴπετε τί θέλετε νὰ εἴπητε.
§89ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις, ὅπως προεκλήθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Τυρνάβου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, δὲν ἦτο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, οἷον δήποτε καὶ ἂν ἦναι, θὰ κριθῇ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία μέλλει νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ θέματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς προτάσεως καὶ περὶ τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γένωμαι εἰσηγητὴς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ περὶ τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ, καλουμένη, ὡς ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, νὰ ἐρευνήσῃ τὰ περὶ εὐθυνῶν καὶ ἐν γένει τὰ περὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ πολέμου, ἔχει ἐξουσίαν νὰ ἐξετάσῃ βεβαίως κατὰ πρῶτον τὰς εὐθύνας τῶν Ὑπουργῶν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ὁποίων ἠγέρθη ὁ πόλεμος, καὶ νὰ εὕρῃ ἐὰν ὑπέχωσιν εὐθύνας, καὶ κατὰ τί ὑπέχουσι τὰς εὐθύνας αὐτὰς, ἀλλὰ συγχρόνως ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ, κατ’ ἀνάγκην ἀναπόδραστον, θὰ ἐξετάσῃ καὶ ὅλα τὰ συναφῆ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο παρεμπίπτοντα, θὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐὰν ἄλλα συνέτρεξαν ἢ ὄχι εἰς τὸν πόλεμον, ἐὰν αὐτὸ τὸ φάσμα, τὸ συχνάκις ἐπικαλούμενον, τὸ φάσμα τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσπὶς κατὰ τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ζητοῦνται νὰ δώσωσιν οἱ ὑπέχοντες αὐτὰς, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, Ὑπουργοί. Λέγω τοῦτο, διότι ἐγὼ, ὅστις ἔμεινα ἐντελῶς ἐλεύθερος πάσης ὑποχρεώσεως οἱασδήποτε καὶ πρὸς τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι εἶχον τὸ ἀτύχημα ἢ τὸ εὐτύχημα νὰ μὴ ἦμαι ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, λέγω, ὅτι ἐγὼ, ὅστις ἔμεινα ἔξω καὶ ἔκρινα τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄμμα τοῦ πολίτου, τοῦ πονοῦντος διὰ τὰ τῆς Πολιτείας, ὅταν ἀνέγνων τὴν προκήρυξιν τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», ἐνόησα ὅτι πρόκειται περὶ σωματείου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα, ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ καὶ διαλύσῃ αὐτοστιγμεί.
§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον;
§91ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς ἐδείκνυον τὸν τρόπον, ἐὰν εἶχον ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν (θόρυβος).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξήλθετε τοῦ θέματος, κύριε Βουλευτά.
§93ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιτροπή. Δὲν ἔχει βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ ἐντολὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς ζητήματα στρατιωτικῆς ἐπιστήμης καὶ εἰς λεπτομερείας στρατιωτικὰς, ἀλλ’ ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὰ ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν περὶ ἄλλων, ὡς δῆθεν ἐνεχομένων, ἐγκαλούμενα, καὶ τὰ ὁποῖα ἤκουσα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνελισσόμενα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἤκουσα ἀποκρουόμενα εὐθὺς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἔπρεπε νὰ γείνῃ· θὰ ἐξετάσῃ, ἂν οἱ ἀρχηγοὶ ἐτάχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν ἐτάχθησαν ὑπ’ αὐτῆς, δὲν σώζεται αὕτη, ἐπικαλουμένη στρατιωτικὰ σφάλματα, διότι ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Λέγω ταῦτα, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐζήτησε ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τῆς προτάσεώς μου τὸ τελευταῖον μέρος. Τὸ τελευταῖον μέρος τῆς προτάσεώς μου συνδέεται καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὡς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ δύναται νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ποίων νομοθετημάτων ἡ ἔλλειψις ἢ ἡ κακὴ λειτουργία ἢ ἡ διασκευὴ ἐγένετο ἀφορμὴ τῶν ἀποτυχιῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν οὔτε νὰ καταγγέλληται ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἀόριστος, οὔτε νὰ ζητῶσι νὰ περιορίσωσι τῆς ἐπιτροπῆς τὴν δικαιοδοσίαν. Τὸ ζήτημα δὲ, τὸ ὁποῖον ἔφεραν οἱ δύο ἀξιότιμοι Βουλευταί, ὁ ἐκ Τυρνάβου καὶ ὁ ἕτερος, ζητοῦντες νὰ ὑποδείξωσιν ἐξαιρέσεις διά τινα μέλη τῆς πλειονοψηφίας, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι σπουδαῖον. Ἐὰν αἰσθάνωνται λόγον ἐξαιρέσεως τὰ μέλη ἐκεῖνα, θὰ τὸ προτείνωσι. Νομίζω ὅτι τοιαύτη πρότασις σημειοῖ μόνον δισταγμὸν περί τινων μελῶν, διότι ἡ διασκευὴ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέκλειε πᾶσαν τοιαύτην διά τινα τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν. Ταῦτα λέγω, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ εἴπω τὰ δέοντα.
§94Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συνέπιπτε νὰ μὴ ἦναι μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὁ πρῶτον ἀνακινήσας τὴν συζήτησιν, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, θὰ ἔλεγον ἀκριβῶς καὶ διὰ τῶν αὐτῶν σχεδὸν λέξεων ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἤτοι ὅτι, διατυπωθείσης ἤδη τῆς προτάσεως περὶ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ παρεκτραπῇ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐντὸς τῆς προτάσεως ἐκείνης. Ἐπειδὴ ὅμως τόσον ὁ πρῶτον ἀνακινήσας τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καθὼς καὶ ἄλλος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, εἶναι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ φέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας ἔχουν κατὰ τῆς ἐννοίας τῆς διατυπωθείσης προτάσεως.
§95ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ψηφισθείσης, λέγετε.
§96ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρῶτος ἀνακινήσας τὴν συζήτησιν αὐτὴν σᾶς εἶπεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτᾶται, ἐπιφυλάσσει ἑαυτῷ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ λάβῃ μέρος εἰς ἐξέτασιν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην. Ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, ἐὰν ἐθεώρει ὅτι εἶχε δι’ ἑαυτὸν λόγους ἐξαιρέσεως, τότε πρὸς τί νὰ μὴ κάμῃ τὴν δήλωσιν αὐτὴν προτήτερα, ὅτε ἤδη ἦτο σημειωμένον τὸ ὄνομά του ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς μειονοψηφίας; Διατὶ δὲν ἔκαμε τὴν δήλωσιν αὐτὴν καὶ πέρυσιν, ὅτε ἦτο εἰς τὸ δελτίον τῆς μειονοψηφίας καὶ ἀπετέλεσε μέλος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου;
§97ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τότε μάλιστα ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε πολὺ εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν ἢ τώρα.
§98ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι καὶ τώρα ἔχει μᾶλλον περιωρισμένην δικαιοδοσίαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτὴν τοῦ ἐκ Τυρνάβου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, εἰπόντος ὅτι σήμερον προβαίνει εἰς τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ μὴ λάβῃ μέρος ἐν ζητήματι, τὸ ὁποῖον θὰ σχετίζηται πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε μέρος καὶ ἦτο καὶ Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τῆς συσταθείσης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ πρώτου ἀνακινήσαντος τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας μᾶς διετύπωσε τὸ δικονομικὸν μέρος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἄλλο καθῆκον, παρὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα, ὅσα σχετίζονται στενῶς πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας διεξήχθη ὁ πόλεμος. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ψηφισθείσης προτάσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε μὲ ἀπαλλάττει τοῦ κόπου νὰ ἀναπτύξω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας δὲν ἔχει διόλου δίκαιον. Ἡ ἔννοια τῆς ψηφισθείσης προτάσεως εἶναι, ὅτι θὰ ἐξετασθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσα σχετίζονται πρὸς τὴν νομικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας διεξήχθη ὁ πόλεμος, καὶ πρὸς τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο μὲν νὰ δράσωσι θετικῶς, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των ὅμως ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ γείνωσιν ὅσα ἐγένοντο, καὶ προσέτι πρὸς τὴν στρατιωτικὴν εὐθύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν παράλυσιν καὶ τὴν ἀποσύνθεσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοῦ στρατεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν παρὰ μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ ἐὰν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λεβαδείας καὶ μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀποδειχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη χθὲς,—εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, —ὅτι δηλαδὴ ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζετε ὅτι τοῦτο διαφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐπιτροπῆς; Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μετριάζεται, ἂν μὴ αἴρεται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἡ εὐθύνη τῶν τότε κυβερνητῶν τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐκεῖνοι ἐξέδιδον διαταγὰς καὶ αὗται δὲν ἐξετελοῦντο;
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἔσπευσε νὰ παραιτηθῇ ἀμέσως, δὲν σᾶς πείθει ὅτι εἶναι ψευδὲς τὸ λεχθέν;
§100ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπαντῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω οὔτε ὅτι εἶναι ψευδὲς οὔτε ὅτι εἶναι ἀληθές. Ἕν μόνον εἶπον· εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἀφήσατε νὰ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της.
§102ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ λέγω· ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἐλευθέραν νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσα σχετίζονται καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν δρᾶσιν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ, ποῦ κεῖται ἡ εὐθύνη, εἴτε ἡ νομικὴ εἴτε ἡ ἠθική. Περὶ τούτου πρόκειται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὄχι νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος ἑρμηνείας ἡ πρότασις, ἀλλὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀφίεται πλήρης ἐλευθερία νὰ ἐξετάσῃ ἐξ ὑποχρεώσεως ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσα σχετίζονται πρὸς τὴν νομικὴν εὐθύνην τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των ἠδύναντο νὰ δώσωσι τοιάνδε ἢ τοιάνδε τροπὴν εἰς τὰ τότε πράγματα τῆς Πολιτείας, καὶ πρὸς τὴν στρατιωτικὴν εὐθύνην, ἥτις εἶναι ἴσως ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ἄλλων, διότι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ πόλεμος ἕνεκα ἀσυγχωρήτων στρατιωτικῶν σφαλμάτων διεξήχθη πλημμελῶς καὶ κατὰ τρόπον μὴ συνάδοντα πρὸς τὴν ἐθνικὴν τιμήν, νομίζω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βαρυτέραν εὐθύνην διὰ τοὺς ὑπαιτίους, καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθῃ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ λαός.
§103ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἡ ὑποχώρησις ἀπὸ τὴν Λάρισαν ἐπεβάλλετο, ἔπρεπε νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς;
§104ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδύνατο νὰ γείνῃ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§105ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Βεβαίως, ἠδύνατο πολὺ καλὰ νὰ γείνῃ, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργός.
§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, καὶ φρονῶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς πλειονοψηφίας ἡ ἐπιτροπὴ ἀφίνεται ἐλευθέρα καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ πάντα ταῦτα.
§107Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὕψιστοι καὶ σοβαροὶ λόγοι, ἀφορῶντες τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα εἰς τὸ μέλλον, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις. Βεβαίως ἡ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ἐν γένει τὰ πράγματα, διότι διὰ τῶν πραγμάτων προσπαθοῦν νὰ ἐπιρρίψουν ἀστηρίκτους μομφὰς ἐπὶ τὸν ἡγεμονεύοντα σήμερον εἰς τὴν Κρητικὴν Πολιτείαν καὶ ἐπὶ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὅστις κατηγορήθη ἐπισήμως καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ διὰ τοῦ τύπου.
§108Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀνάνδρως, διότι διὰ τὰ σφάλματα τὰ ἰδικά μας δὲν πρέπει νὰ κατηγορῶμεν νέους ἀνθρώπους.
§109Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, τὸ ἄδικον τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ ἐπακριβῶς, καὶ ἂν ἦναι, ὡς πιστεύω, ἄδικον, νὰ δοθῇ τὸ δίκαιον πρὸς αὐτούς· διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καθήμεθα σήμερον συζητοῦντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπισήμως ἐναντίον τοῦ Ἡγεμόνος τῆς Κρήτης, πρὸς βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐναντίον τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, τὸν ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν Βασιλέα. Οὐδέποτε θὰ δώσω σημασίαν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· καὶ Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐννοῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην μόνον, διότι οὐδεμία καταδίκη δύναται νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς ἐθνικῆς καταδίκης, ἥτις ἐξηνέχθη κατ’ αὐτοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ μείνῃ σιωπηλὴ ἡ κατάστασις αὕτη, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐκτυλιχθῇ καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη καὶ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, διὰ νὰ τεθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς φίμωτρον εἰς τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες προβάλλουσιν ὡς ἀσπίδα τὴν κατηγορίαν κατὰ ὑψηλῶν προσώπων.
§110Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, ἐγὼ χθὲς, ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι δὲν ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ προκληθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη...
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§112ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ διαδεχθεὶς ὑμᾶς εἰς τὸ βῆμα προσκάλεσε τὴν συζήτησιν.
§113ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ διαδεχθεὶς με εἰς τὸ βῆμα προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν αὐτὴν, λαβὼν ὡς ἀφορμὴν τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶπον. Ἐγὼ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου τῷ ἔκαμα τὴν δήλωσιν, ὅτι οὐδένα ἐνόουν νὰ μεμφθῶ, ὅτι δὲν ἐνόουν νὰ προκαλέσω τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς—καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν—ὑπέδειξε διὰ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι ἐζήτει οἱανδήποτε ἀφορμὴν διὰ νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ ἐκτοξεύσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετόξευσεν, ἀναμίξας τὸν Βασιλέα καὶ τοὺς πρίγκιπας, καὶ ἀποδώσας ὅλα τὰ κακὰ εἰς τοὺς δύο πρίγκιπας. Αὐτὸ εἶναι ἀνανδρία! Πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Ἐὰν ὁ πόλεμος ἔφερε τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς τὸν τόπον, οὔτε ὁ στρατὸς πταίει, οὔτε τὸ ναυτικόν, ἀλλὰ πταίει ἡ πολιτικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρὸ τριακονταετίας ἐδημιουργήσαμεν. Μεμφόμεθα τὸν στρατὸν, — πταίει ὁ στρατὸς, ἡττήθη ὁ στρατὸς, ὠπισθοχώρησεν ὁ στρατὸς, — ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν ὁ στρατὸς εὑρίσκηται ἐν παραλυσίᾳ, ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν παραλυσίαν ταύτην· ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν περιήγαγε καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἐνῷ λοιπὸν ἡμεῖς παρεσκευάσαμεν τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἐρχόμεθα ἤδη καὶ μεμφόμεθα τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου καὶ τὸν πρίγκιπα Γεώργιον. Ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ὅταν ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι εἰργαζόμεθα νὰ φέρωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἴσως οἱ πρίγκιπες δὲν εἶχον εἰσέτι γεννηθῆ. Ἀφοῦ παρεσκευάσαμεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἐρχόμεθα ἤδη νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Διάδοχος κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ Διάδοχος εἶναι ἡ αἰτία ὅλου τοῦ κακοῦ, διότι θέλομεν νὰ κάμωμεν ῥεκλάμας, καὶ νομίζομεν ὅτι διὰ τῶν δημοκοπιῶν αὐτῶν δυνάμεθα νὰ κερδίζωμεν ψήφους...
§114ΛΑΠΠΑΣ. Εἷς μόνος Βουλευτὴς εἶπε τοιοῦτόν τι.
§115Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς τῶν κ. Βουλευτῶν ὕβρισε τὸν Διάδοχον καὶ τοὺς πρίγκιπας· εἷς μόνον ὑβριστὴς ἀνέφερε τὸ τοιοῦτον.
§116ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι, νὰ μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι ὁ Διάδοχος εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεύς μας· τὸ συμφέρον δὲ τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλει νὰ κρατῶμεν ὑψηλὰ τὸ γόητρον τοῦ Διαδόχου.
§117Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ θῦμα τοῦ πολέμου. Εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του.
§118ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν, σᾶς παρακαλῶ, ἂς παύσωμεν τὰς συζητήσεις, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἄνανδρον νὰ ἐπιτιθέμεθα ἐναντίον τοῦ Διαδόχου, καὶ νὰ ἐπιρρίπτωμεν εἰς αὐτὸν σφάλματα, τῶν ὁποίων δημιουργὸς εἶναι ἡ πολιτική.
§119Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δικαίως ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ δικαίως ἐπετίμησεν ἐκείνους, οἵτινες μέμφονται τὰ ὑψηλὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀνεύθυνα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν δὲν εἶναι οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφερόμενοι λόγοι, οὔτε οἱ ἐν ταῖς ἐφημερίσι γραφόμενοι, οἵτινες θίγουσι τὰ ὑψηλὰ ἐκεῖνα πρόσωπα, ἀλλὰ τροφὴν εἰς τὰς κακολογίας κατὰ τῶν βασιλοπαίδων ἔδωκαν πράξεις τινὲς τῆς Βουλῆς. Συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν δαπανῶν τῆς «Μπουμπουλίνας», μὴ καταλήξασα δ’ αὕτη εἰς οὐδὲν, ὑπετέθη ὅτι ἐσταμάτησε πρὸ τῶν βασιλοπαίδων. Συνιστῶνται ἐπιτροπαὶ, ἀναλαμβάνουσαι ὡρισμένου Θέματος τὴν ἐξέτασιν· μὴ καταλήγουσαι δὲ εἰς τίποτε, παρέχουσιν ἀφορμὴν νὰ πιστευθῇ, ὅτι τῶν ὑψηλῶν προσώπων ἐνέργειαι πλάγιαι ματαιοῦσι τὸ ἀποτέλεσμα. Τοιαύτη ἐντύπωσις, προξενουμένη εἰς τὸν λαὸν, καταλήγει βεβαίως εἰς βάρος τῶν προσώπων ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὡμίλησεν. Ἐγένετο καὶ ἑτέρα ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξ αὐτῆς οὐδὲν προῆλθεν ἀποτέλεσμα, καὶ τῆς ἐργασίας ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ματαίωσις ἀπεδόθη εἰς πλαγίας ἐνεργείας ἄνωθεν...
§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤμην γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ διαμαρτύρομαι, ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια, οὐδὲν πλάγιον μέσον παρεκώλυσε τὰς ἐργασίας μας.
§121ΛΑΠΠΑΣ. Οὐδεμία πλαγία ἐνέργεια οὐδαμόθεν ἐσταμάτησε τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης.
§122ΔΟΥΝΗΣ. Σήμερον ἐκλέγεται νέα ἐπιτροπή, καὶ ἀμέσως ῥίπτονται ὑπόνοιαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ πράξῃ τι.
§123Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τῆς φαντασίας σας εἶναι ὅλα αὐτά.
§124ΔΟΥΝΗΣ. Ὅταν ῥίπτηται ἡ μομφή, ὅτι πρόσωπά τινα ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι ἀναρμόδια, τί ἄλλο ῥίπτεται ἢ ὑπόνοια, ὅτι οὐδὲν θέλει πράξει; Λέγω τοῦτο, διότι, ὅταν καὶ αὐτὴ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ καταλήξῃ, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι ἐπιτροπαί, θὰ φέρῃ βαρυτάτην τὴν εὐθύνην ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τῶν ὁποίων ἐρρίφθη ἡ ὑπόνοια, ὤφειλον ἀμέσως νὰ ποιήσωνται τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀποσύρονται, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὰ δι’ ἄλλων, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ οὐδὲ ἴχνος ὑπονοίας, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐργασίας. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐξελέξαμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἵνα ἐργασθῇ, ἀλλὰ θὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὴν ἐξελέξαμεν ἵνα ῥίψῃ πέπλον ἐπὶ τῶν πεπραγμένων, καὶ ἐὰν ἀπὸ τοῦδε τοῦτο ἐγίνετο, ἴσως θὰ ἦτο τὸ μεγαλείτερον ἀγαθὸν διὰ τὴν πατρίδα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ ἑλῶν διατάξεων τελευταίας βουλήσεως τοῦ Ναπολέοντος Ζαμπέλη. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατετέθη ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 247). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 109,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ δύο ἐξηγήσεις, ἵνα δυνηθῶμεν, ἀκούοντες αὐτὰς, νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν, ἤ, ἂν αἱ ἐξηγήσεις ἦναι ἐπαρκεῖς, νὰ περιορίσωμεν τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως, ἢ καὶ νὰ ἀπόσχωμεν ἐντελῶς. Τὴν μίαν τῶν ἐξηγήσεων ἤλπιζον, ὅτι ἤθελον εὕρει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἥτις προετάχθη τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐκεῖ οὐδὲν εὗρον. Ἐν αὐτῷ τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου βλέπομεν, ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος τῆς 21 Δεκεμβρίου 1889 περὶ ἀτελείας τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγομένου οἴνου. Ἐρωτῶ, διὰ τίνα λόγον προτείνεται ἡ κατάργησις; καθόσον οὐδὲν περὶ τούτου ἐλέχθη, οὐδὲν ἐξέθηκε περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ οὐδὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ νὰ δεικνύῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι λόγος τις ὑπέρτερος, λόγος συμφέροντος τοῦ Κράτους ὑπάρχει ἐν τῇ καταργήσει τοῦ νόμου περὶ ἀτελείας τοῦ ἐξαγομένου οἴνου. Δεύτερον ἐρώτημα, ὅπερ νομίζω ὅτι προκαλεῖ ἀπάντησιν ἄμεσον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τοῦτο. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐπὶ παρατηρήσει τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὁ κύριος Ὑπουργός, μὴ δεχθεὶς τὴν μεσολάβησιν αὐτοῦ μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας καὶ ἑαυτοῦ πρὸς συμβιβασμὸν τῶν ἀντιθέσεων, ὑπέβαλεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας, ἄρθρον 15, ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ προϋπάρχοντος, ἐντελῶς μεταβάλλον τὴν βάσιν, ἣν ἔσχε τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον εἶχε βάσιν τὸ ἄρθρον 15. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 15, ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὰς λογικὰς παρατηρήσεις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἔχει ὑπόστασιν, καὶ ἀφῃρέθη ἐκ τοῦ μέσου, ἐτέθη δὲ ἀντ’ αὐτοῦ τὸ σημερινὸν ἄρθρον 15, ἔχον ὅλως ἄλλην βάσιν. Ἠθέλομεν νὰ λάβωμεν ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ πράγματος, καὶ πρὸ πάντων νὰ λάβωμεν διασαφήσεις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 15, διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ὅσην καὶ ἂν κατέβαλον φροντίδα, ἵνα συναγάγω πορίσματα ἀκριβῆ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, δὲν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω. Πιθανῶς τοῦτο εἶναι ἀτέλεια τῆς ἀντιλήψεώς μου, καὶ εἶναι ἴσως δυνατὸν ἡ ἐξήγησις, ἣν θέλει δώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐλπίζω, νὰ μὲ ἐξαγάγῃ τῶν πλανῶν, εἰς ἃς τυχὸν περιέπεσα.
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψω, διότι οἱ νόμοι περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν, καὶ περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τοῦ συγκομιζομένου οἴνου, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε νομοθεσίαν, καταργοῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Συζητῶ μόνον ἐπὶ τῶν γενομένων παρατηρήσεων εἰς τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαιότητα, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι ἐντελῶς μετεβλήθη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν μετεβλήθη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο καὶ τότε, εἶναι καὶ νῦν ἡ αὐτή. Στηρίζεται εἰς τὸ διανεμητικὸν σύστημα· ἀφ’ ἑνὸς ζητεῖται ἀπὸ τοὺς ἀμπελοκτήμονας τὸ αὐτὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατεβάλλετο διὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιζητεῖται δικαιοτέρα τις κατανομὴ τοῦ φόρου, τοῦ κατὰ στρέμμα νῦν ἐπιβαλλομένου, ἑπομένως ὡς παράγων εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα καὶ ἐν τῷ πρώτῳ συστήματι καὶ ἐν τῷ συστήματι, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 15, ὑπάρχει καὶ ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους ἢ τοῦ οἴνου, διότι ὁμολογουμένως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωσι τὸν αὐτὸν φόρον οἱ ἔχοντες ἀμπέλους, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος ἀποδίδει ἀσυγκρίτως μεῖζον ποσόν, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν ἀποδίδει ἐλάχιστον τίμημα, ὡς ἐκ τῆς ἐλάσσονος παραγωγικῆς δυνάμεως τοῦ ἐδάφους ἢ τῆς μεγάλης ἀποστάσεως ἀπὸ τῶν κέντρων τῆς καταναλώσεως. Τὸ ἄρθρον 15, ὡς εἶχε πρότερον, ἐστηρίζετο εἰς τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου οἴνου. Τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου οἴνου ἦτο γνωστόν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παραγομένου οἴνου ἐπεβάλλετο ὁ ἔγγειος φόρος. Ἀλλ’ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι ἢ δῆμοι, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου δὲν πωλεῖται ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ, ἑπομένως ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ ἑνὸς ἀτόπου, νὰ ἔχωμεν δήμους τινὰς ἄνευ παραγωγῆς σχεδὸν οἴνου ἢ γλεύκους, καὶ ἄλλους, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ εἶναι ἐλαχίστη, νὰ παρουσιάζωνται ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων ὡς παράγοντες μεγάλην ποσότητα γλεύκους, διότι τὸ γλεῦκος μετηνέχθη ἀπὸ ἄλλους δήμους. Ἐσκέφθημεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ γλεύκους, ὅπερ μετηνέχθη ἀπὸ ἄλλους δήμους, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς χρέωσιν ἐκείνων τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι δύσκολον, εὗρον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ ἡ βάσις αὕτη, ἀντ’ αὐτῆς δὲ νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει νῦν, ἀναγράφει, δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συνέλθῃ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων κατὰ δῆμον, τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, πρὸς δὲ τὸν μέσον ὅρον τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ δῆμον φόρου κατὰ μίαν παρελθοῦσαν τετραετίαν...
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιωθέντος, ὄχι εἰσπραχθέντος.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον, διατὶ ὡς βάσις ληφθήσεται τὸ ποσὸν τοῦ βεβαιωθέντος φόρου.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε μεγαλείτερον ποσὸν εἰσπράξιμον.
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ φόρος ὁ στρεμματικὸς θὰ καταλίπῃ καθυστερήσεις, ὡς συμβαίνει εἰς ἅπαντας τοὺς φόρους, οἵτινες ἐπιβαρύνουσι μέγιστον ἀριθμὸν φορολογουμένων. Ἵνα μὴ καταγείνω περισσότερον, θεωρητικῶς ἀναπτύσσων τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο, ἵνα πείσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πάντοτε προέβαλλον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἐνόησαν τὸ σύστημα, παρήγγειλα καὶ συνετάχθη εἷς πίναξ, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύει κατ’ ἐπαρχίας, διότι κατὰ δήμους θὰ ἦτο μέγιστος καὶ δύσχρηστος ὁ κατάλογος. Ὁ πίναξ αὐτὸς δεικνύει πρῶτον τὸ ὄνομα τῆς ἐπαρχίας. Ἔχομεν ἐπαρχίας 54, διότι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν παράγεται οἶνος. Ἔχομεν τὴν ἔκτασιν τῶν στρεμμάτων. Τὴν ἔκτασιν τῶν στρεμμάτων τὴν ἔχομεν ἐκ τῆς στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν τελευταῖον συνεκέντρωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητῆσαν πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους οἰκονομικοὺς ἐφόρους...
§133Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς πόσα στρέμματα ἀνέρχονται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος;
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς 1,052,719.
§135Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἔχομεν τὴν ἀξίαν τοῦ γλεύκους κατ’ ἐπαρχίας. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς δὲν ἔχει ἀξιώσεις μαθηματικῆς ἀκριβείας, διότι στηρίζεται εἰς τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν. Ἔχομεν ἔπειτα τὸν ἀναλογοῦντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δύο ὅρων· ἔχομεν, τέλος, τὸν φόρον κατὰ στρέμμα. Οὕτως ἔχομεν ἀξίαν τοῦ ὅλου γλεύκους 35,044,000, καὶ ἔχομεν φόρον, τὸν ὁποῖον εἰσεπράττομεν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ δικαίωμα τῆς λιανικῆς πολήσεως 2,690,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο κατανέμεται νῦν κατ’ ἐπαρχίας, καίτοι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται κατὰ δήμους νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐργασίας ταύτης. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν π. χ. τῆς Ἀττικῆς, ὅπου παραδεχόμεθα, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ γλεύκους κατὰ στρέμμα εἶναι 200 ὀκάδες, ἡ δὲ ἀξία τοῦ γλεύκους κατ’ ὀκᾶν 20 λεπτά, ὁ ἀναλογῶν φόρος ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 243,000, ἄρα θὰ πληρώσῃ 3,27 τὸ στρέμμα. Ἀλλ’ ὁ πίναξ αὐτός, ἐπαναλαμβάνω, συνετάχθη ἵνα πεισθῆτε, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἐφαρμόσιμον, διότι ὑπῆρξαν καί τινες τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἐκτελέσιμον τὸ σύστημα, ὅπερ εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀποκρινόμενος εἰς τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπηύθυναν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐρωτήματα περὶ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν φόρου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ πίναξ, ὃν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἐνδεικνύει ἀκριβῶς τὸ ἐπιβλητέον ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ποσὸν φόρου, ἀλλὰ μόνον τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐπιβληθήσεται ὁ φόρος. Οἱ παράγοντες πρὸς καθορισμὸν τοῦ φόρου θὰ βεβαιωθῶσι διὰ τῶν κατὰ τόπους πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα θὰ συντάξωσιν αἱ ἀρχαί. Ὁ ἀνώτατος ὅρος κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον εἶναι περίπου 4 δραχμαὶ κατὰ στρέμμα· ὁ ἐλάχιστος εἶναι 1 δραχμή.
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ αὐτός.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τύπωσις τοῦ πίνακος δὲν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὃν σκοπὸν ζητεῖτε αὐτήν, διότι οὗτος δεικνύει μόνον τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου. Ὑποθέτω, μεθ’ ὅσα εἶπον, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἐκτελέσιμον τὸ εἰσαγόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου σύστημα. Ἐγένετο ἡ προσήκουσα μελέτη ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ κατεβλήθη προσοχή, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Πρόκειται ἄλλως τε νὰ ἐκτελέσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἀμέσως, καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἄνευ ἀναβολῆς τὸν νόμον, διότι αἱ δηλώσεις πρόκειται νὰ δοθῶσιν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Καίτοι δίδεται διὰ τοῦ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, καλὸν εἶναι νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους ὁ νόμος καὶ μὴ στερηθῇ τὸ Δημόσιον τῆς προσόδου ταύτης.
§139Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν, κύριε Ὑπουργέ;
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ ἐν ἄρθρῳ 15 λέγετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ἔγγειον φόρον, ὁ ὁποῖος ἐβεβαιώθη διὰ τὸν οἶνον κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη, ἤτοι τὰ 1895, 1896, 1897 καὶ 1898;
§142ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ παραγομένου οἴνου ἐντὸς τῶν τεσσάρων ἐτῶν.
§143ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τώρα αὐτὸ ἐγενικεύθη, ὥστε εἶναι 4 ἔτη εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§144ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ μηχανισμὸς τοῦ ἄρθρου εἶναι ὁ ἑξῆς. Θέλει τὸν μέσον ὅρον τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ οἴνου τῶν εἰρημένων τεσσάρων ἐτῶν καὶ τὸν μέσον ὅρον τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου τοῦ λιανικῶς πωλουμένου τῶν τεσσάρων πάλιν ἐτῶν νὰ τὸν ἐπιβάλῃ ὡς στρεμματικὸν φόρον ἐπὶ τῶν δηλωθησομένων στρεμμάτων. Λέγετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὁρίσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀμέσους ὅρους. Διατὶ νὰ τοὺς ὁρίσῃ ἐπιτροπή, ἀφοῦ εἶναι γνωστοὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ;
§145ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι γνωστοί. Καθ’ ὑπόθεσιν, εἰς τὸν πίνακα, περὶ οὗ ἐποιησάμην μνείαν πρὸ ὀλίγου, ἐσημείωσα τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων κατ’ ἐπαρχίας.
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω αὐτό.
§147ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ἄλλο δὲν εἶναι γνωστόν· διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποία εἶναι σήμερον ἡ μέση παραγωγή. Αὐτὴν θὰ τὴν προσδιορίσωσιν αἱ ἀρχαί.
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνοήθην καὶ πάλιν, κύριε Ὑπουργέ. Σεῖς ζητεῖτε νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος, ὅστις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐπὶ 4 προηγούμενα ἔτη ἐβεβαιώθη ὡς φόρος ἔγγειος καὶ ὡς φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου; Ὑποθέτω ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἐγγείου φόρου εἶναι 2,000,000 δραχμαὶ καὶ ὁ τῆς καταναλώσεως, ὅτι εἶναι 400,000 δραχμαί. Λοιπὸν 2,400,000 δρ. εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσωσι τὰ δηλωθησόμενα στρέμματα ἀμπέλων. Διατί, λέγω, ἀφίνετε αὐτὸ νὰ προσδιορίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐνῷ εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ μέσος αὐτὸς ὅρος τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν τεσσάρων ἐτῶν καὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως;
§149ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφῆκα νὰ προσδιορίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιωθέντων φόρων κατὰ τὰ 4 παρελθόντα ἔτη. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον τοῦτον ὅρον. Ἐπὶ παραδείγματι, 2,800,000 ἀποτελοῦσι τὸν βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔγγειον φόρον καὶ τὸ δικαίωμα καταναλώσεως κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη· αὐτὸ τὸ ποσὸν πρόκειται νὰ διανείμωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς.
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον λάβει τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς δύο θεμελιώδεις ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα τότε. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἰς ἐμὲ ἀποτεινόμενος εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουν οἱ θεωροῦντες τὸ νομοσχέδιον ἀνεκτέλεστον. Δὲν ἐθεώρουν τὸ νομοσχέδιον δυσεκτέλεστον, — διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀνεκτέλεστον — ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου. Εἶπον τότε, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι δυσκόλως θὰ λάβῃ τὴν πλήρη ἐφαρμογήν του ὁ στρεμματικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἀποχωριζόμενος τῶν ἄλλων ὁμοειδῶν αὐτῷ φόρων, δηλαδὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων, μετὰ τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως. Ὁ ἔγγειος στρεμματικὸς φόρος τότε δύναται νὰ ἀποβῇ ἐφαρμόσιμος, ὅταν ἐπεκταθῇ ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ἀντικειμένων καὶ λάβῃ οὕτω τὴν εὐρύτητα καὶ ἔκτασιν, ἥτις θέλει ἐπιτρέψει εἰς τὸ Δημόσιον τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν θετικὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐγγείου φορολογίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ μόνου τοῦ οἴνου. Εὔχομαι νὰ μὴ πλανηθῇ, διότι, ὅπως πάντοτε ἐδήλωσα, εἶμαι ἐκ τῶν λίαν συμπαθῶς διακειμένων πρὸς τὴν ἔγγειον στρεμματικὴν φορολογίαν, στηριζομένην ἐπὶ θετικῶν βάσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἐποιησάμην κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἑτέραν. Κολακεύομαι δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἐκείνη ἔπεισε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφεώρα εἰς τὸ ὅτι κακῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργοῦμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Προσεπάθησα καὶ τότε νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν θεμελιώδη διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἀμέσου φόρου, τοῦ ἐγγείου, τοῦ εἰσπραττομένου ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου, καὶ τοῦ ἐμμέσου φόρου τῆς καταναλώσεως, τοῦ εἰσπραττομένου ἐπὶ τοῦ λιανικῶς καταναλισκομένου οἴνου. Ἡ διαφορὰ εἶναι θεμελιώδης. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες βαρύνονται διὰ τοῦ ἐγγείου ἀμέσου φόρου, καὶ ἄλλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βαρύνονται διὰ τοῦ ἐμμέσου φόρου τῆς καταναλώσεως. Ἡ σύγχυσις — καὶ μεταχειρίζομαι τὴν ἰδίαν λέξιν καὶ σήμερον ἄνευ ἄλλης ἐννοίας, παρὰ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδωκα καὶ τότε, — ἡ σύγχυσις τῶν δύο τούτων φόρων, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ νομοσχέδιον, καταλήγει, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐφαρμοσθῇ, εἰς ἀδικίαν, βαρύνουσαν τάξιν φορολογουμένην, ἔχουσαν καὶ ἀνάγκην καὶ δικαίωμα προστασίας παρὰ τοῦ Κράτους, τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ πρώτη σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου ἐζήτει νὰ ἐφαρμόσῃ, ὁ φόρος καταναλώσεως ὑπελογίζετο κατὰ δήμους· κατ’ αὐτὸ, ἡ διανομὴ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου καὶ καταναλισκομένου οἴνου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐχρησίμευεν ὡς βάσις τῆς διανομῆς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐν ἑκάστῳ δήμῳ εἰσπράττει σήμερον τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν δύο φόρων ἐπὶ τοῦ οἴνου. Κατέληγε τότε εἰς τὸ ἀδίκημα τοῦ νὰ ἐπιβαρυνθοῦν δῆμοί τινες μὴ παραγωγοί, ἢ ὀλίγον παραγωγοί, διὰ κολοσσιαίου ποσοῦ φόρου, διότι συμπεριελαμβάνετο εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγεται ἐκ τῶν ἀμπέλων τῶν δήμων τούτων, καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ καταναλίσκεται ἐν αὐτοῖς, μεταφερόμενον ἐξ ἄλλων δήμων. Ἔφερα τότε παράδειγμα τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος ἤθελε πληρώσει ποσὸν πολλαπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὡς ἔγγειον φόρον, ἕνεκα τοῦ ὑπολογισμοῦ εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ἀθήναις οἴνου, τοῦ ἀλλαχόθεν, καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀκόμη, μεταφερομένου. Ἔφερα ἐπίσης ὡς παράδειγμα τὸν δῆμον Σύρου, ὅστις, ἐλαχίστας ἔχων ἀμπέλους, ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ καὶ μὲ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον σήμερον πληρώνει διὰ τὸν ἐν αὐτῷ καταναλισκόμενον οἶνον, καὶ ἤθελεν ἴδει τὰς ἀμπέλους του φορολογουμένας μὲ φόρον ἴσον μὲ τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ θελήσας νὰ δώσῃ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δίδῃ εἰς τὴν ἐπίπτωσιν τῶν φόρων πᾶς ἀσχολούμενος εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ἐνόμισεν ὅτι διορθώνει τὸ κακόν, ἂν συμπεριλάβῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως, εἰς τὸ σύνολον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀντὶ νὰ ὑπολογίσῃ αὐτὸ κατὰ δήμους. Τὸ ἄτοπον ἦτο λίαν καταφανὲς, διότι ἐπεβάλλετο εἰς ὡρισμένους δήμους, καὶ ὑπέπιπτεν εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων, καὶ τῶν μὴ ἀσχολουμένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα. Δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ ἀποφύγῃ τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ. Ἐμμένων ὅμως ἐν τῇ διορθώσει, ἣν εἰσάγει εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν δύο φόρων, τοῦ ἀμέσου καὶ τοῦ ἐμμέσου, ὑποπίπτει εἰς ἕτερον ἄτοπον, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ὀλιγώτερον καταφανὲς, ἐμπεριέχει οὐχ ἧττον ἀναμφισβήτητον ἀδικίαν. Τὸ ἄτοπον συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐλαφρύνει μὲν τοὺς καταναλίσκοντας δήμους, οὓς ἐβάρυνε τὸ πρῶτον σύστημα, βαρύνει ὅμως τοὺς παραγωγοὺς δήμους καὶ διὰ τοῦ φόρου, ὃν σήμερον πληρώνουν οἱ καταναλίσκοντες. Οἱ δῆμοι δὲ οὗτοι θέλουσι πληρώνει πολὺ πλειότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πληρώνουσι σήμερον διὰ τὴν παραγωγὴν αὐτῶν. Τὸ φορτίον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερον κατὰ τὸ προηγούμενον σύστημα οἱ καταναλίσκοντες δῆμοι καὶ μὴ παράγοντες, αἴρεται ἐξ αὐτῶν καὶ ἐπιρρίπτεται ἐπὶ τῶν παραγόντων. Ἂν αἱ Ἀθῆναι ἐπλήρωνον εἰς τὸ Δημόσιον 100,000 δραχ. διὰ τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον κατηνάλισκον, τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 100,000 θέλει ἐπιρριφθῆ εἰς τοὺς δήμους π. χ. Τριπόλεως, Καρυστίας κλπ., οἱ ὁποῖοι παράγουσιν οἶνον, διότι δὲν θὰ πληρώνωσιν οἱ δῆμοι οὗτοι οἱ οἰνοπαραγωγοὶ, μόνον τὸ ποσοστὸν τὸ εἰς αὐτοὺς ἀναλογοῦν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ οἴνου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ τοῖς ἀναλογήσῃ ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως ἄλλων δήμων, ὧν τὸ ἔσοδον θὰ διανεμηθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν δήμων, κατ’ ἀναλογίαν τῆς παραγωγῆς των. Ὁ τελικὸς παράγων τῆς διανομῆς τοῦ νέου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι ἡ ἀξία τοῦ παραγομένου οἴνου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει παραγομένου. Τὰ στρέμματα δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου χρησιμεύουσιν, ὅπως δείξωσι τὴν ἀξίαν ταύτην. Δὲν εἶναι δὲ ἀσήμαντος ἡ ἐκ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπιβάρυνσις, διότι ἰσοδυναμεῖ μὲ αὔξησιν τοῦ φόρου περίπου κατὰ ἓν πέμπτον. Δῆμός τις, ὅστις ἔχει χίλια στρέμματα καὶ παράγει 150,000 ὀκάδας οἴνου, θὰ πληρώσῃ ἀντὶ τῶν 3,000 δραχμῶν, ἃς πληρώνει σήμερον, πλέον τῶν 3,500. Ὁ δὲ ἀμπελοκτήμων, ὁ ἔχων εἴκοσι στρέμματα ἀμπέλου, ἐκ τῶν ὁποίων παράγει 3,000 ὀκάδας οἴνου καὶ πληρώνει σήμερον εἰς τὸ Δημόσιον ἔγγειον φόρον περὶ τὰς 60 δραχμὰς, διὰ τοῦ νέου συστήματος θὰ πληρώνῃ 72 δραχμάς. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαφρύνωμεν τοὺς καταναλίσκοντας οἶνον διὰ νὰ βαρύνωμεν τοὺς παράγοντας. Νομίζω ὅτι πάντοτε εἶναι φρόνιμον, σήμερον δὲ καὶ ἐπιτακτικὸν καθῆκον, ὅταν ἀσχολώμεθα περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, νὰ προσπαθῶμεν μὲ πάντα τρόπον νὰ ἐλαφρύνωμεν τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, καὶ νὰ καθιστῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφροτέρους τοὺς φόρους τοὺς ἐπιβαλλομένους ἐπ’ αὐτῆς, ἔστω καὶ ἂν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ οἴνου ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως εἶναι ἐκ τῶν δικαιοτέρων φόρων, τοὺς ὁποίους ἓν Κράτος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ. Εἶναι δίκαιος, καὶ ὅταν ἐπιβάλληται εἰς τοὺς καταναλίσκοντας οἶνον ὡς ποτὸν ὑγιεινόν. Εἶναι δὲ οὐ μόνον δίκαιος, ἀλλὰ καὶ ἠθικοποιός, ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς καταναλίσκοντας οἶνον πρὸς μέθην. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὴν δυσμένειαν ταύτην πρὸς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς φορολογίας πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐρχόμεθα νὰ καταργήσωμεν ἕνα φόρον, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν παρέχῃ σήμερον μέγα ἔσοδον εἰς τὸ Δημόσιον, δύναται ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι, βελτιούμενος, ν’ ἀποβῇ εἰς τῶν δικαιοτέρων καὶ ἀρκετὰ παραγωγικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Καταργοῦντες αὐτὸν σήμερον, πράττομεν ἓν ἀδίκημα πρὸς τοὺς παραγωγούς, στεροῦμεν δὲ καὶ τὸ Δημόσιον ἑνὸς δικαίου καὶ λογικοῦ πόρου. Ὑπάρχουσι βεβαίως δυσκολίαι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη νέον τι, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀνακαλύπτομεν. Ὁ φόρος οὗτος λειτουργεῖ εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Ἐκεῖ δ’ ἐμελέτησαν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ μεταφυτεύσωμεν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἁπλῶς τὰ καθέκαστα τῆς ἐκεῖ λειτουργίας αὐτοῦ, δυνάμεθα ὅμως νὰ εὕρωμεν ἐν αὐτοῖς πάσας τὰ βάσεις, τῶν ὁποίων αἱ περιστάσεις τῆς χώρας ἡμῶν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐφαρμογήν, ὅπως ἀποβῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ φόρος οὗτος καὶ ἐλαφρότερος καὶ παραγωγικώτερος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ λειτουργῇ, νὰ βελτιώσωμεν δὲ τοὺς ὅρους τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως θ’ ἀποφύγωμεν ἓν ἄδικον, θὰ ἀφήσωμεν ἕνα πόρον δίκαιον καὶ ὀρθὸν διὰ τὸ Δημόσιον, θὰ καταστήσωμεν δὲ τὴν διανομὴν τοῦ νέου φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων εὐκολωτέραν καὶ δικαιοτέραν.
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶχον πρόχειρον τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ ἀτελείας τῆς 21 Δεκεμβρίου 1889, διὰ νὰ δώσω πληρεστέραν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτήν, διότι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑπάρξεως νῦν, ὅτε εἰσάγομεν τὸν φόρον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ὁ νόμος αὐτὸς καθιέρωσε τότε τὴν ἀτέλειαν ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος κατεσκευάζετο καὶ ἀπὸ ἄλλας ὕλας, διότι ὑπῆρχε φόρος, ὁ ὁποῖος εἰσεπράττετο κατὰ τὴν ἐξαγωγήν· νῦν, ὅτε εἰσάγομεν τὸν φόρον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὁ οἶνος εἰς οὐδὲν τέλος ὑπάγεται ἐξαγόμενος, ἑπομένως οὐδένα ἔχει λόγον ὑπάρξεως ὁ νόμος ἐκεῖνος. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν. Καίτοι πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἐν τῷ δημοσίῳ του βίῳ διακρίνεται ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ὡς πρακτικός, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ μοὶ φαίνεται ἀπολύτως θεωρητικός. Ἔλεγε, καθ’ ὑπόθεσιν, προχθές, εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ εὑρίσκει, ὅτι ἔπρεπε νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ὑφεστῶτος συστήματος, μόνον ὅτε ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ ἔχωμεν κτηματολόγιον.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§153ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτῆς ἐξ Ἄρτης ἠκολούθησε μίαν ἐσφαλμένην ἀρχήν· δὲν παραδέχεται αὐτό, τὸ ὁποῖον παραδέχονται ὅλοι, ὅτι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ εἶναι τὸ καλλίτερον, λέγει, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τοὺς φόρους ὡς ἔχουσι μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θὰ ἔχωμεν κτηματολόγιον. Τοῦτο βεβαίως θὰ ἦναι τὸ καλλίτερον, ἀλλὰ μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ καλλίτερον, καλὸν εἶναι νὰ φέρωμεν βελτιώσεις τινὰς σήμερον, καὶ ὅταν δυνάμεθα, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ καλλίτερον. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, δι’ ὅσων εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην, προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως εἶναι κεχωρισμένον τῶν ἐγγείων φόρων, εὗρε δὲ, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐγένετο σύγχυσις. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν παραδέχεται, ὅτι ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ὑποπέσω εἰς τοιαύτην σύγχυσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν κατέγεινεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἵνα παρατηρήσῃ ὁποία ὑπάρχει σύγχυσις ἐν τῇ εἰσπράξει τοῦ φόρου. Ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως δὲν λειτουργεῖ ὅπως ἐν Εὐρώπῃ· ὡς εἶναι γνωστὸν, ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ἀμπελοκτήμονες οὐχὶ μόνον εἰς χωρία, ἀλλὰ καὶ εἰς μεγαλοπόλεις, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλῶσι τὸν οἶνόν των λιανικῶς, ἵνα δὲ ἀποφύγωσι τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, εὑρίσκουσι διαφόρους τρόπους· οὕτως εἴς τινα χωρία ὑψοῦσιν ἕνα κλάδον ἐλαίας, προσέχουσι δὲ, μήπως διέλθῃ τῆς οἰκίας των ὁ ἐνοικιαστής, διὰ νὰ τὸν καταβιβάσουν· κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον συντάσσονται πρωτόκολλα, βεβαιοῦντα παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ ἀσκοῦνται καταπιέσεις ἐν μεγίσταις διαστάσεσι κατὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων· γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπάγεται κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτοῦ πολλὰς καταχρήσεις, τοιοῦτος εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἄλλως λειτουργεῖ εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, ὅπου δὲν ὑπάρχει τὸ σύστημα τῆς λιανοπωλήσεως ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν ἔτι, ὅτι πρόκειται αἱ παραγωγαὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μείζονα φορολογίαν. Ὡς φαίνεται, δὲν ἐμελέτησε τὸ ἄρθρον 13, ἵνα παρατηρήσῃ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἄτοπον αἴρεται διὰ τοῦ εἰσαγομένου συστήματος, τοῦ στηριζομένου εἰς τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους, διότι, ὅπου ὑπάρχει μεγαλειτέρα παραγωγὴ, ὡς εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου, μικροτέρα δὲ τιμὴ γλεύκους, ἡ φορολογία θὰ ᾖναι μικροτέρα· ἐν Ἀττικῇ π. χ. θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα ὡς ἐκ τῆς ἀνωτέρας τιμῆς τοῦ γλεύκους. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἄδικον αἴρεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους ἀποτελεῖ ἕνα τῶν παραγόντων πρὸς κατανομὴν τοῦ φόρου.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς διόρθωσιν παρανοήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶπον, ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ἔγγειον φόρον, πρέπει νὰ ἔχωμεν κτηματολόγιον· διότι, ἂν ἔλεγον τοῦτο, ἤθελον προτείνει τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἴσως τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Βεβαίως, ὅταν γείνῃ τὸ κτηματολόγιον, ὁ φόρος θὰ ᾖναι τελειότερος. Δύναται ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἄνευ κτηματολογίου, ἀλλ’ ὅπως λειτουργήσῃ ἀποτελεσματικῶς, ἀπαιτεῖται ἄμεσος τεχνικὴ ἐργασία ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς καταμέτρησιν διὰ γεωμετρῶν τοῦ Δημοσίου τοῦ πλείστου μέρους, ἂν ὄχι τοῦ ὅλου, τῶν ἀμπέλων, διότι δὲν ἀρκοῦσιν αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἐξελέγξεις τῶν μηδεμίαν ἐχουσῶν εἰδικότητα ἐπιτροπῶν. Διὰ τοῦ προσωπικοῦ δὲ τῶν γεωμετρῶν, ὅπερ διαθέτει σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται νὰ καταμετρήσῃ οὔτε τὸ ἐλάχιστον μέρος τῶν φορολογηθησομένων ἀμπέλων. Εἶπον δὲ σύναμα, ὅτι ἡ πληρεστέρα τεχνικὴ ἐργασία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς παρ’ ἄλλων Ὑπουργείων σήμερον γιγνομένης ἐργασίας πρὸς σύνταξιν τοῦ κτηματολογίου. Διὰ νὰ γείνῃ ὅμως τοιαύτη ἐργασία παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει ἡ ἔγγειος φορολογία νὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς, ὅπερ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ὑποστῇ τὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀναγκαίαν δαπάνην. Δὲν ὑπάρχει δ’ ἐν τῷ φόρῳ τῶν ἀμπέλων ἡ εὐρύτης τῆς φορολογίας, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῇ ἑνώσει τῶν τριῶν ἐγγείων φόρων, δηλ. τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν ζῴων καὶ τοῦ οἴνου, οἵτινες πανταχοῦ ἐπιβάλλονται διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς καταναλώσεως, νομίζω ὅτι ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ καὶ πάντες οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ φορολογικὰ ζητήματα τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο φόρων.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι εἶχον ἀνάγκην νὰ προκαλέσω διασαφήσεις ἐπί τινων θεμάτων, ἐφ’ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἵνα μὴ παρατείνω τὴν συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§156Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν θυελώδη συζήτησιν, ἥτις προηγήθη, εἰσήλθομεν εἰς νηφαλιωτέραν συζήτησιν. Πρόκειται, Κύριοι, τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν νὰ ψηφίσωμεν σχέδιον φορολογικοῦ νόμου σπουδαιότατον, διότι πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωμεν φορολογίαν κρατοῦσαν ἀπὸ δεκαπέντε ἤδη ἐτῶν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸ τοῦ καταργουμένου ἐκράτησεν ἐπὶ μακρότερον χρόνον. Εἶναι λοιπὸν πρέπον ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ νὰ ἐπεξεργασθῶμεν τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀρχὴν ἀσπάζομαι, ὅπως μὴ ὑποπέσωμεν εἰς τὰ αὐτὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποπέσει ὁ νομοθέτης προηγουμένως, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων κατηργήθη ἡ στρεμματικὴ φορολογία μετὰ πολλοῦ πατάγου. Ὁ οἶνος πανταχοῦ εἶναι ἀντικείμενον φορολογίας, ἐξ ἧς πορίζονται τὰ Κράτη μεγάλας ὠφελείας· ὁ οἶνος φορολογεῖται καὶ εἰς τὰς οἰνοφόρους καὶ εἰς τὰς μὴ οἰνοφόρους χώρας. Εἰς τὰς μὴ οἰνοφόρους ἡ φορολογία εἶναι εὐκολωτάτη, διότι εἰς αὐτὰς τὸ εἶδος τοῦτο θεωρεῖται ὡς εἶδος πολυτελείας, καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ τοῦτον ἄνευ πολλῶν κόπων καὶ νὰ ἐπιβάλῃ βαρὺν φόρον ὡς εἰς ἀντικείμενον πολυτελείας, συγχρόνως δὲ εἶναι καὶ ἐντελῶς ἀσφαλεστάτη, διότι ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν εἰσαγωγήν. Ὅπου ὅμως ὁ οἶνος παράγεται ἐν τῇ χώρᾳ, ἐκεῖ ἡ φορολογία τούτου ὑπῆρξεν ἐκ τῶν δυσκολωτάτων, διότι ὁ οἶνος ἐκεῖ συνήθως δὲν εἶναι ἀντικείμενον πολυτελείας, ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης. Κακῶς ἐχαρακτήρισάν τινες ἐν Ἑλλάδι τὸν οἶνον ὡς ἀντικείμενον πολυτελείας· ὁ οἶνος καταναλίσκεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, καὶ ὅσοι κατάγεσθε ἀπὸ οἰνοφόρους ἐπαρχίας γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι σὺν τῷ ἡμερομισθίῳ τῶν ἐργατῶν δίδεται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ποσόν τι οἴνου· ἑπομένως ὁ νομοθέτης δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ἀκόπως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν. Τοὐναντίον εἰς τοιαύτας χώρας οἰνοφόρους ἡ φορολογία τοῦ οἴνου συντελεῖ πολλάκις εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὰς Κυβερνήσεις ἀντιδημοτικάς. Εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν δὲ ἡ φορολογία τοῦ οἴνου εἶναι ἔτι δυσκολωτέρα, διότι οὗτος παράγεται καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα· συμπίπτει δὲ ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅπου παράγεται ἐν ἀφθονίᾳ, οἱ παραγωγοὶ νὰ ἦναι πάντες μικροκτηματίαι, ἑπομένως ὁ νομοθέτης, ἐπιβάλλων τὴν φορολογίαν, θὰ συναντήσῃ τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν, καὶ θὰ συγκρουσθῇ πρὸς ἀτομικὰ συμφέροντα, καὶ τοῦτο καθιστᾷ δυσχερέστερον τὸ ἔργον αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς προεῖπον, τὸ σύστημα δὲν εἰσάγεται τὸ πρῶτον ἤδη ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐδοκιμάσθη ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω ἐν ὀλίγοις τὴν ἱστορίαν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Ἡ πρώτη ἐμφάνισις τῆς φορολογίας ὑπῆρξεν ἐνταῦθα ἁπλουστάτη, καὶ διήρκεσε μέχρι τοῦ 1844. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν εἰσαχθῆ τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως τῶν προϊόντων, καὶ ἐπεβλήθη φορολογία 8% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου προϊόντος τῆς ἀμπέλου· τὸ ποσοστὸν τοῦτο ηὔξησε κατόπιν, τοσαῦται δὲ ἦσαν αἱ καταχρήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τοσαῦται αἱ καταπιέσεις τοῦ λαοῦ, ὥστε κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν περίοδον (1844) ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπελήφθη τοῦ θέματος, καὶ ἐν δημοσίᾳ κραυγῇ κατηργήθη ἡ φορολογία τῆς ἀποδεκατώσεως, καὶ εἰσήχθη ἡ στρεμματική, ἥτις ἐκράτησεν ἀπὸ τοῦ 1845 μέχρι τοῦ 1883. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο μεταβολαὶ ἐγένοντο ὡς πρὸς τὰς τάξεις τὰς φορολογικὰς, διότι αἱ ἄμπελοι διῃροῦντο εἰς πέντε κλάσεις κατ’ ἀρχὰς, ἔπειτα εἰς τέσσαρας, ἔπειτα εἰς ἕξ, ἡ δὲ φορολογία ἐποίκιλλεν ἀπὸ 50 λεπτῶν μέχρι 4 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Κατὰ τὸ 1883, Ὑπουργοῦ ὄντος τοῦ μακαρίτου Καλλιγᾶ, κατηργήθη ἡ στρεμματικὴ φορολογία, καὶ εἰσήχθη τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν σήμερον. Τὰ αἴτια τῆς καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἦταν κυρίως ἡ ἐλλιπεστάτη εἴσπραξις τοῦ φόρου, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπικρατοῦσα ἀταξία, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον, ἐβεβαίωσεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι, ἐνῷ ἐβεβαιοῦντο 950,000 δραχμαὶ ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, εἰσεπράττοντο μόνον 400,000, καὶ ἐκ τούτων 200,000 περίπου ἐδαπανῶντο διὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ βεβαίωσιν. Ὥστε τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας εἰσέπραττε 250,000 δραχμὰς, ἐνῷ καὶ τότε ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τῶν ἀμπελώνων θὰ ἦτο, ἂν ὄχι 1,000,000, τοὐλάχιστον 800,000 στρέμματα. Ἀλλ’ οὐδὲν εἰσεπράττετο· διότι ἐκαλεῖτο ὁ Α νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον, καὶ ἀπεδείκνυεν ὅτι ἡ ἄμπελος δὲν ἦτο ἰδική του, ὁ δὲ Β, ὅτι τὴν εἶχε μεταβιβάσει εἰς τὸν Γ. Τοιουτοτρόπως κατηργήθη ἡ στρεμματικὴ φορολογία δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον, καὶ εἰσήχθη τὸ κρατοῦν σύστημα. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο, ἐνῷ κατ’ ἐπιστημονικὴν βάσιν εἶναι ἀληθὲς, ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ αἴσχιστον πάντων· διότι ὄχι μόνον κατέστησε τὰς παραγωγικὰς τάξεις ἐνδεεῖς, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ διέφθειρε τὸν λαόν, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων καὶ τῶν πρωτοκόλλων καὶ τῶν ἀνακοπῶν τῶν πρωτοκόλλων, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅσοι δὲν παρακολουθεῖτε τὰ πράγματα, ἕνεκα τῆς διαμονῆς σας ἐνταῦθα, ἢ διότι δὲν κατάγεσθε ἐξ ἐπαρχιῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις ἡ ἄμπελος καλλιεργεῖται, ὅτι ὁ λαὸς σχεδὸν διεφθάρη· διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεμορφοῦντο πρὸς τὸν νόμον, δηλοῦντες τὸν ἐναποθηκευόμενον οἶνόν των, εὑρίσκοντο ὅτι δὲν εἶχον ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν των πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς, καὶ ἦσαν οἱ ἀπηνεῖς διῶκται τῶν φορολογουμένων τούτων οἱ ἐνοικιασταὶ, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἐπεζήτουν ἢ τὸ κέρδος ἀντὶ πάσης θυσίας, καὶ δι’ ἐγκλημάτων ἀκόμη. Εὑρέθησαν περιπλέον διδασκόμενοι οἱ τίμιοι πολῖται ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν νόμων καὶ τῆς ἐλλείψεως ἐποπτείας διοικητικῆς, ὅτι τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ πράξωσιν, ἦτο νὰ μὴ συμμορφώνωνται πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἑπομένως καὶ ὁ νόμος οὗτος, καθὼς ἄλλοι, κατὰ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων λειτουργοῦντες, εἶχεν ἀποτέλεσμα τὴν διαφθορὰν τοῦ λαοῦ. Ἐὰν σήμερον πανταχόθεν ἐγείρεται φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ πάντες ἐπιθυμοῦσι τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας ταύτης, αἰτία εἶναι οὐχὶ διότι ὁ νόμος δὲν ἦτο ὀρθὸς, ἀλλὰ διότι οἱ ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον καὶ ἡ ἔλλειψις ἐποπτείας κατέστησε τὸν φόρον τοῦτον λίαν ἐπαχθῆ καὶ ἑπομένως ἀπαραίτητον τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892, ἀφ’ ὅτου παρακάθημαι ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, δὲν ἔπαυσα διαμαρτυρόμενος κατ’ αὐτοῦ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὅτι πρέπει ὁ φόρος αὐτὸς νὰ καταργηθῇ. Ἐρωτᾶται ὅμως, τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀντικατασταθῇ ἡ φορολογία ἡ καταργουμένη, εἶναι τὸ σύστημα τὸ προσῆκον εἰς τὴν χώραν; Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἠδύνατό τις πολλὰ νὰ ἀντιτάξῃ, ἀλλ’ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι εἶναι τὸ προσῆκον, ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναπτύξω. Ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἔχει τὰ ἑξῆς ἀγαθά· πρῶτον εἶναι ἁπλούστατον, δεύτερον εἶναι σκόπιμον, ἀπαλλάσσει τὸ προϊὸν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἀπὸ τῶν ὀχληροτάτων διατυπώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλεται, ὁσάκις λειτουργοῦσι νόμοι ἐπιβάλλοντες τὴν φορολογίαν εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει καὶ πολλὰ ἀτοπήματα. Τὸ μέγιστον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ἡ στρεμματικὴ φορολογία νὰ ἦναι δικαία καὶ ἀνάλογος. Ἐὰν τοῦτο εἶναι πρᾶγμα δυσχερέστατον εἰς πᾶσαν φορολογίαν, πρὸ πάντων εἶναι δυσχερέστατον εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, διότι οὐδὲν προϊόν εἶναι τοσοῦτον ποικίλον κατὰ ποσὸν καὶ ποιὸν, τοσοῦτον ὑποκείμενον εἰς καιρικὰς μεταβολὰς, ὅσον τὸ προϊόν τῶν ἀμπέλων, ἡ δὲ στρεμματικὴ φορολογία ἔχει τὸ μέγιστον ἐλάττωμα, ὅτι καθιστᾷ τὸν φόρον σταθερὸν, ἀδιαφορεῖ δὲ πλέον ἡ Πολιτεία, ἐὰν ἐπέλθουν καιρικαὶ μεταβολαὶ, ἐὰν ἐπέλθουν καταστροφαὶ, ἐὰν ὁ ἀτυχὴς κτηματίας δὲν ἀποκομίσῃ οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον κατὰ στρέμμα, καίτοι μόνον ζημίας συνεκόμισεν. Ἐνῷ ὅμως τοσαῦτα καταγγέλλω κατὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἐν τοσούτῳ κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν καὶ ὡς ἔχει ἡ διοίκησις, νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔδωκε τοσοῦτον κακοὺς καρπούς. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἄρτης γενομένην. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλον τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία εἰσπράττει ἀπὸ τοὺς δύο καταργουμένους φόρους τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἔλαβε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὸν εἰσπραττόμενον, ἀλλὰ τὸν βεβαιούμενον φόρον, γνωρίζετε δὲ, ὅτι μεταξὺ βεβαιουμένου φόρου καὶ εἰσπραττομένου, ἰδίως εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, διότι κατὰ τὰς ἰδικάς μου μελέτας διαφέρει ἄλλοτε μὲν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον, ἄλλοτε δὲ κατὰ 600,000· εἰσπράττεται κατὰ μέσον ὅρον ποσὸν 1,600,000 ἢ 1,800,000 δραχ., βεβαιοῦται δὲ πάντοτε 2,500,000 ἕως 2,800,000 δραχ. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν ὡς βάσιν τὴν βεβαίωσιν, προϋποθέτει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι αἱ καθυστερήσεις τοσαῦται, ὅσαι κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι οἱ καθυστεροῦντες ὑποβάλλονται εἰς ποινὰς, ὁ νόμος δὲ οὗτος δὲν ὑπῆρχε πρίν. Ὅταν λοιπὸν ἐφαρμοσθῇ ὁ στρεμματικὸς φόρος, εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι ἐλάχιστοι θὰ ἦναι αἱ καθυστερήσεις. Λοιπὸν ἦτο δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ ὁ βεβαιωθεὶς μέσος φόρος, ἀλλ’ ὁ εἰσπραχθεὶς μέσος φόρος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ εἰσπραχθησόμενος φόρος εἶναι 1,800,000, ὁ δὲ βεβαιούμενος 2,500,000, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρκεσθῇ, ὥστε νὰ διανείμῃ τὰ 2,000,000 ἢ 2,100,000 εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων. Τοῦτο θὰ ἦναι δίκαιον, διότι ὁ φόρος θὰ μείνῃ διαρκής· ἴσως θὰ ἔχῃ αὐξήσεις, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἐλαττώσεις. Εἶναι δὲ ἀφ’ ἑτέρου δίκαιον, ἐὰν ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν εἰς στενοχωρίαν, ὡς πάντες ἀναγνωρίζομεν, τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ζημιωθῇ, ἀλλὰ τὴν διαφορὰν τὴν μικρὰν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀφήσῃ εἰς τοὺς μικροὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀμπέλων, δύναται νὰ εἰσπράξῃ κατ’ εὔκολον τρόπον ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ὠφελοῦνται ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Οἱ ὠφελούμενοι εἰσι πρὸ πάντων οἱ παντοπῶλαι καὶ οἱ οἰνοπῶλαι τῶν μεγάλων πόλεων. Ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσιν ἄπειροι ἐπιτηδευματίαι αὐτοῦ τοῦ εἴδους, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται πολλὰς χιλιάδας ἐκ τῆς φορολογικῆς ταύτης μεταβολῆς. Γνωρίζω ἐπιτηδευματίαν οἰνοπώλην, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἀποθήκῃ του ἔχει 200,000 ὀκάδας κατ’ ἔτος, καὶ ὠφελεῖται ἐκ τοῦ νόμου τούτου 10,000 δραχμάς. Ἐὰν διπλασιάσητε εἰς τοὺς τοιούτους ἐπιτηδευματίας τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, θὰ τοὺς ἔχητε πάντοτε ὠφελουμένους. Τοιουτοτρόπως ἀφ’ ἑνὸς θὰ δώσητε μικρὰν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς μικροὺς ἀμπελοκτήμονας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ φανῆτε δίκαιοι, ἀκολουθοῦντες τὴν θεωρίαν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, φορολογοῦντος καὶ τὴν κατανάλωσιν, διότι ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅτι ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ παραγωγοῦ. Δευτέραν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω τὴν ἑξῆς, ὡς ἡ ἱστορία τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἀποδεικνύει. Ἀπὸ τοῦ 1844, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μέχρι τοῦ 1883 ἡ ἄμπελος ἐφορολογεῖτο οὐχὶ ἀπὸ τοῦ τετάρτου ἔτους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ πέμπτου, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη ἐντεῦθεν, ὅλοι δὲ, ὅσοι καταγόμεθα ἐξ ἐπαρχίας οἰνοφόρου, πρὸ πάντων δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἄμπελος μόλις κατὰ τὸ ἕκτον ἔτος δίδει εἰσόδημα τέλειον.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πέμπτον, ὁμολογοῦμεν ὅλοι.
§158ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα, τὸ πέμπτον συμπεπληρωμένον.
§159ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνταῦθα, ὁσάκις γίνωνται φυτεῖαι, οὐδέποτε ὁ ἐμφυτευτὴς πληρόνει πρὸ τοῦ πέμπτου ἔτους συμπεπληρωμένου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
§160ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νομίζω λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἐὰν καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐφορολογεῖτο ἡ ἄμπελος, ἐφορολογεῖτο ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἔτους συμπεπληρωμένου, εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν καὶ ταύτην τὴν μικρὰν συνδρομὴν εἰς τοὺς μικροὺς κτηματίας· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ φορολογία θὰ ἦναι διαρκής, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δυστυχίαν τῶν κτηματιῶν, ὅταν δὲν θὰ παράγωσι, καὶ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν, διότι θὰ πληρώνουν φόρον. Τρίτην παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἦναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένη τῆς συγχύσεως, ἥτις ἐπεκράτησε κατὰ τὸ παρελθόν· καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην, καθ’ ἣν πᾶς συμβολαιογράφος, πᾶς ὑπάλληλος, ὅστις θὰ μεταβιβάζῃ τὴν ἀκίνητον κτῆσιν τῆς ἀμπέλου, νὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ συντάσσῃ συμβόλαιον, ἐὰν δὲν προσαχθῇ συγχρόνως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῆς δηλώσεως ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, διότι τοῦτο θ’ ἀναγκάσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ δηλώσωσι τὰς ἀμπέλους των, καθόσον δὲν θὰ δύνανται οὔτε νὰ μεταβιβάσωσιν αὐτὰς, οὔτε νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ ὑποθήκῃ, διότι ὁ συμβολαιογράφος θὰ ἀρνῆται πᾶσαν πρᾶξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἀμπέλου ἔχει ἐκπληρώσει τὰ καθήκοντά του πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὅτι ἔχει δηλώσει ταύτην. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ φορολογία κατανέμεται κατὰ στρέμμα καθ’ ὅλην τὴν χώραν, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐφεῦρεν ἀληθῶς σύστημα τὸ μόνον κατάλληλον διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὴν κατὰ στρέμμα παραγωγὴν πρὸς τὴν κατὰ τόπους εὐφορίαν, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον ὅσον τὸ δυνατὸν ἴσον. Τοιαύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἦναι διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῇ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οἱ μικροὶ ἰδιοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν μεταβολῶν τούτων, θὰ ἀναφέρουν πάντοτε μετ’ εὐλαβείας καὶ μετ’ εὐγνωμοσύνης τὸ ὄνομά του.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§162Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἡ ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς, περὶ τῆς ὁποίας διαλαμβάνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι πλέον κοινῶς ἀνωμολογημένη. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ πληρωθῇ, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἕν χάσμα, τὸ ὁποῖον ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ πληρωθῇ, πρὸς θεραπείαν ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης ὡς πρὸς τοὺς κατόχους ἀμπέλων ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ δήλωσις καὶ ἡ καταμέτρησις γίνεται παρὰ τοῦ κυρίου ἢ τοῦ κατόχου ἢ τοῦ καρπωτοῦ τῆς ἀμπέλου. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τῆς προσθήκης ἢ μεταβολῆς εἰς τὸ φορολογικὸν μητρῷον, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ σχέσις ἡ ἀγροτική, ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπικρατοῦσα, εἶναι σχέσις ἐντελῶς ἰδιόρρυθμος καὶ ἀνώμαλος, οἱ ὅροι δὲ, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑφίσταται ἡ σχέσις αὕτη, δὲν εἶναι ὅροι προερχόμενοι ἐκ συμβάσεως, ἐκ τῆς θελήσεως τῶν μερῶν, ἀλλ’ εἶναι ὅροι καθιερωθέντες ἐκ τῶν ἐθίμων, εἶναι ὅροι καθιερωθέντες ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς σχέσεως ταύτης, ὅπως ἀνεπτύχθη μέχρι σήμερον, καὶ ἑπομένως εἶναι ὅροι τοιοῦτοι, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν γεννῶνται αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται, ὅταν διατυπῶνται μεταξὺ συμβαλλομένων διὰ συμβάσεων ἢ διὰ συμβολαίων. Ὅπως ἴσως εἶναι γνωστὸν εἰς πολλοὺς ἐνταῦθα, ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει ἓν δικαίωμα, νὰ ζητῇ ὁπωσδήποτε, καὶ ἄνευ λόγου ἀκόμη, τὴν ἔξωσιν τοῦ καλλιεργητοῦ ἐκ τοῦ κτήματος, διότι τοῦτο ἀφῆκεν ἡ συνήθεια εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ ἀπολύτως. Διὰ τοῦτο καθ’ ὅλας τὰς ὥρας τοῦ ἔτους βλέπομεν ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ δικαστήρια νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων νὰ διατάσσηται ἡ ἔξωσις ἑνὸς καλλιεργητοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἐκ τῶν ὅρων τοῦ συναλλάγματος τούτου οὐδαμῶς προκύπτει ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ μένῃ ἐν τῷ κτήματι ὁ καλλιεργητής, οὔτε ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ νὰ ἀνέχηται τὸν καλλιεργητὴν ἐν τῷ κτήματι καθ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν συνήθη σύμβασιν περὶ μισθώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μισθωτὴς ἢ ὁ ἐκμισθωτὴς ἔχουσιν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ κτήματος, ὁποτεδήποτε θέλῃ, ὅπως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἀποβάλῃ αὐτὸν, ὡς προεῖπον. Αὐταὶ ὅμως εἶναι δύο περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννήσωσι περιπλοκὴν καὶ διὰ τοὺς καλλιεργητὰς, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, περιπλοκὴν δὲ ὡς τὴν ἀκόλουθον. Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους ὁ ἰδιοκτήτης, δυνάμει ἀποφάσεως, δύναται ν’ ἀποβάλῃ τὸν καλλιεργητήν, ἐνῷ ὁ καλλιεργητὴς εἶναι ἐγγεγραμμένος ὡς κάτοχος τῆς ἀμπέλου ἐν τῷ φορολογικῷ μητρῴῳ. Ἐν τοιαύτη δὲ περιπτώσει τί θέλει γείνῃ; Ὁ μὲν καλλιεργητὴς τοῦ κτήματος τούτου, ἀποβαλλόμενος τοῦ κτήματος καὶ μεταβαίνων εἰς τὸ ἄλλο κτῆμα, θὰ μένῃ ἐν τούτοις ὑπόχρεως νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον τῆς ἀμπέλου τοῦ κτήματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπεβλήθη, ὁ δὲ καλλιεργητὴς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποχωρῇ, ἔστω καὶ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἢ νὰ συμβάλληται μετ’ ἄλλου ἰδιοκτήτου, ἢ νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἄλλο κτῆμα, εἶναι ὑπόχρεως ἐπίσης νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον τῆς ἀμπέλου, τοῦ κτήματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπεχώρησεν, ἐνῷ ἡ ἄμπελος αὕτη δὲν μένει ποτὲ ἔρημος, δὲν μένει ποτὲ δηλαδὴ ἄνευ κυρίου ἢ ἄνευ κατόχου, διότι ἀμέσως ἡ θέσις τοῦ καλλιεργητοῦ, τοῦ ἀποχωροῦντος ἢ τοῦ ἀποβαλλομένου, ἀναπληροῦται δι’ ἑτέρου καλλιεργητοῦ, ἢ ἀμέσως πᾶν ὅ,τι αὐτὸς κατέχει, εἴτε ἐσπαρμένον, εἴτε ἀκαλλιέργητον, καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος τὸ διαθέτει, ὅπως ἂν αὐτὸς νομίζῃ συμφερώτερον εἰς αὐτόν. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ προσθηκῶν καὶ μεταβολῶν εἰς τὸ φορολογικὸν μητρῷον δύο μόνον περιπτώσεις εἶναι ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κάτοχος ἢ ὁ κύριος ἀμπέλου τινὸς δύναται νὰ διαγραφῇ τοῦ φορολογικοῦ μητρῴου συνεπεία δηλώσεων, καὶ νὰ ἐγγραφῇ ἄλλος, ἢ νὰ διαγραφῇ ἀπολύτως ὁ κύριος ἢ κάτοχος τῆς ἀμπέλου ταύτης. Αἱ περιπτώσεις αὗται εἶναι «ὁσάκις ἡ ἄμπελος κατεστράφη, ἢ ὁσάκις ἡ ἄμπελος περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης ἢ ὁ καλλιεργητὴς αὐτῆς νὰ τὴν ἐγκαταλίπῃ ἀκαλλιέργητον ἐπὶ δύο συνεχῆ ἔτη». Ἑπομένως αἱ περιπτώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ὁμιλῶ, τῆς ἀποβολῆς ἢ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ καλλιεργητοῦ, οὐδόλως διαλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ νομίζω ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ἀπόλυτος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν ἐν τοῖς Θεσσαλικοῖς ἀγροτικοῖς κτήμασι καλλιεργητῶν, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου, ἡ ὁποία ἄλλως τε εἶναι καὶ πρόνοια πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου.
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀποβαλλόμενον ἄλλος καλλιεργητὴς εἰς τὴν ἄμπελον;
§164ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀντικαθιστᾷ πάντοτε. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ δεχθῇ νὰ τεθῇ ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ προσθηκῶν καὶ μεταβολῶν ἐν τῷ φορολογικῷ μητρῴῳ τὸ ἑξῆς ἄρθρον (ἀναγινώσκει)... Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐξ ὅσων εἶπον, νομίζω ὅτι ἐπείσθησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη τῆς διατυπώσεως τοιούτου ἄρθρου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθόσον ἄλλως νομίζω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ ἐγερθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ πολλαὶ ἀνωμαλίαι, ἀνωμαλίαι εἰς βάρος τῶν καλλιεργητῶν, ἴσως δὲ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι καὶ δίκας μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν, ἀπαραιτήτως δὲ θὰ ἔχωσι τοιαύτας καὶ μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δυνάμεθα σήμερον διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν φέρω, νὰ προλάβωμεν, ἐκτὸς ἐὰν ἄλλος τις ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι δύναται ἤδη νὰ φέρῃ τι πληρέστερον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἀποδεχθῶ καὶ νὰ ὑποστηρίξω. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασίς μου καὶ νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ νὰ διατυπωθῇ ἐν ἄρθρῳ ἐντὸς τοῦ οἰκείου κεφαλαίου.
§165Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολὺ, Κύριοι, διότι τέλος πάντων εὑρέθη καὶ ἑτέρα φωνὴ ἐκ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, νὰ μὲ συντρέξῃ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα παρεξηγήθην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντος ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ ὀλίγου, ὅτι «προσποιοῦνταί τινες, ὅτι δὲν ἐγένετο αὐτοῖς καταληπτὸν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν, τὸ ἄρθρον 15». Εἶναι πεπρωμένον ὅμως, φαίνεται, μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος συμπολίτου μου νὰ εὑρίσκωμαι ἀείποτε ἐν διαφωνίᾳ, καὶ ἐκεῖ, ὅπου αὐτὸς συγχαίρει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖ ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν, καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν μὲ ἀκούσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, βεβαίως θέλει σπεύσει νὰ ἀναλάβῃ τὰ συγχαρητήρια, τὰ ὁποῖα ἀπένειμεν εἰς τὸν Ὑπουργόν, διότι τὸ ἄρθρον 15, ὅπως ἔχει συνταχθῇ, εἶναι πρὸς βλάβην τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἄρρον 15 λέγει, ὅτι ἡ ἐν αὐτῷ ἀναφερομένη ἐπιτροπὴ ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν: «αʹ) τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων κατὰ δῆμον στρεμμάτων· βʹ) τὴν μέσην κατὰ στρέμμα παραγωγὴν εἰς ὀκάδας γλεύκους ἐν ἑκάστῳ δήμῳ· γʹ)—καὶ ἐδῶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ προσέξῃ—τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήθη τὸ γλεῦκος κατὰ δῆμον κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη 1897 καὶ 1898, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, κατὰ τὰ ἔτη δὲ 1895 καὶ 1896, προκειμένου περὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας»...
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔχω ἤδη μεταβεβλημένον. Πρόκειται περὶ τετραετίας.
§167ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀναλόγως πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ φορολογία τοῦ 1895 καὶ 1896.
§168ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπετε.
§169ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἤθελον τὸ εἴπει εἰς τὰς λεπτομερείας.
§170ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Διότι κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896—τοῦτο εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ τὸν εὐγνωμονῶ, διότι ἐδέχθη τὴν γνώμην μου, —διότι, λέγω, κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896, εἴτε πρὸ αὐτῶν, ἡ ποσότης τοῦ γλεύκους ἦτο τοσαύτη, ὥστε τὸ γλεῦκος ἐπωλεῖτο εἰς εὐτελεστάτην τιμήν, ἀλλὰ κατὰ τὰ 1897 καὶ 1898, ὅτε ὁ περονόσπορος κατέστρεψεν ὄχι μόνον τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν πέριξ, ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους ἀνῆλθεν εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Διατὶ λοιπὸν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τοῦ 1897 καὶ 1898;
§171ΠΟΛΛΟΙ. Διωρθώθη αὐτό.
§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἐπιφυλασσόμενος ὡς πρὸς τὰ λοιπά. Ἐπιθυμῶ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως κανονισθῇ καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ τότε εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι ἄλλως, ὅταν ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ οἱ συμπολῖταί μας ἀμπελοκτήμονες μᾶς ἀπευθύνωσι τὴν ἐρώτησιν «ποῖος ὁ φόρος ὁ ἐπιβληθείς», τί θέλομεν ἀπαντήσει; «τὸ διανεμητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ διανέμωσιν οἱ πάρεδροι, ταμίαι, ἔφοροι, ἐλεγκταὶ καὶ λοιποί»; Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι νόμος, ὅπως πρόκειται νὰ γείνῃ· διότι, ὅταν ἔχωμεν διάταξιν νομοθετικὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου, πρέπει νὰ νομοθετῶμεν οὕτω πως, ὥστε ὁ νόμος νὰ ᾖναι καταληπτὸς εἰς πάντας, διότι ἐγὼ, καίτοι δικηγόρος, καίτοι πολιτευόμενος, βεβαιώθητε, τί θὰ εἰπῇ σύστημα διανεμητικὸν, τί ποσωπικόν), δὲν τὸ γνωρίζω τόσον καλά! Πῶς θὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ χωρικός, ὅταν τὸ νομοσχέδιον λέγῃ, ὅτι ἔχει βάσιν τὸ διανεμητικὸν σύστημα; Ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ λάβῃ τὸν νόμον ἀνὰ χεῖρας, νὰ τὸν ἀναγνώσῃ, νὰ τὸν ἐννοήσῃ, διὰ νὰ γνωρίζῃ, πότε κλέπτεται καὶ πότε δὲν κλέπτεται, διότι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ συντρέξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἔχει ὅμως καὶ τὴν ἀξίωσιν, πᾶν ὅ,τι πληρώνει, νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὄχι εἰς τὰ θυλάκια τῶν παρέδρων, τῶν ταμιῶν, τῶν ἐφόρων καὶ λοιπῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρονται.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§174ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἢ ἐπ’ ἄρθρου τινός;
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀναδράμῃ τις εἰς τὴν ἱστορικὴν δικαιολογίαν τῶν φόρων, ἵνα ὁδηγηθῇ ποῖον τῶν φορολογικῶν συστημάτων εἶναι τὸ δικαιότερον καὶ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς ἀμπέλου, καὶ ποῖον δύναται νὰ καταστήσῃ ἴσον τὸν φόρον καὶ εὔλογον τὴν κατὰ τοῦτο εἰσφορὰν τῶν πολιτῶν, πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ὡς τοιοῦτον τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ παραγομένου εἰσοδήματος. Τὸ σύστημα τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πολίτου νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος ποσόν τι ὡρισμένον ἐκ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν· ἑπομένως θέλει εἰσφέρει μόνον ὅταν παράγῃ, καὶ πάντοτε ἀνάλογον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παράγει. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐκράτησε καθ’ ὅλα τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Βασιλείας, ὡς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, καὶ μέχρι τοῦ 1844, ὅτε ἐφηρμόσθη σύστημα ἄλλο, τὸ σύστημα τῆς φορολογίας κατὰ στρέμμα. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ συστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη καὶ διήρκεσε κατὰ τὴν πρώτην ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἑνδεκαετίαν, συνεδέθη μετὰ πολλῶν καταχρήσεων, διότι καὶ ἡ βεβαίωσις ἐγίνετο καταθλιπτικῶς καὶ ἡ εἴσπραξις παρεῖχεν ἀφορμὰς πρὸς καταχρήσεις. Καὶ αἱ καταθλίψεις τῶν φορολογουμένων δὲν διεπράττοντο πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πληρωνομένων ἀπὸ τὸν φορολογούμενον καὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πολλαὶ χεῖρες ἐκ τῶν ἀναμιγνυομένων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος τούτου ἐπληροῦντο ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ φορολογουμένου. Διὰ τοῦτο ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορολογίας καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας κατεστάθη τότε, κατὰ τὸ 1884, ἀναπόφευκτος. Ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία δὲν εἶναι φορολογία ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἀλλὰ φορολογία ἐπὶ ἑνὸς τῶν ὀργάνων, δι’ ὧν συντελεῖται ἡ παραγωγή. Ὡς ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι φορολογία, διὰ τῆς ὁποίας δὲν φορολογοῦμεν τὸ παραχθὲν ποσὸν δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλὰ τοὺς βόας, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οὕτω καὶ διὰ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῆς ἀμπέλου δὲν φορολογοῦμεν τὸ παραγόμενον ποσὸν οἴνου, ἀλλὰ τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς, ἡ ὁποία παράγει τὸν οἶνον, δηλαδὴ ἕν ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα παράγουσι τὴν πρόσοδον. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας οὐχὶ τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ ὀργάνου τινὸς ἐκ τῶν συντελούντων εἰς τὴν παραγωγήν, ἀποβαίνει ἐνίοτε ἄδικον, ὅταν ἀπέτυχεν ἡ πρὸς παραγωγὴν ἐργασία, καὶ οὐδὲν συνεκομίσθη προϊόν, ἐνῷ οὐχ ἧττον ὑπεχρεώθη ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἀμπέλου νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον· ἀποβαίνει δὲ καὶ ὁ φόρος ἄνισος, διότι τὸ αὐτὸ ποσὸν φόρου πληρώνεται ἐξ ἑκάστου στρέμματος ἀμπέλου, ἐνῷ ἕνεκα τῆς ποιότητος τῆς γῆς καὶ τῆς ἐντελείας τῆς καλλιεργείας δὲν παράγει τὸ αὐτὸ ποσὸν προϊόντος ἕκαστον στρέμμα ἀμπέλου. Τὸ σύστημα ὅμως τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας εἶναι σύστημα ἁπλοῦν, καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀναπόφευκτοι αἱ καταθλίψεις τῶν φορολογουμένων· ἀλλ’ ἔχει καὶ προτέρημα, τὸ μόνιμον καὶ ἀμετάβλητον ποσὸν τοῦ φόρου. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τὸ ἀσταθὲς τῆς φορολογίας, τὸ διαρκῶς μεταβαλλόμενον ποσὸν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου δὲν ἐνισχύουσι τὴν παραγωγὴν, δὲν ἐνθαρρύνουσι τὸν παράγοντα, ἀλλ’ ἔχουσιν αὐτὸν πάντοτε ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπιβαρύνει αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο οὗτος γίγνεται δειλὸς πρὸς ἐπέκτασιν τῶν ἐπιχειρήσεών του, δειλὸς δὲ καὶ εἰς ἐπιχειρήσεις νέας. Τὸ κακὸν τοῦτο παρετηρήθη ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ οἴνου κατά τε τὴν φορολογίαν τῆς ἀμπέλου καὶ κατὰ τὰ δέκα καὶ ἓξ τελευταῖα ἔτη, τὰ ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τῆς σήμερον. Ἐὰν σᾶς παραστήσω, ποσάκις ὁ φορολογικὸς οὗτος ὅρος, τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, μετεβλήθη κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ἐὰν ἀφηγηθῶ τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἀπὸ τοῦ 1883, κυρίως ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, θέλετε ἀπορήσει, πῶς ἡ ἀμπελουργία δὲν κατεβλήθη, δὲν ἐκάμφθη, ἢ δὲν ὑπεχώρησε. Κατὰ τὸ 1883 ἐνομοθετήθη αὖθις ἡ ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου φορολογία, καταργηθείσης τῆς φορολογίας κατὰ στρέμμα, διότι κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1815 μέχρι τοῦ 1882 διάστημα τοσοῦτον διεστράφη καὶ κατεστρατηγήθη τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, ὥστε ἐλάχιστον εἰσήγετο εἰς τὸ ταμεῖον ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε ἐνομοθετήθη ἐκ νέου τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἤτοι ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἀκούσατε ποσάκις μετεβλήθη τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Διὰ τοῦ νόμου ΑΡΚΓʹ τοῦ 1883 κατηργήθη τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατὰ στρέμμα, καὶ ἐπεβλήθησαν δύο φόροι, εἷς ἔγγειος ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ διὰ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης μεταφερομένου οἴνου ἢ τοῦ γλεύκους, ἐπεβλήθη δὲ καὶ ἑτέρα εἰσφορὰ, δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, παραλλάσσον κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ ἐπὶ μὲν πληθυσμοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς 40,000 ψυχὰς τὸ ποσὸν τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως προσεδιωρίσθη εἰς πέντε λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐπὶ πληθυσμοῦ δ’ ἀπὸ εἴκοσι χιλιάδων μέχρι τεσσαράκοντα χιλιάδων εἰς λεπτὰ τέσσαρα καὶ ἥμισυ, καὶ εἰς τέσσαρα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ δέκα καὶ πέντε μέχρις εἴκοσι χιλιάδων ψυχῶν, καὶ εἰς τρία καὶ ἥμισυ λεπτὰ ἐπὶ πληθυσμοῦ δέκα μέχρι δέκα καὶ πέντε χιλιάδων ψυχῶν, καὶ εἰς τρία λεπτὰ ἐπὶ πληθυσμοῦ πέντε μέχρι δέκα χιλιάδων, καὶ εἰς δύο καὶ ἥμισυ λεπτὰ ἐπὶ πληθυσμοῦ δύο μέχρι πέντε χιλιάδων, καὶ εἰς δύο λεπτὰ ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ πεντακοσίων ψυχῶν μέχρι δύο χιλιάδων, καὶ εἰς ἓν καὶ ἥμισυ λεπτὸν ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ 100 μέχρι 500 ψυχῶν, καὶ τέλος εἰς ἓν μόνον λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, ὅταν ὁ πληθυσμὸς ἦτο κατώτερος τῶν 100 ψυχῶν. Τὸ ποικίλον τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, ὁ καθορισμὸς τῶν ὅρων τοῦ προσδιορισμοῦ αὐτοῦ μεταξὺ τοῦ ἀνωτέρου καὶ τοῦ ἀμέσως κατωτέρου ἔδιδε στάδιον εἰς καταθλίψεις καὶ καταχρήσεις· ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀνωτέρων ὅρων ἦτο ἐπαχθὲς, καὶ οἱ φόροι ἦσαν βαρεῖς. Ἐντεῦθεν, ὅτε ἐκλήθην ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1885, ἔσπευσα κατεπειγόντως, ἅμα ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν 10 Ἀπριλίου 1885, νὰ ζητήσω τὴν ἐλάττωσιν τῶν φορολογικῶν τούτων ὅρων, νὰ μειώσω δὲ καὶ τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ ἓξ εἰς τρεῖς. Ἠλάττωσα λοιπὸν διὰ τοῦ νόμου ΑΣΞΗʹ τῆς 26 Ἰουλίου 1885 τὰ ποσὰ τῶν φορολογικῶν ὅρων, καὶ ὡς ἀνώτερον μὲν προσδιώρισα, ἀντὶ τῶν πέντε λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, τρία λεπτὰ, ἐπὶ πληθυσμοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς 20 χιλιάδας ψυχῶν, ἠλάττωσα δὲ καὶ τοὺς κατωτέρους ὅρους, προσδιορίσας τὸ ποσὸν τοῦ δικαιώματος ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ 5 μέχρις 20 χιλιάδων εἰς δύο μόνον λεπτά, καὶ εἰς ἓν μόνον λεπτὸν ἐπὶ πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν πέντε χιλιάδων ψυχῶν. Ἐπειδὴ δ’ ἐπεβάρυνον τὸ προϊὸν τοῦ οἴνου ὅ τε ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, ἂν εὐθὺς ὡς ἤλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν καὶ τοὺς δύο φόρους, ἔσπευσα ὅμως νὰ μειώσω ἐντὸς τῶν πρώτων δύο μηνῶν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ μου τὸ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως δικαίωμα εἰς ὅρους ἀνεκτούς, καὶ μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ τῆς ἀνόδου μου εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπρότεινα καὶ μεταβολὴν ὁριστικὴν, μεταβολὴν τῆς φορολογίας ταύτης, καθ’ ἣν κατηργοῦντο καὶ ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, προσδιωρίζετο δὲ εἷς μόνος φόρος, ἔγγειος, ὁ ὁποῖος εἰσεπράττετο ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευμένου οἴνου, συνίστατο δὲ εἰς ἥμισυ μόνον λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 2,500 ψυχῶν, εἰς ἓν δὲ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ 2,500 ἕως 5,000, καὶ εἰς δύο λεπτὰ ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀνωτέρου τῶν 5,000 ψυχῶν (νόμος ΑΤΝʹ τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886). Ἀλλὰ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 κατελίπομεν ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν, οἱ δὲ διαδεχθέντες ἡμᾶς, διὰ τοῦ νόμου ΑΥΙΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1887 μετέβαλον ταῦτα, καὶ κατέστησαν φόρον δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ πληθυσμοῦ. Κατὰ δὲ τὸ 1892, διὰ μὲν τοῦ νόμου ΒΠʹ τῆς 5 Αὐγούστου, ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν οἱ αὐτοὶ, ηὔξησαν τὸν φόρον ἀπὸ δύο λεπτῶν εἰς δύο λεπτὰ καὶ τέσσαρα δέκατα κατ’ ὀκᾶν, διὰ δὲ τοῦ νόμου ΒΤΓʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου ἐνομοθέτησαν, πλὴν τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν 2 καὶ ⅒ τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, προσδιορίσαντες τὸ ποσὸν τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως ἐπὶ μὲν πληθυσμοῦ 40,000 ψυχῶν εἰς δύο λεπτά, ἐπὶ πληθυσμοῦ δὲ ἀπὸ 20,000 μέχρι 40,000 εἰς ἓν καὶ ἥμισυ λεπτόν, ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ 5,000 μέχρις 20,000 εἰς ἓν λεπτόν, καὶ ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀπὸ 1000 μέχρι 5,000 ψυχῶν εἰς ἥμισυ μόνον λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Αἱ πολλαὶ αὗται μεταβολαὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ τοῦ 1883–1892, αἱ ὁποῖαι ἀνήρχοντο εἰς ἕξ, ὡς εἶπον, ἐνομοθετήθησαν μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας. Τῷ ὄντι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου ἀπὸ τοῦ 1845–1883, ἐπὶ ἔτη 38, ἀπέδειξε πολλὰς ἀτελείας, ἀτελείας ἐν τῇ βεβαιώσει, ἀτελείας ἐν τῇ εἰσπράξει, αἱ ἀτέλειαι δὲ αὗται κατήντησαν νὰ ἦναι τοσαῦται, ὥστε πολλάκις ἀνεζητεῖτο ὁ κύριος ἀμπέλου τινὸς καὶ δὲν ἀνευρίσκετο, διότι οὐδεὶς ἐδέχετο νὰ παρασταθῇ κύριος, ἡ δὲ καταμέτρησις τῶν ἀμπέλων ἐγίνετο κατὰ τρόπον τοσοῦτον αὐθαίρετον, ὥστε παράπονα πολλὰ ἐγίνοντο διὰ καταθλίψεις, εἰς τὰς ὁποίας οἱ φορολογούμενοι ὑπεβάλλοντο. Οὕτω καὶ τὸ ἓν σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ σύστημα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου ἀναλόγως τοῦ παραχθέντος προϊόντος, καὶ τὸ ἕτερον σύστημα τοῦ 1844, τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῆς ἀμπέλου, καὶ τὰ δύο εἶχον ἀποτύχει. Ἐδέχθημεν κατὰ τὴν τρίτην μεταβολὴν τῆς φορολογίας, τὴν γενομένην τῷ 1883, πάλιν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, τῇ προσθήκῃ καὶ τοῦ ἐπιβληθέντος δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὰ νομοθετηθέντα ἀπὸ τοῦ 1883 ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς μεγάλας καταθλίψεις, κατὰ περιόδους τῷ μεταξὺ καὶ τὰ νομοθετηθέντα ποσὰ τῆς εἰσφορᾶς ἦσαν βαρέα καὶ ἐπαχθῆ, καὶ οἱ φορολογούμενοι ὑπέκυψαν καὶ εἰς βαρεῖς φόρους, καὶ εἰς καταθλίψεις κατὰ τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν. Ἀναγκαζόμεθα λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη κατὰ τὰ 1844, τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τῆς ἀμπέλου. Ἐπιθυμητὸν δὲ πάντως ἀποβαίνει, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐὰν ἦτο, λέγω, δυνατὸν νὰ εὕρωμεν σύστημα, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ὀλιγώτερον ἐπαχθὲς, ὅσον εἶναι δυνατὸν, περισσότερον δίκαιον, ἵνα σταματήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, ἵνα μὴ δώσωμεν πλέον ἀφορμὴν εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ παραπονεθῶσιν αὖθις, καὶ ἀναγκασθῶσιν αἱ διάδοχοι Βουλαὶ καὶ αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις νὰ μεταβάλωσιν αὖθις τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νομοθετοῦμεν νῦν, διότι πρέπει νὰ μείνῃ ἐπί τινα ἔτη ἀμετάβλητος ἡ φορολογία τῆς ἀμπέλου. Ὁ οἶνος εἶναι ἐκ τῶν προϊόντων τῶν πολυτιμοτέρων τῆς χώρας, καὶ δὲν εἶναι πολύτιμον προϊόν, μόνον διότι καταναλίσκεται ἐν τῷ τόπῳ ὑπὸ τῆς πολυαρίθμου ἐργατικῆς τάξεως, δὲν εἶναι μόνον πολύτιμον προϊόν, διότι χρησιμεύει ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἡμερομισθίου εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἐν αἷς καλλιεργεῖται καὶ ἡ ἄμπελος καὶ ἡ σταφὶς, ἀλλὰ καὶ διότι ἐξάγεται πολλάκις εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐν ᾗ χρησιμεύει εἴτε ὡς πρώτη ὕλη, εἴτε ὡς συμπλήρωμα τῆς οἰνοποιίας, ὅτε εἰσάγεται εἰς τὴν χώραν καὶ ἱκανὸν ποσὸν χρυσοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εὔλογον εἶναι νὰ ἀποβλέψωμεν εὐμενέστερον εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀμπελοκτημόνων, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ θὰ τὴν βελτιώσωμεν πράγματι. Ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1896 ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, καὶ τῇ ἐμῇ ἐπιμελείᾳ ἐγένοντο ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μελέται πρὸς καταρτισμὸν νόμου τοιούτου, μὲ παρεκώλυσαν δ’ αἱ ἔκτακτοι περιπλοκαὶ τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἵνα εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα· ἑπομένως καὶ σήμερον κηρύττομαι ἀδιστάκτως ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῆς ἀμπέλου κατὰ στρέμμα. Ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῆς ἀμπέλου κατὰ τὰ 38 ἔτη, καθ’ ἃ ἐφηρμόσθη ἐπί τε τῆς πρώτης Δυναστείας, καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς δευτέρας, ἀπέτυχε, διότι καὶ οἱ δύο ὅροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῆς ἀμπέλου, ἐξετελοῦντο πλημμελῶς, καὶ ὁ ὅρος τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀμπέλου καὶ ὁ ὅρος τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ποιότητος αὐτῆς. Τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐκτάσεως ὁτὲ μὲν ἐξετέλουν πραγματογνώμονες, ἤτοι κάτοικοι τῶν χωρίων μηδεμίαν ἔχοντες γνῶσιν πρὸς καταμέτρησιν ἐκτάσεων, ὁτὲ δὲ γεωμέτραι, δημόσιοι λειτουργοί, ἀλλ’ ὑπείκοντες εἰς πολλοὺς πειρασμοὺς, καὶ πολλάκις καταλιπόντες ἐνθυμήσεις δυσαρέστους καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ εἰς τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἐπετήρει αὐτούς. Τὴν ἀτέλειαν ταύτην τοῦ συστήματος ἐλπίζω ὅτι θέλομεν ἀποφύγει νῦν, διότι βεβαίως, ἐὰν παραβάλῃ τις τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων κατὰ τοὺς χρόνους τούτους πρὸς τὰ ὑπάρχοντα κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, καθ’ ἃ ἐλειτούργει τὸ σύστημα τοῦτο, θέλει εὕρει τὴν διοίκησιν δυναμένην νῦν νὰ δώσῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ ὁ κατὰ στρέμμα προσδιορισμὸς τῶν ἀμπέλων θέλει γείνῃ ἀκριβέστερος καὶ ἀρτιώτερος, καὶ ἡ κατανομὴ αὐτῶν εἰς ποιότητας καὶ κατηγορίας δικαιοτέρα, πρὸς παντὸς δὲ, ὅτι θέλει κατασταθῆ ἀναντίρρητος καὶ βεβαία ἡ κτῆσις, καὶ θέλει ἀνευρίσκεσθαι ἀπροσκόπτως ὁ κτήτωρ, ὁ ὑπόχρεως ἵνα πληρώσῃ τὸν κατὰ στρέμμα φόρον τῆς ἀμπέλου, ὡς καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῆς ποιότητος τῆς ἀμπέλου καὶ ἡ κατάταξις τῶν ἀμπέλων εἰς κατηγορίας θέλει ἐπιτευχθῆ ἀκριβέστερον, καὶ τέλος, ὅτι εὐκόλως θέλομεν ἔχει τοὺς δύο ὅρους πληρέστερον βεβαιουμένους ἢ ὅσον ἐβεβαιοῦντο κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, καθ’ ἃ ἡ ἀποτυχία τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας κατεδηλώθη ἀναντίρρητος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβαλεν, ἀποδέχεται μὲν τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν, δὲν προσδιορίζει ὅμως τὸν φόρον τῆς ἀμπέλου κατὰ στρέμμα ἢ κατὰ ποιότητα, ἀλλ’ ἐξαρτᾷ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου ἐξ ἄλλων ὅρων· τὸ σύστημα ὅμως τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄδικον, διότι οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸν διαιρετέον, εἶναι ὅροι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἔχουσι κοινὸν πρὸς τὸν φορολογούμενον ἢ πρὸς τὸν τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ κεῖται ἡ ἄμπελος, εἶναι ὅροι, τῶν ὁποίων αὐθαιρέτως ζητεῖται ἡ ἐπικουρία. Καὶ προσέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, διότι ἔστερξε μὲν νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ τῆς φορολογίας τοῦ παραγομένου προϊόντος εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἀμπέλου κατὰ στρέμμα, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει μειωθῆ οὔτε κατὰ λεπτὸν τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ἐκ τοῦ φόρου τούτου, καὶ ὄχι μόνον ὅτι δὲν θέλει μειωθῆ τὸ μέχρι τοῦδε εἰσπραττόμενον ποσόν, ἀλλ’ ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ εἰσπράττῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράττετο· διὰ τοῦτο ἐφρόντισε νὰ καταρτίσῃ τὸν διαιρετέον ὄχι ἀπὸ τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα· ὑπάρχει δὲ, ὡς γνωστόν, οὐσιώδης καὶ αἰσθητὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων, μάλιστα ἐπὶ ἀμέσων φόρων, ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξαν ἔτη, καθ’ ἃ ἡ διοίκησις ἐφάνη, ὅτι εἶχε βελτιωθῆ, καὶ τότε ἡ ἐλάττωσις τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐμειώθη εἰς 6% ἢ εἰς 7%. Ἐνθυμοῦμαι τοιοῦτον ἔτος ἐπὶ τῆς πρώτης Δυναστείας, καὶ κατὰ τὰ τέλη αὐτῆς, ἀλλὰ τοσοῦτον ὀλίγον ποσὸν διαφορᾶς μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων οὐδέποτε πλέον εἴδομεν· πολλάκις μάλιστα ἡ διαφορὰ ἀνῆλθεν εἰς 12 καὶ εἰς 15%. Ἐὰν δὲ τὴν διαφορὰν δὲν ζητήσητε ἐν ὅλῳ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ ζητήσητε αὐτὴν ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐξ ἀμέσων φόρων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐξ ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, θέλετε εὕρει τὴν διαφορὰν πολὺ μεγαλειτέραν. Μειοῦται αὕτη ὀλίγον, ὅταν ἀθροίσητε τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε κατὰ μέρος τὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἔσοδα, θέλετε εὕρει διαφορὰν πολὺ μεγαλειτέραν. Διὰ τοῦτο κρίνω ἄδικον νὰ ἀποδεχθῶμεν τοιούτους ὅρους, ὅπως ἀνεύρωμεν μεγαλείτερον πηλίκον, ἤτοι μεγαλείτερον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβληθῆ κατὰ στρέμμα τῆς ἀμπέλου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναζητήσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου κατὰ τὸ ἐγγύτερον τῷ 1899 ἔτος, τοῦ ὁποίου ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τὸ 1895, θέλομεν εὕρει, ὅτι κατ’ αὐτὸ προϋπελογίσθησαν ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δραχ. 1,875,000, καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως δραχ. 350,000, ὅτι δ’ ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων τούτων ποσῶν εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐγγείου μὲν φόρου δραχμαὶ 2,065,306.50, ἐκ δικαιώματος δὲ καταναλώσεως δραχμαὶ 303,917.71.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐβεβαιώθησαν πολὺ περισσότερα.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα ἐξ ἐγγείου φόρου δρ. 190,000, διότι, ἐνῷ προϋπελογίσθησαν δραχ. 1,875,000, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 3,065,306.50. Ἐκ δικαιώματος δὲ καταναλώσεως εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 46,802.29. Τὸ ὅλον δὲ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 2,369,224.21. Ἐὰν ἀρκεσθῶμεν νὰ λάβωμεν ὡς ἐλάχιστον ὅρον ἐσόδου ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐκ τοῦ νέου συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τὸ ποσὸν τοῦτο, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἄνευ ἀναδρομῆς εἰς τὰς ἀναλογίας καὶ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, ἐὰν περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἀμπέλου κατὰ στρέμμα καὶ τὴν διαιρέσωμεν εἰς τρεῖς κατηγορίας, δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, λέγω, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1895, ἂν καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσπράξωμεν καὶ περισσότερα. Καὶ τοιουτοτρόπως θέλομεν ἀπαλλάξει καὶ τὸν φορολογούμενον καὶ τὴν διοίκησιν ἀπὸ τοὺς πολυπλόκους καὶ πολυσυνθέτους ἐκείνους συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου συνέρραψεν, ἵνα καταστήσῃ βέβαιον καὶ ἀναντίρρητον, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, ἑπομένως δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως εἰσεπράχθη κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τοῦ ὁποίου ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν, ποσὸν δραχ. 303,917.71· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ εἰσπραχθὲν, συνωδεύθη μετὰ μεγάλων καταθλίψεων καὶ μεγάλων γογγυσμῶν τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἐν πρώτοις τὸ σύστημα τῶν ἐνοικιάσεων, τὸ ὁποῖον παρεμβάλλει μεταξὺ τοῦ φορολογουμένου καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸν ἐνοικιαστὴν, τὸ σύστημα τοῦτο δημιουργεῖ ἕνα ἀδυσώπητον καὶ ἀκόρεστον δανειστὴν, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον, ζητεῖ δὲ αὐτὸς νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον, ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος ζημιοῦται, εἶναι ὁ φορολογούμενος. Ἤθελον προτιμήσει, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἔγγειος φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος διὰ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, ἤθελεν ἀφήσει κενόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποθέτω ὅτι θέλει συμβῆ, ἤθελον προτιμήσει νὰ ἀναπληρωθῇ τὸ κενὸν τοῦτο διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, οὐδέποτε ὅμως δι’ ἐξακολουθήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἐπιβολῆς δικαιώματος τῆς καταναλώσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι αἱ γενόμεναι μελέται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέδειξαν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ στρέμματα ἀμπέλων 1,080,000. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο συμβιβάζηται μὲ τὴν ἀναγραφὴν ποσοῦ στρεμμάτων ἀμπέλων, τὴν γενομένην ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ προσδιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεγράφη, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὡς ἀριθμὸς πιθανὸς ἐκτάσεως γῆς πεφυτευμένης ἐξ ἀμπέλων ἀρκετὰ μέγας, δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 1,080,000 στρεμμάτων ἦναι ἀριθμὸς μικρότερος τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887...
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι μεγαλείτερος· τότε ὑπελογίζοντο 600,000.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκλάβω ὡς ἀκριβῆ τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, νομίζω ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει ἀμφιβολία εἴς τινα, ὅτι, ἐὰν γείνῃ ἀποδεικτὴ ἡ γνώμη μου, καὶ διαιρεθῶσιν αἱ ἄμπελοι εἰς τρεῖς κατηγορίας, καὶ φορολογηθῇ ἡ μὲν πρώτη μὲ δραχμὰς τρεῖς κατὰ στρέμμα, ἡ δὲ δευτέρα μὲ δραχ. δύο, καὶ ἡ τρίτη μὲ μίαν μόνον δραχμὴν, θέλομεν εἰσπράξει περισσότερα ποσὰ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1895, θέλομεν δὲ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ ὅλας τὰς περιπλοκάς. Τὸ ὀρθότερον καὶ ὑγιέστερον φορολογικὸν σύστημα εἶναι τὸ ἁπλούστερον· ὅσῳ ἁπλούστερον εἶναι, τόσῳ καταληπτότερον εἰς τοὺς φορολογουμένους εἶναι, τόσῳ αὐτοὶ σχηματίζουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν δολιεύεται αὐτοὺς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, καὶ τόσῳ προθυμότερον ὑπέχουσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τροποποιουμένης οὕτως, ὥστε ὁ φόρος νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὰς ἀμπέλους κατὰ στρέμμα, αἱ δὲ ἄμπελοι νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς τάξεις· καὶ εἰς μὲν τὰς ἀμπέλους πρώτης τάξεως νὰ ἐπιβληθῇ φόρος τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, εἰς τὰς τῆς δευτέρας δύο, καὶ εἰς τὰς τρίτης τάξεως μιᾶς δραχμῆς. Ἄν δὲ ἤθελε προταθῆ ἡ ἀπορία, κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γείνῃ ἡ κατανομὴ εἰς τάξεις τῶν ἀμπέλων, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅταν ἡ ἐργασία γίνηται κατ’ ἐκτίμησιν ἀτόμων, ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, νὰ συμβῶσι καὶ αὐθαιρεσίαι, διότι μόνον οἱ ἀριθμοὶ σῴζουσιν ἀπὸ τὰς αὐθαιρεσίας· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀριθμοὺς, ἐὰν ἔχωμεν τοιούτους, ἂν δὲ δὲν ἔχωμεν ἀριθμοὺς, δυνάμεθα, ἀντὶ νὰ προσφύγωμεν εἰς ἐκτιμήσεις, νὰ προσφύγωμεν εἰς ὑπολογισμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἡ παρελθοῦσα ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, νομίζω δ’ ὅτι οὕτω δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς ὀλιγώτερα ἀδικήματα. Τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου οἴνου καὶ τὸ ποσὸν τῆς τιμῆς εἰς ἣν ἐπωλήθη ὁ οἶνος ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἀσφαλῶς καὶ οὕτω ν’ ἀποφύγωμεν νὰ ἀφεθῶμεν εἰς ἐπιτροπὰς. Τοιοῦτον σύστημα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τούτου.
§181Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγνώρισα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὡδηγήθην εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ ἀπὸ πνεῦμα ταμιευτικόν...
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν ᾐτιάθην ὑμᾶς διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοιοῦτον εἶχον ὑποβάλει καὶ εἰς ἐμὲ νομοσχέδιον κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἀλλὰ τότε ἐγὼ ἐτέλουν ὑπὸ βαρεῖαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ φέρω ἐλάττωσίν τινὰ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διότι ἀπέβλεπον εἰς τοὺς ἀντιπάλους μου, οἵτινες δὲν ἤθελον διστάσει νὰ κραυγάσωσιν, ὅτι ἐλαττώνω τὰ ἔσοδα, ἵνα παρεμβάλω δυσχερείας κατὰ τὰς μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους διαπραγματεύσεις μου περὶ συμβιβασμοῦ· διὰ τοῦτο ἠναγκαζόμην νὰ φροντίζω, ἵνα, μεταβάλλων τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου εἰς φορολογίαν τῆς ἀμπέλου κατὰ στρέμμα, μὴ ἐλαττώσω οὐδὲ κατὰ λεπτὸν τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου, ὅπερ ἕως τότε εἰσεπράττετο, διὰ τοῦτο προσεπάθησα νὰ μὴ ἀποδεχθῶ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ, ὅτι ἔμελλε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους.
§183Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς τῷ 1895 εἰσήγαγον νομοσχέδιον στηριζόμενον ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζεται καὶ τὸ σήμερον συζητούμενον. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀτυχής. Ἐγὼ ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον ἠσχολήθην πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ συστήματος τούτου, ἀφορῶν πρὸ παντὸς εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἐλαχίστη μείωσις τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, ἥτις εἰσεπράττετο καὶ εἰσπράττεται καὶ νῦν ἀκόμη ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι τότε, καίτοι εἶχε δυσμενῆ γνώμην περὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐδίσταζε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν μεταβολὴν, ἐκ φόβου μήπως μειωθῇ τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐγὼ μὲν οὐδένα εἶχον φόβον, διότι οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σχέσιν μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ ἐνθέρμως ἔκτοτε ὑπεστήριζον ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ἰσχύσῃ τὸ σήμερον κρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ μεταβληθῇ τοῦτο καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας. Ἀλλὰ, προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἐὰν δὲν δεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, θέλομεν εὑρεθῆ ἐν βάσει ἐντελῶς ἐσφαλμένῃ, δὲν θὰ εἰσπράξωμεν ὅ,τι εἰσπράττομεν σήμερον. Καὶ εἶπον ἐγὼ, ὅτι κατὰ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ἡ ἔκτασις ὑπολογίζεται εἰς 1,000,000 στρεμμάτων, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχω πεποίθησιν εἰς αὐτοὺς, ὡς δὲν εἶχον πεποίθησιν καὶ ὅταν οἱ ἔφοροι ἔλεγον, ὅτι ἦσαν 600,000 στρέμματα. Μὴ γινώσκων δὲ τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων καὶ μηδεμίαν δυνάμενος νὰ δεχθῶ μείωσιν τοῦ ἐσόδου, ὅπερ ἔχει σήμερον τὸ Δημόσιον, ἀφορῶν δ’ εἴς τι ἕτερον ἀκόμη, εἰς τὴν δικαιοτέραν κατανομὴν τοῦ φόρου, παρεδέχθην τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀφηγήθη τὴν ἱστορίαν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ, ὅτε τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1895 εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, ἀφηγήθην λεπτομερέστερον. Εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιόν μου κατὰ τὸ 1895, ἔλεγον, ὅτι ἀπέτυχε τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ 1845, τὸ μὲν διότι ἡ κατάστασις τῶν Ἐφοριῶν ἦτο χειρίστη, καὶ δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ καὶ δι’ ἔλλειψιν ἱκανοτήτων, τὸ δὲ διότι δὲν ὑπῆρχον τότε γεωμέτραι ἢ ἐργοδηγοὶ, ἀνετίθετο δὲ ἡ καταμέτρησις εἰς ἐμπειρικοὺς γεωμέτρας ἢ μᾶλλον εἰς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι κατεμέτρουν διὰ τοῦ σχοινίου. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἀναλόγως τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐπέβαλλον εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, διέθετον καὶ τὸ σχοινὶ, δηλαδὴ ἄλλοτε τὸ περιώριζον καὶ ἄλλοτε τὸ ἐτέντωνον. Αἱ καταμετρήσεις λοιπὸν ἦσαν ἐλαττωματικαὶ, αἱ δὲ δηλώσεις οὐδέποτε ἐδίδοντο ἀκριβεῖς, τόσῳ μᾶλλον, ὅσον αἱ ἄμπελοι διῃροῦντο εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ἐθνικοϊδιοκτήτους καὶ εἰς ἰδιοκτήτους, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἀνεπτύσσετο ἡ τάσις πρὸς ἀπόκρυψιν τῆς ἰδιότητος τῆς ἐθνικοϊδιοκτήτου, ὡς ἐπαγομένης μείζονα φορολογίαν. Ἐπειδὴ δὲ τότε ἦτο τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἔτος ἐπαναλήψεως, κατὰ πᾶν ἔτος μετεβάλλοντο αἱ ποιότητες καὶ αἱ κλάσεις τῆς φορολογίας, καὶ ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία ἐπεδεικνύετο, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν ἡ πολιτικὴ εἰς τὴν τύχην τῶν ὑπαλλήλων, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὥστε ὅλαι αἱ ἄμπελοι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν τῶν 50 λεπτῶν κατὰ στρέμμα. Ἐννοεῖται, ὅτι οὕτως ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς. Συνέβη δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι δὲν ἦσαν οἱ ἔφοροι ἐνήμεροι εἰς τὰς γενομένας μεταβολὰς ἐν τῇ κυριότητι ἢ τῇ κατοχῇ τῶν ἀμπέλων. Δὲν ἐτηροῦντο βιβλία, ἵνα ἐγγράφωσι τὰς μεταβολὰς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐζητοῦντο ὡς φορολογούμενοι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐτῶν εἶχον μεταβιβάσει τὰ δικαιώματά των εἰς ἄλλους. Οὕτως ἐγένετο ἐπάναγκες νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ στρεμματικὴ φορολογία. Σήμερον τὴν ἐπαναφέρομεν, διότι ἔχομεν τὰς Ἐφορείας εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, καὶ δεύτερον ἔχομεν γεωμέτρας καὶ ἐργοδηγοὺς ἐπιστήμονας, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν πᾶσαν ἀναγκαίαν καταμέτρησιν.
§184ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποινὰς εἰς τὸν νόμον.
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποινὰς εἰς τὸν νόμον, βεβαίως. Ἀλλ’ οἱ Κύριοι προβάλλουσιν, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐπιβολὴν ὡρισμένου κατὰ στρέμμα φόρου, ἢ νὰ καθορίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ ὅριον φόρου, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ ᾖναι γνωστόν, ὅτι ὁ φόρος δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 4 ἢ 5 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἐὰν συνέβαινεν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Γόρτυνος καὶ Μαντινείας Βουλευταὶ νὰ μοὶ ἔδιδον μίαν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν φορολογητέων ἀμπέλων ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομμύριον στρεμμάτων, ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ καὶ ἐγὼ αὐτό· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς δοθείσας ὑπὸ τῶν ἀρχῶν πληροφορίας. Πότε θὰ γινώσκω ἀκριβῶς τὴν ἔκτασιν; ὅταν γένωνται αἱ δηλώσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἀπέβλεψα καὶ εἰς τὸ ἕτερον, περὶ οὗ σᾶς ὡμίλησα, νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἡ φορολογία νὰ ᾖναι δικαιοτέρα, ἡ κατανομὴ νὰ στηρίζηται εἰς βάσεις δικαιοτέρας, δι’ αὐτὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους, ὅπερ ἔχει καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ φορολογούμενοι, αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀμπελοκτήμονες ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ μὴ ἀφήσωσι τὸν γείτονά των νὰ ἔχῃ ἀδήλωτον τὴν ἄμπελόν του. Αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα ἔχει τὸ σύστημα τοῦτο, δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διάκρισις τῶν ποιοτήτων, διότι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, δι’ ὡρισμένας θέσεις, δι’ ὡρισμένα μέρη, νὰ παραδεχθῇ τὴν διάκρισιν κατὰ ποιότητας, εἴτε κατὰ χωρία, εἴτε κατὰ θέσεις. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου· δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶσι πολλὰς ποιότητας, διότι, ὅταν ἔχωμεν τὴν ἑτέραν βάσιν, ὅταν γινώσκωμεν δηλαδὴ τὴν ἔκτασιν, τὴν παραγωγικότητα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ προϊόντος, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν φορολογίαν κατὰ μέσον ὅρον κατὰ μίαν δραχμήν, ἢ κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς τὰς ἐκτάκτου παραγωγῆς ἀμπέλους 4 ἢ 5 δραχμάς. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, τῆς ὑπαγωγῆς δηλονότι τῶν ἀμπέλων εἰς τρεῖς κατηγορίας; Πάντες γινώσκομεν, ποῖαι εἶναι αἱ δυσκολίαι, ὅταν πρόκειται αἱ ἀρχαὶ νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ποιότητα ἑκάστης τῶν ἀμπέλων. Οἱ μὲν φορολογούμενοι θὰ καταβάλωσι πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως αἱ ἄμπελοί των ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατωτέραν κατηγορίαν, οἱ δ’ ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου θὰ καταβάλωσι πᾶσαν προσπάθειαν νὰ φέρωσι τὰς ἀμπέλους εἰς τὴν ἀνωτέραν κατηγορίαν. Αὐτό, τὸ συμβαῖνον συνήθως μεταξὺ τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ Δημόσιον καὶ τῶν ἐκπροσωπούντων τοὺς φορολογουμένους, θὰ ἀποφύγωμεν σήμερον, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐξασφαλίζομεν τοὐλάχιστον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει σήμερον τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας παρατηρήσεις προέβαλον οἱ προλαλήσαντες. Διατί νὰ μὴ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθέν; Ὁ λόγος εἶναι πρόχειρος. Δὲν ἔχομεν βέβαιον, ὅταν εἰσάγωμεν νέαν φορολογίαν, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν φόρου. Οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι κατανέμονται εἰς πλῆθος φορολογουμένων, πάντοτε παρ’ ἡμῖν ἔχουσι τὸ μειονέκτημα ν’ ἀφίνωσι καθυστερήσεις. Αὐτὸς ὁ φόρος τοῦ οἴνου, ὁ ἐπιβαλλόμενος κατὰ τὸ ὑφεστὼς σύστημα, παρουσιάζει σπουδαίαν καθυστέρησιν. Ποία δὲ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, καὶ τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν ὁ μέσος ὅρος τοῦ βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου; Ὁ μέσος ὅρος τοῦ βεβαιωθέντος φόρου κατὰ τὰ παρελθόντα 4 ἔτη ἀνέρχεται εἰς 2,690,000...
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ ἔτους 1897 δὲν ἔχομεν τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν, οἱ δὲ προσωρινοὶ δὲν εἶναι ἄξιοι πίστεως.
§187ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δέχεσθε νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐκεῖθεν, δηλ. τοῦ 1896, 1895, 1894 καὶ 1893;
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει πολὺ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὴν πραγματικὴν εἴσπραξιν· ἐὰν ὅμως νομίζητε, ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὰ ἔτη 1894, 1895, 1896 καὶ 1897, διότι καὶ τοῦ 1897 ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς εἶναι τετυπωμένος ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899· ἐὰν δὲ συγκρίνητε τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμοὺς μὲ τοὺς ὁριστικούς, δὲν θὰ εὕρητε ἢ ἐλαχίστην διαφορὰν ἐν τῷ συνόλῳ, 100 ἢ 120 χιλιάδων δραχμῶν· ἑπομένως διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου 5 ἢ 10 χιλιάδων δραχμῶν μόνον. Οὕτω συμβιβαζόμεθα. Εἰς ἓν μόνον πρᾶγμα δὲν δυνάμεθα νὰ συμβιβασθῶμεν, εἰς τὴν γενομένην πρότασιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος καὶ τοῦ κυρίου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, ὅτι πρέπει ὡς βάσιν νὰ λάβωμεν τὸ εἰσπραχθέν. Δὲν θὰ συμφωνήσω εἰς τοῦτο, διότι τότε ὅ,τι ἤθελε καθυστερήσει ἐκ τοῦ βεβαιωθησομένου φόρου θὰ ἦναι εἰς ἐλάττωσιν τῆς δημοσίας προσόδου.
§189ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦ ἀνωτέρου ὅρου τί ἀποφασίζετε;
§190ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐξασφαλίσω ὅ,τι εἰσπράττει νῦν τὸ Δημόσιον· περὶ ἑνὸς πράγματος δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν σύνοδον θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα γνωστά· ἂν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐβεβαιώθη μείζων τῆς ὑπολογιζομένης ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων, οὐδεμίαν θέλω ἔχει δυσκολίαν νὰ μεταβάλω τὸν φόρον. Ὅταν γινώσκωμεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ φορολογία, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς μεταβολήν.
§191ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, καὶ προτείνω νὰ ἀναγραφῶσι τὰ ἔτη 1893 ἕως 1896· καὶ τοῦτο, διότι ἔχομεν τοὺς ἀπολογισμούς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἐξομοιοῦμεν τὴν Θεσσαλίαν πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, καὶ οὕτω παραδεχόμεθα τὸ ὁμοιόμορφον.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχει δυσκολίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην σας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχεται, εἶναι νὰ ἀποδεχθῇ ὡς βάσιν τὰ εἰσπραχθέντα ἀντὶ τῶν βεβαιωθέντων πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα.
§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπελόγισα τὰ ἔτη 1893–1895, καὶ εὗρον τὸ ὅλον δρ. 8,108,000 βεβαιωθέντα. Προσέθηκα 1,031,972 σύνολον τοῦ βεβαιωθέντος φόρου καταναλώσεως τῆς αὐτῆς τριετίας, καὶ τὸ ἄθροισμα 9,139,972 διαιρέσας διὰ τοῦ 3, ἔλαβον τὸν μέσον ὅρον 3,046,657. Ταῦτα μοὶ ἔδωκαν τὸ ποσὸν δρ. 5 καὶ λεπτῶν 7 εἰς ἕκαστον στρέμμα, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει 600,000 στρεμμάτων ἀμπέλων φορολογητέων.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1895 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως δρ. 2,369,224.21, διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλουν εἰσπραχθῆ δρ. 3,000,000· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ὁ συνδυασμὸς εἶναι εὐφυής, διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς βελτιώσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος κατορθοῦμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργός, διότι εὑρίσκει πόρους πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι δὲν ἔστερξε ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐπινόησιν τοῦ συστήματος εἰς τὸ Τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εὗρεν ἐν τῷ εἰρημένῳ τμήματι κἀμμίαν ἐφεύρεσιν. Ἐγὼ ἔχω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔγραψα τὴν ὑπογραφήν μου, διότι δὲν ἐνέκρινα αὐτό. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὑπάρχει τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἤτοι ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν 1892–1896...
§195Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ συνετάχθη τῷ 1896, ἐνῷ ἐγὼ ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ τὸ πρῶτον ἀνεγράφη τὸ σύστημα τοῦτο, ἀπὸ τοῦ 1895. Ἐκ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὸ σύστημα τὸ ἁρμόδιον τμῆμα.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰς αὐτὰς ἰδέας εἶχε τὸ Τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων.
§197ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι τὰ ἔτη 1893–1896 δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§198Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἤθελε πράξει ὀρθῶς. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ὑπέρογκον, καὶ πρέπει νὰ κάμῃ μικρὰν ὑποχώρησιν, παραδεχόμενος ὡς ἀνώτατον ὅρον π. χ. τὰς 4 δραχμάς.
§199Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τοῦτο, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγω. Ἐδέχθην ἐλάχιστον ὅρον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ καὶ ἀνώτατον.
§200ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίσατέ το εἰς 4 καὶ 50/00.
§201ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι.
§202ΝΕΓΡΗΣ. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, κάμετε μικρὰν ὑποχώρησιν, ὥστε νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ καταπληκτικῶς τοὺς συμπολίτας μας (θόρυβος καὶ διαλογικαὶ συζητήσεις). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιοῖ τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 2,690,000, καὶ ὑποθέτει, ὅτι τὸ στρέμμα δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸν φόρον τῶν 4 δραχμῶν ὡς ἀνώτατον ὅρον. Τὸν παρακαλοῦμεν νὰ θέσῃ 5 δραχμὰς ὡς τοιοῦτον. Διατὶ ἀρνεῖται;
§203Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι θὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων φόρων κατὰ τὰ 4 παρελθόντα ἔτη. Τὸν φόρον λοιπὸν τοῦτον πρέπει νὰ βεβαιώσωμεν· πῶς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ζητοῦμεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον, ὅταν τίθεται ὡς ὅρος ἀπαράβατος, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος τῶν 2,690,000 θὰ κατανεμηθῇ;
§204ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σαφήνειαν τοῦ φόρου ζητοῦμεν. Δὲν δέχομαι τὸ λεγόμενον, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων ἀνέρχεται μόνον εἰς 1,000,000 στρέμματα, καὶ διὰ τοῦτο, ἔχων τὴν πεποίθησιν ταύτην, εὐχαρίστως ἤθελον δεχθῇ οὐχὶ 5, ἀλλὰ 3 δραχμάς. Καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ἡ Βουλὴ θὰ ἐπανέλθῃ καὶ θέλει δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς φόρους, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην· δὲν εὑρισκόμεθα δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πτωχεύσεως, ὥστε νὰ ζητήσωμεν νέας θυσίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§205ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν νέας θυσίας.
§206ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ὁρίσατε τὸν ἀνώτατον ὅρον· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν τὰ στρέμματα, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζετε, τότε ὁ φόρος θὰ ἀνέλθῃ εἰς 15 δραχμὰς τὸ στρέμμα, καὶ ἐγὼ διαμαρτύρομαι. Ἄλλο τι δὲν δύναμαι νὰ πράξω.
§207ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ λαὸς μὲ δύο, ἀλλὰ μὲ τρία ἴσως ἑκατομμύρια, διότι ἐπιβαρύνεται καὶ μὲ τὰς καταχρήσεις τῶν καταμετρητῶν καὶ ἐνοικιαστῶν τῶν ἀδηλώτων οἴνων,
§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐδῶ θὰ ὑπάρχουν.
§209ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα θὰ γείνῃ ἅπαξ ἡ καταμέτρησις καὶ δὲν θὰ ἐπαναλαμβάνηται κατ’ ἔτος, ὡς ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἔχετε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ προκειμένου συστήματος νὰ εἰσπράξῃ πλείονα τῶν βεβαιουμένων διὰ τοῦ νῦν φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ διανείμῃ εἰς τοὺς διαφόρους δήμους καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀποφύγῃ τὴν περιπλέον φορολογίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου μέχρι τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, ὅταν θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ πλέον ἡ φορολογία τοῦ οἴνου, ἔχετε καιρὸν ν’ ἀπαιτήσητε, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μείωσιν τοῦ φόρου. Διατὶ θέλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ δεχθῶμεν κατωτέρας βάσεις; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας θεωρεῖ πιθανὸν νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ ἄμπελοι μὲ 4 ἢ 5 δραχμάς. Ἐγὼ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ὑπάρχουν ἄμπελοι σήμερον, αἱ ὁποῖαι φορολογοῦνται μὲ 25 δραχμάς, διότι ἔχομεν ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι κατὰ στρέμμα παράγουν 10–15 φορτώματα οἴνου. Ἐν Χαλκίδι ὑπάρχουν ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι ἀποφέρουν 20 φορτώματα καὶ ἐπέκεινα κατὰ στρέμμα. Αὐταὶ πόσον φορολογοῦνται νῦν; Γινώσκετε δὲ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσι, καὶ ἂν λάβητε πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ζητοῦμεν πλειότερον τοῦ σήμερον διδομένου. Θ’ ἀπαλλαγῇ δὲ ὁ λαὸς ἐκ τῶν μεγάλων καταπιέσεων.
§210Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρόκειται νὰ φορολογηθῇ τάξις συμπολιτῶν μας, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἐφορολογεῖτο. Ὅταν σήμερον ἐπιβάλλωμεν τοιοῦτον φόρον εἰς μέγαν ἀριθμὸν συμπολιτῶν μας, καὶ ἀνθρώπων πτωχῶν, ὀφείλομεν νὰ τὸ σκεφθῶμεν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον παρακαλοῦμεν καὶ πάλιν, καὶ βεβαίως ὄχι διὰ νὰ κάμωμεν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν πάντες νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, χάριν τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου, νὰ εὐδοκήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν μικρὰν παραχώρησιν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§212ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀρχὴν ἀποδεχόμεθα, ἀλλὰ τὸ σύστημα, τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ ἄρθρου 15, δὲν ἀποδεχόμεθα.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ᾼΤΝʹ τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886 περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ νόμος ᾼΨΠΕʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1889 περὶ ἀτελείας τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγομένου οἴνου, τὰ ἄρθρα 73–80 τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ τῆς 5 Αὐγούστου 1892 περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζῴων, ὁ νόμος ͵ΒΡΙʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892 περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ͵ΒΣΜΓʹ τῆς 28 Μαρτίου 1894 «περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ περὶ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου», καὶ πᾶσα διάταξις νόμου, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ οἴνου ἔγγειον φορολογίαν, καταργοῦνται.»
§215Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν μικρὰν τροποποίησιν. Ἐν στίχῳ 4, ἀντὶ «τὰ ἄρθρα 73–80» νὰ τεθῇ «τὰ ἄρθρα 73–79». Ἐπίσης κατωτέρω, τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει τὸν νόμον τῆς 28 Μαρτίου 1894 ὑπὸ τίτλον διαφέροντα τυπικῶς τοῦ πραγματικοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ σημειώσῃ τὸν ἀκριβῆ τίτλον, ὅστις εἶναι ὁ ἑξῆς: «περὶ τροποποιήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων ΒΠʹ καὶ ΒΡΙʹ τοῦ 1892», ἀντὶ τοῦ «περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου» κλπ. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ «καὶ πᾶσα διάταξις νόμου, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίαν», νὰ τεθῇ «καὶ πᾶσα διάταξις νόμου ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα».
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§217ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ ἀντιρρήσει μου ἔδωκεν ἐξήγησιν, ἥτις εἶναι ἐπαρκής. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νόμου ΒΣΜΕʹ ὑπάρχει διάταξις σχετιζομένη πρὸς τὸν τελωνιακὸν νόμον. Ἐὰν καταργηθῇ ὁλόκληρος ὁ νόμος, καταργεῖται καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς διαδικασίαν σχετιζομένην πρὸς φόρον ὑφιστάμενον. Παρατηρῶ πρὸς τούτοις, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται ὁλόκληρος ὁ νόμος ᾼΤΝʹ. Ἀλλὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 τοῦ νόμου τούτου περιέχεται διάταξις, ἀναγομένη εἰς τὸν φόρον τῆς εἰσαγωγῆς. Τὸ ἄρθρον λέγει: «ὁ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενος οἶνος ὑποβάλλεται εἰς φόρον λεπτῶν 20 κατ’ ὀκᾶν, βεβαιούμενον καὶ εἰσπραττόμενον ἐν τοῖς τελωνείοις». Ἐὰν αὕτη ἡ διάταξις, ὅπερ ἀγνοῶ, δὲν ἦναι κατηργημένη...
§218Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι.
§219ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν ἔχει λόγον. Ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν. Τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ, τῷ ἄρθρῳ 33, εἰς τὸ ἄρθρον 80 τοῦ ΒΠʹ νόμου, τὸ καταργούμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 1. Λοιπὸν ἢ δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρηται εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον 33, ἢ νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 80.
§220ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν καταργεῖται τὸ ἄρθρον 80. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Ἐγένετο ἤδη ἡ δέουσα διόρθωσις ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ 1.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, διωρθώθη· τὸ 80 ἔγεινεν 79. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ἀμπέλων μετὰ τὸ τέταρτον ἀπὸ τῆς φυτεύσεως αὐτῶν ἔτος ἔγγειος ἐτήσιος φόρος κατὰ στρέμμα.»
§222ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, μετὰ τὰ λεχθέντα, νὰ δεχθῇ, ὅπως τὸ τέταρτον ἔτος γείνῃ πέμπτον.
§223Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω πανταχόθεν, ἡ ἄμπελος κατὰ τὸ πέμπτον ἔτος ἀποδίδει εἰσόδημα, καὶ τὸ δέχομαι. Λοιπὸν νὰ τεθῇ «μετὰ τὸ πέμπτον ἔτος».
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§225ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶς ἀμπελοκτήμων, ἤτοι κύριος ἢ κάτοχος ἢ ἐμφυτευτὴς ἢ ἐπικαρπωτὴς ἀμπέλου, ὀφείλει μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ἰουνίου 1899, αὐτοπροσώπως, ἢ δι’ ἀντιπροσώπου, νὰ δηλώσῃ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου εἰς τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου, εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν κεῖται ἡ ἄμπελος, τὴν θέσιν, τὸ χωρίον, τὰ ὅρια, τὴν ἔκτασιν εἰς στρέμματα καὶ τὸ ἔτος τῆς φυτεύσεως αὐτῆς, ἂν ἐφυτεύθη ἐντὸς τῆς προηγουμένης τετραετίας. Δι’ ἑκάστην ἄμπελον συντάσσεται ἰδία δήλωσις. Δήλωσις γενομένη ὑφ’ ἑνὸς τῶν πρὸς φορολογίαν ὑποχρέων ἀπαλλάσσει τοὺς ἄλλους συγκοινωνοὺς τῆς αὐτῆς ἀμπέλου. Τὰς ἐπιδίκους ἀμπέλους ὑποχρεοῦται νὰ δηλώσῃ ὁ ἔχων τὴν κατοχήν, τὰς δὲ τῶν ἀνικάνων ἐν γένει οἱ νόμιμοι αὐτῶν κηδεμόνες ἢ ἐπίτροποι».
§226ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀναβάλλετε τὴν συζήτησιν; Εἶνε 1½ ἡ ὥρα μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀκόμη καιρόν.
§228Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον θὰ ζητηθῇ καὶ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§229ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμά σας.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπόταν τὸ ζητήσουν 15 Βουλευταί, θὰ γείνῃ, χωρὶς νὰ προειδοποιῆτε. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§231Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι κατεβλήθη προσπάθεια μεγάλη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὑπερνικηθῶσιν αἱ πολλαὶ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἔγκεινται ὁμολογουμένως ἐν αὐτῷ τῷ θέματι, περὶ οὗ νῦν πρόκειται. Τὰς δυσκολίας αὐτὰς ηὔξησεν ἔτι μᾶλλον ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦ παρόντος ἔτους ἐφαρμόσῃ τὸ νέον σύστημα τῆς φορολογίας. Ἡ βία αὕτη τῆς ἐφαρμογῆς ἐλαττοῖ τὸν χρόνον καὶ καθιστᾷ δυσκολωτέραν τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας. Ἄν εἴχομεν κτηματολόγιον, θὰ ἐγνωρίζομεν σήμερον ἀκριβῶς πόσοι καὶ ποῖοι οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐν Ἑλλάδι, ποία ἡ ἔκτασις τῆς ἀμπέλου ἑκάστου αὐτῶν καὶ ποῖα τὰ ὅρια, θὰ ἐγνωρίζομεν δὲ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἂν καὶ κατὰ πόσον μετεβλήθησαν τὰ πρόσωπα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀμπέλων, κατὰ πόσον ἡ ἔκτασις, κατὰ πόσον τὸ εἶδος τῶν κτημάτων αὐτῶν. Διότι περὶ ὅλων αὐτῶν πληροφορεῖ καλῶς συντηρούμενον κτηματολόγιον. Μὴ ὑπάρχοντος κτηματολογίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεχείρησεν, ὅπως ἀναπληρώσῃ τὸ κτηματολόγιον διὰ τῶν δηλώσεων τῶν ἀμπελοκτημόνων. Αἱ δηλώσεις δὲν εἶναι ἄγνωστοι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, τὰς γνωρίζομεν ἤδη, ἀλλὰ γνωρίζομεν καὶ εἰς ποίας καταχρήσεις ἤγαγον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὡς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, πόσον διέφθειραν τὸν λαόν, καὶ πόσον ἐμόρφωσαν ἕξεις κακὰς καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τῶν ὑπαλλήλων, συντελούσας ὅπως ἐξαπατᾶται τὸ Δημόσιον καὶ ὑποκλέπτωνται οἱ φόροι. Τὸ σύστημα, τὸ ἤδη εἰσαγόμενον, τῶν δηλώσεων καὶ ἐν τῇ φορολογίᾳ τῶν ἀμπέλων θὰ εὕρῃ τοὺς φορολογουμένους ἀρκετὰ ἠσκημένους εἰς τὸ διαφεύγειν αὐτό, καὶ ἀρκετὰ τολμηροὺς, ὅπως, παραλείποντες τὰς δηλώσεις, ἢ δηλοῦντες ἐλλιπῶς, ἢ ἄλλα μέσα μεταχειριζόμενοι, ἀποφεύγωσι τὸν φόρον. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, γνωστοῦ μάλιστα γενομένου, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν διατασσομένων ὑπὸ τοῦ νέου νόμου δηλώσεων ἦτο ἡ μόνη δυναμένη νὰ ἐκφοβίσῃ καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ εἰς ἀκριβῆ δήλωσιν τοὺς φορολογουμένους, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ γενικῶς καὶ αὐστηρῶς, ἀλλὰ χαλαρῶς καὶ μερικῶς, διότι δὲν ἐπιβάλλεται καθ’ ὅλων ἡ καταμέτρησις, ἀλλ’ ἀφίνεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀποφανθῇ ἑκάστοτε, καὶ αἱ δηλώσεις θὰ γείνωσιν ἐλλιπεῖς. Ὡς εἴδετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τῶν δηλώσεων, γινομένων ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, πρόκειται νὰ καταστρωθῇ τὸ κτηματολόγιον τῶν ἀμπέλων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κατανεμηθῇ ἡ φορολογία. Ὁ χρόνος οὗτος οὐ μόνον καθ’ ἑαυτὸν εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τοιοῦτον ἔργον, αἰφνιδίως διατασσόμενον, ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀνεπαρκέστερος, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κακὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας θὰ εὕρωμεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς παρὰ πολλοῖς, καὶ τὰς ὁποίας ἐγέννησε τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, τὸ ἤδη ἐφαρμοζόμενον. Αἱ συνεννοήσεις, μὴ ἀμφιβάλλετε, μεταξὺ φορολογουμένων καί τινων ὑπαλλήλων, ὅπως παραλειφθῶσιν ἢ ἀτελῶς γείνωσιν αἱ δηλώσεις, δὲν θὰ λείψωσιν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὑποβοηθούμεναι ὑπὸ τῆς συντομίας τοῦ χρόνου, ὅστις ἐδόθη. Ὑπάλληλοι, ἰδίως ὑποδεέστεροι, δὲν θὰ λείψωσιν, ὅπως ζημιώσωσι τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δυσκολίαι πρὸς ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Μὴ νομίζετε, ὅτι πάντες οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐν Ἑλλάδι εἶναι εἰς θέσιν, ἐρωτώμενοι, ν’ ἀπαντήσωσιν εὐθὺς ἀμέσως, πόσα στρέμματα ἀκριβῶς ἔχουσιν ἀμπέλων πρέπει δὲ ν’ ἀπαντήσουν ἀκριβῶς, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ὑποβάλλονται εἰς ζημίαν, ἐὰν δηλώσωσιν ἐλλιπῶς. Πρόκειται περὶ ἀκριβοῦς δηλώσεως τῶν στρεμμάτων, καὶ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι εἰς κατάστασιν χωρὶς καταμέτρησιν νὰ εἴπουν, ὅτι τόση εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων αὐτῶν. Οἱ ἄλλοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐνεργήσουν καταμέτρησιν, ἣν δὲν γινώσκουν νὰ ἐνεργήσουν οἱ ἴδιοι. Ἀλλὰ μήπως ὁ δήμαρχος ἢ ὁ πάρεδρος ἢ ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος ἢ ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνωσιν, ἂν ἔλαβον ἀκριβῆ ἢ ἐλλιπῆ δήλωσιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ δήμαρχος νὰ γινώσκῃ καὶ νὰ σημειώσῃ ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς μεταγραφῆς τῶν δηλώσεων, ὅτι ὁ Α ἢ ὁ Β ἀκριβῶς ἢ ἐλλιπῶς ἐδήλωσε, καὶ πόσην ἔκτασιν παρέλιπεν ἕκαστος νὰ δηλώσῃ; Λοιπόν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην καταμετρήσεων καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόθυμοι δείκνυνται νὰ δηλώσωσιν ἀκριβῶς τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, ἡ καταμέτρησις παραλείπεται, δὲν ἐπιβάλλεται γενικῶς, δὲν ἔχομεν δ’ ἄλλο σύστημα ἐνδεικνύμενον ὑπὸ νόμου, ὅπερ νὰ ἐξαναγκάζῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας εἰς ἀκριβῆ δήλωσιν. Οὕτω κίνδυνος ὑπάρχει νὰ καταρτισθῇ κτηματολόγιον τῶν ἀμπέλων ἀτελὲς, ἂν ἡ καταμέτρησις δὲν ἐπιβληθῇ ἀνεξαιρέτως ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἡ καταμέτρησις αὕτη ἔπρεπε νὰ ὀργανωθῇ αὐστηρὰ ὑπὸ τοῦ νόμου. Γνωρίζετε ὅτι ἐν τῇ φορολογικῇ νομοθεσίᾳ ὑπάρχει ἀνάγκη γεωμετρῶν. Εἰς αὐτοὺς ἀνετέθη ὑπηρεσία, μεθ’ ἧς συνδέονται σπουδαῖα συμφέροντα ἰδιωτικὰ, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο προσοδοφόρος· τουλάχιστον πολλοὶ μετέβαλον αὐτὴν εἰς ἐπάγγελμα προσοδοφόρον. Πάντες γινώσκετε, τί πράττουν ἤδη. Ἀπειλοῦσιν οὐ μόνον τοὺς μὴ δηλώσαντας ἢ ἐλλιπῶς δηλώσαντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀκριβῶς δηλώσαντας καὶ εἴτε ἔχοντας εἴτε μὴ πλεονάσματα, καὶ τοὺς ἐξαναγκάζουν νὰ φιλοδωρῶσιν αὐτοὺς πολὺ ἢ ὀλίγον, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἢ τῆς ἐνοχλήσεως καὶ τῶν δαπανῶν τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ δικαστήριον. Λοιπὸν ἔχομεν ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων ἀτελῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀμπέλων· ἔχομεν δημάρχους καὶ παρέδρους καὶ ἐπιτροπὰς, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ἔχουν τὰ μέσα ἐκ τῶν προτέρων νὰ βεβαιώσουν τὴν ἀκρίβειαν τῶν γενομένων δηλώσεων· ἔχομεν γεωμέτρας, διὰ πολλοὺς τῶν ὁποίων πολὺ πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ τις, ἂν, καλούμενοι παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων νὰ καταμετρήσουν τὰς ἀμπέλους αὐτῶν, θὰ ἐκτελέσουν μετ’ ἀκριβείας τὴν ἐργασίαν ταύτην· ἔχομεν ἐπὶ τέλους ἐπιτροπὴν καὶ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ καταμέτρησις πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων. Ἐν τούτοις τοῦ νομοσχεδίου τὸ θεμέλιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως ἀδικήματα θὰ προέλθουν, εἶναι ἡ ἀκριβὴς βεβαίωσις τῆς ἐκτάσεως πασῶν τῶν φορολογητέων ἀμπέλων. Νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι δὲν ἐκανονίσθησαν ἐπαρκῶς τὰ μέσα, ὅπως ἐκβιάζωνται οἱ φορολογούμενοι καὶ ἄκοντες εἰς ἀκριβεῖς δηλώσεις. Διὰ τοῦτο θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 3, ἥτις, συμπληρουμένη διὰ τῆς διατάξεως, ἣν ἐπρότεινε πρὸ μικροῦ ὁ ἐκ Μαντινείας ἔντιμος συνάδελφος, ὅπως δηλαδὴ μὴ γίνωνται δεκτοὶ οἱ θέλοντες νὰ συνομολογήσωσιν οἱανδήποτε σύμβασιν περὶ ἀμπέλων, ἐὰν δὲν προσκομίσωσιν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου πιστοποίησιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἄμπελος ἐδηλώθη, θέλει συντελέσει εἰς τὴν κατάρτισιν ἐν ἀρχῇ καὶ συντήρησιν ἀκολούθως ἀκριβοῦς καὶ πλήρους κτηματολογίου τῶν ἀμπέλων τῆς χώρας. Ἐκ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ἤτοι ἐκ τοῦ μητρῴου, δηλοῦται ἂν ἡ ἄμπελος, περὶ τῆς ὁποίας οἱ συμβαλλόμενοι ζητοῦσι νὰ συντάξωσι συμβόλαιον, ἦναι δεδηλωμένη καὶ ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ μητρῴῳ... Αὐτὸ δὲν εἴπετε;
§232ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πᾶσα πρᾶξις μεταβιβαστική.
§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22.
§234ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τὸ προσθέτω ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος.
§235ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔχω προτείνει, ἀλλ’ ἐν ἄρθρῳ 22.
§236ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τὸ καθιστῶ αὐστηρότερον, διότι νομίζω, ὅτι ἄνευ αὐτοῦ ἀδύνατον ν’ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν τοῦ κτηματολογίου. Ἄνευ δὲ κτηματολογίου ὁ φόρος δὲν θὰ ἔχῃ βάσιν σταθερὰν καὶ βεβαίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν, τί προτείνω νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἀνωτέρω δήλωσιν δύναται νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς τῆς ἀμπέλου. Ὁ μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς δηλώσας ὀφείλει πάντοτε τὸν νενομισμένον, ἀλλ’ ἀποκρυβέντα φόρον, ὅστις βαρύνει τὴν ἄμπελον, εἰς οἱουσδήποτε χεῖρας μεταβᾶσαν ἄνευ ἐγγραφῆς ὑποθήκης ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων τούτων φόρων οὐδεμία δύναται ν’ ἀντιταχθῇ μεταγενεστέρα ἢ προγενεστέρα τῆς παραλειφθείσης ἢ ἐλλιπῶς γενομένης δηλώσεως ὑποθήκης τρίτου ἐπὶ τῆς ἀμπέλου.») Αὐστηραὶ αἱ διατάξεις αὗται, ἀλλ’ αἱ μόναι συντελεστικαὶ πρὸς καταρτισμὸν καὶ συντήρησιν ἀκριβοῦς κτηματολογίου ἀμπέλων.
§237ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πραγματικὸν δικαίωμα ἄνευ ἐγγραφῆς;
§238ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν θέλητε, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὕρητε ἀντιρρήσεις. Τὸ μέτρον εἶναι ἐξαιρετικόν. Ἀλλ’ εἰς πλεῖστα μέρη τοιαῦτα δικαιώματα φορολογικὰ ἀναγνωρίζονται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἄνευ ἐγγραφῆς ὑποθήκης. Ἀλλὰ ἐδῶ ἡ αὐστηρότης εἶναι δικαία. Ὅταν τὴν ἄμπελόν του σήμερον, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν προθεσμιῶν, δὲν τὴν δηλώσῃ ὁ ἀμπελοκτήμων, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, ὅσος καὶ ἂν παρέλθῃ χρόνος καὶ εἰς οἱονδήποτε ἂν τὴν μεταβιβάσῃ, διότι ὁ φόρος αὐτὸς βαρύνει τὸ κτῆμα καὶ τὸ παρακολουθεῖ, εἰς οἱουσδήποτε χεῖρας καὶ ἂν περιέλθῃ.
§239ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ ἀγοραστὴς, ὁ τρίτος, διατὶ νὰ ὑπόκειται εἰς τοιαύτην τιμωρίαν;
§240ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴτε τὸ πωλήσῃ εἴτε τὸ δωρήσῃ, εἴτε τὸ δώσῃ ὡς προῖκα, εἴτε διὰ τελευταίας βουλήσεως τὸ διαθέσῃ, θὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι ἡ ἄμπελος δὲν θ’ ἀποφύγῃ τὸν καθυστερούμενον φόρον.
§241ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι διάταξις ὁμοία καὶ διὰ τὰς οἰκοδομὰς ἐδῶ. Δὲν εἶναι πρωτότυπόν τι.
§242ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη. Ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι ἐπ’ ἄπειρον.
§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἡ διάταξις ὑπερμέτρως αὐστηρὰ, δυναμένη νὰ ζημιώσῃ τρίτους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν εὐθύνην ἢ ὑποχρέωσιν ἔχουν νὰ πληρώσουν φόρους καθυστερουμένους παρ’ ἄλλων, διότι οὔτε διάδοχοι τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν εἶναι, οὔτε διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς ἐβάρυναν τὸ κτῆμα πρὶν ἀποκτήσουν αὐτό. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως θέλει καταστήσει τοσοῦτον σπανίαν τὴν ζημίαν καὶ τοσοῦτον εὔκολον τὴν ἀποφυγὴν αὐτῆς, ὥστε πᾶς φόβος εἶναι μάταιος. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχει τις ἐγγεγραμμένην ὑποθήκην ἐπὶ τινος ἀμπέλου, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ δηλωθῇ δυνάμει τοῦ νέου νόμου. Συμφέρον ἔχει ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς, ἐπειδὴ πρὸ τῆς ὑποθήκης ὀφείλει ἡ ἄμπελος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, νὰ φροντίσῃ ἐμπροθέσμως, ὅπως ἡ ἄμπελος αὕτη δηλωθῇ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἢ παρὰ τοῦ ἰδίου ἐνυποθήκου. Διὰ τοῦτο προσέθηκα εἰς τὸ ἄρθρον 3, ὅτι τὴν δήλωσιν δύναται νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς τῆς ἀμπέλου. Τοῦτο εἶναι μία ἀσφάλεια περισσοτέρα. Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἐκείνους τοὺς ἀμπελοκτήμονας, οἵτινες ἔχουν τὴν ἐπιθυμίαν, ἢ ποσῶς νὰ μὴ δηλώσουν, ἢ νὰ δηλώσουν ἐλλιπῶς. Τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ἡ προσθήκη, ἣν προέβαλον, σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ ἀνωφελῆ ἢ ἐπιζήμιον, νὰ καταστήσῃ ἄνευ συμφέροντος. Οὐ μόνον πάντοτε θὰ ὀφείληται ὁ ἀποκρυβεὶς φόρος ὑπὸ τοῦ ἀμπελοκτήμονος, μεθ’ ὅλων τῶν ἄλλων ζημιῶν, ἃς ἐπιβάλλει ὁ νόμος εἰς τοὺς μὴ δηλώσαντας ἢ ἐλλιπῶς δηλώσαντας, ἀλλὰ θὰ βαρύνῃ τὸ κτῆμα, εἰς οἱουδήποτε χεῖρας καὶ ἂν περιῆλθε τοῦτο, καὶ πάντοτε θὰ πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ κτήματος κατὰ προτίμησιν πάσης ἐγγεγραμμένης ὑποθήκης. Οὔτε ὁ ἤδη ἐγγεγραμμένος ἐνυπόθηκος δανειστής, οὔτε ὁ ἀποκτῶν ὁπωσδήποτε ἄμπελον μὴ δηλωθεῖσαν ἢ ἐλλιπῶς δηλωθεῖσαν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, ἂν θέλῃ. Εἰς τὸν ἤδη ἐγγεγραμμένον ἐνυπόθηκον δανειστὴν τὸ ἄρθρον, ὡς τὸ τροποποιῶ, δίδει τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν ἐδηλώθη ἢ ἐλλιπῶς ἐδηλώθη ἡ ἐνυπόθηκος ἄμπελος, νὰ δηλώσῃ αὐτήν, ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀνακριβῆ δήλωσιν τοῦ ὀφειλέτου. Εἰς τὸν ἀποκτῶντα δικαίωμα ἐγγραφῆς ὑποθήκης μετὰ τὸν νέον νόμον εὔκολον ἐπίσης εἶναι, ἂν ἡ ἐνυπόθηκος ἄμπελος δὲν ἐδηλώθη ἢ ἀνακριβῶς ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου ὀφειλέτου, ἢ ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ τὴν δηλώσῃ, ἢ αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐπίσης ὁ ἀγοράζων ἄμπελον μὴ δηλωθεῖσαν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τοῦτο παρὰ τοῦ πωλητοῦ. Πάντες θὰ συνηθίσουν νὰ μὴ δέχωνται ὑποθήκας ἀμπέλων ἀδηλώτων, μηδὲ ν’ ἀγοράζουν ἢ δέχωνται εἰς ἀνταλλαγὴν ἢ προῖκα τοιαύτας. Ἐκ τούτου οὐδεμία ζημία. Ἂς φροντίζουν οἱ ἴδιοι περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων, ὁσάκις δὲν ἐφρόντισαν οἱ ἴδιοι ἰδιοκτῆται. Ἐὰν δὲν μεταχειρισθῶμεν τοιαῦτα μέσα, εἶναι φόβος, ὅτι μέγα μέρος ἀμπέλων θὰ μείνῃ ἀδήλωτον· ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ εἶναι οἱ θέλοντες, ἂν δυνηθῶσι, νὰ μὴ δηλώσωσιν αὐτάς, καὶ κοινὸν ὑπάρχει συμφέρον, δὲν καταγγέλλει ὁ εἷς τὸν ἄλλον· ἐκεῖνοι δὲ δυστυχῶς, οἱ ὁποῖοι αὐστηρῶς τηροῦσι τοὺς φορολογικοὺς νόμους, πάντοτε ἀδιαφοροῦσι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦσιν ἐκ τῆς παραβάσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ ἔχωμεν πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις λέγει, ὅτι πᾶς πολίτης δύναται νὰ καταγγείλῃ τὸν μὴ δηλώσαντα, διότι εἰς ἓν χωρίον, καὶ λόγῳ τῶν σχέσεων καὶ λόγῳ συμφέροντος, ἀλληλοβοηθοῦνται οἱ μὲν, ἀδιαφοροῦσιν οἱ ἄλλοι, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ τὸ νομοσχέδιον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι, καίτοι αὐστηρὰ ἡ διάταξις...
§244ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπραγματοποίητος.
§245ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπραγματοποίητος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον. Πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὡς ὠφελιμωτάτη, ὅσον αὐστηρὰ καὶ ἂν ἦναι.
§246ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι εἶσθε ἐνυπόθηκος δανειστὴς ἐπὶ μιᾶς ἀμπέλου, τὴν ὁποίαν εἴτε σεῖς εἴτε ὁ ὀφειλέτης σας ἐδήλωσεν, ἀλλὰ φόρον δὲν πληρώνει. Μετὰ δέκα πέντε ἔτη ἐκπλειστηριάζετε ταύτην. Θὰ προτιμηθῇ ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου, καὶ κατὰ συνέπειαν...
§247ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐδήλωσε τὴν ἄμπελον, δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις. Ὅταν δηλώσῃ τις ἀκριβῶς τὴν ἄμπελόν του, ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἂς εἰσπράξῃ τὸν φόρον· δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἄμπελος νὰ πληρώσῃ τότε καθυστεροῦντας φόρους, νὰ πληρώσῃ δηλ. αὐτοὺς κατὰ προτίμησιν τοῦ ἐνυποθήκου ἢ εἰς χεῖρας οἱουδήποτε μεταβιβασθεῖσα.
§248ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διατὶ ὄχι, ἐὰν δὲν εἰσεπράχθησαν;
§249ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἄρθρον 3, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται αἱ ὑποχρεώσεις πρὸς δηλώσεις. Ἐν αὐτῷ λοιπὸν προστίθενται ἐν τέλει τὰ ἐδάφια, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, σκοποῦντα νὰ ἐξαναγκάσωσι τὸν ἰδιοκτήτην νὰ δηλώσῃ τὴν ἄμπελόν του, ἢ νὰ τὴν δηλώσῃ ἀκριβῶς. Ἀφοῦ ἅπαξ τὴν ἐνέγραψε, δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν, καὶ τὰ ἐδάφια αὐτὰ δὲν ἐφαρμόζονται. Ἡ μὴ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων φόρων ἀκριβῶς δηλωθείσης ἀμπέλου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ἄρθρον 3.
§250ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὀφείλει ὁ δηλώσας.
§251ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ καὶ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστής, ἢ ὁ ἀγοραστής, ἢ ὁ δωρεοδόχος, ἢ ὁ προικισθεὶς δύνανται ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ τοῦ προκτήτορος νὰ δηλώσουν τὴν ἄμπελον, ἂν μὴ ἐδηλώθη.
§252ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν καθυστερῇ ἡ ἄμπελος τοὺς φόρους, δὲν θὰ τοὺς πληρώσῃ;
§253ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, καθ’ ὃν τρόπον προτείνω. Ἔχει τὰ δικαιώματα τὰ καταναγκαστικὰ τὸ Δημόσιον, ὅσα ἔχει διὰ τὴν εἴσπραξιν δυνάμει τῶν κειμένων νόμων.
§254Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ δήλωσις ἀπαλλάσσει τοῦ πραγματικοῦ βάρους τὴν ἄμπελον, καὶ ἂν δὲν πληρώσῃ;
§255ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ καταρτίσωμεν διὰ τῶν δηλώσεων ἀκριβὲς κτηματολόγιον. Θὰ τὸ καταρτίσωμεν τῇ συνδρομῇ τῶν ἰδιοκτητῶν. Πῶς; ἐξαναγκάζοντες αὐτοὺς καὶ δι’ αὐτῶν τῶν αὐστηρῶν διατάξεων, ἃς προτείνω. Ἀναγκάζοντες τοὺς ἐνυποθήκους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη ἐγγεγραμμένοι, ἢ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ ἐγγράψωσιν ὑποθήκην, ἢ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς πρόκειται ν’ ἀποκτήσωσιν ἓν πραγματικὸν δικαίωμα ἐπί τινος ἀμπέλου δι’ ἀγορᾶς ἢ ἀνταλλαγῆς ἢ δωρεᾶς ἢ προικίσεως, νὰ ἐξετάσωσιν ἂν ἡ ἄμπελος αὕτη ἦναι ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ μητρῴῳ ὡς δηλωθεῖσα, καὶ ἂν δὲν ἦναι, νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ ἴδιοι ἢ νὰ ὑποχρεώσωσι τὸν προκάτοχον νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς ἐγγραφῆς καὶ τῆς δηλώσεως. Ἐὰν ἦναι δεδηλωμένη ἡ ἄμπελος, τότε εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ πᾶν βάρος, καὶ ἐλευθέρα μεταβιβάζεται εἰς τὸν νέον ἰδιοκτήτην. Πᾶν ἄλλο βάρος εἶναι προσωπικὸν βάρος τοῦ φορολογουμένου, λόγῳ καθυστερήσεως φόρου· δὲν εἶναι πραγματικόν. Ἂς καταβάλῃ τὸν φόρον ἐξαναγκαζόμενος, ὡς πᾶς ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου.
§256ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐὰν ἦναι μὲν δεδηλωμένη, ἀλλ’ ἡ δήλωσις δὲν ἦναι ἀκριβής;
§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνακριβῶς ἐδηλώθη, καὶ ἑπομένως ἡ ἄμπελος βαρύνεται. Ἐὰν ὁ δανειστὴς ἦναι ἐπιμελής, δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο. Δὲν εἶναι δύσκολον. Ἐὰν ὁ δανειστὴς γνωρίζῃ ἄλλοθεν, π. χ. ἐκ συμβολαίου σημειοῦντος ἀκριβῶς τὴν ἔκτασιν τῆς ἀμπέλου, ὅτι αὕτη εἶναι ἀνακριβῶς δεδηλωμένη, δύναται, ἢ αὐτὸς ἢ διὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἀμπέλου, νὰ ποιήσηται συμπληρωτικὴν δήλωσιν. Ἐπὶ τέλους ἂς ἐνεργήσῃ διὰ γεωμέτρου καταμέτρησιν, ἵνα ᾖ βέβαιος. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ποιήσηται, τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν δημοσίων ἀρχῶν καὶ κανονίζεται κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ὃ θέλουσι διὰ καταμετρήσεως ἢ ἄλλου μέσου αἱ ἀρχαὶ ἐξευρίσκει τὴν ἀληθῆ ἔκτασιν τῆς ἀμπέλου, ὅταν καταγγέλληται ὡς ἐλλιπής. Πλὴν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ μητρώου εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοιαύτη διάταξις εἶναι ἀναγκαία· αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἐπαρκοῦν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται δυσάρεστοι καὶ ἐπιζήμιοι συνέπειαι διὰ τοὺς μὴ πειθομένους εἰς τοὺς νόμους, ὅπως ἐκβιασθῶσιν εἰς ἀκριβεῖς δηλώσεις.
§258Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει, ὅτι «ὀφείλει μέχρι τέλους Ἰουνίου 1899 πᾶς ἀμπελοκτήμων νὰ δηλώσῃ αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου...» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς λέξεως «ἀντιπροσώπου»; Πρέπει νὰ ἔχωσι πληρεξούσιον διὰ νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν δημάρχων διὰ τὰς δηλώσεις; Καὶ ἓν ἄλλο· εἰς τὸν τόπον μου ἔχομεν 10 ἐρημονήσους, ὅπου κατοικοῦσιν 160 οἰκογένειαι, ἀπέχουσι δὲ 10–25 μίλια τῆς Ἀμοργοῦ. Πῶς θὰ κάμωσι τὴν δήλωσιν αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐὰν τὰ ἐπικρατοῦντα μελτέμια, τὰ ὁποῖα ἄρχονται μετὰ 15 ἡμέρας, ἐμποδίσωσι τὴν μετάβασιν εἰς Ἀμοργόν;
§259Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύναται νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία διὰ τοὺς ἐκ τοιούτου λόγου ἐμποδιζομένους.
§260ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αὐτὸ ἀρκεῖ, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ἄλλως. Διὰ δὲ τὸ «δι’ ἀντιπροσώπου» παρακαλῶ νὰ κάμητε μίαν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ῥητὴ πληρεξουσιότης, ἀλλὰ μία ἐντολὴ δι’ ἐπιστολῆς. Πῶς νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτοὶ τὰς ἐνστάσεις των; Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον.
§261ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, Κύριε, θὰ βλάψῃ περισσότερον. Ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἀγράμματος...
§262Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὴν τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ πρότασιν, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν προσθήκην, διότι θὰ κατασταθῇ ἡ δήλωσις ἀβέβαιος. Ὅταν ἐν τῷ ἄρθρῳ προσθέσωμεν, ὅτι «δὲν δύναται νὰ γείνῃ συμβόλαιον, δὲν δύναται νὰ γείνῃ πιστοποιητικόν, ἐὰν δὲν προσαχθῇ ἡ ἀπόδειξις», τότε εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκές, ὅπως προέτεινε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας.
§263ΠΟΛΛΟΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Δεληγεώργη, εἰς τὴν τροπολογίαν;
§265ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιμένω, ἀλλὰ περιττὸν νὰ ψηφοφορηθῇ.
§266Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ γενομένην τροποποίησιν, παρακαλῶ νὰ μεταβληθῇ καὶ ἐνταῦθα, εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἡ λέξις «τετραετίας» εἰς «πενταετίαν». Ὡσαύτως ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, ἀντὶ «τῶν πρὸς φορολογίαν ὑποχρέων», ὡς ἔχει κατὰ τυπογραφικὸν λάθος, νὰ τεθῇ «τῶν πρὸς φόρον ὑποχρέων». Ἐπίσης ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «δὲ» ἐκ τῶν λέξεων «τὰς δὲ τῶν ἀνικάνων»· ἐν τέλει δὲ τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου, μετὰ τὰς λέξεις «ἢ ἐπίτροποι», νὰ προστεθῇ: «ἢ ἄλλοι νόμιμοι ἀντιπρόσωποι, καὶ τὰς προικῴας ἢ ἐξωπροίκους ὁ σύζυγος».
§267ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§268Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰ μέρη ὄχι ἄμπελοι, ἀλλὰ κτήματά τινα, ὡς εἶπε προχθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, τὰ ὁποῖα παράγουσι μόνον σταφυλὰς πρὸς βρῶσιν τῶν κατοίκων...
§269ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅσα σταφύλια τρώγουν, νὰ μὴ πληρώνουν (γέλωτες).
§270ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν ὑπόκεινται εἰς δήλωσιν ἄμπελοι ἔχουσαι ἔκτασιν ἐλάσσονα τοῦ ἑνὸς στρέμματος.»
§271ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχει τροπολογία περὶ τούτου.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐδῶ (ἀναγινώσκεται).
§273Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Δικαιότατον.
§274Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ ἀπασχόλησις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἅτινα θέλουσιν ἀναγκαίως ἀπασχολήσει τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν νόμων. Ἄν ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νόμῳ διατάξεις, οἷαι αἱ προτεινόμεναι ὑπὸ τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἅπασαι αἱ ἄμπελοι τῆς Ἑλλάδος οὕτω πως θὰ διαιρεθῶσιν εἰς τμήματα καὶ θὰ παρουσιάζωνται ὡς τμήματα μὴ φορολογήσιμα.
§275Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτήν, πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος νὰ γείνῃ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται τί εἶναι ἄμπελος, ἵνα οὕτως ἀποφύγωμεν τὰς πιέσεις τῶν φορολογουμένων.
§276ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἐκτελέσεως. Εἶπον καὶ προχθές, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην μορφήν, οἵα ἡ παρασταθεῖσα ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὑπάρχωσιν ἄμπελοι ἐν Εὐρυτανίᾳ, αὗται δὲν ἀποτελοῦσιν ἄμπελον φορολογήσιμον, διότι κατὰ τὰς γενομένας παραστάσεις ὑπάρχουσι μόνον κλήματα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ κρατήσωσι τὸ χῶμα, ταῦτα δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἄμπελοι.
§277ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μέχρι τοῦδε ἡ ἑρμηνεία τῶν Ὑπουργείων εἰς τὰ δικαστήρια δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ ἡ ἄμπελος, οἱ ἄνθρωποι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς χειροτέραν θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σήμερον κρατοῦντος συστήματος, διότι θὰ εὑρεθῶσιν ἔφοροι, δήμαρχοι κλπ., οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς πιέσωσι περισσότερον.
§278ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ νόμῳ δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀμπέλου, διότι πάντες γινώσκουσι, τίνα ἔχει συστατικὰ καὶ γνωρίσματα ἡ ἄμπελος.
§279ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἰς χειροτέραν θέσιν βεβαίως δὲν θὰ εὑρεθῶσι, διότι τώρα φορολογεῖται καὶ ὁ οἶνος ὁ παραγόμενος ἀπὸ κληματαριαῖς δένδρων ἐξ ἴσου καὶ ὁ οἶνος ὁ παραγόμενος ἐξ ἀμπέλων. Κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν θὰ φορολογῶνται οὔτε αἱ κληματαριαὶ τῶν δένδρων, οὔτε τὰ κλήματα, δι’ ὧν περιφράττονται ἀγροί. Ὅταν δ’ ἔχητε μίαν τοιαύτην δήλωσιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις ἔχει ὡς ἐκ περισσοῦ ἐγγραφῆ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, καὶ ἐπιμένετε, ἐπιμένετε ἀσκόπως.
§280ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τότε δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§281ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ ἐπιμένω, ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Διότι θὰ ὑπάρξωσιν οἱ γεωδαῖται μὲ ἄλλους καταμετρητὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ πιέσωσι τὸν κόσμον.
§282ΑΣΗΜ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ αἱ σταφιδάμπελοι, αἱ παράγουσαι λευκὰς σταφυλάς, ὡς αἱ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς ὑπάρχουσαι, ὑποβάλλωνται εἰς τὸν φόρον.
§283Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει εἰδικὴ φορολογία περὶ τούτων, καὶ δὲν μεταβάλλεται.
§284Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι μόνον ὑπάγονται εἰς φορολογίαν αἱ ἐν Ἀττικῇ σταφιδάμπελοι, ἀλλὰ μάλιστα ὑποβάλλονται καὶ εἰς διπλοῦν φόρον, διότι μέχρι τοῦδε ὑπεβάλλοντο εἰς φόρον καταναλώσεως καὶ εἰς τὸν στρεμματικόν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ περιβολίων, ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ ἀλλεπάλληλοι ἀποφάσεις ἀνωτέρων δικαστηρίων, κυρώσασαι τὴν τοιαύτην διπλῆν, ἀλλ’ ἄδικον, φορολογίαν.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4.
§286ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ δήλωσις συντάσσεται εἰς διπλοῦν ἐπὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κανονισθησομένων ἐντύπων, καὶ ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ δηλοῦντος ἐνώπιον τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, παρ’ ἧς βεβαιοῦται ἡ πρᾶξις τῆς ὑπογραφῆς. Ὁ δήμαρχος, παραλαμβάνων τὴν δήλωσιν, ὀφείλει νὰ μεταγράψῃ αὐτὴν εἰς τὸ κανονισθησόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν βιβλίον μεταγραφῆς τῶν δηλώσεων, τηρούμενον κατὰ χωρίον καὶ κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν δηλώσεων, ἀριθμῶν δὲ ἀμφότερα τὰ φύλλα τῆς δηλώσεως, κατὰ τὸ βιβλίον τῆς μεταγραφῆς, καὶ βεβαιῶν ἐπ’ αὐτῶν τὸ ἀπαράλλακτον τοῦ περιεχομένου τῶν δύο φύλλων, τὴν ταυτότητα τοῦ δηλωτοῦ ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου του καὶ τὴν μεταγραφὴν τῆς δηλώσεως, ἐπιστρέφει ἀμέσως τὸ ἕν τῶν φύλλων τῆς δηλώσεως εἰς τὸν δηλωτήν. Τοῦ δηλωτοῦ ὄντος ἀγραμμάτου, ὑπογράφεται ἡ δήλωσις παρ’ ἑνὸς μάρτυρος, κατ’ ἐντολὴν τοῦ δηλωτοῦ, βεβαιοῦται δὲ τοῦτο ὑπὸ τοῦ δεχθέντος τὴν δήλωσιν. Ἂν ὁ δήμαρχος ἀρνῆται νὰ παραλάβῃ τὴν δήλωσιν, δύναται ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ὑποχρεούμενος νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν νὰ τὴν παραδώσῃ μέχρι τῆς 3 Ἰουλίου 1899 εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον ἢ εἰρηνοδίκην· ἀμφότεροι δ’ οὗτοι ὀφείλουσι νὰ διαβιβάσωσιν, ἐπὶ ἀποδείξει, τὰς παραδοθείσας αὐτοῖς δηλώσεις εἰς τὸν δήμαρχον, ὑποχρεούμενον νὰ μεταγράψῃ τὰς δηλώσεις ταύτας εἰς τὸ βιβλίον μεταγραφῆς δηλώσεων.»
§287ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Θὰ παρακαλέσω, ἀντὶ τῆς λέξεως «παραδώσῃ» νὰ τεθῇ «ἐπιδώσῃ», διότι δὲν ἔχομεν ὀλίγα τὰ παραδείγματα ἀναφορῶν ἢ δηλώσεων παραδιδομένων ἐγκαίρως ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου, ἐκτελέσαντος τὸ προσῆκον, καὶ ὑποχρεουμένου ἐν τούτοις.
§288ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχρεοῦται ὁ δήμαρχος νὰ παραδίδῃ ἀμέσως τὸ ἀντίτυπον. Διὰ τῆς τροπολογίας σας ἐπιβάλλετε εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ πληρώσῃ χαρτόσημον (διάλογοι). Ὁ δήμαρχος τότε δὲν θὰ δέχηται καμμίαν δήλωσιν, ἐὰν δὲν τὴν ἐπιδώσῃ δικαστικὸς κλητήρ.
§289ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἁπλῆν παρατήρησιν ὑπέβαλον, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν ζημίας ἐξ ἀπωλείας ἀναφορῶν οὕτω παραδοθεισῶν. Παρακαλῶ δὲ προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ τελευταίου μέρους τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, διότι εἶναι ἐσφαλμένη καὶ δύναται νὰ γεννήσῃ ὑποχρεώσεις (ἀναγινώσκει): «Ἄν ὁ δήμαρχος ἀρνῆται νὰ παραλάβῃ τὴν δήλωσιν, δύναται ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ὑποχρεούμενος νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν νὰ τὴν παραδώσῃ μέχρι τῆς 3 Ἰουλίου 1899 εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον ἢ εἰρηνοδίκην...» Ἔπειτα δὲ λέγει: «ἀμφότεροι δὲ οὗτοι ὀφείλουσι νὰ διαβιβάσωσιν ἐπὶ ἀποδείξει τὰς παραδοθείσας αὐτοῖς δηλώσεις εἰς τὸν δήμαρχον, ὑποχρεούμενον νὰ μεταγράψῃ τὰς δηλώσεις ταύτας εἰς τὸ βιβλίον μεταγραφῆς τῶν δηλώσεων». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι ὑπόχρεοι καὶ οἱ δύο νὰ διαβιβάσωσι τὰς δηλώσεις εἰς τὸν δήμαρχον, καίτοι ὁ εἷς μόνον θὰ ἔχῃ δήλωσιν, ὁ δ’ ἕτερος δὲν θὰ ἔχῃ.
§290Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς δηλώσεως· δύνανται καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος νὰ λάβωσι πολλὰς δηλώσεις.
§291ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι ἀμφότεροι.
§292ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἑξῆς φράσεις ἐκ τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 4: «Τοῦ δηλωτοῦ ὄντος ἀγραμμάτου, ὑπογράφεται ἡ δήλωσις παρ’ ἑνὸς μάρτυρος, κατ’ ἐντολὴν τοῦ δηλωτοῦ». Τοῦτο νὰ διαγραφῇ, διότι εἶναι πολὺ δύσκολος ἡ εὕρεσις μάρτυρος ἐγγραμμάτου. Νὰ βεβαιοῖ τὴν δήλωσιν ὁ δήμαρχος, καὶ ὄχι ὁ μάρτυς. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἡ φράσις: «Ἂν ὁ δήμαρχος ἀρνῆται νὰ παραλάβῃ.» Σᾶς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτι ἤδη ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τεθῆ ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ φέρει τὴν δυσκολίαν, ὅτι πολλοὶ σχολαστικοὶ ἔφοροι ἢ εἰρηνοδίκαι ζητοῦσι νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀρνεῖται ὁ δήμαρχος νὰ παραλάβῃ, ἵνα παραλάβωσιν αὐτοί.
§293Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλὰ, ἂς διαγραφῇ. Νὰ προστεθῇ δὲ καὶ ὁ ἀστυνόμος μετὰ τὸν εἰρηνοδίκην. Ὥστε τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου θὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ὑποχρεούμενος εἰς δήλωσιν δύναται νὰ τὴν παραδώσῃ μέχρι τῆς 3 Ἰουλίου 1899 εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον, εἰρηνοδίκην ἢ ἀστυνόμον, εἰς οὗ τὴν δικαιοδοσίαν ὑπάγεται ἡ ἄμπελος. Οὗτοι ὀφείλουσι νὰ διαβιβάσωσιν, ἐπὶ ἀποδείξει, τὰς παραδοθείσας αὐτοῖς δηλώσεις εἰς τὸν δήμαρχον, ὑποχρεούμενον νὰ μεταγράψῃ τὰς δηλώσεις ταύτας εἰς τὸ βιβλίον μεταγραφῆς δηλώσεων.»
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5.
§295ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὴν ἑσπέραν τῆς τετάρτης Ἰουλίου 1899 ὁ δήμαρχος κλείει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὸ βιβλίον τῆς μεταγραφῆς τῶν δηλώσεων, ἐντὸς δὲ δέκα καὶ πέντε ἡμερῶν ὀφείλει νὰ καταρτίσῃ ἐπὶ ἐντύπων ἀποσπάσματα τοῦ βιβλίου καθ’ ἕκαστον χωρίον καὶ ν’ ἀποστείλῃ αὐτὰ πρὸς τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους, ἤ, ἐν ἐλλείψει αὐτῶν, πρὸς τοὺς ἐφημερίους τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου του χωρίων, ἤ, ἐν οἷς χωρίοις ὑπάρχει εἰρηνοδικεῖον ἢ δημοτικὸν σχολεῖον, πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν δημοδιδάσκαλον. Ἐντὸς τῆς ἐν τῷ ἀνωτέρῳ ἐδαφίῳ διορίας ὁ δήμαρχος, ἀναγράφων εἰς ἰδίαν στήλην τοῦ βιβλίου τῆς μεταγραφῆς τῶν δηλώσεων ἰδίας παρατηρήσεις ἐπὶ ἑκάστης δηλώσεως, καὶ προσθέτων κάτωθι τῆς μεταγραφῆς δηλώσεων ἑκάστου χωρίου τοὺς μὴ ὑποβαλόντας δήλωσιν ἀμπελοκτήμονας καὶ τὴν ἔκτασιν, ἣν ἕκαστος παρέλειψε νὰ δηλώσῃ, ἀποστέλλει τὸ βιβλίον τῆς μεταγραφῆς μετὰ τῶν δηλώσεων εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον.»
§296Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἑσπέρας τῆς 4 Ἰουλίου δὲν εἶναι ἡ ἀνάλογος, διότι ἀπὸ τῆς 3 Ἰουλίου μέχρι τῆς 4 δὲν θὰ ἔχωσιν ὁ ἔφορος ἢ ὁ εἰρηνοδίκης τὸν καιρὸν νὰ ἀποστέλλωσι τὰς δηλώσεις εἰς τὸν δήμαρχον. Ἄς τεθῇ «μετὰ 10 ἡμέρας».
§297Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ «τῆς τετάρτης Ἰουλίου» ἂς τεθῇ «μέχρι τῆς πέμπτης» ἢ καὶ «μέχρι τῆς ὀγδόης Ἰουλίου».
§298ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, «μέχρι τῆς ὀγδόης». Εἰς τὸν ἕκτον στίχον τοῦ πρώτου ἐδαφίου ἀναγράφεται: «ἢ ἐν ἐλλείψει αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐφημερίους τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου του χωρίου κτλ. ἢ τὸν δημοδιδάσκαλον». Τὸ «ἢ τὸν δημοδιδάσκαλον» νὰ διαγραφῇ, διότι ὁ δημοδιδάσκαλος διὰ τοῦ νόμου τούτου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ τὰς δεούσας παρατηρήσεις, τίς ἐδήλωσεν ἢ τίς δὲν ἐδήλωσεν, ἢ τίς ἐδήλωσεν ἐλλιπῶς. Προσέτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἀμέσως κατωτέρω ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαβὼν κατὰ τὸ ἄρθρον 5 παρὰ τοῦ δημάρχου τὸ ἀποσταλὲν ἀπόσπασμα βιβλίου μεταγραφῆς ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ αὐτὸ ἐν τῷ ἰδίῳ γραφείῳ. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ! ἔχει ἴδιον γραφεῖον ὁ εἰδικὸς πάρεδρος ἢ ὁ ἐφημέριος;
§299Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ ἐπιμένετε, διότι τοῦτο γίνεται πάντοτε.
§300ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσέξατε, διότι μὲ τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας ἔχετε εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, θὰ πᾶνε ὅλοι οἱ παπάδες εἰς τὴν φυλακὴν (ἱλαρότης).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, συναινέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένετο ἡ ἑξῆς μόνον τροποποίησις. Εἰς τὸν πρῶτον στίχον, ἀντὶ «τετάρτης Ἰουλίου» ἐτέθη «ὀγδόης Ἰουλίου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§302Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐνταῦθα, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, νὰ τεθῇ «πενταετίας» ἀντὶ «τετραετίας».
§303Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὸν δεύτερον στίχον τοῦ πρώτου ἐδαφίου ἀναφέρεται, ὅτι συμπράττει καὶ ὁ ἐφημέριος. Ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστόν, ἐλάχιστα χωρία ὑπάρχουσιν, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται εἷς μόνον ἐφημέριος. Πρέπει λοιπὸν νὰ διασαφηνισθῇ, ἐὰν θὰ λαμβάνῃ μέρος ὁ ἀρχαιότερος ἐφημέριος, ἢ οἱοσδήποτε τῶν ἐφημερίων.
§304Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πάντοτε ὁ πρεσβύτερος συγκεντρώνει πάντα ταῦτα.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν δήμων ἡ ἐπιτροπή, καλουμένη παρὰ τοῦ δημάρχου, ἀπαρτίζεται παρ’ αὐτοῦ καὶ τεσσάρων ἀμπελοκτημόνων ἐκ τῶν ἐχόντων μεγαλειτέραν ἔκτασιν ἀμπέλων.»
§306Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ ἐνταῦθα νὰ μὴ προστεθῇ καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, ὡς ἐγγύησις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς;
§307ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει πανταχοῦ εἰρηνοδίκης.
§308Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς προστεθῇ καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, ὡς ἑξῆς: «...ἀπαρτίζεται παρ’ αὐτοῦ, τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐὰν ἑδρεύῃ τοιοῦτος ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου, καὶ τεσσάρων ἀμπελοκτημόνων» κλπ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9, ὡς ἔχουσι).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§310ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο τὸ ἄρθρον εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ὅπως ἐκφράσῃ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, μεταχειρίζεται διαφόρους ἐκφράσεις. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὁρίζεται ποῖος εἶναι ἀμπελοκτήμων, ἡ δὲ διάταξις καλῶς ἔχει ἐκεῖ, καὶ ὁμοιάζει πρὸς τὰς διατάξεις, ἃς συνηθίζουσιν οἱ ἀγγλικοὶ νόμοι νὰ περιλαμβάνωσι πρὸς ὁρισμὸν τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 3: «Πᾶς ἀμπελοκτήμων, ἤτοι κύριος ἢ κάτοχος ἢ ἐμφυτευτὴς ἢ ἐπικαρπωτὴς ἀμπέλου...» Ἔχομεν λοιπὸν ἐνταῦθα τὸν ὁρισμὸν τῆς λέξεως «ἀμπελοκτήμων». Ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 10, ὅπερ συζητοῦμεν, ἀκούσατε πῶς ἐκφράζεται ὁ νομοθέτης: «Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς καταμετρήσεως νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ ταύτης τὴν ἁρμοδίαν δημοτικὴν ἀρχήν. Ἐὰν πρόκειται νὰ καταμετρηθῶσι δεδηλωμέναι ἤδη ἄμπελοι, λόγῳ ἐλαττωματικῆς δηλώσεως, ἢ ἄμπελοι ἀνήκουσαι εἰς γνωστοὺς ἰδιοκτήτας, ὡς μὴ δηλωθεῖσαι, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει νὰ εἰδοποιήσῃ δι’ εἰδικῆς προσκλήσεως, ἐπιδιδομένης κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητὰς τῶν ἀμπέλων τούτων, ὅπως παρασταθῶσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καταμετρήσεως. Προκειμένου περὶ καταμετρήσεως ἀμπέλων, ὧν ἄγνωστοί εἰσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἢ καλλιεργηταὶ, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει διὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ ἀμπελοκτήμονας διὰ προγράμματος, ὅπερ ἐπιμελείᾳ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς δημοσιεύεται διὰ τοιχοκολλήσεως εἰς τὰ παρεδρεῖα καὶ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγνώσεως, ἐπὶ ἀποδείξει τῶν ἱερέων, πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς καταμετρήσεως.» Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ διορθωθῶσι διὰ τῆς λέξεως ἀμπελοκτήμονες.
§311Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἔχω. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὀφείλει νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τῆς ἡμέρας τῆς καταμετρήσεως. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν δὲν προφθάνει ὁ γεωμέτρης νὰ καταμετρήσῃ ὅλας τὰς ἀμπέλους, ὅπως συμβαίνει τοῦτο νὰ γίνηται τώρα εἰς τὰς καταμετρήσεις τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Δὲν πρέπει νὰ εἰδοποιῶνται ἐκ νέου οἱ ἀμπελοκτήμονες κατὰ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἢ οἱ ἰδιοκτῆται ἢ καλλιεργηταὶ καθ’ ἡμᾶς, περὶ τῆς ὁρισθησομένης νέας ἡμέρας;
§312Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως· ἐὰν ὁ γεωμέτρης δὲν μεταβῇ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν, θὰ γείνῃ νέα εἰδοποίησις δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§313ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἦναι ἄγνωστοι, πῶς θὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος;
§314ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ προγράμματος, λέγει ὁ νόμος.
§315Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ δίδεται ἐξουσία καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί ὑπηγόρευσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταμετρήσεις, διότι, κατὰ τὰ φαινόμενα, βεβαίως πρόκειται περὶ ἐξελέγξεως τῆς ἐργασίας πρὸς καταρτισμὸν ἀκριβοῦς κτηματολογίου, διότι λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ «λαμβάνουσα ἰδίας πληροφορίας, ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν, ἂν ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ἐνεργηθῇ καταμέτρησις τῶν μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς δηλωθεισῶν ἀμπέλων ὡρισμένου δήμου, χωρίου ἢ θέσεως. Τὸ ἐπὶ τούτῳ συνταχθὲν πρωτόκολλον ὑποβάλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ δύναται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ν’ ἀπορρίψῃ τὴν ὑπὲρ τῆς καταμετρήσεως γνώμην τῶν ἀρχῶν τούτων». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξουσίαν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καταμέτρησις τῶν μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς δηλωθεισῶν ἀμπέλων; ποῦ στηριζομένη, πόθεν ἄλλοθεν θὰ λάβῃ πληροφορίας, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῆς μὴ καταμετρήσεως τῶν μὴ δηλωθεισῶν ἀμπέλων, καὶ διατί ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίπτῃ τὴν ὑπὲρ τῆς καταμετρήσεως γνώμην τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν; Πρόκειται τάχα περὶ ἀποφάσεως ἐπὶ δυσκόλου τινὸς ζητήματος καὶ ἐπιφυλάττει ἑαυτῷ τὴν τελείαν γνώμην ὁ Ὑπουργός;
§316Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους γενικῶς ἐπαναλαμβάνεται ἡ διάκρισις αὕτη. Αἱ ἀρχαὶ συνέρχονται καὶ γνωμοδοτοῦσι, καὶ ἐν τῷ συντασσομένῳ πρωτοκόλλῳ ἐκθέτουσι τοὺς δικαιολογοῦντας τὴν γνώμην των λόγους, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ ἐὰν πεισθῇ ὅτι πρόκειται περὶ ἐλαχίστων, καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως θὰ ἦναι σχετικῶς πολλὰ, δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ γείνῃ καταμέτρησις.
§317ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἰς τὰς νήσους δὲν ὑπάρχουν γεωμέτραι καὶ δὲν καταμετροῦσι τὰς ἀμπέλους κατὰ στρέμμα (θόρυβος καὶ διαλογικαὶ συζητήσεις).
§318Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς γενομένας παρατηρήσεις, παρακαλῶ νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου λεκτικαί τινες διορθώσεις. Οὕτως ἐν στίχῳ πέμπτῳ, ἀντὶ «ἰδιοκτήτας», νὰ τεθῇ «ἀμπελοκτήμονας», ἐν στίχῳ ηʹ, ἀντὶ «τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητὰς», νὰ τεθῇ «τοὺς ὑποχρεουμένους εἰς δήλωσιν», ἐν στίχῳ ἑνδεκάτῳ, ἀντὶ «οἱ ἰδιοκτῆται ἢ καλλιεργηταὶ», νὰ τεθῇ «οἱ ὑποχρεούμενοι εἰς δήλωσιν», καὶ ἐν στίχῳ δεκάτῳ τρίτῳ, ἀντὶ «τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ ἀμπελοκτήμονας», νὰ τεθῇ «αὐτούς».
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11.
§320ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ καταμέτρησις ἐνεργεῖται ὑπὸ δημοσίου γεωμέτρου ἢ ἄλλου τεχνικοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, συντάσσεται δὲ ἴδιον πρωτόκολλον δι’ ἑκάστην καταμέτρησιν εἰς τόσα ἀντίτυπα, ὅσοι εἰσὶν οἱ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου συνυπόχρεοι, ὑπογραφόμενον ὑπὸ τοῦ γεωμέτρου, τοῦ ἀμπελοκτήμονος καὶ τοῦ δημοτικοῦ ἢ εἰδικοῦ παρέδρου, ἂν κληθέντες οὗτοι παρεστάθησαν κατὰ τὴν καταμέτρησιν. Ἀρνουμένων τούτων νὰ ὑπογράψωσιν, ὁ γεωμέτρης ποιεῖται περὶ τούτου μνείαν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο κοινοποιεῖται ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν παρευρεθέντα κατὰ τὴν καταμέτρησιν ἀμπελοκτήμονα. Τούτου ἀπόντος ἢ ἀρνουμένου νὰ παραλάβῃ τὸ πρωτόκολλον, κοινοποιεῖται τοῦτο διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τῇ παραγγελίᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ γεωμέτρου καὶ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου, εἰς τὸν ἀμπελοκτήμονα ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Τὰ ἀποδεικτικὰ τῆς ἐπιδόσεως συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Εἰς τὰ πρωτόκολλα ἀναγράφονται ἡ ὅλη ἔκτασις τῆς ἀμπέλου καὶ τὰ μήκη τῶν πλευρῶν, ἡ ὑπὸ τοῦ ἀμπελοκτήμονος δηλωθεῖσα, ἡ πλεονάζουσα, τὰ ὅρια τῆς ἀμπέλου, ἡ θέσις καὶ ἡ περιφέρεια κατὰ χωρίον καὶ δῆμον, ἐν ᾗ κεῖται ἡ ἄμπελος.»
§321ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν καταμέτρησιν νὰ παρίσταται καὶ ὁ ἀστυνόμος.
§322Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἤθελον ἔχει δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ ἀφίνῃ τὰς κυρίας ἐργασίας του καὶ ν’ ἀσχολῆται εἰς τοιαῦτα ἔργα.
§323Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωρίζω τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι καθ’ ἡμέραν χώραν ἐκ συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν γεωμετρῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Πρέπει καὶ εἰς αὐτὰς νὰ θέσῃ ὁ νόμος περιορισμοὺς, διότι μεγάλαι αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τυφλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς καταμετρήσεις τῶν γεωμετρῶν, διότι πολλοὶ αὐτῶν εἶναι εὐάλωτοι. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσθήκην τῶν ἑξῆς δύο ἐδαφίων εἰς τὸ ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκει): Ἐδ. βʹ. «Πᾶσα περὶ τὴν καταμέτρησιν τῆς ἀμπέλου ἀνακρίβεια τοῦ δημοσίου γεωμέτρου ἢ τεχνικοῦ ὑπαλλήλου θεωρεῖται ὡς ἐν γνώσει παρ’ αὐτοῦ γενομένη, καὶ ὑποβάλλει αὐτὸν εἰς τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 28 ἐδαφ. αʹ, καθιστῶσα σύναμα ὑπεύθυνον πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ πᾶσαν ἀποζημίωσιν.» Ἐδ. γʹ. «Ἡ ἀνακριβὴς αὕτη καταμέτρησις δὲν ἀπαλλάττει τὸν ἀμπελοκτήμονα τοῦ λόγῳ αὐτῆς ἀποκρυβέντος φόρου, ὑποβάλλει δ’ αὐτὸν καὶ εἰς τὰς ἄλλας συνεπείας τοῦ παρόντος νόμου.» Τὴν διάταξιν θεωρῶ ἀναγκαίαν, ἵνα καταστήσω προσεκτικὸν τὸν γεωμέτρην ἢ τὸν μηχανικόν. Τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ διὰ τὸν ἰδιοκτήτην, ἵνα μὴ νομίζῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀνακριβοῦς καταμετρήσεως ἠσφαλίσθη κατὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.
§324Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11 ἀναγράφεται, ὅτι ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις σημειοῦνται, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου ἐξέλεγξις τῆς καταμετρήσεως τῶν ἀμπέλων, ἐκτὸς τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν καὶ τὰ μήκη τῶν πλευρῶν των. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐξελέγξεως γεωμετρικῆς ἐργασίας, μόνον τὸ μῆκος τῶν πλευρῶν ἑνὸς οἱουδήποτε σχήματος εἶναι ἀνεπαρκές· διότι, ἵνα δοθῶσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξελέγξεως τῆς καταμετρήσεως, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῶσι πρὸς τούτοις καὶ αἱ γωνίαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας αἱ πλευραὶ τέμνονται, πρᾶγμα ἄλλως εὐκολώτατον, διότι ὁ γεωμέτρης, ἂν μεταχειρισθῇ πρὸς τοῦτο οἱονδήποτε ἐργαλεῖον, μόνον τὸ μῆκος μιᾶς γραμμῆς ὀφείλει νὰ λάβῃ, καὶ μετὰ τοῦτο θὰ προσέξῃ εἰς τὰς γωνίας.
§325ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον· τὸ μῆκος τῶν πλευρῶν εἶναι ἀρκετόν (διάλογοι).
§326ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂν τὸ ἔλεγεν αὐτὸ ἄλλος τις, θὰ ἐσιώπων. Νὰ τὸ λέγητε ὅμως ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε καθηγητὴς τῶν μαθηματικῶν, δὲν πρέπει.
§327ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Στάης.
§328ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶσθε μᾶλλον ἀδικαιολόγητος τοῦ κ. Στάη ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶσθε μόνον μαθηματικός, ὡς ἐκεῖνος, ἀλλὰ καὶ γεωμέτρης καὶ ἀρχιτέκτων. Ἰδοὺ δὲ διατί. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε σχῆμα τετράπλευρον καὶ ὀρθογώνιον καὶ ὅτι τὸ μῆκος τῶν πλευρῶν αὐτοῦ ὅλον εἶναι ἑνὸς μέτρου· τὸ ἐμβαδὸν τοῦ σχήματος τούτου βεβαίως θὰ ἦναι ἑνὸς τετραγωνικοῦ μέτρου. Ὑποθέσατε ἐξ ἄλλου, ὅτι ἔχετε σχῆμα, τοῦ ὁποίου αἱ πλευραὶ ἔχουσι μῆκος ἑνὸς μέτρου ἐπίσης, ἀλλ’ ὅτι αἱ γωνίαι εἶναι ἄνισοι, ἤτοι αἱ δύο ἀμβλύταται καὶ αἱ δύο ὀξύταται· θὰ ἔχητε, νομίζετε, τὸ αὐτὸ ἐμβαδόν; Ὄχι βεβαίως. Ἂν δὲν γνωρίζῃ λοιπὸν ὁ ἐξελέγχων καὶ τὰς γωνίας, οὐδὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ. Ὥστε μετὰ τὴν λέξιν «πλευρῶν» προσθετέον «καὶ αἱ γωνίαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας αὗται τέμνονται». Τότε θὰ ἔχωμεν τὰ πρὸς ἐξέλεγξιν ἀπαιτούμενα στοιχεῖα.
§329ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει καλῶς. Αἱ πλευραὶ δὲν δίδουσιν ἀληθῶς τὸ ἐμβαδόν, εἴθισται ὅμως εἰς ὅλα τὰ κτηματολόγια ν’ ἀναγράφηται τὸ μῆκος τῶν πλευρῶν, καὶ χρησιμεύει τοῦτο εἰς αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην πρὸς ἐξέλεγξιν. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, μετὰ τὰς ἐν στίχ. 1–2 λέξεις «ἡ ὅλη ἔκτασις τῆς ἀμπέλου», αἱ λέξεις «ἐν σχεδιογραφήματι ἐμφαίνοντι τὰς γωνίας».
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12.
§332ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ὅρια τῶν ἀμπέλων ὑποδεικνύουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες, τούτων δὲ προσκαλουμένων καὶ μὴ ἐμφανιζομένων, διορίζεται εἰς βάρος αὐτῶν ὁριοδείκτης ὑπὸ τοῦ παρισταμένου κατὰ τὴν καταμέτρησιν δημοτικοῦ ἢ εἰδικοῦ παρέδρου, ἐν περιπτώσει δὲ ἀπουσίας καὶ τούτων, προσλαμβάνεται ὁριοδείκτης ὑπὸ τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν καταμέτρησιν ὑπαλλήλου, ἐπὶ ἡμερησίᾳ ἀποζημιώσει δραχμῶν τριῶν ἕως τεσσάρων, προκαταβαλλομένῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καταλογιζομένη εἰς βάρος τῶν ἀμπελοκτημόνων, κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀμπέλου ἑκάστου τούτων, καὶ εἰσπραττομένῃ διοικητικῶς. Ὁριοδείκτης διορίζεται ὡσαύτως, καὶ ὅταν ἐγείρηται εἰς τὸν γεωμέτρην ὑπόνοια, ὅτι τὰ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων ὅρια δὲν εἶναι τὰ πραγματικά.»
§333ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ βάρη τῆς καταμετρήσεως πρέπει νὰ βαρύνωσι τὸν κληθέντα καὶ μὴ προσελθόντα. Διατὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες οἱ συμμορφωθέντες μὲ τὸν νόμον νὰ βαρύνωνται μὲ τὰ τέλη;
§334ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὁ ὁριοδείκτης εἶναι ἐγγράμματος.
§335Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ «ἐπὶ ἡμερησίᾳ ἀποζημιώσει δραχμῶν τριῶν ἕως τεσσάρων» νὰ τεθῇ μόνον «ἐπὶ ἡμερησίᾳ ἀποζημιώσει δραχμῶν τριῶν». Ἐν τέλει δὲ τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἀντὶ τῶν λέξεων «τῆς ἀμπέλου ἑκάστου τούτων», νὰ τεθῇ «τῆς εἰς ἕκαστον τούτων ἀνηκούσης ἀμπέλου, ἧς τὸν φόρον προσεπάθησε νὰ ἀποφύγῃ».
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13.
§337ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ πρωτόκολλα τῆς καταμετρήσεως εἰσι διοικητικῶς ἐκτελεστὰ ὡς πρὸς τὸν ἁπλοῦν φόρον. Κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς καταμετρήσεως ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτοῦ, μόνον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· αʹ) διὰ παράβασιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου τύπων, ὧν ἡ τήρησις ἐπιβάλλεται κατὰ τὸν παρόντα νόμον, καὶ βʹ) διὰ λογιστικὰ σφάλματα ἢ ἀνακρίβειαν τῆς καταμετρήσεως ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς καταμετρηθείσης ἀμπέλου. Πᾶσα προσφυγὴ ἀπορρίπτεται ὡς ἀπαράδεκτος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν αὕτη δὲν ὁρίζῃ τὸν τύπον, οὗ ἐγένετο παράβασις, ἢ τὸ παρεισφρῆσαν λογιστικὸν σφάλμα.»
§338Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ μίαν παρατήρησιν ἔχω. Πῶς θὰ ἐξελέγξητε τὴν καταμέτρησιν, ἀφοῦ ἐξέλεγξιν δὲν ὑπάρχει;
§339Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ παραβάσεως τύπων καὶ περὶ σφαλμάτων λογιστικῶν, δηλαδὴ ὅταν φαίνηται ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου, ὅτι ἐγένετο ἓν σφάλμα λογιστικόν.
§340ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, θεωρῶ ἄτοπον νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον ἡ ἐκδίκασις τῆς παραβάσεως τῶν τύπων καὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον (θόρυβος καὶ διαλογικαὶ συζητήσεις).
§341Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἐκτὸς τῶν δύο περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 13, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀμπελοκτήμονα, τὸν ποιήσαντα δήλωσιν, εἴτε ἐκ πλάνης εἴτε ἐκ κακῆς καταμετρήσεως, ἀνακριβῆ, νὰ δύναται ἐπίσης νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁσάκις τυχὸν ἐδήλωσεν ἐκ πλάνης μεγαλειτέραν ἔκτασιν τῆς ἀληθοῦς· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ὅτι δικαιοῦται ν’ ἀναζητήσῃ τοὺς φόρους, οὓς ἀχρεωστήτως κατέβαλε. Δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ μόνον τοὺς φόρους τοῦ μέλλοντος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκριβοῦς ἐκτάσεως τῆς ἀμπέλου του.
§342Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14.
§344ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶς, πρὸς ὃν ἐκοινοποιήθη τὸ πρωτόκολλον, δύναται ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τοῦ πρωτοκόλλου, δι’ ἀνακοπῆς κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται ἡ ἄμπελος, κοινοποιουμένης πρὸς αὐτόν, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, καὶ ἄνευ κοινοποιήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν ἁπάντων τῶν κατ’ αὐτοῦ συνταχθέντων πρωτοκόλλων δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, πλὴν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Αἱ ἀνακοπαὶ αὗται εἰσάγονται ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς ἕδρας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, δικάζονται δὲ τὴν πρώτην τοῦ Εἰρηνοδικείου δικάσιμον μετὰ 8 ἡμέρας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεώς των καὶ κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης δίκης. Αἱ ὁριστικαὶ μόνον ἀποφάσεις ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν, ἐὰν τὸ ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς ὑπερβαίνῃ τὰς 60 δραχμάς. Ἡ ἔφεσις κοινοποιεῖται εἰς τὸν αὐτὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ δικάζεται ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου ὡς προτετιμημένη εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ δικάσιμον μετὰ 8 ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως ἡμέρας. Αἱ προθεσμίαι τοῦ παρόντος ἄρθρου δὲν παρατείνονται λόγῳ τῆς κατοικίας τῶν διαδίκων. Οἱ πρὸς ἀπόδειξιν ἢ ἀνταπόδειξιν τῆς ἀνακοπῆς μάρτυρες καλοῦνται πρὸ τριῶν ἡμερῶν τῆς ἡμέρας τῆς ἐξετάσεώς των. Τὰ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἀκυρούμενα πρωτόκολλα διατηροῦσι τὴν ἰσχὺν αὐτῶν ὡς πρὸς τὸν ἀληθῆ κύριον ἢ κάτοχον τῶν δι’ αὐτῶν καταμετρηθεισῶν ἀμπέλων, καὶ κοινοποιοῦνται πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου.
§345ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν τροπολογίαν μου, πρὸς τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν στοργήν. Ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς: «παρατεινομένης λόγῳ τῆς ἀποστάσεως τῆς προθεσμίας»· διότι δυνατὸν ὁ μάρτυς νὰ κατοικῇ μακρὰν τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§346ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὰς παρατηρήσεις μου. Πρῶτον θὰ ζητήσω νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ἡ προθεσμία τῆς ἐφέσεως. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν εἰς τοὺς πρώτους στίχους τοῦ ἄρθρου 14. «Πᾶς, πρὸς ὃν ἐκοινοποιήθη πρωτόκολλον, δύναται νὰ ἀνακόψῃ». Ἀλλὰ διατί δὲν δύναται καὶ ἐκεῖνος, πρὸς ὃν δὲν ἐκοινοποιήθη, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ συγκοινωνός, ὅστις ὑποχρεοῦται ἐκ τοιαύτης παραλείψεως; διατί νὰ τὸν ἐκθέσητε εἰς τοιαύτην ζημίαν; Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ, ὅτι πᾶς ὁ ἐνδιαφερόμενος δύναται νὰ ἀνακόψῃ.
§347ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ νὰ προστεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 καὶ ἐν τέλει τῆς δευτέρας αὐτοῦ παραγράφου, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης, ἐκκρεμοῦς οὔσης τῆς ἐπὶ προσφυγῇ ἢ ἀνακοπῇ δίκης, δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς διοικητικῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου μέχρις ἐκδόσεως τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεώς του· διότι παρομοίαν διάταξιν εὐλόγως περιέχει καὶ ὁ ͵ΒΠʹ νόμος, προκειμένου περὶ πρωτοκόλλων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀδηλώτων οἴνων.
§348ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακοπῆς».
§349Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις, ὧν τινας ἀποδέχομαι, παρακαλῶ νὰ ἐπενεχθῶσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις ἐν τῷ ἄρθρῳ 14. Ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ «Πᾶς, πρὸς ὃν ἐκοινοποιήθη πρωτόκολλον», νὰ τεθῇ «Πᾶς ἀμπελοκτήμων». Ἐν στίχῳ 8–9 ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «πλὴν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον». Ἐν στίχῳ δεκάτῳ ἕκτῳ, μετὰ τὰς λέξεις «οἰκονομικὸν ἔφορον», νὰ προστεθῇ: «ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου». Μετὰ δὲ τὴν ἐν στίχῳ δεκάτῳ ἐννάτῳ λέξιν «ἡμέρας» νὰ προστεθῇ: «Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου δὲν ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις». Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου ν’ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρος.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§351ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ δεχθοῦν νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ.
§352ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! νὰ τελειώσωμεν.
§353ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις παρατάσεως τῆς συζητήσεως· ἀλλὰ ὑπάρχουν τόσαι παρατηρήσεις, αἵτινες δὲν μοὶ φαίνονται ὅλαι ἄξιαι ἀπορρίψεως. Ὥστε, καὶ ἂν παραταθῇ μέχρι τῆς πρωΐας ἡ συζήτησις, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, καὶ αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον νὰ ἦναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§354Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 50′ πρὸ μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης).