| 1413 | 1893 | Προϋπολογισθέντα | Βεβαιωθέντα | Ἐισπραχθέντα | |
| 1414 | Ἔγγειος φόρος | 2,903,480 | 2,505,947.36 | 1,894,667.37 | |
| 1415 | Δικαίωμα καταναλώσεως | 350,000 | 300,502.33 | 228,575.82 | |
| 1416 | 1894 | ||||
| 1417 | Ἔγγειος φόρος | 1,848,000 | 2,813,530.98 | 1,950,414.36 | |
| 1418 | Δικαίωμα καταναλώσεως | 350,000 | 353,639.18 | 281,607.84 | |
| 1419 | 1895 | ||||
| 1420 | Ἔγγειος φόρος | 1,870,000 | 2,789,379.— | 2,065,306.50 | |
| 1421 | Δικαίωμα καταναλώσεως | 350,000 | 377,831.92 | 303,917.71 | |
| 1422 | 1896 | ||||
| 1423 | Ἔγγειος φόρος | 1,894,800 | 2,456,534.24 | 1,622,229.68 | |
| 1424 | Δικαίωμα καταναλώσεως | 255,895 | 337,888.20 | 268,981.04 | |
| 1425 | Τὸ ὅλον | Προϋπολογισθέντα | Βεβαιωθέντα | Ἐισπραχθέντα | |
| 1426 | 9,312,175 | 11,935,253.21 | 8,615,700.32 | ||
| 1427 | Ὥστε ἔχομεν βεβαιωθέντα | 11,935,253.21 | |||
| 1428 | Ἀφαιροῦντες τὰ εἰσπραχθέντα | 8,615,700.32 | |||
| 1429 | εὑρίσκομεν τὰ βεβαιωθέντα | ||||
| 1430 | ὑπερβαίνοντα τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ | 3,319,552.89 |
1899.06.03
2.973 στίχοι · 22.802 λέξεις · 1 πίνακας · 297 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 3 Ἰουνίου 1899.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικά, Κύριοι, δὲν θὰ ἀναγνωσθῶσι, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμα.
§2Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θ’ ἀναγνωσθῶσιν αὔριον, διότι ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις ἀργὰ, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ συναρμολογηθῶσιν αἱ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων γενόμεναι τροποποιήσεις, παρεκάλεσα νὰ μὴ τυπωθῶσιν ἐσπευσμένως, διὰ νὰ μὴ παρεισφρήσῃ λάθος τι.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν Μεσσηνίων καὶ Λακώνων συκοπαραγωγῶν, παρακαλούντων, ὅπως νομοθετηθῇ ἡ ἀτέλεια τῶν πρὸς κατασκευὴν κυτίων χρησίμων εἰδῶν ὑπὲρ τοῦ Λ. Μάστρακα.
§5Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν καὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἀτελείας εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τῶν κυτίων αὐτῶν. Διότι οἱ ἀναφερόμενοι κάτοικοι ἐξ αὐτομάτου διδασκαλίας κατεσκεύασαν κυτία, ἐντὸς τῶν ὁποίων διασκευάζουσι τὰ σῦκα τῆς Μεσσηνίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ταῦτα, ἀποστελλόμενα εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, οὐδόλως παραλλάσσουν κατὰ τὴν ποιότητα ἀπὸ τὰ Σμυρναϊκά. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη, διότι ὑποστηρίζεται τοιουτοτρόπως καὶ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, ἡ αὐτοδίδακτος, ὡς εἶπον, τῶν συκοπαραγωγῶν, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὰς ἀναφορὰς ταύτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοιουτοτρόπως δώσωμεν χεῖρα βοηθείας εἰς τὴν ὠφελιμωτάτην ταύτην ἐργασίαν διὰ τὴν πατρίδα μας.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπίσης τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, παρακαλοῦντος, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Βάλτου καὶ Βονίτσης ἀποτελέσωσιν ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου Σολλίου πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Αἴτησιν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, παρακαλούντων, ὅπως ἡ πόλις αὕτη ὁρισθῇ ἕδρα διοικήσεως, περιλαμβανούσης τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως καὶ τὰς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας καὶ Γορτυνίας. Ὑπόμνημα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῶν χωρίων Ἀττικῆς, ἐξαιτουμένων, ὅπως οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ καὶ βʹ κατηγορίας ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς κλάσεις, ἵνα καταστῇ ἧττον ἐπαχθὲς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀβέρωφ ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 248).
§8ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀνέγνων σήμερον ἐν ἐγκρίτῳ φύλλῳ τῆς πρωτευούσης, ὅτι ὁ γνωστὸς τῇ Ἀθηναϊκῇ κοινωνίᾳ Σεϊφουλὰχ–πασσᾶς παρέθηκεν ἐν τῇ θέσει Μελούνα, τῇ πρώην ἑλληνικῇ Μελούνα, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναρρήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου, ἐπίσημον γεῦμα, «εἰς ὃ παρέστησαν ἁθρόοι αἱ ἡμέτεραι πολιτικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ καὶ πλῆθος ἐγκρίτων πολιτῶν». Καὶ περὶ παντὸς ἄλλου Τούρκου στρατηγοῦ ἐὰν ἐπρόκειτο, ὁ ὑπὸ Ἑλλήνων πανηγυρισμὸς τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν ἀξίωμα, πρῶτον ἄμεσον τίμημα τῶν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἀγώνων του, θὰ ἦτό τι ἀηδῶς παγερόν. Ἐπαυξάνει δὲ τὴν ἀηδίαν αὐτοῦ ἡ θλιβερὰ λεπτομέρεια, ὅτι ἡ ἀνόσιος ἑορτὴ ἐτελέσθη ἐπὶ τῶν βράχων, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν ἔτι καὶ νῦν μελανὰς τὰς κηλῖδας τοῦ αἵματος τῶν προμάχων τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Φρονῶ ὅτι οἱ προσδραμόντες πολῖται, καίπερ ἐλεύθεροι νὰ πράξωσι τοῦτο, λησμονοῦντες τὸ ἐθνικὸν. Ἐγὼ καὶ τὰ ἀτυχῆ πρόσφατα γεγονότα, τυγχάνουσι κατακριτέοι, ἀλλ’ αἱ ἀρχαὶ πάντως δὲν ἐδικαιοῦντο αὐτοβούλως νὰ διαπράξωσι τοιοῦτον ἀνοσιούργημα, καθ’ ὃν μάλιστα χρόνον ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐνταῦθα τὴν λυπηρὰν ταύτην ἱστορίαν, καὶ δὲν κατωρθώσαμεν ἔτι τὴν τελείαν ἡμῶν ἀποκατάστασιν, ὡς εὐφραδῶς ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδρίᾳ κατέδειξεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν τούτων, καὶ ἐὰν ἐνήργησε τὰ δέοντα.
§9Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν εἶχε δώσῃ ἄδειαν εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ τσιμποῦσι αὐτό, ἐν συνοδίᾳ μάλιστα κυριῶν, καὶ δὴ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἦτο ἡ ἐπέτειος τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων καταλήψεως τῆς Λαρίσης. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προτάξῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ περὶ δασῶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ προκαλέσῃ καμμίαν ἀντίρρησιν, καθόσον εἶναι κατεπεῖγον νὰ ψηφισθῇ, διότι σήμερον εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς συλλογῆς τῶν προϊόντων τῶν δασῶν, καὶ ἐὰν ἡ ἐποχὴ αὕτη παρέλθῃ, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρεχόμενον δῶρον θὰ ἦναι ἄδωρον.
§10Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ, ὅπως προταχθῇ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§11ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα, πόσοι τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι ἐργάζονται εἰς δημόσια γραφεῖα, ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ποῖοι εἶναι οὗτοι, καὶ διατὶ δι’ αὐτοὺς δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ τηλεγραφικῶς διέταξε τὴν μετάθεσιν δύο ἀστυφυλάκων ἐκ τῆς ἀστυνομίας Καλαμῶν; Ὑπῆρχε πρότασις ἁρμοδίας τινὸς ἀρχῆς πρὸς τοῦτο; Ἐπίσης καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν διωρίσθη διανομεὺς ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Ἀθηνῶν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει εἰς τὴν ῥάχιν του δικαστικὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους διὰ τὴν αἰσχροτέραν τῶν πράξεων. Ὁ διανομεὺς οὗτος ὀνομάζεται Μιχαὴλ Δεσποτίδης. Δὲν πιστεύω δὲ ποτὲ νὰ ἦτο ἐν γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§13ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ βεβαίως ἦτο ἐν γνώσει ἐκεῖνος, ὅστις συνέστησεν εἰς αὐτὸν τὸν τοιοῦτον διορισμόν.
§14ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τοὺς διανομεῖς διορίζει οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων.
§15ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τέλος πάντων ἡ ὑπηρεσία. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην παρὼν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἀπηλλάγη τῶν καθηκόντων του ὁ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Καλαμῶν ἀνακριτὴς κ. Μπακόπουλος, καὶ ἐσπευσμένως, ἐν ᾧ εὑρίσκετο εἰς τὸν περίπατον, τῷ ἐπεδόθη ἡ μετάθεσις; Ὑπῆρχε πρότασις τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως πρὸς τοῦτο; καὶ πρὸ πόσου χρόνου εἶχε διορισθῆ ἀνακριτὴς ὁ ἀπαλλαγείς; Περὶ τούτων ὅλων καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Ναυπλίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησε νὰ μάθῃ, πόσα δαπανῶνται εἰς ἕκαστον γεωργικὸν σταθμὸν κατ’ ἔτος καὶ ἐκ τίνων πόρων συντηρεῖται ἕκαστος. Καταθέτω τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν ἐργασιῶν ἐν γένει τῶν γεωργικῶν σταθμῶν τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897, πρὸς δὲ ἐκθέσεις καὶ πίνακας ἐκκαθαρίσεως λογαριασμῶν τοῦ Τριανταφυλλιδείου κληροδοτήματος. Ἐν ταῖς ἐκθέσεσι ταύταις θέλει εὕρει ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν: «Πόσοι ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ πόσοι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ πόσοι χωροφύλακες ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς ἀστυνομίας ἤδη, καὶ ἐν γένει ποῖαι αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν.» Καταθέτω πίνακα, ἐν ᾧ εὕρηνται αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν «ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις τῶν λιμενικῶν ταμείων τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1896–1898». Καταθέτω περὶ τούτου πίνακα.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ;
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δυσκολία ἐν τῷ τυπογραφείῳ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅπως τυπωθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 249).
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ὅπως καταθέσω τὰ δύο Β. Διατάγματα τῆς 11 Ἰουλίου καὶ 5 Νοεμβρίου 1834, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Τῶν διαταγμάτων τούτων ἡ ἀνεύρεσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατή, διότι πλεῖστα τῶν παλαιῶν διαταγμάτων ἀπωλέσθησαν, ἰδίως κατὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἀρχείου εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Πολυτεχνείου, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία εὗρε τὰ διατάγματα ταῦτα ἐν βιβλίῳ, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῶν κ. Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη καὶ Γ. Ζηνοπούλου, ὅπου ἐν σελ. 398 ὑπάρχει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ Β. διαταγμάτων τῆς 11 Ἰουλίου καὶ 5 Νοεμβρίου 1834, μὴ δεδημοσιευμένων διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐνεκρίθη νὰ παραχωρηθῶσι δύο στρέμματα γῆς δωρεὰν πρὸς οἰκοδομὴν οἰκίας καὶ φυτείαν κήπου εἰς ἑκάστην τῶν οἰκογενειῶν Ἁλωνισταίνης τοῦ δήμου Φαλάνθου, αἵτινες ἤθελον μετοικήσει εἰς τὰς πεδιάδας Παλαιοπόλεως, Δαβιᾶς καὶ Γκιουσίου, μὴ ὑποχρεουμένας ὅμως διὰ τοῦτο νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν Ἁλωνίσταιναν...» Ἡ ὑπηρεσία, στηριζομένη ἀκριβῶς εἰς τὴν σημείωσιν ταύτην, ἔλυσε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐκκρεμὲς μεταξὺ τῶν δύο δήμων, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν σημείωσιν ταύτην ἔδωκα ὁδηγίας εἰς τὸν νομάρχην Ἀρκαδίας.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοῦτο ἰδίως ἐπεθύμουν νὰ καταλήξω, ἵνα συντελέσω νὰ χειραγωγηθῇ ἡ διοίκησις, ὅταν πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰς περιπλοκὰς, αἱ ὁποῖαι παρήχθησαν ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Νυμφασίας τῆς Γόρτυνος καὶ τοῦ δήμου Νάσων τῆς Μαντινείας. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἡρμήνευσεν ὀρθῶς τὴν σημείωσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀναγεγραμένη ἐν τῇ σελ. 398 τοῦ Εʹ τόμου τῆς «Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας». Ἐν τῷ τόμῳ τούτῳ τῆς «Ἑλλην. Νομοθεσίας» περιελήφθη ἡ περὶ συνοικισμῶν νομοθεσία, ἀναγράφονται δὲ, ὡς εἰκός, πάντες οἱ συνοικισμοί, τῶν ὁποίων ἡ σύστασις διετάχθη ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἀναφέρεται λοιπόν, ὅτι κατὰ τὸ 1834 ἐξεδόθησαν δύο διατάγματα, τὴν 11 Ἰουλίου καὶ τὴν 5 Νοεμβρίου, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δεδημοσιευμένα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», διὰ τῶν ὁποίων ἐνεκρίθη «νὰ παραχωρηθῶσι δύο στρέμματα γῆς δωρεὰν πρὸς οἰκοδομὴν οἰκίας καὶ φυτείαν κήπου εἰς ἑκάστην τῶν οἰκογενειῶν Ἁλωνισταίνης τοῦ δήμου Φαλάνθου, αἵτινες ἤθελον μετοικήσει εἰς τὰς πεδιάδας Παλαιοπόλεως, Δαβιᾶς καὶ Γκιουσίου, μὴ ὑποχρεουμένας διὰ τοῦτο νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν Ἁλωνίσταιναν· ὁ δὲ τρόπος τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν ἔμελλε νὰ γείνῃ κατὰ τὰς διατάξεις περὶ ἐποικισμοῦ τῶν Κρητῶν ἐν Μεθώνῃ». Οὕτω προβάλλω τὸ ἐρώτημα, κατῴκησαν οἰκογένειαι ἐν Γκιουσίῳ; ἐζήτησαν νὰ παραχωρηθῶσιν ἑκάστῃ αὐτῶν τὰ δύο στρέμματα; παρεχωρήθησαν ταῦτα; ἐξεδόθησαν δι’ αὐτὰ παραχωρητήρια παρὰ τοῦ Ὑπουργείου; Διότι διὰ τῶν διαταγμάτων τούτων, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν, ἀφοῦ δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι δύο στρέμματα, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ λάβωσιν, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσιν αἴτησιν, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζητούμενον γήπεδον, ἔπρεπε δι’ ἕκαστον αὐτῶν νὰ ἐκδοθῇ παραχωρητήριον, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται πάντοτε ἡ παραχώρησις τῶν δημοσίων κτημάτων, καὶ μεταβιβάζεται εἰς ἰδιώτας ἡ κυριότης αὐτῶν. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπενεμήθη εἰς τὰς οἰκογενείας τοῦ χωρίου Ἁλωνισταίνης, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ κατοίκων τοῦ χωρίου Δάρα ἄλλου δήμου, οὐχὶ τοῦ δήμου Φαλάνθου, ἀλλὰ τοῦ δήμου Νάσων. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀμφισβητηθῇ καὶ τὸ κῦρος τῶν μνημονευθέντων διαταγμάτων, ἂν καὶ ταῦτα δὲν ὑπάρχουσι δεδημοσιευμένα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», οὐδὲ σῴζονται κἂν τὰ κείμενα αὐτῶν, ἀλλ’ ἐρωτῶ, παρεχωρήθησαν τὰ δύο στρέμματα εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν; πόσαι καὶ ποῖαί εἰσιν αἱ οἰκογένειαι, εἰς ἃς ἐγένετο ἡ παραχώρησις; πότε ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις διὰ νὰ παραχωρηθῶσιν αὐταῖς τὰ δύο στρέμματα; πότε ἐνεκρίθη ἡ παραχώρησις αὐτῶν; πότε ἐξεδόθησαν τὰ παραχωρητήρια; πότε ἐγένετο ἡ ἐγκατάστασις ἑκάστης αὐτῶν; πότε συνετάχθησαν τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐγκαταστάσεως; διατὶ δὲν κατέχουσι τὰς γαίας αὐτοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους διὰ τῶν παραχωρητηρίων παρεχωρήθησαν αἱ γαῖαι; καὶ ἂν διετάραξαν οἱ δημόται Νυμφασίας τὴν κατοχήν των, διατὶ δὲν ἐζήτησαν προσωρινὰ μέτρα παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου; διατὶ δὲν ἐκινήθησαν δικαστικῶς κατὰ τῶν Νυμφασίων, ἀλλ’ ἐπέδραμον νὰ καταλάβωσι διὰ τῆς βίας καὶ τῶν ὅπλων τὰς γαίας τοῦ Γκιουσίου, διώκοντες τοὺς κατέχοντας αὐτὰς κατοίκους τοῦ χωρίου Γρανίτσης τῆς Νυμφασίας; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς μνημονευθείσης διαταγῆς ἔσπευσε νὰ δώσῃ αὐθαιρέτως λύσιν ἐπὶ διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνόησε, διότι, ἂν ἐνόει αὐτὴν, δὲν ἤθελε προσφύγει εἰς τὴν «Ἑλληνικὴν Νομοθεσίαν» καὶ ἐπικαλεσθῇ διατάγματα μὴ δεδημοσιευμένα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», μὴ εὑρισκόμενα ἔν τινι δημοτικῷ ἀρχείῳ, πραγματευόμενα περὶ συνοικισμῶν μηδέποτε πραγματοποιηθέντων, μνημονευόμενα δ’ ἐν τῇ «Ἑλληνικῇ Νομοθεσίᾳ» ἱστορικῶς, δὲν ἤθελεν ἐπικαλεσθῇ αὐτὰ διὰ νὰ ἐνισχύσῃ καὶ βραβεύσῃ κατοίκους τοῦ χωρίου Δάρα, μηδόλως μνημονευομένους ἐν τοῖς εἰρημένοις διατάγμασι, μηδὲν κεκτημένους δυνάμει νόμου τινὸς δικαίωμα, ἀλλ’ ὀρεγομένους ἐκτάσεώς τινος γῆς, τὴν ὁποίαν νέμονται καὶ καλλιεργοῦσι πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων οἱ γείτονες αὐτῶν δημόται Νυμφασίας, καὶ ὁρμήσαντας νὰ διώξωσιν αὐτοὺς, ἵνα αὐτοὶ καταλάβωσι τὴν ἔκτασιν ταύτην. Βεβαίως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπῆρξε σύγχυσις πραγμάτων, διότι τοῦτο εἶναι καταφανές. Ἐπερωτῶ δὲ καὶ ζητῶ τὰς ἐκτεθείσας πληροφορίας, διότι ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω, ἵνα χειραγωγηθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου.
§22Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ κυριότης καὶ ἡ ἀπόδειξις τῶν πραγματικῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν ἔγκειται κυρίως ἐν τοῖς συμβολαίοις καὶ ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμία παρετηρήθη προθυμία ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἵνα ἱδρυθῇ, ἐκτὸς τῶν μερῶν εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι εἰδικὰ ἀρχειοφυλακεῖα, καὶ Γενικὸν Ἀρχειοφυλακεῖον τοῦ Κράτους· ἔχομεν δὲ ἀφορμὴν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι οἱ τίτλοι μας οὗτοι ὁτὲ μὲν καταστρέφονται δι’ ἐμπρησμῶν, ὁτὲ δὲ ἐξαφανίζονται, καὶ ἐν γένει εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν διάκρισιν παντός· δὲν εἶναι δὲ δύσκολον καὶ νὰ ἀπολεσθῶσι πάντες εἴτε ἀπὸ τὰ συμβολαιογραφεῖα, εἴτε ἀπὸ τὰ ἄλλα δικαστικὰ γραφεῖα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὴν παρακαλῶ νὰ εἰσαγάγῃ νόμον περὶ συστάσεως Γενικοῦ Ἀρχειοφυλακείου τοῦ Κράτους, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν διέποντα τὰ τοιαῦτα ἀρχειοφυλακεῖα εἰς ἄλλα μέρη, πρὸς δὲ νὰ φροντίσῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐξεύρῃ τὸ κατάλληλον γήπεδον, διότι σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορασθῇ τοιοῦτον εἰς εὐθηνοτάτην τιμὴν, ἐνῷ βραδύτερον θὰ ᾖναι ἀδύνατον, διότι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν αὐξάνει καθ’ ἑκάστην, καὶ τὰ γήπεδα ὑπερτιμῶνται· διὰ τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον χρειάζονται ἑκατὸν στρέμματα.
§23ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν πρὸ εἴκοσι περίπου ἡμερῶν ὑποβληθεῖσαν παράκλησίν μου, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα λόγον δὲν διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντας αἱ εἰς αὐτοὺς ὁρισθεῖσαι 15,000 δραχμαὶ, ἐνῷ εἰς τοὺς ἐν Πειραιεῖ διενεμήθησαν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διὰ τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς ὑποβληθεῖσαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ πρώτου τμήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, παραπονουμένων ὅτι δυσχεραίνεται εἰς αὐτοὺς ἡ οἰκοδομὴ οἰκιῶν, διότι ἀπηγορεύθη ἡ λατομία ὄχι μόνον εἰς τοὺς λόφους, ἐκείνους, οἵτινες ἀναντιρρήτως πρέπει νὰ μείνωσιν ἔξω λατομίας, ἀλλὰ καὶ πέραν τοῦ λόφου τοῦ Φιλοπάππου, ἐπὶ τοῦ τῶν Σφαγείων, ὅστις, κατὰ τὴν γνῶσιν, ἣν καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀπεκόμισα, ἐξετάσας ἐπί τε τῶν γερμανικῶν τοπογραφικῶν χαρτῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα, δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ κἀμμίαν ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν· ἀλλὰ πλὴν τούτων ἔχω καὶ τὴν πληροφορίαν, ἣν ὅμως δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι τὰ ξένα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐθεώρησαν, ὅτι ὁ λόφος ἐκεῖνος εἶναι ἄξιος ἀπαγορεύσεως εἰς τὴν λατομίαν, ὅτι ὅμως ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη τῶν ἄλλων. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μὴ ἐπηρεαζόμενον παντελῶς ἐκ τῆς συστάσεως τὴν ὁποίαν ὑποβάλω, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ λόφος;
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ὁ πέραν τοῦ Φιλοπάππου, ὁ ὑπεράνω τῶν Σφαγείων κείμενος, ὅστις ἰδοὺ διὰ τίνα λόγον πρόκειται νὰ μὴ λατομηθῇ. Ὑπῆρχεν ὕψωμά τι πλησίον τῶν Ἀθηνῶν, ὀνομαζόμενον Σικελία· τότε τὸ σημεῖον τοῦτο ἦτο ἀμετακίνητον, ἀλλὰ πρό τινος οἱ ἀρχαιολόγοι ἀπεφάσισαν νὰ μετακινῶσιν αὐτὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, οὕτω δὲ ἡ Σικελία ἄλλοτε ἐτίθετο ὑψηλότερον, τώρα δὲ τίθεται χαμηλότερον. Ἀλλὰ ἡ θέσις, ὅπου σήμερον τίθεται, δὲν ἔχει καμμίαν ἀρχαιολογικὴν σημασίαν, οὔτε σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν διακόσμησιν τοῦ ὁρίζοντος καὶ τῆς τοπογραφίας τῆς πόλεως, οἵαν π. χ. ἔχει ὁ Λυκαβητός. Τὸ ζήτημα ἐπιθυμῶ ἁπλῶς νὰ ἐξετασθῇ ἐκ νέου· δὲν θέλω νὰ ἐπηρεάσω καθόλου τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς συστάσεώς μου ταύτης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τοῦ τμήματος τούτου ἀναγκάζεται νὰ δαπανᾷ εἰς ἀπόκτησιν τῶν πρὸς οἰκοδομὴν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν πολὺ περισσότερα ὅσων θὰ ἐδαπάνα, ἐὰν ὁ λόφος οὗτος ἐλατομεῖτο, καὶ ἐπειδὴ οἱ ἔχοντες τὸν λόφον ἰδιοκτῆται στεροῦνται τῆς ἐλευθέρας χρήσεως τῆς περιουσίας των, νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰσέτι εἰς τὴν πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθεῖσάν μοι παράκλησίν του, εἶναι βάσιμον, βεβαιῶ δὲ αὐτόν, ὅτι ἡ βραδύτης προῆλθε, διότι ἡ ἐπερώτησίς του ἡ ἔγγραφος δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ πρώτου τμήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, παραπονουμένων ὅτι δυσχεραίνεται εἰς αὐτοὺς ἡ οἰκοδομὴ οἰκιῶν ἐκ τοῦ ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ λατομία, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι δυνάμει ῥητῆς διατάξεως νόμου τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν λατομίαν, ἐὰν ἡ ἐπιτροπή, περὶ ἧς ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἔκαμε λόγον, γνωμοδοτῇ, ὅτι τοιαύτη λατομία, δι’ ἀρχαιολογικοὺς λόγους, δὲν ἐπιτρέπεται.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν λατρῶν τῶν ἀρχαιολογικῶν λειψάνων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τόσον ὑπερβολικοί, διότι ἡ ὑπερβολὴ ἄγει εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, ἡ ὑπερβολὴ ἐν τοῖς περιορισμοῖς φέρει παραβάσεις.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξὺ δύο πυρῶν. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι ἐξετείναμεν τὰς διαιρέσεις, ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου ἄλλους, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται δι’ ὑπομνημάτων, ὅτι καταστρέφονται ἱστορικοὶ λόφοι καὶ ὅτι φθείρονται αἱ γραμμαὶ αἱ ἁρμονικαὶ αὐτῶν. Ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν μέσην τινὰ γνώμην, τὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐξουσία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπερβαίνει τὰ ὅρια. Ἐὰν πρόκειται περὶ γραμμῶν καὶ ἁρμονίας, ἔχει καλῶς· ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ὑγείας καὶ ἄλλων λόγων, δὲν εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ.
§30Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ εἰδήσεως, ἡ ὁποία ἐκυκλοφόρησεν, ὅτι δύο χωροφύλακες ἐν Ἄρτῃ ἐφόνευσαν δύο πολίτας ἄνευ λόγου, καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Θὰ τὸν παρακαλέσω ἐπίσης νὰ προσαγάγῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου περὶ τοῦ ἀστυνόμου Πατρῶν.
§31Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἀπευθύνω εἰς αὐτὸν σύστασιν· ἀλλ’ ἀπευθύνω ταύτην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος σπουδαίας Ἑλληνικὰς παροικίας καὶ τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ σημαντικὰς συνεπείας. Ἐν Αὐστρίᾳ ἀπό τινος ἐπεβλήθη βαρυτάτη φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἰς ταύτην δὲ ὑπεβλήθησαν καὶ ὑπήκοοι ξένων Κρατῶν, ἐν Αὐστρίᾳ διαμένοντες. Εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς φορολογίας ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον οἱ ξένοι ὑπήκοοι ἔχουσιν ἐκ κτημάτων αὐτῶν, εὑρισκομένων ἐν Αὐστρίᾳ, ἀλλὰ καὶ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐκ κτημάτων κειμένων εἰς ἄλλας ἐπικρατείας, π. χ. ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἑλλάδι. Οὕτω δὲ οἱ ἐν Αὐστρίᾳ διαμένοντες Ἕλληνες ὑπήκοοι ὑποβάλλονται εἰς διπλῆν φορολογίαν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν πληρώνουσιν, ὡς εἶναι λογικόν, τοὺς ἐγχωρίους φόρους ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν, ὅσα κεῖνται εἰς Κράτος ἐκτὸς τῆς Αὐστρίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποβάλλονται ἐν Αὐστρίᾳ εἰς φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ τῶν αὐτῶν κτημάτων. Καὶ ἐνῷ ὁ Αὐστριακὸς νόμος ὁρίζει, ὅτι εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ὑπάγονται οἱ διαμένοντες ἐν Αὐστρίᾳ, ἐπεβλήθη φορολογία καὶ εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους, διαμένοντας ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ ἔχοντας πιστοποιημένην τὴν ἐκεῖ διαμονήν των, ἁπλῶς μόνον διότι μεταβαίνουσιν ἐπί τινας μῆνας εἰς ἐπίσκεψιν τῶν κτημάτων των ἐν Αὐστρίᾳ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη αὐστηρότης παρατηρεῖται ἐν Αὐστρίᾳ εἰς τοὺς Ἕλληνας μόνον ὑπηκόους, ὑπήκοοι ἄλλων Κρατῶν, π. χ. τῆς Ῥουμανίας, ἴσως καὶ ἄλλοι, κατώρθωσαν, τῇ παρεμβάσει τῶν Κυβερνήσεών των, νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν κτημάτων αὐτῶν, τῶν μὴ κειμένων ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο ὑπὲρ τῶν ὑπηκόων της ἀπέλαυσεν ἡ Ῥουμανία, χωρὶς νὰ ἔχῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Αὐστρίας, διότι εἶχε δηλώσει, ὅτι ἤθελε προβῆ εἰς ἀντίποινα κατὰ τῆς Αὐστρίας. Ἡμεῖς, νομίζω, ἀπὸ τοῦ 1887 ἔχομεν σύμβασιν μετὰ τῆς Αὐστρίας, διὰ τῆς ὁποίας οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι θεωροῦνται ἐν πλήρει ἰσοτιμίᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἐν Αὐστρίᾳ Κράτους. Ἀφοῦ δ’ ἐγένετο ἐξαίρεσις ἐπὶ ὑπηκόων ἄλλων Κρατῶν, δικαιοῦται, νομίζω, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Αὐστρίας, ὅπως ἐκτελέσῃ ἀκριβῶς τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης. Δὲν ἔχομεν βεβαίως τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἔχομεν ὅμως τὸ μέσον νὰ ἐκβιάσωμεν αὐτὴν, διότι καὶ τὸ Αὐστριακὸν ἐμπόριον καὶ ἡ Αὐστριακὴ ναυτιλία ἔχουσι πολλαπλᾶ συμφέροντα ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἀνατολῇ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπηκόων. Δύναται ἑπομένως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον ἀπονέμεται εἰς Ρωμούνους, Ἰταλοὺς καὶ ἄλλους· ἄλλως νὰ ἀπειλήσῃ, ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ ἀντίποινα κατὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς Αὐστριακῆς ναυτιλίας. Τοῦτο θεωρῶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, διότι κατὰ λίαν ἀξιοπίστους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκεῖθεν, οἱ ἐν Αὐστρίᾳ Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἐκτὸς τῆς περιστάσεως, ἣν ἀνέφερα, εὑρίσκονται ἐν παντὶ ζητήματι λίαν παρηγκωνισμένοι, καὶ ἂν ἐνίοτε κατορθώνουν νὰ ἀπολαύουν εὐκολιῶν τινων, τοῦτο ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὴν προσωπικὴν ἐπιρροήν των, παρὰ εἰς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῖς παρέχει. Ἐν Τεργέστῃ, ἐν Βιέννῃ, ἐν Βουδαπέστῃ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Αὐστρίας εὑρίσκονται ἐγκαταλελειμμέναι πολυπληθεῖς καὶ σημαίνουσαι Ἑλληνικαὶ παροικίαι· ὅταν δὲ βλέπωσι τοὺς ὑπηκόους καὶ τῶν μικροτέρων ἀκόμη Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀπολαύοντας πάσης προστασίας καὶ εὐκολίας, ἑαυτοὺς δὲ παραγκωνιζομένους καὶ καταπιεζομένους, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν συμφερόντων αὑτῶν, φοβοῦμαι ὅτι, μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμόν, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἀπέδειξαν, ὅτι διατηροῦσιν ἀκοίμητον εἰς τὰ στήθη των, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ζητήσωσιν εἰς τὴν ἀλλαγὴν ὑπηκοότητος τὴν προστασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρὰ τοῦ ἔθνους αὑτῶν δὲν δύνανται νὰ ἀπολαύσωσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Νάξου κ.κ. Νικ. Κρίσπης Ι. Ναυπλιώτης καὶ Μιλτ. Βαρότσης ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 250). Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης κατέθηκε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: «Ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν τὴν παράκλησιν, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἀποζημιωθῇ ὁ Χρῖστος Βαρλαμίδης, ἐκ Βόλου, λαμβάνων τὸ μίσθωμα τῆς οἰκίας του, ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς ἀποθήκη ὑλικοῦ πολέμου ἐν Βόλῳ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅπως οἱ Θεσσαλοὶ πληρωθῶσι τὰ μισθώματα τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἐνῳκιασμένων οἰκιῶν των καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκοκρατίας. Ἐνῷ ὅμως τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν συνεμορφώθη, ὁ δὲ ῥηθεὶς πολίτης κ. Χρῖστος Βαρλαμίδης, καίτοι ἡ οἰκία του ἦτο ἐνῳκιασμένη εἰς τὸ Δημόσιον, καίτοι οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοί, φεύγοντες, ἀφῆκαν ὑλικὰ διάφορα ἐν αὐτῇ καὶ συναπέφεραν καὶ τὰς κλεῖδας τῆς οἰκίας, ἥτις μάλιστα ἀργότερον καὶ μετὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν κυρίαν Ἔγερτων, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὑφαντήριον τῶν ἀπόρων γυναικῶν, καίτοι, λέγω, ὑπέστη μεγίστας φθορὰς ὑπὸ τῶν ἐνοικησάντων Τούρκων, οἵτινες πρῶτον τὰ δημόσια καταστήματα κατελάμβανον, οὐδόλως τούτων φειδόμενοι, καίτοι, λέγω, πάντα ταῦτα ἔλαβον χώραν, ἅτινα ὁ κ. Βαρλαμίδης καὶ διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν δικαστηρίων ἀπέδειξεν, ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἀπεφάσισεν, ὅπως ἀποζημιωθῇ, ὡς τόσοι ἄλλοι, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ζημιωθεὶς πολίτης οὗτος. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς περάτωσιν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Βόλου εἰς Πορταριὰν τοῦ δήμου Ὁρμινίου. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἤρξατο κατασκευαζομένη πρὸ ὀκταετίας διὰ χρημάτων τοῦ ἀειμνήστου Βασάνη, ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσεν εἰσέτι. Ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης οὐ μόνον ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα τὰ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ προσέτι κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσι τὰ ὕδατα τοῦ αὐτοῦ χωρίου Πορταριᾶς, διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν ὁποίων ὁ ἀείμνηστος Βασάνης ὥρισε νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει περισσεύσει μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ῥηθείσης ὁδοῦ.»
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ ἑλῶν διατάξεων τελευταίας βουλήσεως τοῦ Ναπολέοντος Ζαμπέλη.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ συντελέσω εἰς πλήρωσιν ἀτελείας. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ΑΧΜΒʹ τοῦ 1888, ὁ νόμος δ’ οὗτος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο διατάσσει, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως λιμνῶν παραχωρεῖται. Ὅθεν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἀποξηράνσεως λιμνῶν καὶ ἑλῶν τῆς Κερκύρας. Ἀλλὰ διάταξιν τοιαύτην δὲν εὗρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας νὰ διατάσσηται ἡ παραχώρησις τοῦ δικαιώματος εἴς τινα.
§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐννοεῖται ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου συνάγεται, ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο ζητεῖται· ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐννοεῖται ὅτι ἐπιτρέπει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, διότι τὸ ὅλον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργου. Νόμου λοιπὸν ὑπάρχοντος, ἐπιτρέποντος ταῦτα, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σημασίαν ἡ ἔλλειψις ῥητῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὑπὸ τῆς διαθήκης ὁρισθεῖσαν, νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀποξηράνσεως.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ προστεθῇ ἐν τέλει, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῆς ἐκτελέσεως.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–16 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἄρθρον 17 νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 109,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίας διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διασκευασθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατόπιν τῶν γενομένων κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν τροποποιήσεων καὶ παρατηρήσεων, ἀνετυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 250(α), ἐν τέλει τοῦ τεύχους). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§40Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω τροποποιήσεις τινάς. Ἐδέχθην τὴν γενομένην πρότασιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς μέσος ὄρος ἡ τιμή, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήθη τὸ γλεῦκος κατὰ δῆμον κατὰ τὰ τέσσαρα παρελθόντα ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896. Πλὴν τούτου, ὅπου ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ δύο μέρη τοῦ ἄρθρου «τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων κατὰ δῆμον στρεμμάτων», προσέθηκα καὶ τοῦτο «ἀφαιρουμένων τῶν φυτευθεισῶν ἐντὸς τῆς προηγουμένης πενταετίας ἀμπέλων». Ὡς πρὸς ἐκεῖνο δὲ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο πολὺς λόγος χθές, εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς παραγράφου: «ὁ ἐλάχιστος κατὰ στρέμμα φόρος δὲν δύναται νὰ ἦναι κατώτερος τῆς δραχμῆς», προσέθηκα «οὐδὲ ἀνώτερος τῶν δραχμῶν ἕξ». Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιβληθῇ ὁ ἀνώτατος ὄρος· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἄγνωστος ἀκόμη ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων, ἔκρινα ἀναγκαίαν τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἀνωτάτου τούτου ὅρου.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν ἕξ δραχμῶν φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπέρογκον, καὶ τοῦτο θέλει καταδειχθῆ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ἂν δὲν εἰσακουσθῶ. Οἱ ἀγορεύσαντες προχθὲς τὸ ἑσπέρας ἔστερξαν στενοχωρημένοι νὰ δεχθῶσι τὰς πέντε, ἀλλ’ οὐδεὶς τὰς ἕξ δραχμάς.
§42Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδήλωσα καὶ χθὲς, ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν εἶχον νὰ δεχθῶ τὰς 5 ἢ 4 δραχμὰς, ἐὰν ἤμην βέβαιος, ὅτι ἡ στατιστικὴ τῆς ἐκτάσεως ἦτο ἀκριβής. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχω καμμίαν πεποίθησιν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι μοὶ ὑπέβαλον, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ὅπως τεθῇ ὁ ἀνώτατος ὄρος τῶν 6 δραχμῶν, εἰς τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ φθάσωμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἐὰν ἡ ἔκτασις, ἡ πιστοποιηθεῖσα ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, δηλαδὴ ἡ τῶν στρεμμάτων, εἶναι πραγματική. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔθηκε τὸν ἀνώτατον ὅρον ἐν τῷ ἄρθρῳ, νομίζω ὅτι μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὸν δεχθῶμεν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχον προτείνει, ὅπως ὁ ἀνώτατος ὅρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τοὺς δήμους, ἦναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ ἀναλογῇ εἰς ποσὸν μεγαλείτερον τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα, κατὰ μέσον ὅρον. Εἶχον δὲ τότε εἰπεῖ, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν καὶ 4 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἤδη, ὅπως τίθεται τὸ ποσὸν τῶν 6 δραχμῶν, τοῦτο προϋποθέτει ἀκριβῶς, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὁρίσῃ τὴν ἀνωτάτην αὐτὴν τιμὴν τῶν 6 δραχμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ ποτὲ τὴν τιμὴν τῶν 6 δραχμῶν, διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ δῆμος θὰ διαιρέσῃ τὰς ἀμπέλους εἰς τρεῖς κατηγορίας, πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην. Ἐὰν λοιπὸν ὁ μέσος ὄρος ἦτο 6 δραχμαὶ, ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρώτη κατηγορία ἀναγκαστικῶς θὰ ἦτο 7 ἢ 8 δραχμαὶ, ἴσως καὶ περισσότεραι. Ἀποδεικνύεται ἑπομένως ἐκ τούτου, ὅτι τὸ ποσὸν, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπιβαρύνουσα τοὺς δήμους, θὰ χρεώσῃ τὸν δῆμον, θὰ ἦναι πολὺ κατώτερον τῶν 6 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ ὑποθέτω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εὐχαρίστως θὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην αὐτοῦ.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ὁ δήμαρχος ἢ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιβάλῃ τὸν ἀνώτατον αὐτὸν ὅρον τῶν 6 δραχμῶν, δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν ἐξαρτᾶται τοῦτο ἐξ αὐτῶν. Ὅταν ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ ὁρίσῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀναλογεῖ ἐπί τινος δήμου, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι ὑποχρεωμένον, τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ διανείμῃ ἐπὶ τῶν στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ δήμῳ ἐδηλώθησαν. Ἂν ἐγένετο διάκρισις κατὰ χωρία, ἢ κατὰ θέσεις, βεβαίως εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ἀνωτέρας κατηγορίας, θὰ ἐπιβάλῃ τὸν ἀνώτερον ὅρον. Ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸν δῆμον, νὰ τὸ διανείμῃ ἐφ’ ἑκάστου ἀμπελοκτήμονος ἀναλόγως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων ἑκάστου καὶ πρὸς τὴν ποιότητα, εἰς ἣν κατετάχθη ἑκάστη ἄμπελος.
§45ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ πῶς θὰ γείνῃ τοῦτο. Ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 15. Ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ θὰ ὁρίσῃ: «αʹ) τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων κατὰ δῆμον στρεμμάτων, βʹ) τὴν μέσην κατὰ στρέμμα παραγωγὴν γλεύκους ἐν ἑκάστῳ δήμῳ καὶ γʹ) τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 ἢ 1895 καὶ 1896 διὰ τὴν Θεσσαλίαν». Οὕτως ἔχομεν τὰ στρέμματα καὶ τὸ γλεῦκος ἑκάστου στρέμματος καὶ τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους ἑκάστου δήμου κατὰ μέσον ὅρον. Ἡ γνῶσις πάντων τούτων εἶναι ἀναγκαία διὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, σύστημα διανομῆς ὡρισμένου ποσοῦ φόρου ἐφ’ ἑκάστου δήμου, ἑκάστου χωρίου, ἑκάστου ἀμπελοκτήμονος. Μετ’ αὐτὴν ἄλλη κεντρικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὁρίζει «αʹ) τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1895–1898 βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ βʹ) τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη βεβαιωθέντος δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου». Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο αὐτῶν φόρων, διότι τὸ ἄθροισμα αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ ὁλικὸν ποσὸν, ὅπερ πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Τὸ ποσὸν τοῦτο κατανέμει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς. Θὰ φθάσωμεν οὕτω εἰς ἓν ἀποτέλεσμα φορολογικὸν δι’ ἕκαστον δῆμον τοῦ Κράτους. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο θὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὀφείλει τότε νὰ κατατάξῃ τὰς ἀμπέλους τῶν χωρίων κατὰ ποιότητα, ἐὰν ὁ φόρος κατὰ στρέμμα ὑπερβαίνῃ τὴν δραχμήν. Τέλος ἄλλη ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰρημένων ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὁρίζει τὸ ποσὸν τοῦ πληρωτέου φόρου κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ ποιότητα ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ περατοῦται ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου. Αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμὸς τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν. Λοιπὸν τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν στρεμμάτων καὶ τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς γλεύκους καὶ τῆς μέσης τιμῆς τῆς ὀκᾶς τοῦ γλεύκους καθ’ ἕκαστον δῆμον. Ταῦτα περιλαμβάνουν, ἐννοεῖται, καὶ τὰς ποιότητας τῶν ἀμπέλων. Λοιπὸν, ἐὰν ἡ ἀναλογία ὅλων αὐτῶν ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου ἐν τῷ δήμῳ, βεβαίως εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ τὸν ἐπιβάλῃ. Ἐρωτᾶται ἤδη, ἂν ἦναι 6 δρ. ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τινα ἄμπελον, θὰ δύναται ὁ ἀμπελοκτήμων εὐκόλως νὰ φέρῃ αὐτόν; Ποῖον θέλετε τῶν πρώτης ποιότητος γαιῶν νὰ παραδεχθῶμεν καθαρὸν κέρδος; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν περισσοτέρας τῶν 50 δραχμῶν; δηλαδὴ, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν ὅλα τὰ ἔξοδα, νὰ ἔχωμεν 50 δραχ. καθαρὸν κέρδος; Δὲν πιστεύω. Τότε μὲ 6 δραχ. φόρον ἔχομεν 12% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους. Εἶναι πολύς. Ποῦ ἠκούσθη ἔγγειος φόρος νὰ ἀνέρχηται εἰς 12%; Ἀλλὰ τοιοῦτος φόρος δὲν εἶναι μόνον βαρύτατος. Δὲν εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὴν ἄλλην νομοθεσίαν τῆς ἐγγείου φορολογίας παρ’ ἡμῖν, οὐδὲ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου τοιαύτη ἔγγειος φορολογία, νομίζω, ἀπαντᾷ.
§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ μίαν διασάφησιν. Ὑπάρχουν ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι παράγουσι κατὰ στρέμμα χιλίας ὀκάδας οἴνου. Τίνα φόρον πληρώνουσι σήμερον κατὰ στρέμμα; Κατ’ ὀκᾶν ἐπιβάλλεται φόρος λεπτῶν 2 καὶ 20/00, ἄρα πληρώνουσι δραχ. 22. Τί θὰ πληρώνωσι κατὰ τὸν ἀνώτατον ὅρον; δραχμὰς 6.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐταὶ ἐννοοῦνται. Ἀλλ’ αἱ ἄλλαι;
§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν παρατηρῶ, ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὰς ἀμπέλους.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε, καὶ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἀπολήγουσιν εἰς ἐλάχιστα πράγματα. Ἤθελον πρῶτον παρακαλέσει αὐτὸν, καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 νὰ δεχθῇ νὰ διορθωθῇ ἡ ἔκφρασις ἡ ἐν ἀρχῇ: «Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἤ, ὅπου δὲν ἑδρεύει τοιαύτη, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ ταμίας». Ταῦτα εἶναι ἐπανάληψις τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ἐν ἄρθρῳ 10. Εἶναι προτιμότερον, ἵνα μὴ συγχέωμεν, νὰ εἴπωμεν: «Ἡ ἐν ἄρθρῳ 10 ἐπιτροπή». Τοῦτ’ αὐτὸ δὲ νὰ γείνῃ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 17, διὰ τὸ σαφέστερον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἔκφρασις, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἄρθρῳ, εἶναι διφορουμένη. Λοιπὸν νὰ παραπέμψωμεν ἁπλῶς εἰς τὸ ἄρθρον 10, νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς. Ταῦτα μόνον διὰ τὴν σαφήνειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη πρὸ μικροῦ νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀνώτατον ὅρον, καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὸ κυριώτατον παράπονον κατὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἤρθη. Τὸ ἐλάττωμα, ὅπερ ἐν τούτῳ ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει πλέον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται τὸ ἐλάττωμα τὸ ἐκ τῆς διακρίσεως τῆς ποιότητος. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ θέμα, συνέδεσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁρίζον κατώτατον ὅρον τὴν δραχμὴν, μετὰ τῶν δύο ἑπομένων ἄρθρων, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν δείξω τὴν ἀπορίαν μου. Πιθανὸν καὶ νὰ μὴ ἀντελήφθην καλῶς. Ποία εἶναι ἡ κατὰ ποιότητα ἀναλογία; Ὁρίζει τρεῖς ποιότητας τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· κατὰ ποίαν ἀναλογίαν...
§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μέχρι τριῶν δύναται νὰ προσδιορίσῃ μίαν μόνον.
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέσωμεν ὅτι ὁρίζει τρεῖς ποιότητας. Κατὰ ποίαν ἀναλογίαν θὰ γείνῃ ἡ καταβολὴ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὸν δῆμον ἐκ τῶν τριῶν τούτων ποιοτήτων; ποῖος εἶναι ὁ κανὼν, ὃν θέλομεν ἀκολουθήσει; Τοῦτο δὲν ἀντιλαμβάνομαι. Ἰδοὺ διατί. Θὰ κατανείμῃ πάντως ἐπ’ αὐτῶν τὴν 1 δραχμὴν, καὶ τὸ ὑπόλοιπον θὰ κατανείμῃ ἐπὶ πλέον κατὰ ποιότητα. Βάσιν θὰ λάβῃ τὴν 1 δραχμὴν, διότι βάσις ἀναγκαία εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος, ὁ ὑφ’ ἁπάντων τῶν στρεμμάτων ὀφειλόμενος. Ἐγὼ συνέταξα ἕνα τύπον διὰ νὰ φωτισθῶ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω ἀνάγκην τῆς ὑμετέρας συνδρομῆς.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω δῆμον, ὅστις ἔχει νὰ πληρώσῃ φόρον 3,550 δραχμῶν, καὶ ἔχει ἐν ὅλῳ 1000 στρέμματα, πρώτης μὲν ποιότητος 255, δευτέρας δὲ ποιότητος 345, καὶ τρίτης ποιότητος 400, τὸ ὅλον 1,000. Πρόκειται νὰ κατανείμωμεν λοιπὸν ἐπὶ τῶν τριῶν ποιοτήτων τὰς 3,550 δραχμάς. Χίλιαι δραχμαὶ ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ χίλια στρέμματα, καὶ κατανείμαμεν τὰς 1000 δραχμάς· μένουσι 2,550. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ κατανομὴ αὐτῶν; Ἡ κατανομὴ γίνεται κατὰ κανόνα, ὅστις δὲν δεικνύεται ἐνταῦθα. Πρέπει τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἐπαρκέσῃ, ἵνα καλύψῃ καὶ τὰς τρεῖς τάξεις. Ἀλλὰ θὰ μείνῃ περίσσευμα 550 δραχμῶν. Πῶς θὰ καταλογισθῇ τὸ περίσσευμα τοῦτο; Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν πρώτην ποιότητα ἐκ τοῦ περισσεύματος πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς 550 τὰς ὑπολοίπους, θὰ ἔχωμεν 550 πρὸς 25, διαιροῦντες δὲ τὸ ἓν διὰ τοῦ ἄλλου, εὑρίσκομεν ὅτι περισσεύουσι 40 δραχμαί. Αἱ 40 δραχμαὶ αὗται ποῦ θὰ καταλογισθῶσι; Δὲν ἀρκοῦσι βεβαίως, ἵνα διατεθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν τάξιν. Δὲν ἀρκοῦσι πολὺ ὀλιγώτερον ἵνα διατεθῶσιν εἰς τὴν τρίτην τάξιν. Θὰ γεννηθῶσιν ἄρα κλάσματα.
§55Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι ἀναχωρεῖτε ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἅπαντα τὸν δῆμον μία δραχμὴ καὶ κατόπιν τὸ ὑπόλοιπον νὰ κατανεμηθῇ. Ἐγὼ ὅμως ἄλλο σύστημα παραδέχομαι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅταν εἷς δῆμος ὀφείλῃ νὰ δώσῃ δραχμὰς χιλίας διὰ φόρον, ἔχῃ δὲ 1000 στρέμματα, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ σκεφθῇ τοῦτο· ὁ δῆμος αὐτὸς, ἐπὶ παραδείγματι, ἀποτελεῖται ἀπὸ 4 χωρία· τοῦ ἑνὸς χωρίου αἱ ἄμπελοί εἰσι μᾶλλον προσοδοφόροι, τοῦ ἑτέρου χωρίου ἧττον προσοδοφόροι, καὶ τῶν ἄλλων χωρίων εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων τοῦ χωρίου ἐκείνου, δηλαδὴ τῆς πρώτης ποιότητος; εἶναι ἐκ τῶν χιλίων στρεμμάτων 200 στρέμματα. Ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἧττον προσοδοφόρους ἀμπέλους; εἶναι ἄλλα 200 στρέμματα, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἶναι 600 στρέμματα. Τὸ ὑπόλοιπον λοιπὸν θὰ κατανεμηθῇ εἰς τὰς κατωτέρας ποιότητας. Δὲν ἔχει κλάσματα, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἔχητε ἐδῶ 1 δραχμὴν καὶ 1,50. Πιθανὸν νὰ φθάσητε καὶ εἰς 1,20 καὶ 1,25.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἐννοεῖτε, ὅτι κατὰ τὰς τρεῖς ποιότητας θὰ ὑπάρχωσι τρία κεφάλαια;
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ, διότι θὰ ὁρισθῶσιν ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε τρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ φθάσητε εἰς τὸ νὰ κατανείμητε καὶ κάτω τῆς δραχμῆς.
§59ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ θὰ περισσεύουν δραχμαί. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ἐντελῶς.
§61ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἐκτελέσεως.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως εἶναι ζητήματα ἐκτελέσεως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν πεισθῶμεν, ὅτι εἶναι ἐκτελεστὰ, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον ἐν πεποιθήσει· θεωρῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τὰ μέρη, ὅπου πράγματι μία μόνον ποιότης ὑπάρχει, ὅπως π. χ. ἐδῶ, εἰς τὰ χωρία τῆς Ἀττικῆς, ὅπου αἱ ἄμπελοι δίδουσι περίπου τὸ αὐτὸ, εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας, παραδείγματος χάριν, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διακρίνῃ εἰς ποιότητας κατ’ ἀνάγκην.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι ὑποθέσατε, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας ἀναλογοῦσι 2,000 δραχμαί, καὶ εἶναι 1000 στρέμματα· ἀναλογοῦσι τότε 2 δραχμαὶ τὸ στρέμμα.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι μέγα καὶ αἱ ἄμπελοι ὀλίγαι, τῆς τελευταίας ποιότητος ἄμπελοι θὰ πληρώνωσιν ἐν τῇ δεῖνι περιφερείᾳ περισσότερον παρὰ ἄμπελοι μεγάλης ἀξίας ἐν ἄλλῃ περιφερείᾳ.
§65ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον, ὅπως ψηφίζεται, ὅταν ἡ φορολογία ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῆς μιᾶς δραχμῆς, κατ’ ἀνάγκην αἱ ἄμπελοι θὰ διαιρεθῶσιν εἰς τάξεις. Λοιπὸν ἐὰν εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας αἱ ἄμπελοι δὲν ἦναι τόσον παραγωγικαί, ὅταν ἡ ποιότης τοῦ φόρου ἀναλογῇ πλέον τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα, κατ’ ἀνάγκην θὰ γείνῃ διάκρισις τῶν ἀμπέλων. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀνισότης πρὸς τοὺς ἄλλους δήμους, ἐν οἷς ἡ ἄμπελος ἔχει μεγαλειτέραν παραγωγικὴν δύναμιν.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τότε παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἄμπελοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο χθὲς λόγος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὡς παράγουσαι 1500 ὀκάδας, θὰ πληρώνωσιν ὅσον καὶ αἱ ἄμπελοι αἱ παράγουσαι 100 ἢ 200 ὀκάδας.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε τοὺς ἄλλους παράγοντας ἐν τῷ προσδιορισμῷ τοῦ φόρου.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν τοὺς ἔχω θετικούς.
§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, τοὺς ἔχετε, διότι ἔχετε τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς, τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων· ὅλα αὐτὰ ἐν συνόλῳ θ’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν τοῦ φόρου. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς ἕνα δῆμον, ὅπου ὑπάρχει μεγάλη παραγωγή, γινώσκομεν, ὅτι ἕκαστον στρέμμα παράγει χιλίας ὀκάδας· αἱ χίλιαι ὀκάδες ἔχουσιν ἐπιρροὴν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου, ἑπομένως δὲν θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως δήποτε τὰς παρατηρήσεις μου τὰς ὑποβάλλω. Ἔχω ἐνδοιασμούς. Εὔχομαι, ὅπως τὰ πράγματα ὦσιν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ὑπέδειξεν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ἄρθρων διὰ νὰ ὑποβάλω τροπολογίας.
§71Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καταχωριζομένη εἰς τὰ πρακτικά, θὰ ὁδηγῇ τοὺς ἁρμοδίους.
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐκδοθῇ βασιλικὸν διάταγμα.
§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς οὐσιώδεις διαφωνίας ἔχω, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Διαφωνοῦμεν πρῶτον ὡς πρὸς τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου. Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως ὡς ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου ὁρισθῶσι 3 δραχμαὶ κατὰ στρέμμα, καὶ τοῦτο θὰ ἱκανοποιήσῃ ὑπεραρκούντως τὸ Δημόσιον· διότι καὶ κατὰ τὰς στατιστικὰς τὰς μὴ ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀληθεῖς, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι πρώην Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως ἡ ποσότης τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Κράτος δὲν εἰσπράττει πλέον τῶν 1,900,000 δραχμῶν. Λοιπὸν ἔχομεν στρέμματα ἀμπέλων βεβαίως πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου...
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τοὺς δύο φόρους εἰσπράττει 2,300,000 δραχμάς.
§75ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ὁμολογίαν σας, ὅτι ἀπὸ ἔγγειον φόρον τῶν ἀμπέλων δὲν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 1,900,000 δραχμῶν.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καὶ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως.
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν βεβαίως 1,100,000 στρέμματα. Ἐὰν γείνῃ δεκτὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνουν, ὁ μέσος ὅρος τῆς φορολογίας ἐπὶ ἑκάστου στρέμματος εἶναι 2 δραχμαί, καὶ θέλομεν βεβαίως εἰσπράξει δραχμὰς 2,200,000.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καταταχθῶσιν ὅλαι αἱ ἄμπελοι εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν, τί θὰ εἰσπράξητε;
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· διότι ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν προτείνομεν ἡμεῖς, παρέχει τοιαῦτα ἐχέγγυα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὐτό. Ἔχομεν λοιπὸν αὐτὰς τὰς δύο οὐσιώδεις διαφωνίας. Ἀλλὰ διαφωνῶ καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄμπελοι ἐν διαφόροις διαμερίσμασι τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι παράγουσι πλέον τῶν 2,000 ὀκάδων κατὰ στρέμμα, ἀλλὰ βεβαίως γνωρίζουν οἱ κύριοι Βουλευταί, καὶ διαβεβαιοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι αἱ ἄμπελοι τῶν ἄλλων διαμερισμάτων ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράγωσι πλέον τῶν 100 μποτσῶν, δηλ. 200 ὀκάδων, κατὰ στρέμμα· ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄμπελος, ἡ ὁποία νὰ παράγῃ κατὰ μέσον ὅρον πλέον τῶν 200 ὀκάδων. Καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰς ἀμπέλους τῆς Χαλκίδος καὶ τῶν Πατρῶν, αἱ ὁποῖαι παράγουσι πλέον τῶν χιλίων ὀκάδων...
§80ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τῶν Πατρῶν ὄχι...
§81ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ὡς δεδομένον πᾶν ὅ,τι οἱ Ὑπουργοὶ λέγουσι (διάλογοι). Εἶναι ἐναντίον τοῦ συστήματος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζονται οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Λοιπὸν δέχομαι ὡς δεδομένον, ὅτι ἐν Πάτραις καὶ ἐν Χαλκίδι ὑπάρχουν ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι παράγουν πλέον τῶν δύο χιλιάδων ὀκάδων κατὰ στρέμμα.
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐν Πάτραις, ὅπου ὑπάρχουσιν ἄμπελοι παράγουσαι ὑπὲρ τὰς χιλίας ὀκάδας, ὑπάρχουσι καὶ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι παράγουν ἑκατὸν ὀκάδας.
§83ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ παραγωγὴ ἐν Πάτραις ἐν γένει δὲν ὑπερβαίνει τὰ ὀκτὼ φορτώματα κατὰ στρέμμα, δηλαδὴ τὰς 400 ὀκάδας.
§84Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 800 ὀκάδας. (Διάλογοι).
§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχουσιν ἄμπελοι ἔν τισι διαμερίσμασι τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι παράγουν ἀπὸ 100 μέχρι 1000 ὀκάδων κατὰ στρέμμα, καὶ αἱ ἄμπελοι αὐταὶ θέλουσι διαιρεθῇ εἰς τρεῖς τάξεις, εἰς πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην· ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου θὰ ἦναι 6 δραχμαί, καὶ ὁ κατώτατος 1 δραχμή, κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ αἱ ἄμπελοι αὗται ὑπάρχουσιν ἐν ὡρισμέναις ἐπαρχίαις, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὅμως Ἀττικῆς καὶ Μαντινείας δὲν ὑπάρχει ἄμπελος, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ παραγάγῃ πλέον τῶν διακοσίων ὀκάδων κατὰ στρέμμα, καὶ ἐν τούτοις αἱ ἄμπελοι αὗται θὰ κατανεμηθῶσιν εἰς τόσας τάξεις, εἰς ὅσας καὶ αἱ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν.
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέσατε τὸν δῆμον Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔκτασιν ἀμπέλων 5,000 στρέμματα καὶ ὑποχρεοῦται εἰς ἀπόδοσιν φόρου 10,000 δραχμῶν. Ὑμεῖς παραδέχεσθε, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Τριπόλεως δὲν ὑπάρχει διάκρισις ποιότητος ἀμπέλων· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχετε ἢ νὰ κάμητε μίαν τάξιν πρὸς 2 δραχμὰς καὶ νὰ λάβητε τὰς 10,000 ὡς φόρον.
§87ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ τὸ κάμῃ αὐτό;
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή.
§89ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν δὲν τὸ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή (διάλογοι). Ἐν Τριπόλει μέχρι τοῦδε βεβαιοῦται φόρος τοῦ οἴνου περισσότερος ἢ ἐν Χαλκίδι, διότι ἐν Τριπόλει ὅλον σχεδὸν τὸ παραγόμενον γλεῦκος ἀποταμιεύεται εἰς οἶνον, ἐνῷ ἐν Χαλκίδι δὲν βεβαιοῦται οὔτε λεπτὸν φόρου, διότι ἅπαν τὸ γλεῦκος, τὸ παραγόμενον ἐκ τῶν ἀμπέλων τῆς Χαλκίδος, μεταφέρεται εἰς Ἀθήνας, ἢ μεταποιεῖται εἰς οἰνόπνευμα. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ τεθῇ μία τάξις ἀμπέλων ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἄμπελοι παράγουσαι πλέον τῶν διακοσίων ὀκάδων κατὰ στρέμμα. Πλὴν τούτου ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 15, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ 1899 ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἢ, ὅπου δὲν ἑδρεύει τοιαύτη, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, ὁ οἰκον. ἔφορος καὶ ὁ ταμίας, συνερχόμενοι, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις καὶ πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ βεβαιοῦσι διὰ πρωτοκόλλου...», προτείνω ἵνα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ λαμβάνῃ μέρος καὶ ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἑκάστου δήμου, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσιν, ὡς τὰ ἁρμοδιώτερα πρόσωπα, νὰ παρέχωσι πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ ταμίας, ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ ἔφορος ἐμπνέονται πάντοτε ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, ἡ πεῖρα δὲ μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν διατάσσουσι τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, ὅπως ἐντείνωσι τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, καὶ δὲν βλέπω, ἐὰν οἱ ἀμπελοκτήμονες ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διὰ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τί θέλει βλαβῆ ἡ ὑπηρεσία. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἓν μόνον ἔχω νὰ ἀπαντήσω, ὅτι αἱ πολυπρόσωποι ἐπιτροπαὶ δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των ποτὲ (διάλογοι). Ἐὰν ὅμως ἐπιμένητε νὰ μετάσχῃ καὶ ὁ δήμαρχος, δέον νὰ ἦναι ὁ δήμαρχος τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας (διάλογοι).
§91Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐφοβήθη καὶ περιώρισε τὰ ὅρια τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος εἰσπράττει μέχρι σήμερον. Βεβαίως ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀσφαλεῖς ὑπολογισμοὺς, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἥμισυ, καὶ πλέον τοῦ ἡμίσεος, τοῦ παραγομένου οἴνου δὲν δηλοῦται, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὸν φόρον τοῦ οἴνου, δὲν προσεῖχον εἰς τὴν δημοσίευσιν πρωτοκόλλων, ἀλλὰ περιωρίζοντο ἁπλῶς νὰ λαμβάνωσι τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου ἐκ τῶν κατόχων τῶν ἀδηλώτων οἴνων, καὶ ν’ ἀδιαφορῶσιν. Ὥστε ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου οἴνου ἐν Ἑλλάδι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Οἱ ὑπολογισμοί σας λοιπὸν θὰ ἦναι πάντοτε κατώτεροι. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρξῃ ἐνταῦθα ἀκρίβεια περὶ τὰς δηλώσεις τῶν ἀμπέλων, θὰ εὑρεθῆτε ἀπέναντι γεγονότος τοιούτου, ὥστε ν’ ἀναγκασθῆτε, παραδεχθέντες ἤδη τοὺς ὑπολογισμούς σας αὐτοὺς καὶ τὸν διαιρετέον καταρτίζοντες, νὰ δεχθῆτε μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα ὡς κατώτατον ὅρον, καὶ 2 δραχμὰς μέχρι τὸ πολὺ τριῶν ὡς ἀνώτατον ὅρον, διότι οὕτω θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε νὰ εἰσπράξητε διὰ τοῦ προκειμένου νόμου. Βεβαίως ἕκαστος φόρος πρέπει νὰ ἦναι δίκαιος, καὶ περὶ τὴν βεβαίωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον καταθλιπτικός. Εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου: «ποῦ ἠκούσθη 12% ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου;» Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος πληρώνει 16 καὶ 18% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου.
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἦναι κάτω τῶν 100 δραχμῶν, καταντᾷ νὰ φθάσῃ τὰ 30%.
§93Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχετε λοιπὸν τὴν σταφιδοπαραγωγὴν τὴν πάσχουσαν, ἡ ὁποία εἶναι βεβαρημένη εἰς βαθμὸν πραγματικῶς ἄξιον προσοχῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δέσητε, οὕτως εἰπεῖν, τὰς χεῖρας μὲ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ εἰσπρακτέου φόρου ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,850,000· θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἦσθε ἐλεύθεροι, καὶ ὅταν ἴδητε τὸ ποσὸν τῶν δηλωθησομένων στρεμμάτων ἀμπέλων, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον, ὅπερ εἶναι εὔκολον, τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, καὶ ἴδητε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβλητέου εἶναι ἐλάχιστον καὶ ἄνισον, τότε νὰ ἐπιβάλητε 6% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, ὅπως εἰσπράξητε ἐκεῖνο, ὅπερ δέον νὰ εἰσπραχθῇ ἐξ ἑνὸς φόρου δικαίου, τὸ δὲ πλεονάζον, ἐὰν θελήσητε, νὰ τὸ διαθέσητε ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, εἴτε πρὸς ἐλάφρυνσιν τῆς φορολογίας ταύτης, εἴτε πρὸς ἐπίτευξιν μέτρων τινῶν καταλλήλων διὰ τὴν ἐμψύχωσιν τῆς παραγωγῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία σήμερον λιποψυχεῖ, ἀσθμαίνει καὶ ἴσως ψυχορραγεῖ. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι πεφωτισμένη, — διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος — τὴν σκέψιν ταύτην, νομίζων ὅτι εἶναι δικαία ἡ σύστασίς μου.
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι κοινὸν μεταξὺ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ὅταν μάλιστα λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἐκ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως αὐτοὶ παραβλάπτονται· εἴδετε δὲ πρό τινων ἡμερῶν διαμαρτυρίας τῶν ἐν Χαλκίδι οἰνοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι τὸ προϊόν των ὑποτιμᾶται ἕνεκα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ προϊόντος τῆς παρακρατήσεως εἰς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου νομίζω, ὅτι, ὅταν ἐπιχειρῶμεν τὴν μεταβολὴν ἑνὸς φόρου, ὅστις ἀπεδείχθη καταθλιπτικός, δὲν πρέπει τὴν μεταβολὴν ταύτην ἰδίως νὰ συνδέσωμεν μὲ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας. Δὲν πρέπει νὰ ὁδηγώμεθα ἐκ ταμιευτικοῦ πνεύματος καὶ νὰ ἐπιζητῶμεν αὔξησιν τῆς δημοσίας προσόδου, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ οἰνοπαραγωγὴ ἀποτελεῖ πρώτιστον παράγοντα τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ οἶνος παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι εἶδος πολυτελείας, εἶναι εἶδος τροφῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τῇ μεταβολῇ τοῦ φόρου αὔξησιν τῆς δημοσίας προσόδου. Ἐκ τούτου ὁρμώμενος, εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν μὲ ὡδήγησεν ἐν τῇ μεταβολῇ τῆς φορολογίας ταύτης πνεῦμα ταμιευτικόν.
§95Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι εἰς τὴν θέσιν, ὅπου ἐτέθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διευκρινεῖ τὸ ζήτημα. Ἠθέλησα νὰ προκαλέσω τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ τὴν ἀκούσω, ὡς λύουσαν τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων· δυστυχῶς δὲν ἐγένετο τοῦτο. Ἐξακολουθῶ ὅμως νὰ ἐπιμένω, καὶ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς φορολογίας κατὰ στρέμμα δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 6 δραχμὰς, ἀφοῦ ἐξ ἄλλου μέρους εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον θὰ χωρισθοῦν αἱ ἄμπελοι εἰς ἀμπέλους αʹ, βʹ καὶ γʹ κατηγορίας, εἶναι ἀδύνατον τὸ ποσὸν, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἐπιβαρύνει ἕκαστον δῆμον, νὰ ἀνέρχηται ἄνω τὸ πολὺ τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ στρέμμα, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀμπέλους ἐκτάσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου στρεμμάτων, καὶ ἀνώτατον ὅρον φόρου 6 δραχμὰς, ἐὰν ὁ μέσος ὅρος...
§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνετε ὡς δεδομένον, ὅτι ἔχομεν ἔκτασιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου στρεμμάτων.
§97ΝΕΓΡΗΣ. Λαμβάνω ὡς δεδομένον μόνον, ὅτι δὲν δύναται νὰ φορολογηθῇ ἄνω τῶν 6 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, λαμβάνω ὡς δεδομένον, ὅτι αἱ ἄμπελοι θέλουσιν ὑποδιαιρεθῇ εἰς αʹ, βʹ καὶ γʹ κατηγορίαν.
§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητον· ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς οὓς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν ἅπασαι αἱ ἄμπελοι εἰς μίαν κατηγορίαν.
§99ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ σκέψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς προσθήκην (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, μὲ τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβαρυνθῆ ἕκαστος δῆμος, δὲν δύναται νὰ ἀναλογῇ εἰς μέσον ὅρον κατὰ στρέμμα ἀνώτερον τῶν τεσσάρων δραχμῶν.»
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ ἦναι 4 δραχμαὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος, ἀλλὰ τότε ἐντελῶς ἀνατρέπεται τὸ σύστημα.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι θέσαντες ὄχι μόνον κατώτατον ὅρον, ἀλλὰ καὶ ἀνώτατον, κατεστήσαμεν τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἀνεφάρμοστον, ἢ μᾶλλον ἀδύνατον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ καλῶς, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος ἀπροσκόπτως, ὡς ἐτροποποιήθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 15. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ὑποχρεωμένη, ὡς εἴδομεν, ἓν ὡρισμένον ποσὸν προσόδου ἐκ τοῦ οἴνου νὰ τὸ διανείμῃ εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν στρεμμάτων πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης κατηγορίας, ἢ καὶ μόνον μιᾶς κατηγορίας. Ἐν τῇ διανομῇ ταύτῃ, κατὰ τὸ ἄρθρον 15, δὲν δύναται νὰ κατέλθῃ κάτω τῆς μιᾶς οὔτε νὰ ἀνέλθῃ ἄνω τῶν 6 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν περιπτώσεις, καθ’ ἃς νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος περιορισμός; δηλαδὴ νὰ μὴ δύναται ὡρισμένον ποσὸν φόρου, ὅπερ ἐπιβαρύνει τὰς ἀμπέλους ἑνὸς δήμου ἢ ἑνὸς χωρίου, νὰ διανεμηθῇ ἐντὸς τοῦ κατωτάτου καὶ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου εἰς τὰς ἀμπέλους αὐτὰς τοῦ δήμου ἢ τοῦ χωρίου; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, δυνάμει ποίας ἀριθμητικῆς πράξεως εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ κατανέμηται πάντοτε εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν στρεμμάτων, χωρὶς ὁ κατὰ στρέμμα φόρος νὰ ἦναι κατώτερος τῆς δραχμῆς καὶ ἀνώτερος τῶν 6 δραχμῶν, καὶ χωρὶς νὰ εὑρίσκηται ἡ ἐπιτροπὴ συχνὰ ἢ ἐνίοτε ἐνώπιον ἢ ἑνὸς ἐλλείμματος ἢ ἑνὸς πλεονάσματος, κατὰ τὰς περιστάσεις, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἀκριβῆ καταμερισμὸν τοῦ φόρου; Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε 7,000 δραχμὰς νὰ ἀναλογίσητε εἰς τὰς ἀμπέλους δήμου τινὸς, τῶν ὁποίων τὰ στρέμματα εἶναι μόνον χίλια. Εἶναι δυνατὸν νὰ διανείμητε τὰς 7,000 ταύτας δραχμὰς, χωρὶς ὁ κατὰ στρέμμα φόρος νὰ ὑπερβῇ τὰς 6 δραχμάς; Ἀδύνατον, διότι διὰ νὰ εἰσπράξητε 7,000 δραχμὰς, πρέπει τοὐλάχιστον ἕκαστον στρέμμα ἐκ τῶν χιλίων νὰ πληρώσῃ 7 δραχμάς. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὑπερέβητε τὸν ἀνώτατον ὅρον. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἔχητε κατάταξιν τῶν ἀμπέλων εἰς πολλὰς κατηγορίας θὰ ὑπερβῆτε διὰ τὰς ἀνωτέρας ποιότητας ἀκόμη περισσότερον τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 6 δραχμῶν. Ἐπιθυμῶ διὰ τοῦτο νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τίνος μεθόδου πιστεύει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 15 εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ὅταν τουτέστιν ὁ ἀριθμὸς τῶν στρεμμάτων ἑνὸς δήμου ἢ χωρίου, ἀναλογιζόμενος κατ’ ἀνώτατον ὅρον, δὲν ἐξαντλῇ τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προσδιορισθὲν διὰ τὸν δῆμον αὐτὸν ποσὸν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν παράβασιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 15, δηλ. ὑπέρβασιν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου. Τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιλαμβάνομαι τοιαύτην δυσκολίαν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν αὐτῆς.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής· διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν στρεμμάτων θὰ φθάσῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον,—βεβαίως ὅμως θὰ ἦναι μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ τῶν 800 χιλιάδων,— δὲν θὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις· ἀλλὰ καὶ ἂν παρουσιασθῇ, τότε φυσικὸν εἶναι νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου.
§103Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγεννήθησαν ἀπορίαι ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἄρθρων 15 καὶ 16. Ἐπειδὴ χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀσπαζόμενος κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοθέτημα ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἀπέτεινα συγχαρητήρια πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκθέσω, πῶς ἀντελήφθην τὸ σύστημα, καὶ νὰ δικαιολογήσω τὰ συγχαρητήριά μου ὡς δίκαια. Ἡ μεγάλη δυσχέρεια πρὸ πάντων τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας ἰδίως ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου, ὅπερ οὐδενὸς ἄλλου διαφέρει τόσον πολὺ καὶ κατὰ τὴν παραγωγὴν καὶ κατὰ τὸ ποιὸν καὶ κατὰ τὸ ποσὸν, ἡ μεγάλη αὕτη δυσχέρεια κατὰ τὸ δυνατὸν ἱκανοποιεῖται τελείως ὑπὸ τοῦ νομοθετήματος. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐκ Μαντινείας, τοῦ νὰ διαιρέσωμεν δηλ. τὰς ἀμπέλους εἰς τρεῖς τάξεις, τί θὰ συμβῇ τότε; Νομίζετε ὅτι θὰ ἦναι δικαιοτέρα ἡ φορολογία; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐδοκιμάσθη. Θὰ διαιρέσωμεν εἰς τρεῖς τάξεις ἢ τέσσαρας ἢ πέντε τάξεις τὰς ἀμπέλους καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Θὰ ἔχωμεν πρώτης, δευτέρας, τρίτης, τετάρτης τάξεως ἀμπέλους ἐν Τριπόλει, θὰ ἔχωμεν πρώτης, δευτέρας, τρίτης τετάρτης, πέμπτης τάξεως ἐν Πάτραις· ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πρώτης τάξεως ἀμπέλων τῶν Πατρῶν καὶ τῶν πρώτης τάξεως τῆς Τριπόλεως οὐδεμία ὑπάρχει σύγκρισις, διότι ἡ τελευταίας τάξεως ἄμπελος τῶν Πατρῶν κατὰ τὴν παραγωγικὴν δύναμιν θὰ ἦναι ἴση πρὸς τὴν πρώτης τάξεως ἄμπελον τῆς Τριπόλεως. Τοιοῦτον ἦτο τὸ σύστημα τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὸ σύστημα ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχομεν μίαν καὶ μόνην φορολογικὴν ἱκανότητα τῶν ἀμπέλων ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Πῶς εὑρίσκομεν ταύτην; Εὑρίσκομεν ταύτην ὑπολογίζοντες πρῶτον τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων κατὰ δῆμον στρεμμάτων. Ὁ πρῶτος ὅρος ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου ἐν τῷ δήμῳ, ἔχει σχέσιν εἰς τὸ ἄρθρον 16. Δεύτερον τὴν μέσην κατὰ στρέμμα παραγωγικὴν δύναμιν τῆς ἀμπέλου, καὶ τρίτον τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος. Ἑπομένως, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὰ πράγματα σαφέστερα, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον στρέμματα ἀμπέλων, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ ἡ διανομή. Λαμβάνομεν τὸ παράδειγμα ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, λαμβάνομεν ἓν στρέμμα ἀμπέλου τῆς Μαντινείας, τοῦ ὁποίου ἡ μέση παραγωγικὴ δύναμις, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον διακοσίων ὀκάδων. Ἂν ὑπολογίσωμεν κατὰ μέσον ὅρον ὀκτὼ ἕως δέκα λεπτὰ τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους κατ’ ὀκᾶν ἢ καὶ ὀλιγώτερον ἴσως,—ἀλλ’ ἂς λάβωμεν, διὰ τὸ διαιρετὸν τοῦ πράγματος, ὅτι εἶναι δέκα λεπτά, — ἔχομεν τὴν φορολογικὴν δύναμιν τῆς ἀμπέλου τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας δραχμὰς 20 ἐτήσιον εἰσόδημα. Λοιπὸν θὰ καταχθῶσιν οἱ ἄμπελοι τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας μὲ φορολογικὴν δύναμιν — ἂς τὴν ὀνομάσωμεν οὕτω — ἀπέναντι τῆς Πολιτείας μὲ εἴκοσι δραχμὰς ἀκαθάριστον εἰσόδημα. Λάβωμεν τὴν ἄμπελον τῶν Πατρῶν. Ἡ ἄμπελος τῶν Πατρῶν, εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὅτι ἔχει παραγωγικὴν δύναμιν...
§104ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἶναι ὅλαι αἱ ἄμπελοι τῆς αὐτῆς ποιότητος.
§105ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Λοιπὸν λαμβάνομεν ἕνα δῆμον, τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς, καὶ εὑρίσκομεν ὄχι ὅτι παράγει 500 ἢ 600 ὀκάδας, ἀλλ’ ὅτι παράγει τὸ διπλάσιον τῆς ἀμπέλου Τριπόλεως, ὅτι παράγει ἑπομένως τετρακοσίας ὀκάδας. Εὑρίσκομεν συγχρόνως, ὅτι καὶ ἡ μέση τιμὴ τοῦ προϊόντος, διὰ διαφόρους λόγους, ποιότητος, πληθυσμοῦ κλπ., εἶναι διπλασία τῆς τοῦ προϊόντος Τριπόλεως, ὅτι εἶναι 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ποία θὰ ἦναι ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς ἀμπέλου τῶν Πατρῶν; Θὰ ἔχῃ φορολογικὴν δύναμιν 400 ὀκάδων ἐπὶ 20 λεπτὰ, δηλ. 80 δραχμῶν Ἑπομένως ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς ἀμπέλου Πατρῶν θὰ ἦναι τετραπλασία. Ἰδοὺ τὰ δύο στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν θὰ θεμελιωθῇ ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου. Θὰ ἔλθωμεν λοιπὸν κατόπιν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὴν γενικὴν ἀναλογίαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δι’ ἕκαστον δῆμον...
§106ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἐπιτροπὴ θὰ τὴν κανονίσῃ; Θὰ τὴν κανονίσουν τὰ κατὰ τόπους Δημοτικὰ Συμβούλια.
§107ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐδῶ διαφωνοῦμεν. Ἀφήσατε νὰ σᾶς ἐκθέσω πῶς ἀντελήφθην τὸ σύστημα, διότι εἶδον ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξέφρασε πολλὰς ἀπορίας, καὶ βεβαίως δὲν ἀντελήφθη καλῶς τὸ σύστημα.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ἐξέφρασα ἀπορίας.
§109ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν ὅλων τῶν στρεμμάτων, τὴν μέσην κατὰ στρέμμα παραγωγὴν καθ’ ἕκαστον δῆμον, τὴν μέσην ἀξίαν τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου κατὰ δῆμον, καὶ θὰ κατατάξῃ τὰς ἀμπέλους εἰς τάξεις ἀναλόγους. Ὅταν τὴν κατάταξιν ταύτην ποιήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, θὰ ἔχῃ ἀφ’ ἑτέρου νὰ κατανείμῃ τὸν φόρον τῶν 2,500,000 δρ. εἰς νὰ εὑρεθέντα στρέμματα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ θὰ τὰ κατανείμῃ ἀναλόγως τῆς φορολογικῆς ἀξίας, καὶ ἑπομένως ἡ ἄμπελος τῶν Πατρῶν, ἡ ὁποία παράγει διπλασίαν ποσότητα, τιμωμένην τὸ τετραπλοῦν τῆς τῆς Τριπόλεως, θὰ ἔχῃ τετραπλασίαν φορολογικὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Ἡ ἄμπελος λοιπὸν τῆς Τριπόλεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν φορολογικὴν ὑποχρέωσιν μὲ τὴν ἄμπελον τῶν Πατρῶν. Ἂν λοιπὸν ὁ ἀνώτατος ὅρος θὰ ἦναι ἕξ δραχμαὶ κατὰ στρέμμα, ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις τῆς ἀμπέλου Τριπόλεως θὰ ἦναι 1 δρ. καὶ λεπ. 50, ἂν οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, εἶναι ἀληθεῖς. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν θὰ εὑρεθῇ ἡ κατὰ στρέμμα καὶ κατὰ δῆμον μέση ἀναλογία. Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 15. Εὑρέθη ὅτι εἰς ἕνα δῆμον ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις τῆς ἀμπέλου εἶναι κατωτέρα τῆς δραχμῆς· τότε λύει τὸ ζήτημα ὁ νόμος: θὰ ἀναχθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δραχμῆς. Εὑρέθη ὅτι ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις εἰς ἕνα δῆμον εἶναι ὑπερτέρα τῆς δραχμῆς, τότε ἔρχεται εἰς ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 16. Καὶ ἐδῶ ἐγεννήθησαν ἀπορίαι εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον. Καὶ ἐδῶ ἂς λάβωμεν τὸν δῆμον Τριπόλεως· Ἔχετε 20,000 στρέμματα ἀμπέλων, καὶ ἡ ὑποχρέωσίς των εἶναι νὰ πληρώσουν 30,000 δραχμάς. Τί θὰ γείνῃ τότε; Ὀλιγώτερον τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ στρέμμα βεβαίως οὐδεμία ἄμπελος θὰ πληρώσῃ, διότι αὐτὸ ἐκανονίσθη διὰ τοῦ ἄρθρου 15...
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς μιᾶς καὶ ἡμισείας.
§111ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι, τῆς δραχμῆς... Τί ὑπολείπονται, ὅταν ἔχωμεν 20,000 στρέμματα; Ὑπολείπονται 10,000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι θὰ διανεμηθῶσιν εἰς ὅλας τὰς ἀμπέλους, ἀναλόγως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Θὰ διαιρέσητε τὰς 20,000 στρέμματα εἰς πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως. Ἠμπορεῖ λοιπὸν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ εἴπῃ: «τὰς 10,000 δραχμὰς τὰς ἐπιβάλλω εἰς τὰς ἀμπέλους τῶν 8,000 στρεμμάτων, τὰς ὁποίας εὑρίσκω ὅτι εἶναι πρώτης τάξεως»· ἢ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι «ἐπιβάλλω εἰς τὰς τῆς τρίτης τάξεως ἀμπέλους τόσον ἀνωτέρω τῆς δραχμῆς», καὶ τοιουτοτρόπως θὰ γείνῃ ἡ διανομή. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα εἶναι ἀσφαλέστατον, τὸ δὲ ἕτερον σύστημα, τῆς διαιρέσεως εἰς τάξεις, θὰ φέρῃ τὰ ἀτοπήματα νὰ ἔχωμεν πρώτης τάξεως ἀμπέλους εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἐνῷ ἔχομεν μεγάλας διαφορὰς ἀμπέλων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι εὐφυέστατον, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§112Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι θέλει συμβῆ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον νομίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι θὰ συμβῇ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Βεβαίως, διότι διαφέρει ἡ παραγωγικὴ δύναμις τῆς ἀμπέλου ἐν τοῖς διαφόροις διαμερίσμασι τοῦ Κράτους, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει ἐν μὴ ἰσότητι τὸν φόρον, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀνισότητος ταύτης, ἡμεῖς προτείνομεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν. Προτείνομεν τὸ σύστημα, νὰ διαιρεθῶσιν αἱ ἄμπελοι εἰς τρεῖς τάξεις καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἕκαστος δῆμος νὰ ὑπάγηται εἰς μίαν ὡρισμένην τάξιν, καὶ τότε θέλομεν ἀποφύγει τὴν ἀνισότητα τῶν ἔν τινι δήμῳ ἀμπέλων πρὸς τὰς ἀμπέλους τῶν ἄλλων δήμων, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγικὴ δύναμις εἶναι μεγαλειτέρα. Ὁ προαγορεύσας δὲν ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὸν τρόπον τῆς κατανομῆς τοῦ φόρου, καὶ νομίζει ὅτι ταύτην θέλει ἐνεργήσει ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἑδρεύουσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς αʹ) τὸ ποσὸν τῶν δηλωθέντων κατὰ δῆμον στρεμμάτων, βʹ) τὴν μέσην κατὰ στρέμμα παραγωγὴν εἰς ὀκάδας γλεύκους ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, καὶ γʹ) τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐπωλήθη τὸ τὸ γλεῦκος κατὰ δῆμον κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ τὸν φόρον θέλει κατανείμει κατὰ δήμους. Ἔρχονται ὅμως αἱ τοπικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι κατανέμουσι τὸν φόρον κατ’ ἀναλογίαν εἰς ἕκαστον δῆμον εἰς τὰς ἀμπέλους, καὶ ὅταν ὁ φόρος ὑπερβαίνῃ τὴν μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα, βεβαίως τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια θὰ διαιρέσωσι τὰς ἀμπέλους κατὰ τάξεις, καὶ ἰδοὺ ὅτι φθάνετε εἰς τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα θέλετε ν’ ἀποφύγητε, διότι θέλετε ἰδεῖ τὴν ἄμπελον τῆς Τριπόλεως διῃρημένην εἰς τρεῖς τάξεις, τὴν δὲ ἄμπελον τῆς Χαλκίδος, ὅπου ἡ δύναμις ἡ παραγωγικὴ εἶναι πολὺ μεγάλη, πάλιν εἰς τρεῖς τάξεις.
§113ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ἄμπελος τῆς Χαλκίδος, ἂν ἔχῃ παραγωγικὴν δύναμιν μεγαλειτέραν, ἔχει καὶ τὴν τιμὴν ἀνωτέραν· θὰ πληρώσῃ λοιπὸν διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ποσὸν κατὰ στρέμμα. Ἑπομένως περὶ τίνος πρόκειται;
§114ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ποσότητα δύναται νὰ τὴν κατανείμῃ ἡ τοπικὴ ἀρχή, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα νομίζετε ὅτι ἀποφεύγετε, καὶ τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑφίστασθαι, ἐφ’ ὅσον νομοθετεῖτε καὶ διαιρεῖτε εἰς τόσας τάξεις τὰς ἀμπέλους τῆς μικρᾶς παραγωγικῆς δυνάμεως, εἰς ὅσας καὶ τὰς ἀμπέλους τῆς μεγάλης παραγωγικῆς δυνάμεως.
§115Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν κατανομὴν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, συνερχομένη προσδιορίζει τοὺς μέσους ὅρους τῶν δύο φόρων, τοῦ ἐγγείου καὶ τοῦ τῆς καταναλώσεως, καὶ ποιεῖται κατὰ δήμους τὴν διανομὴν αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων, τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς ἑκάστου δήμου καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους. Καὶ ἐν Τριπόλει λοιπὸν θὰ γείνῃ ἡ διανομὴ οὐχὶ κατ’ ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων μόνον, ἀλλ’ ἀναλόγως καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς καὶ τῆς τιμῆς κατ’ ὀκᾶν τοῦ γλεύκους τῆς Τριπόλεως. Ἑπομένως πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἔχει γείνῃ ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει οὐ μόνον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν δεδομένων τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους κατὰ στρέμμα καὶ κατ’ ὀκᾶν.
§116Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, δηλ. ἡ μεταβολὴ τῆς βάσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, τῆς μέχρι τοῦδε τεθειμένης, ἐγένετο παραδεκτὴ παρὰ πάσης τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἀπεδέξατο, ἐκδηλώσασα τὴν ἐπιθυμίαν της νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ πλέον τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκράτει. Ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐστέρξαμεν ν’ ἀποδεχθῶμεν ὡς βάσιν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου τὴν καταμέτρησιν τῆς ἐκτάσεως καὶ οὐχὶ τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου προϊόντος, ἑπομένως δὲν ἀπειλεῖται κίνδυνός τις κατὰ τοῦ συστήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐγένετο παραδεκτόν. Μόνη προσπάθεια, ἥτις καταβάλλεται ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι, πῶς τὸ σύστημα τοῦτο νὰ κανονισθῇ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ πληρέστερον, τελειότερον, ὅπερ βεβαίως εἶναι ἐπιθυμητόν. Ἡ παραμυθία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, εἶναι φυσική, διότι ἀληθῶς, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει Κοινοβούλιον, καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο συνέρχεται κατ’ ἔτος, βεβαίως δύναται νὰ μεταβάλλῃ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων καταδεικνύει ἀτελείας, βεβαίως αἱ Κυβερνήσεις θέλουσι προβάλλει τὴν τροποποίησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὰς λεπτομερείας; Παρεδέχθημεν τὴν ἀρχήν· πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰς λεπτομερείας νὰ κανονίσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅπως θέλει, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπέλθωμεν; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ τοῦτο ἠσχολήθημεν νὰ συντελέσωμεν εἰς βελτίωσιν τῶν λεπτομερειῶν, ὅπως τὸ σύστημα τοῦτο μὴ ἀποτύχῃ, ἢ μὴ παραγάγῃ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μᾶς δυσαρεστήσει, ὅπως τέλος πάντων καταστῇ, ὅσον εἶναι δυνατόν, ὀλιγώτερον ἀτελές. Ἑπομένως αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀπώλεια χρόνου. Καθ’ ἡμᾶς, ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς χθὲς γενομένης καὶ ἐκ τῶν σήμερον λεχθέντων κατεδείχθησαν τρεῖς διαφωνίαι, ὑπάρχουσαι μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμεινε νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀμπέλου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ ποιότητα κατηγορίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἄμπελος κατετάχθη, ἀλλ’ ἐπέμεινε νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐξ ἑνὸς συνδυασμοῦ τῶν τοπικῶν περιστάσεων πρὸς τὰς γενικὰς περιστάσεις. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ σύσταμα τοῦτο εἶναι πολύπλοκον, καὶ ὅτι δύναται νὰ παραγάγῃ δυσχερείας, ἢ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ὑπέρμετρον, ἐνῷ ἴσως ἡ ὥρα αὕτη δὲν εἶναι κατάλληλος, ἵνα αὐξήσωμεν τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἡ δευτέρα διαφωνία, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, εἶναι, ὅτι ἡμεῖς ἐζητοῦμεν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε γενῇ ἀποδεκτὸν τὸ σύστημα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἀνέγραφεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 15, νὰ ληφθῇ ὡς βάσις οὐχὶ τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμεινεν, ὅπως ληφθῇ ὡς βάσις τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων. Ἐὰν δὲ παραβάλῃ τις τὰ κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 βεβαιωθέντα πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ βεβαιωθέντα ὑπερέχουσι τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ 3,319,552.89, ἑπομένως ὁ διαιρετέος γίνεται μεγαλείτερος κατὰ δραχμὰς 3,319,552.89, ἑπομένως τὸ πηλίκον θέλει εἶναι ὑπέρμετρον βεβαίως. Τὸ ἄτοπον τοῦτο καθ’ ἡμᾶς ἐζητήσαμεν νὰ περιστείλωμεν, ζητήσαντες νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων. Ἡ τρίτη διαφωνία ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι ἡ ἑξῆς· ἐὰν ἤθελε γενῇ παραδεκτὸν τὸ σύστημα τοῦ ἄρθρου 15, ἤτοι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδεχθῇ ὡς βάσιν τὰ βεβαιωθέντα, καὶ οὐχὶ τὰ εἰσπραχθέντα, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τότε νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅστις ἠρνεῖτο πρίν, ζητῶν νὰ μείνῃ ἀπροσδιόριστος ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ κατὰ στρέμμα φόρου, τελευταῖον ἔστερξεν, ἵνα γείνῃ εὐχάριστος εἰς τὴν Βουλήν, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ἐπρότεινεν ὡς ὅρον τοιοῦτον ἓξ δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς ἡμᾶς φαίνεται ὑπερβολικόν, καὶ ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ ἤμεθα εὐχάριστοι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ μᾶς εἰσήγαγεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τῶν ἀμοιβαίων φιλοφρονήσεων, νὰ δεχθῇ, ὡς ἀνώτατον ὅρον τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν πέντε κατὰ στρέμμα. Ἑπομένως οὐδεμίαν προβάλλομεν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιμένομεν ὅμως εἰς τὰς εἰρημένας γνώμας ἡμῶν.
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀλίγας λέξεις ὀφείλω νὰ εἴπω, ἵνα πρὸ πάντων κατανοηθῶσι τ’ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας συνηγόρησαν, τουτέστιν ὁ διὰ τοῦ νόμου καθορισμὸς τριῶν κλάσεων ὑπὸ διάφορον φορολογίαν. Εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι τοῦτο δίδει χώραν εἰς καταχρήσεις· πρὸ παντὸς δὲ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἤθελε γείνῃ δεκτόν, ἠθέλομεν ἴδει ὅλας τὰς ἀμπέλους τῆς Ἑλλάδος κατατασσομένας εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ὅτι καὶ ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων φόρων κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 αὐξάνει ὁ διαιρετέος κατὰ 3,000,000, ὀφείλω νὰ ἐξαγάγω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ τῆς πλάνης, εἰς ἣν περιέπεσε, διότι ἔχω ἤδη ἐνταῦθα τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897 καὶ 1898 καὶ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Καὶ ἂν μὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔτη 1895, 1896, 1897 καὶ 1898 καὶ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, ὡς πρὸς τὰς Θεσσαλικὰς ἐπαρχίας, θὰ ἔχητε ὡς μέσον ὅρον δραχμὰς 2,690,179.66. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, ἔχομεν μέσον ὅρον ἐκ δραχ. 3,074,165. Ὥστε ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο εἶναι ἐκ δραχ. 266,000 περίπου, δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἀποδεχθῶ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔτη 1895 ἕως 1898, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ φόρου τούτου ὄντος ἀμέσου, θὰ ἔχωμεν καθυστερήσεις.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν ἀριθμοὺς διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνεῦρον ὡς διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν βεβαιωθέντων καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1885 καὶ 1896, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες ἦσαν οἱ πρῶτοι παράγοντες, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν θέλῃ, νὰ μὲ διορθώσῃ.
§120ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς βεβαιώσεις ἢ τὰς εἰσπράξεις;
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰς βεβαιώσεις. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς ὁριστικοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1893, 1894 καὶ 1895, ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, διότι ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι καὶ δὲν διενεμήθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη 1895, 1896, 1897 καὶ 1898, καὶ εἶπεν ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ εἰσπραχθέντα καὶ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1898, οὕτω δ’ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν προσδιώρισε τὸν μέσον ὅρον. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν τῷ ἐδόθησαν ἀκριβεῖς πληροφορίαι περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1898, ἀφοῦ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» δὲν εὗρον ἀποτελέσματα εἰσπράξεως ἐσόδων τοῦ 1898 ἢ μέχρι τέλους τοῦ Ὀκτωβρίου 1898...
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσπράξεων ἢ βεβαιώσεων;
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατάστασιν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1898... Προσέφυγον εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου· εὗρον ὅτι εἶχον βεβαιωθῆ μόνον 424 δραχμαί. Διὰ τοῦτο εἰκάζω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τ’ ἀποτελέσματα, καὶ ἑπομένως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τοιούτους ἀριθμοὺς, βεβαίως δὲν ἔδωκαν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τώρα τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1898 δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν, ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σᾶς ἀναφέρω τὰ ποσὰ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργός:
| 1893 | Προϋπολογισθέντα | Βεβαιωθέντα | Ἐισπραχθέντα |
| Ἔγγειος φόρος | 2,903,480 | 2,505,947.36 | 1,894,667.37 |
| Δικαίωμα καταναλώσεως | 350,000 | 300,502.33 | 228,575.82 |
| 1894 | |||
| Ἔγγειος φόρος | 1,848,000 | 2,813,530.98 | 1,950,414.36 |
| Δικαίωμα καταναλώσεως | 350,000 | 353,639.18 | 281,607.84 |
| 1895 | |||
| Ἔγγειος φόρος | 1,870,000 | 2,789,379.— | 2,065,306.50 |
| Δικαίωμα καταναλώσεως | 350,000 | 377,831.92 | 303,917.71 |
| 1896 | |||
| Ἔγγειος φόρος | 1,894,800 | 2,456,534.24 | 1,622,229.68 |
| Δικαίωμα καταναλώσεως | 255,895 | 337,888.20 | 268,981.04 |
| Τὸ ὅλον | Προϋπολογισθέντα | Βεβαιωθέντα | Ἐισπραχθέντα |
| 9,312,175 | 11,935,253.21 | 8,615,700.32 | |
| Ὥστε ἔχομεν βεβαιωθέντα | 11,935,253.21 | ||
| Ἀφαιροῦντες τὰ εἰσπραχθέντα | 8,615,700.32 | ||
| εὑρίσκομεν τὰ βεβαιωθέντα | |||
| ὑπερβαίνοντα τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ | 3,319,552.89 |
Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνδέχεται νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του. Δὲν θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην του ταύτην· ἔχω ὅμως ἀντίθετον γνώμην. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία θὰ δώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§124Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐτῶν 1894, 1895, 1896, 1897 καὶ 1898 παρατηρῶ, ὅτι αἱ βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τοῦ τελευταίου τῶν ἐτῶν τούτων δὲν εἶναι ἐξηκριβωμέναι ἢ μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουλίου 1898 καὶ οὐχὶ μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896, ἔχομεν δὲ μικρὰν διαφορὰν ἰδίως ὡς πρὸς τὸ 1896, διότι ἐγὼ ἔχω τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὸν προσωρινόν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἔχω ὡς μέσον ὅρον τῶν τεσσάρων ἐτῶν τοῦ μὲν ἐγγείου φόρου ἐκ δρ. 2,709,605, τοῦ δὲ φόρου καταναλώσεως ἐκ δραχ. 364,560. Ὑπολογίζω δὲ συνήθως εἰς τοὺς φόρους τοὺς ἀμέσους καθυστέρησιν, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ἵνα μὴ ἐκθέσωμεν τὸ Δημόσιον εἰς ἐλάττωσιν φόρων.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης προτείνει, ὅπως ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 15 προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἀλλὰ τὸ ποσόν, μὲ τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβαρυνθῆ δῆμός τις ἐν συνόλῳ, δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ποσὸν ἀναλογοῦν τὸ πολὺ εἰς δραχμὰς 4 κατὰ στρέμμα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει, ὅπως μετὰ τὴν ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς πρώτης παραγράφου λέξιν «ταμίας» προστεθῇ «ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου», μετὰ δὲ τὸ γʹ ἐδάφιον τῆς αὐτῆς παραγράφου ἑτέρα παράγραφος, ὡς ἑξῆς: «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ δήμαρχος ἢ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, μετὰ προηγουμένην πρόσκλησιν, δὲν παρευρεθῶσι, τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς προβαίνουσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας ταύτας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§126ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐκεῖ, ὅπου λέγετε «ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, προσκληθὲν ὑπὸ τοῦ δημάρχου δὶς διὰ προσκλήσεων, ἐπὶ ἀποδείξει ἐπιδοθεισῶν ἑκάστῳ τῶν συμβούλων, δὲν συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐνεργεῖ τὴν κατάταξιν ὁ δήμαρχος», νὰ εἴπητε «ἐνεργεῖ τὴν κατάταξιν ὁ δήμαρχος μετὰ τῶν προσελθόντων συμβούλων»; Εἶναι ἐγγύησις ὁπωσδήποτε.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§128Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος, δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἓν ἔνδικον μέσον κατὰ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ δημάρχου;
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐπιμένετε. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διοικητικῶν ἀποφάσεων· ἐὰν θελήσητε τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, δὲν θὰ πληρωθῇ ποτὲ ὁ φόρος.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§131ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης: «Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ παρ’ αὐτῷ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἰς ὃ κοινοποιεῖται ἡ ἀπόφασις αὕτη, δύνανται κλπ. νὰ ὑποβάλωσιν ἀντιρρήσεις κλπ. πρὸς διόρθωσιν παρεισφρήσαντος λάθους ἢ ἀδικήματος». Τίνος ἀδικήματος; Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα περὶ τὴν κατάταξιν, δὲν ὑπάρχει καιρὸς πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ ἀνόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, διότι ὅλη ἡ διορία εἶναι 10 ἡμερῶν.
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διορία εἶναι ἐπαρκής, δὲν ἀνεγράφη δὲ βραχυτέρα, ἵνα ἡ ἀπόφασις ἐκδίδηται ἄνευ ἀναβολῆς. Ἡ λέξις «ἀδικήματος» εἶναι καθ’ ἑαυτὴν δηλωτικὴ τῆς ἐννοίας, ἣν ἐνταῦθα ἔχει. Πρόκειται περὶ ἀδικήματος φορολογικοῦ.
§133Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὐδέποτε ἔγγραφον ἐπεστράφη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς πρὶν παρέλθῃ τουλάχιστον δίμηνον διάστημα.
§134Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «ἀδικήματος».
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις ἐγγράφεται εἰς τὰ πρακτικά, κοινοποιεῖται δὲ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὥστε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῶν ἐντὸς 15 ἡμερῶν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου» τίθεται «ἐντὸς 15 ἡμερῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§137Χ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ὅπως συντάσσεται ὁ φορολογικὸς κατάλογος ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, παρέχει κατὰ τὴν εἴσπραξιν πολλὰς δυσκολίας, ὅπως πιστῶνται οἱ φορολογούμενοι. Ἕν μικρὸν κατάστιχον ἐκδίδεται ἀπὸ τὸν ταμίαν, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκδίδονται τὰ ἐντάλματα καὶ ἐξέρχονται οἱ εἰσπράκτορες. Οἱ φορολογούμενοι εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἅμα πληρώσωσι, νὰ κρατῶσι τὰ διπλότυπα, διότι συχνότατα συμβαίνει νὰ παρουσιάζηται κατόπιν ἕτερος εἰσπράκτωρ καὶ νὰ ζητῇ ἐκ νέου παρ’ αὐτῶν τὸν αὐτὸν φόρον. Ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἠναγκάσθησαν δὶς νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο τακτικὸν ὁ τύπος τῶν ἐνταλμάτων τοῦ καταλόγου τοῦ φόρου, τοῦ βεβαιουμένου ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, νὰ ἦναι διπλοῦς, καὶ εἰς μὲν τὸ στέλεχος νὰ βεβαιοῦται ὁ φόρος καὶ νὰ χρεῶται ὁ φορολογούμενος, εἰς δὲ τὸ παράρτημα νὰ βεβαιοῦται ἡ εἴσπραξις, ἀποκοπτομένου δὲ τοῦ παραρτήματος ἐκ τοῦ καταλόγου, ὁ φορολογούμενος νὰ πιστῶται. Τοῦτο ἔχει διπλοῦν τὸ καλὸν, καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῆς εἰσπράξεως εἶναι εὔκολος καὶ ἡ πίστωσις τοῦ φορολογουμένου βεβαία, χωρὶς νὰ μένῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ εἰσπράκτορος νὰ πιστώσῃ ἢ νὰ μὴ πιστώσῃ αὐτὸν, καίτοι πληρώσαντα.
§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησίς σας ἀφορᾷ εἰς τὴν γενικὴν εἴσπραξιν. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν νόμον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ θὰ γείνῃ διάταξις γενική. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§140Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι τοὺς νόμους, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ ἐδηλοῦτο, ἂν ἡ 15 Ἰανουαρίου ἦναι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν πρέπει νὰ πληρωθῇ ἀνυπερθέτως ὁ φόρος, ἢ ἡ ἡμέρα, ἀπὸ τῆς ὁποίας οὗτος εἶναι ἀπαιτητός. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ, ἀντὶ τῆς λέξεως «Φεβρουαρίου» νὰ γραφῇ ἡ λέξις «Μαρτίου». Διατὶ καὶ ὁ εἰς δύο δόσεις πληρώνων τοὺς φόρους του νὰ μὴ ἔχῃ διάστημα χρονικὸν, ὅσον ἔχει ὁ εἰς τρεῖς δόσεις πληρώνων; Ὡς λοιπὸν διὰ τοῦτον ὁρίζεται ἡ 15 Ἰανουαρίου, Μαρτίου καὶ Μαΐου, οὕτω καὶ δι’ ἐκεῖνον νὰ ὁρισθῇ ἡ 15 Ἰανουαρίου καὶ 15 Μαρτίου, καὶ οὐχὶ Φεβρουαρίου.
§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχομεν τὸν περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὴν ἡμέραν, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ εἴσπραξις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα ἀνήκει ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπέβαλον προηγουμένως. Οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὁρίζουσα, πότε εἶναι ὑπόχρεως ὁ κτήτωρ τῆς ἀμπέλου νὰ δηλώσῃ αὐτήν. Ἐνῷ δὲν ἔχομεν χρόνον ὁρίζοντα τὴν ὑποχρέωσιν, ἔχομεν ποινὴν κατὰ τοῦ μὴ δηλοῦντος. Πότε λήγει ἡ προθεσμία, καθ’ ἣν εἶναι ὑπόχρεως νὰ δηλώσῃ; τὸ τέλος τῆς πενταετίας, ὅτε θὰ ἀρχίσῃ νὰ πληρώνῃ ἢ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐμφυτεύσεως αὐτῆς;
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πότε θὰ γείνῃ ἡ δήλωσις, τὸ νομοσχέδιον εἶναι σαφές· πᾶσα ἄμπελος συμπεριλαμβανομένη ἐν ταῖς μὴ δηλωθείσαις νὰ δηλῶται ἀμέσως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 21–25 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§146ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ὁλοκλήρου ἔχω νὰ φέρω παρατήρησιν, ἥτις ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὸν ἔλεγχον νομικῶν ἀνδρῶν, ὧν εὐμοιρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἔχει δικαστικὸν σύμβουλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Π. χ. τὸ ἄρθρον 26 λέγει: «Δήλωσις εἰκονική, ἢ ὑπὸ ἄλλο ὄνομα, θεωρεῖται μὴ γενομένη, ὁ δὲ ὑποβαλὼν ταύτην τιμωρεῖται ἐπὶ καταγγελίᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἢ τοῦ ἀνακαλύψαντος τὴν ὑποβολὴν ταύτης διὰ προστίμου ἢ χρηματικῆς ποινῆς ἴσης πρὸς τὸ τριπλάσιον τοῦ ἀναλογοῦντος φόρου εἰς τὴν οὕτω δηλωθεῖσαν ἄμπελον.» Ὥστε πλάττεται ἐνταῦθα νέον ἀδίκημα, εἰδικῶς τιμωρούμενον. Περιπλέον πλάττεται ἀδίκημα, ὅπερ χαρακτηρίζεται ὡς πταῖσμα, χαρακτηρίζεται καὶ ὡς πλημμέλημα. Νομίζω, ὅτι πρῶτον τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει πάντως νὰ μετατεθῇ καὶ νὰ προηγηθῶσι τὰ ἄρθρα 27 καὶ 28. Ἐκεῖ θὰ συζητήσωμεν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς ποινὰς, ἐκεῖ ἔχομεν νὰ ὑποβάλωμεν παρατηρήσεις ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὰς ποινὰς τὰς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, τὰς ὁποίας ἐντελῶς παραβλέπει τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον.
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠμπορεῖ πράγματι τὸ ἄρθρον νὰ μετατεθῇ, ἢ μᾶλλον νὰ ἀπαλειφθῇ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 26 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 27, τὸ ὁποῖον γίνεται ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§149Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν κάμνει δήλωσιν, οὔτε ὁ ἐνοικιαστής. Ὁ ἰδιοκτήτης μισθώνει τὸ κτῆμά του ἀντὶ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν Ἀθήναις εἶναι ἑπτὰ δραχμαὶ κατὰ στρέμμα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπιβαρύνεται τὸ στρέμμα μὲ φόρον 6 δραχμῶν. Ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος δὲν προεῖδε τὸν νόμον καὶ λαμβάνει παρὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἑπτὰ δραχμὰς, ἂν μὲν κάμῃ τὴν δήλωσίν του, θέλει πληρώσει τὰς ἓξ δραχμὰς, δηλαδὴ τὸ ὅλον σχεδὸν τοῦ ἐνοικίου, ἂν δὲν πληρώσῃ τὸν φόρον, θὰ ὑποβληθῇ περιπλέον εἰς ποινάς. Δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί πρέπει νὰ γείνῃ ὡς πρὸς τὸ συμβόλαιον μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἐμφυτευτοῦ.
§150ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε;
§151ΝΕΓΡΗΣ. Προτείνω, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἐμφυτευτής.
§152Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἐμφυτευτοῦ, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως ξένον πρὸς τὸ παρὸν νομοθέτημα· διότι τὸ νομοθέτημα ἔχει νὰ κανονίσῃ τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων. Μέχρι τοῦδε, ὡς γνωρίζω, ἐν Ἀθήναις, κατὰ συνήθειαν, πληρώνεται ὁ φόρος ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἡ συνήθεια αὕτη θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§153Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ ἐμφυτευτὴς δὲν θὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, καὶ θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν ὁ ἰδιοκτήτης, ὅστις θὰ πληρώσῃ ἓξ δραχμὰς, ἐνῷ τὸ ὅλον εἰσόδημά του εἶναι ἑπτά.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι, ὅπως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς τὰς σχέσεις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 26, ὡς ἔχει).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28, κατὰ τὴν νέαν τάξιν 27.
§156ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, δήμαρχοι, δημοτικοὶ σύμβουλοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ ἐφημέριοι, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀνατεθειμένων εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου καθηκόντων βεβαιοῦντες ἐν γνώσει ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς μέχρις ἑνὸς ἔτους. Μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς τιμωροῦνται ἐπίσης διὰ πᾶσαν παράλειψιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, εἴτε ἐπῆλθεν εἴτε μὴ ζημία τις τῷ Δημοσίῳ ἢ τοῖς φορολογουμένοις, ὑποκείμενοι καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις. Εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν φυλακίσεως μέχρις ἑνὸς μηνὸς ὑπόκεινται καὶ τὰ μέλη τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 ἐξελεγκτικῶν ἐπιτροπῶν, ἐὰν ἀρνηθῶσιν ἀδικαιολογήτως τὴν σύμπραξιν αὐτῶν ἢ ἐν γνώσει παραλίπωσι τὴν ὑπόδειξιν τῶν μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς δηλωσάντων. Ὁ παριστῶν ἑαυτὸν ψευδῶς ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ δηλοῦντος, ἢ γενόμενος παραίτιος ψευδοῦς δηλώσεως, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς, ὑποκείμενος καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις. Τὰ κατὰ τὸν παρόντα νόμον πλημμελήματα, καταδιωκόμενα ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσαγόμενα, ἐπισύρουσιν ἐν ὑποτροπῇ φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς ἔτους, στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἔκπτωσιν ἀπὸ παντὸς δημοσίου ἢ δημοτικοῦ ἀξιώματος.»
§157ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο. Ἔχομεν ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ὅτι «μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς τιμωροῦνται διὰ πᾶσαν παράλειψιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, εἴτε ἐπῆλθεν εἴτε μὴ ζημία τις τῷ Δημοσίῳ ἢ τοῖς φορολογουμένοις, ὑποκείμενοι καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις». Ἡ διάταξις δὲν μοὶ φαίνεται ἀκριβῶς ἐκπεφρασμένη, δὲν μοὶ φαίνεται δὲ καὶ ὀρθή. Ἤθελον νὰ προτείνω νὰ παραπέμψητε εἰς τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅπερ προβλέπει τὰς τοιαύτας παραβάσεις καὶ ὅπερ εἶναι ἐπαρκές. Δευτέρα παρατήρησις. Τὸ ἄρθρον λέγει κατωτέρω: «Ὁ παριστῶν ἑαυτὸν ψευδῶς ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ δηλοῦντος ἢ γενόμενος παραίτιος ψευδοῦς δηλώσεως...» Ποῖον εἶναι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τιμωρήσωμεν;
§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οὐδέποτε ἐφαρμόζεται.
§159ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καθ’ ἑκάστην ἐφαρμόζεται.
§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ διορθωθῇ συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν.
§161ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τερατῶδες!
§162ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου προβλέπει τὴν πλαστογραφίαν, τὴν βεβαίωσιν γεγονότων μὴ ἀληθῶν. Αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα, προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ περιττεύει ἐντελῶς. Ἐὰν συντάξῃ πλαστὸν ἔγγραφον, τότε εἶναι πλαστογραφία.
§163ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλει προσαγάγει πληρεξούσιον, διότι ἄνευ πληρεξουσίου δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος ἄλλου. Εἶπον μάλιστα νὰ βεβαιῶται ἡ πληρεξουσιότης καὶ διὰ μαρτύρων καὶ δι’ ὅρκου, καὶ τὸ ἀπέκρουσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἂν τὸ ἔγγραφον δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν, πῶς θὰ γείνῃ γνωστόν; (Διάλογοι).
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ τί νομίζω ἐγὼ, ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν. Ἡ πρώτη περίοδος τῆς πρώτης παραγράφου ἔχει καλῶς. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιόδῳ, ἀντὶ «μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς τιμωροῦνται ἐπίσης» κλπ. νὰ τεθῇ: «μὲ φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς» κλπ.
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἀποτελῇ ἑκάστη περίπτωσις ἰδιαιτέραν παράγραφον.
§166ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δύσκολον. Ἔπειτα νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς διόρθωσις. Ἡ τρίτη παράγραφος λέγει: «Ὁ παριστῶν ἑαυτὸν ψευδῶς ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ δηλοῦντος, ἢ γενόμενος παραίτιος ψευδοῦς δηλώσεως, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνός...»· νὰ τεθῇ «μέχρις ἑνὸς μηνός». Αἱ δὲ λέξεις «ὑποκείμενοι καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις» ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν ἴσην πρὸς τὸ τριπλάσιον τοῦ φόρου, οὗ ἐστερήθη ἢ ἐκινδύνευσε νὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς πράξεως ταύτης.»
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ πρόστιμον, διότι ἀντικρούεται ὑπὸ τῆς χρηματικῆς ποινῆς.
§168ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάλογον.
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ εἰκονικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ, θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη.
§170ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. «Τοιαύτη δήλωσις θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη.» (Διάλογοι).
§171Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιβάλλεται, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκτὸς τῆς φυλακίσεως καὶ στέρησις πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἔκπτωσις ἀπὸ τῆς θέσεως καὶ ἀνικανότης πρὸς ἀνάκτησιν. Δὲν φαντάζεσθε πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι τοῦτο; Τὰ Πλημμελειοδικεῖα θὰ γίνωσιν ἐκλογικὰ ἐντευκτήρια. Θὰ βλέπητε σωρείαν ψευδομαρτύρων, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι παρέβη τὸ καθῆκόν του ὁ δήμαρχος, ὅπως ἐπέλθῃ διὰ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπόλυσις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ παρετήρησα προηγουμένως.
§173ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δημιουργήσωμεν ἐγκλήματα ψευδομαρτυριῶν ἄπειρα.
§174ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὑποτροπῇ ἐκπίπτει, λέγει τὸ ἄρθρον.
§175Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὑποτροπῇ, ἔστω, ἀλλὰ θὰ φέρῃ εἰς δέκα μάρτυρας κατὰ πρῶτον, καὶ θὰ ἐπιτύχῃ μίαν ἀπόφασιν. Μετὰ τοῦτο θὰ φέρῃ διὰ τὴν ὑποτροπὴν εἴκοσι, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν παῦσιν.
§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῇ λοιπὸν τὸ «ἐκπίπτει ἀπὸ παντὸς ἀξιώματος»;
§177ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§178Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ διαγραφῶσιν ἀμφότερα, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὸν ἀντίθετον λόγον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Διότι δὲν θὰ εὕρητε δικαστήριον νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς δήμαρχον, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ συγχρόνως καὶ στέρησιν δικαιωμάτων καὶ ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, διὰ νὰ μὴ πιστευθῇ τὸ ἀντίθετον, ὅτι δηλαδὴ κινδυνεύουσιν οἱ δήμαρχοι ὅλοι. Κινδυνεύει ὁ νόμος καὶ τὸ Δημόσιον. Διατί νὰ λέγωμεν, ὅτι κινδυνεύουσιν οἱ δήμαρχοι; Δὲν κινδυνεύουσιν οὗτοι, διότι δὲν θέλει εὑρεθῆ, ἐπαναλαμβάνω, δικαστήριον νὰ καταδικάσῃ δήμαρχον, παρὰ εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις. Λοιπὸν, ἐὰν θέλητε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, πρέπει νὰ ἀπαλείψητε αὐτά.
§179ΔΟΥΝΗΣ. Καὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἄχρηστος ἡ διάταξις. Ἑπομένως πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§180Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λοιπὸν διαγράφονται αἱ λέξεις «στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἔκπτωσιν ἀπὸ παντὸς δημοσίου ἢ δημοτικοῦ ἀξιώματος».
§181Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μικρὰν παρατήρησιν ὑποβάλλω, τὴν ὁποίαν εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐλέχθη εἰς τὸ προηγούμενον ἐδάφιον, ὅτι μὲ φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς καὶ πρόστιμον μέχρι τόσου ποσοῦ τιμωροῦνται οἱ παραλείποντες τὸ καθῆκόν των, παρετηρήθη δὲ ὅτι ἡ λέξις πρόστιμον παρέλκει. Καὶ ὄντως, νομικῶς παρέλκει, διότι τὸ πρόστιμον εἶναι ποινὴ πταισματική.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐτελείωσε.
§183Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου παρατηρῶ, ὅτι ἐν ὑποτροπῇ ἐπισύρεται φυλάκισις «μέχρις ἑνὸς ἔτους»· ὅταν δὲ τίθηται ὁ ὅρος «μέχρις ἑνὸς ἔτους», ἐννοεῖται ἡ πρώτη, ἡ κατωτέρα βάσις τῶν τριῶν ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους. Ἀφοῦ δὲ ἐν ὑποτροπῇ δέον νὰ ἐπαχθῇ ἀνωτέρα ποινή, ἔρχεται τὸ ἐδάφιον τοῦτο εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει «τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς μέχρις ἑνὸς ἔτους». Ἑπομένως ἐν ὑποτροπῇ, κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, θὰ ἀπειλῆται νὰ ἐπαχθῇ ποινὴ μικροτέρα τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβαλλομένης ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, ἤτοι ἐν ὑποτροπῇ θὰ ἐπάγηται ποινὴ ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μόνον μέχρις ἑνὸς ἔτους.
§184ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ τεθῇ, ὅτι ἐν ὑποτροπῇ τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν «ἑνὸς μηνὸς μέχρι δύο ἐτῶν».
§185Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Διότι ἄλλως ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27, πρώην 28, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἄρθρον 29, κατὰ τὴν νέαν τάξιν 28 (ἀναγινώσκεται).
§188ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρατηρῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι ὑποβάλλει τοὺς ὑπαλλήλους εἰς διαφόρους ποινὰς (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, δήμαρχοι, δημοτικοὶ σύμβουλοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι, συμβολαιογράφοι καὶ φύλακες μεταγραφῶν διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ παράλειψιν τῶν ἀνατεθειμένων κατὰ τὸν παρόντα νόμον εἰς αὐτοὺς καθηκόντων, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως καὶ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πειθαρχικῆς τιμωρίας, ὑπόκεινται καὶ εἰς ποινὴν προστίμου κατ’ ἀνώτατον ὅρον μέχρι δραχμῶν τριακοσίων καὶ ἐν ὑποτροπῇ μέχρι πεντακοσίων, ἐπιβαλλομένην δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου» κλπ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι μοναδικὸν εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν. Ἔχομεν πειθαρχικὰς ποινάς, ἔχομεν ποινὰς δικαστικάς, ἐπιπροστίθενται ἤδη καὶ ποιναὶ καθαρῶς δικαστικοῦ χαρακτῆρος, ἐπιβαλλόμεναι ὅμως ὑπὸ τοῦ νομάρχου, καὶ ποιναὶ ἰσχυρόταται, διότι πρόκειται περὶ προστίμου μέχρι δραχμῶν τριακοσίων καὶ ἐν ὑποτροπῇ μέχρι πεντακοσίων. Δὲν ἤρκουν αἱ πειθαρχικαί, δὲν ἤρκουν αἱ δικαστικαί, ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι καὶ αὗται; Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρέλκει ἐντελῶς, καὶ προτείνω νὰ διαγραφῇ.
§189Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁλόκληρον παρέλκει;
§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τουλάχιστον νὰ ἀφαιρεθῇ αὕτη ἡ ποινή, ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ νομάρχου.
§191ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀφαιρεθῇ ἡ ποινὴ αὕτη, δὲν ἔχει κανένα λόγον τὸ ἄρθρον.
§192ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§193Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, κατ’ ἐμέ, τί ἤθελεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἵνα εἷς ὑπάλληλος τιμωρηθῇ μὲ ποινὴν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, πρέπει νὰ προηγηθῇ πρώτη πειθαρχικὴ ποινή, ἠθέλησε νὰ ὑπαγάγῃ αὐτοὺς δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὄχι ἀμέσως εἰς τὰς ποινικὰς διατάξεις, ἀλλ’ εἰς τὰς πειθαρχικὰς ποινάς, διότι, ὡς φαίνεται, πρῶτον στάδιον καταδιώξεως καὶ τιμωρίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὰ καθήκοντά των, εἶναι ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία, διότι μετὰ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν ἐπέρχεται ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἐν ὑποτροπῇ, οὕτως εἰπεῖν. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐπεκράτησε καὶ εἰς τὸν συντάξαντα τὸ ἄρθρον. Εἶναι δηλαδὴ ἡ περίπτωσις τῆς παραβάσεως καθήκοντος προτοῦ ἐξιχθῇ ἀκόμη αὕτη εἰς βαθμὸν ἀξιόποινον δι’ ἰδιωνύμου ἀδικήματος, ψευδοῦς πιστοποιήσεως ἢ δωροληψίας π.χ. Κατὰ ταῦτα νομίζω ὅτι δύναται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἐὰν παραλειφθῇ ἡ φράσις «ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως καὶ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πειθαρχικῆς τιμωρίας».
§194Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ πρόκειται περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας.
§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἡ παράβασις ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ὑπόκειται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 28. Ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ πειθαρχικῆς παραβάσεως, καταδιωκτέας καὶ τιμωρητέας διοικητικῶς, δὲν χωρεῖ ἄλλη πειθαρχικὴ ποινή, ἐκτὸς τῶν γενικῶς ἐν τῷ νόμῳ ὁριζομένων. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ «ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως καὶ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πειθαρχικῆς τιμωρίας» κλπ. καὶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι τιμωροῦνται πειθαρχικῶς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.
§196ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι δὲν ἐφαρμόζεται τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ἢ πρέπει νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, ἢ νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει.
§197ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν προσέξωμεν, θὰ πεισθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις αὗται, καὶ ἑπομένως νὰ λείψῃ τὸ ἄρθρον, διότι ἐν πάσαις ταῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους τί ἔχομεν; Δύο εἰδῶν ποινάς, τὰς πειθαρχικὰς καὶ τὰς δικαστικάς. Αἱ πειθαρχικαὶ αὗται ποιναὶ ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅτε λέγει «ἀνεξαρτήτως τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πειθαρχικῆς τιμωρίας». Ὑπάρχουσι δὲ καὶ αἱ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ὑπουργείων καὶ αἱ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Εἰς ταύτας πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν.
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, πῶς δύναται νὰ σταθῇ τὸ ἄρθρον, ἀφαιρουμένης τῆς φράσεως αὐτῆς. Ἰδοὺ πῶς (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ὑπάλληλοι...διὰ πᾶσαν παράλειψιν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων...ὑπόκεινται εἰς ποινὴν», ἤτοι διὰ πᾶσαν οὐχὶ παράβασιν, ἀλλὰ διὰ πᾶσαν παράλειψιν. Διότι τὰ ἀδικήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι δύο εἰδῶν, θετικὰ καὶ ἀρνητικά· τὰ μὲν θετικὰ πάντα ὑπάγονται εἰς τὴν ποινικὴν τιμωρίαν, τὰ δὲ ἀρνητικά, ἐὰν δὲν συνδέηται ἡ παράβασις μετ’ ἰδιοτελείας, ἀλλὰ προέρχηται ἐξ ἁπλῆς ἀμελείας, ὑπάγονται εἰς τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν. Λοιπόν, ἐὰν παραλείψωμεν τὴν φράσιν «διὰ πᾶσαν παράβασιν», τότε τὸ ἄρθρον τοῦτο περιορίζεται, προνοοῦν περὶ τῶν παραλείψεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν τιμωρουμένων πειθαρχικῶς.
§199ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας προσθέτει ἐδῶ ἰδιαιτέρως ὀρθότατα, ὅτι διὰ πᾶσαν παράβασιν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον τιμωροῦμεν τοὺς παραβάτας ἐπὶ πλημμελήματι, νῦν δὲ διὰ πᾶσαν παράβασιν τιμωροῦμεν αὐτοὺς καὶ διὰ ποινῆς, ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Τοῦτο εἶναι ἀσύγγνωστον. Ὅτε προτείνεται διὰ τῆς διατάξεως τοῦ προηγουμένου ἄρθρου νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποιν. νόμου, ὥστε νὰ τιμωρῶνται μετὰ προηγουμένην πειθαρχικὴν ποινὴν ποινικῶς, λέγουσιν ὄχι, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτῶμεν τὸ ζήτημα ἐκ προηγουμένης πειθαρχικῆς ποινῆς· καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐπιβάλλεται ἐνταῦθα πειθαρχικὴ ποινὴ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἐπὶ ταύτῃ ποινικὴ καταδίωξις.
§200ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον.
§201ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§202Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου εἶναι νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ νομάρχου τοὺς δημοσίου ὑπαλλήλους, δημάρχους καὶ λοιποὺς διὰ πᾶσαν παράβασιν καὶ παράλειψιν τῶν ἀνατεθειμένων εἰς αὐτοὺς καθηκόντων κατὰ τὸν παρόντα νόμον. Δηλαδή, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, ὁ νομοθέτης ἐπιθυμεῖ, ὅπως ὁ νομάρχης ἐξασκῇ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία βεβαίως εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ διὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ δεχθῇ τὴν φράσιν αὐτὴν «ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως», ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς προηγούμενον ἄρθρον. Καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀσυμβίβαστον, δηλαδὴ τὸ τοῦ νομάρχου δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἴτε ἐνυπάρχει εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ὡς προϊσταμένης ἀρχῆς, εἴτε τώρα ἀναγνωρίζεται, πρὸς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν τῆς ποινικῆς ἀρχῆς, τοῦ καταδιώκειν διὰ δημοσίας ποινῆς τῆς ἀξιοποίνους πράξεις τῶν δημοσίων ἢ δημοτικῶν ὑπαλλήλων.
§203Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δίδεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως.
§204ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται νὰ παραλειφθῇ τὸ «καὶ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πειθαρχικῆς τιμωρίας».
§205ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, συγχέει δύο πράγματα, ἐντελῶς διάφορα· λέγει «διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ παράλειψιν». Ἡ λέξις «παράβασις» περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιαν τῆς γνώσεως, τοῦ δόλου. Ἡ παράλειψις ὅμως μόνη, ὅπως ἐδῶ ἀναγράφεται, δύναται νὰ ἦναι καὶ προϊόν ἀμελείας. Τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου λέγει: «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες ἐκτὸς τῶν εἰς τὸν παρόντα νόμον ὡρισμένων περιπτώσεων παραβαίνουσι τὰ κοινὰ ἢ τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντα τῆς ἐπιτετραμμένης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας...»· δὲν λέγει «ἐν γνώσει παραβαίνουσι», διότι τὸ ῥῆμα παραβαίνουσι περιλαμβάνει τὴν γνῶσιν, ἐνῷ ἡ παράλειψις δὲν περιλαμβάνει τὴν γνῶσιν. Λοιπὸν νομίζω πρῶτον, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ τεθῇ: «διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ ἐν γνώσει παράλειψιν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων». Ἐὰν ἡ πρᾶξις δὲν ὑπόκειται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ ἡ πειθαρχική. Εἶναι ἐναντίον τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν νὰ ἐπιβάλλωνται δύο ποιναὶ παρὰ δύο διαφόρων ἀρχῶν, νὰ ἐπιβάλληται πειθαρχικὴ ποινὴ ὑπὸ τοῦ νομάρχου, δικαστικὴ δὲ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου.
§206ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ἀθῳῶται ὑπὸ τοῦ ἑνός, νὰ καταδικάζηται δὲ ὑπὸ τοῦ ἄλλου.
§207ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι, ἐὰν μὲν ἡ παράβασις ἢ ἡ ἐν γνώσει παράλειψις ἦναι ἐκ τῶν ὑποπιπτουσῶν εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ποινικοῦ νόμου, νὰ ὑπόκεινται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἐκ τῶν ὑποπιπτουσῶν εἰς τὸν κύκλον τοῦ ποινικοῦ νόμου, τότε νὰ τιμωρῶνται πειθαρχικῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἐκεῖ μὲν τὸ «ἐν γνώσει παράλειψιν», κατωτέρω δὲ νὰ ἀντικατασταθῇ τὸ «ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως» διὰ τοῦ «ἐὰν δὲ ἦναι ἐκ τῶν ὑποκειμένων εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, νὰ ὑποβάλληται εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν».
§208ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς, καὶ θὰ ἦσαν ἴσως διορθωτέα τὰ πράγματα κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν εἴχομεν ψηφίσει τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Παρακαλῶ, Κύριοι, προσέξατε. Τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ λέγει: «Μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς τιμωροῦνται ἐπίσης διὰ πᾶσαν παράλειψιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, εἴτε ἐπῆλθεν εἴτε μὴ ζημία τις» κλπ. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὑπάλληλοι διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου τιμωροῦνται «διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ παράλειψιν τῶν ἀνατεθειμένων κατὰ τὸν παρόντα νόμον εἰς αὐτοὺς καθηκόντων» καὶ διὰ ποινῆς προστίμου, ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Δηλαδὴ εἰς τὸ ἓν ἄρθρον λέγομεν ὅτι δι’ ἀξιόποινον πρᾶξιν τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν, εἰς τὸ ἕτερον ἄρθρον λέγομεν, ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον· διὰ κλοπὴν τιμωροῦνται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου, διὰ κλοπὴν τιμωροῦνται ὑπὸ τοῦ νομάρχου.
§209Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων παντὸς εἴδους, ὑποπιπτόντων εἰς παραβάσεις τῶν ἰδιαιτέρων αὑτῶν καθηκόντων, δὲν ἀποκλείονται, ἀλλὰ συμβαδίζουσι καὶ τὰ δύο, καὶ ποινικὴ καταδίωξις καὶ πειθαρχικὴ τιμωρία. Λοιπὸν δὲν βλέπω καμμίαν ἀντίφασιν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅταν λέγῃ, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ἐπιβάλλεται καὶ πειθαρχικὴ ποινή.
§210ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος κατὰ κανόνα λέγει, ὅτι πρᾶξίς τις τιμωρεῖται οὕτως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μεγαλειτέρα παράβασις τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔχετε πᾶσαν παράβασιν ἢ παράλειψιν θεωρουμένην ὡς πλημμέλημα, καὶ ἐνῷ χαρακτηρίζεται ὡς πλημμέλημα, τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου.
§211ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσιν, ὅπως μόνον δυνάμει νόμων ἐπιβάλλωνται αἱ ποιναί· ποιναὶ δὲ εἶναι καὶ αἱ πειθαρχικαί, περὶ ὧν ὑπάρχουν πάντοτε νόμοι, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, δηλ. περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, συμβαδίζουν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν καὶ τὰ δύο, καὶ ἡ πειθαρχικὴ καὶ ἡ τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατ’ οὐδένα δ’ ὁρισμὸν ἢ λογικὴν τοῦ νόμου ἀποκλείει ἡ μία ποινὴ τὴν ἄλλην.
§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, μετὰ τὴν λέξιν «καταδιώξεως» ἐν τῷ πέμπτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καὶ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πειθαρχικῆς τιμωρίας», καὶ νὰ μείνῃ κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 29).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 31, κατὰ τὴν νέαν τάξιν 30(ἀναγινώσκεται).
§214Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, διατὶ δὲν προσθέτει ἀμοιβὴν διὰ τοὺς γεωμέτρας κατὰ στρέμμα.
§215Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἄλλος νόμος κανονίζων τὰς ἀποδοχὰς αὐτῶν· πληρώνονται ἀρκετά.
§216ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι καλλίτερον νὰ ἀλλάξωμεν τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς των, νὰ πληρώνωνται κατὰ στρέμμα, διὰ νὰ κάμνουν περισσοτέραν ἐργασίαν.
§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον διατάγματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς ἀποδοχὰς τῶν γεωμετρῶν. Καὶ σήμερον οἱ γεωμέτραι, ἀναλόγως τῶν ἐκτάσεων, τὰς ὁποίας καταμετροῦσιν, ἔχουσιν ἀποδοχὰς ἰδιαιτέρας καὶ ἀποζημιοῦνται ἀναλόγως τῆς ἐργασίας τῆς καταμετρήσεως εἰς στρέμματα. Οὕτω καὶ σήμερον κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτάσεων, τὰς ὁποίας καταμετροῦσι, τὰ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν γεωμετρῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 30, ὡς ἔχει).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τάξιν ἄρθρου 31 (ἀναγινώσκεται).
§219Κ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα ἔργον δικαιοσύνης ἐπιτελοῦσα εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 31 (πρότερον 32) τὴν ἑξῆς προσθήκην «καὶ ἐν τοῖς δήμοις Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων». Καὶ ἵνα μὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διατεθῇ δυσμενῶς ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς προτάσεώς μου, σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδεμίαν θέλει ὑποστῆ ζημίαν ὁ δημόσιος θησαυρός, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὐδὲν ἡ οἰνοπαραγωγὴ τῶν εἰρημένων δήμων ἐπλήρωνε δυνάμει τοῦ σοφοῦ νόμου ᾼΨΠΕʹ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀποσκοποῦντος εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, πᾶσα δὲ ἡ οἰνοπαραγωγὴ τῶν ἀμπέλων τούτων ἐξήγετο εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Οἱ λόγοι, οἱ παρακινοῦντες εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς μου, εἶναι σπουδαῖοι, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ἵνα μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἐπὶ μικρὸν ἀπασχολήσω αὐτὴν εἰς σύντομον ἀνάπτυξιν τῶν σπουδαιοτέρων ἐκ τούτων. Δὲν θέλομεν, κύριοι συνάδελφοι, σεισάχθειαν, δὲν ἐπιζητοῦμεν προνομίας, ἀλλ’ ἀπονομὴν δικαιοσύνης, ἣν παρακαλῶ νὰ μὴ μᾶς ἀρνηθῆτε, ἐὰν πεισθῆτε, ὡς σταθερὰν ἔχω πεποίθησιν, περὶ τοῦ εὐλόγου καὶ δικαίου τῆς προτάσεώς μου. Ἡ ἐμφύτευσις ἀμπέλων ἐν τοῖς μνησθεῖσι δήμοις εἶναι ἐκτάκτως καὶ εἰς ἀπίστευτον βαθμὸν δαπανηρά· ὁ εἰς ἀμπελοφυτείαν ἀγρὸς δέον ἀπαραιτήτως νὰ σκαφῇ ἢ μᾶλλον πολλάκις νὰ λατομηθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν εἰς βάθος ἑνὸς καὶ πλέον μέτρου, εἶτα τὸ πρῶτον φθινόπωρον δέον νὰ λιπανθῶσι τὰ ἐμφυτευθέντα κλήματα, διότι ἄνευ τούτου ἀδύνατος εἶναι ἡ ἀνάπτυξις καὶ πρόοδος αὐτῶν, δέον εἶτα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιμελής, πλὴν ἄκαρπος, καλλιέργεια ἐπὶ τετραετίαν τῆς φυτευθείσης ἀμπέλου, ἀποφευγομένης πάσης ἄλλης ἐν αὐτῇ καλλιεργείας, ἵνα μὴ ἐξασθενήσῃ ἐπὶ μᾶλλον ἡ φυσικὴ πτωχεία τοῦ ἐδάφους. Ἐννόητον ἐντεῦθεν, κύριοι συνάδελφοι, πόσον δαπανηρά, ὡς προεῖπον, εἶναι ἡ ἀπόκτησις ἀμπέλου εἰς τοὺς δήμους μας, μηδόλως ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τοῦ εἰς ἀμπελοφυτίαν ἀγροῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὅταν οὐ μόνον ὁ ἀγρός, ἀλλὰ καὶ ἡ οὕτως ἀποκαταστᾶσα καὶ ἀκμάσασα πλέον ἄμπελος, δωρεὰν παραχωρηθῇ ὑμῖν, φρονεῖτε ὅτι συμφέρει σήμερον ἡ καλλιέργεια; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω σημείωσιν τῆς δαπάνης τῆς ἐτησίας κατὰ στρέμμα καλλιεργείας, καὶ θέλετε ἀδιστάκτως πεισθῆ, ὅτι ἀπὸ πενταετίας μέχρι σήμερον ἡ πρόσοδος οὐ μόνον δὲν καλύπτει τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ἀλλ’ ὑστερεῖ κατὰ 15–25 δραχμάς: «1) Διὰ λίπανσιν ἀπαιτοῦνται 20–30 δραχμαὶ ἐτησίως· μέσος ὅρος δρ. 25...» Εὐλόγως ἐκπλήττεσθε τινὲς τῶν συναδέλφων, ἀλλὰ θὰ παύσητε ἐκπληττόμενοι, ὅταν μάθητε ὅτι χιλιάδες φορτία ζωϊκῶν λιπασμάτων, 50–60 κατὰ τοὺς εὐτυχεῖς χρόνους, 15 δὲ ἕως 20 κατὰ τοὺς παρόντας χρόνους, χρησιμοποιοῦνται ἀπαραιτήτως εἰς λίπανσιν τῶν ἀμπέλων, μεταφερόμενα κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν παραλίων τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου, καὶ πωλούμενα ἐν τῇ παραλίᾳ μας πρὸς δρ. 2,80–3,50 κατὰ φορτίον· προσθέσατε ἤδη αʹ) τὴν μεταφορὰν εἰς τὰς ἀμπέλους, ἀπὸ τετάρτου ὥρας εἰς δίωρον καὶ πλέον πολλὰς ἀπεχούσας, βʹ) τὸ ἄνοιγμα λακκιδίων περὶ τὸ κλῆμα, καὶ γʹ) τὴν ἐργασίαν τῆς τοποθετήσεως τοῦ ἀναλόγου λιπάσματος, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀξία ἑκάστου φορτίου ὑπερβαίνει τὰς 5 δραχμάς, καὶ ὅτι ἡ ἐτησία πρὸς λίπανσιν δαπάνη μετριώτατα ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 25. «2) Διὰ κλάδευσιν, συλλογὴν κλημάτων καὶ μεταφορὰν ἐκτὸς τῆς ἀμπέλου δρ. 5. 3) Διὰ σκαφήν, καταβολάδας, φαγητὸν καὶ οἶνον δραχ. 14. 4) Διὰ δευτέραν σκαφήν, ξεφύλλισμα δραχ. 6. 5) Δι’ ἀξίαν θείου καὶ ἐργασίαν τριῶν θειώσεων δραχ. 16. 6) Διὰ δαπάνην καθαριότητος καὶ καταβροχῆς ξυλίνων ληνῶν καὶ οἰνοδοχείων δραχ. 2. 7) Δι’ ἔξοδα τρυγητοῦ, ἀξίαν ἀσκῶν πρὸς μεταφορὰν τῶν συντεθλιμμένων σταφυλῶν εἰς οἰναποθήκην ἀπὸ ἀποστάσεως καὶ μέχρι 2 ὡρῶν δραχ. 15. 8) Διὰ μεταφορὰν οἴνου εἰς παραλίαν δρ. 6. 9) Δι’ ἀμπελοφύλακας καὶ δημοτικὸν φόρον δραχ. 3». Τὸ ὅλον δραχ. 92, χωρὶς νὰ ὑπολογίζω τὴν δαπάνην πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἑνδεκάτης πληγῆς τοῦ Φαραώ, τοῦ περονοσπόρου, οὔτε τοὺς τόκους τῆς ἀξίας τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς οἰναποθήκης μετὰ ληνῶν καὶ οἰνοδοχείων. Τὸ σημείωμα τοῦτο θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο ὑπὸ τὸν αὐστηρότερον ἔλεγχον, εἴτε διὰ τῶν ἐν τῷ τόπῳ δημοσίων ὀργάνων, εἴτε διὰ τῆς ἀποστολῆς ὑπαλλήλου τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του, μεθ’ ὃ πάντες θέλετε πεισθῆ οὐ μόνον περὶ τῆς ἀκριβείας, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὰ μὲν ἔξοδα ἐσημειώθησαν βεβαίως ἔλαττον τοῦ πραγματικοῦ κατὰ 10%, τὰ δὲ ἔσοδα μεῖζον κατὰ τοσοῦτον. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ἃς ἐπιβληθῇ ὁ βαρύτερος φορολογικὸς ὅρος εἰς τὰς ἀμπέλους μας. Παραδεχθῶμεν ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἄμπελος παράγει βαρέλας 10, ἤτοι ὀκάδας 540, πωλουμένας ἀπὸ πενταετίας μέχρι σήμερον ἀπὸ 5 ἕως 9 δρ. ἑκάστη, — σημειώσατε δέ, ὅτι παραδόξως ζημιοῦνται μᾶλλον οἱ πρὸς 9 δραχμὰς πωλοῦντες ἢ οἱ πρὸς 5, διότι ἡ ἐκλεκτὴ αὕτη ποιότης παράγεται ἐξ ἀμπέλων ἐξ ἀνεχείας μὴ λιπαινομένων, ἀλλὰ καὶ μή, ἕνεκα τούτου, πλέον τῶν 3–4 βαρελῶν παραγουσῶν, — ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον πρὸς δραχ. 7. Πολλαπλασιάζοντες ταύτας πρὸς τὰς 10 βαρέλας, ἔχομεν ἔσοδον κατὰ στρέμμα δραχ. 70. Κατὰ τὰ ἀναμφισβήτητα δὲ ταῦτα δεδομένα, ἡ ζημία τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν μερῶν μας κατὰ τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία. Ἀλλὰ τότε, εὐλόγως ἀποροῦντες, ἴσως ἐρωτήσητε, διατὶ ἀφρόνως ἐπιμένετε καλλιεργοῦντες μὲ ζημίαν; διατὶ δὲν ἐκριζώνετε τὰς ἀμπέλους καὶ δὲν χρησιμοποιεῖτε τὴν γῆν εἰς ἄλλα εἴδη καλλιεργείας; Διότι, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐπλουτοῦμεν ἐκ τοῦ μόνου σχεδὸν, ἀλλὰ καὶ χρυσοφόρου τότε προϊόντος μας, διότι ἡ περιφέρεια τῶν κτημάτων μας, μικρὰ καὶ περιωρισμένη, ἀνεπαρκεστάτη ἀποβαίνει νὰ συντηρήσῃ 25 χιλιάδων πληθυσμὸν δι’ ἄλλου εἴδους καλλιεργείας, αʹ) διότι τὰ ⅗ τῶν ἀμπελοκτημόνων εὑρίσκουσι διαρκῆ ἐργασίαν, ἀπασχολουμένων σχεδὸν καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτὸν τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ πολλῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων του, πληρωνομένων δὲ κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ προϊόντος· βʹ) διότι καὶ τὸ ἕτερον πέμπτον κερδίζει, καλλιεργοῦν μὲν καὶ δι’ ἡμερομισθίων, ἀλλὰ καὶ οὐκ ὀλίγην καταβάλλον προσωπικὴν ἐργασίαν, καὶ γʹ) διότι τὸ τελευταῖον πέμπτον, τὸ τῶν προυχόντων, αἰσθάνεται μᾶλλον τῶν πρώτων τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεως τῶν ἀμπέλων καὶ μὲ πρόδηλον ζημίαν, πρῶτον διότι παρέχει ἐργασίαν εἰς τὸν σχεδὸν ἐπιστήμονα καὶ ἐργατικὸν πληθυσμόν, δεύτερον διότι ἡ οἰνοπαραγωγὴ παρέχει διαρκῆ ἐργασίαν εἰς τὴν ἄλλοτε ἀκμαίαν, φθίνουσαν δὲ νῦν, δυστυχῶς, ναυτιλίαν μας, καὶ τέλος διότι πάντες δὲν ἐπαύσαμεν ἐλπίζοντες εἰς βελτίωσιν τῆς παρούσης δεινῆς καταστάσεως δι’ ἐπιτυχῶν μετὰ τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν συμβάσεων. Καὶ εἶναι καιρός, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, πρὶν ἢ ἐρημωθῶσι πόλεις καὶ ἀποσυντεθῶσι κοινωνίαι τέως ἀκμάζουσαι, ὅσαι, ὡς αἱ ἡμέτεραι, δὲν ηὐμοίρησαν νὰ κατοικῶσι γῆν δεκτικὴν καὶ ἄλλων εἰδῶν καλλιεργείας. Μετὰ τοὺς ἐπιβληθέντας ὑπὸ τῆς Γαλλίας ἀπαγορευτικοὺς σχεδὸν δασμοὺς εἰς τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγωγὴν τοῦ οἴνου κλπ. ἡ ἐξαγομένη ποσότης τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εὗρεν ὁπωσδήποτε καταφύγιον εἰς τὰς ἰταλικὰς ἀγορὰς, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἡ ἐπικράτεια αὕτη, καταγγέλλουσα τὴν μεθ’ ἡμῶν ἐμπορικὴν καὶ ναυτιλιακὴν σύμβασιν, μόλις ἐδέχθη παράτασιν μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους. Θερμὴν ὅθεν ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὴν τὰ μάλιστα ἐπαξίως τὰς τύχας τῆς χώρας νῦν ἰθύνουσαν πατρικὴν Κυβέρνησιν, τὴν σκοπιμώτατα καὶ ὑπερανθρώπως νυχθημερὸν ἐργαζομένην, ὅπως ὁδηγήσῃ τὸ κλυδωνιζόμενον σκάφος τῆς Πολιτείας εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, νὰ ἐπιδοθῇ ἀπερισπάστως καὶ συντόνως εἰς διαπραγματεύσεις, δι’ ὧν νὰ ἀσφαλισθῇ συμφερωτέρα καὶ μεγαλειτέρα κατανάλωσις τῶν ἐξαγομένων προϊόντων μας. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων Κρατῶν, εἰς ἃ ἡ οἰνοπαραγωγή, ἡ σταφιδοπαραγωγή καὶ λοιπὰ προϊόντα δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εὐρέως καὶ ἐπικερδῶς, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ἡ Αὐστρουγγαρία· καὶ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι παρ’ ἀξιοπίστου φίλου ἀνεκοινώθη μοι πρὸ ἑξαετίας. Αὐστριακός τις ὑπήκοος, διαμένων πρὸ δεκαπενταετίας ἔκτοτε χάριν οἰνεμπορίας ἐν Κύμῃ, παρουσιάσθη, ἐλθὼν ἐνταῦθα, εἰς τὸν πρεσβευτήν του, ὃν ἐκ συμφέροντος παρεκάλεσε νὰ συντελέσῃ εἰς σύμβασιν ὁρίζουσαν ἐλαφρόν τέλος εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Αὐστρουγγαρίαν. «Πρὸ πολλοῦ διαπραγματευόμεθα, ἀπήντησεν ὁ πρεσβευτής, ἀλλ’ οἱ διαπραγματεύσεις προσέκοπτον ἕνεκεν τῆς μὴ ἀποδοχῆς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπιζητουμένης ἐλαττώσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ χάρτου καὶ τῆς ξυλείας εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ». Ὁ οἰνέμπορος οὗτος ἐπεκαλέσθη διὰ φίλων τὴν μεσολάβησιν τῶν τότε Βουλευτῶν Καρυστίας παρὰ τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ, ἀλλ’ οὗτος, φοβούμενος μεγαλειτέραν διατάραξιν τοῦ κάκιστα ἔχοντος τότε προϋπολογισμοῦ, —πρὸ τῆς πτώσεως — δὲν ἀπεδέχθη τὰς προτάσεις ταύτας. Εὐτυχῶς προΐσταται νῦν τῆς πατρικῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐρίτιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἐξ οἰνοφόρου ἐπαρχίας καταγόμενος, ὅστις, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη αὐτῆς, ἀναμφισβητήτως θέλουσιν ἐκ καθήκοντος καὶ φιλοπατρίας ἐπιδοθῆ συντόνως εἰς ἐξεύρεσιν μέσων πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὡς καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπικερδοῦς καὶ εὐρείας καταναλώσεως τῶν προϊόντων μας, ὅτε περιττὴ θὰ ἦναι βεβαίως ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἀκαταλήπτων — ἵνα μὴ ἄλλο τι εἴπω — νόμων περὶ παρακρατήσεως, ὡς καὶ ἡ παρατήρησίς μου περὶ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεώς μου. Ὅπως δὲ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ παντὸς ἐπιζητοῦμεν σεισάχθειαν, προστεθήτω, παρακαλῶ, ἐν τῷ νόμῳ ἡ ὑποχρέωσις, νὰ ὑποκείμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν νόμον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὅταν μετ’ αὐστηρὰν ἐξέτασιν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἰσοφαρίζουσι. Δὲν ζητοῦμεν, κύριοι συνάδελφοι, προνομίας, ἀλλὰ δικαιοσύνην, ἣν πέπεισμαι ὅτι δὲν θέλετε μᾶς ἀρνηθῆ. Ἀρκεῖ ἡμῖν ἡ ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπιζήμιος, ὡς ἀπεδείχθη, καλλιέργεια τῶν ἀμπέλων μας· δείξατε ὅτι φιλοδικαίως καὶ μετὰ στοργῆς κρίνει ἡ Βουλὴ τὰς εὐλόγους καὶ δικαίας προτάσεις. Ἄλλως δὲ ἐκ συμφέροντος ἐπιβάλλεται, φρονῶ, ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεώς μου, διότι ἡ παραγωγὴ βαίνει ἕνεκα τῆς ἀμελεστέρας κατ’ ἀνάγκην καλλιεργείας εἰς προϊοῦσαν ἐλάττωσιν, καὶ ἀπὸ 150,000 βαρελῶν, εἰς ὅσας ἀνήρχετο ἄλλοτε, μόλις ἀνέρχεται εἰς 100,000, ἄμεσος δὲ ταύτης συνέπεια εἶναι ἡ μείωσις τῆς εἰσαγωγῆς καὶ καταναλώσεως τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ λοιπῶν εἰδῶν. Ἡ ἐπιβολὴ προσθέτου βάρους, ἔστω καὶ τοῦ ἐλαχίστου, φοβοῦμαι μὴ ἐπιδεινώσῃ τὴν παροῦσαν λυπηρὰν κατάστασιν διὰ τῆς ἐκ τῆς ἀμελεστέρας καλλιεργείας μείζονος μειώσεως τῆς παραγωγῆς, συνεπῶς καὶ καταναλώσεως. Τέλος πάντων, ἂν μὴ ταχέως ἐπιτευχθῶσι συμβάσεις, ἀσφαλίζουσαι τὴν ἐπικερδῆ κατανάλωσιν, μόλις τολμῶ νὰ φαντασθῶ τὴν τύχην εἰς ἄκρον φιλονόμων καὶ φιλοπόνων κοινωνιῶν, ἐξ ἧς καταστάσεως ὀλιγώτερον βεβαίως δὲν θὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐπὶ τῇ ἀπιστεύτῳ ὑποθέσει, ὅτι μόνον περὶ τούτου ἐκλήθημεν νὰ βουλευώμεθα.
§220ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σήμερον, ὅτε ἐπανέρχεται εἰς ἰσχὺν ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ὅτε ἐπανέρχεται εἰς ἰσχὺν ὁ φόρος κατὰ στρέμμα, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν κατὰ παλαιὰς ἡμέρας, ὅτε ὑπῆρχεν ὁ φόρος οὗτος, ὑπῆρχον καὶ διατάξεις εἰδικαί, αἵτινες εἶναι εὔλογον, ἐπανερχομένου τοῦ φόρου, νὰ συνεπανέλθωσι καὶ αὗται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ἐπὶ 15 ἔτη λειτουργῆσαν, ἀπεδείχθη κακόν, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸ δι’ ἐπαναφορᾶς τοῦ παλαιοῦ, βελτιωμένου. Εἶναι ἆρα καιρὸς νὰ ἐξετασθῇ, μήπως ἐκεῖναι αἱ ἐξαιρέσεις, ἃς περιεῖχε τὸ παλαιὸν σύστημα, διότι ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις χωρίου τινός, περιφερείας τινὸς τῆς Ἑλλάδος, ἦναι ἄξιαι νὰ περιληφθῶσι καὶ εἰς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Αἱ ἐξαιρέσεις, αἵτινες ὑπῆρχον κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὑφίστατο ὁ φόρος ὁ στρεμματικός, εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν τελευταῖον νόμον ΩΚΔʹ τοῦ ἔτους 1880, ἐν ἄρθρῳ 2, ἐν ᾧ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΥϞΘʹ τοῦ 1874 καὶ ΦΜΘʹ τοῦ 1875, αἱ ἰσχύουσαι ἐπὶ τῶν οἴνων Αἰγίνης, Κέας, Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Ἀντιπάρου, ἐπεξετάθησαν ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ γλεύκους τῶν δήμων Μεγάρων καὶ Σαλαμῖνος, φορολογουμένων κατά τε τὴν ἐξαγωγὴν καὶ κατὰ τὴν μεταφορὰν διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης. Τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ τότε, ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Μεγαρίδα, ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγός μου, ἐξετάσας τὰ πράγματα, ἐπείσθη ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπ’ ἐναντίας μετὰ κέρδους τοῦ δημοσίου ταμείου, κέρδους κατὰ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ φόρου, κέρδους κατὰ τὴν ἔλλειψιν καθυστερήσεων, ἠδύνατο νὰ ἐπεκτείνῃ ἐπὶ τῶν δύο τούτων δήμων τῆς Μεγαρίδος τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. Ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, καὶ ἐπὶ 3 ἔτη ἀπέδειξαν τ’ ἀποτελέσματα, ὅτι αἱ προβλέψεις δὲν ἦσαν ἐσφαλμέναι. Δι’ οὓς λόγους τότε ἦτο καθιερωμένη ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, δι’ αὐτοὺς τούτους τοὺς λόγους ἔρχομαι νὰ προτείνω νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἐν τῷ νόμῳ σήμερον ἀναγεγραμμένη ἐξαίρεσις εἰς ὅλους τοὺς τόπους, τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὸν νόμον τοῦ 1880, καὶ προσέτι εἰς ἐκείνους, οὓς προτείνουσιν οἱ ἔντιμοι ἐκ Καρυστίας συνάδελφοι, καὶ εἰς ἐκείνους, οὓς προσθέτως θέλω προτείνει ἐνταῦθα. Προτείνω νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν Αἴγιναν, τὴν Κέαν, Κύθνον, Μύκονον, Ἀντίπαρον, Σέριφον καὶ τοὺς δήμους Μεγάρων, Σαλαμῖνος, Φυλῆς, Ἀχαρνῶν, Μαραθῶνος, Κρωπίας, Θορικίων, Κυμαίων, Κοτυλαίων, Κονιστρίων καὶ εἰς τὰ χωρία τοῦ δήμου Ἀθηναίων, πάντα ταῦτα, ἵνα μὴ παραλείψω τι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἄλλοτε ἢ σήμερον προετάθησαν, βεβαίως δ’ ἐγὼ δὲν θέλω ἐπιμείνει, ἵνα ἀναγραφῇ ἐξαίρεσις ὑπὲρ ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἔχουσιν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους κρείττονα ἔχοντας γνῶσιν τῶν κατὰ τὰς περιφερείας ἐκείνας. Ἀλλ’ ἔλαβον κυρίως τὸν λόγον, ἵνα ὑπομνήσω τὰ πράγματα ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐπὶ ἔτη ἀντεπροσώπευσα, ἔχων πρὸς τοῦτο καὶ ἐντολὴν τοῦ συνυπογράψαντος τὴν τροπολογίαν ἀντιπροσώπου Μεγαρίδος, καὶ ἵνα προσθέσω τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία τῆς Ἀττικῆς, ὑπὲρ ὧν ζητεῖται ἡ ἐξαίρεσις. Ἅπαντες οἱ δῆμοι, ὧν ἐμνημόνευσα, παράγουσιν οἶνον, ὅστις κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξάγεται εἰς τὰς πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ τι δὲ ποσὸν ἐξάγεται εἰς τὰς νήσους, ὡς ἐκ Σαλαμῖνος καὶ Μεγάρων καὶ ἐξ ἄλλων χωρίων. Ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος κατὰ τὴν τροπολογίαν πρὸς λεπτὰ 4¼ κατ’ ὀκᾶν, εἶναι βαρύς, καὶ ὁ βαρὺς οὗτος φόρος, ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν μεταφοράν, δὲν καταλείπει καθυστέρημα. Οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου συμβιβάζονται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φορολογουμένων, οἵτινες, ἵνα μὴ ἔχωσιν ἀπέναντι αὑτῶν τὸν φόβον τῆς καταμετρήσεως, τοὺς ὁριοδείκτας, καταμετρητάς, τοὺς γεωμέτρας καὶ τὰς παντοίας περιπλοκάς, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα μὴ ἔχωσι καὶ τὸν κίνδυνον, ὡς οἱ ἄλλοι, νὰ πληρώνωσι φόρον καὶ κατὰ χρόνον μὴ παραγωγικὸν διὰ παραγωγὴν ἀνύπαρκτον, ἵν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τῶν παντοίων διατυπώσεων, συμψηφίζουσι τὸ περισσὸν βάρος τοῦ τοιούτου φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ μεταφορᾶς πρὸς τὸ κέρδος τοῦ ἐν τῷ τόπῳ ἀπομένοντος ἀφορολογήτου οἴνου, καὶ ἀποτίνουσι φόρον πρὸς λεπτὰ 4¼ κατ’ ὀκᾶν, δηλ. 9 καὶ 40/00 ἐπὶ 100 ὀκάδων φόρον μὴ καταλείποντα ἔλλειμμα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ πρότασις, οὕτω παρουσιαζομένη, στηριζομένη εἰς τὸ ἐν τῷ παρελθόντι ὑφιστάμενον καὶ ἀποδειχθὲν οὐχὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου σύστημα, μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως ἀπορριφθῇ. Εἶναι ὅλως ἐξαιρετικὴ ἡ θέσις τῶν δήμων τούτων, εὑρισκομένων παρὰ τὴν πρωτεύουσαν, παρὰ τὸν Πειραιᾶ, μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Λαυρίου, καὶ ἀναλισκόντων ἅπαν τὸ προϊὸν αὑτῶν εἰς τὰς δύο ταύτας πόλεις. Προσφέρονται δὲ νὰ πληρώσωσι τὸν βαρὺν τοῦτον φόρον, ὡς εἶπον, ἵνα ἀπαλλαχθῶσι τῶν περιπλοκῶν τοῦ νομοσχεδίου.
§221Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐξαγωγὴ τῶν δήμων τούτων;
§222ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ κατανάλωσις, ἣν αἱ δύο πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἔχουσι, καταβάλλουσαι ἐνίοτε 50 καὶ 55 λεπτά, ἵνα εἰσαγάγωσι τὸ γλεῦκος εἰς τὰς ἀποθήκας των, ἀποδεικνύει, ἂν ἀπομένῃ ποσόν τι σπουδαῖον γλεύκους εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς τῶν δήμων πληθυσμούς. Προσφέρονται προθύμως οἱ ἐκ τῶν δήμων τούτων, αὐτοὶ κατὰ τὴν μεταφορὰν νὰ προκαταβάλλωσι τὸν φόρον πρὸς 4 καὶ ¼ τὴν ὀκᾶν, φθάνει νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐκλέξωσι τὴν φορολογίαν ταύτην ἀντὶ ἐκείνης, ἥτις τοῖς προσφέρεται. Ἐπὶ τούτων στηριζόμενος, καὶ νομίζων ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρότασις τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐγείρῃ δυσάρεστον ἐντύπωσιν παρὰ τῇ Βουλῇ, ἀναγινώσκω τὴν τροπολογίαν μου (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐφαρμόζεται ὡσαύτως ὁ νόμος οὗτος ἐν ταῖς νήσοις Θήρας, Θηρασίας, Πάρου, Ἀντιπάρου, Αἰγίνης, Κέας, Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου καὶ τοῖς δήμοις Μεγάρων, Σαλαμῖνος, Φυλῆς, Ἀχαρνῶν, Κρωπίας, Θορικίων, Κυμαίων, Κοτυλαίων, Κονιστρίων καὶ τοῖς χωρίοις τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ὁ οἶνος καὶ τὸ γλεῦκος, τὰ παραγόμενα ἐν τοῖς ἄνω μνημονευομένοις χωρίοις, δήμοις καὶ νήσοις, ὑποβάλλονται κατὰ τὴν διὰ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης μεταφορὰν εἰς φόρον λεπτῶν 4¼ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ διὰ ξηρᾶς μεταφορὰ ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἀδείᾳ τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐκδιδομένῃ ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῆς νομίμου ἀποδείξεως, ὅτι κατεβλήθη εἰς τὸ ἁρμόδιον ταμεῖον ὁ ἀναλογῶν εἰς τὰ μεταφερόμενα φόρος καὶ ὁριζούσῃ τὴν διάρκειαν τῆς ἰδίας ἑαυτῆς ἰσχύος, ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως τοῦ εἰς ὃν ἡ μεταφορὰ τόπου. Ὁσάκις δὲ πληρώσαντα εἴδη τὸν φόρον πρόκειται ν’ ἀποταμιευθῶσιν εἰς τόπον ἄλλον πρὸς βραδυτέραν μεταφορὰν, ἐφαρμόζονται κατ’ ἀναλογίαν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ τελωνιακοῦ νόμου. Κατὰ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφορὰν, ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὰς διατάξεις τῶν τελωνιακῶν νόμων καὶ τὰς τοῦ ᾼΦΞΘʹ νόμου τῆς 19 Δεκεμβρίου 1887, τηρουμένων ἐν ἰσχύϊ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 80 καὶ 86 τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ τῆς 5 Αὐγούστου 1892.»
§223Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ θερμῶς ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρυστίας, νὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία αὕτη εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἄρθρ. 32, διότι καὶ οἱ ἀριθμοὶ καὶ τὰ πράγματα μὲ πείθουσιν, ὅπως καὶ ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι δικαιοτάτη. Ἡ Καρυστία τὸ μόνον προϊόν, τὸ ὁποῖον ἔχει, εἶναι ἡ ἄμπελος. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, καταστρέφεται. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὴν ἐξαίρεσιν.
§224Κ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ. Προσθέτω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης, διότι μέχρι τοῦδε οὐδὲ λεπτὸν ἐπλήρωνεν ὁ οἶνος τῆς Καρυστίας εἰς τὸ Δημόσιον, διότι πᾶς οἶνος, ἐξερχόμενος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀπηλλάσσετο τοῦ φόρου.
§225Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι εἶναι πρότασις καθαρῶς ἐπιθετικὴ κατὰ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῶν οἰνοφόρων. Δὲν δύναμαι ἄλλως νὰ τὴν χαρακτηρίσω, διότι, ἐνῷ ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 15 ὁρίζει τὸν διαιρετέον, καὶ θέτει ὡς βάσιν τὴν κατὰ στρέμματα ἔκτασιν, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις φορολογικὴ, ἔρχεται ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐκ ζήλου βεβαίως ὑπὲρ τῆς νῦν ἐπαρχίας αὑτοῦ καὶ τῆς πρώην...
§226Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πρῶτον εἶναι ἡ πρότασις.
§227ΤΣΑΤΣΟΣ. .. ἔρχεται καὶ προτείνει τόσας ἐξαιρέσεις, ὥστε νὰ καταντήσῃ ὁ διαιρετέος τόσον μικρὸς, ὥστε θὰ βαρύνωνται αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι διὰ πολλαπλασίονος φορολογίας ἐκείνης, δι’ ἧς φορολογοῦνται σήμερον. Βεβαίως, ἂν ἐλθόντες ἐδῶ ἀντεπροσωπεύομεν μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἂν ὁ φόρος αὐτὸς ὁ στρεμματικὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἔγγειον φόρον καὶ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ μὴ ἀντικαταστήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττομεν, ἴσως θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διότι βεβαίως διὰ τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας προτείνει, μεταβάλλεται ἡ φορολογία ἀπὸ ἀμέσου εἰς ἔμμεσον, καὶ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐμμέσου φορολογίας καθυστέρησις δὲν ὑπάρχει, πάντες γνωρίζομεν, ὅτι θὰ πληρώνηται ὁ φόρος, καὶ ἴσως θὰ ἦναι ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀποδώσῃ σήμερον ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι καταστρέφει ἄρδην τὴν οἰκονομίαν ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον νῦν ψηφίζομεν.
§228Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνω, ἵνα ἡ ἀτέλεια, ἥτις καθιεροῦται διὰ τὰς ἀμπέλους τῆς Ἑπτανήσου, τῆς Θήρας, τῆς Θηρασίας, τῆς Πάρου, τοῦ Οἰτύλου καὶ τοῦ Γυθείου καθιερωθῇ καὶ διὰ τὰς ἀμπέλους τῶν δήμων Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων. Ὅτε ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν, τὸ ἄρθρον 32 τοῦ νομοσχεδίου (νῦν 31) δὲν περιεῖχε σαφῆ τὴν διάταξιν περὶ ἀτελείας τῶν οἴνων τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγομένων, οὕτως ὥστε προέκυπτεν ἐξ αὐτοῦ, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 33, ὅτι αἱ ἄμπελοι τῶν εἰρημένων νήσων ἀπηλλάσσοντο τοῦ στρεμματικοῦ φόρου, ἀλλ’ οἱ οἶνοι οἱ ἐκ τῶν ἀμπέλων τούτων παραγόμενοι ὑπεβάλλοντο, ἀπὸ λιμένος εἰς λιμένα μεταφερόμενοι, εἰς φόρον λεπ. 4 καὶ ¼ κατ’ ὀκᾶν. Τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν ἐκύρωσε καὶ ἡ διαβεβαίωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δηλώσαντος ὅτι, ἀφοῦ καταργεῖται ὁ νόμος ΑΨΠΕʹ, ἕπεται ὅτι ἡ ἀτέλεια τῶν οἴνων καταργεῖται. Συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως ταύτης ἀπέσυρα τὴν διὰ τῆς τροπολογίας μου ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Δὲν ἔπαυσα ὅμως φρονῶν, ὡς καὶ τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι ἀδύνατον εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ τοσαύτην ἔχων πεῖραν, ὁ περὶ τὰ δημοσιονομικὰ πολύμητις, νὰ ἐπιμείνῃ ἐπιβάλλων φόρον εἰς τὸν οἶνον τὸν διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγόμενον. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐννοεῖ καλῶς, ὡς καὶ πᾶσα ἡ Βουλή, ὅτι μέγα τὸ συμφέρον τῆς χώρας, ὅπως προστατεύηται καὶ ὑποβοηθῆται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων. Ἄν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐτροποποιεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ὡς εἶχε, θ’ ἀπετέλει φραγμὸν κατὰ τῆς ἐξαγωγῆς, θ’ ἀπετέλει φραγμὸν κατὰ τῆς ὑλικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀλλὰ εὐτυχῶς—καὶ χαίρω διὰ τοῦτο—ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ταχέως ἀνεγνώρισε τὴν ἔλλειψιν, καὶ ἔσπευσε νὰ τροποποιήσῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον 32 τοῦ νομοσχεδίου, προσθέσας διατάξεις, καθ’ ἃς οἱ οἶνοι τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ Γυθείου, τοῦ Οἰτύλου, τῆς Πάρου, τῆς Θήρας καὶ τῆς Θηρασίας, εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλόμενοι, εἰς οὐδένα φόρον ὑπόκεινται, ἀφοῦ αἱ ἄμπελοι, ἐξ ὧν παράγονται, εἰς οὐδένα στρεμματικὸν ὑποβάλλονται φόρον. Καὶ ἤδη, τροποποιηθέντος τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ νομοσχεδίου, αὐτοδικαίως ἀναγεννᾶται ἡ τροπολογία μου, δι’ ἧς ζητῶ, ἵνα αἱ ἄμπελοι τῶν δήμων Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων, μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς στρεμματικὴν φορολογίαν, ἀφοῦ οἱ ἐξ αὐτῶν παραγόμενοι οἶνοι μόνον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγόμενοι ἀναλίσκονται. Οὕτως ἐπαναφέρω τὴν τροπολογίαν μου, καὶ τὴν ἐπαναφέρω οὐ μόνον διότι ἡ Κυβέρνησις συμφέρον καὶ καθῆκον ἔχει νὰ προστατεύσῃ τὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ Κυμαϊκοὶ οἶνοι, μὴ ἀναλισκόμενοι εἰς τὸ ἐσωτερικόν, δέον νὰ προστατευθῶσιν, ἵνα ἀποστέλλωνται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἄλλως τὸ Κράτος ἀδικεῖ τοὺς κατοίκους τριῶν δήμων, κατοίκους φιλονόμους καὶ φιλοπόνους, μὴ παρέχον αὐτοῖς τὴν προστασίαν, ἧς δικαιοῦνται νὰ τύχωσιν ἐκ τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ προλαλήσας συμπολίτης μου κ. συνάδελφος δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξεν, ὅτι σήμερον, μὲ τὰς τρεχούσας τιμὰς τῶν Κυμαϊκῶν οἴνων, καὶ τῆς ἀτελείας ὑπαρχούσης, οἱ ἀμπελοκτήμονες ὑφίστανται ζημίαν δραχ. 40–50 κατὰ στρέμμα. Ἡ τοιαύτη διαβεβαίωσις τοῦ συναδέλφου προὐκάλεσεν οὐ μόνον τὴν δυσπιστίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ μειδίαμα αὐτῆς, διότι ἔκαμε τὸν συλλογισμόν, ὅτι μόνον ἄνθρωποι ἐστερημένοι τῆς αἰσθήσεως τοῦ στοιχειώδους συμφέροντος δύνανται νὰ ἐξακολουθοῦν ὑφιστάμενοι τοσαύτην ζημίαν ἐτησίως, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐπιμένωσι μὴ ἐκριζοῦντες τὰς ἀμπέλους των. Ἐγεννήθη δὲ εὐλόγως ἡ ἀπορία τῆς Βουλῆς, πῶς κατόπιν τοσαύτης ζημίας ἀντέχουσιν οἰκονομικῶς. Συνήγαγον δὲ τινες καὶ τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι εἰς θέσιν, χάριν τῶν ἀμπέλων των, νὰ ὑφίστανται τοσαύτην ζημίαν, ἡ προσθήκη τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δὲν ἀποτελεῖ βάρος καταστρεπτικόν. Ἡ ἀπορία δ’ αὕτη καὶ τὸ συμπέρασμα ἐγεννήθησαν, διότι ἴσως ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον παρέστησε τὰς ζημίας, ἃς ὑφίστανται, ὁ προλαλήσας, δὲν ὑπέδειξε δὲ ποσῶς τοὺς πόρους, ἐξ ὧν ἀναπληροῦσι τὰς ζημίας, οὐδὲ τὸν λόγον, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου δὲν προέβησαν, οὐδὲ θέλουσι προβῆ, τοὐλάχιστον ἐπὶ τῆς γενεᾶς μας, εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τῶν ἀμπέλων καὶ τὴν μεταβολὴν τῆς καλλιεργείας τῶν γαιῶν των. Ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ζημιῶν προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὰ ⅘ τῶν ἀρρένων κατοίκων τῶν περὶ ὧν πρόκειται δήμων καταφεύγουσιν εἰς Λαύριον, Γραμματικὸν καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσι μεταλλευτικαὶ ἐργασίαι. Γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρης, γνωρίζουσιν ἀμφότεροι, ὅτι πεντακισχίλιοι περίπου ἐργάται ἐκ Κύμης καὶ τῶν δήμων Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων ὑπάρχουσιν ἐργαζόμενοι εἰς τὰς μεταλλευτικὰς ἐργασίας. Ὅ,τι κερδίζουσιν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τούτων, φιλοτίμως ἐργαζόμενοι, διαθέτουσι πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ζημιῶν, ἃς ὑφίστανται ἐκ τῶν ἀμπέλων. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου αἱ ἄμπελοι αὐτῶν δὲν περιῆλθον εἰσέτι εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὴν κατοχὴν δανειστῶν. Δὲν προέβησαν δὲ εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τῶν ἀμπέλων των, οὐδὲ θέλουσι προβῆ, ἐφ’ ὅσον ἡ γεωργικὴ ἐπιστήμη εὑρίσκεται εἰς ὅλως νηπιώδη κατάστασιν, διότι αἱ γαῖαι, ἃς κέκτηνται, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἄλλης καλλιεργείας, χάρις εἰς τὰ φῶτα τὰ γεωργικά, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐμερίμνησε νὰ τοὺς ἐφοδιάσῃ. Δὲν ζητῶ, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀτέλειαν τῶν ἀμπέλων ὅλης τῆς Καρυστίας, ἀλλὰ μόνον τῶν τριῶν δήμων, πρὸς προστασίαν μὲν ἀφ’ ἑνὸς τῶν ἀμπελοκτημόνων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου. Ἡ Καρυστία δὲν ζητεῖ ἐξαιρέσεις ὑπὲρ ἑαυτῆς, ζητεῖ νὰ τύχῃ τῶν αὐτῶν εὐνοϊκῶν ὅρων, ὧν τυγχάνουσιν αἱ νῆσοι τῆς Ἑπτανήσου, Θήρας, Πάρου, Θηρασίας καὶ αἱ ἐπαρχίαι Γυθείου καὶ Οἰτύλου, αἱ παράγουσαι οἶνον ἀναλισκόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Καρυστία, δύναμαι ἐπαιρόμενος νὰ εἴπω, εἶναι ἡ μᾶλλον πρόθυμος ἐπαρχία πρὸς καταβολὴν φόρων, καὶ ἐννοεῖ καλῶς, ὅτι ὀφείλει νὰ συντρέξῃ τὸ Κράτος, δικαιοῦται ὅμως νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους ἐκεῖ, ὅπου συντρέχει καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους τὸ συμφέρον. Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ψηφίσει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ νομοσχεδίου ἢ ὡς τροποποιεῖται διὰ τῆς προτάσεώς μου.
§229Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἔσχε τὴν ἀτυχῆ ἰδέαν νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ πρότασις ἐνεῖχεν ἐπιθετικὸν σκοπὸν ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Τοῦτο ὑπολαβὼν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, μετέβαλε τὰ ἀμπελόφυτα ἱστορικὰ πεζούλια τῆς Εὐρυτανίας εἰς προχώματα, ἐκ τῶν ὁποίων διὰ τριπλῆς συστοιχίας προσέβαλεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δραγούμη. Κατηγόρησε τὴν πρότασιν ὡς ἐπιθετικὴν ἐναντίον τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, δεύτερον, ὅτι εἰσάγει μικτὸν σύστημα ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, τρίτον, ὅτι δὲν εἶναι ταμιευτική. Καὶ εἰς τὰ τρία ἔχει ἄδικον. Ἡ πρότασις δὲν εἶχεν οὔτε ἔχει ἐναντίον τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν σκοπὸν ἐπιθετικόν. Οὐδεμιᾶς τὰ συμφέροντα προσβάλλει· ὅσα δὲ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, περιλαμβανόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 15, στρέφονται ἐναντίον του, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι οἱ οἰνοπαραγωγοὶ τῶν Μεγάρων καὶ τῆς Σαλαμῖνος, ὑπαγόμενοι εἰς φόρον ἐξαγωγῆς, θὰ ἐπιβαρύνωσι τρόπον τινὰ διὰ τοῦ ἀναλογοῦντος αὐτοῖς φόρου τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Δὲν ἔχει οὕτω. Παρέλιπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀναγνώσῃ, ἢ δὲν ἐνόησεν ἐπαρκῶς, τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου, λέγον: «.... Τὸ ἄθροισμα τῶν δύο ἀνωτέρω ὅρων ἡ ἐπιτροπὴ κατανέμει εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν ἐξαιρουμένων ὑπὸ τῶν ἄρθρων 32 καὶ 33 τοῦ παρόντος νόμου». Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δραγούμη οἱ δῆμοι Σαλαμῖνος καὶ Μεγάρων θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ ἄρθρα 32 καὶ 33. Τὸ ἄθροισμα ἄρα τῶν δύο ἀνωτέρω μέσων ὅρων τῶν δήμων Μεγάρων καὶ Σαλαμῖνος δὲν θὰ κατανείμῃ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ οἱ δύο δῆμοι θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν φορολογίαν τῆς ἐξαγωγῆς, ὡς οἱ δῆμοι τῶν ἄρθρων 32 καὶ 33. Ἄρα κατ’ οὐδὲν θέλουσι βαρυνθῆ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι διὰ τοῦ προταθέντος ὑφ’ ἡμῶν συστήματος. Ἔρχεται τὸ δεύτερον. Εἶναι δυνατὸν ἐν ἑνὶ φορολογικῷ συστήματι νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μικτὸν σύστημα; Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀπαντᾷ, καθόσον ἔχει τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας· διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς διατάσσει διὰ τὴν Ἑπτάνησον, τὸ Γύθειον, τὴν Οἴτυλον, τὴν Θήραν, τὴν Θηρασίαν, τὴν Πάρον, τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς, καὶ παραβιάζει, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δόγμα τῆς ἀμέσου φορολογίας, δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ παράβασις καὶ διὰ τοὺς δήμους Μεγάρων, Σαλαμῖνος καὶ Κρωπίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐπιζητῆται διὰ παντὸς νόμου εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν δημοσίων συμφερόντων διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, κακῶς δὲ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν μόνον τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ προστατεύονται σύναμα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν μας διὰ τῆς προτάσεως, λέγω, ὅτι κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐπαρχία Μεγαρίδος ἔχει ἔκτασιν στρεμμάτων ἀμπελοφυτευμένων ἐν ὅλῳ περὶ τὰς 33,000, κατὰ τὸν ἴδιον δὲ πίνακα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναλογιῶν τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἀνώτερος ὅρος τῆς φορολογίας, ἥτις δέον νὰ εἰσπραχθῇ, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ, καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος, θέλει ἀνέλθει εἰς 42 χιλιάδας δραχμὰς, πρὸς 1,18, κατὰ τὸν μέσον ὅρον, τὸν ἐξηκριβωμένον τῆς φορολογίας, ἐν ἑκάστῳ στρέμματι. Ἀλλὰ δεδομένου ὄντος, ὅτι μόνον ὁ δῆμος Μεγάρων παράγει κατ’ ἔτος 3 ἕως 4 ἑκατομμύρια ὀκάδων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξακριβοῦμεν συνεπείᾳ τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ὅτι εἰσάγονται εἰς τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς περὶ τὰ 2,000,000 ὀκάδες, καὶ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς θὰ φορολογηθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἐξαχθησόμενον τοῦ γλεύκους πρὸς 4 λεπτὰ καὶ ¼ τοῦ λεπτοῦ, ἐκ μόνου τοῦ δήμου Μεγάρων θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον περὶ τὰς 80,000 δραχμὰς, ἀπέναντι 42,000 ἤδη ὑπολογιζομένων ἐξ ὅλης τῆς ἐπαρχίας.
§230Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τότε δὲν προστατεύετε τὰ συμφέροντα τῆς Μεγαρίδος.
§231ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἑτοίμη ἀπάντησις διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος καὶ πολλαπλῆ. Οἱ ἀγρόται, Κύριοι, ὑποβάλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀτελὲς, προκαταρκτικὸν καὶ δοκιμαστικὸν, εἰς τοιαύτας διατυπώσεις, ὥστε παρέχεται στάδιον ἐκμεταλλεύσεως αἰσχροκερδοῦς εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας· προτιμῶσιν ἑπομένως οἱ ἀγρόται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν ἔστω βαρυτέραν, ἀλλ’ ἀπαλλάττουσαν αὐτοὺς τῶν συνήθων καταπιέσεων. Εἶναι ἄλλως γνωστὸν, ὅτι αἱ ἄμπελοι, συνεπείᾳ τῶν νόσων τῶν πολλῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραγάγωσιν οὐδὲ ὀκᾶν γλεύκους, καὶ ὅμως κατὰ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε παραγάγῃ εἴτε μὴ ἡ ἄμπελος, ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν. Τέλος, διότι, ὅταν ἐξάγῃ ὁ ἀμπελουργὸς τὸν οἶνον, θὰ λάβῃ χρῆμα καὶ θὰ δύναται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς. Ἑπομένως ὑπάρχουσι τόσαι εὐκολίαι διὰ τοῦ προτεινομένου φόρου τῆς ἐξαγωγῆς ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν, ὥστε ἐν τῷ συστήματι τούτῳ, ἐν ᾧ κατ’ οὐδὲν μειοῦται ἡ προστασία τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἐξασφαλίζεται ἅμα καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἀμπελουργῶν, ἐν οἷς τόποις εἶναι καθιερωμένη ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ γλεύκους.
§232Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Θὰ σᾶς ὑπομνήσω ἱστορικὸν τοῦ 1829. Ὅτε ἦλθεν ὁ Κυβερνήτης εἰς τὴν Αἴγιναν, πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται τοῦ ἀγῶνος ἐζήτουν βαθμοὺς καὶ ἀξιώματα· ὁ Κυβερνήτης τότε τοῖς εἶπε: «πηγαίνετε εἰς τὰς ἐπαρχίας, καλλιεργήσατε τὰς γαίας σας, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἱκανοποίησις καὶ ἀμοιβή». Καὶ σήμερον τί βλέπομεν; ἔρχεται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ζητεῖ προνόμια διὰ τὴν ἐπαρχίαν του. Δηλαδὴ φτοῦ κι’ ἀπ’ ἀρχῆς. Ἕκαστος ζητεῖ νὰ ἀλλάξωμεν τρόπον φορολογίας. Μὴ ζητεῖτε ἐξαιρέσεις. Διατὶ νὰ ἐξαιρέσωμεν τὴν Ἀττικὴν καὶ τὴν Μεγαρίδα; Εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν εὑρίσκονται καὶ ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Λοκρὶς καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐν τῇ Ἀττικῇ πωλοῦνται τὰ σταφύλια πρὸς 40 καὶ 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν καὶ δὲν πληρώνουσιν οἱ ἀμπελουργοὶ τίποτε, ἕκαστον δὲ στρέμμα σταφυλῶν πωλεῖται πρὸς 400 δραχμάς; Καὶ ζητεῖτε νὰ τοὺς ἐξαιρέσητε! Οἱ φόροι βεβαίως οὐδαμοῦ κατανέμονται ἐξ ἴσου· ἄλλος πληρώνει περισσότερον, ἄλλος ὀλιγώτερον. Ταῦτα πρέπει νὰ συζητήσωμεν, καὶ ὄχι νὰ ἐρχώμεθα μὲ δικηγορικὰ τεχνάσματα νὰ ὁμιλῶμεν.
§233Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀπέδειξε πολὺν ζῆλον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὀρθότητα εἰς τὰς παρατηρήσεις του, κατὰ τὴν γνώμην μου. Βεβαίως δὲ αὗται δὲν ἐκπροσωποῦσι τὴν ὀρθότητα τῶν κρίσεων τῶν συμπολιτῶν του. Δὲν φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τις, ὅστις θὰ παρακολουθήσῃ σοβαρῶς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος εἰς τὸ στάδιον τῶν τοιούτων παρατηρήσεών του. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, καὶ μάλιστα ὡς εἰδὼς τὰ οἰκονομολογικὰ, καὶ νὰ ἐννοήσῃ, ἐξ ὅσων τουλάχιστον εἶπον, ὅτι ὅσα ὑπέβαλεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, δὲν ὑπέβαλεν ἐκ πνεύματος στενῶς ἐπαρχιακοῦ. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὦτα, ἵνα ἀκούσῃ—καὶ ἀπευθύνομαι ἁπλῶς εἰς τὰ ὦτά του. — Ὡμίλησεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς τόσον καθαρὰ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδένα ἐχεφρονοῦντα νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ζητεῖ ἐξαίρεσιν πρὸς ὄφελος τῆς ἐπαρχίας του. Σφάλλεται, λέγων ὅτι ἐρχόμεθα ἐνταῦθα νὰ συζητῶμεν πρὸς ὄφελος τῶν ἐπαρχιῶν μας. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι πρὸς μομφήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόσεχεν ὀλίγον, ἂν ἁπλῶς ἤκουε, θὰ ἀντελαμβάνετο, ὅτι δι’ ὅσων ἐλέγομεν ἐφροντίζομεν περισσότερον περὶ καλλιτέρας ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἀπωτέραν ἐποχὴν τοῦ Καποδιστρίου, ἵνα φέρῃ τὸ ἀτυχὲς παράδειγμά του. Εἶχε παραδείγματα ἐξ ἐγγυτέρας ἐποχῆς. Ἐπὶ παντὸς ζητήματος δύναταί τις νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ἔστω καὶ καθαρῶς ἐπιστημονικοῦ, ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας τοῦ βήματος, τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἣν ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός· δύναται ἄρα νὰ λέγῃ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἀλλ’ ὡς εἶπε ταῦτα, μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα εἶπε δὲν εἶχον τὸν τόπον των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἴσως δὲ δικαιολογοῦνται μόνον διότι θέμα τῆς συζητήσεως εἶναι ἡ φορολογία τοῦ οἴνου καὶ ἐλέχθησαν μετὰ τὴν διακοπὴν καὶ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ συνέπεσε νὰ λεχθῶσι μεταξὺ τῆς ἐνάτης, μετὰ τὸ γεῦμα, καὶ τῆς δωδεκάτης (Θόρυβος).
§234ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τί εἶναι αὐτά, κύριε Πρόεδρε! (Θόρυβος).
§235Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν εἶσαι ἱκανὸς νὰ μὲ ἀντιμετωπίσῃς (θόρυβος). Ἀνήκω εἰς μερίδα πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἄνευ συμφέροντος (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Γ. Ἀναστασόπουλον). Τί ἐννοεῖτε μὲ τὰς φράσεις «μεταξὺ τῆς ἐνάτης, μετὰ τὸ γεῦμα, καὶ τῆς δωδεκάτης»; Ὀφείλετε νὰ δώσητε ἐξήγησιν. Ἄλλως θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§237Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε, κύριε Πρόεδρε, ἕτερον στάδιον, καθ’ ὃ ἠδύνασθε καὶ ὠφείλετε εἰς προτέραν συνεδρίασιν νὰ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν Βουλευτήν, ὅστις ἐξεστόμιζεν αὐθάδεις ὕβρεις κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ τοῦ οἴκου του, ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ μακαρίως ἠκούετε τότε (θόρυβος). Ἡ παροῦσα περίστασις, νομίζω, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, ὥστε νὰ λάβητε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν. Δύνασθε ἐν τούτοις νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχω τὸν λόγον τότε ἐπὶ τοῦ θέματος.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη, τί θέλετε νὰ ἐννοήσητε δι’ ὅσων τώρα λέγετε;
§239Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅσα εἶπον δύνασθε νὰ δώσητε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντίληψίς σας δύναται νὰ δώσῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, ἂν νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δικαίωμα καὶ ἐμοῦ εἶναι νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀκαίρου τοιαύτης ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν γείνῃ. Δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἑρμηνείας ὅσα εἶπον. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λοκρίδος ἦτο ἁβρὰ ἀπάντησις πρὸς ὅσα ἐκεῖνος εἶπε (Θόρυβος). Μειδιᾶτε, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπανθήσῃ τὸ μειδίαμά σας αὐτὸ ἀμέσως μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἡ προσήκουσα λύσις. Δὲν ἐπράξατε τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἐνησκήσατε τὰ δικαιώματά σας, εἶτα, ὅταν ἐτόλμα νὰ ὁμιλήσῃ περιφρονητικῶς περὶ τῶν δικηγόρων, καθυβρίζων τὸ ἥμισυ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες εἶναι δικηγόροι, ὡς ἂν οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι λειτουργοὶ τοῦ δικαίου, ὡσὰν ἐνταῦθα συζητοῦμεν περὶ χρηματιστικῶν πράξεων καὶ οὐχὶ περὶ νόμων (Θόρυβος). Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ δείξῃ καὶ ὀφείλει νὰ δεικνύῃ σεβασμὸν πλειότερον πρὸς τὰς τάξεις τῶν Βουλευτῶν καὶ τὰ ἐπαγγέλματα, διότι ἐπὶ τέλους οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἔντιμοι τῶν θαμώνων τοῦ Χρηματιστηρίου (Θόρυβος).
§240Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐγὼ ἔχω δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τὸ 1864 μὲ βαθμὸν «Ἄριστα» (Θόρυβος καὶ φωναί).
§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε.
§242Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, θὰ μεταβάλωμεν τὸν φόρον εἰς ἔμμεσον. Τοιαύτην πρότασιν δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ. Ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρυστίας.
§243ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἐζήτησα νὰ εἰσαγάγω τι καινὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἐστηρίχθην ἐπὶ προηγουμένου, ὑπάρχοντος ὅτε ὑφίστατο ἡ στρεμματικὴ φορολογία. Ὥστε οὐδὲν τὸ ἐξαιρετικὸν ἐζήτησα. Περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐπαρχία τῆς Ἀττικῆς ἔχῃ συμφέρον ἢ ὄχι εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, τὸ θέμα τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπραγματεύθη ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν ἠξεύρω ποίους κτηματίας ἠρώτησεν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν κατετέθη ἀναφορὰ ἐκ τοῦ δήμου Κρωπίας πολιτῶν καταφερομένων κατὰ τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ, καὶ ὅτι οὗτοι προθύμως ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῆς μεταφορᾶς, ὅστις ἀναλογεῖ πρὸς 9 καὶ 40/00 τὸ στρέμμα, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τοῦ στρεμματικοῦ, οὕτως ὥστε ἡ φορολογία ἀνέρχεται δι’ αὐτοὺς εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον. Γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλοτε οἱ Μεγαρεῖς ἐθεώρουν ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς, διότι εἶχον φόρον τοιοῦτον ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς. Τὴν ἑσπέραν δὲ ταύτην καὶ δημόται Μαραθῶνος μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ προϋπάρχον σύστημα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ὑποχωρήσουν εἰς τὰς ἐμὰς ἰδέας αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅ,τι προέτεινα, προέτεινα ἐνθαρρυνόμενος ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§245Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἐπεθύμουν νὰ φέρω παρατήρησίν τινα. Ἐπλανήθην, διότι, ὡς ἔχει συνταχθῆ τὸ ἄρθρον, δὲν εἶναι σαφές, καὶ νομίζει ὁ ἀναγινώσκων, ὅτι πρόκειται ὁ οἶνος, ὁ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποστελλόμενος, νὰ μὴ ὑφίσταται φορολογίαν τινά· ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 32 (31 κατὰ τὴν νέαν ταύτην τάξιν) ἀναγράφεται ὅτι «ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Γυθείου καὶ Οἰτύλου»· ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον δὲν ἐτέθη καὶ τῆς Πάρου, τῆς Θήρας καὶ Θηρασίας...
§246ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ λέγει παρακάτω.
§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐξαγόμενος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οἶνος εἶναι ἐν γένει ἀτελής.
§248ΔΟΥΝΗΣ. Ἑπομένως ὁ κάτοικος Πάρου, ὁ ὁποῖος πληρώνει κατὰ τὴν μεταφοράν, δὲν ἔχει τὴν εὐκολίαν νὰ ἀποστείλῃ τὸν οἶνόν του εἰς τὴν Ρωσίαν... (θόρυβος).
§249ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον, περὶ οὗ ἡ συζήτησις, παρέχει τὴν εὐκολίαν, ὅπως ὑπ’ ἐγγύησιν ἀποστείλῃ τὸν οἶνον εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὑπάρχουσι δύο λέξεις, καθιερωμέναι ἐν τῇ τελωνιακῇ ὑπηρεσίᾳ· ἐξαγωγὴ εἶναι, ὅταν ἦναι διὰ τὴν ἀλλοδαπήν, μεταφορά, ὅταν ἦναι διὰ τὴν ἡμεδαπήν. Ὅταν μεταφέρηται εἰς τὴν ἡμεδαπήν, πληρώνει· ὅταν ἐξάγηται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, δὲν πληρώνει.
§250ΔΟΥΝΗΣ. .. Ἀλλ’ οἱ τῆς Θήρας καὶ τῆς Ἑπτανήσου δὲν καταβάλλουν στρεμματικὸν φόρον.
§251ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡ φορολογία τῆς Ἑπτανήσου ὑπάγεται εἰς ἰδιαιτέρας συνθήκας.
§252ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ὅτι τίθενται ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 80 καὶ 86 τοῦ νόμου ΒΠʹ τοῦ τοῦ 1892 «περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζῴων».
§253ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἧς μνείας τῶν ἄρθρων αὐτῶν, διότι ἡ εὐκολία τῆς μεταφορᾶς τοῦ οἴνου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν παρέχεται.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Καρυστίας κ.κ. Σαραφιανὸς καὶ Μέρμηγκας δι’ ἐγγράφου τροπολογίας των ζητοῦσι νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 32 (31 κατὰ τὴν νέαν τάξιν) τὰ ἑξῆς: «καὶ ἐν τοῖς δήμοις Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31, κατὰ τὴν νέαν τάξιν, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 33, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 32 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 32, κατὰ τὴν νέαν τάξιν, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 34 καὶ 35 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τάξιν ἄρθρων 33 καὶ 34).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 τοῦ νομοσχεδίου, 36 κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὁριζομένη διαδικασία συνεπείᾳ προσφυγῶν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου διεξάγεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Τὰ εἰς τὸ Δημόσιον ἐπιδικαζόμενα διὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ εἰρηνοδίκου δικαστικὰ ἔξοδα συμβεβαιοῦνται καὶ συνεισπράττονται μετὰ τοῦ φόρου.»
§256ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐδῶ ὑπάγεται ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀντὶ «τοῦ εἰρηνοδίκου» νὰ τεθῇ «τῶν δικαστηρίων.»
§257Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 36, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§258ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ, ὅπως συναρμολογηθῇ καὶ ἀνατυπωθῇ κατὰ τὸν Κανονισμὸν, διότι ἐπῆλθον τροπολογίαι.
§259Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ σημεριναὶ τροπολογίαι εἶναι ἐλάχισται· αἱ ἄλλαι ὅλαι ἀνεγράφησαν, διότι ἀνετυπώθη τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων.
§261Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ; Οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παραμείνωσι περισσότερον, διότι εἴμεθα ἀκόμη ἄϋπνοι.
§262Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλητε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὰς τροπολογίας, ὅσας ἔχετε, διὰ νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§263Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, μίαν παρατήρησιν σχετικῶς πρὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδείξῃ πρὸς τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε προχθές, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν. Τότε ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως παρεδέχθη ὡς ὀρθοὺς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλητε τὴν παρατήρησίν μου εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν.
§264Κ. ΖΩΤΟΣ. Θὰ ἔλθουν μὲ τὴν σειράν των.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων.
§266ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§267ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ὄχι.
§268Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναβάλητε τὴν ὁμιλίαν σας διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐκείνους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἔχουσι τροπολογίας, νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὰς τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως τυπωθῶσι καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεόδωρος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§270Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μοὶ χαρίσητε ὀλίγας στιγμὰς προσοχῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεδέθη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν οἴνων κἄπως μοιραίως, ἐνῷ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἠνάγκασε νὰ μετατρέψωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου δικαίως, εἶναι ἡ βεβαίωσις, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον τὴν βεβαίωσιν καθίστα ἐπαχθεστάτην, ἦτο ὁ ἐνοικιαστής, ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν ἐνοικιαστὴν ἐγκαθιδρύετε εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πάλιν θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ μεταβάλητε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐὰν ψηφισθῇ, διότι αἴρεται μὲν πραγματικῶς τὸ βάρος ἐκ τῶν ποιμένων, ἀλλὰ τὸ βάρος τοῦτο μετατίθεται εἰς πολὺ μεγαλειτέρας καὶ εὐρυτέρας τάξεις. Εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ἔνθα λειτουργοῦσι σφαγεῖα δημόσια, δὲν θὰ ἦναι ἴσως ἐπαχθὲς διότι ὁ ἐνοικιαστής, καθήμενος εἰς τὰ σφαγεῖα, θὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον. Ἐὰν ὅμως ἔλθωμεν εἰς τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία, τότε ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, διότι ἐκεῖ θίγει τὰς κρατούσας συνηθείας καὶ τὰς προλήψεις. Ἕκαστος εἰς τὴν ὀνομαστικήν του ἑορτὴν τὸ θεωρεῖ καλὸν νὰ σφάζῃ τὸ σφάγιόν του, καθὼς καὶ εἰς τοὺς γάμους του, κατ’ οἶκον, ὅλοι δὲ οἱ χωρικοὶ τοὺς χοίρους τοὺς φονεύουν διὰ τοῦ ὅπλου κατ’ οἶκον. Εἶναι ἔθιμον κρατοῦν, καὶ θὰ ἰδῆτε ὁποίαν θύελλαν θὰ ἐγείρῃ ὁ νόμος αὐτός.
§271ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Νομίζετε ὅτι θὰ πληρώνῃ περισσότερον ὁ χοῖρος;
§272Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου θὰ ἦναι ἐπαχθής.
§273ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τώρα τὸ ἴδιον εἶναι.
§274Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Φαντάζομαι ὁποῖαι θύελλαι θὰ ἐγερθοῦν, ὁποῖα πρωτόκολλα θὰ γίνωνται, ὁποῖα βάσανα, οἷα ἐκράτησαν καὶ ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ οἴνου· ὅπως δ’ ἀποφεύγουν οἱ φορολογούμενοι τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου καὶ τὰ ἔξοδα, θὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ μεταβληθῇ, ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐξευρεθῇ καλλίτερος τρόπος ἀντικαταστάσεως, ὡς λόγου χάριν ἐξαγωγικὸς φόρος ἐπὶ τῶν δερμάτων. Θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, ὅτι πλεῖστα δέρματα καταναλίσκονται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· καὶ ταῦτα ὅμως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν εἰς τὰ βυρσοδεψεῖα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ λοιπὰ, ὧν ἡ ποσότης εἶναι καὶ σχετικῶς μικρὰ, δηλ. τὰ δέρματα τὰ χρησιμεύοντα διὰ τὸν τυρὸν, ἢ διὰ τὴν μεταφορὰν οἴνου, ἢ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν, αὐτὰ ἠδύναντο νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα· ἡ ἐκ τούτου ζημία θὰ ἦτο μικρὰ, θὰ ἦτο ἴσως ἴση πρὸς τὴν ὠφέλειαν, ἣν θὰ ἔχωσιν οἱ ἐνοικιάζοντες τὸν φόρον τοῦτον ἐκ τοῦ Δημοσίου—διότι βεβαίως θὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ ὠφέλειαν ἐκ τοῦ ἐνοικίου. Ἐὰν λοιπὸν κατατάξωμεν τοὺς χοίρους καὶ τοὺς βόας ὅπου καὶ τὰ μεγάλα ζῷα, εἰς τὸ δεύτερον δηλ. κεφάλαιον, φορολογήσωμεν δὲ τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα δι’ ἐξαγωγικοῦ φόρου, θὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν μεγάλου βάρους. Ἄλλως ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, φρονῶ, ὅτι ταχέως θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατέθηκε τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ροῦφος καὶ ἑτέραν τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Ἀνδρίτσος. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 251–252).
§276ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἐγγράφως τὰς τροπολογίας μου ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων.
§277Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 253). (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ νομοσχεδίου).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§280ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι ὄχι μόνον ἀπραγματοποίητον, ἀλλὰ καὶ καταθλιπτικώτατον, διότι ἐπανέρχεται δι’ αὐτοῦ ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ὁ ἀγᾶς τῆς Τουρκίας. Τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοῖς χωρίοις ἡ σφαγὴ τῶν ζώων γίνεται εἰς ἃ μέρη καθώρισεν ἐπὶ τούτῳ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος ἑκάστου χωρίου». Ἀλλ’ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος εἶναι πρῶτον ἀνύπαρκτος εἰς πολλὰ χωρία· δεύτερον, ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτος, θὰ γείνῃ μάστιξ τοῦ χωρίου. Τρίτον, ὁ χωρικός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σφάξῃ ἓν ζῷον...
§281Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖος νὰ προσδιορίσῃ;
§282ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἓν ποιμνιοστάσιον π.χ. θέλει εἷς ποιμὴν νὰ σφάξῃ ἓν ἀρνὶ διὰ νὰ σᾶς ξενίσῃ· θὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον νὰ τοῦ ὁρίσῃ ποῖον θὰ σφάξῃ; Κανεὶς νὰ μὴ ὁρίσῃ. Νὰ διαγραφῇ αὐτὸ τὸ ἐδάφιον.
§283Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τί θὰ συμβῇ, ἂν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα ἐν Ἀθήναις 15,000 ἄνθρωποι μεταβῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν νὰ λάβωσιν ἄδειαν νὰ σφάξωσι κατ’ οἶκον· θὰ περάσῃ τὸ Πάσχα, καὶ θ’ ἀναμένουν ἀκόμη τὴν ἄδειαν. Καλὸν εἶναι νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς πρὸς τοῦτο.
§284Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου;
§285ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν διατυπώσεων πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀστυνόμος ἢ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Πάσχα νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι συμμορφοῦσθε καὶ ὑμεῖς μὲ τὰ ἐπαρχιακὰ ἔθιμα καὶ θέλετε νὰ σφάξητε τὸ Πάσχα ἕνα ἀμνὸν εἰς τὴν οἰκίαν σας. Θὰ τρέξητε εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ λάβητε ἄδειαν, θὰ τρέξητε εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ πληρώσητε τὸν φόρον! Εἰς τὴν Τρίπολιν ἔχομεν ἓν ἀστυνομικὸν γραφεῖον. Ὅλοι οἱ Τριπολῖται θεωροῦσιν ἔγκλημα, ἐὰν δὲν σφάξουν τὸ Πάσχα ἀμνόν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ προφθάσουν οἱ ἀστυνομικοὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων ἀδειῶν. Εἶναι ἀνεφάρμοστα πράγματα αὐτά.
§286ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 6–13).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§288Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἔχω μίαν τροπολογίαν γραπτὴν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς πλείστων ἄλλων συναδέλφων. Προτείνομεν, ἵνα οἱ κύνες τῆς πολυτελείας ἀντὶ 10 δραχ. φορολογηθῶσι πρὸς δραχμὰς 20.
§289ΣΤΑΗΣ. Οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν φορολογοῦνται διὰ τοιούτου τρόπου. Ὁ φόρος ἐκεῖ εἶναι μόνον 7 σελλίνια· ἡμεῖς εἴμεθα πλουσιώτεροι τῶν Ἄγγλων;
§290ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ τὰ εἴπωμεν. Ἤθελον νὰ προτείνω καὶ ἄλλην τροπολογίαν, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς ἐμερίμνησεν ἤδη ὁ συνάδελφος ἐκ Λακεδαίμονος κ. Λεώπουλος, ὁ ὁποῖος προτείνει — συμμερίζομαι δὲ καὶ ἐγὼ τὴν πρότασίν του πληρέστατα — νὰ μείνωσιν οἱ κύνες τῶν χωρίων ἐντελῶς ἀφορολόγητοι, διότι αὐτοὶ χρησιμεύουσιν εἰς τοὺς γεωργοὺς ὅπως καὶ εἰς ὅ,τι καὶ οἱ ποιμενικοὶ κύνες εἰς τοὺς ποιμένας.
§291ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τούτου ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν. Οἱ κύνες αὐτοὶ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, οἱ ἀστυφύλακες τῶν χωρίων.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ὑποβληθεῖσα τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 254). Ἑτέραν τροπολογίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Τσιτσάρας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ αὐτή. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.255). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 15–24).
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§294ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, εἰ δυνατόν. Πρέπει νὰ τὸ διατυπώσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι ἐφαρμόσιμον.
§295ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§296ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.(Ὥρα 12 καὶ 20′ μ.μ.)